Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Πώς γίνονται τόσο μεγάλες οι μαύρες τρύπες;

andromedablaΣτο κέντρο των περισσότερων γαλαξιών βρίσκονται μαύρες τρύπες που μπορούν να μεγαλώσουν τόσο ώστε να γίνουν πάνω από ένα δισεκατομμύριο φορές μεγαλύτερες από τον Ήλιο μας. Ωστόσο, οι αστροφυσικοί δεν κατανοούν πλήρως τον σχηματισμό, την διαμόρφωση και εξέλιξη μιας τέτοιας μαύρης τρύπας – συγκεκριμένα, πώς το στροβιλιζόμενο αέριο από το γαλαξία χάνει την τεράστια στροφορμή του, ώστε να μπορέσει να καταναλωθεί από τη μαύρη τρύπα.

Αυτή η εικόνα της μαύρης τρύπας στον γαλαξία της Ανδρομέδας δείχνει ένα παλιό ασύμμετρο αστρικό δίσκο (κόκκινο) σε τροχιά γύρω από μια μαύρη τρύπα (μαύρη μίνι κουκίδα). Ένας εσωτερικός δακτύλιος από νεότερα αστέρια (γαλάζιο χρώμα), επίσης,   περιστρέφεται γύρω από τη μαύρη τρύπα. Οι αστρικοί δίσκοι μπορούν να σύρουν σε περιστροφή το αέριο αρκετά κοντά στη μαύρη τρύπα το οποίο θα καταναλωθεί από την μαύρη τρύπα
 
Σε μια νέα μελέτη, οι αστροφυσικοί Philip Hopkins και Eliot Quataert από το Μπέρκλεϋ, προτείνουν μια εξήγηση για το πώς το αέριο χάνει την στροφορμή του και διασχίζει επιτυχώς τα τελευταία 30 έτη φωτός μέχρι τη μαύρη τρύπα. Η ιδέα τους πηγάζει από προηγούμενες παρατηρήσεις ότι η υπερμεγέθης μαύρη τρύπα στο κέντρο του γαλαξία της Ανδρομέδας βρίσκεται σε τροχιά γύρω από ένα παλαιό ασύμμετρο αστρικό δίσκο. Οι Hopkins και Quataert δείχνουν ότι όταν το αέριο ρέει προς μια μαύρη τρύπα, τότε αυτό αρχικά σχηματίζει τον αστρικό δίσκο, λόγω της βαρυτικής αστάθειας.
 
Τελικά, ο αστρικός δίσκος μεγαλώνει σε μέγεθος, μέχρι λίγες δεκάδες έτη φωτός από το κέντρο του γαλαξία. Μόλις ο δίσκος γίνει αρκετά μεγάλος, το εκκεντρικό σχήμα του έλκει ανομοιόμορφα το εισερχόμενο αέριο. Αυτή η ροπή αναγκάζει να συγκρουστούν διαφορετικά ρεύματα αερίου, μειώνοντας έτσι την ορμή του αερίου, οπότε του επιτρέπει να ρέει αρκετά κοντά στη μαύρη τρύπα (σε απόσταση λιγότερη από ένα έτος φωτός), για να μπορεί η βαρύτητα της μαύρης τρύπας να κυριαρχεί πάνω στο αέριο και να το καταπιεί.
 
Οι προσομοιώσεις των ερευνητών έδειξαν ότι η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να επιτρέψει τις μαύρες τρύπες να καταναλώνουν πολλές ηλιακές μάζες του αερίου κάθε χρόνο. Έτσι αυτή η διαδικασία βοηθάει την μαύρη τρύπα της Ανδρομέδα να κερδίσει ένα μεγάλο μέρος της μάζας της.
 
Δεδομένου ότι η Ανδρομέδα, δεν είναι ένας ειδικός γαλαξίας μέσα στο σύμπαν, κι άλλες υπερβαρέες μαύρες τρύπες μπορούν, επίσης, να βρίσκονται σε τροχιά γύρω από αστρικούς δίσκους που μεταφέρουν την στροφορμή του αερίου στην περιοχή της μαύρης τρύπας, βοηθώντας έτσι την "τροφοδοσία" της μαύρη τρύπας. Επιπλέον, η ιδιο-βαρυτικές δυνάμεις του εκκεντρικού αστρικού δίσκου θα μπορούσαν να μας αποκαλύψουν τι συμβαίνει μέσα στους ενεργούς γαλαξιακούς πυρήνες και το κοσμικό υπόβαθρο των ακτίνων-Χ.

20 ερωτήσεις για το μέλλον

bridgeΗ επιθεώρηση Scientific American έθεσε σε είκοσι κορυφαίους επιστήμονες ερωτήματα με απαντήσεις που, μάλλον, κανένας από μας δεν θα είναι εν ζωή για να επιβεβαιώσει την ορθότητά τους. Θα υπάρχουν άνθρωποι σε 500 χρόνια;

Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Αυτός είναι ο πυρήνας των είκοσι ερωτημάτων που έθεσε η επιθεώρηση Scientific American. Το κάθε ένα καλύπτει έναν τομέα – από τον εποικισμό άλλων πλανητών έως τις πιθανότητες επιβίωσης του Homo Sapiens. Και την απάντηση σε κάθε ερώτημα έδωσε ένας ειδικός. Το αποτέλεσμα δεν μοιάζει ακριβώς με ένα παιχνίδι μελλοντολογίας. Αλλά με μια προβολή στο αύριο.
 
1. Υπάρχει μέλλον για την ανθρωπότητα έξω από τη Γη;
Τα επόμενα εκατό χρόνια θα υπάρξουν πιονέροι που θα ζήσουν στον Αρη ή και άλλους πλανήτες χρησιμοποιώντας τις βιοτεχνολογίες και τα cyborg για να προσαρμοστούν στο εξωγήινο περιβάλλον. Θα δημιουργηθεί έτσι ένα μετα-ανθρώπινο είδος, το οποίο θα μπορέσει να ταξιδέψει πέρα από το ηλιακό σύστημα.
* Μάρτιν Ρις, βρετανός κοσμολόγος και αστροφυσικός
 
2. Πότε και πού θα βρούμε εξωγήινες μορφές ζωής;
Εάν υπάρχει στον Αρη θα το ανακαλύψουμε μέσα στα επόμενα είκοσι χρόνια. Αλλοι υποψήφιοι είναι η Ευρώπη, που είναι το φεγγάρι του Δία, και ο Τιτάνας, δηλαδή το φεγγάρι του Κρόνου. Εάν υπάρχει όμως εκεί κάποια μορφή ζωής θα είναι πολύ διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε στη Γη
* Κάρολ Ε. Κλίλαντ, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Κέντρο Αστροβιολογίας του πανεπιστημίου του Κολοράντο
 
3. Θα κατανοήσουμε ποτέ την αληθινή φύση της συνείδησης;
Ναι, δεν είναι μακριά η ημέρα όπου η επιστήμη θα φτάσει σε μια ποσοτική και προληπτική κατανόηση της ανθρώπινης συνείδησης και της θέσης της στο σύμπαν.
* Κρίστοφ Κοχ, πρόεδρος του αμερικανικού ινστιτούτου Allen για την Επιστήμη του Εγκεφάλου
 
4. Θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μια μέρα τις κατάλληλες υποδομές υγείας για όλον τον πληθυσμό της Γης;
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι δεν συναντούν ποτέ στη ζωή τους γιατρό εξαιτίας της απόστασης των υποδομών υγείας. Πρέπει να επενδύσουμε σε ιατρικό προσωπικό.
* Ραχ Πανχαμπί, ιδρυτής του Last Mile Health
 
5. Η πρόοδος των νευροεπιστημών θα αλλάξει τον ποινικό κώδικα;
Οχι. Δεν μπορούμε να πούμε για κάποιον που έχει διαπράξει ένα αδίκημα ότι δεν φταίει ο ίδιος αλλά ο εγκέφαλός του. Ακόμη και αν εντοπίσουμε ένα συγκεκριμένο «εγκεφαλικό κύκλωμα» στους παιδεραστές, δεν θα μπορούσαμε να τους αφήσουμε ελεύθερους ακριβώς επειδή τείνουν να διαπράξουν το αδίκημα ξανά.
* Πατρίτσια Τσέρτσλαντ, καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Νευροεπιστημών στο πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο
 
6. Τι πιθανότητες υπάρχουν να έχει επιβιώσει ο Homo Sapiens τα επόμενα 500 χρόνια;
Οι πιθανότητες είναι καλές. Ακόμη και οι μεγαλύτερες απειλές, από τους πυρηνικούς πολέμους έως οι οικολογικές καταστροφές που θα προκαλέσει η κλιματική αλλαγή, δεν θα εξαφάνιζαν εντελώς από τη Γη το ανθρώπινο είδος.
* Κάρλτον Κέιβς, καθηγητής Φυσικής και Αστρονομίας στο πανεπιστήμιο του Νέου Μεξικού
 
7. Σήμερα είμαστε πιο ασφαλείς απέναντι σε ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα;
Ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε αλλά η «μηχανή της Αποκάλυψης» που κατασκευάστηκε τότε λειτουργεί ακόμη. Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, έχουν 800 πυρηνικές κεφαλές στα υποβρύχιά τους τις οποίες θα μπορούσαν να εκτοξεύσουν ανά πάσα στιγμή. Και η απόφαση θα πρέπει να ληφθεί σε μερικά λεπτά. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ακόμη η πιθανότητα ενός τυχαίου πυρηνικού πολέμου ή μιας εκτόξευσης που θα προκαλέσει ένας χάκερ.
* Φρανκ Φον Χίπελ, επίτιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον
 
8. Το σεξ θα περιπέσει σε αχρησία;
Οχι, αλλά είναι πιθανό να χρησιμοποιείται όλο και λιγότερο για την αναπαραγωγή. Κι αυτό γιατί σε 20 με 40 χρόνια θα μπορούμε να αποσπούμε ωράρια και σπερματοζωάρια από βλαστοκύτταρα.
* Χένρι Γκρίλι, διευθυντής του Κέντρου Νόμων και Βιοηθικής του πανεπιστημίου του Στάνφορντ
 
9. Θα μπορούμε να αντικαθιστούμε όλους τους ιστούς του ανθρώπινου σώματος;
Στους αιώνες που θα έρθουν είναι πιθανό να είμαστε σε θέση να δημιουργούμε ή να ανανεώνουμε όλους τους ιστούς του σώματος περιλαμβανομένων και εκείνων του εγκεφάλου, οι οποίοι είναι οι πιο σύνθετοι και μέχρι στιγμής οι πιο άγνωστοι για μας.
* Ρόμπερτ Λάνγκερ, καθηγητής στο ΜΙΤ
 
10. Μπορούμε να αποφύγουμε την έκτη εξαφάνιση;
Μπορούμε να την επιβραδύνουμε και επομένως να την αποφύγουμε αλλά μόνο εάν δράσουμε με ταχύτητα για να σταματήσουμε την απώλεια του βιότοπου, η οποία είναι και αυτή που οδηγεί στην εξαφάνιση ενός είδους. Η πρότασή μου; Να μετατρέψουμε σε φυσικό πάρκο τις μισές θάλασσας της Γης και τα μισά εδάφη της.
* Εντουαρντ  Ο Ουίλσον, επίτιμος καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ
 
11. Θα μπορέσουμε να τραφούμε από τον πλανήτη χωρίς να τον καταστρέψουμε;
Ναι, αρκεί να μειώσουμε την σπατάλη στο φαγητό και την κατανάλωση κρέατος, να αναπτύξουμε τις κατάλληλες τεχνολογίες, να εστιάσουμε στα κοινωνικοοικονομικά και περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα που χαρακτηρίζουν τη αειφόρο γεωργία.
* Πάμελα Ρόναλντ, ομότιμη καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Ντέιβις της Καλιφόρνιας
 
12. Θα εποικίσουμε το Διάστημα;
Εάν μιλάμε για την αποστολή ανθρώπων για μακρές περιόδους σε άλλους πλανήτες, αυτό μπορεί να συμβεί τα επόμενα πενήντα χρόνια. Αλλά εάν μιλάμε για αποικίες οι οποίες θα μπορούν να αυτοσυντηρούνται και να είναι ανεξάρτητες από τη Γη θα χρειαστεί πολύ περισσότερος χρόνος – αν υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή θα μπορέσουμε να το κάνουμε.
* Κάθριν Α. Κόνλεϊ, υπεύθυνη της υπηρεσίας Planetary Protection της NASA
 
13. Θα ανακαλύψουμε κάποιον πλανήτη ίδιο με τη Γη;
Ναι, πρέπει μόνο να τον ψάξουμε. Σήμερα ξέρουμε ότι υπάρχουν πολλοί περισσότεροι πλανήτες σε τροχιά γύρω από αστέρια απ’ όσο πίστευαν οι ειδικοί είκοσι χρόνια πριν. Ξέρουμε επίσης ότι το νερό, απαραίτητο συστατικό για τη ζωή, είναι πολύ κοινό στο Διάστημα.
* Ακι Ρόμπεργκ, αστροφυσικός στο Goddard Space Flight Center της NASA
 
14. Θα υπάρξει θεραπεία για τη νόσο του Αλτσχάιμερ;
Εάν όχι μια θεραπεία που θα εξαφανίζει την ασθένεια, οπωσδήποτε θα υπάρξει ριζική βελτίωση μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια. Συνιστά ήδη μεγάλη επιτυχία το γεγονός ότι καθυστερούμε πέντε με δέκα χρόνια την εμφάνιση του σταδίου της άνοιας.
* Ρέιζα Σπέρλνιγκ, καθηγήτρια Νευρολογίας στο Harvard Medical School
 
15. Θα χρησιμοποιούμε στο μέλλον τεχνολογίες πρόβλεψης της διάθεσής μας;
Ναι. Στα επόμενα δέκα χρόνια αυτές οι τεχνολογίες θα μας προσφέρουν το αντίστοιχο της εξατομικευμένης πρόβλεψης για τον καιρό. Για παράδειγμα, με βάση τα επίπεδα του στρες, του ύπνου και της κοινωνικοσυναισθηματικής μας δραστηριότητας, θα μπορούμε να προβλέψουμε σε ποσοστό 80% τις πιθανότητες ενός χαλαρού και χαρούμενου σαββατοκύριακου.
* Ροζαλίντ Πικάρ, διευθύντρια του Affective Compiuter Research Group στο ΜΙΤ της Βοστώνης
 
16. Θα κατανοήσουμε ποτέ την φύση της σκοτεινής ύλης;
Δεν είναι βέβαιο. Θα εξαρτηθεί από το τι είναι πραγματικά η σκοτεινή ύλη και σε πιο βαθμό αλληλεπιδρά με την κανονική. Ισως να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τον τρόπο που επηρεάζει μεγάλες συμπαντικές δομές όπως είναι οι γαλαξίες.
* Λίζα Ράνταλ, καθηγήτρια Θεωρίας της Φυσικής και Κοσμολογίας στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.
 
17. Θα μπορέσουμε να ελέγξουμε ασθένειες όπως είναι η σχιζοφρένεια και ο αυτισμός;
Μέχρι στιγμής οι νευροεπιστήμονες δεν έχουν εντοπίσει κάποιο λειτουργικό πρόβλημα που να συνδέεται με αυτές τις ασθένειες. Σε αυτή τη φάση ερευνούμε τη βιοχημεία και την αρχιτεκτονική του εγκεφάλου.
* Μάικλ Γκατζανίκα, διευθυντής του Κέντρου για τη Μελέτη του Μυαλού του πανεπιστημίου της Σάντα Μπάρμπαρα.
 
18. Η τεχνολογία θα περιορίσει τα πειράματα σε ζώα;
Εάν αποδειχθούν αξιόπιστα τα μικροτσίπ προσομοίωσης των ανθρώπινων οργάνων, όπως φαίνεται από τις πρώτες μελέτες, στην αναπαραγωγή της φυσιολογίας και των παθολογιών των πραγματικών οργάνων, τότε θα μπορέσουμε να απαλλάξουμε σταδιακά τα πειραματόζωα από τα τεστ των νέων φαρμάκων.
* Ντόναλντ Ε. Ινγκμπερ, διευθυντής του Wyss Institute του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ.
 
19. Η ισότητα των φύλων θα επιτευχθεί και στο επιστημονικό πεδίο;
Ναι, αλλά θα πρέπει να περιμένουμε. Είναι απαραίτητες «ροζ ποσοστώσεις» για να προσηλυτίσουμε τις γυναίκες στην επιστήμη και την τεχνολογία, όπως επίσης και πολιτικές φιλικές προς την οικογένεια αλλά και μια νέα προσέγγιση στην έννοια του leader.
* Λόντα Σχίνμπινγκερ, καθηγήτρια Ιστορίας της Επιστήμης στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ
 
20. Θα μπορέσουμε μια μέρα να προβλέπουμε τις φυσικές καταστροφές ώρες και ημέρες πριν από την εκδήλωσή τους;
Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι οι σεισμοί, που προς το παρόν είναι απρόβλεπτοι. Στο μέλλον θα μπορούμε να χτυπήσουμε τον συναγερμό λίγα λεπτά πριν από τη δόνηση. Δεν θα είναι αρκετό για την εκκένωση μιας πόλης, αλλά αρκετό για τη σωτηρία πολλών ανθρώπινων ζωών.
* Ρίτσαρντ Αλεν, διευθυντής του Σεισμολογικού Εργαστηρίου του Μπέρκλεϊ στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια

Ισχυρά ηλεκτρικά εγκεφαλικά κύματα μπορεί να προκαλέσουν επιθανάτιες εμπειρίες

brain
Οι μυστηριώδεις και αμφιλεγόμενες επιθανάτιες εμπειρίες, που βιώνουν αρκετοί άνθρωποι στο κατώφλι του θανάτου, πιθανώς προκαλούνται από έναν «χείμαρρο» ηλεκτρικής δραστηριότητας, που λαμβάνει χώρα στον εγκέφαλο λίγο πριν από το θάνατο.

Σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, η οποία έγινε με τη βοήθεια εγκεφαλογράφου, διαπιστώθηκε ότι μια έντονη δραστηριότητα ηλεκτρικών κυμάτων συμβαίνει κατά τις στιγμές πριν από το θάνατο.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτή η ξαφνική «έκρηξη» των ηλεκτρικών κυμάτων στον θνήσκοντα εγκέφαλο ίσως αποτελεί την αιτία των επιθανάτιων εμπειριών.

Κατά τις συγκεκριμένες εμπειρίες, οι ασθενείς αναφέρουν ότι έβλεπαν τον εαυτό τους από ψηλά ή βάδιζαν σε ένα τούνελ προς ένα λαμπερό φως.

Πολλοί άνθρωποι θεωρούν μια τέτοια εμπειρία ως θρησκευτικό ή πνευματικό όραμα και ως επιβεβαίωση για την μετά θάνατο ζωή.

Όμως, οι επιστήμονες συνήθως είναι πιο επιφυλακτικοί, όσον αφορά την ερμηνεία του φαινομένου.

Η νέα μελέτη πραγματοποιήθηκε υπό τον γιατρό Lakhmir Chawla της μονάδας εντατικής θεραπείας του ιατρικού κέντρου του πανεπιστημίου Τζορτζ Ουάσιγκτον των ΗΠΑ.

Δημοσιεύτηκε στο ιατρικό περιοδικό Journal of Palliative Research.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η αυξημένη ηλεκτρική ενέργεια που απελευθερώνεται, καθώς λιγοστεύει το οξυγόνο στον εγκέφαλο, είναι αυτή που μπορεί να προκαλεί τις επιθανάτιες εμπειρίες.

Ωστόσο, δεν μπορούν να είναι βέβαιοι για αυτό.

«Καθώς η κυκλοφορία του αίματος επιβραδύνεται και τα επίπεδα του οξυγόνου πέφτουν, τα εγκεφαλικά κύτταρα «πυροδοτούν» μια τελευταία ηλεκτρική διέγερση. Αυτή αρχίζει σε ένα τμήμα του εγκεφάλου και εξαπλώνεται στη συνέχεια σαν χείμαρρος, πράγμα που ίσως προκαλεί στους ανθρώπους έντονες νοητικές εντυπώσεις» ανέφερε ο Chawla.

Η ηλεκτρική δραστηριότητα, λίγο πριν από το θάνατο, μπορεί να διαρκεί από μισό έως τρία λεπτά.

Ο Chawla δήλωσε ότι έχει παρατηρήσει το ίδιο φαινόμενο σε τουλάχιστον 50 περιστατικά.

Σε ποσοστό 15-20%, οι ασθενείς, σύμφωνα με προηγούμενες μελέτες μεταξύ ατόμων που υπέστησαν έμφραγμα και θεωρήθηκαν κλινικά νεκροί, έχουν αναφέρει ότι αισθάνονται να λούζονται από ένα έντονο φως και να νιώθουν μια βαθειά γαλήνη, καθώς περπατούν μέσα σε ένα τούνελ.

Παράλληλα, άλλοι λένε ότι είδαν οράματα με τον Ιησού, τον Μωάμεθ ή τον Κρίσνα και μερικοί «πλέουν» στον αέρα πάνω από το χειρουργικό ή όποιο άλλο κρεβάτι τους, παρατηρώντας από κάτω το σώμα τους και όσους το περιτριγυρίζουν.

Οι επιστήμονες αναζητούν μια βιολογική και όχι μια μεταφυσική αιτία σε όλες αυτές τις υποκειμενικές εμπειρίες.

Εν τω μεταξύ, σε εξέλιξη βρίσκεται η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα διεθνής επιστημονική έρευνα πάνω στο ζήτημα, με επικεφαλής τον Sam Parnia, γιατρό στη μονάδα εντατικής θεραπείας του ιατρικού κέντρου του αμερικανικού πανεπιστημίου Κορνέλ και ερευνητή της ιατρικής σχολής του βρετανικού πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον.

Ο Parnia χαρακτήρισε «ενδιαφέρουσα» την μελέτη του Chawla, αλλά δήλωσε επιφύλαξη για τα συμπεράσματά της, λέγοντας ότι ακόμα δεν υπάρχει απόδειξη πως η ηλεκτρική δραστηριότητα αποτελεί την αιτία των επιθανάτιων εμπειριών.

Επειδή οι ασθενείς του Chawla τελικά πέθαναν, όπως είπε ο Parnia, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι τι ένιωσαν λίγο πριν τον θάνατό τους.

Σύμφωνα με τον Parnia, «θεωρούμε τον θάνατο ως μια στιγμή, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια διαδικασία που η σύγχρονη ιατρική μπορεί συχνά να αντιστρέψει. Ο θάνατος ξεκινάει όταν η καρδιά σταματά, όμως μπορούμε να παρέμβουμε και να φέρουμε τον άνθρωπο πίσω στη ζωή, μερικές φορές ακόμα και μετά από τρεις έως τέσσερις ώρες, όταν πια οι άνθρωποι είναι πολύ κρύοι. Είναι πιθανό ότι πολύ περισσότεροι άνθρωποι έχουν επιθανάτιες εμπειρίες, αλλά δεν τις θυμούνται μετά».

Η Κάθαρση στην Φιλοσοφία

Η Κάθαρση στην ΦιλοσοφίαΜε τον ελληνικό όρο κάθαρση, (καθαρεύουσα: η κάθαρσις, της καθάρσεως), χαρακτηρίζεται η πράξη ή το αποτέλεσμα του ρήματος καθαίρω, που σημαίνει απαλλαγή από κάτι ξένο ή βλαβερό. Συνώνυμες έννοιες είναι ο καθαρμός και ο εξαγνισμός. Ο όρος αυτός απαντάται με διαφορετική σημασία στην ιατρική, την υγιεινή, το θέατρο και συγκεκριμένα στην τραγωδία, και σπουδαιότερα όλων στις διάφορες θρησκείες. Σημειώνεται όμως ότι τόσο στο θέατρο όσο και στις θρησκείες η κάθαρση αποτελεί μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία.

Ο αναφερόμενος σε κάθαρση λέγεται γενικά “καθαρτήριος” ο δε τόπος που επιχειρείται συνηθέστερα αυτή, λέγεται “καθαρτήριο” (στην υγιεινή λοιμοκαθαρτήριο) ενώ το μέσον δια του οποίου επιχειρείται αυτή, ονομάζεται “καθαρτήρας” ή “καθαρτικό” (στην ιατρική) και στην αρχαιότητα «κάθαρμα».

Εννοιολογικά ο όρος ΚΑΘΑΡΣΗ προσδιορίζεται ως απολύτρωση της ανθρώπινης ψυχής από εγγενή ή επίκτητα στοιχεία, που εμποδίζουν την ισορροπημένη λειτουργία της. Είναι μια εξαγνιστική στη φύση της διαδικασία, κατά την οποία η ψυχή μπορεί να απαλλαγεί από τα περιττά στοιχεία που απέκτησε επιτελώντας τις λειτουργίες της [1]. Ήταν, επίσης, και είναι απαραίτητη για την εισδοχή τόσο στα αρχαία όσο και στα σύγχρονα μυστήρια, που στόχο είχαν και έχουν την ένωση της ψυχής με τη θεία όψη της ύπαρξης.

Η Έννοια της Κάθαρσης στην Αρχαιοελληνική Γραμματεία
Ο όρος ΚΑΘΑΡΣΗ απαντάται στο σύνολο σχεδόν της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Στην Ομηρική κοινωνία η φωτιά και το θειάφι είναι θεραπευτικά φυσικά στοιχεία, που απαλλάσσουν και εξαγνίζουν την ψυχή και τον χώρο από τους ρύπους που φέρνει η τριβή με την καθημερινότητα [2]. Με καθαρτήριες πράξεις όπως είναι ο όρκος, η προσευχή, η σπονδή και η θυσία είναι δυνατόν να εναρμονιστούν οι σχέσεις θεών και ανθρώπων (Ομήρου Ιλιάδα, Ι΄ 495-497). Η ίδια περίπου άποψη απαντάται και στον Ησίοδο, που θεωρεί μεν καθαρτήρια διαδικασία τη θυσία για την ανθρώπινη αδικία, αλλά θεωρεί πως η συμμετοχή σε μια τέτοια μυστηριακή πράξη απαιτεί καθαρμό [3].

Οι Ορφικοί με τη σειρά τους θεωρούν πως η συμμετοχή στις οργιαστικές μυστηριακές τελετές ήταν συμμετοχή σε καθαρτήρια διαδικασία, που έφερνε την ανακούφιση της ύπαρξης από τον τροχό της γένεσης [4]. Για να επιζήσει η ψυχή, σύμφωνα με την ορφική παράδοση, χρειάζεται να διατηρείται αγνή με καθαρτήριες διαδικασίες [5]. Είναι ο μοναδικός τρόπος για να επιτύχει την απόλυτη καθαρότητα που θα την οδηγήσει στην ένωση με το Θείο. Η θεία παρέμβαση στη διαδικασία της κάθαρσης προσωποποιείται στους Ορφικούς με την παρουσία του Δία ως άφθαρτης και Καθάρσιας Θεότητας, που έχει τη δυνατότητα να λυτρώνει με τις παρεμβάσεις του τα ανθρώπινα πλάσματα [6].

Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι και ιδιαίτερα ο Αναξίμανδρος θεωρεί ως καθαρμό την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των ουσιών, δηλαδή αναίρεση των ζημιών που έχει προκαλέσει η μία ουσία στην άλλη [7]. Οι Πυθαγόρειοι στη συνέχεια, υιοθετώντας τους Ορφικούς, θεωρούν αναγκαιότητα τη διαδικασία του εξαγνισμού, προκειμένου να οδηγηθεί η ανθρώπινη ύπαρξη στην απόλυτη καθαρότητα. Η κάθαρση στους Πυθαγόρειους προσέλαβε τελετουργικό, μουσικό, ποιητικό, ιατρικό και φιλοσοφικό χαρακτήρα [8] και ήταν η απαραίτητη διαδικασία για την κατάκτηση της αλήθειας [9].

Η κάθαρση για τον Ηράκλειτο είναι μια διαδικασία θεραπείας, που θεραπεύει την ψυχή από τις ασθένειες και τα δεινά και εξασφαλίζεται μέσω της άσκησης, της γνώσης, της αυτογνωσίας και της φρόνησης, ενώ η καθαρότητα της ανθρώπινης ψυχής σχετίζεται με την εγκατάλειψη του σώματος [10] και την επάνοδο στην ενιαία ψυχή του σύμπαντος.

Για τον Παρμενίδη, η καθαρότητα είναι το τέλος μιας εξαγνιστικής πορείας προς την αλήθεια, το απόλυτο ή όντως ον όπως αναφέρεται στη φιλοσοφία και η ψυχή αναγνωρίζεται ως άυλο αντίστοιχο του σώματος, όπως και στον Εμπεδοκλή [11]. Ιδιαίτερα στον Εμπεδοκλή η πορεία της μετενσάρκωσης της ψυχής διέρχεται από τη βάσανο του εξαγνισμού, προκειμένου να απομακρυνθεί από τα πάθη και να εδραιώσει την ύπαρξή της στο βασίλειο των Θεών. Εκτός από την κάθαρση που έρχεται μέσω της μετενσάρκωσης, ο φιλόσοφος προτείνει πρακτικούς τρόπους εξαγνισμού, όπως είναι η αποχή από την κρεοφαγία και τις αιματηρές θυσίες [12].

Ο Αναξαγόρας με τη σειρά του θεωρεί πως η κάθαρση είναι μια αέναη διαδικασία που οδηγεί εξελικτικά από το ένα οντολογικό πεδίο στο άλλο [13], ενώ ο Δημόκριτος την ορίζει ως αποκάθαρση, δηλαδή αποφυγή των ανθρώπινων παθών για την επίτευξη της ανθρώπινης ευδαιμονίας [14]. Ο Σωκράτης, όπως τουλάχιστον τον παρουσιάζει ο Πλάτωνας, αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι οφείλουν να απαλλαγούν από την φαυλότητά τους, για να γίνουν δεκτοί σε έναν τόπο εξαγνισμένο, κεκαθαρμένο από πάθη. Ο φιλόσοφος αναφέρει πως η κάθαρση και οι καθαρμοί μπορούν να επιτευχθούν μέσω της μύησης στα μυστήρια μέσω της μαντικής και μέσω της ιατρικής. Η ιατρική φροντίζει για την καθαρότητα του σώματος, ενώ η μύηση και η μαντική φροντίζουν για την καθαρότητα της ψυχής [15].

Ο Πλάτων στον Φαίδωνα, αναφέρει πως η καθαρότητα αντιπροσωπεύει την αταραξία της ψυχής, ως αποτέλεσμα μιας συνολικής και πλήρους θεραπείας[16]. Μέσω της κάθαρσης η ψυχή εξασφαλίζει την επικοινωνία της και την ομοίωσή της με το Θείο [17]. Η διαδικασία της κάθαρσης στον Πλάτωνα είναι σταδιακή απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα και τα δεσμά του, τη μεταβλητότητα και τη φθορά [18]. Η πρώτη κάθαρση για τον φιλόσοφο είναι η διάκριση του καλού από το κακό [19], ενώ η ίδια η φιλοσοφία είναι μια καθαρτική διαδικασία, που ανασύρει την ψυχή από την απάθεια και την οκνηρία και αίρει την άγνοιά της [20]. Όσον αφορά στον αναγκαίο καθαρμό του σώματος, ο Πλάτων στον Τίμαιο θεωρεί ότι επιτυγχάνεται μόνο μέσω της γυμναστικής και όχι των φαρμάκων [21].

Ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει την κάθαρση ως μεταμόρφωση των παθών και αποχή από τις ακρότητες. Όσον αφορά στην τραγωδία «δια του ελέου και του φόβου» οδηγείται ο θεατής στην αποκάθαρση, όπως αναφέρεται στην Ποιητική, αναδεικνύοντας τον παιδευτικό χαρακτήρα του εξαγνισμού που αποκαθιστά και αναζωογονεί το πνεύμα. Είναι απαραίτητο ο θεατής να «καθαίρεται» από το άγχος και τις έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις που τον κατακλύζουν, παρακολουθώντας την εξέλιξη του δράματος [22].

Οι Στωικοί θεωρούν πως τα πάθη εμποδίζουν τον ιδεώδη βίο και την απαραίτητη αταραξία για την εναρμόνιση της ψυχής με τις εσωτερικές δυνάμεις της. Η θεραπεία ως εκρίζωση των παθών είναι το αποτέλεσμα της κάθαρσης, ώστε να διασφαλιστεί η απόλυτη καθαρότητα της ψυχής [23]. Όσον αφορά στους Νεοπλατωνικούς, ιδιαίτερα στον Πλωτίνο, η κάθαρση σε ένα πρώτο επίπεδο επιτυγχάνεται μέσω της λήθης των γήινων εμπειριών και των σωματικών παθών και την ανάδυσή της ψυχής από τα άτοπα είδωλα [24]. Με την κεντρική ουσία της άποψης του Πλωτίνου συμφωνεί ο Πορφύριος, ο οποίος, όμως, διαφοροποιείται ως προς τον τόπο επίτευξης της κάθαρσης. Η κάθαρση των σωματικών παθών για τον Πορφύριο δεν επιτελείται με ιερουργίες και λιτανείες, αλλά με θυσίες, καθαρτικές τελετές, την εμπειρία των οποίων κατέχει τόσο ο φιλόσοφος, όσο και ο ιερέας [25].

Για τον Ιάμβλιχο η κάθαρση ισοδυναμεί με φιλοσοφικό θάνατο, κατά τον οποίο η ψυχή χωρίζεται από το σώμα [26]. Συνεπώς, η κάθαρσή του είναι κυρίαρχα διανοητική, αν και δεν παραλείπει να αναφερθεί και στην θεολογική κάθαρση, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η οντολογική εξύψωση της ψυχής [27]. Ο φιλόσοφος θεωρεί επίσης πως η κάθαρση έρχεται μέσω του παιδευτικού χαρακτήρα της μουσικής, που συμβάλλει στην ψυχική υγεία και γαλήνη [28]. Την ίδια κάθαρση επιφέρει και η θεουργία, η οποία έχει ως στόχο τη διανοητική ζωή [29].

Την παράδοση της κάθαρσης στην ελληνική φιλοσοφία συμπληρώνει ο Πρόκλος, ο οποίος δίνει έναν θεολογικό προσανατολισμό στο γενικότερο έργο του. Η κάθαρση οδηγεί την ψυχή σε μια περιοχή που αποτελεί πηγή και έσχατο τέλος ταυτόχρονα της οντολογικής εξέλιξης. Η κάθαρση έτσι είναι αναπόσπαστο τμήμα της υπερβατικής ενολογίας που προτείνει ο φιλόσοφος και υπερβαίνει την παραδοσιακή μεταφυσική ενολογία [30].


Η Κάθαρση Παράγοντας Εισαγωγής και Επίτευξης στα Μυστήρια
Η άποψη της φιλοσοφίας για την κάθαρση δεν είναι άμοιρη της λατρευτικής πρακτικής των αρχαίων μυστηρίων. Η ένωση με τη Μονάδα είναι και ο τελικός στόχος της μυητικής διαδικασίας ήδη κατά τη μακρινή αρχαιότητα, είτε στην ηπειρωτική και νησιωτική ή τη Μεγάλη Ελλάδα, από τους προϊστορικούς έως τους νεότερους χρόνους. Η συμμετοχή στα μυστήρια ωθεί σταδιακά τον μυημένο σε υψηλότερα επίπεδα της ύπαρξης, έως την τελική απορρόφησή του από την Μονάδα (το να φαγωθεί από τον ‘Αετό’ κι από τις απόρροιες του οποίου υπάρχει, αυτό σημαίνει η επιστροφή στην Πηγή, απ΄ αυτό βγαίνει και η προσφώνηση ‘καλοφάγωτος’)
 
Όλα τα μυστήρια είναι μυητικές διαδικασίες, είτε αφορούν σε συστήματα εσωτερικής ανάπτυξης, είτε σε τελετουργίες ενηλικίωσης, ενσωμάτωσης ή μετάβασης, και διαθέτουν ένα σύστημα φυσικού εξαγνισμού στηριγμένο στη διατροφή, αλλά και συνειδησιακού καθαρμού και πόλωσης της συνείδησης στις αφηρημένες περιοχές της Ύπαρξης. Ο Νεοπλατωνικός Ιάμβλιχος θεωρούσε πως ο σκοπός των μυστηρίων είναι η κάθαρση και η επακόλουθη άμεση επαφή με τους Θεούς [31].
Αυτή η πόλωση μέσω της συμμετοχής στα μυστήρια, ή μέσω της μύησης, δεν είναι αόριστη και νεφελώδης διαδικασία. Προϋποθέτει καθαρισμό των φορέων της εκδηλωμένης οντότητας μέσα στην ύλη και προετοιμασία της συνείδησης για την εκδήλωση μιας πνευματικής αποκάλυψης, που αναμένεται να οδηγήσει τον μυημένο σε υψηλότερη θεώρηση της ζωής και της ίδιας της εξέλιξης, έως την τελική ένωση. Η νεοπλατωνική άποψη για τη μυητική διαδικασία που οδηγεί στην ένωση, θεμελιώνεται στις αρχαίες ελληνικές μυστηριακές θρησκείες [32] και έχει πολλά παράλληλα στις ανατολικές φιλοσοφίες. [33].
 
O εξαγνισμός είναι ένας τρόπος με τον οποίο μπορεί να γίνει προφανής η μεταφυσική λειτουργία της ψυχής. Παρά το γεγονός ότι ο εξαγνισμός μπορεί να λειτουργήσει διαχωριστικά ανάμεσα στο εμείς και οι άλλοι, ανάμεσα στο πάνω και το κάτω, ανάμεσα στο καλό και το κακό, ως τελικό στόχο έχει τη σύνδεση της εξυψωμένης συνείδησης με την ενοποιημένη, συλλογική εικόνα του κόσμου. Σε φυσικό επίπεδο προφανέστερη χρήση του εξαγνισμού στην αρχαία Ελλάδα, είναι ο διαχωρισμός του ιερού μυστηριακού χώρου από τον βέβηλο.
 
«Εμείς οι ίδιοι θέτουμε όρια στα ιερά και τα τεμένη των θεών, ώστε κανείς να μη διασχίσει αυτά τα όρια, αν δεν είναι καθαρός και όταν μπαίνουμε εξαγνιζόμαστε, οτιδήποτε μιαρό να ξεπλύνουμε από πάνω μας» [34].
 
Υπάρχουν άφθονες φιλολογικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, από την εγχάρακτη κεραμεική και τις ανασκαφές για κρήνες εξαγνιστικές στην είσοδο ιερών και μυστηριακών τόπων για τον εξαγνισμό των εισερχομένων [35]. Τα μυστήρια έχουν ως στόχο να δώσουν στον μυημένο μια άμεση επαφή και βίωση της γνώσης που αποκτούσε ο μυημένος στις φιλοσοφικές ακαδημίες της εποχής του. Η εισαγωγή στα μυστήρια ήταν βαθμιαία και το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ήταν ότι ο πρώτος βαθμός σχετιζόταν με την κάθαρση. Οι μυημένοι σε αυτόν τον βαθμό, εκκινώντας από τα πρότυπα μυστήρια της Ελευσίνας, ονομάζονταν Καθαροί, δηλαδή εξαγνισμένοι.
 
Στα Βακχικά Μυστήρια βρισκόταν στο επίκεντρο η λατρεία του Διονύσου, ως εναρκτήριο σημείο όλων των θεωρήσεων για τον κόσμο και την ανθρώπινη φύση. Οι Ορφικοί πίστευαν ότι οι ανθρώπινες ψυχές ήταν περιορισμένες στο σώμα ως να ήταν φυλακισμένες κατάσταση που όριζαν ως γένεση εν αναμονή του ελευθερωτή Διονύσου. Οι οδύνες της ψυχής, οι φάσεις μέσω των οποίων περνούσαν σε ανώτερη μορφή της ύπαρξης, η κάθαρση και η φώτισή τους είναι το επαναλαμβανόμενο θέμα των ορφικών κειμένων [36].
 
Στα Μυστήρια των Μεγάλων Θεών στην Σαμοθράκη η τελετουργία φέρεται πως γινόταν βράδυ και το ιερό φωτιζόταν με πυρσούς. Πριν την εισαγωγή του στα μυστήρια ο υποψήφιος έπρεπε να πάρει μέρος σε τελετή κάθαρσης, να εξομολογηθεί το βαρύτερο από τα αμαρτήματά του στον ειδικό ιερέα «Κόη, τον φονέα καθαίροντα» [37] που άκουγε τον εξομολογούμενο και είχε το αξίωμα να εξαγνίζει ακόμα και τον φονιά που μετάνιωνε για την πράξη του. Έτσι τού επιτρεπόταν να παρακολουθήσει την μυθολογική αφήγηση του ιερού λόγου και να φορέσει εντέλει την πορφυρή φαρδιά ζώνη στη μέση του, ως μάρτυρας της αποκάλυψης των ιερών συμβόλων.
 
Στο δελφικό πλαίσιο ο εξαγνισμός ήταν αναγκαίος ακόμα και για την πυθώνισσα ιέρεια. Πριν η Πυθία ερωτηθεί, έπρεπε να προετοιμαστεί τελετουργικά. Τα περισσότερα καθαρτικά τελετουργικά περιελάμβαναν δάφνη, το φυτό του Απόλλωνα που συνδεόταν με την μαντική τέχνη. Πίνοντας εξαγνιστικό νερό από την πηγή και στεφανωμένη με στεφάνι δάφνης, η Πυθία ετοιμαζόταν για το μαντικό έργο της [38]. Άλλωστε ο Θεός που έγινε γνωστός κυρίως για την καθαρτική του δύναμη πάνω στο μίασμα είναι ο Απόλλων. Η δική του κάθαρση κράτησε εννέα χρόνια εξορίας, μετά από τα οποία εξαγνίστηκε απόλυτα. Στο δελφικό μυστηριακό κύκλο διατηρείτο εννεαετής κύκλος μυστηριακού γιορτασμού όχι μόνο της κάθαρσης του ίδιου του Απόλλωνα, αλλά και της εντολής προς όλους τους ιερείς στα πανελλήνια ιερά του Απόλλωνα να λειτουργούν ως επίσημα κέντρα κάθαρσης στη περιοχή τους, προς τιμήν του Καθαρσίου ή Αποτροπαίου Απόλλωνα.
 
Τα τυπικά της κάθαρσης διέφεραν από λατρεία σε λατρεία και από περιοχή σε περιοχή. Τόσο τα μεγαλύτερα Ελευσίνια Μυστήρια είχαν ως προϋπόθεση την τελετή καθαρισμού όσο και στα μικρότερα Ελευσίνια Μυστήρια, που έπρεπε να παρακολουθήσουν οι αμύητοι πριν από την είσοδο στην Ελευσίνα σχεδόν ένα χρόνο αργότερα. Τα Μεγάλα Μυστήρια επικεντρώνονταν σε μεγάλο βαθμό στην κάθαρση του μυημένου. Σε αυτή τη μορφή εξαγνισμού χρησιμοποιείτο το τελετουργικό του χορού, της μουσικής, της φωτιάς και το λουτρό στη θάλασσα, σε συνδυασμό με την ιεροτελεστία του φαρμακού (το τελετουργικό θυσίας του αποδιοπομπαίου τράγου, αλλά με τη μορφή ενός νεαρού χοίρου), σε ατομικό επίπεδο αλλά και στο επίπεδο της πόλης, στη Δήμητρα που αντιπροσώπευε το θάνατο του δόκιμου και την καθαρή κατάσταση του μυημένου. Η μουσική, ο χορός, το θαλασσινό νερό, οι δάδες και οι θυσίες είναι όλα στοιχεία της κάθαρσης και μέσω αυτών των τελετών εξαγνίζονταν οι μυημένοι για να εισέλθουν στον Κάτω Κόσμο, να σταθούν μπροστά στη Θεά και να ακούσουν αυτό που είναι απαγορευμένο να προφερθεί.
 
Είναι ενδιαφέρον εδώ ότι τα κατώτερα μυστήρια ιδρύθηκαν ως χάρη της Δήμητρας προς τον ημίθεο Ηρακλή. Για να εισέλθει στον Άδη και να συλλάβει τον Κέρβερο, έπρεπε να μυηθεί στα Ελευσίνια. Ωστόσο, υπήρχε περιορισμός στα Ελευσίνια για αυτούς που είχαν αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή και έφεραν το μίασμα του αίματος στα χέρια τους. Έτσι χρειάστηκε ειδική τελετουργία εξαγνισμού για τον Ηρακλή στα κατώτερα μυστήρια, ώστε να περάσει στα ανώτερα και να κερδίσει την είσοδό του στον Κάτω Κόσμο. Η μυθική και συμβολική κάθαρση του Ηρακλή από το αίμα όσων φόνευσε μαρτυρείται και από αρχαιολογικά ευρήματα και υποδηλώνει την κάθαρση ως νόμο καθολικό, από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει θνητός, ημίθεος ή Θεός, όπως συνέβη στην περίπτωση του Απόλλωνα.
 
Βλέπουμε, λοιπόν, με βάση όσα λέχθηκαν ήδη πως τόσο τα μυστήρια όσο και οι μικρότεροι ετήσιοι γιορτασμοί και οι φιλόσοφοι δίδασκαν πως η κάθαρση συνδεόταν με το ταξίδι της ψυχής είτε προς τη Μονάδα ή προς τον Κάτω Κόσμο, όσο και με λειτουργίες του σώματος, του οίκου και της πόλης. Ο Πλάτωνας μίλησε για παρόμοιες ιδέες, όταν παρατήρησε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων γύρω του ζούσε απλά μια ουδέτερη ΝΕΚΡΗ ζωή. Οι άνθρωποι δεν ήταν ούτε καλοί, ούτε κακοί στον χαρακτήρα, (αφού οι νεκροί ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ). Γι’ αυτές τις επίπεδες νεκρές ψυχές, ο Πλάτωνας ανέφερε τον πλου στην Λίμνη του Αχέροντα στον κάτω κόσμο, όπου θα μπορούσαν να εξαγνιστούν και να επιστρέψουν και να γεννηθούν στο πρόσωπο της γης σαν πλάσματα ζωντανά.
 
Συνεπώς σε όλον τον αρχαίο κόσμο σχεδόν η κάθαρση ήταν προαπαιτούμενη όχι μόνο να προετοιμάσει την ψυχή για τον κάτω κόσμο, αλλά και σαν προετοιμασία πριν ξαναγεννηθεί. Αυτές οι βασικές έννοιες διαμόρφωσαν τις πεποιθήσεις σχετικά με το μίασμα γύρω από τον θάνατο και την γέννηση. Η καθαρότητα στον θάνατο και την ζωή είναι κεντρικής σημασίας για την πνευματικότητα του αρχαίου κόσμου και συνεπώς η κάθαρση, ως μέσο απόκτησης της πολυπόθητης καθαρότητας, του εξαγνισμού.
 
Τώρα, πως το να θυσιάζεις ζωντανά, να κάνεις λιτανείες και προσευχές καθαρίζει και απολυτρώνει την ανθρώπινη ψυχή, μόνο τα νεκρά άψυχα ανθρώπινα ζώα μπορούν να το εξηγήσουν, αλλά αυτοί είναι ανίκανοι για οποιαδήποτε εξήγηση άπτεται της ΛΟΓΙΚΗΣ. Ετσι λοιπόν μια άσωτη φυλή δεν σώζεται με τίποτα.
Υπάρχει τεχνική να ΚΑΘΑΡΘΕΙΣ (να αφαιρέσεις) το μίασμα του χριστιανικού βαπτίσματος που σου φόρτωσαν για να αισθάνεσαι ταπεινός και δούλος, αλλά απαιτεί ΔΥΝΑΜΗ ΨΥΧΗΣ δηλ. απαιτεί ΨΥΧΗ.
 
***
Εικόνα 1η: Αναθηματικός πίνακας της Νίννιον που ανακαλύφθηκε στην Ελευσίνα, αναπαριστά την Δήμητρα, την Περσεφόνη και τους συμμετέχοντες στα Μυστήρια, τους μύστες, με στεφάνια στα μαλλιά και κλαδιά στα χέρια (ιάκχους). Την νύχτα, οι μύστες παρέμεναν στην Ελευσίνα, ενώ οι υπόλοιποι, επισκέπτες και αμύητοι, διώχνονταν από έναν κήρυκα. Πιστεύεται ότι οι μύστες έπιναν τον κυκεώνα στο αποκορύφωμα των Μυστηρίων για να σπάσουν την ιερή αποχή από το φαγητό και το ποτό, ο οποίος αποτελούνταν κυρίως από νερό, κριθάρι και βότανα.

Επαναλάμβαναν τον όρο εχεμύθειας των Μικρών Ελευσινίων, περνούσαν από νέο εξαγνισμό και οδηγούνταν από το μυσταγωγό στο Τελεστήριον.
 
Φαίνεται πως η τελετή χωριζόταν σε τρία τμήματα: τα δρώμενα, κατά τα οποία γινόταν αναπαράσταση της ιστορίας της Δήμητρας και της Περσεφόνης, καθώς και της αρπαγής της τελευταίας από τον Άδη και της περιπλανήσεως της μητέρας της για να την βρει, τα δεικνύμενα, όπου ο Ιεροφάντης έμπαινε στο Ιερό και έβγαινε λίγο αργότερα με τα Ιερά αντικείμενα των δυο θεοτήτων, τα οποία πρόβαλλε στους μυημένους, και τα λεγόμενα, συμβολικές φράσεις των μυστών. Ακολουθούσε ο ύψιστος βαθμός μυήσεως με την ονομασία εποπτεία. Κεντρικό σύμβολο της εποπτείας ήταν ένα στάχυ, το οποίο φυλασσόταν στο άδυτο του Τελεστηρίου και αφού θεριζόταν τελετουργικά από τον ιεροφάντη, επιδεικνυόταν στους πιστούς ως σύμβολο της ανεξάντλητης δημιουργικής δυνάμεως της Μητέρας Γης. Οι αρχαίοι συγγραφείς αποφεύγουν να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες για το σημείο αυτό, καθώς όποιος συμμετείχε στα Μυστήρια και αποκάλυπτε κάτι από την τελετή τιμωρούνταν με θάνατο. Κατά την έβδομη και όγδοη ημέρα, οι μυημένοι επέστρεφαν στην Αθήνα. Η ένατη και τελευταία ημέρα ονομαζόταν πλημοχόαι, που ήταν ένα είδος αγγείου. Δύο τέτοια αγγεία γεμίζονταν με νερό ή κρασί από τους μύστες, τα ανύψωναν και έπειτα προσέφεραν χοές προς την ανατολή και την δύση προφέροντας μυστικές φράσεις.
 
Τα Μικρά Ελευσίνια αποτελούσαν προετοιμασία για τα Μεγάλα Μυστήρια. Πραγματοποιούνταν κατά τον μήνα Ανθεστηριώνα και ήταν προς τιμήν της Περσεφόνης. Ο νεοπλατωνιστής Thomas Taylor, στο βιβλίο του “Ελευσίνια και Βακχικά Mυστήρια”, αναφέρει πως “τα Κατώτερα Μυστήρια δημιουργήθηκαν για να σημάνουν με αποκρυφιστικό τρόπο την κατάσταση της μη εξαγνισμένης ψυχής που έχει ενδυθεί το γήινο σώμα της και έχει περιβληθεί την υλική φύση.” Ενώ αρχικά απαγορευόταν η συμμετοχή στους μη Αθηναίους, αργότερα αναφέρεται από τον Ηρόδοτο πως όλοι οι Έλληνες μπορούσαν να λάβουν μέρος στη μύηση, ενώ αλλού αναφέρεται ότι απαγορευόταν στους εγκληματίες, τους βαρβάρους, τους μάγους και τους άθεους.

Οι μύσται, όπως λέγονταν, γίνονταν δεκτοί στα Μεγάλα Μυστήρια τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την αρχική τους μύηση. Οι τελετές του πρώτου σταδίου μυήσεως περιλάμβαναν την θυσία ενός χοίρου στον λιμένα του Κανθάρου, θυσία κοινή με τα Θεσμοφόρια, πάλι προς τιμήν της Δήμητρος, και τον εξαγνισμό από έναν ιερέα με το όνομα Υδρανός. Οι μύστες έπρεπε επίσης να πάρουν όρκο εχεμύθειας από το μυσταγωγό. Δέχονταν κάποια διδασκαλία, που τους επέτρεπε αργότερα να αντιληφθούν τα μυστήρια στα Μεγάλα Ελευσίνια.
 
Εντυπωσιακή έγχρωμη αναπαράσταση του ψηφιδωτού
που απεικονίζει την αρπαγή της Περσεφόνης στο ταφικό μνημείο της Αμφίπολης.

εικόνα επάνω: Πορφυρά Ταινία
Η σημασία της πορφυράς ταινίας στα μυστήρια της Σαμοθράκης προέρχεται από τα σχόλια στον Απολλώνιο τον Ρόδιο, στο κείμενο της Αργοναυτικής εκστρατείας: “Λένε ότι ο Οδυσσέας, όντας μύστης και χρησιμοποιώντας τον πέπλο της Λευκοθέας ως ταινία, σώθηκε από την καταιγίδα στη θάλασσα, βάζοντας το πέπλο γύρω από την κοιλιά του”.

Γιατί οι μύστες δένουν πορφυρές ταινίες γύρω από τις κοιλιές τους. ” Σχόλια Απολλ. Póδ 1, 916 b “τάς τελετάς τάς έν Σαμοθράικηι άγομένας, ας ει τις μυηθείη, έν τοις κατά θάλασσαν χειμώσι διασώζεται, και Όδυσσέα δε φασι μεμυημένον έν Σαμοθράικηι χρήσασθαι τώι κρηδέμνωι αντί ταινίας- περί γαρ τήν κοιλίαν οι μεμυημένοι, ταινίας άπτουσι πορφυράς”.

Αυτό είναι σημαντικό, καθώς αναδεικνύει μια λεπτομέρεια της ιεροτελεστίας μαζί με το σκοπό της μέσα σε ένα μυθικό πλαίσιο. Η ιεροτε­λεστία, με απέκδυση και ένδυση με ένα κομμάτι πορφυρού υφάσματος, φαίνεται να είναι τυπική για την καβειριακή μύηση. Σημαίνει ότι ο μυούμενος έχει γυμνωθεί από τα γήινα όπως ο Οδυσσέας έχει πετάξει τα ρούχα του, προτού φορέσει τον πνευματικό, μυστηριακό πέπλο της Λευκοθέας. Το πορφυρό χρώμα δείχνει το μυητικό και μυσταγωγικό χαρακτήρα της ταινίας. Το κείμε­νο είναι σαφέστατο για το σκοπό της τελετής: Την διάσωση από τους κινδύ­νους της θάλασσας των επανενσαρκώσεων.

Μια άλλη εφαρμογή της ‘πορφύρας ταινίας’ αναφέρεται στον Όμηρο, όταν ο Αγαμέμνων καλεί τους συμπολε­μιστές του σε μια ηρωική μάχη εναντίον του Έκτορα “κρατώντας ένα μεγάλο πορφυρό ρούχο στο δυνατό του χέρι”. Πιθανόν αυτό το ύφασμα να χρησιμοποιήθηκε από τον Αγαμέμνονα, για να γίνει ευδιάκριτος μέσα στην ταραχή και πιθανόν σχετίζεται το με τη μαγική ταινία της Σαμοθράκης, που έχει τη δύναμη να ημερεύει την οχλοβοή. Ομήρου Ίλιαδα. 8,221. (Walter Burkert)
Η Λευκοθέα είναι η κόρη του Κάδμου και ο Ιερός Γάμος Κάδμου και Αρμονίας αποτελούσε μυστηριακή τελετουργία στα Καβείρια της Σαμοθράκης. H Λευκοθέα -Ινώ όμως είναι αδερφή της Σεμέλης, μητέρας του Διονύσου. Είναι αυτή που γίνεται τροφός καθώς ο Δίας της αναθέτει να μεγαλώσει τον Διόνυσο μετά τον θάνατο της Σεμέλης/Σελήνης. “Μυρσίλος δὲ οὐ μόνην τὴν Ἰνὼ Λευκοθέαν φησίν, ἀλλὰ καὶ τὰς Νηρηίδας, Λευκοθέας ὀνομάζει”. Artemidorus Onir., Onirocriticon Book 2, chapter 38, line 11

Λευκοθέες είναι επίσης οι Νύμφες Υάδες- θεότητες της γονιμοποιού βροχής/υγρασίας, από την λέξη ύω=βρέχω καθώς έτσι σημαίνεται ο Διονύσος όπως και ο όμβριος Ζεύς. Η προτροπή «Υε Κύε» στα Ελευσίνια μυστήρια, δηλαδή «βρέξε/γονιμοποίησε- καρποφόρησε /κυοφόρησε » (καθώς το κύω/κυέω σημαίνει κυοφορώ), δηλώνει την επίκληση για πνευματική γονιμοποίηση, κυοφορία αλλά και καρποφορία.

Τα τρία είδη Μυστηριακής Κάθαρσης
Στην φιλοσοφική σκέψη των ορφικοπυθαγορείων και πλατωνικών φιλοσόφων, με την θάλασσα αλληγορείται ο κόσμος των συνεχών επανενσαρκώσεων. Με την κοιλιακή χώρα (ηλιακό πλέγμα) συμβολίζεται το επιθυμητικό της ψυχής (κατά Πλάτωνα) δηλ.το ένα άλογο μέρος της, αυτό των σαρκικών παθών και των υλικών εξαρτήσεων. Η τοποθέτηση της πορφυράς ταινίας στην κοιλιακή χώρα και ο διαχωρισμός αυτού του μέρους, του επιθυμητικού, υποδηλώνει την κάθαρσή του δια των μυστηρίων, μέσω της αρετής της εγκράτειας και της σωφροσύνης.

Ο δεύτερος διαχωρισμός υποδηλώνεται στην Περσεφόνη, με το περιδέραιο στον λαιμό της. Το μέρος μεταξύ της κοιλιακής χώρας (επιθυμητικού) και της κεφαλής (λογιστικού) ονομάζεται θυμοειδές της ψυχής και αποτελεί το δεύτερο άλογο μέρος της, το οποίο δηλώνει τις συναισθηματικές ελείψεις ή υπερβολές της. Αυτές η ψυχή πρέπει να αναγνωρίσει στον εαυτό της και να αυτοθεραπεύσει μέσω ενδοσκοπήσεως και κάθαρσης δια της αρετής της ανδρείας.

Σύμφωνα με τον ορφικό Πλάτωνα στο έργο του Τίμαιος, η κεφαλή είναι το σημαντικότερο μέρος του σώματος του ανθρώπου, γι’ αυτό και είναι τοποθετημένο στην κορυφή του. Το σχήμα του είναι σφαιρικό, όπως ο κόσμος, γιατί οι δημιουργοί του Θεοί έχουν τοποθετήσει εντός του το αθάνατο μέρος της ψυχής που βρίσκεται σε αρμονία με τις δύο περιφορές του κόσμου. Όλο το υπόλοιπο σώμα στην πραγματικότητα είναι το χθόνιο κομμάτι του, το θνητό. Γι’ αυτόν τον λόγο χωρίζεται από το κεφάλι, με τον λαιμό που συμβολικά τον ονομάζει “ισθμό”.

Το κεφάλι αποτελεί τον οίκο του αθάνατου μέρους της ψυχής στον άνθρωπο, αυτού που έχει επαφή με το Θείον. Πρόκειται για το “λογιστικόν” μέρος της ψυχής, σύμφωνα με την ορολογία που μας παραδίδει ο Πλάτων στην Πολιτεία και καθάρεται δια της αρετής της φρόνησης. Το περιδέραιο -ως κυκλικό κόσμημα στον λαιμό της Περσεφόνης -δηλώνει το τέλος των επανερσακώσεων στον κόσμο της γέννησης και της θάλασσας των παθών και των άθλων, των πόνων και του θανάτου.
“Εύ ταν κύκλου λήξαι και αναπνεύσαι κακότητος “ηύχοντο με μυστηριακή σημασία, οι πυθαγόρειοι μεταξύ των,πιστεύοντας στην αθανασία της ψυχής και στην ευδαιμονία της εκτός των δεσμών και των πόνων του υλικού σώματος. Με τον τμηματικό διαχωρισμό, των τριών μερών της Ψυχής-Περσεφόνης, στο βοτσαλωτό του μνημείου της Αμφίπολης συμβολίζεται η ψυχή αυτή που έχει αποκαθαρθεί δια των μυστηρίων, από τα θνητά της πάθη και κλείνοντας τον τελευταίο κύκλο της γήινης ενσάρκωσης, επιστρέφει τελεία και εκθεωμένη στην Ιθάκη της. Εκεί, στην Θεία Πατρίδα της, όπου αιωνίως νέα, θα συμποσιάζεται μετά των Θείων ψυχών στις Νήσους των Μακάρων.
***
Παραπομπές
[1]. Καπρούλιας Α. (2008), Η Έννοια της Κάθαρσης στην Οντολογία του Πρόκλου, Αθήνα: Βασ. Ν. Κατσαρός. σ. 41.
[2]. Οδύσσεια, Χ΄, 481-482.
[3]. Ησίοδου, Έργα και Ημέραι, 333-337.
[4]. Burnet J. (1958) Early Greek Philosophy, London: Adam and Charles Black, σ. 97.
[5]. Kirk, G.S., Raven, J.V., Schofield, M., (1998), Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι, (μτφρ. Δ. Κούρτοβικ), Αθήνα: ΜΙΕΤ, σσ. 37-38.
[6]. Ορφικοί Ύμνοι, Διός, 1-9.
[7]. Kirk, G.S., Raven, J.V., Schofield, M., (1998), σσ, 123-124.
[8]. Guthrie, W.K.C. (1993), Οι Έλληνες φιλόσοφοι, από τον Θαλή ως τον Αριστοτέλη (μτφρ. Α. Σακελλαρίου), Αθήνα: ΜΙΕΤ, σ. 43.
[9]. Mourelatos, P.D., (1974) The Pre-socratics, NY: Anchor Books, σ. 137.
[10]. Αξελός Κ. (1976), Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία του (μτφρ. Δ. Δημητριάδης), Αθήνα: Εξάντας, σσ. 244-245.
[11]. Doddos, E.R., (1956), The Greeks and the Irrational, Berkeley: University of California Press, σ. 138.
[12]. Zelerm E., Nestle, W., (1990), Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας (μτφρ. Χ. Θεοδωρίδης), Αθήνα: Εστία, σ. 74.
[13]. Bέικος Θ. (1995), Οι προσωκρατικοί, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σ. 188.
[14]. Diels, Hermannm, Kranz, Walther (1903), Die Fragmente der Vorsokratiker griechisch und deutsch, Berlin: Weidmannsche buchhandlung, σσ. 365-472. Demokritos fragmenta, Β 191, B171, B 173.
[15]. Πλάτων, Κρατύλος, 405 a 8-b4.
[16]. Hall, R.W., (1963), Plato and the Individual, Hague: Martinus Nijhoff, σσ. 57-58.
[17]. Πλάτων, Φαίδων, 83e 2-3.
[18]. Taylor, A.E., (2000), Πλάτων, (μτφρ. Ι. Αρζόγλου), Αθήνα: ΜΙΕΤ, σσ. 229-230.
[19]. Πλάτων, Σοφιστής, 226d 9-10.
[20]. Taylor, A.E., (2000), σσ. 221-222.
[21]. Πλάτων, Τίμαιος, 89b 1-3.
[22]. Campbell, J.S. (2001), Painless Pleasure: Catharsis in the Poetics. Les etudes Classiques, (69)3, σ. 226.
[23]. Βουδούρης, Κ., (1996), Η Στωική ηθική φιλοσοφία ως θεραπεία. Στο Βουδούρης Κ. (επιμ.), Η ηθική φιλοσοφία των Ελλήνων, Αθήνα.
[24]. Πλωτίνος, Εννεάδες, III, 6,5, 22-25.
[25]. Πορφύριος, Περί αποχής Β΄ 44,4
[26]. Ιάμβλιχος, Προτρεπτικός, 65, 13-14.
[27]. Ιάμβλιχος, Περί της κοινής μαθηματικής επιστήμης.
[28]. Ιάμβλιχος, Περί του Πυθαγορείου Βίου, 70, 12-14.
[29]. Smith, A., (1974), Porphyry’s place in the Neoplatonic tradition, The Hague: Martinus Nijhoff, σ. 97.
[30]. Lloyd, L.C., Procession and division in Proclus, Soul and the Structure of Being in late Neoplatonism, Liverpool: Liverpool University Press, σσς. 37-38.
[31]. Ιάμβλιχος, Περί Μυστηρίων, 6.5–7. [32]. Angus, Samuel (1975), The Mystery religions: A Study in the Religious Background of Early Christianity, Courier Dover Publications, σ. 52, επίσης σσ. 13, 15, 18, 24, 223, 271 κ.ά.
[33]. Paulos Mar, Gregorios (2001), Neoplatonism and Indian Philosophy, στο Studies in Neoplatonism: Ancient and Modern, Vol. 9, NY: Sunny Press, σσ. 237, 239, 240.
[34]. Ιπποκράτης. Περί ιερής νούσου, 148.55 ff. J., 1.46G.
[35]. Parker, Robert, (1996), Miasma: pollution and purification in early Greek religion, Oxford and NY: Oxford University Press, σ. 19.
[36]. Taylor, Thomas, (1891), The Eleusinian and Bacchic Mysteries, New York: J. W. Bouton, σ. 23. (online version on sacred texts)
[37]. Estienne, Henri, Benoît Hase, Charles, (1841), Thesaurus Graecae Linguae, vol 4, Paris: Didot, σ. 1705.
[38].Sourvinou-Inwood, Christiane (1979). The Myth of the First Temples at Delphi. The Classical Quarterly (New Series), 29, σσ. 231-251.

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ - •Πυθιονίκαις XI - Θρασυδαίῳ Θηβαίῳ παιδὶ σταδιεῖ (11.1-11.16)

ΠΥΘΙΟΝΙΚΑΙΣ XI ΘΡΑΣΥΔΑΙΩΙ ΘΗΒΑΙΩΙ ΠΑΙΔΙ ΣΤΑΔΙΕΙ


Κάδμου κόραι, Σεμέλα μὲν Ὀλυμπιάδων ἀγυιᾶτι, [στρ. α]
Ἰνὼ δὲ Λευκοθέα
ποντιᾶν ὁμοθάλαμε Νηρηΐδων,
ἴτε σὺν Ἡρακλέος ἀριστογόνῳ
4ματρὶ πὰρ Μελίαν χρυσέων ἐς ἄδυτον τριπόδων
5 θησαυρόν, ὃν περίαλλ᾽ ἐτίμασε Λοξίας,

Ἰσμήνιον δ᾽ ὀνύμαξεν, ἀλαθέα μαντίων θῶκον, [αντ. α]
ὦ παῖδες Ἁρμονίας,
ἔνθα καί νυν ἐπίνομον ἡρωΐδων
στρατὸν ὁμαγερέα καλεῖ συνίμεν,
9ὄφρα θέμιν ἱερὰν Πυθῶνά τε καὶ ὀρθοδίκαν
10 γᾶς ὀμφαλὸν κελαδήσετ᾽ ἄκρᾳ σὺν ἑσπέρᾳ

ἑπταπύλοισι Θήβαις [επωδ. α]
χάριν ἀγῶνί τε Κίρρας,
ἐν τῷ Θρασυδᾷος ἔμνασεν ἑστίαν
τρίτον ἔπι στέφανον πατρῴαν βαλών,
15 ἐν ἀφνεαῖς ἀρούραισι Πυλάδα
νικῶν ξένου Λάκωνος Ὀρέστα.

***

ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΡΑΣΥΔΑΙΟ ΤΟΝ ΘΗΒΑΙΟ, ΝΙΚΗΤΗ ΣΕ ΑΓΩΝΑ ΑΓΟΡΙΩΝ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΩΝ


Του Κάδμου κόρες, ω Σεμέλη εσύ, [στρ. α]που γειτονεύεις με του Ολύμπου τις θεές,κι ω Λευκοθέα Ινώ,συθάλαμη με τις Νεράιδες του γιαλού,πάρτε την αριστογέννα μάνα του Ηρακλή4κι ελάτε στη Μελία,μες στο άδυτο του θησαυρού με τα χρυσά τριπόδια,5που απ᾽ τους άλλους πιότερο τον τίμησε ο Λοξίας
και Ισμήνιο τον είπε, [αντ. α]τον θώκο των αλάθητων των μάντεων.Εκεί και τώρα σας καλεί ο θεός, της Αρμονίας ω κόρες,να συναχθείτε όλες μαζί, ο ντόπιος στρατός των ηρωίδων,9τη δίκαιη τάξη την ιερή να υμνήσετε και την Πυθώ10και τον δικαιοκρίτη ομφαλό της γης,την ώρα την εσπερινή,
τιμώντας την εφτάπυλη τη Θήβα [επωδ. α]και της Κίρρας τους αγώνες,εκεί που ο Θρασυδαίος τη μνήμη της εστίαςτης πατρικής ζωντάνεψε και τρίτο τής χάρισε στεφάνι,15σαν νίκησε στις εύφορες πεδιάδες του Πυλάδηπου τον Ορέστη τον Λάκωνα είχε για φίλο·

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΩΣ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ - H ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Επί δύο και πλέον χιλιετίες, και συγκεκριμένο από τον 4ο π.Χ. αιώνα ώς τον 17ο μ.Χ. αιώνα, ο Αριστοτέλης άσκησε μια χωρίς προηγούμενο και χωρίς ανάλογο κυριαρχική επίδραση στην ευρωπαϊκή επιστήμη και κοσμολογία. Το γεγονός αυτό δυσχεραίνει την αποτίμηση της σκέψης του, που έχει επανειλημμένα παρερμηνευθεί, καθώς δεν είναι πάντα εύκολο να γίνει διάκριση μεταξύ των θεωριών και των προβλημάτων που διατυπώθηκαν πράγματι από τον Αριστοτέλη και εκείνων που ανήκουν στους οπαδούς του - δηλαδή μεταξύ του ίδιου του Αριστοτέλη και του αριστοτελισμού. Έχει μεγάλη σημασία στην περίπτωση του να εξετάσουμε το έργο του πρώτα σε σχέση με τα σύγχρονα επιστημονικά προβλήματα και κατόπιν υπό το πρίσμα των δικών του απόψεων σχετικά με τους σκοπούς της έρευνας. Τα έργα του μας παρέχουν τις εκτενέστερες πληροφορίες που διαθέτουμε σχετικά με τις απόψεις ενός αρχαίου επιστήμονα για την αξία, τον σκοπό και τις μεθόδους της μελέτης της φύσης· και είναι γεγονός ότι ο Αριστοτέλης είναι εξίσου σημαντικός για τις ιδέες του γύρω από τα θέματα αυτά όσο και για τις επιμέρους θεωρίες και ανακαλύψεις του.
 
Η γνωσιολογία του Αριστοτέλη αναπτύσσεται στις λογικές πραγματείες που είναι συλλογικά γνωστές ως Ὄργανον και, πιο συγκεκριμένα, στα Ἀνα­λυτικά ὕστερα. Εδώ η «επιστήμη», ο αρχαιοελληνικός όρος που συνήθως σή- μαινε τη γνώση, αποκτά μια ακριβή, τεχνική σημασία. Ως «ἐπιστήμη» λοιπόν ορίζεται η γνώση «ότι η αιτία από την οποία εξαρτάται ένα γεγονός είναι αιτία του γεγονότος αυτού και ότι το γεγονός δεν μπορεί να υπάρξει διαφορετικά» (71b 10 κ. εξ.). Η γνώση αυτή παράγεται μέσω της «ἀποδείξεως», που είναι στην ουσία της ένα είδος συλλογισμού[1]. Ως συλλογισμός, η απόδειξη βασίζεται σε προτάσεις: οι προκείμενες προτάσεις, που αποτελούν την αφετηρία της απόδειξης, πρέπει να είναι αναπόδεικτες, αλλά παραδεκτές ως αληθείς. Ο Αριστοτέλης διακρίνει τρία είδη τέτοιων προτάσεων, (i) τα αξιώματα, (ii) τους ορισμούς και (iii) τις υποθέσεις. Τα αξιώματα είναι οι αρχές χωρίς τις οποίες δεν είναι δυνατή η παραγωγή συλλογισμών, όπως, π.χ., το αξίωμα ότι αν από ίσα αφαιρέσουμε ίσα η ισότητα δεν μεταβάλλεται, και αποτελούν το κοινό θεμέλιο όλων των επιστημών. Αλλά οι ορισμοί -δηλαδή οι προτάσεις που δηλώνουν τη σημασία των όρο)ν και οι υποθέσεις -οι παραδοχές της ύπαρξης ορισμένων πραγμάτων που αντιστοιχούν στους όρους αυτούς- είναι διαφορετικοί για κάθε επιστήμη, καθώς προσιδιάζουν στο αντικείμενο του εκάστοτε επιστημονικού τομέα. Στη γεωμετρία, π.χ., η σημασία και η ύπαρξη των σημείων και των γραμμών θεωρούνται δεδομένες, ενώ η ύπαρξη όλων των λοιπών -όπως είναι τα σχήματα που κατασκευάζονται από αυτές- πρέπει να αποδειχθεί.
 
Όταν ξέρουμε κάτι με την πλήρη έννοια του όρου. ξέρουμε επίσης ότι δεν μπορεί να είναι διαφορετικό από ό, τι είναι. Η γνώση αποδεικνύει συνδέσεις που είναι αναγκαίες, αιώνιες και «καθολικές», κατά μια ειδική έννοια την οποία διασαφηνίζει ο Αριστοτέλης. Υπάρχει «καθολική» σύνδεση μεταξύ υποκειμένου και κατηγορουμένου όταν (i) το κατηγορούμενο αληθεύει για κάθε επιμέρους περίπτωση του υποκειμένου και (ii) το υποκείμενο είναι η πιο ευρεία τάξη για την οποία αληθεύει το κατηγορούμενο. Το γεγονός ότι το άθροισμα των γωνιών ισούται με δύο ορθές γωνίες είναι «καθολικό» χαρακτηριστικό του τριγώνου, όχι όμως και του σχήματος ή του ισοσκελούς τριγώνου. Είναι προφανές ότι δεν αποτελεί «καθολικό» χαρακτηριστικό των σχημάτων, αφού αληθεύει για ορισμένα μόνον από αυτά. Αλλά δεν αποτελεί «καθολικό» χαρακτηριστικό, σύμφωνα με τον ορισμό, ούτε για τα ισοσκελή τρίγωνα, διότι ενώ ικανοποιεί την πρώτη συνθήκη δεν ικανοποιεί τη δεύτερη: αληθεύει για όλα τα ισοσκελή τρίγωνα, αλλά ισχύει και για τα μη ισοσκελή.*
 
Το Ὄργανον είναι σημαντικό για τη θεμελιώδη συμβολή του στην κατανόηση της δομής ενός αξιωματικού, παραγωγικού συστήματος. Ο Αριστοτέλης προχώρησε στη μελέτη των όρων της απόδειξης περισσότερο από οποιονδήποτε προγενέστερο συγγραφέα και ήταν ο πρώτος που επιχείρησε μια συστηματική ανάλυση του παραγωγικού συλλογισμού. Όπως και ο Πλάτων, αφ’ ενός πίστευε ότι η γνώση υπό τη στενή έννοια δεν επιδέχεται αμφισβήτηση και, αφ’ ετέρου, έκανε εκτεταμένη χρήση μαθηματικών παραδειγμάτων για να εξηγήσει την άποψη αυτή. Έτσι, στην ανάλυση της απόδειξης στο πρώτο βιβλίο των 'Αναλυτικών υστέρων όλα σχεδόν τα παραδείγματα προέρχονται - όπως είναι φυσικό είτε από τα ίδια τα μαθηματικά είτε από μαθηματικές επιστήμες, π.χ. από την οπτική, την αρμονική και την αστρονομία. Αντίθετα, στο 'Όργανον δεν ασχολείται. συγκριτικά, εκτενώς με την επαγωγή και στη μόνη διεξοδική ανάλυσή της (Ἀναλυτικά πρότερα Β 23) διατείνεται ότι μπορεί να αναχθεί σε ένα είδος συλλογισμού: αποδεικνύει ότι όταν η επαγωγή είναι τέλεια -δηλαδή όταν έχουν εξεταστεί όλες οι επιμέρους περιπτώσεις της τάξης που μας ενδιαφέρει- μπορεί να εκφραστεί υπό μορφήν συλλογισμού.
 
Στις λογικές πραγματείες του ο Αριστοτέλης αναλύει κυρίως τον παραγωγικό συλλογισμό και την απόδειξη. Ωστόσο, επισημαίνει, όπως και σε άλλα έργα του, τη διάκριση ανάμεσα στη μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιείται κα­τά την απόδειξη και στη μέθοδο που εφαρμόζεται κατά την ανακάλυψη ή κατά τη μάθηση. Στην πρώτη περίπτωση, αφετηρία είναι το «καθόλου» και εκείνο που είναι πιο κατανοητό, «γνωριμότερον», σε απόλυτο επίπεδο, ενώ στη διαδικασία της ανακάλυψης αφετηρία είναι εκείνο που είναι πιο κατανοητό σε μας, «ἡμῖν γνωριμότερον», δηλαδή, σε αδρές γραμμές τα «καθ’ ἕκαστα», τα άμεσα δεδομένα της εμπειρίας. Αμφότερες οι μέθοδοι είναι κατάλληλες για χρήση από τον φυσικό επιστήμονα και, πραγματικά, η δεύτερη είναι συχνά εξίσου σημαντική με την πρώτη. Κύρια αποστολή του «φυσικού» - όπως μαρτυρεί και η πρακτική του ίδιου του Αριστοτέλη πολλές φορές δεν είναι τόσο να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του υπό μορφήν συλλογισμών που δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι τα συμπεράσματα έχουν συναχθεί με έγκυρο τρόπο από τις προκείμενες, όσο να ανακαλύψει τα αίτια που αποτελούν τους μέσους όρους των συλλογισμών αυτών.
 
Στην πράξη, η μέθοδος που ακολουθεί ο Αριστοτέλης στα φυσικά συγγράμματά του είναι πολύπλοκη και η συλλογιστική διαδικασία δεν έχει τόσο κυρίαρχο ρόλο όσο θα περίμενε κανείς, με δεδομένη τη σημασία που της αποδίδεται στο Ὄργανον. Η πρακτική μέθοδός του διαφοροποιείται από επιστήμη σε επιστήμη και από πρόβλημα σε πρόβλημα, πρέπει όμως να αναφερθούμε συνοπτικά σε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά που επανέρχονται σταθερά. Αρχικά ορίζεται το αντικείμενο της ανάλυσης. Πράγματι, ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται το πρόβλημα έχει, πολλές φορές, ουσιαστική σημασία για τη θεωρία του Αριστοτέλη. Έτσι, όταν ο Σταγειρίτης θέτει το ζήτημα των θεμελιωδών συστατικών της ύλης, στο 2ο βιβλίο τού Περί γενέσεως καί φθοράς, δηλώνει ότι η ερευνά του στοχεύει στην εύρεση των αρχών του αισθητού σώματος και συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι οι αρχές αυτές είναι τα δύο ζεύγη αντίθετων ποιοτήτων, το θερμό/ψυχρό και το ξηρό/υγρό (βλέπε παρακάτω σελ. 108 κ. εξ.). Απορρίπτει πάραυτα το είδος φυσικής θεωρίας που υποστήριζαν οι ατομικοί και ο Πλάτων και σύμφωνα με το οποίο οι διαφορές μεταξύ των ουσιών ανάγονται τελικά σε ποσοτικές, μαθηματικές διαφορές· και μία από τις βασικές αντιρρήσεις του έναντι των θεωριών αυτού του είδους είναι ότι σφάλλουν ως προς τη φύση του προβλήματος, που ανήκει στη σφαίρα της φυσικής και όχι των μαθηματικών: οι αρχές του αισθητού σώματος πρέπει και αυτές να είναι αισθητές αντίθετες ποιότητες.
 
Κατά τη διατύπωση των προβλημάτων, ο Αριστοτέλης αρχίζει συνήθως εκθέτοντας τις δυσκολίες («απορίας») που παρουσιάζουν οι απόψεις άλλων στοχαστών ή οι επικρατούσες αντιλήψεις γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα («ἔνδοξα»). Αυτό τον οδηγεί στην, ενίοτε επί μακρόν, εξέταση των θεωριών που είχαν διατυπωθεί από προγενέστερους στοχαστές. Οι επισκοπήσεις αυτές, που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα τόσων αριστοτελικών έργων, δεν επιχειρούνται για ιστορικούς μόνο λόγους, δηλαδή για να παράσχουν μια ακριβή και εξαντλητική έκθεση των απόψεων των προγενεστέρων του: βασική επιδίωξη του Αριστοτέλη είναι πάντοτε η λύση ουσιαστικών προβλημάτων και οι παλαιότερες θεωρίες περιγράφονται με στόχο να διευκολυνθεί η διατύπωση των δυσκολιών που πρέπει να αντιμετωπιστούν.
 
Αφού αναφερθούν οι δυσκολίες και δοθεί το περίγραμμα των κυρίαρχων απόψεων, ο Αριστοτέλης αναπτύσσει τη δική του λύση. Η φύση της επιχειρηματολογίας του ποικίλλει ανάλογα με το είδος του προβλήματος που τον απασχολεί, αλλά σε γενικές γραμμές τα επιχειρήματά του είναι κατά βάση δύο ειδών: (i) τα διαλεκτικά και (ii) τα εμπειρικά, ή «λόγοι» και «ἔργα», αντίστοιχα - για να χρησιμοποιήσουμε τη συνήθη αριστοτελική ορολογία-, διάκριση που επισημαίνεται επανειλημμένα και από τον ίδιο. Στην πρώτη περίπτωση περιλαμβάνονται τα απορριπτικά επιχειρήματα με τα οποία καταρρίπτει την άποψη του αντιπάλου αναλύοντάς την σε ένα πρόβλημα με δύο σκέλη ή διά της εις άτοπον απαγωγής. Όσον αφορά τη σύνθεση, αρχίζει την ανάλυση πολλών προβλημάτων παραθέτοντας όλες τις θεωρητικώς δυνατές εναλλακτικές λύσεις και στη συνέχεια φτάνει στην πιο αποτελεσματική λύση μέσω μιας διαδικασίας αποκλεισμού. Συχνά, όταν το εξεταζόμενο πρόβλημα έχει από μόνο του τη μορφή διλήμματος, υποδεικνύει μια διέξοδο εισάγοντας μια διάκριση. Ο προσεκτικός ορισμός των κύριων όρων και η ανάλυση των διαφορετικών σημασιών τους αποτελούν σημαντικό γνώρισμα της επιχειρηματολογίες τεχνικής του Αριστοτέλη στη φυσική, όπως και στις άλλες επιστήμες. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα περιλαμβάνεται στην ανάλυση του προβλήματος της μεταβολής. Εδώ το πρόβλημα είχε ως εξής: πώς μπορεί να γεννηθεί οτιδήποτε, αφού δεν μπορεί να γεννηθεί από το μη ον (διότι αυτό δεν υπάρχει καθόλου) ούτε από το ον (διότι τότε υπάρχει ήδη και δεν γεννιέται). Ένα επιχείρημα που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης βασίζεται στη διάκριση μεταξύ του δυνητικού («δυνάμει») και του πραγματικού («ἐνεργείᾳ»), Υποστηρίζει ότι ένα πράγμα μπορεί να γεννηθεί από κάτι που κατά μία έννοια είναι, αλλά κατά μία άλλη έννοια δεν είναι αυτό στο οποίο τελικά θα εξελιχθεί. Ο σπόρος, π.χ.. κατά μία έννοια είναι δένδρο -είναι δυνητικά δένδρο- ενώ, βέβαια, κατά μία άλλη έννοια δεν είναι, δεν είναι πραγματικά δένδρο.
 
Εκτός από τα αφηρημένα, διαλεκτικά επιχειρήματα, ο Αριστοτέλης επικαλείται συχνά τα γεγονότα, τα δεδομένα ή τα φαινόμενα («ἔργα», «ὑπάρχοντα» και «φαινόμενα», αντιστοίχως), όρους που απαιτούν μεγάλη προσοχή στην ερμηνεία τους. Αν αναλύσουμε τί θεωρεί ως αποδεικτικά στοιχεία στις περιπτώσεις αυτές, διαπιστώνουμε ότι περιλαμβάνουν πολύ περισσότερα από αυτά που θα ονομάζαμε εμπειρικά δεδομένα. Έτσι, ο όρος «φαινόμενα» καλύπτει όχι μόνον τα φαινόμενα με τη σύγχρονη σημασία τους αλλά και τις επικρατούσες απόψεις ή εκείνο που λέγεται ή πιστεύεται συνήθως σε σχέση με ένα θέμα - ως παράγωγο του φαίνεσθαι (= θεωρείται, νομίζεται, πιστεύεται). Από την άλλη πλευρά, οι όροι αυτοί μπορεί να παραπέμπουν σε εμπειρικά δεδομένα, όπως είναι τα στοιχεία που συνέλεξε ο ίδιος ο φιλόσοφος στις εκτεταμένες έρευνές του, μεταξύ άλλων στον τομέα των βιολογικών επιστημών.
 
Οι γενικές απόψεις του Αριστοτέλη σχετικά με τη σπουδαιότητα και την αξία της μελέτης της φύσης αναδύονται μέσα από την πραγμάτευση του ενάρετου βίου στο 10ο βιβλίο των ’Ηθικών Νικομαχείων. Εκεί ο φιλόσοφος επισημαίνει ότι η ανώτερη ικανότητα που κατέχει ο άνθρωπος είναι η λογική, ο «νους», και, συνεπώς, το ιδεώδες στο οποίο είναι σε θέση να προσβλέπει είναι η «θεωρία», ο θεωρητικός βίος, που περιλαμβάνει όχι μόνο την «πρώτη φιλοσοφία» (δηλαδή τη μεταφυσική) και τα μαθηματικά αλλά και τη «δεύτερη φιλοσοφία» ή «φυσική»: η τελευταία ορίζεται ως μελέτη των φυσικών αντικειμένων που έχουν «ἐν ἑαυτοῖς» ικανότητα μεταβολής ή κίνησης και, συνεπώς, περιλαμβάνει όχι μόνο επιστήμες, όπως είναι η φυσική, η χημεία και η μηχανική, αλλά και τους διάφορους κλάδους της βιολογίας.
 
Αλλά, εκτός από τα χωρία στα ’Ηθικά και σε άλλα έργα του, στα οποία επαινεί γενικώς τον έλλογο βίο, ένα εκτεταμένο απόσπασμα στο πρώτο βιβλίο τού Περί ζώων μορίων είναι αποκαλυπτικότατο τόσο για τους σκοπούς όσο και για τις μεθόδους ενός από τους σημαντικότερους κλάδους της μελέτης της φύσης, συγκεκριμένα της ζωολογίας. Στο κεφάλαιο 5 ο Αριστοτέλης εξηγεί πώς και γιατί είναι απαραίτητη η μελέτη τ(ον ζώων. Υιοθετεί αμυντική στάση, αναμένοντας και αντικρούοντας τις επικρίσεις των συγχρόνων του: οι Πλατωνικοί, ιδιαίτερα, είναι βέβαιο ότι σκανδαλίστηκαν από τις απόψεις του σχετικά με την αξία της παρατήρησης και τη σημασία που απέδιδε στη μελέτη των επιμέρους πραγμάτων (των «καθ’ έκαστων») που ανήκουν στον γεννημένο κόσμο. Επίσης, ο Αριστοτέλης επιμένει ότι η παρατήρηση των εξωτερικών μερών των ζώων δεν είναι αρκετή και πρέπει να συμπληρώνεται από την ανατομική εξέταση. Παραδέχεται (645a 28 κ. εξ.) ότι «δεν μπορούμε να αντικρίσουμε τα στοιχεία που αποτελούν το ανθρώπινο σο'ιμα, ήτοι το αίμα, τη σάρκα, τα οστά, τα αγγεία και τα όμοια, χωρίς να αισθανθούμε μεγάλη αποστροφή», αλ­λά υποστηρίζει (644b 29 κ. εξ.) ότι «όποιος είναι πρόθυμος να μπει στον κόπο» μπορεί να διδαχθεί πολλά για τα διάφορα είδη ζώων και φυτών.
 
Η μέθοδος που υιοθετεί ο Αριστοτέλης δεν περιορίζεται στην παρατήρηση αλλά περιλαμβάνει και την έρευνα που έχει συγκεκριμένο σκοπό- ωστόσο, δεν υποστηρίζει την «καθαρή» έρευνα ως αυτοσκοπό. Σκοπός της μελέτης είναι η αποκάλυψη των αιτίων των πραγμάτων:
 
Γιατί ακόμη και σε εκείνα τα [ζωικά] είδη που δεν είναι ελκυστικά στις αισθήσεις, η φύση που τα δημιούργησε προσφέρει ανεπανάληπτες ηδονές σε εκείνους που μπορούν να διακρίνουν τις αιτίες των πραγμάτων και που έχουν φυσική κλίση στη φιλοσοφία (645a 7 κ. εξ.).
 
Επίσης:
 
Πρέπει να προσεγγίζουμε την έρευνα όλων των ζώων χωρίς αποστροφή, γιατί το καθένα εμπεριέχει κάτι από τη Φύση και την Ομορφιά. Γιατί στα έργα της φύσης απουσιάζει κάθε στοιχείο τυχαίου και κυριαρχεί στον μέγιστο βαθμό η εξυπηρέτηση κάποιων σκοπών. Και ο σκοπός, για τον οποίο έχει συσταθεί ή δημιουργηθεί ένα πράγμα, είναι ίδιον της ομορφιάς (645a 21 κ. εξ.).
 
Σκοπός και λόγος ύπαρξης της φυσικής επιστήμης είναι να αποκαλύψει τα αίτια που προκαλούν τα φαινόμενα· και για να κατανοήσουμε την αριστοτελική άποψη περί «φυσικής» είναι πολύ βασικό να διευκρινίσουμε την έννοια του «αιτίου». Ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι για την περιγραφή των αντικειμένων ή γεγονότων, φυσικών ή τεχνητών, πρέπει να εξετάζονται τέσσερεις παράγοντες. Για την περιγραφή ενός τραπεζιού, π.χ.. πρέπει να καθοριστεί (ί) η ύλη του - διότι το τραπέζι είναι κατασκευασμένο από κάποιο υλικό, συνήθως ξύλο - (ii) η μορφή του - διότι το τραπέζι δεν είναι ένας άμορφος όγκος ξύλου, αλλά ξύλο με συγκεκριμένο σχήμα· (iii) το ποιητικό αίτιό του - διότι το τραπέζι κατασκευάστηκε από κάποιον, τον ξυλουργό· (iv) το τελικό αίτιό του - διότι όταν ο ξυλουργός κατασκεύασε το τραπέζι, το έκανε με συγκεκριμένο σκοπό, να δημιουργήσει μια επίπεδη επιφάνεια με κάποιο ύψος, πάνω στην οποία μπορεί κανείς να γράψει ή να φάει. Με ανάλογο τρόπο αναλύονται και τα φυσικά φαινόμενα. Ας θεωρήσουμε την αναπαραγωγή ενός ζωικού είδους, π.χ. του ανθρώπου. Κατά τον Αριστοτέλη, η ύλη προέρχεται από τον θηλυκό γεννήτορα, τη μητέρα. Η μορφή είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου και αυτό που τον ξεχωρίζει από τα άλλα ζώα: σύμφωνα με τον συνήθη ορισμό του Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι έλλογο δίποδο ζώο. Το ποιητικό αίτιο προέρχεται από τον αρσενικό γεννήτορα, τον πατέρα, και το τελικό αίτιο είναι ο σκοπός τον οποίο υπηρετεί η διαδικασία, ο τέλειος, ώριμος άνθρωπος στον οποίο θα εξελιχθεί το παιδί.
 
Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η αριστοτέλεια έννοια του «αιτίου» είναι πολύ ευρύτερη από τη δική μας. Από τους τέσσερεις παράγοντες που χαρακτηρίζονται ως αίτια στις δύο σφαίρες της φύσης και της τεχνικής, μόνον το ποιητικό και, ενίοτε, το τελικό αίτιο μπορούν να θεωρηθούν αίτια με την καθαυτό σημασία της λέξης και, ως εξ αυτού, η αριστοτέλεια «φυσική» είναι κάτι πολύ ευρύτερο από μια πραγμάτευση της μηχανικής αιτιότητας. Αλλά, ενώ ο Αριστοτέλης εφαρμόζει την ίδια ανάλυση της αιτιότητας τόσο στα φυσικά πράγματα όσο και στα τεχνουργήματα, δέχεται ορισμένες διαφορές στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η εφαρμογή της στα δύο αυτά πεδία. Η σημαντικότερη από τις διαφορές αυτές έχει να κάνει με το τελικό αίτιο, καθώς, ενώ στην τεχνητή δημιουργία αυτό προέρχεται από τη συνειδητή σκόπιμη δράση του τεχνουργού ή του καλλιτέχνη, ο Αριστοτέλης δεν δέχεται την ύπαρξη συνειδητού σκοπού στη φύση. Η φύση δεν ενεργεί προμελετημένα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι φυσικές διεργασίες δεν υπηρετούν κάποιους τελικούς σκοπούς («τέλη»). Ασφαλώς και υπηρετούν, απλώς οι σκοποί αυτοί ενυπάρχουν στα ίδια τα αντικείμενα, στο ζωντανό και αναπτυσσόμενο ζώο ή φυτό. Έτσι, το παιδί αναπτύσσεται «φύσει» σε ώριμο άνθρωπο. Ο σπόρος αναπτύσσεται «φύσει» σε δένδρο. Είναι αλήθεια ότι μπορεί να μεσολαβήσουν πράγματα που να εμποδίσουν μια τέτοια εξέλιξη· και αυτό το αναγνωρίζει ο Αριστοτέλης όταν δηλώνει ότι οι φυσικές διεργασίες πραγματώνονται «αἰεί ἤ ἐπί τό πολύ». Αλλά ακόμη και αν οι σκοποί της φύσης δεν πραγματώνονται πάντοτε, ως απόλυτος κανόνας, είναι βέβαιος ότι αυτό συμβαίνει στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων τα φυσικά είδη αναπαράγονται ανάλογα με το είδος- τα νεαρά άτομα αναπτύσσονται σε ώριμα δείγματα του είδους τους· ακόμη και τα άψυχα στοιχεία, όπως είναι η γη ή η φωτιά, χαρακτηρίζονται από κανονικότητα καθώς κινούνται πάντοτε καθοδικά ή ανοδικά, αντιστοίχως, όταν δεν παρεμβάλλεται κάποιο εμπόδιο στην κίνησή τους. Η φύση ως σύνολο δεν λειτουργεί τυχαία ή μάταια, αλλά χαρακτηρίζεται από τάξη και κανονικότητα· και κυρίως αυτή η τάξη και η κανονικότητα ενέπνευσαν στον Αριστοτέλη την ιδέα των τελικών σκοπών στους οποίους υποτάσσονται οι φυσικές διεργασίες.
 
Η αριστοτέλεια τελεολογία έχει, επομένως, ορισμένα ευδιάκριτα χαρακτηριστικά. Πρώτον, ο Αριστοτέλης δηλώνει ρητά ότι δεν πιστεύει στην ύπαρξη ενός θείου νου που ελέγχει έξωθεν τις φυσικές μεταβολές. Δεύτερον, παραδέχεται ότι υπάρχουν εξαιρέσεις στον γενικό κανόνα ότι η φύση πραγματώνει τους σκοπούς της. Τρίτον, η μελέτη των σκοπών των φυσικών διεργασιών έρχεται να συμπληρώσει, και όχι να αποκλείσει, τη μελέτη των άλλων αιτίων, του υλικού, του ουσιαστικού και του ποιητικού. Ο Αριστοτέλης ερευνά όχι μόνο για ποιον λόγο, «ἕνεκα τίνος», συντελείται μια φυσική διεργασία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο συντελείται, συμπεριλαμβανομένου αυτού που θα ονομάζαμε μηχανική αιτιότητα. Τέταρτον, το ενδιαφέρον του για τα τελικά αίτια αποτελεί ένα ιδιαίτερα κυρίαρχο χαρακτηριστικό της βιολογίας του και εδώ η μελέτη των σκοπών ταυτίζεται πολλές φορές με τη μελέτη της λειτουργίας: στο πλαίσιο αυτό, το ουσιαστικό και το τελικό αίτιό του αντιστοιχούν, πολύ συχνά, στη δομή και στη λειτουργία του μέρους ή του οργάνου.
 
Δεν θα ήταν δυνατόν εδώ να επιχειρηθεί τίποτε περισσότερο από μια πολύ συνοπτική έκθεση των βασικών φυσικών και βιολογικών θεωριών του Αριστοτέλη. Εκ πρώτης όψεως, η θεωρία του για τα έσχατα συστατικά της ύλης φαίνεται απογοητευτικά οπισθοδρομική. Μετά τις ποσοτικές, μαθηματικές θεωρίες των ατομικών και του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης επιστρέφει σε μια ποιοτική θεωρία. Όλες οι ουσίες θεωρούνται συνθέσεις των τεσσάρων απλών σωμάτων, της γης, του νερού, του αέρα και της φωτιάς, και κάθε απλό σώμα ανάγεται με τη σειρά του σε έναν συνδυασμό δύο εκ των τεσσάρων πρωταρχικών αντιθέτων: η γη είναι ψυχρή και ξηρή, το νερό ψυχρό και υγρό, ο αέρας θερμός και υγρός και η φωτιά θερμή και ξηρή· πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι οι αρχαιοελληνικές σημασίες των λέξεων «ὑγρόν» και «ξηρόν» είναι ευρύτερες από τις σύγχρονες σημασίες τους, καθώς το «ὑγρόν» αναφερόταν και σε υγρά και σε αέρια και το «ξηρόν», περιελάμβανε κυρίως, αλλά όχι μόνο, στερεά σώματα.
 
Η θεωρία αυτή αντλεί πολλά στοιχεία από προγενέστερες θεωρίες, αλλά τί ήταν εκείνο που ώθησε τον Αριστοτέλη στη διατύπωσή της; Το πρόβλημα, όπως δηλώνει ο Σταγειρίτης στο Περί γενέσεως καί φθορᾶς (329b 7 κ. εξ.), είναι η εύρεση «των αρχών του αισθητού σώματος, δηλαδή του υλικού σώματος». Κάθε υπόσταση μιας υλικής ποιότητας τοποθετείται σε ένα συγκεκριμένο σημείο μιας διαβαθμισμένης κλίμακας και, έτσι, η ποιότητα καθ’ εαυτήν μπορεί να αναλυθεί σε συνάρτηση με ένα ζεύγος αντιθέτων, π.χ. το σκληρό και το μαλακό, το τραχύ και το λείο. το χονδροειδές και το λεπτό. Αλλά κάποιες από αυτές τις αντίθετες ποιότητες μπορεί να παράγονται από άλλες ή να ανάγονται σε άλλες, π.χ. το σκληρό και το μαλακό μπορούν να θεωρηθούν ως μετασχηματισμοί του ξηρού και του υγρού, αντίστοιχα. Ο ελάχιστος αριθμός αντίθετων ζευγών από τα οποία μπορούν να παραχθούν όλες οι υλικές ποιότητες είναι δύο, το θερμό-ψυχρό και το ξηρό-υγρό. και οι τέσσερεις δυνατοί συνδυασμοί των δύο αυτών ζευγών δίνουν τα τέσσερα απλά σώματα., τη γη, το νερό, τον αέρα και τη φωτιά.
 
Κατά τον Αριστοτέλη, το πρόβλημα συνίσταται στην εξήγηση των αισθητών ποιοτήτων των φυσικών αντικειμένων και ο τρόπος με τον οποίο έθεσε το ζήτημα τον υποχρέωσε να υιοθετήσει μια ποιοτική θεωρία. Το να εισηγηθεί στη συνέχεια ότι οι ποιότητες αυτές προέρχονται από πιο θεμελιώδεις ποσοτικές διαφορές θα ισοδυναμούσε, κατά την άποψή του, με εσφαλμένη απάντηση στο πρόβλημα, ουσιαστικά με παρερμηνεία της ίδιας της φύσης του προβλήματος. Εξ άλλου, παρ’ όλο που ο ατομισμός έμελλε να αποδειχθεί πιο γόνιμος από οποιαδήποτε ποιοτική θεωρία της ύλης, σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο η θεωρία του Αριστοτέλη μπορεί πράγματι να φαινόταν πιο πρόσφορη. Το βέβαιο είναι ότι η θεωρία του για τα θεμελιώδη συστατικά της ύλης και για τις μεταβολές που υφίστανται τα απλά σώματα συμβάδιζαν περισσότερο με τα εμπειρικά δεδομένα. Είναι προφανές ότι σε κάθε φυσικό αντικείμενο μπορεί να αποδοθεί η ιδιότητα του θερμού ή ψυχρού και του ξηρού ή υγρού, ενώ, αντίθετα, ο συσχετισμός των φυσικών ιδιοτήτων των ουσιών με γεωμετρικά σχήματα πρέπει να φαινόταν πολύ πιο αυθαίρετος. Επίσης, ο Αριστοτέλης ήταν σε θέση να δώσει και έδωσε, πράγματι, αληθοφανείς ερμηνείες των μεταβολών που υφίστανται η γη, το νερό, ο αέρας και η φωτιά. Ας δούμε, π.χ., τί συμβαίνει όταν το νερό εξατμίζεται ή βράζει και γίνεται, κατά την άποψη των αρχαίων Ελλήνων, «αέρας». Ο Αριστοτέλης εξήγησε το φαινόμενο αυτό ως «μετάβασιν» από το ψυχρό και υγρό στο θερμό και υγρό, δηλαδή ως μεταβολή του ψυχρού σε θερμό. Το αντίστροφο φαινόμενο, δηλαδή η εκ νέου συμπύκνωση του «αέρα» σε νερό, εξηγούνταν ως αντικατάσταση του θερμού από το ψυχρό· και στην περίπτωση αυτή. η θεωρία του εξηγούσε τα φαινόμενα με πιο άμεσο τρόπο από οποιαδήποτε μαθηματική εξήγηση των μεταβολών αυτών.
 
Δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι η θεωρία του Αριστοτέλη είχε μεγαλύτερη απήχηση στην αρχαιότητα από ό, τι οι σημαντικότερες ανταγωνιστικές της θεωρίες. Ιδιαίτερα πλεονεκτούσε έναντι των διαφόρων εκδοχών του ατομισμού ως υπόθεση εργασίας στην έρευνα για τη σύσταση των φυσικών ουσιών. Φαίνεται ότι ο Αριστοτέλης επιδόθηκε σε σχετικές μελέτες. Στο 4ο βιβλίο των Μετεωρολογικών πραγματεύεται σε αρκετή έκταση τις φυσικές ιδιότητες διαφόρων φυσικών ουσιών. Εξετάζει, π.χ., ποιες ουσίες είναι εύφλεκτες, ποιες άφλεκτες, ποιες είναι εύτηκτες, ποιες στερεοποιούνται, ποιες είναι διαλυτές στο νερό ή σε άλλα υγρά, κ.ο.κ. Κατατάσσει αδρομερώς τις φυσικές ουσίες ανάλογα με το απλό σώμα που επικρατεί στην κάθε μία, θεωρώντας, π.χ., ότι οι ουσίες που στερεοποιούνται στο κρύο. αλλά διαλύονται στη φωτιά, αποτελούνται κυρίως από νερό. ενώ σε όσες στερεοποιούνται με τη φωτιά υπερισχύει η γη. Τα συμπεράσματα που συνήγαγε είναι, όπως φαίνεται από τα παραδείγματα, αφελή και δεν επιχείρησε καν να εκτιμήσει με ακρίβεια τις αναλογίες των απλών σωμάτων στα διάφορα εξεταζόμενα σύνθετα σώματα. Παρά ταύτα, το 4ο βιβλίο των Μετεωρολογικών υπήρξε η πρώτη σημαντική προσπάθεια, στην αρχαιότητα, να αρχίσει το απίστευτα πολύπλοκο εγχείρημα της συλλογής και ταξινόμησης των πληροφοριών σχετικά με τις φυσικές ιδιότητες των φυσικών ουσιών και τις αντιδράσεις τους σε ορισμένες απλές δοκιμασίες.
 
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τα υλικά από τα οποία συντίθεται ό, τι υπάρχει πάνω στη Γη είναι η γη, το νερό, ο αέρας και η φωτιά, ενώ τα ουράνια σώματα αποτελούνται από μια πολύ διαφορετική ουσία, ένα πέμπτο στοιχείο, τον «αιθέρα». Η θεωρία αυτή υπήρξε αντικείμενο περιφρόνησης και χλευασμού ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη επίδοξη επιστημονική θεωρία από την αρχαιότητα και για αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοήσουμε τί ώθησε τον Αριστοτέλη στη διατύπωσή της. Το πρόβλημα, όπως το έθετε, ήταν η εξήγηση των αιώνιων, αμετάβλητων, κυκλικών κινήσεων των ουράνιων σωμάτων. Θεωρούσε ότι το αμετάβλητο των κινήσεων τους είχε θεμελιωθεί μέσω της παρατήρησης. Υποστηρίζει ότι είχε υπ' όψιν του το έργο των Αιγυπτίων, των Βαβυλωνίων, αλλά και των Ελλήνων αστρονόμων και επισημαίνει ότι δεν είχε αναφερθεί ποτέ μεταβολή στον εξώτατο ουρανό, τον «πρῶτον οὐρανόν», ή σε ένα μέρος του. Πίστευε ότι οι αλλαγές στις θέσεις των απλανών αστέρων χαρακτηρίζονταν από κανονικότητα και ότι οι φαινομενικά ακανόνιστες τροχιές των πλανητών -όπως είδαμε στο κεφάλαιο 7 μπορούσαν να αναχθούν σε συνδυασμούς κανονικών, κυκλικών κινήσεων.
 
Αλλά πώς εξηγούνταν αυτό το θεωρούμενο ως δεδομένο γεγονός των αιώνιων, αμετάβλητων κινήσεων των ουράνιων σωμάτων; Η φυσική κίνηση των τεσσάρων γήινων στοιχείων είναι είτε ανοδική είτε καθοδική, από ή προς το κέντρο της Γης: η φωτιά και ο αέρας τείνουν από τη φύση τους να υψώνονται, ενώ το νερό και η γη τείνουν από τη φύση τους να πέφτουν, εφόσον δεν παρεμβάλλεται εμπόδιο στην κίνησή τους. Μπορούν, ασφαλώς, να κινηθούν και προς άλλες κατευθύνσεις, όταν, π.χ., ένα βαρύ αντικείμενο, όπως είναι μια πέτρα, εκσφενδονίζεται στον αέρα: μια τέτοια κίνηση, όμως, δεν είναι φυσική αλλά εξαναγκασμένη: προϋποθέτει μια κινούσα δύναμη, σε αντίθεση με τη φυσική κίνηση μιας φλόγας που υψώνεται ή ενός βαρέος αντικειμένου που πέφτει. Αλλά η κυκλική κίνηση των ουράνιων σωμάτων, καθώς είναι αιώνια, δεν μπορεί να οφείλεται σε εξωτερικό εξαναγκασμό. Πρέπει, συνεπώς, να είναι φυσική. Αλλά, ένα αντικείμενο που κινείται από τη φύση του κυκλικά δεν μπορεί, κατά τον Αριστοτέλη, να είναι ένα από τα γήινα στοιχεία ή μια σύνθεση αυτών. Οι φυσικές κινήσεις των πραγμάτων είναι προς τα επάνω ή προς τα κάτω και η κυκλική κίνηση, όπως όταν περιστρέφει κανείς μια πέτρα δεμένη με ένα σχοινί, είναι, εν μέρει τουλάχιστον, εξαναγκασμένη. Επομένως, πρέπει να υπάρχει κάτι, ένα πέμπτο στοιχείο, που κινείται από τη φύση του και διαρκώς σε κύκλο.
 
Αλλά, αν αυτό ήταν το βασικό θεωρητικό επιχείρημα που τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να υπάρχει ένα πέμπτο στοιχείο, υπήρξαν και άλλοι παράγοντες, ορισμένοι εξ αυτών εμπειρικοί, που επηρέασαν τη θεωρία του. Ο Αριστοτέλης αντιλαμβανόταν ώς έναν βαθμό την τεράστια απόσταση των ουράνιων σωμάτων από τη Γη και την αχανή έκταση του ουρανού σε σύγκριση με τη μάζα της Γης και την ατμόσφαιρα που την περιβάλλει. Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε για να θεμελιώσει τη θεωρία τού πέμπτου στοιχείου ήταν ότι αν ο αέρας ή η φωτιά, π.χ., ήταν το συστατικό στοιχείο του απέραντου διαστήματος μεταξύ της Γης και των απώτατων αστέρων, η Γη θα είχε προ πολλού καταστραφεί. Καθένα από τα τέσσερα γήινα στοιχεία είναι θερμό ή ψυχρό και ξηρό ή υγρό και για να εξακολουθούν να υπάρχουν πρέπει να βρίσκονται σε κατάσταση σχετικής ισορροπίας. Επομένως, ο αχανής χώρος του ουρανού πρέπει να καταλαμβάνεται από ένα άλλο στοιχείο που δεν χαρακτηρίζεται από αυτές τις αντίθετες ποιότητες, αφού, διαφορετικά, τα γήινα στοιχεία θα καταστρέφονταν.
 
Ο ίδιος ο Αριστοτέλης επισημαίνει ότι η θεωρία του για το πέμπτο στοιχείο απηχεί παραδοσιακές ελληνικές θρησκευτικές δοξασίες για τον θείο χαρακτήρα του ουρανού. Αλλά, πέρα από τις ενδεχόμενες θρησκευτικές επιδράσεις, η εν λόγω θεωρία ήταν μια προσπάθεια επίλυσης ενός σοβαρού προβλήματος της φυσικής, συγκεκριμένα της συνεχούς κυκλικής κίνησης των ουράνιων σωμάτων και τα θεωρητικά επιχειρήματα και εμπειρικά στοιχεία που προσκομίστηκαν για τη θεμελίωσή της δεν είναι διόλου αμελητέα. Εν τούτοις, άφηνε και πολλά προβλήματα ανεπίλυτα.
 
Εν πρώτοις, δεν έδινε καμία εξήγηση για το σημείο ένωσης μεταξύ του ουράνιου και του γήινου χώρου. Στην περιοχή της σφαίρας επάνω στην οποία είναι προσαρτημένη η Σελήνη ή λίγο πιο κάτω, τα γήινα στοιχεία δίνουν τη θέση τους στο πέμπτο στοιχείο, τον «αιθέρα». Ο «αἰθήρ» χαρακτηρίζεται από μια τελείως διαφορετική φυσική κίνηση και δεν είναι ούτε θερμός ή ψυχρός ούτε υγρός ή ξηρός· πρέπει όμως με κάποιον τρόπο να μεταδίδει την κίνηση στα γήινα στοιχεία και, μάλιστα, χωρίς ο ίδιος να επηρεάζεται με κανέναν τρόπο από αυτά. Δεύτερον, πώς μπορούν τα ουράνια σώματα να εκπέμπουν φως και, στην περίπτωση του Ηλίου, θερμότητα, όταν - εφόσον αποτελούνται από «αἰθέρα» - τα ίδια δεν μπορούν να είναι φορείς θερμότητας; Εδώ ο Αριστοτέλης επιχείρησε να δώσει μια εξήγηση υποστηρίζοντας ότι το φως και η θερμότητα παράγονται από την τριβή των κινήσεών τους, χωρίς τα ίδια να θερμαίνονται. Ένα τρίτο προβληματικό σημείο της θεωρίας του αφορά τη θέση του Ηλίου. Είδαμε (σελ. 95 κ. εξ.) ότι, κατά τη μετατροπή του μοντέλου των ομόκεντρων σφαιρών του Ευδόξου από αμιγώς γεωμετρικό σε μηχανικό σύστημα, ο Αριστοτέλης όρισε αξιωματικά την ύπαρξη ορισμένων σφαιρών με ανάδρομη κίνηση, σκοπός των οποίων ήταν η εξουδετέρωση των κινήσεων του αμέσως εξώτερου ουράνιου σώματος. Ωστόσο, θεωρούσε ότι δεν είναι το εσώτατο ουράνιο σώμα, δηλαδή η Σελήνη, αλλά το δεύτερο εσώτερο, ο Ήλιος, αυτό που προκαλεί τις μεταβολές στον γήινο χώρο, και ιδίως τις διαφορές θερμοκρασίας που συνδέονται με την εναλλαγή των εποχών. Αλλά, αναρωτιέται κανείς, πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό όταν οι κινήσεις του Ηλίου εξουδετερώνονται από τις ανάδρομες σφαίρες που βρίσκονται μεταξύ αυτού και της Σελήνης;
 
Υπάρχουν, λοιπόν, σοβαρά προβλήματα που άφηνε αναπάντητα η θεωρία του Αριστοτέλη για τη σχέση ανάμεσα στα ουράνια σώματα και στον γήινο χώρο. Ωστόσο, αν και ο ίδιος γνώριζε ορισμένες, τουλάχιστον, από τις δυσκολίες αυτές, δεν τροποποίησε τη θεωρία του σε κανένα βασικό σημείο της. Είναι προφανές ότι στον Ήλιο οφείλεται η εναλλαγή των εποχών πάνω στη Γη, όπως και ότι τα ουράνια σώματα, συνολικά, εκπέμπουν φως. Συνεπώς, παρ’ όλο που αποτελούνταν από «αιθέρα», τα εξώτερα ουράνια σώματα επηρέαζαν, με κάποιον τρόπο, τον γήινο χώρο. Πάντως, η θεωρία του «αἰθέρος» δεν θα είχε εγκαταλειφθεί αν δεν άφηνε ανεπίλυτο ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα, την εξήγηση της συνεχούς κυκλικής κίνησής τους.
 
Προβλήματα παρουσίαζε επίσης η θεωρία του Αριστοτέλη για την κίνηση της Γης, ένα άλλο πεδίο της φυσικής του το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση και δέχθηκε οξεία κριτική. Και εδώ η αριστοτέλεια αντίληψη πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τον προγενέστερο στοχασμό. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι πριν από τον Αριστοτέλη η έννοια της δυναμικής δεν υπήρχε πουθενά στην αρχαία ελληνική επιστήμη. Οι Προσωκρατικοί παραπέμπουν, σε διάφορες περιπτώσεις, στην αρχή «τῷ ὁμοίῳ τό ὅμοιον», αλλά η γενικότητα αυτή καλύπτει μια μεγάλη ποικιλία φαινομένων. Η δράση των βαρυτικών δυνάμεων μπορεί να είναι ένα από αυτά. όταν, π.χ., ένα βαρύ αντικείμενο, όπως εί­ναι ένας σβώλος χώματος, «αναζητεί το όμοιό του» τείνοντας προς τα κάτω, αλλά το ίδιο μπορεί να ισχύει και για τη συμπεριφορά των αγελαίων ζώων, την οποία είχε χρησιμοποιήσει και ο Δημόκριτος ως παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο τα όμοια προσελκύονται και αναγνωρίζονται (απόσπασμα 164). Τα κείμενα του Αριστοτέλη παρέχουν, επομένως, τις πρώτες γενικές αποφάνσεις για τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων παραγόντων που διέπουν την ταχύτητα ενός κινούμενου σώματος. Πάντως, ο ίδιος ο Αριστοτέλης δεν προχώρησε σε συστηματική έκθεση των προβλημάτων της δυναμικής και οι εν λόγω αποφάνσεις περιλαμβάνονται, σε διάφορα συμφραζόμενα, στις φυσικές πραγματείες του κατά την εξέταση διαφόρων ζητημάτων, όπως είναι η ύπαρξη του κενού ή σωμάτων με άπειρο βάρος.
 
Ας δούμε μερικές από τις αποφάνσεις του για τη φυσική κίνηση, δηλαδή την κίνηση σωμάτων σε ελεύθερη πτ(όση ή άνοδο. Στο χωρίο 273b 30 κ. εξ. τού Περί ουρανού, π.χ., δηλώνει ότι η ταχύτητα είναι ευθέως ανάλογη προς το βάρος του σώματος:
 
Αν ένα ορισμένο βάρος διανύει μια ορισμένη απόσταση σε ορισμένο χρόνο, ένα μεγαλύτερο βάρος θα διανύσει την ίδια απόσταση σε μικρότερο χρόνο, και ο λόγος των δύο βαρών θα είναι αντίστροφος προς τον λόγο των χρόνων.
 
Σε άλλο σημείο τον βρίσκουμε να υποστηρίζει ότι η ταχύτητα θα είναι αντίστροφος ανάλογη προς την «πυκνότητα» του μέσου εντός του οποίου συντελείται η κίνηση. Εξετάζοντας την κίνηση [ενός σώματος Α] μέσα στον αέρα και στο νερό αναφέρει (Φυσικά 215b 4 κ. εξ.):
 
[έστω ότι το μέσο Β είναι νερό και το Δ αέρας·] όσο αραιότερος είναι ο αέρας από το νερό, τόσο ταχύτερα θα κινηθεί το σώμα Α εντός τού μέσου Δ παρά εντός τού μέσου Β.*
 
Επίσης, αναφερόμενος στην εξαναγκασμένη κίνηση, υποστηρίζει, π.χ., στο κεφάλαιο 5 του βιβλίου Ζ' των Φυσικών, ότι η ταχύτητα είναι ευθέως ανάλογη προς την εφαρμοζόμενη δύναμη και αντιστρόφως ανάλογη προς το βάρος του κινούμενου σώματος. Ωστόσο, δεχόταν ότι ο κανόνας αυτός δεν έχει καθολική ισχύ. Αν μια δύναμη Α κινεί ένα αντικείμενο Β στην απόσταση Γ κατά τον χρόνο Δ, δεν συνάγεται απαραίτητα ότι η δύναμη Α μπορεί να κινήσει το διπλάσιο του Β στο μισό της απόστασης Γ κατά τον ίδιο χρόνο Δ, καθώς ενδέχεται η μισή δύναμη να μην αρκεί για να κινήσει το αντικείμενο: διαφορετικά, όπως παρατηρεί (250a 17 κ. εξ.).
 
Θα μπορούσε ένας μόνο άνθρωπος να κινήσει ένα πλοίο, γιατί η κινητήρια δύναμη όλων συνολικά εκείνων που ανασύρουν το πλοίο και η απόσταση στην οποία όλοι μαζί μετακινούν το πλοίο είναι δυνατό να μοιραστούν σε τόσα μέρη όσοι είναι και οι άνδρες.*
 
Οι γενικοί κανόνες που συνάγονται από τις αποφάνσεις του είναι πολύ άστοχοι. Ωστόσο, παρουσιάζουν μικρότερη απόκλιση από τα παρατηρούμενα φαινόμενα από ό, τι μπορεί αρχικά να υποθέσει κανείς, με δεδομένες τις διαφορές ανάμεσα στην αριστοτέλεια και στη νευτώνεια δυναμική. Ο Αριστοτέλης έχει επανειλημμένα επικριθεί για την άποψη ότι η ταχύτητα ενός σώματος σε ελεύθερη πτώση είναι ευθέως ανάλογη προς το βάρος του. Αλλά είναι γεγονός ότι στον αέρα ένα βαρύτερο σώμα πέφτει πράγματι με μεγαλύτερη ταχύτητα από ένα ελαφρότερο σώμα του ίδιου σχήματος και μεγέθους, παρ' όλο που κάτι τέτοιο δεν ισχύει στο κενό. Ορθώς υπέθεσε ότι υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ του βάρους και της ταχύτητας κίνησης εντός ενός μέσου, αν και δεν πρόκειται για μια απλή σχέση ευθείας αναλογίας. Ομοίως, είναι προφανώς αληθές ότι, γενικά, η ταχύτητα της κίνησης επιβραδύνεται ανάλογα με την πυκνότητα του μέσου, παρ’ όλο που και εδώ υπεραπλούστευσε τη σχέση αντιμετωπίζοντάς την ως σχέση ευθείας αναλογίας.
 
Το βασικό μειονέκτημα της δυναμικής του Αριστοτέλη δεν είναι τόσο ότι ο Σταγειρίτης φιλόσοφος δεν έδωσε τη δέουσα σημασία στα εμπειρικά δεδομένα όσο ότι δεν τα επεξεργάστηκε αρκετά σε αφηρημένο επίπεδο. Αντιλήφθηκε ότι ορισμένες παράμετροι, όπως είναι π.χ. το σχήμα, πρέπει να αγνοούνται κατά τη διατύπωση των νόμων που διέπουν την ταχύτητα των κινούμενων αντικειμένων. Αλλά, ενώ στις παραμέτρους αυτές συγκαταλέγονται οι επιπτώσεις της αντίστασης τού εκάστοτε μέσου, ο Αριστοτέλης θεώρησε ως δεδομένο ότι η κίνηση πρέπει να συντελείται εντός ορισμένου μέσου. Πράγματι, επειδή πίστευε ότι η ταχύτητα είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την πυκνότητα του μέσου, δεν μπορούσε να δεχθεί ότι μπορεί να υπάρξει κίνηση στο κενό, καθώς τότε η ταχύτητα θα έτεινε προς το άπειρο· και, ως εξ αυτού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί πραγματικά να υπάρξει κενό. Αλλά με το να δέχεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η κίνηση συντελείται υποχρεωτικά εντός κάποιου μέσου, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι μάλλον έμεινε υπερβολικά προσκολλημένος στα εμπειρικά δεδομένα παρά το αντίθετο. Τα παραδείγματα κίνησης στη δυναμική του είναι προφανείς αν και, όπως γνωρίζουμε σήμερα, εξαιρετικά πολύπλοκες- περιπτώσεις, π.χ. το πλοίο που ρυμουλκείται: ένα πλοίο ρυμουλκείται πιο εύκολα όταν δεν έχει φορτίο, η ταχύτητά του αυξάνεται όταν αυξάνεται ο αριθμός των ανδρών που το ρυμουλκούν κ.ο.κ. Από την άλλη πλευρά, το βασικό παράδειγμα της νευτώνειας δυναμικής, δηλαδή η κίνηση στο κενό χωρίς τριβές, είναι παρατηρήσιμο μόνο σε τεχνητές συνθήκες.
 
Είναι πάντως αλήθεια, αφ’ ενός, ότι ο Αριστοτέλης δεν προχώρησε στη διενέργεια μερικών απλών πειραμάτων που θα είχαν καταδείξει τη σφαλερότητα ορισμένων αποφάνσεών του και, αφ' ετέρου, ότι εντοπίζονται ορισμένες λογικές ασυνέπειες ανάμεσα στους γενικούς κανόνες που συνεπάγονται οι αποφάνσεις του, οι οποίες θα μπορούσαν να του έχουν υποδείξει ότι είχε υπεραπλουστεύσει κάποια προβλήματα. Πράγματι, μεταγενέστεροι στοχαστές άσκησαν οξύτατη κριτική στη θεωρία του Αριστοτέλη τόσο σε θεωρητικό όσο και σε εμπειρικό επίπεδο: τον 6ο μ.Χ. αιώνα ο Φιλόπονος, π.χ., προσκόμισε πειραματικά στοιχεία με τα οποία κατέρριψε την άποψη ότι η ταχύτητα ενός σώματος που πέφτει είναι ευθέως ανάλογη προς το βάρος του. Ωστόσο, παρά τις σοβαρές, οπωσδήποτε, αδυναμίες της θεωρίας του, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο Αριστοτέλης υπήρξε πρωτοπόρος στον τομέα της δυναμικής και ότι αν, με βάση τις επιδόσεις του στο συγκεκριμένο πεδίο της φυσικής, μπορεί να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα για τη μεθοδολογία του και για τον τρό­πο με τον οποίο προσέγγιζε τα επιστημονικά προβλήματα συνολικά, αυτό δεν είναι ότι είχε την τάση να αγνοεί τα δεδομένα της παρατήρησης κατασκευάζοντας θεωρίες με βάση εκ των προτέρων αρχές, αλλά μάλλον ότι οι θεωρίες του ήταν αβασάνιστες γενικεύσεις, βασισμένες σε μάλλον επιφανειακές παρατηρήσεις.
 
Ο κλάδος της φυσικής επιστήμης που κίνησε περισσότερο το ενδιαφέρον του Αριστοτέλη είναι η βιολογία - οι βιολογικές πραγματείες αντιπροσωπεύουν το 1/5 και πλέον επί του συνόλου των σωζόμενων έργων του - και ο λόγος είναι σαφής. Οι ζωντανοί οργανισμοί και τα μέρη τους είχαν να προσφέρουν πολύ περισσότερα στοιχεία για τον ρόλο της μορφής και του τελικού αιτίου από ό,τι τα άψυχα αντικείμενα. Όπως είδαμε (σελ. 104 κ. εξ.), ο Αριστοτέλης αισθάνθηκε την ανάγκη να εξηγήσει γιατί προχώρησε στη μελέτη των ζώων και γνώριζε καλά ότι ήταν πρωτοπόρος στον τομέα αυτό. Σε αντίθεση με τους Πλατωνικούς και όλους όσοι υποτιμούσαν τη χρήση της παρατήρησης, επέμεινε στην αξία και στη σπουδαιότητα της λεπτομερούς ερευνητικής εργασίας στη βιολογία. «Όποιος είναι πρόθυμος να μπει στον κόπο» μπορεί να διδαχθεί πολλά για τα διάφορα είδη ζώων και φυτών και «η φύση που τα δημιούργησε προσφέρει ανεπανάληπτες ηδονές σε εκείνους που μπορούν να διακρίνουν τις αιτίες των πραγμάτων».
 
Το εύρος των ζωολογικών ερευνών του είναι αξιοσημείωτο. Στα βιολογικά έργα του αναφέρονται περισσότερα από 500 είδη ζώων, μεταξύ αυτών γύρω στα 120 είδη ψαριών και 60 είδη εντόμων. Συνέλεγε τα στοιχεία του από μια μεγάλη ποικιλία πηγών: αντλούσε πολλές πληροφορίες από ψαράδες, κυνηγούς, εκπαιδευτές αλόγων, μελισσοκόμους κ.ο.κ., αλλά προχώρησε και σε δικές του αυτοψίες. Υπάρχουν περιπτώσεις από τις οποίες μπορούμε να συναγάγουμε με σχετική ασφάλεια πότε και πού διενεργήθηκαν οι έρευνές του. Τα βιολογικά συγγράμματα περιλαμβάνουν ορισμένες πολύ λεπτομερείς περιγραφές των ζώων στον πορθμό της Πύρρας (στον κόλπο Καλλονής) στη Λέσβο και γνωρίζουμε ότι ο Αριστοτέλης έζησε στο νησί αυτό για μια διετία (344-342 π.Χ.). Αν και δεν ήταν ο πρώτος βιολόγος που χρησιμοποίησε την ανατομική μέθοδο, ήταν ο πρώτος που την αξιοποίησε σε τόσο μεγάλο βαθμό. Δεν είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε με ακρίβεια τον αριθμό των ειδών που ανέταμε, αλλά το βέβαιο είναι ότι ο άνθρωπος δεν συγκαταλεγόταν σε αυτά: στο Περί τά ζῷα ἱστορίαι (494b 22 κ. εξ.) παρατηρεί ότι «τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου είναι εν πολλοίς άγνωστα και, ως εκ τούτου, πρέπει να τα μελετούμε συσχετίζοντάς τα με τα όργανα άλλων ζώων που συγγενεύουν με τον άνθρωπο». Πάντως, στις πηγές μας περιέχονται πολλές λεπτομερείς περιγραφές οι οποίες παρέχουν πληροφορίες που μπορούσαν να προέρχονται μόνον από νε­κροτομές, ενώ σε πολλά χωρία υπάρχει ρητή αναφορά στη μέθοδο. Στο 496a 9 κ. εξ. τού Περί τά ζῷα ἱστορίαι, π.χ.. ο Αριστοτέλης λέει ότι:
 
σε όλα τα ζώα ... η κορυφή της καρδιάς είναι πάντοτε στραμμένη προς τα εμπρός, παρ’ όλο που αυτό είναι πολύ πιθανό να διαφύγει της προσοχής επειδή η θέση αλλάζει κατά τη νεκροτομή.
 
Επίσης, περιγράφοντας τα άρρενα αναπαραγωγικά όργανα των ζωοτόκων χερσαίων οργανισμών εν γένει παρατηρεί ότι πρέπει να γίνει τομή της μεμβράνης που σήμερα ονομάζουμε ίδιο ελυτροειδή χιτώνα (tunica vaginalis) για να φανεί η σχέση μεταξύ των πόρων που αυτή περιβάλλει:
 
Οι πόροι που είναι κεκαμμένοι προς τα πίσω και εκείνοι που βρίσκονται κατά μήκος του όρχεος περιβάλλονται από την ίδια μεμβράνη, με αποτέλεσμα να φαίνονται σαν ένας πόρος, αν δεν γίνει τομή της μεμβράνης (Περί τα ζῷα ἱστορίαι, 5l()a 21 κ. εξ.).
 
Αναμφίβολα, τα βιολογικά συγγράμματα περιέχουν, όπως έσπευσαν να επισημάνουν οι επικριτές του Αριστοτέλη, πολλά λάθη, ορισμένα πολύ απλά - όπως είναι ο εσφαλμένος αριθμός δοντιών στη γυναίκα και πλευρών στον άνδρα - και άλλα σοβαρότερα, όπως είναι η αντίληψη ότι ο εγκέφαλος είναι άναιμος και η πολύ διαδεδομένη σχετική θεωρία ότι η καρδιά είναι η έδρα των αισθήσεων. Εν τούτοις, ο τρόπος με τον οποίο ο Αριστοτέλης αντιμετώπιζε τα στοιχεία που συνέλεγε από τους πληροφοριοδότες του ήταν, γενικά, προσεκτικός και κριτικός. Αναφέρεται συχνά στην ανάγκη ελέγχου των δεδομένων -ιδίως σε σχέση με σπάνια ζώα ή εξαιρετικά φαινόμενα- και, όταν θεωρεί ότι τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ανεπαρκή, το επισημαίνει. Δύο χωρία είναι ενδεικτικά. Στο Περί ζώων γενέσεως (741a 32 κ. εξ.) εξετάζει την πιθανότητα κάποια είδη ζώων να αναπαράγονται με παρθενογένεση:
 
Αν υπάρχει ένα είδος ζώου που είναι θηλυκό και δεν έχει ξεχωριστό αρσενικό, είναι δυνατόν να αναπαράγεται με αυτογένεση. Μέχρι σήμερα, τουλάχιστον, κάτι τέτοιο δεν έχει παρατηρηθεί με βεβαιότητα, αλλά ορισμένες περιπτώσεις στην τάξη των ιχθύων μάς κάνουν να διστάζουμε. Έτσι, δεν έχουμε δει ποτέ αρσενικό ερυθρίνο, ενώ έχουμε δει θηλυκά, και μάλιστα θηλυκά γεμάτα γόνο. Αλλά για αυτό δεν διαθέτουμε προς το παρόν αξιόπιστα στοιχεία.
 
Επίσης, μετά από μια πολύ αποφθεγματική ανάλυση των προβλημάτων που αφορούν την ανάπτυξη της μέλισσας στο κεφάλαιο 10 του βιβλίου Γ του συγγράμματος, κλείνει παραδεχόμενος την ανεπάρκεια των διαθέσιμων δεδομένων:
 
Αυτό, λοιπόν, φαίνεται ότι συμβαίνει όσον αφορά στη γέννηση των μελισσών, κρίνοντας με βάση τη θεωρία και με βάση αυτό που πιστεύεται ότι συμβαίνει. Ωστόσο, τα δεδομένα δεν έχουν εξακριβωθεί επαρκώς. Και αν ποτέ εξακριβωθούν, τότε πρέπει να εμπιστευθούμε τα δεδομένα των αισθήσεων περισσότερο από τις θεωρίες, αλλά και τις θεωρίες, εφόσον τα αποτελέσματά τους συμβαδίζουν με τα παρατηρούμενα (760b 27 κ. εξ.).
 
Ορισμένες από τις ανακαλύψεις που έκανε ή κατέγραψε ο Αριστοτέλης έμειναν, δικαίως, στην ιστορία. Μια από τις σημαντικότερες είναι η περιγραφή του γαλέου, ενός είδους καρχαρία (στον οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί στις σελ. 27-28, σε σχέση με τον Αναξίμανδρο). Το εν λόγω είδος (Mustelus laevis) είναι ωοζωοτόκο, όπως εξ άλλου αρκετοί από τους χονδριχθύς, παρουσιάζει όμως το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι το έμβρυο συνδέεται μέσω ομφάλιου λώρου με έναν σχηματισμό που μοιάζει με πλακούντα στον ωαγωγό της μητέρας. Η περιγραφή του Αριστοτέλη στο Περί τα ζῷα ἱστορίαι (VI, κεφάλαιο 10, 565, b 1 κ. εξ.) είναι σαφής και ακριβής, uv και γενικά αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία ώς το 1842 όταν ο Johannes Muller δημοσίευσε τα αποτελέσματα των ερευνών του σε σχέση με το συγκεκριμένο και με άλλα συγγενικά είδη - ερευνών οι οποίες αποδείκνυαν σε μεγάλο βαθμό την ορθότητα της περιγραφής του Αριστοτέλη. Αλλά ο Αριστοτέλης δεν κέρδισε τον έπαινο των φυσιοδιφών μόνο για την ανακάλυψη εξαιρετικοί φαινομένων σαν αυτό, αλλά και για τις σχολαστικές περιγραφές των εξωτερικών και εσωτερικών μερών γνωστότερων ειδών, π.χ. της καραβίδας του γλυκού νερού.
 
Η οξεία παρατηρητικότητα του Αριστοτέλη αναδεικνύεται σε κάθε χωρίο των βιολογικών συγγραμμάτων του. Ωστόσο, όπως είδαμε, το βασικό κίνητρό του για τη μελέτη των ζώων δεν ήταν η περιγραφή αλλά η εξήγηση, ο προσδιορισμός των δρώντων αιτίων και κυρίως του ουσιαστικού και του τελικού αιτίου. Στο έργο Περί ζώων μορίων πραγματεύεται κυρίως τα αίτια των διαφόρων μερών του σώματος, ενώ στα Περί ζῴων γενέσεως, Περί ζῴων κινήσεως, Περί ζώων πορείας, καθώς και στις σύντομες πραγματείες που είναι συλλογικά γνωστές ως Μικρά Φυσικά, ασχολείται επίσης με ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων φυσιολογίας, όπως είναι η θρέψη kui η ανάπτυξη, η αναπνοή, η κίνηση και, πρωτίστως, η αναπαραγωγή. Όπως είναι αναμενόμενο, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε για τα δυσκολονόητα αυτά ζητήματα είναι συνήθως πολύ άστοχα. Ωστόσο, οι αναλύσεις του έχουν δύο τουλάχιστον σημαντικές αρετές: αφ’ ενός, τη σαφήνεια με την οποία διατυπώνονται τα ίδια τα προβλήματα και, αφ’ ετέρου, την ευφυΐα και οξυδέρκεια με την οποία αναπτύσσονται και αναλύονται τα επιχειρήματα από κάθε πλευρά.
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πραγμάτευση ενός από τα θεμελιώδη προβλήματα της αναπαραγωγής, του ζητήματος αν το σπέρμα προέρχεται από ολόκληρο το σώμα του γεννήτορα ή όχι. Η σχετική άποψη, η λεγόμενη θεωρία της «παγγένεσης», είχε υποστηριχθεί από τους ατομικούς και από ορισμένους συγγραφείς της Ιπποκρατικής Συλλογής (βλέπε σελ. 68 κ. εξ.), αλλά δέχθηκε σφοδρή κριτική από τον Αριστοτέλη. Στο Περί ζῴων γενέσεως (Α, κεφάλαια 17 και 18) ορίζεται το πρόβλημα και παρατίθενται οι βασικές αποδείξεις και τα κύρια επιχειρήματα που είχαν χρησιμοποιηθεί υπέρ της παγγένεσης. Όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία, ο Αριστοτέλης αμφισβητεί ή απορρίπτει ορθά-κοφτά την εγκυρότητά τους. Έτσι, ήταν διαδεδομένη η πεποίθηση ότι κληρονομούνται όχι μόνο τα εκ γενετής («σύμφυτα» κατά τον Αρι­στοτέλη) αλλά και τα «επίκτητα» χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα, π.χ., οι ακρωτηριασμένοι γονείς να γεννούν ακρωτηριασμένα παιδιά. Η απάντηση του Αριστοτέλη ήταν, απλώς, ότι τα πράγματα δεν είναι πάντοτε έτσι.
 
Στη θεωρία της παγγένεσης ο Αριστοτέλης αντιτάσσει ορισμένα οξυδερκή και εύστοχα αντεπιχειρήματα. Με ένα από αυτά επιχειρεί να αποδείξει ότι η θεωρία είναι ανακόλουθη, θέτοντας ένα πρόβλημα με τρεις παραμέτρους. Το σπέρμα πρέπει να προέρχεται ή (i) από όλα τα ομοιογενή μέρη («ὁμοιομερῆ») - δηλαδή τη σάρκα, τα οστά, τα νεύρα κ.ο.κ.- ή (ii) από όλα τα ανομοιογενή μέ­ρη («ἀνομοιομερῆ»), όπως είναι τα χέρια, το πρόσωπο κ.ο.κ., ή (iii) και από τα δύο. Αλλά καταρρίπτει το (ί) με το επιχείρημα ότι οι ομοιότητες των παιδιών με τους γονείς τους είναι πιο εμφανείς σε χαρακτηριστικά, όπως είναι π.χ. το πρόσωπο και τα χέρια τους, παρά στη σάρκα και στα οστά τους. Επίσης καταρρίπτει το (ίί), επισημαίνοντας ότι τα ανομοιογενή μέρη συντίθενται ουσιαστικά από τα ομοιογενή. Ένα χέρι αποτελείται από σάρκα, οστό, αίμα, νύχι κ.ο.κ. Για το (iii) χρησιμοποιεί το ίδιο σκεπτικό. Οι ομοιότητες στα ανομοιογενή μέρη πρέπει να οφείλονται είτε στο υλικό τους -που δεν είναι παρά τα ομοιογενή μέρη- ή στον τρόπο με τον οποίο είναι συγκροτημένο το υλικό. Αλλά αν ισχύει το δεύτερο, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι κάτι «προέρχεται» από τη συγκρότηση του σπέρματος, αφού η ίδια η συγκρότηση δεν έχει υλική υπόσταση. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το σπέρμα δεν μπορεί να προέρχεται από μέρη σαν το πρόσωπο ή τα χέρια, αλλά μόνον από τα συστατικά στοιχεία των μερών αυτών. Τότε όμως καταρρίπτεται η αφετηριακή παραδοχή της θεωρίας, που ήταν ότι το σπέρμα προέρχεται από όλα τα μέρη του σώματος και όχι μόνον από όλες τις συστατικές ουσίες.
 
Ο Αριστοτέλης απέρριψε, έτσι, τη θεωρία της παγγένεσης και αυτό ήταν, κατά βάση, σωστό, παρ’ όλο που και η δική του θεωρία σχετικά με το τί προσφέρει κάθε γεννήτορας στα παιδιά του ήταν πολύ εσφαλμένη σε ορισμένες πτυχές της. Πίστευε, π.χ., ότι η συμβολή του αρσενικού γεννήτορα στο έμβρυο δεν είναι υλική και ότι παρέχει απλώς τη μορφή και το ικανό αίτιο της γέννησης.
 
Μια δεύτερη, πιο θεμελιώδης διαφωνία στον τομέα της βιολογίας αφορούσε τον ρόλο του ίδιου του τελικού αιτίου. Αν τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης επέμειναν στο στοιχείο του έλλογου σχεδιασμού στη φύση εν γένει και στους ζωντανούς οργανισμούς ειδικότερα, άλλοι στοχαστές, συγκεκριμένα ο Εμπεδοκλής και οι ατομικοί, είχαν υιοθετήσει, γενικά, μια μηχανοκρατική, μη τελεολογική θεώρηση της φυσικής αιτιότητας. Οι πληροφορίες μας για τον Εμπεδοκλή είναι σημαντικότατες, αν και εξαιρετικά δυσνόητες. Στο Περί ζῴων μορίων (640a 19 κ. εξ.), ο Αριστοτέλης τού αποδίδει την άποψη ότι:
 
πολλά χαρακτηριστικά των ζώων οφείλονται σε τυχαία γεγονότα κατά τον σχηματισμό τους - π.χ. η σπονδυλική στήλη έχει τη μορφή που γνωρίζουμε [χωρισμένη σε σπονδύλους] λόγω της κεκαμμένης στάσης του εμβρύου, που έχει ως αποτέλεσμα τη ρήξη της.
 
Επίσης ο Σιμπλίκιος, πραγματευόμενος, στο Ὑπόμνημα εἰς τήν Άριστοτέλους «Φυσικής ἀκρόασιν» (371, 33 κ. εξ.), το περίφημο απόσπασμα στο οποίο ο Εμπεδοκλής μιλά για τη γέννηση «βοδιών με κεφάλια ανθρώπου» (απόσπασμα 61), αναφέρει ότι ο φιλόσοφος υποστήριζε ότι:
 
όσο κυριαρχούσε ο Έρωτας δημιουργήθηκαν πρώτα κατά τύχη όλα τα μέρη των ζώων, όπως είναι τα κεφάλια, τα χέρια και τα πόδια, και ύστερα σχηματίστηκαν αυτά τα “βόδια με κεφάλι ανθρώπου” και “αντιστρόφως εμφανίστηκαν” άνθρωποι με κεφάλι βοδιού....Και, καθώς πολλοί από αυτούς συναγελάζονταν μεταξύ τους ώστε να διασφαλίσουν τη διατήρησή τους, έγιναν ζώα και επιβίωσαν....Γιατί όλα όσα δεν έγιναν σύμφωνα με τον σωστό τύπο («λόγον») χάθηκαν.
 
Παρά τις εμφανείς επιφανειακές αναλογίες ανάμεσα σε αυτές τις έννοιες και τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών, πρέπει να θυμόμαστε, αφ’ ενός, ότι ο Εμπεδοκλής δεν επιδίωκε σε καμία περίπτωση να δώσει μια συστηματική εξήγηση της καταγωγής των φυσικών ειδών και, αφ’ ετέρου, ότι οι θεωρίες του αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της άκρως πολύπλοκης κυκλικής κοσμολογίας του, βάσει της οποίας οι δύο κοσμικές δυνάμεις της «Φιλότητος» και του «Νείκους» επικρατούν εκ περιτροπής.
 
Επιχειρηματολογώντας εναντίον εκείνων που είχαν την τάση να αρνούνται την ύπαρξη σχεδίου στα ζωντανά πλάσματα, ο Αριστοτέλης πίστευε, χωρίς αμφιβολία, ότι τα δεδομένα βάραιναν συντριπτικά υπέρ των θεωριών του. Δεχόταν, ασφαλώς, την ύπαρξη ανωμαλιών και σπερματογενέσεων, αλλά εκείνο που, κατά την άποψή του, είχε σημασία ήταν ότι αποτελούσαν την εξαίρεση σε έναν κανόνα που ίσχυε στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που αντιτάσσει στον Εμπεδοκλή και στους ατομικούς είναι, απλώς, ότι τα φυσικά είδη αναπαράγονται ανάλογα με το είδος τους. Στο Περί ζώων μορίων (640a 22 κ. εξ.) υποστηρίζει ότι ο Εμπεδοκλής αγνοούσε το γεγονός ότι το σπέρμα από το οποίο προέρχεται ένα ζώο πρέπει να φέρει τον χαρακτήρα που προσιδιάζει στο ζώο αυτό. Ο άνθρωπος γεννιέται από άνθρωπο, όπως και το βόδι γεννιέται από βόδι: η ιδέα ότι τα ίδια τα φυσικά είδη ήταν προϊόν τυχαίων μεταλλάξεων θα του φαινόταν όχι μόνον τελείως αβάσιμη αλλά και τελείως αντίθετη με τα στοιχεία που υπήρχαν για τις κανονικές συνθήκες αναπαραγωγής των φυσικών ειδών.
 
Οι έννοιες της μορφής και του τελικοί) αιτίου διαπερνούν το σύνολο της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη. Είναι θεμελιώδεις όχι μόνο για τη φυσική επιστήμη, αλλά και για την κοσμολογία του: η πρώτη αρχή από την οποία εξαρτάται ο κόσμος και από την οποία παράγεται τελικά κάθε κίνηση είναι το Ακίνητον Κινούν, που θεωρείται ότι προκαλεί την κίνηση ως τελικό αίτιο, ως αγαθό που αποτελεί αντικείμενο επιθυμίας ή αγάπης. Η μορφή και ο τελικός σκοπός κατέχουν εξίσου δεσπόζουσα θέση στην ηθική και στην πολιτική του θεωρία, αφού οι απόψεις του περί εναρέτου βίου και περί ιδεώδους κράτους βασίζονται στην αντίληψή του για τους τελικούς σκοπούς ή τις λειτουργίες που είναι ίδιον του ανθρώπου. Ο άνθρωπος κατέχει μοναδική θέση στην ιεραρχία των όντων: μετέχει μαζί με τους θεούς στην έλλογη σκέψη και με τα ζώα στην αντίληψη των άλλων ζωτικών λειτουργιών του, όπως είναι οι αισθήσεις, η πρόσληψη τροφής και η αναπαραγωγή. Παράλληλα υπάρχει μία ενιαία ιεραρχική κλίμακα των όντων, η οποία περιλαμβάνει τους θεούς, τους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά και τα άψυχα αντικείμενα. Τα διάφορα φυσικά αντικείμενα έχουν διαφορετικές μορφές και διαφορετικούς σκοπούς, αλλά κάθε φυσικό αντικείμενο, από τα θεία ουράνια σώματα ώς το ταπεινότερο βοτσαλάκι, επιδιώκει και προσβλέπει στη μορφή και στον τελικό σκοπό που προσιδιάζουν σε αυτό.
 
Το εύρος και η σαφήνεια της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην τεράστια επίδρασή της κατά την αρχαιότητα: η θεωρία των αιτίων καθόριζε τόσο τα είδη ερωτημάτων που έπρεπε να τίθενται όσο και τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να δίδονται οι απαντήσεις. Ωστόσο, οι άμεσοι επίγονοί του δεν υπήρξαν, όπως αποδείχθηκε, δουλικοί αντιγραφείς των ιδεών του κάθε άλλο μάλιστα. Οι πρώτοι που τον διαδέχθηκαν στη διεύθυνση της σχολής του, του περίφημου «Λυκείου»[2], ήταν ο Θεόφραστος ο Ερέσσιος και ο Στράτων ο Λαμψακηνός, αμφότεροι πρωτότυποι στοχαστές μεγάλου βεληνεκούς, οι οποίοι άσκησαν κριτική ή και απέρριψαν μέρη της σκέψης του Αριστοτέλη. Έτσι, ο Θεόφραστος άσκησε κριτική στην θεωρία του τελικού αιτίου σε ένα σύγγραμμα ανάλογης θεματολογίας με το Μετά τα φυσικά, ενώ στην πραγματεία Περί πυρός αμφισβήτησε την άποψη ότι η φωτιά είναι ισότιμη με τα άλλα τρία απλά σώματα.
 
Η αναλυτική παρουσίαση των επιστημονικών θεωριών του Θεοφράστου. του Στράτωνα και των λοιπών μελών του Λυκείου δεν εμπίπτει στο πεδίο του παρόντος βιβλίου, αλλά από μια άποψη το έργο της σχολής συνολικά συνδέεται με την αξιολόγηση του ίδιου του Αριστοτέλη. Η ιδέα της συνεργασίας στην έρευνα ανάγεται ώς έναν βαθμό σε προγενέστερες κοινότητες, π.χ. στους Πυθαγορείους, στις ιατρικές σχολές και στην πλατωνική Ακαδημία. Αλλά οι έρευνες που πραγματοποίησε ο Αριστοτέλης και οι συνεργάτες και μαθητές του ξεπέρασαν κατά πολύ κάθε θεωρία, πολύ δε περισσότερο κάθε επίτευγμα, του παρελθόντος. Πρώτα-πρώτα, συνέταξαν μια σειρά ιστοριών των διαφόρων κλάδων της θεωρητικής σκέψης: αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως φυσική εξέλιξη των συνοπτικών παρουσιάσεων απόψεων προγενέστερων στοχαστών που παραθέτει ο ίδιος ο Αριστοτέλης σε συγγράμματά του. π.χ. στο Α' βιβλίο τού Μετά τα φυσικά. Έτσι, ο Θεόφραστος επεξεργάστηκε την ιστορία των κυριότερων φυσικών θεωριών και των θεωριών περί αισθήσεως-αντιλήψεως στον προγενέστερο στοχασμό, ο Μένων[3] την ιστορία της ιατρικής και ο Ευδήμων την ιστορία της γεωμετρίας και της αστρονομίας.
 
Δεύτερον, πραγματοποιήθηκε έρευνα στις κοινωνικές επιστήμες. Το πιο αξιόλογο έργο στον τομέα αυτό είναι μια σειρά 158 συνταγματικών μελετών, με μόνη διασωθείσα το Σύνταγμα των ’Αθηνών, αν και ο Αριστοτέλης ήταν συνολικά υπεύθυνος για τον σχεδιασμό της σειράς, το πιθανότερο είναι ότι συνέγραψε μόνον ένα μικρό αριθμό από τις μελέτες αυτές.
 
     Τρίτον, η σχολή έχει να επιδείξει έργο στον τομέα των φυσικών επιστημών. Τα ζωολογικά συγγράμματα του ίδιου του Αριστοτέλη αντιπροσωπεύουν, ώς έναν βαθμό, στην περίπτωση δε των Περί τα ζῷα ιστοριών σε μεγάλο βαθμό, τα αποτελέσματα μιας κοινής ερευνητικής προσπάθειας. Αυτές οι ζωολογικές μελέτες συμπληρώθηκαν με τις εξίσου πλήρεις βοτανικές μελέτες του Θεοφράστου Περί φυτικών αιτίων και Περί φυτικών ιστοριών. Επίσης, η μελέτη της σύστασης των φυσικών ουσιών στο Δ' βιβλίο των Μετεωρολογικών συμπληρώθηκε με μια αναλυτική έρευνα των ορυκτών, πάλι από τον Θεόφραστο, στο σύγγραμμά του Περί λίθων. Τέλος, στον κλάδο της δυναμικής η μη συστηματική πραγμάτευση της κίνησης και του βάρους από τον ίδιο τον Αριστοτέλη στα Φυσικά και στο Περί οὐρανοῦ συνεχίστηκε στο έργο του Στράτωνα, που, κατά τον Σιμπλίκιο, επιδόθηκε σε έρευνες που αφορούσαν ειδικότερα τα φαινόμενα επιτάχυνσης.
 
Το εύρος των ερευνών που πραγματοποιήθηκαν στο Λύκειο ήταν κάτι που δεν είχε προηγούμενο. Ούτε βέβαια υπήρξε τυχαίο γεγονός, αλλά αποτέλεσμα της εφαρμογής των μεθοδολογικών αρχών του ίδιου του Αριστοτέλη, ιδίως δε της επιμονής του για αξιολόγηση των «δεδομένων» και των «επικρατουσών αντιλήψεων» με στόχο τη διατύπωση των προβλημάτων αλλά και ως ένα πρώτο βήμα για την επίλυσή τους. Μεγάλο μέρος του έργου τού Αριστοτέλη στις φυσικές επιστήμες χρωματίζεται από τις θεμελιώδεις παραδοχές που συμμεριζόταν με τον δάσκαλό του, τον Πλάτωνα. Και οι δύο φιλόσοφοι πίστευαν ότι ο κόσμος είναι προϊόν έλλογου σχεδιασμού. Αμφότεροι υποστήριζαν ότι αντικείμενο της φιλοσοφικής έρευνας είναι η μορφή και το «καθόλου», όχι το επι- μέρους και το τυχαίο. Αμφότεροι θεωρούσαν ότι μόνον η βέβαιη και αδιάσειστη γνώση μπορεί να χαρακτηριστεί γνώση με την πιο στενή έννοια του όρου. Αλλά, παρά τις σημαντικές αυτές ομοιότητες ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον πιο ιδιοφυή μαθητή του, σε άλλα ζητήματα είχαν βαθιές διαφωνίες που αντανακλώνται στη στάση τους έναντι των φυσικών επιστημών. Ενώ ο Πλάτων θεωρούσε ότι οι Ιδέες υπήρχαν ανεξαρτήτως των επιμέρους αντικειμένων, ο Αριστοτέλης απέρριπτε την άποψη αυτή, υποστηρίζοντας ότι, ενώ η μορφή και η ύλη είναι θεωρητικά διάκριτες, αυτό δεν ισχύει στην πράξη για τα αντικείμενα του κόσμου που μας περιβάλλει. Η μορφή ενός τραπεζιού, π.χ., δεν έχει αυτόνομη ύπαρξη: δεν υπάρχει, δηλαδή, παρά μόνον σε σύνδεση με ένα συγκεκριμένο υλικό. Επίσης, ενώ ο Πλάτων, επιμένοντας στη σημασία της λογικής, υποβάθμιζε τον ρόλο των αισθήσεων, ο Αριστοτέλης αποκατέστησε την παρατήρηση. Και οι δύο φιλόσοφοι συνέβαλαν σημαντικά σε αυτό που ονομάζουμε φιλοσοφία της επιστήμης, αλλά ο χαρακτήρας της συμβολής τους είναι πολύ διαφορετικός. Ενώ ο Πλάτων ήταν ο κύριος εισηγητής τής εφαρμογής των μαθηματικών για την κατανόηση των φαινομένων, μία από τις θεμελιώδεις συμβολές του Αριστοτέλη, που άντεξε στον χρόνο, ήταν ότι υποστήριξε θεωρητικά και απέδειξε στην πράξη την αξία της διενέργειας λεπτομερών εμπειρικών ερευνών.
-------------------------
[1] Ένας συλλογισμός, κατά τον Αριστοτέλη, αποτελείται από δύο προτάσεις και ένα συμπέρασμα και περιλαμβάνει ένα σύνολο τριών κατηγορικών όρων. Το συμπέρασμα συνάγεται από τις δύο προτάσεις είτε κατά συμπερασμόν (π.χ. «όλα τα πλατύφυλλα φυτά είναι φυλλοβόλα· η άμπελος είναι πλατύφυλλο φυτό· συνεπώς η άμπελος είναι φυλλοβόλος») ή, συχνότερα, κατά συνεπα­γωγήν: «αν όλα τα πλατύφυλλα φυτά είναι φυλλοβόλα. και το αμπέλι είναι πλατύφυλλο φυτό, τότε το αμπέλι είναι φυλλοβόλο». 
* Δηλαδή, για να ορισθεί ένα τρίγωνο ως ισοσκελές, το να έχουν οι γωνίες του άθροισμα ίσο με δύο ορθές γωνίες είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι και ικανή συνθήκη, η οποία είναι και το να έχει ίσες δύο πλευρές του. Το σχετικό απόσπασμα από τον Αριστοτέλη, σε απόδοση με βάση το «Αριστοτέλης, Ἄπαντα, τόμ. 27, Ὄργανον, 5, Ἀναλτικών ὑστέρων Α, Β». 73b. 25-35 και 74a, 1-4, εκδ. Κάκτος, έχει ως εξής:
«Με καθόλου [«καθολικό» γνώρισμα] εννοώ το κατηγορούμενο το οποίο αποδίδεται στο σύνολο του υποκειμένου... Ένα κατηγορούμενο ανήκει ως καθολικό γνώρισμα σε ένα υποκείμενο τότε μόνον όταν μπορεί να αποδειχθεί ότι ανήκει στο πρώτο τυχόν υποκείμενο και κατά πρώτον λόγο σε αυτό... Το «να έχει γωνίες ίσες με δύο ορθές» δεν αποτελεί γενικό γνώρισμα του σχήματος... [Παραδείγματος χάριν] το τετράγωνο είναι, ασφαλώς, σχήμα, αλλά το άθροισμα των γωνιών του δεν είναι ίσο με δύο ορθές... Ούτε [όμως] και του ισοσκελούς είναι καθολικό γνώρισμα [κατηγορούμενο], διότι [το ισοσκελές τρίγωνο] έχει ευρύτερη έννοια [έχει μεν γωνίες ίσες με δύο ορθές, ως τρίγωνο, αλλά και δύο πλευρές ίσες. ως ισοσκελές].  
* Η μετάφραση βασίστηκε στο: Αριστοτέλους Φυσικά, Εισαγωγή-μετάφρασις-σημειώσεις: Νικ. Κυργιόπουλου, Πάπυρος. Αθήναι 1975. 
* Ingemar During, Ο Αριστοτέλης. Παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, μτφ. Α. Γεωργίου-Κατσιβέλα, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1994. 
[2] Το «Λύκειον» ήταν ένα άλσος λίγο έξω από τα όρια της Αθήνας ίο όνομα του οποίου έμελλε να συνδεθεί άρρηκτα με τη σχολή του Αριστοτέλη, παρά την εκεί παρουσία πολλών άλλων δασκάλων. Αν και ο Αριστοτέλης άρχισε να διδάσκει εκεί λίγο μετά την επιστροφή του στην Αθήνα το 335 π.Χ., φαίνεται ότι η σχολή απέκτησε δική της έκταση στο Λύκειο μόνον μετά τον θάνατό του, το 322 π.Χ., και, όπως και η Ακαδημία του Πλάτωνα, είχε νομικό καθεστώς «θιάσου», δηλαδή κλειστής θρησκευτικής ομάδας. 
[3] Ο μαθητής ίου Αριστοτέλη δεν πρέπει, βέβαια, να συγχέεται με το πρόσωπο του ομώνυμου πλατωνικού διαλόγου.