Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022

Η Αόρατη Τιμωρία

«Υπάρχουν πλάσματα που η ευτυχία πέφτει μανιασμένα επάνω τους σαν να ήταν δυστυχία, και πράγματι αυτό είναι». -Φρανσουά Μιυριάκ

To 1738 ο νεαρός Μιραμπώ στέλνει μια επιστολή στον φίλο του τον Βωβενάργκ, όπου τον επικρίνει πως ζει καταπώς του τα φέρνει η κάθε μέρα, δίχως ένα πρόγραμμα ευτυχίας: «Αγαπητέ μου, στοχάζεστε και μελετάτε αδιάκοπα, οι νοητικές σας δυνάμεις είναι απεριόριστες, κι όμως δεν σκέπτεστε μήτε στιγμή να εκπονήσετε ένα σταθερό πλάνο σχετικά με αυτό που πρέπει να είναι το μοναδικό μας μέλημα: η ευτυχία». Και ο Μιραμπώ εκθέτει στον σκεπτικιστή φίλο του τις αρχές που διέπουν την συμπεριφορά του: να μην έχει προκαταλήψεις, να προτιμά την ευθυμία από την μελαγχολία, να ακολουθεί τις παρορμήσεις του, αποκαθαίροντάς τες. Ίσως αυτός ο νεανικός ενθουσιασμός να προκαλεί το γέλιο μας. Παιδί μιας εποχής που φιλοδοξούσε να ξαναανακαλύψει τον άνθρωπο και να διώξει όλα τα κακά του Παλαιού Καθεστώτος, ο Μιραμπώ νοιάζεται για την ευτυχία του, έτσι καθώς άλλοι πριν από αυτόν νοιάζονταν για τη σωτηρία της ψυχής τους. Άραγε έχουμε αλλάξει πάρα πολύ;

Ας φανταστούμε τους σημερινούς Μιραμπώ: νέοι άντρες και νέες γυναίκες κάθε κοινωνικής τάξης και κάθε ιδεολογίας, που αδημονούν να εγκαινιάσουν μια καινούρια εποχή, να τραβήξουν μια γραμμή πάνω από τα ερείπια ενός φρικιαστικού 20ού αιώνα, να ριχτούν στην ζωή, απαιτώντας να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και πρώτα πρώτα να φτιάξουν τη ζωή τους έτσι καθώς την θέλουν, σίγουροι πως στον καθένα τους έχει δοθεί μια υπόσχεση πληρότητας. Από τα πολύ τρυφερά τους χρόνια πρέπει να τους είπαν: να είστε ευτυχισμένοι, αφού σήμερα δεν κάνουμε πια παιδιά για να τους μεταδώσουμε αξίες ή ένα πνευματικό κληροδότημα, αλλά για να πολλαπλασιάσουμε τον αριθμό των ευτυχισμένων επί της γης.

Να είστε ευτυχισμένοι!

Όμως, πίσω από αυτή την ευχάριστη προτροπή δεν κρύβεται η πιο παράδοξη, η πιο τρομακτική προσταγή; Πρόκειται για μια εντολή από την οποία δύσκολα γλιτώνουμε και που στερείται αντικειμένου. Πώς να ξέρουμε αν είμαστε ευτυχισμένοι; Ποιος καθορίζει την νόρμα; Γιατί πρέπει να είμαστε, γιατί αυτή η σύσταση παίρνει τον χαρακτήρα της προσταγής; Και τι να απαντήσουμε σε εκείνον που ομολογεί περίλυπος: δεν τα καταφέρνω;

Κοντολογίς, αυτό το προνόμιο θα γίνει γρήγορα ένα φορτίο για τους νέους μας: ανακαλύπτοντας πως είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για τις ατυχίες ή τις επιτυχίες τους, θα διαπιστώσουν πως η τόσο πολυπόθητη ευτυχία τούς ξεφεύγει όσο περισσότερο την κυνηγούν. Όπως όλος ο κόσμος, ονειρεύονταν την θαυμαστή σύνθεση, αυτήν που συμπεριλαμβάνει την επαγγελματική, την ερωτική, την ηθική και την οικογενειακή επιτυχία και επιπλέον, σαν ένα είδος ανταμοιβής, την τέλεια ικανοποίηση. Λες και η απελευθέρωση του ατόμου, που μας υπόσχεται η σύγχρονη εποχή, θα πρέπει να επιστέφεται με την ευτυχία, που είναι το επιστέγασμα της όλης διαδικασίας.

Όμως η σύνθεση διαλύεται καθώς προσπαθούν να την ολοκληρώσουν. Και θα βιώσουν την υπόσχεση της ευδαιμονίας όχι σαν ένα καλό νέο αλλά σαν μια οφειλή σε μια απρόσωπη θεότητα την οποία δεν θα καταφέρουν ποτέ να ξεπληρώσουν. Τα χίλια δυο θαύματα που τους είχαν αναγγελθεί, θα έρθουν με το σταγονόμετρο και δίχως καμιά τάξη και σειρά, πράγμα που κάνει πιο κοπιαστική την αναζήτηση, πιο βαριά τη δυσφορία. Θα τα βάλουν με τον εαυτό τους, που δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στο καθιερωμένο ζητούμενο, που δεν κατάφεραν να συμμορφωθούν με τον κανόνα. Ο Μιραμπώ μπορούσε ακόμα να ονειρεύεται, να κάνει φρούδα σχέδια. Περίπου τρεις αιώνες αργότερα, το κάπως εξημμένο ιδανικό ενός αριστοκράτη του Διαφωτισμού μεταμορφώθηκε σε τιμωρία. Στο εξής έχουμε όλα τα δικαιώματα πλην του δικαιώματος να μην είμαστε μακάριοι.

Τίποτα το πιο ακαθόριστο απ’ όσο η ιδέα της ευτυχίας· αυτή η παλιά λέξη είναι τόσο εκπορνευμένη, νοθευμένη, τόσο δηλητηριασμένη, που θα θέλαμε να την αποβάλουμε από το λεξιλόγιό μας. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ιστορία των διαφόρων νοημάτων που αποκτούσε διαδοχικά: ήδη, στην εποχή του, ο Αυγουστίνος απαριθμούσε τουλάχιστον 289 γνώμες σχετικά με αυτό το θέμα, ο 17ος αιώνας θα του αφιερώσει σχεδόν πενήντα πραγματείες και εμείς δεν παύουμε να προβάλλουμε πάνω σε παλιές εποχές και διαφορετικούς πολιτισμούς μια έννοια και μια ψύχωση που δεν ανήκουν παρά μόνο στην δική μας εποχή και στον δικό μας πολιτισμό.

Η ευτυχία είναι από τη φύση της ένα αίνιγμα, μια μόνιμη πηγή αντεγκλήσεων, ένα ρευστό που μπορεί να προσαρμοστεί σε οποιοδήποτε σχήμα, αλλά που κανένα σχήμα δεν μπορεί να το καθορίσει. Υπάρχει η ευτυχία της δράσης όπως και η ευτυχία του διαλογισμού, η ευτυχία της ψυχής όπως και των αισθήσεων, του πλούτου ή της φτώχειας, της αρετής όπως και του εγκλήματος.

Οι θεωρίες της ευτυχίας, έλεγε ο Ντιντερό, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να αφηγούνται την ιστορία των δημιουργών τους. Εδώ μας ενδιαφέρει μια άλλη ιστορία: η ιστορία της βούλησης για ευτυχία σαν ένα πάθος που χαρακτηρίζει ειδικά τον Δυτικό κόσμο, μετά την Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση. Η επιδίωξή μας για ευτυχία συναντά τρία παράδοξα. Ο στόχος της είναι τόσο ακαθόριστος, ώστε να γίνεται αποθαρρυντικός λόγω της ασάφειάς του. Η πραγματοποίησή της έχει ως αποτέλεσμα την πλήξη ή την απάθεια (υπό αυτή την έννοια, η ιδανική ευτυχία θα ήταν μια ευτυχία διαρκώς πραγματοποιούμενη και διαρκώς αναγεννώμενη, πράγμα που θα μας απάλλασσε από τη διπλή παγίδα της απογοήτευσης και του κορεσμού). Και, τέλος, η επιδίωξη αυτή παραβλέπει την οδύνη σε σημείο να βρισκόμαστε εντελώς άοπλοι απέναντι της όταν εμφανιστεί μπροστά μας.

Στην πρώτη περίπτωση ο ίδιος ο αφηρημένος χαρακτήρας της ευτυχίας εξηγεί τη γοητεία που εξασκεί επάνω μας και την αγωνία που μας προκαλεί. Όχι μόνο δυσπιστούμε απέναντι στους προκατασκευασμένους παραδείσους, αλλά δεν είμαστε ποτέ σίγουροι πως είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι. Όταν αναρωτιόμαστε αν είμαστε ή όχι, έχουμε αυτομάτως παύσει να είμαστε. Εξ ου και το πάθιασμά μας με αυτή την κατάσταση συνδέεται επίσης με δυο στάσεις, τον κομφορμισμό και τον φθόνο, τις δυο ασθένειες της δημοκρατικής κουλτούρας: την ευθυγράμμιση με τις ηδονές της πλειονότητας και τον υπερβολικό θαυμασμό για τους εκλεκτούς, τους ευνοούμενους της τύχης.

Στην δεύτερη περίπτωση, η επιδίωξη της ευτυχίας, στην λαϊκή της μορφή, στην Ευρώπη συμπίπτει με την έλευση της πεζότητας αυτού του καινούριου εγκόσμιου καθεστώτος που εγκαθιδρύεται στην αυγή της σύγχρονης εποχής όπου, μετά την απόσυρση του Θεού, έχουμε τον θρίαμβο της άθρησκης ζωής συρρικνωμένης στην απόλυτη πεζότητά της. Η πεζότητα ή η νίκη της αστικής τάξης: μετριότητα, ανουσιότητα, χυδαιότητα.

Τέλος, ένας τέτοιος σκοπός όπως είναι η ευτυχία, καθώς αποβλέπει στην εξαφάνιση της οδύνης, την μεταθέτει ακούσια στο κέντρο του συστήματος. Σε σημείο που ο σημερινός άνθρωπος υποφέρει επίσης κι από την επιθυμία του να μη θέλει πια να υποφέρει, έτσι καθώς μπορούμε να αρρωστήσουμε επιζητώντας επίμονα την τέλεια υγεία. Η εποχή μας αφηγείται μια αλλόκοτη ιστορία: την ιστορία μιας κοινωνίας απόλυτα δοσμένης στον ηδονισμό, για την οποία τα πάντα γίνονται δυσφορία, μαρτύριο. Η δυστυχία δεν είναι πια απλώς και μόνον η δυστυχία: ακόμα χειρότερα, είναι η αποτυχία της ευτυχίας.

Σαν καθήκον για ευτυχία, εννοώ λοιπόν αυτή την κυρίαρχη ιδεολογία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, που μας ωθεί να αξιολογούμε τα πάντα από την οπτική γωνία της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας, αυτήν την κλήτευση στην ευφορία, που ρίχνει στην ντροπή και στην δυσφορία εκείνους που δεν την προσυπογράφουν. Διπλή επιταγή: από τη μια, πρέπει να αντλούμε ό,τι το καλύτερο από την ζωή· από την άλλη, να θλιβόμαστε, να τιμωρούμαστε αν δεν τα καταφέρουμε. Διαστροφή μιας από τις ωραιότερες ιδέες: πως ο καθένας μας έχει την δυνατότητα να διαχειρίζεται το πεπρωμένο του και να βελτιώνει την ζωή του. Πώς ένα χειραφετικό σύνθημα του Διαφωτισμού, το δικαίωμα στην ευτυχία, μπόρεσε να μεταμορφωθεί σε σκληροπυρηνικό δόγμα;

Το Υπέρτατο Αγαθό έχει τόσα πολλά νοήματα, ώστε το κολλάμε επάνω σε ορισμένα συλλογικά ιδανικά: την υγεία, τον πλούτο, το σώμα, τις ανέσεις, την ευμάρεια, όλα αυτά τα βλέπουμε σαν τάλισμαν που πάνω τους το Υπέρτατο Αγαθό θα επικαθίσει σαν πουλί σε ξόβεργα. Τα μέσα γίνονται σκοποί κι αποκαλύπτουν την ανεπάρκειά τους όταν η αναμενόμενη αγαλλίαση δεν εμφανιστεί στο ραντεβού. Τόσο ώστε — τι παρανόηση — συχνά μας απομακρύνουν από την ευτυχία ακριβώς εκείνα τα μέσα που υποτίθεται πως θα μας βοηθούσαν να την προσεγγίσουμε.

Εξ ου και οι συχνές παρανοήσεις σχετικά με αυτήν, πως πρέπει να την διεκδικήσουμε σαν κάτι που μας το οφείλουν, να την μάθουμε σαν μια σχολική ύλη, να την κατασκευάσουμε όπως χτίζεται ένα σπίτι· πως είναι κάτι που αγοράζεται, που μεταφράζεται σε χρήμα, πως κάποιοι την κατέχουν από σίγουρη πηγή και πως αρκεί να τους μιμηθούμε για να μας αγκαλιάσει κι εμάς η αύρα που τους τυλίγει. Αντίθετα με μια κοινοτοπία που επαναλαμβάνεται ακούραστα από τον Αριστοτέλη ως σήμερα (αλλά στον Αριστοτέλη ο όρος είχε μια άλλη σημασία), δεν είναι αλήθεια πως όλοι μας επιζητούμε την ευτυχία, η οποία αποτελεί μια Δυτική αξία, ιστορικά χρονολογημένη.

Υπάρχουν και άλλες, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, ο έρωτας, η φιλία, που μπορούν να τεθούν πάνω από την ευτυχία- και πώς να γνωρίζουμε τι επιζητούν όλοι οι άνθρωποι από τότε που υπάρχουν; Απλώς διατυπώνουμε κούφιες γενικεύσεις. Δεν είμαστε εναντίον της ευτυχίας, αλλά εναντίον της μεταλλαγής αυτού του εύθραυστου συναισθήματος σε ένα πραγματικό συλλογικό ναρκωτικό — κάτω από χημικές, πνευματικές, ψυχολογικές, θρησκευτικές μορφές — στο οποίο θα πρέπει να εθιστούμε όλοι μας.

Οι πιο προχωρημένες φιλοσοφίες και επιστήμες οφείλουν να ομολογήσουν την αδυναμία τους να εγγυηθούν την ευδαιμονία των λαών ή των προσώπων. Κάθε φορά που η ευτυχία μάς αγγίζει, είναι η έκφραση μιας δωρεάς, μιας εύνοιας κι όχι αποτέλεσμα ενός υπολογισμού, μιας ειδικής συμπεριφοράς. Κι ίσως να γνωρίζουμε πολύ περισσότερο τις χαρές αυτού του κόσμου, την καλοτυχία, τις ηδονές, τις επιτυχίες, όταν παραιτηθούμε από το όνειρο να συναντήσουμε τη μακαριότητα με κεφαλαίο Μ. Σήμερα νιώθουμε την επιθυμία να απαντήσουμε στον νεαρό Μιραμπώ: αγαπώ πάρα πολύ την ζωή για να θέλω να είμαι μονάχα ευτυχισμένος!

«Αυτός ο κόσμος δεν είναι παρά ένα γεφύρι. Διάσχισε το, αλλά μην κτίσεις πά­νω του την κατοικία σου». Χενν., Απόκρυφα, 35.

Στον 15ο αιώνα, στην Γαλλία και την Ιταλία διοργανώνονταν συλλογικά άουτο ντα φε όπου άντρες και γυ­ναίκες, με την πλήρη θέλησή τους, σε ένδειξη απάρνησης των εγκοσμίων έριχναν στις «πυρές των ηδονών» τραπουλόχαρτα, βιβλία, κοσμήματα, περούκες, αριόματα. Σε αυτήν την εποχή του τέλους του Μεσαίωνα, που διακατεχόταν από ένα έντονο πάθος για ζωή, η αμφι­βολία ήταν ανεπίτρεπτη, δεν υπάρχει πληρότητα παρά μόνο εν Θεώ, εκτός Θεού τα πάντα είναι απάτη και ψέ­μα. Έπρεπε, λοιπόν, κάθε ώρα και στιγμή, να υπενθυ­μίζεται στους θνητούς η ασημαντότητα των ανθρώπινων ηδονών σε σύγκριση με εκείνες που τους περίμεναν κο­ντά στον Κύριο.

Αντίθετα με τον διάσημο αφορισμό του Σαιν-Ζυστ, η ευτυχία δεν υπήρξε ποτέ μια καινούρια ιδέα στην Ευ­ρώπη και ο χριστιανισμός, την αποδέχτηκε εξαρχής. Μόνο που την έθεσε έξω από την εμβέλεια του ανθρώπου, στον γήινο Παράδεισο ή στους ουρανούς (ο 18ος αιώνας θα αρκεστεί να την επαναπατρίσει εδώ κάτω). Όλοι μας θυμό­μαστε πως ήμαστε ευτυχισμένοι πριν από την πτώση, λέει ο Αυγουστίνος· δεν υπάρχει ευτυχία παρά μόνο στην αναπόληση, γιατί στα βάθη της μνήμης ξα­ναβρίσκουμε την ζώσα πηγή του Θεού. Και ο Πασκάλ, μιλώντας για τις μάταιες προσπάθειές μας να αποκτή­σουμε το υπέρτατο αγαθό, αποφαίνεται: «Τι άλλο λοι­πόν μας κραυγάζουν αυτός ο πόθος και αυτή η αδυνα­μία παρά μόνο πως κάποτε υπήρχε εντός του ανθρώπου μια γνήσια ευτυχία από την οποία σήμερα δεν του απο­μένει παρά μόνο το αποτύπωμά της, το κενό ίχνος της;»

Αυτή η τριαδικότητα του χρόνου θα υιο­θετηθεί στην συνέχεια από όλους τους συγγραφείς, πι­στούς ή αγνωστικιστές, η ευτυχία ανήκει στο χθες ή στο αύριο, στην νοσταλγία ή στην ελπίδα, ποτέ στο σήμερα. Νομιμοποιούμαστε να τείνουμε προς αυτήν την κατά­σταση, αλλά είναι τρέλα να θέλουμε να την βιώσουμε σε αυτόν τον κόσμο. Ο άνθρωπος, πλάσμα εκπεσόν, πρέπει καταρχάς να εξαγοράσει το σφάλμα της ύπαρξής του, να μοχθήσει για την σωτηρία του. Και η σωτηρία γί­νεται ακόμα πιο αγωνιώδης, μια και κερδίζεται άπαξ και διά παντός, καθώς έχει σημειώσει ο Ζωρζ Ντυμε- ζίλ: για τον χριστιανό δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία, σε αντίθεση με τον ινδουιστή ή τον βουδιστή, που θα ακολουθήσουν έναν κύκλο μετενσαρκώσεων, έως ότου να κερδίσουν την απελευθέρωση.

Το στοίχημα της αιω­νιότητας παίζεται μες στο στενό μεσοδιάστημα της επί­γειας διαμονής μου, και αυτή η προοπτική προσδίδει στην τυχαιότητα της ύπαρξής μου τον χαρακτήρα μιας πραγματικής πρόκλησης. Ένα τυπικό γνώρισμα του χρι­στιανισμού είναι το γεγονός πως δραματοποίησε στο έπακρο αυτή την ζωή θέτοντάς τη κάτω από τον αστερι­σμό της Κόλασης ή του Παραδείσου. Η ζωή του πιστού είναι μια δίκη που εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου μπροστά στον Θείο Κριτή. «Όλο το κακό που διαπράττουν οι κα­κοί είναι καταγραμμένο κι εκείνοι δεν το ξέρουν», λέ­νε οι Ψαλμοί. Τα σφάλματά μας, οι καλές μας πράξεις, καταγράφονται, ώρα με την ώρα, μες στο μεγάλο τεφτέρι των λογαριασμών με χρεωστικό και πιστωτικό υπό­λοιπο. Ακόμα κι αν οι αμαρτωλοί, οι άπιστες γυναίκες, οι διεφθαρμένοι άντρες, «καλύπτονται με όλα τα σκό­τη της νύχτας, θα αποκαλυφθούν και θα κριθούν» (Μποσσυέ).

Τρομακτική δυσαναλογία: ένα μικρό αν­θρώπινο σφάλμα μπορεί να μας επιφέρει μια αιώνια τι­μωρία και, αντιστρόφως, όλοι οι πόνοι μας μπορούν να ανταμειφθούν στο υπερπέραν, αν βεβαίως έχουμε ζήσει μια θεάρεστη ζωή. Περνάς τις εξετάσεις ή απορρί­πτεσαι: ο Παράδεισος έχει όλη την δομή του σχολικού θεσμού. Επειδή η λογική της σωτηρίας, αν και αξιώνει μια σχετική ελευθερία εκ μέρους του πιστού που μπορεί να αυτοτελειωθεί ή να παραδοθεί στα εγκόσμια πάθη, δεν συνιστά καθόλου έναν ευθύγραμμο δρόμο. Ανήκει στον χώρο του μισόφωτου, και ακόμα και ο πιο ειλικρινής πι­στός βιώνει την πίστη του σαν μια περιπλάνηση μέσα σε έναν λαβύρινθο.

Επειδή είναι πολύ κοντινός και ταυ­τόχρονα απείρως μακρινός, ο Θεός είναι ένα δρόμος γεμάτος παγίδες και ενέδρες. «Γνωρίζουμε τον Θεό μό­νον όταν τον γνωρίζουμε ως έναν άγνωστο», έλεγε ο Άγιος Θωμάς. Οφείλουμε λοιπόν να εγκαταβιώνουμε εδώ κάτω σύμφωνα με τους νόμους ενός άλλου κόσμου και ετούτη η γη, που μας θαμπώνει με τα χίλια δυο μά­για της, είναι ταυτόχρονα η εχθρά και η σύμμαχος της σωτηρίας. Γι’ αυτό και η γήινη ζωή μας, αν δεν μπορεί να σφετεριστεί την αξιοπρέπεια που ανήκει μονάχα στον Θεό, έχει εντούτοις έναν ιερό χαρακτήρα, συνιστά ένα υποχρεωτικό πέρασμα, το πρώτο σκαλί της αιώνιας ζωής. Για τον χριστιανό, ο χρόνος δεν είναι μια εξα­σφάλιση για το υπερπέραν, αλλά μια κατάσταση υπερέντασης, γεμάτη αγωνίες, αμφιβολίες, σπαραγμούς. Η ελπίδα της λύτρωσης συνυφαίνεται αδιαχώριστα με μια θεμελιώδη ανησυχία.

«Δεν καταλαβαίνουμε τίποτα από τα έργα του Θεού αν δεν δεχθούμε ως αρχή πως θέλη­σε να τυφλώσει τους μεν και να φωτίσει τους δε. Υπάρχει πάντα αρκετό σκοτάδι έτσι που οι απορριγμένοι να μην μπορούν να δουν, και αρκετό φως για να κριθούν καταδικαστέοι και ασυγχώρητοι» Πασκάλ.

Και όταν ο Λούθηρος υποκαθιστά την σωτηρία διά των έργων με την σωτηρία διά της πίστεως — μονάχα ο Θεός αποφασίζει κυριαρχικά για την σωτηρία ή την καταδίκη μας, ασχέτως των πράξεων ή της θέλησής μας — δια­τηρεί ένα στοιχείο αβεβαιότητας για τους πιστούς. Δεν είναι ποτέ σίγουροι πως έγιναν οι εκλεκτοί, έστω κι αν πιστοποιούν τον ζήλο τους με ευσεβείς πράξεις. Όποια κι αν είναι η διαγωγή του, ο αμαρτωλός δεν μπορεί πο­τέ να εξαγοράσει το χρέος του έναντι του Θεού, μπο­ρεί μονάχα να επαφεθεί στην άπειρη ευσπλαχνία του. Με άλλα λόγια, η σωτηρία είναι μια στενή πύλη ενώ «πλατεία είναι η πύλη, και ευρύχωρος η οδός η φέρουσα εις την απώλειαν» (Ματθαίος 7, 13).

Απέναντι σε αυτή την τρομακτική απαίτηση να κερ­δίσουμε την αιωνιότητα ή να βυθιστούμε στην αμαρτία, τι βάρος έχουν οι μικρές απολαύσεις της ζωής; Κανέ­να! Όχι μόνον είναι εφήμερες και απατηλές -«Ο κό­σμος, φτωχός σε εκπληρώσεις, είναι πάντα πλούσιος σε υποσχέσεις» (Μποσσυέ), αλλά μας βγάζουν και από τον ορθό δρόμο, μας ρίχνουν σε μια τρισάθλια δουλεία εν όψει των αγαθών αυτής της γης. «Κάθε πλούτος που δεν είναι ο Θεός μου, είναι για μένα ένδεια», γράφει μεγαλόπρεπα ο Αυγουστίνος. Διπλό ανάθεμα επί των γήινων απολαύσεων: είναι αξιοκαταφρόνητες μπροστά στην μακαριότητα που μας προσμένει στον ου­ρανό και δίνουν την εντύπωση μιας διάρκειας, μιας στα­θερότητας που ανήκει μόνο στην θεία τάξη. Εκπροσω­πούν το άσχημο άπειρο της φιληδονίας, την αντεστραμμένη εικόνα της ουράνιας ευτυχίας.

Το σφάλμα των αν­θρώπων στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως θεωρούν ένα μη-ον σαν ον.

Επειδή οι εγκόσμιες χαρές κο­νιορτοποιούνται μπροστά στην φρικιαστική προοπτική του θανάτου, ο οποίος, καθώς μας λέει και πάλι ο Μποσσυέ, «καλύπτει τα πάντα με τη σκιά του». Ο θάνατος, ναι, αυτός καθιστά την υγεία απλώς μια αναβολή, την δό­ξα μια χίμαιρα, τις ηδονές ένα αίσχος και τη ζωή ένα όνειρο επικαλυμμένο με ένα ψέμα. Ο θάνατος δεν κα­ταφτάνει από μακριά, αλλά από πολύ κοντά μας, διεισ­δύει στον αέρα που ανασαίνουμε, στην τροφή που κα­ταπίνουμε, στα φάρμακα με τα οποία προσπαθούμε να προφυλαχτούμε από αυτόν.

Και λέει ο Πασκάλ: «Ο θά­νατος που μας απειλεί την κάθε στιγμή, μέσα σε λίγα χρόνια θα μας οδηγήσει στην φρικιαστική αναγκαιότη­τα είτε του αφανισμού είτε της δυστυχίας». Απαξιώνο­ντας όλη την ύπαρξή μας κάτω από το φως του τάφου, δηλώνουμε πως, από την ημέρα της γέννησής μας κιό­λας, βυθιζόμαστε μέσα σε μια νάρκη από την οποία θα μας αποτραβήξει μόνο η επιθανάτια αγωνία.

Η ζωή εί­ναι ένα όνειρο από το οποίο πρέπει να αφυπνιστούμε: αυτή η μεταφορά, που μας έρχεται από την Αρχαιότη­τα και που είναι πανταχού παρούσα μες στη χριστιανι­κή σκέψη, καθιστά τον θάνατο μια μοιραία λήξη με όλες τις έννοιες του όρου. Γιατί, κατά κάποιον τρόπο, υπάρ­χουν τρεις θάνατοι: η φυσική εξαφάνιση αυτή καθεαυτήν ο εν ζωή θάνατος γι’ αυτούς που ζουν σε κατάστα­ση αμαρτίας, δηλαδή αποκοπής από τον Θεό, σε κατά­σταση πνευματικού πένθους (σε ορισμένες βρετονικές εκκλησίες αναπαριστούν την Κόλαση σαν έναν ψυχρό, παγωμένο τόπο, τον τόπο του χωρισμού)· και τέλος ο θάνατος σαν απελευθέρωση και γέφυρα απ’ όπου περ­νούν οι δίκαιοι. Δεν είναι μια άβυσσος, αλλά μια πύλη που μας οδηγεί στο Βασίλειο και καθιστά την ψυχή «ικανή να απολαύσει μια απειρία ευχαριστήσεων που δεν βρίσκονται σε αυτή την ζωή».

Είναι παράλογο να φοβόμαστε την εκμηδένισή μας μια και, απελευθερώ­νοντας μας από το σαρκίο και τις παρεκτροπές του, ση­μειώνει την απαρχή μιας πρωτόφαντης περιπέτειας, της περιπέτειας της τελικής Κρίσης και της αιώνιας Ανά­στασης. Αυτή είναι λοιπόν η χριστιανική τακτική: να αντιπα­ραθέτει απέναντι στον απολύτως φυσικό φόβο της οδύ­νης και του θανάτου τον ακόμα μεγαλύτερο φόβο της απώλειας. Και να υπόσχεται μια ανταμοιβή για τις δυ­στυχίες του κόσμου τούτου, με μια ανακατανομή στον επάνω κόσμο, πράγμα που αποτελεί και τον μόνο τρόπο εξουδετέρωσης του σκανδάλου της ευημερίας του φαύ­λου και της ατυχίας του δίκαιου.

Ο χριστιανισμός παίζει τα πάντα υπέρ ενός αγαθού ή κατά ενός κακού που εί­ναι και τα δυο τους το ίδιο άυλα -ο Παράδεισος και η Κόλαση- για να μπορεί να ρίχνει άνετα ένα ντροπα­λό πέπλο πάνω στις απολύτως πραγματικές δοκιμασίες του σήμερα. Απαρνούμενοι τα ψεύτικα μεγαλεία του κό­σμου, δικαιούμαστε να ελπίζουμε σε μιαν άμετρη αντα­μοιβή στους ουρανούς. Ένας λεπτός υπολογισμός που επικαλύπτει την καρτερία με ένα ρούχο φωτός: αφού «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν, Θεώ και Μαμμωνά», εγκαταλείπω τις συγκεκριμένες, άμεσες χαρές για μια υποθετική, μελλοντική ηδονή. Γιατί να κορφολο­γήσω κάποιες στιγμές χαράς σε αυτή την γη, διακινδυ­νεύοντας να ψήνομαι αιωνίως στις μονές του Διαβόλου;

Το μέγιστο αμάρτημα — όλοι οι άνθρωποι της εκκλη­σίας επιμένουν σε αυτό — δεν είναι να νιώθεις τον πει­ρασμό των καρπών αυτού του κόσμου, αλλά να προσκολλάσαι σε αυτούς, να γίνεσαι σκλάβος τους σε σημείο που να λησμονείς τον ουσιώδη δεσμό με τον Θεό. Αν δεν θέ­λουμε να χαθούμε, «τα πάντα πρέπει να υποτάσσονται μπροστά στην προοπτική της αιωνιότητας» (Μποσσυέ), αφού «το μόνο καλό που υπάρχει σε αυτή την ζωή είναι η ελπίδα για μια άλλη ζωή» (Πασκάλ). Όπως και να έχουν τα πράγματα, το πάθος για σωτηρία οφείλει να υπερισχύσει της επιθυμίας για ευτυχία.

Ευτυχώς η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν ήταν μονίμως τοποθετημένη κάτω από ένα αδιάλλακτο «ή το ένα ή το άλλο». «Τα άγια μυστήρια», και κυρίως η εξομολόγη­ση με το επιτίμιό της, έχουν ως σκοπό να ανακουφίζουν τον πιστό από το τρομερό άγχος και να του επιτρέπουν να ομολογεί το σφάλμα του, να μετανιώνει και να δέχε­ται την άφεση με ένα διαρκές πηγαινέλα που σκανδάλι­σε τον Καλβίνο αλλά και τον Φρόυντ. Κάτω από τη λαϊ­κή πίεση και σαν απάντηση στους χιλιασμούς, «η ιδιοφυία» της εκκλησίας επινόησε την έννοια του Καθαρτηρίου τον 12ο αιώνα, αυτή την μεγάλη αίθουσα αναμονής, τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου, που επιτρέπει σε εκείνους που η ζωή τους υπήρξε μέτρια, μήτε εντελώς καλή, μήτε εντελώς κακή, να ξοφλήσουν τα χρέη τους προς τον Ύψιστο. Αυτή η μεταθανάτια τά­ξη για μετεξεταστέους έδινε επίσης στους ζωντανούς την δυνατότητα να επηρεάζουν την μοίρα των νεκρών, και να συνομιλούν μαζί τους μέσω των προσευχών.

Το Κα­θαρτήριο δεν μαλάκωσε μόνο τον τρομακτικό εκβιασμό που ασκούσε η Εκκλησία σε βάρος των πιστών υποβάλλοντάς τους στην μέγγενη της λύτρωσης ή της καταδίκης (ας θυμηθούμε πως η Κόλαση, στην τρομακτική και πυρακτώδη μορφή της, είναι μια επινόηση της Αναγέννη­σης και όχι του Μεσαίωνα)· καθιέρωσε επίσης ένα ολόκληρο σύστημα «μετριασμού των ποινών», εισήγαγε στον χώρο της πίστης το στοιχείο του παζαρέματος με όλες τις γνωστές ακρότητες που προκάλεσαν την μήνιν των μεταρρυθμιστών, οι οποίοι αγανάκτησαν βλέ­ποντας την Ρώμη να επιδίδεται στο εμπόριο των συχωροχαρτιών, να βλέπουν δηλαδή έναν ανθρώπινο θεσμό να εισπράττει προκαταβολές για την αιωνιότητα, να πειθαναγκάζει κατά κάποιον τρόπο το χέρι του Θεού.

Χάρη στο Καθαρτήριο, η γήινη ζωή μας αλαφρώνει, γί­νεται πιο αξιαγάπητη. Η ιδέα του μη αναστρέψιμου απομακρύνεται· ένα σφάλμα περιορισμένο σε έναν συ­γκεκριμένο χρόνο παύει να επιφέρει την αιώνια κατα­δίκη. Τροποποιώντας την «γεωγραφία του υπερπέραν», το Καθαρτήριο αφήνει μια πόρτα ανοιχτή προς το μέλ­λον, μας απαλλάσσει από την αποκαρδίωση, «ψυχραί­νει» την ανθρώπινη ιστορία. Χάρη σε αυτό το ψυχολο­γικό ηρεμιστικό, ο αμαρτωλός δεν νιώθει πια να τον κα­ταδιώκουν κατά πόδας οι φλόγες της Κόλασης έτσι και παραβεί κάποια απαγόρευση. Η εξιλέωση μπορεί να επιτευχθεί και η σωτηρία χάνει τον ανεπανόρθωτο δογ­ματικό χαρακτήρα της.

[Ζακ Λε Γκοφ, Η γέννηση τον Καθαρτηρίου, Folio-Histoire, Gallimard, 1981. Από τον 8ο αιώνα, το σύστημα της τιμολογημένης μετάνοιας εξαπλώνεται σε όλη την Γαλλία και μεταφράζεται με χρηματικές προ­σφορές, προσευχές ή λειτουργίες. Ο κόσμος αγοράζει τις τελευταίες ανά μονάδα, σαν ισάριθμα εισιτήρια για το υπερπέραν. Με την ανά­πτυξη της ευσέβειας που αποβλέπει στην άφεση, ανθίζουν οι πιο ξέ­φρενες εμπορικές συναλλαγές: με μακρινά προσκυνήματα, με προ­σφορές στα τάγματα του Ελέους, με προσευχές και ψαλμούς, οι άν­θρωποι ελπίζουν να κερδίσουν μια ελάττωση της ποινής, των χρό­νων στο Καθαρτήριο. «Ο τάδε ναός, για παράδειγμα, έναντι μιας εξομολόγησης, χρηματικών προσφορών και προσευχών, υπόσχεται να σας γλιτώσει από 7 χρόνια και 7 σαρανταήμερα, ο δείνα από 40 φορές 40 χρόνια. Ένας οδηγός του προσκυνητή των Αγίων Τόπων μάς πληροφορεί πως μια επίσκεψη σε όλα τα μέρη των Αγίων Τό­πων αποφέρει, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, 43 φορές 7 χρόνια και 7 σαρανταήμερα» (αναφέρεται από τον Ζακ Σιφολώ στην «Κρί­ση της πίστης», Ιστορία της θρησκευτικής Γαλλίας, Seuil, 1988, τό­μος II, σσ. 138 και 142). Ας θυμηθούμε πως η καθολική Εκκλησία εξακολουθεί να εφαρμόζει, αλλά δωρεάν, τα συγχωροχάρτια, προς μεγάλη απελπισία των Προτεσταντών. Η παπική βούλα του έτους 2000 παραχωρεί στους μετανοούντες που θα απόσχουν επί έναν χρόνο από το τσιγάρο και το ποτό, την πλήρη άφεση εκχωρητέα στους νεκρούς του Καθαρτηρίου…]

Η ίδια η Μεταρρύθμιση, παρά την θεωρητική αδιαλλαξία της, θα προβεί σε μια παρά­δοξη αποκατάσταση της γήινης ζωής με την βούλησή της να πραγματώσει εδώ κάτω τις αξίες της άλλης ζωής. Ο Λούθηρος ζητούσε από τους πιστούς να αποφεύγουν την οκνηρία και να εργάζονται για να αρέσουν στον Θεό, επειδή «ένας καλός και δίκαιος άνθρωπος κάνει καλά έργα» κι έτσι επικυρώνει τις πιθανότητες σωτηρίας του. Με τον ίδιο τρόπο, κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα, αναπτύχθηκε ένας βολικός χριστιανισμός που δεν θέ­λησε να αντιπαραθέσει την γη με τον ουρανό, αλλά να τα κάνει να αλληλοσυμπληρωθούν. Δεν είναι πια ασύμ­βατα μεταξύ τους αλλά συνεχόμενα, και ο Μαλμπράνς, απορρίπτοντας τους όρους του πασκάλειου στοιχήμα­τος, θα καταδείξει την ευτυχία σαν μια ανοδική κίνηση από τις κοσμικές απολαύσεις προς τις ουράνιες χαρές, όπου η ψυχή ταξιδεύει απρόσκοπτα ως την τελική φώ­τιση.

Εκεί όπου οι άλλοι υπογράμμιζαν μια τομή, ο Μαλμπράνς αποκαθιστά μια συνέχιση και, μέσα από μια πολύ μοντέρνα άποψη περί πίστεως, περιγράφει τον άνθρωπο να τείνει ταυτόχρονα τόσο προς την αιωνιό­τητα όσο και προς τα επίγεια αγαθά. Στο εξής, η Φύση και η Θεία Χάρη συνεργάζονται αρμονικά στην διαμόρ­φωση του ανθρώπινου πεπρωμένου: ένας χριστιανός μπορεί να είναι ένας άνθρωπος του κόσμου, να συνδυά­ζει «την ευγένεια με την ευλάβεια», να αφιερώνεται στις καθημερινές ασχολίες του δίχως να χάνει από τα μάτια του την προοπτική της σωτηρίας.

Η αθανασία εκ­δημοκρατίζεται, γίνεται προσιτή για την πλειονότητα. Ο χριστιανισμός παραμένει λοιπόν η θεωρία μιας σχετι­κής και λελογισμένης υποτίμησης του κόσμου: θεωρώ­ντας αυτή την ζωή σαν έναν χώρο απώλειας και σωτη­ρίας, την καθιστά εμπόδιο και ταυτοχρόνως προϋπόθε­ση της απολύτρωσης και την ανυψώνει στην τάξη του υπέρτατου αγαθού· μας απελευθερώνει από το σώμα, αλλά του επαναδίδει τα δικαιώματά του χάρη στην θεία ενσάρκωση. Κοντολογίς, επικυρώνει την ανθρώπινη αυ­τονομία την στιγμή ακριβώς που την υποτάσσει στην θεία υπέρβαση. Σε κάθε περίπτωση ζητά από τον πιστό, τον διχασμένο ανάμεσα στους «κινδύνους της απόλαυσης» και την απάρνηση «της σαγηνευτικής και επίφοβης γλυκύτητας του βίου» (Αυγουστίνος), να αποδέχεται τον γήινο κόσμο δίχως να τον ειδωλοποιεί, δίχως να ανάγει τα εγκόσμια πράγματα σε απόλυτες αξίες. και να τον υποβάλουμε σε μια εξονυχιστική εξέταση.

Τι κάνεις; Τι γίνεσαι; Πώς είσαι; Πώς τα πας;

Μια διακρι­τική επιταγή που μας διατάζει να αποκαλύψουμε την μύ­χια αλήθεια μας. Το καθαυτό γεγονός της ύπαρξης δεν αρκεί πια, απαιτεί μια συνεχή εξέταση του εσωτερικού μας βαρόμετρου. «Δείχνεις στις φόρμες σου σήμερα». Αυτή η γλυκιά σαν μέλι φιλοφρόνηση ισοδυναμεί με μια καθαγίαση: μες στην αντιπαράθεση μεταξύ καταχαρούμενων και κα­τσουφιασμένων, εγώ βρίσκομαι στην σωστή πλευρά. Να που, χάρη στην μαγεία μιας φράσης, τοποθετούμαι, στην κορυφή μιας λεπτεπίλεπτης και διαρκώς μεταβαλλόμενης ιεραρχίας. Την επόμενη ημέρα θα υποστώ μιαν άλλη, αμείλικτη ετυμηγορία: «Σήμερα έχεις τα χάλια σου». Αυ­τή η παρατήρηση με πληγώνει κατάστηθα, με αποσπά άγρια από την εξαίσια θέση όπου νόμιζα πως είχα εγκα­τασταθεί για πάντα. Εξέπεσα από την κάστα των αρχό­ντων, είμαι ένας παρίας που πρέπει να κρύβει το πρό­σωπό του απ’ όλους.

Σε τελική ανάλυση, το «τι κάνεις;» είναι η πιο επιφα­νειακή και η πιο βαθιά ερώτηση. Για να απαντήσουμε με ακρίβεια σε αυτή, πρέπει να διερευνήσουμε εξονυχιστι­κά τον ψυχισμό μας, να προβούμε σε λεπτότατες ζυγοσταθμίσεις. Όμως τι σημασία έχει: πρέπει να απαντή­σουμε «καλά» από ευγένεια και να περάσουμε σε άλλο θέμα ή να μηρυκάζουμε την ερώτηση μια ολόκληρη ζωή και να φυλάξουμε την απάντησή μας για μετά.

[Ζακ Λε Γκοφ, Η γέννηση τον Καθαρτηρίου, Folio-Histoire, Gallimard, 1981. Από τον 8ο αιώνα, το σύστημα της τιμολογημένης μετάνοιας εξαπλώνεται σε όλη τη Γαλλία και μεταφράζεται με χρηματικές προ­σφορές, προσευχές ή λειτουργίες. Ο κόσμος αγοράζει τις τελευταίες ανά μονάδα, σαν ισάριθμα εισιτήρια για το υπερπέραν. Με την ανά­πτυξη της ευσέβειας που αποβλέπει στην άφεση, ανθίζουν οι πιο ξέ­φρενες εμπορικές συναλλαγές: με μακρινά προσκυνήματα, με προ­σφορές στα τάγματα του Ελέους, με προσευχές και ψαλμούς, οι άν­θρωποι ελπίζουν να κερδίσουν μια ελάττωση της ποινής, των χρό­νων στο Καθαρτήριο. «Ο τάδε ναός, για παράδειγμα, έναντι μιας εξομολόγησης, χρηματικών προσφορών και προσευχών, υπόσχεται να σας γλιτώσει από 7 χρόνια και 7 σαρανταήμερα, ο δείνα από 40 φορές 40 χρόνια. Ένας οδηγός του προσκυνητή των Αγίων Τόπων μάς πληροφορεί πως μια επίσκεψη σε όλα τα μέρη των Αγίων Τό­πων αποφέρει, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, 43 φορές 7 χρόνια και 7 σαρανταήμερα» (αναφέρεται από τον Ζακ Σιφολώ στην «Κρί­ση της πίστης», Ιστορία της θρησκευτικής Γαλλίας, Seuil, 1988, τό­μος II, σσ. 138 και 142). Ας θυμηθούμε πως η καθολική Εκκλησία εξακολουθεί να εφαρμόζει, αλλά δωρεάν, τα συγχωροχάρτια, προς μεγάλη απελπισία των Προτεσταντών. Η παπική βούλα του έτους 2000 παραχωρεί στους μετανοούντες που θα απόσχουν επί έναν χρόνο από το τσιγάρο και το ποτό, την πλήρη άφεση εκχωρητέα στους νεκρούς του Καθαρτηρίου…]

Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΟΔΥΝΗ

Τι είναι η δυστυχία για τον χριστιανισμό;

Η εξαγο­ρά της Πτώσης, το χρέος που πρέπει να εξοφλήσουμε εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος. (sic) Όμως εδώ οι εκκλησίες το παράκαναν: όχι μόνο στηλιτεύουν τον εδώ κόσμο, αλλά θεωρούν την ζωή σαν εξιλέωση για ένα σφάλμα που μας σημαδεύει όλους από τη γέννησή μας, ένα σφάλμα που μόλυνε όλους τους απογόνους του Αδάμ και της Εύας. Όλοι είναι ένοχοι εκ των προτέρων, ακό­μα και το έμβρυο μες στην κοιλιά της μητέρας του, εξ ου και η επείγουσα βάπτιση των νεογέννητων. Όμως δεν χρειάζεται να απελπιζόμαστε γι’ αυτή τη δυστυχία που συνδέεται με την ατέλειά μας. Γιατί ο Κύριος, από αγά­πη για μας, θυσίασε τον μοναχογιό του για να σώσει την ανθρωπότητα από το κακό. Το ότι το σύμβολο του χρι­στιανισμού είναι ένας εσταυρωμένος, σημαίνει πως η θρησκεία αυτή ενέγραψε τον θάνατο του Θεού στο κέ­ντρο του τελετουργικού της.

Ο ψυχορραγών Ιησούς γίνε­ται «ιδιοκτήτης του θανάτου» (Πωλ Βαλερύ) και τον με­τατρέπει σε χαρά. Θάνατος και ανάσταση: ο γιος του Θεού πάνω στον σταυρό του επικυρώνει την τραγικότη­τα της ανθρώπινης ύπαρξης και την ανυψώνει στην υπε­ράνθρωπη τάξη της ελπίδας και της αγάπης. Τα πάθη του επιτρέπουν έτσι στον κάθε δυστυχισμένο να τα ξαναζή­σει στο δικό του επίπεδο και να συμμετάσχει σε ένα θε­μελιακό γεγονός που τον ξεπερνάει κατά πολύ. Οφείλει να φορτωθεί τον προσωπικό σταυρό του και να βρει στον Ιησού έναν οδηγό κι έναν συμπαραστάτη φίλο. Έτσι η οδύνη του δεν θα του είναι μια θανάσιμη εχθρά, αλλά μια σύμμαχος προικισμένη με μια δύναμη καθαρμού, τη δύναμη «να ανανεώνει την πνευματική ενέργεια» (Ιωάννης-Παύλος Β’).

Η οδύνη αυτή, καθώς λέει ο φιλόσοφος Μαξ Σελέρ, έχει την μοναδική ικανότητα να διαχωρίζει το γνήσιο από το ευτελές, το κατώτερο από το ανώτερο, να βγάζει τον άνθρωπο από την σύγχυση των αισθήσεων, από το χυδαίο περικάλυμμα του σώματος, και να κατευ­θύνει το βλέμμα του προς τα ουσιαστικά πλούτη. Δεν αρκεί λοιπόν να υφιστάμεθα την οδύνη, πρέπει και να την αγαπάμε, να την κάνουμε το μέσον μιας πραγ­ματικής μεταμόρφωσης. Η οδύνη είναι εκείνη η αποτυ­χία που οδηγεί στην νίκη και, καθώς έλεγε ο Λούθηρος, τιμωρώντας τον αμαρτωλό, ο Θεός εξασφαλίζει την σω­τηρία του. «Ο κάθε άνθρωπος γίνεται η οδός της Εκκλη­σίας, όταν μπαίνει στη ζωή του η δυστυχία».

Σε αυτό ο χριστιανισμός απορρίπτει τον αριστοκρατικό ηρωισμό και την ηθική των στωικών, που απαιτεί να αποδεχόμα­στε αγόγγυστα πένθη και ασθένειες και μάλιστα ενθαρ­ρύνει τον σοφό να υφίσταται το μαρτύριο με χαμόγελο. Ο Πασκάλ στηλίτευε την υπερηφάνεια του Επίκουρου απέναντι στην δυστυχία, θεωρώντας την σαν μια αλαζονική επικύρωση της ανθρώπινης ελευθερίας που αγνοεί την ένδειά της. Είναι αδύνατον να αποφύγουμε το κακό όπως οι Αρχαίοι, να το περικυκλώσουμε με κάθε είδους στρατηγήματα ή να αναφωνήσουμε ιερόσυλα σαν τους επικούρειους: «Ο θάνατος δεν υφίσταται για μας!» Πρέ­πει να ομολογήσουμε τον Γολγοθά μας, να κραυγάσου­με την ντροπή μας κι από τα βάθη αυτού του ευτελισμού να ανυψωθούμε ως τον Θεό.

«Η οδύνη σώζει την ύπαρ­ξη, ποτέ δεν είναι αρκετά δυνα­τή, αρκετά μεγάλη». Αφού μας ανοίγει τις πύλες της γνώ­σης και της σοφίας, όσο πιο άδικη, τόσο καλύτερη. Εξ ου και η αναπόφευκτη αλγοφιλία του προτεσταντικού, του ορθόδοξου ή του καθολικού χριστιανισμού. Αυτή η πολύ πραγματική μέριμνα για τον δυστυχισμέ­νο, που συνδυάζεται με μια λαιμαργία για δυστυχία. «Ο Ιησούς δίδαξε να κάνουμε το καλό μέσω της οδύνης και να κάνουμε καλό σε αυτόν που υποφέρει». Εξ ου και η επιτακτική ανάγκη να οικοπεδοποιούμαστε την δυστυ­χία των άλλων λες και η δική μας δεν μας αρκεί (όπως είναι η επιμονή του πολωνικού κλήρου να μεταμορφώ­σει το Άουσβιτς σε έναν μοντέρνο Γολγοθά ή η συλλο­γή ψυχών στην οποία — σύμφωνα με τα γραφόμενα ορι­σμένων δημοσιογράφων — επιδιδόταν η Μητέρα Τερέζα στα άσυλά της για ετοιμοθάνατους, στην Καλκούτα, άσχετα από τις οπωσδήποτε πιθανές αρετές της).

Δίχως να ξεχνάμε κι εκείνη την φανερή προτίμηση για το μαρ­τύριο, τα διαμελισμένα σώματα, την ψύχωση με τα πτώ­ματα, τα κουφάρια, την σήψη, που παρατηρούμε σε μια συγκεκριμένη χριστιανική τέχνη, την προβολή της περιττωματικής φύσης του σώματος και, τέλος, την αισθη­τική του βασανιστηρίου και του αίματος στους μυστικιστές. Λίγες θρησκείες επέμειναν όπως η χριστιανική πάνω στην ανθρώπινη βρομιά, λίγες έχουν εκδηλώσει έναν τέτοιο «σαδισμό της ευλάβειας». έλεγε η Σιμόν Βέιλ

Έστω κι αν, από τον Πίο IB’ και μετά, η καθολική Εκκλησία δείχνει μεγαλύτερη κατανόηση γι’ αυτούς που υποφέρουν, για εκείνη η οδύνη συνιστά την νόρμα και η υγεία είναι μια οιονεί ανωμαλία. Μάρτυρας η παρακά­τω σκέψη του Ιωάννη-Παύλου Β’: «Όταν το σώμα είναι βαθιά προσβεβλημένο από την ασθένεια, όταν έχει κα­ταστεί ανίκανο, όταν ο άνθρωπος σχεδόν αδυνατεί να ζήσει και να δράσει, η εσωτερική ωριμότητα και το πνευματικό μεγαλείο γίνονται ακόμα πιο εμφανή και συνιστούν ένα συγκινητικό μάθημα για τα πρόσωπα που χαίρουν μιας φυσιολογικής υγείας».

Πρέπει να αγα­πούμε τον άνθρωπο, αλλά πρώτα πρέπει να τον ταπει­νώσουμε. Η οδύνη, πλησιάζοντας μας στον Θεό, γίνε­ται μοχλός προόδου, χάνει το χειρότερο χαρακτηριστι­κό της: την έλλειψη αιτίας. «Στην ερώτηση του Ιώβ: προς τι ο πόνος; γιατί εγώ;, δεν παίρνω απάντηση, λέει πάντα ο Ιωάννης-Παύλος Β’, παρά μόνο υποφέροντας μαζί με τον Ιησού, ανταποκρινόμενος στην έκκληση που μου απευθύνει από το ύψος του σταυρού: ακολούθησε με». Συνεπώς μόνο μες στην δυστυχία μου μπορώ να βρω την εσωτερική γαλήνη, την πνευματική αγαλλία­ση.

Ο χριστιανικός κόσμος ίσως να φαντάζει απάνθρω­πος στα μάτια μας, αλλά είναι ένας κόσμος κορεσμένος από νόημα (όπως και ο βουδισμός, που εξηγεί τον πό­νο σαν αποτέλεσμα των σφαλμάτων μας σε προηγούμε­νες ζωές -σύμφωνα με την καθιερωμένη ρήση, τα βέ­λη που εκτοξεύσαμε οι ίδιοι, επιστρέφουν καταπάνω μας. Πρόκειται για μια βάρβαρη αλλά εξαιρετικά πα­ρηγορητική σύλληψη).

Με την θρησκεία ο πόνος γίνεται ένα μυστήριο που το ξεδιαλύνουμε μονάχα υποφέροντας. Αλλόκοτο μυστήριο πράγματι, χάρη στο οποίο τα πάντα εξηγούνται! Και οι θεολόγοι αναπτύσσουν την ύπαρξη του κακού, δίχως να θίξουν την “καλοσύνη” του Θεού. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, την σπουδαιότητα που έχει η επίδειξη της επιθανάτιας αγωνίας κατά την κλασική περίοδο (και, μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα, στα χωριά). Κάποτε, θεωρούνταν αυτονόητο ότι ένας άν­θρωπος δεν γινόταν να πεθάνει παρά δημόσια, μπρο­στά στα βλέμματα των άλλων κι όχι μόνος σε νοσοκο­μείο, όπως σήμερα. Μέσα από την έσχατη δοκιμασία, ο πιστός έβρισκε την ευκαιρία να τακτοποιήσει τους λο­γαριασμούς του με τους κοντινούς του, να αναλογιστεί τις αμαρτίες του, να απελευθερωθεί από τα εγκόσμια δεσμά προτού να σαλπάρει για το αόρατο.

«Για τον άν­θρωπο δεν είναι ντροπή να νικιέται από τον πόνο, εί­ναι ντροπή να νικιέται από την ευχαρίστηση» -Πα­σκάλ.

Η επιθανάτια αγωνία είναι κεφαλαιώδους ση­μασίας: επιτρέπει στον πιστό να αποδώσει έναν τελευ­ταίο φόρο σε αυτόν τον κάτω κόσμο, να εγκαταλείψει το σώμα του, διαμέσου της οδύνης· κάπως σαν ένα κα­ράβι που του κόβουν ένα ένα τα παλαμάρια. Ο ρόγχος, τα αγκομαχητά πρέπει να μαρτυρούν για μια ζωή που ήταν ολοκληρωτικά στραμμένη προς την ευλάβεια και το έλεος. Έτσι ο Μποσσυέ κατακεραυνώνει τους «χλιαρούς» που η πίστη τους αφυπνίζεται στο κατώφλι του θανά­του με μια αργοπορημένη μεταμέλεια- όμως πολλαπλα­σιάζει τα εγκώμια για την μικρή Εριέττα-Άννα της Αγ­γλίας, δούκισσα της Ορλεάνης, που, στα δεκατέσσερα χρόνια της, την ώρα που πεθαίνει δεν καλεί κοντά της τους γιατρούς αλλά τους παπάδες, φιλά τον εσταυρω­μένο, ζητά το ευχέλαιο και αναφωνεί: «Ω Θεέ μου, μή­πως πάντα δεν απέθετα σ’ εσένα την εμπιστοσύνη μου;»

«Το θαυμαστό του θανάτου», γράφει ο Μποσσυέ παραθέτοντας τα λόγια του Αγίου Αντωνίου, «είναι πως για τον χριστιανό δεν σημαίνει το τέλος της ζωής αλλά μόνο το τέλος των αμαρτιών του και των κινδύ­νων στους οποίους εκτίθεται. Μαζί με τις μέρες μας ο Θεός κόβει τους πειρασμούς μας, δηλαδή όλα τα ενδε­χόμενα να χάσουμε την αληθινή ζωή, την αιώνια ζωή, μια και ο κόσμος δεν είναι παρά η κοινή μας εξορία». Και δεν εκπλησσόμαστε με τον Ιωάννη-Παύλο Β’ όταν, γράφοντας για την ευθανασία και τις ύστατες στιγμές του ανθρώπου, πλέκει το εγκώμιο «του πιστού που απο­δέχεται με τη θέλησή του τον πόνο, απαρνούμενος τα μέσα καταπολέμησης του πόνου, για να διατηρήσει όλη του την διαύγεια και για να συμμετάσχει στα πάθη του Κυρίου», έστω και αν — και ο μικρός αυτός συμβιβα­σμός είναι σημαντικότατος — μια τέτοια ηρωική συ­μπεριφορά «δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα καθήκον για όλους».

Είναι γνωστό πως η Εκκλησία της Ρώμης δέχεται τα αναλγητικά υπό τον όρο πως δεν αποστε­ρούν από τον ετοιμοθάνατο την αυτοσυνειδησία του. Πρέπει να ομολογήσουμε πως ένα τέτοιο επιχείρη­μα υπέρ της οδύνης δεν είναι και πολύ πειστικό, μια και, σιγά σιγά, με το πέρασμα του χρόνου, άρχισε να θεωρείται ως η σύνοψη της υποταγής και του σκοταδι­σμού (ακόμα και από τους πιστούς που, ως προς αυτό το σημείο, ασπάστηκαν τις λαϊκές αξίες). Η ανακάλυ­ψη των αλκαλοειδών, η χρήση των αναισθητικών, ο αποκαθαρμός της ασπιρίνης και της μορφίνης σάρω­σαν τις απόψεις των παπάδων σχετικά με τον πόνο σαν μια αναγκαία θεία τιμωρία.

Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο χριστιανισμός προκάλεσε από μόνος του την δια­μαρτυρία που θα τον αποδυνάμωνε. Από τη στιγμή που πρόβαλε την έννοια της μακαριότητας — έστω και τοποθετώντας την στον ουρανό — απελευθέρωσε μια δυ­ναμική που θα στρεφόταν εναντίον του. (Ακόμα και οι Μακαρισμοί που καταγράφονται στα Ευαγγέλια συνδεδεμένοι με τα αναθέματα δεν είναι μια υπόσχεση γα­λήνης αλλά δικαιοσύνης. Καλούν σε ένα αναποδογύρισμα του κόσμου, αφήνουν μια ευκαιρία γι’ αυτούς που πέφτουν, για τους αποτυχημένους: οι ισχυροί θα γκρε­μιστούν από τα βάθρα τους, οι άθλιοι θα ανυψωθούν στην πρώτη σειρά.)

Η γνώση πως μια τέτοια κατάσταση τους περιμένει μετά θάνατον, κάνει τους ανθρώπους ανυπόμονους να τη γνωρίσουν λιγάκι εδώ κάτω. Γεννιέται μια πανίσχυ­ρη ελπίδα για καλύτερη ζωή, μια ελπίδα που αντλεί την δυναμικότητά της από τις ίδιες τις Γραφές. Οι άνθρω­ποι θέλουν να επισπεύσουν την συντέλεια του κόσμου, όταν ο Μεσσίας θα επιστρέφει και οι συσσωρευμένες δυστυχίες θα εξαφανιστούν μέσα σε μια χαρούμενη Αποκάλυψη· μετρούν τα χρόνια, τους αιώνες που τους χωρίζουν από το τέλος, και οι υπολογισμοί αυτοί φλο­γίζουν τα πνεύματα.

Από αυτή την άποψη, οι αιρετικοί ή οι χιλιαστές δεν είναι παρά βιαστικοί αναγνώστες που παίρνουν κατά γράμμα τα λόγια της Βίβλου και πι­στεύουν στο κυριολεκτικό τους νόημα. Βασίζονται στην αδιαλλαξία τού Ιησού για να αμφισβητήσουν τους απολιθωμένους τύπους του εκκλησιαστικού θεσμού. Το θέ­μα της ευτυχίας προέρχεται από τον χριστιανισμό, αλ­λά θα αναπτυχθεί ενάντια σε αυτόν. Καθώς είχε επισημάνει πρ’ωτος ο Χέγκελ, η θρησκεία αυτή εμπεριέχει όλα τα σπέρματα του ξεπεράσματος της και της εξόδου από την θρησκευτικότητα.

Το βασικό της λάθος για τους ανθρώπους της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού — που άλλωστε ήταν όλοι τους πιστοί — ήταν πως τύλιξε την δυστυχία μες στα πέπλα της ευγλωττίας, «αυτής της ευγλωττίας του σταυρού» που υπόσχεται την ανάσταση για να αποτρέψει τους ευλαβείς από το καθήκον να βελ­τιώσουν την γήινη ζωή τους. Κι επιπλέον, η λατρεία του πόνου και της θυσίας, καθώς θα το δείξει ο Νίτσε ανα­φορικά με τους Αρχαίους, δεν ανυψώνει τον άνθρωπο, αλλά τον βυθίζει μες στη σκληρότητα και την πικρία. Συνεπώς, σύμφωνα με το διάσημο ρητό του Καρλ Μαρξ, «καταργώντας την θρησκεία σαν ψευδαισθητική ευτυχία του λαού, σημαίνει πως απαιτείς την αληθινή ευτυχία του».

Η καθολική και η προτεσταντική σκληρότητα ασκούνταν απεγνωσμένα ενάντια στην ανθρώπινη φύ­ση και τις χαρές της. Με τον Διαφωτισμό, η ηδονή και η ευμάρεια επιτέλους θα αποκατασταθούν και ο πόνος θα απορριφθεί σαν ένας αρχαϊσμός. Θα μπορούσε κα­νείς να πιστέψει πως γύρισε μια σελίδα της ιστορίας. Όμως, αντίθετα, εδώ αρχίζουν οι δυσκολίες.

Το Εμπόριο της Ευτυχίας

«Εμείς δημιουργούμε την πραγματικότητά μας και αναφερόμαστε στο γεγονός ότι οι σκέψεις μας δημιουργούν την αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο, αλλά τώρα μπορούμε να έχουμε μια πιο χειροπιαστή και εμπεριστατωμένη κατανόηση αυτής της φράσης. Κυριολεκτικά δημιουργούμε το υλικό σύμπαν με την υποκειμενικότητά μας. Θεωρώ την συνείδηση θεμελιώδη. Θεωρώ την ύλη παράγοντα της συνείδησης. Δεν μπορούμε να πάμε πέρα από την συνείδηση. Για οτιδήποτε μιλάμε, οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε ως αληθινό προϋποθέτει να υπάρχει συνείδηση» -Max Planck

“Δεν αναιρούμε μια ηδονή με αναθέματα, την απορροφούμε, την αντικαθιστούμε με μια μεγαλύτερη. Ο καταναλωτισμός σας αηδιάζει όπως σας αηδιάζουν κι εκείνα τα βόδια που συνωθούνται στα σούπερ μάρκετ και τα πολυκαταστήματα; Επινοήστε άλλες χαρές, δημιουργήστε καινούριους πειρασμούς! Αλλά, για όνομα του θεού, πάψτε να γκρινιάζετε!” -Σαρλ Φουριέ

«Υπάρχουν πλάσματα που η ευτυχία πέφτει μανιασμένα επάνω τους σαν να ήταν δυστυχία, και πράγματι αυτό είναι». -Φρανσουά Μιυριάκ

Οι Επιστήμες της Μακαριότητας

«Όταν σηκωνόμαστε το πρωί, μπορούμε να επιλέξουμε αν θα έχουμε καλή ή κακή διάθεση. Η δυνατότητα επιλογής υφίσταται πάντα. Ο Λίνκολν έλεγε πως οι άνθρωποι μπορούν να είναι τόσο ευτυχισμένοι ή τόσο δυστυχισμένοι όσο έχουν αποφασίσει οι ίδιοι να είναι. Να επαναλαμβάνετε στον εαυτό σας: Τα πάντα πάνε θαυμάσια, η ζωή είναι ωραία, επιλέγω την ευτυχία. Να γίνετε ο δημιουργός της ίδιας σας της ευτυχίας, να κάνετε την ευτυχία σας καθήκον σας. Καταρτίστε μια λίστα με θετικές και ευχάριστες σκέψεις και να τις επαναλαμβάνετε πολλές φορές την ημέρα».
Νόρμαν Βίνσεντ Πηλ, “Η δύναμη της θετικής σκέψης” Edition Voie positive, Marabout, 1990.

Το 1929, ο Φρόιντ, δημοσιεύοντας το “Πολιτισμός πηγή δυστυχίας” διακηρύσσει την ευτυχία αδύνατη: για να μπορέσει το άτομο να ζήσει μέσα στην κοινωνία, οφείλει να εγκαταλείψει τις ολοένα αυξανόμενες επιθυμίες του, μια και ο κάθε πολιτισμός οικοδομείται πάνω στην απάρνηση των ενστίκτων. Κι αφού η δυστυχία μάς απειλεί από παντού, ενεδρεύει μες στο σώμα μας, μες στη φύση, στις σχέσεις μας με τους άλλους, ο Φρόιντ καταλήγει στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Στο σχέδιο της “δημιουργίας” δεν λέει πουθενά πως ο άνθρωπος πρέπει να είναι ευτυχισμένος. Αυτό που αποκαλούμε ευτυχία, με την αυστηρή έννοια του όρου, απορρέει από την μάλλον ξαφνική ικανοποίηση μιας ανάγκης που έχει φτάσει στο ψηλότερο σημείο έντασης, και που από την φύση της δεν είναι δυνατή παρά μόνο κάτω από την μορφή ενός επεισοδιακού φαινομένου».

Πέρα από χιμαιρική, μόλις πενήντα χρόνια αργότερα, η ευδαιμονία έγινε σχεδόν υποχρεωτική. Κι αυτό επειδή στο μεταξύ έγινε μια διπλή επανάσταση. Από την μια, ο καπιταλισμός πέρασε από το σύστημα της παραγωγής, που βασιζόταν στην αποταμίευση και την εργασία, στο σύστημα της κατανάλωσης που προϋποθέτει ανάλωση και σπατάλη. Πρόκειται για μια καινούρια στρατηγική που προσαρτά την ευχαρίστηση αντί να την αποκλείει, σβήνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην οικονομική μηχανή και τις ορμές μας καθιστώντας τες κινητήρες ανάπτυξης. Αλλά, κυρίως, το δυτικό άτομο χειραφετήθηκε από τα σιδερένια δεσμά της συλλογικότητας, από το πρώτο — αυταρχικό — στάδιο των δημοκρατιών για να κατακτήσει την πλήρη αυτονομία του.

Στο εξής, όντας «ελεύθερος» δεν έχει πια δυνατότητα επιλογής: μια και τα εμπόδια στον δρόμο της Εδέμ έχουν εξαφανιστεί, είναι κατά κάποιον τρόπο «καταδικασμένος» να είναι ευτυχισμένος ή, για να το πούμε διαφορετικά, δεν έχει να τα βάλει παρά μόνο με τον εαυτό του αν δεν το καταφέρει.

Επειδή, στον εικοστό αιώνα, η ιδέα της ευτυχίας ακολουθεί δυο δρόμους: ενώ στις δημοκρατικές χώρες μεταφράζεται σε έναν πόθο για ξέφρενες απολαύσεις, αλλού, στον κομμουνιστικό κόσμο, ναυαγεί μες στο καθεστώς της επιβεβλημένης σε όλους ευδαιμονίας. Πόσοι λάκκοι δεν σκάφτηκαν εν ονόματι της επιδίωξης του Καλού, για να γίνουν οι άνθρωποι καλύτεροι παρά την θέλησή τους; Στρατευμένη στην υπηρεσία ενός πολιτικού οράματος, η ευτυχία έγινε ένα άσφαλτο όργανο ομαδικών σφαγών. Μπροστά στις ακτινοβόλες πόλεις του μέλλοντος, καμιά θυσία, καμιά εκκαθάριση από τα ανθρώπινα μιάσματα δεν ήταν αρκετά μεγάλη. Το υποσχόμενο ειδύλλιο μεταμορφώθηκε σε φρίκη.

Εδώ δεν θα πραγματευτούμε αυτή την γνωστή στους πάντες αποχαλίνωση του ολοκληρωτισμού, μήτε τον οργουελικού τύπου καταναγκασμό, ή το συγκινησιακό μπούκωμα των ανθρώπων όπως το φαντάστηκε ο Χάξλεϊ (μόλο που πολλά χαρακτηριστικά των κοινωνιών μας θυμίζουν τον Θαυμαστό καινούριο κόσμο ή το 1984). Θα μελετήσουμε κυρίως ένα άλλο διατακτικό που χαρακτηρίζει την ατομικιστική εποχή και που σχετίζεται με την τελειοποίηση του εαυτού. Είναι λες και η προσταγή, παύοντας να μιλάει την γλώσσα του νόμου, της προσπάθειας, αποφάσισε να μας καλλωπίσει, να μας συμπαρασταθεί λες και ένα είδος φύλακα αγγέλου συνοδεύει τον καθένα μας ψιθυρίζοντας του στο αυτί: προπάντων μην ξεχνάς να είσαι ευτυχισμένος. Οι αντιουτοπίες εξεγείρονταν ενάντια σε έναν υπερβολικά τέλειο κόσμο ρυθμισμένο σαν ένα ρολόι, στο εξής, φέρουμε το ρολόι εντός μας.

Οι Προαποφασισμένες Αγαλλιάσεις

Με ποιον διεστραμμένο μηχανισμό ένα ακριβοαποκτημένο δικαίωμα έγινε νόμος και η χθεσινή απαγόρευση σημερινός κανόνας; Αυτό συνέβη επειδή ολόκληρη η θρησκεία της ευτυχίας εμψυχώνεται από την ιδέα της κυριαρχίας: θα είμαστε οι κυρίαρχοι του πεπρωμένου μας όπως και των ηδονών μας, ικανοί να τις δημιουργήσουμε και να τις έχουμε όποτε θέλουμε. Ιδού η ευτυχία τοποθετημένη πλάι στην τεχνική και την επιστήμη μες στη λίστα των προμηθεϊκών κατορθωμάτων, πρέπει να την παράγουμε και να την επιδεικνύουμε.

Πράγμα που, στην διάρκεια του εικοστού αιώνα, το υποστηρίζει ένα ολόκληρο διανοητικό νεφέλωμα που δεν παύει να επαναλαμβάνει με χίλιους δυο τρόπους το ίδιο πιστεύω: η ικανοποίηση είναι θέμα θέλησης. Στην Γαλλία, για παράδειγμα, έχουμε τον φιλόσοφο Αλαίν που στις “Ομιλίες”, έργο που το έγραψε στο διάστημα 1911-1925, και που υπήρξε αναμφισβήτητο μπεστ σέλερ από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του, ταυτίζει την χαρά με την φυσική άσκηση και την μελαγχολία με τους χυμούς του σώματος. Ενάντια στις ιερεμιάδες και την δυσθυμία, πρέπει να «ορκιστούμε να είμαστε ευτυχισμένοι» και να διδάξουμε αυτή την τέχνη στα παιδιά. Οι άνθρωποι που αποφασίζουν να είναι χαρούμενοι και να μην γκρινιάζουν ποτέ, θα ανταμειφθούν.

Όποιες και αν είναι οι περιστάσεις, ξινίλες στο στομάχι, βροχερός καιρός, άδειο πορτοφόλι, «είναι καθήκον μας απέναντι στους άλλους να είμαστε ευτυχισμένοι».

Αυτή η θεληματική ευτυχία του Αλαίν ανήκει μάλλον στην τέχνη των καλών τρόπων και της ευγένειας: «Είναι ευγενικό να είσαι χαρούμενος» (Μαρία Κιουρί), να μην απλώνεις τις δυστυχίες σου μπροστά στον άλλον, να έχεις ευχάριστη έκφραση έτσι ώστε να διατηρείς μια ευπρόσδεκτη κοινωνικότητα. Αυτή η ευγένεια του ευχάριστου προσφέρεται περισσότερο για κανόνες καλής συμπεριφοράς παρά για μια ιδεολογία.

Ο Αντρέ Ζιντ, πάλι, μες στις Γήινες τροφές (1897) προβάλλει ένα ολόκληρο μανιφέστο των απολαύσεων της σάρκας και των αισθήσεων και κηρύσσει μια ηθική του πάθους, που θέτει την επιθυμία πάνω από την πλησμονή, την δίψα πάνω από το ξεδίψασμα, την διαθεσιμότητα πάνω από την κατοχή. Αλλά στις Νέες τροφές (1935) αυτός ο στρατευμένος αισθησιαρχικός υποστηρίζει αυτό που θα γίνει το πιστεύω της εποχής μας: η ευτυχία ως δικαίωμα, το σύνθημα μιας γενιάς «που ανηφορίζει προς την ζωή πάνοπλη από χαρά».

«Σε κάθε πλάσμα οφείλεται ένα μερίδιο ευτυχίας ανάλογο με όση οι αισθήσεις και η καρδιά του μπορούν να αντέξουν. Αν μου στερήσουν έστω και το ελάχιστο από αυτήν, με έχουν κλέψει».

Τέλος, έχουμε την έκρηξη του Μάη του ’68 που κηρύττει την απελευθέρωση όλων των επιθυμιών. Ένα χρόνο πριν είχε προηγηθεί το βιβλίο ενός σιτουασιονιστή, του Ραούλ Βανεγκέμ, η Πραγματεία για το σαβουάρ βιβρ προς χρήση των νέων γενεών, όπου ο συγγραφέας πέτυχε το κατόρθωμα να προαναγγείλει και να συνθέσει το πνεύμα εκείνης της περιόδου. Στο έργο αυτό που κοχλάζει από έξαρση και πάθος, ο Βανεγκέμ καυτηριάζει την φυτοζωία στην οποία έχει αφεθεί η ανθρωπότητα εξαιτίας μιας ετοιμοθάνατης και κερδοσκοπικής κοινωνίας. Ενάντια σε αυτήν την δουλεία, κηρύσσει την ελεύθερη ομοσπονδία των υποκειμενικοτήτων, που μόνη αυτή θα επιτρέψει «την μέθη των δυνατοτήτων, τον ίλιγγο όλων των απολαύσεων που θα είναι κτήμα όλων των ανθρώπων».

Αφήνοντας στην άκρη την προτροπή του για εγκλήματα και λουτρά αίματος με σκοπό τον αφανισμό των εκμεταλλευτών και των «διοργανωτών της πλήξης», οφείλουμε στον Βανεγκέμ μερικά από τα ωραιότερα σλόγκαν του Μάη: «Δεν θέλουμε έναν κόσμο όπου η εγγύηση πως δεν θα πεθάνουμε από πείνα ανταλλάσσεται με την βεβαιότητα πως θα πεθάνουμε από πλήξη», ή αυτή η παθητική κραυγή, «Γεννηθήκαμε για να μην γεράσουμε ποτέ, να μην πεθάνουμε ποτέ».

Είναι αξιοσημείωτο πως ο Βανεγκέμ, διεκδικώντας την κληρονομιά του Σαντ, του Φουριέ, του Ρεμπώ και των σουρεαλιστών, εκφράζει μια βολονταριστική άποψη περί ζωής: σύμφωνα με αυτόν, η ένταση κερδίζεται με τον ανήλεο αγώνα ανάμεσα στο πνεύμα της υποταγής και τις δυνάμεις της ελευθερίας. Δεν υπάρχουν ημίμετρα, πρέπει να επιδοθούμε σε έναν διπλό αγώνα ενάντια στον σκλάβο που έχουμε μέσα μας και ενάντια στους πολλαπλούς κυρίους που θέλουν να μας υποδουλώσουν. Ή η ζωή ακέραια ή η απόλυτη ήττα. Αλίμονο σε αυτόν που εγκαταλείπει στον δρόμο την βιαιότητα του και τις θεμελιακές απαιτήσεις του σε κάθε απάρνηση, η αντίδραση δεν ετοιμάζει τίποτα άλλο παρά τον ολικό θάνατό μας».

Οι πρωταγωνιστές του Μάη του ’68, καθώς και ο ίδιος ο Βανεγκέμ, απέρριπταν με αηδία την λέξη ευτυχία που μύριζε μικροαστική σαχλοσύνη, ακούσιες χαρές του καταναγκασμού, ψυχολογία του παζαριού. Όπως έκαναν πριν από αυτούς οι μπίτνικ και οι χίπηδες, διαμαρτύρονταν ενάντια σε μια (κομφορμιστική ευδαιμονία των χρόνων του 50, ενσαρκωμένη στο αμερικάνικο όνειρο, σε μια οικογένεια συγκεντρωμένη γύρω από ένα αυτοκίνητο ή ένα εξοχικό σπίτι, στην συμμαχία της συζυγικότητας με το ηλεκτρικό ψυγείο κάτω από το εκστατικό χαμόγελο της διαφήμισης. Αυτό που ο Χένρυ Μίλλερ, σε ένα κείμενο ασυνήθιστης βιαιότητας ενάντια στην Αμερική, είχε αποκαλέσει το 1954 «ο κλιματισμένος εφιάλτης».

Όμως η ιστορία έκλεισε και πάλι πονηρά το μάτι καθώς το συνηθίζει, και αυτή η εξέγερση υπέρ της επιθυμίας απολιθώθηκε με την σειρά της σε ένα καινούριο δόγμα ευτυχίας: η απόρριψη δεν αφορούσε τόσο την ίδια την ευτυχία όσο τον υπερβολικά περιοριστικό καθορισμό των κατηγορημάτων της. Έτσι ανανεώσαμε το περιεχόμενό της δίχως να την σκοτώσουμε και, όπως συμβαίνει συχνά, οι κυριότεροι εχθροί του συστήματος αποδείχθηκαν οι καλύτεροι σύμμαχοί του…

Όμως η δεκαετία του ’60 ενεργοποιεί και μια αυταπάτη που προέρχεται κατευθείαν από τον Διαφωτισμό: πως η αρετή και η ηδονή, η ηθική και τα ένστικτα μπορούν να συνυπάρξουν για να οδηγήσουν τον άνθρωπο προς το Καθήκον, δίχως κανέναν κόπο. Η ευτυχία και ο Νόμος είναι συμβατά, πιστεύει ο αισιόδοξος ορθολογισμός του 18ου αιώνα. Αυτός που έχει επιθυμίες δεν γίνεται να είναι ένοχος, αναφωνούν τα χρόνια ’60 – ’70, η αμαρτία γεννιέται μόνο από τις απαγορεύσεις. Αυτή ήταν η χίμαιρα μιας εποχής που θεώρησε όλες τις τάσεις εξίσου σεβαστές και πίστεψε στην αρμονική τους.

Ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο φυσικός νόμος συγχωνεύεται με την ηθική επιταγή, (Ρομπερ Μωζύ). Τότε δεν υπήρχε μήτε η παραμικρή υποψία πως μια τέτοια θεοποίηση του κυρίαρχου καπρίτσιου, της αθώας επιθυμίας που μόνη αυτή αποφασίζει για το καλό και το κακό, θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις χειρότερες ωμότητες, πράγμα που ο Ντε Σαντ, πιο διορατικός από τους σύγχρονους ελευθέριους, το είχε αντιληφθεί πολύ καλά. Σε αυτό πρέπει επίσης να προσθέσουμε εκείνη την υπέρτατη και γκροτέσκα ελπίδα (που με τη μια ή την άλλη μορφή την προέβαλαν ο Γκροντέκ, ο Ράιχ και ο Μαρκούζε) σύμφωνα με την οποία η ηδονή και ο οργασμός παραμένουν τα καλύτερα μέσα για να ανατρέψουμε την κοινωνία αλλά και για να αποφύγουμε τον θάνατο και τα γηρατειά που, καθώς αναφέρει κι ο Βανεγκέμ, δεν πηγάζουν καθόλου από την φύση αλλά από μια «γιγάντια κοινωνική μαγγανεία».

Αυτό που αρχίζει με τον Αλαίν και φτάνει στο αποκορύφωμά του με το τέλος του αιώνα μας, είναι η ιδέα πως περνάμε από την ευτυχία ως δικαίωμα στην ευτυχία σαν επιταγή. Είμαστε οι κληρονόμοι αυτών των αντιλήψεων μόλο που δεν έχουμε συγκρατήσει καμιά τους κατά γράμμα, αφού έχουν κρυσταλλωθεί σε μια συλλογική νοοτροπία που σήμερα την έχουμε όλοι μας. Όχι μόνο η ηδονή, η υγεία και η σωτηρία έχουν γίνει συνώνυμα, μια και εφεξής το σώμα είναι ο αξεπέραστος ορίζοντας, αλλά και το σώμα γίνεται ύποπτο από την στιγμή που δεν είναι ακτινοβόλο. Γιατί έτσι καταπατείται το ταμπού που απαιτεί από τον καθένα μας να επιθυμεί την μέγιστη πραγμάτωσή του.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει πως στον 20ό αιώνα υπήρξαν κι άλλες, πιο ζοφερές, βιοθεωρίες, ο υπαρξισμός και οι φιλοσοφίες της αγωνίας — δίχως να λάβουμε υπόψη και την λογοτεχνία — που κράτησαν ζωντανή μια τραγική άποψη περί ζωής. Όμως αυτές οι θεωρίες ήταν όλες τους λίγο πολύ θεωρίες της απελευθέρωσης, της μοναξιάς του ανθρώπου που φτιάχνει ο ίδιος τον νόμο για τον εαυτό του, δίχως Θεούς. Και το τέλος του αιώνα μας, σύμφωνα με μια τάση που παρατηρείται ήδη στον 19ο αιώνα, έθεσε την ελευθερία στην υπηρεσία της ευτυχίας και δεν έκανε το αντίστροφο, θεωρώντας την ευτυχία σαν την αποθέωση μιας ολόκληρης απελευθερωτικής πορείας.

Ο Μπενζαμέν Κονστάν το επισημαίνει ήδη όταν ορίζει την ελευθερία των Μοντέρνων σαν την «ασφάλεια μες στις ιδιωτικές απολαύσεις» και την άγρια διαφύλαξη της ατομικής ελευθερίας. Για πολύ καιρό αντέτασσαν το ιδανικό της ευτυχίας κόντρα στο αστικό ιδεώδες της επιτυχίας, και να που η ίδια αυτή ευτυχία έγινε ένα από τα συστατικά της επιτυχίας. Στα χρόνια του 50, ο Αλμπέρ Καμί μπορούσε ακόμα να υποστηρίζει την ξέφρενη λατρεία της ηδονής και το αέναο πανηγύρι της ζωής, ενάντια στη σταλινική βουλγκάτα και την επίσημη γαλλική σεμνοτυφία.

Είκοσι χρόνια αργότερα, αυτή η λατρεία γίνεται ένα διαφημιστικό σλόγκαν. Στο εξής -τι τρομερό προνόμιο!- οφείλω στον εαυτό μου την ευτυχία όσο μου την οφείλουν και οι άλλοι. Αυτό το δικαίωμα του οποίου είμαι ο βασικός εγγυητής, με πιστώνει με μια εξουσία επάνω στον ίδιο τον εαυτό μου, που μπορεί να με ενθουσιάζει αλλά και να με βαραίνει σαν ένα φορτίο: αν η μαγεία εξαρτάται μόνο από την δική μου απόφαση, είμαι ο μόνος υπεύθυνος για τις ατυχίες μου. Συνεπώς, για να είμαι καλά, αρκεί να το θελήσω, αρκεί να ορίσω ή να προγραμματίσω κατά το γούστο μου την ευδαιμονία μου;

Μη Αναιρέσιμες Απολαύσεις.

Γιατί η κριτική της καταναλωτικής κοινωνίας κατέληξε τόσο γρήγορα (από τα χρόνια του εξήντα και μετά) στον θρίαμβο του καταναλωτισμού; Επειδή τα συνθήματα που ακούστηκαν τότε: «Τα πάντα, αμέσως», «Θάνατος στην πλήξη», «Ζωή δίχως νεκρό χρόνο και απόλαυση δίχως εμπόδια», μπορούσαν να εφαρμοστούν περισσότερο στον χώρο του εμπορίου παρά στον χώρο του έρωτα και της ζωής. Ενώ νόμιζαν πως ανέτρεπαν την κατεστημένη τάξη, ευνοούσαν με κάθε καλή πίστη την διάδοση του παγκόσμιου μερκαντιλισμού. Τα πράγματα πρέπει να είναι αμέσως προσιτά μες στην τάξη της πείνας και της δίψας, ενώ η καρδιά και η επιθυμία έχουν τους δικούς τους ιδιαίτερους ρυθμούς, τους διαλείποντες χρόνους τους.

Η πρόθεση ήταν αναρχική, αλλά το αποτέλεσμα διαφημιστικό: δεν απελευθέρωσαν τόσο τη λίμπιντο όσο την όρεξή μας για αγορές δίχως όρια, την ικανότητά μας να αρπάζουμε ασυγκράτητοι όλα τα αγαθά. Τι ωραία που είναι η εικόνα του επαναστάτη που γίνεται υπάλληλος, διερευνητής στην υπηρεσία του κεφαλαίου, πράγμα που έκαναν τελικά το εργατικό κίνημα, ο μαρξισμός και η ριζοσπαστική αριστερά που, κριτικάροντας ένα ελάττωμα του συστήματος, του επέτρεπαν να επιδιορθώνεται ανέξοδα. Οπως κι εκείνοι οι χίπηδες που ανακάλυψαν τις πιο τουριστικές περιοχές στην Ασία, την Αφρική και τον Ειρηνικό, τριάντα χρόνια πριν από όλον τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ το μόνο τους κίνητρο ήταν η επιθυμία της φυγής και της απομόνωσης.

Η παραδοξότητα του να κριτικάρεις τον καταναλωτισμό, μια πολυτέλεια χαϊδεμένων παιδιών. Το γοητευτικό σε αυτόν είναι πως προσφέρει ένα απλό, ανεξάντλητο, προσιτό σε όλους μας ιδανικό, αρκεί να μπορούμε να πληρώσουμε. Δεν απαιτεί από σένα τίποτα άλλο πέρα από το να έχεις την επιθυμία και να καταβάλεις το χρηματικό αντίτιμο. Μπουκώνεσαι, παραχοντραίνεις σαν μωρό που το έχουν παραταΐσει. Ό,τι και να σκεφτόμαστε για το θέμα, μας διασκεδάζει πάρα πολύ, αφού, όπως γίνεται και με την μόδα, υιοθετούμε με πάθος αυτό που μας προτείνουν, λες και το έχουμε διαλέξει οι ίδιοι.

Το ξέρουμε κι απ’ τον Σαρλ Φουριέ: δεν αναιρούμε μια ηδονή με αναθέματα, την απορροφούμε, την αντικαθιστούμε με μια μεγαλύτερη. Ο καταναλωτισμός σας αηδιάζει όπως σας αηδιάζουν κι εκείνα τα βόδια που συνωθούνται στα σούπερ μάρκετ και τα πολυκαταστήματα; Επινοήστε άλλες χαρές, δημιουργήστε καινούριους πειρασμούς! Αλλά, για όνομα του θεού, πάψτε να γκρινιάζετε!

Ενας Ευσπλαχνικός Καταναγκασμός

Η απελευθέρωση των ηθών είναι μια πολύ αλλόκοτη περιπέτεια και, όσο κι αν την έχουμε μάθει για τα καλά, δεν παύουμε να την επαναλαμβάνουμε, να ξαναγευόμαστε την πικρή της μεταστροφή. Επί αιώνες το σώμα καταπιέστηκε, συντρίφτηκε στο όνομα της πίστης ή των συμβάσεων, σε σημείο που να γίνει, στην Δύση, το σύμβολο της ανατροπής των καθιερωμένων. Αλλά τώρα που απελευθερώθηκε, παρατηρείται ένα περίεργο φαινόμενο: αντί να χαρούν την απόλαυση με πλήρη αθωότητα, οι άνθρωποι μετέθεσαν την απαγόρευση μες στην καρδιά της απόλαυσης.

Η απόλαυση, αγωνιώντας για τον εαυτό της, έστησε μόνη της ένα δικαστήριο και αυτοκαταδικάζεται, όχι πια εν ονόματι κάποιου θεού ή της αιδημοσύνης, αλλά για την ανεπάρκειά της: δεν είναι ποτέ αρκετά ισχυρή, αρκετά ικανοποιητική. Η ευτυχία και η ηθική, οι άλλοτε άσπονδες εχθρές, τώρα έχουν αλληλοσυγχωνευτεί, σήμερα είναι ανήθικο να μην είσαι ευτυχισμένος, το Υπερεγώ έχει εγκατασταθεί μες στο φρούριο της Ευτυχίας και το διοικεί με σιδερένια πυγμή. Η ενοχή πήρε τέλος για χάρη ενός μαρτυρίου δίχως τέλος. Η ηδονή πέρασε από την κατάσταση της υπόσχεσης στην κατάσταση του προβλήματος. Το ιδανικό του καταναγκασμού το διαδέχθηκε το ιδανικό της πληρότητας, για να γίνει κι αυτό με τη σειρά του καταναγκασμός της πληρότητας!

Ο καθένας μας, όντας υπεύθυνος για την ενεργητικότητά του, για την καλή του διάθεση, δεν χρειάζεται πια να απαρνιέται πράγματα αλλά να προσαρμόζεται προς μια τάση για τελείωση, που απορρίπτει κάθε αδράνεια. Η καθιερωμένη τάξη έχει πάψει να μας καταδικάζει ή να μας υποβάλλει σε στερήσεις, αλλά μας υποδείχνει τους δρόμους της πραγμάτωσης με μια αληθινά μητρική φροντίδα. Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε αυτή τη γενναιοδωρία σαν μια απελευθέρωση. Εδώ πρόκειται για έναν φιλάνθρωπο πειθαναγκασμό που προκαλεί την δυσφορία από την οποία προσπαθεί κατόπιν να μας απαλλάξει.

Οι στατιστικές που δημοσιοποιεί, τα πρότυπα που προβάλλει δημιουργούν μια καινούρια ράτσα ενόχων, δεν είναι πια οι συβαρίτες ή οι ελευθέριοι, αλλά οι θλιμμένοι, οι γκρινιάρηδες, οι καταθλιπτικοί. Η ευτυχία δεν είναι πια καλή τύχη, μια γιορταστική στιγμή μες στη μονοτονία της καθημερινότητας, είναι το πεπρωμένο μας, η μοίρα μας. Όταν το ευκταίο γίνεται πιθανό, εντάσσεται αυτομάτως στην κατηγορία του αναγκαίου. Εκπληκτική ταχύτητα, με την οποία το εδεμικό του χθες γίνεται το συνηθισμένο του σήμερα. Πρόκειται για μια ηθική της συνεχούς μάχης που διαποτίζει την καθημερινή ζωή και αφήνει πίσω της πολυάριθμους χαμένους και εξουθενωμένους.

Γιατί υπάρχει ένας επαναπροσδιορισμός της κοινωνικής θέσης, που δεν στηρίζεται μόνο με τον πλούτο ή την εξουσία αλλά και με την εμφάνιση: δεν αρκεί να είσαι πλούσιος, πρέπει να δείχνεις σε φόρμα, μια καινούρια μορφή διάκρισης και αξιολόγησης που δεν είναι λιγότερο αυστηρή από εκείνη που γίνεται με βάση το χρήμα. Υπάρχει μια ολόκληρη ηθική το να δείχνουμε πως νιώθουμε άνετα, που μας κατευθύνει κυριαρχικά και που την στηρίζουν, μες στη χαμογελαστή τους μέθη, η διαφήμιση και τα καταναλωτικά προϊόντα.

«Γίνετε ο καλύτερος φίλος σας, κερδίστε την εκτίμηση του εαυτού σας, να σκέφτεστε θετικά, τολμήστε να ζήσετε αρμονικά», η πληθώρα των βιβλίων πάνω σε αυτό τα θέμα μάς δημιουργεί την υποψία πως το πράγμα δεν είναι και τόσο εύκολο. Η ευτυχία μαζί με το εμπόριο του πνευματικού, δεν συνιστά μόνο την πιο μεγάλη βιομηχανία της εποχής μας, είναι επίσης, δίχως αμφιβολία, η καινούρια ηθική επιταγή: γι’ αυτό και η κατάθλιψη γίνεται όλο και πιο διαδεδομένη, και η κάθε εξέγερση ενάντια σε αυτόν τον γλοιώδη ηδονισμό παραπέμπει αμέσως στην δυστυχία και την απελπισία.

Να λοιπόν που είμαστε ένοχοι επειδή νιώθουμε ωραία, κι αυτό είναι ένα κακό για το οποίο οφείλουμε να απολογηθούμε τόσο στους άλλους όσο και μπροστά στο εσωτερικό μας δικαστήριο. Κι έτσι έχουμε αυτές τις περιβόητες δημοσκοπήσεις, αντάξιες των χωρών του πρώην κομμουνιστικού μπλοκ, όπου τα πρόσωπα που ρωτιούνται από ένα περιοδικό δηλώνουν ευτυχισμένα σε ποσοστό 90%! Κανείς δεν τολμάει να ομολογήσει πως μερικές φορές δεν είναι, από τον φόβο της κοινωνικής του υποτίμησης.

Αλλόκοτη αντίφαση της θεωρίας των ηδονών όταν γίνεται στρατευμένη: παίρνει από τις απαγορεύσεις την καταπιεστικότατη κι απλώς της αλλάζει κατεύθυνση. Σύμφωνα με αυτήν την στρατευμένη θεωρία, πρέπει να μεταμορφώσουμε την αβέβαιη αναμονή της ευδαιμονίας σε έναν όρκο πως θα εμφανιστεί οπωσδήποτε, να μετατρέψουμε την δυσκολία της ύπαρξης σε αέναη γλυκύτητα. Αντί να δεχθεί πως η ευτυχία είναι μια τέχνη της εμμεσότητας, που έρχεται ή δεν έρχεται μέσα από δευτερεύοντες στόχους, μας την προτείνει σαν έναν άμεσα προσιτό στόχο, και μάλιστα βάσει συνταγών.

Όποια κι αν είναι η ακολουθούμενη μέθοδος, ψυχική, σωματική, χημική, πνευματική ή πληροφορική (υπάρχουν άνθρωποι που δεν βλέπουν το Διαδίκτυο απλώς σαν ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά σαν ένα καινούριο Γκράαλ, σαν την υλοποίηση της πλανητικής δημοκρατίας), το βασικό δεδομένο είναι πάντα το ίδιο: η ευχαρίστησή σας είναι στο χέρι σας, αρκεί να προσπαθήσετε μέσω μιας «θετικής στάσης», μιας «ηθικής αγωγής» που θα σας οδηγήσει ως αυτήν.

Εκπληκτική ανατροπή της θέλησης που επιχειρεί να εγκαθιδρύσει το προτεκτοράτο της πάνω σε ψυχικές καταστάσεις, πάνω σε συναισθήματα που παραδοσιακά δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία της. Εξαντλείται προσπαθώντας να αλλάξει εκείνο που δεν εξαρτάται από αυτήν (με κίνδυνο να αφήσει κατά μέρος εκείνο που μπορεί να αλλάξει). Μη αρκούμενη στην ένταξή της μέσα στο γενικό πρόγραμμα του Κράτους-Πρόνοια και του καταναλωτισμού, η ευτυχία έγινε επίσης κι ένα σύστημα εκφοβισμού των πάντων από τους πάντες, ένα σύστημα του οποίου είμαστε ταυτόχρονα τα θύματα και οι συνένοχοι. Εκείνοι που υφίστανται αυτή την τρομοκρατία δεν έχουν παρά μόνο μια διέξοδο για να απαντήσουν στην επίθεση: να κάνουν, κι αυτοί με την σειρά τους, τους άλλους να ντρέπονται για τις ελλείψεις και τις αδυναμίες τους.

Άνοιξε τα μάτια

«Υπάρχει άραγε εξουσία, είπε ο πρώτος τυφλός; Δε φαντάζομαι, αλλά και να υπάρχει, θα είναι μια εξουσία τυφλών που θέλουν να κυβερνούν τυφλούς, σαν να λέμε το τίποτα θέλει να οργανώσει το τίποτα.» Αν έχετε διαβάσει José Saramago, σίγουρα θα έφτασε στα χέρια σας το βιβλίο του «Περί τυφλότητος». Για κάποιους θεωρήθηκε ένα βιβλίο φιλοσοφίας, για άλλους πάλι, μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας ή ακόμα και μια πολιτική αλληγορία για τη σταδιακή τύφλωση της κοινωνίας.

Μια χώρα που πέφτει σιγά-σιγά στο σκοτάδι. Ένας-ένας οι κάτοικοι χάνουν την όρασή τους και τα διάφορα κρούσματα της «λευκής τυφλότητος» πολλαπλασιάζονται. Οι συνθήκες διαβίωσης αλλάζουν. Λειτουργούν τα ένστικτα και η αρχέγονη ανάγκη της επιβίωσης, ενώ οι έννομες συνθήκες παγώνουν.

Όταν διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο, εκτός του ότι επιβεβαίωσα πως ο συγγραφέας του, ήταν ένας έξοχος κοινωνικός παρατηρητής, σκεφτόμουν πως επί της ουσίας είμαστε κι εμείς μια κοινωνία υπό τύφλωση. Δυστυχώς όμως, η παγίδα είναι πως δεν έχουμε αντιληφθεί ότι τυφλωνόμαστε. Οι παράγοντες που μας ωθούν και μας μετατρέπουν σιγά-σιγά σε «τυφλούς» είναι οι κρίκοι μιας μεγάλης αλυσίδας.

Αρχικά, μια από τις πιο επικίνδυνες αρρώστιες για την επερχόμενη «τύφλωσή» μας είναι η ημιμάθεια. Ένας παράγοντας που για πολλούς κυριαρχεί σ’ όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων τους. Νομίζουμε ότι ξέρουμε τα πάντα, ενώ επί της ουσίας υποστηρίζουμε μια σχετικότητα της γνώσης. Αυτήν τη σχετικότητα τη στηρίζουμε με κάθε μέσο και σε κάθε στιγμή. Υψώνουμε «λάβαρα» και σημαίες για χάρη της, άκριτα. Αν εν τέλει ως αρρώστια, μας κερδίσει κι επιφέρει την «τύφλωση» θα μας κάνει δογματικούς. Κι έτσι οι περήφανοι και αδαείς «τυφλοί» θα επικρατήσουν στους δρόμους της κοινωνίας.

Ένας δεύτερος παράγοντας που αλλοιώνει όσα βλέπουμε, είναι η απληστία μας. Δεν είμαστε ικανοποιημένοι στην κατάσταση της αυτάρκειας, οπότε αναζητάμε το περισσότερο. Θα κάνουμε τα πάντα για να το αποκτήσουμε και κάποιοι θα πατήσουν «επί πτωμάτων». Έτσι κι αλλιώς, δεν «βλέπουν» πού και πώς πηγαίνουν. Το επιπλέον έγινε αυτοσκοπός και τυφλά θα το υπακούσουν μέχρι να το αποκτήσουν. Κι ύστερα θα ζητήσουν κάτι περισσότερο κι απ’ αυτό. Ποτέ δε θα μπουν στη διαδικασία να δουν και να εκτιμήσουν όσα έχουν, αφού πάντα θα κυνηγούν όσα δε βλέπουν.

Η απληστία ως κρίκος της μεγάλης αλυσίδας, συνδέεται με το φθόνο. Ένα συναίσθημα το οποίο προκαλείται απλώς και μόνο επειδή οι άλλοι νιώθουν καλά. Ή ακριβέστερα, επειδή νιώθουν καλύτερα από εμάς. Αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς μας και στην πιο ακραία μορφή του, μπορεί να κατακλύσει τη σκέψη και τη ζωή μας. Μας ωθεί στο σκοτάδι, αφού δε μας επιτρέπει να δούμε την αυθεντική εικόνα ή τα κεκτημένα μας. Ειδικά στη σύγχρονη ναρκισσιστική κοινωνία, όπου ένα μεγάλο κομμάτι ανθρώπων επιζητούν να είναι το επικέντρο προσοχής, γίνεται ακόμα πιο απειλητικός.

Όλοι αυτοί οι κρίκοι που γίνονται δεσμά σ’ αυτήν την αλυσίδα, συνδέονται με ακόμα δύο πιο ισχυρούς. Το μίσος και την αγάπη. Η δεύτερη, όταν δεν είναι στην υγιή μορφή της, αφού βρίσκεται κάτω από την επήρεια των άλλων παραγόντων, μεταμορφώνεται. Είναι ικανή να μας κάνει να πιστεύουμε ότι όντως νιώθουμε, ότι προστατεύουμε, προχωράμε, βλέπουμε την αλήθεια. Περιορίζοντας την όρασή μας και επιφέροντας μια «επιλεκτική» τύφλωση, μας οδηγεί σιγά-σιγά στο πρώτο, το μίσος. Κάτω απ’ το «φως» της ημιμάθειας και του ιδιοτελούς συμφέροντος μισούμε ό,τι νομίζουμε πως απειλεί τη δική μας ευδαιμονία. Έτσι τυφλωμένοι από λανθασμένα ένστικτα υψώνουμε τείχη και παρωπίδες, με μόνο αποτέλεσμα τη δική μας στασιμότητα.

Σε κάθε κοινωνία, λοιπόν, θα υπάρχουν πολλά «χαμογελαστά» φώτα που είναι ικανά να τυφλώσουν και να επαναφέρουν ένα σύγχρονο σκοταδισμό. Το κλειδί σε όλη αυτήν την κατάσταση είναι να επιδιώκουμε να βλέπουμε πάντα την αλήθεια. Ακόμα κι αν έχουν καταφέρει οι συνθήκες να τοποθετήσουν καλύμματα στα μάτια μας, η λύση είναι το ίδιο το μυαλό μας. Να επιλέγει να βλέπει την ουσία και όχι να κλείνει τα μάτια σε όποια εικόνα δεν του αρέσει.

Ο άνθρωπος εκλέγοντας την εικόνα του εαυτού του εκλέγει συγχρόνως και την εικόνα όλης της ανθρωπότητας, την εικόνα της κοινωνίας

Το πρώτο διάβημα του υπαρξισμού είναι να καταστήσει τον κάθε άνθρωπο κάτοχο αυτού που είναι και να ακουμπήσει πάνω του την πλήρη ευθύνη της ύπαρξής του. Και όταν λέμε ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του, δεν εννοούμε πωs ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη συγκεκριμένη, την περιορισμένη ατομικότητά του, αλλά πως είναι υπεύθυνος για όλους τους ανθρώπους.

Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος εκλέγει τον εαυτό του, εννοούμε ότι καθένας από μας διαλέγεται αυτό που είναι, αλλά επίσης ότι εκλέγοντας τον εαυτό του, εκλέγει ταυτόχρονα και όλους τους ανθρώπους. Πραγματικά, δεν υπάρχει έστω και μια απ’ τις πράξεις μαs που, δημιουργώνταςs τον άνθρωπο που θέλουμε να είμαστε, δεν δημιουργεί ταυτόχρονα μια εικόνα του ανθρώπου γενικά, όπως θεωρούμε ότι πρέπει να είναι. Εκλέγονταs να είμαστε τούτο ή το άλλο, επιβεβαιώνουμε ταυτόχρονα την αξία αυτού που εκλέγουμε, γιατί δεν μπορούμε ποτέ να εκλέξουμε το κακό- αυτό που εκλέγουμε, θεωρούμε πως είναι πάντα το καλό, και τίποτα δεν μπορεί να είναι καλό για μαs χωρίς να είναι και για όλουs τους άλλουs.

Έτσι, η ευθύνη μαs είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, γιατί δεσμεύει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν, για παράδειγμα, είμαι εργάτης κι αποφασίσω να προσχωρήσω σ’ ένα χριστιανικό συνδικάτο κι όχι να γίνω κομμουνιστής, αν μ’ αυτή την προσχώρηση θέλω να δείξω πως, κατά τη γνώμη μου, η εγκαρτέρηση είναι στο βάθος η λύση που ταιριάζει στον άνθρωπο και πως το βασίλειο του ανθρώπου δεν βρίσκεται πάνω στη γη, δεν δεσμεύω μόνο τον εαυτό μου, την ατομική μου περίπτωση: το διάβημά μου δέσμευσε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Κι αν θέλω, πάλι, γεγονός πιο ατομικό, να παντρευτώ, ν’ αποκτήσω παιδιά, ακόμα κι όταν ο γάμος αυτός εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο απ’ την οικονομική μου κατάσταση, ή απ’ το πάθος μου, ή απ’ την επιθυμία μου, δεσμεύω με την πράξη μου όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά κι όλη την ανθρωπότητα στο δρόμο της μονογαμίας. Έτσι, είμαι υπεύθυνος για τον εαυτό μου και για όλους και δημιουργώ μια ορισμένη εικόνα του ανθρώπου που διαλέγω εκλέγοντας, λοιπόν, τον εαυτό μου, εκλέγω τον άνθρωπο.

Ο άνθρωπος που εκλέγει και δεσμεύει και που έχει τη συναίσθηση πως δεν είναι μόνο αυτό που διάλεξε να είναι, αλλά κι ο νομοθέτης που εκλέγει ταυτόχρονα για τον εαυτό του και την ανθρωπότητα ολόκληρη, δεν είναι δυνατό να ξεφύγει απ’ το συναίσθημα της πλήρους και βαθιάς του ευθύνης.

Βέβαια, πολλοί άνθρωποι δεν είναι καθόλου αγχώδεις ισχυριζόμαστε, όμως, πως απλούστατα κρύβουν το άγχος τους απ’ τον εαυτό τους, προσπαθούν να του ξεφύγουν – βέβαια πολλοί πιστεύουν πως ενεργώντας δεν δεσμεύουν παρά τον εαυτό τους κι όταν τους λέει κανείς: μα αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο; σηκώνουν τους ώμους και απαντούν: όλος ο κόσμος δεν κάνει το ίδιο. Ωστόσο, πρέπει πραγματικά ν’ αναρωτιέται κανείς: τι θα συνέβαινε αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο;

Η αξία του κάθε ανθρώπου είναι ευθέως ανάλογη της αξιοπρέπειάς του

Η αξιοπρέπεια ως βασική έννοια και αξία τείνει να κυριαρχήσει στον δημόσιο λόγο των κοινωνικών κινημάτων από τη δεκαετία του 1990 και μετά, με διάφορους όρους. Ως αξιοπρέπεια, λοιπόν, χαρακτηρίζουμε τη συναίσθηση της προσωπικής μας αξίας και την εξασφάλισή της με έντιμες πράξεις, συμπεριφορά που ταιριάζει στην αξία μας. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια έχει σχέση με την αξία του ανθρώπου ως ελεύθερου και λογικού όντος.

Αξίζει ν’ αναφέρουμε ότι ο όρος αξιοπρέπεια αναδεικνύεται με το έργο του Καντ, ο οποίος υποστήριξε ότι ο άνθρωπος δεν έχει τιμή αλλά αξία, την αξιοπρέπειά του. ” Μέσα στο κράτος των σκοπών το κάθε τι έχει είτε μια τιμή είτε μια αξιοπρέπεια. Ό, τι έχει μια τιμή μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο ισότιμό του. Ό, τι όμως είναι υπεράνω κάθε τιμής, και συνεπώς δεν έχει κανένα ισότιμό του, αυτό έχει αξιοπρέπεια». Ωστόσο, κατά τον Σοπενχάουερ, από τότε που ο Καντ πρόφερε τη φράση «αξιοπρέπεια του ανθρώπου», αυτή αποτέλεσε στο εξής το έμβλημα των ανόητων ηθικιστών, που κρύβουν πίσω από αυτήν τη βαρύγδουπη έκφραση ότι δεν έχουν μια πραγματική βάση για τις ηθικές τους απόψεις ή τέλος πάντων, μια βάση που να έχει νόημα.

Οι σύγχρονοι διάλογοι περιλαμβάνουν την αξιοπρέπεια σε πολλές εκφάνσεις της οικονομικοπολιτικής ζωής και της καθημερινότητας, σε θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν στην ελευθερία, στην ισότητα, στο δικαίωμα στην εργασία, στην περίθαλψη και στην ασφάλεια. Φαίνεται πως η αξιοπρέπεια είναι μια έννοια που χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, συνήθως από τον κυρίαρχο λόγο και απευθύνεται στο συναίσθημα χωρίς να παρακινεί απαραίτητα για δράση.

Η μεταβλητότητα της αξιοπρέπειας

Ο άνθρωπος έχει ένα βάρος, μια αξία. Η αξία ενός ανθρώπου μπορεί να εκπέσει με πράξεις κακοήθεις και ανάρμοστες.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ, ΟΤΑΝ ΘΙΓΕΤΑΙ ‘H ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ.

Άρα, η αξιοπρέπειά μας κινδυνεύει όχι μόνο από τις προσωπικές μας πράξεις αλλά και από τις προσβολές των άλλων. Οι άλλοι είναι δυνατό να θίξουν την υπόληψή μας. Μερικοί είναι αρκετά εύθικτοι σε θέματα τιμής και αξιοπρέπειας. Άλλοι θεωρούν πιο αξιοπρεπές να μην απαντούν σε προσβολές ούτε να καταφεύγουν στην βία, για να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους. Επομένως, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι η αξιοπρέπεια είναι μια ιδιαίτερα περίπλοκη έννοια, κι αυτό διότι είναι δύσκολο να χαρακτηρίσουμε κάποιον αξιοπρεπή, επειδή είναι μόνο ευπαρουσίαστος και ευυπόληπτος. Έτσι, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η αξιοπρέπεια συντίθεται από μια ευρεία δέσμη ιδιοτήτων, οι οποίες περιπλέκονται και δημιουργούν την ανωτέρω ποιότητα. Επιπρόσθετα, πρέπει να παρατηρηθεί πως οι ιδιότητες, οι οποίες, αν συνδυαστούν, διαμορφώνουν την αξιοπρέπεια, δεν είναι σταθερές ούτε ισόποσες, αλλά μεταβάλλονται ανάλογα με τις συγκυρίες (πολιτικές – κοινωνικές).

Προσομοίωση ερωτικής σχέσης δίχως έρωτα

Αδιάκοπος χορός. Από αγκαλιά σε αγκαλιά, τα σώματα παραδίδονται απελπισμένα σε περιπτήξεις που διαρκούν ελάχιστα. Σε αγκαλιές που παρέχουν ευχαρίστηση, ανακούφιση και ζεστασιά, αλλά που δεν υπάρχουν.

Προσομοίωση ερωτικής σχέσης δίχως έρωτα. Χάπια που ανακουφίζουν προσωρινά τη στέρηση, αυτές οι απελπισμένες προσμίξεις σωμάτων. Εξαφανίζεται ο έρωτας μέσα στην εικονική πραγματικότητα των απρόσωπων ερωτικών σχέσεων. Καταβροχθίζεται ο έρωτας από την βουλιμική κατανάλωση. Μια πείνα που δεν ησυχάζει, γιατί άλλο επιζητεί.

Αδιάκοπος χορός ερωτικών επαφών, δίχως έρωτα. Ένας αδιάκοπος χορός σχέσεων, που αντιστοιχεί σε αφόρητη μοναξιά που δεν συνειδητοποιείται, γιατί η συγκάλυψή της είναι το ζητούμενο. Παράλληλες μοναξιές. Τα σώματα σπαρταρούν ηδονικά και τα βλέμματα είναι άδεια και σκοτεινά.

Ο άλλος είναι κάτι που δεν με αφορά. Όπως δεν τον αφορώ και εγώ. Η φαντασίωση είναι ότι υπήρξαμε μαζί. Όμως η συνεύρεση δεν έγινε ποτέ.

Η παραίτηση από το να είμαστε ερωτικοί οδηγεί στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή. Τίποτα: Το κενό. Το άδειο. Η απουσία. Η εγκατάλειψη. Η ανυπαρξία. Ο θάνατος.

Η εμπειρία των αδιέξοδων σεξουαλικών επαφών δίχως έρωτα γίνεται η αφορμή για την αναζήτηση του έρωτα που θα αφορά όλη την ύπαρξη.

“Έρωτας ή τίποτα για εκείνους που δεν αποδέχονται τον συμβιβασμό της μετριότητας και ζουν στις ερωτικές σχέσεις που διαρκούν τουλάχιστον μια ζωή, το θαύμα της συντροφικής σχέσης.”

Ερωτικοί ως τον θάνατο. Και τότε καταργείται ο θάνατος. Γιατί το θαύμα της ζωής, που υπερβαίνει το τυχαίο και το δοσμένο, δεν σβήνει ποτέ. Συντελείται σε μια σκυταλοδρομία ζωής που υπερβαίνει τις φθαρτές ατομικότητες.

Και ο έρωτας είναι η πρόσκληση για να υπερβούμε την ατομική ανεπάρκεια για να συναντήσουμε τον πυρήνα της ζωής, που θα παραμένει άφατος, ακατανόητος, απερίφραστος, πάντα υπάρχων, ανέφικτος μέσα από τις γνώσεις και τις πληροφορίες, αλλά πάντα διαθέσιμος στο να αγγιχθεί από εκείνους που δεν κλείνονται στην ατομική τους αυτάρκεια και δεν παραιτούνται από το να τον αναζητούν.

Ο έρωτας ως συνειδητοποίηση των απεριόριστων δυνατοτήτων της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν ξεπερνά την επιβίωση και τις καταναλωτικές επιταγές της. Ο έρωτας όχι ως καρδούλα-καρτούν που είναι ματωμένη από τα βέλη του αλλά ως ψυχικά φτερά, διαρκώς ανανεούμενα!

Η εποχή της αλλοίωσης και της μεταμφίεσης

Ζούμε σε μια εποχή όπου τα πάντα γύρω μας – αλλά κι εμείς οι ίδιοι – είναι αλλοιωμένα. Ας αναφερθώ πιο συγκεκριμένα.

Στον χώρο της Τέχνης αρχικά… Όταν ο Μαρσέλ Ντυσάμπ επενέβη στην εικόνα της Τζόκοντα και της έβαλε μουστάκι, όλοι μειδίασαν και το θεώρησαν ως ένα ακόμη εικαστικό του αστείο, μια ακόμη δράση τής εν γένει συνολικής του καλλιτεχνικής στάσης, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας, μεταξύ άλλων, ήταν η ειρωνεία. Δεν μπορούσε κανείς, απλά εκπαιδευμένος με την κλασική παιδεία, άνθρωπος να φανταστεί ότι, κάποτε, αυτό που έκανε ο Ντυσάμπ θα γινόταν φυσιολογικό και θα ’λεγα, μάλιστα, ένα στυλ Τέχνης που πάει πλέον σήμερα να γίνει ο βασικός κανόνας. Κι όμως η σημερινή εικαστική πραγματικότητα το επιβεβαιώνει. Το nft, η digital art, όλα αυτά τα παιχνίδια με τη σύγχρονη τεχνολογία και Τεχνική το επικυρώνουν.

Φτάνει κάποιος να κάνει έστω κι ελάχιστη ή ανεπαίσθητη παρέμβαση στην εικόνα ενός άλλου έργου για να το κάνει δικό του βάζοντας κωδικό και μάλιστα να το πουλήσει σαν τέτοιο. Έχει πάρει μάλιστα τέτοιες διαστάσεις το θέμα αυτό στη νέα γενιά, ώστε, κοιτώντας τις καλλιτεχνικές τους προτάσεις, νομίζεις ότι γι’ αυτούς η δημιουργία περνά υποχρεωτικά από τη χρήση της Τεχνικής και των τεχνολογικών εξελίξεων ή κατ’ άλλους ευφυολογημάτων και παιχνιδιών.

Όμως υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ της μοντέρνας και της σύγχρονης αντίληψης. Οι μοντέρνες “αλλοιώσεις” είχαν ως αιτία ύπαρξής τους την προσπάθειά τους ν’ αλλάξουν και να διευρύνουν την παραδοσιακή καλλιτεχνική έκφραση και τον εν γένει παραδοσιακό τρόπο ζωής. Υπήρχε όμως ένα, ας το ονομάσουμε αρχέτυπο ή πρωτότυπο, από το οποίο ήθελαν να απομακρυνθούν ή να το μεταβάλουν. Ή, για να το πω αλλιώς, υπήρχαν οι ρίζες της καλλιτεχνικής κι αισθητικής παράδοσης που ακόμη κι αν υφίσταντο αλλοιώσεις δεν έπαυαν να υπάρχουν ως σημεία αναφοράς, ως μια παραστατικότητα που χαρακτηριζόταν από χώρο και χρόνο. Κοντολογίς, υπήρχε η αίσθηση (έστω κι αν για κάποιους είναι ψευδαίσθηση) του “πραγματικού”, της ιστορίας. Κάτι που δεν υπάρχει στις αλλοιώσεις του σύγχρονου κόσμου, ο οποίος θα μπορούσα να πω κάπως απλά, για να γίνω κατανοητός, είναι η αλλοίωση της αλλοίωσης, είναι οι συνεχόμενες αλλεπάλληλες αλλοιώσεις.

Και βέβαια θα μπορούσα να τονίσω αμέσως ότι δε θα μπορούσε να είναι κάτι ανησυχητικό αυτό κι ίσως κάποιος να ’λεγε ότι είναι μια μορφή έρευνας και προόδου. Όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Γιατί στην πρώτη περίπτωση, αυτήν των μοντέρνων αλλοιώσεων, υπήρχε το σημείο αναφοράς το πραγματικό, το ιστορικό σημείο, υπήρχε η ρίζα, η ταυτότητα, ο εαυτός. Στη σύγχρονη εποχή, που όλα τείνουν να ’ναι προϊόντα μιας digital ζωής, μιας digital ύπαρξης, όλα ξεκινούν από την απουσία προτύπου, ιστορίας, ριζών, παραδόσεων, από την απουσία της ταυτότητας και του εαυτού μας, την απουσία του “πραγματικού” ως αναφορά. Μοιάζει η σύγχρονη εποχή σαν ένα δέντρο χωρίς ρίζες. Και πιο ακόμη ανησυχητικό είναι ότι δεν ενδιαφέρει το να ’ναι το δέντρο δίχως ρίζες, γιατί η Φύση, ο άνθρωπος, η ιστορία, ο εαυτός μας, όλα αυτά θεωρούν κι έχουν αποδεχτεί την ψηφιακή τους ζωή, την ψηφιακή τους αναπνοή, θεωρούνται πλέον digital υπάρξεις, digital όντα, δηλαδή όντα ψηφιακά. Προτιμούμε πλέον το ψηφιακό από το φυσικό, που ως τώρα ήταν το πρότυπο του πραγματικού.

Ζούμε με τα δεδομένα μιας ψηφιακής ζωής. Η ρίζα μας είναι ψηφιακή. Η ταυτότητά μας, η ιστορία μας, ο χρόνος κι ο χώρος μας το ίδιο. Άρα η όποια απώλειά τους δε μας ενοχλεί γιατί δεν έχουμε συναισθηματικές σχέσεις μαζί τους. Στον ψηφιακό κόσμο ο εαυτός, η Τέχνη, η ζωή είναι μεταβαλλόμενα, είναι τεχνητά ως μόνιμα αλλοιωμένα τεχνοπροϊόντα. Για συναισθήματα κι ανθρώπινες αντιδράσεις θα μιλάμε τώρα; Είμαστε ελεύθεροι (sic) από φυσικές αναφορές. Γι’ αυτό δε μας πειράζει η αλλοίωση ως καταστροφή του περιβάλλοντος (κι ας φωνάζουν ευτυχώς κάποιες εξαιρέσεις), γι’ αυτό και δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τη γονιδιακή αλλοίωση ή και να αλλοιώσουμε το πρόσωπο ή το σώμα μας, όπως γίνεται στην περίπτωση της σημερινής τάσης του transhumanisme (πιστεύοντας ακράδαντα ότι ακολουθούμε τα ψηφιακά μοντέλα των φαντασιακών αλλοιώσεών μας), γι’ αυτό και προτιμούμε συχνά τα greeklish, γι’ αυτό και προστίθενται τεχνητές λέξεις, μη φυσικές (όπως γράμματα που δεν υπάρχουν στο αλφάβητο, γράμματα που προέρχονται από την επιθυμία για ουδέτερο γένος, όπως η θεωρία του genre, του κοινωνικού είδους), αδιαφορώντας κι αγνοώντας τη γλώσσα. Γι’ αυτό και φτάνουμε σε κάποια π.χ. πανεπιστημιακά ιδρύματα της Αμερικής να θέλουμε αλλάξουμε, άρα ν’ αλλοιώσουμε, τα κλασικά κείμενα, γι’ αυτό κι έχουμε μπερδέψει τις ανθρώπινες σχέσεις σε σημείο να μη γνωρίζουμε ποιος είναι τι, κάνει τι… Γι’ αυτό και δεν αποδεχόμαστε τον εαυτό μας παρά σαν διασκεδαστική ως κλαυσίγελη μεταμφίεση κ.λπ. Κι όλα αυτά γίνονται αλλά και κυρίως γίνονται αποδεκτά χωρίς αντίδραση. Κάποιες μικρομουρμούρες είναι για μικροεκτόνωση. Όλοι μοιάζουν παρατημένοι στη λαίλαπα της αλλοίωσης που αγγίζει όλη τη ζωή μας, την Τέχνη, την πολιτική, το περιβάλλον, την οικονομία, τον πολιτισμό, κ.λπ.

Ζούμε στις fake υπάρξεις μας, στον digital εαυτό μας. Γι’ αυτό και όλα τ’ αποδεχόμαστε κατά θλιβερό τρόπο και το μόνο που κάνουμε (εκτός πάντα κάποιων εξαιρέσεων) είναι να κοιτάμε αυτά τα φαινόμενα γύρω μας, την ίδια μας τη ζωή, σαν βιντεάκι, συνεχόμενα διαδικτυακά βιντεάκια, και να γελάμε, να γελάμε, να γελάμε σαν χάχες, φτιάχνοντας ανέκδοτα, μετατρέποντας τη ζωή μας σ’ ανέκδοτο, ένα τραγελαφικό ανέκδοτο μιας ηττημένης και καθ’ όλα ψηφιακής (δηλαδή ανεξέλεγκτα μεταβαλλόμενης και κατασκευαζόμενης) τεχνητής ύπαρξης, ανήμποροι να βγούμε από αυτήν την κατάσταση της αυτοαλλοίωσής μας, ζώντας μόνο ως αναπαραγωγή, ως νομάδες της ψευδαισθησιακής διαρκούς μας μεταμφίεσης, ως κόπια της τραβεστί εικόνας μας και μόνο. Μισούμε κατά βάθος, χωρίς να το ξέρουμε, τον εαυτό μας και αφηνόμαστε στον ψηφιακό τεχνοεαυτό μας. Μισούμε την εικόνα μας στον καθρέφτη κι αρνούμαστε να τη δούμε, αλλοιώνοντάς την μόνιμα ώστε να μας γίνει «μια ξένη φορτική» όπως λέει κι ο Κ. Καβάφης.

Μοιάζουμε να ’χουμε χάσει κάθε επαφή με τη φωνή μας και να ευχαριστιόμαστε με τις αλλοιώσεις του αντίλαλου της ηχούς της, όπως αυτή αλλοιώνεται στο ξεδίπλωμά της στον χώρο. Είμαστε η αλλοιωμένη ηχώ του αλλοιωμένου εαυτού μας. Όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, δε βλέπουμε εμάς αλλά εμάς αυτοαλλοιωμένους. Κι αυτό το βρίσκουμε διασκεδαστικό κι ας είναι μια κακόγουστη τραβεστί εικόνα μας.

Η λέξη “αλλοίωση” εμπεριέχει το “άλλος”. Το “άλλος” όμως που ισοδυναμεί με το “άλλοι” που εννοούσε ο Αρθούρος Ρεμπώ. Δηλαδή με τους άλλους μας εαυτούς, τις άλλες μας δυνατότητες, αυτές που έχουμε μέσα μας και μπορούμε να τις ανακαλύψουμε για να γίνουμε καλύτεροι και πιο δημιουργικοί. Έχουμε όμως τόσο γοητευτεί από το εξωτερικό κι όχι εσωτερικό “αλλοι”-ώτικο και το διαφορετικό, ώστε γινόμαστε ανεύθυνοι με το όμοιο, με τον ίδιο τον εαυτό μας. Προτιμούμε κι έχουμε αιχμαλωτιστεί τυραννικά από το διαφορετικό και τη διαφορετικότητα, ξεχνώντας ότι για να τα πάμε καλά κι ισορροπημένα με το “Άλλο” θα πρέπει να τα ’χουμε τουλάχιστον κάπως βρει με τον εαυτό μας. Αλλά έτσι όπως είναι αλλοιωμένος και χαμένος στις τεχνητές του μεταμφιέσεις, έτσι όπως είναι ως τεχνητό έμβρυο μιας επερχόμενης ασταμάτητα τεχνοζωής, ίσως θα ’πρεπε ν’ ασχοληθούμε πρώτα να τον βρούμε, αν μπορούμε, αν δεν είναι ανεπίστρεπτα πλέον αργά.

Αποφθέγματα και σοφά λόγια από το έργο του Νίτσε (Μέρος Β΄)

Μια μεγάλη συλλογή αποφθεγμάτων, από τα βιβλία του μεγάλου Γερμανού φιλόσοφου Φρίντριχ Νίτσε (15 Οκτωβρίου 1844 – 25 Αυγούστου 1900) . Ο ίδιος έγραψε ότι: «Να γιατί οι πραγματικοί αναγνώστες των γνωμικών παίρνουν από αυτά μια ευχαρίστηση σχεδόν ασήμαντη, με γεύση μόλις ικανοποιητική, ώστε να γεμίζουν το στόμα τους με τρόπο που θυμίζει εκείνους που εξετάζουν εμπορεύματα. Αυτοί είναι άτομα που επαινούν επειδή δεν ξέρουν να αγαπούν, πρόθυμα στον κολακευτικό θαυμασμό αλλά ακόμη πιο πρόθυμα στη φυγή»

Το Λυκόφως των Ειδώλων (1888)

Ρητά και Αιχμές
  • Ακόμα και ο πιο θαρραλέος από εμάς σπάνια έχει το θάρρος για αυτό που γνωρίζει.
  • Για να ζεις μόνος, πρέπει να είσαι ζώο ή θεός – λέει ο Αριστοτέλης. Ξέχασε την τρίτη περίπτωση: πρέπει να είσαι και τα δύο – φιλόσοφος.
  • Πώς; Είναι ο άνθρωπος απλώς ένα λάθος του θεού; Ή ο θεός απλώς ένα λάθος του ανθρώπου;
  • Από τη σχολή πολέμου της ζωής. – Ό,τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό.
  • Τι; Ψάχνεις; Θα ήθελες να δεκαπλασιαστείς, να εκατονταπλασιαστείς; Ψάχνεις οπαδούς; – Ψάξε για μηδενικά!
  • Δυσπιστώ απέναντι σε όλους τους συστηματοποιητές και τους αποφεύγω. Η θέληση για σύστημα είναι έλλειψη ακεραιότητας.
  • Το σκουλήκι συσπειρώνεται όταν το πατούν. Έτσι είναι έξυπνο. Με αυτό τον τρόπο μειώνει τις πιθανότητες να το ξαναπατήσουν. Στη γλώσσα της ηθικής: ταπεινοφροσύνη.
  • Δίχως τη μουσική η ζωή θα ήταν ένα λάθος.
  • Ο απογοητευμένος μιλά: Ψάχνω μεγάλους ανθρώπους, μα βρίσκω πάντα τους πιθήκους του ιδεώδους τους.
  • Η συνταγή για τη δική μου ευτυχία; Ένα Ναι, ένα Όχι, μια ευθεία γραμμή, ένας σκοπός.
Το Πρόβλημα του Σωκράτη
  • Το καθετί στο Σωκράτη είναι υπερβολικό, γελοίο, καρικατούρα∙ το καθετί είναι επίσης συγκαλυμμένο, υστερόβουλο, υποχθόνιο.
  • Παντού όπου η αυθεντία εξακολουθεί να ανήκει στις καλές συνήθειες, παντού όπου δεν αιτιολογεί κανείς αλλά διατάζει, ο διαλεκτικός είναι ένα είδος παλιάτσου: γελούν μαζί του, δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Ο Σωκράτης ήταν ο παλιάτσος που κατάφερε να τον πάρουν στα σοβαρά.
Το «Λογικό» στη Φιλοσοφία
  • Φοβάμαι ότι δε θα απαλλαχτούμε από το θεό, αφού πιστεύουμε ακόμη στη γραμματική.
  • Να πλάθουμε μύθους για ένα κόσμο «άλλο» απ’ αυτόν εδώ είναι κάτι που δεν έχει κανένα νόημα, με την προϋπόθεση ότι δεν κυριαρχεί μέσα μας ένα ένστικτο συκοφαντίας, υποτίμησης, ενοχοποίησης της ζωής: στην έσχατη περίπτωση εκδικούμαστε τη ζωή με τη φαντασμαγορία μιας «άλλης», μιας «καλύτερης» ζωής.
Η Ηθική ως Αντίφαση
  • Να χτυπάς τα πάθη στη ρίζα σημαίνει να χτυπάς τη ζωή στη ρίζα: η πρακτική της εκκλησίας είναι εχθρική προς τη ζωή.
  • Το πιο δηλητηριώδες πράγμα εναντίον των αισθήσεων δεν έχει ειπωθεί από τους ανίκανους ούτε από τους ασκητές, αλλά από εκείνους που ήταν αδύνατο να γίνουν ασκητές, από εκείνους που είχαν ανάγκη να είναι ασκητές.
  • Η αντιφυσική ηθική, δηλαδή σχεδόν όλες οι ηθικές που έχουν έως σήμερα διδαχθεί, τιμηθεί και κηρυχθεί, στρέφεται εναντίον των ενστίκτων της ζωής – είναι άλλοτε κρυφή άλλοτε ηχηρή και θρασεία καταδίκη αυτών των ενστίκτων.
Τι Λείπει από τους Γερμανούς
  • Στοιχίζει ακριβά το να αποκτάς δύναμη: η δύναμη αποβλακώνει.
  • Οι Γερμανοί αποβλακώθηκαν ηθελημένα εδώ και μια χιλιετία περίπου: πουθενά αλλού δεν έγινε πιο διεφθαρμένη κατάχρηση των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών ναρκωτικών, του αλκοόλ και του χριστιανισμού.
  • Η κουλτούρα και το κράτος είναι ανταγωνιστές:το ένα ζει εις βάρος του άλλου, το ένα ανθεί εις βάρος του άλλου.
  • Όλα τα μεγάλα, όλα τα ωραία πράγματα δεν μπορούν ποτέ να είναι κοινή ιδιοκτησία: το ωραίο είναι για τους λίγους.
  • Να μάθει κανείς να σκέφτεται: Στα σχολεία μας κανείς δεν έχει πια την παραμικρή ιδέα αυτού του πράγματος.
Ακροβολισμοί Ενός Παράκαιρου Ανθρώπου
  • Η δύναμη που δεν έχει πια ανάγκη να αποδείξει τον εαυτό της∙ που απαξιώνει να αρέσει∙ που απαντά δύσκολα∙ που δεν αισθάνεται κανένα μάρτυρα γύρω της∙ που ζει δίχως να έχει συνείδηση ότι υπάρχει αντίθεση προς αυτήν που στηρίζεται στον εαυτό της, μοιρολατρικά, ένας νόμος μεταξύ νόμων: αυτό μιλά ως μεγάλο στυλ από μόνο του.
  • Οι πιο πνευματικοί άνθρωποι, με την προϋπόθεση ότι είναι και οι πιο θαρραλέοι, βιώνουν και τις πιο οδυνηρές τραγωδίες: γι’ αυτό όμως τιμούν τη ζωή, γιατί τους αντιτάσσει τη μεγαλύτερή της αντιπαλότητα.
  • Στο ωραίο, ο άνθρωπος παίρνει τον εαυτό του ως μέτρο της τελειότητας∙ σε ακραίες περιπτώσεις, μέσα στο ωραίο λατρεύει τον εαυτό του.
  • Ο πραγματικός άνθρωπος δεν αξίζει απείρως περισσότερο από οποιονδήποτε απλώς επιθυμητό, ονειρεμένο, κατασκευασμένο και ψεύτικο άνθρωπο; Από οποιονδήποτε ιδεώδη άνθρωπο; Και μόνον ο ιδεώδης άνθρωπος προσβάλλει το γούστο του φιλοσόφου.
  • Πρέπει να δημιουργηθεί μια καινούργια ευθύνη, αυτή του γιατρού, για όλες τις περιπτώσεις όπου το ύψιστο συμφέρον της ζωής, της ανιούσας ζωής, απαιτεί την πιο ανενδοίαστη απώθηση και παραμέρισμα της εκφυλισμένης ζωής – για παράδειγμα, στην περίπτωση του δικαιώματος να τεκνοποιήσεις, του δικαιώματος να γεννηθείς, του δικαιώματος να ζεις. Να πεθαίνεις περήφανα όταν δεν είναι πια μπορετό να ζεις περήφανα.
  • Δεν είναι στο χέρι μας να εμποδίσουμε τη γέννησή μας: μπορούμε όμως να διορθώσουμε αυτό το λάθος – γιατί πολλές φορές είναι λάθος. Όταν καταργεί κανείς τον εαυτό του, κάνει το πιο αξιοπρόσεκτο πράγμα που υπάρχει: με αυτό κερδίζει σχεδόν το δικαίωμα να ζει.
  • Η αξία ενός πράγματος δεν έγκειται μερικές φορές σε εκείνο που πετυχαίνουμε με αυτό, αλλά σε εκείνο που πληρώνουμε για αυτό.
  • Φιλελευθερισμός: με άλλα λόγια, αγελαία αποκτήνωση.
  • Γιατί, τι είναι ελευθερία; Είναι το να έχεις τη θέληση να αναλάβεις την ευθύνη για τον εαυτό σου. Το να διατηρείς την απόσταση που μας χωρίζει τον ένα από τον άλλο. Το να γίνεις πιο αδιάφορος απέναντι στον κόπο, τη δυσκολία, τη στέρηση, ακόμα και την ίδια τη ζωή. Το να είσαι έτοιμος να θυσιάσεις για την υπόθεσή σου ανθρώπους – δίχως να εξαιρείσαι ούτε εσύ ο ίδιος.
  • Πρέπει να έχεις ανάγκη να είσαι δυνατός – αλλιώς δε γίνεσαι ποτέ.
  • Αν θέλεις ένα σκοπό, τότε πρέπει επίσης να θέλεις και τα μέσα για αυτόν: αν θέλεις δούλους, τότε είσαι τρελός αν τους εκπαιδεύεις να γίνουν αφέντες.
  • Είναι ανάξιο για τις μεγάλες καρδιές να διαδίδουν την ταραχή που νιώθουν. Μπορεί επίσης να είναι μεγαλείο ψυχής το να μη φοβόμαστε μπροστά στο άκρως αναξιοπρεπές.
Τι Οφείλω στους Αρχαίους
  • Ο Πλάτωνας είναι ανιαρός.
  • Στη μεγαλύτερη συμφορά που αντιπροσωπεύει ο χριστιανισμός, ο Πλάτωνας είναι εκείνη η αμφισημαντότητα και γοητεία που ονομάζεται «ιδεώδες», η οποία έκανε τις ευγενέστερες φύσεις της αρχαιότητας να παρανοήσουν τον εαυτό τους και να περάσουν τη γέφυρα που οδηγούσε στο «σταυρό».
  • Τα μεγάλα λόγια και στάσεις ταιριάζουν πολύ στους παρακμιακούς.
  • Οι «πόνοι της γέννας» καθαγιάζουν κάθε πόνο∙ κάθε γίγνεσθαι και αναπτύσσεσθαι, καθετί που υπόσχεται ένα μέλλον, προϋποθέτει τον πόνο.
Αταξινόμητα
  • Αν κάποιος θέλει να απαλλαγεί από την αίσθηση της αβάσταχτης καταπίεσης, ίσως αναγκαστεί να καταφύγει στο χασίς. Ecce HomoWenn man von einem unerträglichen Druck loskommen will, so hat man Haschisch nötig.
  • Ο θεός είναι νεκρός!Gott ist tot!
  • Να μην ξεχνάμε! Όσο πιο ψηλά πετάμε τόσο πιο μικροί φαντάζουμε σ´εκείνους που δεν μπορούν να πετάξουν.
  • -Τι θεωρείς πιο ανθρώπινο; -Να απαλλάσεις κάποιον από ντροπή.
  • Οι σκέψεις είναι πάντα σκιές των συναισθημάτων μας -πάντα σκοτεινότερες, κενότερες και απλούστερες απ᾽αυτά.
  • Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ’ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας. Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.
  • Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μού εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους.
  • Θεωρώ απαραίτητο να πλύνω τα χέρια μου, αφότου έρθω σε επαφή με θρήσκους ανθρώπους.
  • Ο βαθμός και η φύση της σεξουαλικότητας στον άνδρα ανεβαίνουν ως την υψηλότερη κορυφή του πνεύματός του.
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α'

Ο Ηρώδης και η σφαγή των 14.000 νηπίων τής Βηθλεέμ

Η «ιστορία» -που διδάσκεται και στα σχολεία- γνωστή: Όταν γεννήθηκε ο Ιησούς, ο βασιλιάς τής Ιουδαίας, Ηρώδης ο Μέγας, μόλις έμαθε δήθεν από τους τρεις μάγους, ότι γεννήθηκε ο νέος «βασιλιάς τής Ιουδαίας» (δηλαδή ο Ιησούς), πανικοβλήθηκε, και δρώντας προληπτικά, διέταξε την σφαγή όλων των άρρενων νηπίων κάτω των δύο ετών, στην Βηθλεέμ και τα περίχωρα αυτής. Αν ανατρέξει σήμερα κανείς σε κάποιο χριστιανικό ημερολόγιο, θα διαπιστώσει ότι αυτή την ημέρα (29 Δεκεμβρίου) τιμάται η «Μνήμη των υπό τού Ηρώδου αναιρεθέντων δεκατεσσάρων χιλιάδων νηπίων εν Βηθλεέμ».

Μάλιστα... Καλό το παραμύθι βέβαια, αλλά δεν έχει δράκο...

Αν παραβλέψουμε το γεγονός, ότι είναι αμφίβολο αν ο Ηρώδης και ο Ιησούς συνυπήρξαν (η ζωή τού Ηρώδη είναι τεκμηριωμένη ιστορικά, ενώ τού Ιησού όχι), θα βρεθούμε αντιμέτωποι με μερικά αδιέξοδα:

1. Η μόνη πηγή που αναφέρει την σφαγή των νηπίων από τον Ηρώδη, είναι το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον». Καμμία άλλη πηγή, είτε βιβλική είτε εξωβιβλική δεν μνημονεύει αυτό το «γεγονός». Το ερώτημα που γεννάται βέβαια, είναι πως αυτό το φοβερό «γεγονός», «διέφυγε» όχι μόνο από τούς Ιουδαίους ιστορικούς (π.χ. Ιώσηπος), αλλά κυρίως από τους άλλους «σύγχρονους» ευαγγελιστές (Ιωάννης, Λουκάς και Μάρκος). Και όπως προαναφέρθηκε, καμμία εξωβιβλική ιστορική πηγή δεν αναφέρει τέτοιος γεγονός, παρ' όλο που ο Ηρώδης, ιστορικά πάντα, ήταν αδιαμφισβήτητα ένας σκληρός και αδίστακτος βασιλιάς (όπως κι ένας άλλος «Μέγας», ο Κωνσταντίνος, έτσι κι αυτός, είχε «ξεπαστρέψει» ακόμη και μέλη τής οικογένειάς του, δηλαδή συζύγους, τέκνα και λοιπούς συγγενείς).

2. Το βασικό ερώτημα, στο οποίο οι αφελείς Ιουδαιοχριστιανοί δεν τολμούν να δώσουν απάντηση, είναι, πως είναι δυνατόν να σφαγιάσθηκαν 14.000 νήπια στο χωριό τής Βηθλεέμ και τα περίχωρά της, όταν ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τις μερικές εκατοντάδες ψυχές και, αναλογικά, τα νήπια πάνω από μερικές δεκάδες, μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού. «Λεπτομέρεια» θα πείτε...

Σωστά. Αν και βάσει αυτής της «λεπτομέρειας», στο «απόκρυφο» κείμενο «Πράξεις του Ματθαίου στην πόλη Καχενάτ», ο αριθμός των υποτιθέμενων φονευθέντων νηπίων, εκτινάχθηκε ακόμα και στις... 440.000! Φαίνεται όμως ότι οι «πατέρες» της Εκκλησίας κατόρθωσαν να διακρίνουν το γελοίο τού πράγματος, κι έτσι περιορίστηκαν στις 14.000 (που μνημονεύεται στο ευαγγέλιο τού Ματθαίου), καθώς αυτός ο αριθμός φάνηκε πιο... «λογικός».

3. Ένα δεύτερο βασικό ερώτημα, που προκύπτει, είναι, πως ο «πανάγαθος» Θεός και «προστάτης» των Ιουδαίων, επέτρεψε να συμβεί μια τέτοια σφαγή, διασώζοντας μόνο την «αγία οικογένεια», δείχνοντάς τους, μέσω αγγέλου, τον δρόμο διαφυγής προς την Αίγυπτο; Βέβαια, αν λάβουμε υπόψιν τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, η αναισθησία τού «Πανάγαθου», δεν θα πρέπει να μας ξενίζει.

Αν εξαιρέσουμε την πιο λογική εκδοχή, που λέει πως, η Μαρία όντας μοιχαλίδα που έφερε στον κόσμο ένα νόθο παιδί, κατέφυγε στην Αίγυπτο, για να αποφύγει τις συνέπειες τού εβραϊκού νόμου, ο οποίος ήταν πολύ σκληρός γι' αυτή την περίπτωση (προέβλεπε θανατική ποινή), οδηγούμαστε και σε μια άλλη, πολύ προφανή, εκδοχή: Το ανύπαρκτο, ιστορικά, «γεγονός», εκπληρώνει «πανηγυρικά» την «προφητεία» τού Ιερεμία, σύμφωνα με την οποία ο Κύριος είπε: «Aπό την Aίγυπτο κάλεσα το Υιό μου».

Την εκπλήρωση τής «προφητείας», σπεύδει, με περισσή χαρά θα μπορούσε να πει κανείς, να τονίσει ο Ματθαίος σε δύο σημεία και μάλιστα μέσα σε λίγες γραμμές: α) «Ο δε εγερθείς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού νυκτὸς και ανεχώρησεν εις Αίγυπτον, και ην εκεί έως τής τελευτής Ηρῴδου, ίνα πληρωθή το ρηθὲν υπό τού Κυρίου διὰ τού προφήτου λέγοντος· εξ Αιγύπτου εκάλεσα τὸν υιόν μου» (Κατά Ματθαίον 2: 14-15) και β) «τότε επληρώθη το ρηθέν τού υπό Ιερεμίου τού προφήτου» (Κατά Ματθαίον 2: 17).

Είναι προφανές λοιπόν, ότι αυτό μυθιστόρημα, δημιουργήθηκε μόνο και μόνο για να εκπληρώσει την «προφητεία» τής Παλαιάς Διαθήκης και να ενισχύσει έτσι, την υποτιθέμενη και επιδιωκούμενη σύνδεσή της με την Καινή Διαθήκη μαζί με μία δόση συναισθηματισμού και οίκτου.