Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Ψυχολογικά Είδη Δέσμευσης

Η ψυχολογική βάση των ειδών δέσμευσης.

Η μοναξιά δεν είναι μια κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος δεν έχει άλλους γύρω του. Είναι μια εσωτερική αποσύνδεση από τον εαυτό του που τον οδηγεί στην αποσύνδεση από τους άλλους. Μπορούμε να νιώθουμε μόνοι είτε όταν υπάρχουν είτε όταν δεν υπάρχουν άνθρωποι κοντά μας.

Βρέθηκα κάποτε σ’ ένα αρχοντικό πάρτι σ’ ένα πλουσιόσπιτο. Ήμουν ένας από τους εκατοντάδες που είχαν πάει εκεί για να κάνουν επαγγελματικές γνωριμίες. Μέσα σε μισή ώρα μ’ έπιασε μανία να φύγω. Όταν αργότερα το σκέφτηκα, κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επικοινωνήσω στ’ αλήθεια με τον τρόπο που γίνονταν οι γνωριμίες και οι συζητήσεις εκεί μέσα. Ένιωθα αποσυνδεδεμένος από τον εαυτό μου και απίστευτα μόνος.

Φύγαμε άρον-άρον και πήγαμε στο ξενοδοχείο με τον φίλο μου, αναστενάζοντας και οι δυο από ανακούφιση και απογοήτευση. Περιμέναμε πώς και τι αυτό το πάρτι για τις γνωριμίες, όμως το μόνο που νιώσαμε ήταν εξάντληση, άδειασμα και μοναξιά. Όλοι όσοι συνάντησα εκεί έδειχναν αγχωμένοι να γνωρίσουν τον κατάλληλο άνθρωπο για τους στόχους τους. Εγώ βυθίστηκα σε έναν κυκεώνα άγχους που το μυαλό μου αντιλήφθηκε αμέσως και το ξανακαθρέφτισε στο περιβάλλον, οπότε αυξήθηκε ραγδαία. Ο σχηματισμός σχέσεων με νόημα σε μια θάλασσα άγχους και φόβου μοιάζει σαν να προσπαθείς να δεις την αντανάκλαση σου σ’ έναν καταρράκτη: είναι, απλώς, αδύνατον.


Οι συμπεριφορές δέσμευσης έχουν μελετηθεί από ψυχολόγους και επιστήμονες του εγκεφάλου. Αν και κάθε άτομο και κάθε κατάσταση είναι μοναδικά, υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι: ο ασφαλής, ο αγχώδης κι ο αποφευκτικός.

Συχνά έχετε αναρωτηθεί: Γιατί διαφορετικοί άνθρωποι φτιάχνουν διαφορετικές σχέσεις; Γιατί κάποιοι συνδέονται και κάποιοι όχι; Γιατί κάποιοι παντρεύονται νέοι και άλλοι μένουν για πάντα ανύπαντροι; Γιατί κάποιοι τα πάνε τόσο καλά με τους άλλους, ενώ κάποιοι αποξενώνονται μονίμως; Μέσα στον καθένα μας δουλεύουν διάφορες δυνάμεις που καθορίζουν τη σύνδεσή μας με τους άλλους και με την κοινωνία. Βασιζόμενοι σε επιρροές από τις σχέσεις που βιώσαμε στην παιδική και εφηβική μας ηλικία και στην πρώιμη ωριμότητά μας, σχηματοποιούμε απόψεις για το πως σχετιζόμαστε με τους άλλους, για το αν και πώς τους προσεγγίζουμε, αν αποφεύγουμε τη δέσμευση ή αν παραλύουμε. Εξελίσσουμε ο καθένας μας διαφορετικά είδη σχέσεων λόγω γονιδίων, ρυθμίσεων και εμπειριών. Οι συμπεριφορές μας βασίζονται σε κρυμμένα μονοπάτια που στην πλειονότητά τους παγιώνονται από πολύ νωρίς στο μυαλά και στην ψυχή μας.

Όμως, πριν προχωρήσουμε στις διαφορετικές συμπεριφορές, ας δούμε κάθε ένα από τα τρία είδη δέσμευσης πιο αναλυτικά. Τονίζω ότι σπάνια ένα άτομο εμφανίζει μόνο το ένα είδος. Τυπικά, όλοι μας κατέχουμε και τους τρεις τύπους ως ένα βαθμό και θα τους συζητήσουμε ώστε να καταλάβουμε πώς ο φόβος παρεμβαίνει σε κάθε δέσμευση, πώς ανταποκρίνεται ο εγκέφαλός μας και τι μπορούμε να κάνουμε.

Η ασφαλής δέσμευση.

Η ασφαλής δέσμευση αναφέρεται στην ικανότητά μας, αφενός, να κάνουμε σχέσεις και, αφετέρου, να τις διατηρούμε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παραδόξως, για να δημιουργήσουμε τέτοια δέσμευση πρέπει να αφήσουμε στην άκρη πολλές μαθημένες, συνειδητές συμπεριφορές ώστε να επιτρέψουμε στη σχέση να αναπτυχθεί απλώς και μόνο επειδή το πιστεύουμε.

Η αυτονομία, η ανεξαρτησία και η αυτοπεποίθηση δημιουργούν μια ασφαλή βάση σ’ αυτές τις σχέσεις, αφού, ακόμα κι αν υπάρχουν φόβοι, δεν κυριαρχούν: τους ελέγχουμε. Έτσι, ακόμα κι ένας σοβαρός καβγάς δεν καταλήγει σε εβδομάδες απομάκρυνσης και σε φόβο χωρισμού, ούτε οι σύντροφοι ταράζονται επειδή ο ένας από τους δύο πάει διακοπές με φίλους.

Στην ασφαλή δέσμευση δεν υπάρχει ο διαρκής φόβος της εγκατάλειψης. Το άτομο θεωρεί τον εαυτό του «αρκετό» για να κρατήσει το ενδιαφέρον του άλλου. Κι αυτό δεν είναι μια στιγμιαία σκέψη ή πεποίθηση αλλά ένας βαθιά ριζωμένος τρόπος επαφής με τους άλλους. Εν μέρει πίσω από αυτό κρύβεται η ιδέα ότι η ζωή δεν αλλάζει, ότι το άτομο βρίσκεται στα καλύτερά του. Έτσι, ο εγκέφαλος σταματά να σχηματίζει νέες συνάψεις (οι συνάψεις είναι δομές μέσω των οποίων ένα χημικό ή ηλεκτρικό σήμα περνά από τον ένα νευρώνα του εγκεφάλου στον άλλο) και η προσωπική μας ανάπτυξη σταματά.

Στην πραγματικότητα βέβαια αυτό δεν συμβαίνει ποτέ, άρα γιατί το νομίζουμε; Αν δεχτούμε το ρητό ότι φερόμαστε στους άλλους όπως θέλουμε να φέρονται εκείνοι σ’ εμάς, το επόμενο λογικό συμπέρασμα είναι πως, αν εμείς αλλάξουμε, φοβόμαστε ότι θα αλλάξουν και οι άλλοι. Έτσι η ασφαλής δέσμευση, βασισμένη σε μια συμβατότητα που ίσως να μην υπάρχει και στο μέλλον, κινδυνεύει να ζημιωθεί. Ωστόσο, ασφαλής δέσμευση δεν υπάρχει αν σκεφτόμαστε έτσι. Η απλή αλήθεια κάθε σχέσης είναι ότι μερικές φορές μπορούμε να βασιστούμε στους άλλους και μερικές φορές δεν μπορούμε. Ακόμα και οι αγαπημένοι μας μπορεί να μας απογοητεύσουν.

Για τα παιδιά ασφαλής σχέση σημαίνει ότι η εμπειρία της σύνδεσης με τον άλλον εσωτερικεύεται και το παιδί μπορεί ν’ ανοίξει τα φτερά του χωρίς να νιώθει ότι απειλείται από μιαν αίσθηση απώλειας. Τα είδη δέσμευσης παγιώνονται μέσα μας από τα τρία έως τα πέντε μας χρόνια. Αν το παιδί χάσει έναν γονέα ή αν ο ένας γονέας είναι απών για μεγάλο χρονικό διάστημα, η αίσθηση ασφαλούς δέσμευσης μειώνεται.

Η ασφαλής δέσμευση παρέχει επίσης τη δυνατότητα να ζήσουμε αυτό που όλοι ποθούμε: μια ζωή ξεκλείδωτη. Προσοχή όμως: δεν πρέπει να τη μπερδέψουμε με τους κραυγαλέους τύπους σχέσης όπου ο ένας κολλάει πάνω στον άλλον και όπου και οι δύο παίρνουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, απόφαση να μην είναι ελεύθεροι και παρέχουν παρηγοριά στον σύντροφό τους λόγω φόβου.

Αυτή η συμπεριφορά εμφανίζεται συχνά στην αρχή μιας σχέσης, όμως σπανιότατα αποτελεί εχέγγυο για διάρκεια. Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε ασφαλή δέσμευση, όχι μόνο είναι απλούστερη η σχέση αλλά και η απώλειά της – σε αντίθεση με την αγχώδη που, όταν διαλύεται, προξενεί συνήθως μακροχρόνιο θρήνο.

Η ασφαλής δέσμευση εμπεριέχει την επίγνωση ότι θα έρθουν διάφορες συγκρούσεις και ότι χρειάζεται αποφασιστικότητα και αφοσίωση για να διατηρηθεί ένας δεσμός επί χρόνια. Συνήθως αυτός ο τύπος δέσμευσης χαρακτηρίζεται από την ικανότητα των συντρόφων να βάζουν τα αρνητικά στην άκρη, εστιάζοντας στα θετικά. Επίσης, σ’ αυτή τη σχέση το άτομο δεν τρομάζει από το θυμό του άλλου «Κι εσύ φοβάσαι όπως κι εγώ» και εξερευνά την οικειότητα και τα συναισθηματικά βάθη της σχέσης χωρίς προκαταλήψεις και κριτικό μάτι. Γνωρίζει εκ των προτέρων ότι οι μακροπρόθεσμες σχέσεις δεν είναι πάντα ονειρικές. Η ασφαλής δέσμευση έρχεται όταν την περιμένουμε. Αν και οι δύο σύντροφοι το γνωρίζουν αυτό, μαθαίνουν συνεχώς κάτι καινούργιο, και σκέψεις όπως: «Ο θυμός του δε σημαίνει ότι με παρατάει», ή «Αυτή τη στιγμή δεν την αντέχω, αλλά θα περάσει το κακό, υπομονή», δε βαραίνουν ιδιαίτερα.

Αγχώδης δέσμευση

Στους περισσότερους κάτι θυμίζει αυτός ο τύπος σχέσης. Όταν δημιουργούμε αγχώδη δέσμευση, μας κυνηγά ο φόβος της απόρριψης και της εγκατάλειψης. Κάθε σχέση, κάθε απόπειρα για σχέση, συνοδεύεται από τον εσώτερο φόβο ότι θα μας απορρίψουν ή θα μας εγκαταλείψουν. Ακόμα κι αν υπάρχει ένα επίπεδο θετικής σκέψης και καμία συνειδητή αντίληψη αυτών των προβλέψεων, οι παρελθούσες εμπειρίες έχουν σχηματίσει μονοπάτια στον εγκέφαλο που ξυπνούν σε κάθε νέα απόπειρα και ενεργοποιούν παλιούς φόβους. Τα μονοπάτια αυτά είναι βαθιά και ασυνείδητα, σε άμεση επαφή με τα κυκλώματα φόβου στον εγκέφαλο.

Συχνά οι καβγάδες προέρχονται από την αγχώδη δέσμευση του ζευγαριού. Έχετε προσέξει ότι ξεκινάτε καβγά επειδή ο αγαπημένος σας φεύγει ταξίδι, ή όταν είναι απασχολημένος με τη δουλειά του και δεν σας δείχνει ενδιαφέρον; Έχετε προσέξει ότι τα ζευγάρια μαλώνουν περισσότερο όταν γερνούν; Σε κάθε μια από αυτές τις περιστάσεις, υπάρχει φόβος ή άγχος ότι ο άλλος μάς εγκαταλείπει, οπότε το αγχώδες άτομο απορυθμίζεται και απορυθμίζει τον σύντροφό του με το διανοητικό καθρέφτισμα.

Μοιάζει με την αντίδραση μπροστά στο θάνατο, όποτε ο αγαπημένος φεύγει, ζούμε έναν μικρό θάνατο. Αν δεν έχουμε σταθερές βάσεις μέσα μας, η αναχώρηση του άλλου προξενεί κατάρρευση και πανικό. Ο φόβος αποσυντονίζει την ικανότητά μας για σταθερή και ουσιαστική σχέση, εν μέρει επειδή μπερδεύει και την εικόνα που έχουμε για εμάς.

Η αγχώδης δέσμευση εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους: καβγαδίζουμε επειδή το αγαπημένο πρόσωπο πάει ταξίδι, ή επειδή η γραμματέας του συντρόφου μας είναι όμορφη, ή όταν επανεμφανίζεται ένας πρώην εραστής. Σε κάθε περίσταση απειλείται η ασφάλειά μας και γεμίζουμε άγχος. Το πιο μεγάλο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι σπανίως γνωρίζουμε ότι δημιουργούμε αγχώδεις σχέσεις. Έχω ακούσει τις πιο απίθανες δικαιολογίες χωρισμού εξαιτίας του άγχους. Όταν είναι συνειδητό, τα άτομα βρίσκονται συνεχώς στην «τσίτα», περιμένοντας την προβλεπόμενη απώλεια. Και πάλι, ακριβώς αυτό που φοβάται κανείς γίνεται πραγματικότητα επειδή καταλαμβάνει το επίκεντρο της σχέσης. «Δε θέλω να χωρίσω όπως οι γονείς μου», λέει κάποιος και φυσικά χωρίζει επειδή ακριβώς το άγχος του απαγορεύει τη φύση της σχέσης του.

Δεν υπάρχει σχέση που να είναι εντελώς χάλια

Όμως ακούω καμπανάκια κινδύνου σε κάποιες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, αν το ζευγάρι έχει πολύ μεγάλη διαφορά ηλικίας, γεννιέται άγχος αλλά και απορίες. Μήπως ο μεγαλύτερος σύντροφος έχει άγχος για τα γηρατειά και το θάνατο και προσπαθεί να το ξεπεράσει κάνοντας δεσμό με κάποια πολύ μικρότερή του; Μήπως η νέα κοπέλα φοβάται ότι χάνει τους γονείς της και γι’ αυτό συνδέεται με έναν συνομήλικό τους;

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν διαφορές ηλικίας. Απλώς σημαίνει ότι, αν κατανοήσουμε το άγχος, βοηθάμε τη σχέση να πάψει να προβάλλει το παρελθόν σαν καθρέφτη και να έρθει στο εδώ και τώρα. Έτσι, αντί να κοιτά ο νεώτερος τον μεγαλύτερο σαν γονέα, θα καταφέρει να τον δει σαν εραστή και να μην κάνει μεταβίβαση. (Μεταβίβαση σημαίνει ότι σχετίζεσαι με κάποιον επειδή σου θυμίζει ασυνείδητα ένα πρόσωπο του παρελθόντος, ή φέρεσαι με κάποιον τρόπο σε έναν άνθρωπο ενώ στην πραγματικότητα συνεχίζεις μια ατέλειωτη συζήτηση με πρόσωπα από το παρελθόν σου).

Μια άλλη κατάσταση που έχω συναντήσει συχνά στη δουλειά μου είναι παντρεμένοι με εξωσυζυγικές σχέσεις. Το κάνουν επειδή φοβούνται ότι θα χάσουν τον έλεγχο αν αφοσιωθούν ολοκληρωτικά στο γάμο τους; Αγχώνονται ότι ο σύζυγος θα τους εγκαταλείψει κι έτσι εγκαταλείπουν πρώτοι; Πώς διαχέεται το άγχος στην υπόλοιπη ζωή τους; Μπορούν αν αφοσιωθούν στη δουλειά τους ή μήπως βυθίζονται απόλυτα, πάλι από το φόβο ότι θα χάσουν τον έλεγχο;

Ωστόσο, μη βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα πριν καταλάβουμε τις αιτίες αυτών των συμπεριφορών. Οι απόψεις μας περί σωστού και λάθους βασίζονται κυρίως σε όσα νομίζουμε ότι θα μας πληγώσουν. Αν φοβόμαστε ότι θα χάσουμε κάποιον, είναι λογικό να θέλουμε να διώξουμε αυτό το άγχος. Για κάποιους λόγους η λύση είναι να παρατήσουν τον άνθρωπο που φοβούνται ότι θα τους εγκαταλείψει. Για άλλους η λύση είναι να καταλάβουν πώς μπορεί οι ίδιοι να προξενούν την απώλεια και να δράσουν πριν συμβεί, ή να κατανοήσουν πως οι φοβίες τους θα συνεχίσουν να δημιουργούν παρεμφερείς σχέσεις και στο μέλλον, εκτός κι αν τολμήσουν να τις δουν κατάματα.

Οι αγχώδεις σχέσεις είναι εξαιρετικά ασταθείς

Συνήθως ο ένας σύντροφος κάνει υπερβολές επίτηδες για να τσεκάρει τον άλλον. Πάντως οι αγχώδεις δεσμεύσεις μπορούν να μετατραπούν σε ασφαλείς, αν αποδεχτούμε ότι θα ζούμε με κάποιο βαθμό ανασφάλειας που συχνά ωφελεί καθώς κρύβει και την περιέργεια για το καινούργιο. Εξάλλου, ζει πραγματικά μόνο όποιος πιστεύει ότι μπορεί να εξελίσσεται, όποιος νιώθει βαθιά μέσα του τη γοητεία της εξερεύνησης.

Το άγχος εμφανίζεται συνήθως όταν ο ένας αισθάνεται ότι απομακρύνεται από τον σύντροφό του γιατί είναι αφηρημένος ή εάν αρχίζει αν κερδίζει περισσότερα χρήματα ή όταν υιοθετεί ένα διαφορετικό τρόπο ζωής ή εάν αποκτά νέους φίλους. Παρόμοιες αλλαγές μπορεί να εξελιχθούν σε πολύ ανησυχητικές ακόμα κι όταν μοιάζουν ανόητες, επειδή όλοι ξέρουμε πόσο μεταβατικές είναι οι σχέσεις. Οι περισσότεροι έχουμε νιώσει ότι δε θα χάσουμε ποτέ τον σύντροφό μας και ξάφνου μας τραβάει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια και καταρρακωνόμαστε.

Αυτή η εμπειρία αρκεί για να φοβόμαστε ότι το ίδιο θα συμβεί και στην επόμενη σχέση, οπότε νιώθουμε διαρκές άγχος. Αυτού του είδους η ένταση μπορεί να αποβεί καταστροφική, εκτός κι αν είναι και οι δύο σύντροφοι ανασφαλείς και δέχονται τον έλεγχο – όμως παράλληλα δημιουργείται μια αίσθηση «φυλάκισης» σε φαύλους κύκλους που όλο και αυξάνεται, άρα πάλι διαλύεται η σχέση. Είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί η αγχώδης δέσμευση όταν γίνεται συνειδητή και διανοητικά προσβάσιμη με την ψυχοθεραπεία. Όταν όμως το άτομο εξωτερικά δείχνει ήρεμο ενώ εσωτερικά βράζει, παίρνοντας λανθασμένες αποφάσεις, χρειάζεται πολύς καιρός ώστε να διαχειριστεί το άγχος που έκρυβε τόσα χρόνια.

Αποφευκτική δέσμευση

Σ’ αυτή την περίπτωση αποφεύγουμε εντελώς τις δεσμεύσεις επειδή νιώθουμε να απειλούμαστε υπερβολικά από το άγχος. Αντί να αποφεύγουμε μόνο το άγχος, αρνούμαστε κάθε σχέση. Οι αποφευκτικοί γενικά φοβούνται τις δεσμεύσεις περισσότερο από την αποστασιοποίηση μέσα στη σχέση γιατί αυτή είναι η άμυνά τους, ενώ η αποστασιοποίηση μπορεί μερικές φορές να είναι και παράγωγο μιας ασφαλούς σχέσης.

Όσοι έχουν αυτό το πρόβλημα κρατούν αποστάσεις από τους άλλους και ισχυρίζονται ότι θέλουν την ανεξαρτησία τους. Φοβούνται πως αν δεθούν θα αποκαλυφθεί η ανάγκη τους για συναισθηματική δέσμευση. Στην εποχή μας αυτή η κατάσταση είναι συνηθισμένη: «Κάνε τον άνετο, μη δείξεις ενδιαφέρον και σε πάρει για απελπισμένο». Τέτοιες φράσεις ακούγονται καθημερινά. Όμως αυτό είναι μόνο η αρχή.

Όταν κάποιος μαζέψει αρκετές απορρίψεις βιώνει τις σχέσεις του με άγχος, σταδιακά θα φτάσει να αντιμετωπίζει προκαταβολικά κάθε σχέση σαν δυσάρεστη και τελικά θα τις αποφεύγει εντελώς. Είναι όπως όταν διαπιστώνουμε ότι κάποια τροφή μας πειράζει – δεν πρόκειται να την ξαναφάμε ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις: όποιος αποφεύγει τη δέσμευση, στην ουσία αποφεύγει τα δυσάρεστα συναισθήματα και το άγχος. Ως αποτέλεσμα, συχνά εμφανίζονται άλλες μορφές άγχους και φοβίες, όπως ο φόβος της μοναξιάς, ο φόβος του μοναχικού θανάτου και ο φόβος της ανούσιας ζωής. Η αποφευκτική τάση εμφανίζεται σε ανθρώπους που βίωσαν ένα βαρύ σοκ, όπως ο θάνατος ενός εραστή ή ενός φίλου.

Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί το άτομο να ζήσει σε ηθελημένη απομόνωση ή να έχει μόνο «παρέα» σαν υποκατάστατο της πραγματικής δέσμευσης. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι στην παρέα οι άνθρωποι βρίσκονται μεν, αλλά κρατώντας αποστάσεις. Η σχέση στην παρέα κατατρύχεται από το φόβο της μοναξιάς, δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη και το ρίσκο να προχωρήσουμε σε δεσμό.

Κατά βάθος, η αποφευκτική δέσμευση είναι ένας τρόπος να αποφύγει κανείς την απώλεια. Καθώς ο θάνατος είναι η μοίρα όλων μας, η αποφευκτική δέσμευση εμπεριέχει αυτό το γεγονός. Δηλαδή ο άνθρωπος σκέφτεται: «Αφού έτσι κι αλλιώς θα χάσουμε ο ένας τον άλλον, γιατί να δεσμευτώ;» Επιπλέον, η μοναχική ζωή είναι μια μέθοδος για μάξιμουμ έλεγχο, αφού έτσι συγκεντρωνόμαστε στον εαυτό μας. Και που είναι το κακό, θα ρωτήσετε. Θα το συζητήσω λίγο παρακάτω.

Καθώς η κοινωνία επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στη δουλειά, όλοι και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν την αποφευκτική σχέση ή την απόλυτη μοναξιά και ακριβώς γι’ αυτό φτάσαμε να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Η εκλογίκευση της αποχής από τη σχέση προέρχεται ακριβώς από την πίστη στην αποφυγή.

Όμως πάντα υπάρχει δυσφορία στη μοναξιά και η ανάγκη να κατανοήσουμε τι συμβαίνει. Έχω δει πολλές φορές στη δουλειά μου ανθρώπους που βιώνουν συστηματικά απογοήτευση από τις σχέσεις τους. Συχνά επιλέγουν να περάσουν ένα μεγάλο διάστημα ολομόναχοι επειδή έχουν ηττηθεί από τις εμπειρίες τους. Τους αρέσει ίσως το κυνήγι, ακόμα και το ζευγάρωμα, όμως νιώθουν παγιδευμένοι στην ιδέα της πραγματικής δέσμευσης. Παρόμοια συμπεριφορά εμφανίζουν και οι διαζευγμένοι. Είναι ικανοί να κάνουν τα πάντα για ν’ αποφύγουν έναν δεύτερο γάμο επειδή θέλουν να αποφύγουν τα αρνητικά συναισθήματα που συσχέτισαν με την έννοια «γάμος».

Η αποφευκτική δέσμευση, όπως και η αγχώδης, είναι πηγή και αποτέλεσμα βαθύτατης μοναξιάς. Και οι δύο αποτελούν ανασφαλείς τύπους σχέσης που έχουν σοβαρές σωματικές και ψυχολογικές παρενέργειες. Όμως πώς σχετίζεται ο φόβος με τις ανασφαλείς δεσμεύσεις και ποιες είναι οι συνέπειές του;

Ωκυτοκίνη: Σύνδεση φόβου κι εμπιστοσύνης

Οι φόβοι της εγκατάλειψης και της απόρριψης κρύβουν την ουσιαστική ανικανότητα να πιστέψουμε ότι όλα θα πάνε καλά. Ο φόβος και η εμπιστοσύνη έχουν άμεση σχέση και πρόσφατες έρευνες της βιολογίας του εγκεφάλου έριξαν περισσότερο φως στο ζήτημα. Το κλειδί είναι ότι για να δεσμευτούμε με ασφάλεια χρειαζόμαστε λίγο φόβο και για να φοβόμαστε λιγότερο πρέπει να εμπιστευόμαστε περισσότερο. Πρόκειται άραγε για μια ανόητη ιδέα; Ή μήπως βασίζεται στη βιολογία;

Πρόσφατες έρευνες θεωρούν την ωκυτοκίνη ως την ορμόνη της εμπιστοσύνης (συχνά, αποκαλείται και «ορμόνη της αγάπης»). Όση περισσότερη υπάρχει στους υποδοχείς, τόσο περισσότερη εμπιστοσύνη διαθέτουμε. Στοιχεία για το ρόλο της ωκυτοκίνης στις ανθρώπινες σχέσεις βρέθηκαν αρχικά σε μελέτες με ζώα. Διαπιστώθηκε ότι η ωκυτοκίνη είναι ουσιαστική για το χτίσιμο της φωλιάς και την επιβίωση των νεογέννητων σε ποντίκια, για την αποδοχή των μικρών στα πρόβατα και για τους δεσμούς των ενήλικων αρουραίων των αγρών.

Όλες αυτές οι «οικογενειακές» σχέσεις προϋποθέτουν υψηλό βαθμό ασφαλούς δέσμευσης, γι’ αυτό οι ερευνητές έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στους ανθρώπους για να δουν αν υπάρχει ο ίδιος συσχετισμός. Επίσης, δεδομένου του ρόλου της ωκυτοκίνης στην κοινωνική αναγνώριση και στην επιθετικότητα στα ζώα, το επόμενο βήμα της επιστήμης ήταν να εξεταστεί ο ρόλος της και στους ανθρώπους.

Οι αρχικές παρατηρήσεις περιλαμβάνουν τα ήδη γνωστά στοιχεία για το ρόλο της ωκυτοκίνης στην εξαγωγή μητρικού γάλακτος κατά το θηλασμό και στη διόγκωση της μήτρας κατά τη γέννα. Επιπλέον ήταν ήδη γνωστό ότι και οι γυναίκες και οι άντρες απελευθερώνουν ωκυτοκίνη κατά τον οργασμό. Η διαπίστωση ότι η ορμόνη εκλύεται όταν «δένει» κάποια σχέση έκανε τους επιστήμονες να προχωρήσουν στην υπόθεση ότι σχετίζεται με την εμπιστοσύνη. Όμως πως μπορούσαν να τη συνδέσουν με τους ανθρώπινους δεσμούς;

Το 2005 δημοσιεύτηκε μiα μελέτη στο επιστημονικό περιοδικό Nature, κατά την οποία, όταν έδωσαν σε ανθρώπους ωκυτοκίνη, αυξανόταν η ικανότητά τους για εμπιστοσύνη. Για την ακρίβεια, οι μετρήσεις έδειξαν ότι η αυξημένη εμπιστοσύνη δεν αντιστοιχούσε σε αποδοχή κινδύνων, αλλά σε ετοιμότητα και δεκτικότητα σε συναισθηματικό ρίσκο. Τα στοιχεία έδειξαν για πρώτη φορά ότι η ικανότητα για δεσμούς επηρεάζεται από την ορμόνη και ότι, κατά πάσα πιθανότητα, αν θέλαμε να δημιουργήσουμε ασφαλείς σχέσεις, πρέπει να αυξήσουμε την ωκυτοκίνη μας, ανεξαρτήτως φύλου.

Μετά από αυτή τη μελέτη, ακολούθησαν πολλές άλλες που επιβεβαίωσαν ότι διάφορες δυσκολίες στις κοινωνικές σχέσεις οφείλονται στη μειωμένη ωκυτοκίνη. Μία μελέτη διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που έχουν ιστορικό βάρβαρης μεταχείρισης έχουν λιγότερη ωκυτοκίνη στον εγκεφαλονωτιαίο μυελό (που συνδέεται με το εγκεφαλικό υγρό), ενώ σε μιαν άλλη βρέθηκε ότι τα χαμηλά επίπεδα ωκυτοκίνης συνδέονται με την κοινωνική απόσυρση και την απομόνωση στους σχιζοφρενείς.

Επίσης, η χαμηλή ωκυτοκίνη θεωρείται ύποπτη για την κοινωνική μόνωση των αυτιστικών. Μια άλλη ομάδα ερευνητών μελέτησε κατά πόσο η παροχή της ορμόνης ή του πλασέμπο παρήγε διαφορετική απόκριση σε μια κατάσταση παραβίασης εμπιστοσύνης. Βρήκαν ότι η συμπεριφορά όσων είχαν πάρει ωκυτοκίνη δεν άλλαξε όταν έγινε παραβίαση της εμπιστοσύνης τους, ενώ όσοι είχαν πάρει πλασέμπο όντως άλλαξαν.

Μάλλον αυτό εξηγεί γιατί μερικοί αδιαφορούν μπροστά στα δύσκολα: υπερβολική δόση ωκυτοκίνης! Η ωκυτοκίνη μας κάνει όντως να κοιτάζουμε τους άλλους στα μάτια και, όταν το κάνουμε, αυξάνουμε την εμπιστοσύνη και τη σύνδεσή μας. Όταν δύο άνθρωποι κοιτάζονται στα μάτια, αυξάνουν τα επίπεδα της ωκυτοκίνης τους: είναι γεγονός.

Επίσης αξίζει να σημειώσουμε ότι αρκεί ακόμα και η πρόθεση να εμπιστευτούμε για να αυξήσουμε την ωκυτοκίνη μας. Ένα πείραμα εξέτασε ένα σενάριο κατά το οποίο ανάμεσα σε μια ομάδα ανθρώπων κάποιοι έπαιρναν χρήματα από κάποιον άλλον. Βρέθηκε πως η ωκυτοκίνη ανέβηκε σε όσους ήξεραν ότι τα χρήματα ήταν μια κίνηση εμπιστοσύνης και έγκρισης, ενώ όσοι πήραν χρήματα χωρίς να ξέρουν γιατί, δεν ανέβασαν την ορμόνη. Αυτό δείχνει ότι τα υψηλά επίπεδα ωκυτοκίνης σχετίζονται με την εμπιστοσύνη.

Όλο και περισσότερες έρευνες συνδέουν την ωκυτοκίνη με την εμπιστοσύνη, όμως ποια είναι η σχέση της με το φόβο και πώς μπορούμε να συνδέσουμε τις θετικές επιδράσεις της με τη μείωση του φόβου; Οι επιστήμονες άρχισαν να ερευνούν πώς επηρεάζει την εγκεφαλική λειτουργία, και αρκετές μελέτες έδωσαν συναρπαστικά ευρήματα. Μια από τις πιο σημαντικές εξέτασε αν η ωκυτοκίνη διαφοροποιείται από το πλασέμπο στην ενεργοποίηση περιοχών του εγκεφάλου.

Διαπιστώθηκε ότι η ωκυτοκίνη μειώνει αισθητά την ενεργοποίηση της αμυγδαλής. (Η αμυγδαλή βρίσκεται στο κέντρο του εγκεφάλου, λειτουργεί σαν ανιχνευτής κινδύνου, είναι υπερευαίσθητη και ενεργοποιείται αυτομάτως, εκεί επικεντρώνονται όλοι οι μηχανισμοί του εγκεφάλου που σχετίζονται με το φόβο) Τώρα οι συσχετισμοί γίνονται πιο σαφείς: ο φόβος ξυπνάει την αμυγδαλή και διακόπτει τους δεσμούς των ανθρώπων· η ωκυτοκίνη νανουρίζει την αμυγδαλή και διευκολύνει τους δεσμούς, άρα ο φόβος και η ωκυτοκίνη είναι αντίπαλοι.

Αν η ωκυτοκίνη μειώνει την ενεργοποίηση της αμυγδαλής και αυξάνει την εμπιστοσύνη, για να μειώσουμε τους φόβους μας (και τις εκκρίσεις της αμυγδαλής) πρέπει να εκτεθούμε σε καταστάσεις όπου θα εμπιστευόμαστε τους άλλους και θα μας εμπιστεύονται και εκείνοι. Οπότε πρέπει να υποθέσουμε ότι οι ανθρώπινοι δεσμοί λειτουργούν ανασταλτικά στην υπερδραστήρια αμυγδαλή και ότι αυτό ακριβώς συνιστά ένα ακόμα ισχυρό κίνητρο για σχηματισμό ασφαλών δεσμών άρα και παραγωγή ωκυτοκίνης.

Για μερικούς η εμπιστοσύνη είναι δύσκολη υπόθεση, ειδικά αν μας έχουν προδώσει επανειλημμένα. Όμως τι συμβαίνει; Φταίνε οι πληγές της προδοσίας για το γεγονός ότι δεν εμπιστευόμαστε ή μήπως η έλλειψη εμπιστοσύνης φέρνει την προδοσία; Φαύλος κύκλος; Και πως μπορούμε να τον σπάσουμε; Η έρευνα έδειξε πως, όταν κάποιος έχει μια αυτοματοποιημένη αρνητική αντίδραση, η παροχή ωκυτοκίνης μπορεί να την αντιστρέψει μειώνοντας παράλληλα την ενεργοποίηση της αμυγδαλής.

Οπότε, η ωκυτοκίνη μπορεί να σταματήσει τη ρύθμιση του φόβου. Πώς όμως αυξάνουμε το επίπεδό της για να σταματήσουμε τη ρύθμιση; Με το να βρισκόμαστε με ανθρώπους που εμπιστευόμαστε και μας εμπιστεύονται, καθώς έτσι αυξάνουμε τη δική μας ωκυτοκίνη και μειώνουμε την ενέργεια στα κυκλώματα του φόβου.

Σκύλοι στην Αρχαία Ελλάδα

Στην κλασσική αρχαιότητα το κυνήγι (λαγού, ελαφιού, αρκούδας, αγριογούρουνου) για τροφή και για διασκέδαση ήταν αρκετά διαδεδομένο, και όσοι κυνηγοί χρησιμοποιούσαν σκύλους για αυτό το σκοπό τους φρόντιζαν ιδιαίτερα. Δύο εγχειρίδια κυνηγιού της αρχαίας Ελλάδας που σώζονται σήμερα είναι γραμμένα από δύο Έλληνες ιστορικούς, τον Ξενοφώντα και τον Αρριανό και έχουν αρκετές πληροφορίες και συμβουλές για την σωστή ανατροφή των κυνηγόσκυλων.

Αν, λοιπόν, ζούσατε στην Αθήνα την εποχή του Σωκράτη και ήσασταν ιδιοκτήτης ενός κυνηγόσκυλου από τη Λακωνία, σαν αυτά που απεικονίζονται σε Ελληνικά αγγεία, τι θα το ταΐζατε; Τα συνηθισμένα κουτάβια τρέφονταν με κριθαρένιο ψωμί που είχε μαλακώσει μέσα σε αγελαδινό γάλα ή ορό γάλακτος. Τα κουτάβια, όμως, που ήταν πιο ιδιαίτερα έτρωγαν το ψωμί τους μαλακωμένο μέσα κατσικίσιο ή προβατίσιο γάλα. Συνήθως πρόσθεταν και λίγο από το αίμα του ζώου εκείνου που ήθελαν να εκπαιδεύσουν το κουτάβι να κυνηγήσει.

Στη διάρκεια του δείπνου, ο ιδιοκτήτης έκοβε μεγάλα κομμάτια από την ψίχα του ψωμιού για να σκουπίσει τα δάκτυλά του και μετά τα έδινε στο σκύλο του μαζί με κόκαλα και άλλα αποφάγια από τα πιάτα, ίσως μαζί και με ένα πιατάκι από ζωμό κρέατος. Μετά από μία θυσία ή ένα τραπέζι, ετοίμαζαν μια ιδιαίτερη λιχουδιά: ένα κομμάτι από βοδινό συκώτι πασπαλισμένο με κριθάρι και ψημένο στα κάρβουνα. Ήταν ακόμα φυσικό, ότι σαν δείγμα ευγνωμοσύνης μοιράζονταν μαζί με τους πιστούς τετράποδους φίλους κομμάτια από τα θηράματα, όπως κουνέλια, ελάφια ή αγριογούρουνα.

Ήταν αυτή η κατάλληλη διατροφή για έναν σκύλο;

Η άποψη ότι στην ημερήσια διατροφή του σκύλου πρέπει να συμπεριλαμβάνεται κόκκινο, ωμό κρέας είναι μία διαδεδομένη, αλλά λανθασμένη ιδέα. Έξω στη φύση, οι σκύλοι κυνηγούν καρποφάγα και φυτοφάγα ζώα. Όταν τα σκοτώνουν, πρώτα τρώνε το στομάχι τους που είναι γεμάτο με χορτάρι (που έχει ήδη περάσει το πρώτο στάδιο της πέψης) και δημητριακά, μετά τα όργανά τους και τέλος προτιμούν να τραφούν με την σάρκα τους. Συχνά, ροκανίζουν τα οστά και έτσι ισορροπούν το γεύμα τους παίρνοντας τις βιταμίνες και τα άλατα που χρειάζονται.

Αν ο σκύλος υπέφερε από σκουλήκια στο έντερο, τότε του έδιναν να φάει τα μουστάκια από το στάρι. Μία πιο αποτελεσματική θεραπεία ήταν η Αρτεμισία, γνωστό σαν το φυτό αψιθιά, ένα βότανο με την ιδιότητα να απομακρύνει τα σκουλήκια του εντέρου. Το γεγονός ότι οι Ελληνικοί σκύλοι έχαιραν άκρας υγείας με το να διατρέφονται με σιτηρά και κρέας το επιβεβαιώνει και ο Αριστοτέλης, ο οποίος σημειώνει σε ένα από τα έργα του ότι τα Λακωνικά κυνηγόσκυλα ζούσαν έως 10 με 12 χρόνια, ενώ άλλες ράτσες έφθαναν έως και τα 14 με 15 χρόνια.

Σήμερα, ένα σκυλί περίπου 25 κιλών έχει το ίδιο προσδόκιμο ζωής.

Ο σκύλος στην αρχαία Ελλάδα

Είχε σεβαστή θέση στην καθημερινή ζωή των προγόνων μας και υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας. Αυτό μπορούμε εύκολα να το διαπιστώσουμε από τις αναρίθμητες αναφορές που γίνονται για το σκύλο, στα έργα τους, την τέχνη τους, τους μύθους και τις ιστορίες τους.

Από την ελληνική μυθολογία βλέπουμε ότι πολλά τέρατα είχαν τη μορφή σκύλου, όπως η Σκύλλα και η Χάρυβδη, ο Κέρβερος κ.ά. Αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι την εποχή δημιουργίας της μυθολογίας ο σκύλος ήταν ακόμα άγριο και μη εξημερωμένο ζώο. Με την πάροδο όμως του χρόνου, ο σκύλος εξημερώθηκε και αποτέλεσε πολύτιμο και χρήσιμο συνοδό σε αρκετές εργασίες.

Ένας από τους μύθους που αφορούν το σκύλο, αναφέρει ότι ο σκύλος είναι αναπαραγωγή του Κέρβερου, την οποία επέτυχε ο εγγονός του Αχιλλέα ονόματι Μολοσσός. Γι’ αυτόν το λόγο και η Εκάτη συντροφευόταν πάντα από μαύρα σκυλιά ονόματι «Μολοσσοί». Η αρχαία ονομασία των κατοίκων της Ηπείρου είναι Μολοσσοί.

Άλλος μύθος αναφέρει ότι ο σκύλος είναι δημιούργημα του θεού Ηφαίστου, τον οποίο ο θεός Απόλλωνας εξημέρωσε και τον έκανε δώρο στην αδελφή του θεά Αρτέμιδα για να τη συντροφεύει στο κυνήγι της. Άλλη μία ιστορία που δείχνει τη σχέση που είχαν οι αρχαίοι Έλληνες με το σκύλο, μία σχέση βασισμένη στην αγάπη, την πίστη και την αφοσίωση, είναι η γνωστή συγκινητική ιστορία του γέρικου σκύλου Άργους, του σκύλου του Οδυσσέα, που παρ’ όλα τα 10 χρόνια απουσίας του αφέντη του κατάφερε να τον αναγνωρίσει, να κουνήσει την ουρά του από χαρά και να ξεψυχήσει στα πόδια του αφεντικού του.

Ο σκύλος αποτέλεσε έμπνευση για την ίδρυση της φιλοσοφικής Σχολής του Κυνισμού και εκείνων που την ακολούθησαν, γνωστοί ως «κυνικοί φιλόσοφοι». Οι κυνικοί φιλόσοφοι γύριζαν στους δρόμους των Αθηνών ζώντας μιμούμενοι τη ζωή των σκύλων. Ο γνωστός κυνικός φιλόσοφος Διογένης περιφερόταν μεσημέρι στο κέντρο των Αθηνών κρατώντας ένα φανάρι και έχοντας συντροφιά ένα σκύλο, φωνάζοντας «άνθρωπο ζητώ», υπονοώντας τη φιλοσοφική έννοια της λέξης «άνθρωπος».

Σύμφωνα με το Σωκράτη, ο σκύλος είναι ένας «αληθινός φιλόσοφος».

Ο σκύλος τότε, όπως και σήμερα, χρησίμευε για τσοπανόσκυλο (ποιμενικός κύων), φύλακας (πυλωρός, θυρωρός, οικουρός ή δέσμιος κύων όταν ο φύλακας σκύλος ήταν δεμένος), κυνηγόσκυλο (θηρευτικός, αγρευτικός κύων) δίπλα στον Έλληνα κυνηγό. Αλλά και η ίδια η λέξη «κυνηγός» προέρχεται από την παρουσία του: Κυναγός > Κυνηγός = ο άγων τον κύνα, αυτός που οδηγεί το σκύλο).

Υπήρχαν επίσης οι πολεμισταί κύνες, οι άθλοι των οποίων αναφέρονται σε περιγραφές μαχών όπως του Μαραθώνα, της Μαντινείας κ.ά. Ο ζωγράφος Μίκων τίμησε το σκύλο που συνόδευε τον Αθηναίο κύριό του στη μάχη του Μαραθώνα, απεικονίζοντάς τον μεταξύ των καλύτερων Ελλήνων πολεμιστών. Υπήρχαν ακόμη οι μαχηταί κύνες, οι οποίοι πάλευαν με τα θηρία στο στίβο, παρέχοντας θέαμα, ιδιαίτερα στους Ρωμαίους. Υπήρχαν, τέλος, μικρόσωμα σκυλιά, όπως αυτά της Μάλτας, που συνόδευαν τις πλούσιες κυρίες τους στον περίπατο, στο φαγητό, ακόμη και στον ύπνο τους.

Ο Αλέξανδρος είχε τον ινδικό του σκύλο Περίττα, που «η γενιά του κρατούσε από λιοντάρι» και στη μνήμη του ίδρυσε πόλη. Τον είχε αγοράσει 100 μνες. Σε μια μάχη με τους στρατιώτες του Δαρείου του Γ΄, δεν είχε χρόνο να αντιμετωπίσει έναν ελέφαντα που τον πλησίαζε επιθετικά.

Ο Περίττας, τότε, έτρεξε και δάγκωσε τον ελέφαντα και με αυτόν τον τρόπο έσωσε τον Αλέξανδρο από βέβαιο θάνατο. Έναν άλλο σκύλο παιονικής καταγωγής, με το όνομα Τρίακος, είχε δωρίσει στον Αλέξανδρο ο σατράπης της Παιονίας. 65 φυλές αναφέρεται πως υπήρχαν στην αρχαία Ελλάδα… Πληροφορίες μάς παρέχουν: ο Ξενοφών στα «Κυνηγετικά», ο Ηρόδοτος στις περιηγήσεις του και ο Αριστοτέλης στο «Περί Ζώων Ιστορίαι».

Οι σκύλοι συνόδευαν τους αρχαίους Έλληνες όχι μόνο στο κυνήγι, αλλά και στο τραπέζι που ετοίμαζαν μετά. Εκεί μοιράζονταν με τους τετράποδους φίλους τους κομμάτια από τα θηράματα όπως κουνέλια, ελάφια και αγριογούρουνα. Μετά το τραπέζι, ο ιδιοκτήτης σκούπιζε τα χέρια του με ένα κομμάτι ψωμί και το έδινε στο σκύλο του μαζί με μία ιδιαίτερη λιχουδιά, βοδινό συκώτι ψημένο στα κάρβουνα πασπαλισμένο με κριθάρι. Αν ο σκύλος του υπέφερε από παράσιτα στο έντερο, του έδινε το φλοιό από το σιτάρι.

Ο Ξενοφώντας, ο Έλληνας ιστορικός που έγραψε για τα κυνηγόσκυλα τον 4ο αιώνα π.κ.ε. υποστήριζε ότι τα πιο καλά ονόματα είναι τα σύντομα, μονοσύλλαβα ή δισύλλαβα, για να μπορεί κάποιος να τα προφέρει με ευκολία. Η σημασία του ονόματος ήταν επίσης σημαντική για το ηθικό, τόσο του ιδιοκτήτη όσο και του σκύλου: ονόματα που είχαν σχέση με την ταχύτητα, τη γενναιότητα, τη δύναμη, την εμφάνιση και άλλες αρετές ήταν προτιμητέα. Ο Ξενοφώντας, για παράδειγμα, φώναζε το σκύλο του Ορμή.

Η μυθική κυνηγός Αταλάντη φώναζε το σκύλο της Αύρα. Σε ένα αρχαίο Ελληνικό αγγείο του 560 π.κ.ε. απεικονίζεται η Αταλάντη και άλλοι ήρωες μαζί με τα κυνηγόσκυλά τους, κυνηγώντας τον περίφημο Καλυδώνιο Κάπρο. Πάνω στο αγγείο ο αγγειογράφος κατέγραψε τα ονόματα επτά σκύλων: Ορμένος, Μεθέπων, Εγέρτης, Κόραξ, Μάρψας, Λάβρος και Εύβολος.

Στην κλασσική αρχαιότητα το κυνήγι (λαγού, ελαφιού, αρκούδας, αγριογούρουνου) για τροφή και για διασκέδαση ήταν αρκετά διαδεδομένο, και όσοι κυνηγοί χρησιμοποιούσαν σκύλους για αυτόν το σκοπό, τους φρόντιζαν ιδιαίτερα. Δύο εγχειρίδια κυνηγιού της αρχαίας Ελλάδας που σώζονται σήμερα, είναι γραμμένα από δύο Έλληνες ιστορικούς, τον Ξενοφώντα και τον Αρριανό, και έχουν αρκετές πληροφορίες και συμβουλές για τη σωστή ανατροφή των κυνηγόσκυλων.

Όλες οι πηγές αρχαίων κειμένων μας δείχνουν ότι ο «κύων» είχε εξαίσια θέση στην κοινωνική ζωή των προγόνων μας και καλό θα ήταν να του δώσουμε κι εμείς την ίδια στις ζωές μας!

Αστρική μαύρη τρύπα με τον ταχύτερο άνεμο που έχει ποτέ καταγραφεί

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Michigan έχουν ανακαλύψει κάτι εκπληκτικό στο διάστημα. Μετά την ανάλυση δορυφορικών εικόνων ανακάλυψαν μια αστρική μαύρη τρύπα με τον ταχύτερο άνεμο που έχει μετρηθεί ποτέ από μια παρόμοια μαύρη τρύπα.

Η αστρική μαύρη τρύπα – που ανήκει σε ένα δυαδικό σύστημα – απορροφά υλικό από το συνοδό άστρο δημιουργώντας έτσι έναν δίσκο αερίων γύρω από αυτήν. Ο άνεμος μετακινεί και διασκορπίζει την ύλη του δίσκου εμποδίζοντάς την να πέσει στην μαύρη τρύπα

«Είναι έκπληξη ότι αυτή η μικρή μαύρη τρύπα είναι σε θέση να δημιουργεί ανέμους με ταχύτητες που συνήθως βλέπουμε μόνο στις γιγάντιες μαύρες τρύπες», αναφέρει ο Jon M. Miller ένας από τους ερευνητές. "Με άλλα λόγια, αυτή η μαύρη τρύπα έχει καλή απόδοση πάνω από τον μέσον όρο της κατηγορίας."

Η ταχύτητα των ανέμων βρέθηκε να είναι 32 εκατομμύρια χιλιόμετρα την ώρα με τη βοήθεια του Παρατηρητηρίου ακτίνων-Χ Chandra της NASA . Ωστόσο, είναι μόνο το 3 τοις εκατό της ταχύτητας του φωτός. Αυτό τα ρεκόρ του ανέμου είναι δεκαπλάσιο από ό,τι έχουν δει ποτέ οι αστρονόμοι από μια παρόμοια αστρική μαύρη τρύπα. Η ανακάλυψη βέβαια θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην κατανόηση του κοσμικού αυτού αντικειμένου.

"Είναι το κοσμικό ισοδύναμο ενός τυφώνα κατηγορίας πέντε”, δήλωσε ο υπεύθυνος της έρευνας Ashley King από το Πανεπιστήμιο του Michigan, που δημοσιεύτηκε στο Astrophysical Journal Letters.

Οι αστρικές μαύρες τρύπες σχηματίζονται μετά από την κατάρρευση ενός γιγάντιου άστρου και ζυγίζουν περίπου 10 φορές περισσότερο από τη μάζα του ήλιου. Αυτή η μαύρη τρύπα, γνωστή ως IGR J17091-3624, ή IGR J17091 για συντομία, είναι η μικρότερη από άλλες μαύρες τρύπες που έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν τέτοιους υψηλούς ανέμους.

Η αστρική αυτή μαύρη τρύπα είναι περίπου 28.000 έτη φωτός μακριά από τη Γη και θεωρείται ότι είναι από τις πιο μικρές μαύρες τρύπες που έχουμε ποτέ παρατηρήσει, γιατί η μάζα της είναι μόλις τριπλάσια από του Ήλιου, που την κατατάσσει στο θεωρητικό μίνιμουμ της μάζας που μπορεί να έχει μια μαύρη τρύπα για να είναι σταθερή.

Μια άλλη διαπίστωση είναι ότι ο άνεμος έρχεται από ένα δίσκο αερίου γύρω από τη μαύρη τρύπα. Υποθέτουμε ότι αυτοί οι άνεμοι θα μπορούσαν να παρασύρουν περισσότερα κοσμικά αντικείμενα από ότι συλλαμβάνει η μαύρη τρύπα, σύμφωνα με τη NASA.

«Σε αντίθεση με τη λαϊκή αντίληψη ότι οι μαύρες τρύπες απορροφούν όλο το υλικό που πλησιάζει κοντά τους, εκτιμούμε ότι το 95 τοις εκατό της ύλης στο δίσκο γύρω από το αντικείμενο IGR J17091 αποβάλλεται από τον άνεμο", εξήγησε ο King.

Οι άνεμοι αυτοί εκπέμπονται από τη μαύρη τρύπα προς όλες τις κατευθύνσεις, σε αντίθεση με τους ανέμους από τυφώνες πάνω στη Γη.

Το Expanded Very Large Array στην Αριζόνα έδειξε επίσης ότι δεν παρουσιάστηκε κανένας πίδακας ραδιοφωνικών κυμάτων όταν φάνηκε ο άνεμος. Αυτούς όμως τους ραδιο-πίδακες τους έχουμε δει συχνά άλλες φορές. Η παρατήρηση αυτή αποδεικνύει ότι οι ισχυροί άνεμοι, μπορούν να καταστείλουν τους ραδιό-πίδακες από τις μαύρες τρύπες, που για τους ερευνητές της NASA είναι μια σημαντική ανακάλυψη.

Μαύρες τρύπες: οι πρωταγωνιστές στη δημιουργία των πρώτων άστρων και γαλαξιών στο σύμπαν

GalinCollΣύμφωνα με τον Γάλλο αστροφυσικό David Elbaz, οι μαύρες τρύπες είναι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές στη δημιουργία των πρώτων άστρων και των γαλαξιών, λίγο μετά το Big Bang. 

Τι προκάλεσε την δημιουργία των γαλαξιών;
 
Ποιό ήρθε πρώτο, οι υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες που καταβροχθίζουν μανιωδώς την ύλη ή οι τεράστιοι γαλαξίες όπου διαμένουν; Ένα ολοκαίνουργιο σενάριο προέκυψε από πρόσφατες παρατηρήσεις μιας μαύρης τρύπας (ένα κβάζαρ) που δεν έχει όμως ‘σπίτι’ δηλαδή γαλαξία να την φιλοξενήσει: έτσι η μαύρη τρύπα μπορεί να είναι ο "οικοδόμος" των γαλαξιών που την φιλοξενεί.
 
Γεγονός που μπορεί να αντιπροσωπεύει την λύση ενός μακροχρόνιου προβλήματος, την κατανόηση του γιατί η μάζα των μαύρων οπών είναι μεγαλύτερη σε γαλαξίες που περιέχουν περισσότερα αστέρια, λέει ο επικεφαλής της έρευνας David Elbaz. “Η μελέτη μας δείχνει ότι οι υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες μπορούν να προκαλέσουν το σχηματισμό των άστρων, κι έτσι κτίζουν τον δικό τους γαλαξία που τις φιλοξενεί”. 
 
Ο David Elbaz υποστηρίζει πως τα αστέρια πιθανότατα δεν σχηματίζονται με αυτόν τον τρόπο στην γειτονική μας περιοχή, όπου βρίσκονται παλιοί γαλαξίες και σχεδόν κανένα κβάζαρ. Όμως αυτός ο τρόπος θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στον σχηματισμό των γαλαξιών στις απαρχές του χρόνου, πριν περίπου 10 δισεκατομμύρια χρόνια, όταν γεννήθηκαν οι περισσότεροι γαλαξίες και τα κβάζαρ ήταν πολύ πιο συνηθισμένα εκείνη την εποχή.
 
Ας δούμε όμως τα έξι βήματα σχηματισμού των γαλαξιών σε αυτή την θεωρία:
 
1.Ένα τεράστιο νέφος ομοιογενών αερίων Όλα αρχίζουν κάποιες δεκάδες εκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, με ένα πυκνό και θερμό νέφος που αρχίζει να καταρρέει εξαιτίας της βαρύτητας.
whirpool_gas_from_blackhole
 
2.Το πρώτο φως του κόσμου. Σαν αποτέλεσμα της βαρύτητας, η ύλη συμπιέζεται όλο και περισσότερο γύρω από την τεράστια κεντρική δίνη, όπου γεννιέται μια μελανή οπή. Καθώς πλησιάζει την άβυσσο, η ύλη θερμαίνεται και αρχίζει να ακτινοβολεί. Είναι οι πρώτες λάμψεις σε ένα σύμπαν που μέχρι τότε ήταν τελείως σκοτεινό.
 
amazing_blackhole
 
3.Ένα τέρας προ των πυλών. Σε διάστημα εκατομμυρίων ετών, η ύλη που αιχμαλωτίστηκε σε αυτή την κοσμική χοάνη αύξησε τη μάζα της μελανής οπής, μέχρι που έφτασε το ένα εκατομμύριο ηλιακές μάζες. H βιαιότητα της πτώσης δημιουργεί γύρω της ένα έντονο μαγνητικό πεδίο. Πίδακες ύλης εκσφενδονίζονται με εκπληκτικές ταχύτητες από τους πόλους.
 
string-of-galaxies
 
4. Δημιουργός αστέρων. H συνεχής επαύξηση ύλης κάνει τους πίδακες αερίων όλο και εντονότερους. Πιο μακριά, οι πίδακες συγκρούονται με νέφη αερίων προκαλώντας βίαια ωστικά κύματα που παράγουν αστάθειες, καθώς διαπερνούν το νέφος. Είναι οι «σπόροι» των πρώτων αστεριών. 
 
5. Φωτεινός χορός. Συναντώντας διάφορα αέρια νέφη, οι πίδακες αερίων έχουν 
προκαλέσει μια σχεδόν εκρηκτική δημιουργία αστέρων. Αρχίζει ένας χαοτικός αστρικός χορός, κάτω απ” τη διακριτική βαρυτική επίδραση της μελανής οπής.
 
galaxy
 
6. H γέννηση ενός γαλαξία. Εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια αργότερα, n μαύρη τρύπα έχει αποκτήσει ένα πλήθος χιλιάδων εκατομμυρίων αστέρων που περιφέρονται γύρω της χάρη στην πανταχού παρούσα βαρύτητα. Οι πίδακες αερίων έχουν κλείσει κι
ένας σπειροειδής γαλαξίας στρέφεται επιβλητικά μπροστά στα μάτια μας.

Βρέθηκαν νέφη αρχέγονου αερίου από το πρώιμο σύμπαν, λίγα λεπτά μετά το Big Bang

Για πρώτη φορά, οι αστρονόμοι έχουν βρει παρθένα νέφη από το πρωταρχικό αέριο που σχηματίστηκε στα πρώτα λεπτά μετά το Big Bang. Η σύνθεση του αερίου ταιριάζει με τις θεωρητικές προβλέψεις, προσφέροντας μια άμεση απόδειξη των σύγχρονων κοσμολογικών εξηγήσεων για την προέλευση των στοιχείων στο σύμπαν.

Τα δύο παρθένα νέφη αερίου που βρέθηκαν από τους αστρονόμους θα μπορούσαν να ταιριάξουν σε μία από τις νηματώδεις περιοχές ορατές γύρω από τους γαλαξίες σε αυτήν την εικόνα, η οποία είναι από προσομοιώσεις σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Μόνο τα ελαφρύτερα στοιχεία, κυρίως υδρογόνο και ήλιο, δημιουργήθηκαν στο Big Bang. Στη συνέχεια, πέρασαν μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια προτού συσσωματώματα από αυτό το αρχέγονο αέριο συμπυκνωθούν για να διαμορφώσουν τα πρώτα αστέρια, όπου φτιάχτηκαν τα βαρύτερα στοιχεία. Μέχρι τώρα, οι αστρονόμοι έχουν ανιχνεύσει "μέταλλα" (ένας ειδικός όρος για όλα τα στοιχεία τα βαρύτερα από το υδρογόνο και το ήλιο), όπου και αν έχουν παρατηρήσει μέσα στο σύμπαν.



Η παραπάνω εικόνα είναι από μια προσομοίωση του σχηματισμού των γαλαξιών και δείχνει ροές αερίου που τροφοδοτούν την ανάπτυξη ενός γαλαξία. Τα νέφη αερίου που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα μπορεί να είναι μέρος μιας «ψυχρής ροής» αερίου, παρόμοιας με αυτά τα ρεύματα

"Όσο και να έχουμε προσπαθήσει να βρούμε παρθένα ύλη στο σύμπαν, δεν τα είχαμε καταφέρει μέχρι τώρα. Είναι η πρώτη φορά που έχουμε παρατηρήσει παρθένες ποσότητες αερίου αμόλυντες από βαρύτερα στοιχεία από τα αστέρια", δήλωσε ο J. Xavier Prochaska, καθηγητής της Αστρονομίας και Αστροφυσικής στο Πανεπιστήμιο της Σάντα Κρουζ. Ο Prochaska έχει δημοσιεύσει ένα άρθρο σχετικά με τα αποτελέσματα αυτά, που δημοσιεύθηκε στο Science.΄

"Η έλλειψη μετάλλων μας λέει πως αυτό το αέριο είναι παρθένο," δήλωσε ο Michele Fumagalli, μέλος της ερευνητικής ομάδας. "Είναι αρκετά συναρπαστικό, επειδή είναι τα πρώτα δεδομένα που ταιριάζουν απόλυτα με τη σύνθεση του αρχέγονου αερίου όπως προβλέπεται από τη θεωρία του Big Bang."

Οι ερευνητές ανακάλυψαν τα δύο νέφη με παρθένο αέριο με μία ανάλυση του φωτός που προέρχεται από τα απόμακρα κβάζαρ, χρησιμοποιώντας το φασματόμετρο του τηλεσκόπιου Keck στη Χαβάη. Το φως που μας έρχεται από τα μακρινά κβάζαρ έχει μήκη κύματος μεγαλύτερα από τα αρχικά, λόγω της μετατόπισης προς το ερυθρό, οπότε οι ερευνητές μπορούν να δουν ποιά μήκη κύματος, απορροφήθηκαν από τα υπάρχοντα υλικό μεταξύ του κβάζαρ και του τηλεσκόπιου.

"Μπορούμε να δούμε τις γραμμές απορρόφησης στο φάσμα, και συγχρόνως να μάθουμε ποιό στοιχείο του αερίου ήταν αυτό που απορρόφησε το φως. Και αυτό μας επιτρέπει να μετρήσουμε τη σύνθεση του αερίου", δήλωσε ο Fumagalli.

Κάθε στοιχείο έχει ένα μοναδικό αποτύπωμα που εμφανίζεται σαν σκοτεινές γραμμές πάνω στο φάσμα. Στα φάσματα από τα νέφη των παρθένων αερίων, οι ερευνητές είδαν μόνο το υδρογόνο και το δευτέριο, το βαρύ ισότοπο του, εξηγούν οι ερευνητές. “Δεν έχουμε καμία ευαισθησία για το ήλιο, αλλά θα περιμέναμε να το δούμε αν την είχαμε," τονίζουν. "Έχουμε όμως εξαιρετική ευαισθησία για τον άνθρακα, το οξυγόνο και το πυρίτιο, και αυτά τα στοιχεία είναι εντελώς απόντα."

Πριν από αυτή την ανακάλυψη, οι χαμηλότερες μετρήσεις της αναλογίας των μετάλλων στο σύμπαν ήταν περίπου το ένα χιλιοστό της «μεταλλικότητας» του ήλιου. «Οι άνθρωποι πίστευαν ότι υπήρχε ένα «κάτω όριο» στην μεταλλικότητα, ότι τίποτα δηλαδή δεν θα μπορούσε να είναι μικρότερο από το ένα χιλιοστό του ηλιακού εμπλουτισμού. Αυτό συμβαίνει γιατί τα μέταλλα που παράγονται στους γαλαξίες είχαν μεγάλη διασπορά στο σύμπαν», δήλωσε ο Fumagalli. "Έτσι, αυτή η ανακάλυψη ήταν απροσδόκητη. Αμφισβητεί τις ιδέες μας για το πώς τα μέταλλα διασκορπίζονται από τα άστρα που τα παράγουν."

Οι ερευνητές συγκεκριμένα εκτίμησαν ότι η μεταλλικότητα στο παρθένο αέριο αποτελεί περίπου το ένα δεκάκις χιλιοστό από όσο είναι στον ήλιο. Στο άλλο άκρο, τα αστέρια και το αέριο με την υψηλότερη μεταλλικότητα είναι σχεδόν δέκα φορές πιο εμπλουτισμένα από όσο ο ήλιος. “Η αφθονία των μετάλλων σε διάφορες μεριές του σύμπαντος καλύπτει μια τεράστια περιοχή," δήλωσε ο Prochaska. "Έτσι, αυτά τα ευρήματα φέρνουν νέους περιορισμούς για το πώς τα μέταλλα κατανέμονται σε όλο το σύμπαν."

Η φασματογραφική ανάλυση των παρθένων νεφών αερίου τα τοποθετεί πίσω στο χρόνο σε, περίπου, 2 δισεκατομμύρια χρόνια μετά το Big Bang, ή σχεδόν 12 δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Εκείνη την εποχή, τα θεωρητικά μοντέλα προβλέπουν ότι οι γαλαξίες μεγάλωναν ρουφώντας μεγάλα ρεύματα ψυχρού αερίου, αλλά αυτά τα "ψυχρά ρεύματα" δεν τα είχαμε ποτέ δει. Σύμφωνα με τον Fumagalli, τα νέφη αυτά του αερίου είναι πιθανά υποψήφια για αυτά τα φευγαλέα ψυχρά ρεύματα. Απαιτούνται, ωστόσο, κι άλλες μελέτες για να δούμε αν τα νέφη αυτά που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα συνδέονται με τους γαλαξίες.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Η Ρώμη και ο κόσμος της, Ποιος φοβάται τα λατινικά;

Δείξε μου τη γλώσσα σου να σου πω ποιος είσαι

Οι γλώσσες αντανακλούν τον πνευματικό και υλικό πολιτισμό των ομιλητών τους. Οι καλές τέχνες, η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, η επιστήμη και η τεχνολογία, καθώς εξελίσσονται και διερευνούν νέους χώρους (ή ξαναεπισκέπτονται τους παλιούς), δημιουργούν νέες λεξιλογικές και εκφραστικές ανάγκες: οι καινούργιες ή αναθεωρημένες έννοιες, ο διαφορετικός τρόπος ερμηνείας του κόσμου και της ανθρώπινης περιπέτειας μέσα στον κόσμο, οι νέες τεχνολογικές μέθοδοι και τα προϊόντα τους ζητούν επειγόντως τη γλωσσική τους επένδυση.
 
Αλλά η γλώσσα αντανακλά και την ιδιοσυγκρασία και τις περιβαλλοντικές συνθήκες μιας γλωσσικής κοινότητας. Από την άποψη αυτή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια γλώσσα είναι πιο «συναισθηματική» από μιαν άλλη, ή να διαπιστώσουμε ότι οι Εσκιμώοι διαθέτουν μερικές δεκάδες λέξεις για να περιγράψουν τον πάγο και το χιόνι ενώ οι κάτοικοι της ερήμου έχουν άλλες τόσες για να αναφερθούν στην άμμο. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γλώσσα μπορεί να είναι πλούσια με τον τρόπο της, ή, για να το πούμε αλλιώς, μια γλώσσα που καλύπτει με επάρκεια τις ανάγκες των ομιλητών της δεν είναι ποτέ φτωχή. Οι γλώσσες είναι, άλλωστε, ολοζώντανοι οργανισμοί που αλλάζουν, προσαρμόζονται, εξελίσσονται και έρχονται σε επαφή με άλλους γλωσσικούς οργανισμούς· κι επειδή, όπως είπαμε, μια γλώσσα ενσωματώνει ένα συγκεκριμένο είδος πολιτισμού, η γλωσσική επαφή καταγράφει πάντα το αποτέλεσμα μιας πολιτισμικής συνάντησης.
 
Αλλά η συνάντηση είναι σχεδόν πάντα και μια σύγκριση. Κάνοντας τη σύγκριση, μια κοινότητα ανθρώπων τείνει να πιστεύει ότι «οι άλλοι» είναι πολιτισμικά-γλωσσικά λιγότερο ή περισσότερο προχωρημένοι. Έτσι, στις πρώτες επαφές της με τον ελληνικό πολιτισμό η αγροτική κοινωνία των Ρωμαίων βρέθηκε αντιμέτωπη με ανθρώπους που είχαν διανύσει μακρύ δρόμο τόσο στον υλικό όσο και, κυρίως, στον πνευματικό πολιτισμό. Οι Ρωμαίοι θα μπορούσαν, ασφαλώς, να αδιαφορήσουν και να αποφασίσουν ότι ο δικός τους τρόπος ζωής είναι προτιμότερος ή ανώτερος. Αντί γι᾽ αυτό αποφάσισαν ότι ήταν πιο συμφέρον γι᾽ αυτούς να διδαχθούν από τους Έλληνες, και από τη στιγμή που οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις της Ρώμης έκαναν μια τέτοια επιλογή, η πολιτισμική και γλωσσική ανωτερότητα της Ελλάδας θεωρήθηκε αυτονόητη. Μερικά από τα αποτελέσματα αυτής της πολιτισμικής στάσης των Ρωμαίων τα είδαμε στις προηγούμενες σελίδες.
 
Και είπαμε ότι ήδη από τον 3ο-2ο αιώνα π.Χ. οι Ρωμαίοι που είχαν κοινωνική δύναμη και επιρροή φρόντισαν να μάθουν όσα ελληνικά μπορούσαν. Την εποχή αυτή η ελληνική γλώσσα (με τη μορφή της λεγόμενης Κοινής) ήταν η ισχυρή γλώσσα της ανατολικής μεσογειακής λεκάνης και αποτελούσε κοινό κτήμα των μορφωμένων τάξεων ανεξάρτητα από την εθνική τους προέλευση. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι η ελληνική είχε πλούσιο πολιτισμικό μητρώο και δεν εξασφάλιζε μόνο πρακτικές ευκολίες στον ομιλητή της αλλά μπορούσε να του δίνει και μια αίσθηση πνευματικού και διανοητικού κύρους. Αλλά η Ιστορία και οι συγκυρίες της, όπως είναι φυσικό, αλλάζουν προτιμήσεις. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τα ελληνικά, μετά ήρθαν τα λατινικά, στα νεότερα χρόνια η αίγλη πέρασε στα γαλλικά, σήμερα κυριαρχούν τα αγγλικά, καθώς διαβαίνει ο αιώνας μας κι άλλες γλώσσες (όπως τα ισπανικά, για παράδειγμα) αναζητούν τη δική τους ευκαιρία, και ίσως, καθώς πολλοί προβλέπουν, πριν ο αιώνας μας εξαντληθεί τα κινεζικά να αποκτήσουν, εκτός από μακρινό μυστήριο, και πλατιά πρακτική χρησιμότητα. Αλλά ας επιστρέψουμε στο δικό μας ζευγάρι: ελληνικά και λατινικά.
 
Στης Ανατολής τα μέρη μίλα μόνο ελληνικά

Στη Ρώμη δεν υπήρχαν γλωσσομαθείς με τη σημερινή έννοια· υπήρχαν, όμως, άνθρωποι που ήξεραν «και τις δυο γλώσσες», και μ᾽ αυτό οι Ρωμαίοι εννοούσαν τη μητρική τους γλώσσα και τα ελληνικά. Το να ήξερες γαλατικά, για παράδειγμα, δεν αποτελούσε ούτε πρακτικό προσόν ούτε τίτλο τιμής. Οι πρώτοι δάσκαλοι της ελληνικής στη Ρώμη ήταν, κατά κανόνα, αιχμάλωτοι Έλληνες ή ελληνόφωνοι από την Ανατολή· κι αυτοί παρέδιδαν συνήθως ιδιωτικά μαθήματα σε ευκατάστατους Ρωμαίους και στα παιδιά τους. Οι πιο τυχεροί ταξίδευαν στην Ελλάδα για μεταπτυχιακές σπουδές και εκεί ασφαλώς θα είχαν την ευκαιρία να τελειοποιήσουν τις γνώσεις τους. Με τη ρωμαϊκή κατάκτηση και την εγκατάσταση ρωμαίων στρατιωτικών, επιχειρηματιών και τραπεζιτών σε ελληνόφωνες περιοχές η γνώση της ελληνικής γλώσσας διαδόθηκε ακόμη περισσότερο καθώς τώρα έγινε απαραίτητη και για καθαρά πρακτικούς λόγους.
 
Ναι, αλλά, σαν κατακτητές που ήταν, δεν επιχείρησαν οι Ρωμαίοι να επιβάλουν τη γλώσσα τους; Η απάντηση είναι: όχι. Βέβαια, ορισμένοι ελληνόφωνοι που φιλοδοξούσαν να καταλάβουν αξιώματα στην ιεραρχία της ρωμαϊκής διοίκησης θα ήξεραν αρκετά λατινικά· και το ίδιο ισχύει για όσους επιζητούσαν τον προνομιούχο τίτλο του «ρωμαίου πολίτη». Προχωρημένες γνώσεις λατινικής είχαν και ορισμένοι έλληνες διανοούμενοι που είχαν επισκεφθεί τη Ρώμη, διατηρούσαν σχέσεις με προύχοντες της ρωμαϊκής πολιτικής και, με κάποιο τρόπο, είχαν πεισθεί για την υψηλή οικουμενική αποστολή του ρωμαϊκού imperium. Ωστόσο, όλοι μαζί αυτοί δεν συγκροτούσαν παρά ένα ελάχιστο ποσοστό λατινομάθειας μέσα σε μια μεγάλη πλειοψηφία γενικής αδιαφορίας για τη γλώσσα των «αφεντικών». Οι Ρωμαίοι -έχει ειπωθεί- κατάλαβαν ότι με το να ξέρουν αρκετά ελληνικά ήταν ευκολότερο να διοικήσουν τους έλληνες υποτελείς τους. Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, δεν θέλησαν άραγε ποτέ να δοκιμάσουν μήπως, με το να ξέρουν κάτι από τη γλώσσα των κατακτητών, μπορούσαν να κάνουν ευκολότερη τη ζωή τους κάτω από τη ρωμαϊκή κυριαρχία; Όλες οι ιστορικές μαρτυρίες που έχουμε δείχνουν ότι η απάντηση είναι: όχι. Και το επόμενο ερώτημα είναι: γιατί;
 
Μήπως τα λατινικά ήταν «δύσκολα» και οι Έλληνες (τότε) δεν ήταν καλοί στις ξένες γλώσσες; Κανένας ειδικός, φιλόλογος ή γλωσσολόγος, δεν θα υποστήριζε ότι τα λατινικά είναι πιο δύσκολα από τα (αρχαία) ελληνικά, και πολλοί θα υποστήριζαν το αντίθετο. Το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί μόνο από πολιτισμική σκοπιά, δηλαδή αν θυμηθούμε όσα μόλις είπαμε για το πολιτισμικό κύρος και γόητρο της ελληνικής γλώσσας. Οι Ρωμαίοι μπορεί να ήταν πολιτικά και στρατιωτικά κυρίαρχοι, αλλά στην Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια γλώσσα που με τις διαλεκτικές της ποικιλίες, και στη συνεχή ιστορική της εξέλιξη, είχε εκφράσει για έξι τουλάχιστον αιώνες τον πολιτισμό που οι ίδιοι έβρισκαν όχι μόνο αξιομίμητο αλλά και συγγενέστερο (συγγενέστερο από τον επίσης σημαντικότατο εβραϊκό πολιτισμό, για παράδειγμα) προς τον δικό τους. Αυτή την ιστορικά εδραιωμένη ηγεμονία της ελληνικής γλώσσας όχι μόνο δεν την αμφισβήτησαν αλλά με τη στάση τους (που συνδύαζε πρακτικό πνεύμα και διάθεση άμιλλας) την επικύρωσαν κιόλας. Στις συνθήκες αυτές, οι Έλληνες (που έτσι κι αλλιώς θεωρούσαν την πρωτοκαθεδρία της γλώσσας τους αδιαπραγμάτευτη) δεν αισθάνθηκαν ποτέ την πίεση μιας ανταγωνιστικής κουλτούρας και δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό τους η ιδέα ότι είχαν την υποχρέωση να είναι «δίγλωσσοι». Η διγλωσσία, που αποτελούσε ιδεώδες και καύχημα για τους κατακτητές, δεν φαίνεται να έγινε ποτέ ζητούμενο για τους κατακτημένους.
 
Μπορούμε εξάλλου να δούμε πιο καθαρά την εικόνα, αν λάβουμε υπόψη μας τις αντίστοιχες εξελίξεις στο δυτικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Εδώ η λατινική γλώσσα έπαιζε ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο, αφού οι υποταγμένες εθνότητες, από τη βόρεια Αφρική και την Ιβηρική χερσόνησο μέχρι τη Βρετανία και τη Γερμανία, δεν μπορούσαν με κανέναν τρόπο να προβάλουν το είδος της πολιτισμικής αντίστασης που η Ρώμη συνάντησε στην Ελλάδα και την ελληνόφωνη Ανατολή. Ο γρήγορος γλωσσικός και πολιτισμικός εκρωμαϊσμός των δυτικών επαρχιών της αυτοκρατορίας αναδεικνύει έτσι ακόμη πιο εντυπωσιακά την αμάχητη ελληνικότητα και ελληνοπρέπεια της ανατολικής ρωμαϊκής επικράτειας. Η Αθήνα, η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Πέργαμος είχαν όλες κάποια στιγμή ρωμαίους διοικητές και φρούραρχους, αλλά η ψυχή και η λαλιά τους παρέμειναν ελληνικές. Για πολύ καιρό μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση τα επίσημα έγγραφα και οι επιγραφές της ρωμαϊκής διοίκησης συντάσσονταν και στις δυο γλώσσες, κάποτε μόνο στα ελληνικά και σπάνια μόνο στα λατινικά. Άλλωστε, το μόνο επίσημο μεταφραστικό γραφείο της Ρώμης ήταν αυτό που μετέφραζε στα ελληνικά και από τα ελληνικά. Και καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι εγκατεστημένοι στις ελληνόφωνες περιοχές Ρωμαίοι, αντί να επιβάλουν τη γλώσσα τους, τελικά εξελληνίστηκαν.
 
Είναι δύσκολο να μιλήσεις σήμερα άλλη γλώσσα εκτός από τα αγγλικά αν βρίσκεσαι στο Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη· ήταν ίσως αδιανόητο να μιλήσεις τότε άλλη γλώσσα εκτός από τα ελληνικά αν βρισκόσουν στην Αθήνα ή στο Αιγαίο. Το ήξεραν αυτό όχι μόνο οι ρωμαίοι τραπεζίτες της Δήλου και οι έμποροι της Κορίνθου αλλά και οι ρωμαίοι αυτοκράτορες. Ο Τιβέριος στη Ρόδο, ο Νέρων στην Κόρινθο και την Ολυμπία, ο Αδριανός στην Αθήνα πρέπει να μιλούσαν ελληνικά ακόμη κι όταν μονολογούσαν ή ονειρεύονταν. Ποιος έλληνας ταβερνιάρης είχε λόγο να γράψει έξω από το μαγαζί του HIC LOQUIMUR LATINE («εδώ μιλάμε λατινικά»); Και όμως…

Μα πού βρέθηκαν όλα αυτά τα λατινικά;

Το κείμενο είναι «κατασκευασμένο», γι᾽ αυτό το ποσοστό του 10% (περίπου) των λατινογενών λέξεων (και μορφολογικών στοιχείων) που περιέχει είναι ψηλότερο από τον πραγματικό μέσο όρο. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η ελληνική γλώσσα δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τα λατινικά. Οι παραπάνω λέξεις δεν αποτελούν μεταγενέστερα λόγια δάνεια, δηλαδή δεν οφείλουν την παρουσία τους στη συγγραφική δραστηριότητα μιας μορφωμένης «ελίτ». Αντίθετα, πέρασαν μέσα από το προφορικό κανάλι, είναι αποτέλεσμα μακραίωνης συμβίωσης των δύο γλωσσών και ανήκουν στη «λαϊκή βάση» της ελληνικής (όπως συμβαίνει και με τα δάνεια από τα ιταλικά ή τα τουρκικά). Γι᾽ αυτό ζουν και βασιλεύουν, ενώ πιο επίσημες λατινικές λέξεις που ονομάτιζαν, για παράδειγμα, θεσμούς της ρωμαϊκής διοίκησης ξεχάστηκαν μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ., όταν το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος, δηλ. το Βυζάντιο, έκανε επίσημη γλώσσα του την ελληνική και έσπρωξε οριστικά τα λατινικά στο περιθώριο. Αλλά πριν συμβεί αυτό, οι συνομιλίες του (αγίου) Κωνσταντίνου με την (αγία) Ελένη και του Ιουστινιανού με τη Θεοδώρα διεξάγονταν μάλλον στα λατινικά.
 
Στα λατινικά, όμως, μπορεί να γίνει και η συνομιλία ανάμεσα στον (σημερινό) Κώστα και την Ελενίτσα:

«Ελένη, σήμερα και αύριο δεν έχεις σεμινάρια στο Ινστιτούτο;»
«Ναι, αλλά σήμερα προτιμώ να πάω στο Solarium
«Και αύριο;»
«Αύριο έχω Vis Vitalis
«Ελένηηηηη, προβάλλω βέτο.»

Να μην τα μπερδέψουμε, όμως! Το σεμινάριο και το ινστιτούτο έχουν τελικά λατινική καταγωγή (seminarium, institutum), είναι, όμως, λέξεις σχετικά νιόφερτες στα ελληνικά και, όπως και πολλές άλλες λατινογενείς λέξεις, φθάνουν «εκτελωνισμένες» από ευρωπαϊκές γλώσσες, κυρίως την αγγλική και τη γαλλική. Το βέτο (το λατινικό ρήμα veto που σημαίνει «απαγορεύω») έχει παλιότερη και συνεχή ιστορία χρήσης, αλλά ούτε κι αυτό ανήκει στην προφορική-λαϊκή κατηγορία λατινικών δανείων. Το solarium (που στα λατινικά σήμαινε «ηλιακό ρολόι» ή «λιακωτό») είναι από τις λέξεις που τις έδωσαν άλλο νόημα οι σύγχρονες τεχνολογίες ομορφιάς, ενώ το vis vitalis(που σημαίνει «ζωτική δύναμη») κάνει παρέα με ένα πλήθος αυτούσιων λατινικών λέξεων και εκφράσεων που χρησιμοποιούνται σήμερα ως «φιρμάτες» ονομασίες επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή προϊόντων. Γιατί;
 
Προφανώς επειδή η χρήση μιας λατινικής λέξης ή έκφρασης χαρίζει «διεθνή αέρα» και κοσμοπολίτικη διάσταση στα κάθε είδους προϊόντα που θέλουν να προσελκύσουν την προσοχή των καταναλωτών. Τα λατινικά υπήρξαν για πολλούς αιώνες η κοινή, επίσημη γλώσσα του δυτικού πολιτισμού, και έτσι το συμβολικό τους γόητρο «πουλάει» καλύτερα. Η εταιρεία που ασχολείται με αρτοσκευάσματα έχει καλύτερες προοπτικές στην αγορά όταν βαφτιστεί CIBUS («τροφή»). Το ΦΡΑΝΤΖΟΛΑ θα ήταν απαράδεκτο, και το ΑΡΤΟΣ μάλλον κοινότυπο - το CIBUS συνδυάζει τη γοητεία του μη οικείου, του παλαιού, του διεθνιστικού. Αλλά εδώ δεν πρόκειται για διαφήμιση των λατινικών αλλά για λατινικά της διαφήμισης· κι αυτό το κεφάλαιο, όσο ενδιαφέρον κι αν είναι, δεν ανήκει στην ύλη μας.

* * *
Δυο μανάδες συναντιούνται έξω από το σχολείο σε περίοδο εξετάσεων. «Πέρασε ο γιος σου λατινικά;» ρωτάει η μία. «Λατινικά;» λέει προβληματισμένη η άλλη, που μοιάζει σα να πασχίζει να θυμηθεί κάτι. «Λατινικά», απαντάει τελικά, «δεν νομίζω. Απ᾽ ό,τι θυμάμαι, μόνο ανεμοβλογιά και παραμαγούλες.»
Από παλιά γελοιογραφία.

Οι γελοιογραφίες υπερβάλλουν, αλλά η αφορμή τους δεν είναι και τόσο μακριά από την αλήθεια· και η αλήθεια είναι ότι ο λατινικός κόσμος και πολιτισμός, και βέβαια η γλώσσα τους, μόνο σαν «κομπάρσοι» εμφανίζονται συνήθως στα ελληνικά πολιτισμικά και εκπαιδευτικά δρώμενα.
 
Δέκα παρά ένας (πιθανοί) λόγοι που δεν με ενδιαφέρουν τα λατινικά

Επειδή και οι αρχαιότεροι Έλληνες δεν καταδέχονταν να ασχοληθούν με μια γλώσσα που εξέφραζε έναν πολιτισμό τον οποίο θεωρούσαν λιγότερο σημαντικό από τον δικό τους.

Επειδή οι Ρωμαίοι ήρθαν στην Ελλάδα ως κατακτητές, και η γλώσσα των κατοχικών δυνάμεων απέκτησε αρνητικές συνδηλώσεις για τους Έλληνες.

Επειδή, περίπου μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ., η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαχώρισε οριστικά τη θέση της από το δυτικό τμήμα του κράτους και θέλησε να τονίσει τη δική της «ταυτότητα» αφήνοντας τα (δυτικά) λατινικά στο περιθώριο.
 
Επειδή, μετά το Σχίσμα των Εκκλησιών κατά τον 9ο αιώνα, οι Λατίνοι αντιμετωπίστηκαν με δυσμένεια και δυσπιστία, και η επίσημη γλώσσα της παπικής εκκλησίας, δηλαδή τα λατινικά, θεωρήθηκε ένα είδος «εχθρικής» ή «ανθελληνικής» γλώσσας που ταίριαζε μόνο σε αιρετικούς και «λατινόφρονες».
 
Επειδή, όπως ήταν εύλογο, οι λόγιοι του νεοελληνικού Διαφωτισμού, στην προσπάθειά τους να στηρίξουν την ελληνική εθνική συνείδηση και τη δημιουργία ελληνικής ταυτότητας, ανέδειξαν κυρίως την ελληνική πλευρά του κλασικού παρελθόντος.
 
Επειδή οι Έλληνες, ακόμη και μετά τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους και παρά το γεγονός ότι τα βασικά πρότυπα πολιτειακής οργάνωσης και πολιτισμικής ζωής ήταν δυτικά, συνέχιζαν με κάποιο τρόπο να ορίζουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους σε αντιδιαστολή προς τους «Δυτικούς» (ή τους «Φράγκους»), οι οποίοι (παρόλο που αναγνώριζαν την πρωταρχική σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού) έβλεπαν τις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές παραδόσεις τους ως συνέχεια της Ρώμης.
 
Επειδή η επίσημη εκπαιδευτική πρακτική του νεότερου ελληνικού κράτους (τόσο στη μέση όσο και στην ανώτατη εκπαιδευτική βαθμίδα) διαιώνιζε την άποψη ότι ο ρωμαϊκός πολιτισμός, σε σχέση με τον αρχαιοελληνικό, είναι μιμητικός, παράγωγος και δευτερεύων, και έτσι το σύνολο σχεδόν της ρωμαϊκής γραμματείας αντιμετωπιζόταν ως ένα είδος λατινόγλωσσου συμπληρώματος της ελληνικής.
 
Επειδή, ως συνέπεια της εκπαιδευτικής αυτής ιδεολογίας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ρωμαϊκού πολιτισμικού χώρου (που είναι πολλά, άκρως ενδιαφέροντα και ιστορικά απαραίτητα για να καταλάβουμε την άμεση προϊστορία και την πολιτισμική εξέλιξη της δυτικής Ευρώπης) δεν αποτέλεσαν ποτέ αντικείμενο σοβαρής μελέτης, και έτσι το ενδιαφέρον μαθητών και σπουδαστών για τη Ρώμη και τη γλώσσα της δεν ενθαρρύνθηκε αρκετά.
 
Επειδή, ακόμη και σήμερα, αυτό που ονομάζουμε «κλασικό πολιτισμό και παιδεία» τείνει να ταυτίζεται (στην Ελλάδα) με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμικό χώρο.

Εφτά συν ένας (πιθανοί) λόγοι που με ενδιαφέρουν τα λατινικά

Επειδή οι Ρωμαίοι ήταν ο πρώτος ευρωπαϊκός λαός που διαμόρφωσε την πολιτισμική του ταυτότητα με σταθερή αναφορά στην Ελλάδα και την ελληνική κουλτούρα και έτσι λειτούργησε καθοριστικά για τον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαϊκοί λαοί (κυρίως από την Αναγέννηση και ύστερα) έβλεπαν (και, σε μεγάλο βαθμό, βλέπουν ακόμη) την Ελλάδα.
 
Επειδή οι Ρωμαίοι δεν μιμήθηκαν απλώς τους Έλληνες αλλά μετέθεσαν τις θεμελιακές αξίες του ελληνικού πολιτισμού σε νέα κοινωνικά και πολιτικά πλαίσια και έτσι τις έδωσαν μια καινούργια δυναμική.
 
Επειδή η ρωμαϊκή αυτοκρατορία και η ρωμαϊκή κοινωνία εμφανίζουν χαρακτηριστικά που είναι, από πολλές απόψεις, πιο κοντά στη σημερινή εμπειρία του κόσμου και γι᾽ αυτό τον λόγο η μελέτη τους μεγαλώνει το εύρος της ιστορικής μας συνείδησης και μας επιτρέπει να «διαβάσουμε» με πληρέστερο τρόπο το παρελθόν που μας αφορά άμεσα.
 
Επειδή αυτό που ονομάζουμε «ελληνορωμαϊκός πολιτισμός» δεν αποτελεί απλώς μια χρονική αλληλουχία (πρώτα η Ελλάδα, μετά η Ρώμη) αλλά μια δυναμική αλληλεπίδραση ανάμεσα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις αξίες δύο πολιτισμών, που δεν έχουν μόνο ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές.
 
Επειδή για τη νεότερη Ευρώπη, και τον δυτικό πολιτισμό γενικότερα, η Ελλάδα είναι ένας πανίσχυρος πολιτισμικός μύθος με πρακτική, συμβολική και φαντασιακή αξία, ενώ η Ρώμη (όπως διαμορφώθηκε από τη συνάντησή της με την Ελλάδα) αποτελεί την άμεση ιστορική πραγματικότητα που είναι η «μήτρα» των νεότερων ευρωπαϊκών κοινωνιών. Αν, για παράδειγμα, ο Όμηρος είναι ο πρώτος μεγάλος ευρωπαίος ποιητής, ο Βιργίλιος θεωρείται ένας από τους «Πατέρες της Ευρώπης».
 
Επειδή η γνωριμία με τον ρωμαϊκό κόσμο μπορεί να είναι ένα καλό «αντίδοτο» στις υπερβολές και τις αστοχίες μιας αυστηρά ελληνοκεντρικής αντίληψης που, αντί να μας κάνει καλό, μάλλον μας «μπερδεύει», αφού άλλοτε μας απομονώνει ως «ανάδελφους» και άλλοτε μας κολακεύει ως «υπερευρωπαίους».
 
Επειδή, στο κάτω κάτω, ως «Ρωμιοί» και «ρωμιοσύνη» είμαστε ιστορικό τμήμα του μεγάλου πολιτισμικού χώρου που για πολλούς αιώνες δημιούργησε, και με τις λεγεώνες της διαφέντεψε, η Ρώμη.
 
Και, βέβαια, επειδή η λατινική έχει πολλές (και όμορφες) θυγατέρες…

Η λατινική γλώσσα, που αρχικά απηχούσε τη σχετικά απλή αγροτική κοινωνία των παλιών κατοίκων του Λατίου, εμπλουτίστηκε από την πολιτισμική συνάντηση της Ρώμης με την Ελλάδα και μέχρι το τέλος του 1ου αιώνα π.Χ. είχε αποκτήσει νέα δυναμική, νέο λεξιλογικό πλούτο και νέες εκφραστικές δυνατότητες, ενώ δεν έχασε ποτέ τις έμφυτες αρετές της - την ακρίβεια της διατύπωσης, την οικονομία της έκφρασης, τη μεστή επιγραμματικότητα, την πειθαρχημένη συντακτική οργάνωση. Ωστόσο, παράλληλα με την «καθαρευουσιάνικη» μορφή της λατινικής, τα λαϊκά στρώματα, οι επιχειρηματίες, οι έμποροι και οι στρατιώτες που ήταν εγκατεστημένοι σε κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας, μιλούσαν μια πιο «λαϊκή» γλώσσα, που είχε πιο απλή (παρατακτική) σύνταξη αλλά διακρινόταν από ζωντάνια και δυναμισμό. Όσο η κεντρική εξουσία στη Ρώμη παρέμενε ισχυρή, οι πολιτισμικοί δεσμοί ανάμεσα στις διάφορες επαρχίες της αυτοκρατορίας ήταν αρκετά στενοί ώστε η ομιλούμενη λαϊκή γλώσσα να μπορεί να διατηρεί μια σχετική ομοιογένεια. Αλλά (και μιλάμε για το δυτικό τμήμα του κράτους, αφού το ανατολικό παραμένει πιστό στην «κοινή» ελληνική γλώσσα του) όταν, μετά τον 3ο αιώνα μ.Χ., η κεντρική εξουσία στο δυτικό τμήμα ουσιαστικά κατέρρευσε, και εξαιτίας της δημιουργίας μεγάλων και σημαντικών κέντρων στις ρωμαϊκές επαρχίες της Δύσης, άρχισαν να εμφανίζονται κατά περιοχές γλωσσικές αποκλίσεις και βαθμιαία δημιουργήθηκαν λατινογενή γλωσσικά ιδιώματα που διέφεραν σημαντικά το ένα από το άλλο.
 
Οι γλώσσες που γεννήθηκαν από την κοινή λαϊκή λατινική γλώσσα ονομάστηκαν ρομανικές ή νεολατινικές. Η ιταλική, η ισπανική, η πορτογαλική, η γαλλική, η ρουμανική γλώσσα (αλλά κι άλλες, λιγότερο γνωστές, όπως η καταλανική, η προβηγκιανή, η σαρδηνική και η λεγόμενη κουτσοβλαχική ή αρωμουνική που μιλιέται ακόμη στην Ελλάδα από τους Βλάχους) είναι όλες τους παιδιά της λατινικής, με τον ίδιο τρόπο που η νεοελληνική γλώσσα είναι θυγατέρα της αρχαιότερης ελληνικής. Ωστόσο, η επίδραση της λατινικής υπήρξε ισχυρή και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές γλώσσες (για παράδειγμα στη γερμανική και την αγγλική) που, μέσα από διάφορους (προφορικούς, λόγιους και εκκλησιαστικούς) διαύλους ενσωμάτωσαν έναν μεγάλο αριθμό λατινικών και λατινογενών λέξεων. Λιγότερο επηρεάστηκαν οι σλαβικές γλώσσες, που όμως κι αυτές μαρτυρούν σημαντικές επιδράσεις από τα λατινικά, ενώ οι ευρωπαίοι κατακτητές, Ισπανοί και Πορτογάλοι, διεύρυναν τη νεολατινική γλωσσική σφαίρα, κάνοντας το κεντρικό και νότιο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου «λατινικό».
 
Στη λόγια και γραπτή μορφή της η λατινική δεν αποτέλεσε μόνο την επίσημη γλώσσα της Δυτικής Εκκλησίας αλλά συνέχισε να χρησιμοποιείται στον επιστημονικό και ακαδημαϊκό λόγο ακόμη και μέχρι τον 19ο αιώνα. Ακόμη και σήμερα, ορισμένοι λατινομαθείς λόγιοι καταπιάνονται (για ψυχαγωγικούς και διακοσμητικούς, κυρίως, λόγους) με τη σύνθεση λατινικών στίχων, ενώ σε λατινόγλωσση έκδοση κυκλοφορούν «μπεστ σέλερ», όπως ο Αστερίξ και ο Χάρι Πότερ.

ECQUIS INTER VOS, PUERI ET PUELLÆ,
LATINE LOQUI DISCERE VULT?
---------------
Επιλογή ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας

Μ. Cary, Ρωμαϊκή Ιστορία (μτφρ. Ν. Σαρλής), 2 τόμοι., Μίνωας, Αθήνα 1960.

Ν. Πετρόχειλος, Ρωμαίοι και Έλληνες: Μια διαλεκτική σχέση(μτφρ. Ελένη και Στρατής Κυριακίδης), Παπαζήση, Αθήνα 1984.

Ρ. Carnsey και R. Saller, Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία: Οικονομία, κοινωνία και πολιτισμός (μτφρ. Β. I. Αναστασιάδης), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1995.
Μ. von Albrecht, Ιστορία της Ρωμαϊκής Λογοτεχνίας, Τόμος 1, Από τον Ανδρόνικο ως τον Βοήθιο (επιμέλεια μτφρ. Δ. Ζ. Νικήτας), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997.
E. J. Kenney και W. V. Clausen, Ιστορία της Λατινικής Λογοτεχνίας (μτφρ. Θ. Πίκουλα και Α. Σιδέρη-Τόλια), Παπαδήμας, Αθήνα 1998.
N. H. Ramage και Α. Ramage, Ρωμαϊκή Τέχνη (μτφρ. I. Ιωακειμίδου), University Studio Press, Θεσσαλονίκη2000.
Ελλάδα-Ρώμη: Συνάντηση δύο πολιτισμών, «Ιστορικά», εφημ. Ελευθεροτυπία, 20 Δεκεμβρίου 2001.
Florence Dupont, Η αυτοκρατορία του ηθοποιού (μτφρ. Σ. Γεωργακοπούλου), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2003.

Βιογραφικός πίνακας της Ρώμης

Πολιτική
 
Πολιτισμός
 
            Η Ρώμη ιδρύθηκε το 754 π.Χ. ή το 753· ίσως, όμως, και το 751 ή, σύμφωνα με άλλους υπολογισμούς, το 750, ενώ δεν αποκλείεται και το 747. Ορισμένοι διατείνονται ότι ξέρουν και την ακριβή ημερομηνία: 21η Απριλίου. Το σίγουρο είναι ότι, όπως λέει και ένα γνωστό ρητό, δεν κτίστηκε σε μια μέρα.
 
            Το 715 π.Χ. πιάνει δουλειά ο πρώτος βασιλιάς της Ρώμης. Τον έλεγαν Νουμά Πομπίλιο. Δυο περίπου αιώνες, και αρκετούς βασιλιάδες αργότερα, το 510 π.Χ., οι Ρωμαίοι αποφασίζουν ότι ο θεσμός της βασιλείας βλάπτει σοβαρά τη Ρώμη. Ο τελευταίος βασιλιάς ήταν ο Ταρκύνιος ο Υπερήφανος, αλλά κανείς δεν ξέρει αν έφυγε με το κεφάλι ψηλά.
            Το 509 π.Χ. δυο αιρετοί άρχοντες, οι ύπατοι, αντικαθιστούν τον βασιλιά — και αρχίζει ένας μακροχρόνιος αγώνας μεταξύ της αριστοκρατικής τάξης των πατρικίων και της λαϊκής τάξης των πληβείων.
            Από το 509 μέχρι το 264 π.Χ. η Ρώμη πολεμάει σε δυο μέτωπα. Στο εσωτερικό, η μακρά διαμάχη πατρικίων και πληβείων καταλήγει σε έναν συμβιβασμό, και η Ρώμη γίνεται ένα είδος αριστοκρατικής δημοκρατίας. Στο εξωτερικό μέτωπο, η Ρώμη υποτάσσει βαθμιαία και συστηματικά όλους τους λαούς της ιταλικής χερσονήσου και τίθεται επικεφαλής μιας ισχυρής ομοσπονδίας.
            Στο μεταξύ, γιατί μένει άδεια αυτή η στήλη; Μήπως, με τόσα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα κατά τους πέντε αιώνες από την ίδρυση της, οι Ρωμαίοι ξέχασαν όλα εκείνα τα πράγματα που κάνουν τη ζωή όμορφη; Ωραία, χωρίς βασιλιάδες μια χαρά τα κατάφερναν, αλλά μπορούσαν να πορεύονται χωρίς ποιητές, ρήτορες, ιστορικούς και καλλιτέχνες; Η αλήθεια είναι ότι τα βόλευαν όπως μπορούσαν — κάτι δημώδη τραγουδάκια, κάτι στιχάκια για θρησκευτικές τελετές, κάποιες σύντομες καταγραφές σημαντικών περιστατικών, λίγο αυτοσχέδιο λαϊκό θέατρο και αρκετές επιγραφές με νομικό και διοικητικό περιεχόμενο. Στην αρχή, στην Ιταλία χρησιμοποιούνται διάφορα αλφάβητα, και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουμε και χρήση του ελληνικού· βαθμιαία, ωστόσο, και με την επικράτηση της Ρώμης, κυριαρχεί το λατινικό αλφάβητο, το οποίο κατά βάση προέρχεται από το ελληνικό αλφάβητο που χρησιμοποιούσαν οι έλληνες άποικοι στην Κύμη της ιταλικής Καμπάνιας. Φυσικά, στους πέντε αυτούς αιώνες όπου οι Ρωμαίοι μαθαίνουν να «συλλαβίζουν», οι Έλληνες δημιουργούν έναν σημαντικό πνευματικό πολιτισμό. Σαν καλοί μαθητές, οι Ρωμαίοι, μετά την αλφαβήτα, θα μάθουν και αυτό τον πολιτισμό.
            Το 264 π.Χ. έχουμε δυο συνταρακτικά γεγονότα: αρχίζει η πρώτη πολεμική σύγκρουση της Ρώμης με τη μεγάλη αντίπαλο της στον χώρο της δυτικής Μεσογείου, την Καρχηδόνα· και δίνεται ο πρώτος αγώνας μονομάχων. Η Καρχηδόνα θα κρατήσει μέχρι το 146 π.Χ., οι μονομαχίες θα κρατήσουν όσο και η ίδια η Ρώμη.
            Τα χρόνια αυτά (και πάντως πριν από το 251 π.Χ.) γεννιέται ο Πλαύτος, που θα γράψει πολλές και σημαντικές κωμωδίες. Λίγο αργότερα, το 240 π.Χ., ο Λίβιος Ανδρόνικος, Έλληνας από τον Τάραντα της Κάτω Ιταλίας, «ανεβάζει» για πρώτη φορά στη Ρώμη έργο βασισμένο πιστά στην ελληνική τραγωδία. Έτσι, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης κάνουν την επίσημη πρεμιέρα τους στο ρωμαϊκό κοινό. Πόσα «εισιτήρια κόπηκαν» δεν το γνωρίζουμε· είναι, όμως, βέβαιο ότι τα χρόνια αυτά όλο και περισσότεροι Ρωμαίοι γνωρίζονται με την ελληνική κουλτούρα και ενδιαφέρονται για τα γράμματα και τις τέχνες.
            Το 234 π.Χ. γεννιέται ο Κάτων, που, αρχικά τουλάχιστον, μισούσε τους ρωμαίους «κουλτουριάρηδες» που ήθελαν να φέρουν ελληνικές «μόδες» και ήθη στη Ρώμη. Σαν παλιός καλός και παραδοσιακός Ρωμαίος, ο Κάτων ήταν νοικοκύρης (αλλά και τσιγκούνης), πατριώτης (αλλά και εθνικιστής), έντιμος (αλλά και «δρακόντειος»). Ανέλαβε σημαντικά αξιώματα, έγραψε αρκετά χρήσιμα πράγματα, και είχε σε όλη τη ζωή του δυο έμμονες ιδέες: ήθελε να καταστραφεί οπωσδήποτε η Καρχηδόνα και υποπτευόταν ότι οι έλληνες γιατροί στη Ρώμη ήθελαν να τον «ξεκάνουν». Ήταν τυχερός: αυτό που ήθελε έγινε, αυτό που φοβόταν όχι.
 
            Το 197 π.Χ. ο ρωμαίος στρατηγός Κοΐγκτιος Φλαμινίνος νικάει τους Μακεδόνες και τον επόμενο χρόνο, στην Κόρινθο, σε πανηγυρική τελετή ανακηρύσσει τους Έλληνες ελεύθερους — υπό την κηδεμονία της Ρώμης, φυσικά, η οποία τρία χρόνια αργότερα, το 194 π.Χ., απομακρύνει τα στρατεύματά της από την Ελλάδα, ενώ διακατέχεται από μεγάλο στρατηγικό ενδιαφέρον για την ανατολική Μεσόγειο. Ο Φλαμινίνος ήταν και καλός στρατιωτικός και ένθερμος «κουλτουριάρης» με πολύ καλές ελληνικές σπουδές — δύσκολος, αλλά όχι σπάνιος, συνδυασμός αυτή την εποχή στη Ρώμη.
            Το 168 π.Χ. ο ρωμαίος στρατηγός Αιμίλιος Παύλλος (Paullus) νικάει στην Πύδνα τον μακεδόνα βασιλιά Περσέα, που έπαιξε «το τελευταίο χαρτί» του εναντίον της Ρώμης. Ο νεαρός βασιλιάς έχασε τα πάντα, ακόμη και την πλούσια προσωπική βιβλιοθήκη του, που μετακόμισε στη Ρώμη επειδή και αυτός ο ρωμαίος στρατηγός ανήκε σε Σ.Φ.Ε.Κ. Η Μακεδονία θα γίνει λίγο αργότερα ρωμαϊκή επαρχία.
            Την εποχή αυτή σχηματίζονται στη Ρώμη οι πρώτοι Σ.Φ.Ε.Κ. (Σύλλογοι Φίλων της Ελληνικής Κουλτούρας). Μορφωμένοι Έλληνες και ελληνομαθείς από την Ανατολή αρχίζουν να εγκαθίστανται (όχι αναγκαστικά με τη θέλησή τους) στη Ρώμη και να μυούν τους ενδιαφερομένους στον ελληνικό πολιτισμό. Έρχονται κυρίως ως δάσκαλοι, φιλόσοφοι, διανοούμενοι και γιατροί — και φυσικά ο Κάτων έχει πρόβλημα. Το 195 π.Χ. γεννιέται και ο δεύτερος μεγάλος κωμωδιογράφος της Ρώμης, ο Τερέντιος.
            Το 149 π.Χ. αρχίζει ο τρίτος πόλεμος της Ρώμης με την Καρχηδόνα.
            Την ίδια χρονιά πεθαίνει ο Κάτων — όχι, πάντως, εξαιτίας κάποιου έλληνα γιατρού.
            Το 146 π.Χ. ο στρατηγός Σκιπίων Αιμιλιανός (κι αυτός μέλος Σ.Φ.Ε.Κ.) νικάει οριστικά και ισοπεδώνει την Καρχηδόνα — στη συνέχεια αναλογίζεται ότι κάποτε ίσως αφανιστεί και η Ρώμη, και συγκινείται μέχρι δακρύων πάνω στα ερείπια. Την ίδια χρονιά, ένας άλλος στρατηγός, ο Λεύκιος Μόμμιος, καταστρέφει τη λαμπρή και ζάπλουτη πόλη της Κορίνθου για να συνετίσει τους αδιόρθωτους Έλληνες. Ο Μόμμιος δεν ήταν από εκείνους που συγκινούνταν και έκλαιγαν· αντί γι᾽ αυτό προτίμησε να γίνει Ελγίνος πριν από τον Ελγίνο.
            Το 111 π.Χ. η Ρώμη, που ως παγκόσμια δύναμη έχει γεωπολιτικά συμφέροντα παντού, ή σχεδόν παντού, συγκρούεται με τον επίδοξο βασιλιά της Νουμιδίας (στη βόρεια Αφρική), τον Ιουγούρθα. Ο ύπατος Μάριος κατορθώνει τελικά να εξουδετερώσει τον Ιουγούρθα το 104 π.Χ.
            Το 102 π.Χ. ο Μάριος είναι ο ισχυρός άνδρας της Ρώμης που συνεχίζει τις στρατιωτικές του επιτυχίες εναντίον των εξωτερικών εχθρών της αυτοκρατορίας.
            Το 100 π.Χ. γεννιέται στη Ρώμη ο Ιούλιος Καίσαρ.
 
            Η μεταφορά των καλλιτεχνικών θησαυρών της Κορίνθου στη Ρώμη τονώνει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον των Ρωμαίων για τον ελληνικό πολιτισμό. Οι ρωμαίοι διανοούμενοι διαβάζουν μανιωδώς ελληνική φιλοσοφία και λογοτεχνία· ο πολύς λαός βλέπει θεατρικές παραστάσεις που βασίζονται στο ελληνικό δραματολόγιο· η νεολαία ακολουθεί το ελληνικό «λάιφ στάιλ» και γενικώς διασκεδάζει ελληνικά. Τα κόκαλα του Κάτωνα, φυσικά, τρίζουν.
 
            Το 101 π.Χ. γεννιέται μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της Ρώμης, ο Κικέρων — πολιτικός, ρήτορας, φιλόσοφος. Ο Κικέρων λάτρευε την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό, δεν έπαψε ποτέ να αυτοχαρακτηρίζεται φιλέλλην αλλά ήταν και πεπεισμένος ότι οι Ρωμαίοι ήταν ηθικά ανώτεροι από τους Έλληνες — τουλάχιστον από τους σύγχρονούς του Έλληνες.
            Ο συνύπατος του Μάριου, ο Λουτάτιος Κάτουλος, έχει λογοτεχνικές ευαισθησίες και γράφει ερωτικούς στίχους με ερωτική-λυρική διάθεση. Πολλοί άλλοι ρωμαίοι αριστοκράτες αυτή την εποχή ανακαλύπτουν και μιμούνται την ερωτική (κυρίως) ποίηση της ελληνιστικής περιόδου. Κατά την ελληνιστική περίοδο (δηλ. κατά τους τελευταίους τρεις προχριστιανικούς αιώνες) το κέντρο βάρους του ελληνικού και ελληνόγλωσσου πολιτισμού έχει μετατοπιστεί στην ανατολική Μεσόγειο. Τα πρωτεία ανήκουν στην πόλη της Αλεξάνδρειας.
            Μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνιστικής ποίησης ήταν ο Καλλίμαχος, που καταγόταν από την ελληνική αποικία της Κυρήνης, στη βόρεια Αφρική, αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια. Ο Καλλίμαχος γεννήθηκε γύρω στο 305 π.Χ. Υπήρξε ένα είδος βιβλιοθηκονόμου στη μεγάλη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Συνδύαζε τη γνώση του φιλολόγου με την ευαισθησία του ποιητή, και γι᾽ αυτό πολλά από τα ποιητικά του έργα (που τα περισσότερα σώθηκαν ως αποσπάσματα) μοιάζει να απευθύνονται σε ένα πιο «κλειστό» αναγνωστικό κοινό μορφωμένων. Ο Καλλίμαχος, όπως άλλωστε πολλοί σύγχρονοί του, ήταν θαυμαστής της ομηρικής ποίησης, διαπίστωσε όμως ότι η μηχανική μίμηση του ομηρικού ύφους και των ομηρικών θεμάτων καταδίκαζε τον ποιητικό λόγο σε στείρα και ανιαρή επανάληψη. Γι᾽ αυτό κήρυξε ένα είδος λογοτεχνικής «επανάστασης», ζητώντας από τους λογοτέχνες να στοχάζονται προσεκτικά τη γλώσσα, να διαφοροποιούνται με δημιουργικό (κάποτε και ειρωνικό) τρόπο από τα κλασικά πρότυπα (κυρίως τον Όμηρο), να δοκιμάζουν μικρότερες ποιητικές φόρμες (σε αντίθεση με τα μακρά ομηρικά έπη) και να πραγματεύονται θέματα που να βρίσκονται σε σχέση με το πνευματικό κλίμα της εποχής τους. Δύο άλλα σημαντικά πρόσωπα που βρέθηκαν την ίδια εποχή στην Αλεξάνδρεια ήταν ο Απολλώνιος Ρόδιος, που έγραψε τα Αργοναυτικά, ένα «μοντέρνο» έπος, για το οποίο δεν πρέπει να είχε αντιρρήσεις ο Καλλίμαχος, και ο Θεόκριτος, που καταγόταν από τις Συρακούσες της Σικελίας και δημιούργησε ένα νέο είδος ποιητικής γραφής όπου πρωταγωνιστούν βοσκοί και άνθρωποι της υπαίθρου — με άλλα λόγια, όχι ήρωες και βασιλιάδες, όπως στο παραδοσιακό έπος, αλλά απλοί άνθρωποι που ενδιαφέρονται, ανάμεσα σε άλλα, για το τραγούδι και τη μουσική. Η βουκολική ποίηση, όπως την ονομάζουμε, του Θεόκριτου άσκησε αργότερα μεγάλη επίδραση στους ρωμαίους ποιητές και διαμέσου αυτών στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
            Το 90 π.Χ. ξεσπάει ο Συμμαχικός Πόλεμος, όταν οι ομόσπονδες δυνάμεις της Ιταλίας αποφασίζουν να αμφισβητήσουν την ηγεμονία της Ρώμης. Ο Σύλλας, που εκλέγεται ύπατος το 88 π.Χ., τερματίζει την εξέγερση και στη συνέχεια, λόγω αντιπαλότητας με τον Μάριο, που συνεχίζει να διαθέτει μεγάλη πολιτική ισχύ, βαδίζει εναντίον της Ρώμης και εξαναγκάζει τον αντίπαλό του σε φυγή. Αυτή είναι η πρώτη πορεία Ρωμαίων εναντίον της ίδιας της Ρώμης, και το γεγονός είναι σημαδιακό γιατί δρομολογεί μισόν αιώνα αιματηρών εμφύλιων συγκρούσεων. Επίσης, η σύγκρουση Μάριου και Σύλλα δείχνει καθαρά τις αδυναμίες της ρωμαϊκής Δημοκρατίας, η οποία μοιάζει τώρα να εξαρτάται περισσότερο από τις διαθέσεις ισχυρών στρατηγών (που διαθέτουν πιστές λεγεώνες) παρά από τις αποφάσεις της Συγκλήτου.
            Το 87 π.Χ. ο Σύλλας εκστρατεύει στην Ανατολή, ενώ στη Ρώμη αφεντικό γίνεται ο Κίννας, που είναι οπαδός του Μάριου. Ο ίδιος ο Μάριος εκλέγεται για πολλοστή φορά ύπατος τον επόμενο χρόνο, αλλά πεθαίνει. Οι οπαδοί του στη Ρώμη στρέφονται εναντίον των υποστηρικτών του Σύλλα.
            Το 83 π.Χ. ο Σύλλας επιστρέφει στη Ρώμη, νικάει τους οπαδούς του Μάριου, γίνεται απόλυτος άρχοντας και εγκαινιάζει τις «προγραφές» — με άλλα λόγια, μαύρες λίστες με ονόματα και διευθύνσεις μελλοθάνατων πολιτικών αντιπάλων.
 
            Το 78 π.Χ. ο Σύλλας «προγράφεται» από τη μοίρα.
            Στο μεταξύ ο νεαρός ρήτορας Κικέρων έχει αρχίσει μεταπτυχιακό και επιμορφωτικό ταξίδι σε Ελλάδα και Μ. Ασία.
            Από το 77 π.Χ. αρχίζει να ανεβαίνει το πολιτικό και στρατιωτικό άστρο του Πομπήιου, ο οποίος θα εκλεγεί ύπατος εφτά χρόνια αργότερα, μαζί με τον Κράσσο.
 
 
            Το 73 π.Χ. φτάνει στη Ρώμη, ως αιχμάλωτος πολέμου, ο Παρθένιος από τη Νίκαια της Βιθυνίας. Ο Παρθένιος είναι λόγιος, ποιητής και ένα είδος κινητής βιβλιοθήκης. Με τη διαμεσολάβησή του, οι ρωμαίοι λογοτέχνες θα γνωριστούν καλύτερα με την ελληνιστική ποίηση. Τα επόμενα χρόνια θα σχηματιστεί στη Ρώμη ο πρώτος κύκλος ποιητών που θα απομακρυνθούν συνειδητά και συστηματικά από τα παλαιά πρότυπα και θα γράψουν ποίηση σύμφωνα με τις επιταγές των ελληνιστικών ποιητών. Οι πιο παραδοσιακοί Ρωμαίοι θα ονομάσουν τους ποιητές αυτούς «Νεωτερικούς» ή «Νεωτέρους» ή «Νέους Ποιητές» Πρόκειται για το πρώτο «μοντερνιστικό», όπως θα λέγαμε σήμερα, κίνημα της ρωμαϊκής λογοτεχνίας. Τα χαρακτηριστικά του είναι η αποφυγή των μεγάλων παραδοσιακών θεμάτων του έπους (όπως ο πόλεμος), η προτίμηση για μικρές ποιητικές φόρμες και ποικιλία λυρικών μέτρων και η πραγμάτευση πιο «προσωπικών» θεμάτων, όπως ο έρωτας. Οι Νεωτερικοί ποιητές θα δείξουν ελάχιστο ενδιαφέρον για την πολιτική και θα επιδιώξουν τη μορφική αρτιότητα των συνθέσεών τους. Ο σημαντικότερος ποιητής αυτού του κινήματος είναι ο Κάτουλλος, που γεννήθηκε γύρω στο 87 π.Χ. στη Βερόνα. Το 70 π.Χ. γεννιέται στη Μάντουα ο Βιργίλιος, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Ρώμης, που θα δεχτεί την επίδραση των Νεωτερικών αλλά στη συνέχεια θα γίνει ο «εθνικός ποιητής» των Ρωμαίων. Πέντε χρόνια αργότερα, το 65 π.Χ., γεννιέται ο Οράτιος, ο πιο σημαντικός λυρικός ποιητής της Ρώμης.
            Το 63 π.Χ. ο Κικέρων βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της πολιτικής του σταδιοδρομίας και εκλέγεται ύπατος. Η πιο μεγάλη πολιτική του επιτυχία είναι η αποκάλυψη της συνωμοσίας του Κατιλίνα, ο οποίος το «έπαιζε» τρομοκράτης για χάρη, όπως έλεγε ο ίδιος, των λαϊκών συμφερόντων.
            Και ενώ ο Κικέρων, ύπατος και εισαγγελέας μαζί, κυνηγούσε τρομοκράτες, ο Κάτουλλος, που είχε έρθει από τη Βερόνα στη Ρώμη, ερωτευόταν τη μοιραία γυναίκα της ζωής του, μια κυρία της αριστοκρατίας που στα ποιήματά του την ονομάζει «Λεσβία». Μερικοί υποστηρίζουν ότι ο Κάτουλλος είναι ο πρώτος ευρωπαίος ποιητής του μεγάλου ρομαντικού πάθους.
            Το 60 π.Χ. οι τρεις ισχυρότεροι άνδρες της Ρώμης είναι ο Πομπήιος, ο Ιούλιος Καίσαρ και ο Κράσσος. Συμμαχούν πολιτικά και σχηματίζουν τη λεγόμενη Πρώτη Τριανδρία.
 
            Το 58 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ αρχίζει τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις στη Γαλατία και κρατάει σημειώσεις για τα απομνημονεύματά του. Παρά την αντίσταση του Αστερίξ και του Οβελίξ, όλη η Γαλατία θα υποταχτεί μέσα στην επόμενη πενταετία.
            Το 53 π.Χ. ο Κράσσος σκοτώνεται σε εκστρατεία εναντίον των Πάρθων στην Ανατολή. Αντιπαλότητα εκδηλώνεται ανάμεσα σε Ιούλιο Καίσαρα και Πομπήιο. Το 51 π.Χ. ο τελευταίος αποφασίζει να συμμαχήσει με τους αντιπάλους του Ιουλίου Καίσαρα. Το 49 π.Χ. ο Καίσαρ, παρά την αντίθεση της Συγκλήτου, περνάει τον Ρουβίκωνα και κατευθύνεται στη Ρώμη. Ο Πομπήιος καταφεύγει στην Ελλάδα.
            Η σχέση του Κάτουλλου με τη «Λεσβία» φτάνει σε τραγικό αδιέξοδο.
 
            Μέσα στο λιοπύρι της 9ης Αυγούστου του 48 π.Χ., στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας, οι ρωμαϊκές λεγεώνες του Πομπήιου έρχονται αντιμέτωπες με τις ρωμαϊκές λεγεώνες του Ιουλίου Καίσαρα. Οι πομπηιανοί χάνουν τη μάχη και ο αρχηγός τους θα δολοφονηθεί λίγο αργότερα στην Αίγυπτο. Έχοντας αφανίσει τα υπολείμματα της πομπηιανής αντίστασης, ο Καίσαρ επιστρέφει στη Ρώμη απόλυτος άρχοντας το 45 π.Χ. και επιχειρεί να αλλάξει ριζικά το ρωμαϊκό πολίτευμα. Στις 15 Μαρτίου του 44 π.Χ. ο δικτάτορας δολοφονείται από τον Βρούτο και τον Κάσσιο. Οι δολοφόνοι εγκαταλείπουν την Ιταλία, και ο πιο στενός φίλος του Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος, εμφανίζεται ως συνεχιστής του έργου του. Ένας νεαρός, συγγενής και θετός γιος του δικτάτορα, κάνει την εμφάνισή του. Ονομάζεται Οκταβιανός.
 
            Το 47 π.Χ. γεννιέται ένας από τους σημαντικότερους ερωτικούς ποιητές της Ρώμης, ο Προπέρτιος.
            Ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός ξεπερνούν τις αρχικές διαφορές τους και μαζί με τον Λέπιδο σχηματίζουν τη Δεύτερη Τριανδρία το 43 π.Χ. Το αιματηρό παιχνίδι των προγραφών ξαναρχίζει, με κύριο στόχο τους αντιπάλους του Αντωνίου, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Κικέρων, που δολοφονείται στις 7 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς.
            Τον Νοέμβριο του 42 π.Χ. τα στρατεύματα του Βρούτου και του Κάσσιου (όπου υπηρετεί ως χιλίαρχος και ο ποιητής Οράτιος) συγκρούονται με τις δυνάμεις της Δεύτερης Τριανδρίας. Ο Οράτιος εξομολογείται ότι στη μάχη αυτή εγκατέλειψε την ασπίδα του. Αυτό μπορεί να είναι λογοτεχνικό «καλαμπούρι» (το ίδιο είχε πει πριν από αυτόν και ο Αρχίλοχος)· το σοβαρό είναι ότι ο ποιητής-χιλίαρχος βρέθηκε με τους ηττημένους.
            Τον Μάρτιο του 43 π.Χ. γεννιέται ο Οβίδιος, που θα γράψει, όπως και ο Προπέρτιος, ερωτικές ελεγείες αλλά και πολλά άλλα έργα, ανάμεσα στα οποία ξεχωριστή θέση κατέχει το μεγάλο έπος των Μεταμορφώσεων.
 
            Ο Μάρκος Αντώνιος παντρεύεται την Οκταβία, αδερφή του Οκταβιανού, το 40 π.Χ., αλλά ενώ βρίσκεται στην Ανατολή συνάπτει στενές σχέσεις με την Κλεοπάτρα, βασίλισσα του ελληνιστικού βασιλείου της Αιγύπτου. Το 32 π.Χ., έχοντας ήδη παντρευτεί την Κλεοπάτρα, χωρίζει επίσημα από τη ρωμαία σύζυγό του. Ο Οκταβιανός δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος με αυτή την εξέλιξη.
            Το νέο εμφύλιο δράμα κορυφώνεται τον Σεπτέμβριο του 31 π.Χ. στα νερά του Ακτίου. Ο ναύαρχος του Οκταβιανού Μάρκος Αγρίππας νικάει κατά κράτος τον στόλο του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας, που επιστρέφουν στην Αίγυπτο. Ο Οκταβιανός τούς καταδιώκει. Πρώτα ο Αντώνιος και στη συνέχεια η Κλεοπάτρα αυτοκτονούν.
 
 
            Το 38 π.Χ. ο ποιητής Οράτιος γίνεται μέλος του κύκλου των ποιητών που περιστοιχίζουν τον πλούσιο ευγενή, και στενό συνεργάτη του Οκταβιανού, Μαικήνα. Ο Οράτιος μπαίνει στο αποκλειστικό αυτό «κλαμπ» με τη διαμεσολάβηση των ποιητών Βιργιλίου και Βάρου. Έτσι, ο πρώην χιλίαρχος που πολέμησε τη Δεύτερη Τριανδρία γίνεται ομοτράπεζος του Οκταβιανού.
 
            Ο Οκταβιανός επιστρέφει απόλυτος άρχοντας στη Ρώμη το 29 π.Χ. και δυο χρόνια αργότερα παίρνει τον τιμητικό τίτλο «Αύγουστος». Επιφέρει συνταγματικές αλλαγές, φροντίζοντας να διατηρήσει μια επίφαση δημοκρατικών θεσμών ενώ στην πραγματικότητα συγκεντρώνει όλες τις ουσιαστικές εξουσίες στα χέρια του και επιχειρεί να βάλει τη σφραγίδα του σε όλες τις πτυχές της ρωμαϊκής πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής. Στο εγχείρημα αυτό ζητάει την αρωγή των διανοουμένων της εποχής και υπολογίζει πολύ στον πιστό του Μαικήνα, που τώρα μοιάζει να γίνεται «υπουργός προπαγάνδας».
 
            Έτσι, η ρωμαϊκή Δημοκρατία (ή Ελεύθερη Πολιτεία, όπως προτιμούν να την ονομάζουν ορισμένοι), μετά από πέντε αιώνες ζωής μετασχηματίζεται και πάλι σε απολυταρχία. Η μετατροπή της Ρώμης σε παγκόσμια δύναμη έθεσε σε οδυνηρή δοκιμασία τους παραδοσιακούς θεσμούς της, και η εμφάνιση ισχυρών στρατηγών που μπορούσαν να αντιπαραθέσουν την ισχύ των λεγεώνων τους στο κύρος της Συγκλήτου επιτάχυνε τη διαδικασία της αποσύνθεσης. Το αυγούστειο καθεστώς, που προέκυψε από αυτή την κρίση, επέφερε βαθιές αλλαγές στην ψυχή της Ρώμης και δρομολόγησε μια νέα περίοδο στην ιστορία της. Αν και ήταν προορισμένο βαθμιαία να μετασχηματιστεί σε στυγνή μονοκρατορία, τουλάχιστο όσο ζούσε ο Οκταβιανός Αύγουστος, και ενώ ήταν ακόμη νωπή η μνήμη πενήντα χρόνων αιματηρών εμφυλίων πολέμων, το καθεστώς αυτό ενθάρρυνε την πνευματική δημιουργία σημαντικών προσωπικοτήτων, όπως ο Βιργίλιος, ο Οράτιος και ο ιστορικός Λίβιος, που, παρά τις επιφυλάξεις τους, αναγνώριζαν τη σημασία της ειρήνης που έφερνε επιτέλους μαζί του ο Αύγουστος. Τα έργα που γράφτηκαν αυτή την εποχή (έπη, λυρική ποίηση, ελεγειακή ποίηση, ιστορία) θεωρούνται από τα πιο «κλασικά» της λατινικής γραμματείας επειδή συνδυάζουν την υψηλή αισθητική της πρώτης γενιάς των Νεωτέρων με έναν ώριμο πολιτικό και ιδεολογικό στοχασμό. Ανάμεσα σε αυτά τα έργα ξεχωριστή θέση κατέχουν η επική Αινειάδα του Βιργιλίου, οι λυρικές Ωδές του Οράτιου και το ιστορικό έργο του Λίβιου.
            Μια από τις βασικές μέριμνες του Αυγούστου ήταν η ηθική αναγέννηση της ρωμαϊκής κοινωνίας, η οποία εμφάνιζε τάσεις απομάκρυνσης από τις παραδοσιακές ρωμαϊκές αξίες. Αυτό που απασχόλησε ιδιαίτερα τον Αύγουστο ήταν η χαλάρωση του θεσμού της οικογένειας και τα μειωμένα ποσοστά γεννήσεων. Μια σειρά από νομοθετικά μέτρα που πήρε ο αυτοκράτορας αποσκοπούσαν ακριβώς στην αντιμετώπιση αυτού του κοινωνικού προβλήματος.
            Ωστόσο, δεν ήταν όλοι πρόθυμοι να στηρίξουν την πολιτική και την κοινωνική ιδεολογία του αυγούστειου καθεστώτος. Και ένα είδος έμμεσης αντιπολίτευσης εκδηλώθηκε από μια κατηγορία ποιητών. Ο Προπέρτιος, για παράδειγμα, παρόλο που ανήκε στον κύκλο του Μαικήνα, δεν ήταν έτοιμος να απαρνηθεί τις ελεύθερες επιλογές μιας αυστηρά ιδιωτικής ζωής μακριά από τις υποχρεώσεις της στρατιωτικής ή πολιτικής καριέρας — ή τουλάχιστον αυτό διακηρύσσει στην ερωτική του ποίηση. Ανάλογη είναι και η στάση του ποιητή Τίβουλλου, που είναι περίπου σύγχρονος του Προπέρτιου και γράφει, όπως και εκείνος, ερωτική ποίηση. Ακόμη πιο απόλυτος στην απόρριψη της δημόσιας σταδιοδρομίας και αποφασισμένος να ζήσει μια ζωή ποίησης και έρωτα εμφανίζεται ο Οβίδιος. Αλλά ο Οβίδιος γεννήθηκε το 43 π.Χ. και, όταν ενηλικιώθηκε, ο εμφύλιος πυρετός είχε ήδη υποχωρήσει και η Ρώμη απολάμβανε τους καρπούς μιας νέας ειρηνικής περιόδου. Ο Οβίδιος, σε αντίθεση με τον Βιργίλιο και τον Οράτιο, είναι παιδί μιας πιο αθώας και ανέμελης εποχής. Έτσι η «αντιπολίτευσή» του παίρνει μια παιχνιδιάρικη και, συχνά, ανεύθυνη τροπή που ασφαλώς δεν ευχαριστούσε τον Αύγουστο.
            Ο Αύγουστος ζει και βασιλεύει αλλά στο μεταξύ...
            ... φεύγουν ένας ένας οι πιο σημαντικές προσωπικότητες της εποχής του: το 19 π.Χ. ο Βιργίλιος, το 14 π.Χ. ή λίγο νωρίτερα ο Προπέρτιος, το 12 π.Χ. ο Μάρκος Αγρίππας, το 8 π.Χ. ο Οράτιος και ο Μαικήνας.
            Η μεγαλύτερη όμως προσωπική τραγωδία του αυτοκράτορα είναι ότι ανάμεσα στο 23 και το 2 π.Χ. φεύγουν ένας ένας και όλοι εκείνοι που τους προόριζε για διαδόχους του.
            Ένας άλλος που φεύγει, αλλά με προσωπική απόφαση του αυτοκράτορα, είναι ο Οβίδιος: φεύγει, για να είμαστε ακριβείς, σε εξορία. Γιατί; Ακριβώς επειδή δεν αντιλήφθηκε ποτέ ότι ο Οκταβιανός Αύγουστος, θετός γιος του Ιουλίου Καίσαρα και πρωταγωνιστής μιας από τις πιο αιματηρές κρίσεις που γνώρισε η Ρώμη, δεν ήταν υποχρεωμένος να ανεχθεί ή να κατανοήσει το «υπερνεωτερικό» παιχνίδι (παιχνίδι, κάποτε, με τα ιερά και τα όσια της ρωμαϊκής παράδοσης) της οβιδιακής ποίησης. Το 8 μ.Χ. ο Οβίδιος αποχαιρέτησε, και είδε για στερνή φορά, τη Ρώμη που τη λάτρεψε και που τον λάτρεψε.
            Στις 9 Αυγούστου του 14 μ.Χ. πεθαίνει ο Αύγουστος. Τον διαδέχεται ο Τιβέριος.
 
 
            Το 17 μ.Χ. πεθαίνει ο ιστορικός Λίβιος. Την ίδια χρονιά πεθαίνει στην εξορία και ο Οβίδιος.
            Ο Τιβέριος αποσύρεται στο Κάπρι το 27 μ.Χ. Στη Ρώμη είναι αφεντικό ο αδίστακτος αρχηγός της πραιτωριανής φρουράς, ο Σηιανός. Στη Ρώμη, που δεν αγάπησε ποτέ τον αυτοκράτορα, κυκλοφορούν φήμες ότι στο Κάπρι γίνονται σημεία και τέρατα.
            Ο Σηιανός δολοφονείται και ο Καλιγούλας ορίζεται διάδοχος του Τιβέριου το 31 μ.Χ. για να στεφθεί αυτοκράτορας το 37 μ.Χ. με τον θάνατο του Τιβέριου.
 
            Μετά από τέσσερα χρόνια στον αυτοκρατορικό θρόνο και άπειρες εκδηλώσεις παραφροσύνης, ο Καλιγούλας δολοφονείται το 41 μ.Χ. Τον διαδέχεται ο Κλαύδιος.
            Την ίδια χρονιά, ή λίγο νωρίτερα, γεννιέται ο Μαρτιάλης, που έγραψε επιγράμματα. Ορισμένα από αυτά χρησιμοποιούν πολύ τολμηρή γλώσσα για να σατιρίσουν και να διακωμωδήσουν σύγχρονες καταστάσεις και πρόσωπα της ρωμαϊκής ζωής.
            Το 44 μ.Χ. ο Κλαύδιος κατακτά τη Βρετανία. Πέντε χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο της γυναίκας του Μεσσαλίνας, ο αυτοκράτορας παντρεύεται την Αγριππίνα, που είναι αδελφή του Καλιγούλα. Η τελευταία πείθει τον Κλαύδιο να υιοθετήσει τον Νέρωνα, τον γιο της από προηγούμενο γάμο.
 
 
            Το 49 μ.Χ. ο Κλαύδιος διώχνει τους Εβραίους από τη Ρώμη.
            Το 51 μ.Χ. γεννιέται ένας από τους σημαντικότερους σατιρικούς ποιητές της Ρώμης, ο Ιουβενάλης. Οι σάτιρές του είναι γραμμένες σε δακτυλικό εξάμετρο (δηλ. στο μέτρο του έπους). Ο Ιουβενάλης δεν φαίνεται καθόλου ευχαριστημένος με τη σύγχρονή του ρωμαϊκή κοινωνία, και δεν έχει τα καλύτερα αισθήματα για τους αλλοδαπούς της πρωτεύουσας — κυρίως για τους Έλληνες.
            Το 54 μ.Χ. ο Κλαύδιος πεθαίνει· τον διαδέχεται ο Νέρων, ο οποίος την επόμενη χρονιά εγκαινιάζει μια σειρά από δολοφονίες. Πρώτο θύμα του ο ετεροθαλής αδελφός του, ο Βρεταννικός.
 
            Το 59 μ.Χ. ο Νέρων δολοφονεί τη μητέρα του. Οι κακές γλώσσες λένε ότι ο φιλόσοφος Σενέκας, που είναι και σύμβουλος του αυτοκράτορα, δεν είναι άσχετος με τη μητροκτονία.
            Στο μεταξύ ο Νέρων εκδηλώνει, εκτός από τα δολοφονικά του ένστικτα, και το πλούσιο καλλιτεχνικό ταλέντο του. Καθιερώνει καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, ασχολείται με τη μουσική και το θέατρο και γράφει ποίηση — είναι δε και λάτρης της ελληνικής κουλτούρας.
            Το 64 μ.Χ. ο Νέρων εξαπολύει τον πρώτο μεγάλο διωγμό εναντίον των χριστιανών στη Ρώμη. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, ενώ η Ρώμη καίγεται, ο αυτοκράτορας παίζει λύρα και συνθέτει ποίηση.
            Το 65 μ.Χ. ο Νέρων εξαναγκάζει τον Σενέκα σε αυτοκτονία επειδή ο τελευταίος είχε πάρει μέρος σε συνωμοσία εναντίον του.
 
            Την ίδια χρονιά, ο αυτοκράτορας αρχίζει να χτίζει τα λεγόμενα «Χρυσά Ανάκτορα». Για τον σκοπό αυτό απαλλοτριώνει ολόκληρο σχεδόν το κέντρο της Ρώμης.
            Η πολιτική κατάσταση στη Ρώμη είναι εξαιρετικά ταραγμένη λόγω της πολιτικής και της διαγωγής του αυτοκράτορα. Αυτός, όταν διαπιστώνει ότι το παιχνίδι χάθηκε, αυτοκτονεί, το 68 μ.Χ. Μέσα στον επόμενο χρόνο η Ρώμη δοκιμάζει τρεις αυτοκράτορες: τον Γάλβα, τον Όθωνα και τον Βιτέλλιο. Δεν στεριώνει κανένας.
            Το 69 μ.Χ. ανακηρύσσεται αυτοκράτορας ο Βεσπασιανός, που κατέχει την εξουσία για μια δεκαετία.
            Το 67 μ.Χ. ο Νέρων πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη και καλλιτεχνική περιοδεία στην Ελλάδα. Δεν προλαβαίνει να μαζεύει βραβεία. Παίρνει μέρος και στους Ολυμπιακούς αγώνες ως αρματοδρόμος. Πέφτει από το άρμα αλλά... τερματίζει πρώτος. Η ελλανόδικος επιτροπή, όσο ξέρουμε, δεν έχει την ευθιξία να παραιτηθεί.
 
 
            Το 70 μ.Χ. αρχίζει η κατασκευή του Κολοσσαίου.
            Τώρα η Ρώμη αρχίζει να αλλάζει τους αυτοκράτορες σαν τα πουκάμισα. Έχουμε και λέμε: Τίτος (79-81), Δομιτιανός (81-96), Νέρβας (96-98), Τραϊανός (98-117), Αδριανός (117-137), Αντωνίνος Πίος (137-161), Μάρκος Αυρήλιος (161-180), Κόμμοδος (180-192), Πέρτιναξ (192-193), Δίδιος Ιουλιανός (193), Σεπτίμιος Σεβήρος (193-211), Καρακάλλας (211-217), Μακρίνος (217-218), Ελαγάβαλος (218-222), Σεβήρος Αλέξανδρος (222-235), Μαξιμίνος (235-238), Γορδιανός Α’ με συναυτοκράτορα τον Γορδιανό Β’ (238), Γορδιανός Γ’ (238-244), Φίλιππος ο Άραβας (244-249), Δέκιος (249-251), Τρεβωνιανός Γάλλος (251-252), Βαλεριανός (μαζί με τον γιο του Γαλλιηνό) (252-259), Γαλλιηνός (μόνος του) (259-268), Κλαύδιος ο Γότθος (268-270), Αυρηλιανός (270-275), Κλαύδιος Τάκιτος (275-276), Πρόβος (276-282), Κάρος & Υιοί (Καρίνος και Νουμεριανός) (282-285), Διοκλητιανός (στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας) και Μαξιμιανός (στο δυτικό) (286-305), Γαλέριος (ανατολικό) και Κωνστάντιος Χλωρός (δυτικό) (305).
            Η πολιτική των ρωμαίων αυτοκρατόρων μετά τον Αύγουστο περιόρισε σημαντικά την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης. Ωστόσο η λογοτεχνική παραγωγή, η ιστοριογραφία και η καλλιτεχνική δημιουργία γνώρισαν σημαντική άνθηση, κυρίως κατά τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα. Τώρα, όμως, οι ρωμαίοι λόγιοι έχουν ως πρότυπα όχι μόνο τους Έλληνες αλλά και τους θεωρούμενους «κλασικούς» συγγραφείς της λατινικής λογοτεχνίας.
            Το 306 πεθαίνει ο Κωνστάντιος Χλωρός. Ως επίδοξοι διάδοχοί του προβάλλουν ο Κωνσταντίνος (ο Μέγας) και ο Μαξέντιος. Το 312 τελικά ο Κωνσταντίνος είναι μόνος άρχοντας του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας, ενώ το 324 γίνεται κυρίαρχος σε Ανατολή και Δύση. Πεθαίνει το 337. Τον διαδέχονται οι τρεις γιοι του, ο Κωνσταντίνος Β’, ο Κώνστας και ο Κωνστάντιος. Το 340 σκοτώνεται ο Κωνσταντίνος Β΄. Ο Κώνστας είναι αυτοκράτορας στη Δύση και ο Κωνστάντιος στην Ανατολή. Ο πρώτος σκοτώνεται το 350 και ο Κωνστάντιος μένει μονοκράτορας. Το 355 ο αυτοκράτορας απονέμει τον τίτλο του καίσαρα στον στρατηγό Ιουλιανό. Το 360 ο Ιουλιανός (ο επονομαζόμενος Παραβάτης) ανακηρύσσεται αυτοκράτορας από τα στρατεύματά του, και το 361, όταν πεθαίνει ο Κωνστάντιος, συγκεντρώνει στα χέρια του απόλυτη εξουσία. Πεθαίνει το 363.
            Ενώ το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας συνεχίζει ισχυρό στρατιωτικά και πολιτικά, το δυτικό κλονίζεται από τις βαρβαρικές επιδρομές και αποδιοργανώνεται. Τελικά, το 476 μ.Χ., ο Οδόακρος, που ήταν γερμανικής καταγωγής, «συνταξιοδότησε» τον αυτοκράτορα Ρωμύλο Αυγουστύλο — τον τελευταίο καίσαρα του δυτικού ρωμαϊκού κράτους.
            Οι διωγμοί των χριστιανών συνεχίστηκαν για μεγάλο διάστημα, ωστόσο ο χριστιανισμός αποκτά γερές ρίζες και κερδίζει σημαντικές προσωπικότητες της διανόησης. Το 313 ο Κωνσταντίνος, αυτοκράτορας του δυτικού, και ο Λικίνιος, αυτοκράτορας του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, εκδίδουν το Διάταγμα του Μιλάνου που τερματίζει τις διώξεις των χριστιανών, ενώ το 330 ο Κωνσταντίνος, με μια απόφαση που είχε βαρυσήμαντες συνέπειες, μεταφέρει την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Οι προσπάθειες του Ιουλιανού να παλινορθώσει τους αρχαίους θεούς αποτέλεσαν απλή παρένθεση σε μια ιστορική εξέλιξη η οποία, με τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ανέδειξε τελικά τον χριστιανισμό σε μοναδική επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας.