Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Ευδαιμονία μια αρχέγονη «Oδύσσεια» η αναζήτησή της


Ευδαιμονία μια αρχέγονη «Oδύσσεια» η αναζήτησή της. Oχι τόσο επειδή πληθαίνουν τα δυσάρεστα που ταλαιπωρούν την υφήλιο, όσο γιατί είναι άστατη, εφήμερη και επαφίεται στη διάθεση ή την κρίση του καθενός να εκτιμήσει το χαμόγελο και τα δώρα της, που ποικίλλουν κατά περίπτωση. Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, από τον Σωκράτη και μετά, συμφωνούσαν ότι ο τελικός στόχος του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία και ότι αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι σε κάθε τους πράξη είναι η ευτυχισμένη ζωή.

Είναι τόσο απλό, που δεν χρειάζονται καν λέξεις για να περιγραφεί και κάθε ευχή αντί για τα άχρηστα «χρόνια πολλά με υγεία» και οι λοιπές ανοησίες των εγωιστικών meme του πολιτ-ισμού πρέπει να αντικατασταθούν με  «Ευδαιμονία και Καλοπροαίρεση»

Ο Σωκράτης εισήγαγε την θεωρία της γνώσης, βασισμένη πάνω στις ηθικές έννοιες και όχι στις υλικές αρχές, πίστευε ότι «η αρετή είναι ευδαιμονία». Αντίθετα, οι σοφιστές δίδασκαν ότι η αρετή είναι μια τέχνη που διδάσκεται και αφορά την προσωπική επιτυχία στην ζωή, χωρίς να υπόκεινται σε απόλυτες ηθικές αρχές και αξίες, αφού απόλυτη γνώση δεν υπάρχει.

Ο Σωκράτης δίδασκε ότι «η αρετή είναι γνώση», δηλαδή ότι η αρετή μπορεί να αποκτηθεί μέσα από την ορθή και την απόλυτη γνώση. Η ορθή γνώση, σύμφωνα με τον Σωκράτη, είναι η γνώση των απόλυτων ηθικών εννοιών που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον άνθρωπο και μπορεί να επιτευχθεί με την αυτογνωσία. Για τον Σωκράτη «ουδείς εκών κακός», δηλαδή κανένας δεν κάνει κακό με την θέλησή του, αλλά, αντίθετα η κακία οφείλεται απλά στη άγνοια.

Ο Πλάτων, αναφέρει ότι η ευδαιμονία μπορεί να επιτευχθεί με την γνώση του κόσμου των ιδεών, οι οποίες αποτελούν τα τέλεια πρότυπα, όχι μόνο των ηθικών εννοιών, όπως υποστήριζε ο Σωκράτης, αλλά και των γνωστικών εννοιών, καθώς και όλων των πραγμάτων που αποτελούν τον ορατό κόσμο και που δεν είναι παρά «είδωλα» ή «μιμήματα» των Ιδεών. Για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον κόσμο των Ιδεών, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όχι τις αισθήσεις του, αλλά τον νου του, ο οποίος είναι μέρος της ψυχής του.

Έτσι, προορισμός του ανθρώπου είναι από την μία η φυγή  από τον υλικό κόσμο και από την άλλη η ομοίωσή του με τον Θεό, η οποία επιτυγχάνεται με τον αρμονικό συνδυασμό των τριών αρετών που αντιστοιχούν στα τρία μέρη της ψυχής, δηλαδή της «σοφίας», της «ανδρείας» και της «σωφροσύνης». Ο συνδυασμός των τριών αυτών αρετών γεννά την τέταρτη κύρια αρετή, «την δικαιοσύνη» γι’αυτό ο δίκαιος άνθρωπος είναι ο πλησιέστερος στον Θεό, άρα και ο πιο ευδαίμων.

 Ο Αριστοτέλης αν και μαθητής του Πλάτωνος, αναφέρει ότι η θεωρία του ιδανικού κόσμου των Ιδεών ήταν τελείως φανταστική και ότι, αντίθετα, ο ορατός κόσμος είναι απόλυτα αληθινός. Αφού ταξινόμησε τις αρετές σε δύο μεγάλες κατηγορίες, «τις ηθικές» και «τις διανοητικές», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ευδαιμονία μπορούσε να επιτευχθεί κατά πρώτο λόγο με την άσκηση των διανοητικών αρετών, και κατά δεύτερο λόγο με την άσκηση των ηθικών αρετών, διότι η διανοητική ενέργεια συνίσταται στην καθαρή σκέψη και στην ενατένιση της αλήθειας και του ύψιστου αγαθού, του Θεού. Αυτά τα έλεγε στην μάζα – ιερείς, διδασκάλους κλπ- γιατί στους «κλειστούς κύκλους»  των μαθητών του  έλεγε τελείως διαφορετικά πράγματα, όπως και ο Πυθαγόρης άλλωστε.

Οι Κυνικοί φιλόσοφοι μας λένε ότι οι όλες οι κοινωνικές συμβάσεις και οι καθιερωμένες ανθρώπινες αξίες είναι περιττές και ότι η ευδαιμονία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια ζωή όσο γίνεται πιο απλή και φυσική, όπως είναι η ζωή στην φύση. Επίσης, αναφέρουν ότι ο άνθρωπος έπρεπε να απαλλαχθεί από τα δεσμά της «Πόλης-Κράτους», καθώς και των ιδανικών της. Αξίζει να σημειωθεί ότι το όνομα «Κυνικός» προήλθε από το ψευδώνυμο κύων=σκύλος, που είχε δοθεί στον Διογένη, τον διασημότερο εκπρόσωπο των Κυνικών, για την αναισχυντία του, από αυτούς που μέχρι σήμερα ούτε ετυμολογικά δεν γνωρίζουν τι σημαίνει Ευδαιμονία.

Οι Σκεπτικιστές, με πρώτο απ’όλους των Πύρρωνα τον Ηλείο, πίστευαν ότι τόσο οι αισθήσεις, όσο και οι γνώσεις μας εξαπατούν και επομένως, η ορθή γνώση της φύσης των πραγμάτων δεν μπορεί να αποκτηθεί μέσω της εμπειρίας του ορατού κόσμου. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτούς, για να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία πρέπει να αμφισβητεί συνεχώς τις δοξασίες όλων των ανθρώπων, ακόμα και των φιλοσόφων και να μην εκφέρει γνώμη ή οποιαδήποτε άποψη, παρά μόνο για τις προσωπικές του εμπειρίες. Μια τέτοια στάση, πίστευαν οι Σκεπτικιστές, προσφέρει ανακούφιση στους ανθρώπους, που δεν γνωρίζουν την πραγματικότητα, τους απαλλάσσει από τον δογματισμό, τους προτρέπει να ζουν σύμφωνα με τη φύση και τους χαρίζει την υπέρτατη αρετή, που δεν είναι άλλη από την πνευματική γαλήνη.

Σύμφωνα με τους Επικουρείους, η ευδαιμονία συνίσταται στην ψυχική ηρεμία (αταραξία) και επιτυγχάνεται με την αναζήτηση της ηδονής. Οι Επικούρειοι με τον όρο «ηδονή» δεν εννοούσαν την ηδονή που κρύβεται στις απολαύσεις και στις διασκεδάσεις («ενεργή» ή «κινητική» ηδονή, ηδονή εν κινήσει), αλλά την ηδονή που συνοδεύει την πλήρη απουσία πόθου και πόνου (απονία), δηλαδή την σωματική υγεία και την ψυχική ηρεμία («στατική» ηδονή, ηδονή καταστηματική). Έτσι, για τους Επικουρείους, η ευτυχισμένη ζωή είναι μια ζωή απαλλαγμένη από τους φόβους και τις οδυνηρές σκέψεις, οι οποίες μπορούσαν να προκαλέσουν ψυχική και σωματική οδύνη. Λέγοντας «Ηδονή» οι Επικούριοι αναφέρονται στην «Ευδαιμονία».

Φωτογραφίες Keith Perelli


Οι Στωϊκοί, αναφέρουν ότι η αρετή είναι αρκετή για να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία. Σύμφωνα με αυτούς, η αρετή είναι το μόνο αγαθό για τον άνθρωπο, γιατί είναι πάντα ευεργετική. Η καταγωγή, η κοινωνική θέση, ο πλούτος, οι απολαύσεις, οι οποιεσδήποτε αξίες που ταύτιζαν την ευτυχία με τα υλικά αγαθά, δεν είχαν καμμία σημασία με τους Στωϊκούς.

Όλες αυτές οι αξίες ήταν –όπως έλεγαν οι Στωϊκοί- «αδιάφορες» και δεν συνεισέφεραν τίποτα όσον αφορά στην πορεία προς την αρετή, αφού οι άνθρωποι μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν καλά ή άσχημα. Αντίθετα, οι Στωϊκοί πίστευαν ότι τα ενάρετα άτομα έχουν ό,τι χρειάζονται για να είναι ευτυχή και επομένως, η ευδαιμονία είναι εφικτή, όχι μόνο για τους προικισμένους από την ζωή με πλούτο και κοινωνική θέση, αλλά και για όσους έχουν λιγότερη τύχη όπως οι φτωχοί, οι σκλάβοι, οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις των τεχνητών πολιτ-ισμών.

Η αρετή συνίσταται σε μια ζωή σύμφωνα με την φύση, δηλαδή σύμφωνα με την λογική ή τον λόγο (νου) του Πνεύματος, με την οποία είναι προικισμένος κάθε άνθρωπος ως μέρος της φύσης και η οποία, αν και υπάρχει ατελής μέσα του, μπορεί να τελειοποιηθεί με την αυτογνωσία. Ο ενάρετος και καλοπροαίρετος άνθρωπος χαρακτηρίζεται από «Γαλήνη» και «Ευδαιμονία».

Οι Νεοπλατωνικοί πρεσβεύουν την θέση ότι ο δρόμος προς την ευδαιμονία είναι η ανάταση της ψυχής και η ομοίωσή της με το Πνεύμα. Σκοπός του ανθρώπου είναι να βοηθήσει την ψυχή του να επανέλθει, μετά τον θάνατο, στην αρχική της κατάσταση, σε έναν ανώτερο Πνευματικό κόσμο.

Αν ζεις με τις προτροπές των ελλήνων φιλοσόφων, αντιλαμβάνεσαι πόσο εύκολο είναι να μπεις στην θέση του Οδυσσέα και να φτάσεις στην Ιθάκη. Γιατί στην Οδύσσεια μόνο αυτός που είχε Θ Ε Λ Η Σ Η και καλοπροαίρεση, κατάφερε να αγγίξει την Ευδαιμονία.

Αν αποκοπείς από την σύνδεση σου με την ΘΕΛΗΣΗ ή Πνευματική Δύναμη δημιουργούνται ψυχολογικές παρεκκλίσεις. Το καλό και το κακό η Ευδαιμονία ή η ταραχή, προσδιορίζεται σε σχέση με κάτι άλλο, πχ.  με την επιβίωση, αν πρόκειται για την ανθρώπινη ύπαρξη στο σύνολο της. Κάθε τι που ενισχύει και αυξάνει την επιβίωση ενός ανθρώπου στα πλαίσια της λογικής, είναι καλό. Κάθε τι που την εξασθενίζει – στα πλαίσια της λογικής επίσης- και την σκοτώνει, είναι κακό. Αυτό είναι Ολοφάνερο, από την υγεία του ανθρώπου, ψυχική και σωματική.

Κάθε καλή κατάσταση που σε τοποθετεί και ενδυναμώνει την σύνδεση σου με το Πνεύμα – Δύναμη ή Σκοπό αυτόματα σε τοποθετεί στην κατάσταση της Ευδαιμονίας, κάθε κακή κατάσταση σε αποκόβει και σε απομακρύνει από τον Σκοπό, άρα σε απομακρύνει και από την Ευδαιμονία.

O θησαυρός της Βακτριανής με την Αφροδίτη και Μέγα Αλέξανδρο

 Η Αφροδίτης της Βακτριανής. Σαν της Μήλου αλλά φτερωτή και με την ινδική βούλα στο μέτωπο.

Μετά τον θάνατο του Μέγα Αλεξάνδρου το 323 π.Χ, η αυτοκρατορία του διασπάστηκε σε τρία μικρότερα βασίλεια. Το βασίλειο της Αιγύπτου ή των Πτολεμαίων, της Μακεδονίας και των Σελευκιδών. Στο βορειοανατολικό άκρο του βασιλείου των Σελευκιδών βρισκόταν η επαρχία της Βακτριανής. Μπορούμε να αντιστοιχήσουμε την γεωγραφική επικράτεια της Βακτριανής με τα εδάφη του σημερινού βορείου Αφγανιστάν και νοτίου Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν...

Το 250 π.Χ, ο διοικητής της Βακτριανής Διόδοτος αποσχίστηκε από το βασίλειο των Σελευκιδών ανεξαρτητοποιώντας την Βακτριανή. Τον
διαδέχθηκε ο Ευθύδημος κατά την διάρκεια της ηγεμονίας του οποίου η Βακτριανή παρουσίασε σημαντική ακμή. Ωστόσο ο ηγεμόνας των Σελευκιδών Αντίοχος Γ' εκστράτευσε κατά της Βακτριανής για να την επανεντάξει στο βασίλειο του. 

Το στέμμα της βασίλισσας από την νεκρόπολη του Τιλιά Τεπέ.

Οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών στρατιών συνεχίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι που ο Ευθύδημος έπεισε τον Αντίοχο να προβούν σε εκεχειρία, θίγοντας τους κινδύνους των νομαδικών επιδρομών που εκμεταλλευόμενοι την αστάθεια, εισβάλλουν στην Βακτριανή λεηλατώντας και καταστρέφοντας ότι βρουν στο διάβα τους. Ο Αντίοχος επέστρεψε στην Μεσοποταμία με τα στρατεύματα του ενώ ο Ευθύδημος ανέλαβε να επαναφέρει την τάξη στην Βακτριανή. 


Σκουλαρίκια με φτερωτούς Έρωτες και μογγολοειδή χαρακτηριστικά.
Όταν οι πολεμιστές του Μέγα Αλεξάνδρου έφτασαν μέχρι το μακρινό Αφγανιστάν, κουρασμένοι από τις συνεχείς εκστρατείες αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα στην τότε Βακτριανή. Κατασκεύασαν πόλεις των οποίων η πολεοδομία και η ρυμοτομία μαρτυρά την έντονη επιρροή των πόλεων - κρατών της μητροπολιτικής Ελλάδας. 
Λεπτομέρεια από περιδέραιο με τον βασιλιά να παλεύει με δύο φανταστικά τέρατα.
Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ότι οι πόλεις αυτές διέθεταν αγορές, γυμναστήρια, ανάκτορα, θέατρα, σιντριβάνια και νεκροπόλεις, δηλαδή αρχιτεκτονικά έργα που χαρακτήριζαν τις αρχαιοελληνικές πόλεις. Συγχρόνως τα ευρήματα δηλώνουν την διάδοση και τον αντίκτυπο της αρχαιοελληνικής αισθητικής στην γλυπτική, την χρυσοχοΐα και την μεταλλοτεχνία. 
Πόρπες με την μορφή του Μέγα Αλεξάνδρου.
Χαρακτηριστικά, οι μελετητές τονίζουν την υπεροχή της χαρακτικής τέχνης των ελληνοβακτριανών νομισμάτων έναντι των αμιγώς ελληνικών καθώς, όσο γερνούσε ο ηγεμόνας της Βακτριανής, «γερνούσε» και η απεικόνιση του στα νομίσματα που κυκλοφορούσαν στο βασίλειο.   
Μια από τις ελληνιστικές πόλεις της Βακτριανής ήταν η Αϊ Χανούμ (φεγγαρόμορφη γυναίκα) που πιθανόν να αντιστοιχεί στην «Αλεξάνδρεια του Ώξου»[1]. 
Ο Ώξος ποταμός ή αλλιώς Αμού Νταριά.
Τα πανίσχυρα τείχη της πόλης δεν στάθηκαν ικανά για να την προστατεύσουν από τις νομαδικές επιδρομές των τουρανικών φυλών. Η τύχη των περισσοτέρων αστικών κέντρων παραδόθηκε στο έλεος των νομάδων πολεμιστών που έτρεψαν σε φυγή τους ελληνικούς πληθυσμούς και επιβλήθηκαν στην περιοχή. 
Πόρπες με την μορφή του Μέγα Αλεξάνδρου.
Αξιοσημείωτη εξέλιξη αποτελεί η υιοθέτηση του ελληνιστικού πολιτισμού της Βακτριανής από τους νομάδες που την κατέλαβαν. Με την πάροδο του χρόνου αφομοίωσαν τον πολιτισμό που αντίκρισαν και οι νομάδες της τρίτης και τέταρτης γενιάς έγιναν φιλέλληνες. 
Τον Νοέμβριο του 1978 μια αποστολή Σοβιετικών αρχαιολόγων καταφτάνει στο βόρειο Αφγανιστάν, στα εδάφη της άλλοτε Βακτριανής. Επικεφαλής των αρχαιολογικών εργασιών ορίζεται ο ομογενής Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης. Οι ανασκαφές λαμβάνουν χώρα σε έναν λόφο, τον Τιλιά Τεπέ (Χρυσός Λόφος) που εντοπίζεται μια νεκρόπολη με 20.000 χρυσά κτερίσματα.
Ο Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης με την ομάδα του επί τω έργω.
Τα χρυσά και ασημένια νομίσματα προσδιορίζουν με ακρίβεια ότι στην νεκρόπολη του Τιλιά Τεπέ είχαν θαφτεί βασιλικοί απόγονοι που έζησαν μεταξύ του 1ου αι. π.Χ και 1ου αι. μ.Χ, οι πρόγονοι των οποίων ήταν οι νομάδες που επιτέθηκαν στην Βακτριανή και την κατέλαβαν. Σε έναν τάφο βρέθηκε μια βασίλισσα με χρυσό στέμμα στο κεφάλι, ξαπλωμένη στο μνήμα με βασιλική μεγαλοπρέπεια, κρατώντας ένα χρυσό σκήπτρο. 
Όπως είναι γνωστό, οι Έλληνες βασιλείς δεν φορούσαν στέμμα, οπότε η μορφή της νεκρής βασίλισσας παραπέμπει σε σκυθικές παραδόσεις, υποδεικνύοντας την μακρινή προέλευση των νεκρών του Τιλιά Τεπέ από τα σκυθικά, νομαδικά φύλα. Επίσης σύμφωνα με το αρχαιοελληνικό τελετουργικό ενταφιασμού, ένα πάρθιο χρυσό νόμισμα βρέθηκε στο στόμα της νεκρής βασίλισσας για να πληρωθεί στον Χάροντα το αντίτιμο της διέλευσης της Στυγός.   
Χρυσό ειδώλιο αιγάγρου.
Στα χρυσά ευρήματα, η αρχαιοελληνική αισθητική επιρροή συνυπάρχει με εκείνη της Ινδίας, της Κίνας, της Ρώμης, της Περσίας και των φυλών του Αλτάι. Κοσμήματα όπως σκουλαρίκια με την μορφή φτερωτών Ερώτων με μογγολοειδή χαρακτηριστικά, μια φτερωτή Αφροδίτη σαν της Μήλου με την χαρακτηριστική ινδική βούλα στο μέτωπο, χρυσά περιδέραια με την μορφή ενός βασιλέα που παλεύει με δύο φανταστικά τέρατα που του επιτίθενται εξ αριστερών και εκ δεξιών και δύο πόρπες με την μορφή του Μέγα Αλεξάνδρου μαρτυρούν τον συγχρωτισμό που επικρατούσε στην περιοχή. 
Οι ανασκαφές προκάλεσαν το έντονο ενδιαφέρον των Αφγανών χωρικών της περιοχής που συνέρρεαν τακτικά στον αρχαιολογικό χώρο για να παρακολουθήσουν την εξέλιξη των εργασιών. Κάποια στιγμή ένας ηλικιωμένος άντρας πλησίασε τον Βίκτωρ Σαρηγιαννίδη εξιστορώντας το προσωπικό του δράμα. 
Ο ίδιος είχε εκτάσεις και καλλιεργούσε βαμβάκι πάνω στον λόφο του Τιλιά Τεπέ. Η γυναίκα του τον έδιωξε από το σπίτι φωνάζοντας του υποτιμητικά, τι σόι άντρας ήταν αυτός που πέρασαν όλη τους την ζωή στην φτώχεια όταν υπήρχαν τόσα χρυσά κάτω από τα χωράφια του. Οι εργασίες στον αρχαιολογικό χώρο συνεχίστηκαν μέχρι τον Φεβρουάριο του 1979, όταν ένα πρωινό οι μουτζαχεντίν ιππείς εισέβαλαν στον χώρο των ανασκαφών και τον πάτησαν με τα άλογα τους. 
 
Οι φωτογραφίες είναι από την συλλογή του Βίκτωρ Σαρηγιαννίδη με τα ευρήματα του Τιλιά Τεπέ που εκτέθηκε το 2011 στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου.
[1] Ο Ώξος ποταμός είναι ο σημερινός Αμού Νταριά που πηγάζει από το ορεινό βορειοανατολικό άκρο του σημερινού Αφγανιστάν, κοντά στα σύνορα με την Κίνα και εκβάλει στην λίμνη Αράλη. Στις παρυφές του ιδρύθηκαν πολλές από τις πόλεις της Βακτριανής.

Πότε δημιουργήθηκε η λέξη “δημοκρατία”;

Όπως έχει επισημανθεί πολλές φορές στην έρευνα, στις αισχύλειες Ικέτιδες (463 π.Χ.) έχουμε την αρχαιότερη εικόνα μιας δημοκρατίας σε δράση.  Η εικόνα αυτή δεν μπορεί παρά να είναι επηρεασμένη από τη δημοκρατία της σύγχρονης Αθήνας, αφού ποιητής και κοινό δε θα μπορούσαν να κατασκευάσουν και να κατανοήσουν αντίστοιχα μια δημοκρατική κοινωνία της ηρωικής εποχής παρά μόνο με βάση τη δική τους καθημερινή εμπειρία. Έτσι το λεξιλόγιο της δημοκρατίας διαπερνά το έργο και χρησιμοποιείται και από (ή για) πρόσωπα που καταρχήν δε θα το περιμέναμε, όπως λ.χ. οι Δαναΐδες που καταφτάνουν από τη δεσποτική Αίγυπτο. Στις Ικέτιδες, όμως, δεν έχουμε απλά μια γενική εικόνα της δημοκρατίας σε δράση, αλλά και στοιχεία από την τεχνική
ορολογία των δημοκρατικών διαδικασιών που ήταν σε χρήση την εποχή παράστασης του έργου. Μάλιστα, στις Ικέτιδες έχουμε την αρχαιότερη
περίφραση που πλησιάζει πάρα πολύ στην ίδια τη λέξη δημοκρατία (604):δήμου κρατοῦσα χεὶρ. Η φράση δε σημαίνει «η πλειοψηφία των ψήφων του λαού», ούτε «το νικητήριο χέρι του δήμου» ή το «το χέρι του δήμου που αποφασίζει», ούτε οἱ κρατοῦντες τη χειροτονίᾳ, επειδή μια τέτοια ερμηνεία προϋποθέτει και μια δήμου ἠττωμένη χείρ, δηλαδή θα υπονοούνταν μια πλειοψηφία και μια μειοψηφία μεταξύ του λαού. Ωστόσο την έννοια αυτή την αναλαμβάνει το ρήμα πληθύεται που ακολουθεί και το οποίο υποδηλώνει την τόσο βασική για τη δημοκρατία αρχή της πλειοψηφίας.[1] Hπιθανότερη απόδοση της έκφρασης δήμου κρατοῦσα χεὶρ  είναι «το κυρίαρχο χέρι του δήμου» και δηλώνει το λαό στην έμπρακτη εφαρμογή της κυριαρχίας του μέσω της δια χειρός ψηφοφορίας. Το χωρίο φαίνεται να υποδεικνύει ότι η λέξη δημοκρατία και η έννοιά της δεν ήταν κάτι άγνωστο στον Αισχύλο.

 
Αυτή η υπόθεση
φαίνεται να επιβεβαιώνεται από ένα δεύτερο χωρίο των Ικετίδων (699-700), όπου ο χορός κάνει λόγο για τὸ δήμιον͵ τὸ πτόλιν κρατύνει. Η λέξη δήμιονισοδυναμεί με τη λέξη δημόσιον και δηλώνει το κράτος ως κοινότητα του λαού, ενώ με την προσθήκη του χαρακτηρισμού ἀρχά (στίχος 700), ο οποίος σημαίνει «διακυβέρνηση, εξουσία», γίνεται φανερό ότι με τη λέξη δήμιονπρέπει να εννοήσουμε εδώ κυρίως την εκτελεστική εξουσία. Η ασάφεια που δημιουργούν οι δύο αφηρημένες έννοιες (δήμιον, ἀρχά. Πβ. και την έννοια του κράτους στο ρήμα κρατύνει) έχει ως συνέπεια να μην ξεχωρίζει ο βασιλιάς ή η συνέλευση ή το συμβούλιο των γερόντων (667-673), αλλά να περιλαμβάνονται όλοι στο χαρακτηρισμό προμαθὶς εὐκοινόμητις (700): έτσι ο βασιλιάς, μολονότι τυπικά περιλαμβάνεται στην αρχή, στην πράξη είναι απόλυτα ενσωματωμένος σε μια ευρύτερη πλουραλιστική εξουσία (βασιλιάς, συνέλευση του λαού, συμβούλιο γερόντων), η οποία είναι γεμάτη προνοητικότητα (προμαθίς) και επιμέλεια για το κοινό καλό (εὐκοινόμητις).Την ίδια αίσθηση πλουραλισμού και μαζικής συμμετοχής στον τρόπο άσκησης εξουσίας και λήψης αποφάσεων δίνουν και οι λέξεις πληθύεται(604), πανδημίᾳ (607) και εὐκοινόμητις (700): εδώ στο δεύτερο συνθετικό -κοινό- δεν αποκλείεται να λανθάνει η έννοια που έχει η λέξη «τό κοινόν» σε σύνθετα όπως κοινοτελής και κοινοπολιτεία. Γενικά η λέξη κοινόν σε πολιτικά συμφραζόμενα αναφέρεται στο κράτος, φέροντας συνάμα την ιδέα της ενότητας. Η πολιτική διάσταση των δύο χωρίων που σχολιάστηκαν εδώ (στ. 604, 699-700) αποκαλύπτεται επίσης από το ότι έχουν στενή αντιστοιχία με εκφράσεις που απαντούν στη γνωστή συζήτηση για τα πολιτεύματα στον Ηρόδοτο (3.80-82): πλῆθος ἄρχον (80.6), δῆμος ἄρχων (82.4) - τὸ δήμιον… ἀρχά(699-700), δήμου… πληθύεται (604). Επίσης τὸ πλῆθος… φέρειν τὸ κράτος (81.4) - τὸ δήμιον… κρατύνει (699), δήμου κρατοῦσα (604).

 
Αληθεύει ότι παραμένει δυσαπόδεικτο το αν ο Αισχύλος γνώριζε πραγματικά το αφηρημένο ουσιαστικό δημοκρατία ή αν την εποχή του υπήρχε μια έκφραση όπως το δῆμος κρατεῖ (ή κάτι παρόμοιο),[2] η οποία εντούτοις περιέγραφε μια μορφή πολιτεύματος, όπου κυριαρχεί ο λαός. Σε μια αξεπέραστη ακόμη και σήμερα μελέτη της λέξης δημοκρατία από γλωσσολογική άποψη ο Debrunner το 1947 απέδειξε ότι η λέξη δημοκρατία ήταν η μόνη δυνατή έκφραση που μπορούσε να περιγράψει την κυριαρχία του λαού. Συντέθηκε υπό την επίδραση των λέξεων μοναρχία και ολιγαρχία. Από τις τρεις λέξεις η μοναρχία φαίνεται ως η αρχαιότερη και είναι γνωστή ήδη από την εποχή του Αλκαίου (απ. 6a 27 Lobel-Page), ενώ χρησιμοποιείται και από τον Αισχύλο (Επτά 881). Τόσο η μοναρχία όσο και η ολιγαρχία είναι σύνθετα, στα οποία το 1ο συνθετικό αναφέρεται στο υποκείμενο και όχι στο αντικείμενο της εξουσίας. Για την έκφραση της κυριαρχίας του λαού το αντίστοιχο σύνθετο θα ήταν η δημαρχία.[3] Αυτό όμως το σύνθετο χρησιμοποιούνταν ήδη για να εκφράσει την κυριαρχία επί του λαού (βλ. τους Αθηναίους δημάρχους, οι οποίοι ήταν αξιωματούχοι των δήμων της Αττικής). Αυτή η δυσκολία λύθηκε με την επινόηση του ουσιαστικούδημοκρατία.[4] Η λέξη με τη σειρά της δημιούργησε πολλά παράγωγα, όπως π.χ. το επίθετο δημοκρατικός και το παθητικό ρήμα δημοκρατεῖσθαι. ΟDebrunner απέδειξε επίσης ότι ο όρος δημοκρατία αποτελεί ένα τεχνητό κατασκεύασμα (Kunstwort), χωρίς άμεσο γλωσσικό πρόγονο: επειδή δεν υπάρχει η λέξη *κρατία, ο όρος δημοκρατία δεν αποτελεί ένα άμεσο σύνθετο από το δήμος ₊ κρατία, αλλά θυμίζει παρασύνθετες λέξεις όπως η λέξη «φιλολογία», η οποία παράγεται από τον τύπο «φιλόλογος». Συνεπώς θα περιμέναμε την παράλληλη ύπαρξη ενός τύπου «δημοκράτης». Πράγματι, ένας άνθρωπος γεννημένος γύρω στα 470 π.Χ. φέρει σε επιγραφή το όνομα «Δημοκράτης». Έτσι, οι νεότερες έρευνες τείνουν να δεχτούν ότι στο χωρίο των Ικετίδων πράγματι υπόκειται η λέξη δημοκρατία, η οποία μπορεί να υπήρχε τουλάχιστον από τη δεκαετία 470-460, ενώ δεν υπάρχει ειδικός λόγος που να μας κάνει να αρνούμαστε την ακόμη πρωιμότερη ύπαρξή της:[5] δεν αποκλείεται αυτή την εποχή η λέξη να αποτελούσε ακόμη ένα είδος συνθήματος που το χρησιμοποιούσαν με υπερηφάνεια τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της πόλης.[6]  To argumentum ex silentio που θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί είναι πολύ αδύναμο: αν και ο όρος δε χρησιμοποιείται πριν τον Ηρόδοτο ή τον Ψευδο-Ξενοφώντα στην Αθηναίων πολιτεία,[7] πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει διασωθεί η παλιότερη πολιτική πεζογραφία, ενώ η δυσκολία να ενταχθεί η λέξη δημοκρατία στα περισσότερα ποιητικά μέτρα εξηγεί την έλλειψή της από την ποίηση, όπου η παλιότερη μαρτυρία γι’ αυτήν είναι ο στίχος 618 στους Αχαρνείς του Αριστοφάνη.[8]


[1] Να σημειωθεί εδώ ότι το ρήμα πληθύεται (ή πληθύνεται) χρησιμοποιείται στις επιγραφές για τις συνελεύσεις που συνεκλήθησαν νόμιμα.
[2] Ορισμένοι μελετητές δέχονται ότι η αρχική λέξη που περιέγραφε τη νέα λαϊκή διακυβέρνηση των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη ήταν ισονομία.  Ωστόσο οι νεότερες έρευνες έδειξαν ότι δεν μπορούμε εύκολα να συνδέσουμε τη λέξη «ισονομία» με τον Κλεισθένη, ενώ, ακόμη κι αν αυτός την χρησιμοποίησε, είναι αβέβαιο το αν ο πολύσημος αυτός όρος μας λέει κάτι σημαντικό για τις μεταρρυθμίσεις του:  η σημασία του όρου ταιριάζει τόσο σε αριστοκρατικά συμφραζόμενα, όπου θα σήμαινε «ίση κατανομή δικαιωμάτων» μεταξύ των αριστοκρατών, όσο και σε δημοκρατικά. Πβ. επίσης τους συναφείς όρους   ισηγορίαισοκρατία.
[3] Επίσης υπήρχε η δυνατότητα να είχε σχηματιστεί ένας τύπος πληθαρχία(πβ. Ηρόδ. 3.80.6, πλῆθος ἄρχον. Βλ. όμως 3.81.1, τὸ πλῆθος… φέρειν τὸ κράτος).
[4] Ο τεχνητός χαρακτήρας της λέξης φαίνεται και από το γεγονός ότι η κανονική σημασία του όρου από γλωσσολογική άποψη θα έπρεπε να είναι «κυριαρχία επί του λαού» (die Macht über das Volk besitzend) ή «κατοχή της εξουσίας μέσω του λαού» (durch das Volk die Macht besitzend). Debrunner1947, 13. Παρόλα αυτά η λέξη δηλώνει τελικά το πολίτευμα, στο οποίο την εξουσία έχει ο λαός: “Demokratia ist aber die Staatsform, in der das Volk dieMacht besitzt”.
[5] Ένας από τους ήρωες της μάχης των Πλαταιών είχε το όνομα Δαμοκράτης κατά τον Πλούταρχο, Αριστ. 11.3.  Ορισμένοι δέχονται μια πρώτη εμφάνιση του όρου στη δεκαετία 470-460 π.Χ. σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη και πιστεύουν ότι κάθε πλευρά χρησιμοποιούσε τη λέξη με διαφορετικό νόημα: οι δημοκρατικοί εννοώντας την ευρεία έννοια όλου του αθηναϊκού λαού στη λέξη δήμος, ενώ οι συντηρητικοί εννοώντας τη στενή έννοια του δήμου ως  ”οι κατώτερες τάξεις”. Άλλοι ανάγουν τη δημιουργία του όρου στις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, αλλά πιστεύουν ότι η αρχική σημασία της λέξης δεν ήταν «πολίτευμα, στο οποίο εξουσιάζει ο λαός», αλλά «μορφή διακυβέρνησης μέσω των δήμων». Επίσης για ορισμένους η λέξη δήλωνε αρχικά την κατοχή εξουσίας από ένα άτομο ή μια ομάδα, της οποίας η δύναμη βασιζόταν στην υποστήριξη του πλήθους.
[6] Άλλοι θεωρούν αντίθετα ότι η λέξη δημοκρατία είχε υποτιμητική χροιά εξαρχής και εφευρέθηκε από τους αντιπάλους της με μια έννοια που πλησιάζει πολύ αυτή της «δικτατορίας του προλεταριάτου», γι’ αυτό και δεν την χρησιμοποιεί ο Οτάνης στον Ηρόδοτο 3.80.6. Κατά μια άποψη η έννοια του «κράτους» στις λέξεις δημοκρατίααριστοκρατία κ.τ.λ έχει την έννοια της ισχύος και του εξαναγκασμού, ενώ το ρήμα ἄρχειν που υπονοείται στις λέξειςμοναρχίαολιγαρχία παραπέμπει σε μια περισσότερο παραδοσιακή και νομιμοποιημένη εξουσία.
[7] Η Αθηναίων πολιτεία χρονολογείται συνήθως μεταξύ 440 και 420 π.Χ., επομένως είναι περίπου σύγχρονη με το έργο του Ηροδότου.
[8] Η παλαιότερη επιγραφική μαρτυρία για τον όρο είναι η επιγραφή IG I337.49, η οποία χρονολογείται στα 447/6 π.Χ.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

“Φίλος Σημαίνει Όφελος” Επίκουρος

Η φιλοσοφία, κατά τον Επίκουρο, δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά μέσο και βοήθημα στην επίτευξη του σκοπού του ανθρώπινου βίου, που είναι η ευδαιμονία. Γι αυτό το λόγο ο Επίκουρος δεν έδινε σχεδόν καμιά σημασία στις εκτεταμένες θεωρητικές, γραμματικές, ιστορικές και μαθηματικές έρευνες, εφόσον δεν εξυπηρετούσαν το να ζει ο άνθρωπος ευτυχισμένος. Από την άλλη όμως επειδή θεωρούσε ότι η κακοδαιμονία των ανθρώπων προέρχεται από την αμάθεια, τη δεισιδαιμονία, τις προλήψεις, τους φόβους και τις ελπίδες που γεννούν όλα αυτά στους ανθρώπους και επειδή θεωρούσε πως αιτία όλων αυτών είναι η άγνοια των φυσικών νόμων, πίστευε ότι μόνο μέσο θεραπείας είναι η ορθή γνώση των νόμων που διέπουν τη φύση και τον άνθρωπο.
Ούτε αυτός που ζητά συνέχεια βοήθεια είναι φίλος, ούτε εκείνος που δε σχετίζει ποτέ το όφελος με την φιλία.
-Η ερωτική πράξη από μόνη της δεν έχει τίποτα το επιλήψιμο, όμως πολύ πιο σημαντική από το σεξ ή τον έρωτα είναι η φιλία, που “χορεύει ολόγυρα στην οικουμένη καλώντας μας να ξυπνήσουμε για χάρη της ευτυχίας“. Επίκουρος (341 π.κ.ε. – 270 π.κ.ε..)
-Ών η σοφία παρασκευάζεται εις την όλου βίου μακαριότητα πολύ μέγιστόν εστί η της φιλίας κτήσις. “Απ’ όλα τα αγαθά που παρέχει η Σοφία για έναν ευτυχισμένο βίο το μεγαλύτερο είναι η απόκτηση της φιλίας, έλεγε ο Επίκουρος. Αρετή σημαίνει να έχεις την ικανότητα να αρμόζεις, να ωφελείς, να συνδέεις, να αρέσεις, να είσαι ανώτερος και όσο πιο ηθικός μπορείς.
“Κάθε φιλία από μόνη της είναι αρετή, αρχικό της κίνητρο όμως είναι η ωφέλεια.”
-Δεν έχουμε τόσο ανάγκη από τη βοήθεια των φίλων, όσο από την ελπίδα, ότι θα μας προσφέρουν τη βοήθειά τους όταν την έχουμε ανάγκη. Φίλος, έλεγε ο Επίκουρος, δεν είναι ούτε αυτός που επιδιώκει διαρκώς το όφελος από μία φιλία, ούτε εκείνος που ποτέ δεν συνδέει το όφελος με τη φιλία. Κι αυτό γιατί ο ένας καπηλεύεται με αντάλλαγμα τη φιλία και ο άλλος ξεκόβει κάθε ελπίδα για το μέλλον. Οι Επικούρειοι μάλιστα διακήρυτταν ότι είναι προτιμότερο και πιο ηδονικό να κάνεις το καλό από το να δέχεσαι τις ευεργεσίες των άλλων.
-Ούτε πρέπει να μας απασχολεί τι τρώμε και τι πίνουμε, αλλά με ποιους τρώμε και με ποιους πίνουμε.
Ο γενναίος, περί σοφίαν και φιλίαν μάλιστα γίγνεται, ών το μέν θνητόν αγαθόν, το δέ αθάνατο. “Ο ανώτερος άνθρωπος επιδιώκει πάντοτε την σοφία και την φιλία, εξ αυτών το μεν είναι θνητό αγαθό το δε αθάνατο.”
-Η φιλία περιχορεύει την οικουμένη κηρύττουσα δή πάσιν ημίν εγείρεσθαι επι τον μακαρισμόν. “Η φιλία σέρνει τον χορό ολόγυρα  στην οικουμένη καλώντας μας να ξυπνήσουμε για χάρη της ευτυχίας.”
Η κομβική σημασία της φιλίας στην επικούρεια φιλοσοφία, είναι κάτι παραπάνω από εμφανής στα   παραπάνω παραθέματα από τις Επικούρειες Δόξες, που μας διέσωσε ο Διογένης ο Λαέρτιος και την Επικούρου προσφώνηση. Ο μακάριος βίος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την απόκτηση φίλων γιατί αυτό πάνω από όλα εξασφαλίζει το  αγαθό της ασφάλειας, συμβάλλει στην αταραξία της ψυχής εξασφαλίζοντας διαρκή και σταθερή ηδονή ενώ προσφέρει στήριγμα και παρηγοριά στις δυσκολίες της ζωής, την αρρώστια και τον πόνο καθιστώντας το δεινό ευεκκαρτέριτον.
Η φιλία κατά τον Επίκουρο έχει σαφώς ανταποδοτικά ωφέλιμο υπόβαθρο. Το όφελος για τους φίλους, δεν έχει κανένα στοιχείο εκμετάλλευσης του άλλου και είναι απόλυτα ανταποδοτικός.
«Αυτοί δε δήπου λέγουσιν ως το εύ ποείν ήδιόν εστι του εύ πασχειν.» “ Ότι ούδ΄ηδέως ζήν εστι κατ΄Επίκουρον.” όπως μας διασώζει ο Πλούταρχος που κάθε άλλο παρά συμπαθεί τον Επίκουρο.
Άλλωστε η Φιλία πέρα από το όφελος αλλήλων κίνητρο, για τους επικούρειους αποτελεί από μόνη της Αρετή και σκοπό της ζωής και θεμελιώδες συστατικό της φιλοσοφίας τους. Οι επικούρειοι  προβιβάζουν την φιλία σε Αρετή ισάξια των τεσσάρων λοιπών παραδοσιακών αρχαιοελληνικών Αρετών δηλαδή της φρόνησης, της εγκράτειας, της ανδρείας και της δικαιοσύνης.

Βέβαια ο Επίκουρος συνιστά και στην επιδίωξη της φιλίας, την επιβολή της φρόνησης. Δεν προκρίνει ούτε αυτούς που ρέπουν στην επιφανειακή χωρίς προϋποθέσεις  φιλία, ούτε τους πολύ δύσκολους και καχύποπτους. Αξίζει όμως κανείς να τολμά να διακινδυνεύει πράγματα, προκειμένου να αποκτήσει φίλους.  Θα πρέπει εκείνος πρώτος να τείνει το χέρι και εκείνος πρώτος να προσφέρει την φιλία και την βοήθειά του προκειμένου να κερδίσει την φιλία του άλλου.

Ο Επίκουρος μας συμβουλεύει να προσέχουμε, να μην εκμεταλλευόμαστε τους φίλους μας, να μην επιτρέπουμε αν μας εκμεταλλεύονται, αλλά και να προσβλέπουμε στην βοήθειά τους όταν χρειαστεί δίνοντάς τους την χαρά της προσφοράς και την αίσθηση ότι αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ζωής μας. Εάν δεν καταφέρουμε να κρατήσουμε το μέτρο, την τόσο πολύτιμη “μέση οδό”τότε δεν υπάρχει φιλία και διαστρέφεται σε κάτι χυδαία ωφελιμιστική σχέση.

Το μεγαλύτερο άλλωστε κέρδος στην επικούρεια φιλία και βασικό στοιχείο της νέας κοινωνικής συνοχής που ο Επίκουρος προσπαθεί να οικοδομήσει σε μια εποχή κοινωνικής αποσάθρωσης, τόσο όμοιας με την δική μας, είναι το αίσθημα της δύναμης, που μας δίνει η θεώρηση, ότι οι φίλοι μας θα προστρέξουν στα δύσκολα και όχι τόσο αυτή καθ’ αυτή η βοήθεια που θα μας προσφέρουν. Είναι επίσης το αίσθημα ότι και εμείς αποτελούμε σημαντικά πρόσωπα στην ζωή άλλων ανθρώπων. Ο επικούρειος του διαλόγου στο έργο De finibus του Κικέρωνα Τορκουάτος, αφού αναφερθεί στην σπουδαιότητα της φιλίας στην Επικουρική Σχολή συνεχίζει ως εξής:
“ Όπως η αρετή έτσι και η φιλία δεν μπορεί να χωριστεί από την ηδονή. Επειδή η μοναξιά και η ζωή χωρίς φίλους είναι γεμάτη επιβουλές και κινδύνους, η ίδια η λογική υπαγορεύει να εφοδιαστούμε με φιλίες. Εάν τις αποχτήσουμε, ο νους αισθάνεται ασφάλεια. Κι όπως η εχθρότητα, ο φθόνος και η περιφρόνηση αντιμάχονται την ηδονή, έτσι και οι φιλίες  είναι η πιο πιστές εγγυήτριες και γεννήτρες ηδονής τόσο για εμάς τους ίδιους όσο και για τους φίλους.”
Ο επικούρειος όμως στοχασμός επεκτείνεται πέρα από το άτομο και γίνεται ανταποδοτικός αλτρουισμός, γιατί είναι προς όφελος όλων, να εκτιμούμε ο ένας τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του άλλου και να συνεργαζόμαστε στο κοινό ταξίδι στην ευδαιμονία. Για τους επικούρειους λοιπόν ο αλτρουισμός είναι προέκταση του ατομισμού και όχι αντίθετη έννοια όπως έχει επικρατήσει σήμερα να θεωρείται.

Η φιλία έτσι γίνεται όχημα που οδηγεί από την επιδίωξη της  ατομικής  στην επιδίωξη της συλλογικής μακαριότητας και ευδαιμονίας.

Ο Επίκουρος θεωρούσε την Ηδονή σαν αρχή και σκοπό της ευδαιμονίας. Την θεωρούσε σαν πρωταρχικό και συγγενικό αγαθό με τη φύση μας, γιατί μας απαλλάσσει από τον πόνο, την αγωνία, τις λύπες και τους φόβους. Θέτοντας όμως την ηδονή σαν σκοπό της ζωής, δεν εννοούσε τις ηδονές των ασώτων και τις συνηθισμένες απολαύσεις που αναζητούν οι περισσότεροι με τα μεθύσια και τα ξεφαντώματα. Αυτό είναι Ελευθεριότητα δεν είναι ηδονή. Κυρίως εννοούσε την αποφυγή του πόνου –χάσιμο ενέργειας-, συνέπεια της νηφάλιας λογικής, διώχνοντας κάθε φόβο και διαλύοντας φαντασιώσεις που του φέρνουν ταραχή και τον απομακρύνουν από την ευδαιμονία της ζωής – πρόσθεση ενέργειας.

Όταν ο άνθρωπος απαλλάσσεται από αυτά τα δεινά τότε είναι πραγματικά ευτυχισμένος. Τόνιζε δε ότι πραγματικός πλούτος είναι να αρκούμαστε στα λίγα, γιατί αυτά ποτέ δε λείπουν από κανέναν, ενώ τα πολλά είναι και δυσκολοαπόκτητα και δημιουργούν προβλήματα και πόνο -απώλεια ενέργειας.
«Φέρτε μου λίγο νερό και λίγο ψωμί και συναγωνίζομαι και τον Δία σε ευδαιμονία»
Έλεγε και ξανάλεγε ο μεγάλος φιλόσοφος, που όσοι τον γνώρισαν στη συνείδησή τους, τον αγάπησαν και δεν τον αποχωρίστηκαν ποτέ!

Ο Επίκουρος γεννήθηκε το 341-271 π.κ.ε. στην αθηναϊκή αποικία της Σάμου, «Επίκουρος Νεοκλέους και Χαιρεστράτης, Αθηναίος, των δήμων Γαργήττιος, γένους του των Φιλαϊδών… κληρουχησάντων Αθηναίων την Σάμον εκείθι τραφήναι» – Διογένης Λαέρτιος 10,1.  Ίδρυσε την πρώτη του φιλοσοφική σχολή στην Μυτιλήνη και την Λάμψακο πριν μεταφερθεί στην Αθήνα περί τα 306 π.κ.ε..  Κατά την 118-3 Ολυμπιάδα (306) ο Επίκουρος σε ηλικία 36 ετών εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, αγόρασε ένα μικρό κήπο αντί των 80 μνων, όπως μας αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος, μεταξύ της πόλης και της Ακαδημίας. Εκεί ίδρυσε σχολή και δίδαξε το δικό του φιλοσοφικό σύστημα. Η σχολή ονομάστηκε Κήπος. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ο Κήπος του Επίκουρου απέκτησε μεγάλη φήμη, με αποτέλεσμα οι οπαδοί της φιλοσοφίας του να αποκαλούνται «οι εκ του Κήπου».

Στην εξάπλωση της Επικούρειας διδασκαλίας από τη μια συνετέλεσε η αγάπη του Επίκουρου προς τους μαθητές του και ο μειλίχιος χαρακτήρας του, και από την άλλη το πρακτικό πνεύμα της ηθικής του διδασκαλίας, που αποτελούσε όαση στη γεμάτη φαινόμενα διαφθοράς ταραγμένη ελληνική κοινωνία, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου του Μακεδόνα και τις πολεμικές διαμάχες των διαδόχων του.

Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στον Κήπο επιτρέπονταν να εισέλθουν και να παρακολουθήσουν μαθήματα οι πάντες, δηλαδή άνθρωποι κάθε ηλικίας, οποιασδήποτε κοινωνικής θέσης (ακόμα και δούλοι), κάθε οικονομικής κατάστασης ή μόρφωσης, και ανεξαρτήτως φύλου.

Τη γυναίκα παρ’ όλη τη χαμηλή της θέση στην αθηναϊκή κοινωνία, ο Επίκουρος την τίμησε μέσα στον Κήπο. Μαζί με άνδρες φιλοσοφούσαν και αρκετές γυναίκες. Αυτό μάλιστα αποτελεί αποκλειστική πρωτοτυπία του Κήπου. Ο Επίκουρος ήταν ο πρώτος που είδε ισότιμα με τον άνδρα την γυναίκα. Ο Επίκουρος Αθηναίος φιλόσοφος είναι γνωστός στις πλατιές μάζες για την ισότητα των δύο φύλων, καθώς και για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Για την στάση του αυτή όμως, όπως ήταν φυσικό κατηγορήθηκε και διώχθηκε.

Ο βιογράφος του Επίκουρου Διογένης Λαέρτιος για να αποδείξει την ακεραιότητα και την αρετή του παραθέτει τις παρακάτω αποδείξεις:

Πρώτον ότι η πατρίδα του αναγνώρισε τις ευεργεσίες του και τον τίμησε με χάλκινους ανδριάντες, και δεύτερον ότι το πλήθος των μαθητών του ήταν τεράστιο, και όσοι έρχονταν σ’ αυτόν έμεναν γοητευμένοι και δεν τον πρόδιδαν ποτέ. Αφού δίδαξε στους μαθητές του και τους φίλους του ο Επίκουρος επί 36 χρόνια στον Κήπο, πέθανε στην Αθήνα κατά την 127-3 Ολυμπιάδα (το 270 π.x.), σε ηλικία 72 ετών μετά από αφόρητους πόνους, τους οποίους υπέμενε επί δεκατέσσερις ημέρες με μεγάλη καρτερία. Την τελευταία μέρα της ζωής του μέσα σε φρικτούς πόνους γράφει στον νεανικό του φίλο Ιδομενέα ζητώντας να αναλάβει εκείνος πλέον την φροντίδα των παιδιών του πεθαμένου φίλου τους Μητρόδωρου.
Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει: “Μάρτυρες της αξεπέραστης καλοσύνης του ανθρώπου αυτού προς τους πάντες, είναι τόσο η ίδια του η πατρίδα που τον τίμησε με ορειχάλκινους ανδριάντες, όσο και οι φίλοι του, τόσο πολυάριθμοι σε όλες τις πόλεις που είναι αδύνατο να μετρηθούν, αλλά και όσοι τον γνώρισαν προσωπικά και γοητεύτηκαν από τις σειρήνες της διδασκαλίας του.”
Και ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης που του ενέπνευσε την ατομική θεωρία έγραψε θαρρείς  για αυτόν το παρακάτω απόφθεγμα: 
«Σοφώ ανδρί πάσα γή βατή. Αγαθής γαρ ψυχής πατρίς ο ξύμπας κόσμος».
Ο Επίκουρος χώριζε τη φιλοσοφία του σε τρία μέρη α) Κανονική ή περί κριτηρίου (θεωρία της γνώσης), β) Φυσική (υλιστική φιλοσοφία), γ) Ηθική (τρόπος ζωής). Την κανονική ή λογική φιλοσοφία, που την θεωρούσε επιστήμη της γνώσης, συνήθως την δίδασκε μαζί με τη φυσική. Τα κατέτασσε μάλιστα μ’ αυτή τη σειρά, έτσι ώστε η λογική να χρησιμεύει ως εισαγωγή στη φυσική και στη συνέχεια οι δύο αυτές να βοηθούν στην κατανόηση της ηθικής, που ήταν και η κύρια διδασκαλία.

Το ύψιστο αγαθό για τον Επίκουρο είναι ίδια η ζωή, η ζωή πάνω στη γη, γιατί άλλη δεν υπάρχει. Η ευτυχισμένη ζωή θεμέλιο της οποίας είναι η γαλήνη της ψυχής, η αταραξία, όπως έλεγε, και η μετρημένη απόλαυση των αγαθών. Ο Επίκουρος στήριξε τη Φυσική του θεωρία στον Δημόκριτο «ατομική Θεωρία». Θεμελιώδεις αρχές της επικούρειας φυσικής είναι ότι τίποτε δεν δημιουργείται από το τίποτα (Ουδέν γίγνεται εκ του μη όντος), καθώς και ότι κανένα πράγμα κατά τη διάλυσή του δεν καταλήγει στην πλήρη ανυπαρξία (αρχή της διατήρησης της ύλης).

Στόχος της διδασκαλίας του Επίκουρου ήταν να χαρίσει στους ανθρώπους μια καινούργια ελευθερία, όχι πολιτική ή κοινωνική, αλλά ατομική ελευθερία. Δηλαδή, να τους απελευθερώσει από τους φόβους και τις ανησυχίες τους να τους κάνει αυτάρκεις και ικανούς να κατακτήσουν την ψυχική γαλήνη.
Σκοπός του Βίου είναι η «Ηδονή», καθώς και η αποφυγή των σωματικών παθών. Κύριο μέσο για την επίτευξή της θεωρείται η Φρόνηση, η οποία εγγυάται ότι δεν θα υπάρχει κατακυρίευση της απόλαυσης. Ο Επίκουρος θεωρούσε την πνευματική ηδονή πολύ πιο σημαντική από τη σωματική. Ο νους όχι μόνο μοιράζεται τις ηδονικές αισθήσεις του σώματος τη στιγμή που τις βιώνει, αλλά αντλεί ευχαρίστηση από την ανάμνηση περασμένων ηδονών και την προσδοκία μελλοντικών.
Η πνευματική ηδονή μπορεί να υπερκεράσει τον σωματικό πόνο. Ο νους μπορεί να προσβληθεί από μη αναγκαίες επιθυμίες, κυρίως την επιθυμία για πλούτη (φιλαργυρία), και την επιθυμία για δύναμη ή για εξουσία και δόξα (φιλοδοξία). Και οι δύο δεν έχουν όριο. Είναι αδύνατον να ικανοποιηθούν, άρα συνεπάγονται πόνο και επομένως πρέπει να εξαλειφθούν. Εξ ου και η δήλωση του Επίκουρου
“η φτώχια, αν μετρηθεί με βάση τον φυσικό σκοπό της ζωής, είναι μεγάλος πλούτος, ενώ τα αμέτρητα πλούτη σημαίνουν μεγάλη φτώχια”. Επίσης έλεγε: “φτώχια δεν είναι να έχεις λίγα αλλά να λαχταράς περισσότερα». και η συμβουλή του προς τον Ιδομενέα: «Αν θες να κάνεις πλούσιο τον Πυθοκλή, μη του δίνεις περισσότερα χρήματα, περιόρισε τις επιθυμίες του».
Επίσης, ο Επίκουρος συμβούλευε τους μαθητές του να απέχουν από τη δημόσια ζωή (να μείνουν στην αφάνεια) και κατ’ επέκταση την πολιτική (Λάθε βιώσας), γιατί η συμμετοχή με τα κοινά, θα προκαλέσει συμβιβασμούς και αντιπαλότητα, με αποτέλεσμα να τους πληγώσει και κατά συνέπεια να χάσουν την ηρεμία τους και την αταραξία τους. Βέβαια ο δάσκαλος είπε ότι αν κάποιος καίγεται από την επιθυμία ν’ ασχοληθεί με τα πολιτικά δρώμενα, τότε να το κάνει, γιατί ο πόνος της στέρησης θα είναι μεγαλύτερος από αυτόν της ενασχόλησης.

Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει πώς όλα όσα αρνητικά λέχθηκαν για τον Επίκουρο ήταν συκοφαντίες, διότι ήταν άνθρωπος απλός και λιτός, δεν έπινε, δεν ανακατευόταν στην πολιτική, αγαπούσε την πατρίδα του και δεν φοβόταν τους θεούς.

Ο Πλούταρχος αναφέρει πως ο Επίκουρος τιμούσε τον Δημόκριτο, γιατί είχε αγγίξει πριν από τον ίδιο την ορθή γνώση, και ότι το σύνολο της διδασκαλίας του είχε ονομαστεί Δημοκρίτειο, επειδή ο Δημόκριτος βρήκε τις πρώτες αρχές της φυσικής φιλοσοφίας. Ο ιδρυτής του Κήπου, Επίκουρος, θεωρούσε πως η θεωρητική ενασχόληση δεν είχε σκοπό την αύξηση των γνώσεων αλλά την εξυπηρέτηση της ευδαίμονος ζωής.
Ευδαίμων ζωή δεν είναι η θεωρητικά ενάρετη ζωή αλλά εκείνη που συνεπάγεται μείωση του πόνου, κατασίγαση της ανησυχίας και της ταραχής και γαλήνευση της ψυχής.
Οι απόψεις του Επίκουρου για την ψυχή και ξεχωριστά για την μελλοντική της τύχη έκαναν βαθιά εντύπωση στη μορφωμένη τάξη του ελληνορωμαϊκού κόσμου, χαιρετίστηκαν με ανακούφιση σαν η τελευταία λέξη της επιστήμης. Ο Ρωμαίος πατρίκιος, ο Τίτος Λουκρήτιος Κάρος έψαλε με θέρμη τα διδάγματα του Έλληνα σοφού, του πρώτου θνητού που τόλμησε ν’ αντικρίσει το μυστήριο της σκοτεινής και απειλητικής θρησκείας και έμαθε τους ανθρώπους να μη φοβούνται τους θεούς και να καταφρονούν το θάνατο.

Ο Επίκουρος ήταν γόνιμος συγγραφέας. Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει σαράντα ένα τίτλους, των καλύτερων βιβλίων του Επίκουρου, με κυριότερο το «Περί φύσεως», που περιελάμβανε 37 βιβλία. Επίσης αναφέρει πως τα συγγράμματά του κάλυπταν τριακόσιους κυλίνδρους και ότι ξεπέρασε κατά πολύ όλους τους προηγούμενους συγγραφείς. Τις πληροφορίες που αφορούν τις λεπτομέρειες της θεωρίας του Επίκουρου, τις αντλούμε σε μεγάλο βαθμό από δευτερεύουσες πηγές, επειδή τα έργα του χάθηκαν εξ αιτίας της αντίθεσής του με τον χριστιανισμό και την κάθε είδους εξουσία.

Η πιο σημαντική από αυτές είναι ο ρωμαίος ποιητής Λουκρήτιος, που έγραψε δύο αιώνες μετά τον Επίκουρο το ποίημά του De rerum natura (Για τη φύση των πραγμάτων). Ένα μεγαλόπνοο έργο, που
γράφτηκε πριν από την Αινειάδα και τη συναγωνίζεται ως λογοτεχνικό αριστούργημα. Τα έξι βιβλία του ποιήματος εκθέτουν με πολλές λεπτομέρειες τα επικούρεια επιχειρήματα που αφορούν τα βασικά συστατικά των πραγμάτων, την κίνηση των ατόμων, τη δομή του σώματος και του νου, τις αιτίες και τη φύση της αίσθησης και της σκέψης, την ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού και τα φυσικά φαινόμενα.


Βασικές Αρχές της Φιλοσοφίας του Επίκουρου
  • - Τίποτα δεν δημιουργείται εκ του μη όντως.
  • - Τα πάντα είναι δομημένα από άφθαρτα άτομα.
  • - Τα αντικείμενα γίνονται αντιληπτά σ`εμάς επειδή εκπέμπουν εικόνες διαμέσου του παρεμβαλλόμενου διαστήματος.
  • - Υπάρχουν άπειροι κόσμοι διαφορετικοί και όμοιοι με τον δικό μας στο αχανές σύμπαν.
  • - Η φύση αυτού που αποκαλούμε «ψυχή» είναι εντέλει μια σωματική οντότητα, που δεν επιβιώνει μετά τον θάνατο μας εφόσον διασπάται στα δομικά της στοιχεία (άτομα) τα οποία διασκορπίζονται.
  • - Δεν υπάρχει Θεία Πρόνοια, οι Κόσμοι δημιουργήθηκαν από την χαοτική μη κατευθυνόμενη κίνηση ατόμων.
  • - Οι Θεοί δεν επεμβαίνουν στον Κόσμο, δεν μας ανταμείβουν για τις λατρείες μας ούτε μας τιμωρούν για τις πράξεις μας, τους είμαστε αδιάφοροι. Το αντίθετο θα ήταν ασύμβατο με την ζωή αταραξίας και ευτυχίας που απολαμβάνουν. Γι’ αυτούς είναι σαν να μην υπάρχουμε.
Στο De Rerum Natura (για τη φύση των πραγμάτων), ένα ποιητικό έργο γραμμένο πριν από σχεδόν 2.000 χρόνια, ο Ρωμαίος Λουκρήτιος λέει για τον Επίκουρο.

Καθώς η ανθρωπότητα χαμένη
Σ’ ολη τη γης κοίτωταν νικημένη.

Εμπρός στα μάτια ολονών, απ’ τη Θρησκεία-που
Την κεφαλή επρόβαλε μέσα απ’ τους ουρανούς.

Σκιάζοντας με την όψης της, της φρίκης, τους θνητούς.

Ένας Έλληνας ήταν αυτός που πρώτος τόλμησε ν’ αψηφήσει
Και σήκωσε μάτια θνητά τον τρόμο ν’ αντικρύσει.

Αυτόν π’ ούτε η δόξα των Θεών, μήδε η βοή του κεραυνού,
Μήτε τ’ αστροπελέκι του ανταριασμένου ουρανού.

Τον’ εταπείνωνε μα τον τσινούσε με μήνιν πυρωμένη
η ατρόμητη καρδιά του να είναι η πρώτη που οργισμένη.

Τις πύλες που είχαν μανταλώσει αυτοί της
Φύσης της αρχαίας να τσακίσει.

Το υπέρτατο αγαθό λοιπόν στην επικούρεια ηθική είναι η ευτυχισμένη ζωή και μπορεί να επιτευχθεί εύκολα ακολουθώντας ένα σύστημα επιλογών και αποφυγών.
«Για κάθε σου επιθυμία πρέπει να θέτεις το ερώτημα: τι θα μου συμβεί αν γίνει αυτό που επιθυμώ; Και τι αν δεν γίνει;» «Είναι αδύνατο να ζήσεις ηδονικά, αν η ζωή σου δεν έχει φρόνηση, ομορφιά και δικαιοσύνη` κι είναι αδύνατο να`χει η ζωή σου ομορφιά, δικαιοσύνη και φρόνηση, αν δεν έχει και χαρά. Όποιος δεν τα διαθέτει αυτά δεν μπορεί να ζει ευτυχισμένα»
Το να αρκείται κανείς σ`αυτά που έχει, το θεωρώ πολύ σπουδαίο αγαθό: όχι για να αρκούμαστε σώνει και καλά στα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν λείπουν τα πολλά, με την γνήσια πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν πολύ καλύτερα οι άνθρωποι που δεν την έχουν ανάγκη… μας προετοιμάζει να σταθούμε άφοβοι μπροστά στα παιχνίδια της τύχης.»

Ο μεγαλύτερος καταστροφέας της ευτυχίας κατά τον Επίκουρο είναι το άγχος για το μέλλον, ειδικά ο φόβος των Θεών και του Θανάτου. Εάν κάποιος μπορέσει να εξορίσει τον φόβο για το μέλλον και να αντιμετωπίσει το μέλλον με την πεποίθηση ότι η επιθυμίες του θα ικανοποιηθούν, τότε μπορεί να επιτύχει την αταραξία! Την πιο αξιοζήλευτη κατάστασή που μπορεί να φτάσει κανείς.

Γνωστή είναι η τετραφάρμακος, δηλαδή οι τέσσερις «αρχές» που πρόβαλλε ο Επίκουρος:
«Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος και ταγαθόν μεν εύκτητον, το δε δεινόν ευκαρτέρητον.» – Φιλόδημος (επικούρειος φιλόσοφος)
και σε νεοελληνική απόδοση.
Ο θεός δεν είναι για φόβο (διότι ο Ενεργοποιημένος Άνθρωπος είναι ανώτερος από κάθε θεό), ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία (διότι μπορεί να ξεγελαστεί, αν γίνει φίλος) και το καλό (ό,τι πραγματικά χρειαζόμαστε και είναι σημαντικό) εύκολα αποκτιέται, το δε κακό αντέχεται (ό,τι μας κάνει να υποφέρουμε, εύκολα μπορούμε να το αντέξουμε).
Τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς͵ ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν͵ ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν͵ ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ͵ τόθ΄ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας͵ ἐπειδήπερ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν͵ οἳ δ΄ οὐκέτι εἰσίν.

“Το πιο φοβερό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για εμάς – στον βαθμό που όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών· κι όταν πάλι είναι παρών εκείνος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Άρα ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους – εφόσον για τους πρώτους δεν υπάρχει, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια.”

Ο Επίκουρος έγραφε πως δεν συμπαθεί την λατρεία και τις αντιλήψεις των Ελλήνων περί των αρχαίων θεών, η φιλοσοφία του είναι γνήσιος ελληνικός πολιτισμός. Ο Επίκουρος γράφει:
«εγώ όσα πράγματα γνωρίζω, το πλήθος τα αποδοκιμάζει, κι όσα το πλήθος επιδοκιμάζει, εγώ δεν τα γνωρίζω καθόλου»
Η Φιλοσοφία του Επίκουρου απλώθηκε σε όλο τον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο και έδωσε Δύναμη Ψυχής σε αμέτρητους ανθρώπους ως το τέλος των αρχαίων χρόνων. Ομάδες από Επικούρειους υπήρχαν σε πολλές πόλεις και τα βιβλία τους έβρισκαν παντού φίλους. Δυστυχώς με την έλευση του Μεσαίωνα ο Επικουρισμός παρήκμασε και σχεδόν όλα τα γραπτά του Επίκουρου καταστράφηκαν από τις Χριστιανικές ορδές γιατί οι ιδέες του θεωρήθηκαν αιρετικές…! Έτσι είναι, όταν έρχεται η νύχτα με τα σκοτάδια της το φως αποχωρεί.

Ο Επικούρεια φιλοσοφία έγινε γνωστή τον μεσαίωνα μέσω του Κικέρωνα και των πατέρων της Εκκλησίας που με την αρνητική τους στάση και την πολεμική εναντίον του Επίκουρου. Ειδικότερα τον
Μεσαίωνα και τα πρώτα χρόνια της Αναγέννησης το να είναι κάποιος Επικούρειος σήμαινε ότι απέρριπτε την θεία πρόνοια και την αθανασία της ψυχής.

Πρέπει να σημειώσουμε ακόμη ότι και ο Βολτέρος μίλησε με μεγάλη συμπάθεια για την Επικούρεια φιλοσοφία, αφού είπε τα εξής: «Ο Επίκουρος υπήρξε για την εποχή του μέγας άνθρωπος. Είδε εκείνο το οποίο ο Καρτέσιος έθετε υπό αμφισβήτηση, αλλά το δέχθηκε ο Γκασσεντί και το απέδειξε ο Νεύτων, ότι δηλαδή δεν μπορεί να υπάρχει κίνηση αν δεν υπάρχει κενός χώρος».

Ο μεγάλος ποιητής της Ρώμης Λουκρίτιος τον αποθεώνει.
  • Είναι, λέει ο Επίκουρος, ο πρώτος Έλλην που κοίταξε κατάματα τον ουρανό χωρίς φόβο, δίδαξε στους ανθρώπους την αληθινή ουσία των πραγμάτων και τους λύτρωσε από το άγχος που είχαν σπείρει στα στήθη τους οι μύθοι.
 
  • Εσένα στολίδι του γένους των Ελλήνων, που πρώτος μπόρεσες να υψώσεις φως λαμπρό μες σε φρικτά σκοτάδια και φανέρωσες τις χάρες της ζωής, εσένα ακολουθώ, και στα δικά σου χνάρια πάνω τα πόδια μου πατούν, όχι για να σε πραβγώ, αλλά από αγάπη και πόθο να σε μιμηθώ. [Εγκώμιο για τον Επίκουρο. Λουκρήτιος (ΙΙΙ. 1-6)]
Ο Σενέκας, μολονότι στωικός, τελειώνει τις περισσότερες από τις «Ηθικές επιστολές» του με ένα επικούρειο γνωμικό. Ο σκεπτικός Σέξτος Εμπειρικός, που ένιωθε ότι βρισκόταν πιο κοντά στην Επικούρεια φιλοσοφία από ότι στις άλλες δογματικές φιλοσοφικές σχολές, πρόσφερε ένα χρήσιμο συμπλήρωμα στην γνώση μας για τον επικούρειο εμπειρισμό.

Ανακεφαλαιώνοντας, η ευτυχία έγκειται στην ηρεμία του νου. Οι πρωταρχικές προϋποθέσεις για την πνευματική γαλήνη είναι ο περιορισμός των επιθυμιών και η αποδέσμευση από τα πλούτη και τις τιμές και μια ακλόνητη, δύναμη, αυτοπεποίθηση, αφοβία, όσον αφορά τους θεούς, τον πόνο και τον θάνατο. Επίκουρος

Ο Θουκυδίδης, ο τρωικός πόλεμος και η έννοια του μύθου

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ομηρικά έπη κινούνται περισσότερο στο μύθο παρά στην ιστορική πραγματικότητα. Κι αυτό είναι απολύτως εύλογο, αφού η έννοια έπος, εξ’ ορισμού, εμπεριέχει την υπερβολή: «έπος: ποιητική σύνθεση μακρόπνοης έμπνευσης και μεγάλης έκτασης με διαπλεκόμενες ιστορίες, που εξυμνεί με θριαμβολογική, εγκωμιαστική και συχνά εξωραϊστική διάθεση γνωστά κατορθώματα ηρώων, θεών και ηγεμόνων». (Από το λεξικό του Μπαμπινιώτη). Το έπος αποσκοπεί στην τέρψη. Το έπος αφορά την ψυχαγωγική δυναμική της ομήγυρης που τρέφεται με μύθους. Δεν υπάρχει τίποτε πιο εκτονωτικό, πιο εξισορροπητικό, πιο εξυψωτικό και ταυτόχρονα πιο καταπραϋντικό από τον
ομαδικό μύθο. Γι’ αυτό οι ραψωδοί συνδέονται με τα πανηγύρια. Γιατί τα πανηγύρια συνδέονται με το ξέφρενο, δηλαδή με τη συναισθηματική απελευθέρωση. Ο μύθος είναι η πύλη αυτού του μηχανισμού. Είναι η μυσταγωγία της ομαδικότητας, που λειτουργεί σχεδόν ενορατικά, σαν παραίσθηση από κοινού, σαν συμμετοχικό ξεπέρασμα του εαυτού, σαν άνευ όρων παράδοση, σαν συλλογική – στα όρια του μεταφυσικού – εμπειρία. Κι αυτό ακριβώς είναι η φυγή. Μιλάμε για τη φυγή της ατομικότητας, που θέλει, έστω για λίγο, να ενωθεί με τους άλλους. Κι όσο πιο ζωντανά αναπαρίσταται ο μύθος, τόσο πιο αληθινός είναι. Η αλήθεια του μύθου δεν είναι παρά το μέτρο έντασης της φυγής. Στόχος του μύθου η στιγμιαία απώλεια της συνείδησης που διαχέεται μέσα στις συνειδήσεις των φανταστικών άλλων που διαμορφώνουν την εξέλιξή του. Κι από εδώ ξεκινά η διάπλαση. Γιατί η ταύτιση και η αποστροφή που μοιραία γεννάται, ως συναισθηματική συμμετοχή, δεν είναι η ασύνειδη επαναφορά του εαυτού που υπογείως καλείται να πάρει θέση, αλλά η επιβολή του μύθου που εξαναγκάζει το κοινό να ενταχθεί στο διαδραματιζόμενο γίγνεσθαι. Οι συγκρούσεις της φαντασιακής κοσμογονίας γίνονται υπόθεση προσωπική, αφού, με το ξεπέρασμα του εαυτού, όλα είναι  προσωπικά, μετατρέποντας το μύθο σε βιωματική συνθήκη. Το βίωμα του μύθου είναι η μεγαλύτερη συναισθηματική είσπραξη, που μόνο ως ταύτιση μπορεί να ερμηνευτεί και που αποκτά ολοφάνερες παιδαγωγικές διαστάσεις, μετουσιώνοντας το φαντασιακό σε ρυθμιστικό παράγοντα συμπεριφοράς με τη διάπλαση των επιθυμιών κατά τα προβαλλόμενα πρότυπα. Γι’ αυτό τα ομηρικά έπη αποτέλεσαν την πιο αξιόπιστη εκπαιδευτική ύλη στην αρχαία Αθήνα. Γι’ αυτό εξακολουθούν να έχουν περίοπτη θέση και στα σημερινά σχολεία. Γιατί καθιστούν σαφές ότι το καλό ταυτίζεται με την ανδρεία, τη φιλοπατρία κτλ και ότι το λάθος ταυτίζεται με τη δειλία, τον εγωισμό κτλ. Μπροστά σ’ αυτή την οπτική η αλήθεια έχει ελάχιστη σημασία.

Chryses pleading with Agamemnon for his daughter (360–350 BC)
Chryses pleading with Agamemnon for his daughter (360–350 BC)

Αν όμως ο μύθος ταυτίζεται με την τέχνη, η αλήθεια ταυτίζεται με την επιστήμη. Κι αν η ιστορία είναι η αναζήτηση της αλήθειας για τα γεγονότα του παρελθόντος τότε δεν έχει άλλη επιλογή από να αποκτήσει επιστημονικές διαστάσεις, που μόνο μεθοδολογικά μπορούν να εξασφαλιστούν. Κι εδώ ακριβώς ξεκινά ο ρόλος του Θουκυδίδη: «Ο Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε την ιστορία του πολέμου των Πελοποννησίων και των Αθηναίων, πώς πολέμησαν μεταξύ τους, αρχίζοντας να γράφει αμέσως μόλις ξέσπασε, γιατί προέβλεψε και πως μεγάλες διαστάσεις θα πάρει και πιο αξιόλογος απ’ όλους τους προηγούμενους θα είναι». (Βιβλίο πρώτο, παράγραφος ένα, σε μετάφραση του Α. Γεωργοπαπαδάκου). Ο Θουκυδίδης προφανώς πέρασε τα πρώτα εφτά χρόνια του πελοποννησιακού πολέμου στην Αθήνα και γνώριζε τα γεγονότα από πρώτο χέρι, έχοντας ακούσει τους λόγους του Περικλή και τις συζητήσεις για την Πύλο και τη Μυτιλήνη. Όταν το 424 π.Χ εξορίστηκε για 20 χρόνια λόγω της απώλειας της Αμφίπολης, κατέφυγε στα κτήματά του στη Θράκη κι αφιερώθηκε στη συγγραφή της ιστορίας του πολέμου καθορίζοντας για πρώτη φορά στην ανθρωπότητα τις βασικές αρχές της επιστημονικής ιστοριογραφίας: «Τις πράξεις που στη διάρκεια του πολέμου έγιναν, δεν έκρινα σωστό να τις γράψω βασισμένος στις πληροφορίες του πρώτου τυχόντα ούτε όπως εγώ νόμιζα, αλλά αφού ερεύνησα με κάθε δυνατή ακρίβεια για την καθεμιά, τόσο για κείνες που ο ίδιος ήμουν παρών όσο και για κείνες που μάθαινα από άλλους. Και η εξακρίβωση γινόταν δύσκολα, γιατί οι αυτόπτες μάρτυρες δεν έλεγαν τα ίδια για το ίδιο περιστατικό, αλλά καθένας ανάλογα με τη συμπάθειά του για τη μια ή την άλλη παράταξη ή καταπώς θυμόταν. Κι όσο στο να ακούει κανείς την αφήγησή μου, επειδή λείπει απ’ αυτήν το μυθικό, ίσως θα φανεί λιγότερο ευχάριστη. Όσοι όμως θα θελήσουν να γνωρίσουν με ακρίβεια αυτά που έγιναν κι εκείνα που, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, θα γίνουν κάποτε ξανά τέτοια ή παρόμοια τούτοι να κρίνουν το έργο μου ωφέλιμο θα μου είναι αρκετό. Το έργο έχει γραφτεί πιο πολύ σαν μελέτημα παντοτινό παρά σαν πρόσκαιρο ανάγνωσμα για να τα’ ακούν κάποιοι ευχάριστα». (Βιβλίο πρώτο, παράγραφος 22, μετάφραση Α. Γεωργοπαπαδάκος). Ο Θουκυδίδης ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι δεν γράφει για τέρψη, αλλά για την αλήθεια. Όμως και πάλι βρισκόμαστε μπροστά στο διδακτικό – παιδαγωγικό στοιχεία που θα ωφελήσει την ανθρωπότητα, αφού, για τον Θουκυδίδη, η ιστορία κινείται από νόμους που την υποχρεώνουν να επαναλαμβάνει «τέτοια ή παρόμοια» και που κινούνται «σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση». Κι αυτό ακριβώς ενδιαφέρει τον Θουκυδίδη, η ανθρώπινη φύση. Γιατί η επίσημη καταγραφή της ιστορίας δεν είναι τίποτε άλλο από τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα στα διάφορα ιστορικά ερεθίσματα που όσο περισσότερο τα μελετά κανείς, τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι μοιάζουν.

Χάρτης της ομηρικής Ελλάδα
Χάρτης της ομηρικής Ελλάδα

Ο Θουκυδίδης δεν εμπιστεύεται τα γεγονότα «όπως τα τραγούδησαν οι ποιητές, που τα μεγαλοποίησαν και τα στόλισαν, ή όπως τα εκθέσανε οι λογογράφοι, που περισσότερο ζήτησαν να τέρψουν τους ακροατές τους παρά να τους πουν την αλήθεια….». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 21). Εξάλλου γνωρίζει καλά ότι οι άνθρωποι είναι απολύτως επιρρεπείς στους μύθους: «Υπάρχουν και πολλά άλλα πράγματα, ακόμα και σύγχρονα κι όχι ξεχασμένα από την πολυκαιρία, για τα οποία κι οι άλλοι Έλληνες έχουν γνώμες σφαλερές, όπως λόγου χάρη ότι οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν έχουν μία ψήφο ο καθένας, αλλά δύο, κι ότι στο στρατό της Σπάρτης υπάρχει λόχος Πιτανάτης που ποτέ δεν υπήρξε. Τόσο λίγο ταλαιπωρούνται οι πολλοί να αναζητήσουν την αλήθεια και πιο πολύ κλίνουν να δεχτούν τα έτοιμα». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 20).

Τον τρωικό πόλεμο ο Θουκυδίδης τον συγκαταλέγει στην αρχαιολογία. Όταν ο Μίνωας οργάνωσε το ναυτικό και πολέμησε την πειρατεία, καθιστώντας τις θάλασσες ασφαλέστερες, άρχισαν να ακμάζουν τα παράλια. Υπήρχε ευημερία και κάποιοι «πλούσιοι έχτισαν τείχη γύρω από τις πόλεις τους. Γιατί επιθυμώντας τα κέρδη, κι οι φτωχότεροι δέχονταν την εξάρτηση από τους πιο δυνατούς, κι οι δυνατότεροι, διαθέτοντας πλούτο, έκαναν υποτελείς τους τις μικρότερες πόλεις. Βρίσκονταν πια σ’ αυτή την κατάσταση, όταν, αργότερα, έκαμαν την εκστρατεία εναντίον της Τροίας». (βιβλίο πρώτο παράγραφος 8). Το ιμπεριαλιστικό παιχνίδι της ισχύος ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να περάσουμε στον τρωικό πόλεμο: «Ο Αγαμέμνονας, κατά τη γνώμη μου, κατόρθωσε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις για την εκστρατεία εναντίον της Τροίας, κυρίως επειδή ήταν ο πιο δυνατός από τους άλλους ηγεμόνες, κι όχι επειδή οι μνηστήρες της Ελένης, που έγινε αρχηγός τους, είχαν δεσμευτεί με τους όρκους τους οποίους είχαν κάνει στον Τυνδάρεο», και συμπληρώνει: «Αφού παρέλαβε την κληρονομιά αυτή ο Αγαμέμνονας και ταυτόχρονα απέκτησε ναυτικό ισχυρότερο από οποιουδήποτε άλλου, μπόρεσε κατά τη γνώμη μου να κάμει εκστρατεία κι όσοι τον ακολούθησαν, το ‘καμαν περισσότερο από φόβο παρά από φιλοφροσύνη. Είναι, εξάλλου, φανερό πως αυτός πήρε μέρος στην εκστρατεία έχοντας τα πιο πολλά καράβια κι ότι έδωσε και στους Αρκάδες, όπως αναφέρει ο Όμηρος, αν μπορεί κανείς να βασιστεί στη μαρτυρία του….. Αν, λοιπόν, ο Αγαμέμνονας δεν είχε κάποιο αξιόλογο ναυτικό, δε θα μπορούσε, μια και ήταν στεριανός, να εξουσιάζει νησιά, εκτός από τα κοντινά του, που δεν είναι πολλά. Κι απ’ αυτήν την εκστρατεία πρέπει να συμπεράνει κανείς ποια ήταν η κατάσταση πρωτύτερα». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 9). Ο Θουκυδίδης, ορίζει από την αρχή τα οικονομικά συμφέροντα ως την κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Γι’ αυτό κάνει λόγο για ανθρώπινα πάθη. Γιατί δεν υπάρχουν ούτε θεϊκές παρεμβάσεις, ούτε παιχνίδια της μοίρας, ούτε τυχαία περιστατικά. Μόνο η μάχη της εξουσίας, δηλαδή ο ανθρώπινος παράγοντας. Όμως η απομυθοποίηση του τρωικού πολέμου αφορά και το κομμάτι των καθαυτό πολεμικών επιχειρήσεων: «Κι αν ακόμη θα πρέπει να δώσουμε κι εδώ πίστη στον Όμηρο, ο οποίος, σαν ποιητής, είναι φυσικό να τη μεγαλοποίησε, και πάλι η εκστρατεία αυτή ήταν φανερά κατώτερη από τις σημερινές. Αναφέρει λοιπόν ο ποιητής πως από τα χίλια διακόσια καράβια που πήραν μέρος στην εκστρατεία, των Βοιωτών είχαν εκατόν είκοσι άντρες το καθένα και του Φιλοκτήτη πενήντα, θέλοντας να δείξει έτσι, κατά τη γνώμη μου, τα πιο μεγάλα και τα πιο μικρά. Οπωσδήποτε στον κατάλογο των καραβιών δεν αναφέρει πλοία άλλου μεγέθους. Ότι, εξάλλου, όλοι οι άντρες ήταν ταυτόχρονα κωπηλάτες και πολεμιστές το μνημονεύει, όταν μιλά για τα καράβια του Φιλοκτήτη. Εδώ λέει ότι όλοι οι κωπηλάτες ήταν και τοξότες. Επιβάτες, εκτός από τους βασιλιάδες και τους σπουδαιότερους αξιωματούχους, δεν είναι πιθανό να βρίσκονταν πολλοί πάνω στα πλοία, μια και επρόκειτο να περάσουν πέλαγος φορτωμένα πολεμικό υλικό κι εξάλλου δεν είχαν κατάστρωμα, αλλά ήταν φτιαγμένα με τον παλιό τρόπο, σαν τα πειρατικά. Αν λοιπόν πάρει κανείς το μέσον όρο των μεγαλύτερων και των μικρότερων καραβιών, δεν φαίνεται να ήταν πολλοί όσοι έλαβαν μέρος στην εκστρατεία, μια και στάλθηκαν σ’ αυτήν πολεμιστές από ολόκληρη την Ελλάδα. Αιτία γι’ αυτό ήταν όχι τόσο η έλλειψη ανθρώπων όσο η έλλειψη χρημάτων. Γιατί από ανεπάρκεια εφοδίων είχαν φέρει λίγο στρατό, τόσο μόνον όσον έλπιζαν ότι θα μπορούσε να συντηρηθεί επιτόπου πολεμώντας. Κι όταν αποβιβάστηκαν και νίκησαν στην πρώτη μάχη (αυτό είναι φανερό, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσαν να προστατέψουν με τείχος το στρατόπεδό τους) και τότε δεν φαίνεται να χρησιμοποίησαν όλες τους τις δυνάμεις, αλλά από έλλειψη τροφίμων, επιδόθηκαν στην καλλιέργεια της Χερσονήσου και σε διαρπαγές. Εξ’ αιτίας αυτής της διασποράς των δυνάμεών τους μπόρεσαν οι Τρωαδίτες να αντέξουν δέκα ολόκληρα χρόνια στον πόλεμο, αφού ήταν ισόπαλοι με τις ελληνικές δυνάμεις που κάθε φορά έμεναν στο στρατόπεδο. Αν, αντίθετα οι Έλληνες είχαν έρθει έχοντας αποθέματα τροφίμων και αντί να ασχολούνται με τη γεωργία και τη διαρπαγή, πολεμούσαν συνέχεια όλοι μαζί, εύκολα, χάρη στην υπεροχή τους στις μάχες, θα είχαν κυριέψει την πόλη, αφού και διεσπαρμένοι που ήταν και με μέρος μόνο του στρατού τους κάθε φορά διαθέσιμο, άντεχαν. Αν, εξάλλου, είχαν κάνει ταχτική πολιορκία, θα κυρίευαν την Τροία σε μικρότερο χρόνο και με λιγότερον κόπο. Αλλά από έλλειψη χρημάτων και τα πριν από τα τρωικά ήταν ασήμαντα, κι αυτά τα ίδια, μόλο που υπήρξαν πιο ξακουστά από τα προηγούμενα, αποδείχνεται από τα πράγματα ότι ήταν κατώτερα από τη φήμη και την παράδοση που, χάρη στους ποιητές, έχει επικρατήσει σήμερα γι’ αυτά». (βιβλίο πρώτο, παράγραφοι 10 – 11). Όμως, όσο η σαφής γνώση της ιστορικής πορείας – που μόνο η ιστορία ως επιστήμη μπορεί να προσφέρει -  καθίσταται απαραίτητη για τη διαμόρφωση ορθής κρίσης των γεγονότων (δηλαδή της ανθρώπινης συμπεριφοράς όπως εκτυλίσσεται στο πέρασμα των αιώνων), άλλο τόσο διαφωτιστικά λειτουργεί και ο μύθος, που, σε τελική ανάλυση, μετουσιώνοντας τα γεγονότα σε τέχνη – υπό το πρίσμα των δεδομένων υπερβολών – διεισδύει στην ανθρώπινη άβυσσο μετατρέποντάς την σε αντικείμενο ερμηνείας. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε δύο αντικρουόμενους μηχανισμούς, που τελικά συμφιλιώνονται, αφού επί της ουσίας εξυπηρετούν τους ίδιους στόχους. Ο εντοπισμός των κινήτρων συμπεριφοράς, η έννοια της συλλογικής δράσης, η φιλοδοξία της ατομικότητας, η αναγωγή των γεγονότων στο σήμερα, η απόπειρα πρόγνωσης, ο προβληματισμός, ο εντοπισμός της ενδεχόμενης επανάληψης, η αντίληψη της συνέχειας μέσα στο πέρασμα των αιώνων, ο φανατισμός, το οικονομικό συμφέρον, το παράλογο της βαρβαρότητας κτλ κτλ, με δυο λόγια ο παιδαγωγικός ρόλος της μελέτης του ανθρώπου ως  το υποκείμενο της ιστορικής εξέλιξης, αφορά και την ιστορία, ως έννοια επιστημονική, και το μύθο, ως έννοια καλλιτεχνική. Γι’ αυτό και η ιστορική αποκατάσταση του τρωικού πολέμου από το Θουκυδίδη, δεν θα ματαιώσει ποτέ τη μυθοπλαστική απόδοση του Ομήρου, αλλά θα συμπλέουν αιώνια στο ίδιο αντιθετικό και ταυτόχρονα ενωτικό κουβάρι. Το πρόβλημα ξεκινά όταν χάνονται τα όρια κι όταν ο μύθος παρουσιάζεται ως γεγονός αλλοιώνοντας σκοπίμως την ιστορική αλήθεια. Όταν δηλαδή η ιστορία πλάθεται αυθαίρετα μετατρεπόμενη από μηχανισμός αναζήτησης της αλήθειας σε προπαγανδιστικό εργαλείο εξυπηρέτησης συμφερόντων. Όμως εδώ δε μιλάμε για μύθο. Εδώ μιλάμε για καιροσκοπισμό, κι αυτό είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία.
Ο δούρειος ίππος (δούρειος=ξύλινος) στην ελληνική μυθολογία είναι κατασκευή εμπνευσμένη από τον Οδυσσέα, ένα ξύλινο άλογο-κρύπτη. Σκοπός του Οδυσσέα ήταν να παραπλανηθούν οι Τρώες και να το εκλάβουν ως δώρο και ως δείγμα καλής θελήσεως και ειρήνης από τους Αχαιούς.
Ο δούρειος ίππος (δούρειος=ξύλινος) στην ελληνική μυθολογία είναι κατασκευή εμπνευσμένη από τον Οδυσσέα, ένα ξύλινο άλογο-κρύπτη. Σκοπός του Οδυσσέα ήταν να παραπλανηθούν οι Τρώες και να το εκλάβουν ως δώρο και ως δείγμα καλής θελήσεως και ειρήνης από τους Αχαιούς.