Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ


«Ω ταλαίπωρος Ελλάς, δεν ανεστήθης εκ του τάφου, απλώς ήλλαξες τάφον, απ’ τον τουρκικόν εις τον χριστιανικόν». Αδαμάντιος Κοραής

Βρισκόμαστε στην πόλη των Σερρών, στο τέλος του 20ου αιώνα και θα προσπαθήσουμε να κυττάξουμε πως γιορτάζεται η επέτειος του 21 στα σχολεία της πόλης αυτής, αλλά σίγουρα και σ’ όλα τα σχολεία της χώρας της Ελλάδος.

Θα εστιαστούμε σ’ ένα συγκεκριμένο σχολείο, για να μη μιλάμε αόριστα. Και μη φανταστείτε ότι στα υπόλοιπα σχολεία, ολοκλήρου της χώρας, ο εορτασμός αυτός γίνεται με τρόπο, άξιο λόγου, διαφορετικό. Μέσες άκρες υπάρχει ομοιομορφία στο θέμα μας.

Θα δούμε λοιπόν τα τεκταινόμενα στο 21ο Δημοτικό σχολείο της πόλης, παρατηρώντας ταυτοχρόνως και τον δημόσιο περίγυρο.

Στο τετρασέλιδο πρόγραμμα των εορταστικών εκδηλώσεών, η πρώτη του σελίδα καταλαμβάνεται, εξ ολοκλήρου, από αγιογραφίες του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου από τον αρχάγγελο Γαβριήλ («την ωραιότητα της παρθενίας σου», καθότι οι άγγελοι εκτιμούν ιδιαιτέρως την αρετή αυτή), ενώ στην αρχή της δεύτερης σελίδας, αναφέρεται πως η έναρξη των εκδηλώσεων θα γίνει με ομιλία περί του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Δηλαδή ελληνική εορτή αρχομένη με Εβραϊκές ιστορίες!!! Ας είναι κι έτσι.

Την ημέρα των εκδηλώσεων τηλεοπτικός σταθμός της πόλης αναφέρεται στα του 21, με δημοσιογράφο την πρόεδρο του συλλόγου Θεολόγων Σερρών, η οποία, στο τέλος της εκπομπής, θυμήθηκε να αναφέρει, πλην του Ευαγγελισμού, κι έναν (μάλλον μισό) λόγο για την επανάσταση του 1821. και μάλλον λιγότερο από μισό, διότι ισχυρίστηκε ότι η επανάσταση έλαβε χώρα «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία».

Κυρία, κυρία (τυγχάνει και εκπαιδευτικός)! Σε ποιά ιστορία γράφεται ότι οι Οθωμανοί απαγόρεψαν ποτέ την χριστιανική θρησκεία στους Ρωμιούς υπηκόους τους;;; Καλέ κυρία δεν έχετε καθόλου ντροπή μέσα σας; Εσείς δεν μας μοιράσατε το βιβλίο του ΟΕΔΒ «ΕΚΚΛΗΣΙΑ Η ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΕ ΠΟΡΕΙΑ»;

Εκεί δεν γράφει στο 41ο κεφ. σελ. 202 ότι «…επιπλέον ο Μωάμεθ Β΄ έβλεπε ότι το σύστημα διοίκησης της εκκλησίας αποτελούσε ένα πελώριο δίκτυο επικοινωνίας, πάρα πολύ χρήσιμο για τη διακυβέρνηση μιάς αυτοκρατορίας. Τον συνέφερε λοιπόν, να το αξιοποιήσει κι όχι να το διαλύσει. Εξάλλου, σύμφωνα με μιά παλιά παράδοση του Ισλάμ, οι Σουλτάνοι μπορούσαν να αφήνουν θρησκευτικές ελευθερίες στους λαούς της Βίβλου (δηλαδή χριστιανούς και Εβραίους), που υποτάσσονταν στην ισλαμική εξουσία. Έτσι λοιπόν, ο Μωάμεθ Β΄ παραχώρησε στην εκκλησία κάποια προνόμια…απάλλαξε τον Πατριάρχη από κάθε φόρο …(ακολουθούν παροχές προνομίων που το παπαδαριό ούτε επί Βυζαντίου δεν θα μπορούσε να φαντασθεί)».

Μωρή κυρά Κατίνα σε πληρώνει ολόκληρο μισθό η ελληνική πολιτεία για να διδάσκει τέτοια ψέματα στους μαθητές που σου εμπιστεύονται οι δόλιοι οι γονείς τους!

Η συγκεκριμένη όμως κυρία έχει ακατάσχετη επιρρέπεια προς ιστορικά ψεύδη. Την έχω ακούσει πολλές φορές , σε τηλεοράσεις (έχει ζήτηση μεγάλη στον τομέα αυτόν) να εκθειάζει το κρυφό σχολειό.

Και η ίδια μετά βάζει διαγώνισμα στους μαθητές της, απαιτώντας να απαντήσουν σύμφωνα μ’ αυτά που γράφονται στο προαναφερθέν βιβλίο στην σελίδα 208. Τι γράφει εκεί για το κρυφό σχολειό; Ιδού: «Οι τούρκοι της αναγνώρισαν (της εκκλησίας) αυτόν τον ρόλο και της ανάθεσαν τη διεύθυνση και εποπτεία των σχολείων. Συνήθως δεν δημιουργούσαν προβλήματα στη λειτουργία τους, οπότε όμως δυνάμωνε ο ισλαμικός φανατισμός, τα πράγματα δυσκόλευαν».

Δεν γίνεται όμως να τιναχτεί στον αέρα μιά τόσο αμαρτωλή ιστορία, μιά τέτοια παπάρα με την οποία μεγάλωσαν γενιές επί γενεών Νεοελλήνων. Πρέπει για την τιμή των όπλων να πέσει και μιά κουμπουριά.

Να λοιπόν πως την ρίχνουν οι συγγραφείς του προαναφερόμενου βιβλίου. Στη ίδια σελίδα την 208η γράφουν: Μέσα στις εκκλησίες έφτιαχναν ανεπίσημα (άρα παραδέχονται ότι υπήρχαν και επίσημα σχολεία, εννοείται με την άδεια των Τούρκων), ταπεινά σχολεία και δίδασκαν τους νέους… Αυτές οι πρωτοβουλίες, στις οποίες ο λαός έδωσε την ονομασία κρυφό σχολειό, κράτησαν ζωντανή τη συνείδηση του λαού».

Θέλετε να μάθετε ποιά ήταν αυτή η συνείδηση; Ιδού πώς την περιγράφει ο ίδιος ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Από το βιβλίο του Ι.Θ.Κακριδή «ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ» έκδ. Εθνικής Τραπέζης, σελ. 13 διαβάζουμε: «Είναι χαρακτηριστικό ότι ως τον 18ο ακόμη αιώνα το χριστιανικό κήρυγμα αμφισβητεί την ελληνικότητα από το εκκλησίασμά του, που το αποτελούσαν ωστόσο Έλληνες. Αδελφοί μου, λέει ο Κοσμάς, έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού δεν είσθε Έλληνες, δεν είσθε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί…». Κοσμά Αιτωλού 1779, Διδαχαί, εκδ. Αρχιμανδρίτου Α.Ν.Καντιώτου 1959, σελ. 59.

Ποιά είναι η αλήθεια για τον ρόλο της εκκλησίας στη επανάσταση του 1821; Το ζήτημα έχει ήδη διαλευκανθεί. Δεν είναι πρόθεσή μας εδώ να παρουσιάσουμε τα σχετικά ντοκουμέντα. Είναι πολλά και ξεκάθαρα.

Αρκεί κανείς να διαβάσει τους αφορισμούς της ορθοδοξίας κατά των επαναστατών, οι οποίοι αφορισμοί, εκτός του πατριάρχη, συνυπογράφονται κι απ’ όλους τους Μητροπολίτες της εποχής εκείνης.

Ο Αθανάσιος Διάκος, ο Παπαφλέσσας και οι λοιποί επαναστάτες, αφού τους έλαβαν, τους έγραψαν εκεί που προσήκε εις εαυτούς των. Εις αρχή δια των Ελληνοπρεπών των πράξεων, αγώνων υπέρ σωτηρίας του γένους, ως αληθώς επιστοποίησαν.

Αλλά τώρα, λόγω της διπλής εορτής ας τιμήσουμε, δια της προσοχής μας, και το έτερον ήμισυ αυτής, χάριν δικαιοσύνης. Αυτόν τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, ο οποίος τόσο μεγίστως τίθεται στην πρωτοκαθεδρία της εορτής αυτής.

Ο Ευαγγελισμός αυτός λοιπόν είχε προφητευτεί, λένε τα Ευαγγέλια και οι Πατέρες, από τους προφήτες του Ισραήλ. Κυρίως δε από τον Ησαΐα. Εάν ανοίξει όμως κανείς το βιβλίο αυτό του Ησαΐα θα διαπιστώσει εντελώς αβασάνιστα, ότι, οι υποτιθέμενες αυτές χριστολογικές προφητείες ,ουδεμία σχέση έχουν με τον ευαγγελισμό οποιασδήποτε άλλης γυναίκας εκτός μιάς: αυτής της προφήτιδος γυναικός του εν λόγω προφήτου!

Το βασικό πρόβλημα της ιστορίας αυτής είναι ότι κανείς δεν κάνει τον κόπο να αναγνώσει το βιβλίο αυτό του Ησαΐα. Το δε χριστεπώνυμο πλήρωμα χρεώνεται, ως προς την παράλειψη αυτή, τον ψόγο της οξείας τεμπελίτιδας.

Η ύψιστη, από την πλευρά της ορθοδοξίας, προφητεία, περί του Μεσσία Χριστού, θεωρείται αυτή του Ησαΐα (7. 14) που λέει: «ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει, και τέξεται υιόν, και καλέσει το όνομα αυτού Εμμανουήλ».

Από την έκδοση της αγίας Γραφής της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, η οποία έκδοση διαθέτει εγκρίσεις Πατριαρχείων αλλά και την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Αθήνησι 15η Μαΐου 1997) συνοδική αποφάσει, η οποία δηλώνει πολλά συγχαρητήρια, στην σελίδα 1201 (έκδοση 1997) διαβάζουμε: «η παρθένος. Έτσι μεταφράζουν οι Ο΄ (εβδομήκοντα) την εβραϊκή λέξη αλμά , η οποία στην κυριολεξία σημαίνει νεαρή κόρη».

Κι όταν αναγνώσει κανείς όλον τον Ησαΐα αντιλαμβάνεται ότι αναφέρεται ο άνθρωπος στην κυρά του. στο δε 9. 5 για τον μεσσία αυτόν λέει: «Διότι γεννήθηκε για μας ένα παιδί, μας δόθηκε ένας υιός». Δηλαδή ο άνθρωπος μιλούσε για κάποιο παιδί που ήδη είχε γεννηθεί.

Τι όνομα του έδωσε; «Μαχέρ – σαλάχ – χας – βάζ», όπερ μεθερμηνευόμενον πάει να πει «ταχέως σκύλευσον, οξέως προνόμευσον» δηλαδή «ταχεία λαφυραγώγηση – βιαστική αρπαγή».

Διότι εάν διαβάσει κανείς την Βίβλο θα φρίξει από αποτροπιασμό, διαπιστώνοντας τις φοβερές επιδόσεις στις αρπαγές και λαφυραγωγήσεις, του εκλεκτού λαού του Ισραήλ εις βάρος των λαών της Παλαιστίνης, οι οποίες γίνονταν στα χρόνια του Ησαΐα και όχι μόνον.

Πράγματι, μια που το αναφέραμε, είναι άκρως εντυπωσιακή η νοοτροπία ενός λαού που μπορεί να δίνει τέτοιου είδους ονόματα στα παιδιά του!! Είναι φανερό ότι η μακροχρόνια εξάσκηση ενός λαού στις δολοφονίες, στις λεηλατήσεις και στις αρπαγές των υπαρχόντων των γειτόνων τους (όπως χαρακτηριστικά περιγράφονται εκατοντάδες φορές στην Βίβλο), διαποτίζει μέχρι το μεδούλι τον χαρακτήρα του λαού αυτού.

Η περίπτωση της ριζικής διαστρέβλωσης της ιστορίας του Ησαΐα, από την πλευρά των ευαγγελιστών, για να βολέψουν τις υποτιθέμενες χριστολογικές προφητείες δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία.

Τα πνευματικά τους παιδιά οι Πατέρες της εκκλησίας και οι Θεολόγοι υπερθεμάτισαν στο θέμα αυτό όλους τους προηγηθέντες. Δε δίστασαν ποτέ να φέρουν τα πάνω κάτω προκειμένου να βολέψουν τις θεολογικές τους ψευτιές και παπαρολογίες.

Αν και δεν είναι του παρόντος, θα αναφέρουμε μια περίπτωση για να δείξουμε μέχρι που μπορεί να φθάσει το θράσος τους αυτό. Στο παράδειγμα αυτό καταδεικνύονται δυο πράγματα: από την μια η απίστευτα κτηνώδης συμπεριφορά του εκλεκτού λαού του θεού (θεός να σου πετύχει με τέτοια γούστα που είχε) εις βάρος των λαών της Παλαιστίνης και από την άλλη το απύθμενο βάθος της ψευτιάς και της ξεδιαντροπιάς του θεολόγου.

Από το βιβλίο «Αριθμοί» της Βίβλου (λα΄7) διαβάζουμε: «… και απέκτειναν παν αρσενικόν και τους βασιλείς Μαδιάν απέκτειναν άμα τοις τραυματίες αυτών…και επρονόμευσαν τας γυναίκας Μαδιάν και την αποσκευή αυτών, και τα κτήνη αυτών και πάντα τα έγκητα αυτών και την δύναμη αυτών επρονόμευσαν, και πάσας τας πόλεις τας εν ταις κατοικίες αυτών και τας επαύλεις αυτών ενέπρησαν πυρί». Βρίθει από τέτοιες θηριωδίες η Βίβλος. Ολόκληρα βιβλία, όπως το Δευτερονόμιο και άλλα, διαχειρίζονται αποκλειστικά αυτό το θέμα.

Η Βίβλος όμως είναι και ιερό βιβλίο των χριστιανών. Διότι ο Γιαχβέ ο θεός της Βίβλου είναι ο πατέρας του Χριστού. Οι δε Εβραίοι όλ’ αυτά τα αποτρόπαια εγκλήματα τα έπρατταν με την θέλησή του, την προσταγή του και υπό τα βλέμματά του!!!

Και τίθεται τώρα το καυτό ερώτημα: Πώς γίνεται η θρησκεία της αγάπης, ο χριστιανισμός, να κατάγεται από έναν τέτοιο θεό, ο οποίος είχε έναν τέτοιο λαό ως εκλεκτό του; Έναν θεό που πρόσταζε τον λαό του να προβαίνει σε τέτοιες ακατονόμαστες θηριωδίες; Να σκοτώνει τραυματίες. Μα γιατί λέμε σκοτωμός στην περίπτωση αυτή; Αυτό πρέπει σαφώς να λέγεται εν ψυχρώ δολοφονία. Στυγερό έγκλημα.

Ποιός θα κουκουλώσει ρε παιδιά αυτά τα αίσχη; Ποιός άλλος. Ο αρχιαπατεώνας ο θεολόγος. Πώς; Ιδού: στην έκδοση της Βίβλου από την αδελφότητα Θεολόγων (όλο μαζί το συνάφι) «ΖΩΗ» εγκρίσει τη Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και…..ο μέγιστος των Θεολόγων Ι.Θ. Κολιτσάρας στο προαναφερθέν χωρίο «…και τους βασιλείς Μαδιάν απέκτειναν άμα τοις τραυματίες αυτών..» που σαφώς λέει ότι «σκότωσαν τους βασιλιάδες της Μαδιάν μαζί ή ταυτοχρόνως με τους τραυματίες τους» σ’ αυτό λοιπόν το χωρίο ο Κολιτσάρας αποδίδει ερμηνευτικά το νόημά του ως εξής: «Εκτός των άλλων φονευθέντων, εφόνευσαν συγχρόνως και τους βασιλείς των Μαδιανιτών».

Εξευτελίζεται ο άνθρωπος. Ναι αλλά για ποιόν λόγω; Δηλαδή δεν αξίζει να εξευτελιστείς χάριν του θεού και επί πλέον και χάριν του εκλεκτού του λαού; Φανταστείτε δε ότι οι άνθρωποι αυτοί διδάσκουν ότι όποιος αλλάξει και μόνον ένα κόμμα μέσα στις άγιες γραφές, αυτομάτως εκπίπτει εις το πυρ το εξώτερον!

Αυτούς τους ανθρώπους τους πληρώνει η ελληνική πολιτεία για να διδάσκουν ήθος στα Ελληνόπουλα!!! Τους άλλους δε το παπαδαριό τους πληρώνουμε από τη μια, για να μας εξυμνούν τα θεάρεστα αυτά εγκλήματα του εκλεκτού λαού του Γιαχβέ, κι από την άλλη για να μας βρίζουν τους προγόνους μας κατά την Κυριακή της ορθοδοξίας.

Δεν θα καταπιαστούμε με το τελευταίο θέμα που θίξαμε. Δεν μπορούμε όμως ν’ αποφύγουμε το πειρασμό να παραθέσουμε εδώ, μια και αναφερθήκαμε σε σχολικό εορτασμό, τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς, κατά των Ελλήνων του προστάτη της Παιδείας του Νεοελληνικού κράτους Ιωάννη Χρυσοστόμου.

Θα του βρείτε όλους μαζί στο βιβλίο «ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» εκδ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ 1980. Εκεί λοιπόν, αλλά και αλλού, αποκαλεί τους Έλληνες: «Μωρούς (τόμος 18, σελ. 17), εκφέροντες λόγους μάταιους κι ακάθαρτους (18. 113), δεισιδαίμονες (34. 429), αιμομίκτες μετά μητέρων και αδελφών (34. 497), ασοφότερους από τα ζώα (34. 497)», επιπλέον «στιγματισμένους, χειρότερους από τους χοίρους που πασαλείβονται με περιττώματα, κυνικά καθάρματα, πανάθλιους, παμμίαρους, αδιάντροπους, κι ένα σωρό άλλους ανυπόστατους υβριστικούς χαρακτηρισμούς. Εάν αυτός ο άνθρωπος δεν πρέπει να χαρακτηριστεί Ιωάννης ο Βρωμόστομος τότε ποιός άλλος δικαιούται περισσότερο αυτόν τον τίτλο;

Αυτά λοιπόν, κατά προτεραιότητα, εορτάζονται στον εκπαιδευτικό χώρο, στη χώρα της Ελλάδος, κατά την επέτειο της Επαναστάσεως του 1821 μ. Χ. (μη χειρότερα).

Εκκλησία και Διαφωτισμός: Όπως λέμε «καμμία σχέση»…

Αποτέλεσμα εικόνας για Εκκλησία και ΔιαφωτισμόςΟ Νεοελληνικός Διαφωτισμός

 Στην οθωμανική αυτοκρατορία, το μορφωτικό επίπεδο του λαού, ανεξαρτήτως εθνικής και θρησκευτικής προελεύσεως, βρισκόταν στο απόλυτο μηδέν, δεδομένου ότι η παιδεία δεν αποτελούσε στόχο των Οθωμανών, ούτε για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Ειδικότερα για τις περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς περιγράφεται στην «Ελληνική Νομαρχία» (1806) του Ανωνύμου του Έλληνος, η κατάσταση μορφωτικής και πευματικής παρακμής ως εξής: «Αι επιστήμαι, όπου πρότερον ήνθιζον (=αναφέρεται στην Αρχαιότητα ), άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία εσφραγίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν (=θετικές επιστήμες) εξωρίσθησαν, άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο, ει μη τα πονήματα των ιερέων και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, εστερημένοι όμως από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι, μεμεθυσμένοι από την αμάθειαν και την δεισιδαιμονίαν».

Από το 17ο αιώνα άρχισε σταδιακά να δίδεται εκπαίδευση σε ορθόδοξες εκκλησιαστικές σχολές, οι οποίες λειτουργούσαν με βάση τις υποχρεώσεις (και τα σχετικά προνόμια) που είχε αναλάβει το Πατριαρχείο έναντι των Οθωμανών. Στο τέλος του 18ου αιώνα είχαν πληθύνει αυτά τα σχολεία, ώστε όλες οι ευημερούσες πόλεις είχαν τουλάχιστον μία Σχολή (Γιάννενα, Αθήνα, Δημητσάνα, Χίος, Πάτμος, Αθωνιάς Σχολή, Μεσολόγγι, Σμύρνη, Κυδωνιές κ.ά.) Παράλληλα λειτουργούσαν και Σχολές στον ελληνόφωνο χώρο εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως η Ιόνιος Ακαδημία στα Επτάνησα και άλλες. Σ’ αυτές τις σχολές δίδασκαν αρχικά δάσκαλοι-κληρικοί παραδοσιακής παιδείας, αλλά από το 18ο αιώνα έπαιρναν τη θέση τους όλο και συχνότερα νεωτεριστές, οι λεγόμενοι σήμερα «Δάσκαλοι του Γένους». Κατά κανόνα επρόκειτο για εκπαιδευτικούς, επίσης κληρικούς, που είχαν επηρεαστεί από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και τη ραγδαία ανάπτυξη των φυσικών επιστημών στη Δύση.

Αυτοί οι ανανεωτές δάσκαλοι προσπάθησαν να μεταρρυθμίσουν την παιδεία και να βελτιώσουν τις παρεχόμενες γνώσεις, ξεφεύγοντας από τη διαδεδομένη στον λαό θρησκοληψία και διαδίδοντας ταυτόχρονα μηνύματα για απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό. Τέτοια πρόσωπα ήταν οι Γεώργιος Σουγδουρής, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Ευγένιος Βούλγαρης, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Νικηφόρος Θεοτόκης κ.ά. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται, κατά μερικές απόψεις μάλλον υπερβολικά, ως Νεοελληνικός Διαφωτισμός, στη διάρκεια του οποίου τέθηκαν οι βάσεις, αφενός για τη δημιουργία ενός υποτυπώδους εκπαιδευτικού συστήματος στον ελληνόφωνο χώρο, αφετέρου για τη διάδοση της ιδέας της εθνικής «παλιγγενεσίας»! Βέβαια, ενιαίο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος δεν είχε προϋπάρξει ποτέ στην Ιστορία, διάφορες θέσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού μετατράπηκαν όμως σε ιδεολογήματα εθνικής κατανάλωσης για να αντιμετωπιστεί η «αυτοκρατορική αντίληψη» του εκκλησιαστικού μηχανισμού.

Η ένσταση περί υπερβολής στο χαρακτηρισμό «Διαφωτισμός» σχετίζεται με το γεγονός ότι η ελληνική εκδοχή του είχε συχνά διαφορετικούς στόχους από εκείνους του ευρωπαϊκού, π.χ. την προσπάθεια Ελλήνων διαφωτιστών (οι περισσότεροι κληρικοί) να συγκεράσουν τις ιδέες της ελευθερίας, ισότητας και δημοκρατίας με τις ιουδαϊκές ιδεοληψίες και την πραγματικότητα της εκκλησιαστικής οπισθοδρομικότητας. Αυτή η αξιοποίηση ιστορικά κατοχυρωμένων ονομασιών για διαφορετικές δραστηριότητες και διεργασίες δεν είναι, φυσικά, μοναδική. Έχουν χαρακτηριστεί επίσης, για παλαιότερες εποχές, «Ουμανισμός» και «Αναγέννηση» δραστηριότητες που αφορούσαν στην αυξημένη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και όχι στην εισαγωγή και καθιέρωση νέων ιδεών ή στην παραγωγή πρωτότυπων καλλιτεχνικών αποτελεσμάτων.

Οι πρώτες ιδέες του Διαφωτισμού είχαν αρχίσει να διαδίδονται στις βαλκανικές χώρες ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα, αλλά στα γραπτά εμφανίζονται οι σχετικές ιδέες στο δεύτερο μισό αυτού του αιώνα. Ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806) αναφέρεται στα έργα του περί το τέλος της δεκαετίας του 1760 στον Βολτέρο (Francois Marie Arouet-Voltaire, 1694-1778). Στη Λογική του Βούλγαρη που γράφτηκε το έτος 1766 υπάρχουν κολακευτικές αναφορές στο μεγάλο Γάλλο φιλόσοφο και ιστοριογράφο του Διαφωτισμού. Επίσης το 1766 μεταφράζει ο Βούλγαρις το έργο Μέμνων και το έτος 1768 το δοκίμιο του Βολτέρου «Περί των διχονοιών των εν ταις εκκλησίαις της Πολωνίας». Αυτό το δοκίμιο εκδόθηκε μάλιστα σε δίγλωσση, ελληνο-γαλλική μορφή και εμπλουτίστηκε με αναλυτικό κριτικό σχολιασμό και επεξηγήσεις του Βούλγαρη.

Ο Βούλγαρης παίρνει μέρος με το «Σχεδίασμα περί Ανεξιθρησκείας» στον προβληματισμό σχετικά με τη θρησκευτική ανοχή που ήταν σημαντικό θέμα στις συζητήσεις της ευρωπαϊκής διανόησης εκείνης της εποχής. Ενώ όμως ο Βολτέρος αμφισβητούσε στα σχετικά έργα του κάθε δογματικό φανατισμό και αναδείκνυε την υπεροχή της φυσικής θρησκείας, ο Βούλγαρης προβάλλει στο «Σχεδίασμά» του την ελεύθερη θρησκευτική συνείδηση ως χριστιανικό προνόμιο και εισάγει στην ελληνική γλώσσα τον όρο ανεξιθρησκεία.

Στην «Αλληλογραφία» του Αδαμάντιου Κοραή (1748-1833) εκφράζονται αισθήματα ευγνωμοσύνης για τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού, οι οποίοι θεωρούσαν την οθωμανική δεσποτεία στίγμα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και έβλεπαν ευνοϊκά τη συγκρότηση ενός ελληνικού κράτους. Ο ίδιος ο Κοραής είναι από το 1788 στο Παρίσι αυτόπτης μάρτυρας της κατάργησης των προνομίων της καθολικής Εκκλησίας στη Γαλλία. Αυτή η κατάργηση κατατρομοκράτησε τον εκκλησιαστικό μηχανισμό στην Ανατολή, ο οποίος εξαρτούσε πλέον την επιβίωσή του από τη μακροημέρευση του οθωμανικού κράτους. Έτσι εξηγούνται η σφοδρή αντίδραση των ανώτερων κληρικών της ορθόδοξης Εκκλησίας και οι διώξεις κατά των οπαδών του Διαφωτισμού.

Συνέπεια της ανανεωτικής δραστηριότητας αυτών και άλλων φωτισμένων δασκάλων αυτής της εποχής ήταν να προκαλείται η αντίδραση, όχι των Οθωμανών αλλά του ορθόδοξου εκκλησιαστικού μηχανισμού, ο οποίος έβλεπε να χάνει τον έλεγχο στον εκπαιδευτικό τομέα και τη δυνατότητα χειραγώγησης του πληθυσμού. Τους Οθωμανούς δεν τους ενδιέφεραν οι ιδέες και οι απόψεις των μη μωαμεθανών υποδούλων – φτάνει να πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι). Οι συνεργαζόμενοι σε πνεύμα συναλληλίας με τους Οθωμανούς ανώτεροι κληρικοί προσπαθούσαν όμως να ελέγξουν το είδος και το εύρος των γνώσεων, απαγορεύοντας τις διδασκαλίες του Κοπέρνικου, του Νεύτωνα και του Γαλιλαίου.

Την ίδια περίπου εποχή περιγράφει επιφανής Ευρωπαίος περιηγητής τα μέλη του εκκλησιαστικού μηχανισμού στον ελληνόφωνο χώρο ως μία σπείρα που συμμετέχει σε εγκλήματα και πλουτίζει! Γράφει ο Choiseul Gouffier (1752-1817), φιλέλληνας περιηγητής και πρεσβευτής της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη στο βιβλίο του «Voyage Pittoresque de la Grece»: «Όλη η Ελλάδα είναι γεμάτη από μοναχούς, από τους οποίους σχεδόν κανένας δεν γνωρίζει ανάγνωση … Έχουν καθυποτάξει τη μωροπιστία των συμπολιτών τους και τους εξουσιάζουν όπως εκείνοι θέλουν, συχνά όντας συνένοχοι στα εγκλήματα του λαού, τα μοιράζονται μαζί του και επωφελούνται από τα κέρδη … Δεν υπάρχουν πειρατές που να μην έχουν μαζί τους ένα καλόγερο ή ένα παπά, προκειμένου να τους συγχωρήσει τα κρίματά τους τη στιγμή που τα διαπράττουν» (Οι περιηγήσεις του Σουασέλ Γκουφιέ, βλέπε βιβλιογραφία).

Φυσικά, ουδέποτε ενοχλήθηκε ο εκκλησιαστικός μηχανισμός από αυτή την πρακτική πλουτισμού των αλφαβητισμένων πατριαρχών και των αναλφάβητων κληρικών και μοναχών του. Αργότερα, όταν δεν ήταν πια δυνατόν να συγκρατηθεί η διάδοση της παιδείας, επιβιβάστηκε και η Εκκλησία στο νέο όχημα του εθνικού κράτους και του πολιτισμού και άρχισε να διαδίδει φανταστικές ιστορίες περί Αγίας Λαύρας και περί κρυφών σχολείων – τα οποία σχολεία, αν και δεν προκύπτουν από ιστορικά στοιχεία, δεν είναι απίθανο να οργάνωναν σε ώρα ανάγκης κάποιοι μεμονωμένοι, φωτισμένοι κληρικοί.

Το 1798, έντεκα χρόνια μετά την έκρηξη της γαλλικής επανάστασης, όταν στην Πελοπόννησο είχε απογοητευτεί ο κόσμος με την κατάληξη των «Ορλωφικών» και τοποθετούσαν στο εικονοστάσι απεικονίσεις του Ναπολέοντα, μαζί με εικόνες των αγίων, κυκλοφόρησε από το πατριαρχείο Ιεροσολύμων ποιμαντική εγκύκλιος του πατριάρχη Άνθιμου με τίτλο [Οι λέξεις με παχειά γράμματα είναι σύνδεσμοι]«Πατρική διδασκαλία για τους πιστούς και εκλεκτούς ορθοδόξους χριστιανούς», στην οποία παρέχονταν στους υποδουλωμένους Έλληνες εκκλησιαστικές οδηγίες για οπισθοχώρηση στο Μεσαίωνα: «Αδελφοί… κλείσατε τα αυτία σας και μη δώσετε καμμίαν ακρόασιν εις ταύτας νεοφανείς ελπίδας της ελευθερίας… που είναι εναντίαι εις τα ρητά της θείας γραφής και των αγίων αποστόλων, οπού μας προστάζουν να υποτασσόμεθα εις τας υπερεχούσας αρχάς, όχι μόνον εις τα επιεικείς αλλά και τας σκολιάς, δια να έχωμεν θλίψιν εις αυτόν τον κόσμον και να παραστήσωμεν καθαράς τω Χριστώ τας αισθήσεις ημών… Παντού το φαντασιώδες αυτό της ελευθερίας σύστημα του πονηρού επροξένησε πτωχείαν, φόνους, ζημίας, αρπαγάς, ασέβειαν τελείαν και ανωφελή μεταμέλειαν … Φυλάξατε στερεάν την πατροπαράδοτόν σας πίστιν και, ως οπαδοί του Χριστού, απαρασάλευτον την υποταγήν εις την πολιτικήν διοίκησιν». Εννοεί φυσικά υποταγή στην οθωμανική διοίκηση, με στόχο την μακροημέρευσή της. Τον συγκεκριμένο Άνθιμο, ο οποίος ήταν δραστήριος πωλητής συγχωροχαρτιών, ονόμαζε ο Αδαμάντιος Κοραής «Άσπονδο εχθρό των Γραικών, φίλο πιστό των Oθωμανών».

Η αντίδραση της Εκκλησίας

Το Πατριαρχείο λοιπόν ταρακουνήθηκε! Αυτοί οι «δυτικοφερμένοι» που διέδιδαν τις νέες ιδέες αποτελούσαν απειλή τόσο για τους ίδιους και τη θεοκρατία τους, όσο και για τον θεόσταλτο βασιλέα και προστάτη τους, όπως αποκαλούσαν τον σουλτάνο. Έτσι ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, αρχίζει την ανένδοτη επίθεσή του κατά των πατριωτών διαφωτιστών με πατρικές νουθεσίες (1819), κινητοποιώντας τους εγκαθέτους του:

 «…προαγόμεθα εις το να συμβουλεύσωμεν πατρικώς, όσα είναι ανάγκη και οι διδάσκαλοι και οι μαθηταί των σχολείων να εγκολποθώσι, και οι επιστάται των τοιούτων κοινών πραγμάτων να ενεργώσι με όλης της ακρίβειας και προσοχής των την έκτασιν. Επειδή δεν είναι δυνατόν να παρασιωπήσωμεν, ότι αντιπίπτοντα εις την ευχάριστον αυτήν ψυχικήν μας διάθεσιν μερικά συμβαίνοντα ανοικείως, διακόπτουσι την συνέχειαν των ελπίδων μας, τα οποία και εις τας εν τω αγιωνύμω Όρει του Άθωνος ησυχίους διατριβάς μας ηκούομεν, και ήδη μετά την επανάκλησιν μας, και τρίτην επί του αγιωτάτου Πατριαρχικού Αποστολικού και Οικουμενικού θρόνου ενίδρυσιν, προσέβαλον πολλαχόθεν εις τας ακοάς μας».

Ποια ήταν λοιπόν αυτά τα μαντάτα που προσέβαλον πολλαχόθεν την ακοή του Πατριάρχη και δεν τον άφησαν ούτε τον… διαλογισμό του στο Άγιο Όρος να χαρεί; Μα φυσικά τα νέα, ότι «μερικά προσκόμματα σατανικά (πάντοτε η επιστήμη, η λογική και οι διδάσκαλοί τους θα είναι «σατανικά» για το ορθόδοξο ιερατείο), «παρεμποδίζοντα τας προόδους των νέων εις την επιτυχίαν της αληθούς παιδείας (δηλαδή των θρησκευτικών και σχολαστικών γραμματικών μαθημάτων), και εις την εκπλήρωσιν του τέλους αυτής, ήτοι των χριστιανικών έργων την κατόρθωσιν».

Με λίγα λόγια, η πατριαρχική εγκύκλιος λέει ότι κάποιοι «σατανάδες» παρεμποδίζουν τους μαθητές από την κατήχηση (αληθή παιδεία)που οδηγεί στην επίτευξη χριστιανικών έργων(!) Και εξηγεί:
«Επιπολάζει ενιαχού μια καταφρόνησις περί τα Γραμματικά μαθήματα, και διόλου παράβλεψις περί τας Λογικάς (εννοεί την τέχνη του λόγου ως ομιλία και όχι ως Ορθού Λόγου=Επιστήμη) και Ρητορικάς τέχνας, και περί αυτήν επί πάσι (τώρα μπαίνουμε στο «ζουμί») την διδασκαλίαν της υψηλοτάτης Θεολογίας, προερχόμενη εκ της ολοτελούς αφοσιώσεως μαθητών ομού και διδασκάλων εις μόνα τα Μαθηματικά και τας επιστήμας, και μία ψυχρότης περί τα της αμωμήτου ημών Πίστεως, και αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας, προκύπτουσα εκ τινών διεφθαρμένων ανδραρίων, τα οποία καθώς τα ζιζάνια μεταξύ του καθαρού σίτου, ούτω και αυτά μεταξύ των πεπαιδευμένων του Γένους ανεφύησαν, πλανώμενα υφ’ αυτών, και πλανώντα τους αφελεστέρους και απεριφράκτους την διάνοιαν».

Θα σταθούμε εδώ, διότι οι βαρύτατες κατηγορίες και ύβρεις του Πατριάρχη εις βάρος των διαφωτιστών και των θετικών επιστημών απαιτούν τις εξηγήσεις τους.

Το μίσος κατά των θετικών επιστημών

Τα μαθηματικά και οι θετικές επιστήμες εν γένει, επειδή προάγουν την έρευνα και την αμφισβήτηση είχαν απαγορευτεί δια νόμου από τους Ρωμαιοχριστιανούς ήδη από τον Δεκέμβριο του 370 από τους αυτοκράτορες Βάλη (Valens) και Βαλεντιανό, οι οποίοι είχαν διατάξει «…να σταματήσουν οι δραστηριότητες των αστρολόγων [mathematici]… δημόσιες ή ιδιωτικές, ημερήσιες ή νυχτερινές».

Ο κανόνας ΞΑ΄ της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου (691 μ.Χ.) στη συμφωνία του θα επαναλάβει την καταδίκη των μαθηματικών και της αστρονομίας, που οι φωτοσβέστες τα συκοφαντούσαν ως μαγικές τέχνες: «…και εμποδίζει να μη γίνονται οι Κληρικοί και Ιερείς μάγοι, ή επαοιδοί, ή μαθηματικοί, ή αστρολόγοι». Μάλιστα οι μαθηματικοί και οι αστρονόμοι (αστρολόγοι όπως λέγονταν τότε) είχαν γνωρίσει πολλές φορές διώξεις ανάλογες με εκείνες των υπολοίπων Ελλήνων επιστημόνων και φιλοσόφων που αντιστέκονταν στο ρωμαιοχριστιανικό σκότος. Ο ιστορικός Προκόπιος, στην «Απόκρυφη Ιστορία» του, περιγράφει πώς ο Ιουστινιανός (527-565) δίωκε με μανία τους αστρονόμους (αστρολόγους), ανθρώπους εντελώς αθώους, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Προκόπιος:

 «Αλλά και για τους αστρολόγους είχαν μεγάλο μίσος. Γι’ αυτό και ο αξιωματούχος που ήταν αρμόδιος για τους κλέφτες τους βασάνιζε χωρίς κανέναν άλλο λόγο και, αφού τους μαστίγωνε αλύπητα στη ράχη, τους έβαζε πάνω σε καμήλες και τους διαπόμπευε σ’ όλη την πόλη, γέρους ανθρώπους και γενικά αξιοσέβαστα πρόσωπα, κι ας μην είχε να τους προσάψει καμιά άλλη κατηγορία, παρά μόνο ότι ήθελαν να καλλιεργούν την επιστήμη των άστρων σ’ έναν τόπο σαν κι αυτόν».

Το ζητούμενο της Μεγάλης Εκκλησίας και της όποιας μοναρχίας με την οποία αγαστά συμπορευόταν, αδιάφορο αν ήταν η ομόδοξη ρωμαϊκή (βυζαντινή) ή η διάδοχος αυτής αλλόθρησκη οθωμανική, ήταν οι υπήκοοι να παραμένουν πειθήνιοι και υπάκουοι. Και αυτό πετυχαίνεται μόνο με τη διάδοση της δεισιδαιμονίας, η οποία κατακυριεύει με παράλογους φόβους τους ανθρώπους και τους κρατά δούλους και ποίμνια στις βουλές των ελέω θεού κοσμικών αφεντάδων τους. Και όπως γράφει ο Ανώνυμος διαφωτιστής στην «Ελληνική Νομαρχία», «…οι ιερείς αγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν, καθόλου διάφορον από τους λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε επροσπάθησαν με το μέσον της θεότητος να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των καθώς μέχρι της σήμερον με την αμάθειαν και κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί, καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδυνάτους νόας του λαού από μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε οπού αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον».


Αλλά μήπως και ο υπέροχος Πλούταρχος δεν είναι εκείνος που πριν 20 αιώνες μας προειδοποίησε ποιο εξουσιαστικό παιχνίδι εξυπηρετεί η δεισιδαιμονία:

 «Άλλοι, τέλος, διηγούνται ότι κάποιος από τους φοβερούς και πανούργους εκείνους βασιλείς, καταλαβαίνοντας πως οι Αιγύπτιοι έχουν χαλαρό φρόνημα και είναι επιρρεπείς στις μεταβολές και τις επαναστάσεις κι ότι, πολυπληθείς καθώς είναι, είναι δύσκολο ν’ αντιμετωπιστούν και να κατασταλούν όταν ομογνωμούν και δρουν από κοινού, εγκατέσπειρε με τις διδαχές του δεισιδαιμονία, αιώνια αφορμή για ακατάπαυστη διχόνοια».

Για το ορθόδοξο ιερατείο λοιπόν, το πλήρως καθοδηγούμενο από τους τυράννους και κατακτητές του έθνους μας, τα μαθηματικά και η αστρονομία, που θα διέλυαν τις δεισιδαιμονίες και τις άλογες μεταφυσικές δοξασίες που είχε καλλιεργήσει στο λαό για να τον κρατά υποταγμένο, υποδουλωμένο και φοβισμένο, παρέμεναν (και παραμένουν) οι βασικοί του ιδεολογικοί αντίπαλοι, που υποχρεούται να αναχαιτίσει με αφορισμούς, αναθέματα και συκοφαντίες περί…μαγείας!

Η γραμματική «επωφελέστερη» των θετικών επιστημών

 Εκεί όμως που ο Πατριάρχης θα κηρύξει κάθετο ανάθεμα κατά των μαθηματικών και εν γένει των θετικών επιστημών, είναι όταν θα διακηρύξει, ότι:

 «Και κατά σύγκρισιν δε και παράθεσιν ευρίσκεται επωφελεστέρα τω Γένει, και αναγκαιοτέρα η παράδοσις των Γραμματικών από την διδασκαλίαν των μαθηματικών και επιστημονικών» .

Και αμέσως μετά, αφήνεται στο να ξετυλίξει το λίβελο του σκοταδισμού του:

 «…επειδή εκείνη (η Γραμματική) συμβάλλει γενικώς εις όλα, ή τα περισσότερα επαγγέλματα, της δε, εις άλλα θεωρείται το χρήσιμον, διο και όσον απαιτεί η προκειμένη του Γένους κατάστασις πρέπει να παραδίδηται εις τα σχολεία, και όχι το έργον να γίνεται πάρεργον, και το πάρεργον (οι επιστήμες) έργον, και να λαμβάνη το χρήσιμον του αναγκαίου την προτίμησιν επειδή τις ωφέλεια προσκολλώμενοι οι νέοι εις τας παραδόσεις αυτάς, να μανθάνωσι αριθμούς, και αλγέβρας, και κύβους, και κυβοκύβους, και τρίγωνα, και τριγωνοτετράγωνα, και λογαρίθμους, και συμβολικούς λογισμούς, και τας προβαλλομένας ελλείψεις, και άτομα, και κενά, και δίνας, και δυνάμεις και έλξεις και βαρύτητας, και φωτός ιδιώματα, και βόρεια σέλα, και οπτικά τινα, και ακουστικά, και μυρία τοιαύτα, και άλλα τερατώδη, ώστε να μετρώσι την άμμον της θαλάσσης, και τας σταγόνας του υετού και να κινώσι την γην εάν αυτοίς δοθή πη στώσι κατά τον Αρχιμήδην, έπειτα εις τας ομιλίας των βάρβαροι, εις τας γραφάς των σόλοικοι, εις τας θρησκείας ανίδεοι, εις τα ήθη παράφοροι και διεφθαρμένοι, εις τα πολιτεύματα επιβλαβείς, και άσημοι πατριώται, και ανάξιοι της προγονικής κλήσεως;».

Ας αρχίσουμε από το τέλος. Τι θεωρούνται οι θετικοί επιστήμονες και όσοι διδάσκουν τις θετικές επιστήμες για την Ορθόδοξη Εκκλησία; Είναι, «…εις τας ομιλίας των βάρβαροι, εις τας γραφάς των σόλοικοι, εις τας θρησκείας ανίδεοι, εις τα ήθη παράφοροι και διεφθαρμένοι, εις τα πολιτεύματα επιβλαβείς, και άσημοι πατριώται, και ανάξιοι της προγονικής κλήσεως».

Βάρβαροι, ανίδεοι, παράφοροι, διεφθαρμένοι, επιβλαβείς, άσημοι και ανάξιοι! Αυτή είναι η γνώμη του Γρηγόριου του Ε΄, και επίσημη θέση της Εκκλησίας σε όλη της την ιστορική διαδρομή, σε ό,τι αφορά τους επιστήμονες. Γιατί; Διότι η επιστημονική έρευνα καταλύει τις «θεόπνευστες» ασυναρτησίες, τις μεταφυσικές ανοησίες, διαλύει τις δεισιδαιμονίες και απελευθερώνει τους ανθρώπους! Άνθρωποι που οδηγούνται από τον Ορθό Λόγο δεν δύνανται να διαβιούν ως δούλοι, ξεσηκώνονται, επαναστατούν και ανατρέπουν τους τυράννους τους. Η Εκκλησία έχει μία αποστολή: Να αναχαιτίσει την επανάσταση που πλησιάζει, και δίχως καν σουλτανική εντολή, αποφασίζει για μια ακόμη φορά να παίξει το ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε εξ αρχής: του οπίου του λαού. Οι διαφωτιστές είναι επικίνδυνοι, είναι επαναστάτες, διδάσκουν «άχρηστα» πράγματα (αυτά που σήμερα μας ταξιδεύουν στα άστρα και βρίσκουν θεραπείες σε ό,τι μας αποδεκατίζει) και αντί να ασχολούμαστε με την…Γραμματική, την τόσο ωφέλιμη για μανδαρίνους, θέλουμε να κατανοήσουμε τη βαρύτητα που είναι από μόνη της σκέτο…θαύμα!

Ήταν 1818, ένα έτος πριν από την έκδοση της εν λόγω πατριαρχικής εγκυκλίου, που ο διαφωτιστής και διδάσκαλος Βενιαμίν ο Λέσβιος, βροντοφώναζε από το ελληνικό Λύκειο του Βουκουρεστίου:
«Βλέπομεν το ημέτερον γένος να δαπανά ολόκληρον την ζωήν αυτού εις ουδέν άλλο, ή εις μίαν διάλεκτον τουτέστιν εις σημεία των ημετέρων ιδεών και άπασα η αγωγή αυτού και παιδεία να επικεντρώνεται εις μόνην την γραμματικήν. Ω! αθλιότης».

Μέγιστο αμάρτημα η «…αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας…»
Εκ πρώτης αναγνώσεως μοιάζει κωμικό το επιχείρημα ότι το μέγιστο αμάρτημα των διαφωτιστών ήταν ότι καλλιεργούσαν στη νεολαία της προεπαναστατικής περιόδου «…αδιαφορία εις τας παραδεδομένας νηστείας…», και μάλιστα τόσο μεγάλο που ο ίδιος ο Πατριάρχης εγκαταλείπει το μειλίχιο ύφος του για να αποκαλέσει τους πατριώτες, «εκ τινών διεφθαρμένων ανδραρίων, τα οποία καθώς τα ζιζάνια μεταξύ του καθαρού σίτου…».

Και όμως οι νηστείες, που τόσο πολέμησαν και περιόρισαν οι διαφωτιστές, είχαν (και έχουν) την εξουσιαστική τους αιτία ύπαρξης! Να τι παρατήρησε ο Άγγλος λοχαγός Γουίλιαμ Μάρτιν Λέικ (William Martin Leake), ο οποίος περιηγήθηκε στις ελληνικές χώρες μεταξύ του 1804 και 1810 ως πράκτορας της Μεγάλης Βρετανίας:

 «Τα πανηγύρια των Ελλήνων, οι νηστείες και ο φόβος τους, είναι μεγάλα βάσανα για τον ταξιδιώτη. Στις γιορτές δεν δουλεύουν. Όταν κρατούν νηστεία, και μάλιστα σκληρή, σαράντα ολόκληρες μέρες, είναι εξαντλημένοι και ανίκανοι για κάθε σοβαρή προσπάθεια. Ο φόβος, τέλος, αποτελεί αναγκαία συνέπεια του τουρκικού ζυγού που ακολούθησε τη μακραίωνη εξουθενωτική τυραννία και τις δεισιδαιμονίες της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ωστόσο, κάτω απ’ αυτή την πικρή κρούστα, προβάλλει έντονα ο εθνικός χαρακτήρας ενός αρχαίου λαού».

Οι παρατηρήσεις του Άγγλου στρατιωτικού και κατασκόπου κατεξοχήν εύστοχες. Με τόσες αυστηρές νηστείες, οι πρόγονοί μας ήταν «εξαντλημένοι και ανίκανοι για κάθε σοβαρή προσπάθεια», πόσο μάλλον για επανάσταση. Γι’ αυτό και οι διαφωτιστές, που με τις διδαχές τους προετοίμαζαν τη νέα γενιά για τον μεγάλο εθνικό ξεσηκωμό, φρόντιζαν στην παύση, ή έστω στον περιορισμό των νηστειών, μήπως και οι υπόδουλοι καταφέρουν και σταθούν πρώτα στα πόδια τους, πριν καταφέρουν να σηκώσουν τα άρματα κατά των τυράννων τους. Και η Εκκλησία, που γνώριζε πολύ καλά γιατί είχε επιβάλλει όλες αυτές τις νηστείες, είχε κάθε λόγο να ανησυχεί, να απειλεί και να υβρίζει. Η Επανάσταση θα ερχόταν δύο χρόνια μετά.

Ένας πατριάρχης σε αφοριστικό παραλήρημα

Ο Γρηγόριος ο Ε΄ κηρύττει πόλεμο κατά του «κόμματος» των διαφωτιστών, όπως ο ίδιος το αποκαλεί, κατά δηλαδή της εθνικοαπελευθερωτικής πατριωτικής παράταξης! Έντρομος από την ευρύτατη διάδοση των Ορθών Λογικών ιδεών αρχίζει να απειλεί και να φοβερίζει: «Εις τοιούτους παραλογισμούς περιπίπτουσιν οι του κόμματος εκείνου…», γράφει και συνεχίζει, «Αυτοί οι πονηροί άνθρωποι και γόητες είναι προφανείς λυμεώνες, και ψυχικώς και σωματικώς γίνονται εις τους αφυλάκτους και νωθρούς επιζήμιοι είναι πεπαρρησιασμένοι παραβάται των θείων και ιερών κανόνων, και αποστολικών διατάξεων».

Για να πάρουν σειρά οι προειδοποιήσεις ότι θα ακολουθήσουν αφορισμοί:
«…και αν δεν προλάβωσι να σωφρονισθώσι και να αφεθώσιν από τας σαθράς και αντιθέους διδασκαλίας των, θέλει επέλθη κατ’ αυτών η οργή του Θεού, ως υιών απειθείας, και θέλουν πειραθή της αποτομωτάτης Εκκλησιαστικής παιδείας, θεατριζόμενοι και στηλιτευόμενοι πανταχού, και ως μέλη σεσηπότα αποκοπτόμενοι της ολομελείας των πιστών, ίνα μη η λύμη αυτών γίνηται διαδόσιμος εις τα λοιπά υγιαίνοντα μέλη του Χριστωνύμου πληρώματος. (…) Αυτούς προς το παρόν τους Εκκλησιαστικούς ελέγχους και περί της μιας, και περί της άλλης των καινοτομούντων φατρίας ποιούμεθα, άμα μεν περιμένοντες την επιστροφήν αυτών και μεταμέλειαν, άμα δε και δίδοντες νύξιν εις τους αληθείς του Γένους πεπαιδευμένους, και γνησίους της ευσεβείας λατρευτάς και θεράποντας, δια να διαλύωσι τας σατανικάς αυτών πλεκτάνας, ως αραχνιώδη υφάσματα».

Μετά, απευθύνεται στα «γνήσια και ευπειθή τέκνα της κοινής μητρός αγίας του Χριστού Εκκλησίας», κατονομάζοντας τους διορισμένους ανθρώπους του, που είχαν λόγο στα εκπαιδευτικά πράγματα της εποχής, και τους υπαγορεύει «πατρικώς» να αναλάβουν δράση για άμεση αναχαίτιση του διαφωτισμού και των επιστημονικών διδασκαλιών:

 «…τας βεβήλους κενοφωνίας, και τας σαθράς αντιθέους διδασκαλίας των ειρημένων, να μισήτε, και να αποστρέφησθε, διακρίνοντες αυτούς, ως εκ του καρπού το δένδρον και το πυρ μακρόθεν εκ του καπνού. Ιός ασπίδος υπό τα χείλη αυτών είναι κεκρυμμένος, έτοιμος να διαφθείρη τους αστηρίκτους περί την ευσέβειαν, και την άλλην ευμάθειαν και κατά τον θείον Απόστολον: Βλέπετε και προσέχετε όσον το δυνατόν, ίνα μη συλλαγωγήσθε υπό της κενής απάτης αυτών, και τερατολογίας, και εκτραχηλίζεσθε κατά μικρόν από τα όργια της αληθούς παιδείας, ην και οι γνήσιοι του Θεού θεράποντες και πνευματέμφοροι Πατέρες μυηθέντες, διαλάμπουσιν ως αστέρες πολύφωτοι εις το νοητόν στερέωμα της Εκκλησίας επειδή η επαπειλουμένη εκ της ψευδοδισκαλίας ζημία, δεν είναι μόνον η της προγονικής διαλέκτου κατάργησις, αλλά και η περί την αμώμητον Πίστιν ψυχρότης, η λεληθότως προξενούμενη εκ της ακαταληψίας όλων επίσης των Εκκλησιαστικών συγγραμμάτων, και η διαφθορά των ηθών. Αναγκαιότατον είναι ένθα και ο τόπος και ο τρόπος ευχερής και αρμόδιος να διαιρεθώσι τα Γραμματικά σχολεία από τα των Επιστημονικών και Μαθηματικών, και να γίνωνται κεχωρισμένως εν μέρει αι παραδόσεις, δια να μη λαμβάνωσιν εκ του προχείρου αφορμήν οι νέοι, και φεύγοντες από τας τάξεις των Γραμματικών, προσκολλώνται εις τας άλλας».

Σε ό,τι αφορά τη διάπλαση των ελληνοπαίδων, η εντολή του Πατριάρχη είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρη:

 «…και απλώς άλατι πνευματικώ να είναι ηρτημέναι αι διδασκαλίαι των διδασκάλων, και αιχμαλωτίζουσαι παν νόημα εις την υποταγήν του Χριστού, κατά τον θείον Απόστολον, να αναδεικνύωσι τους μαθητιώντας, Χριστιανούς ελληνίζοντας τας φράσεις, και Έλληνας χριστιανίζοντας τα δόγματα, τα ήθη, και τους τρόπους. Ταύτα πατρικώς συμβουλεύομεν…».

Ξεκάθαρη είναι η θέση του και για το πώς πρέπει να αντιμετωπισθούν πάραυτα οι ελληνίζοντες διαφωτιστές:

 «…αν δεν μεταπεισθώσι και δεν θελήσωσι να μεταβάλωσιν ήθη και φρονήματα, πρέπει να αποβληθώσιν εξάπαντος, ως προσκόμματα και πέτραι σκανδάλων, κατά την περί αυτών απόφασιν του Παναγίου Πνεύματος».

Αναθεματισμός των ελληνικών ονομάτων!

Επειδή η διάδοση του διαφωτισμού, των επιστημών και της Ελληνικής Παιδείας είχαν ως αποτέλεσμα την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των υποδούλων, πολλοί ήταν εκείνοι που αποφάσιζαν να δώσουν στα παιδιά τους αρχαία ελληνικά ονόματα, αντί για χριστιανικά (δηλαδή, εβραϊκά και ρωμαϊκά). Αυτή η «μόδα» («καινοτομία» την αναφέρει η εγκύκλιος) ανησύχησε σφόδρα τον Πατριάρχη. Για τους εξής λόγους:

 α) Ότι οι Ρωμιοί ήθελαν πλέον να έχουν ελληνικά ονόματα, σήμαινε ότι επιθυμούσαν διακαώς να είναι Έλληνες, ταυτότητα που για την Ορθοδοξία ήταν συνυφασμένη με την αρχαία αντίληψη περί του Θείου (αρχαία ελληνική «θρησκεία»), άρα εχθρική και ανταγωνιστική ως προς την ίδια την υπόσταση της Εκκλησίας.

 β) Ως απότοκο του Διαφωτισμού, η πατρώα και μητρώα ελληνική ονοματοθεσία, σήμαινε ότι το Κίνημα στεριωνόταν και στην επόμενη γενιά.

 γ) Αφού οι ραγιάδες Ρωμιοί ξαναγίνονταν Έλληνες, σίγουρα είχαν στο νου τους εθνική επανάσταση κατά των Οθωμανών και της Ρωμαίικης Εκκλησίας, στα βήματα και των άλλων εθνικών επαναστάσεων της εποχής (Γαλλική και Ισπανική) που δεν στράφηκαν μόνο κατά των κοσμικών τυράννων αλλά και κατά της θεοκρατίας.

Εξάλλου, ο ίδιος ο Αλή Πασάς, ο τύραννος της Ηπείρου, είχε υποψιαστεί ότι κάτι ετοίμαζαν οι υπόδουλοι Έλληνες, μόνο και μόνο από το γεγονός ότι βάφτιζαν τα παιδιά τους με αρχαία ελληνικά ονόματα. Μάλιστα, ο ίδιος φέρεται να έχει πει: «Εσείς οι Ρωμιοί, μπρε, κάτι μεγάλο έχετε στο νου σας. Δεν βαφτίζετε πια τα παιδιά σας Γιάννη, Πέτρο, Κώστα, παρά Λεωνίδα, Θεμιστοκλή, Αριστείδη. Σίγουρα κάτι μαγειρεύετε».

Και πώς άραγε η Εκκλησία υποδέχτηκε τον πόθο για εθνική ελληνική ελευθερία της προεπαναστατικής γενιάς, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τους άφοβους ελληνίζοντες διαφωτιστές, και όπως την υποδέχθηκαν οι διψασμένοι για επανάσταση πρόγονοί μας; Η Εκκλησία απαγόρευσε στους Έλληνες να δίνουν στα παιδιά τους ελληνικά ονόματα, για να αποδείξει ακόμα μια φορά τον…φιλελληνισμό της:

 «Και η κατά καινοτομίαν παρά ταύτα εισαχθείσα των παλαιών Ελληνικών ονομάτων επιφώνησις εις τα βαπτιζόμενα βρέφη των πιστών, ως ηκούσαμεν, λαμβανομένη ως μια καταφρόνησις της Χριστιανικής ονοματοθεσίας, είναι διόλου απροσφυής και ανάρμοστος όθεν ανάγκη η Αρχιερωσύνη σας να διαδώσητε παραγγελίας εντόνους… (…), δια να λείψη τουντεύθεν και η κατάχρησις αυτή…».

Οι διωγμοί και οι αφορισμοί των διαφωτιστών

Οι Έλληνες διαφωτιστές, που, με αφορμή τον δυτικό Διαφωτισμό, ο οποίος επανέφερε στο προσκήνιο την ελληνική φιλοσοφία, κατέβαλλαν άοκνες προσπάθειες για να μορφώσουν τους υπόδουλους Ρωμιούς και να ξανακάνουν Έλληνες τους προσκυνημένους «ραγιάδες». Κι όλα αυτά, παρά το διωγμό του πρυτάνεως των Ελλήνων διαφωτιστών Μεθόδιου Ανθρακίτη.

 [Η μέθοδος διδασκαλίας του Ανθρακίτη και πολύ περισσότερο το ίδιο το περιεχόμενο των παραδόσεών του –κυρίως μαθηματικά και νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία- επέφεραν τη δυσαρέσκεια εκκλησιαστικών και άλλων εκπαιδευτικών κύκλων. Έτσι, στα 1719 ο Ιερόθεος Ιβηρίτης έχοντας παρακολουθήσει τις παραδόσεις των μαθημάτων του, διαφωνεί με τη διδασκαλία του και προβαίνει σε επίσημη καταγγελία του στο Πατριαρχείο. Για να υποστηρίξει τις κατηγορίες του παρουσιάζει στη Σύνοδο τετράδια με σημειώσεις του Ανθρακίτη από μεταφράσεις κειμένων του Malebranche. Εξαιτίας αυτών των εξελίξεων ο Ανθρακίτης εγκαταλείπει την Καστοριά το 1719 για να μεταβεί στη Σιάτιστα, όπου πρόκειται να διδάξει για τα επόμενα δύο περίπου χρόνια. Κατά την περίοδο της εκεί παραμονής του θα κληθεί από το Πατριαρχείο να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να απολογηθεί για τις κατηγορίες εναντίον του, πράγμα που ο ίδιος αρνείται. Θα επιστρέψει στην Καστοριά, όπου τον Ιούλιο του 1723 παρουσιάζεται στον Αρχιεπίσκοπο Αχριδών Ιωάσαφ και τη σύνοδο της περιοχής και προβαίνει σε ομολογία πίστης. Ωστόσο, στις 23 Αυγούστου του 1723 η Ιερά Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης εκδίδει εναντίον του καταδικαστική απόφαση, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η διδασκαλία και διάδοση των ιδεών του και ο ίδιος καθαιρείται από κληρικός. Έπειτα από την ομολογία του μπροστά στη Σύνοδο και την δημόσια καύση των χειρογράφων του, στην οποία ο ίδιος προβαίνει, η προηγούμενη απόφαση ανακαλείται (1725) υπό τον όρο η διδασκαλία του να περιλαμβάνει μόνο την περιπατητική φιλοσοφία κατά τα πρότυπα της κορυδαλλικής παράδοσης. Η συγγραφική παραγωγή Ανθρακίτη αποτελείται κατά κύριο λόγο από θρησκευτικά και επιστημονικά έργα. Εκτός των θεολογικών συγγραμμάτων του, που τυπώθηκαν στη Βενετία, τα υπόλοιπα είτε εκδόθηκαν μετά το θάνατό του είτε παρέμειναν χειρόγραφα, ενώ εικάζεται ότι εξαιτίας των διώξεών του κάποια από τα κείμενά του έχουν καταστραφεί ή παραμένουν ακόμη άγνωστα.]

Το μονοπάτι του Ανθρακίτη ακολούθησαν δυο σχεδόν σύγχρονοί του λόγιοι εξ Επτανήσου: Ο Βικέντιος Δαμοδός από την Κεφαλλονιά (1679-1752) και ο Αντώνιος Κατήφορος από τη Ζάκυνθο (1685-1763), αμφότεροι σπουδαγμένοι στην Ιταλία. Ο Δαμοδός, όταν επέστρεψε στο νησί του, ίδρυσε σχολείο στο χωριό Χαβριάτα, απ’όπου καταγόταν. Έγραψε τα έργα του στη δημοτική, γιατί θεωρούσε πως η φιλοσοφία και οι επιστήμες έπρεπε να γράφονται σε κατανοητή από το ευρύ κοινό γλώσσα, αλλιώς δεν είναι χρήσιμες. Ο Δ. Φωτιάδης γράφει «η ηθική στάση του Δαμοδού είναι θαρραλέα και θα έλεγε κανείς, προοδευτική. Ένα πνεύμα δημοκρατικό τον διέπει: η απόλυτη εξουσία του ανδρός μέσα στο σπίτι ή του δεσπότη επάνω στο ποίμνιό του δεν του είναι αρεστή» (Δ. Φωτιάδης, «Η Επανάσταση του 1821″, τόμος α’, σελ. 161, εκδόσεις «Μέλισσα»). Ο Κατήφορος, με τη σειρά του, εκδίδει το 1734 μια «Γραμματική». Στον πρόλογό της διαπιστώνει περιχαρής την έφεση που αρχίζουν οι σύγχρονοί του Έλληνες να δείχνουν προς τις επιστήμες. Και αυτός επιλέγει τη δημοτική γλώσσα ως επικοινωνιακό του όργανο.

Άλλος Επτανήσιος διαφωτιστής ήταν ο Ευγένιος Βούλγαρης, γεννημένος στην Κέρκυρα το 1716. Δάσκαλοί του ήταν οι προαναφερθέντες διαφωτιστές, ο Δαμοδός και ο Κατήφορος. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιταλία, στο πανεπιστήμιο της Πάδουας. Όταν τις περάτωσε, επέστρεψε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και άρχισε να διδάσκει ως σχολάρχης στα Ιωάννινα, στη Μαρουτσαία Σχολή. Τη θέση του όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει «φθονούμενος και προπηλακιζόμενος μέχρι σημείου ουκ ανεκτού» (Τρύφων Ευαγγελίδης, «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας», τόμος Α’, σελ. 158). Ο Τρύφων Ευαγγελίδης αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος Μπαλάνος-Βασιλόπουλος, σχολάρχης της Μπαλαναίας Σχολής στα Ιωάνινα, διέβαλε τόσο τον Ανθρακίτη όσο και τον Βούλγαρι ως «άθεους νεωτεριστές» και ευθύνεται για το διωγμό και των δυο (Ευαγγελίδης, ο.π., σελ. 161). Τελικά, ο Βούλγαρις έγινε διευθυντής της «Αθωνιάδος Ακαδημίας» στο Άγιο Όρος, από την οποία πάλι διώχθηκε βιαίως. Ο λόγος ήταν το… θράσος του να διδάσκει μαθηματικά και φιλοσοφία, κάτι που προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις: «Δυστυχώς η σχολαρχία του Βουλγάρεως μόνον επί 5 έτη παρετάθη (1753-1758), διότι επισυνέβησαν διαφοραί και παρεξηγήσεις μεταξύ διδασκάλων (…), των μαθητών έξωθεν υποκινουμένων, ιδίως υπό του Παλαμά ζητούντος την σχολαρχίαν, ώστε ανήρ οίος ο Βούλγαρις, μη ανεχόμενος την αξιοθρήνητον ταύτην κατάστασιν παρητήθη, αφ’ου ετόλμησαν και σωματικώς να κακοποιήσωσιν αυτόν» (Ευαγγελίδης, ο.π., σελ. 92).

Αφού λοιπόν έφαγε το ξύλο του, εγκατέλειψε το «Άγιον» Όρος το 1758 και πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου ιδιώτευσε μέχρι το 1761. Τότε τον κάλεσε ο πατριάρχης Σεραφείμ Β’, για να αναλάβει τη θέση του σχολάρχη της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Ούτε εκεί παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα: Έπεσε σε δυσμένεια και από την Πόλη μετέβη στη Λειψία, όπου εξέδωσε τα φιλοσοφικά συγγράμματά του. Στη Λειψία εκφράσθηκε ανοιχτά ως οπαδός του Leibniz, θεμελιωτή της γερμανικής φιλοσοφίας και του John Locke. Ο Locke απέρριπτε τη μεταφυσική σκέψη και έλεγε ότι οι παραστάσεις είναι αποτέλεσμα της εμπειρίας μας. Επίσης, ακολουθώντας το παράδειγμα των κλασσικών Ελλήνων φιλοσόφων, ο Locke προσπαθούσε να συμβιβάσει τον ορθό λόγο με τη θρησκεία· θεωρούσε βλέπετε την ύπαρξη του θείου ως κάτι αποδείξιμο και όχι έμφυτο, ενώ ελληνίζουσα ήταν και η πολιτική του στάση, καθώς υποστήριζε ότι η βασιλεία υπάρχει «ελέω λαού» και όχι «ελέω θεού», συνεπώς είναι ανακλητή. Ωστόσο, ο Βούλγαρις δεν είχε τις ικανότητες ή τη συνέπεια του Locke, όπως αναφέρει ο Φωτιάδης (Φωτιάδης, ο.π.). Τελευταίος σταθμός στη ζωή του Βουλγάρεως ήταν η Ρωσία: Εκεί, έγινε βιβλιοθηκάριος της τσαρίνας Αικατερίνης και το 1776 αρχιεπίσκοπος του Σλαβινίου και της Χερσώνος. Το 1801 αποσύρθηκε στη μονή του Αλεξάνδρου Νέφσκι, όπου και πέθανε το 1806, αφήνοντας πίσω του πλούσιο συγγραφικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει επιστημονικά, φιλοσοφικά και θεολογικά βιβλία, μεταφράσεις αρχαίων συγγραφέων και ξένων συγγραφέων της εποχής. Το διασημότερο όμως βιβλίο του ήταν η «Λογική», την οποία δίδαξε σε όλες τις σχολές όπου εργάστηκε και απετέλεσε για σειρά ετών τη βάση μελέτης της φιλοσοφίας στα σχολεία της Ελλάδας.

Αξίζει να σημειώσουμε τα εξής:
* Ο Ευαγγελίδης αναφέρει πως το έτος 1761 ο Βούλγαρις, σχολάρχης τότε της Πατριαρχικής Ακαδημίας (1760-1761), κατηγορήθηκε ότι δίδασκε μαθηματικά, κατηγορία στην οποία αποδίδει την τελική αποδημία του στη Ρωσία (Ευαγγελίδης, ο.π., τόμος Β’, σελ. 398)
* Στα νιάτα του, ο Βούλγαρις ήταν θαυμαστής του Βολταίρου, αλλά στα γεράματά του πέρασε στη συντηρητική όχθη και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον κατατάσσει στα «μεγάλα και εξακουστά επί δυσσεβεία ονόματα».

Ο Νικηφόρος Θεοτόκης θεωρείται διάδοχος του Βουλγάρη. Κι αυτός εκ Κερκύρας ορμώμενος, γεννημένος το 1731. Και αυτός σπούδασε στην Ιταλία και γύρισε στην Ελλάδα. Αρχικά έμεινε στην Κέρκυρα για λίγο ως δάσκαλος και κληρικός. Δέχθηκε πρόσκληση του πατριάρχη Σαμουήλ Χαντζερή, στην οποία ανταποκρίθηκε, αλλά δυσαρεστήθηκε από τον συντηρητισμό των αρχιερέων που έβλεπαν εχθρικά τις θετικές επιστήμες. Έτσι, εγκατέλειψε την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατέφυγε στη Λειψία, χωρίς το φόβο της λογοκρισίας και του ανατολίτικου συντηρητισμού του Πατριαρχείου. Αργότερα έγινε διευθυντής της Αυθεντικής Σχολής στο Γιάσι (Ιάσιο) της Μολδαβίας, αλλά το… θράσος του να διδάξει φυσική στους μαθητές προκάλεσε την μήνιν των υπερσυντηρητικών Ρωμιών. Έτσι, εγκατέλειψε τα πάντα «διά νυκτός ως δραπέτης» και κατέφυγε στη Ρωσία, όπου διαδέχθηκε τον Βούλγαρη στον αρχιεπισκοπικό θρόνο Σλαβινίου και Χερσώνος. Στην Αυθεντική Σχολή τη θέση του πήρε ο Ιώσηπος Μοισιόδακας· μη νομίσετε όμως ότι κι αυτός είχε καλύτερη τύχη: Όταν τόλμησε να διδάξει μαθηματικά ως εισαγωγή στη φιλοσοφία, έφυγε κι αυτός νύχτα, κυνηγημένος απ’ τους ρωμιοταλιμπάν. Ο Φωτιάδης γράφει πως «με τον Θεοτόκη κλείνει η περίοδος αυτή του διαφωτισμού. Στηριζόταν κύρια σε φωτισμένους κληρικούς, που οι περισσότεροί τους σπούδασαν στην Ευρώπη. Ο ανώτερος κλήρος στρέφεται προς τον συντηρητισμό και η προοδευτική σκέψη γίντεαι πια όλο και περισότερο κτήμα της πρωτοεμφανιζόμενης στον ελληνικό χώρο αστικής τάξης» (Φωτιάδης, ο.π., σελ. 163).

Ας δούμε όμως λίγο πώς παρουσίαζε την όλη κατάσταση ο Γέρος του Μοριά, ο αρχιστράτηγος της Επανάστασης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Σε λόγο που έβγαλε το Νοέμβριο του 1838, απευθυνόμενος στους μαθητές του γυμνασίου της Αθήνας (Ο λόγος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα), στηλίτευσε με σφοδρότητα τους αρχιερείς για την εχθρότητά τους κατά της Ελληνικής Παιδείας και απέδωσε το ξέσπασμα της Επανάστασης και την αναγέννηση της Ελλάδας στους αρχαιολάτρες διαφωτιστές που η Εκκλησία έβριζε και εδίωκε.

Ακόμα και σήμερα, τα λόγια του (δις αφορισθέντος) Κολοκοτρώνη γκρεμίζουν σα χάρτινους πύργους τους μύθους περί διάσωσης της Ελληνικής Παιδείας υπό της εκκλησίας, οι δε απόψεις του ταυτίζονται πλήρως με αυτές του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας». Ας δούμε όμως τι λέει ο αρχιστράτηγος της Παλιγγενεσίας:

 «Ο Σουλτάνος διώρισε έναν βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη και του έδωσε την εξουσία της Εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο Σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλλίτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέροντες τον ζυγό, έφευγαν και οι γραμματισμένοι επήραν και έφυγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι έμεινε ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση και αυτή αύξαινε κάθε μέρα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του, ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί, μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντες τες δόξες αυτές και τες ηδονές, όπου απελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ημέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε».

Συνεχίζοντας, ο Κολοκοτρώνης αναφέρει ότι οι ραγιάδες Ρωμιοί συνειδητοποίησαν την ελληνική τους καταγωγή και ξεκίνησαν τον εθνικοαπελευθερωτικό τους αγώνα, μόνο όταν ήρθαν σε επαφή με τα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (Φιλοσοφία και Ιστορία). Τα φιλοσοφικά, επιστημονικά και ιστορικά συγγράμματα των αρχαίων συγγραφέων ήσαν άγνωστα στην Ελλάδα λόγω των απαγορεύσεων που επέβαλε η εκκλησία στη διδασκαλία τους (κι αφήστε τους να λένε ότι… τα φυλάγανε στα μοναστήρια) και έφτασαν στα χέρια του υπόδουλου λαού χάρη στις άοκνες προσπάθειες των ξενιτεμένων στις δυτικές χώρες Ελλήνων διαφωτιστών. Οι ραγιάδες επαναστάτησαν μόνον όταν αντιλήφθηκαν πως ήταν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων (κι όχι Ρωμαίοι-Ρωμιοί, όπως ήθελε η Εκκλησία), που φημίζονταν για τα κατορθώματά τους. Καταλήγει δε ο αρχιστράτηγος:

 «Εις αυτήν την δυστυχισμένην κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία –και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όπου κανένας άνθρωπος από τον απλό λαό εμάνθανεν τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία, και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, και οι άλλοι παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάστασιν ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνωμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινεν και επροόδευσεν η Εταιρεία».

 (Γεώργιος Τερτσέτης & Αναστάσιος Πολυζωΐδης, «Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη»)

Μέχρι να ξεκινήσει ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, η εκπαίδευση στην υπόδουλη Ελλάδα περιελάμβανε την αποστήθιση μερικών κειμένων στην αρχαία ελληνική (σχεδόν αποκλειστικά εκκλησιαστικών κειμένων), μελέτη κανόνων γραμματικής και θεολογία. Όπως έγινε και στο εξωτερικό, ο Διαφωτισμός επεχείρησε να εισαγάγει τις θετικές επιστήμες (φυσική, μαθηματικά, αστρονομία, φιλοσοφία κλπ). Τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα που έρχονταν εξ Εσπερίας ήταν όμως κάτι που έτρεμε η εκκλησία, γιατί η εξάπλωσή τους θα σήμαινε απομείωση της επιρροής και των προνομίων της.

Στην προσπάθειά της να αποτρέψει την εισαγωγή αυτών των «άθεων γραμμάτων» στις επηρεαζόμενες από αυτήν οθωμανικές επαρχίες, η Ορθόδοξη εκκλησία έσπευσε να αφορίσει και να αναθεματίσει επιστημονικές και φυσικές αλήθειες – όπως λ.χ. το ηλιοκεντρικό σύστημα, που πρωτοδιατυπώθηκε από τον Σάμιο φιλόσοφο Αρίσταρχο (320-250 π.Χ.), ο οποίος υποστήριξε αυτό που γνωρίζουμε και σήμερα, δηλαδή ότι η γη κινείται σε τροχιά γύρω από τον ήλιο και ταυτόχρονα περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της. Το σύστημα αυτό επαναδιατύπωσε, όπως γνωρίζουμε, ο Κοπέρνικος. Θαυμάστε το έργο της εκκλησίας: Το 1797, ο σχολάρχης της Πατριαρχικής Σχολής Σέργιος Μακραίος βάλθηκε να αποδείξει ότι είναι λανθασμένη η ηλιοκεντρική θεωρία· εξέδωσε μάλιστα και ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Τρόπαιον Κατά Του Κοπερνικού Συστήματος». Από τον τίτλο και μόνο καταλαβαίνει κανείς πόσο βλακώδες ήταν το πόνημα αυτό.

Θα ήταν βέβαια ανόητο να περιμένουμε από την Εκκλησία, που κατεδίκαζε εις θάνατον «επί ελληνισμώ» όσους αρνιόντουσαν να ασπασθούν «του Χριστού την πίστη την αγία» και υπήρξε πρωτοπόρος των στρατοπέδων συγκεντρώσεως, να μην ξεκινήσει τις διώξεις και τους αφορισμούς κατά των διαφωτιστών δασκάλων του Έθνους. Έχει άλλωστε ήδη αναφερθεί τι διωγμούς υπέστησαν ο Δαμοδός, ο Κατήφορος, ο Θεοτόκης, ο Ανθρακίτης.

Ο Ακαρνάνας Χριστόδουλος Παμπλέκης (1743-1793), επηρεασμένος από τον Σπινόζα και την πατρώα ελληνική φιλοσοφία, έγραψε το πανθεΐζον βιβλίο «Περί Φιλοσόφου, Φιλοσοφίας, Μεταφυσικών και Θείων Αρχών». Σ’ αυτό το βιβλίο, αρνήθηκε τα θαύματα, άρα και το «πίστευε και μη ερεύνα». Βεβαίως, το Πατριαρχείο τον αφόρισε αυθωρεί και παραχρήμα. Αυτό όμως δεν κατάφερε να μειώσει το θαυμασμό και την υποστήριξη των φίλων του, που του έστησαν μνημείο σε δημόσιο πάρκο της Λειψίας μετά το θάνατό του. Δυστυχώς, η επίσημη «Ιστορία» που διδάσκονται οι νέοι μας σήμερα αποσιωπά όλα αυτά τα γεγονότα και διαιωνίζει την προπαγάνδιση του παραμυθιού του «κρυφού σχολειού» και της «μητέρας εκκλησίας» που… «έσωσε και διαφύλαξε το Έθνος».

Ο Κούμας, που κι αυτόν τον κυνήγησε η εκκλησία (πώς τολμούσε άλλωστε να πάει να μορφώσει τους ραγιάδες…), σημειώνει «κατ’ εκείνους τους χρόνους και μόνη η διδασκαλία των μαθηματικών εθεωρείτο ως πηγή της αθεΐας, της οποίας πρώτον αποτέλεσμα ήτον η κατάργησις της νηστείας».

Το 1803 η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως καταδίκασε τον ιερέα Βενιαμίν τον Λέσβιο, επειδή δίδασκε πως η Γη κινείται γύρω από τον ήλιο και πως υπάρχει ζωή και σε άλλους πλανήτες. Ο Βενιαμίν έκανε λαμπρές σπουδές στη Δύση (Πανεπιστήμιο Πίζας, Πολυτεχνική Σχολή Παρισιού, μαθητής του μεγάλου Χημικού Lavoisier). Παράλληλα με τη σπουδή των θετικών επιστημών και της φιλοσοφίας υπήρξε κοινωνός του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Αργότερα πήγε για ένα περίπου χρόνο στην Αγγλία, όπου μελέτησε στο Γκρήνουιτς το τηλεσκόπιο του William Herschel.
Η καταδίκη που απαιτούσε από τον ένοχο να ανακαλέσει τις κακοδοξίες του (δεν έγινε εκτελεστή χάρις σε μεσολάβηση ισχυρών προσώπων) δεν βασίστηκε σε κάποιες αστρονομικές μελέτες του πατριάρχη Καλλίνικου Ε΄ ή των Συνοδικών του, αλλά σε πεποιθήσεις που πήγαζαν από τις αλάθητες θεόπνευστες Γραφές.

Καταδικάστηκε ερήμην από την Εκκλησία κι αποφασίστηκε η αναίρεση των θεωριών του. Ωστόσο, με τη μεσολάβηση διακεκριμένων φίλων του –μεταξύ των οποίων ο μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος Καλιάρχης, ο φαναριώτης ηγεμόνας Αλέξανδρος Μουρούζης και ο αδελφός του τελευταίου Δημήτριος- η πατριαρχική απόφαση δεν εκτελέστηκε. Τελικά, ο Λέσβιος με τη στήριξη των μαθητών του και της αστικής τάξης των Κυδωνιών παρέμεινε στη σχολή συνεχίζοντας τη διδακτική του δράση έως και το 1812. Ο ίδιος, όμως, είχε ήδη από το 1808 εκδηλώσει την επιθυμία να αποχωρήσει από τις Κυδωνιές εξαιτίας των συνεχιζόμενων αντιδράσεων και των προβλημάτων που αυτές προκαλούσαν στη λειτουργία της σχολής.

Άλλος διαφωτιστής που κυνήγησε η εκκλησία ήταν ο διάκονος και ρεφερενδάριος της Μεγάλης Εκκλησίας (όπως αναφέρει ο Ευαγγελίδης στο έργο του «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας») Στέφανος Δούγκας. Αυτός γεννήθηκε στον Τύρναβο κατά τα τέλη του 18ου αιώνα και πέθανε το 1830. Σπουδαγμένος στη Γερμανία και επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Schelling, αποφάσισε να μορφώσει του υπόδουλους συμπατριώτες του. Έτσι, με δικά του έξοδα αγόρασε όργανα φυσικής, αστρονομίας και χημείας και τα έστειλε στα Αμπελάκια, θέλοντας ν’ανοίξει πανεπιστήμιο εκεί.

Το Πατριαρχείο όμως είχε παντού μάτια κι αυτιά κι έτσι τον κατηγόρησε πως «επιχειρεί ο τολμητίας ουτοσί εν τοιούτω προχήματι τη φιλοσοφική εγκαθιδρυθείς ου μετ’ολίγης φαντασίας έδρα, την φυσικήν μετά της αλγεβραϊκοαριθμητικής παράδοσιν, ασυμβιβάστως πάντη και πάντως, τη θεοπνεύστω συμβιβάζειν Γραφή». Ο παραλογισμός και η ανοησία των «ιεραρχών» φαίνεται από μακριά και συνάδει πλήρως με τις κατάρες που ρίχνουν σε κάθε τι ελληνικό την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ωστόσο, ο Δούγκας, ευρισκόμενος αντιμέτωπος με τον αφορισμό, τρομοκρατήθηκε (και λόγω της ιδιότητός του ως διακόνου) και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την προσπάθειά του.

Ο Ευαγγελίδης αναφέρει:

 «Πρώην σχολάρχης της Πατριαρχικής Ακαδημίας. Έπειτα ηγούμενος και αρχιμανδρίτης του εν Ιασίω Μετοχίου της Μονής Βατοπεδίου Ρακετώσης. Τω 1815 κατήγγειλεν αυτόν ο εν Μολδαβία παροικών Δωρόθεος Βουλισμάς τη Μεγάλη Εκκλησία ως διδάσκοντα τα φυσικά και φιλοσοφικά παρά τα υπό της Εκκλησίας πρεσβευόμενα, κατά το σύστημα του διδασκάλου του Σέλιγγ. Και ηναγκάσθη να αποστείλη τα έργα του, άπερ κατεκρίθησαν και υπεχρεώθη να υποβάλη λίβελλον πίστεως, εκδοθέντα υπό Γεδεών, δι’ου απεδέχθη την απόφασιν της Εκκλησίας λέγων: ‘ότι απερισκέπτως και χωρίς πνεύματος τα του Αγίου Πνεύματος εισηγείτο» (Τρύφων Ευαγγελίδης, «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας», τόμος Β’, σελ. 399).

Πρέπει να ειπωθεί εδώ ότι δεν υπέκυψαν όλοι οι διαφωτιστές («φωταδιστές» τους αποκαλούσε ο αλήστου μνήμης αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης) στις πιέσεις, στους διωγμούς και στις απειλές του Πατριαρχείου, παρά τη σφοδρότητα και τη λύσσα με την οποία το Φανάρι πολεμούσε κάθε προσπάθεια μόρφωσης των ραγιάδων.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Αδαμάντιο Κοραή. Δεν δείλιασε, αλλά συνέχισε τον αγώνα του, απτόητος από τις απειλές. Θα ήταν βέβαια μάταιο να πιστεύουμε ότι η Εκκλησία δεν θα αντιδρούσε. Όσο λοιπόν οι υπόδουλοι Έλληνες εξοικειώνονταν με το πνεύμα του Διαφωτισμού και με τις θετικές επιστήμες –οι οποίες άλλωστε γεννήθηκαν στην Ελλάδα–, τόσο η Εκκλησία προσπαθούσε να απαντήσει, αναζητώντας ερείσματα στο δικό της εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο περιελάμβανε –πέραν της μελέτης των θρησκευτικών κειμένων– τη σχολαστική διδασκαλία της γραμματικής, αποκλείοντας κάθε άλλο μάθημα, κάθε άλλη γνώση από το πρόγραμμά της. Ο Πανούτσος έγραφε «το μεγάλο οχυρό είναι ανέκαθεν η Γραμματική· αυτή εξασφαλίζει ανέκαθεν την ορθοφροσύνη και την ορθοδοξία».

Εδώ οφείλουμε να παρατηρήσουμε κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: Αν ψάξετε στο διαδίκτυο το πρόγραμμα σπουδών της «Φιλοσοφικής» Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, θα δείτε ότι… η Ελληνική Φιλοσοφία απλώς δεν διδάσκεται εκεί! Μόνον κάποια εισαγωγικά στοιχεία υπάρχουν κι από εκεί κι έπειτα οι φοιτητές διδάσκονται μόνον γραμματική! Επίσης, οι απόφοιτοι της «Φιλοσοφικής» αποκαλούνται φιλόλογοι και η μοναδική τους επιστημονική εξειδίκευση είναι η διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας. Όπως δηλαδή οι «γραμματικοί» της Τουρκοκρατίας. Μην περιμένετε βεβαίως μεταξύ τους να βρείτε γνώστες της Ελληνικής Φιλοσοφίας· ματαιοπονείτε. οι περισσότεροι αγνοούν τελείως τη Φιλοσοφία της Ελλάδος, γιατί η «Φιλοσοφική» Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών έχει την παγκόσμια πρωτοτυπία να μην τη διδάσκει!

Βεβαίως, αυτό σημαίνει ότι, χωρίς την Ελληνική Φιλοσοφία, το πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών διαιωνίζει την εκπαιδευτική κατοχή της Εκκλησίας –μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το «ορθόδοξο» δόγμα είναι η Ελληνική Φιλοσοφία, την οποίαν τόσο καθύβρισαν οι «προστάτες των Ελληνικών Γραμμάτων» ιεράρχες και όλο τους το συνάφι, την οποίαν αναθεματίζει η εκκλησία κάθε «Κυριακή της Ορθοδοξίας» (δηλαδή κάθε επέτειο της επανόδου της χριστιανικής ειδωλολατρίας των λειψάνων και των «θαυματουργών» εικόνων). Με άλλα λόγια, η «Φιλοσοφική» Σχολή, αντί να παράγει αποφοίτους ελεύθερους στο φρόνημα, οπλισμένους με τον Ορθό Λόγο, διαιωνίζει το ιδανικό της υποτέλειας και του ραγιαδισμού.

Χωρίς Ορθό Λόγο, χωρίς τις αξίες της αξιοπρέπειας, της παρρησίας, της ισηγορίας, της ελεύθερης σκέψης, είναι να απορούμε για την κατάντια της χώρας μας; Προφανώς όχι.

Ένας ακόμη διαφωτιστής και θύμα των διωγμών της εκκλησίας ήταν ο Ιώσηπος Μοισιόδακας. Αυτός γεννήθηκε στην Τσερναβόδα της Ρουμανίας το 1735. Φτωχός, αλλά αγαπούσε τα γράμματα και διψούσε για μάθηση. Έτσι, σπούδασε στην Αθωνιάδα Ακαδημία, όπου χρίσθηκε διάκονος με το όνομα Ιώσηπος. Το 1753 πήγε στη Σμύρνη, όπου ζήτησε τη βοήθεια των προεστών της πόλης για να πάει στην Ευρώπη και να σπουδάσει. Όμως ο δάσκαλος Ιερόθεος Δενδρινός ήταν φανατικά αντίθετος σε κάθε επιστημονική σπουδή. Στην «Απολογία» του ο Μοισιόδακας γράφει σχετικά: «Αθεΐζουσι, κατεβόα σφαδάζων ο ανήρ, όσοι σπουδάζουσιν εν τη Φραγκία, και μετά την επιστροφήν αυτών συναθεΐζουσι και ετέρους». Το 1760 κατάφερε να πάει στην Πάδουα της Ιταλίας, όπου επηρεάσθηκε από τις ιδέες του John Locke. Επέστρεψε στη Βλαχία (Ρουμανία) το 1765, όπου και ανέλαβε τη διεύθυνση της Αυθεντικής Σχολής στο Γιάσι. Δίδασκε τη δημοτική στους μαθητές του και τους προέτρεπε να μεταφράζουν στην καθομιλουμένη τους κλασσικούς συγγραφείς, ενώ απέκλειε από τη μελέτη αρχαίων κειμένων τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς –σήμερα, το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών στη μέση εκπαίδευση έχει νοθευθεί με την εισαγωγή εκκλησιαστικών κειμένων, τα οποία χρονολογικά είναι άσχετα με το μάθημα, ενώ περιέχουν και πλείστα λάθη, καθώς οι περισσότεροι εκ των «πατέρων» της εκκλησίας ήσαν σχεδόν αγράμματοι.

Τέλος πάντων, η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει ήταν το… θράσος του να διδάξει μαθηματικά ως προαπαιτούμενο για τη Φιλοσοφία! Έτσι, το ιερατείο τον εξανάγκασε να παραιτηθεί το 1777 και να φύγει νύχτα, όπως και ο Θεοτόκης (Τρύφων Ευαγγελίδης, «Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας», τόμος Β’, σελ. 398). Με την υγεία του κλονισμένη από τη φυματίωση, περιπλανήθηκε πρώτα στη Βενετία, μετά στην Τεργέστη και, τελικά, στη Βιέννη. Στην «Απολογία» του ο Μοισιόδακας γράφει (σελ. 81-83): «Κατήντησα αλήτης εν ταις αλλοδαπαίς, επιθυμών πολλάκις αυτήν την επιούσιαν τροφήν, γεγηρακώς παρά καιρόν υπό των κακουχιών, και το δεινότατον, τέλος, ανδρί αισθητικώ, αντιπολεμών αεί την ατιμία (…). Ιδού το γέρας, το οποίον απονέμει ως επί το πλείστον το γένος ημών τοις πεπαιδευμένοις».

Όπως έγραφε και ο Αλέξανδρος Πάλλης: «Το ότι η Εκκλησία έσωσε το Έθνος είναι παραμύθι. Ανάποδα βρίσκεται η αλήθεια. Η Εκκλησία στάθηκε όχι μητέρα, αλλά λάμια, μητριά».

Θεόφιλος Καΐρης:
Ο πρώτος θρησκειολόγος – Δεν τον άφησαν ήσυχο, ούτε μετά τον θάνατό του
Παρόμοια απόπειρα διαφυγής, από την πολιτισμοκτόνο αυτοκρατορία του Ιουδαιοχριστιανισμού και την αποδέσμευση της θεολογίας, από τις ανατολίτικες μεταθανατολογίες και το αισχρό εμπόριο της ελπίδας, επιχείρησε με λόγιο και απόλυτα πολιτισμένο τρόπο, ο φίλος του Αδαμάντιου Κοραή, ο Θεόφιλος Καΐρης.

Ο Θεόφιλος Καΐρης, (1784-1853) υπήρξε στενός φίλος του Κοραή. Γνωρίστηκαν στο Παρίσι, όπου ο νεαρός, 22χρονος τότε Καΐρης και ο 58χρονος Κοραής, για τέσσερα περίπου χρόνια έζησαν συντροφικά τις περίπλοκες πολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές, της γαλλικής επανάστασης.

Ο νεαρός μοναχός, φυσικομαθηματικός, αλλά και σπουδαγμένος φιλόσοφος Καΐρης, κοντά στον μεγάλο δάσκαλο του Γένους Κοραή «ένιωσε για πρώτη φορά τον κλονισμό της χριστιανικής του πίστης». Στον ίδιο τον πνευματικό του δάσκαλο Κοραή, οφείλεται προφανώς και ο μετέπειτα ασίγαστος ζήλος του παπα-Καΐρη, για την διδασκαλία και την διάδοση των αρχαιοελληνικών γραμμάτων. Οι δυο άνδρες άλλωστε, διατήρησαν επί μακρόν, ενδιαφέρουσα φιλοσοφική και επιστημονική αλληλογραφία.

Ρήτορας και διανοητής λοιπόν, ο παπα-Καΐρης, ονομάσθηκε και «νέος Σωκράτης»! Στην ωριμότητα των αναζητήσεών του, ξέφυγε φανερά απ’ τα στενά πλαίσια του δογματισμού και «εδίδασκε θρησκειολογία και περιέγραφε τις βάσεις όλων των θρησκειών, χωρίς να εκφράζει έπ’ αυτών κρίσεις».

Ο πρώτος αυτός θρησκειολόγος, επιχείρησε σταδιακά να απαγκιστρώσει το έθνος από την σκλαβιά της ιουδαιοχριστιανικής θεολογίας. Ανακήρυξε ζητούμενο την αδογμάτιστη θεοσέβεια, ορθώνοντας ένα αξιοθαύμαστο και ηχηρότατο όχι, στο μονοπώλιο της χριστιανικής, καιροσκοπικής θεολογίας.

Ο Καΐρης κατανόησε κάτι πολύ απλό, ότι η υποδούλωση έχει πολλά πρόσωπα και οι διαχειριστές της θρησκείας, τα θεοκάπηλα ιερατεία, που διατρέφονται παρασιτικά και καλοζωΐζονται ισόβια, απ’ τις παχυλές εισφορές των πιστών, έχουν κάθε λόγο να πολλαπλασιάζουν την θρησκοληψία και να καταστρέφουν μεθοδικά, κάθε δυνατότητα απελευθερωτικής γνώσης, παιδείας και πνευματι­κών αναζητήσεων.

Καθιέρωσε λοιπόν, αντί για τις τυπικές χριστιανικές λειτουργίες… τελετές με ύμνους και προσευχές στον ένα, ανώνυμο και μοναδικό θεό. Είχε μάλιστα συντάξει άσματα και ευχές, σε δωρική διάλεκτο (που να βρίσκονται άραγε αυτά τα πολύτιμα κειμήλια;) και μεταξύ των άλλων, πρότεινε και νέο τύπο ναών, για τους θεοσεβείς ανθρώπους, με διαφορετική εσωτερική διαρρύθμιση, όπου αντί εικόνων, έπρεπε να έχουν (ανηρτημένα) ρητά και αξιώματα, για να προάγουν το κατ’ αρετήν και θεοσέβειαν πολιτεύεσθαι.

Μέγας κοινωνικός επαναστάτης λοιπόν, ο παπά-Καϊρης! Τι ειρωνεία αλήθεια, το λαμπρότερο παράδειγμα ελληνικής ηρωικής θρησκευτικής μεταρρύθμισης… ένας αγνός παπάς! Ένας ρασοφορεμένος Έλληνας! Ένας ιερέας του Ιουδαιοχριστιανισμού, που κατάλαβε το απατηλό πρόσωπο, της ανθελληνικής θρησκείας που υπηρετούσε! Κατάλαβε τον διασυρμό και την κακοποίηση που υφίσταται από τις βιβλικές θρησκείες, το ομορφότερο ανθρώπινο συναίσθημα, αυτό της φιλοθεΐας! Κατάλαβε την σκόπιμη, αισχρή μετατροπή του περήφανου αυτού συναισθήματος, σε ταπεινωτική λατρευτική επαιτεία, σε θεολογία συναλλαγής και τελικά σε εθιστικό, μεταφυσικό τζόγο, όπου η συντριβή ψυχής και η υποτέλεια στους ορισμούς του ιερατείου, θεωρούνται έγκυρες ελπιδο-μετοχές… μεταθανάτιας σωτηρίας!

Ο Καΐρης έδινε ξανά στους Έλληνες την ευκαιρία να απαλλάξουν την θεοσέβειά τους απ’ τις ύπουλες αρχαιοραββινικές σκοπιμότητες, μια ευκαιρία διαφυγής, απ’ την σκληρή υποτέλεια τους στην θεολογική αυτοκρατορία της Βίβλου! Πολύ πέραν αυτού, ο Καΐρης πρόσφερε την ιστορική ευκαιρία στους Έλληνες όχι μόνο να επιστρέψουν στις δικές του πολιτισμένες ρίζες αλλά να πάψουν πια, έστω και άθελά τους, να συνεργάζονται στην εξάπλωση της πνευματικής και υλικής κυριαρχία του κρυπτο-ιουδαϊσμού, επάνω σε όλα τα έθνη της γης!

Οι άγρυπνοι όμως πνευματικοί αφέντες των Ελλήνων, οι ιεράρχες, μόλις πληροφορήθηκαν τις περίεργες ενέργειες του Καΐρη, του ζήτησαν νέους όρκους πίστης και υποταγής στην ορθοδοξία, τους οποίους όμως, ο εξελληνισμένος πια παπάς, αρνήθηκε. Η θρησκευτική ιεραρχία ως υπερκείμενη εξουσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, υποχρέωσε τον Ναύαρχο Κανάρη να συλλάβει τον παπά που τόλμησε να κάνει πράξη την διαφορετικότητα των πεποιθήσεών του. Συνελήφθη και ταλαιπωρήθηκε δυό φορές και η σκληρή ταπείνωσή του, αποτελεί μέχρι σήμερα, πρότυπο θρησκευτικής θηριωδίας.

Γέρος και ανήμπορος, μετά από εξορία, σε μοναστήρι της Σκιάθου «υπέστη ανήκουστες κακουχίες απ’ τους αγροίκους και αμαθείς και φανατικούς μοναχούς. Παρά την σοβαρή επιδείνωση της υγείας του, δεν έπαυσε να γράφει γεμάτες αγάπη και τρυφερότητα επιστολές προς τους οικείους του».

Στο τέλος, κατάφερε να διαφύγει στο εξωτερικό, πήγε στο Παρίσι και στο
Λονδίνο, όπου τον περίμενε εξαιρετική υποδοχή, όχι μόνο από τους
γνωστούς του αλλά και από την Αγγλική κυβέρνηση και τιμάται σαν
μάρτυρας. Διδάσκει στο Λονδίνο φιλοσοφικά μαθήματα με πλήθος ακροατών.


Το1844 ψηφίζεται το Σύνταγμα της Ελλάδος, με το οποίο καθιερώνεται η
ελευθερία της συνείδησης και ο Καΐρης επανέρχεται στην Ελλάδα. Με την
πρόφαση όμως της επέκτασης του θεοσεβισμού, άρχισε νέα επίθεση εναντίον
του, παραπέμπεται σε δίκη το 1852 και καταδικάζεται σε φυλάκιση δύο
ετών. Εξαιτίας του γήρατος και των κακουχιών στην υγρή και βρωμερή, όπως
αναφέρεται, φυλακή της Σύρου, πεθαίνει λίγες μέρες μετά, στις 9
Ιανουαρίου 1853 και θάβεται αμέσως στο Λαζαρέτο της Σύρου, χωρίς να
επιτραπεί ούτε στον αδελφό του να αποχαιρετήσει τον νεκρό. Την επομένη
της ταφής του, οι αρχές της Σύρου έσκαψαν τον τάφο, άνοιξαν τη κοιλιά
του και την γέμισαν με ασβέστη για να λιώσει το σώμα και να μη μπορέσουν
οι μαθητές του να τελέσουν τα απαγορευμένα γι’ αυτόν επικήδεια
καθήκοντα.

Οι συγγενείς του, λίγες μέρες μετά, φέρνουν την απόφαση των
πλημμελειοδικών της Σύρου στον Άρειο Πάγο, ο οποίος την ακυρώνει, δέκα
μέρες μετά τον θάνατο του σοφού. Πενήντα χρόνια μετά, με κοινή δαπάνη
των κατοίκων της Άνδρου, αναγείρεται μαρμάρινος ανδριάντας.

Ανδρέας Λασκαράτος – «Το βδέλυγμα της ερημώσεως εν Κεφαλληνία»

Ο μέγιστος της επτανησιακής και «βαρύ πυροβολικό» της νεοελληνικής σάτιρας έζησε πολλά χρόνια με διωγμούς, κατατρεγμούς, εξορίες, φυλακές και αγώνα, υπερασπίζοντας ανυποχώρητα ό,τι νόμιζε σωστό.

Στις 2 Μαρτίου 1856, ο μητροπολίτης Κεφαλλονιάς Σπυρίδωνας Κοντομίχαλος, στην αγγλοκρατούμενη τότε Κεφαλλονιά, αφορίζει τον Ανδρέα Λασκαράτο λόγω του βιβλίου του «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» και φυσικά το βιβλίο. Ο αφορισμός είχε προαποφασιστεί και συνταχτεί νωρίτερα (φέρει την ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1856). Ο Λασκαράτος καταφεύγει κυνηγημένος στη Ζάκυνθο, αλλά στις 16 Μαρτίου 1856 αφορίζεται και εκεί, από τον μητροπολίτη της, Νικόλαο Κοκκίνη.

Οι απόψεις του Λασκαράτου για την ορθοδοξία, αλλά και για την έννοια του θεού γενικότερα, δεν ήταν δυνατό να γίνουν ανεκτές από το τότε κατεστημένο στην Εκκλησία της Κεφαλλονιάς, γιατί τάραζαν τα λιμνασμένα νερά της, που στηρίζονταν στην αμάθεια και στα παράγωγά της. Τη θρησκοληψία, τη θαυματολογία, το εμπόριο των προλήψεων, τη φτώχεια και εξαθλίωση του λαού. Γενικά, στην αγυρτία και στην απάτη.

Οι παπάδες της Κεφαλονιάς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, «με όλη την πομπή και παράταξη», διάβασαν από τον άμβωνα τον αφορισμό «κατά του πασίγνωστου απονενοημένου και εκ της ευθείας οδού της ορθοδόξου ημών πίστεως δυστυχώς αποπλανησθέντος Ανδρέα Γ. Λασκαράτου». Ο αφορισμός που τύπωσαν και τον κυκλοφόρησαν καταλήγει ως εξής:

 «Εάν όμως παρακούσει ταις εκκλησιαστικαίς ταύταις παραινέσεις και μη εις το πυρ δώσει τα παρ’ αυτώ σωζόμενα αντίτυπα της παρ’ αυτού εκδοθείσης Βίβλου, έχομεν αυτόν αφωρισμένον παρά Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, παρά της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας, παρά των τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων πατέρων, έστω τρέμων και στένων επί της γης ως ο Κάιν, κληρονομησάτω τη λέπραν του Γιεζί και την αγχόνην του Ιούδα. Ταύτα μεν, η δε του Θεού χάρις και το άπειρον έλεος, και η ευχή και η ευλογία της ημών ταπεινότητος είη μετά πάντων ημών».

Άλλος ανώνυμος κληρικός έγραφε: «Το βδέλυγμα της ερημώσεως εν Κεφαλληνία ή ο ασεβής Ανδρέας Λασκαράτος», βρίζοντας, επίσης, τον ποιητή με το συνηθισμένο ιερατικό τρόπο.

Ο Λασκαράτος στην «Απόκριση εις τον αφορεσμό», γράφει πως «όταν ένας ήθε είναι αφορεσμένος από την Αγία Τριάδα, ήθελ’ έχει αρκετά» και όλοι οι άλλοι «ενοχληθήκανε αχρείαστα». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το «καταρολόγιο» αυτών των κειμένων.

Λίγο πριν πεθάνει ο Λασκαράτος, ο επίσκοπος Κεφαλονιάς Γερ. Δόριζας «λύνει» τον αφορισμό. Ο Λασκαράτος με γράμμα τού γιου του Γεράσιμου στον Τύπο («Ζιζάνιο», 12/2/1900 και «Ακρόπολις», 18/3/1900), δηλώνει πως τα «διάφορα μη αληθή» που δημοσιεύτηκαν περί αφορισμού δεν τους αφορούν, «αφού μάλιστα ως γνωστόν ο πατήρ μου εξακολουθεί να έχει τας αυτάς αρχάς και ιδέας, τας οποίας ανέκαθεν είχεν», πως πρόκειται για πρωτοβουλία του αρχιεπισκόπου «προς το συμφέρον της Εκκλησίας» και ότι κάνει αυτήν τη δήλωση με τη συγκατάθεση του πατέρα του, που «ενενηκοντούτης ήδη δεν καταγίνεται πλέον εις το γράφειν».

Εμμανουήλ Ροΐδης – Η «Πάπισσά» του έβαλε φωτιές

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, καυστικός και οξυδερκής, ήταν εκείνος που είχε διατυπώσει το περίφημο «Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του: Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Έλληνας» και το «Εις νόμος απαιτείται εις αυτήν τη χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων».

 [σ.σ.: Ένα πολύ ωραίο κι εύστοχο ευφυολόγημα τού Ροΐδη ήταν και το: «Κόμμα: Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι».]

Το 1866 εξέδωσε την «Πάπισσα Ιωάννα», ένα μυθιστόρημα με ιστορική βάση, που όμως περισσότερο μοιάζει με μια ιστορική μελέτη. Ο Ροΐδης άκουσε την ιστορία της Πάππισας Ιωάννας όταν ήταν ακόμα παιδί στη Γένοβα και εντυπωσιάστηκε βαθιά. Η Πάπισσα Ιωάννα εκτυλίσσεται τον 9ο αιώνα μ.Χ. και είναι η ιστορία μιας νεαρής κοπέλας, κόρης ιεραποστόλου, η οποία, όταν έμεινε ορφανή, μεταμφιέστηκε σε άντρα, μπήκε σε μοναστήρι. Εκεί γνωρίζει και έναν επισκέπτη μοναχό, τον οποίο ακολουθεί και ζει μαζί του για 7 χρόνια στο ίδιο κελί, ως μοναχός και η ίδια, σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων. Όταν οι εραστές έφυγαν από το μοναστήρι, ταξίδεψαν σε αρκετές χώρες, ώσπου, στην Αθήνα, η Ιωάννα εγκατέλειψε τον εραστή της και μπήκε σε ένα πλοίο με προορισμό τη Ρώμη.

Εκεί κατάφερε να αναρριχηθεί μέχρι την κορυφή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και τον Παπικό θρόνο. Η ερωτική σχέση όμως την οποία σύναψε με τον θαλαμηπόλο της, Φλώρο, είχε σαν αποτέλεσμα την εγκυμοσύνη της. Έτσι, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης λιτανείας το έκπληκτο πλήθος βλέπει τον σεβαστό Πάπα Ιωάννη τον Η΄, να γεννά «άωρον και ημιθανές βρέφος» και να πεθαίνει υπό την οργή «του μαινόμενου όχλου, λακτοπατούντος, καταπτύοντος και ζητούντος να ρίψη εις τον Τίβεριν Πάπισσαν και παπίδιον».

Σε ένα απόσπασμα του βιβλίου, η ηρωίδα Ιωάννα βρίσκεται σε δίλημμα για το ποιό μονοπάτι πρέπει να ακολουθήσει στη ζωή της, ώστε να συνδυάσει τη χριστιανική εξωτερική εμφάνιση με την καλοπέραση, την απατεωνιά και τη φαυλότητα. Ότι ακριβώς έκαναν όλοι οι αξιωματούχοι της Εκκλησίας δηλαδή… Σε όνειρο εμφανίζονται μπροστά της δυο «άγιες» της Χριστιανοσύνης, η καθεμία με τον δικό της τρόπο ανέλιξης και καταξίωσης. Το συμβάν θυμίζει έντονα τον αρχαίο μύθο του Ηρακλή, που συνάντησε μπροστά του την Αρετή και την Ευδαιμονία, όπως επίσης και μια αντίστοιχη διήγηση του φιλοσόφου και συγγραφέα Λουκιανού, που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ.

Το έργο εμφανώς στηλιτεύει τα αρνητικά της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά είναι φανερό ότι η κριτική και η απόρριψη απευθύνονται κυρίως στην Ορθόδοξη, κάτι που προκάλεσε την έντονη αντίδραση των κληρικών. Στις επιθέσεις εναντίον του Ροΐδη πρωτοστάτησε αρχικά ο κληρικός Μακάριος ο Καρυστίας, με άρθρα στον Τύπο, και αργότερα ενεπλάκη και η Ιερά Σύνοδος που με εγκύκλιό της αναθεμάτισε τον συγγραφέα και έργο ως «κακόηθες και βλάσφημον», ζητώντας την παρέμβαση του κράτους για την απαγόρευση κυκλοφορίας του βιβλίου, κάτι που τελικά δεν έγινε.

Στον αφορισμό τού έργου ο συγγραφέας απάντησε αρχικά χιουμοριστικά («ο κύριος εισαγγελεύς ουδ’ απάντησιν έδωκεν, και οι δικασταί απεκρίθησαν γελώντες οτι αφού το βιβλίον είναι αφορισμένον, δεν δύνανται να το αναγνώσουσιν δια να το δικάσωσιν…»), με τις υποτιθέμενες «Επιστολές ενός Αγρινιώτου» με την υπογραφή Διονύσιος Σουρλής (στην εφημερίδα Αυγή, Μάιος 1866) και έπειτα με σοβαρό -αλλά και πιο δηκτικό τόνο- με το «Ολίγαι λέξες εις απάντησιν της αφοριστικής εγκυκλίου της Συνόδου».

ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ ΑΦΟΡΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821


Το οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, όπως κι τα υπόλοιπα, αφόρισαν όλες τις επαναστάσεις των Ελλήνων κατά του Τουρκικού ζυγού. Όλα τα ντοκουμέντα είναι αναρτημένα σε εκατοντάδες ιστοσελίδες του διαδικτύου, σε περιοδικά, βιβλία και εφημερίδες. Το παπαδαριό παραδέχεται το ιστορικό αυτό δεδομένο και γελοιοποιείται συνεχώς προσπαθώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Το ερώτημα που προβάλλει φυσικά είναι το γιατί το παπαδαριό και κυρίως η ανώτερη ιεραρχία του λειτούργησε σύσσωμη με τον τρόπο αυτόν. Στο ερώτημα λοιπόν αυτό θα δοθεί εδώ απάντηση. Απάντηση με όλα τα αναγκαία αλλά και ικανά στοιχεία που απαιτούνται.

Κοντολογίς από πού προέρχονται οι εμμονές των χριστιανών ιεραρχών προς την προτίμηση της υποταγής και της δουλείας. Από πού προέρχεται η αποστροφή τους προς την ελευθερία. Πώς και γιατί ο χριστιανισμός καλλιέργησε στο χριστεπώνυμο πλήρωμά του, την νοοτροπία του δούλου. Από πού ξεκινάει το κακό αυτό.

Ο καθαγιασμός τής δουλείας στον Χριστιανισμό, μέσα από τις «ιερές» γραφές και τα πατερικά κείμενα

Ένα από τα πάμπολλα κίβδηλα επιχειρήματα που επικαλούνται οι Ιουδαιοχριστιανοί, έτσι ώστε να αναδείξουν τον Χριστιανισμό σε «θρησκεία τής αγάπης», είναι ότι η Εκκλησία φύσει και θέσει τάχθηκε απέναντι στο φαινόμενο τής δουλείας. Το πάνε μάλιστα κι ένα βήμα παραπέρα και δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται πως χάρις στον Χριστιανισμό και στην Εκκλησία εξαλείφθηκε η δουλεία.

Πολύ καλό για να είναι αληθινό όμως…

Ακόμη κι αν είχε όλη την καλή διάθεση η Εκκλησία, θα έπρεπε να έχει κάνει προηγουμένως την υπέρβαση και να έρθει σε ευθεία σύγκρουση, όχι μόνο με τούς «πατέρες», με πρώτον και καλύτερον τον απόστολο Παύλο, αλλά κι αυτή καθ’ αυτή την Αγία Γραφή.

Στην πραγματικότητα, η δουλεία, σε γενικές γραμμές, όχι μόνο δεν αποδοκιμάζεται στα «ιερά» κείμενα, αλλά τουναντίον είναι αποδεκτή ως κάτι φυσιολογικό, ενώ κατά περίπτωσιν παρουσιάζεται λίγο πολύ κι ως…ευλογία και θέλημα Θεού. Οι δούλοι καλούνται να αποδεκτούν αδιαμαρτύρητα την κατάστασή τους, γιατί αυτό που είναι να λάβουν απ’ τον Θεό, θα το λάβουν, είτε σκλαβωμένοι είτε ελεύθεροι. Οι δούλοι θα πρέπει να υποτάσσονται στον κύριό τους, όπως ακριβώς και στον Θεό.

Στην Παλαιά Διαθήκη, ο ίδιος ο «Πανάγαθος» παρουσιάζεται να δίνει οδηγίες…ομαλής δουλείας εντάσσοντάς την σε ένα, ας το πούμε, νομοθετικό πλαίσιο. Στην Καινή Διαθήκη, ακόμη και ο Ιησούς κάνει διάκριση μεταξύ δούλου και κυρίου, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, αυτός που δίνει πραγματική παράσταση, είναι ο ιδρυτής τού Χριστιανισμού, ο Παύλος.

Από τον χορό τής εξύψωσης τής δουλείας, φυσικά δεν θα μπορούσαν να λείπουν και τα καθάρματα τής βρόμικης χριστιανικής ιστορίας, οι επονομαζόμενοι «πατέρες», όπως π.χ. ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Όπως μάλιστα, πολύ «όμορφα», το έθεσε κι ένας άλλος «σοφός» τής Εκκλησίας και «διδάσκαλος τού Γένους», ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, «η δουλεία δεν βλάπτει την πίστην», ή όπως ακόμη πιο «σωστά», το έθεσε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Καθόλου δεν βλάπτει η δουλεία, αλλ’ ωφελεί μάλιστα»…

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Γένεσις (9: 25-27):

«καὶ εἶπεν· ἐπικατάρατος Χαναάν· παῖς οἰκέτης ἔσται τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ. καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Σήμ, καὶ ἔσται Χαναὰν παῖς οἰκέτης αὐτοῦ πλατύναι ὁ Θεὸς τῷ Ἰάφεθ, καὶ κατοικησάτω ἐν τοῖς οἴκοις τοῦ Σὴμ καὶ γενηθήτω Χαναὰν παῖς αὐτοῦ».

[Μετάφραση: «Και είπε: Επικατάρατος ο Χαναάν· θα είναι δούλος των δούλων στους αδελφούς του. Και είπε: Ευλογητός ο Κύριος ο Θεός τού Σημ· και ο Χαναάν θα είναι σ' αυτόν δούλος· ο Θεός θα πλατύνει τον Ιάφεθ, και θα κατοικήσει στις σκηνές τού Σημ, και ο Χαναάν θα είναι σ' αυτόν δούλος».]

Έξοδος (21: 1-11):

«Και ταῦτα τὰ δικαιώματα, ἃ παραθήσῃ ἐνώπιον αὐτῶν. ἐὰν κτήσῃ παῖδα Ἑβραῖον, ἓξ ἔτη δουλεύσει σοι· τῷ δὲ ἑβδόμῳ ἔτει ἀπελεύσεται ἐλεύθερος δωρεάν. ἐὰν αὐτὸς μόνος εἰσέλθῃ, καὶ μόνος ἐξελεύσεται· ἐὰν δὲ γυνὴ συνεισέλθῃ μετ᾿ αὐτοῦ, ἐξελεύσεται καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ. καὶ ἐὰν δὲ ὁ κύριος δῷ αὐτῷ γυναῖκα, καὶ τέκῃ αὐτῷ υἱοὺς ἢ θυγατέρας, ἡ γυνὴ καὶ τὰ παιδία ἔσται τῷ κυρίῳ αὐτοῦ, αὐτὸς δὲ μόνος ἐξελεύσεται. ἐὰν δὲ ἀποκριθεὶς εἴπῃ ὁ παῖς, ἠγάπησα τὸν κύριόν μου καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδία, οὐκ ἀποτρέχω ἐλεύθερος· προσάξει αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πρὸς τὸ κριτήριον τοῦ Θεοῦ καὶ τότε προσάξει αὐτὸν ἐπὶ τὴν θύραν ἐπὶ τὸν σταθμόν, καὶ τρυπήσει ὁ κύριος αὐτοῦ τὸ οὖς τῷ ὀπητίῳ, καὶ δουλεύσει αὐτῷ εἰς τὸν αἰῶνα. ἐὰν δέ τις ἀποδῶται τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα οἰκέτιν, οὐκ ἀπελεύσεται, ὥσπερ ἀποτρέχουσιν αἱ δοῦλαι. ἐὰν μὴ εὐαρεστήσῃ τῷ κυρίῳ αὐτῆς ἣν αὐτῷ καθωμολογήσατο, ἀπολυτρώσει αὐτήν· ἔθνει δὲ ἀλλοτρίῳ οὐ κύριός ἐστι πωλεῖν αὐτήν, ὅτι ἠθέτησεν ἐν αὐτῇ. ἐὰν δὲ τῷ υἱῷ καθομολογήσηται αὐτήν, κατὰ τὸ δικαίωμα τῶν θυγατέρων ποιήσει αὐτῇ. ἐὰν δὲ ἄλλην λάβῃ ἑαυτῷ, τὰ δέοντα καὶ τὸν ἱματισμὸν καὶ τὴν ὁμιλίαν αὐτῆς οὐκ ἀποστερήσει. ἐὰν δὲ τὰ τρία ταῦτα μὴ ποιήσῃ αὐτῇ, ἐξελεύσεται δωρεὰν ἄνευ ἀργυρίου».

[Μετάφραση: «Και οι κρίσεις, που θα εκθέσεις μπροστά τους, είναι αυτές: Αν αγοράσεις έναν δούλο, Εβραίο, έξι χρόνια θα δουλέψει· και στον έβδομο θα αφήνεται ελεύθερος, δωρεάν. Αν ήρθε μόνος, μόνος και θα αφήνεται· αν είχε γυναίκα, τότε και η γυναίκα του θα αφήνεται μαζί του. Αν το αφεντικό του τού έδωσε γυναίκα και γέννησε σ' αυτόν γιους ή θυγατέρες, η γυναίκα και τα παιδιά της θα είναι του αφεντικού της, αυτός όμως θα αφήνεται μόνος. Αλλά, αν ο δούλος πει φανερά: Αγαπώ το αφεντικό μου, τη γυναίκα μου, και τα παιδιά μου, δεν θα αφεθώ ελεύθερος· τότε, το αφεντικό του θα τον φέρει στους κριτές· και θα τον φέρει στη θύρα ή στον παραστάτη τής θύρας, και το αφεντικό του θα τρυπήσει το αυτί του με ένα τρυπητήρι· και θα τον δουλεύει παντοτινά. Και αν κάποιος πουλήσει τη θυγατέρα του για δούλη, δεν θα αφεθεί όπως αφήνονται οι δούλοι. Αν δεν αρέσει στο αφεντικό της, που την αρραβωνιάστηκε για τον εαυτό του, τότε θα την απολυτρώσει· δεν έχει εξουσία να την πουλήσει σε ξένο έθνος, επειδή της φέρθηκε άπιστα. Αν, όμως, την αρραβώνιασε με τον γιο του, θα κάνει σ' αυτή σύμφωνα με το δικαίωμα των θυγατέρων. Αν πάρει για τον εαυτό του μια άλλη, δεν θα της στερήσει την τροφή, τα ενδύματά της, και το χρέος του γάμου σ' αυτή. Αν, όμως, δεν της κάνει τα τρία αυτά, τότε θα φύγει δωρεάν, χωρίς χρήματα».]

Έξοδος (21: 20-21 και 26-27):

«ἐὰν δέ τις πατάξῃ τὸν παῖδα αὐτοῦ ἢ τὴν παιδίσκην αὐτοῦ ἐν ράβδῳ καὶ ἀποθάνῃ ὑπὸ τὰς χεῖρας αὐτοῦ, δίκῃ ἐκδικηθήσεται. ἐὰν δὲ διαβιώσῃ ἡμέραν μίαν ἢ δύο, οὐκ ἐκδικηθήσεται· τὸ γὰρ ἀργύριον αὐτοῦ ἐστιν. [...] ἐὰν δέ τις πατάξῃ τὸν ὀφθαλμὸν τοῦ οἰκέτου αὐτοῦ ἢ τὸν ὀφθαλμὸν τῆς θεραπαίνης αὐτοῦ, καὶ ἐκτυφλώσῃ, ἐλευθέρους ἐξαποστελεῖ αὐτοὺς ἀντὶ τοῦ ὀφθαλμοῦ αὐτῶν. ἐὰν δὲ τὸν ὀδόντα τοῦ οἰκέτου ἢ τὸν ὀδόντα τῆς θεραπαίνης αὐτοῦ ἐκκόψῃ, ἐλευθέρους ἐξαποστελεῖ αὐτοὺς ἀντὶ τοῦ ὀδόντος αὐτῶν».

[Μετάφραση: «Και αν κάποιος χτυπήσει τον δούλο του ή τη δούλη του με ράβδο, και πεθάνει κάτω από τα χέρια του, οπωσδήποτε θα τιμωρηθεί. Αν, όμως, ζήσει μία ημέρα ή δύο δεν θα τιμωρηθεί· επειδή, είναι δικό του χρήμα. Αν κάποιος χτυπήσει το μάτι τού δούλου του ή το μάτι τής δούλης του, και τον τυφλώσει, θα τον αφήσει ελεύθερο, εξαιτίας του ματιού του. Και αν βγάλει το δόντι τού δούλου του ή το δόντι τής δούλης του, θα τον αφήσει ελεύθερο εξαιτίας του δοντιού του».]

Λευιτικόν (25: 42-55):

«διότι οἰκέται μού εἰσιν οὗτοι, οὓς ἐξήγαγον ἐκ γῆς Αἰγύπτου· οὐ πραθήσεται ἐν πράσει οἰκέτου. οὐ κατατενεῖς αὐτὸν ἐν τῷ μόχθῳ, καὶ φοβηθήσῃ Κύριον τὸν Θεόν σου. καὶ παῖς καὶ παιδίσκη, ὅσοι ἂν γένωνταί σοι ἀπὸ τῶν ἐθνῶν, ὅσοι κύκλῳ σού εἰσιν, ἀπ᾿ αὐτῶν κτήσεσθε δοῦλον καὶ δούλην· καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν παροίκων τῶν ὄντων ἐν ὑμῖν, ἀπὸ τούτων κτήσεσθε καὶ ἀπὸ τῶν συγγενῶν αὐτῶν, ὅσοι ἂν γένωνται ἐν γῇ ὑμῶν, ἔστωσαν ὑμῖν εἰς κατάσχεσιν. καὶ καταμεριεῖτε αὐτοὺς τοῖς τέκνοις ὑμῶν μεθ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσονται ὑμῖν κατόχιμοι εἰς τὸν αἰῶνα· τῶν δὲ ἀδελφῶν ὑμῶν τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ οὐ κατατενεῖ αὐτὸν ἐν τοῖς μόχθοις. Ἐὰν δὲ εὕρῃ ἡ χεὶρ τοῦ προσηλύτου ἢ τοῦ παροίκου τοῦ παρὰ σοί, καὶ ἀπορηθεὶς ὁ ἀδελφός σου πραθῇ τῷ προσηλύτῳ ᾒ τῷ παροίκῳ τῷ παρὰ σοὶ ἢ ἐκ γενετῆς προσηλύτῳ, μετὰ τὸ πραθῆναι αὐτῷ, λύτρωσις ἔσται αὐτοῦ· εἷς τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ λυτρώσεται αὐτόν. ἀδελφὸς πατρὸς αὐτοῦ ἢ υἱὸς ἀδελφοῦ πατρὸς λυτρώσεται αὐτὸν ἢ ἀπὸ τῶν οἰκείων τῶν σαρκῶν αὐτοῦ, ἐκ τῆς φυλῆς αὐτοῦ, λυτροῦται αὐτόν· ἐὰν δὲ εὐπορηθεὶς ταῖς χερσὶ λυτρῶται ἑαυτόν, καὶ συλλογιεῖται πρὸς τὸν κεκτημένον αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ἔτους, οὗ ἀπέδοτο ἑαυτὸν αὐτῷ ἕως τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς ἀφέσεως, καὶ ἔσται τὸ ἀργύριον τῆς πράσεως αὐτοῦ ὡς μισθίου· ἔτος ἐξ ἔτους ἔσται μετ᾿ αὐτοῦ. ἐὰν δέ τινι πλεῖον τῶν ἐτῶν ᾖ, πρὸς ταῦτα ἀποδώσει τὰ λύτρα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἀργυρίου τῆς πράσεως αὐτοῦ· ἐὰν δὲ ὀλίγον καταλειφθῇ ἀπὸ τῶν ἐτῶν εἰς τὸν ἐνιαυτὸν τῆς ἀφέσεως, καὶ συλλογιεῖται αὐτῷ κατὰ τὰ ἔτη αὐτοῦ, καὶ ἀποδώσει τὰ λύτρα αὐτοῦ. ὡς μισθωτὸς ἐνιαυτὸν ἐξ ἐνιαυτοῦ ἔσται μετ᾿ αὐτοῦ· οὐ κατατενεῖς αὐτὸν ἐν τῷ μόχθῳ ἐνώπιόν σου. ἐὰν δὲ μὴ λυτρῶται κατὰ ταῦτα, ἐξελεύσεται ἐν τῷ ἔτει τῆς ἀφέσεως αὐτὸς καὶ τὰ παιδία αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ· ὅτι ἐμοὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ οἰκέται εἰσί, παῖδές μου οὗτοί εἰσιν, οὓς ἐξήγαγον ἐκ γῆς Αἰγύπτου· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν».

[Μετάφραση: «Επειδή, δούλοι μου είναι αυτοί, που έβγαλα από τη γη τής Αιγύπτου· δεν θα πουλιούνται, καθώς πουλιέται ο δούλος. Δεν θα δεσπόζεις επάνω του με αυστηρότητα· αλλά θα φοβηθείς τον Θεό σου. Και ο δούλος σου και η δούλη σου, όσους κι αν έχεις, από τα έθνη που είναι γύρω σας, απ' αυτά θα αγοράζεις δούλον και δούλη. Κι ακόμα, από τους γιους των ξένων, που παροικούν μεταξύ σας, απ' αυτούς θα αγοράζετε, και από τις συγγένειές τους, που βρίσκονται μεταξύ σας, όσοι γεννήθηκαν στη γη σας· και θα είναι σε σας για ιδιοκτησία. Και θα τους έχετε κληρονομιά για τα παιδιά σας, ύστερα από σας, για να τους κληρονομήσουν ως ιδιοκτησία· δούλοι σας θα είναι παντοτινά· όμως, επάνω στους αδελφούς σας, τους γιους Ισραήλ, δεν θα εξουσιάζετε, ο ένας επάνω στον άλλον, με αυστηρότητα. Και όταν ο ξένος, κι εκείνος που παροικεί μαζί σου, πλουτίσει, και ο αδελφός σου, που είναι μαζί του, φτωχύνει, και πουληθεί σε ξένον, που παροικεί μαζί σου ή στη γενεά τής συγγένειας του ξένου· αφού πουληθεί, θα εξαγοραστεί ξανά· ένας από τα αδέλφια του θα τον εξαγοράσει· ή ο θείος του ή ο γιος τού θείου του, θα τον εξαγοράσει ή ένας εξ αίματος συγγενής του από τη συγγένειά του θα τον εξαγοράσει· ή, αν ο ίδιος ευπόρησε, θα εξαγοράσει ο ίδιος τον εαυτό του. Και θα λογαριάσει με τον αγοραστή του, από τον χρόνο που πουλήθηκε σ' αυτόν, μέχρι τον χρόνο τής άφεσης· και η τιμή τής πώλησής του θα είναι σύμφωνα με τον αριθμό των χρόνων· ανάλογα με τον χρόνο ενός μισθωτού θα του λογαριαστεί. Αν μένουν πολλά χρόνια, ανάλογα μ' αυτά θα αποδώσει την τιμή τής εξαγοράς του από το ασήμι με το οποίο αγοράστηκε. Και αν υπολείπονται λίγα χρόνια, μέχρι το χρόνο τής άφεσης, θα κάνει λογαριασμό μαζί του, και σύμφωνα με τα χρόνια του θα αποδώσει την τιμή τής εξαγοράς του. Ως ετήσιος μισθωτός θα είναι μαζί του· δεν θα δεσπόζει επάνω του με αυστηρότητα μπροστά σου. Και αν δεν εξαγοραστεί κατά τα χρόνια αυτά, τότε θα απελευθερωθεί στον χρόνο τής άφεσης, αυτός και τα παιδιά του μαζί του. Επειδή, οι γιοι τού Ισραήλ είναι δούλοι σε μένα· δούλοι μου είναι, τους οποίους έβγαλα από τη γη τής Αιγύπτου. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας».]

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Κατά Ματθαίον (10: 24):

«Οὐκ ἔστιν μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον οὐδὲ δοῦλος ὑπὲρ τὸν κύριον αὐτοῦ».

[Μετάφραση: «Δεν υπάρχει μαθητής ανώτερος από τον δάσκαλο ούτε δούλος ανώτερος από τον κύριό του».]

(Απαραίτητη διευκρίνιση: Τα λόγια αυτά αποδίδονται στον ίδιον τον Ιησού).

Προς Τιμόθεον Α’ (6: 1-2):

«Ὅσοι εἰσὶν ὑπὸ ζυγὸν δοῦλοι, τοὺς ἰδίους δεσπότας πάσης τιμῆς ἀξίους ἡγείσθωσαν, ἵνα μὴ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ διδασκαλία βλασφημῆται. οἱ δὲ πιστοὺς ἔχοντες δεσπότας μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ἀδελφοί εἰσιν, ἀλλὰ μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι πιστοί εἰσι καὶ ἀγαπητοὶ οἱ τῆς εὐεργεσίας ἀντιλαμβανόμενοι».

[Μετάφραση: «Όσοι είναι κάτω από ζυγό δουλείας, ας θεωρούν τούς κυρίους τους άξιους κάθε τιμής, για να μη δυσφημείται το όνομα του Θεού και η διδασκαλία. Εκείνοι δε που έχουν κυρίους πιστούς, ας μη τους καταφρονούν, επειδή είναι αδελφοί· αλλά, ας δουλεύουν προθυμότερα, επειδή, αυτοί που απολαμβάνουν την ευεργεσία, είναι πιστοί και αγαπητοί».]

Προς Τίτον (2: 9-10):

«Δούλους ἰδίοις δεσπόταις ὑποτάσσεσθαι, ἐν πᾶσιν εὐαρέστους εἶναι, μὴ ἀντιλέγοντας, μὴ νοσφιζομένους, ἀλλὰ πίστιν πᾶσαν ἐνδεικνυμένους ἀγαθήν, ἵνα τὴν διδασκαλίαν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ κοσμῶσιν ἐν πᾶσιν».

[Μετάφραση: «Τους δούλους να τους νουθετείς να υποτάσσονται στους δικούς τους κυρίους, να τους ευαρεστούν σε όλα, να μη αντιμιλούν· να μη οικειοποιούνται τα ξένα πράγματα, αλλά να δείχνουν κάθε αγαθή πίστη· για να στολίζουν σε όλα τη διδασκαλία τού σωτήρα μας Θεού».]

Προς Εφεσίους (6: 5-8):

«Οἱ δοῦλοι ὑπακούετε τοῖς κυρίοις κατὰ σάρκα μετὰ φόβου καὶ τρόμου ἐν ἁπλότητι τῆς καρδίας ὑμῶν ὡς τῷ Χριστῷ, μὴ κατ’ ὀφθαλμοδουλίαν ὡς ἀνθρωπάρεσκοι, ἀλλ’ ὡς δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, ποιοῦντες τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐκ ψυχῆς, μετ’ εὐνοίας δουλεύοντες ὡς τῷ Κυρίῳ καὶ οὐκ ἀνθρώποις, εἰδότες ὅτι ὃ ἐάν τι ἕκαστος ποιήσῃ ἀγαθόν, τοῦτο κομιεῖται παρὰ τοῦ Κυρίου, εἴτε δοῦλος εἴτε ἐλεύθερος.».

[Μετάφραση: «Οι δούλοι, υπακούτε στους κατά σάρκα κυρίους σας με φόβο και τρόμο, με απλότητα της καρδιάς σας, σαν στον Χριστό· όχι με οφθαλμοδουλεία, ως ανθρωπάρεσκοι, αλλ' ως δούλοι Χριστού· εκπληρώνοντας το θέλημα του Θεού από ψυχής, δουλεύοντας με καλή διάθεση σαν να το κάνετε στον Κύριο, και όχι σε ανθρώπους· ξέροντας ότι κάθε ένας ό,τι καλό κάνει, αυτό θα πάρει από τον Κύριο, είτε δούλος είτε ελεύθερος».]

Προς Κορινθίους Α’ (7: 21):

«δοῦλος ἐκλήθης; μή σοι μελέτω· ἀλλ’ εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι».

[Μετάφραση: <«Κλήθηκες δούλος; Μη σε μέλει· αλλ' αν μπορείς να γίνεις ελεύθερος, μεταχειρίσου το καλύτερα».]

Πέτρου Α’ (2: 18-19):

«οἱ οἰκέται ὑποτασσόμενοι ἐν παντὶ φόβῳ τοῖς δεσπόταις, οὐ μόνον τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ἐπιεικέσιν, ἀλλὰ καὶ τοῖς σκολιοῖς».

[Μετάφραση: «Οι δούλοι, υποτάσσεστε με κάθε φόβο στους κυρίους σας, όχι μονάχα στους αγαθούς και επιεικείς, αλλά και στους διεστραμμένους· επειδή, αυτό είναι χάρη, το να υποφέρει κάποιος λύπες εξαιτίας τής συνείδησης στον Θεό, πάσχοντας άδικα. τοῦτο γὰρ χάρις, εἰ διὰ συνείδησιν Θεοῦ ὑποφέρει τις λύπας, πάσχων ἀδίκως».]

ΕΞΩΒΙΒΛΙΚΑ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Διδαχή τών Δώδεκα Αποστόλων (4: 11):

«Ὑμεῖς δὲ οἱ δοῦλοι ὑποταγήσεσθε τοῖς κυρίοις ὑμῶν ὡς τύπῳ θεοῦ ἐν αἰσχύνῃ καὶ φόβῳ».

[Μετάφραση: «Εσείς οι δούλοι να υποτάσσεστε στους κυρίους σας, με ντροπή και φόβο, όπως και στον Θεό».]

Μέγας Βασίλειος (Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων, τ. 53, σελ. 207-208):

«Όσοι δούλοι ευρίσκονται υπό ζυγόν και προσφεύγουν στις αδελφότητες των εκκλησιών, αφού τους νουθετήσουν οι αδελφότητες να γίνουν υπάκουοι και αφού τους βελτιώσουν, να τους παραδίδουν στους δεσπότες τους… Ο ζυγός της δουλείας κατά τρόπον αρεστόν κατορθούμενος από τον Κύριο, κάνει αυτόν που τον υπομένει, άξιο της βασιλείας των ουρανών».

Μέγας Βασίλειος (Λόγος Β´ περί νηστείας):

«Οι δούλοι (να δέχονται την νηστεία), (όπως) την ανάπαυση από τους συνεχείς καμάτους της υπηρεσίας».

Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Εις την Α΄ Κορινθίους oμιλία):

«Όπως ακριβώς δεν ωφελεί καθόλου η περιτομή ούτε βλάπτει η έλλειψις περιτομής, έτσι ούτε βλάπτει η δουλεία ούτε ωφελεί η ελευθερία… Και δια να καταδείξη τούτο με μεγαλυτέραν σαφήνειαν λέγει (σ.σ.: αναφέρεται στον Παύλο, ερμηνεύοντας την «Προς Κορινθίους Α’») “αλλά και αν ημπορείς να γίνεις ελεύθερος, χρησιμοποίησε περισσότερον την δουλείαν”· δηλαδή να είσαι περισσότερο δούλος. Και διατί τέλος πάντων αυτόν που δύναται να ελευθερωθεί τον συμβουλεύει να παραμείνη δούλος. Διότι θέλει να δείξη ότι καθόλου δεν βλάπτει η δουλεία, αλλ’ ωφελεί μάλιστα… Και γνωρίζω μεν ότι μερικοί ισχυρίζονται ότι το είπε (ο Παύλος) περί ελευθερίας, υποστηρίζοντες ότι σημαίνει, εάν ημπορείς να ελευθερωθής, ελευθερώσου… Δεν λέγει λοιπόν τούτο, αλλ’ εκείνο που είπα προηγουμένως, θέλων να δείξη ότι δεν κερδίζει τίποτε περισσότερον αυτός που γίνεται ελεύθερος και επομένως, λέγει, και αν ακόμη εξαρτάται από σένα να ελευθερωθής, μάλλον μένε ως δούλος».

Σύνοδος Γάγγρας στην Παφλαγονία (Κανόνας 3):

«Ει τις δούλον, προφάσει θεοσεβείας, διδάσκοι καταφρονείν δεσπότου και αναχωρείν της υπηρεσίας και μη μετ’ ευνοίας και πάσης τιμής τώ εαυτού δεσπότη εξυπηρετείσθαι, ανάθεμα έστω».

Νικόδημος ο Αγιορείτης (Γάμος και Παρθενία):

«Αν ήσουν, λέγει (σ.σ.: αναφέρεται στον Παύλο, ερμηνεύοντας την «Προς Κορινθίους Α’»), χριστιανός, δούλος και επίστευσας, μη φρόντιζε περί τούτου μηδέ ταράττου πως είσαι δούλος και εξαγορασμένος σκλάβος τινός, διά τι η δουλεία τόσον δεν σε βλάπτει εις την πίστην και εις την ψυχήν, ώστε οπού, και αν ημπορής να ελευθερωθής από την δουλείαν, μεταχειρίσου ακόμη περισσότερον την δουλείαν, ήτοι δούλευε και δος τον εαυτόν σου εις την δούλευσιν του αυθέντου σου».

Κοσμάς ο Αιτωλός (Διδαχή Ε’):

«Τριακόσιους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού μας, έστειλεν ο Θεός τον άγιον Κωνσταντίνον και εστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν∙ και το είχαν χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερα το εσήκωσεν ο Θεός το βασίλειον από τους Χριστιανούς και ήφερε τον Τούρκο μέσα από την Ανατολήν και του το έδωκε δια εδικόν μας καλόν… Και τι; Άξιος ήτον ο Τούρκος να έχη βασίλειον; Αλλά ο Θεός του το έδωκε δια το καλόν μας. Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, οπού ήτον τόσα ρηγάτα (=βασίλεια) εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κοκκινην Μηλιά και του το εχάρισε; Διατί ήξευρεν ο Θεός πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την Πίστιν, και ο Τούρκος δεν μας βλάπτει, άσπρα (=χρήματα) δώσ’ του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και δια να μην κολασθούμεν το έδωκε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλλον να μας φυλάη».

Με βάση τα παραπάνω, είναι να απορεί κάποιος, γιατί η Εκκλησία ήταν ο καλύτερος συνέταιρος τής εκάστοτε θεοκρατικής ρωμαϊκής και μετέπειτα βυζαντινής εξουσίας, αλλά και κατ’ επέκτασιν κάθε χριστιανικής δουλοκτητικής κοινωνίας;

***********************************************************************************

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΙΡΕΙ ΤΟΥΣ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥΣ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ;

***************************************************************************************

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ

Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και Oικουμενικός Πατριάρχης.

Οι τω καθ’ ημάς αγιωτάτω, πατριαρχικώ, αποστολικώ και οικουμενικώ θρόνω υποκείμενοι ιερώτατοι μητροπολίται και υπέρτιμοι και θεοφιλέστατοι αρχιεπίσκοποι τε και επίσκοποι, εν αγίω Πνεύματι αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί, και εντιμότατοι κληρικοί της καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλης εκκλησίας και εκάστης επαρχίας ευλαβέστατοι ιερείς και οσιότατοι ιερομόναχοι, οι ψάλλοντες εν ταις εκκλησίαις της Πόλεως, του Γαλατά και όλου του Καταστένου και απανταχού, και λοιποί απαξάπαντες ευλογημένοι Χριστιανοί, τέκνα εν Κυρίω ημών αγαπητά, χάρις είη υμήν και ειρήνη παρά Θεού, παρ’ ημών δε ευχή, ευλογία και συγχώρεσις.

Η πρώτη βάσις της ηθικής, ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη είναι ηλίου λαμπρότερον και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί είναι ο κάκιστος των ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην και παρά των ιερών γραφών και παρ’ αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ασυγχώρητον, καθώς έχομεν το παράδειγμα του Ιούδα. Όταν δε η αχαριστία ήναι συνωδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον την κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή υπό Θεού τεταγμένη’ όθεν και πας ο αντιττατόμενος αυτή τη θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε.

Και τα δύο ταύτα ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτατα και αλαζονείαν ο,τε προδιορισθείς της Μολδαυίας ηγεμών ως μη ώφειλε, Μιχαήλ, και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδος Υψηλάντου αγνώμων υιός Αλέξανδρος Υψηλάντης. Εις όλους τους ομογενείς μας είναι γνωστά τα άπειρα ελέη, όσα η αένναος της εφ’ ημάς τεταγμένης κραταίας βασιλείας πηγή εξέχεεν εις τον κακόβουλον αυτόν Μιχαήλ’ από μικρού και ευτελούς τον ανύψωσεν εις βαθμούς και μεγαλεία’ από αδόξου και ασήμου τον προήγαγεν εις δόξας και τιμάς’ τον επλούτισε, τον περιέθαλψε, τέλος πάντων τον ετίμησε και με τον λαμπρότατον της ηγεμονίας αυτής θρόνον και τον κατέστησεν άρχοντα λαών.

Αυτός όμως, φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας και συνεφώνησε μετά του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, υιού του δραπέτου και φυγάδος εκείνου Υψηλάντου, όστις παραλαβών μερικούς ομοίους του βοηθούς ετόλμησε να έλθη αίφνης εις την Μολδαυίαν, και αμφότεροι απονενοημένοι επίσης, αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν, ματαιόφρονες, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους, διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας.

Διά να δυνηθώσι δε τρόπον τινά να ενθαρρύνωσι τους ακούοντας μετεχειρίσθησαν και το όνομα της Ρωσσικής Δυνάμεως, προβαλλόμενοι, ότι και αυτή είναι σύμφωνος με τους στοχασμούς και τα κινήματά των’ πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνον της ιδικής των κακοβουλίας και ματαιοφροσύνης γέννημά τε και αποκύημα’ επειδή, εν ω το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς και πολλής προξένον μομφής εις την ρωσσικήν αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχώτατος πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν, καταμεμφόμενον μάλιστα και αποτροπιαζόμενον του πράγματος της βδελυρίαν’ και προσεπιπλέον η αυτού εξοχότης ειδοποίησεν εξ επαγγέλματος τα διατρέχοντα, υπομνήσας το βασίλειον κράτος, ότι ανάγκη πάσα να φροντίση ευθύς εξ αρχής τον αποσκορακισμόν και την διάλυσιν των τοιούτων κακών’ και τόσον εκ της ειδοποιήσεως ταύτης, όσον και από τα έγγραφα, τα οποία επιάσθησαν από μέρους των μουχαφίσιδων των βασιλικών σερχατίων, και από άλλους πιστούς ομογενείς επαρρησιάσθησαν, έγεινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου.

Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία.

Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας εναντίον των ομογενών μας υπηκόων της, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους. Και αγκαλά είναι γνωστόν, ότι, όσοι είναι κατηρτισμένοι τω όντι εις την ευσέβειαν, όσοι νουνεχείς και τίμιοι και των ιερών κανόνων και θείων νόμων ακριβείς φύλακες δεν θέλουν δώσει ευηκοιαν εις τας ψευδολογίας των αχρείων εκείνων και κακόβουλων’ επειδή όμως είν’ ενδεχόμενον να σηνηρπάσθησάν τινές και παρασυρθώσι και άλλοι, διά τούτο προκαταλαμβάνοντες εκ προνοίας εκκλησιαστικής υπαγορεύομεν πάσιν υμίν τα σωτήρια, και γράφοντες μετά των περί ημας ιερωτάτων συναδελφών, του μακαριωτάτου πατριάρχου των Ιεροσολύμων, των εκλαμπροτάτων και περιφανεστάτων προυχόντων του γένους, των τιμιωτάτων πραγματευτών, των αφ’ εκάστου ρουφετίου προκριτωτέρων και όλων των εν τη βασιλευούση ορθοδόξων μελών εκάστης τάξεως και εκάστου βαθμού, συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν τοις κατά τόπον αρχιερεύσι, τοις ηγουμένοις των ιερών μοναστηρίων, τοις ιερεύσι των εκκλησιών, τοις πνευματικοίς πατράσι των ενοριών, τοις προεστώσι και ευκαταστάτοις των κωμοπόλεων και χωρίων, και πάσιν απλώς τοις κατά τόπον προκρίτοις να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων, και να τους αποδείξετε και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας, και να προσέχετε όσον το δυνατόν εις τας απάτας αυτών και ραδιουργίας, γινώσκοντες, ότι η μόνη απόδειξις της αθωότητος των είναι να εμφανίσωσιν όσα γράμματα λάβωσι τυχόν εις χείρας περί της αυτής υποθέσεως, ή ειδήσεις μάθωσι, και να παρρησιάσωσιν οι μεν ενταύθα εν βασιλευούση προς ημάς, οι δ’ εν τοις έξω μέρεσιν εις τους κατά τόπον αρχιερείς και τους διοριζομένους παρ’ ημών εκκλησιαστικούς εξάρχους και τους βασιλικούς εξουσιαστάς και διοικητάς, δηλοποιούντες και παραδίδοντες και εκείνους τους απλουστέρους, όσοι ήθελαν φωραθή ότι ενεργούν ανοίκεια του ρεαγιαδιακού χαρακτήρος, καθότι οι τοιούτοι διαταράττουσι την γενικήν ησυχίαν, και κατακρημνίζουσι τους αδυνάτους και αθώους ομογενείς μας εις της απωλείας το βάραθρον.

Και τόσον υμείς οι αρχιερείς, οι μοναστηριακοί, οι ιερωμένοι, και οι προεστώτες και ευκατάστατοι και πρόκριτοι εκάστου τόπου με την άγρυπνον προσοχήν σας, όσον και οι λοιποί εκάστης τάξεως και βαθμού άνθρωποι με τας εκ μέρους σας αδιαλείπτους συμβουλάς και νουθεσίας, και κατά τας πατρικάς και προνοητικάς εκκλησιαστικάς ημών οδηγίας και παραινέσεις να γενήτε εδραίοι και αμετακίνητοι επί του κέντρου του ρεαγιαλικίου, και εξ όλης ψυχής και καρδίας σας να διαφυλλάττετε την πίστιν και κάθε υποταγήν και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένην κραταιάν και αήττητον βασιλείαν, και να αποδεικνύετε εντελώς με όλα τα πραγματικά της ειλικρινείας σημεία’ καθότι η μετ’ ευχαριστίας και ειλικρινείας υποταγή χαρακτηρίζει και την προς Θεόν αγάπην και πίστιν, και την προς τας θείας αυτού εντολάς και τας υπαγορεύσεις των θείων νόμων και ιερών κανόνων υπακοήν, και την ευγνωμοσύνην της καρδίας ημών διά τ’ άπειρα ελέη, οπού απολαμβάνομεν παρά της βασιλικής φιλανθρωπίας.

Επειδή δε προς τοις άλλοις εγένετο γνωστόν, ότι οι το σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα επινοήσαντες, και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους συνεδέθησαν και με τον δεσμόν του όρκου, γινωσκέτωσαν, ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης, είναι αδιάκριτος, και όμοιος με τον όρκον του Ηρώδου, όστις, διά να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν Ιωάννην τον βαπτιστήν. Αν ήθελεν αθετήσει τον παράλογον όρκον του, τον οποίον επενόησεν η άλογος επιθυμία του, έζη βέβαια τότε ο θείος πρόδρομος’ ώστε ενός απλού όρκου επιμονή έφερε τον θάνατον του προδρόμου. Η επιμονή άρα του όρκου εις διατήρησιν των υποσχεθέντων παρά της φατρίας αυτής, πραγματευομένης ουσιωδώς την απώλειαν ενός ολοκλήρου γένους, πόσον είναι ολεθρία και θεομίσητος είναι φανερόν’ εξ εναντίας, η αθέτησις του όρκου αυτού, απαλλάττουσα το γένος εκ των επερχομένων απαραμυθήτων δεινών, είναι θεοφιλής και σωτηριώδης. Διά τούτο τη χάριτι του παναγίου Πνέυματος έχει η εκκλησία αυτόν διαλελυμένον, και αποδέχεται και συγχωρεί εκ καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας, και την προτέραν απάτην ομολογούντας, και το πιστόν ρεαγιαλίκι αυτών εναγκαλιζομένους ειλικρινώς.

Ταύτα αμέσως να κοινολογήσετε εις όλους του γνωστούς σας, και να κατασταθήτε όλοι προσεκτικώτεροι, ανατρέποντες και διαλύοντες ως αραχνιώδη υφάσματα, όσα η απάτη και η κακοβουλία των πρωταιτίων εκείνων καθ’ οιονδήτινα τρόπον συνέπλεξε. Επειδή, εάν, ο μη γένοιτο, δεν ήθελε καθαρισθή η θανατηφόρος αύτη λύμη, και φωραθώσί τινες τολμώντες εις επιχειρήματα εναντία των καθηκόντων του ρεαγιαλικίου, κοντά οπού οι τοιούτοι έχουσι να παιδευθώσι χωρίς ελέους και οικτιρμών (μη γένοιτο, Χριστέ βασιλεύ!) αμέσως θέλει εξαφθή η δικαία οργή του κράτους του καθ’ ημών, και ο θυμός τής εκδικήσεως γενικός των εχλιϊσλάμιδων, και θέλουν εκχυθή τόσων αθώων αίματα αδίκως και παραλόγως, καθώς αποκριματίστως ταύτα πάντα διεσάλπισεν η κραταιά και αήττητος βασιλεία διά του εκδοθέντος και επ’ ακροάσει κοινή ημών αναγνωσθέντος υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού.

Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους, και επισωρέυει κατ’ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς’ ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας’ ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του ιερού χρήματος της προς τους ευεργέτας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως εναντίοι ηθικών και πολιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανευθύνων ομογενών μας ασυνειδήτως τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και αυτοί, και όσοι τοις ίχνεσιν αυτών κατηκολούθησαν του λοιπού, αν μη θελήσωσιν εννοήσαι την αρπαγήν και απάτην, και επιστραφήναί τε και βαδίσαι την ευθείαν της σωτηρίας οδόν, αν δεν αναλάβωσιν, ό εστι, τον εντελή χαρακτήρα του ρεαγιαδικού αυτών επαγγέλματος.

Τα αυτά δε και κατά της αρχιερωσύνης σας και ιερωσύνης σας επανατείνομεν, εαν μη βαδίσετε, εις όσα εν Πνέυματι αγίω αποφαινόμεθα δια του παρόντος εκκλησιαστικώς, εάν δεν δείξετε εν έργω την επιμέλειάν σας και προθυμίαν εις την διάλυσιν των σκευωριών, εις την αναστολήν των καταχρήσεων και αταξιών, εις την επιστροφήν των πλανηθέντων, εις την άμεσον και έμμεσον καταδρομήν και εκδίκησιν των επιμενόντων εις τα αποστατικά φρονήματα, εάν δεν συμφωνήσετε τη εκκλησία του Θεού, και, εν ενί λόγω, εάν καθ’ οιονδήτινα τρόπον δολιευθήτε και κατενεχθήτε κατά της κοινής ημών ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, έχομεν υμάς αργούς πάσης ιεροπραξίας, και τη δύναμει του παναγίου Πνεύματος εκπτώτους του βαθμού της αρχιεροσύνης και ιερωσύνης και το πυρί της γεέννης ενόχους, ως την κοινήν του γένους απώλειαν προτιμήσαντας. Ούτω τοίνυν γινώσκοντες, ανανήψατε προς Θεού και ποιήσατε καθώς γράφομεν εκκλησιαστικώς και γενικώς παρακελευόμεθα, και μη άλλως εξ αποφάσεως, ότι περιμένομεν κατά τάχος την αισίαν των γραφομένων αποπεράτωσιν, ίνα και η του θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.

αωκα’ εν μηνί Μαρτίω.

Υπεγράφη συνοδικώς επάνωθεν του ιερού θυσιαστηρίου παρά της ημών μετριότητος και της μακαριότητός του και πάντων των συναδέλφων αγίων αρχιερέων.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποφαίνεται.

Ο Ιεροσολύμων Πολύκαρπος συναποφαίνεται.

Ο Καισαρίας Ιωαννίκιος.

Ο Νικομηδείας Αθανάσιος.

Ο Δέρκων Γρηγόριος.

Ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος.

Ο Βιζύης Ιερεμίας.

Ο Σίφνου Καλλίνικος.

Ο Ηρακλείας Μελέτιος.

Ο Νικαίας Μακάριος.

Ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ.

Ο Βερροίας Ζαχαρίας.

Ο Διδυμοτοίχου Καλλίνικος.

Ο Βάρνης Φιλόθεος.

Ο Ρέοντος Διονύσιος.

Ο Κυζίκου Κωνστάντιος.

Ο Χαλκηδόνας Γρηγόριος.

Ο Τουρνόβου Ιωαννίκιος.

Ο Πισειδίας Αθανάσιος.

Ο Δρύστας Ανθιμος.

Ο Σωζοπόλεως Παίσιος.

Ο Φαναρίου και Φερσάλων Δαμασκηνός.

Ο Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος.