Παρασκευή 28 Απριλίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 8. ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ


§8.11. Η δημιουργία του υποταγμένου λόγου στην Ελληνική γλώσσα έχει μακρά ιστορία, την οποία δεν είναι πάντοτε εύκολο να ανιχνεύσουμε. Στην ουσία οι ειδικοί γλωσσολόγοι και φιλόλογοι μελετούν τη σημασιολογική εξέλιξη πολλών συνδετικών μορίων, τα οποία κατά την πορεία της διαμόρφωσης της δομής της γλώσσας μετεξελίχτηκαν σε συνδέσμους, υποτακτικούς ή παρατακτικούς (βλ. το κεφάλαιο για τα άκλιτα μέρη του λόγου: μόρια, σύνδεσμοι, επιρρήματα). Στον υποταγμένο λόγο η πρώτη κατηγορία δευτερευουσών προτάσεων που δημιουργήθηκε είναι κατά πάσα πιθανότητα οι αναφορικές προτάσεις με δεικτική χροιά, οι οποίες μάλιστα εισάγονταν με δεικτικά μόρια, αντωνυμίες και επιρρήματα. Αυτές οι εισαγωγικές λέξεις αρχικά εισήγαν προσδιορισμούς ή κύριες προτάσεις που μετεξελίχτηκαν σε δευτερεύουσες αναφορικές. Δεικτική σημασία έχουν όλες οι αντωνυμίες με την ευρύτερη έννοια, το άρθρο, πολλά μόρια, αντωνυμίες και επιρρήματα (λ.χ. ἵνα, ἔνθα, δέ, ἕνεκα, ἐπεί, ὅς, ἥ, τὸ, οὗτος, αὐτός, ἐκεῖνος κ.ά).

§8.12. Η εξέλιξη των δευτερευουσών προτάσεων έγινε σταδιακά, καθώς ισότιμες αρχικά προτάσεις υποβιβάστηκαν σε προτασιακά μορφώματα που έχασαν την ανεξάρτητη και αυτόνομη θέση τους μέσα στην περίοδο του λόγου και χρειάστηκε να εξαρτηθούν από άλλες προτάσεις προκειμένου να δώσουν πλήρες νόημα. Βεβαίως η διάκρισή τους σε πλήρως ανεπτυγμένες δευτερεύουσες προτάσεις δεν έγινε άμεσα. Υπήρξαν συντακτικές δομές που υποδήλωναν εσωτερική νοηματική υπόταξη μιας πρότασης, χωρίς δηλαδή αυτή η πρόταση να έχει αναπτύξει απολύτως τα χαρακτηριστικά (εισαγωγικά και εσωτερικά) της υπόταξης του διαμορφωμένου λόγου. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η υπόταξη με την πολύπλοκη εσωτερική υπαγωγή στο κύριο νόημα της κύριας πρότασης είναι κυρίως χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του 5ου και 4ου αι. με τις έντονες επιδράσεις από τη ρητορική των πολιτικών και δικανικών πραγματειών. Κατά την ελληνιστική περίοδο υπάρχει η τάση να επιστρέψει ο συγγραφέας στον απλό παρατακτικό λόγο των πρώιμων αρχαϊκών χρόνων. Λαμπρό δείγμα αυτής της διαφοροποίησης είναι ο λόγος του Ευαγγελίου και των Αποστόλων, καθώς με αυτά τα έργα εγκαινιάζεται ένα άλλο είδος απλής ρητορικής με παραινετικό και διδακτικό χαρακτήρα. Επιπλέον, η πρόσληψή του θα έπρεπε να γίνει από ένα ευρύ και εν πολλοίς απαίδευτο κοινό, στο οποίο ο παρατακτικός λόγος θα είχε ιδιαίτερη απήχηση λόγω της ζωντάνιας του:

Κατὰ Μᾶρκον 1.9.1 Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη εἰς τὸν Ἰορδάνην ὑπὸ Ἰωάννου (παρατακτικός αφηγηματικός λόγος).

Πράξεις Ἀποστόλων 1.8.1 ἀλλὰ λήμψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ (παρατακτικός παραινετικός λόγος).

§8.13. Ενδείξεις για την ύπαρξη δευτερευουσών προτάσεων. Για την ταυτοποίηση του υποταγμένου λόγου υπάρχουν ορισμένα σταθερά γνωρίσματα τα οποία μας βοηθούν να αναγνωρίσουμε τη συγκεκριμένη δομή:

• Σύντομη παύση μεταξύ δύο προτάσεων. Σημειολογικά η παύση δηλώνεται με κόμμα. Σε αυτήν την περίπτωση, μολονότι δεν έχουμε μια δευτερεύουσα εξαρτημένη πρόταση πλήρως ανεπτυγμένη, στην ουσία με την παύση και τον ανάλογο τόνο της φωνής δηλώνουμε ότι το νόημα μιας πρότασης, που γραμματικά είναι ισοδύναμη με μιαν άλλη, είναι ένα συμπλήρωμα της πρότασης, η οποία συνήθως προτάσσεται. Με αυτές τις προτάσεις βρισκόμαστε στο μεταίχμιο της μετάβασης μεταξύ παράταξης και υπόταξης. Οι προτάσεις αυτές έχουν στενή σχέση με τις παρενθετικές προτάσεις. Μπορεί, επίσης, να θεωρηθούν ως εξαρτημένες ερωτηματικές προτάσεις ή προτάσεις που εισάγονται με σύνδεσμο δεικτικό:

ΠΛ Απολ 20d εὖ μέντοι ἴστε, πᾶσαν ὑμῖν τὴν ἀλήθειαν ἐρῶ || να είστε όμως βέβαιοι: θα σας πω όλη την αλήθεια.

OM Οδ 1.169 ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον· τίς πόθεν εἰς ἀνδρῶν; (η άνω τελεία της στίξης στην έκδοση της Οξφόρδης αμφισβητείται σε άλλες εκδόσεις, οι οποίες προκρίνουν το απλό κόμμα) || όμως εσύ αποκρίσου σε ό,τι κι αν σε ρωτήσω καθαρά και ξάστερα∙ ποιος είσαι και από πού;

ΟΜ Ιλ 1.35 πολλὰ δ᾽ ἔπειτ᾽ ἀπάνευθε κιὼν ἠρᾶθ᾽ ὃ γεραιὸς Ἀπόλλωνι ἄνακτι, τὸν ἠΰκομος τέκε Λητώ· και έπειτα, όταν ξεμάκρυνε, προσευχήθηκε θερμά ο γέροντας στον βασιλιά Απόλλωνα, που τον γέννησε η Λητώ με τα όμορφα μαλλιά.

• Εισαγωγικοί σύνδεσμοι. Η διαμόρφωση των εισαγωγικών συνδέσμων των δευτερευουσών προτάσεων ακολούθησε μακρά πορεία. Στην κατασταλαγμένη μορφή του υποταγμένου λόγου έχουμε πλήθος παρατακτικών συνδέσμων με ποικίλη προέλευση. Πολλοί από τους εισαγωγικούς συνδέσμους προέρχονται από τις αναφορικές αντωνυμίες, τα αναφορικά επιρρήματα και τα παράγωγά τους. Διαφορετική καταγωγή διαπιστώνεται για ορισμένους μόνο συνδέσμους (μή, πρίν, πάρος, πρότερον, ἄχρι, μέχρι, ἵνα ).

• Μεταβολή του προσώπου. Η μεταβολή του προσώπου είναι ένα από τα σταθερά χαρακτηριστικά σε σημαντικές κατηγορίες εξαρτημένων προτάσεων (αναφορικών, πλαγίων ερωτήσεων, ειδικών). Καθώς ο λόγος μεταβάλλεται από ευθύ σε πλάγιο, οι σκέψεις ή οι προτάσεις που ειπώθηκαν αρχικά δέχονται μια μετατόπιση των γραμματικών προσώπων. Έτσι η απλή φράση "θα έρθω" γίνεται στον πλάγιο λόγο "ο Α είπε ότι ο Β θα έρθει" ή εάν ο Α λέει ότι ο Γ πρέπει να έρθει, ο Β του το ανακοινώνει ως εξής: "πρέπει να πας". Αυτή η μετατόπιση είναι ιδιαίτερα φανερή στο περίφημο μήνυμα του Αγαμέμνονα προς τον Αχιλλέα, που του το μεταφέρει ο Νέστορας ως μέλος της πρεσβείας. Λέει ο Αγαμέμνονας (ΟΜ Ιλ 9.128): δώσω δ᾽ ἑπτὰ γυναῖκας …, ἃς ὅτε Λέσβον ἐϋκτιμένην ἕλεν αὐτὸς ἐξελόμην… θα του δώσω και επτά γυναίκες …, αυτές που, όταν αυτός κυρίεψε την καλοτειχισμένη Λέσβο, μου τις διαλέξαν. Ο δε Νέστορας μεταφέρει τον λόγο του στον Αχιλλέα ως εξής (ΟΜ Ιλ 9.270): δώσει δ᾽ ἑπτὰ γυναῖκας…, ἃς ὅτε Λέσβον ἐϋκτιμένην ἕλες αὐτὸς ἐξέλεθ᾽,…θα δώσει και επτά γυναίκες, αυτές που, όταν εσύ κυρίεψες την καλοτειχισμένη Λέσβο, του τις διαλέξαν.

• Μεταβολή της έγκλισης. Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της υπόταξης είναι η υποκατάσταση της οριστικής και υποτακτικής έγκλισης με την ευκτική, όταν η κύρια πρόταση αναφέρεται στο παρελθόν. Αυτή η ευκτική είναι η λεγόμενη ευκτική του πλαγίου λόγου. Με τη χρήση αυτής της έγκλισης εξασθενεί η βεβαιότητα που εκφράζεται με την οριστική ή ο σκοπός και η θετική προσδοκία που εκφράζεται με την υποτακτική. Πρέπει να επισημάνουμε, εν τούτοις, ότι παρόλη τη σπουδαιότητά της η μεταβολή της έγκλισης δεν έγινε ποτέ απόλυτα αποδεκτή. Συγγραφείς, όπως ο Ξενοφώντας και ο Πλάτωνας, δείχνουν προτίμηση για την ευκτική του πλαγίου λόγου, ενώ ο Θουκυδίδης προτιμά να διατηρεί την έγκλιση του ευθέος λόγου στις προτάσεις κρίσεως:

ΘΟΥΚ 1.114.1 ἠγγέλθη αὐτῷ ὅτι Μέγαρα ἀφέστηκε καὶ Πελοποννήσιοι μέλλουσιν ἐσβαλεῖν ἐς τὴν Ἀττικήν || του ήρθε μήνυμα πως αποστάτησαν και τα Μέγαρα, και οι Πελοποννήσιοι όπου να' ναι θα εισβάλλουν στην Αττική.

Τέλος, ενίοτε συνυπάρχουν ισότιμα η ευκτική του πλαγίου λόγου και έγκλιση του ευθέος λόγου:

ΞΕΝ KΑναβ 2.1.3 οὗτοι ἔλεγον ὅτι Κῦρος μὲν τέθνηκεν, Ἀριαῖος δὲ πεφευγὼς ἐν τῷ σταθμῷ εἴη μετὰ τῶν ἄλλων βαρβάρων || ανήγγειλαν ότι ο Κύρος μεν πέθανε, ο δε Αριαίος έχει διαφύγει μαζί με τους υπόλοιπους βαρβάρους στο στρατόπεδο.

Μην γίνεσαι σκιά

Είχες πάντα ένα θέμα με τις σκιές. Τις αγαπούσες λες και σου έδιναν οξυγόνο να ζεις. Λίγο ο εσωστρεφής χαρακτήρας σου, λίγο η ατολμία σου, έβρισκες καταφύγιο σε αυτές. Η ψυχή σου είναι γεμάτη ανασφάλειες που τρέφονται με το σκοτάδι. Αγοράζεις χρόνο εκεί που θεωρείς πως τον πουλάνε φθηνά.

Σε ένα θέατρο σκιών λοιπόν πήρα μέρος και εγώ, τυφλός στην αρχή, άμαθος στα σκοτάδια δεν κατάλαβα πως απλά κρυβόσουν από την ίδια την ζωή.

Από την ζωή όμως μωρό μου δεν μπορεί να κρυφτεί κάνεις μακροπρόθεσμα. Έρχεται και σε βρίσκει και με ένα φύσημα διώχνει μακριά το σκοτάδι και σε αφήνει γυμνό στο φως. Έκανες ό,τι μπορούσες να παραμείνεις εκεί μα παρέβλεψες πως εγώ ήμουν ο άνεμος που σου έφερε η ζωή.

Δεν άντεξες να σταθείς στο φως, δεν άντεξες να σταθείς αντάξιος των περιστάσεων και έτρεξες να κρυφτείς στο γνώριμο καταφύγιο σου. Μείνε εκεί λοιπόν και μη γίνεσαι σκιά μου. Μη με ακολουθείς, γιατί εγώ δεν ζω στα σκοτάδια. Είμαι πρωταγωνιστής στο έργο της ζωής μου και όχι μαριονέτα στις σκιές της δικής σου ζωής. Τρέξε μακριά, χάσου, μην προσπαθείς καν. Δεν αγαπώ τις σκιές.

Μια ανάμνηση θα είμαι για σένα που θα σε πονάει όταν θα γυρίζεις να κοιτάξεις τι υπάρχει δίπλα σου. Κλείσε τις πόρτες στο φως των δικών μου ματιών γιατί δεν λάμπουν για σένα πια. Και ο χρόνος που φθηνά αγόρασες θα γίνει εχθρός σου και αλύπητα θα περάσει και θα κομματιάσει τη μίζερη ζωή σου. Δεν ξέρω αν σου αξίζει όλο αυτό που ζεις, μάλλον δεν αξίζει σε κανέναν, μάθε όμως πως έτσι είναι όταν προχωράς παρέα με σκιές. Σου εύχομαι κάποτε να βγεις στο Ερεβοκτόνο φως και να ζήσεις εκεί την υπόλοιπη ζωή σου. Ίσως τότε καταλάβεις την κόλαση που εσύ ο ίδιος σου επέβαλες.

Nemo’s Garden: Είναι υποθαλάσσιο το μέλλον της γεωργίας;

Μια οικογένεια Ιταλών που ασχολείται με τον κλάδο του καταδυτικού εξοπλισμού πιστεύει ότι η επόμενη αναξιοποίητη καλλιεργήσιμη έκταση είναι ο ωκεανός.

Ο «Κήπος του Νέμο» (Nemo’s Garden) είναι το πρώτο σύστημα υποβρύχιας καλλιέργειας χερσαίων φυτών στον κόσμο. Η φάρμα, που βρίσκεται στα ανοικτά των ακτών του Noli της Ιταλίας, νοτιοδυτικά της Γένοβας, αποτελείται από μια σειρά από αιωρούμενα, διαφανή θερμοκήπια σε σχήμα θόλου που ονομάζονται βιόσφαιρες, αγκυροβολημένα στον πυθμένα του ωκεανού.

«Η αποστολή αυτής της τεχνολογίας είναι να αλλάξει τη γεωργία, να της δώσει μια πρόσθετη δυνατότητα για την καλλιέργεια προϊόντων στις τεράστιες ακτογραμμές της Γης, ενώ είναι βιώσιμη και δεν επηρεάζει το περιβάλλον», δήλωσε ο συνιδρυτής Λούκα Γκαμπερίνι.

Ο πατέρας του και ιδρυτής της εταιρείας υποβρύχιων εργαλείων Ocean Reef Group, Σέρτζιο Γκαμπερίνι, σκέφτηκε την ιδέα συνδυάζοντας τα δύο του πάθη – τις καταδύσεις και την κηπουρική. Το 2012, το έργο ξεκίνησε με το φύτεμα βασιλικού σε ένα υποβρύχιο μπαλόνι. Δέκα χρόνια μετά, το Nemo’s Garden αναπτύσσεται.

Υποβρύχια οφέλη

Καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός αναμένεται να φτάσει τα 10 δισεκατομμύρια περίπου έως το 2050, ο ΟΗΕ εκτιμά ότι η παραγωγή τροφίμων θα πρέπει να αυξηθεί έως και 60% για να καλύψει αυτή τη ζήτηση.

«Έχουμε μια πεπερασμένη ποσότητα πόρων και ο (σημερινός) τρόπος μας για τη συλλογή αυτών των πόρων είναι μη βιώσιμος», λέει ο Γκαμπερίνι, «και πιστεύουμε ότι το υποθαλάσσιο μάς δίνει κάποια πλεονεκτήματα (σε σχέση με) την παραδοσιακή γεωργία».

Επιπλέοντας έξι έως 10 μέτρα κάτω από το νερό, τα φυτά στο Nemo’s Garden διαχωρίζονται από κάθε εξωτερικό παθογόνο και παράσιτο, ενώ εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στο γλυκό νερό που προκύπτει ως αποτέλεσμα της αφαλατωμένης συμπύκνωσης στις βιόσφαιρες, συνεχίζει ο Γκαμπερίνι και σημειώνει ότι η σχετικά σταθερή θερμοκρασία του νερού των ωκεανών είναι ιδανικό περιβάλλον για τη ζωή των φυτών.

Το Nemo’s Garden είναι μια νέα ιδέα για να συμβάλει στην τροφοδοσία ενός αυξανόμενου πληθυσμού 

Το Nemo’s Garden χρησιμοποιεί υδροπονία – μια τεχνική που χρησιμοποιεί θρεπτικά συστατικά με βάση το νερό αντί για χώμα, την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιείται στις περισσότερες κάθετες φάρμες εσωτερικού χώρου. Το φως του ήλιου φτάνει στα φυτά, αλλά συμπληρωματικά φώτα ανάπτυξης χρησιμοποιούνται όταν χρειάζεται.

Τα πάντα παρακολουθούνται στη στεριά μέσω καμερών και αισθητήρων και οι ρυθμίσεις μπορούν να προσαρμοστούν εξ αποστάσεως από οπουδήποτε στον κόσμο. Όταν έρθει η ώρα της συγκομιδής, ένας δύτης θα κόψει τη βλάστηση, θα την τοποθετήσει σε σακούλες και θα την φέρει στην επιφάνεια.

Δεδομένου ότι οι βιόσφαιρες έχουν διάμετρο μόνο δύο μέτρα, δεν μπορούν να καλλιεργήσουν μεγαλύτερες καλλιέργειες όπως το καλαμπόκι ή το σιτάρι. Αλλά μπορούν να χωρέσουν οπουδήποτε από 70 έως 100 μικρότερα φυτά, λέει ο Γκαμπερίνι. «Δοκιμάσαμε εκατοντάδες διαφορετικά φυτά, από φράουλες μέχρι ντομάτες, φασόλια και φυσικά βότανα», προσθέτει.

Μελέτες πάνω στη φύση, από φαρμακευτικές έως μαγειρικές, έχουν διεξαχθεί στο Nemo’s Garden. Μια μελέτη του 2020 από το Università di Pisa κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο βασιλικός από τον κήπο είχε υψηλότερη συγκέντρωση αιθέριων ελαίων και περιείχε περισσότερα αντιοξειδωτικά.

Όσο για το φυσικό του αποτύπωμα, ο Γκαμπερίνι λέει ότι το υδρόβιο αγρόκτημα προσελκύει τη θαλάσσια ζωή, αντί να την ενοχλεί. «Στις μελέτες μας, το Nemo’s Garden έχει 58% περισσότερα ψάρια από το γύρω περιβάλλον, επομένως έχει μια επίδραση επαναπληθυσμού», προσθέτει.

Ο εξοπλισμός μέσα στο Nemo’s Garden τροφοδοτείται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως ηλιακά πάνελ και ανεμογεννήτριες.

Αχαρτογράφητη περιοχή

Ο Γκαμπερίνι αναφέρθηκε και στις προκλήσεις που συνάντησε το πιλοτικό αυτό έργο, ιδίως αναπόφευκτα καιρικά φαινόμενα. Το 2019, μια ισχυρή καταιγίδα έσπασε μερικές από τις βιόσφαιρες.

«Δεν εντοπίσαμε μια τοποθεσία που να ήταν τέλεια όσον αφορά τον ήλιο και τις εποχές και την έκθεση σε ισχυρές καταιγίδες», λέει για την τοποθεσία Noli, η οποία επιλέχθηκε λόγω της γειτνίασής της με την οικογενειακή εξοχική του κατοικία.

Πέρα από τις φυσικές καταστροφές, η δημιουργία από το μηδέν –σε ένα τουλάχιστον σκληρό περιβάλλον– δεν ήταν εύκολη, προσθέτει, αλλά ήταν συναρπαστική.

Άλλες εταιρείες σε όλο τον κόσμο διερευνούν επίσης τα οφέλη του ωκεανού για τη γεωργία. Η GreenWave, ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός στη Βόρεια Αμερική, καλλιεργεί φύκια και οστρακοειδή σε ένα υποβρύχιο ικρίωμα. Η εταιρεία Sea6 Energy με έδρα το Μπανγκαλόρ δημιούργησε ένα μηχανοποιημένο τρακτέρ που μπορεί να φυτέψει και να συλλέξει φύκια στον πυθμένα του ωκεανού.

Η ομάδα του Nemo’s Garden έχει σχέδια για ακόμη μεγαλύτερες βιόσφαιρες στο μέλλον, καθώς και άλλες τοποθεσίες. Για να δοκιμάσουν την λειτουργικότητα σε διαφορετικά περιβάλλοντα, σχεδιάζουν φέτος να κάνουν μια μικρής κλίμακας εγκατάσταση σε ένα λατομείο κρύου νερού στην πολιτεία του Οχάιο των ΗΠΑ.

«Νομίζω ότι η τεχνολογία μπορεί να προσαρμοστεί σχεδόν σε κάθε περιβάλλον», λέει ο Γκαμπερίνι, αλλά πιστεύει ότι το μέλλον του Nemo’s Garden θα είναι κυρίως κατά μήκος των ακτογραμμών, όπου οι κοινότητες θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τον πρόσθετο χώρο που προσφέρουν.

«Η υποβρύχια γεωργία δεν πρόκειται να απαντήσει στο ζήτημα «πώς θα ταΐσουμε όλο τον κόσμο», λέει ο Γκαμπερίνι, «αλλά ελπίζω να γίνει πρότυπο στις περιοχές που το χρειάζονται».

Εσωτερικοί μονόλογοι

Αποδεικνύεται ότι υπάρχει, τουλάχιστον με την έννοια της εσωτερικής συνομιλίας με ανομολόγητες λέξεις. Περίπου το 30-50% των ανθρώπων, σύμφωνα με την έρευνα του ψυχολόγου Russell Hurlburt, σκέφτονται τακτικά στον εαυτό τους με εσωτερικούς μονολόγους. Ο εσωτερικός ή “ιδιωτικός” λόγος είναι κάτι που οι περισσότεροι από εμάς πιθανότατα κάναμε ως πολύ νέοι άνθρωποι επιδιώκοντας να αναπτύξουμε τις γλωσσικές μας δεξιότητες, και αργότερα ως ένας τρόπος πρόβας πληροφοριών για την επιτυχή κωδικοποίηση και διατήρηση της μνήμης εργασίας. Επομένως, είναι σαφώς λειτουργική και όχι ένδειξη ψυχικής διαταραχής.

Για να καταλάβετε αν έχετε εσωτερικούς μονολόγους, δοκιμάστε να ακούσετε και να παρατηρήσετε μια εσωτερική φωνή ή παρεμβατικές σκέψεις κατά τη διάρκεια του διαλογισμού. Η ενσυνείδητη πρακτική παρέχει τρομερές πληροφορίες για το αν έχετε και πόσο συχνά έχετε εσωτερικούς μονολόγους. Τι γίνεται όμως με το 50-70% των ανθρώπων που δεν έχουν ή έχουν σπάνια λόγια μέσα στο κεφάλι τους;

Οπτική απεικόνιση

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες, αλλά η απλούστερη (και λιγότερο συγκαταβατική/λιγότερο υποτιμητική) άποψη για τους ανθρώπους που δεν έχουν τακτικά εσωτερικούς μονολόγους είναι ότι πολλοί από αυτούς επεξεργάζονται πληροφορίες και προετοιμάζονται για εργασίες χρησιμοποιώντας οπτικές εικόνες και όχι λέξεις. Δηλαδή, βλέπουν εικόνες, όπως μια λίστα εργασιών, αντί να σκέφτονται ή να ακούν τις λέξεις για τα στοιχεία της λίστας.

Βρήκα αυτή την εξήγηση χρήσιμη επειδή σκέφτομαι με όρους λέξεων, οπτικών εικόνων και μουσικής όλη την ημέρα και είναι εύκολο να αναλάβω προοπτικά τους ανθρώπους που είναι λίγο “ήσυχοι” εκεί μέσα, συσχετίζοντας τη χρήση εικόνων ή την αναπαραγωγή ενός τραγουδιού στο κεφάλι τους, πράγματα που κάνω κι εγώ. Είναι χρήσιμο να σκεφτείς την εσωτερική τους εμπειρία με οπτικούς όρους, καθώς ενώ μπορεί να είναι ήσυχοι σαν τον περιστασιακό γρύλο όταν πρόκειται για λέξεις, δεν είναι ένα απόλυτο κενό ή κενό εκεί μέσα.

Πάρα πολύ από ένα καλό πράγμα

Και προτού όσοι από εμάς αρχίσουμε να αισθανόμαστε υπέροχα για τους πλούσιους εσωτερικούς μας μονολόγους, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι είναι δυνατόν να υπάρχει υπερβολική ποσότητα ενός καλού πράγματος. Οι εσωτερικοί μονόλογοι μπορεί να γίνουν λίγο σαν το χρυσό άγγιγμα του βασιλιά Μίδα όταν δεν μπορούμε να τους απενεργοποιήσουμε.

Για παράδειγμα, τα ανήσυχα μυαλά ανιχνεύουν συνεχώς και διασκεδάζουν με ενοχλητικές σκέψεις, και η αναμόχλευση πάνω σε αυτές μπορεί να οδηγήσει σε μελαγχολία, και η μελαγχολία μπορεί να παραδοθεί σε εξαιρετικά επικριτική συζήτηση για τον εαυτό μας και τους άλλους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ενός εσωτερικού επικριτή, η έλλειψη εσωτερικού μονολόγου ακούγεται σαν μια ήσυχη, ειρηνική ανάπαυλα από τη συνεχή κουβέντα και τη δυνητικά διαβρωτική αυτο-ομιλία.

Γνωρίζω ανθρώπους που έχουν εσωτερικούς διαλόγους και “σκέφτονται με λόγια όλη την ώρα”. Γνωρίζω έναν άνθρωπο που έχει εσωτερικούς μονολόγους και εξωτερικούς διαλόγους με τον εαυτό του, συμμετέχοντας σε πλούσιες συζητήσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε απροσδόκητες, ακόμη και προκλητικές, κατευθύνσεις. Μπορώ να φανταστώ ότι αυτό ακούγεται περίεργο σε ανθρώπους που έχουν μόνο εσωτερικούς μονολόγους ή σε εκείνους που δεν έχουν καθόλου εσωτερικούς μονολόγους.

Αλλά όπως αναφέρει η βουλκανική φιλοσοφία, “Άπειρη ποικιλομορφία σε άπειρους συνδυασμούς”, που είναι ένας άλλος τρόπος να πούμε “διαφορετικά χτυπήματα για διαφορετικούς ανθρώπους”, και η ενσυναίσθηση, η λήψη προοπτικών και η φαντασία για το πώς είναι οι εμπειρίες των άλλων -και πώς είναι μέσα στο κεφάλι τους- είναι αξιόλογες, αναπτυξιακές και εξανθρωπιστικές ασκήσεις.

Οι εσωτερικοί μονόλογοι μπορούν να αντιπροσωπεύουν μια πλούσια, βαθιά, “παρθένα” εμπειρία (Hurlburt et al., 2016) για κάποιους, αρκεί να μην ξεφεύγουν από τον έλεγχο και αρκεί οι εξωτερικοί μονόλογοι/διάλογοι να μην φρικάρουν τους φίλους, τα μέλη της οικογένειας και τους συναδέλφους σας.

Να ζεις τους κύκλους της ζωής

Η ζωή είναι γεμάτη κύκλους διαφορετικής διάρκειας. Παρόλα αυτά όλοι έχουν κάτι κοινό… κι αυτό είναι η στιγμή που κλείνουν. Μπορεί κάποιοι να κλείνουν βιαστικά, μπορεί να δημιουργούν μέσα τους άλλους, μπορεί στην πορεία να εφάπτονται με καινούργιους… Το σίγουρο είναι ότι όλοι θα κλείσουν κάποια στιγμή, για να ανοίξουν άλλοι!

Κάπως έτσι έκλεισε και ο δικός μας κύκλος μετά από αρκετό καιρό, με καλές και με άσχημες στιγμές. Οι καλές στιγμές μας απογείωναν και μας έκαναν κάθε τόσο να θέλουμε να επεκτείνουμε τη διάρκεια του. Οι κακές μας κούραζαν και τότε ήταν που θέλαμε να τα διαλύσουμε όλα, κι ας μην είχε έρθει η ώρα ακόμα.

Δεν νιώθω ότι κλείνουν όλα στην ώρα τους. Υπάρχουν κάποιοι που κλείνουν προτού ολοκληρωθούν. Κλείνουν βεβιασμένα, ξαφνικά και αναπάντεχα. Είναι εκείνοι που ίσως κάποια στιγμή ανοίξουν ξανά. Συμβαίνει συχνά όταν κάτι δεν ολοκληρώνεται όπως θα έπρεπε, να ανοίγει ξανά δημιουργώντας έναν καινούργιο κύκλο άλλης διάρκειας και με άλλα χαρακτηριστικά.

Είναι ωραίο πάντως να κλείνει κάτι αφού τελειώσει, γιατί τότε νιώθεις ανακουφισμένος και γεμάτος και παρά τη θλίψη που ίσως να σου προκαλεί, σίγουρα δεν σου αφήνει ερωτηματικά!

Υπάρχουν κύκλοι που κλείνουν επειδή εμείς το επιλέγουμε κι άλλοι που δεν εξαρτώνται από εμάς. Υπάρχουν ακόμα και εκείνοι που μόλις ανοίξουν, γνωρίζουμε από την αρχή τί διάρκεια θα έχουν. Οι περισσότεροι κύκλοι όμως ανοίγουν κι άλλους παράλληλους στην πορεία τους κι αυτό άλλωστε είναι και το πιο μαγικό. Κι ενώ κλείνει ένας κύκλος, μπορεί να συνεχίζει ο παράλληλος του για να σε ταξιδέψει αλλού χωρίς να γνωρίζεις πόσοι άλλοι κύκλοι θα ανοίξουν μέσα σε αυτόν ή μέσα από αυτόν!

Να τους ζεις τους κύκλους για όσο διαρκέσουν. Να μη σκέφτεσαι πότε θα κλείσουν και αν! Να χαίρεσαι για αυτούς που ανοίγουν και να ανυπομονείς για τα όσα θα σου δώσουν, για όλα εκείνα που θα σε διδάξουν, για τα όσα θα περιλάβουν μέσα τους και να σκέφτεσαι πως γιατί όχι, ίσως και να σε αλλάξουν! Από κανέναν κύκλο δεν βγαίνουμε ίδιοι, – ακόμα κι αν πρόκειται για εκείνον που άνοιξε ξανά – γιατί αποκλείεται να άνοιξε υπό τις ίδιες συνθήκες!

Οι κύκλοι αντιπροσωπεύουν την κίνηση! Όσο, λοιπόν, ανοίγουν καινούργιοι είναι ένδειξη ότι δεν μένεις στάσιμος. Να αναζητάς αυτή τη ροή! Τη διαρκή ροή των κύκλων. Δεν γνωρίζεις ποτέ που μπορεί να σε οδηγήσει ένας κύκλος και τί απίστευτες διαδρομές θα διανύσεις εξαιτίας του! Να είσαι ανοιχτός και αισιόδοξος γιατί έτσι μόνο δημιουργούνται καινούργιες καταστάσεις και καινούργιοι κύκλοι προσφέροντας νέες εμπειρίες!

Αυτό που είσαι πραγματικά δεν μπορεί ποτέ να το συλλάβει ο νους σου, όση φαντασία και αν έχεις

Σταμάτα να βλέπεις τον εαυτό σου σαν ένα πακέτο σκέψεων, πεποιθήσεων, αναμνήσεων, εικόνων, συναισθημάτων ή παραπόνων. Αυτό που είσαι πραγματικά δεν μπορεί και δεν πρόκειται ποτέ να το συλλάβει ο νους σου, όση φαντασία και αν έχεις.

Όταν περπατάς παρατήρησε ότι περπατάς. Όταν κάθεσαι παρατήρησε ότι κάθεσαι. Όταν κλαις παρατήρησε ότι κλαις. Όταν χαίρεσαι παρατήρησε ότι χαίρεσαι. Όταν φωνάζεις παρατήρησε ότι φωνάζεις. Όταν φοβάσαι παρατήρησε ότι φοβάσαι. Όταν σκέφτεσαι παρατήρησε ότι σκέφτεσαι.

Ό,τι κάνεις, απλά παρατήρησέ το. Μην κρατάς τίποτα και μην κάνεις τίποτα δικό σου. Τώρα που διαβάζεις παρατήρησε ότι διαβάζεις. Τώρα που βλέπεις παρατήρησε ότι βλέπεις. Τώρα που αναπνέεις παρατήρησε ότι αναπνέεις

Αφαίρεσε την προσοχή σου απ” το περιεχόμενο της αντίληψης και στρέψου τη προς τη γνώση της εμπειρίας. Όταν γνωρίζεις ότι βιώνεις κάτι, κοιτάς τον εαυτό σου κατάματα. Συνδέεσαι με το Είναι, την επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της μέσα από τις εμπειρίες. Αυτό που είσαι

Η επίγνωση δεν περπατάει. Το σώμα περπατάει. Η επίγνωση δεν κάθεται. Το σώμα κάθεται. Η επίγνωση δεν κλαίει. Το σώμα κλαίει. Η επίγνωση δεν χαίρεται. Το σώμα χαίρεται. Η επίγνωση δεν φωνάζει. Το σώμα φωνάζει. Η επίγνωση δεν φοβάται. Το σώμα φοβάται. Η επίγνωση δεν σκέφτεται. Ο νους σκέφτεται

Η επίγνωση είναι ο κοινός παρονομαστής σε όλα σου τα «κάνω», τα «αισθάνομαι», τα «σκέφτομαι», τα «νιώθω». Είναι πάντα παρούσα. Είναι η γνώση της ζωής

Το μόνο για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε όλη μας τη ζωή είναι η γνώση των εμπειριών μας. Για το περιεχόμενό τους ποτέ κανένας δεν είναι σίγουρος. Αυτό που σκέφτεσαι είναι σωστό ή λάθος; Αυτό που βλέπεις είναι αυτό που νομίζεις ή είναι κάτι άλλο; Η συμπεριφορά ενός ανθρώπου εξηγείται μ” αυτόν τον τρόπο ή με άλλον; Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος

Είσαι όμως σίγουρος ότι σκέφτεσαι. Είσαι σίγουρος ότι βλέπεις. Και είσαι σίγουρος ότι παρατηρείς τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου. Το μόνο με το οποίο έρχεσαι σε επαφή είναι η γνώση των εμπειριών. Όλα τα άλλα αποτελούν παροδικά φαινόμενα. Μορφές, αντικείμενα, άνθρωποι, αισθήσεις, σκέψεις και συναισθήματα… Όλα έρχονται και φεύγουν.

Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να κάνει κανείς στον εαυτό του είναι να πιστέψει ότι είναι ένα πακέτο σκέψεων και συναισθημάτων. Αλλά ακόμα και αυτή η φράση δεν εκφράζει την αλήθεια. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει «κακό», δεν υπάρχει «εαυτός» και δεν υπάρχει «πίστη». Απλά, όταν απουσιάζει η επίγνωση για την ύπαρξη των σκέψεων και των συναισθημάτων, συμβαίνει αυτό το «κακό», που κάνει κάποιος «εαυτός», επειδή «πιστεύει» ότι είναι ένα πακέτο σκέψεων και συναισθημάτων. Όλα αυτά συμβαίνουν εν απουσία της επίγνωσης, δηλαδή ανεπίγνωστα, δηλαδή ασυνείδητα. Δεν τα κάνει κανείς και γι” αυτό δεν φταίει κανείς.

Όλα μας τα πιστεύω και οι πεποιθήσεις είναι σκέψεις. Και οι σκέψεις είναι λέξεις. Οι λέξεις γράμματα. Τα γράμματα σύμβολα. Είμαστε ένα πακέτο από σύμβολα; Μήπως ο κόσμος όλος είναι ένα πακέτο από σύμβολα; Τα σύμφωνα και τα φωνήεντα… Αυτά θα μας πουν ποιοι ή τι είμαστε; Αυτά θα μας πουν πώς είναι ο κόσμος και τι είναι η ζωή;

Ανεπίγνωστα θυσιάσαμε το βίωμα για τις λέξεις και την ελευθερία για μια ταυτότητα.

Δεν είμαστε τίποτα. Γνωρίζουμε.

Η αρπακτική Τύχη αφαιρεί από εδώ το στέμμα με σφοδρό πάταγο, ενώ χαίρεται να το τοποθετεί αλλού

Ενώ σπανίως και με φειδώ λάτρευα τους θεούς
ως ένας πλανώμενος μύστης της ασύνετης σοφίας,
αναγκάζομαι τώρα να στρέψω προς τα πίσω τα ιστία
και να ακολουθήσω πάλι τις διαδρομές,
που είχα εγκαταλείψει..

Διότι ο Δίας,
που συχνά σχίζει τα νέφη με λαμπρό πυρ, 
οδήγησε σε αίθριο ουρανό τους βροντώδεις ίππους και το άρμα του,
από το οποίο συνταράσσεται η ακίνητη γη,
οι ρέοντες ποταμοί, η Στύγα, η φρικτή
περιοχή του μισητού Ταινάρου, και το ατλαντικό
σύνορο.

Ο Θεός έχει τη δύναμη να αλλάσσει
τα κατώτερα με τα ανώτερα, να σμικρύνει τον επιφανή,
να φανερώνει τα σκοτεινά.

Η αρπακτική Τύχη
αφαιρεί από εδώ το στέμμα με σφοδρό πάταγο, ενώ
χαίρεται να το τοποθετεί αλλού.

Ορατίου οι Ωδές

Η αντίληψη, η διάνοια, ο Νους

Ο Άνθρωπος, ως παιδί της Φύσης, είναι ένα πολλοστό μόριό της και πιστό της αντίγραφο, που πρέπει και αυτός για ν’ αποχτήσει μια σωστή συνείδηση, να εναρμονίσει τις αντιθέσεις του, για να επιβιώσει. Γιατί υπάρχει για κάθε ζωντανή ύπαρξη- ένας άτεγκτος βιολογικός νόμος

1] Να προσαρμοστεί προς το περιβάλλον

ή

2] Να μεταναστεύσει

ή

3] Να πεθάνει.

Ο άνθρωπος ξεκινά τη ζωή του με πρωτογενή ανάπτυξη των συναισθημάτων του, και δευτερευόντως (χρονικά) της διάνοιας- της λογικής. Ο ψυχισμός του διαμορφώνεται βαθμιαία αρχίζοντας από τα γνωστικά μηνύματα των πέντε αισθήσεων που εξελίσσονται σε συναισθήσεις. Η φαντασία, οι συνειρμοί, οι επιδράσεις, οι αναρίθμητοι παράγοντες της τυχαιότητας και τόσα άλλα γεγονότα επιδρούν στον ψυχισμό φυσιολογικά και παθολογικά. Οι παθολογικές φαντασιώσεις του ανθρώπου οδηγούν σε απίθανες τερατοειδείς ιδεοληψίες και δραστηριότητες.

Η ορθή νόηση (ο ορθολογισμός) έρχεται «ανακόλουθα» και αργοπορημένα στον άνθρωπο (σε σχέση προς τα άλλα μαστοφόρα θηλαστικά) και του δημιουργεί τεράστια προβλήματα. Μπορεί να γονιμοποιηθεί σε ηλικία 6-7 ετών (στα θερμά κλίματα) και να κάνει οικογένεια… χωρίς μυαλό και χρήματα…

Τελικά έρχεται ο Νους για να βάλει «Τάξιν και Κόσμον» δημιουργώντας την Αλήθεια (:μια δραστηριότητα που ανακαλύπτει τους νόμους της Φύσης, για την επιβίωσή του μέσα σ’ έναν χώρο «ανθρωπισμού»).

Όλη αυτή η προσπάθεια της αρμονίας των βιολογικών αντιθέσεων (ιδίως των Ορμονών) στον οργανισμό, δεν καταφέρνει να φτάσει στην προσδοκώμενη τελειότητα. Τα ισχυρά ένστικτα, η ψυχολογία της ομάδας σε σχέση με την ατομική ψυχολογία, οι αρνητικές τυχαιότητες, η κακή αγωγή των παιδιών απ’ την οικογένεια, ο νόμος της ζούγκλας: «Το δίκαιο του ισχυρότερου», το είδος της εργασίας, το συναίσθημα κατωτερότητας και τόσα άλλα αρνητικά αστάθμητα, ωθούν περισσότερο προς τη δυσαρμονία, παρά στην αρμονία των αντιθέσεων. Η διαδοχική έξαρση των αντιθέσεων είναι ένα γεγονός διαχρονικό.

Και έτσι δομείται βαθμιαία η τραγικότητα του ανθρώπου που κολοβώνει τη χαρά και αυξάνει τον πόνο με τελικό «απευκταίο»! τον θάνατο.

Ωστόσο, και πάλι -κατά τη δημοτική ρήση «Και με τα τόσα βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά είναι».

Ο άνθρωπος πρέπει τελικά να επιβιώσει σ’ έναν σκληρό χώρο, με όλες τις προδιαγραφές του. Γιατί ο άνθρωπος είναι ένα κράμα θετικών και αρνητικών ιδιοτήτων, δυναμικών σε κατάσταση «Γίγνεσθαι» και κάθε θετική-βιολογική δραστηριότητα συνδυάζεται με μια αρνητική, με μη ελεγχόμενη πάντοτε μορφή σε αρμονική σχέση. Και οι προσδοκίες δεν επαληθεύονται.

Ακριβώς όπως στον ηθικό χώρο (κατά τον Αριστοτέλη) η Αρετή είναι «μεσότητα» μεταξύ μιας «έλλειψης» και μιας «υπερβολής», που θεωρούνται Κακίες. π.χ. Μεταξύ Δειλίας (=κακό) και Θράσους (=κακό) βρίσκεται το θάρρος, η Ανδρεία (=αρετή).

Στην πολιτική: μεταξύ δύο αντίθετων θεωριών: της Αριστεράς και της Δεξιάς η αρμονική μεσότητα είναι το Κέντρον… αλλά στη «λεωφόρο» αυτή ελάχιστοι βαδίζουν. Το μαχητικό ένστικτο του ανθρώπου δεν ειρηνεύει εύκολα. Το Άσπρο και το Μαύρο, η Ημέρα και η Νύχτα, ο Καύσωνας και η Παγωνιά είναι κυρίαρχα στοιχεία.

Παρ’ όλα αυτά το ένστικτο του ανθρώπου επιτάσσει να επιβιώσει παρακάμπτοντας νευρώσεις, ψυχώσεις και ηττοπάθειες, μεθοδεύοντας, εναρμονίζοντας τις αντιθέσεις, με μια «συνδιαλλαγή», έναν συμβιβασμό, μια συμφιλίωση του Εγώ με το Εμείς, του ατόμου με την κοινωνία. Η αρμονία των αντιθέσεων είναι προϋπόθεση της δημιουργίας: «Κοινωνική συνείδηση».

Σε αυτή την αρμονία των αντιθέσεων η Ατομική ψυχολογία του Adler έπαιξε αποφασιστικό ρόλο μεγαλύτερο από της ψυχολογίας του Freud και Jung. Έδωσε τον τρόπο και τη μέθοδο το σκυφτό κεφάλι των ανθρώπων – όλων των ανθρώπων- να σηκωθεί και ν’ ατενίσει το μέλλον με μια πιο αισιόδοξη ματιά, αντλώντας από το ανεκμετάλλευτο μετάλλευμα της ψυχικής τους εσωτερικότητας δυναμικά στοιχεία αναπλήρωσης και υπεραναπλήρωσης της μειονεκτικότητάς τους. Ενίσχυσε την τόλμη να νικήσει την ατολμία, την ηττοπάθεια να νικήσει τον φόβο και την αντικοινωνική προ- διάθεση να την μεταβάλλει σε αγαπητική κοινωνικότητα.

Κατά τον Άντλερ όχι το γενετήσιο ένστικτο, αλλά το συναίσθημα της κατωτερότητας μαζί με την τάση για δύναμη, που προκαλείται από το πρώτο, δίνουν την κατεύθυνση στην ψυχική ζωή. Στο συναίσθημα της κατωτερότητας έχει την προέλευσή του και ο πολιτισμός ο οποίος είναι απο τέλεσμα της προσπάθειας να ανυψώσει ο αδύνατος σαν βιολογικό ον άνθρωπος τον εαυτό του.

Ο πολιτισμός του ανθρώπου είναι μια προσπάθεια από τα «κάτω» προς τα «άνω», από την κατωτερότητα προς την ανωτερότητα, από την αδυναμία προς τη δύναμη, από την ανασφάλεια προς την ασφάλεια.

Το ίδιο συμβαίνει και με την ατομική ζωή του κάθε ανθρώπου. Ο άνθρωπος γεννιέται σαν μειονεκτικό ον. Το συναίσθημα αυτό της μειονεκτικότητας επιτείνεται, όταν το άτομο έχει οργανικές ατέλειες ή όταν σαν νήπιο παραχαϊδεύεται ή καταπιέζεται από τους ενήλικους.

Εξαιτίας του αναπτυσσόμενου συναισθήματος κατωτερότητας δημιουργείται στην ψυχή του παιδιού ένα αίσθημα πίκρας και μια εσωτερική δυσανασχέτηση, αλλά συγχρόνως και μια πεισματική φιλοδοξία που το παρακινεί να επιδιώξει σκοπούς για να απαλλαγεί από το συναίσθημα της μικρότητας. Οι σκοποί αυτοί, όταν το συναίσθημα κατωτερότητας δεν είναι αρκετά ισχυρό, πραγματοποιούνται, και έτσι εξηγείται κατά τον Άντλερ η εμφάνιση των παιδιών-θαυμάτων, των επιτυχημένων και ταλαντούχων ατόμων, των μεγάλων ανδρών της ιστορίας κ.λ.π. Τα άτομα αυτά πέτυχαν την «αναπλήρωση» ή «υπεραναπλήρωσή» τους (Kompensation και Uberkompensation). Όταν όμως το συναίσθημα κατωτερότητας είναι αρκετά βαθύ και η αυτοπεποίθηση του ατό μου κλονισμένη, τότε ο μεγάλος σκοπός περιορίζεται στη φαντασία και οδηγεί στην ψύχωση ή στη νεύρωση.

Το γενετήσιο ένστικτο, που ο Φρόυντ έθεσε στο κέντρο της ψυχικής ζωής, για τον Άντλερ είναι ένα μόνο τμήμα, το οποίο μάλιστα δέχεται τις επιδράσεις του συναισθήματος της κατωτερότητας και της με αυτό συνδεδεμένης τάσης για υπεροχή. Κάτω απ’ αυτές τις επιδράσεις το ερωτικό ένστικτο διαστρέφεται και παίρνει διάφορες ανώμαλες μορφές.

Η Ψυχολογία του Άντλερ ονομάστηκε από τον ίδιο «Ατομική Ψυχολογία», γιατί δεν πλησιάζει όλους τους ανθρώπους με ένα άκαμπτο σχήμα, αλλά προσαρμόζει τις αρχές της στην ειδική περίπτωση κάθε ατόμου.

Εκείνος που δεν έχει δικές του επιθυμίες και ορμές, δεν έχει χαρακτήρα

Μια γενιά μετά τον Μπένθαμ, ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ (John Stuart Mill. 1806-1873) προσπάθησε να σώσει τον ωφελιμισμό, αναδιατυπώνοντάς τον έτσι ώστε να τον καταστήσει μια πιο ανθρώπινη, λιγότερο υπολογιστική θεωρία. Ο Μιλλ ήταν γιος του Τζέημς Μιλλ ενός φίλου και οπαδού του Μπένθαμ. Ο Τζέημς Μιλλ δίδαξε ο ίδιος τον γιο του κατ’ οίκον, και ο νεαρός Μιλλ έγινε ένα παιδί-θαύμα. Άρχισε να μαθαίνει αρχαία ελληνικά στην ηλικία των τριών και λατινικά στην ηλικία των οκτώ. Στα έντεκα, έγραψε μια ιστορία του ρωμαϊκού δικαίου. Όταν ήταν είκοσι, υπέστη νευρικό κλονισμό, που του προκάλεσε κατάθλιψη για αρκετά χρόνια. Λίγο μετά γνώρισε τη Χάριετ Τέηλορ (Harriet Taylor). Ήταν παντρεμένη την εποχή εκείνη, με δύο παιδιά, αλλά έγινε στενή φίλη με τον Μιλλ. Όταν πέθανε ο άντρας της μετά από είκοσι χρόνια, παντρεύτηκε τον Μιλλ. Ο Μιλλ αναγνώριζε την Τέηλορ ως τη μεγαλύτερη πνευματική του σύντροφο και συνεργάτιδα την εποχή που άρχισε να αναδιατυπώνει τη θεωρία του Μπένθαμ.

Το επιχείρημα υπέρ της ελευθερίας

Τα κείμενα του Μιλλ μπορούν να διαβαστούν ως μια επίπονη προσπάθεια εκ μέρους του να συμβιβάσει τα ατομικά δικαιώματα με την ωφελιμιστική φιλοσοφία που κληρονόμησε από τον πατέρα του και υιοθέτησε από τον Μπένθαμ. Το βιβλίο του On Liberty (1859) [Περί ελευθερίας] αποτελεί την κλασική υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας στον αγγλόφωνο κόσμο. Η κεντρική του αρχή είναι ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν, εφόσον δεν βλάπτουν τους άλλους. Η κυβέρνηση δεν δικαιούται να παρεμβαίνει στην ατομική ελευθερία για να προστατεύσει ένα πρόσωπο από τον εαυτό του, ή να επιβάλλει τις απόψεις της πλειοψηφίας για το πώς θα πρέπει να ζει κανείς. Κατά την άποψη του Μιλλ, οι μόνες πράξεις για τις οποίες ένα πρόσωπο είναι υπόλογο στην κοινωνία είναι εκείνες που επηρεάζουν άλλα άτομα. Εφόσον δεν βλάπτω κανέναν άλλο, η «ανεξαρτησία [μου] είναι δικαιωματικά απόλυτη. Όσον αφορά τον εαυτό του, το σώμα και τη διάνοιά του, το άτομο είναι κυρίαρχο».

Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η ασυμβίβαστη υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων χρειάζεται ένα ισχυρότερο θεμέλιο από την ωφελιμότητα. Γιατί σκεφτείτε το εξής. Ας υποθέσουμε ότι μια μεγάλη πλειονότητα απεχθάνεται μια μικρή θρησκεία και θέλει να την απαγορεύσει. Δεν είναι δυνατό, ή και πιθανό, ότι η απαγόρευση της θρησκείας θα επιφέρει τη μεγαλύτερη ευτυχία του μεγαλύτερου αριθμού; Είναι αλήθεια ότι η μειονότητα που υφίσταται την απαγόρευση θα νιώσει δυστυχία και καταπίεση. Αλλά, αν η πλειονότητα είναι αρκετά μεγάλη και μισεί με αρκετό πάθος τους αιρετικούς, η συλλογική της ευτυχία θα μπορούσε εύκολα να υπερσκελίσει τη δυστυχία τους. Αν αυτό το σενάριο είναι πιθανό, τότε φαίνεται ότι η ωφελιμότητα αποτελεί ένα επισφαλές, αναξιόπιστο θεμέλιο για τη θρησκευτική ελευθερία. Η αρχή της ελευθερίας του Μιλλ θα χρειαζόταν μάλλον μια σθεναρότερη ηθική βάση από την αρχή της ωφελιμότητας του Μπένθαμ.

0 Μιλλ διαφωνεί. Επιμένει ότι το επιχείρημα για την ατομική ελευθερία στηρίζεται εξολοκλήρου σε ωφελιμιστικά κριτήρια: «Καλό είναι να δηλώσω ότι παραιτούμαι κάθε πλεονεκτήματος, που θα μπορούσε να αντλήσει η επιχειρηματολογία μου από την αφηρημένη έννοια του ορθού ως πράγματος απαλλαγμένου ωφελιμότητας. Θεωρώ την ωφελιμότητα τελικό κριτήριο για όλα τα ηθικά ζητήματα· ωφελιμότητα, όμως, με την ευρύτερη έννοια, ωφελιμότητα η οποία βασίζεται στα σταθερά συμφέροντα του ανθρώπου ως εξελισσόμενου όντος».

Ο Μιλλ θεωρεί ότι πρέπει να μεγιστοποιούμε την ωφελιμότητα όχι κατά περίπτωση αλλά μακροπρόθεσμα. Και σε βάθος χρόνου, όπως υποστηρίζει, ο σεβασμός της ατομικής ελευθερίας θα οδηγήσει στη μεγαλύτερη ανθρώπινη ευτυχία. Το να επιτρέψουμε στην πλειοψηφία να κλείσει το στόμα όσων διαφωνούν ή να λογοκρίνει τους ελεύθερους στοχαστές μπορεί να μεγιστοποιήσει την ωφέλεια σήμερα, αλλά θα κάνει χειρότερη -λιγότερο ευτυχισμένη- την κοινωνία μακροπρόθεσμα.

Γιατί θα πρέπει να δεχθούμε ότι η προάσπιση της ατομικής ελευθερίας και του δικαιώματος στη διαφωνία θα προαγάγει μακροπρόθεσμα την ευημερία της κοινωνίας; 0 Μιλλ προτείνει διάφορους λόγους: η αποκλίνουσα άποψη μπορεί να αποδειχθεί αληθής, ή εν μέρει αληθής, και να διορθώσει έτσι την κυρίαρχη γνώμη. Ακόμη κι αν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, η έκθεση της κυρίαρχης γνώμης σε έναν έντονο ανταγωνισμό ιδεών θα την εμποδίσει να σκληρύνει και να γίνει δόγμα και προκατάληψη. Τέλος, μια κοινωνία που αναγκάζει τα μέλη της να ασπαστούν τα έθιμα και τις συμβάσεις της είναι πιθανόν ότι θα εγκλωβιστεί σε έναν ασφυκτικό κομφορμισμό, στερώντας την ίδια από την ενέργεια και τη ζωτικότητα που επιτρέπουν την κοινωνική ανόρθωση.

Οι εικασίες του Μιλλ για τις σωτήριες κοινωνικές συνέπειες της ελευθερίας είναι αρκετά εύλογες. Αλλά δεν προσφέρουν μια πειστική ηθική βάση για τα ατομικά δικαιώματα. για δύο τουλάχιστον λόγους: Πρώτον, ο σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων χάριν της προαγωγής της κοινωνικής προόδου αφήνει τα δικαιώματα έρμαια της συγκυρίας. Ας υποθέσουμε ότι βρίσκουμε μια κοινωνία που πετυχαίνει ένα είδος μακροπρόθεσμης ευτυχίας με δεσποτικά μέσα. Δεν θα έπρεπε τότε ο ωφελιμιστής να συμπεράνει ότι, σε μια τέτοια κοινωνία, τα ατομικά δικαιώματα δεν είναι ηθικά αναγκαία;

Δεύτερον, η θεμελίωση των ατομικών δικαιωμάτων σε ωφελιμιστικά κίνητρα δεν συλλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο η παραβίαση των δικαιωμάτων ενός ατόμου το αδικεί, ανεξάρτητα από τη συνέπεια της για τη γενική ευημερία. Αν μια πλειοψηφία διώκει τους πιστούς μιας μη δημοφιλούς πίστης, αυτό δεν αδικεί τους ίδιους, ως άτομα, ανεξάρτητα από τις όποιες κακές συνέπειες μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα μια τέτοια αδιαλλαξία για την κοινωνία συνολικά;

0 Μιλλ έχει μια απάντηση γι’ αυτές τις κριτικές, αλλά η απάντησή του τον οδηγεί πέρα από τα όρια της ωφελιμιστικής ηθικής. Το να αναγκάσουμε ένα πρόσωπο να ζει σύμφωνα με τα έθιμα ή τις κοινωνικές συμβάσεις ή την κυρίαρχη γνώμη είναι κακό, όπως εξηγεί ο Μιλλ, επειδή εμποδίζει το άτομο να επιτύχει τον ανώτερο σκοπό της ανθρώπινης ζωής, την πλήρη και ελεύθερη ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων του. Ο κομφορμισμός, σύμφωνα με την ανάλυση του Μιλλ, είναι ο εχθρός του καλύτερου τρόπου ζωής.

Οι ανθρώπινες δυνάμεις της αντίληψης, της κρίσης, της διάκρισης του ορθού, της νοητικής ενεργητικότητας, ακόμα και της ηθικής προτίμησης ασκούνται μόνο, όταν κάνουμε επιλογή. Εκείνος που κάνει τα πάντα, επειδή αυτό είναι το έθιμο, δεν κάνει καμιά επιλογή. Δεν εξασκείται να διακρίνει ή να επιθυμεί το καλύτερο. Οι διανοητικές δυνάμεις όπωςκαι οι μυϊκές δυνάμεις, βελτιώνονται μόνο όταν χρησιμοποιούνται… Αυτός που επιτρέπει στον κόσμο, ή στο τμήμα του κόσμου, στο οποίο ανήκει, να επιλέγει για λογαριασμό του το πρόγραμμα ζωής που θα εφαρμόσει, δεν χρειάζεται καμιά διανοητική δύναμη εκτός από εκείνη την πιθηκοειδή δύναμη της μίμησης. Αυτός που επιλέγει ο ίδιος το πρόγραμμά του, χρησιμοποιεί όλες τις διανοητικές του δυνάμεις.

Ο Μιλλ παραδέχεται ότι η συμμόρφωση με τις συμβάσεις μπορεί να οδηγήσει ένα πρόσωπο σε ένα ικανοποιητικό μονοπάτι ζωής και να το κρατήσει μακριά από κακοτοπιές. «Αλλά ποια θα είναι τότε η αξία του ως ανθρώπινου όντος;» ρωτάει. «Έχει πράγματι πολύ μεγάλη σημασία, όχι μόνο τι κάνουν οι άνθρωποι, αλλά και τι είδους άνθρωποι το κάνουν».

Εντέλει, λοιπόν, σημασία δεν έχουν μόνο οι πράξεις και οι συνέπειες. Σημασία έχει και ο χαρακτήρας. Για τον Μιλλ. η ατομικότητα είναι σημαντική όχι τόσο για την ευχαρίστηση που προκαλεί όσο και για τον χαρακτήρα που εκφράζει. «Εκείνος που δεν έχει δικές του επιθυμίες και ορμές, δεν έχει χαρακτήρα, όπως δεν έχει χαρακτήρα και μια ατμομηχανή».

Η εύγλωττη εξύμνηση της ατομικότητας είναι η πιο χαρακτηριστική συμβολή του δοκιμίου Περί ελευθερίας. Αλλά συνιστά και ένα είδος αίρεσης. Καθώς επικαλείται ηθικά ιδεώδη πέρα από την ωφέλεια -ιδανικά του χαρακτήρα και της ανθρώπινης ευδοκίμησης- δεν αποτελεί, στην πραγματικότητα, μια επεξεργασία της αρχής του Μπένθαμ αλλά μια απάρνησή της, παρά τους ισχυρισμούς του Μιλλ περί του αντιθέτου.

Ο Αριστοτέλης, η δικαιοσύνη, η ισότητα και οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια

Το ότι η βασιζόμενη στην αρετή φιλία είναι το ανώτερο είδος που υπερτερεί από τις σχέσεις της ωφέλειας ή της ευχαρίστησης μπορεί να επιβεβαιωθεί και από τον τρόπο που λειτουργεί ο κόλακας: «Φαίνεται ότι πάρα πολλοί άνθρωποι, εξαιτίας του ότι αγαπούν τις τιμές, θέλουν μάλλον να δέχονται παρά να προσφέρουν αγάπη· αυτός είναι και ο λόγος που πάρα πολλοί άνθρωποι αγαπούν τους κόλακες» (1159a 8, 16-17).

Η σχέση του κόλακα με τον κολακευόμενο, ως καθαρή σχέση εξουσίας, εμπεριέχει το αμοιβαίο συμφέρον, δηλαδή το όφελος, και των δύο πλευρών. Ο κόλακας είναι πρόθυμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του προσδοκώντας μελλοντικά οφέλη από τον άνθρωπο που κολακεύει. Γι’ αυτό και απευθύνεται πρωτίστως σε πρόσωπα κύρους κι εξουσίας. Το να κολακεύει κανείς κάποιον που είναι αδύνατο να του προσφέρει οτιδήποτε είναι πράξη απολύτως μάταιη, αφού καταλύεται το κίνητρο της κολακείας. Ο κόλακας είναι πριν από όλα υποκριτής: «ο κόλακας είναι ένας φίλος κατώτερος του άλλου, ή που προσποιείται ότι είναι κατώτερός του και ότι πιο πολύ επιθυμεί να προσφέρει παρά να δέχεται αγάπη» (1159a 8, 18-19).

Φυσικά η φράση «είναι ένας φίλος κατώτερος του άλλου…» δεν υποδηλώνει την αληθινή οπτική της γνήσιας φιλίας, αλλά τη φιλική στάση προς τη σύναψη των σχέσεων, δηλαδή το κατώτερο είδος της ωφελιμιστικής φιλίας, που στην ουσία δεν είναι φιλία. Από την άλλη, ο κολακευόμενος είναι η προσωπικότητα που θέλει να εισπράξει αγάπη, είτε με τη μορφή της αναγνώρισης είτε με τη μορφή της τιμής, έστω κι αν αυτό γίνεται υποκριτικά. Η ανάγκη για εξύψωση είναι τόσο ισχυρή, που από ένα σημείο και μετά η αλήθεια και το ψέμα στερούνται νοήματος.

Ο κολακευόμενος καθίσταται ευάλωτος από ένα ψυχικό κενό που σχετίζεται με την τόνωση του εαυτού. Κι αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την ευφυΐα (κι ο πιο ευφυής μπορεί να πέσει θύμα κολακείας), όσο με τη συναισθηματική είσπραξη της αποδοχής ή του επαίνου προκειμένου να τραφεί ένα υπερτροφικό εγώ, που έχει διαρκή ανάγκη για χειροκρότημα, ή μια προσωπική ανασφάλεια που μπορεί να έχει ρίζες στο απώτατο παρελθόν. Σε τελική ανάλυση, η ανάγκη για κολακεία γεννιέται από την έλλειψη της ισορροπίας που χρειάζεται κάτι επιπλέον για να αποκατασταθεί και που δεν αφορά τον ολοκληρωμένο άνθρωπο, γιατί αυτός βιώνει την ευτυχία νιώθοντας την αγάπη του εαυτού χωρίς υποκατάστατα.

Ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για είσπραξη αγάπης, που σχετίζεται με την τιμή, ακόμη κι αν αυτή προέρχεται από σύμπτωση: «το να δέχεται κανείς αγάπη θεωρείται ότι είναι παρόμοιο με το να απολαμβάνει τιμές, και αυτό είναι, ως γνωστόν, που επιδιώκουν για τον εαυτό τους πάρα πολλοί άνθρωποι. Στην πραγματικότητα όμως οι άνθρωποι αυτοί δεν επιδιώκουν την τιμή παρά μόνο κατά σύμπτωση» (1159a 8, 20-22). Κι ως σύμπτωση εκλαμβάνεται ο ανειλικρινής έπαινος του κόλακα, που ξέρει να εκμεταλλεύεται τέτοιου είδους καταστάσεις.

Θα έλεγε κανείς ότι οι σχέσεις κόλακα και κολακευόμενου είναι σχέσεις αμοιβαίας ανακούφισης, αφού ο ένας καλύπτει μια ψυχική του ανάγκη κι ο άλλος καρπώνεται οποιοδήποτε όφελος μπορεί να του προσφερθεί. Το ότι οι σχέσεις αυτού του είδους αποδεικνύονται εύθραυστες και πολλές φορές καταστροφικές (κυρίως για τον κολακευόμενο) καταδεικνύει την ευτέλειά τους, που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αδιέξοδα.

Η φιλία της κολακείας είναι η υποβάθμιση των σχέσεων σε κάτι τιποτένιο, αφού δεν έχει να προβάλει τίποτε άλλο πέρα από την κυνική εκδοχή του ωφελιμισμού (πρωτίστως από τη μεριά του κόλακα). Το αμέσως χειρότερο είναι οι φιλικές σχέσεις των συνενόχων, αφού είναι πρόθυμοι να προδώσουν ο ένας τον άλλο αν πρόκειται να γλυτώσουν ή για να αρπάξουν μεγαλύτερο μερίδιο.

Η διαφοροποίηση των επιφανειακών σχέσεων του συμφέροντος από τη γνήσια φιλία έγκειται στην έλλειψη της ανιδιοτελούς αγάπης. Η προσφορά του κόλακα έχει να κάνει με την τιμή και τον έπαινο που λειτουργεί χρησιμοθηρικά και που παρουσιάζεται σαν αγάπη, αλλά βέβαια δεν είναι. Οι γνήσιοι φίλοι εισπράττουν και ανταποδίδουν αγάπη με τρόπο που τους κάνει να νιώθουν σίγουροι ο ένας για τον άλλον. Ο έπαινος, η παρηγοριά, η προσφορά ενός δώρου, η συζήτηση ή οι κοινές διασκεδάσεις έχουν αξία μόνο όταν εμπεριέχουν την αγάπη που ενώνει τους ανθρώπους. Κι αυτό έχει σχέση με την αρετή.

Αν αυτό δεν υπάρχει, τότε όλες οι ενδείξεις αγάπης (έπαινος, παρηγοριά, δώρα κλπ) δεν έχουν καμία αξία, αφού μετατρέπονται σε πράξεις κούφιες περιεχομένου. Από αυτή την άποψη, ο ευάλωτος στην κολακεία είναι ο άνθρωπος που νιώθει στερημένος από αγάπη και την αναζητά στα υποκατάστατα που μπορεί να προσφέρει ένας κόλακας. Και δεν μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερο ψυχικό κενό από αυτό: «Αντίθετα, το να δέχεται κανείς αγάπη είναι κάτι που προκαλεί ευχαρίστηση καθαυτό· γι’ αυτό και το να δέχεται κανείς αγάπη θα μπορούσε ασφαλώς να θεωρηθεί ανώτερο από το να τιμάται, καθώς και ότι η φιλία είναι κάτι που το επιζητεί και το επιλέγει κανείς ως μια αξία καθαυτή» (1159a 8, 29-31).

Κι όχι μόνο αυτό: «Κατά την κοινή, πάντως, αντίληψη, η φιλία συνίσταται μάλλον στο να προσφέρει κανείς παρά στο να δέχεται αγάπη» (1159a 31-32). Κι αυτός είναι ο λόγος που η μητρότητα είναι η ύψιστη μορφή φιλίας: «Απόδειξη οι μητέρες, που αισθάνονται ευχαρίστηση προσφέροντας αγάπη». (1159a 8, 32-33). Το συμπέρασμα είναι προφανές: «Δεδομένου ότι η φιλία έχει να κάνει πιο πολύ με την προσφορά αγάπης και ότι επαινούνται αυτοί που αγαπούν τους φίλους τους, η προσφορά αγάπης μοιάζει να είναι η αρετή των φίλων. Αυτό θα πει ότι αυτοί στους οποίους αυτό γίνεται με κριτήριο την αξία είναι μόνιμοι φίλοι, μόνιμη και η φιλία τους» (1159a 8, 38-40 και 1159b 8, 1).

Η παράμετρος της αξίας που προστίθεται επισημαίνει την ισότητα ως κριτήριο καθορισμού της ομοιότητας των ανθρώπων. Η αξία, ως αναπόσπαστο κομμάτι της αρετής, επιβεβαιώνει ότι η φιλία απευθύνεται σε ανθρώπους που πριν απ’ όλα είναι ίσοι ως προς την ποιότητά τους, γεγονός που θα εξασφαλίσει και τη σύμπλευση των προτεραιοτήτων: «Η ισότητα και η ομοιότητα είναι φιλία, και κατά κύριο λόγο η ομοιότητα αυτών που είναι όμοιοι στην αρετή· γιατί, καθώς είναι σταθεροί και αμετάβλητοι καθεαυτούς, σταθερές και αμετάβλητες είναι και οι μεταξύ τους σχέσεις, και ούτε ζητούν ο ένας από τον άλλον ούτε προσφέρουν ο ένας στον άλλον κακές υπηρεσίες· ίσα ίσα θα λέγαμε ότι και τις αποτρέπουν· γιατί των καλών ανθρώπων γνώρισμα είναι ούτε οι ίδιοι να κάνουν σφάλματα ούτε τους φίλους τους να τους αφήνουν να κάνουν σφάλματα» (1159b 8, 2-8).

Για τον Αριστοτέλη η φιλία μεταξύ ανόμοιων, άνισων ανθρώπων δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην ωφέλεια: «Η φιλία που συνάπτεται για το όφελος θεωρείται πως είναι η κατεξοχήν φιλία που συνάπτεται μεταξύ αντιθέτων, επιπαραδείγματι ανάμεσα στο φτωχό και τον πλούσιο, ανάμεσα στο μορφωμένο και τον αμόρφωτο· ο λόγος είναι ότι ο κάθε άνθρωπος, θέλοντας να αποκτήσει αυτό που τυχαίνει να του λείπει, δίνει ως αντάλλαγμα κάτι άλλο» (1159b 8, 13-16).

Η αναφορά του πλούσιου και του φτωχού ως δείγμα ωφελιμιστικής φιλίας που αδυνατεί να βασίζεται στην αρετή, δεν πρέπει να εκληφθεί ως ταξική διαφοροποίηση προς υποτίμηση του φτωχού (όπως εξίσου δεν υπάρχει πρόθεση υποτίμησης του αμόρφωτου), αλλά ως ένδειξη διαφορετικών αξιών με την προϋπόθεση ότι τόσο ο πλούτος του πλούσιου όσο και η φτώχεια του φτωχού είναι συνυφασμένες με την αξία τους.

Με άλλα λόγια, αν σε μια αξιοκρατική κοινωνία ο καθένας έχει την περιουσία που πράγματι αξίζει, τότε είναι φυσικό μέσω αυτής να καθρεφτίζεται και η αξία του. Κι αυτή ακριβώς η διαφορά στην αξία καθιστά δύσκολη τη φιλία τους. Το πράγμα θα γίνει ακόμη πιο έντονο, αν το θέσει κανείς σε μια αναξιοκρατική κοινωνία, όπου ο πλούσιος είναι άδικα πλούσιος και ο φτωχός άδικα φτωχός. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ακόμη πιο δύσκολο να γίνουν φίλοι, αφού η αδικία έχει εκ των προτέρων δηλητηριάσει τις σχέσεις τους και η αληθινή φιλία οικοδομείται μόνο στη βάση της ισότητας που προϋποθέτει τη δικαιοσύνη: «Φαίνεται πάντως -όπως το είπαμε και στην αρχή της συζήτησής μας- ότι η φιλία και η δικαιοσύνη έχουν ως αντικείμενό τους τα ίδια πράγματα και σχετίζονται με τα ίδια πρόσωπα» (1159b 9, 28-29).

Και ο Αριστοτέλης θα γίνει σαφέστερος: «Σε κάθε, πράγματι, μορφή συνύπαρξης και συνάφειας ανθρώπων υπάρχει, κατά την κοινή αντίληψη, κάποια μορφή δικαίου, αλλά και φιλία. Ονομάζουν επιπαραδείγματι, οι άνθρωποι φίλους τους τους συνταξιδιώτες τους και τους συστρατιώτες τους, καθώς και όλους αυτούς με τους οποίους γενικά συνυπάρχουν και έρχονται σε κάποια άλλη τέτοια συνάφεια. Κι όσο κρατάει η συνύπαρξη και η συνάφειά τους, τόσο κρατάει και η φιλία τους· γιατί τόσο κρατάει ανάμεσά τους και η δικαιοσύνη» (1159b 9, 30-34).

Οι σχέσεις που οικοδομούνται είναι αλληλένδετες με τη δικαιοσύνη και όσο περισσότερο συσφίγγονται, τόσο μεγαλύτερες οι σχέσεις δικαίου που διαμορφώνονται. Από αυτή την άποψη, οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια είναι (ή τουλάχιστον πρέπει να είναι) σχέσεις υψίστης δικαιοσύνης, αφού διαφορετικά θα καταλυθεί η φιλία που πρέπει να τις διέπει: «η δικαιοσύνη παρουσιάζεται με ποικιλία μορφών. Από την άποψη, πράγματι, αυτή οι σχέσεις των γονιών με τα παιδιά τους και οι σχέσεις των αδερφών μεταξύ τους δεν είναι ίδιες, όπως δεν είναι ίδιες και οι σχέσεις των συντρόφων και των πολιτών μεταξύ τους – το ίδιο ισχύει και στις άλλες μορφές φιλίας» (1160a 9, 1-4).

Αυτός είναι και ο λόγος που η αδικία θεωρείται ακόμη μεγαλύτερη, αν στρέφεται σε κοντινά πρόσωπα με τα οποία έπρεπε να υπάρχουν σχέσεις δικαίου. Για την ακρίβεια, όσο πιο κοντινό είναι το πρόσωπο που αδικεί κανείς, τόσο πιο επονείδιστο θεωρείται και το αδίκημα: «Παράδειγμα: είναι φοβερότερο να κλέψει κανείς ένα σύντροφο παρά ένα συμπολίτη· είναι φοβερότερο να μη βοηθήσει τον αδερφό του παρά έναν ξένο· είναι φοβερότερο να χτυπήσει τον πατέρα του παρά οποιονδήποτε άλλον» (1160a 9, 6-8).

Το συμπέρασμα τίθεται και πάλι ξεκάθαρα: «Η φύση έτσι το όρισε, ώστε μαζί με τη φιλία να αυξάνει και το δίκαιο· ο λόγος είναι ότι η φιλία και το δίκαιο υπάρχουν μεταξύ των ίδιων ανθρώπων και απλώνονται σε κάθε έκταση» (1160a 9, 8-10). Η δικαιοσύνη και η με βάση την αξία ισότητα τίθενται ως βασικότερες παράμετροι της σταθερής φιλίας. Αν ανατραπούν, τότε η συνέχιση της φιλίας κρίνεται επίφοβη.

Από κει και πέρα αυτό που πρέπει να διερευνηθεί είναι οι σχέσεις που συνάπτονται μέσα στην οικογένεια και για τον Αριστοτέλη οι δεσμοί των γονιών προς τα παιδιά είναι ισχυρότεροι από των παιδιών προς τους γονείς: «Οι γονείς είναι σε μεγαλύτερο βαθμό βέβαιοι ότι τα παιδιά προήλθαν από τους ίδιους από ό,τι είναι βέβαια τα παιδιά ότι προήλθαν από αυτούς, και ο δεσμός του γεννήτορα προς το παιδί του είναι ισχυρότερος από το δεσμό του παιδιού με το γεννήτορά του» (1161b 12, 22-25).

Η μεγαλύτερη αγάπη των γονιών προς τα παιδιά επιβεβαιώνεται και από το χρόνο: «Έπειτα υπάρχει και η διάσταση του χρόνου: οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους αμέσως μόλις αυτά γεννηθούν, ενώ τα παιδιά αγαπούν τους γονείς τους αφού περάσει κάποιος χρόνος και αρχίσουν πια να καταλαβαίνουν ή να αισθάνονται. Από όλα αυτά γίνεται φανερό και γιατί οι μητέρες αγαπούν περισσότερο» (1161b 12, 27-31).

Το κατά πόσο η σχέση της αγάπης των γονιών προς τα παιδιά οφείλεται στη βεβαιότητα ότι προήλθαν από αυτούς ή ότι οι μητέρες τα αγαπούν περισσότερο (προφανώς γιατί η κυοφορία τις δίνει μεγαλύτερο χρόνο επαφής μαζί τους) επιδέχεται κριτικής και μπορεί να εγείρει αντιρρήσεις. Εξάλλου, και το ζήτημα της αντίληψης των παιδιών που, επειδή έρχεται με καθυστέρηση, τα κάνει να υστερούν σε αγάπη έναντι των γονιών τους, δε φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τις σύγχρονες έρευνες που θεωρούν ότι ακόμη και κατά την κύηση το παιδί εισπράττει μηνύματα του περιβάλλοντος.

Το ζήτημα, όμως, εδώ δεν είναι να ασκηθεί κριτική, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο (έως παράλογο). Δεν μπορεί να προβαίνει κανείς σε τέτοιου είδους παρατηρήσεις από την ασφαλή απόσταση των δυόμισι χιλιάδων ετών, προκειμένου να καταδείξει το εσφαλμένο σε ένα τόσο εξειδικευμένο πεδίο, που μέχρι και σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί. Το ζήτημα είναι η ευρύτερη απόδοση της αριστοτελικής οπτικής για την οικογένεια, που βασίζεται πρωτίστως στο γεγονός της γέννησης, δηλαδή της αντίληψης ότι οι σχέσεις είναι ιερές γιατί πρόκειται για την ίδια σάρκα: «Οι γονείς λοιπόν αγαπούν τα παιδιά τους σαν αυτά να είναι ο εαυτός τους (τα παιδιά τους είναι σαν ένας άλλος εαυτός τους, έτσι που είναι χωριστή η ύπαρξή τους), ενώ τα παιδιά αγαπούν τους γονείς τους επειδή γεννήθηκαν από αυτούς» (1161b 12, 31-34).

Αυτός είναι και ο λόγος των ισχυρών σχέσεων του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος: «Και είναι φανερό ότι αυτό, πράγματι, κάνουν οι άνθρωποι: στους γάμους καλούν τους συγγενείς τους, γιατί αυτοί έχουν κοινή καταγωγή, και, φυσικά, κοινές είναι και όλες οι σχετικές με αυτήν πράξεις και ενέργειες· αλλά και στις κηδείες θεωρούν ότι κατά κύριο λόγο πρέπει να συναντούν τους συγγενείς τους – για τον ίδιο λόγο» (1165a 2, 20-24).

Η εστίαση όμως στις σαρκικές σχέσεις που δομούνται δημιουργεί προβληματική, όταν τίθεται το ζήτημα της ισότητας που οφείλει να διαμορφώνει τις σχέσεις φιλίας. Η ισότητα στην περίπτωση του γεννήτορα με το τέκνο, που (όπως σε κάθε περίπτωση) είναι συνυφασμένη με την αξία (αλλιώς δεν είναι ισότητα, αλλά ισοπέδωση), δίνει ξεκάθαρο προβάδισμα στο γονιό, αφού εκείνος, ως γεννήτορας, είναι ο ύψιστος ευεργέτης του παιδιού του.

Από αυτή την άποψη, το παιδί οφείλει να υπακούει εφ’ όρου ζωής το γονιό, καθώς οποιαδήποτε αντίρρηση θα ήταν εκδήλωση αχαριστίας προς κάτι ανώτερο: «Η φιλία των παιδιών προς τους γονείς, και των ανθρώπων προς τους θεούς, είναι φιλία προς κάτι καλό και ανώτερο· οι γονείς, πράγματι, τους έχουν κάνει πολύ μεγάλες ευεργεσίες, αφού αυτοί τους έδωσαν τη ζωή, την τροφή και, στη συνέχεια, την ανατροφή τους» (1162a 12, 5-9).

Ο παραλληλισμός της φιλίας των ανθρώπων προς τους θεούς και των παιδιών προς τους γονείς, όσο κι αν είναι συμβολικός ή κατά σύμβαση δεν μπορεί να αποκρύψει την αντίληψη της αιώνιας υποχρέωσης από την πλευρά του παιδιού ή της πίστης ότι για το παιδί οι γονείς είναι οι θεοί του, προς τους οποίους ό,τι κι αν κάνει είναι αδύνατο να ανταποδώσει την ευεργεσία που δέχτηκε. Εξάλλου, κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο: «γιατί η φιλία είναι να κάνει κανείς αυτό που μπορεί, όχι αυτό που αντιστοιχεί στην αξία της προσφορά που δέχτηκε – κάτι που, άλλωστε, δεν είναι καν δυνατό σε όλες τις περιπτώσεις, όπως επιπαραδείγματι στις περιπτώσεις των τιμών προς τους θεούς και προς τους γονείς· κανείς, αλήθεια, δε θα μπορούσε ποτέ να τους ανταποδώσει αυτό που πραγματικά τους οφείλει, αυτός όμως που τους υπηρετεί και τους τιμά στο βαθμό που μπορεί λογαριάζεται καλός άνθρωπος» (1163b 14, 18-22).

Μια τέτοια αντίληψη οδηγεί στο τελικό συμπέρασμα της αιώνιας υπακοής και της πεποίθησης του γονικού αλάθητου, αφού ο θεός είναι αδύνατο να κάνει λάθος. Από αυτή την άποψη, η ισότητα δε θα επέλθει ποτέ. Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Αυτός λέω πως είναι ο λόγος που θεωρείται ότι ο γιος δεν μπορεί να αποκηρύξει και να εγκαταλείψει τον πατέρα του, ενώ ο πατέρας το γιο του μπορεί· γιατί, όντας χρεώστης, ο γιος πρέπει να ξεπληρώσει το χρέος του, και ό,τι κι αν έχει κάνει, δεν έκανε τίποτε ισάξιο προς αυτά που πρώτος τού πρόσφερε ο πατέρας του, και έτσι ο γιος μένει πάντοτε χρεώστης. Αυτοί, πάντως, στους οποίους οφείλεται κάτι έχουν το ελεύθερο να χαρίσουν το χρέος, άρα και ο πατέρας» (1163b 14, 22-26).

Το ότι ο πατέρας έχει το ελεύθερο να χαρίσει το χρέος δε μετριάζει την κατάσταση, αφού άμα δε θέλει δεν το χαρίζει: «Την ίδια όμως στιγμή ισχύει και τούτο, ότι κανένας πατέρας δε θα ξέκοβε ποτέ τελείως από το γιο του, εκτός κι αν αυτός έφτανε στην έσχατη κακία» (1163b 14, 26-28). Η περίπτωση του πατέρα να φθάνει στην έσχατη κακία δε φαίνεται πιθανή. Μόνο ο γιος είναι ικανός για κάτι τέτοιο: «Ο γιος όμως, αν είναι κακός, κοιτάζει πώς να αποφύγει τη βοήθεια και τη συμπαράσταση ή πώς να μη δείξει κανένα ιδιαίτερο ζήλο γι’ αυτό· γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δέχονται ευεργεσίες, αποφεύγουν όμως να κάνουν οι ίδιοι ευεργεσίες, επειδή το θεωρούν ασύμφορο» (1163b 14, 29-32).

Όμως, ακόμη και στην περίπτωση ενός τέτοιου αχάριστου γιου δεν μπορεί παρά να καθρεφτίζεται η ανεπάρκεια των ανθρώπων που τον γαλούχησαν, καθώς δεν μπόρεσαν να του περάσουν τις αξίες της αρετής. Σε τελική ανάλυση, υπεύθυνος για την ανατροφή του παιδιού είναι πρωτίστως ο γονιός. Από αυτή την άποψη, βρίσκεται μπροστά στα δικά του λάθη.

Κι εδώ βέβαια, δεν υπάρχει η πρόθεση να καταδειχθεί το ακαταλόγιστο του παιδιού που δικαιούται να κάνει ό,τι θέλει. Κάτι τέτοιο θα ήταν υπερβολή προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό που τίθεται εδώ είναι η αποκατάσταση των ισορροπιών και οι σχέσεις ισότητας που πρέπει να υπάρχουν, όταν πια το παιδί περάσει την ενηλικίωση. Η αντίληψη του αιώνιου χρέους είναι μορφή λανθάνουσας (κι όμως τόσο φανερής) εξουσίας που δηλητηριάζει τις σχέσεις οδηγώντας στο ανελεύθερο. Ο Αριστοτέλης στο σημείο αυτό δεν ξεπερνά το πλαίσιο της εποχής του.

Για τις σχέσεις του άντρα με τη γυναίκα οι θέσεις του Αριστοτέλη είναι σταθερές: «Η φιλία ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα φαίνεται ότι υπάρχει εκ φύσεως· γιατί ο άνθρωπος κλίνει από τη φύση του πιο πολύ στο να ζει ζευγαρωμένος παρά στο να ζει μαζί με άλλους σε πόλη, ακριβώς όπως η οικογένεια είναι κάτι που προηγείται από την πόλη, κάτι που έχει περισσότερο από ό,τι εκείνη το χαρακτήρα της ανάγκης, και η επιθυμία για τεκνοποίηση είναι πιο κοινή σε όλα τα ζώα. Ενώ όμως στα άλλα ζώα η συνύπαρξη και η συνάφεια φτάνει ως αυτό μόνο το σημείο, οι άνθρωποι συνοικούν όχι μόνο για την τεκνοποίηση, αλλά και για όλες τις άλλες ανάγκες της ζωής» (1162a 12, 19-25).

Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο η τεκνοποίηση που ωθεί το ζευγάρι στη συμβίωση, αλλά η ίδια η ζωή και η φύση του ανθρώπου. Δεν υπάρχει ολοκλήρωση σε ατομικό επίπεδο έξω από το πλαίσιο της συνύπαρξης. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον και τα φύλα ορίζεται από τη φύση να συνυπάρχουν. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι η ύπαρξη παιδιών λειτουργεί ενωτικά στο ζευγάρι: «Τα παιδιά θεωρούνται ένας σύνδεσμος· αυτός είναι ο λόγος που τα άτεκνα ζευγάρια χωρίζουν γρηγορότερα· γιατί τα παιδιά είναι ένα αγαθό κοινό και για τους δύο, και το κοινό είναι κάτι που ενώνει» (1162a 12, 31-34).

Πέραν τούτου, οι ρόλοι των φύλων είναι σαφείς και διαχωρισμένοι. Η γυναίκα οφείλει να υπακούει στον άνδρα στο πλαίσιο μιας άτυπης αριστοκρατικού τύπου οργάνωσης της οικογένειας. Η δεσποτική εξουσία δεν αρμόζει στη γυναίκα. Κάτι τέτοιο αφορά τους δούλους: «άλλοι οι ρόλοι του άντρα κι άλλοι της γυναίκας· βοηθούν λοιπόν ο ένας τον άλλον με το να καταθέτουν στην κοινή υπόθεση ο καθένας το δικό του μερτικό. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους όλοι θεωρούμε ότι σ’ αυτή τη φιλία υπάρχει και το όφελος και η ευχαρίστηση. Μπορεί όμως η φιλία αυτή να βασίζεται και στην αρετή, στην περίπτωση που και τα δύο μέλη του ζευγαριού είναι ενάρετοι άνθρωποι· γιατί ο καθένας τους έχει τη δική του αρετή, και αυτό είναι κάτι για το οποίο μπορούν να χαίρονται ο ένας τον άλλον» (1162a 12, 26-31).

Ο Αριστοτέλης υιοθετεί πλήρως το πνεύμα της εποχής του αποδίδοντας στην οικογένεια αυστηρά πατριαρχική δομή. Τόσο η γυναίκα, όσο και τα παιδιά οφείλουν υπακοή στον άντρα, που εν τέλει θα πάρει όλες τις αποφάσεις. Τις απόψεις αυτές τις αναλύει διεξοδικότερα στο πρώτο βιβλίο από τα «Πολιτικά» του.

Όσο για τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα αδέρφια, προσομοιάζουν περισσότερο στη συντροφικότητα: «Στην αδελφική, πάλι, φιλία, υπάρχουν τα χαρακτηριστικά που υπάρχουν στη φιλία των συντρόφων· τα χαρακτηριστικά μάλιστα αυτά υπάρχουν στην αδελφική φιλία σε μεγαλύτερο βαθμό όταν τα αδέλφια είναι καλοί άνθρωποι και, γενικά, όταν μοιάζουν μεταξύ τους, αφού τα αδέρφια είναι στενότερα δεμένα μεταξύ τους και αγαπούν ο ένας τον άλλον κιόλας από τη γέννησή τους, και, ακόμη, αφού τα άτομα που γεννήθηκαν από τους ίδιους ανθρώπους, που μεγάλωσαν μαζί και πήραν την ίδια ανατροφή παρουσιάζουν μεταξύ τους μεγαλύτερη ομοιότητα στο χαρακτήρα. Αλλά και η δοκιμασία του χρόνου είναι στην περίπτωσή τους μεγαλύτερης διάρκειας και ασφαλέστερη» (1162a 12, 11-17).

Ολοκληρώνοντας την εικόνα των οικογενειακών σχέσεων ο Αριστοτέλης θα κάνει μια αναφορά και στους υπόλοιπους συγγενείς: «Όσο για τα ξαδέρφια και για τους άλλους συγγενείς, τους δένει τον έναν με τον άλλον ο ίδιος δεσμός που δένει και τα αδέρφια: ο δεσμός που ξεκινάει από την ίδια καταγωγή. Βρίσκονται, πάντως, πιο κοντά ή πιο μακριά ο ένας από τον άλλον ανάλογα με το πόσο κοντινός ή πόσο μακρινός είναι ο κοινός αρχηγός της γενιάς τους» (1162a 12 2-5).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΞΕΝ Απομν 4.2.25–4.2.29

Η αξία της αυτογνωσίας

Ο Σωκράτης ελέγχει και επιχειρεί να οδηγήσει στην αυτογνωσία τον Ευθύδημο, έναν φιλόδοξο αλλά δοκησίσοφο νέο. Ακολουθεί μικρό απόσπασμα από τον εκτενή διάλογό τους.


[4.2.25] Πότερα δέ σοι δοκεῖ
γιγνώσκειν ἑαυτόν, ὅστις τοὔνομα τὸ ἑαυτοῦ μόνον οἶδεν, ἢ
ὅστις, ὥσπερ οἱ τοὺς ἵππους ὠνούμενοι οὐ πρότερον οἴονται
γιγνώσκειν ὃν ἂν βούλωνται γνῶναι, πρὶν ἂν ἐπισκέψωνται
πότερον εὐπειθής ἐστιν ἢ δυσπειθής, καὶ πότερον ἰσχυρὸς ἢ
ἀσθενής, καὶ πότερον ταχὺς ἢ βραδύς, καὶ τἆλλα τὰ πρὸς
τὴν τοῦ ἵππου χρείαν ἐπιτήδειά τε καὶ ἀνεπιτήδεια ὅπως
ἔχει, οὕτως ἑαυτὸν ἐπισκεψάμενος, ὁποῖός ἐστι πρὸς τὴν
ἀνθρωπίνην χρείαν, ἔγνωκε τὴν αὑτοῦ δύναμιν; Οὕτως
ἔμοιγε δοκεῖ, ἔφη, ὁ μὴ εἰδὼς τὴν αὑτοῦ δύναμιν ἀγνοεῖν
ἑαυτόν. [4.2.26] Ἐκεῖνο δὲ οὐ φανερόν, ἔφη, ὅτι διὰ μὲν τὸ εἰδέναι
ἑαυτοὺς πλεῖστα ἀγαθὰ πάσχουσιν ἄνθρωποι, διὰ δὲ τὸ
ἐψεῦσθαι ἑαυτῶν πλεῖστα κακά; οἱ μὲν γὰρ εἰδότες ἑαυτοὺς
τά τε ἐπιτήδεια ἑαυτοῖς ἴσασι καὶ διαγιγνώσκουσιν ἅ τε
δύνανται καὶ ἃ μή· καὶ ἃ μὲν ἐπίστανται πράττοντες πορί-
ζονταί τε ὧν δέονται καὶ εὖ πράττουσιν, ὧν δὲ μὴ ἐπίστανται
ἀπεχόμενοι ἀναμάρτητοι γίγνονται καὶ διαφεύγουσι τὸ κακῶς
πράττειν· διὰ τοῦτο δὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους δυνάμενοι
δοκιμάζειν καὶ διὰ τῆς τῶν ἄλλων χρείας τά τε ἀγαθὰ πορί-
ζονται καὶ τὰ κακὰ φυλάττονται. [4.2.27] οἱ δὲ μὴ εἰδότες, ἀλλὰ
διεψευσμένοι τῆς ἑαυτῶν δυνάμεως, πρός τε τοὺς ἄλλους
ἀνθρώπους καὶ τἆλλα ἀνθρώπινα πράγματα ὁμοίως διάκεινται,
καὶ οὔτε ὧν δέονται ἴσασιν οὔτε ὅ τι πράττουσιν οὔτε οἷς
χρῶνται, ἀλλὰ πάντων τούτων διαμαρτάνοντες τῶν τε ἀγαθῶν
ἀποτυγχάνουσι καὶ τοῖς κακοῖς περιπίπτουσι. [4.2.28] καὶ οἱ μὲν
εἰδότες ὅ τι ποιοῦσιν, ἐπιτυγχάνοντες ὧν πράττουσιν, εὔδοξοί
τε καὶ τίμιοι γίγνονται· καὶ οἵ τε ὅμοιοι τούτοις ἡδέως
χρῶνται, οἵ τε ἀποτυγχάνοντες τῶν πραγμάτων ἐπιθυμοῦσι
τούτους ὑπὲρ αὑτῶν βουλεύεσθαι, καὶ προΐστασθαί γε αὑτῶν
τούτους, καὶ τὰς ἐλπίδας τῶν ἀγαθῶν ἐν τούτοις ἔχουσι, καὶ
διὰ πάντα ταῦτα πάντων μάλιστα τούτους ἀγαπῶσιν. [4.2.29] οἱ δὲ
μὴ εἰδότες ὅ τι ποιοῦσι, κακῶς τε αἱρούμενοι καὶ οἷς ἂν
ἐπιχειρήσωσιν ἀποτυγχάνοντες, οὐ μόνον ἐν αὐτοῖς τούτοις
ζημιοῦνταί τε καὶ κολάζονται, ἀλλὰ καὶ ἀδοξοῦσι διὰ ταῦτα
καὶ καταγέλαστοι γίγνονται καὶ καταφρονούμενοι καὶ ἀτιμα-
ζόμενοι ζῶσιν. ὁρᾷς δὲ καὶ τῶν πόλεων ὅτι ὅσαι ἂν ἀγνοή-
σασαι τὴν ἑαυτῶν δύναμιν κρείττοσι πολεμήσωσιν, αἱ μὲν
ἀνάστατοι γίγνονται, αἱ δ’ ἐξ ἐλευθέρων δοῦλαι.

***
Ποίον δε από τα δύο φρονείς, ότι γνωρίζει τον εαυτόν του εκείνος που μόνον το όνομά του γνωρίζει, ή εκείνος, ο οποίος, καθώς αυτοί που αγοράζουν άλογα δεν νομίζουν, ότι ηξεύρουν το άλογον, το οποίον θέλουν να ηξεύρουν, πριν το εξετάσουν, ποίον από τα δύο, πείθεται εύκολα ή δεν πείθεται, και ποίον από τα δύο, είναι δυνατόν ή άρρωστον, και ποίον από τα δύο, είναι γρήγορον ή αργόν, και πώς είναι κατά τας άλλας ιδιότητας τας καταλλήλους ή ακαταλλήλους διά την χρησιμοποίησιν του αλόγου, τοιουτοτρόπως εξετάσας τον εαυτόν του, δηλ. τι είδους είναι ως προς την χρήσιν του υπό των ανθρώπων, τότε γνωρίζει την αξίαν του; ― Έτσι, είπεν, εγώ τω όντι φρονώ, ότι δηλαδή εκείνος που δεν ηξεύρει την αξίαν του, δεν ηξεύρει τον εαυτόν του. ― Το εξής δε δεν είναι αναμφισβήτητον, είπεν, ότι οι άνθρωποι, αφ' ενός μεν επειδή ηξεύρουν τον εαυτόν τους πάρα πολλά καλά επιτυγχάνουν, επειδή δε αφ' ετέρου δεν έχουν γνώσιν του εαυτού των, παθαίνουν πάρα πολλά κακά; Διότι εκείνοι μεν που ηξεύρουν τον εαυτόν των, και τα συμφέροντα εις τον εαυτόν των ηξεύρουν και διακρίνουν και όσα ημπορούν και όσα δεν ημπορούν να εκτελέσουν· και επειδή μεν κάμνουν όσα ηξεύρουν, και εξοικονομούν όσα τους χρειάζονται και ευτυχούν, επειδή δε απέχουν από όσα δεν τα ηξεύρουν, και σφάλματα δεν κάμνουν και αποφεύγουν την δυστυχίαν· δι' αυτό δε επειδή ημπορούν να δοκιμάζουν και τους άλλους ανθρώπους διά της χρησιμοποιήσεως των άλλων και τα ωφέλιμα πορίζονται και από τα βλαβερά προφυλάσσονται. Εκείνοι, δε που δεν ηξεύρουν τον εαυτόν τους, αλλ' είναι απατημένοι ως προς την ατομικήν των αξίαν, και διά τους άλλους ανθρώπους και διά τα άλλα ανθρώπινα πράγματα ομοίως απατώνται, και ούτε όσα τους χρειάζονται τα ηξεύρουν, ούτε τι κάμνουν, ούτε ποία πράγματα χρησιμοποιούν, αλλ' επειδή κάμνουν σφάλματα εις όλα αυτά και εις τα ωφέλιμα αποτυγχάνουν και εις τα κακά περιπίπτουν. Και εκείνοι μεν, που ηξεύρουν τι κάμνουν, επειδή επιτυγχάνουν εις αυτά που κάμνουν, και καλήν υπόληψιν και τιμήν αποκτούν· και οι όμοιοί των ευχαρίστως τους χρησιμοποιούν και εκείνοι που αποτυγχάνουν εις τας υποθέσεις των, επιθυμούν να σκέπτωνται ούτοι διά το ιδικόν των συμφέρον, και μάλιστα ούτοι να τους διευθύνουν, και απ' αυτούς κρεμούν τας ελπίδας της ευτυχίας των και δι' αυτό τους αγαπούν περισσότερον από όλους. Εκείνοι δε, που δεν ηξεύρουν τι πράττουν και κάμνουν κακήν εκλογήν έργων και αποτυγχάνουν εις ό,τι και αν επιχειρήσουν, όχι μόνον ζημιώνονται και τιμωρούνται εις τα έργα των αλλ' αποκτούν και κακήν υπόληψιν και γίνονται καταγέλαστοι και ζουν περιφρονούμενοι και χωρίς τιμήν. Βλέπεις δε, ότι και από τας πόλεις, όσαι, αγνοούσαι την δύναμίν των, πολεμήσουν με ισχυροτέρους απ' αυτάς, άλλαι μεν καταστρέφονται εκ θεμελίων, άλλαι δε γίνονται από ελεύθεραι δούλαι.

Πέμπτη 27 Απριλίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 8. ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

ΠΑΡΑΤΑΚΤΙΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ


§8.1. Η πρώτη μορφή σύνταξης του προφορικού λόγου των αρχαίων κοινωνιών ήταν η δημιουργία σύντομων και ισοδύναμων προτάσεων που παρατάσσονταν η μια μετά την άλλη. Στη μορφή αυτή ο λόγος παρέθετε ουσιαστικά τα νοήματα ισότιμα, παρόλο που στη λογική ακολουθία που δημιουργούνταν προφανώς κάποια νοήματα κατείχαν δευτερεύουσα θέση σε σχέση με άλλα. Στην εξελικτική πορεία της δομής του λόγου αυτή η νοηματική υπόταξη των νοημάτων καταρχήν εκφράστηκε με τα απαρέμφατα και τις μετοχές και μετά δημιούργησε στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες το πλήθος των δευτερευουσών προτάσεων. Η κατά παράταξη, όμως, σύνταξη εξακολουθεί να είναι ένας δημοφιλής τρόπος δόμησης του λόγου κατά την κλασική περίοδο, ο οποίος προσδίδει ιδιαίτερη ζωντάνια στον λόγο. Όπως είναι γνωστό, επίσης, ήταν ο κατεξοχήν τρόπος με τον οποίο δομήθηκε ο λόγος των ομηρικών επών, γεγονός που υποδηλώνει την αρχαϊκότητα και την προφορικότητα αυτής της ποίησης. Στο παράδειγμα που ακολουθεί από την Ιλιάδα φαίνεται η ισοδυναμία των πράξεων κατά τη χρονική ακολουθία τους:

ΟΜ Ιλ 17.50 δούπησεν δὲ πεσών, ἀράβησε δὲ τεύχε᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ. αἵματί οἱ δεύοντο κόμαι || και έπεσε κάτω με κρότο, και από πάνω του βρόντηξαν τα όπλα. Και τα μαλλιά του μούσκεψαν με αίμα.

Τρόποι εκφοράς της κατά παράταξη σύνταξης

§8.2. Στην κατά παράταξη σύνταξη ανάμεσα σε όμοιες προτάσεις (κύριες ή δευτερεύουσες) έχουμε δύο τρόπους εκφοράς (α) το ασύνδετο σχήμα και (β) τη σύνδεση με παρατακτικούς συνδέσμους (οι οποίοι ήταν αρχικά απλά μόρια).

§8.3. Το ασύνδετο σχήμα μπορεί να εξυπηρετεί είτε μια απλή παράθεση γεγονότων είτε είναι ένα προμελετημένο υφολογικό στοιχείο που προσδίδει ζωηρότητα στον λόγο. Οι προτάσεις, που παρατίθενται, χωρίζονται με κόμματα:

ΛΥΣ 12.100 παύσομαι κατηγορῶν. ἀκηκόατε, ἑωράκατε, πεπόνθατε, ἔχετε·δικάζετε || θα τελειώσω το κατηγορητήριο. Έχετε ακούσει, έχετε δει, έχετε υποφέρει, τους έχετε: βγάλτε απόφαση.

ΞΕΝ Ελλ 2.4.33 καὶ οἱ μὲν ψιλοὶ εὐθὺς ἐκδραμόντες ἠκόντιζον, ἔβαλλον, ἐτόξευον, ἐσφενδόνων· και οι ελαφρά οπλισμένοι αφού όρμησαν αμέσως άρχισαν να βάλουν με ακόντια, να ρίχνουν πέτρες, να τοξεύουν, να βάλουν με σφενδόνες.

Είναι φανερό από τα παραδείγματα ότι ο Ξενοφώντας ακολουθεί με το ασύνδετο σχήμα τη ροή των πολεμικών πράξεων τις οποίες παραθέτει, ενώ ο Λυσίας προσπαθεί να εντυπώσει στη συνείδηση των ακροατών του τη δύναμη των επιχειρημάτων του και να τους ωθήσει στη λήψη της επιθυμητής απόφασης.

§8.4. Σύνδεση με παρατακτικούς συνδέσμους. Η χρήση των παρατακτικών συνδέσμων δημιουργεί στην ουσία ένα πολυσύνδετο σχήμα, το οποίο υποδηλώνει μια συγκεκριμένη νοηματική σχέση των συνδεόμενων μερών (συμπλοκή, διάζευξη, αντίθεση, συμπέρασμα και αιτιώδης σχέση). Επιπλέον, τα συνδεόμενα μέρη δεν χάνουν τη νοηματική αυτοτέλειά τους που αν συνέβαινε, θα τα είχε "υποβιβάσει" σε δευτερεύουσες προτάσεις:

ΙΣΟΚΡ 1.24 βραδέως μὲν φίλος γίγνου, γενόμενος δὲ πειρῶ διαμένειν || να γίνεσαι με αργούς ρυθμούς φίλος, όταν όμως γίνεις προσπάθησε να διατηρείς τη φιλία.

ΞΕΝ Ελλ 2.1.2 πυθόμενος δὲ τὸ σύνθημα ὁ Ἐτεόνικος, ἀπόρως μὲν εἶχε τί χρῷτο τῷ πράγματι διὰ τὸ πλῆθος τῶν καλαμηφόρων· τό τε γὰρ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς ἐπιχειρῆσαι σφαλερὸν ἐδόκει εἶναι || ο Ετεόνικος, όμως, όταν έμαθε το σύνθημα, βρισκόταν σε αμηχανία πώς να χειριστεί το ζήτημα εξ αιτίας του πλήθους των καλαμηφόρων. Γιατί έκρινε ότι ήταν επικίνδυνο να επιτεθεί εναντίον τους φανερά.

Στο πρώτο παράδειγμα διατυπώνεται μια αντίθεση μολονότι οι προτάσεις διατηρούν την αυτοτέλειά τους· στο δεύτερο υπάρχει μια αιτιώδης σχέση, η οποία, επίσης, δεν αλλοιώνει την νοηματική αυτοτέλεια των προτάσεων.

Σύνδεσμοι παρατακτικοί

§8.5. Οι συμπλεκτικοί σύνδεσμοι συμπλέκουν καταφατικά ή αποφατικά τις προτάσεις. Αυτοί είναι:

• συμπλεκτικοί καταφατικοί: τέ (μπαίνει πάντοτε μετά τη λέξη που συνδέει), καί:

ΞΕΝ Ελλ 1.1.1 καὶ εὐθὺς ἐναυμάχησαν αὖθις Λακεδαιμόνιοι καὶ Ἀθηναῖοι, ἐνίκησαν δὲ Λακεδαιμόνιοι ἡγουμένου Ἀγησανδρίδου || και αμέσως ναυμάχησαν και πάλι οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι, νίκησαν μάλιστα οι Λακεδαιμόνιοι με αρχηγό τον Αγησανδρίδη.

ΙΣΑΙΟΣ 1.12 ἔσωσεν ἡμῖν, ἐπεμελεῖτό τε ὁμοίως τῶν ἡμετέρων || μας έσωσε, και φρόντιζε επίσης και τις υποθέσεις μας.

• συμπλεκτικοί αποφατικοί: οὔτε, μήτε, οὐδέ, μηδέ (άρνηση και στις δυο προτάσεις), καὶ οὐ, καὶ μή, οὔτε τε, μήτε τε (άρνηση σε μια μόνο από δυο προτάσεις):

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.2.26 ὁ δ᾽ οὔτε πρότερον οὐδενί πω κρείττονι ἑαυτοῦ εἰς χεῖρας ἐλθεῖν ἔφη οὔτε τότε Κύρῳ ἰέναι ἤθελε || και αυτός είπε ότι ούτε προηγουμένως είχε θέσει ποτέ τον εαυτό του στα χέρια κάποιου δυνατότερού του, ούτε τότε θα τον έθετε στα χέρια του Κύρου.

ΘΟΥΚ 1.86.5 μήτε τοὺς Ἀθηναίους ἐᾶτε μείζους γίγνεσθαι μήτε τοὺς ξυμμάχους καταπροδιδῶμεν || μην αφήνετε τους Αθηναίους να γίνουν ισχυρότεροι και ας μην εγκαταλείψουμε τους συμμάχους!

ΘΟΥΚ 2.5.2 ὁ γὰρ Ἀσωπὸς ποταμὸς ἐρρύη μέγας καὶ οὐ ῥᾳδίως διαβατὸς ἦν ο Ασωπός || γιατί ο Ασωπός ποταμός φούσκωσε και έτσι δεν μπορούσε κανείς να τον διαβεί εύκολα.

ΠΛ Λαχ 201c αὔριον ἕωθεν ἀφίκου οἴκαδε καὶ μὴ ἄλλως ποιήσῃς || αύριο νωρίς το πρωί έλα σπίτι μου και μην το παραμελήσεις!

ΘΟΥΚ 2.1.1 οὔτε ἐπεμείγνυντο ἔτι ἀκηρυκτεὶ παρ᾽ ἀλλήλους καταστάντες τε ξυνεχῶς ἐπολέμουν || τώρα πια δεν επικοινωνούσαν παρά μόνο με κήρυκες και αφού άρχισαν τις εχθροπραξίες πολεμούσαν αδιάκοπα.

• Εμφατική σύνδεση με τους συνδυασμούς: τὲ - καί, καὶ - καί:

ΙΣΑΙΟΣ 2.12 ἐπῄνεσέ τε τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ εἶπεν ὅτι δέοιτο… || και επιδοκίμασε την πρότασή του και συμφώνησε ότι χρειαζόταν…

ΞΕΝ Ελλ 3.1.11 ὁ ἀνήρ σοι ὁ ἐμὸς καὶ τἆλλα φίλος ἦν καὶ τοὺς φόρους ἀπεδίδου. || ο άντρας μου και κατά τα άλλα ήταν φίλος σου και σου πλήρωνε τους φόρους.

•Ειδικές κατηγορίες του συνδέσμου καὶ στην παρατακτική σύνδεση προτάσεων:

Ο σύνδεσμος καὶ αποκτά ποικίλες νοηματικές αποχρώσεις, επειδή αρχικά ήταν επίρρημα και σήμαινε "ακόμη, επίσης, ακόμα και". Από αυτήν τη σημασία απορρέουν όλες οι υπόλοιπες:

• προσθετικός (=ακόμη, επίσης):

ΞΕΝ KΑναβ 1.2.8 ἔστι δὲ καὶ μεγάλου βασιλέως βασίλεια ἐν Κελαιναῖς || υπάρχει επίσης ένα παλάτι του Μεγάλου Βασιλιά στις Κελαινές.

• επιδοτικός (=ακόμη και)·συνήθως βρίσκεται στα οὐ (μὴ) μόνον - ἀλλὰ καί, οὐχ (μὴ) ὅτι - ἀλλὰ καί (πρβ. τις αντίστοιχες εκφράσεις στα Λατινικά: non solum / non tantum / non modo … sed etiam):

ΔΗΜ 2.31 οὐ τὸν εἰπόντα μόνον παραχρῆμ᾽ ἐπαινέσεσθε, ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς ὕστερον <ἐπαινέσεσθε> || όχι μόνον τον αγορητή θα επαινέσετε τώρα αμέσως, αλλά αργότερα και εσάς τους ίδιους <θα επαινέσετε>.

Απλός ο σύνδεσμος συναντάται επίσης με επιδοτική έννοια:

γνωμικό: ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται || στην ανάγκη ακόμη και οι θεοί υπακούν.

• εναντιωματικός (=αν και, μολονότι), συντάσσεται με μετοχή όπως ο καίπερ

ΞΕΝ Ελλ 3.5.2 Ἀθηναῖοι δὲ καὶ οὐ μεταλαβόντες τούτου τοῦ χρυσίου ὅμως πρόθυμοι ἦσαν εἰς τὸν πόλεμον || οι Αθηναίοι αν και δεν πήραν μερίδιο από αυτά τα χρήματα, ήταν ωστόσο πρόθυμοι να πολεμήσουν.

• μεταβατικός·στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου για να δηλώσει απλή μετάβαση:

ΞΕΝ KΑναβ 1.2.6 ἐνταῦθα ἔμεινεν ἡμέρας ἑπτά· καὶ ἧκε Μένων ὁ Θετταλὸς ὁπλίτας ἔχων χιλίους || εκεί παρέμεινε επτά μέρες∙ και έφτασε ο Μένων ο Θεσσαλός μαζί με χίλιους οπλίτες.

§8.6. Οι διαζευκτικοί ή διαχωριστικοί σύνδεσμοι συνδέουν διαζευκτικά τις προτάσεις. Οι διαζευκτικοί ή διαχωριστικοί σύνδεσμοι είναι: ἤ, ἤτοι, εἴτε, ἐάντε, ἄντε, ἤντε:

ΘΟΥΚ 2.40.2 καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα || και εμείς οι ίδιοι είτε αποφασίζουμε για τα πολιτικά ζητήματα ή προσπαθούμε να βρούμε σωστές λύσεις γι' αυτά.

ΠΛ Θεαιτ 210c ὦ Θεαίτητε, ἐάντε γίγνῃ, βελτιόνων ἔσῃ πλήρης διὰ τὴν νῦν ἐξέτασιν, ἐάντε κενὸς ᾖς… || Θεαίτητε, αν πραγματικά συλλάβεις, θα γεμίσεις καλύτερες σκέψεις εξαιτίας της παρούσας έρευνας, αν, από την άλλη, μείνεις κενός…

ΞΕΝ Απομν 2.1.28 ἀλλ᾽ εἴτε τοὺς θεοὺς ἵλεως εἶναί σοι βούλει, […] εἴτε ὑπὸ φίλων ἐθέλεις ἀγαπᾶσθαι || αλλά ή θέλεις τους θεούς να είναι ευμενείς μαζί σου ή επιθυμείς να αγαπιέσαι από τους φίλους.

Η εμφατική διάζευξη δηλώνεται με τον συνδυασμό των συνδέσμων: ἢ - ἤ, ἤτοι - ἤ, ἢ - ἢ καί:

ΑΝΔΟΚ 1.26 ἢ ἐμήνυσα κατά του, ἢ οὐχ ἕκαστοι ἔφυγον κατὰ τὰς μηνύσεις || ή εγώ έκανα μήνυση εναντίον κάποιου από αυτούς ή οι διάφορες ομάδες δεν εξορίστηκαν ως αποτέλεσμα των δικών μου μηνύσεων.

ΑΝΔΟΚ 4.29 ὅσοι δὲ ἢ παρὰ τῶν πολιτῶν ἤκουον ἢ καὶ ἐπεγίγνωσκον τὰ τούτου, κατεγέλων ἡμῶν || όσοι πάλι ή τα άκουγαν από τους πολίτες ή και γνώριζαν τα ζητήματα που τον αφορούν, γελούσαν σε βάρος μας.

§8.7. Οι αντιθετικοί ή εναντιωματικοί σύνδεσμοι συνδέουν αντιθετικά τις προτάσεις. Οι αντιθετικοί ή εναντιωματικοί σύνδεσμοι είναι: μέν, δέ, μέντοι, ἀλλά, ὅμως, μήν (=όμως), ἀλλὰ μήν (=αλλά όμως), καὶ μήν (=και όμως), οὐ μὴν ἀλλά (=αλλά όμως), καίτοι (=όμως), ἀλλά (ἀλλ' ἤ) (δηλώνεται ισχυρή αντίθεση μεταξύ των μερών):

ΑΝΤΙΦ 1.13 ταῦτα μὲν οὖν μέχρι τούτου· περὶ δὲ τῶν γενομένων πειράσομαι ὑμῖν διηγήσασθαι τὴν ἀλήθειαν || αρκετά λοιπόν με αυτά μέχρις εδώ. Τώρα όμως θα επιχειρήσω να σας διηγηθώ την αλήθεια για τα γεγονότα.

ΑΝΤΙΦ 1.26 ἡ μὲν ἑκουσίως καὶ βουλεύσασα ἀπέκτεινεν, ὁ δ᾽ ἀκουσίως καὶ βιαίως ἀπέθανε || αυτή μεν τον σκότωσε από πρόθεση και αφού το προσχεδίασε, αυτός όμως πέθανε χωρίς τη θέλησή του και με βίαιο τρόπο.

ΘΟΥΚ 2.22.2 ἀπέθανον τῶν Θεσσαλῶν καὶ Ἀθηναίων οὐ πολλοί· ἀνείλοντο μέντοι αὐτοὺς αὐθημερὸν ἀσπόνδους || δεν πέθαναν πολλοί από τους Αθηναίους και τους Θεσσαλούς, αυτούς όμως [τους νεκρούς] τους πήραν την ίδια μέρα από το πεδίο της μάχης χωρίς να γίνει ανακωχή.

ΑΝΤΙΦ 5.75 ὅμως μέντοι καθ᾽ ὅσον ἐγὼ οἶδα, οὐ προδώσω τὸν πατέρα || εγώ όμως θα χρησιμοποιήσω ό,τι γνώση έχω και δεν θα αφήσω ανυπεράσπιστο τον πατέρα μου.

ΙΣΑΙΟΣ 1.37 ὥστ᾽ οὐ χρὴ παρ᾽ ἡμῶν, ἀλλὰ [καὶ] παρ᾽ αὐτῶν τούτων πυνθάνεσθαι τὸ δίκαιον || ώστε όχι τόσο από εμάς, αλλά κυρίως από αυτούς τους ίδιους πρέπει να μάθετε το δίκαιο.

εμφατική αντιθετική σύνδεση προτάσεων: οὐ (μὴ) μόνον - ἀλλὰ καί, οὐχ (μὴ) ὅπως - ἀλλ' οὐδέ, οὐχ ὅπως - ἀλλὰ καί:

ΙΣΟΚΡ 17.1 οὐ γὰρ μόνον περὶ πολλῶν χρημάτων κινδυνεύω, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ μὴ δοκεῖν ἀδίκως τῶν ἀλλοτρίων ἐπιθυμεῖν || γιατί δεν διακυβεύω μόνο ένα μεγάλο ποσό χρημάτων, αλλά και την υπόληψή μου, μη θεωρηθεί δηλαδή ότι εποφθαλμιώ παράνομα αυτά που ανήκουν στους άλλους.

ΙΣΟΚΡ 14.5 οὐχ ὅπως τῆς κοινῆς ἐλευθερίας μετέχομεν, ἀλλ᾽ οὐδὲ δουλείας μετρίας τυχεῖν ἠξιώθημεν || όχι μόνον δεν μετέχουμε στην ελευθερία που απολαμβάνουν όλοι οι άλλοι, αλλά και δεν θεωρηθήκαμε άξιοι ούτε και μιας μετριοπαθούς δουλείας.

ΞΕΝ Ελλ 5.4.34 οἱ Λακεδαιμόνιοι οὐχ ὅπως τιμωρήσαιντο, ἀλλὰ καὶ ἐπαινέσειαν τὸν Σφοδρίαν || οι Λακεδαιμόνιοι όχι μόνον δεν θα τιμωρούσαν, αλλά αντίθετα θα επαινούσαν κιόλας τον Σφοδρία.

§8.8. Με τους συμπερασματικούς συνδέσμους εισάγεται συμπέρασμα που προκύπτει από τα προηγούμενα. Οι συμπερασματικοί σύνδεσμοι είναι: ἄρα, δή, δῆτα, οὖν, γοῦν, τοίνυν, τοιγάρτοι, τοιγαροῦν, οὔκουν (εισάγει αποφατικό συμπέρασμα), οὐκοῦν (εισάγει καταφατικό συμπέρασμα), ὥστε (είναι παρατακτικός στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου):

ΑΝΔΟΚ 1.4 οὗτος ἄρα βουλήσεται περὶ τοῦ σώματος τοῦ ἑαυτοῦ κινδυνεῦσαι; || αυτός λοιπόν θα θελήσει να διακινδυνεύσει τη ζωή του;

ΞΕΝ Ελλ 2.4.37 ἔπεμπον δὴ καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ κοινοῦ ἐκ τοῦ ἄστεως λέγοντας… || έστειλαν λοιπόν και οι δημόσιες αρχές απεσταλμένους να διαμηνύσουν…

ΘΟΥΚ 6.38.5 καὶ δῆτα, ὃ πολλάκις ἐσκεψάμην, τί καὶ βούλεσθε, ὦ νεώτεροι; || και λοιπόν, κάτι που πολλές φορές αναρωτήθηκα, τι ακριβώς επιδιώκετε εσείς οι νεότεροι;

ΙΣΑΙΟΣ 2.44 ἐγὼ οὖν δέομαι ὑμῶν πάντων, ὦ ἄνδρες, καὶ ἀντιβολῶ καὶ ἱκετεύω ἐλεῆσαί με καὶ ἀποψηφίσασθαι τοῦ μάρτυρος τουτουί || σας παρακαλώ, λοιπόν, κύριοι, σας εκλιπαρώ και σας ικετεύω να με λυπηθείτε και να απαλλάξετε αυτόν εδώ τον μάρτυρα.

ΙΣΟΚΡ 21.5 Νικίας τοίνυν Εὐθύνου πλείω μὲν ἔχει, ἧττον δὲ δύναται λέγειν ο Νικίας λοιπόν έχει περισσότερα χρήματα από τον Ευθύνουν, αλλά είναι λιγότερο ικανός ρήτορας.

ΘΟΥΚ 6.38.3 τοιγάρτοι δι᾽ αὐτὰ ἡ πόλις ἡμῶν ὀλιγάκις μὲν ἡσυχάζει, στάσεις δὲ πολλὰς καὶ ἀγῶνας […] ἀναιρεῖται || αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο σπάνια η πολιτεία μας έχει ησυχία και υποφέρει από επαναστάσεις και αγώνες.

ΞΕΝ Απομν 3.5.12 τοιγαροῦν πολλῶν μὲν μεταναστάσεων ἐν τῇ Ἑλλάδι γεγονυιῶν διέμειναν ἐν τῇ ἑαυτῶν || γι' αυτό λοιπόν, μολονότι έγιναν πολλές μετακινήσεις στην Ελλάδα, αυτοί έμειναν στη χώρα τους.

ΑΝΔΟΚ 1.40 οὔκουν ἕλοιτο παρὰ τῆς πόλεως χρήματα λαβεῖν μᾶλλον ἢ παρ᾽ ἡμῶν || θα προτιμούσε, λοιπόν, να πάρει τα χρήματα από εμάς παρά από την πολιτεία.

ΞΕΝ Ελλ 7.1.13 οὐκοῦν οὕτως ἐκεῖνοι μὲν ὑμῶν αὐτῶν γίγνονται ἡγεμόνες, ὑμεῖς δὲ τῶν ἐκείνων δούλων καὶ ἐλαχίστου ἀξίων || έτσι λοιπόν εκείνοι αποκτούν την εξουσία πάνω σε σας τους ίδιους, ενώ εσείς πάνω στους δούλους τους και σε ανθρώπους ανάξιους λόγου.

§8.9. Οι αιτιολογικοί σύνδεσμοι είναι: γάρ, ἐπεί, ὡς. Η παρατακτική αιτιολογική σύνδεση γίνεται κυρίως με τον αιτιολογικό σύνδεσμο γὰρ και σπανιότερα με τους ἐπεὶ και ὡς. Οι σύνδεσμοι αυτοί συνδέουν περιόδους και ημιπεριόδους και εισάγεται νόημα, το οποίο αιτιολογεί ή δικαιολογεί άλλο. Προσοχή: ο σύνδεσμος γὰρ δεν είναι ποτέ η πρώτη λέξη στην πρόταση:

ΑΝΔΟΚ 1.18 κάλει δὲ καὶ Φίλιππον καὶ Ἀλέξιππον· οὗτοι γάρ εἰσιν Ἀκουμενοῦ καὶ Αὐτοκράτορος συγγενεῖς || να καλέσεις τον Φίλιππο και τον Αλέξιππο. Γιατί αυτοί είναι συγγενείς του Ακουμενού και του Αυτοκράτορα.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.2.25 ἢν δὲ νικῶμεν […] φυλάξασθαι δεῖ τὸ ἐφ᾽ ἁρπαγὴν τραπέσθαι· ὡς ὁ τοῦτο ποιῶν οὐκέτ᾽ ἀνήρ ἐστιν, ἀλλὰ σκευοφόρος || αν νικήσουμε πρέπει να αποτρέψουμε τη λεηλασία∙γιατί αυτός που το κάνει αυτό δεν είναι στρατιώτης, αλλά αχθοφόρος.

§8.10.Παρατηρήσεις για τις σημασίες του συνδέσμου γάρ. Ο σύνδεσμος γάρ, ο οποίος προέρχεται από τη συγχώνευση των μορίων γε και ἂρ (ἄρα), αρχικά ήταν βεβαιωτικό επίρρημα. Στη συνέχεια, όμως, αποκτά διάφορες σημασίες στην κατά παράταξη σύνδεση των προτάσεων:

• αιτιολογικός:

ΞΕΝ Ελλ 1.1.14 Ἀλκιβιάδης […] παρακελεύετο αὐτοῖς ὅτι ἀνάγκη εἴη καὶ ναυμαχεῖν καὶ πεζομαχεῖν καὶ τειχομαχεῖν· Οὐ γὰρ ἔστιν, ἔφη, χρήματα ἡμῖν, τοῖς δὲ πολεμίοις ἄφθονα παρὰ βασιλέως || ο Αλκιβιάδης τους έλεγε ότι ήταν ανάγκη να επιτεθούν και από θάλασσα και από ξηρά και να προσβάλουν τα τείχη. "Γιατί", είπε, "εμείς δεν έχουμε χρήματα, ενώ οι εχθροί μας έχουν άφθονα από τον Βασιλιά."

• παρενθετικός: όταν διακόπτεται η ροή της πρότασης και παρεμβάλλεται μια παρενθετική πρόταση που εισάγεται με τον γάρ, τότε ο σύνδεσμος έχει αιτιολογική σημασία (καμιά φορά και με βεβαιωτική απόχρωση, γιατί βέβαια). Μπορεί, μάλιστα, τότε να θεωρηθεί ότι ο γὰρ συνδέει καθ' υπόταξη και ισοδυναμεί με αιτιολογικό σύνδεσμο, γιατί διακόπτεται η πρόταση που αιτιολογείται και παρεμβάλλεται η πρόταση που εισάγεται με τον γὰρ:

ΞΕΝ Ελλ 1.7.5 μετὰ ταῦτα δὲ οἱ στρατηγοὶ βραχέως ἕκαστος ἀπελογήσατο (οὐ γὰρ προυτέθη σφίσι λόγος κατὰ τὸν νόμον), καὶ τὰ πεπραγμένα διηγοῦντο || μετά από αυτά οι στρατηγοί απολογήθηκαν σύντομα (γιατί βέβαια δεν τους παραχωρήθηκε ο οριζόμενος προς απολογία από τον νόμο χρόνος) και εξιστόρησαν αυτά που έκαναν.

ΞΕΝ Ελλ 3.2.27 τὴν δὲ πόλιν (ἀτείχιστος γὰρ ἦν) ἐνόμισαν αὐτὸν μὴ βούλεσθαι μᾶλλον ἢ μὴ δύνασθαι ἑλεῖν || τη δε πόλη (γιατί βέβαια ήταν ατείχιστη) νόμισαν ότι μάλλον δεν θέλησε παρά δεν μπόρεσε να την καταλάβει.

• βεβαιωτικός: διατηρείται η αρχική βεβαιωτική σημασία του συνδέσμου:

ΠΛ Φαιδ 69a τοῦτο δ᾽ ὅμοιόν ἐστιν ᾧ νυνδὴ ἐλέγετο, τῷ τρόπον τινὰ δι᾽ ἀκολασίαν αὐτοὺς σεσωφρονίσθαι. Ἔοικε γάρ. || αυτό είναι όμοιο με τούτο που λεγόταν μόλις τώρα, ότι γίνονται φρόνιμοι περνώντας κατά κάποιον τρόπο μέσα από την αποχαλίνωση. Πράγματι, έτσι φαίνεται.

Συχνά συναντάται με τον σύνδεσμο ἀλλά (ἀλλὰ γάρ= βέβαια, πραγματικά):

ΙΣΟΚΡ 19.1 Ἀλλὰ γὰρ ἴσως ἀνάξιος ἦν υἱὸς εἰσποιηθῆναι Θρασυλόχῳ καὶ λαβεῖν αὐτοῦ τὴν ἀδελφήν || πραγματικά ίσως να ήταν ανάξιος ο γιος του να συγγενέψει με τον Θρασύλοχο και να παντρευτεί την αδελφή του.

Πολύ συχνά εμφανίζεται σε απαντήσεις στους πλατωνικούς λ.χ. διαλόγους:

ΠΛ Πολ 376b Ἀλλὰ μέντοι, εἶπον ἐγώ, τό γε φιλομαθὲς καὶ φιλόσοφον ταὐτόν; Ταὐτὸν γάρ, ἔφη. || Άραγε, όμως, είπα εγώ, η αγάπη για τη μάθηση και η αγάπη για τη φιλοσοφία ταυτίζονται; Ταυτίζονται, ναι, είπε.

• επεξηγηματικός-διασαφητικός: εισάγει επεξήγηση ή διασάφηση των προηγούμενων· συχνά ακολουθεί φράσεις, όπως σημεῖον δέ, τεκμήριον δέ, τὸ μέγιστον:

ΙΣΟΚΡ 9.17 Σημεῖον δὲ μέγιστον· περὶ μὲν γὰρ ἄλλων πολλῶν καὶ παντοδαπῶν λέγειν τολμῶσιν οἱ περὶ τὴν φιλοσοφίαν ὄντες, περὶ δὲ τῶν τοιούτων οὐδεὶς πώποτ᾽ αὐτῶν συγγράφειν ἐπεχείρησεν || αυτό είναι η μεγαλύτερη απόδειξη: ότι δηλαδή για πολλά άλλα και διάφορα πράγματα τολμούν να μιλήσουν αυτοί που ασχολούνται με τη φιλοσοφία, αλλά γι' αυτά κανείς ποτέ από αυτούς δεν προσπάθησε να γράψει.

• καὶ γάρ: ο σύνδεσμος καὶ σε αυτήν την περίπτωση είναι επιδοτικός και αναφέρεται στη λέξη που ακολουθεί το γάρ. Ο συνδυασμός των δύο συνδέσμων μεταφράζεται γιατί και … ή και μάλιστα…:

ΣΟΦ Αντ 488 αὐτή τε χἠ ξύναιμος οὐκ ἀλύξετον μόρου κακίστου· καὶ γὰρ οὖν κείνην ἴσον ἐπαιτιῶμαι τοῦδε βουλεῦσαι τάφου || αυτή και η αδελφή της δεν θα διαφύγουν τον αθλιότατο θάνατο. Γιατί και κείνη την κατηγορώ εξίσου ότι σχεδίασε αυτήν την ταφή.

ΙΣΑΙΟΣ 5.13 καὶ ἡμεῖς μὲν καταψευδομαρτυρηθέντες ἀπωλέσαμεν τὰ ὄντα· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ οὐ πολλῷ χρόνῳ ὕστερον μετὰ τὴν δίκην ἐτελεύτησε || και εμείς χάσαμε την περιουσία μας επειδή μάρτυρες κατέθεσαν ψευδώς εναντίον μας∙ και μάλιστα λίγο καιρό μετά τη δίκη ο πατέρας μου πέθανε.

Με πληγές μπορείς να ζήσεις, με τα απωθημένα όμως μπορείς;

Η ζωή έκτος από ωραίο ταξίδι, είναι και ένας αδιάκοπος αγώνας. Αγώνας με μάχες. Με νίκες πανηγυρικές και ήττες καταστροφικές. Τις μεγαλύτερες μάχες, όμως, τις δώσαμε με τον εαυτό μας. Συνήθως δεν τις έμαθε κανείς. Τις πνίξαμε μέσα μας, δεν μιλήσαμε για αυτές ποτέ και πουθενά, ειδικά όταν νιώσαμε νικημένοι και προδομένοι από τον εαυτό μας πρώτα.

Γιατί καλή η λογική, αλλά ο άνθρωπος δεν φτιάχτηκε να υπακούει πιστά σε αυτή. Έχει και συναισθήματα. Και αυτά γεννούν αδυναμίες, που πολλές φορές οδηγούν στην συντριβή. Εκεί να δεις μάχες και ξενύχτια. Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις όχι αντιπάλους, αλλά τον ίδιο σου τον εαυτό, που έχει διχαστεί και χωριστεί στα δύο. Που δεν ξέρεις πως να τον βάλεις σε τάξη.

Από τη μία ξέρεις τι συμβαίνει. Το μυαλό σου λειτουργεί σαν λεπίδα κοφτερή και αναλύει τα πάντα.
Ξέρεις τι συμβαίνει, ξέρεις τι θες και πως πρέπει να προχωρήσεις. Και εκεί που κάπου, κάπως, το κοντρολάρεις το πράγμα, ξάφνου ξυπνά η καρδιά. Και αρχίζουν τα προβλήματα. Και αρχίζει το συναίσθημα να σε τραβά πίσω, στην αντίθετη τροχιά και να γεννά αμφιβολίες.

Και εσύ στη μέση ανήμπορος να διαλέξεις πια. Γιατί ξέρεις πως σε τέτοια διλήμματα δεν θα βγεις ποτέ κερδισμένος. Το θέμα είναι πια πόσα αντέχεις να χάσεις. Από σένα τον ίδιο. Αν επιλέξεις τη λογική, θα χάσεις λιγότερα υλικά, όμως θα σου μείνει το απωθημένο και “τι θα γινόταν άραγε αν…”. Αν διαλέξεις την καρδιά, απωθημένα και αν δε θα υπάρχουν, ωστόσο υπάρχει ο κίνδυνος να συντριβείς τόσο πολύ συναισθηματικά και υλικά, που θα ευχόσουν να σε είχε σταματήσει η λογική σου.

Χαμένη η μάχη, σου λέω. Ότι κι αν κάνεις, λαβωμένος θα βγεις. Τώρα πόσο βαθιά και πολλά θα ‘ναι τα τραύματα, από σένα εξαρτάται. Όλα είναι μέσα στο μυαλό μας πάντα. Εκεί κουβαλάμε επιλογές, πόνο και γιατρειά ακόμα. Και η γιατρειά είναι η αποδοχή. Διάλεξε πάντα αυτό που θες πραγματικά. Με πληγές μπορείς να ζήσεις, με τα απωθημένα όμως αντέχεις;

Η διάθεση ως καθρέφτης του εαυτού

Η ζωή χαρίζει ευχάριστες στιγμές, αλλά παράλληλα μας δίνει και πολλές αντιξοότητες, όπου καλούμαστε να ξεπεράσουμε. Απ’ όσα, όμως, θεωρούμε ότι χρειαζόμαστε, ποτέ δεν θα γνωρίσουμε αρκετά, ώστε να αδιαφορήσουμε.

Κάθε φορά απαιτείται η νέα ματιά σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία και βρίσκεται σε συνεχή ροή. Έτσι, ο βαθμός προσαρμογής στους ξέφρενους ρυθμούς της ζωής, καθορίζει και τις διαθέσεις μας.

Τα βήματά μας στην ζωή συνήθως οδηγούν στο απρόβλεπτο και το άγνωστο. Αυτό, από την μία, δημιουργεί συχνά ανασφάλεια και φόβο, ο οποίος ενεργοποιεί με την σειρά του αρνητικές διαθέσεις.

Από την άλλη, τα γνώριμα και τα οικεία, διαμορφώνουν θετικές και αισιόδοξες διαθέσεις. Το να εντοπίσουμε και να κατανοήσουμε τις διαθέσεις μας εν γένει, αποκαλύπτει σε μεγάλο βαθμό την εξοικείωση και προσαρμογή στα εκάστοτε νέα δεδομένα. Αυτό που κάθε στιγμή στην ζωή συναντάμε και αντιμετωπίζουμε, είναι το ίδιο που θα μας πληροφορήσει για την δική μας ύπαρξη.

Η διάθεση, μέσω της οποίας προσεγγίζουμε κάτι, δηλώνει πολλές φορές την διανοητική και ψυχολογική μας υγεία. Κάθε σκέψη ή ενέργεια στον πυρήνα της, κινητοποιείται από ένα συναισθηματικό φορτίο, το οποίο επιχειρεί να δηλωθεί και να μοιραστεί.

Η διάθεση αναδεικνύει την σύνδεση με ένα εσωτερικό συναίσθημα, το οποίο αναζητά την ένταξή του σε ένα ευρύτερο όλον.

Βάσει αυτού διαμορφώνεται και η συμπεριφορά μας. Δεν είναι μια απλή και επιφανειακή παρόρμηση, αλλά μια βαθύτερη προσπάθεια ένταξης και συμβίωσης εντός του Υπάρχειν εν γένει.

Οι διαθέσεις αναδεικνύουν τον τρόπο που ως κοινωνία σχετιζόμαστε και συγκλίνουμε, καθώς και τον βαθμό που χωριζόμαστε μεταξύ μας και αποκλίνουμε.

Η αποκάλυψη της διάθεσης στην οποία βρίσκεται κάποιος, στην ουσία ομολογεί το πως βιώνει ο ίδιος την ένταξη του ή μη, σε μια κατάσταση ή ένα συμβάν που ενδέχεται να τον αφορά. Οι διαθέσεις φανερώνουν τις συγκλίσεις ή τις αποκλίσεις σε ένα σύστημα σχέσεων, μεταξύ του εαυτού, καθώς επίσης και των άλλων ανθρώπων.

Κάθε διατύπωση επιχειρεί να αποκαλύψει τις προ-διαθέσεις. Να φανερώσει, δηλαδή, τον τρόπο που θεάται κάποιος ένα συμβάν. Εκθέτει έτσι την συναισθηματική του θέση, η οποία γίνεται ορατή μέσω της διάθεσης.

Όταν μοιραζόμαστε, εξερχόμαστε από την δική μας θέση στιγμιαία, προς την θέση του άλλου, μηδενίζοντας τις αποστάσεις μεταξύ μας. Επίσης, όταν μοιραζόμαστε, επιχειρεί ο εαυτός να εκτεθεί, μηδενίζοντας τις αποστάσεις των τάσεων εντός του.

Στην ολότητα του εαυτού, εντάσσονται συμπωματικά επίσης και οι διαθέσεις μας. Με το μοίρασμα, υποβαθμίζεται η νοητική αίσθηση της θέσης στην οποία βρισκόμαστε, και γινόμαστε διαθέσιμοι στην ανοικτότητα του άλλου.

Ετυμολογία και σημασία της λέξης "διάθεση"

Ετυμολογικά η λέξη διάθεση από το (διατίθημι) σημαίνει τακτοποίηση, διάταξη. Αφορά την σύνθεση των μερών που μας διατίθενται. ΙΙ. Αναφέρεται στην κατάσταση της υγείας. (Μέγα Λεξικό της Ελληνικής γλώσσας Liddell & Scott).

Για να είναι κάτι διαθέσιμο, θα πρέπει να είναι παρευρισκόμενο. Το παρευρισκόμενο για να γίνει αντιληπτό, θα πρέπει να έχει έναν κοινό εσωτερικό κώδικα επικοινωνίας με το αντικείμενο που το αφορά. Μόνο τότε υπάρχει η δυνατότητα εύρεσης. Το κοινό χαρακτηριστικό αυτού που είναι διαθέσιμο, ώστε να ευρεθεί, είναι η αναγκαιότητα της συν-ύπαρξης του, μαζί μας. Μόνο τότε μας καθίσταται κάτι διαθέσιμο.

Η Ύπαρξη εν γένει, είναι το κοινό αφετηριακό πεδίο των πάντων. Στην Αρχαία Ελληνική φιλοσοφία το "Υπάρχειν" διατυπώνεται ως "Είναι". Εντός του Είναι, όλα συνυπάρχουν ως υποκείμενα. Ως απαρέμφατο (το Υπάρχειν) δεν αναγνωρίζει κανένα αντικείμενο. Δίνει έμφαση και αναφέρεται στην υποκείμενη εσωτερική διαδικασία των σχέσεων, ως την μόνη ενιαία αλήθεια της Ύπαρξης.

Το θεμελιώδες στοιχείο κάθε διαθέσιμου μέρους προς ανεύρεση, είναι η αναγνώριση της κοινής αφετηριακής συνύπαρξης του με το όλον. Οντολογικά μια δυνατότητα καθίσταται εφικτή, όταν γίνεται επιτρεπτή (=διανοίγεται προς διάθεσιν), η έκθεση της καθολικότητας του προς το επιμέρους. Έτσι, η εκάστοτε συγκεκριμένη κατάσταση οποιουδήποτε όντος, (ψυχολογική, νοητική, η υπαρξιακή) μας δια-τίθεται. Βρίσκεται, δηλαδή, στην διάθεση του κοινού υποκείμενου ως συνεύρεση εντός του Εν-Είναι.

Ο άνθρωπος πάντοτε προσφέρει εαυτόν (=είναι προς διάθεσιν), (εκούσια ή μη), ώστε να προκληθεί η συνάντησή του με το Είναι του. Γι’ αυτό ο βίος του γίνεται αγωνιώδης.

Ο τρόπος που αισθάνομαι κάθε φορά, ορίζεται από την αντίληψη της θέσης μου εντός του ευρύτατου υποκείμενου που θεωρώ ότι βρίσκομαι. Το Είναι, είναι το ενιαίο πεδίο, εντός του οποίου η συνύπαρξη είναι απροϋπόθετη. Εκτός αυτού ουδέν υπάρχει.

Κατά τον επιφανή Γερμανό φιλόσοφο του 20 αιώνα, Martin Heidegger, και λάτρη της Αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, η διάθεση ορίζεται από μια «διαθεσιμότητα προς εύρεση», όχι με την ενεργητική της έννοια, αλλά την μεταβατική της σημασία. Υποδηλώνει μια διαμονή, εντός μιας «ψυχικής ηρεμίας» που συνήθως «περνά απαρατήρητη». Το γεγονός ότι οι διαθέσεις μπορούν να χαλάσουν ή να μεταβληθούν, σημαίνει ότι «πάντοτε ήδη το εδώ-του-Είναι βρίσκεται εκάστοτε σε μια διάθεση».

Η ευχάριστη διάθεση, είναι η κατάσταση η οποία υποδηλώνει μια ανοιχτότητα ανεύρεσης, που με καθιστά να «είμαι έτσι όπως είμαι κάθε φορά». Σε αυτή την περίπτωση, «το εδώ-του-Είναι έχει παραδοθεί διανοιγόμενο, προς εκείνο το Είναι που υπάρχοντας, πρέπει να είναι».

Η δυσάρεστη διάθεση, από την άλλη, είναι η κατάσταση η οποία αναφέρεται σε ένα γίγνεσθαι (δηλ. μια εναγώνια διαδικασία ανεύρεσης), προς αυτό που αν και είναι διαθέσιμο, καθότι Είναι, το αναζητώ.

Ο προπλατωνικός μέγιστος φιλόσοφος Παρμενίδης μας αποκαλύπτει: “Είναι καθήκον σου να τα μάθεις όλα με πειστικό για εσέ τρόπο. Τόσο και για αυτό που είναι σύμφωνο με την αλήθεια την σφαιρική (ολοστρόγγυλη, καθολική) και ακλόνητη (χωρίς εξαιρέσεις), όσο και τις δοξασίες των θνητών ανθρώπων, στις οποίες δεν υπάρχει εμπιστοσύνη και βεβαιότητα αλήθειας, (καθότι το αληθές είναι κρυμμένο, όταν είναι διηρημένο και τεμαχισμένο και έτσι δεν γίνεται φανερό)” (απ.1.28-30).

Μόνο τότε θα γαληνεύσει ο νους του ανθρώπου και θα βελτιωθεί η διάθεση του, όταν πειστεί ο ίδιος, για την ένταξή του στο όλον. Τότε θα αποκτήσει ακλόνητο νόημα η ύπαρξη του. Αυτό θα συμβεί όταν θεωρήσει ότι είναι μέρος του ενιαίου αδιαίρετου και αδιάσπαστου Είναι.

Αν μας ενδιαφέρει η «ολοστρόγγυλη αλήθεια» στην αναφορά του Παρμενίδη, θα πρέπει να μην ξεχάσουμε να συμπεριλάβουμε εντός της όλα όσα είμαστε.

Ο βαθμός παρέκκλισης από την σφαιρική αλήθεια, μας διαχωρίζει (ψευδώς) από το ίδιο το Είναι, διαμελίζοντας μας από Αυτό. Όπως το ίδιο που συμβαίνει με τον καθρέφτη. Εστιάζουμε στο είδωλο, το οποίο διαχωρίζει το αληθινό από το πραγματικό όλον, ενώ μας φανερώνει ως αντι-κείμενο ως εικονικό. Έτσι με τον διαχωρισμό αυτόν, παραβλέπεται (υποβαθμίζεται) το αφανές της ενιαίας κοινής ουσίας.

Η προσωποκεντρική ματιά του ψυχοθεραπευτή Carl Rogers, όπως την διατυπώνει, μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πως: “το βαθιά ατομικό είναι οικουμενικό”.

Οι διαθέσεις μας είναι οι οδοδείκτες της πορείας μας στην ζωή. Κάθε προοπτική των βημάτων μας, οδηγεί στον ίδιο ενιαίο Είναι, όπου όλα συν-ανήκουν και οικούν.

Κάθε αίσθηση διαμελισμού ή αποκοπής είναι αποχωρισμός που προκαλεί πόνο. Η ενσυναίσθηση αναζητά να συν-αισθανθεί ως εν. Αυτή καθίσταται η απαραίτητη προϋπόθεση επούλωσης των διαχωρισμών.

Μια σκέψη πάντοτε κινητοποιείται από ένα πρωταρχικό συναίσθημα. Αναζητά έτσι να ανοίξει διαδρομές συνένωσης. Να φανερώσει τρόπους να εκφραστεί (να εκ-δηλωθεί). Όταν το μερικό ενός συστήματος πάσχει, τότε και όλο σώμα υποφέρει επίσης.

Η διά-θεση είναι η προαγγελία ενός δια-χωρισμού που έχει ήδη συντελεστεί, προμηνύοντας αποκλίσεις ή συγκλίσεις. Με την εκδήλωση της διάθεσης, αναζητούνται τρόποι προσέγγισης ή απομάκρυνσης, ως προς την σχέση μας με το Είναι. Η νοητική αίσθηση της ενσωμάτωσης, όταν εφευρίσκει τρόπους να ενισχυθεί, οδηγεί στην νοητική ψυχική και σωματική υγεία. Όταν το καθολικότερο συναίσθημα (ως Είναι), μέσα από την μοναδικότητα της ατομικότητας, επιτραπεί να εκφραστεί και να μην αμφισβητηθεί το συμπαγές και ενιαίο θεμέλιο του, ότε όλα υγιαίνουν.

Όταν ο άνθρωπος βιώνει την ανεστιότητα της ύπαρξης του, η αρνητική του διάθεση αναζητά συνοδοιπορίες ένταξης.

Ο φίλος για να είναι αποτελεσματικός και χρήσιμος, θα πρέπει να “συνοδοιπορεί” με τον πάσχοντα συνάνθρωπο, χωρίς να χάνει την αυθεντικότητα της δικής του θέσης.

Επίσης δεν θα πρέπει να κρίνει, αλλά να υπονοεί με την στάση του και με πειστικό τρόπο να διατυπώνει την δική του πεποίθηση πως: η μετάλλαξη του πρόσημου προς το θετικότερο εντός του Είναι, είναι πάντοτε μια εφικτή εν δυνάμει δυνατότητα για κάθε άνθρωπο.

Το δικαίωμα να συν-υπάρχουμε εντός του Είναι, είναι αναφαίρετο και αδιαπραγμάτευτο. Εκεί οπού όλα συνανήκουν και συνυπάρχουν, μέσα από την ελευθέρια της διαφορετικότητας τους, εκεί γεννιούνται οι προϋπόθεσεις να βιώσουν την χαρά της ύπαρξης τους ως συμμετοχή.

Διάθεση και αυτογνωσία

Για να αγαπήσεις κάτι πρέπει πρώτα να το γνωρίσεις. Ομοίως, για να αγαπήσεις τον εαυτό σου, πρέπει επίσης πρώτα να τον γνωρίσεις. Για να τον γνωρίσεις όμως, θα πρέπει να του ανα-γνωρίσεις όλα όσα είναι και εκφράζει. Η αποδοχή όλων όσων είμαστε, καθρεφτίζει το Είναι εντός του οποίου πορευόμαστε. Εντός του Είναι και τα αδύνατα δύνανται. Το Είναι, είναι μέσα στον οικείο και δικό Του διάκοσμο.

Το Είναι, είναι ο ψυχολογικός μας καθρέφτης. Εκεί καθρεφτιζόμαστε πάντοτε εμπρός του. Στο αυθεντικό του εαυτού που ήδη είμαστε και έχουμε βρεθεί διαισθητικά να συναντήσουμε. Αυτό το αντάμωμα όμως, μόνο βιωματικά μπορεί να γίνει αισθητό ως συν-απάντημα, στο κάθε αίτημα ανεύρεσης. Μια ανεύρεση που εν μέσω των ορίων και της τυφλότητας, ιχνηλατεί εαυτόν ως Είναι. Όλα εντός του Είναι εγγίζονται, ώστε να φανερώνουν στο Φως Του την παρ-ουσία τους, μέσω Αυτού. Εκείνο που θεωρούμε ότι μας απειλεί, είναι το εικονικό της από-στασης μας από το Είναι. Πάραυτα συν-ίσταται και αυτό (το εικονικό) μαζί με εμάς, ως κινουμένη σκιά στο Φως, ενώ μας αποκαλύπτει το ξέφωτο στον κοινό “τόπο” του Είναι.

Ψηλαφώντας τα σκοτεινά της ζωής περάσματα, ενδέχεται να διαπιστώσουμε πως αυτό που μας λείπει, είναι ο προάγγελος της ανεύρεσης του αυθεντικού εαυτού. Το Είναι ενσυναισθητικά υπομένων, μας παραδίδεται αδιάκοπα. Αναμένει δε σε κάθε ευκαιρίας το κάλεσμα, για μια νέα συνάντηση γνωριμίας, όπου Αυτό ανατέλλει αιώνια αληθεύον.

Η αποστολή του κάθε ανθρώπου και ειδικά του θεραπευτή προς το συνάνθρωπο του, είναι να αφουγκραστεί το μη λεγόμενο του άλλου. Να συν-αισθανθεί το αισθανόμενο βάθος των λόγων που κάποιος επιχειρεί να ερμηνεύσει και να επικοινωνήσει. Όταν αυτό συμβεί και έχει κοινωνηθεί, θα επιστρέψει διάφανη η βεβαιότητα χαράς και ελπίδας σταδιακά, φωτίζοντας τον κόσμο γύρω μας. Έναν κόσμο γεμάτο φως, που αξίζει όλοι να ζούμε με εμπιστοσύνη, όταν τα λόγιά πέρα από ήχους (και όχι συμβουλές), μεταφέρουν μηνύματα αποδοχής και Αγάπης προς τον συνάνθρωπο μας. Τότε τα λόγια γίνονται φορείς νοημάτων απελευθέρωσης, μιας ειδικής αποστολής, όπου ο καθένας θα έπρεπε να υπηρετεί πιστά. Αυτή είναι η ύψιστη αμοιβή, για κάθε άνθρωπος που αν και είναι φορέας της, είναι δύσκολο να εννοήσει και να μετρήσει στην ολότητα της. Να εν-νοήσει, δηλαδή, το Εν, ως το Όλον του Παρμενίδη (Εν το Παν), όντας ο ίδιος όχι απλώς και μόνο παρατηρητής, αλλά και ως εν έργω συμμέτοχος.

Ας μην αφήσουμε την ευκαιρία που μας διατίθεται (ως διάθεση) κάθε φορά να παρέλθει, σε όποια θέση και αν βρισκόμαστε. Ας αποδεχθούμε τα δώρα που μας προσφέρει η ζωή, αν θέλουμε να τα δώσουμε με την σειρά μας σε αυτούς που τα έχουν περισσότερο ανάγκη.

Η ελπίδα και η χαρά είναι δικαίωμα όλων, να ζήσουν στην επάρκεια τους. Η ζωή έτσι και αλλιώς μέσα από την πολυμορφία της, απλόχερα και συνεχώς όλα μας τα διαθέτει. Αυτός που θα καταφέρει να γνωρίσει την αληθινή αποστολή του την κάθε στιγμή, θα ευτυχεί και θα γίνεται φορέας χαράς, ειρήνης και ελπίδας. Η ζωή που μας προσφέρει τα δώρα της, αν τα αναγνωρίσουμε ως τέτοια, τότε η κάθε στιγμή γίνεται, κάλεσμα της αιωνιότητας να τη βιώσουμε εντός μας.

Αυτός που αγαπά αληθινά, θα πρέπει το θέλημά του να είναι η απαλλαγή του αλλού από τον πόνο με κάθε τρόπο. Η βελτίωση της διάθεσης, είναι ο ψυχολογικός καταλυτικός παράγων, ο οποίος ανοίγει δρόμους ελπίδας και προοπτικής, για κάθε πάσχοντα συνάνθρωπο.

Αν αφουγκραστούμε αληθινά το πόνο του άλλου, ενδέχεται η ψυχολογική του διάθεση να μεταστραφεί και να φωτίσει εσωτερικές λεωφόρους ελπίδας. Τότε χωρίς εμείς να έχουμε διατυπώσει καν τίποτα, ενδέχεται να έχουμε επιτελέσει το έργο μας: μόνο και μόνο που θα επιτρέψουμε σε κάποιον να εκφράσει την ανάγκη του μέσω των διαθέσεων του, και τον διασφαλίσουμε ότι θα του είμαστε διαθέσιμοι.