Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

Όνειρα: Επιστροφή σε μια λησμονημένη χώρα

Γιατί χάνουμε το ένα τρίτο της ζωής μας;

«Ο ύπνος είναι γεμάτος θαύματα». -Σαρλ Μπωντλαίρ

Κάποτε οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι τα όνειρά τους αποτελούν μέρος της πραγματικότητας. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, οι εικόνες της νύχτας είχαν τουλάχιστον την ίδια βαρύτητα με τα συμβάντα της μέρας.

Είναι εντυπωσιακή η παρουσίαση του θέματος από τον εθνολόγο Γκούνναρ Λάντμαν (Gunnar Landtman), ο οποίος έζησε στις αρχές του 20ού αιώνα με τους Κιβάι, μια φυλή απομονωμένη σ’ ένα μεγάλο ποτάμιο νησί στην Παπούα-Νέα Γουινέα. Μια φορά, κάποιος Κιβάι ονειρεύτηκε ότι ένας φίλος τού χάρισε ακριβά δώρα. Μόλις ξύπνησε, άρχισε να ψάχνει το σπίτι για να βρει τους θησαυρούς. Όταν η γυναίκα του απόρησε για ποιον λόγο σερνόταν κι έψαχνε καταγής, της απάντησε θυμωμένος: «Μη μιλάς. Είδα καλά πράγματα.»

Ακόμη και σήμερα, πολλές φυλές στην Παπούα-Νέα Γουινέα δεν λένε ότι «είδαν ένα όνειρο» αλλά ότι «έζησαν ένα όνειρο». Και οι δικοί μας πρόγονοι σκέφτονταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Πριν από 200 χρόνια, τα όνειρα αποτελούσαν θέμα συζήτησης στην ευρωπαϊκή καθημερινότητα και, βέβαια, επηρέαζαν αποφασιστικά τις ενέργειες των ανθρώπων.

Είναι γνωστό το περιστατικό όταν, μια νύχτα του 1732, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ της Μεγάλης Βρετανίας διέταξε να ζέψουν τ’ άλογα στην άμαξά του επειδή στον ύπνο του είχε εμφανιστεί η πεθαμένη γυναίκα του. Δεν ησύχασε παρά μόνον αφού ο αμαξάς τον οδήγησε μέχρι τον τάφο της στο Αββαείο του Γουέστμινστερ.

Σήμερα, τέτοια περιστατικά μάς φαίνονται παράλογα. Όσα βιώνουμε τη νύχτα τα θυμόμαστε σαν απόκοσμες, σουρεαλιστικές εικόνες – εάν και εφόσον θυμόμαστε κάτι. Αν στη μέση της νύχτας εμφανιστεί ένα μικρό παιδί στην κρεβατοκάμαρα των γονιών του, ταραγμένο απ’ τον εφιάλτη που έζησε, εκείνοι το συμβουλεύουν να ξεχάσει ό,τι συνέβη: «Δεν είναι τίποτα, όνειρο ήταν.»

Για τους προγόνους μας, τα όνειρα σήμαιναν γνώση· για εμάς, είναι αποκυήματα της φαντασίας. Ακόμη κι ο χαρακτηρισμός «ονειροπόλος» έχει κάτι υποτιμητικό. Σήμερα έχουμε πια αποξενωθεί από τα όνειρά μας κι ο γρήγορος ρυθμός της ζωής δεν μας διευκολύνει να τα προσεγγίσουμε πάλι. Όποιος νιώθει πως έφτασε στα όρια της εξάντλησης από τον ρυθμό της καθημερινότητας είναι ευνόητο ότι θα διαγράψει από τη μνήμη του τα βιώματα της νύχτας. Μάλιστα, πολλοί συνάνθρωποί μας είναι πεπεισμένοι ότι δεν βλέπουν καθόλου όνειρα.

«Στη δυτική κοινωνία, οι γέφυρες ανάμεσα στο ημερήσιο μισό και στο νυχτερινό μισό του ανθρώπου έχουν γκρεμιστεί», γράφει ο γάλλος ανθρωπολόγος Ροζέ Μπαστίντ (Roger Bastide). Από την εποχή του Διαφωτισμού, η προσοχή μας εστιάστηκε κυρίως στη λογική: «Απαξιώσαμε το νυχτερινό μισό της ζωής μας.» Ωστόσο, κάποιες φορές διαισθανόμαστε τι μας διαφεύγει. Νιώθουμε πιο ξεκάθαρα τούτη την απώλεια την ώρα που ξυπνάμε. Την ώρα που εισβάλλουν στο κεφάλι μας οι πρώτοι θόρυβοι της μέρας κι αρχίζουν να ξεδιπλώνονται οι πρώτες μας σκέψεις, εμείς βρισκόμαστε παράλληλα και σε έναν άλλον κόσμο – σαν να διπλασιάστηκε αιφνιδίως η ζωή μας.

Από τη συνείδησή μας περνούν εικόνες που μοιάζουν με νέφη ομίχλης. Συχνά είναι τόσο θολές ώστε εξαϋλώνονται αμέσως μόλις προσπαθήσει κανείς να τις συγκρατήσει. Μερικές φορές όμως οι εικόνες των ονείρων είναι τόσο επιβλητικές που δεν μπορούμε ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτές – καθορίζουν τη διάθεσή μας όλη τη μέρα. Καμιά φορά, συγκεκριμένα όνειρα τα θυμόμαστε ακόμη κι ύστερα από χρόνια. Τέτοιες στιγμές ακριβώς νιώθουμε ότι οι εμπειρίες της μέρας δεν είναι παρά ένα μέρος μόνο της πραγματικότητας – αλλά νιώθουμε επίσης πόσο πλούσιο κι ενδιαφέρον μπορεί να είναι το άλλο κομμάτι της ζωής μας, εκείνο που συνήθως παραβλέπουμε.

Μήπως όμως σήμερα απλώς ονειρευόμαστε λιγότερο απ’ ό,τι οι προηγούμενες γενιές; Ασφαλώς όχι. Το ότι οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα, βιώνουν κάτι στον ύπνο τους είναι μια εγγενής λειτουργία του εγκεφάλου. Επιπλέον, σε αντίθεση με το σώμα, ο εγκέφαλος δεν ηρεμεί ποτέ. Για πολλά χρόνια είχε παγιωθεί η αντίληψη ότι ο ενήλικος δεν ονειρεύεται πάνω από δύο ώρες περίπου κάθε νύχτα – και μάλιστα αποκλειστικά και μόνο στη διάρκεια του αποκαλούμενου ύπνου REM.

Ωστόσο, νεότερες έρευνες αποκάλυψαν πως αυτό δεν αληθεύει. Σε όλες τις φάσεις του ύπνου, πε- ριοδικά ή ακόμη και συνεχώς, οι άνθρωποι βλέπουν εικόνες, νιώθουν συναισθήματα, βυθίζονται σε σκέψεις, δημιουργούν αναμνήσεις, εξασκούνται σε κινήσεις. Πώς μπορέσαμε ν’ αδιαφορήσουμε γι’ αυτές τις τόσο πολύπλευρες εμπειρίες;

Για να στριμώξουμε στις ώρες που είμαστε ξύπνιοι όσο πιο πολλά βιώματα μπορούμε, φτάνουμε στα όρια της εξουθένωσης. Πολλοί συνάνθρωποί μας προσπαθούν απεγνωσμένα να καθυστερήσουν τα γεράματα. Τι θα δίναμε αν κάποιος μπορούσε να μας προσφέρει έξι ώρες πρόσθετης ζωής κάθε ημέρα; Θα ήταν το αντίστοιχο 20 χρόνων ζωής. Αυτός είναι ο συνολικός χρόνος που βλέπει όνειρα στη ζωή του ο μέσος Γερμανός. Όμως σχεδόν όλα όσα συμβαίνουν σε τούτο το χρονικό διάστημα ξεχνιούνται, έχουν γίνει καπνός το επόμενο πρωί.

Δεν μπορούμε –ούτε και θα το θέλαμε– να επιστρέψουμε στον κόσμο των ονείρων των προγόνων μας. Μία από τις πιο παραγνωρισμένες αλλαγές στην ιστορία του ανθρώπου είναι ότι οι πρόγονοί μας άρχισαν να κοιμούνται γαλήνια μόλις πριν από οκτώ γενιές περίπου. Σήμερα, όποιος δεν αντιμετωπίζει προβλήματα ύπνου θεωρεί απολύτως αυτονόητο να πέφτει για ύπνο το βράδυ στο κρεβάτι του και να ξυπνά το επόμενο πρωί δίχως καμιά διακοπή, εκτός ίσως από μια νυχτερινή επίσκεψη στην τουαλέτα.

Αυτό ήταν αδιανόητο για τους προγόνους μας. Τις νύχτες άλλοτε κοιμόνταν και άλλοτε έμεναν ξύπνιοι, εναλλάξ, και ήταν συνηθισμένο να μιλάνε για τον «πρώτο» και για τον «δεύτερο» ύπνο της νύχτας που πέρασε. Όποιος έπεφτε με το σούρουπο στο κρεβάτι του, ξεθεωμένος απ’ τη σκληρή δουλειά, δεν ήταν δυνατόν να κοιμηθεί χωρίς διακοπή 10 ή περισσότερες ώρες μέχρι το ξημέρωμα. Ακόμα και οι πιο εύποροι, που είχαν μεν φως απ’ τα κεριά, αλλά όχι και πολλούς τρόπους να περνούν ευχά- ριστα την ώρα τους, νύσταζαν νωρίς.

Επιπλέον, οι κάμαρες όπου οι άνθρωποι συνήθως αποσύρονταν για ν’ αναπαυθούν δεν ήταν ό,τι το καλύτερο για να κοιμηθεί κανείς, αφού ρεύματα αέρα έμπαιναν από παντού, με αποτέλεσμα το ξημέρωμα να σηκώνονται όλοι ξεπαγιασμένοι απ’ το κρύο. Μέχρι τότε, βέβαια, τους είχαν ξυπνήσει επανειλημμένα οι άλλοι παρακοιμώμενοι (συνήθως ολόκληρη η οικογένεια κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι), οι οποίοι στριφογύριζαν, έβηχαν ή ροχάλιζαν.

Το χωριστό στρώμα και τα χωριστά σκεπάσματα ήταν μια πολυτέλεια που απολάμβαναν ελάχιστοι, οι οποίοι και πάλι δεν είχαν εγγυημένη ηρεμία διότι εκεί μέσα καραδοκούσαν ψύλλοι και κοριοί. Έτσι, κάθε λίγο και λιγάκι οι άνθρωποι πετάγονταν αλαφιασμένοι από τα όνειρά τους. Όταν ξυπνούσαν, η ανάμνηση όσων είχαν ζήσει ήταν ακόμα νωπή, οι σκηνές των ονείρων ορθώνονταν με κάθε λεπτομέρεια μπροστά τους.

«Ο ύπνος μου είναι όλο διακοπές και γεμάτος όνειρα», λέει κάποιος στην κωμωδία Γαλάτεια, που παίχτηκε στην αγγλική Αυλή την ίδια εποχή με τα δράματα του Σαίξπηρ. Ανατρέχοντας σε προσωπικά ημερολόγια που γράφτηκαν στις αρχές των νεότερων χρόνων, ο ιστορικός Ρότζερ Ήκερτς (Roger Ekirch) έδειξε πόσο συχνά οι άνθρωποι ένιωθαν «αναστατωμένοι», «σαστισμένοι», καμιά φορά ακόμα και «ταλαιπωρημένοι» απ’ τα νυχτερινά βιώματά τους.

Σε μερικές περιοχές του κόσμου, ο «ύπνος σε δόσεις» είναι συνηθισμένος ακόμη και σήμερα. Στους Άβιλα Ρούνα, λόγου χάρη, μια φυλή κοντά στις πηγές του Αμαζονίου, στον Ισημερινό, ο ύπνος είναι μέρος της κοινωνικής τους ζωής. Κανείς δεν διανοείται να απομονωθεί τη νύχτα σ’ ένα δωμάτιο: όλοι οι κάτοικοι του χωριού κοιμούνται μαζί, δίπλα δίπλα, στο ύπαιθρο, με μοναδική προστασία ένα αχυρένιο σκέπαστρο. Όποιος ξυπνήσει απ’ τους θορύβους των ζώων του τροπικού δάσους, απ’ τον ανήσυχο ύπνο των διπλανών του, ακόμη και απ’ το φως του φεγγαριού, κάθεται δίπλα στη φωτιά που καίει όλη νύχτα, αργοπίνει ένα ζεστό ρόφημα κι αφηγείται τα όνειρά του.

«Η καθημερινότητα είναι πλεγμένη αδιαχώριστα με τη δεύτερη ζωή, του ύπνου και των ονείρων», γράφει ο ανθρωπολόγος Εδουάρδο Κον (Eduardo Kohn), που μελέτησε επιτόπου τους Ρούνα. «Τα όνειρα αποτελούν μέρος του εμπειρικού τους κόσμου.»

Στις διακοπές του ύπνου δεν οφείλεται μόνο το ότι διατηρούνται πιο πολλά όνειρα στη μνήμη, αλλά και ότι οι ονειρικές σκηνές μοιάζουν ιδιαίτερα ρεαλιστικές σε όποιον ξυπνά. Όμως το ίδιο συμβαίνει και στους κατοίκους των σημερινών μεγαλουπόλεων, όπως έδειξε πειραματικά ο αμερικανός ψυχίατρος Τόμας Γουίρ (Thomas Wehr).

Ο ερευνητής αυτός προσομοίωσε στο εργαστήριο τις μακρές νύχτες του χειμώνα, που όσοι συμμετείχαν στο πείραμα έπρεπε να τις περνούν δίχως τηλεόραση και ηλεκτρικό ρεύμα. Στο μεταξύ, ο Γουίρ κατέγραφε την εγκεφαλική λειτουργία και τα επίπεδα κάποιων ορμονών. Διαπίστωσε λοιπόν ότι οι συμμετέχοντες, όταν ξυπνούσαν μετά τον πρώτο ύπνο τους, δεν συνειδητοποιούσαν πως ήταν ξύπνιοι. Η αντιληπτική τους ικανότητα έμοιαζε περισσότερο με μια κατάσταση που θυμίζει έκσταση, μια κατάσταση στην οποία τα όρια μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου είναι ασαφή. Πρόκειται για φαινόμενο γνωστό σε όσους κάνουν διαλογισμό.

Κάπως έτσι πρέπει να βίωναν και οι πρόγονοί μας τις διακοπές στον ύπνο τους. Αν θυμόνταν ένα όνειρο μες στην καρδιά της νύχτας, οι εικόνες του θα έμοιαζαν τόσο αληθινές όσο και τα αντικείμενα στην κρεβατοκάμαρά τους.

Όνειρα απ’ το μακρινό παρελθόν του ανθρώπου καθορίζουν τη ζωή μας ακόμα και σήμερα. Ο λόγος είναι ότι κάποια στιγμή, στο μισοσκόταδο μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης, πέρασαν στην ανθρώπινη συνείδηση μερικές εικόνες που άφησαν τα ίχνη τους στη φιλοσοφία και στις θρησκείες. Τα όνειρα των προγόνων μας, λοιπόν, διαμόρφωσαν τις αντιλήψεις μας για το τι είναι ο άνθρωπος. Σήμερα θεωρούμε ότι βιώνουμε μία πραγματικότητα, όμως οι πρόγονοί μας βίωναν δύο. Οι εμπειρίες της νύχτας, αν και διαφορετικές, στέκονταν ισότιμα δίπλα σε ό,τι έπεφτε στην αντίληψή τους κατά τη διάρκεια της μέρας. Έτσι, οι παλιότερες γενιές ζούσαν μια ζωή πιο πλούσια απ’ τη δική μας, αλλά και γεμάτη αντιφάσεις.

Γιατί ποια εξήγηση μπορούσε να δοθεί στο ότι στον ύπνο τους εμφανίζονταν οι νεκροί, ότι πράγματα μεταμορφώνονταν σε ανθρώπους και το αντίστροφο, και ότι την ώρα που κοι- μόνταν είχαν την ικανότητα να μετακινούνται άκοπα στον χώρο και τον χρόνο, αδιαφορώντας ακόμη και για τη βαρύτητα; Όποιος θεωρεί τα όνειρα πραγματικότητα πρέπει και να θεωρεί δεδομένο ότι τη νύχτα έχει την ικανότητα να πετά και να συναντάει τους νεκρούς. Το αυτονόητο συμπέρασμα είναι πως το Εγώ δεν μπορεί να περιορίζεται μέσα στο σώμα που κοιμάται ούτε να υπακούει στους νόμους της φυσικής.

Έτσι λοιπόν, τα βιώματα των ονείρων μάς οδήγησαν στην πέραν πάσης αμφιβολίας σημαντικότερη ιδέα όλων των εποχών: ότι έχουμε ψυχή. Μια ψυχή ενωμένη με το σώμα, όταν είμαστε ξύπνιοι, αλλά που στη διάρκεια του ύπνου –και μετά θάνατον– ακολουθεί τα δικά της μονοπάτια.

Τέτοια επιχειρήματα ανέπτυξε η προσωκρατική ελληνική φιλοσοφία, έτσι σκέφτονται οι πρωτόγονοι πολιτισμοί ακόμη και σήμερα. Για τους Κιβάι στην Παπούα-Νέα Γουινέα, τα όνειρα είναι βιώματα των ψυχών, οι οποίες πετούν τη νύχτα σαν περιστέρια και διασχίζουν τον κόσμο (προφανώς, στην επιστροφή τους δέχονται μερικές φορές και κάποια δώρα).

Οι Άβιλα Ρούνα, που περνούν τις νύχτες όλοι μαζί κοντά στις πηγές του Αμαζονίου, πιστεύουν ότι στον ύπνο οι ψυχές τους επικοινωνούν με νεκρούς συγγενείς, αλλά και με τα νεκρά θηρία της ζούγκλας. Στους Τάγκαλογκ των Φιλιππίνων, μάλιστα, απαγορεύεται να ξυπνούν όποιον κοιμάται, γιατί η ψυχή του δεν βρίσκεται εκεί.

Τέτοιες αντιλήψεις μπορεί να μας φαίνονται αφελείς. Όμως τόσο οι μύθοι των αρχέγονων προγονικών φυλών όσο και οι πρώτοι φιλόσοφοι τοποθετούσαν τα όνειρα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, που στις μέρες μας συχνά το παραβλέπουμε και το οποίο η επιστήμη ανακάλυψε μόλις τα τελευταία χρόνια. Τα όνειρα είναι κάτι παραπάνω από ένα παράξενο αλλά ταυτοχρόνως ασήμαντο δημιούργημα του νου: οδηγούν ευθέως στα μεγάλα ερωτήματα που αφορούν την ανθρώπινη ύπαρξη.

Πού βρίσκεται η ουσία της ύπαρξής μας, στο πνεύμα ή στο σώμα; Ποια είναι η αλληλεξάρτηση αυτών των δύο;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δίχως την εμπειρία των ονείρων, οι πρώτοι πολιτισμοί δεν θα είχαν επικεντρωθεί σε τέτοιου είδους αινιγματικά ερωτήματα. Με τον ίδιο περίπου τρόπο, το φαινόμενο των ονείρων εμπνέει και τις σύγχρονες νευροεπιστήμες, οι οποίες αναζητούν απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά χρησιμοποι- ώντας τα εργαλεία τού σήμερα.

Η πιο παλιά εξήγηση για τις εικόνες της νύχτας είναι ότι τις στέλνουν στους ανθρώπους κάποιες ανώτερες δυνάμεις. Μία από τις αρχαιότερες αφηγήσεις στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται στον Ιακώβ, ο οποίος βιώνει εκπληκτικές εμπειρίες στα όνειρά του επειδή μέσα του «κατοικεί το πνεύμα του Θεού». Ο Ιακώβ βλέπει στον ύπνο του μια σκάλα που φτάνει μέχρι τον ουρανό· στην κορυφή της βρίσκεται ο Θεός, που του υπόσχεται πολλούς απογόνους. Σε άλλο του όνειρο, ο Ιακώβ παλεύει μ’ ένα παράξενο πλάσμα, που τελικά αποκαλύπτεται πως είναι ο Θεός.Επειδή λοιπόν ο Θεός φανερώνει την παρουσία του με σημάδια, ο Ιακώβ μπορεί να ερμηνεύει και τα όνειρα των άλλων. Όταν ο φαραώ αφηγείται το όνειρο με τις επτά παχιές και τις επτά ισχνές αγελάδες που είδε να βγαίνουν από τον Νείλο, ο Ιωσήφ, ο αγαπημένος γιος τού Ιακώβ, προβλέπει επτά καλές και επτά κακές σοδειές.

Πολύ σύντομα όμως οι άνθρωποι προσέγγισαν τα μυστικά των ονείρων τους και με άλλον τρόπο. Άρχισαν ν’ αποζητούν στα συμβάντα της νύχτας πληροφορίες για τον εαυτό τους. Προφανώς πίστευαν ότι στην κατάσταση της εγρήγορσης εμφανιζόταν ένα μόνο κομμάτι της ανθρώπινης προσωπικότητας και ότι, για να κατανοήσουν καλύτερα την ανθρώπινη φύση, έπρεπε να αφεθούν στα όνειρά τους.

Σύμφωνα με μια παλιά βουδιστική παράδοση, οι εμπειρίες του ύπνου είναι ένα ταξίδι εξερεύνησης, όπου αποκαλύπτεται η αληθινή φύση του Εγώ, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στη θεία φώτιση. Όμως και οι σοφοί του δυτικού πολιτισμού αναγνώριζαν ότι τα όνειρα δεν είναι κατ’ ανάγκην κρυπτογραφημένα μηνύματα από το υπερπέραν.

Ο Πλάτων, λόγου χάρη, ο μέγας δάσκαλος της αρχαίας φιλοσοφίας, πίστευε ότι δημιουργούνται όταν «η ζωώδης πλευρά της ψυχής προσπαθεί να ικανοποιήσει τις ορμές της». Τελικά, οι στοχαστές στην αυγή των νεότερων χρόνων άρχισαν να αναζητούν στα όνειρά τους στοιχεία για την ίδια τους την προσωπικότητα.

«Ο σοφός γνωρίζει τον εαυτό του εξίσου καλά κάτω απ’ το μαύρο πέπλο της νύχτας όσο και στο λαμπρό φως της ημέρας», έγραφε ο Άγγλος δοκιμιογράφος Όουεν Φέλ- ταμ (Owen Feltham) το 1628. Η νύχτα όμως είναι καλύτερος δάσκαλος, γιατί στον ύπνο μαθαίνουμε «τις γυμνές και φυσικές σκέψεις της ψυχής μας». Ο Φέλταμ βρισκόταν στον σωστό δρόμο. Σήμερα γνωρίζουμε αφ’ ενός ότι πράγματι οι άνθρωποι ξαναζούν τη νύχτα την ιστορία της ζωής τους από διαφορετική οπτική γωνία και ότι μπορεί να τους έρχονται ιδέες που τους διαφεύγουν όταν είναι ξύπνιοι. Αφ’ ετέρου, τα όνειρα μας δείχνουν πώς δημιουργούνται μέσα στον εγκέφαλό μας οι εικόνες, οι αναμνήσεις και οι σκέψεις. Στο όνειρο μπορούμε να παρακολουθήσουμε πώς λειτουργεί το ανθρώπινο πνεύμα.

Ενώ οι πρόγονοί μας δεν μπορούσαν να κάνουν παρά μόνον υποθέσεις για τα νυχτερινά βιώματά τους, σήμερα είμαστε σε θέση να τα εξερευνήσουμε επιστημονικά. Έτσι μας ανοίγεται ένας εντελώς καινούργιος δρόμος προσέγγισης των ονείρων – και ταυτοχρόνως μας δίνεται η ευκαιρία να τα εντάξουμε και πάλι στη ζωή μας.

Ο Τειρεσίας και το Κηρύκειο του Θεού Ερμή

Ποιος και τι, ήταν ο Τειρεσίας;

Ο Τειρεσίας μαζί με τον Κάλχα υπήρξαν οι διασημότεροι μάντεις στην Αρχαία Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Ησίοδο, ο Τειρεσίας ήταν Θηβαίος μάντης γιος του Ευήρους και της Χαρικλούς.

Σύμφωνα με τον μύθο, κάποια ημέρα ενώ περπατούσε στο όρος Κυλλήνη συνάντησε δύο φίδια που ζευγάρωναν. Ο Τειρεσίας τα χώρισε με την ράβδο πού κρατούσε, και αμέσως μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Επτά χρόνια αργότερα, σε ανάλογο περίπατο, τα ξαναείδε να ζευγαρώνουν. Τα χώρισε πάλι, και ξανάγινε άνδρας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Τειρεσίας έγινε ο πρώτος άνθρωπος που υπήρξε άνδρας και γυναίκα διαδοχικά, συνεπώς είχε την γνώση και την εμπειρία και των δύο φύλων. Για αυτό τον λόγο σε σχετική αντιδικία που είχαν ο Δίας με τη σύζυγό του, την Ήρα για το : «Ποιος ηδονίζεται περισσότερο στο σεξ, ο άνδρας ή η γυναίκα;», κάλεσαν τον Τειρεσία να τους πει την γνώμη του.

Η απάντηση του Τειρεσία ήταν: «Επτά φορές περισσότερο η γυναίκα!» Η Ήρα θύμωσε από αυτή του την απάντηση, και για να τον τιμωρήσει τον τύφλωσε. Ο Δίας για να τον αποζημιώσει, του έδωσε το χάρισμα της μαντικής ώστε να βλέπει πλέον τα μελλούμενα με τον Νου, και διάρκεια ζωής επτά γενεών. Σύμφωνα μάλιστα με τον Όμηρο, συνέχισε να ασκεί τη μαντική τέχνη ακόμα και στον Αδη.

Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να αποσυμβολίσουμε τον μύθο. Όπως πολλές φορές έχουμε επισημάνει, ο μύθος σημαίνει Λόγο, ομιλία, διήγηση, και είναι φορέας των παραδόσεων του κάθε λαού, ταυτόχρονα όμως για τους αρχαίους πολιτισμούς, αποτελούσε μια ιερή ιστορία που μετέφερε στους ανθρώπους αρχετυπικές αλήθειες, χρησιμοποιώντας μία αλληγορική, συμβολική γλώσσα, που απαιτούσε αποκρυπτογράφηση.

Για αυτό ακριβώς τον λόγο, οι μυστηριακές τελετές στην αρχαιότητα διαδραματίζονταν πάντα σε σχέση με κάποιο μύθο, παρέχοντας μόνο στους μύστες, τα κλειδιά ερμηνείας που θα αποκάλυπταν στον μυημένο, μία ανώτερη γνώση.

Παρότι λοιπόν η ιστορία του Τειρεσία όπως περιγράφεται είναι σύντομη, είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς συναντούμε πλήθος συμβόλων, ανάμεσα στα οποία, το σημαντικότερο ίσως αρχετυπικό σύμβολο της Αρχαίας Ελλάδος, το Κηρύκειο, την ιερή ράβδο που έφεραν οι «Κύρηκες» κατά την διάρκεια των Μυστηρίων, αλλά και οι πρεσβευτές, ο Ασκληπιός (χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα ως έμβλημα της ιατρικής), αλλά και Θεός Ερμής. (Κηρύκειο φέρουν ακόμη και σήμερα οι αρχιερείς στην ορθοδοξία).

Σύμφωνα με την ιστορία που προαναφέρθηκε, ο Τειρεσίας χρησιμοποίησε μία ράβδο που κρατούσε για να χωρίσει τα δύο φίδια. Το ίδιο αναφέρεται και για τον Θεό Ερμή ( Το κηρύκειο είναι περισσότερο γνωστό ως κηρύκειο του Θεού Ερμή). Τα φίδια τυλίχτηκαν αντικριστά σε σχήμα 8 γύρω από την ράβδο, παίρνοντας στην κορυφή το σχήμα Φ.

Αρχίζοντας λοιπόν από το σχήμα του, συναντάμε (τυχαία;) το σχήμα Φ, που μας παραπέμπει στον χρυσό αριθμό (1,618) , τον αριθμό της ομορφιάς, ο οποίος έγινε ευρύτερα γνωστός από τον Dan Brown, στο βιβλίο του «Κώδικας Da Vinci». Ένας αριθμός, του οποίου τις αναλογίες συναντούμε παντού στην φύση, από τον μικρόκοσμο έως τον μακρόκοσμο. Από τα ορυκτά και την γεωμετρική δομή των κρυστάλλων, έως την ανάπτυξη των φυτών (την κατανομή των φύλλων στον μύσχο) τα όστρακα, στην διατομή του DNA (οι έλικες του DNA ομοιάζουν στο σχήμα του κηρυκείου), τις αναλογίες του ανθρώπινου σώματος έως τις έλικες των γαλαξιών και τη στροφορμή των μαύρων τρυπών!

Τον αριθμό Φ τον αναφέρει ο Πυθαγόρας τον 5ο αιώνα π.X, και τον εφήρμοσαν ο Ικτίνος ο Καλλικράτης και ο Φειδίας στην αρχιτεκτονική του Παρθενώνα και όχι μόνο, , εφόσον με βάση τις αναλογίες του αριθμού χτίστηκαν πολλοί ναοί και οικοδομήματα όπως π.χ, το Κολοσσαίο, η Αψίδα του Θριάμβου του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Ως αρχέγονο σύμβολο το φίδι λόγω της σπουδαιότητας του συμβολισμού του, διαδραματίζει στην αρχαιότητα πρωταγωνιστικό ρόλο στις μυστηριακές τελετουργίες.

Ήδη στην Μινωική Κρήτη η μεγάλη Θεά ως ζωοδότειρα και τροφός, Θεά της γέννησης, του θανάτου και της αναγέννησης, κρατά στα χέρια της φίδια. Στα Ελευσίνια μυστήρια τμήμα των μυσταγωγικών τελετουργιών, αποτελούσε το άγγιγμα φιδιού από τους μύστες.

Οι Βακχικές τελετές είχαν ως κεντρική παρουσία, ένα ζωντανό φίδι ως φορέα του θεού, ενώ και οι μαινάδες κρατούσαν επίσης φίδια. Ο Διονυσιακός θίασος χειρονομούσε με φίδια και καλούσε τον θεό με την ιερή κραυγή «φάνηθι δράκων».

Στα δε Ορφικά μυστήρια, χρησιμοποιούσαν ως σύμβολο, ένα φίδι τυλιγμένο γύρω από «το Ορφικό αυγό», που συμβόλιζε τον κόσμο που περιβάλλεται από το Δημιουργικό πνεύμα του.

Στην Ορφική θεογονία, ο Δίας σμίγει με τη μητέρα του Ρέα, έχοντας πάρει και οι δύο τη μορφή του φιδιού. Γεννιέται η Περσεφόνη (σύμβολο της περιοδικότητας και των μεταμορφώσεων των φαινομένων) και ζευγαρώνει με τον πατέρα της τον φιδόμορφο Δία.

Περιττό να αναφερθεί πως στην αρχαία Ελληνική μυθολογία το φίδι συναντάται πολύ συχνά ως σύμβολο. (1)

Ο όφις είναι ένα χθόνιο σύμβολο που έχει σχέση με την γη την αρχέγονη ζωοδότειρα ορμή, αλλά και τον θάνατο, και τον κάτω κόσμο. Το φίδι θεωρείται επίσης σεληνιακό έμβλημα. Ταυτίζεται με τον διαρκώς μεταβαλλόμενο χαρακτήρα της σελήνης. Η σεληνιακή θεά Εκάτη, απεικονιζόταν ως φίδι ή είχε φίδια στα μαλλιά της. Συμβόλιζε την ανθρώπινη ψυχή, καθώς οι ψυχές περνούν από την σελήνη στην άνοδο και στην κάθοδο τους προς την ενσάρκωση. Αυτό υποδεικνύουν τα φτερά στην κορυφή του Κηρυκείου, τα οποία προστέθηκαν στο κηρύκειο του ψυχοπομπού Ερμού στο μέσον περίπου της τρίτης π.Χ. εκατονταετηρίδας.

Στο κηρύκειο τα φίδια είναι δύο που περιπλέκονται στην ράβδο. Στον αγγελιοφόρο των Θεών ψυχοπομπό Ερμή, το κηρύκειο συμβόλιζε την ιδιότητα του θεού ως ψυχοπομπού, εκείνου που οδηγεί τις ψυχές από και προς τον Άδη. Πρόκειται για το σύμβολο που θυμίζει τη σύνδεση των δύο κόσμων. Η περιέλιξη των φιδιών υποδηλώνει την ακαθόριστη και ανανεούμενη πορεία της ύπαρξης.

Ο Ερμής οδηγεί τους μύστες στις μυσταγωγικές τελετές, με σκοπό την κατανόηση των μυστικών της φύσεως, την διεύρυνση της συνείδησης, και την απόκτηση μίας ανώτερης γνώσης, καθώς το κηρύκειο εκπροσωπεί όπως και ο θύρσος στα Διονυσιακά μυστήρια, την μαγική ράβδο ή το «δένδρο της ζωής», δηλαδή την μυστηριακή οδό, που οδηγεί στην γνώση των απόκρυφων επιστημών.

Το κηρύκειο συμβόλιζε τις αντίθετες δυνάμεις, και την δυαδικότητα δια μέσω της οποίας είναι αναγκασμένη να λειτουργεί η ανθρώπινη αντίληψη, καθώς οι αισθήσεις μας περιορίζουν, σε αντίθεση με το «άχρονο ενιαίο Όλον», το οποίο υπερβαίνει κάθε διάκριση και πολλαπλότητα.

Κάτ’ αυτόν τον τρόπο τα δύο αντίθετα φίδια συμβολίζουν: Το θετικό και το αρνητικό, το αρσενικό και το θηλυκό, το καλό και το κακό, το Φως, την σοφία και την πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου (κατ’ αντιστοιχία της αλλαγής του δέρματος του φιδιού) αλλά και το σκοτάδι της ασυνειδησίας.Κατά τον Ησύχιο, «ο δράκων» όπως καλούνταν το κηρύκειο, ήταν ήδη γνωστό κατά τους χρόνους του Σοφοκλέους. Το αρχαιότερο δε μνημείο, στο οποίο παρίσταται ο τύπος αυτός, είναι τεμάχιο αγγείου προερχόμενο από περσικά ερείπια της Ακρόπολης, δηλαδή του τέλους του Στ’ και των αρχών του Ε’ π.Χ. αιώνα.

Ένα αντίστοιχο σύμβολο συναντούμε και στην Παραδοσιακή Κινεζική Φιλοσοφία, το γνωστό Γιν και Γιάνγκ τα οποία αφορούν τις δυο πρωταρχικές κοσμικές αρχές του σύμπαντος. Αντιπροσωπεύουν τους δύο αντίθετους και συμπληρωματικούς πόλους της φύσης.

Το Γιάνγκ είναι το άσπρο είναι η ενεργός, αρσενική αρχή. Το Γιν είναι το μαύρο είναι η παθητική, η θηλυκή αρχή. Ως σύμβολο παριστάνεται από ένα κύκλο, του οποίου το ένα μισό είναι άσπρο με ένα μαύρο σημείο μέσα του, και το άλλο μισό μαύρο, με ένα άσπρο σημείο μέσα του. Είναι οι δύο δυνάμεις της φύσης που μάχονται, το λευκό και το μαύρο, έτσι ώστε η μια να διαδέχεται ακατάπαυστα την άλλη, και έτσι να δημιουργείται ο κόσμος με τις αποχρώσεις του.

Καθώς το σύμβολο κινείται, το μικρό μαύρο σημείο μέσα στο αντίθετο μισό άσπρο μεγαλώνει κι ενισχύεται, έτσι ώστε κάποια στιγμή καταλαμβάνει ολόκληρο το χώρο του και το αντικαθιστά. Αυτή η κίνηση της ενέργειας έχει σαν αποτέλεσμα, να δημιουργούνται οι ενδιάμεσες καταστάσεις στη φύση που κάνουν τον κόσμο πολύμορφο, περιπλοκότερο και πιο πλήρη.Σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι προφανές πως η ιστορία του Τειρεσία, «σημαίνει» πολλά περισσότερα, από μία απλή (από τις πολλές) διένεξη του Δία και της Ήρας.

Πέρα από τον συμβολισμό του κηρυκείου για τον οποίο έγινε λόγος παραπάνω, διαπιστώνουμε , πως στην μικρή περί του Τειρεσία αφήγηση, γίνεται αναφορά 3 φορές στον αριθμό επτά. Τυχαίο; Δεν νομίζω....

Ας αρχίσουμε λοιπόν από την ετοιμολογία της ίδιας της λέξης. Η λέξη προέρχεται από το «ΣΕΠΤΟΣ» («σ-επτά»), που σημαίνει ΣΕΒΑΣΤΟΣ. Το επτά είναι ένας αριθμός που είναι «πρώτος» στην δεκάδα, ούτε παράγει (μέσω πολλαπλασιασμού) ούτε παράγεται από κανέναν άλλον αριθμό εκτός από την μονάδα. Π.χ. Το 2 παράγει το 4 και το 8 (2 Χ 2 Χ 2), το 3 παράγει το 6 και το 9 (3 Χ 2, 3 Χ 3), το 4 παράγεται από το 2 και παράγει το 8, το 5 παράγει το 10, το 6 παράγεται από το 3 και το 2, το 8 παράγεται από 2 και το 4, το 9 παράγεται από τον 3, το 10 παράγεται από το 2 και το 5. Το 7, όμως, δεν παράγεται από κανέναν και ούτε παράγει κάποιον στην δεκάδα.

Είναι σεπτάς και παρθένος (Όπως και η θεά Αθηνά που γεννήθηκε παρθένος από τον Νου του Δία), δεν είναι προϊόν γέννησης (γινομένου) ούτε γεννάει κάποιον άλλον, μέσα στην αρχική δεκάδα.Ίσως για αυτό οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν τον αριθμό επτά ως εικόνα και πρότυπο της Θείας τάξης και της αρμονίας στη Φύση. Ήταν ο αριθμός που περιλάμβανε δύο φορές τον ιερό αριθμό τρία ή την τριάδα, στην οποία προστίθεται το ένα ή η Θεία μονάδα.

Αποτελούμενος από την ένωση του αριθμού τρία (σύμβολο της Θείας τριάδας σε όλους τους λαούς) και του τέσσερα (σύμβολο των κοσμικών δυνάμεων ή στοιχείων), ο αριθμός 7 δείχνει συμβολικά την ένωση της Θεότητας με το σύμπαν.Τον αριθμό επτά συναντάμε στην μουσική, και στην επτάχορδη λύρα του Απόλλωνα αλλά και στην επτά οπών σύριγγα (αυλό) του Θεού Πάνα των οποίων, το σταδιακά σημειούμενο μέγεθος απεικονίζει την απόσταση μεταξύ των πλανητών.. Όπως η μουσική των σφαιρών (των επτά πλανητών που πρόσφατα επιβεβαιώθηκε επιστημονικά) ηχεί στο διάστημα, έτσι και η αρμονία του ήχου που ακούγεται, λαμβάνει χώρα σε κλίμακα των επτά τόνων. Το 7 έχει σχέση με τις φάσεις της σελήνης (κάθε 7 μέρες εναλλάσσονται οι τέσσερις λεγόμενες φάσεις της) , οι οποίες και αποτέλεσαν την αρχαιότερη μονάδα μέτρησης του χρόνου. Έτσι δημιουργήθηκε και ο αριθμός των επτά ημερών που σχηματίζει την εβδομάδα.

Στο «Περί εβδομάδος» το ψευδεπίγραφο βιβλίο του Ιπποκράτη, αναφέρεται η σπουδαιότητα του αριθμού, τονίζοντας ότι τα πάντα στον κόσμο είναι επτά: Επτά είναι οι πλανήτες, επτά οι ημέρες της εβδομάδος, επτά οι πύλες των ανέμων, επτά οι ώρες του έτους, επτά οι ηλικίες του ανθρώπου, επτά δε και τα μέρη της ψυχής, επτά, επτά τα μέρη του ανθρώπου και πάλι επτά της κεφαλής. Ας μείνουμε λίγο εδώ. Ο αριθμός 7 εμφανίζεται στο πιο ιερό μέρος του ανθρώπινου σώματος, το κεφάλι, καθώς σε αυτό υπάρχουν 7 οπές: 2 μάτια (Φωτιά), 2 αυτιά (αέρας), 2 ρουθούνια (νερό ), 1 στόμα (γη).

Επίσης στο κυρίως μέρος του ανθρώπινου σώματος έχουμε ζευγάρια βασικών εσωτερικών οργάνων. Στο κεφάλι έχουμε δύο ημισφαίρια (Φωτιάηλεκτροχημική λειτουργία).

Στο στήθος έχουμε 2 πνεύμονες (Αέρας), πιο κάτω έχουμε 2 νεφρά (Νερό) και μαζί με το μονό γεννητικό σύστημα (Γη) δημιουργούν πάλι το 7, σχηματικά σε ένα ιερό "V", που φέρει το σχήμα του ιερού δισκοπότηρου, το σύμβολο της θηλυκής αρχής.Στην αστρολογία ο 7ος οίκος αστρολογικά είναι αυτός του ΓΑΜΟΥ. Στην ιστορία του Τειρεσία, τα φίδια που χωρίζει, βρίσκονται σε ερωτική περίπτυξη. Περαιτέρω, το έβδομο ζώδιο, είναι ο ζυγός, σχήμα που παραπέμπει στο σχήμα του κηρυκείου, μόνο που στην θέση των φιδιών βρίσκονται οι ζυγοί...

Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τον μύθο, ο Τειρεσίας τυφλώνεται από την Ήρα, αλλά ο Δίας του δίνει την δυνατότητα να βλέπει με τον Νου, την αθέατη πλευρά των πραγμάτων, συμβολίζοντας τον άνθρωπο που διευρύνει την συνειδητότητα του, έχοντας αντίληψη άλλων διαστάσεων.

Είναι προφανές λοιπόν πως η ιστορία του Τειρεσία «σημαίνει» πολλά περισσότερα από αυτά που είναι προφανή, και ευρέως γνωστά. Το δε κηρύκειο είναι ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα αρχετυπικά παγκόσμια σύμβολα. Μήπως για αυτό επιλέχτηκε ως ονομασία για το σύστημα αξιοποίησης οικονομικών πληροφοριών;

Στο σήμερα βέβαια, ο σύγχρονος Τειρεσίας υπηρετεί έναν άλλο Θεό το χρήμα, συμβολίζοντας τον μεγάλο αδελφό που ελέγχει και βλέπει τα πάντα..... !!!
Τυχαίο δεν νομίζω...
---------------------------------
1. Ενδεικτικά αναφέρουμε κάποιες σχετικές μυθολογικές αναφορές.
Στον πελασγικό μύθο της κοσμογονίας, η Ευρυνόμη η Θεά των Πάντων αναδύθηκε γυμνή από το Χάος, αλλά δεν βρήκε τίποτε στέρεο για να ακουμπήσει τα πόδια της, και έτσι διαχώρισε τη θάλασσα από τον ουρανό χορεύοντας μόνη πάνω στα κύματα. Η Ευρυνόμη χόρεψε κατά τα νότια, και ο αέρας που αναδεύτηκε πίσω της, φάνταξε κάτι καινούριο και ξεχωριστό, κάτι για να αρχίσει έργο δημιουργίας. Η Ευρυνόμη στράφηκε κι άδραξε αυτόν το βόρειο άνεμο, τον έτριψε μέσα στα χέρια της, και εμφανίστηκε ο μέγας όφις Οφίων. Η Ευρυνόμη χόρεψε για να ζεσταθεί, έξαλλα, όλο και πιο έξαλλα, ώσπου ο Οφίων κυριεύτηκε από λαγνεία, κουλουριάστηκε γύρω στα θεϊκά εκείνα μέλη, και ορέχτηκε να σμίξει μαζί της. Η Ευρυνόμη έλαβε μορφή περιστέρας πλανήθηκε πάνω στα κύματα, και όταν πέρασε ο καιρός που έπρεπε, γέννησε το Αβγό του Σύμπαντος. Με την προσταγή της, ο Οφίων κουλουριάστηκε επτά φορές γύρω στο αβγό, ώσπου το αβγό άνοιξε και χωρίστηκε στα δύο. Από μέσα του κύλησαν όλα όσα υπάρχουν, τα παιδιά της Ευρυνόμης: ο ήλιος, η σελήνη, οι πλανήτες, τα αστέρια, η γη με τα βουνά και τους ποταμούς της, με τα δέντρα, τα βότανά της και τα ζωντανά πλάσματα. Η Ευρυνόμη και ο Οφίων έστησαν το σπιτικό τους στο όρος Όλυμπο, όπου ο Οφίων εξόργισε την Ευρυνόμη υποστηρίζοντας ότι αυτός ήταν ο δημιουργός του Σύμπαντος. Ευθύς εκείνη τον χτύπησε στο κεφάλι με τη φτέρνα της, και τον εξόρισε στις σκοτεινές σπηλιές κάτω από τη γη. Κατόπιν, η Θεά δημιούργησε τις επτά πλανητικές δυνάμεις, ορίζοντας μια Τιτανίδα και έναν Τιτάνα για καθεμιά. Τη Θεία και τον Υπερίωνα για τον Ήλιο, τη Φοίβη και τον Άτλαντα για τη Σελήνη, τη Διώνη και τον Κριό για τον πλανήτη Άρη, τη Μήτι και τον Κοίο για τον πλανήτη Ερμή, τη Θέμιδα και τον Ευρυμέδοντα για τον πλανήτη Δία, την Τηθύ και τον Ωκεανό για την Αφροδίτη, τη Ρέα και τον Κρόνο για τον πλανήτη Κρόνο.

Σύμφωνα με τον ο Αισχύλο, πριν από την ίδρυση του Μαντείου των Δελφών υπήρχε εκεί, το μαντείο της Γαίας που έφερε το όνομα Πύα. Σε αυτό το ιερό υπήρχε ο Πύθων, παιδί και φύλακας της γης με προφητικές ικανότητες. Ο Θεός Απόλλωνας φόνευσε τον Πύθωνα, και ίδρυσε το δικό του ιερό. Μετά το φόνο του Πύθωνα, ο Απόλλωνας έπρεπε να υποστεί και αυτός όπως και ο Κάδμος, ενός είδους καθαρμό, καταφεύγοντας -σύμφωνα με μία εκδοχή- στα νερά της κοιλάδας των Τεμπών. Η νίκη του θεού σύμβολο του πνεύματος, κατά του Πύθωνα συμβολίζει άραγε την επικράτηση του Απολλώνιου φωτός και της ανώτερης συνειδητότητας, έναντι των χθόνιων αιματηρών τελετουργιών, ή απλά την κυριάρχηση ενός ηλιακού θεού στη θέση των αρχέγονων προελληνικών θηλυκών θεοτήτων;
Στην ασπίδα της Αθηνάς υπήρχε το κεφάλι της Μέδουσας με φιδίσια μαλλιά.( το Γοργώνειο ) Το πρόσφερε στη θεά ο Περσέας αφού με την βοήθεια της θεϊκής ασπίδας ο ήρωας κατόρθωσε να την γλιτώσει. Η Μέδουσα συμβολίζει τον φόβο να αντικρίσει κανείς τον εαυτό του απογυμνωμένο και να ομολογήσει την ένοχη ματαιοδοξία του. Η Αθηνά Παλλάδα υποδηλώνει με την αιγίδα της, τη νίκη του μαχητικού πνεύματος και της αυτογνωσίας έναντι της εσωτερικής τύφλωσης και της μη αρμονικής έξαρσης των πόθων. Το αίμα της Μέδουσας είχε διπλή ιδιότητα: αν προερχόταν από τα φιδίσια μαλλιά της προκαλούσε το θάνατο και την καταστροφή ενώ αν έσταζε από τις φλέβες της χάριζε την αναγέννηση και τη ζωή.

Ο Τυφωέας ή Τυφώνας ο πρώτος γιος της Γαίας μετά την πτώση των Τιτάνων, ήταν μισός άνθρωπος και μισός ζώο, και είχε στους ώμους του εκατό κεφάλια φιδιών. Από τη μέση και κάτω δύο κουλουριασμένα φίδια στήριζαν το υπόλοιπο σώμα του. Στην πάλη του με τον Δία ο Τυφωέας έκοψε τους τένοντες των χεριών και των ποδιών του θεού και ανήμπορο τον μετέφερε στο Κηρύκειο Σπήλαιο. Τα νεύρα του Διός παραδόθηκαν προς φύλαξη στη Δελφύνη, μισή γυναίκα και μισό φίδι. Ο Τυφωέας, σύμβολο της αποπνευματοποίησης σύμφωνα με τον Diel, είναι ζευγάρι με την Έχιδνα, φτερωτή θεά με αστραφτερό βλέμμα και φιδίσιο σώμα από τη μέση και κάτω. Θυγατέρα της η Λερναία Ύδρα, τέρας με εννιά κεφάλια – φίδια και αδελφός της ο Λάδωνας, φύλακας των Χρυσών Μήλων των Εσπερίδων. Η πρώτη φονεύτηκε από τον Ηρακλή, όταν ο ημίθεος κατάφερε να κόψει όλα τα κεφάλια ακόμα και το τελευταίο που ήταν αθάνατο. Ο Ηρακλής βρέφος ακόμα, έπνιξε με τα χέρια του τα δύο φίδια που έστειλε η Ήρα στην κούνια του. Ψυχολογικές ερμηνείες βλέπουν εδώ την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να αντιστέκεται στη διαστρέβλωση του πνεύματος.

Ο Κάδμος ιδρυτής και βασιλιάς της Θήβας, υπηρέτησε τον Άρη επί οκτώ έτη επειδή φόνευσε το φίδι, υιό του θεού, το οποίο φυλούσε την Αρεία κρήνη κοντά στη Θήβα. Στη συνέχεια αναφέρεται ότι μυήθηκε στα Καβείρια Μυστήρια, στη Σαμοθράκη, όπου νυμφεύτηκε την Αρμονία. Αναχωρώντας για τα Ηλύσια μεταμορφώθηκε σε φίδι, όπως και η σύντροφός του.

Ο Κέκροπας, ο ιδρυτής της Αθήνας ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι, όπως και ο Εριχθόνιος. Από δαγκωματιά φιδιού πεθαίνει Η Ευρυδίκη. Ο Ορφέας κατεβαίνει στον Άδη για να την επαναφέρει στον κόσμο των ζωντανών. Το φίδι αποτελεί εδώ το όργανο της θυσίας που προηγείται της μεταμόρφωσης.
Φίδι δαγκώνει τον καλύτερο τοξοβόλο των Ελλήνων τον Φιλοκτήτη, στην εκστρατεία του Τρωικού πολέμου. Οι Έλληνες τον αφήνουν στην Λήμνο ώστε να τον ιάσουν οι ιερείς του Ηφαίστου με την Λήμνια Γη.

Το Χάος

Α΄ Το Χάος κατά την επιστήμη και την φιλοσοφία


Όταν εξετάζουμε το Χάος κατά την Φιλοσοφία στην ουσία εξετάζουμε το Αυθύπαρκτο Αρχικό Αίτιο από το οποίο εκπορεύθηκε η Φύσις. Αυθύπαρ­κτο Αρχικό Αίτιο είναι η Αδημιούργητη Αρχή από την οποία εκ­πορεύτηκε η Φύσις και αυτή η αδημιούργητη αρχή κατά την φιλοσοφία είναι το Χάος. Πριν εξετάσουμε το Χάος είναι ενδιαφέρον να δούμε τι σημαίνει η λέξη Χάος. Η λέξη ΧΑΟΣ σημαίνει το χάσμα και νοείται ως μια περιοχή η οποία είναι απρόσιτη και απροσπέλαστη στην ανθρώπινη διανόηση, δηλαδή περιοχή στην οποία η ανθρώπινη διανόηση δεν μπορεί να εισχωρήσει, πολύ δε περισσότερο να την κατανοήσει και να την περιγράψει.

Ο Ησίοδος στον στίχο 116 της Κοσμογονίας του αναφέρει, σε σύγχρονη απόδοση, ότι «πρω­τίστως το Χάος εγένετο και αμέσως μετά η πλατύστηθη Γη … και ο Έρως…». Εκείνο το οποίο δεν διευκρινίζει ο Ησίοδος είναι εάν υπήρχε κάτι προ του Χάους δηλαδή αν το Χάος είναι το Αυθύπαρκτο Αρχικό Αίτιο εκπορεύσεως της Φύσεως και ποίο ήταν το αίτιο που προκάλεσε την Πρώτη Κίνηση ώστε να αρχίσει σε κάποια στιγμή η εκπόρευση της Φύσεως εκ του Χάους. Εμείς την έννοια του Χάους θα την προσεγγίσουμε σύμφωνα με την εσωτερική φιλοσοφία κατά δυο τρόπους.

Πρώτη προσέγγιση

Η πρώτη προσέγγιση της εννοίας του Χάους γίνεται κατά τρόπο αφαιρετικό και έμμεσο δηλαδή θεωρείται ότι το Χάος έχει αντίθετες ιδιότητες από αυτές της εκδηλωμένης Φύσεως και το περιγράφει ως εξής: ΧΑΟΣ είναι το άμορφο απειρο, το ανεκδήλωτο μέγα παν, το δυνάμει είναι της ουσιας της φυσεως, η όποιος κατάσταση της ουσιας της φυσεως, η μη ενεργούσα ουσια της Φύσεως.

ΑΜΟΡΦΟ ΑΠΕΙΡΟ σημαίνει το χωρίς μορφική υπόσταση άπειρο, το οποίο δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από την ανθρώπινη διανόηση η οποία μόνο μορφικές υποστάσεις μπορεί να κατανοήσει. Εδώ η λέξη «άπειρο» χρησιμοποιείται καταχρηστικά και δεν σχετίζεται με τις διαστάσεις του χάους αλλά έχει την έννοια του μη δυναμένου να προσδιορίσουμε και προσεγγίσουμε.

ΑΠΟΙΟΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ της ουσίας της Φύσεως είναι εκείνη η κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει ποιοτική εκδήλωση των ουσιών και συνεπώς όλα είναι ομοιόμορφα και στατικά.

ΜΗ ΕΝΕΡΓΟΥΣΑ ουσία είναι ουσία σε ανενεργό κατάσταση ενώ η ουσία της Φύσεως είναι σε ενεργό κατάσταση.

ΑΝΕΚΔΗΛΩΤΟ ΜΕΓΑ ΠΑΝ σημαίνει το Παν (την Φύση) πριν εκδηλωθεί, δηλαδή πριν οι ουσίες του εκδηλώσουν τους νόμους τους. Αποτέλεσμα της εκδηλώσεως των νόμων των ουσιών ήταν οι ουσίες αυτές να συγκροτήσουν μορφικές υποστάσεις οι οποίες είναι κατανοητές από την ανθρώπινη διανόηση. Συνεπώς το Χάος είναι μια κατάσταση στην οποία οι ουσίες βρισκόταν σε ακινησία και δεν μπορούν να συγκροτήσουν μορφικές υποστάσεις.

ΔΥΝΑΜΕΙ ΕΙΝΑΙ της ουσίας της Φύσεως σημαίνει ότι οι ουσίες της Φύσεως στο Χάος έχουν την δυνατότητα να εκδηλωθούν και να αποτελέσουν έτσι την Φύση εφόσον ενεργούσε επ’ αυτών μια «πρώτη κίνηση» δηλαδή μια πρώτη ώθηση.

Οι ανωτέρω προσδιορισμοί του Χάους είναι πολύ σημα­ντικοί α) διότι μας προστατεύουν από τον σχηματισμό λανθασμένης εικόνας για το Χάος το οποίο είναι απρόσιτο και απροσπέλαστο στην ανθρώπινη διανόηση και β) διότι κατανοούμε ότι το Χάος δεν είναι κενός χώρος, δεν είναι ανυπαρξία αλλά ουσιαστικό και υπαρκτό ανεκδήλωτο Είναι με άπειρες δυνάμεις και δυναμικότητες αλλά σε λανθάνουσα και άποιο κατάσταση.
Δεύτερη προσέγγιση

Η δεύτερη προσέγγιση της εννοίας του Χάους γίνεται με βάση τον νόμο της αναλογικότητας. Ο Νόμος της Αναλογικότητας αναφέρει ότι «το γενόμενο είναι όμοιο με τον γεννήτορα του». Στην προκειμένη περίπτωση γενόμενο είναι η ουσία της Φύσεως και γεννήτορας το Χάος.

Σύμφωνα με τους ατομικούς φιλοσόφους Λεύκιππο και Δημόκριτο, η υλική ουσία της Φύσεως αποτελείται από Άτομα. Τα Άτομα αυτά δεν ταυτί­ζονται με τα γνωστά μας από την φυσική άτομα ή στοιχεία γιατί τα μεν Άτομα των Λεύκιππου και Δημό­κριτου είναι άτμητα ενώ τα γνωστά μας από την φυσική άτομα τέμνονται δηλαδή διασπώνται.

Τα κατά την φιλοσοφία Άτομα της ατομικής ουσίας, από πλευράς εσωτερικής δομής, έχουν Κέντρο και Περιφέρεια. Κέντρο είναι η δύναμη του ατόμου η οποία έχει την έννοια του Νόμου της Κινήσεως ενώ Περιφέρεια είναι αυτό τούτο το Είναι του ατόμου και έχει την έννοια του Νόμου της Ζωής. Όπως τα Άτομα της ατομικής ουσίας έχουν κέντρο (τον Νόμο της Κινήσεως) και περιφέρεια (τον Νόμο της Ζωής) έτσι με βάση τον Νόμο της Αναλογικότητας, θεωρούμε ότι και το ΧΑΟΣ συγκροτείται από κέντρο (την τον νόμο της ΚΙΝΗΣΕΩΣ) και από περιφέρεια (τον νόμο της ΖΩΗΣ).

Σχετικά με το Χάους και την εκπόρευση της Φύσεως εξ αυτού ο Σπυρίδων Νάγος (ένας φιλόσοφος του παρελθόντος αιώνος) έλεγε: «Κατά την προ της δημιουργίας κατάσταση στο Χάος, η Κίνηση και η Ζωή ήταν διαχωρισμένες. Αφε­τηρία της εκπορεύσεως του Σύμπαντος ήταν η προσέγγιση του Κέ­ντρου [της Κινήσεως] στην περιφέ­ρεια [στην Ζωή]. Αιώνες αιώνων συνέδραμαν ώστε η απείρως ελαχίστη κί­νηση να καταστεί ικανή να ψαύση (να αγγίξει) την περι­βάλλουσα ως είδος φλοιού ζωή και από απείρως ελαχίστη να αποκτήσει την δυνατό­τητα της άπειρης επέκτασης και της ατελεύτητης μετάδοσης σπέρματος παραγωγής στην Ζωη. Έτσι η Κίνηση φιλεί (προσεγγίζει) την Ζωή και ως εκ του λόγου τούτου καθίστανται [κίνηση και ζωή] ατελεύτητα παραγωγικές δυνά­μεων. Οι εκδηλούμενες αυτές δυνάμεις είναι τα αίτια της μεταφοράς της ουσίας από το Χάος στο ενεργητικό Είναι των κόσμων».

Στο σημείο αυτό πρέπει να προσέξουμε και να μην αφήσουμε την φαντασία μας να φτιάξει νοητικό μοντέλο του Χάους με ένα κέντρο και μια περιφέρεια σύμφωνα με τις γνωστές μας μορφικές δομές, διότι τα αναφερόμενα ως κέντρο (νόμος της κινήσεως) και περιφέρεια (νόμος της ζωής) είναι νόμοι και δεν έχουν την έννοια της μορφικής δομικής συστάσεως. Συγκεκριμέναο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΕΩΣ έχει στο Χάος την έννοια της τάσεως προς μεταβολή της ουσίας του Χάους δηλαδή της εσωτερικής ωθήσεως προς εκδήλωση των δυναμικοτήτων των και συνεπώς του αιτίου που προκάλεσε την εκδήλωση της εκ του Χάους ουσίας εις την Φύση και ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ έχει στο Χάος την έννοια της ανεκδηλώτου υπάρξεως και επομένως ο νόμος της ζωής είναι αυτός που καθιστά την εκ του Χάους εκπορευομένη ουσία ΎΠΑΡΞΗ μέσα στην Φύση.

Συνεπώς η προσέγγιση του ενεργητικού παράγοντος στον παράγοντα της υπάρξεως δηλαδή η ενεργοποίηση του παράγοντος της υπάρξεως είχε ως αποτέλεσμα την εκδήλωση της ουσίας του Χάους στην Φύση και συνεπώς την εκπόρευση της Φύσεως. Εκείνο που συνετέλεσε σε αυτήν την προσέγγιση ήταν ο Έρως.

Οι ουσίες της Φύσεως

Στην εκδηλωμένη Φύση ο Νόμος της Κινήσεως μετά του Νόμου της Ζωής από κοινού είναι οι νόμοι των Ατόμων της ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΟΥΣΙΑΣ της Φύσεως δηλαδή της Υλικής Ουσίας της Φύσεως δια της οποίας συγκροτούνται όλες οι υλικές μορφές της Φύσεως, είναι η πλατύστηθη Γη την οποία αναφέρει ο Ησίοδος.

Εκτός όμως από την ατομική ή υλική ουσία εκ του Χάους εξέρχεται και Δευτέρα ουσία. Αυτή η δευτέρα ουσία είναι ο ΑΙΘΕΡΑΣ (τον οποίο αναφέρει ο Ησίοδος σε κάποιο άλλο σημείο) και ο οποίος πληροί τον Χώρο μέσα στον οποίο δρα και εξελίσσεται η υλική ουσία της Φύσεως.

ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΟ ΚΑΙ ΑΣΥΛΛΗΠΤΟ από ΤΗΝ ΔΙΑΝΟΗΣΗ

Όπως αναφέρθηκε στην αρχή της ομιλίας μου το Χάος είναι απροσπέλαστο και ασύλληπτο από την αν­θρώπινη διανόηση. Αυτό οφείλεται στο ότι η διανόηση του ανθρώπου είναι μεταγενέστερο φαινόμενο από την εκπόρευση της Φύσεως εκ του Χάους και την συγκρότηση των κόσμων σε μορφικά Είναι. Συνεπώς το πνεύμα έχει ως αντικείμενο έρευνάς του μόνον την Φύση (τέκνο της οποίας είναι) και όχι την προγενέστερη κατάσταση, την οποία οι αισθήσεις του δεν μπορούν να ερευνήσουν, διότι οι αισθήσεις είναι όργανα συγκροτημένα εκ της ενεργούσης ουσίας της Φύσεως και ταυτόχρονα είναι δυνάμεις του πνεύματος και συνεπώς δεν δύνανται να ερευνήσουν την μη ενεργούσα ουσία του Χάους.

ΤΑΞΗ ΕΚ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ

Από το Χάος, με την ενεργοποίηση των νόμων των ουσιών του, επήλθε η «τάξη» και αυτό ακριβώς υποδηλώνει το λόγιο “ordo ab chao” (δηλαδή τάξη από το Χάος). Λέγοντας τάξη εννοούμε την συγκρότηση και την πολυποίκιλη εμφάνιση των μορφών στην Φύση στην οποία αυτή η πολλαπλότητα και πολυπλοκότητα συνεχώς αυξάνει. Η αύξηση αυτής της πολλαπλότητας και πολυπλοκότητας στην φύση περιγράφεται στην φυσική από τον νόμο της ΕΝΤΡΟΠΙΑΣ ο οποίος είναι συνέπεια του δευτέρου θερμο­δυναμι­κού αξιώματος της φυσικής.

ΑΪΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Η εκ του Χάους προέλευση των ουσιών της Φύσεως είναι ο λόγος που χαρακτηρίζονται οι ουσίες αυτές ως αΐδιες. Κατά τα λεξικά αΐδιες είναι οι ουσίες οι οποίες δεν έχουν αρχή και τέλος. Αυτό οφείλεται στο ότι οι ουσίες της Φύσεως: δεν έχουν αρχή διότι εκπορεύτηκαν εκ του Χάους και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αρχή τους η στιγμή της εκπορεύσεώς τους στη Φύση αλλά ούτε και στο Χάος υπάρχει αρχή της ουσίας του γιατί το Χάος υπήρχε και κανείς δεν το «δημιούργησε» και δεν έχουν τέλος διότι η ατελεύτητη εκδήλωση νέων δυναμικοτήτων των ουσιών της Φύσεως καθιστά αδύνατη την επαναφορά τους στο Χάος (γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ουσία στο Χάος με εκδηλωμένες δυνάμεις αφού το παν στο Χάος βρίσκεται σε ανεκδήλωτη κατάσταση).

ΤΟ ΧΑΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Η παλαιότερη επιστημονική θεωρία για την αρχή του Σύμπαντος είναι η θεωρία της αρχικής μεγάλης έκρηξης (big bang) σύμφωνα με την οποία το Σύμπαν ξεκίνησε με την έκρηξη του ΑΡΧΙΚΟΥ ΑΤΟΜΟΥ από το οποίο εκπορεύτηκε η Φύση και το οποίο αντιστοιχεί προς το Χάος της Φιλοσοφίας. Το Αρχικό Άτομο θεωρείται ότι ξεκίνησε από μια μαθηματική ανωμαλία (singularity) που σημαίνει ότι είχε απείρως μικρές διαστάσεις, μικρότερες από τις διαστάσεις ενός πρωτονίου και είχε άπειρη πυκνότητα και θερμοκρασία. Αυτό προκύπτει από τη λύση των εξισώσεων του Einstein αν θεωρήσουμε τον “παράγοντα κλίμακας” R=0 και τον “παράγοντα χρόνος” t=0.

Ο πρώτος που διατύπωσε την θεωρία της αρ­χικής μεγάλης έκρηξης ήταν ο Βέλγος Lemaitre το 1927 ο οποίος, εκτός από τις λύσεις των εξισώσεων του Einstein χρησιμοποίησε και τον εξής συλλογισμό: «Επειδή η εντροπία του Σύμπαντος συνεχώς αυξάνει, θα πρέπει το Σύμπαν να ξεκίνησε από ένα Αρχικό Άτομο το οποίο είχε την μεγαλύτερη δυνατή οργάνωση, περιείχε όλη την ύλη του Σύμπαντος και από την έκρηξη του προήλθαν οι γαλαξίες κλπ που αποτελούν σήμερα το Σύμπαν».

Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι η σχετικιστική κοσμολογία έχει προσεγγίσει την έννοια του Χάους αφού δέχεται ότι το Σύμπαν ξεκίνησε από ένα απείρως μικρό Αρχικό Άτομο (το οποίο περιείχε όλη την ύλη του Σύμπαντος και από την έκρηξη του οποίου προήλθαν οι γαλαξίες κλπ που αποτελούν σήμερα το Σύμπαν), αλλά δεν έχει υπεισέλθει στην σύσταση αυτού του ατόμου και στα αίτια που προκάλεσαν την εξ αυτού εκπόρευση του Σύμπαντος διότι δεν έχει ανακαλύψει ακόμα τα άτομα της κατά Δημόκριτο ατομικής ουσίας.

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Η επιστήμη θεωρεί ότι η δημιουργία της Φύσεως είναι αποτέλεσμα μιας «μεγάλης εκρήξεως», συνεπώς η δημιουργία περατώθηκε και δεν δημιουργούνται νέες ουσίες. Το μόνο που λαμβάνει χώρα στη Φύση είναι η ατελεύτητη εξέλιξη αυτών των ουσιών που περιγράφεται με την αύξηση της εντροπίας του Σύμπαντος.

Η φιλοσοφία πιστεύει ότι η δημιουργία του Σύμπαντος δεν περατώθηκε αλλά συνεχίζεται αενάως με την αδιάκοπη μεταφορά ουσίας από το Χάος στο Είναι της εκδηλουμένης Φύσεως. Οι ουσίες αυτές εξελίσσονται αενάως με αποτέλεσμα να υπάρχουν στη Φύση ουσίες διαφόρου επιπέδου εξελίξεως (ανάλογα με τον χρόνο εκδηλώσεώς τους) οι οποίες συγκροτούν ΚΟΣΜΟΥΣ διαφορετικών επιπέδων εξελίξεως.

Τέλος η επιστήμη αγνοεί τα αίτια που προκάλεσαν την μεγάλη έκρηξη ενώ η φιλοσοφία θεωρεί ότι η έναρξη εκπορεύσεως της φύσεως οφείλεται στην προσέγγιση του κέντρου του Χάους προς την περιφέρεια αυτού και αυτήν την προσέγγιση την προκάλεσε ο πρεσβύτερος Έρως[1].

Η λέξη χάος προ­έρχεται από την ρίζα ΧΑΥ ή ΧΑF και σημαίνει το χάσμα, δηλαδή περιοχή η οποία είναι απρόσιτη και απροσπέλαστη στον άνθρωπο και στην οποία η ανθρώπινη διάνοια δεν μπορεί να εισχωρή­σει, πολύ δε περισσό­τερο να την κατανοήσει και να την περιγράψει. Ομοίως και η Σκανδιναβική Μυθολογία (Volupsa) θεωρεί ως την αρχή του παντός την απέραντη άβυσσο, η οποία εννοιολογικά ταυτίζεται με την έννοια του Χάους ως χάσμα.

Β΄ Το Χάος κατά την εσωτερική φιλοσοφία

Η εσωτερική φιλοσοφία ερμηνεύει την έννοια του Χάους της κοσμογονίας του Ησιόδου και υπεισέρχεται και στο θέμα της συστάσεως της ουσίας του. Θα εξετάσουμε λοιπόν το Χάος σύμφωνα με τις απόψεις αυτής της φιλοσοφίας, γιατί μας δίνει την δυνατότητα να κατανοήσουμε επαρκώς τι είναι το Χάος. Έτσι ΧΑΟΣ (κατά τρόπο αφαιρετικό) είναι το άμορφο Άπειρο, το ανεκδήλωτο Παν, η άποιος κατάσταση της εκδηλωμένης Φύσεως, η εν δυνάμει κατάσταση ουσία της Φύσεως.

Άμορφο άπειρο σημαίνει την χωρίς μορφική υπόσταση Φύση, αυτό το οποίο δεν εμφανίζει μορφές και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από την ανθρώπινη διανόηση η οποία μόνο μορφικές υποστάσεις μπορεί να κατανοήσει. Μορφικές υποστάσεις ή απλώς μορφές, έχει μόνον η εκδηλωμένη Φύση. Τέτοιες είναι π.χ. οι πλανήτες, όλα όσα βρίσκονται πάνω σε έναν πλανήτη, οι κάθε φύσεως μορφές των ζώων, τα ηλιακά συστήματα, οι γαλαξίες κλπ. Κάθε τι το οποίο στερείται μορφικής υποστάσεως δεν είναι κατανοητό από την ανθρώπινη διανόηση π.χ. ο αιθέρας που δεν έχει μορφική υπόσταση δεν είναι εύκολα κατανοητός από την ανθρώπινη διανόηση και αυτό ήταν ίσως η αιτία που δεν είναι αποδεκτή η ύπαρξή του από τους περισσοτέρους ανθρώπους μεταξύ των οποίων και οι περισσότεροι των επιστημόνων.

Ανεκδήλωτο Παν σημαίνει την Φύση πριν εκδηλωθεί, δηλαδή πριν οι ουσίες του εκδηλώσουν τους νόμους τους. Αποτέλεσμα της εκδηλώσεως των νόμων των ουσιών ήταν οι ουσίες αυτές να συγκροτήσουν μορφικές υποστάσεις οι οποίες είναι κατανοητές από την ανθρώπινη δια­νόηση. Έτσι δεν έχουμε καμία αλλαγή στην φαινόμενη ακινησία των ουσιών και συνεπώς καμιά μορφική υπόσταση δεν συγκρο­τείται. Το μόνο που υπάρχει είναι η «τάση προς μεταβολή» της ουσίας του Χάους η οποία αποτέλεσε όχι μόνον το αίτιο της εκ­δηλώσεως της Φύσεως αλλά και τον βασικότερο των νόμων στην εκδηλωμένη Φύση που είναι ο νόμος της κινήσεως.

Άποιος κατάσταση της Φύσεως είναι εκείνη η κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει ποιοτική εκδήλωση των ουσιών του Χάους και συνεπώς όλα είναι ομοιόμορφα και στατικά. Λέγοντας «ποιοτική εκδήλωση» εννοούμε τις διαφορές που υπάρχουν π.χ. στις μορφικές υποστάσεις που η διανόησή μας τις εκτιμάει με εκφράσεις όπως π.χ. με­γαλύτερο-μι­κρότερο, ωραιότερο-ασχημότερο θερμότερο-ψυχρό­τερο, πικρό-γλυκό κλπ. Συνεπώς για να φαντα­στούμε μια άποιο κατάσταση (π.χ. των μορφικών υποστάσεων της Φύσεως) πρέπει να αφαιρέσουμε όλες τις ποιοτικές τους εκδηλώσεις οπότε οδηγού­μαστε σε μια κατάσταση ασύλληπτη από την αν­θρώπινη διανόηση. Γι’ αυτόν τον λόγο η κατάσταση του Χάους (στην οποία όπως είπαμε δεν υπάρχουν μορφικές υποστάσεις) θεωρεί­ται απροσπέλαστη και ασύλληπτη από την ανθρώπινη διανόηση.

«ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ» κατάσταση των ουσιών της Φύσεως ση­μαίνει ότι οι ουσίες της Φύσεως στο Χάος είχαν την δυνατότητα να εκδηλωθούν και να απο­τελέσουν την Φύση εφόσον ενερ­γούσε επ’ αυ­τών μια «πρώτη κίνηση». Η έκφραση «εν δυνά­μει» κατάσταση μας είναι γνωστή (κατ’ αναλογία) και από την Φυσική στην έννοια της λε­γομένης «δυναμικής ενέργειας» δη­λαδή της ενέρ­γειας που έχει ένα σώμα και την οποία μπορεί να αποδώσει όταν αφεθεί ελεύθερο να κινηθεί π.χ. υπό την επίδραση της βαρύτητας ή κάποιου δυναμικού πεδίου π.χ. ηλεκτρικού ή μαγνητικού.

Η κατάσταση του Χάους

Η κατάσταση του Χάους είναι απροσπέλαστη στην ανθρώπινη διανόηση και ασύλληπτη. Αυτό οφείλεται στο ότι η διανόηση του ανθρώπου είναι μεταγενέτερο φαινόμενο από την εκπόρευση της Φύσεως εκ του Χάους και την συγκρότηση των κόσμων σε μορφικά Είναι. Συνεπώς το πνεύμα έχει ως αντικείμενο έρευνάς του μόνον την Φύση (τέκνο της οποίας είναι) και όχι την προγενέστερη κατάσταση, την οποία οι αισθήσεις του, ως όργανα εκ των ουσιών της Φύσεως και ως δυνάμεις του πνεύματος, δεν μπορούν να ερευνήσουν.

Από το Χάος, με την ενεργοποίηση των νόμων των ου­σιών του, επήλθε η «τάξη» και αυτό ακριβώς υποδηλώνει το λόγιο “ordo ab chao” (δηλαδή τάξη από το Χάος). Λέγοντας «τάξη» εννοούμε την συγκρότηση και την πολυποίκιλη εμφάνιση των μορφών στην Φύση η οποία πολλαπλότητα και πολυπλοκότητα συνεχώς αυξάνει. Η αύξηση αυτής της πολλαπλότητας και πολυπλοκότητας στην φύση περιγράφεται από τον ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΕΝΤΡΟΠΙΑΣ ο οποίος είναι συνέπεια του δευτέρου θερμοδυναμικού αξιώματος της φυσικής.

Η εκ του Χάους προέλευση των ουσιών της Φύσεως είναι ο λόγος που χαρακτηρίζονται οι ουσίες αυτές ως αΐδιες δηλαδή ουσίες οι οποίες (σύμφωνα με τα λεξικά) δεν έχουν αρχή και τέλος. Αυτό οφείλεται στο ότι η ουσίες της Φύσεως α) εκπορεύτηκαν εκ του Χάους που σημαίνει ότι δεν έχουν αρχή αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αρχή τους η στιγμή της εκδηλώσεώς τους στη Φύση αλλά ούτε και στο Χάος υπάρχει αρχή της ουσίας του γιατί το Χάος υπήρχε και κανείς δεν το «δημιούργησε» και β) η ατελεύτητη εκδήλωση νέων δυναμικοτήτων εκ των ουσιών της Φύσεως καθιστά αδύνατη την επαναφορά τους στο Χάος (γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ουσία στο Χάος με εκδηλωμένες δυνάμεις αφού το παν στο Χάος βρί­σκεται σε ανεκδήλωτη κατάσταση) που σημαίνει ότι δεν έχει τέλος. Επομένως το Χάος δεν είναι κενός χώρος αλλά ουσιαστικό (υπαρκτό) Είναι ανεκδήλωτο με άπειρες δυνάμεις και δυναμικότητες σε λανθάνουσα κατάσταση. Στο Χάος τα πάντα βρίσκονται «εν δυνάμει», δηλαδή σε δυναμική κατάσταση.

Η δομή του Χάους και ο Νόμος της Αναλογικότητας

Όπως είδαμε πιο πάνω, η κατάσταση του Χά­ους είναι απροσπέλαστη στην ανθρώπινη διανόηση γιατί το πνεύμα είναι μεταγενέστερο φαινόμενο και συνεπώς δεν μπορεί να διεισδύσει στην έννοια του Χάους. Ο μόνος τρόπος για να γνωρίσουμε την δομή του Χάους είναι να το εξετάσουμε με βάση τον νόμο της αναλογικότητας. Ο Νόμος της Αναλογικότητας αναφέρει ότι «το γενόμενο είναι όμοιο με τον γεννήτορα του» Ο νόμος της αναλογικότητας είναι γνωστός -όπως επισημαίνεται σε προηγούμενο κεφάλαιο – και από τον Σμαράγδινό Πίνακα (κείμενο αλχημιστικό αποδιδόμενο στον αιγυπτιακό θεό Ερμή ή Θεύθ), όπου αναφέρεται ότι «το προς τα κάτω αναλογεί τω προς τα άνω και το προς τα άνω είναι ανάλογον τω προς τα κάτω, προς επιτέλεση των θαυμασίων του Ενός μόνου Πράγματος».

Ο νόμος της αναλογικότητας μας επι­τρέπει να θεωρήσουμε ότι η ουσία της Φύσεως που εκπορεύτηκε από το Χάος έχει ομοιότητα δηλαδή ίδια δομή με την ουσία του Χάους εκ του οποίου προήλθε. Απλώς στο Χάος βρίσκεται σε ανεκ­δήλωτη κατάσταση.

Μετά τα προαναφερθέντα, για να προσεγγί­σουμε την ου­σία του χάους θα πρέπει να δούμε ποια είναι η δομή της υλικής ουσίας της Φύσεως που εκ­πορεύτηκε από το Χάος ώστε με την εφαρμογή του νόμου της αναλογικότητας να βγάλουμε συμπερά­σματα για την κατάσταση του χάους.

Σύμφωνα με τους ατομικούς φιλοσόφους Λεύκιππο και Δημόκριτο, η υλική ουσία της Φύσεως αποτελείται από Άτομα. Τα Άτομα αυτά δεν ταυτί­ζονται με τα γνωστά μας από την φυσική άτομα ή στοιχεία γιατί τα μεν Άτομα των Λεύκιππου και Δημό­κριτου είναι άτμητα ενώ τα γνωστά μας από την φυσική άτομα έχουν ως γνωστό εσω­τερική δομή και αποτελούνται από τα γνωστά μας στοιχειώδη σω­ματίδια.

Περιγραφή του Χάους

Κατά την προ της δημιουργίας κατάσταση στο Χάος, η Κίνηση [που ήταν τον απροσπέλαστο κέντρο του Χάους] και η Ζωή [που ήταν ο φλοιός του Χάους] ήταν διαχωρισμένες. Αφετηρία της δημιουργίας του Σύμπαντος ήταν η προσέγγιση του Κέντρου [της Κινήσεως] στην περιφέρεια [στην Ζωή]. Αιώνες αιώνων συνέδραμαν ώστε η απείρως ελαχίστη κίνηση να καταστεί ικανή να ψαύση (να αγγίξει) την περιβάλλουσα ως είδος φλοιού ζωή και από απείρως ελαχίστη να αποκτήσει την δυνατότητα της άπειρης επέκτασης και της ατελεύτητης μετάδοσης σπέρματος παραγωγής στην Ζωή. Έτσι η Κίνηση φιλεί (προσεγγίζει) την Ζωή και ως εκ του λόγου τούτου καθίστανται [κίνηση και ζωή] ατελεύτητα παραγωγικές δυνάμεων. Οι εκδηλούμενες αυτές δυνάμεις είναι τα αίτια της μεταφοράς της ουσίας της Φύσεως από το Χάος στο ενεργητικό Είναι των κόσμων.

Από την ανωτέρω περιγραφή προκύπτει ότι το χάος είναι όμοιο με ένα άτομο της ατομικής ουσίας, ενώ και η επιστημονική άποψη ομιλεί για «αρχικό άτομο», πράγμα που δεν είναι τυχαίο. Επίσης στο σημείο αυτό πρέπει να προσέξουμε και να μην αφήσουμε την φαντασία μας να φτιάξει νοητικά μοντέλα με ένα κέντρο και μια περιφέρεια με τις γνωστές μας μορφικές δομές. Έτσι: α) τα αναφερόμενα ως κέντρο (νόμος της κινήσεως) και περιφέρεια (νόμος της ζωής) είναι νόμοι και δεν έχουν την έννοια της μορφικής δομικής συστάσεως, β) ο νόμος της κινήσεως έχει την έννοια της τάσεως προς μεταβολή δηλαδή του εσωτερικής ώθησης και αύξηση της δυναμικότητας του αρχικού ατόμου και συνεπώς του αιτίου που προκάλεσε την εκδήλωση των νόμων της ουσίας του χάους και την εκ του χάους εκδήλωση της Φύσεως και γ) ο νόμος της ζωής έχει την έννοια της υπάρξεως ή καλύτερα, της εν εκδηλώσει υπάρξεως και επομένως ο νόμος της ζωής είναι αυτός που καθιστά αυτό το «αρχικό άτομο» ως ύπαρξη.

Ο νόμος της κινήσεως είναι η εκδήλωση του ενεργητικού παράγοντος του χάους ενώ ο νόμος της ζωής είναι η εκδήλωση της υπάρξεως αυτού και του παθητικού παράγοντος του χάους. Η προσέγγιση του ενεργητικού παράγοντος στον παράγοντα της υπάρξεως δηλαδή η ενεργοποίηση του παράγοντος της υπάρξεως είχε ως αποτέλεσμα την εκδήλωση της Φύσεως και αυτό εννοεί με την έκφραση «ατελεύτητα παραγωγικές δυνάμεων».

Η ενεργός ουσία του Χάους

ΕΝΕΡΓΟΣ ΟΥΣΙΑ είναι η ουσία του Χάους από την οποία εκπορεύτηκε η Φύση αλλά σε ανεκδήλωτη κατάσταση και συνεπώς εμπεριέχει εντός της όχι μόνον τις ουσίες από τις οποίες αποτελείται η Φύση αλλά και τις δυνάμεις αυτών των ουσιών που εκδηλώθηκαν και θα εκδηλωθούν στον άπειρο χρόνο. Συνεπώς η ενεργός ουσία του χάους είναι μια ύπαρξη (ουσία) η οποία δεν εκδηλώνει δράση (ηρεμούσα) όμως έχει την δύναμη να εμφανίσει δράση (αφού ορίζεται ως ενεργός) και να εκδηλώσει κάποιο αποτέλεσμα εφόσον γίνει μια πρώτη κίνηση. Χρησιμοποιείται εδώ ο όρος «εκπόρευση» ως πλέον δόκιμος για να περιγράψει την γένεση της Φύσεως αντί του όρου «δημιουργία», καθώς, η λέξη δημιουργία σημαίνει στην ελληνική γλώσσα κατά λέξη το έργο του Δήμου

ΔΥΝΑΜΗ της ενεργού ουσίας του Χάους είναι δυνατότητα αυτής της ουσίας να εμφανίσει δράση. Όσο η δύναμη αυτή ήταν σε ηρεμία δεν υπήρχε ούτε Χώρος ούτε Χρόνος αλλά επικρατούσε αμετάβλητη αιωνιότητα. Η δυνατότητα αυτή της ενεργού ουσίας του Χάους να εμφανίσει δράση χαρακτηρίζεται ως μία τάση προς μεταβολή της ενεργού ουσίας. Για να ενεργοποιηθεί η ενεργός ουσία έπρεπε να προηγηθεί μια πρώτη κίνηση. Αυτή η πρώτη κίνηση προκλήθηκε από τον Έρωτα.
--------------------------
[1] Ο Έρως, είναι ο αρχαιότερος και νεώτερος των Θεών, είναι πηγή ανεξάντλητος πάσης δημιουργίας και πάσης χαράς, είναι το πρωταρχικό Πυρ το οποίο διέρχεται δι’ όλων των κόσμων. Δι’ αυτού εκδηλούνται αι μορφαί της Φύσεως, τα όντα, οι ανθρωποι και οι Θεοί. Ο Έρως παρεδρεύει εις τας εξελίξεις των αθανάτων και εις την μίξιν των πρωτίστων ουσιών και κρατεί τας κλείδας του Ουρανού και της Γης.

Η Εβδομάδα στην Ιστορία της Ανθρωπότητας

Η εβδομάδα ως χρονική διαίρεση θεωρείται αυτονόητη στην εποχή μας αλλά δεν ίσχυε πάντα αυτό. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πλευρά της αποτελεί η αντιστοίχηση των ημερών της με τους επτά παραδοσιακούς πλανήτες της αστρολογίας και τις ενέργειες που αυτοί θεωρείται πως κομίζουν εσωτερικά. Στη λαϊκή σοφία επιβιώνουν τα ίχνη μιας παλαιότερης γνώσης, που μοιάζει να έχει απολεσθεί, σχετικά με την ενεργειακή φύση των ημερών της εβδομάδας.

Από τα βάθη της μακρινής προϊστορίας έως και τη σύγχρονη εποχή ο άνθρωπος μοχθούσε ατέρμονα για να ελέγξει τις φυσικές δυνάμεις που τον περιέβαλλαν, να τις κατανοήσει και να τις χειριστεί δημιουργικά. Έτσι, σταδιακά, κατόρθωσε να δομήσει μια νησίδα οργάνωσης μέσα στον απέραντο ωκεανό των φυσικών δυνάμεων, ένα μικρό φωτεινό βάθρο στο οποίο πάτησε για να ορθώσει τη συνείδησή του πάνω από το αδιαμόρφωτο χάος που τον περιτριγύριζε και τον φόβιζε. Και σε αυτή του την προσπάθεια η έννοια του χρόνου, ανέκαθεν, είχε πρωταρχικό ρόλο.

Παρατηρώντας τα φυσικά φαινόμενα διαπίστωσε ότι ορισμένα επαναλαμβάνονταn και με αυτό τον τρόπο η έννοια της περιοδικότητας άρχισε να χρησιμοποιείται για τις καθημερινές του ανάγκες. Η εναλλαγή της ημέρας και ης νύχτας, οι φάσεις της Σελήνης και η αλλαγή των εποχών αποτέλεσαν σημεία αναφοράς με βάση τα οποία άρχισε να προσδιορίζει τη ζωή του, αλλά και να προσμετρά την αδυσώπητη προέλαση του χρόνου. Ο άνθρωπος πλέον δεν ήταν ανυπεράσπιστος απέναντι στη ροή των φυσικών φαινομένων. Μπορούσε να προβλέψει και να λάβει τα μέτρα του ώστε να αντιμετωπίσει έναν μεγάλο αριθμό επικείμενων φυσικών κινδύνων, μπορούσε να γίνεται ευέλικτος και να προσαρμόζεται έγκαιρα στις διαθέσεις της φύσης. Είχε ένα πολύτιμο εργαλείο πλέον στα χέρια του, το Ημερολόγιο, με τη βοήθεια του οποίου αποτόλμησε το αδιανόητο – να ορθώσει το ανάστημά του στη ροή του χρόνου και να προσπαθήσει να την τιθασεύσει.

Από την παρατήρηση της περιοδικής κίνησης του Ήλιου στον ουρανό διαμορφώθηκε η αντίληψη του ημερονυκτίου και του έτους, ενώ η παρατήρηση των φάσεων της Σελήνης απέδωσε την έννοια του μήνα. Σε άλλες περιπτώσεις η ανατολή και η δύση κάποιων συγκεκριμένων πλανητών, άστρων και αστερισμών χρησιμοποιήθηκαν με ανάλογο τρόπο και έτσι διαμορφώθηκαν ημερολόγια βασισμένα σε αυτά (π.χ. ημερολόγια θεμελιωμένα στην κίνηση της Αφροδίτης από τους Μάγια και του Σείριου από τους Αιγυπτίους).

Αργότερα «κατασκευάστηκαν» κάποιες μονάδες χρόνου που δεν ανταποκρίνονταν άμεσα σε κάποια φυσικά φαινόμενα, αλλά που είχαν μεγάλη πρακτική χρησιμότητα στην καθημερινότητα και στην επιστημονική έρευνα. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώθηκαν οι έννοιες της εβδομάδας, της ώρας, των λεπτών και των δευτερολέπτων.

Σε ότι αφορά στην εβδομάδα, η οποία θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, αυτή θεωρείται αυτονόητη στην εποχή μας αλλά δεν ίσχυε πάντα αυτό. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πλευρά της αποτελεί η αντιστοίχηση των ημερών της με τους επτά παραδοσιακούς πλανήτες της αστρολογίας και τις ενέργειες που αυτοί θεωρείται πως κομίζουν εσωτερικά. Στη λαϊκή σοφία επιβιώνουν τα ίχνη μιας παλαιότερης γνώσης, που μοιάζει να έχει απολεσθεί, σχετικά με την ενεργειακή φύση των ημερών της εβδομάδας.

Η Εβδομάδα στην Ιστορία της Ανθρωπότητας

Η εβδομάδα αποτελεί ένα πανάρχαιο χρονικό μέτρο, μια υποδιαίρεση του σεληνιακού κύκλου των 28 περίπου ημερών (το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο ίδιων φάσεων της Σελήνης, π.χ μεταξύ δύο Πανσελήνων) σε τέσσερα ίσα μέρη. Η χρήση της συνιστά έναν απλό και σχετικά ακριβή τρόπο μέτρησης του χρόνου και ταυτόχρονα δομήθηκε γύρω από αυτή μια εκτενής οργάνωση της κοινωνικής ζωής.

Προτού την υιοθέτηση της εβδομάδας σε πολλούς πολιτισμούς υπήρχαν άλλοι τρόποι διαίρεσης του μήνα. Έτσι, για παράδειγμα, η προγενέστερη χρονική διαίρεση στην Αίγυπτο, την Κίνα και την αρχαία Ελλάδα ήταν εκείνη των δέκα ημερών (τρία δεκαήμερα του μήνα). Στην Περσία και τη Μαλαισία υπήρχαν κύκλοι των πέντε ημερών, ενώ οι Ετρούσκοι διατηρούσαν κύκλους των οκτώ ημερών που στη συνέχεια τους κληρονόμησαν στους Ρωμαίους. Οι Ινδοί διαιρούσαν το μήνα σε δύο ίσα τμήματα τα οποία αντιστοιχούσαν στις φάσεις της αύξουσας και της φθίνουσας Σελήνης, ενώ παρόμοια διαίρεση χρησιμοποιούσαν και οι Κέλτες.

Η εβδομάδα, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, άρχισε να χρησιμοποιείται από τους Χαλδαίους, τους Ασσύριους, τους Βαβυλωνίους, τους Αιγυπτίους και τους Εβραίους.

Οι Χαλδαίοι και οι Βαβυλώνιοι αναφέρεται ότι πρόσθεσαν στους πέντε τότε γνωστούς πλανήτες (Ερμή, Αφροδίτη, Άρη, Δία, Κρόνο) τον Ήλιο και τη Σελήνη και στη συνέχεια αντιστοίχησαν αυτούς τους επτά πλανήτες – θεούς και σε μια ημέρα της εβδομάδας. Έτσι ο κάθε θεός ήταν κυβερνήτης και μιας ημέρας της εβδομάδας. Από τους Βαβυλώνιους η χρήση της πέρασε στην Κίνα περί το 600 π.Χ. και από εκεί εξαπλώθηκε στην Κορέα, την Ιαπωνία, το Θιβέτ και το Βιετνάμ.

Να επισημανθεί σε αυτό το σημείο ότι οι μαθηματικές έννοιες και οι φιλοσοφικές θεωρήσεις των πανάρχαιων λαών της Ανατολής, θεμελιώνονταν πάνω στις ιδιότητες του μυστηριακού αριθμού επτά, ο οποίος παραδοσιακά σχετιζόταν με τα πεδία του εκδηλωμένου σύμπαντος και τον τρόπο λειτουργίας του.

Λέγεται ότι οι Εβραίοι δέχθηκαν τις επιρροές των γειτονικών τους ανατολικών λαών και μία από αυτές ήταν η υιοθέτηση της εβδομάδας και η προσαρμογή της στη θρησκεία τους. Στη Βίβλο υπάρχει σαφής συσχέτιση της εβδομάδας με τα στάδια – ημέρες της Δημιουργίας του Κόσμου, όπου η έβδομη ημέρα (το Σάββατο) αφιερώνεται στη λατρεία του Θεού.

Η εβδομάδα στην εβραϊκή γλώσσα λέγεται «Σιαβούα» (ονομασία που προέρχεται από τον αριθμό «επτά»), ενώ η έβδομη ημέρα όπως προαναφέρθηκε ήταν το Σάββατο. Οι υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας προσδιορίζονταν σε σχέση με το Σάββατο. Για παράδειγμα, η πρώτη μετά το Σάββατο, η δεύτερη μετά το Σάββατο κ.ο.κ. Όσο για την έκτη ημέρα μετά το Σάββατο αυτή αργότερα ονομάστηκε Παρασκευή διότι, όπως λέγεται, εκείνη την έκτη ημέρα παρασκευάζονταν όλα όσα χρειάζονταν για την ιερή έβδομη ημέρα του Σαββάτου.

Η χρήση της εβδομάδας σταδιακά υιοθετήθηκε και από τους Ρωμαίους, ενώ στον ευρύτερο δυτικό κόσμο η χρήση της καθιερώθηκε περί τον 3ο μ.Χ. αιώνα.

Ο Χριστιανισμός διατήρησε τη διαίρεση σε εβδομάδες αλλάζοντας, όμως, την ημέρα της αργίας από το ιουδαϊκό Σάββατο στην Κυριακή (ημέρα του Κυρίου) σε ανάμνηση της Ανάστασης του Χριστού. Στο Βυζάντιο ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός καθιέρωσε με νόμο την εβδομάδα.

Οι Επταδικές Συμβολικές Αντιστοιχίες

Όπως προαναφέρθηκε, υπήρχε στην πορεία των αιώνων η απόδοση μιας συγκεκριμένης θεότητας για κάθε ημέρα της εβδομάδας και στις μέρες μας αυτή η αντιστοίχηση φθάνει μέσω των εσωτερικών παραδόσεων, της αστρολογίας και της λαϊκής σοφίας.

Η αντιστοίχηση που υπάρχει είναι η παρακάτω και σχετίζεται με τους επτά παραδοσιακούς πλανήτες της αστρολογίας, αλλά και με τους αντίστοιχους θεούς του αρχαίου ελληνικού πάνθεου.

Κυριακή - Ήλιος
Δευτέρα - Σελήνη
Τρίτη - Άρης
Τετάρτη - Ερμής
Πέμπτη - Δίας
Παρασκευή - Αφροδίτη
Σάββατο - Κρόνος

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αγγλικές ονομασίες των ημερών της εβδομάδας. Σε αυτές υποδεικνύεται μια παρόμοια σχέση ημερών και θεοτήτων, με εμφανείς επιρροές και από τη σκανδιναβική και τη ρωμαϊκή μυθολογία:

Σάββατο

λατ. dies Saturni «ημέρα του Κρόνου». γερμανικές γλώσσες (B): παλ. κάτω γερμ. sœterdœg (μετάφρ. του λατ.) > αγγλ. Saturday, ολλ. zaterdag. γερμανικές γλώσσες (Γ): παλ. σκανδ. laugardagr «ημέρα του λουτρού» (είτε ως εθίμου είτε προς τιμήν ορισμένης θεότητας) > σουηδ. lördag, ισλ. laugardagur, δαν. lørdag… γερμανικές γλώσσες (Δ): παλ. άνω γερμ. sunnūnābend «παραμονή Κυριακής» > γερμ. Sonnabend «Σάββατο».

Κυριακή

λατ. dies Solis «ημέρα του Ηλίου». γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ.): παλ. άνω γερμ. sunnūntag (> γερμ. Sonntag, ολλ. zondag), παλ. αγγλ. sunnandœg (> αγγλ. Sunday), παλ. σκανδ. sunnundagr (> σουηδ. söndag, ισλ. sunnudagur, δαν. søndag). κελτικές γλώσσες (μεταφρ. του λατ.): ουαλ. dydd sul.

Δευτέρα

λατ. dies Lunae «ημέρα της Σελήνης». λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. lundi, ισπ. lunes, ιταλ. lunedì, ρουμ. luni. κελτικές γλώσσες (από λατ.): ιρλ. luan, ουαλ. dydd llun. γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ.): παλ. άνω γερμ. mānetag (> γερμ. Montag, ολλ. maandag), παλ. αγγλ. mōnandœg (> αγγλ. Monday) παλ. σκανδ. mānudagr (> ισλ. manudagur, δαν. mandag, σουηδ. måndag).

Τρίτη

λατ. dies Martis «ημέρα του Άρη». λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. mardi, ισπ. martes, ιταλ. martedì, ρουμ. marti. κελτικές γλώσσες (από λατ.): ιρλ. mairt, ουαλ. dydd mawrth. γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ.· στον θεό Mars των Ρωμαίων τα γερμανικά φύλα αντιστοίχισαν τον γοτθικό θεό του πολέμου *Teiwa, οποίος στο σκανδιναβικό πάνθεο ήταν γνωστός ως Týr και απαντά επίσης με τα ομόρριζα ονόματα Tīw, Tīg και *Þing): αρχ. γερμ. *Teiwa-daga παλ. αγγλ. tīwesdœg (> αγγλ. Tuesday), παλ. σκανδ. tisdagr (> σουηδ. tisdag, δαν. tirsdag, ισλ. þriðjudagur), μέσ. κάτω γερμ. dingesdach (> γερμ. Dienstag, ολλ. dinsdag).

Τετάρτη

λατ. dies Mercuri «ημέρα του Ερμή». λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. mercredi, ισπ. miércoles, ιταλ. mercoledì, ρουμ. miercuri.
κελτικές γλώσσες (από λατ.): ουαλ. dydd mercher. γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ.· στον θεό Mercurius των Ρωμαίων τα γερμανικά φύλα αντιστοίχισαν τον σκανδιναβικό θεό Odin, γνωστ επίσης ως Wōdin, Wuotan): παλ. σκανδ. ōðinsdagr (> σουηδ. onsdag, δαν. onsdag), παλ. κάτω γερμ. *wōðinsdœg (> αγγλ. Wednesday, ολλ. woensdag).

Πέμπτη

λατ. dies Jovis «ημέρα του Δία». λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. jeudi, ισπ. jueves, ιταλ. giovedì, ρουμ. joui. γερμανικές γλώσσες (στις οποίες ο Ζευς ταυτίστηκε με τον σκανδιναβικό θεό του κεραυνού, που ήταν γνωστός ως Thor ή Þor): παλ. σκανδ þōrsdagr «ημέρα του κεραυνού» (> σουηδ. torsdag, δαν. torsdag), παλ. άνω γερμ. donarestag (> γερμ. Donnerstag, ολλ. dondersdag), παλ. αγγλ. þunersdæg (> αγγλ. Thursday).

Παρασκευή

λατ. dies Veneris «ημέρα της Αφροδίτης». λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. vendredi, ιταλ. venerdì, ισπ. viernes, ρουμ. vineri.
γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ. με αντικατάσταση της θεάς Αφροδίτης / Venus από την αντίστοιχη γερμ. θεά Freia / Freya, καθώς και τη σκανδ. θεά Frigg, σύζυγο του Odin): παλ. σκανδ. frjādagr (> σουηδ. fredag, δαν. fredag, ολλ. vrijdag), παλ. άνω γερμ. frī(j)atag (> γερμ. Freitag), παλ. αγγλ. frīgedæg (> αγγλ. Friday).

Αναφέρεται ότι η σειρά των πλανητών στο διάστημα δεν είναι αυθαίρετη αλλά σε αυτή διαφαίνεται η περίφημη θεωρία της μουσικής των σφαιρών που απασχόλησε πολύ τους Πυθαγόρειους.. Σε γενικές γραμμές λέγεται ότι η μουσική των σφαιρών είναι ένα είδος λεπτοφυούς μουσικής του σύμπαντος, η οποία δημιουργείται από την αρμονική και ρυθμική συνήχηση του ιδιαίτερου κραδασμού όλων των ουρανίων σωμάτων.

Ο Βοήθιος (σημαντικότατος Ρωμαίος φιλόσοφος, θεολόγος και πολιτικός που έζησε στα τέλη του 5ου και τις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα) μάλιστα αντιστοιχούσε συγκεκριμένη μουσική νότα σε κάθε έναν από τους επτά πλανήτες και συγκεκριμένα:

Ήλιος - Λα
Σελήνη - Ρε
Άρης - Σολ
Ερμής - Ντο
Δίας - Φα
Αφροδίτη - Σι
Κρόνος - Μι

Μια άλλη αντιστοιχία των πλανητών με τις ηλικίες του ανθρώπου, και τα φωνήεντα του ελληνικού αλφάβητου παρατίθεται από τον Γουίλιαμ Γουέσκοτ στο βιβλίο του «Αριθμοσοφία»:

Σελήνη - Βρεφική Ηλικία - Α
Ερμής - Παιδική Ηλικία - Ε
Αφροδίτη - Νεότητα - Η
Ήλιος - Ενηλικίωση - Ι
Άρης - Πλήρης Ισχύς - Ο
Δίας - Ωριμότητα - Υ
Κρόνος - Γηρατειά - Ω

Με βάση τα φωνήεντα αυτά ο Γουέσκοτ αναφέρει ότι είχε δομηθεί από τους αρχαίους Έλληνες ένα είδος ιερής μυστικής γλώσσας. Να σημειωθεί ότι, γενικά, οι παραπάνω αντιστοιχίες των επτά πλανητών αφορούν σε κάθε περίπτωση και τις ημέρες της εβδομάδας που σχετίζονται μαζί τους.

Αναζητώντας μια Ερμηνεία

Ωστόσο, εύλογα ανακύπτουν ορισμένα ερωτήματα. Όπως τι το ιδιαίτερο έχει η επταδική διαίρεση; Ή γιατί ένας συγκεκριμένος πλανήτης αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη ημέρα και πώς έγινε η αρχή της έναρξης των ημερών της εβδομάδας; Ερωτήματα σαν και αυτά δεν είναι εύκολο να απαντηθούν και το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να εξεταστούν ορισμένες ενδείξεις που υπάρχουν γύρω από αυτό το θέμα. Και οι ενδείξεις αυτές σχετίζονται αφενός με τον ιερό αριθμό 7 και αφετέρου με τη μελέτη ορισμένων βιορυθμών του ανθρώπου.

Α) Σε ότι αφορά την επταδική διαίρεση το σίγουρο είναι πως αυτή δεν αντιστοιχεί άμεσα στην κίνηση κάποιου ουράνιου σώματος (παρά μόνο έμμεσα ως υποδιαίρεση του σεληνιακού μήνα).

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο αριθμός επτά εμφανίζεται ως κοινό μοτίβο σε ένα πλήθος πραγμάτων. Υπό αυτή την οπτική η εβδομάδα είναι μία ακόμη επταδική ταξινόμηση ανάμεσα σε τόσες άλλες. Βέβαια αυτό δεν συνιστά ερμηνεία της ενεργειακής φύσης των ημερών της σύμφωνα με τις επιρροές των πλανητών, ούτε διαφωτίζει το πώς αποκτήθηκε μια τέτοια γνώση. Ωστόσο, μπορεί να θέσει ένα ευρύτερο φόντο έρευνας.

Στη συνέχεια παρατίθενται κάποιες ενδεικτικές αναφορές για τον αριθμό 7, μια και αυτές αναφορές φαντάζουν απειράριθμες σε κάθε τόπο και εποχή.Λέγεται πως κατά τους Πυθαγόρειους η λέξη «επτάδα» αντλεί την καταγωγή της από το ελληνικό ρήμα «σέβομαι» (ή «σέβω») καθώς θεωρείτο ότι είχε μια «σεπτή» (σεβάσμια) διάσταση. Άλλωστε για τους Πυθαγόρειους το 7 ήταν το άθροισμα δύο πολύ ιερών αριθμών: του 3 και του 4.

Ο Πλάτωνας στον Τίμαιο αναφέρει ότι η Ψυχή του Κόσμου γεννήθηκε από τον αριθμό επτά.Οι εσωτερικές παραδόσεις κάνουν λόγο για τα επτά πεδία του εκδηλωμένου σύμπαντος, για τις επτά ανθρώπινες φυλές, για τα επτά βασικά τσάκρα του ανθρώπινου σώματος κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης, για την αφύπνιση κάθε επταετία και ενός εκ των εσωτερικών φορέων του ανθρώπου. Το επτά συναντάται ως αριθμός πολύ συχνά στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, και σε ορισμένους σημαντικούς αστερισμούς (τα επτά άστρα των Πλειάδων, της Μεγάλης Άρκτου, της Μικρής Άρκτου).

Επίσης επτά είναι τα χρώματα του ουράνιου τόξου, επτά οι μουσικές νότες, επτά οι παραδοσιακοί πλανήτες της αστρολογίας, επτάχορδη είναι η λύρα του θεού Απόλλωνα, επτά οι αυλοί στη σύριγγα του θεού Πάνα, επτά τα θαύματα του αρχαίου κόσμου, επτά οι τέχνες, επτά οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί, κ.α.

Η Κίνα ήταν χωρισμένη σε επτά επαρχίες και η Περσία σε επτά σατραπείες,
Ακόμη, είναι γνωστό στην επιστήμη ότι κάθε επτά χρόνια τα κύτταρα του ανθρώπινου σώματος ανανεώνονται και αντικαθίστανται από νέα (απόπτωση και ανανέωση κυττάρων).

Β) Ένας άλλος τομέας έρευνας, σχετικά με την εβδομάδα ανακύπτει από κάποιες μελέτες της χρονοβιολογίας, η οποία ερευνά τους βιορυθμούς του ανθρώπινου οργανισμού. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι μελέτες της χρονοβιολογίας δεν είναι αποδεκτές γενικά από τους επιστήμονες και κατά την άποψη των τελευταίων κινούνται στις παρυφές της επιστημονικής έρευνας. Και αυτό διότι θεωρούν ότι απαιτούνται πάρα πολλά ακόμη πειράματα και σε μεγαλύτερο αριθμό δειγμάτων για να υπάρξουν τεκμηριωμένες αποδείξεις.

Ωστόσο, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι έχουν διεξαχθεί εκατοντάδες και ποικίλες έρευνες πάνω στο θέμα των βιορυθμών, τα αποτελέσματα των οποίων δίνουν κάποιες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες αποχρώσες ενδείξεις. Και αυτό διότι κάποιες από αυτές τις μελέτες υποδεικνύουν συσχέτιση του εβδομαδιαίου κύκλου με ορισμένους ενδογενείς ρυθμούς του ανθρώπινου σώματος.

Καταρχήν, ως βιορυθμός ορίζεται μια περιοδική αλλαγή στη συμπεριφορά ή τη φυσιολογία ενός οργανισμού η οποία φαίνεται να βασίζεται σε κάποιο αόρατο εσωτερικό ρολόι. Ένα παράδειγμα βιορυθμού είναι η περιοδική αυξομείωση ορισμένων σωματικών λειτουργιών στη διάρκεια του ημερονυκτίου.

Είναι γνωστό στην επιστήμη, ότι κάθε γονίδιο, κύτταρο, ιστός και όργανο του σώματος διαθέτει έναν δικό του ιδιαίτερο ρυθμό λειτουργίας που το χαρακτηρίζει ως ύπαρξη. Όλοι μαζί αυτοί οι ρυθμοί συνδυαζόμενοι αποδίνουν ένα αρμονικό αποτέλεσμα που το ονομάζουμε υγιή οργανισμό. Πρόκειται για μια συνήχηση ρυθμών παρόμοια, αν και σε μικρότερη κλίμακα, με τη μουσική των σφαιρών που προαναφέρθηκε για να ουράνια σώματα.

Οι ενδείξεις που ανέκυψαν από τα πειράματα της χρονοβιολογίας είναι ότι οι εβδομαδιαίοι ρυθμοί σχετίζονται με τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος, τη χημική σύσταση του αίματος και των ούρων, την πίεση του αίματος, τους καρδιακούς παλμούς, τη θερμοκρασία του σώματος, τα επίπεδα των ορμονών στο αίμα και τη λειτουργία συνεπώς των ενδοκρινών αδένων, τη λειτουργία του νευρικού συστήματος. Επίσης ο εβδομαδιαίος κύκλος φαίνεται να σχετίζεται, με βάση αυτά τα πειράματα, με τον κύκλο ορισμένων ασθενειών στο σώμα, όπως είναι η ελονοσία, το κοινό κρυολόγημα και η πνευμονία.

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι οι εβδομαδιαίοι ρυθμοί του σώματος οφείλονται στην εξωτερική επιβολή της εβδομάδας ως χρονικού μέτρου και στην προσαρμογή στο ρυθμό της. Όμως αυτή η άποψη ανατρέπεται από το γεγονός ότι ορισμένα φυτά, έντομα και ζώα (όπως ορισμένα είδη φυκιών, τρωκτικών και οι μέλισσες) παρουσιάζουν εβδομαδιαίους κύκλους λειτουργίας. Έτσι διακρίνεται μια εγγενής εβδομαδιαία λειτουργία σε αρκετούς οργανισμούς που αν μη τι άλλο υποδείχνει έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα τομέα έρευνας.

Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν αναδύεται το άρωμα μιας βαθύτερης, φευγαλέας πραγματικότητας που σχετίζεται με τη ροή του εβδομαδιαίου κύκλου και την ενεργειακή υφή των ημερών της εβδομάδας. Η προέλευση αυτής της γνώσης μοιάζει να χάνεται στα βάθη του χρόνου, παρόλο που η εμπειρική της χρήση έχει ενσωματωθεί στους ρυθμούς του σύγχρονου κόσμου. Η ιερότητα με την οποία αντιμετωπίζεται παγκοσμίως ο αριθμός 7, η διαχρονική εσωτερική του σημασία σε Ανατολή και Δύση, αλλά και οι ανακαλύψεις της χρονοβιολογίας για τους ενδογενείς εβδομαδιαίους ρυθμούς των οργανισμών, συγκλίνουν στην ύπαρξη μιας τέτοιας γνώσης που η φαντασία μας μόλις έχει αρχίσει να αγγίζει. Και ίσως τελικά οι μακρινοί μας πρόγονοι να κατείχαν τα εσωτερικά κλειδιά της.

Οι Ελληνες είχαν...χύτρες ταχύτητας απο το ...2.700π.Χ.!

Ελληνική χύτρα ταχύτητας ...2.700 ετών!

Η πρώτη πλήρως σωζόμενη «χύτρα ταχύτητας» ηλικίας 2.700 χρόνων, που βρέθηκε σε νεκροταφείο της Αξιούπολης στο Κιλκίς, πρόκειται να παρουσιαστεί σε συνέδριο για την Κεραμική της Αρχαϊκής Εποχής που αρχίζει την Πέμπτη στη Θεσσαλονίκη.

Ο αρχαίος πύραυνος -όπως είναι η ονομασία του αρχαίου σκεύους, προδρομική μορφή της χύτρας ταχύτητας της εποχής μας- εντοπίστηκε σε νεκροταφείο που ανέσκαψε η αρχαιολόγος της ΙΣΤ’ Εφορίας Κλασικών και Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, Θ. Σαββοπούλου.

Από τους συνολικά πέντε πυραύνους που αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια των ανασκαφών, μόνο ένας ήταν σε κατάσταση τέτοια που μπορούσε να αποκατασταθεί η αρχική του εικόνα και να συντηρηθεί, αποτελώντας το πιο ολοκληρωμένο παράδειγμα αυτού του τύπου μαγειρικών σκευών.

Οι πύραυνοι είναι μεγάλα αγγεία με ειδική κατασκευή, απαραίτητα για την κατασκευή φαγητού. Η κατασκευή είναι εντυπωσιακή, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ύψος του αγγείου είναι 0,38μ., το βάρος του 14 κιλά -υπολογίζεται ότι με τα τμήματα που λείπουν θα έφτανε τα 15 κιλά- ενώ η χωρητικότητά του είναι περίπου 20 λίτρα.

Η κ. Σαββοπούλου εξήγησε ότι η κατασκευή αποτελείται από ένα εσωτερικό πιθόσχημο αγγείο με μικρή κυκλική επίπεδη βάση και έχει συγκολλημένη στο ύψος του ώμου εξωτερική περιμετρική «ποδιά» με οπές εξαερισμού σε δύο σειρές.

Η επάνω έχει 4 οπές και η κάτω 2 για την κυκλοφορία του αέρα και την αναζωπύρωση της φωτιάς. Δύο λαβές συγκρατούν ταυτόχρονα το εσωτερικό αγγείο και το εξωτερικό τμήμα για την τοποθέτησή του στην εστία.

Συμφωνα με την κ. Σαββοπούλου, στον πύραυνο της Αξιούπολης «συμπυκνώνεται όλη η τεχνογνωσία της εποχής και η επιδεξιότητα του τεχνίτη και σχετίζεται με τις διατροφικές συνήθειες της κοινωνίας που χρησιμοποιούσε το σκεύος για την προετοιμασία της καθημερινής του διατροφής».

Υπάρχει στ' αλήθεια στη σύγχρονη εποιχή κάτι που ΔΕΝ το είχαμε ανακαλύψει εμείς πριν απο χιλιάδες χρόνια; Ερωτώ! Απλά!

Η Πολυστασία και η Ανάσταση του Αριστέα Προκοννήσιου

O Αριστέας ο Προκοννήσιος ήταν Έλληνας επικός ποιητής των αρχαίων χρόνων από το ομώνυμο νησί της Προποντίδας. Η ύπαρξη του ακροβατεί μεταξύ του θρύλου και της ιστορικής πραγματικότητας, με το όνομα του να συνδέεται τόσο με την ποιητική δημιουργία όσο και με αφηγήσεις υπερφυσικού χαρακτήρα στις οποίες του αποδίδονται ιδιαίτερες δυνάμεις, καθώς και μία ιδιαίτερη σχέση με τον Απόλλωνα. Έδρασε ως ιεροφάντης του Απόλλωνα αλλά κυρίως έμεινε γνωστός για την εκστατική του ικανότητα να στέλνει την ψυχή του σε άλλους τόπους. "Την ψυχή όταν εβούλετο εξείεναι"...

Το λεξικό της Σούδας αναφέρει ότι ο πατέρας του ονομαζόταν Δημοχάρης. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το όνομα του πατέρα του ήταν Καϋστρόβιος και άνηκε σε μία ανώτερη οικογένεια αριστοκρατών του νησιού. Από τον ιστορικό αναφέρονται ακόμη τα ταξίδια του στις χώρες των Κιμμερίων, των Αριμασπών και των Ισσηδόνων.

Το βασικό έργο το οποίο κατά την αρχαιότητα αποδιδόταν στον Αριστέα ήταν το έπος Αριμάσπεια όπου διηγήθηκε τις εκστατικές του εμπειρίες.

Η λέξη Αριμάσπεια μας παραπέμπει στους Αρίμασπους, μυθική εθνότητα μονόφθαλμων, η οποία κατοικούσε στην βόρεια Σκυθία, γειτονεύοντας με τους επίσης μυθικούς Υπερβόρειους.

Ο Ηρόδοτος χαρακτηρίζει τους Αρίμασπους μονόφθαλμους βασιζόμενος στις σκυθικές λέξεις arima (ένα) συν spou (οφθαλμός), αν και σύγχρονοι ιστορικοί πιθανολογούν ότι προέρχεται από το πρώιμο ιρανικό ariama (αγάπη) συν asp (άλογο) και ότι είναι αντίστοιχο του ελληνικού Φίλιππος περιγράφοντας και κατά αυτόν τον τρόπο ένα βασικό χαρακτηριστικό των λαών της στέπας.

Τα Αριμάσπεια χωρίζονταν σε τρία βιβλία, στα οποία ο Αριστέας αφηγούνταν τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια του στις περιοχές πέρα από τον Εύξεινο Πόντο. Σε αυτά περιγραφόταν το πως οι μονόφθαλμοι Αριμασποί βρίσκονταν σε συνεχή σύγκρουση με τα μυθικά πλάσματα γρύπες, με τους πρώτους να προσπαθούν αν κλέψουν το χρυσό ο οποίος φυλασσόταν από τους δεύτερους, ο οποίος πιστευόταν ότι αφθονούσε στην χώρα.

Τα Αριμάσπεια έπη ήταν αρκετά γνωστά στους αρχαίους συγγραφείς, κρίνοντας από το πλήθος των αναφορών σε αυτά. Ωστόσο, φαίνεται πως έπεσαν αρκετά νωρίς στην λήθη, ενώ η πατρότητα του έργου αμφισβητήθηκε ήδη από τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα (πρώτος αιώνας πχ). Δεκατρείς στίχοι επικού εξαμέτρου σώζονται στο έργο του Λογγίνου "περί ύψους" και στις "χιλιάδες" του Ιωάννη Τζέτζη.

Ο Αριστέας, σε διήγηση την οποία παραθέτει ο Ηρόδοτος ως προερχόμενη από την Κύζικο και την Προκόννησο είχε επισκεφτεί κάποτε ένα εργαστήριο καθαρισμού ρούχων όπου και ξαφνικά πέθανε. Ο ιδιοκτήτης έκλεισε το εργαστήριο και κατευθύνθηκε προς τις οικίες των συγγενών του ποιητή για να τους ενημερώσει, με την είδηση να εξαπλώνεται γρήγορα σε όλη την πόλη. Κάποιος ταξιδιώτης όμως από την Κύζικο - ο οποίος είχε καταφθάσει από το επίνειο της τελευταίας, Αρτάκη - διέψευσε αυτή την πληροφορία, καθώς είχε δει και συνομιλήσει με τον Αριστέα στην πόλη του. Μπροστά στην επιμονή του τελευταίου, οι συγγενείς επισκόπησαν το εργαστήριο όμως δεν βρήκαν το σώμα του ποιητή ούτε ζωντανό ούτε νεκρό.

Επτά χρόνια μετά, ο Αριστέας επανεμφανίστηκε στην πόλη του και συνέγραψε τα Αρμάσπεια έπη οπότε και εξαφανίστηκε για δεύτερη φορά.

Διακόσια σαράντα έτη αργότερα σύμφωνα με την εκτίμηση του Ηροδότου, ο Αριστέας εμφανίστηκε σε όραμα στους κατοίκους του Μεταποντίου και τους παρήγγειλε την ανέγερση ενός ιερού προς τιμή του Απόλλωνα.
 
Παράλληλα τους είπε να τοποθετήσουν στο ιερό αυτό και έναν δικό του ανδριάντα. Ο θεός είχε επισκεφθεί μόνο την πόλη τους από εκείνες της Μεγάλης Ελλάδας, σύμφωνα με την οπτασία, και ο Αριστέας τον είχε ακολουθήσει μεταμορφωμένος σε κοράκι.
 
Οι Μεταποντινοί εφήρμοσαν τις απαιτήσεις του οράματος κατόπιν επιβεβαίωσης από το μαντείο των Δελφών, οπότε και ο ανδριάντας του ποιητή δέσποζε έκτοτε στην αγορά της πόλης.

Ο δε Στωικός ιστορικός / γεωγράφος Στράβωνας από την Αμάσεια υποστήριξε ότι ο Αριστέας, σύμφωνα και με άλλους ιστορικούς, είναι ο δάσκαλος του Ομήρου.

Η ΓΝΩΣΗ ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΟ ΛΟΓΟ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Για τον Αριστοτέλη η αλήθεια κρύβεται στην εμπεριστατωμένη έρευνα της αντικειμενικής πραγματικότητας.

Η Γνώση κατά κύριο λόγο προέρχεται από την εμπειρία. Η μέθοδος που οδηγεί στη γνώση είναι η προσεκτική παρατήρηση, η ταξινόμηση και η λογική ανάλυση.

Διαφορετικές και αντικρουόμενες απόψεις δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές «μη είναι αληθείς άμα τας αντικειμένας φάσεις». Μετά τα Φυσικά (Γ' 6)

Η επιστημονική έρευνα οδηγεί στην έγκυρη γνώση. Ο Αριστοτέλης έθεσε τις θεωρητικές βάσεις του ορθολογισμού και του εμπειρισμού και αναδεικνύεται
πρόδρομος του Διαφωτισμού και της μοντέρνας επιστημονικής μεθοδολογίας.

Ο βαθμός εγκυρότητας της γνώσης προσδιορίζεται από τη φύση των αντικειμένων. Δεν είναι δυνατόν να καταλήγουμε πάντοτε σε ακριβή συμπεράσματα. Σε θεωρητικούς τομείς όπως η λογική και τα μαθηματικά μπορούμε να διαμορφώσουμε ακριβείς, σταθερές και απόλυτες ερμηνευτικές διατυπώσεις ενώ σε εφαρμοσμένους, πρακτικούς τομείς όπως για παράδειγμα η ηθική, η ψυχολογία και η πολιτική δεν επιτρέπονται διαπιστώσεις υψηλού βαθμού ακρίβειας και βεβαιότητας.
 
«ένος, εφ' όσον η του πράγματος φύσις επιδέχεται, παραπλήσιον γαρ φαίνεται μαθηματικού τε πιθανολογούντος αποδέχεσθαι και ρητορικόν αποδείξεις απαιτείν». Ηθικά Νικομάχεια 1, 3.

Σε ελεύθερη απόδοση «Διότι είναι ιδιότητα του εκπαιδευμένου ανθρώπου να απαιτεί τόση ακρίβεια από κάθε αντικείμενο έρευνας όση μπορεί να επιτρέψει η φύση του, είναι πάλι εξίσου κουτό να αποδεχόμαστε να πιθανολογεί ένας μαθηματικός και να απαιτούμαι επιστημονικές αποδείξεις από ένα ρήτορα».

ΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΤΟΥ

Το κορυφαίο σύγγραμμα πολιτικής φιλοσοφίας, η Πλάτωνος Πολιτεία, έχει εμπνεύσει αυτό κατ’ εξοχήν, έστω και με παρανοήσεις του, διάσημες στους νεότερους χρόνους πολιτικές θεωρίες είτε ιδεολογίες. Μάλιστα περίφημες θεωρίες για την οικονομία και την πολιτική, προβλημένες στους νεότερους χρόνους σαν πρωτότυπες, βρίσκονται πυκνά εκφρασμένες, και όχι άμετρα, στο κείμενο της Πολιτείας[1]. Εξάλλου, το κλασικό αυτό σύγγραμμα περιέχει και θεωρήματα εδραία φιλοσοφίας καθόλου, ενταγμένα στην αΐδια φιλοσοφία.[2] Η φήμη του η ευρύτερη, όμως, είναι ιδιαίτερα ως έργου πολιτικής φιλοσοφίας.

Ως έργο πολιτικής φιλοσοφίας η Πολιτεία, εκτός από γενική θεωρία της κοινωνίας και του πολιτισμού, ενέχει δυαδική πραγματεία: τυπολογία των πολιτειών της πραγματικότητας, δεοντολογία υπεραυ­στηρή της πολιτείας. Δηλαδή ο Πλάτων, ως θεωρητικός της κοινωνικής πραγματικότητας συνέγραψε κάτι σαν αρνητική πολιτειολογία, με την περιγραφή τεσσάρων τύπων «ημαρτημένων πολιτειών»: τιμοκρατίας (545b-548c), ολιγαρχίας (550a-552e), δημοκρατίας (555d-558c), τυραννίδας (565d-569c),[3] ως φιλόσοφος οραματιστής συνέγραψε απαράμιλλο σχέδιο πολιτείας, ομόλογο ακέραια προς τη δικαιοσύνη.[4]

Το ηθικότατο αυτό σχέδιο πολιτείας, ονομασμένο στο ευρύ κοινό «πολιτεία του Πλάτωνος», παρουσιάζεται, συχνά πολύ σχηματικά έως παραμορφωτικά, με συνέπεια και σφαλερές αξιολογήσεις του. Έχω από καιρού[5] επισημάνει και ανασκευάσει τα σφάλματα ιστορικών της φιλοσοφίας για τη σύσταση και την αξία του άριστου αυτού σχεδίου πολιτείας. Απέδειξα ότι δεν είναι απλώς ουτοπία και δεν ενέχει θεσμό δουλείας ούτε διάκριση κοινωνικών τάξεων· ότι αποτελεί ριζική λύση κοινωνικού προβλήματος και ακέραιη λύση του πολιτικού προβλήματος με γνώμονα τη δικαιοσύνη και ιδιαίτερα την αξιοκρατία.

Σε πρόσφατο άρθρο έγκριτης γερμανικής εφημερίδας (Die Zeit, 7-2009), μνημονεύεται η πολύκροτη, και αβάσιμη, κριτική της πολιτικής φιλοσοφίας του Πλάτωνος από τον εκλεκτό καθηγητή, επιστημολόγο προπάντων, Karl Popper, η δημοσιευμένη πριν από εξήντα χρόνια και πλέον με το βιβλίο του The Open Society and its Enemies I, Plato[6] αλλά και, όχι με αξιώσεις πρωτοτυπίας, αναγράφεται: «Αμφισβητείται αν ο Πλάτων ήθελε το πολιτικό σύστημά του εξουσίας των σοφών συντελεστεί στην πραγματικότητα ή απλώς να συνιστά ουτοπικό πείραμα στοχασμών». Αντίκρυ, λοιπόν, και στην πρόσφατη αυτή πρόκληση, αλλά και προς όσα παρόμοια έχουν γραφεί επί αιώνες, είναι σκόπιμο να αναφερθούμε σε όσα ο ίδιος ο Πλάτων έχει εκφράσει για να χαρακτηρίσει την πολιτεία του, και στην ίδια την Πολιτεία και σε μεταγενέστερα έργα του.

Αρνείται ο Πλάτων ρητά, ήδη στο κείμενο της Πολιτείας, ότι δήθεν πολιτεία του είναι διανοητικό απλώς κατασκεύασμα, χωρίς προορισμό για πραγμάτωσή της· ενώ, εξάλλου, αναγνωρίζει ότι ενέχει μεγάλη δυσχέρεια η πραγμάτωσή της, βεβαιώνει όμως για δυνατότητα με κάποιο τρόπο να επιτευχθεί.[7] Επιπλέον, στο κείμενο της Πολιτείας και διευκρινίζεται ότι, αν και ουδαμού επί γης ευρίσκεται η κατά λόγον σχεδιασμέ αυτή πολιτεία, όμως αποτελεί πρότυπο ιδεατό για όποιον θέλει να προσβλέπει σ’ αυτήν και με την έμπνευσή του από αυτήν να ρυθμίζει τι εαυτόν του, και ότι αυτής μόνο οι κανόνες πρέπει να τηρούνται και άλλης ουδεμιάς, και είναι αδιάφορο είτε υπάρχει αυτή κάπου είτε θα υπάρξει.[8]

Και στους Νόμους όμως, έργο τελευταίο του Πλάτωνος, συγγραμμένο είκοσι πέντε χρόνια και πλέον ύστερα από τη συγγραφή της Πολιτείας, εκφράζεται η εμμονή του φιλοσόφου καταρχήν στην «ἀρίστην πολιτείαν» και η παραίνεση για κατά προσέγγιση όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιδί­ωξή της.[9] Είχε άλλωστε ήδη στην Πολιτεία υποδηλωθεί, ως κανών πραξιολογίας ευρύτερης ισχύος, ότι επίτευξη του ορθού στην πράξη ολιγώτερο κατορθώνεται παρ’ όσον έκφρασή του με λέξεις·[10] αλλά είχε διατυπωθεί και το συμπέρασμα του πραξιολογικού αυτού κανόνα: ότι δεν απαιτείται ακέραιη σύμπτωση της πρακτικής προς τους σχεδιασμένους θεσμούς, αλλά και η κατά μεγάλη προσέγγιση επίτευξή των ως εφικτή επαρκεί, ώστε να καταδείξει ότι δεν πρόκειται για ευχολόγιο απλώς.[11]

Εξάλλου, παρά την εμμονή καταρχήν στην «ἀρίστην πολιτείαν», ο πραγματιστής, και όχι μόνο ιδανιστής, φιλόσοφος προβαίνει, όταν συγγράφει τους Νόμους, στον σχεδιασμό «δευτέρως τιμίας» πολιτείας· αφού διαπίστωσε ότι καίριος θεσμός της «ἀρίστης πολιτείας», η κοινοκτημοσύνη, δεν είναι δεκτικός για τήρηση γόνιμη στην εποχή εκείνη, κα­θώς υπερέβαινε την ηθική αντοχή των τότε ανθρώπων, τέτοιοι που ήταν από τη γένεση, ανατροφή και παιδεία τους.[12]

Ο Πλάτων, λοιπόν, ως πολιτικός φιλόσοφος, δεν υπήρξε συγγραφεύς ουτοπιών, αλλά φιλόσοφος γνήσιος με ακέραιο πολιτικό ήθος, δηλαδή ταγμένος στην καθοδήγηση της ανθρωπότητας προς εμπέδωση κοινωνίας ουσιαστικής δικαιοσύνης.

Εκφραστικότατο είναι το χωρίο 328c της Ζ' Επιστολής, όπου ο Πλάτων, απολογητικά για την αποτυχημένη στην πολιτική των Συρακουσών παρέμβασή του, δηλώνει: «ταύτῃ μέν δη τῇ διανοίᾳ τε καί τόλμῃ ἀπῆα οἴοθεν, οὐχ ᾖ τινες ἐδόξαζον, ἀλλ’ αἰσχυνόμενος μέν ἐμαυτόν τό μέγιστον, μή δόξαιμί ποτέ ἐμαυτῷ παντάπασι λόγος μόνον ἀτεχνῶς εἶναί τις, ἔργου δέ οὐδενός ἄν ποτε ἑκών ἀνθαψάσθαι».

Ο Πλάτων, όταν σχεδίαζε, στο σύγγραμμά του Νόμοι, τη «δευτέρως τιμίαν» πολιτείαν, υποκατάστατο κάπως της πάντοτε ασπαστής από αυτόν «ἀρίστης πολιτείας»,[13] υπαγορεύει τρεις ύπατες πολιτικές αξίες στον «νομοθέτην», δηλαδή στον συνταγματικό νομοθέτη κατά νεωτερική ορολογία.

Η ένταξη της ελευθερίας ως πρώτης αξίας στην τριάδα των ύπατων πολιτικών αξιών είναι ιδιαίτερα σημαντική, ως ενδεικτική της ιεραρχίας των πολιτικών αξιών στη συνείδηση του Πλάτωνος, συγγραφέως των Νόμων. Ιδιαίτερα σημαντική επίσης είναι η μη καταπίστευση της ελευθερίας μόνης, αλλά η συμπερίληψη και δύο άλλων στην τριάδα των ύστατων πολιτικών αξιών: της φιλίας και της νουνέχειας.

Με το αίτημα η πόλις να είναι «φίλη ἑαυτή» εννοεί ο Πλάτων ότι πρέπει να υπάρχει μεταξύ των πολιτών ηθική σύμπνοια, δηλαδή ομοφροσύνη όσο το δυνατόν και προπάντων αλληλεγγύη ακέραιη, και όχι να υπάρχουν αντιθέσεις μεταξύ των πολιτών, ενταγμένων σε τάξεις χωριστές με αντικρουόμενα συμφέροντα, όπως ειδικά συμβαίνει στην «ολιγαρχίαν», δεύτερο τύπο «ημαρτημένης πολιτείας».[14]

Αλλά έχει ο Πλάτων επίγνωση της ανεπάρκειας και της δυάδας μόνης των πολιτικών αξιών, ελευθερίας και ηθικής σύμπνοιας των πολιτών, για την άρτια προς ορθή λειτουργία συγκρότηση της έστω «δευτέρως τίμι­ας» πολιτείας.

Ως φιλόσοφος, γνωρίζει άριστα για την ελευθερία, το υπαρξιακό αυτό ιδίωμα του ανθρώπου, το διακριτικό του από τα ζώα, ότι με την κοινωνική προέκτασή της - δηλαδή ως δικαίωμα του ανθρώπου προς ανεμπόδιστο από τους άλλους ανθρώπους αυτοκαθορισμό της συμπεριφοράς του εντός ευρύτατων ορίων- είναι μεν ύπατη πολιτική αξία, όχι όμως και πηγή αυτόδοτων λύσεων για τα προβλήματα ζωής του ανθρώπου και λειτουργίας της πολιτείας.

Επισημαίνει, λοιπόν, ο κορυφαίος φιλόσοφος ότι πρέπει να είναι η πό­λις και «έμφρων» ή, με άλλη έκφραση, να έχει και νουν («καί νοῦν ἕξει» «καί ἔμφρονα»)·.Ύπατη αξία λοιπόν για τη «δευτέρως τιμίαν» πολιτείαν είναι, πλην των άλλων, και η πολιτική φρόνηση, δηλαδή των αρχόντων προπάντων αλλά και των απλώς πολιτών (πρβλ. 668e6-7).

Και αξίζει να εξαρθεί το σοβαρό αυτό πρόσθεμα στη δυάδα των κορυφαίων πολιτικών αξιών, «ελευθερίας» και «φιλίας», το αίτημα δηλαδή για πολιτική νουνέχεια των φορέων της πολιτικής εξουσίας, κάτι παραμελημένο από τους νεότερους θεωρητικούς της πολιτικής, καθώς εμπιστεύονται απλώς την πλειοψηφία λαού, δηλαδή την πλειονότητα θελήσεων των πολιτών, ή και τη θέληση των αρχόντων.

Εξάλλου, αξιοπρόσεχτο είναι ότι δεν προβαίνει ο Πλάτων σε μνεία της ισότητας μεταξύ των ύπατων πολιτικών αξιών. Και η παράλειψη αυτή μιας από τις τρεις εμβληματικές αξίες του από δύο αιώνων και πλέον γνώριμου δημοκρατικού πολιτεύματος ξενίζει και προβληματίζει. Εξηγείται όμως από τη γνώμη του Πλάτωνος για την ισότητα, ως κανονιστική των διανθρωπίνων σχέσεων, και άρα ως πολιτική αξία.

Στο κείμενο ήδη του κλασικού έργου του Πλάτωνος Πολιτεία υπάρχει, για την ήκιστα, πιστεύω, στη συνείδησή του «ημαρτημένη» πολιτεία, δηλαδή τη λεγόμενη «δημοκρατία», χαρακτηρισμός.[15] Αναλυτικά όμως πραγματεύεται ο Πλάτων για την ισότητα ως πολιτική αξία στο χρονικά τελευταίο έργο του Νόμοι, όπου άλλωστε και ο σχεδιασμός της «δευτέρως τιμίας» πολιτείας. Υπενθυμίζει εκεί ότι ηθική σύμπνοια των πολιτών δεν υπάρχει δίχως ισότητα μεταξύ των' αλλά και τονίζει, ο ύπατος φιλόσοφος και μεταπερικλειανός πολτειολόγος, ότι πρέπει να αποσαφηνισθεί η έννοια της αληθινής ισότητας,[16] ενώ στη συνέχεια[17] εξαίρει την αληθινή ισότητα, δυσδιάγνωστη ή μάλλον δυσεπινόητη, καθώς ενέχει αίτημα συμμετρίας της παροχής προς το αξιακό μέγεθος του δικαιούχου της. και ιδιαίτερα στην απονομή πολιτικών αξιωμάτων όπου ισχύει αίτημα συμμετρίας προς τον βαθμό «ἀρετῆς» είτε «αρετής τε και παιδείας» του καταπιστευτέου με αυτά (σε νεωτερική έκφραση: αξιοκρατία, με κριτήριο το μείζον ή έλαττον «ἀρετῆς τε καί παιδείας», δηλαδή πνευματικών ικανοτήτων και ηθικού σθένους)· και χαρακτηρίζει ως ομώνυμή της απλώς την ισοπεδωτική ισότητα, ευχερέστατη να τηρηθεί από κάθε «πόλιν» και από κάθε «νομοθέτην», με χρήση κλήρου στη διενέργεια των διανομών.

Στη συνέχεια του ίδιου χωρίου, επισημαίνει ο Πλάτων ήδη τη σύμφυση της πολιτικής με το δίκαιο στην ουσία του· και συνακόλουθα κάπως υπαγορεύει το καθήκον των ιδρυτών πόλεων να τείνουν προς την ουσία του δικαίου και να εμπνέονται από την αληθινή ισότητα, ως αξία ταυτιζόμενη με το δίκαιον.

Ως πραγματιστής όμως, και όχι μόνο ιδανιστής, ο Πλάτων υπολογίζει και τη δυστροπία μερίδας του λαού προς τήρησιν της αληθινής ισότητας, ώστε ανέχεται και τη χρήση της υπηρετούμενης με τον κλήρο ισοπεδωτικής ισότητας, προς αποφυγή κοινωνικών αναστατώσεων με την εξέγερση μερίδας του λαού' και συνοδεύει την ανοχή αυτή με την ευχή να οδηγήσει ο κλήρος προς τη δικαιότατη εκλογή.

Και συγκεφαλαιώνει ο Πλάτων με την παραδοχή και των δύο ισοτήτων ως αξιών, κατευθυντικών της πολιτικής, με προτίμησιν όμως της αληθινής ισότητας: «Οὕτω δή χρηστέον ἀναγκαίως μέν τοῖν ἰσοτήτοιν ἀμφοῖν, ὡς δ’ ὅτι μάλιστα ἐπ’ ὀλιγίστοις τῇ ἑτέρᾳ, τῇ τῆς τύχης δεόμενῃ».
-----------------------------
[1] Κ. I. Δεσποτόπουλος (21982).

[2] Κ. I. Δεσποτόπουλος (1997).

[3] Κ. I. Δεσποτόπουλος (21982), 141-166.

[4] Στο ίδιο, 53-140.

[5] Πριν ήδη από το 1957, όταν πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο μου Πολιτική Φιλοσοφία του Πλάτωνος.

[6] Βλ. για τον Karl Popper και το έργο του αυτό, Κ. Δεσποτόπουλος (2007), 233-23

[7] Πλάτωνος, Νόμοι, 540d.

[8] Στο ίδιο, 592b.

[9] Στο ίδιο, 739e.

[10] Πλάτωνος, Πολιτεία, 437a.

[11] Στο ίδιο, 437ab.

[12] Πλάτωνος, Νόμοι, 740a.

[13] Στο ίδιο, 739e.

[14] Πλάτωνος, Πολιτεία, 551d-e.

[15] Πλάτωνος, Πολιτεία, 558c.

[16] Πλάτωνος, Νόμοι, 757a. Βλ και Άριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, 1168b8, όπου η ρήση «ίσότης φιλότης».

[17] Πλάτωνος, Νόμοι, 757b-c, αλλά και στο ίδιο, 733b-c, και στο Πλάτωνος, Γοργίας, 508a. Ο Αριστοτέλης, επίσης, στο Βιβλίο Ε' των Ηθικών Νικομαχείων διακρί­νει «γεωμετρικήν αναλογίαν» και αριθμητικήν αναλογίαν, αντίστοιχα προς την πλατωνική διάκριση των δύο ισοτήτων. Βλ. Κ. Δεσποτόπουλος, (1980), 92-100.

Ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός της ζωής

«Ο θάνατος δεν είναι ένα γεγονός της ζωής. Δεν ζούμε ώστε να αποκτήσουμε την εμπειρία του θανάτου. Εάν δεχτούμε ότι η αιωνιότητα δεν σημαίνει ατέλειωτη χρονική διάρκεια αλλά αχρονία, τότε η αιωνία ζωή ανήκει σε εκείνους που ζουν εντός του παρόντος». -Ludwig Wittgenstein

Θάνατος. Η μοίρα κάθε έμβιου όντος. Η βιολογική κατάλυση ή καταστροφή της μονάδας ενός είδους, η αποδόμηση και η εξαφάνιση της βιομάζας του. Πιο απλά: η οριστική παύση όλων των βιολογικών λειτουργιών που υποστηρίζουν τη διαβίωση ενός οργανισμού. Εδώ, βέβαια, μιλάμε για τον άνθρωπο που μετά το οριστικό του τέλος μένει το ίχνος της ζωής του, ώσπου να περάσει και αυτό στη λήθη.

Ας θυμηθούμε την οντολογική σημασία του «Dasein», τη βάση της φιλοσοφίας του Μάρτιν Χάιντεγκερ που σημαίνει «το να είσαι εκεί». Εναν τρόπο ύπαρξης δηλαδή που είναι ενσυνείδητος, που είναι διαρκώς συνδεδεμένος με τον κόσμο και που ως εκ τούτου οφείλει να λαμβάνει υπόψη του θέματα όπως η ατομικότητα αλλά και η θνητότητα (συν το παράδοξο του να ζεις με άλλα ανθρώπινα πλάσματα, ενώ ουσιαστικά είσαι μόνος με τον εαυτό σου). Εδώ θα περιοριστούμε στη γνώση της θνητότητας. Τα πουλιά, οι αγελάδες, τα φίδια κ.λπ. απλά πεθαίνουν εν αγνοία τους. Μόνο ο άνθρωπος το αναπόφευκτο αυτό γεγονός το γνωρίζει από πριν. Πρόκειται για μια αφάνταστα οδυνηρή συνειδητότητα που θεμελιώνει ωστόσο ολόκληρο τον πολιτισμό μας. Στην ουσία δημιουργούμε πάσης φύσεως έργα, φοβούμενοι τη ζωή που μας οδηγεί στον θάνατο.

Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός δηλώνει στους πρωτόπλαστους: τη μέρα που θα φάτε από το δέντρο της γνώσης, θα πεθάνετε. Εφαγαν, αλλά δεν πέθαναν. Βγήκαν έξω στον κόσμο και σταδιακά έκαναν τον κόσμο αντικείμενο. Ο εγκέφαλος του ανθρώπου μεγάλωσε, η κρανιακή κάψα μεγεθύνθηκε, έγινε μια έκρηξη στο μυαλό του κι έτσι ήρθε κάποια στιγμή που διατύπωσε την πρώτη ερμηνεία για ό,τι συνέβαινε τριγύρω του.

Πίσω στο προπατορικό αμάρτημα. «Ο όφις είναι το πρώτο γιατί» (είπε ο Καντ). Και αμέσως είχαμε τον πρώτο θάνατο: ο Κάιν σκοτώνει τον Αβελ. Τι κάνει τότε ο Θεός; Τον σημαδεύει με ένα κεραυνό στο μέτωπο - ότι έχει σκοτώσει.

Πτήση στο διαχρονικό σήμερα. Το θέμα φυσικά είναι τι κάνει κανείς με τη ζωή. Κι αργότερα, το πώς οδηγεί τη ζωή του προς αυτό το προδιαγεγραμμένο τέλος. Διότι ποτέ δεν ξέρεις. Ο Σόλων δεν έλεγε «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε»;

Ο φόβος του θανάτου είναι η αίσθηση ότι θα χάσουμε τον κόσμο. «Δεν θα ξαναγευτώ τίποτα από όλα αυτά» λες. Τον πόνο, τον φόβο του θανάτου τον γεννάει αυτή ακριβώς η αγάπη που έχουμε για τη ζωή και δεν θέλουμε με τίποτα να τη χάσουμε. Ετσι η γνώση του θανάτου νοηματοδοτεί κάθε πράξη της ζωής μας.

Αισιόδοξη νότα. Τις πιο θετικές σκέψεις τις έχει διατυπώσει ο Επίκουρος, ο οποίος θεωρώντας ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τον θάνατο, υποστηρίζει πως είναι στο χέρι μας να ζήσουμε ο καθένας μια χαρούμενη και ευτυχισμένη ζωή: Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ͵ τὸ δ΄ ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς... Τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς͵ ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν͵ ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν͵ ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ͵ τόθ΄ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας͵ ἐπειδήπερ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν͵ οἳ δ΄ οὐκέτι εἰσίν.

Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για εμάς, διότι αυτό που έχει αποσυντεθεί δεν αισθάνεται και αυτό που δεν αισθάνεται δεν είναι τίποτε για εμάς... Το πιο φοβερό λοιπόν από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για εμάς - στον βαθμό που, όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών· κι όταν πάλι είναι παρών εκείνος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Αρα ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους - εφόσον για τους πρώτους δεν υφίσταται ακόμα, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια.

Ο θάνατος δεν είναι μία εμπειρική - αντικειμενική έννοια. Κανείς δεν μπορεί σου τον κλέψει, κανείς δεν μπορεί να πεθάνει για σένα. Ασε που ούτε ο ίδιος μπορείς να τον καταλάβεις. Γιατί είναι ασυμβίβαστος με την κοινή λογική. Το «όχι ακόμη» της ζωής είναι το εν δυνάμει του θανάτου. Με λίγα λόγια, από τη στιγμή που γεννιέται ένας άνθρωπος, ενώ είναι έτοιμος να πεθάνει, είναι αυτό το «όχι ακόμη» που το θεωρεί ως δεδομένο και το απορροφά μέσα στην καθημερινότητα, ώστε να την αντέξει. Γιατί: «Η ζωή σταματά να έχει νόημα από τη στιγμή που χάνεις την ψευδαίσθηση ότι είσαι αιώνιος» λέει ο Σαρτρ. Το ένστικτο της επιβίωσης, ως γνωστόν, είναι πανίσχυρο. Λένε πως η ζωή αναβοσβήνει μπροστά στα μάτια σου πριν πεθάνεις. Αυτό όντως συμβαίνει. Και λέγεται ζωή.

Ο φόβος του θανάτου είναι όμως και ο φόβος του αγνώστου. Μιας συνθήκης έξω από εμάς που θα μας συμβεί σίγουρα και την οποία πρέπει κάπως να αντιμετωπίσουμε. Εκεί, σ' αυτόν τον βαθιά ριζωμένο φόβο του αγνώστου είναι θεμελιωμένες όλες οι θρησκείες.

«Oι κατεστημένες δυνάμεις έχουν μια βαθιά συγγένεια με τον θάνατο, ο θάνατος είναι μια ένδειξη ανελευθερίας, ήττας. Η θεολογία και η φιλοσοφία σήμερα συναγωνίζονται αναμεταξύ τους, τιμώντας τον θάνατο σαν υπαρξιακή κατηγορία: Διαστρέφοντας ένα βιολογικό γεγονός σε οντολογική ουσία, επιθέτουν υπερβατικές ευλογίες πάνω στην ενοχή της ανθρωπότητας που βοηθούν να διαιωνίζεται - προδίνουν την υπόσχεση της ουτοπίας» έλεγε ο Herbert Marcuse. Εάν δεν υπήρχε θάνατος δεν θα μιλάγαμε για Κόλαση και Παράδεισο, επερχόμενη κρίση, ανταμοιβή ή τιμωρία, μεταθανάτια ζωή. Ταυτόχρονα, θεμελιώδεις θρησκευτικές δοξασίες με οικουμενική δύναμη σαν την αθανασία υπόσχονται και «μέλλον», δίνοντας κάποια διέξοδο στη μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου.

Γεγονός είναι ότι ο θάνατος συνυφαίνεται με τη ζωή και κατευθύνει τις επιλογές μας. «Ο θάνατος μετατρέπει τη ζωή σε πεπρωμένο» λέει ο Μαλρό. Γι' αυτό και η επίδρασή του στην παγκόσμια ιστορία της Τέχνης είναι αδιάλειπτη. Το μακάβριο, η υπενθύμιση της θνητότητας και η ματαιοδοξία της κοσμικής ζωής (makabre, memento mori, vanitas) έδωσαν τροφή για αριστουργήματα κάθε μορφής τέχνης και οδήγησαν στη μέθεξη ενός συνόλου αξιών. Αξίζει να αναφέρω εδώ κάποιους στίχους από το «αθάνατο» ποίημα του Ντίλαν Τόμας «Και ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία»: 

Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία
Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα
Με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού
Οταν ασπρίσουν τα κόκαλά τους και τριφτούν τ' άσπρα κόκαλα
Θα 'χουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Αν τρελάθηκαν η γνώση τους θα ξαναρθεί,
Αν βούλιαξαν στο πέλαγος θ' αναδυθούν
Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία. 

'Οσο για τη λογοτεχνία, ο Ουμπέρτο 'Εκο έλεγε πως είναι «μαθητεία στο πεπρωμένο και στον θάνατο». Αλήθεια, μία αίσθηση θανάτου ελλοχεύει πάντοτε στα δυνατά λογοτεχνικά έργα. Προσωπικά κρατάω το ιδιοφυές μότο του Βιτγκενστάιν: «Ο θάνατος δεν είναι γεγονός της ζωής». Πιθανόν και να αρκεί.