Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Αιδοίον το δηκτικόν – Όλα όσα φοβούνται οι άντρες για τις γυναίκες και το σεξ

"Υπόθεση γυναίκα": σωματικότητα και μυθοπλασία.

Ο μύθος του Τειρεσία, που ευτύχησε ή ατύχησε να ζήσει και την αρσενική και τη θηλυκή εκδοχή της σεξουαλικότητας, και την ανδρική και τη γυναικεία διάσταση της απόλαυσης, οδηγεί τους θεούς να του θέσουν ένα αγωνιώδες ερώτημα: Πώς είναι, τι είναι, τάχα με τι συγκρίνεται... η ηδονή και η απόλαυση του άλλου μέρους του ανθρώπου;

Καημός θεών, η μυθική απάντηση -κάποια απάντηση- ως προς το ερώτημα της γυναικείας απόλαυσης αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα αγωνιώδες ζητούμενο και ανυπόφορη γνώση: Ο Τειρεσίας, δίνοντας σαν απάντηση την πρωτοκαθεδρία της γυναικείας απόλαυσης, λαβαίνει σαν απολαβή του να χάσει το φως του - ένας άλλος Οιδίπους; Γιατί τάχα; Μήπως επειδή με ότι είπε και ότι δεν είπε έφερε μπρος σε θεούς κι ανθρώπους το χάος και την άβυσσο του καημού «να σαι κι ο άλλος»;

Η εμπειρία της ανθρωπότητας ως προς τη σωματικότητα της σεξουαλικής πράξης ταλαντούνται και ταλαντεύεται ανάμεσα στην αυταπάτη και στο μυστήριο.

Η ενορμητική ανατομία και φυσιολογία στην αρχέγονη ανδρική πράξη (κυνήγι, πόλεμος και στύση, τα πιο μεγάλα παραδείγματά της) χαρακτηρίζεται από απτές στάσεις και κινήσεις του σώματος -από την ενεργητική δράση του σώματος που έχει σαν αποτέλεσμα το φόνο του θηράματος, το θάνατο του άλλου και το «μικρό θάνατο» της εκσπερμάτισης. Όλα φαίνονται διαφανή, επιδεκτικά σε επεξεργασίες με όρους αιτίου-αιτιατού και σε περιγραφές χωρίς λανθάνουσες μηχανές. Απ’ αυτή την οθόνη της πείρας προκύπτει η αυταπάτη τηs πλήρους γνώσης, τns κυριαρχίας του νοείν, ins έλλειψης κάθε μυστηρίου ως πpos τnv ανδρική σεξουαλικότητα.

Δεν συμβαίνει το ίδιο με την ενορμητική μηχανική στο πεδίο τns γυναικείας εμπειρίας. Ίσως επειδή ανατομικά πάντοτε κάτι διαφεύγει από το βλέμμα ως προς τη γυναικεία πράξη της σεξουαλικής επαφής και της κυοφορίας. Ακόμη και η ίδια η γυναίκα δεν μπορεί να δει με τα μάτια τnς τι γίνεται μέσα εκεί - στον κόλπο κατά τη σεξουαλική ένωση.

Τώρα, η όποια μη οπτική εμπειρία τείνει να εκλαμβάνεται ως παραπομπή στο αόρατο - σε κάποια άλλη πλευρά των πραγμάτων. Ταυτόχρονα, η όποια άλλη αισθητηριακή αντίληψη της κολπικής ενέργειας κι εμπειρίας επικαθορίζεται από τη μερική έως και πλήρη έκπτωση του λόγου που χαρακτηρίζει την απόλαυση του σώματος. Ενώ η μετάδοση, αν όχι και αυτή η «εκτός σκηνής» αναπαράσταση μιας τέτοιας εμπειρίας, αναγκαστικά θα προσφύγει στη γλώσσα και τον λόγο - συστατικά ελλιπή ως προς την απόδοση του σεξουαλικού.

Συνέπεια, να περιβάλλεται η γυναικεία σεξουαλικότητα με πέπλα μυστηρίου: Τι γίνεται εκεί μέσα; Τι γίνεται μετά; Τι λένε γι’ αυτό οι γυναίκες; Τι θα μπορούσε να πει γι’ αυτό ο άλλος; Το φαντασιακό βάρος τέτοιων διάχυτων και πάντα μόνο μισο-ειπωμένων θεμάτων επενεργεί συνθλιπτικά. Η εμφανής ανδρική ενεργητικότητα δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί με την απόκρυφη δύναμη, με την ενεργό παθητικότητα (βου-βέι / δράση-μη δράση της κινέζικης αντίληψης) που εκπροσωπεί την απόλυτη ισχύ. («Η δύναμη κατορθώνει πολλά. Η μη δύναμη κατορθώνει τα πάντα»). Κι εκδηλώνεται τόσο ως ανείκαστη και άφατη εμπειρία της γυναικείας σεξουαλικής απόλαυσης όσο και ως δημιουργία ζωής. Εκβάλλοντας ενίοτε ακόμη και οε φθόνο του κόλπου και της μήτρας - κάτι που εικονογραφείται παραδειγματικά στη ζωγραφική του Έγκον Σίλε.

Το να κρατάς στα χέρια σου το Πραγματικό της απόλαυσης και να το νιώθεις φυσικά ότι σου διαφεύγει εκλύει βαριά φαινόμενα υποκειμενικότητας, όπου προεξάρχουν το άγχος και η φαντασίωση. Κι εκτείνονται από την κρητική μαντινάδα της απόλαυσης:

Χαρώ το το κορμάκι σου ’πo τα μισά και κάτω

Βάνει το χέλι ζωντανό και μονομιά ψοφά το

μέχρι τn γαλλική fiction του «μικρού θανάτου» (petite mort) που αντιπροσωπεύει ο οργασμός. Κι από τα όνειρα όπου άνδρες και γυναίκες αναφέρουν ότι είδαν ή είχαν ένα γυναικείο σώμα «με ανδρικό πέος» - εξυπονοώντας ότι υφίσταται παράλληλα ένα ανείκαστο, αντίστοιχο γυναικείο πέος. Μέχρι τις σεξολογικές μετρήσεις της αιματικής ροής και άλλων φυσιολογικών παραμέτρων του κόλπου, που θεωρούνται επαρκές εργαλείο για να λυθεί το μυστήριο...

Ο κόλπος και η μήτρα αποτελούν, λοιπόν, κατ’ εξοχήν μήτρα μυθοπλασιών και κόλπο ελλιμενισμού φαντασιώσεων για το ανθρώπινο είδος.

Ο Σπύρος Δόικας ανθολογεί πλήθος αντιπροσωπευτικές διατυπώσεις που εκπροσωπούν στο πεδίο των λέξεων όσα μπορούν να φανταστούν οι φαντασίες κι όσα μπορούν να πουν οι λέξεις για ότι κείται ένθεν και πέραν της φαντασίας και των λέξεων. Το πράττει με οδηγό του ένα σωτήριο δίπτυχο: γνώση και χιούμορ, που διασφαλίζουν μια ενήμερη αποστασιοποίηση. Και μας καλεί σ’ ένα ταξίδι μυστηρίου και παραγώγων μυστηρίου, εκεί που μια ανείπωτη Ελένη οδηγεί ενίοτε τον κόσμο - ανδρών και γυναικών.

Καλώς ορίσατε στην πραγματικότητα της ιερογαμίας που ενώνει το Σώμα και τη Μυθοπλασία!

Vagina dentata

Κάθε αιδοίο έχει κρυφά δόντια, καθώς το αρσενικό μόριο μπαίνει μεγάλο και βγαίνει μικρό... Για τον άντρα, η συνουσία αποτελεί μια επιστροφή στη μητέρα και μια παράδοση σ’ αυτήν. Για τον άντρα, το σεξ είναι ένας αγώνας αναζήτησης της ταυτότητάς του. Στο σεξ η οδοντωτή δύναμη, που τον έφερε στον κόσμο, αυτή η δράκαινα της φύσης, τον καταβροχθίζει και τον ξαναγεννά.

Τη λατινική έκφραση vagina dentata (βαγκίνα ντεντάτα, αγγλ. βατζάινα ντεντάτα) μπορούμε να την αποδώσουμε ως «οδοντωτό κόλπο», «κόλπο με δόντια» ή «οδοντοφόρο κόλπο», συνείροντας εύστοχα την έκφραση «ήλιος με δόντια». Υποκύπτοντας, αφενός, στη γοητεία των παρηχήσεων, θα μπορούσα να το αποδώσω ως «αιδοίον το δηκτικόν», δηλαδή «αιδοίο που δαγκώνει» (από το ρήμα «δάκνω» το οποίο σημαίνει «δαγκώνω», εξ ου και «δήγμα» δηλαδή «δάγκωμα») αφετέρου, πολλά από τα ανθολογούμενα αποσπάσματα μπορούν κάλλιστα να περιγραφούν ως «δηκτικά», ότι διέπονται δηλαδή από μια οξύτητα και μια καυστικότατα.

Η έκφραση, έλκει την καταγωγή της από μια πανάρχαια δοξασία και έναν προαιώνιο αντρικό φόβο, ότι η είσoδos στα γεννητικά όργανα της γυναίκας περιφρουρείται από κοφτερούς οδόντες. Ότι δηλαδή, αν ο άντρας εισαγάγει το πέος του στον κόλπο της γυναίκας, θα κινδυνεύσει να το αδράξουν τα δόντια, που περιβάλλουν τη γυναικεία οπή, και να το αποκόψουν, ευνουχίζοντάς τον.

Η κλινική ψυχολογία περιγράφει αυτή την ανδρική ανησυχία ως «άγχος του ευνουχισμού» (castration anxiety). Και εξαιτίας αυτής της φοβίας, ο άνδρας φτάνει συχνά σε σημείο να απέχει από την ερωτική συνεύρεση με τις γυναίκες.

Τι σκεφτόταν λοιπόν ο Φρόιντ, στον οποίο αποδίδεται η επινόηση της έκφρασης vagina dentata; Με λίγα λόγια, έχει να κάνει με την ιστορία όπου ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι αντικρίζουν για πρώτη φορά το ένα το άλλο έτσι όπως τα έπλασε ο θεός. Το κοριτσάκι ρωτάει «μπορώ να το αγγίξω;» και το αγοράκι απαντάει με φροϋδικό τρόμο «Όχι! Ήδη έκοψες το δικό σου!». Με άλλα λόγια, η εικόνα του οδοντωτού κόλπου παραπέμπει οε αυτό που ο Φρόιντ περιέγραψε ως φόβο τον ευνουχισμού, ένα φόβο που, σύμφωνα με τον ίδιο, νιώθουν όλα τα αγόρια όταν αντικρίζουν για πρώτη φορά τα γυναικεία γεννητικά όργανα. Περιέργως, ο Φρόιντ χρησιμοποιεί την εικόνα της αποκομμένης κεφαλής της Μέδουσας η οποία έχει φίδια για μαλλιά, ως απεικόνιση του ανδρικού φόβου του ευνουχισμού . Σε ένα άλλο δοκίμιο ο Φρόιντ έγραψε ότι «πιθανώς κανένας άντρας δεν απαλλάσσεται από το τρομακτικό σοκ του επαπειλούμενου ευνουχισμού άμα τη θέα των γυναικείων γεννητικών οργάνων». Βέβαια από την άλλη μπορούμε να ισχυριστούμε ότι καμία γυναίκα δεν απαλλάσσεται από την ακατανίκητη τάση να βάλει τα γέλια άμα τη θέα των ανδρικών γεννητικών οργάνων, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει το λάιτ μοτίφ ενός άλλου βιβλίου.

Ενώ οι ισχυρισμοί του Φρόιντ για την καθολικότητα αυτού του φόβου μπορεί να ακούγονται γελοίοι στους περισσότερους σημερινούς ανθρώπους, η εικόνα είναι αρκετά διαδεδομένη στις μυθολογίες του κόσμου.

Στη θεογονία για παράδειγμα, ο Ησίοδος περιγράφει κάτι που μπορούμε να εκλάβουμε ως παραλλαγή στο θέμα του οδοντωτού κόλπου: ο αγέννητος Κρόνος βγαίνει από τη μήτρα της μητέρας του και ευνουχίζει τον έκπληκτο πατέρα του Ουρανό. Σε άλλες μυθολογίες ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σαφής. Ο Erich Neumann υποστηρίζει στο έργο του The Great Mother (Η Μεγάλη Μητέρα) ότι «το μοτίβο της vagina dentata είναι ιδιαίτερα έντονο στη μυθολογία των Ινδιάνων της βόρειας Αμερικής. Στη μυθολογία άλλων φυλών Ινδιάνων, ένα σαρκοφάγο ψάρι κατοικεί στον κόλπο της Τρομερής Μητέρας».

Σύμφωνα με τον Ντελιμό υπάρχουν περισσότερες από τριακόσιες εκδοχές του μύθου της vagina dentata στους Ινδιάνους της Βόρειας Αμερικής, μύθου που συναντάμε επίσης στην Ινδία, συχνά με μια χαρακτηριστική παραλλαγή: ο κόλπος δεν έχει δόντια αλλά είναι γεμάτος με φίδια. Εδώ ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε και τη συσχέτιση με τη Μέδουσα που αναφέραμε παραπάνω, η οποία είχε φίδια για μαλλιά.

Κάποιοι ψυχίατροι υποστηρίζουν ότι το ασυνείδητο του άντρα εκλαμβάνει το σεξ ως θάνατο, ότι κάθε οργασμός είναι ένας μικρός θάνατος, ο θάνατος του «μικρού ανθρωπάκου», του πέους. Ίσως εδώ να μπορούμε να δούμε και το έρεισμα του θρησκευτικού ασκητισμού, όπου η άρνηση του θανάτου εξισώνεται με την άρνηση του σεξ.

Επιστρέφοντας στον καθεαυτό φόβο του ευνουχισμού, αξίζει να αναφέρουμε ότι υπάρχει ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ύπαρξη μιας τόσο ακραίας φοβίας. Πρόκειται για τον λεγόμενο κολεόσπασμο ή κολπόσπασμο (vaginismus), έναν ακούσιο σπασμό του κόλπου της γυναίκας, που, αν συμβεί κατά τη διάρκεια της συνουσίας, παγιδεύει το ανδρικό μόριο με τρόπο που να μην μπορεί να κυκλοφορήσει ελεύθερα το αίμα, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να χαλαρώσει η στύση. Αυτή η επώδυνη κατάσταση, η οποία τόσο προσφέρεται για δραματουργική, συχνά σατιρική, εκμετάλλευση, από το Sweet Movie (1974) του Μακαβέγιεφ, μέχρι το ελληνικό Safe Sex |1999| και το Δέσε Με (Atame) (1989) του Αλμοδόβαρ, λύεται με ιατρική παρέμβαση και, συγκεκριμένα, με μια ένεση στην υπεραιμική περιοχή ώστε να χαλαρώσουν οι μυς και να επέλθει η απελευθέρωση του ατυχούς οργάνου.

Μετά από μια τέτοια κολούμπρα άλλως μουνόπλακα, φυσικό είναι να προσεγγίζει κανείς πιο εξής το εν λόγω όργανο διατηρώντας, δικαιολογημένα, τους αιδοιασμούς [sic] του. Ίσως, μάλιστα, δεν είναι τυχαία η ηχητική συγγένεια των όρων... Θεόμουνο και θεομηνία. Η γυναίκα-θεά (ή θεία γυναίκα) μπορεί να είναι η αιτία τόσο της δημιουργίας (συνήθως υπό την μορφή της αναπαραγωγής) όσο και της καταστροφής - εν τοιαύτη περιπτώσει, ίσως θα ήταν σωστότερο να ομιλούσαμε περί Θεομουνίας. Εξάλλου, τα καμάκια, γνωρίζοντας πολύ καλά τη δύναμη των γυναικών και συμβάλλοντας στη μεταφορά των ακραίων φυσικών φαινομένων, αναφέρονται σ’ αυτές, όταν βρίσκονται εν αφθονία, ως μουνοθύελλα.

Ο λαός γνωρίζει την επιρροή του γυναικείου οργάνου στον άνδρα, τόσο μάλιστα, που να χρησιμοποιούνται ευρέως γνωμικά όπως: «Είδες καράβι σε βουνό; Μουνότριχα το έσυρε» ή στην παραλλαγή της: «Το μουνί σέρνει καράβι».

Όπως η φροϋδική έννοια του ευνουχισμού από τον πατέρα (μέρος του οιδιπόδειου συμπλέγματος), ο μύθος του οδοντωτού αιδοίου αναπαριστά τη γυναίκα ως ένα είδος femme fatale, ως τέρας, το οποίο δεν είναι μόνον ικανό να γεννά και να προσφέρει τη ζωή στο αρσενικό (και, κατ’ επέκταση τη σεξουαλικότητά του), αλλά και να του στερεί τη σεξουαλική του ταυτότητα κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης και, ως εκ τούτου, να το καθιστά άφυλο ευνούχο.

Αποτελεί σχεδόν ειρωνεία ότι, ενώ αρκετές γυναίκες υποφέρουν από μια φοβία η οποία σχετίζεται με το ανδρικό σεξουαλικό όργανο (το φόβο του φαλλού και επομένως το φόβο της διείσδυσης), οι άντρες έχουν τον δικό τους φόβο, ο οποίος έχει να κάνει με τα γεννητικά όργανα του άλλου φύλου και τα δήθεν κοφτερά δόντια τούς.

Ο μύθος του οδοντωτού αιδοίου δηλώνει πολύ περισσότερα από όσο φαίνεται με μια πρώτη μάτια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δείχνει, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, πως οι γυναίκες είναι προικισμένες με ισχυρότατη σεξουαλική δύναμη, με την οποία μπορούν να επιβληθούν στους άντρες.

Όταν ο άνδρας επιχειρεί κάτι ιδιαίτερο, αποστολή, κυνήγι, πολεμική εκστρατεία, πρέπει να αποφύγει τη γυναίκα και κυρίως τη σεξουαλική επικοινωνία μαζί της , διαφορετικά θα ατονούσε η δυναμή του και θα του έφερνε ατυχία. (Ζίγκμουντ Φρόιντ, Ψυχολογία της ερωτικής ζωής «Το ταμπού της παρθενίας»,

Όπου ο πρωτόγονος θέτει ένα ταμπού, εκεί φοβάται κάποιον κίνδυνο και δεν μπορούμε παρά να πιστέψουμε ότι με όλες αυτές τις διατάξεις αποφυγής εκφράζεται ένα βασικός φόβος απέναντι στη γυναίκα. Αυτός ο φόβος βασίζεται ίσως στο ότι η γυναίκα είναι διαφορετική από τον άνδρα, αιώνια ανεξιχνίαστη και μυστηριώδης, αλλόκοτη και γι αυτό επικίνδυνη. ο άνδρας φοβάται πως εξασθενημένος από τη γυναίκα θα του μεταδοθεί η θηλυκότητά της και θα γίνει ανίκανος. Η αποχαυνωτική, χαλαρωτική επίδραση της συνουσίας μπορεί να είναι αιτία γι αυτόν τον φόβο και η διαπίστωση της επιρροής που κερδίζει η γυναίκα πάνω στον άνδρα με τη συνουσία καθώς είναι η προσοχή στην οποία εξαναγκάζει απέναντι της να δικαιολογούν αυτόν το φόβο. Απ’ όλα αυτά τίποτε δεν είναι τόσο ξεπερασμένο που να μη δρα ακόμη και σήμερα μέσα μας.

Ο σπόρος και ο γείτονας

Ήταν κάποτε ένας αγρότης που καλλιεργούσε εξαιρετικής ποιότητας καλαμπόκι. Κάθε χρόνο κέρδιζε το πρώτο βραβείο για το καλύτερο καλαμπόκι. Μια χρονιά ένας δημοσιογράφος από μία εφημερίδα του πήρε συνέντευξη, και έμαθε κάτι πολύ ενδιαφέρον για τον τρόπο που καλλιεργούσε.

Ο δημοσιογράφος ανακάλυψε ότι ο αγρότης μοιραζόταν το σπόρο του καλαμποκιού του με τους γείτονές του. «Μα, σε παίρνει να μοιράζεσαι τον καλύτερό σου σπόρο με τους γείτονές σου τη στιγμή που κι αυτοί παίρνουν μέρος στον ίδιο διαγωνισμό;» τον ρώτησε.

«Μα βέβαια, κύριε», είπε ο αγρότης, «δεν το ξέρετε; Ο αέρας παίρνει τη γύρη από το καλαμπόκι που ωριμάζει και την τριγυρνάει από χωράφι σε χωράφι. Αν οι γείτονές μου καλλιεργούν κατώτερης ποιότητας καλαμπόκι, και το δικό μου καλαμπόκι σταδιακά θα υποβαθμιστεί μέσω της σταυρογονιμοποίησης. Εφόσον θέλω να καλλιεργώ καλής ποιότητας καλαμπόκι πρέπει να βοηθήσω και τους γείτονές μου να καλλιεργούν καλή ποιότητα καλαμποκιού.»

Έτσι γίνεται και με τη ζωή μας. Όσοι θέλουμε να ζούμε καλά και με νόημα θα πρέπει να εμπλουτίσουμε τις ζωές των γύρω μας, γιατί η αξία της ζωής μετριέται με τις ζωές που αγγίζει. Και όσοι επιλέγουν να ζουν χαρούμενοι και ευτυχείς πρέπει να βοηθήσουν και άλλους να βρουν χαρά και ευτυχία, γιατί η ευημερία του ενός συναρτάται με την ευημερία όλων μας… Πέστε το η δύναμη της συλλογικότητας, πέστε το η αρχή της επιτυχίας, πέστε το ο νόμος της ζωής, η αλήθεια είναι ότι κανείς μας δεν κερδίζει αληθινά παρά μόνο όταν κερδίζουμε όλοι.

Τηλέγονος, ο "άγνωστος" γιός του Οδυσσέα

Μετά την εξόντωση των μνηστήρων από τον Οδυσσέα και τον Τηλέμαχο, οι φίλοι και γνωστοί των μνηστήρων, έμαθαν για την τύχη τους και οπλισθέντες ήρθαν να επιτεθούν στην Ιθάκη. Ο Οδυσσέας δε και ο Τηλέμαχος, αφού όπλισαν τους δικούς τους, τους συνάντησαν έξω από την πόλη και σε φονική μάχη, στην οποία αρίστευσε ο Τηλέμαχος, τους εξολόθρευσαν όλους. Πέρασε καιρός και βλέπει ο Οδυσσέας όνειρα, που προμηνούσαν το τέλος του. Όταν ξύπνησε, κάλεσε όλους όσους ήξεραν να ερμηνεύουν όνειρα, μεταξύ των οποίων ο Κλητοφώντας ο Ιθακήσιος και ο Αργείος Πολύφημος. Τους λέει λοιπόν το εξής όνειρο:

«Είδα να βρίσκομαι στο κρεβάτι μου και είδα ένα όμορφο αλλά φοβερό ζώο, με σχήμα μάλλον θεού κι όχι ανθρώπου, το οποίο όμως το έβλεπα ευχάριστα. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω επειδή δεν το είχα ξαναδεί αλλά θέλησα να το αγκαλιάσω. Εκείνο δε μου είπε με ανθρώπινη φωνή ότι έχουμε συγγένεια εμείς οι δύο και ότι είναι γραμμένο από εκείνο να αφανιστώ. Ενώ εγώ ανησύχησα λοιπόν με αυτά που μου είπε, κάποιο βέλος που βγήκε ξαφνικά από τη θάλασσα, σαν με δική του διαταγή, ήρθε επάνω μου, αλλά εγώ έμεινα κατάπληκτος και αδρανής και σε λίγο πέθανα. Αυτά είδα. Εσείς που ξέρετε, μη διστάσετε να μου πείτε τι σημαίνουν. Γνωρίζω ότι δεν είναι καλό το όνειρο».

Αυτοί συζήτησαν μεταξύ τους και ζήτησαν να βγει έξω ο Τηλέμαχος. Όταν εκείνος αποχώρησε, του είπαν ότι θα πεθάνει χτυπημένος από τον ίδιο του το γιό. Ο Οδυσσέας ώρμησε στον Τηλέμαχο θέλοντας να τον σκοτώσει. Όταν όμως τον είδε να τον παρακαλεί με δάκρυα, τον έπιασε το πατρικό ένστικτο και αποφάσισε να αφήσει το γιό του, αλλά διέταξε να τον φυλάνε. Αργότερα τον έστειλε να μείνει στα απομακρυσμένα χωριά της Κεφαλληνίας και ξέχασε την ιδέα του θανάτου. Λίγες μέρες αργότερα, είδε πάλι ο Οδυσσέας το ίδιο όνειρο, αλλά έχοντας την ερμηνεία, δεν νοιάστηκε και περνούσε χαρούμενα.

Αλλά υπήρχε και άλλος γιος του, τον οποίο αγνοούσε.[Ο Ησίοδος γράφει ότι η Κίρκη γέννησε τρία παιδιά από τον Οδυσσέα: τον Άγριο, τον Λατίνο και τον Τηλέγονο. Αλλα υπάρχει και άλλη αναφορά του Λυκόφρων οτι η Κίρκη είχε 4 παιδια μαζί με την Κασσιφόνη. Η Κασσιφόνη έγινε σύζυγος του Τηλέμαχου αλλά τον σκότωσε γιατί έγινε αίτιος του θανάτου της μητέρας της Κίρκης, αιτιολογώντας την ετυμολογία του ονόματός της (κασσιφόνη = αδελφοκτόνος). Ο Λατίνος, βασιλιάς του Λατίου, ίδρυσε την πόλη Λάτιο,από την οποία κατάγονται οι Λατίνοι και οι Ρωμαίοι, ενώ αποτελούσε συνεκτικό κρίκο της Ιταλίας με την Τροία. Για τους άλλους δέν υπάρχουν αναφορές.]

Ήταν αυτός που του γέννησε η Κίρκη, ονόματι Τηλέγονος,που έμοιαζε σε όλα του πατέρα του, στον οποίο η Κίρκη,όταν ήρθε στην κατάλληλη ηλικία,έδωσε ένα κεντρί θαλάσσιου τρυγονιού, προσαρμοσμένο σε ακόντιο, το οποίο της το είχε δώσει ο Οδυσσέας. Το έδωσε λοιπόν η Κίρκη στον Τηλέγονο, για να τον αναγνωρίσει στα σίγουρα ο πατέρας του. Έτσι μια μέρα έφτασε σε μια ακρογιαλιά της Ιθάκης χωρίς ο ίδιος να ξέρει που βρίσκεται. Ο Τηλέγονος έχοντας το ακόντιο αυτό, ήρθε στην Ιθάκη και έψαχνε νύχτα τον πατέρα του.

Όταν έμαθε ότι είναι σε κάποιο κτήμα, έφθασε εκεί και πίεζε τους φρουρούς να δει τον πατέρα του. Αυτοί επειδή δεν τον γνώριζαν, του εναντιώνονταν, αλλά αυτός ορκίζονταν και στους θεούς, ότι ο Οδυσσέας είναι πατέρας του. Αυτοί όμως του έφερναν αντίρρηση, τώρα μάλιστα περισσότερο, επειδή νόμισαν ότι είναι ο Τηλέμαχος και ήρθε νύχτα να σκοτώσει τον πατέρα του. Γιατί κανένας δεν γνώριζε να έχει άλλο γιο ο Οδυσσέας. Αφού έγινε φασαρία, πήγαν κι είπαν του Οδυσσέα, ότι ο Τηλέμαχος, φορώντας ξένα ρούχα,ήρθε και μας πιέζει να σε δει. Οι σύντροφοί του, πεινασμένοι καθώς ήταν, όταν βγήκαν στη στεριά άρχισαν να αρπάζουν και να σφάζουν αρνιά, για να φάνε.

Η είδηση φτάνει στον Οδυσσέα ο οποίος τρέχει με στρατιώτες, να αντιμετωπίσει τους επιδρομείς, ξαναμμένος από θυμό, βγήκε με ακόντιο και αμέσως το ρίχνει προς αυτόν, αλλά δεν τον πέτυχε και το δόρυ καρφώθηκε σε μια φλαμουριά. Ο Τηλέγονος, μη γνωρίζοντας ότι είναι ο πατέρας του που του έριξε το δόρυ, ρίχνει κι αυτός το ακόντιο και δυστυχώς ευστοχεί και πετυχαίνει στα πλευρά τον Οδυσσέα. Όταν ρώτησε ο Οδυσσέας ποιος είναι επιτέλους, αυτός ο τόσο τολμηρός (έμαθε απο αυτόν ότι είναι γιος του από την Κίρκη).

Πάνω στη μάχη ο Τηλέγονος, χωρίς να ξέρει ότι πολεμά με τον πατέρα του, τον σκοτώνει με ένα κοντάρι που είχε για μύτη το κόκαλο ενός σαλαχιού. Βλέποντας ο Οδυσσέας το ακόντιο με το θαλασσινό κεντρί, πίστεψε ότι είναι γιος του και ο Τηλέγονος κατάλαβε ότι σκότωσε τον πατέρα του κι έπεσε κάτω και σπάραζε από τη λύπη.

Ο Οδυσσέας μόλις κατάλαβε ότι δεν ήταν ο Τηλέμαχος, τα έβαλε με τους ονειροπόλους, που του ερμήνευσαν έτσι τα όνειρα. Εκείνοι πάλι ρωτούσαν να μάθουν ποιος είναι ο Τηλέγονος, κι από ποιους γονιούς, που σκότωσε τέτοιον άνδρα που κανένας στην Τροία δεν μπόρεσε να πληγώσει και που τόσα θαυμαστά είχε διαπράξει και έτσι επαληθεύτηκε η προφητεία του Τειρεσία που ήθελε τον Οδυσσέα να πεθαίνει "εξ αλός" που σήμαινε, επειδή οι χρησμοί ήταν διφορούμενοι, όχι έξω από τη θάλασσα αλλά από τη θάλασσα!



Μισοπεθαμένος ο Οδυσσέας μεταφέρθηκε στην Ιθάκη και σε λίγο τέλειωσε η ζωή του. Αφησε δε τη δυναστεία στον Τηλέμαχο και τον εγγονό του τον Πτολιπόρθο. Ο δε Τηλέμαχος, μοιράζει τη χώρα και κρατά αυτός την Ιθάκη, δίνει στον Τηλέγονο τα μακρινά και στη μέση μένει ο Πτολιπόρθος, ενώ τους ονειροκρίτες ήθελε να τους σκοτώσει.

Όταν ο Τηλέγονος πληροφορήθηκε από τον Tηλέμαχο που ακριβώς βρισκόταν και ποιον είχε σκοτώσει, έκλαψε πικρά μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του.

H θεά Aθηνά, αφού δεν μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο για τον Oδυσσέα, παρηγόρησε τα δυο παιδιά του, λέγοντάς τους ότι αυτό ήταν το πεπρωμένο του ήρωα. Διέταξε τότε τον Tηλέγονο να πάρει σύζυγό του την Πηνελόπη (με την οποία αργότερα, απέκτησαν ένα γιο, τον Ιταλό) και την Kίρκη να πάρει το σώμα του Οδυσσέα στο νησί της που θα μεταφέρει ο Tηλέμαχος.

Eκεί η Kίρκη, αφού πρώτα τους κάνει αθάνατους, παντρεύεται τον Tηλέμαχο (Kάποιοι αποδίδουν την Nαυσικά ως γυναίκα του), όπως λέει και ο Απολλόδωρος.

Όλα αυτά αναφέρονται στην «Τηλεγονία», συνέχεια της Οδύσσειας– το οποίο σώζεται μόνο σε περίληψη και αποδίδεται στον Ευγάμμονα (και από άλλους, λανθασμένα, στον Eυοδιανό).

Παραλλαγές απαντώνται σε μεταγενέστερους ποιητές όπως, για παράδειγμα, σε μια χαμένη τραγωδία του Σοφοκλέους («Οδυσσεύς ακανθόπληξ»): Σε αυτήν, ο Οδυσσέας κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του του στο μαντείο της Δωδώνης, ενημερώνεται από χρησμό ότι είναι καταδικασμένος να σκοτωθεί από τον γιο του. Υποθέτει ότι ο χρησμός εννοεί τον Τηλέμαχο, τον οποίο και εξορίζει σε γειτονικό νησί.

Ο Τηλέγονος, φθάνοντας στην Ιθάκη, πλησιάζει τη βασιλική κατοικία του Οδυσσέα, αλλά οι φρουροί που δεν τον γνωρίζουν, δεν του επιτρέπουν να δει τον πατέρα του. O Οδυσσέας ενημερώνεται και νομίζοντας ότι επέστρεψε ο Τηλέμαχος βγαίνει να συγκρουστεί. Eκεί συνεπλέκεται με τον Τηλέγονο όπου ο τελευταίος, χωρίς να τον γνωρίζει, τον σκοτώνει με δόρυ που η αιχμή του ήταν από «άκανθα» (γι αυτό και ο προσδιορισμός «ακανθόπληξ»). O Oδυσσέας, μην γνωρίζοντας ποιος είναι ο Tηλέγονος πεθαίνει καταγγέλοντας την ψεύτικη προφητεία.

Στην ιταλική και Ρωμαϊκή μυθολογία ο Τηλέγονος (Telegonus) μνημονεύεται ως ιδρυτής της πόλεως Tusculum, στα νοτιοανατολικά της Ρώμης διαφορετική από την Παλεστρίνα, που επίσης βρίσκεται στην ίδια περιοχή. Οι λατίνοι ποιητές χρησιμοποιούσαν συχνά φράσεις όπως «τείχη του Τηλεγόνου» (π.χ. Προπέρτιος, 2.32) ή «Κίρκεια τείχη» για την πόλη αυτή (το Tusculum).

TO ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Η ναυμαχία στις Αργινούσες, που έγινε κατά τη διάρκεια του ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, ήταν η μεγαλύτερη του αρχαίου κόσμου και η τέλεια καταστροφή του σπαρτιατικού στόλου έπεισε τους ΛΑΚΩΝΕΣ, ότι ποτέ δεν θα κατάφερναν να νικήσουν την θαλασσοκράτειρα ΑΘΗΝΑ. Στην απελπισία τους έστειλαν πάλι κήρυκες στην Αθήνα ζητώντας ειρήνη. Αλλά οι φιλοπόλεμοι, με το δημοκόπο Κλεοφώντα, αυτόν τον ίδιο που κι άλλοτε είχε εμποδίσει την ειρήνη, έπεισαν το πλήθος, το ανίκανο να σκεφτεί ψύχραιμα, να εξακολουθήσουν τον εξαντλητικό πόλεμο. Όταν έδιωξαν τους ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ κήρυκες, οι ΑΘΗΝΑΙΟΙ ησύχασαν, όμως η ησυχία τους έμοιαζε με εκείνη που φέρνει ο πνιγερός καιρός, πριν από καταιγίδα. Χωρίς θάρρος, χωρίς πεποίθηση στον εαυτό τους, περίμεναν μοιρολατρικά τα γεγονότα. Ο ΔΗΜΟΣ δεν ήξερε σε ποιον να στηριχτεί, μη έχοντας εμπιστοσύνη ούτε στον Κλεοφώντα και τους δημοκρατικούς, ούτε στους ολιγαρχικούς, αυτούς που κατάλαβε τώρα πως τον είχαν εξαπατήσει, για να θανατωθούν οι νικητές ναύαρχοι[1]. Κι ενώ περιφρονούσε ο Δήμος τους πρώτους και μισούσε τους δεύτερους, όμως δεν είχε τίποτ’ άλλο να κάνει παρά να πέφτει από τη μια φατρία στην άλλη. Στο Αιγαίο, που περιπολούσε ο μεγάλος στόλος τους, έστειλαν νέους ναυάρχους, πολίτες χωρίς αξία, όπως το είχε μαντέψει ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Αυτοί προτίμησαν ν’ αγκυροβολήσουν μακάρια στη Σάμο, την ώρα που οι Σπαρτιάτες ετοίμαζαν, χάρη στο Περσικό χρήμα, νέα πολεμικά και ξανάδιναν την αρχηγία στον πανάξιο ΛΥΣΑΝΔΡΟ. Αυτός κατάφερε έναν Αθηναίο ναύαρχο, τον ολιγαρχικό Αδείμαντο, να τον κάνει σύμμαχό του, για να καταλύσουν τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Ο Αδείμαντος του πρόδινε όλες τις αποφάσεις και τις κινήσεις του στόλου.

Το καλοκαίρι του 405 ο Λύσανδρος, που τώρα δε φοβόταν τον Αλκιβιάδη, αλώνιζε τον Ελλήσποντο σέρνοντας μαζί του 150 καινούργιες τριήρεις. Κατέλαβε τη Λάμψακο πριν προλάβει να τη βοηθήσει ο αθηναϊκός στόλος, που άραξε σ’ ανοιχτό κόλπο απέναντί του, εκεί που χύνονταν στη θάλασσα οι ΑΙΓΟΣ ποταμοί. Το μέρος ήταν ακατάλληλο, γιατί κι ανοχύρωτο ήταν και μακριά από κατοικημένο τόπο, ώστε ναύτες και στρατιώτες αναγκάζονταν να περπατάν μια ώρα δρόμο, για ν’ αγοράζουν τρόφιμα από την κοντινότερη πόλη, τη Σηστό. Το λάθος να στέκει ο στόλος εκεί οι νέοι ναύαρχοι δεν το κατάλαβαν και μόνον ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ που ζούσε στα παράλια της Θράκης, έτρεξε να προλάβει τη συμφορά. Βρήκε τους ναυάρχους διαιρεμένους, λες και ζούσαν στην ΠΝΥΚΑ, και φιλονικούσαν οι ολιγαρχικοί με τους δημοκρατικούς. Τα πληρώματα, μόλις είδαν τον παλιό τους αρχιστράτηγο, ενθουσιάστηκαν, πίστεψαν πάλι πως με τέτοιον αρχηγό εύκολα θα νικούσαν, μα οι ναύαρχοι σύστησαν στον Αλκιβιάδη να φύγει. Ήταν ανεπιθύμητος. Μάταια τους πρότεινε τη βοήθεια του βασιλιά της Θράκης ΣΕΥΘΗ, τη μόνη βοήθεια που μπορούσε να καρπωθεί η εγκαταλειμμένη απ’ όλους Αθήνα. Δεν θέλησαν να τον ακούσουν, επέμειναν να φύγει αμέσως. Μάταια τους ικέτευε ν’ αράξουν στο λιμάνι της Σηστού, όπου κι ασφάλεια θα αποκτούσαν και θα βρίσκανε δίπλα τους τα τρόφιμα. Εμπρός στην τόση επιμονή του Αλκιβιάδη, οι ναύαρχοι θύμωσαν και τον έδιωξαν με τη βία. Πέντε μέρες ύστερα από την απομάκρυνση του Αλκιβιάδη, ο Λύσανδρος, που γνώριζε τα πάντα, διάλεξε τις μεσημεριάτικες ώρες, όταν τα πληρώματα σκόρπιζαν στην ύπαιθρο για φαγητό, όρμησε ξαφνικά, βρήκε απροετοίμαστους για μάχη τους Αθηναίους και κέρδισε περίφημη νίκη, χωρίς να χύσει πολύ αίμα. Από τα εκατόν ογδόντα πλοία της Αθήνας μόνο δεκατρία σώθηκαν, για να πάνε να μηνύσουν την καταστροφή.

Τις χιλιάδες τους αιχμαλώτους τους έπιασε ο σκληρός Λύσανδρος τους δίκασε και τους έσφαξε όλους εξόν ένα, τον προδότη Αδείμαντο.

Θα ήταν εννιά η ώρα το βράδυ, όταν έφτασε στον Πειραιά από τα Δαρδανέλια, το γρήγορο πολεμικό ΠΑΡΑΛΟΣ, ν’ αναγγείλει την πανωλεθρία στους Αιγός Ποταμούς. Αμέσως ξύπνησε ολόκληρο το λιμάνι, ταράχτηκε από το μέγεθος της καταστροφής, κι οι Πειραιώτες άρχισαν να θρηνούν, όχι τους ναύτες που χάθηκαν, όσο τους ίδιους τους εαυτούς τους, επειδή τώρα η θαλασσοκράτειρα, ανυπεράσπιστη, θα σκλαβωνόταν από τη Σπάρτη. Ο θρήνος, σαν αγέρας, ανέβηκε μέσ’ από τα ΜΑΚΡΑ Τείχη προς την Αθήνα, κι όταν πληροφορήθηκαν οι πολίτες τον χαλασμό, πετάχτηκαν από τα σπίτια τους κι έμειναν όλη τη νύχτα άγρυπνοι, κλαίγοντας την τύχη τους. Κανένας δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Είχαν βαριά συνείδηση και φοβούνταν, πως ήρθε η ώρα να πάθουν όσα είχανε κάνει τον τελευταίο καιρό σε δωρικές πόλεις, σαν τη ΜΗΛΟ, όπου χωρίς λόγο έσφαξαν τους άντρες και πούλησαν τα γυναικόπαιδα στο δουλεμπόριο. Έτσι ξαγρυπνημένοι μαζεύτηκαν στην αγορά πριν καλά καλά ξημερώσει κι αποφάσισαν ν’ αποκλείσουν με χώμα όλα τα λιμάνια τους, να επιστρατεύσουν όσους μπορούσαν να κρατήσουν όπλα, κι ετοιμάστηκαν να πολιορκηθούν. Φαντάζονταν πως από στιγμή σε στιγμή θα φαινόταν ο νικητής Λύσανδρος με τον πελώριο στόλο του. Μολαταύτα το τρομοκρατημένο ΑΣΤΥ έδειξε πάλι την φιλοπατρία του. Ο έρωτας της λευτεριάς κι η αφοσίωση στη Δημοκρατία ανάγκασε τους πολίτες να μονοιάσουν, για να υπερασπιστούν τους θεσμούς τους. Με σιωπηλή πειθαρχία υπηρετούσαν τους άρχοντες, γιατί τους κατατρόμαζε το πλησίασμα του εχθρού, που θα τους τιμωρούσε. Μα ο Λύσανδρος δε φαινόταν πουθενά. Τούτος ο παμπόνηρος, έπλεε στα παράλια του Αιγαίου και ξερίζωνε τη μια μετά την άλλη τις ιωνικές πόλεις. Μάζευε τους δημοκρατικούς και τους Αθηναίους κληρούχους, τους έβαζε σε μεταγωγικά, δίχως ρούχα, δίχως τροφή, και τους έστελνε στην Αθήνα, ξέροντας πως, όσο περισσότεροι άνθρωποι μαζεύονταν μέσα στην πόλη, τόσο ευκολότερα θα τους θέριζε η πείνα, όταν θα τους έζωνε. Κι οι μέρες περνούσαν κι οι πρόσφυγες αύξαιναν, φερμένοι απ’ όλα τα νησιά, για να προσθέσουν τη δική τους απελπισία στην πλακωμάρα των Αθηναίων. Μηνύματα κακοσήμαδα διαδέχονταν το ένα τ’ άλλο, για πιστούς συμμάχους που παραδίνονταν στο έλεος της ΣΠΑΡΤΗΣ, και βλέπαν οι Αθηναίοι να διαλύεται το κράτος τους και ν’ αφαιρούνται, μαζί με τις αποικίες, οι πόροι που με τόσους κόπους και θυσίες είχανε δημιουργήσει πέντε γενεές. Πολλοί γαιοκτήμονες πουλούσαν τα κτήματά τους, όσα-όσα, και καταφεύγανε στην ΕΥΒΟΙΑ. Ολόκληρη η ΕΛΛΑΔΑ κρατούσε την αναπνοή της, για να δει το τέλος ενός πολέμου που βάσταξε, γεμάτος περιπέτειες, είκοσι έξι χρόνια. Πολλοί που δεν αγαπούσαν το Άστυ τον καιρό της ευτυχίας του, τώρα νιώθανε συμπόνια για το πέσιμό του και θά'θελαν να το βοηθήσουν, μα δεν πολεμούσαν μήπως και θυμώσουν οι Σπαρτιάτες. Ωστόσο, ο τύραννος της Λάρισας ΕΥΡΥΛΟΧΟΣ έστειλε πρεσβεία να σώσει τους δυο διασημότερους Αθηναίους, τον ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ και τον ΣΩΚΡΑΤΗ, ζητώντας να τους φέρει στην Θεσσαλία με τις οικογένειές τους. Ούτε ο ένας δέχτηκε, ούτε ο άλλος. Πάλι δοκίμασε η ΞΑΝΘΙΠΠΗ να γυρίσει το κεφάλι του άνδρα της. Ο Σωκράτης αποκρίθηκε πως, αφού στρατεύτηκε, δεν γινόταν να λιποτακτήσει.

- «Στείλε τότε τα παιδιά, να σωθούν εκείνα τουλάχιστον. Εγώ θα μείνω κοντά σου».
- «Πώς να δώσω πρώτος εγώ παράδειγμα πανικού; Να γίνω αιτία να χάσουν το θάρρος τους οι συμπολίτες; Το θέλεις;»

Η Ξανθίππη τα πάντα ήθελε, αρκεί να γλύτωναν τα παιδιά της, μα δεν επέμεινε. Αναστέναξε μόνο και ψιθύρισε:

- «Θα μου τα σκοτώσουν...»

- «Όχι, έκανε με πεποίθηση ο φιλόσοφος, κανένας δεν θα πάθει τίποτα. Το Δαιμόνιο μου το μήνυσε κι αυτό είναι θεϊκό, ξέρει καλύτερα από σένα τα μελλούμενα».

Η άρνηση του Σωκράτη να φύγει εκείνες τις ώρες της απελπισίας, έκανε σπουδαία εντύπωση. Ένας σεβαστός πολίτης, ο ΓΛΑΥΚΟΝΙΔΗΣ, σηκώθηκε στην Πνύκα και ζήτησε ν’ ανακηρύξει ο Δήμος το Σωκράτη όν εξαιρετικό, για το οποίο έπρεπε να υπερηφανεύονται οι Αθηναίοι.

- «Όταν όλοι μας, είπε, παραλογιστήκαμε και σκοτώσαμε τους καλούς μας ναυάρχους, μόνον ο Σωκράτης είχε το θάρρος ν’ αντισταθεί στην τρέλα μας. Η πανωλεθρία των Αιγός Ποταμών δε θα γινόταν, αν ζούσαν οι νικητές ναύαρχοι στις Αργινούσες. Ο Σωκράτης είναι όν υπερφυσικό. Προτείνω...»

Δεν πρόφτασε ο Γλαυκονίδης να διατυπώσει την πρότασή του. Από μια γωνιά της Πνύκας πετάχτηκε ορθός ο Σωκράτης κι είπε πως αρνείται οποιαδήποτε τιμή. Δεν ξεχώριζε σε τίποτα από τους άλλους, δεν του άξιζε καμία διάκριση. Και η συζήτηση σταμάτησε.

Την άλλη μέρα, 23 Οκτωβρίου 405 π.Χ., φάνηκε επιτέλους από το Σούνιο ο στόλος του Λύσανδρου. Όλος ο πληθυσμός έτρεξε στην Ακρόπολη και τους γύρω λόφους, να δει τον εχθρό, που με πρύμον αγέρα προχωρούσε γρήγορα.

Ο Λύσανδρος, πριν περάσουν πέντε ώρες είχε αποκλείσει τον Πειραιά, ενώ από την ξηρά ο βασιλιάς της Σπάρτης ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ, οδηγώντας όλη την Ελλάδα, εχθρούς και πρώην φίλους της θαλασσοκράτειρας, πολιόρκησε στενά την Αθήνα. Η κοσμοπλημμύρα που στριμωχνόταν μέσα στα Τείχη έφερε την πείνα, λίγον καιρό αφότου άρχισε η πολιορκία. Ουρές μαζεύονταν γύρω στις σιταποθήκες, κι επειδή τύχαινε οι τελευταίοι να μην πάρουν τίποτα, η Ξανθίππη έφευγε νύχτα, για να σταθεί από τις πρώτες στην ουρά. Η γεροσύνη της την προφύλαγε στα κρύα και τη βροχή. Για ψωμοφάγους σαν τους Αθηναίους, η τραγικά μικρή μερίδα στάρι που μοιραζόταν σήμαινε αργή καταδίκη σε θάνατο. Οι άρρωστοι γιατροπορεύονταν για άλλη πάθηση και πέθαιναν από πείνα. Μητέρες δεν είχανε γάλα να δώσουν στα νεογέννητα. Ωστόσο το θάρρος δεν απόλειπε στους πολίτες. Είχε μεγαλοπρέπεια η τελευταία τους αναλαμπή. Έναν βουλευτή, τον ΑΡΧΕΣΤΡΑΤΟ, που τους εξήγησε πως, αφού δεν υπήρχε ίχνος ελπίδας να νικήσουν, έπρεπε το γρηγορότερο να παραδοθούν, για να σταματήσουν οι θάνατοι, τόνε φυλάκισαν κι έβγαλαν ψήφισμα που απαγόρευε να μιλήσει κανείς ποτέ για παράδοση. Με την αντίστασή τους ενάντια στη Μοίρα, ξαναβρήκαν τη συναδέρφωσε που γνώριζαν στον καιρό του ΠΕΡΙΚΛΗ. Πιάνανε τώρα το χέρι του διπλανού και τον ένιωθαν αδερφό, μέσα στην τόση δυστυχία. Τραβηγμένα τα πρόσωπα των πολιτών, αδύνατα τα κοκαλιάρικα σώματα, μα γεμάτα πίστη. Πίστη σε τι, αφού ελπίδα δεν υπήρχε; Στην τιμή της ξακουστής Αθήνας!

Ο Σωκράτης όταν δεν εκτελούσε υπηρεσία οπλίτη, εξακολουθούσε το απλό καθημερινό του έργο, να τελειοποιεί τους ανθρώπους, ή δοκίμαζε να ψυχώνει κανέναν λιγοκαρδισμένο. Και πάντα ήθελε να μιλά γι’ ανώτερα πράγματα ε τους δυο νεαρούς μαθητές του, που τους ακριβαγαπούσε, τον Πλάτωνα και τον ΦΑΙΔΩΝΑ. Μ’ αυτόν τον τελευταίο, αγόρι όμορφο, που η εξυπνάδα του τον ανέβασε από δούλο σε φιλόσοφο, αρεσκόταν ο Σωκράτης να συζητεί καθισμένος στις έρημες στοές των γυμναστηρίων. Ο Πλάτωνας πάλι δε δίσταζε να σπαταλά χρήματα για να οικονομά κανένα τρόφιμο να το πάει στην Ξανθίππη, που τ’ άρπαζε, χωρίς πια να νοιάζεται αν ο άντρας της απόκρουε τα δώρα. Ωστόσο η πείνα σιγά –σιγά ροκάνιζε την υγεία των πολιτών και μαζί με τα σώματα ξέπεφτε και το ηθικό τους.

Η Αθήνα λιμοκτονούσε, εξαντλημένη, ωσότου μια μέρα ο ΘΗΡΑΜΕΝΗΣ, τόλμησε, μπροστά σε τόσους θανάτους, να σηκωθεί στην Πνύκα, και ψηφώντας την απαγόρευση, να μιλήσει για την ανάγκη ν’ αρχίσουν διαπραγματεύσεις με τη Σπάρτη. Υποσχέθηκε, αν τον άφηναν να συναντήσει τον Λύσανδρο, να φέρει πίσω έντιμους όρους ειρήνης.

Τόσο είχαν απαυδήσει από την κακοπάθεια οι Αθηναίοι, που του έδωσαν αμέσως την άδεια. Ο Θηραμένης πήγε στο Λύσανδρο, μα ολιγαρχικός όπως ήταν, συμφώνησε μαζί του, πως ακόμα οι Αθηναίοι δεν είχαν ωριμάσει για να παραδοθούν χωρίς όρους. Και τους άφησαν πολιορκημένος τρεις ακόμα μήνες. Ύστερα γύρισε ο Θηραμένης κι είπε πως έλαβε τέλος την άδεια να παει στη Σπάρτη να μιλήσει με τους ΕΦΟΡΟΥΣ. Τον έστειλαν και περίμεναν υπομονετικά, ενώ η πείνα είχε καταντήσει αβάστακτη, Μόνο κάτι Σαμιώτικα πλοία δοκίμαζαν να σπάσουν τον αποκλεισμό, και, νύχτες φουρτούνες, περνούσαν κανένα σιτοφορτίο, μα τι μπορούσε να βοηθήσει τόσες χιλιάδες στόματα ένα σιτοκάραβο;

Κάποιο απόγευμα ο Σωκράτης γύρισε σπίτι του από περίπολο και βρήκε την Ξανθίππη δακρυσμένη.

- «Τι έχεις;» τη ρώτησε.

- «Τίποτα σπουδαίο, του αποκρίθηκε, μα σήμερα άρχισα να κόβω κλώνους της συκιάς μας, για να κρατήσω τη φωτιά της ΕΣΤΙΑΣ, γιατί θα μας βρει γρουσουζιά άμα σβήσει. Έκοψα τον κλώνο που καθόταν και λαλούσε πουλί, από το θυμό μου, καταλαβαίνεις; Αυτό να τσιμπάει σπόρους στην αυλή μας κι εγώ να μην έχω τίποτα να δώσω στα παιδιά...».

Έγειρε στον ώμο του η Ξανθίππη, για να κρύψει δάκρυα που έτρεχαν στα ωχρά μάγουλά της. Αυτή η λεβεντογυναίκα έμοιαζε ξεθεωμένη. Ο Σωκράτης τη συμπόνεσε. Κάτι θέλησε να πει. Πέρασε από το μυαλό του να παινέψει την παλιά τους λιτότητα:

- «Βλέπεις, γυναίκα, της είπε, πόσο δίκιο είχα να μάθουν τα παιδιά μας να ζουν απλά τον καλό καιρό; Τώρα υποφέρουν λιγότερο από τα πλουσιόπαιδα».

Έλαβε όμως αμέσως την απάντηση:

- «Όταν αδυνατίσουν τα πλουσιόπαιδα, που προς το παρόν τρώνε ακόμη, τα δικά μας θά'χουν πεθάνει, Σωκράτη». Και χωρίς να πει τίποτε άλλο, τόνε βοήθησε να βγάλει το θώρακα και τις κνημίδες του.

Ο Θηραμένης αργούσε να φανεί, κι ο λαός, στην απελπισία του, τά'βαλε με το δημαγωγό ΚΛΕΟΦΩΝΤΑ, εκείνον που δυο φορές τους παρακίνησε να διώξουν τους Σπαρτιάτες πρέσβεις, όταν είχαν έρθει ζητώντας ειρήνη. Μπρός σε κάθε σκηνή φρίκης, σε κάθε πεθαμένο, το φώναζαν: «Δικό σου έργο είναι αυτό, ηλίθιε!». Τόσο του έκαναν το βίο αβίωτο, ώστε τον ανάγκασαν να βγει μόνος του έξω από τα τείχη, οπλισμένος, για να χτυπηθεί με τον εχθρό. «Τρελέ, που πας;» φώναξε η γυναίκα του από ψηλά, μα αυτός, πριν προφτάσει να σκοτώσει Σπαρτιάτη, έπεσε χάμω κατατρυπημένος.

Σαν πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη, έστησαν οι πολιορκημένοι καραούλι στην ΑΚΡΟΠΟΛΗ ν’ αγναντεύει κατά τη δύση, μήπως φανεί ο Θηραμένης με τις ποθητές προτάσεις ειρήνης, κι ας ήταν απαράδεκτες. Παραμονές θανάτου, έκαιγε μέσα στην ψυχή των Αθηναίων κάποια φλόγα ελπίδας. Επί τέλους, κατά τις αρχές του Απρίλη (404 π.Χ.) φάνηκε από τα περιβόλια της Ακαδημίας η λευκή σημαία ενός κήρυκα και δίπλα ο Θηραμένης. Τρέξαν οι πολίτες στα τείχη και σκύβανε να καταλάβουν από την έκφραση του προσώπου του τί μαντάτα έφερνε. Καθώς αργοπορούσαν οι Σπαρτιάτες να τον μπάσουν στην πόλη, η καρδιά τους πήγαινε να σπάσει. Κι όταν άνοιξαν οι ΘΡΙΑΣΙΕΣ Πύλες και πρόβαλε ο Θηραμένης, τον περικύκλωσε όλος ο λαός και τον στρίμωξε, να μάθει τι τους περίμενε: σφαγή; σκλαβιά; γαλήνη; Δοκίμασε να εξηγήσει κάτι, μα με φωνές τον διακόψανε.

- «Πολλά λες για μας που θέλουμε με δυο λόγια ν’ ακούσουμε αν φέρνεις ειρήνη!».

Κι όταν τους είπε πως πέτυχε μαλακούς όρους, τόνε σήκωσαν στα χέρια και τον πήγανε στην Πνύκα, όπου τους διηγήθηκε πως οι Έφοροι αρνήθηκαν «να βγάλουν το ένα μάτι της Ελλάδας, την Αθήνα» και όρισαν μονάχα να γκρεμίσει τα τείχη της, για να την έχουν οι Σπαρτιάτες στο χέρι. Οι προτάσεις του Θηραμένη γίναν αμέσως δεκτές και ο στόλος του Λύσανδρου μπήκε στον Πειραιά και μοίρασε τρόφιμα. Την άλλη μέρα, με μουσική από αυλητρίδες και σπαρτιατικά τραγούδια, άρχισαν να γκρεμίζουν τα Μακρά Τείχη, που σήμαινε πως το λαμπρό Άστυ του Περικλή σκλαβωνόταν. Κι όμως οι Αθηναίοι ολιγαρχικοί λέγαν, πως μόλις σήμερα άρχιζε η ελευθερία της Ελλάδας, ενώ οι δημοκρατικοί, με την καρδιά θλιμμένη, απόστρεψαν το πρόσωπο από την ατίμωση και παρηγορήθηκαν με την ιδέα πως από δω και πέρα πάλι θα τρώνε.

Ρώτησε ο Φαίδρος το Σωκράτη να μάθει τη γνώμη του για τα γενόμενα:

- «Οι Θεοί, παιδί μου, αποκρίθηκε ο φιλόσοφος, πάντα τιμωρούν την ύβρη. Εμείς προσβάλαμε τ’ ανθρώπινα αισθήματα, σκοτώνοντας άδικα τους ΜΗΛΙΟΥΣ. Έπρεπε η Αθήνα να πληρώσει...».

Μόλις γκρεμίστηκαν τα Μακρά Τείχη, ο Λύσανδρος κάλεσε στην Πνύκα τους Αθηναίους. Μίλησε σαν αφεντικό. Είπε πως τους αφήνει τάχα να διαλέξουν οι ίδιοι τριάντα καλούς άρχοντες για ν’ αλλάξουν τους νόμους, από την άκρατη Δημοκρατία να γυρίσουν στα «πάτρια» τις παλιές συνήθειες. Στην πραγματικότητα τους νέους άρχοντες τους διόρισαν οι αρχηγοί των συντηρητικών, ΚΡΙΤΙΑΣ (ο παλιός μαθητής του Σωκράτη, γνωστός από τον ομώνυμο διάλογο του ΠΛΑΤΩΝΑ όπου αφηγείται την ιστορία της ΑΤΛΑΝΤΙΔΑΣ – αυτός είναι η πρώτη πηγή αυτού του μύθου) και κείνος που διαπραγματεύθηκε με τη Σπάρτη την ειρήνη, ο ΘΗΡΑΜΕΝΗΣ. Ο Λύσανδρος, απότομος ο ίδιος, ήταν ακατάλληλος να φέρει την τάξη. Τούτοι οι τριάντα άρχοντες που περίμεναν απ’ αυτόν δύναμη και τιμή, έγιναν τυφλά του όργανα. Όταν παράδωσε ο Λύσανδρος την εξουσία σε τέτοιους ειδωλοσπάστες, ήξερε πως θα σκότωναν τους αντιπάλους τους. Και το ήθελε. Γι’ αυτόν Δημοκρατία σήμαινε Επανάσταση κι έδωσε διαταγή να την τσακίσουν. Για να σκεπάσει τα σχέδιά του, όρισε πρόγραμμα λαμπρό: Το σταμάτημα των πολέμων, την ειρηνική συνεργασία και την ομόνοια ανάμεσα σ’ όλους τους Έλληνες. Από τους απαυδισμένους με τους αδιάκοπους αγώνες Αθηναίους τούτος ο σκοπός αγαπήθηκε, καθώς κι η πρώτη πράξη των Τριάκοντα, που ήταν να εξορίσουν από το Άστυ όλους εκείνους τους παλιανθρώπους που με περισσή αναίδεια συκοφαντούσαν τους καλούς πολίτες για να χρηματίζονται. Τις πρώτες μέρες της τυραννία των Τριάκοντα, όταν ο ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ ρώτησε το Σωκράτη πώς βλέπει την κατάσταση, αυτός του αποκρίθηκε:

- «Ύστερα από τόσων χρόνων αταξία, όλοι ας ποθούμε διοίκηση δυνατή μαζί και τίμια. Αν οι Τριάκοντα φερθούν καλά, ο κόσμος θα τους συμπαθήσει. Και να σου πω τη σκέψη μου; Προτιμώ ν’ ακολουθώ το μορφωμένο Κριτία, παρά τους χυδαίους δημαγωγούς, Κλέωνες και Κλεωφόντες. Ας δώσουμε πίστωση χρόνου στον Κριτία και τους συντρόφους του, για να δούμε που τελειώνει η σωφροσύνη τους και που αρχίζει η τύφλωση».

Αλλά δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός, όσο α καταλάβει ο Σωκράτης πως απατήθηκε. Η σπαρτιάτικη τραχύτητα έκανε γρήγορα το έργο της. Ο Λύσανδρος και τα όργανά του στάθηκαν ωμοί κι αντί να κακοδιοικήσουν, εξόρισαν όσους δημοκράτες τιμούσε ο λαός, σαν το Θρασύβουλο και τον Άνυτο, που δεν τόλμησαν να τους δικάσουν, ενώ θανάτωσαν πλήθος δευτερότερους. Κι όταν Κι όταν ένιωσαν οι τύραννοι πως οι Αθηναίοι άρχισαν να τους σιχαίνονται και να δυστροπούν, ζήτησαν από το Λύσανδρο να τους στείλει φρουρά, «για να καθαρίσουν την πόλη από τους πονηρούς». Κι εκείνος τους έστειλε πρόθυμα επτακόσιους Λάκωνες οπλίτες με το φίλο του ΚΑΛΛΙΒΙΟ, που διορίστηκε Αρμοστής και κατέλαβε την Ακρόπολη. Τώρα δεν μπορούσαν ν’ ανέβουν οι πολίτες στον ιερό βράχο να προσευχηθούν.

Άμα πίστεψαν οι ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ πως στερεώθηκαν καλά, άρχισαν να σκοτώνουν, όχι πια τους επικίνδυνους, αλλά και πλούσιους εμπόρους, για να δημεύουν περιουσίες. Με το χαλασμό του στόλου η Αθήνα κόπηκε από τη θάλασσα, έγινε γεωργική πόλη, σαν οποιαδήποτε ξεπεσμένη μεσόγεια επαρχία. Ο ΠΕΙΡΑΙΑΣ νεκρώθηκε, τα ναυπηγεία κλείσανε. Οι Τριάκοντα κυνήγησαν συστηματικά το εμπόριο, που θεωρήθηκε δημοκρατικός θεσμός. Και, για να λησμονηθεί η θαλασσοκρατορία, στην Πνύκα το ΒΗΜΑ το αναγύρισαν, ώστε οι ρήτορες να μη βλέπουν καν την θάλασσα, παρά ν’ αντικρύζουν τα βουνά. Σήκωσαν και τα καθίσματα της Βουλής. Ο Κριτίας δεν ήθελε πολλές κουβέντες. Άκουγαν οι πολίτες ορθοί διαταγές και γύριζαν γρήγορα στη δουλειά τους.

Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο άφοβα παρανομούσαν οι Τριάκοντα. Έκαναν έρευνες στα σπίτια, έσπαζαν χρηματοκιβώτια, κλέβανε και σκότωναν συστηματικά, ώσπου το αίμα να τους ενώνει μεταξύ τους κι ας τους χώριζε από τον αγαθό λαό. Ο πιο αγαπητός ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ της Αθήνας, ο ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ, που τον φώναζαν «ωραίο», σκούντηξε στο δρόμο κάποιον σπαρτιάτη φρουρό, ο οποίος χαστούκισε τον αθλητή. Ο Αυτόλυκος δε δίστασε να ξυλοκοπήσει το Σπαρτιάτη. Αμέσως καταδικάστηκε και θανατώθηκε.

Δεν άργησε ν’ απλωθεί στο Άστυ ερημιά και γαλήνη. Φαινομενική. Πίσω της έβραζε λαϊκή οργή. Όλοι κατάλαβαν πως κινδύνευαν, ακόμα κι οι «καλοί καγαθοί».

- «Τι λες τώρα, Σωκράτη, για τον Κριτία;» ρώτησε πονηρά ο Αντισθένης.
- «Είναι χειρότερος από τον Κλέωνα. Πάω να τον νουθετήσω...».

Με κόπο κατάφερε ο φιλόσοφος να γίνει δεκτός από τον αρχηγό της τυραννίας. Πήγε στη Θόλο, πλούσια στολισμένη, ανάλογα με την αρχοντιά του Κριτία, που τόνε δέχτηκε ορθός, για να του δείξει πως δεν είχε καιρό να χάνει μαζί του.

- «Σαν γέρο – δάσκαλος που είμαι, άρχισε ο Σωκράτης, ήρθα να σου πω, όχι τίποτα καινούργιο, παρά τα ίδια εκείνα που σου'λεγα κι άλλοτε. Ένα προτέρημα είναι βασιλικό: η αρετή. Δοκιμάσαμε πρόστυχους δημαγωγούς. Μας κατάστρεψαν. Εσύ είσαι αριστοκράτης. Έχεις υποχρέωση να κρατηθείς ψηλά. Τον παλιό καιρό η αρετή ήταν προτέρημα αριστοκρατικό, που σήμαινε πως ο αφέντης δεχόταν και να θυσιαστεί ακόμα για τους υποτακτικούς του, σαν το βασιλιά Κόδρο. Εσύ πρέπει να κρατηθείς ψηλά, Κριτία...».

- «Και πως φαντάστηκες ότι δεν έχω σκοπό να κρατηθώ ψηλά, Σωκράτη; Δεν βλέπεις πως ανοίγω νέα ιστορική περίοδο, για να μεταπλάσω τη ρέμπελη Αθήνα σε πειθαρχημένη Σπάρτη;»

- «Μπορεί η πρόθεσή σου να είναι αγνή, είπε ήσυχα ο φιλόσοφος, αλλά ο τρόπος που την εφαρμόζεις είναι δαιμονισμένος».

Κακοφάνηκε του Κριτία αυτός ο λόγος.

- «Τι θέλεις να πεις;» ρώτησε αυστηρά.

- «Να... σκοτώνετε κτηματίες και μοιράζεστε τα χωράφια τους».

- «Αυτό γίνεται για να ξανάρθει η γη σε λίγα χέρια.. Τα μεγάλα κτήματα στερεώνουν την αριστοκρατία».

Ο Σωκράτης απόρησε;

- «Θέλεις να πας την Αθήνα διακόσια χρόνια πίσω; Γίνεται να σβήσεις τον Σόλωνα και τον Περικλή;»

- «Θα το κάνω, αποκρίθηκε ο τύραννος με πείσμα, κι όλοι εσείς που μας εχθρεύεσθε θα υποταχθείτε».

- «Κι αν ακόμη είμαστε εχθροί σου, έπρεπε να μας προσέχεις, γιατί τα λάθη του πολιτικού πρώτοι τα βλέπουν όσοι τον αντιπαθούν».

Ο Κριτίας είπε πως αρκετά τον άκουσε. Δαχτυλόδειξε την πόρτα και:

- «Εσύ, Σωκράτη, είσαι θεωρητικός. Συνηθισμένος να φλυαρείς, δεν καταλαβαίνεις από πολιτική. Πήγαινε τώρα...».

Πριν φύγει, ο φιλόσοφος πρόσθεσε λίγες λέξεις, με χαμηλή φωνή:

- «Μόλις ανάλαβες την αρχή, Κριτία, πίστεψα πως θα γιάτρευες πολλά φταιξίματα της Δημοκρατίας. Τώρα δεν ελπίζω πως θα δώσεις νέα ζωή. Παραείσαι φανατικός. Του μορφωμένου το πείσμα το τρέμω περισσότερο κι από του αγράμματου».

Στο δρόμο τον περίμενε ο Αντισθένης. Αυτός ο Πειραιώτης είχε το προαίσθημα πως κινδύνευε ο Δάσκαλός του και τον ακολουθούσε παντού. Τόνε λάτρευε, μ’ όλο που, όσο προχωρούσαν τα χρόνια, χώριζε από τη διδαχή του, γιατί τώρα την έβρισκε πολύ συντηρητική. Σιγά – σιγά παράγερνε ο νους του προς τον κυνισμό. Δεν του αρκούσε η λιτότητα του Σωκράτη. Αυτός περιφερόταν με κατατρυπημένο τρίβωνα, ραβδί στο χέρι και σακούλα στον ώμο, τα χαρακτηριστικά της αλητείας των κατοπινών κυνικών φιλόσοφων.

- «Ε, Δάσκαλε, του φώναξε ο Αντισθένης άμα τον είδε να κατεβαίνει από τη Θόλο, σα γρήγορα τέλειωσες. Μήπως σ’ έδιωξε ο αφέντης;»

Κούνησε το κεφάλι ο Σωκράτης, για να τον βεβαιώσει κι είπε:

- «Ναι, φίλε, μ’ έδιωξε. Μερικοί αδέκαστοι άνθρωποι δεν αφήνουμε τους δικτάτορες να κοιμούνται ήσυχοι. Σήμερα γνώρισα τον πραγματικό Κριτία. Είν’ επικίνδυνα τρελός. Πρέπει να τον πολεμήσουμε. Θα πάω στον συναρχηγό του Θηραμένη, μήπως αυτός βλέπει τουλάχιστον προς ποιο γκρεμό μας οδηγούν».

Πήγε στο Θηραμένη, που συμφώνησε μαζί του. Μολονότι κι αυτός ήταν από τους πλούσιους ολιγαρχικούς, που τους είχε καταδυναστέψει ο φθονερός όχλος, ωστόσο δεν ένιωθε το άσπονδο μίσος για το λαό, που βασάνιζε τον Κριτία. Ήταν μυαλωμένος. Κι υποσχέθηκε να βάλει φρένο στην αναστάτωση και το αιματοκύλισμα. Το δοκίμασε μα πλήρωσε με τη ζωή του τη θέληση ν’ αντιστρατευτεί τον αδίσταχτο ΚΡΙΤΙΑ. Στο Β΄ βιβλίο των «ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ» ο ΞΕΝΟΦΩΝ διηγείται τη δραματική πάλη, που έγινε στη Βουλή, ανάμεσα στους δυο αρχηγούς των ολιγαρχικών, πάλη που κατέληξε στην θανάτωση του Θηραμένη.

Ωστόσο, από τη στιγμή που ο Σωκράτης θεώρησε καθήκον του ν’ αντιδράσει στον Κριτία, δε σταμάτησε να διαλαλεί στην αγορά, πως ένα πολίτευμα διορθώνεται μόνον άμα νιώσουν οι αρχηγοί την ανάγκη της αρετής και με το παράδειγμά τους κάνουν καλύτερους και τους κοινούς πολίτες. «Δεν μπορείς να επιβάλεις, έλεγε, τις αρετές της παλιάς αριστοκρατίας, αν δεν τις ακολουθάς πρώτος εσύ». Το κήρυγμά του, μέσα σε τόση δυστυχία, έβρισκε ανταπόκριση στην καταπιεσμένη ψυχή των Αθηναίων. Η σπαρτιατική κατοχή κι η στέρηση της ελευθερίας τους ήταν ανυπόφορη. Τους άρεσε να βλέπουν πως ο Σωκράτης δεν ύψωνε τον εαυτό του πάνω από τους άλλους, παρά κατέβαινε προς τους ταπεινούς, για να ζητήσουν μαζί την αλήθεια, με μια συμπόνια, μια αγάπη προς τον πλησίον, ανήκουστη στην αρχαιότητα. Όσοι τον άκουγαν, νόμιζαν πως ανάσαιναν καθαρό αέρα. Μάζες από κάθε λογής πολίτες τον ακολουθούσαν τώρα και πολλοί νέοι πρόστρεχαν να γίνουν μαθητές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς ξεχώριζαν ο ΦΑΙΔΡΟΣ, ο ΑΓΑΘΩΝ, ο ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ και οι δυο φίλοι από τη Θήβα, ΣΙΜΜΙΑΣ και ΚΕΒΗΣ.


Ο Φαίδρος ήταν πλουσιόπαιδο, φίλος του Αλκιβιάδη, που αφού καταγλέντησε τα νιατα του, ύστερα φτώχυνε και τό'ριξε στην φιλοσοφία. Έδειξε ακόρεστη μανία για μάθηση, μα έμεινε καλοπροαίρετος ερασιτέχνης, που ήθελε να τα δοκιμάσει όλα, χωρίς να υποταγεί σε τίποτα. Περίεργος καθώς ήταν, εξέταζε επιφανειακά τα ζητήματα, που ο Σωκράτης τα αντιμετώπιζε σαν τραγικά προβλήματα της ζωής. Το «ωραίο» τον θάμπωνε κι ο διάλογος του Πλάτωνα «Φαίδρος» μας δείχνει τη μαγεία που ασκούσε σε αυτόν ο έρωτας. Όμως από την επιθυμία του να γνωρίσει όλους τους δρόμους, κατάντησε να μη βρίσκει το δικό του. Καταστάλαξε στον Σωκράτη κι έζησε κοντά του ως τις τελευταίες του στιγμές.

Η ανταπόκριση που έβρισκαν στο λαό οι κατηγόριες του Σωκράτη εναντίον της τυραννίας των Τριάκοντα, ανησύχησε έναν απ’ αυτούς, τον ΧΑΡΙΚΛΗ. Έτρεξε και ειδοποίησε τον Κριτία, που αμέσως έβγαλε διαταγή και απαγόρευε να γίνονται διδασκαλίες στην αγορά ή στα γυμναστήρια. Μην μπορώντας να βλάψει κατ’ ευθείαν το φιλόσοφο και μην έχοντας από πού να τον πιάσει, δοκίμασε με τη νέα διαταγή να του φιμώσει το στόμα. Αλλά ο φιλόσοφος δεν άλλαξε τον τρόπο του. Έτσι, όπως συνήθιζε να διαλέγεται, έτσι εξακολουθούσε να μιλά, όπου κι αν βρισκόταν. Μια μέρα, καταμεσής στην αγορά, τον άκουσε ο ίδιος ο Χαρικλής να λέει τούτα:

- «Εγώ, φίλοι μου, πιστεύω πως, αν ένας βοσκός έκανε τις αγελάδες του χειρότερες και λιγότερες, ο ίδιος θα ομολογούσε πως είναι κακός γελαδάρης. Μα θα παραξενευόμουν ακόμα περισσότερο αν κανένας, αφού αναλάβαινε την αρχή μιας χώρας κι έκανε τους πολίτες λιγότερους και φτωχότερους, δεν παραδεχόταν πως είναι κακός άρχοντας, ώστε να παραιτηθεί από μόνος του».

Κατάλαβε βέβαια ο Χαρικλής ότι, λέγοντας αυτά, ο Σωκράτης εννοούσε πως οι Τριάκοντα πολλούς πολίτες σκότωναν και πολλούς καταντούσαν φτωχότερους με τις περιουσίες που δήμευαν. Πάλι πήγε κι ειδοποίησε τον Κριτία. Αυτός χωρίς να διστάσει, είπε:

- «Πρέπει να ξεφορτωθούμε τέτοιον πλανευτή. Φέρε μου αύριο πρωί εδώ το Σωκράτη!».

Ο Χαρικλής θέλησε να μάθει:

- «Τι θα του κάνεις; Ο γέρος δεν παίρνει από λόγια...»

Κρυφογέλασε ο Κριτίας κι αποκρίθηκε:

- «Θα τον διατάξω να πάει στη ΣΑΛΑΜΙΝΑ να μου φέρει δεμένο τον πλούσιο ΛΕΟΝΤΑ, αυτόν που πρόκειται να ξεκάνουμε. Αν πάει ο Σωκράτης, θα τον κρατάμε στο χέρι σαν συνένοχο. Αν δεν πάει, θα τον δικάσω και θα τον καθαρίσω. Στείλε σπίτι του να τον καλέσεις αύριο πρωί».

Όταν γύρισε ο Σωκράτης σπίτι αργά τη νύχτα, βρήκε την Ξανθίππη να τον περιμένει. Το μήνυμα του Κριτία την ανησύχησε, γιατί κανέναν δεν καλούσαν οι τύραννοι για καλό.

- «Μη βάζεις κακό στο νου σου, της είπε. Τίποτα δεν μπορεί να μου κάνει».

Η Ξανθίππη λογόφερε μαζί του, μην μπορώντας να καταλάβει σε τι του χρησίμευε αυτή η ακατάπαυστη συζήτηση στους δρόμους:

- «Αφού, του είπε, ό,τι και να συμβεί στον κόσμο θα γίνει και χωρίς εσένα γιατί τέλος πάντων δε σωπαίνεις;»

Όταν παρουσιάστηκε ο Σωκράτης την άλλη μέρα στον Κριτία, ήταν εκεί κι ο Χαρικλής, που επανέλαβε μπροστά του όσα είχε ακούσει στην αγορά.

- «Τα είπες αυτά;» ρώτησε ο Κριτίας.

- «Μάλιστα τα είπα».

- «Άκου, Σωκράτη. Να σταματήσεις να μιλάς με χτίστες, παπουτσήδες, και χαλκάδες και να τους σηκώνεις τα μυαλά, πως αυτοί κατέχουν καλά τι κάνουν, ενώ εμείς οι πολιτικοί είμαστε τσαρλατάνοι. Μη σε ξαναδώ να φέρνεις παλιοπραματευτάδες για παράδειγμα».

Κι ο Σωκράτης:

- «Λοιπόν, θέλετε ν’ απέχω και να μη συζητώ καν τι είναι δίκαιο, τι αγαθό, και τα παρόμοια;»

- «Ναι, του αποκρίθηκε απότομα ο Χαρικλής, και φυλάξου να μη μιλάς για τους γελαδάρηδες, όπως έκανες χτες, γιατί θα σου κάνω λιγότερες τις δικές σου αγελάδες».

Τότε ακούμπησε τάχα με καλοσύνη, το χέρι του ο Κριτίας στον ώμο του φιλοσόφου και του είπε:

- «Αυτά, Σωκράτη, τα κατάλαβες. Τώρα έχω μια αποστολή να σου αναθέσω. Θα πας με άλλους δυο πολίτες στη Σαλαμίνα, να μου φέρετε το γέρο – Λέοντα να τον ανακρίνω. Πριν περάσουν σαράντα οκτώ ώρες τον θέλω».

Ο Σωκράτης δεν περίμενε τέτοια εντολή. Κατάλαβε τη σημασία της. Αρνήθηκε.

- «Πρόσεχε, είπε με σοβαρότητα ο Κριτίας. Αυτό που σου είπα είναι διαταγή. Δεν μπορείς να μην την εκτελέσεις».

Ο Σωκράτης επέμεινε στην άρνησή του.

- «Ξέρω τον Λέοντα. Είναι ο δικαιότερος και τιμιότερος πολίτης της Σαλαμίνας. Δεν μπορεί νάχει κάνει τίποτα, για να τόνε δικάσετε. Μόνο πλούσιος είναι... Δε θα γίνω συνεργός σου, Κριτία!».

Ο τύραννος τον κοίταξε κατάματα:

- «Εμένα μη μου κάνεις τον ζόρικο, είπε. Αφού θέλεις να παριστάνεις το δυνατόν άντρα, απόδειξέ το φέρνοντας εδώ τον Σαλαμίνιο».

Ο Σωκράτης δεν κατέβασε το βλέμμα του, μόνο αποκρίθηκε:

- «Άντρας είναι εκείνος που βάζει ψηλότερα την τιμή του κι από το κορμί κι από την περιουσία του. Θα παρακούσω τη διαταγή σου, Κριτία».

- «Κάνε όπως θέλεις, του είπε ο τύραννος, μόνο έχε υπόψη σου ότι, ή θα μου φέρεις τον Λέοντα δεμένο, ή θα σε δέσω εσένα. Έχεις σαράντα οχτώ ώρες καιρό να διαλέξεις».

- «Διάλεξα κιόλας», αποκρίθηκε ο Σωκράτης και έφυγε.

Ο φιλόσοφος, καθώς αποφάσισε, δεν πήγε στη Σαλαμίνα, οι άλλοι δυο Αθηναίοι όμως φοβήθηκαν για τη ζωή τους και έφεραν το Λέοντα που εκτελέστηκε. Ευτυχώς για το Σωκράτη σε λίγες μέρες ξέσπασε η επανάσταση του Θρασύβουλου και στη μάχη της Μουνυχίας σκοτώθηκαν ο Κριτίας κι ο Χαρικλής.

Ένα απόγευμα διάβηκαν ο Σωκράτης με τον ΠΛΑΤΩΝΑ τις πύλες της Διομείας, κοντά στον Ιλισό, για ν’ ανεβούν στον απέναντι λόφο, όπου, μέσα σε καταπράσινο άλσος, έστεκε το γυμναστήριο ΚΥΝΟΣΑΡΓΕΣ [2]. Ήταν αφιερωμένο στον ΗΡΑΚΛΗ, νόθο γιο του Δία, και κει μπορούσαν να γυμνάζονται τα νόθα παιδιά των Αθηναίων. Εκεί πήγαινε ο Αντισθένης που ήταν γιος Θράκισσας δούλας. Μ’ αυτόν είχανε συμφωνήσει ν’ ανταμώσουν στο γυμναστήριο, για να συζητήσουν περί «ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΝΗΣ»[3], κατά παράκληση του ΠΛΑΤΩΝΑ, που τώρα τελευταία του είχε κολλήσει μανία, πως η κοινοκτημοσύνη μπορούσε να είναι μια μελλοντική λύση για τα προβλήματα της ζωής.

Πέρασε ο φιλόσοφος κι ο μαθητής του ανάμεσα σε σπίτια ρημαγμένα από τον πόλεμο, αλλά με τις κληματαριές τους γεμάτες τσαμπιά σταφύλια, με στοργή προφυλαγμένα από τα σπουργίτια. Έκανε ζέστη. Πέρασαν στη Στοά του γυμναστηρίου να γλυτώσουν από τον ήλιο, μα έπνεε λίβας κι ο ουρανός ήτανε φλογισμένος. Μολονότι απόγευμα, μόλις έβγαζες το χέρι σου έξω από τη Στοά το κατάκαιγε ο ήλιος.

- «Έλα τώρα, είπε ο Σωκράτης στο νεαρό παιδί συνοδό του, όσο να έρθει ο Αντισθένης, εξήγησέ μου τη θεωρία σου. Αν έχεις να πεις ιδέες σωστότερες από τις δικές μου, πες τες κι εγώ πρόθυμα γίνομαι μαθητής σου».

Ο Πλάτων άρχισε:

- «Δεν πρέπει στον κόσμο να υπάρχουν τάξεις, κληρονομιές και προνόμια. Να μην εμποδίζεται η αξία επειδή γεννήθηκε από φτωχούς. Αν ένας αριστοκράτης είναι βλάκας, θα ξεπέφτει στην κατώτατη τάξη, κι αν ο γιος ενός νεροκουβαλητή είναι ξύπνιος, θα μπορεί να κυβερνάει. Το σύστημά μου ξεκινάει από την κοινή εκπαίδευση. Όσα παιδιά αναδειχτούν, είτε πλούσια, είτε νόθα, θα εκπαιδεύονται ειδικά για τη διοίκηση. Δε θα μας κυβερνάν όσοι εκλέγονται με την κοροϊδία της ψήφου, αλλά όσοι δείξουν ικανότητα. Κανένας δε θ’ ανεβαίνει σ’ ανώτερο αξίωμα, αν δεν έχει διακριθεί σα κατώτερα. Τους δοκιμασμένους κυβερνήτες τους ονομάζω «φύλακες» και τους απαγορεύω νά'χουν δική τους περιουσία. Θα ζουν ομαδικά μ’ όλες τις γυναίκες. Δε θά'ναι αφιερωμένοι σε μια γυναίκα, με τους εγωισμούς της, αλλά σ’ όλες. Ακόμη και τα παιδιά τους δε θα διακρίνονται σαν δικά τους, παρά κάθε παιδί θά'ναι τ’ αδέρφι των άλλων παιδιών. Την κοινοκτημοσύνη βέβαια των γυναικών δεν τη βλέπω σαν αδιάκριτη σύμμειξη, αλλά σαν ευγενικό έλεγχο αναπαραγωγής, ώστε να ανευρίσκονται οι καλύτεροι με τις καλύτερες, για να γεννιόνται γερά παιδιά. Όπως λέει ο ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ, «οι φίλοι πρέπει να τα έχουν όλα κοινά».

Εδώ τον έκοψε ο Σωκράτης:

- «Κάνεις ένα λάθος, Πλάτωνα, είπε. Είναι όμορφο να θέλεις όλοι οι άνθρωποι να γίνουν αδέλφια, μα είναι αντίθετο στη φύση. Οι άνθρωποι αποζητάν να δημιουργούν ελεύθερα. Σωστά λέει ο Πυθαγόρας, πως «οι φίλοι πρέπει να τά'χουν όλα κοινά». Μα μόνο μια μειονότητα, γεμάτη φανατισμό κι αυταπάρνηση, μπορεί να κατορθώσει την κοινοκτημοσύνη ανάμεσά της. Δε γίνεται να ζητάς ιδεώδες, που ξεπερνά τις δυνατότητες των κοινών ανθρώπων. Κοινοκτημοσύνη δίχως αγάπη δε γίνεται να σταθεί. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να υποχρεωθεί με τη βία να σκέφτεται περισσότερο τους άλλους από τον εαυτό του. Μόνο από αγάπη μπορεί να το κάμει... Αλλά εξακολούθησε τη θεωρία σου...».

Ο Πλάτων με θέρμη υποστήριξε ένα σύστημα, έτσι όπως το διατύπωσε στο βιβλίο του «ΠΟΛΙΤΕΙΑ», σύστημα που αργότερα το αποκήρυξε στο βιβλίο των γηρατειών του «ΝΟΜΟΙ». Ωστόσο σήμερα δοκίμασε να πείσει τον δάσκαλό του, πως με την κοινοκτημοσύνη ο άνθρωπος θα γλύτωνε από τις καταθλιπτικές στεναχώριες της οικονομικής του προσπάθειας. Θα εξαφανιζόταν από τη γη η πλεονεξία. Ονειρευόταν ένα κράτος δίκαιο, όπου καθένας θά'χει όχι εντελώς το ίσο με τους άλλους, παρά όσο θα του αξίζει. Έτσι θα γλίτωνε η Αθήνα από τη βλαβερή Δημοκρατία.

Χαμογέλασε ο Σωκράτης. Του άρεσε να βλέπει τον καλύτερο μαθητή του νά'χει την ανησυχία της έρευνας. Να ξεψαχνίζει όλες τις δυνατότητες, αποζητώντας το καλύτερο. Αλλά τον αντίκοψε:

- «Πρώτα – πρώτα κατακρίνεις άδικα τη Δημοκρατία. Πρώτη φορά την εφαρμόσαμε οι Αθηναίοι στον κόσμο. Καθώς είμασταν αμάθητοι, την καταντήσαμε οχλοκρατία, τη χαλάσαμε. Μα τώρα η πείρα μας έπεισε, πως θέλει κι η Δημοκρατία μέτρο. Στο μέλλον οι άνθρωποι θα τη διορθώσουν. Ύστερα πιστεύεις στην κοινοκτημοσύνη, που είναι θεωρία ανάξια για τη μεγάλη σου ψυχή. Δεν ωφελεί σε τίποτα το να μοιράσεις τον πλούτο, αν δεν εξισώσεις, πριν, τους πόθους των ανθρώπων. Ειδάλλως, αφού μοιράσεις τα πάντα, η αρπαχτική ανθρώπινη φύση, λίγο – λίγο, θα ξαναγυρίσει στο κέρδος, αυτό το ταπεινό ένστικτο που δυναστεύει τον κόσμο»

Με τη συζήτηση περνούσε η ώρα και αργά το απόγευμα φάνηκε ο Αντισθένης. Κουρελής, με το αιώνιο ταγάρι και τη μαγκούρα του. Τόσο τρύπιο ήταν το ιμάτιό του, που ο Σωκράτης δεν κρατήθηκε να του φωνάξει:

- «Μέσ’ από τις τρύπες του ρούχου, βλέπω τη ματαιοδοξία σου».

Αντί για απάντηση ο Αντισθένης, ρώτησε:

- «Μαντεύεις ποιον σου φέρνω, Σωκράτη;»

Ο Δάσκαλος είπε δίχως πεποίθηση:

- «Τον Φαίδρο, μήπως;»

- «Όχι. Τον ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ. Μόλις γύρισε από τους Δελφούς και σ’ αναζητά».

Πραγματικά, λίγες εβδομάδες πριν, ο Ξενοφών είχε λάβει γράμμα από το φίλο του στρατηγό Πρόξενο, που τον καλούσε να πάει στις ΣΑΡΔΕΙΣ να τον συστήσει στον ΚΥΡΟ, τον αδελφό του Μεγάλου Βασιλιά. Το γράμμα αυτό τό'δειξε ο Ξενοφών στο Σωκράτη, ζητώντας τη γνώμη του. Ο φιλόσοφος τον απότρεψε, γιατί ο Κύρος, σύμμαχος της Σπάρτης, είχε βλάψει την Αθήνα, κι όποιος Αθηναίος πήγαινε κοντά του, θα θεωρείτο προδότης. Μα ο Ξενοφών πάντα πρόθυμος για περιπέτειες, με την επιθυμία να γνωρίσει ξένους λαούς και τον πασίγνωστό τότε στον ελληνισμό Κύρο, επέμενε να πάει. Τότε τον συμβούλεψε ο Σωκράτης να ρωτήσει πριν το Μαντείο των ΔΕΛΦΩΝ, αν του το επιτρέπει. Και να τώρα που γύρισε ο Ξενοφών με την απάντηση του Απόλλωνα. Γεμάτος σκόνη ακόμη από το ταξίδι, παρουσιάστηκε στο Δάσκαλο ο αριστοκράτης.

- «Έλα, λέγε μου, τι ρώτησες τον Θεό και τι σε συμβούλεψε;», έκανε ο Σωκράτης.

- «Γύρεψα να μου πει το Μαντείο σε ποιον Θεό να ευχηθώ, για να μου βγει σε καλό αυτό το ταξίδι».

Ο Σωκράτης τον μάλωσε: - «Έπρεπε να ρωτήσεις, όπως σε είχα ορμηνέψει, τι ήταν καλύτερο: Να επιχειρήσεις το ταξίδι ή όχι; Είναι φανερό, εξακολούθησε ο Σωκράτης, πως αποφάσισες μόνος σου να πας, γι’ αυτό θέλησες να μάθεις μονάχα πώς θά'κανες το ταξίδι ασφαλέστερα. Τι σου αποκρίθηκε το Μαντείο;»

- «Να θυσιάσω, πριν φύγω, στο Δία Σωτήρα».

- «Τότε, Ξενοφών, κάμε τη θυσία που σου όρισαν οι Θεοί και πήγαινε στο καλό, με την ευχή μου. Δεν μπορώ να σ’ εμποδίσω...»[4].

Και αφού είπαν αυτά, κάθισαν ακόμα, εκεί στη δροσιά, κάμποσην ώρα, συζητώντας τις παράδοξες ιδέες του Πλάτωνα.

Από την καταστροφή της ΣΙΚΕΛΙΑΣ, εδώ και δώδεκα χρόνια, το Άστυ είχε πάθει, εξαιτίας του φανατισμού που κατάτρωγε τους Αθηναίους, πολλές συμφορές, μα τώρα ο ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ, αφού έφερε πίσω τη Δημοκρατία, αποδείχτηκε σωστός πατέρας για την Αθήνα. Σταμάτησε τις εκδικήσεις, συμφιλίωσε τους αριστοκράτες με το λαό κι έδωσε τέλεια αμνηστία. Χρειάστηκε η δική του φρονιμάδα, για να μη γίνει κατάχρηση της νίκης. Ψήφισε νόμο να μη ζητηθούν ευθύνες από κανέναν και πέτυχε τούτο το δύσκολο: Να κάνει το παράφορο πλήθος να ξεχάσει και να συγχωρέσει. Έτσι έβλεπες πολίτες που τους σκοτώθηκαν οι συγγενείς τους να ζουν ειρηνικά με τους δήμιους, άλλους που έχασαν την περιουσία τους να μονοιάζουν με τους άρπαγες. Μα μόλις τέλειωσαν οι τελετές για το φίλιωμα, φάνηκε πόσο κρίσιμη έμενε η κατάσταση. Η αργία των χωριατών, άλλοτε για να στρατευτούν, άλλοτε για να πολιορκηθούν, τους έκανε ν’ απομάθουν τ’ αγροτικά, τους συνήθισε στο ραχάτι. Η ζωή έγινε δύσκολη κι οι πολίτες ανυπόμονοι. Σπασμένο το εμπόριο κι η παραγωγή. Τον καιρό της ευτυχίας τόσο δεμένοι ήταν οι πολίτες με την προστάτιδα θεά τους, την Παρθένα, ώστε τη θεώρησαν υπεύθυνη για τις ατυχίας κι έπαψαν να της έχουν εμπιστοσύνη. Ένας λυρικός ποιητής, ο Διαγόρας, άλλοτε μεγάλος υμνητής της Αθηνάς, τόσο παρασύρθηκε από την αμφιβολία, ώστε μεταβλήθηκε σε άθεο. Μια μέρα στην αγορά άναψε φωτιά κι έρριξε μέσα ξύλινο ξόανο φωνάζοντας: «Αν είσαι θεϊκό, σβήσε τη φωτιά!». Μα, κι αν περιφρόνησαν την παλιά τους πίστη, δεν μπόρεσαν οι Αθηναίοι να ζούνε δίχως θρησκεία κι άρχισαν να λατρεύουν ξένες θεότητες, όσες τους έφερε η θάλασσα, από τη Μικρασία, το ΣΑΒΑΖΙΟ, από τη Θράκη τη ΜΕΓΑΛΗ ΘΕΑ, τον ΑΔΩΝΙ από τη Συρία, παράδοξες θεότητες γεμάτες αλλόκοτα μυστήρια. Γέμισε το Άστυ δεισιδαιμονίες. Ακάθαρτοι αγύρτες τριγύριζαν τώρα στα σπίτια και σύναζαν παράδες προσφέροντας χαϊμαλιά. Ο εγγαστρίμυθος ΕΥΡΥΚΛΗΣ μάζευε γύρω του ολόκληρο πλήθος, που, χάσκοντας, άκουγε να μιλά κάποιος αόρατος τάχα προφήτης.

Εκτός από το Σωκράτη κανένας άλλος δεν προσπαθούσε να διορθώσει τη ζημιά που έκανε η αθεΐα, να στηλώσει την περιφρονημένη ηθική. Μόνος του έτρεχε από την αγορά στις στοές κι από τις στοές στα γυμναστήρια, μα κάθε μέρα μιαν απόδειξη έπαιρνε: Πως δε γινόταν πιο αχάριστο έργο από το να ελέγχει τους Αθηναίους. Η προσπάθειά του ήταν παράλογη σε μιαν αδιάφορη πόλη, μα ο Σωκράτης ένιωθε πως, όσο κι αν δεν έκαμε τίποτα για το παρόν, εκτελούσε έργο χρήσιμο μελλοντικά. Ξόδευε τη ζωή του για τους κατοπινούς ανθρώπους, χωρίς αμοιβή, χωρίς ελπίδα πως η θυσία του θ’ αναγνωριζόταν όσο ζούσε. Και τριγύριζε καταφρονεμένος εξ αιτίας της αφοσίωσης πούδειχνε σ’ ένα μεγάλο ιδανικό. Ο ποιητής Εύπολις στην κωμωδία του «ΒΑΠΤΕΣ» έγραψε: «Μισώ τον Σωκράτη, τον αδιάντροπο φτωχό, που σε όλα ανακατώνεται, ενώ παραμελεί το σπίτι του». Οι Αθηναίοι αντιπάθησαν το Σωκράτη ακριβώς επειδή θαύμασαν τη διδαχή του, στάθηκαν όμως ανίκανοι να την ακολουθήσουν και ξαναγύρισαν στις αδυναμίες τους. Άλλωστε οι Δημοκρατικοί, που διοικούσαν τώρα την πόλη, εχθρεύονταν τη φιλοσοφία, γιατί τη θεωρούσαν προνόμιο αριστοκρατικό. Μήπως οι τρεις αρχηγοί των ολιγαρχικών, Κριτίας, Θηραμένης και Χαρικλής, δεν είχανε γερή φιλοσοφική κατάρτιση;;

Μια μέρα που βάδιζε ο Σωκράτης κατά την ΠΟΙΚΙΛΗ Στοά ένας φανατικός δημοκράτης τον πλησίασε και, χωρίς αιτία, τούδωσε μια κλωτσιά. Ο φιλόσοφος τον κοίταξε και, καθώς ο άγνωστος απομακρυνόταν άφωνος, κούνησε το κεφάλι κι εξακολούθησε το δρόμο του. Ο σοφιστής Αντιφών, που είδε τούτη τη σκηνή, τον ρώτησε:

- «Έφαγες κλωτσιά και δεν είπες λέξη;»

- «Τι να πω; αποκρίθηκε ο φιλόσοφος. Αν σε κλωτσούσε γαϊδούρι, θα του ανταπόδιδες την κλωτσιά;»

Ένα πρωί του Απρίλη το 399 π.Χ., την ώρα που συζητούσε στην αγορά ο Σωκράτης περί επιστήμης με τον ΘΕΑΙΤΗΤΟ, σπουδαίο μαθηματικό, θεμελιωτή της θεωρίας των ασυμμέτρων, τον πλησίασε κάποιος νεαρός ποιητής, ΜΕΛΗΤΟΣ τ’ όνομα, με μαλλιά άγρια, αραιό γενάκι, στραβή μύτη, και μπροστά σε δυο μάρτυρες που κουβαλούσε μαζί, είπε στον Σωκράτη με την ψιλή φωνή του:

- «Μάθε πως τώρα πηγαίνω στη ΒΑΣΙΛΕΙΟ Στοά να σε καταγγείλω στον Άρχοντα – Βασιλιά πως ασεβείς προς τους Θεούς, εισάγεις νέα δαιμόνια και διαφθείρεις τους νέους. Ζητάω ποινή θανάτου. Σε καλώ μετά τέσσερις μέρες, τέτοια ώρα, να βρεθούμε στον Άρχοντα, για να ορίσει δίκη».

 Ο Σωκράτης τον κοίταξε με απορία.

- «Τι λες, Μέλητε; Συ τόσο νέος κατάλαβες κιόλας όσα καταγγέλλεις; Και λες πως το κακό το κάνω με τη θέλησή μου;»

- «Βεβαιότατα. Μα όλα αυτά θα τα πούμε στον Άρχοντα. Μην αμελήσεις να είσαι κεί την ορισμένη ώρα». Είπε κι έφυγε με τους μάρτυρές του. Ο Θεαίτητος σάστισε ν’ ακούσει μια τόσο βαρειά κατηγορία, για τον άνθρωπο που εκτιμούσε στην Αθήνα περισσότερο κι από τους καλύτερους.

Την κατηγορία κατά του Σωκράτη την προσυπέγραφαν άλλοι δύο. Ο ΑΝΥΤΟΣ αρχηγός των θρησκόληπτων και δημοκρατικών και ο ΛΥΚΩΝ, αρχηγός των προοδευτικών. Ο Άνυτος ήταν συναρχηγός μαζί με τον Θρασύβουλο στην επανάσταση του 404 π.Χ. που παλινόρθωσε τη Δημοκρατία. Είχε αποκτήσει μεγάλο κύρος στο Άστυ μετά την άρνησή του να πληρωθεί από το δημόσιο ταμείο για τα μεγάλα κτήματα που του δήμευσαν οι Τριάκοντα Τύραννοι. Χόλιαζε όταν άκουγε τον Σωκράτη να λέει:

_ «Είναι τρέλα να επιτρέπεται στη Δημοκρατία να εκλέγει τους άρχοντές της με κλήρο. Ενώ ποτέ δε θα εμπιστευτείτε την Τύχη να ορίσει τον πιλότο ενός πλοίου, ή το γιατρό που θα σας γιατρέψει, εν τούτοις, αφήνεται τον κλήρο να σας βρει τους άρχοντες, που μόνο τα δικά τους λάθη μπορεί να φέρουν καταστροφή».

Η δίκη ορίστηκε. Ο Πλάτωνας στην «ΑΠΟΛΟΓΙΑ του Σωκράτη» περιγράφει με λεπτομέρειες την εξέλιξή της.

Η καταδίκη του Σωκράτη σε θάνατο, και οι τελευταίες του ώρες στην φυλακή πριν να πιεί το κώνειο περιγράφονται στον διάλογο του ΠΛΑΤΩΝΑ «Φαίδων».

Με τον θάνατο του Σωκράτη, η Αθήνα μπήκε οριστικά στον δρόμο της κατάρρευσης. Τους επόμενους δύο αιώνες ακουγόταν μόνον σαν ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ. Όμως ο σπόρος που φύτεψε ο φιλόσοφος μέσα στον κήπο της ΑΘΗΝΑΣ δεν χάθηκε. Μεγάλωσε μέσα στα βιβλία του ΠΛΑΤΩΝΑ και του ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ και αργότερα διαδόθηκε ΣΕ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.

--------

[1] Με το να περιφρονούν μαζικά οι Αθηναίοι τον ΚΑΛΛΙΞΕΝΟ, που εισηγήθηκε τη θανάτωση των ναυάρχων, τον ανάγκασαν ν’ αυτοκτονήσει.

[2] Στο ΚΥΝΟΣΑΡΓΕΣ δίδαξε μετά το θάνατο του Σωκράτη ο ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ, κι απ’ το γυμναστήριο αυτό ονομάσθηκε αργότερα η Σχολή του «ΚΥΝΙΚΗ».

[3] Έτσι ονόμαζαν στην αρχαιότητα τον ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ.

[4] Ορθά έσπρωξε το ένστικτο τον ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ να πάει στις Σάρδεις. Δοξάστηκε με την «ΚΑΘΟΔΟ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ», που περιέγραψε στην «ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΗ».

Ο ήρωας της μυθολογίας μας

Ο Ηρακλής είναι αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος ήρωας όλων των εποχών, ο σούπερσταρ της Ελληνικής μυθολογίας, ο ημίθεος που ενέπνευσε τους ανθρώπους τόσο πολύ που του έδωσαν υπερφυσικές ικανότητες.

Ήταν θαρραλέος από μωρό, όμορφος, έξυπνος, γυμνασμένος, ερωτιάρης και ατρόμητος. Το όνομα του είναι από τα αρχαιότερα Brand. Γι’ αυτό και έγινε comic, ταινίες, animation, βιβλίο, gay icon, cd, dvd και … τσιμέντο!

Ο Ηρακλής έχει δεινοπαθήσει στον κινηματογράφο του Hollywood, από ανακρίβειες και κιτς αναπαραστάσεις της εικόνας του, αλλά ευτυχώς έχει υμνηθεί από όλους τους μεγάλους εικαστικούς καλλιτέχνες, και ιδιαίτερα της Αναγέννησης. Συγκέντρωσα τα 15+1 ωραιότερα –κατά την γνώμη μου-έργα τέχνης που απεικονίζουν τον Ηρακλή σε στιγμές που όλοι θέλουμε να δούμε.


«Η απόφαση του Ηρακλή» από τον Annibale Carracci


O Paolo Pagani (αριστερά) και ο Johann Koler (δεξιά) ζωγράφισαν το ίδιο θέμα: Τον Ηρακλή να σέρνει τον Κέρβερο έξω από τον Άδη. Έξω από τις πύλες του κάτω κόσμου


Ο Ηρακλής σκοτώνει τον κένταυρο Νήσος, έργο του Sebastiano Ricci (1700).


Για ένα περίεργο λόγο, η πάλη του Ηρακλή με τον Ανταίο, ενέπνευσε αρκετούς εικαστικούς της εποχής. Εδώ ένα έργο του Charles Antoine Coypel (1667)


Ο Guido Reni ζωγράφισε τον άθλο του Ηρακλή με την Λερναία Ύδρα (1620), και δεξιά ο Samuel Morse απεικόνισε τον θάνατο του Ηρακλή.


Ο Ηρακλής και ο Προμηθέας από τον Christian Griepenkerl (1839-1916)


Το αριστούργημα του Peter Paul Rubens με τον Ηρακλή να σκοτώνει το λιοντάρι της Νεμέας


Έργο του Sebastiano Conca που δείχνει τον Ηρακλή να στεφανώνεται από την Δόξα.


Ο Ηρακλής και το λιοντάρι της Νεμέας από τον Christian Wartist


Ο Ηρακλής και ο Διομίδης του Antoine Jean Gros και δεξιά έργο του Γάλλου Joyeux Joseph Blondel.


Πάλι το ίδιο θέμα ιδωμένο από δύο διαφορετικούς ζωγράφους. Η πάλη του Ηρακλή με τον Ανταίο. Αριστερά του Louis Charles Auguste Couder (1819),και δεξιά του Charles Antoine Coypel (1667)


Και για το τέλος κράτησα τον Ηρακλή που φέρνει την Άλκηστη από τον κάτω κόσμο. Το αριστούργημα του Eugene Delacroix (1862)

Ιστορία της ελληνικής ενδυμασίας

Η υφαντική τέχνη

Η υφαντική τέχνη εμφανίζεται στο Αιγαίο -και μάλιστα σε αρκετά εξελιγμένη μορφή- κατά τη Nεολιθική εποχή. Η υφαντική τέχνη θεωρείται ότι ξεκίνησε από τα σκοινιά και τα δίχτυα, που οι προϊστορικοί άνθρωποι είχαν ήδη αρχίσει να κατασκευάζουν για να τα χρησιμοποιήσουν στο κυνήγι και το ψάρεμα.

Η πρώτη υφαντική ίνα ήταν το λινάρι και αργότερα το μαλλί. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε είναι μόνο έμμεσες και προέρχονται κυρίως από διάφορα εργαλεία ύφανσης που έχουν βρεθεί σε νεολιθικές θέσεις. Ανάμεσα σ΄αυτά διακρίνονται πήλινα σφοντύλια για το γνέσιμο του μαλλιού, οστέινες βελόνες για το ράψιμο των ρούχων, ενώ τα υφαντικά βαρίδια μαρτυρούν ότι ο τύπος του όρθιου αργαλειού βρισκόταν ήδη σε χρήση.

Παραδοσιακή φορεσιά

Η κατασκευή των υλικών της παραδοσιακής φορεσιάς, η υφαντή ή τεχνητή διακόσμηση και τα κοσμήματα της διατηρούν με προσήλωση τα παραδοσιακά στοιχεία καθώς αυτά εκφράζουν την αισθητική και τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις ενός κοινωνικού συνόλου στη διάρκεια της ζωής του Εθνους. Tα στοιχεία που την αποτελούν έχουν όμως, τις καταβολές τους στην αρχαιότητα, προσαρμόζοντας εγχώρια ή ξένα σύγχρονα στοιχεία τα οποία μορφοποιούν την τελική παρουσίασή της

Τα ρούχα των αρχαίων Ελλήνων

Τα ρούχα των αρχαίων Ελλήνων ράβονταν και φοριόνταν πολύ εύκολα. Συνήθως ήταν ένα τετράγωνο κομμάτι υφάσματος που δε χρειαζόταν ιδιαίτερη δουλειά για να φτιαχτεί. Το πιο συνηθισμένο ένδυμα που φορούσαν τόσο οι γυναίκες, όσο και οι άνδρες έμοιαζε με μακριά πουκαμίσα και λεγόταν πέπλος ή χιτώνας. Πάνω απ’ αυτό φορούσαν ένα μανδύα που λεγόταν ιμάτιο.

Το ιμάτιο ήταν ένα τετράγωνο ύφασμα, συνήθως μάλλινο, το οποίο έφεραν οι άνδρες κατάσαρκα και ενίοτε πάνω από τον χιτώνα, οι δε γυναίκες πάντοτε σχεδόν ως πανωφόρι, πάνω από τον χιτώνα ή τον πέπλο. Εισαχθέν κατά τον Ζ’ π.χ. αιώνα από την Ιωνία, το ιμάτιο θεωρείται ανατολικής προέλευσης.

Μέχρι τα μέσα του ΣΤ’ π.χ. αιώνα ρίπτονταν επί του αριστερού ώμου λοξά από μπροστά προς τα πίσω, κάλυπτε δε την ράχη, πλην του δεξιού ώμου, διέρχονταν κάτω από την δεξιά μασχάλη και η άκρη αυτού κρατιόταν με το αριστερό χέρι ή και αυτή έπεφτε πάνω στον αριστερό ώμο.

  Ενίοτε όμως, ιδίως από τις γυναίκες, περνώντας το ιμάτιο κάτω από τη δεξιά μασχάλη ρίχνονταν πάνω από τον δεξί ώμο, αφήνοντας ακάλυπτο το μπροστινό μέρος του σώματος. Και στις δύο περιπτώσεις αυτός ο τρόπος ενδύσεως λέγονταν «επιδέξια αναβάλλεσθαι».

Από δεξιά προς τα αριστερά έφεραν συνήθως το ιμάτιο οι βάρβαροι και οι δούλοι.

Από τα μέσα του Ε’ π.χ. αιώνα, το ιμάτιο καθίσταται από τις γυναίκες στενότερο, φοριόνταν κατά τον ίδιο τρόπο αλλά από τον αριστερό ώμο, ενώνονταν το μέσον αυτού με την πρώτη άκρη με πόρπες, το υπόλοιπο τυλίγονταν γύρω από τον βραχίονα και σχημάτιζε κομψότατες πτυχές. Στην αρχή ο τρόπος αυτός επικρατούσε στην ανατολική Ελλάδα (ευρήματα Δορυλαίου, Κλαζομενών, Δήλου κ.ά.).

Στην κυρίως Ελλάδα εισήχθη αργότερα, χωρίς να λάβει μεγάλη διάδοση και εξαφανίσθηκε πριν από τους Περσικούς. Παρεμφερής με το ιμάτιο ήταν ο πέπλος. Οι πτυχές και των δύο αυτών ενδυμάτων, κατ’ άλλους, σχηματίζονταν μέσω του σιδερώματος ή του ραψίματος, όπως οι σύγχρονοι πλισέδες.

Από τις αρχές του Δ’ αιώνα π.χ. ιμάτιο φέρουν μερικές φορές και έφηβοι. Οι δε άνδρες, και από προηγούμενους χρόνους, συνηθίζουν να καλύπτουν και τους δύο ώμους με το ιμάτιο και κρατούν τις δύο άκρες με το αριστερό χέρι. Έτσι η δεξιά πλευρά, που πριν ήταν ελεύθερη, τώρα καλύπτεται και ο τρόπος αυτός καλούνταν «εντός την χείραν έχειν».

Σε μεταγενέστερες εποχές έχοντας επικρατήσει ποικίλοι τρόποι, ιδίως από τις γυναίκες, καλύπτονταν μερικές φορές το κεφάλι με το ιμάτιο, άλλοτε αυτό έφθανε μέχρι το έδαφος αρχίζοντας από το λαιμό ή τέλος φέρονταν υπό τις καθισμένες γυναίκες από τη μέση προς τα κάτω, αφήνοντας ελεύθερο το πάνω μέρος του σώματος.

Η διακόσμηση του ιματίου στην αρχή ήταν απλούστατη, μονόχρωμη με απλό κέντημα στις άκρες. Από την ελληνιστική όμως εποχή αυτό κατέστη πολυτελέστατο (πορφυρό, χρυσοποίκιλτο).

Το ελληνικό ιμάτιο σε ευρύτερη κλίματα χρησιμοποιήθηκε στην Ετρουρία, στην Ρώμη που μόλις τον Α’ π.χ. αιώνα κατέστη ισότιμο με την Ρωμαϊκή αμφίεση. Το ιμάτιο που είχε εισαχθεί στην Ρώμη από τον Γ’ αιώνα π.χ. περιφρονούνταν και οι πολίτες που έφεραν αυτό καλούνταν graeci palliati.

Ο Σκηπίων ο Αφρικανός, ο Ραβίριος, ο Ουέρρης κ.ά. κατηγορήθηκαν δημόσια ότι έφεραν το ελληνικό ιμάτιο. Πέπλος κατά τους αρχαίους χρόνους καλούνταν το περίβλημα ή επίβλημα, το οποίο διέφερε από τη χλαμύδα ως ευρύτερο και από το ιμάτιο ως μεγαλύτερο, ωραιότερο και πολυτελές.

Κατά τους ομηρικούς χρόνους ήταν γυναικείο ένδυμα, ύφασμα πολύπτυχο, πολυτελές μάλλινο έγχρωμο, πλατύ, αχειρίδωτο, άφηνε τους βραχίονες γυμνούς, συγκρατούνταν από τους ώμους με πόρπες και έφθανε μπροστά μέχρι την βάση των ποδιών και το πίσω μέρος σέρνονταν στο έδαφος. Τέτοιον πέπλο έφεραν οι Τρωάδες «ελκεσίπεπλοι» (Ομ. Ιλ. Ζ 442) και η Ελένη «τανύπεπλος» (Ομ. Οδ. δ 305).

Κατά τον Όμηρο αναγράφεται ο πέπλος ως «ποικίλος» που ήταν κεντητός (Ιλ. Ε 735), «παμποίκιλος», ολοκέντητος (Ιλ. Ζ 289), αναφέρονται πολλά επίθετα όπως: «κυανόπελος», «κροκόπεπλος» κ.λπ. Από τα έργα τέχνης αλλά και από τις γραπτές πηγές αρχαίων ποιητών και συγγραφέων φαίνεται πως ο πέπλος φορεμένος συγκρατούνταν από πόρπες.

Φορούνταν όμως και άνευ πόρπων ή πόρπης από την ανοιχτή πλευρά, ο οποίος συγκρατούνταν με ζώνη απ’ τα πλευρά, από όπου και τα επίθετα του Ομήρου «βαθύζωνος» (Ιλ. Ι 594, Οδυσ. Γ 154 κ.ά.), «εύζωνος» (Ζ 467 κ.ά.) ενώ στο στήθος το ύφασμα προσέπεφτε διπλό ως «απόπτυγμα». Με τον πέπλο κάλυπταν πολλές φορές όχι μόνο το σώμα αλλά και το κεφάλι. Τέτοιον πέπλο έφεραν συνήθως κατά τις κηδείες.

Επίσης και κατά τους γάμους, όταν η νύφη ενδεδυμένη με λαμπρό πέπλο παραδίδονταν στον σύζυγο στην πόρτα του νυφικού θαλάμου. Με αυτό καλυμμένη περιγράφεται από τον Όμηρο η «κροκόπεπλος Ηώς» (Ιλ. Θ 1, Ψ 227) και από τον Ευριπίδη η «μελάμπεπλος Νυξ» (Ίων. 1150).

Κατά τους ιστορικούς χρόνος ο πέπλος ήταν το κυρίως ελληνικό ένδυμα, όχι μόνο των γυναικών αλλά και των ανδρών, είδος μανδύα, με τον οποίο ήταν δυνατό να καλυφθεί όλο το σώμα και το κεφάλι και το πρόσωπο και τα χέρια. Στους πέπλους υφαίνονταν ποικίλες και θαυμαστές παραστάσεις αλλά η αρχή της τέχνης αυτής της υφάνσεως ήταν ανατολική (Ευριπ. Ίων. 1159).

Οι άριστα βαμμένοι και κεντημένοι πέπλοι κομίζονταν από την Τύρο και τη Σιδώνα (Ιλιάδ. Ζ 289). Πολλές περιγραφές πέπλων έχουμε από τους ποιητές όπως ο Ευριπίδης (π.χ. Ίων 1141) όπου περιγράφεται πέπλος έχοντας υφασμένα τον ήλιο, τη σελήνη, τους αστέρες.

Μεταξύ διαφόρων άλλων περιέχονταν άγρια θηρία και άλλες ποικίλες παραστάσεις που ανήκαν στον εν Δελφοίς ναό του Απόλλωνος και χρησίμευε ως μεγαλοπρεπή σκηνή, στην οποία γίνονταν εστιάσεις. Πέπλους δεν είχαν μόνον οι πλούσιοι ιδιώτες (Ομ. Οδυς. Σ. 104) αλλά και οι ναοί, τους οποίους προσέφεραν λατρευτές (Ιλ. Ζ 274). Τον πέπλο τον διατήρησαν οι Δωριείς μέχρι τον 5ο αιώνα, ο οποίος διατηρήθηκε και από τους Ρωμαίους, ενώ οι Ίωνες σιγά σιγά τον αντικατέστησαν με τον λινό χιτώνα.

Χρώματα

Συνήθως πιστεύουν ότι οι Έλληνες ντύνονταν στα λευκά, αλλά αυτή η γνώμη είναι λαθεμένη. Το πλήθος στην Αθήνα παρουσίαζε μια εικόνα πολύ γραφική, που δεν έμοιαζε καθόλου με μια μονότονη πομπή λευκών μορφών. Η ενδυμασία ήταν κατασκευασμένη από υφάσματα με ζωηρά χρώματα, κάποτε μάλιστα από πολλά χρώματα (ειδικότερα η ενδυμασία των νέων) : πορφυρό, κόκκινο, πράσινο και γαλάζιο.

Στους άντρες δεν άρεσε το κίτρινο χρώμα, το θεωρούσαν καλό μόνο για τις γυναίκες. Τα λευκά ενδύματα στολίζονταν με μια λωρίδα χρωματιστή. Το κύριο αντικείμενο της αντρικής ενδυμασίας ήταν ο χιτώνας, που τον φορούσαν κατάσαρκα.

Ο χιτώνας δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κομμάτι πανί, με τρύπες για τα χέρια, που το έπιαναν στον έναν ώμο με πόρπη. Το μήκος του χιτώνα ποίκιλλε ανάλογα με την εποχή. Στην αρχή ήταν πολύ μακρύς, μα αργότερα άρχισαν να τον σφίγγουν στη μέση με ένα κορδόνι και έτσι έφτανε ως τα γόνατα. Κάποτε στο χιτώνα έβαζαν και μανίκια.

Οι χιτώνες, που προορίζονταν για τους υπηρέτες, τους βιοτέχνες, τους στρατιώτες και τους δούλους είχαν μια τρύπα, μονάχα για το αριστερό χέρι, ο δεξιός ώμος έμενε ακάλυπτος. Πάνω από το χιτώνα οι Αθηναίοι φορούσαν ένα είδος μανδύα ή πελερίνα που το έλεγαν ιμάτιο.

Τη μια άκρη του ιματίου την έσφιγγαν στο στήθος κάτω από την αριστερή μασχάλη, ενώ το υπόλοιπο το έριχναν στην πλάτη, πάνω από τον αριστερό ώμο, περνώντας το κάτω ή πάνω από το δεξί χέρι και ξαναπερνώντας το πάνω από τον αριστερό ώμο έτσι που η άλλη άκρη να κρέμεται στην πλάτη.

Ένα ιμάτιο για να θεωρείται σεμνό έπρεπε να καλύπτει τα γόνατα, αλλά να μη φτάνει ως τους αστράγαλους. Υπήρχε και ένας κοντός μανδύας, πιασμένος με μια πόρπη κάτω απ' το λαιμό και αφημένος να πέφτει ελεύθερα πάνω απ' τους ώμους και τις πλάτες. Αυτή η πελερίνα ονομαζόταν χλαμύδα και τη φορούσαν στον πόλεμο, στο κυνήγι και στα ταξίδια. Στην Αθήνα η χλαμύδα ήταν το συνηθισμένο ένδυμα της νεολαίας.

Το κεφάλι έμενε ακάλυπτο. Οι Έλληνες φορούσαν κάλυμμα μόνο όταν έβγαιναν έξω απ' την πόλη για να προστατεύουν το κεφάλι τους από τη ζέστη και τη Βροχή. Στους δρόμους της Αθήνας μπορούσε να συναντήσει κανείς με κάλυμμα μόνο ταξιδιώτες ή ανάπηρους. Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί τον Πλάτωνα ή τον Δημοσθένη να διασχίζει την Αγορά με κάλυμμα στο κεφάλι.

Υπήρχαν ορισμένα είδη καλύμματος λευκά ή καφέ. ο πίλος ήταν ένα είδος καλύμματος από πίλημα με πολύ μικρούς γύρους ή και χωρίς γύρους και ο πέτασος ένα αληθινό καπέλο από πίλημα, ίσιο στην κορυφή, με μια κορδελίτσα. Η κορδελίτσα είχε σκοπό να σφίγγει καλά τον πέτασο κάτω από το σαγόνι ή να τον κρατάει όταν τον έβγαζαν και τον έριχναν πίσω στις πλάτες. Η κυνή ήταν ένα κάλυμμα χωρίς γύρους, δηλαδή ένας απλός στρογγυλός σκούφος, από δέρμα σκυλιού.

Κόμη

Οι Έλληνες είχαν πυκνά μαλλιά. Δεν έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. τα έκοβαν έτσι που να καλύπτουν το κεφάλι, αλλά να μη φτάνουν ως τους ώμους. Μερικοί κομψευόμενοι νεανίες, σαν τον Αλκιβιάδη π.χ., είχανε μακριούς Βοστρύχους χτενισμένους με φροντίδα. Οι αθλητές, αντίθετα, έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. Εκτός απ' τους κομψευόμενους νέους, Βοστρύχους άφηναν και οι φιλόσοφοι, αυτό ήταν άλλωστε το διακριτικό τους γνώρισμα.

Υποδήματα

Στα πόδια οι Έλληνες φορούσαν σανδάλια, που τα 'δεναν με δερμάτινους ιμάντες, αλλά υπήρχαν κι άλλοι τύποι υποδημάτων, όπως μπότες, άρβυλα και σκαρπίνια. Τα υποδήματα τα κατασκεύαζαν από δέρμα λευκό, μαύρο ή ερυθρό και συχνά ήταν πολύ κομψά, κυρίως αυτά που φορούσε ο Αθηναίος όταν πήγαινε επίσκεψη ή ήταν καλεσμένος σε τραπέζι.

Ακριβώς η υπόδηση ήταν το αντικείμενο όπου εκδηλωνόταν η φαντασία των κομψών Αθηναίων.

Μας είναι γνωστοί μερικοί τύποι υποδημάτων που συνδέονται με το όνομα ορισμένων προσώπων.

ΟΙ Αθηναίοι είχαν να λένε για τα "υποδήματα του Αλκιβιάδη", και για τα "άρβυλα του Ιπποκράτη".

Γενικά τα υποδήματα γίνονταν από δέρμα, αλλά κάποτε τα έφτιαχναν κι από πίλημα, όπως τα καλύμματα της κεφαλής. Μερικοί κομψευόμενοι στόλιζαν τα υποδήματά τους με χρυσό και ασήμι. Τα μαύρα υποδήματα τα στίλβωναν με σφουγγάρι.

Σχετικά με το στίλβωμα των υποδημάτων έφτασε ως εμάς το εξής διασκεδαστικό ανέκδοτο: ένας Αθηναίος συναντήθηκε στο δρόμο με έναν γνωστό του και παρατήρησε ότι τα υποδήματά του ήταν θαυμάσια στιλβωμένα. Απ' αυτό έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο φίλος του περνάει οικονομικές δυσκολίες και ήταν υποχρεωμένος να λουστρίζει μόνος του τα υποδήματά του, γιατί ένας δούλος δεν θα του τα λούστριζε ποτέ τόσο καλά.

Στο σπίτι οι Αθηναίοι πάντα γυρνούσαν ξυπόλητοι. Οι δρόμοι όμως είχαν τέτοιες βρωμιές, που ήταν απόλυτη ανάγκη να προφυλάγει κανένας τα πόδια του.

Άλλωστε αυτό ήταν και ζήτημα διάθεσης και συνήθειας. Οι ψημένοι άνθρωποι της παλιάς σχολής, όπως ο Σωκράτης ή ο Φωκίωνας, γυρνούσαν ξυπόλητοι και στους δρόμους. Ο Σωκράτης δεν φορούσε υποδήματα ούτε το χειμώνα.

Η περιβολή των Αθηναίων συμπληρωνόταν με ένα δαχτυλίδι κι ένα ραβδί. Τα δαχτυλίδια με γλυφές χρησιμοποιούνταν και σαν κόσμημα και σαν σφραγίδα. Μερικοί φορούσαν μάλιστα πολλά δαχτυλίδια.

Το ραβδί ήταν ένα εξάρτημα απόλυτα υποχρεωτικό, η τελευταία λέξη της κομψότητας, για να εκφραστούμε έτσι, που ολοκλήρωνε την εμφάνιση του Αθηναίου. Ούτε περνούσε από το μυαλό ενός σεβαστού πολίτη να βγει στο δρόμο χωρίς ραβδί.

Έτσι ο Αθηναίος ήταν έτοιμος να βγει. Δεν του έμενε παρά το πρόγευμα. Το φαγητό τού έτρωγε πολύ λίγο χρόνο. Μερικά κομματάκια ψωμί βουτηγμένα σε κρασί, αυτό ήταν όλο κι όλο το πρωινό του φαγητό. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα ελαττώματά του, η λαιμαργία δεν περιλαμβανόταν σ' αυτά.

Ύστερα απ' αυτό το πρόγευμα, ο Αθηναίος έβγαινε στην πόλη.

Τον ακολουθούσαν δύο δούλοι: αυτοί θα μετέφεραν τα ψώνια ή θα πήγαιναν κάποια είδηση στο σπίτι ή σε κάποιον φίλο. Αν δεν ήταν πολύ πλούσιος, τον ακολουθούσε ένας δούλος. Κι αν δεν είχε τη δυνατότητα να διατηρεί έστω κι έναν δούλο, θα συμφωνούσε έναν αχθοφόρο στην αγορά, όπου πρώτα - πρώτα θα κατευθυνθεί.

Πονάει περισσότερο αυτός που φεύγει

Ξέρεις, δεν μπορώ να το ανακοινώσω ακόμα εύκολα. Τους αφήνω να το μαντέψουν, να απορήσουν για το πού είσαι και τότε αναγκάζομαι να πω την αλήθεια. «Δεν είμαστε πια μαζί». Κοιτάω στο πρόσωπό τους την έκπληξη, κάποιες φορές αληθινή και πολλές ακόμα ψεύτικη. Έχουν, βλέπεις, κυκλοφορήσει τα νέα, αλλά θέλουν να το επιβεβαιώσουν.

Δεν ξέρω γιατί το κάνουν αυτό και δε λένε ντόμπρα ό,τι έχουν ακούσει. Τι πιο ωραίο από το «Έμαθα ότι χωρίσατε. Είναι αλήθεια;» Όμως όχι. Θέλουν να παίξω όλη την πράξη του έργου μπροστά τους. Σαν να έχουν πληρώσει εισιτήριο και στρώνονται να δουν το έργο με τίτλο: «Η δυστυχία του φρεσκοχωρισμένου».

Έτσι, μπαίνω κι εγώ στη θέση του ηθοποιού, να διηγηθώ όσο πιο αποστασιοποιημένα μπορώ το δικό μας στόρι. Μη φανταστείς πως αφηγούμαι λεπτομέρειες για το ποιος τελικά μετακόμισε, τι πράγματα πήρε μαζί του και πόσο κενό είναι τώρα το σπίτι. Περιορίζομαι σε γενικότητες και κλισέ του τύπου «Έκανε τον κύκλο η σχέση μας» και άλλα τέτοια.

Όμως το αδηφάγο κοινό δεν αρκείται σ’ αυτά. Θέλει να δει όλη την πράξη του δράματος και δεν πρόκειται να με αφήσει σε ησυχία αν δεν το ικανοποιήσω.

Τότε ξεκινούν κι άλλες ερωτήσεις: «πότε έγινε;», «ήταν ξαφνικό;», «μήπως δεν είναι μόνιμο;»

Τόσες ερωτήσεις που δεν μπόρεσα ποτέ να τις απαντήσω. Ούτε κι εγώ δεν ξέρω πότε συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι το τέλος. Ήταν πριν το μεγάλο καυγά ή μετά; Δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Θυμάμαι όμως ένα μεγάλο ρήγμα που ένιωσα εδώ στο στήθος. Σαν πόνος. Κοίταξα τα μάτια σου και είχαν γίνει πλέον ξένα. Τότε σκέφτηκα «τελειώσαμε».

Δεν τους λέω φυσικά τίποτα από όλα αυτά. Μιλάω ειδησεογραφικά, είναι τώρα δυο μήνες περίπου που έγινε η μετακόμιση. Μετά προσπαθώ να αλλάξω θέμα: «με έπιασε ένας πόνος στη μέση με το κουβάλημα». Κάποιες φορές το κόλπο πετυχαίνει και καταλήγω να μαζεύω τηλέφωνα φυσιοθεραπευτών που μου συστήνουν.

Όμως τις περισσότερες φορές ο αντιπερισπασμός δεν πιάνει κι εκείνοι συνεχίζουν τις ερωτήσεις. Αν δουν πως πρέπει να με ζορίσουν περισσότερο μου κάνουν την ερώτηση κλειδί. Εκείνη που σύμφωνα με τα δικά τους μοναδικά κριτήρια θα τους κάνει να βάλουν βαθμό στη στεναχώρια μου.

«Ποιανού απόφαση ήταν;» με ρωτούν για να καταλάβουν τάχα πόσο στεναχωρημένος είμαι. Διότι το κλισέ στις μέρες μας είναι να χτυπιέται μόνο ο παρατημένος και ποτέ αυτός που τελικά αποφάσισε να φύγει. Λυπάμαι που θα χαλάσω το στερεότυπό σας, αλλά αυτός που αποφασίζει έχει από τη μια και το βάρος της ευθύνης και πολλές φορές είναι ο πόνος του ακόμα μεγαλύτερος, γιατί οφείλει να νιώθει ως θύτης.

Δεν παίζει κανένα ρόλο για σας το ποιος πραγματικά έκανε προσπάθεια τόσο καιρό να κρατήσει μια σχέση με νύχια και με δόντια. Ποιος έκανε τόσες υποχωρήσεις σε καθημερινή βάση. Αυτό που κοιτάτε είναι το ποιος τελικά έκλεισε την πόρτα πίσω του. Αυτό μετράει για εσάς.

Ο παρατημένος έχει και θα έχει πάντα τη συμπόνοια του κόσμου. Είναι ο καημένος της υπόθεσης εξ ‘ορισμού. Κανείς δεν πρόκειται να τον ρωτήσει αν όλο αυτό τον καιρό έκανε θυσίες, αν ήταν δοτική και πόσο ήθελε να μη χωρίσει. Όλοι θα τα βάλουν μ' αυτόν που πήρε το θάρρος να δώσει τη χαριστική βολή σε έναν έρωτα που τον είχαν και οι δύο πυροβολήσει.

Μην ανησυχείς! Δεν απαντάω ποτέ στη συγκεκριμένη ερώτηση. Δε θέλω να θίξω κι άλλο τον εγωισμό σου. Ούτε μπορώ να τους εξηγήσω πως τη στιγμή που έφευγα, από μέσα μου παρακαλούσα να μου πεις να μείνω.

Πως είχαν ονειρευτεί οι άνθρωποι το μέλλον πριν 120 χρόνια!

"Η Γαλλία κατά το έτος 2000 (ΧΧΙ αιώνα)" είναι μια σειρά από φουτουριστικές φωτογραφίες του Jean-Marc Côté και άλλων καλλιτεχνών που εκδόθηκαν στη Γαλλία το 1899, 1900, 1901 και 1910. 
Αρχικά δημιουργήθηκαν ως κάρτες μέσα σε κουτιά τσιγάρων και πούρων και στη συνέχεια ως καρτ-ποστάλ.
Οι φωτογραφίες απεικονίζουν τον κόσμο έτσι όπως τον είχαν φανταστεί να είναι το 2000.
Υπάρχουν τουλάχιστον 87 κάρτες που έχουν φιλοτεχνήσει διάφοροι Γάλλοι καλλιτέχνες σύμφωνα με το Public Domain Review. Η πρώτη σειρά δημιουργήθηκε για την Παγκόσμια Έκθεση του 1900 στο Παρίσι.

Ένα βήμα πιο κοντά στους κβαντικούς υπολογιστές

Ερευνητές στην Αυστραλία κατασκεύασαν για πρώτη φορά ένα κβαντικό ολοκληρωμένο κύκλωμα (λογική πύλη) σε πυρίτιο, καθιστώντας δυνατούς τους υπολογισμούς ανάμεσα σε δύο κβαντικά bits πληροφοριών.

Έως τώρα ήταν αδύνατο να «μιλήσουν» μεταξύ τους δύο κβαντικά bits πυριτίου και έτσι να δημιουργηθεί μια λογική πύλη, αλλά για πρώτη φορά αυτό επιτεύχθηκε. Στο παρελθόν είχαν επιτευχθεί κβαντικοί υπολογισμοί αλλά όχι σε πυρίτιο, το ευρέως χρησιμοποιούμενο σήμερα υλικό για τους επεξεργαστές.

Πρόκειται για ένα σημαντικό επίτευγμα, που χαιρετίστηκε ότι «αλλάζει τους όρους του παιγνιδιού» και φέρνει ακόμη πιο κοντά την υλοποίηση κανονικών κβαντικών υπολογιστών, που θα εκτελούν υπολογισμούς με αστραπιαία ταχύτητα.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας στο Σίδνεϊ, με επικεφαλής τον καθηγητή 'Αντριου Τζούρακ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Nature", τόνισαν ότι η δημιουργία μιας λογικής πύλης δύο κβαντικών bits (qubits), που αποτελεί το θεμέλιο ενός κβαντικού υπολογιστή, έγινε στο παραδοσιακό υλικό του πυριτίου και όχι σε κάποιο άλλο «εξωτικό» υλικό.
«Αυτό καθιστά την κατασκευή ενός κβαντικού υπολογιστή πολύ πιο εφικτή, καθώς θα βασίζεται πλέον στην ίδια βιομηχανική τεχνολογία με τους σημερινούς υπολογιστές», δήλωσε ο Τζούρακ.

Οι αυστραλοί ερευνητές μετέτρεψαν τα τρανζίστορ ενός συμβατικού τσιπ πυριτίου σε κβαντικά bits. Κάθε τσιπ πυριτίου σε ένα «έξυπνο» κινητό ή σε έναν υπολογιστή-ταμπλέτα περιέχει περίπου ένα δισεκατομμύριο τρανζίστορ και κάθε τρανζίστορ έχει μέγεθος λιγότερο από 100 νανόμετρα (δισεκατομμυριοστά του μέτρου). Οι ερευνητές «μεταμόρφωσαν» αυτά τα τρανζίστορ σε κβαντικά bits, αποθηκεύοντας κάθε qubit μέσα σε ένα παραδοσιακό τρανζίστορ.

Μετά και το νέο βήμα, ουσιαστικά όλοι οι φυσικοί «θεμέλιοι λίθοι» για ένα κβαντικό υπολογιστή με βάση το πυρίτιο έχουν πλέον κατασκευαστεί με επιτυχία. Ανοίγει έτσι ο δρόμος για τους μηχανικούς υπολογιστών να σχεδιάσουν και να φτιάξουν έναν ολοκληρωμένο και λειτουργικό κβαντικό υπολογιστή. Ήδη η ομάδα του Τζούρακ αναζητά τον κατάλληλο εταίρο στην ηλεκτρονική βιομηχανία.

Πότε τα διαδικτυακά παιχνίδια παύουν να είναι…παιχνίδι

Η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών βρίσκει απίστευτα γοητευτικό τον κόσμο των διαδικτυακών παιχνιδιών. Μέσω αυτών, το παιδί νοιώθει ότι μπορεί να διευρύνει τον ...κύκλο του, καθώς οι συμπαίκτες του είναι από διάφορες χώρες του κόσμου ενώ η ανταμοιβή του για κάθε ολοκλήρωση αποστολής, του τονώνει την αυτοπεποίθηση.
 
Πότε όμως τα παιχνίδια αυτά οδηγούν σε εξάρτηση; Οι έρευνες δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των χρηστών του διαδικτύου που παρουσιάζουν κατάχρηση ή εθισμό σε αυτό, είναι παίκτες διαδικτυακών παιχνιδιών. Σύμφωνα με τον κ. Ευάγγελο Μακρή, Κλινικό Ψυχολόγο, M.Sc, υπ. διδάκτορα Πάντειου Πανεπιστημίου, στα παιχνίδια συγκεντρώνονται τόσο διαδικτυακές, όσο διαδραστικές-κοινωνικές συνθήκες, που αυξάνουν πολύ τις πιθανότητες για ανάπτυξη εθισμού. Ωστόσο, χρειάζεται να δαπανήσει αρκετές ώρες την εβδομάδα.
 
Συγκεκριμένα, προτείνεται ότι αν κάποιος παίζει 40 ώρες την εβδομάδα, είναι σίγουρο ότι θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα του και θεωρείται εθισμένος. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ ενασχόλησης, εντατικής ενασχόλησης και εξάρτησης.
 
Τα άτομα που παρουσιάζουν εθισμό στα παιχνίδια έχουν πολλά προβλήματα στην καθημερινότητά τους και τη ψυχική τους διάθεση. Όπως επισημαίνει η Ελληνική Εταιρεία Μελέτης της Διαταραχής Εθισμού στο Διαδίκτυο, ένα είναι το βασικό γνώρισμα της απαρχής μιας προβληματικής συμπεριφοράς (κατάχρηση, εθισμός) από τον παίκτη: το άτομο αρχίζει να αντιλαμβάνεται και να συμπεριφέρεται στο παιχνίδι σαν κάτι περισσότερο από αυτό που είναι, δηλαδή ένα απλό παιχνίδι. Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα του, καθώς αρχίζει να υπολειτουργεί σε σημαντικούς τομείς.
 
Πριν, όμως, φτάσει κανείς σε αυτό το επίπεδο, ο γονέας/ εκπαιδευτικός θα πρέπει να εντοπίσει τη συναισθηματική εμπλοκή του παιδιού/ εφήβου με το παιχνίδι (π.χ. να μιλάει συνέχεια για αυτό) ή την αναγωγή του παιχνιδιού σε βασική ψυχαγωγική ασχολία (π.χ. προτιμά να παίζει, παρά να βγαίνει με τους φίλους του). Βέβαια, σχετικά με τη δεύτερη περίπτωση, το παιδί μπορεί να παίζει μαζί με τους φίλους του, με αποτέλεσμα να νιώθει κοινωνικοποίηση και μέσα στο παιχνίδι ή ακόμα να κάνει φίλους μέσα από το παιχνίδι. Στην περίπτωση αυτή, που είναι αρκετά συνηθισμένη, θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσο παραμελείται η «πραγματική ζωή» έναντι της ψηφιακής, σε επίπεδο σχέσεων.
 
Το εύλογο ερώτημα είναι τι πρέπει να κάνει ο γονιός ή ο εκπαιδευτικός σε περίπτωση που αντιληφθεί ότι το παιδί καταχράται τα διαδικτυακά παιχνίδια.
 
Καταρχήν, ο γονέας δεν πρέπει να πανικοβληθεί. Θεωρητικά θα πρέπει να έχει δει τα σημάδια στη συμπεριφορά του παιδιού και να επιληφθεί της κατάστασης πριν φτάσει σε επίπεδα δύσκολο να αντιμετωπισθούν.
 
Η αντιμετώπιση έχει τρεις βασικούς άξονες: επικοινωνία με το παιδί, επικοινωνία μεταξύ των ατόμων που φροντίζουν τον έφηβο/ παιδί και συνεργασία με ειδικό ψυχικής υγείας, ο οποίος να γνωρίζει τη συγκεκριμένη κατηγορία συμπεριφορών; Η επικοινωνία με το παιδί είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει, η οποία θα φέρει τους γονείς συμμάχους στην προσπάθεια για απεγκλωβισμό από τον διαδικτυακό κόσμο.
 
Οι γονείς θα πρέπει να έχουν τακτική επαφή με τους καθηγητές και αλλά σημαντικά πρόσωπα φροντίδας, προκειμένου να τηρείται μια κοινή γραμμή σε κάποια βασικά θέματα συμπεριφοράς και τη θέσπιση ορίων και κανόνων, καθώς επίσης και για να παρατηρείται η συμπεριφορά του παιδιού/ εφήβου σε διαφορετικά πλαίσια. Τέλος, ο εξειδικευμένος ειδικός ψυχικής υγείας, θα αξιολογήσει την κατάσταση και θα εφαρμόσει συγκεκριμένες τεχνικές προκειμένου να καταφέρει το ίδιο το άτομο να επαναπροσδιορίσει την εμπλοκή του με τα διαδικτυακά παιχνίδια και να ελαττώσει, σταδιακά, τις ώρες παιχνιδιού.
 
Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να έχει συμμάχους, τόσο το συγγενικό περιβάλλον, όσο και τους δασκάλους/ καθηγητές.