Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Τα υπέροχα γλυπτά της D. Bernier που απεικονίζουν την ένωση του ανθρώπινου στοιχείου με τα φυσικά υλικά

Υλικά της φύσης είναι αυτά που προτιμά να πιάνει στα χέρια της η Debra Bernier, καλλιτέχνης από τον Καναδά: ξύλα που έβγαλε η θάλασσα, πηλός, κοχύλια. Με αυτά, τη φαντασία και την τέχνη της φτιάχνει εξαιρετικά «γλυπτά» επιχειρώντας να δώσει μορφή στη φύση, να απεικονίσει την ένωση του ανθρώπινου στοιχείου με τα φυσικά υλικά.

«Όταν δουλεύω με ξύλα που βγάζει η θάλασσα, ποτέ δεν αρχίζω σαν να έχω έναν λευκό καμβά. Κάθε κομμάτι είναι ήδη γλυπτό, το έχει σμιλεύσει το χάδι των κυμάτων και του ανέμου», τονίζει η ίδια. «Το ξύλο αφηγείται μια ιστορία και προσπαθώ να σκέφτομαι το ‘ταξίδι’ αυτό καθώς κρατώ το ξύλο στο χέρι μου. Επεκτείνω ή περιορίζω  τις καμπύλες του και τη μορφή του, που υπάρχει ήδη, με σκοπό να δημιουργηθούν εικόνες ζώων ή ανθρώπων».

Τα γλυπτά της αντλούν έμπνευση από την αγάπη της προς τα πιο «ιερά» πράγματα στον κόσμο: τα παιδιά, τα ζώα, τη φύση. «Τα ολοκληρωμένα έργα αντανακλούν όχι μόνο τη ζωή μου, την οικογένειά μου και τα παιδιά αλλά και τον αιώνιο ιερό δεσμό που όλοι μοιραζόμαστε με τη φύση», εξηγεί.

Η Debra λάτρευε την παραλία και τους «θησαυρούς» της από μικρή και είναι ευγνώμων που μοιράζεται την αγάπη της αυτή και την τέχνη της με τους ανθρώπους. «Το μικρό κορίτσι μέσα μου βρίσκει ακόμα συναρπαστικές τις μορφές του ξύλου, τον ήλιο που λάμπει πάνω στο νερό, τις λείες γκρι πέτρες, τα αλμυρά φύκια. Η απλότητα που φέρνει μεγαλύτερη ευτυχία από την πολυπλοκότητα. Ελπίζω να το μοιραστώ αυτό με άλλους ανθρώπους», καταλήγει.

Ocean6Ocean5Ocean4Ocean3Ocean2Ocean1

Οι Ψυχολογικές άμυνες και ο Φρόυντ

freud-womanΣύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία οι ασυνείδητες ψυχολογικές άμυνες είναι εκείνες που εμποδίζουν επιθυμίες, ορμές και συναισθήματα του Εκείνο να βγουν στην συνείδηση. Αυτό συμβαίνει επειδή αυτές θεωρούνται αρνητικές, επιθετικές ή και δυσάρεστες. Το Εγώ, το λογικό και προσαρμοστικό μέρος της ψυχής, επιστρατεύει άμυνες, λοιπόν, προκειμένου να αποφευχθεί το άγχος και η απειλή.
 
Παρακάτω θα περιγράψουμε μερικές από τις βασικές άμυνες της ψυχαναλυτικής σχολής μαζί με παραδείγματα, τα οποία θα τις καταστήσουν περισσότερο κατανοητές. Κάποιος, διαβάζοντας τα παρακάτω, ίσως εντοπίσει μία ή και περισσότερες άμυνες στο δικό του Εγώ. Πάρα ταύτα, σημειώνουμε εξ αρχής πως οι άμυνες, σύμφωνα πάντοτε με τον Φρόυντ, είναι ασυνείδητες.
  • Άρνηση. Το άτομα αρνείται από την συνείδησή του πως κάτι συνέβη στα αλήθεια. Το αποκλείει και το στέλνει κατευθείαν στον ασυνείδητο. Το συναίσθημα, η επιθυμία ή η σκέψη, μετά την άρνηση, παύουν να υπάρχουν για το άτομο.
Παράδειγμα: Το άτομο ξεχνάει παντελώς -όχι με δική του συνειδητή πρόθεση- πως σήμερα έχει ένα ραντεβού στον οδοντίατρο για μία εξαιρετικά επίπονη αφαίρεση δοντιού (άρνηση γεγονότος). Το παιδί αρνείται το μίσος που βιώνει για τον έναν γονέα (άρνηση του συναισθήματος) ή κάποιος άνθρωπος αρνείται πως θέλει να βλάψει τον καλύτερό του φίλο (άρνηση επιθυμίας). Σημειώνουμε εδώ, σχετικά με τα δύο τελευταία παραδείγματα, πως η ψυχανάλυση παραδέχεται γενικά ότι ένα συναίσθημα μπορεί κάλλιστα να συνυπάρχει με κάποιο εντελώς αντίθετο, όπως η αγάπη και το μίσος.
  • Απώθηση. Είναι παρόμοια με την άρνηση, μόνο που το άτομο αναγνωρίζει πως το γεγονός, η επιθυμία ή το συναίσθημα πράγματι υπήρξε. Παρόλα αυτά, τα έχει απωθήσει στο ασυνείδητο.
Παράδειγμα: Ένα θύμα βιασμού μπορεί να μην θυμάται την επίθεση που δέχτηκε, αλλά να βιώνει “αναλαμπές”, όπως εικόνες που έρχονται απρόσμενα στο νου ή αρνητικά συναισθήματα που βγαίνουν στην επιφάνεια. Το άτομο εδώ, επίσης, ξέρει πως έπεσε θύμα βιασμού, εν αντιθέσει με την άρνηση, αλλά δεν μπορεί να ανακαλέσει το γεγονός αυτό καθαυτό.
  • Παλινδρόμηση. Σε αυτή την άμυνα το υποκείμενο επιστρέφει σε προηγούμενα εξελικτικά στάδια, για να αντιμετωπίσει το άγχος ή γενικώς τα αρνητικά συναισθήματα ή και τις αρνητικές εμπειρίες, που βίωσε.
Παράδειγμα: Ύστερα από έναν χωρισμό μία γυναίκα καταναλώνει υπερβολικές ποσότητες φαγητού και αλκοόλης ή καπνίζει πολύ. Εδώ συγκεκριμένα έχουμε παλινδρόμηση στο στοματικό στάδιο, όπου η ικανοποίηση πηγάζει από την ερωτογενή ζώνη του στόματος.
  • Αντιδραστικός σχηματισμός. Ένα συναίσθημα ή μια πράξη, που θεωρείται απειλητικό για το Εγώ, μετατρέπεται στο εντελώς αντίθετό του.
Παράδειγμα: Το παιδί μπορεί να ζηλεύει το δεύτερο μέλος που προστέθηκε στην οικογένεια κι έτσι ενδόμυχα να επιθυμεί την εκδίωξή του. Γνωρίζοντας, όμως, πως αυτή η επιθυμία και αυτό το συναίσθημα δεν είναι σωστά, τα μετατρέπει. Έτσι παρουσιάζει μια μεγάλη αγάπη προς τον αδερφό/η μαζί με συμπεριφορικές εκδηλώσεις, που την μαρτυρούν (λ.γ. αγκαλιές και φιλιά). Βέβαια, σε αυτή την περίπτωση το κρυμμένο αρνητικό συναίσθημα ενδέχεται να γλιστρήσει και να φανερώσει κάποια ίχνη της ύπαρξής του. Το παιδί σφιχταγγαλιάζει τόσο έντονα τον αδερφό του, που του προκαλεί δυσανασχέτηση. Ή τον χαϊδεύει τόσο δυνατά στα μαλλιά, που του προκαλεί πόνο.
  • Προβολή. Το υποκείμενο προβάλει αρνητικά συναισθήματα ή και απαγορευμένες επιθυμίες σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Με τούτο τον τρόπο αποφεύγεται η συνειδητοποίηση της κατοχής τέτοιων συναισθημάτων ή επιθυμιών και το εγώ προστατεύεται.
Παράδειγμα: Κάποιος μπορεί να θέλει να βλάψει το φίλο του, αλλά μέσω της προβολής, αρνείται αυτή την επιθυμία και πιστεύει ότι ο φίλος του είναι αυτός που θέλει στην πραγματικότητα να τον βλάψει.
  • Μετάθεση. Τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις εδώ πέρα απομακρύνονται από τον αρχικό τους στόχο και κατευθύνονται προς έναν άλλον, λιγότερο επικίνδυνο ή και περισσότερο προσεγγίσιμο.
Παράδειγμα: Το παιδί δεν μπορεί να εκφράσει την επιθετικότητά του απέναντι στους γονείς του, που συνεχώς το τιμωρούν, γιατί φοβάται την αντίδρασή τους. Έτσι, στρέφεται σε έναν πιο εύκολο στόχο. Φωνάζει ή χτυπάει τον μικρό του αδερφό, λες και είναι αυτός υπεύθυνος για τον θυμό του.
  • Γνωστική απόσπαση. Δύο γνωστικά σχήματα ή συμπεριφορές, εντελώς αντίθετα και αντικρουόμενα, συνυπάρχουν χωρίς να προκαλούν σύγχυση, απορία, αναστάτωση ή άγχος. Το άτομο δεν συνειδητοποιεί την ασυμβατότητα και αν κάποιος προσπαθήσει να του την φανερώσει, το πιο πιθανόν είναι να την αρνηθεί και να προσπαθήσει να την εκλογικεύσει.
Παράδειγμα: Ένας άνθρωπος που συμμετέχει ενεργά σε εκστρατείες κατά του AIDS, δεν παίρνει προφυλάξεις στις δικές του σεξουαλικές επαφές. Ένας γονέας που δηλώνει δημόσια φανατική εναντίωση με την κακοποίηση των παιδιών, κακοποιεί τα δικά του.
  • Εκλογίκευση. Την αναφέραμε στο ακριβώς από πάνω παράδειγμα, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ξεχωριστή άμυνα. Το άτομο χρησιμοποιεί δικαιολογίες για μιαν ανεπιθύμητη συμπεριφορά ή ένα ανεπιθύμητο συναίσθημα κι έτσι αποφύγει το άγχος που αυτά προκαλούν.
Παράδειγμα: Μία μητέρα σφαλιαρίζει το παιδί της, όταν αυτό κάνει μια ζαβολιά, ισχυριζόμενη πως “έτσι το μωρό θα μάθει”. Ένας άντρας σε δεσμό φλερτάρει με άλλες γυναίκες, πιστεύοντας πως “έτσι θα διατηρηθεί το πάθος στην σχέση του”.
  • Μόνωση του συναισθήματος. Το συναισθηματικό κομμάτι μιας εμπειρίας απωθείται στο ασυνείδητο και παραμένει μόνο το γνωστικό. Η συγκεκριμένη άμυνα αναφέρεται και ως “ψυχολογικό μούδιασμα”.
Παράδειγμα: Μια γυναίκα μιλάει εντελώς ψύχραιμα για μια επίθεση, που δέχτηκε από έναν διώκτη, λες και περιγράφει απλώς ένα αντικείμενο. Οι συναισθηματικές εκφράσεις εκλείπουν παντελώς και η αντίδρασή της φαίνεται παράδοξη με το πλαίσιο της προκειμένης κατάστασης.
  • Μετουσίωση. Η έκφραση επιθετικών συναισθημάτων και απωθημένων παρορμήσεων με δημιουργικούς και αποδεχτούς τρόπους. Ο πιο ωφέλιμος τύπος άμυνας. Τα συναισθήματα εκτονώνονται με τρόπο ευεργετικό τόσο για το ίδιο το άτομο όσο και για την κοινωνία. Η ψυχική ενέργεια δεν σπαταλιέται σε προσπάθειες άρνησης ή διαστρέβλωση των συναισθημάτων, αλλά καλλιεργείται σε κάτι δημιουργικό και εποικοδομητικό.
Παράδειγμα: Η συγγραφή, ο χορός, η μουσική ή τα ακαδημαϊκά ενδιαφέροντα μπορεί να αποτελούν μια δημιουργική και εύστοχη έκφραση των παρορμήσεων.
 
Αυτές ήταν μερικές από τις άμυνες, που χρησιμοποιεί το Εγώ μας, για να μας προσαρμόσει στην πραγματικότητα και τις απαιτήσεις της, καθώς και στις ηθικές μας αξίες. Αναφέρουμε και πάλι πως οι άμυνες έχουν ασυνείδητη επιστράτευση και εφαρμογή. Λόγου χάρη, όταν ένας άνθρωπος προσπαθεί συνειδητά να περιγράψει με ψυχραιμία μια τραυματική εμπειρία, περιορίζοντας δηλαδή τις συναισθηματικές του εκφράσεις, δεν χρησιμοποιεί άμυνα. Απλώς προσπαθεί να είναι ψύχραιμος. Εξίσου, όταν κανείς αναιρεί με πρόθεση να παραβρεθεί σε ένα βαρετό ή επώδυνο ραντεβού, δεν σημαίνει πως το αρνείται. Απλώς ότι το αγνοεί συνειδητά.
 
Οι άμυνες, πάντως, είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για τον άνθρωπο. Χωρίς αυτές το Εγώ θα κατακλυζόταν από άγχος κι ενοχές, με αποτέλεσμα να καταλήγει παντελώς δυσλειτουργικό και ανήμπορο. Οι άμυνες, εντούτοις, μπορούν να αποβούν και καταστροφικές, όταν χρησιμοποιούνται σε τόσο έντονο βαθμό, που αποκλείουν την χρήση άλλων, περισσότερο εποικοδομητικών στρατηγικών.
 
Για παράδειγμα, μια γυναίκα που από φόβο αρνείται ή απωθεί  το γεγονός πως ο καρκίνος μπορεί να προσβάλει και τον δικό της μαστό, θα αποφεύγει την γυναικολογική εξέτασή του. Αυτή η τακτική αποφυγής, λόγω άμυνας, μπορεί να αποβεί κυριολεκτικά καταστροφική για την υγεία, δεδομένου ότι η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού διασφαλίζει κατά κύριο λόγο μια αποτελεσματική θεραπεία. Παρομοίως, ένας άνδρας που αρνείται ή απωθεί το γεγονός ότι ο ιός HIV μπορεί να προσβάλει και τον ίδιο, δεν χρησιμοποιεί προφυλάξεις, εκθέτοντας τον εαυτό του σε μεγάλο κίνδυνο. Τέλος, μια γυναίκα που επιστρατεύει έντονα την εκλογίκευση για την βίαιη συμπεριφορά του συντρόφου της απέναντί της, πιθανώς καθηλώνει τον εαυτό της σε μια προβληματική σχέση, που της επιφέρει περισσότερα προβλήματα από αυτά που η άμυνα μπορεί να “λύσει”.
 
Σίγουρα οι άμυνες δεν είναι καλές ή κακές από μόνες τους. Το δίπολο θετικό-αρνητικό μπορεί να χαρακτηρίσει την συχνότητα επιστράτευσής τους, το πλαίσιο όπου αυτές χρησιμοποιούνται και τα αποτελέσματα που επιφέρουν. Πάντως, στην σύγχρονη ψυχολογία υπάρχει η παραδοχή ότι μερικές ψυχολογικές ιδιότητες μπορεί να παραμένουν ασυνείδητες. Ταυτόχρονα, όμως, υποστηρίζεται εξίσου ότι ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να ελέγξει τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις συμπεριφορές του. Εν ολίγοις, δεν είμαστε έρμαια του ασυνειδήτου μας, όπως όμως δεν είμαστε και παντελώς ελεύθεροι από αυτό.

Ανήθικη αμνησία: γιατί δεν θυμόμαστε τις κακές μας πράξεις;

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανήθικη αμνησία: γιατί δεν θυμόμαστε τις κακές μας πράξεις;Σύμφωνα με νέα έρευνα, δυσκολευόμαστε να επαναφέρουμε στη μνήμη μας τις κακές πράξεις που κάναμε στο παρελθόν, καθώς το ανθρώπινο υποσυνείδητο καταστέλλει σκόπιμα τις σχετικές αναμνήσεις, ώστε να αποφευχθεί η ψυχολογική δυσφορία. Αντιθέτως τις κακές πράξεις των άλλων, τις επαναφέρουμε στη μνήμη μας πιο εύκολα.

Η ηθική είναι μία έννοια η οποία απαντάται αποκλειστικά στο ανθρώπινο είδος. Παρά το γεγονός, όμως, ότι κατέχει υψηλή θέση στο αξιακό σύστημα των σύγχρονων κοινωνιών και ως εκ τούτου η ανήθικη συμπεριφορά προκαλεί στο άτομο που την εκδηλώνει ψυχολογική δυσφορία, οι άνθρωποι προβαίνουν επανειλημμένως σε ανέντιμες πράξεις.

Ερευνητές από τα Πανεπιστήμια του Harvard και του Northwestern, με μελέτη η οποία δημοσιεύτηκε στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών, εξερεύνησαν τις αιτίες που συμβαίνει αυτό. Με βάση τα ευρήματά τους, προτείνουν ότι ο εγκέφαλός μας εξασθενεί σταδιακά τις αναμνήσεις κακής συμπεριφοράς και ονομάζουν το φαινόμενο “ανήθικη αμνησία”.

Ειδικότερα, οι συγγραφείς της μελέτης υποστηρίζουν ότι η ανήθικη συμπεριφορά προκαλεί αλλαγές στη μνήμη, ώστε οι αναμνήσεις των ανήθικων πράξεων να γίνονται σταδιακά λιγότερο καθαρές και ζωντανές, σε σχέση με τις αναμνήσεις άλλων πράξεων, προκειμένου να αποφεύγεται η ψυχολογική δυσφορία που επιφέρει η θύμησή τους.

Εξαιτίας της “ανήθικης αμνησίας”, γράφουν οι ειδικοί, οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να δρουν επανειλημμένα με ανήθικο τρόπο, σε βάθος χρόνου. Πιο απλά, επειδή οι ανήθικες πράξεις προκαλούν πόνο, ο εγκέφαλός μας τις καταστέλλει, ωστόσο το γεγονός ότι ξεχνάμε τόσο αυτές όσο και τον πόνο που επιφέρουν, είναι και η αιτία που τις επαναλαμβάνουμε.

Επειδή οι αναμνήσεις ανέντιμης συμπεριφοράς θολώνουν, οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να δράσουν ξανά ανήθικα στο μέλλον

Για να καταλήξουν στα συμπεράσματά τους, οι ερευνητές προέβησαν σε εννέα πειράματα στα οποία συμμετείχαν συνολικά 2109 άτομα, εξετάζοντας την καθαρότητα, τη ζωντάνια και το επίπεδο λεπτομέρειας των αναμνήσεων που είχαν οι συμμετέχοντες από τις ανήθικες πράξεις τους.

Σε ένα από τα πειράματα, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να καταγράψουν τις ανήθικες και ηθικές τους συμπεριφορές, όπως μπορούσαν να τις θυμηθούν. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως οι ανήθικες πράξεις των συμμετεχόντων είχαν καταγραφεί στη μνήμη τους με λιγότερο έντονο τρόπο σε σχέση με τις αναμνήσεις που είχαν από τις καλές τους πράξεις.

Σε ένα άλλο πείραμα, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να λάβουν μέρος σε ένα παιχνίδι, στο οποίο ήταν εύκολο να εξαπατήσουν για να κερδίσουν περισσότερα χρήματα. Μετά από το παιχνίδι απολάμβαναν ένα γεύμα, ενώ αργότερα, οι ερευνητές τούς ζητούσαν να καταγράψουν τι έφαγαν και πώς εξελίχθηκε το παιχνίδι.

Στα πλαίσια ενός πειράματος, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να παίξουν ένα απλό παιχνίδι, στο οποίο ήταν εύκολο να κλέψουν

Τα αποτελέσματα έδειξαν πως οι συμμετέχοντες έδειξαν περισσότερη σαφήνεια και λεπτομέρεια στην ανάκληση της ανάμνησης των γευμάτων σε σχέση με εκείνη του παιχνιδιού, ειδικά αν είχαν “κλέψει” σε αυτό. Γενικά, τα αποτελέσματα σε όλα τα πειράματα συμφωνούσαν πλήρως μεταξύ τους και με την υπόθεση των ερευνητών για την “ανήθικη αμνησία”.

“Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι τη στιγμή ενός ηθικού ή ανήθικου συμβάντος, οι εμπειρίες των ανθρώπων δεν διαφέρουν όσο αφορά τη μνήμη. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η ανάμνηση των ανήθικων πράξεων γίνεται λιγότερο προσβάσιμη, ζωντανή και καθαρή, πιθανότατα επειδή είναι δυσάρεστη και οι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανό να την ανακαλέσουν”, γράφουν οι ερευνητές.

“Τα αποτελέσματα [των πειραμάτων] δείχνουν ότι η ανήθικη αμνησία προκαλείται από την επιθυμία να μειώσει κανείς τη δυσφορία που συνοδεύει τις ανήθικες πράξεις και να διατηρήσει μία αυτοεκτίμηση ως ηθικό άτομο”, συνεχίζουν. “Ως αποτέλεσμα, επειδή οι αναμνήσεις ανέντιμης συμπεριφοράς θολώνουν, οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να δράσουν ξανά ανήθικα στο μέλλον”.

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα ευρήματα της ερευνητικής ομάδας πίσω από τη μελέτη, το φαινόμενο της ανήθικης αμνησίας δεν παρατηρείται για τις κακές-ανήθικες πράξεις τρίτων, τις οποίες οι άνθρωποι μπορούν να θυμούνται πιο εύκολα και να τις κρίνουν πιο σκληρά, επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο στον εαυτό τους να καρπωθεί τον τίτλο του “ενάρετου”.

Μερικές εκρήξεις ακτίνων-γ μπορεί να οφείλονται στις μαύρες τρύπες κι όχι στα άστρα νετρονίων

burst_gamma_rayΗ έκρηξη ακτίνων-γ είναι μια πάρα πολύ ισχυρή έκρηξη φωτός υψηλής ενέργειας, που θεωρείται ότι παράγεται από μια κατάρρευση άστρων σε ένα μακρινό γαλαξία, αλλά το τι αφήνει πίσω της η εν λόγω κατάρρευση είναι ένα θέμα συζήτησης μεταξύ των αστροφυσικών.

Αυτό είναι ένα παράδειγμα κατάρρευσης ενός άστρου μεγάλης μάζας κατά την οποία ένα μεγάλο περίβλημα σχηματίζει ένα δίσκο που περιστρέφεται και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ένα σχετικιστικό πίδακα. Αυτή η εικόνα της αστρικής κατάρρευσης (ή collapsar) μπορεί να εξηγήσει, τουλάχιστον, μια κατηγορία εκρήξεων ακτίνων γάμμα. Κοσμικές εκρήξεις που είναι ένα εκατομμύριο τρισεκατομμύρια φορές πιο φωτεινές από όσο ο ήλιος μας! Οι ακτίνες γάμμα διαρκούν από μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου έως και αρκετά λεπτά, και για εκείνο τον χρόνο αυτές οι εκρήξεις είναι η πιο λαμπρή πηγή ακτίνων γάμμα σε ολόκληρο το παρατηρήσιμο Σύμπαν. Η ενέργεια από ένα τέτοιο γεγονός είναι αρκετή για να δώσει ηλεκτρική ενέργεια σε ολόκληρο τον κόσμο για περίπου εκατό εκατομμύρια δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων χρόνια

Μια νέα ανάλυση από τέσσερις εξαιρετικά φωτεινές εκρήξεις που παρατηρήθηκαν από το δορυφόρο Fermi της NASA δείχνει ότι αυτό που μένει από μια έκρηξη μεγάλης διάρκειας ακτίνων-γ είναι πιθανότατα μια μαύρη τρύπα – όχι ένα άστρο που στρέφεται πολύ γρήγορα, δηλαδή ένα άκρως μαγνητισμένο αστέρι νετρονίων, ή μάγναστρο όπως λέγεται. Επειδή, μια τέτοια έκρηξη εκπέμπει περισσότερη ενέργεια από ό,τι είναι θεωρητικά δυνατή από ένα μάγναστρο.

Οι μακράς διάρκειας εκρήξεις ακτίνων-γ (ή GRB) θεωρείται ότι δημιουργούνται από την εκρηκτική κατάρρευση πολύ μεγάλων άστρων σε μακρινούς γαλαξίες. Η έκρηξη αυτή είναι ορατή από τη Γη, επειδή το φως εκπέμπεται σε ένα στενό κώνο, όπως μια ακτίνα που βγαίνει από ένα φάρο. Ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά το 1967 από δορυφόρους που αναζητούσαν πυρηνικές εκρήξεις στη Γη. Οι εκρήξεις ακτίνων γάμμα έχουν γίνει το επίκεντρο πολλών δορυφορικών αποστολών, με την πιο πρόσφατη το τηλεσκόπιο ακτίνων-γ Fermi της NASA, που ξεκίνησε την αποστολή του το 2008, και ο δορυφόρος Swift πάλι της NASA, που ξεκίνησε το 2004.

Κάνοντας πολλές παρατηρήσεις, οι αστρονόμοι κατάφεραν να δημιουργήσουν μοντέλα για το πώς η κατάρρευση ενός ταχέως περιστρεφόμενου άστρου μεγάλης μάζας, μπορεί να επιταχύνει την ύλη σχεδόν στην ταχύτητα του φωτός και να την κατευθύνει προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις, σε δύο πολύ συγκεντρωμένες δέσμες κατά μήκος του άξονα περιστροφής. Έχουν επίσης μελετηθεί για το πώς αυτά τα σωματίδια παράγουν ακτίνες γάμμα και άλλες εκπομπές.

Τα δύο υποψήφια αντικείμενα για την τροφοδότηση αυτών των εκρήξεων γάμμα μεγάλης διάρκειας είναι τα μάγναστρα και οι μαύρες τρύπες.Και στις δύο περιπτώσεις, υλικό από το αστέρι εκτοξεύεται από το περιστρεφόμενο αστέρι νετρονίων ή την μαύρη τρύπα. Αυτό που διακρίνει αυτά τα δύο μοντέλα είναι ότι οι εκρήξεις ακτίνων γάμμα από το μάγναστρο δεν μπορούν να είναι τόσο ισχυρές όσο από την μαύρη τρύπα.

Συνήθως, η ίδια η έκρηξη ακτίνων-γ διαρκεί από λίγα δευτερόλεπτα, έως και 100 δευτερόλεπτα, αλλά η μεταλαμπή, που παράγεται όταν οι πίδακες αλληλεπιδρούν με το αέριο και τη σκόνη γύρω από το αστέρι, εκπέμπει ορατό φως για μια-δυο εβδομάδες αλλά ραδιο-ακτινοβολίας για αρκετές μήνες.

Αν η ενέργεια από αυτές τις φωτεινές εκρήξεις εκπέμπονταν προς όλες τις κατευθύνσεις, αυτό θα ισοδυναμούσε σαν η μάζα του ήλιου να μετατρεπόταν ακαριαία σε καθαρή ενέργεια. Επειδή όμως η έκρηξη ακτίνων-γ επικεντρώνεται σε ένα στενό κώνο, πλάτους μερικών μοιρών, οι ενέργειες για τις τέσσερις εκρήξεις ήταν περίπου 100-1.000 φορές λιγότερη από αυτη.

Τα θεωρητικά μοντέλα για το πώς παράγονται αυτές οι δέσμες έθεταν ένα όριο για το πόσο πολύ ενέργεια μπορεί το μάγναστρο να δημιουργήσει σε μία από αυτές τις εκρήξεις: περίπου 100 φορές μικρότερη από ό,τι αν μετατραπεί η μάζα του ήλιου εξ ολοκλήρου σε ενέργεια. Αλλά, αρκετές από αυτές τις φωτεινές εκρήξεις υπερβαίνουν το όριο αυτό.

Έτσι, οι αστρονόμοι πιστεύουν ότι το μοντέλο του μάγναστρου αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα για τα εν λόγω εξαιρετικά ισχυρά γεγονότα. Ακόμα και αν το όριο ενέργειας του μάγναστρου δεν παραβιάζεται αυστηρά, η τεράστια απόδοση που απαιτείται από την διαδικασία είναι ένα πρόβλημα.

Στο μέλλον, λένε οι ερευνητές, θα προσπαθήσουν να κάνουν πιο ακριβείς μετρήσεις με περισσότερα γεγονότα για να αποκλείσουν το μοντέλο με το άστρο νετρονίων.

Οι φυσικοί εξετάζουν τα παραφυσικά φαινόμενα

5208
Θέματα όπως τα φαντάσματα, οι προαισθήσεις, το διάβασμα της σκέψης, το λύγισμα των κουταλιών με τη σκέψη ή άλλα παρόμοια παραφυσικά μυστήρια, είναι για τους περισσότερους φυσικούς ανύπαρκτα ή ότι βρίσκονται στη φαντασία των ανθρώπων. Αυτά τα παραψυχολογικά ή παραφυσικά φαινόμενα, που γίνονται αισθητά με τις πέραν των αισθήσεων μας ικανότητες ή δεν μπορούν να εξηγηθούν με τους φυσικούς νόμους, γίνονται τα τελευταία χρόνια αντικείμενο έρευνας και των φυσικών.

Οι φυσικοί όμως βλέπουν τα φαινόμενα σκεπτικιστικά. Προσπαθούν να τα επαναλάβουν στο εργαστήριο για να βρουν αν υπακούουν ή όχι σε φυσικούς νόμους. Αλλά για να κάνουν πειράματά πρέπει να συνεργαστούν με ορισμένα ‘προικισμένα’ άτομα, που να έχουν τέτοιες ικανότητες.

Τα παραφυσικά φαινόμενα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει τις περιπτώσεις της διόρασης, της τηλεπάθειας, της γνώσης μελλοντικών γεγονότων. Είναι τα φαινόμενα της παρ’ αίσθησιν αντίληψης.

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τυχαία φαινόμενα που επηρεάζονται από τη σκέψη ή τη θέληση ενός ατόμου. Τέτοια φαινόμενα είναι το ρίξιμο των χαρτιών ή των ζαριών, το λύγισμα ενός κουταλιού ή η μετακίνηση από μακριά κλπ.

Για να αποδειχθούν στην πράξη όμως με πειράματα πρέπει να είναι επαναλήψιμα σε εργαστήρια της φυσικής.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι τα πειράματα παραψυχολογίας δεν είναι επαναλήψιμα, γιατί αυτό οφείλεται στην αδυναμία της φυσικής. Και φέρνουν σαν παράδειγμα ότι οι συσκευές στη φυσική δουλεύουν καλά με ποσότητες πάνω από μια ορισμένη τιμή. Έτσι και στα παραφυσικά φαινόμενα, ισχυρίζονται, δεν υπάρχουν μηχανήματα που να μετρούν τις πολύ μικρές ποσότητες με τις οποίες δουλεύουν τα παραφυσικά φαινόμενα.

Αλλά οι πιο πολλοί άνθρωποι, παρόλο που τα παραφυσικά φαινόμενα δεν μπορούν να εξηγηθούν με τη βοήθεια της φυσικής, έχουν γι’ αυτά τα φαινόμενα μια τελείως προσωπική θετική στάση. Αυτό δείχνουν και οι περισσότερες δημοσκοπήσεις. Πολύς κόσμος πιστεύει σε τέτοια φαινόμενα. Γιατί θεωρούν ότι κάτω από την επιφάνεια της συνείδησης και της κοινής λογικής υπάρχουν κινητήριες δυνάμεις που προκαλούν ανεξήγητα φαινόμενα. Μήπως, όμως, αυτό που τώρα είναι έξω από τη λογική της επιστήμης, θα είναι αργότερα κοινό κτήμα των ανθρώπων;

Ιστορική αναδρομή

Οι περισσότεροι επιστήμονες φυσικοί αντιμετωπίζουν πιθανώς τα παραφυσικά φαινόμενα είτε σαν σαχλαμάρες είτε σαν μη αντάξιος σοβαρής μελέτης. Όμως, εδώ και πολλά χρόνια το θέμα αυτό έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον διάφορων διαπρεπών φυσικών.

Για παράδειγμα οι Λόρδος Rayleigh, J.J. Thomson και Oliver Lodge, ήταν όλοι τους ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας για την Ψυχική Έρευνα, η οποία ιδρύθηκε το 1882 από τους συνεργάτες του Trinity College για τη μελέτη «εκείνων των ικανοτήτων του ατόμου, αληθινές ή υποτιθέμενες, οι οποίες εμφανίζονται να είναι ανεξήγητες σε κάθε γενικά αναγνωρισμένη υπόθεση». Αργότερα μέλος της υπήρξε και ο αστρονόμος C. Flammarion.

Ο μεγάλος Άγγλος φυσικός Oliver Lodge, το 1884, είχε επιβεβαιώσει πειράματα τηλεπαθητικής μεταβίβασης.

Το 1888 ιδρύεται μια αντίστοιχη εταιρεία και στις ΗΠΑ, ενώ αργότερα ακολούθησαν η Γαλλία, η Ολλανδία, η Ιταλία, η ΕΣΣΔ και φυσικά η Ελλάδα.

Αλλά αν πάμε στο παρελθόν, συναντάμε κορυφαίους επιστήμονες σαν τον Κέπλερ, με πίστη στην αστρολογία, που έλεγε ότι «τίποτα δεν γίνεται στον ουρανό που να μην γίνεται με κάποιο κρυφό τρόπο αισθητό από τις δυνάμεις της Γης. Οι πνευματικές δυνάμεις εδώ στη Γη επηρεάζονται όσο και ο ίδιος ο ουρανός».

Ο Leibniz συνταράχθηκε όταν έμαθε για τα κατορθώματα του ‘Άγιου της εποχής του, Ιωσήφ του Copertino. Ο ασκητής αυτός σε κατάσταση έκστασης φαίνονταν να παραβιάζει τη βαρύτητα αιωρούμενος πάνω από το έδαφος.

Ο μεγάλος Νεύτωνας πέρασε τα τελευταία του 20 χρόνια, βυθισμένος σε μελέτες αποκρυφιστικές καθώς και στην αλχημεία.

Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, οι B. Steward, W.Crookes και W.Barett ήταν ένθερμοι μελετητές της παραψυχολογίας. Ο Crookes, από τους μεγαλύτερους φυσικούς, μάλιστα το 1883 δημοσίευσε περιγραφές φαινομένων ακαυστίας και τηλεκίνησης. Φυσικά είχε συγκεντρώσει τόσα ειρωνικά σχόλια στην εποχή του, που ακόμα και σήμερα στο περίφημο Science Museum στο Λονδίνο, υπάρχουν στην αίθουσα όπου εκτίθενται οι ανακαλύψεις του αυτά τα σχόλια.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο J. Rhine, στο Πανεπιστήμιο Duke της Αμερικής, εισήγαγε στατιστικές μεθόδους κι ένα πλέγμα αυστηρών ελέγχων στα φαινόμενα της τηλεπάθειας, διόρασης και πρόγνωσης. Έτσι, η παραψυχολογία άρχισε να παίρνει άλλες, επιστημονικές κατά κάποιο τρόπο, διαστάσεις. Με τα πειράματά του ο Rhine επί τριάντα χρόνια, βρήκε ότι μερικά άτομα μάντευαν ορισμένα χαρτιά σε ποσοστό πάνω από τους νόμους της στατιστικής.

Άλλοι όμως, σαν τον Shannon τον πατέρα της θεωρίας των επικοινωνιών ή το μαθηματικό W. Weaver, αρνήθηκαν την ερμηνεία του Rhine.

Ο H. Schmidt, διάδοχος του Rhine στο εργαστήριο του, δούλεψε κι αυτός συστηματικά με πειραματικές συσκευές για να βρει άτομα προικισμένα με άλλου είδους ικανότητες.

Στην πρώην Σοβιετική Ένωση, θα δούμε επιστήμονες σαν τον Sergeyev στο Πανεπιστήμιο του Λένινγκραντ, να ασχολούνται πειραματικά με τα φαινόμενα της παραψυχολογίας, με τη συμμετοχή ατόμων με ισχυρές ικανότητες. Ένα τέτοιο άτομο ήταν η Nina Kulagina που μπορούσε να μετακινήσει με τη δύναμη του νου μικρά αντικείμενα, όπως σπίρτα.

Ο Sergeyev απέδιδε την τηλεκίνηση στο γεγονός ότι η Nina Kulagina, με την οποία έκανε τα πειράματα, τη στιγμή της συγκέντρωσης γινόταν πηγή υπεριώδους ακτινοβολίας. Ο έντονος ιονισμός που προκαλεί στον αέρα μπορεί, σύμφωνα με τον Sergeyev, να μετακινήσει τα σπίρτα.

Ο καθηγητής των μαθηματικών J. Taylor στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, συνεργάστηκε με τον διάσημο για τις παραφυσικές ικανότητές του Ισραηλίτη Uri Geller για πειράματα παραψυχολογίας και πίστευε ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπει ο Geller συντονίζει τα ηλεκτρόνια του αντικειμένου, τα οποία έτσι παραμορφώνονται από μακριά.

Το 1974 το φημισμένο για την εγκυρότητα του περιοδικό Nature δημοσιεύει μια μελέτη των φυσικών R. Targ και H. Puthoff, του Πανεπιστημίου του Stanford, για τις ικανότητες του Uri Geller. Στην εργασία τους βεβαιώνουν για τις μαντικές ικανότητες του Geller καθώς και την τηλεπαθητική μεταβίβαση σχεδίων, σε απίστευτα αυστηρές συνθήκες με τις οποίες διεξήχθησαν τα πειράματα.

Μια στατιστική έρευνα του Michel Gauquelin, τη δεκαετία του ’60, έδειξε ότι το ιατρικό επάγγελμα ήταν πολύ συχνότερο σε άτομα που ο Κρόνος ή ο Άρης είχαν κάποιο ορισμένο ύψος στον ουρανό όταν γεννήθηκαν.

Και τέλος το 1951 ο ραδιομηχανικός J.Nelsen δημοσίευσε εμπειρικούς κανόνες που έδειχναν ότι οι θέσεις των πλανητών επηρέαζαν τις τηλεπικοινωνίες στα βραχέα κύματα.

Σημερινή κατάσταση

Σήμερα, πολλοί επιστήμονες συμμετέχουν σε διάφορες έρευνες που γίνονται για τα παραφυσικά φαινόμενα και δημοσιεύουν τις εργασίες τους σε επιστημονικά περιοδικά.

Για παράδειγμα, κάποιες έρευνες στο Berkeley έχουν δείξει ότι οι προσευχές παρατείνουν τη ζωή των ασθενών, ακόμα κι όταν οι ασθενείς δεν γνωρίζουν ότι κάποιος προσεύχεται γι’ αυτούς.

Δυστυχώς όμως, αυτοί οι επιστήμονες θεωρούνται αιρετικοί και δεν σχολιάζονται καν οι έρευνες τους. Παρόλο, που όσοι ασχολούνται με αυτά τηρούν όπως λένε κάποιους δεοντολογικούς κανόνες της επιστήμης.

Ένας από αυτούς, τους αιρετικούς επιστήμονες, είναι και ο φυσικός Brian Josephson, από το εργαστήριο Cavendish στο Κέιμπριτζ, που το 1973 πήρε Νόμπελ για τις εργασίες του πάνω στους υπεραγωγούς.

Σήμερα, διευθύνει το Πρόγραμμα Ενοποίησης Σκέψης – Ύλης (Mind-matter unification project) στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, με σκοπό να βρει με ποιο τρόπο εργάζεται ο εγκέφαλος, ερευνώντας θέματα όπως η γλώσσα και η συνείδηση. Μεταξύ των άλλων μελετάει βαθιά και τις θεμελιώδεις συνδέσεις μεταξύ της μουσικής και του νου.

Προκαλεί όμως τους αντιρρησίες φυσικούς για τη θεωρητική έρευνα, που πραγματοποιεί, πάνω στη φύση των παραφυσικών φαινομένων, ένα πεδίο που είναι γνωστό ως παραψυχολογία.

«Μας ασκείται πραγματικά μια μεγάλη πίεση προκειμένου να μην κρατούμε σε τέτοια θέματα θετική στάση», αναφέρει ο Brian Josephson.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πειράματα, κατά τον Josephson, είναι το Πρόγραμμα Παγκόσμιας Συναίσθησης (Global Consciousness Project), το οποίο καταγράφει τους τυχαίους αριθμούς που παράγουν συσκευές επί τη βάσει ηλεκτρονικού θορύβου.

Ο διευθυντής του Προγράμματος Roger D. Nelson δηλώνει ότι – για ανεξήγητους λόγους – η κατανομή των τυχαίων αριθμών αλλάζει αισθητά κατά τη διάρκεια κρίσεων, με αξιοσημείωτο τέτοιο παράδειγμα την 11η Σεπτεμβρίου του 2001.

Σκεπτικισμός

Από την άλλη πλευρά, οι σκεπτικιστές επιμένουν ότι τέτοια στοιχεία δεν τους πείθουν. Ο Terence M. Hines, ένας καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Pace της Νέας Υόρκης, λέει για παράδειγμα ότι οι περί προσευχών μελέτες που έχει δει ήταν ελλιπώς σχεδιασμένες – κριτική που ωστόσο διατυπώνεται και για πολλές άλλες επιστημονικές έρευνες. Μια πρόσφατη και μεγαλύτερης κλίμακα μελέτη κατέληξε ότι οι προσευχές αγνώστων δεν βελτίωσαν την υγεία ασθενών που χειρουργούνταν στην καρδιά.

«Ακόμη γενικότερα», δηλώνει ο Hines, «τα δεδομένα που ισχυρίζονται ότι αφορούν εκδήλωση παραφυσικών φαινομένων βρίσκονται πάντα στα ακρότατα όρια του αντιληπτού». Καθώς οι επιστήμονες μαθαίνουν νέα στοιχεία για ένα φαινόμενο, αναπροσαρμόζουν και επαναρυθμίζουν τα πειράματα τους προκειμένου να εμφανιστούν ευκρινέστερα τα όποια νέα στοιχεία. «Στον χώρο της έρευνας των παραφυσικών φαινομένων κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, παρά τα χρόνια δουλειάς στον τομέα», συμπληρώνει ο Hines.

Ίσως ο κυριότερος λόγος που η πλειονότητα των επιστημόνων απορρίπτει την παραφυσική έρευνα είναι ότι κανένας δεν έχει πλήρη απάντηση στο πώς το μυαλό αλληλεπιδρά με τον φυσικό κόσμο. Ακόμη και ο Josephson το παραδέχεται: «Θα πρέπει να είναι κάτι που δεν έχουμε εντοπίσει στα φυσικά πειράματα. Νομίζω ότι αν μπορέσουμε να βρούμε ένα μοντέλο εκδήλωσης του φαινομένου, τότε οι άνθρωποι θα στραφούν στη μελέτη του».

Σε ένα άρθρο στην εφημερίδα Observer, ο David Deutsch, ένας κβαντικός φυσικός στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, περιέγραψε τους ισχυρισμούς του Josephson σαν «ολοκληρωτικά σκουπίδια» και συνέχισε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ότι τα παραφυσικά φαινόμενα υπάρχουν στην πραγματικότητα. Κι όταν ρωτήθηκε από το περιοδικό Physics World εάν τα παραφυσικά φαινόμενα μπορούν να γίνουν μια ευυπόληπτη περιοχή της έρευνας, ο Deutsch φάνηκε ιδιαίτερα καυστικός και περιφρονητικός. «Την ημέρα που ο Άγιος Βασίλης θα γίνει πεδίο έρευνας».

Επιδιώξεις των παραφυσικών ή παραψυχολογικών φαινομένων

Αν και όπως είπαμε η παραψυχολογία δεν λαμβάνεται σοβαρά από τους περισσότερους φυσικούς, αντιμετωπίζεται τώρα τελευταία πιο σοβαρά στον ευρύτερο ακαδημαϊκό κόσμο, ειδικά στα τμήματα της ψυχολογίας. Περίπου σε 50 άτομα στα Πανεπιστήμια της Μεγάλης Βρετανίας έχουν απονεμηθεί διδακτορικά PhD στην παραψυχολογία, και 15 από αυτούς έχουν λάβει μόνιμες ακαδημαϊκές θέσεις στα Πανεπιστημιακά τμήματα, σύμφωνα με τον Bernard Carr, έναν καθηγητή της κοσμολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.

«Ακόμα κι αν κάποιος θεωρεί την πιθανότητα της υπεραισθησιακής (extrasensory) αντίληψης να είναι στην πράξη μικρή, η σημασία της απόδειξης της θα ήταν τόσο μεγάλη που είναι σίγουρα αξίζει η προσπάθεια στη μελέτη της», λέει ο Carr.

Συνέδριο για τα παραφυσικά φαινόμενα στο Κέιμπριτζ

«Η ερώτηση εάν υπάρχουν πραγματικά τα παραφυσικά φαινόμενα χωρίζει τα μορφωμένα μέλη του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού τόσο πολύ, όσο οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Εάν είναι αληθινό ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να λαβαίνει μηνύματα και να ελέγχεται με τρόπους που δεν μπορούν να εξηγηθούν κανονικά, τότε αυτό υπονομεύει τις πεποιθήσεις των περισσότερων επιστημόνων και βρίσκεται σε αντίθεση με την άποψη των περισσοτέρων επιστημόνων που ερευνούν πραγματικά τον εγκέφαλο.»

Αυτό ανέφερε ο Οράτιος Barlow, ένας φυσιολόγος από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, σε μια μοναδική διεπιστημονική συνεδρίαση στο Κέιμπριτζ.

Η συνεδρίαση αυτή συγκέντρωσε 50 επιστήμονες από το χώρο της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής και της φυσικής, για να συζητήσουν τις «λογικές προοπτικές των παραφυσικών φαινομένων».

Πολλοί από τους συμμετέχοντες στη διάσκεψη, συμπεριλαμβανομένου και του Barlow, είναι ιδιαίτερα δύσπιστοι για την ύπαρξη των παραφυσικών φαινομένων. Οι ισχυρισμοί για φαντάσματα, εξωγήινων απαγωγών και της κάμψης μόνο με τη δύναμη του νου των κουταλιών βασίζονται συχνά σε αμφίβολα στοιχεία, ενώ οι προσπάθειες από τους παραψυχολόγους να αναπαραχθούν τα παραφυσικά φαινόμενα κάτω ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες είναι γεμάτες με δυσκολίες. Τα θετικά αποτελέσματα δεν είναι ασυνήθιστα, αλλά σπάνια είναι επαναλαμβανόμενα. Επιπλέον, πολλά φαινομενικά παράξενα φαινόμενα έχουν εξηγηθεί εν συνεχεία από την επιστημονική κοινότητα.

Σύμφωνα με τον κοσμολόγο του πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Bernard Carr, υπεύθυνο της διάσκεψης των επιστημόνων, τα παραφυσικά φαινόμενα χωρίζονται σε τρεις βασικές κατηγορίες.

Πρώτα υπάρχουν τα «ψευδο-ψυχικά φαινόμενα», τα οποία μπορούν στην πραγματικότητα να έχουν μια πολύ απλή φυσική εξήγηση. Κάποια είδη φαινομένων με φαντάσματα, παραδείγματος χάριν, μπορούν να ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. «Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι πραγματικά ψυχικά, αλλά παρερμηνεύονται συχνά με αυτήν τη μορφή», εξηγεί ο Carr.

Δεύτερον, υπάρχουν φαινόμενα – όπως η εξωσωματική εμπειρία αλλά και οι εμπειρίες όταν κάποιος είναι κοντά στο θάνατο. Επίσης, η ύπνωση και οι εμφανίσεις φαντασμάτων – που μπορούν να βρίσκονται εξ ολοκλήρου μέσα στο μυαλό του κόσμου και δεν περιλαμβάνουν απαραιτήτως οποιαδήποτε αλληλεπίδραση με το φυσικό κόσμο.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο κόσμος έχει τέτοιες εμπειρίες,» λέει ο Carr, «αλλά το ζήτημα είναι πώς τα ερμηνεύουμε αυτά; Αντιστοιχούν σε κάποια μορφή της πραγματικότητας υψηλής αντίληψης, ή είναι απλώς παραισθήσεις; Θα ήταν εύκολο να απομακρυνθούν τα φαντάσματα, παραδείγματος χάριν, καθώς δεν είναι τίποτα άλλο παρά οπτικές παραισθήσεις, αλλά μερικές φορές στις εμφανίσεις αυτές συμμετέχουν πολλά άτομα ή περιέχουν πληροφορίες για τον πραγματικό κόσμο, που τα κάνει πιο ενδιαφέροντα.»

Ο τρίτος τύπος παραφυσικών φαινομένων περιλαμβάνει την άμεση αλληλεπίδραση του μυαλού με το φυσικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της τηλεπάθειας, της διόρασης και της ψυχοκίνησης. Ένα παράδειγμα ψυχοκίνησης δόθηκε από τη Φωτεινή Παλληκάρη, καθηγήτρια της Φυσικής Στερεάς Κατάστασης στο Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας.

Η ίδια ανέλυσε στοιχεία από μια ομάδα γερμανών ψυχολόγων, οι οποίοι προσπάθησαν να δουν εάν οι άνθρωποι μπορούν να επηρεάσουν υποθετικά τυχαίες φυσικές διαδικασίες. Οι ψυχολόγοι χρησιμοποίησαν ηλεκτρονικό «θόρυβο» από μια δίοδο, ο οποίος περιλάμβανε μια σειρά τυχαίων θετικών και αρνητικών παλμών, που αναφέρονταν σαν 0 και σαν 1. Τα σήματα αυτά τροφοδότησαν έναν υπολογιστή, και ζητήθηκε αργότερα από τους ανθρώπους να ‘επηρεάσουν’ διανοητικά τη στατιστική κατανομή εκατομμυρίων τέτοιων δυαδικών bits.

Αν και οι συμβατικές στατιστικές βρήκαν ότι οι άνθρωποι, που συμμετείχαν σε αυτό το διανοητικό πείραμα, δεν είχαν καμία επίδραση στο μέσο όρο.

Όμως με μια εναλλακτική στατιστική προσέγγιση, με την οποία ψάχνουν οι επιστήμονες για συσχετισμούς και χρονική περιοδικότητα όταν έχουν πολλά δεδομένα, πήραν μια διαφορετική εικόνα. Εμφανίστηκε να δείχνει ότι ο νους θα μπορούσε ασθενώς να στηρίξει μια ορισμένη ‘κατεύθυνση’ τυχαίων συμβάντων, όπως για παράδειγμα μια σειρά από το μηδέν και το ένα.

Με άλλα λόγια, ο συμμετέχων σε αυτό το διανοητικό πείραμα θα μπορούσε να επιδράσει πάνω στη σειρά που εναλλάσσονται τα δυαδικά ψηφία στον χρόνο, ακόμα κι αν η μέση τιμή τους παρέμεινε αμετάβλητη.

Ένας από τους συμμετέχοντες, και από τους κύριους εμπνευστές του συνεδρίου μαζί με τον Bernard, ήταν και ο Brian Josephson. Ο Josephson, που είναι Νομπελίστας φυσικός από το φημισμένο εργαστήριο του Cavendish στο Κέιμπριτζ της Αγγλίας, προσπαθεί να διευκρινίσει τους φυσικούς μηχανισμούς πίσω από τέτοια φαινόμενα. Με ποιο τρόπο δηλαδή οι οργανισμοί μπορούν να μάθουν να προκαταλαμβάνουν τις στατιστικές.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ του νου και της ύλης είναι ένας από τους βασικούς λόγους που εξηγεί γιατί οι φυσικοί ενδιαφέρονται για τα παραφυσικά φαινόμενα.

«Η κβαντομηχανική, μετά από όλα αυτά, είναι η πρώτη θεωρία στη φυσική στην οποία ο ρόλος του παρατηρητή πρέπει να ληφθεί υπόψη», εξηγεί ο Carr. «Δεν μπορείτε να διαχωρίσετε τον παρατηρητή από το σύστημα που παρατηρείται, αν και ο ακριβής ρόλος της συνείδησης σε αυτήν την διαδικασία παραμένει αμφισβητούμενος.»

Ο καθηγητής των μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Roger Penrose, με έντονη δραστηριότητα και στη Θεωρητική Φυσική, έχει προσπαθήσει ήδη να χρησιμοποιήσει την κβαντομηχανική για να εξηγήσει τη φύση της συνείδησης στο νου, και μερικοί φυσικοί θεωρούν ότι η κβαντομηχανική χρειάζεται να στραφεί στην ενσωμάτωση των παραφυσικών αποτελεσμάτων.

Ο Henry Stapp από το Εργαστήριο Lawrence του Μπέρκλευ στις ΗΠΑ, έχει αναπτύξει μια κβαντομηχανική θεωρία με ποιό τρόπο ο κανονικός εγκέφαλος αλληλεπιδρά με το νου, και θεωρεί ότι η θεωρία του θα μπορούσε να αλλάξει για να προσαρμόσει ορισμένα παραφυσικά αποτελέσματα, εάν υπάρχουν. «Αλλά ένα τέτοιο γεγονός αναστατώνει πολύ τη λογική και την αισθητική ενότητα της κβαντικής θεωρίας, και θα ήμουν πολύ απρόθυμος να πιστέψω ότι οποιοδήποτε τέτοιο πράγμα συμβαίνει πραγματικά», λέει.

Αλλά ο Basil Hiley, ένας θεωρητικός φυσικός από το Κολέγιο Birkbeck στο Λονδίνο, θεωρεί ότι η συμβατική κβαντομηχανική δεν θα είναι σε θέση να υπολογίσει τα παραφυσικά φαινόμενα, εάν υπάρχουν. «Οι κβαντικές διαδικασίες παρέχουν μια ένδειξη για την κατανόηση του νου, αλλά πρέπει να πάμε πέρα από αυτό. Χρειαζόμαστε ένα εκτεταμένο κβαντικό φυσικαλισμό», λέει.

Ο Carr υπερασπίζεται τους φυσικούς που μελετούν τα παραφυσικά φαινόμενα, επισημαίνοντας ότι αρκετή από τη «συμβατική» σύγχρονη φυσική είναι η ίδια ιδιαίτερα θεωρητική.

Ο ίδιος αναφέρει: «Μερικοί μπορεί να πουν ότι υπάρχουν λιγότερες αποδείξεις για τις υπερχορδές από όσο υπάρχουν για τα ESP και τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε να επαναλάβουμε τα παραφυσικά φαινόμενα στο εργαστήριο».

Ένα πρόβλημα για τους ερευνητές που έχουν ενδιαφέρον για τα παραφυσικά φαινόμενα είναι ότι το θέμα αυτό δεν κρίνεται γενικά ότι είναι άξιο σεβασμού από την επιστημονική κοινότητα. Αυτός μπορεί να αλλάξει καθώς σχετικά θέματα, όπως είναι η συνείδηση, εισχωρούν στην επικρατούσα τάση, αλλά για πολλούς τώρα ερευνητές μελετούν τα παραφυσικά φαινόμενα ως χόμπι ή ως πάρεργο στη βασική τους έρευνα.

Το τελικό συμπέρασμα βγαίνει από τον Barlow: «Δεν θεωρώ ότι το θέμα αυτό θα κάνει κάποια πρόοδο, εκτός κι αν είμαστε αρκετά απροκατάληπτοι για να αποδεχθούμε τη δυνατότητα των υπερφυσικών ενεργειών, και το σπουδαιότερο πρέπει να εγκαταλείψουμε τις αξιώσεις ότι είναι ψεύτικες.»

Κρυμμένες μεταβλητές

bits
Πολλές φορές έχει υποστηριχτεί ότι η τυχαιότητα και η πιθανοκρατία που παρατηρούμε στα κβαντομηχανικά φαινόμενα οφείλονται στο ότι υπάρχουν κάποιες κρυμμένες μεταβλητές οι οποίες καθορίζουν την εξέλιξη των φαινομένων αλλά δεν τις γνωρίζουμε. Υποστηρίζουν, δηλαδή, οι οπαδοί της θεωρίας των κρυμμένων μεταβλητών (ή του ρεαλισμού) πως αν γνωρίζαμε αυτές τις άγνωστες μεταβλητές των κβαντικών συστημάτων, τότε τα κβαντικά φαινόμενα θα φαίνονταν και αυτά ντετερμινιστικά και απολύτως προβλεπτά.

Το 1969 όμως ο Ιρλανδός φυσικός John Bell απέδειξε ότι καμιά θεωρία κρυμμένων μεταβλητών που διατηρεί τις παραδοχές της τοπικότητας και του ντετερμινισμού δεν μπορεί να πετύχει τις προβλέψεις της κβαντικής φυσικής.

Αυτό είναι ένα θεωρητικό πόρισμα ζωτικής σημασίας και γι αυτό κα τα τελευταία 40 χρόνια αποτέλεσε την κύρια πηγή πολλών θεωρητικών και πειραματικών ερευνών.

Στο νοητικό πείραμα του Bell υπήρχε μια ανισότητα που αν παραβιαζόταν, τότε αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να ισχύει καμιά θεωρία κρυμμένων μεταβλητών που διατηρεί την τοπικότητα. Τα πειράματα που έγιναν τα τελευταία χρόνια συμφωνούσαν με τις κβαντικές προβλέψεις και παραβίαζαν την ανισότητα Bell. Ένα από τα πιο αποφασιστικά πειράματα στον τομέα αυτό στάθηκε το πείραμα του Alain Aspect στη Γαλλία, το 1982.

Τέλος πρέπει να αναφέρουμε ότι υπάρχουν σοβαρές τεχνικές δυσκολίες που εμπόδιζαν την άμεση πειραματική επαλήθευση της ανισότητας Bell. Οι δυσκολίες οφείλονταν κυρίως στο ότι ούτε οι πολωτές, ούτε οι ανιχνευτές φωτονίων έχουν απόδοση 100% οπότε δεν ανιχνεύονται όλα τα φωτόνια που εκπέμπει η πηγή. Γι αυτό ελέγχθηκε μια πιο περίπλοκη μορφή της ανισότητας Bell η οποία αναφέρεται σε πείραμα όπου οι μετρήσεις γίνονται με 4 διαφορετικούς προσανατολισμούς των πολωτών.

Σήμερα στο πιο πάνω ζήτημα των κρυμμένων μεταβλητών και της τοπικότητας υπάρχουν δύο σχολές:

1. Η ρεαλιστική, υλιστική ερμηνεία (Δημόκριτος, Γαλιλαίος, Νεύτωνας, Planck, Einstein, De Broglie, Bohm, Schroedinger, von Laue, Langevin, υλισμός κ.ά.) κατά την οποία :

  Α! Υπάρχει μια φυσική, αντικειμενική πραγματικότητα, ανεξάρτητη από το υποκείμενο και τα μέσα πειραματισμού. Ο πειραματιστής δηλαδή δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα της μέτρησης.

  Β! Ισχύει επίσης η αρχή της αιτιοκρατίας, οι αιτίες δηλαδή καθορίζουν το αποτέλεσμα.

  Γ! Ορισμένοι από τους υποστηρικτές της υλιστικής ερμηνείας της φύσης, όπως ο Νεύτωνας, δέχονται ότι τα σώματα αλληλεπιδρούν ακαριαία όσο μακριά κι αν είναι (μη τοπικότητα). Η πεπερασμένη όμως ταχύτητα των φυσικών αλληλεπιδράσεων θεμελίωσε τον τοπικό χαρακτήρα των φαινομένων, που περιγράφονται από τις κλασικές πεδιακές θεωρίες (ηλεκτρομαγνητισμός και θεωρία της βαρύτητας του Αϊνστάιν). Δηλαδή οι εκπρόσωποι αυτοί δέχονται την αρχή της τοπικότητας.

Τέλος με την εξίσωση του Schroedinger (1926) περιγράφεται η κίνηση των πραγματικών σωματιδίων που κινούνται στο χώρο και χρόνο θεωρώντας ότι τα σωματίδια έχουν διπλή φύση όπως δέχεται ο De Broglie.

Μια αυτονόητη υπόθεση της κλασικής φυσικής είναι ότι υπάρχει δυνατότητα, με πολύ προσεκτικό σχεδιασμό των πειραμάτων, να καταστήσουμε εντελώς αμελητέα τη διαταραχή που προκαλεί ο ερευνητής με την ανάμειξή του στην πορεία των φυσικών φαινομένων. Η υπόθεση αυτή είναι απόλυτα δικαιολογημένη για φαινόμενα μεγάλης κλίμακας, αλλά παύει να είναι για φαινόμενα του μικροκόσμου και για τα σωματίδια που συγκροτούν τα άτομα (τουλάχιστο με τις σημερινές μεθόδους έρευνάς τους) .

2. Η θετικιστική ερμηνεία (Σχολή της Κοπεγχάγης, Bohr, von Newmann, Heisenberg, Jordan κ.ά.) αμφισβήτησε την ισχύ της ρεαλιστικής ερμηνείας για την αιτιότητα στο χώρο του μικρόκοσμου καθώς υποστήριξαν ότι δεν ισχύει στο μικρόκοσμο και αμφισβήτησε επίσης και την ισχύ της τοπικότητας.

Σύμφωνα δηλαδή με τον Bohr η κβαντική θεωρία δεν περιγράφει τον μικρόκοσμο καθ’ εαυτόν, αλλά όπως αυτός εμφανίζεται κατά την παρατήρηση, δηλαδή μέσα από την αλληλεπίδραση του με τις συσκευές μέτρησης και τον παρατηρητή.

Ο David Bohm μαζί με τον Bernard D’Espagnat πρότειναν ορισμένες θεωρίες για την ερμηνεία του φαινομένου EPR (ένα νοερό πείραμα των Einstein-Podolsky-Rosen), που να μην έρχονται σε αντίθεση με την Γενική Σχετικότητα. Επιπλέον, πρότειναν, για να εξηγήσουν τέτοια φαινόμενα μη-τοπικότητας, πως κάθε τι στο Σύμπαν είναι συνδεδεμένο με οτιδήποτε άλλο, από την στιγμή που στην απαρχή του Σύμπαντος, ότι υπάρχει μέσα στο Σύμπαν ήταν συνδεδεμένα.

Η κβαντική λοιπόν θεωρία, ίσως υπονοεί, πως υπάρχει ένα αόρατος ιστός όπου όλα τα σημεία είναι συζευγμένα σε κβαντικό επίπεδο. Θα μπορούσαν λοιπόν να εξηγηθούν φαινόμενα όπως η τηλεπάθεια, η εφαρμογή ψυχικών δυνάμεων, η άμεση επικοινωνία σε μεγάλες αποστάσεις κλπ. Ίσως αποδειχθεί στο μέλλον η δυνατότητα του νου να ενισχύει και να ελέγχει ψυχικά φαινόμενα.

Υπάρχουν ενδείξεις πως κάποιες μορφές διανοητικής λειτουργίας έχουν σαν αποτέλεσμα να παραβιάζουν την ομαλή συνέχεια του χρόνου και ονομάζονται «προφητικά όνειρα», ψυχικές δυνάμεις κλπ. Γι’ αυτές υπάρχουν έργα μεγάλων ερευνητών, όπως του Αρθουρ Καίσλερ και του Κάρλ Γιουνγκ. Ίσως η Νέα Φυσική μπορεί να μας αποκαλύψει την ερμηνεία τους.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Μήδεια (719-763)

Αποτέλεσμα εικόνας για giulio bonasoneΑΙ. πολλῶν ἕκατι τήνδε σοι δοῦναι χάριν,
720 γύναι, πρόθυμός εἰμι, πρῶτα μὲν θεῶν,
ἔπειτα παίδων ὧν ἐπαγγέλλῃ γονάς·
ἐς τοῦτο γὰρ δὴ φροῦδός εἰμι πᾶς ἐγώ.
οὕτω δ᾽ ἔχει μοι· σοῦ μὲν ἐλθούσης χθόνα,
πειράσομαί σου προξενεῖν δίκαιος ὤν.
725 [τοσόνδε μέντοι σοι προσημαίνω, γύναι·
ἐκ τῆσδε μὲν γῆς οὔ σ᾽ ἄγειν βουλήσομαι.]
αὐτὴ δ᾽ ἐάνπερ εἰς ἐμοὺς ἔλθῃς δόμους,
μενεῖς ἄσυλος κοὔ σε μὴ μεθῶ τινι·
ἐκ τῆσδε δ᾽ αὐτὴ γῆς ἀπαλλάσσου πόδα·
730 ἀναίτιος γὰρ καὶ ξένοις εἶναι θέλω.
ΜΗ. ἔσται τάδ᾽· ἀλλὰ πίστις εἰ γένοιτό μοι
τούτων, ἔχοιμ᾽ ἂν πάντα πρὸς σέθεν καλῶς.
ΑΙ. μῶν οὐ πέποιθας; ἢ τί σοι τὸ δυσχερές;
ΜΗ. πέποιθα· Πελίου δ᾽ ἐχθρός ἐστί μοι δόμος
735 Κρέων τε. τούτοις δ᾽ ὁρκίοισι μὲν ζυγεὶς
ἄγουσιν οὐ μεθεῖ᾽ ἂν ἐκ γαίας ἐμέ·
λόγοις δὲ συμβὰς καὶ θεῶν ἀνώμοτος
φίλος γένοι᾽ ἂν κἀπικηρυκεύμασιν
τάχ᾽ ἂν πίθοιο· τἀμὰ μὲν γὰρ ἀσθενῆ,
740 τοῖς δ᾽ ὄλβος ἐστὶ καὶ δόμος τυραννικός.
ΑΙ. πολλὴν ἔδειξας ἐν λόγοις προμηθίαν·
ἀλλ᾽, εἰ δοκεῖ σοι, δρᾶν τάδ᾽ οὐκ ἀφίσταμαι.
ἐμοί τε γὰρ τάδ᾽ ἐστὶν ἀσφαλέστερα,
σκῆψίν τιν᾽ ἐχθροῖς σοῖς ἔχοντα δεικνύναι,
745 τὸ σόν τ᾽ ἄραρε μᾶλλον. ἐξηγοῦ θεούς.
ΜΗ. ὄμνυ πέδον Γῆς πατέρα θ᾽ Ἥλιον πατρὸς
τοὐμοῦ θεῶν τε συντιθεὶς ἅπαν γένος.
ΑΙ. τί χρῆμα δράσειν ἢ τί μὴ δράσειν; λέγε.
ΜΗ. μήτ᾽ αὐτὸς ἐκ γῆς σῆς ἔμ᾽ ἐκβαλεῖν ποτε,
750 μήτ᾽ ἄλλος ἤν τις τῶν ἐμῶν ἐχθρῶν ἄγειν
χρῄζῃ μεθήσειν ζῶν ἑκουσίῳ τρόπῳ.
ΑΙ. ὄμνυμι Γαῖαν φῶς τε λαμπρὸν Ἡλίου
θεούς τε πάντας ἐμμενεῖν ἅ σου κλύω.
ΜΗ. ἀρκεῖ· τί δ᾽ ὅρκῳ τῷδε μὴ ᾽μμένων πάθοις;
755 ΑΙ. ἃ τοῖσι δυσσεβοῦσι γίγνεται βροτῶν.
ΜΗ. χαίρων πορεύου· πάντα γὰρ καλῶς ἔχει.
κἀγὼ πόλιν σὴν ὡς τάχιστ᾽ ἀφίξομαι,
πράξασ᾽ ἃ μέλλω καὶ τυχοῦσ᾽ ἃ βούλομαι.
ΧΟ. ἀλλά σ᾽ ὁ Μαίας πομπαῖος ἄναξ
760 πελάσειε δόμοις ὧν τ᾽ ἐπίνοιαν
σπεύδεις κατέχων πράξειας, ἐπεὶ
γενναῖος ἀνήρ,
Αἰγεῦ, παρ᾽ ἐμοὶ δεδόκησαι.

***
ΑΙ. Για πολλούς λόγους, γυναίκα, θέλω από την καρδιά μου720να σου κάνω αυτή τη χάρη· πρώτα για τους θεούς,και ύστερα για τα παιδιά που ευαγγελίζεσαι.Γιατί εδώ είναι που εγώ καταποντίστηκα.Άκου λοιπόν πώς σκέφτομαι: Αν έρθεις στη χώρα μου,θα προσπαθήσω, όπως έχω χρέος, να σε προστατεύσω.725[Σου φανερώνω από τώρα τούτο μόνο, γυναίκα:Από εδώ δεν θα θελήσω να σε πάρω.]Αν φτάσεις με το καλό μόνη σου στο σπίτι μου,θα μείνεις εκεί αβλαβής και δεν θ᾽ αφήσω να σε πάρουν.Από εδώ φρόντισε να φύγεις μόνη σου.730Δεν θέλω και να με κατηγορήσουν οι φίλοι.ΜΗ. Έτσι θα γίνει. Αν όμως είχα κάποια δέσμευση γι᾽ αυτά,θα ήταν όλα από την πλευρά σου άψογα.ΑΙ. Δεν μου έχεις μήπως εμπιστοσύνη; Τί σε ανησυχεί;ΜΗ. Σου έχω· όμως το σπίτι του Πελία και ο Κρέων735είναι εχθροί μου. Αν έχεις μπει στον ζυγό των όρκων,όταν εκείνοι θελήσουν να με πάρουν από τη χώρα,δεν θα με παραδώσεις.Αν όμως έχεις συμφωνήσει απλώς με λόγιακαι δεν έχεις δώσει όρκο στους θεούς,μπορεί να γίνεις φίλος τους και να υποκύψεις ίσωςστις επιταγές τους. Εγώ δεν έχω, βλέπεις, δύναμη,740ενώ εκείνοι έχουν πλούτη και παλάτια.ΑΙ. Τα λόγια σου φανερώνουν μεγάλη προνοητικότητα.Αν λοιπόν έτσι κρίνεις, δεν αρνούμαι να πράξω αυτό που θες.Γιατί και για μένα είναι τούτο ασφαλέστερο,να έχω ένα λόγο να προβάλω στους εχθρούς σου,745και εσύ εξασφαλίζεσαι καλύτερα. Υπόδειξέ μου τους θεούς.ΜΗ. Ορκίσου στο χώμα της Γης και στον πατέρα του πατρός μου,τον Ήλιο, και μαζί στο γένος όλων των θεών.ΑΙ. Ότι θα πράξω ή δεν θα πράξω τί; Λέγε.ΜΗ. Ότι ούτε ο ίδιος θα με διώξεις ποτέ από τη χώρα σου,750ούτε, όσο θα ζεις, θα με παραδώσεις με τη θέλησή σου,αν κάποιος από τους εχθρούς μου ζητήσει να με πάρει.ΑΙ. Ορκίζομαι στη Γη και στο υπέρλαμπρο φως του Ήλιουκαι στους θεούς όλους να σεβαστώ αυτά που ακούω.ΜΗ. Καλώς. Αν δεν τηρήσεις τούτον τον όρκο, να πάθεις τί;755ΑΙ. Ό,τι παθαίνουν όσοι ασεβούν.ΜΗ. Καλό δρόμο να έχεις. Είναι όλα όπως πρέπει.Εγώ θα φτάσω το γρηγορότερο στην πόλη σου,αφού πρώτα πράξω όσα έχω να πράξωκαι πετύχω αυτά που θέλω να πετύχω.
(Ο Αιγέας κατευθύνεται προς την πάροδο από την οποία είχε εισέλθει.)
ΧΟ. Είθε ο Ερμής, ο γιος της Μαίας, ο άρχων των οδοιπόρων,760να σε οδηγήσει στο σπίτι σου και όσα με πάθος επόθησεςνα γίνουν πράξη, γιατί για μένα, Αιγέα,έχεις το φέρσιμο ανθρώπου από καλή γενιά.

Μια Απόπειρα Ψυχαναλυτικής Ερμηνείας του Πλατωνικού σπηλαίου: Αντίσταση, Ανάμνηση, Αυτογνωσία

Αποτέλεσμα εικόνας για Μια Απόπειρα Ψυχαναλυτικής Ερμηνείας του Πλατωνικού σπηλαίουΤο έβδομο βιβλίο της πλατωνικής Πολιτείας ξεκινά με μια εικόνα που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Σωκράτη, αναπαριστά την ανθρώπινη φύση σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία.

Πρόκειται για το μύθο του σπηλαίου, αφήγηση την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως "περιπέτεια ψυχής", καθώς δραματοποιεί αυτό που ο Freud ορίζει ως παλινδρόμηση κατά την ψυχαναλυτική διαδικασία.

Διαβάζοντάς τον, γινόμαστε θεατές μιας επώδυνης πορείας, που με την αποπεράτωσή της μας οδηγεί ενώπιον μιας αποκάλυψης.

Αποκάλυψη που επιβεβαιώνει την πεποίθηση του πατέρα της ψυχανάλυσης ότι " ο ποιητής και ο φιλόσοφος ήταν πάντοτε πρόδρομοι της επιστήμης και της επιστημονικής ψυχολογίας, γιατί στρέφουν την προσοχή τους στο ασυνείδητο, παρακολουθούν άγρυπνα τις εξελίξεις του και προσφέρουν σ΄αυτές καλλιτεχνική έκφραση".

Aς παρακολουθήσουμε λοιπόν τον μύθο:

Σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που έχει την είσοδό της ανοιγμένη στο φως, ζουν από παιδιά άνθρωποι αλυσοδεμένοι από τα πόδια και τον τράχηλο.

Πίσω τους, ψηλά και σε απόσταση, υπάρχει φωτιά αναμμένη και στο ενδιάμεσο ένας δρόμος, κατά μήκος του οποίου βρίσκεται ένας μικρός τοίχος, όπως τα παραπετάσματα των θαυματοποιών. Πίσω απ΄ τον τοίχο περνούν άνθρωποι μεταφέροντας πάνω από το ύψος του κάθε λογής αντικείμενα, καθώς και ομοιώματα ανθρώπων και ζώων. Οι σκιές τους προβάλλονται χάρη στο φως της φωτιάς στο βάθος του σπηλαίου, το μοναδικό οπτικό πεδίο των δεσμωτών. Ανήμποροι να κινηθούν και περιοριζόμενοι στη φυσική τους όραση οι έγκλειστοι νομίζουν πως οι σκιές είναι τα ίδια τα αντικείμενα και ο αντίλαλος από τις ομιλίες εκείνων που κινούνται πίσω από το τοιχίο, η φωνή των σκιών.

Ο κόσμος του σπηλαίου και όσα διαδραματίζονται εντός του είναι τόσο δεδομένος, ώστε να μη γεννά την παραμικρή αμφιβολία για το αν είναι αληθινός.

Καθηλωμένοι στην ίδια θέση οι έγκλειστοι βλέπουν μόνο σκιές και, ελλείψει άλλων ερεθισμάτων, θεωρούν αυτονόητη την αυθεντικότητά τους. Τα δεσμά τους στερούν κάθε δυνατότητα κίνησης, αυτενέργειας και διεύρυνσης του οπτικού τους πεδίου. Προσωπική δράση δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνον όρασης αλλά και αυτή δεν είναι άλλο από παθητική παρατήρηση των συμβάντων, αναντίρρητη αποδοχή των δεδομένων των αισθήσεων, άγνοια, πλάνη.

Στον κόσμο του σπηλαίου επικρατεί απόλυτη ομοιομορφία. Κανένας δεσμώτης δεν ξεχωρίζει από τους άλλους, γιατί κανένας δεν έχει συναίσθηση της μοναδικότητας του. Η αυτογνωσία και η ετερογνωσία απουσιάζουν, καθώς δε βλέπουν τίποτε άλλο εκτός από τις σκιές του εαυτού τους και των συνανθρώπων τους.

Κάποια στιγμή όμως, ένας από αυτούς κατορθώνει να ελευθερωθεί και να ανέβει στον κόσμο του φωτός. Σηκώνεται, στρέφει το λαιμό του, περπατά, κοιτάζει προς το μέρος της φωτιάς και εν συνεχεία προς τα αντικείμενα που περιδιαβαίνουν το παρατείχισμα. Το πέρασμα από τη σκιά στο αισθητό είναι το πρώτο βήμα, η αρχή μιας επίπονης και κοπιώδους πορείας προς τη γνώση και την αλήθεια.

Ο δεσμώτης έρχεται πιο κοντά στο ον και σε αντικείμενα περισσότερο πραγματικά. Πλάι του βρίσκεται κάποιος που διακριτικά τον καθοδηγεί, συζητώντας και ρωτώντας τον σχετικά μ΄ αυτά που πρωτοαντικρίζει.

Ο δεσμώτης τότε περιέρχεται στην κατάσταση του απορείν, βρίσκεται σε αμηχανία και αδυνατεί να δώσει μιαν απάντηση, όταν αυτός που είναι δίπλα του τον ρωτά τι βλέπει, δεν εκφράζει μόνον την πνευματική του σύγχυση, αλλά και τη συνειδητοποίηση της αγνοίας του. Η ύπαρξη των ομοιωμάτων θέτει εκ των πραγμάτων ζήτημα σύγκρισης με τις σκιές τους, αναφορικά με το βαθμό αυθεντικότητας. Ο δεσμώτης καλείται ν΄ αποφασίσει ποιο από τα δύο δεδομένα είναι αληθέστερον.

Η πορεία προς τον κόσμο του φωτός σηματοδοτείται από ένα πλήθος δυσχερειών και από οδύνη.

Κοιτάζοντας προς το μέρος της φωτιάς ο πλατωνικός ήρωας άλγοι και αδυνατεί να διακρίνει εκείνα ων τότε τάς σκιάς εώρα. Στρέφοντας το βλέμμα του λίγο αργότερα προς την έξοδο του σπηλαίου υποφέρει κι ο πόνος του μεγιστοποιείται όσο περισσότερο πλησιάζει στον κόσμο των νοητών.

Αυτομάτως ο δεσμώτης αντιδρά, αμύνεται, επιμένει να θεωρεί τις σκιές αληθέστερες των ομοιωμάτων και προσπαθεί να επιστρέψει στην αρχική του κατάσταση. Αυτό που προκαλεί την αντίστασή του, είναι παραδόξως αυτό που τον παρακινεί να εξέλθει από το σπήλαιο είναι το απορείν, που το τοποθετεί στο μεταίχμιο, ανάμεσα στο παρόν του κόσμου των σκιών και στο άδηλο μέλλον ενός καινούργιου κόσμου. Ο δεσμώτης δε θέλει να διακινδυνεύσει την ασφάλεια της ψευδαίσθησης για μιαν αλήθεια που δεν του εγγυάται εξαρχής κάτι καλύτερο. Η απάρνηση της ζωής του σπηλαίου και το ξεκίνημα μιας καινούργιας πορείας, η οποία, ώσπου να περατωθεί, τον αφήνει μετέωρο στο άγνωστο, συνεπάγεται αναμφίβολα οδύνη, ένα μεγάλο ψυχικό κόστος που δικαιολογημένα θα προσπαθήσει να αποφύγει.

Η αντίσταση θα καμφθεί σταδιακά, όταν αρχίσει να συνηθίζει την καινούργια κατάσταση, να εξοικειώνεται με τις νέες συνθήκες. Σταδιακά λοιπόν, ανεβαίνοντας στον κόσμο του φωτός, θα μπορέσει να διακρίνει τις σκιές των νοητών και τα είδωλα τους στις υδάτινες επιφάνειες, έπειτα αυτά τα ίδια και τέλος, τον ήλιο , την υπέρτατη ιδέα του αγαθού επίτροπο του ορατού κόσμου και αιτία ύπαρξης των πάντων.

Κάθε βήμα του δεσμώτη μεταβάλλει την ποιότητα της όρασής του. Η φυσική όρασις, η συνυφασμένη με την κατ΄ αίσθησιν αντίληψιν, μετατρέπεται από παθητική παρατήρηση των σκιών σε ενεργητική κίνηση του βλέμματος, σε αμφιβολία τη στιγμή που αντικρίζει τη φωτιά και τα ομοιώματα των αντικειμένων. Κατόπιν, στο πρώτο στάδιο του νοητού, ισοδυναμεί με την διά του προσωπικού συλλογισμού απόπειρα σύλληψης των όντων ενώ στο τέλος της πορείας, λαμβάνει την έννοια της ενορατικής αποκαλύψεως: ο δεσμώτης θεάται το Αγαθόν, το βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, το βιώνει.

Ποιος είναι όμως αυτός που τον ελευθερώνει και τι χαρακτήρα έχει η καθοδήγηση του;

Η παιδεία, μας λέει ο Πλάτων, επαναφέρει το ευγενέστερο μέρος της ψυχής προς την θέα του αρίστου ανάμεσα στα όντα, τη βοηθά να στραφεί από το γιγνόμενον προς το όν, φτάνοντας στην κορυφή του. Η πλατωνική παιδεία είναι η διαλεκτική, η δια του λόγου τέχνη, η οποία αποδεσμεύει το άτομο από την αυταπάτη και την πλάνη των σκιών.

Λόγος, αντίλογος, επικοινωνία με τον άλλον, τον ειδότα. Αυτός λοιπόν που ελευθερώνει το δεσμώτη είναι ο δάσκαλος – φιλόσοφος, ο οποίος με τη μέθοδο των ερωταποκρίσεων στέφει το όμμα της ψυχής του προς το νοητόν. Χωρίς να παρέχει μια προκατασκευασμένη γνώση, ο ειδώς βρίσκεται δίπλα του, τον βοηθά να κατανικήσει την εσωτερική του αντίσταση και να αποτολμήσει την ανάβαση εκείνη, η οποία θα του αποκαλύψει το ενυπάρχον, αλλά λησμονημένο όραμα των ιδεών.

Κοπιώδης και επίπονη η ανάβαση, στο τέρμα της αποζημιώνει το δεσμώτη για την όλη την οδύνη που υπέστη. Αντικρίζοντας το Αγαθόν κατανοεί – συνειδητοποιεί την ουσία της ύπαρξής του και του γίγνεσθαι.

Η θέασις - αποκάλυψη της υπέρτατης ιδέας του νοητού έχει ως αποτέλεσμα τη ριζική αναμόρφωση της ζωής του, την αναθεώρηση της μέχρι πρότινος αυτοαντίληψης και ετεροαντίληψής του.

Στο εξής, ο απελεύθερος δεσμώτης καθίσταται ικανός να ενεργεί με βάση τα δικά του καθοδηγητικά πρότυπα, να είναι υπεύθυνος για τις αποφάσεις του, μπορεί να αντιστέκεται σε οποιαδήποτε εξωτερική επιβολή.

Είναι σε θέση να αναγνωρίζει τη μη αυθεντικότητα των σκιών και – επιστρέφοντας στο σπήλαιο – να πολεμά τις δοξασίες και τα είδωλα.

Η ανάβαση στον κόσμο του φωτός συνιστά μια πορεία, η οποία ξεκινώντας από μια αρνητική γνώση, από τη γνώση "του τι δεν είναι", απολήγει στην αυτογνωσία και την κοσμογνωσία.

Ο κόσμος του σπηλαίου απεικονίζει την εμμονή της ψυχής στο αισθητόν, την υπερεκτίμησή του, την παντελή κυριαρχία των αισθήσεων και του επιθυμητικού τμήματός της επί του λογιστικού. Η προσκόλληση στο γίγνεσθαι επιφέρει ψυχική σύγχυση, νόσον ενώ η θέασις των όντων εσωτερική ισορροπία , την εναρμόνηση των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικού μέρους της, το οποίο στο εξής επιλέγει τι πιο συμφέρουσες για το άτομο επιθυμίες.

Για τον Πλάτωνα, το αίτημα της αυτογνωσίας είναι πρωταρχικό.

Ακόμη κι αν δε βρεθεί ποτέ ο φιλόσοφος – βασιλεύς που θα διοικήσει την ιδανική πολιτεία, κάθε άνθρωπος χωριστά θα επιδιώξει τουλάχιστον να ρυθμίσει το πολίτευμα της ψυχής του.

Φως – σκοτάδι, αληθές – ψευδές, γνώση – άγνοια, είναι τα βασικά μοτίβα πάνω στα οποία οικοδομείται το πλατωνικό σπήλαιο.

Χώρος σκοτεινός, το σπήλαιο είναι τάφος, φυλακή της αλήθειας στα δεσμά του αισθητού, όπως το σώμα είναι σήμα, τάφος της ψυχής που την καθηλώνει στην πλάνη των αισθήσεων. Ο δεσμώτης θα κερδίσει τη ζωή και την ελευθερία του τη στιγμή που θα αποστασιοποιηθεί από το χώρο και το χρόνο του παρόντος, που θα μεταβεί σ’ έναν άλλον κόσμο και θα ανακτήσει τη λησμονημένη γνώση των ιδεών και του Αγαθού.

Υπό το φώς της αλήθειας, το σπήλαιο μετατρέπεται αυτομάτως από χώρο θανάτου σε χώρο ζωής, καθώς ο δεσμώτης επιστρέφει για να ζήσει εντός του, χωρίς να υποκύπτει πλέον στη γοητεία του φαινομένου.

Ο μύθος του σπηλαίου δεν είναι άλλο από την εικονογράφηση ή - αν θέλετε - τη δραματοποίηση της πλατωνικής ανάμνησης και του ρόλου της διαλεκτικής στην εν λόγω διαδικασία.

Από τη στιγμή που ο έγκλειστος στρέφει το βλέμμα του προς τα ομοιώματα των αντικειμένων, ξυπνά μέσα του αμυδρά, συγκεχυμένο το όραμα των ιδεών.

Τα αντικείμενα του αισθητού αποτελούν ένα πρώτο, αλλά καθοριστικό βήμα για την προσέγγιση του νοητού. Ατελείς αντανακλάσεις, ελλιπείς απεικονίσεις του, όμοια με το σύμπτωμα που αντιπροσωπεύει το απωθημένο, συνιστούν γέφυρα σύνδεσης του φαίνεσθαι με το είναι και βοηθούν την ψυχή να λειτουργήσει συνειρμικά. Σύνδεση εικόνων, παραστάσεων που διέπονται από αλληλουχία.

Στον κόσμο του φωτός ο δεσμώτης κατορθώνει να διακρίνει αρχικά τις σκιές και τα είδωλα του νοητού εξαιτίας των αναλογιών τους με τα αντικείμενα του γίγνεσθαι. Οι ερωτήσεις του ειδήμονος θα τον βοηθήσουν να αξιολογήσει και να επεξεργαστεί τα δεδομένα των αισθήσεων, να απαγκιστρωθεί τελείως από τα αισθητά και να ατενίσει τα όντως όντα και την υπέρτατη αρχή τους. Ο δεσμώτης δε γνωρίζει, αναγνωρίζει αυτό που κάποτε η ψυχή του συνάντησε πριν αναμειχθεί με το σώμα.

Η έξοδός του από το σπήλαιο είναι έξοδος από ένα παρόν που επαναλαμβάνεται ανακυκλώνεται, εξαντλείται στις σκιές που αντικατοπτρίζονται στον τοίχο του, σε δεδομένα χωρίς προοπτική αλλαγής και εξέλιξης. Έξοδος από μια ζωή στατική, η οποία στερείται μνήμης.

Οι έγκλειστοι, μας λέει ο Πλάτων, βλέπουν μόνο μπροστά (είς τε το πρόσθεν μόνον οράν), που σημαίνει ότι στερούνται της δυνατότητας μιας όρασης σχετικής με το παρελθόν τους. Ο ένας και μοναδικός που τολμά να σπάσει τα δεσμά του, διευρύνει το οπτικό του πεδίο κοιτάζοντας πίσω του και επιχειρώντας βήματα προς τα πίσω, από το βάθος της σπηλιάς προς την έξοδο της, κι ακόμη πιο πέρα, στον κόσμο του φωτός.

Τι μπορεί να συμβολίζει μια τέτοια κίνηση, αν όχι μια παλινδρόμηση σ’ ένα χωροχρόνο ο οποίος προηγείται και προυπάρχει του σπηλαίου;

Η πλατωνική ανάμνηση είναι μια δυναμική πορεία επιστροφής στο παρελθόν, η οποία συντελείται σταδιακά, χάρη στη σύνδεση των δεδομένων του παρόντος με τη λησμονημένη εντός της ψυχής γνώση, ένα ψυχικό – νοητικό ταξίδι στα μονοπάτια της μνήμης.

Το σπήλαιο απεικονίζει, πέρα από τον πολιτικό κοινωνικό μακρόκοσμο, τον προσωπικό κόσμο του κάθε ατόμου, τον τρόπο με τον οποίο καθένας από εμάς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και την θέση του στα πλαίσια του γίγνεσθαι.

Είναι μ’ άλλα λόγια μια ιδιάζουσα, ιδιότυπη πόλις, όμοια μ’ εκείνη του νευρωτικού, ο οποίος, παραδομένος στο σύμπτωμα και τα παρεπόμενά του, ζει μέσα σε μια άνευ προηγουμένου αυταπάτη και πλάνη.

Το να παραμείνει κανείς στον κόσμο των σκιών είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής όπως προσωπική επιλογή είναι να στρέψει το βλέμμα του προς το φως και να επωμιστεί το ψυχικό κόστος ενός ταξιδιού στον κόσμο της αλήθειας.

Αληθές και ψευδές συνυπάρχουν, εναλλάσσονται και εμπλέκονται.

Για ν’ απαλλαγεί κανείς από την αφροσύνη, πρέπει να κοιτάξει βαθιά, στην αλήθεια της ψυχής του. Αυτή θα του εξασφαλίσει μια "δεύτερη όραση", παρόμοια μ’ εκείνη της μεμυημένης ψυχής του μάντη των τραγωδιών, μιαν όρασιν η οποία αντίκειται στην φυσική όψιν, την υπερβαίνει και τελικά την καταργεί μετατρέποντάς την σε τυφλότητα.

Αυτό υπαγορέυει – κατά την γνώμη μου – ο πλατωνικός μύθος στον ακροατή και στον αναγνώστη του: να απαρνηθεί το αυτονόητο και να αναζητήσει πίσω από το φαίνεσθαι το είναι, προκειμένου να αναμορφώσει την ύπαρξή του.

Αφήγηση παράδοξη και συγχρόνως γοητευτική, ο φιλοσοφικός μύθος αποτελεί κώδικα επικοινωνίας του μεμυημένου με τους αμύητους, εκφράζοντας αυτό που υπερβαίνει κάθε λογική σύλληψη, το άλογον, όχι το παράλογο, αλλά εκείνο που δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει και να ευστερνιστεί κανείς, εάν προηγουμένως δεν το έχει βιώσει.

Όμοιος με το όνειρο, που συγκαλύπει τεχνηέντως το πραγματικό του νόημα πίσω από το έκδηλο περιεχόμενό του, είναι ένας λόγος συμβολικός, ο οποίος φαίνει και κρύπτει ταυτόχρονα μιαν αλήθεια που ενυπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή, αλλά που η απευθείας ανακοίνωσή της προσκρούει στη λογική του ατόμου.

Έκφραση του αλόγου στοιχείου και των διεργασιών που λαμβάνουν χώρα εντός του ψυχικού κόσμου, ο μύθος του σπηλαίου επαναπροσδιορίζει την έννοια του αληθούς και του ψευδούς και προβάλλει επιτακτικά το αίτημα της απελευθέρωσης του ατόμου από την πλάνη.

ΟΙ ΑΤΟΜΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

Αποτέλεσμα εικόνας για eraclito e democrito bramanteΗ Ατομική θεωρία υπήρξε επίτευγμα δύο στοχαστών του 5ου αι. π. X., του Λεύκιππου και του Δημόκριτου. Ο Αριστοτέλης, η κύρια πηγή που διαθέτουμε, αποδίδει την Ατομική θεωρία στον πρώτο, μια σκιώδη μορφή ακόμη και κατά τους αρχαίους χρόνους, που υποσκελίσθηκε από τον πιο φημισμένο διάδοχό του, τον Δημόκριτο, σε τόσο μεγάλο, μάλιστα, βαθμό ώστε η θεωρία να καταλήξει γενικά να θεωρείται έργο του τελευταίου. Ο Επίκουρος, ο οποίος ανέ­πτυξε και εκλαΐκευσε την Ατομική θεωρία στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 3ου αι. π. X. (ακολουθώντας την παράδοση που διαμόρφωσαν διάφοροι στοχα­στές, όπως ο Ναυσιφάνης και ο Ανάξαρχος, που σήμερα αποτελούν απλά μόνο ονόματα), έφτασε ακόμα και να αρνείται ότι ο Λεύκιππος ήταν υπαρκτό πρό­σωπο. Περισσότερες πληροφορίες διαθέτουμε για τον Δημόκριτο. Η ακριβής σχέση μεταξύ Λεύκιππου και Δημόκριτου παραμένει ασαφής. Ο Πλά­τωνας ποτέ δεν αναφέρει το όνομα του ενός ή του άλλου. Ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του θεωρούν τον Λεύκιππο εισηγητή της Ατομικής θεωρίας αλλά απο­δίδουν την πατρότητα των βασικών αρχών της τόσο στον Λεύκιππο όσο και στον Δημόκριτο. Μεταγενέστερες πηγές τείνουν να αντιμετωπίζουν τη θεωρία ως έργο αποκλειστικά του Δημόκριτου. Ενώ είναι σαφές ότι η θεωρία έλκει την προέλευσή της από τον Λεύκιππο, οι δύο στοχαστές είναι πιθανό να συνεργά­στηκαν σε κάποιον βαθμό αλλά και περίπου βέβαιο ότι ο Δημόκριτος ανέπτυξε τη θεωρία σε διάφορα πεδία· για παράδειγμα την επεξέτεινε, ώστε να συμπεριλάβει μια υλιστική ψυχολογία, μια εκλεπτυσμένη επιστημολογία και μια έκθε­ση για την πρόοδο της κοινωνίας η οποία αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στην ικα­νότητα του ανθρώπου να διδάσκεται από τον παράγοντα της τύχης[1].

ΦΥΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Περί γενέσεως καί φθοράς, 1. 7-8 324a35- 325a31), οι εκπρόσωποι της Ατομικής θεωρίας επιχείρησαν να συμβιβάσουν τα ορατά δεδομένα της πολλαπλότητας, της κίνησης και της μεταβολής με την ελε­ατική απόρριψη της δυνατότητας γένεσης και φθοράς. Όπως ο Αναξαγόρας και ο Εμπεδοκλής, έθεσαν ως αξιωματική αρχή της θεωρίας τους τα αμετάβλητα πρωτογενή στοιχεία και εξήγησαν τη φαινομενική γένεση και φθορά με τη συνέ­νωση και τον χωρισμό αυτών των στοιχείων. Συνέλαβαν όμως τα πρωτογενή στοιχεία και τις διαδικασίες γένεσης και φθοράς με ριζικά διαφορετικό τρόπο απ’ ό, τι ο Αναξαγόρας και ο Εμπεδοκλής. Για τον Αναξαγόρα, τα πρωτογενή στοιχεία ήταν ορατά υλικά και ιδιότητες, για τον Εμπεδοκλή τα στοιχεία: η γη, ο αέρας, η φωτιά και το νερό’ και για τους δύο οι πρωτογενείς διαδικασίες έγκεινται στην ανάμιξη και τον διαχωρισμό αυτών των πρωταρχικών στοιχεί­ων. Για τους Ατομικούς φιλοσόφους, αντίθετα, τα τελευταία δεν ήταν ιδιότητες ή υλικά αλλά φυσικά άτομα, και οι πρωτογενείς διαδικασίες δεν ήταν η ανάμι­ξη και ο διαχωρισμός τους αλλά ο σχηματισμός και η διάλυση συνόλων από αυτά τα άτομα. Επιπλέον, τα βασικά άτομα ήταν αόρατα, σε αντίθεση με τα ορατά υλικά του Αναξαγόρα και τα ορατά στοιχεία του Εμπεδοκλή. Συνεπώς, οι ιδιότητες των ατόμων δεν ήταν ορατές, αλλά έπρεπε να αποδοθούν στα άτομα μόνο θεωρητικά.

Καθώς η θεωρία έπρεπε να εξηγήσει έναν υποτιθέμενο άπειρο αριθμό φαι­νομένων, προϋπέθεσε ένα άπειρο πλήθος βασικών ατόμων, ενώ έθεσε αξιωμα­τικά όσο το δυνατόν λιγότερες εξηγητικές ιδιότητες, και συγκεκριμένα το σχήμα, το μέγεθος, τη διάταξη στον χώρο και τον προσανατολισμό τους στο πλαίσιο της δεδομένης διάταξης.[2] Όλα τα ορατά σώματα αποτελούν συνάθροι­ση βασικών ατόμων, τα οποία πρέπει, κατά συνέπεια, να είναι υπερβολικά μικρά και γι’ αυτό δεν γίνονται αισθητά.[3] Τα βασικά αυτά σωματίδια είναι από φυσική άποψη αδιαίρετα (η λέξη άτομον κυριολεκτικά σημαίνει άτμητον, δηλα­δή αυτό που δεν επιδέχεται τμήση), ιδέα που όχι απλώς ισχύει αλλά αποτελεί και αξιωματική αρχή» ο Αριστοτέλης (Περί γενέσεως καί φθοράς 1. 2 316al4- b7) αναφέρει ένα ανυπόστατο επιχείρημα των Ατομικών φιλοσόφων το οποίο παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με ένα από τα επιχειρήματα του Ζήνωνα ενα­ντίον της πολλαπλότητας (DK29B2): αν, όπως για παράδειγμα διεκήρυσσε ο Αναξαγόρας, ήταν θεωρητικά δυνατό να διαιρείται επ’ άπειρον ένα υλικό στοι­χείο, τότε αυτό θα έφτανε με τις αλλεπάλληλες διαιρέσεις στο μηδέν. Το επιχεί­ρημα έβρισκε έρεισμα σε ένα άλλο που κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα: τα άτομα από θεωρητική άποψη είναι αδιαίρετα, επειδή δεν περιέχουν καθόλου κενό. Με βάση την ιδέα αυτή, τα σώματα μπορούν να διασπασθούν μόνο στα σημεία που παρουσιάζουν ρωγμές– επομένως, όπου δεν παρατηρούνται καθόλου ρωγμές, όπως στο άτομο, είναι αδύνατη η διάσπαση. (Η ίδια αρχή ίσως εξηγούσε το γεγονός ότι τα άτομα μένουν ανεπηρέαστα σε άλλου είδους μεταβολές, όπως τον ανασχηματισμό, τη συρρίκνωση, την επέκταση. Πιθανώς θεωρούσαν ότι όλες αυτές οι μεταβολές προϋπέθεταν μετάθεση της ύλης στο πλαίσιο ενός ατό­μου, πράγμα που αποδεικνύεται αδύνατο όταν δεν υπάρχουν οι ρωγμές που θα δεχθούν την μετατιθέμενη ύλη). Νιώθει κανείς τον πειρασμό να συνδέσει την υπόθεση ότι τα σώματα μπορούν να διασπασθούν μόνο στα σημεία των ρωγ­μών τους, με την αρχή του Άποχρώντος Λόγον, την οποία επικαλούνταν οι εκπρόσωποι της Ατομικής θεωρίας ως θεμελιώδη εξηγητική αρχή’ υποστήριζαν, για παράδειγμα, ότι ο αριθμός των σχημάτων των ατόμων πρέπει να είναι άπει­ρος, καθώς δεν υφίσταται κανένας λόγος ώστε το άτομο να έχει τούτο και όχι το άλλο σχήμα [οὕτως ἄπειρα καί ἀεί κινούμενα ὑπέθετο στοιχεῖα τάς ἀτόμους καί τῶν ἐν αὐτοῖς σχημάτων ἄπειρον τό πλῆθος διά τό μηδέν μᾶλλον τοιοῦτον ἤ τοιοῦτον εἶναι (Σιμπλίκιος, Εις τό τῆς Ἀριστοτέλους Φυσικῆς Ἀκροάσεως Ὑπόμνημα 28.9-10)][4]. Ίσως έκαναν τη σκέψη ότι με δεδομένη την απόλυτη ομοιογένεια του ατόμου, δεν υπάρχει κανένας λόγος που θα το υπο­χρέωνε να διασπασθεί σε τούτο και όχι στο άλλο σημείο ή προς αυτή την κατεύθυνση και όχι προς κάποια άλλη. Με βάση, λοιπόν, την αρχή του Άποχρώντος Λόγον το άτομο δεν θα μπορούσε να διασπασθεί καθόλου.

Η επιδίωξη των Ατομικών φιλοσόφων να συμβιβάσουν τα δεδομένα της αισθητηριακής αντίληψης με τις αξιώσεις της ελεατικής θεωρίας, τους οδήγησε στη διατύπωση της έννοιας του κενού ως: α) χώρου που διακρίνει τα άτομα μεταξύ τους και β) ως χώρου εντός του οποίου τα άτομα κινούνται. Ο Παρμε­νίδης είχε υποστηρίξει (DK28B 8.22-25) ότι είναι αδύνατο να υπάρξουν πολλά όντα χωρίς το κενό που τα διαχωρίζει, και ο Μέλισσος είχε διατυπώσει την άποψη ότι (DK30B7) δεν μπορεί να συμβεί καμία κίνηση χωρίς το κενό μέσα στο οποίο το κινούμενο αντικείμενο κινείται· ο Αριστοτέλης βεβαιώνει ότι οι Ατομικοί φιλόσοφοι αποδέχονταν και τις δύο θέσεις (Φυσικά 4. 5 213a32-34, Περί γενέσεως και φθοράς 1. 8 325a27-28).

Στο ερώτημα τι είναι αυτό που διαχωρίζει το ένα άτομο από το άλλο και αποτελεί τον χώρο κίνησής τους η απάντησή τους ήταν απλώς ούδέν, το μή όν ή το κενόν· φαίνεται μάλιστα ότι χρησιμοποιούσαν τους όρους εναλλακτικά. Δεν δίσταζαν, επομένως, να προσυπογράψουν το συμπέρασμα ότι το μή όν υπάρχει όσο και το όν (Αριστοτέλης, Μετά τά Φυσικά 1.4 985b8· Πλούταρχος, Πρός Κολώτην 1108 κ. εξ.).[5] Ο ισχυρισμός, ωστόσο, ότι αυτό που χωρίζει τα διακριτά στοιχεία είναι το ούδέν καταλήγει ευθέως σε ασυνέπεια’ ή δεν υπάρ­χει τίποτε που να διαχωρίζει αυτά τα στοιχεία, οπότε δεν πρόκειται για στοιχεία που διακρίνονται το ένα από το άλλο, ή υπάρχει κάτι που τα διαχωρίζει και στην περίπτωση αυτή το ούδέν αποτελεί το όνομα αυτού που υπάρχει.

Δεν γνωρίζουμε αν οι Ατομικοί φιλόσοφοι βρέθηκαν πραγματικά μπροστά σε αυτήν την πρόκληση ή, αν βρέθηκαν, με ποιον ενδεχομένως τρόπο την αντι­μετώπισαν. Το καλύτερο που έχουμε να προτείνουμε είναι να προβούμε στην ακόλουθη υπόθεση για μια κατάλληλη υπεράσπιση. Πράγματι, υπάρχει κάτι το οποίο διαχωρίζει δύο οποιαδήποτε μη γειτονικά άτομα: το μεσοδιάστημα. Ένα μεσοδιάστημα, όμως, δεν αποτελεί καμία μορφή όντος. Είναι απλώς ένα χάσμα, η παντελής απουσία οποιουδήποτε πράγματος. Συνεπώς υπάρχουν, είναι αλή­θεια, χάσματα μεταξύ των ατόμων, αλλά τα χάσματα είναι κενό (ούδέν) και όταν ένα άτομο κινείται η κίνησή του γίνεται στο κενό. Η υπόθεση αυτή, ωστό­σο, δύσκολα ανταποκρίνεται στην αλήθεια, διότι η έννοια του μεσοδιαστήματος ή του χάσματος μεταξύ των αντικειμένων προϋποθέτει έναν συνεχή χώρο όπου τα αντικείμενα και το μεσοδιάστημά τους χωροθετούνται ανάλογα. Αυτό σημαίνει ότι αποκλείεται οι εκπρόσωποι της Ατομικής θεωρίας να συνέλαβαν το κενό απλώς ως απουσία ενός φυσικού αντικειμένου. Αντιλήφθηκαν το κενό τουλάχιστον ως χάσμα στον χώρο, ο οποίος, έστω και σε ένα πρωτοβάθμιο επί­πεδο ορισμού του, νοείται ως μια συνεχής χωρική διάσταση. Οι Ατομικοί φιλό­σοφοι υποστήριζαν, επίσης, ότι η έκταση του κενού είναι άπειρη και για να το ορίσουν χρησιμοποιούσαν τον εναλλακτικό όρο άπειρον. Η πιο εύλογη ερμη­νεία έγκειται στον ισχυρισμό ότι το κενό είναι άπειρο σε έκταση. Πίστευαν, επο­μένως, ότι το σύμπαν συνίσταται από ένα άπειρο σύνολο άτμητων φυσικών σωμάτων, των ατόμων, που κινούνται στον άπειρο χώρο, όπου ως χώρος νοεί­ται ένα τρισδιάστατο συνεχές, του οποίου οποιοδήποτε τμήμα μπορεί να κατέχεται από κάποιο σώμα ή όχι.[6]

Στο κενό τα άτομα βρίσκονται σε κατάσταση αέναης κίνησης. Η κίνησή τους δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου σχεδίου αλλά καθορίζεται από μια σειρά άπειρων προηγούμενων επιδράσεων του ενός πάνω στο άλλο.[7] Η θέση αυτή των Ατομικών φιλοσόφων ανάγκασε τον Αριστοτέλη να διατυπώσει δύο από τις κύριες επικρίσεις του κατά του Δημόκριτου, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι απέ­κλεισε το τελικό αίτιο (Περί ζώων γενέσεως 5. 8 789b2-3) και κατέστησε την κίνηση των ατόμων «αφύσικη» (Περί ούρανοϋ, 3. 2 300b8-16).[8] Ο θεωρητικός ρόλος του κενού στην εξήγηση του διαχωρισμού των ατόμων υποδηλώνει μια ενδιαφέρουσα σκέψη την οποία μαρτυρεί ο Φιλόπονος (Εις τό Γ τής Ἀριστοτέλους Φυσικῆς Ἀκροάσεως 494.19-25, Εις τό πρώτον των περί γενέσεως καί φθοράς Άριστοτέλονς 158.26-159.7). Για να κυριολεκτήσουμε, εφόσον τα άτομα χωρίζονται το ένα από το άλλο λόγω του κενού, δεν είναι δυνατόν να έρθουν ποτέ σε επαφή, γιατί, αν αυτό συνέβαινε έστω και στιγμιαία, δεν θα υπήρχε τίποτε για να τα διαχωρίσει. Τότε, όμως, θα ήταν αδιαχώριστα το ένα από το άλλο όπως τα αδιαχώριστα μέρη ενός μεμονωμένου ατόμου, του οποί­ου η αδιαιρετότητα οφείλεται στην έλλειψη κενού μέσα σε αυτό (βλ. παραπά­νω)· στην ουσία, τα δύο αρχικά άτομα θα αποτελούσαν στην περίπτωση αυτή μέρη ενός ευρύτερου ενιαίου ατόμου. Σύμφωνα, όμως, με τους Ατομικούς φιλο­σόφους, είναι αδύνατο δύο πράγματα να γίνουν ένα. Με τον ισχυρισμό ότι η συγχώνευση των ατόμων είναι θεωρητικά αδύνατη και ότι οποιαδήποτε επαφή τους θα συνιστούσε περίπτωση συγχώνευσης (καθώς μόνο με το παρεμβαλλό­μενο κενό αποτρέπεται), ίσως κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η επαφή των ατό­μων καθαυτήν είναι θεωρητικά αδύνατη.[9] Κατά συνέπεια, η φαινομενική σύγκρουση των ατόμων είναι στην πραγματικότητα μια δράση σε εξαιρετικά μικρή απόσταση. Πρέπει να αντιληφθούμε τα άτομα ως σώματα όχι που συγκρούο­νται το ένα με το άλλο αλλά που απωθούν το ένα το άλλο με κάποιας μορφής δύναμη η οποία μεταδίδεται μέσω του κενού. Αλώστε, μολονότι καμιά πηγή δεν το βεβαιώνει ευθέως, η συγχώνευση των ατόμων, η οποία αποτελεί θεμε­λιώδη αρχή διαμόρφωσης των ατομικών ενώσεων, δεν είναι – για να κυριολε­κτήσουμε – συγχώνευση, καθώς η αρχή ότι τα άτομα δεν έρχονται σε επαφή είναι απαγορευτική τόσο για τη συγχώνευση όσο και για τη σύγκρουσή τους. Όπως η σύγκρουση πρέπει να ανασυγκροτηθεί ως κάτι παρόμοιο με τη μαγνητική άπωση, έτσι και η συγχώνευση πρέπει να ανασυγκροτηθεί ως ένα είδος μαγνητικής έλξης. Αν η υπόθεση ευσταθεί (και είναι δίκαιο να τονίσουμε ότι καμία αρχαία πηγή εκτός από τον Φιλόπονο δεν την υποστηρίζει), προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι, ενώ η μετά την Αναγέννηση Ατομική φιλοσοφία, που αναπτύχθηκε ως απόρροια της αρχαιοελληνικής Ατομικής θεωρίας, έτεινε να εκλαμβάνει την αδυναμία δράσης από απόσταση ως αξίωμα, η αρχική μορφή της θεωρίας περιλάμβανε την προκαταβολική θέση ότι κάθε μορφής δράση είναι δράση από απόσταση. Κατά συνέπεια, η σύγκρουση, που κάθε άλλο παρά μας προσφέρει τη δυνατότητα να επιτύχουμε την πιο θεμελιώδη σύλληψη της φυσι­κής αλληλεπίδρασης, αποτελεί καθαυτήν ένα απλό φαινόμενο, που εξαφανίζε­ται από τον κόσμο όταν επιδιώκουμε την περιγραφή της πραγματικότητας με απόλυτη αυστηρότητα.[10]

ΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΗ

Ενώ μπορούμε με αρκετή ευχέρεια να ανασυνθέσουμε το γενικό περίγραμμα των απόψεων των Ατομικών φιλοσόφων γι’ αυτά τα θέματα, οι λεπτομέρειες παραμένουν εν πολλοίς ασαφείς. Το σύμπαν που πρεσβεύουν αυτοί οι στοχαστές δεν υπηρετεί κανέναν σκοπό, είναι μηχανιστικό και αιτιοκρατικό· κάθε συμβάν έχει την αιτία του, και οι αιτίες έχουν υποχρεωτικά τα αποτελέσματά τους.[11] Σε γενικές γραμμές, η διαδικασία είναι μηχανική’ σε τελική ανάλυση, καθετί στον κόσμο συμβαίνει ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των ατόμων. Η διαδικασία της αλληλεπίδρασης δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, και κάθε συγκεκριμένη φάση της διαδικασίας προκύπτει υποχρεωτικά με αιτιώδη τρόπο από την προηγούμενη φάση. Ασαφές, ωστόσο, παραμένει το ζήτημα πώς συνέλαβαν οι Ατομικοί φιλόσοφοι τη λειτουργία της διαδικασίας. Την ασάφεια αυτή μπορούμε κατά κύριο λόγο να την αποδώσουμε στις αποσπασματικές μαρτυ­ρίες που διαθέτουμε αλλά ίσως και τη διατύπωση της ίδιας της θεωρίας να μην τη διέκρινε απόλυτη σαφήνεια.

Το θεμελιώδες κείμενο είναι το μοναδικό απόσπασμα που διαθέτουμε από τον Λεύκιππο (DK67 Β1, Αέτιος 1.25.4): «Τίποτα δεν γίνεται τυχαία αλλά όλα για κάποιον λόγο και από ανάγκη» [ούδέν χρήμα μάτην γίνεται, άλλά πάντα έκ λόγου τε καί ύπ’ άνάγκης]. Η απόρριψη της πιθανότητας ότι μπορεί κάτι να συμβεί τυχαία (μάτην), θα μπορούσε από μόνη της να ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό ότι όλα τα συμβάντα στον φυσικό κόσμο υπηρετούν κά­ποιον σκοπό, εφόσον το επίρρημα και τα ομόρριζά του συχνά έχουν τη σημασία «μάταια» (δηλαδή όχι σύμφωνα με τον σκοπό κάποιου) ή «άσκοπα». Αν αυτή ή­ταν η σημασία του μάτην, τότε θα θεωρούσαμε με απόλυτα φυσικό τρόπο ότι το έκ λόγον σημαίνει «για κάποιον σκοπό». Αυτές, ωστόσο, οι αποδόσεις είναι τε­λείως απίθανες. Οι περισσότερες πηγές ακολουθούν την εκδοχή του Αριστοτέλη (Περί ζώων γενέσεως, 5. 8 789b2-3) ότι ο Δημόκριτος απέρριπτε την προθετικότητα στον φυσικό κόσμο και εξηγούσε τα πάντα με τον μηχανιστικό όρο «α­νάγκη». Αν με τη ρήση του Λεύκιππου καταλαβαίνουμε πως ο Ατομικός φιλόσο­φος υποστηρίζει (σε αντίθεση με τον Δημόκριτο) ότι όχι μερικά αλλά όλα τα φυ­σικά συμβάντα υπηρετούν κάποιον σκοπό, μια ανάγνωση όπως αυτή ορίζει μια τόσο μεγάλη απόκλιση στη θεμελιώδη κοσμοαντίληψη των δύο στοχαστών, ώστε θα περιμέναμε αυτή η απόκλιση να αφήσει κάποια ίχνη της στην παράδοση. Επι­πλέον, η απόδοση όλων των συμβάντων στην ανάγκη, κεντρική έννοια στη μηχα­νιστική κοσμοαντίληψη του Δημόκριτου, μαρτυρείται ήδη στο απόσπασμα του Λεύκιππου. Οφείλουμε, συνεπώς, να αναζητήσουμε μια ερμηνεία του αποσπάσματος συνεπή με τη Δημοκρίτεια απόρριψη του τελικού αιτίου.

Μια τέτοια ερμηνεία είναι δυνατή χωρίς να εκβιάζουμε τα δεδομένα του κει­μένου. Το μάτην (π.χ. Ηρόδοτος 7.103.2, Πλάτωνα Θεαίτητος 189d) αποδίδεται ενίοτε όχι με τη σημασία «χωρίς σκοπό» αλλά «χωρίς λογική» (οι σημασίες «μάταια» και «στο κενό» έχουν παρόμοιο πεδίο εφαρμογής). Με δεδομένη την ερμηνεία του μάτην, το έκ λόγον («από κάποιον λόγο-κάποια αιτία») μπορεί να ερμηνευθεί «για κάποιον λόγο» όπου η έννοια του λόγου συνδέεται με αυτήν της ορθολογικής εξήγησης. Έτσι, το πρώτο μέρος του αποσπάσματος (οὐδέν χρῆμα… ἐκ λόγου) δεν διακηρύσσει την αρχή της καθολικής προθετικότητας στη φύση αλλά την αρχή του Άποχρώντος Λόγον που ήδη διαπιστώσαμε ότι διατρέχει την Ατομική θεωρία. Υπό το πρίσμα της ερμηνείας αυτής, το απόσπασμα δεν φανερώνει μια ριζική ασυνέχεια στη σκέψη του Λεύκιππου και του Δημόκριτου, αλλά συνιστά απόδειξη της προσήλωσής τους σε μια βασική για την Ατομική θεωρία αρχή. Στο δεύτερο μισό του αποσπάσματος (καί ύπ’ ανά­γκης) διατυπώνεται ένας πιο εμφατικός ισχυρισμός ο οποίος συνδέει την έννοια της ορθολογικής εξήγησης με τις έννοιες της ανάγκης και της αιτίας και δηλώνει πως, οτιδήποτε συμβαίνει, πρέπει να συμβαίνει και δεν μπορεί παρά να συμβαίνει. Η ιδέα αυτή ισοδυναμεί με εξειδίκευση του λόγον, η ύπαρξη του οποίου μαρτυρείται στο πρώτο μισό του αποσπάσματος του Λεύκιππου· τίπο­τε δεν συμβαίνει αναίτια και για οτιδήποτε συμβαίνει ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει είναι ότι πρέπει να συμβεί.[12]

Επομένως, δεν υπάρχουν τυχαία γεγονότα, γεγονότα δηλαδή που απλώς συμβαίνουν. Από την άλλη πλευρά διαθέτουμε μαρτυρίες ότι οι Ατομικοί φιλό­σοφοι στο πλαίσιο της αρχής της αιτιότητας απέδιδαν και στην τύχη κάποιον ρόλο, αν και δεν είναι εύκολος ο ακριβής προσδιορισμός του. Ο Αριστοτέλης (Φυσικά, 2. 4 196a24-28), ο Σιμπλίκιος (Εἰς τό ταῆς Ἀριστοτέλους Φυσικῆς Ἀκροάσεως Ὑπόμνημα 327.24-26, 330.14-20), καθώς και ο Θεμίστιος (Παράφρασις εἰς τό Β΄ Φυσικῆς Ἀκροάσεως 49.13-16) αναφέρουν ότι ο Δημόκριτος απέδιδε στην τύχη τον σχηματισμό κάθε πρωτογενούς κοσμικής δίνης[13] (πράγ­ματι ο Αριστοτέλης εντοπίζει έναν ιδιαίτερο παραλογισμό στη θεωρία για τον λόγο ότι ενώ σύμφωνα με αυτή τα ενδοκοσμικά γεγονότα υπακούουν στον κανόνα της αιτιώδους διαδοχής, η ίδια η γένεση του κόσμου συντελείται εντε­λώς τυχαία). Ίσως η άποψη επιβεβαιώνεται από την αναφορά του Διογένη του Λαέρτιου (9.45) στη συνοπτική έκθεση της κοσμολογίας του Δημόκριτου ότι ο στοχαστής ταύτιζε την κοσμική δίνη με την ανάγκη [πάντα τε κατ’ άνάγκην γίνεσθαι, τής δίνης αιτίας ονσης τής γενέσεως πάντων, ήν άνάγκην λέγει]. Με βάση την ερμηνεία αυτή, η δήλωση ότι όλα συμβαίνουν από ανάγκη [πάντα γίνεται ύπ’ άνάγκης] αφορά τα ενδοκοσμικά συμβάντα και σημαίνει ότι κάθε τέτοιο συμβάν καθορίζεται από τις κινήσεις των ατόμων που σχηματίζουν τη δίνη. Την ίδια τη δίνη, ωστόσο, δεν την καθορίζει τίποτε’ το φαινόμενο της δίνης απλώς συμβαίνει. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η ανάγκη κυβερνά τον κόσμο αλλά εντοπίζεται στο πλαίσιο μιας κοσμικής τάξης που προέκυψε τυχαία (Φυσικά, 2. 4 196a 24-28) [από ταυτομάτου γάρ γενέσθαι την δίνην] από μια προκοσμική κατάσταση από την οποία απουσιάζει η ανάγκη.

Η αποδοχή, ωστόσο, της καθαρής τύχης είναι ασύμβατη με την αρχή του Άποχρώντος Λόγου την οποία υιοθετούσαν, όπως γνωρίζουμε, οι Ατομικοί φιλόσοφοι. Κάποιον συμβιβασμό των δύο εννοιών προδίδει ένα χωρίο από τον Αέτιο (1.29.7): «Ο Δημόκριτος και οι Στωικοί ισχυρίζονται ότι η τύχη αποτελεί μια αιτία αδιάγνωστη για την ανθρώπινη λογική». Η αναφορά του Αέτιου μπο­ρούμε να θεωρήσουμε ότι σημαίνει πως η απόδοση των συμβάντων στην τύχη συνιστά ομολογία άγνοιας των αιτιών τους, όχι όμως απόρριψη του γεγονότος ότι οι αιτίες αυτές υπάρχουν. Ερείσματα στην υπόθεση προσφέρουν και κάποι- ες άλλες μαρτυρίες. Η συνοπτική έκθεση του Διογένη του Λαέρτιου για την κο­σμολογική θεωρία του Λεύκιππου (9. 30-33) καταλήγει με την ακόλουθη διατύ­πωση: «όπως ακριβώς η γένεση των κόσμων, έτσι και η ανάπτυξή τους και η πα­ρακμή τους και η διάλυσή τους συμβαίνουν σύμφωνα με μια ορισμένη ανάγκη, την οποία ο Λεύκιππος δεν διευκρινίζει» [είναι τε ώσπερ γενέσεις κόσμου (κό­σμων, Rohde), οϋτω καί αυξήσεις καί φθίσεις καί φθοράς κατά τινα άνά­γκην, ήν οποία έστίν <ού> διασαφεΐ]. Πρέσβευε, συνεπώς, σύμφωνα με την περίφημη δήλωσή του, ότι όλα τα συμβάντα, συμπεριλαμβανομένου του σχημα­τισμού των κόσμων, προκύπτουν κατ’ άνάγκην, αλλά αδυνατούσε να εξηγήσει τι είναι αυτό που καθιστά αναγκαία τη γένεση των κοσμικών συμβάντων. Είναι συνεπώς εύλογο ότι είτε ο ίδιος είτε ο Δημόκριτος υποστήριζαν πως τα συμβά­ντα αυτά μπορούν να θεωρηθούν τυχαία υπό την έννοια ότι εμείς (αν πραγματι­κά είναι έτσι ή είναι θέμα αρχής παραμένει ακαθόριστο) δεν γνωρίζουμε τις αι­τίες τους. Οι απόπειρες να εξηγηθούν συγκεκριμένα και ειδικά συμβάντα προσ­διορίζονταν από τη βασική αρχή ότι δεν υπάρχουν τυχαία συμβάντα αλλά δεν καταβαλλόταν καμία προσπάθεια να εξηγηθούν οι ίδιες οι θεμελιώδεις κοσμογονικές διαδικασίες. Αυτό δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι οι τελευταίες είναι στην πραγματικότητα αναίτιες αλλά ότι θα έπρεπε επίσης να αντιμετωπισθούν και με αυτόν τον τρόπο, καθώς οι πραγματικές τους αιτίες είναι τόσο σύνθετες ώστε να υπερβαίνουν τη δυνατότητα του ανθρώπινου νου να τις εντοπίσει.

Κατά συνέπεια, για τους Ατομικούς φιλοσόφους όλα συμβαίνουν κατ’ ανάγκην ίσως οφείλεται στον Δημόκριτο η ταύτιση της ανάγκης με τις μηχανικές δυνάμεις της σύγκρουσης και της κίνησης. Ποια ακριβώς ήταν η θέση του απέ­ναντι στο ζήτημα; Σύμφωνα με μαρτυρία του Αέτιου (περί ουσίας ανάγκης, 1.26.2), φέρεται να ταυτίζει την ανάγκη με «την άπωση, την κίνηση και τη σύγκρουση της ύλης» [ἀντιτυπίαν καί φοράν καί πληγήν τῆς ὕλης].

Είναι η άπωση και η κίνηση ισοδύναμες στο πλαίσιο αυτής της ταύτισης ή μή­πως θεωρείται δεδομένο ότι η κίνηση οφείλεται πάντοτε σε προηγούμενη άπωση; Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος ενδέχεται κάποια κίνηση ή να μην έχει καμία αιτία ή να οφείλεται σε άλλη αιτία και όχι στην άπωση. Την απο­δοχή της πρώτης υπόθεσης ενθαρρύνει η αναφορά του Αριστοτέλη (Φυσικά 8. 1 252a32-b2) ότι ο Δημόκριτος υποστήριζε πως δεν θα έπρεπε κανείς να ρωτά για την αιτία αυτού που ισχύει από πάντα [ὅλως δέ τό νομίζειν ἀρχήν εἶναι ταύτην ἱκανήν, δη ἀεί ἔστιν οὕτως ἤ γίγνεται, οὐκ ὀρθῶς ἔχει ὑπολαβεῖν, ἐφ’ ὅ Δη­μόκριτος ἀνάγει τάς περί φύσεως αἰτίας ὡς οὕτω καί τά πρότερον ἐγίνετο· τοῦ δέ ἀεί οὐκ ἀξιοῖ ἀρχήν ζητεῖν]. Θα μπορούσε απλώς να είχε υποστηρίξει ότι τα άτομα κινούνται αέναα. Ενώ, όμως, η αρχή αυτή του επιτρέπει να απο­κλείσει το ερώτημα «ποια είναι η αιτία της κίνησης των ατόμων», η αρχή του Άποχρώντος Λόγου επιβάλλει να δοθεί απάντηση στο εξής ερώτημα: «Γιατί κάθε συγκεκριμένο άτομο κινείται με έναν συγκεκριμένο τρόπο»; Ίσως φαίνεται αναπόφευκτο ότι η απάντηση πρέπει να παραπέμπει σε προηγούμενη σύγκρουση των ατόμων, όπως μαρτυρούν οι διάφορες πηγές [π.χ. Σιμπλίκιος Εἰς τό τῆς Ἀριστοτέλους Φυσικῆς Ἀκροάσεως Ὑπόμνημα 42.10-11, Ἀλέξανδρος ὁ Ἀφροδισιεύς Ὑπόμνημα εἰς τό μεῖζον Α τῶν Μετά τά Φυσικά Ἀριστοτέλους 36.21-25· σύμφωνα με τη δεύτερη πηγή «η κίνηση των ατόμων προέρχεται από τη μεταξύ τους κρούση και σύγκρουση» [λέγουσιν άλληλοτυπούσας καί κρουομένας πρός άλλήλας κι νεϊσθαι τάς ατόμους].

Οφείλουμε, ωστόσο, να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τη μαρτυρία του Φιλό­πονου ότι τα άτομα στην πραγματικότητα ποτέ δεν συγκρούονται ή έρχονται σε επαφή, με το συνακόλουθο εξαγόμενό της ότι οι βασικές φυσικές δυνάμεις είναι η έλξη και η άπωση. Με βάση την παραπάνω άποψη, η κίνηση των ατόμων εξη­γείται εν γένει με κριτήριο τη σύγκρουση στην οποία υποβάλλονται, δηλαδή την άπωση, ενώ η ακινησία στη μεταξύ τους σχέση εξηγείται με την έλξη, καθώς η σχετική σταθερότητα των ατόμων σε μια ένωση πρέπει να εξηγηθεί με κριτήριο όχι την πραγματική συγχώνευσή τους αλλά το γεγονός ότι παραμένουν ενωμέ­να σαν να τα ανάγκαζε να συνενωθούν μια ελκτική δύναμη που δρα επί των μικροσκοπικών χασμάτων ανάμεσα στα άτομα στο πλαίσιο της ένωσης. Επι­πλέον, κάποια έλξη ίσως εξηγούσε ορισμένες μορφές κίνησης των ατόμων. Ο Σέξτος (Πρός Μαθηματικούς 7.116-18) παραθέτει την άποψη του Δημόκριτου ότι τα ομοειδή σώματα τείνουν να συγκεντρώνονται σε σύνολα, άποψη που επεξηγείται με παραδείγματα για τη συμπεριφορά των έμψυχων όντων (τα που­λιά σχηματίζουν σμήνη) και των άψυχων (κόκκοι διαφόρων ειδών που διαχω­ρίζονται με τη βοήθεια κοσκινίσματος, βότσαλα διαφόρων σχημάτων που ομαδοποιούνται στην ακτή από τα κύματα). Το γεγονός ότι η εν λόγω αρχή εφαρ­μοζόταν στα άτομα φαίνεται από την έκθεση τον Διογένη του Λαέρτιου για την κοσμολογική θεωρία του Λεύκιππου– σύμφωνα με αυτήν, άτομα με κάθε λογής σχήματα δημιουργούν μια περιδινούμενη μάζα από την οποία διαχωρίζονται και «τα όμοια προσεγγίζουν τα όμοια» [9. 31: γίνεσθαι δε τούς κόσμους οὕτω· φέρεσθαι «κατά ἀποτομήν ἐκ τῆς ἀπείρου» πολλά σώματα παντοῖα τοῖς σχήμασιν εἰς μέγα κενόν, ἅπερ ἀθροισθέντα δίνην ἀπεργάζεσθαι μίαν, καθ’ ἥν προσκρούοντα <ἀλλήλοις> καί παντοδαπῶς κυκλούμενα διακρίνεσθαι χωρίς τά ὅμοια πρός τά ὅμοια]. Το φαινόμενο να διαχωρίζονται από τη δίνη άτομα με κάθε είδους μέγεθος θα μπορούσε να βρει επαρκή εξήγηση στο γεγο­νός ότι το ευρύτερο σχήμα ασκεί ισχυρότερη κεντρομόλο δύναμη, λειτουργία που οφείλεται στη μεγαλύτερη μάζα του. Αλλά τα συμφραζόμενα του χωρίου από τον Διογένη, όπου τα άτομα περιγράφονται ως σώματα με κάθε είδους σχήμα (παντοῖα τοῖς σχήμασι), χωρίς ως τότε να γίνεται λόγος για το μέγεθος τους, υποδηλώνει ότι η φράση τα όμοια πρός τά δμοια πρέπει στο προκείμενο χωρίο να κατανοηθεί ως «τα όμοια προς τα όμοια ως προς το σχήμα τους». Η μαρτυρία του Αέτιου (4.19.3) για το πώς εξηγούσε ο Δημόκριτος τον ήχο εκφρά­ζει τον ισχυρισμό του στοχαστή ότι άτομα παρόμοιου σχήματος δημιουργούν ενώσεις, ισχυρισμός που επεξηγείται με παραδείγματα ανάλογα με αυτά που συναντούμε στο χωρίο από τον Σέξτο. Αν και δεν δηλώνεται ρητά, εύλογα μπο­ρούμε να υποθέσουμε ότι η ίδια αρχή εξηγεί τον σχηματισμό ενώσεων από σφαιρικά άτομα, όπως για παράδειγμα της φωτιάς.

Διαθέτουμε, επομένως, ορισμένες μαρτυρίες οι οποίες φανερώνουν ότι η δυναμική της Δημοκρίτειας θεωρίας προϋπέθετε τρεις θεμελιώδεις δυνάμεις– μια δύναμη άπωσης που επιτελεί τον ρόλο της σύγκρουσης στο πλαίσιο μιας συμβατικής περί σωματιδίων θεωρίας, και δύο δυνάμεις έλξης: η μία συνενώ­νει άτομα του ίδιου σχήματος και η άλλη συγκρατεί άτομα διαφόρων σχημάτων σε μια ατομική ένωση. Είναι εύλογη η υπόθεση ότι ο Δημόκριτος χρησιμοποι­ούσε τον όρο «ανάγκη» και για τις τρεις δυνάμεις, καθώς τις θεωρούσε εξίσου ακαταμάχητες. Καταρχήν, ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι μαρτυ­ρίες που συγκροτούν την Ατομική θεωρία είναι εξαιρετικά αποσπασματικές και έπειτα ότι, ακόμα και αν τις αποδεχθούμε, δεν γνωρίζουμε αν και με ποιον τρόπο επιχείρησε να συγκεράσει ο Δημόκριτος αυτές τις δυνάμεις σε μια ενιαία θεωρία. Μια τόσο αποσπασματικά διατυπωμένη θεωρία προκαλεί αυτονόητες δυσκολίες. Για παράδειγμα, αν δύο άτομα ίδιου σχήματος συγκρουστούν, τι συμβαίνει, απωθούνται ή συνενώνονται; Αν όλα τα άτομα αναπτύσσουν τόσο τη δύναμη της έλξης όσο και της άπωσης, τότε πρέπει να υφίστανται ορισμένες πιο βασικές αρχές που να ορίζουν ποια δύναμη ή ποιος συνδυασμός δυνάμεων καθορίζει την κίνησή τους. Οι πηγές δεν μας προσφέρουν την παραμικρή νύξη σχετικά με το αν ο Δημόκριτος είχε υπόψη του παρόμοια ερωτήματα.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑ

Ενώ δεν διαθέτουμε καμία μαρτυρία για να υποστηρίξουμε ότι ο Λεύκιππος ενδιαφερόταν και για επιστημολογικά ζητήματα, πλούσιο είναι το υλικό που αποδεικνύει ότι ο Δημόκριτος αναγνώριζε τη σημασία τους. Είναι αρκετά πιθα­νό τα επιστημολογικά ενδιαφέροντα του δεύτερου να αναπτύχθηκαν (εν μέρει τουλάχιστον) χάρη στα ερεθίσματα που δέχθηκε από τον συμπολίτη του και μεγαλύτερο σε ηλικία σύγχρονό του Πρωταγόρα. Οι μαρτυρίες μας αποδεικνύονται εξαιρετικά προβληματικές, καθώς στοιχειοθετούν δύο δια­μετρικά αντίθετες θέσεις του Δημόκριτου σχετικά με την αξιοπιστία των αισθή­σεων. Από τη μια πλευρά, συναντούμε αρκετά χωρία, ακόμα και άμεσα παρα­θέματα, όπου εμφανίζεται ο στοχαστής να απορρίπτει τις αισθήσεις ως απόλυ­τα αναξιόπιστες– από την άλλη, μια σειρά χωρία του αποδίδει τη διδασκαλία ότι όλα τα φαινόμενα είναι αληθινά, άποψη που τον ευθυγραμμίζει με τον υπο­κειμενισμό του Πρωταγόρα, θεωρία που ο Δημόκριτος, κατά τον Πλούταρχο, είχε απορρίψει απερίφραστα (Πρός Κολώτην 1108 κ. εξ.). Την πρώτη θέση υποστηρίζουν κυρίως οι μαρτυρίες του Σέξτου. Για τη δεύτερη οι μαρτυρίες προέρχονται από τον Αριστοτέλη και τους υπομνηματιστές του. Δεν μπορούμε, όμως, να λύσουμε το πρόβλημα παραμερίζοντας απλώς την πρώτη ομάδα μαρ­τυριών και προκρίνοντας τη δεύτερη και αυτό γιατί α) σε μια σύντομη αναφο­ρά του ο Αριστοτέλης (Μετά τά Φυσικά 3. 5 1009b7-17) παραθέτει τον ισχυρι­σμό του Δημόκριτου ότι είτε τίποτε δεν είναι αληθές είτε είναι άδηλο σε εμάς [διό Δημόκριτος γε φησίν ἤτοι οὐθέν εἶναι ἀληθές ἤ ἡμῖν γ’ ἄδηλον] αλλά συμπαραθέτει και τη διακήρυξη του στοχαστή πως ό,τι προσλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας είναι κατ’ ανάγκη αληθές [τό φαινόμενον κατά τήν αἴσθησιν ἐξ ἀνάγκης ἀληθές εἶναι φασίν], και β) ο Σέξτος (Πρός Μαθηματικούς 7.136) παραδίδει ότι ο Δημόκριτος καταδίκαζε τις αισθήσεις σε ένα έργο του, ενώ είχε αναλάβει να αποδώσει σε αυτές την εγκυρότητα της αξιοπιστίας τους [ἐν δέ τοῖς κρατυντηρίοις, καίπερ ὑπεσχημένος ταῖς αἰσθήσεσι τό κράτος τῆς πίστεως ἀναθεῖναι, οὐδέν ἧττον εὑρίσκεται τούτων καταδικάζων]. Εκ πρώ­της όψεως, λοιπόν, οι μαρτυρίες δίνουν την εντύπωση ότι και οι δύο ερμηνείες αντικατοπτρίζουν πλευρές της δημοκρίτειας σκέψης. Μήπως, έτσι, εμφάνιζε η σκέψη του Δημόκριτου απόλυτη ασυνέπεια; Ή μήπως η εμφάνιση συστηματι­κών αντιφάσεων μπορεί να αρθεί ή τουλάχιστον να μετριασθεί;

Η πρώτη ερμηνεία (οι αισθήσεις απόλυτα αναξιόπιστες) βασίζεται στην εξή­γηση από τους Ατομικούς φιλοσόφους των δευτερευόντων ποιοτικών χαρα­κτηριστικών τα οποία φαίνεται ότι πρώτος αναγνώρισε ο Δημόκριτος, ο φιλό­σοφος που θεμελίωσε τη θεωρία του στην παρατήρηση. Οι αισθήσεις μας παρουσιάζουν τον κόσμο να συνίσταται από πράγματα που χαρακτηρίζονται από το χρώμα τους, τον ήχο, τη γεύση, την όσφρηση κ.ο.κ., αλλά στην πραγμα­τικότητα ο κόσμος αποτελείται από τα άτομα και το κενό χωρίς κανένα δευτερεύον ποιοτικό χαρακτηριστικό (DK68B9). Προκύπτει, συνεπώς, μια διχοτομία ανάμεσα στο πώς φαίνονται σε εμάς τα πράγματα και πώς είναι στην πραγ­ματικότητα, διχοτομία που περιγράφεται στο ακόλουθο περίφημο απόσπασμα (DK68B9): «Συμβατικά υπάρχει το γλυκό και το πικρό, συμβατικά το θερμό και το ψυχρό, συμβατικά το χρώμα– στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο τα άτομα και το κενό» [νόμω γάρ φησί γλυκύ, [καί] νόμω πικρόν, νόμω θερμόν, νόμω ψυχρόν, νόμω χροιή, έτεΐ) δέ άτομα καί κενόν].

Επιπλέον, η διάκριση ανάμεσα στην πραγματική και τη φαινομενική όψη των πραγμάτων πρέπει να συμπληρωθεί από μια εξήγηση των αιτιακών διαδικα­σιών μέσω των οποίων γινόμαστε δέκτες της φαινομενικής όψης των πραγμά­των. Οι ατομικές ενώσεις μας επηρεάζουν ως εξής: από την επιφάνειά τους αναδίνουν απορροές ατόμων οι οποίες προσκρούουν στα αισθητηριακά μας όργανα με αποτέλεσμα η αντίληψή μας να συνίσταται στη λειτουργική αλληλε­πίδραση ανάμεσα στις απορροές αυτές και στην ατομική δομή των αισθητηρια­κών οργάνων. Για παράδειγμα, για να είναι ένα αντικείμενο κόκκινο, πρέπει συνεχώς να εκπέμπει απορροές ατόμων τέτοιου τύπου ώστε, όταν προσκρού­ουν σε έναν δέκτη ευρισκόμενο σε κατάλληλη στάση, το αντικείμενο να φαίνε­ται σε αυτόν κόκκινο.

Κατά συνέπεια, απομακρυνόμαστε από την πραγματικότητα διττά: όχι μόνο φαινομενολογικά, που σημαίνει ότι άλλη είναι η φαινομενική και άλλη η αλη­θινή όψη των πραγμάτων, αλλά και αιτιακά: γινόμαστε δέκτες των ατομικών ενώσεων μέσω της φυσικής παρέμβασης άλλων ενώσεων (δηλαδή των ατομικών απορροών) καθώς και της επίδρασης των δεύτερων στα αισθητηριακά μας όργανα. Μια σειρά αποσπασμάτων υπογραμμίζει το γνωστικό χάσμα που μας χωρίζει από την πραγματικότητα: «ο άνθρωπος πρέπει να μαθαίνει με γνώμο­να την αρχή ότι είναι μακριά από την πραγματικότητα» (απ. Β6) [γιγνώσκειν τε χρή, φησίν, ἄνθρωπον τῷδε τῷ κανόνι, ὅτι ἑτεῆς ἀπήλλακται]· «και όμως θα γίνει φανερό ότι είναι πολύ δύσκολο να μάθουμε πώς είναι στην πραγματι­κότητα το κάθε πράγμα» (απ. Β8, μτφρ. Δ. Κ.) [καίτοι δῆλον ἔσται ὅτι ἐτεῇ οἷον ἕκαστον γιγνώσκειν ἐν ἀπόρῳ ἐστί]· «έγινε λοιπόν επανειλημμένα φανε­ρό με πολλούς τρόπους ότι στην πραγματικότητα δεν συλλαμβάνουμε πώς είναι ή δεν είναι το κάθε πράγμα» (απ. Β1Ο) [ἐτεῇ μέν νῦν ὅτι οἷον ἕκαστον ἔστιν <ἤ> οὐκ ἔστιν οὐ συνίεμεν, πολλαχῇ δεδήλωται]· «στην πραγ­ματικότητα δεν γνωρίζουμε τίποτε γιατί η αλήθεια κρύβεται στο βάθος» (απ. Β117) [ἐτεῇ δε οὐδέν ἴδμεν· ἐν βυθῷ γάρ ἡ ἀλήθεια].

Οι παραπάνω μαρτυρίες εγείρουν επιτακτικά ένα μείζον ερμηνευτικό πρό­βλημα. Από τη μια πλευρά, το απ. Β9 και οι συναφείς με αυτό μαρτυρίες υπο­γραμμίζουν το χάσμα ανάμεσα στα φαινόμενα και την πραγματικότητα με το ε­πιχείρημα ότι οι αισθήσεις είναι αναξιόπιστες καθώς στρεβλώνουν την πραγμα­τικότητα. Ο δογματικός αυτός ισχυρισμός προϋποθέτει ότι διαθέτουμε κάποιας μορφής πρόσβαση στην πραγματικότητα, η οποία μας επιτρέπει να θεωρούμε την εικόνα που μας προσφέρουν οι αισθήσεις αναξιόπιστη σε σχέση με την αλη­θινή φύση των πραγμάτων. Από την άλλη πλευρά, τα αποσπάσματα Β6, Β8, Β1Ο και Β117 προβάλλουν την ακόμα πιο ριζοσπαστική ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι ολοκληρωτικά απροσπέλαστη, ιδέα που υπονομεύει τη θέση ότι υφίσταται χάσμα ανάμεσα στα φαινόμενα και την πραγματικότητα. Το απ. Β7 [δηλοΐμέν δή καί οντος ό λόγος, δτι έτεη ούδέν ϊσμεν περί ούδενός, άλλ’ έπιρυσμίη έκα­στοι σι ν ή δόξις («Και αυτό επίσης το επιχείρημα δείχνει ότι στην πραγματικό­τητα δεν ξέρουμε τίποτε για κανένα πράγμα αλλά η γνώμη κάθε ανθρώπου είναι κάτι που εισρέει)][14] και το δεύτερο μισό του απ. Β9 [ἡμεῖς δέ τῷ μέν ἐόντι οὐδέν ἀτρεκές συνίεμεν, μεταπῖπτον δέ κατά τε σώματος διαθήκην καί τῶν ἐπεισιόντων καί τῶν ἀντιστηριζόντων («Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τίποτα βέβαιο παρά μόνο ό,τι αλλάζει ανάλογα με την κατάσταση του σώματος και των πραγμάτων που εισέρχονται σε αυτό και το πιέζουν»)] επιχειρούν με δυσκολία να συγκεράσουν τις δύο θέσεις, καθώς συνάγουν το ριζικά σκεπτικιστικό τους συμπέρασμα από μια προκείμενη για τον μηχανισμό της αισθητηριακής αντίλη­ψης, η οποία προϋποθέτει πρόσβαση στην σχετική με τον μηχανισμό αυτό αλή­θεια. Θα συμπεραίναμε, ίσως, ότι ο Δημόκριτος απλώς δεν κατόρθωσε να ορίσει τη διάκριση ανάμεσα στον δογματικό ισχυρισμό ότι οι αισθήσεις στρεβλώνουν την πραγματικότητα και τον σκεπτικιστικό ισχυρισμό ότι δεν μπορούμε να γνω­ρίσουμε απολύτως τίποτε για αυτήν. Μια εναλλακτική στρατηγική θα ήταν να α­ναζητήσουμε εκείνον τον τρόπο ερμηνείας των μαρτυριών που θα έφερνε πιο κο­ντά τους δύο ισχυρισμούς ώστε να συμφωνούν μεταξύ τους.

Μπορούμε να φέρουμε πιο κοντά τους δύο ισχυρισμούς αν θεωρήσουμε ότι τα «σκεπτικιστικό» αποσπάσματα περιέχουν όχι μια γενική αναφορά στις γνω­στικές παραμέτρους αλλά μια ειδικότερη αναφορά στις παραμέτρους της γνώ­σης που αποκτάται μέσω των αισθήσεων. Με μια τέτοια θεώρηση τα εν λόγω αποσπάσματα απλώς επαναλαμβάνουν τη θέση ότι μέσω των αισθήσεων δεν γνωρίζουμε τίποτε για τη φύση της πραγματικότητας, θέση σύμφωνη με τη δια­τύπωση του πρώτου μισού του αποσπάσματος Β9, η οποία αμβλύνει τη φαινο­μενική αντίθεση ανάμεσα στο απόσπασμα Β7 και στο δεύτερο μισό του απο­σπάσματος Β9. Ερείσματα στην υπόθεση προσφέρει η συνεξέταση των συμ- φραζομένων όπου ο Σέξτος παραθέτει τα αποσπάσματα Β6-Β10 και στα οποία ο Δημόκριτος ασκεί κριτική στις αισθήσεις· ο Σέξτος παρατηρεί: «στα αποσπά­σματα αυτά εν πολλοίς καταργεί κάθε είδους αντίληψη, ακόμα και αν οι επι­κρίσεις του στρέφονται ειδικά και μόνο κατά των αισθήσεων». Είναι, λοιπόν, προφανές πως ο Σέξτος αντιλαμβάνεται ότι στα αποσπάσματα αυτά ο Δημό­κριτος αναφέρεται μόνο στις αισθήσεις αν και, κατά τη γνώμη του (δηλαδή του Σέξτου), η επίκριση που διατυπώνει ο στοχαστής στα κείμενα αυτά εναντίον των αισθήσεων, στην πραγματικότητα ισχύει για κάθε μορφή αντίληψης. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο Σέξτος αποδίδει ευθέως στον Δημόκριτο τη διάκριση ανάμεσα στη «νόθη» γνώση (σκοτίη) που προσφέρουν οι αισθήσεις και τη «γνήσια» (γνησίη) που προσφέρει η διάνοια: «Αλλά στους κανόνες ισχυ­ρίζεται ότι υπάρχουν δύο είδη γνώσης, αυτή που αποκτάται μέσω των αισθή­σεων και εκείνη που αποκτάται μέσω της διάνοιας· την τελευταία την αποκαλεί «γνήσια» (…) την πρώτη «νόθη»» (απ. Β11) [ἐν δέ τοῖς κανόσι δύο φησίν εἶναι γνώσεις· την μέν διά ταῶν αἰσθήσεων τήν δέ διά ταῆς διανοίας, ὧν τήν μέν διά ταῆς διανοίας γνησίην καλεῖ (…) τήν δέ διά ταῶν αισθήσεων σκοτίην]. Ειδικό­τερα υποστηρίζει ότι, η «γνήσια» γνώση (δηλαδή η διά τῆς διανοίας) αναφέρεται σε πράγματα που είναι κάτω από τα όρια της αισθητηριακής διάκρισης και, συνεπώς, είμαστε αναγκασμένοι να υποθέσουμε ότι η Ατομική θεωρία καθαυ- τήν πρέπει να αποδοθεί σε αυτό το είδος γνώσης. Την υπόθεση υποστηρίζουν τα χωρία όπου ο Σέξτος (Πρός Μαθηματικούς 8.6-7,56) συνδέει τη θέση του Δημόκριτου με εκείνη του Πλάτωνα– και οι δύο απορρίπτουν τις αισθήσεις ως πηγές γνώσης και διακηρύσσουν ότι μόνο όσα συλλαμβάνονται με τη διάνοια είναι αληθινά. Για τον Πλάτωνα, βέβαια, αυτά είναι οι Ιδέες, ενώ για τον Δημό­κριτο τα άτομα, απρόσιτα στην αισθητηριακή αντίληψη και, συνεπώς, με ιδιό­τητες που μόνο θεωρητικά μπορούν να προσδιοριστούν.

Με βάση την ερμηνεία αυτή, η θέση που διατυπώνεται στα αποσπάσματα που παραθέτει ο Σέξτος δεν είναι ο καθολικός σκεπτικισμός αλλά ό,τι θα ορίζαμε θεωρητικό ρεαλισμό. Ο χαρακτήρας του φυσικού κόσμου ούτε μας αποκαλύ­πτεται μέσω της αισθητηριακής αντίληψης ούτε, όμως, μας είναι απρόσιτος’ μας αποκαλύπτεται μέσω μιας θεωρίας, η οποία, ξεκινά από αισθητηριακά δεδομένα και τα εξηγεί ως φαινόμενα που προκαλεί η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε έναν κόσμο αντιληπτών φυσικών ατόμων και αισθητηριακούς μηχανισμούς που επίσης συντίθενται από άτομα. Τώρα, όμως, όπως επισημαίνει ο Σέξτος (Πρός Μαθηματικούς 8.56) και αναγνωρίζει ο ίδιος ο Δημόκριτος (στο περί­φημο «παράπονο των αισθήσεων», απ. Β125), για μια ακόμη φορά προβάλλει απειλητικά ο σκεπτικισμός, καθώς η θεωρία πρέπει να εκλάβει ως αφετηρία της τα αισθητηριακά δεδομένα. Κατά συνέπεια, αν οι αισθήσεις είναι πλήρως ανα­ξιόπιστες, δεν υφίσταται κανένα αξιόπιστο δεδομένο για να βασισθεί σε αυτό η θεωρία, με αποτέλεσμα οι αισθήσεις να διακηρύσσουν προς τον νου στο απ. Β125: πτῶμά τοι τό κατάβλημα («Η απόρριψή μας συνεπάγεται την κατάρ­ρευσή σου»).

Οι υπομνηματιστές που ερμηνεύουν το απ. Β125 ως έκφραση αφοσίωσης από την πλευρά του Δημόκριτου[15] στον σκεπτικισμό, εύλογα απορρίπτουν την προηγούμενη ενοποιητική θεωρία. Από την άποψη αυτή, τα αποσπάσματα Β117 και Β6-10 δεν περιορίζονται στη γνώση την αποκτημένη μέσω των αισθήσεων αλλά εκφράζουν την απόλυτη απόρριψη κάθε είδους γνώσης, στάση που πρέπει να θεωρηθεί ως υπέρβαση της διάκρισης (όπως αυτή καταγράφεται στο απόσπασμα 9 και στο 1° μέρος του Β11) ανάμεσα στα φαινόμενα και στην πραγματικότητα καθώς και του ισχυρισμού περί γνησίης γνώσεως στο απόσπασμα Β11. Ο Σέξτος, ωστόσο, εντάσσει τα απ. Β6-Β11 στο πλαίσιο ενιαίων συμφραζομένων (Πρός Μαθηματικούς 7.135-140) χωρίς κανένα ίχνος αντιπαράθεσης στη συλλογή. Στις Πυρρωνείονς Υποτυπώσεις, μάλιστα, (1.213-214), υπο­γραμμίζει ότι, μολονότι οι σκεπτικοί απηχούν τον Δημόκριτο όταν επικαλού­νται φαινόμενα με αντιφατικές εκφάνσεις, όπως για παράδειγμα το μέλι που έχει γεύση γλυκιά για τον υγιή και πικρή για τον ασθενή, ο Δημόκριτος στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί αυτά τα φαινόμενα για να υποστηρίξει όχι τη σκεπτικιστική θέση ότι είναι αδύνατο να πει κανείς ποια γεύση έχει πράγματι το μέλι, αλλά τη δογματική θέση ότι το μέλι από μόνο του δεν είναι ούτε γλυκό ούτε πικρό (με την τελευταία διατύπωση εννοώ ότι η γλυκύτητα και η πικρότη­τα δεν αποτελούν εγγενείς ιδιότητες της δομής των ατόμων που συνιστούν το μέλι, βλ. σ. 283). Με άλλα λόγια, ο Σέξτος δεν αντιμετωπίζει τον Δημόκριτο ως σκεπτικό αλλά ως δογματικό στοχαστή’ πράγματι, δεν παραθέτει το απ. Β125 και ενδέχεται να μην γνώριζε το κείμενο από το οποίο αυτό προερχόταν. Το χωρίο Πρός Μαθηματικούς 8.56 φανερώνει ότι ο Σέξτος γνώριζε το πρόβλη­μα που αποδίδεται με δραματική μορφή στο απόσπασμα, αλλά είναι σαφές ότι το αντιμετώπισε μάλλον ως δυσκολία για τον Δημόκριτο παρά ως ένδειξη της απόρριψης από τον Δημόκριτο της βάσης της προσωπικής του θεωρίας.

Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να εξετάσουμε υπό ποια έννοια η Ατομική θεω­ρία εκλαμβάνει ως αφετηρία της τα δεδομένα των αισθήσεων και αν ο ρόλος αυτός πράγματι απειλείται από το χάσμα φαινομένων – πραγματικότητας που εμφατικά τονίζεται στο απόσπασμα Β9. Ο Αριστοτέλης (Περί γενέσεως και φθοράς 1. 2 315b 6-15, 1. 6 325a24-26) αναφέρει ότι η θεωρία ξεκίνησε από τα αισθητηριακά δεδομένα εννοώντας ότι ο ρόλος της ήταν να σώσει τα φαινόμε­να, δηλαδή να εξηγήσει όλα τα αισθητηριακά δεδομένα ως εκφάνσεις ενός αντι­κειμενικού κόσμου. Τόσο ο Αριστοτέλης όσο και ο Φιλόπονος (Εις το πρώτον των περί γενέσεως και φθοράς Άριστοτέλους 23.1-16) συγκαταλέγουν τις αντιφατικές εκφάνσεις ως δεδομένα που πρέπει να σωθούν. Η θεωρία πρέπει να εξηγήσει και τη γλυκιά και την πικρή γεύση που έχει το μέλι για τον υγιή και τον ασθενή αντίστοιχα, και καμία συγκεκριμένη έκφανση δεν διεκδικεί το δικαίωμα να παρουσιάσει πιο πιστά από την άλλη πώς πραγματικά έχει η κατά­σταση. Όλες οι εκφάνσεις συνεισφέρουν εξίσου στη θεωρία. Τη θέση αυτή της Ατομικής θεωρίας συμμερίζεται και ο Πρωταγόρας αλλά, ενώ μας διαβεβαιώνει για την ισοδύναμη ισχύ των εκφάνσεων, παραιτείται από την ιδέα της αντι­κειμενικότητας. Στον κόσμο του Πρωταγόρα δεν υπάρχει πραγματικότητα παρά μόνο υπό την έννοια του συνόλου των ισοδύναμων εκφάνσεων. Αντίθετα, για τον Δημόκριτο ο συμβιβασμός των ισοδύναμων εκφάνσεων με τον αντικει­μενικό χαρακτήρα του φυσικού κόσμου προϋποθέτει το χάσμα ανάμεσα στα φαινόμενα και την πραγματικότητα. Χωρίς αυτό, ένας κόσμος από ισοδύναμες εκφάνσεις αποδεικνύεται ασυνεπής και ως εκ τούτου μη αντικειμενικός. Δεν υπάρχει όμως κανένας λόγος να αρνηθούμε την ισοδυναμία των εκφάνσεων, διότι κάθε έκφανση από την ίδια τη φύση της δεν είναι ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη. Κατά συνέπεια, σκοπός της θεωρίας είναι να επιτύχει την αρτιότε­ρη περιγραφή ενός αντικειμενικού κόσμου, η οποία θα ανταποκρίνεται στην απαίτηση να καταδειχθεί πώς προκύπτουν οι αντιφατικές εκφάνσεις.[16]

Το χάσμα, επομένως, ανάμεσα στα φαινόμενα και την πραγματικότητα κάθε άλλο παρά απειλεί τις θεμελιώδεις αρχές της θεωρίας– αντίθετα, αποτελεί ουσιαστική πτυχή της. Στην προκειμένη περίπτωση, τι σημαίνει το παράπονο των αισθήσεων στο απόσπασμα Β125; Δεν είναι αδιαμφισβήτητες οι μαρτυρίες που προσφέρει το κείμενο για το ότι ο Δημόκριτος πίστευε πως το χάσμα απει­λούσε τη θεωρία; Ή (αν υποθέσουμε ότι κατανοούσε τη θεωρία του) δεν προ­σφέρει το κείμενο πειστικές μαρτυρίες εναντίον της μαρτυρίας που προτείνω; Δεν το πιστεύω, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν διαθέτουμε τα συμφραζόμενα από τα οποία προέρχεται το παράθεμα. Η έννοια του παραπόνου των αισθή­σεων δεν είναι απαραίτητο να έγκειται (και με δεδομένη τη φύση της Δημοκρίτειας θεωρίας δεν θα έπρεπε βέβαια να έγκειται) στην παραδοχή ότι η θεωρία αυτοαναιρείται. Τουλάχιστον όσο πιθανό είναι ότι συνιστά προειδοποίηση, ώστε να μην παρερμηνευθεί η εξήγηση του χάσματος φαινομένων και πραγμα­τικότητας, εξίσου πιθανό είναι ότι συνιστά αξίωση να εγκαταλειφθεί η μαρτυ­ρία των αισθήσεων. Μπορούμε να φανταστούμε έναν αντίπαλο του εμπειρι­σμού, τον Πλάτωνα για παράδειγμα, να επικαλείται την έννοια του χάσματος για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό ότι η μαρτυρία των αισθήσεων είναι πλήρως αναξιόπιστη και ως εκ τούτου θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Σε απάντηση, ο Δημόκριτος υπογραμμίζει ότι η επίθεση εναντίον των αισθήσεων καθαυτήν βασίζεται στη μαρτυρία των αισθήσεων. Από την άποψη αυτή, πράγματι ο Σέξτος (Πρός Μαθηματικούς 8.56) ευθυγραμμίζει τον Δημόκριτο με τον Πλάτω­να. Ο δικός μου ισχυρισμός, ωστόσο, είναι ότι όταν την αριστοτελική μαρτυρία για την αποδοχή των φαινομένων από τους Ατομικούς φιλοσόφους καθώς και όλες τις άλλες μαρτυρίες, συμπεριλαμβανομένων των αποσπασμάτων, τις εκλαμβάνουμε ως αφετηρία της Ατομικής θεωρίας, υποχρεούμαστε να συμπεράνουμε ότι η εικόνα του Δημόκριτου ως αποτυχημένου Πλατωνιστή αποτελεί παρανόηση. Η διάκριση που όρισαν οι Ατομικοί φιλόσοφοι μεταξύ φαινομένων και πραγματικότητας δεν συνεπάγεται «κατάργηση των αισθητών πραγμάτων»– κάθε άλλο· η σημασία που έχουν τα φαινόμενα για τη θεωρία είναι θεμελιώδης, καθώς προσφέρουν τα δεδομένα καταρχήν που πρέπει η θεωρία να εξηγήσει, και έπειτα το αρχικό πεδίο εφαρμογής της ορολογίας η οποία βασίζεται στην παρατήρηση και χρησιμοποιείται για να περιγράφει τη φύση και τη συμπερι­φορά των οντοτήτων που αξιωματικά έθεσε η Ατομική θεωρία.[17]

Μια τελευταία, όμως, ένσταση εγείρει ο ίδιος ο Αριστοτέλης (Μετά τά Φυσι­κά 3. 5 1009b 11-12) που παρουσιάζει τον Δημόκριτο να συμπεραίνει από τις αντιφατικές εκφάνσεις ότι «ή τίποτε δεν είναι αληθινό ή είναι άδηλο σε μας» [ήτοι ούθέν είναι αληθές ή ήμϊν γ’ άδηλον]. Πρόκειται για ένα αινιγματικό χωρίο, και οι λόγοι είναι πολλοί. Ο Αριστοτέλης επιχειρεί να εξηγήσει γιατί ορισμένοι άνθρωποι συμφωνούν με την πεποίθηση του Πρωταγόρα πως ό,τι φαίνεται να ισχύει, ισχύει και στην πραγματικότητα– στα άμεσα συμφραζόμενα του χωρίου (1009a38 κ. εξ.) παραθέτει τα φαινόμενα με αντιφατικές εκφάνσεις και επισημαίνει ότι η έλλειψη ενός καθοριστικού κριτηρίου για να επιλέξουμε ανάμεσά τους οδηγεί σε αυτή την πεποίθηση. Στο απόσπασμα, ωστόσο, Β9 μεταβαίνει από τη σκέψη ότι οι αντιφατικές εκφάνσεις οδηγούν στην άποψη πως όλα τα φαινόμενα είναι αληθινά στη σκεπτικιστική τους θεώρηση δηλώνο­ντας ότι είναι άδηλο ποια φαινόμενα είναι αληθινά και ποια ψεύτικα [ποια ούν τούτων αληθή ή ψευδή, άδηλον] γιατί «τα μεν δεν είναι περισσότερο αληθινά από τα δε αλλά εξίσου» [ούθέν γάρ μάλλον τάδε ή τάδε άληθή, άλλ’ ομοίως]. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι η πεποίθηση του Δημόκριτου πως κανένα φαινόμενο δεν είναι πιο αληθινό από οποιοδήποτε άλλο οφείλεται στον ισχυρισμό του τελευταίου ότι ή τίποτε δεν είναι αληθινό ή είναι άδηλο σε εμάς. Έτσι, ο Δημόκριτος εμφανίζεται να θέτει την επιλογή να υιοθετήσουμε είτε τη δογματική στάση ότι κανένα φαινόμενο δεν είναι αληθινό είτε τη σκεπτικιστική στάση ότι είναι άδηλο (το οποίο ισχύει). Στην επόμενη, ωστόσο, πρόταση ο Αρι­στοτέλης υποστηρίζει ότι επειδή ο Δημόκριτος και οι υπόλοιποι εξομοιώνουν τη διάνοια με την αισθητηριακή αντίληψη, πρεσβεύουν ότι αυτό που προσλαμ­βάνουμε με την αισθητηριακή μας αντίληψη είναι κατ’ ανάγκη αληθινό: «ο Δημόκριτος και ο Λεύκιππος πιστεύουν ότι η αλήθεια βρίσκεται στο φαινόμε­νο» (Περί Γενέσεως καί φθοράς 1. 315b9) [Δημόκριτος δέ καί Λεύκιππος φοντο τ’ άληθές έν τφ φαίνεσθαι]. Συνεπώς, αν η αναφορά του Αριστοτέλη δεν είναι ιδιαίτερα συγκεχυμένη, η διάζευξη ήτοι ούθέν είναι αληθές ή ήμϊν γ’ άδηλον πρέπει να είναι συνεπής προς τη θέση ότι κάθε αισθητηριακή αντίληψη είναι αληθινή. Αν η φράση ήμϊν γ’ άδηλον αναγνωσθεί ως «είναι άδηλο σε εμάς ποια φαινόμενα είναι αληθινά», τότε οι ισχυρισμοί αποδεικνύονται ασύμβατοι μεταξύ τους.

Υποθέτω, ωστόσο, πως ο Δημόκριτος ό,τι είπε το είπε υπό την έννοια πως είτε τίποτε δεν είναι αληθινό είτε η αλήθεια είναι άδηλη. Το πρώτο σκέλος της διάζευξης το απέρριπτε ρητά, άρα υιοθετούσε το δεύτερο. Στο απόσπασμα Β117 υποστηρίζει ακριβώς το εξής: η αλήθεια (για τα άτομα και το κενό) κρύ­βεται στο βάθος, γεγονός που σημαίνει ότι δεν είναι προσιτή στην αισθητηρια­κή μας αντίληψη, είναι άδηλη με την έννοια ότι δεν είναι ευδιάκριτη. Το γεγο­νός ότι χρησιμοποίησε τον όρο άδηλον στην περίπτωση των ατόμων και του κενού μαρτυρείται από τον Σέξτο (Πρός Μαθηματικούς 7.140), ο οποίος παραθέτει τον Διότιμο ως απόδειξη της πεποίθησης του Δημόκριτου πως τα φαινόμενα αποτελούν το κριτήριο για τα αφανή καθώς και της επιδοκιμασίας εκ μέρους του στοχαστή της ρήσης του Αναξαγόρα όψις γάρ τών άδήλων τά φαινόμενα [«τα φαινόμενα είναι η έκφραση των αφανών»]. Επομένως, η αλήθεια, η αληθινή δηλαδή φύση των πραγμάτων είναι άδηλη, αλλά κάθε μαρτυρία των αισθήσεων είναι αληθινή υπό την έννοια ότι είναι ισοδύναμη με τις υπόλοιπες και απαραίτητη για τη διατύπωση της Ατομικής θεωρίας.

Αν αυτή είναι η θέση που πρέσβευε ο Δημόκριτος, τότε μπορούμε εύλογα να θεωρήσουμε ότι η λέξη αληθής δεν είναι η κατάλληλη για να προσδιορίσει τον ρόλο των φαινομένων στη θεωρία του. Η θέση «όλα τα φαινόμενα είναι ισοδύ­ναμα» βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τη θέση «όλα τα φαινόμενα είναι ψεύτικα» και, αν λάβουμε υπόψη την εμμονή του στοχαστή στον άδηλο χαρα­κτήρα της αλήθειας θα ήταν, βέβαια, λιγότερο παραπλανητικό για αυτόν να προβεί στη δεύτερη διατύπωση. Παρόλο που εδώ ανακύπτουν ορισμένα δύσκο­λα ζητήματα, δεν θα τα αναπτύξω, καθώς σκοπός μου δεν είναι να υπερασπισθώ τη θέση του Δημόκριτου ότι όλα τα φαινόμενα είναι αληθινά. Δέχομαι, ωστόσο, ότι πράγματι υποστήριζε την εν λόγω θέση και ότι είχε επιδιώξει να εξηγήσει γιατί την υποστήριζε και με ποιόν τρόπο τη συνέδεε α) με την απόρρι­ψη του υποκειμενισμού του Πρωταγόρα και β) με τις απόψεις που διατυπώνο­νται στα παρατιθέμενα από τον Σέξτο αποσπάσματα.

Η εξήγηση των φαινομένων από τους Ατομικούς φιλοσόφους στηρίζεται στη συνολική περί αισθητηριακής αντίληψης θεωρία τους, μέρος της οποίας αποτελεί, και αυτή με τη σειρά της στη θεωρία τους για την ανθρώπινη φύση και, σε τελική ανάλυση, για τον φυσικό κόσμο στο σύνολό του. Η θεωρία τους είναι τελείως υποθετική, καθώς θέτει ως εξηγητικές οντότητες μικροσκοπικές δομές των οποίων η ύπαρξη και η φύση δεν μπορούσαν να επιβεβαιωθούν πειραματι­κά. Οι εξελίξεις σε επιστήμες όπως η νευροφυσιολογία έχουν επιφέρει τόσο ριζικές αναθεωρήσεις στις δομές εκείνες που αποτελούν τη βάση των φαινομέ­νων της αισθητηριακής αντίληψης, ώστε οι σύγχρονες ερμηνείες θα ήταν αδιάγνωστες για τον Λεύκιππο ή τον Δημόκριτο. Άντεξαν, όμως, στη δοκιμασία του χρόνου οι βασικές ενορατικές διαπιστώσεις της αρχαίας Ατομικής θεωρίας ότι τα φαινόμενα πρέπει να εξηγηθούν στο επίπεδο της εσωτερικής δομής του δέκτη και του προσλαμβανόμενου αντικειμένου και ότι ιδεώδης στόχος της επι­στήμης είναι να ενσωματώσει την περιγραφή αυτών των δομών στην προοπτι­κή μιας ενοποιημένης θεωρίας για τη φύση της ύλης.

Η ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΘΕΩΡΙΑ

Ο αδιάλλακτος υλισμός του Δημόκριτου επεκτάθηκε και στον χώρο της θεω­ρίας περί ψυχής. Παρά τη σχετική ασυμφωνία των πηγών η πιο αξιόπιστη μαρ­τυρία αναφέρει ότι ο στοχαστής δεν όρισε καμιά διάκριση ανάμεσα στην έλλο­γη ψυχή ή τη διάνοια και την άλογη ψυχή ή ζωτική αρχή, αλλά επιχείρησε μια ενιαία εξήγηση και των δύο μορφών ως φυσικών δομών από σφαιρικά άτομα που διαπερνούν όλο το σώμα. Αυτή η θεωρία που ταυτίζει την ψυχή με τη διά­νοια υπερέβη την ταύτιση των φυσικών δομών τους και προέβη στην ταύτιση των λειτουργιών τους, καθώς ο Δημόκριτος ερμήνευσε τη σκέψη, τη δράση δηλαδή της έλλογης ψυχής, ακολουθώντας την ίδια διαδικασία με την οποία ερμήνευσε την αισθητηριακή αντίληψη, που αποτελεί μια από τις δράσεις της αισθητηριακής ή άλογης -ψυχής. Και η αίσθηση και η νόηση προκαλούνται από την πρόσκρουση πάνω στην ψυχή απορροών από άτομα εξαιρετικά λεπτά και ταχύτατα, τα είδωλα, τα οποία διαρκώς εκπέμπονται σε συνεχείς δέσμες από την επιφάνεια κάθε πράγματος που μας περιβάλλει. Η θεωρία αυτή συνδυάζει μια αιτιακή εξήγηση τόσο για την αισθητηριακή αντίληψη όσο και για τη νόηση με μια ακατέργαστη εικονοποιητική αντίληψη για την τελευταία. Αντιπροσω­πευτική περίπτωση αισθητηριακής αντίληψης είναι η όραση· όταν κανείς βλέπει ή σκέπτεται κάτι, και οι δύο πράξεις του συνίστανται στην εικονοποίηση αυτού που βλέπει ή σκέπτεται, και εικονοποίηση σημαίνει ότι μια σειρά πραγματικές φυσικές εικόνες του αντικειμένου (είδωλα) προσκρούουν πάνω στην ψυχή του δέκτη. Ενώ αυτή η εξίσωση της νόησης με την εμπειρία εμφανίζει κάποιες ομοι­ότητες με τον κλασικό εμπειρισμό, διαφέρει καθοριστικά ως προς το γεγονός ότι ενώ το βασικό δόγμα του εμπειρισμού είναι πως η νόηση απορρέει από την εμπειρία, για τον Δημόκριτο αποτελεί η ίδια μια μορφή εμπειρίας ή, ακριβέ­στερα, οι κατηγορίες της νόησης και της εμπειρίας δεν διαφοροποιούνται επαρκώς ώστε να μας επιτρέψουν να θεωρήσουμε τη μια πιο θεμελιώδη από την άλλη. Η θεωρία αυτή, ανάμεσα σε άλλες δυσκολίες, αντιμετωπίζει και το πρό­βλημα να εξηγήσει την κεντρική στην επιστημολογία του Δημόκριτου διάκριση ανάμεσα στην αισθητηριακή αντίληψη των παρατηρήσιμων ιδιοτήτων των ατομικών ενώσεων και τη νόηση πάνω στη μη παρατηρήσιμη δομή αυτών των ενώσεων. Δεν γνωρίζουμε με ποιόν τρόπο και αν τελικά ο Δημόκριτος επιχείρησε να καταπιαστεί με αυτό το πρόβλημα.[18]

ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Οι μαρτυρίες για τις ηθικές απόψεις του Δημόκριτου διαφέρουν ριζικά από εκείνες που αφορούν τους τομείς για τους οποίους έγινε ήδη συζήτηση διότι, ενώ η ηθική δοξογραφία εμφανίζεται πενιχρή, οι πηγές που διαθέτουμε διασώ­ζουν μεγάλο αριθμό παραθεμάτων πάνω σε ζητήματα ηθικής: η συντριπτική πλειονότητα των αναφορών αυτών προέρχεται από δύο συλλογές : η μια είναι το ’Ανθολόγων του Στοβαίου (5ος αι. μ.Χ.) και η άλλη φέρει τον τίτλο Δημο­κράτους Γνώμαι. Ενώ ο κύριος όγκος του υλικού αυτού έλκει πιθανώς την προέλευσή του από τον Δημόκριτο, τα σωζόμενα παραθέματα προδίδουν μια μακρά διαδικασία ανθολογήσεων και παραφράσεων, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να καθορίσουμε πόσο πιστά αποδίδει η κάθε συγκεκριμένη ρήση τη διατύπωση του ίδιου του Δημόκριτου. Διάφορα υφολογικά και θεματικά γνω­ρίσματα υποδηλώνουν ότι οι γνωμικές ρήσεις στο Άνθολόγιον του Στοβαίου περιέχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό αυθεντικό Δημοκρίτειο υλικό σε σύγκριση με τη συλλογή που παραδίδεται με το όνομα του «Δημοκράτη».[19]

Λόγω των περιορισμών που επιβάλλονται από τη φύση του διαθέσιμου υλι­κού, μπορούμε να συναγάγουμε κάποια προσωρινά συμπεράσματα αναφορικά με τις ηθικές απόψεις του Δημόκριτου. Ο στοχαστής επιδείκνυε ενδιαφέρον για τις ευρείας κλίμακας συζητήσεις των συγχρόνων του πάνω στην ατομική και κοινωνική ηθική, για την οποία προσφέρουν τη μαρτυρία τους ο Πλάτωνας και άλλες πηγές. Σχετικά με αυτό που ο Σωκράτης παρουσιάζει ως θεμελιώδες ερώ­τημα στον τομέα της ηθικής, «με ποιον τρόπο πρέπει κανείς να ζει» [rm τρόπω χρή ζην] (Πλάτωνα Γοργίας 500c·πβ. Πολιτεία A352d = περί τοῦ ὄντινα τρό­πον χρή ζῆν), ο Δημόκριτος αναφέρεται ως ο πιο πρώιμος στοχαστής που όρισε ρητά ένα υπέρτατο αγαθό ή στόχο, τον οποίο ονόμασε εύθυμίη («ψυχική γαλήνη») ή εύεστώ («ευζωία») και (ραίνεται ότι τον ταύτιζε με την ανέφελη από­λαυση της ζωής. Εύλογα μπορούμε να εικάσουμε ότι συμμεριζόταν την άποψη περί προτεραιότητας του προσωπικού συμφέροντος, άποψη που αποδέχονται τόσο ο πλατωνικός Σωκράτης όσο και οι αμοραλιστές αντίπαλοί του Καλλικλής και Θρασύμαχος. Οι μαρτυρίες και τα αποσπάσματα φανερώνουν τη σκέψη του στοχαστή ότι η εὐθυμίη (=ψυχική γαλήνη), την οποία όριζε ως ύψιστο ανθρώπινο στόχο, μπορεί να επιτευχθεί με την τήρηση του μέτρου: «την ψυχική γαλήνη τη φέρνει στους ανθρώπους η μετρημένη απόλαυση και η σύμ­μετρη ζωή» (DK68 Β191) [ἀνθρώποισι γάρ εὐθυμίη γίνεται μετριότητι τέρψιος καί βίου συμμετρίη] εννοώντας την τήρηση του μέτρου και στην επιδίω­ξη των απολαύσεων, με τον διαχωρισμό των απολαύσεων σε ωφέλιμες και επι­βλαβείς και με τη συμμόρφωση προς τη συμβατική ηθική. Το αποτέλεσμα είναι η σύσταση για μια ζωή μετριοπαθούς και πεφωτισμένου ηδονισμού, που εμφα­νίζει κάποιες ομοιότητες με τον τρόπο ζωής που συνιστούσε ο Σωκράτης (που είναι αμφιλεγόμενο αν πρόκειται για προσωπικές του απόψεις ή κοινόχρηστες πεφωτισμένες αντιλήψεις) στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα, και ακόμα πιο έκδηλα με το επικούρειο ιδεώδες του οποίου υπήρξε πρόδρομος.[20]

Ένα ενδιαφέρον γνώρισμα των αποσπασμάτων είναι η συνεχής υπογράμμι­ση της ατομικής συνείδησης ή της αίσθησης της αιδούς.[21] Ορισμένα αποσπά- σματα υπογραμμίζουν τις απολαύσεις που χαίρεται ο άνθρωπος με καλή συνεί­δηση και τις ταλαιπωρίες που δοκιμάζει όποιος έχει ένοχη συνείδηση (Β174, Β215), ενώ άλλα αποσπάσματα συστήνουν ότι θα έπρεπε κανείς να εκκινεί από την εσωτερική του αίσθηση της αιδούς παρά από την έγνοια για τη γνώμη των άλλων (Β244, Β264, Β84). Το θέμα αυτό μπορεί κάλλιστα να αντανακλά το ευδιάκριτο στις διαμάχες της εποχής ενδιαφέρον για αυτό που αργότερα θα γινόταν γνωστό ως ζήτημα σχετικό με τις επιταγές της ηθικής. Ένα θέμα επα­ναλαμβανόμενο στις επικρίσεις κατά της συμβατικής ηθικής ήταν το εξής: εφόσον η εφαρμογή των κανόνων της ηθικής στηρίζεται στη σύμβαση, αυτός που μπορεί να διαφύγει τις συμβατικές επιταγές διαπράττοντας για παράδειγμα το άδικο στα κρυφά δεν έχει κανέναν λόγο να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ηθικής.[22] Ένας απολογητής της συμβατικής ηθικής, ο οποίος αποδέχεται, όπως ο Δημόκριτος και ο Πλάτωνας, την προτεραιότητα του προσωπικού συμφέρο­ντος, επόμενο είναι να αντιμετωπίζει την πρόκληση να δείξει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ότι το προσωπικό συμφέρον προάγεται κάλλιστα με την τήρηση των συμβατικών ηθικών κανόνων. Φαίνεται ότι ο Δημόκριτος επιχείρησε να διατυπώσει την άποψη αυτή επικαλούμενος τόσο τις κυρώσεις από τους θεούς (οι οποίες επιβάλλονται όχι μεταθανάτια, καθώς για τους Ατομικούς φιλοσό­φους τα άτομα της ψυχής διασκορπίζονταν με τον θάνατο του σώματος, αλλά με τη μορφή δυστυχιών που βρίσκουν τους ανθρώπους στη διάρκεια της ζωής τους, DK68 Β175) όσο και τις «εσωτερικές κυρώσεις» που επιβάλλει η συνεί­δηση. Είναι φανερό ότι ο Δημόκριτος στάθηκε ο πρώτος στοχαστής που κατέ­στησε τις «εσωτερικές κυρώσεις» της συνείδησης κεντρικές στο εγχείρημά του να αντλήσει ηθική από την ιδιοτέλεια, ανοίγοντας έτσι έναν δρόμο που ακο­λούθησαν άλλοι μεταξύ των οποίων ο Butler και ο J.S. Mill.

Η προσπάθεια, ωστόσο, να θεμελιώσουμε την ηθική στο προσωπικό συμφέ­ρον συνεπάγεται την απόρριψη της αντίθεσης ανάμεσα στον νόμο ή τη σύμβα­ση (νόμος) και στη φύσιν, αντίθεση που αποτέλεσε τη βάση του μεγαλύτερου μέρους της κριτικής που ασκήθηκε στην ηθική κατά τον 5° και 4° αι. π.Χ. Ο Αντιφώντας, ο Καλλικλής, ο Θρασύμαχος και ο Γλαύκωνας θεωρούν ότι η φύση παρακινεί τον άνθρωπο να επιδιώξει το προσωπικό του συμφέρον, ενώ ο νόμος και η σύμβαση επιδιώκουν λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένα να απο­τρέψουν κάποιον από μια τέτοια επιδίωξη. Αν, όμως, ο μακροπρόθεσμος στό­χος κάποιου είναι η επίτευξη μιας απολαυστικής ζωής, και αν οι φυσικές συνέ­πειες από τη διάπραξη της αδικίας (η κακή υγεία, η ανασφάλεια, οι συνειδη­σιακές τύψεις) του επιφέρουν δυστυχισμένη ζωή ενώ οι φυσικές συνέπειες της έννομής του συμπεριφοράς του επιφέρουν, αντίθετα, ζωή ευτυχισμένη, τότε η φύση και η σύμβαση τείνουν προς την ίδια και όχι προς αντίθετες κατευθύνσεις όπως διατείνονταν οι επικριτές της ηθικής. Δεν διαθέτουμε καμία μαρτυρία για το αν ο Δημόκριτος είχε λάβει υπόψη του τις ενστάσεις σύμφωνα με τις οποίες η συνείδηση αποτελεί προϊόν σύμβασης και η παραίνεση προς τους ανθρώπους να αναπτύξουν τη συνείδησή τους προϋποθέτει την ύπαρξή της. Παρόλο που τα κείμενα δεν περιέχουν καμία ρητή αναφορά στην αντίθεση νόμον-φύσεως καθαυτήν, πολλά από αυτά αναφέρονται στον νόμο με τρόπο που να υποδηλώ­νεται απόρριψη αυτής της αντίθεσης. Το απόσπασμα Β248 διακηρύσσει ότι επι­δίωξη του νόμου είναι να ευεργετήσει τους ανθρώπους, θέση που αντίκειται στον ισχυρισμό του Γλαύκωνα (Πλάτωνα Πολιτεία 2.359c) ότι ο νόμος εξανα­γκάζει τους ανθρώπους σε πράξεις αντίθετες προς τις φυσικές τους κλίσεις. Το απόσπασμα Β248 συμπληρώνεται και εξηγείται από το απόσπασμα Β245– οι νόμοι παρεμβαίνουν στη ζωή των ανθρώπων αφού μοναδικός τους σκοπός είναι να τους αποτρέψουν από το να βλάπτουν ο ένας τον άλλον, συμπεριφορά στην οποία τους παρακινεί ο φθόνος. Συνεπώς ο νόμος προφυλάσσει τους ανθρώπους από τις επιθετικές διαθέσεις των άλλων και έτσι τους ευεργετεί προσφέροντάς τους την ευκαιρία να ακολουθήσουν τις παραινέσεις της φύσης για δικό τους όφελος. Η πιο εμφατική διατύπωση του συγκερασμού νόμον και <;ρύσεως απαντά στο απόσπασμα Β252: το ύψιστο αγαθό είναι η ευημερία της πόλης, και αν αυτή διαφυλάσσεται καθετί διαφυλάσσεται και όταν αυτή κατα- στρέφεται καθετί καταστρέφεται [καί τούτον σφζομένον πάντα σώζεται καί τούτον διαφθειρομένον τά πάντα διαφθείρεται], Αυτό σημαίνει ότι μια στα­θερή κοινότητα είναι απαραίτητη για την επίτευξη της ευημερίας που συνιστά στόχο της φύσης για τον καθένα μας. Το εν λόγω απόσπασμα εμπεριέχει το κεντρικό στην υπεράσπιση του νόμου επιχείρημα [εμφατικά διατυπωμένο στον μύθο του Πρωταγόρα (Πλάτωνα Πρωταγόρας 322a-323a)] ότι ο νόμος και ο πολιτισμός δεν αντίκεινται στη φύση αλλά είναι απαραίτητα για την πρόοδο της ανθρώπινης φύσης’ το επιχείρημα αυτό κατέχει επίσης κεντρική θέση στην επικούρεια θεωρία για την εξέλιξη του πολιτισμού (βλ. ειδικότερα Λουκρήτιος, De rerum natura, βιβλίο 5).[23]

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Μπορούμε, επομένως, να αντιμετωπίσουμε την Ατομική θεωρία ως πολύ­πλευρο φαινόμενο που συνδέεται ποικιλοτρόπως με διάφορες διδασκαλίες, προγενέστερες, σύγχρονες και μεταγενέστερές της. Ο τομέας της Ατομικής θεω­ρίας που αφορά τη φυσική συνιστά μια από τις πολλές προσπάθειες να εναρ- μονισθεί η ιωνική παράδοση της περιεκτικής φυσικής φιλοσοφίας με τις αξιώ­σεις της Ελεατικής Λογικής. Η επιστημολογία της Ατομικής θεωρίας αποδέχε­ται την πρόκληση του πρωταγόρειου υποκειμενισμού, αποδεικνύεται ρηξικέ­λευθη στην πραγμάτευση της σχέσης φαινομένων και πραγματικότητας, και συνιστά πρωτοποριακή προσπάθεια στην αντιμετώπιση της πρόκλησης του σκεπτικισμού. Η ηθική φιλοσοφία των εκπροσώπων της Ατομικής θεωρίας μας εισάγει στον κόσμο των σοφιστών και του πρώιμου Πλάτωνα, όταν αυτός πραγματεύεται το θέμα του στόχου της ζωής, καθώς και στον κόσμο των σχέ­σεων ανάμεσα στο προσωπικό συμφέρον και την ηθική, ανάμεσα στον νόμον και την φύσιν. Η Ατομική θεωρία του Λεύκιππου και του Δημόκριτου άσκησε συνεχή επίδραση σε όλους τους επόμενους αιώνες είτε ως πρόκληση που έπρεπε να αντιμετωπισθεί, ιδιαίτερα μάλιστα από τον Αριστοτέλη, είτε ως πρόδρο­μος της επικούρειας φιλοσοφίας σε όλες της τις πτυχές, και κατ’ επέκταση συνέβαλε στην αναβίωση της Ατομικής φυσικής στο πλαίσιο της Ατομικής Φιλοσοφίας του 16ου και του 17ου αιώνα.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ολοκληρώνω το άρθρο με μια σύντομη πραγμάτευση του ακανθώδους προβλήματος των σχέσεων (ή της ανυπαρξίας σχέσεων) ανάμεσα στην ηθική και φυσική φιλοσοφία του Δημόκριτου. Σε μια παλαιότερη συζήτηση (Taylor [423], που περιλήφθηκε χωρίς περαιτέρω επιχειρήματα στο έργο των Gosling και Taylor (επιμ.), The Greeks on Pleasure, Οξφόρδη 1982) διαφωνούσα με τον ισχυρισμό του Vlastos (Vlastos [424]) ότι είναι σημαντική η συνάφεια που εντο­πίζεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο θεματικές περιοχές της δημοκρίτειας σκέψης. Η τοποθέτηση του Vlastos έχει βρει πρόσφατα ορισμένους υποστηρικτές (και οι απόψεις μου ορισμένους επικριτές βλ. κυρίως Sassi [421] και Farrar [96])· κρίνω ότι οι συζητήσεις αυτές καθιστούν αναγκαία την επανεξέταση του ζητήματος.

Θεωρώ πως αποτελεί κοινό τόπο η άποψη ότι ο Δημόκριτος, όταν συνέθετε τα ηθικά του συγγράμματα, δεν είχε εγκαταλείψει τη φυσική θεωρία του και, κατά συνέπεια, ότι τουλάχιστον δεν είχε επιδιώξει να συμπεριλάβει τίποτε στα ηθικά του κείμενα που θα αποδεικνυόταν ασυνεπές προς τη φυσική του θεωρία. Θα προβώ στην πιο τολμηρή υπόθεση ότι στα ηθικά του συγγράμματα θεωρού­σε δεδομένη τη θέση της Ατομικής θεωρίας ότι η ψυχή συνιστά φυσική ουσία που διαπερνά το ανθρώπινο σώμα. Ωστόσο, διατηρώ ακόμα τις επιφυλάξεις μου αναφορικά με το αν υφίσταται στενότερη σχέση ανάμεσα στην ηθική και φυσική θεωρία του στοχαστή. Ειδικότερα, δεν εντοπίζω καμία ένδειξη που να υποδηλώνει ότι κάθε συμπέρασμά του στον τομέα της ηθικής φιλοσοφίας (όπως για παράδειγμα ότι το ύψιστο αγαθό είναι η εὐθυμίη = «ψυχική γαλήνη») θεωρούνταν πως απέρρεε από τη φυσική του θεωρία ή ότι η τελευταία χαρα­κτήριζε τη φύση με όρους ψυχολογικής υφής σημαντικούς από ηθική άποψη. Με άλλα λόγια, κρίνω ότι τίποτε δεν δείχνει πως ο Δημόκριτος πίστευε σε τυπολογικές ταυτίσεις ανάμεσα σε ηθικές καταστάσεις, όπως η «ψυχική γαλήνη» (εύθυμίη), και φυσικές καταστάσεις, όπως η διατήρηση των ατόμων της ψυχής σε ένα επίπεδο «δυναμικής ισορροπίας» (Vlastos [424] 584, Farrar [96] 229). Η παλαιότερη επικριτική μου στάση απέναντι σε αυτές τις απόψεις εξα­κολουθεί να ισχύει. Εντούτοις, υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο για το οποίο πιστεύω τώρα ότι η σκεπτικιστική μου στάση ήταν υπερβολική. Απέρριπτα την ερμηνεία του αποσπάσματος Β33 από τον Vlastos με το επιχείρημα ότι η διδα­χή (διδασκαλία) δημιουργεί μια νέα φύση μετασχηματίζοντας τη διάταξη των ατόμων της ψυχής. Ο λόγος ήταν ότι ο ρυθμός αποτελούσε τεχνικό όρο της Ατομικής θεωρίας για το σχήμα ενός μεμονωμένου ατόμου και όχι για τη διά­ταξη μιας ένωσης ατόμων για την οποία οι Ατομικοί φιλόσοφοι χρησιμοποιού­σαν τον όρο διαθιγή [ἡ δέ διαθιγή τάξις, ὁ μέν ῥυσμός σχῆμά ἐστιv]. Επομένως, ο τύπος μεταρυθμίζει (ἡ μεταρυσμοῖ) του αποσπάσματος δεν μπορεί να σημαίνει «μετασχηματίζω» με την έννοια «παράγω μια νέα διάταξη». Αλλά όπως ήδη επεσήμανε ο Vlastos, ο κατάλογος των έργων του Δημόκριτου περιέ­χει τον τίτλο Περί άμειψιρνσμιων (Περί των μετασχηματισμών, Διογένης Λαέρτιος 9.47), ο οποίος δεν μπορεί να αναφέρεται στις μεταβολές που υφίσταται το σχήμα μεμονωμένων ατόμων, εφόσον αυτά είναι αμετάβλητα όσον αφορά το σχήμα τους, και ως εκ τούτου πρέπει να αφορά τις μεταβολές που υφίσταται το σχήμα των ατομικών ενώσεων. Επιπλέον, η γλώσσα άμειψιρυσμεϊν ερμηνεύεται από τον Ησύχιο ως «αλλαγή της σύστασης (συγκρίσεως) ή μετασχηματισμός» και μολονότι ο λεξικογράφος δεν αποδίδει τη χρήση του όρου σε κανέναν συγγραφέα, είναι τουλάχιστον πιθανό ότι τη χρησιμοποιεί με την εν λόγω σημασία ο Δημόκριτος, καθώς δεν μαρτυρούνται σε άλλους συγ­γραφείς ούτε το ρήμα ούτε τα ομόρριζά του. Έχω, λοιπόν, την αίσθηση ότι είναι μάλλον ορθή η ανάγνωση του αποσπάσματος από τον Vlastos. Για τον Δημό­κριτο, η διδαχή, όπως και η διάνοια και η αισθητηριακή αντίληψη, συνιστά φυσική διαδικασία που προκαλεί την πρόσκρουση των ειδώλων πάνω στην ψυχή, με αποτέλεσμα την αναδιάταξη των ατόμων της ψυχής [πβ. απ. Β197: άνοήμονες ρυσμοΰνται τοϊς τής τύχης κέρδεσιν (οι μωροί διαμορφώνονται από τις εύνοιες της τύχης) και σημείωση 14]. Η αποδοχή της αιτιακής αυτής εικόνας δεν υποχρεώνει, βέβαια, κανέναν να προσυπογράψει τυπολογικές ψυχολογικές ταυτίσεις.

Με τον παραμερισμό της ψυχο-φυσικής ταύτισης, μπορούμε ίσως να διακρί­νουμε κάποια χαλαρή σύνδεση ανάμεσα στην ηθική φιλοσοφία του Δημόκριτου και στους υπόλοιπους τομείς με τους οποίους ασχολήθηκε ο στοχαστής. Στο άρθρο μου «Pleasure, knowledge and sensation in Democritus» [Phronesis 12 (1967) 6-27] υποστήριξα την πρόταση για μια δομική παραλληλία μεταξύ ηθι­κής και επιστημολογίας, υπόθεση που ακόμα θεωρώ εύλογη. Μια άλλη αόριστη σύνδεση αφορά την κοσμολογία. Δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε ότι ο Δημόκριτος τουλάχιστον διέκρινε μια αναλογία ανάμεσα στον σχηματισμό των κόσμων από ένα πρωτόγονο ατομικό χάος με τη συνένωση ατόμων υπό το κρά­τος της ανάγκης και στον σχηματισμό των κοινωνιών (που επίσης αποκαλούνται κόσμοι, απ. Β258, 259) από άτομα τα οποία ωθεί η ανάγκη της συνύπαρ­ξης με σκοπό την επιβίωση. Ίσως, επίσης, ευσταθεί η υπόθεση για παράδειγμα του Muller [496] ότι η συνένωση παρόμοιων ατόμων (τά όμοια πρός τά όμοια), η οποία μαρτυρείται ως δημιουργικός παράγοντας στον σχηματισμό των κόσμων (DK67 Α.1.31), είχε το ανάλογο της στην κοινωνική σφαίρα.
-----------------------
[1] Για την ποιητική του Δημόκριτου, που υπερβαίνει τα όρια του παρόντος άρθρο, βλ. Most
[2] Για να διασκευάσουμε ελαφρώς το παράδειγμα του Αριστοτέλη (Μετά τά Φυσικά 1. 4 985b 18-19), το ΑΝ διαφέρει από το ΝΑ στη διάταξη και το ΑΝ από το ΑΖ στον προσανατο­λισμό στο πλαίσιο της δεδομένης διάταξης.
[3] Ενώ οι περισσότερες αρχαίες πηγές συμφωνούν ότι τα άτομα είναι υπερβολικά μικρά και γι’ αυτό δεν γίνονται αισθητά, κάποιες ύστερες πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι ορισμένα άτομα είναι πολύ μεγάλα (σύμφωνα με μια εκδοχή, μάλιστα, «τόσο μεγάλα όσο ένας κόσμος» DK68A47, Αέτιος 1.12.6). Θεωρώ ότι το πιο πιθανό είναι πως οι εκπρόσωποι της Ατομικής θεωρίας πρέσβευαν την εξής θέση: ενώ υπάρχουν άτομα παντοειδών διαστάσεων (για τον ίδιο λόγο που υπάρχουν άτομα παντοειδών σχημάτων), όλα τα άτομα στον κόσμο μας είναι τόσο μικροσκοπικά ώστε δεν γίνονται αντιληπτά. Βλ. Barnes [14] κεφ. 17(b).
[4] Για μια διεξοδική συζήτηση του τρόπου με τον οποίο εφήομοσαν την εν λόγω αρχή οι Ατομικοί φιλόσοφοι, βλ. S. Makin, Indifference Arguments, Oxford and Cambridge, MA, 1993.
[5] Ο Πλούταρχος διατυπώνει τον αφορισμό του έχοντας πιθανόν υπόψη του τη συγκεκρι­μένη ορολογία των εκπροσώπων της Ατομικής θεωρίας: «αυτό που υπάρχει, υπάρχει όσο και αυτό που δεν υπάρχει». Στη φράση το «αυτό που υπάρχει» αντιστοιχεί στη λέξη δεν, έναν τεχνητό τύπο επινοημένο ειδικά για να δηλωθεί η αντίθεση προς το μηδέν, το οποίο είναι ετυ­μολογικά ισοδύναμο με το μηδ’ ἕν.
[6] Για μια διεξοδικότερη συζήτηση, βλ. Sedley [409].
[7] Για τη φύση τους βλ. σ. 187.
[8] Σύμφωνα με το σύστημα του Αριστοτέλη, η φυσική κίνηση είναι η εγγενής στη φύση ενός ορισμένου όντος κίνηση’ για παράδειγμα, είναι φυσικό μια πέτρα να κινείται προς τα κάτω, δηλαδή να πέφτει στη γη όταν δεν υποστηρίζεται. Είναι, επίσης, πιθανό με την άσκηση εξω­τερικής βίας να αναγκάζονται τα πράγματα να κινούνται προς κατευθύνσεις αντίθετες προς τη φυσική τους κίνηση’ μπορούμε, για παράδειγμα, μια πέτρα να την κατευθύνουμε προς τα πάνω. Η θέση των Ατομικών φιλοσόφων ότι κάθε κίνηση των ατόμων είναι απόρροια προη­γούμενης επίδρασης του ενός πάνω στο άλλο, ισοδυναμεί σύμφωνα με τον Αριστοτέλη με τη θέση ότι κάθε κίνηση των ατόμων είναι αφύσικη. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι ο ισχυρισμός των Ατομικών φιλοσόφων εμφάνιζε ασυνέπεια, καθώς η έννοια της αφύσικης κίνησης προϋ­ποθέτει αυτήν της φυσικής.
[9] Βλ. Kline και Matheson [403] και Godfrey [404]. Ο I. Μ. Bodnar [«Atomic Independence and Indivisibility», Oxford Studies in Ancient Philosophy 16 (1998) 35-61] υποστηρίζει (σσ. 49- 53) ότι οι αναφορές του Φιλόπονου δεν συνιστούν μαρτυρίες των πραγματικών απόψεων των Ατομικών φιλοσόφων αλλά μάλλον αποτελούν απλές εικασίες οφειλόμενες στην ερμη­νευτική προσέγγιση που επιχειρεί στα αριστοτελικά κείμενα τα οποία σχολιάζει.
[10] Ο διαθέσιμος χώρος δεν μας επιτρέπει να συζητήσουμε ποικίλα ερωτήματα σχετικά με τη φύση των ατόμων, ερωτήματα που έχουν αποτελέσει θέματα αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ειδικούς. Το ακανθώδες ερώτημα για το αν τα άτομα έχουν βάρος, το συζητεί πλήθος μελετητών διεξοδικότερη είναι η προσέγγιση του Ο’ Brien [407], ενώ πειστική είναι η κριτι­κή που διατυπώνει ο Furley [408]. Για το ερώτημα αν και υπό ποια έννοια μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι τα άτομα έχουν επιμέρους τμήματα, βλ. για παράδειγμα Barnes [14] κεφ. 17 (c) και Furley [400] κεφ. 6 και [99] κεφ. 9. 3-4. Συζητώ τα σχετικά προβλήματα στο υπόμνημά μου για τους Ατομικούς φιλοσόφους, The Atomists: Leucippus and Democritus, Phoenix Presocratic Series, University of Toronto Press 1999.
[11] Αναφορικά με την έλλειψη ρητών μαρτυριών για το πώς οι πρώιμοι φιλόσοφοι στοχά­ζονταν πάνω στην έννοια της αιτιότητας, Βλ. Μ. Vegetti, κεφ. 13.
[12] Έξοχη συζήτηση του αποσπάσματος προσφέρει ο Barnes [399], ο οποίος, ενώ καταλήγει σε μια αγνωστικιστική τοποθέτηση, κλίνει περισσότερο προς την άποψη ότι ίσως ο Λεύκιπ­πος αποδεχόταν μια καθολική τελεολογία. Την μη τελεολογική ερμηνεία που προτείνω υπο­στηρίζει και ο McKirahan [10] 321-22.
[13] Σύμφωνα με την Ατομική θεωρία η κοσμική τάξη αρχίζει να διαμορφώνεται όταν ένα μέρος της άπειρης μάζας των τυχαία συνωθούμενων ατόμων σχηματίζει μια δίνη (κυκλικό στρόβιλο).
[14] Μεταφράζω το έπιρυσμίη ως επίθετο που προσδιορίζει τη λέξη δόξις με τη σημασία «εισρέω» από το ρήμα έπιρρέω. Αυτή είναι η σημασία του όρου, ο οποίος απαντά μόνο στο χωρίο που παραθέτει ο Σέξτος (Πρός Μαθηματικούς 1.137) και μαρτυρείται από τον λεξι­κογράφο Ησύχιο (5ου αι. μ.Χ.). Από την άλλη πλευρά, ο ρυσμός (ιωνικός τύπος του ρυθμός) αποτελούσε τεχνικό όρο της Ατομικής θεωρίας για το «σχήμα» [Αριστοτέλη Μετά τά Φυσι­κά 1. 4 985bl5-16 (ό μέν ρυσμός σχήμά έστtv)] και ένας από τους τίτλους έργων του Δημό­κριτου που παραδίδονται από τον Διογένη τον Λαέρτιο (9.47) είναι Περί Άμειψιρυσμιών (μτφρ.: Αναφορικά με τις αλλαγές των σχημάτων) όπου ο όρος άμειψιρυσμίη είναι ουσια­στικό. Επιπλέον, μολονότι το ίδιο το ουσιαστικό έπιρυσμίη δεν απαντά, το ρήμα ωστόσο έπιρρυθμίζειν απαντά (αν και πολύ σπάνια) με τη σημασία «μεταβάλλομαι». Για τον λόγο αυτόν ορισμένοι μελετητές, μεταξύ των οποίων ο Guthrie [16] και ο Barnes [14], ερμηνεύουν εδώ τη λέξη ως ουσιαστικό, ως έναν εναλλακτικό τύπο του άμειψιρυσμίη με τη σημασία «η γνώμη του καθενός μας είναι ένας ανασχηματισμός». Ο Η. De Ley [«Δόξις έπιρυσμίη: A critical note on Democritus fr. 7», Hermes 97 (1969) 497-98] ουσιαστικά διορθώνει τη γραφή του Σέξτου και προτείνει να διαβάσουμε άμειψιρυσμίη. Σε κάθε ερμηνεία το νόημα του απο- σπάσματος παραμένει αναλλοίωτο: οι γνώμες μας για τον κόσμο καθορίζονται από τη σύγκρουση των ατόμων, τα οποία απορρέουν από τα αντικείμενα που μας περιβάλλουν, με τους μηχανισμούς της αισθητηριακής μας αντίληψης. Η σύγκρουση αυτή, που προκαλείται από τη συνεχή εισροή ατόμων, προξενεί συνεχείς μεταβολές (ανασχηματισμούς) αυτών των μηχανισμών. Οι εναλλακτικές ερμηνείες επισημαίνουν διαφορετικά στάδια στην αιτιακή δια δικασία’ εφόσον η συνολική διαδικασία απαιτείται για την εξήγηση μιας γνώμης καθώς και της σχέσης της με την αντικειμενική πραγματικότητα, η επιλογή της ερμηνείας δεν καθορίζει τίποτε το ουσιαστικό.
[15] Για παράδειγμα Barnes [14], κεφ. 24.
[16] Για μια παρόμοια άποψη βλ. Mckim [417]
[17] Βλ. Taylor [423].
[18] Για εκτενέστερη συζήτηση πάνω στην περί ψυχής θεωρία του Δημόκριτου, βλ. Laks, κεφ. 12.
[19] Για λεπτομέρειες, (βλ. σημ. 10).
[20] Για μια πιο διεξοδική συζήτηση βλ. Kahn [416]. Η αξιόλογη μελέτη του Kahn ορίζει μια σειρά ζητούμενα, όπως είναι η σύγκρουση λογικής και επιθυμίας, όπου η σκέψη του Δημό­κριτου προδίδει σημαντικές ομοιότητες αλλά και διαφορές με τις πρώιμες απόψεις του Πλά­τωνα.
[21] Ενώ η σχέση ανάμεσα στις έννοιες της συνείδησης και της αιδούς εγείρει ορισμένα περί­πλοκα φιλοσοφικά προβλήματα, δεν έχω σκοπό να τις διαφοροποιήσω, καθώς η βασική ιδέα της αυτοκριτικής που συναντούμε στα αποσπάσματα, υπόκειται και στις δύο έννοιες.
[22] Βλ. Αντιφώντα DK87B44′ Κριτίας DK88B25′ τη διήγηση του Γλαύκωνα για το δαχτυλίδι του Γύγη στην Πολιτεία 359b-360d‘ και το κείμενο της Decleva Caizzi, κεφ. 15, μετάφραση του κειμένου του Κριτία.
[23] Για μια πιο διεξοδική συζήτηση βλ. Procope [420] και για τη Δημοκρίτεια θεολογία βλ. Broadie, σ. 321.