Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Ο Ξενοφώντας, οι Σπαρτιάτες και η ανοικοδόμηση της ισχύος

Αρχαιολογικό Μουσείο ΑθηνώνΒρισκόμαστε πια στο 382 π. Χ., όταν οι Σπαρτιάτες δέχτηκαν τους πρέσβεις από την Άκανθο και την Απολλωνία και άκουσαν με προσοχή τον Κλειγένη να τους εξηγεί τις επικίνδυνες διαστάσεις που άρχισε να παίρνει η επεκτατική πορεία της Ολύνθου στη Χαλκιδική: «Λακεδαιμόνιοι και σύμμαχοι … η Όλυνθος είναι η μεγαλύτερη πόλη της Θράκης, το ξέρετε σχεδόν όλοι. Οι Ολύνθιοι πήραν με το μέρος τους ορισμένες πόλεις, με τη συμφωνία ότι θα ‘χουν τους ίδιους νόμους και τα ίδια πολιτικά δικαιώματα μ’ αυτούς, και κατόπιν πήραν και μερικές από τις μεγαλύτερες. Ύστερα βάλθηκαν να ελευθερώνουν και τις πόλεις της Μακεδονίας από τον Αμύντα, τον βασιλιά των Μακεδόνων». (5,2,12).

Μέχρι στιγμής δεν έχουμε δει ισχυρό που να μην απελευθερώνει, όπως δεν έχουμε δει επεκτατισμό να μπορεί να βάλει μέτρο στις επιδιώξεις του. Ο Κλειγένης συνεχίζει: «Μόλις προσχώρησαν σ’ αυτούς οι πιο κοντινές» (πόλεις), «αμέσως κίνησαν για τις πιο μεγάλες και απομακρυσμένες· τον καιρό που εμείς φεύγαμε, είχαν κιόλας στα χέρια τους – ανάμεσα σ’ άλλες πολλές – και την Πέλλα, τη μεγαλύτερη πόλη της Μακεδονίας, και μάθαμε ότι ο Αμύντας αποτραβιόταν από τις πόλεις και κόντευε να χάσει ολόκληρη τη Μακεδονία». (5,2,13).

Με άλλα λόγια, η Όλυνθος άρχισε να παίζει επικίνδυνα. Και σαν να μην έφτανε αυτό: «Οι Ολύνθιοι έστειλαν και μας προειδοποίησαν, εμάς τους Απολλωνιάτες, ότι αν δεν παρουσιαστούμε να μετάσχουμε στην εκστρατεία θα βαδίσουν εναντίον μας». (5,2,13). Είναι η ώρα της Απολλωνίας να καταλάβει τι σημαίνει να σ’ ελευθερώνουν.

Το έργο παίζεται για μια ακόμη φορά με τις ίδιους ακριβώς κανόνες· ο ισχυρός απειλεί τον ανίσχυρο, ο ανίσχυρος καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα και τρέχει σ’ έναν άλλο ισχυρό για να προστατευτεί. Το θέμα είναι να τον πείσει ότι η υπόθεσή του τον αφορά κι ότι η παρέμβαση κρίνεται επιβεβλημένη για το καλό όλων.

Κι ο Κλειγένης φαίνεται να ξέρει πού ακριβώς θα χτυπήσει: «Εμείς, Λακεδαιμόνιοι, θέλουμε βέβαια να μείνουμε πιστοί στο πατροπαράδοτο πολίτευμα και ανεξάρτητοι· αν όμως κανείς δεν μας βοηθήσει, θ’ αναγκαστούμε να πάμε κι εμείς μαζί τους. Ωστόσο αυτοί διαθέτουν κιόλας τουλάχιστον οχτακόσιους οπλίτες, καθώς και πολύ περισσότερους πελταστές· όσο για το ιππικό, αν πάμε κι εμείς μαζί τους, θα ‘χουν πάνω από χίλιους. Όταν φεύγαμε, εξάλλου, βρίσκονταν ήδη εκεί πρέσβεις των Αθηναίων και των Βοιωτών, κι ακούσαμε ότι οι Ολύνθιοι είχαν ψηφίσει να τους συνοδεύσουν πίσω στις πόλεις τους με δικούς τους πρέσβεις, για να διαπραγματευτούν συμμαχία. Αν όμως προστεθεί μια τέτοια ενίσχυση στη δύναμη των Αθηναίων και των Βοιωτών, προσέξτε, μήπως η κατάσταση ξεφύγει από τον έλεγχό σας». (5,2,14-15).

Δε χρειαζότανε να πει περισσότερα. Και μόνο αυτά ήταν αρκετά. Προτίμησε, όμως να συνεχίσει: «τι λογική έχει από τη μια να φροντίζετε μην τυχόν ενοποιηθεί η Βοιωτία, κι από την άλλη να μην αντιδράτε στη δημιουργία ενός πολύ μεγαλύτερου συνασπισμού με δύναμη όχι μόνο στη στεριά, αλλά και στη θάλασσα; Γιατί τι θα τους σταματήσει, τη στιγμή που διαθέτουν και ξυλεία για ναυπηγήσεις στην ίδια τους τη χώρα, και χρηματικούς πόρους από πολλά λιμάνια κι αγορές, αλλά και μεγάλο πληθυσμό, χάρη στην αφθονία των τροφίμων;» (5,2,16).

Αλήθεια, τι θα μπορούσαν να κάνουν οι Σπαρτιάτες; Να αδιαφορήσουν δείχνοντας εμπιστοσύνη στην Ανταλκίδειο Ειρήνη; Ή μήπως έπρεπε να εμπιστευτούν τους Αθηναίους; Η μάχη της ισχύος δεν αφορά μόνο την ακόρεστη δίψα της κυριαρχίας, αλλά και το διαρκή φόβο για τις δραστηριότητες του άλλου, που ανά πάσα στιγμή θα γίνει επικίνδυνος.

Κι ο Κλειγένης συνεχίζει να ρίχνει λάδι στη φωτιά: «Εκτός απ’ αυτό, έχουν γείτονες τους Θράκες που είναι δίχως βασιλιά, και που από τώρα καλοπιάνουν τους Ολυνθίους· αν μπουν στις προσταγές τους, κι αυτή η σημαντική δύναμη θα προστεθεί στη δική τους. Κι όταν θα ‘χουν τους Θράκες μαζί τους, θα έχουν στη διάθεσή τους τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου». (5,2,17).

Για τους Σπαρτιάτες όλα ήταν ξεκάθαρα. Έπρεπε να επέμβουν το γρηγορότερο, πριν το πράγμα πάρει διαστάσεις και γίνει ανεξέλεγκτο. Μαζί με τους συμμάχους αποφάσισαν να στείλουν αμέσως τον Ευδαμίδα με δύο χιλιάδες στρατιώτες και στη συνέχεια να συγκεντρώσουν στράτευμα δέκα χιλιάδων ανδρών και να το στείλουν ως ενίσχυση. Έδωσαν μάλιστα στους συμμάχους τη δυνατότητα να δώσουν χρήματα, αν δε θέλουν να δώσουν στρατό κι όρισαν και τα ποσά που έπρεπε να καταβληθούν. Κι αν κάποια πόλη δε συμμετείχε στην εκστρατεία, το πρόστιμο που έπρεπε να καταβάλει στη Σπάρτη ήταν τσουχτερό – «δύο δραχμές τη μέρα για κάθε άνδρα».

Η Πελοπόννησος βρίσκεται και πάλι σε εκστρατευτικό πυρετό, θα έλεγε κανείς σχεδόν αμέσως μετά τη σύναψη της ειρήνης. Αυτό που μένει είναι τα λόγια του Κλειγένη, όταν περιέγραφε τη φιλοδοξία των Ολυνθίων: «Όσο για τη φιλοδοξία τους, τι να πει κανείς; Ίσως, είν’ αλήθεια, ο θεός να ‘χει ορίσει να μεγαλώνει η φιλοδοξία των ανθρώπων μαζί με τη δύναμή τους». (5,2,18).

Ο Θουκυδίδης το απέδωσε στη φύση των ανθρώπων. Ο Ξενοφώντας επικαλείται το θεό. Το σίγουρο είναι ότι ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ποτέ να τιθασεύσει το πάθος για κυριαρχία καθιστώντας τη συνύπαρξη αδύνατη. Αν όμως δε μάθει να συνυπάρχει θα παραμείνει πρωτόγονος, ακόμη κι αν κρατά κινητό τηλέφωνο. Κι αυτή είναι η υποθήκη της δυστυχίας.

Όταν ο Ευδαμίδας έφτασε στη Χαλκιδική παρέλαβε με τη θέληση των κατοίκων την Ποτίδαια και περιορίστηκε σε επιχειρήσεις μικρού μεγέθους περιμένοντας τις ενισχύσεις, που θα του έφερνε ο αδερφός του ο Φοιβίδας. Εκείνος, όμως, όταν παρέλαβε το στρατό κι άρχισε την πορεία προς τη Χαλκιδική, σε μια στάση που έκανε έξω από τη Θήβα, βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής διένεξης που υπήρχε στην πόλη ανάμεσα στο Λεοντιάδη και τον Ισμηνία.

Με δεδομένο ότι ο Ισμηνίας δεν έκρυβε τα αντιλακωνικά του αισθήματα, ήταν ο Λεοντιάδης που πήγε να τον συναντήσει: «Στο χέρι σου είναι, Φοιβίδα, να προσφέρεις σήμερα μια πολύ μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα σου. Αν με ακολουθήσεις με τους οπλίτες σου θα σε βάλω μέσα στην ακρόπολη, κι άμα γίνει αυτό να ‘σαι βέβαιος ότι η Θήβα θα ‘ναι ολότελα υπάκουη σε σας και σ’ εμάς που είμαστε φίλοι σας». (5,2,26).

Παρακολουθούμε τη δεύτερη κλασική περίπτωση άσκησης επεκτατισμού. Τώρα η διένεξη δεν αφορά δύο πόλεις, όπου η ισχύς θα παρέμβει προς όφελος της αδύναμης που ζητά βοήθεια – περίπτωση Απολλωνίας –, αλλά δύο αντίπαλες πολιτικές μερίδες μέσα στην ίδια πόλη, όπου δίνεται η δυνατότητα στον ισχυρό να υποστηρίξει την πιο συνεργάσιμη μετατρέποντας την πόλη σε προτεκτοράτο.

Κι αυτή ακριβώς είναι η πρόταση του Λεοντιάδη, που δίνει γη και ύδωρ για να κάνει την πρότασή του δελεαστική: «Γιατί τώρα, όπως βλέπεις, έχει απαγορευτεί με προκήρυξη να πάρει μέρος Θηβαίος στην εκστρατεία σας κατά των Ολυνθίων· αν όμως συνεργαστείς μαζί μας όπως σου είπα, εμείς θα σου δώσουμε αμέσως πολλούς οπλίτες και πολύ ιππικό. Έτσι θα ενισχύσεις τον αδερφό σου με μεγάλη δύναμη, κι αυτός ετοιμάζεται να υποτάξει την Όλυνθο, εσύ θα ‘χεις υποτάξει τη Θήβα που είναι πολύ μεγαλύτερη από κείνη». (5,2,27).

Η Σπάρτη παρασύρεται και πάλι. Μπροστά σε τέτοια ευκαιρία τα περί ανεξαρτησίας των πόλεων της ειρήνης του Ανταλκίδα, που ακόμη ίσχυε, στερούνται νοήματος. Ο Φοιβίδας, χωρίς να το σκεφτεί και χωρίς καν να ενημερώσει την πόλη του, μπήκε στη Θήβα, κατέλαβε την ακρόπολη κι επέτρεψε στο Λεοντιάδη να συλλάβει τον Ισμηνία – οι περισσότεροι φίλοι κι ομοϊδεάτες του οποίου κατέφυγαν στην Αθήνα.

Όταν ο Λεοντιάδης κατέβηκε στη Σπάρτη να ζητήσει κι επίσημα τη βοήθεια της, βρήκε τους περισσότερους να έχουν εξοργιστεί με το Φοιβίδα, που ανέλαβε τέτοιες πρωτοβουλίες χωρίς την άδεια της πόλης. Εκείνος που ηρέμησε τα πνεύματα ήταν ο Αγησίλαος λέγοντας ότι, αν πρόκειται να ωφεληθεί η πόλη, δεν είναι κακό να αυτοσχεδιάσει κανείς.

Από κει και πέρα το λόγο είχε ο Λεοντιάδης: «Και σεις το λέγατε, Λακεδαιμόνιοι, ότι πριν από τούτα τα γεγονότα οι Θηβαίοι σας φέρονταν εχθρικά… Μήπως δεν αρνήθηκαν να εκστρατεύσουν μαζί σας εναντίον των δημοκρατικών του Πειραιά, που ήταν οι μεγάλοι σας αντίπαλοι, ενώ εκστράτευσαν εναντίον των Φωκέων αν κι έβλεπαν ότι τούτοι ήταν με το μέρος σας; … Έπειτα, ενώ ήξεραν πως ετοιμάζεστε να πολεμήσετε τους Ολυνθίους, έκαναν συμμαχία μαζί τους… Τώρα όμως … τίποτα δεν έχετε να φοβηθείτε από τους Θηβαίους: ένα σύντομο μήνυμά σας θα ‘ναι αρκετό για να εξυπηρετηθείτε από κει σ’ ό,τι χρειαστείτε, φτάνει να φροντίζετε και σεις τα συμφέροντά μας όπως θα φροντίζουμε εμείς τα δικά σας». (5,2,33-34).

Φυσικά, όταν ο Λεοντιάδης λέει «τα συμφέροντά μας» εννοεί τα συμφέροντά του, αλλά αυτό τι σημασία έχει για τους Σπαρτιάτες; Το δικαστήριο που στήθηκε καταδίκασε τον Ισμηνία σε θάνατο και ο Λεοντιάδης ήταν ο κυρίαρχος της πόλης. Μετά από αυτά έστειλαν τον Τελευτία στην Όλυνθο. Όπως ανέβαινε εκείνος, ειδοποίησε το βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα εξασφαλίζοντας τη συμμαχία του και πήρε με το μέρος του τον ηγεμόνα της Ελιμίας, το Δέρδα, η συνδρομή του οποίου απεδείχθη πολύτιμη. Γιατί η μάχη που έγινε μπροστά στην πόλη ήταν αμφίρροπη, κι αν ο Δέρδας δεν έκανε αποφασιστική επέλαση εναντίον των εχθρών την κρίσιμη στιγμή, που οι άλλοι υποχωρούσαν, ίσως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.

Το σίγουρο είναι ότι ο Δέρδας με το ιππικό του και ο Τελευτίας με τους σταθερά πειθαρχημένους οπλίτες του κατάφεραν να διασπάσουν τον εχθρό και να τον τρέψουν σε φυγή. Μετά από αυτή την επιτυχία ο Τελευτίας επέστρεψε στη Σπάρτη.

Όταν, όμως, μπήκε η άνοιξη, οι Ολύνθιοι με περίπου εξακόσιους ιππείς έκαναν επίθεση στην Απολλωνία με σκοπό να τη λεηλατήσουν. Τους αντεπιτέθηκε ο Δέρδας, που τυχαία ήταν εκεί, και τους κυνήγησε μέχρι τα τείχη της πόλης τους κατασφάζοντας όσους περισσότερους μπορούσε. Κυκλοφόρησε μάλιστα η φήμη ότι ο ίδιος ο Δέρδας προσωπικά σκότωσε πάνω από ογδόντα ιππείς των αντιπάλων. Τα νέα αυτά εξόργισαν τη Σπάρτη, που έστειλε ξανά τον Τελευτία στην Όλυνθο «με σκοπό να καταστρέψει ό,τι δέντρο απέμεινε κι ό,τι χωράφι είχαν καλλιεργήσει οι Ολύνθιοι». (5,3,3).

Η επιχείρηση αυτή, όμως, στάθηκε ιδιαίτερα ατυχής για τον Τελευτία. Με τρόπο ανεπίτρεπτο για τη στρατηγική του εμπειρία επιτέθηκε παρασυρμένος από οργή, χωρίς να λάβει σοβαρά υπόψη του τα δεδομένα της μάχης. Οι Ολύνθιοι μ’ έναν έξυπνο ελιγμό τον κατατρόπωσαν αποδεκατίζοντας το στρατό. Τελικά, σκοτώθηκε και ο ίδιος. Ο Ξενοφώντας σχολιάζει: «το να επιτίθεται στους αντιπάλους με θυμό, κι όχι με κρίση, είναι απόλυτο λάθος: ο θυμός είναι απερίσκεπτος, ενώ η κρίση φροντίζει εξίσου ν’ αποφύγει τη ζημία, όσο και να βλάψει τους εχθρούς». (5,3,7).

Αμέσως μετά στάλθηκε ο Αγησίπολις με μεγάλες δυνάμεις. Όταν όμως μπήκε στη γη των Ολυνθίων κι άρχισε να καταστρέφει τους αγρούς (κυρίευσε μάλιστα και την Τορώνη), έπεσε άρρωστος με υψηλό πυρετό και πέθανε σε μια βδομάδα. Προς αντικατάστασή του οι Σπαρτιάτες έστειλαν τον Πολυβιάδη που ανάγκασε τους Ολυνθίους να ζητήσουν ειρήνη άνευ όρων.

Και σαν να μην έφταναν αυτά η Σπάρτη βρήκε κι άλλη αφορμή για να παρέμβει στα εσωτερικά των άλλων. Ήταν η σειρά των Φλιασίων αυτή τη φορά, οι οποίοι δεν έδιναν τα δικαιώματα που έπρεπε στους εξόριστους παρά τις προειδοποιήσεις του Αγησιλάου. Είχαν μάλιστα και προκλητική στάση, γιατί υπολόγιζαν ότι όσο θα λείπει ο ένας βασιλιάς – ο Αγησίπολις ήταν στην Όλυνθο – ο άλλος δε θα επιχειρούσε εκστρατεία αφήνοντας την πόλη χωρίς βασιλιά.

Δεν τα σκέφτηκαν, όμως, καλά. Ο Αγησίλαος όχι μόνο εκστράτευσε, αλλά είχε εξοργιστεί και ήταν αποφασισμένος να τους συνετίσει. Όταν περνούσε τα σύνορα της πόλης, οι Φλιάσιοι έτρεξαν να ζητήσουν ειρήνη. Εκείνος δε μεταπειθόταν, πολιόρκησε την πόλη και τελικά την κυρίευσε – αν και ξόδεψε το διπλάσιο και παραπάνω χρόνο απ’ όσο υπολόγιζε.

Οι Σπαρτιάτες τα πήγαν περίφημα κατά την Ανταλκίδειο Ειρήνη. Για την ακρίβεια δεν άφησαν τίποτε ανεκμετάλλευτο: «οι Θηβαίοι κι οι άλλοι Βοιωτοί τους ήταν ολότελα υποταγμένοι, οι Κορίνθιοι είχαν γίνει πιστοί τους φίλοι, οι Αργείοι είχαν ταπεινωθεί, οι Αθηναίοι είχαν απομονωθεί, όσοι σύμμαχοι δεν τους είχαν φερθεί καλά είχαν τιμωρηθεί. Νόμιζαν λοιπόν ότι η κυριαρχία τους ήταν στερεωμένη για καλά και σίγουρη». (5,3,27).

Η περίοδος της ειρήνης δεν ήταν ιδιαίτερα ειρηνική. Για τους Σπαρτιάτες στάθηκε περισσότερο σαν ευκαιρία να ανοικοδομήσουν την πληγωμένη τους ισχύ κι όχι ως ειρηνευτικό πρόταγμα. Εξάλλου, τα γεγονότα στη Θήβα ήταν κατάφωρη παραβίασή της. Το τελικό συμπέρασμα του Ξενοφώντα «νόμιζαν ότι η κυριαρχία τους ήταν στερεωμένη για καλά και σίγουρη» είναι απολύτως κατατοπιστικό. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να μιλάμε σοβαρά για ειρηνευτική προσπάθεια.
 
Ξενοφώντος: «Ελληνικά», βιβλίο πέμπτο

Δεν χρειάζεται να γίνετε κάτι που δεν είστε, γιατί είστε ήδη τέλειοι

Έχουμε ξεχάσει ποιοι είμαστε στην πραγματικότητα και έχουμε υιοθετήσει μια νέα ταυτότητα η οποία, επειδή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητά μας, δημιουργεί πάντα μια αίσθηση κενού μέσα μας.

Για να πάψουμε να αισθανόμαστε αυτή την έλλειψη, προσπαθούμε να στολίσουμε την ταυτότητα που έχουμε δημιουργήσει, ώστε να φαντάζει εντυπωσιακή και πολύτιμη. Γι’ αυτό και ονειρευόμαστε συχνά τι θα θέλαμε να είμαστε και πώς θα μας άρεσε να φερόμαστε.

Ο προσωπικός και κοινωνικός μας κόσμος είναι γεμάτος “θα έπρεπε”, “δεν θα έπρεπε”, “είναι ανάγκη” και “δεν είναι ανάγκη”. Με βάση αυτή τη συλλογιστική λοιπόν, οφείλουμε να είμαστε περισσότερο προσεκτικοί και όχι τόσο αφελείς. Επιπροσθέτως, είναι ανάγκη να είμαστε προετοιμασμένοι και να μην είμαστε τόσο εύπιστοι. Όλες αυτές οι απαιτήσεις έχουν νόημα, όταν θεωρούμε τον εαυτό μας ελαττωματικό και ατελή, αλλά δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα, όταν κατανοούμε πως αυτό που υπάρχει πέρα από τη φαινομενική ταυτότητα είναι μια ουσία γεμάτη ευφυΐα, δημιουργικότητα και αγάπη και που εκ φύσεως είναι τέλεια, δηλαδή ολοκληρωμένη.

Για τον λόγο αυτόν, η άσκηση που πραγματικά φέρνει αποτελέσματα δεν είναι εκείνη που μας βοηθά να βελτιώσουμε την ψεύτικη ταυτότητά μας για να είμαστε όπως εμείς ή άλλοι νομίζουν πως θα έπρεπε να είμαστε, αλλά εκείνη που μας βοηθά να την υπερβούμε, ώστε να ξαναβρούμε την αληθινή μας ταυτότητα.

Δεν χρειάζεται να γίνετε κάτι που δεν είστε, διότι ουσιαστικά είστε ήδη τέλειοι, δηλαδή ολοκληρωμένοι. Το μόνο που ίσως χρειάζεστε είναι να ανακαλύψετε τι πραγματικά υπάρχει πίσω από τις λέξεις ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ.

Βρες ξανά τον εαυτό σου

Το τσουβάλι της φιλίας

Αποτέλεσμα εικόνας για Το τσουβάλι της φιλίαςΞεκινάς με ένα τσουβάλι γεμάτο ανθρώπους. Άνθρωποι που αποκαλείς γνωστούς, φίλους, συμφοιτητές, συνάδελφους, κολλητούς, γείτονες, συμμαθητές. Πόσο γεμάτη ζωή με τόσους ανθρώπους, σκέφτεσαι και χαμογελάς αθώα.

Προχωράς δυο βήματα και νιώθεις πως το τσουβάλι σα να έχει ελαφρύνει. Ανοίγεις και βλέπεις πως κάποιοι λείπουν, πως κάποιοι έχουν φύγει ή τους έχεις διώξει και εσύ. Όχι μην ανησυχείς δε σε κακολογούν, ούτε τους κακολογείς, απλά έτσι είναι οι άνθρωποι, απλά χάνονται, απλά δε συνεχίζουν, απλά δεν ταιριάζουν. Κλείνεις το τσουβάλι ανέκφραστα, έχεις τόσους πολλούς που δε σε νοιάζει.

Προχωράς άλλα τρία βήματα. Κοντοστέκεσαι ξάφνου. Σα να έχει ελαφρύνει και άλλο το άτιμο. Το ανοίγεις και τι να δεις… Ούτε οι μισοί. Μα σαν να προστέθηκαν και κάποιοι άλλοι, λίγοι, όχι πολλοί. Μα τι στην ευχή; Εσύ θα έπαιρνες όρκο ότι κάποιοι θα ήταν μέσα και κάποιοι άλλοι δε θα έμπαιναν ποτέ. Κλείνεις συλλογισμένος το τσουβάλι και προχωράς άλλα τέσσερα βήματα.

Μα το τσουβάλι το νιώθεις πιο ελαφρύ από ποτέ, επικίνδυνα ελαφρύ θα έλεγε κανείς. Σταματάς να δεις μήπως τρύπησε το τσουβάλι και άδειασε μονομιάς, αλλά μια χαρά το βλέπεις. Ξεμπλέκεις τα δεμένα κορδόνια του και κοιτάς μέσα. Μα τους εκατό κλέφτες σκέφτεσαι, τι έχει γίνει; Που εξαφανίστηκαν όλοι; Ψάχνεις εδώ, ψάχνεις εκεί, λίγους νοματαίους βλέπεις.

Προχωράς άλλο ένα βήμα μικρό, όχι μεγάλο και πλέον είσαι σίγουρος ότι το τσουβάλι έχει τρυπήσει. Το κοιτάς από κάτω και όντως είναι τρύπιο. Αναθεματίζεις για ώρα από εδώ και εκεί, μέχρι που προσέχεις πως κάποιοι λίγοι έχουν γαντζωθεί τριγύρω και με κόπο κρατιούνται, αλλά δεν παραιτούνται. Δεν είναι πολλοί. Μια χούφτα άνθρωποι, οι δικοί σου άνθρωποι.

Τους κοιτάς και τους αναγνωρίζεις. Είναι αυτοί που και η απουσία τους καμιά φορά ήταν ορατή μόνο στο μάτι, γιατί ήξερες πως είναι κάπου στο εκεί. Είναι αυτοί που και στο δικό τους τρύπιο τσουβάλι της φιλίας, είσαι αυτός που γαντζώθηκε, που δεν παραιτήθηκε. Μπαλώνεις χαρούμενος το τσουβάλι, το ρίχνεις στις πλάτες και το προσέχεις σαν τα μάτια σου. Δε φοβάσαι πια μήπως αδειάσει, αλλά μήπως και γεμίσει, γιατί επιτέλους νιώθεις πιο γεμάτος από ποτέ.

Και αν σου πουν πως φταις εσύ που τους έβαλες όλους στο ίδιο τσουβάλι, να τους πεις πως το τσουβάλι της φιλίας χωράει πολλούς μα στο τέλος κρατάει λίγους.

Ο Νέος Συλλογικός Άνθρωπος

Αποτέλεσμα εικόνας για Συλλογικός ΆνθρωποςΈνας νέος τύπος ανθρώπου αρχίζει να διαφαίνεται στην ιστορία. Ο «συλλογικός άνθρωπος». Είναι ο άνθρωπος της «ταυτότητας». Οι ξεχωριστές ιδέες, ιδιοσυγκρασία, ικανότητες και το γνωσιολογικό υπόβαθρό του δεν τον οδηγούν σε εγωιστική απομόνωση αλλά σε συλλογική συμμετοχή. Η «ταυτότητα» του επιτρέπει να μπορεί να ξεχωρίζει ανάμεσα στο πλήθος και τελικά να αναζητά τους «ομοίους του». Από την άλλη, η αναζήτηση αυτή δεν τον απομονώνει από το σύνολο αλλά μέσω της ομαδικής δράσης μπορεί τώρα να υπηρετήσει πιο αποτελεσματικά την μία μεγάλη «οικογένεια του», την ανθρωπότητα. Παύει να είναι απλά ένας «καταναλωτής» και μετατρέπεται σε ενεργό συμμέτοχο, σε «πολίτη του κόσμου». Αυτός είναι ο άνθρωπος «δελφίνι».

Μόνο το δελφίνι ζει σε συλλογικά σχήματα. Μόνο το δελφίνι μπορεί να ζει στο νερό αλλά και ταυτόχρονα στον αέρα. Έτσι γίνεται ικανό να ζει σε δύο στοιχεία. Παρόμοια και ο άνθρωπος – δελφίνι μπορεί να ζει ταυτόχρονα σε δύο στοιχεία: το υλικό και το πνευματικό. Μπορεί να συνθέσει αυτούς τους δύο κόσμους με συνεκτικό τρόπο. Έτσι, ενώ όλη η εκπαίδευση του ανθρώπου-καρχαρία και του ανθρώπου-κυπρίνου περιστρέφεται γύρω από τον «προσωπικό άνθρωπο» που ζει είτε μόνος του, ο ένας ενάντια στον άλλο, είτε μέσα σε «κοπάδια», η εκπαίδευση του ανθρώπου-δελφίνι εστιάζεται κυρίως στην υπηρεσία προς την «αγέλη-κοινότητα», υπερβαίνοντας το προσωπικό και μέσω της «ταυτότητας» τον οδηγεί στη σύνδεση του υλικού στοιχείου με το μεταφυσικό.

Το έργο του Ντήναχ μας οδηγεί σε ένα νέο τύπο ανθρώπου που σήμερα αρχίζει να γεννιέται: τον συλλογικό άνθρωπο. Αυτόν που σκέφτεται και βιώνει την συλλογική αντίληψη της ύπαρξης μέσα σε ένα σύνολο που το γεννάει μια Ιδέα, μια κοσμοθεώρηση και όχι μια υλική ανάγκη. Μια πνευματική Ιδέα που υπερβαίνει την «θρησκευτικότητα» ενώνοντας όλους τους ανθρώπους σε μια οικογένεια με την μορφή μιας Κοινοπολιτείας συνειδητών και ενεργών πολιτών. Αυτή η νέα πραγματικότητα έχει αφήσει πίσω της τόσο τα εθνικά κράτη όσο και την αυτοκρατορική αντίληψη.

Συνθέτει τις δύο όψεις στην έννοια «Κοινοπολιτεία» ως ένα συλλογικό σχήμα όπου συνδυάζονται αρμονικά τόσο ο «οριζόντιος» άξονας των αναγκών όσο και ο «κάθετος» της συνειδητότητας. Αυτή η κοσμοθεώρηση δεν είναι αποκομμένη από την υλική πραγματικότητα. Αντίθετα την σέβεται και την μετράει με μεγάλη ακρίβεια. Δεν μένει όμως μόνο σε αυτή αλλά πατάει γερά πάνω της για να μπορέσει να ανεβάσει την ανθρωπότητα στην πνευματική θέση που της αρμόζει.

Η μετάβαση αυτή, έτσι όπως περιγράφεται από το έργο, δεν είναι ανώδυνη. Αντίθετα είναι ιδιαίτερα επώδυνη για τους επόμενους τρεις αιώνες καθώς η ανθρωπότητα καλείται να ξεπεράσει όχι μόνο τους σεχταρισμούς, οι οποίοι θα απειλήσουν ακόμη και αυτή την ύπαρξή της, αλλά και την υλιστική νοοτροπία της άλογης και αχαλίνωτης κατανάλωσης των φυσικών πόρων που σήμερα φτάνει τον πλανήτη στα όρια της φέρουσας ικανότητάς του, αλλά και τις φαντασιώσεις της, όπως ο εποικισμός του διαστήματος, που οδηγεί στη σκέψη ότι μόλις μας τελειώσει η Γη εμείς θα έχουμε μετοικήσει σε κάποιον άλλο πλανήτη, όπως ένας ξενιστής μετακομίζει από έναν οργανισμό σε άλλο μόλις του απομυζήσει κάθε ικμάδα και ενέργεια.

Η ανθρωπότητα γίνεται παγκόσμια και αν δεν συμβεί κάτι που να μας στείλει πίσω στην εποχή της πέτρας, οι δυνάμεις που έχουμε φέρει κάτω από τον τεχνολογικό έλεγχο μας θα απαιτήσουν, για να διασφαλιστεί η επιβίωση της, υψηλή ψυχολογική, νοητική και πνευματική ωριμότητα.

Στον σημερινό κόσμο αυτή η ωριμότητα εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να υπάρχει. Ο σημερινός κόσμος κάθε μέρα που περνάει γίνεται όλο και πιο φανερό ότι τελειώνει και αποσυντίθεται αλλά αν ψάξει κανείς με προσοχή μέσα του και γύρω του θα μπορέσει να δει ότι ένας νέος κόσμος έχει αρχίσει ήδη να σχηματίζεται στην θέση του παλιού. Ένας κόσμος συλλογικής ύπαρξης όπου οι άνθρωποι θα μάθουν να συμβιώνουν και να συμμετέχουν με υπευθυνότητα και ειλικρίνεια ώστε να διασφαλίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η υλική επάρκεια και πνευματική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.

Αυτός ο νέος τύπος ανθρώπου θα μπορεί να πατάει στη Γη, γερά απλώνοντας όμως τα χέρια του στον Ουρανό, συνθέτοντας έτσι το υλικό με το πνευματικό πέρα από κάθε αντιπαλότητα. Συνθέτοντας τα αντίθετα σε ένα αρμονικό σύνολο, ένα ζωντανό και δυναμικό Γιν-Γιανγκ. Αυτή η γέννα συντελείται τις μέρες μας και οι αποδείξεις υπάρχουν αρκεί κάποιος να θέλει να ψάξει γύρω του και μέσα του. Η «Κοιλάδα των Ρόδων» του Paul Dienach έρχεται αρωγός σε αυτό το εγχείρημα δίνοντας μας με πολύ ποιητικό τρόπο μια εικόνα του μέλλοντος της ανθρώπινης οικογένειας.

Ό,τι δεν αλλάζει, πεθαίνει

Αποτέλεσμα εικόνας για Ό,τι δεν αλλάζει, πεθαίνειΚι έρχεται κάποια στιγμή που νιώθεις εγκλωβισμένος. Στη δουλειά, στη σχέση, στον κοινωνικό σου περίγυρο. Οι επιλογές σου δεν σε καλύπτουν πια, ο δρόμος που έχεις πάρει νιώθεις πως έχει φτάσει σε αδιέξοδο και αδυνατείς να πιστέψεις πως έχεις επιλογές. Νιώθεις σαν έντομο στον ιστό της αράχνης, που σε κάθε του προσπάθεια να ελευθερωθεί φυλακίζεται όλο και περισσότερο στα σχεδόν αόρατα δεσμά. Έτσι πολύ σύντομα σταματά να προσπαθεί και αφήνεται στη μοίρα του που φαίνεται προδιαγεγραμμένη και σαφώς, δυσοίωνη.

Με τον μανδύα της απογοήτευσης και της παραίτησης ενδεδυμένος πια, πορεύεσαι κι αναρωτιέσαι γιατί τίποτα δεν πηγαίνει καλά. Κατηγορείς την τύχη που δεν στάθηκε καλή μαζί σου και θυμώνεις με την άδικη μοίρα σου ή τον θεό σου – αν πιστεύεις σ’ αυτόν – που σου γύρισε την πλάτη για τα καλά.

Και γίνεται σιγά-σιγά η ζωή σου τροφή του θυμού σου και μόνο. Ενός θυμού που αφού θεριέψει στα σωθικά σου σαν άγριος λύκος, είναι έτοιμος να κατασπαράξει τα πάντα έχοντας ήδη κατασπαράξει εσένα, με αποτέλεσμα καταστροφικό και μη αναστρέψιμο. Ή όχι… Γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν είναι προδιαγεγραμμένο, αφού όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, η δική σου στάση είναι αυτή που καθορίζει το αποτέλεσμα τελικά. Κι αν εσύ αρνηθείς να ταΐσεις αυτόν τον λύκο, δεν θα δυναμώσει ποτέ αρκετά για να βλάψει κανέναν.

Έτσι λοιπόν, αντί για τον μανδύα της παραίτησης, φοράς εκείνον της τόλμης και της αποφασιστικότητας, αντιμετωπίζοντας τη ζωή με τον ρεαλισμό που απαιτεί και τη δύναμη που της πρέπει. Αναγνωρίζεις ως δεδομένα όσα συνέβησαν, πενθείς για όσα ενδεχομένως έχασες στο δρόμο που σ’ έφερε εδώ, αποδραματοποιείς όσο μπορείς τις καταστάσεις που σε τραυμάτισαν και αποφασίζεις να βάλεις και τυπικά το τέλος, σε ό,τι έχει ήδη τελειώσει.

Αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου, καταλογίζεις τις ευθύνες που αναλογούν στους άλλους, συγχωρείς όσο μπορείς εσένα κι εκείνους και αποφασίζεις να ελευθερώσεις τον εαυτό σου, αλλά κι αυτούς, κάνοντας πρώτος το βήμα που κανείς δεν τολμά. «Φεύγω», «χωρίζουμε», «παραιτούμαι», λέξεις απομάκρυνσης, χωρισμού, αποστασιοποίησης. Λέξεις παραίτησης από σχέσεις, από καταστάσεις, από ζωές ολόκληρες κάποιες φορές. Λέξεις μικρές που κουβαλούν το βάρος χρόνων, συναισθημάτων, ηθικών ή άλλων δεσμεύσεων.

Λέξεις απόλυτες και σταθερές που κρύβουν όμως δύναμη, σθένος, αποφασιστικότητα και γνώση. Γνώση πως η ζωή θέλει πίστη. Πως ξέρει καλύτερα από εμάς τι στ’ αλήθεια χρειαζόμαστε. Πως όσο άγνωστο και αβέβαιο κι αν είναι το μέλλον, έχει αρωγό και συνοδοιπόρο του την ελπίδα. Την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και μια καινούργια ζωή. Γιατί ό,τι δεν προχωρά, ατροφεί. Ό,τι δεν κινείται, λιμνάζει. Και ό,τι δεν αλλάζει, πεθαίνει.

Το κυριότερο είναι να μη λέτε ψέματα στον ίδιο σας τον εαυτό

lie-loveΑυτός που λέει ψέματα στον εαυτό του και πιστεύει στο ίδιο του το ψέμα, φτάνει στο σημείο να μη βλέπει καμιά αλήθεια ούτε μέσα του ούτε και στους άλλους. Κι έτσι χάνει κάθε εκτίμηση για τους άλλους και κάθε αυτοεκτίμηση.

Μην εκτιμώντας κανέναν, παύει να αγαπάει. Και μην έχοντας την αγάπη, αρχίζει να παρασέρνεται από τα πάθη και την ακολασία για να απασχοληθεί και να διασκεδάσει. Έτσι φτάνει στην απόλυτη κτηνωδία, και όλα αυτά επειδή λέει συνεχώς ψέματα στους άλλους και στον εαυτό του»
 
«Η ενεργός αγάπη είναι κάτι πολύ πιο σκληρό και φοβερό από την αγάπη που περιορίζεται στα όνειρα. Η ονειροπόλα αγάπη διψάει για σύντομα κατορθώματα, ζητάει μια γρήγορη ικανοποίηση και το γενικό θαυμασμό. Σε τέτοιες περιπτώσεις μερικοί φτάνουν πραγματικά να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμα, αρκεί να μην περιμένουν πολύ, μα να πραγματοποιηθεί γρήγορα τ’ όνειρό τους. Και να’ ναι σα μια θεατρική παράσταση που να τη βλέπουν όλοι και να τη χειροκροτούν.
 
Μα η ενεργός αγάπη χρειάζεται δουλειά κι επίμονη αυτοκυριαρχία και για μερικούς είναι ίσως-ίσως ολόκληρη επιστήμη. Μα σας προλέγω πως ακόμα και τη στιγμή που θα δείτε με φρίκη πως παρ’ όλες σας τις προσπάθειες όχι μονάχα δεν πλησιάσατε τον σκοπό σας, μα αντίθετα ξεφύγατε απ’ αυτόν, εκείνην ακριβώς τη στιγμή, σας το προλέγω, θα ‘χετε φτάσει στο σκοπό».

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή: Μια κατάσταση ψυχολογικής ομηρείας

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιδεοψυχαναγκαστική ΔιαταραχήΗ διαταραχή χαρακτηρίζεται από ιδεοληψίες και καταναγκασμούς. Ποιος είναι ο ρόλος της Έκθεσης με Παρεμπόδιση της Αντίδρασης.

Καθώς πασχίζω να αποκτήσω αληθινή και βαθιά κατανόηση του τι πραγματικά βιώνει κάποιος που πάσχει από τη διαταραχή, καταλαβαίνω ότι η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή μοιάζει με μια κατάσταση ψυχολογικής ομηρείας, στην οποία ο αιχμαλωτίζων και ο αιχμάλωτος είναι το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή το άτομο που πάσχει από τη διαταραχή. Και αυτό συμβαίνει γιατί όταν η διαταραχή απλώσει για τα καλά τον ιστό της γύρω από το θύμα της, του αφαιρεί ό,τι πολυτιμότερο έχει, δηλαδή την ελευθερία του και τον μετατρέπει σε όμηρο του ίδιου του τού εαυτού! Από εκεί και πέρα, το άτομο νιώθει πως δεν έχει άλλη επιλογή αφού ο κίνδυνος φαντάζει πραγματικός και αναπόφευκτος. Πώς συμβαίνει όμως αυτό; Τι τεχνάσματα έχει στη διάθεσή της η διαταραχή ώστε να μπορεί να μετατρέψει έναν ελεύθερο άνθρωπο σε όμηρο του ίδιου του τού εαυτού;

Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή. Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή είναι μια νευροψυχιατρική διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από Ιδεοληψίες και Καταναγκασμούς. Πρόκειται για μία χρόνια, σταδιακά επιδεινούμενη και ιδιαίτερα βασανιστική διαταραχή, η οποία πλήττει το 1-3% των ανδρών και των γυναικών συνολικά. Μπορεί να εκδηλωθεί οποιαδήποτε στιγμή στη διάρκεια της παιδικής ή της ενήλικης ζωής, σε άτομα που έχουν την προδιάθεση να την εκδηλώσουν. Φαίνεται όμως ότι ψυχοπιεστικά γεγονότα στη ζωή ενός ατόμου (αρρώστια, θάνατος οικείων, ανεργία, εγκυμοσύνη, γέννηση παιδιού) μπορούν να επισπεύσουν την εκδήλωση της διαταραχής σε ευάλωτα άτομα.

Στα πρώτα στάδιά της, η εκδήλωση της διαταραχής σπάνια γίνεται αντιληπτή από το άτομο ως πρόβλημα αφού εισβάλλει στην καθημερινότητά του με τρόπο ύπουλο και συγκαλυμμένο. Στα αρχικά στάδια της διαταραχής μάλιστα, δεν αποκλείεται το άτομο να πιστεύει ότι είναι πιο ασφαλές. Και αυτό συμβαίνει γιατί η διαταραχή αρχίζει να του ψιθυρίζει σκέψεις όπως: «Πρόσεχε! Φύλαγε τα ρούχα σου για να έχεις τα μισά! Καλύτερα να προσέχεις λίγο παραπάνω παρά να τρέχεις μετά»! Το άτομο λοιπόν ξεκινάει σιγά-σιγά να προσέχει πράγματα που προηγουμένως αγνοούσε και να παίρνει προφυλάξεις που μέχρι πρότινος δεν σκεφτόταν και ως εκ τούτου να νιώθει περισσότερη ασφάλεια. Ίσως επίσης να αρχίσει να σκέφτεται ότι μέχρι τώρα ήταν επιπόλαιος και να αναλογίζεται τους κινδύνους που μπορεί να έχει άθελά του θέσει στον εαυτό του ή τους άλλους!

Πού είναι λοιπόν το πρόβλημα; Μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι τέτοιο! Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή φαίνεται ότι απλώς προτρέπει το άτομο να είναι πιο προσεκτικό, διασφαλίζοντας έτσι την ασφάλειά του. Λάθος! Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή δεν κάνει αυτό! Αυτό που κάνει όμως είναι να ξεγελά το θύμα της κάνοντάς το να πιστεύει ότι το προστατεύει από πραγματικούς κινδύνους, όταν στ’ αλήθεια δεν υπάρχει κανένας πραγματικός κίνδυνος. Πώς όμως το κάνει αυτό;

Η παθολογική αμφιβολία είναι το πιο ισχυρό τέχνασμα της διαταραχής στην προσπάθειά της να κυριαρχήσει πάνω στο άτομο. Αφού εντοπίσει το θύμα της σε μια ευάλωτη για αυτό στιγμή, το ποτίζει με μια ενοχλητική αίσθηση αμφιβολίας κάνοντάς το να νιώθει ότι πραγματικά κινδυνεύει άμεσα, όταν στ’ αλήθεια δεν υπάρχει πραγματικός λόγος ανησυχίας. Αφού λοιπόν το άτομο νιώθει ότι πραγματικά κινδυνεύει άμεσα, αισθάνεται αναγκασμένο να κάνει κάτι για να προλάβει τον κίνδυνο ή να προφυλαχτεί από αυτόν. «Και αν δεν έσβησα το μάτι της κουζίνας;'' ''και αν δεν έβγαλα το σίδερο από την πρίζα και το σπίτι πιάσει φωτιά;'' και αν δεν έπλυνα τη σαλάτα καλά και αρρωστήσουμε όλοι σοβαρά;" ''και αν χτύπησα εκείνη την έγκυο καθώς περνούσα και δεν το κατάλαβα;'' Αυτές είναι σκέψεις (ή ιδεοληψίες) ενός ατόμου με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή που βασανίζεται από αυτό το ανυποχώρητο αίσθημα αμφιβολίας και επικείμενης απειλής για τη δική του ασφάλεια ή/ και την ασφάλεια των άλλων. Ο μόνος τρόπος να απαλλαγεί από αυτό το ενοχλητικό αίσθημα αμφιβολίας είναι να ενδώσει και να κάνει ό,τι του υπαγορεύει η διαταραχή, διαφορετικά ο κίνδυνος φαντάζει αναπόφευκτος και μοιραίος. Αλλά με τι τέχνασμα καταφέρνει διαταραχή να επηρεάσει την κρίση του ατόμου για το τι είναι πραγματικός κίνδυνος;

Αφότου η διαταραχή μπει στη ζωή του ατόμου, αυτό παύει να νιώθει σίγουρο για το τι αποτελεί πραγματικό κίνδυνο και τι όχι. Αμφιβάλλει δηλαδή για την ίδια του την κρίση. Και με την έλλειψη απόλυτης σιγουριάς που χαρακτηρίζει τα περισσότερα πράγματα στη ζωή μας (πώς μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος ότι έπλυνες τη σαλάτα πραγματικά καλά!), είναι αληθινά πολύ εύκολο για τη διαταραχή να επικρατήσει. Αυτό ήταν λοιπόν! Το θύμα της πιάστηκε για τα καλά στον ιστό της! Αν δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος, καλύτερα να κάνει αυτό που τον συμβουλεύει η διαταραχή αφού δεν φαίνεται να υπάρχει πιο σίγουρη επιλογή. Το άτομο αρχίζει λοιπόν να παίρνει (περιττές) προφυλάξεις, να αποφεύγει καταστάσεις που θεωρεί ότι είναι επικίνδυνες και να εκτελεί καταναγκασμούς με συγκεκριμένο και απαρέγκλιτο τρόπο, όπως υπαγορεύει η διαταραχή. Μόνο τότε νιώθει σίγουρος και ασφαλής.

Αλλά για σταθείτε μια στιγμή! Όχι μόνο πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι για το άτομο η διαταραχή, αλλά αντίθετα του δίνει συμβουλές για το πώς να νιώθει σίγουρος και ασφαλής. Ανεκτίμητο, δεν νομίζετε; Λάθος! Δυστυχώς, η επόμενη στιγμή που το θύμα της θα νιώσει αυτή την ενοχλητική αίσθηση αμφιβολίας και ανασφάλειας δεν είναι ποτέ μακριά, θέτοντας τον φαύλο κύκλο της διαταραχής ξανά σε κίνηση. Ο κύβος ερρίφθη! Το άτομο έγινε όμηρος του ίδιου του τού εαυτού. Δεν υπάρχει πλέον εύκολη διέξοδος. Το περίεργο είναι ότι πλέον όσο περισσότερο το άτομο ενδίδει στις προσταγές της διαταραχής, τόσο βαθαίνει το αίσθημα της αβεβαιότητας και της ανασφάλειάς του. Τόσο πληθαίνουν οι περιττές προφυλάξεις που παίρνει, οι καταστάσεις που αποφεύγει και οι καταναγκασμοί που κάνει. Ο ιστός της απλώνεται. Η κυριαρχία της στην καθημερινότητα του ατόμου γίνεται καθολική. Το πολυπόθητο αίσθημα της σιγουριάς και της ασφάλειας που του υπόσχεται δεν είναι μόνο εφήμερο αλλά και ακριβοπληρωμένο, δεν νομίζετε;

Ευτυχώς, η Έκθεση με Παρεμπόδιση της Αντίδρασης (ή Ε.μΠ.Α για συντομία) είναι μια ψυχολογική μέθοδος θεραπείας, η οποία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στη θεραπεία ατόμων με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. Η αποτελεσματικότητά της έχει να κάνει με το ότι βοηθάει το άτομο να αποκαλύψει το αληθινό πρόσωπο διαταραχής και τα τεχνάσματα που χρησιμοποιεί για να το κρατά όμηρό της. Η Ε.μΠ.Α αποτελείται από δύο εξίσου σημαντικά μέρη. Το πρώτο μέρος είναι η βαθμιαία Έκθεση του ατόμου σε όλες τις δυνητικά ‘επικίνδυνες’ καταστάσεις που το άτομο αποφεύγει. Το δεύτερο μέρος είναι η Παρεμπόδιση της Αντίδρασης, η μη εκτέλεση δηλαδή των καταναγκασμών και των μέτρων ασφάλειας από το άτομο.

Χωρίς αμφιβολία, η Ε.μΠ.Α είναι μια δύσκολη μέθοδος θεραπείας, καθώς τα ποσοστά άγχους και δυσφορίας που το άτομο θα πρέπει να αντέξει και να υπομείνει στη διάρκειά της είναι πραγματικά πολύ υψηλά. Αν καταφέρει όμως να κάνει υπομονή και να επιμείνει σε ό,τι χρειάζεται να κάνει, τα οφέλη που πρόκειται να καρπωθεί αξίζουν κάθε προσπάθεια αφού θα του δώσουν πίσω την ελευθερία του και τη ζωή του! Και αυτός είναι ένας λόγος που αξίζει κανείς να παλέψει με όλη του τη δύναμη, δεν νομίζετε;

Ο Ήλιος κινείται βραδύτερα από όσο νομίζαμε

Ο ήλιος κινείται μέσα στον Γαλαξία μας πιο αργά από όσο προηγουμένως νομίζαμε, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα από το διαστημικό σκάφος IBEX της NASA. Από την τροχιά του γύρω από τη Γη ο δορυφόρος μέτρησε τις ταχύτητες των διαστρικών σωματιδίων που εισέρχονται στις παρυφές του ηλιακού μας συστήματος, κάπου 14. 5 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα από τον ήλιο.

Το νεαρό άστρο LL Ori σχηματίζει ένα τόξο κλονισμού (bow shock) – δηλαδή το σύνορο μεταξύ του αστρικού ανέμου και του διαστρικού μέσου αν αναφερόμαστε στα άστρα ή ανάμεσα στον ηλιακό άνεμο και τη μαγνητόπαυση της Γης – καθώς αυτό κινείται μέσα από το νεφέλωμα του Ωρίωνα

Συνδέοντας τα νέα δεδομένα σε υπολογιστικά μοντέλα, η ομάδα του IBEX υπολογίζει ότι ο ήλιος κινείται με περίπου 83.700 χιλιόμετρα την ώρα, περίπου 11.000 χιλιόμετρα πιο αργά από ό,τι μέχρι τώρα νομίζαμε.

Η ανακάλυψη υποδεικνύει ότι από το προστατευτικό όριο που χωρίζει το ηλιακό μας σύστημα από το υπόλοιπο τμήμα του Γαλαξία λείπει ένα τόξο, μια σημαντική διαρθρωτική συνιστώσα που πιστεύεται ότι ελέγχει την εισροή των υψηλής ενέργειας κοσμικών ακτίνων.

Έτσι, η μη παρουσία του τόξου κλονισμού μπορεί να επανασχεδιάσει την εικόνα της κοσμικής ασπίδας του ηλιακού μας συστήματος.

Ο ήλιος στέλνει συνεχώς φορτισμένα σωματίδια προς όλες τις κατευθύνσεις, σχηματίζοντας ένα κουκούλι γύρω από το ηλιακό σύστημα που ονομάζεται ηλιόσφαιρα.

Οι επιστήμονες πίστευαν εδώ και καιρό ότι το "τόξο" της ηλιόσφαιρας σχηματίζει ένα κύμα κλονισμού σε σχήμα ημισελήνου, καθώς το ηλιακό μας σύστημα κινείται μέσω του περιβάλλοντος νέφους του διαστρικού αερίου.

Όμως τα νέα ευρήματα του IBEX σημαίνουν πως ο ήλιος κινείται τόσο αργά που η πίεση από το υλικό που ρέει γύρω από την ηλιόσφαιρα είναι 25% χαμηλότερη από το αναμενόμενο – δεν είναι δηλαδή αρκετή για να σχηματίσει ένα τόξο κλονισμού.

Μέχρι τώρα, «όλα τα μοντέλα του ηλιακού συστήματος και θεωρίες περιελάμβαναν ένα τόξο κλονισμού», δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης David McComas του Νοτιοδυτικού Ερευνητικού Ινστιτούτου στο Σαν Αντόνιο του Τέξας.

"Έχοντας μάθει για σχεδόν τρεις δεκαετίες γι ‘αυτό το τόξο, κυριολεκτικά έπαθα σοκ όταν διαπίστωσα ότι λείπει."

Η απουσία του τόξου κλονισμού είναι σημαντική, λέει ο McComas, γιατί μπορεί να υποδηλώνει ότι η ηλιόσφαιρα είναι πραγματικά πιο ισχυρή από ό,τι πιστεύαμε έως τώρα.

Με λιγότερη πίεση από το εξωτερικό υλικό, η οριακή περιοχή δεν είναι συμπιεσμένη και ως εκ τούτου δεν είναι αποδυναμωμένη τόσο πολύ όπως αναμενόταν, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να αποκρούει καλύτερα τις κοσμικές ακτίνες.

Η κατανόηση για το πώς ακριβώς η ηλιόσφαιρα δρα ως ρυθμιστής για τις κοσμικές ακτίνες θα μπορούσε να βοηθήσει τους επιστήμονες να αξιολογήσουν τις πιθανότητες για την παρουσία ζωής σε άλλους κόσμους.

Σύμφωνα με τον McComas, μερικοί ερευνητές πιστεύουν ότι οι κοσμικές ακτίνες που περνούν μέσω της ηλιόσφαιρας μπορεί να επηρεάσουν το κλίμα της Γης, επειδή τα σωματίδια υψηλής ενέργειας μπορούν να ιονίζουν την ύλη στην ατμόσφαιρα, οδηγώντας σε ένα αυξημένο σχηματισμό νεφών και την παραγωγή κεραυνών.

Άλλοι ειδικοί πιστεύουν ότι τα κοσμικά σωματίδια θα μπορούσαν ακόμη και να σχετίζονται με την άνοδο της εξέλιξης της ζωής ή τις μαζικές εξαφανίσεις στην ιστορία του πλανήτη μας, γιατί η ακτινοβολία μπορεί να επηρεάσει το DNA.

Μέχρι τώρα, η επιστήμη που κρύβεται πίσω από τον τρόπο που οι κοσμικές ακτίνες έχουν επηρεάσει τη Γη, είναι αρκετά αμφιλεγόμενη, δήλωσε ο Seth Redfield, ένας αστρονόμος από το Πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ ο οποίος δεν συμμετείχε στη νέα μελέτη του IBEX.

Όταν η ροή των κοσμικών ακτίνων σε έναν πλανήτη είναι σημαντική τότε αυτές έχουν μια σημαντική επίδραση στην εξέλιξη της πλανητικής ατμόσφαιρας ή ακόμα και στις βιολογικές διεργασίες στην επιφάνειά του πλανήτη, σαν τη Γη μας.

Στην περίπτωση αυτή, οι αστρονόμοι αξιολογώντας την κατοικησιμότητα των εξωγήινων πλανητών μπορεί να χρειαστεί να αρχίσουν να εξετάζουν όχι μόνο τις πιθανότητες για νερό σε υγρή μορφή, αλλά και την ένταση της προστατευτικής ασπίδας των άλλων άστρων.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ζητήματα για την θωράκιση από τις κοσμικές ακτίνες είναι πολύ σημαντικά και τα οποία σχετίζονται με τη ζωή όπως την ξέρουμε.»

Η μελέτη αυτή για τον βραδύτερο Ήλιο δημοσιεύεται στο περιοδικό Science.

Ο αστεροειδής Vesta είναι αρχαίος πρωτοπλανήτης

vesta_craters
Ο αστεροειδής Εστία (Vesta) μοιάζει περισσότερο με έναν πρωτοπλανήτη ή ένα φεγγάρι, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα από το διαστημόπλοιο Dawn της NASA.

Οι επιστήμονες που μελετούν τον μεγάλο αστεροειδή Vesta δημοσιεύουν μελέτη στην οποία έχουν συγκεντρώσει και αναλύσει όλα τα ευρήματα από την παρατήρηση του. Επιβεβαιώνεται η εκτίμηση που υπήρχε ότι η Εστία είναι ένας ιδιαίτερος αστεροειδής. Σύμφωνα με τους ειδικούς αποτελεί ένα «ειδικό απολίθωμα» του πρώιμου ηλιακού συστήματος και έχει χαρακτηριστικά όχι ενός κοινού αστεροειδή αλλά ενός μικρού πλανήτη. Μοιάζει δε αρκετά με τη Σελήνη.

Έχει ακτίνα περίπου 68 χιλιομέτρων, και φαίνεται να έχει διαχωριστεί σε ένα πυρήνα από σίδηρο, σε φλοιό και σε μανδύα περίπου πριν 4,56 δισεκατομμύρια χρόνια, με παρόμοιο τρόπο με τους πλανήτες και το φεγγάρι μας.

Το Vesta έχει επίσης ομοιότητες με άλλους χαμηλής βαρύτητας κόσμους, σαν τα μικρά παγωμένα φεγγάρια του Κρόνου, και η επιφάνειά του έχει φωτεινά και σκοτεινά σημάδια, που δεν ταιριάζουν με τα προβλέψιμα μοτίβα στο φεγγάρι της Γης.

Η μελέτη επικεφαλής της οποίας είναι η Carol Raymond της NASA δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Science».

Τον αστεροειδή εξερευνά από τον περασμένο Ιούλιο το σκάφος DAWN που τις επόμενες εβδομάδες ολοκληρώνει την αποστολή του εκεί και θα συνεχίσει το ταξίδι του για να συναντήσει και να εξερευνήσει τον αστεροειδή Ceres (Δήμητρα).

Η Εστία

Η Εστία (το ρωμαικό όνομα της οποίας είναι Vesta) έχει διάμετρο 530 χλμ, μέγεθος που την κατατάσσει στην κατηγορία των «πρωτοπλανητών», οι οποίοι αποτελούν τα απομεινάρια των συγκρούσεων μεταξύ μικρών σε μέγεθος πλανητών.

Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν επίσης ότι μια ομάδα από μετεωρίτες που βρέθηκαν στη Γη, σύμφωνα με τις θεωρίες, προέρχονται από την Εστία. Οι υπογραφές του πυροξένιου (pyroxene), ένα ορυκτό πλούσιο σε σίδηρο και μαγνήσιο, σε αυτούς τους μετεωρίτες ταιριάζουν με εκείνα των πετρωμάτων στην επιφάνεια της Εστίας.

Οι μετεωρίτες αυτοί αντιπροσωπεύουν περίπου το 6% όλων εκείνων που πέφτουν στη Γη, κάνοντας έτσι την Εστία μία από τις μεγαλύτερες πηγές για τους μετεωρίτες της Γης.

Διαχρονικά αποτελεί πόλο έλξης μετεωριτών και μικρών διαστημικών βράχων οι οποίοι πέφτουν επάνω της δημιουργώντας ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και πλούσιο γεωλογικό περιβάλλον. Σύμφωνα με τους ειδικούς ο τρόπος δημιουργίας της Εστίας και ο σχηματισμός του φλοιού, του μανδύα και του πυρήνα σιδήρου που διαθέτει είναι παρόμοιοι με της Γης και της Σελήνης. Για τον λόγο αυτό και αποφασίστηκε να γίνει εκεί μια αποστολή εξερεύνησης.

Το DAWN μας έδωσε εικόνα από έναν πραγματικά μοναδικό κόσμο που δεν έχει σχέση με τους υπόλοιπους αστεροειδείς. Η πιο εντυπωσιακή ανακάλυψη είναι ένα γιγάντιο βουνό που βρίσκεται κοντά στον Νότιο Πόλο της Εστίας. Η κορυφή του ορθώνεται σε ύψος 22 χλμ από την επιφάνεια!

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα ανακάλυψη είναι ένα λαμπερό μυστηριώδες υλικό που υπάρχει στους κρατήρες της Εστίας. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το μυστηριώδες υλικό βρίσκεται στο υπέδαφός της και βγαίνει στην επιφάνεια κάθε φορά που πέφτει επάνω της κάποιος μετεωρίτης. Μέχρι στιγμής πάντως δεν έχουν καταφέρει να εντοπίσουν στοιχεία για την ταυτότητα του υλικού.

Αυθεντικότητα – Πως θα βρεις τον αληθινό σου εαυτό

Πόσο συχνά κάνετε κάτι ή αποφασίζετε να κάνετε κάτι (παρότι το θέλετε) επειδή ανησυχείτε για το «πως θα το πάρουν οι άλλοι»; Για τους περισσότερους ανθρώπους αυτό είναι κάτι που συμβαίνει αρκετά περισσότερες φορές από όσες πιστεύουμε.

Παρότι ζούμε σε μία κουλτούρα που «επαινεί» το να «είσαι ο εαυτός σου», τελικά παρατηρείται ότι μας ενδιαφέρει περισσότερο το να γινόμαστε αποδεκτοί και αρεστοί, το να προσαρμοζόμαστε στα δεδομένα και στα θέλω των άλλων. Η κουλτούρα μέσα στην οποία ζούμε υποτίθεται πως δίνει μεγάλη αξία στην προσωπική ελευθερία, στην ανεξαρτησία, στην αυτοπεποίθηση και στη δυνατότητα μας να μιλάμε ελεύθερα. Θέλουμε τους ηγέτες μας να είναι έτσι, τους φίλους μας να είναι έτσι, τους συναδέλφους μας να είναι έτσι. Κι όμως τελικά, αυτό που μας μαθαίνουν οι γονείς μας, αυτό που μας διδάσκει το σχολείο, αυτό που μας περνάνε τα media είναι το ακριβώς αντίθετο. Μας περνάνε το πόσο σημαντικό είναι το να γινόμαστε αποδεκτοί, το να γινόμαστε αρεστοί, το πόσο σημαντικό είναι το να «ταιριάξουμε» με τους πολλούς, το πόσο σημαντικό είναι το να προσαρμοστούμε στο τι θέλουν οι άλλοι από εμάς.

Ως αποτέλεσμα, κινούμαστε με βάση το ρεπερτόριο επιλογών που άλλοι έχουν επιλέξει για εμάς, μέσα στο ρόλο που άλλοι έχουν φτιάξει για εμάς. Δε ζούμε με τον τρόπο που θέλουμε. Δε ζούμε, δηλαδή, σύμφωνα με τις κλίσεις μας, σύμφωνα με τις δικές μας βαθύτερες επιθυμίες, δε ζούμε σεβόμενοι τις δικές μας ανάγκες, τα ταλέντα μας ή τα πιστεύω μας. Τα αφήνουμε όλα αυτά στην άκρη και συνεχώς προσπαθούμε να «φτιάξουμε» τον εαυτό μας, ώστε να αρέσουμε στους άλλους και άρα να μας αποδεχτούν και άρα να μας επαινέσουν και να μας εντάξουν στον κόσμο τους. Έτσι όμως καταλήγουμε να λειτουργούμε με βάση το τι πιστεύουν οι άλλοι πως είναι καλύτερο για εμάς και το χειρότερο είναι πως καταλήγουμε να κυνηγάμε το ανέφικτο και να νιώθουμε πως δεν είμαστε αρκετά ικανοί, πως δεν είμαστε αρκετά καλοί για τους άλλους. Πως ποτέ δε θα γίνουμε αυτό που οι άλλοι έχουν πλάσει ως ιδανικό για εμάς. Και πράγματι δε θα το φτάσουμε ποτέ. Είναι ανέφικτο. Το χειρότερο όμως δεν είναι ότι δε θα το φτάσουμε, άλλο ότι αυτό το κυνήγι θα μας οδηγήσει με βεβαιότητα στη δυστυχία.

Η αυθεντικότητα –το να είσαι ο εαυτός σου- έχει να κάνει με το να απολαμβάνεις την ελευθερία «να είσαι αυτός που είσαι» με φυσικό τρόπο, χωρίς τη μάσκα του καθωσπρεπισμού στις σχέσεις σου. Χρειάζεται θάρρος και δέσμευση στην προσπάθεια να:

Δεις τον εαυτό σου όπως πραγματικά είναι, με τα καλά και τα κακά του.

Το να λες την αλήθεια στον εαυτό σου, χωρίς δικαιολογίες και αποφυγές.

Το να είναι ΟΚ να εκφράσεις την ευαλωτότητα σου και τις αδυναμίες σου.

Το να παραδέχεσαι και να μοιράζεσαι τις πιο βαθιές σκέψεις σου που μπορούν να έχουν να κάνουν με πράγματα για τα οποία ντρέπεσαι, σκέψεις που εκφράζουν τις ανασφάλειες σου ή από την άλλη σκέψεις για τις αληθινές σου επιθυμίες.

Το να είσαι ανοιχτός και αληθινός για όλα αυτά είναι ο δρόμος για την αυθεντική ζωή.

Το 1ο και σημαντικότερο κομμάτι του ταξιδιού μας προς μία ζωή γεμάτη ικανοποίηση, νόημα και αυθεντικότητα, είναι το να μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε στο πιο βαθύ μας επίπεδο, να μάθουμε το πιο βαθύ μας εαυτό. Το ταξίδι της αυτογνωσίας είναι ένα ταξίδι ζωής. Κι όσο πιο ανοιχτοί είμαστε στο να ακολουθήσουμε αυτό το μοναπάτι, τόσο περισσότερο θα αναπτυχθούμε και θα εξελιχθούμε.

Το να είμαστε σε πλήρη γνώση του εαυτού μας έχει να κάνει με το πόσο βαθιά μέσα μας είμαστε διατεθειμένοι να κοιτάξουμε. Αυτό είναι τεράστια πρόκληση και συχνά μας προκαλεί φόβο. Υπάρχουν κομμάτια της ζωής μας και της προσωπικότητας μας που δε θέλουμε καν να κοιτάξουμε, που δε θέλουμε καν να θυμόμαστε ή που δεν θέλουμε καν να ξέρουμε ότιν υπάρχουν. Υπάρχουν κομμάτια της ζωής μας που αποφέυγουμε, κομμάτια του εαυτού μας που θέλουμε να απαρνηθούμε. Προτιμάμε να κουκουλώνουμε τους φόβους μας, παρά να τους αντιμετωπίζουμε κατά πρόσωπο.

Όμως αν θέλουμε να ζήσουμε μία ικανοποιητική και πλήρη ζωή, μία ζωή με νόημα, τη ζωή που αληθινά θέλουμε, θα χρειαστεί να βουτήξουμε μέσα μας και να «κάνουμε ειρήνη» με τον εαυτό μας. Να βρούμε την αλήθεια, όποια κι αν είναι, και να την «αγκαλιάσουμε». Να αποδεχτούμε, δηλαδή, τον αληθινό μας εαυτό αντί να τον πολεμάμε.

Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα που όλοι βιώνουμε στο ταξίδι της ζωής. Το να λειτουργήσουμε με βάση το ποιοι πραγματικά είμαστε, το να εκφράζουμε έντιμα και ειλικρινά τους εαυτούς μας, το να είμαστε τοληροί διεκδικώντας τα πραγματικά μας θέλω, μπορεί να φέρει και αρκετό φόβο μέσα μας.

Πού συχνά όμως τείνουμε να τρεχουμε μακριά ή να «κρυβόμαστε» από τους φόβους μας, βιώνοντας ταυτόχρονα ντροπή. Κι αυτό γιατί σκεφτόμαστε ότι «δε θα έπρεπε να το νιώθω αυτό» ή ότι «έιναι λάθος να φοβάμαι». Κι όμως οι φόβοι είναι φυσιολογιό να υπάρχουν. Είναι ο επιβιωτικός μας μηχανισμός. Είναι μέσα στα γονίδια μας γραμμένο το να φοβόμαστε. Έτσι επιβιώνουμε. Δεν υπάρχει λοιπόν, λόγος να ντρεπόμαστε που φοβόμαστε. Δεν υπάρχει λοιπόν, λόγος να ντρεπόμαστε να παραδεχτούμε τους φόβους μας.

Η ερώτηση άρα, δεν είναι αν υπάρχει φόβος, αλλά η πιο σηματική ερώτηση είναι:

Πως μπορώ να προχωρήσω πέρα από τους φόβους μου.

Πως μπορώ να παραμερίσω τους φόβους μου με τέτοιον τρόπο ώστε να μη με εμποδίσουν από το να είμαι ο αληθινός μου εαυτός.

Πως μπορώ να αφήσω στην άκρη τους φόβους μου ώστε να μη με εμποδίσουν από το να συνεχίσω να διεκδικώ μία ζωή πληρότητας, βασιζόμενος –η στα αληθινά μου θέλω.

Έχουμε τη δυαντότητα να «μεταμορφώσουμε» τους φόβους μας με το να τους παραδεχτούμε πρώτ’ απ’ όλα κι έπειτα με το αν τους εκφράσουμε.

Κι ενώ οι περισσόετροι από εμάς δεν είμαστε κατά συνείδηση ψεύτες (δηλαδή, δεν έχουμε πρόθεση να «ξεγελάσουμε» τους ανθρώπους γύρω μας), τελικά λέμε καθημερινά «ψέματα» όταν αποφεύγουμε να εκφράσουμε τον αληθινό μας εαυτό. Δεν εκφράζουμε τις αληθινές μας απόψεις, τα αληθινά μας συναισθήματα, τα αληθινά μας πιστεύω και άρα λέμε «ψέματα»!

Έχουμε εκπαιδευτεί να λέμε τις απόψεις που «πρέπει». Τις απόψεις που οι άλλοι θέλουν να ακούσουν από εμάς, να εκφράσουμε να συναισθήματα που «επιτρέπεται» να εκφράσουμε κι όχι τα αληθινά μας. Πόσο αληθινοί είμαστε τελικά; Πόσο μας ξέρουν οι άλλοι; Ποιοι πραγματικά είμαστε;

Το να είναι κάποιος τολμηρός, είναι συχνά τρομακτικό γιατί περιέχει ρίσκο, μικρό ή μεγάλο. Είναι όμως απαραίτητη η τόλμη για όσους θέλουν να ζήσουν μία αυθεντική ζωή, μία ζωή αληθινή, γεμάτη νόημα.

Η τόλμη έχει να κάνει με το να κάνουμε βήματα εκτός της «ζώνης άνεσης μας», δηλαδή βήματα πέρα απο τα όρια της ασφάλειας μας, πέρα από αυτό που θεωρούμε ότι μπορούμε να κάνουμε. Η τόλμη έχει να κάνει με το να εκφραζόμαστε, συμπεριφερόμαστε, δραστηριοποιούμαστε και ζούμε με τρόπο θαρραλέο και σε προσανατολισμό με το ποιοι πραγματικά είμαστε, με το πια είναι η αληθινή μας φύση.

Επειδή όμως ο καθένας από εμάς είναι μοναδικός, έτσι και η ατομική εκδοχή της τόλμης του καθενός είνια διαφορετική. Αυτό δηλαδή που είναι τολμηρό και θαρραλέο για εμένα, για τον διπλανό μας ίσως να μην είναι και το ανάποδο. Όπως και να έχει όμως, το να είμαστε τολμηροί πρυποθέτει το να είμαστε σε επαφή με τις πιο βαθιές μας αλήθειες, επιθυμίες και θέλω στη ζωή κι έπειτα να έχουμε το θάρρος να τα κάνουμε όλα αυτά πράξη.

Ο δρόμος της αυθεντικής ζωής, του να ζεις με πληρότητα και νόημα δηλαδή, είναι ένας δρόμος όπου γενναιόδωρα απολαμβάνεις αυτό που είσαι, τιμάς και σέβεσαι αυτό που είσαι. Εάν πραγματικά αγαπήσουμε τον εαυτό μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι οι περισσότερες ανησυχίες μας, ακόμα και τα πράγματα (κυρίως υλικά) για τα οποία παλεύουμε, είναι άνευ ουσίας και νοήματος. Θα συνειδητοποιήσουμε ότι δεν χρειάζεται να αποδείξουμε την αξία μας μέσα από τη συσσώρευση αγαθών, μέσα από τις επιτυχίες ή τα «κατορθώματα» μας. Θα γίνουμε περισσότερο αγαπητοί ή αποδεκτοί αν αποκτήσουμε καλύτερο αυτοκίνητο ή πιο ακριβή τσάντα; Αν δεν αποδεχτούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας, αν δεν εαγαπήσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας, πως περιμένουμε να το κάνουν οι άλλοι για εμάς;

Όσες εμπειρίες κι αν μαζέψουμε, όσα ταξίδια κι αν πάμε, όσες γνωριμίες κι αν κάνουμε, όσα χρήματα κι αν αποκτήσουμε, όσες επιθυμίες μας κι αν κάνουμε πραγματικότητα, αν δεν αγαπήσουμε τον εαυτό μας, στο τέλος της μέρας, τίποτα από αυτά δε θα έχει σημασία. Τίποτα από αυτά δε θα έχει σημασία μιας και πάλι θα είμαστε μόνοι. Μιας και πάλι θα ζούμε μία ζωή χωρίς νόημα, μιας και πάλι θα είμαστε κενοί, ζώντας μια ζωή χωρίς ουσία, μια ζωή που δε θα είναι ευθυγραμμισμένη με την αληθινή μας φύση, μια ζωή αποξενωμένη από τον αληθινό μας εαυτό και άρα μια ζωή κενή, μια ζωή μοναξιάς.

Δυστυχώς ζούμε μια ζωή όπου περιμένουμε από τους άλλους να μας δώσουν αυτά που πραγμταικά λαχταράμε, αγάπη και αποδοχή. Ενώ στην πραγματικότητα, όλα αυτά, μόνο εμείς μπορούμε να τα δώσουμε στον εαυτό μας. Ας βρούμε την αγάπη και την αποδοχή για τον ευατό μας μέσα μας!

Εκπληκτικό: Τα δέντρα πάνε για ύπνο

Ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι τα δέντρα χαλαρώνουν και αφήνουν τα κλαδιά τους να γέρνουν, όταν ο Ήλιος δύει.

Οι περισσότεροι ζωντανοί οργανισμοί προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στο ρυθμό της ημέρας και της νύχτας. Τώρα, οι επιστήμονες μελέτησαν αν συμβαίνει το ίδιο και στα δέντρα. Και τι διαπίστωσαν;

Με πειράματα που έκαναν, χρησιμοποιώντας σαρωτές λέιζερ, βρήκαν πως και τα δέντρα έχουν το δικό τους ρυθμό ημέρας και νύχτας. Μάλιστα μόλις νυχτώνει… πάνε για ύπνο!

Τη μελέτη έκανε μια ομάδα ερευνητών από την Αυστρία, τη Φινλανδία και την Ουγγαρία ήθελε να διαπιστώσει αν στα δέντρα ισχύει ότι και στα φυτά, που ανοίγουν τα λουλούδια τους το πρωί και τα κλείνουν το βράδυ.

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι το δέντρο γέρνει κατά τη διάρκεια της νύχτας, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί ως αλλαγή θέσης στα φύλλα και κλαδιά», λέει ο Έτού Πουτόνεν (Eetu Puttonen) και προσθέτει: «Οι αλλαγές δεν είναι πολύ μεγάλες, μόνο μέχρι 10 εκατοστά για τα δέντρα με ύψος περίπου 5 μέτρα, αλλά είναι συστηματική».

Για να αποκλειστούν επιδράσεις των καιρικών συνθηκών και της τοποθεσίας, το πείραμα έγινε δύο φορές με δύο διαφορετικά δέντρα. Το πρώτο δέντρο που μελέτησαν ήταν στη Φινλανδία και το άλλο στην Αυστρία. Και οι δύο δοκιμές έγιναν κοντά στην ηλιακή ισημερία, κάτω από ήρεμες συνθήκες.

Τα φύλλα και τα κλαδιά έδειξαν να γέρνουν σταδιακά, φτάνοντας στη χαμηλότερη θέση τους μια-δυο ώρες πριν από την ανατολή του ηλίου. Το πρωί, τα δέντρα επέστρεψαν στην αρχική τους θέση, μέσα σε λίγες ώρες. Δεν είναι ακόμη σαφές εάν είχαν «ξυπνήσει» από τον ήλιο ή από τον δικό τους εσωτερικό ρυθμό.

sss
Το animation παραπάνω δείχνει πώς τα δέντρα να χαλαρώσουν τα κλαδιά τους
 κατά τη διάρκεια των ωρών του σκοταδιού
Πώς η θέση του δέντρου αλλάξει από το βράδυ μέχρι το πρωί. Το δέντρο φαίνεται να χαλαρώνει
Πώς η θέση του δέντρου αλλάζει από το βράδυ μέχρι το πρωί.
Το δέντρο φαίνεται να χαλαρώνει
Τα δέντρα αυτά παρακολουθούνται στο τέλος της ημέρας (βλέπε μαύρες κουκίδες) και νωρίς το πρωί (βλέπε κόκκινες κουκκίδες) στη Φινλανδία και την Αυστρία, χρησιμοποιώντας υπέρυθρο φως.
Τα δέντρα αυτά παρακολουθούνται στο τέλος της ημέρας (βλέπε μαύρες κουκίδες) και νωρίς το πρωί (βλέπε κόκκινες κουκκίδες) στη Φινλανδία και την Αυστρία, χρησιμοποιώντας υπέρυθρο φως.

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Ὀλυνθιακὸς γ΄ (3) (10-13)

[10] Ἀλλ᾽ ὅτι μὲν δὴ δεῖ βοηθεῖν, εἴποι τις ἄν, πάντες ἐγνώκαμεν, καὶ βοηθήσομεν· τὸ δ᾽ ὅπως, τοῦτο λέγε. μὴ τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, θαυμάσητε, ἂν παράδοξον εἴπω τι τοῖς πολλοῖς. νομοθέτας καθίσατε. ἐν δὲ τούτοις τοῖς νομοθέταις μὴ θῆσθε νόμον μηδένα (εἰσὶ γὰρ ὑμῖν ἱκανοί), ἀλλὰ τοὺς εἰς τὸ παρὸν βλάπτοντας ὑμᾶς λύσατε.

[11] λέγω τοὺς περὶ τῶν θεωρικῶν, σαφῶς οὑτωσί, καὶ τοὺς περὶ τῶν στρατευομένων ἐνίους, ὧν οἱ μὲν τὰ στρατιωτικὰ τοῖς οἴκοι μένουσι διανέμουσι θεωρικά, οἱ δὲ τοὺς ἀτακτοῦντας ἀθῴους καθιστᾶσιν, εἶτα καὶ τοὺς τὰ δέοντα ποιεῖν βουλομένους ἀθυμοτέρους ποιοῦσιν. ἐπειδὰν δὲ ταῦτα λύσητε καὶ τὴν τοῦ τὰ βέλτιστα λέγειν ὁδὸν παράσχητ᾽ ἀσφαλῆ, τηνικαῦτα τὸν γράψονθ᾽ ἃ πάντες ἴσθ᾽ ὅτι συμφέρει ζητεῖτε.

[12] πρὶν δὲ ταῦτα πρᾶξαι, μὴ σκοπεῖτε τίς εἰπὼν τὰ βέλτισθ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν ὑφ᾽ ὑμῶν ἀπολέσθαι βουλήσεται· οὐ γὰρ εὑρήσετε, ἄλλως τε καὶ τούτου μόνου περιγίγνεσθαι μέλλοντος, παθεῖν ἀδίκως τι κακὸν τὸν ταῦτ᾽ εἰπόντα καὶ γράψαντα, μηδὲν δ᾽ ὠφελῆσαι τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ λοιπὸν μᾶλλον ἔτ᾽ ἢ νῦν τὸ τὰ βέλτιστα λέγειν φοβερώτερον ποιῆσαι. καὶ λύειν γ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοὺς νόμους δεῖ τούτους τοὺς αὐτοὺς ἀξιοῦν οἵπερ καὶ τεθήκασιν·

[13] οὐ γάρ ἐστι δίκαιον, τὴν μὲν χάριν, ἣ πᾶσαν ἔβλαπτε τὴν πόλιν, τοῖς τότε θεῖσιν ὑπάρχειν, τὴν δ᾽ ἀπέχθειαν, δι᾽ ἧς ἂν ἅπαντες ἄμεινον πράξαιμεν, τῷ νῦν τὰ βέλτιστ᾽ εἰπόντι ζημίαν γενέσθαι. πρὶν δὲ ταῦτ᾽ εὐτρεπίσαι, μηδαμῶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μηδέν᾽ ἀξιοῦτε τηλικοῦτον εἶναι παρ᾽ ὑμῖν ὥστε τοὺς νόμους τούτους παραβάντα μὴ δοῦναι δίκην, μηδ᾽ οὕτως ἀνόητον ὥστ᾽ εἰς προῦπτον κακὸν αὑτὸν ἐμβαλεῖν.

***
ΠΡΟΤΑΣΗ (§§ 10-13)
[10] Αλλά ότι πρέπει να βοηθήσουμε οπωσδήποτε, όλοι το έχουμε καταλάβει, θα έλεγε κανείς, και θα το κάνουμε· με ποιό τρόπο όμως, αυτό πες μας. Μην εκπλαγείτε λοιπόν, Αθηναίοι, αν προτείνω κάτι απροσδόκητο για τους περισσότερους. Διορίστε νομοθέτες· σ᾽ αυτούς να μην υποβάλετε προς ψήφιση κανένα νόμο —αρκετούς έχετε— αλλά να καταργήσετε αυτούς που σήμερα σας βλάπτουν.

[11] Εννοώ τους νόμους για τα θεωρικά, σαφώς αυτούς, και μερικούς που αφορούν τους στρατεύσιμους. Οι πρώτοι, χρήματα προορισμένα για το στρατό, τα μοιράζουν υπό μορφή θεωρικών σ᾽ αυτούς που μένουν εδώ, οι δεύτεροι αθωώνουν τους ανυπότακτους· έτσι αποθαρρύνουν και εκείνους που επιθυμούν να κάνουν το καθήκον τους. Κι όταν ακυρώσετε αυτούς τους νόμους και ανοίξετε με ασφάλεια το δρόμο να δίνει ο καθένας τις καλύτερες συμβουλές, τότε αναζητήστε αυτόν που θα προτείνει όσα όλοι γνωρίζετε ότι μας συμφέρουν.

[12] Αλλά έως ότου κάνετε αυτά, μη ψάχνετε να βρείτε ποιός θα δεχθεί να καταστραφεί από σας, όταν πει τα καλύτερα για σας. Δεν πρόκειται να τον βρείτε· το μόνο κέρδος γι᾽ αυτόν που θα υποστήριζε και θα πρότεινε αυτά, θα ήταν να πάθει άδικα κάποιο κακό, χωρίς καθόλου να ωφελήσει την κατάσταση, αλλά να συντελέσει ώστε στο μέλλον να γίνει ακόμη πιο επικίνδυνο από ό,τι σήμερα το να λέει κανείς τα καλύτερα. Την κατάργηση μάλιστα αυτών των νόμων πρέπει να απαιτήσετε, Αθηναίοι, από τους ίδιους εκείνους που τους έχουν θεσπίσει.

[13] Γιατί δεν είναι δίκαιο να έχουν ακόμη την εύνοιά σας, μια εύνοια που έβλαψε ολόκληρη την πόλη, αυτοί που θέσπισαν τότε τους νόμους, ενώ η αντιπάθεια για την κατάργησή τους, που θα βελτιώσει τη ζωή όλων μας, να γίνει αιτία τιμωρίας γι᾽ αυτόν που θα προτείνει τώρα τα καλύτερα. Μέχρι να τακτοποιήσετε όμως αυτά, Αθηναίοι, με κανέναν τρόπο μη ζητάτε να βρεθεί κάποιος ανάμεσά σας με τόση επιρροή, ώστε να παραβεί αυτούς τους νόμους ατιμώρητος, ούτε τόσο ανόητος ώστε να ρίξει τον εαυτό του σε ολοφάνερη περιπέτεια.

Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗΣήμερα θεωρούμε αυτονόητο ότι το έπος, ή λυρική ποίηση και το δράμα είναι ποιητικά είδη πού συνυπάρχουν στη δυτική λογοτεχνία. Στην Ελλάδα όμως, οπού δημιουργήθηκαν αυτά τα ποιητικά είδη ως φορείς μεγάλης ποίησης, η οποία άσκησε άμεσα ή έμμεσα επίδραση στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, άκμασαν διαδοχικά και όχι παράλληλα. Όταν παρακμάζει το έπος, προβάλλει η λυρική ποίηση, και όταν αυτή πλησιάζει στο τέλος της, γεννιέται το δράμα. Τα ποιητικά είδη ήταν επομένως στη χώρα της γέννησης τους κατόρθωμα και έκφραση μιας ορισμένης ιστορικής κατάστασης. Η ιδιοτυπία της επικής σύνθεσης να συλλαμβάνει τη ζωή σαν μια αλυσίδα από γεγονότα δεν αποτελεί στον Όμηρο ένα συνειδητό τρόπο σύνθεσης. Ο Όμηρος δεν επέλεξε συνειδητά ανάμεσα σε άλλες δυνατότητες έναν ορισμένο τρόπο παρουσίασης της ανθρώπινης ύπαρξης, τον οποίο θεώρησε τον πιο κατάλληλο για το έπος. Ο Lessing δεν έχει επομένως δίκιο, όταν αποδίδει στον Όμηρο την καλλιτεχνική πρόθεση σύμφωνα με την οποία ο ποιητής αποφεύγει κάθε περιγραφή καταστάσεων και αρκείται μόνο στην αφήγηση γεγονότων. Αυτή η ιδιοτυπία εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο ο Όμηρος βλέπει και φυσικά ερμηνεύει τον άνθρωπο, τη ζωή και τον κόσμο: Οι πράξεις και τα αισθήματα του ανθρώπου καθορίζονται από τις θεϊκές δυνάμεις πού δρουν στον κόσμο, είναι αντιδράσεις των φυσικών του οργάνων σ' ένα ερέθισμα, το οποίο πιστεύει ότι τον άφορα προσωπικά. Κάθε κατάσταση είναι αποτέλεσμα αυτών των ερεθισμάτων και συγχρόνως πηγή νέων ερεθισμάτων.

    Η γένεση του ελληνικού έπους βυθίζεται στο σκοτάδι της προϊστορικής εποχής. Το αρχαιότερο έργο πού γνωρίζουμε αποτελεί συγχρόνως και το αποκορύφωμα της ελληνικής επικής ποίησης: είναι το έργο πού παραδόθηκε με το όνομα του Ομήρου, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Η λυρική ποίηση, αντίθετα, επιτρέπει να θέσουμε ερωτήματα ιστορικού χαρακτήρα, όπως: ποια είναι η διαφορά της από το παλαιότερο ποιητικό είδος, το έπος, και ποιο είναι το νέο πνεύμα πού εκφράζει; Η πιο χαρακτηριστική διαφορά ανάμεσα στους παλαιούς επικούς και τους λυρικούς πού τους διαδέχονται είναι ότι στη λυρική ποίηση οι ποιητές εμφανίζονται ως προσωπικότητες. Οι λυρικοί ποιητές σε αντίθεση με το προβληματικό όνομα του Ομήρου αναφέρουν το όνομα τους, μιλούν για τον εαυτό τους, προσφέρονται σε αναγνώριση ως συγκεκριμένα πρόσωπα.

    Στην εποχή της λυρικής ποίησης εμφανίζονται για πρώτη φορά στη σκηνή της ευρωπαϊκής ιστορίας προσωπικότητες με τους πιο διαφορετικούς ρόλους: Αρχηγοί κομμάτων, νομοθέτες και τύραννοι, θρησκευτικοί στοχαστές και φιλόσοφοι, καλλιτέχνες πού τοποθετούν στα έργα τους την υπογραφή τους, και έτσι διασπούν το φράγμα της ανωνυμίας που υψωνόταν ως τότε στην Ελλάδα και την Ανατολή. Την πνευματική σημασία αυτής της διαδικασίας είναι πολύ ευκολότερο να την εκτιμήσουμε με τη βοήθεια της λυρικής ποίησης παρά οποιασδήποτε άλλης τέχνης, γιατί η ποίηση εκφράζει με λόγια την καινούρια προοπτική πού διανοίγεται, και έτσι αποκαλύπτει με σαφήνεια το πνεύμα της εποχής. 

    Η λυρική ποίηση, τόσο η χορική όσο και η μονωδική, στηρίζεται σε δύο προϋποθέσεις: πρώτον εξαρτάται από λαϊκές προλογοτεχνικές μορφές, πού απαντούν σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς, όπως είναι ορχηστικά, λατρευτικά, εργατικά κτλ. τραγούδια, πού σκοπό έχουν να εξυπηρετήσουν ομαδικές ασχολίες σε ορισμένες περιστάσεις της κοινωνικής συμβίωσης. Δεύτερο, γίνεται αισθητή η επίδραση της επικής ποίησης και ιδιαίτερα του Ομήρου στους έλληνες λυρικούς. Δεν υπάρχει κανένας ποιητής πού να μη δέχτηκε σε ορισμένα αντιπροσωπευτικά χωρία της ποίησης του αυτή την επίδραση, με τη βοήθεια της οποίας η λυρική ποίηση υπερβαίνει το στάδιο της περιστασιακής ποίησης, παρόλο πού δεν παύει να συνδέεται με ορισμένες και συγκεκριμένες αφορμές.

    Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαϊκής λυρικής ποίησης που μας παραδόθηκε είναι εορταστική ποίηση, δηλαδή ποίηση πού χρωστά τη σύνθεση της σε διάφορες γιορτές προς τιμήν θεών ή ανθρώπων. Σκοπός της είναι να εξυψώσει ένα σημαντικό γεγονός του παρόντος πάνω από τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, να χαρίσει διάρκεια στη χαρούμενη στιγμή. Τα δύο βασικά μέσα πού χρησιμοποιεί για να φτάσει σ' αυτόν το σκοπό (αν δεν λάβουμε υπόψη την αυστηρή παραδοσιακή μορφή που είναι ένας παράγοντας σταθερότητας, είναι ο μύθος και το γνωμικό. Ο μύθος, κυρίως ο μύθος που πέρασε από το φίλτρο της επικής ποίησης, παραθέτει πλάι στο γήινο γεγονός μια ανάλογη θεϊκή ή ηρωική εικόνα και έτσι προσδίδει στις εφήμερες ανθρώπινες πράξεις νόημα και αξία. Το γνωμικό συνδέει το επιμέρους με το γενικό, συχνά με προτρεπτική ή διδακτική μορφή, και οδηγεί με ορθολογικό τρόπο το πνεύμα στις μόνιμες αξίες, στην αλήθεια. Σ' αυτή την εορταστική ποίηση ανήκει σχεδόν ολόκληρη η χορική ποίηση από το τέλος του 7ου ως τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ., από τον Αλκμάνα ως τον Βακχυλίδη και τον μεγάλο Πίνδαρο με ενδιάμεσους σταθμούς τον Στησίχορο, τον Ίβυκο και τον Σιμωνίδη.

    Αυτοί οι ύμνοι που αποτελούν την πραγματικά «μεγάλη» λυρική ποίηση των Ελλήνων διαμόρφωσαν το υψηλό ποιητικό ύφος τόσο για τους ίδιους τους Έλληνες όσο και για τους μεταγενεστέρους. Από αυτήν εξελίχθηκε η τραγωδία και κάθε μορφή ποίησης με υψηλό και παθητικό ύφος. Αυτή καθοδήγησε τον Κlοpstock, τον νεαρό Goethe, τον Hölderlin και τον Rilke στη σύνθεση των ύμνων τους. Αυτή η ποίηση πιστεύει, σε αντίθεση με το έπος, ότι το παρόν αξίζει να εξυμνηθεί. Οι πράξεις του παρελθόντος δεν αποτελούν αυτοσκοπό, άλλα συμβάλλουν στην εξύψωση του παρόντος. Οι αρχαϊκοί Έλληνες ένιωθαν χαρά για καθετί ζωντανό και πολύχρωμο πού ανήκει στο παρόν.

    Η χτυπητή αντίθεση ανάμεσα στο μύθο και το παρόν, ανάμεσα στο ιδεατό και το πραγματικό, ανάμεσα στην απαίτηση και τη δυνατότητα πραγματοποίησης της, γίνεται όλο και περισσότερο αισθητή στη διάρκεια της διακοσιόχρονης εξέλιξης• παρ' όλα αυτά το παρόν παραμένει ο χώρος οπού κινείται η λυρική ποίηση, αν και έχει αποκτήσει μια νέα αίσθηση της υπερχρονικότητας.

    Παράλληλα με την υμνωδική ποίηση αναπτύσσεται την ίδια εποχή - μόνο πού αρχίζει κάπως νωρίτερα και παρακμάζει επίσης κάπως νωρίτερα - ένα άλλο εξίσου σημαντικό είδος λυρικής ποίησης, πού πλησιάζει περισσότερο τη σημασία πού δίνουμε εμείς στον όρο «λυρικός», γιατί η ποίηση αυτή εκφράζει προσωπικά βιώματα των δημιουργών της. Για τους Έλληνες αυτή η ποίηση δεν αποτελεί μια ενότητα, λυρική ποίηση είναι η ποίηση πού τραγουδιέται είτε είναι χορική, όπως είδαμε παραπάνω, είτε μονωδική, Οπότε παρουσιάζεται από ένα άτομο, όπως η ποίηση της Σαπφώς, του Αλκαίου και του Ανακρέοντα. Πολλά από τα μονωδικά ποιήματα είναι εγκώμια προς τιμήν θεών ή ανθρώπων - π.χ. τα επιθαλάμια της Σαπφώς -, άλλα το νέο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ποίηση αυτή σε σύγκριση με τη χορική είναι ότι οι ποιητές μιλούν για τον εαυτό τους. Παρόμοιοι είναι και οι στίχοι που οι Έλληνες δεν τους κατέτασσαν στη λυρική ποίηση, γιατί δεν τραγουδιούνται με τη συνοδεία λύρας, άλλα αντιστοιχούν περίπου στη δική μας αντίληψη για τη λυρική ποίηση. Πρόκειται για τους στίχους που απαγγέλλονταν με τη συνοδεία αυλού, οι ίαμβοι και τα δίστιχα, που ανακάλυψε ο Αρχίλοχος σύμφωνα με την αρχαία παράδοση. Για να δείξουμε τι θεωρούσαν οι ίδιοι οι ποιητές προσωπικό στοιχείο στην «προσωπική λυρική ποίηση» (αν αυτός ο όρος είναι θεμιτός), για ποιο λόγο μιλούσαν για τον ίδιο τους τον εαυτό και με ποιο τρόπο συνειδητοποίησαν την ατομικότητα τους, διαλέγουμε τρεις ποιητές: τον Αρχίλοχο, τον ποιητή των Ιάμβων, που ζει στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα, και τους δύο μονωδικούς ποιητές Σαπφώ και Ανακρέοντα. Η Σαπφώ ακμάζει γύρω στα 600 π.Χ. και ο Ανακρέων ζει ως το 500 π.Χ. περίπου. Έτσι οι ερωτήσεις μας απευθύνονται σε τρεις πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες και ιδιοσυγκρασίες, που με τα ποιήματα τους καλύπτουν χρονικά σχεδόν ολόκληρη την περίοδο των δύο αιώνων, στην οποία άνθησε ή λυρική ποίηση. Με αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να προβληθούν ικανοποιητικά τόσο τα κοινά σημεία όσο και η προσωπική συμβολή τους. Η ερευνά θα δείξει ότι και αυτοί οι ποιητές, όπως οι χορικοί, στρέφονται από το παρελθόν στο παρόν, για να αναζητήσουν το υπερχρονικό.

    Το πεδίο που θα ερευνήσουμε καλύπτεται από αξιοθρήνητα κατάλοιπα. Από τα λίγα ποιήματα του Αρχίλοχου, της Σαπφώς και του Ανακρέοντα που σώθηκαν ακέραια και από τα συνήθως πολύ σύντομα παραθέματα μεταγενέστερων συγγραφέων μπορούμε να αποσπάσουμε μια απάντηση στο ερώτημα για το πνευματικό τους κατόρθωμα, μόνο αν εκμεταλλευτούμε ακόμη και την παραμικρότερη λεπτομέρεια. Ωστόσο, έτσι τουλάχιστον ελπίζουμε, αυτό που θα προκύπτει κάθε φορά ως νεοτερικό ή ιδιότυπο στοιχείο θα αποτελέσει τελικά τμήμα μιας ενιαίας εικόνας. Ο δρόμος που ακολουθούν οι λυρικοί οδηγεί προς μια ορισμένη κατεύθυνση, και αυτό που αρχικά φαίνεται ως παραλλαγή μιας μοναδικής σκέψης, ως προσωπική μεταβολή ενός παραδοσιακού θέματος, ανήκει σε μια γενικότερη ιστορική διαδικασία.

        Ο Αρχίλοχος διάβασε στην Οδύσσεια το στίχο (ξ 228):

κάθε άνθρωπος και με άλλη χαίρεται μαθές δουλειά στον κόσμο*
και έδωσε τη δική του παραλλαγή (απ. 41 ):
(του καθενός ή καρδιά ευχαριστιέται με διαφορετικά πράγματα)


    Η γνώση ότι κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά δεν εκφράζεται ακόμη στην Ιλιάδα με τόση σαφήνεια. Στην Οδύσσεια διαμορφώνεται μια λεπτότερη αντίληψη σχετικά με τη διαφοροποίηση των ανθρώπων. Τα ίχνη αυτά ακολουθεί ο Αρχίλοχος, ο οποίος εκφράζει μια βασική ιδέα της αρχαϊκής εποχής. Ο Σόλων περιγράφει με λεπτομέρειες πόσο διαφορετικοί είναι οι δρόμοι της ζωής, και ο Πίνδαρος επινοεί διαρκώς νέες διατυπώσεις της σκέψης αυτής (π.χ. Πνθιόνικος 10, 60). Η όραση των ποιητών οξύνεται για τις μεταβολές πού συμβαίνουν στον άνθρωπο με το πέρασμα του χρόνου. Ο Αρχίλοχος βρήκε στην Οδύσσεια τους στίχους (σ 136 κ.έ.):

Κατά πού αλλάζει των αθάνατων και των θνητών ο κύρης
την πάσα μέρα, αλλάζει κι ο άνθρωπος στη γης αυτή τα φρένα.

    Έχοντας ως πρότυπο αυτό το χωρίο ο ποιητής απευθύνει στο φίλο του Γλαυκό τους στίχους (απ. 68):

Γλαυκέ, γιε του Λεπτίνη, η σκέψη των θνητών
είναι τέτοια, όπως ó Δίας κάθε μέρα την κατευθύνει,
και σκέφτονται σύμφωνα με τις καθημερινές τους ασχολίες.

    Ο Αρχίλοχος ξαναπιάνει αυτές τις γενικές σκέψεις της Οδύσσειας που τονίζουν την αστάθεια του κόσμου στην οποία ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος, ενός κόσμου που είναι γοητευτικός και συγχρόνως καταπιεστικός. Τόσο βαθιά νιώθει ο Αρχίλοχος την επισφαλή θέση του ανθρώπου. Αυτή τη θέση επιβεβαιώνουν και άλλοι στίχοι του. Ουσιαστικά δεν εκφράζει κάτι καινούριο, άλλα αυτή η διαφοροποιημένη όραση συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση του εαυτού μας και των ιδιοτήτων του κι έτσι έχουμε την αρχή μιας πραγματικά καινούριας σκέψης.

    Η αντιπαράθεση της προσωπικής γνώμης ενός ανθρώπου στη γνώμη των άλλων είναι το θέμα του ποιήματος της Σαπφώς που βρέθηκε σ' έναν πολύ κατεστραμμένο πάπυρο στην Αίγυπτο, και που το κείμενο του συμπληρωμένο έχει ως εξής (απ. 27):

Ο ένας υμνεί σαν το πιο όμορφο πράγμα πάνω στη μαύρη γη
το ιππικό, ένας άλλος το πεζικό, κι ένας τρίτος το ναυτικό,
εγώ όμως θεωρώ το πιο όμορφο αυτό που καθένας αγαπά.
Κι αυτό είναι πολύ εύκολο να το καταλάβει
ο καθένας, γιατί αυτή που ξεπερνούσε όλους
σε ομορφιά, η Ελένη, εγκατέλειψε τον καλύτερο σύζυγο.
Με το καράβι πήγε στην Τροία
και δε σκέφτηκε ούτε την κόρη της ούτε τους αγαπημένους της γονείς,
αλλά χωρίς τη θέληση της ακολούθησε την Αφροδίτη.
Αλήθεια, δεν είναι δύσκολο να κατευθύνεις μια γυναίκα,
η αγάπη μπορεί να θολώσει τόσο εύκολα το μυαλό της!
Και τώρα η Κύπρις μου θύμισε ξαφνικά την Ανακτορία.
Θα προτιμούσα να δω το εράσμιο βάδισμα της
και το φωτεινό, λαμπερό πρόσωπο της,
παρά τα άρματα των Λυδών και το βαριά οπλισμένο πεζικό.

    Στην αρχή και στο τέλος του ποιήματος η Σαπφώ χρησιμοποιεί το σχήμα Priamel* (μια λαϊκή μορφή που διαχωρίζει ένα πράγμα από όλα τα αλλά) για να αντιπαραθέσει την προσωπική της γνώμη σ' αυτό πού οι άλλοι θεωρούν ωραίο. Έτσι μετασχηματίζει το εγκώμιο και το συμβατικό εορταστικό τραγούδι μιας παραδοσιακής κοινωνίας. Στη μεγαλοπρέπεια πού προκαλεί γενικό θαυμασμό, στις παρελάσεις του ιππικού, του πεζικού και του στόλου, αντιπαραθέτει κάτι απλό: το χαριτωμένο βάδισμα και το λαμπερό πρόσωπο της αγαπημένης της Ανακτορίας. (Ό,τι αγαπά ο καθένας, αυτό είναι και το πιο όμορφο.) Η Σαπφώ θεωρεί το εσωτερικό αίσθημα ανώτερο από την εξωτερική λάμψη, που με την τελευταία της πρόταση δείχνει ότι της είναι ξένη και ανατολίτικη. Ή αντίληψη του Ομήρου και του Αρχίλοχου ότι «του καθενός η καρδιά ευχαριστιέται με διαφορετικά πράγματα» παρέθετε τις αξίες ισότιμα, η Σαπφώ τονίζει ποια αξία είναι ανώτερη από τις άλλες, και εννοεί την αξία πού ή ψυχή της περιβάλλει με αγάπη. Παρόμοιες απόψεις εκφράστηκαν και σε άλλα ποιήματα της αρχαϊκής εποχής, αλλά στη Σαπφώ συναντούμε τη σκέψη αυτή για πρώτη φορά. Σε ένα άλλο απόσπασμα λέει για την αγαπημένη κόρη της Κλείδα (απ. 152): «δεν την αλλάζω ούτε με ολόκληρο το λυδικό βασίλειο», και ο Ανακρέων ξαναπιάνει αυτή την ιδέα και την εκφράζει με το σχήμα Priamel (απ. 8):

Εγώ δεν θα επιθυμούσα
ούτε το κέρας της Αμάλθειας
ούτε να είμαι βασιλιάς της Ταρτησσού
για εκατόν πενήντα χρόνια.

    Ό, τι επιθυμούν άλλοι, το πλούσιο κέρας της Αμάλθειας, ή τη μακρόχρονη βασιλεία στην πόλη της Δύσης με τα μυθώδη πλούτη, ο Ανακρέων το αρνιέται. Αυτό που έχει αξία γι' αυτόν δεν μας το διαφύλαξε η παράδοση, αλλά, μια και μιλά για μια τόσο υπερβολική μεγαλοπρέπεια, θα πρέπει να ήταν κάτι πολύ απλό το αντικείμενο της προτίμησης του.

    Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο θεαματικό που θαυμάζουν όλοι και στο απλό πού είναι και πιο ουσιαστικό είναι άγνωστη στον Όμηρο. Παρόμοιες ιδέες είναι όμως γνωστές ήδη στον Αρχίλοχο, ένα απόσπασμα του οποίου (απ. 22) επιτρέπει να αναγνωρίσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια πως η απαρίθμηση σε σχήμα Priamel «συνδέεται με τον συμβατικό μακαρισμό».
Ο ποιητής λέει :

δε με ενδιαφέρει η περιουσία του πάμπλουτου Γύγη
και δε ζηλεύω ούτε εποφθαλμιώ
ό,τι (του) έδωσαν οι θεοί (θεών έργα) ούτε επιθυμώ
τη μεγάλη τυραννίδα, γιατί είναι μακριά από τις βλέψεις μου.

    Διαφορετικά από τη Σαπφώ και με μεγαλύτερη έμφαση από τον Ανακρέοντα ο Αρχίλοχος εκδηλώνει την περιφρόνηση του για ένα επώνυμο πρόσωπο που το εκτιμούν όλοι. Συνήθως εγκωμιάζουν αυτόν που έχει τα πλούτη του Γύγη. Έχει πολύ χρυσάφι, επομένως είναι όλβιος• οι θεοί του το χάρισαν, άρα είναι ευδαίμων, η βασιλική εξουσία τον κάνει να φαίνεται όμοιος με τους θεούς, είναι ισόθεος. Όλες αυτές οι ιδιότητες θα άξιζαν να γίνουν αντικείμενο ενός μακαρισμού, ενός εγκωμίου.

    Ένας τέτοιος μακαρισμός σταθεροποιούσε την εκτίμηση εκείνου πού άξιζε να εκτιμάται στο πλαίσιο ενός πολιτισμού, όπου το καλό όνομα ήταν το παν. Επίνικος, επιθαλάμιο, θρήνος ήταν μορφές ενός τέτοιου μακαρισμού που καθιέρωσε η λατρεία. Η καθημερινά όμως αυξανόμενη συνείδηση ότι διαφορετικοί άνθρωποι χαίρονται με διαφορετικά πράγματα ανέτρεψε την πίστη ότι η κοινωνική εκτίμηση αποτελεί τη μοναδική αξία του ανθρώπου. Ακόμη και όταν ο μακαρισμός διατηρεί, ιδιαίτερα στον αριστοκρατικό κόσμο, την αξία του, όπως συμβαίνει στον Πίνδαρο, ο Αρχίλοχος καλλιεργεί «αντιμορφές» μακαρισμού, όπως θα μπορούσε κάποιος να τις ονομάσει. Με τον ψόγο καταστρέφει την εκτίμηση των έχθρων του, και με το σχήμα Priamel εκφράζει αυτό πού θεωρεί σημαντικότερο από τις παραδοσιακές αξίες. Ο σκληρός πολεμιστής, που δεν γνωρίζει τους τρυφερούς τόνους της Σαπφώς ούτε την πνευματώδη χάρη του Ανακρέοντα, περιγράφει πώς φαντάζεται έναν καλό στρατηγό (απ. 60):

Δε μου αρέσει ó στρατηγός πού είναι ψηλός και κάνει μεγάλα βήματα, πού περηφανεύεται για τις πλεξούδες του και ξυρίζει φιλάρεσκα
το γένι του.

Περισσότερο θα μου άρεσε ένας κοντός, ακόμη κι αν είναι
στραβοπόδης, αρκεί να κρατιέται γερά στα πόδια του και να το λέει
ή καρδιά του.

    Ένας τέτοιος διαχωρισμός ανάμεσα σε εσωτερικές και εξωτερικές αξίες είναι άγνωστος στον Όμηρο. Βέβαια ο Οδυσσέας επιστρέφει στην πατρίδα του σαν αξιολύπητος γερο-ζητιάνος, ενώ είναι ο δυνατός ήρωας. Εδώ η φτώχεια είναι απλώς το προσωπείο πίσω από το οποίο η Αθηνά κρύβει τον ήρωα για να μην τον αναγνωρίσει κανείς. Όταν όμως το φαινόμενο και η πραγματική αξία έρχονται σε αντίθεση, δεν θυσιάζεται, όπως στον Αρχίλοχο, η εξωτερική αξία για χάρη της εσωτερικής. Ο στρατηγός του Αρχίλοχου είναι καλός, γιατί δεν είναι κομψός. Ο ζητιάνος Ίρος είναι αλήθεια ότι (Οδύσσεια, σ 3):

δεν είχε ανδρεία ούτε δύναμη, άλλα έδειχνε τρανή η κορμοστασιά του.

    Ο Ίρος είναι ακριβώς το αντίθετο του Οδυσσέα. Αλλά ο Αρχίλοχος εκφράζει για πρώτη φορά το παράδοξο ότι ο στρατηγός δεν είναι γενναίος χάρη στη μεγαλόπρεπη εμφάνιση του και ότι τα ωραία, μακριά του πόδια μόνο για τη φυγή τα χρειάζεται (αυτό φαίνεται ότι εννοεί ó ποιητής). Eδώ η εξωτερική εμφάνιση καταστρέφει την εσωτερική αξία.

Ο Αρχίλοχος και με άλλες ευκαιρίες αντιπαραθέτει αυτό πού θεωρεί αξιόλογο στις γενικά αναγνωρισμένες αξίες με πολύ πιο απότομο τρόπο από ο,τι η Σαπφώ, η καλύτερα με τρόπο σκανδαλιστικό (απ. 6):

Κάποιος από τους Σαϊους περηφανεύεται για την αψεγάδιαστη
ασπίδα μου που παρά τη θέληση μου άφησα κοντά σ' ένα θάμνο.
Αλλά γλίτωσα τη ζωή μου. Τι μ' ενδιαφέρει η ασπίδα εκείνη ;
Ας πάει στα κομμάτια, θα αποκτήσω πάλι μιαν άλλη το ίδιο καλή.

    Χωρίς ασπίδα τα βγάζω πέρα, αρκεί μόνο να ξεφύγω το θάνατο. Ο ηρωικός κώδικας των Σπαρτιατών που απαιτεί από τον πολεμιστή να γυρίσει ή με την ασπίδα ή νεκρός πάνω σ' αυτήν, για τον Αρχίλοχο είναι μια ουτοπία που την αποκαλύπτει με θράσος και χιούμορ. Αυτή τη χαρά για την αφαίρεση της μάσκας από τα φαινόμενα την ξανασυναντούμε, αλλά με τετριμμένη μορφή, στον Ανακρέοντα. Όπως ο Αρχίλοχος αφαιρεί τη μάσκα από τον ωραίο στρατηγό, έτσι κι αυτός αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο του νεόπλουτου Αρτέμωνα που καλλωπισμένος περνά με την αμαξά του (απ. 54):

Πριν φορούσε έναν μπαλωμένο σκούφο στο κεφάλι
κι ένα στενοραμμένο χιτώνα,
ξύλινους κύβους στ' αυτιά και γύρω
από τα πλευρά του ένα άτριχο βοδίσιο δέρμα
πού είχε να πλυθεί από τότε πού κάλυπτε την παλιά
ασπίδα. Έκανε παρέα με φουρνάρισσες
και πόρνες ο παλιάνθρωπος Αρτέμων,
πού κέρδιζε βρώμικα το ψωμί του.
Συχνά έπαιξε το κεφάλι του, συχνά τον δέσαν στον
τροχό των βασανιστηρίων,
συχνά του χάραξαν την πλάτη με το μαστίγιο
και του μάδησαν τα μαλλιά και τα γένια.
Τώρα όμως καμαρώνει σε πολυτελή άμαξα ο γιος
της Κύκης και φορά χρυσά στολίδια,
κρατά ομπρέλα από ελεφαντόδοντο
όπως οι γυναίκες...

    Από που παίρνουν αυτοί οι ποιητές το δικαίωμα να κρίνουν τόσο υποκειμενικά; Ποια κριτήρια καθορίζουν την αξία που λαμβάνουν ως πρότυπο; Έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους ο απογοητευτικός κυνισμός του Αρχίλοχου, η πνευματώδης διάθεση του Ανακρέοντα και η εσωτερικότητα της Σαπφώς; Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι καταρχήν αρνητικό. Και οι τρεις τους δεν αρνούνται μια γενικά αναγνωρισμένη αξία για ηθικούς ή νομικούς λόγους. Το γεγονός ότι η Σαπφώ δεν χαίρεται με τις στρατιωτικές παρελάσεις δεν έχει καμιά σχέση με την ηθική ή με το δίκαιο. Ο Αρχίλοχος θεωρεί τη ζωή του ανώτερη από την ασπίδα του. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με κάθε παραδοσιακή ηθική, αλλά δεν σημαίνει ότι θέλει να παρουσιάσει μια νέα ηθική ή ένα ανώτερο δίκαιο.

    Η πρόταση της Σαπφώς «το πιο όμορφο είναι αυτό που κάποιος αγαπά» φαίνεται ότι ευνοεί την αυθαιρεσία του προσωπικού γούστου, για το οποίο, σύμφωνα με τη λατινική παροιμία, κανείς δεν μπορεί να προβάλει, αντιρρήσεις. Ο Αρχίλοχος εμφανίζεται ως αδίστακτος ατομικιστής. Αλλά και οι δυο έχουν τάξει σκοπό τους να συλλάβουν ένα μέρος από τη γνήσια πραγματικότητα, να ανακαλύψουν την ουσία πίσω από τα φαινόμενα.

    Ο Καλλίνος ήδη πριν από τον Αρχίλοχο και έπειτα ο Τυρταίος συνέβαλαν με τις ελεγείες τους στην αναβίωση των πολεμικών παραινέσεων που γνώριζαν από τον Όμηρο, και τις μεταμόρφωσαν, θα λέγαμε, σε επίκαιρα πολεμικά τραγούδια που παρακινούσαν τους πολεμιστές να είναι γενναίοι στη μάχη.

    Με αυτή την επιστροφή από τη λογοτεχνική μορφή στην άμεση πραγματικότητα, που εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά, οδηγήθηκε το ευρωπαϊκό πνεύμα επανειλημμένα σε νέες ανακαλύψεις. Ο Αρχίλοχος είναι ο πρώτος που στρέφεται συνειδητά και με ριζοσπαστικό τρόπο προς την άμεση πραγματικότητα. Και αυτός ανήκει στη λογοτεχνική παράδοση του ηρωικού έπους, χρησιμοποιεί τη γλώσσα του και πραγματεύεται το κύριο επικό θέμα, τον πόλεμο. Αλλά αφαιρεί από τον πόλεμο κάθε επική μεγαλοπρέπεια και τον θεωρεί γεγονός της σύγχρονης ζωής. Μιλά για το σκληρό ψωμί στο πεδίο της μάχης, για το ποτό την ώρα της σκοπιάς (απ. 2, 5) ή για τη σκληρότητα του αγώνα που τον περιμένει (απ. 3). Ως μισθοφόρος συναντά στη ζωή αυτό που περιγράφει το έπος, αλλά χωρίς ψευδαισθήσεις, πράγμα που για τον Αρχίλοχο σημαίνει: με μεγαλύτερη ένταση. Από την ποίηση του μας έχουν σωθεί μόνο αποσπάσματα, και γι' αυτό ένα συμπέρασμα e silentio δεν μπορεί να είναι σίγουρο. Μας επιτρέπεται ωστόσο να υποθέσουμε ότι ασχολήθηκε λιγότερο με την αριστοκρατική κοινωνία, με το σκοπό ενός πολέμου ή με την ανδρεία που φέρνει τη νίκη. θέμα του ήταν η αντικειμενική πραγματικότητα του πολέμου, η αθλιότητα και αβεβαιότητα του. Έζησε τη γυμνή πραγματικότητα της ζωής με έναν τρόπο νέο και μεγάλο. Το πολεμικό όμως τραγούδι του δεν έχει τον ίδιο σκοπό που είχε το τραγούδι του Καλλίνου και του Τυρταίου, δηλαδή την ενθάρρυνση των πολεμιστών. Το τραγούδι του δεν είναι ένας πολεμικός αλαλαγμός με ποιητική μορφή, μια ενίσχυση για την κλειστή τάξη των πολεμιστών, αλλά αποδεσμεύεται από αυτή την κοινωνική λειτουργία. Ο Αρχίλοχος επιδιώκει με την ποίηση προσωπικούς στόχους. Οι στίχοι του δεν αποσκοπούν μόνο στη δράση, όσο δραστήριος κι αν ήταν ο ίδιος, αλλά εκφράζουν την αθλιότητα και την αβεβαιότητα της ζωής.

    Όταν μιλά για αγάπη, τότε πρόκειται πάντα για μια ατυχή αγάπη. Ο Όμηρος γνωρίζει την αγάπη ως ένα από τα ευχάριστα πράγματα της ζωής, και την αναφέρει μαζί με το χορό, το κρασί, και τον ύπνο. Η ατυχή αγάπη του είναι άγνωστη. Στη χειρότερη περίπτωση εμφανίζεται ως καταστρεπτική τύφλωση, όπως συμβαίνει με τη ζώνη της Αφροδίτης (Ιλιάδα, Ξ 215 κ.έ.), στην οποία

τα μάγια έσμιγαν όλα,
κι η αποθυμιά και τα γλυκόλογα της ερωτιάς κι η αγάπη
και το ξελόγιασμα, που πλάνεψε και μυαλωμένο ακόμα.
 
    
    Αυτούς τους στίχους έχει υπόψη του ο Αρχίλοχος στο απόσπασμα 112:

Τέτοιος πόθος γι' αγάπη γλίστρησε κρυφά στην καρδιά μου,
άπλωσε στα μάτια μου πυκνή ομίχλη
και μου έκλεψε την ήρεμη σκέψη από τα στήθια.

    Η Ομίχλη που απλώνεται στα μάτια άπαντα και στον Όμηρο, οπού είναι σύμπτωμα θανάτου ή λιποθυμίας. Αυτή ακριβώς η διαπίστωση κάνει πιθανή τη σκέψη ότι ο Αρχίλοχος δεν παρατήρησε από απόσταση τις συνέπειες που έχει μια μάταιη αγάπη σε κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως συμβαίνει στον Όμηρο, αλλά μιλά για τη δική του άτυχη αγάπη, πράγμα που δεν γίνεται σαφές στο κείμενο που μας παραδόθηκε. Η ίδια σκέψη επανέρχεται σ' ένα άλλο απόσπασμα (104) που σίγουρα αναφέρεται στον ίδιο:

Δυστυχισμένος κείτομαι ξεψυχισμένος
από τον πόθο τρυπημένος ως το μεδούλι
από φοβερούς πόνους σύμφωνα με τη θέληση των θεών.

    Ο Αρχίλοχος αισθάνεται την αγάπη ως δύναμη που τον φέρνει κοντά στη λιποθυμία ή το θάνατο. Τον τρυπά ως το μεδούλι, λέει, σύμφωνα με τη θέληση των θεών. Εδώ συναντούμε την Ομηρική αντίληψη ότι τα αισθήματα δεν προέρχονται αυθόρμητα από τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, αλλά έχουν την πηγή τους στους θεούς. Ωστόσο το καινούριο στοιχείο είναι ότι ο ποιητής αισθάνεται την αγάπη, που η εκπλήρωση της αναστέλλεται, με ιδιαίτερη ένταση. Με αυτό τον τρόπο όμως η αγάπη δεν ανήκει πια στις εμπειρίες που ολοκληρώνουν χαρούμενα τη ζωή, άλλα προκαλεί το αίσθημα του θανάτου. Ο ποιητής αισθάνεται την αγάπη ως αποτέλεσμα της ενέργειας μιας θεότητας, αλλά το γεγονός ότι η ομαλή ροή των αισθημάτων του αναστέλλεται, το συνειδητοποιεί ως κάτι προσωπικό, ως απώλεια των δυνάμεων του, ως αδυναμία που μοιάζει, με θάνατο.

Έτσι αισθάνεται την αγάπη και η Σαπφώ (απ. 2):

Αυτός ο άντρας μου φαίνεται ίσος με τους θεούς,
που κάθεται απέναντι σου
και ακούει δίπλα σου τα γλυκά σου λόγια
και το γέλιο το γεμάτο πόθο. 'Αλήθεια,

ή καρδιά μου στα στήθη πιάνεται από φόβο. 'Όταν σ' αντικρίζω, έστω και για λίγο,

η φωνή μου κόβεται,
η γλώσσα μου κομπιάζει, και μια σιγανή
φωτιά καίει κάτω από το δέρμα μ»υ'
τα μάτια μου δε βλέπουν τίποτε
και τ' αυτιά μου βουίζουν
ίδρωτας κυλά στο κορμί μου κι ένα τρέμουλο
με συνεπαίρνει ολόκληρη. Γίνομαι πιο χλωμή κι απ 'το χορτάρι
και νομίζω ότι βρίσκομαι κοντά στο θάνατο. Αλλά όλα μπορεί να τα αντέξει κανείς...

    Το ποίημα έχει τα χαρακτηριστικά ενός επιθαλάμιου και αρχίζει με τον παραδοσιακό μακαρισμό του άντρα που οδηγεί τη νύφη στο σπίτι. Αλλά η Σαπφώ μιλά για τη δική της αγάπη. Η αγάπη που έγινε στους στίχους που παραθέσαμε πιο πάνω κριτήριο για την επιλογή του ωραίου είναι εδώ, όπως κι εκεί, άτυχη αγάπη: άτυχη εκεί, γιατί η αγαπημένη βρίσκεται μακριά, εδώ, γιατί πρόκειται να φύγει. Όπως ο Αρχίλοχος αισθάνεται αδύναμος και χωρίς ζωή, έτσι και η Σαπφώ περιγράφει με μελανά χρώματα πως οι αισθήσεις και το σώμα της παραλύουν, πως φτάνει στα όρια του θανάτου.

    Οι αναφορές και οι ομοιότητες που συνδέουν τη Σαπφώ με τον Αρχίλοχο δεν είναι ούτε εξωτερικές ούτε τυχαίες, γιατί η Σαπφώ γνώριζε τα ποιήματα του Αρχίλοχου. Ένα παλιό επικό επίθετο χαρακτήριζε τον ύπνο λυσιμελή, επειδή κάνει τον άνθρωπο ανίκανο να κινήσει τα μέλη του. Ακολουθώντας αυτή την παράδοση ο Ησίοδος λέει (Θεογονία 120): «Ο Έρως, που είναι ο πιο όμορφος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς /και λύνει τα μέλη, υποτάσσει τη σκέψη στα στήθη και τη συνετή συμβουλή /όλων των θεών και όλων των ανθρώπων...». Αυτός είναι ο έρωτας που αφαιρεί το λογικό των ανθρώπων και τους κάνει νωθρούς και ανόητους. Την επιρροή του τη διαπιστώνουμε σε άλλους ανθρώπους. Αυτή τη σκέψη χρησιμοποιεί ο Αρχίλοχος, για να εκφράσει ένα προσωπικό του Βίωμα στην αρχή ενός ποιήματος (απ. 118), που ο πρώτος του στίχος πρέπει να είχε περίπου το περιεχόμενο: «είμαι ανίκανος να κάνω οτιδήποτε»• έπειτα συνεχίζει:

ο πόθος, φίλε μου, που λύνει τα μέλη, με νίκησε.

    Τη σκέψη που ήδη γνωρίσαμε, ότι δηλ. η αγάπη προκαλεί στον ερωτευμένο αδυναμία, η Σαπφώ τη δανείζεται από τον Αρχίλοχο, και μάλιστα πάλι στους πρώτους στίχους ενός ποιήματος (απ. 137):

Πάλι με αναστατώνει δ ερωτάς, που λύνει, τα μέλη,
αυτό το γλυκόπικρο πλάσμα που με κάνε1, αδύναμη.
     

    Το λεξιλόγιο και το αίσθημα ότι ο άτυχος εραστής νιώθει αβοήθητος και ανίκανος να δράσει είναι ένα αίσθημα καινούριο για τη μεθομηρική εποχή και τόσο κοντά στους στίχους του Αρχίλοχου, ώστε είναι βέβαιο ότι η Σαπφώ έμαθε από τον Αρχίλοχο να αισθάνεται και να εκφράζει αυτή την ατυχή αγάπη που μοιάζει τόσο πολύ με το θάνατο.

Και σ’ αυτόν το στίχο η «αγάπη» της Σαπφώς είναι πέρα για πέρα «μυθική». Δεν είναι ένα αίσθημα που πηγάζει από τον εσωτερικό της κόσμο, άλλα μια επέμβαση της θεότητας. Δικό της ωστόσο προσωπικό αίσθημα με όλη τη σημασία της λέξης είναι η αδυναμία της. Η εμποδισμένη, η ανεκπλήρωτη αγάπη καταγράφεται στη συνείδηση με ιδιαίτερη ένταση. Εκεί που πάει να σβήσει η σπίθα ενός δυνατού και ζωντανού πόθου, φουντώνει ακόμη περισσότερο, γιατί συναντά αντίσταση. Αυτό το αίσθημα, που συνειδητοποιείται από τη στιγμή που θα συναντήσει αντίσταση, είναι κάτι τελείως προσωπικό και μειώνει την αξία των πραγμάτων που είχαν άλλοτε υμνηθεί. Σ' αυτό το σημείο δημιουργείται η αντίθεση ανάμεσα στην πραγματική ύπαρξη και τα φαινόμενα, ανάμεσα σε αυτό που οι άλλοι εκτιμούν βαθιά και σε αυτό που θεωρεί κάποιος σημαντικό. Και επειδή η αγάπη δεν θεωρείται ιδιωτική παραξενιά ή υποκειμενικό αίσθημα, αλλά βιώνεται ως υπερανθρώπινη, θεϊκή δύναμη, αυτό το προσωπικό αίσθημα είναι δυνατό να οδηγήσει τον άνθρωπο σε ουσιαστικές αλήθειες. Η Σαπφώ χρωστά στο πάθος και στη θλίψη της την ανακάλυψη της απλής και φυσικής πραγματικότητας, και αυτή η νέα προσέγγιση στις ρίζες της ύπαρξης της αποκαλύπτει νέες περιοχές του ψυχικού κόσμου.

    Όσον άφορα την καθαρότητα και ειλικρίνεια αυτού του αισθήματος, η Σαπφώ προχωρεί πέρα από τον Αρχίλοχο, παρόλο που η ποίηση της εξαρτάται από αυτόν σε μεγάλο βαθμό. Ο Αρχίλοχος δεν άνηκε στους ανθρώπους που παραδίδονται στα αισθήματα τους. Στη δυστυχία του έβλεπε περισσότερο αυτό που του έφραζε το δρόμο και τον εμπόδιζε να είναι ευτυχισμένος. Ήξερε να αμύνεται (απ. 66):

Ένα πράγμα σημαντικό ξέρω καλά:
ν' ανταμείβω αυτόν που μ' έβλαψε με ακόμη μεγαλύτερο κακό.

    Γι' αυτόν το λόγο και ο άτυχος ερωτάς του προκάλεσε τους σκληρούς τόνους οργής και αγανάκτησης, και όχι το τρυφερό παράπονο. Αγανάκτηση εκφράζουν και άλλα ποιήματα του Αρχίλοχου που δεν έχουν καμιά σχέση με την αγάπη, και όμως συμφωνούν σ' ένα σημαντικό θέμα με την ερωτική ποίηση της Σαπφώς. Να ένα παράδειγμα ενός ώμου άλλα πολύ εκφραστικού σκωπτικού ποιήματος (απ. 79):

βγαλμένος από τα κύματα στην ακρογιαλιά.
Στο Σαλμυδησσό οι θράκες, που δένουν τα μαλλιά τους ψηλά,
μακάρι να υποδεχτούν τον γυμνό άντρα πολύ φιλικά.
Εκεί ας υπομείνει πολλά βάσανα
και ας γευτεί το ψωμί της δουλείας.
Μακάρι να παγώσει από το κρύο και να κολλήσουν πάνω του
πολλά φύκια από τα αφρισμένα κύματα
και να χτυπά τα δόντια του ξαπλωμένος σαν τα σκυλί ταπίστομα
και μαστιγωμένος από τα κύματα της ακρογιαλιάς,
θα επιθυμούσα να τα δω όλα αυτά,
γιατί με πρόδωσε και πάτησε τον όρκο, ενώ πρώτα ήταν φίλος.

    Ο Αρχίλοχος καταριέται κάποιον να πέσει στη θάλασσα και τα κύματα να τον βγάλουν στον κρύο Βορρά, όπου δυστυχισμένος να περάσει την υπόλοιπη ζωή του. Με έκπληξη πληροφορούμαστε στο τέλος του ποιήματος ότι αυτός, που τόσο βαριά καταριέται, ήταν κάποτε φίλος του. Και αυτό το ποίημα είναι μια αντίδραση για κάτι που δεν έγινε σύμφωνα με την επιθυμία του ποιητή, αλλά το πληγωμένο αίσθημα ξεπερνά τον απλό υποκειμενισμό: δεν είναι μόνο η φιλία που πληγώνεται, αλλά το αίσθημα δικαιοσύνης. Όπως η αγάπη, έτσι και η δικαιοσύνη δεν εξαρτάται από όρους, απαιτεί μάλιστα σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό να είναι υπερπροσωπική και θεϊκή. Το αίσθημα της δικαιοσύνης μπορεί να εκφραστεί με διαφόρους τρόπους: με προτροπή, έπαινο, με κάποια απόφαση, κτλ. ο Αρχίλοχος συλλογίζεται την αρχή της δικαιοσύνης, όταν διαψεύδεται η προσδοκία του ότι ο φίλος του θα τηρήσει τον όρκο του. Δεν μίλα για τη δικαιοσύνη ως σκοπό των ενεργειών του ανθρώπου, ως θεμέλιο της πολιτειακής τάξης ή γενικά ως κανονιστικό παράγοντα, αλλά μιλά με δικαιολογημένη αγανάκτηση μόνο για την αδικία που του έγινε. Ο Αρχίλοχος χρησιμοποιεί την ποίηση ως δραστικό όπλο εναντίον ενός άπιστου φίλου, άλλα το ποίημα του είναι κάτι περισσότερο από κατάρα, κάτι περισσότερο από σκωπτικός λόγος ενός ομηρικού ήρωα, δηλαδή κάτι περισσότερο από ένα αγωνιστικό μέσο. Επίσης είναι κάτι περισσότερο από ένα όπλο για δικαστικό αγώνα, όπως οι στίχοι του Ησίοδου. Στον Αρχίλοχο το ποίημα τελειώνει - οι τελευταίες λέξεις του αποσπάσματος αποτελούν και το τέλος του ποιήματος - με την έκφραση της προσωπικής του θλίψης: «ενώ πρώτα ήταν φίλος». Εδώ ο λόγος δεν αποτελεί μέσο ενίσχυσης του αγώνα, άλλα έκφραση απογοήτευσης. Όπως τα πολεμικά του τραγούδια έτσι και το ποίημα αυτό αποδεσμεύεται από τις πρακτικές ανάγκες της ζωής και γίνεται φορέας προσωπικών αισθημάτων.

    Με δικαιολογημένη αγανάκτηση ο Αρχίλοχος βάζει στο στόμα της αλεπούς του μύθου την ακόλουθη προσευχή (απ. 94):

Δία, πατέρα Δία, η εξουσία του ουρανού είναι δική σου.
Συ βλέπεις τις πράξεις των ανθρώπων,
τόσο τις βίαιες όσο και τις νόμιμες. Αλλά και η αλαζονεία
και η δικαιοσύνη ανάμεσα στα ζώα σ' ενδιαφέρει.
     

    Ο Αρχίλοχος απαιτεί την ύπαρξη ενός ανώτερου δικαστή που τιμωρεί την αδικία. Έτσι πλησιάζει περισσότερο στην αντίληψη του δικαίου ως κανόνα ζωής, αλλά αντιμετωπίζει το δίκαιο ακόμη με τη συγκεκριμένη μορφή της απονομής του.

    Σ' ένα στίχο του (απ. 96) ο Αρχίλοχος φαίνεται ότι θεωρεί ελάττωμα την απουσία της δικαιολογημένης οργής:

Στο συκώτι σου δεν έχεις καθόλου χολή !

    Αυτή η δικαιολογημένη αγανάκτηση στηρίζεται στις ίδιες πνευματικές προϋποθέσεις με τις προϋποθέσεις του άτυχου ερωτά: η αβοήθητη ψυχή εκφράζεται γιατί νιώθει ένα χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα όπως είναι και όπως θα έπρεπε να είναι. Ο Αρχίλοχος βρίσκει παρηγοριά για τις στενοχώριες της ζωής στη σκέψη ότι ο πόνος δεν είναι μόνιμος και ότι οι θεοί είναι αυτοί που ανυψώνουν ή καταβαραθρώνουν τον άνθρωπο, γι' αυτό και τα αισθήματα της χαράς και της λύπης εναλλάσσονται. Αυτή η βασική πεποίθηση ήταν για την εποχή του κάτι καινούριο (απ. 58):

Για τους θεούς όλα είναι εύκολα: συχνά
ανορθώνουν τον άνθρωπο πού κείτεται στη μαύρη
γη από τα δεινά,
συχνά ξαπλώνουν ανάσκελα έναν άλλο, αν και προχωρούσε
με σταθερό βήμα.
Αυτόν τον βρίσκει μεγάλη δυστυχία
και τριγυρνά φτωχός και με το νου του σαλεμένο.

    Όταν βρήκε την πόλη του συμφορά, έγραψε το ποίημα (απ. 7):

Κανείς πολίτης μες στην πόλη, Περικλή,
δε θα κατηγορήσει την πολυστέναχτη δυστυχία
και δε θα χαρεί τη γιορτή.
Τέτοιους άντρες τους κατάπιε το κύμα της βουερής θάλασσας.
Φουσκωμένα είναι τα πνευμόνια από τον πόνο.
Ωστόσο οι θεοί χάρισαν, φίλε μου, φάρμακο
για τους αγιάτρευτους πόνους τη δύναμη της υπομονής.
Η συμφορά βρίσκει πότε τον ένα πότε τον άλλο,
τώρα βρήκε εμάς
και η ματωμένη πληγή φέρνει στεναγμούς.
Άλλους θα τους βρει μιαν άλλη φορά. Μπρος, γρήγορα
αφήστε τα γυναικεία κλάματα και υπομονέψτε.

    Με τη φράση «άλλα όλα μπορεί να τα αντέξει κανείς» άρχιζε η τελευταία στροφή του ποιήματος της Σαπφώς και αυτή η σκέψη της επαναφέρει τη χαμένη ισορροπία. Πάλι από τον Αρχίλοχο διδάχτηκε η Σαπφώ ότι ο άνθρωπος δεν έχει άλλη δυνατότητα από το να υπομένει καρτερικά τους κλυδωνισμούς της ζωής. Αυτή τη σκέψη την πλουτίζει ο Αρχίλοχος με ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο σ' ένα άλλο απόσπασμα (67):

Καρδιά, καρδιά μου, πού σε ταράζουν αγιάτρευτες συμφορές,
μάζεψε τις δυνάμεις σου κι αντιμετώπισε τον εχθρό προτάσσοντας
τα στήθη σου. Με σταθερότητα δέξου τον αγώνα με τον εχθρό
σώμα με σώμα.
Αν νικήσεις μη δείξεις τη χαρά σου δημόσια
κι αν νικηθείς μη ριχτείς στο πάτωμα του σπιτιού σου κλαίγοντας.
Να χαίρεσαι στη χαρά και να λυπάσαι στη λύπη,
αλλά όχι υπερβολικά. Προσπάθησε να καταλάβεις το ρυθμό
που κυβερνά τους ανθρώπους.

    Ο άνθρωπος πρέπει να καταλάβει ποιος ρυθμός τον κυβέρνα, και η γνώση που αποκτά γι’ αυτό που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα τον βοήθα να αντέξει τις μεταβολές. Σ' αυτή την ιδέα στηρίζεται και το μοναδικό ποίημα της Σαπφώς που έχει παραδοθεί ακέραιο :

Αθάνατη Αφροδίτη, που κάθεσαι σε πλουμιστό θρόνο,
κόρη του Δία πολυμήχανη, σε παρακαλώ:
δέσποινα, μη βασανίζεις με έγνοιες και στενοχώριες την
καρδιά μου !
Αλλά έλα κοντά μου, αν κάποτε άλλοτε
άκουσες τη φωνή μου από μακριά
και εισάκουσες την προσευχή μου. Τότε άφησες το χρυσό
παλάτι του πατέρα σου και ήρθες
ζεύοντας την αμαξά σου. Όμορφα σπουργίτια σε φέρανε
γρήγορα κάτω στη μαύρη γη.
Χτυπώντας γοργά τα φτερά τους και διασχίζοντας τον
αιθέρα ήρθαν από τον ουρανό.
Γρήγορα φτάσανε' κι εσύ, μακαρισμένη,
με γελαστό το αθάνατο σου πρόσωπο,
με ρωτούσες τι έπαθα πάλι, γιατί σε κάλεσα πάλι,
τι επιθυμεί πιο πολύ
η τρελή καρδιά μου. «Ποιο αγαπημένο πρόσωπο
πρέπει ή πειθώ
να φέρει τώρα στην αγάπη σου; Πες μου, Σαπφώ,
ποιος σε αδικεί;
Σε αποφεύγει; Σύντομα θα σε κυνηγήσει η ίδια.
Δε δέχεται δώρα; θα σου προσφέρει ή 'ίδια.
Δε σ' αγαπά; Σύντομα θα σ' αγαπήσει, ακόμη και παρά
τη θέληση της.»
Έλα και τώρα και λύτρωσε με από το βαρύ
μαράζι. 'Εκπλήρωσε αυτό που ή καρδιά μου ποθεί να γίνει
και γίνε σύμμαχος μου.

    Από τις πολλές ομορφιές του ποιήματος μία οφείλεται στο γεγονός ότι το βίωμα από το οποίο πηγάζουν αυτοί οι στίχοι ξεπερνά το παρόν με μια διπλή κλιμάκωση. «Έλα» προσεύχεται η Σαπφώ «όπως ήρθες παλιότερα, κάποτε ήρθες και με ρώτησες τι μου συμβαίνει και γιατί σε καλώ πάλι.» Η Σαπφώ ξανακάλεσε σε παρόμοια ανάγκη την Αφροδίτη, άλλα και τότε δεν ήταν η μοναδική φορά. Η νηφάλια σαφήνεια που χαρακτηρίζει το ποίημα οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι η Σαπφώ βλέπει τη θλίψη της από απόσταση αναγνωρίζοντας ότι στην ίδια κατάσταση βρέθηκε και παλιότερα. Τότε η θεά τη βοήθησε, θα τη βοηθήσει λοιπόν και τώρα.

    Και άλλοι στίχοι προδίδουν ότι η Σαπφώ βλέπει το αίσθημα της από το πρίσμα της επανάληψης. Ήδη παραθέσαμε την αρχή του ποιήματος (απ. 137): «πάλι με αναστατώνει ο ερωτάς που λύνει τα μέλη». Ότι η επανάληψη («πάλι») είναι ένα τυπικό στοιχείο της αρχαϊκής λυρικής ποίησης το δείχνει ένα ποίημα του Αλκμάνα (απ. 101):

με πλημμυρίζει πάλι ή αγάπη με την εύνοια της 'Αφροδίτης
θερμαίνοντας γλυκά την καρδιά μου.

    Τα ερωτικά τραγούδια του Ανακρέοντα μετατρέπουν τη λέξη «πάλι» σε τυπική αρχή ποιήματος (απ. 5):

πάλι μου ρίχνει το πορφυρένιο τόπι
ο χρυσομάλλης Έρωτας
και με προκαλεί να παίξω
με μια μικρή πού φόρα πλουμιστά σαντάλια.
Αλλά αυτή - κρατάει, βλέπεις, από την καλοχτισμένη
Λέσβο - ειρωνεύεται τα άσπρα μαλλιά μου
και κοιτάει με ανοιχτό το στόμα κάποιον άλλο.
    
Ή (απ. 17):

πάλι βουτώ από το βράχο της Λευκάδας στο αφρισμένο κύμα
μεθυσμένος από Ερωτά.

Ή (απ. 26):

πάλι με τσάκωσε Πυθόμανδρος, ενώ προσπαθούσα να ξεφύγω
τον Έρωτα.


Ή, τέλος, (απ. 45):

πάλι με χτύπησε δ Έρωτας με το μεγάλο του σφυρί σαν σιδεράς
και μ' έλουσε σε παγωμένο χείμαρρο.

και (απ. 79):

πάλι αγαπώ και δεν αγαπώ,
είμαι τρελός και δεν είμαι.

    Παρόλο που ο Ανακρέων παριστάνει την αγάπη του συνεχώς με καινούριες εικόνες τόσο αριστοτεχνικά, η αρχή του ποιήματος «πάλι αγαπώ...» έχει χάσει την πρωταρχική δραστικότητα της. Για τη Σαπφώ η πρόταση αυτή μπορούσε να σημαίνει μόνο: η μοίρα μου που συνεχώς επαναλαμβάνεται ορίζει ν' αγαπώ και να υποφέρω. Έτσι συλλαμβάνει η Σαπφώ το νόμο της ύπαρξης της και το ρυθμό των συναισθημάτων της. Στον Ανακρέοντα η πρόταση «πάλι αγαπώ...» δίνει την εντύπωση ενός επιπόλαια γραμμένου στίχου.

    Την παρηγοριά πού προσφέρει ή γνώση ότι όλα μεταβάλλονται τη γνωρίζει και ο Ανακρέων, αλλά η παρηγοριά αυτή δεν έχει συναισθηματική πληρότητα και βάθος: τη θέση τους την παίρνει μια πνευματώδης και κάπως επιπόλαιη παραλλαγή τους σε ένα ποίημα που απευθύνεται σε μια νεαρή Θρακιώτισσα και είναι το μοναδικό που παραδόθηκε ακέραιο (απ. 88):

θρακικό πουλάρι, γιατί
με κοιτάς με ύποπτο βλέμμα;
Γιατί με αποφεύγεις τόσο άκαρδα; Πιστεύεις
ότι είμαι τελείως άπειρος;
Ξέρε το καλά' θα
μπορούσα εύκολα να σου φορέσω το χαλινάρι
και κρατώντας σε να σε φέρω
στο τέρμα του δρόμου.
Αλλά τώρα βόσκεις στο λιβάδι
και σκιρτώντας ανέμελα παίζεις,
γιατί δεν βρήκες ακόμη έναν έμπειρο
κι επιδέξιο αναβάτη.

    Αυτό που ανακάλυψε ο Αρχίλοχος, αυτό που η Σαπφώ διαπότισε με βαθύ αίσθημα, ο Ανακρέων το μετέτρεψε σε ανέμελο παιχνίδι. Ο Ανακρέων γίνεται με ταχύτητα και δεξιοτεχνία κύριος μιας στάσης απέναντι στη ζωή, η αμεσότητα της οποίας αποκτήθηκε δύσκολα. Τα σκοτεινά κύματα που απειλούν τον Αρχίλοχο γίνονται τώρα μια ήρεμη θάλασσα, πάνω στην οποία ο ποιητής ταξιδεύει ακίνδυνα. Αλλά ακόμη και αυτό το παιχνιδιάρικο ποίημα του Ανακρέοντα στηρίζεται σε μια θεώρηση τυπική για την αρχαϊκή λυρική ποίηση. «Γνώριζε» λέει ο Ανακρέων «ότι όλα μπορεί να έρθουν διαφορετικά.» «Αυτή που σε αποφεύγει θα σε κυνηγήσει» λέει η Αφροδίτη στη Σαπφώ. «Προσπάθησε να καταλάβεις το ρυθμό που κυβερνά τους ανθρώπους» λέει ο Αρχίλοχος στην καρδιά του. Σημαντικά χαρακτηριστικά αυτής της τυπικής θεώρησης συναντούμε στον πιο εξελιγμένο Ομηρικό μονόλογο. Στην αρχή του υ της Οδύσσειας ο Οδυσσέας, καθώς ακόμη είναι άγνωστος και έχει τη μορφή ζητιάνου, πάει να ξαπλώσει στο διάδρομο του παλατιού του την παραμονή της μνηστηροφονίας. Όταν ακούει τις δούλες να χαριεντίζονται και να γελούν με τους μνηστήρες, θυμώνει, γιατί αυτός είναι ο πραγματικός τους κύριος και αυτός θα έπρεπε να τις διατάζει. Αναρωτιέται λοιπόν αν θα πρέπει να επιτεθεί και να τις σκοτώσει μία προς μία ή να τις αφήσει στο κρεβάτι των μνηστήρων για μια φορά ακόμη. Η καρδιά του χτυπά στο στήθος και ο Οδυσσέας της μιλά: «Βάστα, καρδιά μου, έχεις αντέξει κι άλλα χειρότερα, όταν ο Κύκλωπας καταβρόχθιζε τους συντρόφους σου, και συ υπομόνεψες, ώσπου η πονηριά σου σ' έσωσε». Ο στοιχειώδης πόθος για δίκαιη εκδίκηση δεν μπορεί να εκπληρωθεί, και το εμπόδιο αυτό τον κάνει να συνειδητοποιήσει την αδυναμία του. Η καρδιά αντιδρά βίαια από θλίψη και αγανάκτηση, αλλά την προτρέπει να είναι υπομονετική και ανεκτική. Η ανάμνηση ότι κάποτε άλλοτε η κατάσταση ήταν ακόμη χειρότερη, τον βοήθα να κάνει τώρα. υπομονή. Αυτή είναι η βασική κατάσταση που εκθέτουν τα ποιήματα που παραθέσαμε. Οι στίχοι του Αρχίλοχου ιδιαίτερα θυμίζουν ως τις λεπτομέρειες τους τόσο πολύ τον Όμηρο, ώστε ο Αρχίλοχος πρέπει να γνώριζε τους στίχους της Οδύσσειας και να δέχτηκε την επίδραση τους. Αλλά και η Σαπφώ έχει κάποια σχέση με τους στίχους αυτούς: ο Οδυσσέας ησυχάζει τελείως, μόνο όταν εμφανίζεται η Αθηνά, όπως η Αφροδίτη στη Σαπφώ, και του μιλά με τρυφερή οικειότητα. Ωστόσο η ανάμνηση στον Όμηρο αφορά μόνο ένα παλαιότερο βίωμα που μοιάζει με την παροντική κατάσταση. Ο Οδυσσέας δεν γνωρίζει τις μεταβολές της ζωής και το ρυθμό που κυβερνά τους ανθρώπους. Όταν η καρδιά του Οδυσσέα «χτυπά» και ο ήρωας της μίλα ή όταν, όπως είδαμε πιο πάνω, ο θυμός «ταράζεται» στα στήθια του, πρόκειται για κάτι διαφορετικό από την αποστροφή του Αρχίλοχου στο «θυμό» του. Για τον Όμηρο ο θυμός - καθώς και η καρδιά - είναι μόνο ένα όργανο πνευματικής διέγερσης που δεν διαφέρει βασικά από τα φυσικά όργανα.

    Ότι οι λυρικοί ποιητές αντιλαμβάνονται τον ψυχικό κόσμο διαφορετικά δεν μπορεί να αποδειχτεί αδιάσειστα με την ανάλυση των λέξεων «ψυχή» και «πνεύμα», γιατί η αποσπασματική παράδοση δεν βοηθά σε κάτι τέτοιο και γιατί η νέα αντίληψη δεν είχε ίσως αποκρυσταλλωθεί αρκετά, ώστε να οδηγήσει στο σχηματισμό νέων ορών για τον ψυχικό κόσμο. Ωστόσο μεμονωμένες φράσεις προδίδουν αναμφισβήτητα ότι οι λυρικοί αντιλαμβάνονται την ψυχή διαφορετικά και όχι ως φυσικό όργανο. Όταν ο Αρχίλοχος ονομάζει το θυμό του «ταραγμένο από τις συμφορές» ή θέλει το στρατηγό του να «έχει καρδιά», χρησιμοποιεί ήδη φράσεις που είναι άγνωστες ακόμη στον Όμηρο και υποδηλώνουν μια αφηρημένη αντίληψη περί ψυχής.

    Ακόμη πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα αυτής της μεταβολής παρουσιάζουν η Σαπφώ και ο Ανακρέων. Οι αντιθέσεις στα αισθήματα τους εμφανίζονται σ' αυτούς τους δύο ποιητές όχι μόνo σε διαφορετικές στιγμές ως αποτέλεσμα εναλλαγής ανάμεσα στο πάθος και την ηρεμία, ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία, άλλα ως διχασμός μιας μοναδικής παροντικής στιγμής. Γνωρίσαμε ήδη τους στίχους του Ανακρέοντα:

πάλι αγαπώ και δεν αγαπώ,
είμαι τρελός και δεν είμαι.

    Ο άτυχος εραστής περιγράφει τη διχασμένη και χωρίς διέξοδο κατάσταση του με την παράδοξη καταφατική και αρνητική διατύπωση. Παρόμοια κατάσταση περιγράφει και όταν λέει ότι ο έρωτας τον σφυροκοπά και τον λούζει σε παγωμένο χείμαρρο. Ή Σαπφώ βρήκε γι' αυτή την κατάσταση μια παράδοξη και λακωνική διατύπωση: μίλα για τον γλυκόπικρο έρωτα. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν κάποτε κοινός τόπος, αυτό το νόμισμα που με τη χρήση των 2.500 ετών έχασε τη λάμψη του, έφερε τότε ολοκαίνουριο και ευδιάκριτο το χάραγμα του. Το έπος δεν γνωρίζει ακόμη αυτόν το διχασμό του αισθήματος και την εσωτερική ένταση, γιατί δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο στη σφαίρα των φυσικών λειτουργιών, σε αναλογία με τις όποιες αντιλαμβάνεται ο Όμηρος τις ψυχικές λειτουργίες. Η Σαπφώ συλλαμβάνει και χαρακτηρίζει με τον τολμηρό νεολογισμό της «γλυκόπικρος» τον ψυχικό κόσμο τελείως διαφορετικά από τον φυσικό. Και σ' αυτό το σημείο ο Αρχίλοχος προηγείται πάλι από τη Σαπφώ: γιατί, παρόλο που δεν μας σώθηκε κανένα χωρίο που να περικλείει σε μια λέξη το δίλημμα του άτυχου ερωτευμένου, το αίσθημα της εσωτερικής έντασης υπάρχει, έστω και ανέκφραστο, στις προτάσεις που περιγράφουν τον έρωτα με τα συμπτώματα της λιποθυμίας ή του θανάτου. Η ομοιότητα της αγάπης με το θάνατο είναι, ιδιαίτερα για τη Σαπφώ, η μεγαλύτερη ένταση της ψυχής.

    Όταν οι αρχαϊκοί ποιητές θεωρούν αυτό το νέο αίσθημα τόσο θεϊκό και υπερπροσωπικό, ώστε να το καθιστούν κριτήριο για τον καθορισμό των αξιών, δεν σημαίνει ότι το αίσθημα αυτό δεν μπορεί αντικειμενικά να αποτύχει. Η ψυχή του Αρχίλοχου αντιδρά με ασυγκράτητη βιαιότητα. Αλλά αυτή η βιαιότητα είναι σημαντική για την πνευματική ιστορία της εποχής του: Η συνείδηση της προσωπικότητας στα παραδείγματα που αναφέραμε παραμένει στο σημείο της ομηρικής αντίληψης για το θυμό. Με άλλα λόγια ή προσωπικότητα συνειδητοποιείται μόνο τη στιγμή της ψυχικής αντίδρασης. Η «καρδιά που χτυπά», όπως την περιγράφει ο Όμηρος, ο πόνος της αγάπης και η οργή που προκαλεί το δικαιολογημένο μίσος υπογραμμίζουν το ατομικό στοιχείο. Γενικότερα χαρακτηριστικά, όπως βιώματα και πράξεις, μοίρα και χαρακτήρας, δεν αποτελούν χαρακτηριστικά μιας μοναδικής προσωπικότητας. Ωστόσο η θεώρηση της ζωής οδηγεί σε μια γενικότερη διαπίστωση: το νόμο της αιώνιας εναλλαγής. Και αυτό είναι μια νέα ανακάλυψη των λυρικών ποιητών, η οποία δεν ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με την ανακάλυψη του προσωπικού αισθήματος, αλλά είναι συμπλήρωμα της. Η νέα ατομικότητα συνοδεύεται παράλληλα από μια νέα καθολικότητα, το νέο αίσθημα από μια καινούρια γνώση. Και τα δύο συνδέονται στενά και αναγκαστικά μεταξύ τους: η συνεχής αυτή μετάπτωση από πολύ ψηλά πολύ χαμηλά γίνεται αντιληπτή με τις αισθήσεις και συνειδητοποιείται με τη βοήθεια τους. Σ' αυτό το πάνω κάτω συλλαμβάνεται ή απέραντη πολυμορφία της ζωής, χωρίς όμως Ο νόμος αυτός να είναι σε θέση να τη χαλιναγωγήσει.

    Αυτός ο τρόπος σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο η ανθρώπινη ζωή στο σύνολο της δεν αντιμετωπίζεται ατομικά άλλα συλλαμβάνεται με γενικά σχήματα, ήταν γνωστός και στους μεταγενέστερους Έλληνες. Αλλά το γεγονός ότι οι αρχαϊκοί λυρικοί ποιητές στηρίζουν το ξέσπασμα των προσωπικών αισθημάτων στο γενικό νόμο της αιώνιας εναλλαγής δείχνει ότι δεν έχουν αποκτήσει ακόμη συνείδηση του ατομικού χαρακτήρα των πράξεων τους. Ένα σημαντικό γεγονός στον Όμηρο δεν πηγάζει από έναν ατομικό χαρακτήρα, ή από τα ιδιαίτερα χαρίσματα του, αλλά από μια θεϊκή δύναμη που εισχωρεί μέσα του και προκαλεί μια αντίδραση. Αν θέλαμε να τονίσουμε τη διαπίστωση αυτή κάπως υπερβολικά, θα λέγαμε: υπάρχει προσωπική μοίρα, αλλά δεν υπάρχουν προσωπικά κατορθώματα. Γι' αυτό όταν ο Αρχίλοχος χαρακτηρίζει τη διπλή ζωή του πολεμιστή και του ποιητή λέει (απ. 1):

Είμαι υπηρέτης του βασιλιά Ενυάλιου και γνωρίζω
επίσης το αξιέραστο δώρο των Μουσών.

    Παρόμοια είναι τα αισθήματα της Σαπφώς. όταν την εξουσιάζουν οι θεοί της, η Αφροδίτη και ο Έρωτας. Ωστόσο το μυθικό στοιχείο υποχωρεί στη Σαπφώ, γιατί το διχασμένο και έντονο προσωπικό αίσθημα συλλαμβάνεται ως κάτι ατομικό, και γιατί η τάξη και το νόημα των γεγονότων δεν εξαρτώνται όπως στον Όμηρο από τη μόνιμη επέμβαση των θεών, άλλα από τον ανεξάρτητο νόμο της αιώνιας εναλλαγής. Παρ' όλα αυτά η Σαπφώ δεν βλέπει ακόμη την ανθρώπινη δράση ως προσωπικό κατόρθωμα. Η συνείδηση του προσωπικού αισθήματος οδηγεί στη συνειδητοποίηση της αδυναμίας του ανθρώπου, της «αμηχανίας». Η ορθολογική διασάφηση των κοσμικών σχέσεων και η αναγνώριση του νόμου της εναλλαγής δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη δράση, άλλα συμβάλλουν στο να δείχνει ο άνθρωπος ανοχή και υπομονή. Στην Οδύσσεια συναντούμε τα χαρακτηριστικά αυτά περισσότερο τονισμένα από ό,τι στην Ιλιάδα. Αλλά ο Οδυσσέας που η καρδιά του υπέφερε πολλά, ο πολύτλας, δεν αναρωτήθηκε ποτέ για την κοσμική τάξη. Ήταν μ' έναν απλοϊκό τρόπο πολυμήχανος και ήξερε να βοήθα τον εαυτό του πάντα και να βρίσκει μια διέξοδο με έξυπνες πράξεις.

    Για τους λυρικούς που αναφέραμε παραπάνω την τελειότητα αντιπροσωπεύει κυρίως αυτό που κάποιος αισθάνεται ως τέλειο. Αξία έχει αυτό που απευθύνεται στο αίσθημα και προκαλεί την ευχάριστη αντίδραση των αισθήσεων. Ως την εποχή του Πίνδαρου και του Βακχυλίδη οι αξίες παριστάνονται επανειλημμένα με την εικόνα της λάμψης. Το θειο είναι λαμπρό και φωτεινό, το τέλειο λάμπει, το μεγαλείο εξακολουθεί να ζει στο φως της δόξας. Ο ποιητής αποκαλύπτει αυτή τη λάμψη και στέλνει τις ακτίνες της πέρα από τα σκοτάδια του θανάτου. Στα εγκώμια προβάλλει το στοιχείο αυτό με απόλυτη σαφήνεια. Για παράδειγμα μπορούμε να παραθέσουμε ένα από τα λίγα επιθαλάμια της Σαπφώς που μας έχει παραδοθεί σε σχετικά καλή κατάσταση (απ. 55), το όποιο, για να εξυψώσει την τελετή για την οποία γράφτηκε, περιγράφει τους μυθικούς γάμους του Έκτορα και της Ανδρομάχης.

    Η αρχή του ποιήματος έχει χαθεί. Οι πρώτοι στίχοι που μας παραδόθηκαν μιλούν για την άφιξη ενός κήρυκα στην Τροία που αναγγέλλει ότι το νιόπαντρο ζευγάρι μόλις έφτασε με πλοίο από τη Θήβα, την πατρίδα της νύφης.

Με σπουδή ήρθε ο κήρυκας...
και ο Ιδαίος, ο γρήγορος αγγελιοφόρος, έφερε την είδηση:
«...άφθαρτη δόξα έρχεται σήμερα για την Τροία και για
ολόκληρη την 'Ασία.
'Ο Έκτορας και οι φίλοι του φέρνουν στο σπίτι την κόρη
με τα ωραία μάτια
από την ιερή Θήβα κάτω από το βουνό Πλάκο,
την τρυφερή Ανδρομάχη, αφού πέρασαν με τα καράβια
την αλμυρή
θάλασσα, χρυσά κοσμήματα και πορφυρένια ρούχα και ένα
πλήθος πράγματα που φέρνουν χαρά,
αμέτρητες ασημένιες κούπες και δώρα από ελεφαντόδοντο».
Αυτά είπε. Τότε πετάχτηκε αμέσως από το θρόνο του
ο στοργικός πατέρας.
Η φήμη απλώθηκε στην ευρύχωρη πόλη κι έφτασε
στους φίλους.
Οι Τρώες έζεψαν αμέσως τα ζώα στις άμαξες με τις
καλοφτιαγμένες ρόδες,
όλες οι γυναίκες και οι καλλίγραμμες παρθένες ανέβηκαν
οι θυγατέρες του Πριάμου πάλι πήγαιναν χωριστά από
τους άλλους.
Οι άντρες έζεψαν τα άλογα στις άμαξες
και μαζί τους πήγαιναν τα παλικάρια. Οι φωνές
των ηνιόχων αντηχούσαν...

    Οι επόμενοι στίχοι δεν μας σώθηκαν. Έπειτα συνεχίζει:

...το ισόθεο ζευγάρι...
και συνωστισμένο το πλήθος
πήγαινε στο Ίλιο...
Γλυκόφωνοι αυλοί έσμιγαν με τον ήχο
της λύρας και το χτύπημα των κροτάλων. Οι κόρες
τραγουδούσαν δυνατά
ένα ιερό τραγούδι και ó θεϊκός ήχος έφτανε στον ουρανό...
Παντού στους δρόμους... Κρατήρες και κούπες...
Το λιβάνι έσμιγε τους καπνούς του με ευωδιά από σμύρνα
και κανέλα.
Οι μεσόκοπες γυναίκες φώναζαν δυνατά
κι όλοι οι άντρες με ωραίο θριαμβευτικό τραγούδι καλούσαν
τον μακροσαγιτάρη κιθαριστή Απόλλωνα
και υμνούσαν τον Έκτορα και την Ανδρομάχη σαν θεούς.

    Το ποίημα αυτό είναι για μας το πρωιμότερο παράδειγμα για τη σημασία του μύθου στην ελληνική εορταστική ποίηση. Μύθος και πραγματικότητα συνδέονται εδώ τόσο στενά, ώστε η μυθική κατάσταση φαίνεται ότι συνεχίζεται ως το παρόν. Η διήγηση για το γάμο του Έκτορα τελειώνει με το γαμήλιο τραγούδι, και ακριβώς αυτό το τραγούδι ακούμε κι εμείς, όταν ηχεί το επιθαλάμιο της Σαπφώς. Av σε άλλες περιπτώσεις Υμεναίων υμνούν το νιόπαντρο ζευγάρι σαν θεϊκό, εδώ νύφη και γαμπρός εξισώνονται με μυθικές μορφές. Η Σαπφώ όμως δεν διηγείται τις μεγαλόπρεπες πράξεις τους ή τη μοίρα τους, άλλα περιγράφει τη λάμψη και την τελειότητα της τελετής. Ακόμη και τα γαμήλια δώρα γίνονται με τη λάμψη τους σημαντικότερα από τις πράξεις. Έτσι η διήγηση μεταβαίνει από το ένα φωτεινό σημείο στο άλλο, και τα φωτεινά αυτά σημεία ακτινοβολούν μια λάμψη που ξεπερνά τη συγκεκριμένη στιγμή.

         Σ' ένα συγκινητικό ποίημα η ηλικιωμένη Σαπφώ περιγράφει την αδυναμία της και αναπολεί τα νιάτα της. Από το τραγούδι αυτό μας έχει σωθεί μόνο το τέλος των στίχων σ’έναν πάπυρο (65Α, 13-26)• παρόλο πού το κείμενο δεν μπορεί να αποκατασταθεί, το περιεχόμενο του είναι σαφές και μπορεί να αποδοθεί (σύμφωνα με την ανάγνωση του Manfred Hausmann):

Το δέρμα μου είναι παντού ρυτιδωμένο
και παραλυμένο από τα γερατειά.
Το βαθύ μαύρο χρώμα των μαλλιών μου
έγινε άσπρο.
Τα χέρια μου είναι αδύναμα
και τα γόνατα μου τόσο ασθενικά,
ώστε αρνούνται να με σηκώσουν.
Δεν μπορώ πια να κινούμαι
χορεύοντας ανάμεσα στα κορίτσια
σαν ελαφίνα το βράδυ στο δάσος.
Αλλά τι να γίνει;
Ένας θνητός δεν μπορεί να χαίρεται αιώνια τη νιότη.
Τραγουδούν ένα τραγούδι,
και η Αυγή, λένε, έπρεπε να το πάθει
που κάποτε οδήγησε το νεαρό Τιθωνό
στην άκρη του κόσμου.
Ωστόσο κι αυτόν τον βρήκαν
τα θλιβερά γερατειά.
Και τώρα, επειδή τη νύχτα
δεν μπορεί να πλησιάσει πια
ερωτικά το τρυφερό του ταίρι,
πιστεύει ότι έχασε κάθε ευτυχία. Γι' αυτό ικετεύει τον Δία
να του χαρίσει το θάνατο σύντομα.
Ωστόσο εγώ ποθώ ακόμη τη χάρη και τη χρυσή αφθονία.
Αυτή η λάμψη με περιβάλλει πάντα,
γιατί αγαπώ τον ήλιο.

    Η Σαπφώ ξεπερνά την αδυναμία της μελαγχολικής ηλικίας («αλλά τι να γίνει ;») με τη σκέψη ότι δεν έχασε την ουσία της νιότης, δηλαδή τη χαρά για τη λάμψη και την ακτινοβολία. Δεν προσπαθεί όμως να δώσει στο πέρασμα του χρόνου, στα γερατειά ένα δικό τους νόημα.

    Το ίδιο θέμα αναπτύσσει σ' ένα γεροντικό ποίημα ο Ανακρέων, άλλα του λείπει η παρηγοριά ότι κράτησε στη μνήμη του κάτι αναλλοίωτο. Επειδή δεν έχει καμιά δυνατότητα να αξιολογήσει τη ζωή του θέτοντας ένα σκοπό στη δράση του ή να τη θεωρήσει γενικά μια έλλογη ενότητα, καταλήγει στην ωμή και φοβερή ομολογία (απ. 44):

Οι κρόταφοι μου είναι γκρίζοι κιόλας
και το κεφάλι μου άσπρισε.
Δεν έχω πια τη χαριτωμένη νιότη,
και τα δόντια μου γέρασαν
από τη γλυκιά ζωή
μου απόμεινε έva μικρό κομμάτι.
Τρέμω μπρος στον Τάρταρο,
γιατί η άβυσσος του Άδη είναι
φοβερή και το ταξίδι θλιβερό. Και είναι βέβαιο:
όποιος κατεβεί μια φορά δεν ανεβαίνει ποτέ πια.

    Και τα δύο ποιήματα εκφράζουν την αδυναμία των δημιουργών τους, γιατί η θέληση τους για ζωή συναντά εμπόδια. Η πείρα, δηλαδή οι αισθήσεις κρίνουν τι έχει αξία και τι όχι. Η νιότη είναι γλυκιά, ενώ τα γερατειά γεμάτα φόβο και βάσανα. Οι αρχαϊκοί ποιητές μιλούν και με άλλες ευκαιρίες για το πέρασμα της νιότης και τον ερχομό των γερατειών - στον Όμηρο οι ήρωες δεν αναφέρονται ποτέ στις αντιθέσεις των ηλικιών στη ζωή τους - αλλά η ζωή στο σύνολο της δεν αποτελεί ακόμη μια έλλογη ενότητα.

    Πέρα από την ιωνική και αιολική περιοχή (Ο Αρχίλοχος γεννήθηκε στην Πάρο, η Σαπφώ στη Λέσβο και ο Ανακρέων στην Τέω) τον 6ο αιώνα διατυπώνονται τέλειος διαφορετικές σκέψεις για την ανθρώπινη ζωή.

    Ο Σόλων, ο μεγάλος πολιτικός με τον όποιο η Αττική πρωτοεμφανίζεται στην ιστορία της λογοτεχνίας, λέει (απ. 22, 7): «Γερνάω μαθαίνοντας πάντα περισσότερα». Τον δραστήριο πολιτικό και μετριοπαθή νομοθέτη τον απασχολούν τα ερωτήματα των ανθρώπινων πράξεων και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Δεν είναι ο μοναδικός στίχος που αναφέρεται στο σκοπό και το νόημα της ζωής του και των ενεργειών του - ο στίχος αυτός, ας σημειωθεί περιθωριακά, συλλαμβάνει για πρώτη φορά τη μάθηση ως πνευματική διαδικασία. Ό ποιητής νιώθει τον εαυτό του δεμένο μ' ένα σκοπό, το δίκαιο. Αυτή η στάση προετοιμάζει την αττική τραγωδία. Όταν ο Αρχίλοχος μιλά για δίκαιο, εννοεί το καταπιεσμένο αίσθημα δικαιοσύνης και την ισορροπία δικαίου που αποκαθιστούν πάντα οι θεοί, όχι όμως τη δική του δίκαιη συμπεριφορά, η Σαπφώ και ο Ανακρέων δεν μιλούν καθόλου για δικαιοσύνη.

    Αυτοί οι λυρικοί ποιητές διαθέτουν αρκετή φαντασία, ώστε να σκεφτούν ορισμένα πράγματα διαφορετικά από ό,τι είναι στην πραγματικότητα και να αντιληφθούν την ασυμφωνία που υπάρχει ανάμεσα στη δυνατότητα και την πραγματικότητα, ανάμεσα στις προσωπικές τους προσδοκίες και τη σκληρή πραγματικότητα, ανάμεσα στην αλήθεια και τα φαινόμενα. Δεν φαντάζονται το τέλειο σαν κάποιο ιδανικό προς το οποίο ο άνθρωπος θα έπρεπε να αποβλέπει ή σύμφωνα με το οποίο θα μπορούσε να μεταμορφώσει τον κόσμο. Ήδη ο Όμηρος γνωρίζει ότι η ζωή στη γη είναι ατελής και θλιβερή. Ακόμη και οι ήρωες συμμερίζονται τη βαθιά ριζωμένη ατέλεια του ανθρώπου, αλλά οι θεοί προσδίδουν στα γήινα το νόημα και την αξία τους. Αυτοί οι θεοί κυβερνούν ακόμη τον κόσμο των λυρικών ποιητών, και κανείς δεν επαναστατεί εναντίον τους. Η επανάσταση αρχίζει με τη σκέψη ότι η ανθρώπινη ζωή θα μπορούσε να έχει στην πραγματικότητα ακόμη περισσότερο νόημα και οι θεοί να είναι ακόμη τελειότεροι, κυρίως όμως με τη σκέψη για τον πραγματικό ρόλο της δικαιοσύνης στον κόσμο.

         Τα προσωπικά αισθήματα και οι αξιώσεις των λυρικών ποιητών αφορούν στη στιγμή που κάποιος αποκόβεται από το γενικό ρεύμα της ζωής και απόκτα συνείδηση ότι αποχωρίζεται από το δέντρο που περικλείει καθετί ζωντανό και αυξάνει συνεχώς. Σε τέτοιες στιγμές ο άνθρωπος κατευθύνει το βλέμμα στην ψυχή του. Αυτή όμως η προσωπική ψυχή δεν είναι φορέας όλων των αισθημάτων και συγκινήσεων, αλλά μόνο αντιδράσεων, όταν τα αισθήματα παρεμποδίζονται. Η αγάπη π.χ. δεν είναι ένα αίσθημα που πηγάζει από το εσωτερικό του ανθρώπου, αλλά δώρο της Αφροδίτης ή του Έρωτα. Μόνο ο διχασμός του αισθήματος που προέρχεται από μια ατυχή αγάπη είναι κάτι προσωπικό. Παρόλο που ο Αρχίλοχος είναι πεισματάρης και ή Σαπφώ έχει τόσο βαθιά αισθήματα, και οι δυο τους δεν χάνονται στην άβυσσο ρομαντικών συναισθηματισμών. Όταν η Σαπφώ λέει (απ. 27): «το πιο όμορφο είναι αυτό που καθένας αγαπά», εννοεί φυσικά ότι οι άνθρωποι θεωρούν διαφορετικά αντικείμενα ωραία, αλλά η ίδια γνωρίζει καλά τι αγαπά. Το αίσθημα της δεν είναι ακαθόριστο ούτε απευθύνεται στην αρκαδική φύση της βουκολικής ποίησης που μπορεί και συναισθάνεται μαζί με τον άνθρωπο. Το ποίημα αυτό στρέφεται βέβαια εναντίον καθιερωμένων αξιών: δεν είναι όμορφο το μεγαλείο, άλλα αυτό πού κάποιος αγαπά. Κι είναι ένα πρώτο βήμα προς τον Ηράκλειτο, όταν ή ίδια λέει ότι κάτι μπορεί να γίνει κατανοητό. Ωστόσο απέχει πολύ από την πίστη του ίδιου φιλοσόφου ότι το νόημα των λόγων του είναι τόσο βαθύ, ώστε οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να τον παρακολουθήσουν.

    Οι αρχαϊκοί ποιητές δεν μιλούν με μοναχικούς μονολόγους όπως οι σύγχρονοι λυρικοί, άλλα απευθύνονται σε κάποιον είτε αυτός είναι θεός (κυρίως σε προσευχές) είτε άνθρωπος ή ομάδα ανθρώπων. Παρόλο πού το άτομο απελευθερώνεται από μερικές παλιές δεσμεύσεις, ή ανακάλυψη του ψυχικού κόσμου συνενώνει τους Ομοϊδεάτες. Η διαδικασία της εξατομίκευσης είναι συγχρόνως μια διαδικασία νέων δεσμεύσεων.

    Ένα ποίημα της Σαπφώς, του οποίου η αρχή και το τέλος χάθηκαν, προϋποθέτει ότι η ποιήτρια έμεινε με την Ατθίδα, την οποία αγάπα ιδιαίτερα, στη Λέσβο, ενώ ένα άλλο κορίτσι, η Αριγνώτα, έπρεπε να φύγει από τη συντροφιά τους και να επιστρέψει στις Σάρδεις, την πρωτεύουσα της Λυδίας (απ. 96):

...Από τις Σάρδεις συχνά...
στέλνει τις σκέψεις της προς τα δω.
Όσο ήταν ακόμη κοντά μας η Αριγνώτα, σε υμνούσε
σαν θεά και άκουγε
με μεγάλη ευχαρίστηση τα τραγούδια σου.
Τώρα όμως λάμπει ανάμεσα στις Λυδές
όπως λάμπει η ροδοδάχτυλη σελήνη
μετά τη δύση του ήλιου επισκιάζοντας όλα τ' αστέρια
και σκορπά το φως της
στην αλμυρή θάλασσα και
στους λουλουδιασμένους κάμπους.
Άφθονη δροσιά έχει απλωθεί, τα ρόδα ανθούν
και το τρυφερό χορτάρι και
το βαθυπράσινο τριφύλλι πού ευωδιάζει μέλι.
Και συχνά περπατώντας
θυμάται τον πόθο της για την
ωραία Ατθίδα, και την τρυφερή καρδιά της
τη σπαράζει ο πόνος.
«Έλα κοντά μου»
φωνάζει δυνατά, άλλα η φωνή δε φτάνει
ως εμάς, η σκοτεινή νύχτα
δε φέρνει τον ήχο πάνω από τα κύματα.

   
Από άλλα ποιήματα της Σαπφώς γνωρίζουμε ότι η Ατθίδα στάθηκε συχνά αφορμή για ζηλοτυπίες και ότι η Αριγνώτα, όσο καιρό άνηκε στον κύκλο της Σαπφώς, είχε αγαπήσει ιδιαίτερα την Ατθίδα. Τώρα που η Σαπφώ έμεινε με την αγαπημένη της Ατθίδα περιγράφει πως η Αριγνώτα μια καλοκαιριάτικη νύχτα με πανσέληνο σκέφτεται τις φίλες της στην άλλη άκρη της θάλασσας, και νοσταλγεί τις μέρες που έζησαν μαζί. Εδώ εκφράζεται ένα αίσθημα δεσμού που παρ’ όλη την απόσταση παραμένει στον πνευματικό και ψυχικό κόσμο ως ανάμνηση και αγάπη. Με αυτό το ποίημα η Σαπφώ ζήτα ολοφάνερα την ακόμη στενότερη φιλία με την Ατθίδα, γιατί της δείχνει πόσο κοντά είναι η μία στην άλλη, αφού και οι δυο τους σκέφτονται την Αριγνώτα, κι εκείνη στέλνει τη σκέψη της και στις δυο. «Από τις Σάρδεις συχνά έχει το νου της εδώ» είναι η κατά λέξη μετάφραση του πρώτου στίχου. Αυτό είναι κάτι που ο Όμηρος δεν θα μπορούσε να το διατυπώσει με τα στοιχειώδη γλωσσικά μέσα του. Στη Σαπφώ το πνεύμα έχει τη δυνατότητα να αποδεσμεύεται από τον τόπο, και έτσι μπορεί να υπάρξει κοινότητα στη σκέψη και το αίσθημα. Αυτές οι αντιλήψεις για την «κοινότητα» του πνευματικού στοιχείου, που από την εποχή του Ηράκλειτου είναι κάτι συνηθισμένο, δεν υπήρχαν ακόμη στον Όμηρο. Επειδή το βίωμα της ομορφιάς σε μια λατρευτική τελετή γίνεται κοινή ανάμνηση, η Σαπφώ μπορεί να το συνδέσει εύκολα με το λατρευτικό τραγούδι και να εκφράσει αυτό που θεωρεί σημαντικό.

    Η νοσταλγία είναι φυσικά ένα φαινόμενο γνωστό στον Όμηρο. Ο Οδυσσέας π.χ. πού βρίσκεται κοντά στην Καλυψώ νοσταλγεί την πατρίδα του:

αὐτάρ Ὀδυσσεύς
ἱέμενος καί καπνόν ἀποθρῴσκοντα νοῆσαι
ἧς γαίης θανέειν ἱμείρεται,

    «επιθυμεί να δει έστω και τον καπνό της πατρίδας του να υψώνεται κι έπειτα θέλει να πεθάνει». Εδώ αναφέρεται μόνο ο αντικειμενικός στόχος της επιθυμίας. Οι στίχοι αυτοί συγκινούν, γιατί - παράλληλα με την ευφωνία και παραστατικότητα των λέξεων - ο Οδυσσέας εύχεται να εκπληρωθεί μια τόσο μικρή επιθυμία κι υστέρα να πεθάνει.

    Σ' ένα άλλο ποίημα, που η αρχή και το τέλος του επίσης δεν έχουν παραδοθεί, η Σαπφώ σκέφτεται πάλι ένα κορίτσι που έχει φύγει μακριά και περιγράφει πως παρηγορήθηκε την ώρα του αποχαιρετισμού με την ανάμνηση για ό,τι ωραίο είχαν ζήσει μαζί (απ. 94):

...Αλήθεια θα 'θελα να μην υπάρχω.
Έκλαψε πολύ, όταν με αποχωρίστηκε
και είπε: «Αλίμονο, πόσο φοβερή είναι η μοίρα μας!
Σαπφώ, το ξέρεις ότι σ’ αφήνω χωρίς τη θέληση μου».
Κι εγώ της απάντησα:
«Πήγαινε χαρούμενη και να με θυμάσαι.
Ξέρεις βέβαια πόσο σ’ αγαπήσαμε.
Αν όχι, τότε θα σου θυμίσω
αυτό που ξέχασες,
πόσο χαρούμενος κι ωραίος ήταν ο καιρός που περάσαμε μαζί.
Συχνά στόλισες μπροστά μου τις πλεξούδες σου
με στεφάνια από μενεξέδες και τριαντάφυλλα.
Συχνά φόρεσες στον τρυφερό λαιμό σου
την ευωδιαστή λουλουδένια αλυσίδα,
και με γλυκιά ευωδιά
από βασιλικό βάλσαμο και λάδι από σμύρνα
άλειψες το δροσερό σου σώμα.
Ξαπλωμένη σε χνουδωτό στρώμα
ξεδιψούσες τον πόθο σου με τη συντροφιά μας.
Και δεν υπήρχε χορός,
γιορτή ή παιχνίδι
στην αμμουδιά πού να μην πήρες μέρος.
Δεν υπήρχε δάσος πού την άνοιξη
να μην αντηχούσε αρμονικά
από το τραγούδι των κοριτσιών».

    Η ανάμνηση ενώνει τους ερωτευμένους γεφυρώνοντας την απόσταση· οι άνθρωποι συνδέονται ψυχικά μεταξύ τους. Αλλά αυτό το ψυχικό στοιχείο δεν έχει συναισθηματικό χαρακτήρα· δεν απομακρύνει τον άνθρωπο από τον κόσμο και δεν τον προδιαθέτει εχθρικά απέναντι του. Είναι ανάμνηση εντελώς γήινων πραγμάτων πού ακτινοβολούν με την ομορφιά τους και απευθύνονται στις αισθήσεις. Η ανάμνηση επιτρέπει την επιβίωση όλων αυτών των πραγμάτων, χαρίζει διάρκεια στη χαρά που προέρχεται από αυτά και δίνει σ’ αυτούς πού τα χάρηκαν το αίσθημα ότι ο ένας ανήκει στον άλλο. Κάποιος είπε ότι αύτη η μνήμη, που η Σαπφώ εξασκεί, είναι ένα είδος μόνιμης παρηγοριάς και υπέδειξε μια σκηνή της Οδύσσειας, οπού κάποιος αποχαιρετώντας τους άλλους παρακαλεί να τον θυμούνται. Ωστόσο εδώ υπάρχει μια λεπτή αλλά σημαντική διαφορά: Όταν ο Οδυσσέας αναχωρεί από το νησί των Φαιάκων, η Ναυσικά του λέει (θ 461): «Καλό ταξίδι, ξένε, και θυμήσου με όταν θα φτάσεις στην πατρίδα σου, γιατί πρώτα από όλους σε μένα χρωστάς τη σωτηρία σου». Η ανάμνηση στην περίπτωση αυτή είναι η ευγνωμοσύνη για μια καλή πράξη που έγινε σε κάποιον. Στο ποίημα της Σαπφώς οι ερωτευμένοι έχουν την ίδια ανάμνηση και δεν υπάρχει μονομερής υποχρέωση. Ο καθαρός στοχασμός ότι η μνήμη δεν είναι τίποτε άλλο από αναπαράσταση μιας περασμένης ομορφιάς δημιουργεί την ίδια διάθεση και στις δύο ψυχές. Όπως στο ποίημα της Αριγνώτας η νοσταλγία που έρχεται από τις Σάρδεις είναι η ίδια, αν και η Σαπφώ τρυφερά το αποσιωπά, με τη νοσταλγία που στέλνει η ίδια προς τις Σάρδεις, έτσι κι εδώ η ανάμνηση ενώνει τις δύο ψυχές.

         Αυτή η ανάμνηση είναι για τη Σαπφώ σημαντική όχι μόνο γιατί συνδέει δύο αγαπημένα πρόσωπα μεταξύ τους· όλος ο κύκλος της συνέχεται, καθώς όλες οι κοπέλες θυμούνται το κοινά βίωμα της ομορφιάς. Ένα λατρευτικό τραγούδι περιγράφει π.χ. τον τόπο της τελετής, όπου πρόκειται να τιμήσουν την Αφροδίτη (απ. 5):

Κατέβα από τον ουρανό χι έλα στον ιερό ναό σου,
όπου δάσος οι μελιές ανθούν
και από τους βωμούς υψώνεται ευωδιαστό το θυμίαμα.
Κρύο νερό μουρμουρίζει ανάμεσα στα κλαδιά της μελιάς
και τριαντάφυλλα σκεπάζουν όλο τον τόπο.
Καθώς θροΐζουν τα φύλλα μου έρχεται ύπνος που με παραλύει.
Το λιβάδι που τρέφει τ' άλογα σκεπάζεται
πέρα ως πέρα από τ' ανοιξιάτικα λουλούδια και γλυκιά
ευωδιά απλώνεται
……………………………………………………………………
'Έλα, Κύπριδα, και κέρασε στις χρυσές κύλικες νέκταρ
ανάμεικτο με κέφι.

         Η Σαπφώ προσκαλεί με αυτή την προσευχή τη θεά να ‘ρθει στη γη. Περιγράφοντας όμως ολόκληρο αυτό το πλέγμα της ομορφιάς το διατηρεί στη μνήμη τη δική της και των κοριτσιών της. Σκοπός του έπους είναι ήδη η διατήρηση του παρελθόντος στη μνήμη των ανθρώπων - από την εποχή του Ησίοδου οι Μούσες θεωρούνται θυγατέρες της Μνημοσύνης. Ωστόσο το αντικείμενο της ανάμνησης έχει αλλάξει. Ο Όμηρος σώζει το «κλέος ανδρών», τα μεγάλα κατορθώματα, τα ιστορικά γεγονότα. Η Σαπφώ, αντίθετα, διατηρεί στη μνήμη κάτι απλό, που το θεωρεί, όπως συχνά επαναλαμβάνει, σημαντικότερο από όλα τα άλλα. Αυτό που εξυμνεί δεν είναι ένα γεγονός της παράδοσης, αλλά κάτι στο όποιο η ίδια και οι δικοί της έχουν λάβει μέρος. Το προσωπικό στοιχείο προχωρεί μάλιστα ακόμη περισσότερο. Σίγουρα η παρουσίαση ωραίων τραγουδιών σε μια γιορτή είναι κάτι συνηθισμένο στη λατρεία. Απαλές ευωδιές υψώνονται προς τον ουρανό, τα κορίτσια στολίζονται με λουλούδια και όλες οι αισθήσεις απολαμβάνουν. Χαρά νιώθουν τόσο αυτοί που παίρνουν μέρος στη γιορτή όσο και η θεά, την οποία θέλουν να προδιαθέσουν ευνοϊκά. Αλλά η Σαπφώ ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο: Επανειλημμένα αναφέρει τις φίλες της με το όνομα τους· ακόμη και τον εαυτό της αναφέρει ονομαστικά. Ό,τι έζησαν μαζί, ό,τι τις έδεσε συναισθηματικά το έπλασαν μόνες τους και το διαμόρφωσαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εκπληρώνει τις επιθυμίες τους για μια ανώτερη πραγματικότητα. Πάνω από όλα η ίδια η Σαπφώ στεφανώνει με την ποίηση της την ομορφιά της γιορτής και την παραδίδει συγχρόνως στους μεταγενεστέρους. Αυτό που ενώνει τις αγαπημένες φίλες στο παρόν γίνεται υπερχρονικό και αθάνατο.

    Αυτός ο τρόπος δημιουργίας νέων θεμάτων διαφέρει ριζικά από τον τρόπο του Αρχίλοχου ή του Αλκαίου: Η Σαπφώ δεν παραμερίζει το παλιό με αγανάκτηση, αλλά το διατηρεί και του δίνει καινούριο νόημα. Παρόλο που οι άλλοι αρχαϊκοί ποιητές δεν γνωρίζουν την ανάμνηση του ωραίου που συνδέει τους ανθρώπους, ωστόσο συναντούμε παραπλήσια φαινόμενα. Η αρχαϊκή εποχή δημιούργησε διάφορες εθιμικές εκδηλώσεις, κυρίως το συμπόσιο, για να διευκολύνει τη συνάντηση ομοϊδεατών αντρών. Αν το κρασί ενώνει τους ανθρώπους - παρόλο που μπορεί να φέρει και το αντίθετο αποτέλεσμα - , το συμπόσιο με την ποίηση και τη μουσική είναι μια ακόμη καλύτερη ευκαιρία για συντροφιά. Η συμποτική ποίηση κατέχει από την εποχή του Αρχίλοχου σημαντική θέση στην αρχαϊκή λυρική ποίηση. Ένα τραγούδι του Ανακρέοντα (απ. 43) υμνεί τα «ωραία τραγούδια» στο συμπόσιο:

Μπρος φέρε, παιδί μου, την κούπα, για να
την αδειάσω μονορούφι.
Ανάμιξε στον κρατήρα
δέκα ποτήρια νερό
με πέντε κρασί
γιατί δεν θέλω να μεθύσω
και να φερθώ άπρεπα
……………………….
Ας μην κάνουμε
πάλι ένα συμπόσιο με θόρυβο και κραυγές
όπως οι Σκύθες. Ας πιούμε ήρεμα
κι ας τραγουδήσουμε ωραία τραγούδια.

    Επειδή το συμπόσιο σ’ αυτή την εποχή καλλιεργεί την αρμονική συναδελφικότητα, στα ποιήματα που διαβάζονται κατά τη διάρκεια του παίζει μεγάλο ρόλο το ερώτημα ποιος είναι πραγματικός φίλος και με ποιο κριτήριο μπορεί κάποιος να διαγνώσει την αληθινή σκέψη ενός άντρα. Ο Θέογνης λέει (1,499):

Το χρυσάφι και το ασήμι το δοκιμάζουν οι ειδικοί στη φωτιά,
άλλα τη σκέψη του ανθρώπου την αποκαλύπτει το κρασί,
ακόμη και τη σκέψη ενός συνετού ανθρώπου που πίνει υπέρμετρα
και ντροπιάζεται, αν και πριν ήταν έξυπνος.

    Κάποιος θέλει να αφαιρέσει τη μάσκα από τα φαινόμενα και να γνωρίσει την πραγματική σκέψη των συμποτών του, για να βρεθεί ανάμεσα σε ομοϊδεάτες του. Πόσο σοβαρά λαμβάνεται υπόψη αυτό το κοινό και αμοιβαίο αίσθημα το δείχνει η παιδεραστία που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην αρχαϊκή εποχή και έπαιζε σημαντικό ρόλο στο συμπόσιο.

    Και στην πολιτική ζωή συγκεντρώνονται οι άντρες που έχουν την ίδια ιδεολογία. Τώρα δημιουργούνται για πρώτη φορά κόμματα, και τους αγώνες τους διηγείται ο Αλκαίος από τη Λέσβο, ο συμπατριώτης και σύγχρονος της Σαπφώς, και ο Σόλων από την Αθήνα.

    Ο Σόλων προσπάθησε να ξεπεράσει τις κομματικές διαμάχες και να αποκαταστήσει την ενότητα του κράτους με νόμους και καταστατικό χάρτη. Στην εποχή των λυρικών δημιουργείται η πόλη-κράτος. Την παλιά φεουδαρχική ζωή την αντικαθιστά ένα κοινό πλαίσιο που θεμελιώνεται στο δίκαιο και την τάξη. Δεν αποτελεί αντίφαση το γεγονός ότι η συνείδηση για την προσωπικότητα και η πολιτειακή τάξη δημιουργούνται την ίδια εποχή. Το να είναι κάποιος πολίτης είναι κάτι διαφορετικό από το να ανήκει σε μια καθοδηγούμενη μάζα ανθρώπων. Το δίκαιο γίνεται η νέα δέσμευση των ανθρώπων.

    Και στη θρησκευτική ζωή της εποχής συγκεντρώνονται οι «ομοϊδεάτες». Αυτό συμβαίνει γιατί οι αιρέσεις των Πυθαγορείων και των Ορφικών, που διαδίδονται αυτή την περίοδο, αναπτύσσουν μια κοινή πίστη και ελπίδα. Η φροντίδα τους για την ανθρώπινη ψυχή προϋποθέτει μια αντίληψη περί ψυχής που σχηματίζεται αυτή την εποχή για πρώτη φορά.

    Τέλος, την εποχή αυτή οι φιλοσοφικές σχολές αρχίζουν να συγκεντρώνουν φιλόσοφους με την ίδια κοσμοθεωρία. Για την κοινωνική δομή της Ευρώπης έχει τεράστια σημασία το γεγονός ότι παράλληλα με τις παραδοσιακές ομάδες όπως οικογένεια, φυλή, κτλ. δημιουργούνται ενώσεις που δεν στηρίζονται στη θρησκευτική παράδοση αλλά σε πνευματικούς δεσμούς. Η ύπαρξη κομμάτων, αιρέσεων, σχολών κτλ. στην Ευρώπη, ενώσεων που θεμελιώνονται σε κοινές πεποιθήσεις και θεωρίες, οφείλεται στην πρώιμη αρχαϊκή εποχή της Ελλάδας. Οι λυρικοί ποιητές μας προσφέρουν την πιο σαφή εικόνα για τις προϋποθέσεις των φαινομένων αυτών, γιατί εκφράζουν με το λόγο τις νέες ανακαλύψεις τους στον ψυχικό χώρο.

         Είδαμε ότι ο Όμηρος δεν είναι σε θέση να συλλάβει την ψυχή ως κάτι τελείως αντίθετο από το σώμα. Αυτό μπορέσαμε να το αποδείξουμε με τη σκέψη ότι ο Όμηρος δεν διαθέτει τις γλωσσικές προϋποθέσεις, για να εκφράσει τα τρία χαρακτηριστικά που αποδίδει ο Ηράκλειτος στην ψυχή: την «ένταση» που περικλείει συγχρόνως και το «βάθος», την «αυθορμησία» και την «κοινότητα». Στα προσωπικά αισθήματα των λυρικών ανακαλύπτεται ο διχασμός της ψυχής και η κοινότητα του πνευματικού στοιχείου. Ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και ο Ανακρέων αποδίδουν στην αυθορμησία του πνεύματος μόνο ένα μικρό μέρος των αισθημάτων τους. Οι δυνατές συγκινήσεις εξακολουθούν να οφείλονται στην επέμβαση των θεών, ενώ μόνο η απογοήτευση θεωρείται κάτι προσωπικό. Αλλά ο χώρος της συνειδητής προσωπικής δράσης δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί. Το βήμα αυτό το πραγματοποιεί για πρώτη φορά η τραγωδία. Το γεγονός ότι οι ανακαλύψεις των λυρικών ποιητών επανέρχονται με συγγενικές μορφές σε καλλιτέχνες, στοχαστές και πολιτικούς, δείχνει ότι τα κατορθώματα των μεγάλων προσωπικοτήτων ανήκουν σε μια γενικότερη ιστορική διαδικασία. Η Ιστορία είναι ένα υφαντό που τα υλικά του είναι η πράξη και η μοίρα. Η μια πλευρά φαίνεται να είναι καμωμένη μόνο από το υφάδι· αν όμως το αντιστρέψεις, τότε βλέπεις και το στημόνι.