Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Μειώνεται το οξυγόνο των ωκεανών

Αποτέλεσμα εικόνας για Μειώνεται το οξυγόνο των ωκεανώνΜειώνεται το οξυγόνο στους ωκεανούς, αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που παρουσίασε η επιστημονική εφημερίδα Nature Wednesday.
 
Συγκεκριμένα σύμφωνα με την επιστημονική έρευνα τα τελευταία 50 χρόνια (1960 - 2010) η περιεκτικότητα σε  οξυγόνο στους ωκεανούς μειώθηκε περισσότερο από 2%, αριθμός που μπορεί να φαίνεται μικρός αλλά σύμφωνα με τους επιστήμονες είναι ικανός να φέρει ανατροπές στα θαλάσσια οικοσυστήματα.
 
Οι επιστήμονες έχουν από καιρό προειδοποιήσει σχετικά με τις δυνητικά θανατηφόρες συνέπειες της μείωσης των επιπέδων του οξυγόνου στους ωκεανούς και κατ΄επέκταση στη θαλάσσια ζωή ενώ όπως είναι κατανοητό τελευταίος αποδέκτης αυτών των (αρνητικών) αλλαγών είναι ο άνθρωπος. 
 
Η μελέτη προέρχεται από το κέντρο Helmholtz GEOMAR Ocean Research στο Κίελο της Γερμανίας και το υπογράφουν οι Sunke Schmidtko, Lothar Stramma και Martin Visbeck.
 
Χρησιμοποιώντας πληροφορίες σχετικά με το οξυγόνο, τη θερμοκρασία και άλλους παράγοντες που σχετίζονται με τους ωκεανούς, κατόρθωσαν να διαπιστώσουν την συνολική απώλεια της περιεκτικότητάς του για πρώτη φορά και όπως μάλιστα σημειώνουν «οι αριθμοί αυτοί αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση ώστε στο μέλλον να βελτιωθεί η κατάσταση. Σε ορισμένα μέρη του κόσμου, υπήρξε μια πολύ πιο απότομη πτώση των επιπέδων οξυγόνου κατά τις τελευταίες πέντε δεκαετίες - για παράδειγμα, στο Βόρειο Ειρηνικό, όπου χάθηκε ο μεγαλύτερος όγκος του οξυγόνου.
 
Οι απώλειες του οξυγόνου στον ωκεανό μπορεί να έχουν εκτεταμένες συνέπειες, λόγω της άνισης κατανομής» και χαρακτηριστικά προσθέτουν τα εξής: «είναι σχεδόν σαν οι ωκεανοί να ετοιμάζονται για καρδιακή προσβολή. Ουσιαστικά επιβραδύνεται ο κτύπο της καρδιάς του ωκεανού με το λιγότερο οξυγόνο»

Οι διαστημικοί κόμβοι είναι ένα αίνιγμα για τους κοσμολόγους

view_universe
Ένα δύσκολο πρόβλημα που επηρεάζει το πώς βλέπουμε το σύμπαν έχει προκαλέσει σύγχυση στους κοσμολόγους.

Η δομή του Σύμπαντος, φαίνεται να έχει λιγότερους κόμβους από ό,τι ορισμένες θεωρίες προβλέπουν, λένε ερευνητές.

Θεωρίες του αρχέγονου σύμπαντος προβλέπουν την ύπαρξη κόμβων στον ιστό του χώρου γνωστούς ως "κοσμικές υφές".

Οι κόμβοι κανονικά θα έπρεπε να αναγνωριστούν μελετώντας την μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου (CMB), την εξασθενημένη λάμψη του Big Bang. Αλλά η πρώτη πλήρης έρευνα που έγινε από τους επιστήμονες δεν έδωσε κανένα σημάδι των χωρικών αυτών κόμβων.

Οι κοσμικές αυτές υφές λέγεται ότι είναι το αποτέλεσμα των ατελειών στη δομή του σύμπαντος καθώς ψύχεται.

Θα πρέπει μάλιστα να αλληλεπιδρούν με το φως που προέρχεται από την CMB και να έχουν αφήσει ένα σύνολο χαρακτηριστικών καυτών και ψυχρών σημείων.

Η προηγούμενη έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2007, άφησε να εννοηθεί το ενδεχόμενο να υπάρχει μια τέτοια κοσμική υφή. Όμως η νέα και μεγαλύτερη μελέτη, χρησιμοποιώντας δεδομένα από το διαστημικό σκάφος Wilkinson MAP της NASA, απέτυχε να επιβεβαιώσει αυτό το αποτέλεσμα.

Ο επικεφαλής επιστήμονας της έρευνας Stephen Feeney, από το Πανεπιστημιακό Κολλέγιο του Λονδίνου, είπε: "Αν είχαν παρατηρηθεί αυτές οι υφές (κόμβοι), θα μας έδιναν πολύτιμες πληροφορίες για τον τρόπο που λειτουργεί η φύση σε τρομερές ενέργειες, ρίχνοντας έτσι φως στην ενοποίηση των φυσικών δυνάμεων.

"Οι δελεαστικές υποδείξεις που βρέθηκαν σε μια προηγούμενη έρευνα – μικρής κλίμακας – σήμαινε ότι θα ήταν εξαιρετικά σημαντικό να πραγματοποιήσουμε αυτή την ανάλυση όλου του ουρανού."

Οι κόμβοι

Τις στιγμές μετά τη μεγάλη έκρηξη, το Σύμπαν άρχισε να «κάθεται» στη δομή που παρατηρούμε σήμερα, η οποία σύμφωνα με υπάρχουσες θεωρίες περιέχει κόμβους και συγκεκριμένες υφές, όπως ένα ύφασμα. Το νεαρό Σύμπαν, ήταν ένα αφάνταστα πυκνό και θερμό μέρος, στο οποίο οι νόμοι της Φυσικής ήταν πολύ διαφορετικοί από αυτούς που γνωρίζουμε σήμερα. Οι μεταβολές στο πυκνό αυτό μέσο κλάσματα του δευτερολέπτου μετά την έκρηξη, σήμερα αποτυπώνονται στις μικρομεταβολές της θερμοκρασίας της μικροκυματικής ακτινοβολίας υποβάθρου. Σε μια διαδικασία που θυμίζει το να εξάγει κανείς συμπεράσματα για το πώς παρασκευάστηκε ένα δείπνο, από το να μελετάει την κατανομή θερμότητας στην κουζίνα, πολύ αργότερα από τη στιγμή που έκλεισαν τα ηλεκτρικά μάτια, έτσι και το διαστημόπλοιο WMAP προσπαθεί να αποτυπώσει ένα χάρτη του πρώιμου Σύμπαντος, στηριζόμενο στην εναπομένουσα «ζέστη» από την εποχή εκείνη. Από τα στοιχεία αυτά, προέκυψε η ιδέα του «πληθωρισμού», μια πολύ σύντομης περιόδου στην οποία το Σύμπαν μεγάλωσε εκθετικά, αλλά και εμπεδώθηκε η ιδέα της σκοτεινής ύλης, κάτι στο οποίο οι περισσότεροι αστροφυσικοί σήμερα συμφωνούν.

Παραμένει ανοιχτό όμως το ερώτημα του πώς απλώθηκε ο ιστός του Σύμπαντος τις πρώτες στιγμές. Φαίνεται ότι καθώς το Σύμπαν πάγωνε, παρουσίασε ομοιότητες με το πάγωμα ενός υγρού. Ο Stephen Feeney το παρομοιάζει με τη δημιουργία ενός κρυστάλλου. «Αν παγώσεις ένα υγρό πολύ αργά, ένας κρύσταλλος θα αρχίσει να δημιουργείται, με το ίδιο ακριβώς μοτίβο να επαναλαμβάνεται παντού», υποστηρίζει. «Όταν όμως το υγρό παγώνει γρήγορα, δημιουργούνται ατέλειες στο μοτίβο. Κάποιες θεωρίες υποστηρίζουν πως αυτό δε διαφέρει για το ίδιο το Σύμπαν. Αν το υγρό παγώσει πολύ γρήγορα, το μοτίβο θα είναι ίδιο μόνο σε κοντινές, μικρές περιοχές, ενώ σε διαφορετικές περιοχές θα διαφέρει, δημιουργώντας ελαττώματα στον κρύσταλλο, όπως κόμπους και συγκεκριμένες υφές», προσθέτει.

Θεωρίες που ευελπιστούν να οδηγήσουν στην ενοποίηση των θεμελιωδών δυνάμεων, να λύσουν δηλαδή το μεγαλύτερο πρόβλημα της σύγχρονης φυσικής, προϋποθέτουν την ύπαρξη τέτοιων κόμβων στη δομή του Σύμπαντος. Η λάμψη την οποία λαμβάνουμε όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία που παίρνουμε από το WMAP δε φαίνεται να ευνοεί την ύπαρξη πολλών τέτοιων υφών στο Σύμπαν. Οι επιστήμονες αναμένουν και τα πιο λεπτομερή στοιχεία από το διαστημικό τηλεσκόπιο Planck της ευρωπαϊκής υπηρεσίας διαστήματος που εκτοξεύτηκε το 2009 πριν καταλήξουν σε ασφαλές συμπέρασμα.

Το μέλος της ερευνητικής ομάδας Matt Johnson, από το Ινστιτούτο Perimeter στον Καναδά, λέει: "Αν και δεν υπάρχουν στοιχεία για αυτά τα αντικείμενα στα δεδομένα του δορυφόρου WMAP, αυτή δεν είναι και η τελευταία λέξη: μέσα σε λίγους μήνες θα έχουμε πρόσβαση σε πολύ καλύτερα στοιχεία από τον δορυφόρο Planck. Είτε λοιπόν θα βρούμε υφές στα δεδομένα του Planck ή θα γίνει ένας κι άλλος περιορισμός στις θεωρίες που τις παράγουν, έτσι μόνο ο χρόνος θα δείξει!"

Το εξωηλιακό αστρικό σύστημα Gliese 581, δεν δείχνει σημάδια ζωής

Gliese-581-System-Reveals-No-Signs-of-Life
Μια ομάδα αστρονόμων είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν υπάρχουν σαφή ραδιοκύματα που να προέρχονται από το πλανητικό σύστημα του άστρου Gliese 581. Ο ερυθρός νάνος εκτιμάται ότι έχει τουλάχιστον έξι εξωπλανήτες σε τροχιά, ένας εκ των οποίων είχε αναδειχθεί ως δυνητικά κατοικήσιμος. Όμως η ραδιοφωνική ανάλυση δεν έδειξε σημάδια ζωής.

Οι ερευνητές διεξήγαγαν αυτή την έρευνα το 2016, χρησιμοποιώντας μια μέθοδο απεικόνισης που ονομάζεται Very Long Baseline Interferometry (VLBI) με σκοπό να να προβούν σε μια έρευνα για την ύπαρξη εξωγήινης ζωής (SETI) σε μακρινούς κόσμους. Μάλιστα λένε ότι ανακαλύφθηκαν 222 υποψήφια σήματα.

Ωστόσο, μια αυτοματοποιημένη ανάλυση του συνόλου των στοιχείων αποκάλυψε ότι όλα αυτά στην πραγματικότητα προκλήθηκαν από παρεμβολές από δορυφόρους της Γης. Κανένα σήμα δεν βρέθηκε στην πραγματικότητα να προέρχεται από τα άκρως ενδιαφέροντα πλανητικά συστήματα. Αλλά η ομάδα πίσω από αυτή τη μελέτη λέει ότι η εξεύρεση εξωγήινης ζωής δεν ήταν ο σκοπός της μελέτης.

Με την επιβεβαίωση ότι τα ραδιοσήματα του τύπου που ψάχνουμε δεν προέρχονται από το Gliese 581, η ερευνητική ομάδα απέδειξε ότι η μέθοδος VLBI μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διεξαγωγή αυτού του τύπου των πολύπλοκων αστρονομικών ερευνών. Το πρότζεκτ πραγματοποιήθηκε με το αυστραλιανό δίκτυο ραδιοτηλεσκοπίων ALBA.

Μέχρι τώρα, οι προσπάθειες της έρευνας για εξωγήινη ζωή SETI γίνονταν κάπως τυχαία, υπό την έννοια ότι τα ραδιοτηλεσκόπια στόχευαν σε μεγάλες περιοχές του ουρανού, και οι αστρονόμοι προσπαθούσαν να ‘ακούσουν’ για τυχόν εισερχόμενα σήματα. Εάν δεν βρισκόταν κανένα σήμα, τότε τα τηλεσκόπια θα έπρεπε να στοχεύσουν σε μια άλλη θέση.

Η έρευνα αποδεικνύει ότι είναι δυνατή η χρήση VLBI με σκοπό να στοχεύουν σε συγκεκριμένα συστήματα άστρων, που ξέρουμε ότι έχουν πλανήτες σαν τη Γη. Αυτό το VLBI είναι ικανό να χρησιμοποιηθεί σε μια τέτοια στοχοθετημένη έρευνα που έως τώρα ήταν ήταν άγνωστη, αναφέρει το Astrobiology Magazine.

Η έρευνα οδηγήθηκε από ειδικούς στο Πανεπιστήμιο Curtin στην Αυστραλία, οι οποίοι συντονίζονται από τον Hayden Rampadarath.

Το ALBA περιλαμβάνει ένα δίκτυο τηλεσκοπίων στην Αυστραλία (ATCA), το Παρατηρητήριο Parkes και το τηλεσκόπιο Mopra των 22 μέτρων. Κάθε μία από αυτές τις εγκαταστάσεις βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το άλλο, δίνοντας έτσι στο ALBA την υψηλότερη ανάλυση στην αστρονομία.

Η έρευνα επικεντρώθηκε σε συχνότητες γύρω στα 1500 MH. Το σύστημα Gliese 581 βρίσκεται πολύ κοντά στη Γη, στον αστερισμό του Ζυγού, περίπου 20 έτη φωτός μακριά μας. Οι παρατηρήσεις διήρκεσαν8 ώρες.

Τελικά το συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι δεν μπορούμε ακόμη να πούμε με βεβαιότητα ότι η ζωή δεν υπάρχει στο κοντινό πλανητικό σύστημα. Για αυτό που μπορούμε να είμαστε βέβαιοι είναι ότι το VLBI μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αναζήτηση σημάτων εξωγήινης νοημοσύνης.

Εξωπλανήτης σαν τον Ερμή κυριολεκτικά βράζει λόγω ζέστης

evaporating
Ερευνητές του ΜΙΤ και της NASA ανακάλυψαν έναν πλανήτη στο μέγεθος του Ερμή, περίπου 1.500 έτη φωτός απόσταση από τον Ήλιο, ο οποίος φαίνεται πως αποσυντίθεται από την αφόρητη ζέστη του άστρου γύρω από το οποίο περιστρέφεται. Υπολογίζουν μάλιστα πως αν συνεχίσει να εξατμίζεται με τους σημερινούς ρυθμούς, σε 100 εκατομμύρια χρόνια θα έχει εξαφανιστεί πλήρως, αφήνοντας πίσω του ένα νέφος σκόνης και αερίων.

Ο συγκεκριμένος πλανήτης περιστρέφεται μία φορά κάθε 15 ώρες γύρω από το άστρο KIC 12557548, μια από τις πιο μικρές περιόδους που έχουν παρατηρηθεί ποτέ για πλανήτη, γεγονός που υποδεικνύει πως η θερμοκρασία στην επιφάνειά του πρέπει να είναι εξαιρετικά υψηλή και να φτάνει ως και τους 2.000 βαθμούς Κελσίου. Οι αναλυτές υποστηρίζουν πως τα πετρώματα στην επιφάνεια του πλανήτη λιώνουν σ’ αυτό το περιβάλλον σχηματίζοντας ρεύματα που παρασύρουν αέρια και σκόνη και τα εκτοξεύουν στο διάστημα, δημιουργώντας μια ουρά παρόμοια με αυτή των κομητών.

Τα στοιχεία αυτά βασίζονται σε παρατηρήσεις του διαστημικού τηλεσκοπίου Κέπλερ, το οποίο μελετά 160.000 άστρα του γαλαξία μας, ψάχνοντας για εξωπλανήτες, πλανήτες δηλαδή που δεν ανήκουν στο ηλιακό μας σύστημα. Το τηλεσκόπιο καταγράφει τη λαμπρότητα των άστρων σε τακτά χρονικά διαστήματα, ερευνώντας για μεταβολές που έχουν κάποια περιοδικότητα. Εάν παρατηρηθεί πως η λαμπρότητα κάποιου άστρου μειώνεται για λίγο κάθε κάποιο σταθερό χρονικό διάστημα, αυτό σημαίνει πως κάποιο αντικείμενο περνάει περιοδικά μπροστά από το άστρο στο διάστημα αυτό, παρεμποδίζοντας μέρος της ακτινοβολίας του άστρου να φτάσει στο τηλεσκόπιο. Έτσι οι αστρονόμοι ανακαλύπτουν νέους πλανήτες αλλά και στοιχεία για την περίοδό τους και το μέγεθός τους.

Η διαφορά στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν πως οι επιστήμονες με επικεφαλής τον φυσικό Saul Rappaport, παρατηρούσαν μια μεταβολή στη λαμπρότητα του άστρου κάθε 15 ώρες, η οποία όμως δεν ήταν σταθερή, διέφερε δηλαδή σε κάθε περιστροφή του πλανήτη γύρω από το άστρο, κάτι το οποίο δεν έχει παρατηρηθεί ξανά. Η ομάδα σκέφτηκε διάφορες εναλλακτικές, όπως ένα σύστημα δύο πλανητών, που ο ένας περιστρέφεται γύρω από τον άλλον, και οι δύο γύρω από το άστρο, όμως το πολύ μικρό χρονικό διάστημα των 15 ωρών δεν άφηνε περιθώρια για τέτοιο περίπλοκο σύστημα, όπως είναι για παράδειγμα αυτό της Γης – Σελήνης που περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο. Η εξήγηση που κατέληξαν ήταν αρκετά πιο απλή: οι εναλλαγές στη φωτεινότητα του άστρου οφείλονταν στο νέφος σκόνης και αερίων που ακολουθεί τον πλανήτη, και παίρνει ακανόνιστα σχήματα με κάθε περιστροφή του πλανήτη γύρω από το άστρο. Με λίγα λόγια, η εικόνα του πλανήτη που λιώνει από τη θερμότητα δημιουργώντας ένα σύννεφο σκόνης και η εικόνα από τις παρατηρήσεις, φαίνονται να ταιριάζουν.

Όλες οι έρευνες δείχνουν πως οι πλανήτες δεν είναι αιώνια αντικείμενα και μπορούν να έχουν φαντασμαγορικούς θανάτους. Έτσι και με αυτή την έρευνα προστέθηκε άλλη μια πιθανότητα που δεν είχε ειπωθεί ως τώρα: να τον εξατμίσει το ίδιο το άστρο του.

Ο αυθεντικός έρωτας

Σχετική εικόναΉδη από την εποχή του Malte ο ποιητής επιχειρεί να αναπετάσει τη διάσταση του αυθεντικού έρωτα επάνω στο επίπονο Πουθενά. Στην περίπτωση της Σαπφούς βλέπει την γυναίκα, που βυθίζεται στα σκοτάδια της αγκαλιάς και των θωπειών και αναζητεί σκάβοντας όχι την κατηρέμηση, αλ­λά τη λαχτάρα. Η αιολική ποιήτρια εφεύρε νέα μονάδα μέτρησης του ίμερου, την οποία δίνει η οργανική σύγκραση του πόθου και του πόνου. Ολόκληρη η ποίηση της Σαπφούς είναι αυτό το αρχιμήδειο «εύρηκα» της ερωτικής Φυσικής.

Η πρώτη ελεγεία συνοψίζει σε μαθηματικούς τύπους τον κόσμο της νέας θεωρίας. Πρέπει κανείς να ζηλεύει και να φθονεί όχι τις Ησυχασμένες, αλλά τις Απαρνημένες. Αυ­τές αποτελούν παραδείγματα, είναι τα δοχεία της ερωτικής ευδοκίας. Γιατί τον πόθο τους σπηρουνίζει συνεχώς, καθώς οι κινούμενοι τόποι την ετοιμότοκο Λητώ, η οδύνη και δεν τις αφήνει πουθενά να σταθούν και να ησυχάσουν.

Είναι καιρός οι πανάρχαιοι πόνοι να γίνουν καρπερώτεροι (1, 49). Να λυτρωθούμε από τον ερωτικό σύντροφο, χωρίς να ελατ­τωθεί το μέτρο της αγάπης μας γι’ αυτόν. Η παράσταση του τεντωμένου τόξου (1, 52) συμβολίζει τη δραματική αγρυπνία του ερωτικού πόθου, την εγρηγορητική ένταση, τη διαρκή ετοιμότητα των ερωτευμένων να παραδοθούν στο γλυκερό μαύλισμα, που τους καλεί, ενώ ακόμη αντιστέκον­ται και νικούν. Η τεντωμένη νευρή εξουσιάζει το βέλος, το κατακρατεί αγωνιωδώς στο έσχατο σημείο του (επίπονο Πουθενά) και δεν το αφήνει να χυθεί ορμητικά στο τέλος του (πλείστο Κενό). Έτσι οι εραστές ξεπερνώντας τον εαυτό τους φθάνουν εκεί που δεν ημπορούν, στο δυνατό Αδύ­νατο.

Στη σύλληψη της παράστασης του τεντωμένου τό­ξου διακρίνει κανείς την υψηλότερη κορυφή των ελεγειών και την εικόνα αυτή πρέπει να τολμήσει να την ονομάσει μεγαλειώδη. Αναγκαία θυμάται το 48 απόσπασμα του Ηρακλείτου -εδώ δεν ενδιαφέρει το πρόβλημα των επιδρά­σεων- με την περίφημη εξίσωση της ζωής και του θανά­του (βίος = βιός).

Ο αυθεντικός έρωτας προϋποθέτει την υποταγή στην αρχή της κοσμικής αντίφασης. Καταφάσκει τη σκοτεινή πλευρά του Είναι και σέβεται το αξιολογικό περιεχόμενο της οδύνης. Είναι ανιδιοτελής, πολυεδρικός και ακηλίδωτος στη συνθετική του ολότητα. Διαρκεί και δημιουργεί (4, 59-61), γιατί οντολογικά δοκιμάζεται πάνω στη φυσική τάξη και ηθικά διαλέγεται με τον πόνο του κόσμου.

Κάθε βίωμα πού ζουν οι ερωτικοί σύντροφοι του ιδανικού ζεύγους περιέχει ανα­γκαία το σωτήριο στοιχείο του αντίθετου ποιού. Χαίρονται τους εαρινούς ανθούς, μόνο γιατί γνωρίζουν τους σπόρους του φθινοπώρου. Μελαγχολούν την ώρα του λυκόφωτος, για­τί έζησαν το λυκαυγές της μέρας. Εάν ήταν πολύκαρπο το χθες θα το χρειασθούν στο ερειπωμένο αύριο. Υποφέρουν τον χωρισμό τους, γιατί θυμούνται τον ερχομό που τον γέν­νησε. Βιώνουν την παρουσία τους, επειδή την απειλεί η απουσία. Ζουν την ταραχή του πελάγους, ακριβώς γιατί μέ­σα τους ηλιοβολεί η γαλήνη του δάσους.

Το όνειρο αγκυροβολεί στην πέτρα του πραγματικού και το πραγματικό το αλαφραίνει τ’ όνειρο. Δεν θα γνώριζαν ότι ζουν έξω, στην Έρημη Χώρα, εάν δεν την σύγκριναν μ’ αυτό που έχουν μέ­σα τους, τη Χώρα του Αχώρητου. Επειδή δεν ελπίζουν δεν θα τους συναντήσει το ανέλπιστον. Στην απορία τους κάθε φορά δίνει πόρο η φύση. Υπάρχουν μέσα στην αβε­βαιότητα, στην αμηχανία, στο άγνωστο. Γι’ αυτό η δαντική κλίμακα, που πεζογελώντας την ανεβαίνουν, δεν στηρί­ζεται πουθενά. Οι ερωτικοί σύντροφοι τραγουδούν, γιατί έχουν αποθέματα σιωπής. Στήνουν βωμό στο Γέλωτα, οι αγέλαστοι.

Εάν τα έργα των ερωτικών συντρόφων ημπορούν μόνο οι νεκροί να τα «καμαρώνουν και να τα χειροκρο­τούν», (5, 102) είναι γιατί η ζωή τους κυματοπαίζει ακρι­βώς πάνω στο ορφικό μεταίχμιο. Εκεί όπου έχει ο Έρωτας κράτος, αλλά και ο Θάνατος εξουσία.
 
Δ. Λιαντίνης : “Έξυπνον Ενύπνιον – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke”

Φιλοστράτου: «Βίος Απολλώνιου Τυανέως»

Αποτέλεσμα εικόνας για Απολλώνιος ο ΤυανεύςΜακρότατος αντίλογος τού Απολλώνιου

Περί τού βίου του, τού Πυθαγόρα, τού Αισχύλου, τής τέχνης, τής υπεροχής τής Ινδικής σοφίας κ.ά.

XI. “Οταν τελείωσε τον λόγο του ό Θεσπεσίων, όλοι στράφηκαν προς τόν ’Απολλώνιο· οί δικοί του, έπειδή ήξεραν ότι θά άπαντήσει, καί οί σύντροφοι τού Θεσπεσίωνα άπό περιέργεια γιά τό τι θά μπορούσε νά άντιτάξει. ’Εκείνος, όμως, άφού τόν συγχάρηκε γιά την εύφράδειά του καί τόν τόνο τής φωνής του, «μήπως θέλεις νά προσθέσεις κάτι;» τόν ρώτησε καί αύτός «όχι, μά τόν Δία» άπάντησε, «διότι είπα ήδη ό,τι είχα νά πω». Καί όταν έκείνος ξαναρώτησε, «μήπως κάποιος άλλος άπό τούς Αιγυπτίους;» ό Θεσπεσίων άπάντησε «όλους μέσω έμού τούς ακόυσες».

Τότε, λοιπόν, άφού στάθηκε γιά λίγο καί συγκέντρωσε τήν προσοχή του σ’ αύτά πού είχαν λεχθεί, είπε τά έξής: «Ή εκλογή τού Ηρακλή, τήν οποία λέγει ό Πρόδικος ότι αύτός ώς έφηβος έκαμε, σωστά μάς έχει άναπτυχθεί καί σύμφωνα μέ τό πνεύμα τής φιλοσοφίας, σοφοί Αιγύπτιοι, καί δέν μένει τίποτε γιά μένα νά πώ· ούτε όμως έχω έλθει έδώ, γιά νά κάνω έσάς συμβούλους τής ζωής μου, άφού έχω έκλέξει τή ζωή πού έκρινα καλή γιά τόν έαυτό μου. ’Αλλά, επειδή είμαι πολύ πιο ήλικιωμένος άπό έσάς, έκτος άπό τόν Θεσπεσίωνα, θά μπορούσα έγώ μάλλον νά συμβουλεύσω έσάς στην έκλογή τής σοφίας, έάν βέβαια βρίσκομαι μπροστά σέ άνθρώπους, πού δέν έχουν κάμει άκόμη τήν έπιλογή τους.

’Ακριβώς, λοιπόν, έπειδή είμαι σέ τόσο προχωρημένη ήλικία καί έχω φθάσει σέ τόσο ύψηλό βαθμό σοφίας, δέν θά διστάσω νά σάς χρησιμοποιήσω ώς έλεγκτές τής δικής μου άπόφασης, έξηγώντας γιατί έκαμα σωστά, διαλέγοντας αύτά, άπό τά όποια τίποτε καλύτερο δέν ήλθε στο νού μου. Διότι, όταν διαπίστωσα κάτι μεγάλο στή φιλοσοφία τού Πυθαγόρα καί ότι ένεκα κάποιας μυστικής σοφίας όχι μόνο τόν έαυτό του γνώριζε, ποιος δηλ. ήταν, άλλά καί ποιος θά γινόταν καί ότι πήγαινε καθαρός στους βωμούς καί διατηρούσε άμόλυντο τό στομάχι του άπό ζωικές τροφές καί τό σώμα του καθαρό από όλα τά ρούχα, όσα είναι κατασκευασμένα άπό προϊόντα ζώων, καί ότι αυτός πρώτος άπό τούς άνθρώπους συγκρότησε τή γλώσσα, άνακαλύπτοντας τό δόγμα τής σιωπής, καί ότι τήν υπόλοιπη φιλοσοφία τήν εξομοίωσε μέ τούς χρησμούς καί τήν άλήθεια, τότε προσχώρησα στό σύστημά του, χωρίς νά χρειαστεί νά διαλέξω τή μία άπό κάποιες δύο φιλοσοφίες, όπως έσυ συμβουλεύεις, θαυμάσιε Θεσπεσίων.

Διότι, άφού ή φιλοσοφία παρουσίασε σ’ έμένα τις δικές της άπόψεις, όσες ύπάρχουν καί τις στόλισε μέ τά κοσμήματα πού ταιριάζουν στήν κάθε μιά χωριστά, μέ πρόσταζε νά κυττάξω προς αυτές καί νά διαλέξω σωστά. Ήταν, λοιπόν, ή στιγμή εκείνη ή πιο ιερή καί θεία καί θά μπορούσε νά κλείσει κανείς τά μάτια άπό τρόμο μπροστά σέ μερικές άπό αυτές· τό δικό μου όμως βλέμμα στάθηκε επάνω σέ όλες καί διότι επί πλέον μέ ένθάρρυναν, παρουσιάζοντας καί διακηρύσσοντας πόσα θά μού δώσουν. Κάποια άπό αύτές έλεγε ότι θά άπολαύσω άφθονες ήδονές, χωρίς καθόλου νά μοχθήσω, άλλη πάλι ότι, άφού μοχθήσω, θά μέ άναπαύσει, άλλη ότι θά άναμίξει εύχαριστήσεις μέσα στό μόχθο καί παντού έκαμναν τήν έμφάνισή τους άπολαύσεις καί χαλαρές δίαιτες διατροφής, τό χέρι ήταν έλεύθερο στον πλούτο καί δέν ύπήρχε καμιά άπαγόρευση στά μάτια, άντίθετα έπιτρέπονταν οί έρωτες, οί έπιθυμίες καί τά παρόμοια πάθη.

Σέ άντίθεση προς όλες αύτές, κάποια άλλη καυχιόταν ότι συγκρατεί άπό τέτοια πράγματα καί ήταν τολμηρή, έπιπληκτική καί άπωθούσε μέ τούς άγκώνες τά πάντα· είδα, λοιπόν, σ’ αύτήν άπερίγραπτη μορφή σοφίας, άπό τήν όποια καί ό Πυθαγόρας κάποτε νικήθηκε καί δέν στάθηκε στις πολλές, άλλά τίς άποκήρυξε καί άφοσιώθηκε στή σιωπή. Αυτή, επειδή κατάλαβε ότι δέν συμφωνώ μέ τίς άλλες, άλλά καί ότι τά δικά της δέν τά γνώριζα άκόμη, «νεαρέ», είπε, «έγώ είμαι άποκρουστική καί γεμάτη κόπους· διότι, εάν κάποιος προσχωρήσει στά δικά μου ήθη, θά έχει άποδεχθεί νά καταργήσει κάθε ζωική τροφή πού ύπάρχει, νά ξεχάσει τελείς τό κρασί καί νά μή θολώνει τον κρατήρα τής σοφίας, ό ποιος έδρεύει στις νηφάλιες ψυχές· ούτε χλαίνη θά τον θερμάνει, ούτε μάλλινο ρούχο κατασκευασμένο άπό προϊόντα Ζώων.

Αντίθετα, στούς οπαδούς μου προσφέρω παπούτσια πιό πάπυρο καί ζητώ νά κοιμούνται όπως τύχει καί αν καταλάβω ότι κάποιοι ύπέκυψαν στά άφροδίσια, έχω βαθείς λάκκους, κάτω στούς οποίους οδηγεί καί σπρώχνει αύτούς ή ακόλουθος τής σοφίας δικαιοσύνη· καί τόσο αύστηρή είμαι εγώ πρός έκείνους πού μέ διαλέγουν, ώστε καί χαλινάρια έτοιμα νά έχω, γιά νά περιορίσουν τίς γλώσσες τους.

Καί τώρα μάθε άπό εμένα τι θά ώφεληθείς, εάν ύπομείνεις αυτά: Τό άμεσο κέρδος σου θά είναι ή σωφροσύνη καί ή δικαιοσύνη· άξιοζήλευτο νά μή θεωρείς κανέναν νά έμπνέεις φόβο στούς τυράννους μάλλον, παρά νά υποτάσσεται σ’ αύτούς· στούς θεούς νά είσαι έσύ πιό εύχάριστος κι όταν άκόμη τούς προσφέρεις μικρές θυσίες, παρά έκείνοι πού χύνουν τό αίμα ταύρων· καί έπειδή θά είσαι καθαρός, θά σού δώσω τό χάρισμα νά προφητεύεις καί τά μάτια σου θά τά γεμίσω μέ τέτοιο φώς, ώστε νά διακρίνουν τόν θεό, θά άναγνωρίζουν τόν ηρώα καί νά έξευτελίζουν τούς βρικόλακες όταν αύτοί παίρνουν άπατηλές μορφές άνθρώπων».

Αύτή είναι ή δική μου έκλογή, σοφοί Αιγύπτιοι, τήν όποία, άφού τήν έπέλεξα ορθά καί σύμφωνα μέ τόν Πυθαγόρα, ούτε έγώ έξαπάτησα αύτήν, ούτε άπό αύτήν έγώ έξαπατήθηκα· έγινα δηλ. ό,τι πρέπει νά γίνει ό φιλόσοφος, ένώ, όσα αύτή ύποσχέθηκε ότι θά προσφέρει στόν φιλόσοφο, όλα τά έχω. Διότι μελέτησα σέ βάθος τή γένεση τής τέχνης καί τίς ρίζες αύτής καί μου φάνηκε ότι αύτή προέρχεται άπό ανθρώπους, στούς όποιους πλεονάζουν οί θείες ιδιότητες καί οί όποιοι έρευνούν κατά τόν πιό άριστο τρόπο τήν ψυχή, τής όποιας οί ιδιότητες τής άθανασίας καί τού άγέννητου είναι οί πηγές γενέσεως.

Τό διανόημα όμως αύτό δέν μού φαινόταν ότι έχει καμιά σχέση μέ τούς Αθηναίους, διότι τον ορισμό πού ό Πλάτων μέ θαυμάσιο καί πάνσοφο τρόπο διατύπωσε στην πόλη τους σχετικά μέ την ψυχή, αύτοί τον άπέρριψαν μέ τό νά παραδεχθούν άντίθετες μέ αύτόν καί εξωπραγματικές άπόψεις περί ψυχής· γι’ αυτό έπρεπε νά ψάχνω εγώ, γιά νά βρω ποιά πόλη υπάρχει καί ποιων άνδρών έθνος, όπου όχι ό ένας νά παραδέχεται καί ό άλλος νά άπορρίπτει, άλλά όλων των ήλικιών οί άνθρωποι τά ίδια νά ύποστηρίζουν περί ψυχής.

Καί έγώ, πρώτον, διότι ή νεότητά μου αυτό τό δρόμο μού έδειχνε καί, δεύτερον, διότι δέν είχα γνώσεις άκόμη, έστρεψα τήν προσοχή μου σ’ έσάς, τούς Αιγυπτίους, έπειδή έλεγαν ότι εσείς πάρα πολλά καί μέ τρόπο άξιοθαύμαστο γνωρίζετε. Αύτά τά διηγήθηκα λεπτομερώς στο δάσκαλό μου καί εκείνος έφιστώντας μου τήν προσοχή μού είπε: «’Εάν τύχαινε νά είσαι κάποιος άπό τούς έρωτύλους ή άπό εκείνους πού έχουν τήν ήλικία νά έρωτεύονται καί άφού συναντούσες ένα όμορφο παλληκάρι καί τό λιμπιζόσουν γιά τό κάλλος του, ζητούσες νά μάθεις τίνος παιδί είναι καί ήταν αύτός παιδί κάποιου «ίπποτρόφου» ή «στρατηγού» καί οί πρόγονοί του υπήρξαν «χορηγοί» έσύ όμως τό άποκαλούσες παιδί κάποιου «τριηράρχου» ή «φυλάρχου- άραγε νομίζεις ότι θά μπορούσες νά έλκύσεις προς τόν έαυτό σου τό ποθητό αύτό πρόσωπο μέ αύτά ή ότι θά τό κατόρθωνες, καί αν άκόμη τό δυσαρεστούσες, μή ονομάζοντας τό παλληκαράκι αύτό άπό τόν πατέρα του, άλλά άπό ξένη καί νόθα γενιά;

Ένώ, λοιπόν, ποθείς τή σοφία αύτή, τήν όποια έπινόησαν οί Ινδοί, δέν άποκαλείς αύτήν μέ τό όνομα τών φυσικών πατέρων της, άλλά τών θετών, καί άποδίδεις στούς Αιγυπτίους μεγαλύτερο εύεργέτημα καί άπό τήν περίπτωση άκόμη νά ξανασυμβεί αύτό, τό οποίο διηγούνται οί ποιητές τους, έάν δηλαδή ξεχειλίζοντας ό Νείλος άποδεικνυόταν ότι είναι γεμάτος μέλι; Αύτά έμένα, πρίν άπό σάς, μέ έκαμαν νά στραφώ πρός τούς ’Ινδούς, όταν κατάλαβα ότι είναι εύφυέστεροι οί τέτοιου είδους άνθρωποι, επειδή άναστρέφονται μέ καθαρότερες ακτίνες, καί ότι είναι πολύ πιο κοντά στην άλήθεια οί γνώμες τους, οί σχετικές μέ τή φύση καί τούς θεούς, έπειδή είναι πλησιέστεροι πρός τούς θεούς καί βρίσκονται τοποθετημένοι κοντά στά πρώτα αίτια τής γόνιμης καί θερμής ούσίας.

Όταν ήλθα σέ έπαφή μαζί τους, έπαθα σχετικά μέ τήν προσφορά τών άνδρών έκείνων κάτι άνάλογο μ’ αύτό, πού λένε ότι έπαθαν μέ τή σοφία τού Αισχύλου οί Αθηναίοι. Αύτός ύπήρξε ποιητής τραγωδιών καί, επειδή έβλεπε ότι ή τέχνη θά είναι άφτιαχτη κι άστόλιστη, αν περιόριζε τά χορικά μέρη πού ήταν σχοινοτενή, έφεύρε τούς διαλόγους τών ήθοποιών, περικόπτοντας τό μήκος τών μονωδιών ή έπινόησε τις εκτός σκηνής θανατώσεις, γιά νά μή παρουσιάζει φόνους μπροστά στά μάτια τών θεατών καί ας μή νομιστεί ότι καί αυτά στερούνται σοφίας.

Νά σημειωθεί όμως ότι τό ενδιαφέρον του γιά τήν ποίηση τον έκαμε νά στραφεί καί σέ κάποιες μικρότερης σημασίας επινοήσεις. Οταν δηλ. συνειδητοποίησε ότι επαινείται ώς άξιος τραγωδοποιός καί ότι ή τέχνη έχει στενή έξάρτηση άπό τή μεγαλοπρέπεια μάλλον, παρά άπό τήν εύτελή καί παραμελημένη εμφάνιση, δραστηριοποιήθηκε στήν κατασκευή προσωπίδων καί παρόμοιων σκηνικών σκευών, πού παρίσταναν μορφές ήρώων καί τοποθέτησε τούς ύποκριτές σέ έξέδρα γιά νά τούς έξισώσει μ’ αυτούς, καί ήταν ό πρώτος πού τούς φρόντισε ένδυματολογικά, όπως ταιριάζει σέ ήρωες καί ήρωίδες.

Γι’ αύτό οί ’Αθηναίοι πατέρα τής τραγωδίας τον θεωρούσαν καί τόν τιμούσαν καί μετά τον θάνατό του άκό- μη κατά τά Διονύσια, διότι τά δράματα τού Αισχύλου μέ κοινή άπόφαση ξαναπαίζονταν στό θέατρο καί ό ποιητής άποσπούσε εκ νέου νίκες. Παρόλα αυτά ή τέρψη, τήν οποία προσφέρει ή τραγωδία, είναι μικρής διάρκειας, διότι αυτή ευχαριστεί γιά περιορισμένο διάστημα τής ήμέρας, όπως κατά τήν περίοδο τών Διονυσίων, ένώ ή τέρψη, τήν όποια προσφέρει ή φιλοσοφία, όταν αύτή είναι καλοσυγκροτημένη, όπως τού Πυθαγόρα, καί άνάγεται στό έπίπεδο τού θείου, όπως έκαμαν οι Ινδοί πριν άπό τον Πυθαγόρα, δεν διαρκεί μικρό, άλλα άτέλειωτο καί άνυπολόγιστο χρονικό διάστημα. Δεν νομίζω, λοιπόν, ότι μου ουνέβη τίποτε τό παράδοξο, όταν γοητεύθηκα άπό την καλλωπισμένη φιλοσοφία, την όποια οί ’Ινδοί, άφού την τοποθέτησαν έκεί πού τήςάρμόζει, την παρουσίασαν έπάνω σέ υψηλό καί ιερό μηχάνημα^260).

Καί είναι ώρα νά μάθετε, γιατί δίκαια τούς θαύμασα καί δίκαια τούς θεωρώ σοφούς καί εύτυχείς: είδα άνδρες έπάνω στη γη καί όχι έπάνω σ’ αύτήν, περιτειχισμένους χωρίς τείχη, νά μην κατέχουν τίποτε καί νά τά έχουν όλα. Καί έάν χρησιμοποιώ αινίγματα, αυτό μού τό επιτρέπει ή σοφία τού Πυθαγόρα, διότι αυτός μάς άφησε καί τό αίνιγμα ώς μέσο διδασκαλίας, έπινοώντας μέ τον τρόπο αύτό ένα είδος έκφράσεως στην ύπηρεσία τής σιωπής.

Καί τή σοφία αύτή έσείς οί ίδιοι τήν ύποδείξατε στον Πυθαγόρα, τον καιρό πού ένστερνιζόσασταν τά ήθη των Ινδών, γιατί στά πολύ παλιά χρόνια ήσασταν Ινδοί. Επειδή όμως νοιώθατε ντροπή γιά τό λόγο, έξαιτίας τού όποιου ήλθατε σ’ αύτό τό μέρος τής γής, καί ό λόγος ήταν κάποιες προγονικές ένοχές, θέλατε νά θεωρείστε άλλοι μάλλον παρά οί Αίθίοπες, πού έχετε έλθει άπό τήν Ινδία· γι’ αύτό κάμνατε τά πάντα πρός τήν κατεύθυνση αύτή. Έτσι γυμνωθήκατε άπό τά ένδύματα πού φορούσατε έκεί, σάν νά άπογυμνωνόσασταν συγχρόνως καί άπό τήν Αίθιοπική σας καταγωγή, καί άποφασίσατε νά λατρεύετε τούς θεούς μέ τόν Αιγυπτιακό μάλλον τρόπο, παρά μέ τόν δικό σας, ένώ μιλάτε προσβλητικά γιά τούς Ινδούς, σάν νά μή αύτοδιασύρεστε, τή στιγμή πού κατάγεστε άπό εκείνους πού ύφίστανται τόν διασυρμό καί δέν έχετε άλλάξει ώς πρός αύτό μέχρι τώρα, άφού καί σήμερα άκόμη δείχνετε συμπεριφορά υβριστική καί σκωπτική άπέναντί τους, ίσχυριζόμενοι ότι οί Ινδοί δέν κάμνουν τίποτε καλό, πέρα άπό τό νά εκστασιάζονται καί νά επιδίδονται σέ θεραπείες των ματιών καί των άφτιών.

Καί έπειδή δεν γνωρίζετε άκόμη την δική μου σοφία, δίνετε την έντύπωση ότι άγνοείτε τη γνώμη πού έχουν άλλοι επάνω στό ζήτημα αυτό. Έγώ όμως δεν θά πώ τίποτε γιά τόν έαυτό μου· καί μακάρι νά ήμουν έκείνος πού οί Ινδοί με θεωρούν. Τούς Ινδούς όμως δεν έπιτρέπω νά τούς παίρνετε στό στόμα σας. ’Αλλά, έάν διαθέτετε κι έσείς τήν ορθή σοφία τού Ίμεραίου, ό όποιος γράφοντας ώδή πρός τήν Ελένη, άντίθετη σέ μιά προηγούμενη, παλινωδία ονόμασε τήν καινούρια του ώδή, είναι ώρα νά πείτε κι έσείς ότι δέν είναι άληθινά όσα λέτε, άλλάζοντας γνώμη γι’ αύτούς καί σχηματίζοντας καλύτερη άπό αυτήν πού τώρα έχετε. Καί άν δέν έχετε ικανότητες γιά μιά παλινωδία, πρέπει τουλάχιστο νά είσαστε προσεκτικοί άπέναντι τών άνδρών έκείνων, τούς όποιους οί θεοί όχι μόνο τούς θεωρούν άξιους νά μετέχουν στά ύπάρχοντά τους, άλλά ούτε καί περιφρονούν όσα έκείνοι διακοσμούν.

Έκαμες, Θεσπεσίων, καί κάποιαν άναφορά στήν Πυθώ, δηλ. ενεργεί άπλοϊκά καί άτεχνα καί ώς παράδειγμα γιά τόν ισχυρισμό σου αυτό έπικαλέσθηκες έναν ναό πού κατασκευάστηκε άπό κερί καί φτερά· σ’ έμένα όμως ούτε αύτό φαίνεται άτεχνο, διότι τό «φέρτε φτερά τά πουλιά καί οί μέλισσες κερί» άναφερόταν σέ κάποιον πού κατασκευάζει σπίτι καί σχέδιο σπιτιού· ό θεός όμως, θεωρώντας τα αύτά μικρά καί κατώτερα τής σοφίας του, ζήτησε καί άλλους ναούς, άπό τούς μεγάλους καί έκατόμπεδους, καί σέ έναν άπό αύτούς λέγεται ότι πρόσφερε ώς άφιέρωμα χρυσές σουσουράδες, πού είχαν τήν καταπειστική δύναμη τών Σειρήνων, καί μάζεψε τά πιό λαμπρά άναθήματα στήν Πυθώ γιά στολισμό καί ούτε τήν άγαλματοποιία τήν άπέκλεισε, ή όποια έφερνε πρός τιμήν του στό ιερό κολοσσούς θεών, άνθρώπων, ίππων, ταύρων καί άλλων ζώων, ούτε τόν Γλαύκο έδιωξε, πού ήλθε μέ τή βάση τού κρατήρα, ούτε την άλωση τής άκροπόλεως τού Ιλίου άρνήθηκε, τήν όποια ζωγράφισε έκεί ό Πολύγνωτος.

Τον Λυδικό χρυσό δεν τον θεωρούσε, βέβαια, στολίδι τής Πυθούς, τον δεχόταν όμως μέσα στό ιερό προς χάρη των Ελλήνων, έπιδεικνύοντας, νομίζω, σ’ αυτούς τον πλούτο των βαρβάρων, γιά νά ποθούν έκεΐνον μάλλον παρά ό ένας νά αρπάζει τά άγαθά τού άλλου καί έτσι καί τόν έλληνικό χαρακτήρα σύμφωνο μέ τή δική του σοφία διαμόρφωνε καί τήν Πυθώ μ’ αυτόν τήν λάμπρυνε.

Νομίζω άκόμη ότι γιά λόγους καλλωπισμού έβαλε καί τούς χρησμούς μέσα σέ έμμετρους στίχους. Διότι, άν δέν τό άπαιτούσε αύτό, κάπως έτσι θά ήταν οί άποκρίσεις του: «κάμε αύτό ή μή τό κάμνεις», «πήγαινε ή μή πηγαίνεις», «κάμε συμμάχους ή μή κάμεις», αυτά δηλ. τά σύντομα ή, όπως λέτε έσείς, τά γυμνά. ’Εκείνος, όμως, γιά νά δίνει έμφαση καί νά φαίνεται πιο ευχάριστος σέ όσους τόν ρωτούσαν, συνέδεσε τις άποκρίσεις μέ τήν ποιητική τέχνη. Καί διαβεβαιώνει ότι δέν υπάρχει τίποτε, πού νά μή τό γνωρίζει, άλλά λέγει ότι καί τήν άμμο τήν γνωρίζει, πόση είναι, άφού τήν μέτρησε, καί τό βάθος όλων των θαλασσών ότι τό έρεύνησε καί τό γνωρίζει.

Ή μήπως καί αύτά ώς παραδοξολογίες τά καταγράφεις, όταν ό ’Απόλλων τά λέγει σοβαρά καί στοχαστικά; Έάν όχι, θά δυσανασχετήσεις, Θεσπεσίων, μέ τήν έξής διήγηση: κάποιες γριές κουβαλώντας κόσκινα επισκέπτονται τούς βοσκούς προβάτων καί βοδιών καί θεραπεύουν τά άρρωστα ζώα μέ τήν κόσκινό μαντεία, όπως ισχυρίζονται, καί έχουν τήν άξίωση νά ονομάζονται σοφές καί σοφώτερες άκόμη άπό ό,τι είναι γενικά οί μάντεις. Αύτή τήν έντύπωση μού δίνετε κι έσείς, όταν συγκρίνω τή σοφία σας μέ τή σοφία τών ’Ινδών, διότι έκείνοι είναι θεοί καί ή γνώση τους είναι στολισμένη, όπως τών άνδρών τού Πυθικού μαντείου· έσείς όμως, άλλά δέν θά πώ τίποτε περισσότερο, διότι σ’ έμένα καθώς καί στούς ’Ινδούς είναι προσφιλής ή σιωπή, ή όποια θά ήμουν ευτυχής νά άκολουθεί και νά συμβουλεύει τήν γλώσσα μου, όταν έπιχειρώ νά εγκωμιάζω καί νά δείχνω τήν άγάπη μου σε όσα μου είναι δυνατόν, ένώ, ό,τι βρίσκεται πιό πάνω άπό τίς δυνάμεις μου, νά τό άφήνω άνέγγιχτο άπό κατηγορίες.

Έσύ, όμως, όταν άκοϋς τόν Όμηρο στήν Κυκλωπία νά λέγει ότι ή γή τούς άγριότατους καί άσεβέστατους άσπαρτη καί άνόργωτη τούς τρέφει, χαίρεσαι μέ τήν διήγηση αύτή, καί αν κάποιοι Ήδωνοί ή Λυδοί τελούν τά μυστήρια τού Βάκχου, καθόλου δέν δυσπιστείς ότι ό θεός θά δώσει σ’ αύτούς πηγές άπό γάλα καί κρασί καί θά τούς ποτίσει μ’ αύτά, καί τούς γεμάτους άπό έμπνευση σοφίας θά τούς στερήσεις άπό τά δώρα, πού αύτόματα προέρχονται άπό τήν γή;

Τρίποδες όμως αυτόματοι ύπάρχουν καί στά συμπόσια των θεών καί ό Άρης, άν καί είναι άπαίδευτος καί μισητός, δέν έχει κατηγορήσει ώς τώρα τόν Ήφαιστο, ούτε ποτέ άκουσαν οί θεοί κατηγορία σάν κι αύτήν: «άδικείς, Ήφαιστε, έπειδή διακοσμείς τό συμπόσιο των θεών καί στήνεις γύρω άπό αύτό θαύματα». Ούτε ποτέ κατηγορήθηκε γιά τήν κατασκευή ύπηρετριών άπό χρυσό, ότι δηλ. έξευτελίζει τά μέταλλα, επειδή δίνει πνοή στόν χρυσό, διότι κάθε τέχνη έχει ώς άποστολή τή διακόσμηση, έπειδή καί ή ίδια ή ύπαρξη τής τέχνης έπινοήθηκε γιά τή διακόσμηση.

Ή ξυπολυσιά, τό τριμμένο έπανωφόρι καί τό κρεμασμένο στόν ώμο ταγάρι κι αύτά επινοήθηκαν γιά στολισμό· ένώ τό νά ξεγυμνώνεται κανείς τελείως, όπως άκριβώς έσείς, άν καί μοιάζει μέ άτημέλητη καί λιτή έμφάνιση, στήν ούσία άποτελεί έπιτήδευση στολισμού καί δέν άπουσιάζει άπό αυτόν, λένε, ή άλλη όψη τής έπιδεικτικής ύπερηφάνειας· 0σο γιά τήν πατροπαράδοτη θρησκεία τού Ήλιου καί τίς έθνικές τελετές των Ινδών, καθώς καί γιά κάθε λατρεία, μέ τήν όποια ό θεός αύτός εύχαριστείται, πρέπει νά κρίνουμε μέ τά δικά τους κριτήρια· διότι οί θεοί τού κάτω κόσμου λ.χ. μέ μεγάλη χαρά δέχονται τά ορύγματα καί όσα διαδραματίζονται στή γεμάτη μέ κοιλότητες γή, ένώ τό μεταφορικό μέσο τού Ήλιου είναι ό άέρας καί πρέπει, αυτοί πού θά έπιχειρήσουν νά τον ύμνήσουν, όπως τού ταιριάζει, νά υψωθούν έπάνω άπό τή γή καί νά διέλθουν τά ύψη μαζί μέ τόν θεό· καί αύτό, βέβαια, όλοι τό θέλουν, τό κατορθώνουν όμως μόνον οί Ινδοί».

Ό Απολλώνιος σκώπτει τίς ζωόμορφες παραστάσεις των θεών.

XIX. «Ρώτα, λοιπόν», είπαν, «διότι ό λόγος, όπως είναι γνωστό, άκολουθεί τήν έρώτηση». Καί ό ’Απολλώνιος: «Θά σάς ρωτήσω πρώτα γιά τούς θεούς, τί δηλ. είναι αυτό πού μάθατε καί δημιουργήσατε τήν παράδοση στούς εδώ άνθρώπους γιά άνάρμοστες καί γελοίες άπεικονίσεις τών θεών, πλήν λίγων· τί λίγων δηλαδή; έλαχίστων θεών οί παραστάσεις έχουν άποδοθεί σοφά καί θεόμορφα, ένώ οί ύπόλοιπες ιερές σας παραστάσεις δείχνουν νά τιμούν άλογα καί άσήμαντα ζώα μάλλον παρά θεούς».

Ό Θεσπεσίων δυσανασχέτησε καί είπε: «Τά δικά σας άγάλματα πώς θά πεις ότι είναι κατασκευασμένα;». «Όπως είναι πιό ώραίο» είπε «καί πιό ευσεβές νά δημιουργεί κάποιος θεούς». «Τόν Δία άσφαλώς έννοείς», είπε, «στήν ’Ολυμπία καί τό είδωλο τής Άθηνάς και τής Κνιδίας καί τής Άργείας καί όσα είναι σάν κι αυτά ώραία καί γεμάτα άπό χάρη». «Όχι μόνον αύτά», είπε, «άλλά γενικότερα έννοώ ότι ή άγαλματοποιία των άλλων άνταποκρίνεται σ’ έκείνο πού άρμόζει καί ότι άντίθετα εσείς γελοιοποιείτε τό θείο μάλλον παρά τό τιμάτε».

«Καί οί Φειδίες» είπε «καί οί Πραξιτέλες μήπως, άφού άνέβηκαν στόν ουρανό καί άποτύπωσαν σε κέρινα έκμαγεία τις μορφές των θεών, τις άπέδωσαν εν συνεχεία μέ τήν τέχνη τους ή μήπως κάτι άλλο ήταν αύτό πού τούς καθοδηγούσε στο πλάσιμο;». «Κάτι άλλο» είπε «καί γεμάτο σοφία». «Ποιο;» ρώτησε «γιατί δέν θά πεις άσφαλώς κάτι άλλο παρά τή μίμηση».

«Ή φαντασία», άπάντησε, «τά έκαμε αύτά, ή όποια είναι δημιουργός σοφώτερη άπό τή μίμηση· διότι ή μίμηση θά δημιουργήσει αύτό πού είδε, ή φαντασία όμως κι έκείνο πού δέν είδε, διότι αύτό θά τεθεί ώς βάση προς τήν άναγωγή στο πρότυπο· τή μίμηση έξάλλου τήν απωθεί πολλές φορές ό τρόμος, τή φαντασία όμως τίποτε, διότι αύτή προχωρεί άτάραχη πρός έκείνο, τό οποίο ή ίδια έθεσε ώς βάση. Καί πρέπει, ίσως, όταν στοχάζεσαι τή μορφή τού Δία, νά βλέπεις αύτόν σέ σχέση μέ τόν ουρανό, τίς έποχές καί τά άστρα, όπως άκριβώς καί ό Φειδίας τότε ξεκίνησε τό έργο του, καί, όταν έπρόκειτο νά δημιουργήσει τήν Άθηνά, ότι σκεπτόταν στρατόπεδα, σοφία, τέχνες καί τό γεγονός, ότι αύτή άναπήδησε άπό τό κεφάλι τού ίδιου τού Δία. Άν, όμως, άφού κατασκευάσεις γεράκι ή κουκουβάγια ή λύκο ή σκύλο, τά φέρεις αύτά στά ιερά άντί γιά τόν Ερμή, τήν Άθηνά καί τόν Απόλλωνα, τά θηρία καί τά όρνια θά φανούν άσφαλώς άξιοζήλευτα χάρη στίς εικόνες, οί θεοί όμως θά χάσουν πάρα πολύ άπό τό μεγαλείο τους».

«Δείχνεις», είπε, «νά έξετάζεις μέ έπιπολαιότητα τά δικά μας· σοφό όμως, άν κάτι τέτοιο ύπάρχει οπούς Αιγυπτίους, θεωρείται καί τό νά μή είναι κανείς ύπερβολικά τολμηρός (στήν άπόδοση τών θεϊκών μορφών, άλλά νά τίς κάμνει συμβολικές καί ύπονοούμενες, διότι έτσι θά φαίνονταν πιο σεβάσμιες». Τότε ό Απολλώνιος γέλασε καί είπε ειρωνικά: «Άνθρωποι, έχετε ωφεληθεί πολύ άπό τή σοφία των Αιγυπτίων καί των Αίθιόπων, έάν πιό άξιοσέβαστο καί πιό θεόμορφο θά θεωρείται άπό έσάς ή ίβις τό σκυλί καί ό τράγος, γιατί αύτά άκούω άπό τον Θεσπεσίωνα τον σοφό. Τί όμως τό σεβαοτό υπάρχει σ’ αύτά ή τί πού νά προκαλεί φόβο;

Διότι οί έπίορκοι, οί ιερόσυλοι, καθώς καί τά άσεβή έθνη είναι φυσικό νά περιφρονούν παρά νά φοβούνται αύτά τά ιερά δημιουργήματα· έφόσον όμως τά ιερά ύπονοούν κάτι σεβαστότερο, πολύ πιό σεβάσμιοι θά ήταν οί θεοί στην Αίγυπτο, αν δεν στήνονταν κανένα άγαλμά τους καί χρησιμοποιούσατε κάποιον άλλο τρόπο σοφώτερο καί πιό μυστηριακό γιά τή θεολογία· διότι θά ήταν δυνατό π.χ. νά άνοικοδομήσετε πρός τιμήν τους ναό καί νά ορίσετε ποιά πρέπει νά θυσιάζουν καί ποιά όχι, πότε καί γιά πόσο διάστημα, καθώς καί τί λέγοντας καί έκτελώντας· άγαλμα όμως νά μή βάζετε μέσα στό ναό, άλλά τίς μορφές των θεών νά τις αφήνετε στή φαντασία αύτών πού συχνάζουν στούς ναούς, διότι ό νους χαράζει μέσα του καί σχηματίζει κάτι άνώτερο άπό τή δημιουργία· άντίθετα, έσείς στερήσατε άπό τούς θεούς τή δυνατότητα καί στό νά βλέπονται καί στό νά υπονοούνται ώραίοι».

Απέναντι σ’ αύτά ό Θεσπεσίων είπε: «Υπήρξε κάποιος Αθηναίος, ό Σωκράτης, ένας άνόητος γέρος, όπως άκριβώς εμείς, ό όποιος τον σκύλο, τή χήνα καί τόν πλάτανο τά θεωρούσε θεούς καί ορκιζόταν σ’ αύτά». «Όχι άνόητος», είπε, «άλλά θείος καί πράγματι σοφός, διότι όρκιζόταν σ’ αύτά όχι ώς πρός θεούς, άλλά γιά νά μή όρκίζεται στούς θεούς».

Περί των Λακωνικών μαστιγώσεων

XX. ‘Ύστερα άπό αύτά ό Θεσπεσίων, σάν νά ήθελε νά απομακρυνθεί άπό τό θέμα αύτό, ρώτησε τόν Απολλώνιο για τό Λακωνικό μαστίγιο καί γιά τό αν οί Λακεδαιμόνιοι μαστιγώνονται δημόσια. «Ναι, Θεσπεσίων», απάντησε, «όσο δυνατά μπορούν νά τους χτυπήσουν άνθρωποι· καί μεταξύ αυτών πού μαστιγώνονται είναι ιδίως οί εύγενείς καί διακεκριμένοι». «Ένώ τούς δούλους», είπε, «όταν αυτοί άδικούν, τί τούς κάνουν;». «Δεν τούς σκοτώνουν πλέον», άπάντησε, «πράγμα πού έπέτρεπε κάποτε ό Λυκούργος, άλλά καί γιά έκείνους ισχύει τό ίδιο μαστίγωμα».

«Καί οί Έλληνες», ρώτησε, «τί γνώμη έχουν γι’ αύτά;». «Συγκεντρώνονται», είπε, «όπως στά Ύακίνθια καί τίς Γυμνοπαιδιές, γιά νά παρακολουθήσουν τό θέαμα μέ εύχαρίστηση καί μεγάλο ένθουσιασμό». «Καί δέν ντρέπονται», είπε, «οί ένάρετοι Έλληνες ή νά βλέπουν αύτούς πού κάποτε ήταν άρχοντές τους νά μαστιγώνονται σέ κοινή θέα ή νά έχουν κυβερνηθεί άπό άνθρώπους, οί όποιοι μαστιγώνονται δημόσια; Καί σύ πώς δέν τά διόρθωσες αύτά; Γιατί λένε ότι φρόντισες καί τούς Λακεδαιμονίους».

«Όσα τουλάχιστον», είπε, «ήταν δυνατόν νά διορθωθούν, γι’ αύτά τούς έδινα συμβουλές καί έκείνοι μέ προθυμία συμμορφώνονταν, διότι έχουν αύξημένο τό αίσθημα τής έλευθερίας περισσότερο άπό τούς άλλους Έλληνες καί αύτοβούλως ύπακούουν σέ εκείνον πού τούς συμβουλεύει σωστά· τό έθιμο όμως τού μαστιγώματος τηρείται πρός χάρη τής Άρτέμιδας τής Σκυθικής, λένε, ύστερα άπό υπόδειξη κάποιων χρησμών καί τό νά έρχεται κανείς σέ άντίθεση μέ τή θέληση τών θεών, τό θεωρώ τρέλλα».

«Άσοφους, Απολλώνιε», είπε, «άποκαλείς τούς θεούς τών Ελλήνων, έάν συμβουλεύουν τίς μαστιγώσεις σάν μέρος τής πειθαρχημένης έλευθερίας». «Δέν τούς συμβουλεύει, τίς μαστιγώσεις άκριβώς», είπε, «άλλά νά ραντίζουν μέ αίμα άνθρώπων τόν βωμό, έπειδή καί άπό τούς Σκύθες άπαιτούσε τό ίδιο· ξεγλιστρώντας, λοιπόν, μέ τέχνασμα οί Λακεδαιμόνιοι άπό τήν υποχρέωση τής άνθρωποθυσίας, έχουν έπινοήσει τόν άγώνα καρτερίας, ώστε μ’ αύτόν καί νά μή θανατώνεται κανείς καί νά προσφέρουν συγχρόνως μέρος άπό τό αίμα τους στή θεά».

«Γιατί δεν θυσιάζουν στην Άρτέμιδα τούς ξένους, όπως άκριβώς νόμιζαν σωστό κάποτε οί Σκύθες;». «Διότι δέν ταιριάζει στό χαρακτήρα κανενός από τούς Έλληνες νά εφαρμόζουν βάρβαρα έθιμα». «Καί όμως θά θεωρούνταν πιό φιλάνθρωποι, έάν θυσίαζαν έναν, υποθέτω, καί δύο παρά νά εφαρμόζουν την άπέλαση όλων άνεξαιρέτως των ξένων». «Ας μην έπιτιθέμεθα κατά τού Λυκούργου, Θεσπεσίων», είπε, «διότι πρέπει νά άναγνωρίσουμε στον άνδρα καί ότι τό νά μη έπιτρέπει στούς ξένους νά παραμένουν στην πόλη, δέν είχε τήν έννοια τής άποφυγής έπιμιξίας, άλλά γιά νά διατηρείται άναλλοίωτος ό χαρακτήρας των Σπαρτιατών μέ τήν άπαγόρευση των ξένων νά συναναστρέφονται μαζί τους».

«Έγώ όμως», είπε, «θά θεωρούσα άνδρες τούς Σπαρτιάτες, όπως έχουν τήν άπαίτηση νά θεωρούνται, έάν, ένώ συναναστρέφονται μέ τούς ξένους, δέν άπομακρύνονται άπό τά πατροπαράδοτα· διότι έπρεπε όχι μόνο μέ τήν άπουσία, άλλά καί μέ τήν παρουσία των ξένων νά φαίνονται, νομίζω, ότι μπορούν νά άποκτούν τις ίδιες άρετές. Αυτοί, όμως, αν καί έφάρμοσαν τις άπελάσεις των ξένων, οδηγήθηκαν στή διαφθορά τού χαρακτήρα τους καί φάνηκαν νά ένεργούν παρόμοια μέ έκείνους, τούς όποιους μισούσαν περισσότερο άπό τούς άλλους Έλληνες.

Όπως τά ναυτικά προγράμματα καί τή μετά άπό αύτά κατ’ άναλογία έπιβολή φόρων μέ σκληρότερο καί άπό τούς ’Αττικούς άκόμη τρόπο τά έπέβαλαν καί γιά όσα νόμιζαν ότι αύτοί πρέπει νά πολεμήσουν έναντίον των ’Αθηναίων, έφθασαν στό σημείο καί οί ίδιοι νά κάμνουν όμοια, νικώντας τούς ’Αθηναίους στον πόλεμο, άλλά ύποκύπτοντας συγχρόνως σέ όσα τούς φαίνονταν ότι έκείνοι έπιδίδονταν. Καί αυτό, λοιπόν, τό ότι δήθεν ή θεά τών Ταύρων καί τών Σκυθών έφερε στήν πόλη ξένα έθιμα, ήταν τής φαντασίας τους πλάσμα. Έάν όμως αύτά ήταν άπαίτηση χρησμών, τί χρειαζόταν τό μαστίγιο; Καί γιατί νά Επινοήσουν τήν καρτερία, πού άρμόζει μόνο στούς δούλους;

Ταίριαζε περισσότερο στον λακωνικό χαρακτήρα, ώς πρός την άφοβία μπροστά στό θάνατο, τό έξης, νομίζω, νά θυσιάζουν δηλ. έναν Σπαρτιάτη έφηβο μέ τή θέλησή του έπάνω στό βωμό. Διότι κάτι τέτοιο θά άναδείκνυε γενναιότερους τούς Σπαρτιάτες καί θά άπομάκρυνε τούς Έλληνες άπό ό,τι τούς είναι μισητό. Καί εάν στόν πόλεμο ήταν εύλογο νά φείδονται τούς νέους, παρόλα αύτά τό νόμο των Σκυθών, πού ισχύει γιά τούς έξηντάρηδες, θά ήταν σωστότερο νά τόν έφαρμόζουν οί Λακεδαιμόνιοι παρά οί Σκύθες, έάν πραγματικά καί όχι γιά καυχησιά έπαινούν τόν θάνατο.

Αύτά δέν τά είπα γιά τούς Λακεδαιμονίους, άλλά γιά σένα, ’Απολλώνιε. Διότι, έάν τά παλιά έθιμα καί αύτά πού είναι τόσο απομακρυσμένα, ώστε νά μή μπορούμε νά τά γνωρίζουμε, τά έξετάζουμε αύστηρά προχωρώντας στην κριτική τού θείου, διότι χάριν αυτού ισχύουν πολλοί καί παράδοξοι λόγοι θά προέκυπταν γιά μιά τέτοιου είδους φιλοσοφία· διότι θά μπορούσαμε νά άναφερθούμε καί στήν τελετή τής ’Ελευσίνας καί σέ όσα οί Σαμόθρακες τελούν, όταν όχι τό τάδε, άλλά τό τάδε κάμνουν αυτοί, καί στά Διονύσια καί στό σύμβολο τού φαλλού καί στό σχήμα τής Κυλλήνης. Άς προχωρήσουμε, λοιπόν, σέ ό,τι άλλο θέλεις, δείχνοντας τήν έκτίμησή μας καί στού Πυθαγόρα τή θεωρία, πού έχει τήν προέλευσή της άπό έμάς· διότι είναι καλό, άν καί όχι γιά όλα, άλλά γιά παρόμοια θέματα νά σιωπούμε».

Καί ό ’Απολλώνιος παίρνοντας τό λόγο είπε: «Έάν ήθελες νά έξετάσουμε σέ βάθος τό θέμα, θά σού φαινόταν ότι πολλά καί σημαντικά λέγουν οί Λακεδαιμόνιοι, σχετικά μέ όσα ορθά καί περισσότερο άπό τούς άλλους Έλληνες άσχολούνται· άφού όμως τόσο τό περιφρονείς αύτό τό θέμα, ώστε ούτε καν όσια νά θεωρείς μιά τέτοια συζήτηση, άς προχωρήσουμε σέ άλλο θέμα πολύ σπουδαίο, όπως πιστεύω· διότι θά ρωτήσω κάτι γιά τή δικαιοσύνη».

Απολλώνιος καί Θεσπεσίων συζητούν περί τού δικαίου άνδρός.

XXI. «Ας διαπραγματευθούμε τό θέμα», είπε, «γιατί αυτό είναι κατάλληλο καί για σοφούς καί για άσοφους. Άλλα, για νά μή προκαλέσουμε σύγχυση στή συζήτηση, παρεμβάλλοντας σ’ αύτήν τίς γνώμες των Ινδών καί έτσι ξεφύγουμε άπό τό θέμα χωρίς άποτέλεσμα, πρώτα νά μάς πεις τίς γνώμες τών Ινδών περί δικαιοσύνης, διότι είναι φυσικό νά τίς έχεις εξετάσει εκεί, καί αν ή άποψη είναι ορθή, θά συμφωνήσουμε, έάν όμως έμείς κάτι σοφώτερο πούμε, νά συμφωνήσετε μαζί μας, γιατί κι αύτό είναι χαρακτηριστικό τής δικαιοσύνης».

«Υπέροχα, Θεσπεσίων» είπε «καί γιά μένα πολύ ευχάριστα μίλησες. Άκου, λοιπόν, αύτά πού συζητήσαμε εκεί: Διηγόμουν πρός αύτούς ότι ύπήρξα καπετάνιος μεγάλου πλοίου, όταν ή ψυχή μου είχε τήν φροντίδα άλλου σώματος, καί ότι θεωρούσα τόν εαυτό μου δικαιότατο, έπειδή κάποιοι ληστές μέ δωροδοκούσαν, γιά νά προδώσω τό πλοίο, άγκυροβολώντας εκεί, όπου έπρόκειτο νά στήσουν ένέδρα, γιά νά αρπάξουν τό φορτίο του, άλλά έγώ, ένώ τούς ύποσχέθηκα αύτά, γιά νά μή μάς επιτεθούν, τούς προσπέρασα, παρακάμπτοντας τήν τοποθεσία έκείνη».

«Καί συμφώνησαν οί Ινδοί», είπε ό Θεσπεσίων, «ότι αύτά είναι δικαιοσύνη;». «Γέλασαν περιπαικτικά», είπε, «διότι δεν είναι δικαιοσύνη τό νά μή άδικεί κανείς». «Όρθά», είπε, «διότι ούτε φρόνηση είναι τό νά μή σκέπτεται κανείς άνόητα ούτε ανδρεία τό νά μή λιποτακτεί ούτε σωφροσύνη τό νά μή μοιχεύει ούτε άξιο επαίνου τό νά μή φαίνεται κανείς κακός· διότι κάθε τι πού άπέχει ίση άπόσταση άπό τήν άμοιβή καί τήν τιμωρία, δέν είναι καθόλου άρετή».

«Πώς, λοιπόν, Θεσπεσίων», ρώτησε, «θά τιμήσουμε τόν δίκαιο ή τι όταν αυτός κάμνει;». «Χωρίς διακοπές καί διεξοδικά μπορέσατε νά διαπραγματευθήτε τό θέμα τής δικαιοσύνης ή όταν ό βασιλιάς, πού κυβερνάει μιά τόσο μεγάλη καί τόσο πλούσια χώρα, παρευρέθηκε στη συζήτησή σας για τή βασιλεία ώς δικαιότατου άποκτήματος;». «Έάν έκείνος πού ήλθε ήταν ό Φραώτης, είπε, «με τό δίκιο σου θά μάς μεμφόσουν γιά τό ότι δεν άσχοληθήκαμε με τή δικαιοσύνη μπροστά του· έπειδή όμως είδες τόν άνθρωπο, με τά όσα χθές γι’ αύτόν διηγόμουν, νά μεθάει καί νά δυσανασχετεί με τή φιλοσοφία γενικά, ποιά άνάγκη υπήρχε νά τόν ένοχλούν με τέτοια συζήτηση; Καί ποιά έπίσης ή άνάγκη νά κοπιάζουν αύτοί άγωνιζόμενοι μέ ζήλο γιά έναν άνθρωπο πού όλα τά θεωρεί διασκέδαση; ’Αλλ’ έπειδή οι σοφοί άνδρες, όπως άκριβώς εμείς, πρέπει νά άνιχνεύουν τή δικαιοσύνη μάλλον παρά οί βασιλείς καί οί στρατηγοί, ας προχωρήσουμε στήν ουσία τού θέματος περί δικαίου. Διότι ώς προς έκείνο πού νόμιζα γιά τόν έαυτό μου στό περιστατικό μέ τό πλοίο καί γιά τούς άλλους πού δέν άδικούν, έσείς καθόλου δίκαιους δέν τούς ιυτοκαλείτε, ούτε άξιους οποιοσδήποτε τιμής».

«Καί εύλογα», είπε, «διότι ούτε άπό τούς ’Αθηναίους ούτε άπό τούς Λακεδαιμονίους θά μπορούσε νά γίνει πρόταση, νά τιμήσουν τόν τάδε, έπειδή δέν άνήκει σ’ εκείνους πού δέν έχουν έραστή ή τόν τάδε νά τόν άναγορεύσουν πολίτη, έπειδή δέν είναι ιερόσυλος. Ποιος λοιπόν είναι δίκαιος καί τί πράττοντας αυτός; Διότι δέν γνωρίζω κανέναν, πού νά έχει τιμηθεί γιά τή δικαιοσύνη του, ούτε νά έχει γίνει γιά άνδρα δίκαιο πρόταση, όπως λ.χ. νά τιμηθεί ό τάδε, έπειδή κάμνοντας τό τάδε άποδεικνύεται δίκαιος· έάν μάλιστα θυμηθεί κανείς τήν περίπτωση τού Παλαμήδη στήν Τροία καί τού Σωκράτη στήν Αθήνα, θά καταλάβει ότι ή δικαιοσύνη δέν εύημερεί μεταξύ τών άνθρώπων, διότι αύτοί οί δύο έπαθαν τήν πιο μεγάλη αδικία, αν καί ήταν δικαιότατοι. Καί αύτοί βέβαια άφανίστηκαν μέ τήν εικασία ότι άδίκησαν, ύστερα άπό άμεση δικαστική άπόφαση, τόν ’Αριστείδη όμως, τόν γιό του Λυσιμάχου, ή ίδια ή δικαιοσύνη τόν κατέστρεψε καί ένας άνδρας τόσο όνομαστός γιά τή δικαιοσύνη του χάθηκε στήν έξορία.

Καί τό ξέρω ότι ή δικαιοσύνη θά φανεί γελοία, διότι, αν καί είναι ταγμένη άπό τό Δία καί τίς Μοίρες στό νά μή αδικούνται οί άνθρωποι, πουθενά δεν ορίζει νά μή άδικεΐται ή ίδια. Σ’ έμενα άρκούν τα σχετικά με τόν ’Αριστείδη, προκειμένου νά άποδείξω ποιος είναι ό μή άδικος καί ποιος ο δίκαιος· διότι, πες μου, αυτός δεν ήταν ό ’Αριστείδης, έκεΐνος ό όποιος λέτε έσείς, πού έρχεστε άπό τήν Ελλάδα, ότι, άφού έπλευσε στά νησιά γιά τούς φόρους, όρισε στό καθένα άπό αυτά τόν άναλογούντα φόρο καί ότι έπέστρεψε φορώντας τό ίδιο τριμμένο ρούχο;». «Αυτός», είπε, «χάρη στόν όποιο ό πόθος τής φτώχειας γνώρισε κάποτε δόξες».

«Έάν, λοιπόν», είπε, «έμφανίζονταν δύο ’Αθηναίοι ήγέτες τού λαού καί έπαινούσαν τόν ’Αριστείδη, μόλις αυτός είχε έπιστρέψει άπό τίς συμμαχικές πόλεις, καί ό ένας πρότεινε νά τόν τιμήσουν, επειδή έπέστρεψε χωρίς νά είναι πλούσιος καί χωρίς νά έχει άποκτήσει καμιά περιουσία, άλλά πιο φτωχός άπό όλους τούς ’Αθηναίους καί πιο φτωχός άπ’ ό,τι όταν πήγε, καί ό άλλος υπέβαλλε μιά τέτοια περίπου πρόταση; έπειδή ό ’Αριστείδης όρισε φόρους όχι πάνω άπό τίς δυνατότητες των συμμάχων, άλλά άνάλογο μέ τήν έκταση γής πού κατέχουν, καί φρόντισε νά τούς μονοιάσει μέ τούς Αθηναίους καί νά τούς κάνει νά μή δυσανασχετούν μ’ αύτά, άς ψηφίσουμε νά τιμηθεί αυτός γιά δικαιοσύνη, δέν θά σού φαινόταν άραγε ότι ό ’Αριστείδης θά διαφωνούσε μέ τήν πρώτη πρόταση, χαρακτηρίζοντας την άνάξια των άρχών του, έπειδή δηλ. τόν τιμούν γιά όσα δέν άδίκησε, ένώ τή δεύτερη ίσως καί ό ίδιος θά τήν έπαινούσε, έπειδή στηρίζει τό σκεπτικό της σέ όσα καί ό ίδιος πρέσβευε;

Διότι, άποβλέποντας βεβαίως στό συμφέρον των ’Αθηναίων καί των ύπηκόων, ύπολόγισε σωστά τήν άναλογία των φόρων, καί αύτό φάνηκε περισσότερο μετά τόν ’Αριστείδη· έπειδή δηλ. οί Αθηναίοι, άφού παρέβησαν τήν συμφωνία γιά τούς φόρους, πού έκρινε σωστούς έκείνος, προσδιόρισαν βαρύτερους φόρους στά νησιά, διασπάστηκε ή ναυτική τους δύναμη, μέ τήν οποία ήταν έξαιρετικά φοβεροί, ένώ έκαμε τήν έμφάνισή της ή ναυτική δύναμη των Λακεδαιμονίων καί έτσι δέν διατηρήθηκε τίποτε άπό τή δική τους δύναμη, άλλα όλοι οί ήπήκοοι έπαναστάτησαν καί άπομακρύνθηκαν άπό αύτούς. Δίκαιος, λοιπόν, είναι, ’Απολλώνιε, σύμφωνα μέ τόν σωστό όριομό, όχι ό μή άδικος, άλλα έκείνος ό όποιος καί ό ίδιος ενεργεί δίκαια καί τούς άλλους τούς οδηγεί σε σημείο, ώστε νά μή άδικούν καί θά βλαστήσουν άπό μιά τέτοια δικαιοσύνη καί άλλες άσφαλώς άρετές καί κυρίως ή δικαστική καί ή νομοθετική· διότι ένας τέτοιος άνθρωπος θά δικάσει πολύ δικαιότερα παρά έκείνοι πού ορκίστηκαν έπάνω στά ιερά σφάγια καί θά νομοθετήσει όπως άκριβώς οί Σάλωνες καί οί Λυκούργοι, διότι κι έκείνους τούς κατηύθυνε ή δικαιοσύνη στο νομοθετικό τους έργο».

Ετοιμασίες για τό ταξίδι στις πηγές τού Νείλου

XXII. Τόσα λέγει ό Δάμις ότι συζήτησαν αύτοί γιά τόν δίκαιο άνδρα καί ότι ό ’Απολλώνιος συμφώνησε άπολύτως μέ τόν ορισμό, ότι δηλ. αυτός είναι σύμφωνος προς τόν όρθό λόγο. ’Αφού συζήτησαν καί γιά τήν ψυχή, ότι δηλ. αυτή είναι άθάνατη, καί γιά τή φύση, μέ άπόψεις παραπλήσιες προς τού Πλάτωνα στον «Τίμαιο», καί άφού πάρα πολλά είπαν γιά τούς νόμους τών Ελλήνων, ό ’Απολλώνιος είπε: «Τό ταξίδι μου έδώ έγινε γιά σάς καί γιά τίς πηγές τού Νείλου, τίς όποιες συγχωρείται σ’ έκείνον πού έφθαοε μέχρι τήν Αίγυπτο νά τίς άγνοήσει, γιά έκείνον όμως πού προχώρησε μέχρι τήν Αιθιοπία, μέ τόν δικό μου τρόπο, θά μπορούσε νά άποτελέσει αιτία ντροπής, τό νά τίς προσπεράσει καί νά μή άντλήσει άπό αυτές κάποιους λόγους». «Πήγαινε στο καλό» τού είπε «καί προσευχήσου στις πηγές ό,τι ίπιθυμείς, διότι είναι ιερές. Καί νομίζω ότι θά έχεις οδηγό τόν παλαιότερα Ναυκρατίτη καί τώρα Μεμφίτη, τόν Τιμασίωνα, ό όποιος είναι γνώστης των πηγών καί τόσο καθαρός, ώστε νά μή χρειάζεται ραντισμό. Με σένα όμως, Νείλε, θέλουμε νά μιλήσουμε κάτι ιδιαιτέρως».

Τό νόημα των λόγων αύτών ήταν ολοφάνερο στόν ’Απολλώνιο, διότι κατάλαβε ότι αυτοί ένοχλήθηκαν, πού ό Νείλος ένιωσε μεγάλη συμπάθεια γι’ αυτόν. ’Αφού, όμως, άποσύρθηκε άπό τη συζήτηση μ’ αυτούς, πήγε νά έτοιμαστεί, προκειμένου νά ξεκινήσει μέ τό ξημέρωμα. ‘Ύστερα άπό λίγο ήλθε καί ό Νείλος, δέν είπε, βέβαια, τίποτε άπό όσα ακούσε, γελούσε όμως μόνος του· κανένας δέν τόν ρωτούσε γιά τήν αίτια τού γέλοιου, διότι όλοι σέβονταν τό μυστικό του.

Επισκέπτεται τό μαντείο τού Τροφωνίου στην Λεβάδεια

XIX. ’Αφού έπί σαράντα ήμέρες άσχολήθηκε μέ συζητήσεις στήν ’Ολυμπία καί καταπιάστηκε μέ πάρα πολλά καί σπουδαία ζητήματα, είπε: «Καί στήν κάθε μιά άπό τίς πόλεις χωριστά θά συζητήσω μαζί σας κατά τίς πανηγύρεις, τίς ιερές πομπές, τά μυστήρια, τίς θυσίες καί τίς δημόσιες σπονδές σας – καί αύτά χρειάζονται τίς ύπηρεσίες ένός εύφυούς άνδρα. Τώρα όμως πρέπει νά μεταβώ στήν Λεβάδεια, διότι μέ τόν Τροφώνιο δέν συναντήθηκα ποτέ ώς τώρα, άν καί έπισκέφθηκα κάποτε τό ίερό»Καί άφού είπε αύτά πορευόταν προς τήν Βοιωτία, άποσπώντας τόν θαυμασμό όλων άνεξαιρέτως κατά τήν διαδρομή τής πορείας του.

Τό άντρο, πού βρίσκεται στήν Λεβάδεια, είναι άφιερωμένο στόν Τροφώνιο, τόν γιο τού ’Απόλλωνα, καί έπιτρέπεται νά μπούν μέσα σ’ αυτό μόνον έκείνοι πού τό έπισκέπτονται αυτοπροσώπως, γιά νά πάρουν χρησμό, καί δεν είναι ορατό μέσα στόν ναό, αλλά βρίσκεται λίγο πιο πάνω άπό αύτόν σε έναν γήλοφο· την είσοδο τήν κλείνουν σιδερένιοι οβελίσκοι, οί όποιοι περιβάλλουν τό στόμιο, καί ή κάθοδος σ’ αυτό γίνεται, σάν νά κατακάθεται καί νά τραβιέται αυτό προς τά κάτω. Όσοι μπαίνουν μέσα στο άντρο ντύνονται μέ λευκά ένδΰματα καί κρατούν στά χέρια τους πλακούντες άπό μέλι, οί όποιοι καταπραύνουν τά έρπετά, όταν αύτά έπιτίθενται εναντίον των εισερχομένων.

Άλλους άπό αύτούς ή γη τούς ξαναφέρνει στην έπιφάνεια όχι πολύ μακριά άπό τό σημείο έκείνο, ένώ άλλους πάρα πολύ μακριά· διότι τούς άνεβάζει στην έπιφάνεια πέρα άπό τήν Λοκρίδα καί τήν Φωκίδα, καί τούς πιό πολλούς στά όρια τής Βοιωτίας. Ό Απολλώνιος λοιπόν μπήκε στόν ναό καί είπε: «Θέλω νά κατεβώ στήν σπηλιά καί νά ύποβάλλω έρώτηση σχετική μέ τήν φιλοσοφία». Οί ιερείς όμως είχαν άντιρρήσεις καί έλεγαν στούς άλλους ότι ποτέ δέν θά έπιτρέψουν σέ έναν μάγο τήν χρήση τού μαντείου, ένώ στόν ίδιο προφασίζονταν ότι οί ή μέρες ήταν άποφράδες καί μιαρές γιά χρησμούς.

Γι’ αυτό έκείνη τήν ήμέρα ό Απολλώνιος έπιδόθηκε σέ συζητήσεις κοντά στίς πηγές τής Έρκύνης, σχετικά μέ τήν καταγωγή καί τόν χαρακτήρα τού μαντείου· διότι αύτό είναι τό μόνο μαντείο, πού δίνει άπαντήσεις σέ όποιον αύτοπροσώπως ζητάει τήν συμβουλή του. Τό ίδιο όμως άπόγευμα πήγε στό στόμιο τής σπηλιάς, μαζί μέ τούς νέους πού τόν άκολουθούσαν, καί άφού ξήλωσε τέσσερις άπό τούς οβελίσκους, πού συγκρατούσαν τήν άμπάρα τού περάσματος, προχώρησε στό βάθος τής γής, όπως ήταν ντυμένος μέ τόν μανδύα τών φιλοσόφων, σάν νά μετέβαινε γιά συνομιλία· καί τόσο εύάρεστη στόν θεό ήταν ή ένέργειά του αύτή, ώστε νά έμφανιστεί ό Τροφώνιος στούς ιερείς καί νά τούς έπιπλήξει γιά τήν συμπεριφορά τους άπέναντι στόν Απολλώνιο καί νά τούς διατάξει νά μεταβούν στήν Αύλίδα, διότι έκεί θά άναδυόταν ό σοφός, κατά τρόπο πιό θαυμαστό από ό,τι συνέβη μέ όποιονδήποτε άλλον άνθρωπο.

’Αναδύεται άπό τό άντρο τού Τροφωνίου μέ ένα βιβλίο τού Πυθαγόρα στά χέρια

Πράγματι βγήκε στην έπιφάνεια τής γής στήν Αύλίδα μετά άπό έπτά ήμερες, μετά άπό τόσο μακρύ χρονικό διάστημα δηλαδή, όσο δεν έκαμε ποτέ κανένας, άπό όσους εισέδυσαν στό μαντείο, καί κρατούσε στά χέρια του ένα βιβλίο, πού περιείχε άπάντηση, άπόλυτα άνταποκρινόμενη στό έρώτημα τού ’Απολλώνιου. Διότι αύτός, όταν κατέβηκε, ρώτησε τόν Τροφώνιο: «Ποιάν φιλοσοφία θεωρείς, Τροφώνιε, ως τήν πιό άρτια καί πιό καθαρή;» Καί τό βιβλίο περιείχε τίς φιλοσοφικές άρχές τού Πυθαγόρα ώς άπόδειξη, ότι καί τό μαντείο συμφωνεί μέ τίς άρχές τής σοφίας αυτής.

Ή περιπέτεια τού βιβλίου

XX. Τό βιβλίο αυτό διασώζεται στό Άνθιο, καί τό χωριό αύτό, τό οποίο βρίσκεται στά παράλια τής ’Ιταλίας, τό έπισκέπτονται πολλοί, μέ σκοπό νά δουν τό βιβλίο. Τίς άλλες πληροφορίες ομολογώ ότι τίς άκουσα άπό τούς κατοίκους τής Λεβάδειας· γιά τήν τύχη τού βιβλίου όμως οφείλω νά έκφράσω τήν πεποίθησή μου, ότι αύτό μεταβιβάστηκε άργότερα στον αύτοκράτορα Άδριανό, τήν ίδια έποχή πού μεταβιβάστηκαν καί μερικές άπό τίς έπιστολές τού ’Απολλώνιου, καί όχι βέβαια όλες, καί ότι παρέμειναν στά άνάκτορα τού Άνθίου, πού ό αύτοκράτορας τά άγαπούσε περισσότερο άπό όλα τά άλλα άνάκτορα τής Ίταλίας.

Ή ομάδα των μαθητών του διευρύνεται

XXI. Άπό τήν ’Ιωνία έπίσης ήλθαν, γιά νά τόν δούν, όλοι οί σύντροφοί του, τούς όποιους ή Ελλάς τούς ονόμαζε «Άπολλωνιείους» αυτοί ένώθηκαν μέ τούς έντόπιους καί συγκρότησαν όλοι μαζί μιάν ομάδα νέων άξια θαυμασμού, τόσο γιά τό πλήθος της όσο καί γιά τόν ένθουσιασμό της γιά την φιλοσοφία. Για την ρητορική άδιαφορούσαν καί έλάχιστη σημασία έδιναν στά στοιχεία, πού συνθέτουν την τέχνη αύτή, διότι θεωρούσαν την γλώσσα ώς τόν μοναδικό τους δάσκαλο· άντίθετα όλοι τους συνωστίζονταν στην σπουδή τής φιλοσοφίας έκείνου. Καί εκείνος, όπως γιά τόν Γύγη καί τόν Κροίσο λένε ότι άφηναν άνοικτές τις πόρτες τών θησαυρών τους, γιά νά παίρνουν άπό αύτούς όσοι είχαν άνάγκη, έτσι προσέφερε τήν σοφία του σ’ έκείνους, πού τήν επιθυμούσαν μέ πάθος, επιτρέποντας νά τόν ρωτούν γιά όποιοδήποτε ζήτημα.

Ή στάση του άπέναντι στους ρήτορες

XXII. Μερικοί κατηγορούσαν τόν ’Απολλώνιο ότι άποφεύγει τήν παρουσία τών κυβερνητών καί ότι οδηγεί τούς άκροατές του ώς έπί τό πλείστον σέ άπόμερα σημεία· άλλά όταν κάποιος θέλοντας νά τόν περιπαίξει είπε ότι άπομακρύνει τό κοπάδι τών προβάτων, μόλις πληροφορείται ότι πλησιάζουν οί ικανοί ρήτορες, άπάντησε: «Ναί, μά τόν Δία, γιά νά μή όρμούν οί λύκοι στο κοπάδι». Ποιό όμως ήταν τό νόημα τών λόγων του αύτών;

Επειδή έβλεπε τούς ρήτορες νά άποσπούν τόν θαυμασμό τού πλήθους καί νά μεταβαίνουν άπό τήν φτώχεια στόν πλούτο καί νά άποδέχονται τό μίσος έτσι, ώστε καί νά τό εμπορεύονται άκόμη, προσπαθούσε νά άπομακρύνει τούς νέους άπό τήν συναναστροφή αύτών, ενώ όσους τούς συναναστρέφονταν τούς συμβούλευε μέ καυστικούς χαρακτηρισμούς, σάν νά τούς ξέπλενε άπό έναν τερατώδη λεκέ. Έτρεφε άπό πάντα μιάν καχυποψία άπέναντι στούς ρήτορες, άλλά στήν Ρώμη τόσο άσχημα διατέθηκε έναντίον τής τέχνης τους έξ αιτίας τών δεσμωτηρίων, τών δεσμωτών καί τών θυμάτων, ώστε όλα αύτά νά τά θεωρεί έργα τών συκοφαντών καί αύτών πού είχαν μεγάλη ιδέα γιά τήν ρητορική τους ικανότητα μάλλον παρά τών τυράννων.

Ό Νερούας γίνεται αύτοκράτορας καί προσκαλεί τον Απολλώνιο στήν Ρώμη

XXVII. Ένώ άκόμη επικρατούσε σκεπτικισμός γύρω άπό αύτά, ήλθαν οί ταχυδρόμοι των ευχάριστων ειδήσεων, πού έπιβεβαίωσαν τήν σοφία τού άνδρα· διότι ή σφαγή τού τυράννου καί ή ήμερα πού αύτή συνέβη, ή ώρα τού μεσημεριού καί οί δολοφόνοι, πρός τούς όποιους ειχεν άπευθύνει τήν προτροπή, είχαν έτσι άκριβώς, όπως οί θεοί τό καθένα άπό αύτά άπεκάλυψαν σ’ έκεΐνον, τήν στιγμή πού μιλούσε.

Τριάντα μέρες μετά άπό αύτά ό Νερούας πληροφόρησε μέ επιστολή τον Απολλώνιο ότι κατέχει πλέον τήν αύτοκρατορική έξουσία τής Ρώμης, σύμφωνα μέ τήν θέληση τών θεών καί έκείνου, καί τού έλεγε ότι θά μπορούσε νά τήν διαχειριστεί αύτήν εύκολώτερα, αν ό ίδιος μετέβαινε κοντά του ώς σύμβουλος. Μόλις πήρε τήν έπιστολή ό Απολλώνιος, τού έγραψε άμέσως τά έξής αινιγματικά λόγια: «Θά βρεθούμε οί δυο μας, βασιλιά μου, γιά μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά τό οποίο ούτε έμείς θά κυβερνούμε άλλον ούτε άλλος έμάς». Είχε καταλάβει, όπως φαίνεται, ότι ό ίδιος δέν θα βρίσκεται γιά πολύ άκόμη μεταξύ τών άνθρώπων καί ότι ό Νερούας θά κυβερνήσει γιά μικρό χρονικό διάστημα· διότι πράγματι έναν χρόνο καί τέσσερις μήνες κράτησε ή βασιλεία του καί στο διάστημα αύτό άποδείχθηκε ένας νηφάλιος καί σοβαρός βασιλιάς.

Ό Απολλώνιος άρνείται, άλλα τού στέλνει μιαν έπιστολή με τον Δάμι

XXVIII. Γιά νά μή φανεί όμως ότι παραμελεί έναν καλό φίλο καί βασιλιά, ΰσιερα από αύτά τού έγραφε μιαν έπιστολή, με περιεχόμενο συμβουλές πρός άρχοντες, καί, άφού κάλεσε τόν Δάμι, τού είπε: «Αύτά έχουν την άνάγκη σου, διότι τά άπόρρητα έχουν άποδέκτη τόν βασιλιά, είναι όμως τέτοια, ώστε ή άπό μένα πρέπει νά λεχθούν σ’ αυτόν ή άπό σένα νά διαβιβαστούν. Καί ό Δάμις λέγει ότι μόνον άργότερα κατάλαβε τό τέχνασμα τού δασκάλου του, διότι τό περιεχόμενο τής έπιστολής ήταν βέβαια σημαντικό, θά μπορούσε όμως αυτή νά σταλεί καί μέ άλλον. Ποιό λοιπόν ήταν τό τέχνασμα τού σοφού;

Σ’ όλη του τήν ζωή λέγεται ότι συνήθιζε νά λέγει: «Ζήσε άφανώς καί, άν αυτό δεν τό μπορείς, φύγε άπό τήν ζωή, χωρίς νά γίνεις αντιληπτός». Θέλοντας λοιπόν νά άπομακρύνει τόν Δάμι άπό τόν έαυτό του, γιά νά μή υπάρχουν κοντά του μάρτυρες, προέβαλε ώς πρόσχημα τήν έπιστολή καί τήν μετάβαση τού Δάμι στήν Ρώμη. Γι’ αυτό ό Δάμις λέγει ότι αυγκινήθηκε κάπως ό ίδιος φεύγοντας άπό κοντά του, άν καί δέν γνώριζε τι έπρόκειτο νά έπακολουθήσει, ένώ ό ’Απολλώνιος, άν καί γνώριζε πολύ καλά τί θά συνέβαίνε στή συνέχεια, δέν τού είπε τίποτε άπό εκείνα πού συνηθίζουν νά λένε αυτοί πού δέν πρόκειται νά ξαναϊδωθούν, τόσο μεγάλη ήταν ή πεποίθησή του, ότι θά ύπάρχει γιά πάντα, καί ότι μόνο του παρήγγειλε τά έξής: «Δάμι, άκόμη κι άν φιλοσοφήσεις μοναχός σου, παρακολούθα έμένα».

Απόκριες: Η ψυχολογία της μεταμφίεσης

Σχετική εικόναΓι αυτούς που αγαπάνε να περνάνε καλά, οι Απόκριες αποτελούν την τέλεια ευκαιρία για τρέλες, πλάκες, τραγούδι και χορό, ξέφρενο γλέντι και ποτό. Πίσω από τις μάσκες μας κρύβουμε το «σοβαρό» μας εαυτό και γυρνάμε πίσω στα παιδικά μας χρόνια, τότε που φορώντας την αγαπημένη μας παιδική στολή τα κάναμε όλα με φαντασία και ενθουσιασμό, χωρίς τύψεις και ενοχές!

Ταυτισμένη με τα παιδικά μας χρόνια, η Αποκριά μας γυρνάει πάντα πίσω στα χρόνια του αυθορμητισμού, της αθωότητας και της καλής διάθεσης. Μας γυρνάει πίσω στην εποχή των αγαπημένων μας ηρώων, στην εποχή της ανεμελιάς και του γνήσιου κεφιού.

Συνδεδεμένη με τη μεταμφίεση στη συνείδηση μας η Αποκριά, αναβιώνει μέσα μας όχι μόνο την ανάγκη μας για χαρά και αυθορμητισμό, φαντασία και ενθουσιασμό αλλά και μια υποσυνείδητη ανάγκη για εκτόνωση κρυμμένων συναισθημάτων και καταπιεσμένων πόθων. Είναι όμως τα πράγματα τόσο απλά; Φυσικά και όχι.

Με όρους ψυχολογικούς, η μεταμφίεση της αποκριάς αποτελεί την υπενθύμιση των τρόπων εκείνων με τους οποίους, όλοι εμείς «κρυβόμαστε» πίσω από ρόλους και μηχανισμούς άμυνας αποκρύπτοντας ή αποκαλύπτοντας καθημερινά διάφορες πτυχές του εαυτού μας.

Έτσι, αν και σχεδόν συνώνυμη με το καρναβάλι, η μεταμφίεση, δεν περιορίζεται εκεί. Αντίθετα λειτουργεί καταλυτικά στη ψυχολογία μας σε κάθε φάση της ζωή μας, αφού αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να κρύψουμε τον πραγματικό εαυτό μας ή μας παρέχει το μέσο για να βγάλουμε προς τα έξω τις πιο βαθειά κρυμμένες πλευρές της προσωπικότητας μας.

Με άλλα λόγια η μάσκα και η στολή αποτελούν το τέλειο ψυχολογικό εργαλείο, το ποιο και εξυπηρετεί την εσωτερική ανάγκη του εαυτού μας να εκφράσει ένα σύνολο εσωτερικών πτυχών, τις οποίες είτε κρατά καλά κρυμμένες, είτε υπάρχουν μέσα μας σε λανθάνουσα κατάσταση, χωρίς να το ξέρουμε. Κατά μια έννοια, η μεταμφίεση μας βοηθά να εκφράζουμε μια πλευρά του εαυτού μας, η οποία έχει την ανάγκη να εκδηλωθεί. Μπορεί να έχει τη μορφή μιας κρυφής επιθυμίας, ενός φόβου ή ακόμα, μιας δημιουργικής εκτόνωσης από την καταπίεση της καθημερινότητας.

Με αυτή τη λογική η Αποκριά, εκτός από μια ευκαιρία για διασκέδαση προσφέρει και μια ευκαιρία εξερεύνησης το εαυτού μας, με στόχο να δούμε πιο βαθιά και να ανακαλύψουμε με ασφάλεια μια διαφορετική πλευρά μας.

Σύμφωνα με τις έρευνες και σύμφωνα πάντα με την εμπειρία, η αποκριάτικη μεταμφίεση έχει πολλές ψυχολογικές παραμέτρους και αποτελεί μια διαδικασία πολλαπλών διαστάσεων, έτσι όπως αυτό για παράδειγμα διενεργείται στο θεατρικό θεραπευτικό παιχνίδι ή την δραματο-θεραπεία.

Πρώτα από όλα αποτελεί τρόπο εκτόνωσης των βαθύτερων ψυχικών και συναισθηματικών μας αναζητήσεων και επικοινωνεί την εσωτερική ανάγκη μας για πειραματισμό με διαφόρους ρόλους. Μας δίνει την απόλυτη ελευθερία προσωπικής έκφρασης και εκδήλωσης των πιο κρυφών πτυχών του εαυτού μας. Μας αποδεσμεύει και μας απελευθερώνει από εμμονές, φόβους, ανασφάλειες και καταπιεστικές αναστολές και μας θυμίζει το «παιδί» που κρύβεται μέσα μας

Με αυτή τη λογική, η στολή που επιλέγουμε δεν είναι καθόλου θέμα τύχης ή αισθητικής, αλλά προϊόν μιας υποσυνείδητης ανάγκης για αυτό-έκφραση.

Έτσι η αν κάποιος/α διαλέξει να ντυθεί ιππότης ή νεράιδα ή πριγκίπισσα πίσω από την επιλογή του υπάρχει μια κρυμμένη νοσταλγία για τη χαμένη παιδική αθωότητα και μια εσωτερική επιθυμία για επιστροφή σε μια πιο ασφαλή εποχή. Αν πάλι κάποιος επιλέξει μια στολή του «κακού», τότε πολύ πιθανό μέσα του να υπάρχει ένα σύνολο αρνητικών συναισθημάτων τα οποία και θέλει να εκφράσει αλλά, και ένα αίσθημα ανασφάλειας. Ένα αίσθημα φόβου και άγχους πάνω σε θέματα διαπροσωπικών σχέσεων, αφού η στολή δείχνει πως επιθυμεί να απομακρυνθεί από τους άλλους και να τον απομονώσει.

Αν κάποιος επιλέξει το ρόλο ενός ήρωα, τότε μάλλον ανήκει σε εκείνους που θέλουν να σώσουν τον κόσμο και να νιώσουν σημαντικοί. Αν κάποιος διαλέξει ένα κοστούμι με σεξουαλικό περιεχόμενο, τότε μάλλον λατρεύει να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχή.

Τα κοστούμια του κλόουν ή των άλλων αστείων καρτούν συμβολίζουν μια διάθεση παιχνιδιάρικη και νεανική και σηματοδοτούν την ανάγκη των ανθρώπων να ξεφύγουν από την καθημερινή τους σοβαρότητα και να νιώσουν παιδιά! Όμως και τα ζωάκια έχουν την τιμητική τους, αφού πολλοί τα επιλέγουν για να δείξουν στοιχειά του χαρακτήρα τους, όπως ο σκύλος την εμπιστοσύνη, το λιοντάρι την εξουσία, η γάτα το νάζι και την ανεξαρτησία.

Αν ανατρέξεις κι εσύ στο παρελθόν και στις επιλογές των στολών σου θα διαπιστώσεις πως καθόλου τυχαία αυτές αποκαλύπτουν και συναρμολογούν κομμάτια της προσωπικότητας σου. Όταν καταλάβεις πως λειτουργεί η μεταμφίεση θα ανακαλύψεις και πως όλοι μας καθημερινά κρύβουμε ή αποκαλύπτουμε τα συναισθήματα μας μέσα από τους ρόλους που διαλέγουμε να παίξουμε και μέσα από τους μηχανισμούς άμυνας που επιλέγουμε για να διαφύγουμε.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τῆς εἰρήνης (5) (1-3)

[1] Ὁρῶ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὰ παρόντα πράγματα πολλὴν δυσκολίαν ἔχοντα καὶ ταραχὴν οὐ μόνον τῷ πολλὰ προεῖσθαι καὶ μηδὲν εἶναι προὔργου περὶ αὐτῶν εὖ λέγειν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ὑπολοίπων κατὰ ταὐτὰ μηδὲ καθ᾽ ἓν τὸ συμφέρον πάντας ἡγεῖσθαι, ἀλλὰ τοῖς μὲν ὡδί, τοῖς δ᾽ ἑτέρως δοκεῖν.

[2] δυσκόλου δ᾽ ὄντος φύσει καὶ χαλεποῦ τοῦ βουλεύεσθαι, ἔτι πολλῷ χαλεπώτερον ὑμεῖς αὐτὸ πεποιήκατ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι· οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι πάντες ἄνθρωποι πρὸ τῶν πραγμάτων εἰώθασι χρῆσθαι τῷ βουλεύεσθαι, ὑμεῖς δὲ μετὰ τὰ πράγματα. ἐκ δὲ τούτου συμβαίνει παρὰ πάντα τὸν χρόνον ὃν οἶδ᾽ ἐγώ, τὸν μὲν οἷς ἂν ἁμάρτητ᾽ ἐπιτιμῶντα εὐδοκιμεῖν καὶ δοκεῖν εὖ λέγειν, τὰ δὲ πράγματα καὶ περὶ ὧν βουλεύεσθ᾽ ἐκφεύγειν ὑμᾶς.

[3] οὐ μὴν ἀλλὰ καίπερ τούτων οὕτως ἐχόντων οἴομαι καὶ πεπεικὼς ἐμαυτὸν ἀνέστηκα, ἂν ἐθελήσητε τοῦ θορυβεῖν καὶ φιλονικεῖν ἀποστάντες ἀκούειν, ὡς ὑπὲρ πόλεως βουλευομένοις καὶ τηλικούτων πραγμάτων προσήκει, ἕξειν καὶ λέγειν καὶ συμβουλεύειν δι᾽ ὧν καὶ τὰ παρόντ᾽ ἔσται βελτίω καὶ τὰ προειμένα σωθήσεται.

***
ΠΡΟΟΙΜΙΟ (§§ 1-3)
[1] Αθηναίοι, βλέπω ότι η σημερινή κατάσταση προκαλεί μεγάλη ανησυχία (προβληματισμό) και αμηχανία, όχι μόνο επειδή θυσιάσαμε πολλά και δεν ωφελεί καθόλου να εκφωνεί κανείς ωραίους λόγους γι᾽ αυτά αλλά και επειδή, και για όσα μας έχουν απομείνει, ούτε και σε ένα σημείο δεν συμφωνούν όλοι όσον αφορά τo συμφέρον μας, με το να σκέφτονται οι μεν έτσι, οι άλλοι αλλιώς.

[2] Μολονότι όμως είναι προβληματική και δύσκολη δουλειά από τη φύση της η λήψη μιας απόφασης, εσείς, Αθηναίοι, την έχετε κάνει ακόμη δυσκολότερη. Γιατί όλοι οι άλλοι άνθρωποι συνηθίζουν να παίρνουν αποφάσεις πριν από τα γεγονότα, ενώ εσείς μετά από αυτά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πάντοτε, όσο εγώ γνωρίζω, να επιδοκιμάζεται αυτός που σας επικρίνει για τα τυχόν σφάλματά σας και να θεωρείται ικανός ρήτορας, αλλά τα γεγονότα και το αντικείμενο των διαβουλεύσεων να έχουν ξεφύγει στο μεταξύ από τον έλεγχό σας.

[3] Ωστόσο, μόλο που έτσι έχουν τα πράγματα, νομίζω και έχω σηκωθεί να μιλήσω με την πεποίθηση ότι, αν θελήσετε να με ακούσετε χωρίς αποδοκιμασίες και εριστική διάθεση, όπως αρμόζει σε ανθρώπους που συνεδριάζουν για να αποφασίσουν για την πόλη και για τόσο σπουδαία ζητήματα, θα μπορέσω και να μιλήσω και να σας δώσω τις συμβουλές εκείνες με τις οποίες και η σημερινή κατάσταση θα βελτιωθεί και θα καταστεί δυνατό να ανακτηθούν όσα έχετε αφήσει στην τύχη τους.

Ο Επιτάφιος

Αποτέλεσμα εικόνας για ο επιτάφιος του περικλέουςΣήμερα, θα σας γράψω για τον Επιτάφιο. Δύο λόγια πρώτα, για να οριοθετήσουμε το ζήτημα. Ο Θουκυδίδης αποτελεί προφανέστατα τεράστιο θέμα, όχι μόνο λόγω των γεγονότων τα οποία περιγράφει, αλλά ασφαλώς και λόγω των δημηγοριών τις οποίες παραθέτει. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε τη σπουδαιότητα αυτών των δημηγοριών για όποιον, πέρα από τα ίδια τα γεγονότα, ενδιαφέρεται και για το πώς τα αντιλαμβάνονται οι συμμετέχοντες σε αυτά, καθώς και για τη φιλοσοφία του Θουκυδίδη και τις απόψεις του εν γένει. Δεν πρόκειται να εγκύψουμε πραγματικά στο έργο του - κάτι τέτοιο θα απαιτούσε πολλά χρόνια. Θα προσπαθήσουμε απλώς να αναδείξουμε μερικά σημεία που έχουν καίρια σημασία για το θέμα μας, δηλαδή τη δημιουργία της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας - στην προκειμένη περίπτωση δε, ιδίως τη δημιουργία της δημοκρατίας. Επιμένω λοιπόν ιδιαίτερα στο γεγονός ότι αυτό το οποίο θα μας απασχολήσει, κυρίως στις δημηγορίες, ενίοτε και στις αφηγήσεις, είναι η απάντηση στο ερώτημα: σε ποιο βαθμό η θέσπιση της δημοκρατίας, με την ιστορική ρήξη και τη θεμελιακή ανανέωση τις οποίες συνεπαγόταν, συνιστούσε συνειδητή δημιουργία; Σε ποιο βαθμό υπήρχε στους Αθηναίους, για να χρησιμοποιήσουμε έναν σύγχρονο όρο, ο αναστοχασμός, δηλαδή η σκέψη πάνω στον ίδιο τον εαυτό τους, που είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να δημιουργήσουν - όλοι οι λαοί δημιουργούν τους θεσμούς τους -, αλλά να έχουν επίσης, μέχρις ενός βαθμού, συνείδηση αυτού που πράττουν; Και πάλι, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν πρέπει επ’ ουδενί να αναζητηθεί στους μεγάλους φιλοσόφους, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όπως έκαναν, δυστυχώς, οι νεότεροι λόγιοι εδώ και δύο αιώνες. Ο πρώτος, όπως σας έχω πει, είναι αδυσώπητος εχθρός της δημοκρατίας, σε βαθμό να παραχαράσσει τα γεγονότα και να επιδεικνύει απίστευτη έλλειψη αυτεπίγνωσης όσον αφορά τις συνθήκες της ίδιας του της ύπαρξης. Δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω: ο Πλάτων, ο οποίος εγκωμιάζει διαρκώς τη Σπάρτη και κατηγορεί την Αθήνα, δεν διερωτάται ποτέ αν ο ίδιος θα μπορούσε να έχει γεννηθεί και μορφωθεί στη Σπάρτη και αν θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει εκεί μια σχολή, όπου θα κατήγγελλε δημόσια το σπαρτιατικό καθεστώς. Όσο για τον Αριστοτέλη, με έχετε ακούσει συχνά να λέω ότι, αν και υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα και πέθανε το 323/322, είναι από πολλές απόψεις φιλόσοφος του 5ου και όχι του 4ου αιώνα. Συμβαίνει να βρίσκεται απείρως κοντύτερα στην αθηναϊκή δημοκρατία - κι εδώ ακόμη οι ερμηνείες έχουν διαστρεβλωθεί από τις προκαταλήψεις των νεότερων λογίων-, κατά κάποιον τρόπο όμως μιλάει γι’ αυτήν εκ των έξω. Δεν είναι, επομένως, δυνατόν να καταλάβουμε τι υπήρξε η αθηναϊκή δημοκρατία μέσα από το έργο τους, παρά μόνο πολύ έμμεσα, κατά μία έννοια, μέσω της κριτικής των όσων λένε. Ευτυχώς όμως διαθέτουμε ένα κείμενο, όπου στην πραγματικότητα η αθη­ναϊκή δημοκρατία μιλά για τον εαυτό της. Πρόκειται, βεβαίως, για τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε ο Περικλής.

Θα συζητήσουμε, λοιπόν, για τη θέσμιση των Αθηναίων ξεκινώντας από αυτή την κορυφαία στιγμή (βιβλίο Β', κεφάλαια 34-46). Η ιδιαιτερότητά της όμως εμφανίζεται με εξίσου εντυπωσιακό τρόπο από τη δημηγορία των Κορινθίων (Α΄, 68-71) και από την απάντηση των Αθηναίων (Α', 73-78) ενώ­πιον της συνέλευσης των συμμάχων στη Σπάρτη, κατά την οποία πρόκειται να ληφθεί η απόφαση για τον πόλεμο. Είναι αλήθεια ότι σε αυτές τις δύο δημηγορίες υπεισέρχονται επίσης και άλλες θεωρήσεις —γι’ αυτό ακριβώς θα αρχίσουμε από τον Επιτάφιο - για τη θεωρία του πολέμου, η οποία θα αποτελέσει το δεύτερο θέμα μας. Επ’ αυτού θα βρείτε στοιχεία τόσο στον πρώτο (Α', 140-144) όσο και τον τρίτο και τελευταίο λόγο του Περικλή (Β', 60-64), ή στην κρίση του Θουκυδίδη (Β', 65-67) για τον Περικλή, την Αθήνα και τον πόλεμο. Στη δημηγορία των Αθηναίων του πρώτου βιβλίου δεν γίνεται μόνο αναφορά στην Αθήνα, αλλά επίσης στο ζήτημα του δικαίου και της ισχύος, και θα δούμε εδώ, για ακόμα μία φορά, πόσο παράλογες είναι οι απόψεις που οι Νεότεροι, και μάλιστα οι πολυμαθέστεροι εξ αυτών, μπορούν να αποδώσουν στους Αρχαίους. Όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα, θα πρέπει βεβαίως να επανεξετάσουμε όλον το διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλιών, ο οποίος προηγείται του φρικτού σφαγιασμού των δεύτερων από τους πρώτους στο βιβλίο Ε' (84-96), τη δημηγορία του Ερμοκράτη προς τους Σικελούς (Δ', 59-65), και τις δημηγορίες του Κλέωνα και του Διοδότου (Γ', 37-50) στην Αθήνα για τη μοίρα των εξεγερμένων Μυτιληναίων. Σε αυτές τις δημηγορίες —καθώς, φυσικά, και σε άλλα αποσπάσματα τα οποία θα αναφέρω - , θα βρούμε ταυτοχρόνως την αντίληψη του Θουκυδίδη περί πολέμου, την αρχαία αντίληψη περί δικαίου και ισχύος, καθώς και τη γενική θεώρηση της ιστορίας, για την οποία σας είπα δυο λόγια την προηγούμενη φορά. Βρίσκουμε επίσης μια θεωρία για τις συνέπειες του πολέμου στη συναρπαστική περιγραφή των επιπτώσεων του εμφύλιου πολέμου στην Κέρκυρα, του βιβλίου Γ' (69-85), όπου γίνεται λόγος για την κατάσταση στο νησί, κυρίως όμως για τον πόλεμο εν γένει' δηλαδή, όχι μόνο για τις ανθρώπινες και τις υλικές απώλειες, αλλά γι’ αυτό που πρέπει σαφώς να αποκαλέσουμε καταστροφή όλων των αξιών, μέχρι και της ίδιας της γλώσσας - οι λέξεις, όπως στον κόσμο του σήμερα, κατέληξαν να χρησιμοποιούνται για να πουν το αντίθετο από αυτό που σημαίνουν συνήθως.
 
Ας έρθουμε τώρα στον Επιτάφιο. Δεν είναι ίσως άσκοπο να αρχίσω δείχνοντάς σας αυτό το ντοκουμέντο. Θα αναγνωρίσετε αμέσως τον αετό και το ναζιστικό έμβλημα. Πρό­κειται για το Der Schulunsgbrief. Das zentrale Monatsblatt der NSDAP, ένα μηνιαίο ενημερωτικό δελτίο του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού εργατικού κόμματος. Πρόκειται για το τρίτο τεύχος του 1939. Εδώ, λοιπόν, θα βρείτε το Rede des Perikles, το λόγο του Περικλή για τους αθηναίους νεκρούς το πρώτο έτος του πολέμου, ο οποίος προτείνεται στα μέλη του κόμματος σαν ένα unverganglich Dokument, ένα αθάνατο ντοκουμέντο του nordlicher Staatsgesinnung, του - πώς να τον πούμε;— πολιτικού προσανατολισμού του βορειοευρωπαϊκού πνεύματος. Σαν να λέμε, ένας Περικλής ο οποίος γεννήθηκε στο Σπίτσμπεργκ και πέθανε στο Τρόντχαϊμ. Τέλος πάντων. Πρόκειται, βεβαίως, για τεράστια απάτη. Θυμόσα­στε όμως τι σας έχω πει για τα μυστήρια της γλώσσας, για τις λέξεις και την αμφισημία τους. Αν διαβάσετε το λόγο, θα δείτε ότι πράγματι η απάτη συνίσταται σε ελάχιστα πράγματα. Πού στηρίζεται αυτή η επιχείρηση εξαπάτησης;^ Κατ’ αρχάς στο γεγονός ότι ενώ ο Περικλής μιλά για τη «ζωή στην πόλιν». η γερμανική μετάφραση λέει - και κατά μία έννοια δεν μπορεί παρά να πει - im staatlichen Leben, στη «ζωή του κράτους». Και εκεί όπου γίνεται λόγος για δη­μοκρατία, ο Γερμανός, μεταφράζοντας εντελώς κατά γράμμα και απολύτως σωστά, θα πει: Volksherrschaft. Volk σημαίνει «λαός», μια πολύ ωραία λέξη - ποιος μπορεί να έχει αντίρρηση; Έλα όμως που οι ναζί την είχαν αναγάγει σε ένα από τα κεντρικά τους σημαίνοντα, οπότε, αν βρίσκεστε στη Γερμανία του 1939, Volksherrschaft σημαίνει απλώς: Heil Hitler! Εξυπακούεται ότι στη θεωρία του Hitler, την οποία συμμερίζεται επίσης ο Lenin, ο Volk, και μόνο επειδή υπάρχουν εβδομήντα εκατομμύρια Γερμανοί, δεν μπορεί να κυβερνά ο ίδιος, και χρειάζεται επομένως ένα κόμμα το οποίο θα εκφράζει τη θέληση του λαού. Μέσα σε αυτό το κόμμα υπάρχουν μικροί και μεσαίοι Fuhrers σε διαφορετικά επίπεδα, και πάνω απ’ όλους Ο Fiihrer κ.λπ. Δεν θα επαναλάβω εδώ τη ναζιστική μεταφυσική-πολιτική, αλλά αυτήν ακριβώς βρίσκουμε πίσω από την «κατά λέξη» μετάφραση του όρου δημοκρατία με το Volksherrschaft, ή στο γεγονός ότι το σημείο όπου ο Περικλής λέει: υπακούμε στους άρχοντες, θα μεταφραστεί, πράγμα που επίσης δεν είναι «λάθος»: υπακούμε στην Obrigkeit, στην εξουσία. Ιδού λοιπόν τι μπορεί να κάνει κάποιος σε ένα ιστορικό κείμενο. Είναι αλήθεια ότι το Κράτος και επανάσταση του Lenin, παραδείγματος χάριν, εξακολουθεί, υποθέτω, να είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση στη Ρωσία. Ο Lenin είναι ο Lenin, όποια άποψη κι αν έχει κανείς γι’ αυτόν — κι εσείς γνωρίζετε τη δική μου. Έλα όμως που στο Κράτος καί επανάσταση είναι γραμμένο ολοκάθαρα ότι η επανάσταση είναι ασύμβατη με το κράτος και ότι το κράτος αρχίζει να φθίνει από την πρώτη κιόλας μέρα της επανάστασης. Ωστόσο, πάνε τώρα περίπου εβδομήντα χρόνια που το ρωσικό κράτος ενισχύεται μέρα με την ημέρα. Μη με ρωτήσετε πώς διευθετούν αυτό το ζήτημα οι καθηγητές. Νομίζω ότι το διευθετούν διότι οι μαθητές γνωρίζουν ότι είναι εντελώς ανόητο να κάνουν πολύ ενοχλητικές ερωτήσεις. Το μάθημα δεν περιορίζεται στην αίθουσα διδασκαλίας.
 
Και τώρα ο Επιτάφιος. Παρατηρήθηκε πριν από καιρό (και η Jacqueline de Romilly επανέρχεται σε αυτό το σημείο, παρουσιάζοντας τον τόμο των εκδόσεων «Bude», όπου βρίσκουμε το λόγο) ότι «μοιάζει» - παραθέτω το κείμενό της - «ξένος σε σχέση με την σφιχτοδεμένη υφή της αφήγησης». Στον Θουκυδίδη υπάρχει αφήγηση και ανάλυση των γεγονότων - όπως υπάρχουν και δημηγορίες. Ήδη πέρυσι είπα τι σκέφτομαι για την πιστότητα αυτών των δημηγοριών, ή μάλλον για την αντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που μεταφέρεται και σε αυτό που ελέχθη - τεράστιο ζήτημα. Στον Θουκυδίδη όμως, αυτές οι δημηγορίες, εκτός, φαινομενικά, του λόγου του Περικλή, έχουν πάντα μια λειτουργία μέσα στην αφήγηση. Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να πραγματευτούμε τώρα αυτή την πλευρά όπως αρμόζει, διότι δεν ασχολούμαστε εδώ με την αρχαία φιλολογία· πρόκειται όμως για ακόμα ένα σημείο εξαιρετικής προσέγγισης της δομής του έργου του Θουκυδίδη με τη δομή μιας τραγωδίας· μιας τραγωδίας που εκείνος δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει αν και γνώριζε, ασφαλώς, το τέλος της. Ήρωας της τραγωδίας, που έχει παρασυρθεί από την ύβριν του, είναι προφανώς ο αθηναϊκός λαός. Ο Περικλής είναι ο χορός που υμνεί τη δόξα του, αλλά και απευθύνει, ανώφελα όπως σε κάθε καλή τραγωδία, προειδοποιήσεις στον ήρωα, οι οποίες του υποδεικνύουν τα όρια που δεν πρέπει να υπερβεί. Επ' αυτού όμως θα επανέλθω. Ο ρόλος των λόγων σε μια τέτοια δομή τραγωδίας, όπως εξάλλου και σε κάθε καλοστημένη τραγωδία, δεν είναι να εκθέσουν τις ιδέες του συγγραφέα. Ή μάλλον, ακόμα κι αν αυτές οι ιδέες ανήκουν στο συγγραφέα, πρέπει να υποστηρίζονται από τη δράση. Στον Θουκυδίδη, οι δημηγορίες και τα επιχειρήματά τους -για τον πόλεμο, την πολιτική φιλοσοφία κ.λπ. -βασίζονται πάντοτε στη δράση και παρεμβάλλονται σε πολύ ιδιαίτερες στιγμές. Οι Σπαρτιάτες, οι Κερκυραίοι, οι Αθηναίοι ή οι Συρακούσιοι συσκέπτονται. Μια φωνή παρουσιάζει τα επιχειρήματα υπέρ της μιας άποψης, μια άλλη παρουσιάζει την αντίθετη επιλογή - τελικά θα επιλεγεί μία από τις δύο. Οι δημηγορίες φωτίζουν επίσης εξαιρετικά ένα στοιχείο το οποίο δεν αποτελεί μόνο μέρος του πολέμου, αλλά της συνολικής θέσμισης των πόλεων στην αρχαία Ελλάδα, ρίχνοντας άπλετο φως στη διαδικασία διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων στην πόλη. Οι δημηγορίες εκτυλίσσονται με τη μορφή διαλόγου και αντιπαράθεσης. Εκτός, βεβαίως, από τον Επιτάφιο.
 
Ας προσθέσουμε, παρά ταύτα, λίγα λόγια για την αληθοφάνεια αυτών των δημηγοριών. Ορισμένες ενστάσεις ισοδυναμούν περίπου με το να λέγαμε ότι ο Θουκυδίδης δεν διέθετε μαγνητόφωνο. Πιθανότατα όμως είχε ακούσει κάποιες δημηγορίες. Αυτό είναι σίγουρο στην περίπτωση του λόγου του Περικλή, καθώς βρισκόταν τότε στην Αθήνα, και μπορούμε μάλιστα να υποθέσουμε ότι κράτησε και σημειώσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, εξάλλου, ότι η μνήμη στην αρχαιότητα δεν ήταν ό, τι ακριβώς εννοούμε σήμερα με αυτή τη λέξη. Στον Πλάτωνα, κάποιο πρόσωπο φαίνεται να έχει συγκροτήσει νοερά ένα διάλογο που διαρκεί τρεις ώρες και περιέχει πληθώρα διαλεκτικών επιχειρημάτων, πράγμα που προφανώς θεωρείται αυτονόητο για τον αναγνώστη εκείνης της εποχής. Εννοείται ότι δεν πρέπει κανείς να τα πάρει όλα αυτά κατά γράμμα, διότι εμπεριέχουν αναμφιβόλως ένα βαθμό συμβατικότητας, ας πούμε όμως ότι υπάρχουν βαθμοί αληθοφάνειας - δεν είναι σαν να ισχυρίζεται ο Πλάτων ότι είδε ανθρώπους να περπατούν στη Σελήνη. Εξάλλου, στο διάλογο, ο αφηγητής ενίοτε διευκρινίζει: συμβαίνει να έχω κρατήσει σημειώσεις ή να έχω απομνημονεύσει όλα αυτά ή να έχω αντιπαραβάλει μαρτυρίες, και ιδού γιατί μπορώ να σας διηγηθώ ό, τι ελέχθη εκείνη τη μέρα. Ο Θουκυδίδης λοιπόν έχει ασφαλώς ακούσει αυτόν το λόγο. Όσο για την πλειονότητα των άλλων, του μεταφέρθηκαν και προσπάθησε να τους ανασυνθέσει, ενώ, όπως δηλώνει σαφώς ο ίδιος, δεν επιδίωξε να τους αποδώσει κατά γράμμα. Εξάλλου, είναι προφανές ότι όσο κι αν δεν έχουν όλοι το ίδιο ύφος, υπάρχει το ύφος του Θουκυδίδη που προβάλλει ξεκάθαρα και στους πλέον διαφορετικούς λόγους.
 
Εντούτοις, όταν διαβάζει κανείς τους τρεις λόγους του Περικλή, αντιλαμβάνεται αμέσως ότι το «ύψος», όπως θα έλεγαν οι θεωρητικοί της αρχαίας ρητορικής, δεν είναι το ίδιο. Ακόμα μία φορά όμως, ο Επιτάφιος διακρίνεται από τους άλλους λόγους από την άποψη ότι δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο στη διαβούλευση και τη δράση, παρά μόνο κατά μια εντελώς δευτερεύουσα έννοια. Παίζει σίγουρα ένα ρόλο, στο βαθμό που ο Περικλής λέει επίσης: ιδού γιατί πέθαναν αυτοί οι άνδρες, και ιδού γιατί καθένας από εμάς θα ήταν έτοιμος να πεθάνει για μια τέτοια πόλη. Το ουσιώδες όμως δεν βρίσκεται εδώ. Επιτάφιοι λόγοι εκφωνούνταν στην Αθήνα κάθε χρόνο και καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Ωστόσο, ο Θουκυδίδης παραθέτει αυτό τον συγκεκριμένο και όχι κάποιον άλλο. Μήπως το κάνει για να προσδώσει, όπως υποστηρίζει η κυρία de Romilly, περισσότερη αίγλη στο πρόσωπο του Περικλή και σε κάποιες ιδέες τις οποίες απέδιδε σ’ εκείνον; Εάν επρόκειτο περί αυτού, ο λόγος θα αναφερόταν στο παρόν και στην πρόσφατη ιστορία των Αθηνών με διαφορετικό τρόπο, προβάλλοντας στα μάτια μας ένα σύνολο ενεργειών που έγιναν υπό την καθοδήγηση του Περικλή. Θα μπορούσε να υπάρχει ένας επιτάφιος λόγος προς δόξαν των Αθηνών -θα επανέλθουμε, εξάλλου, επ’ αυτού διότι ο λόγος αναφέρεται και σε τούτο το ζήτημα—, όπου θα μνημονευόταν μόνον η σπουδαιότητα αυτής της πόλης, η οποία κατόρθωσε το ένα ή το άλλο, κατέλαβε την Εύβοια, νίκησε τους Σαμίους κ.λπ. Και αυτό θα ήταν πράγματι προς δόξαν του Περικλή επίσης, δεδομένου ότι, όπως το υπενθυμίζει ο Θουκυδίδης, αυτός είχε εκλεγεί περισσότερες φορές στρατηγός την εποχή εκείνη. Ωστόσο, ο έπαινος που εκφωνεί όντως ο Περικλής μάς μιλά ακριβώς για πράγματα που δεν θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στον ίδιο. Μιλά για τη θέσμιση της αθηναϊκής κοινωνίας, όχι κατά τα τυπικά χαρακτηριστικά της, όπως φερ’ ειπείν οι νόμοι της, κάποιοι από τους οποίους εισήχθησαν πράγματι κατά τα χρόνια που προηγούνται αυτής της ιστορίας και όπου ο Περικλής διαδραμάτισε έναν πολιτικό ρόλο, αλλά για τα πιο βαθιά χαρακτηριστικά της - τις ανθρωπολογικές στάσεις που επιτρέπουν την ύπαρξη της δημοκρατίας και οι οποίες, με τη σειρά τους, καθορίζονται από αυτή. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε κατά κανέναν τρόπο να το επικαλεστεί κανείς «προς δόξαν του Περικλή». Θυμηθείτε τον Rousseau: αν θέλετε να αναμειχθείτε στη νομοθεσία ενός λαού, πρέπει πρώτα να αλλάξετε τα ήθη του, τα οποία είναι απείρως πιο σημαντικά από τους νόμους. Και ακριβώς στον Επιτάφιο γίνεται λόγος κυρίως για τα ήθη, ενώ δεν υπάρχει άτομο το οποίο θα μπορούσε να τα αλλάξει σε βάθος' το περισσότερο που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν να τα μεταβάλει ελαφρώς και να συμβάλει στον εκφυλισμό τους.
 
Ο λόγος λοιπόν δεν βρίσκεται εδώ για να προσδώσει μεγαλύτερη αίγλη στο πρόσωπο του Περικλή. Ο ρόλος του είναι να καταδείξει τι είναι η Αθήνα. Και δεν μπορούμε παρά να μείνουμε έκθαμβοι εμπρός στο μεγαλείο και στην καλλιτεχνική τελειότητα του Θουκυδίδη, που ανταποκρίνεται στα ίδια τα γεγονότα, μιας και πρέπει σαφώς να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας, οι οποίες, ακόμα κι αν είναι τραγικές, παραμένουν ωραιότερες ή τουλάχιστον πιο εντυπωσιακές από άλλες. Για το τι είναι η Αθήνα είχε ήδη μιλήσει, με τον τρόπο της, η δημηγορία των Κορινθίων στο βιβλίο Α', όπου έγινε η σύγκριση Αθηναίων και Σπαρτιατών - θα επανέλθω επ’ αυτού-, ενώ γνωρίζουμε ότι εκφωνήθηκε στη συνέλευση των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους. Παραδόξως όμως, ενώ πρόκειται για κατηγορητήριο εναντίον των Αθηνών - οι Αθηναίοι διέπραξαν αδικίες, παραβίασαν συνθήκες κ.λπ. (πράγμα που είναι λάθος, αλλά δεν έχει σημασία), και οι Κορίνθιοι υποστηρίζουν τη θέση τους και τους επιτίθενται με κάθε τρόπο -, αυτή η δημηγορία αποτελεί εξαίσιο ύμνο της αθηναϊκής δημιουργίας, σε αντίθεση με τη σπαρτιατική αποτελμάτωση, ύμνο της εφευρετικότητας και του στοιχείου που πρέπει να ονομάσουμε, ακόμα κι αν η λέξη έχει σήμερα φθαρεί, νεωτερικότητα των Αθηναίων, καθώς και μια περιγραφή της διαφορετικής ιστορικής χρονικότητας που δημιούργησαν. Εδώ επίσης, και παρόλο που οι Κορίνθιοι δεν τονίζουν αυτή την πλευρά, μπορούμε να διακρίνουμε το θέμα μιας διαφορετικής στάσης των ατόμων, των πολιτών απέναντι στα κοινά. Έχουμε εδώ ένα είδος μουσικού πρελούδιου που προαναγγέλλει τον Επιτάφιο, ο οποίος είναι αφιερωμένος στην περιγραφή της θέσμισης των Αθηναίων, καθώς και στην κατάδειξη του πώς και του γιατί η Αθήνα απέκτησε τη δύναμη που τη χαρακτηρίζει. Η μεγάλη εξωτερική διάρθρωση αυτού του λόγου είναι πολύ απλή, η εσωτερική δομή του όμως είναι, αντιθέτως, τρομερά πολύπλοκη. Ας δούμε πρώτα την προφανή δομή: ένα προοίμιο ή πρόλογος (κεφάλαιο 35)' περιγραφή της πόλης των Αθηναίων και της θέσμισής της (36-41.4)' έπαινος των νεκρών και λόγια παρηγοριάς για τους συγγενείς (41.5-45)' τέλος, ένας επίλογος στο κεφάλαιο 46. Δύο είναι λοιπόν τα μεγάλα τμήματα, αν δεν λάβουμε υπόψη τον πρόλογο και τον σύντο­μο επίλογο.
 
Μερικές παρατηρήσεις σχετικά με το προοίμιο. Ο Περικλής λέει ότι το εγχείρημα τού φαίνεται πολύ δύσκολο, και αυτό το είδος διαβεβαίωσης έγινε, βεβαίως, κοινός τόπος· αλ­λά ένας τόπος, ένα μέρος απ’ όπου οφείλει να περάσει ο λόγος, δεν ήταν πάντοτε την εποχή εκείνη αναγκαστικά συνώνυμο της κοινοτοπίας. Καλό θα ήταν λοιπόν να το προσέξουμε λίγο περισσότερο. Εξάλλου, σαν μικρή συνηγορία pro domo, θα με ακούσετε κι εμένα συχνά να αρχίζω υπογραμμίζοντας τη δυσκολία του εγχειρήματος - για παράδειγμα, όταν πρόκειται να μιλήσω για τον Θουκυδίδη. Το ίδιο κάνει και ο Περικλής· σε αντίθεση με ό, τι νομίζουν όσοι συμφωνούν με την εκφώνηση λόγων στις επικήδειες τελετές, εκείνος λέει ότι ο εγκωμιασμός είναι πολύ δύσκολος όταν η αλήθεια δεν είναι εξασφαλισμένη. Προσθέτει μάλιστα δύο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, δεδομένης της εικόνας την οποία έχουν μερικοί για την κλασική αρχαιότητα. Η πρώτη εισάγει απλούστατα αυτό που στη συνέχεια θα ονομαστεί το a priori της κρίσεως. Ο ακροατής του λόγου, λέει ο Περικλής, ο οποίος γνωρίζει περί τίνος πρόκειται, θα σκεφτεί ότι ο έπαινος είναι κατώτερος της πραγματικότητας. Στην αντίθετη περίπτωση, μπορεί να θεωρήσει ότι ο ρήτορας υπερβάλλει, και τότε μπορεί μάλιστα να παρεισφρήσει ο φθόνος. Η δυσπιστία προέρχεται από το γεγονός ότι επαινούνται άθλοι που φαίνεται να ξεπερνούν τις ικανότητες του ακροατή, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του μέτρο όσων είναι δυνατόν να επιτευχθούν. Να μια ενδιαφέρουσα για εμάς σύγκριση ανάμεσα σε δύο υποκειμενικότητες διότι, εδώ και δεκαετίες, η κρατούσα άποψη όσων μιλούν για τους αρχαίους Έλληνες είναι ότι εκείνοι δεν αναγνωρίζουν πλήρως το υποκείμενο και ότι, ως εκ τούτου, δεν γνωρίζουν τι είναι τα συναισθήματα κ.ο.κ.
 
Ας έρθουμε όμως στην περιγραφή της θέσμισης της πόλης των Αθηναίων, ξεκινώντας από το κεφάλαιο 36. Θα ακολουθήσω τώρα το κείμενο κεφάλαιο προς κεφάλαιο, περνώντας συχνά από την κατά λέξη μετάφραση στην παράφραση και στο σχόλιο, με τρόπο που ελπίζω να μη σας φανεί πολύ απότομος. Δεν αποτελεί έκπληξη το ότι το κεφάλαιο ξεκινά με τον έπαινο των προγόνων. Ο Περικλής μνημονεύει εν παρόδω την πανάρχαια παρουσία των Αθηναίων στο ίδιο έδαφος, για την οποία ήταν εξαιρετικά περήφανοι, την - εντελώς θρυλική - αυτοχθονία τους, κυρίως όμως εγκωμιάζει τους προγόνους επειδή μπόρεσαν χάρη στην αρετήν τους να παραδώσουν σε αυτούς που ζουν εκεί τούτη την ελεύθερη γη και την ελεύθερη πόλη. Η λέξη άρετή, virtus στα λατινικά, vertu στα γαλλικά, προέρχε­ται, όπως σας είπα ήδη, από το ρήμα άραρίσκω, που έχει την ίδια ρίζα με την αρμονία. Είναι το Tugend [αρετή] στα γερμανικά· αλλά θα ήταν ίσως προτιμότερο το Tuchtigkeit [αξιοσύ­νη], που έχει την ίδια ρίζα με το ελληνικό τεύχω, φτιάχνω, προσαρμόζω καλά κάτι. Ένα άτομο, παραδείγματος χάριν, έχει αρετήν αν είναι καλά προσαρμοσμένο ως προς αυτό που έχει αναλάβει να κάνει ή κατέχει την αρετήν απολύτως εάν βρίσκεται σε αρμονία με τον εαυτό του. Ωστόσο, ακόμα πιο άξιοι εγκωμιασμού, λέει ο Περικλής, είναι «οι ίδιοι μας οι πατέ­ρες», στους οποίους οι Αθηναίοι χρωστούν την κυριαρχία τους. Ακολουθεί η εκπληκτική παράγραφος 36.3, όπου δηλώνει χωρίς περιστροφές: εμείς όμως, οι οποίοι βρισκόμαστε σήμερα στην καθεστηκυία ηλικία, στην ώριμη ηλικία, είμαστε που καταστήσαμε την πόλη αὐταρκεστάτην, να μην εξαρτάται από κανέναν άλλο — στα αγγλικά θα έκαναν λόγο για self- reliance. Είμαστε εμείς, λέει, που την καταστήσαμε αυτάρκη τόσο για τον πόλεμο, όσο και για την ειρήνη. Θα επανέλθω στην αντίληψη του Περικλή για την αυτάρκεια, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την αυτάρκεια των φιλοσόφων, ούτε εξάλλου με αυτό που μας έρχεται στο νου όταν ακούμε τη λέξη.
 
Η παράγραφος 36.4 είναι εκπληκτική, διότι βρίσκουμε σε αυτήν κάτι που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με αντίφαση. Ο Περικλής λέει: όσον αφορά τα έργα του πολέμου, που μας επέτρεψαν να αποκτήσουμε αυτή τη δύναμη, και τον δικό μας τρόπο άμυνας απέναντι στον εχθρό, Έλληνα ή βάρβαρο, δεν θα μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν, δεν θα επεκταθώ σε πράγματα που γνωρίζετε. Θα μιλήσω αντιθέτως για την ἐπιτηδευσιν, την πολιτείαν και τους τρόπους. Θα πω με βάση ποιες συνήθειες (επιτήδευσις), ποιους θεσμούς και ποιες μεθόδους διακυβέρνησης (πολιτεία), και με ποια ήθη (τρόποι) καταφέραμε να γίνουμε αυτό που είμαστε. Αυτό που μπορεί να φανεί παράλογο, και κατά μία έννοια είναι όντως, συνίσταται στο ότι: τα ήθη, τους θεσμούς και τις συνήθειες, οι παριστάμενοι Αθηναίοι τα γνωρίζουν εξίσου καλά ή και καλύτερα από ό, τι τους πολέμους τους, ενώ ανάμεσά τους δεν πρέπει να βρίσκονται πλέον πολλοί από εκείνους οι οποίοι πολέμησαν στη Σαλαμίνα ή στο Μαραθώνα. Πού θέλει να καταλήξει ο Περικλής; Γιατί υπενθυμίζει γνωστά πράγματα; Διότι αυτό είναι ξύμφορον, προς το συμφέρον δηλαδή όλων των παρισταμένων, και αστών και ξένων. Ιδού, λοιπόν, το κλειδί αυτού του φαινομενικού παραλογισμού. Ο Περικλής δράττεται της ευκαιρίας για να διαδώσει τις αθηναϊκές πολιτικές ιδέες ή, αν προτιμάτε, για να κάνει προπαγάνδα. Διότι πράγματι είναι παρόντες ξένοι, και όχι μόνο μέτοικοι, αλλά ασφαλώς και διάφοροι ταξιδιώτες - οι Αθηναίοι, ακόμα και σε καιρό πολέμου, δεν εφάρμοζαν αυτό που οι Σπαρτιάτες εφάρμοζαν σε καιρό ειρήνης, δηλαδή τον περιορισμό του χρόνου παραμονής ενός ξένου στην πόλη. Ο Περικλής μιλά επομένως έτσι διότι αυτό είναι ξύμφορον. Επίσης διότι, όπως θα πει στη συνέχεια (43.1), οι νεκροί οι οποίοι πρόκειται να τιμηθούν έγιναν αυτό που είναι χάρη στην πόλη. Αυτοί οι πολίτες που σκοτώθηκαν, διότι δεν ήθελαν να στερηθούν μια τέτοια πόλη, ήταν -όπως κι αυτοί που μένουν, όπως κι ο ίδιος ο Περικλής - ερασταί, ερωτευμένοι με την πόλη, είχαν μέσα τους αυτό το είδος απόλυτης πόλωσης του συναισθήματος που είναι ο έρως. Εξάλλου, αυτή την ιδέα ότι η πόλις - όχι ως έδαφος ούτε ως σύνολο κτιρίων, αλλά ως ανθρώπινη κοινότητα η οποία υπήρξε, θα υπάρχει και δεν είναι φτιαγμένη μόνο από τους παρόντες - αποτελεί για τους Αθηναίους αντικείμενο συναισθηματικής επένδυσης, τη συναντήσαμε ήδη στη δημηγορία των Κορινθίων.
 
Σε αυτά που λέει ο Περικλής υπάρχει ωστόσο και κάτι άλλο, το οποίο υπερβαίνει την απλή απάντηση στο ζήτημα της αυτεπίγνωσης και του αναστοχασμού που έθεσα προηγουμένως. Λέει πράγματι: αν είμαστε ισχυροί, αν έχουμε μια «ηγεμονία» - όχι και τόσο ικανοποιητική μετάφραση του αρχή, που σημαίνει εξουσία, επομένως και εξουσία επάνω στους άλλους -, αυτό δεν οφείλεται σε κάποια τεχνική, στρατιωτική ή άλλη καινοτομία, ή στον αριθμό μας' το οφείλουμε στις επιτηδεύσεις, στην πολιτείαν και στους τρόπους - στις συνήθειες, στους θεσμούς και τους τρόπους διακυβέρνησης και στα ήθη μας. Πρέπει να εκτιμήσουμε σωστά τον εξαιρετικό νεωτερισμό αυτής της αντίληψης ως προς το τι δημιουργεί την ισχύ μιας ανθρώπινης ομάδας. Απ’ όσο γνωρίζω, εμφανίζεται για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, εντέλει, οι απόψεις αυτές δεν απουσιάζουν τελείως από τον Ηρόδοτο, όταν επιχειρεί να εκθέσει τα αίτια της νίκης των Ελλήνων επί των Περσών. Στον Όμηρο, παραδείγματος χάριν, βρισκόμαστε σε ένα διαφορετικό σύμπαν: κάποιος θα κατακτήσει ή δεν θα κατακτήσει την αρχήν και τη νίκη επειδή είναι ή δεν είναι γενναίος, επειδή είναι ή δεν είναι αγαπητός στους θεούς. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με πράγματα όπως η πολιτεία, η οποία συνιστά προφανώς ανθρώπινο έργο και όχι αποτέλεσμα θείας παρέμβασης ή έμφυτη ιδιότητα, όπως στον Αχιλλέα η γενναιότητα, η ευελιξία ή η δύναμη. Πρόκειται λοιπόν για ανθρώπινο έργο, έργο των Αθηναίων, που εμφανίζεται ως αιτία τόσο της δύναμης της πόλης, όσο και των προτερημάτων των πολιτών οι οποίοι έπεσαν στη μάχη κατά τον πρώτο χρόνο του πολέμου. Υπάρχει βεβαίως κι ένα πλαίσιο, και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, σύμφωνα με ιπποκρατικά κείμενα της ίδιας περιόδου, η επιβολή της θέσμισης φαίνεται να δημιουργεί πράγματι μια σχεδόν φυσική ανάγκη, ότι η διάκριση ανάμεσα στους όρους φύσις και νόμος εμφανίζεται την ίδια εποχή, καθώς και το γεγονός ότι, όπως ελέχθη, ο νόμος καθίσταται φύσις για τους ανθρώπους οι οποίοι υποτάσσονται σε αυτόν - πράγμα που ο Rousseau, όπως θυμάστε, θα διατυπώσει μερικούς αιώνες αργότερα ως εξής: όποιος έχει γεννηθεί στη σκλαβιά θα γίνει σκλάβος. Ο Περικλής, ή ο Θουκυδίδης, συνδέει επομένως την ισχύ των Αθηνών με αυτό που είναι οι Αθηναίοι.
 
Όταν έλεγα ότι το ζήτημα εδώ είναι η αυτεπίγνωση, η θέσμιση των Αθηνών που μιλά για τον εαυτό της και έχει συνείδηση του εαυτού της, σκεφτόμουν κυρίως την πρώτη φράση του κεφαλαίου 37: Χρώμεθα γάρ πολιτεία οὐ ζηλούση τούς των πέλας νόμους, παράδειγμα δέ μᾶλλον αὐτοί ὄντες τισίν ἤ μιμούμενοι ἑτέρους. Έχουμε ένα πολιτικό καθεστώς που δεν φθονεί τους νόμους των άλλων και αντί να μιμείται τους άλλους, αποτελεί μάλλον υπόδειγμα γι’ αυτούς. Στη συνέχεια εξηγεί σε τι συνίσταται αυτή η πολιτεία. Ο Περικλής θυμίζει κατά πρώτον το όνομα του καθεστώτος: δημοκρατία —εδώ η μετάφραση είναι πολύ πιο δύσκολη απ’ ό, τι φαίνεται— διότι ο τρόπος που κυβερνάται ή διοικείται (οἰκεῖν) «δεν αποβλέπει στους λίγους αλλά στους πολλούς». Οἰκεῖν σημαίνει, κυριο­λεκτικά, τρόπος του κατοικείν. (Και ο νους μας πηγαίνει αμέσως στον Holderlin και τον Heidegger, αυτό όμως θα μας παρέσυρε πολύ μακριά.) Έχουμε έναν τρόπο τού κατοικείν, έναν τρόπο να τοποθετούμαστε μέσα στο χώρο, να συμβιώνουμε οι μεν με τους δε και επομένως να διευθετούμε τις υποθέσεις μας, να κυβερνιόμαστε και να διοικούμαστε, ο οποίος είναι ές πλείονας, και όχι ές ολίγους, μέσω και υπέρ του μεγάλου αριθμού και όχι του μικρού. Η οργάνωση του κεφαλαίου 37 είναι πολύ παράξενη. Είχαμε πει ότι η δομή του λόγου αυτή καθαυτή είναι φαινομενικά πολύ απλή, αλλά ότι η εσωτερική λογική είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, και αυτό ακριβώς θα δούμε τώρα. Ο Περικλής λέει ότι σε αυτήν τη δημοκρατία αποδίδεται στον καθένα, σύμφωνα με τους νόμους, το ίδιο πράγμα όσον αφορά τα ιδιωτικά συμφέροντα. Γεγονός που δεν σημαίνει ότι όλος ο κόσμος απολαμβάνει μια μαθηματική ισότητα, αλλά σε όσον αφορά τα ίδια, τα ιδιωτικά ή τα ιδιαίτερα συμφέροντα, οι πολίτες αντιμετωπίζονται κατά ίσο τρόπο από τους νόμους. Το κατά μέν τούς νόμους, σύμφωνα με τους ρητούς, τυπικούς νόμους αντιτίθεται επομένως στο κατά δε την άξίωσιν, σύμφωνα με την αξιοσύνη. Αν σύμφωνα με τους νόμους ο καθένας αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο όσον αφορά τα ιδιαίτερα συμφέροντά του, όσον αφορά τη δημόσια αξιοσύνη ο καθένας αντιμετωπίζεται ὡς ἕκαστος ἐν τῶ εὐδο­κιμεῖ, σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνει σε αυτό που κάνει. Ιδού προφανώς η εκ των προτέρων ανασκευή όλων των παραλογισμών που έχουν διατυπωθεί από τον Ben­jamin Constant μέχρι και τον Fustel de Coulanges περί απορρόφησης του ατόμου από την κοινότητα στην Ελλάδα. Όταν πρόκειται για ιδιωτικά συμφέροντα, ο νόμος αντιμετωπίζει τους πάντες ισότιμα, αλλά όταν πρόκειται για την ἀξίωσιν, για την υπόληψη, για την εκτίμηση των πολιτών στην πόλη, λαμβάνεται υπόψη το εὐδοκιμεῖν, το επιτελεσθέν από τον καθένα έργο, όποιος κι αν είναι αυτός και όποια κι αν είναι η πορεία του. Η δόμηση της φράσης δημιουργεί πρόβλημα' πιστεύω ότι υπάρχει εδώ μια ανακολουθία, μια διακοπή μετά το «όσον αφορά την εκτίμηση, αυτή αποδίδεται στον καθένα σύμφωνα με τα αποτελέσματα της δραστηριότητάς του» - πράγμα που, βεβαίως, δεν είναι η μόνη φορά που συμβαίνει στον Θουκυδίδη, συμπεριλαμβανομένου και του Επιταφίου. Στη συνέχεια λέει ότι, όσον αφορά τα κοινά (ἐς τά κοινά), δηλαδή τα αξιώματα και τον πολιτικό ρόλο, δεν δείχνουμε προτίμηση σε κάποιον λόγω της καταγωγής του (από μέρους) - επειδή έχει ευγενική καταγωγή ή είναι πλούσιος - αλλά απ’ αρετής, με βάση την αρετή του. Και προσθέτει: ούτε κάποιος ο οποίος είναι φτωχός, αλλά θα μπορούσε να κάνει κάτι για την πάλιν, θα εμποδιστεί λόγω της κοινωνικής αφάνειας στην οποία βρίσκεται.
 
Στην παράγραφο που ακολουθεί (37.2), θα γίνει λόγος για τα ήθη με την πιο στενή έννοια. Ἐλευθέρως δέ τά τε πρός τό κοινόν πολιτεύομεν, όσον αφορά τον δημόσιο βίο διεκπεραιώνουμε τις υποθέσεις, πολιτευόμαστε ελεύθερα, αλλά έχουμε επίσης ελεύθερη ή φιλελεύθερη συμπεριφορά όσον αφορά την αμοιβαία καχυποψία στην καθημερινή ζωή. Πράγμα που σημαίνει: δεν θα κατασκοπεύσουμε το γείτονά μας για να δούμε τι αγοράζει ή αν μπήκε στο σπίτι του μια γυναίκα κ.ο.κ. Δεν ασχολούμαστε με αυτά, γιατί πρόκειται για το χώ­ρο της ιδιωτικής ζωής – καθ’ ἡμέραν ἐπιτηδεύματα. «Δεν θυμώνουμε με τον γείτονά μας (τόν πέλας) αν κάνει κάτι για τη δική του ευχαρίστηση, και δεν καταφεύγουμε σε παρενοχλήσεις, οι οποίες χωρίς να είναι σοβαρές μπορούν παρά ταύτα να πληγώσουν» και να είναι δυσβάσταχτες. Εν ολίγοις, αφήνουμε τους ανθρώπους να διασκεδάζουν όπως το εννοούν. Και ο Περικλής συνεχίζει: ἀνεπαχθῶς δέ τά ἴδια προσομιλοῦντες, ενώ επιδεικνύουμε ανοχή στις ιδιωτικές μας σχέσεις, όσον αφορά τα δημόσια πράγματα δεν παραβαίνουμε το νόμο διότι μας εμποδίζει το δέος. (Το δέος είναι ένας μη σωμα­τικός φόβος, ο οποίος όμως εμπεριέχει το στοιχείο της αιδούς, σεμνότητας, και της αισχύνης, ντροπής, καθώς και μια σχεδόν θρησκευτική χροιά.) Με αυτό τον τρόπο δείχνουμε προσοχή τόσο σε αυτούς που κατέχουν εκ περιτροπής τα αξιώματα (τῶν ἀεἰ ἐν ἀρχῆ ὄντων - πρόκειται για το Obrigkeit της ναζιστικής μετάφρασης), όσο και στους νόμους· κυρίως στους νόμους που είναι υπέρ εκείνων οι οποίοι υφίστανται την αδικία, καθώς και τους νόμους που, αν και άγραφοι, επιφέρουν ως ποινή το δημόσιο όνειδος.
 
Μια άλλη άποψη, η οποία δεν είναι πολιτική με τη στενή έννοια του όρου, αναφέρεται στο κεφάλαιο 38: έχουμε εφοδιαστεί με πλήθος θεραπείες ή αντισταθμίσεις για τους μόχθους και τα έργα μας, τόσο μέσω των αγώνων και των θρησκευτικών μας τελετών, όσο επίσης - εξαιρετικά εκπληκτική διευκρίνιση - με τις ιδιωτικές (ίδίαις) κατασκευές ή εγκαταστάσεις που είναι εὐπρεπέσιν. - η Jacqueline de Romilly μεταφράζει: «πολυτελείς»· ας πούμε μάλλον «ωραίες», «μεγαλοπρεπείς» -, ενώ η ευχαρίστηση την οποία προσφέρουν καθημερινά διώχνει τις έγνοιες και τις αντιξοότητες. Εκπληκτική, πράγματι, διευκρίνιση, διότι δεν συμπίπτει διόλου με την ευρέως διαδεδομένη άποψη σύμφωνα με την οποία στην αρχαία Ελλάδα η λαμπρότητα των δημόσιων κτιρίων ερχόταν σε αντίθεση με τη μετριότητα των ιδιωτικών κατοικιών. Αυτό το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί λεπτομερέστερα, αλλά μου φαίνεται ότι τούτη η φράση, γραμμένη από τον Θουκυδίδη για άτομα που εξ ορισμού γνώριζαν περί τίνος επρόκειτο, δεν θα μπορούσε να είναι καθαρή επινόηση. Ο Περικλής και ο Θουκυδίδης φαίνεται να θεωρούν ότι οι συνθήκες στέγασης των Αθηναίων υπερέβαιναν τις καθαρά λειτουργικές απαιτήσεις και συνέβαλαν και αυτές —και όχι μόνο οι δημόσιες τελετές, οι αγώνες ή οι θρησκευτικές θυσίες— στην άμβλυνση των προβλημάτων της ζωής. Σκεφτείτε ότι, από αυτή την άποψη, τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά στις μέρες μας· μια αλλαγή στέγης ή περιβάλλοντος στον καθημερινό μας βίο μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας.
 
Η επόμενη φράση της ίδιας παραγράφου (38.2) είναι αξιοπρόσεκτη από μια άλλη, εξίσου σημαντική άποψη: «Λόγω της σπουδαιότητας της πόλης μας, έρχονται σε αυτήν - εισάγουμε - όλα τα προϊόντα ολάκερης της γης. Και τα αγαθά που εμείς παράγουμε δεν μας είναι περισσότερο οικεία από τα αγαθά που παράγουν οι άλλοι άνθρωποι». Αυτές οι λίγες αράδες θα πρόσφεραν εξαιρετική αφετηρία σε όσους θα ήθελαν να γράψουν μια διατριβή για το σύγχρονο φολκλόρ σχετικά με την αυτάρκεια στην Ελλάδα - το οποίο βασίζεται στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Διότι αυτό που λέει, υπερηφανευόμενος, ο Περικλής είναι ότι η Αθήνα δεν είναι αυτάρκης από αυτή την άποψη - η Αθήνα είναι ισχυρή και η παραγωγή της είναι επαρκής, ώστε να μπορεί να εξάγει και να εισάγει με τη σειρά της. Ο Αριστοφάνης παραθέτει στην Ειρήνη, ολόκληρη λίστα προϊόντων που οι Αθηναίοι εισή- γαγαν πριν από τον πόλεμο, από τα Μέγαρα και τη Βοιωτία, άλλες πηγές όμως εκθειάζουν την αφθονία αγαθών τα οποία έρχονταν από παντού και μπορούσε να τα βρει κανείς στον Πειραιά το 450 ή το 430, ακόμα τον 4ο αιώνα: σιτάρι από τη μελλοντική Ρωσία, η οποία, καθώς δεν είχε ακόμα σοβιετοποιηθεί, παρήγαγε αρκετό για να μπορεί να εξάγει, χαλκό, λινάρι, πορφύρα της Φοινίκης... Αλλά ο Περικλής πηγαίνει πιο πέρα: η ευχαρίστηση που μας προκαλούν τα προϊόντα των άλλων μας είναι εξίσου οικεία με αυτή που αντλούμε από τα δικά μας προϊόντα. Θα γνωρίζετε ίσως την ιστορία του κινέζου αυτοκράτορα ο οποίος γράφει τον 18ο αιώνα στο βασιλιά της Αγγλίας, οι πρέσβεις του οποίου τον είχαν προτείνει να υπογράψει μια εμπορική συνθήκη: καταλαβαίνω καλά γιατί οι βάρβαροι θα ήθελαν τα προϊόντα μας, δεν βλέπω όμως τι θα μπορούσαμε να αποκομίσουμε εμείς ως αντάλλαγμα. Τον 18ο αιώνα, εξάλλου, η ερώτησή του δεν τελείως παράλογη. Αυτό όμως που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η στάση του: είναι αδιανόητο για την «Κεντρική Αυτοκρατορία» το γεγονός ότι οι βάρβαροι μπορούσαν να παράγουν κάτι που να αξίζει. Στον Περικλή βρίσκουμε διατυπωμένη με απολύτως ρητό τρόπο μια αντίληψη η οποία βρίσκεται στον αντίποδα της αντίληψης του αυτοκράτορα.
 
Στο κεφάλαιο 39, το οποίο πραγματεύεται το ζήτημα της στρατιωτικής εκπαίδευσης και προετοιμασίας, ο Περικλής καταδικάζει αμετάκλητα την ιδέα σύμφωνα με την οποία η δημοκρατία θα ήταν εξ ορισμού ανίκανη να υπερασπιστεί τον εαυτό της ή να διεξαγάγει πόλεμο. Σας θυμίζω τις θρηνολογίες του μεγάλου δημαγωγού Κλέωνα γύρω από αυτό το θέμα στο λόγο του για την υπόθεση της Μυτιλήνης στην αρχή του βιβλίου Γ΄. Οι Μυτιληναίοι είναι σύμμαχοι, με άλλα λόγια υπήκοοι των Αθηναίων, και αποφασίζουν κάποια στιγμή να τεθούν στο πλευρό της Σπάρτης. Οι Σπαρτιάτες προσπαθούν να τους βοηθήσουν, αλλά οι Αθηναίοι, οι οποίοι έχουν εκείνη την εποχή συντριπτική θαλάσσια υπεροχή, αποβιβάζονται στη Μυτιλήνη και - με τη βοήθεια του τοπικού δήμου, διότι, ας μην το ξεχνάμε, ο Πελοποννησιακός πόλεμος υπήρξε επίσης συχνά εμφύλιος πόλεμος - επαναφέρουν την κατάσταση υπέρ αυτών. Ο νικητής στρατηγός ζητά οδηγίες από τη Αθήνα: Τι να τους κάνουμε τους Μυτιληναίους; Η άποψη του Κλέωνα επικρατεί στην εκκλησίαν του δήμου: να σφαγιαστούν όλοι. Να περάσουν από λεπίδι, διότι αυτή είναι η θεία βούληση, όπως θα έλεγε η Παλαιό Διαθήκη. Στην Ελλάδα, όμως, αν συμβεί να περάσουν από λεπίδι ολόκληρους πληθυσμούς, θα πουν μάλλον ότι αυτό οφείλεται στην ισχύ ή την ανθρώπινη φύση. Οι Έλληνες μπορούν να αποδώσουν ειδεχθείς πράξεις στους θεούς τους, αλλά δεν θεωρούν πως είναι υποχρεωμένοι να ισχυριστούν ότι «είναι θεού θέλημα» κάθε φορά που διαπράττουν μια σφαγή. Φεύγει λοιπόν ένα πλοίο κομίζοντας αυτές τις εντολές. Μερικοί όμως στην Αθήνα τάσσονται υπέρ των Μυτιληναίων, τους υπερασπίζονται στους πρυτάνεις της βουλής και συγκαλείται νέα συνεδρίαση της εκκλησίας για την επομένη, όπου ακυρώνεται η προηγούμενη απόφαση. Το δεύτερο πλοίο φτάνει εγκαίρως —ίσως το πρώτο δεν βιαζόταν ιδιαίτερα να μεταφέρει τέτοιες διαταγές- και οι Μυτιληναίοι δεν θα σφαγιαστούν. Στη δεύτερη συνέλευση, ο Κλέων, ο οποίος ήταν υπέρμαχος της σφαγής, εξεμάνη: αυτή η συνέλευση, Αθηναίοι, αποδεικνύει το γεγονός ότι, όπως λέγεται αρκετά συχνά, η δημοκρατία δεν μπο- ρεί να διεξαγάγει πόλεμο. Είχατε μια άποψη, και τώρα ετοιμάζεστε να την αλλάξετε. Στη συνέχεια, μια εξαιρετική ομιλία του Διοδότου, ο οποίος είχε ήδη αντιταχθεί στον Κλέωνα την προηγουμένη, κρίνει την απόφαση. Η θέση του Περικλή είναι, επομένως, διαμετρικά αντίθετη από τη θέση του Κλέωνα, καθώς προσπαθεί να καταδείξει πώς η δημοκρατία καθιστά την πόλη όχι λιγότερο αλλά περισσότερο ικανή να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Και αρχίζει λέγοντας: παρέχουμε την πόλη μας ανοιχτή σε όλο τον κόσμο, όπου μπορεί κανείς να μπαίνει και να βγαίνει όπως επιθυμεί. Δεν υπάρχει στην Αθήνα αυτή η ξενοφοβία που βασιλεύει στη Σπάρτη, όπου ο αλλοδαπός δεν μπορεί να μείνει παρά μόνο μερικές μέρες, εκτός αν είναι ξένος, δηλαδή επίσημος φιλοξενούμενος κάποιου, αν είναι πρέσβης ή αν οι έφοροι έχουν λάβει σχετική απόφαση. Δεν απαγορεύουμε σε κανέναν ξένο να μάθει ή να δει οτιδήποτε από το οποίο θα μπορούσε, αν είναι εχθρός, να αποσπάσει κάποιο στρατιωτικό όφελος - βλέπουμε ότι η εξαγωγή της τεχνολογίας, κ.λπ., δεν κάνει τους Αθηναίους να χάσουν τον ύπνο τους, σε αντίθεση με κάποιους συγχρόνους -, διότι δεν πιστεύουμε στην εξαπάτηση και στις μακροχρόνιες στρατιωτικές προετοιμασίες, αλλά στο εὔψυχον. «Ανδρεία», το μεταφράζει η Jacqueline de Romilly. Το εὔψυχον είναι μάλλον η «καλή ψυχή», η ικανότητα δηλαδή της ψυχής αυτού που είναι έτοιμος, αν του το ζητήσει η πόλη, να αγωνιστεί και να πεθάνει γι’ αυτήν. Όταν ο Περικλής λέει: τω ἀφ’ ἡμῶν αὐτῶν ἐς τά ἐργα εὐψύχω, δεν πρόκειται απλώς για θάρρος, αλλά για μια ψυχή που είναι καλή ές τά ἐργα. Ωστόσο, άπαξ και ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες, καλός στις πολεμικές επιχειρήσεις δεν σημαίνει να είναι κανείς απλώς ικανός να αντιμετωπίσει το θάνατο, χωρίς να υποχωρήσει -αυτό οι Σπαρτιάτες το κάνουν εξαιρετικά -, αλλά να έχει την ικανότητα να συνεννοείται με αυτούς που μάχονται στο πλευρό του, να καταλαβαίνει καλά τι θέλει ο στρατηγός, να αποφασίζει ο ίδιος, αν χρειαστεί, για έναν ελιγμό κ.λπ. Το εὐψυχον ές τά ἐργα είναι όλα αυτά, η διάθεση της ικανής ψυχής όσον αφορά τα έργα, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μετά από αυτό, ο Περικλής αντιπαραθέτει τη σπαρτιατική στρατιωτική εκπαίδευση στην αθηναϊκή: οι Λακεδαίμονες είναι ισχυροί στρατιωτικά επειδή δεν κάνουν τίποτε άλλο στη ζωή τους. Εμείς, αντιθέτως, ζούμε πλήρως, και ταυτοχρόνως ξέρουμε να αντιμετωπίζουμε τους κινδύνους εξίσου καλά με αυτούς.
 
Το κεφάλαιο 40, που αρχίζει με την περίφημη φράση: Φιλοκαλούμεν τε γάρ μετ' ευτελείας, είναι το πραγματικό διαμάντι σε όλη αυτή την υπόθεση. Περιγράφει τους στόχους της θέσμισης μιας ιδιαίτερης πόλεως, της πόλης των Αθηνών, και ταυτοχρόνως απαντά στην ερώτηση: γιατί, για ποιο σκοπό υπάρχει αυτή η ανθρώπινη κοινότητα που συνιστά την πάλιν; Στην πρώτη ερώτηση ο Περικλής απαντά με την πρώτη φράση της παραγράφου. Στη συνέχεια λέει ποιες είναι οι αναγκαίες σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, καθώς και με την πόλη, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της πολιτικής θέσμισης. Έχω ήδη σχολιάσει διά μακρών αυτό το κεφάλαιο και θα επανέλθω διότι είναι ουσιώδες, αλλά δεν θα επιμείνουμε επ’ αυτού σήμερα. Ας περάσουμε λοιπόν στο κεφάλαιο 41, το οποίο παραπέμπει, για ακόμα μία φορά στο στοιχείο που αποκάλεσα ζήτημα αυτεπίγνωσης. Ο Περικλής λέει: Ξυνελών τε λέγω, λέω συγκεφαλαιώνοντας -και όχι όπως μεταφράζει η κυρία de Romilly, «τολμώ να πω», διότι δεν υπάρχει εδώ απολύτως καμία ρητορική επιφύλαξη - τήν τε πάσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι, ότι η πόλις στο σύνολό της είναι παιδαγωγός - σχολείο, μάθημα - της Ελλάδας. Στη συνέχεια, πάντα στο 41.1, ο Περικλής κάνει μια παρατήρηση, για την οποία θα μιλήσουμε αργότερα, και που θα περιμέναμε να συναντήσουμε στο κεφάλαιο 40, δεδομένου ότι αφορά τους Αθηναίους ως άτομα, δηλαδή το χαρακτήρα τους. Επαναλαμβάνω όμως: η εσωτερική δομή του λόγου είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και γεμάτη στριφογυρίσματα και παλινδρομήσεις. Δεν θα είναι ασφαλώς η πρώτη φορά που με ακούτε να λέω ότι αν οι σπουδαίοι κλασικοί έλληνες συγγραφείς έπρεπε να παρουσιαστούν όχι στην υποστήριξη της διατριβής τους, αλλά σε μια πανεπιστημιακή εξέταση ή ακόμα και στις απολυτήριες εξετάσεις του γυμνασίου, θα είχαν απορριφθεί. Κι αυτό για πολλούς λόγους: πρώτον, διότι δεν υφίσταται γι’ αυτούς ό, τι οι Νεότεροι αποκαλούν λογική οργάνωση ενός λόγου. Δεν είναι: 1, 2, 3 κ.λπ. Η λογική είναι διαφορετική, είναι εσωτερική και ως εκ τούτου πιο ισχυρή. Κάθε φορά που μια ιδέα φαίνεται σημαντική, εκτίθεται αμέσως, εξού και οι αναρίθμητες παρεκβάσεις. Η πραγματική σκέψη, η επαφή με τα πιο βαθιά στρώματα της σκέψης, δεν είναι ποτέ σκέψη ενός μόνο πράγματος. Οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη ακολουθώντας μια μυστηριώδη διεργασία επιλογής, η οποία επιτρέπει τις εύστοχες περιπλανήσεις, οι οποίες για τον καθηγητή της ρητορικής συνιστούν απλώς αδικαιολόγητες παρεκβάσεις. Είναι αλήθεια ότι όταν δίνει κανείς τις επίσημες προφορικές εξετάσεις για να γίνει καθηγητής, το μόνο που τον απασχολεί είναι να περάσει, κι έτσι έχει κατά νου ότι το ακροατήριο πρέπει να μπορεί να τον παρακολουθεί. Αν πάρετε ένα κείμενο του Πλάτωνα, εννέα φορές στις δέκα θα αναγκαζόσασταν να σημειώσετε στο περιθώριο: εκτός θέματος. Στον Αριστοτέλη θα σημειώνατε: έλλειψη ειρμού των ιδεών, αυτό έπρεπε να μπει στο τέλος του βιβλίου Β΄ και όχι στο τέλος του Κ' στο Μετά τα φυσικά, ή: εδώ επαναλαμβάνεται λιγότερο καλά αυτό που έχει ήδη ειπωθεί. Θα είμαστε κάπως επιεικέστεροι με τον Πλάτωνα διότι τα κείμενά του είναι πολύ ωραία από λογοτεχνική άποψη, όπως λένε. Το ίδιο ίσχυε στη Γαλλία τον 18ο αιώνα και ισχύει συχνά ακόμα και σήμερα. Είναι αλήθεια ότι αρκεί σε τούτη τη χώρα να πει κανείς για ένα βιβλίο: «Τι καλογραμμένο που είναι!», και το περιεχόμενο δεν θα έχει πλέον καμία σημασία. Από αυτή την άποψη, ο καθηγητής μας της ρητορικής θα έλεγε ότι ο Επιτάφιος είναι κακογραμμένος: βρίσκουμε θαυμάσιες φράσεις, αλλά είναι σαν να τις έχεις ρίξει δεξιά κι αριστερά, χωρίς προφανή σύνδεση. Ας κλείσουμε όμως την παρένθεσή μας.
 
Μετά την παρατήρηση που αφορά το χαρακτήρα των Αθηναίων, για την οποία θα μιλήσουμε σε λίγο, ο Περικλής επισημαίνει (41.3) όχι αυτές ακριβώς οι ιδιομορφίες του χαρακτήρα συνέβαλαν στη δύναμη της πόλης, μιας πόλης που είναι και η μόνη για την οποία μπορεί να πει κανείς: ἀκοῆς κρείσσων ἐς πείραν ἔρχεται, ότι όταν τη γνωρίσει κάποιος, αποδεικνύεται ανώτερη της φήμης της. Πράγματι, ύστερα από ένα χρόνο πολέμου, οι Αθηναίοι απέδειξαν ότι ήταν πιο δυνατοί απ’ ό, τι θα περίμενε κανείς. Ακολουθεί το 41.4: «Δώσαμε σπουδαία δείγματα της δύναμής μας, χάρη στην οποία μας θαυμάζουν οι σύγχρονοί μας και οι μεταγενέστεροι», οὐδέν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμηρον, «και δεν έχουμε ανάγκη από έναν Όμηρο» να μας υμνήσει· στη συνέχεια έρχονται αυτά τα θαυμάσια λόγια, που ενώ φαίνονται σαφή. είναι τόσο δύσκολο να αποδοθούν: ασφαλώς ένας Όμηρος θα γοήτευε προσωρινά με τα λόγια του, αλλά την αλήθεια όσων αφηγείται θα τη σκίαζε πάντοτε η αμφιβολία. Διότι μπορούμε να αναρωτηθούμε, βεβαίως, ποιοι ήταν πράγματι οι άθλοι του Αχιλλέα ή του Έκτορα. Εμείς όμως, συνεχίζει ο Περικλής, «αφού υποχρεώσαμε όλη τη θάλασσα κι όλη τη γη να ανοίξουν το διάβα στην τόλμη μας, ἐσβατόν τῆ ἡμετέρα τόλμη καταναγκάσαντες, στήσαμε παντού αιώνια μνημεία του καλού και του κακού», πράγμα που σημαίνει ότι διατηρούνται στη μνήμη εξίσου τα ειρηνικά έργα μας και το κακό που κάναμε στους εχθρούς μας.
 
Ας γυρίσουμε λίγο πίσω, στη φράση (41.1) που ακολουθεί αμέσως μετά το «παιδαγωγός όλης της Ελλάδας»: «[...] αλλά επίσης καθ' έκαστον, όσον αφορά κάθε πολίτη, σε εμάς ο ίδιος άνθρωπος είναι ικανός να υπηρετήσει με το σώμα και την προσωπικότητά του, χωρίς να χρειάζεται κάτι άλλο (τό σῶμα αὔταρκες παρέχεσθαι), πολλά είδη, ασχολίες ή ενέρ­γειες, και μετά χαρίτων εὐτραπέλως, με χάρη και με τη μεγαλύτερη άνεση». Το άτομο στην Αθήνα είναι ικανό να κάνει όχι ένα αλλά περισσότερα πράγματα, να παίξει πολλούς «ρόλους» — αυτό τον όρο χρησιμοποιεί η κυρία de Romilly. Πράγματι: μπορεί ταυτοχρόνως να συμμετάσχει στο κουμάντο μιας τριήρους, να αποτελέσει μέλος μιας επιτροπής που θα κρίνει την ποιότητα μιας τραγωδίας, να παρέμβει και να ψηφίσει στην εκκλησία του δήμου, να συμμετάσχει σε ένα δικαστήριο - κάθε Αθηναίος θα συμμετάσχει σε δικαστήριο περισσότερες φορές στη διάρκεια της ζωής του -, να συζητήσει, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε στους διαλόγους του Πλάτωνα κ.λπ. Το ίδιο λοιπόν άτομο μπορεί να επιδοθεί σε μια σειρά ασχολίες και μάλιστα εὐτραπέλως, με ευκολία, με άνεση, και μετά χαρίτων, με χάρη. Ας σταθούμε σε αυτές τις λέξεις, διότι η ιδέα είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Είναι αδύνατον, και εδώ επίσης, να μην εκπλαγεί κανείς από την άβυσσο που χωρίζει αυτή τη θέση από εκείνη του Πλάτωνα. Ο ορισμός του δίκαιου άνδρα και του καλού πολίτη τον οποίο δίνει ο Πλάτων στην Πολιτεία είναι τά ἑαυτοῦ πράττειν καί μή πολυπραγμονεῖν, να ασχολείται δηλαδή κανείς με τις δικές του υποθέσεις και να μην κάνει πολλά πράγματα. Ο δίκαιος άνδρας κάνει αυτό που έχει να κάνει και δεν διαχέεται, δεν ασχολείται με πράγματα για τα οποία κανένας δεν του ζήτησε τη γνώμη του κ.λπ. Πρόκειται προφανώς για τον ιδανικό πολίτη ενός αυταρχικού καθεστώτος. Είστε τσαγκάρης, μείνετε στη γωνιά σας, ασχοληθείτε με τα παπούτσια σας και όχι με την εξωτερική πολιτική ή το ύψος της φορολογίας. Στη δημοκρατία όμως, ο καθένας έχει πράγματι τον ιδιωτικό του χώρο, αλλά ως άτομο το οποίο μετέχει στα δημόσια πράγματα δεν περιορίζεται σε κάποια γωνιά, πηγαίνει παντού, τον συνεπαίρνουν τα πάντα και έχει άποψη για τα πάντα. Και δεν μπορεί, βεβαίως, να έχει έγκυρη άποψη, παρά μόνο στο βαθμό που του δίνεται η δυνατότητα να βγει από τη γωνιά του, να εκφράσει τη γνώμη του, έστω κι αν είναι λανθασμένη, και να μάθει από τα λάθη του. Αυτό μπορεί να γίνει μάλιστα μετά χαρίτων, με χάρη, πράγμα που είναι τελικά αδύνατον να οριστεί και δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά μόνο σε συνάρτηση με ένα άλλο στοιχείο, του οποίου αποτελεί πραγμάτωση και το οποίο, παρά τις προσπάθειες του Kant στους νεότερους χρόνους, είναι και αυτό επίσης αδύνατον να οριστεί - ή το έχει ή δεν το έχει κανείς - και ονομάζεται καλαισθησία.