Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Οι άνθρωποι της προσμονής

Αποτέλεσμα εικόνας για Οι άνθρωποι της προσμονήςΊσως να έχετε γνωρίσει τέτοιου είδους ανθρώπων ή να είστε, να ανήκετε σε αυτή την κατηγορία.

Πρόκειται για εκείνους που κουβαλούν την προσμονή στο βλέμμα, που τα μάτια τους είναι ορθάνοιχτα με μία δόση θλίψης, μόνιμης θλίψης. Από εκείνη που σου προκαλεί η «αναμονή». Από εκείνη την θλίψη που πλέον έχει χαραχτεί στο βλέμμα και δεν μπορείς να την κρύψεις.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι μελαγχολικοί και κατατονικοί. Είναι παράξενοι και ιδιότροποι. Ίσως να μην μιλούν πολύ, καθώς προτιμούν να ακούν, αλλά όταν βρίσκονται σε μια συζήτηση τα δίνουν όλα. Ο λόγος τους είναι μεστός και στωικός, εκλεπτυσμένος και συγκαταβατικός. Πολλές φορές σε καθηλώνει, σε αφήνει παράλυτο, ανίκανο να ανταποκριθείς εκείνη την στιγμή. Σαν το βλέμμα τους που σε «καρφώνει».

Δεν κάνουν ακρότητες ούτε επιτρέπουν στις ενορμήσεις και στα πάθη να τους κυριεύουν. Αποπνέουν μια φαινομενική αδιαφορία κάτω της οποίας υποβόσκει μια σειρά αντιφατικών και αμφιθυμικών συναισθημάτων που προέρχονται από την έντονη δραστηριότητα σε πνευματικό και ψυχικό επίπεδο. Άνθρωποι που δεν κάνουν θόρυβο, είναι σιωπηροί. Μέρες με τις μέρες, χρόνια με τα χρόνια, στιγμές με τις στιγμές πλέκουν με απόλυτη προσήλωση το πέπλο της προσμονής. Είναι δεξιοτέχνες. Σχολαστικοί. Δεν αφήνουν την λεπτομέρεια απεριποίητη.

Άραγε αν κατέβουμε πιο βαθιά μέσα τους, θα καταφέρουμε να καταλάβουμε τι περιμένουν;

Ίσως να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή. Αλλά όχι. Είναι προσγειωμένοι και ξέρουν ότι αυτή η στιγμή δεν έρχεται ποτέ, εμείς την «φτιάχνουμε».

Ίσως να περιμένουν ένα θαύμα, μια συνταρακτική αλλαγή στην ζωή τους. Αλλά όχι. Είναι ονειροπόλοι μα όχι αφελείς. Πιστεύουν στις δυνατότητες τους.

Ίσως να περιμένουν το τραίνο για να πάνε στην επόμενη στάση. Αλλά όχι. Θα περπατήσουν ή θα «πετάξουν» αν είναι ανάγκη.

Ίσως περιμένουν ανταπόκριση · να δώσουν και να πάρουν, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Αλλά όχι. Όταν προσφέρουν, δίνουν από την ψυχή τους και όχι από το περίσσευμά τους. Πιστεύουν στην ανιδιοτέλεια, δεν θέλουν ανταλλάγματα.

Ίσως να περιμένουν τον κατάλληλο άνθρωπο. Αλλά όχι. Ξέρουν πως θα ‘ρθει χωρίς να το περιμένουν!

Ίσως να περιμένουν το ουράνιο τόξο μετά την βροχή, την νηνεμία μετά την τρικυμία. Πάλι ξέρουν πως αυτό θα συμβεί έτσι κι αλλιώς. Η ανθρώπινη φύση βλέπεις…

Ίσως να περιμένουν την λύτρωση, την συγχώρεση. Αλλά όχι. Αυτήν θα την βρουν αν ψάξουν βαθιά μέσα τους και αν αναλάβουν την ευθύνη τους.

Ίσως να περιμένουν τον θάνατο. Αλλά όχι. Έχουν σχεδιάσει, φανταστεί, ονειρευτεί με τόσο ζήλο, πόθο και σθένος μια ζωή μες την αναμονή που δεν θα το έχαναν με τίποτα.

Είναι άνθρωποι με ευαισθησίες και προσδοκίες. Έχουν καλλιτεχνική ψυχή. Πολλές φορές παρασύρονται στον κόσμο της προσμονής, απομακρύνονται μέχρι να δαμάσουν την εσωτερική σύγχυση που προκαλείται από την έντονη εγκεφαλική δραστηριότητα. Βλέπεις, η αναμονή τους εξουθενώνει και χρειάζεται να απομονωθούν για να ανακυκλώσουν σκέψεις και συναισθήματα ώστε να είναι έτοιμοι να λάβουν νέες πληροφορίες, να συναναστραφούν με κόσμο, να ζήσουν νέες εμπειρίες και κατ’ επέκταση να προικίσουν με επιπλέον χρώματα, χαρακτηριστικά και νοήματα το πέπλο της προσμονής.

Ακόμη όμως δεν ξέρουμε τι περιμένουν με τόση ευλάβεια. Ίσως αυτό είναι το να σωπάσουν οι φωνές μέσα τους, να καταφέρουν να εξημερώσουν τα ουρλιαχτά που πνίχτηκαν στην αδειοσύνη, να κλείσουν τα στόματα των συναισθημάτων που κραυγάζουν αδιάκοπα και όμως επιπλέουν με τόση ηρεμία στην επιφάνεια. Μοιάζει ατάραχο το σώμα και η έκφραση της προσμονής κι ας σχίζεται η ψυχή από μέσα. Ίσως να μην πάψουν ποτέ να περιμένουν… Ίσως όμως να επενδύσουν κάπου αλλού την θλίψη, την ανεξάντλητη υπομονή που τους διακατέχει και να επέλθει η γαλήνη. Ίσως αυτό να περιμένουν… την γαλήνη… με τόση τρυφερότητα και καρτερικότητα που «ντύνει» την ψυχή τους.

ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΥΚΟ ΤΗΣ ΣΤΕΠΑΣ

Κάποτε ζούσε ένας άντρας που τον έλεγαν Χάρυ, και τον αποκαλούσαν Λύκο της Στέπας. Βάδιζε στα δύο πόδια, ντυνόταν κι ήταν άνθρωπος, ωστόσο όμως ήταν ένας Λύκος της Στέπας. Είχε μάθει πολλά από αυτά που μπορούν να μάθουν οι άνθρωποι με δυνατό μυαλό, κι ήταν ένας αρκετά έξυπνος άνθρωπος. Αυτό που δεν είχε μάθει ήταν το εξής: να ‘ναι ευχαριστημένος με τον εαυτό του και τη ζωή του. Αυτό δεν το μπόρεσε, ήταν ένας ανικανοποίητος άνθρωπος. Τούτο συνέβαινε κατά τα φαινόμενα, γιατί κάθε τόσο ήξερε από τα βάθη της ψυχής του (ή πίστευε πως θα μάθει), ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν άνθρωπος αλλά ένας λύκος από τη στέπα. Για το ζήτημα αυτό θα μπορούσαν πολλοί σοφοί άνθρωποι να διαφωνήσουν, αν πραγματικά ήταν ένας λύκος, αν κάποτε, ίσως ήδη πριν από τη γέννησή του, είχε μεταμορφωθεί από λύκο σε άνθρωπο, ή αν είχε γεννηθεί άνθρωπος, αλλά προικισμένος με την ψυχή ενός λύκου της στέπας που τον καθόριζε, ή αν αυτή η πίστη, πως ήταν πράγματι λύκος, ήταν απλώς μια υποβολή ή μια αρρώστια. Θα ‘ταν δυνατό λόγου χάρη, ο άνθρωπος αυτός στα παιδικά τον χρόνια να ‘ταν άγριος κι ατίθασος και πολύ άτακτος κι οι δάσκαλοί του θα προσπάθησαν να εξουδετερώσουν τη ζωώδη του φύση κι έτσι ακριβώς με τις ενέργειες αυτές θα συντέλεσαν να δημιουργηθεί μέσα του αυτή η υποβολή και η πίστη του, πως στην πραγματικότητα ήταν ένα ζώο, με τη λεπτή διάκριση φυσικά πως είχε αγωγή κι ανθρώπινη συμπεριφορά. Θα μπορούσε κανείς σχετικά με το θέμα αυτό να συζητάει ώρες ατέλειωτες και να γράψει ολόκληρα βιβλία. Όλα αυτά όμως για τον Λύκο της Στέπας δε θα ‘ταν διόλου χρήσιμα, γιατί γι’ αυτόν είναι το ίδιο πράγμα, αν ο λύκος μπήκε με μάγια ή βασανίστηκε μέσα του ή αν όλα αυτά ήταν μια φαντασίωση της ψυχής του. Το τι σκέφτονταν οι άλλοι για το ζήτημα αυτό, ή αυτό που ο ίδιος σκεφτόταν, δεν είχε καμιά αξία, γιατί αυτό δεν έβγαζε από μέσα του τον λύκο.

Ο Λύκος της Στέπας είχε λοιπόν δύο φύσεις, μια ανθρώπινη και μια λυκίσια, αυτή ήταν η μοίρα του και θα μπορούσε να πει κάνεις πως αυτή η μοίρα δεν είναι τόσο ιδιαίτερη και σπάνια. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν πολλά από τα χαρακτηριστικά του σκύλου ή της αλεπούς, του ψαριού ή του φιδιού, χωρίς το πράγμα να τους δημιουργεί ιδιαίτερες δυσκολίες. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους ζουν μαζί ο άνθρωπος και η αλεπού, ο άνθρωπος και το ψάρι, χωρίς ο ένας να προξενεί κακό στον άλλο, αντίθετα, ο ένας βοηθάει τον άλλο και σε μερικούς μάλιστα αυτό πηγαίνει πιο μακριά κι είναι και αξιοζήλευτο, γιατί κυριαρχεί πιο πολύ η αλεπού ή ο πίθηκος, παρά ο άνθρωπος, κι αυτό τους κάνει ευτυχισμένους. Αυτό το γνωρίζουν οι πάντες. Στον Χάρυ όμως όλα συνέβαιναν αλλιώς, σ’ αυτόν άνθρωπος και λύκος δεν πήγαιναν μαζί, ούτε και βοηθούσε ο ένας τον άλλο, αλλά μεταξύ τους υπήρχε θανάσιμη έχθρα κι ο ένας προξενούσε πόνο στον άλλο, κι όταν δυο ομοαίματοι και ομόψυχοι είναι θανάσιμοι εχθροί, τότε η ζωή γίνεται πολύ κακή. Ο καθένας έχει τη μοίρα του, αλλά η ζωή του δεν είναι διόλου εύκολη.

Στον δικό μας Λύκο της Στέπας συνέβαινε το εξής, ως προς τα αισθήματά του άλλοτε ήταν λύκος κι άλλοτε άνθρωπος, όπως συμβαίνει σε όλα τα όντα που έχουν δύο φύσεις αλλά, όταν ήταν λύκος, η ανθρώπινη φύση πάντοτε παραμόνευε, παρατηρούσε, έκρινε και καθόριζε τη συμπεριφορά του -και όταν πάλι ήταν άνθρωπος, το ίδιο έκανε και ο λύκος. Όσες φορές, λοιπόν, ο Χάρυ ως άνθρωπος είχε μια ωραία σκέψη, ένα λεπτό και ευγενικό αίσθημα ή όταν έκανε μια συνηθισμένη καλή πράξη, τότε ο λύκος του έσφιγγε τα δόντια, γελούσε και του έδειχνε με ένα αιματηρό σαρκασμό, πόσο γελοίο φαινόταν αυτό το ευγενικό θέατρο σ’ ένα θηρίο της στέπας, σ’ έναν λύκο, που μέσα στην καρδιά του ένιωθε σταθερά ποια ήταν η σωστή θέση του, έρημος να διασχίζει τις στέπες, μερικές φορές να ρουφάει αίμα ή να κυνηγάει μια λύκαινα. Έτσι από την πλευρά του λύκου, κάθε ανθρώπινη πράξη παρουσιαζόταν φοβερά κωμική, αμήχανη, ανόητη και ματαιόδοξη. Αλλά το ίδιο συνέβαινε όσες φορές ο Χάρυ αισθανόταν και συμπεριφερόταν ως λύκος, όταν έδειχνε στους άλλους τα δόντια του κι είχε μίσος και εχθρότητα εναντίον όλων των ανθρώπων και των ψεύτικων και συμβατικών τρόπων ηθικής συμπεριφοράς τους. Τότε παραμόνευε ο άνθρωπος μέσα του, παρατηρούσε το λύκο, τον αποκαλούσε ζώο και κτήνος κι έτσι κατέστρεφε κάθε χαρά στην απλή, υγιή και άγρια φύση του λύκου.

Αυτά λοιπόν συνέβαιναν με το Λύκο της Στέπας κι είναι εύκολο να φανταστούμε πως ο Χάρυ δεν περνούσε μια ευχάριστη κι ευτυχισμένη ζωή. Παρ’ όλα αυτά δεν ήταν ένας εξ ολοκλήρου δυστυχισμένος άνθρωπος (αν και ο ίδιος έτσι το έβλεπε, όπως άλλωστε και κάθε άνθρωπος που πιστεύει πως του συμβαίνουν τα χειρότερα πράγματα στον κόσμο). Αυτό δεν μπορούμε να το ισχυριστούμε για κανέναν. Ακόμα κι αυτός που δεν έχει μέσα του έναν λύκο, δε σημαίνει πως είναι ευτυχισμένος. Ακόμα και η πιο μαύρη και δυστυχισμένη ζωή, ανάμεσα στην άμμο και τα βράχια, έχει τις φωτεινές της ώρες και τα μικρά λουλούδια της ευτυχίας. Το ίδιο συνέβαινε και με τον Λύκο της Στέπας. Συνήθως ήταν πολύ δυστυχισμένος, αυτό δεν μπορούμε να το αρνηθούμε, κι ακόμα ήταν σε θέση να κάνει δυστυχισμένους κι όσους αγαπούσε και τον αγαπούσαν. Γιατί όλοι όσοι τον αγαπούσαν, έβλεπαν πάντα μόνο τη μια πλευρά του. Μερικοί τον αγαπούσαν σαν έναν εξαίρετο, έξυπνο και ιδιόρρυθμο άνθρωπο και ξαφνικά τρόμαζαν και απογοητεύονταν, μόλις ανακάλυπταν ξαφνικά μέσα του τον λύκο. Και τον ανακάλυπταν, γιατί ο Χάρυ ήθελε, όπως και κάθε πλάσμα, να αγαπηθεί εξ ολοκλήρου από τους ανθρώπους που εκτιμούσε, κι έτσι δεν μπορούσε να τους αποκρύψει τον λύκο, ούτε και να τους κοροϊδέψει. Υπήρχαν όμως και κάποιοι, που αγαπούσαν ακριβώς τον λύκο μέσα του, την ελευθερία, την αγριότητα, το ασυμβίβαστο, το επικίνδυνο και το δυνατό στοιχείο του, κι όταν αυτοί ξαφνικά ανακάλυπταν πως αυτός ο άγριος και κακός λύκος ήταν και άνθρωπος, που είχε μέσα του λαχτάρα για καλοσύνη και τρυφερότητα, που ήθελε ν’ ακούει Μότσαρτ, να διαβάζει ποιήματα και να έχει ανθρώπινα ιδεώδη, απογοητεύονταν φριχτά και απαίσια. Αυτοί ακριβώς απογοητεύονταν και θύμωναν συνήθως, κι έτσι ο Λύκος της Στέπας μετέφερε αυτή τη διπλή και διχασμένη φύση του και στα πεπρωμένα όλων των ξένων ανθρώπων τους οποίους συναναστρεφόταν.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Ο Λύκος της Στέπας

Η ευτυχία και το μήλο της γνώσης

Αδιαμφισβήτητα, η ευτυχία είναι μία από τις κινητήριες δυνάμεις για πολλές από τις πράξεις και τις σκέψεις των ανθρώπων. Ο καθένας μας ξοδεύει πολύ χρόνο και πολλή ενέργεια αναλογιζόμενος πάνω στην ευτυχία, στο τι σημαίνει, τι μπορεί να κάνει για να βρεθεί στο δρόμο που θα τον οδηγήσει σε αυτή ή τους λόγους που ίσως ακόμη δεν νιώθει ότι βρίσκεται σε αυτόν τον δρόμο.

Ο καθένας μας, επίσης, έχει πιάσει τον εαυτό του, πάνω στην ενόρμηση της στιγμής, να εύχεται να γνώριζε λιγότερα πράγματα, γιατί έτσι θα ήταν περισσότερο ευτυχισμένος. Νομίζω πως όλοι, αν όχι οι περισσότεροι, έχουμε βρεθεί σε καταστάσεις που αυτή η άγνοια φαντάζει ελκυστική, καθώς οδηγεί στην ευτυχία.

Είναι, όμως, όντως έτσι τα πράγματα; Αν ο Αδάμ και η Εύα εκδιώχτηκαν από τον Παράδεισο, μόλις έφαγαν το μήλο της γνώσης, αυτό σημαίνει ότι η ίδια μοίρα θα ακολουθεί και καθέναν από εμάς, στην πορεία της ζωής μας; Μήπως η ιστορία τους μας δείχνει πως πρέπει κι εμείς να φοβόμαστε το μεταφορικό μήλο της γνώσης, γιατί θα μας απομακρύνει από τον παράδεισο της ευτυχίας;

Η ίδια η αναζήτηση της γνώσης και της αλήθειας είναι μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία. Απαραίτητα εφόδια φαίνονται να είναι το θάρρος για ό,τι αναμένεται να μάθουμε, που δε θα είναι πάντα αυτό που επιθυμούμε, η επιμονή, καθώς το ταξίδι της γνώσης είναι ένα ταξίδι εφόρου ζωής, αλλά και η επαγρύπνηση, για να μην αφήσουμε τον εαυτό μας να εξαπατηθεί από το ψέμα. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να πιστέψουμε ένα ψέμα, αλλά κανείς δεν μπορεί να εξαπατηθεί πιο εύκολα από αυτόν που επιθυμεί να πιστέψει ένα ελκυστικό ψέμα.

Για την αναζήτηση της γνώσης, όμως, οφείλουμε να παραμερίσουμε τις επιθυμίες μας, προκειμένου να κοιτάξουμε με αμερόληπτα μάτια την αλήθεια.

Όταν λοιπόν, διανύσουμε αυτό το ταξίδι και φτάσει η στιγμή που θα κοιτάξουμε την αλήθεια, ίσως, εξ' αρχής, να φαντάζει τρομαχτική. Όσο μεγαλώνουμε, τόσο περισσότερη γνώση αποκτούμε, για το κακό που υπάρχει στον κόσμο, για το σκοτάδι που συνυπάρχει με το φως μέσα μας, για την αλήθεια των άλλων, που δε συμβαδίζει πάντοτε με τη δική μας. Κι όλα αυτά είναι λογικό να οδηγούν, κάποιες φορές, σε απογοήτευση, απώλεια, θυμό, ή, απλώς, φόβο, μπροστά στο μεγαλείο της γνώσης. Ίσως, σε αυτό το σημείο, να αναρωτηθεί κανείς αν αυτά είναι τα βήματα που μας απομακρύνουν από τον μεταφορικό παράδεισο της ευτυχίας.

Η γνώση, όμως, όταν μας δείχνει το κακό, μέσα ή έξω από εμάς, μας δίνει ταυτόχρονα και τη δυνατότητα να το αναγνωρίσουμε και, επομένως, να ξέρουμε πώς να το πολεμήσουμε. Μας δείχνει τις αδυναμίες μας, για να τις ξεπεράσουμε, μας δείχνει πως ένας άνθρωπος δεν ταιριάζει με τη δική μας αλήθεια, για να ψάξουμε κάποιον που οι αλήθειες μας να ταιριάζουν καλύτερα μεταξύ τους. Μας δίνει έναν αντικειμενικό καθρέφτη, για να κοιτάξουμε μέσα του το αληθινό είδωλο του εαυτού και της ζωής μας, να κατανοήσουμε περισσότερο τα γεγονότα γύρω μας και μέσα από αυτή την κατανόηση να αποκτήσουμε μεγαλύτερη γαλήνη και αυτογνωσία.

Επιπλέον, η γνώση συμβάλλει και στη δημιουργία νοήματος, μια βασική ανάγκη για κάθε άνθρωπο. Όσο μεγαλύτερη γνώση έχουμε, τόσο περισσότερα ακαθόριστα σχήματα γύρω μας αποκτούν μορφή. Αυτά τα σχήματα είναι μεταφορικά, και συμβολίζουν τον εαυτό, τους άλλους, τα γεγονότα, τον κόσμο, το σύμπαν και γενικότερα κάθετί που περικλύει γύρω του μυστήριο που περιμένει να αποκαλυφθεί. Ίσως ολόκληρο το μυστήριο δε λυθεί ποτέ, καθένας μας, όμως, έχει τη δυνατότητα, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, να συλλέγει δεδομένα, έτσι ώστε να πλησιάζει όλο και περισσότερο τη δική του προσωπική αλήθεια.

Φαίνεται λοιπόν πως η γνώση, όχι μόνο δε μας απομακρύνει από τον παράδεισο της ευτυχίας, αλλά μας ωθεί πιο κοντά του. Φυσικά, δεν είναι το μόνο συστατικό που χρειάζεται, είναι όμως μία αρχή. Όπως γράφει και ο Loren Eiseley, ''Σε πόσους δρόμους ανάμεσα στ' αστέρια πρέπει ο άνθρωπος να πορευθεί στην αναζήτηση του τελικού μυστικού; Το ταξίδι είναι δύσκολο, απέραντο, μερικές στιγμές αδύνατο, κι όμως αυτό δεν θα μας εμποδίσει από το να το αποπειραθούμε...''

Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΑΘΕ ΚΟΚΚΟ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ

Η ελευθερία του ανθρώπου είναι βέβαια το πιο πολύτιμο δώρο, το ιερότερο. Όταν μάλιστα πιέζεται από τον γονεϊκό εγωισμό νυχθημερόν να υποταχθεί, ξεσπάει με όποιον τρόπο βρίσκει πρόσφορο μέσα στη συγκεκριμένη οικογένεια, με τους συγκεκριμένους γονείς. Τρόπο πλάγιο ή κατά μέτωπο, λεπτό, δημιουργικό ή άγαρμπο, απελευθερωτικό ή αυτοκαταστροφικό, προκειμένου να περισώσει την αξιοπρέπειά της, τη φυσικότητά της και τα θεϊκά της δικαιώματα. Και οι γονείς, αποκαμωμένοι, καταλήγουν να υποστηρίζουν τη θεωρία: Η κληρονομικότητα είναι δύναμη ανίκητη. Το DNA είναι αδάμαστο τελικά...

Θέλουν να δικαιολογηθούν στους άλλους, και κυρίως στον εαυτό τους, πως δεν είναι μια αποτυχία δική τους το γεγονός πως το παιδί τους βγήκε άλλ’ αντ’ άλλων από εκείνο που περίμεναν. Δεν είναι πως οι ίδιοι δεν στάθηκαν τέλειοι γονείς που τα πρόσφεραν όλα, πως δεν έκαναν το παν. Είναι που η εξέλιξη του ανθρώπου είναι κάτι που καθορίζεται από τα γονίδια …

Τους καθησυχάζει κάπως αυτό.
Το ότι τα δικά τους παιδιά, όπως κάποτε και οι ίδιοι κοντά στους γονείς τους, δεν γεννήθηκαν ως συνέχεια και εκπλήρωση των όσων εκείνοι δεν κατάφεραν, το ότι έχουν επιθυμίες, γούστα, δεξιότητες, γνώμες αλλιώτικες και προσωπικές, το ότι η μοναδικότητα του ανθρώπου – όπως και κάθε κόκκου της άμμου εξάλλου – είναι το θαύμα της ζωής που πρέπει να χαιρόμαστε και να στηρίζουμε δεν τους λένε τίποτα. Ούτε που το σκέφτονται, ίσως γιατί και οι ίδιοι έχουν από παλιά αγνοήσει τη δική τους μοναδικότητα και την ελευθερία τους.

Το σύμπαν του εγωισμού μας καλύπτει ως συνήθως το σύμπαν στα μάτια μας. Κανείς δεν ακούει άμα δεν θέλει να ακούσει, κανείς δεν βλέπει κάτι έξω απ’ αυτό που θέλει να δει. Κι όταν δεν μπορεί να δει καθαρά και ταυτόχρονα δεν πετυχαίνει αυτό που θα ήθελε να συμβαίνει, αρχίζει εκείνη η ασύλληπτα καλοδουλεμένη ύφανση των προφάσεων, της δικαιολόγησης και της αυτοδικαίωσης.

Ένα καινούργιο παιδί, από την ώρα που γεννιέται στον κόσμο, λαχταρά να βρει τον εαυτό του. Προ καιρού, διαβάζοντας κάποια κείμενα έκπληκτος θαύμασα τη τόσο προωθημένη φράση: «Όποιος αγνοεί τον εαυτό του, αγνοεί και το σύμπαν». Μια σχεδόν φροϊδική κατεύθυνση της συνείδησης που υποστηρίζει πως η αλήθεια που σώζει ξεκινά από τη βαθιά αυτογνωσία.

Πως όμως να γνωρίσεις τον εαυτό σου, όταν οι ίδιοι σου οι γονείς σε αποτρέπουν, με κάθε λογής πίεση, αγωγή, απειλή, υπόσχεση, εξαγορά, από αυτό; Οι γονείς λαχταρούν διακαώς το παιδί τους να τους μοιάσει, όχι όμως να μοιάσει καν στον πραγματικό τους εαυτό που ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν, αλλά στον εαυτό τους που ονειρεύονται, που φαντάζονται με νευρωσική εξιδανίκευση.

Μπορεί η έννοια της αγάπης να είναι άβατη και άφατη, όμως εγώ ανακάλυψα δύο «ορισμούς» που πολύ μου άρεσαν˙ μου φάνηκαν ως οι πιο κοντινοί στο νόημα της αγάπης. Ο ένας ορισμός ανήκει στον εξαιρετικό ψυχολόγο Άρθουρ Τζάνωφ που γράφει πως: «Αγαπώ σημαίνει, βάζω τις ανάγκες εκείνου που αγαπώ πάνω από τις δικές μου ανάγκες». Ο άλλος ορισμός έρχεται από φίλο που πιστεύει πως: «Αγαπώ σημαίνει, ότι ανακαλύπτω τη μοναδικότητα του άλλου».

Και στη μία και στην άλλη περίπτωση οι δικές μου ανάγκες, τα δικά μου όνειρα, δικές μου επιθυμίες και απόψεις ταπεινά και έξυπνα υποχωρούν. Άλλωστε δίχως ταπείνωση, αγάπη δεν είναι δυνατόν να υπάρξει˙ μπορεί οι γονείς να μην το υπολογίζουν, όμως τα παιδιά το διαισθάνονται βαθύτατα αυτό από πολύ – πολύ μικρά με δύναμη ενστίκτου.

Σε μια ομάδα γονέων έβαλα την ακόλουθη, πανεύκολη φαινομενικά, άσκηση: Ρωτήστε απλά – απλά, χωρίς κανένα υπονοούμενο, με ολοκάθαρη καρδιά και βλέμμα, με αληθινό ενδιαφέρον, τα παιδιά σας την πιο στοιχειώδη ερώτηση του κόσμου: «Τι θέλεις;»

Στην επόμενη συνάντηση τα αποτελέσματα ήταν απίστευτα. Σχεδόν όλοι οι γονείς είπαν πως στάθηκε πάρα πολύ δύσκολο να κάνουν κάτι τέτοιο! Πως δεν μπορούσαν να το κάνουν! Πως ανακάλυψαν ότι ποτέ δεν το είχαν ρωτήσει έτσι το παιδί τους …Μία μαμά που τα κατάφερε τελικά, προκάλεσε, λέει, τόση κατάπληξη στο γιο της, που τη ρώτησε ανήσυχος αν είναι καλά…

Σεξ: Όταν ο ένας θέλει περισσότερο από τον άλλον

Ο/η σύντροφός σας φαίνεται να θέλει σεξ κάθε μέρα, αλλά για εσάς είναι αρκετό μία φορά την εβδομάδα ή ακόμα και μία φορά το μήνα; Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχετε πρόβλημα.

Ο όρος «αταίριαστη σεξουαλική επιθυμία» περιγράφει τη κατάσταση κατά την οποία δύο άτομα σε μια σχέση έχουν διαφορετικά επίπεδα επιθυμίας για σεξ. Παρά το γεγονός ότι αυτός ο όρος θα μπορούσε να αναφέρεται σε όλα τα ζευγάρια, τουλάχιστον σε μερικές φάσεις της κοινής ζωής τους, υπάρχουν ορισμένα που έχουν πιο εμφανείς και συνεπείς διαφορές.

Πολλοί από τους ανθρώπους που έχουν τη χαμηλότερη επιθυμία για σεξ μέσα στη σχέση, εκλαμβάνουν τα επίπεδα της επιθυμίας του συντρόφου τους ως ένα βαρόμετρο που καθορίζει το «νορμάλ» και νιώθουν ότι κάτι δεν πάει καλά με τον εαυτό τους. Αντίθετα κανείς δεν αναρωτιέται γιατί ο άλλος επιθυμεί τόσο συχνά τη σεξουαλική συνεύρεση. Γενικότερα, η κοινωνία δίνει ιδιαίτερη αξία στο σεξ και τείνουμε να πιστεύουμε ότι η μεγάλη συχνότητα είναι κάτι θετικό και υποδηλώνει σεξουαλική υγεία.

Όπως εξηγεί η Sarah Hunter Murray, Ph.D, η οποία έχει επικεντρώσει την ακαδημαϊκή και επαγγελματική της καριέρα στη διερεύνηση των «αποχρώσεων» της ερωτικής επιθυμίας, οι αποκλίσεις αυτές δεν σημαίνουν ότι ο ένας εκ των δύο έχει τα «σωστά» επίπεδα και ο άλλος έχει «πρόβλημα». Ως εκ τούτου, το ζητούμενο δεν είναι ο σύντροφος με τα χαμηλότερα επίπεδα επιθυμίας για σεξ να καλύψει τις ανάγκες αυτού που θέλει να έχει συχνότερα σεξουαλική επαφή. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί μια μέση λύση, όπως συμβαίνει και με άλλες διαφορές, που αναπόφευκτα υπάρχουν μεταξύ των ζευγαριών.

Προκειμένου να δείτε το θέμα με πιο καθαρή ματιά, είναι σημαντικό να αναρωτηθείτε: σε περίπτωση που ο σύντροφός σας δεν ήθελε σεξ τόσο συχνά, θα ανησυχούσατε για το επίπεδο του σεξουαλικού ενδιαφέροντός σας; Ή είχατε νιώσει σε προηγούμενες σχέσεις σας ανάλογη έλλειψη ενδιαφέροντος; Ανάλογα με τις απαντήσεις σας, μία συζήτηση με το σύντροφό σας μπορεί να είναι χρήσιμη. Αν δεν καταφέρετε να βρείτε μια μέση λύση η συνδρομή ενός ειδικού μπορεί να βάλει τελεία στο «πρόβλημά» σας.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

Το δράμα εμφανίζεται όταν παίρνεις τα πράγματα προσωπικά

Σχετική εικόναΌσο πιο περιορισμένη είναι η αντίληψη που έχουμε για ένα γεγονός, τόσο περισσότερο τείνουμε να το παίρνουμε προσωπικά και τόσο περισσότερο αυξάνεται η σημασία των συνεπειών και του δράματος.

Για παράδειγμα, ο θάνατος ενός ανθρώπου συνήθως γίνεται αντιληπτός ως κάτι το δραματικό, εκτός και αν επέλθει από φυσικά αίτια, δηλαδή σε προχωρημένη ηλικία.

Ο λόγος που ο θάνατος αντιμετωπίζεται μ' αυτό τον τρόπο, είναι η έλλειψη μιας ευρύτερης αντίληψης για τη φυσική ροή της ενέργειας και της ζωής στο σύμπαν. Μόνο αν νομίζουμε ότι η ζωή είναι μια προσωπική υπόθεση, θα νομίζουμε ότι και ο θάνατος είναι κάτι το προσωπικό. Αν κάποιος συμπεριλάβει στην αντίληψή του διάφορα απρόσωπα φυσικά γεγονότα που συμβαίνουν στις ενεργειακές μορφές οι συνέπειες ενός θανάτου, καθώς και η έννοια του δράματος, χάνουν τη σημαντικότητά τους. Πόσο προσωπικό είναι ένα γεγονός σε ένα σύμπαν όπου όλοι οι ήλιοι κάποια στιγμή θα σβήουν, οι πλανήτες θα καταστραφούν και όλα τα ζώα και τα φυτά αυτού του πλανήτη κάποια στιγμή πεθνουν.

Μια απρόσωπη και ευρεία αντίληψη για το πώς λειτουργούν τα πράγματα στο σύμπαν, μειώνει κατά πολύ, έως και εκμηδενίζει, τη σημασία του δράματος. Όσο πιο απρόσωπα αντιλαμβανόμαστε τα όσα συμβαίνουν, τόσο περισσότερο μειώνεται η αξία των συνεπειών. Όσο λιγότερο αποδίδουμε τα γεγονότα σε πρόσωπα, τόσο πιο εύκολα ρέουμε με τα γεγονότα, δηλαδή τα βιώνουμε χωρίς αντιστάσεις που προέρχονται από τον νου.

Οι έννοιες του δίκαιου και του άδικου, του σωστού και του λάθους, του καλού και του κακού, είναι όλες δημιουργήματα της ανθρώπινης φαντασίας και εμπεριέχουν ένα σωρό προσκολλήσεις - σε απόψεις, κανόνες, αντικείμενα, ακόμα και πρόσωπα. Σε ένα σύστημα που ρέει συνεχώς και που υπάρχει χάρη στη διαδικασία της δημιουργίας και της καταστροφής, αυτές οι έννοιες αδυνατούν να περιγράψουν την πραγματικότητα.

Όσο περισσότερο περιορίζεται η αντίληψή μας, τόσο περισσότερο παίρνουμε τα πράγματα προσωπικά και αυξάνεται η δυστυχία μας που προέρχεται από τις σκέψεις. "Αντίληψη" ουσιαστικά σημαίνει επίγνωση, γιατί για να αντιληφθείς ένα γεγονός στις πραγματικές του διαστάσεις, δεν πρέπει να σχετίζεσαι προσωπικά με το γεγονός, δηλαδή δεν πρέπει να ταυτίζεσαι με τις αντιδράσεις του νου (τις σκέψεις) και του σώματος (τα συναισθήματα). Όσο περισσότερο ταυτίζεσαι με τις εμπειρίες σου, τόσο περισσότερο περιορίζεται η αντίληψη.

Οι σχέσεις που αναπτύσσουμε από μικρή ηλικία με άλλους ανθρώπους έχουν σαν αποτέλεσμα να μαθαίνουμε να βάζουμε ταμπέλες στον εαυτό μας, αντί να μαθαίνουμε να γνωρίζουμε σε βάθος και αντικειμενικά τι είμαστε για να ζήσουμε σύμφωνα μ' αυτή τη γνώση. Έτσι, μαθαίνουμε να υπάρχουμε μόνο ανάλογα με το πώς μας συμπεριφέρονται και μας χαρακτηρίζουν οι άλλοι. Μαθαίνουμε να παίρνουμε τα πράγματα προσωπικά από πολύ νωρίς ("ο άλλος είπε αυτό για μένα", "ο άλλος με χαρακτήρισε έτσι", "εγώ πιστεύω ότι ο άλλος είναι έτσι", κ.ο.κ).

Τελικά, σχετιζόμαστε με τις εμπειρίες μ σε βαθμό εξάρτησης αδυνατούμε να σχετιστούμε παρατηρώντας τντιδρούμε αυτόματα σαν να είμαστε ένα αντικείμενο μέσα σε μα σχέση με ένα άλλο αντικείμενο, ενώ αυτό που είμαστε πραγματικά είναι αυτό που έχει επίγνωση όλων αυτών των φαινομένων.

Η ποιότητα της ζωής σου εξαρτάται από το πώς βιώνεις το παρόν

Η ζωή μπορεί να είναι μια εξαιρετικά θετική και δημιουργική εμπειρία που σε γεμίζει απόλυτα, που είναι γεμάτη δράση και εκπληκτικές δυνατότητες. Αν και πολλοί την αντιμετωπίζουν σαν μια δύσκολη κατάσταση, δεν είναι.

Δεν πρέπει να αναβάλλουμε διαρκώς για ένα αύριο που ποτέ δεν έρχεται και να γυρνάμε αγχωμένοι εδώ και εκεί προσπαθώντας "να τα φέρουμε βόλτα". Είναι μεγάλος πειρασμός να συνηθίσεις να αναβάλλεις συνεχώς τη ζωή σου για αργότερα. Μπορείς εύκολα να πιστέψεις, όπως και τόσοι άλλοι άνθρωποι, ότι η ζωή θα γίνει καλύτερη και πιο πλήρης κάποια στιγμή στο μέλλον. Ωστόσο, αν κατρακυλήσεις σε έναν τέτοιο τρόπο σκέψης, θα καταλάβεις ότι έχεις κάνει ένα τραγικό λάθος.

Όταν έρθει το αύριο δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από μια ακολουθία παροντικών στιγμών που πρέπει να ζήσεις. Είναι σημαντικό να ξέρεις ότι η ζωή στο παρόν χρειάζεται εξάσκηση και δεν είναι κατ' ανάγκην εύκολη υπόθεση. Αν δε δεσμευτείς αποφασιστικά να κάνεις αυτή την εξάσκηση, οι στιγμές του μέλλοντός σου θα είναι τόσο άδειες όσο και του παρόντος σου - θα είσαι ανίκανος να τις απολαύσεις. Οι συνήθειές σου χρειάζονται επεξεργασία, και η σκέψη σου εξάσκηση όπως κάθε άλλη σημαντική ικανότητα. Εξασκήσου σαν να εξαρτάται από αυτό η ποιότητα της ζωής σου - και πράγματι έτσι είναι.

Να θυμάσαι ότι από τη στιγμή που θα κατανοήσεις ότι εσύ είσαι ο δημιουργός των σκέψεών σου, θα έχεις τον έλεγχό τους. Αν σου έρχονται αρνητικές ή αγχώδεις σκέψεις, μην τους δίνεις σημασία - αν χρειάζεται να αντιμετωπίσεις κάποιο πρόβλημα, κάντο. Κανένα άτομο που έμαθε να ζει στο παρόν δεν νιώθει πως η ζωή του καταρρέει και ότι γίνεται ανεύθυνο. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Όταν πάψεις να ανησυχείς και αρχίσεις να ζεις, θα εκπλαγείς με το πόσο ομαλά ρέει η ζωή σου. Θα μπορείς να αντιμετωπίζεις όλα τα προβλήματα και η ζωή δεν θα σου φαίνεται πλέον δύσκολη, αλλά ένα υπέροχο όνειρο.

Μη σπαταλάς ούτε μια πολύτιμη στιγμή απασχολώντας το μυαλό σου με ένα οδυνηρό παρελθόν ή ένα επίφοβο μέλλον. Όταν εμφανίζονται τέτοιες σκέψεις να έχεις υπόψη σου ότι είναι απλώς σκέψεις και δεν χρειάζεται να τις φοβάσαι. Όπως και να χει, να διδάσκεσαι από το παρελθόν σου και μετά να το αφήνεις να απομακρύνεται. Να θυμάσαι ότι το μέλλον θα είναι ικανοποιητικό αν το ζεις μία μία στιγμή.

Από πού βγαίνει η φράση "σαρδόνιο γέλιο"

Αποτέλεσμα εικόνας για Από πού βγαίνει η φράση "σαρδόνιο γέλιοΔεν γνωρίζουμε την εποχή κατά την οποία έζησε ο Αισχύλος από την Αλεξάνδρεια, εκτός και αν ταυτίζεται με τον Αισχύλο ἀπὸ τῶν τεχνιτῶν (=καλλιτέχνες) που αναφέρεται στην επιγραφή 457.4 σε σχέση με τον Ισθμό και τη Νεμέα, γύρω στα 211 π.Χ. Άλλοι τον τοποθετούν στην αυτοκρατορική εποχή. Ίσως να είναι ο ίδιος Αισχύλος που έγραψε βιβλίο Περί παροιμιών, χωρίο του οποίου διασώζει ο Ζηνόβιος 5.85. Έγραψε Μεσσηνιακά (δε σώζεται τίποτα από το έργο) και ένα ποίημα με τον τίτλο Αμφιτρύων που πρέπει να είχε ως πιθανό θέμα τη γέννηση του Ηρακλή και την ιστορία του Δία, της Αλκμήνης και του Αμφιτρύωνα.

1.Αμφιτρύων-Μεσσηνιακά
(Αθήν. 13.599 Ε:)
Ποια η ανάγκη να δυστυχείς με συντροφιά,
όταν μπορείς να σιωπάς και να κρύβεις τις συμφορές σου ετούτες στο σκοτάδι;
είπε ο Αισχύλος ο Αλεξανδρινός στον Αμφιτρύωνα. Αυτός είναι ο Αισχύλος που συνέθεσε και τα Μεσσηνιακά έπη, άνδρας πολύ μορφωμένος.

2.Περί παροιμιών
(Ζηνόβιος 5.85:)
Σαρδόνιο γέλιο. Ο Αισχύλος στο έργο του Περί παροιμιών μιλά ως εξής γι’ αυτή τη φράση: «Οι κάτοικοι της Σαρδηνίας, άποικοι των Καρχηδονίων, όσους ξεπερνούσαν τα εβδομήντα χρόνια τούς θυσίαζαν στον Κρόνο, γελώντας και αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλο. Γιατί θεωρούσαν αισχρό το να δακρύζουν και να θρηνούν. Το προσποιητό γέλιο, λοιπόν, ονομάστηκε Σαρδόνιο».

Εδώ φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με μια παρετυμολογία. Ήδη στην αρχαιότητα το επίθετο σαρδόνιος ως προσδιορισμός του γέλιου συνδεόταν πιθανώς σωστά με το ρήμα σέσηρα, σεσηρώς, σεσαρυῖα, το οποίο είχε τη σημασία «τραβώ τα χείλη μου για να τα ανοίξω» και επομένως «δείχνω τα δόντια μου με τη σημασία του θυμού, της αγανάκτησης, της πρόθεσης για ύβρη ή για χλευαστικό γέλιο». Με το ίδιο ρήμα συνδέονταν πιθανώς οι λέξεις σάρων (αιδοίο) και σάραβος (αιδοίο) με αρχική σημασία «αυτό που είναι ανοιχτό». Πβ. επίσης πιθανώς σάρμα = χάσμα και σῆραγξ= σήραγγα, ανοιχτή δίοδος. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχική μορφή της λέξης ήταν σαρδάνιος και ότι μόνο αργότερα από την επίδραση της σύνδεσης με τη Σαρδηνία έγινε σαρδόνιος (με ο ή ω). Ο παρακείμενος σέσηρα πρέπει να αντιστοιχούσε κάποτε σε ενεστώτα *σαίρω (διαφορετικό από το ομόηχο ρήμα που σημαίνει «σαρώνω, καθαρίζω» και έχει ξέχωρη ετυμολογική καταγωγή από ρίζα *twyo > saryosayrosairo > σαίρω). Ο ενεστώτας δεν σώζεται, αλλά από αυτόν πρέπει να είχε δημιουργηθεί μία υποθετική λέξη *σαρδών = τράβηγμα των χειλιών (για το σχηματισμό πβ. σπαδών, τυφεδών), της οποίας παράγωγο θα ήταν το σωζόμενο σαρδάνιος.

1.Αμφιτρύων-Μεσσηνιακά
(Αθήν. 13.599 Ε:)
τίς δ΄ ἔστ΄ ἀνάγκη δυστυχεῖν ἐν πλείοσιν͵
ἐξὸν σιωπᾶν κἀν σκότῳ κρύπτειν τάδε;
Αἰσχύλος ἔφη ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἐν Ἀμφιτρύωνι. οὗτος δέ ἐστιν Αἰσχύλος ὁ καὶ τὰ Μεσσηνιακὰ ἔπη συνθείς͵ ἀνὴρ εὐπαίδευτος.

2.Περί παροιμιών
(Ζηνόβιος 5.85:)
Σαρδόνιος γέλως. Αἰσχύλος ἐν τοῖς Περὶ παροιμιῶν περὶ τούτου φησὶν οὕτως· «Οἱ τὴν Σαρδὼ κατοικοῦντες͵ Καρχηδονίων ὄντες ἄποικοι͵ τοὺς ὑπὲρ τὰ ἑβδομήκοντα ἔτη γεγονότας τῷ Κρόνῳ ἔθυον γελῶντες καὶ ἀσπαζόμενοι ἀλλήλους· αἰσχρὸν γὰρ ἡγοῦντο δακρύειν καὶ θρηνεῖν. Τὸν οὖν προσποίητον γέλωτα Σαρδόνιον κληθῆναι».

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΤΑΣΕΤΕ ΣΕ ΠΟΛΛΑΠΛΟ ΟΡΓΑΣΜΟ

Όλες οι γυναίκες είναι φυσιολογικά/ανατομικά ικανές να πετύχουν πολλαπλούς οργασμούς κατά την σεξουαλική επαφή, σύμφωνα με την δρ Barbara Bartlik, καθηγήτρια ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή Weill του πανεπιστημίου Cornell στη Νέα Υόρκη.

Οπότε, γιατί ο πολλαπλός οργασμός είναι κάτι τόσο σπάνιο για τόσες πολλές γυναίκες; Η ίδια η δρ Bartlik υποστηρίζει ότι αυτό οφείλεται σε διάφορους λόγους με τους πιο βασικούς να είναι ο χρόνος και η διάθεση. Πολλά ζευγάρια δεν αφιερώνουν αρκετό χρόνο στην σεξουαλική επαφή, η οποία καταντάει να γίνεται σχεδόν μηχανικά. Την ίδια στιγμή, διάφορα άλλα προβλήματα καθημερινότητας ρίχνουν την σεξουαλική επιθυμία.

Επίσης, πολλές γυναίκες νιώθουν ικανοποιημένες με έναν και μόνο οργασμό και δεν αναζητούν ή επιδιώκουν καν έναν δεύτερο ή τρίτο, πόσο μάλλον την μοναδική αίσθηση του πολλαπλού οργασμού, επισημαίνει η δρ Bartlik.

Τι είναι, όμως, ένας πολλαπλός οργασμός;
Ο πολλαπλός οργασμός είναι μια σειρά οργασμών που συμβαίνουν σε γρήγορη διαδοχή. Και είναι κάτι που μπορεί να συμβεί μόνο στις γυναίκες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι, σε αντίθεση με τους άνδρες, οι γυναίκες δεν βιώνουν μια περίοδο σεξουαλικής ανάδρασης (το χρονικό διάστημα μετά την εκσπερμάτιση, όταν ο άντρας χρειάζεται χρόνο για να επανέλθει). Έτσι, οι γυναίκες μπορούν και ανταποκρίνονται αμέσως μετά τον δικό τους οργασμό σε συνεχόμενη και περισσότερη κλειτοριδική, ή/και κολπική διέγερση.

Πώς μπορεί μια γυναίκα να “εκπαιδεύσει” τον εαυτό της να έχει πολλαπλούς οργασμούς
Σύμφωνα με την δρ Bartlik, οι γυναίκες μπορούν να “διδάξουν” τους εαυτούς τους να έχουν πολλαπλούς οργασμούς. Και προτείνει τα ακόλουθα:

Μάθετε καλά το σώμα σας. Πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχετε έστω και έναν οργασμό κάθε φορά, προτού αναζητήσετε τους πολλαπλούς οργασμούς. Αναζητήστε και εντοπίστε εκείνα τα σημεία ακριβώς που σας ερεθίζουν περισσότερο και εκείνα που έχουν την αντίθετη επίδραση. Αυτό είναι το βασικό θεμέλιο για τη σεξουαλική ανταπόκριση.

Εξασκηθείτε. Χρειάζεται… προπόνηση (τόσο με… τον εαυτό σας, όσο και με το σύντροφό σας) για να επιτευχθεί ο πολλαπλός οργασμός. Θα πρέπει να αφεθείτε στην φαντασία σας και να κάνετε ό,τι χρειάζεται για να ερεθίσετε

τον εαυτό σας. Μην διστάσετε να χρησιμοποιήσετε κάποιο ειδικό μέσο λίπανσης, ώστε να μπορείτε να συνεχίσετε να προσπαθείτε για περισσότερους οργασμούς διεγείροντας ολόκληρη την περιοχή των γεννητικών σας οργάνων, ενώ εστιάζετε την προσοχή σας στην κλειτορίδα, τον κόλπο και το δικό σας σημείο-G.

Στην σεξουαλική επαφή δεν πρέπει να βιάζεστε. Επιβραδύνετε τις κινήσεις σας και κάντε πολλά ερωτικά προκαταρκτικά παιχνίδια, που εστιάζουν κυρίως στην διέγερση της κλειτορίδας. Έτσι θα επιτευχθεί ευκολότερα ο πολλαπλός οργασμός.

Να είστε ξεκούραστες πριν την σεξουαλική επαφή. Η ικανότητα να φτάσετε σε πολλαπλό οργασμό περιορίζεται από την έλλειψη ύπνου. Μετά από ένα οργασμό, πολλές γυναίκες αισθάνονται χαλαρές. Τόσο χαλαρές, που μπορεί να θέλουν να κοιμηθούν. Αλλά εάν είστε ξεκούραστες, μπορείτε να αντισταθείτε σε αυτόν τον πειρασμό του ύπνου και να συνεχίσετε την… προσπάθεια για έναν ακόμα οργασμό (και άλλον, και άλλον…)

Μετά τον πρώτο οργασμό, οι επόμενοι οργασμοί “έρχονται” ευκολότερα. Θα μπορούσε να σας πάρει και 10 έως 15 λεπτά για να φτάσετε στον πρώτο σας οργασμό, αλλά ο δεύτερος μπορεί να συμβεί μέσα σε μόλις πέντε λεπτά, και ο τρίτος σε μόλις δύο λεπτά.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

H εποχή που έπεσε ο «πυρετός» του Σύμπαντος

sumpan-diastima-galaksias
Σύμφωνα με μία διεθνή ομάδα επιστημόνων οι υψηλές θερμοκρασίες στο Σύμπαν που προκαλούσαν οι πρώτοι γαλαξίες άρχισαν να πέφτουν πριν από περίπου 11 δισεκατομμύρια χρόνια

To Σύμπαν πιστεύουμε σήμερα πως γεννήθηκε με μία Μεγάλη Έκρηξη πριν από 13.8 δισεκατομμύρια χρόνια, από ένα απειροστό σημείο με άπειρη πυκνότητα και ενέργεια. Η θερμοκρασία του έκτοτε μειώνεται παράλληλα με τη διαστολή του, όμως οι υπερ-ενεργοί γαλαξίες που σχηματίστηκαν όταν το Σύμπαν ήταν ακόμη νεαρό θέρμαιναν τη γύρω περιοχή τους, προκαλώντας αυξημένες θερμοκρασίες ακόμη και όταν η θέρμη από τη Μεγάλη Έκρηξη είχε κοπάσει.  

Η μελέτη α το πανεπιστήμιο Swinburne από τη Μελβούρνη της Αυστραλίας υποστηρίζει πως πριν από 11 δισεκατομμύρια χρόνια, ο «πυρετός» που προκαλούσαν οι πρώτοι γαλαξίες άρχισε να υποχωρεί και το Σύμπαν άρχισε πάλι να ψυχραίνεται

Το «θερμόμετρο» που χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες για να μετρήσουν τις θερμοκρασίες που επικρατούσαν στο Σύμπαν στο παρελθόν είναι τα διαγαλαξιακά αέρια, σωματίδια αέριας ύλης δηλαδή που καταλαμβάνει το χώρο μεταξύ των γαλαξιών. Τα σωματίδια αυτά αφήνουν ένα αποτύπωμα στο φως που τα συναντά και τα προσπερνά, του οποίου η ανάλυση δίνει πληροφορίες για τις διάφορες φάσεις στην εξέλιξη του Σύμπαντος.

Από τι μπορεί να αποτελείται η σκοτεινή ύλη;

Feature_DarkMatterΑν πάρουμε υπ’ όψιν και τη σκοτεινή ενέργεια η σκοτεινή ύλη αποτελεί το 23% του περιεχομένου του σύμπαντος, η σκοτεινή ενέργεια (ή ενέργεια του κενού) το 73%, η μη φωτεινή ύλη όπως είναι τα νετρίνα το 0.1%, το διαγαλαξιακό αέριο το 3,6%, οι μεγάλες μαύρες τρύπες το 0.04%, ενώ η υπόλοιπη ορατή φωτεινή ύλη (άστρα, πλανήτες κλπ) μόλις το 0.4%. Τέλος η ακτινοβολία είναι μόλις το 0.005%. Δηλαδή τα κάθε είδους άτομα αποτελούν το 12% της συνολικής μάζας του Σύμπαντος.
 
Υποθέτουμε ότι η σκοτεινή ύλη αποτελείται από σωματίδια που «αισθάνονται» τη βαρύτητα αλλά δεν «αισθάνονται» τις πυρηνικές δυνάμεις ώστε να σχηματίσουν άτομα, ούτε είναι ηλεκτρικά φορτισμένα ώστε να δέχονται ηλεκτρικές δυνάμεις, ενώ είναι πιθανό να «αισθάνονται» τη λεγόμενη «ασθενή πυρηνική δύναμη», δηλαδή την τέταρτη από τις τέσσερις γνωστές σήμερα δυνάμεις της Φύσης. Για τον λόγο αυτόν τα υποθετικά αυτά σωματίδια αναφέρονται από τους επιστήμονες με το όνομα «WIMPs», που είναι το αρκτικόλεξο της ονομασίας «Weakly Interacting Massive Particles» (σωματίδια με μάζα τα οποία αλληλεπιδρούν μέσω της ασθενούς δύναμης).
 
Τα νετρίνα είναι ένα είδος WIMPs, αφού δεν έχουν ηλεκτρικό φορτίο και επηρεάζονται μόνο από τη βαρυτική και την ασθενή πυρηνική δύναμη. Έτσι η μόνη «λογική» λύση που απομένει στο μυστήριο της ελλείπουσας μάζας του σύμπαντος είναι η ύπαρξη σωματιδίων που δεν έχουν ανιχνευθεί ως σήμερα.
 
Υπάρχει όμως μια πολύ εκπληκτική περίπτωση. Να μην υπάρχουν τελικά τέτοιου είδους σωματίδια που θα έχει πολύ σοβαρές συνέπειες στο οικοδόμημα της Φυσικής. Κι αυτό επειδή υπάρχουν περιορισμένες εναλλακτικές ερμηνείες του μυστηρίου της ελλείπουσας μάζας, οι οποίες δημιουργούν πολλά «χειρότερα» προβλήματα. 
 
Συγκεκριμένα, θα πρέπει να κάνουμε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω υποθέσεις.
 
Είτε ότι ο νόμος της παγκόσμιας έλξης του Νεύτωνα δεν ισχύει για όλες τις αποστάσεις, είτε ότι η παγκόσμια σταθερά της έλξης να μην είναι σταθερά, είτε ότι ο χώρος αποτελείται από 10 διαστάσεις και, τέλος, ο χώρος να μην είναι συνεχής αλλά αποτελείται από τη συνένωση στοιχειωδών σωματιδίων χωροχρόνου.
 
Επίσης, η σκοτεινή ύλη θα μπορούσε να εξηγηθεί με την ύπαρξη κάποιων μυστηριωδών σωματιδίων, που λέγονται αξιόνια. Ορισμένοι φυσικοί ελπίζουν ότι τα αξιόνια θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια καλή ερμηνεία για την σκοτεινή ύλη, σωματίδια των οποίων η μάζα είναι τάξης μεγέθους μικρο-ηλεκτρονιοβόλτ (μeV).
 
Μια άλλη θεωρία δέχεται την ύπαρξη εντελώς διαφορετικών αξιόνιων, δηλαδή ένα είδος εξαιρετικά ελαφρών μποζονίων που απορρέουν από την θεωρία των χορδών. Εκτιμάται ότι η μάζα των υποψηφίων σωματιδίων σκοτεινής ύλης είναι m~10-22 eV ή 10−31GeV (γιγα-ηλεκτρονιοβολτ), μια μικροσκοπική μάζα σε σχέση με τα σωματίδια που αναζητούνται στον LHC. Το μήκος κύματος de Broglie είναι λ~1 kiloparsec ή 3200 έτη φωτός! Σωματίδια με τόσο μεγάλο μήκος κύματος προκαλούν νέα φαινόμενα και δεν είναι δυνατόν να ανιχνευτούν από επίγειους ανιχνευτές ή να παραχθούν σε επιταχυντές.
 
Καμία από τις παραπάνω εναλλακτικές ερμηνείες δεν ανήκει στο σήμερα γενικά αποδεκτό οικοδόμημα της Φυσικής. Η διευκρίνιση του ποια τελικά από τις ερμηνείες ισχύει, η ύπαρξη άγνωστων σωματιδίων ή η ανατροπή των γνωστών νόμων της Φυσικής, αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες προκλήσεις της σύγχρονης επιστήμης.

Αποδιοπομπαίος Τράγος

Αποδιοπομπαίος ΤράγοςΜε τον όρο αποδιοπομπαίος τράγος στο ιστορικό του πλαίσιο εννοείται η θυσία ενός τράγου, όπως περιγράφεται στη Βίβλο κεντρικό τμήμα άλλοτε της εξιλαστήριας τελετής Γιομ Κιπούρ.

Η Ιστορική και Aνθρωπολογική προοπτική

Οι διακριτές αυτές τελετουργίες υπήρξαν σε πολλούς πολιτισμούς και περιγράφτηκαν αρκετά λεπτομερειακά από τον Τζέιμς Τζορτζ Φρέιζερ και άλλους ανθρωπολόγους. Όλες απεικονίζουν ένα μέσο ανανέωσης της επαφής με το καθοδηγητικό πνεύμα της κοινότητας και αποτελούν επίσης προσπάθεια εξορκισμού των δεινών που μαστίζουν την ανθρωπότητα, όπως η πανδημία, ο θάνατος, η βία, η φυσική και ψυχική οδύνη ή η αίσθηση της αμαρτίας και της ενοχής που συνοδεύει τη γνώση της υπέρβασης του ηθικού κώδικα.

Σε όλη του την ιστορία το ανθρώπινο είδος προσπάθησε με διάφορες μεθόδους, μαγικού χαρακτήρα στους προϊστορικούς και πρώιμους ιστορικούς χρόνους, θρησκευτικού κατόπιν και εντέλει ψυχολογικού και κοινωνιολογικού στη σύγχρονη εποχή, ελπίζοντας να αποφύγει τα επαπειλούμενα κατά της κοινότητας δεινά και την ατομική ή ομαδική ενοχή του.

Σε τέτοιες εξιλαστικές τελετές της αρχαιότητας, η ενοχή μεταφερόταν με μαγικό τρόπο σε άλλα πρόσωπα, σε ζώα, σε φυτά, ακόμη και σε άψυχα αντικείμενα. Το κακό ή τα δεινά θεωρούνταν λίγο-πολύ ένα είδος μόλυνσης που μπορούσε να εγκλειστεί σε ένα μαγικό αντικείμενο, μετατρέποντάς το σε ενσαρκωμένη μόλυνση που μπορούσε να εκδιωχθεί πλέον, με κάποιον φυσικό τρόπο.

Στην τελετή Γιόμ Κιπούρ υπάρχει μια ξεκάθαρη αίσθηση της εξομολόγησης του αμαρτήματος και της εξιλέωσης από την ενοχή. Η εβραϊκή λέξη για την εξιλέωση είναι κιππέρ και σχετίζεται με το κιππουρίμ, τις διαδικασίες εξάλειψης και υπάρχουν ετυμολογικά παράλληλα τόσο στην αρχαία βαβυλωνιακή γλώσσα, όσο και στην Αραβική. Η βαβυλωνιακή τελετή κατά την πέμπτη μέρα του δεκαήμερου εορτασμού του νέου έτους ονομαζόταν κουπουρού και περιελάμβανε εξαγνισμό, εξομολόγηση αμαρτιών και μια ανθρωποθυσία. Το αρχικό νόημα της βαβυλωνιακής λέξης είναι «ο καθαρισμός, η εξάλειψη» και μέσω της θυσίας αίματος αφαιρούσε το στίγμα της αμαρτίας.

Ένα άλλο ετυμολογικό παράλληλο στην Αραβική προσθέτει το νόημα της «απόκρυψης», δηλαδή της συγκάλυψης της ενοχής, κρύβοντάς τη από τα μάτια της προσβεβλημένης θεότητας μέσω της επανόρθωσης. Στο πλαίσιο της αναλυτικής ψυχολογίας ο Κ. Γκ. Γιουνγκ όρισε την ενοχή ως το συναίσθημα εκείνο που βιώνει όποιος θεωρεί ότι εξέπεσε της ολοκληρωμένης του κατάστασης και ότι αποξενώθηκε από τον Θεό ή με ψυχολογικούς όρους από τον Εαυτό, το ρυθμιστικό κέντρο της ψυχής στην αναλυτική ψυχολογία.

Όταν ο Εαυτός προβάλλεται στον γονέα ή κάποιου είδους συλλογικότητα, τότε γίνεται αισθητή η ενοχή για οποιουδήποτε είδους παρέκκλιση από τα εγκαθιδρυμένα στερεότυπα της συμπεριφοράς τους. Η ενοχή ως «πάντα παρόν συστατικό του εαυτού» εκδηλώνεται με δριμύτητα και δηκτικότητα όταν αισθανόμαστε τον εαυτό μας απαράδεκτο, κατειλημμένο από συγκρούσεις διαφόρων ειδών που μας διχάζουν και ενίοτε μας εξαναγκάζουν να γινόμαστε συμμέτοχοι σε εντεταλμένες εγκληματικές συμπεριφορές όπως είναι το λυντσάρισμα ή η βίαιη εθνοκάθαρση.

Όλες αυτές οι τελετές απαλλαγής, ωστόσο, λειτουργούν με την εκδίωξη αυτού που θεωρούμε ξένο. Ο Έριχ Νόιμαν περιγράφοντας αναλογικά ανάμεσα στην παιδική ανάπτυξη και την πολιτισμική ιστορία, συσχετίζει τις τελετουργίες του αποδιοπομπαίου τράγου με τις λειτουργίες της πρωκτικής απόρριψης. Θεωρεί, με άλλα λόγια, την απόρριψη περιττωμάτων ανάλογη με την καταπίεση της σκιάς, αναγκαία για την συνένωση των τμημάτων του εγώ κατά τη διαδικασία της ατομικοποίησης.

Βάσει των παραπάνω, αυτό που αποβάλλεται, είναι αρχικά αποδεκτό ως τροφή αναγκαία για επιβίωση. Κατόπιν αποβάλλεται ως έκφραση της δημιουργικής ικανότητας του ατόμου να παράγει από την τροφή του ζωή. Αυτού του είδους η απόρριψη σε ορισμένους πολιτισμούς θεωρείται γονιμοποιητική –και από φυσική άποψη αφορά τη γεωργία- ενώ για άλλους θεωρείται εξαγνιστική, καθώς ό,τι αποχωρίζεται από τα όρια του σώματος μπορεί να θεωρηθεί ξένο και βρώμικο. Όπως το θέτει η Μαίρη Ντάγκλας η βρωμιά είναι «ύλη εκτός τόπου» σε ένα «συμβολικό σύστημα αγνότητας». Είναι αυτό που πρέπει να εκδιωχθεί, «να μη συμπεριληφθεί προκειμένου να διατηρηθεί ακέραιο το στερεότυπο» γιατί προκαλεί την καθεστηκυία τάξη. Έτσι γίνεται τελετουργικά ταμπού, μίασμα και φέρει εγγενώς την ιδέα του κινδύνου για την κοινότητα.

Aνθρωποι Αποδιοπομπαίοι Τράγοι

Σε πολλές περιπτώσεις ανθρώπινα όντα που αναλάμβαναν τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου και ταυτίζονταν με το απαγορευμένο και το ξένο ήταν καταδικασμένοι και εγκληματίες, που κέρδιζαν τη συγγνώμη αποδεχόμενοι αυτόν τον ρόλο για την κοινότητα. Σε άλλες περιπτώσεις τον ρόλο αναλάμβαναν μόνον ιερείς, οι οποίοι θεωρούνταν ανέγγιχτοι από οποιαδήποτε μόλυνση, ακόμα και ηθοποιοί που εκτελούσαν το τελετουργικό δράμα επί πληρωμή. Ακόμη και άτομα με θετικό ρόλο μέσα στην κοινότητα, διακριτά ωστόσο από τον κοινό κανόνα, θα μπορούσαν να στιγματιστούν αρνητικά και να γίνουν αντικείμενα κατάρας, όπως φαίνεται στα ανθρωπολογικά στοιχεία που εισάγει στα έργα του ο νομπελίστας συγγραφέας Γουόλε Σογίνκα.

Ο Φρέιζερ με τη σειρά του περιέγραψε τους ανθρώπους-αποδιοπομπαίους τράγους ως άσχημους και παραμορφωμένους ή ασυνήθιστα ισχυρούς. Στη Ρώμη τις λειτουργίες του αποδιοπομπαίου τράγου διεκπεραίωνε κάποιος που αναλάμβανε τον ρόλο του αρχαίου σιδηρουργού και γινόταν ο Mamurius Veturius, ενώ με τη σειρά του ο βασιλιάς, που έστεκε παραδοσιακά πέρα από την πολιτισμική τάξη, όντας στο κέντρο και υπεράνω της κοινότητας την οποία κυβερνούσε, γινόταν εντέλει ο αποδιοπομπαίος τράγος. Καθιερωνόταν στις σχετικές τελετές ταυτιζόμενος με τον ετήσιο θεό, ως σύντροφος της θεάς και η θυσία του επιβεβαίωνε την ευημερία του νέου έτους.

Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται πως γνώριζαν την ιδέα, σε μια διαφορετική μορφή. Στην Χαιρώνεια ο δήμαρχος και ο αρχηγός κάθε οίκου τελούσε μια τέτοια τελετή, κατά την οποία εκδιωκόταν η πείνα. Χτυπούσαν έναν σκλάβο με ραβδιά άγνου (agnus castus) της κοινής μας λυγαριάς, και τον εκδίωκαν από τον οίκο φωνάζοντας, «Έξω με την πείνα και μέσα με ευημερία και υγεία».

Η ίδια τακτική επεκτάθηκε με διαφορετικό τρόπο στην Αγγλία του 15ου και 16ου αιώνα. Οι νεαροί πρίγκιπες μεγάλωναν έχοντας πάντα δίπλα τους ένα νεαρό αγόρι, το επονομαζόμενο «παιδί για μαστίγωμα» (whipping boy). Οι αρμοδιότητες του νεαρού – ο οποίος ήταν εκλεκτός γόνος, αναθρεμμένος μαζί με το βασιλόπουλο από την ημέρα της γέννησής του- ήταν συγκεκριμένες: Όταν ο πρίγκιπας συμπεριφερόταν άσχημα ή παραμελούσε την εκπαίδευσή του, θα έπρεπε κανονικά να τιμωρηθεί. Όμως χάρη στην ελέω Θεού βασιλεία (τη θεωρία ότι ο βασιλιάς έχει διοριστεί από τον Θεό) δεν επιτρεπόταν να ασκηθεί οποιαδήποτε τιμωρία στο πριγκιπικό βλαστάρι.

Για να μπορέσει λοιπόν να συνετιστεί το βασιλόπουλο για κάθε παράπτωμα που διέπραττε, στη θέση του τιμωρούνταν (με μαστίγωμα ή ξυλοδαρμό) ο νεαρός φίλος του. Υπήρχε μάλιστα η πεποίθηση ότι ο ισχυρός δεσμός που συνήθως αναπτυσσόταν μεταξύ του αποδιοπομπαίου νεαρού και του πρίγκιπα αύξανε δραματικά την αποτελεσματικότητα της τιμωρίας, ώστε ο πρίγκιπας να μην επαναλάβει τα λάθη του. Στην ουσία επρόκειτο για ένα είδος επαγγέλματος της εποχής, που υποσχόταν την κοινωνική άνοδο του υπομονετικού νέου!


Εικόνα 1. Αναπαράσταση της σκηνής της εξιλαστικής αποπομπής του τράγου:
Μετά την συμβολική εναπόθεση του κρίμματος των αμαρτιών στο κεφάλι του,
ο τράγος διώχνεται στην έρημο παίρνοντάς μαζί του το προπατορικό μάρτημα.
Εικόνα 2.Gottlieb: Εβραίοι στη Συναγωγή κατά το Γιόμ Κιπούρ


Αποδιοπομπαίος Τράγος στην Αναλυτική Ψυχολογία

Με τον όρο σύμπλεγμα του αποδιοπομπαίου τράγου εννοείται στην αναλυτική ψυχολογία η ασυνείδητη ατομική ή ομαδική προβολή ενός πλέγματος ανεπιθύμητων σκέψεων πάνω σε δεδομένο άτομο, που αναλαμβάνει τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου για τα προβλήματα του ατόμου ή της κοινότητας.

Τα άτομα που θεωρούνται απαράδεκτα για την κοινότητα σε ένα αισθητικό και συγκινησιακό πλαίσιο αναλογούν στην προσωπική ψυχολογία με το παράξενο παιδί το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, όπως αποκαλείται ενίοτε. Σε τέτοιες περιπτώσεις το παιδί αισθάνεται παραμελημένο, διαχωρισμένο και κυρίως ταμπού, με την έννοια του απαγορευμένου. Τούτη η αποξένωση φαίνεται να συμβαίνει σε ένα πρωταρχικό επίπεδο εμπειρίας σε ένα πολύ βαθύ, αρχαϊκό στρώμα της ψυχής. Το παιδί υποφέρει, ως αποτέλεσμα της αποξένωσής του από τη μητρική μορφή, κάτι που ο Νόιμαν αποκαλεί αποκαλεί «πρωταρχικό συναίσθημα ενοχής».

Όπως το περιγράφει: Το κεντρικό σύμπτωμα μιας διαταραγμένης πρωταρχικής σχέσης είναι το συναίσθημα της ενοχής, χαρακτηριστικό των ψυχικών διαταραχών του δυτικού ανθρώπου. Αυτός ο τύπος ενοχής παρουσιάζεται σε μια αρκετά πρώιμη στιγμή της ανθρώπινης ζωής, είναι αρχαϊκή στη φύση της και δε θα πρέπει να συγχέεται με μεταγενέστερα συναισθήματα ενοχής που παράγει ο χωρισμός από τους γονείς ή εκδηλωμένα οιδιπόδεια συμπλέγματα. Τούτο το πρωταρχικό αίσθημα ενοχής πηγαίνει πίσω, σε μια προ-εγωική φάση και καθοδηγεί το παιδί να συσχετίσει τη διαταραχή της πρωταρχικής σχέσης με τη δική του πρωταρχική ενοχή ή προπατορικό αμάρτημα.

Aτομα που ταυτίζονται με το αρχέτυπο του αποδιοπομπαίου τράγου αισθάνονται φορείς αισχρών συμπεριφορών και τάσεων που διακόπτουν τις σχέσεις τους με την την κοινότητα. Σε ένα βαθύ (συλλογικό) ασυνείδητο επίπεδο, όπου το άτομο συμμετέχει στο συλλογικό, ταυτίζονται με το «σφάλμα», το «άσχημο» και το «κακό». Η απόρριψη είναι ενίοτε αρκετά ασυνείδητη, ή εκλογικεύεται τόσο από την κοινότητα όσο και από τον αποδιοπομπαίο, αλλά οι ρίζες βρίσκονται βαθύτερα. Δεν είναι η παιδική πράξη που φέρνει την απόρριψη, αλλά αυτό που είναι το παιδί σε σχέση με τον γονέα ή την κοινότητα στην προκειμένη περίπτωση. Το παιδί είναι διαφορετικό και συνεπώς απειλεί την καθεστηκυία τάξη, γεγονός που το κάνει μισητό.

Όσοι ταυτίζονται με το αρχέτυπο του αποδιοπομπαίου τράγου βιώνουν μια ατομική ενοχή, μια διαρκή αίσθηση δολιότητας. Σε αρκετές περιστάσεις πρόκειται για συναισθήματα ενοχής απέναντι στον ίδιο τον Εαυτό για το γεγονός ότι το άτομο νιώθει πως πρέπει να αναλάβει ένα συλλογικό ρόλο ώστε να αποκατασταθεί και να απελευθερωθεί, απελευθερώνοντας την ίδια στιγμή και την κοινότητα. Οι αρνητικές συνέπειες μιας τέτοιας εμμονής είναι ότι το άτομο προβάλλεται διαρκώς πάνω στο συλλογικό και τις υποχρεώσεις του, παραβλέποντας την ατομική του ολοκλήρωση και ακεραιότητα. Ο συνδυασμός αυτών των επιπέδων ενοχής από το υπερεγώ στο μητριαρχικό επίπεδο και τον Εαυτό παρεμποδίζει την ανάπτυξη και την αίσθηση μιας συνεκτικής ατομικής ταυτότητας, γεγονός που παράγει, σύμφωνα με τον R. Laing, μια «οντολογική ανασφάλεια», την οποία βιώνουν άτομα ταυτισμένα με συμπλέγματα που παράγουν απόρριψη, όπως το σύμπλεγμα του αποδιοπομπαίου τράγου.

Γιατί ο χρόνος πηγαίνει μόνο μπροστά;

Γιατί πρέπει η φθορά να συμβαδίζει με τον χρόνο; Όταν για παράδειγμα ζούμε ένα όνειρο την στιγμή που κοιμόμαστε αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει ο χρόνος;

Μήπως λοιπόν ο χρόνος είναι απλά μια ψευδαίσθηση; μήπως όλα όσα αντιλαμβανόμαστε ότι ζούμε είναι νοητά; εικονικά; τότε πως προσδιορίζουμε την έννοια του χρόνου μέσα σε έναν νοητό εικονικό κόσμο;

Αλήθεια τι προσδιορίζουμε ως παρελθόν; τις στιγμές που πέρασαν από την ζωή μας, την ιστορία, μέσα από τα πρόσωπα γεγονότα που άφησαν το αποτύπωμα τους, πάνω στον χώρο και τον χρόνο, στον οποίο πήραμε την σκυτάλη εμείς τώρα, προδιαγράφοντας το παρόν μέσα από το παρελθόν μας και το μέλλον που θα πάρουν μετά «άλλοι» την σκυτάλη;

Άρα γιατί πρέπει ο χρόνος να κυλά προδιαγράφοντας την ζωή μόνον μπροστά;

Αλήθεια τώρα, μπορεί να υπάρξει η έννοια του χρόνου σε μια οντότητα που είναι αθάνατη δεν φθείρεται και ζει για πάντα;

Φανταστείτε τον εαυτό σας ως μια αθάνατη οντότητα, όπου ενσαρκώνεται σε χωϊκά δοχεία-σώματα για να ζήσει τις διάφορες πραγματικότητες πάνω στον εκάστοτε χώρο με τους ανάλογους νόμους που τον διέπουν.

Για παράδειγμα, όταν συμμετέχουμε σε έναν εικονικό κόσμο ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού, πάντα διέπεται από τους δικούς του νόμους, έχει τον δικό του εικονικό τρισδιάστατο κόσμο, το δικό του ολόγραμμα!..και δεν εξαρτάται από εμάς, διότι πολύ απλά εμείς συμμετέχουμε στο εικονικό παιχνίδι ως παίκτες σύμφωνα με τις επιλογές μας!!..με αρχή και τέλος του παιχνιδιού, αλλά στην ουσία δεν υπάρχει τέλος, απλά υπάρχει τέλος του παιχνιδιού.

Αν πάλι θέλουμε να συνεχίσουμε το παιχνίδι από την αρχή η από εκεί που σταματήσαμε, συμμετέχουμε ξανά με μια καινούρια μας συμμετοχή, ένα καινούριο παιχνίδι από την αρχή.

Αν λοιπόν νομίζετε ότι ζείτε αληθινά σε έναν κόσμο εικονικό, πρέπει πρώτα να αντιληφθείτε ποιος είναι ο παίκτης, και αν εσείς, εγώ, ο οποιοσδήποτε συμμετέχει σε αυτόν τον κόσμο, είμαστε οι παίκτες μέσα στο ολόγραμμα παιχνίδι που ονομάζουμε ζωή πάνω στον χωροχρόνο του πλανήτη Γη, τότε θα πρέπει να αντιληφθούμε ποιοι δεν είναι οι παίκτες, αλλά το «πρόγραμμα» του ολογράμματος που ονομάζουμε ζωή.

Ως συμπέρασμα, πρέπει να αντιληφθούμε όλοι ότι δεν υπάρχει ο χρόνος, ούτε το παρόν ούτε το παρελθόν, ούτε το μέλλον, και σκεφτείτε και αυτό, πως είναι δυνατόν να ονομάσουμε έναν εικονικό κόσμο ως ζωή; μέσα από το παρελθόν παρόν και μέλλον. Αλλά αν υποθέσουμε ότι το σύμπαν είναι κυκλικό, τότε και το μέλλον γίνεται αμέσως παρελθόν.

Υπάρχει η έννοια της αληθινής ζωής σε έναν εικονικό κόσμο;

Αν ναι, τότε πρέπει να αποδεχτείτε ότι ζωή είναι να ζεις μέσα στον χώρο ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού ως παίκτης, ενός εικονικού ολογράμματος! γι’αυτό άλλωστε και ζούμε την εικόνα – το είδωλο!

Τα τελευταία μαμούθ είχαν υποστεί ένα είδος γενετικής κατάρρευσης

Αποτέλεσμα εικόνας για Τα τελευταία μαμούθ είχαν υποστεί ένα είδος γενετικής κατάρρευσηςΟι «τελευταίοι των Μοϊκανών» μεταξύ των τριχωτών μαμούθ είχαν πια σοβαρές βλάβες στο DNA τους, λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης στην Αρκτική και της ενδογαμίας τους, πράγμα που επέσπευσε την εξαφάνισή τους από προσώπου γης, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.

Η μελέτη αποκαλύπτει για πρώτη φορά ότι οι τελευταίοι πληθυσμοί των μαμούθ είχαν υποστεί ένα είδος γενετικής κατάρρευσης, κάτι που αποτελεί υπόμνηση για τους κινδύνους της γενετικής απομόνωσης που αφορούν αρκετά σύγχρονα ζώα, τα οποία επίσης απειλούνται με εξαφάνιση.

Κατά την τελευταία εποχή των πάγων, τα μαμούθ ήσαν το πιο κοινό μεγάλο φυτοφάγο ζώο στη Βόρεια Αμερική και στη Σιβηρία. Όμως η άνοδος της θερμοκρασίας και οι πιέσεις από τους ανθρώπους κυνηγούς οδήγησαν σε σταδιακή εξαφάνιση των περισσότερων μαμούθ περίπου πριν από 10.000 χρόνια.

Μικροί μόνο πληθυσμοί τους επιβίωσαν για μερικές ακόμη χιλιάδες χρόνια σε απομονωμένες περιοχές, με τα τελευταία μάλλον στη Νήσο Βράγκελ του Αρκτικού Ωκεανού, όπου εκτιμάται ότι ζούσαν μαμούθ έως πριν από 3.700 έως 4.000 χρόνια. Αλλά, όπως αποκαλύπτει η νέα μελέτη, είχαν πια πολύ-πολύ άρρωστο DNA.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Ρεμπέκα Ρότζερς του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Μπέρκλεϊ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό γενετικής ‘PLoS Genetics’, σύγκριναν το γονιδίωμα ενός μαμούθ που ζούσε προ 45.000 ετών, με ένα της Νήσου Βράγκελ που ζούσε προ 4.300 ετών. Το τελευταίο είχε πια ένα DNA «πήχτρα» στις επιβλαβείς για την υγεία του μεταλλάξεις.

Τα τελευταία μαμούθ είχαν χάσει μια σειρά από ζωτικά γονίδια (π.χ. για τη σωστή όσφρησή τους ή για την παραγωγή κρίσιμων πρωτεϊνών), δυσκολεύονταν να προσελκύσουν συντρόφους για ζευγάρωμα, ενώ το τρίχωμά τους λόγω μεταλλάξεων είχε αποκτήσει μάλλον μια παράξενη σατινέ γυαλάδα

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (110-114)

[110] Τοιούτων τοίνυν ἡμῶν γεγενημένων καὶ τοσαύτην πίστιν δεδωκότων ὑπὲρ τοῦ μὴ τῶν ἀλλοτρίων ἐπιθυμεῖν τολμῶσι κατηγορεῖν οἱ τῶν δεκαρχιῶν κοινωνήσαντες καὶ τὰς αὑτῶν πατρίδας διαλυμηνάμενοι καὶ μικρὰς μὲν ποιήσαντες δοκεῖν εἶναι τὰς τῶν προγεγενημένων ἀδικίας, οὐδεμίαν δὲ λιπόντες ὑπερβολὴν τοῖς αὖθις βουλομένοις γενέσθαι πονηροῖς, ἀλλὰ φάσκοντες μὲν λακωνίζειν, τἀναντία δ᾽ ἐκείνοις ἐπιτηδεύοντες, καὶ τὰς μὲν Μηλίων ὀδυρόμενοι συμφοράς, περὶ δὲ τοὺς αὑτῶν πολίτας ἀνήκεστα τολμήσαντες ἐξαμαρτεῖν.

[111] ποῖον γὰρ αὐτοὺς ἀδίκημα διέφυγεν; ἢ τί τῶν αἰσχρῶν ἢ δεινῶν οὐ διεξῆλθον; οἳ τοὺς μὲν ἀνομωτάτους πιστοτάτους ἐνόμιζον, τοὺς δὲ προδότας ὥσπερ εὐεργέτας ἐθεράπευον, ᾑροῦντο δὲ τῶν Εἱλώτων ἑνὶ δουλεύειν ὥστ᾽ εἰς τὰς αὑτῶν πατρίδας ὑβρίζειν, μᾶλλον δ᾽ ἐτίμων τοὺς αὐτόχειρας καὶ φονέας τῶν πολιτῶν ἢ τοὺς γονέας τοὺς αὑτῶν,

[112] εἰς τοῦτο δ᾽ ὠμότητος ἅπαντας ἡμᾶς κατέστησαν ὥστε πρὸ τοῦ μὲν διὰ τὴν παροῦσαν εὐδαιμονίαν καὶ ταῖς μικραῖς ἀτυχίαις πολλοὺς ἕκαστον ἡμῶν ἔχειν τοὺς συμπενθήσοντας, ἐπὶ δὲ τῆς τούτων ἀρχῆς διὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκείων κακῶν ἐπαυσάμεθ᾽ ἀλλήλους ἐλεοῦντες· οὐδενὶ γὰρ τοσαύτην σχολὴν παρέλιπον ὥσθ᾽ ἑτέρῳ συναχθεσθῆναι.

[113] τίνος γὰρ οὐκ ἐφίκοντο; ἢ τίς οὕτω πόρρω τῶν πολιτικῶν ἦν πραγμάτων, ὅστις οὐκ ἐγγὺς ἠναγκάσθη γενέσθαι τῶν συμφορῶν, εἰς ἃς αἱ τοιαῦται φύσεις ἡμᾶς κατέστησαν; εἶτ᾽ οὐκ αἰσχύνονται τὰς αὑτῶν πόλεις οὕτως ἀνόμως διαθέντες καὶ τῆς ἡμετέρας ἀδίκως κατηγοροῦντες, ἀλλὰ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ περὶ τῶν δικῶν καὶ τῶν γραφῶν τῶν ποτε παρ᾽ ἡμῖν γενομένων λέγειν τολμῶσιν, αὐτοὶ πλείους ἐν τρισὶ μησὶν ἀκρίτους ἀποκτείναντες ὧν ἡ πόλις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἁπάσης ἔκρινεν.

[114] φυγὰς δὲ καὶ στάσεις καὶ νόμων συγχύσεις καὶ πολιτειῶν μεταβολάς, ἔτι δὲ παίδων ὕβρεις καὶ γυναικῶν αἰσχύνας καὶ χρημάτων ἁρπαγὰς τίς ἂν δύναιτο διεξελθεῖν; πλὴν τοσοῦτον εἰπεῖν ἔχω καθ᾽ ἁπάντων, ὅτι τὰ μὲν ἐφ᾽ ἡμῶν δεινὰ ῥᾳδίως ἄν τις ἑνὶ ψηφίσματι διέλυσεν, τὰς δὲ σφαγὰς καὶ τὰς ἀνομίας τὰς ἐπὶ τούτων γενομένας οὐδεὶς ἂν ἰάσασθαι δύναιτο.

***
Οι συμφορές που προκάλεσε η Σπαρτιατική ηγεμονία.
[110] Παρ᾽ όλα αυτά και ενώ τέτοια διαγωγή δείξαμε στους συμμάχους και τόσο φανερά αποδείξαμε πως δεν επιθυμούσαμε τα ξένα αγαθά, τολμούν να μας κατηγορούνε ποιοί; Αυτοί που πήρανε μέρος στις δεκαρχίες, ρήμαξαν τις πατρίδες τους, έκαναν ένα τίποτα τις αδικίες τις παλιές μπρός στις δικές τους, δεν άφησαν κανένα περιθώριο για να τους ξεπεράσουν άλλοι που τυχόν θα ήθελαν κατόπιν να φερθούν αισχρά· αυτοί που ισχυρίζονται ότι λατρεύουν καθετί λακωνικό, όμως οι πράξεις τους είναι πέρα για πέρα αντίθετες από τις συνήθειες των Σπαρτιατών, και ενώ θρηνολογούν δήθεν για τη συμφορά που βρήκε τους Μηλίους, τόλμησαν ωστόσο να διαπράξουν εγκλήματα αθεράπευτα στους συμπολίτες τους τους ίδιους.

[111] Και ποιό κακό δεν έκαμαν; Ποιά πράξη αισχρή ή φρικιαστική άφησαν να τους διαφύγει; Τους μεγαλύτερους εχθρούς του νόμου και της τάξης τούς θεωρούσαν πιστούς· χαϊδολογούσαν τους προδότες, σαν να ήταν ευεργέτες της πατρίδας· προτιμούσαν να είναι δούλοι σε έναν είλωτα, αρκεί να εξευτελίσουν την πατρίδα τους· τιμούσαν τους φονιάδες και τους δολοφόνους των συμπολιτών τους ακόμα περισσότερο και από τους δικούς τους τους γονείς.

[112] Οδήγησαν τον κόσμο σε τέτοιο σημείο ωμότητας, ώστε πρωτύτερα, στα χρόνια της ευτυχίας, και στις μικρές ακόμα ατυχίες έβρισκε ο καθένας μας πολλούς να του παρασταθούν, ενώ τότε, τον καιρό της δικιάς τους κυριαρχίας, με το πλήθος τις συμφορές που έπεσαν στον καθένα, πάψαμε να λυπούμαστε τους άλλους· δεν άφησαν σε κανέναν περιθώρια να συγκινηθεί με τους καημούς των άλλων.

[113] Πραγματικά, σε ποιόν δεν έδειξαν την εγκληματική διάθεσή τους; Ή ποιός στάθηκε τόσο μακριά από τη δημόσια ζωή, ώστε δεν αναγκάστηκε να μπει βαθιά μέσα στις συμφορές, όπου μας βούτηξαν αυτοί οι ελεεινοί; Έπειτα δεν ντρέπονται που κατακρίνουν εμάς, ενάντια σε κάθε έννοια δικαιοσύνης, τη στιγμή που τις πόλεις τις δικές τους τις έριξαν σε τέτοια παρανομία; Και πάνω από όλα έχουν το θράσος να κάνουν λόγο για ιδιωτικές και για δημόσιες δίκες, που έγιναν άλλοτε σ᾽ εμάς, τη στιγμή που αυτοί, μέσα σε τρείς μήνες μονάχα, σκότωσαν χωρίς δίκη ακόμα περισσότερους από όσους δίκασε η πόλη μας μέσα σε όλο το μακρύ διάστημα που κράτησε η ηγεμονία της.

[114] Όσο για τις εξορίες, τις εσωτερικές αναστατώσεις, τη σύγχυση και την παρανομία, τις αυθαίρετες πολιτειακές μεταβολές, και ακόμα για τα εγκλήματα προς τα παιδιά, το ατίμασμα των γυναικών, την αρπαγή των περιουσιών, ποιός θα μπορούσε να τα απαριθμήσει όλα αυτά; Ένα μονάχα έχω να πω και τίποτα άλλο: Οι αδικίες που έγιναν στα χρόνια της δικιάς μας κυριαρχίας με ένα μονάχα ψήφισμα θα ήταν δυνατό να διαλυθούν· όμως τις σφαγές και τις παρανομίες που έγιναν στα χρόνια τους κανείς δεν είναι δυνατό να τις γιατρέψει.

ΣΠΑΡΤΗ ΚΑΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για λεωνιδασ 300 θερμοπυλεσI

Η Σπάρτη, που πρόκειται να εξετάσω, εκτείνεται σε μια μάλλον περιορισμένη περίοδο, περίπου από τα μέσα του έκτου αιώνα ως τη μάχη στα Λεύκτρα το 371 π.Χ. Εξαιρώ την πρωιμότερη ιστορία, εκτός από λίγα σημαντικά γεγονότα και γενικές τάσεις, γιατί πιστεύω ότι οι πληροφορίες μας είναι σχεδόν αποκλειστικά φανταστικές (ειδικά κάθε τι που αναφέρεται στον Λυκούργο)· ότι όλες οι προσπάθειες να ανασυγκροτήσουμε λεπτομερειακούς αυτή την πρώιμη ιστορία με ονόματα και ακριβείς χρονολογίες βασίζονται σε εντελώς εσφαλμένες μεθοδολογικές αρχές· και ότι η υπερβολική συγκέντρωση στην υπόθεση ότι μια μυθική μετανάστευση έγινε σε πολύ παλιά εποχή είναι το ίδιο εσφαλμένη στη μέθοδο1. Σταματώ στα Λεύκτρα, γιατί δέχομαι την ουσιαστικά ομόφωνη Ελληνική παράδοση για ποιοτική αλλαγή αρκετά νωρίς στον τέταρτο αιώνα. Από κει και πέρα, αν και υπάρχει κάποια συνέχεια, η Σπάρτη μεταμορφώθηκε πάλι σ’ ένα διαφορετικό είδος κοινωνίας.
 
Αυτό σημαίνει ότι δέχομαι ότι η αποφασιστικά κρίσιμη καμπή στη Σπαρτιατική ιστορία συνέβη στη διάρκεια ή γύρω στη βασιλεία του Λέοντος και του Αγασικλέους (Ηρόδοτος 1.65 - 66), λίγο μετά το 600 π.Χ., ως αποκορύφωση των εσωτερικών ταραχών, που είχαν ξεκινήσει ίσως έναν αιώνα πριν, περίοδο κατά την οποία ο επονομαζόμενος Δεύτερος Μεσσηνιακός πόλεμος ήταν το κύριο καταλυτικό γεγονός, και αυτό που παρήγε μόνιμες επαναστατικές πιθανότητες και απειλές. Πολλά σχετικά μ’ αυτόν τον πόλεμο είναι σκοτεινά, για να μην πούμε μυθικά, αλλά η ποίηση του Τυρταίου είναι σύγχρονη και διαφωτιστική. Δείχνει ότι ο Σπαρτιατικός στρατός βρισκόταν σε αταξία και αναταραχή, αντίθετα από ό,τι είναι γνωστό από τη μετέπειτα, την κλασική περίοδο, και ότι η Σπαρτιατική κοινωνία βρισκόταν σε κατάσταση εμφύλιας διαμάχης (στάσεως)· επίσης ότι ο μύθος του Λυκούργου δεν ήταν ακόμη αρκετά διαδεδομένος. Από τη στιγμή που ο πόλεμος κερδήθηκε οριστικά, επιβλήθηκε ένας αριθμός βαθιών αλλαγών: πολιτικών, οικονομικών και ιδεολογικών. Δεν ξέρω πόσο γοργά επήλθαν (ένα ερώτημα στο οποίο θα επανέλθω), ή από ποιον, αλλά στο τέλος έχουμε εκείνη τη Σπάρτη, που ήταν μια μοναδική δομή στον Ελληνικό κόσμο, πράγμα το οποίο δεν ήταν η Σπάρτη του ποιητή Αλκμάνα. Επισημαίνω τη λέξη δομή για να εκτρέψω την προσοχή από τη συνηθισμένη υπερσυγκέντρωση σε ορισμένα στοιχεία του συστήματος και σε ό, τι κανονικά συνεπάγονται αυτά στη σύγχρονη βιβλιογραφία, δηλαδή ένα μυστικισμό σχετικά με τους Δωριείς και το Δωρισμό γενικά, και, ειδικά, μερικά κατά μέγα μέρος άσχετα Κρητικά παράλληλα- αυτά τα τελευταία κατά τη γνώμη μου, είναι ουσιαστικώς παραπλανητικές κατασκευές θεωριών ή προπαγάνδας του τέταρτου αιώνα (στις οποίες, ας σημειωθεί, ότι εμφανίζεται και η Καρχηδόνα, τουλάχιστον στον Αριστοτέλη).
 
Αν οι ανασκαφές του ιερού της Ορθίας Αρτέμιδος ήταν τόσο αποκαλυπτικές για το μετασχηματισμό της Σπάρτης, όπως λέγεται μερικές φορές, θα μπορούσαμε να χρονολογήσουμε την τομή μάλλον γύρω στο έτος 600 (ή μερικές δεκαετίες αργότερα σύμφωνα με τη χρονολογία του Boardman)2. Κι όμως, εκτός από τη μάλλον προβληματική εξαφάνιση του ελεφαντοστού από τα αφιερώματα, δεν νομίζω ότι η Ορθία Άρτεμις προσφέρει στοιχεία από τα οποία μπορεί να αποδειχθεί οτιδήποτε. Οι «μαρτυρίες», που ήταν μάλλον πιο πολύ της μόδας να τονίζονται δέκα ή είκοσι χρόνια πριν από ό, τι είναι τώρα, αποδεικνύεται ότι αποτελούνται από σχεδόν εντελώς υποκειμενικές κρίσεις σχετικά με την ποιότητα της Λακωνικής κεραμεικής σε διαφορετικές περιόδους, στοιχείο στο οποίο δεν συμφωνούν οι ειδικοί. Εκτός αυτού, δεν ξέρουμε αν οι Σπαρτιάτες παρήγαν ποτέ μόνοι τους αυτή την κεραμεική ή ήταν ήδη κατά το μεγαλύτερο μέρος (ίσως και όλη) στα χέρια των περίοικων (πολίτες των γειτονικών κοινοτήτων οι οποίοι, αν και ήταν ελεύθεροι και ίσως είχαν τοπική αυτονομία, ήταν υποτελείς στη Σπάρτη σε στρατιωτικές και εξωτερικές υποθέσεις) πολύ πριν το 600, περίπτωση κατά την οποία η παρακμή είναι οπωσδήποτε άσχετη, ακόμη κι αν πράγματι θα μπορούσε να τοποθετηθεί στα μέσα του 6ου αιώνα. Από την άλλη μεριά, αν μπορούσε να αποδειχτεί ορθή η θεωρία ότι ο έφορος Χείλων ήταν ο μεγάλος μεταρρυθμιστής «νομοθέτης», τότε θα μπορούσαμε να έχουμε μια σταθερή ημερομηνία γύρω στο 550. αν και δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα καλύπταμε το μακρότατο διάστημα ανάμεσα στο τέλος του Δεύτερου Μεσσηνιακού πολέμου και στο 550. Εφόσον όλα αυτά είναι κατά μέγα μέρος άσχετα με το θέμα μου, προτείνω να προσπεράσω τα χρονολογικά αινίγματα και να μιλήσω, εν είδει στενογραφίας, για την «επανάσταση του έκτου αιώνα»3.
 
Επιτρέψτε μου να επιμείνω λίγο στην ανάλυση αυτής της «επανάστασης». Σχηματικά (και μάλλον όχι με ακρίβεια) κάποιος θα μπορούσε να διακρίνει στη δομή της κλασικής Σπάρτης τρεις γενικούς τομείς: (1) την εσωτερική δομή των κληρουχιών, είλωτες και περίοικους, μαζί με κάθε τι που συνεπάγεται, σε σχέση με την εργασία, παραγωγή και κυκλοφορία (αγαθών)· (2) το κυβερνητικό σύστημα (συμπεριλαμβανομένου του στρατιωτικού)· (3) το τελετουργικό σύστημα: rites de passages, την αγωγή, τις τάξεις ηλικίας, τα συσσίτια κ.λπ. (Ἀγωγή είναι ένας συμβατικός όρος για το σύστημα με το οποίο όλα τα Σπαρτιατόπουλα ανατρέφονταν από το κράτος. Υπάρχουν καλές αρχαιοελληνικές πηγές για τον όρο αυτό. Η «εκπαίδευση», με τη συνηθισμένη σύγχρονη έννοια, είναι πολύ στενή μετάφραση. Τα συσσίτια ήταν ομάδες συνδαιτυμόνων ή κοινά τραπέζια στα οποία ανήκε κάθε Σπαρτιάτης άντρας ως απαραίτητη προϋπόθεση για να έχει πλήρη πολιτικά δικαιώματα).
 
Αυτοί οι τομείς είχαν διαφορετική προέλευση και διαφορετική ιστορία. Δεν εξελίσσονταν και μεταβάλλονταν en bloc και δεν είχαν τις ίδιες απαράλλαχτες λειτουργίες σ’ όλες τις εποχές. Η «επανάσταση του έκτου αιώνα» ήταν επομένως μια περίπλοκη διαδικασία κάποιας ανανέωσης και μεγάλης τροποποίησης και θεσμοθέτησης των στοιχείων, που δίναν την εντύπωση ότι επέζησαν «απαράλλαχτα». Χρησιμοποιώ τη λέξη «επανάσταση» ίσως πιο χαλαρά από ό, τι συνήθως, αλλά δεν τη χρησιμοποιώ αυθαίρετα. Χαλαρά γιατί ούτε για μια στιγμή δεν προτείνω, ή πιστεύω, ότι το σύστημα της κλασικής Σπάρτης δημιουργήθηκε μεμιάς ή ακόμη και στη διάρκεια μιας βασιλείας. Άλλωστε η εισαγωγή του στρατού των οπλιτών ήταν μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις της, και πρέπει να χρονολογείται στις αρχές του 7ου αιώνα, τουλάχιστον πριν από τον Δεύτερο Μεσσηνιακό πόλεμο. Η ειλωτεία κάποιου τύπου ήταν ακόμη παλιότερη. Και δεν πρέπει να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ότι άλλα στοιχεία είχαν εισαχθεί αποτελεσματικά, ή αχθεί σε νέα περιωπή, ακόμη και κατά τον πέμπτο αιώνα (από όσο ξέρουμε, τότε έγιναν μερικές αλλαγές στην οργάνωση του στρατού). Από την άλλη μεριά, δεν ήταν ένα σύστημα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απλά εξελίχτηκε. Κάποιες καινοτομίες και τροποποιήσεις πρέπει να είχαν εισαχθεί εντελώς μεμιάς (είτε μία κάθε φορά ή σε συνδυασμό). Η Μεγάλη Ρήτρα, για παράδειγμα, αντικατοπτρίζει κάτι πολύ βασικό αυτού του είδους4. Αντίστροφα, η απαγόρευση της χρήσης αργυρών νομισμάτων από τους Σπαρτιάτες ήταν μια άλλη φανερά απότομη απόφαση, που πάρθηκε από κάποιον σε κάποια στιγμή (και που, παρεμπιπτόντως, μπορεί να χρονολογηθεί με τη μεγαλύτερη ακρίβεια από κάθε τι άλλο, σχεδόν ακριβώς στην εποχή του Λέοντος και του Αγασικλέους).
 
Μιλώντας για την «επανάσταση του έκτου αιώνα», συμπερασματικά, προσπαθώ να υπογραμμίσω την ανάγκη να κοιτάζουμε τη δομή, όχι τα απομονωμένα στοιχεία και την αρχαιότητα ή τη διάρκειά τους. Σ’ αυτό το επιχείρημα περικλείω ολόκληρο το σύστημα τελετών, ιδιαίτερα σε ό, τι ονόμασα, μάλλον δυσνόητα, «θεσμοθέτηση», γιατί, ακόμη και στην περίπτωση που τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των τελετών ήταν όλα παλιά και αναλλοίωτα (μια μάλλον απίθανη περίπτωση), η λειτουργία τους στη νέα δομή ήταν κατ’ ανάγκη, στην πράξη και όχι πάντα στη σκόπιμη πρόθεση, και αυτή νέα σε σημαντικές απόψεις. Κανείς δεν θα υποκριθεί ότι η τελετή μαστίγωσης (των νέων) στην Ορθία Άρτεμη κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, όταν χτίστηκε ένα λαμπρό θέατρο για ευκολία των θεατών, είχε οποιαδήποτε σχέση με νόημα προς την επιφανειακά παρόμοια τελετή στις μέρες του Ξενοφώντα5. A priori πρέπει να δεχτούμε την ίδια μη συνέχεια στη λειτουργία μεταξύ του πέμπτου αιώνα και, ας πούμε, του όγδοου, και μερικές φορές έχουμε τα στοιχεία να επιβεβαιώσουμε την υπόθεση, για παράδειγμα στην περίπτωση της κρυπτείας, όπως θα δούμε σε λίγο.
 
Η κλασική Σπάρτη ίσως να έχει μια άποψη αρχαϊκή, ακόμα, και προ-αρχαϊκή, σχετικά μ’ αυτό, αλλά η λειτουργία των «επιβιωμάτων» είναι αυτό που κυρίως ενδιαφέρει, όχι απλά το γεγονός της επιβίωσης. Πριν από την βασιλεία του Λέοντος και του Αγασικλέους, γράφει ο Ηρόδοτος, οι Σπαρτιάτες ήταν οι πιο κακοδιοικούμενοι (κακονομώτατοι) από όλους τους Έλληνες· μετά στράφηκαν προς την καλή διοίκηση (εὐνομία). Η μετάφραση στα αγγλικά καταστρέφει την πλήρη έννοια της κρίσης: τόσο η λέξη εὐνομία όσο και η κακόνομος χαρακτηρίζουν έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, όχι μόνο (ή ίσως καθόλου) έναν τύπο πολιτεύματος6. Αυτός ο μετασχηματισμός ήταν η «επανάσταση του έκτου αιώνα».
 
II
 
Σ’ αυτό το σημείο θέλω να θεωρήσω τη δομή ως έναν ιδανικό τύπο. Σε ό, τι ακολουθεί, από ’δω και πέρα, δεν ενδιαφέρομαι πολύ για την ακρίβεια κάποιου μεμονωμένου κειμένου. Εκτός κι αν κάποιος πιστεύει ότι η εικόνα που άφησαν οι αρχαίοι Έλληνες είναι εντελώς φανταστική, λίγες λεπτομέρειες είναι από μόνες τους κρίσιμες για την κατανόηση του ιδανικού τύπου.
 
Πηγαίνω κατευθείαν στους ενήλικες άνδρες πολίτες τους ὁ­μοίους, όπως συχνά αποκαλούνται, οι οποίοι είναι το θέμα μας. Πρέπει, στην αρχή, να πάρουμε τη λέξη με την πλήρη της σημασία - Ίσοι7. Από τη γέννησή τους, αν τους επιτρεπόταν να παραμείνουν ζωντανοί, όλοι οι άρρενες Σπαρτιάτες ήταν αυστηρά «ίσοι» με δύο εξαιρέσεις: (1) Δύο από αυτούς ήταν πιθανοί κληρονόμοι της βασιλείας, (2) μερικοί ήταν πλουσιότεροι από άλλους οι πλούσιοι (άνθρωποι όλβιοι) του Ηροδότου (6.61· 7.134)· οι ευκατάστατοι (πλούσιοι) του Ξενοφώντα (5.3), που προμήθευαν το σταρένιο ψωμί για τα συσσίτια- ή οι νικητές των Ολυμπιακών αρματοδρομιών, από τους οποίους υπάρχουν έντεκα μέσα στα χρονικά μου όρια με βάση τον κατάλογο του Moretti, τη μια φορά ένας βασιλιάς και μιαν άλλη η κόρη ενός βασιλιά8. Το να είσαι ίσος σήμαινε να μοιράζεσαι έναν κοινό, καλά καθορισμένο κύκλο ζωής, που περιελάμβανε: (1) έναν κοινό, τυποποιημένο, υποχρεωτικό τρόπο ανατροφής, σχεδιασμένο να εμφυσήσει υπακοή, ανδρεία, πειθαρχία και επαγγελματική στρατιωτική ικανότητα· (2) ένα μόνο επιτήδευμα ή επάγγελμα, εκείνο του οπλίτη στρατιώτη ή του αξιωματικού· (3) οικονομική ασφάλεια και πλήρη ελευθερία από οικονομικές φροντίδες, όλες οι παραγωγικές και βοηθητικές υπηρεσίες παρέχονται από δύο διαφορετικές κατηγορίες υποτελών, τους είλωτες και τους περιοίκους· (4) μια δημόσια (μάλλον, παρά ιδιωτική) ζωή σε μια αποκλειστικά ανδρική κοινότητα, με μέγιστη ομοιομορφία και αντι-ατομικισμό.
 
Δομικά  όμως, το σύστημα τότε παρήγε δύο επιπλέον αναπόφευκτες, στενά συσχετιζόμενες ανισότητες, εκτός από τις εγγενείς με τη γέννηση κάθε παιδιού. Η μια ήταν η ανισότητα, όχι πολύ απτή, αλλά καθόλου λιγότερο πραγματική, που προερχόταν από την ανισότητα των επιδόσεων, είτε στην αγωγή και τους αγώνες και το κυνήγι είτε στον πόλεμο. Η άλλη προέκυπτε από την ανάγκη για ηγεσία και άρχουσα τάξη, όχι μόνο στην κορυφή (βασιλείς, έφοροι και γερουσία), αλλά επίσης και σε μικρότερες στρατιωτικές μονάδες και, εξαιτίας της Σπαρτιατικής αγωγής, στις τάξεις ηλικίας, αρχίζοντας σε αξιοσημείωτα πρώιμη ηλικία. Η «αγάπη για τη νίκη» (φιλονικία) του Ξενοφώντα παρήγε και χαμένους και νικητές (4.4), ένα αυταπόδεικτο γεγονός που συχνά παραβλέπουν οι σημερινοί ερευνητές, που γράφουν λες και ο καθένας πέρασε κάθε στάδιο σαν βραβευμένος νικητής.
 
Όλα αυτά είχαν μαζική υποστήριξη, ψυχολογικά και θεσμικά. Ζώντας δημόσια για τόσο μεγάλο διάστημα της ζωής τους, οι Σπαρτιάτες υπέκειντο περισσότερο από τους πιο πολλούς ανθρώπους στις πιέσεις της κοινής γνώμης και στο σύστημα βραβείων και τιμωριών, με τη μεγάλη έμφασή του στην παιδική ηλικία με τη σωματική τιμωρία, και στην ώριμη ηλικία με μια πλούσια και ευφάνταστη ποικιλία εκφράσεων κοινωνι- κής αποδοκιμασίας ή ακόμη και οστρακισμού. Όλα τα κατεύθυναν σε θητεία συμπεριλαμβανομένων και της ευσέβειας και των διαβατηρίων. Ίσως το πιο δραματικό παράδειγμα ήταν ο μετασχηματισμός της κρυπτείας. Αυτή η αρχαία τελετή μύησης στην ηλικία των δεκαοχτώ εκλογικεύτηκε, που σημαίνει, θεσμοθετήθηκε με το. να συνδεθεί με μια νέα λειτουργία αστυνόμευσης, που ανατέθηκε σ’ ένα σώμα επίλεκτων νέων. Και ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντά τους ήταν η αστυνόμευση των ειλώτων9.
 
Ένα σημαντικό μέρος της (μαζικής) υποστήριξης ήταν αρνητικό κατά κάποιο τρόπο, η μείωση στο ελάχιστο των διαλυτικών και φυγόκεντρων συνεπειών της ιδιοκτησίας και της οικογένειας. Μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να είμαστε περισσότερο «κοινωνιολόγοι» και λιγότερο ηθικολόγοι από τον Ξενοφώντα για παράδειγμα, όταν αναλύουμε τις λειτουργίες του Σπαρτιατικού καθεστώτος της ιδιοκτησίας και της οικογένειας.
 
'Ιδιοκτησία - εκτεταμένα σχόλια δεν είναι αναγκαία σ’ αυτό το σημείο, αν και θα πρέπει να επανέλθω στην επόμενη ενότητα πάνω στην ανισότητα του πλούτου. Η πλήρης αποχή από κάθε οικονομική (και όχι απλά χειρωνακτική) ασχολία, η λιτότητα, η κοινοκτημοσύνη θεωρούνταν ως συνεκτικοί παράγοντες, και ήταν.
 
Οικογένεια - μια απλή απαρίθμηση ορισμένων τελετών και θεσμών είναι αρκετή να αποκαλύψει την κλίμακα της προσπάθειας να μετατοπίσουν τον συνεκτικό δεσμό από την οικογένεια ή τη συγγενική ομάδα προς ποικίλες ανδρικές ομάδες: τα μέτρα που παίρνονταν για να εξασφαλιστεί η τεκνοποιία, με τα οποία ο Ξενοφών αρχίζει το σχετικό έργο του· το δικαίωμα κάθε πατέρα και μάλιστα κάθε ενήλικου Σπαρτιάτη να ασκεί εξουσία πάνω σε κάθε παιδί· η μοναδικά άχαρη τελετή γάμου με το σπάνιο τελετουργικό μεταμφίεσης· η ζωή του στρατώνα. Η οικογένεια, συνολικά, είχε ελαχιστοποιηθεί ως μονάδα στοργής ή εξουσίας και αντικατασταθεί από ισχυρότερες ανδρικές ομάδες - τις τάξεις ηλικίας, τα ομοφυλοφιλικά ζευγαρώματα μεταξύ νεότερων και ωριμότερων ανδρών («Πλατωνικά» ή όχι), τα επίλεκτα σώματα, τα συσσίτια. Δυο λεπτομέρειες είναι ίσως εδώ αξιοσημείωτες, αν και θα πρέπει να επανέλθω σ’ αυτές στο τέλος.
 
1. Το σύστημα των τάξεων ηλικίας διακλαδιζόταν ασυνήθιστα. Δεν έχω ακριβή γνώμη για τις συνέπειές τους, αλλά τουλάχιστον η πολυπλοκότητά τους αύξανε κατά πολύ τις ευκαιρίες για όλο και περισσότερες τελετές.
 
2.   Κατά την είσοδο στην ενηλικίωση, ο Σπαρτιάτης, τουλάχιστον ενμέρει, αποχωριζόταν την τάξη ηλικίας του με την πρακτική της ατομικής εισδοχής του σ’ ένα συσσίτιο. Κάθε επινόηση που διακόπτει μια «φυσική» ομαδοποίηση, είτε την οικογένεια είτε την τάξη ηλικίας, μπορεί να θεωρηθεί ως ένας επιπλέον τρόπος να ενδυναμωθεί η δομή στο σύνολό της έναντι των επιμέρους τμημάτων της.
 
Τόσο μεγάλη (μαζική) υποστήριξη ήταν αναγκαία, ενμέρει τουλάχιστον, γιατί οι ’Ίσοι κατέληξαν, τελικά, να είναι εγκλωβισμένοι σε μια σειρά από ανισότητες. Υπήρχαν αρχηγοί, επίλεκτοι, σ’ όλα τα επίπεδα, και οι κύριες αρχές επιλογής ήταν ο διορισμός και η εισδοχή - ποτέ, θα πρέπει να τονιστεί, δεν γινόταν επιλογή με κλήρωση, την καθιερωμένη Ελληνική επινόηση για την επιβολή ισότητας. Όλοι οι όμοιοι κατ’ αρχήν ήταν εκλόγιμοι και αυτό το γεγονός διαφοροποιούσε τον Σπαρτιατικό στρατό από όσους, όπως ο Πρωσικός, είχαν ένα σώμα αξιωματικών που προερχόταν μόνο από προ-υπάρχουσα και αποκλειστική επίλεκτη τάξη. Κι όμως, το τελικό αποτέλεσμα ή­ταν το ίδιο από μια άποψη: υπήρχε μια αλυσίδα διοίκησης στην οποία το σύνδρομο εξουσίας - υποταγής κινούνταν μόνο σε μια κατεύθυνση, από την κορυφή προς τα κάτω. Σίγουρα, υπήρχαν δύο εξαιρέσεις στη μέθοδο επιλογής: η γερουσία και οι έφοροι εκλέγονταν με ανοιχτό ανταγωνισμό. Είναι κρίμα που δεν ξέρουμε ουσιαστικώς τίποτε σχετικά με τη διαδικασία εκλογής ή με τους εκλεγόμενους. Ήταν άραγε συνήθως οι ίδιοι άνδρες που είχαν ήδη φτάσει στην κορυφή μέσω της εισδοχής; Αυτό θα περίμενα από αυτή την κοινωνία, και θα επανέλθω σύντομα στο ερώτημα.
 
Όσο για την επιτυχία του συστήματος πρέπει να μετρηθεί από τις στρατιωτικές τους επιτυχίες, και η ετυμηγορία πρέπει, φυσικά, να είναι ευνοϊκή. Ο Σπαρτιατικός στρατός ήταν καλύτερος από οποιονδήποτε άλλον, με περισσότερο σφρίγος και μεγαλύτερη ευελιξία, χάρη στην ανώτερη φυσική κατάσταση, την καλύτερη εξάσκηση και πειθαρχία, τη μεγαλύτερη υπακοή.
 
Μέριμνα φαίνεται να έχει ληφθεί για τη στρατιωτική οργάνωση· τουλάχιστον οι όχι ασυνήθιστες αλλαγές οργάνωσης κάτι τέτοιο υποδηλώνουν. Εξάλλου, δεν υπάρχουν αποδείξεις ενδιαφέροντος για την τακτική ή τον οπλισμό πέρα από τη διατήρηση και των δύο στο καλύτερο παραδοσιακό επίπεδο.
 
Η παραγωγή και η διανομή των όπλων παραμένει κάτι αινιγματικό. Νομίζω ότι μπορούμε να πάρουμε ως δεδομένο ότι ο εφοδιασμός μετάλλων και η κατασκευή όπλων ήταν υπευθυνότητα (και προνόμιο επίσης) των περίοικων. Αλλά πώς έπαιρνε ο κάθε Σπαρτιάτης ατομικά τα όπλα του και την πανοπλία του; Η παραδοσιακή Ελληνική αντίληψη για τον οπλίτη, ως εξ ορισμού αρκετά πλούσιο πολίτη (ή μέτοικο) να εξοπλίσει τον εαυτό του, δεν ισχύει εδώ. Όλοι οι Σπαρτιάτες ήταν αρκετά «πλούσιοι», αλλά κανείς δεν είχε τον δικό του μηχανισμό αγοράς. Η επιλογή βρίσκεται μεταξύ (α) του ατομικού εφοδιασμού από τους περίοικους με πληρωμή σε είδος (ή, πιθανόν, σε σιδερένιους οβολούς), και (β) του εφοδιασμού και της διανομής από το κράτος. Δεν γνωρίζω κανένα αρχαίο κείμενο που να δίνει την απάντηση. Ούτε βοηθάει η αρχαιολογία, λόγω έλλειψης συστηματικών ανασκαφών σε κάποια κοινότητα περίοικων. Μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης με βάση τις ασπίδες, που όλες τους απαραίτητα έπρεπε να έχουν εγγεγραμμένο ένα Λάμδα πάνω τους, αλλά πολλές (αν όχι όλες) είχαν επίσης κι ένα ατομικό οικόσημο. Η δίκιά μου επιλογή κλείνει προς το σύστημα προμήθειας από το κράτος - γιατί το άλλο φαίνεται ανεπαρκώς αξιόπιστο και γιατί έχουμε στοιχεία από τα κείμενα ότι, άπαξ  και ο στρατός είχε αναχωρήσει, το κράτος αναλάμβανε την ευθύνη για επισκευή και αντικατάσταση (όπως θα πρέπει να είχε κάνει για τον αρχικό εφοδιασμό ακόμη και μέσα στη χώρα, όταν οι είλωτες στρατολογούνταν ως οπλίτες)10.
 
III
 
Αυτά για τον ιδανικό τύπο. Στην καθημερινή πρακτική εφαρμογή το σύστημα ήταν γεμάτο από εντάσεις και παρεκκλίσεις.
 
1. Για ν’ αρχίσουμε, ο Σπαρτιατικός στρατός δεν ήταν πάντα αρκετά μεγάλος για τις ανάγκες του - ανάγκες που ήταν μάλλον αιτία του συστήματος παρά συνέπεια. Οι περίοικοι ήταν ένα ομότιμο τμήμα του οπλιτικού στρατού και, τουλάχιστον σε σπουδαίες περιπτώσεις όπως ο Πελοποννησιακός πόλεμος, αξιόλογος αριθμός ειλώτων και τέως ειλώτων (νεοδαμώδεις) στρατολογούνταν επίσης. Δεν μπορώ να απαντήσω στο σημαντικότατο ερώτημα πώς επιλέγονταν οι είλωτες και εκπαιδεύονταν για να μάχονται ως οπλίτες (ή για οποιαδήποτε πιθανή σχέση με τους μυστήριους μόθακες). Οι Σπαρτιάτες κανονικά συνοδεύονταν από είλωτες ακολούθους ή υπηρέτες και δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα το να χρησιμοποιηθούν τέτοιοι άνθρωποι ως ελαφρά οπλισμένοι βοηθητικοί. Η εκπαίδευση των οπλιτών, όμως, δεν μπορούσε να επιτευχθεί τυχαία· η ουσία ήταν η κίνηση σε σχηματισμό, και για τη μοναδική τους ικανότητα σ’ αυτό ειδικά, οι Σπαρτιάτες επιδοκιμάζονταν από τους αρχαίους συγγραφείς. Ότι οι είλωτες και οι τέως είλωτες οπλίτες ήταν μια σοβαρή ρωγμή στο σύστημα είναι αυταπόδεικτο, τόσο ψυχολογικά όσο και στη φανερή λειτουργία του.
 
2. Για τον Αριστοτέλη το μεγαλύτερο ελάττωμα ήταν η οικονομική διαφθορά. Ίσως είχε στο νου του κυρίως την αλλαγμένη Σπάρτη του τέλους του 4ου αιώνα, αλλά η δωροδοκία ήταν ήδη ένα μείζον θέμα στον Ηρόδοτο11. Η εσωτερική δομή είχε ραγίσει. Το καθεστώς της ιδιοκτησίας και της κληρονομιάς, όπως και το πολιτικό σύστημα, ήταν ένας συμβιβασμός. Όσο βαριές κι αν ήταν οι πιέσεις για λιτότητα και αποχή από κάθε οικονομική δραστηριότητα, ήταν ανεπαρκείς να ξεπεράσουν εντελώς τις γύρω πιέσεις της ανισότητας στον πλούτο ή τους φόβους πτώχευσης, είτε μέσω μεγάλων οικογενειών είτε αλλιώς. Η απαγόρευση της επιχειρηματικής δραστηριότητας (χρηματισμός είναι η προσεκτικά επιλεγμένη λέξη του Ξενοφώντα) δεν εξαφανίζει την επιθυμία - και κάποια δυνατότητα χρήσης - του πλούτου, ακόμη κι αν η απαγόρευση μπορεί να είναι τέλεια επιβεβλημένη. Η μαρτυρία ίου Ξενοφώντα (7.6) ότι η κατοχή χρυσού και αργύρου απαγορευόταν πρέπει να γίνει κατανοητή, κατά την άποψή μου, σαν αναφορά μόνο σε νομίσματα, όπως υπονοούν τα συμφραζόμενά του. Αλλά ο χρυσός και ο άργυρος έχουν κι άλλες λειτουργίες, που αποκαλύπτονται από τον Ηρόδοτο, ίσως υποσυνείδητα, όταν χρησιμοποιεί το ωραίο παλαιό Ομηρικό κειμήλιον (θησαυρός) στην ιστορία του (6.62) για το πώς ο βασιλεύς Αρίστων απέκτησε την τρίτη σύζυγό του, τη μητέρα του Δαμάρατου. Η κοπή νομισμάτων δεν είναι απαραίτητη για συναλλαγή, και υπήρχαν συναλλαγές στη Σπάρτη. Ακόμη κι αν κάποιος για κάποιους λόγους ήταν απρόθυμος να δεχτεί την ακρίβεια της πληροφορίας του Θουκυδίδη ότι η αγοραπωλησία ήταν ανάμεσα στις απαγορευμένες δραστηριότητες για τον Σπαρτιάτη που είχε χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα (5.34.2), δεν μπορεί να ξεφύγει από τους αθλητές Δαρμόνωνα και το γιο του Ενυμακριτίδα, που έκαναν ένα αφιέρωμα στη Χαλκίοικο Αθηνά, πιθανόν στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., καταγράφοντας παραπάνω από είκοσι νίκες12. Το κείμενο τονίζει ότι νίκησαν με τα δικά τους άλογα και τα δικά τους άρματα, και το τελευταίο πρέπει να σχετίζεται με την κατά κάποιο τρόπο ανταλλαγή πλούτου. Πρέπει να συμπεράνουμε ότι μια ικανοποιητική ισορροπία θα μπορούσε να διατηρηθεί, παρά τις πιέσεις, εφόσον οι Σπαρτιάτες παρέμεναν με ασφάλεια κλεισμένοι μέσα στον δικό τους κόσμο. Αλλά όχι όταν έβγαιναν έξω.
 
3.   Υπήρχε δομική ένταση μέσα στην αρχηγία και γύρω απ’ αυτήν. Δεν αναφέρομαι στις διαφωνίες για την πολιτική, που είναι αναπόφευκτες οσάκις υπάρχει μοιρασμένη αρχηγία - παραδείγματα υπάρχουν άφθονα, όπως αυτό που έχει σχέση με την κατάσταση στην Αθήνα μετά την πτώση των Πεισιστρατιδών ή για το αν έπρεπε να πολεμήσουν την Αθήνα το 431 - αλλά για τις εγγενείς εντάσεις στις ίδιες τις θέσεις, την προσπάθεια να πετύχουν και στη συνέχεια να συντηρήσουν και να ενδυναμώσουν τις θέσεις αρχηγίας. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να εντυπωσιαστεί από την έμμονη ιδέα των αρχαίων Ελλήνων στο «νομοθέτη»: η επανάσταση του έκτου αιώνα έπρεπε να φέρει κάποιου είδους ισορροπία μεταξύ των κοινωνικών στοιχείων που υπήρχαν τότε, και αυτή η ισορροπία απέτυχε να καθιερώσει μια αρχή ενιαίας ηγεσίας. Έτσι υπήρχαν κληρονομικοί βασιλείς, εκλεγμένοι γέροντες και έφοροι, και διορισμένοι αρχηγοί σε άλλα επίπεδα. Πάλι δεν πρέπει να μας προκαλεί σύγχυση η Ελληνική έμμονη ιδέα, αυτή τη φορά στη «μεικτή πολιτεία». Αντί για ισορροπία υπήρχε μια μόνιμη σύγκρουση, που δεν μπορούσε να συγκαλυφθεί από την αυτοπεποίθηση και τη σταθερότητα που παράγονται, π.χ., χάρη, από μια αποκλειστική αρχηγική κάστα. Ακόμη και οι βασιλείς, σύμφωνα με τα λόγια του Αριστοτέλη, ήταν υποχρεωμένοι να εκμαυλίζουν (δημαγωγεῖν) τους εφόρους (Πολιτικά 1270b 14).
 
Το βασικό μοτίβο, νομίζω, δεν ήταν τόσο η σύγκρουση μεταξύ βασιλέων και εφόρων, σαν τέτοιων, όσο μεταξύ ανδρών δράσης και φιλοδοξίας - που ήταν εμποτισμένοι με υπερβολική «φιλονικία», π.χ. ένας Λύσανδρος και ένας Κλεομένης, συγκαιρινοί και ισχυροί - και των υπολοίπων. Μια πηγή στάσεως, που ανέφερε ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1306b31 - 33), ήταν η ατιμωτική μεταχείριση των ενάρετων από άλλους, των οποίων η αρετή δεν ήταν μεγαλύτερη, αλλά είχαν μεγαλύτερο αξίωμα, και το συγκεκριμένο παράδειγμα που έδωσε είναι η μεταχείριση του Λύσανδρου από τους βασιλείς. Ότι οι βασιλείς ήταν μια μόνιμα ανασταλτική δύναμη ενός είδους και μεγέθους στη Σπαρτιατική ιστορία της κλασικής περιόδου δεν χρειάζεται απόδειξη. Αυτό που αξίζει όμως να επισημανθεί είναι ότι ήταν δυνητικά ανασταλτικοί εξ ορισμού, ούτως ειπείν, ότι η ίδια η ύπαρξή τους ήταν μια αντίφαση σε σχέση με τον ιδανικό τύπο της Σπαρτιατικής ισότητας. Ο Κλεομένης ο Α΄, έγραψε ο Ηρόδοτος (5.39), δεν βασίλεψε εξαιτίας της ίδιας του της ανδραγαθίας αλλά από κληρονομικότητα. Αυτό τα συνοψίζει όλα. Εφόσον είναι δεδομένες η ψυχολογική υποστήριξη του να γεννηθείς σε υψηλό αξίωμα και οι διάφορες χαρισματικές πράξεις και συνήθειες, που αποδίδονταν στη Σπαρτιατική βασιλεία - ο Ηρόδοτος ήξερε τί έλεγε όταν ονόμαζε τις επικήδειες βασιλικές τελετές «βαρβαρικές» - εξαρτιόταν μόνο από την προσωπικότητα του συγκεκριμένου βασιλιά το εάν θα είχε δύναμη εμφύλιας ειρήνης ή διαμάχης ή δεν θα είχε καθόλου δύναμη.
 
Η αρχή της κληρονομικής βασιλείας έφερε κι αυτή στο προσκήνιο την οικογένεια, παραβιάζοντας πάλι το Σπαρτιατικό ιδανικό. Οι ποικίλοι μαρτυρούμενοι ελιγμοί εκ μέρους των νεότερων γιων και άλλων συγγενών των βασιλέων, περιλαμβανομένης της κλασικής χρήσης κατηγοριών για μη νομιμότητα (στη διαδοχή), ανήκουν σε αυλές τυράννων και βαρβάρων μοναρχών, όχι σε μια Ελληνική πόλιν. Καθίσταται λοιπόν αναγκαίο να σκεφτεί κανείς αν η συγγένεια δεν έπαιζε και αυτή κάποιο ρόλο στους αγώνες της εξουσίας έξω από τη βασιλεία. Ήδη έχω πει ότι υποθέτω ότι οι άνδρες, που επιλέχτηκαν για τη βουλή των γερόντων, το αξίωμα των εφόρων και τα δικαστικά σώματα, ήταν αυτοί που νωρίτερα έφταναν στην κορυφή με τις διαδικασίες των διορισμών. Όλοι οι όμοιοι ήταν, από τυπική άποψη, εξίσου εκλόγιμοι. Αλλά αυτό ίσχυε στην πράξη; Ποιοι τότε ήταν οι άνδρες, τους οποίους ο Ηρόδοτος ονόμασε «μεταξύ των πρώτων από γεννησιμιού τους» (7.134); Και τί εννοούσε ο Αριστοτέλης, όταν έλεγε ότι η εκλογή για τη γερουσία ήταν «ολιγαρχική» (δυναστευτική, που συνεπάγεται και παρασκηνιακούς ελιγμούς), ενώ ο καθένας ήταν δυνατόν να εκλεγεί για το αξίωμα του εφόρου (Πολιτικά 1306a 18, 1294b29 - 31); Είναι αλήθεια ότι τέτοια κείμενα είναι πολύ σπάνια: οι πιο συχνές αναφορές γίνονται σε πρόσωπα, που ήταν ή επιθυμούσαν να είναι «πρώτα» ή «μεταξύ των πιο ισχυρών», πράγμα που δεν χρειάζεται να σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά την απόκτηση εξουσίας με τις δικές τους προσπάθειες. Αλλά τα λίγα κείμενα παραμένουν, και λένε αυτό που θα έπρεπε να είχαμε μαντέψει, αν δεν υπήρχαν, δηλαδή, ότι υπήρχαν οικογένειες, που μπορούσαν να επηρεάσουν τις διαδικασίες διορισμού ευνοώντας τα δικά τους μέλη, αρχίζοντας με την πρώτη ευκαιρία ανάμεσα στα παιδιά. Αυτό σημαίνει, στην πράξη, ότι ένα στοιχείο κληρονομικής αριστοκρατίας αναπτυσσόταν μέσα στο σύστημα, που ήταν κάθε άλλο παρά κλειστό, αλλά όχι όμως και χωρίς κάποια αξιόλογη επιρροή. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο πλούτος έπαιζε κι εδώ το ρόλο του (όπως αφήνει να εννοηθεί ο Ηρόδοτος, 7.134). Για να συνοψίσουμε, υπήρξαν και άλλοι εκτός από τον Κλεομένη, που ανέβηκαν σε αξιώματα χαμηλότερα ή υψηλότερα στην ιεραρχία, από καταγωγή μάλλον παρά από ανδραγαθία.
 
Αναπόφευκτα, οσάκις υπάρχει διαμάχη για την ηγεσία, οι διαφωνίες σε θέματα πολιτικής αντανακλούν υπολογισμούς προσωπικού οφέλους από τη διαμάχη, παράλληλα και ανάμεικτα με υπολογισμούς σχετικά με το αν μία προτεινόμενη πολιτική, σαν τέτοια, είναι επιθυμητή ή μη. Καμιά φορά οι διαφορές αυτές έφθαναν ενώπιον του λαού στη Λαϊκή συνέλευση, και αυτό εγείρει ένα ακόμα ερώτημα σχετικά με ίσους και ανίσους. Έχει περάσει προ πολλού ο καιρός, από τότε που οποιοσδήποτε σοβαρός αρχαιογνώστης ή πολιτικός επιστήμονας σκέφτεται με φιλελεύθερες έννοιες του 19ου αιώνα για την εκλογική συμπεριφορά, με την εικόνα του «συνετού άνδρα», που ζύγιζε τα θέματα «λογικά», ελεύθερος από κάθε προκατάληψη, πίεση και συγκίνηση. Ωστόσο, δικαιούται κανείς εύλογα να αναρωτηθεί αν υπήρχε κάτι στη δομή του Σπαρτιατικού βίου, που κάνει την προσέγγιση του «συνετού άνδρα» ακόμη λιγότερο εφαρμόσιμη, έστω και σαν γελοιογραφία, από την Εκκλησία του δήμου της Αθήνας π.χ. Θα θέσω το ερώτημα ορθά-κοφτά: μπορούμε να φανταστούμε τον υπάκουο, πειθαρχικό στρατιώτη της Σπάρτης να αποβάλλει τις κανονικές του έξεις σ’ εκείνες τις περιπτώσεις, όπου μετείχε στη συγκέντρωση της Απέλλας όχι ως στρατιώτης, αλλά ως πολίτης, καθώς άκουγε τις συζητήσεις ανάμεσα σ’ αυτούς, από τους οποίους είχε διδαχτεί υπό άλλες συνθήκες να παίρνει διαταγές χωρίς να ρωτάει ή να διστάζει;13 Δεν νομίζω να έχουμε καμιά μαρτυρία, από την οποία μπορεί κανείς να απαντήσει συγκεκριμένα, αλλά υποθέτω ότι η Σπαρτιατική Λαϊκή συνέλευση ήταν πολύ πιο κοντά στην Ομηρική παρά στην Αθηναϊκή, σε λειτουργία και ψυχολογία, Ο Αρχίδαμος και ο Σθενελαΐδης λογομαχούσαν μεταξύ τους ενώπιον του λαού στη Λαϊκή συνέλευση, όπως έκαναν ο Αγαμέμνων κι ο Αχιλλέας. Αυτό δεν είναι ανοιχτή συζήτηση, αλλά δεν είναι και απλό παιδιάρισμα. Όταν η ηγεσία διχαζόταν σε μια πολιτική επιλογή, κάποιος έπρεπε ν’ αποφασίσει, κι αυτός ήταν ο λαός στην. Απέλλα14.
 
4. Υπήρχε πολύ μεγάλη κοινωνική κινητικότητα και προς τα πάνω και προς τα κάτω, πολύ μεγάλη δηλαδή για μια κοινωνία, που κατά βάση ήταν εντελώς κλειστή και αυστηρή, και η οποία συνεπώς δεν διέθετε το μηχανισμό (και την ψυχολογία), που απαιτούνται για να προσαρμόσει τα κινητά στοιχεία της σωστά στις νέες τους θέσεις:
 
(α) Υπήρχαν Σπαρτιάτες που έχαναν το status τους, παρέμεναν όμως κατά κάποιο τρόπο μέσα στην κοινότητα σε μια περίεργα κατώτερη θέση (σε αντιδιαστολή με τους εξορίστους). Αυτοί δεν ήταν πάντα οικονομικά αποτυχημένοι (άνθρωποι, δηλαδή, που δεν μπορούσαν να συνεισφέρουν το μερίδιό τους στα συσσίτια)· υποβιβασμός στο status μπορούσε ν’ ακολουθήσει και μετά από αποτυχία σε κάποια βαθμίδα της αγωγής, αποτυχία σε μάχη, απώλεια πολιτικών δικαιωμάτων και τα παρόμοια. (β) Υπήρχαν είλωτες που ανέβαιναν στο status, μερικοί που αποκτούσαν ακόμη και συμμετοχή στο δάμο, το σώμα των πολιτών (γιατί αυτό είναι που πρέπει να σημαίνει το νεοδαμώδεις, όποια κατώτερη απόχρωση κι αν μπορεί να υπονοεί). Ειλικρινά, αδυνατώ να φανταστώ αυτούς τους ανθρώπους, πώς δηλαδή ζούσαν, ή ακόμη και πού ζούσαν σε πολλές περιπτώσεις. Οι είλωτες, που πολέμησαν κάτω από τις διαταγές του Βρασίδα, λέει ο Θουκυδίδης (5.34.1), πήραν πρώτα την άδεια να κατοικήσουν όπου ήθελαν, αλλά μετά τους εγκατέστησαν μαζί με τους νεοδαμώδεις στο Λέπρεον, στα σύνορα με την Ηλεία, για να υπηρετούν ως βετεράνοι φρουροί κατά των εχθρών Ηλείων. Ούτε ο Θουκυδίδης, ούτε κανένας άλλος εξηγεί τί σήμαινε στην πράξη το «τους εγκατέστησαν» ή «να κατοικήσουν όπου ήθελαν» ή πού και πώς ζούσαν οι υποβαθμισμένοι Σπαρτιάτες. Ότι όλες αυτές οι ομάδες ήταν ένα αναφομοίωτο τμήμα μέσα στο σύστημα, είναι αυταπόδεικτο· οι Σπαρτιάτες αιχμάλωτοι, που είχαν παραδοθεί στους Αθηναίους στη Σφακτηρία, κατά την απελευθέρωσή τους αντιμετωπίστηκαν και αυτοί από τις αρχές της Αθήνας σαν υποβαθμισμένοι, απλά και μόνο γιατί αυτές μπορούσαν να προβλέψουν εκ των προτέρων την απώλεια των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Έχει πολύ ενδιαφέρον ότι ακριβώς αυτή η ιδιαίτερη ομάδα προερχόταν από τις πρώτες οικογένειες (της Σπάρτης)15.
 
Πρέπει όμως να αναλογιστεί κανείς ότι ούτε μεμονωμένα, ούτε όλα μαζί ήταν ικανά τα μετατοπισμένα ανθρώπινα στοιχεία να καταστρέψουν άμεσα το σύστημα. Έχουμε πληροφορίες μόνο για μια συγκεκριμένη προσπάθεια, και αυτή αποτυχημένη, τη θνησιγενή εξέγερση, της οποίας ηγήθηκε ο Κινάδων το 397 π.Χ. Μερικές απόψεις αυτής της εξέγερσης είναι απλά συμβολικές. Τον ίδιο τον Κινάδωνα τον είχαν χρησιμοποιήσει οι έφοροι για μυστικές αποστολές. Ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1306b34) τον περιγράφει ως «ανδρείο» (ἀνδρώδη) και θα ήταν ωραίο να ξέραμε αν ο Αριστοτέλης είχε κάποιες παραπάνω πληροφορίες από μας, στις οποίες να βασίζει αυτό το επί­θετο, που ίσως προκαλεί έκπληξη. Όταν ρωτήθηκε γιατί συνωμότησε, η απάντηση του Κινάδωνα ήταν «για να μην είμαι κατώτερος από κανέναν στη Σπάρτη» (Ξενοφώντος 'Ελληνικά 3.3.11). Κατά τρόπο ταιριαστό, τους κύριους παράγοντες στην καταστολή της εξέγερσης, πριν από την εκδήλωσή της, τους αντλούσαν από το σώμα των επίλεκτων νέων.
 
5. Για λόγους πληρότητας, αναφέρω χωρίς συζήτηση δυο ακόμη πηγές έντασης (α) τις γυναίκες, αν πρέπει να πιστέψουμε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, και (β) τις εμπειρίες στο εξωτερικό.
 
IV
 
Έχω πει μέχρι τώρα πολύ λίγα σχετικά με τον πόλεμο ή τους πολεμιστές. Το παράδοξο είναι ότι ο μιλιταρισμός στη Σπάρτη κρατιόταν σε χαμηλό τόνο. Ανάμεσα σε περισσότερα από 100.000 μολύβδινα ειδώλια, που βρέθηκαν στα ερείπια της Ορθίας Αρτέμιδος, δεν κυριαρχούν ιδιαίτερα ούτε οι στρατιώτες, ούτε τα όπλα (αν και υπάρχουν). Δεν υπήρχαν πολεμικά παιγνίδια, ούτε τάφοι πολεμιστών. Οι τελευταίοι εξαφανίστηκαν απότομα σ’ ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο, εκτός από εντυπωσιακά λίγες εξαιρέσεις στο περιθώριο, περίπου συγχρόνως με την εμφάνιση των οπλιτών, που σημαίνει, με την επέκταση του στρατιωτικού ρόλου από την «ηρωική» αριστοκρατία σε ένα ευρύτερο τμήμα του πληθυσμού. Η Σπάρτη δεν αποτελούσε εξαίρεση. Η Σπάρτη φαίνεται ότι ούτε καν περιέ- λαβε την απόταξη από το στρατό ανάμεσα στις τιμωρίες για τη στρατιωτική ατίμωση. Τουλάχιστον αυτό αφήνει να εννοηθεί ο Ηρόδοτος στην ιστορία του (7.229 - 31 + 9.71) σχετικά με τον Αριστόδαμο, που επέζησε των Θερμοπυλών, στον οποίο δόθηκε η δυνατότητα να πεθάνει ένδοξα (αν και επίσημα δεν του το αναγνώρισαν) στις Πλαταιές. Και οι άνδρες, που παραδόθηκαν στη Σφακτηρία, αν και πρόσκαιρα στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα, σύντομα τα ξαναπήραν πίσω. Επίσης δεν υπάρχει ούτε ίχνος της χαρακτηριστικής «έξης του πολέμου», για παράδειγμα των Ασσυρίων, του εθισμού δηλ. να βγαίνουν και να πολεμούν απλά και μόνο γιατί αυτή είναι και η αιτία ύπαρξης των πολεμιστών. Μετά τον Δεύτερο Μεσσηνιακό πόλεμο και την επανάσταση του έκτου αιώνα, η Σπάρτη ήταν τουλάχιστον λιγότερο πρόθυμη στο να συνάπτει μάχες από πολλές άλλες Ελληνικές πόλεις. Δεν είχαν άδικο, λοιπόν, οι Κορίνθιοι όταν, στο πρώτο βιβλίο της διήγησης του Θουκυδίδη, το επισημαίνουν αυτό ιδιαίτερα16.
 
Αν κοιτάξουμε συνολικά τη Λακωνία και τη Μεσσηνία σαν μια ενότητα, τότε σίγουρα βλέπουμε μια πυραμιδική κοινωνική δομή με τους Σπαρτιάτες ως στρατιωτική elite στην κορυφή. Όμως, δεν ήταν μια στρατιωτική elite με την έννοια της Πρωσικής Νεολαίας ή του Θηβαϊκού Ιερού Λόχου. Αντί γι’ αυτά πρέπει να σκεφτούμε ένα (εννοιολογικά) κλειστό σύστημα ως σύνολο, που είχε μεν στρατιωτική λειτουργία, αλλά όχι εντελώς μιλιταριστική σφραγίδα. Χρησιμοποιώ αυτές τις λέξεις όπως τις διακρίνει ο Alfred Vagts: «Ο μιλιταριστικός τρόπος σημαδεύεται από τη συγκέντρωση ανδρών και υλικού πρωτίστως στο να επιτευχθούν ειδικοί στόχοι δύναμης με τη μέγιστη επάρκεια... Ο μιλιταρισμός, εξάλλου, παρουσιάζει μια τεράστια σειρά εθίμων, ενδιαφερόντων, γοήτρου, πράξεων και σκέψης, που σχετίζονται με στρατούς και πολέμους και που όμως υπερβαίνουν τους αληθινούς μιλιταριστικούς στόχους». Από μια άποψη όλα τα παραπάνω είναι, φυσικά, ορατά στη Σπάρτη, αλλά ένα ακόμη απόσπασμα από το βιβλίο του Vagts θα μας δείξει γιατί είπα «όχι εντελώς μιλιταριστική σφραγίδα». Ο Vagts συνεχίζει: «Ένας στρατός έτσι οργανωμένος ώστε να εξυπηρετεί τους στρατιωτικούς, και όχι τον πόλεμο, είναι μιλιταριστικός· έτσι είναι σε κάθε στρατό το κάθε τι που δεν προετοιμάζει για μάχη, αλλά απλώς υπάρχει για διασκέδαση ή για να ικανοποιήσει ιδιοτροπίες σε καιρό ειρήνης, όπως το εντελώς αναχρονιστικό ιππικό σήμερα... οι επιχειρήσεις μόνο για τη δόξα ή τη φήμη των αρχηγών, που μειώνουν το μαχητικό σθένος των στρατών και τους καταστρέφουν εκ των ένδον, υπάγονται στην ίδια κατηγορία»17.
 
Αυτό θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι περιγράφει έναν Κλεομένη τον Α' για παράδειγμα, αλλά αυτός απερρίφθη. Μόνο από τον τέταρτο αιώνα π.Χ. κ.ε. αρχίζει η επωδός, ότι η Σπαρτιατική πολιτεία έμοιαζε με στρατόπεδο18, να εμφανίζεται επίμονα στους Έλληνες συγγραφείς· ότι ο μόνος στόχος του νομοθέτη ήταν ο πόλεμος· ότι συνεπώς οι Σπαρτιάτες ήταν πολύ υπανάπτυκτοι σε όλες τις άλλες ανθρώπινες πλευρές (ή, αντίθετα, ότι επαινούνταν γι’ αυτές ακριβώς τις περιορισμένες ποιότητες, που καταδίκασαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης)· ότι, συμπερασματικά, δεν ήταν μόνο επαρκώς στρατιωτικοί αλλά και άκρως μιλιταριστικοί. Όλα αυτά είναι πολύ γνωστά και δεν χρειάζονται μεγαλύτερη ανάπτυξη. Αλλά δεν είναι περιττό ή άτοπο να πει κανείς ότι δεν είναι αυτή ολόκληρη η εικόνα, ακόμη και για τους συγγραφείς του τέταρτου αιώνα. Γιατί, λοιπόν, ο Πλάτωνας, που επέκρινε τη Σπάρτη τόσο σκληρά στο όγδοο βιβλίο της Πολιτείας (547D-549A), απλά δεν την απορρίπτει; Γιατί αντ’ αυτού διάλεξε έναν Σπαρτιάτη να είναι ένας από τους τρεις (νομομαθείς), που πρόκειται να συγκροτήσουν τη νέα πόλη στους Νόμους;
 
Η απάντηση, φυσικά, είναι ότι για τον Πλάτωνα η Σπάρτη είχε να προσφέρει πολλά, παρά τη μονομέρειά της, όχι με τους νόμους και τους θεσμούς της με τη στενή σημασία των όρων (που σχεδόν καθόλου δεν αντανακλώνται στο βιβλίο του Πλάτωνα), αλλά με τη βασική της αντίληψη του συνόλου της κοινότητας, με την εὐνομία της ως τρόπο ζωής, κάτι που επιθυμούσε να αφαιρέσει από τη μιλιταριστική της πλευρά (αλλά όχι και από τη στρατιωτική της λειτουργία). Η Σπάρτη, επιτέλους, ήταν από πολύ καιρό ένας προμαχώνας κατά της τυραννίας και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό· αυτό ίσως να μην είναι πολύ αληθινό, ειδικά σχετικά με τις δραστηριότητες της Σπάρτης στο εξωτερικό, αλλά αυτό πίστευαν σταθερά ότι είναι αλήθεια πολλοί αρχαίοι Έλληνες, και επαναλαμβανόταν ad nauseam Ο Πίνδαρος το πίστευε. Δεν υπάρχουν πολλές αναφορές για τη Σπάρτη στα σωζόμενα ποιήματα του Πινδάρου, αλλά είναι πιο σημαντικά από όσο η σπανιότητά τους θα μπορούσε να δηλώσει, ακριβώς γιατί γράφτηκαν δωρεάν. Ο Πίνδαρος δεν έγραψε ωδές για Σπαρτιάτες νικητές και δεν ήταν υποχρεωμένος να εισαγάγει τη Σπάρτη πουθενά. Στον Πρώτο Πυθιόνικο, υμνώντας μια νίκη του Ιέρωνα του A΄ των Συρακουσών, ο ποιητής σχολιάζει μ’ αυτές τις λέξεις το νέο οικισμό του Ιέρωνα στην Αίτνα (στίχοι 61 - 70):
 
Έχτισε γι’ αυτόν ο Ιέρωνας την πόλη·
σαν που ορίζουνε του Ύλλου οι στέρεοι νόμοι
λευτεριά θεοστήριχτη την κυβερνάει·
ναι, του Πάμφυλου οι απόγονοι, μα κι όλων
των Ηρακλειδών, που ζουν στα ριζοβούνια
του Ταΰγετου, του Αιγιμιού την τάξη
θέλουν, σα Δωριείς.  Από την Πίνδο ορμώντας
στις Αμύκλες έστησαν βασίλειο πλούσιο·
των Τυνδαριδών, που τ’ άσπρα ορίζουν άτια,
είναι γείτονες, κι η δόξα - τους μεγάλη·
ω, λουλούδισε της λόγχης - τους η φήμη.
 
Κάτι αξιοσημείωτα ανόητο έχει γραφτεί, κι ακόμα γράφεται, σχετικά μ’ αυτούς τους στίχους. Έχει προταθεί η παράλογη άποψη, ότι δηλ. ο Ιέρωνας, μετά από μια κτηνώδη εκδίωξη του πληθυσμού, του τύπου που είναι τόσο γνωστός στη Σικελική ιστορία, στην πραγματικότητα σχεδίαζε να εισαγάγει τη Σπαρτιατική πολιτεία και αγωγή στην Αίτνα υπό τη βασιλεία του γιου του, του Δεινομένη20 . Αν δεν είναι εμφανές ότι αυτό που όλο και όλο είχε στο νου του ο Πίνδαρος ήταν ένα παραδοσιακό βασιλικό και αριστοκρατικό σχήμα, στο οποίο ο λαός θα εύρισκε την ελευθερία του μέσα από την πειθαρχία, την ευσέβεια και την έντιμη διακυβέρνηση από τους καλύτερούς του, τότε ο Edward Will στήριξε την άποψή του εφιστώντας την προσοχή σε μερικούς αξιοπρόσεκτα παράλληλους στίχους σε ένα απόσπασμα σχετικό με την Αίγινα21. Αν υπήρχε κάτι πολιτικό, με τη στενή σημασία του όρου, στη σκέψη του Πινδάρου, τότε θα έπρεπε κάποιος να του υπενθυμίσει ψιθυριστά την αντιτυραννική παράδοση της Σπάρτης. Δεν υπάρχει πουθενά τίποτε περισσότερο στον Πίνδαρο, ποτέ μια υπόδειξη ότι η Σπάρτη ήταν κατά οποιονδήποτε τρόπο ιδιαίτερη ή μοναδική· ειδικότερα, ότι η Σπάρτη δεν ήταν μιλιταριστική κατά τρόπο που να την ξεχωρίζει από τις άλλες πολιτείες και αριστοκρατίες της παλιάς σχολής, στις οποίες θα μπορούσε κανείς να βρει τις αξίες, τις οποίες αυτός δεχόταν.
 
Εκεί διαπρέπουν σε συμβουλές γερόντων,
Και στα δόρατα των νέων,
Και σε χορούς, στη Μούσα, και στη Δόξα22.
 
Αυτό τραγουδήθηκε για τη Σπάρτη σ’ ένα άλλο απόσπασμα· θα μπορούσε κάλλιστα να είχε χρησιμοποιηθεί για τη Θήβα, τη Θεσσαλία, την Αίγινα ή την Κυρήνη, ή ακόμα και για εκείνη την Αθήνα, όπως την αντιπροσώπευαν στα μάτια του ο Μιλτιάδης και ο Κίμων.
 
Ούτε η εικόνα που μας δίνει ο Ηρόδοτος είναι πολύ διαφορετική στα βασικά ερωτήματα. Έχοντας υπόψη μας την υποκειμενικότητά του, ο Ηρόδοτος περιορίστηκε να μας τονίσει τη στρατιωτική ικανότητα των Σπαρτιατών και την αλάνθαστη υπακοή στον κανόνα να μην υποχωρούν ποτέ στη μάχη. Ως Ηρόδοτος, περιορίστηκε επίσης στο να επιμένει σε ορισμένες παραξενιές, όπως τις τιμές και το τελετουργικό γύρω από τους βασιλείς και τις τιμωρίες που επιβάλλονταν στους δειλούς. Ο Ηρόδοτος ήταν άγρυπνος και συχνά πολύ λεπτός σχετικά με τις αποχρώσεις, που διαφοροποιούσαν τα Ελληνικά κράτη το ένα από το άλλο. Αλλά αυτό απείχε πολύ από την εντελώς παράξενη Σπάρτη του θαύματος του 4ου αιώνα. Γι’ αυτόν, ο Ελληνικός κόσμος χωριζόταν σε δύο είδη κοινοτήτων, σ’ αυτές που τις κυβερνούσαν τύραννοι, που ήταν κάτι κακό, και σ’ αυτές που είχαν αυτοδιοίκηση. Αυτό το τελευταίο με τη σειρά του σήμαινε είτε πλήρη δημοκρατία ή καθόλου δημοκρατία, και η Σπάρτη ήταν η πιο σημαντική, η πιο ισχυρή και η πιο ενδιαφέρουσα ανάμεσα σ’ αυτές που δεν είχαν δημοκρατία.
 
Επεκτάθηκα αρκετά πάνω στον τρόπο, με τον οποίο η Σπάρτη κατατάσσεται μαζί με μια ολόκληρη κατηγορία Ελληνικών πόλεων, γιατί είναι ουσιώδες να ξεκαθαριστεί σε τί πραγματικά ήταν διαφορετική και μοναδική η Σπάρτη. Στην αρχή επεσήμανα ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα διαφορετικά ρεύματα στη Σπαρτιατική δομή ως μονολιθικά στην ιστορία τους και στην εξέλιξή τους. Αν κοιτάξουμε ξανά αυτά τα στοιχεία, αυτή τη φορά από την άποψη της μοναδικότητας της οικειότητάς τους, βρίσκουμε τα ακόλουθα (εκτός από λεπτομέρειες):
 
1. Η ειλωτεία δεν ήταν εντελώς σπάνια. Συναντάται στη Θεσσαλία, την Κρήτη, τη Σικελία και πιθανώς σ’ όλες τις Ελληνικός αποικίες στο Δούναβη και τη Μαύρη Θάλασσα (δεν αγνοώ την πιθανότητα ότι η αναλογία, και συνεπώς η πιθανή απειλή, των ειλώτων προς τους πολίτες ήταν εδώ μεγαλύτερη από οπουδήποτε αλλού, όπως θα φανεί σε λίγο).
 
2. Η Σπαρτιατική κυβερνητική μηχανή είχε, ασφαλώς, τις ιδιαιτερότητες της, αλλά κανένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό εκτός από τους βασιλείς δεν νομιμοποιείται να ονομαστεί μοναδικό στην αρχαία Ελλάδα.
 
3. Κάθε Ελληνική κοινότητα είχε τα δικά της διαβατήρια - στη γέννηση, στην ενηλικίωση, στο γάμο, στο θάνατο. Οι ποικιλίες ήταν ατέλειωτες, και βλέποντας τες μεμονωμένα, τα μόνα στοιχεία, που ξεχώριζαν στις Σπαρτιατικές τελετές, ήταν ίσως η μεγαλύτερη συχνότητα και η φανερά μεγαλύτερη ένταση της φυσικής τιμωρίας και της σκληρότητας.
 
4.   Δεν υπάρχει απολύτως τίποτε απ’ ό, τι ξέρω για τη Σπαρτιατική θρησκεία και τις λατρευτικές εκδηλώσεις που αξίζει να σημειωθεί στα δικά μας συμφραζόμενα.
 
5. Ούτε τα συσσίτια ή οι τάξεις ηλικίας ήταν αφ’ εαυτών μοναδικά.
 
Αυτό το τελευταίο στοιχείο χρειάζεται διευκρίνιση. Κάποιο είδος συμμετοχής σε κοινά τραπέζια μπορεί να βρεθεί σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Η σχέση των συσσιτίων με τις τάξεις ηλικίας μαρτυρείται ειδικά σε αρκετές αρχαιοελληνικές κοινωνίες, και έχουμε κάθε δίκιο να υποπτευόμαστε ότι οι πληροφορίες μας είναι αποσπασματικές και ατελείς. Οι τάξεις ηλικίας, με τη σειρά τους, είναι κοινές κάτω από μια μεγάλη ποικιλία περιστάσεων. Οι στρατοί συνήθως τις χρησιμοποιούν κάθε φο­ρά που γίνεται στρατολογία, και για τη βασική εκπαίδευση και για την επιστράτευση, οσάκις είναι αναγκαίες οι υπηρεσίες τους. Από την άλλη πλευρά, υπήρχαν πολυάριθμες οργανώσεις νέων στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή, ακριβώς την περίοδο, κατά την οποία έχασαν κάθε στρατιωτικό ρόλο και αντ’ αυτού στράφηκαν στα γυμναστήρια και τις παλαίστρες23. Η αγάπη για τη νίκη μπορούσε να πάρει αθλητική μορφή, όπως ακριβώς και στρατιωτική - όπως το μαρτυρεί ο Πίνδαρος.
 
Αυτό που ήταν μοναδικό για τη Σπάρτη ήταν ο τρόπος, που όλα αυτά τα στοιχεία συνδυάστηκαν σε μια ενιαία δομή, καθώς και ο κύριος άξονας του οργανωτικού μηχανισμού, η άγωγή. Πρέπει να επιμείνω στο ότι δεν υπάρχει τίποτε συμφυές στις τάξεις ηλικίας, που έπρεπε να καταλήξει στη Σπαρτιατική ἀγω­γή, ή ακόμη και στο ήθος της υπακοής και εκούσιας υποχώρησης μπροστά στα συμφέροντα της πολιτείας. Δεν υπάρχει αυταπόδεικτος λόγος, για τον οποίο ένας οργανωτικός διαχωρισμός μεταξύ νέων και γέρων θα έπρεπε να εξελιχτεί σ’ ένα τόσο πολύ­πλοκο σύστημα τάξεων ηλικίας, όπως το Σπαρτιατικό. Αυτό που ήταν μοναδικό στη Σπάρτη είναι η πολυπλοκότητά του και η λειτουργία του, και όχι ο διαχωρισμός σε τάξεις ηλικιωμένων και γέρων. Ούτε υπάρχει κάποιος συμφυής λόγος, για τον οποίο η ειλωτεία θα έπρεπε να οδηγήσει ακριβώς στο Σπαρτιατικό σύστημα' τα ίδια ισχύουν και για κάθε στοιχείο. Αλλά, όταν τελικά αναδύθηκε το σύστημα, το κάθε στοιχείο θεσμοθετήθηκε με μια διαδικασία, που δεν τελείωνε ποτέ. Και επινοήθηκε η ἀγωγή. Αυτό το τελευταίο είναι καθαρή εικασία, φυσικά, αλλά, από όλα τα στοιχεία στη Σπάρτη, η ἀγωγή είναι το μόνο, για το οποίο είναι εντελώς αδύνατον να βρούμε ίχνη στις πρωιμότερες Ελληνικές μαρτυρίες ή παραδόσεις, το μόνο, ούτως ειπείν, στοιχείο, που «κάνει» το Σπαρτιατικό σύστημα. Γι’ αυτό οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι, σαν πρότυπο ζωής για τους νέους και σαν προσπάθεια σταθεροποίησης της συμπεριφοράς και της ιδεολογίας των Σπαρτιατών ατομικά εφ’ όρου ζωής, η ἀγωγή ήταν μια όψιμη επινόηση, όσο παλιές κι αν είναι μερικές από τις τελετές μύησης και άλλες εξωτερικές όψεις της. Τελικά ή­ταν η ἀγωγή, και η εὐνομία, που θεωρείται αποτέλεσμα της αγωγής, οι οποίες στο τέλος κέρδισαν την εκτίμηση και την αγάπη των Ελλήνων για το Σπαρτιατικό θαύμα. «Ένας από τους καλύτερους νόμους σας», είπε ο Αθηναίος του Πλάτωνα (Νόμοι 634D), «είναι αυτός που απαγορεύει εντελώς στον κάθε νέο να κρίνει αν οι νόμοι είναι καλοί ή όχι».
 
Το μόνο φαινόμενο, που παραμένει εντελώς αινιγματικό, είναι η επιβίωση της βασιλείας, κι ακόμα χειρότερα, της δίδυμης βασιλείας. Δεν έχω να προτείνω κάποια εξήγηση, αλλά θα πρότεινα ότι η «επιβίωση» δεν είναι ίσως η ακριβώς σωστή λέξη. Τί ξέρουμε σχετικά με τους Σπαρτιάτες βασιλείς ή τη βασιλεία ανάμεσα στον μυθικό Μενέλαο και τον Λέοντα (ή τον Κλεομένη τον Α' για την περίπτωσή μας); Οι γενεαλογίες και οι ιστορίες, που μας λέει ο Πλούταρχος, προσφέρουν πολύ λίγα στην ιστορία. Προνόμια στη θυσία και τα συναφή ήταν κοινός τόπος στην αρχαία Ελλάδα, οσάκις κάποιος ασκούσε την ιερατική λειτουργία, όποιος κι αν ήταν ο τίτλος του' οι τιμητικές φρουρές είναι τόσο εμφανείς ώστε μπορούν να τις σκέπτονται, και τις έχουν σκεφτεί κατά καιρούς στην ιστορία- οι διπλές μερίδες στα συσσίτια δεν είναι πραγματικά το ίδιο με τα Ομηρικά προνόμια, ανεξάρτητα από το πόσο συχνά τα έχουν ταυτίσει και, πάνω από όλα, οι επικήδειες τελετές -- τις οποίες ο Ηρόδοτος θεώρησε ως το πιο χτυπητό πράγμα σχετικά με τους Σπαρτιάτες βασιλείς δεν μπορεί να είναι με καμιά έννοια επιβιώματα, γιατί ούτε εμείς γνωρίζουμε τέτοια προηγούμενα στην αρχαιοελληνική παράδοση, ούτε ο Ηρόδοτος, που τα ονόμασε «βαρβαρικά». Είναι τουλάχιστον μια υποστηρίξιμη υπόθεση ότι η Σπαρτιατική βασιλεία με τον θεσμικό τύπο που γνωρίζουμε ήταν τόσο, ή και περισσότερο, προϊόν της επανάστασης του έκτου αιώνα, που υποκινήθηκε από τις αποτυχίες του Δεύτερου Μεσσηνιακού πολέμου, όσο και προϊόν απορίας, την οποία, ελλείψει εξηγήσεων, έχουμε τη συνήθεια να ονομάζουμε «επι- βίωμα».
 
Απομένει, τελικά, να εξετάσουμε ένα άλλο ασυνήθιστο χαρακτηριστικό της Σπάρτης. Καμιά άλλη Ελληνική πόλη δεν είχε όμοια με τη Σπάρτη εδαφική κατάσταση, στην οποία η πόλις και η επικράτειά της δεν συνέπιπταν (όπως ήταν η Αθήνα και η Αττική)’ σ’ αυτήν η πόλις, τουλάχιστον στην ιδανική της μορφή, απετελείτο από μια μοναδική τάξη ίσων, που κυριαρχούσε πάνω σ’ ένα συγκριτικά τεράστιο πληθυσμό υποτελών. Ο Δεύτερος Μεσσηνιακός πόλεμος ήταν αποφασιστικός και σ’ αυτό το σημείο επίσης. Από κει και μετά η στρατιωτική λειτουργία έγινε πρώτιστα λειτουργία αστυνόμευσης, που στόχευε ενάντια σ’ έναν εχθρό εσωτερικό μάλλον παρά σε εχθρούς εξωτερικούς, πραγματικούς ή δυνητικούς. Για να διαφυλάξουν τη δύσκολη θέση μιας άρχουσας τάξης σ’ αυτές τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ολόκληρη η κοινωνία ήταν δομημένη να εκπληρώνει καθήκοντα αστυνόμευσης. Ακόμη και οι προσπάθειες, που απέβλεπαν στην ίδρυση και διατήρηση της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, αν και χρειάστηκε να κάνει επανειλημμένους πολέμους, μπορούν ίσως να περιγραφούν με ακρίβεια ως μέρος της λειτουργίας της αστυνόμευσης. Η τραγωδία της Σπάρτης, συνεπώς, πήγαζε από οικεία αιτία: δεν ζούσε στο κενό. Οι Περσικές εισβολές προοιώνιζαν αυτό που επρόκειτο να έρθει με τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Σχεδόν αντίθετα με τη θέλησή της, η Σπάρτη σύρθηκε σε μια εκτεταμένη στρατιωτική δραστηριότητα, γνήσια στρατιωτική. Αυτό συνεπαγόταν σοβαρή πίεση στην αριθμητική δύναμη και μια επικίνδυνα εκτεταμένη ενσωμάτωση μη ομοίων στο στρατό, αν όχι και στην άρχουσα τάξη, ευκαιρίες άνευ προηγουμένου για φιλόδοξα άτομα, παρατεταμένα ταξίδια στο εξωτερικό κι ένα ρήγμα στην παραδοσιακή ξενοφοβία, την αδυναμία να κρατήσουν τους κανόνες ενάντια στη διαφθορά του πλούτου. Το σύστημα δεν μπορούσε να επιβιώσει για πολύ, και πράγματι δεν επιβίωσε. Και έτσι το τελικό παράδοξο είναι ότι η μεγαλύτερη στρατιωτική επιτυχία της Σπάρτης κατέστρεψε το υπόδειγμα της στρατοκρατικής πολιτείας.
 --------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. O Starr (1965) 258 καθόρισε την κατάσταση συνοπτικά: «Πολλές φορές, φοβάμαι, κινδυνεύουμε να γίνουμε Ελληνιστικοί ιστορικοί, που καπηλεύονται φήμες». Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να βρει την πλήρη βιβλιογραφία, που εξαντλεί το θέμα, στις υποσημειώσεις του Kiechle (1963), αλλά ούτε μία πρόταση που να εξηγεί πώς τόσο πολύ ακριβείς πληροφορίες μεταδόθηκαν στον Πίνδαρο, ο οποίος τότε τις συγκέντρωσε σ’ ένα είδος Peerage του Burke, για να μην αναφέρουμε τα απομνημονεύματα του Στεφάνου από το Βυζάντιο.
2. Boardman (1963).
3. Πρβλ. Mosse (1973).
4. Η ονομαζόμενη Μεγάλη Ρήτρα, αν είναι αυθεντική, ήταν ένα σύντομο, σχεδόν γνωμικό, πρώιμο κείμενο με εντολές για την διακυβέρνηση, ειδικότερα για τη νομοθετική διαδικασία. Δεν υπάρχει καμιά συμφωνία γι’ αυτήν ανάμεσα στους ερευνητές, ούτε καν για τη χρονολογία, αλλά οι περισσότεροι την τοποθετούν πριν από την «επανάσταση του έκτου αιώνα», πράγμα το οποίο κάνω κι εγώ χωρίς κανένα δισταγμό.
5. Για τις διάφορες τελετουργίες, βλ. den Boer (1954) μέρος 3.
6. Η Ευνομία έγινε ένας αμφίσημος όρος: η «καλή τάξη» (νόμων) κατέληξε σε «σταθερή κυβέρνηση» και η ευνομία έγινε το σύνθημα των προπαγανδιστών εναντίον της πολιτικής αλλαγής, ειδικά της αλλαγής προς τη δημοκρατία. Ο Ηρόδοτος σίγουρα τη χρησιμοποιούσε με την αρχική έννοια. Βλ. Andrewes (1938)· Ehrenberg (1965) 139-58.
7. Το γεγονός ότι οι όμοιοι εμφανίζονται για πρώτη φορά ως «τεχνικός όρος» στον Ξενοφώντα, ή ότι μόνο ο Ξενοφών μιλά για νπομείονες, «κατώτερους», δεν με εντυπωσιάζει γιατί δεν βρίσκω σ’ αυτό καμιά σημασία. Η Σπαρτιατική κοινωνική ορολογία ήταν γεμάτη από ουσιαστικά και μετοχές, που είχαν αποκτήσει τεχνική σημασία, όπως τρέσαντες (δειλοί, «ριψάσπιδες»), ἀγαθοεργοί (ευεργέτες) και νεοδαμώδεις (αυτοί που πολιτογραφήθηκαν πρόσφατα).
8. Moretti (1959).
9.   Γενικά, ακολουθώ την ερμηνεία του Jeanmaire (1939) 540-69 για την κρυπτεία. Ο Αριστοτέλης, κατά τον Πλούταρχο, Λυκούργος, 28, τη συνδέει απόλυτα με την πολιτική απέναντι στους είλωτες, αλλά ότι αυτή είναι πολύ στενή ερμηνεία βγαίνει ως δικαιολογημένο συμπέρασμα από τις προσεκτικά καλυμμένες γενικότητες του Ξενοφώντα (4.4), από τις λίγες λεπτομέρειες που διαθέτουμε για την καταστολή της επανάστασης του Κινάδωνα, και, αν πρέπει να την εμπιστευθούμε, από την αναφορά του Πλούταρχου στην κρυπτεία, Κλεομένης, 28.3.
10. Ξενοφών 11.2. 13.1 I· πρβλ. του ίδιου, Ἀγησίλαος, 1.26· Θουκυ­δίδης 4.80.5. Ο Pierre Vedal-Naquet μού υπενθύμισε ότι το Αθηναϊκό κράτος εφοδίαζε κάθε έφηβο με ασπίδα και ακόντιο, τουλάχιστον κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. (Αριστοτέλης. Ἀθηναίων Πολιτεία, 42.4). Αυτή η σύγκριση ενισχύει την προτίμησή μου.
11. Τα κύρια χωρία του Ηρόδοτου είναι 3.148' 5.51· 6.50' 6.72' 8.5.
12. Η επιγραφή έχει ανατυπωθεί στο Dialekctorum Graecarum exempla ...,αρ. 12. εκδ. Ε. Schwyzer.
13. Βλ. Αριστοτέλη. Πολιτικά, 1334α 35-39.
14. Βλ. Andrewes (1966).
15. Θουκυδίδης 5.15.1 (όπως κι αν προτιμάει κανείς να θεραπεύσει το φθαρμένο κείμενο), 5.34.2.
16. De Ste. Croix (1972) 94-101.
17. Vagts (1937) II, 13.
18. Ισοκράτης 6.81' Πλάτων, Νόμοι, 666Κ.
19. Μεταφρασμένο από τον Richmond Lattimore (University of Chi­cago Press, 1947).
20. Π.χ. Kirsten (1941).
21. To απόσπασμα είναι ο αρ. 1 στην έκδοση του Schroeder βλ. Will (1956) 59.
22. Μετάφραση από τον Bowra (1964) 152, του αποσπάσματος 189 στην έκδοσή του.
23. Jeanmaire (1939) 463-5.