Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025

Η θεραπεία της ψυχής στο άβατο του Ασκληπιού

«ΣΩΤΗΡ ΤΩΝ ΟΛΩΝ ΚΑΙ ΦΥΛΑΞ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ»

Ασκληπιός: Τρυφερός θεραπευτής

Ο Ασκληπιός είναι ο θεοποιημένος θνητός της Ελληνικής Αρχαιότητας, γνωστός και αγαπημένος για την ιατρική του τέχνη που πρόσφερε στους συνανθρώπους του ακούραστα.

Το πρόσωπο του όπως παρουσιάζεται στα κλασσικά γλυπτά ακτινοβολεί συμπόνια σοφία ευγένεια και κατανόηση. Ήταν όμορφος, γλυκός ήπιος. Αγαπούσε τους θνητούς και αγαπήθηκε από αυτούς.

Σύμφωνα με τον Πίνδαρο ήταν ο πιο ευγενής και τρυφερός δωρητής της απάλειψης του πόνου και της προσφοράς υγείας, λέγεται δε πως επιτελούσε θεραπεία με λόγια που μπορούσαν να ανακουφίζουν τις βασανισμένες ψυχές των ανθρώπων. Μάλιστα, λέγεται ότι ήταν τόσο καλός στην ιατρική του τέχνη που έχει φέρει πίσω ανθρώπους από τον θάνατο. Τότε ο Άδης φοβούμενος μην χάσει «την πελατεία» του ζήτησε από τον Δία να βάλει τάξη, ο οποίος κεραυνοβόλησε και θανάτωσε τον Ασκληπιό.

Τόση μεγάλη ήταν η πίστη στον Θεό Ασκληπιό, ώστε τον ονόμαζαν «Σωτήρα» όπως αυτός αναγραφόταν σε νομίσματα και επιγραφές, αλλά και σε διάφορες πραγματείες περί αυτού. Από τον ρήτορα Αριστείδη λεγόταν για τον Ασκληπιό: «ό το πάν άγων και νέμων σωτήρ των όλων και φύλαξ των αθανάτων».

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Ασκληπιός ήταν ένας θνητός και γενέτειρα του ήταν η Τρίκκη (Τρίκαλα Θεσσαλίας). Δεν ήταν ένας τυχαίος θνητός, αλλά ένας ηγεμόνας της Θεσσαλίας. Όλη η οικογένεια του, και φυσικά και ο ίδιος, συνδέονταν με την Ιατρική. Οι γιοι του, Μαχάονας και Ποδαλείριος, ήταν δεινοί θεραπευτές. Ο Μαχάονας, σύμφωνα με την προφορική παράδοση του Ομήρου, θεράπευσε τον Μενέλαο, όταν ο τελευταίος είχε τραυματιστεί σε μάχη κατά τον τρωικό πόλεμο, από το βέλος ενός Τρώα πολεμιστή.

Η σύζυγος του Ασκληπιού, Επιόνη, ανακούφιζε τον πόνο, η κόρη του, Υγεία, ήταν η θεά της υγείας, η κόρη του Πανάκεια, αντιπροσώπευε την ίαση και ο γιος του, Τελεσφόρος, την ανάρρωση. Πολύ αργότερα, ο Ασκληπιός γίνεται ήρωας και ημίθεος, ώστε αποκτά αμιγή θεϊκή υπόσταση μόνο τον 5ο π.Χ. αιώνα.

Κατόπιν της θεοποίησης του, φέρεται να γεννήθηκε από αθάνατο πατέρα και θνητή μητέρα. Ο Απόλλων ο θεός του φωτός, της ιατρικής και της μουσικής ερωτεύτηκε την Κορωνίδα, πριγκίπισσα της Θεσσαλίας.

Από τον ερωτά τους συνελήφθη ο Ασκληπιός, η Κορωνίδα όμως σύνηψε άλλη σχέση κατά την εγκυμοσύνη της και ο θυμωμένος θεός διέταξε την αδερφή του Αρτέμιδα να σκοτώσει την Κορωνίδα με τα χρυσά της βέλη, την τελευταία όμως στιγμή, έσωσε το μωρό το οποίο γεννήθηκε στο Δώτιο πεδίο. Ο Απόλλων έδωσε το όνομα Ασκληπιός στο βρέφος και το παρέδωσε στον Κένταυρο Χείρωνας στο Πήλιο.

Ο Χείρων του μετέδωσε όλη τη γνώση γύρω από την θεραπευτική, τα βότανα και τα θεραπευτικά ιάματα, αλλά γρήγορα ο Ασκληπιός προχώρησε ακόμη πιο πέρα στην θεραπευτική τέχνη προσφέροντας ενορατική ενδοσκόπηση και θεραπευτικά όνειρα στους θνητούς.

Στην παχιοχώματη, αλογοτροφούσα θεσσαλική γη, στα ορεινά ρυάκια και τις σπηλίες της μπορούμε να ανιχνεύσουμε το αιώνιο πνεύμα του Ασκληπιού. Μετά τον θάνατο του ο Ασκληπιός τιμήθηκε εξαιρετικά από τους ανθρώπους και αποθεώθηκε.

Μετά την άνοδο του στον Όλυμπο, οι θεραπευτικές δυνάμεις του Ασκληπιού εξαπλώθηκαν ακόμη περισσότερο. Άνθρωποι από όλο τον γνωστό τότε κόσμο επισκέπτονταν τα ιερά του («τα Ασκληπιεία»), αναζητώντας θεραπεία κυρίως μέσω των ονείρων.

Ασκληπιεία

Γύρω στα 300 Ασκληπιεία αναπτύχθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα, κτισμένα σε προνομιούχες από φυσικής απόψεως θέσεις, κυρίως κοντά σε τρέχοντα νερά και ιαματικές πηγές.

Τα πιο σημαντικά από αυτά:

Το Ασκληπιείο Της Τρίκκης (Τρίκαλα Θεσσαλίας), το Ασκληπιείο της Τιτάνης στην Σικυωνία, της Τιθορέας στην Φωκίδα, της Κω, των Αθηνών, Κνίδου Κεγχρεών, Μεγαλούπολης, Κυλλήνης, Δήλου, Ρόδου, Μήλου, Πειραιά, Κορίνθου.

Ήταν δομημένα ως ολόκληρα κτιριακά συγκροτήματα, περιλαμβάνοντας ναούς, μυστηριακούς χώρους, χώρους “εγκοίμησης”, κατοικίες και ξενώνες, γυμναστήρια και λουτρά, πολιτιστικά κέντρα, όπως τα θέατρα.

Συνεπώς, τα Ασκληπιεία ήταν εστίες πολιτισμού. Στον χώρο διεξάγονταν ακόμη και αγώνες. Σήμερα σώζονται καλύτερα τα Ασκληπιεία της Επιδαύρου και της Κω.

Το σημαντικότερο ιερό του στην Επίδαυρο λειτούργησε από το 600 π.X. μέχρι και το 300 μ.X. Η δε θεραπευτική του παράδοση ανάγεται ήδη στο 1300 π.X. και συνεχίζεται μέχρι τον αφανισμό της περί το 600 μ.X. εξ αιτίας του εκχριστιανισμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Εγκοίμηση

Το είδος της θεραπείας που λάμβανε χώρα στα Aσκληπιεία ονομαζόταν «Εγκοίμηση». Τα Ασκληπιεία διοικούνταν από τον πρωθιερέα, ο οποίος ήταν γιατρός και θεραπευτής. Αυτός περιστοιχιζόταν από ανθρώπους ειδικούς στις μαλάξεις (μασάζ), στη γυμναστική και σε πολλές άλλες εργασίες.

Ο ασθενής κατέφτανε, λουζόταν στα λουτρά, τον αναλάμβαναν οι φυσιοθεραπευτές, και αν μπορούσε, γυμναζόταν και υποβαλλόταν σε δίαιτα και νηστεία. Ο ασθενής περίμενε έτσι κάποιες ημέρες κάνοντας την κατάλληλη δίαιτα και διαμένοντας στους ξενώνες του Ασκληπιείου.

Η γυμναστική λάμβανε χώρα στο Γυμναστήριο. Προετοιμαζόταν και η ψυχή του ασθενούς μέσα από θρησκευτικά μουσικά ακούσματα, στο ασκληπιείο δε υπήρχε το Ωδείο.

Ο εξαγνισμός του σώματος και της ψυχής αποτελούσε την κύρια θεραπεία, σε συνδυασμό με νηστεία, γυμναστική, αν ήταν δυνατόν, και θεραπευτικά βότανα. Την κατάλληλη ημέρα, την οποία έκριναν οι ιερείς-θεραπευτές του Ασκληπιού, ο ασθενής οδηγούνταν στο Άβατον ή στον θάλαμο της Εγκοίμησης.

Το κτίριο αυτό έχει έναν τμήμα του βυθισμένο-κτισμένο μέσα στη γη. Εκεί λαμβάνει χώρα η θεραπευτική ύπνωση. Οι ιερές αίθουσες φωτίζονταν με λυχνάρια γεμίζοντας τον χώρο με μυστηριακό φως.

Κατά την είσοδο του στο Άβατον ο ασθενής οδηγείτο σε έναν στενό θάλαμο σαν μήτρα. Εκεί θα περίμενε την νύχτα ή τις νύχτες της μεγάλης προσδοκίας. Κατά την διάρκεια του ύπνου του θα λάμβανε για ένα θεραπευτικό όνειρο –σύμβολο, την ‘επιφάνεια’ του θεού. Ο θεός άγγιζε ή περιποιούταν το πάσχον σημείο ή έδινε συμβουλές.

Την επομένη ακολουθούσε η παρέμβαση των γιατρών-θεραπευτών. Αναγνώριζαν τα συμπτώματα των ασθενειών, ερμήνευαν τα σχετικά με τη νυχτερινή εμφάνιση του θεού και έκαναν την διάγνωση, για να ακολουθήσει η θεραπεία. Έτσι επιτυγχανόταν η θεραπεία. Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου είναι γεμάτο από αναθηματικές επιγραφές ευχαριστήριες και περιγραφικές της ίασης των ασθενών που θεραπεύτηκαν με την μέθοδο του Ασκληπιού.

Μέθοδος του Ασκληπιού – Ψυχοθεραπευτική οπτική

Το δόσιμό του Ασκληπιού από τον ισχυρότατο, αλλά ανεπαρκή γονέα, Απόλλωνα και με νεκρή την μητέρα άφησε ένα ανοιχτό τραύμα στον Ασκληπιό το οποίο έπρεπε να θεραπεύσει.

Το δε πλάσμα που περιέθαλψε, ανέθρεψε και καθοδήγησε τον Ασκληπιό στην ιατρική του ήταν ο Κένταυρος Χείρωνας, ο οποίος είχε την δική του πληγή. Άθελα του ο Ηρακλής τον είχε τραυματίσει κατά την σύγκρουση του με άλλους Κενταύρους για ένα αγγείο κρασί. Η πληγή του Χείρωνος δεν μπορούσε να θεραπευτεί, του προκαλούσε συνεχή πόνο.

Ο μέντορας, όπως και ο μαθητής, ήταν ένας πληγωμένος θεραπευτής. Ο θεραπευτής πρέπει να αναζητήσει την δική του θεραπεία στα θέματά του ώστε με αυτογνωσία να οδηγήσει κι άλλους στην δική τους θεραπεία.

Η μέθοδος Θεραπείας του Ασκληπιού αποτελεί στόχο και μοντέλο για κάθε ψυχοθεραπευτική εμπειρία: Με την καθοδήγηση και την μεσολάβηση του πνεύματος και συνοδεία της ψυχής, ο ικέτης βυθίζεται στην μήτρα του τραύματος, όπου εμφανίστηκε η αρχική πληγή που τώρα πυορροεί.

Εκεί ο ικέτης πρέπει να ψηλαφίσει, αποκαθάρει και εξαγνίσει. Με καθοδήγηση ο ικέτης θα βυθιστεί στην μήτρα της μητέρας Γης και μέσω της εγκοίμησης, θα λάβει την φροντίδα και το άγγιγμα της μέσω ονείρων-συμβόλων και την επιστροφή των πρωταρχικών αναζωογονητικών ενεργειών του πνεύματος.

Σε αυτή την διαδικασία βλέπουμε στοιχεία της σύγχρονης ψυχοθεραπευτικής πρακτικής. Αρχικά υπάρχει η πιεστική ανάγκη να βρεθεί θεραπεία. Ύστερα έρχεται η περίοδος φροντίδας και εξοικείωσης με το τραύμα μαζί με την προετοιμασία της ψυχής για την δύσκολη διαδικασία της ίασης.

Τέλος έρχεται το κάλεσμα για κάθοδο στο ασυνείδητο, στην μήτρα όπου το αρχικό τραύμα αναμένει θεραπεία. Ο Ασκληπιός αποσπάστηκε από την μήτρα της φονευμένης μητέρας του της Κορωνίδας. Οι ικέτες του έπρεπε να επιστρέψουν στην μήτρα της γης, ώστε να ξαναγεννηθούν μακριά από το τραύμα.

Το αρχέτυπο το Ασκληπιού ως μοντέλο ψυχοθεραπευτικής μεταμορφωτικής εμπειρίας διδάσκει ότι ο θεραπευτής θα πρέπει να γνωρίσει και περιποιηθεί το δικό του αρχικό τραύμα, να συνθέσει τα δώρα και τραύματα που του άφησαν οι δικοί του γονείς, να αναζητήσει μέντορες, να ξεπεράσει τους μέντορες του, να υποστηρίζει την καταβύθιση στην μήτρα της μητέρας γης, τόσο σαν συλλογικό ασυνείδητο, όσο και σαν φύση, να διατηρεί τον δικό του «ιερό» χώρο ανανέωσης και εσωτερικής ευθυγράμμισης.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ: Ὑπὲρ δὲ χρημάτων

Όσον αφορά δε τα χρήματα και κάποιον φανερό τρόπο εξεύρεσης τους, θα πω όσα έχω να πω, αν και γνωρίζω ότι ο λόγος μου θα φανεί παράδοξος, γιατί πιστεύω ότι αν κάποιος είναι σώφρων, θα μου αναγνωρίσει ότι μόνος εγώ έχω πει την αλήθεια και όσα πρόκειται να συμβούν. Ισχυρίζομαι λοιπόν, ότι δεν πρέπει προς το παρόν να μιλάμε για χρήματα, γιατί νομίζω ότι λεφτά υπάρχουν, και μάλιστα πολλά, τα οποία μπορούμε να εξασφαλίσουμε με νόμιμους και δίκαιους τρόπους αν παρουσιαστεί ανάγκη....

Και αν αυτά τα χρήματα τα ζητήσουμε από τώρα, θα φτάσουμε στο σημείο να νομίζουμε ότι θα μας λείψουν όταν θα τα χρειαστούμε, ενώ αντίθετα, αν πάψουμε να μιλάμε γι' αυτά, θα τα έχουμε. Ποια λοιπόν είναι τα χρήματα τα οποία τώρα μεν δεν υπάρχουν, αλλά θα υπάρξουν τότε; Αυτό αν και μοιάζει με αίνιγμα, θα το αποσαφηνίσω.

Βλέπετε άντρες Αθηναίοι, όλη αυτήν την πόλη. Σε αυτήν, υπάρχουν χρήματα που μπορούν να συγκριθούν με τα χρήματα που διαθέτουν όλες οι υπόλοιπες πόλεις μαζί. Αυτοί όμως που τα έχουν, έχουν τέτοια υποκρισία, που ακόμα και αν όλοι οι ρήτορες τους φόβιζαν ότι θα έρθει ο Βασιλιάς, ή ότι είναι ήδη εδώ, ή ότι είναι αδύνατο να αντιμετωπιστεί η επίθεση του, και ακόμα και αν πλήθος από μάντεις, τους επιβεβαίωναν όλα αυτά, όχι μόνο δε θα συνεισέφεραν τίποτε, αλλά θα έκρυβαν και θα αρνούνταν την περιουσία τους.

Αν όμως αντιληφθούν ότι όλα τα φοβερά που σας είπα θα γίνουν πραγματικότητα, κανείς δε θα είναι τόσο ηλίθιος ώστε να μη θέλει να συνεισφέρει πρώτος. Γιατί, ποιος θα προτιμήσει να καταστραφεί με ότι έχει, παρά να δώσει μέρος της περιουσίας του για να σώσει τον εαυτό του και την υπόλοιπη περιουσία του; Έτσι λοιπόν, ισχυρίζομαι ότι χρήματα θα βρεθούν όταν πραγματικά υπάρξει ανάγκη και όχι νωρίτερα. Γι' αυτό σας προτρέπω να μην τα ζητάτε τώρα. Γιατί αν η επιθυμία σας είναι να μαζέψετε χρήματα τώρα, δε θα καταφέρετε τίποτε.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΥΜΜΟΡΙΩΝ

"Ὑπὲρ δὲ χρημάτων καὶ πόρου φανεροῦ τινὸς ἤδη παράδοξον μὲν οἶδα λόγον ὃν μέλλω λέγειν, ὅμως δ’ εἰρήσεται· πιστεύω γάρ, ἐάν τις ὀρθῶς σκοπῇ, μόνος τἀληθῆ καὶ τὰ γενησόμεν’ εἰρηκὼς φανεῖσθαι. ἐγώ φημι χρῆναι μὴ λέγειν νυνὶ περὶ χρημάτων· εἶναι γὰρ πόρον, ἂν δέῃ, μέγαν καὶ καλὸν καὶ δίκαιον, ὃν ἂν μὲν ἤδη ζητῶμεν, οὐδ’ εἰς τόθ’ ὑπάρχειν ἡγησόμεθ’ ἡμῖν· οὕτω πολὺ τοῦ πορίσαι νῦν ἀποσχήσομεν· ἐὰν δ’ ἐῶμεν, ἔσται. τίς οὖν ἔσθ’ οὗτος ὁ νῦν μὲν οὐκ ὤν, ὑπάρξων δ’ εἰς τότε; αἰνίγματι γὰρ ὅμοιον τοῦτό γε. [25] ἐγὼ φράσω. ὁρᾶτε τὴν πόλιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πᾶσαν ταύτην. ἐν ταύτῃ χρήματ’ ἔνεστιν ὀλίγου δέω πρὸς ἁπάσας τὰς ἄλλας εἰπεῖν πόλεις. ταῦτα δ’ οἱ κεκτημένοι τοιοῦτον ἔχουσι νοῦν ὥστ’, εἰ πάντες οἱ λέγοντες φοβοῖεν ὡς ἥξει βασιλεύς, ὡς πάρεστιν, ὡς οὐδ’ οἷόν τε ταῦτ’ ἄλλως ἔχειν, καὶ μετὰ τῶν λεγόντων ἴσοι τὸ πλῆθος τούτοις χρησμῳδοῖεν, οὐ μόνον οὐκ ἂν εἰσενέγκαιεν, ἀλλ’ οὐδ’ ἂν δόξειαν [οὐδ’ ἂν ὁμολογήσαιεν] κεκτῆσθαι. [26] εἰ μέντοι τὰ νῦν διὰ τῶν λόγων φοβερὰ ἔργῳ πραττόμεν’ αἴσθοιντο, οὐδεὶς οὕτως ἠλίθιός ἐστιν ὅστις οὐχὶ κἂν δοίη καὶ πρῶτος εἰσενέγκαι· τίς γὰρ αἱρήσεται μᾶλλον αὐτὸς καὶ τὰ ὄντ’ ἀπολωλέναι ἢ μέρος τῶν ὄντων ὑπὲρ αὑτοῦ καὶ τῶν λοιπῶν εἰσενεγκεῖν; χρήματα μὲν δή φημ’ εἶναι τότε, ἂν ὡς ἀληθῶς δέῃ, πρότερον δ’ οὔ. διὸ μηδὲ ζητεῖν παραινῶ· ὅσα γὰρ νῦν πορίσαιτ’ ἄν, εἰ προέλοισθε πορίζειν, πλείων ἐστὶ γέλως τοῦ μηδενός. [27]"

Μαρσύας: Ο εφευρέτης του Αυλού που διαγωνίσθηκε τον Απόλλωνα

Γνωστός, όσο και τραγικός, αφού πλήρωσε με τη ζωή του το θάρρος του να παραβγεί σε μουσικό αγώνα με τον ίδιο το θεό της μουσικής Απόλλωνα. Στην Ελληνική μυθολογία ο Σιληνός Μαρσύας ήταν ένας Σάτυρος από τη Φρυγία. γιος του Ύαγνι. 

Ήταν ένας από την τριάδα των Φρυγών μουσικών, μαζί με τον Ύαγνι και τον Όλυμπο, που εισήγαγαν στην Ελλάδα τον αυλό και την αυλητική τέχνη, καθώς και τη φρυγική αρμονία...

Σύμφωνα μ' ένα μύθο που διασώθηκε ως τους κλασικούς χρόνους, ο Μαρσύας ήταν ακόμα ο εφευρέτης του αυλού· ο Πλάτων ονόμαζε τον αυλό "όργανο του Μαρσύα". Ο Μαρσύας προκάλεσε τον Θεό Απόλλωνα σε σύγκριση της μουσικής τους τέχνης.

Όταν λοιπόν ο Μαρσύας ένιωσε πως η δεξιοτεχνία του στον αυλό είχε φτάσει σε υψηλό επίπεδο, τόλμησε να καυχηθεί πως είναι τόσο καλός μουσικός όσο και ο Απόλλων -κι ακόμα καλύτερος.

Ο θεός θεώρησε τη σύγκριση υβριστική. Τόσο για την αλαζονεία ενός κατωτέρου του όντος όσο και για το ότι ο Μαρσύας ήταν αυλητής και ο αυλός δεν ήταν ακόμα αποδεκτός στην Ελλάδα ως όργανο πρωτόγονο (σε σύγκριση με τη λύρα του Απόλλωνα) και ως εκπρόσωπος της κατώτερης ασιατικής τέχνης.

Έτσι, ο Απόλλων κάλεσε τον Μαρσύα να αποδείξει την αξία του σε ένα μουσικό διαγωνισμό που έγινε στο όρος Τμώλον της Μικράς Ασίας. Κριτές ήταν ο Τμώλος υπέρ του θεού, ο Μίδας υπέρ του Μαρσύα και οι Μούσες. Οι κριτές ανακήρυξαν νικητή το θεό. Ο θεός Απόλλων για να τιμωρήσει τον στόμφο και τη αλαζονεία του ο ίδιος έδεσε αυτόν σε πεύκο και τον έγδαρε ζωντανό όπως διηγείται ο Νίκανδρος, ο Φιλόστρατος, ο Λουκιανός ή όπως αναφέρει ο Πλίνιος, και κρέμασε το δέρμα του στο άνοιγμα ενός σπηλαίου για παραδειγματισμό. ότι αυτό συνέβη στη Σκύθη.

Το αίμα του σχημάτισε τον ομώνυμο ποταμό.

Σύμφωνα, μάλιστα, με μια λεπτομέρεια του μύθου, ένας από τους κριτές του διαγωνισμού ήταν ο γνωστός, από άλλους μύθους, βασιλιάς της Φρυγίας Μίδας, ο οποίος ψήφισε υπέρ του Μαρσύα και για τιμωρία του ο θεός μετέτρεψε τα αυτιά του σε αυτιά γαϊδάρου.

Στην Αθήνα πίστευαν, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ότι το δέρμα του Μαρσύα φυλασσόταν σε σπήλαιο της Ακρόπολης πάνω από την αγορά.

Την μικρασιατική καταγωγή του Μαρσύα αποδεικνύουν πολλοί ομώνυμοι χείμαρροι και τοποθεσίες στη Μικρά Ασία. Κατά Στέφανο τον Βυζάντιο οι τότε ξεναγοί (εξηγητές) επεδείκνυαν και τον τάφο του Μαρσύα στη πόλη της Πεσσινούντος όπου λατρευόταν κυρίως η θεά Ρέα - Κυβέλη που κατά την ασιατική παράδοση ο Μαρσύας που ανακάλυψε τον αυλό συνόδευε πάντα αυτή τη θεά.
 
Εξ όλων όμως των ομώνυμων ποταμών σπουδαιότερος είναι ο Μυσίας της Φρυγίας, παραπόταμος του Μαιάνδρου, πλησίον της πόλης των Κελαινών. Εδώ όπου και η πηγή του χείμαρου Μαρσύα λέγεται ότι συνέβη ο περίφημος μουσικός διαγωνισμός όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος και ο Ξενοφών.

Λέγεται ακόμη πως η θεά Αθηνά όταν βρήκε τον αυλό και δοκίμασε να παίξει είδε τον εαυτόν της στα νερά του Μαιάνδρου με φουσκωμένα μάγουλα και το πρόσωπό της παραμορφωμένο και με βδελυγμία το απέρριψε.Ο αυλός έπεσε στη Φρυγία και τον βρήκε ο Μαρσύας.

Ο Παυσανίας (Α', 24, 1) λέει πως ένα άγαλμα της Αθηνάς δείχνει τη θεά να χτυπά το Σιληνό Μαρσύα, γιατί πήρε τους αυλούς, τους οποίους εκείνη ήθελε να ριχτούν μακριά.

Η Αθηνά και ο Μαρσύας ήταν μπρούντζινο σύμπλεγμα αγαλμάτων του Μύρωνα που ήταν στημένο στην Ακρόπολη. Μαρμάρινο αντίγραφό του φιλοξενείται στα Μουσεία του Βατικανού.

Το πρωτότυπο ήταν χάλκινο. Η Αθηνά με περικεφαλαία κρατάει δόρυ στο αριστερό, ενώ με το δεξί αφήνει να πέσει ο δίαυλος στη γη. Ο Μαρσύας έντρομος κάνει μια κίνηση πίσω πατώντας.

Ο μύθος του Μαρσύα, αν και θεωρήθηκε ως πάλη και νίκη (επικράτηση) της κιθάρας έναντι του φρυγικού αυλού και κατ' επέκταση της δωρικής ελληνικής μουσικής έναντι της φρυγικής, δεν έπαψε και να θεωρείται ότι συμβολίζει την πάλη ανάμεσα στην Απολλώνια και τη Διονυσιακή πλευρά της ανθρώπινης φύσης.

Ο μουσικός αγώνας ανάμεσα στον Απόλλωνα, που αντιπροσωπεύει το πνεύμα της αρχαίας Ελληνικής τέχνης, και στον αυλητή Μαρσύα, που συμβολίζει την υποδεέστερη (κατά την αντίληψη της εποχής) ασιατική μουσική.
 
Τελειώνει μεν με τη νίκη του Απόλλωνα και την παραδειγματική τιμωρία του Μαρσύα, αλλά στο τέλος (το 586 π.Χ.) ο περιφρονημένος αυλός καταφέρνει να πολιτογραφηθεί ως Ελληνικό όργανο στους Δελφούς, όταν ο Αργείος αυλητής Σακάδας συνέθεσε μουσικό νόμο και λυρικό άσμα και κέρδισε το πρώτο βραβείο στην εορτή των Πύθιων.

Γι' αυτό και υπάρχει μια αναθεωρημένη εκδοχή του μύθου: ο Απόλλων, μετανιωμένος για ό,τι έκανε στον Μαρσύα, κατέστρεψε "την κιθάρα του και την αρμονία" από αυτή την αρμονία, λέει ο Παυσανίας, οι Μούσες βρήκαν τη μέση, ο Λίνος τη λιχανό, ο Ορφέας και ο Θάμυρις την Υπάτη και την παρυπάτη αντίστοιχα.

Πήγε και ξεκρέμασε το δέρμα του, ώστε σιγά σιγά να ξεχαστεί το δυσάρεστο αυτό ζήτημα. Δεν τα κατάφερε όμως να σβήσει εντελώς όλα τα ίχνη. Στις παραστάσεις της αρχαίας ελληνικής τέχνης, ο Ερμής (ο δημιουργός της λύρας του Απόλλωνα) συχνά εικονίζεται να κρατά στο χέρι το «μαρσύπιον», ένα βαλάντιο (πορτοφολάκι) από δέρμα.
 
Επίσης, «μαρσύπια» και «μάρσιπους» λένε, στη στρατιωτική ορολογία, το ζεύγος των δερμάτινων σάκων εκατέρωθεν της σέλας του αλόγου, μέσα στους οποίους ο ιππέας τοποθετεί διάφορα χρήσιμα αντικείμενα είδη καθαριότητας, τρόφιμα κ.λπ.
 
Ας μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε, βέβαια, τα 140 είδη των μαρσιπορόφων θηλαστικών (marsipialia) της μακρινής Αυστραλίας.

Ένα άλλο όνομα για τον Μαρσύα ήταν Μάσσης (Πλούτ. Περί μουσ. 1133F)

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΔΙΟΓΕΝΩΝ - ΚΡΟΝΙΩΝ

Οι ανθρωποθυσίες της Κρόνιας λατρείας και η εγκατάστασή της στα (Ιερό)Σόλυμα.

Στην αυγή της «επίσημης» καταγεγραμμένης ιστορίας, δηλ. περίπου στην τέταρτη χιλιετία π.κ.ε. οι Έλληνες -αφού συνήλθαν από τις καταστροφές που τους προξένησε ο μεγάλος κατακλυσμός, ο οποίος εξαφάνισε στο βυθό του Αιγαίου τον εξελιγμένο πανάρχαιο Ελληνικό πολιτισμό της Αιγηίδος, εμφανίστηκαν ξανά στο προσκήνιο. Διοικητικό και πολιτισμικό κέντρο αναδείχθηκε τότε η Κρήτη, η οποία, στηριζόμενη στην ναυτική της υπεροπλία, επανένωσε μέσω των θαλασσίων οδών τους διεσπαρμένους σε Ευρώπη, Ασία και Β. Αφρική εναπομείναντες Έλληνες, δίνοντας ταυτόχρονα μέσω του εμπορίου την ευκαιρία για πολιτισμική αναγέννηση και των υπολοίπων λαών.

Ο ηγέτης της Κρήτης Μίνωας αναγνωρίστηκε πρώτος μεταξύ των Ελλήνων βασιλέων και ηγεμόνων. Παράλληλα ο ίδιος φρόντισε για την επέκταση της εξουσίας του και σε εδάφη μη Ελληνικά, δημιουργώντας νέες αποικίες κοντά στις πληγείσες και αδύναμες πλέον προκατακλυσμιαίες Ελληνικές εστίες της Μικράς Ασίας, της μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου, φθάνοντας ακόμα και μέχρι την Ιρλανδία σύμφωνα με Ιρλανδικές παραδόσεις των Δρυΐδων.

Παρά την προσπάθεια του Μίνωα να ενδυναμώσει τον Ελληνισμό, από νωρίς εκδηλώθηκε έντονη συνωμοτική αντίδραση και αντίσταση στο έργο του. Αυτή προέρχονταν από τους οπαδούς της παλαιάς Κρόνιας τυραννίας, η οποία είχε ηττηθεί στον πόλεμο του Δία κατά των υιών του Κρόνου Τιτάνων (Τιτανομαχία). Οι Κρόνιοι μεταξύ άλλων ευθύνονται και για τον παγκόσμιο-εμφύλιο πόλεμο Αιγαίων και Ατλάντων το 9.500 π.κ.ε η χρονολογία αυτή δίνεται από τον Πλάτωνα στον «Τίμαιο». Ο πόλεμος αυτός είχε λήξει με την ήττα και καταστροφή της Κρόνιας Ατλαντίδος.

Αν και είχαν νικηθεί κατά κράτος από τις Διογενείς δυνάμεις, οι λειτουργοί και οπαδοί του Κρόνου συνέχισαν να αντιμάχονται «υπογείως» όσους βίωναν και εξάπλωναν την κοσμοθεωρία που είχε εγκαθιδρύσει ο Ζευς ως οικουμενικός βασιλέας. Η ιδεολογία του Διός κατά την πάροδο των αιώνων εξελίχθηκε, για να καταλήξει σε ότι ονομάζουμε σήμερα Ελληνισμός.

Ο Μίνως λοιπόν σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα ήταν ένας ηγέτης που άνηκε στο στρατόπεδο των Διογενών, όπως μαρτυρεί και ο Όμηρος (Οδύσσεια, ραψωδία τ, στοίχος 179): «Πόλη μεγάλη είναι η Κνωσός της Κρήτης, όπου ο Μίνωας, του Δία συνομιλητής, βασίλευε εννέα χρόνια». Άρα ο Μίνως, και λόγω αξιώματος, ήταν ο κυριότερος εχθρός των Κρονίων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνη η περίοδος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η εποχή της μεγάλης σύγχυσης, εφ’ όσον ο κόσμος είχε προέλθει από μία παγκόσμια καταστροφή.

Φυσικά στο επίκεντρο του προβλήματος βρίσκονταν η ανθρωπότητα, που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά από περίπου 4 χιλιετίες ημιάγριας κατάστασης. Ωστόσο καθ΄ όλη την μακρά αυτή περίοδο βαρβαρότητας η απαραίτητη σπερματική γνώση (μαγιά) για την παλινόρθωση του πολιτισμού είχε σωθεί από τα ιερατεία του Διός στις βιβλιοθήκες των ναών, όπως ομολογεί στον Τίμαιο του Πλάτωνας ο αιγύπτιος ιερέας Σόγχιτος απευθυνόμενος στον Σόλωνα.

Οι Κρόνιοι από την άλλη μεριά δεν παρέδωσαν τα όπλα.

Προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το χάος που επικράτησε εξαιτίας του κατακλυσμού, ώστε να επιβάλουν δια της πλαγίας οδού (δηλ. μέσω της θρησκείας) την τυραννία τους στους δυστυχείς ανθρώπους. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της Κρόνιας λατρείας ήταν οι ανθρωποθυσίες, και αυτή είναι μία πληροφορία που την αντλούμε από τον Πλούταρχο. Βεβαίως τα ιερατεία του Διός δεν έμειναν αδρανή.

Οι τιμωρίες για τους οπαδούς του Κρόνου ήταν υποδειγματικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι του Λυκάωνος, βασιλιά της Αρκαδίας. Ο Παυσανίας στα «Αρκαδικά» του καταγράφει το περιστατικό:

«Κατά την γνώμη μου ο Λυκάων ήταν σύγχρονος με τον βασιλιά των Αθηναίων Κέκροπα, όμως οι δύο τους δεν υπήρξαν εξίσου συνετοί στην αναζήτηση του καλύτερου τρόπου λατρείας: ο Κέκρωψ ονόμασε πρώτος τον Δία ύπατο (ύψιστο Θεό) και έκρινε, πως δεν είναι σωστό να θυσιάσει ζωντανή ύπαρξη και πρόσφερε στο βωμό γλυκίσματα του τόπου, που τα ονομάζουν πελάνους ακόμα και τώρα οι Αθηναίοι. Ο Λυκάων όμως έφερε πάνω στο βωμό του Λύκαιου Δία ανθρώπινο βρέφος και θυσίασε το βρέφος, για να βρέξει το βωμό με αίμα» 
Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, «Αρκαδικά» -VIII, 2, 3-3.1.

Μετά την βεβήλωση του βωμού ο Ζευς τιμώρησε τον Λυκάωνα και τον μεταμόρφωσε σε λύκο. Ο Παυσανίας, όπως φαίνεται και από το κείμενο, επιδοκιμάζει τον Διογενή Κέκρωπα τον οποίο αποκαλεί συνετό στην αναζήτηση του σωστότερου τρόπου λατρείας. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι η αντιπαράθεση Κρονίων και Διογενών συνεχίστηκε με την μορφή σύγκρουσης ιερατείων που πρέσβευαν την μία ή την άλλη κοσμοθεωρία.

Η ίδρυση των Ιερο-Σολύμων από Κρόνιους

Η άνοδος του Μίνωα στον θρόνο της Κρήτης σήμανε την αντίστροφη μέτρηση για τους οπαδούς του Κρόνου, οι οποίοι συσπειρώθηκαν γύρω από τον Σαρπηδόνα, αδερφό του Μίνωα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει:

«Όταν τα παιδιά της Ευρώπης, ο Σαρπηδών και ο Μίνως, μάλωσαν για την βασιλεία και επικράτησε ο Μίνωας, ο Σαρπηδών έφυγε μαζί με τους συντρόφους του. Οι εξόριστοι έφθασαν στην Μιλυάδα της Ασίας, όπου σήμερα κατοικούν οι Λύκιοι. Τότε λέγονταν Μιλυάδα και οι Μιλύες λέγονταν Σόλυμοι. Βασιλιάς ήταν ο Σαρπηδών» – 
«Κλειώ» 173.

Όπως λεει ο Ηρόδοτος, η εξέγερση των Κρονίων με ηγέτη των Σαρπηδόνα απέτυχε. Ο Μίνωας τους εξόρισε στην Μέση Ανατολή όπου και πήραν το όνομα Σόλυμοι, ίδρυσαν την πόλη Σόλυμα και ανακήρυξαν τον Σαρπηδόνα βασιλιά τους. Ότι οι Σόλυμοι, ο λαός του Σαρπηδόνα, ήταν λάτρες του Κρόνου, μας το λέει ο Πλούταρχος:

«Πράγματι πληροφορούμαι, ότι οι Σόλυμοι, οι γείτονες των Λυκίων, τιμούσαν ιδιαίτερα τον Κρόνο»
(Πλούταρχος, «Ηθικά», «Περί των Εκλελοιπότων Χρηστηρίων» 421D).

Ότι ίδρυσαν εκείνοι την πόλη Σόλυμα το πληροφορούμαστε από τον Ιουδαίο ιστορικό και ραβίνο Ιώσηπο:

«Επειδή επί της εποχής του Αβραάμ, του προγόνου μας, η πόλη λέγονταν Σόλυμα. Πολλοί λένε, ότι και ο Όμηρος την αποκαλεί Σόλυμα. Την δε προσωνυμία «Ιερό-» οι Εβραίοι έβαλαν αργότερα. Ήταν κατά την εποχή που με την στρατιά του Ιησού (του Ναυή) κατά των Χαναναίων και του πολέμου, κατά τον οποίο οι Χαναναίοι κράτησαν (την πόλη), που (ο Ιησούς) κατένειμε στους Εβραίους, οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν να διώξουν (τους Χαναναίους) από τα Ιεροσόλυμα, μέχρι που την πολιόρκησε ο Δαυίδ». 
(Ιώσηπος, «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία», Ζ,3,10-25).

Οι Κρόνιοι με ηγέτη τον Σαρπηδόνα δεν ξέχασαν ποτέ το μίσος για τους Διογενείς. Σύντομα απώλεσαν και κάθε στοιχείο Ελληνικής εθνικής συνείδησης. Η επόμενή τους κίνηση ήταν, να αναζητήσουν συμμάχους ομοϊδεάτες ανάμεσα στα βαρβαρικά φύλα που τους περιτριγύριζαν. Αυτοί βρέθηκαν στο σημιτικό βασίλειο των Ακαδίων, στην Μεσοποταμία, που είχε δημιουργηθεί πάνω στα ερείπια της Μινωικής Σουμερίας. Οι Ακάδιοι είχαν δύο κυρίαρχους αρσενικούς Θεούς: τον «Ένκυ» και τον «Ενλίλ». Αμφότεροι άνηκαν στο πάνθεον των Αννουνάκι.

Ο Ένκυ σύμφωνα με τον σερ Λώρενς Γκάρντνερ είναι ο Θεός που οι Εβραίοι ονόμαζαν «Άδον» ή «Κύριο», δηλαδή «ο καλός Θεός», ο Ενλίλ ήταν ο Θεός Τυφών, που κατάστρεψε τις Ελληνικές πολιτείες των Σοδόμων και των Γομόρρων, και τον γνωρίζουμε ως Γιαχβέ, δηλαδή «ο κακός Θεός». Ο τελευταίος, ο Ενλίλ-Γιαχβέ, ταυτιζόταν με τον Σεθ ή Σετ των Αιγυπτίων, δηλαδή τον Τιτάνα Τυφώνα των Ελλήνων.

Σύμφωνα με τα Διονυσιακά του Νόννου, όταν ο Κρόνος και οι Τιτάνες νικήθηκαν από τους Ολύμπιους, ο Τυφών αντεπαναστάτησε κατά του Διός. Ο πόλεμος Θεών και Τιτάνων επαναλήφθηκε σε δεύτερο γύρο. Τελικά οι Έλληνες Ολύμπιοι στέφθηκαν ξανά νικητές. Ο Τυφών-Ενλίλ-Γιαχβέ-Σεθ, όπως αντιλαμβανόμαστε ήταν ο διάδοχος του Κρόνου στην ηγεσία των Τιτάνων. Στην ουσία όμως Κρόνος και Τυφών ταυτίζονται, γεγονός που θα αποδειχθεί παρακάτω από τα αρχαία κείμενα.

Η συμμαχία Κρονίων και σημιτικών φυλών

Οι Χαλδαίοι-Ακάδιοι πρέπει να καλοείδαν την συμμαχία με τους Σολυμίτες. Είναι η εποχή, που ο μάγος Αβραάμ από την πόλη Ουρ της Μεσοποταμίας περιφέρεται στην περιοχή της Φιλισταίας (Παλαιστίνης) κατασκοπεύοντας τις Μινωικές αποικίες, ενώ η δράση του φθάνει και μέχρι την Αίγυπτο, όπου υπήρχε κρυφό μεν αλλά ισχυρό ιερατείο του Τυφώνος. Ο Αβραάμ και οι δικοί του ονομάστηκαν Εβραίοι, λέξη που σημαίνει «περιπλανώμενοι». Πράγματι σκοπός της ομάδος αυτής δεν ήταν να στεριώσει κάπου, αλλά να αναγνωρίσει το έδαφος για την εισβολή που θα επακολουθούσε, και γι’ αυτό τον λόγο έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση.

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Κρόνια παράταξη ετοιμαζόταν πυρετωδώς για την αντεπίθεση της. Σκοπός ήταν να καταληφθεί πρώτα η Αίγυπτος και κατόπιν η Παλαιστίνη-Φιλισταία. Παράλληλα η επιμειξία Κρονίων Ελλήνων και σημιτικών φυλών δημιούργησε τον πειρατικό λαό των Φοινίκων οι οποίοι, σύμφωνα με τον Πλούταρχο «Περί Δεισιδαιμονίας» 171Β, ήταν Κρόνιοι. Η ναυτική ικανότητα του λαού αυτού επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για την εισβολή στην κυρίως Ελλάδα, πράγμα που το είδαμε να γίνεται πράξη αιώνες μετά, κατά την διάρκεια των Μηδικών πολέμων.

Η Αίγυπτος λοιπόν δεν ήταν εύκολος στόχος. Η χώρα αυτή την εποχή εκείνη ήταν ιδιαίτερα ισχυρή και σύμμαχος της Μινωικής ομοσπονδίας. Αποφασίστηκε λοιπόν να αλωθεί από τα μέσα. Η εβραϊκή βίβλος με γλαφυρές περιγραφές αναφέρει, ότι οι Αιγύπτιοι είχαν αιχμαλωτίσει τους Εβραίους που ζούσαν εντός της επικράτειάς τους, επειδή τους φοβούνταν.

Η εξέγερση του ιερέα Οσαρσήφ, δηλαδή του Μωυσή, σύμφωνα με τα «Αιγυπτιακά» του Μανέθωνα, είχε ως σκοπό την επιβολή της Κρόνιας (Τυφών-Σεθ) λατρείας στην Αίγυπτο. Οι ταραχές ξέσπασαν, μόλις αποκαλύφθηκε ότι ο Οσαρσήφ ήταν ένας «μεμιασμένος» ιερέας (με την λέξη αυτή να σημαίνει, ότι ο Μωυσής είχε τελέσει ανθρωποθυσία εντός του ναού: βλ. Και Ι.Φουράκη, «η πρώτη σύγκρουση Ελλήνων-Εβραίων»). Η ανθρωποθυσία έχει ήδη αναφερθεί ότι ήταν χαρακτηριστικό της Κρόνιας λατρείας. Ο φόνος αυτός επιβεβαιώνεται και στο κεφάλαιο β’ της «εξόδου», στα χωρία ια-ιε, όπου διαβάζουμε: «Αμέσως εφόνευσεν (ο Μωυσής) αυτόν (τον Αιγύπτιο) και τον έχωσε εις την άμμον».

Τα γεγονότα από εδώ και μετά είναι πολύ-λίγο γνωστά. Οι Αιγύπτιοι οπαδοί του Οσαρσήφ-Μωυσή έχασαν τον πόλεμο και εξορίστηκαν από την Αίγυπτο. Πέρασαν στην χερσόνησο του Σινά και ονομάστηκαν Ισραήλ, δηλαδή: «Ο λαός του θεού» (Ηλ). Όχι όμως οποιουδήποτε θεού, αλλά του Κρόνου, εφ’ όσον ξέρουμε, ότι: «Κρόνον τοίνυν οι Φοίνικες Ηλ προσαγορεύουσιν» Ερενίου Φίλωνος, «φοινικική ιστορία», απόσπασμα καταχωρημένο στο Δ΄ βιβλίο, κεφάλαιο Ζ΄ του έργου «Ευαγγελική προπαρασκευή» του Ευσέβιου Καισαρείας.

Η αποτυχία στην Αίγυπτο δεν πτόησε το Κρόνιο ιερατείο. Οι Αιγύπτιοι εξόριστοι (Ισραηλίτες) συμμάχησαν με τους Έλληνες Σόλυμους (Ιουδαίους) και υπό το γενικό όνομα Εβραίοι, έτσι τους ήξεραν οι Κρήτες της Φιλισταίας, ξεκίνησαν το θεάρεστο έργο της γενοκτονίας των Διογενών Ελλήνων:

«Δια τούτο τάδε λέγει ο κύριος. Ιδού εγώ εκτείνω την χείρα μου επί τους αλλόφυλους και εξολοθρεύσω Κρήτας και απολώ τους καταλοίπους τους κατοικούντας την παραλίαν» Ιεζεκιήλ, ΚΕ” στ”.

Η Κρόνια λατρεία στον Πλούταρχο

Ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς ήταν αρχιερέας του Απόλλωνα στους Δελφούς. Από την θέση του αυτή συχνά καταφέρθηκε κατά της δεισιδαιμονίας και των υπολοίπων της Κρόνιας λατρείας. Ο ίδιος θεωρούσε την Κρόνια λατρεία βάρβαρη, ανθελληνική και επικίνδυνη για την ανθρωπότητα. Από τον Πλούταρχο γνωρίζουμε, ότι οι Φοίνικες λάτρευαν τον Κρόνο και του πρόσφεραν ανθρωποθυσίες:

«Πέρασε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στην Καρχηδόνα, επειδή ο Κρόνος δέχεται μεγάλες τιμές» 
Πλούταρχος, «Ηθικά» «Περί του Εμφαινομένου προσώπου τω Κύκλω της Σελήνης», 942C.

«Δεν θα ήταν πιο ωφέλιμο για τους Καρχηδόνιους να πάρουν εξ αρχής ως νομοθέτη τον Κριτία ή τον Διαγόρα και να μην πιστεύουν στην ύπαρξη κανενός θείου πνεύματος ή θεού, από το να κάνουν θυσίες σαν και αυτές που πρόσφεραν στον Κρόνο; Δεν θα ήταν αυτά, όπως αναφέρει ο Εμπεδοκλής, μιλώντας για εκείνους που θυσίαζαν ζωντανά πλάσματα: «σηκώνει ο πατέρας τον αγαπητό του γιο, που έχει αλλάξει στην μορφή, και κάνοντας προσευχή τον σφάζει, ο ανόητος, αλλά με γνώση και συνείδηση πρόσφεραν οι ίδιοι θυσία τα παιδιά τους, ενώ οι άτεκνοι αγόραζαν από τους φτωχούς παιδιά και τα έσφαζαν σαν αρνιά ή σαν μικρά πουλιά, ενώ η μητέρα στέκονταν πλάι αυστηρή και χωρίς να θρηνεί. Αν όμως στέναζε ή δάκρυζε, στερούνταν την τιμή, αλλά και το παιδί της δεν γλίτωνε την θυσία. Μπροστά μάλιστα από το άγαλμα όλη η περιοχή γέμιζε από θορύβους, καθώς άρχιζαν να παίζουν τους αυλούς και να χτυπούν τα τύμπανα, για να μην ακούγεται η βοή των θρήνων. Αν ωστόσο γίνονταν άρχοντές μας οι Τυφώνες ή οι Γίγαντες, διώχνοντας τους θεούς, με ποιες άραγε θυσίες θα ευχαριστούνταν ή ποιες άλλες ιεροτελεστίες θα απαιτούσαν;» 
Πλούταρχος, «Ηθικά», «Περί Δεισιδαιμονίας», 171Β -Α.

Η περιγραφή της ανθρωποθυσίας των Φοινίκων προς τιμή του Κρόνου, που μας δίνει ο Πλούταρχος, είναι κάτι παραπάνω από ανατριχιαστική. Στην τελευταία πρόταση μάλιστα ταυτίζει την λατρεία του Κρόνου με εκείνη του Τυφώνος. Μάλιστα στο «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» (365 Α) ο ίδιος θεωρεί τον Τυφώνα υιό του Κρόνου: «Είναι δε τέκνα ο Τυφών και ο Νέφθυς του Κρόνου».

Ο Τυφών κατά τον Πλούταρχο είναι ο γενάρχης των Ιουδαίων

«Ορισμένοι πάλι, που λένε ότι εφτά μέρες κράτησε η φυγή του Τυφώνος πάνω σε γάιδαρο μετά την μάχη και, όταν αυτός σώθηκε, γέννησε τον Ιεροσόλυμο και τον Ιουδαίο, είναι ολοφάνερο με βάση αυτό, ότι ανάμειξαν στο μύθο Ιουδαϊκά στοιχεία» 
«Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 363C.

Ο Τυφών είχε ως σύμβολό του τον γάιδαρο:

«Νομίζουν επίσης, ότι ο γάιδαρος, όπως είπαμε, είναι όμοιος με τον Τυφώνα» Γνωρίζουμε από τον Απίωνα, ότι μέσα στα «Άγια των Αγίων» του ναού του Σολομώντα υπήρχε ένα ομοίωμα του γαϊδάρου, στο οποίο οι ιερείς του Ισραήλ πρόσφεραν θυσίες. Φυσικά ο γάιδαρος αυτός ήταν ο Σεθ ή Σετ (Τυφών).

Ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος προσπάθησε να διαψεύσει τις καταγγελίες του Απίωνος:

«Μέσα στον ναό αυτόν ο Απίων είχε το θράσος να υποστηρίζει, ότι οι Ιουδαίοι διατηρούν το κεφάλι ενός γαϊδάρου, ότι λατρεύουν αυτό το ζώο και υποκλίνονται μπροστά του με μεγάλο σεβασμό. Το γεγονός που αναφέρει έχει σχέση με την λεηλασία του ναού από τον Αντίοχο τον Επιφανή, όταν ανακαλύφθηκε ένα κεφάλι φτιαγμένο από χρυσό μεγάλης αξίας. Για το θέμα αυτό ήθελα πρώτα να πω, ότι, ακόμα και αν είχαμε ένα τέτοιο λατρευτικό αντικείμενο, ένας Αιγύπτιος είναι ο τελευταίος που θα μπορούσε να μας κατηγορήσει. Γιατί ο γάιδαρος δεν είναι χειρότερος από τις γάτες, τα τραγιά και τα υπόλοιπα πλάσματα, που στην χώρα του περνιούνται για θεοί» Ιώσηπος, 
«Κατ’ Απίωνος», λόγος Β’, 80-82.

Επίσης στο ίδιο έργο ο Ιώσηπος απαντά στις κατηγορίες του Απίωνα ότι οι Ιουδαίοι θυσίαζαν Έλληνες και μετά τους έτρωγαν, ορκιζόμενοι αιώνιο μίσος προς τον Ελληνισμό.

Στα «Συμποσιακά» του Πλουτάρχου γίνεται δια στόματος Λαμπρία αναφορά σε τιμές που αποδίδουν οι Ιουδαίοι στον γάιδαρο:

«Όχι βέβαια, είπε ο Λαμπρίας παίρνοντας τον λόγο, αλλά κρατιούνται οι Ιουδαίοι μακριά από το λαγό λόγω της ομοιότητάς του με το ζώο που τιμούν περισσότερο απ’ όλα, πράγματι ο λαγός μοιάζει με γάιδαρο». 
Πλούταρχος «Συμποσιακά» βιβλίο τέταρτο, πρόβλημα Ε, 670 Ε.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Ηθικά, περί Ίσιδος και Οσίριδος 371 Β) η φυγή του Τυφώνα κράτησε 7 μέρες επάνω σε γάιδαρο μετά την μάχη, και όταν αυτός σώθηκε γέννησε τον Ιερο-σόλυμο και τον Ιουδαίο. Επίσης ο Πλούταρχος, ιερέας και μυημένος στα μυστήρια των Δελφών, αναφέρει ότι ο Τυφώνας είναι μία τελείως αρνητική ενέργεια αλλά και σκοτεινή οντότητα, όπου συμβόλιζε την φθορά τις αρρώστιες και τις διανοοητικές διαταραχές. Το να κατάγεται λοιπόν κάποιος από το σπέρμα του Τυφώνα δεν ήταν καθόλου κολακευτικό, πράγμα που καταλόγιζε για την καταγωγή των Εβραίων.

Ο Τυφώνας είχε ως σύμβολό του τον γάιδαρο (Πλούταρχος Ηθικά, περί Ίσιδος και Οσίριδος 363 Γ), όπως επίσης αναφέραμε ήδη ο συγγραφέας Απίων, λέγει ότι μέσα στα “Άγια των Αγίων” του ναού του Σολομώντος υπήρχε ένα ομοίωμα γαϊδάρου, στο οποίο οι ιερείς του Ισραήλ προσέφεραν θυσίες. Ο γάιδαρος αυτός ήταν ο Σετ – Σηθ – Τυφών.

Είναι γνωστή η είσοδος του Εβραίου Ιησού στα Ιεροσόλυμα, καβάλα σε έναν γάιδαρο, την ημέρα του εβραϊκού Πεσάχ-Πάσχα.

Αλλά και η μέρα λατρείας του Γιαχβέ, το Σάββατο, ήταν η μέρα αφιερωμένη στον Κρόνο. Οι μέρες έπαιρναν το όνομά τους από το όνομα του πλανήτη της πρώτης ώρας τους σύμφωνα με τάξη αντίστροφη αυτής των πλανητών. Για παράδειγμα, εάν η πρώτη ώρα μιας μέρας ήταν η ώρα του Ήλιου, η πρώτη ώρα της δεύτερης μέρας σύμφωνα με τον χωρισμό σε 12 ώρες θα ήταν της Σελήνης κ.ο.κ. Στις λατινογενείς ονομασίες ακολουθείται η αρχή αυτή. Έτσι η Κυριακή είναι η «Sun-day» μέρα του Ήλιου.

Η δική μας Δευτέρα είναι η μέρα της Σελήνης (Luna): Lunedi και στα Αγγλικά M(o)on-day. Έτσι φθάνουμε στο Σάββατο, την έβδομη ημέρα, που είναι αφιερωμένη στον Κρόνο (Saturnus): στα Αγγλικά «Satur-day». Ένα ακόμα αποδεικτικό στοιχείο είναι το πρώτο συνθετικό «Σατ-» στην λατινική ονομασία του Κρόνου, το οποίο είναι πολύ κοντά στην Αιγυπτιακή ονομασία του Τυφώνος, δηλαδή του «Σετ».

Ο Σετ ή Σηθ ήταν ο σκοτεινός θεός των Αιγυπτίων και αδερφός του Όσιρη τον οποίο φόνευσε και τεμάχισε για να βασιλέψει στην Αίγυπτο. Αργότερα ο Σετ εξορίστηκε στην έρημο και έγινε θεός των νομάδων της ερήμου με το όνομα Ιαβέ – Τσεβαώθ και απεικονίζεται να έχει κεφάλι γαϊδάρου. Ο γνωστός απατεώνας και γιδοβοσκός Μωυσής έλαβε εντολή από τον Κρόνιο εξόριστο θεό του Σετ-Τυφώνα, να καταλάβει με ύπουλο τρόπο και με σκοτεινή μαγεία, (10 πληγές του Φαραώ) την γη της επαγγελίας που δεν είναι άλλη από την Αίγυπτο και τους Ελληνογενείς Αιγύπτιους. Κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη κι επέστρεψε αναγκαστικά με τις γίδες του στα Ιερο-σόλυμα στην περιοχή που ο Σετ – Τυφών – Όνος είχε γεννήσει τον πρώτο του υιό, Ιερο-σόλυμο. Εκεί ο βασιλιάς Σολομώντας με την βοήθεια των 72 βασιλιάδων (Σολομωνική) Νεφελίμ έκτισε τον περιβόητο ναό του για να επαναφέρει στην εξουσία τον σκοτεινό Κρόνιο θεό, Τσεβαώθ – Ιαβέ – Ιω – Γιαχβέ – Τυφώνα – Σετ – Σαβαώθ, (δηλαδή το Big Boss και το Ονομα Αυτού: Ιαλδαβαώθ – Γιαχβέ – Σαβαώθ – Σακλάς – Αμπράξας.)

Τέλος και στις σύγχρονες Σατ-ανιστικές τελετές, όπου η μαγεία ασκείται και μέσω της «Σολομωνικής», η ανθρωποθυσία αποτελεί κεντρικό στοιχείο της τελετής.

Ὁ Πλατωνικός συμβιβασμός

Σημειώσεις γιά «τό» βιβλίο: Θ

Ὁ Πλά­των εἶ­ναι γνω­στός σάν φι­λό­σο­φος. Δέν φαί­νε­ται ὁμως πο­τέ νά μπό­ρε­σε νά ξε­πε­ρά­σει τήν ἀ­γά­πη του γιά τήν πό­λη, τούς θε­σμούς της, καί τήν πο­λι­τι­κή. Οἱ θε­ω­ρί­ες του, οἱ ἐ­πι­στο­λές του καί οἱ πρά­ξεις του δεί­χνουν πώς κα­τά βά­θος θά προ­τι­μοῦ­σε νά εἶ­χε γί­νει νο­μο­θέ­της, ἤ πο­λι­τι­κός. Αὐ­τό δέν πρέ­πει νά τό ξε­χνᾶ­με ὁταν προ­σπα­θοῦ­με νά ξε­δι­πλώ­σο­με τά νή­μα­τα τῆς φι­λο­σο­φί­ας του. Ἡ στά­ση του ἀ­πέ­ναν­τι στή φι­λο­σο­φί­α καί τήν ἀ­λή­θεια, προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­π’ αὐ­τή του τήν προ­σή­λω­ση.

Πα­ρ’ ὁλα τά ὁσα κο­λα­κευ­τι­κά γρά­φει γιά τήν ἀ­λήθει­α, ὁ Πλά­των ἦ­ταν κρυ­ψί­νους καί ἠ­θε­λη­μέ­να ἀ­σα­φής. Πρός αὐ­τή τήν κα­τεύ­θυν­ση τόν ὁ­δη­γο­ῦ­σε καί ἡ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κή του ἀν­τί­λη­ψη ὅτι ὅλες οἱ ἀ­λή­θει­ες καί οἱ γνώ­σεις, δέν εἶ­ναι κα­λές γιά ὅλους τούς ἀν­θρώπούς, ὅλων τῶν ἐ­πι­πέ­δων καί σ’ ὅλες τίς πε­ρι­στά­σεις.

Πρέ­πει ὅμως, γιά νά εἴ­μα­στε δί­και­οι, νά τοῦ ἀ­ναγνω­ρί­σο­με πώς συ­χνό­τα­τα, ὅταν κα­θ’ ὁδόν πρός τούς πο­λι­τι­κούς ἤ ἴ­σως ἄλ­λους στό­χους του δι­έ­κρι­νε κά­τι τό ση­μαν­τι­κό, ἔ­στω κι ἄν αὐ­τό φαι­νό­ταν ἤ ἦ­ταν ἀν­τίθε­το πρός τίς θέ­σεις του, πο­λύ συ­χνά τό ἀ­νε­γνώ­ρι­ζε καί τό ἀ­νέ­φε­ρε καί πα­ρέ­με­νε ἀνοι­χτός στήν ἀ­κο­ή του χω­ρίς νά προ­σπα­θεῖ νά τό συγ­κα­λύ­ψει.

Ὡς πρός πολ­λά ση­μαν­τι­κά, ὁ Πλά­των ἦ­ταν πι­στός φι­λό­σο­φος. Ἕ­να πρᾶγ­μα ὁμως θε­ω­ρῶ πῶς εἶ­ναι τό κύ­ριο καί μο­νι­μό­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του, ἐκεῖ­νο πού μᾶς δί­νει τό κλει­δί τῆς σκέ­ψης του (ἐ­άν τέ­τοι­ο ὑ­πάρ­χει): ὁ Πλά­των πάν­τα ἤ σχε­δόν πάν­τα, κα­μιά φο­ρά καί ἄ­θε­λά του, ἔ­κα­νε ἤ προ­σπα­θοῦ­σε νά κά­νει συν­δυα­σμούς καί ἐ­ναρ­μο­νί­σεις. Ἡ ἀ­γά­πη του πρός τά πο­λι­τι­κά, ἀ­σφα­λῶς τόν ὁ­δη­γο­ῦ­σε καί αὐ­τή σέ μιά τέ­τοι­α λύ­ση. Ὄν­τας ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μέ τήν πο­λι­τι­κή προ­σπα­θοῦ­σε νά συν­δυά­σει κι ἐ­ναρ­μο­νί­σει τό ἰ­δε­ῶ­δες μέ τό ἐ­φι­κτό. Ἡ πο­λι­τι­κή δέν εἶ­ναι ἄλ­λο, ὅπως κι ὁ ἴ­διος ἐκ πεί­ρας ἤ­ξε­ρε, πα­ρά ἕ­νας συμ­βι­βα­σμός.

Ἄλλος λό­γος πού φαί­νε­ται νά τόν ὤ­θη­σε πρός τά ἐ­κεῖ, εἶ­ναι τό ἑλ­λη­νι­κό πνεῦ­μα, τό πνεῦ­μα τῆς ἐ­πο­χῆς του καί τῆς πα­τρί­δας του. Ἡ Ἑλ­λά­δα ὁ­λό­κλη­ρη (ὄχι μό­νο ἡ φι­λο­σο­φι­κή) ἄν θά μπο­ροῦ­σε νά ἐκ­φρα­στε­ῖ μέ μιά μό­νο φρά­ση, αὐ­τή ἀ­σφα­λῶς θά ἦ­ταν τό «μη­δέν ἄ­γαν» τῶν Ἀθηναίων καί τῶν Δελ­φῶν, αὐ­τό πού ἀρ­γότε­ρα ὁ Ἀριστοτέλης ὀ­νό­μα­σε «με­σό­της τίς». Τί ὁμως ση­μαί­νει τό «τί­πο­τε ὑ­περ­βο­λι­κά» πα­ρά ἀ­πο­φυ­γή τῶν ἄ­κρων; Προ­σπά­θεια ἐ­ναρ­μό­νι­σης, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της Ἑλ­λά­δας σ’ ὅλες της τίς ἐκ­δη­λώ­σεις. Τό πό­σο ὁ Πλά­των συ­νέ­βα­λε στό δυ­νά­μω­μα καί τήν ἑ­δραί­ω­ση τοῦ «μη­δέν ἄ­γαν», τό πό­σο αὐ­τό δη­μι­ούρ­γη­σε τόν Πλά­τω­να, τό πό­σο ἡ πο­λι­τι­κή ἐἔφτι­α­ξε τό «μη­δέν ἄ­γαν» ἤ αὐ­τό τήν ἠ­θι­κή, καί φυ­σι­κή καί με­τα­φυ­σι­κή καί τήν ἴ­δια τήν πο­λι­τι­κή, εἶ­ναι θέ­μα­τα ση­μαν­τι­κό­τα­τα ἄλ­λα ὄχί τῆς στιγ­μῆς. Τό ποι­οί ἄλ­λοι πα­ρά­γον­τες καί πό­σοι, καί σέ ποι­ό ση­μεῖ­ο καί πό­σο συ­νέ­βα­λαν στό νά κα­τευ­θύ­νουν τόν Πλά­τω­να στήν προ­σπά­θεια ἐ­ναρ­μό­νι­σης, καί αὐ­το τό σπου­δαι­ό­τα­το δέν εἶ­ναι τῆς στιγ­μῆς. Ἔ­κε­ϊ­νο πού ἐ­δῶ ἐπείγει, εἶ­ναι ν’ ἀ­να­γνω­ρι­στε­ῖ ὅτι ὁ Πλά­των ἤ­θε­λε καί ἐ­πε­δί­ω­κε καί πραγ­μα­το­ποι­οῦ­σε ἐ­ναρ­μο­νί­σεις καί συν­δυα­σμούς.

Οἱ συν­δυα­σμοί του κα­μιά φο­ρᾶ πε­τύ­χαι­ναν, καί τό­τε μπο­ροῦ­με ἄ­φο­βα νά τούς ἀ­πο­κα­λοῦ­με ἐ­ναρ­μο­νίσεις, καί κα­μιά φο­ρά ὄχι, ὁ­πό­τε τους ται­ριά­ζει κα­λύ­τε­ρα τό ὄνο­μα συμ­βι­βα­σμοί. Τούς συμ­βι­βα­σμούς του δυ­στυ­χῶς κα­λού­μα­στε νά πλη­ρό­σο­με ἐ­μεῖς, δυ­τι­κός και­νούρ­γιος κό­σμος μέ­γας.

Γι’ αὐ­τήν τήν κα­τά­στα­ση δέν φταί­ει βέ­βαι­α μό­νον ὁ Πλά­των, ἀλ­λά κι ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι. Δε­χτή­κα­με βλέ­πεις σχε­δόν ὑ­πο­συ­νεί­δη­τα καί ἐν πά­σει πε­ρι­πτώ­σει ἀ­βα­σάνι­στα, ὡς πρός τήν «οὐ­σία» τους καί τόν τύ­πο τους καί τή βά­ση τους καί τήν ἐ­πί­δρα­σή τους πά­νω μας καί πά­νω στόν «πο­λι­τι­σμό» μας, τούς πλα­τω­νι­κούς συν­δυα­σμούς σχε­δόν ἀ­τό­φιους, πα­ρ’ ὅλο πού τούς ἀνα­λύ­ο­με μέ σχο­λα­στι­κό­τη­τα ὡς πρός τήν φι­λο­σο­φι­κή καί φι­λο­λο­γι­κό-φι­λο­σο­φι­κή ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐμ­φά­νι­σή τους. Τί τό ὄφε­λος;

Οἱ ἀρ­χι­κοί συν­δυα­σμοί, ἰ­δί­ως οἱ πλα­τω­νι­κοί, ἔ­χουν τή δύ­να­μη νά δη­μι­ουρ­γοῦν σχή­μα­τα, νο­η­τι­κές καί δι­α­νο­η­τι­κές συ­νή­θει­ες καί σχε­δόν αὐ­τό­μα­τες στά­σεις-συμ­πε­ρι­φο­ρές ποῦ ξε­χνᾶ­με νά ἐ­λέγ­ξο­με τίς πη­γές τους, τήν ἰ­σχύ τους καί τήν ἐ­πιίδρα­σή τούς στό πνεῦ­μα μας καί πά­νω στίς ρί­ζες τοῦ δυ­τι­κοῦ μας κό­σμου.

Τά σχή­μα­τα αὐ­τά καί οἱ νο­η­τι­κοί αὐ­το­μα­τι­σμοί μᾶς δη­μι­ουρ­γοῦν μέ τή σει­ρά τους, ἄλ­λες δευ­τε­ρο­γε­νεῖς «βά­σεις», «πη­γές». «ρίζ­ες». καί συ­νή­θει­ες καί τό πράγ­μα πά­ει λέ­γον­τας ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα. Ἔ­τσι οἰ­κο­δο­μή­θη­κε ὁ κό­σμος μας. Ὁ κό­σμος δι­ά­κο­σμος, πε­ρι­βάλ­λον, σκη­νι­κό καί ὀ­θό­νη πά­νω στήν ὁ­ποι­α προ­βάλ­λε­ται ἡ ζωή μας. Κό­σμος μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­με καί ὑ­πάρ­χο­με καί τόν ὁ­ποῖ­ο προ­σπα­θοῦ­με νά ἐ­πι­βάλ­λο­με καί στούς ἄλ­λους, τούς ἀ­να­το­λι­κούς, πού γιά κα­κή τους τύ­χη δέν ὀ­νει­ρεύ­ον­ται πα­ρά πῶς νά τόν ἐν­στερ­νι­στο­ῦν κι ἀ­κο­λου­θή­σουν.

Ἀ­να­ρίθ­μη­τα εἶ­ναι τά σχή­μα­τα καί οἱ δυ­να­τοί συν­δυα­σμοί τῆς σκέ­ψης το­ῦ Πλά­τω­να, αὐ­τοί πού κλη­ρο­νό­μη­σε ἀ­π’ τούς προ­η­γού­με­νούς του καί αὐ­τοί πού ὁ ἴ­διος ἔφτι­α­ξε. Μό­νον ἴ­σως ἕ­νας ἠ­λε­κτρο­νι­κός ἐγ­κέ­φα­λος θά μπο­ρέ­σει μιά μέ­ρα νά τούς ξε­δι­α­λύ­νει καί νά δώ­σει στό κά­θε στοι­χεῖ­ο ὡς πρός κά­θε ση­μεῖ­ο, κά­θε στιγ­μή (στιγ­μή εἶ­ναι τό ση­μεῖ­ο ταύ­τι­σης χώ­ρου, χρό­νου καί ση­μαν­τι­κό­τη­τας), καί ἀ­πό κά­θε ὀπτι­κό γω­νί­α, τήν ἀ­πό­λυ­τη καί σχε­τι­κή ἀ­ξία τους. Πά­ω στοί­χη­μα πώς ὁ Πλά­των θά εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος φι­λό­σο­φος καί στο­χα­στής πού θά προ­σπα­θή­σο­με νά προ­σεγ­γί­σο­με ἠ­λε­κτρο­νι­κά. Προ­σφέ­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λον καί ἡ ἀ­νά­λυ­σή του καί ἀ­να­σύν­θε­σή του, μᾶς εἶ­ναι ἐπει­γόν­τως ἀ­πα­ραί­τη­τες. Ἀπόδειξη, ἡ τε­ρά­στια παγ­κό­σμια ἐ­να­σχό­λη­ση μα­ζί του σ’ ὅλα τά πνευ­μα­τι­κά κέν­τρα τῆς Δύ­σης.

Αὐ­τά δυ­στυ­χῶς δέν ση­μαί­νουν πώς οἱ ση­με­ρι­νοί μα­θη­μα­τι­κοί καί λο­γι­κοί φι­λό­σο­φοι προ­ε­τοι­μά­ζουν τήν τρο­φή καί τόν προ­γραμ­μα­τι­σμό αὐ­το­ῦ το­ῦ ὑ­πο­λογι­σμοῦ. Ἀντίθετα, προ­σπα­θοῦν, ὄχι μέ τό γε­νι­κό ἤ εἰ­δι­κό, ἀλ­λά μέ τό με­ρι­κό­τα­το καί εἰ­δι­κό­τα­το, νά συλ­λά­βουν τώ­ρα ἐ­δῶ κι ἀ­πό μό­νοι τους τό κα­θο­λι­κό, τό αἰ­ώ­νιο καί ἄ­πει­ρο, ξε­κι­νών­τας ἀ­πό τρι­το­γε­νε­ῖς (για­τί προ­η­γή­θη­καν ὁ Ἀριστοτέλης καί ἄλ­λοι) συν­δυα­σμούς, βγά­ζον­τας εἰ­δι­κά καί «γε­νι­κά» συμ­πε­ρά­σμα­τα ἀ­π’ αὐ­τή τή (συν­δυ­α­στι­κή) «βά­ση», πάν­τα προ­σποι­ού­με­νοι πώς ἀ­κο­λου­θοῦν τά ἴδια τά πράγ­μα­τα καί τούς νό­μους τῆς φύ­σης καί λο­γι­κῆς, σάν τά δύ­ο αὐ­τά ὅπως καί τά ἄλ­λα πού συν­δυ­ά­στη­καν ἀ­π’ τόν Πλά­τω­να, νά ἦ­ταν ἀ­πό κά­θε ἄ­πο­ψη ἀ­πα­ράλ­λα­κτα πραγ­μα­τι­κά, λο­γι­κά καί ἀν­τι­κει­με­νι­κά.

Ὅ­πως κι ἄν ἔ­χει τό πράγ­μα καί ἐν­τω­με­τα­ξύ, μέ­χρι δη­λα­δή νά ἀ­να­λυ­θεῖ κι ἀ­να­συν­τε­θεῖ ὁ Πλά­των ἠ­λεκτρο­νι­κά, ἐ­πε­ῖ­γον εἶ­ναι νά δοῦ­με ἀ­πό πιό κον­τά καί στο­χα­στι­κά ἤ ἔ­στω καί πρό­χει­ρα, ἄλ­λα κρι­τι­κά γιά μας καί τόν κό­σμο μας, με­ρι­κούς ἀ­π’ τούς πιό ση­μαν­τι­κούς συν­δυα­σμούς του. Τό ἐν­τω­με­τα­ξύ αὐ­τό παί­ζει ρό­λο για­τί ἐν­τω­με­τα­ξύ, μπο­ρε­ῖ νά μήν ὑ­πάρ­χο­με. Κυ­ρί­ως ἄν ἀ­φή­σο­με τήν μή στο­χα­στι­κή ἐ­πι­στη­μο­νι­κή φι­λο­σο­φί­α καί σκέ­ψη νά μᾶς ὁ­δη­γεῖ, ἀ­πό πρό­ο­δο σέ πρό­ο­δο, πεί­ρα­μα σέ πεί­ρα­μα, πρά­ξη σέ πρά­ξη, ὄ­χι μη - λο­γι­κή ἀλ­λά ἀ­λό­γι­στη.

Ἡ ἀ­δυ­να­μί­α καί δύ­να­μη το­ῦ πρώ­του φι­λο­σό­φου, (συ­χνά ταυ­τί­ζω Σω­κρά­τη καί Πλά­τω­να), βρί­σκε­ται ὄ­χι τό­σο στό ὅτι τε­λι­κά δέν μπό­ρε­σε νά δε­χτεῖ νά θυ­σιάσει ἐ­κεῖ­να πού κα­θ’ ὁδόν τοῦ φαί­νον­ταν νά ἔ­χουν κάποι­α ἀ­ξία, ση­μα­σί­α καί ση­μαν­τι­κό­τη­τα στόν τε­λικό σκο­πό του, (τόν στό­χο του πού πάν­τα εἶ­χε στό κέν­τρο τῆς σκέ­ψης του καί πάν­τα ἔ­ψα­χνε) καί στήν πο­λι­τική του (ἐ­άν αὐ­τή ἦ­ταν ὁ τε­λι­κός του στό­χος), ἀλ­λά κυρί­ως στό ὅτι προ­σπά­θη­σε νά συν­δυά­σει καί συν­θέσει ἁρ­μο­νι­κά πολ­λά πράγ­μα­τα, πολ­λές ἀρ­χές, ἀ­ξί­ες κι δυ­νά­μεις πού ἴ­σως συν­δυ­ά­ζον­ται ἤ ἴ­σως ἔ­ναρ­μο­νι­ζονται, ἴ­σως ὅμως καί νά μήν συν­δυ­ά­ζον­ται ἤ νά μήν ἐναρ­μο­νί­ζον­ται ἤ νά μήν ἐ­ναρ­μο­νί­ζον­ται ἔ­τσι ἅρ­μονικά, ὅταν μέ­νει κα­νείς ἀνοι­χτός στήν ἀ­κοή τῶν ὄν­των στά ἴδια τά πράγ­μα­τα.

Σάν πρώ­τη προ­σπά­θειά του ἐ­ναρ­μό­νι­σης, θά πρέπει ν’ ἀ­να­φερ­θε­ῖ ἡ ἀ­πό­πει­ρα συν­δυ­α­σμο­ῦ σκέ­ψης καί πρά­ξης, θε­ω­ρί­ας καί δρά­σης, πρά­ξης καί θε­ω­ρί­ας. Κοινό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῶν με­γά­λων στο­χα­στῶν καί τῶν μεγά­λων πρα­κτι­κῶν εἶ­ναι ἡ προ­σπά­θεια αὐ­τή, πού βέβαι­α γιά νά στα­θεῖ ὁ­δη­γεῖ σέ ἄλ­λες ἀ­πό­πει­ρες ἄλ­λων συν­δυα­σμῶν, πρα­κτι­κῶν καί θε­ω­ρη­τι­κῶν καί πρα­κτικο­θε­ω­ρη­τι­κῶν, μιᾶς καί ἡ ἴ­δια ἡ ἀρ­χι­κή δι­α­φο­ρο­ποίση δέν στη­ρί­ζε­ται πα­ρά στόν ἴ­διο της τόν ἑ­αυ­τό, ὄντας βά­ση ἤ μιά ἀ­π’ τίς βά­σεις τῆς (κά­θε) δι­α­φο­ρο­ποίσης. Ἡ μέ­ρα καί ἡ νύ­χτα, τό κρύ­ο καί ἡ ζέ­στη, τό ἀρσε­νι­κό καί θη­λυ­κό, ἡ ζω­ή καί ὁ θά­να­τος κ.α. εἶ­ναι ἴσως πιό πα­λι­ές συν­θε­τι­κές δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σεις. Μή­πως θά ἔ­πρε­πε νά εἰ­δο­ποι­η­θεῖ καί ὁ Πλά­των καί οἱ ἄλ­λοι ὅτι πά­ει χα­μέ­νος ὁ κό­πος τους (πρα­κτι­κά) καί ἄ­δικα χά­νουν τόν και­ρό τους (θε­ω­ρη­τι­κά);

Ὅ­ταν ἔ­τσι δι­α­τυ­πώ­νο­με τό δί­λημ­μα, στήν ἄ­κρα θε­ω­ρη­τι­κή (καί πρα­κτι­κή) του το­πο­θέ­τη­ση, ἴ­σως ναί. Ἐ­άν ὅμως κι ἐμεῖς ὅπως καί ὁ Πλά­των καί ἀρ­κετοί ἄλ­λοι, προ­σπα­θή­σο­με νά συμ­βι­βα­στοῦ­με, κι ὀ­νο­μά­σο­με τήν πρά­ξη πο­λι­τι­κή (σάν νά ἦ­ταν μό­νον πρά­ξη καί τή φι­λο­σο­φί­α θε­ω­ρί­α (σάν ὁ φι­λο­σο­φι­κός βί­ος νά μήν ἦ­ταν ἡ οὐ­σία τῆς φι­λο­σο­φί­ας), τό­τε τό πα­ρα­πάνω δί­λημ­μα γί­νε­ται πιό ζων­τα­νό καί κα­τα­νο­η­τό καί κα­θημε­ρι­νά ἀν­θρώ­πι­νο καί τό­τε μπο­ροῦ­με νά πο­ῦ­με ὅτι: ὁ Πλά­των κα­τ’ ἀρ­χήν προ­σπά­θη­σε νά συν­δυά­σει την πο­λι­τι­κή καί τήν φι­λο­σο­φί­α. Τό ὅτι καί αὐ­τά τά δύο (ἔ­στω κι ἔ­τσι δι­α­τυ­πω­μέ­να ) δέν συν­δυ­ά­ζον­ται, τό δεί­χνει ἡ ζω­ή τοῦ Πλά­τω­να καί τά πα­θή­μα­τά του στίς Συ­ρα­κοῦ­σες, ἀλ­λά καί ὁ πρα­κτι­κός καί θε­ω­ρη­τικός μας κό­σμος, κά­θε φο­ρᾶ πού προ­σπα­θοῦ­σε νά δι­και­ο­λογή­σο­με τίς πο­λι­τι­κές μας πρά­ξεις φι­λο­σο­φι­κά. Ἡ φιλο­σο­φί­α καί ἡ πο­λι­τι­κή εἶ­ναι δύ­ο δι­ά­φο­ροι καί δι­α­φο­ρε­τι­κοί κό­σμοι καί δέν συν­δυ­ά­ζον­ται ἔ­τσι ἁ­πλο­ϊκά. Μέ­χρι νά βρε­θεῖ κά­ποι­ος ἄλ­λος συν­δυ­α­στι­κός τρό­πος μιά ἄλ­λη συν­θε­τι­κή σκέ­ψη (ἐ­άν πο­τέ βρε­θεῖ), ὁ ἕνας τους θά κυ­ρια­ρχεῖ καί θά ὑ­πο­τάσ­σει τόν ἄλ­λο, ἀ­νά­λο­γα μέ τίς γύ­ρω συν­θῆ­κες. Μέ τό νά πο­ύ­με πώς οἱ φι­λό­σο­φοι πρέ­πει νά γί­νουν πο­λι­τι­κοί καί οἱ πο­λι­τι­κοί φι­λό­σο­φοι, δέν σώ­ζον­ται τά πράγ­μα­τα, ἁ­πλῶς με­ταθέτο­με τό δί­λημ­μα πού ἑ­ξα­κο­λου­θε­ΐ στή βά­ση του νά πα­ρα­μέ­νει. Ἀκόμα καί μέ τή μορ­φή: τί εἴ­δους φι­λό­σο­φοι καί τί εἴ­δους πο­λι­τι­κοί;

Ὅ­ταν καί αὐ­τό τό τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­ρώ­τη­μα προ­σπα­θεῖ νά μᾶς τό ἀ­να­λύ­σει (σχε­δόν στήν πρά­ξη), ὁ Πλά­των ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά κά­νει τό­σους ἄλ­λους με­ρι­κό­τε­ρους ἀ­νε­πι­τυ­χε­ίς συν­δυα­σμούς, πού δέν μᾶς μέ­νει ἀμ­φι­βο­λί­α πώς τό σύ­στη­μά του εἶ­ναι οὐ­το­πι­κό.

Καί ὡς πρός αὐ­τό τό δί­λημ­μα ἑ­πο­μέ­νως, πρέ­πει νά μεί­νο­με: ἕν ἀ­να­μο­νῇ, μέ­χρις ἴ­σως κά­τι ἄλ­λο νά φα­νεῖ.

Ὡς δεύ­τε­ρη προ­σπά­θεια ἐ­ναρ­μό­νι­σης ἤ ἴ­σως πρώ­τη, θά πρέ­πει νά ἀ­να­φερ­θε­ῖ ἡ ἀ­πό­πει­ρα το­ῦ Πλά­τω­να νά συν­δυά­σει ὅλες τίς θε­ω­ρί­ες, ὅλα τά συ­στή­μα­τα καί τά ρεύ­μα­τα, ὅλες τίς τά­σεις τῆς ἐπο­χῆς του καί τῶν προ­η­γου­μέ­νων του ἐ­πο­χῶν, σ’ ἕ­να ἑ­νια­ῖο καί πε­ρι­λη­πτι­κό πλα­τω­νι­κό σύ­στη­μα.

Ὅ­λοι μας μέ­σα στό μυα­λό μας ἀ­ναγ­κα­στι­κά συμ­περι­λαμ­βά­νο­με καί κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο συν­δυ­ά­ζο­με, ὅ­λα ὅ­σα μά­θα­με καί πολ­λά ἀ­π’ αὐ­τά πού δέν μα­θαί­νον­ται, καί κά­ποι­ου εἴ­δους τά­ξη καί συγ­κα­τά­τα­ξη δη­μι­ουρ­γοῦ­με. Κά­ποι­ου εἴ­δους σύ­στη­μα, ἔ­στω καί ἁ­πλῶς χρο­νι­κό, ἤ σκέ­τα το­πι­κό, ἤ ἄλ­λο ἔ­χο­με στά ρά­φια το­ΰ κε­φα­λιοῦ μας. Δέν πρόκ­ει­ται ὅμως ἐ­δῶ γι’ αὐ­τό. Ἐκεῖνο πού ὁ Πλά­των προ­σπά­θη­σε νά κά­νει, εἶ­ναι νά συ­νε­νώ­σει θε­ω­ρη­τι­κά καί ἁρ­μο­νι­κά καί λο­γι­κά καί ση­μαν­τι­κά ὅλες τίς ἄλ­λες γε­νι­κό­τε­ρες καί με­ρι­κό­τε­ρες θε­ω­ρί­ες σ’ ἕ­να ἑ­νια­ῖο ἀν­τι­κει­με­νι­κό πρα­κτι­κό (θε­ω­ρη­τι­κό) σύ­στη­μα. Τί ση­μαί­νει σύ­στη­μα δέν τό ἐ­ξη­γῶ, ὡς «ἀν­τι­κει­με­νι­κό» ὅμως ἐ­δῶ ἐν­νο­ῶ ἕ­να σύ­στη­μα πού ὅ­ποι­ος τό βλέ­πει νά μήν ἔ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α ὅτι ἰ­σχύ­ει καί εἶ­ναι κα­λο­δε­μέ­νο καί στέ­κε­ται στά πό­δια του καί εἶ­ναι καί λο­γι­κό καί αἰ­σθη­τι­κό καί δι­αι­σθη­τι­κό καί «θε­ω­ρη­τι­κό» καί πρα­κτι­κό.

Τό ὅτι ἕ­να τέ­τοι­ο σύ­στη­μα, σύγ­χρο­να παν­πε­ρι­λη­πτι­κό καί ἀν­τι­κει­με­νι­κό δέν μπο­ρεῖ νά δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ἤ γί­νει ἤ ὑ­πάρ­ξει, ἤ κι ἄν ὑ­πάρ­χει δέν μπο­ρεῖ νά ἐκ­φρα­στεῖ (στή φι­λο­σο­φι­κή ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα ἤ με­τα­φυ­σι­κή ἤ κα­θα­ρά λο­γι­κή— λο­γῳ καί τῆς φύ­σης τῆς λο­γι­κῆς καί τῆς λο­γι­κῆς της φύ­σης), δέν χρει­ά­ζε­ται νά εἶ­σαι φι­λό­σο­φος γιά νά τό κα­τα­λά­βεις. Γί αὐ­τό ἄλ­λω­στε καί οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι, σή­με­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἴ­σως ἀ­πό πα­λαι­ά, βα­ρι­οῦν­ται τή φι­λο­σο­φί­α καί τή θε­ω­ροῦν χα­σο­μέ­ρι πού δέν ὁ­δή­γη­σε ἐ­πί τό­σους αἰ­ῶ­νες ἤ ὁ­δη­γεῖ καί τώ­ρα που­θε­νά. Συ­νε­πῶς καί ὁ Πλά­των, πού ἦ­ταν ἐ­πι­πλέ­ον φι­λό­σο­φος τό ἤ­ξε­ρε αὐ­τό κα­λά. Ἤ­ξε­ρε ὅτι τά ἀρ­χι­κά καί βα­σι­κά συ­στή­μα­τα καί θε­ω­ρή­μα­τα πού ἤ­δη πε­ρι­λαμ­βά­νουν τό­σα πολ­λά στοι­χεῖ­α καί πού εἶ­ναι καί ἐξ αὐ­τοῦ καί ἀ­πό τή φύ­ση τους ἀν­τι­φα­τι­κά, δέν μπο­ροῦ­με νά ἐ­πι­χει­ρή­σο­με νά τά ἑ­νο­ποι­ή­σο­με καί με­τα­ξύ τους πα­ρά μό­νον μέ κά­τι πού στέ­κε­ται ση­μαν­τι­κά ψη­λό­τε­ρά τους· καί ὅτι εἴ­τε αὐ­τό τό ὀ­νο­μά­σο­με θε­ό, εἴ­τε Ἕν ἤ ὅτι ἄλ­λο, Αὐ­τό εἶ­ναι τό­σο γε­νι­κό καί παν­πε­ρι­λη­πτι­κό, καί ἐνέ­χει συν­δυ­α­στι­κά, θε­ω­ρί­α καί πρά­ξη καί σκέ­ψη καί δρά­ση καί φι­λο­σο­φί­α καί πο­λι­τι­κή καί τήν ἴ­δια τή δι­ά­κρι­ση, πού δέν μπο­ρεῖ νά εἶναι ἤ νά ἀ­πο­κα­λε­ῖ­ται σύ­στη­μα, πα­ρά μό­νο μέ κά­ποι­ο σύ βι­βα­σμό.

Τί εἴ­δους ἀν­τι­κει­με­νι­κό ἤ ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς ἰ­σχύ­ος σύστη­μα νά κά­νο­με ὅταν μέ­σα σ’ αὐ­τό μα­ζί μέ ὅλα τ’ ἄλ­λα πε­ρι­λαμ­βα­νό­μα­στε κι ἐ­μεῖς;

Ὁ Πλά­των ὅμως ἦ­ταν ἀρ­χαῖ­ος καί ἕλ­λη­νας κι αἰσι­ό­δο­ξος καί ἐ­βρι­σκε πώς ἡ προ­σπά­θεια, ἔ­στω καί μόνη προ­σπά­θεια ἄ­ξι­ζε τόν κό­πο. Ἄλ­λω­στε αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους οἱ προ­σπά­θει­ες φέ­ρουν τήν ἀν­τα­μοι­βή τους μέσα τους. Ἔ­στω καί λί­γο ἤ με­ρι­κό πλη­σί­α­σμα πρός κάτι τό ὑ­παρ­κτό καί ἁρ­μο­νι­κό ἐ­άν μπο­ρεῖ νά πραγ­ματοποι­η­θεῖ, ἀ­ξί­ζει νά ἐ­πι­χει­ρη­θεῖ. Ἔ­τσι σκέ­φτη­κε, ταυτίζον­τας σάν κα­λός ἕλ­λη­νας στό μυα­λό του, ὑ­παρκτό φυ­σι­κό καί ἁρ­μο­νι­κό. Καί τό φι­λο­σο­φι­κό τα­ξεί­δι καί ἡ φι­λο­σο­φι­κή ζω­ή ἔ­χει τίς ἀ­ρε­τές της ὅπως καί ἡ ἐνασχό­λη­ση μέ τά πο­λι­τι­κά τίς ἱ­κα­νο­ποι­ή­σεις της. Καί ὅ,τι ὑ­πάρ­χει καί εἶ­ναι ἐ­δῶ μπο­ρεῖ κά­πως ν’ ἀν­τι­με­τωπιστεῖ μέ τό νοῦ φτά­νει νά θέ­λο­με νά συμ­βι­βα­στοῦν Ἔ­τσι τόν εἶ­χαν δι­δά­ξει καί οἱ δά­σκα­λοί του οἱ «φυσικοί», προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι.

Ἐ­πι­χεί­ρη­σε ἑ­πο­μέ­νως τόν συν­δυα­σμό καί τήν ἑ­ναρμό­νι­ση καί τή δη­μι­ουρ­γί­α ἕ­νος παν­πε­ρι­λη­πτι­κο­ΰ συστή­μα­τος, ὄχι μό­νο γνω­ρί­ζον­τας τίς δυ­σκο­λί­ες του ἀλ­λά καί τό ἀ­δύ­να­τό του. Ἔ­τσι ὀπ­πορ­του­νί­στι­κα καί στήν τύ­χη, ἐλ­πί­ζον­τας ὅτι κά­τι τε­λι­κά θά βγεῖ, πάντα ἀ­πο­βλέ­πον­τας στούς ἄλ­λους (πο­λι­τι­κούς;) σκο­πούς του. Καί τό ἀ­δύ­να­το βλέ­πεις φι­λο­σο­φι­κά, καί τό ἀνύπαρ­κτο (λόγῳ ἀ­νυ­παρ­ξί­ας), στήν ἀ­νώ­τα­τη λο­γι­κή καί μή λο­γι­κή σφαί­ρα, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το ν’ ἀ­πο­δει­χτεῖ καί μόνο εἰ­κά­ζε­ται. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Πλά­των ἐ­πι­χεί­ρη­σε τό σύστη­μά του γνω­ρί­ζον­τας ὅτι ὑπάρ­χει ἕ­νας δρό­μος κ ἕ­νας τρό­πος, ἀλ­λά μό­νον ἕ­νας πού τε­λι­κά ὁ­δη­γεῖ πρός αὐ­τό, ὁ δρό­μος το­ῦ συμ­βι­βα­σμοῦ. Ὅ­ταν δε­χό­μαστε νά συμ­βι­βα­στοῦ­με, ὅλα ἤ σχε­δόν ὅλα εἶ­ναι δυ­νατά. Καί ὁ με­γά­λος συν­δυα­σμός ἑ­πο­μέ­νως τῶν τό­σων πολλῶν καί δι­α­φό­ρων καί ἀν­τι­φα­τι­κῶν δέν εἶ­ναι ἀ­δύ­νατος καί μπο­ρεῖ νά γί­νει διά τοῦ συμ­βι­βα­σμοῦ.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν μᾶς εἰ­δο­ποί­η­σε γιά τό ἀ­δύ­να­το τῆς δι­α­τύ­πω­σης τῶν αἰ­ώ­νι­ων, ἄ­πει­ρων (καί συ­νε­πῶς πάνπε­ρι­λη­πτι­κῶν) καί ὄντων καί ὑ­παρ­χόν­των, μέ τά πρό­σκαι­ρα, τά με­ρι­κά καί με­ρι­κῶς ὄντα καί πε­πε­ρα­σμέ­να καί ἀ­τε­λῶς ὑ­πάρ­χον­τα, πῆ­ρε τήν ἀ­πό­φα­ση κι ἔκανε τή βου­τιά.

Ἔ­τσι φτι­ά­χτη­κε τό πλα­τω­νι­κό καί παν­πε­ρι­λη­πτικό σύ­στη­μα, τό συν­δυ­α­στι­κό καί ἐ­ναρ­μο­νι­στι­κό, ἄ­σχετα ἄν ὁ ἴ­διος ὁ Πλά­των δέν ὁ­μο­λό­γη­σε πο­τέ πώς δημι­ουρ­γεῖ σύ­στη­μα, οὔ­τε πώς ἐ­πι­χει­ρεῖ μ’ αὐ­τον τόν τρό­πο νά ἐκ­φρά­σει τό αἰ­ώ­νιο καί ἄ­πει­ρο.

Αὐ­τό εἶ­ναι πού ὀνο­μά­ζω πλα­τω­νι­κό συμ­βι­βα­σμό (γιά νά μήν με­τα­χει­ρι­στῶ τό «ἀν­τί­φα­ση»), ἤ κα­λύ­τε­ρα με­γά­λο πλα­τω­νι­κό συμ­βι­βα­σμό, για­τί ἔ­κα­νε κι ἕ­να σω­ρό μι­κρό­τε­ρους.

Στούς τέ­τοι­ου εἴ­δους με­γά­λους συμ­βι­βα­σμούς, κα­μιά φο­ρά καί χω­ρίς νά τό πο­λυ­σκε­φτο­ῦ­με, δί­νο­με καί ἀρ­κε­τά ἄλλα καί δι­α­φο­ρε­τι­κά ὀνό­μα­τα, ἀ­νά­λο­γα μέ τήν πί­στη μας καί το­πο­θέ­τη­σή μας. Γι’ αὐ­τό κι ἐ­γώ, συμ­βι­βα­σμό ἐ­δῶ κα­λῶ τήν τά­ση γιά τό ὑ­περ­βα­τι­κό, τή με­τα­φυ­σι­κή ἀ­γω­νί­α, τήν ὑ­περ­φυ­σι­κή φύ­ση τοῦ ἀνθρώ­που, τόν ἄν­θρω­πο.

Ὡς τρί­τη καί ἐ­πί­σης ση­μαν­τι­κή προ­σπά­θεια πλα­τω­νι­κῆς ἐ­ναρ­μό­νι­σης πού συν­δέ­ε­ται ρι­ζι­κά καί μέ τίς δύ­ο ἄλ­λες, θ’ ἀ­να­φέ­ρω ἐ­δῶ ἕ­να σχῆ­μα σύν­θε­σης τῆς πό­λης, τῆς φύ­σης, καί τῆς ψυ­χῆς το­ῦ ἀν­θρώ­που. Στόν Μέ­νω­να καί ἀλ­λοῦ, τά τρί­α αὐ­τά φαί­νον­ται σάν ἐ­φαπτό­με­νες ὁ­μο­ει­δε­ῖς καί ἀν­τι­κα­θρε­φτι­ζό­με­νες σφαῖ­ρες, πού πε­ρι­κλεί­ον­ται (μα­ζί μέ τ’ ἄλλα π.χ. τούς θε­ούς), μέ­σα σέ μιά με­γα­λύ­τε­ρη σφαί­ρα πού λέ­γε­ται καί εἶ­ναι, Εἶ­ναι, Ὄν ἤ Πᾶν. Ὅ,τι μπο­ρεῖ νά συμ­βεῖ στή μιά ἀ­π’ αὐ­τές μπο­ρεῖ νά συμ­βε­ῖ καί στήν ἄλ­λη, ὅ,τι συμ­βαί­νει στή μιά, συμ­βαί­νει καί στήν ἄλ­λη. Ἡ φύ­ση τους, ἡ δο­μή τους καί ἡ ψυ­χή τους εἶ­ναι ταυ­τό­ση­μη καί ἴ­δια (καί ἡ φύ­ση καί ἡ πό­λη φαί­νε­ται νά ἔ­χουν κά­ποι­ου εἴ­δους ψυ­χή). Δέ­χε­ται ἀ­κό­μα ὁ Πλά­των ἐ­δῶ, αὐ­το πού σή­με­ρα θά ὀ­νο­μά­ζα­με Ἁγία Τριά­δα, δη­λα­δή ὅτι τά τρί­α αὐ­τά σύ­νο­λα, οἱ τρεῖς αὐ­τοί κό­σμοι, εἶ­ναι ὁ­μο­ού­σιοι καί ἀ­δι­αί­ρε­τοι κι ὅτι ὁ ἕ­νας μπο­ρε­ῖ νά ἐκφρά­ζει κι ἐκ­προ­σω­πε­ῖ ἐ­πα­ξί­ως καί ἀ­δι­αι­ρέ­τως τόν ἄλ­λο (δη­λα­δή τή μα­γι­κή Ἀρ­χή). Καί ὅτι κά­θε φο­ρά πού μι­λᾶ­με γιά τόν ἕ­να καί προ­σπα­θοῦ­με νά τόν προ­σεγ­γί­σο­με, (ἤ ἀ­να­λύ­σο­με), σύγ­χρο­να ἐκ­φρά­ζο­με καί τά πα­θή­μα­τα καί τίς κα­τα­στά­σεις καί τῶν δύ­ο ἄλ­λων (κον­τι­νῶν καί ὁ­μο­ει­δῶν πρός αὐ­τόν). Ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρο­με ἤ ἐ­πι­κα­λού­με­θα τό ἕ­να ἀ­πό αὐ­τά τά σύ­νο­λα, πάν­τα τά δύ­ο ἄλ­λα ὑ­πο­νο­ο­ῦν­ται καί βρί­σκον­ται ἐ­δῶ τώ­ρα πα­ρόν­τα μπρο­στά μας.

Ἡ προ­σπά­θειά του αὐ­τή, τῆς ἐ­ναρ­μό­νι­σης, φαί­νε­ται δυ­στυ­χῶς φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον νά πέ­τυ­χε, για­τί ἀ­κό­μα καί σή­με­ρα ἡ φύ­ση μας εἶ­ναι καί πα­ρα­μέ­νει ὅ­πως ἦ­ταν ἐξ ἀρ­χῆς καί πρίν κι ἀ­π’ τόν Πλά­τω­να, ἀνθρω­πο­μορ­φι­κή καί τά κρά­τη μας μᾶς φαί­νον­ται φυ­σι­κά καί φυ­σι­κά φαί­νε­ται νά θέ­λο­με τήν δι­α­τη­ρη­σή τους. Καί ἡ ὀρ­γά­νω­ση τους μᾶς φαί­νε­ται φυ­σι­κή καί σύμ­φω­νη μέ τήν ψυ­χή καί τή φύ­ση το­ῦ ἀν­θρώ­που. Καί ὁ ἄν­θρω­πος ἑ­ξα­κο­λου­θε­ῖ νά εἶ­ναι «ὄν κοι­νω­νικόν» καί ἡ κοι­νω­νί­α ἀ­κό­μη καί μέ τήν ση­με­ρι­νή της μορ­φή νά φαί­νε­ται ἀν­θρώ­πι­νη καί ἀν­θρω­πι­στι­κή κ.λ.π.

Ὁ Πλά­των ἀ­πό κά­ποι­α στιγ­μή καί πέ­ρα αὐ­τό φαί­νε­ται κα­θα­ρά στήν Πο­λι­τεί­α του (ἤ καί ἐξ ἀρ­χῆς), θε­ώ­ρη­σε πώς κά­θε μιά ἀ­π’ αὐ­τές τίς ἀν­τι­κα­θρε­φτι­ζό­με­νες σφαῖ­ρες, (φύ­ση, πό­λη, ψυ­χή ἀν­θρώ­που) δέν εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή σφαῖ­ρα μέ σφαι­ρι­κό­τη­τα, ἀλ­λά ὅτι ἔ­χει σχῆ­μα τρι­γω­νι­κό, πυ­ρα­μι­δι­κό καί συμ­με­τέ­χει καί ἐγκλεί­ε­ται καί σχη­μα­τί­ζει τή με­γά­λη πυ­ρα­μί­δα το­ῦ παν­τός, πού στήν κο­ρυ­φή της ἔ­χει τό Ἕν καί στή βά­ση της τά πολ­λά, μέ­σα σέ μιά ἁρ­μο­νι­κή ἱ­ε­ραρ­χι­κή σύν­θε­ση.

Τό ὅτι τά τρί­α αὐ­τά δέν εἶ­ναι στό ἐ­σω­τε­ρι­κό τους τό κα­θέ­να — ἀλ­λά καί τίς σχέ­σεις τους με­τα­ξύ τους ἀπό τή φύ­ση τους ἁρ­μο­νι­κά, (τή φύ­ση πού τούς ἔδωσαν σάν οἱ Ἕλ­λη­νες καί ὁ Πλά­των) καί ἁρ­μο­νι­κά συνδυαζό­με­να, σή­με­ρα πιά δέν ὑ­πάρ­χει κα­μιά δυ­σκο­λί­α να το δοῦ­με.

Ἡ φύ­ση μας εἶ­ναι ἕ­να ἄ­γριο καί κρύ­ο καί κοχλάζων πρᾶγ­μα που ἀ­να­τα­ράσ­σε­ται καί ἐ­κρή­γνυται καί αὐ­το-συγ­κρού­ε­ται μέ ἄ­πει­ρη τα­χύ­τη­τα, σέ ἄ­πει­ρες ἐκτά­σεις, σέ κα­τα­πλη­κτι­κές θερ­μι­κές δι­α­φο­ρές, μεταπηδών­τας ἀ­π’ τό ἀ­πό­λυ­το μη­δέν στήν ἀ­πό­λυ­τα μεταποι­η­τι­κή θερ­μό­τη­τα, κι ἀ­πό με­τα­στρο­φή σέ κα­ταστροφή, κι ἀ­πό κα­τα­στρο­φή σέ σύγ­κρου­ση. Δυ­νά­μει­ς ἀκτί­νες, -ό­νια, μά­ζες, τα­χύ­τη­τες, χρό­νοι, χῶ­ροι και χωρό­χρο­νοι καί ἄλ­λα πολ­λά καί ἄ­γνω­στα καί εἰκαζόμενα, ὑ­πάρ­χον­τα καί ἀ­νύ­παρ­κτα καί ὑ­πο­τι­θέ­με­να (χάριν τῆς ἐ­πι­στή­μης), ἔ­χον­τας θε­ω­ρη­τι­κά ἴσως χά­ρις στόν Πλά­τω­να) γί­νει Ἕ­να (ἀλ­λά ὑ­φαί­στιο) μέ­σα στό μυαλό μας κι ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τό, πο­λε­μι­ο­ῦν­ται με­τα­ξύ τους ἀπηνῶς καί συ­νε­χῶς μέ­χρι δι­ά­λυ­σης τοῦΰ Σύμ­παν­τος

Ποῦ ἡ ἁρ­μο­νι­κή Πλα­τω­νι­κή φύ­ση;

Ὁ ἄν­θρω­πός μας πά­λι, σχι­ζο­φρε­νής, παρανοϊκός κομ­πλε­ξι­κός, ἄ­φρων καί πα­ρά­φρων, θρη­σκο­μα­νής καί ἱ­ε­ρό­συ­λος, στε­νο­κέ­φα­λος, δι­κέ­φα­λος, τρι­κέ­φα­λος, ἀναι­δής, προ­κλη­τι­κός κι ἐ­πι­κίν­δυ­νος καί γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί γιά τή φύ­ση, καί τό­σα ἄλ­λα κα­κά ψυ­χρά κι ἀ­νά­πο­δα, δέν ἔ­χει κα­μιά σχέ­ση μέ τόν ἁρ­μο­νι­κό καί φυ­σι­κό ἄν­θρω­πο το­ῦ Πλά­τω­να.

Ὅ­σο γιά τό κρά­τος μας, τήν πρώ­ην ἁρ­μο­νι­κή πό­λη, τί καί πό­σα νά πεῖ κα­νείς;

Θά ἀρ­κε­στῶ στό ὅτι ἀ­να­βί­ω­σε καί πραγ­μα­τοποιεῖ τόν ἑλ­λη­νι­κό προ­πλα­τω­νι­κό μῦ­θο τοῦΰ πα­τέ­ρα τρώ­ει τά παι­διά του γιά νά μήν τοῦΰ πά­ρουν τήν ἐξουσί­α. Ἔ­χον­τας ἀ­πο­κτή­σει τέ­τοι­α φύ­ση, ἡ φύ­ση, ὁ ἄνθρω­πος καί ἡ κοι­νω­νί­α καί τό κρά­τος, δέν μποροῦν φυ­σι­κά πα­ρά νά βρί­σκον­ται σέ συ­νε­χῆ καί ἀ­πη­νῆ πόλε­μο καί στίς με­τα­ξύ τους σχέ­σεις. Πα­ρα­λεί­πω βέβαια ἐ­δῶ τίς λε­πτο­μέ­ρει­ες τῶν πο­λέ­μων, τῶν κρα­τῶν, ἐ­θνῶν, τῶν ἐγ­χρώ­μων καί τῶν χρω­μά­των, τῶν κοινωνι­κῶν στρω­μά­των, τῶν μει­ο­νο­τή­των, τῶν πλειοψηφι­ῶν, τῶν ὁ­μά­δων πι­έ­σε­ως, τῶν ὁ­μά­δων κα­τα­πι­έσεως κ.λπ., πού ἀ­πο­τε­λοῦν τήν ἱ­στο­ρί­α το­ῦ ἀν­θρώ­που καί ταῆς κοι­νω­νί­ας του.

Ἐν τού­τοις, χά­ρις κυ­ρί­ως στόν Πλά­τω­να (καί φυσικά τήν τυ­φλό­τη­τά μας), οἱ θε­ω­ρί­ες μας οἱ φυ­σι­κέςι πο­λι­τι­κές καί κοι­νω­νι­κές καί ἀν­θρώ­πι­νες καί ἀνθρωπο­λο­γι­κές, ἐξα­κο­λου­θο­ῦν νά βα­δί­ζουν σύμ­φω­να με το ἁρ­μο­νι­κό καί συν­δυ­α­στι­κό του πρό­τυ­πο. Οἱ ἐ­πι­στήμονές μας θαυ­μά­ζουν τή σο­φί­α καί ἁρ­μο­νί­α καί σύνθεση τῆς φύ­σης. Οἱ ποι­η­τές μας ὑμνοῦν τό κάλ­λος τοῦ ἀν­θρω­πι­σμο­ῦ καί τήν ἀν­θρω­πιά τοῦ ἀν­θρώ­που (ποι­οῦ ἀν­θρώ­που. Τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ; Μά καί τέ­τοι­ος ἀ­κό­μα ἔ­πα­ψε νά εἶ­ναι ). Καί οἱ κοι­νω­νι­ο­λό­γοι μας καί κοι­νωνι­κο­ποι­οί μας νά φτιά­νουν ἁρ­μο­νι­κά, ἰ­δε­α­τά καί ἰ­δε­ο­λο­γι­κά συ­στή­μα­τα.

Μέ­σα σέ μιά τέ­τοι­α ψεύ­τι­κη συ­νεί­δη­ση, ζών­τας ὁ ἄν­θρω­πος καί ὑ­πάρ­χον­τας ἡ φύ­ση, καί κυ­βερ­νών­τας τό κρά­τος καί κοι­νω­νόν­τας ἡ «κοι­νω­νι­κή» κοι­νω­νί­α, δέν ἀ­πο­τε­λο­ῦν πα­ρά πλή­ρη καί παν­τε­λῆ συμ­παν­τια­κή σχι­ζο­φρέ­νεια. Δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν ὁ «κό­σμος» αὐ­τός, (κό­σμος ἑλ­λη­νι­κός ἴ­σον δι­ά­κο­σμος....ἁρ­μο­νί­α), νά ἐξακο­λου­θεῖ νά ὑ­πάρ­χει γιά πο­λύ και­ρό ἀ­κό­μα ἀ­τι­μω­ρητί, μέ­σα σέ δύ­ο κό­σμους τό­σο ἀν­τί­θε­τους, ἕ­ναν θε­ω­ρη­τι­κό ἁρ­μο­νι­κό πλα­τω­νι­κό, καί ἕ­να δῆ­θεν πραγ­μα­τι­κό (ἐξ ἴ­σου ἤ καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό­γο­νο τοῦ Πλά­τω­να), τό­σο βί­αι­ο, τό­σο ἀ­πάν­θρω­πο. Κά­τι θά πρέ­πει νά βρε­θεῖ, κά­τι νά γί­νει.

Λά­θος λοι­πόν μο­ῦ φαί­νε­ται καί ἡ «ἐ­ναρ­μό­νι­ση» αὐτή καί λά­θος ἀρ­χι­κό, δη­λα­δή με­γά­λο καί τρα­νό.

Ἄλ­λη προ­σπά­θεια ἐ­ναρ­μό­νι­σης, ἴσως ἀ­πόρ­ροι­α τῶν προ­η­γου­μέ­νων ἤ καί βά­ση τους, εἶ­ναι ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Πλά­τω­να τῆς σύμ­πτω­σης τῆς εὐ­η­με­ρί­ας τῆς πό­λης καί εὐ­τυ­χί­ας τοῦ ἀ­τό­μου.

Αὐ­τή ἡ θε­ω­ρί­α πι­στεύ­ω πώς πολ­λά ὀ­φεί­λει στόν Σω­κρά­τη καί τήν ἐ­πί­δρα­σή του, ἐ­νῶ σύγ­χρο­να ἐκ­φράζει καί μιά ἄλ­λη θε­ω­ρη­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Πλά­τω­να καί τῶν Ἑλ­λή­νων γιά τίς σχέ­σεις γε­νι­κοῦ καί εἰ­δι­κοῦ, με­ρῶν καί συ­νό­λου. Συ­χνά λέ­ει ὁ Πλά­των — ἀλ­λά ἀκό­μη συ­χνό­τε­ρα ὑ­πο­νο­εῖ καί ὑ­παι­νίσ­σε­ται ὅτι: Δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χει εὐ­τυ­χι­σμέ­νο ἄ­το­μο σέ δυ­στυ­χι­σμέ­νη ἤ ἀ­κα­τά­στα­τη ἤ ἀ­κυ­βέρ­νη­τη πό­λη. Αὐ­τή τή σύν­το­μη καί φαι­νο­με­νι­κά ἁ­πλή φρά­ση (θε­ω­ρί­α) τήν πῆ­ραν καί τήν ἐ­πε­ξερ­γά­στη­καν καί τή δι­άν­θι­σαν καί τή δι­εύ­ρυ­ναν οἱ κα­το­πι­νοί του. καί τήν ἔ­κα­ναν κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κή θε­ω­ρί­α πού πά­νω της βά­σι­σαν τήν κοι­νω­νιολο­γί­α. Τή δε­χό­μα­στε κι ἐ­μεῖς τώ­ρα λαμ­βά­νον­τας την ἀ­με­σό­τε­ρα ἀ­π’ τούς σχε­τι­κά πρό­σφα­τους δι­α­δό­χους του, Γάλ­λους, Ἄγ­γλους, Γερ­μα­νούς, ἀ­κό­μα κι Ἀμερικανούς ρο­μαν­τι­κούς φι­λο­σό­φους καί κοι­νω­νι­ο­λό­γους.

Ἔ­τσι κα­τα­λή­ξα­με νά μπερ­δεύ­ο­με συ­χνά θε­ω­ρη­τι­κά καί συ­χνό­τα­τα πρα­κτι­κά, ὀρ­γά­νω­ση καί εὐ­η­με­ρί­α, δι­α­τή­ρη­ση κι ἐ­πι­βίω­ση καί εὐ­τυ­χί­α, καί συμ­φέ­ρον κοι­νω­νι­κό καί ἀ­το­μι­κό. Καί κά­θε μορ­φῆς ὀρ­γά­νω­ση καί κά­θε δι­α­τή­ρη­ση καί κά­θε συμ­φέ­ρον. Καί ἔ­τσι ἔ­γι­νε κα­νών ὅτι κά­θε ἄ­το­μο, γιά νά εἶ­ναι ὑ­γιές καί ἀ­νε­κτό καί εὐ­πρόσ­δε­κτο στήν κοι­νω­νί­α, πρέ­πει νά προ­σαρ­μό­ζε­ται στήν ἑ­κά­στο­τε ἐ­πι­κρα­το­ῦ­σα καί κυ­ρι­αρ­χοῦ­σα ὁ­μά­δα, στό group, ὅποι­ο κι ἄν εἶ­ναι αὐ­τό καί κυ­ρί­ως βέ­βαι­α στό κρά­τος. Που­θε­νά δέν εἶ­δα τόν Πλά­τω­να νά μᾶς λέ­ει σα­φῶς τό ἀν­τί­θε­το. Ὅ­τι δη­λα­δή ἡ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη καί εὐ­η­με­ροῦ­σα πό­λη εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη για­τί τά ἄ­το­μά της εἶ­ναι χα­ρού­με­να καί κο­λυμ­πᾶ­νε μέ ἄ­νε­ση μέ­σα σ’ αὐ­τήν. Πάν­τα γιά τόν Πλά­τω­να προ­έ­χου­σα θέ­ση ἔ­χει ἡ πό­λη καί ἡ δι­α­τή­ρη­σή της καί ἡ ἀ­σφά­λειά της καί δευ­τε­ρεύ­ου­σα τό ἄ­το­μο καί ἡ εὐ­τυ­χί­α του.

Οἱ Ἄγ­γλοι, πο­νη­ροί καί ὑ­πο­κρι­τές καί συμ­φεροντολό­γοι, πιό κρυ­ψί­νο­ες (καί συμ­βι­βα­στι­κοί) κι ἀπ’τόν Πλά­τω­να πού προ­σπά­θη­σαν στά κρυ­φά νά ἀνατρέψουν, ἀν­τέ­στρε­ψαν σι­γά-σι­γά καί ἀ­θό­ρυ­βα (βο­ηθούμενοι κι ἀ­π’ τό Laissez faire, Laissez passer, le monde va de Lui meme, τῶν Γάλ­λων ἀ­στό­χα­στων τεμ­πέληδων αὐ­τή τή θε­ω­ρί­α, κα­τα­λή­γον­τας σ’ ἕ­ναν ἄλ­λο σύμβιβασμό καί σ’ ἕ­να ἄλ­λο ἀ­ξί­ω­μα ἐξ ἴσου αὐ­θαί­ρε­το πλα­τω­νι­κά. Ἐάν πράγ­μα­τι θέ­λο­με, εἶ­παν, τό καλό τοῦ κρά­τους καί τῆς κοι­νω­νί­ας, τό κα­λύ­τε­ρο πού ἔχομε νά κά­νο­με εἶ­ναι νά φρον­τί­ζο­με τό ἀ­το­μι­κό μας συμφέρον. Ὅ­ταν ὅλοι προ­σπα­θοῦν καί ἀ­κο­λου­θοῦν κι ἐ­πιτυγχάνουν τό ἀ­το­μι­κό τους συμ­φέ­ρον, τό κρά­τος εὐημερεῖ. Ὄ­χι μό­νο για­τί εὐ­τυ­χοῦν τά ἄ­το­μα, οἱ μο­νά­δες πού τό ἀ­πο­τε­λοῦν, ἀλ­λά καί για­τί αὐ­τός ὁ μη­χα­νι­σμός ἐ­πι­δι­ώ­ξης τοῦ πλού­του, ὁ ἴδιος ὁ κοι­νω­νι­κός μηχανισμός εὐ­νο­εῖΐ τήν κρα­τι­κή εὐ­η­με­ρί­α πού ταυ­τι­ζό­ταν στό μυα­λό τους μέ τόν πλοῦ­το. Βλέ­πεις, οἱ Ἄγ­γλοι αἰσθάνον­ταν ἀ­σφα­λεῖϊς καί ἀ­πόρ­θη­τοι στό νη­σί τους. Ἔξαλλος κι ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος καί θέ­λον­τας νά κα­τα­πολεμίσει τήν ἄ­δι­κη καί κα­τα­πι­ε­στι­κή αὐ­τή γιά τούς φτωχούς πού ἔ­με­ναν στό ἔ­λε­ος τῶν πλου­σί­ων, σ’ ἕνα τός πε­ρι­ο­ρι­ζό­με­νο στό ρό­λο τοῦ ἀ­στυ­νό­μου, ὁ ρομαντι­κός ἀ­πό­γο­νος τῶν ραβ­βί­νων, σνόμπ, ἀρ­ριβίστας πρώ­ην δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἀ­φε­λής καί ἔν­τι­μος γε­ρμανοε βραῖ­ος (Οἱ Γερ­μα­νοί πάν­τα κρα­τή­θη­καν μέ τή μεριά τοῦ κρά­τους πού ἐ­πί τό­σους αἰ­ῶ­νες τούς ἔλειψε) Μάρξ, ὑ­πνω­τι­σμέ­νος ἀ­π’ τή θε­ω­ρί­α τοῦ κρά­τους και ταῆς τῆς δῆ­θεν τε­λει­ω­τι­κῆς ἔκ­φρα­σης τῆς Ἰδέας τοῦ φι­λό­δο­ξου Hegel (οἱ Γερ­μα­νοί πάν­τα ἦ­ταν ὑ­περφιλόδο­ξοι), ἐ­πάανῆλ­θε στόν Πλά­τω­να χω­ρίς νά τό λέει καί μᾶς τα­λαι­πώ­ρη­σε τε­λι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅτι και ὁ ἴδιος ἐ­πι­θυ­μο­ῦ­σε, μέ ἄλ­λες χει­ρό­τε­ρες καί χον­δροειδέστε­ρες ταυ­τί­σεις. Πί­στε­ψε βλέ­πεις ἀ­φε­λῶς στην ἐπιστή­μη καί πώς κά­ποι­ος καί μά­λι­στα ὁ ἴδιος, μπορεῖ να πεῖ τήν τε­λι­κή λέ­ξη γιά τόν ἄν­θρω­πο καί τήν κοι­νω­νί­α.

Ἄ­δι­κα λοι­πόν ἔ­γι­νε, ἤ, ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, κακά (μι­σο­θε­ω­ρη­τι­κά καί μι­σο­πρα­κτι­κά) κα­τέ­λη­ξε και ἡ προ­σπά­θεια αὐ­τή ἐ­ναρ­μό­νι­σης πό­λης καί ἀ­το­μι­κῆς εὐτυ­χί­ας.

Ὁ Πλά­των προ­σπά­θη­σε ἀ­κό­μη (ἤ ἀ­π’ ἐ­κεῖ ἄρχισε τήν προ­σπά­θειά του), νά ἐ­ναρ­μο­νί­σει τούς δύ­ο δασκά­λους» του, τόν 'Ἠράκλειτο καί τόν Παρ­με­νίδη. Ὁ ἕ­νας ὅμως ἔ­λε­γε ὅτι τά πάν­τα κι­νοῦν­ται κι ὁ ἄλλος ὅτι τό ὄν εἶ­ναι ἀ­κί­νη­το καί ἀ­με­τά­βλη­το. Δυ­στυ­χῶς ὁ Πλά­των δέν ἀρ­κέ­στη­κε στό νά προ­σπα­θή­σει νά ἐναρμο­νί­σει μό­νο τίς γε­νι­κό­τα­τες θε­ω­ρή­σεις τους, πού ἐπί τέ­λους θά ἦ­ταν ἴσως πιό κα­τορ­θω­τό, ἀλ­λά ἀ­ποπειράθη­κε νά συν­δυά­σει καί τίς με­ρι­κό­τε­ρες καί εἰ­δι­κότερες θε­ω­ρί­ες τους, πού φαί­νε­ται πί­στε­ψε πώς ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἀ­δι­ά­σπα­στο σύ­νο­λο μέ τήν κα­θο­λι­κή θε­ώ­ρη­ση τοῦ κα­θε­νός τους. Ἡ προ­σπά­θειά του αὐ­τή τόν ὁ­δή­γη­σε τε­λι­κά μα­κρυ­ά ἀ­π’ τή λε­ω­φό­ρο, σέ ἀ­πό­μα­κρα σκο­τει­νά κι ἐ­πι­κίν­δυ­να μο­νο­πά­τια.

Ἔ­τσι στόν Μέ­νωνα ἀ­ναγ­κά­ζε­ται, προ­κει­μέ­νου νά ὁρί­σει τίς ἀ­ρε­τές ἤ τήν Ἀ­ρε­τή πού τε­λι­κά δέν ὁ­ρί­ζε­ται πα­ρά σάν δῶ­ρο τῶν θε­ῶν, νά συν­δυά­σει καί σχε­δόν ταυ­τί­σει, γνώ­ση καί δό­ξα καί ζω­ή καί μνή­μη καί ἀ­θα­να­σί­α τῆς ψυ­χῆς καί αἰ­ω­νι­ό­τη­τα (καί ρο­ή καί στά­ση), καί Ἄ­δη, πράγ­μα­τα κραυ­γα­λέ­α ἄ­σχε­τα με­τα­ξύ τους. Κυ­ρί­ως ὁταν ἡ σύν­θε­ση αὐτή γί­νε­ται βι­α­στι­κά καί παρε­πιμ­πτόν­τως ὅπως τήν ἀ­να­φέ­ρει στό Μέ­νω­να ὁ Πλά­των. Στίς σχέ­σεις Ἠράκλειτου καί Παρ­με­νί­δη ἐλ­πί­ζω νά ἐ­πα­νέλ­θω ἀλ­λοῦ.

Ἀλ­λά, πού προ­σπά­θη­σε νά ἐ­ναρ­μο­νί­σει, εἶ­ναι ἡ πό­λη, ὄχ πιά μέ τήν εὐ­τυ­χί­α τῶν ἀ­τό­μων ἤ τή φύ­ση, ἀλ­λά μέ τή γνώ­ση (ὅταν θά φτά­σο­με στήν Πο­λι­τεί­α του θά φα­νεῖ αὐ­τό ξε­κά­θα­ρα). Δύ­σκο­λη ὁμως εἶ­ναι καί ἡ ἐ­ναρ­μό­νι­ση αὐ­τή. Μπο­ρε­ΐ κα­νείς ὁταν θέ­λει νά δι­α­κρί­νει (ἀλ­λά κα­νείς δέν φαί­νε­ται νά τό θέ­λει, για­τί πά­νω καί σ’ αὐ­τη τήν ἑ­νό­τη­τα στη­ρί­ζον­ται τά ση­με­ρι­νά κρά­τη μας), πώς ἡ πό­λη καί ἡ γνώ­ση, οἱ δύ­ο αὐ­τοί πό­λοι, οἱ δύ­ο αὐ­τές ἀρ­χές, δέν εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση τους (οὐ­σία;), ἀ­ναγ­κα­στι­κά καί πάν­τα συν­δυ­ά­σι­μοι καί ὅτι συ­χνά ὁ ἕ­νας ἀν­τι­στρα­τεύ­ε­ται τόν ἄλ­λο.

Μιά μό­νο μα­τιά σ’ αὐ­τα πού ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά πεῖ στήν ἴ­δια τήν Πο­λι­τεί­α του λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Πλά­των γιά τόν Ὅ­μη­ρο καί τόν Ἡ­σί­ο­δο καί τούς ἄλλους ποι­η­τές, δεί­χνει κα­θα­ρά πώς ἀ­κό­μη καί στήν ἐποχή του, ἡ ἐ­ναρ­μό­νι­ση τους ἦ­ταν ἀ­στα­θής. Τήν διδαχήέ καί τή γνώ­ση τῶν ποι­η­τῶν, τῶν δρα­μα­τουρ­γῶν και τῶν Μύ­θων, εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νά τήν δε­χτεῖ μόνον κα­τό­πιν λο­γο­κρι­σί­ας. Τί ἄλ­λο ὅμως ση­μαί­νει ἡ λογο­κρι­σί­α ἀ­πό τή θυ­σί­α τῆς γνώ­σης (καί ὡς γνώμης ἀκό­μα) στήν ἰδέ­α καί θε­ω­ρί­α καί πρά­ξη τῆς πό­λης;

Πα­ρ’ ὅλα τα­ῦ­τα, νο­μί­ζω πώς ὁ Πλά­των, ἴ­σως λόγῳ τῆς βα­σι­κῆς ἐν­τι­μό­τη­τάς του πού ἀ­νά­φε­ρα πα­ραπάνω δέν θέ­λη­σε, ἤ τε­λι­κά δέν μπό­ρε­σε νά θυ­σιά­σει πραγμα­τι­κά τή γνώ­ση στήν πό­λη. Καί μᾶς ἄ­φη­σε καί στον Ἀριστοτέλη καί σ’ ἐ­μᾶς τό πε­δί­ο καί τό ἐ­ρώ­τημα, ἴσως τό ση­μαν­τι­κό­τε­ρό της ἐ­πο­χῆς μας, ἀ­νοι­χτά. Γι’ αὐ­τό καί σή­με­ρα, πό­τε ἡ γνώ­ση (με­ταμ­φι­ε­σμέ­νη πι­στή­μη) παίρ­νει τήν πά­νω βόλ­τα καί πά­ει νά καταλύσει τό κρά­τος καί τά κρά­τη καί πό­τε ἡ πό­λη κά­ταδιώκει τήν ἐ­πι­στή­μη καί τή στέλ­νει (στή νέ­α Σιβηρία) στό τρελ­λο­κο­μεῖ­ο, τό πιό ἐ­πι­στη­μο­νι­κό κα­τάλυμμα τῆς ἐ­πι­στή­μης. Ἤ ἀ­κό­μη καί τῆς δί­νει τό Νόμ­πελ νά τήν ἀ­πο­δυ­να­μώ­σει καί ἀν­τα­μοί­ψει γιά τή νομιμοφρο­σύ­νη της.

Ἴ­σως ἐ­δῶ νά πρέ­πει νά ση­μει­ώ­σω ὅτι τά ὅσα γράφω σάν κρι­τι­κή τῶν συμ­βι­βα­σμῶν τοῦ Πλά­τω­να ἐ­λά­χι­στα κα­κο­φτι­αγ­μέ­να σκί­τσα τῆς τε­ρά­στιας τοιχογρα­φί­ας πού θά ἦ­ταν μιά πραγ­μα­τι­κή κρι­τι­κή τῶν ἑνο­ποι­η­τι­κῶν θε­ω­ρι­ῶν του. Τέ­τοι­α τοι­χο­γρα­φί­α δέν βλέ­πω δυ­στυ­χῶς νά ἔ­χει ἀρ­χί­σει ἀ­πό κα­νέ­ναν.

Θρησκεία και Επιστήμη

Το θέμα για σχέση θρησκείας και επιστήμης είναι τελείως εξωπραγματικό και τραβηγμένο από τα μαλλιά! Για να δικαιολογηθεί όμως μία τέτοια σχέση, ορίζονται από τους απολογητές αυθαίρετα και ουρανοκατέβατα ο θεός και η (μονοθεϊστική) θρησκεία με τον αναπόδεικτο συλλογισμό: υπάρχουν κτιστά και άκτιστα πράγματα στον κόσμο. Κτιστά είναι όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε, άκτιστο είναι ο θεός… Με την ίδια λογική μπορείς να εισαγάγεις ό,τι άλλο επιθυμείς, π.χ. την περιφερόμενη τσαγιέρα του Ράσελ ή το ιερό ιπτάμενο μακαρονοτέρας, αφού κανείς δεν είναι σε θέση να σε επιβεβαιώσει ή διαψεύσει.

Επειδή όμως δεν αρκεί να επικαλεστούν οι απολογητές κάποιον αόριστο θεό, χωρίς σαφείς ιδιότητες και επιθυμίες του ιδίου, επιλέγουν και ένα «ιερό σύγγραμμα», αυτό που είναι διαδεδομένο στη χώρα που γεννήθηκαν: Π.Δ. ή Π.Δ. και Κ.Δ. ή Κοράνι. Υπάρχει έτσι διαθέσιμη μια αμφίβολη ιστορική και κατασκευασμένη συναισθηματική περιγραφή για το θεό και τη θρησκεία που αυτός δήθεν καθόρισε να ισχύει και κάποιοι αναγκάστηκαν να αποδεχτούν.

Το πρόβλημα για τα ιερατεία είναι ότι τα συγγράμματα αυτά είναι «θεόπνευστα», άρα αναλλοίωτα. Όμως οι εποχές αλλάζουν και οι κοινωνίες πρέπει να αντιμετωπίσουν μεταβαλλόμενες προκλήσεις. Έτσι αρχίζει να λειτουργεί η «θεολογία», μια παραμυθολογία, η οποία προσπαθεί με ερμηνείες, προσαρμογές και αλλοιώσεις εννοιών να προσαρμόσει τους αρχικούς μύθους με τις πάμπολλες αντιφάσεις, στην εκάστοτε γεωγραφική και χρονική πραγματικότητα – αλλιώς στη Νότια Αμερική, αλλιώς στη Ρωσία, αλλιώς στην Αυστραλία και, ως προς το Ισλάμ, αλλιώς στην Ινδονησία, αλλιώς στην Τουρκία και αλλιώς στο Μαρόκο.

Με αυτά τα ετοιμόρροπα εφόδια αρχίζουν οι θεοκράτες τις συγκρίσεις με τις επιστήμες, κυρίως τις φυσικομαθηματικές, και διατυπώνουν εξ υπαρχής επιθετικές θέσεις, ίσως επειδή ελπίζουν ότι θα υποχωρήσουν οι φυσιοκράτες. Πρώτη «κατηγορία» είναι ότι η επιστήμη έχει εξελιχθεί σε θρησκεία με ιερατεία κτλ. Δεύτερη «κατηγορία» ότι η επιστήμη διαρκώς αλλάζει, ενώ η θρησκεία είναι σταθερή… Προφανώς και τα δύο είναι ανοησίες!

Η κατηγορία από τη θρησκεία και τους απολογητές της ότι κάποιος άλλος τρόπος σκέψης έχει εξελιχθεί επίσης σε θρησκεία, πέρα από την ανακρίβεια, μόνο ως ζηλοφθονία λόγω ισχυρού ανταγωνισμού μπορεί να ερμηνευτεί… Η επιστήμη δεν έχει χαρακτηριστικά θρησκείας, δεν έχει αναλλοίωτα δόγματα, πολλά από τα οποία των θρησκειών είναι έτσι κι αλλιώς γελοία, όπως η παρθενογένεση κ.ο.κ., έχει όμως η επιστήμη αξιώματα ή αρχές που λειτουργούν ως αξιώματα.

Τα αξιώματα αποτελούν θέσεις κοινώς αποδεκτές ή πειραματικά επιβεβαιούμενες. Για παράδειγμα στην Ευκλείδεια Γεωμετρία «Από δύο σημεία διέρχεται μία μόνο ευθεία» ή στη Φυσική ότι «Το αλγεβρικό άθροισμα όλων των μορφών ενέργειας που εμφανίζονται σε ένα απομονωμένο σύστημα διατηρείται σταθερό».

Α) Κι αν για κάποιο λόγο θεωρήσουμε στην Ευκλείδεια Γεωμετρία ότι από δύο διαφορετικά σημεία διέρχονται περισσότερες από μια ευθείες, πάλι μπορεί ο επιστήμονας να συγκροτήσει μια διαφορετική γεωμετρία, με δικά της θεωρήματα και πορίσματα, η οποία Γεωμετρία πιθανόν να εξυπηρετεί κάποιες φιλοσοφικές ή τεχνικές θεωρήσεις. Αν δεν εξυπηρετεί τίποτα συγκεκριμένο, θα πρόκειται για science pour la science και τίποτα παραπάνω! Υπάρχουν εξ άλλου πολλές μη ευκλείδειες γεωμετρίες και μπορεί καθένας να διαπιστώσει που αξιοποιούνται και τι σημασία έχουν.

Β) Η αρχή διατηρήσεως της ενέργειας έχει επιβεβαιωθεί τα τελευταία 120-140 χρόνια με πολλά εκατομμύρια υπολογισμούς και μετρήσεις από ανεξάρτητους επιστήμονες σε διαφορετικά εργαστήρια και κέντρα ερευνών, άρα δεν συντρέχει λόγος να αμφισβητηθεί. Το πολύ να αντικατασταθεί κάποτε με μια άλλη αρχή, η οποία επίσης θα επιβεβαιώνεται με κάθε υπολογισμό και κάθε μέτρηση.
Σε αντίθεση με αυτά, κάποια ανατροπή ή προσαμογή θρησκευτικών δογμάτων (ή ας τα ονομάσουμε επίσης αξιώματα) αποτελεί αιτία πολέμου και σοβαρότατος λόγος για καταδίκη και αναθεματισμό του ανεβλαβούς που τόλμησε να αμφισβητήσει την παρθενογένεση του Μίθρα ή του Ιησού ή την ημιθεΐα του Ηρακλή. Εξ άλλου αυτές οι προσκολλήσεις σε διαφορετικές εκδοχές των «δογμάτων» έχουν οδηγήσει στη δημιουργία των διαφορετικών θρησκειών και των πολλαπλών υποδοαιρέσεών τους…

Έτσι, είναι παντελώς άτοπο να συγκρίνονται δύο άσχετα μεταξύ τους αντικείμενα, η θρησκεία και η επιστήμη, που διαφέρουν ήδη στη θεμελίωσή τους

Το δεύτερο «επιχείρημα» είναι ότι οι (φυσικές) επιστήμες αλλάζουν, ενώ η θρησκεία παραμένει σταθερή! Αυτό κι αν είναι παραποίηση της πραγματικότητας…

Οι επιστημονικά άσχετοι δεν έχουν διδαχθεί συστηματικά τα σχετικά αντικείμενα και ενημερώνονται μόνο από εφημερίδες ή δημοσιογραφικά κείμενα στο Internet για ερευνητικές εικασίες στο μέτωπο της επιστημονικής προόδου, π.χ. τη φύση των «μαύρων τρυπών» στο σύμπαν, την προέλευση των γαλαξιών, τη σημασία της τάδε πρωτεΐνης στην εξέλιξη των καρκινικών όγκων κ.ο.κ. Αυτά βέβαια αποτελούν συνήθως εικασίες (όχι θεωρίες!) και τα δίνουν οι ερευνητές σκοπίμως στη δημοσιότητα, όχι για να πάρουν επιστημονικές ιδέες από τους αδαείς, αλλά κυρίως για να προετοιμάσουν ευνοϊκά την κοινή γνώμη και να προκαταλάβουν τυχόν αρνητικές αντιδράσεις σε αιτήματα χρηματοδότησης ερευνητικών προγραμμάτων.

Οι επιστημονικές γνώσεις είναι κατοχυρωμένες με δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά και βιβλία και τυχόν αναγκαίες αλλαγές μπορεί να επηρεάσουν το πεδίο εφαρμογής τους, αλλά όχι την ουσία τους. Για παράδειγμα, οι εξισώσεις κίνησης του Νεύτωνα περιγράφουν με ακρίβεια δυναμικά φαινόμενα της Μηχανικής. Υπολογίζουμε με οποιαδήποτε ακρίβεια τη θέση που θα βρίσκεται ένα σώμα (μάζα), το οποίο ξεκίνησε από προκαθορισμένο σημείο με δεδομένη ταχύτητα. Θα μπορούσε να ενταχθεί αυτή η θεωρία σε ένα γενικότερο πλαίσιο συσχετισμών, όπως έχει συμβεί με τη Θεωρία της Σχετικότητας, αλλά οι υπολογισμοί για σώματα που κινούνται πάνω στη Γη με τις συνήθεις ταχύτητες, δεν θα αλλάξουν ποτέ! Πάντα ίδιοι θα είναι και θα δίνουν τα ίδια ακριβή αποτελέσματα…

Ένας άλλος επιστημονικός τομέας που περιγράφεται από συγκεκριμένες εξισώσεις, είναι ο Ηλεκτρομαγνητισμός. Οι εξισώσεις Maxwell ισχύουν με σαφείς προϋποθέσεις και περιγράφουν όλα τα ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα στη φύση και την τεχνική. Υπάρχουν και παραλλαγές που δεν είχε σκεφτεί αρχικά ο Maxwell, όταν το μέσο είναι στροβιλιζόμενο ρευστό ή όταν το εξεταζόμενο σύστημα κινείται με μεγάλες ταχύτητες κ.ο.κ. Αλλά οι βασικές εξισώσεις περιγράφουν και σ’ αυτή την περίπτωση τα φαινόμενα, εφόσον προσαρμοστούν κατάλληλα. Οποιαδήποτε θεωρητική αλλαγή στην αντίληψή μας για τα ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα, δεν θα επηρεάσει τους ηλεκτρικούς κινητήρες που θα συνεχίσουν να λειτουργούν, δεν θα επηρεάσει τους υπολογιστές, τα ραδιόφωνα, τους μετασχηματιστές κ.ο.κ.

Ένα άλλο θέμα που θίγεται στη συζήτηση (βίντεο) είναι και οι επικίνδυνες παρεκτροπές της επιστήμης με την πυρηνική ενέργεια που έδειξε στο Τσερνομπίλ και στη Φουκουσίμα πόσους κινδύνους περικλείει κτλ. Εννοείται πολύ σημαντικό ζήτημα, το οποίο δεν αντιμετωπίζεται με θεολογικές επικλήσεις και δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο αξιολόγησης και σύγκρισης θρησκείας και επιστήμης: τα εγκλήματα που έχουν τελεστεί με επίκληση του θεού και τεράστιος αριθμός νεκρών που προκάλεσαν διαχρονικά οι θρησκευτικές αντιδικίες δεν αναμένεται να προσεγγιστεί καν από τις παρεκτροπές των επιστημονικών δημιουργημάτων. Καλό είναι λοιπόν, όταν επικαλούνται τέτοια θέματα συγκριτικά με τη θρησκεία, να είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν τη ζημιά που προκάλεσε στην ανθρωπότητα η επικερδής ιδεοληψία τους.

Εν τέλει, η σύγκριση και ο συσχετισμός των επιστημών με τις θρησκείες, οι οποίες διαφέρουν από δόγμα σε δόγμα και από εποχή σε εποχή και από χώρα σε χώρα και από τη μία στην άλλη κοινωνική ομάδα και, τελικά, από άνθρωπο σε άνθρωπο, είναι άτοπη και τελείως άχρηστη. Αυτός είναι και ο λόγος που ο καθολικός πάπας, ο οποίος δεν επεκτείνεται σε θέματα που αγνοεί ο ίδιος, αλλά έχει για κάθε ζήτημα ειδικές επιτροπές, έλεγε πρόσφατα σε ομάδα επιστημόνων: «Είναι βέβαιο ότι υπάρχει η πραγµατικότητα της επιστήµης, αλλά πρέπει να δεχτούµε ότι υπάρχει και µια ευρύτερη πραγµατικότητα που ξεφεύγει από την επιστήµη και την αντιλαµβάνεται η θεολογία».

Εγώ το καταλαβαίνω αυτό σαν να λέει ο πάπας, αφήστε µας να κάνουµε κι εµείς παιχνίδι, µην µας βγάζετε έτσι ανελέητα από τις χαραµάδες, στις οποίες έχουµε διασώσει την ύπαρξη του θεού, επειδή η επιστήµη δεν ασχολήθηκε µε αυτά τα κενά ή δεν έδωσε ακόµα απάντηση...

Αυτό που λέει ο πάπας περιγράφει και τη μοναδική σχέση επιστήμης και θρησκείας: η πρώτη επελαύνει τα τελευταία 200-300 χρόνια, η δεύτερη βρίσκεται σε συνεχή υποχώρηση και προσπαθεί να σωθεί με συνάξεις από επαγγελματίες πιστούς με μισθό δημόσιου υπαλλήλου!

«Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες ΜΕΡΟΣ Δ' (39 - 48)

Αντιφάσεις της Βίβλου

(Έχω σταχυολογήσει 560 αντιφάσεις από ένα σύνολο περίπου 35000 αντιφάσεις και ασυναρτησίες που θα σας τις παρουσιάσω σε συνέχειες)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ Γ' ΜΕΡΟΣ

Όλες οι αντιφάσεις στη Βίβλο Ανά βιβλίο:

Γένεση

39. Πότε μπήκε ο Νώε στην κιβωτό;

Επτά ημέρες πριν αρχίσει η πλημμύρα.

Και μπήκε μέσα ο Νώε, και οι γιοι του, και η σύζυγός του, και οι γυναίκες των γιων του μαζί του, μέσα στην κιβωτό... Και συνέβη ώστε μετά από επτά ημέρες, τα νερά του κατακλυσμού ήταν πάνω στη γη. Γένεση 7:7-10

Την ημέρα που άρχισε η πλημμύρα.

Στο εξακόσιο έτος της ζωής του Νώε, στο δεύτερο μήνα, τη δέκατη έβδομη ημέρα του μήνα, την ίδια ημέρα ήταν όλες οι πηγές του μεγάλου Βαθιά διαλυμένα, και τα παράθυρα του ουρανού άνοιξαν. Και η βροχή ήταν πάνω στη γη σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες. Την ίδια ημέρα μπήκε ο Νώε, και ο Σημ, και ο Χαμ, και ο Ιάφεθ, οι γιοι του Νώε, και η γυναίκα του Νώε, και οι τρεις σύζυγοι των γιων του με Αυτοί, μέσα στην κιβωτό. Γένεση 7:11-13

40. Πόσα από κάθε καθαρό ζώο πήρε ο Νώε στην κιβωτό;

Δύο

Από κάθε ζωντανό πλάσμα από κάθε σάρκα, δύο από κάθε είδος θα είναι Θα φέρεις στην κιβωτό. Γένεση 6:19

Των καθαρών θηρίων, και των θηρίων που δεν είναι καθαρά, και των πτηνών, Και από κάθε πράγμα που σέρνεται επάνω στη γη, Πήγαν δύο και δύο προς τον Νώε στην κιβωτό, το αρσενικό και το θηλυκό, όπως ο Θεός είχε διατάξει τον Νώε. Γένεση 7:8-9

Κάθε θηρίο μετά το είδος του, και όλα τα βοοειδή μετά το είδος τους, και κάθε έρπον πράγμα που σέρνεται επάνω στη γη σύμφωνα με το είδος του, και κάθε πουλί μετά το είδος του, κάθε πουλί κάθε είδους. Και μπήκαν μέσα προς τον Νώε στην κιβωτό, δύο και δύο από κάθε σάρκα, όπου είναι η πνοή της ζωής. Γένεση 7:14-15

Επτά

Από κάθε καθαρό θηρίο θα σε πάρεις κατά επτά, το αρσενικό και το θηλυκό του. Γένεση 7:2

41. Πέθαναν όλοι (εκτός από τον Νώε και την οικογένειά του) στον κατακλυσμό;

Ναι, όλα πέθαναν εκτός από εκείνους που βρίσκονταν στην κιβωτό.

Και όλη η σάρκα πέθανε που κινήθηκε πάνω στη γη, και από πτηνά, και από βοοειδή, και από θηρία, και από κάθε έρπον πράγμα που σέρνεται πάνω στη γη, και κάθε άνθρωπος: Όλοι στα ρουθούνια των οποίων ήταν η πνοή της ζωής, όλων όσων ήταν στην ξηρά, πέθαναν. Και κάθε ζωντανή ουσία καταστράφηκε που ήταν πάνω στο πρόσωπο της γης, και ο άνθρωπος, και τα βοοειδή, και τα έρποντα πράγματα, και τα πτηνά του ουρανού. Και καταστράφηκαν από τη γη· και ο Νώε έμεινε ζωντανός, και εκείνοι που ήταν μαζί του στην κιβωτό. Γένεση 7:21-23

Όχι, κάποιοι επέζησαν.

Υπήρχαν γίγαντες στη γη εκείνες τις μέρες. Και επίσης μετά από αυτό, όταν οι γιοι του Θεού ήρθαν προς τις κόρες των ανθρώπων, και γέννησαν παιδιά σε αυτές, οι ίδιοι έγιναν ισχυροί άνδρες που ήταν παλιοί, άνδρες φημισμένοι. Γένεση 6:4

Και εκεί είδαμε τους γίγαντες* (ή γιοι του Θεού), τους γιους του Ανάκ, που προέρχονται από τους γίγαντες: και ήμασταν στα μάτια μας ως ακρίδες, και έτσι ήμασταν στο βλέμμα τους. Αριθμοί 13:33
-------------------------------
*Οι γίγαντες της Γένεσης (ή γιοι του Θεού) 6:4 και των Αριθμών 13:33 αποκαλούνται «οι Νεφιλείμ» σε άλλες μεταφράσεις.

Οι Νεφιλείμ ήταν στη γη εκείνες τις ημέρες, αλλά και αργότερα, όταν οι γιοι του Θεού ήρθαν στις κόρες των ανθρώπων, και γέννησαν παιδιά σε αυτές. Αυτοί ήταν οι ισχυροί άνδρες που ήταν παλιοί, οι άνδρες με φήμη. Γένεση 6:4, Αναθεωρημένη Πρότυπη Έκδοση

Και εκεί είδαμε τους Νεφιλείμ (τους γιους του Ανάκ, που προέρχονται από τους Νεφιλείμ). Και φαινόμασταν στους εαυτούς μας σαν ακρίδες, και έτσι τους φαινόμασταν. Αριθμοί 13:33, Αναθεωρημένη Τυπική Έκδοση

42. Πόσο κράτησε η πλημμύρα;

Η πλημμύρα διήρκεσε 40 ημέρες.

Και ο κατακλυσμός ήταν σαράντα ημέρες πάνω στη γη. Γένεση 7:17

Η πλημμύρα διήρκεσε 150 ημέρες.

Και τα νερά επικράτησαν πάνω στη γη εκατό και πενήντα ημέρες. Γένεση 7:24

Και τα νερά επέστρεφαν συνεχώς από τη γη: και Μετά το τέλος των εκατόν πενήντα ημερών τα νερά ήταν Μειωθεί. Γένεση 8:3

43. Πόσο καιρό επέπλεε η κιβωτός;

Για επτά μήνες περίπου.

Και η κιβωτός αναπαύθηκε τον έβδομο μήνα, τη δέκατη έβδομη ημέρα του το μήνα, πάνω στα βουνά του Αραράτ. Γένεση 8:4

Για τουλάχιστον δέκα μήνες.

Και τα νερά μειώνονταν συνεχώς μέχρι τον δέκατο μήνα: τον δέκατο μήνα, την πρώτη ημέρα του μήνα, ήταν οι κορυφές του τα βουνά που βλέπουν. Γένεση 8:5

44. Πότε στέγνωσε η γη μετά τον κατακλυσμό;

Την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα.

Τον πρώτο μήνα, το την πρώτη μέρα του μήνα, τα νερά στέρεψαν από τη γη. Γένεση 8:13

Την 27η ημέρα του δεύτερου μήνα.

Και τον δεύτερο μήνα, την έβδομη και εικοστή ημέρα του μήνα, ήταν η γη αποξηραμένη. Γένεση 8:14

45. Θα καταραστεί ο Θεός τη γη;

Όχι, μετά τον κατακλυσμό, ο Θεός ορκίστηκε ότι δεν θα καταραστεί ποτέ ξανά τη γη.

Και ο Κύριος μύρισε μια γλυκιά γεύση. Και ο Κύριος είπε μέσα στην καρδιά του: Δεν θα ξανακάνω Καταραστείτε πια το έδαφος για χάρη του ανθρώπου. Γένεση 8:21

Αλλά αργότερα, απειλεί να το κάνει ξανά.

Ιδού, ο Κύριος κάνει τη γη άδεια, και την κάνει άχρηστη, και την αναποδογυρίζει, και διασκορπίζουν στο εξωτερικό τους κατοίκους τους. Η γη θα αδειάσει εντελώς, και εντελώς κακομαθημένος: γιατί ο Κύριος είπε αυτόν τον λόγο. Η γη θρηνεί και σβήνει, ο κόσμος μαραζώνει και ξεθωριάζει ... Γι' αυτό η κατάρα καταβρόχθισε τη γη, και αυτοί που κατοικούν Εκεί είναι έρημοι: επομένως οι κάτοικοι της γης καίγονται και λίγοι άνθρωποι έχουν απομείνει. Ησαΐας 24:1-6

Και θα στρέψει την καρδιά των πατέρων στα παιδιά, και την καρδιά των παιδιών στους πατέρες τους, για να μην έρθω και χτυπήσω τη γη με κατάρα. Μαλαχίας 4:6

46. Είναι εντάξει να τρώμε αίμα; 

Ναι, πρέπει να πιείτε το αίμα του Ιησού για να σωθείτε.

Αν δεν φάτε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα του, δεν έχετε ζωή μέσα σας. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, έχει αιώνια ζωή. και θα τον αναστήσω την τελευταία μέρα. Γιατί η σάρκα μου είναι πράγματι κρέας, και το αίμα μου είναι πράγματι ποτό. Αυτός που τρώει τη σάρκα μου, και πίνει το αίμα μου, κατοικεί μέσα μου, κι εγώ μέσα σ' αυτόν. Κατά Ιωάννην 6:53-56

Όχι, απαγορεύεται απολύτως από τον Θεό

Αλλά σάρκα με τη ζωή της, που είναι το αίμα της, δεν θα φάτε. Γένεση 9:4

Θα είναι ένα διαρκές καθεστώς για τις γενιές σας σε όλες τις κατοικίες σας, ότι δεν τρώτε ούτε λίπος ούτε αίμα. Λευιτικό 3:17

Δεν θα φάτε κανένα είδος αίματος, είτε πρόκειται για πτηνά είτε για θηρία, σε καμία από τις κατοικίες σας. Όποια ψυχή κι αν είναι αυτή που τρώει οποιοδήποτε είδος αίματος, ακόμη και αυτή η ψυχή θα αποκοπεί από τη δική του λαός. Λευιτικό 7:26-27

Και όποιος άνθρωπος κι αν υπάρχει από τον οίκο του Ισραήλ, ή από τους ξένους που κατοικούν ανάμεσά σας, που τρώνε κάθε είδους αίμα. Θα βάλω ακόμη και το πρόσωπό μου ενάντια σε εκείνη την ψυχή που τρώει αίμα, και θα τον αποκόψει από το λαό του. ... Καμία ψυχή σας δεν θα φάει αίμα, ούτε Κάθε ξένος που διαμένει ανάμεσά σας θα φάει αίμα. ... Δεν θα φάτε το αίμα με κανέναν τρόπο από σάρκα: γιατί η ζωή κάθε σάρκας είναι το αίμα της: όποιος το φάει θα αποκοπεί. Λευιτικό 17:10-14

Δεν θα φάτε τίποτα με το αίμα. Λευιτικό 19:26

Δεν θα φάτε το αίμα. Θα το χύσετε επάνω στη γη σαν νερό. Δευτερονόμιο 12:16

Μόνο να είσαι βέβαιος ότι δεν τρως το αίμα. Δευτερονόμιο 12:23

Αλλά ότι τους γράφουμε, ότι απέχουν από μολύνσεις ειδώλων και από πορνεία, και από πράγματα στραγγαλισμένα, και από αίμα. ... Διότι φαινόταν καλό στο Άγιο Πνεύμα και σε εμάς, Να μην σου φορτώσω μεγαλύτερο βάρος από αυτά τα απαραίτητα πράγματα. Να απέχετε από κρέατα προσφέρεται στα είδωλα, και από το αίμα. Πράξεις 15:20, 28-29

47. Θα πλημμυρίσει ξανά ο Θεός τη γη;

Όχι, ο Θεός δημιούργησε ακόμη και το ουράνιο τόξο για να υπενθυμίσει στον εαυτό του να μην το ξανακάνει

Και θα συνάψω τη διαθήκη μου μαζί σου, ούτε όλη η σάρκα θα αποκοπεί πια από τα νερά ενός κατακλυσμού. Ούτε θα υπάρξει πια πλημμύρα για να καταστρέψει τη γη.

Και ο Θεός είπε: Αυτό είναι το σημάδι της διαθήκης που συνάπτω μεταξύ εμού και εσάς και κάθε ζωντανού πλάσματος που είναι μαζί σας, για αιώνιες γενιές:

Βάζω το τόξο μου στο σύννεφο και θα είναι για ένα δείγμα διαθήκης ανάμεσα σε μένα και τη γη.

Και θα συμβεί, όταν φέρω ένα σύννεφο πάνω από τη γη, ότι το τόξο θα φανεί στο σύννεφο:

Και θα θυμάμαι τη διαθήκη μου, η οποία είναι ανάμεσα σε μένα και σε σένα και σε κάθε ζωντανό πλάσμα κάθε σάρκας. Και τα νερά δεν θα γίνουν πια πλημμύρα για να καταστρέψουν κάθε σάρκα. Γένεση 9:11-15

Ναι, θα καταστρέψει τα πάντα ξανά σε μια πλημμύρα.

Αλλά με έναν κατακλυσμό που θα ξεχειλίσει [ο Θεός] θα τελειώσει εντελώς τον τόπο του, και το σκοτάδι θα καταδιώξει τους εχθρούς του. Ναούμ 1:8

48. Τιμωρούμαστε για τις αμαρτίες των άλλων;

Ναι, ο Θεός συχνά τιμωρεί αθώους ανθρώπους για τις πράξεις των άλλων.

Τιμώρησε κάθε άνθρωπο εξαιτίας κάτι που έκανε ένας άνθρωπος.

Με έναν άνθρωπο η αμαρτία μπήκε στον κόσμο, και ο θάνατος με την αμαρτία. Και έτσι ο θάνατος πέρασε πάνω σε όλους τους ανθρώπους. Προς Ρωμαίους 5:12

Ο Θεός τιμωρεί τα παιδιά για πράγματα που έκαναν οι πατέρες, οι παππούδες, οι προπάπποι και οι προ-προπάπποι τους. Είναι τόσο περήφανος γι' αυτό που το επανέλαβε τέσσερις φορές στη Βίβλο.

Εγώ, ο Κύριος ο Θεός σου, είμαι ζηλόφθονος Θεός, που επισκέπτομαι την ανομία των πατέρων πάνω στα παιδιά μέχρι την τρίτη και τέταρτη γενιά. Έξοδος 20:5 , Δευτερονόμιο 5:9

Επίσκεψη στην ανομία των πατέρων πάνω στα παιδιά, και πάνω στα παιδιά των παιδιών μέχρι την τρίτη και την τέταρτη γενιά. Έξοδος 34:7

Επίσκεψη στην ανομία των πατέρων πάνω στα παιδιά μέχρι την τρίτη και τέταρτη γενιά. Αριθμοί 14:18

Οι «μπάσταρδοι» δεν επιλέγουν να είναι μπάσταρδοι. Και όμως ο Θεός τους τιμωρεί αποκλείοντάς τους από την εκκλησία του. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά όλοι οι απόγονοί τους για δέκα γενιές.

Ένας μπάσταρδος δεν θα εισέλθει στην εκκλησία του Κυρίου. ακόμη και στη δέκατη γενιά του δεν θα εισέλθει στην εκκλησία του Κυρίου. Δευτερονόμιο 23:2

Αν αποτύχετε να ακολουθήσετε όλες τις εντολές του Θεού, ο Θεός θα καταραστεί τα παιδιά σας.

Αν δεν ακούσεις τη φωνή του Κυρίου του Θεού σου, να τηρείς να κάνεις όλες τις εντολές του και τα διατάγματά του, τα οποία σε διατάζω σήμερα... Καταραμένος θα είναι ο καρπός του σώματός σου. Δευτερονόμιο 28:15-18

Για να περπατάτε μετά, να υπηρετείτε ή να λατρεύετε άλλους θεούς. εγκαταλείποντας τον Γιαχβέ, μη υπακούοντας στους νόμους του κ.λπ.

Επομένως, ο Κύριος κήρυξε όλο αυτό το μεγάλο κακό εναντίον μας; Ή ποια είναι η ανομία μας; ή ποια είναι η αμαρτία μας που έχουμε διαπράξει εναντίον του Κυρίου του Θεού μας; Τότε θα τους πείτε: Επειδή οι πατέρες σας με εγκατέλειψαν, λέει ο Κύριος, και περπάτησαν πίσω από άλλους θεούς, και τους υπηρέτησαν, και τους λάτρεψαν, και με εγκατέλειψαν, και δεν τήρησαν το νόμο μου. Ιερεμίας 16:10-11

Και μερικές φορές ο Θεός σφάζει παιδιά για τις απροσδιόριστες αμαρτίες των πατέρων τους.

Ετοιμάστε τη σφαγή για τα παιδιά του για την ανομία των πατέρων τους. Ησαΐας 14:21

Ο Μέγας και Ισχυρός Θεός δείχνει στοργικότητα σε χιλιάδες, αλλά τιμωρεί τα παιδιά για τις ανομίες των πατέρων τους.

Δείχνεις στοργική καλοσύνη σε χιλιάδες και ανταμείβεις την ανομία των πατέρων στους κόλπους των παιδιών τους μετά από αυτούς: ο Μέγας, ο Ισχυρός Θεός, ο Κύριος των δυνάμεων, είναι το όνομά του. Ιερεμίας 32:18

Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από την Αγία Γραφή:

Όταν ο Χαμ είδε τον πατέρα του τον Νώε μεθυσμένο και γυμνό, ο Νώε καταράστηκε τον γιο του Χαμ, τον Καανάν, και όλους τους απογόνους του Καανάν με σκλαβιά. Αυτή η κατάρα τιμώρησε έναν γιο (και ίσως μια ολόκληρη φυλή) για κάτι (ένας Θεός ξέρει τι) που υποτίθεται ότι έκανε ο πατέρας του.

Και ο Χαμ, ο πατέρας της Χαναάν, είδε τη γύμνια του πατέρα του... Και ο Νώε ξύπνησε από το κρασί του, και ήξερε τι του είχε κάνει ο μικρότερος γιος του. Και είπε: Καταραμένος να είναι ο Χαναάν [ο γιος του Χαμ]· Υπηρέτης υπηρετών θα είναι προς τους αδελφούς του. Γένεση 9:21-25

Ο Θεός «έκλεισε όλες τις μήτρες» των γυναικών στην αυλή του Βασιλιά Αβιμέλεχ για να τον τιμωρήσει επειδή πίστεψε το δειλό (μισό) ψέμα του Αβραάμ για την ετεροθαλή αδελφή και σύζυγό του, τη Σάρρα. Έτσι ο Θεός τιμώρησε τις γυναίκες για οτιδήποτε έκαναν ο Αβραάμ και ο Αβιμέλεχ.

Ο Κύριος είχε κλείσει γρήγορα όλες τις μήτρες του οίκου του Αβιμέλεχ, εξαιτίας της συζύγου της Σάρρας Αβραάμ. Γένεση 20:18

Ο Θεός τιμώρησε όλους τους απογόνους του Ηλεί για τη συμπεριφορά των γιων του.

Θα εκτελέσω εναντίον του Ηλεί όλα όσα έχω πει σχετικά με το σπίτι του... Θα κρίνω το σπίτι του για πάντα... επειδή οι γιοι του έγιναν άθλιοι, και δεν τους συγκράτησε. 1 Σαμουήλ 3:12-13

Ο Θεός θύμωσε με τον Δαβίδ που σκότωσε τον Ουρία. Ως τιμωρία, ο Θεός έβαλε τις γυναίκες του Δαβίδ να βιαστούν από τον γείτονά του, ενώ όλοι οι άλλοι παρακολουθούσαν. (Ο «πλησίον» που επέλεξε ο Θεός να κάνει τη βρώμικη δουλειά του γι' αυτόν ήταν ο ίδιος ο γιος του Δαβίδ, ο Αβεσσαλώμ.)

Εσύ [ο Δαβίδ] σκότωσες τον Ουρία τον Χετταία με το σπαθί, και πήρες τη γυναίκα του για γυναίκα σου... Έτσι λέει ο Κύριος: Ιδού, θα εγείρω το κακό εναντίον σου έξω από το σπίτι σου, και θα πάρω τις γυναίκες σου μπροστά στα μάτια σου, και θα τις δώσω στον πλησίον σου, και θα ξαπλώσει με τις γυναίκες σου στη θέα αυτού του ήλιου. Β ́ Σαμουήλ 12:9-12

Και ο Αχιτόφελ είπε στον Αβεσσαλώμ: Πήγαινε στις παλλακίδες του πατέρα σου, τις οποίες άφησε για να φυλάξει το σπίτι... Έτσι άπλωσαν στον Αβεσσαλώμ μια σκηνή στην κορυφή του σπιτιού. Και ο Αβεσσαλώμ πήγε στις παλλακίδες του πατέρα του ενώπιον όλου του Ισραήλ. Β ́ Σαμουήλ 16:21-22

Για να τιμωρήσει τον Δαβίδ επειδή σκότωσε τον Ουρία και έκανε άλλους να βλασφημήσουν, ο Θεός σκότωσε το αγοράκι της Βηθσαβεέ.

Επειδή με αυτή την πράξη έδωσες μεγάλη ευκαιρία στους εχθρούς του Κυρίου να βλασφημήσουν, και το παιδί που γεννιέται σε σένα σίγουρα θα πεθάνει. ... Και ο Κύριος χτύπησε το παιδί που γέννησε η γυναίκα του Ουρία στον Δαβίδ, και ήταν πολύ άρρωστο. ... την έβδομη ημέρα, ότι το παιδί πέθανε. Β ́ Σαμουήλ 12:14-18

Ο Θεός έστειλε τριετή λιμό στη βασιλεία του Δαβίδ. Όταν ο Δαβίδ ρωτά τον Θεό γιατί, ο Θεός απαντά: «Είναι για τον Σαούλ, και τον ματωμένο οίκο του, επειδή σκότωσε τους Γαβαωνίτες». Έτσι, ο Θεός έστειλε έναν λιμό για να τιμωρήσει ένα βασίλειο για κάτι που είχε κάνει ένας πρώην βασιλιάς.

Υπήρχε λιμός στις ημέρες του Δαβίδ τρία χρόνια, χρόνο με το χρόνο. Και ο Δαβίδ ρώτησε τον Κύριο. Και ο Κύριος απάντησε: Είναι για τον Σαούλ, και για το ματωμένο σπίτι του, επειδή σκότωσε τους Γαβαωνίτες. Β ́ Σαμουήλ 21:1

Για να κατευνάσει τον Θεό και να τερματίσει την πείνα που προκλήθηκε από τον προκάτοχό του (τον Σαούλ), ο Δαβίδ συμφωνεί να σκοτώσει δύο από τους γιους του Σαούλ και πέντε από τους εγγονούς του και να κρεμάσει «προς τον Κύριο». Ο Θεός σταμάτησε την πείνα αφού οι γιοι και οι εγγονοί του Σαούλ σκοτώθηκαν και κρεμάστηκαν γι' αυτόν.

Επτά άνδρες από τους γιους του ας παραδοθούν σε εμάς, και εμείς θα τους κρεμάσουμε στον Κύριο... Και τους παρέδωσε στα χέρια των Γαβαωνιτών, και τους κρέμασαν στο λόφο ενώπιον του Κυρίου. ... Και μετά από αυτό ο Θεός αμεταχειρίστηκε για τη γη. Β ́ Σαμουήλ 21:6-14

Για να τιμωρήσει τον Δαβίδ για μια απογραφή που ενέπνευσε αυτός (ή/και) ο Σατανάς, ο Θεός σκότωσε 70.000 άνδρες (και περίπου 200.000 γυναίκες και παιδιά) σε λοιμό.

Και πάλι ο θυμός του Κυρίου άναψε εναντίον του Ισραήλ, και υποκίνησε τον Δαβίδ εναντίον τους να πει: Πήγαινε, αριθμήστε τον Ισραήλ και τον Ιούδα. ... Έτσι, ο Κύριος έστειλε λοιμό στον Ισραήλ από το πρωί μέχρι την καθορισμένη ώρα: και πέθαναν από το λαό από τη Δαν μέχρι τη Βηρσαβεέ εβδομήντα χιλιάδες άνδρες. Β ́ Σαμουήλ 24:1-15

Και ο Σατανάς αντιστάθηκε στον Ισραήλ, και προκάλεσε τον Δαβίδ να αριθμήσει τον Ισραήλ. ... Έτσι ο Κύριος έστειλε λοιμό στον Ισραήλ: και έπεσαν από τον Ισραήλ εβδομήντα χιλιάδες άνδρες. Β ́ Σαμουήλ 24:1-15

Ο Θεός θύμωσε με τον Σολομώντα, αλλά αποφάσισε να τιμωρήσει τον γιο του Σολομώντα και όχι τον ίδιο τον Σολομώντα, επειδή του άρεσε τόσο πολύ ο πατέρας του Σολομώντα (ο Δαβίδ).

Γι' αυτό ο Κύριος είπε στον Σολομώντα: Επειδή, εφόσον αυτό γίνεται από σένα, και δεν τήρησες τη διαθήκη μου και τα διατάγματά μου, τα οποία σε πρόσταξα, σίγουρα θα αποσπάσω τη βασιλεία από σένα, και θα την δώσω στον δούλο σου. Παρά το γεγονός ότι στις ημέρες σου δεν θα το κάνω για χάρη του Δαβίδ του πατέρα σου, αλλά θα το αφαιρέσω από το χέρι του γιου σου. Α ́ Βασιλέων 11:11-12

Εφόσον ο Αχαάβ ταπεινώνει τον εαυτό του ενώπιον του Κυρίου, ο Θεός αποφασίζει να μην του προκαλέσει κακό. Αντ' αυτού, θα το φέρει στο γιο του Αχαάβ.

Βλέπεις πώς ταπεινώνεται ο Αχαάβ μπροστά μου; Επειδή ταπεινώνει τον εαυτό του μπροστά μου, δεν θα φέρω το κακό στις ημέρες του· αλλά στις ημέρες του γιου του θα φέρω το κακό στο σπίτι του. Α ́ Βασιλέων 21:29

Ο Ελισσαιέ κάνει τον υπηρέτη του (Γεχάζι) και όλους τους απογόνους του λεπρούς για πάντα.

Ο Ελισσαιέ του είπε... Επομένως, η λέπρα του Νεεμάν θα προσκολληθεί σε σένα, και στο σπέρμα σου για πάντα. Β ́ Βασιλέων 5:25-27

Ο Θεός θα τιμωρήσει τα παιδιά του Σεμαΐα επειδή ο πατέρας τους δίδαξε την ανταρσία εναντίον του Κυρίου.

Γι' αυτό λέει ο Κύριος· Ιδού, θα τιμωρήσω τον Σεμαΐα τον Νεχελαμίτη, και το σπέρμα του... επειδή δίδαξε την ανταρσία εναντίον του Κυρίου. Ιερεμίας 29:32

Και στην έσχατη αδικία, ο Θεός τιμωρεί όλους για την αμαρτία κάποιου άλλου και στη συνέχεια τους σώζει όλους σκοτώνοντας ένα αθώο θύμα.

Δικαιωμένοι από το αίμα του, θα σωθούμε από την οργή. ... Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό με το θάνατο του Υιού του. ... Με το αδίκημα μιας κρίσης ήρθε σε όλους τους ανθρώπους σε καταδίκη ... Με την ανυπακοή ενός ανθρώπου πολλοί έγιναν αμαρτωλοί, έτσι με την υπακοή ενός θα γίνουν πολλοί δίκαιοι. Προς Ρωμαίους 5:9-19

Όχι, ο Θεός δεν τιμωρεί τους ανθρώπους για τις πράξεις των άλλων.

Οι πατέρες δεν θα θανατωθούν για τα παιδιά, ούτε τα παιδιά θα θανατωθούν για τους πατέρες: κάθε άνθρωπος θα θανατωθεί για τη δική του αμαρτία. Δευτερονόμιο 24:16

Αλλά τα παιδιά των δολοφόνων δεν σκότωσε: σύμφωνα με αυτό που είναι γραμμένο στο βιβλίο του νόμου του Μωυσή, όπου ο Κύριος διέταξε, λέγοντας: Οι πατέρες δεν θα θανατωθούν για τα παιδιά, ούτε τα παιδιά θα θανατωθούν για τους πατέρες. Αλλά κάθε άνθρωπος θα θανατωθεί για την αμαρτία του. 2 Βασιλέων 14:6, 2 Χρονικών 25:4

Εκείνες τις ημέρες δεν θα πουν πια: Οι πατέρες έφαγαν ένα ξινό σταφύλι και τα δόντια των παιδιών είναι στην άκρη. Αλλά ο καθένας θα πεθάνει για τη δική του ανομία. Ιερεμίας 31:29-30

Η ψυχή που αμαρτάνει, θα πεθάνει. Ο γιος δεν θα φέρει την ανομία του πατέρα, ούτε ο πατέρας θα φέρει την ανομία του γιου: η δικαιοσύνη των δικαίων θα είναι επάνω του, και η κακία των πονηρών θα είναι επάνω του. Ιεζεκιήλ 18:20

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ... ΜΕΡΟΣ Ε'