Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς

«-Παπποῦ ἀγαπημένε, εἶπα, δῶσ’ μου μιὰν προσταγή.
Χαμογέλασε, ἀπίθωσε τὸ χέρι ἀπάνω στὸ κεφάλι μου, δὲν ἦταν χέρι, ἦταν πολύχρωμη φωτιά. Ὣς τὶς ῥίζες τοῦ μυαλοῦ μου περιχύθηκε ἡ φλόγα.

-Φτᾶσε ὅπου μπορεῖς, παιδί μου…

Ἡ φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σὰν νὰ ‘βγαινε ἀπὸ τὸ βαθὺ λαρύγγι τῆς γῆς.

Ἔφτασε ὣς τὶς ῥίζες τοῦ μυαλοῦ μου ἡ φωνή του, μὰ ἡ καρδιά μου δὲν τινάχτηκε.

-Παπποῦ, φώναξα τώρα πιὸ δυνατά, δῶσ’ μου μίαν πιὸ δύσκολη, πιὸ κρητικιὰ προσταγή.

Κι ὁλομεμιάς, ὣς νὰ τὰ πῶ, μιὰ φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τὸν ἀέρα, ἀφανίστηκε ἀπὸ τὰ μάτια μου ὁ ἀδάμαστος πρόγονος μὲ τὶς περιπλεγμένες θυμαρόριζες στὰ μαλλιά του κι ἀπόμεινε στὴν κορφὴ τοῦ Σινᾶ μιὰ φωνὴ ὄρθια, γεμάτη προσταγή, κι ὁ ἀέρας ἔτρεμε:

-Φτᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!…»

Νίκος Καζαντζάκης, ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο

Ἔρχεται μία στιγμὴ στὴν ζωὴ κάθε ἀνθρώπου ποὺ πρέπει κάτι νὰ δῇ, ἢ κάτι νὰ ἀλλάξῃ ἢ κάτι νὰ μάθῃ.
Ἔρχεται μία στιγμὴ γεμάτη ἔντασι, γεμάτη πίεσι καὶ συνήθως πολὺ πόνο, ποὺ πρέπει νὰ κρατήσῃ τὴν ψυχραιμία του ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ πάρῃ τὶς ἀποφάσεις του.
Ἔρχεται μία στιγμὴ στὴν ζωή μας, τέτοια, ποὺ ὅμοιά της δὲν ἔχουμε ξαναζήσει.
Εἶναι ἐκεῖνα τὰ λιγοστὰ δευτερόλεπτα ποὺ μᾶς ἀλλάζουν διὰ παντὸς τὴν πορεία μας.
Ἐκεῖνα τὰ μικρὰ σὲ χρόνο δευτερόλεπτα, ποὺ ὅμως μοιάζουν σὰν αἰωνιότητα.
Μία στιγμή μας.. Ὅλη μας ἡ ζωή ἀνάποδα… Διαφορετικά… Ἀλλοιώτικα.
Αὐτὴ ἡ ῥημάδα, ποὺ ξέρουμε κατὰ βάθος πὼς θὰ φθάσῃ, ἀλλὰ ποτὲ δὲν εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε.
Ἐκείνη ἡ στιγμή, ποὺ μοιάζει μὲ θάνατο, ἀλλὰ τελικῶς εἶναι ἀνάστασις. Εἶναι αὐτὸ τὸ κάτι ποὺ μᾶς κάνῃ νὰ πάρουμε τὶς ἀποφάσεις μας καὶ νὰ σταθοῦμε πιὸ ὄρθιοι, πιὸ δυνατοί, πιὸ ὑπεύθυνοι. Ἢ νὰ πεθάνουμε.
Εἶχα χρόνια πολλὰ νὰ ἀνοίξω τὰ βιβλία τοῦ Καζαντζάκη. Καὶ ἦταν καλὸ αὐτὸ γιὰ ἐμέναν ἐτούτην τὴν ὥρα!
Διότι κάπως ἔτσι αἰσθάνομαι κι ἐγὼ! Ἢ θὰ κινηθῶ ἢ θὰ σβήσω!
Μία φωνή μέσα μου, πολὺ δυνατὴ καὶ καθάρια, μοῦ φωνάζει:
«φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Πῶς νά φθάσω ὅμως; Ποῦ νά φθάσω; Ποιάν πορεία νά διαλέξω; Πῶς νά ξεκινήσω; Ἀπό ποῦ; Μέ ποιόν τρόπο;
Γιὰ νὰ πάρῃς τὴν ἀπόφασι νὰ ξεκινήσῃς καὶ νὰ πᾶς κάπου ποὺ δὲν μπορεῖς, ἤ ποὺ πιστεύεις πὼς δὲν μπορεῖς, δύο λόγοι ὑπάρχουν. (Καθῶς φυσικὰ ὑπάρχουν καὶ χιλιάδες λόγοι γιὰ νὰ μὴν σοῦ συμβῇ!)
Ἢ ὁ θάνατος ἀγαπημένου προσώπου ἢ ἡ ἀνάγκη.
Ὁ Καζαντζάκης ἔγραψε αὐτὸ τὸ κεφάλαιο γιὰ νὰ προετοιμάσῃ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό γιὰ τὸν ἐπερχόμενο θάνατό του.
Ἔτσι κι ἐγώ, σήμερα καταγράφω κι ἀντιμετωπίζω τὸν ἄρτι ἀφιχθέντα μου θάνατο.
Δύσκολα ξεκινᾶμε γιὰ νὰ φθάσουμε κάπου ποὺ δὲν μποροῦμε. Πολὺ δύσκολα. Συνήθως καταλήγουμε στὸ νὰ φθάσουμε μόνον ἐκεῖ ποὺ μποροῦμε. Ἢ, ἀκόμη χειρότερα, νὰ φθάσουμε κάπου ποὺ πιστεύουμε πὼς μποροῦμε. Ἔτσι, ἀναίτια. Δίχως λογικὴ καὶ δίχως ἐπιχειρήματα.
«Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Καί τί γίνεται μέ τά ταβάνια; Μέ τίς πεποιθήσεις μας πού μᾶς κρατοῦν δεσμίους; Τί γίνεται μέ τούς φόβους μας; Μέ τίς ἀνασφάλειες; Τί γίνεται μέ αὐτά πού μάθαμε ἔως τώρα γιά ἐμάς καί γιά τόν κόσμο; Τί γίνεται;
Γιὰ νὰ ξεκινήσῃ κάποιος νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ, πρέπει νὰ ἀφήσῃ πίσω του ὅλα αὐτὰ ποὺ τὸν κρατοῦσαν στὸ ἐδῶ καὶ τώρα. Στὴν καθημερινότητά του. Στὴν ἐπιτυχημένη ἢ ἀποτυχημένη ζωή του.
Ἄρα, δὲν εἶναι μόνο τὸ «φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς» ἀλλὰ καὶ τὸ «κρατήσου μόνον ἀπὸ ἐσένα»! Δὲν ὑπάρχει τίποτα περισσότερο ἢ λιγότερο ἀπὸ ἐσένα!
«Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Τὸ λέω καὶ τὸ ξαναλέω στὸν ἑαυτό μου καὶ τρομάζω. «Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Γίνεται; Δὲν γίνεται… Θέλει μεγάλον κόπο, πόνο, δύναμι!
Ποιός τήν ἔχει αὐτήν τήν δύναμι; Ἰδίως ὅταν ἔχουμε μάθει νά ζοῦμε μέσα στήν εὐκολία καί τήν ἄνεσι;
Πόσα πρέπει νά ἀφήσω πίσω μου; Πόσα νά ξεγράψω; Πόσους δρόμους νέους νά χαράξω;
«Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Ξεκίνα, πήγαινε, προχῶρα, τρέχα, μὴν σταματᾶς, συνέχισε….
«Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Μά ἀντέχω;
«Ναί, πρέπει νὰ ἀντέχῃς! Μόνον ἐσὺ ἀντέχεις! Οὐδεῖς ἄλλος ἀντέχει! Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Ποῦ εἶναι τό τέρμα; Ποιός θά τό δῇ; Πῶς μποροῦμε νά μάθουμε ἀπό τώρα τήν διαδρομή;
«Ξέρεις. Ξεκίνα. Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Εἶναι βουνό, δύσκολο, δίχως μονοπάτια. Εἴναι κι ἄγριο. Εἶναι καὶ χειμώνας. Εἶμαι καὶ δίχως συντρόφους.
«Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Μόνος μου;
«Μόνος σου!!! Μόνον μόνος σου! Μόνον μόνος σου! Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Σὰν ἠχῶ φθάνει στὰ αὐτιά μου ἡ φωνὴ τοῦ γέροντος Πάππου του. Σὰν νὰ «ξύπνησε» ὁ γέροντας καὶ νὰ μᾶς καλῇ!
«Φθᾶστε ὅπου δὲν μπορεῖτε!» Μᾶς φωνάζει!
Οὐρλιάζει!
Καὶ δὲν εἶναι μόνος του!
Ὅλοι οἱ γέροντες ποὺ ἔζησαν στὰ ἄγρια βουνά, ἐλεύθεροι, μὲ τὴν καρδιὰ πεντακάθαρη καὶ τὸ βλέμμα τὸ γεμάτο οὐρανό, μᾶς καλοῦν:
«Φθᾶστε ὅπου δὲν μπορεῖτε!»
Ποῦ εἶναι τό «δέν μποροῦμε»; Ποῦ εἶναι τό «δέν μπορῶ»;
«Ξεκίνα, θὰ μάθῃς»!
Πῶς θά μάθω; Πότε θά μάθω; Θά μάθω;
«Ξέρεις! Τόλμα! Ξεκίνα! Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Σήμερα ἀφήνω κάτι πίσω μου.
Ἕνα κομμάτι μου πέθανε. Τελείωσε. Ἢ θὰ σταθῶ δίπλα στὸ πτῶμα του καὶ θὰ κλαίω γιὰ τὴν ἀπώλεια, ἢ θὰ σταθῶ ὄρθια καὶ θὰ ξεκινήσω.
Εἶναι ἀνάγκη.
Θάνατος καὶ ἀνάγκη! Ταὐτόχρονα!
Ἀδιαπέραστα! Ἀνίκητα! Ζωογόνα!
«Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!» Μοῦ φωνάζει… Ξέρει αὐτός.. Ἐγὼ φοβᾶμαι… Ἀλλὰ… Ἀκούω! Μαθαίνω… Ἀντιλαμβάνομαι….
«Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Δὲν ἔχω ἄλλον δρόμο…. ΠΡΕΠΕΙ!!!
Σημείωσις:
Τὸ παραπάνω εἶναι γιὰ ἐμένα. Εἶμαι καλά. ἀπόλυτα, εἶμαι καλά!
Ξεκίνησα ἐδῶ καὶ καιρό μίαν διαδρομή καὶ μόλις τώρα καταφέρνω νὰ περάσω τὸ «φρᾶγμα». Εἶναι δύσκολο, ἔως ἀδύνατον. Ἀλλὰ ξέρω πὼς θὰ τὸ περάσω. Ἕνα κομμάτι μου μὲ καλεῖ νὰ ἐπιστρέψω σὲ ὅλα ὅσα δὲν μὲ ξεβόλευαν, ἀλλὰ μὲ κρατοῦσαν στὸ «μπορῶ».
Εἶναι μία Πύλη. Εἶναι μία ἄλλη πραγματικότης. Δὲν μπορῶ νὰ περιγράψω μὲ λέξεις αὐτὸ ποὺ μοῦ συμβαίνει. Ἔχει βαθὺ πόνο καὶ μεγάλη χαρά. Κλαυσίγελως! Ἀλλὰ τόσο ἔντονος ποὺ ἀναρωτιέμαι γιὰ τὸ ἐὰν θὰ τὰ καταφέρω.
Τίποτα στὴν ζωή μας δὲν εἶναι τυχαῖον. Οὖτε ὁ Καζαντζάκης σήμερα ποὺ βρῆκε τὸν δρόμο νὰ φθάσῃ στὰ χέρια μου.
Ὅταν διάβασα τὸ ἀπόσπασμα σκέφθηκα πὼς τὸ ἔγραψε γιὰ ἐμένα. Ἀλλὰ μετὰ συνειδητοποίησα πὼς τὸ ἔγραψε γιὰ ὅλους μας.
Σήμερα δὲν θὰ σᾶς γράψω γιὰ τὰ καλὰ ποὺ ἔρχονται. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖ καὶ τὰ ζῶ..
Σήμερα θὰ σᾶς ἀφήσω μὲ τὸν Καζαντζάκη. Αὐτὸ τὸ λίγο, τὸ μικρό, τὸ «Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς!»
Δὲν ξέρω πῶς θὰ τὸ ἀντιληφθῇ ὁ κάθε ἀναγνώστης, ποιά εἶναι τὰ ὅριά του καὶ ποιοὶ οἱ δρόμοι ποὺ πρέπει νὰ διανύσῃ. Κρατῆστε το ὅμως ὥς παραίνεσι. Ἰδίως στὶς ἡμέρες ποὺ διαβιοῦμε εἶναι ἀπίστευτα σημαντική. Κρατῆστε το. Αὐτὸ εἶναι δικό μου μονοπάτι. Καταδικό μου. Καιρὸς νὰ βροῦμε ὅλοι τὰ μονοπάτια μας.

Φθᾶσε ὅπου δὲν μπορεῖς! και μην απογοητεύεσαι και μην απελπίζεσαι
θέλει κόπο αλλά θέλει και χρόνο....

Ηρώ και Λέανδρος: "Tου λυχναριού που απόσβησε"

Η Ηρώ και ο Λέανδρος αποτελούν το πασίγνωστο ομώνυμο δράμα της Ελληνικής μυθολογίας. Η Ηρώ ήταν ιέρεια της Αφροδίτης η οποία κατοικούσε σε ένα πύργο στην πόλη της Σηστού, στην ευρωπαϊκή ακτή του Ελλησπόντου. Ο Λέανδρος, ένας νεαρός από την Άβυδο, στην απέναντι όχθη του στενού.

Κάποτε σε μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν της θεάς μαζεύτηκε κόσμος πολύς από μακρινά μέρη. Έφθασαν εκεί από την Ήπειρο, την Κύπρο, από τα Κύθηρα, ακόμα κι από το Λίβανο. Αλλά κι από τη γειτονική Φρυγία μα και την Άβυδο που βρισκόταν στην άλλη όχθη του Ελλησπόντου.
 
Γυναίκες και άντρες. Κι οι γυναίκες μπορεί να πήγαν για να τιμήσουν τη θεά, μα οι άντρες “όπου ακουστεί γιορτή, είναι πάντα πρώτοι, όχι τόσο τα πρόσφορα να πάνε στους αγίους, όσο για των ομορφονιών τα μαζωμένα κάλλη". Σε εκείνη τη γιορτή εμφανίστηκε για πρώτη φορά η Ηρώ στο πλήθος.
 
"Και άστραψε φως η όψη της, καθώς η λευκοπρόσωπη Σελήνη που προβαίνει και τα χιονάτα μάγουλα ν' εροδοκοκκινίζαν σα ρόδο, σαν τριαντάφυλλον, ακράνοιχτο και δίχρο".

Όλοι θαμπώθηκαν από την ομορφιά της. Μα καθώς ήταν ιέρεια της Αφροδίτης κανένας δεν τόλμησε ούτε καν να σκεφτεί να την πλησιάσει· κανένας εκτός από τον Λέανδρο,

"Ο ερωτικός Λέανδρος, όμορφος και νέος -τη θεία τραγωδία του οποίου τραγούδησε ο Μουσαίος- κατοικούσε στην Άβυδο· και από τότε δεν κατοίκησε εκεί κανένας τον οποίον τα χρόνια που ακολούθησαν, να θρήνησαν πιο πολύ.”

Ο Λέανδρος που τον συνεπήρε ο Έρωτας, νίκησε τη συστολή του και την ώρα που ο ήλιος έδυε κι ανέτειλε ο αποσπερίτης, πλησίασε την Ηρώ, της έπιασε το χέρι και κεντρωμένος βαριά από τις σαϊτιές του μικρού θεού, άρχισε να αναστενάζει.
 
Όντας σεμνή εκείνη τον απέκρουσε αμέσως και με το σώμα, που τραβήχτηκε απότομα απ` τ` άγγιγμά του, αλλά και με λόγια αυστηρά. “Μα σαν άκουσ' ο Λέανδρος τα τόσα πείσματά της, ένιωσε τα καμώματα των κορασιών που θέλουν, γιατί όταν ομορφόπαιδα μαλώνουν οι γυναίκες, φιλιά είναι τα μαλώματα και χάδια είν' οι φοβέρες”.

Άρχισε λοιπόν να της μιλά επιστρατεύοντας όλη τη ευγλωττία του παράφορα ερωτοχτυπημένου και σιγά σιγά “τα λόγια αγάπη γέννησαν και πήρε την καρδιά της”.

Έτσι η Ηρώ αν και θεραπαινίδα της Κύπριδας που έπρεπε να μείνει παρθένα, ενέδωσε: δέχτηκε να τον παντρευτεί. Όμως τού είπε ότι ο γάμος τους έπρεπε να μείνει κρυφός. Τότε εκείνος την καθησύχασε λέγοντας:
 
“Κόρη, για την αγάπη σου περνώ και τ' άγριο κύμα κι ούτε φουρτούνα ούτε βοήν της θάλασσας τρομάζω.”

Της υποσχέθηκε λοιπόν ότι κάθε βράδυ από τις ακτές της Αβύδου θα έπεφτε -ερωτοκάραβον σωστό- στη θάλασσα και θα διέσχιζε τον Ελλήσποντο και θα έφτανε μέχρι απέναντι στη Σηστό για να βρεθεί στην αγκαλιά της. Μόνος οδηγός του σε αυτή τη ρότα της αγάπης, δεν θα ήταν ούτε η Πούλια, ούτε τα άλλα άστρα του ουρανού, μα ο λύχνος που θα κρατούσε εκείνη για να τού δείχνει το δρόμο μέχρι τον όρμο όπου υψώνονταν ο πύργος της εύπλοιας Αφροδίτης.
 
Αλλά θα έπρεπε να έχει το νου της στους δυνατούς ανέμους “μήν τόνε σβήσουν και με μιας χάσω κι εγώ τη νιότη, το λύχνο σου, της δόλιας μου ζωής το φωτοδότη”.

Αφού συμφωνήσανε να κρυφοπαντρευτούνε, “και στην κρυφή τους τη χαρά και στο κρυφό του γάμου το λύχνο βάλαν μαρτυριά ως βάζει ο κόσμος άστρο” με δυσκολία αποχωρίστηκαν ο ένας απ` τον άλλον.

Ο Λέανδρος επέστρεψε στην Άβυδο με τους άλλους προσκυνητές και την επόμενη νύχτα, την πρώτη που θα περνούσαν μαζί, περίμενε μεσ` το σκοτάδι μπροστά στη θάλασσα να διακρίνει τον λύχνο απέναντι. Κι όταν είδε να τον καλεί, αψηφώντας τη λύσσα του αέρα και την παραφορά των κυμάτων γδύθηκε και ξεκίνησε· αυτός κουπί, αυτός πανί, αυτός ταχύ καράβι. Η Ηρώ με μόνη βοηθό την πιστή τροφό της, άναβε μία λάμπα κάθε νύχτα στην κορυφή του πύργου της, για να τον οδηγεί, και όταν έφθανε ασθμαίνων η ίδια τον υποδεχόταν στην ακτή.

Κι απέναντι η Ηρώ, καρτερούσε με το λύχνο στα χέρια και κάθε φορά που ο αέρας πήγαινε να τον σβήσει, έστηνε απάγκιο την ποδιά της πλάι στη φλόγα του. Με χίλια βάσανα κατάφερε να βγει ο Λέανδρος στην άλλη όχθη.
 
“Και σαν ακόμ' αφρόσταζε και σαν αγκομαχούσε, τον πήγε μες στο νυφικό παρθενοθάλαμό της και το κορμί του το `λουσε και μοσχομύρισέ τον με λάδι, με ροδόλαδο και του `σβησε την άρμη.”

Εκείνη τη νύχτα έσμιξαν για πρώτη φoρά. Ενάντια στο νόμο της Κύπριδας, χωρίς τις πρέπουσες γαμήλιες τιμές στην Ήρα, κρυφά κι από τους γονείς τους. Χωρίς ευχές, χωρίς χορούς, χωρίς τραγούδια. Κρυφά, στα σκοτεινά· ανεύλογη χαρά. Μόνο το φως του λύχνου -παραστάτης και μάρτυρας, φάρος της αγάπης τους. “Και την αυγή πάλι κατά την Άβυδον εξανακολυμπούσε και μύριζε ο αχόρταγος νυχταγκαλιές ακόμα. Για να επιστρέψει την επόμενη. Κι όλες τις νύχτες στη σειρά”.

Έτσι η Ηρώ, “κοράσι ήταν ολημερίς κι ολυνυχτίς γυναίκα”. Κι οι δυο τους παρακαλούσαν κάθε μέρα να βασιλέψει ο ήλιος, να πέσει το σκοτάδι, να ανάψει ο λύχνος, να ριχτεί στη θάλασσα ο Λέανδρος για να πάει να ανταμώσει τη γυναίκα του που τον καλούσε: “Εμπρός, τον ίδρο σου άφησε μες στους δικούς μου κόρφους.” Και πριν το ξημέρωμα να πάρει πάλι το θαλασσινό δρόμο της επιστροφής.
 
Κάποτε όμως ήλθε η άσχημη εποχή του Χειμώνα και οι δύο εραστές υποβλήθηκαν στον σκληρό χωρισμό με την αμοιβαία όμως υπόσχεση να επαναβρεθούν στις αρχές της επόμενης Άνοιξης. Παρά ταύτα όμως το επόμενο εσπέρας συνέβει το μοιραίο. Είτε διότι η Ηρώ λησμόνησε τις υποσχέσεις της και ήθελε πάλι τον Λέανδρο κοντά της, είτε διότι η γριά τροφός παρασύρθηκε εκ της συνήθειας, ο λύχνος βρέθηκε πάλι αναμμένος.Ο Λέανδρος όταν τον είδε από την Άβυδο εξέλαβε το φως ως ερωτική πρόσκληση.Έφτασε όμως η βαρυχειμωνιά που ξεσέρνει τα καράβια στις αμμουδιές για να γλυτώσουν κι αυτά κι οι ναύτες τους απ`“τ' αγριόκαιρα και τες ανεμοζάλες.”
 
Κι αντί να μείνουν χωριστά μέχρι να καλοσυνέψει πάλι ο καιρός, “έσπρωξε η μοίρα κι η αγάπη - γιατί δεν εξαρτάται από τη δύναμή μας να αγαπούμε ή να μισούμε” – το χέρι της κι άναψε το λύχνο.

Τον είδε ο Λέανδρος κι ο φόβος της ανταριασμένης θάλασσας δεν τον κράτησε στην Άβυδο, γιατί της είχε τάξει “ούτε φουρτούνα ούτε βοήν της θάλασσας τρομάζω”, μόνο ρίχτηκε και πάλι στα νερά του Ελλησπόντου. Ενώ όμως εκείνος πάλευε με τα κύματα ο άνεμος έσβησε τον λύχνον οπότε έχασε τον προσανατολισμό του και παρασυρόμενος από τα κύματα πνίγηκε.

“Τότε πηδούσε το νερό, κύμα στο κύμα εκύλα κι ο ουρανός κι η θάλασσα τότε γινήκαν ένα κι από παντού σηκώθη αχός που μάχονται οι ανέμοι.”
 
Παρασυρμένος ο Λέανδρος από το ρεύμα, παρακαλούσε την ποντιάδα Αφροδίτη, τον Ποσειδώνα που ορίζει τα πελάγη και τον Αίολο να τον συνδράμουν. Κανείς τους δεν τον άκουσε, μα ούτε ο Έρωτας έτρεξε να τον σώσει. Κι έφτασε στην απελπισία του, βλέποντας πως σίγουρα αφανίζεται, να εκλιπαρεί τα κύματα: “Αφήστε με να φτάσω εκεί και στο γυρισμό η οργή σας, ας πάρει τη ζωή μου.”

Μα ούτε τα κύματα έστρεξαν. Τον έδερναν, τον έπαιρναν κι η δύναμή τους θεριεμένη έσβηνε τη δική του. "Άξαφνα εχύθη και νερό καμπόσο στο λαιμό του, κι ήπιε ποτόν ανώφελο, ποτόν άρμη γεμάτο, κι άνεμος έσβησε πικρός τον άπιστο το λύχνο και την ψυχή κι αγάπη του του θλιβερού Λεάνδρου.”

Η Ηρώ άγρυπνη, γεμάτη αγωνία τον περίμενε όλη τη νύχτα και κοίταζε τον πόντο με την ελπίδα να της φέρει τον αγαπημένο της. Το πρωί το πτώμα του ξεβράστηκε στη ακτή της Σηστού. Αλλόφρων η Ηρώ όταν έμαθε το δυστύχημα έσπευσε και ρίφθηκε στη θάλασσα αγκαλιάζοντας τον νεκρό αγαπημένο της, μη κολυμβούσα όμως βυθίστηκαν. “Κι απάνω απέθαν' η Ηρώ στον άψυχό της άντρα, κι απόμειναν αγκαλιαστά τα δυό τα λείψανά τους.”
 
Αργότερα οι τραγικοί αυτοί εραστές εκβράσθηκαν αγκαλιασμένοι στην ακτή, όπου οι κάτοικοι τους έθαψαν σε κοινό τάφο.

Οι αρχαίοι ουδέποτε αμφέβαλαν για την ιστορικότητα του γεγονότος που επειδή η Ηρώ ήταν ιέρεια η ιστορία αυτών των εραστών "στολίσθηκε" με θεϊκές προεκτάσεις, παρεμβολές θεών κλπ. Ο γιατρός Αντίπατρος που έζησε στα τελευταία προ Χριστού έτη βεβαιώνει ότι είδε τον τάφο τους. Το συμβάν αυτό εξύμνησαν κορυφαίοι ποιητές όπως ο Μουσαίος στο επιγραφόμενο αριστούργημά του "Τα καθ΄ Ηρώ και Λέανδρον", ο Βιργίλιος, ο Οβίδιος, ο Μαρτιάλης κ.ά..

Ωστόσο υπάρχει και η άλλη άποψη η οποία μας λέει ότι η τραγική ιστορία του Λέανδρου και της Ηρώς εντάσσεται στις Αλεξανδρινές παραδόσεις που περιέχουν θέματα που δεν τα συναντούμε στο μυθολογικό υλικό παλιότερης εποχής.
 
Τα θέματα των αλεξανδρινών παραδόσεων είναι συχνά νεοπλασίες πάνω σε γνωστά μυθικά θέματα ή διασκευές τους και φορτίζονται με συμπιλήματα από λαϊκά παραμυθικά στοιχεία.
 
Κατά το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα, αποτελούν λογοτεχνικές κατασκευές, που οι δημιουργοί τους εκμεταλλεύονται ποιητικά ένα μυθικό στοιχείο και το αναπτύσσουν περίπου μυθιστορηματικά, συνθέτοντας μια ερωτική ιστορία.
 
Η ιστορική σημασία των Αλεξανδρινών παραδόσεων βρίσκεται στο γεγονός ότι χρησίμευσαν σαν αφετηρία ενός λογοτεχνικού είδους, της μυθιστορίας, που η ανάπτυξή της έφτασε ως τους νεότερους χρόνους.

Ο συγκεκριμένος μύθος φαίνεται ότι είναι επίνοια της ρομαντικής διάθεσης του ελληνιστικού κόσμου που αρεσκόταν να πλάθει διηγήσεις για ιδανικά ζευγάρια που ριχνόταν σε τρομερές περιπέτειες ώσπου να ευοδωθεί το πάθος τους.
 
Όπως δείχνουν πολυάριθμες παραστάσεις σε ανάγλυφα, σε ζωγραφιές, και σε νομίσματα, ο μύθος πρέπει να ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην αρχαιότητα.
 
Στα νεότερα χρόνια ενέπνευσε αρκετούς ποιητές, δραματουργούς και ζωγράφους.

H ενότητα ουρανού και γης

Από τους πιο αρχαίους χρόνους, ο άνθρωπος είχε πιστέψει σε ένα σύμπαν κομμένο στα δυο, όπου ο ουράνιος κόσμος, αποκλειστικότητα των θεών και των θεϊκών αντικειμένων, ήταν εκ φύσεως καθ’ όλα διαφορετικός από τον κόσμο των ανθρώπων.

Με τον Νεύτωνα (1642-1727), η υπερχιλιετής αυτή αναπαράσταση, που είχε ήδη κλονιστεί συθέμελα από τις εργασίες του Κοπέρνικου, του Κέπλερ και του Γαλιλαίου, εξαφανίζεται οριστικά: ο Νεύτωνας ενώνει τους δυο κόσμους, τον ουράνιο και τον γήινο, θέτοντας ως αρχή την καθολικότητα της βαρυτικής έλξης. H ενότητα αυτή έχει δυο θεμελιώδεις συνέπειες: καθιστά φανερό ότι οι νόμοι που διέπουν τα της Γης, όπως ο νόμος της πτώσης των σωμάτων, ισχύουν, επίσης, για τον ουρανό, καθιστά, ωσαύτως, φανερό, και συμφωνώντας με τον Γαλιλαίο και τον Καρτέσιο, ότι τα μαθηματικά, γλώσσα των θεών και προοριζόμενη ως τότε αποκλειστικά στη μελέτη του ουρανού, είναι χρησιμοποιήσιμα και για την περιγραφή των γήινων φαινομένων.

H ανακάλυψη αυτή δεν ήταν απαραίτητη για την οικοδόμηση μιας αποτελεσματικής μηχανικής που θα μας επέτρεπε να παραγάγουμε ένα σωρό χρήσιμες μηχανές αλλά, δίχως αυτήν, δεν θα μας ήταν ποτέ δυνατόν να καταλάβουμε, ή, ακριβέστερα, να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε, το σύμπαν στους κόλπους του οποίου ζούμε.

Πώς θα το καταφέραμε χωρίς να μεταβούμε στις ζώνες τις πιο απόμακρες του Διαστήματος και του χρόνου, αν εξακολουθούσαμε να πιστεύουμε ότι ο «επάνω κόσμος» δεν διέπονταν από τους ίδιους νόμους που διέπεται ο «κάτω»; Λίγο μετά την έκδοση των «Μαθηματικών Αρχών», ο Christiaan Huygens (1629-1695) (Χόυχενς) έγραφε με την ευκαιρία αναφερόμενος στον ουράνιο κόσμο: «Καταλήγαμε πάντοτε στο συμπέρασμα ότι ήταν μάταιο να γνωρίζουμε τι η φύση είχε την ευχαρίστηση να κάνει σε αυτόν, αφού δεν είχαμε κανένα μέσο να το γνωρίσουμε. Εδώ και λίγο καιρό, όμως, έχω καταλήξει στην άποψη ότι αυτή η αναζήτηση δεν ήταν αδύνατη και μάλιστα ότι ήταν λιγότερο δύσκολη από όσο είχαμε πιστέψει».

Αυτή η δυνατότητα κατανόησης του κόσμου θεμελιώνεται έτσι στον παγκόσμιο χαρακτήρα του νόμου της βαρυτικής έλξης, αλλά για τον Νεύτωνα το επίθετο «παγκόσμιος» δεν σημαίνει μόνον ότι ένας νόμος ισχύει σε όλο το σύμπαν, σημαίνει, επίσης, ότι αυτός ο νόμος εξασφαλίζει τη συνοχή του κόσμου. To σύμπαν συνιστά ένα όλον. Όλα τα σώματα είναι σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν τα μεν τα δε. Υπάρχει, επομένως, ένας δεσμός ακατάλυτος του καθενός από αυτά με τα άλλα. O νόμος της βαρυτικής έλξης είναι έτσι παγκόσμιος, όχι μόνον επειδή περιγράφει τόσο τον ουράνιο κόσμο όσο και τον γήινο, αλλά και επειδή τα πάντα, μέσα στον κόσμο, βρίσκονται σε αλληλεπίδραση με τα πάντα: Όταν δύο σώματα βρίσκονται το ένα απέναντι στο άλλο, όποια κι αν είναι η απόσταση που τα χωρίζει, ασκούν το ένα επί του άλλου μιαν επίδραση που τροποποιεί τη συμπεριφορά τους σε σχέση με εκείνην που θα είχαν αν ήταν απομονωμένα.

H γενίκευση αυτή του νόμου της αμοιβαίας έλξης σε όλα τα αντικείμενα, όποια κι αν είναι αυτά, μέσα στο σύμπαν είναι μια επαγωγή άκρως παράτολμη: Πρώτα πρώτα, διότι κάθε άλλο παρά προφανής είναι ήδη στη Γη, όπου τίποτε δεν αποδεικνύει, a priori, ότι ένα μήλο έλκει ένα άλλο μήλο.

H δυσκολία οφείλεται στο εξής: καθώς η έλξη είναι ανάλογη προς τις παρούσες μάζες η επίδραση ενός μήλου σε ένα άλλο μήλο είναι αμελητέα σε σχέση με εκείνην που ασκεί η Γη πάνω του και η οποία την επισκιάζει, συνεπώς τελείως. Ωστόσο, η αμοιβαία έλξη ανάμεσα σε αντικείμενα «ανθρώπινης κλίμακας» μπορεί να εκδηλωθεί όταν απομακρυνόμαστε από τη Γη ταξιδεύοντας στο διάστημα. Μπορεί έτσι να είναι τόσο καταφανής όσο και στο εργαστήριο.

Έπειτα, επειδή δεν είναι προφανής ούτε και στον ουρανό όπου εκεί τίποτε δεν αποδεικνύει ότι ένα αστέρι έλκει ένα άλλο αστέρι. Πώς, λοιπόν, η ύπαρξη μιας γήινης έλξης μπορεί να συνεπάγεται τη γενίκευση της σε όλο το σύμπαν;

Παρά αυτές τις δυσκολίες, ο Νεύτωνας δηλώνει ότι ο νόμος της βαρυτικής έλξης έχει παγκόσμια ισχύ: Μπορεί να εξηγήσει την πτώση του μήλου στη Γη· μπορεί, επίσης, να εξηγήσει την κίνηση της Σελήνης γύρω από τη Γη και εκείνη των πλανητών γύρω από τον Ήλιο· εκτιμάει ότι δεν υπάρχει λόγος να φανταζόμαστε τον ουρανό οργανωμένο σε πολλές ζώνες από τις οποίες μόνο μία θα διέπονταν από αυτόν το νόμο.

Αυτός ο τύπος επαγωγής έχει καταστεί θεμελιώδης στη φυσική. Μπορούμε να τον προσδιορίσουμε ως διαίσθηση της ομοιομορφίας της φύσης: Μια ιδιότητα που διαπιστώνεται μια φορά σε ένα μέρος πρέπει αναμφίβολα να απαντάται παντού και πάντα, αν και, συχνά κατά τρόπον πιο διακριτικό, ενδεχομένως. Τίποτε δεν αποδεικνύει τη βασιμότητα μιας τέτοιας αρχής, αλλά η εμπειρία δείχνει ότι είναι πιο αποτελεσματικό να υποθέτουμε τη γενικότητα ενός νόμου, έστω κι αν χρειαστεί να περιορίσουμε κατόπιν τον τομέα εφαρμογής του, παρά να θεωρούμε ότι ισχύει μόνον τοπικά.

Από αυτή την άποψη, είναι ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε την παρουσία του επιθέτου «παγκόσμια» που συνοδεύει, ακόμη και σήμερα, αυτόν τον νόμο της βαρυτικής έλξης. Οι άλλοι νόμοι της φυσικής είναι, επίσης, «παγκόσμιοι», οι νόμοι της θερμοδυναμικής είναι «παγκόσμιοι», όπως, άλλωστε, και εκείνοι του ηλεκτρομαγνητισμού, αλλά δεν λέμε «παγκόσμια θερμοδυναμική», ούτε «παγκόσμιος ηλεκτρισμός». Δεν χρησιμοποιούμε για αυτές τις περιπτώσεις αυτό το επίθετο, διότι μας έχει γίνει πλέον αυτονόητο ότι οι φυσικοί νόμοι ισχύουν για όλο το σύμπαν.

Την εποχή του Νεύτωνα, η ιδέα ήταν τόσο επαναστατική, ώστε θεωρήθηκε απαραίτητο να υπογραμμιστεί. H παρατήρηση του σύμπαντος δικαίωσε, με τον καιρό, τον Νεύτωνα, τουλάχιστον στην κλίμακα αυτού που αποκαλούμε «κλασική» δυναμική. Τ’ αστέρια, ακόμη και τα πιο απομακρυσμένα, έλκονται, και, όταν σχηματίζουν ένα σύστημα διπλό, όταν, δηλαδή, περιστρέφονται το ένα γύρω από το άλλο, όπως ένας πλανήτης περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο, το κάνουν σύμφωνα με τον νόμο της βαρυτικής έλξης.

Το σχήμα των γαλαξιών ή των αστρικών σμηνών, καθώς και οι αντίστοιχες κινήσεις τους, αποδεικνύουν επίσης, και σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα ακόμα, την ύπαρξη αυτής της έλξης των μαζών, συνεπώς, όλα «εκεί πάνω» συμβαίνουν όπως «εδώ κάτω». Αυτή η υπογράμμιση του καθολικού χαρακτήρα της βαρυτικής έλξης συνιστά, συνεπώς, μιαν επαγωγή άκρως παράτολμη και μπορούμε να αναρωτηθούμε πού βρήκε αυτή την τόλμη ο Νεύτωνας.

Αν κατάφερα να ιδώ μακριά», λέει, «είναι επειδή γίγαντες με σήκωσαν πάνω στους ώμους τους». Αυτοί οι γίγαντες είναι, φυσικά, ο Κοπέρνικος ο Γαλιλαίος και ο Κέπλερ για τον οποίον ο Νεύτωνας δεν τρέφει, εντούτοις, την παραμικρή εκτίμηση:

• O Νικόλαος Κοπέρνικος (1473-1543), επεξεργαζόμενος το δικό του σύστημα του κόσμου, είχε καταργήσει τη διαίρεση του σύμπαντος σε «υποσελήνειο» κόσμο και «αστρικό» κόσμο. Είχε, επίσης, διατυπώσει την ιδέα ότι τα γήινα σώματα είχαν βάρος στον Ήλιο και στη Σελήνη, όπως είχαν βάρος και στη Γη. Διαισθανόταν ήδη, συνεπώς, ότι η Γη δεν ήταν η μόνη που βρισκόταν σε αλληλεπίδραση μαζί τους. Πρέπει, άλλωστε, να υπογραμμίσουμε ότι το ηλιοκεντρικό σύστημα συνεπάγεται αναγκαστικά την ύπαρξη μιας ελκτικής «δύναμης» των μαζών: στο σύστημα του Αριστοτέλη, η πτώση των βαρέων σωμάτων εξηγείται από την τάση τους να κατευθύνονται προς το κέντρο του κόσμου, αν αυτό το κέντρο δεν είναι πλέον η Γη αλλά ο Ήλιος η απλή πτώση ενός μήλου δεν είναι πλέον κατανοήσιμη παρά μόνον αν υποθέσουμε την ύπαρξη μιας επίδρασης της ίδιας της Γης.

• O Κέπλερ (1571-1630) εκτιμούσε, κι αυτός, ότι η βαρύτητα οφειλόταν στην έλξη των σωμάτων και απέδιδε τη σφαιρικότητα των ουράνιων σωμάτων στην αμοιβαία έλξη των στοιχείων τους. Είχε, επίσης, αυτήν τη διαίσθηση της ενότητας του ουράνιου και του γήινου κόσμου. Οι λέξεις του τίτλου του βιβλίου του: Ουράνια φυσική λένε πολλά σχετικά με αυτή την επαναστατική πλευρά της σκέψης του.

Έχουμε να κάνουμε εδώ με το πέρασμα από μια «γεωμετρική» θεώρηση (που έλεγε πως τα βαρέα σώματα μετατοπίζονται προς έναν τόπο, το κέντρο του κόσμου) προς μία φυσική έννοια υφίστανται την επίδραση άλλων σωμάτων).

• O Γαλιλαίος (1564-1642), τέλος, με την ανακάλυψη της ανωμαλίας του εδάφους της Σελήνης, την παρατήρηση των ηλιακών κηλίδων και τη μελέτη της κίνησης των δορυφόρων του Δία, είχε, κι εκείνος επίσης, την πεποίθηση ότι ο ουράνιος κόσμος και ο γήινος κόσμος ήταν όντως, τουλάχιστον στην κλίμακα του ηλιακού συστήματος, της ίδιας φύσης.

Αλλά θα ήταν λάθος να περιορίσουμε σε αυτά τα λίγα ονόματα τους γίγαντες που γαλούχησαν τη σκέψη του Νεύτωνα. Αναμφίβολα πρέπει να αναφέρουμε επιπλέον τον Καρτέσιο, τον William Gilbert (που ασχολήθηκε με το μαγνητισμό και τον ηλεκτρισμό), τον Robert Hooke (μια πολυσχιδής προσωπικότητα που μεταξύ των άλλων βρήκε το νόμο του αντιστρόφου του τετραγώνου στην βαρύτητα, την διάθλαση του φωτός, ασχολήθηκε με τη θερμότητα, την αστρονομία, τη βιολογία, το νόμο των ελατηρίων κλπ), τον GiovanniAlfonso Borelli (που εξήγησε τη λειτουργία των μυών με \βάση την μηχανική αλλά μελέτησε και τους δορυφόρους του Δία, όπως και την κίνηση των κομητών), και πολλούς άλλους.

Ήταν παρών, επίσης, ο Πυθαγόρας (585 – 500 π.Χ.) για τον οποίο ο Νεύτωνας δήλωσε ταπεινά ότι ο ίδιος δεν έκανε άλλο από του να ξαναανακαλύψει ένα από τα πορίσματα του. Κατ’ εκείνον, ο Πυθαγόρας γνώριζε ότι η δύναμη έλξης μεταβαλλόταν αντιστρόφως ανάλογα προς το τετράγωνο της απόστασης, αλλά το είχε κρατήσει κρυφό για να το μεταβιβάσει συμφωνά με τους κανόνες μυστικότητας της αλχημικής παράδοσης.

Οἱ Στω­ι­κοί καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος

Οἱ Στω­ι­κοί, ὅπως ὁ­μο­λο­γοῦ­σαν καί οἱ ἴδιοι, ἄν­τλη­σαν πολ­λές ἰ­δέ­ες ἀ­πό τόν Ἡ­ρά­κλει­το. Ἐ­ξε­τά­ζον­τας με­ρι­κά ἀ­πό αὐτά τά δά­νει­α, θά μπο­ρέ­σου­με νά συν­δέ­σου­με με­τα­ξύ τους ὁ­ρι­σμέ­να νή­μα­τα σκέ­ψης πού ἐ­ξε­τά­σα­με στό προ­η­γού­με­νο κε­φά­λαι­ο καί νά εἰ­σα­γά­γου­με τό θέ­μα τοῦ ἑ­πό­με­νου.

Πα­ρα­θέ­του­με ἐ­δῶ τρί­α ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του, πού πε­ρι­έ­χουν τή λέ­ξη λό­γος:

Ἄ­φοῦ ἀ­κού­σε­τε ὄχι ἐ­μέ­να, ἀλλά τόν λό­γον, εἶ­ναι σο­φό νά συμ­φω­νή­σε­τε (ὁμο-λο­γεῖν) ὅτι ὅλα εἶ­ναι ἕ­να (ἀ­πό­σπ. 50 Diels-Kranz).

Ἄν καί ὅλα συμ­βαί­νουν σύμ­φω­να μέ αὐτόν τό λό­γον, οἱ ἄν­θρω­ποι μοιά­ζουν νά μή τό γνω­ρί­ζουν (ἀ­πεί­ροι­σιν), ὅσο καί ἄν ἔ­χουν τήν ἐμ­πει­ρί­α (πειρώ­με­νοι) τῶν λέ­ξε­ων καί τῶν πρά­ξε­ων πού ἐκ­θέ­τω, δι­α­κρί­νον­τας κά­θε πράγμα σύμ­φω­να μέ τή φύ­ση του καί ἐ­ξη­γών­τας πῶς εἶ­ναι (ἀ­πό­σπ. 1).

Ἄν καί ὁ λό­γος εἶ­ναι κοι­νός, οἱ πολ­λοί ζοῦν σάν νά ἔ­χει ὁ κα­θέ­νας τή δι­κή του φρό­νη­σιν (ἀ­πό­σπ. 2).

Ἀ­πό τά χω­ρί­α αὐτά γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅτι ὁ λό­γος εἶ­ναι κά­τι πού μπο­ρεῖ νά ἀ­κου­στεῖ, πού χρη­σι­μεύ­ει στήν ἐ­ξή­γη­ση τῶν πραγ­μά­των, πού εἶ­ναι κοι­νό σέ ὅλους, κτλ.

Μί­α ἄλ­λη θε­με­λι­α­κή ἔν­νοι­α τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του εἶ­ναι ἡ Ἁρ­μο­νί­α. Φαί­νε­ται ὅτι ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν τόν κό­σμο ὡς συλ­λο­γή πραγ­μά­των ἑ­νο­ποι­η­μέ­νων καί ρυθ­μι­σμέ­νων ἀ­πό τόν λό­γον πού εἶ­ναι κοι­νός σ’ αὐτά. Καί ἡ ἔν­νοι­α αὐτή ἔχει πο­λύ με­γά­λη ση­μα­σί­α στό Στω­ι­κι­σμό. Γιά τόν Ἠ­ρά­κλει­το, ὁ λό­γος εἶ­ναι αὐτός πού κά­νει τόν κό­σμο εὔ­τα­κτο οἰ­κο­δό­μη­μα, κό­σμον. Ἀλ­λά κά­τι πα­ρό­μοι­ο εἶ­χαν ὑ­πο­θέ­σει καί οἱ μι­λή­σι­οι φι­λό­σο­φοι, ὅταν προ­σπα­θοῦ­σαν νά ἐ­ξη­γή­σουν ὅλα τά πράγ­μα­τα μέ βά­ση τίς με­ταλ­λα­γές μιᾶς μο­να­δι­κῆς ὑ­λι­κῆς ἀρ­χῆς. Οἱ Ἕλ­λη­νες δέν εἶ­χαν ἄ­ναγ­κη νά προσφύ­γουν σέ ἕ­να λό­γον ρυθ­μι­στή, γιά νά ἐκ­φρά­σουν τήν ἔννοι­α τῆς τά­ξης στή φύ­ση. Ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος, ἄν καί ὑ­πο­στή­ρι­ζε βέ­βαι­α ὅτι ὁ κό­σμος εἶ­ναι εὔ­τα­κτο οἰ­κο­δό­μη­μα, ἐν­νο­οῦ­σε κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅταν ἔ­λε­γε ὅτι ὅλα τά πράγ­μα­τα συμ­βαί­νουν σύμ­φω­να μέ τόν λό­γον. Κα­τά τή γνώ­μη μου ὑ­πο­νο­οῦ­σε ὅτι ὑ­πάρ­χει θε­με­λι­α­κή σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στά κο­σμι­κά γε­γο­νό­τα καί τήν ἀν­θρώ­πι­νη σκέ­ψη ἤ ὁ­μι­λί­α· ὅτι οἱ ἄν­θρω­ποι δέν μπο­ροῦν δυ­στυ­χῶς νά τό ἀν­τί- λη­φθοῦν, ἀλλά ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἱ­κα­νό­τη­τά τους νά σκέ­φτον­ται καί νά μι­λοῦν εἶναι κά­τι πού τούς συν­δέ­ει μέ τόν κό­σμο καί μπο­ρεῖ νά τούς δώ­σει τό κλει­δί, γιά νά προ­σεγ­γί­σουν τήν ἀ­λη­θι­νή φύ­ση τῶν πραγ­μά­των.

Τό ὕφος τοῦ ἴ­διου του Ἡ­ρα­κλεί­του ἐκ­φρά­ζει τίς ἀν­τι­θέ­σεις καί τίς σχέ­σεις πού πί­στευ­ε ὅτι χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τόν κό­σμο. Τό κα­λύ­τε­ρο ἴσως πα­ρά­δειγ­μα εἶναι τό ἀ­πό­σπα­σμα 48: «Τό ὄνομα τοῦ τό­ξου (βί­ος) εἶ­ναι ζω­ή (βί­ος), ἀλλά τό ἔρ­γο του εἶναι ὁ θά­να­τος». Γιά τόν Ἡ­ρά­κλει­το ἡ ἀμ­φι­ση­μί­α τῆς λέ­ξης βί­ος συμ­βο­λί­ζει μι­άν ἀμ­φι­ση­μί­α στήν ἴ­δια τή φύ­ση: τό τεν­τω­μέ­νο τό­ξο ἤ ἡ λύ­ρα ἀ­πο­τε­λεῖ μι­άν ἑ­νό­τη­τα ἤ ἁρ­μο­νί­α, ἀλλά αὐτή ἡ ἑ­νό­τητα πα­ρά­γε­ται ἀ­πό τήν ἔν­τα­ση ἤ τήν πά­λη ἀ­νά­με­σα στή χορ­δή καί τό πλαί­σι­ο. Ὅπως ἡ γλώσσα μπο­ρεῖ νά εἶναι αἰ­νιγ­μα­τι­κή, ἀμ­φί­ση­μη, ἀν­τι­νο­μι­κή, ἔ­τσι καί στόν κό­σμο τά ἀν­τί­θε­τα συ­νυ­πάρ­χουν, ἡ ἑ­νό­τη­τα εἶναι προ­ϊ­όν δι­α­φο­ρᾶς, ἡ ἁρ­μο­νί­α συ­νέ­πει­α τῆς ἔ­ρι­δας. Δέν ὑ­πο­νο­ῶ βέ­βαι­α ὅτι ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὁ­δη­γή­θη­κε στίς θε­ω­ρί­ες του γιά τόν κό­σμο ἀ­πό τό στο­χα­σμό του πά­νω στήν ἑλ­λη­νι­κή γλώσσα. Ἄλ­λα οἱ λέ­ξεις λό­γος-λέ­γειν μέ τή ση­μα­σί­α τῆς «ὁ­μι­λί­ας πού ἔ­χει νό­η­μα» πρέ­πει νά συν­δέ­ον­ται μέ τόν ἰ­σχυ­ρι­σμό του ὅτι ὁ λό­γος ρυθ­μί­ζει τά πάν­τα. Εἶ­χε τή γνώ­μη ὅτι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἑ­νό­τη­τα ἀν­τι­θέ­σε­ων, ἁρ­μο­νί­α ἀν­τί­θε­των δυ­νά­με­ων πού μπο­ρεῖ νά ἐκ­φρα­στεῖ μέ προ­τά­σεις ὅπως: «Ὁ Θε­ός εἶ­ναι μέ­ρα νύ­χτα, χει­μώ­νας κα­λο­καί­ρι, πό­λε­μος εἰ­ρή­νη» (ἀ­πό­σπ. 67)· «Ὁ δρό­μος πρός τά ἐ­πά­νω καί πρός τά κά­τω εἶναι ὁ ἴ­διος» (ἀ­πό­σπ. 60). Ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ἐ­πι­νό­η­σε τή σύ­ζευ­ξη ἀν­τί­θε­των κα­τη­γο­ρη­μά­των, γιά νά ἀ­πο­δώ­σει μέ πα­ρα­δείγ­μα­τα συ­νά­φει­ες στή φύ­ση πού τίς ἔ­χει συ­σκο­τί­σει ἡ κοι­νή γλώσσα.

Οἱ Στω­ι­κοί δέν χρη­σι­μο­ποί­η­σαν ἰ­δι­αί­τε­ρα τήν ἔν­νοι­ά της ἡρα­κλεί­τει­ας ἑ­νό­τη­τας μέ­σα ἀ­πό τήν ἀντίθεση, ἄν καί βρί­σκου­με κά­ποια ἴ­χνη της. Δα­νεί­στη­καν ὅμως ἀ­πό τόν Ἡ­ρά­κλει­το τήν ἔν­νοι­α τοῦ λό­γου πού κα­τευ­θύ­νει τά πάν­τα καί στόν ὁποῖο με­τέ­χουν ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι. Ἡ φω­τιά, τό σύμ­βο­λο ἤ ὁ φο­ρέ­ας τοῦ λό­γου στόν Ἡ­ρά­κλει­το, υἱ­ο­θε­τή­θη­κε ἐ­πί­σης ἀ­πό τόν Ζή­νω­να ὡς βά­ση τῆς στω­ι­κῆς φυ­σι­κῆς. Οἱ Στω­ι­κοί πά­νω ἀ­πό ὅλα ἐ­πε­ξερ­γά­στη­καν συ­στη­μα­τι­κά τίς γλωσ­σι­κές καί λο­γι­κές ἐ­πι­πτώ­σεις τῆς ἄ­πο­ψης ὅτι τό σύμ­παν κα­τευ­θύ­νε­ται ἀ­πό τόν λό­γον. Θά ἦ­ταν φαν­τα­σι­ο­κο­πί­α νά προ­σπα­θή­σου­με νά βροῦ­με σέ ὅλα αὐτά συγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­πί­δρα­ση τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του. Ὡστόσο, ἡ στω­ι­κή ἔν­νοι­α τοῦ νά ζεῖ κα­νείς ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, σέ συ­νέ­πει­α μέ τόν λό­γον, ἡ ὁ­ποί­α το­νί­ζει τή σχέ­ση πού θά ἔ­πρε­πε νά ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σα στόν ἄν­θρω­πο καί τόν κό­σμο, εἶ­ναι στή σύλ­λη­ψή της ἡ­ρα­κλεί­τει­α.

Ἡ ὕ­πο­θε­ση ὅτι τό σύμ­παν εἶ­ναι εὔ­τα­κτο οἰ­κο­δό­μη­μα προ­σι­δι­ά­ζει στήν ἑλ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φί­α. Ὅπως στό Στω­ι­κι­σμό, ἔ­τσι καί στόν Πλά­τω­να καί τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἡ ἔν­νοι­α τῆς τά­ξης συν­δυ­ά­ζε­ται μέ τήν ἔν­νοι­α τοῦ σκο­ποῦ ἤ τῆς πρό­θε­σης. Ἀλ­λά οὔ­τε ὁ Πλά­των οὔ­τε ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης συμ­φω­νοῦ­σαν μέ τούς Στω­ι­κούς ὅτι ἡ τά­ξη αὐτή εἶ­ναι τά­ξη αἰ­τί­ας καί ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος, πού ἐκφρά­ζε­ται τέ­λει­α στά γή­ι­να φαι­νό­με­να καί στήν κί­νη­ση τῶν οὐ­ρά­νι­ων σω­μά­των. Δέν ὑπάρχει τί­πο­τε στό Στω­ι­κι­σμό πού νά ἀντι­στοι­χεῖ στίς Ἰ­δέ­ες τοῦ Πλά­τω­να οὔ­τε πά­λι στή δι­ά­κρι­ση τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἀ­νά­με­σα στίς οὐ­ρά­νι­ες πε­ρι­ο­χές καί στίς πε­ρι­ο­χές πού βρί­σκον­ται κά­τω ἀ­πό τή σε­λή­νη. Ὁ Στω­ι­κι­σμός δέν υἱ­ο­θετεῖ τούς βαθ­μούς τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τοῦ Πλά­τω­να οὔ­τε τή δι­ά­κρι­ση τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἀ­νά­με­σα στήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα καί τό ἐν­δε­χό­με­νο. Τά ἀν­τι­κεί­με­να τῆς αἰ­σθη­τη­ρι­α­κῆς ἀντίληψης στό Στω­ι­κι­σμό ἀ­πο­τε­λοῦν ὅλα τέ­λει­α πα­ρα­δείγ­μα­τα «αὐ­τοῦ πού ὑ­πάρ­χει», δη­λα­δή τῶν σω­μά­των καί ὑ­πάρ­χουν ἀ­ναγ­καῖ­α, ἐ­φό­σον ὑ­πάρ­χει αἰ­τι­α­κή σύν­δε­ση πού κα­θο­ρί­ζει ὅλα τά πράγ­μα­τα.

Ἡ δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στήν πλα­τω­νι­κή ἡ τήν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή με­θο­δο­λο­γί­α καί στό Στω­ι­κι­σμό ὀ­φεί­λε­ται ἔν­με­ρει στή στω­ι­κή ἔννοι­α τοῦ λό­γου. Ἡ ἐ­νο­ποί­η­ση σέ μι­ά μο­να­δι­κή ἔν­νοι­α τῆς αἰ­τί­ας ὅλων τῶν συμ­βάν­των καί τοῦ ὀρ­γά­νου τῆς σκέ­ψης καί τῆς ὁ­μι­λί­ας ὁ­δή­γη­σε τούς Στω­ι­κούς νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν ὁ­ρι­σμέ­νους τρό­πους φι­λο­σο­φι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, πού κα­τά τή γνώ­μη τους δέν ἀν­τι­στοι­χοῦ­σαν σέ τί­πο­τε πραγ­μα­τι­κό. Ἡ γλώσσα καί ἡ σκέ­ψη, ἐ­φό­σον εἶ­ναι φυ­σι­κές, πρέ­πει νά ται­ριά­ζουν μέ τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να. Οἱ κα­θο­λι­κές ἔν­νοι­ες, ἐ­φό­σον δέν ἔ­χουν ἀν­τι­κει­με­νι­κή ὕ­παρ­ξη, δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λοῦν ἀν­τι­κεί­με­νο φι­λο­σο­φι­κῆς με­λέ­της. Ὡς ἔν­νοι­ες μᾶς δί­νουν ἕ­ναν πρό­σφο­ρο τρό­πο κα­τά­τα­ξης τῶν πραγ­μά­των, ἀλλά δέν ὁ­ρί­ζουν τή δο­μή τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἡ φύ­ση μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ἐ­πι­μέ­ρους ἀν­τι­κεί­με­να καί ὄ­χι κα­θο­λι­κές ἔν­νοι­ες. Ἡ ἀ­ξία τῆς γλώσ­σας γιά τό φι­λό­σο­φο εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τά της νά πε­ρι­γρά­φει τόν κό­σμο. Σ’ ἕ­ναν κό­σμο πού τόν κυ­βερ­νά­ει ὁ λό­γος αὐτό πού χρει­ά­ζε­ται εἶ­ναι νά συν­δέ­εις, νά βρί­σκεις τή σω­στή πε­ρι­γρα­φή, τήν πε­ρι­γρα­φή πού ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στό ἀ­νά­λο­γο μέ­ρος τῆς φύ­σης.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ θρησκείας και πνευματικότητας;

 Η θρησκεία και η πνευματικότητα είναι δύο έννοιες που χρησιμοποιούνται συχνά εναλλακτικά, αλλά δεν είναι ίδιες. Η θρησκεία είναι ένα σύνολο πεποιθήσεων και πρακτικών που βασίζονται σε μια κοινή κατανόηση του θείου, ενώ η πνευματικότητα είναι ένα προσωπικό ταξίδι αυτο-ανακάλυψης και εξερεύνησης.

Θρησκεία

Η θρησκεία είναι ένα σύστημα πεποιθήσεων και πρακτικών που βασίζονται σε μια κοινή κατανόηση του θείου. Συνήθως οργανώνεται γύρω από ένα σύνολο κανόνων και τελετουργιών και συχνά περιλαμβάνει την πίστη σε μια ανώτερη δύναμη. Η θρησκεία συνδέεται συχνά με ένα συγκεκριμένο σύνολο αξιών και ηθικών κωδίκων και χρησιμοποιείται συχνά για να παρέχει καθοδήγηση και νόημα στη ζωή.

Πνευματικότητα
 
Η πνευματικότητα είναι ένα προσωπικό ταξίδι αυτο-ανακάλυψης και εξερεύνησης. Επικεντρώνεται στην κατανόηση των δικών του πεποιθήσεων και αξιών και συχνά συνδέεται με μια αίσθηση σύνδεσης με κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Η πνευματικότητα δεν συνδέεται απαραίτητα με κάποια συγκεκριμένη θρησκεία ή σύνολο πεποιθήσεων και μπορεί να ασκηθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Συμπέρασμα

Η θρησκεία και η πνευματικότητα είναι δύο διακριτές έννοιες που χρησιμοποιούνται συχνά εναλλακτικά. Η θρησκεία είναι ένα σύνολο πεποιθήσεων και πρακτικών που βασίζονται σε μια κοινή κατανόηση του θείου, ενώ η πνευματικότητα είναι ένα προσωπικό ταξίδι αυτο-ανακάλυψης και εξερεύνησης. Και τα δύο μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να παρέχουν καθοδήγηση και νόημα στη ζωή, αλλά δεν είναι τα ίδια.

Μια δημοφιλής ιδέα είναι ότι υπάρχει μια διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών τρόπων σχέσης με το θείο ή το ιερό: τη θρησκεία και την πνευματικότητα. Θρησκεία περιγράφει τα κοινωνικά, τα δημόσια και τα οργανωμένα μέσα με τα οποία οι άνθρωποι σχετίζονται με το ιερό και το θείο, ενώ η πνευματικότητα περιγράφει τέτοιες σχέσεις όταν συμβαίνουν ιδιωτικά, προσωπικά, ακόμη και με τρόπους.

Ισχύει μια τέτοια διάκριση;

Απαντώντας σε αυτές τις ερωτήσεις, είναι σημαντικό να θυμάστε ότι προϋποθέτει την περιγραφή δύο θεμελιωδώς διαφορετικών τύπων πραγμάτων. Παρόλο που τους περιγράφω ως διαφορετικούς τρόπους σχέσης με το θείο ή το ιερό, αυτό ήδη εισάγει τις δικές μου προκαταλήψεις στη συζήτηση. Πολλοί (αν όχι οι περισσότεροι) από αυτούς που προσπαθούν να κάνουν μια τέτοια διάκριση δεν τους περιγράφουν ως δύο πτυχές του ίδιου πράγματος. Αντίθετα, υποτίθεται ότι είναι δύο εντελώς διαφορετικά ζώα.

Είναι δημοφιλές, ειδικά στην Αμερική, να διαχωρίζεται εντελώς η πνευματικότητα από τη θρησκεία. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν διαφορές, αλλά υπάρχει επίσης μια σειρά από προβληματικές διακρίσεις που οι άνθρωποι προσπαθούν να κάνουν. Ειδικότερα, οι υποστηρικτές της πνευματικότητας συχνά υποστηρίζουν ότι κάθε τι κακό βρίσκεται στη θρησκεία, ενώ οτιδήποτε καλό μπορεί να βρεθεί στην πνευματικότητα. Αυτή είναι μια ιδιοτελής διάκριση που συγκαλύπτει τη φύση της θρησκείας και της πνευματικότητας.

Θρησκεία εναντίον πνευματικότητας

Μια ένδειξη ότι υπάρχει κάτι το τρελό σε αυτή τη διάκριση έρχεται όταν κοιτάξουμε τους ριζικά διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσπαθούν να ορίσουν και να περιγράψουν αυτήν τη διάκριση. Εξετάστε αυτούς τους τρεις ορισμούς που προέρχονται από το Διαδίκτυο:
  1. Η θρησκεία είναι μια ίδρυμα καθιερώθηκε από τον άνθρωπο για διάφορους λόγους. Ασκήστε τον έλεγχο, ενσταλάξτε την ηθική, εγκεφαλικό εγωισμό, ή οτιδήποτε άλλο κάνει. Οργανωμένες, δομημένες θρησκείες εκτός από το να αφαιρούν τον θεό από την εξίσωση. Εξομολογείτε τις αμαρτίες σας σε ένα μέλος του κληρικού, πηγαίνετε σε περίτεχνες εκκλησίες για να προσκυνήσετε, σας λένε τι να προσευχηθείτε και πότε να το προσευχηθείτε. Όλοι αυτοί οι παράγοντες σε απομακρύνουν από τον Θεό. Η πνευματικότητα γεννιέται σε έναν άνθρωπο και αναπτύσσεται μέσα στο άτομο. Μπορεί να ξεκινήσει από μια θρησκεία, ή μπορεί να ξεκινήσει από μια αποκάλυψη. Η πνευματικότητα εκτείνεται σε όλες τις πτυχές της ζωής ενός ατόμου. Η πνευματικότητα επιλέγεται ενώ η θρησκεία συχνά επιβάλλεται. Το να είμαι πνευματικός για μένα είναι πιο σημαντικό και καλύτερο από το να είμαι θρησκευόμενος.
  2. Η θρησκεία μπορεί να είναι οτιδήποτε επιθυμεί το άτομο που την ασκεί. Η πνευματικότητα, από την άλλη, ορίζεται από τον Θεό. Εφόσον η θρησκεία ορίζεται από τον άνθρωπο, η θρησκεία είναι μια εκδήλωση της σάρκας. Όμως η πνευματικότητα, όπως την ορίζει ο Θεός, είναι μια εκδήλωση της φύσης Του.
  3. Η αληθινή πνευματικότητα είναι κάτι που βρίσκεται βαθιά μέσα στον εαυτό του. Είναι ο τρόπος σας να αγαπάτε, να αποδέχεστε και να σχετίζεστε με τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω σας. Δεν μπορεί να βρεθεί σε μια εκκλησία ή πιστεύοντας με έναν συγκεκριμένο τρόπο.
Αυτοί οι ορισμοί δεν είναι απλώς διαφορετικοί, είναι ασυμβίβαστοι! Δύο ορίζουν την πνευματικότητα με τρόπο που την κάνει να εξαρτάται από το άτομο. είναι κάτι που αναπτύσσεται στο άτομο ή βρίσκεται βαθιά μέσα του. Ο άλλος, ωστόσο, ορίζει την πνευματικότητα ως κάτι που προέρχεται από τον Θεό και ορίζεται από τον Θεό, ενώ η θρησκεία είναι οτιδήποτε επιθυμεί το άτομο. Είναι η πνευματικότητα από τον Θεό και η θρησκεία από τον άνθρωπο ή είναι το αντίστροφο; Γιατί τόσο διαφορετικές απόψεις;

Ακόμα χειρότερα, βρήκα τους τρεις παραπάνω ορισμούς αντιγραμμένους σε πολυάριθμους ιστότοπους και αναρτήσεις ιστολογίου σε προσπάθειες προώθησης της πνευματικότητας έναντι της θρησκείας. Όσοι κάνουν την αντιγραφή αγνοούν την πηγή και αγνοούν το γεγονός ότι είναι αντιφατικές!

Μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα γιατί τέτοιοι ασυμβίβαστοι ορισμοί (ο καθένας εκπρόσωπος του πόσοι, πολλοί άλλοι ορίζουν τους όρους) εμφανίζονται παρατηρώντας αυτό που τους ενώνει: την απαξίωση της θρησκείας. Η θρησκεία είναι κακή. Η θρησκεία αφορά τους ανθρώπους που ελέγχουν τους άλλους ανθρώπους. Η θρησκεία σε απομακρύνει από τον Θεό και από τα ιερά. Η πνευματικότητα, ό,τι κι αν είναι πραγματικά, είναι καλή. Η πνευματικότητα είναι ο αληθινός τρόπος για να φτάσετε στον Θεό και στα ιερά. Η πνευματικότητα είναι το σωστό πράγμα για να εστιάσετε τη ζωή σας.

Προβληματικές Διακρίσεις Θρησκείας και Πνευματικότητας

Ένα βασικό πρόβλημα με τις προσπάθειες διαχωρισμού της θρησκείας από την πνευματικότητα είναι ότι η πρώτη είναι γεμάτη με κάθε τι αρνητικό ενώ η δεύτερη εξυψώνεται με κάθε τι θετικό. Αυτός είναι ένας εντελώς εγωιστικός τρόπος προσέγγισης του θέματος και κάτι που ακούτε μόνο από εκείνους που περιγράφουν τον εαυτό τους ως πνευματικό. Ποτέ δεν ακούς ένα αυτοαποκαλούμενο θρησκευόμενο άτομο να προσφέρει τέτοιους ορισμούς και είναι ασέβεια προς τους θρησκευόμενους να προτείνουν ότι θα παραμείνουν σε ένα σύστημα χωρίς καθόλου θετικά χαρακτηριστικά.

Ένα άλλο πρόβλημα με τις προσπάθειες διαχωρισμού της θρησκείας από την πνευματικότητα είναι το περίεργο γεγονός ότι δεν το βλέπουμε εκτός Αμερικής. Γιατί οι άνθρωποι στην Ευρώπη είναι είτε θρησκευόμενοι είτε άθρησκος αλλά οι Αμερικανοί έχουν αυτή την τρίτη κατηγορία που ονομάζεται πνευματική; Είναι οι Αμερικανοί ξεχωριστοί; Ή μάλλον η διάκριση είναι πραγματικά προϊόν της αμερικανικής κουλτούρας;

Μάλιστα, δηλαδήακριβώςη υπόθεση. Ο ίδιος ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται συχνά μόνο μετά τη δεκαετία του 1960, όταν υπήρξαν εκτεταμένες εξεγέρσεις ενάντια σε κάθε μορφή οργανωμένης εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης της οργανωμένης θρησκείας. Κάθε κατεστημένο και κάθε σύστημα εξουσίας θεωρούνταν διεφθαρμένο και κακό, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ήταν θρησκευτικά.

Ωστόσο, οι Αμερικανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν εντελώς τη θρησκεία. Αντίθετα, δημιούργησαν μια νέα κατηγορία που ήταν ακόμα θρησκευτική, αλλά που δεν περιελάμβανε πλέον τις ίδιες παραδοσιακές αυθεντίες.

Το έλεγαν πνευματικότητα. Πράγματι, η δημιουργία της κατηγορίας πνευματική μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ακόμη βήμα στη μακρά αμερικανική διαδικασία ιδιωτικοποίησης και εξατομίκευσης της θρησκείας, κάτι που συμβαίνει συνεχώς σε όλη την αμερικανική ιστορία.

Δεν είναι περίεργο που τα δικαστήρια στην Αμερική αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν οποιαδήποτε ουσιαστική διαφορά μεταξύ θρησκείας και πνευματικότητας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα πνευματικά προγράμματα μοιάζουν τόσο πολύ με θρησκείες που θα παραβίαζε τα δικαιώματά τους να αναγκάσουν τους ανθρώπους να τα παρακολουθήσουν (όπως για παράδειγμα με τους Ανώνυμους Αλκοολικούς) . Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις αυτών των πνευματικών ομάδων δεν οδηγούν απαραίτητα τους ανθρώπους στα ίδια συμπεράσματα με τις οργανωμένες θρησκείες, αλλά αυτό δεν τους καθιστά λιγότερο θρησκευόμενους.

Έγκυρες διακρίσεις μεταξύ θρησκείας και πνευματικότητας

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτα απολύτως έγκυρο στην έννοια της πνευματικότητας — απλώς ότι η διάκριση μεταξύ πνευματικότητας και θρησκείας γενικά δεν ισχύει. Η πνευματικότητα είναι μια μορφή θρησκείας, αλλά μια ιδιωτική και προσωπική μορφή θρησκείας. Έτσι, η έγκυρη διάκριση είναι μεταξύ πνευματικότητας και οργανωμένης θρησκείας.

Μπορούμε να το δούμε αυτό από το πώς υπάρχουν λίγα (αν όχι τίποτα) που οι άνθρωποι περιγράφουν ως χαρακτηριστικές της πνευματικότητας, αλλά που δεν έχουν χαρακτηρίσει επίσης πτυχές της παραδοσιακής θρησκείας. Προσωπικές αναζητήσεις για τον Θεό; Οι οργανωμένες θρησκείες έχουν δημιουργήσει πολύ χώρο για τέτοιες αναζητήσεις. Προσωπικές αντιλήψεις του Θεού; Οι οργανωμένες θρησκείες έχουν βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στις ιδέες των μυστικιστών, αν και προσπάθησαν επίσης να περιορίσουν την επιρροή τους, ώστε να μην κουνήσουν το σκάφος πολύ και πολύ γρήγορα.

Επιπλέον, μερικά από τα αρνητικά χαρακτηριστικά που αποδίδονται συνήθως στη θρησκεία μπορούν επίσης να βρεθούν στα λεγόμενα πνευματικά συστήματα. Εξαρτάται η θρησκεία από ένα βιβλίο κανόνων; Οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί περιγράφουν τον εαυτό τους ως πνευματικό και όχι ως θρησκευτικό και έχουν ένα τέτοιο βιβλίο. Εξαρτάται η θρησκεία από ένα σύνολο γραπτών αποκαλύψεων από τον Θεό παρά από μια προσωπική επικοινωνία;Ένα μάθημα στα θαύματαείναι ένα βιβλίο τέτοιων αποκαλύψεων από τις οποίες αναμένεται να μελετήσουν και να μάθουν οι άνθρωποι.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί το γεγονός ότι πολλά από τα αρνητικά πράγματα που οι άνθρωποι αποδίδουν στις θρησκείες είναι, στην καλύτερη περίπτωση, χαρακτηριστικά ορισμένων μορφών κάποιων θρησκειών (συνήθως Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός και Ισλάμ), αλλά όχι άλλων θρησκειών (όπως ο Ταοϊσμός ή ο Βουδισμός ). Αυτός είναι ίσως ο λόγος που τόσο μεγάλο μέρος της πνευματικότητας παραμένει προσκολλημένοπαραδοσιακές θρησκείες, όπως οι προσπάθειες να μαλακώσουν τα σκληρότερα άκρα τους. Έτσι, έχουμε εβραϊκή πνευματικότητα, χριστιανική πνευματικότητα και μουσουλμανική πνευματικότητα.

Η θρησκεία είναι πνευματική και η πνευματικότητα είναι θρησκευτική. Το ένα τείνει να είναι πιο προσωπικό και ιδιωτικό ενώ το άλλο τείνει να ενσωματώνει δημόσιες τελετουργίες και οργανωμένα δόγματα. Οι γραμμές μεταξύ του ενός και του άλλου δεν είναι σαφείς και διακριτές - είναι όλα σημεία στο φάσμα των συστημάτων πεποιθήσεων που είναι γνωστά ως θρησκεία. Ούτε η θρησκεία ούτε η πνευματικότητα είναι καλύτερα ή χειρότερα από τα άλλα. άνθρωποι που προσπαθούν να προσποιηθούν ότι όντως υπάρχει τέτοια διαφορά κοροϊδεύουν μόνο τον εαυτό τους.

«Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες ΜΕΡΟΣ ΛΔ' (325 - 336)

Αντιφάσεις της Βίβλου

(Έχω σταχυολογήσει 560 αντιφάσεις από ένα σύνολο περίπου 35000 αντιφάσεις και ασυναρτησίες που θα σας τις παρουσιάσω σε συνέχειες)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΛΓ'

Όλες οι αντιφάσεις στη Βίβλο Ανά βιβλίο:

Έζρα

325. Πόσοι από τους απογόνους του Bigvai επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα;

2056

Τα παιδιά του Bigvai, δύο χιλιάδες πενήντα και έξι. Έσδρας 2:14

2067

Τα παιδιά του Bigvai, δύο χιλιάδες τρίποντα και επτά. Νεεμίας 7:19

326. Πόσοι από τους απογόνους του Αντίν επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα;

454

Τα παιδιά του Adin, τετρακόσια πενήντα τέσσερα. Έσδρας 2:15

655

Τα παιδιά του Adin, εξακόσια πενήντα πέντε. Νεεμίας 7:20

327. Πόσοι από τους απογόνους του Βεζαΐ επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα;

323

Τα παιδιά του Μπεζάι, τριακόσια είκοσι και τρία. Έσδρας 2:17

324

Τα παιδιά του Μπεζάι, τριακόσια είκοσι και τέσσερα. Νεεμίας 7:23

328. Πόσοι από τους απογόνους της Βηθλεέμ και της Νετοφά επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα;

179

Τα παιδιά της Βηθλεέμ, εκατόν είκοσι και τρία. Οι άνδρες του Νετοφά, πενήντα και έξι. Έσδρας 2:21-22

112

Οι άνδρες της Βηθλεέμ και της Νετωφάς, εκατόν τέσσερα και οκτώ. Νεεμίας 7:26

329. Πόσοι από τους απογόνους του Λοντ, της Χαντίντ και της Όνο επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα;

725

Τα παιδιά του Λοντ, της Χαντίντ και της Όνο, επτακόσια είκοσι πέντε. Έσδρας 2:33

721

Τα παιδιά του Λοντ, της Χαντίντ και της Όνο, επτακόσια είκοσι ένα. Νεεμίας 7:37

330. Πόσοι από τους απογόνους του Σενά επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα;

3630

Τα παιδιά του Σεναέ, τρεις χιλιάδες εξακόσια και Τριάντα. Έσδρας 2:35

3930

Τα παιδιά του Σεναέ, τρεις χιλιάδες εννιακόσια και Τριάντα. Νεεμίας 7:38

331. Πόσοι από τους απογόνους του Ασάφ επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα;

128

Οι τραγουδιστές: τα παιδιά του Ασάφ, εκατόν είκοσι και Οχτώ. Έσδρας 2:41

148

Οι τραγουδιστές: τα παιδιά του Ασάφ, εκατόν σαράντα και Οχτώ. Νεεμίας 7:44

332. Πόσα παιδιά αχθοφόρων επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα;

139
Τα παιδιά των αχθοφόρων: τα παιδιά του Shallum, το τα παιδιά του Ater, τα παιδιά του Talmon, τα παιδιά του Akkub, το παιδιά της Χατίτα, τα παιδιά του Σομπάι, συνολικά εκατό τριάντα και εννέα. Έσδρας 2:42

138

Οι αχθοφόροι: τα παιδιά του Shallum, τα παιδιά του Ater, τα παιδιά του Τάλμον, τα παιδιά του Ακούμπ, τα παιδιά της Χατίτα, ο thicldren του Shobai, εκατόν τριάντα οκτώ. Νεεμίας 7:45

333. Πόσοι από τους απογόνους του Δελαΐα, του Τωβία και του Νεκώδα επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα;

652

Τα παιδιά του Δελαία, τα παιδιά του Τωβία, τα παιδιά του Νεκόντα, εξακόσια πενήντα δύο. Έσδρας 2:60

642

Τα παιδιά του Δελαία, τα παιδιά του Τωβία, τα παιδιά του Νεκόντα, εξακόσια σαράντα δύο. Νεεμίας 7:62

334. Πόσοι τραγουδιστές άνδρες και γυναίκες επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα;

200

Υπήρχαν ανάμεσά τους διακόσιοι τραγουδιστές και γυναίκες. Έσδρας 2:65

245

Και είχαν διακόσιους σαράντα και πέντε τραγουδιστές και γυναίκες. Νεεμίας 7:67

335. Πόσο χρυσό, ασήμι και ρούχα έδωσαν οι άνθρωποι;

61.000 δράμια χρυσού, 5000 λίβρες αργύρου και 100 ενδύματα ιερέων.

Έδωσαν μετά την ικανότητά τους στο θησαυρό του έργου 61.000 δράμια χρυσού, και πέντε χιλιάδες λίβρες ασήμι και εκατό ενδύματα ιερέων. Έσδρας 2:69

20.000 δράμια χρυσού, 2000 λίβρες αργύρου και 67 ενδύματα ιερέων.

Και αυτό που έδωσε ο υπόλοιπος λαός ήταν είκοσι χιλιάδες δράμια χρυσού και δύο χιλιάδες λίβρες αργύρου, και 67 ιερατικά ενδύματα. Νεεμίας 7:72

336. Ήταν γιος ή εγγονός του Ζαχαρία ο Ιδδώ;

Ο Ζαχαρίας ήταν γιος του Ιδδώ.

Τότε οι προφήτες, ο Αγγαίος ο προφήτης και ο Ζαχαρίας ο γιος του Ιδδώ, προφήτευσαν στους Ιουδαίους. Έσδρας 5:1

Μέσω της προφητείας του προφήτη Αγγαίου και του Ζαχαρία του γιου του Ιδδώ. Έσδρας 6:14

Ο Ζαχαρίας ήταν εγγονός του Ιδδώ.

Ήρθε ο λόγος του Κυρίου προς τον Ζαχαρία, τον γιο του Βερεχία, του γιου του Ιδδώ. Ζαχαρίας 1:1

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ... ΜΕΡΟΣ ΛΕ'

Η Τιμία Ζώνη της Παναγίας - Η απάτη με τις… καμηλότριχες

Η παράδοσης τής Τιμίας Ζώνης στον Θωμά, δεν μαρτυρείται σε καμία βιβλική πηγή και φυσικά σε καμία ιστορική (πώς θα μπορούσε άλλωστε);

Μια αναφορά που γίνεται σε κείμενο του Ιωάννη Δαμασκηνού, σχεδόν 7 αιώνες αργότερα, δεν μιλάει για καμία παράδοση ζώνης. Βασικά, δεν μιλάει καν για ζώνη, αλλά αναφέρει πως, όταν ανοίχτηκε ο τάφος βρέθηκε άδειος, με τα προσωπικά της αντικείμενα μέσα, χωρίς να διευκρινίζεται ωστόσο τί ήταν αυτά:

 «…ενός δε απολειφθέντος Θωμά, μετά την τρίτην ημέραν ελθόντος και το Θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος, ήνοιξαν την σορόν και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας…».

Σύμφωνα με τον «Συναξαριστή» τής Εκκλησίας, στις 31 Αυγούστου εορτάζεται -μεταξύ άλλων- η «Ανάμνησις της εν τη “αγία σορώ” καταθέσεως της τίμιας Ζώνης της υπεραγίας Θεοτόκου».

Τί γνωρίζουμε όμως για την ιστορία της Τιμίας (ή Αγίας) Ζώνης;

Σύμφωνα με την παράδοση (κρατήστε το «παράδοση»), τρεις μέρες μετά τον θάνατό της (ας σημειωθεί η προνομιακή της μεταχείριση, καθώς, άγγελος Κυρίου, την είχε πληροφορήσει για το «ταξίδι» της, 3 ημέρες πριν τον θάνατό της, έτσι ώστε να τακτοποιήσει όλες της τις εκρεμμότητες), η Μαρία ανελήφθη εις τους ουρανούς, ψυχή και σώματι.

Πριν όμως αναληφθεί, παρέδωσε στον απόστολο Θωμά (ναι, τον «άπιστο» ή ΔΙΔΥΜΟ), την ζώνη της, την οποία σύμφωνα με την παράδοση (όπα! πάλι η «παράδοση»), την είχε φτιάξει μόνη της από τρίχες καμήλας. Μια μικρή λεπτομέρεια: Ο Θωμάς ο οποίος δεν βρισκόταν εκεί όταν πέθανε η Μαρία, επειδή δεν προλάβαινε την κηδεία της λόγω αποστάσεως (δίδασκε κάπου στην…Ινδία), ένα…σύννεφο ανέλαβε να τον…μεταφέρει εκεί τάχιστα.

Ο Θωμάς, ως «άπιστος» που ήταν, δεν…πείστηκε και πήγε μαζί με τούς άλλους απόστολους και άνοιξε τον τάφο, τον οποίο τελικά βρήκε άδειο. Σύμφωνα με την «παράδοση» και πάλι, ο Θωμάς παρέδωσε την ζώνη σε δύο «ευσεβείς γυναίκες», για να την φυλάξουν. Η δε φύλαξή της στο μέλλον, ανατίθεντο σε κάποια παρθένα με καταγωγή από τις οικογένειες αυτές (θα πρέπει να είχε γεμίσει γεροντοκόρες το σόι τους). Οι δυο γυναίκες δεν κατονομάζονται (δεν θα έπρεπε για «ιστορικούς» λόγους;), σε αντίθεση με τον ιερόσυλο Ιεφονία, ο οποίος σύμφωνα με την «παράδοση», όταν πήγε να αναποδογυρίσει το νεκρικό κρεβάτι της Μαρίας, ένα…αόρατο σπαθί έκοψε τα χέρια του. Και συγκολλήθηκαν δε και πάλι…αυτόματα, μόνο όταν άρχισε να ζητά συγχώρεση από την Μαρία (δεν την ονομάζω Παναγία, γιατί ως τέτοια καθιερώθηκε αιώνες αργότερα, όπως και η ζώνη της).

Ν’ αρχίσουμε το «ψείρισμα» τώρα;

1. Το άνωθεν «γεγονός» της παράδοσης τής Τιμίας Ζώνης στον Θωμά, δεν μαρτυρείται σε καμία βιβλική πηγή και φυσικά σε καμία ιστορική (πως θα μπορούσε άλλωστε); Μια αναφορά που γίνεται σε κείμενο του Ιωάννη Δαμασκηνού, σχεδόν 7 αιώνες αργότερα, δεν μιλάει για καμία παράδοση ζώνης. Βασικά, δεν μιλάει καν για ζώνη, αλλά αναφέρει πως, όταν ανοίχτηκε ο τάφος βρέθηκε άδειος, με τα προσωπικά της αντικείμενα μέσα, χωρίς να διευκρινίζεται ωστόσο τί ήταν αυτά:

«…ενός δε απολειφθέντος Θωμά, μετά την τρίτην ημέραν ελθόντος και το Θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος, ήνοιξαν την σορόν και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας…».

Το ίδιο κείμενο αναφέρεται και στην μεταφορά των αντικειμένων αυτών στην Κωνσταντινούπολη το 450 από την αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, Πουλχερία η οποία άνοιξε τον τάφο της. Βέβαια, είναι ευνόητο ότι και ο Δαμασκηνός μεταφέρει «πληροφορίες» προηγούμενων απ’ αυτόν, καθώς και οι πληροφορίες για το ποιος και πότε μετέφερε την ζώνη στην Πόλη, ποικίλουν (αναφέρεται και η εκδοχή τής μεταφοράς επί Ιουστινιανού). Παρατηρείτε όμως μια αντίφαση μήπως εδώ; Η Μαρία δίνει την ζώνη στον Θωμά κι αυτός σε δυο γυναίκες. Πως γίνεται να βρίσκεται στον τάφο η ζώνη και μάλιστα αναλλοίωτη; (εντάξει, εντάξει, θαύμα). Εκτός αυτού, η Εκκλησία διαφημίζει σήμερα την Τιμία Ζώνη, ως το μαναδικό διασωθέν εύρημα που σχετίζεται με την Μαρία. Τα υπόλοιπα που βρέθηκαν, τί ήταν και που βρίσκονται τώρα;

2. Παρ’ ότι αναφέρονται λεπτομέρειες όπως το ότι η καμηλότριχη ζώνη ήταν φτιαγμένη από την Μαρία (ποιος το πιστοποιεί αυτό;) και ότι παραδόθηκε στον Θωμά καθ’ οδόν για τα ουράνια (βάσει ποιων μαρτύρων;), εντούτοις μέχρι σήμερα, από την Εκκλησία αγνοούνται πολύ πιο απλές πληροφορίες. Είναι άγνωστο πότε πέθανε η Μαρία (αν και σε χριστιανικές σελίδες «γνωρίζουν» μέχρι και την…ώρα του θανάτου της: 15 Αυγούστου, 9 το πρωί). Μια εικασία είναι ότι πέθανε 10 χρόνια μετά την «ανάσταση» τού Ιησού. Άγνωστη είναι επίσης και η ηλικία της όταν πέθανε.

Σύμφωνα με εικασίες και πάλι, πέθανε μεταξύ 50 και 70 ετών περίπου. Είναι αβέβαιος επίσης και ο τόπος που έζησε, πέθανε κι ενταφιάστηκε, καθώς αυτός διεκδικείται από πολλές πλευρές (Από την Ιταλία μέχρι και την Ινδία) που η κάθε μία προβάλλει τα δικά της πειστήρια και επιχειρήματα (συμπεριλαμβανομένων κι αναφορές «απόκρυφων» κειμένων, όπως οι «Πράξεις του Θωμά»), παρ’ ότι ως επικρατέστερος τόπος προβάλλεται αυτός που πιστεύεται σήμερα, δηλαδή της Γεθσημανής.

3. Συγκεχυμένες είναι κι άλλες ακόμη πληροφορίες, όπως το ποιος την κέντησε με χρυσή κλωστή (αναφέρονται η αυτοκράτειρα Πουλχερία και η αυτοκράτειρα Ζωή, η οποία «θεραπεύτηκε» όταν την άγγιξε) και ποιος την δώρισε στο Άγιον Όρος, όπου φυλάσσεται μέχρι και σήμερα, το μεγαλύτερο από τα τρία κομμάτια στο οποία είχε τεμαχιστεί (απ’ ότι φαίνεται, είχε «ζήτηση» και δεν προλάβαιναν τον «φόρτο εργασίας» με ένα). Αναφέρονται ο Λάζαρος της Σερβίας και ο αυτοκράτορας Ιωάννη Καντακουζηνός.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει κάποιος, η υπεραπλουστευμένη «ιστορικότητα» που αποδίδεται στην ζώνη από την Εκκλησία, βρίθει από μύθους, έλλειψη σοβαρών ιστορικών πηγών και αποδείξεων (όταν λέμε αποδείξεις, εννοούμε αποδείξεις και όχι μυθιστορήματα ιουδαιοχριστιανικής φαντασίας) και αντιφάσεων.

Παραπάνω, σημειώθηκε η λέξη «παράδοση». Την λέξη αυτή χρησιμοποιεί η Εκκλησία όταν δεν διαθέτει κανένα απολύτως πειστήριο και λογικό επιχείρημα που να τεκμηριώνει στο ελάχιστο τα όσα φαιδρά και ανεδαφικά υποστηρίζει. Στην συγκεκριμένη δε περίπτωση, η «παράδοση» παίζει τον ρόλο τής συγκάλυψης. Οι αρλούμπες με την δήθεν ανάληψη και την παράδοση της ζώνης, αναφέρονται σε κάποια «απόκρυφα» κείμενα της Εκκλησίας («Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου» και «Η Ανάληψις της Παρθένου» του Ιωάννη Θεολόγου) και διάφορα κοπτικά, αρμενικά, και συριακά θρησκευτικά χειρόγραφα (το κυριότερο: «Apocrypha Syriaka, Studia Sinaitica»). Και γνωρίζουμε πολύ καλά ποια κείμενα θεωρεί «απόκρυφα» η Εκκλησία: Ή αυτά που λένε κάποιες «πικρές» αλήθειες, ή αυτά που λένε ηλιθιότητες. Προφανώς ο όρος «παράδοση» καλύπτει την δεύτερη εκδοχή, καθώς θα ήταν κάπως παράδοξο να επικαλεστεί η Εκκλησία ένα τέτοιο «απόκρυφο» κείμενο, ασχέτως αν την βολεύει αφάνταστα.

Κλείνοντας, δεν θα μπορούσε να μην γίνει αναφορά στην υποτιθέμενη θαυματουργή της ιδιότητα και στην οικονομική εκμετάλλευση που τυγχάνει από την Εκκλησία, η οποία εξαπατά συνειδητά τους αφελείς πιστούς και μάλιστα με την ανοχή της δικαιοσύνης και ακόμα χειρότερα, με την κάλυψη τής πολιτείας.

Παραπάνω αναφέρθηκε το «θαύμα» τής αυτοκράτειρας Ζωής, η οποία ανάρρωσε ευθύς αμέσως μόλις άγγιξε την ζώνη. Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Γιατί αυτοί οι απατεωνίσκοι (μάλλον «αδικούνται» με το -ίσκοι), όταν την περιφέρουν σαν λατέρνα ανά την Ελλάδα και τον κόσμο και διαφημίζουν τις θαυματουργικές της ιδιότητες (με ειδικότητα μάλιστα, στην στειρότητα και τον καρκίνο), δεν την χρησιμοποιούν μονίμως για να «γιατρεύεται» ο κόσμος (εννοείται με το αζημίωτο βέβαια), αφού αρκεί ένα μόνο άγγιγμα;

Αν κάποιος φτιάξει μια αντίστοιχη ζώνη από γουρουνότριχες και πάει σε μια κεντρική πλατεία, διαλαλώντας ότι είναι θαυματουργή, το πιθανότερο είναι ότι θα τον στείλουν κατ’ ευθείαν, είτε στο αστυνομικό τμήμα για απάτη, είτε στο ψυχιατρείο για παρακολούθηση. Στην περίπτωση όμως της Τιμίας Ζώνης τής Εκκλησίας, η απάτη είναι νόμιμη και καθαγιασμένη, ενώ η πώληση τρέλας και κοπανιστού αέρα, ονομάζεται πίστη στα «ιερά» κειμήλια.

Για να τελειώνει μια και καλή η απάτη με τις καμηλότριχες, θα αρκούσε μόνο μία απ’ αυτές να σταλεί για ανάλυση και χρονολόγηση, για να δούμε τελικά, από πόσο μακριά κρατάει η σκούφια της. Στην θεοκρατούμενη Ελλάδα όμως, όσο συνεχίζουν να υπάρχουν εικόνες σαν τις ακόλουθες, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει…

Άλλες Ζώνες της Παναγίας

2η ζώνη: Συρορθόδοξη Αγία Ζώνη της Παναγίας

Αυτή είναι στην Συρία, δεν είναι ένα μόνο κομμάτι σαν αυτή του Βατοπεδίου, αλλά σύμφωνα με την σχετική περιγραφή έχει 74εκ μήκος, 5εκ πλάτος και 3εκ πάχος, έχει ελαφρώς μπεζ χρώμα, και είναι κατασκευασμένη από μαλλί και μετάξι και εξωτερικά με χρυσό νήμα.

3η ζώνη της Παναγίας

Αυτή βρίσκεται στον Καθεδρικό ναό του Prato στην Ιταλία και είναι μακρύτερη από την προηγούμενη γιατί είναι 87 εκ μήκος.

4η ζώνη της Παναγίας

Αυτή ανήκει στον εκκλησιαστικό θησαυρό του Onze-Lieve-Vrouwebasiliek στο Μάαστριχτ και από το 1286 την τιμούσαν ως τμήμα της ζώνης της Παναγίας που φορούσε κατά τη διάρκεια της γέννησης του Χριστού!

Αυτή έχει μήκος 55,5 cm και πλάτος 2,5 cm και αποτελείται από πέντε στρώματα υφάσματος, το δεύτερο και το τέταρτο των οποίων είναι πανομοιότυπα. Μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου στρώματος είναι ένας κώδωνας περγαμηνής από περίπου το 1450-1500. Πιθανώς η μεσαία λωρίδα άχρωμων λινών, η οποία έχει πλάτος μόνο 1,5 cm, είναι το αρχικό λείψανο.

Και επειδή τα θαύματα δεν σταματούν, μπορεί στο μέλλον να βρεθεί και 5η, 6η και 7η ζώνη της Παναγίας όπου θα τις προσθέσω εδώ!

Χριστιανοί Απολογητές και Επικούρεια Φιλοσοφία

Τι ωραία ακούγονταν στον απαίδευτο όχλο, τα λόγια του αγαπούλη Μεσσία Ιησού, μέσα στην βάρβαρη και γεμάτη ίντριγκες Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία!

Μία αυτοκρατορία, που η εκμετάλλευση ανθρώπου από τον άνθρωπο, είχε φτάσει πάνω από τα όρια του αίματος. Πράγματι, η ζωή δεν είχε καμιά αξία και η σκλαβιά και η αδικία ήταν κυρίαρχες, στον βίο του ανθρώπου. Ώστε ο άνθρωπος εκείνη την εποχή, όπως δυστυχώς και στην σημερινή, έλεγε, ότι αφού δεν υπάρχει δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον κόσμο, κάπου αλλού… θα υπάρχει.

Βέβαια υπήρχαν και οι εξαιρέσεις. Υπήρχαν και οι συνετοί άνθρωποι. Αλλά δεν μπορούσαν να σταματήσουν, όσο και αν το ήθελαν, την επερχόμενη λαίλαπα.

Αυτή την καταστροφή, που μας έφερε αυτή η ληστρική Θρησκεία. Όπου μας έχει κυριολεκτικά πνίξει, με την αφύσικη ιδεοληψία της. Μας έχει δημιουργήσει κόμπλεξ, ταπεινώσεις, κατάθλιψη και ομαδική παράκρουση.

Σ’ αυτήν την κατεδάφιση της Ελληνικής ιδέας, ένας ήταν ο αντίπαλος αυτής της θρησκείας της ερήμου. Ο Επίκουρος. Και μία ήταν η εχθρική φιλοσοφία. Η Επικούρεια. Και γι’ αυτό την κυνηγήσανε, κάψανε τα βιβλία της και της επιτέθηκαν ιδεολογικά. Διότι όπως μας λέει ο Δημήτρης Λιαντίνης, «Με τον Επίκουρο δόθηκε η ευκαιρία στην ανθρωπότητα να προστατέψει τον άνθρωπο και το μέλλον του από έναν ατλαντικό άχρηστα πράγματα, αθλιότητες, ψεύδη, πλάνες, απάτες, συναξάρια, ιερές συνόδους, βίους αγίων, σκούφους του παπά και του πάπα, εγκλήματα, και μάταιη σπατάλη του πνεύματος. Και η ευκαιρία χάθηκε».

Έτσι λοιπόν, οι χριστιανοί ιεράρχες της εποχής, άρχισαν έναν ανηλεή πόλεμο τόσο εναντίον της Ελληνικής ιδέας, όσο και εναντίον της Επικούρειας Φιλοσοφίας, αν μπορούν να διαχωριστούν αυτά. Της Ελληνικής ιδέας, που στηρίζεται στο Κάλλος, στην Ομορφιά, στον Δυναμισμό, στην Υπερηφάνεια, στην Αγάπη για την Ζωή, στον Έρωτα, στην Δημοκρατία, στην Ελευθερία, στην Εκτίμηση στην Γυναίκα, στη Γνώση, στην Επιστήμη, στην Ανακάλυψη, στο Πολιτισμό, στην Τέχνη κ.τ.λ. Σε αντίθεση με την εγκληματική Θρησκεία που έχει σαν πρότυπα την Ντροπή, την Αποφυγή, την Αμαρτία, την Πραότητα, την Ταπείνωση, την Αποχή από τα Εγκόσμια, το Πένθος, την Παρθενία, τον Μοναχισμό, την Ανδροκρατία, την Μοναρχία, την Δικτατορία, τον Αυταρχισμό, την Υποταγή, την Θλίψη, την Πίστη κ.α.

Πρώτος λοιπόν στις επιθέσεις εναντίον της Φιλοσοφίας μας, ήταν ο Σαούλ, ο απόστολος Παύλος. Στην Αθήνα συζήτησαν με τον Απ. Παύλο, Επικούρειοι και Στωικοί.

Την αντίθεση της χριστιανικής βιοθεωρίας προς την σαρκολατρική βιοθεωρία των Επικουρείων εκφράζει η παραίνεση του Απ. Παύλου κατά της φιλήδονης ζωής, που συνοψίζεται στην προτροπή: ‘'Ντυθείτε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και μην αφήνετε τον αμαρτωλό εαυτό σας, να σας παρασύρει στην ικανοποίηση των επιθυμιών σας''.

Αυτή η διατύπωση, υπενθυμίζει τον τρόπο εκφράσεως των Επικουρείων και συνοψίζει άριστα την κατακρινόμενη βιοθεωρία τους. Και όλα αυτά βρίσκονται στις προτροπές όπως τις εκφράζει ο Σαούλ στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή όπου μας αναφέρει.

14 Και αν ο Χριστός δεν ανέστη, μάταιον άρα είναι το κήρυγμα ημών, ματαία δε και η πίστις σας. 

15 Ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, διότι εμαρτυρήσαμεν περί του Θεού ότι ανέστησε τον Χριστόν, τον οποίον δεν ανέστησεν, εάν καθ' υπόθεσιν δεν ανασταίνωνται νεκροί. 

16 Διότι εάν δεν ανασταίνωνται νεκροί, ουδ' ο Χριστός ανέστη·

17 αλλ' εάν ο Χριστός δεν ανέστη, ματαία η πίστις σας· έτι είσθε εν ταις αμαρτίαις υμών.

32 Εάν κατά άνθρωπον επολέμησα με θηρία εν Εφέσω, τι το όφελος εις εμέ; αν οι νεκροί δεν ανασταίνωνται, τότε ως λέγεται, «ας φάγωμεν και ας πίωμεν, διότι αύριον αποθνήσκομεν»

Στα μέσα του 2ου αιώνα οι χριστιανοί είχαν αποκτήσει αρκετή δύναμη και οι ηγέτες τους προσπαθούσαν να δώσουν μία φιλοσοφική διάσταση στην φιλοσοφική γυμνότητα του Χριστιανισμού σε σχέση με την αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία. Έτσι, οι επιθέσεις τόσο εναντίον των Εθνικών όσο και εναντίον της Επικούρειας Φιλοσοφίας πολλαπλασιάζονταν με σφοδρότητα. Και αυτά φαίνονται…

Στο έργο «Προτρεπτικό προς του Έλληνας» του Ιουστίνου του μάρτυρος.

Στο έργο του Χριστιανίζοντα Τατιανού «Λόγος προς τους Έλληνες».

Στο πεντάτομο βιβλίο «Κατά των Αιρέσεων» του επισκόπου της Λυών, Ειρηναίου.

Και στο έργο «Στρωματείς» του Κλήμη του Αλεξανδρέα όπου μας αναφέρει «(Δεν είμαστε ενάντια) μεν σ’ όλη την Φιλοσοφία, αλλά στην Επικούρεια, όπου σ’ αυτήν και αναφέρεται ο Παύλος, στις πράξεις των αποστόλων και την διαβάλει, διότι αναιρεί την πρόνοια και την Ηδονή εκθειάζει».

Ενώ, εκείνη την εποχή, τον 2ον αιώνα δηλαδή, είχαν αρχίσει να διαφαίνονται οι πρώτες αιρέσεις, με αποτέλεσμα την φαγωμάρα των χριστιανών, ακριβώς εκείνη την εποχή οι χριστιανοί ιεράρχες, αρχίζουν να προβάλουν χλευαστικά τις αντιθέσεις των Ελλήνων και των διαφόρων Φιλοσοφικών σχολών. Έτσι έλεγαν με κακία, ότι το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορούσε να φτάσει σε οριστικά συμπεράσματα και να οδηγηθεί στην αλήθεια, που μόνο η χριστιανική θρησκεία μπορούσε. Ακόμα, το έκαναν αυτό, διότι νόμιζαν, πως η Ελληνική και Επικούρεια Φιλοσοφία, διείσδυε μέσα στην χριστιανική θρησκεία με αποτέλεσμα τις αιρέσεις.

Γι’ αυτό και η επίθεση των χριστιανών ιεραρχών, ενάντια στην Επικούρεια Φιλοσοφία ήταν πρωτοφανής. Διότι, θεωρήθηκε από τους ιεράρχες ότι η φιλοσοφία μας, έχει άμεση σχέση με τις αιρέσεις. Επίσης, η επίθεση αυτή, μετατράπηκε σε πολεμική. Πολεμική, ενάντια στην άρνηση της Επικούρειας Φιλοσοφίας για την θεία πρόνοια, για την μετά θάνατο ζωή, για την ατομική υλιστική φυσική, δηλαδή τον Επικούρειο υλισμό… και την αποδοχή της Ηδονής ως υπέρτατο αγαθό.

Μέγας αντίπαλός μας, εκείνο τον καιρό, υπήρξε ο Τερτυλλιανός. Όμως τα επιχειρήματα που έφερνε ήταν έωλα και σαθρά. Χωρίς ουσιαστική απόδειξη. Και το καταλάβαινε και ο ίδιος. Όμως, ο τυφλός φανατισμός του, δεν τον άφηνε σε ησυχία. Του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση, που ήταν ολοφάνερη εκείνη την εποχή, ότι μερικοί αιρετικοί υιοθετούν Επικούρεια δόγματα. Και πράγματι, ορισμένοι αιρετικοί λέγανε, πως είναι αδύνατη η ανάσταση των νεκρών ή ότι δεν υπάρχει θεία πρόνοια. Η λύσσα του εναντίον του Επίκουρου και των άλλων Φιλοσοφικών ρευμάτων, απεικονίζεται στο έργο του «Εντολές κατά αιρετικών» [Και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Η ειδωλολατρική φιλοσοφία γεννήτωρ των αιρέσεων·( η σχέση ανάμεσα στην απόκλιση από την χριστιανική πίστη και στα αρχαία συστήματα της ειδωλολατρικής φιλοσοφίας»)] όπου γράφει.

«Τα δόγματα αυτά, είναι έργα ανθρώπων και δαιμόνων και απευθύνονται σε αφτιά που λαχταρούν να δεχτούν τη σοφία ετούτου του κόσμου. Ο Κύριος ετούτη τη σοφία την αποκάλεσε μωρία».

Και πιο κάτω ξεσπά με μένος θέλοντας να δείξει την εβραϊκή του συμμόρφωση και κραυγάζει με πάθος «Τί σχέση μπορεί να έχει η Αθήνα με την Ιερουσαλήμ»;

Το μένος του προς την Ελληνική ιδέα, την Φιλοσοφία και τον Επίκουρο, τον οδηγεί σε ένα ακατάσχετο παραλήρημα, όπου με μία αναπόδεικτη εις άτοπον απαγωγή, προσπαθεί ανεπιτυχώς να αποδείξει, με σκέτο το πιστεύω, τα αναπόδεικτα. Στο έργο του [και δη στο κεφάλαιο 5 του έργου του] «Το σώμα του Χριστού» μας λέει. «Ο Υιός του Θεού πέθανε. Αυτό είναι άμεσα πιστευτό, επειδή είναι ανόητο. Ο Υιός του Θεού θάφτηκε κι αναστήθηκε. Είναι γεγονός βέβαιον, επειδή είναι αδύνατον».

Στο δε έργο του «η μαρτυρία της ψυχής» εκφράζονται με ψευδεπίγραφο τρόπο, οι ανησυχίες του, για την επιρροή της υλιστικής Επικούρειας Φιλοσοφίας πάνω στην ιδεαλιστική Χριστιανική πίστη.

Σε επτά έργα του τουλάχιστον, ο Τερτυλλιανός επιτίθεται κατά του Επίκουρου. Χαρακτηρίζει τις θεωρίες του ανόητες, αβάσιμες και ανορθολογικές. Ισχυρίζεται δε, ότι ο Επίκουρος δεν ήταν καν φιλόσοφος.

Ωστόσο, οι πολεμικές του Τερτυλλιανού ενάντια στην Επικούρεια Φιλοσοφία δεν στάθηκαν ικανές να γεμίσουν το διανοητικό χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στην Φιλοσοφία και στην πίστη των χριστιανών. Αν υπήρχε τουλάχιστον μία πιο ορθολογική-επιστημονική επιχειρηματολογία από τους χριστιανούς, αυτή θα μπορούσε να είναι αποδεκτή από τους πονηρούς διανοούμενους της εκκλησίας.

Ακόμα ούτε και ένας άλλος εκκλησιαστικός ιεράρχης και σύγχρονος του Τερτυλλιανού, ο Ιππόλυτος της Ρώμης, δεν κατάφερε τίποτα. Ο Ιππόλυτος όμως, είχε λίγο πιο πειστικό λόγο από τον Τερτυλλιανό. Και απ’ αυτόν ξεκινά μία προσπάθεια για μια πιο περιεκτική θεολογία, μη αρνούμενος την Σοφία αυτού του κόσμου. Με το έργο του… «Ανασκευή όλων των Αιρέσεων» δίνει ένα πιο εκλεπτυσμένο και ένα πιο έμπιστο επιχείρημα, αν μπορούσε να υπάρξει αυτό, ενάντια στην Φιλοσοφία και μάλιστα στην Επικούρεια Φιλοσοφία.

Στο τέλος του 2ου αιώνα και στις αρχές του 3ου εμφανίζεται στην Αλεξάνδρεια ένας άλλος εκκλησιαστικός ιεράρχης: Ο Ωριγένης. Στο έργο του «κατά Κέλσου» κατηγορεί και υβρίζει τον Κέλσο ως Επικούρειο, με την ανάλογη χριστιανική αγάπη που τον διακατείχε.

Βέβαια την αφορμή του την έδωσε ο Εκλεκτικιστής Φιλόσοφος και φίλος του Επικούρειου Λουκιανού, ο Κέλσος. Όπου έγραψε το αριστούργημα κατά του Ιησού…, τον «Αληθή Λόγο» το 170-180. Δηλαδή λίγο πριν γεννηθεί ο Ωριγένης. Το έργο του Κέλσου το έδωσε στον Ωριγένη κάποιος χριστιανός Αμβρόσιος για να το κριτικάρει.

Ο "Αληθής Λόγος", θεωρείται το πρώτο ελληνικό έργο αντιϊουδαϊκής και αντιχριστιανικής πολεμικής. Και σύμφωνα με το Λεξικό του Eλευθερουδάκη : «O Kέλσος επεχείρησε δια του "Aληθούς λόγου" να πείσει τους Χριστιανούς να εγκαταλίπωσι την παράλογον και ταπεινήν θρησκείαν αυτών, ήτις θέτει αυτούς εκτός νόμου, και επανελθώσιν εις την θρησκείαν του κράτους προς το κοινόν αγαθόν και εαυτών και της πολιτείας».

Τον 4ον αιώνα συνεχίζεται η πολεμική εναντίον του Επίκουρου με κάποια φιλοσοφική διάσταση. Αφού ο χριστιανισμός, μέσω του Λακτάντιου έχει υιοθετήσει Πλατωνικές απόψεις. Πράγματι, ο Λακτάντιος μας αναφέρει ότι οι χριστιανοί δεν πρέπει να στηρίζονται μόνο στην πίστη. Αλλά θα πρέπει να αρχίσουν να ενστερνίζονται Πλατωνικές ιδέες, ώστε να επιχειρηματολογούν, καί υπέρ της θείας πρόνοιας καί ενάντια στην Επικούρεια Φυσική και Ηθική. Στο σύγγραμμά του «Το έργο του θεού» μας λέει: ''Παραξενεύομαι για την έλλειψη κατανόησης των μαθητών του Επίκουρου, οι οποίοι απορρίπτουν τη θεϊκή δημιουργία της φύσης και ισχυρίζονται ότι η φύση προέκυψε χωρίς καμία έμπνευση και υπάρχει χωρίς καμία πρόνοια. Υποστηρίζουν δηλαδή, ότι η αρχή του κόσμου στηρίζεται σε σταθερά, άτμητα σωματίδια [(άτομα)], εκ των οποίων από την τυχαία σύζευξη δημιουργούνται όλα...''

Αυτές λοιπόν οι σπερματικές Πλατωνικές ιδέες, υιοθετούνται πλήρως από τον Αθανάσιο της Αλεξανδρείας στα μέσα του 4ου αιώνα. Όμως πως θα ξεριζωθεί από τον συρμό της εποχής εκείνης η Επικούρεια Φιλοσοφία; Όπου με την Ηδονιστική της βίωση χαλάει την σούπα των χριστιανών; Και με την υλιστική της θεωρία και την άρνηση της θείας πρόνοιας καταστρέφει τα στηρίγματα της νέας θρησκείας;

Έτσι, στο έργο του «Λόγος περί της ενανθρωπίσεως [(του λόγου και της διά σώματος προς ημάς επιφανείας αυτού»)], ο «Μ» Αθανάσιος μας ξαναλέει αυτό το επαναλαμβανόμενο επιχείρημα, χωρίς αποδείξεις, κατά της άρνησης της θείας πρόνοιας του Επίκουρου. Μας λέει λοιπόν ότι «Τη δημιουργία του κόσμου και όλων των πραγμάτων πολλοί την έχουν καταλάβει διαφορετικά. Όπως νόμιζε ο καθένας. Και την όρισαν αναλόγως. Άλλοι λένε πως τα πάντα έγιναν από μόνα τους με τυχαίο τρόπο -όπως οι Επικούρειοι, που λένε παραμύθια ότι δεν υπάρχει πρόνοια, και απροκάλυπτα ισχυρίζονται πράγματα που έρχονται σε αντίθεση με τις ολοφάνερες αλήθειες. Διότι αν τα πάντα έγιναν, όπως λένε, από μόνα τους και χωρίς πρόνοια, τότε θα έπρεπε τα πάντα να είναι όμοια μεταξύ τους και να μην έχουν καμία διαφορά».

Στην πόλη Βυζάντιο, εκείνο τον καιρό και συγκεκριμένα στα μέσα του 4ου αιώνα, η αγάπη των χριστιανών ή η μισαλλοδοξία των Πλατωνικών, έκαψαν τα βιβλία του Επίκουρου. Και αυτό μας το πληροφορεί ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός σε μία επιστολή σε έναν Αρχιερέα των Εθνικών, τον Θεόδωρο. Λέει λοιπόν σ’ αυτή την επιστολή: «Ας μη φτάνει στην ακοή Επικούρειος ή Πυρρώνειος λόγος. Τώρα αλήθεια, οι θεοί κάνοντας καλά, κατέστρεψαν τα έργα τους, έτσι ώστε τα περισσότερα από τα βιβλία τους χάθηκαν»

Όμως παρ’ όλο που είχαν καεί, ακόμα και πεθαμένος εντός εισαγωγικών ο Επίκουρος, τρόμαζε την Εκκλησία. Έτσι ο Αμβρόσιος των Μεδιολάνων εξαπολύει επίθεση ενάντια στην Επικούρεια Ηδονή, όπως φαίνεται σε μία επιστολή του, που την έστειλε σε μία από τις χριστιανικές συνόδους, από τις πολλές όπου συνέβαλε να διοργανωθούν. Λέει λοιπόν: «Ο ίδιος ο Επίκουρος, τον οποίο οι άνθρωποι αυτοί προτιμούν από τους αποστόλους, ο συνήγορος της ηδονής, μολονότι αρνείται ότι η ηδονή φέρνει το κακό, δεν αρνείται ότι προκύπτουν από αυτήν ορισμένα πράγματα από τα οποία ξεπηδούν τα κακά· και σχεδόν διαβεβαιώνει ότι η γεμάτη ηδονές ζωή των ασώτων δεν είναι αξιόμεμπτη, εκτός αν την ταράζει φόβος του πόνου ή του θανάτου. Όμως το πόσο απέχει από την αλήθεια, το καταλαβαίνουμε από τη διαβεβαίωση του Επίκουρου, ότι η ηδονή είναι χαρισμένη στον άνθρωπο από τον Θεό... Μα η Αγία Γραφή το ανασκευάζει αυτό, γιατί μας διδάσκει ότι το ερπετό υπέβαλε την ιδέα της ηδονής στον Αδάμ και στην Εύα, με την πονηρία και τον πειρασμό...».

Τον 5ον αιώνα υποψιαζόμαστε ότι υπήρχαν ακόμα Κήποι. Ή ίχνη Κήπων. Αλλά, όπως θα δείτε, ήταν οι τελευταίοι Κήποι που λειτούργησαν. Και σ’ αυτό το συμπέρασμα καταλήγουμε, από τα λόγια του Αυγουστίνου της Ιππώνος. Δηλαδή του εντός εισαγωγικών ιερού Αυγουστίνου. Όπου μας δηλώνει ότι συμμετείχε σ’ έναν Κήπο. Και του είχε δημιουργήσει αμφιβολίες η Επικούρεια Φιλοσοφία στα πρώτα του χρόνια και λίγο πριν μεταστραφεί στον χριστιανισμό. Αλλά όταν έγινε χριστιανός, εξαπέλυσε επίθεση ενάντια στον Επίκουρο. Έτσι στις «εξομολογήσεις» του, μας αναφέρει ότι: «Ω πηγή του ελέους, εγώ βυθιζόμουν ολοένα στην αθλιότητα και συ με πλησίασες. Η δεξιά Σου, ήταν πάντα έτοιμη να με τραβήξει από τον βούρκο και να με αποκαθάρει, μα εγώ δεν το γνώριζα. Κανείς δεν με φώναξε τότε που ήμουν έρμαιο της σαρκικής ηδονής· μόνον ο φόβος του θανάτου και της μέλλουσας κρίσης Σου, που μες σ' όλες τις ταλαντεύσεις μου, δεν έσβησε από τα στήθη μου ποτέ. Και συζητούσα με τους φίλους μου, για τη φύση του καλού και του κακού, κι ισχυριζόμουν πως θα με κέρδιζε ο Επίκουρος, αν δεν είχα πιστέψει αυτό που δεν ήθελε να πιστέψει ο Επίκουρος: Ότι η ψυχή ζει μετά τον θάνατο. Κι ότι υπάρχουν οι τόποι, όπου βρίσκει την ανταμοιβή της. Και τους ρωτούσα: “Ας πούμε πως είμαστε αθάνατοι. Και ζούμε μέσα σε μια αιώνια σωματική ηδονή, χωρίς τον φόβο μη την χάσουμε. Γιατί, τότε, να μην είμαστε ευτυχισμένοι; γιατί να αναζητήσουμε κάτι άλλο;”. Δεν ήξερα πως αυτή ήταν η ρίζα της δυστυχίας μου. Είχα ξεπέσει τόσο κι ήμουν τόσο τυφλός που δεν μπορούσα να ξεχωρίσω το φως της αρετής και της ομορφιάς, που μόνον τα μάτια της ψυχής, μπορούν να ιδούν κι όχι τα μάτια της σάρκας».

Επίσης, μετά την επίθεση ενάντια στην Επικούρεια Φιλοσοφία , ο Αυγουστίνος, είναι αυτός, που στην κυριολεξία, μετέτρεψε την χριστιανική θρησκεία, σε παραλλαγή των Πλατωνικών ιδεών.

Όμως τα επιχειρήματα των εκκλησιαστικών ιεραρχών, με τον Αυγουστίνο έλαβαν τέλος. Διότι ο χριστιανισμός είχε νικήσει. Και μετά το σκοτάδι. Και μετά η έρεβος. Και μετά αρχίζουν οι διωγμοί. Και αυτό μας το αναφέρει στην «Επιστολή προς Διόσκουρο» όπου του λέει, «Αν, ωστόσο, προκειμένου όχι μόνο να εξασφαλιστεί συντριβή των πασίδηλων λαθών αλλά και να ξεριζωθούν κι εκείνα που καραδοκούν μες στο σκοτάδι, είναι αναγκαίο να γνωρίσεις τις σφαλερές γνώμες των άλλων, τότε ας είναι τα μάτια και τ' αυτιά σου σε εγρήγορση. Άκουγε προσεκτικά, μήπως κάποιος από τους επικριτές μας προκαλεί κάποια θέση του Αναξιμένη ή του Αναξαγόρα, μιας και από τις κρύες στάχτες της στωικής και επικούρειας φιλοσοφίας -παρ' ότι πιο πρόσφατες και πιο διαδεδομένες-, δεν μπορεί να ξεπηδήσει καμία σπίθα που να απειλεί τη χριστιανική πίστη».

Έτσι, είχαν πέσει οι τίτλοι τέλους για την Επικούρεια Φιλοσοφία ενόσω ήταν στην ζωή ο Αυγουστίνος

Τέλος μπήκε και στα επιχειρήματα της χριστιανικής εκκλησίας ενάντια στην Ελληνικά ιδέα. Διότι δεν υπήρχε πλέον ανάγκη, διότι είχε πλέον επικρατήσει με την εξουσία, την βία, το χρήμα και τους αργυραμοιβόμενους λειτουργούς της. Ναι! ο χριστιανισμός βγήκε νικητής, στον αγώνα της επικράτησης του ορθού λόγου και της ανθρώπινης ευτυχίας.

Δειλά βήματα επαναφοράς της Επικούρειας Φιλοσοφίας, έγιναν 1000 έτη μετά και κατά την διάρκεια της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Αλλά αυτό περιορίζεται σε λίγους διανοούμενους. Βέβαια, αυτοί οι διανοούμενοι, άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας. Αλλά οι περισσότεροι ήταν καμουφλαρισμένοι και εμποτισμένοι και με τα άλλα Φιλοσοφικά ρεύματα. Ακόμα ήταν εμποτισμένοι και με τον χριστιανισμό. Επίσης, δεν υπήρχε καμιά Επικούρεια ομάδα να τους στηρίζει.

Τα τελευταία 10 χρόνια, εδώ στην Ελλάδα, άρχισε και πάλι να αναδύεται συστηματικά η Επικούρεια Φιλοσοφία με τους διάφορους Κήπους. Και τότε βρήκαν την ευκαιρία, οι συνήθεις διώκτες μας, η εκκλησία, να εκδώσει μία ανακοίνωση ενάντιά μας. Να λοιπόν πως τελειώνει αυτή η αναφορά:

Καλούμε τους πιστούς μας να μην ενθουσιάζονται από τέτοιου είδους «πυροτεχνήματα» έστω και αν έχουν τον μανδύα της φιλοσοφίας. Ο δικός μας «κήπος» δεν είναι του Επίκουρου, ή κανενός άλλου ανθρώπου, αλλά ο κήπος του Γολγοθά. [«Ην δε εν τω τόπω όπου εσταυρώθη, κήπος και εν τω κήπω μνημείον καινόν εν ώ ουδέπω ουδείς ετέθη» (Ιωάν. 19,41).] Είναι το καινό μνημείο, ο τόπος όπου ετάφη και ανέστη ο σαρκωθείς Θεός Λόγος, ο Λυτρωτής μας Ιησούς Χριστός. Αυτός που μας δίδαξε να ζούμε όχι «Κατά φύσιν», δηλαδή μια κτηνώδη και βοσκηματώδη ζωή, αλλά «κατά Θεόν» και «υπέρ φύσιν» έχοντας ως αιώνιο και μοναδικό πρότυπο: Εκείνον».

Δυστυχώς, όλη αυτή η επίθεση της αγάπης, που δεχτήκαμε κατά την διάρκεια των αιώνων, επανέρχεται και πάλι, επειδή δεν θέλουμε, να «θέλουμε οπίσω του ελθείν». Και απ’ ότι μας λέει η Λιλή Ζωγράφου: Το κορμί, η ομορφιά, το φαγητό, η ηδονή, η γυναίκα, όλα τα απαγορευμένα, μέσα από τη σκόπιμα ασκητική θεωρία του ιδεαλισμού, αποδίδονται ξανά στον άνθρωπο με τη διδασκαλία αλλά και τον τρόπο ζωής του Επίκουρου. Ο τόσο γήινος αυτός Μέγας, κατάφερε να ζει και κυρίως να αισθάνεται σα θεός, γιατί κατέκτησε την ψυχική γαλήνη την οποία θεωρούσε ύψιστο αγαθό.''

Έτσι, όσο και αν προσπαθούν να διαλύσουν αυτό το διάλειμμα των στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων που κατακτήσαμε με επικεφαλής τους Επικούρειους. Τόσο εμείς θα το παρατείνουμε, έχοντας σαν κίνητρο την Ηδονή. Και τώρα, έχουμε την εμπειρία, τον νου και την γνώση, ώστε να αντισταθούμε, χωρίς τύψεις, στην επερχόμενη λαίλαπα του τζιχαντισμού. Θα προασπίσουμε και θα επεκτείνουμε τα κεκτημένα, με τον τρόπο ζωής μας και επίσης θα υπερασπισθούμε, με όποιο τρόπο και μέσο αν χρειαστεί, τον αναδυόμενο Πολιτισμό μας και τις Ηδονές μας.

Ιδού οι θεοί σου, ω Ισραήλ — τα χρυσά μοσχάρια του Ααρών και του Ιεροβοάμ

Καμία σκηνή στην Παλαιά Διαθήκη δεν χαρακτηρίζει τη συχνή αποστασία των Ισραηλιτών πιο έντονα από το περιστατικό του Χρυσού Μόσχου στην Έξοδο. Όπως και πολλές άλλες βιβλικές ιστορίες, ωστόσο, αυτή η ιστορία αποκαλύπτει μια περίπλοκη ιστορία ανάπτυξης και άλλα προβλήματα που καθιστούν την πρόθεσή της διφορούμενη.

Η ιστορία του Χρυσού Μόσχου δεν στέκεται μεμονωμένα, γιατί το 1 Kings λέει μια πολύ παρόμοια ιστορία για τη δημιουργία δύο χρυσών μοσχαριών από τον βασιλιά Ιεροβοάμ, και υπάρχουν πρόσθετες αναφορές στα χρυσά μοσχάρια στον Ωσηέ, στους Ψαλμούς, στο Δευτερονόμιο και αλλού. Τα δύο περιστατικά φαίνεται να σχετίζονται, αλλά πώς ακριβώς;

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη όταν φέρνουμε ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία. Έχοντας ξεφυλλίσει αρκετές δεκάδες βιβλία και άρθρα που συζητούν τα χρυσά μοσχάρια της Εξόδου και του 1 Βασιλέων, θα προσπαθήσω να συνοψίσω τις πιο διαδεδομένες ακαδημαϊκές απόψεις.
Η ιστορία του χρυσού μοσχαριού στην Έξοδο 32

Η ιστορία του μοσχαριού Exodus εκτείνεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο 32, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Ο Μωυσής είναι επάνω στο βουνό και λαμβάνει τις πλάκες της διαθήκης από τον Γιαχβέ. Οι άνθρωποι κουράζονται να περιμένουν και ζητούν από τον Ααρών να φτιάξει νέους θεούς για να τους οδηγήσει, οπότε ο Ααρών συλλέγει τα χρυσά δαχτυλίδια τους και φτιάχνει ένα «λιωμένο μοσχάρι». Ο λαός τότε διακηρύττει: «Αυτοί είναι οι θεοί σου, ω Ισραήλ, που σε ανέθρεψαν από τη γη της Αιγύπτου!" Ο Ααρών χτίζει ένα βωμό για το μοσχάρι και καθιερώνει μια νέα γιορτή, η οποία γιορτάζεται την επόμενη μέρα.

Πίσω στο βουνό, ο Γιαχβέ λέει στον Μωυσή τι συμβαίνει και απειλεί να καταστρέψει τους ανθρώπους. Ο Μωυσής μεσολαβεί και αλλάζει το μυαλό του Γιαχβέ.

Ο Μωυσής κατεβαίνει το βουνό με τις πλάκες και αυτός και ο Ιησούς του Ναυή ακούν τους ανθρώπους να γιορτάζουν. Όταν ο Μωυσής βλέπει το μοσχάρι, σπάει τις πλάκες, καίει το μοσχάρι, το αλέθει σε σκόνη, το ραντίζει στο νερό και κάνει τους Ισραηλίτες να το πιουν. Αντιμετωπίζει τον Ααρών, ο οποίος κατηγορεί τους ανθρώπους, και στη συνέχεια λέει ότι το μοσχάρι σχηματίστηκε μετά τη ρίψη του χρυσού στη φωτιά.

Ο Μωυσής συγκεντρώνει τους Λευίτες και τους βάζει να βαδίσουν μέσα από το στρατόπεδο, σφάζοντας τους Ισραηλίτες. Αυτή η πράξη τους χειροτονεί ιερείς και τους κερδίζει την ευλογία του Γιαχβέ.

Τότε ο Μωυσής, ενεργώντας σαν να μην είχε συμβεί το προηγούμενο πογκρόμ, επιστρέφει στο βουνό για να μεσολαβήσει για άλλη μια φορά για το λαό. Ο Γιαχβέ συμφωνεί να αφήσει τους ανθρώπους να φτάσουν στη γη της επαγγελίας, αλλά λέει ότι «όταν έρθει η μέρα για τιμωρία», θα τους τιμωρήσει.

Η ιστορία τελειώνει με τον Γιαχβέ να στέλνει ξαφνικά μια πληγή στους ανθρώπους για το μοσχάρι.

Μερικές παρατηρήσεις

Πολλές αντιφάσεις και παραδοξότητες είναι άμεσα εμφανείς όταν κάποιος διαβάζει την ιστορία, δείχνοντας μια περίπλοκη ιστορία αναθεώρησης. Για παράδειγμα:
  • Δύο φορές ο Μωυσής μεσολαβεί για το λαό. Την πρώτη φορά, ο Γιαχβέ συμφωνεί να αρνηθεί την τιμωρία - ωστόσο οι άνθρωποι τιμωρούνται τρεις φορές ούτως ή άλλως. Σφάζονται από τους Λευίτες, χτυπιούνται από μια πανούκλα και στη συνέχεια ειδοποιούνται για τιμωρία σε απροσδιόριστη μελλοντική ημερομηνία.
  • Ο Μωυσής μαθαίνει για το περιστατικό ενώ βρίσκεται στο βουνό, αλλά προφανώς αιφνιδιάζεται όταν επιστρέφει στο στρατόπεδο.
  • Ο Ααρών ξεφεύγει από κάθε κρίση και μομφή παρά το γεγονός ότι έφτιαξε το μοσχάρι και το βωμό και καθιέρωσε τη γιορτή.
  • Σύμφωνα με τον Εβραίο, ο Ααρών φτιάχνει ένα «λιωμένο» μοσχάρι με κάποιο εργαλείο χάραξης. Είναι δύσκολο να γνωρίζουμε ακριβώς ποια διαδικασία περιγράφεται.
  • Μόνο ένα μοσχάρι φτιάχνεται, αλλά η διακήρυξη μιλάει για θεούς στον πληθυντικό.
  • Γιατί ισχυρίζεται ο Ααρών ότι το μοσχάρι σχηματίστηκε και βγήκε από τη φωτιά;
  • Το V. 25 λέει ότι το γλέντι του λαού είχε γίνει «χλευασμός» για τους εχθρούς του. Ήδη? Ποιοι εχθροί;
  • Το ίδιο το επεισόδιο δεν έχει νόημα στο πλαίσιο. Γιατί θα επέλεγαν τυχαία οι Ισραηλίτες ένα μοσχάρι από όλα τα πράγματα για λατρεία; Γιατί να προσποιούμαστε ότι τους έβγαλε από την Αίγυπτο; Πώς υποτίθεται ότι θα αντικαταστήσει τον Μωυσή ως ηγέτη τους;
Αφήνοντας αυτά τα ζητήματα στην άκρη προς το παρόν, ας δούμε την ιστορία των χρυσών μοσχαριών του βασιλιά Ιεροβοάμ.

Τα χρυσά μοσχάρια του Ιεροβοάμ σε 1 Βασιλείς 12

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το απόσπασμα εδώ. Θα το συνοψίσω ως εξής:

Ο Ιεροβοάμ, γιος του Νεβάτ, επέστρεψε από την Αίγυπτο και έγινε βασιλιάς του Ισραήλ (Σαμάρεια) κατόπιν λαϊκής απαίτησης. Θέλει να εμποδίσει τους ανθρώπους να προσφέρουν τις θυσίες τους στον Γιαχβέ στην Ιερουσαλήμ, μήπως επιθυμούν να επανενωθούν με τον οίκο του Δαβίδ, γι' αυτό φτιάχνει δύο χρυσά μοσχάρια, λέγοντας στους Ισραηλίτες: «Ιδού οι θεοί σου, ω Ισραήλ, που σε ανέθρεψαν από τη γη της Αιγύπτου!Τους τοποθετεί στο Δαν και στο Μπέθελ, ιδρύει νέους ναούς και διορίζει μη Λευίτες ιερείς για να υπηρετούν στο θυσιαστήριο στο Μπέθελ. Καθιερώνει επίσης μια νέα ημέρα γιορτής για λατρεία στο Μπέθελ.

Αυτή η ιστορία είναι πιο σύντομη και δεν έχει προφανή εσωτερικά προβλήματα (αν και υπάρχουν κάποια αφηγηματικά ζητήματα που θα επισημάνω σύντομα). Αυτό που ξεχωρίζει αμέσως είναι πόσο παρόμοια είναι η ιστορία με αυτή της Εξόδου. Οι Aberbach και Smolar, σε μια ευρέως αναφερόμενη εργασία του 1967, εντόπισαν δεκατρία σημαντικά σημεία ομοιότητας μεταξύ των δύο ιστοριών που δείχνουν μια άμεση σχέση. Αυτές περιλαμβάνουν τη δημιουργία των ίδιων των λιωμένων μοσχαριών, παρόμοιες διακηρύξεις, την καθιέρωση θυσιαστηρίων και εορτών, την αντίθεση μεταξύ Λευιτών και μη Λευιτών ιερέων και πολλά άλλα. Η πιο αποφασιστική απόδειξη που εντοπίστηκε από τον Άμπερμπαχ και τον Σμόλιρ είναι το ενδιαφέρον γεγονός ότι στους γιους του Ααρών και στους γιους του Ιεροβοάμ δίνονται τα ίδια ονόματα – Ναδάβ και Αβιού/Αβιά! Οι συγγραφείς σημειώνουν:

Εξετάζοντας το πρόβλημα από μια πιο κριτική οπτική γωνία, δύσκολα μπορεί κανείς να αποφύγει το συμπέρασμα, όσο εκπληκτικό και αν είναι, ότι η μορφή του Ααρών όπως εμφανίζεται στην ιστορία του χρυσού μοσχαριού είναι, από κάθε άποψη, πανομοιότυπη με τον Ιεροβοάμ.

Η πιο διαδεδομένη θέση μεταξύ των βιβλικών μελετητών σήμερα (αν και όχι ομόφωνα) είναι ότι η ιστορία των χρυσών μοσχαριών του Ιεροβοάμ, η οποία αποτελεί μέρος της Δευτερονομικής Ιστορίας (DH), προηγείται της Εξόδου 32¹ και χρησιμοποιήθηκε ως πηγή για να εφεύρει μια παρόμοια ιστορία για τον Ααρών. Αυτό εξηγεί μερικές από τις παραδοξότητες στον λογαριασμό Exodus. Για παράδειγμα, η πληθυντική αναφορά στους «θεούς» μπορεί να γίνει κατανοητή ως πολεμική αναφορά στα δύο μοσχάρια του Ιεροβοάμ. Γραμμένο ίσως στην περίοδο μετά την εξορία, ο συγγραφέας έχει πάρει την αποστασία που θεωρήθηκε από τους Δευτερονομιστές ως υπεύθυνη για την πτώση της Σαμάρειας, και την απέρριπτε στο αρχαίο παρελθόν του Ισραήλ ως αιτία της εξορίας των Ιουδαίων. Περιγράφοντας την επικρατούσα άποψη, ο Wyatt (1992, σελ. 72ff) γράφει:

Το επεισόδιο του χρυσού μοσχαριού της Εξόδου 32 πρέπει επομένως να θεωρηθεί ως μια μεταγενέστερη αφήγηση, όσο περίπλοκη κι αν είναι η δική της εσωτερική ιστορία, η οποία παίρνει «την αμαρτία του Ιεροβοάμ» με την οποία ολόκληρη η ιστορία του (βόρειου) Ισραήλ είχε καταδικαστεί, και την παρουσιάζει ως ένα αρχετυπικό σφάλμα σε ολόκληρο τον λαό, το οποίο δικαιολογεί την εξορία που έρχεται.

Έχοντας αυτό κατά νου, πρέπει να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στα χρυσά μοσχάρια του Δαν και του Μπέθελ.

Ο Ιεροβοάμ προσφέρει θυσία για το είδωλο του Jean-Honoré Fragonard, 1752

Ποιον Θεό αντιπροσώπευαν τα μοσχάρια;

Αν και έχουν γίνει προσπάθειες να ταυτιστούν τα μοσχάρια με αιγυπτιακές θεότητες βοοειδών όπως η Αθώρ και ο Άπις, με τον θεό της σελήνης Σιν ή με τον κύριο αντίπαλο του Γιαχβέ, τον Βάαλ, η μεγάλη πλειοψηφία των μελετητών πιστεύει ότι τα χρυσά μοσχάρια αντιπροσώπευαν τον ίδιο τον Γιαχβέ. Οι λόγοι για αυτό περιλαμβάνουν τα ακόλουθα (από την Ημέρα 2002, σελ. 36ff.):
  • Δεν υπάρχει καμία απόδειξη για οποιαδήποτε παράδοση που ονόμασε έναν άλλο θεό εκτός από τον Γιαχβέ ως ελευθερωτή του Ισραήλ από την Αίγυπτο.
  • Η γιορτή του Ααρών για τον εορτασμό των χρυσών μοσχαριών είναι συγκεκριμένα γιορτή για τον Γιαχβέ (Έξοδος 32:5), και η γιορτή του Ιεροβοάμ (Α ́ Βασιλέων 12:32) λέγεται ότι είναι «σαν τη γιορτή που ήταν στον Ιούδα», δηλαδή μια αντίπαλη γιορτή του Γιαχβισμού.
  • Ο γιος του Ιεροβοάμ, ο Αβιάς, έχει Γιαχβιστικό όνομα.
  • Το Σαμαριανό όστρακον 41, που χρονολογείται περίπου στην εποχή του Ιεροβοάμ Β ́, περιέχει ένα προσωπικό όνομα που σημαίνει «μοσχάρι του Γιαχβέ» ή «ο Γιαχβέ είναι μοσχάρι».
  • Ο χαναανιτικός θεός Ελ, του οποίου τα χαρακτηριστικά τελικά υποτάχθηκαν από τον Γιαχβέ, αναγνωρίστηκε ως ταύρος στα ουγκαριτικά κείμενα.
  • Οι πρώτες παραδόσεις του Ιακώβ τον συνέδεαν με το Μπέθελ, και η Αγία Γραφή αναφέρεται στον Θεό του Ιακώβ ως 'abir ya'aqob («ο Ισχυρός του Ιακώβ») που μπορεί αρχικά να έγραφε 'abbir ya'aqob, «ο ταύρος του Ιακώβ».
Επιπλέον, ακόμη και οι Γιαχβιστές στην Ιερουσαλήμ χρησιμοποίησαν εικόνες ταύρων. Η «λιωμένη θάλασσα» στο ναό (1 Kgs 7:23-26) ήταν ένα χάλκινο καζάνι που έφεραν ταύροι και συμβόλιζε την αρχέγονη θάλασσα που κατακτήθηκε από τον Γιαχβέ, τον θεό του καιρού (Keel &; Uehlinger, 1998). Η εβραϊκή του 1 Kgs 10:19 περιέγραψε αρχικά το θρόνο του Σολομώντα που στηρίζεται στο κεφάλι ενός μοσχαριού - μια περιγραφή που εξακολουθεί να είναι εμφανής στο LXX που άλλαξε από τους Μασορίτες, πιθανώς λόγω της μεταγενέστερης σύνδεσης του ταύρου με την ειδωλολατρία (Nodet, σελ. 51).

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι οι ταύροι υποτίθεται ότι ήταν «βάθρα» πάνω στα οποία ενθρονίστηκε ο αόρατος Γιαχβέ - η ίδια λειτουργία που εκτελείται από τα χερουβείμ στο καπάκι της Κιβωτού στην Ιερουσαλήμ. Ωστόσο, ο Day (όπ.π. 40) το αμφισβητεί:

Στο Ωσ. 8.6 διαβάζουμε για το μοσχάρι της Σαμάρειας ότι «Ένας εργάτης το έφτιαξε. δεν είναι ο Θεός», που είναι μια άσκοπη δήλωση, εκτός αν υπήρχαν εκείνοι που θεωρούσαν το μοσχάρι θεό.

Σύμφωνα με τον Na'aman Nadav, δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του βάθρου και του ίδιου του θεού:

Μερικοί μελετητές διαφοροποίησαν την αναπαράσταση των μοσχαριών από την ταυτότητά τους, υποστηρίζοντας ότι τα μοσχάρια ήταν βάθρα για τον αόρατο θεό και όχι θεϊκές εικόνες. Όμως... Τέτοιος διαχωρισμός δεν έγινε στη θρησκεία και τη λατρεία της αρχαίας Εγγύς Ανατολής, όπου ακόμη και η διάκριση μεταξύ θεού και εικόνας έτεινε να θολώνει. Τα μοσχάρια θεωρούνταν τόσο αγάλματα όσο και βάθρα του Γιαχβέ και οι θεόμορφες θεϊκές εικόνες ήταν μέρος της επίσημης λατρείας στο Ισραήλ. (Nadav, σελ. 332)

Μόλις γίνει κατανοητό ότι τα μοσχάρια του Ααρών και του Ιεροβοάμ ήταν εικόνες του Γιαχβέ και όχι είδωλα αντίπαλων θεών, αυτές οι ιστορίες παίρνουν πολύ διαφορετικό νόημα.

Η πολιτική της Σαμάρειας και η δευτερονομική αφήγηση

Η ιστορία των μεταρρυθμίσεων του Ιεροβοάμ φαίνεται να είναι πολιτική. Ιδρύει νέους ναούς, νέους βωμούς και ένα νέο ιερατείο, έτσι ώστε οι Ισραηλίτες να μπορούν να συνεχίσουν να λατρεύουν τον Γιαχβέ χωρίς να χρειάζεται να επισκεφθούν την Ιερουσαλήμ. Τα ίδια τα χρυσά μοσχάρια χρησίμευαν ως εικόνες του Γιαχβέ στο Μπέθελ και του πιο μακρινού Δαν.

Για τον Δευτερονομιστή συγγραφέα, του οποίου πρωταρχικό μέλημα ήταν η κεντρική θέση της Ιερουσαλήμ και η κατάλληλη λατρεία του Γιαχβέ, οι ενέργειες του Ιεροβοάμ ήταν απαράδεκτες. Στο 1 Βασιλέων 14, ο προφήτης Αχίας εκδίδει χρησμό καταστροφής εναντίον του οίκου του Ιεροβοάμ, απαριθμώντας τις «λιωμένες εικόνες» μεταξύ των κυριότερων αμαρτιών του. Οι «αμαρτίες του Ιεροβοάμ» προσδιορίζονται επίσης ρητά ως η κατασκευή των χρυσών μοσχαριών στο εδάφιο 2 Βασιλέων 10:29.

Αλλά υπάρχουν κάποιες ρωγμές στην αφήγηση. Το αμέσως επόμενο κεφάλαιο (1 Βασιλέων 13) αφηγείται την παράξενη ιστορία ενός προφήτη του Γιαχβέ από τον Ιούδα που έρχεται στο Μπέθελ για να καταγγείλει τον Ιεροβοάμ και το θυσιαστήριο. Ωστόσο, δεν υπάρχει καταδίκη των χρυσών μοσχαριών σε αυτό το επεισόδιο.

Ο Ηλίας, το μεγαλύτερο παράδειγμα πιστού προφήτη στην Αγία Γραφή, είχε την έδρα του στο βόρειο βασίλειο. Στο 1 Βασιλέων συμμετέχει με ζήλο στην εξόντωση των ιερέων του Βάαλ. Ωστόσο, ποτέ δεν προβάλλει καμία αντίρρηση για τα χρυσά μοσχάρια. Ακόμη και η ανάληψή του στον ουρανό γίνεται με την ευκαιρία μιας επίσκεψης στο Μπέθελ, ενώ μια μεγάλη ομάδα ιερέων του Γιαχβέ από το Μπέθελ τον περιμένει (Β' Βασιλέων 2). Παρόμοια, ο διάδοχός του, ο Ελισσαιέ, ο οποίος δραστηριοποιείται μέσα και γύρω από το Μπέθελ, δεν προβάλλει αντιρρήσεις για το χρυσό μοσχάρι στη διάρκεια της προφητικής σταδιοδρομίας του.

Υπάρχει επίσης ένταση στην ιστορία του βασιλιά Ιηού, ο οποίος, από πίστη στον Γιαχβέ, καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για να σφάξει όλους τους ιερείς του Βάαλ στο Ισραήλ. Στο εδάφιο 2 Βασιλέων 10:30, ο Γιαχβέ απευθύνεται απευθείας στον Ιηού και υπόσχεται ότι οι απόγονοί του μέχρι την τέταρτη γενιά θα καθίσουν στο θρόνο του Ισραήλ επειδή έκανε «ό,τι ήταν γραμμένο στα μάτια [του Γιαχβέ]». Αλλά στο αμέσως επόμενο εδάφιο, σπεύδει να προσθέσει ότι «δεν απομακρύνθηκε από τις αμαρτίες του Ιεροβοάμ».

Κάποιος αρχίζει να παίρνει την ιδέα ότι το θέμα του χρυσού μοσχαριού και οι επαναλαμβανόμενες αναφορές στις «αμαρτίες του Ιεροβοάμ» δεν ταιριάζουν καλά στην περιβάλλουσα αφήγηση και θα μπορούσαν ακόμη και να είναι παρεμβολές από έναν μεταγενέστερο ηθοποιό.

Οι αποδείξεις από τον Ωσηέ

Ο προφήτης Ωσηέ υποτίθεται ότι έζησε στις τελευταίες δεκαετίες της μοναρχίας στο Ισραήλ (Σαμάρεια) - κατά την εποχή των χρυσών μοσχαριών - και το βιβλίο του Ωσηέ υποτίθεται ότι περιέχει χρησμούς και γραπτά από αυτόν ή τους οπαδούς του. Ωστόσο, έχει διατηρηθεί από τους Ιουδαίους γραμματείς για τους Ιουδαίους αναγνώστες, και έχει αναθεωρηθεί σε μεγάλο βαθμό και αλλοιωθεί, καθιστώντας δύσκολη την ερμηνεία. Παρ 'όλα αυτά, υπάρχουν μερικά αποσπάσματα ενδιαφέροντος σχετικά με τα χρυσά μοσχάρια.

Τα εδάφια Ωσηέ 10:5–6 στο σχόλιο του Φράνσις Λάντυ αναφέρουν:

Για τα μοσχάρια της Βηθ-ξύπνησε ο κάτοικος της Σαμάρειας δείχνει τρόμο. Γιατί ο λαός του θρηνεί γι' αυτόν, και οι ειδωλολάτρες ιερείς του χαίρονται/θρηνούν γι' αυτόν και για τη δόξα του, γιατί έχει εξοριστεί από αυτόν. Επίσης, έχει μεταφερθεί στην Ασσυρία, ως δώρο για τον βασιλιά Αμφισβητούμενο. ντροπή κερδίζει ο Εφραίμ. Το Ισραήλ είναι αμήχανο εξαιτίας της πολιτικής του.

Το «αυτός» σε αυτά τα εδάφια φαίνεται να είναι το μοσχάρι, αλλά ο στίχος 5 αναφέρεται σε «μοσχάρια» στον πληθυντικό, κάτι που δεν συμφωνεί με την ιστορία των Βασιλέων. Αποκαλεί επίσης το Μπέθελ με διαφορετικό όνομα (πιθανώς μια συκοφαντία που σημαίνει «οίκος της τρέλας» — έτσι Landy σ. 146), και προϋποθέτει την κατάκτηση του Ισραήλ από την Ασσυρία το 722 π.Χ. ως παρελθοντικό γεγονός, οπότε δεν μπορεί να είναι προ-εξόριστο στη σημερινή του μορφή. (Να γνωρίζετε ότι αυτά τα εδάφια είναι εξαιρετικά διφορούμενα και ποικίλλουν πολύ ανάλογα με τη μετάφραση.)

Ένα παράλληλο χωρίο στο Ωσηέ 8 αναφέρει το «μοσχάρι της Σαμάρειας» και το περιγράφει ως σπασμένο σε κομμάτια αντί να γίνει λάφυρο για τον Ασσύριο βασιλιά. 1 Βασιλέων 12 δεν κάνει καμία αναφορά σε μοσχάρι στην πόλη της Σαμάρειας, έτσι δεν είναι σαφές αν ο Ωσηέ αναφέρεται σε ένα άλλο (τρίτο;) μοσχάρι εδώ. Αν η Σαμάρεια προορίζεται να αντιπροσωπεύσει ολόκληρο το βασίλειο, είναι δύσκολο να συμβιβαστεί με το εδάφιο 10:5, το οποίο περιγράφει πολλά μοσχάρια στο Μπέθελ, και το εδάφιο 1 Βασιλέων 12, το οποίο περιγράφει ένα στο Μπέθελ και ένα στη Δαν.

Είναι ενδιαφέρον ότι ο Ωσηέ μας κάνει έναν πλήρη κύκλο, επειδή το κεφάλαιο 12 αφορά μια πρώιμη εκδοχή της παράδοσης της εξόδου – μια εκδοχή χωρίς υποδούλωση, πληγές, θαλάσσιο πέρασμα ή άλλα γεγονότα που σχετίζονται με την εκδοχή που αναφέρεται στο βιβλίο της Εξόδου. Σύμφωνα με τον Römer, τον de Pury και άλλους, ο Ισραήλ/Σαμάρεια είχε δύο ανταγωνιστικές παραδόσεις καταγωγής εκείνη την εποχή: μια ιστορία αιγυπτιακής καταγωγής και μια παράδοση του Ιακώβ επικεντρωμένη στο Μπέθελ. Ο Ωσηέ περιγράφει τον Ιακώβ με αρνητικούς όρους ως απατεώνα (ένα χαρακτηριστικό που μετατρέπεται σε θετικό χαρακτηριστικό από τους μεταγενέστερους συγγραφείς της Γένεσης) και προωθεί αντ' αυτού την αιγυπτιακή άποψη (Römer, σελ. 306-307). Γι' αυτόν, ο Γιαχβέ είναι ένας Αιγύπτιος θεός:

Είμαι ο Γιαχβέ ο Θεός σου από τη γη της Αιγύπτου. Θα σας κάνω να ζήσετε ξανά σε σκηνές, όπως στις ημέρες του καθορισμένου φεστιβάλ. (Ωσηέ 12:9)

Αυτά τα θέματα επαναλαμβάνονται στην ιστορία της ανόδου του Ιεροβοάμ στη βασιλεία στο 1 Βασιλέων 12:

Στις σκηνές σου, ω Ισραήλ! (1 Βασιλέων 12:16βγ)

«Ιδού οι θεοί σου, ω Ισραήλ, που σε ανέθρεψαν από τη γη της Αιγύπτου». (1 Βασιλέων 12:28γ)

Στην πραγματικότητα, τόσο το 1 Kings όσο και το Exodus φαίνεται να βασίζονται στην παράδοση που ενστερνίζεται ο Hosea, αλλά με διαφορετικούς τρόπους.

Ανταγωνιστικά ιερατικά τάγματα

Ένα πολύ σημαντικό κοινό στοιχείο μεταξύ των περιστατικών του Χρυσού Μόσχου της Εξόδου και του 1 Βασιλέων είναι η υπονοούμενη διαμάχη σχετικά με τους Λευίτες και τους μη Λευίτες ιερείς.

Η ανάπτυξη των ιερατείων του Ισραήλ και του Ιούδα δεν είναι πλήρως κατανοητή. Πολλές διαφορετικές τάξεις ή ομάδες ιερέων αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη – κυρίως οι Λευίτες, οι Ααρωνίδες και οι Ζαδοκίτες. Αν και μερικές γενεαλογίες δίνουν καταγωγή από τον Ααρών και τον Ζαντόκ Λευίτη, αυτές θεωρούνται γενικά ως όψιμες εφευρέσεις.

Πρέπει να είναι σημαντικό ότι στο 1 Βασιλέων 12, μία από τις αμαρτίες του Ιεροβοάμ είναι η αντικατάσταση των Λευιτών με ένα νέο (ανώνυμο) ιερατείο. Η ιστορία της Εξόδου, εν τω μεταξύ, φαίνεται να παρέχει έναν θεμελιώδη μύθο για τους Λευίτες. Με τη σφαγή των Ισραηλιτών από εκδίκηση για τη λατρεία των μοσχαριών χειροτονούνται από τον Γιαχβέ ως ιερείς του. Ο ρόλος του Ααρών είναι περίπλοκος. Φαίνεται να λειτουργεί ως αρχηγός της λατρείας των μοσχαριών, αλλά προσωπικά αποφεύγει τις συνέπειες.

Τα εδάφια Κριτές 20:27-28 κατονομάζουν ρητά τον ιερέα της Βαιθήλ ως Ααρωνίδη (Φινέα, εγγονό του Ααρών), πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη ότι οι μη Λευίτες ιερείς που διορίστηκαν στο Μπέθελ και σε άλλους λατρευτικούς τόπους 1 Βασιλέων 12 θεωρούνται επίσης Ααρωνίδες. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε, λοιπόν, γιατί η ευθύνη γι' αυτή την αίρεση θα αποδιδόταν στον Ααρών στην Έξοδο 32. Η Έξοδος στο σύνολό της, ωστόσο, περιέχει πολλά χωρία που αποδίδονται στον φιλο-Ααρών ιερατικό συγγραφέα, και αυτό εγείρει το ερώτημα πώς μια τέτοια ιστορία θα μπορούσε να επιβιώσει στην Πεντάτευχο.

Ο James Watts (2011) προτείνει ότι, όπως διαβάζεται τώρα, η ιστορία των μοσχαριών στο Ex. 32 προσπαθεί να απενοχοποιήσει τον Aaron και να κατηγορήσει τους ανθρώπους στη θέση του. Σημειώνει επίσης την απουσία του Ααρών σε αναφορές στην ιστορία του Χρυσού Μόσχου στο Δευτ. 33, στον Ψαλμό 106 και στον Νεεμία 9.

Έχει επίσης προταθεί ότι το ιερατείο των Ααρωνιδών στο Μπέθελ επέζησε των κατακτήσεων από την Ασσυρία και τη Βαβυλώνα και ήταν τελικά υπεύθυνο για την αποκατάσταση της λατρείας στην Ιερουσαλήμ. Έτσι, η ιεροσύνη του Ααρών έπρεπε να αποκατασταθεί μεταξύ του ιουδαϊκού θρησκευτικού κατεστημένου. (Αυτό θα πρέπει να διερευνηθεί διεξοδικότερα σε άλλο άρθρο.)

Αυτή η άποψη δεν είναι χωρίς προβλήματα. Υπάρχουν πολύ λίγες αναφορές στον Ααρών οπουδήποτε στο DH (συμπεριλαμβανομένου του Δευτερονομίου), και αυτές οι λίγες που βρίσκουμε συχνά φαίνεται να είναι μεταγενέστερες παρεμβολές από έναν ιερατικό συγγραφέα, συμπεριλαμβανομένων των προαναφερθέντων Κριτών 20 που αναφέρουν. Υπήρχαν πράγματι οι ιερείς του Ααρών κατά την πρώτη περίοδο του ναού ή έχουν ανατραπεί στο παρελθόν του Ισραήλ από μεταεξόριστους συγγραφείς;

Η Συμβατική Επιστημονική Άποψη των Χρυσών Μοσχαριών του Ιεροβοάμ

Η συμβατική άποψη που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, λοιπόν, φαίνεται να είναι η εξής: Ο Ιεροβοάμ Α ́ εισήγαγε καινοτομίες στη λατρεία του Γιαχβέ, συμπεριλαμβανομένης της εγκατάστασης ειδώλων μόσχων στη Βαιθήλ και τη Δαν και μιας νέας ιερατικής δυναστείας γνωστής ως Ααρωνίδες, για να απομακρύνει τον Ισραήλ από τη θρησκευτική επιρροή της Ιερουσαλήμ.

Οι φιλο-Ιουδαίοι Δευτερονομιστές εξοργίστηκαν και απεικόνισαν αυτή την αίρεση – την απόρριψη της θρησκευτικής εξουσίας της Ιερουσαλήμ – ως την έσχατη αμαρτία που οδήγησε στην κατάκτηση του Ισραήλ. Οι συγγραφείς του Exodus² προσάρμοσαν την ιστορία στο 1 Kings, κατηγορώντας τη λατρεία του χρυσού μοσχαριού και για την εξορία του Ιούδα. Παρά την πολεμική στάση που έχουν πάρει αυτοί οι μεταγενέστεροι συγγραφείς απέναντι στα χρυσά μοσχάρια, δεν συνδέονται ποτέ με τη λατρεία άλλων θεών και οι σύγχρονοι θιασώτες του Γιαχβέ (π.χ. ο Ηλίας και ο Ελισσαιέ) φαίνεται να τους έχουν αποδεχτεί.

Η αρχαιολογία αναστατώνει το Applecart

Η άποψη που περιγράφηκε παραπάνω θεωρεί δεδομένη την ιστορικότητα μεγάλου μέρους του DH και νέες αρχαιολογικές μελέτες απαιτούν από εμάς να επανεκτιμήσουμε 1 Βασιλείς για άλλη μια φορά. Μερικά από τα προβλήματά του είναι τα εξής:
  1. Η χρονολόγηση του 1 Βασιλέων τοποθετεί τον Ιεροβοάμ Α ́, τον υποτιθέμενο ιδρυτή του βασιλείου του Ισραήλ (Σαμάρεια), στα τέλη του 10ου αιώνα, πρώιμη Εποχή του Σιδήρου IIA. Ωστόσο, ο Eran Arie συμπεραίνει, σε μια πρόσφατη ανάλυση όλων των δημοσιευμένων αποτελεσμάτων από περίπου 30 χρόνια ανασκαφών στο Dan, ότι ο χώρος ήταν ακατοίκητος εκείνη την εποχή. Η ανακατασκευή των στοιχείων δείχνει ότι ο Δαν χτίστηκε στα τέλη του 9ου αιώνα από τον Αζαήλ, τον βασιλιά των Αραμαίων. Ο βασιλιάς Ιωάς κατέκτησε το Δαν για τον Ισραήλ στις αρχές του 8ου αιώνα και «το αποκορύφωμά του συνέβη κατά τη διάρκεια της μακράς και σταθερής βασιλείας του Ιεροβοάμ Β ́» (σ. 37).
  2. Μια άσχετη μελέτη των Finkelstein και Singer-Avitz (2009) δείχνει ότι το Μπέθελ ήταν επίσης ακατοίκητο —ή, στην καλύτερη περίπτωση, ένας «μικρός, πολύ πενιχρός οικισμός»— την εποχή του βασιλιά Ιεροβοάμ Α ́. Η περιοχή άρχισε να ευημερεί ως σημαντικός οικισμός μόνο τον 8ο αιώνα, περίπου την εποχή του Ιεροβοάμ Β '.
  3. Ο Juha Pakkala (1999), αφού εξέτασε την εικονογραφία και τα θρησκευτικά αντικείμενα της βόρειας Χαναάν / Ισραήλ, λέει ότι τα αρχαιολογικά στοιχεία για την προ-εξόριστη θρησκεία του Ισραήλ δεν συμφωνούν με αυτό που διαβάζουμε τώρα στο DH. Για παράδειγμα, οι μορφές βοοειδών είναι σπάνιες μέχρι την Εποχή του Σιδήρου IIC, όταν το βασίλειο του Ισραήλ είχε ήδη πάψει να υπάρχει, και εμφανίζονται κυρίως στον Ιούδα. Ο Pakkala δηλώνει ωμά ότι «το μοσχάρι του Ιεροβοάμ... δεν υποστηρίζεται από την αρχαιολογία» (σ. 210). Αντίθετα, σημαντικά θέματα στο αρχαιολογικό υλικό του Ισραήλ της Εποχής του Σιδήρου (ζώα, άλογα, σεραφείμ, συμβολισμός του ήλιου κ.λπ.) απουσιάζουν ή αναφέρονται ελάχιστα στα ιστορικά κείμενα της Αγίας Γραφής. Σύμφωνα με τον Pakkala, «λαμβάνει κανείς τη γενική εντύπωση ότι οι συγγραφείς του DH δεν γνωρίζουν τη θρησκευτική κατάσταση του προ-εξόριστου Ιούδα και του Ισραήλ» (σ. 212).
Μια Νέα Επιστημονική Άποψη για τα Χρυσά Μοσχάρια του Ιεροβοάμ

Αν και μερικοί μελετητές φαίνεται να αγνοούν μακάρια την αρχαιολογική κατάσταση, άλλοι την παίρνουν στα σοβαρά. Ο Τόμας Ρέμερ, ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους λόγιους σήμερα, πιστεύει ότι, στην πραγματικότητα, ο Ιεροβοάμ Β ́ ήταν αυτός που έφτιαξε τα χρυσά μοσχάρια και ίδρυσε κέντρα λατρείας στο Μπέθελ και στο Νταν. Αυτή η πράξη έχει μεταφερθεί από βιβλικούς συντάκτες στην εποχή του Ιεροβοάμ Α ́, προκειμένου να γίνει το «προπατορικό αμάρτημα» του Βόρειου Βασιλείου (Finkelstein και Römer, σελ. 326).

Η χρονολόγηση των χρυσών μοσχαριών στον Ιεροβοάμ Β ́ συμπίπτει με την εποχή του προφήτη Ωσηέ, του οποίου οι χρησμοί παρέχουν την παλαιότερη μαρτυρία των μόσχων. Συμπίπτει επίσης με τη χρονολόγηση μιας επιγραφής στο Kuntillet 'Ajrud στο Σινά, η οποία αναφέρει «τον Γιαχβέ της Σαμάρειας και... την Ασεράχ» συνοδευόμενη από σχέδιο αρσενικού και θηλυκού με χαρακτηριστικά βοοειδών (ό.π. 328-329· επίσης Jacobs, σ. 109). Και έπειτα υπάρχει το προαναφερθέν Σαμαριανό όστρακον 41 – που χρονολογείται από την εποχή του Ιεροβοάμ Β ́ – που συνδέει τον Γιαχβέ με το μοσχάρι.

Ο Römer (2015) έχει προχωρήσει περισσότερο υποδηλώνοντας ότι ο πρώτος Jeroboam δεν υπήρχε καν. Είναι μια εφεύρεση των Δευτερονομιστών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τον ιστορικό Ιεροβοάμ (Ιεροβοάμ Β ́) ως πρότυπο για τον ιδρυτή της ισραηλιτικής μοναρχίας στη δική τους εκδοχή της ιστορίας του Ισραήλ (σελ. 49-50). Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που βιβλικοί χαρακτήρες έχουν χωριστεί από το μύθο σε πολλαπλές προσωπικότητες και δεν υπάρχει καμία εξωβιβλική βεβαίωση οποιουδήποτε Ισραηλίτη βασιλιά πριν από τον Omri, ο οποίος προφανώς ίδρυσε μια κυρίαρχη δυναστεία στη Σαμάρεια.

Ίσως ακόμη και ο Römer να είναι υπερβολικά συντηρητικός στις απόψεις του. Ο Van Seters υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι η ιστορία των χρυσών μοσχαριών του Ιεροβοάμ είναι εντελώς ανιστορική. Δεν υπάρχουν στοιχεία συγκεντρωτισμού λατρείας στην Ιερουσαλήμ πριν από τον βασιλιά Ιωσία, και έτσι ολόκληρη η ιστορία του 1 Βασιλέων 12 πρέπει να θεωρηθεί αναχρονιστική. Καταλήγει: «Η ιστορία του Ιεροβοάμ και των χρυσών μοσχαριών είναι τόσο βαθιά αναχρονιστική και προπαγανδιστική που πρέπει να υποψιαζόμαστε ότι είναι μια πλήρης κατασκευή». (Van Seters, σελ. 314) Ο Pakkala κατέληξε στο συμπέρασμα από μια λογοτεχνική μελέτη του 1 Kings ότι όλες οι αναφορές στους ταύρους ήταν μεταγενέστερες εισαγωγές στην αφήγηση, όπως υπαινίχθηκα παραπάνω (Pakkala 2008).

Συμπέρασμα

Νιώθω σαν να έχω μόλις ξύσει την επιφάνεια του περιστατικού του Χρυσού Μοσχαριού. Κάθε πτυχή των δύο ιστοριών διασταυρώνεται με άλλα περίπλοκα ζητήματα που χρειάζονται επίλυση. Ωστόσο, στο σημείο αυτό, θα ήθελα να διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
  • Σε κάποιο σημείο της ιστορίας του Ισραήλ, ο Γιαχβέ πιθανότατα λατρευόταν ως φιγούρα ταύρου. Αυτό μπορεί να έχει αναπτυχθεί από προηγούμενες χαναανιτικές παραδόσεις που συνδέουν πρώτα τον Ελ και μετά τον Βάαλ με τον ταύρο.
  • Οι διάφοροι ναοί και λατρευτικοί θεσμοί του Ισραήλ (το βόρειο βασίλειο) κατανοήθηκαν, αν και αναχρονιστικά, ως διαστροφές της κανονικής λατρείας του Γιαχβέ στην Ιερουσαλήμ από τους Δευτερονομιστές συγγραφείς.
  • Ένας σημαντικός ναός του Γιαχβέ πιθανότατα υπήρχε στο Μπέθελ κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιεροβοάμ Β ́ και των διαδόχων του. Ένα ή περισσότερα χρυσά αγάλματα μοσχαριών μπορεί να συμμετείχαν στη λατρεία του Γιαχβέ στο Ισραήλ, ανάλογα με το τι κάνουμε για τις αναφορές στον Ωσηέ.
  • Επίσης, γύρω στην εποχή του Ιεροβοάμ Β ́, το Ισραήλ είχε αναπτύξει μια παράδοση αιγυπτιακής προέλευσης για τον εαυτό του και τον Γιαχβέ, προφανώς σε ανταγωνισμό με μια παράδοση που περιελάμβανε τον Ιακώβ ως ιδρυτική φιγούρα.
  • Οι Ιουδαίοι Δευτερονομιστές απεικόνισαν τη μοναρχία του Ισραήλ ως κακή από την έναρξή της, κατηγορώντας τους ετερόδοξους λατρευτικούς τόπους, το ιερατείο και τις γιορτές της στον θρυλικό ιδρυτή της μοναρχίας, Ιεροβοάμ Α ́ - ο οποίος μπορεί να ήταν μια εφεύρεση βασισμένη στον Ιεροβοάμ Β ́. Σε κάποιο σημείο, η λατρεία του χρυσού μοσχαριού και η σύνδεσή του με την Αίγυπτο έγινε ένας συγκεκριμένος τόπος για αυτόν τον χλευασμό, αν και τέτοιες αναφορές βρίσκονται σε ένταση με άλλες ιστορίες στους 1-2 Βασιλείς και μπορεί να είναι μεταγενέστερες παρεμβολές.
  • Ο εξόριστος ή μετα-εξόριστος Ιούδας υιοθέτησε τελικά τα ισραηλιτικά έθιμα και την παράδοση αιγυπτιακής προέλευσης, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να εξωραΐσουν και να εδραιώσουν τη λατρευτική προέλευση του θρησκευτικού κατεστημένου και του ιερατείου της Ιερουσαλήμ. Η αίρεση του χρυσού μοσχαριού χρησιμοποιήθηκε από τους συγγραφείς της Εξόδου ως πρότυπο για μια νέα ιστορία σχετικά με την αποστασία του Ισραήλ στην έρημο, χρησιμοποιώντας το 1 Kings ως λογοτεχνική πηγή.
  • Η γενική έλλειψη συμφωνίας μεταξύ των βιβλικών αφηγήσεων και των αρχαιολογικών στοιχείων καθιστά δύσκολο να καθοριστεί ένα ιστορικό πλαίσιο για την ερμηνεία αυτών των περικοπών με εμπιστοσύνη.
Υποσημειώσεις
  • Γενικότερα, η βασική αφήγηση της DH, η οποία εκτείνεται από το Δευτερονόμιο έως τους 2 Βασιλείς, γίνεται συνήθως κατανοητή από τους σύγχρονους μελετητές ως ένα παλαιότερο έργο στο οποίο προστέθηκε η Τετράτευχος (Γένεση μέσω Αριθμών).
  • Για αυτό το άρθρο, αγνοώ το ζήτημα του αν η πιο σύντομη αφήγηση στο Δευτ. 9 προηγήθηκε της πληρέστερης έκδοσης στην Έξοδο, όπως φαίνεται πιθανό.
Βιβλιογραφία

Wyatt, "Των μόσχων και των βασιλιάδων: η χαναανιτική διάσταση στη θρησκεία του Ισραήλ", SJOT 6 (1992).

John Day, Ο Γιαχβέ και οι Θεοί και οι Θεές της Χαναάν, 2002.

Μωυσής Aberbach και Leivy Smolar, "Aaron, Jeroboam, and the Golden Calves", Journal of Biblical Literature (1967) 86 (2).

Othmar Keel &; Christoph Uehlinger, Θεοί, θεές και εικόνες του Θεού στο αρχαίο Ισραήλ, 1998.

Étienne Nodet, "Το κείμενο των 1-2 βασιλέων που χρησιμοποίησε ο Ιώσηπος", Τα βιβλία των βασιλέων (SVT 129).

Na'aman Nadav, Ιστορία και ιστοριογραφία του αρχαίου Ισραήλ: Η πρώτη περίοδος του ναού, 2006.

Francis Landy, Hosea, Δεύτερη έκδοση (Αναγνώσεις: Ένα νέο βιβλικό σχόλιο), 2011.

Römer, «Η αποκάλυψη του θεϊκού ονόματος στον Μωυσή και η κατασκευή μιας μνήμης...», Η έξοδος του Ισραήλ σε διεπιστημονική προοπτική: κείμενο, αρχαιολογία, πολιτισμός και γεωεπιστήμη.

James W. Watts, "Ο Ααρών και ο χρυσός μόσχος στη ρητορική της Πεντατεύχου", JBL 130/3 (2011)

Arie, Eran, "Rethinking the Iron Age II Strata at Tel Dan: Archaeological and Historical Implications", Τελ Αβίβ 35: 6–64 (2008).

Finkelstein και Singer-Avitz, "Reassessing Bethel", ZDPV 125 (2009).

Juha Pakkala, Η μισαλλόδοξη μονολατρία στην ιστορία του Δευτερονομίσματος, 1999.

Finkelstein και Römer, "Comments on the Historical Background of the Jacob Narrative in Genesis", ZAW 126/3 (2014), σ. 326.

Paul F. Jacobs, "Cows of Bashan": A Note on the Interpretation of Amos 4:1, JBL 104/1.

Römer, "D'Abraham à la conquête. L'Hexateuque et l'histoire d'Israël et de Juda", Recherches de Science Religieuse 103/1, 2015.

Van Seters, In Search of History, (1983) σ. 314.

Juha Pakkala, "Jeroboam χωρίς ταύρους", ZAW 120 (2008).