Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Το αγαθό ως ο ύστατος στόχος της Γνώσης και η επιδίωξη της αληθινής σοφίας

Για τον Πλάτωνα το αγαθό είναι ο ύστατος στόχος της Γνώσης και η επιδίωξη της αληθινής σοφίας. Ο Πλάτωνας δεν δίνει μια σαφή ερμηνεία για αυτόν τον όρο που είναι από τους βασικότερους στο φιλοσοφικό του σύστημα παρά αρκείται σε ορισμένους υπαινιγμούς. Αγαθόν πάντως είναι:

α) το εἶναι και ό,τι διατηρεί το εἶναι·
β) η τάξη, ο κόσμος και η ενότητα που διαπερνά και συνέχει την πολλαπλότητα·
γ) ό,τι παρέχει την αλήθεια και την επιστήμη (Πολ. 509a).

Η έκφραση αὐτὸ τὸ ἀγαθόν φαίνεται να δηλώνει την ύψιστη αρχή και την πηγή του όντος και της γνώσης. ( Πολιτεία 508e:) «Τοῦτο τοίνυν τὸ τὴν ἀλήθειαν παρέχον τοῖς γιγνωσκομένοις καὶ τῷ γιγνώσκοντι τὴν δύναμιν ἀποδιδὸν τὴν τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέαν φάθι εἶναι».

Σύμφωνα με την Πλατωνική συλλογιστική, το πνεύμα μας αντιμετωπίζει την πραγματικότητα διττώς: εκ των ένδον» και «εκ των έξω». ’Η «εκ των ένδον» προσέγγιση αφορά την πορεία πρός την αυτοσυνειδησία, που χρησιμοποιεί κυρίως τη διαίσθηση. Η «εκ των έξω» προσέγγιση αφορά την διάνοια, που χρησιμοποιεί τη μεθοδική λογική σκέψη.

Μόνο όταν συνδυάσουμε αυτούς τους δύο μηχανισμούς, θα καταφέρουμε να θέσουμε σε κίνηση τον μηχανισμό δύο φαινομενικώς αντιφατικών, αλλά ουσιαστικώς συμπληρωματικών δυνάμεων του ανθρωπίνου πνεύματος: της αφαιρετικής συμβατικής σκέψης, και της διευρυμένης αντίληψης του Όλου, ελάχιστο αναπόσπαστο τμήμα του οποίου είμαστε.

Το Όλον – Ένα βρίσκεται πίσω από τα πολλά και ότι ό,τι υπάρχει στον κόσμο είναι άτεχνα και πρόσκαιρα αντίγραφα των Ιδεών που απορρέουν από το Ένα. Ο τρόπος για να προσεγγίσει ο άνθρωπος το Ένα, δηλαδή να ανεβεί από τα πολλά στο Ένα, μπορεί να επιτευχθεί δια της «εσωτερικής οράσεως» των Ιδεών, όπου «αναπαύονται», το Δίκαιο, το Καλό, το Ωραίο.

Η προσέγγιση του κόσμου των Ιδεών, δεν μπορεί να προσεγγιστεί με τις αισθήσεις, διότι το σώμα αποτελεί εμπόδιο για τη σύλληψη της πραγματικότητας. Όσο βρισκόμαστε μέσα στο σώμα, το υπέρτατο αγαθό το πλησιάζουμε ανάλογα με τον βαθμό αυτοσυγκέντρωσης και με την ικανότητα απόσπασης της προσοχής μας από το σώμα, περιμένοντας υπομονετικά την στιγμή που ο θείος Εαυτός θα κρίνει κατάλληλη για να ολοκληρώσει τη λύτρωση μας.

Ο Πλωτίνος (Εννεάδες), επεξηγεί : «Η γνώση έχει τρεις βαθμίδες – γνώμη, επιστήμη και φώτιση. Τα μέσα ή το όργανο της πρώτης είναι η αίσθηση, της δεύτερης, η διαλεκτική, ενώ της τρίτης, η ενόραση. Αυτή η τελευταία είναι απεριόριστη γνώση, βασισμένη στην συνταύτιση του γιγνώσκοντος νου με το γνωστικό αντικείμενο.

Όλοι οι άνθρωποι, από την αρχή που γεννιούνται, χρησιμοποιούν την αίσθηση πριν από τον νου και, κατ’ ανάγκη, τα αισθητά είναι τα πρώτα με τα οποία έρχονται αντιμέτωποι• κάποιοι έμειναν εδώ και έζησαν τη ζωή τους, νομίζοντάς την πρώτη και τελευταία, και, αφού θεώρησαν πως ό,τι είναι γι’ αυτούς δυσάρεστο και ευχάριστο είναι κακό και καλό αντιστοίχως, έκριναν πως αρκεί αυτό και πέρασαν τη ζωή τους επιδιώκοντας το ένα και προσπαθώντας ν’ αποφύγουν το άλλο.

Όσοι διεκδικούν λογική σκέψη, το έκαναν αυτό φιλοσοφία τους, όπως τα βαριά πουλιά, που πήραν πολλά πράγματα από τη γη, βάρυναν και δεν μπορούν να πετάξουν ψηλά, παρ’ ότι η φύση τους έδωσε φτερά. Άλλοι σηκώνονται λίγο από τα κάτω πράγματα, διότι το ανώτερο μέρος της ψυχής τους κίνησε από το ευχάριστο προς το ωραιότερο, ανήμποροι, όμως, όπως ήταν να δουν το επάνω, καθώς δεν είχαν πού αλλού να σταθούν, ήρθαν προς τα κάτω, μαζί με το όνομα της αρετής, σε πράξεις και “επιλογές” της κάτω περιοχής, απ’ όπου στην αρχή προσπάθησαν να σηκωθούν.

Υπάρχει, τέλος, ένα τρίτο γένος θεϊκών ανθρώπων, που με τη μεγαλύτερη δύναμή τους και με την οξύτητα των οφθαλμών τους είδε, με ξεχωριστή, θα ‘λεγε κανείς, οξυδέρκεια, την επάνω δόξα και υψώθηκε εκεί, σαν πάνω από τα σύννεφα και από την καταχνιά του εδώ κόσμου, κι έμεινε εκεί, παραβλέποντας όλα τα πράγματα του εδώ κόσμου και αντλώντας ευχαρίστηση στην αληθινή περιοχή, που είναι δική τους, σαν τον άνθρωπο που, ύστερα από μεγάλη περιπλάνηση, φτάνει στην ευνομούμενη πατρίδα του.

Πώς απομακρυνόμαστε από τους ανθρώπους γύρω μας

Μολυσμένο ή άσπιλο. Βρώμικο ή καθαρό. Αυτές είναι έννοιες που διατυπώνουμε στο μυαλό μας. Ένα όμορφο τριαντάφυλλο που μόλις κόψαμε και βάλαμε στο βάζο μας είναι αγνό. Μυρίζει τόσο όμορφα, τόσο φρέσκα. Ένας τενεκές σκουπιδιών είναι το αντίθετο. Μυρίζει απαίσια και είναι γεμάτος με σάπια πράγματα. Αλλά αυτό είναι μόνο όταν κοιτάμε την επιφάνεια. Εάν κοιτάξουμε πιο βαθιά θα δούμε ότι μόλις σε πέντε ή έξι μέρες, το τριαντάφυλλο θα γίνει μέρος των σκουπιδιών. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε πέντε μέρες για να το δούμε. Εάν απλώς κοιτάξουμε το τριαντάφυλλο, και κοιτάξουμε βαθιά, θα μπορούμε να το δούμε τώρα. Κι αν κοιτάξουμε μέσα στον τενεκέ σκουπιδιών, μπορούμε να δούμε ότι σε λίγους μήνες τα περιεχόμενα του θα μεταμορφωθούν σε όμορφα λαχανικά, ή ακόμα τριαντάφυλλα. Εάν είσαι ένας καλός βιολογικός κηπουρός, κοιτάζοντας το τριαντάφυλλο, μπορείς να δείς σκουπίδια και κοιτάζοντας τα σκουπίδια , μπορείς να δείς ένα τριαντάφυλλο. Τα τριαντάφυλλα και τα σκουπίδια είναι συνδεδεμένα και υπάρχουν το ένα μέσα από το άλλο. Χωρίς τριαντάφυλλο, δεν μπορείς να έχεις σκουπίδια, και χωρίς σκουπίδια, δε μπορείς να έχεις τριαντάφυλλο.

Μ’έναν απόλυτα ποιητικό τρόπο, ο Thich Nhat Hanh, μας εξηγεί την διασύνδεση που υπάρχει κάτω από δύο επιφανειακά αντίθετα αντικείμενα: τα σκουπίδια και τα τριαντάφυλλα. Μας μιλάει για τα στερεότυπα που έχουμε στο μυαλό μας και για το πως μας αποτρέπουν να δούμε όχι μόνο την ομοιότητα ανάμεσα σε πράγματα αλλά και πώς αυτά είναι εξαρτώμενα το ένα από το άλλο.

Συχνά, με τον ίδιο τρόπο απομακρυνόμαστε και από τους άλλους ανθρώπους γύρω μας. Αδυνατούμε να δούμε την διασύνδεση πέρα από την επιφανειακή αποσύνδεση.

Σύμφωνα με άρθρο στο Psychology Today, η έλλειψη κοινωνικής σύνδεσης αποτελεί μεγαλύτερη βλάβη στην υγεία από την παχυσαρκία, το κάπνισμα και την υπέρταση. Αντίθετα, ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί οδηγούν σε αύξηση της πιαθνότητας για μακροζωία κατά 50%. Επίσης, άνθρωποι που αισθάνονται πιο συνδεδεμένοι με τους άλλους, έχουν χαμηλότερα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης, υψηλότερη αυτοεκτίμηση και σωματική -ψυχολογική ευεξία.

Εάν αισθάνεσαι αποσύνδεση και μοναξιά, αυτό ίσως συμβαίνει επειδή:
  • Διστάζεις να προσεγγίσεις τους άλλους από φόβο μήπως απορριφθείς. Ίσως γεγονότα του παρελθόντος να συμβάλλουν στους δισταγμούς σου, ειδικά εάν έχεις βιώσει απογοήτευση και απόρριψη στις σχέσεις σου.
  • Ένιωθες πάντα ψυχολογικά διαφορετικός/η από τους άλλους και βρίσκεις δύσκολο να βρείς άτομο που να εκπέμπετε στο ίδιο μήκος κύματος.
  • Οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας επιτρέπουν λίγο χρόνο για γνωριμίες και φιλικές συναλλαγές.
  • Επικεντρώνεσαι στις διαφορές (πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές, εθνικές, άλλες προτιμήσεις). Πράγματι, ως άνθρωποι συχνά επιδιώκουμε ν’ανήκουμε σε ομάδες και να είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους γιατί αυτό μας δίνει μία αίσθηση ταυτότητας. Αλλά το να επιτείνουμε τις διαφορές με με τους άλλους, δε θα μας δώσει ποτέ την αίσθηση της πραγματικής διασύνδεσης. Η πραγματική εσωτερική σύνδεση με τους άλλους προκύπτει όταν παραμένουμε ενωμένοι μέσα στη διαφορετικότητα μας, οταν ανακαλύπτουμε πώς οι διαφορές μας δεν είναι παρά επιφανειακές στρώσεις που καλύπτουν την βαθύτερη ομοιότητα μας.
Γι’αυτό για να ενισχύσεις την εσωτερική σου σύνδεση με τους άλλους θυμίσου ότι:
  1. Μέσα στον καθένα από εμάς, υπάρχει το λουλούδι και το σκουπίδι, το όμορφο και το άσχημο, το φωτεινό και το σκοτεινό, κι όλα εναλάσσονται διαρκώς, μεγαλώνουν κι αποσυντίθενται , μεταμορφώνονται και αναγεννούνται. Γι’αυτό, κάθε φορά που πιάνεις τον εαυτό σου έτοιμο να κρίνει, μην ξεχνάς να κοιτάξεις για λίγο πέρα από την επιφάνεια του άλλου, πέρα από αυτό που φαίνεται ότι μπορεί να είναι.
  2. Αντί λοιπόν για κριτική, δοκίμασε να προσφέρεις αγάπη και ζεστασιά στους άλλους. Εάν φοβάσαι την απόρριψη, έχε υπόψη σου ότι η ζεστή συμπεριφορά αποδοχής προς τους άλλους, λειτουργεί σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία, όσο πιο ζεστός είσαι δηλαδή προς τους άλλους, τόσο πιο πιαθνόν είναι να νιώσουν ότι τους συμπαθείς και να σε συμπαθήσουν.
  3. Εάν θεωρείς ότι δεν έχεις χρόνο λόγω υποχρεώσεων ν’απλώσεις το χέρι προς τους άλλους, θυμίσου πως κάθε μέρα παρέχει έστω και μικρές ευκαιρίες να νιώσεις συνδεδεμένος: με τον άνθρωπο που περιμένετε μαζί το λεωφορείο, με τον ταμία του σούπερ-μάρκετ, με τον πελάτη στη δουλειά σου. Δεν χρειάζεται κάτι μεγάλο: κάποιες φορές ένα χαμόγελο ή μια ερώτηση γνήσιου ενδιαφέροντος αρκούν.
  4. Αντί να επικεντρώνεσαι σε αυτά που σε χωρίζουν από τους άλλους, τις διαφορές σας, προσπάθησε να καταλάβεις τι είναι αυτό που σας ενώνει. Προσπάθησε να καταλάβεις τις βαθύτερες ανάγκες σου που ίσως εξυπηρετεί η συμπεριφορά αποσύνδεσης. Νιώθεις ότι είναι ένας τρόπος να νιώθεις σημαντικός; Να προστατεύεσαι; Από πού μπορεί να προκύπτουν αυτές οι ανάγκες;
  5. Άνοιξε την καρδιά σου στην αγάπη, τόσο προς τον εαυτό σου όσο και προς τους άλλους. Η αγάπη μπορεί να έχει εκατοντάδες μορφές: Μπορεί να είναι αποδοχή, ένα γνήσιο κομπλιμέντο, μια πράξη ευγένειας, βαθιά κατανόηση, ένα ζεστό χαμόγελο, ένα χέρι βοήθειας. Είναι εξίσου σημαντικό να την δίνεις στον εαυτό σου όσο και στους άλλους. Το ταξίδι προς τη βαθιά σύνδεση με τους άλλους προυποθέτει ότι ξεκινάς όντας συνδεδεμένος με τον εαυτό σου και τις ανάγκες σου.

Πώς θα ήταν το συναισθηματικό τοπίο χωρίς την αγάπη;

Πώς θα ήταν το συναισθηματικό τοπίο χωρίς την αγάπη; Η αγάπη προσδιορίζει την ανθρώπινη υπόσταση. Ο άνθρωπος ζει για ν' αγαπά. Όπως επικοινωνεί με τους άλλους με ένα ρεπερτόριο συναισθημάτων, ή συναισθηματικών προδιαθέσεων, όπως βιώνει και εκφράζει το θυμό, το φόβο, τη λύπη, τη χαρά, αλλά και την έκπληξη και την αποστροφή του, έτσι εκφράζει και την αγάπη

Είναι όμως η αγάπη συναίσθημα; Για κάποιους μελετητές του συναισθήματος και της συναισθηματικής νοημοσύνης (Goleman, 1997) η αγάπη είναι ένα βασικό/ πρωτογενές συναίσθημα, εγγενές και οικουμενικό, που αποτυπώνεται στο πρόσωπό μας. Για άλλους, η αγάπη είναι δευτερογενές συναίσθημα, καθώς προκύπτει από τη σύνθεση κάποιων πρωτογενών συναισθημάτων και δεν αποτυπώνεται απαραίτητα στο ανθρώπινο πρόσωπο (Παππά, 2013). Για τους περισσότερους μελετητές, η αγάπη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαδικασία διαμόρφωσης δεσμού (Σράουφ, 2008). Το βρέφος συνδέεται συναισθηματικά με τη μητέρα, με τον πατέρα, με τα αδέλφια του, καθώς και με κάθε πρόσωπο του οικείου περιβάλλοντός του. Μαθαίνει την αγάπη από τα άτομα που το φροντίζουν και ικανοποιούν τις ανάγκες του, όχι μόνο τις βασικές (τροφή, υγιεινή, σωματική προστασία), αλλά και τις συναισθηματικές (αγκαλιά, προσοχή, διαθεσιμότητα και ποιοτική ενασχόληση με παροχή κατάλληλων ερεθισμάτων). Ο άνθρωπος γεννιέται για να συνδεθεί συναισθηματικά με ασφάλεια, αρκεί ένα ενήλικο πρότυπο να του παράσχει αυτή τη δυνατότητα. Η αγάπη τροφοδοτεί την ανθρώπινη ύπαρξη, νοηματοδοτεί τη ζωή, προσδίδει χρώμα και ρυθμικότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις. 

Αν η αγάπη είναι συναίσθημα, τότε είναι το πιο πολύπλοκο από όλα τα συναισθήματα. Αν είναι μια κατάσταση που περιλαμβάνει πολλά συναισθήματα, τότε είναι μια πολύπλοκη κατάσταση. Ο Izard (1991) θεωρεί ότι η αγάπη είναι απαραίτητη για την ανθρώπινη υπόσταση, δεν είναι όμως ένα διακριτό συναίσθημα, καθώς περιλαμβάνει ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς και συσχετίζεται με το ενδιαφέρον και τη χαρά, αλλά και με όλο το φάσμα των συναισθημάτων. Υπάρχουν διάφορα είδη αγάπης: αγάπη για τους γονείς, για τα παιδιά και αγάπη για το/ τη σύντροφο. Όλα τα είδη αγάπης έχουν κοινά συστατικά: το δεσμό, την αφοσίωση, την προστατευτικότητα και τη στοργή. Ωστόσο, η αγάπη για το/ τη σύντροφο είναι ιδιαίτερη, καθώς περιλαμβάνει τη σεξουαλική έκφραση. Ο Sternberg (1987) στη θεωρία του για την αγάπη προτείνει ένα τριαδικό μοντέλο αρέσκειας και αγάπης, με τρία κυρίαρχα στοιχεία: την οικειότητα, το πάθος και τη δέσμευση. Αν και ορισμένοι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι η αγάπη είναι βασικό συναίσθημα, οι περισσότεροι θεωρούν ότι αυτό δεν ισχύει, εξαιτίας της διάρκειάς της, του κοινωνικού πλαισίου στο οποίο τοποθετείται, αλλά και του γεγονότος ότι αποτελεί σύνθεση πολλών βασικών/ πρωτογενών συναισθημάτων (Strongman, 2003).

Ο Στάινερ (2006) υποστηρίζει ότι η αγάπη αποτελεί βασικό συστατικό της συναισθηματικής νοημοσύνης, είναι η καρδιά της. Για τον παραπάνω μελετητή, οι άνθρωποι χρειάζεται να εκφράζουν την αγάπη - όταν τη νιώθουν πραγματικά - αναλαμβάνοντας τη συναισθηματική τους ευθύνη. Η ανάληψη της συναισθηματικής ευθύνης χρειάζεται να γίνεται με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Όταν κάποιος νιώθει αγάπη, χρειάζεται να την εκφράζει, αφού προηγουμένως ζητήσει την άδεια από τον υποψήφιο αποδέκτη. Η έκφραση της αγάπης γίνεται με τους ακόλουθους τρόπους: α) σωματικούς, β) λεκτικούς και γ) έμπρακτους. Καταρχήν, εκφράζεται με το σώμα: μια αγκαλιά, ένα φιλί, ένα χάδι, ένα άγγιγμα, ακόμη και μια απλή χειραψία, μπορεί να υποδηλώνουν εκτίμηση, συμπάθεια, ή/και αγάπη. Η σωματική επαφή βοηθά τους ανθρώπους να εκφράσουν την αγάπη τους και να επικοινωνήσουν.

Οι λεκτικοί τρόποι, από την άλλη, αφορούν τα θετικά σχόλια, τις ειλικρινείς φιλοφρονήσεις, που οι άνθρωποι απευθύνουν μεταξύ τους ως προς την επίδοσή τους σε ένα τομέα, την επίδειξη επιθυμητών συμπεριφορών, τις ικανότητες και τα προτερήματά τους, τις ποιότητες του χαρακτήρα τους, ακόμη και για την εμφάνισή τους.

Τέλος, οι έμπρακτοι τρόποι αφορούν κάθε πράξη που υποδηλώνει έγνοια, ενδιαφέρον και στοργή για τον άλλο. Έμπρακτος τρόπος εκδήλωσης αγάπης μπορεί να είναι ένα δώρο, μια χειρονομία καλής θέλησης, αλλά και ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα, ή η προσεκτική ακρόαση των λεγομένων του άλλου.
 
Η έκφραση της αγάπης με όλους τους παραπάνω τρόπους είναι απαραίτητη και αναγκαία για την ανθρώπινή μας υπόσταση. Η αγάπη μας εξημερώνει και μας εξανθρωπίζει. Όλοι μας έχουμε ανάγκη να εκπέμπουμε και να αποδεχόμαστε αγάπη με όλους τους παραπάνω τρόπους. Η ανάγκη ενός ανθρώπου να τροφοδοτεί και να τροφοδοτείται με αγάπη διατηρείται ακόρεστη. Πρόκειται για μια ανάγκη που χρειάζεται συνεχώς ικανοποίηση. Όσα αποθέματα αγάπης κι αν έχει κάποιος, πάντοτε χρειάζεται περισσότερη. Ασφαλώς, η σημασία της αγάπης που λαμβάνει ένα παιδί τα πρώτα χρόνια της ζωής του είναι αδιαμφισβήτητη. Αυτή θέτει τα θεμέλια της αυτοεκτίμησης και της εμπιστοσύνης στον εαυτό και τους άλλους, της μετέπειτα καλής ψυχικής υγείας. Ωστόσο, η αγάπη είναι απαραίτητη και αναγκαία όλα τα χρόνια της ζωής του ανθρώπου και της οικοδόμησης των διαπροσωπικών σχέσεων.

Η αγάπη σημαίνει ελεύθερη ροή και ανταλλαγή των λεκτικών και μη λεκτικών τρόπων εκφοράς της, αρκεί να λαμβάνει κάποιος υπόψη τη βούληση του άλλου, ζητώντας την άδειά του. Η αγάπη νικά το φόβο. Όποιος αγαπά, δε φοβάται τον άλλο, ούτε τον εαυτό του. Όποιος αγαπά, σέβεται τον άλλο και πρωτίστως, τον εαυτό του.

Εμείς θα αναζητάμε την Ιθάκη μας, ακόμα και μέσα από τις τρικυμίες

Και τι είναι η ζωή; Μια θάλασσα είναι η ζωή.
Μια θάλασσα με μύρια κύματα, μεγάλες τρικυμίες και νησάκια μικρά, που σου προσφέρονται για μια μικρή δόση ξεγνασιάς.
Μ’αυτό μου μοιάζει η ζωή. Είναι ένα μεγάλο ταξίδι στη θάλασσα, σαν κι αυτό του Οδυσσέα.
Είναι ένα ταξίδι μέχρι να φτάσουμε σε μια στεριά. Κι ο καθένας από εμάς, έχει τη δική του θάλασσα, το δικό του ταξίδι και τη δική του στεριά, την ευτυχία του.
 
Το δύσκολο βέβαια, είναι πως η θάλασσα είναι γεμάτη τρικυμίες.
Εκεί που νομίζεις πως μπορείς να ξαποστάσεις για λίγο, μια τρικυμία σ’αναγκάζει να παλέψεις για να μην βυθιστείς. Αυτή είναι η θάλασσα, απρόσμενη, ανατρεπτική, όπως η ζωή μας. Στις τρικυμίες είναι που πρέπει να προσέχουμε πιο πολύ. Γιατί το πιο δύσκολο κομμάτι, δεν είναι μόνο να μην πνιγούμε στα κύματα, μα και να μην αφήσουμε το χέρι όσων αγαπάμε, καθώς παλεύουμε. Αυτούς δεν πρέπει να χάνουμε στιγμή από τα μάτια μας, απ’ την καρδιά μας. Γιατί, για σκέψου, τι αξία θα είχε η ζωή μας χωρίς ανθρώπους που μας αγαπούν και τους αγαπάμε;
Θα ήταν μονότονη. Θα ήταν βαρετή και ανεπηρέαστη, δεν θα μπορούσαμε να γευτούμε τις μικρές στιγμές ευτυχίας που μας δίνουν ανάσα.
Θέλει δύναμη, θέλει προσπάθεια και πείσμα να περάσεις την θάλασσα για να φτάσεις κάποια μέρα στη στεριά σου, στην Ιθάκη σου.
Μα να ξέρεις αγάπη μου, χαίρομαι που παλεύουμε, που κολυμπάμε μαζί, που κρατιόμαστε χέρι χέρι και αγαπιόμαστε. Δίνεις μια άλλη νότα στο ταξίδι, το κάνεις πιο όμορφο, πιο γεμάτο, απ’ ότι θα ήταν χωρίς εσένα.
 
Μ’αρέσει το ταξίδι μαζί σου.
Μ’αρέσουν τα όνειρα που κάνουμε για τη στεριά, μ’αρέσει που απολαμβάνουμε κάθε κύμα και αγναντεύουμε τον ουρανό παρέα.
Ακόμα και τα σύννεφα, αποκτούν μια ενδιαφέρον διάσταση μαζί σου. Ακόμα κι ο ουρανός, είναι πιο γεμάτος μ’αστέρια τη νύχτα.
Συνεχίζουμε λοιπόν, συνεχίζουμε για μια στεριά, για μια ελπίδα, για ένα αύριο που αξίζει την πιο επικίνδυνη τρικυμία…
Μην φοβάσαι, σου κρατάω το χέρι.

Τι με ρωτάς αν σε ξέχασα κιόλας;

Τι με ρωτάς αν σε ξέχασα κιόλας; Δεν θέλω να σου πω. Έχω θυμώσει.
 
Ήξερα πως ήταν η τελευταία φορά κι ας μην τολμήσαμε να το πούμε ανοιχτά. Θα προτιμούσα να είχαμε περπατήσει στην παραλία τελικά και να με άφηνες το ξημέρωμα από την αγκαλιά σου, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που θα έβγαινε ο ήλιος κι όλα θα έμοιαζαν κάπως πιο αισιόδοξα. Ίσως έτσι να πονούσαμε λιγότερο.
 
Αντί για αυτό μείναμε αγκαλιασμένοι και γυμνοί στο κρεβάτι σου, λες και προσπαθούσαμε μέσα στη γύμνια μας να πληγώσουμε ο ένας τον άλλον όσο γινόταν πιο πολύ. Κάθε σου άγγιγμα απαλές λεπίδες που ξεγελούσαν με την τρυφερότητά τους μέχρι που κατάλαβα πως μου είχες ματώσει το δέρμα.
 
Και τα δικά μου αγγίγματα, το ξέρω, το ένοιωσα πόσο σου προκαλούσαν πόνο. Κι όταν μου ζήτησες να βάλω το κεφάλι μου στην καμπύλη του λαιμού σου κι ύστερα που σου είπα να μείνουμε ακόμα δυο λεπτά ξαπλωμένοι πριν να ντυθούμε για να φύγουμε, το ξέρω πως τα μαλλιά μου ήταν σαν αγκάθια επάνω σου.
 
Τι με ρωτάς αν σε ξέχασα κιόλας; Δεν θέλω να σου πω. Σήμερα σε μισώ, δεν ξέρω αύριο.
 
Την άλλη μέρα πέρασα ξανά κάτω από το σπίτι σου, μόνο και μόνο για να το ξεπεράσω. Πως θα περπατούσα ξανά σ`αυτό το δρόμο που τον περπάτησα μαζί σου; Δεν ήταν και τόσο δύσκολο τελικά. Απλώς έκλαιγα κι έκλαιγα μέχρι που έφτασα στο ίδιο σημείο που είχα αφήσει το αυτοκίνητο εχθές το βράδυ. Εκεί που μου πες καληνύχτα και μια σταγόνα της βροχής που είχε ξεχαστεί αρκετή ώρα πριν πάνω στο δέντρο, ξέφυγε από ένα κλαδί κι έσκασε σαν βόμβα ανάμεσα στα πρόσωπά μας. «Μην τρομάζεις, είναι απλώς νερό» σου είπα.
 
Λογικά τώρα έχεις φτάσει ήδη στον προορισμό σου. Τόσο μακριά από μένα. Αιώνες μακριά, χιλιόμετρα, σε μιαν άλλη ζωή. Δεν με πειράζουν τα χιλιόμετρα, με πειράζει η απόσταση της καρδιάς σου. Ποιος ξέρει; Θα είσαι άραγε πιο ευτυχισμένος; Θα προτιμήσω να σκεφτώ πως δεν υπήρξες ποτέ. Με δηλητηριάζει ο θυμός μου και δεν είναι τώρα καιρός για δηλητήρια.
 
Τι με ρωτάς αν σε ξέχασα κιόλας; Δεν θέλω να σου πω. «Λυπάμαι».
 
Εσύ το διάλεξες να φύγεις. Τι θα μπορούσα να κάνω; «Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα» είπες. Και δεν πάλεψες ούτε ένα δευτερόλεπτο για να ‘ρθουν αλλιώς. Προτίμησες την παραίτηση. Ίσως και τη θυσία. Πήγαινε τώρα. Σύντομα, πολύ σύντομα όλα θα περάσουν στη λήθη του χρόνου. Μια γλυκερή ανάμνηση, μια τόση δα πληγή που γρήγορα θα κλείσει.
 
Είχες δίκιο εξαρχής, δεν γινόταν, έπρεπε να μην έχουμε συναντηθεί καν. «Λυπάμαι».
 
Τι με ρωτάς αν σε ξέχασα κιόλας; Έχω θυμώσει σου λέω. Α, ναι και «λυπάμαι».

Το ταξίδι έχει μεγαλύτερη σημασία από τον προορισμό

«Το ταξίδι είναι που μετράει, όχι η άφιξη στον προορισμό» είχε πει ο Βρετανός ποιητής T.S. Eliot. Και αυτό είναι κάτι που χρειάζεται να υπενθυμίζουμε διαρκώς στον εαυτό μας. Πολλές φορές πιστεύουμε ότι η επίτευξή τους θα είναι η πηγή της ευτυχίας μας. Και αυτό είναι λάθος. Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι η διαδικασία. Γι αυτό, καμιά φορά, χρειάζεται να αποστασιοποιούμαστε από τους στόχους μας.
 
Αποστασιοποίηση, δεν σημαίνει παραίτηση ή εγκατάλειψη των στόχων. Πρέπει να έχετε στόχους, ειδάλλως αρνείστε τις εσωτερικές επιθυμίες σας και αποκόπτετε τον εαυτό σας από την ανάπτυξη και την εξέλιξη. Οι στόχοι σας εμπνέουν να ζήσετε, να δημιουργήσετε και να προχωρήσετε μπροστά. Εάν δεν πετύχετε αυτή την εξέλιξη, μαραζώνετε στη στασιμότητα. Είναι σημαντικό να θέλετε να αγκαλιάσετε επιθυμίες και προθέσεις.

Αυτό που δεν πρέπει να κάνετε είναι να προσκολλάστε σε αυτές. Είναι φυσικό να θέλετε να υλοποιήσετε τους στόχους και τις επιθυμίες σας – όλοι το θέλουμε. Ωστόσο, εάν θεωρείτε την επίτευξή τους ως πηγή ευημερίας, πηγή ευτυχίας ή αξίας, τότε έχετε ήδη αποτύχει. Αυτός είναι ο λόγος που η αποστασιοποίηση είναι ζωτικής σημασίας. Όταν δεν χρειάζεστε να πετύχετε το στόχο σας για να είστε καλά ή για να είστε ευτυχισμένοι, τότε μπορείτε απλά να απολαύσετε τη διαδικασία. Γιατί στη διαδικασία αυτή βρίσκονται η χαρά, η διεύρυνση και η εξέλιξη.

Θα έχετε παρατηρήσει ότι τη στιγμή που πετυχαίνετε έναν στόχο, ξεκινάτε να θέτετε νέους στόχους. Η υλοποίηση ενός και μόνου στόχου δεν πρόκειται να φέρει την ολοκλήρωση. Τη στιγμή που θα επιτευχθεί ένας στόχος, θα κινηθείτε προς τα εμπρός – ως εξελικτικά όντα – σε αναζήτηση του επόμενου. Σε καμία περίπτωση η υλοποίηση των στόχων σας δεν μπορεί να αποτελέσει την πηγή της γαλήνης του μυαλού σας ή την πηγή της πληρότητάς σας, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα.

Ο σκοπός της ζωής είναι η ανάπτυξη. Η ζωή χωρίς πρόοδο γίνεται αφόρητη. Είναι ο κύκλος της συνεχούς προόδου που μας κάνει ευτυχισμένους. Είμαστε ενεργειακά όντα και η ενέργεια είναι πάντα σε κίνηση. Ζούμε, άρα συνεχώς κινούμαστε και ρέουμε. Τίποτα δεν είναι στάσιμο. Είτε προοδεύουμε είτε οπισθοδρομούμε, δεν παραμένουμε ποτέ σε ακινησία. Εάν δεν μεγαλώνουμε πνευματικά, νιώθουμε σαν να πεθαίνουμε. Εάν δεν διευρυνόμαστε, καταρρέουμε.

Μην καταδικάζετε λοιπόν τον εαυτό σας σε ακινησία. Αργά ή γρήγορα θα αντιληφθείτε ότι δεν είναι προς το συμφέρον σας, αφού η ακινησία μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη, απελπισία ή ακόμα και αρρώστια. Αντ΄αυτού, αφεθείτε να ρεύσετε ελεύθερα προς την επίτευξη όποιου στόχου σας ενθουσιάζει, ευχαριστηθείτε τη διαδρομή και αφήστε το σύμπαν να αναλάβει τα υπόλοιπα.

Θέλω να ζήσω

«Θέλω να ζήσω». Φώναξε το και τέντωσε όσο αντέχεις τις φωνητικές σου χορδές. Φώναξε το με όλη τη δύναμη της ψυχής σου. Φώναξε το τόσο δυνατά μέχρι να ακούσεις τον εαυτό σου. Μετά χώσ' το βαθιά μέσα στο κεφάλι σου και κάν’ το.

Ζήσε. Άνθρωπος δεν είσαι; Τι άλλο έχεις να κάνεις; Γι’ αυτό δημιουργήθηκες. Θες από κάτι που ονομάζεις Θεό, θες από κάτι που ονομάζεις επιστήμη, θες από κάτι που ονομάζεις φύση; Ότι και να είναι, τι σε νοιάζει; Τώρα εσύ τα δημιουργείς όλα.
Χωρίς εσένα, εμένα, τον δίπλα, τίποτα δε θα υπάρχει πια.

Ζήσε ρε, δημιούργησε. Αξιοποίησε το πιο όμορφο δώρο που σου χάρισαν, τη ζωή. Ποιος στο χάρισε δεν έχει σημασία, πες ένα ευχαριστώ γεμάτο ευγνωμοσύνη στον αέρα και συνέχισε. Ζωγράφισε ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη σου και βάψε με χρώματα όλο τον κόσμο. Μικρός είναι ρε, μπορείς. Δικός σου είναι όλος. Σε μας ανήκει, σε όλους μας.

Ποιος κάνει κουμάντο; Κανείς. Αν δεν αφήσεις εσύ κανείς δεν μπορεί να σε εξουσιάσει. Είσαι το πιο έξυπνο πλάσμα, γεμάτο έντονα συναισθήματα, γεμάτο ενέργεια. Με χέρια ικανά να αλλάξουν οτιδήποτε και πόδια τόσο γρήγορα που σε βοηθούν να φύγεις μακριά από οτιδήποτε σε κάνει δυστυχισμένο. Όλα τα υπόλοιπα είναι δικαιολογίες γιατί φοβάσαι.

Δε μπορώ όμως ακόμα να καταλάβω τι είναι αυτό που σε φοβίζει. Η ζωή; Αφού είναι δική σου. Μήπως φοβάσαι τον εαυτό σου τελικά; Αλλά γιατί; Δεν αγαπάς αυτό που είσαι; Θα έπρεπε, γιατί είσαι μοναδικός. Δεν υπάρχει κανείς άλλος σαν εσένα και δεν υπάρχει τίποτα πιο συναρπαστικό από το να καταλάβεις τη σημασία αυτού. Είσαι ένας, ένας σε όλο τον κόσμο. Αν μου πεις ότι δεν σε ενθουσιάζει αυτό, θα ήταν ψέματα.

Δεν αντέχω να σε βλέπω λοιπόν να συμβιβάζεσαι. Γιατί δε σου αξίζει, ούτε σε σένα ούτε σε κανέναν. Μα δεν καταλαβαίνω τον λόγο να συμβιβαστείς, εσύ είσαι η δύναμη, εσύ είσαι η ελευθερία εσύ ορίζεις την ζωή, εσύ μόνος σου. Τι θα μπορούσε να σε μπερδέψει τόσο πολύ λοιπόν ώστε να καταλήξεις να πιστεύεις ότι δεν είσαι αρκετά δυνατός; Ποιος θα μπορούσε να σε κάνει να φοβάσαι τον εαυτό σου;

Λες ότι είσαι ενάντια στην εξουσία αλλά πως είναι δυνατόν αυτό όταν εκτελείς βήμα-βήμα όλα τα προσχεδιασμένα σχέδια που κάποιος άλλος έφτιαξε για σένα; Κατέστρεψε τα όλα. Γίνε κάτι που θα φοβούνται αυτοί, γίνε κάτι που δε μπορεί να πιαστεί σε δίχτυ, γίνε ιδέα. Εκπλήρωσε το νόημα της ζωής. Και αν με ρωτήσεις ποιο είναι αυτό θα σου πω δε ξέρω. Ξέρω μόνο ότι υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται τον θάνατο, ξέρω ότι δε θέλουν να πεθάνουν γιατί μετανιώνουν για τη ζωή τους ή φεύγουν δυστυχισμένοι αποχαιρετώντας την. Όμως η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν ελπίδες, όνειρα, πράγματα που δε πιάνονται και πράγματα που δεν εξουσιάζει κανένας. Πράγματα που δε μπορείς να ελέγξεις ούτε καν εσύ ο ίδιος. Πράγματα που γεννιούνται μέρα με τη μέρα και κάθε μέρα προσπαθείς να φτάσεις ακόμα πιο μακριά. Που θα καταλήξεις δεν γνωρίζω, ούτε συντεταγμένες ξέρω να σου πω. Αλλά ξέρω μόνο ένα πράγμα. Ότι αυτό είναι το δικό μου νόημα.

Ίσως εκεί που φτάσεις δε θα σου αρέσει και δε θα φαντάζει κάποια ουσία στα μάτια σου αλλά το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να συνεχίσεις να προχωράς. Και πίστεψε με όταν έρθει εκείνη η στιγμή, που έρχεται για όλους, εκείνου του θανάτου, δε θα έχεις να φοβηθείς τίποτα. Γιατί θα είσαι σίγουρος για ένα πράγμα, για το ότι έζησες.

ΤΟ "ΕΛΛΗΝΙΚΟ" ΚΑΛΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΣ - ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΩΣ

Το κάλλος είναι συνάρτηση της συμμετρίας και της αλήθειας στην ελληνική κοσμοθέαση. Η απαράμιλλη ομορφιά του συναρπάζει την νοητική ψυχή και διεγείρει στον νου τον θαυμασμό και την γέννηση της σκέψης εγκαινιάζοντας το πρώτο ερωτικό, διαλεκτικό και φιλοσοφικό σκίρτημα προς το αιώνιο, το άφθαρτο, το υπερούσιο του ΕΝΟΣ (ΕΝΑΔΩΝ).

 Καταλαβαίνουμε τι θα πει έρωτας, αυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε τον έρωτα. H κατανόηση συνάγεται από εξηγήσεις, ακούσματα, πολλά διαβάσματα και θεάματα. Tη γνώση τη γεννάει η εμπειρία. Γνωρίζουμε τον έρωτα μόνο με την εμπειρία μετοχής στον «τρόπο» του έρωτα.

H λέξη «τρόπος» σημαίνει ένα «πώς», όχι ένα «τι». Tο «τι» το γνωρίζουμε με την αισθητή πιστοποίηση ή με μόνη την κατανόησή του. Tο «πώς» το γνωρίζουμε μόνο μετέχοντας στην πραγμάτωσή του. Oχι με τον νου μόνο, αλλά με την εμπειρία της πραγμάτωσης.

Διαβάζω τους κανόνες της κολύμβησης, της ποδηλασίας. Tους κατανοώ, τους αποστηθίζω, τους κατέχω. Aυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζω κολύμβηση και ποδηλασία. Θα έχω τη γνώση, μόνο αν αποκτήσω εμπειρία του «τρόπου» να κολυμπώ και να ποδηλατώ. Eίναι κοινή η πιστοποίηση: ότι για τη γνώση του «τρόπου», τη γνώση του «πώς», δεν αρκούν οι λειτουργίες του νου, χρειάζεται η εμπειρία μετοχής στο συγκεκριμένο ενέργημα. Γεννιέται η γνώση από το γεγονός και τη δυναμική της μετοχής.

Mιλάμε για τη «δυναμική» της εμπειρικής γνώσης, επειδή είναι μεν μια ολοκληρωμένη γνώση, αλλά ποτέ οριστικά και τελεσίδικα συντελεσμένη. Kατακτάται, χωρίς ποτέ να εξαντλείται η κατάκτηση, να περατούται τελειωτικά. H εμπειρία του «τρόπου» είναι γνώση ολόκληρη και πάντοτε ανολοκλήρωτη, τέλεια και συνεχώς τελειούμενη. Ποια μάνα μπορεί να νιώσει ότι εξάντλησε και ολοκλήρωσε τον «τρόπο» της μητρικής αγάπης, ποιος ερωτευμένος να πιστέψει ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια καινούργιων εκπλήξεων στον ολόκληρο έρωτά του;

Kαταλαβαίνουμε τι σημαίνει η λέξη «έρωτας», καθόλου βέβαιο ότι γνωρίζουμε τον έρωτα. Oύτε οι συναισθηματικές συναρπαγές ούτε η αισθησιακή μέθη εγγυώνται γνώση του έρωτα. Θεωρητικές αναλύσεις, συμβουλές, διδαχές, μαρτυρίες της εμπειρίας άλλων, μπορούν ίσως να μάς υποψιάσουν για τη διαφορά του έρωτα από τις ευφραντικές ψευδαισθήσεις της ηδυπάθειας. Tόσο μόνο. Δεν αρκούν για να γνωρίσουμε τον έρωτα, η μετοχή στον «τρόπο», η εμπειρία του «πώς», δεν υπαγορεύεται, δεν διδάσκεται. Xαρίζεται ή κερδίζεται.

Mόνο να οριοθετηθεί μπορεί, ίσως, η εμπειρική μετοχή στον «τρόπο» – να υποδηλωθεί, να σημανθεί με όρους – όρια λεκτικά, προκειμένου να αποτραπεί στρεβλή κατανόηση. Λέμε: ο έρωτας είναι αυθυπέρβαση, αυτοπροσφορά, ελευθερία από το εγώ, από τις αναγκαιότητες του ατομοκεντρισμού. Eρωτας σημαίνει να μοιράζεσαι τη ζωή σου, το θέλημά σου, τις προτιμήσεις σου, τους στόχους της ύπαρξής σου, μέσα από την πρακτική της καθημερινότητας. Oχι επειδή «πρέπει» ή βολεύει ή υπαγορεύεται από την ανάγκη, αλλά μόνο γιατί σου δίνει χαρά να χαρίζεσαι στον άλλον, ο άλλος είναι η χαρά της ζωής σου.

Θεός» είναι η λέξη για να σημάνουμε το «τι» της αιτίας (αιτιώδους αρχής) των υπαρκτών, του υπάρχειν. Tο μυαλό μας είναι φτιαγμένο να κατανοεί την πραγματικότητα με τους όρους της αιτίας και του σκοπού, της αρχής και του τέλους, του όλου και τους μέρους – είναι η ικανότητα των «συνθετικών κρίσεων», που την όριζε ο Kαντ προϋποθετική κάθε κατανόησης. Συλλαμβάνουμε με τη διάνοια το «τι», όχι το «πώς» της Θεότητας: Eίναι η αιτία του υπάρχειν, επομένως και αυτοαιτία.

Αριστοφάνης: Τα άτομα που μας προξενούν θυμό είναι μια ισχυρή πηγή σοφίας!

Τα άτομα που μας προξενούν θυμό είναι μια ισχυρή πηγή σοφίας, καθώς φέρνουν στο φως τα αδύνατα σημεία μας και γίνονται καθρέπτης στον οποίον κοιταζόμαστε.

Ο Αριστοφάνης έλεγε ότι «οι σοφοί άνθρωποι μαθαίνουν πολλά από τους εχθρούς τους».

Ένας δάσκαλος μπορεί να μας διδάξει τη σπουδαιότητα της υπομονής, του ελέγχου και της ανεκτικότητας. Όλες όμως αυτές τις ικανότητες δεν έχουμε την δυνατότητα να τις εξασκήσουμε, παρά μόνο στην αληθινή ζωή, όταν θα συναντήσουμε τον “εχθρό”. Στις πολεμικές τέχνες μαθαίνουμε ότι η επίθεση του αντιπάλου μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελός μας όταν γνωρίζουμε πώς να διοχετεύσουμε την ορμή της, την κατάλληλη στιγμή, προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ο εχθρός μας αναγκάζει να δράσουμε εδώ και τώρα και να βγούμε από την άνεση μας που τελικά θα μας κάνει μαλθακούς. Μας αναγκάζει να φέρουμε στην επιφάνεια τον καλύτερο καθώς και τον χειρότερο εαυτό μας και να μεταλλάξουμε τη γνώση σε σοφία μέσω της εμπειρίας.

 Όταν καταφέρουμε να δούμε τις αντιδράσεις μας αποστασιοποιημένοι και με λίγο χιούμορ, τότε θα ανακαλύψουμε πως σε κάθε σύγκρουση κρύβεται ένα μεγάλο μάθημα σχετικά με τις ποιότητές μας αλλά και τις αδυναμίες μας.

Οι αποκλειστικά αρμονικές σχέσεις γεννάνε μια απάθεια που μπορεί να μας παραλύσει καθώς δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να αναζητήσουμε καινούργια πράγματα, ούτε αναγκαζόμαστε να αναθεωρήσουμε τις πεποιθήσεις μας. Αρκούμαστε στο να ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο πάντα. Για την διανοητική και συναισθηματική εξέλιξή μας έχουμε ανάγκη να συγκρουόμαστε, να αντιδρούμε, να δοκιμάζουμε τον εαυτό μας, να αλλάζουμε οπτική γωνία, να νιώθουμε πόνο. Με άλλα λόγια, να μαθαίνουμε.

 Όπως στις πολεμικές τέχνες, έτσι και στη ζωή, για να τα καταφέρουμε είναι ανάγκη κάποιος να μας παρακινεί. Είναι η θέση κι η αντίθεση που δημιουργούν συγκρουόμενες την αυριανή σύνθεση.

«Πόλεμος πάντων πατήρ εστί» έγραψε ο Εφέσιος σκοτεινός φιλόσοφος Ηράκλειτος.

Όσο πιο βίαιη η σύγκρουση, τόσο οι πιθανότητες μιας πλουσιότερης σύνθεσης αυξάνουν. Ας διαλέξουμε στρατόπεδο λοιπόν κι ας πολεμήσουμε! Έτσι κι αλλιώς, τα δυο στρατόπεδα, είτε το ξέρουν είτε όχι, συνεργάζονται. Ας γίνουμε μέρος αυτής της σύνθεσης. Ας πάρουμε μέρος με όλες μας τις δυνάμεις, χωρίς προσκόλληση όμως στο μικρό μας «εγώ», σ’ αυτό που θα μας βγάλει «εκτός Εαυτού», θα μας κάνει να θυμώσουμε, να χάσουμε τη συγκέντρωσή μας και να κινδυνέψουμε να χάσουμε τη μάχη. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι αυτό που μας δίδαξε ο “δάσκαλος”.

Όταν τα πράγματα γύρω μας δεν είναι ιδανικά, όταν δεχόμαστε επιθέσεις, όταν δε νιώθουμε ικανοποιημένοι από τη ζωή μας, αυτή η αντιξοότητα, αυτή η αρνητική δύναμη που πλήττει τη σταθερότητά μας και δρα ως εχθρός, πρέπει να χρησιμοποιείται ως κινητήρια δύναμη και ώθηση για αλλαγή.

Κάθε σύγκρουση τελικά, μας αποκαλύπτει τι δεν πάει καλά μέσα μας και μας επιτρέπει να διατηρούμε τη σπίθα της δημιουργικότητας μας αναμμένη. Χωρίς κάποιον ή κάτι απέναντί μας να μας προκαλεί, η σπίθα αυτή θα έμενε σβηστή.

Γι’ αυτό, βλέποντας από ένα μεγαλύτερο βάθος την κατάσταση, θα έπρεπε ίσως να μακαρίζουμε τους εχθρούς μας, γιατί χάρη σ’ αυτούς μπορούμε να αλλάξουμε και να ανεβούμε άλλο ένα σκαλοπάτι στο δρόμο της προσωπικής μας ολοκλήρωσης.

Έχεις μάθεις κι εσύ το μυστικό;

O Σιντάρτα έμεινε κοντά στον πεισματάρη, έμαθε να κουμαντάρει τη βάρκα κι όταν δεν είχε δουλειά στο πέρασμα, δούλευε, μαζί με τον Βαζουντέβα στο ρυζοχώραφο, μάζευε ξύλα, έκοβε τους καρπούς από τα μπανανόδεντρα. Έμαθε να φτιάχνει κουπιά, έμαθε να επισκευάζει τη βάρκα, να πλέκει καλάθια, χαιρόταν με όλα όσα μάθαινε και περνούσαν γρήγορα οι μέρες και οι μήνες.Αλλά το ποτάμι του μάθαινε περισσότερα απ’ όσα μπορούσε, να του μάθει ο Βαζουντέβα. Μάθαινε αδιάκοπα απ’ αυτό. Και πάνω απ’ όλα έμαθε να ακούει να αφουγκράζεται με την καρδιά γαλήνια, με υπομονή, με την ψυχή ανοιχτή, χωρίς πάθος κι επιθυμίες,χωρίς να κρίνει και να έχει γνώμη.

Ήταν ευχάριστη η ζωή του κοντά στον Βαζουντέβα και καμιά φορά αλλάζανε λίγες κουβέντες, λίγες, και μετά από σκέψη. Ο Βαζουντέβα δεν ήταν ομιλητικός, σπάνια κατάφερνε ο Σιντάρτα να τον παρακινήσει σε κουβέντα. Έχεις μάθεις κι εσύ απ’ το ποτάμι αυτό το μυστικό: ότι δεν υπάρχει χρόνος;» τον ρώτησε κάποτε.

Ένα φωτεινό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο του Βαζουντέβα. «Ναι, Σιντάρτα» είπε. «Θέλεις να πεις πως το ποτάμι είναι την ίδια στιγμή παντού, στην πηγή του και στην εκβολή, στον καταρράκτη και στο πέρασμα, στο ορμητικό ρεύμα του, στη θάλασσα, στα βουνά, παντού ταυτόχρονα, πως υπάρχει μόνο το παρόν γι’ αυτό, πως δεν υπάρχει η σκιά του παρελθόντος ούτε του μέλλοντος;»

«Ναι, αυτό εννοώ» είπε ο Σιντάρτα. «Κι όταν το έμαθα, κοίταξα τη ζωή μου κι ήταν ένα ποτάμι, το αγόρι Σιντάρτα το χώριζαν σκιές μονάχα από τον άντρα και το γέροντα Σιντάρτα, κι όχι κάτι αληθινό. Οι προηγούμενες γεννήσεις του Σιντάρτα δεν ήταν παρελθόν, ούτε ο θάνατος και η επιστροφή του στο Βράχμα ήταν μέλλον. Τίποτα δεν ήταν, τίποτα δε είναι˙ όλα είναι, όλα έχουν οντότητα και παρόν».

Ο Σιντάρτα μιλούσε με ενθουσιασμό, η ανακάλυψή του τον είχε κάνει πολύ ευτυχισμένο. Ω! μήπως όλος ο πόνος δεν ήταν χρόνος, όλος ο αυτοβασανισμός του κι ο φόβος δεν ήταν χρόνος, καθετί δύσκολο κι εχθρικό στον κόσμο δε θα το ξεπερνούσε κανείς, αν νικούσε το χρόνο, αν μπορούσε να μην τον σκέφτεται πια; Είχε, μιλήσει με ενθουσιασμό κι ο Βαζουντέβα του χαμογέλασε, το πρόσωπό του έλαμπε, του έγνεψε καταφατικά, του χάιδεψε αμίλητος τον ώμο και γύρισε πάλι στη δουλειά του.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΣΙΝΤΑΡΤΑ

Είναι γεγονός - O πρώτος διεθνής αγώνας ταχύτητας ανάμεσα σε νανοαυτοκίνητα-μόρια!

Αυτή η κούρσα θα είναι διαφορετική από κάθε άλλη που έχει γίνει ποτέ στον κόσμο. Λέγεται "Nanocar Race", θα πραγματοποιηθεί στην Τουλούζη της Γαλλίας στις 28-29 Απριλίου, θα διαρκέσει 36 ώρες και οι διαγωνιζόμενοι θα είναι μόρια - νανοαυτοκίνητα. Η εκδήλωση διοργανώνεται από το Κέντρο Μελέτης Υλικών (CEMES) του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) της Γαλλίας στην Τουλούζη και θα μεταδοθεί ζωντανά μέσω του YouTube (στο κανάλι Nanovar Race). Εννέα επιστημονικές ομάδες δήλωσαν συμμετοχή και -μετά από επιλογή- έξι αναμένεται να βρεθούν στη γραμμή εκκίνησης του...μικροσκοπίου, σε θερμοκρασίες πολύ πιο κρύες και από τις πολικές, μόλις λίγους βαθμούς Κελσίου πάνω από το απόλυτο μηδέν. Οι έξι διαγωνιζόμενοι προέρχονται από τη Γαλλία, την Αυστρία, τη Γερμανία, την Ελβετία, την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ. Κάθε «όχημα» θα αποτελείται από λίγες εκατοντάδες άτομα και θα κινείται με ενέργεια από ηλεκτρικούς παλμούς ηλεκτρονίων που θα στέλνει το μικροσκόπιο. Τα οχήματα-μόρια θα πρέπει να διασχίσουν μια «πίστα» μήκους 100 νανομέτρων (δισεκατομμυριοστών του μέτρου), όσο το ένα χιλιοστό του πλάτους μιας ανθρώπινης τρίχας, η οποία έχει φτιαχθεί από άτομα χρυσού.

Κάθε νανο-όχημα θα πρέπει να προχωρήσει 20 νανόμετρα, να κάνει μετά μία στροφή 45 μοιρών, ύστερα να προχωρήσει άλλα 30 νανόμετρα, στη συνέχεια να κάνει μια νέα στροφή 45 μοιρών και τελικά να διανύσει άλλα 20 νανόμετρα. Σε περίπτωση ατυχήματος, μία ομάδα θα μπορεί να αποσύρει το «όχημά» της και να το αντικαταστήσει με άλλο. Οι κανόνες απαγορεύουν τα «τζαρτζαρίσματα» ανάμεσα στα μόρια.

Στόχος του διαγωνισμού, ο οποίος ουσιαστικά αποτελεί ένα πρωτότυπο διεθνές επιστημονικό πείραμα που θα διεξαχθεί σε πραγματικό χρόνο, είναι να προωθηθεί η έρευνα πάνω στα όργανα και στις μεθόδους παρατήρησης και ελέγχου των μοριακών μηχανών.

Νέα μέθοδος χρησιμοποιεί τα βαρυτικά κύματα για να συλλάβει διαφεύγουσες μαύρες τρύπες


Ερευνητές έχουν αναπτύξει μια νέα μέθοδο για ανίχνευση και μέτρηση ενός από τα πλέον ισχυρά και πιο μυστήρια γεγονότα στο Σύμπαν: μια μαύρη τρύπα που αποβάλλεται από τον γαλαξία που την φιλοξενεί, στον διαγαλαξιακό χώρο με μεγάλες ταχύτητες που φτάνουν και τα 5000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο. Η μέθοδος που αναπτύχθηκε από ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να ανιχνεύσει και να μετρήσει υπερ-λακτίσματα μαύρης τρύπας, τα οποία συμβαίνουν όταν δυο περιστρεφόμενες υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες συγκρούονται μεταξύ τους και η αναπήδηση (ανάκρουση) από τη σύγκρουση είναι τόσο ισχυρή που το απομεινάρι της συγχωνευμένης μαύρης τρύπας αναπηδά έξω από τον γαλαξία που το φιλοξενεί, εξ ολοκλήρου.

Νωρίτερα αυτή τη χρονιά, η Συνεργασία LIGO ανακοίνωσε την πρώτη ανίχνευση βαρυτικών κυμάτων – πτυχώσεις στην υφή του χωρόχρονου – που προέρχονται από τη σύγκρουση δυο μελανών οπών, επιβεβαιώνοντας την κύρια πρόβλεψη της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας του Einstein και σηματοδοτώντας την αρχή μια νέας εποχής στην αστρονομία. Όσο η ευαισθησία των ανιχνευτών LIGO βελτιώνεται αναμένεται να ανιχνευτούν ακόμη περισσότερα βαρυτικά κύματα – ήδη τον Ιούνιο ανακοινώθηκε η δεύτερη επιτυχής ανίχνευση.

Καθώς δυο μαύρες τρύπες περιστρέφονται η μια γύρω από την άλλη, εκπέμπουν βαρυτικά κύματα με έναν υψηλά ασύμμετρο τρόπο, ο ποίος οδηγεί σε μια καθαρή εκπομπή ορμής σε ορισμένη προτιμητέα κατεύθυνση. Όταν τελικά οι μαύρες τρύπες συγκρούονται, η διατήρηση της ορμής προσδίδει μια αναπήδηση (ανάκρουση), ή λάκτισμα ανάλογο με αυτό που συμβαίνει όταν ένα όπλο εκπυρσοκροτεί. Όταν οι δυο μαύρες τρύπες δεν περιστρέφονται, η ταχύτητα της αναπήδησης είναι περίπου 170 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο. Αλλά όταν οι μαύρες τρύπες είναι ταχύτατα περιστρεφόμενες σε ορισμένες κατευθύνσεις, η ταχύτητα της αναπήδησης μπορεί να φτάσει έως και τα 5000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, διευκολύνοντας την απόδραση ακόμη και από τον γαλαξία με την πλέον μεγάλη μάζα, στέλνοντας την μαύρη τρύπα που προέκυψε, από τη συγχώνευση των δυο, μέσα στο διαγαλαξιακό χώρο.

Οι ερευνητές του Cambridge ανάπτυξαν μια νέα μέθοδο για την ανίχνευση αυτών των λακτισμάτων βασιζόμενοι μόνο στο σήμα του βαρυτικού κύματος, χρησιμοποιώντας το φαινόμενο Doppler. Το φαινόμενο Doppler είναι ο λόγος που ο ήχος από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο μοιάζει να έχει χαμηλότερο τόνο καθώς απομακρύνεται. Επίσης χρησιμοποιείται ευρέως στην αστρονομία: η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που προέρχεται από ένα κινούμενο αντικείμενο που απομακρύνεται από τη Γη μετατοπίζεται προς το ερυθρό άκρο του φάσματος, ενώ ακτινοβολία που προέρχεται από αντικείμενο που πλησιάζει τη Γη μετατοπίζεται προς το μπλε άκρο του φάσματος. Παρόμοια, όταν μια μαύρη τρύπα που «αναπηδά» έχει επαρκή ορμή, τα βαρυτικά κύματα που εκπέμπει θα μετατοπίζονται προς το ερυθρό εάν κατευθύνονται μακριά από τη Γη, ενώ θα μετατοπίζονται προς το μπλε αν κατευθύνονται προς τη Γη.

«Αν μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε μια μετατόπιση Doppler σε ένα βαρυτικό κύμα από την συγχώνευση δυο μελανών οπών, αυτό που ανιχνεύουμε είναι ένα λάκτισμα μαύρης τρύπας», είπε ο Davide Gerosa, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, από το Τμήμα Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Θεωρητικής Φυσικής του Cambridge. «Ανιχνεύοντας ένα λάκτισμα μαύρης τρύπας θα σήμαινε μια άμεση παρατήρηση ότι τα βαρυτικά κύματα είναι φορείς όχι μόνο ενέργειας, αλλά και γραμμικής ορμής».

Ο επιστήμονας David Reitze του LIGO μας οδηγεί σε ένα ταξίδι 1.300.000.000 ετών, που ξεκινά με τη βίαιη συγχώνευση δύο μαύρων οπών στο μακρινό σύμπαν. Το γεγονός αυτό παράγει βαρυτικά κύματα, μικροσκοπικοί κυματισμοί στον ιστό του χώρου και του χρόνου,που ανιχνεύθηκαν από το LIGO στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, καθώς πέρασαν από τη Γη.

Η ανίχνευση αυτού του άπιαστου (ακόμη;) φαινομένου απαιτεί πειράματα βαρυτικών κυμάτων ικανά να παρατηρήσουν συγχωνεύσεις μελανών οπών με πολύ υψηλή ακρίβεια. Ένα λάκτισμα μαύρης τρύπας δεν μπορεί να ανιχνευθεί απευθείας χρησιμοποιώντας τους υπάρχοντες ανιχνευτές βαρυτικών κυμάτων που είναι εγκατεστημένοι στη Γη, όπως αυτοί της LIGO. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ερευνητές ο νέος ανιχνευτής βαρυτικών κυμάτων, γνωστός με το όνομα eLISA, που θα εγκατασταθεί στο διάστημα από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος (ESA) και έχει προγραμματιστεί για να εκτοξευθεί το 2034, θα είναι αρκετά ισχυρός να ανιχνεύσει διάφορες από αυτές τις μαύρες τρύπες που ξεφεύγουν. Το 2015, η ESA εκτόξευσε το LISA Pathfinder, που είναι ένας επιτυχής έλεγχος διαφόρων τεχνολογιών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη μέτρηση των βαρυτικών κυμάτων από το διάστημα.

Οι ερευνητές βρήκαν ότι ο ανιχνευτής eLISA θα είναι ιδιαίτερα κατάλληλος για να ανιχνεύσει λακτίσματα μελανών οπών: θα είναι ικανός να μετρήσει λακτίσματα μικρά έως 500 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, όπως και περισσότερο γρήγορα υπερ-λακτίσματα. Οι μετρήσεις λακτισμάτων θα μας πουν περισσότερα σχετικά με τις ιδιότητες των περιστρεφόμενων μελανών οπών και επίσης θα παράσχουν ένα άμεσο τρόπο μέτρησης της ορμής που φέρεται από τα βαρυτικά κύματα, που μπορεί να οδηγήσουν σε νέες ευκαιρίες για έλεγχο της Γενικής Σχετικότητας.

«Όταν ανακοινώθηκε η ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων, ξεκίνησε μια νέα εποχή στην αστρονομία, καθώς μπορούμε τώρα να παρατηρήσουμε πραγματικά δυο μαύρες τρύπες που συγχωνεύονται», είπε ο άλλος συγγραφέας της μελέτης, Christopher Moore, ο οποίος ήταν μέλος της ομάδας που ανακοίνωσε την ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων νωρίτερα αυτή τη χρονιά. «Τώρα έχουμε δυο τρόπους ανίχνευσης μελανών οπών, αντί της μίας μόνο – είναι εκπληκτικό ότι μόλις λίγους μήνες πριν δεν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι τέτοιο. Με τη μελλοντική εκτόξευση των νέων ανιχνευτών βαρυτικών κυμάτων στο διάστημα, θα μπορέσουμε να δούμε τα βαρυτικά κύματα σε γαλαξιακή, από την αστρική, κλίμακα».
 

Υπολογιστικά μοντέλα έφεραν στο φως τον μηχανισμό πίσω από τις πρώτες ανιχνεύσεις βαρυτικών κυμάτων

2017-04-20_black-hole
Τον Σεπτέμβριο του 2015, το πείραμα advanced LIGO (aLIGO) έγραψε ιστορία στη φυσική, ανιχνεύοντας για πρώτη φορά βαρυτικά κύματα. Με αυτό τον τρόπο, επιβεβαίωσε έπειτα από 100 χρόνια την τελευταία πρόβλεψη της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας που δεν είχε επαληθευτεί, σύμφωνα με την οποία η κίνηση των σωμάτων δημιουργεί διαταραχές στο χωροχρονικό συνεχές, που διαδίδονται με την ταχύτητα του φωτός.

Η προσομοίωση χρησιμοποιεί δεδομένα του LIGO για να εξηγήσει τα ζευγάρια των μαύρων οπών

Οι υπολογισμοί έδειχναν πως τα κύματα προέρχονταν από τη συγχώνευση δύο μελανών οπών, σε απόσταση περίπου 1,3 δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη. Λίγους μήνες αργότερα, μία ακόμη συγχώνευση δύο μελανών οπών, αυτή τη φορά σε απόσταση περίπου 1 δισεκατομμυρίου ετών φωτός, έδωσε τη δυνατότητα στο advanced LIGO να ανιχνεύσει ξανά βαρυτικά κύματα.

Ωστόσο, η πηγή των κυμάτων συνέχισε να καλύπτεται με μυστήριο για τους επιστήμονες, καθώς δεν είχε παρατηρηθεί ποτέ πριν κάποιο ανάλογο φαινόμενο. Μάλιστα, πριν από τις καταγραφές του advanced LIGO, υπήρχε η εκτίμηση πως είτε δεν υπάρχουν καθόλου τέτοια συστήματα από μαύρες τρύπες, είτε τα «μέλη» τους βρίσκονται σε τόσο μεγάλη απόσταση που είναι αδύνατον να συγχωνευθούν στον χρόνο ζωής του σύμπαντος.

Ο λόγος είναι πως, για να μπορέσει να συμβεί αυτό στα 13,8 δισ. έτη που είναι η «ηλικία» του σύμπαντος, θα έπρεπε οι μαύρες τρύπες να βρίσκονται εξ αρχής πολύ κοντά η μία στην άλλη – περίπου στο 1/5 της απόστασης της Γης από τον Ήλιο.

Ωστόσο, οι μαύρες τρύπες προέρχονται από τη βαρυτική κατάρρευση αστέρων μεγάλης μάζας, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της εξέλιξής τους διαστέλλονται, με συνέπεια οι διαστάσεις τους να αυξάνονται πολύ περισσότερο από αυτή την απόσταση.

Τώρα, όμως, επιστήμονες από το πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ στη Βρετανία και του Άμστερνταμ στην Ολλανδία ανέπτυξαν ένα μοντέλο που μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο. Γι’ αυτό τον σκοπό, οι ερευνητές ανέπτυξαν μία υπολογιστική προσομοίωση την οποία ονόμασαν COMPAS (Compact Object Mergers: Population Astrophysics and Statistics).

«Πρόκειται για ένα εργαλείο που προβλέπει την εξέλιξη τέτοιων αστροφυσικών συστημάτων, ενώ στη συνέχεια συγκρίνει στατιστικά τις προβλέψεις με παρατηρησιακά δεδομένα», λέει ο Ilya Mandel, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ και μέλος της ομάδας.

Με τη βοήθεια του COMPAS, οι ερευνητές βρήκαν ένα σενάριο που μπορεί να εξηγήσει τον μηχανισμό πίσω από τις ανιχνεύσεις του advanced LIGO. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, οι αποστάσεις των αστέρων ήταν αρχικά αρκετά μεγάλες.

Καθώς οι «ήλιοι» εξελίσσονταν, ανά περιόδους αντάλλασσαν μάζα, ενώ κατά το τελευταίο ανάλογο «επεισόδιο», η ασταθής και γρήγορη μεταφορά υλικού είχε ως συνέπεια να σχηματισθεί ένα πυκνό νέφος αερίου υδρογόνου που τα περιέβαλλε.

Ο σχηματισμός αυτού του νέφους είχε ως συνέπεια να χάσουν ενέργεια, με συνέπεια να μειωθεί η μεταξύ τους απόσταση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία συγχώνευσης.

Σε αυτό το στάδιο, οι διαστάσεις τους ήταν πλέον αρκετά μικρές ώστε να βρεθούν αρκετά κοντά το ένα στο άλλο, χωρίς να έρθουν ωστόσο σε επαφή.

Έτσι, άρχισαν να στροβιλίζονται το ένα γύρω από το άλλο, σε ολοένα μικρότερη απόσταση. Το αποτέλεσμα ήταν, δισεκατομμύρια χρόνια αργότερα, να συγχωνευθούν, αφού πλέον είχαν εξελιχθεί σε μαύρες τρύπες.

Αν και το COMPAS έδωσε τη δυνατότητα στους επιστήμονες να αντιπαραβάλουν το παραπάνω σενάριο με παρατηρησιακά δεδομένα, το μοντέλο τους περιλαμβάνει αρκετές υποθέσεις.

Για παράδειγμα, οι αστροφυσικοί δεν γνωρίζουν το μέγιστο όριο διαστολής των πολύ μεγάλων άστρων, ούτε επίσης και πόση μάζα χάνουν κατά την εξέλιξή τους.

Έτσι, η ομάδα ελπίζει στην πορεία να καταφέρει να επαληθεύσει αυτές τις υποθέσεις, με βάση δεδομένα και από άλλα αστρικά συστήματα, όπως ζεύγη αστέρων νετρονίων.

Πολύτιμη βοήθεια θα προέλθει και από το πείραμα advanced LIGO, με τις επόμενες ανιχνεύσεις βαρυτικών κυμάτων από τη συγχώνευση μελανών οπών.

Aπό το CERN «περνά» η απόδειξη για την ύπαρξη παράλληλων συμπάντων;

Παρόλο που η ιδέα των παράλληλων συμπάντων βρίσκει αρκετούς υποστηρικτές στην επιστημονική κοινότητα, αφού λύνει αρκετούς «γρίφους» της φυσικής, μέχρι σήμερα φαινόταν σχεδόν αδύνατον να υπάρξει κάποιο πείραμα που θα μπορεί να ελέγξει στην πράξη την ύπαρξή τους.

Τώρα όμως, μια ομάδα θεωρητικών φυσικών υποστηρίζει πως, αν όντως υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα, τότε θα φανερώσουν την παρουσία τους στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων (LHC) στο CERN, στη δεύτερη φάση της λειτουργίας του, η οποία είναι έτοιμη να ξεκινήσει.

Οι φυσικοί προέρχονται από τα πανεπιστήμια της Φλόριντα στις ΗΠΑ, της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο και του Οντάριο στον Καναδά, ενώ όπως εξηγούν σε άρθρο τους στο περιοδικό Physics Letters B, το «κλειδί» είναι η ανίχνευση μικροσκοπικών μαύρων τρυπών στον επιταχυντή, σε συγκεκριμένα ενεργειακά επίπεδα.

Στην περίπτωση που αυτές εντοπισθούν, αυτό θα υποδείκνυε την ύπαρξη επιπλέον διαστάσεων, η οποία με τη σειρά της θα ενίσχυε τα θεωρητικά μοντέλα στα πλαίσια της θεωρία χορδών που προβλέπουν τα παράλληλα σύμπαντα.

«Συνήθως η ιδέα των πολλαπλών συμπάντων συνδέεται με την ερμηνεία των πολλαπλών κόσμων της κβαντομηχανικής», λέει στο σάιτ Phys.org ο Μιρ Φαϊζάλ, από το πανεπιστήμιο του Οντάριο και μέλος της επιστημονικής ομάδας. «Αυτό όμως που εμείς εννοούμε είναι πραγματικά παράλληλα σύμπαντα, σε επιπλέον διαστάσεις.

Me δεδομένο ότι η βαρύτητα “διαρρέει” από το σύμπαν μας στις έξτρα διαστάσεις, ο έλεγχος του μοντέλου μας συνδέεται με το κατά πόσο θα ανιχνευθούν μικροσκοπικές μαύρες τρύπες στον LHC». Αν αυτό συμβεί, στις ενέργειες που έχουν υπολογίσει οι επιστήμονες, τότε θα ξέρουν πως το μοντέλο ισχύει στην πράξη.

Στην περίπτωση που το χωροχρονικό συνεχές διαθέτει μόνο τέσσερις διαστάσεις, τότε δεν αναμένεται να ανιχνευθούν μαύρες τρύπες στον LHC, αφού η δημιουργία τους θα απαιτούσε μεγαλύτερες ενέργειες από αυτές που μπορεί να παράγει ο επιταχυντής.

Όπως όμως εξηγεί ο Φαϊζάλ, στην περίπτωση που όντως υπάρχουν επιπλέον διαστάσεις, τότε η ενέργεια για την παραγωγή μικροσκοπικών μαύρων τρυπών είναι αρκετά μικρότερη, μέσα στα ενεργειακά επίπεδα που θα πετύχει ο επιταχυντής.

Βέβαια, μέχρι τώρα ο LHC φαίνεται να διαψεύδει το παραπάνω επιχείρημα, αφού το γεγονός ότι δεν εμφανίσθηκαν μαύρες τρύπες μέχρι την αναβάθμισή του υποδηλώνει πως δεν υπάρχουν επιπλέον διαστάσεις και, ως συνέπεια, τεκμήρια που να ενισχύουν το μοντέλο των παράλληλων συμπάντων.

Σύμφωνα όμως με τους επιστήμονες, αυτό συνέβη γιατί οι ενέργειες στην πρώτη φάση λειτουργίας του επιταχυντή δεν έφτασαν τις απαιτούμενες τιμές.

Ο λόγος είναι πως η επικρατούσα θεωρία για τον υπολογισμό των ενεργειών εμφάνισης των μαύρων τρυπών δεν είναι απόλυτα ακριβής, επειδή δεν λαμβάνει υπόψη της τα κβαντικά φαινόμενα. Έτσι, υποστηρίζουν οι επιστήμονες, δεν θα ήταν δυνατόν να παραχθούν μαύρες τρύπες στο πρώτο στάδιο των πειραμάτων στον LHC, όπως προέβλεπε η επικρατούσα θεωρία.

Αντίθετα, σύμφωνα με το δικό τους μοντέλο, η γεωμετρία του χωρόχρονου και επομένως οι ιδιότητες της βαρύτητας μεταβάλλεται σε απειροελάχιστες διαστάσεις, τη λεγόμενη Κλίμακα Πλανκ. Μέχρι σήμερα, ο επιταχυντής έχει φτάσει σε ενέργειες 5,3 TeV, ενώ το μοντέλο προβλέπει πως οι πρώτες μαύρες τρύπες θα εμφανισθούν στα 9,5 TeV, αν υπάρχουν 6 διαστάσεις, και στα 11,9 TeV για 10 διαστάσεις.

Ενέργειες που καλύπτονται και με το παραπάνω από τις «επιδόσεις» του επιταχυντή μετά την αναβάθμισή του, μέσω της οποίας οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του θα αγγίξουν τα 14 TeV.

Όπως είναι φυσικό, στην περίπτωση που ακόμη και η δεύτερη φάση των πειραμάτων ολοκληρωθεί χωρίς κανένα «ίχνος» από μαύρες τρύπες στο εσωτερικό του επιταχυντή, οι επιστήμονες θα πρέπει να αναθεωρήσουν το μοντέλο τους.

«Αν δεν ανιχνευθεί τίποτα στα ενεργειακά επίπεδα που προβλέπουμε, τότε αυτό θα σημαίνει πως είτε δεν υπάρχουν επιπλέον διαστάσεις είτε είναι μικρότερες απ’ ότι αναμενόταν. Μία ακόμη εναλλακτική εκδοχή είναι πως χρειάζεται να τροποποιηθούν οι παράμετροι διαφοροποίησης της βαρύτητας στην Κλίμακα Πλανκ», σημειώνει o Μοχάμεντ Χαλίλ από το πανεπιστήμιο της Αλεξάνδρειας, ο οποίος συμμετείχε επίσης στην ανάπτυξη του μοντέλου.

Κυριακή 23 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Περὶ τοῦ σηκοῦ ἀπολογία (20-26)

[20] Καίτοι, ὦ Νικόμαχε, χρῆν σε τότε καὶ παρακαλεῖν τοὺς παριόντας μάρτυρας, καὶ φανερὸν ποιεῖν τὸ πρᾶγμα· καὶ ἐμοὶ μὲν οὐδεμίαν ἂν ἀπολογίαν ὑπέλιπες, αὐτὸς δέ, εἰ μέν σοι ἐχθρὸς ἦ, ἐν τούτῳ τῷ τρόπῳ ἦσθα ἄν με τετιμωρημένος, εἰ δὲ τῆς πόλεως ἕνεκα ἔπραττες, οὕτως ἐξελέγξας οὐκ ἂν ἐδόκεις εἶναι συκοφάντης,

[21] εἰ δὲ κερδαίνειν ἐβούλου, τότ᾽ ἂν πλεῖστον ἔλαβες· φανεροῦ γὰρ ὄντος τοῦ πράγματος οὐδεμίαν ἄλλην ἡγούμην ἂν εἶναί μοι σωτηρίαν ἢ σὲ πεῖσαι. τούτων τοίνυν οὐδὲν ποιήσας διὰ τοὺς σοὺς λόγους ἀξιοῖς με ἀπολέσθαι, καὶ κατηγορεῖς ὡς ὑπὸ τῆς ἐμῆς δυνάμεως καὶ τῶν ἐμῶν χρημάτων οὐδεὶς ἐθέλει σοι μαρτυρεῖν.

[22] καίτοι εἰ ‹ὅτε› φής μ᾽ ἰδεῖν τὴν μοριὰν ἀφανίζοντα τοὺς ἐννέα ἄρχοντας ἐπήγαγες ἢ ἄλλους τινὰς τῶν ἐξ Ἀρείου πάγου, οὐκ ἂν ἑτέρων ἔδει σοι μαρτύρων· οὕτω γὰρ ἄν σοι συνῄδεσαν ἀληθῆ λέγοντι, οἵπερ καὶ διαγιγνώσκειν ἔμελλον περὶ τοῦ πράγματος.

[23] Δεινότατα οὖν πάσχω, ὅτ᾽ εἰ μὲν παρέσχετο μάρτυρας, τούτοις ἂν ἠξίου πιστεύειν, ἐπειδὴ δὲ οὐκ εἰσὶν αὐτῷ, ἐμοὶ καὶ ταύτην [τὴν] ζημίαν οἴεται χρῆναι γενέσθαι. καὶ τούτου μὲν οὐ θαυμάζω· οὐ γὰρ δήπου συκοφαντῶν ἅμα τοιούτων τε λόγων ἀπορήσει καὶ μαρτύρων· ὑμᾶς δ᾽ οὐκ ἀξιῶ τὴν αὐτὴν τούτῳ γνώμην ἔχειν.

[24] ἐπίστασθε γὰρ ἐν τῷ πεδίῳ πολλὰς μοριὰς οὔσας καὶ πυρκαϊὰς ἐν τοῖς ἄλλοις τοῖς ἐμοῖς χωρίοις, ἅς, εἴπερ ἐπεθύμουν, πολὺ ἦν ἀσφαλέστερον καὶ ἀφανίσαι καὶ ἐκκόψαι καὶ ἐπεργάσασθαι, ὅσῳπερ ἧττον τὸ ἀδίκημα πολλῶν οὐσῶν ἔμελλε δῆλον ἔσεσθαι.

[25] νῦν δ᾽ οὕτως αὐτὰς περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι ὥσπερ ‹καὶ τὴν πατρίδα› καὶ τὴν ἄλλην οὐσίαν, ἡγούμενος περὶ ἀμφοτέρων τούτων εἶναί μοι τὸν κίνδυνον. αὐτοὺς τοίνυν ὑμᾶς τούτων μάρτυρας παρέξομαι, ἐπιμελομένους μὲν ἑκάστου μηνός, ἐπιγνώμονας δὲ πέμποντας καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτόν· ὧν οὐδεὶς πώποτ᾽ ἐζημίωσέ μ᾽ ὡς ἐργαζόμενον τὰ περὶ τὰς μοριὰς χωρία.

[26] καίτοι οὐ δήπου τὰς μὲν μικρὰς ζημίας οὕτω περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι, τοὺς δὲ περὶ τοῦ σώματος κινδύνους οὕτω περὶ οὐδενὸς ἡγοῦμαι· καὶ τὰς μὲν πολλὰς ἐλάας, εἰς ἃς ἐξῆν μᾶλλον ἐξαμαρτάνειν, οὕτω θεραπεύων φαίνομαι, τὴν δὲ ‹μίαν› μοριάν, ἣν οὐχ οἷόν τ᾽ ἦν λαθεῖν ἐξορύξαντα, ὡς ἀφανίζων νυνὶ κρίνομαι.

***
[20] Όφειλες ωστόσο, Νικόμαχε, τη στιγμή εκείνη και να καλέσεις τους διερχόμενους ως μάρτυρες και να αποκαλύψεις το πράγμα. Και τότε δεν θα άφηνες κανένα περιθώριο σε εμένα, ενώ εσύ ο ίδιος, αν ήμουν εχθρός σου, με αυτόν τον τρόπο θα με είχες εκδικηθεί. Αν πάλι ενεργούσες για το καλό της πόλης, έχοντάς με «ξεσκεπάσει» με αυτόν τον τρόπο δεν θα έδινες την εντύπωση ότι είσαι συκοφάντης.

[21] Αν τέλος ο στόχος σου ήταν το κέρδος, τότε θα έπαιρνες τα πιο πολλά. Γιατί καθώς το γεγονός θα ήταν αδιαμφισβήτητο, θα θεωρούσα πως δεν έχω άλλη ελπίδα σωτηρίας από το να σε πείσω. Ενώ λοιπόν δεν έκανες τίποτα απ᾽ αυτά, ζητάς την εξόντωσή μου με βάση αυτά που λες και μόνο, και περιλαμβάνεις στην κατηγορία σου τον ισχυρισμό ότι λόγω της δύναμής μου και των χρημάτων μου κανείς δεν είναι πρόθυμος να καταθέσει ως μάρτυρας για σένα.

[22] Ωστόσο, αν, τότε που λες ότι με είδες να απομακρύνω το ιερό ελαιόδενδρο, είχες οδηγήσει στο σημείο εκείνο τους Εννέα άρχοντες ή κάποια από τα μέλη του Αρείου πάγου, δεν θα χρειαζόσουν άλλους μάρτυρες. Γιατί στην περίπτωση αυτή θα γνώριζαν ότι λες την αλήθεια εκείνοι ακριβώς που επρόκειτο και να κρίνουν την υπόθεση.

[23] Βρίσκομαι λοιπόν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση, για τον λόγο ότι, εάν μεν είχε παρουσιάσει μάρτυρες, ευλόγως θα ανέμενε να τους πιστεύετε, επειδή όμως δεν έχει, θεωρεί ότι και αυτό πρέπει να λειτουργήσει εις βάρος μου. Και δεν απορώ βέβαια με αυτόν. Διότι ως συκοφάντης ασφαλώς και δεν θα έχει πρόβλημα με τέτοιου τύπου επιχειρήματα όπως έχει με μάρτυρες. Εσείς όμως δεν αναμένω ότι συμμερίζεστε την άποψή του.

[24] Διότι γνωρίζετε ότι στην πεδιάδα υπάρχουν στα άλλα κτήματά μου πολλά ιερά ελαιόδενδρα και άλλα καμένα. Αν ήθελα, ήταν πολύ πιο ασφαλές και να τα απομακρύνω και να τα κόψω και να καλλιεργήσω την έκταση, και αυτό γιατί πολύ δυσκολότερα θα αποκαλυπτόταν το αδίκημα, επειδή ήταν πολλά.

[25] Αντίθετα τώρα νοιάζομαι τόσο γι᾽ αυτά όσο και για την πατρίδα μου και την υπόλοιπη περιουσία μου, επειδή θεωρώ ότι ο κίνδυνος που αντιμετωπίζω αφορά και τα δύο. Θα παρουσιάσω δε ως μάρτυρες γι᾽ αυτά εσάς τους ίδιους, που έχετε την ευθύνη κάθε μήνα, και που στέλνετε επιθεωρητές κάθε έτος. Κανείς από αυτούς έως σήμερα δεν μου επέβαλε ποτέ πρόστιμο διότι καλλιέργησα τις εκτάσεις γύρω από τα ιερά ελαιόδενδρα.

[26] Και ασφαλώς δεν νοείται να με απασχολούν τόσο οι μικρές ποινές, και να θεωρώ αμελητέους τους κινδύνους για τη ζωή μου. Και τις πολλές ελιές, που θα μπορούσα ευκολότερα να τις πειράξω, εμφανίζομαι να τις προσέχω τόσο, ενώ για τη μία, που δεν ήταν δυνατό να την ξεριζώσω χωρίς να γίνω αντιληπτός, κρίνομαι τώρα διότι, υποτίθεται, την εξαφάνισα.

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ

Για τον αρχαίο σοφό ο Bernard Groethuysen έγραφε πως δεν ξεχνά ποτέ τον κόσμο, πως σκέφτεται, και. δρα σε σχέση με τον κόσμον, πως αποτελεί μέρος του κόσμου, πως είναι, «κοσμικός». Για το ελληνικό άτομο μπορούμε να πούμε πως κι αυτό είναι, με τρόπο λιγότερο στοχαστικό και θεωρητικό, αυθόρμητα κοσμικό.
 
Κοσμικό δεν σημαίνει χαμένο, πνιγμένο μέσα στο σύμπαν· ωστόσο, αυτή η ένταξη του ανθρώπινου υποκειμένου στον κόσμο συνεπάγεται για το άτομο μιαν ιδιαίτερη μορφή σχέσης με τον εαυτό του και σχέσης με τους άλλους. Το δελφικό ρητό «γνώθι σαυτόν» δεν διδάσκει, όπως θα τείναμε ίσως να υποθέσουμε, κάποια επιστροφή στον εαυτό μας ώστε να αγγίξουμε, χάρη στην ενδοσκόπηση και στην αυτοανάλυση, ένα «εγώ» κρυμμένο, αόρατο σε όλους τους άλλους, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καθαρό αποτέλεσμα σκέψης ή ως το μυστικό βασίλειο της προσωπικής ζωής. Το καρτεσιανό ((cogito», το «σκέπτομαι άρα υπάρχω», όσο ξένο είναι προς τον τρόπο που ο Έλληνας αποκτά εμπειρία του κόσμου, άλλο τόσο είναι και προς τον τρόπο που γνωρίζει τον εαυτό του. Ούτε η μια ούτε η άλλη διαδικασία παράγονται στην εσώτητα της υποκειμενικής του συνείδησης. Για το μαντείο «γνώθι σαυτόν» σημαίνει: μάθε τα όριά σου, μάθε πως είσαι ένας θνητός, μην προσπαθείς να γίνεις ίσος με τους θεούς. Ακόμη και για τον πλατωνικό Σωκράτη, ο οποίος παρερμηνεύει το παραδοσιακό ρητό και του δίνει μια νέα φιλοσοφική εμβέλεια κάνοντας το να λέει: μάθε τι είσαι αληθινά, τι, μέσα σου, είναι ο εαυτός σου, δηλαδή γνώρισε την ψυχήν σου, το θέμα δεν είναι καθόλου να προτρέψει τους συνομιλητές του να στρέψουν το βλέμμα τους προς το εσωτερικό του εαυτού τους, για να ανακαλύψουν τους εαυτούς τους στο εσωτερικό του εγώ τους. Το μόνο αδιαμφισβήτητα αυτονόητο είναι πως το μάτι δεν μπορεί να δει τον εαυτό του: πρέπει πάντοτε να κατευθύνει τις ακτίνες του προς ένα αντικείμενο που βρίσκεται στο εξωτερικό του. Με τον ίδιο τρόπο, το ορατό σημάδι της ταυτότητάς μας, το πρόσωπο, αυτό που προσφέρουμε στα βλέμματα όλων ώστε να μας αναγνωρίζουν, δεν μπορούμε ποτέ να το ατενίσουμε εμείς οι ίδιοι, παρά μόνο αν πάμε να ψάξουμε μέσα στα μάτια του άλλου τον καθρέφτη που μας ξαναστέλνει απέξω τη δική μας την εικόνα. Ας ακούσουμε τον Σωκράτη να διαλέγεται με τον Αλκιβιάδη: « Όταν κοιτάμε το μάτι κάποιου που βρίσκεται αντικρύ μας, το πρόσωπό μας εμφανίζεται μέσα σ’ αυτό που ονομάζουμε κόρη, σαν σ’ έναν καθρέφτη· εκείνος που κοιτάζεται μέσα εκεί βλέπει το είδωλό του. — Σωστό. — Έτσι, όταν το μάτι κοιτάζει ένα άλλο μάτι, όταν συγκεντρώνει το βλέμμα του στο μέρος εκείνο του ματιού που είναι το εξοχότερο και που με αυτό βλέπει, δεν βλέπει άλλο από τον εαυτό του. Και η ψυχή επίσης, αν θέλει να γνωρίσει τον εαυτό της, πρέπει να κοιτάξει μιαν άλλη ψυχή, και μάλιστα σ’ εκείνον της τον τόπο, όπου βρίσκεται η αρετή της ψυχής, η σοφία, ή σε κάτι άλλο που ίσως της μοιάζει.» (Αλκιβιάδης, 133 a-b). Ποια είναι αυτά τα άλλα που μοιάζουν με τη σοφία; Νοητές μορφές, μαθηματικές αλήθειες, ή ακόμη, σύμφωνα με το αναμφίβολα εμβόλιμο εδάφιο που αναφέρει ο Ευσέβιος στην Ευαγγελικήν Προπαρασκευήν, αμέσως μετά το κείμενο που μόλις παραθέσαμε: ο θεός, γιατί «αυτός είναι ο καλύτερος καθρέφτης των ανθρωπίνων, για όποιον θέλει να κρίνει την ποιότητα της ψυχής, και μέσα σ’ αυτόν μπορούμε καλύτερα να δούμε και να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας». Όποια όμως και αν είναι αυτά τα άλλα: ψυχή του άλλου, νοητές ουσίες, θεός, η ψυχή μας μπορεί να γνωρίσει τον εαυτό της κοιτώντας όχι μέσα της, μα προς τα έξω, προς ένα άλλο ον που συγγενεύει μαζί της, όπως το μάτι μπορεί να δει έξω απ’ αυτό ένα φωτισμένο αντικείμενο, χάρη στη φυσική συγγένεια ανάμεσα στο βλέμμα και στο φως, στην πλήρη ομοιότητα του βλέποντος και του βλεπομένου. Έτσι λοιπόν, ό,τι είμαστε, το πρόσωπό μας και την ψυχή μας, τα βλέπουμε και τα γνωρίζουμε κοιτώντας το μάτι και την ψυχή των άλλων. Η ταυτότητα του καθενός αποκαλύπτεται μέσα στη συναναστροφή με τους άλλους, με τη διασταύρωση των βλεμμάτων και την ανταλλαγή των λόγων.
 
Κι εδώ πάλι, όπως και στη θεωρία του για την όραση, ο Πλάτων μας φαίνεται αξιόπιστος μάρτυρας. Παρ’ όλο που, τοποθετώντας την ψυχή στο κέντρο της αντίληψής του για την ταυτότητα του καθενός, σηματοδοτεί μια καμπή που οι συνέπειές της θα είναι τελικά αποφασιστικές, ο Πλάτων δεν βγαίνει από το πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται η ελληνική παράσταση του ατόμου. Καταρχήν γιατί αυτή η ψυχή, που βρίσκεται μέσα μας, δεν εκφράζει τη μοναδικότητα του είναι μας, τη θεμελιώδη πρωτοτυπία του, αλλά αντίθετα, ως δαίμων, είναι απρόσωπη ή υπερ­προσωπική, διότι όντας μέσα μας είναι πέρα από μας, αφού λειτουργία της δεν είναι να εξασφαλίσει την ιδιαιτερότητά μας ως ανθρώπινων όντων, αλλά να μας λυτρώσει απ’ αυτήν εντάσσοντάς μας στην κοσμική και θεία τάξη. Ύστερα, γιατί η αυτογνωσία και η σχέση με τον εαυτό μας εξακολουθούν να μην μπορούν να εδραιωθούν απευθείας, αμέσως, μια και παραμένουν εγκλωβισμένες σ’ αυτήν την αμοιβαιότητα του να βλέπεις και να σε βλέπουν, του εαυτού και του άλλου, αμοιβαιότητα η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των πολιτισμών της ντροπής και της τιμής, σε αντίθεση προς τους πολιτισμούς του σφάλματος και του καθήκοντος. Ντροπή και τιμή, αντί για τα αισθήματα ενοχής και υποχρέωσης που αναφέρονται αναγκαστικά στη μύχια προσωπική συνείδηση του ηθικού υποκειμένου. Εδώ πρέπει να ληφθεί υπόψη μια ελληνική λέξη: τιμή. Σημαίνει την «αξία» που αναγνωρίζεται σ ’ ένα άτομο, δηλαδή τόσο τα κοινωνικά σήματα της ταυτότητάς του — το όνομά του, τη γενιά του, την καταγωγή του, τη θέση του μέσα στην ομάδα μαζί με τις τιμές που τη συνοδεύουν, τα προνόμια και τις εκδηλώσεις σεβασμού που δικαιούται να απαιτεί —, όσο και την προσωπική του αρετή, το σύνολο των χαρισμάτων και των αξιοτήτων — ομορφιά, ρώμη, θάρρος, ευγενική συμπεριφορά, αυτοκυριαρχία-, που, στο πρόσωπό του, στους τρόπους του, στο παράστημά του, κάνουν έκδηλο στα μάτια όλων ότι ανήκει στην ελίτ των καλών κάγαθών, των όμορφων-και-καλών, των άριστων.
 
         Σε μια κοινωνία όπου όλοι είναι αντιμέτωποι, όπου, για να αναγνωριστείς, πρέπει να υπερνικήσεις τους αντιπάλους σου μέσα σ’ έναν ατέρμονο ανταγωνισμό για τη δόξα, ο καθένας βρίσκεται κάτω από το βλέμμα του άλλου, ο καθένας υπάρχει μέσα απ’ αυτό το βλέμμα’ είσαι αυτό που οι άλλοι βλέπουν απ’ τον εαυτό σου. Η ταυτότητα ενός ατόμου συμπίπτει με την κοινωνική του αποτίμηση: από τη γελοιοποίηση ως το εγκώμιο, από την περιφρόνηση ως τον θαυμασμό. Αν λοιπόν η αξία ενός ανθρώπου είναι συνδεδεμένη με την υπόληψή του, κάθε δημόσια προσβολή της αξιοπρέπειάς του, κάθε πράξη ή λόγος που θίγουν το κύρος του, θα βιώνονται από το θύμα, όσο δεν επανορθώνονται, ως ένας τρόπος να μειώσουν ή να εκμηδενίσουν το ίδιο του το είναι, τη βαθύτερη αρετή του, και να επιφέρουν την έκπτωσή του. Όποιος, έχοντας ατιμαστεί, δεν καταφέρει να κάνει αυτόν που τον μείωσε να πληρώσει για την προσβολή, παραιτείται, μειωμένος, από την τιμήν του, από το καλό του όνομα, από τη σειρά του, από τα προνόμιά του. Αποκομμένος από τις παλιές σχέσεις αλληλεγγύης, αποκλεισμένος από την ομάδα των ομοίων του, τι μένει από δαύτον; Έχοντας πέσει κάτω από το επίπεδο του κακού, που, αυτός τουλάχιστον, έχει ακόμη μια θέση στις τάξεις του λαού, καταντάει, αν πιστέψουμε τον προσβεβλημένο από τον Αγαμέμνονα Αχιλλέα, ένας πλάνης, δίχως χώρα ούτε ρίζες, ένας ατίμητος μετανάστης, ένας ουτιδανός, για να χρησιμοποιήσουμε τις εκφράσεις του ίδιου του ήρωα ( ΙΛ., I, 648 και Α, 293). Σήμερα θα λέγαμε: ο άνθρωπος αυτός δεν υπάρχει πια, δεν είναι πια κανένας.
νας.
 
Σ’ αυτό το σημείο πάντως, νομίζω πως πρέπει να αναφερθεί ένα πρόβλημα. Ακόμη και στη δημοκρατική Αθήνα του Ε΄ αιώνα, οι αριστοκρατικές αξίες της άμιλλας για τη δόξα παραμένουν κυρίαρχες. Η αντιπαλότητα λειτουργεί μεταξύ πολιτών, οι οποίοι, στο πολιτικό επίπεδο, θεωρούνται ίσοι. Δεν είναι ίσοι ως κάτοχοι των δικαιωμάτων που κάθε άνθρωπος πρέπει εκ φύσεως να διαθέτει. Ο καθένας είναι ίσος, όμοιος με όλους τους άλλους, χάρη στην πλήρη συμμετοχή του στις κοινές υποθέσεις της ομάδας. Έξω όμως απ ’ αυτές τις κοινές υποθέσεις, δίπλα στη δημόσια σφαίρα, υπάρχει, στην προσωπική συμπεριφορά και στις κοινωνικές σχέσεις, ένας ιδιωτικός χώρος, όπου το άτομο είναι κύριος του παιχνιδιού. «Και δεν είναι μόνο στη δημόσια ζωή μας που ζούμε λεύτερα», διαλαλεί ο Περικλής στο εγκώμιο της Αθήνας που του αποδίδει ο Θουκυδίδης, «είναι και που δεν κοιτάζουμε υποψιασμένοι ο ένας τον άλλον στις καθημερινές μας δουλειές' δεν θυμώνουμε με το γείτονά μας, αν τυχόν κάνει κάτι κατά την όρεξή του, κι ούτε παίρνουμε την όψη του πειραγμένου, πράγμα που αν δε βλάφτει, όμως στενοχωρεί τον άλλο. Κι ενώ στην ιδιωτική μας ζωή περνούμε απείραχτα μεταξύ μας, σαν πολίτες είναι πιο πολύ από εσωτερικό σεβασμό που δεν παρανομούμε» (Θουκυδίδης, Β, 37, 2-3). Επομένως το άτομο έχει στην αρχαία πολιτεία έναν χώρο που ανήκει σ ’ αυτό, και η ιδιωτική αυτή πλευρά της ύπαρξης προεκτείνεται στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή όπου ο καθένας υποστηρίζει την πεποίθησή του ότι ενεργεί αλλιώτικα και καλύτερα από τους προγενέστερους και τους γείτονες του, στο ποινικό δίκαιο όπου ο καθένας είναι υπόλογος για τα σφάλματά του ανάλογα με τον βαθμό της ενοχής του, στο α­στικό δίκαιο με τον θεσμό της διαθήκης για παράδειγμα, στο θρησκευτικό πεδίο όπου οι απευθυνόμενοι στη θεότητα κατά τη λατρεία είναι τα άτομα. Αυτό όμως το άτομο δεν εμφανίζεται ποτέ ως κάτι που ενσαρκώνει κάποια αναπαλλοτρίωτα καθολικά δικαιώματα, ούτε ως ένα πρόσωπο, με τη νεότερη έννοια του όρου, με τη μοναδική του εσωτερική ζωή, τον μυστικό κόσμο της υποκειμενικότητας του, τη θεμελιώδη πρωτοτυπία του εγώ του. Αποτελεί μια κατά βάση κοινωνική μορφή του ατόμου, που τη χαρακτηρίζει ο πόθος του να διαπρέψει, να αποκτήσει στα μάτια των ομοίων του, χάρη στον τρόπο της ζωής του, την αξιοσύνη του, την απλοχεριά του και τα κατορθώματά του, αρκετή φήμη ώστε να καταστήσει τη δική του μοναδική ύπαρξη κοινό αγαθό όλης της πολιτείας, ακόμα και όλης της Ελλάδας. Επομένως το άτομο, όταν έρχεται αντιμέτωπο με το πρόβλημα του θανάτου του, δεν θα μπορούσε να αποβλέπει στην ελπίδα, ότι θα επιζήσει στον άλλον κόσμο τέτοιος που ήταν όταν ζούσε, στη μοναδικότητά του, με τη μορφή μιας ψυχής που προσιδιάζει και ανήκει ειδικά σ’ αυτόν, ή μ’ εκείνην του αναστημένου του σώματος. Για τέτοια λοιπόν εφήμερα πλάσματα, που τα περιμένει το σακάτεμα των γερατειών και ο θάνατος, ποιος τρόπος υπάρχει ώστε να διατηρήσει κανείς στο υπερπέραν τ ’ όνομά του, τη φήμη του, την όμορφη και νεανική του όψη, την ανδρεία, την αρετή του; Σ’ έναν πολιτισμό της τιμής, όπου ο καθένας σ ’ όλη του τη ζωή ταυτίζεται μ’ αυτό που οι άλλοι βλέπουν και λένε γι ν αυτόν, όπου το είναι του αυξάνει όσο μεγαλύτερη είναι η δόξα που τον περιβάλλει, ένας άνθρωπος θα συνεχίσει να υπάρχει εφόσον η δόξα ετούτη παραμείνει άφθαρτη, αντί να εξαφανιστεί στην ανωνυμία της λήθης. Για τον Έλληνα, μη θάνατος σημαίνει διηνεκής παρουσία μέσα στην κοινωνική μνήμη εκείνου που έχει αποχαιρετήσει το φως του ήλιου. Και με τις δύο μορφές που προσέλαβε, -συνεχής υπόμνηση χάρη στο αενάως επαναλαμβανόμενο, από γενιά σε γενιά  — , τραγούδι των ποιητών, και επιτύμβιο μνημείο φτιαγμένο για πάντα πάνω στον τάφο, η συλλογική μνήμη λειτουργεί ως θεσμός που εξασφαλίζει σε ορισμένα άτομα το προνόμιο της επι­βίωσής τους μέσα από την εξέχουσα θέση του ένδοξου νεκρού. Αντί λοιπόν για την αθάνατη ψυχή, η άφθαρτη δόξα και η παντοτινή λύπη των πάντων στη θέση του παραδείσου που ανήκει μόνο στους δίκαιους, η σιγουριά, για όποιον κατάφερε να την αξίζει, μιας αιωνιότητας εγκατεστημένης στην καρδιά της κοινωνικής ύπαρξης των ζωντανών.
 
Στην επική παράδοση, ο πολεμιστής που διαλέγει σαν τον Αχιλλέα τη σύντομη ζωή και αφοσιώνεται ολόκληρος στα κατορθώματα, αν πέσει στο άνθος της ηλικίας του στο πεδίο της μά­χης, κατακτά οριστικά, χάρη στον «ωραίο θάνατο», μιαν ηρωική διάσταση που δεν μπορεί πια να προσβληθεί από τη λήθη. Η πολιτεία υιοθετεί αυτό το παραδοσιακό μοτίβο ειδικά στον επικήδειο λόγο, όπως το έδειξε η Νικόλ Λορώ, προς τους πολίτες που και αυτοί διάλεξαν να πεθάνουν για την πατρίδα τους. Θνητότητα και αθανασία συνδέονται και αλληλοδιεισδύσεων, αντί να αντιπαρατάσσονται, στα πρόσωπα αυτών των καρδιωμένων αντρών, αυτών των αγαθών άν8ρών. Ήδη τον Ζ΄ αιώνα, ο Τυρταίος στα ποιήματά του δόξαζε ως «κοινό αγαθό της πόλης και όλου του λαού» τον μαχητή που κατάφερε, μέσα στη φάλαγγα, να μείνει αμετακίνητος στην πρώτη γραμμή. Αν έπεσε μπροστά στον εχθρό, «οι νέοι και οι γέροι τον κλαίνε το ίδιο και όλη η πολιτεία θλίβεται με βαριά στενοχώρια ποτέ δεν χάνεται η τρισεύγενη δόξα του, ούτε τ ’ όνομά του, και, μολονότι βρίσκεται κάτω απ’ τη γη, είναι αθάνατος» (IX D, 27 κ.ε., C. Prato). Στις αρχές του Δ' αιώνα, ο Γοργίας βρίσκει με τη σειρά του σ ’ αυτήν την παράδοξη σύνδεση θνητού και αθάνατου την ευκαιρία να ικανοποιήσει την αγάπη του για τις αντιθέσεις: «Παρ ’ ότι είναι νεκροί, η θλίψη γι ’ αυτούς δεν πέθανε μαζί τους' αλλά αθάνατη, αν και κατοικεί μέσα σε σώματα που δεν είναι αθάνατα, η θλίψη αυτή δεν παύει να ζει για εκείνους που δεν είναι πια ζωντανοί». Στον Επιτάφιο του για τους Αθηναίους στρατιώτες που έπεσαν στον λεγόμενο Κορινθιακό πόλεμο (395-386), ο Λυσίας ξαναπιάνει αυτό το μοτίβο και το αναπτύσσει σε μια καλύτερη επιχειρηματολογική μορφή: «Εάν, σε περίπτωση που γλιτώναμε από τους κινδύνους των μαχών, μπορούσαμε να γίνουμε αθάνατοι, θα ήταν εύλογο οι ζωντανοί να κλαίνε τους νεκρούς. Στην πραγματικότητα όμως το σώμα μας νικιέται από τις αρρώστιες και τα γερατειά, ενώ o νους, που μοιράζεται το ριζικό μας, δεν λέει να λυγίσει. Γι ’ αυτό, ανάμεσα σ’ όλους τους ανθρώπους πρέπει να θεωρούμε μακάριους εκείνους τους ήρωες, που τερμάτισαν τις μέρες τους αγωνιζόμενοι στον ευγενικότερο και μεγαλύτερο αγώνα και που , χωρίς να περιμένουν τον φυσικό θάνατο, διάλεξαν το ωραιότερο τέλος. Η φύση θέλει να τους κλαίμε σαν θνητούς, μα η αρετή τους να τους τραγουδούμε σαν αθανάτους. Όσο για μένα, βρίσκω τον θά­νατό τους ωραίο και τους ζηλεύω. Αν αξίζει τον κόπο να γεννιέται κανείς, αξίζει για κείνους από μας που, έχοντας για μερτικό ένα θνητό σώμα, άφησαν αθάνατη θύμηση της αρετής τους».
 
Ρητορική; Σίγουρα, εν μέρει, αλλά οπωσδήποτε όχι σκέτη ρητορική. Η ομιλία παίρνει δύναμη και στηρίζεται σε μια διαμόρφωση της ταυτότητας όπου ο καθένας φαντάζει αξεχώριστος από τις κοινωνικές αξίες που του αναγνωρίζει η κοινότητα των πολιτών. Ως προς αυτά που τον κάνουν να είναι άτομο, ο Έλληνας παραμένει ενταγμένος μέσα στο κοινωνικό, το ίδιο όπως και μέσα στον κόσμον.
 
Από την ελευθερία των Αρχαίων σ’ εκείνη των Νεοτέρων, από τον πολίτη της πόλεως στον άνθρωπο των δικαιωμάτων, από την αρχαία δημοκρατία στη σημερινή, για να περάσουμε από τον Μπενζαμέν Κονστάν στον Μαρξ και στον Μόζες Φίνλεϊ, ένας ολόκληρος κόσμος έχει πράγματι αλλάξει. Αλλά δεν πρόκειται μόνο για έναν μετασχηματισμό της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, της θρησκείας, της κουλτούρας· ο άνθρωπος δεν έμεινε ίδιος μ’ αυτόν που ήταν, ούτε και στον τρόπο του να είναι ο εαυτός του, ούτε στις σχέσεις του με τους άλλους και με τον κόσμο.

Η Ιλιάδα του Ομήρου το αρχαιότερο σύγγραμμα αστρονομίας

«Διαρκούσης της δεκαετίας τον 1930, ή νεαρή κόρη ενός αγρότη από το Κάνσας των Η.Π.Α, περνούσε νύχτες ολόκληρες παρατηρώντας τις κινήσεις των πλανητών στο ουράνιο στερέωμα. Αργότερα ως δασκάλα στην Αγγλία συνδύασε την αφοσίωση της στην αστρονομία με την αγάπη της για τα Ομηρικά έπη. Αυτό την οδήγησε σε μία ανακάλυψη, πού θα είχε παρασιωπηθεί, εάν ή κόρη της, ή δρ. Φλόρενς Γούντ, δεν είχε αξιολογήσει τις σημειώσεις της μητέρας της το 1991.» Έτσι ξεκινά ό πρόλογος της παρουσιάσεως από τη μεγάλη εφημερίδα του Λονδίνου «ΦαϊνάνσιαλΤάιμς» του βιβλίου με τίτλο «Ή Μυστική Ιλιάδα», έργου του ζεύγους Κεννεθ και Φλόρενς Γούντ, πού κυκλοφόρησε στην Μεγάλη Βρεταννία πριν από λίγο καιρό. Ό λόγος άφορα στην Εντνα Λέι, μητέρα της δρ. Φλόρενς Γούντ, ή οποία μετά από έρευνες σαράντα τουλάχιστον ετών κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι ή Ίλιάδα έκτος από ηρωικό έπος είναι και το αρχαιότερο σύγγραμμα αστρονομίας στον κόσμο. Κατά την άποψη της οι περιγραφόμενες στην Ιλιάδα μάχες μεταξύ Αχαιών και Τρώων αντικατοπτρίζουν τις τροχιές αστέρων και αστερισμών, πού φαίνονται σαν να μάχονται για μια πρωτοκαθεδρική θέση στον ουράνιο θόλο. Στά πέντε από τά εννέα συνολικά κεφάλαια του βιβλίου, πού επιμελήθηκαν οι Γούντ, ή ιστορική ακολουθία των γεγονότων του Τρωικού πολέμου συμβαδίζει κατά τρόπο παράδοξο (ίσως όμως όχι συμπτωματικό τελικά) με τις κινήσεις ουρανίων σωμάτων. Οί απλοί αστέρες εκλαμβανόμενοι ώς πολεμιστές και οι αστερισμοί ώς επιφανείς ήρωες ή τμήματα στρατού κινούνται μέ τέτοιο τρόπο, σαν νά έχουν συγχρονισθή μέσα στο γίγνεσθαι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά αύτη ή εκδοχή, εάν ληφθή ύπ' όψιν το γεγονός ότι και ό υπεύθυνος του εκδοτικού οίκου Τζών Μιούρεϊ, πού εξέδωσε το έργο, σημειώνει μέ έμφαση, ότι «τά στοιχεία πού αναφέρονται περιγράφουν αστρικές κινήσεις χρονολογούμενες στην 9η χιλιετία π.Χ., πολύ πριν καταγραφή η αστρονομία της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου». Συνεχίζει δε παρατηρώντας, ότι «ό Όμηρος υπήρξε πιθανότατα ό τελευταίος και ό πιο πλήρης ώς προς τις γνώσεις του από μια μακρά παράδοση ραψωδών, πού είχαν απομνημονεύσει όσα γνώριζαν. Μετά το τέλος της ζωής τον το Ελληνικό αλφάβητο διετήρησε τα έργα τους δια τής καταγραφής. Εκείνο πού επίσης άλλαξε, ήταν ή μελέτη του ουρανίου χάρτη, ή οποία από απλή εμπειρική παρατήρηση εξελίχθηκε σε επιστήμη με την συνδρομή των μαθηματικών και τής γεωμετρίας. Έτσι ή αστρονομική υφή τής Ίλιάδος λησμονήθηκε».
 
Στην τελική επιμελημένη μορφή του το βιβλίο περιλαμβάνει έναν μακρύ κατάλογο 650 αστέρων και 45 αστερισμών, τους οποίους κατά τους συγγραφείς ό Όμηρος γνωρίζει και παρουσιάζει μέ ονόματα θεών και ηρώων. Οι κυριότεροι θεοί των αρχαίων Ελλήνων αντιστοιχούν στη Σελήνη (Ήρα) και στους ορατούς πλανήτες Αφροδίτη, Άρη, Δία, Ποσειδώνα και Κρόνο, ενώ ό Έρμης άλλοτε αντιστοιχεί στον ομώνυμο θεό και άλλοτε στον θεό Απόλλωνα. Περαιτέρω συγκρίσεις και συνθέσεις τής Εντνας Λέι είναι αξιοπρόσεκτες. Εστωσαν ώς παραδείγματα ή παράταξη του στρατού του Αχιλλέα, όπου ό ίδιος αντικατοπτρίζεται στον Μεγάλο Κύνα, οι Μυρμιδόνες αξιωματούχοι του σε πέριξ αυτού λαμπρά άστρα, ενώ ό Πάτροκλος και ό Αύτομέδων σχηματίζουν τον Μικρό Κύνα. Όμοίως σε άλλη φάση τής πορείας των ουρανίων σωμάτων ό Έκτωρ (Ώριων) αντιπαρατίθεται μέ τον Αχιλλέα (Μεγάλο Κύνα) και εν συνεχεία καταδιώκεται από τον τελευταίο και φονεύεται («πίπτοντας» προς τή Δύση) από την εκδικητική μανία του βασιλιά των Μυρμιδόνων για το θάνατο του Πατρόκλου, πού ως Μικρός Κύων δεν είναι πλέον ορατός.
 
Όμως και οι γεωδαιτικές σχέσεις των αρχαίων ελληνικών πόλεων έχουν ουράνιες αντιστοιχίες σύμφωνα με το εν λόγω σύγγραμμα. Παραδειγματικά: οι Ομηρικές τοποθεσίες και πόλεις της Βοιωτίας αντιστοιχούν κατά εκπληκτικό τρόπο στα αστέρια του Δράκοντος, όπως επίσης και ή Τροία με την ενδοχώρα ανατολικά της αντικατοπτρίζεται στον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου και ή Πύλος με τη λοιπή Μεσσηνία, όπου το βασίλειο του Νέστορος, στον αστερισμό του Αιγόκερω.
 
Το πλήθος των παραλληλισμών μεταξύ των αστρικών τροχιών και γήινης δραστηριότητος είναι οπωσδήποτε πολύ μεγάλο, για να αποδοθεί σε άπλες συμπτώσεις. Όπως εύστοχα παρατηρεί ό αρθρογράφος των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» Κρίστιαν Τάιλερ, πού έκανε ειδικό αφιέρωμα στις στήλες της εφημερίδος (19/6/99) εν όψει τής εκδόσεως του βιβλίου, «όλο. φαίνονται πολύ τέλεια, για να είναι αληθινά. Οι συγγραφείς τής "Μυστικής Ίλιάδας" απορρίπτουν κάθε ένσταση ότι διαστρέβλωσαν το 'Ομηρικό υλικό, για να το κάνουν να ταιριάζει στις πεποιθήσεις τους. Κάθε τους υπόθεση εξετάστηκε με δάση τα δεδομένα του πρωτοτύπου κειμένου και βρέθηκε απολύτους ταιριαστή». Κατόπιν αυτών απομένει να μελετηθεί και να αξιόλογηθη ή θεωρία αύτη, ή οποία, εάν είναι ορθή» θα αποτελέσει το έναυσμα για την αναθεώρηση πολλών ιστορικών αλλά και αστρονομικών αξιοτάτων, όπως και του ιστορικοί) δόγματος ότι ή επιστήμη της Αστρονομίας γεννήθηκε στη Βαβυλώνα και από εκεί την διδάχθηκαν οι έλληνες φιλόσοφοι και επιστήμονες.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗΣ (14 Απριλίου 1205)

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Έναν μόλις χρόνο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης του 1204, η ηγεμονία του νέου βασιλιά, Βαλδουίνου Α', ηττήθηκε από τα στρατεύματα του Βούλγαρου Τσάρου Καλοϊωάννη (Καλογιάν) στις 14 Απριλίου 1205, στην Αδριανούπολη. Η ταπεινωτική ήττα που υπέστη το άνθος των ιπποτών της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης μας οδηγεί σε ένα συμπέρασμα: Η Ρωμανία έπνεε τα λοίσθια από τη στιγμή της γέννησής της, αδυνατώντας να αναχαιτίσει τους πολυάριθμους εχθρούς της, οι οποίοι δεν ήταν πάντα «αλλοεθνείς». Η πρόωρη απώλεια του Βαλδουίνου κατά τις μάχες με τους Βουλγάρους, δυσχέρανε ακόμη περισσότερο την επιβίωση αυτής της Αυτοκρατορίας, η οποία αποδείχθηκε θνησιγενής. Η άλωση του 1204 προκάλεσε τον τεμαχισμό των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι δύο επιφανείς ηγέτες της Δ' Σταυροφορίας κράτησαν για τον εαυτό τους τα καλύτερα εδάφη...

Ο Αυτοκράτορας Βαλδουίνος έλαβε τα 5/8 της πόλης, την περιοχή της νότιας Θράκης, εδάφη στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία, καθώς και τα νησιά Χίος, Λέσβος και Σάμος. Ο δόγης της Βενετίας έλαβε τα 3/8 της Κωνσταντινούπολης, τα νησιά του Ιονίου, το Δυρράχιο, τη Ραγούσα, αρκετά από τα νησιά του Αιγαίου (Άνδρος, Νάξος, Πάρος, Πάτμος, Σύρος, Σκόπελος κ.ά.), την Εύβοια, σημαντικά λιμάνια στην Πελοπόννησο (Μεθώνη, Κορώνη), εδάφη στο εσωτερικό της Θράκης - (Αδριανούπολη), αλλά και την Κρήτη, η οποία αρχικά είχε παραχωρηθεί στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό. Στον έλεγχό του πέρασαν ακόμη τα σπουδαιότερα λιμάνια του Ελλησπόντου και της θάλασσας του Μαρμαρά (Καλλίπολη, Ραιδεστός, Ηράκλεια).

Ο Βονιφάτιος αρκέστηκε στο Βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε στην περιοχή, υπήρξε η γενεσιουργός αιτία για σωρεία μεταβολών, τόσο στα εδάφη της πρώην -πλέον- Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όσο και στη Δύση. Οι μεταβολές αυτές είχαν προσωρινό χαρακτήρα ή διατηρήθηκαν και μετά την επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, το 1261. Σε κάθε περίπτωση εκείνο το σημαντικό γεγονός άφησε ανεξίτηλα σημάδια σε κάθε επίπεδο, πολιτικό, κοινωνικό ή πολιτιστικό.

Ο Βαλδουίνος Α', ο οποίος στέφθηκε στις 16 Μαΐου 1204, διατήρησε αρκετά από τα στοιχεία της Βυζαντινής διοικητικής οργάνωσης και εθιμοτυπίας στο νέο κρατικό μόρφωμα, τη Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Όπως αναφέρει ο Οστρογκόρσκι, το πολιτικό σύστημα της φεουδαρχίας μεταλαμπαδεύτηκε στη Λατινοκρατούμενη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αν και οι δομές ή οι λειτουργίες του δεν ήταν τελείως ξένες στον Βυζαντινό κόσμο. Το Βυζαντινό οικονομικό και στρατιωτικό σύστημα είχε ήδη αρχίσει να αφομοιώνει ανάλογες δομές πολύ πριν από την άλωση του 1204. Επομένως, δεν επήλθαν ριζικές αλλαγές σε αυτό τον τομέα.

Πάντως οι προνοιάριοι δημιούργησαν πολλά προβλήματα στον κατακτητή. Στην ουσία για τον απλό λαό η κατάσταση παρέμεινε ίδια, σε ό,τι αφορούσε τη φορολόγηση. Όμως εκείνος αντιμετώπισε εχθρικά τους κατακτητές του. Οι αντιδράσεις απέναντι στην ένωση των Εκκλησιών πλήθυναν και αρκετοί Βυζαντινοί βρήκαν καταφύγιο στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας ή στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, προκειμένου να ζήσουν πιο ελεύθερα. Η γνώμη, άλλωστε, των Βυζαντινών για τους σταυροφόρους και τις προθέσεις τους δεν ήταν ποτέ θετική, ήδη από την εποχή της Α' Σταυροφορίας, το 1095, παρά το ότι οι τελευταίοι παρουσιάζονταν ως «στρατιώτες του Χριστού».

Όπως προκύπτει από τις πηγές, η αντιπάθεια ήταν αμοιβαία. Το μόνο μεγαλειώδες στοιχείο αυτής της Αυτοκρατορίας ήταν το όνομά της. Η ανατολική Θράκη βρισκόταν, για μικρό χρονικό διάστημα, στα χέρια του Αλεξίου Ε'. Ο Αλέξιος Γ' ήλεγχε τη Μοσυνόπολη και τη δυτική Θράκη, αποβλέποντας -παράλληλα- στη στήριξη που μπορούσε να του προσφέρει ο γαμβρός του, Θεόδωρος Λάσκαρης, ηγεμόνας της βορειοανατολικής Ανατολίας. Ο Τσάρος των Βουλγάρων, Ιωάννης Ασάν, γνωστός ως «Καλοϊωάννης» (1197 - 1207), αποτελούσε μια ισχυρή παρουσία στον χώρο της σημερινής Βουλγαρίας. Επιπλέον μια ομάδα από Βυζαντινούς άρχοντες κατείχε στρατηγικές θέσεις στον ευρύτερο Ελλαδικό χώρο.

Ο Λέων Σγουρός ήλεγχε περιοχές στην Κορινθία, στην Αργολίδα και στη Βοιωτία, ο Λέων Γαβαλάς τη Ρόδο, ο Θεόδωρος Μαγκαφάς τη Φιλαδέλφεια, ο Σάββας Ασιδηνός την περιοχή γύρω από τη Μίλητο και την Πριήνη και ο Μανουήλ Μαυροζώμης την κοιλάδα του Μαιάνδρου, παραχωρώντας μάλιστα καταφύγιο στον σουλτάνο Καϊχοσρόη A' (Ιαθατίνης για τους Βυζαντινούς, 1192 - 1211). Την ίδια στιγμή ο Πόντος και η Παφλαγονία βρίσκονταν στα χέρια των Δαβίδ και Αλεξίου Κομνηνών, οι οποίοι ίδρυσαν εκεί κράτος με το όνομα Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, το οποίο επιβίωσε μέχρι το 1461.

Η Θεσσαλονίκη και μέρος της Θεσσαλίας ήταν στα χέρια των ανδρών του Βονιφατίου και ο συνονόματος ανιψιός του Γουλιέλμου Βιλαρδουίνου έθεσε υπό την κατοχή του μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, δημιουργώντας το Πριγκηπάτο του Μορέως, από κοινού με τον ιππότη Γουλιέλμο Σαμπλίτη, ένα πριγκηπάτο που διέθετε συνολικά 12 βαρωνίες. Στην Αττικοβοιωτία ο Βουργούνδιος 'Οθων ντε λα Ρος δημιούργησε το Δουκάτο της Αθήνας, με τη συγκατάθεση του Βονιφατίου του Μομφερατικού. Παράλληλα ο Μάρκος Σανούδος, ανιψιός του δόγη της Βενετίας Δάνδολου, δημιούργησε το Δουκάτο της Νάξου (ή Δουκάτο του Αιγαίου ή Δουκάτο του Αρχιπελάγους).

Τα πιο ισχυρά Ελληνικά κρατικά μορφώματα που "γέννησε" η άλωση του 1204 (εκτός από την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας) ήταν η Αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Η ισχύς αυτών των δύο κρατών αποδείχθηκε καθ' όλη τη διάρκεια της Λατινοκρατίας, καθώς εκτόπιζαν σταδιακά το Λατινικό στοιχείο από την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, φθάνοντας στο σημείο να ερίζουν για την πρωτοκαθεδρία και το δικαίωμα στον θρόνο του Βυζαντίου. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου πέτυχε μάλιστα να αφαιρέσει την Κέρκυρα και το Δυρράχιο από την ισχυρή Βενετία και να επεκτείνει την κυριαρχία του μέχρι τη Ναύπακτο.

Η ΑΝΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ

Η Αδριανούπολη, Αντριανούπολη ή Aδριανούπολις, είναι ιστορική πόλη της σημερινής Τουρκίας, στην Ανατολική Θράκη, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (6.276 τ. χλμ, 402.606 κάτ.) πολύ κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Η Αδριανούπολη υπήρξε η τρίτη πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1363 ως το 1453, πριν η Κωνσταντινούπολη γίνει η τέταρτη και οριστική πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Σήμερα η Αδριανούπολη είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας.


Σημειώνεται το όνομα "Edirne" αποτελεί παραφθορά του Αδριανού(πόλη) ή Αντρινού, που φερόταν τον 14ο αιώνα ή Εντρινού ή Εντιρνού καταλήγοντας στο Εντιρνέ όπου και επικράτησε. Σε Οθωμανικές πηγές φέρεται επίσης και με τα ονόματα "Εντρίνους", "Εντρουνέ", "Εντρινάμπολι" καθώς και "Εντιρνομπολού" που αναμφισβήτητα όλα αποτελούν παραφράσεις του Ελληνικού ονόματος που διατηρήθηκε από τον εκεί Ελληνισμό μέχρι το 1922. Βρίσκεται στο Ευρωπαϊκό τμήμα της χώρας, κοντά στη συμβολή τριών ποταμών, του Άρδα, του Τούντζα και του Μαρίτσα απέχοντας 5 χλμ. από Ελληνοτουρκικά σύνορα.

Εξυπηρετείται από ένα πυκνό οδικό δίκτυο που τη συνδέει με την Κωνσταντινούπολη και την κεντρική Ευρώπη. Είναι σπουδαίο γεωργικό και κτηνοτροφικό κέντρο, όπου συγκεντρώνονται προϊόντα από την εύφορη Θρακική παραλιακή πεδιάδα φρούτα, κρασιά, τυριά κ.α. Η βιομηχανία της περιλαμβάνει εργοστάσια παρασκευής μάλλινων και μεταξωτών υφασμάτων, σαπουνιού, επεξεργασίας δερμάτινων ειδών κλπ.

Ιστορία της Αδριανούπολης

Η περιοχή γύρω από την Αδριανούπολη υπήρξε το θέατρο τουλάχιστον 16 μεγάλων μαχών ή πολιορκιών από την εποχή της Αρχαίας Ελλάδας, με συνέπεια συνεχή αλλαγή εξουσίας: Μακεδόνες του Φιλίππου, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Γότθοι, Βούλγαροι, Πετσενέγκοι, Φράγκοι, Οθωμανοί, Ρώσοι, Βούλγαροι (1913), Τούρκοι, Έλληνες (1920 - 1922) και τέλος Τούρκοι (Φθινόπωρο 1922). Ο στρατιωτικός ιστορικός Τζον Κίγκαν (1934 - 2012) την προσδιορίζει ως το "πιο διαφιλονικούμενο σημείο του πλανήτη", πράγμα που αποδίδει στη γεωγραφική της θέση.

Αρχαιότητα

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία ο Ορέστης, γιος του βασιλιά Αγαμέμνονα ίδρυσε την πόλη ως Ορεστιάδα, στη συμβολή των ποταμών Τόνζου (Τουρκικά Τούντσα) και Αρδίσκου (σήμερα Άρδα) με τον Έβρο. Η πόλη (επαν)ιδρύθηκε παίρνοντας το όνομά του από το Ρωμαίο Αυτοκράτορα Αδριανό (117 - 138) το 125 στη θέση προγενέστερου Θρακικού οικισμού, που ονομαζόταν Ουσκουδάμα. Ήταν πρωτεύουσα των Βήσσων ή των Οδρυσών. Ο Αδριανός την έκανε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Θράκης, την ανέπτυξε και την εξωράισε (υδραγωγεία, λουτρά, αγορά κλπ.) και η πόλη διατήρησε κατά την κατοπινή εποχή το όνομά του, παρόλο που κατά τα βυζαντινά χρόνια ξαναπήρε το όνομα Ορεστιάδα.

Βρίσκεται σε καίριο κόμβο του δρόμου ο οποίος ενώνει την κεντρική Ευρώπη με την Κωνσταντινούπολη και στο σημείο όπου κατέληγαν οι δρόμοι από τα παράλια του Αιγαίου, της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου. Ήδη από τα χρόνια της ίδρυσής της εξελίχτηκε σε σπουδαίο συγκοινωνιακό, εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο. Εδώ ο Λικίνιος νίκησε τον Μαξιμίνο (313), ο Κωνσταντίνος τον Λικίνο (314 και 323) και ο Αυτοκράτορας Ουάλης σκοτώθηκε από τους Γότθους το 378, κατά τη Μάχη της Αδριανούπολης.

Μεσαιωνική Περίοδος

Το 813 η πόλη καταλήφθηκε από το Χαν Κρούμο της Βουλγαρίας που μετακίνησε τους κατοίκους της στα Βουλγαρικά εδάφη βόρεια του Δούναβη. Το 1189 την κυρίευσαν οι Σταυροφόροι αλλά μετά την ίδρυση της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης οι Σταυροφόροι ηττήθηκαν αποφασιστικά από το Βούλγαρο Αυτοκράτορα Καλογιάν στη Μάχη της Αδριανούπολης (1205). Αργότερα ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας, Δεσπότης της Ηπείρου, την κατέλαβε το 1227, αλλά τρία χρόνια αργότερα ηττήθηκε στην Κλοκοτνίτσα από τον Ασέν, Αυτοκράτορα των Βουλγάρων. Το 1346 στέφθηκε εκεί ο Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός αλλά το 1362 η πόλη καταλήφθηκε από τον Οθωμανό Σουλτάνο Μουράτ Α'.

Αυτός με την επικρατούσα Τουρκική ονομασία "Εντιρνέ" την ανακήρυξε πρωτεύουσα του το 1366. Η πόλη παρέμεινε Οθωμανική πρωτεύουσα για 90 χρόνια, μέχρι το 1453, οπότε ο Μωάμεθ Β' μετέφερε την πρωτεύουσα στην Κωνσταντινούπολη, εξακολουθώντας ωστόσο να αποτελεί κέντρο θερινής διαμονής των μελών της Οθωμανικής αυλής. Η Αδριανούπολη, παρά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1751 φημίζεται για τα πολλά τζαμιά, τρούλους, μιναρέδες, γέφυρες, μεντρεσέδες, νοσοκομεία, σκεπαστές αγορές και σεράγια της Οθωμανικής εποχής που φρόντισαν να την στολίσουν οι κατά καιρούς διάφοροι Σουλτάνοι.

Νεότερη Περίοδος

Υπό την Οθωμανική κυριαρχία η Αδριανούπολη ήταν η μεγαλύτερη του ομώνυμου Εγιαλετίου και, μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1867, του ομώνυμου Βιλαετίου. Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β', πορθητής της Κωνσταντινούπολης, γεννήθηκε στην Αδριανούπολη. Εδώ επηρεάσθηκε από ορισμένους Χορουφιστές (σουφικό δόγμα), που απορρίπτονταν από τον Τας Κιοπρού Ζαντέ στο Şakaiki Numaniye ως "Ορισμένοι επικατάρατοι ουτιδανοί" και που κάηκαν ως αιρετικοί από κάποιο Μαχμούντ Πασά. Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Δ' άφησε τα ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης και πέθανε στην Αδριανούπολη το 1693. Κατά την εξορία του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Σουηδός βασιλιάς Κάρολος ΙΒ' έμεινε στην πόλη το μεγαλύτερο διάστημα του 1713.

Ο Μπαχαουλάχ, ιδρυτής της Μπαχάι Πίστης, έζησε στην Αδριανούπολη από το 1863 ως το 1868. Εξορίσθηκε εκεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, πριν εκτοπισθεί μακρύτερα στην Οθωμανική αποικία καταδίκων της Άκρας. Στα γραπτά του αναφέρεται στην Αδριανούπολη ως "Γη του Μυστηρίου". Η Αδριανούπολη ήταν κέντρο σαντζακίου κατά την Οθωμανική περίοδο, που υπαγόταν διαδοχικά στα εγιαλέτια της Ρούμελης και της Σιλίστρας, πριν γίνει επαρχιακή πρωτεύουσα του ομώνυμου εγιαλετίου, στις αρχές του 19ου αιώνα. Mέχρι το 1878 το Εγιαλέτι της Αδριανούπολης περιελάμβανε τα σαντζάκια Αδριανούπολης, Ραιδεστού (Τεκιρντάγ), Γκελίμπολου (Καλλίπολης), Φιλιππούπολης και Σλίβεν.

Στη διάρκεια της εποχής που αναφερόμαστε ήταν κέντρο Ελληνισμού, ωστόσο οι κάτοικοι δεινοπάθησαν πολύ από τους αφεντάδες Τούρκους με την κήρυξη της επανάστασης του 1821. Μετά τον απαγχονισμό του πατριάρχη Γρηγορίου Ε' στην Κωνσταντινούπολη, ακολούθησε στην Αδριανούπολη ο απαγχονισμός του μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Κύριλλου ΣΤ' και τέως πατριάρχη στο παράθυρο της κατοικίας του, καθώς και ο αποκεφαλισμός 23 προυχόντων Ελλήνων την 29 Απριλίου 1821. Η Αδριανούπολη καταλήφθηκε για λίγο από τα Αυτοκρατορικά Ρωσικά στρατεύματα το 1829 κατά την Ελληνική Επανάσταση.


Οπότε και υπογράφηκε η Συνθήκη της Αδριανούπολης, με την οποία για πρώτη φορά οι Τούρκοι αναγνώριζαν την ύπαρξη Ελληνικού κράτους κατ' εντολή και το 1878 κατά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877 - 1878. Η πόλη επλήγη από μια πυρκαγιά το 1905. Τότε είχε περίπου 80.000 κατοίκους, από τους οποίους 30.000 ήταν Μουσουλμάνοι (Τούρκοι και μερικοί Αλβανοί,Ρομά και Τσερκέζοι), 22.000 Έλληνες, 10.000 Βούλγαροι, 4.000 Αρμένιοι, 12.000 Εβραίοι και 2.000 ακόμη πολίτες απροσδιόριστης εθνοτικής και θρησκευτικής προέλευσης. Η Αδριανούπολη ήταν ζωτικής σημασίας οχυρό για την υπεράσπιση της Οθωμανικής Κωνσταντινούπολης και Ανατολικής Θράκης κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912 - 1913.

Καταλήφθηκε για λίγο από τους Βουλγάρους το 1913 μετά από πεντάμηνη πολιορκία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις -Βρετανία, Ιταλία, Γαλλία και Ρωσία- υποχρέωσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να παραχωρήσει την Αδριανούπολη στη Βουλγαρία με το τέλος του Α' Βαλκανικού Πολέμου, γεγονός που προκάλεσε πολιτικό σκάνδαλο στην Οθωμανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης (καθώς επρόκειτο για πρώην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας) και κατέληξε στο Οθωμανικό πραξικόπημα του 1913.

Αν και επικράτησε στο πραξικόπημα, η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου δεν μπόρεσε να κρατήσει την Αδριανούπολη, υπό τον Εμβέρ Πασά (που αυτοανακηρύχθηκε "δεύτερος πορθητής της Αδριανούπολης", μετά το Μουράτ Α') την ανακατέλαβε γρήγορα από τους Βουλγάρους, αμέσως μόλις άρχισε ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος. Είχε καταληφθεί από τους Έλληνες, μεταξύ της Συνθήκης των Σεβρών το 1920 και του τέλους της Μικρασιατικής Εκστρατείας το 1922. Την ίδια εποχή αποχώρησε, σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης της Λωζάνης και ο Ελληνικός πληθυσμός της Ανδριανούπολης (30.000 κάτ.) και κατέφυγε στην Ελλάδα.

Εκκλησιαστική Ιστορία

Η Αδριανούπολη έγινε έδρα Έλληνα Μητροπολίτη και Γρηγοριανού Αρμένιου επισκόπου και είναι το κέντρο μιας Βουλγαρικής επισκοπής, που όμως δεν είναι αναγνωρισμένη και στερείται επισκόπου. Η πόλη έχει επίσης μερικού Προτεστάντες. Οι Ρωμαιοκαθολικοί, κατά το πλείστον ξένοι, και λίγοι, εξαρτώντο από την αποστολική ενορία της Κωνσταντινούπολης. Στην ίδια την Αδριανούπολη υπήρχε η ενορία του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας (Ανήλικων Μοναχών) και μια σχολή θηλέων που διηύθυναν οι Αδελφές του Ελέους του Άγκραμ. Στο προάστιο του Καρααγάτς υπήρχε μια εκκλησία (Ανήλικων Μοναχών), μια σχολή αρρένων και μια θηλέων.

Κάθε αποστολικός σταθμός τους, στη Ραιδεστό και στην Αλεξανδρούπολη, είχε μια σχολή (Ανήλικων Μοναχών) και μια στην Καλλίπολη (της Κοιμήσεως). Γύρω στα 1850, από την άποψη των Καθολικών της Ανατολής, η Αδριανούπολη ήταν η κατοικία ενός Βούλγαρου αποστολικού εφημέριου για τους 4.600 Ουνίτες του Οθωμανικού βιλαετίου (επαρχίας) της Θράκης και, μετά το 1878, του πριγκιπάτου της Βουλγαρίας. Είχαν 18 ενορίες ή αποστολές, 6 από τις οποίες ήταν στο πριγκιπάτο, με 20 εκκλησίες, 31 ιερείς και 11 σχολεία με 670 μαθητές. Στην ίδια την Αδριανούπολη υπήρχαν μόνο πολύ λίγοι Βούλγαροι Ουνίτες, με μία Επισκοπική εκκλησία του Αγίου Ηλία και τις εκκλησίες του Αγίου Δημητρίου και των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου.

Η τελευταία λειτουργείται από το Τάγμα της Αναστάσεως, που έχουν επίσης μια σχολή 90 μαθητών. Στο προάστιο του Καρααγάτς το Τάγμα της Κοιμήσεως έχει μια ενορία και μια θεολογική σχολή με 50 μαθητές. Εκτός από τους Βούλγαρους Ουνίτες οι παραπάνω στατιστικές περιελάμβαναν τις Ελληνικές Καθολικές αποστολές των Μαλγάρων και του Νταουντιλί, με 4 ιερείς και 200 πιστούς, επειδή από πολιτική άποψη ανήκαν στη Βουλγαρική Ενορία. Αργότερα όμως η Ρωμαιοκαθολική επισκοπή καταργήθηκε και υπάρχει μόνο κατ' όνομα ως τιτουλάριος μητροπολιτική αρχιεπισκοπή, με την πλήρη ονομασία Hadrianopolis in Haemimonto, για να διακρίνεται από πολλές άλλες τιτουλάριες έδρες με το όνομα "Hadrianopolis".

Σημαντικοί Αδριανουπολίτες
  • Βαγιαζήτ Α', 1354 - 1403, Οθωμανός σουλτάνος.
  • Μωάμεθ Α'.
  • Μωάμεθ Β' ο Πορθητής, 1432 - 1481, Οθωμανός σουλτάνος.
  • Μουσταφά Β'.
  • Οσμάν Γ'.
  • Πατριάρχης Αθανάσιος Α' (Κωνσταντινούπολης).
  • Νικηφόρος Βρυέννιος ο Νεότερος.
  • Νίκος Ζαχαριάδης, 1903 - 1973, Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ.
ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1203 - 1259

Η Περίοδος 1203 - 1204

Οι κίνδυνοι στην εξωτερική πολιτική και η παρακμή του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος των προηγούμενων περιόδων καθιστούν την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων μια από τις κρισιμότερες της Βυζαντινής ιστορίας. Επιπλέον, οι αλλαγές στο εσωτερικό του κράτους την ορίζουν ως το μεταίχμιο ανάμεσα στη Μεσοβυζαντινή και Υστεροβυζαντινή Αυτοκρατορία. Οι Νορμανδοί, οι Σελτζούκοι, οι Ούγγροι, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι ήταν οι σημαντικότεροι εξωτερικοί αντίπαλοι του Βυζαντίου. Επίσης οι ναυτικές Ιταλικές δυνάμεις άρχισαν, λαμβάνοντας Αυτοκρατορικά προνόμια, να επιβάλλονται στα εμπορικά κέντρα της Ανατολής, γεγονός που μακροπρόθεσμα είχε καταλυτικές επιπτώσεις στην οικονομία και άμυνα της Αυτοκρατορίας.

Η διείσδυση των δυνάμεων της Δύσης στο Βυζαντινό χώρο συντελέστηκε επιπλέον μέσω μιας άλλης οδού, άγνωστης μέχρι τότε στους Βυζαντινούς, των Σταυροφοριών. Αυτές έφεραν σε επαφή τους Βυζαντινούς με τους δυτικούς φεουδαρχικούς θεσμούς, ενώ η δημιουργία Λατινικών κρατιδίων στην Ανατολή από τους Σταυροφόρους ήταν καθοριστική για την εξέλιξη των σχέσεων των Βυζαντινών με τη Δύση και επηρέασε τη Βυζαντινή πολιτική στη Μικρά Ασία. Αποκορύφωμα της κυριαρχίας των δυτικών δυνάμεων στο Βυζαντινό χώρο ήταν, παρά τις πρόσκαιρες επιτυχίες των Κομνηνών, η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους της Δ' Σταυροφορίας το 1204.


Η εξωτερική και εσωτερική εξασθένιση του Βυζαντίου κατά τη βασιλεία του Αλέξιου Γ' Άγγελου (1195 - 1203) έδωσε την ευκαιρία στον ανιψιό του και γιο του Ισαάκιου Β' (1185 - 1195), Αλέξιο, να επιχειρήσει την ανάκτηση του θρόνου του πατέρα του. Καθώς δε διέθετε τις απαραίτητες δυνάμεις στράφηκε για βοήθεια στη Δύση. Ήταν η εποχή που οι δυτικοί με επικεφαλής τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ' (1198 - 1216) και τον ισχυρό δόγη της Βενετίας, Ερρίκο Δάνδολο (1192 - 1205), ετοίμαζαν την Δ' Σταυροφορία για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων.

Τόσο ο Βενετός δόγης όσο και οι υπόλοιποι αρχηγοί των σταυροφόρων δέχτηκαν να επέμβουν υπέρ του νεαρού Αλέξιου, που τους υποσχέθηκε άλλωστε μεγάλη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια και επανεξέταση του θέματος της Ένωσης των Εκκλησιών. Αποφασίστηκε έτσι παρέκκλιση της Δ' Σταυροφορίας και υπογράφτηκε σχετική συμφωνία (Κέρκυρα, Μάιος 1203). Στις 17 Ιουλίου οι σταυροφόροι κατέλαβαν την πόλη και εγκατέστησαν στο θρόνο τον Αλέξιο Δ' και τον τυφλωμένο πατέρα του Ισαάκιο Β'. Ο Βυζαντινός λαός ωστόσο αντέδρασε στην εμφανή υποταγή στους δυτικούς και ευνοήθηκε επανάσταση που στέρησε από τον Αλέξιο Δ' το στέμμα και την ίδια τη ζωή του.

Στο θρόνο ανέβηκε ο γαμπρός του Αλέξιου Γ', Αλέξιος Ε' Δούκας Μούρτζουφλος (Ιανουάριος 1204). Μπροστά στις εξελίξεις αυτές οι σταυροφόροι αποφάσισαν να επέμβουν, αυτή τη φορά όμως για να τοποθετήσουν όχι μια Βυζαντινή κυβέρνηση, αλλά μια δική τους. Με εισήγηση του δόγη της Βενετίας υπέγραψαν μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης συμφωνία διανομής των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (Partitio Romaniae) και άρχισαν την πολιορκία της πόλης που έπεσε στα χέρια τους στις 13 Απριλίου 1204. Η "βασιλίδα των πόλεων", απόρθητη από την εποχή της ίδρυσής της υπέκυψε για πρώτη φορά στον εχθρό.

Φοβερές λεηλασίες και σφαγές ακολούθησαν την άλωση της Πόλης. Ο Αλέξιος Ε' δραπέτευσε και στη θέση του τοποθετήθηκε νέα λατινική κυβέρνηση. Οι κληρονόμοι του βυζαντινού θρόνου, από τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, επρόκειτο να συνεχίσουν τους αγώνες, μέχρι την ανάκτησή της το 1261 από το Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο.

Οι Σταυροφορίες

Χαρακτηριστική κίνηση της περιόδου των Κομνηνών και των Αγγέλων, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στο ιστορικό προσκήνιο, αποτελούν οι Σταυροφορίες. Άγνωστη στους Βυζαντινούς η ιδέα της πανχριστιανικής εκστρατείας κατά των απίστων, τους έφερε σε επαφή με τους δυτικούς θεσμούς και ήθη, ενώ η δημιουργία Λατινικών κρατιδίων στην Ανατολή επηρέασε αναμφίβολα τις σχέσεις του Βυζαντίου με τα δυτικά κράτη. Για τα πραγματικά κίνητρα των Σταυροφόρων έχουν ειπωθεί πολλά, κυρίως από ιστορικούς της Δύσης. Εκτός από το θρησκευτικό χαρακτήρα τους πρέπει να ειδωθούν και ως μέρος των επεκτατικών τάσεων της δυτικής Ευρώπης τον 11ο - 13ο αιώνα.

Πιο πετυχημένη από όλες θεωρείται η Α' Σταυροφορία (1096 - 1099). Αρχηγοί της ήταν δυτικοί ιππότες και φεουδάρχες. Οι σταυροφόροι, που κατέλαβαν διαδοχικά τη Νίκαια (1097), την Αντιόχεια (1098) και την Ιερουσαλήμ (1099), μπορούσαν να καυχηθούν ότι απέδωσαν στους χριστιανούς τους Αγίους Τόπους και ότι βοήθησαν τους Βυζαντινούς να ανακαταλάβουν μέρος της Μικράς Ασίας. Η πτώση της Έδεσσας στους Τούρκους το 1144 και η κατάληψη της Ιερουσαλήμ από το σουλτάνο της Αιγύπτου Σαλαδίν το 1187 ήταν τα γεγονότα που προκάλεσαν τη Β' και Γ' Σταυροφορία αντίστοιχα.

Παρόλο που ήταν καλύτερα οργανωμένες από την πρώτη και οι ηγέτες τους ήταν δυτικοί βασιλείς, οι σταυροφορίες αυτές δεν κατέληξαν σε επιτυχία, ενώ επέτειναν την υποβόσκουσα αντιπάθεια και καχυποψία μεταξύ Βυζαντινών και Δυτικών. Οι τελευταίοι δε δυσκολεύτηκαν έτσι, με την παρέκκλιση της Δ' Σταυροφορίας από τον κύριο στόχο της, την ανάκτηση δηλαδή των Αγίων Τόπων, να στραφούν εναντίον της ίδιας της βυζαντινής πρωτεύουσας, την οποία και κατέλαβαν το 1204. Το γεγονός ότι η Πόλη καταλήφθηκε με τη βοήθεια των Βενετών δείχνει οπωσδήποτε την κυριαρχική θέση των Ιταλών στην ανατολική Μεσόγειο, την οποία διατήρησαν και μετά την ανάκτησή της από τους Βυζαντινούς το 1261.

Η Περίοδος 1204 - 1259

Σημαντική για την κατανόηση μιας ιστορικής περιόδου είναι η καταγραφή και ερμηνεία των γεγονότων που σημάδεψαν και επηρέασαν αποφασιστικά την ιστορική της εξέλιξη. Τα χρονολογικά όρια για το χωρισμό της Βυζαντινής ιστορίας σε περιόδους είναι κατά γενική ομολογία συμβατικά. Αρκετοί ιστορικοί τοποθετούν την έναρξη της Ύστερης Βυζαντινής περιόδου στον 11ο αιώνα, όταν συντελέστηκαν ριζικές μεταβολές στην εσωτερική ζωή της Αυτοκρατορίας (διοίκηση, δικαιοσύνη, οικονομία, στρατό), καθώς και στο εδαφικό της status quo. Παρ' όλα αυτά επιλέχτηκε ως χρονολογία έναρξης της Υστεροβυζαντινής περιόδου το 1204, έτος κατά το οποίο συνέβη το σημαντικότερο ίσως μέχρι τότε γεγονός για την Αυτοκρατορία.

Αποφασιστική καμπή για την ιστορία του βυζαντινού κράτους αποτελεί η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους της Δ' Σταυροφορίας στις 13 Απριλίου 1204. Η πτώση της βασιλίδας των πόλεων, αποτέλεσμα των κατακτητικών σχεδίων των Δυτικών και της εξασθένισης του Βυζαντίου στα τέλη του 12ου αιώνα επισφράγισε τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι Λατίνοι κατακτητές αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης έσπευσαν να καταλάβουν τα εδάφη που τους είχαν επιδικαστεί με την Partitio Romaniae και να οργανώσουν τις κτήσεις τους σύμφωνα με τα δυτικά φεουδαρχικά πρότυπα. Ένα νέο σύστημα κρατών επρόκειτο να δημιουργηθεί.

Η Κωνσταντινούπολη, το κέντρο της Αυτοκρατορίας, χάθηκε πρώτη φορά για τους Βυζαντινούς. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία καταλύθηκε από τους Λατίνους σταυροφόρους και αντικαταστάθηκε από μια νέα, Λατινική, για 57 χρόνια. Επιπλέον, η περίοδος της Λατινοκρατίας επηρέασε ασφαλώς την εσωτερική εξέλιξη της Αυτοκρατορίας με την εισαγωγή φεουδαρχικών στοιχείων σε όλους τους τομείς της Βυζαντινής ζωής. Tη Βυζαντινή Αυτοκρατορία αντικατέστησε η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης που περιλάμβανε τα πέντε όγδοα της πρωτεύουσας, τη Θράκη και τη ΒΔ Μικρά Ασία. Νέος Αυτοκράτορας ανακηρύχθηκε ο κόμης Βαλδουίνος της Φλάνδρας.

Γύρω της αναπτύχθηκαν πολλά Λατινικά κρατίδια που, αν και υποτελή στο Βαλδουίνο, διατήρησαν σχετική αυτονομία. Τα σπουδαιότερα από αυτά ήταν του Βονιφάτιου Μομφερρατικού στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, καθώς και οι δύο φραγκικές ηγεμονίες στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο αντίστοιχα. Τα μεγαλύτερα οφέλη από τη διανομή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αποκόμισαν οι Βενετοί. Στρατηγικά σημεία που εξυπηρετούσαν τα εμπορικά τους συμφέροντα πέρασαν στα χέρια της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας , ενώ τα τρία όγδοα της Κωνσταντινούπολης τέθηκαν επίσης υπό τον έλεγχό της.


Το νέο κρατικό σύστημα συμπλήρωναν ανεξάρτητα Ελληνικά κρατίδια που είχαν κάνει την εμφάνισή τους από τις παραμονές ήδη της Δ' Σταυροφορίας στη Μικρά Ασία, τη Ρόδο και τον Ελλαδικό χώρο. Σε αυτά προστέθηκαν μετά την άλωση του 1204 δύο ακόμη Ελληνικά κράτη. Η Αυτοκρατορία της Νίκαιας που ίδρυσε στη Μικρά Ασία ο Θεόδωρος Α' Λάσκαρης και η ηγεμονία της Ηπείρου που θεμελίωσε ο Μιχαήλ Α' Δούκας. Στα δύο αυτά κράτη, που διεκδικούσαν το καθένα για τον εαυτό του τον τίτλο του συνεχιστή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κατέφυγαν στην πλειοψηφία τους οι Βυζαντινοί μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους.

Και εκεί άρχισαν να οργανώνουν τη δράση τους για την απομάκρυνση των Λατίνων και την ανακατάληψη της πρωτεύουσας. Η Αυτοκρατορία της Νίκαιας κέρδισε τελικά τον τίτλο της "εξόριστης" Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και επανέφερε την έδρα του κράτους στο φυσικό του κέντρο, την Κωνσταντινούπολη. Τη σταδιακή εξασθένιση των δομών του Βυζαντινού κράτους αφενός και τη μείωση των εδαφών του από τις Τουρκικές εισβολές αφετέρου ακολούθησε η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στα χέρια των Οθωμανών το 1453, οπότε και τοποθετούμε το τέλος της Βυζαντινής περιόδου.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΩΡΙΜΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Στη διάρκεια του Ώριμου ή Μέσου Μεσαίωνα παρατηρήθηκε ραγδαία δημογραφική αύξηση. Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι ο Ευρωπαϊκός πληθυσμός από τα 35 αυξήθηκε στα 80 εκατομμύρια μεταξύ των ετών 1000 και 1347, κάτι που κατά καιρούς αποδίδουν στη βελτίωση των μεθόδων αγροτικής παραγωγής, στη βελτίωση των κλιματικών συνθηκών, στην αύξηση των καλλιεργησίμων εδαφών χάρη στην αποψίλωση των δασών και στην απουσία εισβολών. Οι χωρικοί συνέθεταν πάνω από το 90% του πληθυσμού. Δεν κατοικούσαν πια σε απομονωμένα αγροκτήματα, αλλά συγκεντρωμένοι σε μικρές κοινότητες (Αγγλικά: manors, Γαλλικά: seigneuries).

Σε πολλές περιπτώσεις ήταν υποτελείς στους ευγενείς στους οποίους όφειλαν υπηρεσίες και ενοίκιο σε αντάλλαγμα του δικαιώματος καλλιέργειας της γης. Ο αριθμός των ελεύθερων χωρικών ήταν πολύ μικρός, ενώ ήταν περισσότεροι στο Νότο παρά στον Ευρωπαϊκό Βορρά. Ολόκληρη η κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα των χωρικών βρισκόταν περιορισμένη στο χώρο. Ήταν προσδεδεμένοι στο κτήμα όπου εργάζονταν, χωρίς δυνατότητες αντίληψης των πραγμάτων πέρα από την καθημερινότητα του φέουδου και τις υποχρεώσεις τους σε αυτό.

Οι ευγενείς, τόσο εκείνοι που έφεραν ανώτερους τίτλους όσο και οι απλοί ιππότες, βασίζονταν οικονομικά στις κοινότητες και τους χωρικούς, παρόλο που οι γαίες δεν αποτελούσαν προσωπική τους περιουσία. Στην πραγματικότητα λάμβαναν δικαίωμα εκμετάλλευσης των εισοδημάτων των γαιών από έναν υψηλότερα ιστάμενο στην κοινωνική πυραμίδα ευγενή δια μέσου του συστήματος του φεουδαλισμού. Στη διάρκεια του 11ου και 12ου αιώνα, αυτές οι γαίες, γνωστές με την ονομασία φέουδα ή τιμάρια (τσιφλίκια), κατέληξαν αντικείμενο κληρονομικού δικαιώματος.

Στις περισσότερες περιοχές, μετά το θάνατο του ευγενούς, οι γαίες του έπαψαν να διαιρούνται μεταξύ όλων των τέκνων του, όπως συνέβαινε κατά τον Πρώιμο Μεσαίωνα, αλλά, αντίθετα, κληροδοτούνταν στο μεγαλύτερο από τους άρρενες απογόνους του. Η κυριαρχία των ευγενών στηριζόταν στα εισοδήματα των γαιών, στον έλεγχο κάστρων, στην παροχή στρατιωτικών υπηρεσιών ως βαρύ ιππικό, καθώς και στην απαλλαγή από φόρους και άλλες υποχρεώσεις. Τα ισχυρά οχυρά, τα οποία αρχικά κατασκευάζονταν από ξύλο και κατόπιν από πέτρα, άρχισαν να ανεγείρονται κατά τον 9ο και 10ο αιώνα σαν αντίδραση στη γενική αταξία και έλλειψη ασφάλειας που χαρακτήριζαν την εποχή αυτή.

Τα τελευταία προσέφεραν προστασία τόσο από τους ξένους εισβολείς, όσο και από τις βλέψεις αντιπάλων ευγενών. Οι οχυρώσεις αυτές αποτελούσαν παράγοντα σταθεροποίησης του φεουδαρχικού συστήματος καθώς εξασφάλιζαν σχετική αυτονομία στους ευγενείς από τους βασιλείς και άλλους ισχυρούς άρχοντες. Η τάξη των ευγενών παρουσίαζε και η ίδια διαστρωμάτωση. Οι βασιλείς και οι ανώτατοι ευγενείς ήλεγχαν μεγάλες επικράτειες, ενώ παράλληλα εξουσίαζαν άλλους κατώτερους ευγενείς. Οι τελευταίοι είχαν τον έλεγχο μικρότερων εκτάσεων και λιγότερου αριθμού χωρικών.

Ακόμη χαμηλότερα στην κοινωνική πυραμίδα ήταν οι ιππότες, ο χαμηλότερος βαθμός ευγενείας, οι οποίοι δεν είχαν στην κατοχή τους δική τους γη και όφειλαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ισχυρότερους άρχοντες. Κατά συνέπεια, παρατηρείται μια πυραμιδοειδής δομή, όπου ο ηγεμόνας είχε περιορισμένες δυνατότητες και βασιζόταν στην ανταπόκριση των φεουδαρχών στις υποχρεώσεις τους, για να συγκεντρώσει δυνάμεις για να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα και μετά αυτές οι δυνάμεις διαλύονταν για να επιστρέψουν στη διάθεση του τοπικού χωροδεσπότη και την καλλιέργεια της γης. Ο κλήρος ήταν επίσης διαιρεμένος σε δύο κατηγορίες: στον κοσμικό κλήρο, που κατοικούσε και δρούσε μέσα στην κοινωνία, και στον μοναχικό κλήρο.

Σε ολόκληρη την περίοδο αυτή οι κληρικοί ήταν ένα πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού και υπολογίζεται πως δεν ξεπερνούσε το 1%. Τα περισσότερα μέλη του μοναχικού κλήρου (και ειδικά των μοναχικών Ταγμάτων) αντλούνταν από την τάξη των ευγενών, από την οποία προέρχονται και τα ανώτερα μέλη του κοσμικού κλήρου. Οι τοπικοί ιερείς στις διάφορες ενορίες προέρχονταν συνήθως από την τάξη των χωρικών. Οι αστοί βρίσκονταν κοινωνικά σε μια ενδιάμεση κατάσταση καθώς δεν ενσωματώνονταν στον παραδοσιακό τριμερή διαχωρισμό της κοινωνίας σε ευγενείς, κληρικούς και χωρικούς.

Λαμβάνοντας ώθηση από τη δημογραφική αύξηση, ο αστικός πληθυσμός μεγάλωσε πολύ κατά το 12ο και 13ο αιώνα, καθώς ιδρύθηκαν νέα αστικά κέντρα και τα ήδη υπάρχοντα επεκτάθηκαν. Και πάλι όμως οι κάτοικοι των πόλεων στη διάρκεια του Μεσαίωνα δεν ξεπέρασαν ποτέ το 10% του συνολικού Ευρωπαϊκού πληθυσμού. Στη διάρκεια του Ώριμου Μεσαίωνα, οι Εβραίοι κατοικούσαν κυρίως στην Ισπανία και σε κοινότητες που εμφανίστηκαν στη Γερμανία και στην Αγγλία τον 11ο και 12ο αιώνα. Οι Εβραίοι απολάμβαναν σχετική ασφάλεια στη Μουσουλμανική Ισπανία, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη δέχονταν πιέσεις να ασπαστούν το Χριστιανισμό, αποτελώντας συχνά θύματα πογκρόμ, όπως κατά τη διάρκεια της Πρώτης Σταυροφορίας.


Η πλειονότητα αυτών ήταν υποχρεωμένη να κατοικεί περιορισμένα σε πόλεις καθώς δεν είχαν το δικαίωμα να κατέχουν γη. Σαν αποτέλεσμα στράφηκαν για βιοποριστικούς λόγους στο εμπόριο, με το επάγγελμα να κληροδοτείται από πατέρα σε γιο. Εκτός από τους Εβραίους υπήρχαν κι άλλες θρησκευτικές μειονότητες στο περιθώριο της Ευρώπης, όπως παγανιστές Σλάβοι στην Ανατολική Ευρώπη και Μουσουλμάνοι στο Νότο. Στο Μεσαίωνα ήταν κοινωνική επιταγή οι γυναίκες να ζουν εξαρτώμενες από κάποιον άνδρα, ο οποίος μπορούσε να είναι ο πατέρας τους, ο σύζυγός τους ή κάποιος άλλος άρρενας συγγενής. Οι χήρες, οι οποίες γενικά είχαν μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας, υπέκειντο επίσης σε νομικούς περιορισμούς.

Οι γυναικείες δραστηριότητες περιορίζονταν στις δουλειές του νοικοκυριού και στην εκπαίδευση των παιδιών. Στην ύπαιθρο λάμβαναν επίσης μέρος στη συγκομιδή, στη φροντίδα των οικόσιτων ζώων, ενώ μπορούσαν να συνεισφέρουν στα έσοδα του νοικοκυριού παρασκευάζοντας νήμα ή ζύθο εντός του σπιτιού. Οι γυναίκες των πόλεων, όπως κι εκείνες της υπαίθρου, απασχολούνταν κυρίως με τις δουλειές του νοικοκυριού, ωστόσο είχαν επίσης τη δυνατότητα ανάμειξης στο εμπόριο. Το είδος και η έκταση αυτού ποικίλουν ανάλογα με τη χώρα και την εποχή.

Από τις γυναίκες ευγενικής καταγωγής υπήρχε η απαίτηση να φροντίζουν την εύρυθμη λειτουργία του οίκου και κατά περιόδους αναλάμβαναν τη διαχείριση της ιδιοκτησίας κάποιου άρρενα συγγενή όταν αυτός απουσίαζε, αν και γενικά αποκλείονταν από τη λήψη αποφάσεων για ζητήματα διακυβέρνησης και για ζητήματα στρατιωτικής φύσης. Ο μοναδικός ρόλος που κάποια γυναίκα μπορούσε να έχει εντός της Εκκλησίας ήταν εκείνος της καλόγριας, καθώς δεν είχε δικαίωμα στην ιεροσύνη. Στην Ιταλία και τη Φλάνδρα, η ανάπτυξη των πόλεων που απολάμβαναν σχετική διοικητική αυτονομία έδωσε ώθηση στις οικονομικές δραστηριότητες, ενθαρρύνοντας τη δημιουργία νέων μορφών εμπορίου.

Οι πόλεις που βάσιζαν την οικονομία τους σε αυτές γύρω από τη Βαλτική Θάλασσα δημιούργησαν ένα είδος συνασπισμού με την ονομασία Χανσεατική Ένωση. Οι Ιταλικές Δημοκρατίες που βάσιζαν την ισχύ τους στη θάλασσα όπως η Βενετία, η Γένοβα και η Πίζα ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων της Μεσογείου. Μεγάλες εμποροπανηγύρεις δημιουργήθηκαν, κυρίως στη Βόρεια Γαλλία, όπου λάμβαναν χώρα συναλλαγές μεταξύ εμπόρων από ολόκληρη την ήπειρο. Στα τέλη του 13ου αιώνα ανακαλύφθηκαν, επίσης, νέοι εμπορικοί δρόμοι προς την Άπω Ανατολή, τους οποίους διέδωσε μέσω των υπαγορευμένων απομνημονευμάτων του ένας από τους εμπόρους αυτούς, ο Μάρκο Πόλο (πεθ. 1324).

Εκτός από τις νέες εμπορικές ευκαιρίες, διάφορες τεχνολογικές καινοτομίες βοήθησαν στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής, που με τη σειρά της βοήθησε ακόμη περισσότερο το εμπόριο. Τέτοιες καινοτομίες ήταν η εφαρμογή της τριετούς αμειψισποράς, η χρήση νέας μορφής αρότρου, η εκτεταμένη χρήση νερόμυλων και αργαλειών. Η άνθηση του εμπορίου είχε σαν αποτέλεσμα και την ανάπτυξη νέων χρηματοοικονομικών τεχνικών όπως η τήρηση λογιστικών βιβλίων με το διπλογραφικό σύστημα και η ενέγγυα πίστωση. Στο πλαίσιο αυτό η Ιταλία ξεκίνησε εκ νέου να κόβει χρυσά νομίσματα, κάτι που εξαπλώθηκε αργότερα και σε άλλες χώρες.

Ενδυνάμωση της Κρατικής Εξουσίας

Ο Ώριμος ή Μεσαίωνας ήταν η περίοδος που σχηματίστηκαν τα σύγχρονα Ευρωπαϊκά κράτη της Δυτικής Ευρώπης. Οι βασιλείς της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ισπανίας εδραίωσαν τη δύναμή τους και δημιούργησαν θεσμούς διακυβέρνησης που άντεξαν στο χρόνο. Νέα βασίλεια όπως εκείνο της Ουγγαρίας και της Πολωνίας έγιναν ισχυρές πολιτικές δυνάμεις στην Κεντρική Ευρώπη μετά τον προσηλυτισμό των κατοίκων τους στο Χριστιανισμό. Οι Μαγυάροι οριοθέτησαν την Ουγγαρία γύρω στο 900 στα χρόνια του βασιλιά Árpád (πεθ. περ. 907) μετά από μια αλληλουχία εισβολών τον 9ο αιώνα.

Οι Βόρειες Σταυροφορίες και η επέκταση των Χριστιανικών βασιλείων και στρατιωτικών ταγμάτων σε περιοχές που μέχρι τότε είχαν παγανιστικές καταβολές στη Βαλτική και τη βορειοανατολική Φινλανδία, οδήγησαν πολυάριθμες φυλές γηγενών σε αναγκαστική ενσωμάτωση στην Ευρωπαϊκή κουλτούρα. Στο αρχικό στάδιο του Μέσου Μεσαίωνα τη Γερμανία κυβερνούσε η Οθωναία Δυναστεία που βρισκόταν σε διαρκή ανταγωνισμό για την εξουσία με ισχυρούς Δούκες, όπως εκείνους της Σαξονίας και της Βαυαρίας, η επικράτεια των οποίων είχε οριοθετηθεί ήδη από την Εποχή των Μεγάλων Μεταναστεύσεων.

Το 1024, τους Όθωνες διαδέχθηκε η Φραγκονιανή Δυναστεία (ή Σάλια Δυναστεία), ένα μέλος της οποίας, ο Αυτοκράτορας Ερρίκος Δ' (κυβ. 1084 - 1105), συγκρούστηκε με τον Πάπα για το ζήτημα του δικαιώματος διορισμού των επισκόπων. Οι διάδοχοί του εξακολούθησαν να μάχονται τη Ρώμη και τους Γερμανούς ευγενείς. Μια περίοδος αστάθειας ακολούθησε το θάνατο του Αυτοκράτορα Ερρίκου Ε' (κυβ. 1111 - 1125), που απεβίωσε χωρίς διάδοχο, μέχρι την ενθρόνιση του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα (κυβ. 1155 - 1190). Παρόλο που κυβέρνησε αποτελεσματικά, τα ουσιαστικής φύσης προβλήματα συνέχισαν να υφίστανται, με αποτέλεσμα οι διάδοχοί του να συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα και το 13ο αιώνα.

Ο εγγονός του Βαρβαρόσσα, Φρειδερίκος Β' (κυβ. 1220 - 1250), που ήταν επίσης διάδοχος του θρόνου της Σικελίας δια μέσου της μητέρας του, συγκρούστηκε κατ' εξακολούθηση με τον Παπισμό και αφορίστηκε σε πολλές περιστάσεις. Στην Ανατολή, στα μέσα του 13ου αιώνα, σημαντικότερο γεγονός είναι οι κατακτήσεις των Μογγόλων, τα στρατεύματα των οποίων υπό τον Μπατού Χαν συνέτριψαν εκείνα των Ρώσων αρχικά (Μογγολική εισβολή των Ρως, 1237 - 1240), και κατόπιν αυτά των Πολωνών, των Ούγγρων και των Γερμανών (Μάχη της Λεγκνίτσα, 1241), κάνοντας ευρεία χρήση της Κινεζικής πυρίτιδας την οποία εισήγαγαν στην Ευρώπη.

Υπό τη σκιά εσωτερικών προβλημάτων διαδοχής, οι Μογγόλοι υποχώρησαν τελικά αν και συνέχισαν να εξαπολύουν επιθέσεις μέχρι το τέλος του αιώνα. Από την πλευρά τους, η Βουλγαρία του Βόλγα και το Κράτος των Ρως καταλύθηκαν από τη Χρυσή Ορδή και οι λαοί τους υποχρεώθηκαν να πληρώνουν φόρους υποτέλειας. Στα πρώτα της βήματα η Δυναστεία των Καπετιδών στη Γαλλία δεν ήλεγχε στην πραγματικότητα παρά κάποια εδάφη στην Ιλ-ντε-Φρανς. Ωστόσο η επιρροή της εξαπλώθηκε σταδιακά κατά το πέρασμα του 11ου και 12ου αιώνα. Ανάμεσα στους ισχυρότερους ευγενείς της περιόδου δεσπόζουν οι Δούκες της Νορμανδίας.


Ένας από αυτούς, ο Γουλιέλμος Α' ο Κατακτητής (κυβ. 1035 - 1087) υπέταξε την Αγγλία (κυβ. 1066 - 1087) και δημιούργησε ένα ισχυρό κράτος με εκτάσεις κι από τις δύο πλευρές της Μάγχης, το οποίο επιβίωσε με διάφορες μορφές μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα. Νορμανδοί επίσης εγκαταστάθηκαν στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, όταν ο Ροβέρτος Γυϊσκάρδος (πεθ. 1085) αποβιβάστηκε εκεί το 1059 και δημιούργησε ένα Δουκάτο, το οποίο αργότερα έμεινε γνωστό ως Βασίλειο της Σικελίας.

Οι Ανδεγαυοί βασιλείς της Αγγλίας, Ερρίκος Β' (κυβ. 1154 - 1189) και γιος του Ριχάρδος Α' ο Λεοντόκαρδος (κυβ. 1189 - 1199), κυβέρνησαν κατόπιν στα εδάφη της Αγγλίας και σε σημαντικό τμήμα της νοτιοδυτικής Γαλλίας χάρις στο γάμο του πρώτου με την Ελεονώρα της Ακουιτανίας (πεθ. 1204). Ο μικρότερος αδερφός του Ριχάρδου, Ιωάννης ο Ακτήμων (κυβ. 1199 - 1216), έχασε τη Νορμανδία και τις υπόλοιπες κτήσεις του στη Βόρεια Γαλλία το 1204, από το Γάλλο Βασιλιά Φίλιππο Β' (κυβ. 1180 - 1223).

Αυτό επέσυρε την αγανάκτηση των Άγγλων ευγενών, ενώ οι φόροι που επέβαλε ο Ιωάννης προκειμένου να χρηματοδοτήσει την εκστρατεία ανάκτησης των χαμένων εδαφών οδήγησε στην υπογραφή το 1215 της Μάγκνα Κάρτα, ενός σημαντικού εγγράφου που προσδιόριζε τα δικαιώματα και τα προνόμια των ελεύθερων ανδρών στην Αγγλία. Ο γιος του Ερρίκος Γ' (κυβ. 1216 - 1272) οδηγήθηκε σε νέες υποχωρήσεις που περιόρισαν τη βασιλική εξουσία.[169] Στην αντίθετη κατεύθυνση, ο βασιλείς της Γαλλίας συνέχισαν να περιορίζουν την ισχύ των ευγενών, προσέθεσαν νέα εδάφη στη βασιλική σφαίρα επιρροής και συγκέντρωσαν υπό κοινό κέντρο τη διοίκηση.

Υπό τον Λουδοβίκο τον Θ' (κυβ. 1226 - 1270), το βασιλικό κύρος έφτασε σε νέα ύψη, τέτοια που ο βασιλιάς έγινε ρυθμιστής διαφορών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Κατά συνέπεια αγιοποιήθηκε από τον Πάπα Βονιφάτιο Η' το 1297 (θητεία 1294 - 1303). Στη Σκωτία, οι προσπάθειες εισβολής των Άγγλων προκάλεσαν μια σειρά πολέμων κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα που επέτρεψαν στο βασίλειο αυτό να διατηρήσει την ανεξαρτησία του. Στην Ιβηρική χερσόνησο, τα Χριστιανικά βασίλεια που είχαν περιοριστεί στο βορειοδυτικό τμήμα της, άρχισαν να απωθούν σταδιακά τα όρια της Ισλαμικής επιρροής προς τα νότια, με την ιστορική αυτή περίοδο να μένει γνωστή με την ονομασία Reconquista (σημαίνει «επανακατάκτηση»).

Το 1150 περίπου ο Χριστιανικός βορράς είχε οργανωθεί σε πέντε μεγάλα βασίλεια: Λεόν, Καστίλλη, Αραγονία, Ναβάρρα και Πορτογαλία. Ο Μουσουλμανικός νότος, αρχικά ενωμένος υπό το Χαλιφάτο της Κόρδοβας, κατακερματίστηκε τη δεκαετία του 1030 σε πολυάριθμα ανεξάρτητα βασίλεια που αποκαλούνταν ταϊφά. Αυτά συγκρούονταν με τους Χριστιανούς μέχρι τη δεκαετία του 1170, οπότε και ξαναοργανώθηκαν σε κοινή πολιτική ενότητα ως κομμάτια του Χαλιφάτου των Αλμοχαδών. Η Χριστιανική επέκταση προς το νότο συνεχίστηκε τα πρώτα χρόνια του 13ου αιώνα, με αποκορύφωμα την κατάληψη της Σεβίλλης το 1248.

Οι Σταυροφορίες

Τον 11ο αιώνα οι Σελτζούκοι Τούρκοι, οι οποίοι προέρχονταν από την κεντρική Ασία κατέκτησαν μεγάλο κομμάτι της Μέσης Ανατολής, καταλαμβάνοντας την Περσία τη δεκαετία του 1040, την Αρμενία τη δεκαετία του 1060 και την Ιερουσαλήμ το 1070. Το 1071 ο Τουρκικός στρατός υποχρέωσε σε ήττα το βυζαντινό στη Μάχη του Μάτζικερτ, αιχμαλωτίζοντας παράλληλα τον Αυτοκράτορα Ρωμανό Δ' (κυβ. 1068 - 1071), και πλέον ήταν ελεύθερος για να εισβάλει στη Μικρά Ασία. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δέχθηκε σοβαρό πλήγμα εφόσον έχασε ορισμένες από τις πιο πυκνοκατοικημένες επαρχίες της και σημαντικά οικονομικά κέντρα.

Παρόλο που το Βυζάντιο ανασυντάχθηκε και ξαναπήρε τον έλεγχο ορισμένων περιοχών, δεν ανέκτησε ωστόσο ποτέ ξανά το σύνολο της Μικράς Ασίας και βρέθηκε πολλές φορές στη θέση του αμυνόμενου. Είχε δε να αντιμετωπίσει και την αναγεννημένη Βουλγαρία, που το 12ο και 13ο αιώνα άρχισε να εξαπλώνεται και πάλι στα Βαλκάνια. Οι Τούρκοι υπέφεραν επίσης από ατυχίες, χάνοντας τον έλεγχο της Ιερουσαλήμ από τους Φατιμίδες της Αιγύπτου το 1098 και βιώνοντας εσωτερικές εμφύλιες συγκρούσεις. Κύριος σκοπός των περίφημων Σταυροφοριών ήταν η ανακατάληψη των Αγίων Τόπων από τους Μουσουλμάνους.

Η Πρώτη Σταυροφορία διακηρύχθηκε από τον Πάπα Ουρβανό Β' (θητεία 1088 - 1099) στη Σύνοδο του Κλερμόν το 1095. Ο Ουρβανός υποσχέθηκε άφεση αμαρτιών στους συμμετέχοντες και σαν αποτέλεσμα δεκάδες χιλιάδες άνδρες από όλα τα κοινωνικά στρώματα κινητοποιήθηκαν κατά μήκος της Ευρώπης για να μεταβούν στη Μέση Ανατολή. Χαρακτηριστικό της εποχής στις Ευρωπαϊκές πόλεις, καθώς οι Χριστιανοί αναχωρούσαν, ήταν τα πογκρόμ εναντίον ντόπιων Εβραίων. Αυτά ήταν ιδιαιτέρως βίαια στη διάρκεια της Πρώτης Σταυροφορίας, οπότε και οι Εβραϊκές κοινότητες στην Κολωνία, στο Μάιντς και στη Βορμς καταστράφηκαν, όπως και άλλες κοινότητες σε πόλεις μεταξύ των ποταμών Σηκουάνα και Ρήνου.

Ένα άλλο φαινόμενο που σχετίζεται με τις Σταυροφορίες είναι η εμφάνιση ενός νέου τύπου μοναστικού τάγματος, όπως οι Ναΐτες και οι Ιωαννίτες Ιππότες, που συνδύαζαν πρακτικές του μοναχισμού με στρατιωτικές υπηρεσίες. Η Ιερουσαλήμ έπεσε το 1099 και οι Σταυροφόροι σταθεροποίησαν τις κατακτήσεις τους ιδρύοντας στην περιοχή τα Σταυροφορικά Κράτη. Στη διάρκεια του 12ου και 13ου αιώνα, έλαβαν χώρα μια σειρά από ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των κρατών αυτών και των ισλαμικών που τα περιτριγύριζαν.

Τα αιτήματα για υποστήριξη που έστειλαν τα κράτη αυτά προς τον Πάπα, οδήγησαν σε περαιτέρω Σταυροφορίες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Τρίτη, η οποία διεξήχθη με σκοπό την ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ που είχε καταλάβει το 1187 ο Σαλαντίν (πεθ. 1193). Η Τέταρτη Σταυροφορία παρεξετράπη του αρχικού της στόχου και μείωσε το κύρος του Παπισμού. Τα Ενετικά πλοία που μετέφεραν τους Σταυροφόρους στους Αγίους Τόπους, άλλαξαν πορεία αποβιβάζοντας τα στρατεύματα στην Κωνσταντινούπολη. Η Πόλη κατελήφθη το 1204, οπότε και ιδρύθηκε η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης.


Οι Βυζαντινοί ανέκτησαν τον έλεγχο της πρωτεύουσάς τους το 1261, ωστόσο το πλήγμα αποδείχθηκε τόσο μεγάλο που δεν ανέκτησαν ποτέ την παλαιά τους δύναμη. Οι επόμενες Σταυροφορίες ήταν ολοένα και μικρότερης έκτασης και σημασίας και ήταν αποτελέσματα της πρωτοβουλίας συγκεκριμένων βασιλέων όπως ο Λουδοβίκος ο Θ' της Γαλλίας σε ό,τι αφορά την Έβδομη και την Όγδοη Σταυροφορία. Αυτές απέτυχαν στο να αποτρέψουν την απομόνωση των Σταυροφορικών Κρατών, τα οποία είχαν πέσει όλα σε Μουσουλμανικά χέρια μέχρι το 1291. Το κατ' όνομα μόνον Βασίλειο της Ιερουσαλήμ επιβίωσε με έδρα το νησί της Κύπρου για αρκετά χρόνια ακόμη.

Οι Πάπες κήρυξαν τη διεξαγωγή Σταυροφοριών και σε άλλα μέρη εκτός από τους Αγίους Τόπους: στην Ισπανία, τη νότια Γαλλία και στη Βαλτική. Οι Ισπανικές Σταυροφορίες συνδέθηκαν με το κίνημα της Reconquista, της ανάκτησης της χερσονήσου από τους Άραβες. Παρόλο που οι Ναΐτες και οι Ιωαννίτες Ιππότες έλαβαν μέρος στις μάχες στην Ισπανία, δημιουργήθηκαν και τοπικά ανάλογα τάγματα όπως αυτά του Καλατράβα και του Σαντιάγο στις αρχές του 12ου αιώνα. Άλλες Σταυροφορίες είχαν στόχο την κατάπνιξη αιρέσεων από την Καθολική Εκκλησία, όπως οι εκστρατείες κατά των Καθαρών και κατά των Χουσιτών.

Η Βόρεια Ευρώπη επίσης παρέμενε εκτός της Χριστιανικής σφαίρας επιρροής μέχρι τον 11ο αιώνα και οι παγανιστές που ζούσαν εκεί έγιναν στόχοι Σταυροφόρων. Το Τάγμα των Αδελφών του Ξίφους δημιουργήθηκε και έδρασε στην περιοχή αυτή στις αρχές του 13ου αιώνα, μέχρι την απορρόφησή του από το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών. Το τελευταίο, παρόλο που αρχικά είχε ιδρυθεί στα Σταυροφορικά Κράτη, μετά το 1225 μετέφερε τη δράση του στη Βαλτική, ιδρύοντας Θεοκρατικό κράτος με έδρα το Μάριενμπουργκ στην Πρωσία, σε βάρος της Πολωνίας και της Λιθουανίας.

ΤΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΪΩΑΝΝΗ

Ο Ιωάννης Ασάν, αδελφός του Ιωάννη Ασάν Α' και του Πέτρου Δ' (ή Θεοδώρου), έμεινε γνωστός και με τα προσωνύμια Καλοϊωάννης, Καλογιάν, Ιωαννίτζης, Σκυλογιάνννης και Ρωμαιοκτόνος, ανάλογα με τη γνώμη που είχαν σχηματίσει γι’ αυτόν οι ιστορικές πηγές. Η γέννησή του τοποθετείται περί το 1165. Το πιο πιθανό είναι ότι καταγόταν από τη Βλαχία. Ο Νικήτας Χωνιάτης ονομάζει τους Βούλγαρους «Μυσούς», ενώ οι Λατινικές πηγές δίδουν στα μέλη της δυναστείας Ασάν το προσωνύμιο «Βλάχος» (Blacus). Επιδίωξη του Καλοϊωάννη και των αδελφών του ήταν η ανασύσταση του Βουλγαρικού βασιλείου και η αποκατάσταση της κυριαρχίας του στη Βαλκανική.

Ο χώρος που κατελάμβανε αυτό το βασίλειο ταυτίζεται με τα εδάφη της σημερινής νότιας Ρουμανίας και βόρειας Βουλγαρίας. Μετά τις ήττες που υπέστησαν οι Βούλγαροι από τον Βασίλειο Β' Βουλγαροκτόνο, η χώρα τους διαιρέθηκε σε Θέματα και παρέμεινε υπό Βυζαντινή κυριαρχία, παρά τις κατά καιρούς επαναστάσεις. Το 1185 ο Ιωάννης Ασάν Α' και ο Πέτρος Δ' επαναστάτησαν λόγω της βαριάς φορολογίας που είχε επιβληθεί από τους Βυζαντινούς, ζητώντας να τους παραχωρηθούν προνοιακά εδάφη. Απώτερος στόχος βέβαια ήταν η ίδρυση του δεύτερου Βουλγαρικού βασιλείου.

Η επανάσταση στηρίχθηκε από τον μεγάλο Ζουπάνο της Σερβίας, Στέφανο Νεμάνια, ενώ συμμετείχαν, επίσης, Κουμάνοι και Βλάχοι. Οι Βυζαντινοί δεν μπόρεσαν να διευθετήσουν το ζήτημα, παρά τις σποραδικές επιτυχίες που σημείωσαν σε βάρος των επαναστατών. Το 1188 υπογράφηκε ειρήνη και ο Καλοϊωάννης κατέληξε όμηρος των Βυζαντινών. Το Βυζάντιο παρεχώρησε ουσιαστικά στους Βουλγάρους την περιοχή μεταξύ Αίμου και Δούναβη, ενώ ο Ιωάννης Ασάν Α' στέφθηκε Τσάρος στην πόλη Τύρνοβο. Το επόμενο έτος η επανάσταση αναζωπυρώθηκε με την εμφάνιση του Γερμανού Αυτοκράτορα Φρειδερίκου Α' Βαρβαρόσα, με τον οποίο συντάχθηκαν οι επαναστάτες.

Παρά την αντεπίθεση των Βυζαντινών και την πολιορκία του Τυρνόβου, οι Βούλγαροι νίκησαν τα Βυζαντινά στρατεύματα στα ορεινά περάσματα του Αίμου. Η νέα ήττα των Βυζαντινών στην Αρκαδιόπολη (1194) και η άνοδος του ανίκανου Αλέξιου Γ' στον θρόνο του Βυζαντίου, δυσχέραναν την κατάσταση. Οι διαπραγματεύσεις αυτή τη φορά δεν καρποφόρησαν και οι Βούλγαροι λεηλάτησαν την περιοχή της Μακεδονίας. Σύμφωνα με τον ιστορικό Γεώργιο Ακροπολίτη, ο Πέτρος Δ' έλαβε από τον αδελφό του, ως δώρο, την περιοχή της Μεγάλης Πρεσθλάβας, και το κάστρο του Προβάτου, λίγα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Αδριανούπολης.

Η δολοφονία του Ιωάννη Ασάν Α' από συνωμότες Βογιάρους, το 1196, έδωσε την εξουσία προσωρινά στον Πέτρο Δ', πριν δολοφονηθεί και αυτός το 1197. Διαχειριστής, πλέον, της κατάστασης ήταν ο Καλοϊωάννης, ο οποίος δραπέτευσε. Οι τοπικές ηγεμονίες των Βογιάρων διαλύθηκαν από τους Βυζαντινούς, δεν συνέβη όμως το ίδιο με την κρατική οντότητα που οργάνωσε ο Καλοϊωάννης. Αναμφίβολα ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του συνεχιστή του έργου προηγούμενων ονομαστών Τσάρων της Βουλγαρίας, όπως ήταν οι Σαμουήλ και Συμεών. Εκμεταλλευόμενος την αδυναμία των Βυζαντινών να τον υποτάξουν, επιδόθηκε σε φοβερές επιδρομές στα εδάφη της Μακεδονίας και εναντίον της Αδριανούπολης, ενισχύοντας το βασίλειό του.

Επιζητώντας την επισημοποίηση και την επικύρωση της εξουσίας του είχε προβεί, πριν από την άλωση του 1204, σε μια έξυπνη διπλωματική ενέργεια. Σύμφωνα με τον ιππότη και ιστορικό της Δ' Σταυροφορίας, Ροβέρτο του Κλαρί, φέρεται πως ήλθε σε επαφή με τους ηγέτες αυτής της Σταυροφορίας κατά τα τέλη Ιανουαρίου ή αρχές Φεβρουαρίου του 1204, όταν διεξαγόταν η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Την πληροφορία επιβεβαιώνει και η διήγηση του Νικήτα Χωνιάτη. Ο Γάλλος ιππότης αναφέρει ότι ο Καλοϊωάννης υποσχέθηκε την παροχή 100.000 ανδρών στους σταυροφόρους και προσφέρθηκε να γίνει υποτελής τους, με την προϋπόθεση ότι θα τον αποδέχονταν ως βασιλιά της Βλαχίας.

Ο Ροβέρτος συμπληρώνει ότι ο Καλοϊωάννης έτρεφε κοπάδι με άλογα για λογαριασμό του Βυζαντινού Αυτοκράτορα. Αυτό δεν διασταυρώνεται από άλλη πηγή εκτός από τον Χωνιάτη, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, καταγράφει το αίτημα των Βουλγάρων για την παραχώρηση προνοιακών εδαφών. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα πάντα με τον συγκεκριμένο χρονικογράφο, οι σταυροφόροι αρνήθηκαν την προσφορά και τον απέπεμψαν με σκαιό τρόπο. Ο Καλοϊωάννης στράφηκε τότε προς τη Ρώμη και προσέφερε στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ' την υπαγωγή της Βουλγαρικής Εκκλησίας στην Καθολική, υπό την προϋπόθεση της αναγνώρισης του αξιώματός του, ως Τσάρου, από την Αγία Έδρα.

Πράγματι, στις 7 ή 8 Νοεμβρίου 1204 ο Καλοϊωάννης στέφθηκε από τον απεσταλμένο του πάπα, καρδινάλιο Λέοντα της Σάντα Κρότσε, ενώ ο αρχιεπίσκοπος Τυρνόβου έλαβε τον τίτλο του πριμάτου (πατριάρχη).


ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΣ - ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΟΪΩΑΝΝΗΣ

Η δημιουργία του Βασιλείου της Θεσσαλονίκης και της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης δεν ικανοποιούσε τον Καλοϊωάννη. Ο βασιλιάς της Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιος, γνώριζε ότι η ηγεμονία του κινδύνευε, ειδικά σε μια περίοδο που ο Καλοϊωάννης επεδείκνυε έντονες επεκτατικές βλέψεις, προσεγγίζοντας και το Ελληνικό στοιχείο. Το ανησυχητικό για τον Βονιφάτιο και τους Λατίνους ήταν ότι το στοιχείο αυτό σε μεγάλο βαθμό προτιμούσε ως επικυρίαρχο τον Καλοϊωάννη. Δικαιολογημένα λοιπόν ο πρώτος αποφάσισε να στείλει, με τη σειρά του, τον ιππότη Γουλιέλμο Αριέντο για να ενημερώσει τον πάπα Ιννοκέντιο Γ' για τις εξελίξεις.

Στον επίλογο της επιστολής, με την οποία είχε εφοδιάσει τον έμπιστο υποτελή του, θύμιζε ότι είναι έτοιμος να προσφέρει τον εαυτό του και το βασίλειό του «Για την τιμή της Αγίας Μητρός Εκκλησίας». Οι βλέψεις του Καλοϊωάννη δεν ήταν η μόνη πηγή ανησυχίας για τον Βονιφάτιο. Ο ανταγωνισμός των Φλαμανδών με τους Λομβαρδούς όξυνε τις σχέσεις του βασιλιά της Θεσσαλονίκης και με τον Βαλδουίνο Α'. Οι δύο πλευρές έφθασαν ένα βήμα πριν από τον εμφύλιο πόλεμο όταν ο Βονιφάτιος αρνήθηκε στον Βαλδουίνο τη φεουδαλική υποταγή που απαιτούσε ο δεύτερος και πολιόρκησε την Αδριανούπολη.

Την οποία διοικούσε τότε ως επίτροπος του Βαλδουίνου ο ιππότης από τη Φλάνδρα Ευστάθιος Σωμπρουίκ (Saubruic ή Salperwick) με φρουρά 40 ιπποτών και 100 εφίππων (σεργέντων). Ο πόλεμος τελικά αποσοβήθηκε μετά τις μεσολαβητικές προσπάθειες που κατέβαλαν ο δόγης της Βενετίας Δάνδολος, ο Μαρεσάλης της Καμπανίας, Γοδεφρείδος Βιλαρδουίνος, ο πρωτοβεστιάριος Κόνωνας της Μπετύν και ο κόμης Λουδοβίκος του Μπλουά και της Σαρτραίν, ο οποίος είχε λάβει από τον Βαλδουίνο Α' το αξίωμα του δούκα της Νικαίας. Η πόλη είχε εισέλθει και στο στόχαστρο του Καλοϊωάννη, πριν το 1204, και είχε γίνει στόχος επιδρομών από την πλευρά του.

Η Φιλιππούπολη (σημερινό Πλόβντιβ), επιπλέον, ανήκε στη σφαίρα επιρροής του Καλοϊωάννη και μπορούσε να αποτελέσει ένα ακόμη ορμητήριο εναντίον των Λατινικών κρατών. Από την αλληλογραφία του Πάπα με τον Καλοϊωάννη προκύπτει ότι ο Βούλγαρος ηγεμόνας είχε προειδοποιήσει τους Λατίνους να μην εγείρουν αξιώσεις για τα εδάφη του. Απαντώντας, μάλιστα, σε επιστολή του πάπα, με την οποία ο Ιννοκέντιος Γ' ζητούσε την απελευθέρωση του Βαλδουίνου Α' μετά τη μάχη της Αδριανούπολης, ο Καλοϊωάννης αντέτεινε ότι προσπάθησε να διαπραγματευτεί με τους σταυροφόρους και μετά την άλωση του 1204, αλλά εκείνοι έθεσαν ως όρο την επιστροφή εδαφών που είχε κατακτήσει.

Ήταν φανερό ότι το πρόβλημα του Βουλγαρικού βασιλείου έμελλε να ταλανίσει και τα Λατινικά κράτη. Παράλληλα τα εδάφη της Μικράς Ασίας που είχαν διανεμηθεί σε Λατίνους αξιωματούχους, δεν τελούσαν υπό την κατοχή τους. Στα τέλη του 1204 ο αδελφός του Βαλδουίνου Α', Ερρίκος της Φλάνδρας, εκστράτευσε συνοδεία ιπποτών του Λουδοβίκου του Μπλουά στη Μικρά Ασία για να διεκδικήσει αυτά τα εδάφη. Σύμφωνα με τον Βιλαρδουίνο, οι δυνάμεις της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας ηττήθηκαν κοντά στο κάστρο του Ποιμανηνού (Δεκέμβριος 1204) και καταλήφθηκαν πολλές περιοχές της Βιθυνίας.

Έπειτα και από τη νέα ήττα των Βυζαντινών κοντά στο Αδραμύττιο (Μάρτιος 1205), η επιβίωση του νέου κράτους του Θεόδωρου Λάσκαρη και η εξουσία των άλλων τοπικών Βυζαντινών ηγεμόνων τέθηκαν σε σοβαρό κίνδυνο. Οι Λατίνοι, απασχολημένοι με την εκστρατεία στη Μικρά Ασία, δεν έδωσαν την απαραίτητη προσοχή στις εξελίξεις στη Θράκη, υποτιμώντας για δεύτερη φορά τις δυνατότητες του Καλοϊωάννη. Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες της περιοχής, αριστοκράτες και μη, προτίμησαν να τεθούν υπό την προστασία του Τσάρου της Βουλγαρίας, αφού οι Λατίνοι ηγεμόνες δεν έδειξαν διάθεση συνεργασίας μαζί τους.

Όπως μας πληροφορούν οι πηγές, ήλθαν σε επαφή με τον Καλοϊωάννη, την ίδια περίοδο με τις εξελίξεις στη Μικρά Ασία, και προσφέρθηκαν να επαναστατήσουν για να τον βοηθήσουν να καταλάβει εδάφη στη Θράκη και να γίνουν υποτελείς του, «Αν τους ορκιζόταν και εκείνος πως θα τους μεταχειριζόταν όπως και τους δικούς του» (Βιλλαρδουίνος). Εξάλλου ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Ι' Καματηρός είχε καταφύγει εκείνη την εποχή στο Τύρνοβο, «άραβδος και ασάνδαλος» κατά τον Χωνιάτη.

Μετά την επίτευξη της συμφωνίας καταλήφθηκε από τους επαναστάτες η πόλη του Διδυμοτείχου, την οποία υπερασπίζονταν οι υποτελείς του κόμη Ούγου του Σαιν Πωλ, ο οποίος πέθανε από ποδάγρα τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο του 1205. Οι επιζώντες της φρουράς κατέφυγαν στην Αδριανούπολη, που τότε ήλεγχαν οι Βενετοί. Η Αδριανούπολη είχε σύντομα την ίδια τύχη με το Διδυμότειχο, έπεσε στα χέρια των επαναστατών. Οι επαναστατημένοι κάτοικοι εξεδίωξαν από πολλές περιοχές της Θράκης τις Λατινικές φρουρές ή τις εξόντωσαν. Ο Βαλδουίνος Α' συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη το Συμβούλιο της Αυτοκρατορίας προκειμένου να αντιμετωπισθεί η Ελληνική εξέγερση.

Το συγκεκριμένο όργανο συγκαλείτο όταν έπρεπε να ληφθούν σοβαρές πολιτικές ή στρατιωτικές αποφάσεις. Στη συνεδρίαση ήταν παρόντες ο κόμης Λουδοβίκος του Μπλουά και ο δόγης Δάνδολος. Αποφασίσθηκε η εσπευσμένη μετάκληση των στρατιωτικών δυνάμεων από τη Μικρά Ασία. Ο ίδιος ο μαρεσάλης (αρχιστράτηγος) της Ρωμανίας και της Καμπανίας, Γοδεφρείδος Βιλαρδουίνος, αυτόπτης μάρτυς και καταγραφέας των γεγονότων, αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη προς την πόλη Τζούρουλον, όπου μετά από λίγο είχε υπό τις διαταγές του 80 ιππότες. Έπειτα από στάσεις στην Αρκαδιούπολη και στο Βουλγαρόφυγο έφθασαν στη Νικίτζα, κοντά στην Αδριανούπολη.

Σύμφωνα με τον Βιλαρδουίνο οι Έλληνες τους περίμεναν συγκεντρωμένοι εκεί. Σύντομα έφθασαν και οι πρώτες δυνάμεις που είχαν επιστρέψει από τη Μικρά Ασία, περίπου 100 ιππότες. Αντί να περιμένει κι άλλες ενισχύσεις ο Βαλδουίνος Α' αναχώρησε με 120 ιππότες από την Κωνσταντινούπολη, στις 25 Μαρτίου 1205. Ο Βιλαρδουίνος τον επικρίνει γι’ αυτή τη βιαστική κίνηση: «Τι μεγάλο κρίμα να μην περιμένουν και τους άλλους να φθάσουν, εκείνους που ήταν από την άλλη πλευρά του Στενού!». Οι δυνάμεις του Βαλδουίνου Α' συναντήθηκαν με αυτές του Βιλαρδουίνου στο κάστρο της Νικίτζας. Στο πολεμικό συμβούλιο που ακολούθησε, αποφασίστηκε η πολιορκία της πόλης.


Το πρωί οι Λατίνοι αντίκρισαν τα λάβαρα του Καλοϊωάννη στα τείχη της πόλης, την οποία ο Βιλαρδουίνος χαρακτηρίζει «πολύ δυνατή και πολύ πλούσια». Η πολιορκία ξεκίνησε στις 29 Μαρτίου 1205 και ενισχύθηκε με την άφιξη του δόγη Δάνδολου, ο οποίος είχε μαζί του «όσους περίπου είχαν μαζί τους ο Αυτοκράτορας Βαλδουίνος και ο κόμης Λουδοβίκος», αλλά και με την άφιξη μιας ακόμη έφιππης ομάδας στρατιωτών, της οποίας την αριθμητική δύναμη και την προέλευση δεν καταγράφει ο Βιλαρδουίνος. Ο τελευταίος θεωρεί, πάντως, ότι η συνολική στρατιωτική δύναμη που συγκεντρώθηκε, δεν ήταν επαρκής για την επιχείρηση της πολιορκίας.

Επιπλέον οι πολιορκητές αντιμετώπιζαν προβλήματα επιμελητείας, διότι η γύρω περιοχή ήταν εχθρική και τις δυνάμεις τους δεν ακολούθησαν έμποροι εφοδίων. Η έλλειψη αυτή ανάγκασε τον κόμη του Μπλουά να αναζητήσει ο ίδιος τρόφιμα στις 3 Απριλίου (Κυριακή των Βαϊων) μαζί με μεγάλη ομάδα στρατιωτών. Η Μεγάλη Εβδομάδα πέρασε με στερήσεις και με κατασκευή πολιορκητικών μηχανών. Οι πολιορκητές άρχισαν και εργασίες υπονόμευσης του τείχους.

ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ - Η ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Κατά τη διάρκεια των εργασιών έφθασε η είδηση ότι πλησίαζε εκστρατευτικό σώμα υπό τον Καλοϊωάννη με σκοπό να άρει την πολιορκία. Ο Βιλαρδουίνος αναφέρει ότι το στράτευμα ήταν πολύ μεγάλο και το απάρτιζαν Βούλγαροι και Βλάχοι, αλλά και 14.000 Κουμάνοι ιπποτοξότες. Οι τελευταίοι κατοικούσαν βορείως της επικράτειας του Καλοϊωάννη και συμμετείχαν συχνά στις επιδρομές του. Άλλωστε οι ειδωλολάτρες Κουμάνοι είχαν πολεμήσει, ως σύμμαχοι ή μισθοφόροι, στο πλευρό όλων σχεδόν των στρατών της περιόδου των Σταυροφοριών, Χριστιανικών (Βυζαντινοί, Ρώσοι, Γεωργιανοί, σταυροφόροι, Βούλγαροι, Ούγγροι) και Μουσουλμανικών (Αγιουβίδες, Μαμελούκοι κ.ά.).

Οι Ρώσοι τους αποκαλούσαν «Κιπτσάκ» ή «Πολόβτσι» και οι Γερμανοί «Φάλβεν». Τα προσωνύμια σχετίζονται, κυρίως, με το κίτρινο χρώμα της επιδερμίδας τους. Η ενδυμασία τους συνδύαζε Ασιατικά και Ισλαμικά στοιχεία (προβιές, μπότες, ποδήρεις χιτώνες). Ο Ροβέρτος του Κλαρί αναφέρει ότι φορούσαν προβιές και ήταν οπλισμένοι με τόξα, αλλά από άλλες πηγές γνωρίζουμε ότι οι πιο εύποροι και υψηλά ιστάμενοι Κουμάνοι διέθεταν φολιδωτούς ή άλλου είδους θώρακες, ενώ όλοι χρησιμοποιούσαν, εκτός από το τόξο, ποικιλία εκηβόλων και αγχέμαχων όπλων (ακόντια, δόρατα, λάσα, σπάθες, κεφαλοθραύστες).

Οι ασπίδες τους ήταν στρογγυλές, δεν έλειπαν όμως και οι αμυγδαλόσχημες. Η αγαπημένη τους τακτική ήταν να παρενοχλούν συνεχώς τον αντίπαλο με βολές τόξων και να του προκαλούν απώλειες από μακριά. Απέφευγαν γενικά τις εκ του σύνεγγυς συγκρούσεις με βαρύ ιππικό, εκτός αν εκτελούσαν αντεπίθεση ή ενέδρα ή αντιμετώπιζαν εχθρό σε αταξία. Η διαμόρφωση ενός συστήματος στρατιωτικών τιμαρίων από τους Βούλγαρους ηγεμόνες, αύξανε τις δυνατότητες στρατολογίας που διέθεταν. Ο εξοπλισμός των Βουλγάρων πολεμιστών ήταν επηρεασμένος από Τουρκικά και τα Βυζαντινά πρότυπα.

Η θωράκιση βασιζόταν σε αλυσιδωτούς θώρακες και ελαφρές πανοπλίες, ενώ ο οπλισμός αποτελείτο κυρίως από λόγχες και σπάθες. Η κοινωνική τάξη και η οικονομική κατάσταση επηρέαζαν την ποιότητα και την ποικιλία του εξοπλισμού των πολεμιστών, όπως και στην περίπτωση των Κουμάνων. Οι Βλάχοι βοηθητικοί δεν διέθεταν εξεζητημένο αμυντικό ή επιθετικό εξοπλισμό, με δεδομένη τη χρήση τους ως ελαφρών βοηθητικών στρατευμάτων. Προστατεύονταν κυρίως με προβιές και χρησιμοποιούσαν ακόντια, τόξα και απλές μικρές ασπίδες. Σε ένα σημείο του χρονικού του Βιλαρδουίνου αναφέρεται και η παρουσία Ελλήνων στο πλευρό των Βλάχων και των Κουμάνων.

Ο στρατός της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης βασιζόταν στο φεουδαλικό σύστημα στρατολόγησης. Σε περίπτωση εκστρατείας όλοι οι διαθέσιμοι ιππότες, Βενετοί, Γάλλοι ή Φλαμανδοί, υποχρεούντο να προσφέρουν στρατιωτική υπηρεσία για ένα χρονικό διάστημα, συνήθως τεσσάρων μηνών. Σε περίπτωση εισβολής ο Αυτοκράτορας και οι ευγενείς είχαν το δικαίωμα να αυξήσουν τη θητεία των ιπποτών. Δυστυχώς οι πληροφορίες για την οργάνωση των Λατινικών κρατών είναι επαρκείς μόνο στην περίπτωση του Πριγκηπάτου της Αχαΐας. Η δύναμη κρούσης που διέθετε ο Βαλδουίνος Α' ήταν θωρακισμένοι ιππότες πάνω σε μεγαλόσωμα άλογα.

Πολλές φορές τα τελευταία διέθεταν και τα ίδια κάποια μορφή θωράκισης. Οι ιππότες μάχονταν κυρίως με λόγχες και ξίφη. Οι ασπίδες τους, αμυγδαλόσχημες ή τριγωνικές, έφεραν συχνά Εραλδικά σύμβολα του οίκου στον οποίο ανήκαν ή τα σύμβολα του επικυριάρχου τους. Τα κράνη τους ήταν κλειστού τύπου, ειδικά όταν επρόκειτο για ιππότες ανώτερης τάξης. Φυσικά στα θερμά κλίματα της Ανατολής πολλοί προτιμούσαν τα κράνη ανοικτού τύπου. Η βάση της θωράκισης ήταν οι αλυσιδωτοί θώρακες, που συχνά κάλυπταν και μεγάλο μέρος του κεφαλιού. Οι ανώτεροι διέθεταν και εξειδικευμένες μορφές θωράκισης για τα ευαίσθητα μέρη του σώματος, π.χ. για τις κλειδώσεις.

Πάνω από τη θωράκιση έφεραν συνήθως επενδύτες με Εραλδική διακόσμηση παρόμοια με εκείνη των ασπίδων. Οι ιππότες ειδικεύονταν στις μαζικές επελάσεις, με τις οποίες επεδίωκαν να διαλύσουν την εχθρική παράταξη. Το μειονέκτημα αυτών των επελάσεων ήταν η συχνή έλλειψη πειθαρχίας και συντονισμού, που οδηγούσε μερικές φορές σε καταστροφή, ειδικά όταν ο αντίπαλος είχε ψυχραιμία και γνώση των πολεμικών τεχνικών των ιπποτών. Τις έφιππες δυνάμεις συμπλήρωναν οι σεργέντες, ιππείς οι οποίοι δεν ανήκαν στην τάξη των ιπποτών αλλά πολεμούσαν με τις ίδιες μεθόδους και διέθεταν παρόμοιο με τους ιππότες εξοπλισμό - ωστόσο κατώτερης ποιότητας.

Το πεζικό των σταυροφόρων διέθετε, βασικά, δορυφόρους και βαλλιστροφόρους. Ο Βιλαρδουίνος αναφέρει ότι ο Βαλδουίνος Α' διέθετε «και στρατό από διάφορους ανθρώπους που δεν γνώριζαν καθόλου να πολεμούν». Δεν είναι σαφές ποιους εννοεί. Πιθανώς πρόκειται για συμμάχους που δεν γνώριζαν τις πολεμικές τακτικές των ιπποτών. Τα αριθμητικά δεδομένα ήταν συντριπτικά υπέρ του Καλοϊωάννη. Ο Βαλδουίνος Α' το γνώριζε. Ο ίδιος ανέλαβε να αντιμετωπίσει τον εχθρό στην περίπτωση που επιτίθετο. Ο Βιλαρδουίνος και ο Μανασής της Ιλ (Manassier de l’Isle), ο οποίος, σύμφωνα με τον Βιλαρδουίνο, «ήταν ένας καλός ιππότης του στρατού και από τους πιο τιμημένους», επωμίστηκαν τη φύλαξη του στρατοπέδου.


Ο Καλοϊωάννης είχε στρατοπεδεύσει σε απόσταση πέντε λευγών. Στις 13 Απριλίου έστειλε Κουμάνους για να παρενοχλήσουν το εχθρικό στρατόπεδο. Οι ιππότες τούς κατεδίωξαν ασυντόνιστα «έχοντας χάσει τελείως τα λογικά τους» (Βιλαρδουίνος). Οι Κουμάνοι εκμεταλλεύθηκαν την ευελιξία τους και απέφυγαν τους ιππότες και, όταν οι δεύτεροι προσπάθησαν να επιστρέψουν στη βάση τους, επιτέθηκαν προκαλώντας σοβαρές απώλειες σε άλογα και αναβάτες. Το επεισόδιο αυτό οδήγησε τον Βαλδουίνο Α' στη σύγκληση του συμβουλίου των ευγενών. Εκεί αποφασίστηκε να αποφευχθεί στο μέλλον παρόμοια ασυλλόγιστη καταδίωξη.

Σε περίπτωση ανάλογης επιχείρησης από την πλευρά των ελαφρύτερα οπλισμένων Κουμάνων, οι ιππότες θα παρατάσσονταν μπροστά από το στρατόπεδο και θα τηρούσαν στάση αναμονής, χωρίς να πέσουν στην ίδια παγίδα. Την επόμενη μέρα, Πέμπτη 14 Απριλίου 1205, οι Κουμάνοι επιτέθηκαν πάλι, φθάνοντας μέχρι τις σκηνές του στρατοπέδου. Αμέσως σήμανε συναγερμός και ο στρατός παρατάχθηκε όπως είχε συμφωνηθεί κατά το συμβούλιο της προηγούμενης ημέρας. Δυστυχώς για τον Βαλδουίνο Α', το σχέδιό του δεν εφαρμόστηκε. Οι πολεμοχαρείς ιππότες, με προεξάρχοντα τον κόμη Λουδοβίκο του Μπλουά, διέπραξαν το ίδιο σφάλμα.

Κατεδίωξαν εκ νέου τους Κουμάνους, αυτή τη φορά σε απόσταση δύο λευγών. Ο Βαλδουίνος Α' αναγκάσθηκε να ακολουθήσει. Το σφάλμα αυτή τη φορά αποδείχθηκε ολέθριο. Οι Κουμάνοι ανασυντάχθηκαν και αντεπιτέθηκαν. Οι ιππότες προσπαθούσαν να αντιτάξουν κάποια άμυνα, αλλά σύντομα οι απροσδιόριστοι σύμμαχοι που αναφέρει ο Βιλαρδουίνος τους εγκατέλειψαν. Τα βέλη των Κουμάνων και η αριθμητική τους υπεροχή ήταν δεδομένα τα οποία οι ιππότες δεν μπορούσαν να καταβάλουν. Ο Λουδοβίκος του Μπλουά τραυματίστηκε σε δύο σημεία και σώθηκε από την παρέμβαση ενός ιππότη, που τον βοήθησε να ανεβεί πάλι στο άλογό του.

Οι άνθρωποί του ζήτησαν από τον κόμη να αποχωρήσει, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Ο Βαλδουίνος Α' πολεμούσε κι αυτός παθιασμένα, προσπαθώντας να κρατήσει ενωμένες τις δυνάμεις του. Κάποιοι υπάκουσαν στις εντολές του και παρέμειναν, άλλοι τον εγκατέλειψαν. Μετά από σκληρή μάχη οι ιππότες νικήθηκαν και ο Βαλδουίνος συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο Λουδοβίκος του Μπλουά έπεσε νεκρός, μαζί με 120 ως 300 ιππότες. Ο Βιλαρδουίνος αναφέρει τα ονόματα των σημαντικότερων ευγενών που έπεσαν κατά τη μάχη και συμπληρώνει ότι οι επιζήσαντες κατέφυγαν στο στρατόπεδο που υπεράσπιζε ο ίδιος.

Εκείνος και ο Μανασής της Ιλ κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια για να ανασυντάξουν ό,τι απέμεινε από το στράτευμα και να αντιμετωπίσουν την επίθεση των Βλάχων, των Κουμάνων και των Ελλήνων που τους συνόδευαν. Παρά τη "βροχή" βλημάτων που δέχθηκαν οι ιππότες, αυτή τη φορά δεν διέπραξαν το ίδιο σφάλμα με τους απερίσκεπτους συντρόφους τους και οι αντίπαλοί τους άρχισαν να υποχωρούν αργά το απόγευμα. Ο Βιλαρδουίνος συναντήθηκε κοντά στο πεδίο της μάχης με τον δόγη Δάνδολο και συμφώνησαν να υποχωρήσουν κατά τη διάρκεια της νύκτας, αποφεύγοντας την εχθρική παρατήρηση.

Ο δόγης επέστρεψε στο στρατόπεδο για να εμψυχώσει τους εναπομείναντες πολεμιστές και ο Βιλαρδουίνος παρέταξε τις δυνάμεις του έξω από το στρατόπεδο, περιμένοντας την κάλυψη της νύκτας. Η υποχώρηση έγινε με τάξη, με τον δόγη στην εμπροσθοφυλακή και τον Βιλαρδουίνο να οδηγεί την οπισθοφυλακή. Είχαν μαζί τους όλους τους τραυματίες και κατευθύνθηκαν προς τη Ραιδεστό, τρεις μέρες δρόμο από την Αδριανούπολη. Μια άλλη ομάδα 25 περίπου ιπποτών κατευθύνθηκε απευθείας στην Κωνσταντινούπολη και έφθασε εκεί στις 16 Απριλίου.

Αμέσως ενημέρωσε για τα δυσάρεστα νέα τους αξιωματούχους της πόλης, όπως ήταν ο εκπρόσωπος του πάπα καρδινάλιος Πέτρο Καπουάνο και ο πρωτοβεστιάριος Κόνωνας της Μπετύν. Στο μεταξύ η δύναμη του Βιλαρδουίνου και του δόγη Δάνδολου έφθασε στις 15 Απριλίου στο Πάμφυλον. Συνάντησαν εκεί ισχυρή δύναμη 100 ιπποτών και 140 άλλων εφίππων, υποτελών του κόμη Λουδοβίκου του Μπλουά, που κατευθυνόταν προς την Αδριανούπολη χωρίς να γνωρίζει τις εξελίξεις. Επικρατούσε κατήφεια καθώς γνώριζαν ότι ο κίνδυνος δεν είχε περάσει οριστικά. Έγινε γνωστό ότι ο Καλοϊωάννης είχε φθάσει εμπρός από τα τείχη της Αδριανούπολης και ήταν πιθανό να τους καταδιώξει.

Οι ξεκούραστοι υποτελείς του κόμη Λουδοβίκου του Μπλουά ανέλαβαν χρέη οπισθοφυλακής και η πορεία συνεχίστηκε ως τη Χαριούπολη. Εκεί οι Λατίνοι ξεκουράστηκαν μέχρι το βράδυ, αναγκάστηκαν όμως να συνεχίσουν την πορεία τους όταν πληροφορήθηκαν ότι ο Καλοϊωάννης πλησίαζε. Μετά από μια ακόμη κουραστική νυκτερινή πορεία έφθασαν στη Ραιδεστό και οχυρώθηκαν, στις 16 Απριλίου. Από εκεί στάλθηκαν αγγελιαφόροι στην Κωνσταντινούπολη για να ενημερώσουν για τις τελευταίες εξελίξεις και για την τύχη του επιζώντος στρατεύματος.

Η ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΥ Α'

Οι Λατίνοι ευγενείς βρίσκονταν σε σύγχυση σε ό,τι αφορούσε την τύχη του Βαλδουίνου Α' μετά τη σύλληψή του από τον Καλοϊωάννη. Η τεκμηρίωση δεν είναι επαρκής καθώς οι πηγές παρουσιάζουν διάφορες εκδοχές. Πιο πλούσια πηγή πληροφοριών λογικά θα ήταν ο Βιλαρδουίνος, ο οποίος, όμως, μετά τη μάχη δεν μπορούσε να έχει καλές πληροφορίες για τον αιχμάλωτο βασιλιά. Ο Βιλαρδουίνος και ο Νικήτας Χωνιάτης συμφωνούν στο ότι στα μέσα Ιουλίου του 1206 ο Ρενιέ του Τρι επιβεβαίωσε τον θάνατο του Βαλδουίνου Α' στους σταυροφόρους οι οποίοι έσπευσαν να τον βοηθήσουν να αναχαιτίσει τον Βουλγαρικό κίνδυνο.

Ο Ρενιέ του Τρι είχε λάβει από τον Βαλδουίνο Α' το Δουκάτο της Φιλιππούπολης και μετά την καταστροφή της ομώνυμης πόλης είχε οχυρωθεί στη Στενήμαχο, για να αντιμετωπίσει την απειλή του Καλοϊωάννη. Ο Νικήτας Χωνιάτης επιβεβαιώνει ότι ο Βαλδουίνος Α' συνελήφθη ζωντανός και οδηγήθηκε στο Τύρνοβο, όπου φυλακίστηκε σιδηροδέσμιος: «δεσμά έως τραχήλου υφίσταται». Τοποθετεί την εκτέλεσή του το καλοκαίρι του 1205, όταν ο Καλοϊωάννης κατέλαβε τη Φιλιππούπολη. Ο Βούλγαρος Τσάρος οργίστηκε με την απόφαση των Ελλήνων να ανακηρύξουν Αυτοκράτορα τον Αλέξιο Ασπιώτη, αποστατώντας από τον ίδιο και επιλέγοντας να συνεργασθούν με τους αντιπάλους του.


Αποφάσισε λοιπόν να θανατώσει τον Βαλδουίνο Α' με μαρτυρικό τρόπο. Το σώμα του τελευταίου διαμελίστηκε και εγκαταλείφθηκε στα όρνια, «βορά προκείμενος όρνισιν ελεεινώς τον βίον κατέστρεψεν» (Χωνιάτης). Ο Γεώργιος Ακροπολίτης δίνει μια επίσης αποτρόπαια, αλλά λιγότερο πιθανή, εκδοχή της εκτέλεσης του Βαλδουίνου Α': «Το κρανίο του μετά τη σφαγή του ο βάρβαρος (ο Καλοϊωάννης) το χρησιμοποίησε σαν κύπελλο». Η μακάβρια αυτή συνήθεια καταγράφεται από την αρχαιότητα. Ο Ηρόδοτος στο 4ο βιβλίο του περιγράφει με λεπτομέρεια ανάλογο έθιμο που είχαν οι Σκύθες.

Το έργο ενός ανώνυμου χρονικογράφου από το Χάλμπερσταντ της κεντρικής Γερμανίας, με τον τίτλο "Gesta Episcoporum Halberstadensium", σημειώνει απλώς ότι ο Βαλδουίνος Α' σκοτώθηκε κατά τη μάχη. Με παρόμοιο τρόπο καταγράφει το γεγονός και το "Χρονικό του Μορέως" "Κι απέκτειναν τον βασιλέαν κι όλα του τα φουσάτα". Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως φιλολογικό, έχουν δύο μοναστικής προέλευσης πηγές περί των γεγονότων της Δ' Σταυροφορίας. Ο Ραλφ, ηγούμενος του αβαείου Κόγκεσολ στο Έσσεξ, διηγείται γλαφυρά την ιστορία ενός Άγγλου ιερέα (quidam presbyter natione Anglicus) ο οποίος είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του Βαλδουίνου Α'.

Με αποτέλεσμα εκείνος να του επιτρέπει την πρόσβαση σε χώρους όπου φυλάσσονταν κειμήλια. Ανάμεσα σε αυτά υπήρχε ένας σταυρός από Τίμιο Ξύλο που φυλασσόταν μέσα σε πολυτελή θήκη και μεταφερόταν εθιμοτυπικά από τους αυτοκράτορες κατά τη μάχη. Όταν ο Βαλδουίνος Α' εκστράτευσε στην Αδριανούπολη, παρέλειψε να πάρει μαζί του το κειμήλιο και έστειλε τον ιερέα στην Κωνσταντινούπολη για να το φέρει. Μετά τον θάνατο του Βαλδουίνου Α', ο ιερέας θεώρησε σωστό να φύγει κρυφά για την Αγγλία. Εκεί κράτησε το γεγονός κρυφό για αρκετό διάστημα, ως το 1223, οπότε εμπιστεύθηκε το κειμήλιο στη Μονή του Αγίου Ανδρέα στο Μπρόμχολμ.

Το "Chronica Alberici monachi trium fontium", που καλύπτει τα γεγονότα από το 1193 μέχρι το 1207 και συντέθηκε κατά το β' τέταρτο του 13ου αιώνα από τον μοναχό Άλμπερικ, αντλεί τις πληροφορίες από κάποιον Φλαμανδό ιερέα και αναφέρει ότι ο Βαλδουίνος Α' φυλακίστηκε και εκτελέστηκε στο Τύρνοβο. Συμπληρώνει μάλιστα και διάφορες μυθοπλασίες, οι οποίες κυκλοφόρησαν μετά το 1225, όταν εμφανίσθηκε στη Φλάνδρα ένας ερημίτης ο οποίος προσποιείτο ότι ήταν ο Βαλδουίνος Α'. Ο συγκεκριμένος απατεώνας εκτελέστηκε το 1226.

Στη διήγηση του Ροβέρτου του Κλαρί αναφέρεται ότι «κανένας δεν γνωρίζει τι απέγινε». Για τον Ροβέρτο η αποτυχία των Λατίνων οφειλόταν σε μεταφυσικούς παράγοντες: «Ο Κύριος ο Θεός τους εκδικήθηκε για την αλαζονεία τους και για την κακοπιστία που είχαν δείξει προς τη φτωχολογιά του στρατεύματος (μέλος της οποίας ήταν και ο Ροβέρτος), καθώς και για τα φρικτά αμαρτήματα που είχαν κάνει στην πόλη (Κωνσταντινούπολη) μετά την κατάληψή της». Εκείνο, βέβαια, που δεν αναφέρουν αναλυτικά ο Ροβέρτος και άλλες δυτικές πηγές, είναι αυτά τα «φρικτά αμαρτήματα».

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΑΧΗ

έπειτα από τη νίκη του στην Αδριανούπολη ο Καλοϊωάννης εισέβαλε στα εδάφη της ανατολικής Θράκης και κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος τους, εκτός από τις πόλεις Ραιδεστό και Σηλυβρία, οι οποίες παρέμειναν στα χέρια των Λατίνων. Οι τελευταίοι, ευρισκόμενοι σε δεινή θέση, είδαν και τον Θεόδωρο Α' Λάσκαρη να προσαρτά περιοχές της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Το δυναστικό ζήτημα αποτελούσε πρόβλημα, καθώς ο θάνατος του Βαλδουίνου δεν είχε ακόμη επιβεβαιωθεί.

Ο 28χρονος αδελφός του, Ερρίκος της Φλάνδρας και του Αινώ, ανέλαβε αρχικά καθήκοντα επιτρόπου του Βασιλείου, χωρίς να μπορεί να υπολογίζει στις συμβουλές του δόγη Δάνδολου, ο οποίος πέθανε στις 29 Μαΐου 1205. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου άρχισε αντεπίθεση εναντίον του Καλοϊωάννη, που λεηλατούσε τη Θράκη και τη Μακεδονία απειλώντας, σχεδόν ανενόχλητος, και το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Οι Σέρρες και η Φιλιππούπολη καταστράφηκαν, αλλά η Θεσσαλονίκη άντεξε στην πολιορκία. Τον χειμώνα του 1205 οι Βούλγαροι και οι σύμμαχοί τους επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Ο Ερρίκος κατέλαβε προσωρινά τα περισσότερα από τα εδάφη που είχε αφαιρέσει ο Καλοϊωάννης από την Αυτοκρατορία.

Αλλά αναγκάστηκε να τα εγκαταλείψει όταν οι Βούλγαροι επέστρεψαν στα μέσα Ιανουαρίου του 1206. Στις 30 - 31 Ιανουαρίου 1206, κατά τη διάρκεια αψιμαχιών κοντά στο χωριό Ρουσίον, χάθηκαν 120 περίπου ιππότες, αδυνατώντας, όπως και στην Αδριανούπολη, να αντιμετωπίσουν τους ευκίνητους Κουμάνους. Στα τέλη Φεβρουαρίου ο Καλοϊωάννης εισέβαλε στην Αυτοκρατορία, καταστρέφοντας τις πόλεις Άπρος, Ραιδεστός, Πάνιον, Δαόνιον, Τζούρουλον και Άθυρα. Πολλοί από τους κατοίκους των πόλεων οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στα εδάφη του. Ο Ερρίκος, σύμφωνα με τον Βιλλαρδουίνο, απελευθέρωσε αργότερα περίπου 20.000 από αυτούς.

Το μόνο θετικό για τον Ερρίκο ήταν ότι η πολιτική του προς τους Έλληνες ήταν πιο διαλλακτική και απέδωσε καρπούς, καθώς αυτοί συμπαρατάχθηκαν με τους Λατίνους, εμπρός στον κίνδυνο των Βουλγάρων. Ο Καλοϊωάννης πολιόρκησε το Διδυμότειχο χωρίς επιτυχία και αποσύρθηκε στα εδάφη του, όταν πληροφορήθηκε ότι τα στρατεύματα του Ερρίκου βρίσκονταν στην Αδριανούπολη. Η ανατολική Θράκη ανακαταλήφθηκε από τους Λατίνους το καλοκαίρι του 1206. Μετά την επιβεβαίωση του θανάτου του Βαλδουίνου Α' ο Ερρίκος στέφθηκε βασιλιάς της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, στις 20 Αυγούστου 1206. Κράτησε το αξίωμα ως το 1216.

Η Βουλγαρική απειλή εμφανίστηκε πάλι το 1207 με τη μορφή επιδρομών στη Θράκη και στην ανατολική Μακεδονία. Τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν ο Θεόδωρος Α' Λάσκαρης επανέλαβε και εκείνος τις επιθέσεις εναντίον των σταυροφορικών κάστρων του Βοσπόρου. Ο ίδιος πρότεινε μάλιστα (Μάρτιος 1207) συνεργασία στον Καλοϊωάννη, προκειμένου να εμπλέξουν τον κοινό εχθρό τους σε διμέτωπο αγώνα. Όμως και ο Ερρίκος δεν αγωνιζόταν πια μόνος του. Ένωσε τις δυνάμεις του με εκείνες του βασιλιά της Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιου, σχεδιάζοντας εισβολή στη Βουλγαρία. Η συμμαχία σφραγίσθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1207, όταν ο Ερρίκος νυμφεύθηκε την κόρη του Βονιφάτιου, Αγνή.


Τον Απρίλιο του 1207 ο Καλοϊωάννης πολιόρκησε την Αδριανούπολη. Διεξήχθησαν πολύνεκρες μάχες. Ωστόσο η πόλη άντεξε και οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν την προσπάθεια, καθώς οι Κουμάνοι σύμμαχοί τους αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Προς το παρόν ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους Λατίνους προερχόταν από την Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Όταν οι εχθροπραξίες έληξαν και οι Αυτοκρατορίες της Νίκαιας και της Κωνσταντινούπολης υπέγραψαν ανακωχή (Ιούνιος 1207), οι Λατίνοι μπορούσαν να ασχοληθούν πλέον με την εκστρατεία εναντίον της Βουλγαρίας. Ο Ερρίκος, επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος, κατευθύνθηκε προς την Αδριανούπολη.

Αργότερα συναντήθηκε με τον Βονιφάτιο κοντά στα Ίψαλα και συμφώνησαν να εισβάλουν μαζί στη Βουλγαρία στα τέλη Οκτωβρίου. Όμως στις 4 Σεπτεμβρίου 1207 ο Βονιφάτιος και η μικρή συνοδεία του αιφνιδιάστηκαν από Βουλγαρική ενέδρα στα ορεινά περάσματα της Ροδόπης, κοντά στη Μοσυνόπολη. Ο Βονιφάτιος σκοτώθηκε και το κεφάλι του κατέληξε ως τρόπαιο στον Καλοϊωάννη. Η απροσδόκητη αυτή εξέλιξη έδωσε την ευκαιρία στον Βούλγαρο Τσάρο να πολιορκήσει για μια ακόμη φορά τη Θεσσαλονίκη. Εκεί συνέβη ένα ακόμη απροσδόκητο γεγονός, ο Καλοϊωάννης πέθανε, τον Οκτώβριο του 1207, από πλευρίτιδα, σύμφωνα με τη διήγηση του Ακροπολίτη.

Η παράδοση θέλει ως θύτη του Καλοϊωάννη τον Άγιο Δημήτριο, ο οποίος τον λόγχισε στο πλευρό. Τον Τσάρο διαδέχθηκε ο ανιψιός του Βορίλας (1207 - 1218), ο οποίος τον Ιούλιο του 1208 ηττήθηκε στη Φιλιππούπολη από τα στρατεύματα του Ερρίκου. Η εξουσία των Λατίνων στη Θράκη δεν απειλήθηκε πάλι από τους Βουλγάρους. Ούτως ή άλλως το Βουλγαρικό βασίλειο παρήκμασε προς τα τέλη του 13ου αιώνα, αποδυναμωμένο από μια εξέγερση χωρικών και από τις διαμάχες του με την Ουγγαρία, τη Σερβία και το Βυζάντιο. Αργότερα η Βουλγαρία αναγνώρισε ως επικυριάρχους της τους Μογγόλους της Χρυσής Ορδής.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)