«Υπάρχει άραγε εξουσία, είπε ο πρώτος τυφλός; Δε φαντάζομαι, αλλά και να υπάρχει, θα είναι μια εξουσία τυφλών που θέλουν να κυβερνούν τυφλούς, σαν να λέμε το τίποτα θέλει να οργανώσει το τίποτα.» Αν έχετε διαβάσει José Saramago, σίγουρα θα έφτασε στα χέρια σας το βιβλίο του «Περί τυφλότητος». Για κάποιους θεωρήθηκε ένα βιβλίο φιλοσοφίας, για άλλους πάλι, μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας ή ακόμα και μια πολιτική αλληγορία για τη σταδιακή τύφλωση της κοινωνίας.
Μια χώρα που πέφτει σιγά-σιγά στο σκοτάδι. Ένας-ένας οι κάτοικοι χάνουν την όρασή τους και τα διάφορα κρούσματα της «λευκής τυφλότητος» πολλαπλασιάζονται. Οι συνθήκες διαβίωσης αλλάζουν. Λειτουργούν τα ένστικτα και η αρχέγονη ανάγκη της επιβίωσης, ενώ οι έννομες συνθήκες παγώνουν.
Όταν διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο, εκτός του ότι επιβεβαίωσα πως ο συγγραφέας του, ήταν ένας έξοχος κοινωνικός παρατηρητής, σκεφτόμουν πως επί της ουσίας είμαστε κι εμείς μια κοινωνία υπό τύφλωση. Δυστυχώς όμως, η παγίδα είναι πως δεν έχουμε αντιληφθεί ότι τυφλωνόμαστε. Οι παράγοντες που μας ωθούν και μας μετατρέπουν σιγά-σιγά σε «τυφλούς» είναι οι κρίκοι μιας μεγάλης αλυσίδας.
Αρχικά, μια από τις πιο επικίνδυνες αρρώστιες για την επερχόμενη «τύφλωσή» μας είναι η ημιμάθεια. Ένας παράγοντας που για πολλούς κυριαρχεί σ’ όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων τους. Νομίζουμε ότι ξέρουμε τα πάντα, ενώ επί της ουσίας υποστηρίζουμε μια σχετικότητα της γνώσης. Αυτήν τη σχετικότητα τη στηρίζουμε με κάθε μέσο και σε κάθε στιγμή. Υψώνουμε «λάβαρα» και σημαίες για χάρη της, άκριτα. Αν εν τέλει ως αρρώστια, μας κερδίσει κι επιφέρει την «τύφλωση» θα μας κάνει δογματικούς. Κι έτσι οι περήφανοι και αδαείς «τυφλοί» θα επικρατήσουν στους δρόμους της κοινωνίας.
Ένας δεύτερος παράγοντας που αλλοιώνει όσα βλέπουμε, είναι η απληστία μας. Δεν είμαστε ικανοποιημένοι στην κατάσταση της αυτάρκειας, οπότε αναζητάμε το περισσότερο. Θα κάνουμε τα πάντα για να το αποκτήσουμε και κάποιοι θα πατήσουν «επί πτωμάτων». Έτσι κι αλλιώς, δεν «βλέπουν» πού και πώς πηγαίνουν. Το επιπλέον έγινε αυτοσκοπός και τυφλά θα το υπακούσουν μέχρι να το αποκτήσουν. Κι ύστερα θα ζητήσουν κάτι περισσότερο κι απ’ αυτό. Ποτέ δε θα μπουν στη διαδικασία να δουν και να εκτιμήσουν όσα έχουν, αφού πάντα θα κυνηγούν όσα δε βλέπουν.
Η απληστία ως κρίκος της μεγάλης αλυσίδας, συνδέεται με το φθόνο. Ένα συναίσθημα το οποίο προκαλείται απλώς και μόνο επειδή οι άλλοι νιώθουν καλά. Ή ακριβέστερα, επειδή νιώθουν καλύτερα από εμάς. Αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς μας και στην πιο ακραία μορφή του, μπορεί να κατακλύσει τη σκέψη και τη ζωή μας. Μας ωθεί στο σκοτάδι, αφού δε μας επιτρέπει να δούμε την αυθεντική εικόνα ή τα κεκτημένα μας. Ειδικά στη σύγχρονη ναρκισσιστική κοινωνία, όπου ένα μεγάλο κομμάτι ανθρώπων επιζητούν να είναι το επικέντρο προσοχής, γίνεται ακόμα πιο απειλητικός.
Όλοι αυτοί οι κρίκοι που γίνονται δεσμά σ’ αυτήν την αλυσίδα, συνδέονται με ακόμα δύο πιο ισχυρούς. Το μίσος και την αγάπη. Η δεύτερη, όταν δεν είναι στην υγιή μορφή της, αφού βρίσκεται κάτω από την επήρεια των άλλων παραγόντων, μεταμορφώνεται. Είναι ικανή να μας κάνει να πιστεύουμε ότι όντως νιώθουμε, ότι προστατεύουμε, προχωράμε, βλέπουμε την αλήθεια. Περιορίζοντας την όρασή μας και επιφέροντας μια «επιλεκτική» τύφλωση, μας οδηγεί σιγά-σιγά στο πρώτο, το μίσος. Κάτω απ’ το «φως» της ημιμάθειας και του ιδιοτελούς συμφέροντος μισούμε ό,τι νομίζουμε πως απειλεί τη δική μας ευδαιμονία. Έτσι τυφλωμένοι από λανθασμένα ένστικτα υψώνουμε τείχη και παρωπίδες, με μόνο αποτέλεσμα τη δική μας στασιμότητα.
Σε κάθε κοινωνία, λοιπόν, θα υπάρχουν πολλά «χαμογελαστά» φώτα που είναι ικανά να τυφλώσουν και να επαναφέρουν ένα σύγχρονο σκοταδισμό. Το κλειδί σε όλη αυτήν την κατάσταση είναι να επιδιώκουμε να βλέπουμε πάντα την αλήθεια. Ακόμα κι αν έχουν καταφέρει οι συνθήκες να τοποθετήσουν καλύμματα στα μάτια μας, η λύση είναι το ίδιο το μυαλό μας. Να επιλέγει να βλέπει την ουσία και όχι να κλείνει τα μάτια σε όποια εικόνα δεν του αρέσει.
Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022
Ο άνθρωπος εκλέγοντας την εικόνα του εαυτού του εκλέγει συγχρόνως και την εικόνα όλης της ανθρωπότητας, την εικόνα της κοινωνίας
Το πρώτο διάβημα του υπαρξισμού είναι να καταστήσει τον κάθε άνθρωπο κάτοχο αυτού που είναι και να ακουμπήσει πάνω του την πλήρη ευθύνη της ύπαρξής του. Και όταν λέμε ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του, δεν εννοούμε πωs ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη συγκεκριμένη, την περιορισμένη ατομικότητά του, αλλά πως είναι υπεύθυνος για όλους τους ανθρώπους.
Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος εκλέγει τον εαυτό του, εννοούμε ότι καθένας από μας διαλέγεται αυτό που είναι, αλλά επίσης ότι εκλέγοντας τον εαυτό του, εκλέγει ταυτόχρονα και όλους τους ανθρώπους. Πραγματικά, δεν υπάρχει έστω και μια απ’ τις πράξεις μαs που, δημιουργώνταςs τον άνθρωπο που θέλουμε να είμαστε, δεν δημιουργεί ταυτόχρονα μια εικόνα του ανθρώπου γενικά, όπως θεωρούμε ότι πρέπει να είναι. Εκλέγονταs να είμαστε τούτο ή το άλλο, επιβεβαιώνουμε ταυτόχρονα την αξία αυτού που εκλέγουμε, γιατί δεν μπορούμε ποτέ να εκλέξουμε το κακό- αυτό που εκλέγουμε, θεωρούμε πως είναι πάντα το καλό, και τίποτα δεν μπορεί να είναι καλό για μαs χωρίς να είναι και για όλουs τους άλλουs.
Έτσι, η ευθύνη μαs είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, γιατί δεσμεύει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν, για παράδειγμα, είμαι εργάτης κι αποφασίσω να προσχωρήσω σ’ ένα χριστιανικό συνδικάτο κι όχι να γίνω κομμουνιστής, αν μ’ αυτή την προσχώρηση θέλω να δείξω πως, κατά τη γνώμη μου, η εγκαρτέρηση είναι στο βάθος η λύση που ταιριάζει στον άνθρωπο και πως το βασίλειο του ανθρώπου δεν βρίσκεται πάνω στη γη, δεν δεσμεύω μόνο τον εαυτό μου, την ατομική μου περίπτωση: το διάβημά μου δέσμευσε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Κι αν θέλω, πάλι, γεγονός πιο ατομικό, να παντρευτώ, ν’ αποκτήσω παιδιά, ακόμα κι όταν ο γάμος αυτός εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο απ’ την οικονομική μου κατάσταση, ή απ’ το πάθος μου, ή απ’ την επιθυμία μου, δεσμεύω με την πράξη μου όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά κι όλη την ανθρωπότητα στο δρόμο της μονογαμίας. Έτσι, είμαι υπεύθυνος για τον εαυτό μου και για όλους και δημιουργώ μια ορισμένη εικόνα του ανθρώπου που διαλέγω εκλέγοντας, λοιπόν, τον εαυτό μου, εκλέγω τον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος που εκλέγει και δεσμεύει και που έχει τη συναίσθηση πως δεν είναι μόνο αυτό που διάλεξε να είναι, αλλά κι ο νομοθέτης που εκλέγει ταυτόχρονα για τον εαυτό του και την ανθρωπότητα ολόκληρη, δεν είναι δυνατό να ξεφύγει απ’ το συναίσθημα της πλήρους και βαθιάς του ευθύνης.
Βέβαια, πολλοί άνθρωποι δεν είναι καθόλου αγχώδεις ισχυριζόμαστε, όμως, πως απλούστατα κρύβουν το άγχος τους απ’ τον εαυτό τους, προσπαθούν να του ξεφύγουν – βέβαια πολλοί πιστεύουν πως ενεργώντας δεν δεσμεύουν παρά τον εαυτό τους κι όταν τους λέει κανείς: μα αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο; σηκώνουν τους ώμους και απαντούν: όλος ο κόσμος δεν κάνει το ίδιο. Ωστόσο, πρέπει πραγματικά ν’ αναρωτιέται κανείς: τι θα συνέβαινε αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο;
Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος εκλέγει τον εαυτό του, εννοούμε ότι καθένας από μας διαλέγεται αυτό που είναι, αλλά επίσης ότι εκλέγοντας τον εαυτό του, εκλέγει ταυτόχρονα και όλους τους ανθρώπους. Πραγματικά, δεν υπάρχει έστω και μια απ’ τις πράξεις μαs που, δημιουργώνταςs τον άνθρωπο που θέλουμε να είμαστε, δεν δημιουργεί ταυτόχρονα μια εικόνα του ανθρώπου γενικά, όπως θεωρούμε ότι πρέπει να είναι. Εκλέγονταs να είμαστε τούτο ή το άλλο, επιβεβαιώνουμε ταυτόχρονα την αξία αυτού που εκλέγουμε, γιατί δεν μπορούμε ποτέ να εκλέξουμε το κακό- αυτό που εκλέγουμε, θεωρούμε πως είναι πάντα το καλό, και τίποτα δεν μπορεί να είναι καλό για μαs χωρίς να είναι και για όλουs τους άλλουs.
Έτσι, η ευθύνη μαs είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, γιατί δεσμεύει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν, για παράδειγμα, είμαι εργάτης κι αποφασίσω να προσχωρήσω σ’ ένα χριστιανικό συνδικάτο κι όχι να γίνω κομμουνιστής, αν μ’ αυτή την προσχώρηση θέλω να δείξω πως, κατά τη γνώμη μου, η εγκαρτέρηση είναι στο βάθος η λύση που ταιριάζει στον άνθρωπο και πως το βασίλειο του ανθρώπου δεν βρίσκεται πάνω στη γη, δεν δεσμεύω μόνο τον εαυτό μου, την ατομική μου περίπτωση: το διάβημά μου δέσμευσε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Κι αν θέλω, πάλι, γεγονός πιο ατομικό, να παντρευτώ, ν’ αποκτήσω παιδιά, ακόμα κι όταν ο γάμος αυτός εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο απ’ την οικονομική μου κατάσταση, ή απ’ το πάθος μου, ή απ’ την επιθυμία μου, δεσμεύω με την πράξη μου όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά κι όλη την ανθρωπότητα στο δρόμο της μονογαμίας. Έτσι, είμαι υπεύθυνος για τον εαυτό μου και για όλους και δημιουργώ μια ορισμένη εικόνα του ανθρώπου που διαλέγω εκλέγοντας, λοιπόν, τον εαυτό μου, εκλέγω τον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος που εκλέγει και δεσμεύει και που έχει τη συναίσθηση πως δεν είναι μόνο αυτό που διάλεξε να είναι, αλλά κι ο νομοθέτης που εκλέγει ταυτόχρονα για τον εαυτό του και την ανθρωπότητα ολόκληρη, δεν είναι δυνατό να ξεφύγει απ’ το συναίσθημα της πλήρους και βαθιάς του ευθύνης.
Βέβαια, πολλοί άνθρωποι δεν είναι καθόλου αγχώδεις ισχυριζόμαστε, όμως, πως απλούστατα κρύβουν το άγχος τους απ’ τον εαυτό τους, προσπαθούν να του ξεφύγουν – βέβαια πολλοί πιστεύουν πως ενεργώντας δεν δεσμεύουν παρά τον εαυτό τους κι όταν τους λέει κανείς: μα αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο; σηκώνουν τους ώμους και απαντούν: όλος ο κόσμος δεν κάνει το ίδιο. Ωστόσο, πρέπει πραγματικά ν’ αναρωτιέται κανείς: τι θα συνέβαινε αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο;
Η αξία του κάθε ανθρώπου είναι ευθέως ανάλογη της αξιοπρέπειάς του
Η αξιοπρέπεια ως βασική έννοια και αξία τείνει να κυριαρχήσει στον δημόσιο λόγο των κοινωνικών κινημάτων από τη δεκαετία του 1990 και μετά, με διάφορους όρους. Ως αξιοπρέπεια, λοιπόν, χαρακτηρίζουμε τη συναίσθηση της προσωπικής μας αξίας και την εξασφάλισή της με έντιμες πράξεις, συμπεριφορά που ταιριάζει στην αξία μας. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια έχει σχέση με την αξία του ανθρώπου ως ελεύθερου και λογικού όντος.
Αξίζει ν’ αναφέρουμε ότι ο όρος αξιοπρέπεια αναδεικνύεται με το έργο του Καντ, ο οποίος υποστήριξε ότι ο άνθρωπος δεν έχει τιμή αλλά αξία, την αξιοπρέπειά του. ” Μέσα στο κράτος των σκοπών το κάθε τι έχει είτε μια τιμή είτε μια αξιοπρέπεια. Ό, τι έχει μια τιμή μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο ισότιμό του. Ό, τι όμως είναι υπεράνω κάθε τιμής, και συνεπώς δεν έχει κανένα ισότιμό του, αυτό έχει αξιοπρέπεια». Ωστόσο, κατά τον Σοπενχάουερ, από τότε που ο Καντ πρόφερε τη φράση «αξιοπρέπεια του ανθρώπου», αυτή αποτέλεσε στο εξής το έμβλημα των ανόητων ηθικιστών, που κρύβουν πίσω από αυτήν τη βαρύγδουπη έκφραση ότι δεν έχουν μια πραγματική βάση για τις ηθικές τους απόψεις ή τέλος πάντων, μια βάση που να έχει νόημα.
Οι σύγχρονοι διάλογοι περιλαμβάνουν την αξιοπρέπεια σε πολλές εκφάνσεις της οικονομικοπολιτικής ζωής και της καθημερινότητας, σε θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν στην ελευθερία, στην ισότητα, στο δικαίωμα στην εργασία, στην περίθαλψη και στην ασφάλεια. Φαίνεται πως η αξιοπρέπεια είναι μια έννοια που χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, συνήθως από τον κυρίαρχο λόγο και απευθύνεται στο συναίσθημα χωρίς να παρακινεί απαραίτητα για δράση.
Η μεταβλητότητα της αξιοπρέπειας
Ο άνθρωπος έχει ένα βάρος, μια αξία. Η αξία ενός ανθρώπου μπορεί να εκπέσει με πράξεις κακοήθεις και ανάρμοστες.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ, ΟΤΑΝ ΘΙΓΕΤΑΙ ‘H ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ.
Άρα, η αξιοπρέπειά μας κινδυνεύει όχι μόνο από τις προσωπικές μας πράξεις αλλά και από τις προσβολές των άλλων. Οι άλλοι είναι δυνατό να θίξουν την υπόληψή μας. Μερικοί είναι αρκετά εύθικτοι σε θέματα τιμής και αξιοπρέπειας. Άλλοι θεωρούν πιο αξιοπρεπές να μην απαντούν σε προσβολές ούτε να καταφεύγουν στην βία, για να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους. Επομένως, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι η αξιοπρέπεια είναι μια ιδιαίτερα περίπλοκη έννοια, κι αυτό διότι είναι δύσκολο να χαρακτηρίσουμε κάποιον αξιοπρεπή, επειδή είναι μόνο ευπαρουσίαστος και ευυπόληπτος. Έτσι, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η αξιοπρέπεια συντίθεται από μια ευρεία δέσμη ιδιοτήτων, οι οποίες περιπλέκονται και δημιουργούν την ανωτέρω ποιότητα. Επιπρόσθετα, πρέπει να παρατηρηθεί πως οι ιδιότητες, οι οποίες, αν συνδυαστούν, διαμορφώνουν την αξιοπρέπεια, δεν είναι σταθερές ούτε ισόποσες, αλλά μεταβάλλονται ανάλογα με τις συγκυρίες (πολιτικές – κοινωνικές).
Αξίζει ν’ αναφέρουμε ότι ο όρος αξιοπρέπεια αναδεικνύεται με το έργο του Καντ, ο οποίος υποστήριξε ότι ο άνθρωπος δεν έχει τιμή αλλά αξία, την αξιοπρέπειά του. ” Μέσα στο κράτος των σκοπών το κάθε τι έχει είτε μια τιμή είτε μια αξιοπρέπεια. Ό, τι έχει μια τιμή μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο ισότιμό του. Ό, τι όμως είναι υπεράνω κάθε τιμής, και συνεπώς δεν έχει κανένα ισότιμό του, αυτό έχει αξιοπρέπεια». Ωστόσο, κατά τον Σοπενχάουερ, από τότε που ο Καντ πρόφερε τη φράση «αξιοπρέπεια του ανθρώπου», αυτή αποτέλεσε στο εξής το έμβλημα των ανόητων ηθικιστών, που κρύβουν πίσω από αυτήν τη βαρύγδουπη έκφραση ότι δεν έχουν μια πραγματική βάση για τις ηθικές τους απόψεις ή τέλος πάντων, μια βάση που να έχει νόημα.
Οι σύγχρονοι διάλογοι περιλαμβάνουν την αξιοπρέπεια σε πολλές εκφάνσεις της οικονομικοπολιτικής ζωής και της καθημερινότητας, σε θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν στην ελευθερία, στην ισότητα, στο δικαίωμα στην εργασία, στην περίθαλψη και στην ασφάλεια. Φαίνεται πως η αξιοπρέπεια είναι μια έννοια που χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, συνήθως από τον κυρίαρχο λόγο και απευθύνεται στο συναίσθημα χωρίς να παρακινεί απαραίτητα για δράση.
Η μεταβλητότητα της αξιοπρέπειας
Ο άνθρωπος έχει ένα βάρος, μια αξία. Η αξία ενός ανθρώπου μπορεί να εκπέσει με πράξεις κακοήθεις και ανάρμοστες.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ, ΟΤΑΝ ΘΙΓΕΤΑΙ ‘H ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ.
Άρα, η αξιοπρέπειά μας κινδυνεύει όχι μόνο από τις προσωπικές μας πράξεις αλλά και από τις προσβολές των άλλων. Οι άλλοι είναι δυνατό να θίξουν την υπόληψή μας. Μερικοί είναι αρκετά εύθικτοι σε θέματα τιμής και αξιοπρέπειας. Άλλοι θεωρούν πιο αξιοπρεπές να μην απαντούν σε προσβολές ούτε να καταφεύγουν στην βία, για να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους. Επομένως, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι η αξιοπρέπεια είναι μια ιδιαίτερα περίπλοκη έννοια, κι αυτό διότι είναι δύσκολο να χαρακτηρίσουμε κάποιον αξιοπρεπή, επειδή είναι μόνο ευπαρουσίαστος και ευυπόληπτος. Έτσι, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η αξιοπρέπεια συντίθεται από μια ευρεία δέσμη ιδιοτήτων, οι οποίες περιπλέκονται και δημιουργούν την ανωτέρω ποιότητα. Επιπρόσθετα, πρέπει να παρατηρηθεί πως οι ιδιότητες, οι οποίες, αν συνδυαστούν, διαμορφώνουν την αξιοπρέπεια, δεν είναι σταθερές ούτε ισόποσες, αλλά μεταβάλλονται ανάλογα με τις συγκυρίες (πολιτικές – κοινωνικές).
Προσομοίωση ερωτικής σχέσης δίχως έρωτα
Αδιάκοπος χορός. Από αγκαλιά σε αγκαλιά, τα σώματα παραδίδονται απελπισμένα σε περιπτήξεις που διαρκούν ελάχιστα. Σε αγκαλιές που παρέχουν ευχαρίστηση, ανακούφιση και ζεστασιά, αλλά που δεν υπάρχουν.
Προσομοίωση ερωτικής σχέσης δίχως έρωτα. Χάπια που ανακουφίζουν προσωρινά τη στέρηση, αυτές οι απελπισμένες προσμίξεις σωμάτων. Εξαφανίζεται ο έρωτας μέσα στην εικονική πραγματικότητα των απρόσωπων ερωτικών σχέσεων. Καταβροχθίζεται ο έρωτας από την βουλιμική κατανάλωση. Μια πείνα που δεν ησυχάζει, γιατί άλλο επιζητεί.
Αδιάκοπος χορός ερωτικών επαφών, δίχως έρωτα. Ένας αδιάκοπος χορός σχέσεων, που αντιστοιχεί σε αφόρητη μοναξιά που δεν συνειδητοποιείται, γιατί η συγκάλυψή της είναι το ζητούμενο. Παράλληλες μοναξιές. Τα σώματα σπαρταρούν ηδονικά και τα βλέμματα είναι άδεια και σκοτεινά.
Ο άλλος είναι κάτι που δεν με αφορά. Όπως δεν τον αφορώ και εγώ. Η φαντασίωση είναι ότι υπήρξαμε μαζί. Όμως η συνεύρεση δεν έγινε ποτέ.
Η παραίτηση από το να είμαστε ερωτικοί οδηγεί στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή. Τίποτα: Το κενό. Το άδειο. Η απουσία. Η εγκατάλειψη. Η ανυπαρξία. Ο θάνατος.
Η εμπειρία των αδιέξοδων σεξουαλικών επαφών δίχως έρωτα γίνεται η αφορμή για την αναζήτηση του έρωτα που θα αφορά όλη την ύπαρξη.
“Έρωτας ή τίποτα για εκείνους που δεν αποδέχονται τον συμβιβασμό της μετριότητας και ζουν στις ερωτικές σχέσεις που διαρκούν τουλάχιστον μια ζωή, το θαύμα της συντροφικής σχέσης.”
Ερωτικοί ως τον θάνατο. Και τότε καταργείται ο θάνατος. Γιατί το θαύμα της ζωής, που υπερβαίνει το τυχαίο και το δοσμένο, δεν σβήνει ποτέ. Συντελείται σε μια σκυταλοδρομία ζωής που υπερβαίνει τις φθαρτές ατομικότητες.
Και ο έρωτας είναι η πρόσκληση για να υπερβούμε την ατομική ανεπάρκεια για να συναντήσουμε τον πυρήνα της ζωής, που θα παραμένει άφατος, ακατανόητος, απερίφραστος, πάντα υπάρχων, ανέφικτος μέσα από τις γνώσεις και τις πληροφορίες, αλλά πάντα διαθέσιμος στο να αγγιχθεί από εκείνους που δεν κλείνονται στην ατομική τους αυτάρκεια και δεν παραιτούνται από το να τον αναζητούν.
Ο έρωτας ως συνειδητοποίηση των απεριόριστων δυνατοτήτων της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν ξεπερνά την επιβίωση και τις καταναλωτικές επιταγές της. Ο έρωτας όχι ως καρδούλα-καρτούν που είναι ματωμένη από τα βέλη του αλλά ως ψυχικά φτερά, διαρκώς ανανεούμενα!
Προσομοίωση ερωτικής σχέσης δίχως έρωτα. Χάπια που ανακουφίζουν προσωρινά τη στέρηση, αυτές οι απελπισμένες προσμίξεις σωμάτων. Εξαφανίζεται ο έρωτας μέσα στην εικονική πραγματικότητα των απρόσωπων ερωτικών σχέσεων. Καταβροχθίζεται ο έρωτας από την βουλιμική κατανάλωση. Μια πείνα που δεν ησυχάζει, γιατί άλλο επιζητεί.
Αδιάκοπος χορός ερωτικών επαφών, δίχως έρωτα. Ένας αδιάκοπος χορός σχέσεων, που αντιστοιχεί σε αφόρητη μοναξιά που δεν συνειδητοποιείται, γιατί η συγκάλυψή της είναι το ζητούμενο. Παράλληλες μοναξιές. Τα σώματα σπαρταρούν ηδονικά και τα βλέμματα είναι άδεια και σκοτεινά.
Ο άλλος είναι κάτι που δεν με αφορά. Όπως δεν τον αφορώ και εγώ. Η φαντασίωση είναι ότι υπήρξαμε μαζί. Όμως η συνεύρεση δεν έγινε ποτέ.
Η παραίτηση από το να είμαστε ερωτικοί οδηγεί στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή. Τίποτα: Το κενό. Το άδειο. Η απουσία. Η εγκατάλειψη. Η ανυπαρξία. Ο θάνατος.
Η εμπειρία των αδιέξοδων σεξουαλικών επαφών δίχως έρωτα γίνεται η αφορμή για την αναζήτηση του έρωτα που θα αφορά όλη την ύπαρξη.
“Έρωτας ή τίποτα για εκείνους που δεν αποδέχονται τον συμβιβασμό της μετριότητας και ζουν στις ερωτικές σχέσεις που διαρκούν τουλάχιστον μια ζωή, το θαύμα της συντροφικής σχέσης.”
Ερωτικοί ως τον θάνατο. Και τότε καταργείται ο θάνατος. Γιατί το θαύμα της ζωής, που υπερβαίνει το τυχαίο και το δοσμένο, δεν σβήνει ποτέ. Συντελείται σε μια σκυταλοδρομία ζωής που υπερβαίνει τις φθαρτές ατομικότητες.
Και ο έρωτας είναι η πρόσκληση για να υπερβούμε την ατομική ανεπάρκεια για να συναντήσουμε τον πυρήνα της ζωής, που θα παραμένει άφατος, ακατανόητος, απερίφραστος, πάντα υπάρχων, ανέφικτος μέσα από τις γνώσεις και τις πληροφορίες, αλλά πάντα διαθέσιμος στο να αγγιχθεί από εκείνους που δεν κλείνονται στην ατομική τους αυτάρκεια και δεν παραιτούνται από το να τον αναζητούν.
Ο έρωτας ως συνειδητοποίηση των απεριόριστων δυνατοτήτων της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν ξεπερνά την επιβίωση και τις καταναλωτικές επιταγές της. Ο έρωτας όχι ως καρδούλα-καρτούν που είναι ματωμένη από τα βέλη του αλλά ως ψυχικά φτερά, διαρκώς ανανεούμενα!
Η εποχή της αλλοίωσης και της μεταμφίεσης
Ζούμε σε μια εποχή όπου τα πάντα γύρω μας – αλλά κι εμείς οι ίδιοι – είναι αλλοιωμένα. Ας αναφερθώ πιο συγκεκριμένα.
Στον χώρο της Τέχνης αρχικά… Όταν ο Μαρσέλ Ντυσάμπ επενέβη στην εικόνα της Τζόκοντα και της έβαλε μουστάκι, όλοι μειδίασαν και το θεώρησαν ως ένα ακόμη εικαστικό του αστείο, μια ακόμη δράση τής εν γένει συνολικής του καλλιτεχνικής στάσης, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας, μεταξύ άλλων, ήταν η ειρωνεία. Δεν μπορούσε κανείς, απλά εκπαιδευμένος με την κλασική παιδεία, άνθρωπος να φανταστεί ότι, κάποτε, αυτό που έκανε ο Ντυσάμπ θα γινόταν φυσιολογικό και θα ’λεγα, μάλιστα, ένα στυλ Τέχνης που πάει πλέον σήμερα να γίνει ο βασικός κανόνας. Κι όμως η σημερινή εικαστική πραγματικότητα το επιβεβαιώνει. Το nft, η digital art, όλα αυτά τα παιχνίδια με τη σύγχρονη τεχνολογία και Τεχνική το επικυρώνουν.
Φτάνει κάποιος να κάνει έστω κι ελάχιστη ή ανεπαίσθητη παρέμβαση στην εικόνα ενός άλλου έργου για να το κάνει δικό του βάζοντας κωδικό και μάλιστα να το πουλήσει σαν τέτοιο. Έχει πάρει μάλιστα τέτοιες διαστάσεις το θέμα αυτό στη νέα γενιά, ώστε, κοιτώντας τις καλλιτεχνικές τους προτάσεις, νομίζεις ότι γι’ αυτούς η δημιουργία περνά υποχρεωτικά από τη χρήση της Τεχνικής και των τεχνολογικών εξελίξεων ή κατ’ άλλους ευφυολογημάτων και παιχνιδιών.
Όμως υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ της μοντέρνας και της σύγχρονης αντίληψης. Οι μοντέρνες “αλλοιώσεις” είχαν ως αιτία ύπαρξής τους την προσπάθειά τους ν’ αλλάξουν και να διευρύνουν την παραδοσιακή καλλιτεχνική έκφραση και τον εν γένει παραδοσιακό τρόπο ζωής. Υπήρχε όμως ένα, ας το ονομάσουμε αρχέτυπο ή πρωτότυπο, από το οποίο ήθελαν να απομακρυνθούν ή να το μεταβάλουν. Ή, για να το πω αλλιώς, υπήρχαν οι ρίζες της καλλιτεχνικής κι αισθητικής παράδοσης που ακόμη κι αν υφίσταντο αλλοιώσεις δεν έπαυαν να υπάρχουν ως σημεία αναφοράς, ως μια παραστατικότητα που χαρακτηριζόταν από χώρο και χρόνο. Κοντολογίς, υπήρχε η αίσθηση (έστω κι αν για κάποιους είναι ψευδαίσθηση) του “πραγματικού”, της ιστορίας. Κάτι που δεν υπάρχει στις αλλοιώσεις του σύγχρονου κόσμου, ο οποίος θα μπορούσα να πω κάπως απλά, για να γίνω κατανοητός, είναι η αλλοίωση της αλλοίωσης, είναι οι συνεχόμενες αλλεπάλληλες αλλοιώσεις.
Και βέβαια θα μπορούσα να τονίσω αμέσως ότι δε θα μπορούσε να είναι κάτι ανησυχητικό αυτό κι ίσως κάποιος να ’λεγε ότι είναι μια μορφή έρευνας και προόδου. Όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Γιατί στην πρώτη περίπτωση, αυτήν των μοντέρνων αλλοιώσεων, υπήρχε το σημείο αναφοράς το πραγματικό, το ιστορικό σημείο, υπήρχε η ρίζα, η ταυτότητα, ο εαυτός. Στη σύγχρονη εποχή, που όλα τείνουν να ’ναι προϊόντα μιας digital ζωής, μιας digital ύπαρξης, όλα ξεκινούν από την απουσία προτύπου, ιστορίας, ριζών, παραδόσεων, από την απουσία της ταυτότητας και του εαυτού μας, την απουσία του “πραγματικού” ως αναφορά. Μοιάζει η σύγχρονη εποχή σαν ένα δέντρο χωρίς ρίζες. Και πιο ακόμη ανησυχητικό είναι ότι δεν ενδιαφέρει το να ’ναι το δέντρο δίχως ρίζες, γιατί η Φύση, ο άνθρωπος, η ιστορία, ο εαυτός μας, όλα αυτά θεωρούν κι έχουν αποδεχτεί την ψηφιακή τους ζωή, την ψηφιακή τους αναπνοή, θεωρούνται πλέον digital υπάρξεις, digital όντα, δηλαδή όντα ψηφιακά. Προτιμούμε πλέον το ψηφιακό από το φυσικό, που ως τώρα ήταν το πρότυπο του πραγματικού.
Ζούμε με τα δεδομένα μιας ψηφιακής ζωής. Η ρίζα μας είναι ψηφιακή. Η ταυτότητά μας, η ιστορία μας, ο χρόνος κι ο χώρος μας το ίδιο. Άρα η όποια απώλειά τους δε μας ενοχλεί γιατί δεν έχουμε συναισθηματικές σχέσεις μαζί τους. Στον ψηφιακό κόσμο ο εαυτός, η Τέχνη, η ζωή είναι μεταβαλλόμενα, είναι τεχνητά ως μόνιμα αλλοιωμένα τεχνοπροϊόντα. Για συναισθήματα κι ανθρώπινες αντιδράσεις θα μιλάμε τώρα; Είμαστε ελεύθεροι (sic) από φυσικές αναφορές. Γι’ αυτό δε μας πειράζει η αλλοίωση ως καταστροφή του περιβάλλοντος (κι ας φωνάζουν ευτυχώς κάποιες εξαιρέσεις), γι’ αυτό και δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τη γονιδιακή αλλοίωση ή και να αλλοιώσουμε το πρόσωπο ή το σώμα μας, όπως γίνεται στην περίπτωση της σημερινής τάσης του transhumanisme (πιστεύοντας ακράδαντα ότι ακολουθούμε τα ψηφιακά μοντέλα των φαντασιακών αλλοιώσεών μας), γι’ αυτό και προτιμούμε συχνά τα greeklish, γι’ αυτό και προστίθενται τεχνητές λέξεις, μη φυσικές (όπως γράμματα που δεν υπάρχουν στο αλφάβητο, γράμματα που προέρχονται από την επιθυμία για ουδέτερο γένος, όπως η θεωρία του genre, του κοινωνικού είδους), αδιαφορώντας κι αγνοώντας τη γλώσσα. Γι’ αυτό και φτάνουμε σε κάποια π.χ. πανεπιστημιακά ιδρύματα της Αμερικής να θέλουμε αλλάξουμε, άρα ν’ αλλοιώσουμε, τα κλασικά κείμενα, γι’ αυτό κι έχουμε μπερδέψει τις ανθρώπινες σχέσεις σε σημείο να μη γνωρίζουμε ποιος είναι τι, κάνει τι… Γι’ αυτό και δεν αποδεχόμαστε τον εαυτό μας παρά σαν διασκεδαστική ως κλαυσίγελη μεταμφίεση κ.λπ. Κι όλα αυτά γίνονται αλλά και κυρίως γίνονται αποδεκτά χωρίς αντίδραση. Κάποιες μικρομουρμούρες είναι για μικροεκτόνωση. Όλοι μοιάζουν παρατημένοι στη λαίλαπα της αλλοίωσης που αγγίζει όλη τη ζωή μας, την Τέχνη, την πολιτική, το περιβάλλον, την οικονομία, τον πολιτισμό, κ.λπ.
Ζούμε στις fake υπάρξεις μας, στον digital εαυτό μας. Γι’ αυτό και όλα τ’ αποδεχόμαστε κατά θλιβερό τρόπο και το μόνο που κάνουμε (εκτός πάντα κάποιων εξαιρέσεων) είναι να κοιτάμε αυτά τα φαινόμενα γύρω μας, την ίδια μας τη ζωή, σαν βιντεάκι, συνεχόμενα διαδικτυακά βιντεάκια, και να γελάμε, να γελάμε, να γελάμε σαν χάχες, φτιάχνοντας ανέκδοτα, μετατρέποντας τη ζωή μας σ’ ανέκδοτο, ένα τραγελαφικό ανέκδοτο μιας ηττημένης και καθ’ όλα ψηφιακής (δηλαδή ανεξέλεγκτα μεταβαλλόμενης και κατασκευαζόμενης) τεχνητής ύπαρξης, ανήμποροι να βγούμε από αυτήν την κατάσταση της αυτοαλλοίωσής μας, ζώντας μόνο ως αναπαραγωγή, ως νομάδες της ψευδαισθησιακής διαρκούς μας μεταμφίεσης, ως κόπια της τραβεστί εικόνας μας και μόνο. Μισούμε κατά βάθος, χωρίς να το ξέρουμε, τον εαυτό μας και αφηνόμαστε στον ψηφιακό τεχνοεαυτό μας. Μισούμε την εικόνα μας στον καθρέφτη κι αρνούμαστε να τη δούμε, αλλοιώνοντάς την μόνιμα ώστε να μας γίνει «μια ξένη φορτική» όπως λέει κι ο Κ. Καβάφης.
Μοιάζουμε να ’χουμε χάσει κάθε επαφή με τη φωνή μας και να ευχαριστιόμαστε με τις αλλοιώσεις του αντίλαλου της ηχούς της, όπως αυτή αλλοιώνεται στο ξεδίπλωμά της στον χώρο. Είμαστε η αλλοιωμένη ηχώ του αλλοιωμένου εαυτού μας. Όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, δε βλέπουμε εμάς αλλά εμάς αυτοαλλοιωμένους. Κι αυτό το βρίσκουμε διασκεδαστικό κι ας είναι μια κακόγουστη τραβεστί εικόνα μας.
Η λέξη “αλλοίωση” εμπεριέχει το “άλλος”. Το “άλλος” όμως που ισοδυναμεί με το “άλλοι” που εννοούσε ο Αρθούρος Ρεμπώ. Δηλαδή με τους άλλους μας εαυτούς, τις άλλες μας δυνατότητες, αυτές που έχουμε μέσα μας και μπορούμε να τις ανακαλύψουμε για να γίνουμε καλύτεροι και πιο δημιουργικοί. Έχουμε όμως τόσο γοητευτεί από το εξωτερικό κι όχι εσωτερικό “αλλοι”-ώτικο και το διαφορετικό, ώστε γινόμαστε ανεύθυνοι με το όμοιο, με τον ίδιο τον εαυτό μας. Προτιμούμε κι έχουμε αιχμαλωτιστεί τυραννικά από το διαφορετικό και τη διαφορετικότητα, ξεχνώντας ότι για να τα πάμε καλά κι ισορροπημένα με το “Άλλο” θα πρέπει να τα ’χουμε τουλάχιστον κάπως βρει με τον εαυτό μας. Αλλά έτσι όπως είναι αλλοιωμένος και χαμένος στις τεχνητές του μεταμφιέσεις, έτσι όπως είναι ως τεχνητό έμβρυο μιας επερχόμενης ασταμάτητα τεχνοζωής, ίσως θα ’πρεπε ν’ ασχοληθούμε πρώτα να τον βρούμε, αν μπορούμε, αν δεν είναι ανεπίστρεπτα πλέον αργά.
Στον χώρο της Τέχνης αρχικά… Όταν ο Μαρσέλ Ντυσάμπ επενέβη στην εικόνα της Τζόκοντα και της έβαλε μουστάκι, όλοι μειδίασαν και το θεώρησαν ως ένα ακόμη εικαστικό του αστείο, μια ακόμη δράση τής εν γένει συνολικής του καλλιτεχνικής στάσης, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας, μεταξύ άλλων, ήταν η ειρωνεία. Δεν μπορούσε κανείς, απλά εκπαιδευμένος με την κλασική παιδεία, άνθρωπος να φανταστεί ότι, κάποτε, αυτό που έκανε ο Ντυσάμπ θα γινόταν φυσιολογικό και θα ’λεγα, μάλιστα, ένα στυλ Τέχνης που πάει πλέον σήμερα να γίνει ο βασικός κανόνας. Κι όμως η σημερινή εικαστική πραγματικότητα το επιβεβαιώνει. Το nft, η digital art, όλα αυτά τα παιχνίδια με τη σύγχρονη τεχνολογία και Τεχνική το επικυρώνουν.
Φτάνει κάποιος να κάνει έστω κι ελάχιστη ή ανεπαίσθητη παρέμβαση στην εικόνα ενός άλλου έργου για να το κάνει δικό του βάζοντας κωδικό και μάλιστα να το πουλήσει σαν τέτοιο. Έχει πάρει μάλιστα τέτοιες διαστάσεις το θέμα αυτό στη νέα γενιά, ώστε, κοιτώντας τις καλλιτεχνικές τους προτάσεις, νομίζεις ότι γι’ αυτούς η δημιουργία περνά υποχρεωτικά από τη χρήση της Τεχνικής και των τεχνολογικών εξελίξεων ή κατ’ άλλους ευφυολογημάτων και παιχνιδιών.
Όμως υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ της μοντέρνας και της σύγχρονης αντίληψης. Οι μοντέρνες “αλλοιώσεις” είχαν ως αιτία ύπαρξής τους την προσπάθειά τους ν’ αλλάξουν και να διευρύνουν την παραδοσιακή καλλιτεχνική έκφραση και τον εν γένει παραδοσιακό τρόπο ζωής. Υπήρχε όμως ένα, ας το ονομάσουμε αρχέτυπο ή πρωτότυπο, από το οποίο ήθελαν να απομακρυνθούν ή να το μεταβάλουν. Ή, για να το πω αλλιώς, υπήρχαν οι ρίζες της καλλιτεχνικής κι αισθητικής παράδοσης που ακόμη κι αν υφίσταντο αλλοιώσεις δεν έπαυαν να υπάρχουν ως σημεία αναφοράς, ως μια παραστατικότητα που χαρακτηριζόταν από χώρο και χρόνο. Κοντολογίς, υπήρχε η αίσθηση (έστω κι αν για κάποιους είναι ψευδαίσθηση) του “πραγματικού”, της ιστορίας. Κάτι που δεν υπάρχει στις αλλοιώσεις του σύγχρονου κόσμου, ο οποίος θα μπορούσα να πω κάπως απλά, για να γίνω κατανοητός, είναι η αλλοίωση της αλλοίωσης, είναι οι συνεχόμενες αλλεπάλληλες αλλοιώσεις.
Και βέβαια θα μπορούσα να τονίσω αμέσως ότι δε θα μπορούσε να είναι κάτι ανησυχητικό αυτό κι ίσως κάποιος να ’λεγε ότι είναι μια μορφή έρευνας και προόδου. Όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Γιατί στην πρώτη περίπτωση, αυτήν των μοντέρνων αλλοιώσεων, υπήρχε το σημείο αναφοράς το πραγματικό, το ιστορικό σημείο, υπήρχε η ρίζα, η ταυτότητα, ο εαυτός. Στη σύγχρονη εποχή, που όλα τείνουν να ’ναι προϊόντα μιας digital ζωής, μιας digital ύπαρξης, όλα ξεκινούν από την απουσία προτύπου, ιστορίας, ριζών, παραδόσεων, από την απουσία της ταυτότητας και του εαυτού μας, την απουσία του “πραγματικού” ως αναφορά. Μοιάζει η σύγχρονη εποχή σαν ένα δέντρο χωρίς ρίζες. Και πιο ακόμη ανησυχητικό είναι ότι δεν ενδιαφέρει το να ’ναι το δέντρο δίχως ρίζες, γιατί η Φύση, ο άνθρωπος, η ιστορία, ο εαυτός μας, όλα αυτά θεωρούν κι έχουν αποδεχτεί την ψηφιακή τους ζωή, την ψηφιακή τους αναπνοή, θεωρούνται πλέον digital υπάρξεις, digital όντα, δηλαδή όντα ψηφιακά. Προτιμούμε πλέον το ψηφιακό από το φυσικό, που ως τώρα ήταν το πρότυπο του πραγματικού.
Ζούμε με τα δεδομένα μιας ψηφιακής ζωής. Η ρίζα μας είναι ψηφιακή. Η ταυτότητά μας, η ιστορία μας, ο χρόνος κι ο χώρος μας το ίδιο. Άρα η όποια απώλειά τους δε μας ενοχλεί γιατί δεν έχουμε συναισθηματικές σχέσεις μαζί τους. Στον ψηφιακό κόσμο ο εαυτός, η Τέχνη, η ζωή είναι μεταβαλλόμενα, είναι τεχνητά ως μόνιμα αλλοιωμένα τεχνοπροϊόντα. Για συναισθήματα κι ανθρώπινες αντιδράσεις θα μιλάμε τώρα; Είμαστε ελεύθεροι (sic) από φυσικές αναφορές. Γι’ αυτό δε μας πειράζει η αλλοίωση ως καταστροφή του περιβάλλοντος (κι ας φωνάζουν ευτυχώς κάποιες εξαιρέσεις), γι’ αυτό και δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τη γονιδιακή αλλοίωση ή και να αλλοιώσουμε το πρόσωπο ή το σώμα μας, όπως γίνεται στην περίπτωση της σημερινής τάσης του transhumanisme (πιστεύοντας ακράδαντα ότι ακολουθούμε τα ψηφιακά μοντέλα των φαντασιακών αλλοιώσεών μας), γι’ αυτό και προτιμούμε συχνά τα greeklish, γι’ αυτό και προστίθενται τεχνητές λέξεις, μη φυσικές (όπως γράμματα που δεν υπάρχουν στο αλφάβητο, γράμματα που προέρχονται από την επιθυμία για ουδέτερο γένος, όπως η θεωρία του genre, του κοινωνικού είδους), αδιαφορώντας κι αγνοώντας τη γλώσσα. Γι’ αυτό και φτάνουμε σε κάποια π.χ. πανεπιστημιακά ιδρύματα της Αμερικής να θέλουμε αλλάξουμε, άρα ν’ αλλοιώσουμε, τα κλασικά κείμενα, γι’ αυτό κι έχουμε μπερδέψει τις ανθρώπινες σχέσεις σε σημείο να μη γνωρίζουμε ποιος είναι τι, κάνει τι… Γι’ αυτό και δεν αποδεχόμαστε τον εαυτό μας παρά σαν διασκεδαστική ως κλαυσίγελη μεταμφίεση κ.λπ. Κι όλα αυτά γίνονται αλλά και κυρίως γίνονται αποδεκτά χωρίς αντίδραση. Κάποιες μικρομουρμούρες είναι για μικροεκτόνωση. Όλοι μοιάζουν παρατημένοι στη λαίλαπα της αλλοίωσης που αγγίζει όλη τη ζωή μας, την Τέχνη, την πολιτική, το περιβάλλον, την οικονομία, τον πολιτισμό, κ.λπ.
Ζούμε στις fake υπάρξεις μας, στον digital εαυτό μας. Γι’ αυτό και όλα τ’ αποδεχόμαστε κατά θλιβερό τρόπο και το μόνο που κάνουμε (εκτός πάντα κάποιων εξαιρέσεων) είναι να κοιτάμε αυτά τα φαινόμενα γύρω μας, την ίδια μας τη ζωή, σαν βιντεάκι, συνεχόμενα διαδικτυακά βιντεάκια, και να γελάμε, να γελάμε, να γελάμε σαν χάχες, φτιάχνοντας ανέκδοτα, μετατρέποντας τη ζωή μας σ’ ανέκδοτο, ένα τραγελαφικό ανέκδοτο μιας ηττημένης και καθ’ όλα ψηφιακής (δηλαδή ανεξέλεγκτα μεταβαλλόμενης και κατασκευαζόμενης) τεχνητής ύπαρξης, ανήμποροι να βγούμε από αυτήν την κατάσταση της αυτοαλλοίωσής μας, ζώντας μόνο ως αναπαραγωγή, ως νομάδες της ψευδαισθησιακής διαρκούς μας μεταμφίεσης, ως κόπια της τραβεστί εικόνας μας και μόνο. Μισούμε κατά βάθος, χωρίς να το ξέρουμε, τον εαυτό μας και αφηνόμαστε στον ψηφιακό τεχνοεαυτό μας. Μισούμε την εικόνα μας στον καθρέφτη κι αρνούμαστε να τη δούμε, αλλοιώνοντάς την μόνιμα ώστε να μας γίνει «μια ξένη φορτική» όπως λέει κι ο Κ. Καβάφης.
Μοιάζουμε να ’χουμε χάσει κάθε επαφή με τη φωνή μας και να ευχαριστιόμαστε με τις αλλοιώσεις του αντίλαλου της ηχούς της, όπως αυτή αλλοιώνεται στο ξεδίπλωμά της στον χώρο. Είμαστε η αλλοιωμένη ηχώ του αλλοιωμένου εαυτού μας. Όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, δε βλέπουμε εμάς αλλά εμάς αυτοαλλοιωμένους. Κι αυτό το βρίσκουμε διασκεδαστικό κι ας είναι μια κακόγουστη τραβεστί εικόνα μας.
Η λέξη “αλλοίωση” εμπεριέχει το “άλλος”. Το “άλλος” όμως που ισοδυναμεί με το “άλλοι” που εννοούσε ο Αρθούρος Ρεμπώ. Δηλαδή με τους άλλους μας εαυτούς, τις άλλες μας δυνατότητες, αυτές που έχουμε μέσα μας και μπορούμε να τις ανακαλύψουμε για να γίνουμε καλύτεροι και πιο δημιουργικοί. Έχουμε όμως τόσο γοητευτεί από το εξωτερικό κι όχι εσωτερικό “αλλοι”-ώτικο και το διαφορετικό, ώστε γινόμαστε ανεύθυνοι με το όμοιο, με τον ίδιο τον εαυτό μας. Προτιμούμε κι έχουμε αιχμαλωτιστεί τυραννικά από το διαφορετικό και τη διαφορετικότητα, ξεχνώντας ότι για να τα πάμε καλά κι ισορροπημένα με το “Άλλο” θα πρέπει να τα ’χουμε τουλάχιστον κάπως βρει με τον εαυτό μας. Αλλά έτσι όπως είναι αλλοιωμένος και χαμένος στις τεχνητές του μεταμφιέσεις, έτσι όπως είναι ως τεχνητό έμβρυο μιας επερχόμενης ασταμάτητα τεχνοζωής, ίσως θα ’πρεπε ν’ ασχοληθούμε πρώτα να τον βρούμε, αν μπορούμε, αν δεν είναι ανεπίστρεπτα πλέον αργά.
Αποφθέγματα και σοφά λόγια από το έργο του Νίτσε (Μέρος Β΄)
Μια μεγάλη συλλογή αποφθεγμάτων, από τα βιβλία του μεγάλου Γερμανού φιλόσοφου Φρίντριχ Νίτσε (15 Οκτωβρίου 1844 – 25 Αυγούστου 1900) . Ο ίδιος έγραψε ότι: «Να γιατί οι πραγματικοί αναγνώστες των γνωμικών παίρνουν από αυτά μια ευχαρίστηση σχεδόν ασήμαντη, με γεύση μόλις ικανοποιητική, ώστε να γεμίζουν το στόμα τους με τρόπο που θυμίζει εκείνους που εξετάζουν εμπορεύματα. Αυτοί είναι άτομα που επαινούν επειδή δεν ξέρουν να αγαπούν, πρόθυμα στον κολακευτικό θαυμασμό αλλά ακόμη πιο πρόθυμα στη φυγή»
Το Λυκόφως των Ειδώλων (1888)
Ρητά και Αιχμές
- Ακόμα και ο πιο θαρραλέος από εμάς σπάνια έχει το θάρρος για αυτό που γνωρίζει.
- Για να ζεις μόνος, πρέπει να είσαι ζώο ή θεός – λέει ο Αριστοτέλης. Ξέχασε την τρίτη περίπτωση: πρέπει να είσαι και τα δύο – φιλόσοφος.
- Πώς; Είναι ο άνθρωπος απλώς ένα λάθος του θεού; Ή ο θεός απλώς ένα λάθος του ανθρώπου;
- Από τη σχολή πολέμου της ζωής. – Ό,τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό.
- Τι; Ψάχνεις; Θα ήθελες να δεκαπλασιαστείς, να εκατονταπλασιαστείς; Ψάχνεις οπαδούς; – Ψάξε για μηδενικά!
- Δυσπιστώ απέναντι σε όλους τους συστηματοποιητές και τους αποφεύγω. Η θέληση για σύστημα είναι έλλειψη ακεραιότητας.
- Το σκουλήκι συσπειρώνεται όταν το πατούν. Έτσι είναι έξυπνο. Με αυτό τον τρόπο μειώνει τις πιθανότητες να το ξαναπατήσουν. Στη γλώσσα της ηθικής: ταπεινοφροσύνη.
- Δίχως τη μουσική η ζωή θα ήταν ένα λάθος.
- Ο απογοητευμένος μιλά: Ψάχνω μεγάλους ανθρώπους, μα βρίσκω πάντα τους πιθήκους του ιδεώδους τους.
- Η συνταγή για τη δική μου ευτυχία; Ένα Ναι, ένα Όχι, μια ευθεία γραμμή, ένας σκοπός.
- Το καθετί στο Σωκράτη είναι υπερβολικό, γελοίο, καρικατούρα∙ το καθετί είναι επίσης συγκαλυμμένο, υστερόβουλο, υποχθόνιο.
- Παντού όπου η αυθεντία εξακολουθεί να ανήκει στις καλές συνήθειες, παντού όπου δεν αιτιολογεί κανείς αλλά διατάζει, ο διαλεκτικός είναι ένα είδος παλιάτσου: γελούν μαζί του, δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Ο Σωκράτης ήταν ο παλιάτσος που κατάφερε να τον πάρουν στα σοβαρά.
- Φοβάμαι ότι δε θα απαλλαχτούμε από το θεό, αφού πιστεύουμε ακόμη στη γραμματική.
- Να πλάθουμε μύθους για ένα κόσμο «άλλο» απ’ αυτόν εδώ είναι κάτι που δεν έχει κανένα νόημα, με την προϋπόθεση ότι δεν κυριαρχεί μέσα μας ένα ένστικτο συκοφαντίας, υποτίμησης, ενοχοποίησης της ζωής: στην έσχατη περίπτωση εκδικούμαστε τη ζωή με τη φαντασμαγορία μιας «άλλης», μιας «καλύτερης» ζωής.
- Να χτυπάς τα πάθη στη ρίζα σημαίνει να χτυπάς τη ζωή στη ρίζα: η πρακτική της εκκλησίας είναι εχθρική προς τη ζωή.
- Το πιο δηλητηριώδες πράγμα εναντίον των αισθήσεων δεν έχει ειπωθεί από τους ανίκανους ούτε από τους ασκητές, αλλά από εκείνους που ήταν αδύνατο να γίνουν ασκητές, από εκείνους που είχαν ανάγκη να είναι ασκητές.
- Η αντιφυσική ηθική, δηλαδή σχεδόν όλες οι ηθικές που έχουν έως σήμερα διδαχθεί, τιμηθεί και κηρυχθεί, στρέφεται εναντίον των ενστίκτων της ζωής – είναι άλλοτε κρυφή άλλοτε ηχηρή και θρασεία καταδίκη αυτών των ενστίκτων.
- Στοιχίζει ακριβά το να αποκτάς δύναμη: η δύναμη αποβλακώνει.
- Οι Γερμανοί αποβλακώθηκαν ηθελημένα εδώ και μια χιλιετία περίπου: πουθενά αλλού δεν έγινε πιο διεφθαρμένη κατάχρηση των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών ναρκωτικών, του αλκοόλ και του χριστιανισμού.
- Η κουλτούρα και το κράτος είναι ανταγωνιστές:το ένα ζει εις βάρος του άλλου, το ένα ανθεί εις βάρος του άλλου.
- Όλα τα μεγάλα, όλα τα ωραία πράγματα δεν μπορούν ποτέ να είναι κοινή ιδιοκτησία: το ωραίο είναι για τους λίγους.
- Να μάθει κανείς να σκέφτεται: Στα σχολεία μας κανείς δεν έχει πια την παραμικρή ιδέα αυτού του πράγματος.
Ακροβολισμοί Ενός Παράκαιρου Ανθρώπου
- Η δύναμη που δεν έχει πια ανάγκη να αποδείξει τον εαυτό της∙ που απαξιώνει να αρέσει∙ που απαντά δύσκολα∙ που δεν αισθάνεται κανένα μάρτυρα γύρω της∙ που ζει δίχως να έχει συνείδηση ότι υπάρχει αντίθεση προς αυτήν που στηρίζεται στον εαυτό της, μοιρολατρικά, ένας νόμος μεταξύ νόμων: αυτό μιλά ως μεγάλο στυλ από μόνο του.
- Οι πιο πνευματικοί άνθρωποι, με την προϋπόθεση ότι είναι και οι πιο θαρραλέοι, βιώνουν και τις πιο οδυνηρές τραγωδίες: γι’ αυτό όμως τιμούν τη ζωή, γιατί τους αντιτάσσει τη μεγαλύτερή της αντιπαλότητα.
- Στο ωραίο, ο άνθρωπος παίρνει τον εαυτό του ως μέτρο της τελειότητας∙ σε ακραίες περιπτώσεις, μέσα στο ωραίο λατρεύει τον εαυτό του.
- Ο πραγματικός άνθρωπος δεν αξίζει απείρως περισσότερο από οποιονδήποτε απλώς επιθυμητό, ονειρεμένο, κατασκευασμένο και ψεύτικο άνθρωπο; Από οποιονδήποτε ιδεώδη άνθρωπο; Και μόνον ο ιδεώδης άνθρωπος προσβάλλει το γούστο του φιλοσόφου.
- Πρέπει να δημιουργηθεί μια καινούργια ευθύνη, αυτή του γιατρού, για όλες τις περιπτώσεις όπου το ύψιστο συμφέρον της ζωής, της ανιούσας ζωής, απαιτεί την πιο ανενδοίαστη απώθηση και παραμέρισμα της εκφυλισμένης ζωής – για παράδειγμα, στην περίπτωση του δικαιώματος να τεκνοποιήσεις, του δικαιώματος να γεννηθείς, του δικαιώματος να ζεις. Να πεθαίνεις περήφανα όταν δεν είναι πια μπορετό να ζεις περήφανα.
- Δεν είναι στο χέρι μας να εμποδίσουμε τη γέννησή μας: μπορούμε όμως να διορθώσουμε αυτό το λάθος – γιατί πολλές φορές είναι λάθος. Όταν καταργεί κανείς τον εαυτό του, κάνει το πιο αξιοπρόσεκτο πράγμα που υπάρχει: με αυτό κερδίζει σχεδόν το δικαίωμα να ζει.
- Η αξία ενός πράγματος δεν έγκειται μερικές φορές σε εκείνο που πετυχαίνουμε με αυτό, αλλά σε εκείνο που πληρώνουμε για αυτό.
- Φιλελευθερισμός: με άλλα λόγια, αγελαία αποκτήνωση.
- Γιατί, τι είναι ελευθερία; Είναι το να έχεις τη θέληση να αναλάβεις την ευθύνη για τον εαυτό σου. Το να διατηρείς την απόσταση που μας χωρίζει τον ένα από τον άλλο. Το να γίνεις πιο αδιάφορος απέναντι στον κόπο, τη δυσκολία, τη στέρηση, ακόμα και την ίδια τη ζωή. Το να είσαι έτοιμος να θυσιάσεις για την υπόθεσή σου ανθρώπους – δίχως να εξαιρείσαι ούτε εσύ ο ίδιος.
- Πρέπει να έχεις ανάγκη να είσαι δυνατός – αλλιώς δε γίνεσαι ποτέ.
- Αν θέλεις ένα σκοπό, τότε πρέπει επίσης να θέλεις και τα μέσα για αυτόν: αν θέλεις δούλους, τότε είσαι τρελός αν τους εκπαιδεύεις να γίνουν αφέντες.
- Είναι ανάξιο για τις μεγάλες καρδιές να διαδίδουν την ταραχή που νιώθουν. Μπορεί επίσης να είναι μεγαλείο ψυχής το να μη φοβόμαστε μπροστά στο άκρως αναξιοπρεπές.
- Ο Πλάτωνας είναι ανιαρός.
- Στη μεγαλύτερη συμφορά που αντιπροσωπεύει ο χριστιανισμός, ο Πλάτωνας είναι εκείνη η αμφισημαντότητα και γοητεία που ονομάζεται «ιδεώδες», η οποία έκανε τις ευγενέστερες φύσεις της αρχαιότητας να παρανοήσουν τον εαυτό τους και να περάσουν τη γέφυρα που οδηγούσε στο «σταυρό».
- Τα μεγάλα λόγια και στάσεις ταιριάζουν πολύ στους παρακμιακούς.
- Οι «πόνοι της γέννας» καθαγιάζουν κάθε πόνο∙ κάθε γίγνεσθαι και αναπτύσσεσθαι, καθετί που υπόσχεται ένα μέλλον, προϋποθέτει τον πόνο.
- Αν κάποιος θέλει να απαλλαγεί από την αίσθηση της αβάσταχτης καταπίεσης, ίσως αναγκαστεί να καταφύγει στο χασίς. Ecce HomoWenn man von einem unerträglichen Druck loskommen will, so hat man Haschisch nötig.
- Ο θεός είναι νεκρός!Gott ist tot!
- Να μην ξεχνάμε! Όσο πιο ψηλά πετάμε τόσο πιο μικροί φαντάζουμε σ´εκείνους που δεν μπορούν να πετάξουν.
- -Τι θεωρείς πιο ανθρώπινο; -Να απαλλάσεις κάποιον από ντροπή.
- Οι σκέψεις είναι πάντα σκιές των συναισθημάτων μας -πάντα σκοτεινότερες, κενότερες και απλούστερες απ᾽αυτά.
- Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ’ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας. Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.
- Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μού εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους.
- Θεωρώ απαραίτητο να πλύνω τα χέρια μου, αφότου έρθω σε επαφή με θρήσκους ανθρώπους.
- Ο βαθμός και η φύση της σεξουαλικότητας στον άνδρα ανεβαίνουν ως την υψηλότερη κορυφή του πνεύματός του.
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α'
Ο Ηρώδης και η σφαγή των 14.000 νηπίων τής Βηθλεέμ
Η «ιστορία» -που διδάσκεται και στα σχολεία- γνωστή: Όταν γεννήθηκε ο Ιησούς, ο βασιλιάς τής Ιουδαίας, Ηρώδης ο Μέγας, μόλις έμαθε δήθεν από τους τρεις μάγους, ότι γεννήθηκε ο νέος «βασιλιάς τής Ιουδαίας» (δηλαδή ο Ιησούς), πανικοβλήθηκε, και δρώντας προληπτικά, διέταξε την σφαγή όλων των άρρενων νηπίων κάτω των δύο ετών, στην Βηθλεέμ και τα περίχωρα αυτής. Αν ανατρέξει σήμερα κανείς σε κάποιο χριστιανικό ημερολόγιο, θα διαπιστώσει ότι αυτή την ημέρα (29 Δεκεμβρίου) τιμάται η «Μνήμη των υπό τού Ηρώδου αναιρεθέντων δεκατεσσάρων χιλιάδων νηπίων εν Βηθλεέμ».
Αν παραβλέψουμε το γεγονός, ότι είναι αμφίβολο αν ο Ηρώδης και ο Ιησούς συνυπήρξαν (η ζωή τού Ηρώδη είναι τεκμηριωμένη ιστορικά, ενώ τού Ιησού όχι), θα βρεθούμε αντιμέτωποι με μερικά αδιέξοδα:
1. Η μόνη πηγή που αναφέρει την σφαγή των νηπίων από τον Ηρώδη, είναι το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον». Καμμία άλλη πηγή, είτε βιβλική είτε εξωβιβλική δεν μνημονεύει αυτό το «γεγονός». Το ερώτημα που γεννάται βέβαια, είναι πως αυτό το φοβερό «γεγονός», «διέφυγε» όχι μόνο από τούς Ιουδαίους ιστορικούς (π.χ. Ιώσηπος), αλλά κυρίως από τους άλλους «σύγχρονους» ευαγγελιστές (Ιωάννης, Λουκάς και Μάρκος). Και όπως προαναφέρθηκε, καμμία εξωβιβλική ιστορική πηγή δεν αναφέρει τέτοιος γεγονός, παρ' όλο που ο Ηρώδης, ιστορικά πάντα, ήταν αδιαμφισβήτητα ένας σκληρός και αδίστακτος βασιλιάς (όπως κι ένας άλλος «Μέγας», ο Κωνσταντίνος, έτσι κι αυτός, είχε «ξεπαστρέψει» ακόμη και μέλη τής οικογένειάς του, δηλαδή συζύγους, τέκνα και λοιπούς συγγενείς).
2. Το βασικό ερώτημα, στο οποίο οι αφελείς Ιουδαιοχριστιανοί δεν τολμούν να δώσουν απάντηση, είναι, πως είναι δυνατόν να σφαγιάσθηκαν 14.000 νήπια στο χωριό τής Βηθλεέμ και τα περίχωρά της, όταν ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τις μερικές εκατοντάδες ψυχές και, αναλογικά, τα νήπια πάνω από μερικές δεκάδες, μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού. «Λεπτομέρεια» θα πείτε...
Σωστά. Αν και βάσει αυτής της «λεπτομέρειας», στο «απόκρυφο» κείμενο «Πράξεις του Ματθαίου στην πόλη Καχενάτ», ο αριθμός των υποτιθέμενων φονευθέντων νηπίων, εκτινάχθηκε ακόμα και στις... 440.000! Φαίνεται όμως ότι οι «πατέρες» της Εκκλησίας κατόρθωσαν να διακρίνουν το γελοίο τού πράγματος, κι έτσι περιορίστηκαν στις 14.000 (που μνημονεύεται στο ευαγγέλιο τού Ματθαίου), καθώς αυτός ο αριθμός φάνηκε πιο... «λογικός».
3. Ένα δεύτερο βασικό ερώτημα, που προκύπτει, είναι, πως ο «πανάγαθος» Θεός και «προστάτης» των Ιουδαίων, επέτρεψε να συμβεί μια τέτοια σφαγή, διασώζοντας μόνο την «αγία οικογένεια», δείχνοντάς τους, μέσω αγγέλου, τον δρόμο διαφυγής προς την Αίγυπτο; Βέβαια, αν λάβουμε υπόψιν τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, η αναισθησία τού «Πανάγαθου», δεν θα πρέπει να μας ξενίζει.
Αν εξαιρέσουμε την πιο λογική εκδοχή, που λέει πως, η Μαρία όντας μοιχαλίδα που έφερε στον κόσμο ένα νόθο παιδί, κατέφυγε στην Αίγυπτο, για να αποφύγει τις συνέπειες τού εβραϊκού νόμου, ο οποίος ήταν πολύ σκληρός γι' αυτή την περίπτωση (προέβλεπε θανατική ποινή), οδηγούμαστε και σε μια άλλη, πολύ προφανή, εκδοχή: Το ανύπαρκτο, ιστορικά, «γεγονός», εκπληρώνει «πανηγυρικά» την «προφητεία» τού Ιερεμία, σύμφωνα με την οποία ο Κύριος είπε: «Aπό την Aίγυπτο κάλεσα το Υιό μου».
Την εκπλήρωση τής «προφητείας», σπεύδει, με περισσή χαρά θα μπορούσε να πει κανείς, να τονίσει ο Ματθαίος σε δύο σημεία και μάλιστα μέσα σε λίγες γραμμές: α) «Ο δε εγερθείς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού νυκτὸς και ανεχώρησεν εις Αίγυπτον, και ην εκεί έως τής τελευτής Ηρῴδου, ίνα πληρωθή το ρηθὲν υπό τού Κυρίου διὰ τού προφήτου λέγοντος· εξ Αιγύπτου εκάλεσα τὸν υιόν μου» (Κατά Ματθαίον 2: 14-15) και β) «τότε επληρώθη το ρηθέν τού υπό Ιερεμίου τού προφήτου» (Κατά Ματθαίον 2: 17).
Είναι προφανές λοιπόν, ότι αυτό μυθιστόρημα, δημιουργήθηκε μόνο και μόνο για να εκπληρώσει την «προφητεία» τής Παλαιάς Διαθήκης και να ενισχύσει έτσι, την υποτιθέμενη και επιδιωκούμενη σύνδεσή της με την Καινή Διαθήκη μαζί με μία δόση συναισθηματισμού και οίκτου.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ
ΙΣΟΚΡ 4.93–99
(ΙΣΟΚΡ 4.93–109: Το τέλος των Περσικών πολέμων – Η αθηναϊκή ηγεμονία) Η νίκη στη Σαλαμίνα: σημασία και συνέπειες
Η νίκη των Ελλήνων στους Περσικούς πολέμους ήταν, κατά τον ρήτορα, σπουδαιότερη από την άλωση της Τροίας. Αθηναίοι και Λακεδαιμόνιοι με τη μεταξύ τους άμιλλα και ομοψυχία συνεισέφεραν σε αυτήν από κοινού. Αφού αναφέρθηκε στις μάχες του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών και στη ναυμαχία του Αρτεμισίου, ολοκληρώνει το πρώτο, επιδεικτικό, τμήμα του λόγου του με τα παρακάτω:
[93] Ἀθύμως γὰρ ἁπάντων τῶν συμμάχων διακει-
μένων, καὶ Πελοποννησίων μὲν διατειχιζόντων τὸν
Ἰσθμὸν καὶ ζητούντων ἰδίαν αὑτοῖς σωτηρίαν, τῶν δ’
ἄλλων πόλεων ὑπὸ τοῖς βαρβάροις γεγενημένων καὶ συ-
στρατευομένων ἐκείνοις, πλὴν εἴ τις διὰ μικρότητα παρημε-
λήθη, προσπλεουσῶν δὲ τριήρων διακοσίων καὶ χιλίων καὶ
πεζῆς στρατιᾶς ἀναριθμήτου μελλούσης εἰς τὴν Ἀττικὴν
εἰσβάλλειν, οὐδεμιᾶς σωτηρίας αὐτοῖς ὑποφαινομένης,
ἀλλ’ ἔρημοι συμμάχων γεγενημένοι καὶ τῶν ἐλπίδων ἁπασῶν
διημαρτηκότες, [94] ἐξὸν αὐτοῖς μὴ μόνον τοὺς παρόν-
τας κινδύνους διαφυγεῖν ἀλλὰ καὶ τιμὰς ἐξαιρέτους λα-
βεῖν, ἃς αὐτοῖς ἐδίδου βασιλεὺς ἡγούμενος, εἰ τὸ τῆς
πόλεως προσλάβοι ναυτικόν, παραχρῆμα καὶ Πελοποννή-
σου κρατήσειν, οὐχ ὑπέμειναν τὰς παρ’ ἐκείνου δωρεάς,
οὐδ’ ὀργισθέντες τοῖς Ἕλλησιν ὅτι προὐδόθησαν ἀσμένως
ἐπὶ τὰς διαλλαγὰς τὰς πρὸς τοὺς βαρβάρους ὥρμησαν,
[95] ἀλλ’ αὐτοὶ μὲν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας πολεμεῖν παρεσ-
κευάζοντο, τοῖς δ’ ἄλλοις τὴν δουλείαν αἱρουμένοις
συγγνώμην εἶχον. ἡγοῦντο γὰρ ταῖς μὲν ταπειναῖς τῶν
πόλεων προσήκειν ἐκ παντὸς τρόπου ζητεῖν τὴν σωτη-
ρίαν, ταῖς δὲ προεστάναι τῆς Ἑλλάδος ἀξιούσαις οὐχ
οἷόν τ’ εἶναι διαφεύγειν τοὺς κινδύνους, ἀλλ’ ὥσπερ τῶν
ἀνδρῶν τοῖς καλοῖς κἀγαθοῖς αἱρετώτερόν ἐστιν καλῶς
ἀποθανεῖν ἢ ζῆν αἰσχρῶς, οὕτω καὶ τῶν πόλεων ταῖς
ὑπερεχούσαις λυσιτελεῖν ἐξ ἀνθρώπων ἀφανισθῆναι μᾶλλον
ἢ δούλαις ὀφθῆναι γενομέναις. [96] δῆλον δ’ ὅτι ταῦτα
διενοήθησαν· ἐπειδὴ γὰρ οὐχ οἷοί τ’ ἦσαν πρὸς ἀμφοτέρας
ἅμα παρατάξασθαι τὰς δυνάμεις, παραλαβόντες ἅπαντα
τὸν ὄχλον τὸν ἐκ τῆς πόλεως εἰς τὴν ἐχομένην νῆσον
ἐξέπλευσαν, ἵν’ ἐν μέρει πρὸς ἑκατέραν κινδυνεύσωσιν.
Καίτοι πῶς ἂν ἐκείνων ἄνδρες ἀμείνους ἢ μᾶλλον φιλέλ-
ληνες ὄντες ἐπιδειχθεῖεν, οἵτινες ἔτλησαν ἐπιδεῖν, ὥστε
μὴ τοῖς λοιποῖς αἴτιοι γενέσθαι τῆς δουλείας, ἐρήμην μὲν
τὴν πόλιν γενομένην, τὴν δὲ χώραν πορθουμένην, ἱερὰ
δὲ συλώμενα καὶ νεὼς ἐμπιπραμένους, ἅπαντα δὲ τὸν
πόλεμον περὶ τὴν πατρίδα τὴν αὑτῶν γιγνόμενον; [97] καὶ
οὐδὲ ταῦτ’ ἀπέχρησεν αὐτοῖς, ἀλλὰ πρὸς χιλίας καὶ δια-
κοσίας τριήρεις μόνοι διαναυμαχεῖν ἐμέλλησαν. οὐ μὴν
εἰάθησαν· καταισχυνθέντες γὰρ Πελοποννήσιοι τὴν ἀρετὴν
αὐτῶν, καὶ νομίσαντες προδιαφθαρέντων μὲν τῶν ἡμετέ-
ρων οὐδ’ αὐτοὶ σωθήσεσθαι, κατορθωσάντων δ’ εἰς ἀτιμίαν
τὰς αὑτῶν πόλεις καταστήσειν, ἠναγκάσθησαν μετασχεῖν
τῶν κινδύνων. καὶ τοὺς μὲν θορύβους τοὺς ἐν τῷ πράγ-
ματι γενομένους καὶ τὰς κραυγὰς καὶ τὰς παρακελεύσεις,
ἃ κοινὰ πάντων ἐστὶ τῶν ναυμαχούντων, οὐκ οἶδ’ ὅ τι δεῖ
λέγοντα διατρίβειν· [98] ἃ δ’ ἐστὶν ἴδια καὶ τῆς ἡγεμο-
νίας ἄξια καὶ τοῖς προειρημένοις ὁμολογούμενα, ταῦτα δ’
ἐμὸν ἔργον ἐστὶν εἰπεῖν. τοσοῦτον γὰρ ἡ πόλις ἡμῶν
διέφερεν, ὅτ’ ἦν ἀκέραιος, ὥστ’ ἀνάστατος γενομένη
πλείους μὲν συνεβάλετο τριήρεις εἰς τὸν κίνδυνον τὸν
ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἢ σύμπαντες οἱ ναυμαχήσαντες, οὐδεὶς
δὲ πρὸς ἡμᾶς οὕτως ἔχει δυσμενῶς, ὅς τις οὐκ ἂν ὁμο-
λογήσειε διὰ μὲν τὴν ναυμαχίαν ἡμᾶς τῷ πολέμῳ κρατῆ-
σαι, ταύτης δὲ τὴν πόλιν αἰτίαν γενέσθαι.
[99] Καίτοι μελλούσης στρατείας ἐπὶ τοὺς βαρβάρους
ἔσεσθαι τίνας χρὴ τὴν ἡγεμονίαν ἔχειν; οὐ τοὺς ἐν τῷ προ-
τέρῳ πολέμῳ μάλιστ’ εὐδοκιμήσαντας, καὶ πολλάκις μὲν
ἰδίᾳ προκινδυνεύσαντας, ἐν δὲ τοῖς κοινοῖς τῶν ἀγώνων
ἀριστείων ἀξιωθέντας; οὐ τοὺς τὴν αὑτῶν ἐκλιπόντας ὑπὲρ
τῆς τῶν ἄλλων σωτηρίας, καὶ τό τε παλαιὸν οἰκιστὰς τῶν
πλείστων πόλεων γενομένους, καὶ πάλιν αὐτὰς ἐκ τῶν μεγί-
στων συμφορῶν διασώσαντας; πῶς δ’ οὐκ ἂν δεινὰ πάθοι-
μεν, εἰ τῶν κακῶν πλεῖστον μέρος μετασχόντες ἐν ταῖς
τιμαῖς ἔλαττον ἔχειν ἀξιωθεῖμεν, καὶ τότε προταχθέντες
ὑπὲρ ἁπάντων νῦν ἑτέροις ἀκολουθεῖν ἀναγκασθεῖμεν;
ΙΣΟΚΡ 4.93–99
(ΙΣΟΚΡ 4.93–109: Το τέλος των Περσικών πολέμων – Η αθηναϊκή ηγεμονία) Η νίκη στη Σαλαμίνα: σημασία και συνέπειες
Η νίκη των Ελλήνων στους Περσικούς πολέμους ήταν, κατά τον ρήτορα, σπουδαιότερη από την άλωση της Τροίας. Αθηναίοι και Λακεδαιμόνιοι με τη μεταξύ τους άμιλλα και ομοψυχία συνεισέφεραν σε αυτήν από κοινού. Αφού αναφέρθηκε στις μάχες του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών και στη ναυμαχία του Αρτεμισίου, ολοκληρώνει το πρώτο, επιδεικτικό, τμήμα του λόγου του με τα παρακάτω:
[93] Ἀθύμως γὰρ ἁπάντων τῶν συμμάχων διακει-
μένων, καὶ Πελοποννησίων μὲν διατειχιζόντων τὸν
Ἰσθμὸν καὶ ζητούντων ἰδίαν αὑτοῖς σωτηρίαν, τῶν δ’
ἄλλων πόλεων ὑπὸ τοῖς βαρβάροις γεγενημένων καὶ συ-
στρατευομένων ἐκείνοις, πλὴν εἴ τις διὰ μικρότητα παρημε-
λήθη, προσπλεουσῶν δὲ τριήρων διακοσίων καὶ χιλίων καὶ
πεζῆς στρατιᾶς ἀναριθμήτου μελλούσης εἰς τὴν Ἀττικὴν
εἰσβάλλειν, οὐδεμιᾶς σωτηρίας αὐτοῖς ὑποφαινομένης,
ἀλλ’ ἔρημοι συμμάχων γεγενημένοι καὶ τῶν ἐλπίδων ἁπασῶν
διημαρτηκότες, [94] ἐξὸν αὐτοῖς μὴ μόνον τοὺς παρόν-
τας κινδύνους διαφυγεῖν ἀλλὰ καὶ τιμὰς ἐξαιρέτους λα-
βεῖν, ἃς αὐτοῖς ἐδίδου βασιλεὺς ἡγούμενος, εἰ τὸ τῆς
πόλεως προσλάβοι ναυτικόν, παραχρῆμα καὶ Πελοποννή-
σου κρατήσειν, οὐχ ὑπέμειναν τὰς παρ’ ἐκείνου δωρεάς,
οὐδ’ ὀργισθέντες τοῖς Ἕλλησιν ὅτι προὐδόθησαν ἀσμένως
ἐπὶ τὰς διαλλαγὰς τὰς πρὸς τοὺς βαρβάρους ὥρμησαν,
[95] ἀλλ’ αὐτοὶ μὲν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας πολεμεῖν παρεσ-
κευάζοντο, τοῖς δ’ ἄλλοις τὴν δουλείαν αἱρουμένοις
συγγνώμην εἶχον. ἡγοῦντο γὰρ ταῖς μὲν ταπειναῖς τῶν
πόλεων προσήκειν ἐκ παντὸς τρόπου ζητεῖν τὴν σωτη-
ρίαν, ταῖς δὲ προεστάναι τῆς Ἑλλάδος ἀξιούσαις οὐχ
οἷόν τ’ εἶναι διαφεύγειν τοὺς κινδύνους, ἀλλ’ ὥσπερ τῶν
ἀνδρῶν τοῖς καλοῖς κἀγαθοῖς αἱρετώτερόν ἐστιν καλῶς
ἀποθανεῖν ἢ ζῆν αἰσχρῶς, οὕτω καὶ τῶν πόλεων ταῖς
ὑπερεχούσαις λυσιτελεῖν ἐξ ἀνθρώπων ἀφανισθῆναι μᾶλλον
ἢ δούλαις ὀφθῆναι γενομέναις. [96] δῆλον δ’ ὅτι ταῦτα
διενοήθησαν· ἐπειδὴ γὰρ οὐχ οἷοί τ’ ἦσαν πρὸς ἀμφοτέρας
ἅμα παρατάξασθαι τὰς δυνάμεις, παραλαβόντες ἅπαντα
τὸν ὄχλον τὸν ἐκ τῆς πόλεως εἰς τὴν ἐχομένην νῆσον
ἐξέπλευσαν, ἵν’ ἐν μέρει πρὸς ἑκατέραν κινδυνεύσωσιν.
Καίτοι πῶς ἂν ἐκείνων ἄνδρες ἀμείνους ἢ μᾶλλον φιλέλ-
ληνες ὄντες ἐπιδειχθεῖεν, οἵτινες ἔτλησαν ἐπιδεῖν, ὥστε
μὴ τοῖς λοιποῖς αἴτιοι γενέσθαι τῆς δουλείας, ἐρήμην μὲν
τὴν πόλιν γενομένην, τὴν δὲ χώραν πορθουμένην, ἱερὰ
δὲ συλώμενα καὶ νεὼς ἐμπιπραμένους, ἅπαντα δὲ τὸν
πόλεμον περὶ τὴν πατρίδα τὴν αὑτῶν γιγνόμενον; [97] καὶ
οὐδὲ ταῦτ’ ἀπέχρησεν αὐτοῖς, ἀλλὰ πρὸς χιλίας καὶ δια-
κοσίας τριήρεις μόνοι διαναυμαχεῖν ἐμέλλησαν. οὐ μὴν
εἰάθησαν· καταισχυνθέντες γὰρ Πελοποννήσιοι τὴν ἀρετὴν
αὐτῶν, καὶ νομίσαντες προδιαφθαρέντων μὲν τῶν ἡμετέ-
ρων οὐδ’ αὐτοὶ σωθήσεσθαι, κατορθωσάντων δ’ εἰς ἀτιμίαν
τὰς αὑτῶν πόλεις καταστήσειν, ἠναγκάσθησαν μετασχεῖν
τῶν κινδύνων. καὶ τοὺς μὲν θορύβους τοὺς ἐν τῷ πράγ-
ματι γενομένους καὶ τὰς κραυγὰς καὶ τὰς παρακελεύσεις,
ἃ κοινὰ πάντων ἐστὶ τῶν ναυμαχούντων, οὐκ οἶδ’ ὅ τι δεῖ
λέγοντα διατρίβειν· [98] ἃ δ’ ἐστὶν ἴδια καὶ τῆς ἡγεμο-
νίας ἄξια καὶ τοῖς προειρημένοις ὁμολογούμενα, ταῦτα δ’
ἐμὸν ἔργον ἐστὶν εἰπεῖν. τοσοῦτον γὰρ ἡ πόλις ἡμῶν
διέφερεν, ὅτ’ ἦν ἀκέραιος, ὥστ’ ἀνάστατος γενομένη
πλείους μὲν συνεβάλετο τριήρεις εἰς τὸν κίνδυνον τὸν
ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἢ σύμπαντες οἱ ναυμαχήσαντες, οὐδεὶς
δὲ πρὸς ἡμᾶς οὕτως ἔχει δυσμενῶς, ὅς τις οὐκ ἂν ὁμο-
λογήσειε διὰ μὲν τὴν ναυμαχίαν ἡμᾶς τῷ πολέμῳ κρατῆ-
σαι, ταύτης δὲ τὴν πόλιν αἰτίαν γενέσθαι.
[99] Καίτοι μελλούσης στρατείας ἐπὶ τοὺς βαρβάρους
ἔσεσθαι τίνας χρὴ τὴν ἡγεμονίαν ἔχειν; οὐ τοὺς ἐν τῷ προ-
τέρῳ πολέμῳ μάλιστ’ εὐδοκιμήσαντας, καὶ πολλάκις μὲν
ἰδίᾳ προκινδυνεύσαντας, ἐν δὲ τοῖς κοινοῖς τῶν ἀγώνων
ἀριστείων ἀξιωθέντας; οὐ τοὺς τὴν αὑτῶν ἐκλιπόντας ὑπὲρ
τῆς τῶν ἄλλων σωτηρίας, καὶ τό τε παλαιὸν οἰκιστὰς τῶν
πλείστων πόλεων γενομένους, καὶ πάλιν αὐτὰς ἐκ τῶν μεγί-
στων συμφορῶν διασώσαντας; πῶς δ’ οὐκ ἂν δεινὰ πάθοι-
μεν, εἰ τῶν κακῶν πλεῖστον μέρος μετασχόντες ἐν ταῖς
τιμαῖς ἔλαττον ἔχειν ἀξιωθεῖμεν, καὶ τότε προταχθέντες
ὑπὲρ ἁπάντων νῦν ἑτέροις ἀκολουθεῖν ἀναγκασθεῖμεν;
***
[93] Την ώρα δηλαδή που όλοι οι σύμμαχοι είχαν χάσει το θάρρος τους και οι Πελοποννήσιοι έχτιζαν τείχος στον Ισθμό, για να εξασφαλίσουν τη δικιά τους μόνο σωτηρία· την ώρα που οι άλλες πόλεις είχαν πέσει στα χέρια των εχθρών και είχαν μάλιστα εκστρατεύσει και μαζί τους ― εξόν καμιά ασήμαντη, που δεν τη λογάριασαν· την ώρα που χίλια διακόσια πολεμικά καράβια έπλεαν εναντίον τους, ενώ αναρίθμητος στρατός από τη στεριά ήταν να μπει στην Αττική· την ώρα που καμιά ελπίδα σωτηρίας δεν κρυφόλαμπε από πουθενά και ήταν από συμμάχους έρημοι, γυμνοί από κάθε ελπίδα· [94] την ώρα που ήταν στο χέρι τους όχι μονάχα από κείνους τους κινδύνους να γλιτώσουν, αλλά και ένα σωρό προνόμια προσωπικά να εξασφαλίσουν, όπως υπόσχονταν ο Ξέρξης, αν θα του έδιναν το ναυτικό της πόλης ― πίστευε, βλέπετε, πως έτσι θα κυριαρχούσε αμέσως και στην Πελοπόννησο· την ώρα αυτή, την κρισιμότατη για κείνους, δε δέχτηκαν τις προσφορές του ούτε και έτρεξαν στις προτάσεις των βαρβάρων για συνθηκολόγηση οργισμένοι με τους άλλους Έλληνες, που τους είχαν προδώσει. [95] Αντίθετα : οι ίδιοι ετοιμάζονταν να αγωνιστούν αγώνα έσχατο για την Ελευθερία, χωρίς να νιώθουν όμως και καμιά μνησικακία για τους άλλους, που προτιμούσαν τη σκλαβιά. Πίστευαν, βλέπετε, πως οι μικρές και ασήμαντες πόλεις έχουν το δικαίωμα να επιζητούν τη σωτηρία τους με κάθε μέσο· εκείνες όμως που έχουν την αξίωση να ρυθμίζουν την τύχη της Ελλάδας δεν είναι δυνατό να αποφεύγουν τους κινδύνους. Όπως για κάθε τίμιο και άξιο άνθρωπο ένας ένδοξος θάνατος είναι προτιμότερος από μια ζωή βουτηγμένη στην ντροπή, έτσι και για τις πόλεις που ξεχωρίζουν από τις άλλες είναι πιο ωφέλιμο να εξαφανιστούν από το πρόσωπο της γης παρά να τις δουν ντροπιασμένες στη σκλαβιά.
[96] Είναι φανερό πως η σκέψη αυτή στάθηκε οδηγός τους. Και αφού δεν είχαν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τον εχθρό στη στεριά και στη θάλασσα μαζί, παράλαβαν όλο τον άμαχο πληθυσμό και τράβηξαν για το γειτονικό νησί της Σαλαμίνας, για να μπορέσουν να πολεμήσουν πρώτα με τη μια και ύστερα με την άλλη από τις δυο δυνάμεις του εχθρού. Πώς θα ήταν δυνατό λοιπόν να βρεθούν άντρες πιο γενναίοι από αυτούς ή με πιο μεγάλη αφοσίωση στους Έλληνες, αφού άντεξαν να δουν την πόλη τους να ερημώνεται, τη χώρα τους να καταστρέφεται, τα ιερά να λεηλατούνται και τους ναούς να καίγονται και όλη την κατάρα του πολέμου να ζώνει τη δικιά τους πόλη, μόνο και μόνο για να μη γίνουν η αιτία να πέσουν στη σκλαβιά οι άλλοι Έλληνες;
[97] Και σα να μην τους έφταναν αυτά, έτοιμοι ήταν να τα βάλουν μόνοι τους με χίλια διακόσια πλοία του εχθρού. Μα δεν τους άφησαν μονάχους : Επειδή ντράπηκαν οι Πελοποννήσιοι την αρετή τους και νόμισαν πως, αν χαθούν οι δικοί μας, ούτε και εκείνοι θα γλιτώσουν τελικά, αν πάλι καταφέρουν και νικήσουν, οι πόλεις οι δικές τους θα βουτηχτούνε στη ντροπή, αναγκάστηκαν να πάρουν μέρος στον αγώνα. Και για την αναταραχή πάνω στη μάχη, για τις πολεμικές κραυγές και για τις ενθαρρυντικές προτροπές ―χαρακτηριστικά κοινά σε όλες τις ναυμαχίες― έχω τη γνώμη πως δεν πρέπει να χάσω ώρα να τα πω.
[98] Όμως τις πράξεις τις ξεχωριστές, που αξίζουν την ηγεμονία και είναι σύμφωνες με όσα προανάφερα, αυτές είναι το χρέος μου να σας παρουσιάσω : Η πόλη μας λοιπόν, όταν είχε τη δύναμή της όλη ανέπαφη, είχε μια τέτοια υπεροχή απέναντι στις άλλες, ώστε, και ρημαγμένη ακόμα, έβαλε στον κοινό αγώνα της Ελλάδας τριήρεις περισσότερες από όσες όλοι μαζί οι άλλοι Έλληνες, που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία τότε. Και σίγουρα κανείς δεν έχει τόση εμπάθεια μαζί μας, ώστε να μην ομολογεί ότι η ναυμαχία αυτή είναι που εξασφάλισε τη νίκη μας στους Περσικούς πολέμους και τούτη πάλι ήταν κατόρθωμα της πόλης μας μονάχα.
[99] Άμα λοιπόν είναι να γίνει εκστρατεία εναντίον των βαρβάρων, ποιοι είναι φυσικό να έχουν την ηγεμονία; Δεν είναι αυτοί που και στον προηγούμενο πόλεμο ξεχώρισαν από όλους, που πρόταξαν πολλές φορές σαν άτομα τα στήθη τους στον κίνδυνο για το κοινό συμφέρον, όπου δέχτηκαν τα πρωτεία; Δεν είναι αυτοί που άφησαν την πόλη τους, για να σωθούν οι άλλοι, που τον παλιό καιρό ίδρυσαν τις πιο πολλές πόλεις και που πολλές φορές τις έσωσαν από μεγάλες συμφορές; Δε θα ήταν τάχα προσβολή απαράδεκτη, αν θα κριθούμε άξιοι εμείς για πιο μικρές τιμές, τη στιγμή που σηκώσαμε στις πλάτες μας τις πιο μεγάλες συμφορές, και αν θα αναγκαστούμε να ακολουθούμε τώρα άλλους, τη στιγμή που τότε πρώτοι πρώτοι εμείς αντιμετωπίσαμε τον κίνδυνο που απειλούσε όλη την Ελλάδα;
[93] Την ώρα δηλαδή που όλοι οι σύμμαχοι είχαν χάσει το θάρρος τους και οι Πελοποννήσιοι έχτιζαν τείχος στον Ισθμό, για να εξασφαλίσουν τη δικιά τους μόνο σωτηρία· την ώρα που οι άλλες πόλεις είχαν πέσει στα χέρια των εχθρών και είχαν μάλιστα εκστρατεύσει και μαζί τους ― εξόν καμιά ασήμαντη, που δεν τη λογάριασαν· την ώρα που χίλια διακόσια πολεμικά καράβια έπλεαν εναντίον τους, ενώ αναρίθμητος στρατός από τη στεριά ήταν να μπει στην Αττική· την ώρα που καμιά ελπίδα σωτηρίας δεν κρυφόλαμπε από πουθενά και ήταν από συμμάχους έρημοι, γυμνοί από κάθε ελπίδα· [94] την ώρα που ήταν στο χέρι τους όχι μονάχα από κείνους τους κινδύνους να γλιτώσουν, αλλά και ένα σωρό προνόμια προσωπικά να εξασφαλίσουν, όπως υπόσχονταν ο Ξέρξης, αν θα του έδιναν το ναυτικό της πόλης ― πίστευε, βλέπετε, πως έτσι θα κυριαρχούσε αμέσως και στην Πελοπόννησο· την ώρα αυτή, την κρισιμότατη για κείνους, δε δέχτηκαν τις προσφορές του ούτε και έτρεξαν στις προτάσεις των βαρβάρων για συνθηκολόγηση οργισμένοι με τους άλλους Έλληνες, που τους είχαν προδώσει. [95] Αντίθετα : οι ίδιοι ετοιμάζονταν να αγωνιστούν αγώνα έσχατο για την Ελευθερία, χωρίς να νιώθουν όμως και καμιά μνησικακία για τους άλλους, που προτιμούσαν τη σκλαβιά. Πίστευαν, βλέπετε, πως οι μικρές και ασήμαντες πόλεις έχουν το δικαίωμα να επιζητούν τη σωτηρία τους με κάθε μέσο· εκείνες όμως που έχουν την αξίωση να ρυθμίζουν την τύχη της Ελλάδας δεν είναι δυνατό να αποφεύγουν τους κινδύνους. Όπως για κάθε τίμιο και άξιο άνθρωπο ένας ένδοξος θάνατος είναι προτιμότερος από μια ζωή βουτηγμένη στην ντροπή, έτσι και για τις πόλεις που ξεχωρίζουν από τις άλλες είναι πιο ωφέλιμο να εξαφανιστούν από το πρόσωπο της γης παρά να τις δουν ντροπιασμένες στη σκλαβιά.
[96] Είναι φανερό πως η σκέψη αυτή στάθηκε οδηγός τους. Και αφού δεν είχαν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τον εχθρό στη στεριά και στη θάλασσα μαζί, παράλαβαν όλο τον άμαχο πληθυσμό και τράβηξαν για το γειτονικό νησί της Σαλαμίνας, για να μπορέσουν να πολεμήσουν πρώτα με τη μια και ύστερα με την άλλη από τις δυο δυνάμεις του εχθρού. Πώς θα ήταν δυνατό λοιπόν να βρεθούν άντρες πιο γενναίοι από αυτούς ή με πιο μεγάλη αφοσίωση στους Έλληνες, αφού άντεξαν να δουν την πόλη τους να ερημώνεται, τη χώρα τους να καταστρέφεται, τα ιερά να λεηλατούνται και τους ναούς να καίγονται και όλη την κατάρα του πολέμου να ζώνει τη δικιά τους πόλη, μόνο και μόνο για να μη γίνουν η αιτία να πέσουν στη σκλαβιά οι άλλοι Έλληνες;
[97] Και σα να μην τους έφταναν αυτά, έτοιμοι ήταν να τα βάλουν μόνοι τους με χίλια διακόσια πλοία του εχθρού. Μα δεν τους άφησαν μονάχους : Επειδή ντράπηκαν οι Πελοποννήσιοι την αρετή τους και νόμισαν πως, αν χαθούν οι δικοί μας, ούτε και εκείνοι θα γλιτώσουν τελικά, αν πάλι καταφέρουν και νικήσουν, οι πόλεις οι δικές τους θα βουτηχτούνε στη ντροπή, αναγκάστηκαν να πάρουν μέρος στον αγώνα. Και για την αναταραχή πάνω στη μάχη, για τις πολεμικές κραυγές και για τις ενθαρρυντικές προτροπές ―χαρακτηριστικά κοινά σε όλες τις ναυμαχίες― έχω τη γνώμη πως δεν πρέπει να χάσω ώρα να τα πω.
[98] Όμως τις πράξεις τις ξεχωριστές, που αξίζουν την ηγεμονία και είναι σύμφωνες με όσα προανάφερα, αυτές είναι το χρέος μου να σας παρουσιάσω : Η πόλη μας λοιπόν, όταν είχε τη δύναμή της όλη ανέπαφη, είχε μια τέτοια υπεροχή απέναντι στις άλλες, ώστε, και ρημαγμένη ακόμα, έβαλε στον κοινό αγώνα της Ελλάδας τριήρεις περισσότερες από όσες όλοι μαζί οι άλλοι Έλληνες, που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία τότε. Και σίγουρα κανείς δεν έχει τόση εμπάθεια μαζί μας, ώστε να μην ομολογεί ότι η ναυμαχία αυτή είναι που εξασφάλισε τη νίκη μας στους Περσικούς πολέμους και τούτη πάλι ήταν κατόρθωμα της πόλης μας μονάχα.
[99] Άμα λοιπόν είναι να γίνει εκστρατεία εναντίον των βαρβάρων, ποιοι είναι φυσικό να έχουν την ηγεμονία; Δεν είναι αυτοί που και στον προηγούμενο πόλεμο ξεχώρισαν από όλους, που πρόταξαν πολλές φορές σαν άτομα τα στήθη τους στον κίνδυνο για το κοινό συμφέρον, όπου δέχτηκαν τα πρωτεία; Δεν είναι αυτοί που άφησαν την πόλη τους, για να σωθούν οι άλλοι, που τον παλιό καιρό ίδρυσαν τις πιο πολλές πόλεις και που πολλές φορές τις έσωσαν από μεγάλες συμφορές; Δε θα ήταν τάχα προσβολή απαράδεκτη, αν θα κριθούμε άξιοι εμείς για πιο μικρές τιμές, τη στιγμή που σηκώσαμε στις πλάτες μας τις πιο μεγάλες συμφορές, και αν θα αναγκαστούμε να ακολουθούμε τώρα άλλους, τη στιγμή που τότε πρώτοι πρώτοι εμείς αντιμετωπίσαμε τον κίνδυνο που απειλούσε όλη την Ελλάδα;
Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 4. Μορφή και ρόλος του αοιδού
4.2. Φήμιος
Η πρώτη εμφάνιση του Φήμιου στο βασιλικό παλάτι της Ιθάκης είναι τυπική, σύντομη και διακριτική. Κορεσμένοι οι μνηστήρες από φαΐ και πιοτό, επιθυμούν τραγούδι, μουσική, χορό - συμπλήρωμα απαραίτητο, όπως λέγεται, σε κάθε καλό τραπέζι. Τότε ο κήρυκας φέρνει και δίνει την όμορφη κιθάρα στα χέρια του Φήμιου, κι εκείνος, κρούοντας τις χορδές της, ψάχνει να βρει σκοπό για ωραίο τραγούδι. Παρενθετικά προσθέτει ο ποιητής πως ο αοιδός τραγουδούσε στα συμπόσια των μνηστήρων από ανάγκη. Που πάει να πει: αυτοί τον εξεβίαζαν, κι εκείνος από αμηχανία υποχωρούσε στις ορέξεις τους (α 150-155). Καμιά άλλη σύσταση προς το παρόν, εκτός και αν συνυπολογίσουμε το όνομα του αοιδού: παράγωγο της λέξης φήμη, παραπέμπει στη φημισμένη τέχνη του. Κάτι ανάλογο υποδηλώνεται και με το όνομα του Δημοδόκου: αρεστός στον δήμο, στον λαό.
Στο μεταξύ, και όσο ο Φήμιος τέρπει με το τραγούδι και τη μουσική του τους μνηστήρες (προς το παρόν το θέμα της αοιδής δεν δηλώνεται), προχωρεί παράμερα ο διάλογος του Τηλεμάχου με τη μεταμορφωμένη σε Μέντη Αθηνά. Ώσπου απροσδόκητα κάνει την εμφάνισή της, κατεβαίνοντας από το υπερώο στην αίθουσα του παλατιού, η Πηνελόπη, ερεθισμένη από το τραγούδι του Φήμιου και δακρυσμένη. Διαμαρτύρεται η βασίλισσα, γιατί ο αοιδός επιμένει να τραγουδά, όχι ἔργα ἀνδρῶν τε θεῶν τε, καθώς συνηθίζεται, αλλά ένα τραγούδι λυπητερό, τον πικρό νόστο των Αχαιών, όπως τον όρισε πικρό η Αθηνά Παλλάδα (α 325-327). Τραγούδι που ξύνει τις πληγές της Πηνελόπης, τον πόθο για τον άντρα της· χρόνια τώρα λείπει, και εκείνη τον θυμάται αδιάκοπα, στον νου της φέρνοντας την πανελλήνια δόξα του (α 335-344). Παρεμβαίνει όμως απότομα ο Τηλέμαχος ελέγχοντας τη μάνα του. Δεν έχει λόγο, λέει, να τα βάζει με τον τιμημένο αοιδό· αυτός κάνει το κέφι του τραγουδώντας ό,τι τραβά η ψυχή του. Όσο για το θέμα της αοιδής, τον πικρό νόστο των Αχαιών, αυτός υπήρξε απόφαση του Δία, δεν τον φαντάστηκαν οι αοιδοί. Αυτοί, έτσι κι αλλιώς, υποχωρούν στα γούστα των ακροατών τους: ο κόσμος θέλει ν᾽ ακούει νέα τραγούδια, κι αυτό που τραγουδά τώρα ο Φήμιος είναι της τελευταίας μόδας.
Αυτή η εικόνα του Φήμιου θα μείνει σταθερή μέχρι την εικοστή δεύτερη ραψωδία, όταν έχει συντελεστεί πια η εκδικητική μνηστηροφονία και ο Οδυσσέας ψάχνει μήπως απόμεινε ακόμη κάποιος ζωντανός. Οπότε παίρνει το μάτι του τον αοιδό Φήμιο να στέκει ορθός στο μεσοπόρτι, με την κιθάρα του στο χέρι, αναποφάσιστος αν πρέπει να βγει έξω από το μέγαρο και να προσπέσει ικέτης στον βωμό του Δία, ή να πέσει στου Οδυσσέα τα γόνατα, να τον παρακαλέσει, για να τον εξαιρέσει από το άγριο φονικό. Κάνει το δεύτερο: ακουμπά την κιθάρα του στο δάπεδο, μετά προστρέχει, γονατιστός στα γόνατα του Οδυσσέα. Παρακαλώντας να του δείξει έλεος, να τον ντραπεί, για να μην ντρέπεται μετά ο ίδιος και το ᾽χει βάρος στην καρδιά του, που έσφαξε με το χέρι του έναν αοιδό. Κάποιον που υμνεί θεούς και θνητούς, που ένας θεός τού φύτεψε στον νου κάθε λογής τραγούδια και που, μαθαίνοντας στο μεταξύ την τέχνη, έγινε πια αυτοδίδακτος. Έτσι που θα μπορούσε, εδώ και τώρα, να συνθέσει ένα τραγούδι και για εκείνον, τον Οδυσσέα τον ίδιο, που τον βλέπει σαν θεό. Γι᾽ αυτό δεν πρέπει να του κόψει τον λαιμό. Κι αν τραγουδούσε στα γλέντια των μνηστήρων, το έκανε με το ζόρι· πολλοί αυτοί και δυνατοί, τον έσερναν με βία να τους τραγουδά. Μάρτυράς του ο Τηλέμαχος. Ευαίσθητος ο Τηλέμαχος, παίρνει το μέρος του, μεσολαβώντας στον πατέρα του να μην τον σφάξει. Έτσι ο Φήμιος γλιτώνει τη ζωή του και σώζει τη μουσική τιμή (χ 330-356).
Χαρακτηρίστηκε ο Φήμιος οικείος και νεωτερικός. Θα μπορούσαμε καταχρηστικά να τον πούμε και ρεαλιστή. Γιατί, σε σύγκριση προς τον τυφλό Δημόδοκο, που μοιάζει επίσημος και τελετουργικός, ο Φήμιος είναι κοντινός, ευέλικτος, καπάτσος. Όσο το πάνω χέρι στο παλάτι της Ιθάκης το έχουν οι μνηστήρες, ενδίδει στην όρεξή τους για τραγούδι, και τραγουδά για χάρη τους. Δίνει ωστόσο την αίσθηση στην Πηνελόπη και στον νεαρό Τηλέμαχο πως δεν εγκρίνει την καταχρηστική συμπεριφορά των μνηστήρων· αν το μπορούσε, δεν θα τους έκανε το χατίρι, να παίρνει μέρος στα συμπόσιά τους τραγουδώντας, με την κιθάρα του στο χέρι. Που πάει να πει: και η πίτα σωστή και ο σκύλος χορτάτος.
Κάτι ακόμη ανάλογο· αναγνωρίζει ο αοιδός την εξάρτησή του από τον μουσικό θεό, ενώ συνάμα αυτοχαρακτηρίζεται αυτοδίδακτος. Έτσι, αποφεύγει την πρόκληση και την παρεπόμενη τιμωρία του Θάμυρη, κρατώντας ωστόσο με διακριτικότητα ένα μερίδιο τιμής για την προσωπική του τέχνη. Τρίτο στοιχείο που τον συστήνει κοντινό και διπλωματικό: δεν τραγουδά παλιά ηρωικά τραγούδια του τρωικού πολέμου, όπως ο Δημόδοκος· αυτός είναι μέσα στην τελευταία μόδα, μελοποιώντας μελαγχολικά τον μετατρωικό νόστο των Αχαιών. Αν λογαριάσουμε ότι στο πλαίσιο αυτό ανήκει και ο νόστος του Οδυσσέα, που βρίσκεται ακόμη σε εκκρεμότητα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη διπλή εξυπνάδα του Φήμιου: στον βαθμό που ο προκείμενος νόστος αποδείχτηκε πικρός, ανακουφίζει τους μνηστήρες, οι οποίοι θέλουν να πιστεύουν πως ο Οδυσσέας χάθηκε και πως δεν πρόκειται πια να γυρίσει πίσω· από την άλλη μεριά, με το θέμα αυτό δείχνει ο Φήμιος να μην ξεχνά ο ίδιος τον νόμιμο βασιλιά του παλατιού, κι ας λείπει είκοσι χρόνια τώρα από το νησί. Τέλος, ο τρόπος που εξασφαλίζει ο αοιδός τον γλιτωμό του στην έξοδο της «Μνηστηροφονίας» (η στάση του, τα επιχειρήματά του και η επίκληση της καλής μαρτυρίας του Τηλεμάχου) μαρτυρούν ευελιξία και καπατσοσύνη στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του. Αδιαφορώντας αν θα θεωρηθεί δειλός και ιδιοτελής, εκμεταλλεύεται την τέχνη του, για να σώσει το κεφάλι του.
Η επιείκεια εξάλλου που δείχνει ο Οδυσσέας στον αοιδό της Ιθάκης, κι ας βρέθηκε να υπηρετεί με το τραγούδι του τα γούστα των μνηστήρων, αποδεικνύει δύο πράγματα: το ένα άμεσα· το άλλο έμμεσα. Άμεσα προκύπτει πως ο ίδιος ο Οδυσσέας, παρά τα σκληρά πάθη της εικοσάχρονης περιπλάνησής του, παρέμεινε φιλόμουσος, ιδιότητα που φαίνεται πιο καθαρά στη σχέση του με τον αοιδό της Σχερίας, τον Δημόδοκο. Έμμεσα, η εξαίρεση του Φήμιου από το σφαγείο της μνηστηροφονίας υπονοεί την κατοχύρωση της επικής ποίησης, τον σεβασμό όσων την ασκούν. Για να το πούμε απλούστερα: η ενδεχόμενη σφαγή του Φήμιου θα σήμαινε ακύρωση του έπους της Οδύσσειας. Γιατί χωρίς αοιδό ο ποιητής της θα έμενε ορφανός και το ποίημά του κολοβό.
Μια τελευταία παρατήρηση: ο πικρός νόστος των Αχαιών, που τραγουδά ο Φήμιος στην πρώτη ραψωδία και που χαρακτηρίζεται τραγούδι της μόδας, δείχνει ότι πριν από την Οδύσσεια κυκλοφορούσαν και άλλα ομόθεμα έπη, τα οποία δεν τα αγνοούσε ο δικός μας ποιητής. Συμπτωματικά μας σώζεται ο τίτλος Ατρειδών Κάθοδος, που παραπέμπει σε αρχαιότερο έπος με θέμα τον νόστο του Μενελάου και του Αγαμέμνονα. Κάποιοι μάλιστα ομηριστές πιστεύουν πως το χαμένο αυτό έπος υπήρξε πρότυπο της Οδύσσειας σε ό,τι αφορά την αντιθετική συγγένεια ανάμεσα στον νόστο του Οδυσσέα και στον νόστο του Αγαμέμνονα.
Η πρώτη εμφάνιση του Φήμιου στο βασιλικό παλάτι της Ιθάκης είναι τυπική, σύντομη και διακριτική. Κορεσμένοι οι μνηστήρες από φαΐ και πιοτό, επιθυμούν τραγούδι, μουσική, χορό - συμπλήρωμα απαραίτητο, όπως λέγεται, σε κάθε καλό τραπέζι. Τότε ο κήρυκας φέρνει και δίνει την όμορφη κιθάρα στα χέρια του Φήμιου, κι εκείνος, κρούοντας τις χορδές της, ψάχνει να βρει σκοπό για ωραίο τραγούδι. Παρενθετικά προσθέτει ο ποιητής πως ο αοιδός τραγουδούσε στα συμπόσια των μνηστήρων από ανάγκη. Που πάει να πει: αυτοί τον εξεβίαζαν, κι εκείνος από αμηχανία υποχωρούσε στις ορέξεις τους (α 150-155). Καμιά άλλη σύσταση προς το παρόν, εκτός και αν συνυπολογίσουμε το όνομα του αοιδού: παράγωγο της λέξης φήμη, παραπέμπει στη φημισμένη τέχνη του. Κάτι ανάλογο υποδηλώνεται και με το όνομα του Δημοδόκου: αρεστός στον δήμο, στον λαό.
Στο μεταξύ, και όσο ο Φήμιος τέρπει με το τραγούδι και τη μουσική του τους μνηστήρες (προς το παρόν το θέμα της αοιδής δεν δηλώνεται), προχωρεί παράμερα ο διάλογος του Τηλεμάχου με τη μεταμορφωμένη σε Μέντη Αθηνά. Ώσπου απροσδόκητα κάνει την εμφάνισή της, κατεβαίνοντας από το υπερώο στην αίθουσα του παλατιού, η Πηνελόπη, ερεθισμένη από το τραγούδι του Φήμιου και δακρυσμένη. Διαμαρτύρεται η βασίλισσα, γιατί ο αοιδός επιμένει να τραγουδά, όχι ἔργα ἀνδρῶν τε θεῶν τε, καθώς συνηθίζεται, αλλά ένα τραγούδι λυπητερό, τον πικρό νόστο των Αχαιών, όπως τον όρισε πικρό η Αθηνά Παλλάδα (α 325-327). Τραγούδι που ξύνει τις πληγές της Πηνελόπης, τον πόθο για τον άντρα της· χρόνια τώρα λείπει, και εκείνη τον θυμάται αδιάκοπα, στον νου της φέρνοντας την πανελλήνια δόξα του (α 335-344). Παρεμβαίνει όμως απότομα ο Τηλέμαχος ελέγχοντας τη μάνα του. Δεν έχει λόγο, λέει, να τα βάζει με τον τιμημένο αοιδό· αυτός κάνει το κέφι του τραγουδώντας ό,τι τραβά η ψυχή του. Όσο για το θέμα της αοιδής, τον πικρό νόστο των Αχαιών, αυτός υπήρξε απόφαση του Δία, δεν τον φαντάστηκαν οι αοιδοί. Αυτοί, έτσι κι αλλιώς, υποχωρούν στα γούστα των ακροατών τους: ο κόσμος θέλει ν᾽ ακούει νέα τραγούδια, κι αυτό που τραγουδά τώρα ο Φήμιος είναι της τελευταίας μόδας.
Αυτή η εικόνα του Φήμιου θα μείνει σταθερή μέχρι την εικοστή δεύτερη ραψωδία, όταν έχει συντελεστεί πια η εκδικητική μνηστηροφονία και ο Οδυσσέας ψάχνει μήπως απόμεινε ακόμη κάποιος ζωντανός. Οπότε παίρνει το μάτι του τον αοιδό Φήμιο να στέκει ορθός στο μεσοπόρτι, με την κιθάρα του στο χέρι, αναποφάσιστος αν πρέπει να βγει έξω από το μέγαρο και να προσπέσει ικέτης στον βωμό του Δία, ή να πέσει στου Οδυσσέα τα γόνατα, να τον παρακαλέσει, για να τον εξαιρέσει από το άγριο φονικό. Κάνει το δεύτερο: ακουμπά την κιθάρα του στο δάπεδο, μετά προστρέχει, γονατιστός στα γόνατα του Οδυσσέα. Παρακαλώντας να του δείξει έλεος, να τον ντραπεί, για να μην ντρέπεται μετά ο ίδιος και το ᾽χει βάρος στην καρδιά του, που έσφαξε με το χέρι του έναν αοιδό. Κάποιον που υμνεί θεούς και θνητούς, που ένας θεός τού φύτεψε στον νου κάθε λογής τραγούδια και που, μαθαίνοντας στο μεταξύ την τέχνη, έγινε πια αυτοδίδακτος. Έτσι που θα μπορούσε, εδώ και τώρα, να συνθέσει ένα τραγούδι και για εκείνον, τον Οδυσσέα τον ίδιο, που τον βλέπει σαν θεό. Γι᾽ αυτό δεν πρέπει να του κόψει τον λαιμό. Κι αν τραγουδούσε στα γλέντια των μνηστήρων, το έκανε με το ζόρι· πολλοί αυτοί και δυνατοί, τον έσερναν με βία να τους τραγουδά. Μάρτυράς του ο Τηλέμαχος. Ευαίσθητος ο Τηλέμαχος, παίρνει το μέρος του, μεσολαβώντας στον πατέρα του να μην τον σφάξει. Έτσι ο Φήμιος γλιτώνει τη ζωή του και σώζει τη μουσική τιμή (χ 330-356).
Χαρακτηρίστηκε ο Φήμιος οικείος και νεωτερικός. Θα μπορούσαμε καταχρηστικά να τον πούμε και ρεαλιστή. Γιατί, σε σύγκριση προς τον τυφλό Δημόδοκο, που μοιάζει επίσημος και τελετουργικός, ο Φήμιος είναι κοντινός, ευέλικτος, καπάτσος. Όσο το πάνω χέρι στο παλάτι της Ιθάκης το έχουν οι μνηστήρες, ενδίδει στην όρεξή τους για τραγούδι, και τραγουδά για χάρη τους. Δίνει ωστόσο την αίσθηση στην Πηνελόπη και στον νεαρό Τηλέμαχο πως δεν εγκρίνει την καταχρηστική συμπεριφορά των μνηστήρων· αν το μπορούσε, δεν θα τους έκανε το χατίρι, να παίρνει μέρος στα συμπόσιά τους τραγουδώντας, με την κιθάρα του στο χέρι. Που πάει να πει: και η πίτα σωστή και ο σκύλος χορτάτος.
Κάτι ακόμη ανάλογο· αναγνωρίζει ο αοιδός την εξάρτησή του από τον μουσικό θεό, ενώ συνάμα αυτοχαρακτηρίζεται αυτοδίδακτος. Έτσι, αποφεύγει την πρόκληση και την παρεπόμενη τιμωρία του Θάμυρη, κρατώντας ωστόσο με διακριτικότητα ένα μερίδιο τιμής για την προσωπική του τέχνη. Τρίτο στοιχείο που τον συστήνει κοντινό και διπλωματικό: δεν τραγουδά παλιά ηρωικά τραγούδια του τρωικού πολέμου, όπως ο Δημόδοκος· αυτός είναι μέσα στην τελευταία μόδα, μελοποιώντας μελαγχολικά τον μετατρωικό νόστο των Αχαιών. Αν λογαριάσουμε ότι στο πλαίσιο αυτό ανήκει και ο νόστος του Οδυσσέα, που βρίσκεται ακόμη σε εκκρεμότητα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη διπλή εξυπνάδα του Φήμιου: στον βαθμό που ο προκείμενος νόστος αποδείχτηκε πικρός, ανακουφίζει τους μνηστήρες, οι οποίοι θέλουν να πιστεύουν πως ο Οδυσσέας χάθηκε και πως δεν πρόκειται πια να γυρίσει πίσω· από την άλλη μεριά, με το θέμα αυτό δείχνει ο Φήμιος να μην ξεχνά ο ίδιος τον νόμιμο βασιλιά του παλατιού, κι ας λείπει είκοσι χρόνια τώρα από το νησί. Τέλος, ο τρόπος που εξασφαλίζει ο αοιδός τον γλιτωμό του στην έξοδο της «Μνηστηροφονίας» (η στάση του, τα επιχειρήματά του και η επίκληση της καλής μαρτυρίας του Τηλεμάχου) μαρτυρούν ευελιξία και καπατσοσύνη στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του. Αδιαφορώντας αν θα θεωρηθεί δειλός και ιδιοτελής, εκμεταλλεύεται την τέχνη του, για να σώσει το κεφάλι του.
Η επιείκεια εξάλλου που δείχνει ο Οδυσσέας στον αοιδό της Ιθάκης, κι ας βρέθηκε να υπηρετεί με το τραγούδι του τα γούστα των μνηστήρων, αποδεικνύει δύο πράγματα: το ένα άμεσα· το άλλο έμμεσα. Άμεσα προκύπτει πως ο ίδιος ο Οδυσσέας, παρά τα σκληρά πάθη της εικοσάχρονης περιπλάνησής του, παρέμεινε φιλόμουσος, ιδιότητα που φαίνεται πιο καθαρά στη σχέση του με τον αοιδό της Σχερίας, τον Δημόδοκο. Έμμεσα, η εξαίρεση του Φήμιου από το σφαγείο της μνηστηροφονίας υπονοεί την κατοχύρωση της επικής ποίησης, τον σεβασμό όσων την ασκούν. Για να το πούμε απλούστερα: η ενδεχόμενη σφαγή του Φήμιου θα σήμαινε ακύρωση του έπους της Οδύσσειας. Γιατί χωρίς αοιδό ο ποιητής της θα έμενε ορφανός και το ποίημά του κολοβό.
Μια τελευταία παρατήρηση: ο πικρός νόστος των Αχαιών, που τραγουδά ο Φήμιος στην πρώτη ραψωδία και που χαρακτηρίζεται τραγούδι της μόδας, δείχνει ότι πριν από την Οδύσσεια κυκλοφορούσαν και άλλα ομόθεμα έπη, τα οποία δεν τα αγνοούσε ο δικός μας ποιητής. Συμπτωματικά μας σώζεται ο τίτλος Ατρειδών Κάθοδος, που παραπέμπει σε αρχαιότερο έπος με θέμα τον νόστο του Μενελάου και του Αγαμέμνονα. Κάποιοι μάλιστα ομηριστές πιστεύουν πως το χαμένο αυτό έπος υπήρξε πρότυπο της Οδύσσειας σε ό,τι αφορά την αντιθετική συγγένεια ανάμεσα στον νόστο του Οδυσσέα και στον νόστο του Αγαμέμνονα.
Υπεραναλυτική Σκέψη ή overthinking
Η Υπεραναλυτική Σκέψη περιγράφεται με τον αγγλικό όρο “overthinking”. Πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία το άτομο δαπανά πάρα πολύ χρόνο για να σκέφτεται γύρω από ένα πρόβλημα που έχει προκύψει ή ακόμα και μια απλή συνθήκη της καθημερινότητας.
Οι σκέψεις του έχουν υπεραναλυτικό χαρακτήρα καθώς το άτομο διερευνεί και επεξεργάζεται διάφορα σενάρια – εκδοχές της πραγματικότητας προκειμένου, είτε να λάβει την βέλτιστη απόφαση για κάτι ή για να δώσει μια απάντηση στον εαυτό του, σε ένα ερώτημα που έχει προαποφασίσει πως είναι σημαντικό.
Η διαδικασία της υπερανάλυσης είναι συνήθως επενδυμένη με άγχος: γεννάται κάτω από συνθήκες άγχους αλλά παράγει και η ίδια άγχος, επαναλαμβάνοντας έναν αέναο φαύλο κύκλο.
Φανταστείτε το εξής σενάριο: έχετε μόλις επιστρέψει από ένα επαγγελματικό δείπνο. Τίποτα αξιοπερίεργο δεν συνέβη. Όλα κύλησαν αρκετά καλά. Αν έχετε την τάση να υπεραναλύετε τα πράγματα, με το που περάσετε το κατώφλι του σπιτιού σας, μέσα στο κεφάλι σας θα αρχίσουν να ξεπηδάνε οι εξής σκέψεις:
«Πως τα πήγα;»,
«Τι σκέφτηκε άραγε ο προϊστάμενος μου για μένα;»,
«Μήπως ήμουν υπερβολικά φιλικός;»,
«Μήπως τον έφερα σε δύσκολη θέση;»,
«Γιατί με κοίταξε περίεργα, όταν έκανα εκείνο το σχόλιο;»,
«Πώς να φερθώ αύριο που θα τον δω στο γραφείο;» κ.ο.κ.
Οι ερωτήσεις μέσα στο κεφάλι σας μπορεί να σας βομβαρδίζουν. Προτού δώσετε απάντηση στη μία, έρχεται η επόμενη. Όλες μαζί συσσωρεύονται και νιώθετε να σας πνίγουν. Σας κατακλύζει άγχος καθώς αδυνατείτε να τις βάλετε σε μια τάξη, να τις απαντήσετε, να αποφασίσετε αν κάποιες είναι σημαντικές και κάποιες όχι.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι υπεραναλύουν τις καταστάσεις;
Η διαδικασία της υπερβολικής σκέψης πάνω στα πράγματα είναι για κάποιους ανθρώπους οικεία. Την κάνουν χωρίς να το επιλέγουν και πιστεύουν ότι δεν έχουν την δυνατότητα να ξεφύγουν από αυτήν. Αρκετά συχνά μάλιστα την θεωρούν ως αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας λήψης μια απόφασης.
Αισθάνονται υποχρεωμένοι να σκεφτούν την κάθε μικρή ή ασήμαντη λεπτομέρεια πριν πάρουν μια απόφαση. Η ακατανίκητη πεποίθηση ότι οφείλουν να λάβουν την καλύτερη δυνατή απόφαση, πυροδοτεί όλη αυτή τη διαδικασία της σκέψης.
Έχουν την απαίτηση από τον εαυτό τους να αποδειχθεί σωστή η απόφαση που θα λάβουν και είναι διατεθειμένοι να εξαντλήσουν κάθε ενδεχόμενο. Πιστεύουν συχνά ότι υπάρχει μία «σωστή απόφαση» και πρέπει να την βρουν.
Ταυτόχρονα αγωνιούν για να μην κάνουν κάποιο λάθος. Το να σκέφτονται πολύ και διαρκώς, ακόμα και τα ίδια πράγματα, τους παρέχει μια ψευδαίσθηση ελέγχου. Το να προβλέπουν διαφορετικές εκβάσεις της πραγματικότητας, τους κάνει να πιστεύουν ότι προετοιμάζονται για αυτές.
Ο έλεγχος αυτός δημιουργεί ένα είδος ασφάλειας: «το σκέφτηκα, προετοιμάστηκα, δεν θα ξαφνιαστώ αν συμβεί». Δυστυχώς όμως η ασφάλεια αυτή διαρκεί μέχρι την επόμενη σκέψη… Αν και η επιθυμία για έλεγχο, είναι φυσιολογική, στην υπεραναλυτική σκέψη γίνεται υπερβολική. Η υπερβολή αυτή έγκειται στο γεγονός ότι προσπαθούμε να ελέγξουμε και πράγματα έξω από τον έλεγχο μας.
Η υπερεαναλυτική σκέψη εξυπηρετεί όμως και μια τρίτη απαίτηση από τον εαυτό μας: την απαίτηση να μην απογοητεύσουμε/ στεναχωρήσουμε/πληγώσουμε τους άλλους.
Η προσπάθεια να σκεφτόμαστε το πώς θα νιώσουν οι άλλοι ή τι θα σκεφτούν για τις δικές μας ενέργειες γίνεται εξαιρετικά ψυχοφθόρα. Παλεύοντας να διατηρήσουμε την εικόνα του καλού παιδιού, χάνουμε την επαφή με τον εαυτό μας και συχνά παγιδευόμαστε σε έναν κυκεώνα σκέψεων, από τις οποίες δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Το άγχος και η αγωνία να διατηρήσουμε αυτήν την εικόνα μας κατακλύζει στο τέλος.
Το να λαμβάνουμε τις σωστές αποφάσεις, να έχουμε τη ζωή μας υπό έλεγχο και να μας συμπαθούν οι άλλοι είναι σε γενικές γραμμές λογικές προσδοκίες.
Στην περίπτωση αυτού που υπεραναλύει τα πράγματα όμως, όλο αυτό αποκτά μια τεράστια διάσταση καθώς χάνεται το μέτρο. Θέλει να ξέρει από πριν ότι η απόφαση του θα αποδειχθεί σωστή, θέλει να ελέγχει και πράγματα εκτός ελέγχου του και θέλει να τον συμπαθούν όλοι.
Το απρόβλεπτο, η λάθος απόφαση και ο μη έλεγχος συνεπάγεται αποτυχία. Η διαδικασία του να τα έχουν όλα υπό έλεγχο, τόσο στην πραγματικότητα όσο και στην σκέψη τους, πιστεύουν συχνά ότι διασφαλίζει την επιτυχία τους. Πιστεύουν ότι όσο περισσότερο ελέγχουν τόσο πιο ασφαλείς είναι. Το κόστος αυτής της «ασφάλειας» γίνεται όμως σε βάθος χρόνου πολύ βαρύ.
Αν όχι υπερανάλυση, τότε τι;
Αν προσπαθήσεις να πείσεις έναν άνθρωπο που σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο για την δυσλειτουργία του τρόπου σκέψης του, θα συναντήσεις σίγουρα μια αντίσταση. Θα την υπερασπιστεί μέχρι τέλους καθώς πιστεύει ότι αυτός ο τρόπος σκέψης τον έχει βοηθήσει να καταφέρει ό,τι σημαντικό κατάφερε μέχρι τώρα: επειδή σκέφτονταν, προέβλεπε, έλεγχε.
Επειδή όμως η υπερβολική σκέψη, όταν συνοδεύεται και από ελάχιστη δράση, συνεπάγεται τρομερή δυσφορία, ας δούμε κάποιους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αποκαταστήσουμε αυτήν την ισορροπία.
Εστίαση στο εδώ και τώρα
Κάθε μορφής δυσλειτουργικός τρόπος σκέψης εμπεριέχει συνήθως σκέψεις για το παρελθόν και σκέψεις για το μέλλον. Σε τίποτα από αυτά τα δύο δεν έχουμε άμεσο έλεγχο. Το παρελθόν δεν αλλάζει και το μέλλον δεν το ξέρουμε. Έχουμε πάντα να διαχειριστούμε μόνο το παρόν, αυτό που συμβαίνει τώρα. Το παρόν δεν απαρτίζεται από τη συγκεκριμένη στιγμή αλλά αφορά την γενικότερη έννοια του τώρα.
Αν δεν ξέρουμε τις ανάγκες μας, τα θέλω και τις επιθυμίες μας στο τώρα, ενδεχομένως ανατρέχουμε με τη σκέψη μας μέσα στο χρόνο για να δώσουμε στον εαυτό μας απαντήσεις. Και εκεί κάπου χανόμαστε. Το «τώρα» μας σήμερα, διαφέρει από το «τώρα» μας πριν δέκα χρόνια και μάλλον θα διαφέρει από το «τώρα» μας μετά από δέκα χρόνια. Η αντίληψη του παρόντος αλλάζει και αυτή όσο μεγαλώνουμε.
Μια χρήσιμη ερώτηση απέναντι σε ένα υπεραναλυτικό μοτίβο σκέψεων που χάνεται στο χρόνο είναι: «Μπορώ να κάνω κάτι για όλο αυτό τώρα; Αν ναι, τι είναι αυτό; Πώς και πότε θα το κάνω; Αν όχι, πώς μπορώ να αποδεχθώ την πραγματικότητα;»
Η εστίαση το παρόν είναι μια δεξιότητα που μπορούμε να εξασκήσουμε και μέσα από ασκήσεις ενσυνειδητότητας (mindfulness). Η ικανότητα να είμαστε στο παρόν με όλες μας τις αισθήσεις και με τη σκέψη μας, αποδεικνύεται αρκετά δύσκολη. Είμαστε διαρκώς κάπου αλλού: στις δυσκολίες της αυριανής μέρας, στον καυγά με τον πατέρα μας πριν από ένα χρόνο, στο πώς θα πληρώσουμε στις σπουδές των παιδιών μας σε 10 χρόνια από τώρα, στο που θα πάμε διακοπές το καλοκαίρι κ.ο.κ.
Εστιάζοντας στο παρόν δεν σημαίνει πως δεν σχεδιάζουμε και δεν προνοούμε για το αύριο. Σημαίνει όμως πώς αποφασίζουμε να μην θρηνούμε από τώρα για μια καταστροφή που δεν έχει έρθει!
Δράσε σύντομα
Η υπερβολική σκέψη συνήθως συνοδεύεται και από ελάχιστη δράση. Αυτό συμβαίνει γιατί σε κάθε παρακλάδι σκέψης που ακολουθούμε, συναντάμε – υποθέτουμε και μια δυσκολία ικανή να δικαιολογήσει μέσα μας την μη δράση. Η υποτιθέμενη δυσκολία δικαιολογεί την αδράνεια.
Μοιάζει σαν ο μόνος σίγουρος τρόπος να μην πάει κάτι στραβά ή να μην κάνουμε λάθος, είναι να μην κάνουμε τίποτα και να συνεχίσουμε να αναζητούμε μέσα στο μυαλό μας την ιδανική λύση.
Συχνά αποδεικνύεται ωστόσο πιο αποτελεσματικό και σίγουρα λιγότερο ψυχοφθόρο το να δρομολογήσουμε ενέργειες σε εύλογο χρονικό διάστημα και να αφήνουμε την πραγματικότητα να εξελιχθεί. Πρέπει να κλείσετε ραντεβού σε γιατρό; Κάντε το σήμερα. Θέλετε να μιλήσετε σε ένα φίλο για κάτι που σας ενόχλησε; Πάρτε τον τηλ το απόγευμα. Πρέπει να βρείτε καινούρια δουλειά;
Ασχολήσου με τα υπαρκτά προβλήματα
Αρκετά συχνά επίσης χανόμαστε σε έναν συνονθύλευμα σκέψεων γύρω από πράγματα που θα μπορούσαν να συμβούν στο μέλλον ή θα μπορούσαν να είχαν συμβεί στο παρελθόν και επιμελώς αγνοούμε αυτά που συμβαίνουν στο παρόν.
Για κάποιο λόγο τα υποτιθέμενα σενάρια της πραγματικότητας φαντάζουν πιο σημαντικά από τα προβλήματα που πραγματικά τρέχουν.
Να σημειωθεί εδώ πως με τον όρο προβλήματα του παρόντος, αναφέρομαι και σε απλές καθημερινές καταστάσεις και διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στη ζωή μας.
Η υπερανάλυση των υποθετικών σεναρίων συνήθως συνοδεύεται και από αναβλητικότητα. Δεν δρούμε, δεν παίρνουμε αποφάσεις, δεν δρομολογούμε αλλαγές. Αφηνόμαστε στις σκέψεις μας και στα συναισθήματα που την συνοδεύουν: φόβο, άγχος, στεναχώρια.
Ενδεχομένως να διαπιστώσουμε πως το να ονοματίσουμε τα προβλήματα μας στο παρόν και να αναλάβουμε την ευθύνη της επίλυσης τους μας γεννά υπέρμετρο άγχος καθώς μας προσανατολίζει προς στη δράση. Ωστόσο το άγχος αυτό μπορεί να γίνει παραγωγικό και δημιουργικό.
Η εστίαση στην πραγματικότητα και η διαχείριση του άγχους που προκύπτει από αυτήν μετατρέπεται σε βάθος χρόνου μια πολύ χρήσιμη δεξιότητα: αυτή της επίλυσης προβλημάτων.
Το να εντοπίζεις το πραγματικό πρόβλημα σε μια κατάσταση, να διερευνάς τις ενδεχόμενες λύσεις, να εφαρμόζεις την βέλτιστη δυνατή και να αξιολογείς το τελικό αποτέλεσμα είναι μια δεξιότητα ζωής. Ανοίγει ένα μονοπάτι μάθησης και εμπειρίας αφήνοντας λίγο ή και καθόλου χώρο για φανταστικά σενάρια.
Οι σκέψεις του έχουν υπεραναλυτικό χαρακτήρα καθώς το άτομο διερευνεί και επεξεργάζεται διάφορα σενάρια – εκδοχές της πραγματικότητας προκειμένου, είτε να λάβει την βέλτιστη απόφαση για κάτι ή για να δώσει μια απάντηση στον εαυτό του, σε ένα ερώτημα που έχει προαποφασίσει πως είναι σημαντικό.
Η διαδικασία της υπερανάλυσης είναι συνήθως επενδυμένη με άγχος: γεννάται κάτω από συνθήκες άγχους αλλά παράγει και η ίδια άγχος, επαναλαμβάνοντας έναν αέναο φαύλο κύκλο.
Φανταστείτε το εξής σενάριο: έχετε μόλις επιστρέψει από ένα επαγγελματικό δείπνο. Τίποτα αξιοπερίεργο δεν συνέβη. Όλα κύλησαν αρκετά καλά. Αν έχετε την τάση να υπεραναλύετε τα πράγματα, με το που περάσετε το κατώφλι του σπιτιού σας, μέσα στο κεφάλι σας θα αρχίσουν να ξεπηδάνε οι εξής σκέψεις:
«Πως τα πήγα;»,
«Τι σκέφτηκε άραγε ο προϊστάμενος μου για μένα;»,
«Μήπως ήμουν υπερβολικά φιλικός;»,
«Μήπως τον έφερα σε δύσκολη θέση;»,
«Γιατί με κοίταξε περίεργα, όταν έκανα εκείνο το σχόλιο;»,
«Πώς να φερθώ αύριο που θα τον δω στο γραφείο;» κ.ο.κ.
Οι ερωτήσεις μέσα στο κεφάλι σας μπορεί να σας βομβαρδίζουν. Προτού δώσετε απάντηση στη μία, έρχεται η επόμενη. Όλες μαζί συσσωρεύονται και νιώθετε να σας πνίγουν. Σας κατακλύζει άγχος καθώς αδυνατείτε να τις βάλετε σε μια τάξη, να τις απαντήσετε, να αποφασίσετε αν κάποιες είναι σημαντικές και κάποιες όχι.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι υπεραναλύουν τις καταστάσεις;
Η διαδικασία της υπερβολικής σκέψης πάνω στα πράγματα είναι για κάποιους ανθρώπους οικεία. Την κάνουν χωρίς να το επιλέγουν και πιστεύουν ότι δεν έχουν την δυνατότητα να ξεφύγουν από αυτήν. Αρκετά συχνά μάλιστα την θεωρούν ως αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας λήψης μια απόφασης.
Αισθάνονται υποχρεωμένοι να σκεφτούν την κάθε μικρή ή ασήμαντη λεπτομέρεια πριν πάρουν μια απόφαση. Η ακατανίκητη πεποίθηση ότι οφείλουν να λάβουν την καλύτερη δυνατή απόφαση, πυροδοτεί όλη αυτή τη διαδικασία της σκέψης.
Έχουν την απαίτηση από τον εαυτό τους να αποδειχθεί σωστή η απόφαση που θα λάβουν και είναι διατεθειμένοι να εξαντλήσουν κάθε ενδεχόμενο. Πιστεύουν συχνά ότι υπάρχει μία «σωστή απόφαση» και πρέπει να την βρουν.
Ταυτόχρονα αγωνιούν για να μην κάνουν κάποιο λάθος. Το να σκέφτονται πολύ και διαρκώς, ακόμα και τα ίδια πράγματα, τους παρέχει μια ψευδαίσθηση ελέγχου. Το να προβλέπουν διαφορετικές εκβάσεις της πραγματικότητας, τους κάνει να πιστεύουν ότι προετοιμάζονται για αυτές.
Ο έλεγχος αυτός δημιουργεί ένα είδος ασφάλειας: «το σκέφτηκα, προετοιμάστηκα, δεν θα ξαφνιαστώ αν συμβεί». Δυστυχώς όμως η ασφάλεια αυτή διαρκεί μέχρι την επόμενη σκέψη… Αν και η επιθυμία για έλεγχο, είναι φυσιολογική, στην υπεραναλυτική σκέψη γίνεται υπερβολική. Η υπερβολή αυτή έγκειται στο γεγονός ότι προσπαθούμε να ελέγξουμε και πράγματα έξω από τον έλεγχο μας.
Η υπερεαναλυτική σκέψη εξυπηρετεί όμως και μια τρίτη απαίτηση από τον εαυτό μας: την απαίτηση να μην απογοητεύσουμε/ στεναχωρήσουμε/πληγώσουμε τους άλλους.
Η προσπάθεια να σκεφτόμαστε το πώς θα νιώσουν οι άλλοι ή τι θα σκεφτούν για τις δικές μας ενέργειες γίνεται εξαιρετικά ψυχοφθόρα. Παλεύοντας να διατηρήσουμε την εικόνα του καλού παιδιού, χάνουμε την επαφή με τον εαυτό μας και συχνά παγιδευόμαστε σε έναν κυκεώνα σκέψεων, από τις οποίες δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Το άγχος και η αγωνία να διατηρήσουμε αυτήν την εικόνα μας κατακλύζει στο τέλος.
Το να λαμβάνουμε τις σωστές αποφάσεις, να έχουμε τη ζωή μας υπό έλεγχο και να μας συμπαθούν οι άλλοι είναι σε γενικές γραμμές λογικές προσδοκίες.
Στην περίπτωση αυτού που υπεραναλύει τα πράγματα όμως, όλο αυτό αποκτά μια τεράστια διάσταση καθώς χάνεται το μέτρο. Θέλει να ξέρει από πριν ότι η απόφαση του θα αποδειχθεί σωστή, θέλει να ελέγχει και πράγματα εκτός ελέγχου του και θέλει να τον συμπαθούν όλοι.
Το απρόβλεπτο, η λάθος απόφαση και ο μη έλεγχος συνεπάγεται αποτυχία. Η διαδικασία του να τα έχουν όλα υπό έλεγχο, τόσο στην πραγματικότητα όσο και στην σκέψη τους, πιστεύουν συχνά ότι διασφαλίζει την επιτυχία τους. Πιστεύουν ότι όσο περισσότερο ελέγχουν τόσο πιο ασφαλείς είναι. Το κόστος αυτής της «ασφάλειας» γίνεται όμως σε βάθος χρόνου πολύ βαρύ.
Αν όχι υπερανάλυση, τότε τι;
Αν προσπαθήσεις να πείσεις έναν άνθρωπο που σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο για την δυσλειτουργία του τρόπου σκέψης του, θα συναντήσεις σίγουρα μια αντίσταση. Θα την υπερασπιστεί μέχρι τέλους καθώς πιστεύει ότι αυτός ο τρόπος σκέψης τον έχει βοηθήσει να καταφέρει ό,τι σημαντικό κατάφερε μέχρι τώρα: επειδή σκέφτονταν, προέβλεπε, έλεγχε.
Επειδή όμως η υπερβολική σκέψη, όταν συνοδεύεται και από ελάχιστη δράση, συνεπάγεται τρομερή δυσφορία, ας δούμε κάποιους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αποκαταστήσουμε αυτήν την ισορροπία.
Εστίαση στο εδώ και τώρα
Κάθε μορφής δυσλειτουργικός τρόπος σκέψης εμπεριέχει συνήθως σκέψεις για το παρελθόν και σκέψεις για το μέλλον. Σε τίποτα από αυτά τα δύο δεν έχουμε άμεσο έλεγχο. Το παρελθόν δεν αλλάζει και το μέλλον δεν το ξέρουμε. Έχουμε πάντα να διαχειριστούμε μόνο το παρόν, αυτό που συμβαίνει τώρα. Το παρόν δεν απαρτίζεται από τη συγκεκριμένη στιγμή αλλά αφορά την γενικότερη έννοια του τώρα.
Αν δεν ξέρουμε τις ανάγκες μας, τα θέλω και τις επιθυμίες μας στο τώρα, ενδεχομένως ανατρέχουμε με τη σκέψη μας μέσα στο χρόνο για να δώσουμε στον εαυτό μας απαντήσεις. Και εκεί κάπου χανόμαστε. Το «τώρα» μας σήμερα, διαφέρει από το «τώρα» μας πριν δέκα χρόνια και μάλλον θα διαφέρει από το «τώρα» μας μετά από δέκα χρόνια. Η αντίληψη του παρόντος αλλάζει και αυτή όσο μεγαλώνουμε.
Μια χρήσιμη ερώτηση απέναντι σε ένα υπεραναλυτικό μοτίβο σκέψεων που χάνεται στο χρόνο είναι: «Μπορώ να κάνω κάτι για όλο αυτό τώρα; Αν ναι, τι είναι αυτό; Πώς και πότε θα το κάνω; Αν όχι, πώς μπορώ να αποδεχθώ την πραγματικότητα;»
Η εστίαση το παρόν είναι μια δεξιότητα που μπορούμε να εξασκήσουμε και μέσα από ασκήσεις ενσυνειδητότητας (mindfulness). Η ικανότητα να είμαστε στο παρόν με όλες μας τις αισθήσεις και με τη σκέψη μας, αποδεικνύεται αρκετά δύσκολη. Είμαστε διαρκώς κάπου αλλού: στις δυσκολίες της αυριανής μέρας, στον καυγά με τον πατέρα μας πριν από ένα χρόνο, στο πώς θα πληρώσουμε στις σπουδές των παιδιών μας σε 10 χρόνια από τώρα, στο που θα πάμε διακοπές το καλοκαίρι κ.ο.κ.
Εστιάζοντας στο παρόν δεν σημαίνει πως δεν σχεδιάζουμε και δεν προνοούμε για το αύριο. Σημαίνει όμως πώς αποφασίζουμε να μην θρηνούμε από τώρα για μια καταστροφή που δεν έχει έρθει!
Δράσε σύντομα
Η υπερβολική σκέψη συνήθως συνοδεύεται και από ελάχιστη δράση. Αυτό συμβαίνει γιατί σε κάθε παρακλάδι σκέψης που ακολουθούμε, συναντάμε – υποθέτουμε και μια δυσκολία ικανή να δικαιολογήσει μέσα μας την μη δράση. Η υποτιθέμενη δυσκολία δικαιολογεί την αδράνεια.
Μοιάζει σαν ο μόνος σίγουρος τρόπος να μην πάει κάτι στραβά ή να μην κάνουμε λάθος, είναι να μην κάνουμε τίποτα και να συνεχίσουμε να αναζητούμε μέσα στο μυαλό μας την ιδανική λύση.
Συχνά αποδεικνύεται ωστόσο πιο αποτελεσματικό και σίγουρα λιγότερο ψυχοφθόρο το να δρομολογήσουμε ενέργειες σε εύλογο χρονικό διάστημα και να αφήνουμε την πραγματικότητα να εξελιχθεί. Πρέπει να κλείσετε ραντεβού σε γιατρό; Κάντε το σήμερα. Θέλετε να μιλήσετε σε ένα φίλο για κάτι που σας ενόχλησε; Πάρτε τον τηλ το απόγευμα. Πρέπει να βρείτε καινούρια δουλειά;
Ξεκινήστε από αύριο να ψάχνετε.
Η αναβλητικότητα στη δράση πάει χέρι χέρι με την υπερανάλυση στη σκέψη. Το να μην αφήνετε χρόνο και χώρο να αναπτυχθεί μια υπερβολική σκέψη πάνω στα πράγματα μπορεί να φανεί εξαιρετικά χρήσιμο και να σας γλυτώσει ψυχική ενέργεια.
Η αναβλητικότητα στη δράση πάει χέρι χέρι με την υπερανάλυση στη σκέψη. Το να μην αφήνετε χρόνο και χώρο να αναπτυχθεί μια υπερβολική σκέψη πάνω στα πράγματα μπορεί να φανεί εξαιρετικά χρήσιμο και να σας γλυτώσει ψυχική ενέργεια.
Ασχολήσου με τα υπαρκτά προβλήματα
Αρκετά συχνά επίσης χανόμαστε σε έναν συνονθύλευμα σκέψεων γύρω από πράγματα που θα μπορούσαν να συμβούν στο μέλλον ή θα μπορούσαν να είχαν συμβεί στο παρελθόν και επιμελώς αγνοούμε αυτά που συμβαίνουν στο παρόν.
Για κάποιο λόγο τα υποτιθέμενα σενάρια της πραγματικότητας φαντάζουν πιο σημαντικά από τα προβλήματα που πραγματικά τρέχουν.
Να σημειωθεί εδώ πως με τον όρο προβλήματα του παρόντος, αναφέρομαι και σε απλές καθημερινές καταστάσεις και διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στη ζωή μας.
Η υπερανάλυση των υποθετικών σεναρίων συνήθως συνοδεύεται και από αναβλητικότητα. Δεν δρούμε, δεν παίρνουμε αποφάσεις, δεν δρομολογούμε αλλαγές. Αφηνόμαστε στις σκέψεις μας και στα συναισθήματα που την συνοδεύουν: φόβο, άγχος, στεναχώρια.
Ενδεχομένως να διαπιστώσουμε πως το να ονοματίσουμε τα προβλήματα μας στο παρόν και να αναλάβουμε την ευθύνη της επίλυσης τους μας γεννά υπέρμετρο άγχος καθώς μας προσανατολίζει προς στη δράση. Ωστόσο το άγχος αυτό μπορεί να γίνει παραγωγικό και δημιουργικό.
Η εστίαση στην πραγματικότητα και η διαχείριση του άγχους που προκύπτει από αυτήν μετατρέπεται σε βάθος χρόνου μια πολύ χρήσιμη δεξιότητα: αυτή της επίλυσης προβλημάτων.
Το να εντοπίζεις το πραγματικό πρόβλημα σε μια κατάσταση, να διερευνάς τις ενδεχόμενες λύσεις, να εφαρμόζεις την βέλτιστη δυνατή και να αξιολογείς το τελικό αποτέλεσμα είναι μια δεξιότητα ζωής. Ανοίγει ένα μονοπάτι μάθησης και εμπειρίας αφήνοντας λίγο ή και καθόλου χώρο για φανταστικά σενάρια.
Σενέκας: Ο ανόητος υποφέρει από τον ίδιο του τον εαυτό
Παρατηρώντας γενικά, διαπιστώνουμε πως οι εχθροί της ανθρώπινης ευτυχίας είναι ο πόνος και η ανία. Μπορούμε να παρατηρήσουμε ακόμη πως στον βαθμό που έχουμε την τύχη να ξεφύγουμε – από τον έναν εχθρό, πλησιάζουμε τον άλλο. Στην πραγματικότητα η ζωή δεν είναι παρά μια βίαιη παλινδρόμηση ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους. Οι καταστάσεις ανάγκης και η φτώχεια δημιουργούν πόνο· ενώ όταν κάποιος είναι ευκατάστατος, βαριέται. Συνεπώς, όσο οι κατώτερες τάξεις επιδίδονται σε μια ατέρμονη μάχη με την ανέχεια, δηλαδή με τον πόνο, τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα αγωνίζονται συνεχώς -και συχνά απελπισμένα- να κατανικήσουν την ανία.
Ο εσωτερικός ή υποκειμενικός ανταγωνισμός πηγάζει από το γεγονός πως στον άνθρωπο η δεκτικότητα στον πόνο είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τη δεκτικότητα στην ανία, διότι η δεκτικότητα αυτή είναι ανάλογη με τη διανοητική ικανότητα του καθενός. Για να γίνω πιο σαφής, ένα αμβλύ πνεύμα συνδέεται με μια αμβλεία ευαισθησία, με ένα νευρικό σύστημα που δεν μπορεί να πληγεί από ερεθίσματα, κοντολογίς με έναν χαρακτήρα που δεν μπορεί να νιώσει πολύ τον πόνο ή την αγωνία, όσο έντονα και ανυπόφορα και αν είναι αυτά. Η πνευματική αμβλύτητα πηγάζει από εκείνο το ψυχικό κενό που βλέπουμε χαραγμένο σε τόσα πρόσωπα, μια ψυχική κατάσταση που φανερώνεται από τη μόνιμη και ζωηρή στροφή της προσοχής σε όλες τις επουσιώδεις περιστάσεις του εξωτερικού κόσμου. Αυτή είναι η αληθινή πηγή της ανίας – ένα συνεχές κυνήγι των έντονων συγκινήσεων, προκειμένου να απασχολούμε τον νου και την ψυχή μας. Οι δραστηριότητες που επιλέγουν οι άνθρωποι για τον σκοπό αυτό φανερώνουν πως δεν έχουν κανένα κριτήριο, όπως αποδεικνύεται από τα άθλια μέσα στα οποία καταφεύγουν για να περάσουν την ώρα τους και από τον τρόπο που συναναστρέφονται και συζητούν- ή όπως μαρτυρά ο αριθμός των ατόμων που στέκονται στο κατώφλι και κουτσομπολεύουν ή που χαζεύουν από το παράθυρο. Αυτό το ψυχικό κενό είναι κυρίως εκείνο που ωθεί τους ανθρώπους στην αναζήτηση της κοινωνικότητας, της ψυχαγωγίας, της διασκέδασης, της κάθε είδους πολυτέλειας, που μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις και εξαθλίωση.
Από μια τέτοια δυστυχία μόνο ο εσωτερικός πλούτος μπορεί να μας προστατέψει αποτελεσματικά, διότι όσο πιο πλούσιοι γινόμαστε εσωτερικά, τόσο λιγότερο ευάλωτοι είμαστε στην ανία. Η σκέψη, που με την ανεξάντλητη δραστηριότητά της αντλεί διαρκώς νέο υλικό από τα πολυποίκιλα φαινόμενα του εσωτερικού κόσμου και του εξωτερικού περιβάλλοντος, για να τα επεξεργαστεί, και που είναι πάντα ικανή και έτοιμη να τα συνδυάσει διαφορετικά, η σκέψη είναι που ενισχύει το μυαλό και, πέρα από τις στιγμές χαλάρωσης, το προστατεύει από την ανία.
Από την άλλη όμως, η υψηλού βαθμού ευφυΐα πηγάζει από μια μεγαλύτερη ευαισθησία, από σθεναρότερη βούληση, από εντονότερο πάθος· ο συνδυασμός αυτών των ιδιοτήτων μάς κάνει να βιώνουμε πιο έντονα τα συναισθήματα, να είμαστε πιο ευάλωτοι σε κάθε σωματικό -ακόμα και ψυχικό- πόνο, να έχουμε μεγαλύτερη αγωνία για τυχόν αναποδιές και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια αν μας ενοχλήσουν. Όλες οι παραπάνω τάσεις ενισχύονται από τη δύναμη της φαντασίας, από τη ζωντάνια των σκέψεών μας, ακόμα και των δυσάρεστων. Αυτό ισχύει, σε διαφορετικό βαθμό, σε κάθε επίπεδο πνευματικής ισχύος – από τον ανόητο έως τη μεγαλύτερη μεγαλοφυΐα του κόσμου. Συνεπώς, όσο πιο κοντά βρίσκεται κανείς, είτε από υποκειμενική είτε από αντικειμενική άποψη, σε μία από τις δύο πηγές της ανθρώπινης δυστυχίας, τόσο πιο μακριά βρίσκεται από την άλλη. Και κάπως έτσι η φυσική κλίση του καθενός θα τον οδηγήσει να προσαρμόσει όσο το δυνατόν περισσότερο τον αντικειμενικό του κόσμο στον υποκειμενικό του, θα τον θωρακίσει δηλαδή όσο πιο καλά μπορεί ενάντια στην πηγή δυστυχίας στην οποία είναι πιο ευάλωτος. Ο πνευματικά ανώτερος άνθρωπος θα αγωνιστεί πάνω απ’ όλα για να αποφύγει τον πόνο και τις έξωθεν οχλήσεις, θα επιδιώξει την ησυχία και την άνεση του ελεύθερου χρόνου, δηλαδή μια ήρεμη και λιτή ζωή, με όσο το δυνατόν λιγότερες συναναστροφές- και αργότερα, ύστερα από κάποια σχετική τριβή με τους λεγόμενους συνανθρώπους του, θα επιλέξει να αποτραβηχτεί από τα εγκόσμια, ή ακόμα και να αποσυρθεί στη μοναξιά του, εάν πρόκειται για κάποιο σπουδαίο πνεύμα. Διότι όσο περισσότερα διαθέτει κάποιος μέσα του, τόσο λιγότερα ζητά από τους άλλους – και τόσο πιο ασήμαντοι είναι για εκείνον οι άλλοι. Γι’ αυτό και ένα πολύ αναπτυγμένο πνεύμα τείνει να κάνει τον άνθρωπο αντικοινωνικό. Είναι αλήθεια πως αν μπορούσε η ποιότητα του πνεύματος να αντικατασταθεί από την ποσότητα, θα άξιζε κανείς να συγχρωτίζεται με το ευρύ κοινό- δυστυχώς, όμως, εκατό ανόητοι δεν μπορούν να αναπληρώσουν έναν γνωστικό.
Αντίθετα, κάποιος που ανήκει στο άλλο άκρο, πριν καλά καλά ξελαφρώσει από τις υποχρεώσεις του, προσπαθεί πάση θυσία να εξασφαλίσει την ψυχαγωγία του και τη συναναστροφή του με κόσμο, κάνοντας παρέα με τον πρώτο τυχόντα και αποφεύγοντας όσο μπορεί τον εαυτό του. Διότι στη μοναξιά, εκεί που ο καθένας επιβιώνει με ό,τι διαθέτει μέσα του, είναι που φανερώνεται ο εσωτερικός κόσμος ο ανόητος με την ακριβή περιβολή αγκομαχά υπό το βάρος της άθλιας προσωπικότητάς του, ένα βάρος από το οποίο δεν θα απαλλαγεί ποτέ, τη στιγμή που ο προικισμένος με χαρίσματα άνθρωπος θα δώσει ζωή στον έρημο τόπο με τις σκέψεις του. Ο Σενέκας λέει “Ο ανόητος υποφέρει από τον ίδιο του τον εαυτό”, ένα πράγματι πολύ σωστό γνωμικό. Και, κατά κανόνα, μπορεί να διαπιστώσει κανείς πως ένας άνθρωπος είναι πολύ κοινωνικός μόνο όταν είναι πνευματικά φτωχός και γενικά άξεστος. Διότι η επιλογή που έχει κάποιος στον κόσμο περιορίζεται ανάμεσα στη μοναξιά και τη χυδαία κοινωνικότητα.
Ο εσωτερικός ή υποκειμενικός ανταγωνισμός πηγάζει από το γεγονός πως στον άνθρωπο η δεκτικότητα στον πόνο είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τη δεκτικότητα στην ανία, διότι η δεκτικότητα αυτή είναι ανάλογη με τη διανοητική ικανότητα του καθενός. Για να γίνω πιο σαφής, ένα αμβλύ πνεύμα συνδέεται με μια αμβλεία ευαισθησία, με ένα νευρικό σύστημα που δεν μπορεί να πληγεί από ερεθίσματα, κοντολογίς με έναν χαρακτήρα που δεν μπορεί να νιώσει πολύ τον πόνο ή την αγωνία, όσο έντονα και ανυπόφορα και αν είναι αυτά. Η πνευματική αμβλύτητα πηγάζει από εκείνο το ψυχικό κενό που βλέπουμε χαραγμένο σε τόσα πρόσωπα, μια ψυχική κατάσταση που φανερώνεται από τη μόνιμη και ζωηρή στροφή της προσοχής σε όλες τις επουσιώδεις περιστάσεις του εξωτερικού κόσμου. Αυτή είναι η αληθινή πηγή της ανίας – ένα συνεχές κυνήγι των έντονων συγκινήσεων, προκειμένου να απασχολούμε τον νου και την ψυχή μας. Οι δραστηριότητες που επιλέγουν οι άνθρωποι για τον σκοπό αυτό φανερώνουν πως δεν έχουν κανένα κριτήριο, όπως αποδεικνύεται από τα άθλια μέσα στα οποία καταφεύγουν για να περάσουν την ώρα τους και από τον τρόπο που συναναστρέφονται και συζητούν- ή όπως μαρτυρά ο αριθμός των ατόμων που στέκονται στο κατώφλι και κουτσομπολεύουν ή που χαζεύουν από το παράθυρο. Αυτό το ψυχικό κενό είναι κυρίως εκείνο που ωθεί τους ανθρώπους στην αναζήτηση της κοινωνικότητας, της ψυχαγωγίας, της διασκέδασης, της κάθε είδους πολυτέλειας, που μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις και εξαθλίωση.
Από μια τέτοια δυστυχία μόνο ο εσωτερικός πλούτος μπορεί να μας προστατέψει αποτελεσματικά, διότι όσο πιο πλούσιοι γινόμαστε εσωτερικά, τόσο λιγότερο ευάλωτοι είμαστε στην ανία. Η σκέψη, που με την ανεξάντλητη δραστηριότητά της αντλεί διαρκώς νέο υλικό από τα πολυποίκιλα φαινόμενα του εσωτερικού κόσμου και του εξωτερικού περιβάλλοντος, για να τα επεξεργαστεί, και που είναι πάντα ικανή και έτοιμη να τα συνδυάσει διαφορετικά, η σκέψη είναι που ενισχύει το μυαλό και, πέρα από τις στιγμές χαλάρωσης, το προστατεύει από την ανία.
Από την άλλη όμως, η υψηλού βαθμού ευφυΐα πηγάζει από μια μεγαλύτερη ευαισθησία, από σθεναρότερη βούληση, από εντονότερο πάθος· ο συνδυασμός αυτών των ιδιοτήτων μάς κάνει να βιώνουμε πιο έντονα τα συναισθήματα, να είμαστε πιο ευάλωτοι σε κάθε σωματικό -ακόμα και ψυχικό- πόνο, να έχουμε μεγαλύτερη αγωνία για τυχόν αναποδιές και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια αν μας ενοχλήσουν. Όλες οι παραπάνω τάσεις ενισχύονται από τη δύναμη της φαντασίας, από τη ζωντάνια των σκέψεών μας, ακόμα και των δυσάρεστων. Αυτό ισχύει, σε διαφορετικό βαθμό, σε κάθε επίπεδο πνευματικής ισχύος – από τον ανόητο έως τη μεγαλύτερη μεγαλοφυΐα του κόσμου. Συνεπώς, όσο πιο κοντά βρίσκεται κανείς, είτε από υποκειμενική είτε από αντικειμενική άποψη, σε μία από τις δύο πηγές της ανθρώπινης δυστυχίας, τόσο πιο μακριά βρίσκεται από την άλλη. Και κάπως έτσι η φυσική κλίση του καθενός θα τον οδηγήσει να προσαρμόσει όσο το δυνατόν περισσότερο τον αντικειμενικό του κόσμο στον υποκειμενικό του, θα τον θωρακίσει δηλαδή όσο πιο καλά μπορεί ενάντια στην πηγή δυστυχίας στην οποία είναι πιο ευάλωτος. Ο πνευματικά ανώτερος άνθρωπος θα αγωνιστεί πάνω απ’ όλα για να αποφύγει τον πόνο και τις έξωθεν οχλήσεις, θα επιδιώξει την ησυχία και την άνεση του ελεύθερου χρόνου, δηλαδή μια ήρεμη και λιτή ζωή, με όσο το δυνατόν λιγότερες συναναστροφές- και αργότερα, ύστερα από κάποια σχετική τριβή με τους λεγόμενους συνανθρώπους του, θα επιλέξει να αποτραβηχτεί από τα εγκόσμια, ή ακόμα και να αποσυρθεί στη μοναξιά του, εάν πρόκειται για κάποιο σπουδαίο πνεύμα. Διότι όσο περισσότερα διαθέτει κάποιος μέσα του, τόσο λιγότερα ζητά από τους άλλους – και τόσο πιο ασήμαντοι είναι για εκείνον οι άλλοι. Γι’ αυτό και ένα πολύ αναπτυγμένο πνεύμα τείνει να κάνει τον άνθρωπο αντικοινωνικό. Είναι αλήθεια πως αν μπορούσε η ποιότητα του πνεύματος να αντικατασταθεί από την ποσότητα, θα άξιζε κανείς να συγχρωτίζεται με το ευρύ κοινό- δυστυχώς, όμως, εκατό ανόητοι δεν μπορούν να αναπληρώσουν έναν γνωστικό.
Αντίθετα, κάποιος που ανήκει στο άλλο άκρο, πριν καλά καλά ξελαφρώσει από τις υποχρεώσεις του, προσπαθεί πάση θυσία να εξασφαλίσει την ψυχαγωγία του και τη συναναστροφή του με κόσμο, κάνοντας παρέα με τον πρώτο τυχόντα και αποφεύγοντας όσο μπορεί τον εαυτό του. Διότι στη μοναξιά, εκεί που ο καθένας επιβιώνει με ό,τι διαθέτει μέσα του, είναι που φανερώνεται ο εσωτερικός κόσμος ο ανόητος με την ακριβή περιβολή αγκομαχά υπό το βάρος της άθλιας προσωπικότητάς του, ένα βάρος από το οποίο δεν θα απαλλαγεί ποτέ, τη στιγμή που ο προικισμένος με χαρίσματα άνθρωπος θα δώσει ζωή στον έρημο τόπο με τις σκέψεις του. Ο Σενέκας λέει “Ο ανόητος υποφέρει από τον ίδιο του τον εαυτό”, ένα πράγματι πολύ σωστό γνωμικό. Και, κατά κανόνα, μπορεί να διαπιστώσει κανείς πως ένας άνθρωπος είναι πολύ κοινωνικός μόνο όταν είναι πνευματικά φτωχός και γενικά άξεστος. Διότι η επιλογή που έχει κάποιος στον κόσμο περιορίζεται ανάμεσα στη μοναξιά και τη χυδαία κοινωνικότητα.
Είναι πραγματικά ανησυχητικό και παράλογο πόσο μας χαροποιεί η προσοχή των άλλων και πόσο μας θίγει η αδιαφορία τους
Πώς μας επηρεάζει η έλλειψη αγάπης; Γιατί η ακραία παραμέληση θα μας ωθούσε σε τέτοια «οργή και ανείπωτη απελπισία», ώστε ακόμη και τα βασανιστήρια να τα θεωρούμε ανακούφιση μπροστά της;
Η προσοχή των άλλων έχει πρωταρχική σημασία, μάλλον, επειδή υποφέρουμε εκ γενετής από αβεβαιότητα ως προς την αξία μας· πράγμα που σημαίνει ότι η γνώμη των άλλων για το άτομό μας καταλήγει να επιδρά καθοριστικά στην εικόνα που είμαστε σε θέση να διαμορφώνουμε εμείς για τον εαυτό μας. Η αυτοθεώρησή μας είναι δέσμια της γνώμης εκείνων που μας περιβάλλουν. Αν διασκεδάζουν με τα ανέκδοτά μας, αποκτούμε σιγουριά ως προς την ικανότητά μας να είμαστε διασκεδαστικοί. Αν μας επαινούν, σχηματίζουμε την εντύπωση ότι είμαστε σπουδαίοι. Αν όμως κάποιος αποφύγει τη ματιά μας την ώρα που μπαίνουμε σε κάποιο χώρο ή το βάλει στα πόδια μόλις αναφέρουμε τι δουλειά κάνουμε, είναι πιθανόν να νιώσουμε ανάξιοι και να μας καταλάβει διάθεση αυτοαμφισβήτησης.
Σε έναν ιδεώδη κόσμο δε θα ήμαστε τόσο ευάλωτοι. Θα παραμέναμε ατάραχοι, ασχέτως αν θα μας πρόσεχαν ή θα μας αγνοούσαν, αν θα μας εγκωμίαζαν ή θα μας χλεύαζαν. Δε θα μας ξελόγιαζε όποιος μας απευθύνει μια απατηλή φιλοφρόνηση. Και αφού θα αποτιμούσαμε σωστά τον εαυτό μας για να συμπεράνουμε την αξία μας, δε θα μας πλήγωναν τα υποτιμητικά σχόλια των άλλων. Θα ξέραμε τι αξίζουμε. Εμείς όμως, αντίθετα, φαίνεται ότι διαθέτουμε ολόκληρο φάσμα από αποκλίνουσες απόψεις ως προς το χαρακτήρα μας. Έχουμε ενδείξεις ότι είμαστε έξυπνοι και βλάκες, ευχάριστοι και πληκτικοί, πολύτιμοι και περιττοί. Καθώς όμως οι περιστάσεις είναι τόσο ευμετάβλητες, το ζήτημα της σημαντικότητάς μας επαφίεται κατά κανόνα στη στάση των γύρω μας. Η αδιαφορία των άλλων φέρνει στο προσκήνιο τις αρνητικές πλευρές της αυτοαποτίμησης, ενώ μ’ ένα χαμόγελο η με μια φιλοφρόνηση ευδοκιμούν ακαριαία οι θετικές. Φαίνεται πως το χρωστάμε στη στοργή των άλλων ότι αντέχουμε τον εαυτό μας.
Το «εγώ» μας, λοιπόν, η νοερή εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, μοιάζει μ’ ένα μπαλόνι που από κάπου χάνει, και γι’ αυτό απαιτεί διαρκώς ήλιον –την αγάπη των άλλων- για να κρατηθεί φουσκωμένο, ενώ παραμένει ανά πάσα στιγμή τρωτό ακόμη και στο πιο μικρό αγκαθάκι παραμέλησης. Είναι πραγματικά ανησυχητικό και παράλογο πόσο μας χαροποιεί η προσοχή των άλλων και πόσο μας θίγει η αδιαφορία τους. Μπορεί να μας μαυρίσει η ψυχή επειδή κάποιος στη δουλειά μας χαιρέτησε αφηρημένα ή δεν απάντησε όταν τον ζητήσαμε. Και κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να βρούμε νόημα στη ζωή απλώς και μόνο επειδή θυμήθηκαν τη γιορτή μας και μας έφεραν λουλούδια.
Η προσοχή των άλλων έχει πρωταρχική σημασία, μάλλον, επειδή υποφέρουμε εκ γενετής από αβεβαιότητα ως προς την αξία μας· πράγμα που σημαίνει ότι η γνώμη των άλλων για το άτομό μας καταλήγει να επιδρά καθοριστικά στην εικόνα που είμαστε σε θέση να διαμορφώνουμε εμείς για τον εαυτό μας. Η αυτοθεώρησή μας είναι δέσμια της γνώμης εκείνων που μας περιβάλλουν. Αν διασκεδάζουν με τα ανέκδοτά μας, αποκτούμε σιγουριά ως προς την ικανότητά μας να είμαστε διασκεδαστικοί. Αν μας επαινούν, σχηματίζουμε την εντύπωση ότι είμαστε σπουδαίοι. Αν όμως κάποιος αποφύγει τη ματιά μας την ώρα που μπαίνουμε σε κάποιο χώρο ή το βάλει στα πόδια μόλις αναφέρουμε τι δουλειά κάνουμε, είναι πιθανόν να νιώσουμε ανάξιοι και να μας καταλάβει διάθεση αυτοαμφισβήτησης.
Σε έναν ιδεώδη κόσμο δε θα ήμαστε τόσο ευάλωτοι. Θα παραμέναμε ατάραχοι, ασχέτως αν θα μας πρόσεχαν ή θα μας αγνοούσαν, αν θα μας εγκωμίαζαν ή θα μας χλεύαζαν. Δε θα μας ξελόγιαζε όποιος μας απευθύνει μια απατηλή φιλοφρόνηση. Και αφού θα αποτιμούσαμε σωστά τον εαυτό μας για να συμπεράνουμε την αξία μας, δε θα μας πλήγωναν τα υποτιμητικά σχόλια των άλλων. Θα ξέραμε τι αξίζουμε. Εμείς όμως, αντίθετα, φαίνεται ότι διαθέτουμε ολόκληρο φάσμα από αποκλίνουσες απόψεις ως προς το χαρακτήρα μας. Έχουμε ενδείξεις ότι είμαστε έξυπνοι και βλάκες, ευχάριστοι και πληκτικοί, πολύτιμοι και περιττοί. Καθώς όμως οι περιστάσεις είναι τόσο ευμετάβλητες, το ζήτημα της σημαντικότητάς μας επαφίεται κατά κανόνα στη στάση των γύρω μας. Η αδιαφορία των άλλων φέρνει στο προσκήνιο τις αρνητικές πλευρές της αυτοαποτίμησης, ενώ μ’ ένα χαμόγελο η με μια φιλοφρόνηση ευδοκιμούν ακαριαία οι θετικές. Φαίνεται πως το χρωστάμε στη στοργή των άλλων ότι αντέχουμε τον εαυτό μας.
Το «εγώ» μας, λοιπόν, η νοερή εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, μοιάζει μ’ ένα μπαλόνι που από κάπου χάνει, και γι’ αυτό απαιτεί διαρκώς ήλιον –την αγάπη των άλλων- για να κρατηθεί φουσκωμένο, ενώ παραμένει ανά πάσα στιγμή τρωτό ακόμη και στο πιο μικρό αγκαθάκι παραμέλησης. Είναι πραγματικά ανησυχητικό και παράλογο πόσο μας χαροποιεί η προσοχή των άλλων και πόσο μας θίγει η αδιαφορία τους. Μπορεί να μας μαυρίσει η ψυχή επειδή κάποιος στη δουλειά μας χαιρέτησε αφηρημένα ή δεν απάντησε όταν τον ζητήσαμε. Και κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να βρούμε νόημα στη ζωή απλώς και μόνο επειδή θυμήθηκαν τη γιορτή μας και μας έφεραν λουλούδια.
Η σιωπή ωφελεί σημαντικά την ψυχοσωματική υγεία
Η σιωπή στον σύγχρονο κόσμο, είναι αρκετά δύσκολο να επιτευχθεί, είναι όμως αναγκαία, καθώς, ωφελεί την ψυχική και σωματική μας υγεία.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υποστηρίζει ότι ο τόσο θορυβώδης κόσμος βλάπτει σημαντικά την υγεία των ανθρώπων. Παράλληλα, ειδικοί και ερευνητικές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι στον κόσμο που ζούμε, ο χρόνος που περνάμε στη σιωπή μπορεί να αποφέρει πολλά οφέλη για την υγεία.
Η σιωπή αποτελεί το «φάρμακο» της ψυχής
Η ησυχία και η ξεκούραση είναι δύο πολύτιμοι πόροι που απειλούνται με εξαφάνιση. Οι περισσότεροι από μας, ζουν σε περιβάλλοντα με συνεχή θόρυβο. Κυκλοφοριακή κίνηση, συνομιλίες, κορναρίσματα και θόρυβος από οχήματα, τρένα, αεροπλάνα, τηλεοράσεις, ακόμα και το συνεχές βουητό του φορητού σας υπολογιστή. Αυτός ο συνεχής θόρυβος, σας βάζει σε μία κατάσταση υπερδραστηριότητας, ικανή να αλλάξει τη διάθεσή σας. Μπορεί να σας κάνει να είστε ευερέθιστοι, κουρασμένοι και μη επικεντρωμένοι.
Το κυκλοφοριακό κομφούζιο δημιουργεί έντονο θόρυβο και στρες.
Η σιωπή είναι ο πιο απλός και φυσικός τρόπος για να ηρεμήσετε το μυαλό. Είναι καταπληκτικό τι μπορείτε να επιτύχετε αν μάθετε να μένετε ήσυχοι και ακίνητοι, όχι σαν μία πράξη περιορισμού του εαυτού σας ή καταπίεσης των συναισθημάτων σας, αλλά ως ένας τρόπος για να αντιμετωπίσετε έξυπνα τις καταστάσεις της ζωής.
Η σιωπή μπορεί να σας αλλάξει τη ζωή
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως εδώ και αιώνες, πολλές θρησκείες προωθούν την σιωπή ως μια ζωτική θεραπευτική διαδικασία.
Η σιωπή μπορεί να βοηθήσει την υγεία με διάφορους τρόπους, όπως:
Βελτίωση της αϋπνίας
Οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν ένα ήσυχο περιβάλλον για να απολαύσουν τον ύπνο τους.
Ο θόρυβος που προέρχεται είτε από το περιβάλλον είτε από τις δυσάρεστες σκέψεις του μυαλού μπορεί να διαταράξει τη νυχτερινή ανάπαυση, προκαλώντας διαταραχές ύπνου.
Η ησυχία μερικές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορεί να σας προετοιμάσει για καλύτερη ξεκούραση τη νύχτα. Η σιωπή και οι περίοδοι ηρεμίας διεγείρουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και ανακουφίζουν από την ένταση, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη αίσθηση ευεξίας, καθώς οι άνθρωποι μπορούν στη συνέχεια να αισθάνονται πιο χαλαροί γενικά. Όταν συμβαίνει αυτό, η ποιότητα του ύπνου βελτιώνεται.
Μείωση της αρτηριακής πίεσης
Η υπέρταση, αποκαλείται συχνά ο «σιωπηλός» δολοφόνος. Ίσως σε αυτή την έκφραση να υπάρχει κάτι ειρωνικό στο γεγονός ότι η σιωπή θα μπορούσε πραγματικά να βοηθήσει στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
Σε μια μελέτη του 2021, διαπιστώθηκε ότι δύο λεπτά στην απόλυτη σιωπή μειώνουν σημαντικά τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση. Ακόμη και σε σύγκριση με την αργή, χαλαρωτική μουσική, η σιωπή είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες μειώσεις σε αυτά τα σημαντικά μέτρα για την υγεία της καρδιάς. Απαιτείται περισσότερη έρευνα για τον προσδιορισμό των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της σιωπής στην καρδιαγγειακή υγεία, αλλά αυτά τα αποτελέσματα είναι πολλά υποσχόμενα.
Τόνωση του δημιουργικού πνεύματος
Η σιωπή μπορεί να καθαρίσει το κεφάλι από τις διασκορπισμένες σκέψεις, αυξάνοντας τη δημιουργικότητα.
Αν και η κλινική έρευνα σχετικά με την ακριβή σχέση μεταξύ σιωπής και δημιουργικότητας είναι ελάχιστη, πολλοί ειδικοί έχουν διαφημίσει τα οφέλη του ψυχικού χρόνου διακοπής για καλύτερη δημιουργική απόδοση.
Τα άτομα με δημιουργική προσωπικότητα βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά.
Αναγέννηση των κυττάρων
Η ηρεμία του μυαλού μπορεί να οδηγήσει σε έναν πιο υγιή εγκέφαλο. Μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε ζώα, διαπίστωσε ότι αρκούν 2 ώρες σιωπής για την ανάπτυξη νέων κυττάρων στην περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μνήμη και το συναίσθημα.
Η σιωπή είναι το καλύτερο τονωτικό για την καλή εγκεφαλική λειτουργία, αλλά και κυρίως για την ανάπτυξη νέων εγκεφαλικών κυττάρων.
Βελτίωση της συγκέντρωσης και της εστίασης
Ο εγκέφαλος όντας απαλλαγμένος από τα εξωτερικά ερεθίσματα μπορεί να συγκεντρωθεί καλύτερα σε οποιαδήποτε εργασία. Αυτό είναι πολύ σημαντικό καθώς μπορεί να έχει οφέλη για την εργασία, την εκπαίδευση, τη σχέση και για πολλά άλλα.
Η εστίαση σε ένα πράγμα τη φορά με την πλήρη προσοχή σε αυτό, μπορεί να συμβάλει στην προώθηση της αποτελεσματικότητας και της ηρεμίας εν μέσω δραστηριότητας.
H γυμναστική ενδυναμώνει την ένωση σώματος, νου και πνεύματος.
Η εξάντληση και ένα αγχωτικό, υπερδιεγερτικό περιβάλλον απομακρύνουν σιγά-σιγά την υγεία και την ποιότητα ζωής σας. Έτσι η απόλυτη ησυχία συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση του εαυτού μας, καθώς το συνειδητό μέρος του εγκεφάλου μπορεί ευκολότερα να επεξεργαστεί την εσωτερική και εξωτερική πληροφορία. Έτσι, μας δίνει τη δυνατότητα να ερμηνεύσουμε πιο σωστά τον εαυτό μας και τη θέση μας στον κόσμο.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υποστηρίζει ότι ο τόσο θορυβώδης κόσμος βλάπτει σημαντικά την υγεία των ανθρώπων. Παράλληλα, ειδικοί και ερευνητικές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι στον κόσμο που ζούμε, ο χρόνος που περνάμε στη σιωπή μπορεί να αποφέρει πολλά οφέλη για την υγεία.
Η σιωπή αποτελεί το «φάρμακο» της ψυχής
Η ησυχία και η ξεκούραση είναι δύο πολύτιμοι πόροι που απειλούνται με εξαφάνιση. Οι περισσότεροι από μας, ζουν σε περιβάλλοντα με συνεχή θόρυβο. Κυκλοφοριακή κίνηση, συνομιλίες, κορναρίσματα και θόρυβος από οχήματα, τρένα, αεροπλάνα, τηλεοράσεις, ακόμα και το συνεχές βουητό του φορητού σας υπολογιστή. Αυτός ο συνεχής θόρυβος, σας βάζει σε μία κατάσταση υπερδραστηριότητας, ικανή να αλλάξει τη διάθεσή σας. Μπορεί να σας κάνει να είστε ευερέθιστοι, κουρασμένοι και μη επικεντρωμένοι.
Το κυκλοφοριακό κομφούζιο δημιουργεί έντονο θόρυβο και στρες.
Η σιωπή είναι ο πιο απλός και φυσικός τρόπος για να ηρεμήσετε το μυαλό. Είναι καταπληκτικό τι μπορείτε να επιτύχετε αν μάθετε να μένετε ήσυχοι και ακίνητοι, όχι σαν μία πράξη περιορισμού του εαυτού σας ή καταπίεσης των συναισθημάτων σας, αλλά ως ένας τρόπος για να αντιμετωπίσετε έξυπνα τις καταστάσεις της ζωής.
Η σιωπή μπορεί να σας αλλάξει τη ζωή
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως εδώ και αιώνες, πολλές θρησκείες προωθούν την σιωπή ως μια ζωτική θεραπευτική διαδικασία.
Η σιωπή μπορεί να βοηθήσει την υγεία με διάφορους τρόπους, όπως:
Βελτίωση της αϋπνίας
Οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν ένα ήσυχο περιβάλλον για να απολαύσουν τον ύπνο τους.
Ο θόρυβος που προέρχεται είτε από το περιβάλλον είτε από τις δυσάρεστες σκέψεις του μυαλού μπορεί να διαταράξει τη νυχτερινή ανάπαυση, προκαλώντας διαταραχές ύπνου.
Η ησυχία μερικές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορεί να σας προετοιμάσει για καλύτερη ξεκούραση τη νύχτα. Η σιωπή και οι περίοδοι ηρεμίας διεγείρουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και ανακουφίζουν από την ένταση, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη αίσθηση ευεξίας, καθώς οι άνθρωποι μπορούν στη συνέχεια να αισθάνονται πιο χαλαροί γενικά. Όταν συμβαίνει αυτό, η ποιότητα του ύπνου βελτιώνεται.
Μείωση της αρτηριακής πίεσης
Η υπέρταση, αποκαλείται συχνά ο «σιωπηλός» δολοφόνος. Ίσως σε αυτή την έκφραση να υπάρχει κάτι ειρωνικό στο γεγονός ότι η σιωπή θα μπορούσε πραγματικά να βοηθήσει στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
Σε μια μελέτη του 2021, διαπιστώθηκε ότι δύο λεπτά στην απόλυτη σιωπή μειώνουν σημαντικά τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση. Ακόμη και σε σύγκριση με την αργή, χαλαρωτική μουσική, η σιωπή είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες μειώσεις σε αυτά τα σημαντικά μέτρα για την υγεία της καρδιάς. Απαιτείται περισσότερη έρευνα για τον προσδιορισμό των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της σιωπής στην καρδιαγγειακή υγεία, αλλά αυτά τα αποτελέσματα είναι πολλά υποσχόμενα.
Τόνωση του δημιουργικού πνεύματος
Η σιωπή μπορεί να καθαρίσει το κεφάλι από τις διασκορπισμένες σκέψεις, αυξάνοντας τη δημιουργικότητα.
Αν και η κλινική έρευνα σχετικά με την ακριβή σχέση μεταξύ σιωπής και δημιουργικότητας είναι ελάχιστη, πολλοί ειδικοί έχουν διαφημίσει τα οφέλη του ψυχικού χρόνου διακοπής για καλύτερη δημιουργική απόδοση.
Τα άτομα με δημιουργική προσωπικότητα βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά.
Αναγέννηση των κυττάρων
Η ηρεμία του μυαλού μπορεί να οδηγήσει σε έναν πιο υγιή εγκέφαλο. Μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε ζώα, διαπίστωσε ότι αρκούν 2 ώρες σιωπής για την ανάπτυξη νέων κυττάρων στην περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μνήμη και το συναίσθημα.
Η σιωπή είναι το καλύτερο τονωτικό για την καλή εγκεφαλική λειτουργία, αλλά και κυρίως για την ανάπτυξη νέων εγκεφαλικών κυττάρων.
Βελτίωση της συγκέντρωσης και της εστίασης
Ο εγκέφαλος όντας απαλλαγμένος από τα εξωτερικά ερεθίσματα μπορεί να συγκεντρωθεί καλύτερα σε οποιαδήποτε εργασία. Αυτό είναι πολύ σημαντικό καθώς μπορεί να έχει οφέλη για την εργασία, την εκπαίδευση, τη σχέση και για πολλά άλλα.
Η εστίαση σε ένα πράγμα τη φορά με την πλήρη προσοχή σε αυτό, μπορεί να συμβάλει στην προώθηση της αποτελεσματικότητας και της ηρεμίας εν μέσω δραστηριότητας.
H γυμναστική ενδυναμώνει την ένωση σώματος, νου και πνεύματος.
Η εξάντληση και ένα αγχωτικό, υπερδιεγερτικό περιβάλλον απομακρύνουν σιγά-σιγά την υγεία και την ποιότητα ζωής σας. Έτσι η απόλυτη ησυχία συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση του εαυτού μας, καθώς το συνειδητό μέρος του εγκεφάλου μπορεί ευκολότερα να επεξεργαστεί την εσωτερική και εξωτερική πληροφορία. Έτσι, μας δίνει τη δυνατότητα να ερμηνεύσουμε πιο σωστά τον εαυτό μας και τη θέση μας στον κόσμο.
ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ: Αλέξανδρος (ή «Ψευδομάντης») και Κοκκωνάς. Οι δύο φαυλότατοι και θρασύτατοι , προς πάσαν κακουργίαν προθυμότατο
Ο κεντρικός πρωταγωνιστής στο έργο του Λουκιανού, είναι ο Αλέξανδρος ο Αβωνοτειχίτης, ένας απατεώνας που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ο Αλέξανδρος, ξεκίνησε την «σταδιοδρομία» του, εκπορνεύομενος σε πλούσιους εραστές, όντας νέος κι ευπαρουσίαστος. Με τα χρόνια όμως, καθώς δεν μπορούσε να βγάζει τα προς το ζην μ’ αυτόν τον τρόπο, άλλαξε επαγγελματικό πεδίο και στράφηκε σ’ ένα επάγγελμα αρκετά προσοδοφόρο, έχοντας μάλιστα και άφθονο γόνιμο έδαφος:
Αυτό του μάντη -δηλαδή του προφήτη.Έτσι, ο Αλέξανδρος αφού έστησε τη δική του «επιχείρηση» (μαντείο), άρχισε να
εδραιώνει τη φήμη και να δημιουργεί τον μύθο του, αρχικά στην Παφλαγονία,
εξαπατώντας φυσικά τους αφελείς που έτρεχαν κοντά του για να μάθουν τα
μελλούμενα. Η «χάρη» του Αλέξανδρου έφτασε μάλιστα μέχρι τη Ρώμη.
Εμπόδιο στις απάτες του, θεωρούσε τους οπαδούς του Επίκουρου και τους
χριστιανούς -οι οποίοι φυσικά, εχθρεύονταν τον ψευδομάντη, για διαφορετικό
λόγο ο καθένας. Τα έργα του Επίκουρου, ο Αλέξανδρος τα έκαιγε δημοσίως, ενώ
για τους οπαδούς του προέβλεπε άλλη λύση, προκειμένου να μην του «μπαίνουν
στο μάτι» και του χαλάνε τις δουλειές: Τον λιθοβολισμό, στον οποίον προέτρεπε
τους φανατικούς πιστούς του, όταν κάποιος επικούρειος έκανε το «λάθος» να
ξεσκεπάζει δημοσίως τις απάτες του.
Όπως όμως συμβαίνει με τέτοιου είδους απατεώνες, ο Αλέξανδρος που
«προφήτευε» τα μελλούμενα των κάθε λογής εύπιστων, ο ίδιος απέτυχε οικτρά να
επαληθεύσει την προφητεία που αφορούσε τον εαυτό του και έλεγε ότι θα πεθάνει
σε ηλικία…150 ετών, χτυπημένος από κεραυνό. Ο Αλέξανδρος πέθανε σε ηλικία 70
περίπου ετών, από…γάγγραινα στο πόδι.
Ο Λουκιανός, επικούρειος και ο ίδιος, ξεδιπλώνει με γλαφυρότητα τον βίο και την
πολιτεία του απατεώνα Αλέξανδρου, μέσα σ’ αυτό του το έργο, στο οποίο
ενδεχομένως αρκετοί θ’ αναγνωρίσουν τον εαυτό τους -ως θύματα φυσικά …
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ “Αλέξανδρος (ή «Ψευδομάντης»)”
Εν πρώτοις θα προσπαθήσω να σου τον περιγράψω διά του λόγου, ώστε να τον
παραστήσω όσον το δυνατόν ομοιότερον, καίτοι δεν είμαι πολύ δυνατός εις την
περιγραφήν. Κατά το σώμα, διά να σου παραστήσω και τούτο, ήτο υψηλός, ωραίος
και αληθώς θεοπρεπής, λευκός το χρώμα και με γένεια όχι πολύ πυκνά. Κόμη
πρόσθετος ήτο τόσον καλώς προσηρμοσμένη εις την ιδικήν του ώστε δεν
διεκρίνετο ότι ήτο ξένη. Οι οφθαλμοί του είχον πολλήν ζωηρότητα και λάμψιν
γοητευτικήν, η δε φωνή του ήτο μελωδική και λίαν ευάρεστος· εν γένει δε κατά το
εξωτερικόν ήτο τέλειος.
Τοιούτος ήτο κατά την μορφήν· όσον διά την ψυχήν και τον χαρακτήρα του,
αλεξίκακε Ηρακλή και Ζευ αποτρόπαι και Διόσκουροι σωτήρες, μη δώσετε εις
φίλους ή εχθρούς να συναντήσουν τοιούτον άνθρωπον και να εμπέσουν εις τα
δίκτυά του. Κατά την πανουργίαν και την νοημοσύνην υπερείχε κατά πολύ των
άλλων ανθρώπων, επί πλέον δε ήτο υπερβολικά περίεργος και ευκόλως εμάνθανε
και είχε ισχυρόν τον μνημονικόν και ζωηράν την αντίληψιν· αλλά τα προτερήματα
ταύτα μετεχειρίζετο προς το κακόν.
Έχων δε τοιαύτην δύναμιν και ικανότητα, εντός ολίγου υπερέβη τους
περιφημότερους διά την κακίαν των, τους Κέρκωπας, τον Ευρύβατον, τον
Φρυνώνδαν, τον Αριστόδημον και τον Σώστρατον. Γράφων ποτέ προς τον γαμβρόν
του Ρουτιλλιανόν και ομιλών περί του εαυτού του με την μεγαλειτέραν του
μετριοφροσύνην, διετείνετο ότι είνε όμοιος προς τον Πυθαγόραν.
Πρέπει να φαντασθής μίαν ψυχήν χωρίς ηθικήν συνείδησιν, θρασείαν και μη
γνωρίζουσαν εμπόδιο, ακούραστον εις την εκτέλεσιν των αποφασισθέντων,
πειστικών και προσελκύουσαν την εμπιστοσύνην, δεξιώς υποκρινομένην την
αγαθότητα και κρύπτουσαν τους αληθείς της σκοπούς υπό εκδηλώσεις
αντιθέτους. Πας όστις τον έβλεπε διά πρώτην φοράν απήρχετο με την εντύπωσιν
ότι ήτο ο εντιμότατος των ανθρώπων, ο πραότατος και συγχρόνως ο
μετριοφρονέστατος και αφελέστατος. Εκτός τούτου έτεινε πάντοτε προς τα
μεγάλα και ουδέν μικρόν επεχείρει, αλλά μόνον περί μεγάλων εσκέπτετο.
Όταν ήτο έφηβος, και ήτο πολύ ευειδής νέος, ως ηδύνατο τις να συμπεράνη εκ
των λειψάνων του κάλλους του, επορνεύετο αναιδώς και αντί χρημάτων
προσεφέρετο εις τους βουλομένους. Μεταξύ δε των άλλων εραστών του, κάποιος
μάγος εξ εκείνων οίτινες διατείνονται ότι γνωρίζουν θαυματουργούς μαγείας και
εξορκισμούς και υπόσχονται να διευκολύνουν έρωτας, εκδικήσεις κατά των
εχθρών και ευρέσεις θησαυρών και κληρονομιών επιτυχίας —ούτος ιδών ότι ο
νέος ήτον ευφυής και καταλληλότατος προς εξυπηρέτησιν των σκοπών του και ότι
δεν ερωτεύετο ολιγώτερον την κακίαν του παρ’ όσον αυτός το κάλλος του, τον
εσπούδασε και τον μετεχειρίζετο ως βοηθόν και συνεργάτην.
Ο Τυανεύς εκείνος απέθανε, ο δε Αλέξανδρος, ο οποίος είχε γεμίσει γένεια, το δε
κάλλος, εκ του οποίου ηδύνατο να ζήση, είχε χάσει την ανθηρότητά του,
περιέπεσεν εις πενίαν· και δεν περιωρίσθη εις μικράς επιχειρήσεις, αλλά
συνεταιρίσθη με κάποιον χρονογράφον εκ Βυζαντίου, από τους λαμβάνοντας
μέρος εις τους δημοσίους αγώνας, πολύ φαυλότερον τον χαρακτήρα —ωνομάζετο
δε, νομίζω, Κοκκωνάς. Οι δύο συνέταιροι περιεφέροντο κάμνοντες μαγείας και
αγυρτείας και εκμεταλλευόμενοι την ευπιστίαν των παχέων ανθρώπων, όπως
απεκάλουν, κατά το ιδιαίτερον ιδίωμα των μάγων, τους απλοϊκούς.
Εν τω μεταξύ δε, τούτω ανεκάλυψαν και μίαν γυναίκα πλουσίαν, Μακέτιν
ονομαζομένην, η οποία ήτο μεν περασμένη την ηλικίαν, αλλ’ ήτο ακόμη
φιλάρεσκος· και επί τίνα καιρόν ετρέφοντο παρ’ αυτής και την ηκολούθησαν εκ
της Βιθυνίας εις την Μακεδονίαν. Ήτο δε η γυνή εκείνη εκ της Πέλλης, η οποία
άλλοτε επί των Μακεδόνων βασιλέων ήτο πόλις ακμάζουσα και ευτυχής, τώρα δε
είχεν ολίγους και απόρους κατοίκους.
Και εντεύθεν, κατά τον Θουκυδίδην, ήρχισεν ο πόλεμος.
Οι δύο εκείνοι φαυλότατοι και θρασύτατοι και προς πάσαν κακουργίαν
προθυμότατοι, ευκόλως εννόησαν ότι τους ανθρώπους διευθύνουν δύο μεγάλοι
τύραννοι, η ελπίς και ο φόβος, και ότι ο δυνάμενος να επωφεληθή τούτους
καταλλήλως ταχέως θα πλουτήση· διότι έβλεπον ότι και εις τους δύο, και εις τον
φοβούμενον και εις τον ελπίζοντα, η πρόγνωσις είνε λίαν αναγκαία και επιθυμητή·
δι’ αυτής δε πάλαι επλούτησαν και έγειναν περίφημοι οι Δελφοί, η Δήλος, η Κλάρος
και αι Βραγχίδαι, καθότι οι άνθρωποι αναγκάζονται πάντοτε από των
προειρημένων τυράννων, της ελπίδος και του φόβου, να τρέχουν εις τα μαντεία
και να ζητούν να μάθουν τα μέλλοντα και προς τούτο να προσφέρουν εκατόμβας
και ν’ αφιερώνουν χρυσάς πλίνθους.
Ταύτα σκεπτόμενοι και συζητούντες απεφάσισαν να ιδρύσουν μαντείον και να
δίδουν χρησμούς με την πεποίθησιν ότι, εάν η επιχείρησις επετύγχανε, θα εγίνοντο
ταχέως πλούσιοι και ευτυχείς. Τω όντι δε όχι μόνον επέτυχον, αλλά και τ’
αποτελέσματα υπερέβησαν τας προσδοκίας και τας ελπίδας των…
Ταφίοι: Ένας μυθικός λαός – Κατοικούσαν στα Επτάνησα και αποίκησαν την Ιταλία
Οι Ταφίοι ή Τηλεβόες ήταν, πιθανώς μυθικός, ελληνικός λαός που αναφέρεται από τον Όμηρο στην Οδύσσεια.
Σύμφωνα με τον Όμηρο, η Αθηνά μιλάει στον Τηλέμαχο και του λέει ότι η ίδια είχε μεταμφιεστεί σε Ταφιώτη.
Η Αθηνά του μιλάει για κάποιο Ταφίο Μέντη που έκανε εμπόριο χαλκού και σιδήρου και είχε δεσμό φιλοξενίας με τον πατέρα του Οδυσσέα.
Οι Ταφίοι μιλούσαν Ελληνικά, ήταν φημισμένοι κωπηλάτες όπως οι Φαίακες και έκαναν θαλάσσιο εμπόριο με άλλες πόλεις λιμάνια.
Ο Απολλόδωρος μας αναφέρει έναν άλλον μύθο για τους Ταφίους για τους οποίους μάλιστα αναφέρει ότι ζούσαν σε νησιά, κάποτε ο Αμφιτρύων πολιόρκησε την πόλη όταν βασιλιάς της ήταν ο Πτερέλαος, γιος του Τάφιου.
Ο Πτερέλαος είχε μια κόρη την Κομαιθώ η οποία όμως τον πρόδωσε αφού ερωτεύθηκε τον Αμφιτρύωνα και με την βοήθειά της κατέλαβε την πόλη και μετά την σκότωσε για την προδοσία της.
Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, Ταφίοι ή Τηλεβόες έκλεψαν τα βόδια του βασιλιά των Μυκηνών Ηλεκτρίονα, σκότωσαν τους γιους του και αδελφούς της Αλκμήνης.
Ο άνδρας της Αλκμήνης, Αμφιτρύων, μαζί με τον Κέφαλο πολέμησε τους Ταφίους και τους νίκησε σε μια μάχη κοντά στην Θήβα.
Ταφίοι ήταν επίσης οι πρώτοι κάτοικοι της Κεφαλλονιάς.
Τάφος λέγεται αλλιώς το Μεγανήσι, μια νησίδα νοτιοανατολικά της Λευκάδας, η οποία τον καιρό του Στράβωνα λεγότανε Ταφιάς και ανήκε στις λεγόμενες Ταφίους Νήσους.
Οι άλλες Ταφίοι νήσοι ήταν τα υπόλοιπα νησιά μεταξύ Ακαρνανίας και Λευκάδας, όπως η Κάλαμος (παλαιότερα Κάρνος), ο Καστός, η Άτοκος και το Αρκούδι.
Μετά την ήττα τους από τον Κέφαλλο, οι Ταφίοι λέγεται ότι εγκατέλειψαν τις Εχινάδες και αποίκησαν το Κάπρι και την Καμπανία.
Σύμφωνα με τον Όμηρο, η Αθηνά μιλάει στον Τηλέμαχο και του λέει ότι η ίδια είχε μεταμφιεστεί σε Ταφιώτη.
Η Αθηνά του μιλάει για κάποιο Ταφίο Μέντη που έκανε εμπόριο χαλκού και σιδήρου και είχε δεσμό φιλοξενίας με τον πατέρα του Οδυσσέα.
Οι Ταφίοι μιλούσαν Ελληνικά, ήταν φημισμένοι κωπηλάτες όπως οι Φαίακες και έκαναν θαλάσσιο εμπόριο με άλλες πόλεις λιμάνια.
Ο Απολλόδωρος μας αναφέρει έναν άλλον μύθο για τους Ταφίους για τους οποίους μάλιστα αναφέρει ότι ζούσαν σε νησιά, κάποτε ο Αμφιτρύων πολιόρκησε την πόλη όταν βασιλιάς της ήταν ο Πτερέλαος, γιος του Τάφιου.
Ο Πτερέλαος είχε μια κόρη την Κομαιθώ η οποία όμως τον πρόδωσε αφού ερωτεύθηκε τον Αμφιτρύωνα και με την βοήθειά της κατέλαβε την πόλη και μετά την σκότωσε για την προδοσία της.
Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, Ταφίοι ή Τηλεβόες έκλεψαν τα βόδια του βασιλιά των Μυκηνών Ηλεκτρίονα, σκότωσαν τους γιους του και αδελφούς της Αλκμήνης.
Ο άνδρας της Αλκμήνης, Αμφιτρύων, μαζί με τον Κέφαλο πολέμησε τους Ταφίους και τους νίκησε σε μια μάχη κοντά στην Θήβα.
Ταφίοι ήταν επίσης οι πρώτοι κάτοικοι της Κεφαλλονιάς.
Τάφος λέγεται αλλιώς το Μεγανήσι, μια νησίδα νοτιοανατολικά της Λευκάδας, η οποία τον καιρό του Στράβωνα λεγότανε Ταφιάς και ανήκε στις λεγόμενες Ταφίους Νήσους.
Οι άλλες Ταφίοι νήσοι ήταν τα υπόλοιπα νησιά μεταξύ Ακαρνανίας και Λευκάδας, όπως η Κάλαμος (παλαιότερα Κάρνος), ο Καστός, η Άτοκος και το Αρκούδι.
Μετά την ήττα τους από τον Κέφαλλο, οι Ταφίοι λέγεται ότι εγκατέλειψαν τις Εχινάδες και αποίκησαν το Κάπρι και την Καμπανία.
Αστρονόμοι κατέγραψαν supernova λίγο μετά την έκρηξη
Οι αστρονόμοι κατέγραψαν ένα εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο, καθώς κατάφεραν να αποτυπώσουν τις τελευταίες στιγμές της ζωής ενός άστρου, δηλαδή μια supernova.
Το άστρο ήταν πολύ μακριά για να μπορέσουν τα τηλεσκόπια να παρατηρήσουν λεπτομέρειες. Χρειάστηκαν 11.5 δισεκατομμύρια χρόνια για να φτάσει σε εμάς το φως του άστρου.
Ωστόσο, παρατηρώντας τις διαφορές στη φωτεινότητα, αποκαλύφθηκαν πληροφορίες για το πώς έζησε και πέθανε το άστρο.
Το φως του άστρου έτυχε να περάσει από τη συστάδα γαλαξιών Abell 370, η οποία βρισκόταν 4 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά.
Με περίπλοκη μοντελοποίηση, οι αστρονόμοι μπόρεσαν να αποκαλύψουν τρεις στιγμές του άστρου μέσα σε οχτώ μέρες, με την πρώτη στιγμή να αποτυπώνεται μόλις έξι ώρες μετά την έκρηξη του άστρου.
Οι τρεις εικόνες παρείχαν πληροφορίες για την ψύξη της supernova στη διάρκεια μιας εβδομάδας, με τις θερμοκρασίες να ξεκινούν από 100.000 βαθμούς Kelvin και να καταλήγουν στους 10.000K.
Οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν από αυτήν τη supernova μπορούν να επιβεβαιώσουν τα μοντέλα των αστρονόμων, για το πώς τα υλικά που περιβάλλουν τα άστρα αλληλεπιδρούν με την έκρηξη της ακτινοβολίας, θερμαίνοντάς τα σε μία στιγμή πριν ψυχθούν ξανά γρήγορα, επιτρέποντας στους επιστήμονες να καταλάβουν το αρχικό μέγεθος του άστρου βάσει του ρυθμού ψύξης.
Σύμφωνα με την έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Nature, οι αστρονόμοι είναι πεπεισμένοι πως πρόκειται για ένα άστρο με διάμετρο 530 φορές αυτήν του δικού μας Ήλιου.
Το άστρο ήταν πολύ μακριά για να μπορέσουν τα τηλεσκόπια να παρατηρήσουν λεπτομέρειες. Χρειάστηκαν 11.5 δισεκατομμύρια χρόνια για να φτάσει σε εμάς το φως του άστρου.
Ωστόσο, παρατηρώντας τις διαφορές στη φωτεινότητα, αποκαλύφθηκαν πληροφορίες για το πώς έζησε και πέθανε το άστρο.
Το φως του άστρου έτυχε να περάσει από τη συστάδα γαλαξιών Abell 370, η οποία βρισκόταν 4 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά.
Με περίπλοκη μοντελοποίηση, οι αστρονόμοι μπόρεσαν να αποκαλύψουν τρεις στιγμές του άστρου μέσα σε οχτώ μέρες, με την πρώτη στιγμή να αποτυπώνεται μόλις έξι ώρες μετά την έκρηξη του άστρου.
Οι τρεις εικόνες παρείχαν πληροφορίες για την ψύξη της supernova στη διάρκεια μιας εβδομάδας, με τις θερμοκρασίες να ξεκινούν από 100.000 βαθμούς Kelvin και να καταλήγουν στους 10.000K.
Οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν από αυτήν τη supernova μπορούν να επιβεβαιώσουν τα μοντέλα των αστρονόμων, για το πώς τα υλικά που περιβάλλουν τα άστρα αλληλεπιδρούν με την έκρηξη της ακτινοβολίας, θερμαίνοντάς τα σε μία στιγμή πριν ψυχθούν ξανά γρήγορα, επιτρέποντας στους επιστήμονες να καταλάβουν το αρχικό μέγεθος του άστρου βάσει του ρυθμού ψύξης.
Σύμφωνα με την έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Nature, οι αστρονόμοι είναι πεπεισμένοι πως πρόκειται για ένα άστρο με διάμετρο 530 φορές αυτήν του δικού μας Ήλιου.
Παράξενα μυστήρια χωρίς λύση
Από τα σκοτεινά μυστήρια που στοιχειώνουν τις θαλασσινές διηγήσεις ξεχωρίσαμε πέντε που έχουν κατά καιρούς αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής διαμάχης. Νέα στοιχεία έρχονται να τεκμηριώσουν κατά πόσον υπάρχει βάση αληθείας πίσω από τις ανατριχιαστικές περιγραφές ή κατά πόσον ο μύθος δανείστηκε απλώς στοιχεία της πραγματικότητας. Οπως και να ‘χει, οι ωκεανοί παραμένουν το απόλυτα ανεξερεύνητο κομμάτι του πλανήτη μας αφήνοντας πάντα χώρο για την αχαλίνωτη φαντασία μας …που σε καμία περίπτωση δεν πλησιάζει καν την αλήθεια του. Ξεκίνα να διαβάζεις H. P. Lovecraft και θα ‘χεις κάμποσες απαντήσεις.
ΤΟ ΚΡΑΚΕΝ, μυστηριώδες τέρας των θαλασσών.
Ενέπνευσε παλαιούς και σύγχρονους καλλιτέχνες. Το Κράκεν ή Κρέικεν – ανάλογα με την προέλευση και την διάλεκτο του «αυτόπτη» μάρτυρα που είχε την ατυχία να το συναντήσει -ήταν ένα τέρας που σκόρπιζε επί αιώνες τον τρόμο στους ωκεανούς και στα πληρώματα που θαλασσοδέρνονταν σε αυτούς. Ξεπήδησε από τα σκανδιναβικά σάγκα και αρχικά η παρουσία του ήταν περιορισμένη στα ανοιχτά της Νορβηγίας και της Ισλανδίας. Με τον χρόνο όμως πέρασε και σε άλλες μυθολογίες και άλλες θάλασσες, πλέοντας με τον ούριο άνεμο της φαντασίας.
Το ομότιτλο ποίημα του Αλφρεντ Τένισον ήταν το πρώτο που το απαθανάτισε στη σοβαρή λογοτεχνία. Ακολούθησε ο Ιούλιος Βερν, ο οποίος εμπνεύστηκε από αυτό για τα τεράστια καλαμάρια τού Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα. Εκτοτε το θρυλικό νορβηγικό τέρας έχει περάσει σε πολλά λογοτεχνικά έργα, κινηματογραφικές ταινίες, κόμικς, παιχνίδια και βιντεογκέιμς.
Οι Νορβηγοί ψαράδες έλεγαν αρχικά ότι το ζώο ήταν μεγάλο σαν νησί και ότι ο κίνδυνος δεν προερχόταν τόσο από τις επιθέσεις του όσο από το γεγονός ότι δημιουργούσε μια γιγαντιαία δίνη, καθώς καταδυόταν με ταχύτητα προς τον βυθό. Γρήγορα ωστόσο άρχισαν να διαδίδονται ιστορίες για τις δεινές επιθετικές του ικανότητες. Στην Φυσική Ιστορία της Νορβηγίας ο επίσκοπος του Μπέργκεν Ερικ Ποντόπινταν τις περιγράφει το 1752 ως εξής:
«Λέγεται ότι αν αρπάξει ακόμη και το μεγαλύτερο πολεμικό πλοίο μπορεί να το τραβήξει κάτω στον βυθό του ωκεανού».
Το γιγαντιαίο ζώο ζούσε, σύμφωνα με τα βιβλία της εποχής, στον βυθό αλλά κάποιες φορές ανέβαινε στην επιφάνεια:
«Οταν βρίσκεται στις δέκα με δώδεκα οργιές, τα πλοία καλύτερα να φεύγουν από κοντά του γιατί σε λίγο θα ξεπηδήσει, σαν πλεούμενο νησί, ξεφυσώντας νερό από τα τρομερά ρουθούνια του και δημιουργώντας γύρω του κύματα που μπορούν να φθάσουν πολλά μίλια. Υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός είναι ο Λεβιάθαν του Ιώβ;» έγραφε το 1781 ο Σουηδός Γιάκομπ Βάλενμπεργκ.
Οι πρώτες περιγραφές το παρομοίαζαν με γιγαντιαίο κάβουρα. Αργότερα άρχισε να μοιάζει περισσότερο με μαλάκιο, άλλοτε καλαμάρι και άλλοτε χταπόδι. Το 1802 ο Γάλλος φυσιοδίφης Πιερ Ντενί ντε Μονφόρ ανέφερε στην Γενική και Ειδική Φυσική Ιστορία των Μαλακίων ότι υπήρχαν δύο είδη γιγαντιαίων χταποδιών, ένα μικρότερο, ο «οκτάπους κράκεν», τον οποίο είχαν δει Νορβηγοί ψαράδες και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, κι ένα μεγαλύτερο, ο «κολοσσιαίος οκτάπους», ο οποίος είχε επιτεθεί σε γαλλικό πλήρωμα στα ανοιχτά της Ανγκόλας.
Όσο τερατώδεις ή λανθασμένες και αν είναι οι περιγραφές και εικασίες της εποχής, οι ειδικοί είναι πλέον πεπεισμένοι ότι το Κράκεν ναι μεν δεν είναι υπερφυσικό πλάσμα και σίγουρα δεν υποκινείται από τον καταχθόνιο Ντέιβι Τζόουνς των Πειρατών της Καραϊβικής, αλλά είναι υπαρκτό ζώο. Αποτελεί, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, μια «τροποποιημένη» εκδοχή του γιγαντιαίου καλαμαριού της αβύσσου.
Το καλαμάρι-γίγας εθεωρείτο και αυτό μυθικό πλάσμα, ώσπου περιγράφηκε λεπτομερώς από τον Σουηδό φυσιοδίφη Γιάπετους Στέενστρουπ το 1857, ενώ ένα «σχεδόν τέλεια διατηρημένο» ζώο ξεβράστηκε ημιθανές στις ακτές της Νιουφάουντλαντ το 1877. Ως σήμερα έχουν περισυλλεγεί νεκρά περίπου 600 δείγματα του είδους, οι επιστήμονες όμως κατόρθωσαν για πρώτη φορά να το φωτογραφίσουν και να το παρατηρήσουν ζωντανό μόλις το 2004.
Το γιγαντιαίο μαλάκιο μπορεί να φθάσει σε μήκος ακόμη και τα 13 μέτρα και συναντάται σε όλους τους ωκεανούς της Γης. Τα μάτια του – τα οποία έχουν το μέγεθος ενός πιάτου φαγητού – είναι τα μεγαλύτερα στο ζωικό βασίλειο. Ισως βεβαίως να τα ξεπερνούν σε μέγεθος αυτά του «εξαδέλφου» του, του κολοσσιαίου καλαμαριού της Ανταρκτικής, το οποίο είναι ακόμη μεγαλύτερο φθάνοντας σε μήκος τα 14 μέτρα. Το ζώο αυτό κατατάσσεται σε άλλη οικογένεια των κεφαλόποδων και οι επιστήμονες γνωρίζουν την ύπαρξή του από τεράστια πλοκάμια και μεμονωμένα τμήματά του που έχουν βρεθεί.
Δεν έχουν όμως ως τώρα συναντήσει ένα ολοκληρωμένο δείγμα του είδους για να το μελετήσουν και έτσι ελάχιστα είναι γνωστά γι’ αυτό. Στα δύο αυτά υπερμεγέθη καλαμάρια αποδίδουν ωστόσο τη γέννηση όχι μόνο του Κράκεν αλλά και της Σκύλλας της ελληνικής μυθολογίας, των γιγαντιαίων θαλασσινών φιδιών και δράκων των μεσαιωνικών και μεταγενέστερων θρύλων και του Λούσκα, του θαλάσσιου τέρατος που οι ντόπιοι θεωρούσαν ότι λυμαίνεται τα νερά της Καραϊβικής.
ΠΛΟΙΑ-ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
Το πιο διάσημο πλοίο-φάντασμα στην ναυτική μυθολογία είναι ο περιβόητος «Ιπτάμενος Ολλανδός», το καταραμένο καράβι που είχε καταδικαστεί να πλέει αιώνια «στις επτά θάλασσες» χωρίς ποτέ να μπορεί να πιάσει λιμάνι. Εκτός όμως από τα εξωπραγματικά δημιουργήματα του ναυτικού και του λογοτεχνικού οίστρου, ο όρος περιλαμβάνει επίσης και καθ’ όλα πραγματικά πλοία: είναι αυτά που έχουν βρεθεί να πλέουν ακυβέρνητα χωρίς ποτέ να έχει εντοπιστεί μια ακλόνητη εξήγηση για την μυστηριώδη εξαφάνιση του πληρώματός τους.
Απ’ όλα αυτά τα πλοία – τα οποία είναι πολύ περισσότερα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς -εκείνο το οποίο έχει εξάψει περισσότερο και εξακολουθεί να εξάπτει την λαϊκή φαντασία είναι το περίφημο «Mary Celeste», μια μπρατσέρα μήκους 103 ποδών (31 μέτρων) η οποία είχε αποπλεύσει στις 7 Νοεμβρίου του 1872 από τη Νέα Υόρκη για την Γένοβα φορτωμένη με 1.701 βαρέλια οινόπνευμα. Στις 5 Δεκεμβρίου του 1872 ο Ντέιβιντ Ριντ Μούρχαουζ, καπετάνιος του «Dei Gratia», είδε την μπρατσέρα να περιφέρεται σαν ακυβέρνητη στα ανοιχτά των πορτογαλικών ακτών.
Μια βάρκα με μερικούς άνδρες εστάλη για να διαπιστωθεί τι συνέβαινε. Ανεβαίνοντας στο «Mary Celeste» οι άνδρες βρήκαν το πλοίο σε σχεδόν άψογη κατάσταση. Το φορτίο ήταν στην θέση του, τα αμπάρια ήταν γεμάτα με προμήθειες σε τρόφιμα και νερό για πολλές ημέρες ακόμη, τίποτε δεν φαινόταν να δικαιολογεί την εγκατάλειψή του. Παρ’ όλα αυτά δεν υπήρχε ούτε ίχνος από τον καπετάνιο Μπέντζαμιν Μπριγκς, την σύζυγο και την μικρή κόρη του που ταξίδευαν μαζί του και τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος. Η τελευταία αναφορά στο ημερολόγιο του πλοίου είχε γραφτεί 11 ημέρες πριν, στις 24 Νοεμβρίου, και δεν περιείχε τίποτε το ανησυχητικό.
Το «Dei Gratia» οδήγησε το «Mary Celeste» στο λιμάνι του Γιβραλτάρ και από εκεί και πέρα οι φημολογίες για το πλοίο-φάντασμα άρχισαν να διαδίδονται, τροφοδοτούμενες από την μόνιμη αγάπη του κοινού για τα παράξενα αινίγματα. Σύντομα οι αφηγήσεις διάνθισαν τα πραγματικά περιστατικά, προσθέτοντας όλο και περισσότερα μυστηριώδη στοιχεία: το τσάι στην τραπεζαρία ήταν ακόμη ζεστό· αβγά με μπέικον ήταν σερβιρισμένα στο τραπέζι· ένα ματωμένο ξίφος βρέθηκε κάτω από το κρεβάτι του καπετάνιου και ούτω καθεξής. Κάποιες από αυτές τις φημολογίες οφείλονται σε ένα διήγημα το οποίο ο Αρθουρ Κόναν Ντόιλ κυκλοφόρησε λίγο αργότερα εμπνευσμένος από το συμβάν. Αλλες είναι άγνωστης προέλευσης, αρκετές όμως –σκόπιμα ή μη– επαναλήφθηκαν από τον Τύπο της εποχής εντείνοντας την σύγχυση.
Το πλήρωμα του «Mary Celeste» δεν βρέθηκε ποτέ κι ως σήμερα καμία θεωρία γύρω από το γεγονός που οδήγησε στην εγκατάλειψη του πλοίου δεν έχει γίνει πλήρως αποδεκτή. Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι το οινόπνευμα του φορτίου προκάλεσε κάποια έκρηξη, αναγκάζοντας το πλήρωμα να καταφύγει προσωρινά στην σωστική λέμβο, η οποία, για κάποιον λόγο, αποκόπηκε από αυτό, μη δίνοντας την ευκαιρία στους ναυτικούς να επιστρέψουν.
Το 2005 ο Γερμανός ιστορικός Αϊχελ Βίζε σε συνεργασία με επιστήμονες του University College του Λονδίνου προέβησαν σε ένα πείραμα για να στηρίξουν την «θεωρία του οινοπνεύματος». Κατασκεύασαν ένα ομοίωμα του αμπαριού του πλοίου και έδειξαν ότι οι αναθυμιάσεις από το οινόπνευμα θα μπορούσαν να προκαλέσουν έκρηξη η οποία θα άφηνε άθικτα τα βαρέλια και το πλοίο, αλλά θα δημιουργούσε φλόγες ικανές να πανικοβάλουν τον καπετάνιο και τους ναυτικούς του.
Το πιο σύγχρονο πλοίο-φάντασμα στα θαλασσινά χρονικά έχει να επιδείξει πολλά από τα μυστηριώδη στοιχεία που περιβάλλουν τον θρύλο του «Mary Celeste». Το καταμαράν «Kaz ΙΙ» εντοπίστηκε ακυβέρνητο τον περασμένο Απρίλιο στα ανοιχτά των ακτών του Κουίνσλαντ της Αυστραλίας. Η μηχανή του ήταν αναμμένη, ένα laptop ήταν ανοιχτό και σε λειτουργία και φαγητό για τρεις ήταν σερβιρισμένο στο τραπέζι. Κανένα ίχνος δεν υπήρχε όμως από τους τρεις φίλους που είχαν νοικιάσει το σκάφος.
Το σύστημα GPS και ο ασύρματος λειτουργούσαν κανονικά και τα σωσίβια και οι φωτοβολίδες κινδύνου ήταν στην θέση τους. Το καταμαράν ήταν σε άριστη κατάσταση, εκτός από το ένα ιστίο του, το οποίο ήταν σχισμένο. Οι έρευνες των αυστραλιανών αρχών για την ανεύρεση των τριών έμπειρων ερασιτεχνών ψαράδων και ιστιοπλόων έχουν ως σήμερα αποβεί άκαρπες. Διάφορες θεωρίες έχουν προταθεί για την εξιχνίαση της υπόθεσης, καμία όμως δεν φαίνεται ικανοποιητική. Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει είναι λίγος, όμως το γιοτ-φάντασμα της Αυστραλίας έχει ήδη βρει την θέση του ανάμεσα στα θαλασσινά μυστήρια που προσελκύουν το ενδιαφέρον και τις εικασίες του κοινού.
Δολοφονικά ΚΥΜΑΤΑ
Εδώ και αιώνες οι ναυτικές αφηγήσεις ήταν γεμάτες από θρύλους για τεράστια κύματα, ύψους μεγαλύτερου και από 30 μέτρα, που εμφανίζονταν από το πουθενά, έκαναν το πλοίο να κλυδωνίζεται σαν καρυδότσουφλο και ύστερα εξαφανίζονταν έτσι ξαφνικά όπως είχαν εμφανιστεί, αφήνοντας πίσω τους συντρίμμια και θλιβερά ναυάγια. Ως πρόσφατα οι επιστήμονες τοποθετούσαν όλες αυτές τις ιστορίες στην σφαίρα του ναυτικού φολκλόρ. Στους ωκεανούς, ήταν η κρατούσα θεωρία, δεν υπάρχουν κύματα ψηλότερα από 15 μέτρα.
«Και αν ακόμη σχηματιστεί κάποιο κύμα μεγαλύτερου ύψους, βάσει των μαθηματικών μοντέλων αυτό θα πρέπει να συμβαίνει μόνο μία φορά στα 10.000 χρόνια» έλεγαν οι ειδικοί.
Την τελευταία δεκαετία όμως τα επιστημονικά όργανα ήρθαν να επιβεβαιώσουν ότι το φαινόμενο δεν είναι τόσο απίθανο. Αντιθέτως, είναι αρκετά συνηθισμένο και πολλές από τις τρομακτικές ιστορίες των ναυτικών είναι πέρα ως πέρα αληθινές. Θεωρείται πλέον μάλιστα ότι αρκετά από τα ναυάγια που σημειώνονται κάθε χρόνο στον πλανήτη – και ανέρχονται σε ένα κάθε εβδομάδα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς – προκαλούνται από τέτοιου είδους κύματα. Σε αυτά αποδίδονται επίσης καταρρίψεις χαμηλής πτήσης αεροσκαφών. Τα αποκαλούν μοναχικά κύματα, κύματα-τέρατα ή άτιμα κύματα.
Η πρώτη επιστημονική απόδειξη για την ύπαρξή τους ήρθε την Πρωτοχρονιά του 1995, όταν τα όργανα της πλατφόρμας πετρελαίου Ντράουπνερ στην Βόρειο Θάλασσα κατέγραψαν ένα μεμονωμένο κύμα ύψους 26 μέτρων από το κοίλο τμήμα ως την κορυφή του. Ανάλογες μετρήσεις σημειώθηκαν και σε άλλες πλατφόρμες πετρελαίου και απέβησαν καθοριστικές. Τον Δεκέμβριο του 2000 η Ευρωπαϊκή Ενωση σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Διαστημική Υπηρεσία έθεσε σε εφαρμογή το «MaxWave», το πρώτο μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα για την μελέτη των μυστηριωδών γιγάντων των θαλασσών.
Με την βοήθεια ραντάρ και δορυφόρων οι ειδικοί διεπίστωσαν ότι το φαινόμενο δεν είναι καθόλου σπάνιο: δέκα κύματα-τέρατα καταγράφηκαν στους ωκεανούς της Γης μέσα σε έναν μόλις χρόνο. Το γεγονός έχει τεράστιες επιπτώσεις για την ναυτιλία, καθώς η κατασκευή των σημερινών πλοίων είναι τέτοια ώστε να αντέχουν σε κύματα με ύψος μόνο ως τα 15 μέτρα. Το μοναχικό κύμα σχηματίζεται ακριβώς έτσι όπως το περιέγραφαν οι δήθεν φαντασιόπληκτοι ναυτικοί: μια βαθιά «τρύπα» ανοίγει στην θάλασσα και ένα συμπαγές υδάτινο τείχος ορθώνεται ξαφνικά σε τεράστιο ύψος και πλάτος «όσο παίρνει το μάτι». Εμφανίζεται συνήθως μόνο, κάποιες φορές όμως μπορεί να υπάρξουν και τρία κύματα μαζί: είναι οι λεγόμενες “τρεις αδελφές των ναυτικών”.
Η δύναμή του μπορεί να φθάσει τους 100 τόνους ανά τετραγωνικό μέτρο και είναι ικανό να απελευθερώσει ενέργεια η οποία θα μπορούσε να τροφοδοτήσει ένα μικρό χωριό. Είναι κύμα επιφανείας και διαφέρει πλήρως από το τσουνάμι. Προκαλείται από την δύναμη της τριβής του ανέμου στην επιφάνεια της θάλασσας και σχηματίζεται μόνο σε μεγάλα βάθη, συνήθως σε συνθήκες σχετικής ηρεμίας, αλλά και σε ισχυρές θύελλες και καταιγίδες. Τα ειδικά ραντάρ που έχουν τοποθετηθεί στον Κόλπο του Μεξικού κατέγραψαν, για παράδειγμα, αρκετά τέτοια κύματα κατά την διάρκεια του τυφώνα Κατρίνα.
Το ψηλότερο μοναχικό κύμα στην σύγχρονη καταγεγραμμένη Ιστορία θεωρείται αυτό το οποίο έπληξε το αμερικανικό πολεμικό πετρελαιοφόρο «Ramapo» το 1933 στον Ειρηνικό Ωκεανό, με ύψος 34 μέτρων. Κάποιοι θεωρούν πλέον τα κύματα αυτά υπεύθυνα για αρκετά ανεξιχνίαστα ναυάγια και εξαφανίσεις πλοίων, χωρίς όμως οι υποψίες να μπορούν να επιβεβαιωθούν με στοιχεία. Οι ειδικοί ωστόσο συμφωνούν ότι ένα μοναχικό κύμα πρέπει να ήταν η αιτία του παράξενου ναυαγίου του γερμανικού φορτηγού «Μünchen» το 1978. Το πλοίο εξέπεμψε σήμα κινδύνου στα μισά του Ατλαντικού, τα σωστικά συνεργεία που έφθασαν στο συγκεκριμένο σημείο βρήκαν όμως μόνο ελάχιστα συντρίμμια, εκ των οποίων μια σωστική λέμβο κατεστραμμένη «σαν να είχε χτυπηθεί από τεράστια δύναμη».
Οι επιστημονικές έρευνες βρίσκονται μόλις στην αρχή τους και οι ερευνητές δεν έχουν καταλήξει ακόμη στο ποια είναι η ακριβής αιτία του φαινομένου. «Στον ανοιχτό, βαθύ ωκεανό» μας εξηγεί ο Κρίστιαν Ντύστε, καθηγητής της Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Όσλο, ο οποίος μετέχει στο πρόγραμμα «MaxWave», «η αιτία είναι μάλλον τυχαία, όταν πολλά κύματα συμβαίνει να προστεθούν με τον κατάλληλο τρόπο. Η πιθανότητα για κάτι τέτοιο είναι πολύ μικρή, όμως μερικές φορές συμβαίνει».
Η λεγόμενη εστίαση ή συσσώρευση της ενέργειας των κυμάτων, η συγκέντρωση μικρότερων κυμάτων με διαφορετικές ταχύτητες και φορές, οι νόμοι του χάους και η μη γραμμική εξίσωση του Σρέντινγκερ, όπως και το ενδεχόμενο να αποτελούν μια φυσιολογική εξέλιξη του κυματικού φάσματος, είναι μερικές από τις θεωρίες που έχουν προταθεί, καμία όμως δεν κρίνεται πλήρως ικανοποιητική. Όπως μας εξηγεί ο κ. Ντύστε, τα στοιχεία που έχουν προς το παρόν στα χέρια τους οι ειδικοί είναι λίγα και ακόμη δεν ξέρουν πώς ακριβώς θα πρέπει να τα ερμηνεύσουν. Τα σημεία όπου μπορεί να πει κανείς ότι παρατηρούνται πιο συχνά τα μοναχικά κύματα είναι τα σημεία όπου συναντώνται ισχυρά αντικρουόμενα ωκεάνια ρεύματα, όπως το Ρεύμα του Κόλπου και το Ρεύμα Αγκούλχας στα νοτιοδυτικά της Αφρικής.
Το ΤΡΙΓΩΝΟ των ΒΕΡΜΟΥΔΩΝ
Πολλοί θέλουν να το αντιμετωπίζουν ως μυστήριο, όμως το Τρίγωνο των Βερμούδων σύμφωνα με την επιστήμη δεν διαθέτει ούτε διέθετε ποτέ τίποτε το αινιγματικό και μυστηριώδες. Αντιθέτως, αποτελεί τον μεγαλύτερο σύγχρονο ναυτικό μύθο. Παρά τις επανειλημμένες αποδείξεις ότι πρόκειται για μια – ηθελημένη ή ακούσια – κατασκευή, εξακολουθεί να εξάπτει την λαϊκή φαντασία και να αποφέρει κέρδη σε συγγραφείς και «ειδικούς» οι οποίοι επιμένουν να απαριθμούν τα δήθεν ανεξήγητα περιστατικά που έχουν σημειωθεί στο «Τρίγωνο του Διαβόλου».
Οι απόψεις για την γεωγραφική έκταση που καλύπτει το περιβόητο τρίγωνο ποικίλλουν. Τα περισσότερα βιβλία ωστόσο τοποθετούν τις κορυφές του στο Μαϊάμι της Φλόριδας, το Σαν Χουάν του Πουέρτο Ρίκο και στο Αρχιπέλαγος των Βερμούδων. Η πρώτη επισήμανση για μυστηριώδη περιστατικά στην εν λόγω περιοχή έγινε στον αμερικανικό Τύπο τον Σεπτέμβριο του 1950 μέσω του πρακτορείου Associated Press. Κατά την διάρκεια της επόμενης δεκαετίας το θέμα άρχισε να επανέρχεται όλο και συχνότερα, με αναφορές στην περιβόητη Πτήση 19 και άλλες εξαφανίσεις αεροσκαφών και πλοίων.
Ο όρος «Τρίγωνο των Βερμούδων» εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1964 στο περιοδικό «Argosy» από τον Βίνσεντ Γκάντις και βρήκε αμέσως συνεχιστές. Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 διάφοροι «ερευνητές» ασχολήθηκαν με το δολοφονικό τρίγωνο τροφοδοτώντας με υλικό σωρεία βιβλίων και το Χόλιγουντ. Οι ερμηνείες που έχουν προταθεί για την εξήγηση του «φαινομένου» κινούνται στην σφαίρα του υπερφυσικού: από αυτές που υποστηρίζουν ότι στην περιοχή υπάρχει μια «σκουληκότρυπα» από την οποία τα εξαφανισμένα πλοία και αεροπλάνα έχουν περάσει σε άλλη διάσταση του χώρου και του χρόνου ως και εκείνες που μιλάνε για αστρικές πύλες, δολοφονικές ακτίνες από την Ατλαντίδα και απαγωγές από εξωγήινους.
Η πρώτη εμπεριστατωμένη κατάρριψη του μύθου ήρθε αρκετά νωρίς, το 1975, όχι από κάποιον επιστήμονα αλλά από έναν βιβλιοθηκάριο, τον Λόρενς Κούσε, ο οποίος ερεύνησε σχολαστικά όλες τις πηγές για να καταλήξει στο ότι «ο θρύλος του Τριγώνου των Βερμούδων είναι ένα μυστήριο»: οι εξαφανίσεις πλοίων και αεροσκαφών στην περιοχή δεν είναι περισσότερες απ’ ό,τι σε άλλα σημεία του Ατλαντικού και σε καμία περίπτωση δυσανάλογες με βάση τις δύσκολες καιρικές συνθήκες που επικρατούν εκεί. Επίσης πολλοί «ερευνητές» έχουν «φουσκώσει» τους αριθμούς ή παρέλειψαν συστηματικά να αναφέρουν ότι τα συντρίμμια πολλών από τα – υποτίθεται – εξαφανισμένα θαλάσσια και εναέρια σκάφη έχουν μεταγενέστερα ανασυρθεί.
Οι στατιστικές δεν στάθηκαν βεβαίως ικανές να διαλύσουν τον μύθο: τα υπερφυσικά φαινόμενα «πουλάνε» και αποτελούν ιδιαίτερα προσοδοφόρο πηγή για όποιον θέλει να τα εκμεταλλευθεί. Οι αρνητές του μύθου έχουν όμως και τη συνδρομή της επιστήμης. Ερευνητές διαφόρων ειδικοτήτων έχουν εντοπίσει μια σειρά από καθ’ όλα φυσικά φαινόμενα τα οποία μπορεί να ευθύνονται για την «φονικότητα» του Τριγώνου.
Εκτός από τον ανθρώπινο παράγοντα – τις περιπτώσεις ανθρώπινου λάθους, πειρατείας ή κάποιων ηθελημένων καταστροφών – οι ειδικοί υποδεικνύουν ως αιτίες για τα ναυάγια και τις εξαφανίσεις που έχουν σημειωθεί εκεί τις συχνές θύελλες και τους τυφώνες που πλήττουν την περιοχή, το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο γεωγραφικό σημείο οι πυξίδες θέλουν άλλες προσαρμογές σε σχέση με τον μαγνητικό και τον γεωγραφικό Βόρειο Πόλο, οπότε εύκολα κάποιος μπορεί να κάνει λανθασμένους υπολογισμούς και να χαθεί, καθώς και το ισχυρό ρεύμα του Κόλπου.
Μία από τις σχετικά πρόσφατες εξηγήσεις ενοχοποιεί επίσης το άφθονο μεθάνιο που υπάρχει στην υφαλοκρηπίδα και στον βυθό της περιοχής. Η θεωρία ότι η ξαφνική και έντονη παρουσία φυσαλίδων ένυδρων αλάτων του μεθανίου στην επιφάνεια της θάλασσας μπορεί να βυθίσει ένα πλοίο γρήγορα και απροειδοποίητα – χωρίς καν να προλάβει να εκπέμψει σήμα κινδύνου – είχε προταθεί τη δεκαετία του 1980, αποδείχθηκε όμως με επιστημονικά πειράματα από Αυστραλούς ερευνητές μόλις το 2003. Υποθαλάσσιες εκρήξεις, λένε οι ειδικοί, θα μπορούσαν να σημειώνονται στον βυθό εκτοξεύοντας ξαφνικά φυσαλίδες ένυδρων αλάτων του μεθανίου οι οποίες είναι ικανές όχι μόνο να βυθίσουν πλοία αλλά και, περνώντας στην ατμόσφαιρα, να προκαλέσουν επιπλοκές και βλάβες σε αεροσκάφη.
«ΜΠΛΟΥΠ» ο μυστηριώδης ήχος.
Στις ταινίες έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τα υποβρύχια να πλέουν στον βυθό της θάλασσας μέσα σε απόλυτη ησυχία. Η πραγματικότητα απέχει όμως πολύ από τις κινηματογραφικές εντυπώσεις μας. Στα βάθη των ωκεανών δεν επικρατεί σιγή ιχθύος. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα περιβάλλον γεμάτο θορύβους: από τα κύματα, τα ρεύματα και τις άλλες κινήσεις των νερών, τις μηχανές των πλοίων που κυκλοφορούν στην επιφάνεια ή κάτω από αυτήν, τις φάλαινες και τα άλλα θαλάσσια ζώα, τους ήχους που βγαίνουν από τα έγκατα της Γης και την ηφαιστειακή και σεισμική της δραστηριότητα.
Οι θόρυβοι αυτοί καταγράφονται και αναλύονται εδώ και δεκαετίες από την αμερικανική Εθνική Ωκεάνια και Ατμοσφαιρική Υπηρεσία (National Oceanic and Atmospheric Administration – ΝΟΑΑ) στο πλαίσιο του SOSUS (Sound Surveillance System), ενός προγράμματος το οποίο είχε ξεκινήσει για τον εντοπισμό σοβιετικών υποβρυχίων στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, αλλά διατηρήθηκε στην συνέχεια για επιστημονικούς σκοπούς. Πρόκειται ουσιαστικά για υπόκωφους ήχους, οι οποίοι συλλαμβάνονται από ειδικά υποβρύχια μικρόφωνα, τα υδρόφωνα, και απεικονίζονται με φασματογράφους. Για να τους ακούσει το ανθρώπινο αφτί πρέπει να «επιταχυνθούν». Ορισμένοι διαρκούν μόλις λίγα λεπτά, άλλοι όμως συνεχίζονται επί ολόκληρα χρόνια. Η προέλευση των περισσότερων από αυτούς έχει εντοπιστεί, κάποιοι όμως εξακολουθούν να αποτελούν μυστήριο για τους επιστήμονες.
Απ’ όλους τους αινιγματικούς ή «άγνωστους» ήχους ο πιο μυστηριώδης είναι ο «Μπλουπ», λατινιστί «Bloop». Δεν ακούγεται, όπως θα περίμενε κανείς, σαν ένα «μπλουπ» ή σαν μια μπουρμπουλήθρα, αλλά σαν τον βρυχηθμό ενός ζώου. Εκτός από την ηχητική εντύπωση που δίνει όταν τον ακούει κανείς – η οποία μπορεί να είναι παραπλανητική -ο «Bloop» έχει και όλα τα «επιστημονικά» χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν ότι πρέπει να προέρχεται από έμβιο ον. Για να είμαστε μάλιστα ακριβείς, είναι ο «άγνωστος» ήχος με τα περισσότερα τέτοιου είδους χαρακτηριστικά και ο μόνος ο οποίος βρίσκει σχεδόν ομόφωνους τους επιστήμονες ως προς την πιθανή ζωική προέλευσή του.
Η έντασή του είναι όμως τέτοια ώστε θεωρείται αδύνατον να προέρχεται από κάποιο από τα γνωστά ως τώρα θαλάσσια ζώα. Καταγράφηκε πολλές φορές το καλοκαίρι του 1997 από υδρόφωνα στον Ειρηνικό Ωκεανό σε ακτίνα 4.800 χιλιομέτρων: αν ένας τόσο δυνατός ήχος προέρχεται πράγματι από κάποιο ζώο, αυτό θα πρέπει να είναι πάρα πολύ μεγάλο – μεγαλύτερο ακόμη και από την γαλάζια φάλαινα.
Μια θεωρία που έχει προταθεί είναι ότι υπεύθυνο για τον «Bloop» είναι το κολοσσιαίο καλαμάρι, το οποίο ζει στην άβυσσο των νοτίων θαλασσών, κοντά στην περιοχή όπου καταγράφηκε ο ήχος. Πολλοί θαλάσσιοι βιολόγοι ωστόσο διαφωνούν, προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι τα κεφαλόποδα δεν διαθέτουν τον απαραίτητο βιολογικό εξοπλισμό για να παράγουν τέτοιου είδους ήχους. Καθώς όμως κανείς ως τώρα δεν έχει συναντήσει το κολοσσιαίο καλαμάρι για να το μελετήσει, οι ειδικοί αφήνουν κάθε ενδεχόμενο ανοιχτό.
Όπως έχει άλλωστε αποδειχθεί, η άβυσσος των θαλασσών κρύβει πολλά άγνωστα και μυστηριώδη ζώα και ίσως κάποιο από αυτά να έχει το κατάλληλο μέγεθος ή τον βιολογικό μηχανισμό ώστε να παράγει έναν τέτοιον ήχο. Αν είναι έτσι, το αινιγματικό πλάσμα πρέπει να ζει σε πολύ μεγάλο βάθος και εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι του 1997 ίσως παρασύρθηκε για κάποιον λόγο σε πιο ρηχά νερά. Το πρόβλημα είναι ότι οι ειδικοί δεν έχουν κανέναν τρόπο να προχωρήσουν σε περαιτέρω μελέτες: ο «Bloop» δεν έχει ακουστεί ποτέ ξανά από τότε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)







.jpg)



