Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (16.266-16.320)

Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς·
«οὐ μέν τοι κείνω γε πολὺν χρόνον ἀμφὶς ἔσεσθον
φυλόπιδος κρατερῆς, ὁπότε μνηστῆρσι καὶ ἡμῖν
ἐν μεγάροισιν ἐμοῖσι μένος κρίνηται Ἄρηος.
270 ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν ἔρχευ ἅμ᾽ ἠοῖ φαινομένηφιν
οἴκαδε, καὶ μνηστῆρσιν ὑπερφιάλοισιν ὁμίλει·
αὐτὰρ ἐμὲ προτὶ ἄστυ συβώτης ὕστερον ἄξει,
πτωχῷ λευγαλέῳ ἐναλίγκιον ἠδὲ γέροντι.
εἰ δέ μ᾽ ἀτιμήσουσι δόμον κάτα, σὸν δὲ φίλον κῆρ
275 τετλάτω ἐν στήθεσσι κακῶς πάσχοντος ἐμεῖο,
ἤν περ καὶ διὰ δῶμα ποδῶν ἕλκωσι θύραζε
ἢ βέλεσιν βάλλωσι· σὺ δ᾽ εἰσορόων ἀνέχεσθαι.
ἀλλ᾽ ἦ τοι παύεσθαι ἀνωγέμεν ἀφροσυνάων,
μειλιχίοις ἐπέεσσι παραυδῶν· οἱ δέ τοι οὔ τι
280 πείσονται· δὴ γάρ σφι παρίσταται αἴσιμον ἦμαρ.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν·
ὁππότε κεν πολύβουλος ἐνὶ φρεσὶ θῇσιν Ἀθήνη,
νεύσω μέν τοι ἐγὼ κεφαλῇ, σὺ δ᾽ ἔπειτα νοήσας
ὅσσα τοι ἐν μεγάροισιν ἀρήϊα τεύχεα κεῖται
285 ἐς μυχὸν ὑψηλοῦ θαλάμου καταθεῖναι ἀείρας
πάντα μάλ᾽· αὐτὰρ μνηστῆρας μαλακοῖς ἐπέεσσι
παρφάσθαι, ὅτε κέν σε μεταλλῶσιν ποθέοντες·
“ἐκ καπνοῦ κατέθηκ᾽, ἐπεὶ οὐκέτι τοῖσιν ἐῴκει
οἷά ποτε Τροίηνδε κιὼν κατέλειπεν Ὀδυσσεύς,
290 ἀλλὰ κατῄκισται, ὅσσον πυρὸς ἵκετ᾽ ἀϋτμή.
πρὸς δ᾽ ἔτι καὶ τόδε μεῖζον ἐνὶ φρεσὶ θῆκε Κρονίων,
μή πως οἰνωθέντες, ἔριν στήσαντες ἐν ὑμῖν,
ἀλλήλους τρώσητε καταισχύνητέ τε δαῖτα
καὶ μνηστύν· αὐτὸς γὰρ ἐφέλκεται ἄνδρα σίδηρος.”
295 νῶϊν δ᾽ οἴοισιν δύο φάσγανα καὶ δύο δοῦρε
καλλιπέειν καὶ δοιὰ βοάγρια χερσὶν ἑλέσθαι,
ὡς ἂν ἐπιθύσαντες ἑλοίμεθα· τοὺς δέ κ᾽ ἔπειτα
Παλλὰς Ἀθηναίη θέλξει καὶ μητίετα Ζεύς.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν·
300 εἰ ἐτεόν γ᾽ ἐμός ἐσσι καὶ αἵματος ἡμετέροιο,
μή τις ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆος ἀκουσάτω ἔνδον ἐόντος,
μήτ᾽ οὖν Λαέρτης ἴστω τό γε μήτε συβώτης
μήτε τις οἰκήων μήτ᾽ αὐτὴ Πηνελόπεια,
ἀλλ᾽ οἶοι σύ τ᾽ ἐγώ τε γυναικῶν γνώομεν ἰθύν·
305 καί κέ τεο δμώων ἀνδρῶν ἔτι πειρηθεῖμεν,
ἠμὲν ὅπου τις νῶϊ τίει καὶ δείδιε θυμῷ,
ἠδ᾽ ὅτις οὐκ ἀλέγει, σὲ δ᾽ ἀτιμᾷ τοῖον ἐόντα.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσεφώνεε φαίδιμος υἱός·
«ὦ πάτερ, ἦ τοι ἐμὸν θυμὸν καὶ ἔπειτά γ᾽, ὀΐω,
310γνώσεαι· οὐ μὲν γάρ τι χαλιφροσύναι γέ μ᾽ ἔχουσιν·
ἀλλ᾽ οὔ τοι τόδε κέρδος ἐγὼν ἔσσεσθαι ὀΐω
ἡμῖν ἀμφοτέροισι· σὲ δὲ φράζεσθαι ἄνωγα.
δηθὰ γὰρ αὔτως εἴσῃ ἑκάστου πειρητίζων,
ἔργα μετερχόμενος· τοὶ δ᾽ ἐν μεγάροισιν ἕκηλοι
315 χρήματα δαρδάπτουσιν ὑπέρβιον, οὐδ᾽ ἔπι φειδώ.
ἀλλ᾽ ἦ τοί σε γυναῖκας ἐγὼ δεδάασθαι ἄνωγα,
αἵ τέ σ᾽ ἀτιμάζουσι καὶ αἳ νηλείτιδές εἰσιν·
ἀνδρῶν δ᾽ οὐκ ἂν ἐγώ γε κατὰ σταθμοὺς ἐθέλοιμι
ἡμέας πειράζειν, ἀλλ᾽ ὕστερα ταῦτα πένεσθαι,
320 εἰ ἐτεόν γέ τι οἶσθα Διὸς τέρας αἰγιόχοιο.»

***
Πάλι του μίλησε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος:
«Ω ναι, εκείνοι δεν θα μείνουν για πολύ μακριά από την άγρια μάχη,
όταν θα φτάσει η ώρα να κρίνει ο Άρης τον αγώνα μας
με τους μνηστήρες στο παλάτι.
270 Μα τώρα εσύ, μόλις φανεί στον ουρανό η Αυγή, πήγαινε
σπίτι, ανακατέψου πάλι με τους περήφανους μνηστήρες —
εμένα θα με κατεβάσει αργότερα στην πόλη ο χοιροβοσκός,
με τη μορφή ενός γέρου, κουρελή ζητιάνου.
Κι αν μέσα στο ίδιο μου το σπίτι εκείνοι με καταφρονήσουν,
να μείνει ψύχραιμη η καρδιά σου, βλέποντας
το κακό που πάσχω· ακόμη κι αν στο πάτωμα με σύρουν απ᾽ τα πόδια
να με πετάξουν έξω, ή ρίξουν τις βολές τους πάνω μου, βλέπε
και κάνε εσύ υπομονή. Μόνο με λόγια μαλακά τους λες
τις αφροσύνες τους να σταματήσουν. Αυτοί, είναι σίγουρο,
280 δεν θα σ᾽ ακούσουν· γιατί τους μέλλεται η μοιραία μέρα.
Αλλά και κάτι άλλο έχω να σου πω, να το φυλάξει ο νους σου:
μόλις φωτίσει το μυαλό μου πολύβουλη η Αθηνά,
εγώ κουνώντας το κεφάλι θα σου κάνω νεύμα, πιάνεις εσύ τότε
το νόημα, κι αμέσως σηκώνεις τα όπλα του πολέμου
που παραμένουν στη μεγάλη αίθουσα — να τα μαζέψεις όλα
στη γωνιά της πάνω κάμαρης.
Όσο για τους μνηστήρες, όταν τα αναζητήσουνε και σε ρωτήσουν,
πάλι τους ξεγελάς με λόγια μαλακά: «Τα σήκωσα να τα φυλάξω
από την κάπνα, γιατί δεν μοιάζουν πια όπως ο Οδυσσέας
τ᾽ άφησε τη μέρα εκείνη που έφευγε στην Τροία·
290 έχουν το χάλι τους, τα θάμπωσε η καπνισμένη ανάσα της φωτιάς.
Κι ένας ακόμη λόγος σοβαρότερος, που ο Δίας τον έβαλε στον νου μου·
μήπως μιαν ώρα μεθυσμένοι, πιάσετε μεταξύ σας τον καβγά
και πληγωθείτε, οπότε θα ντροπιάσετε γεύμα και προξενιό —
γιατί από μόνο του το σίδερο τραβά τον άντρα.»
Μόνο για μας τους δυο άφησε μέσα δυο σπαθιά, δυο δόρατα,
και δυο σκουτάρια από βοδίσιο δέρμα· πρόχειρα να ᾽ναι,
όταν διαλέξουμε την ώρα να εφορμήσουμε. Μετά η Παλλάδα Αθηνά
θα τους μαγέψει αυτούς, αλλά κι ο Δίας βαθυστόχαστος.
Και κάτι ακόμα θα σου πω, να το θυμάσαι·
300 αν είσαι γιος μου κι αίμα μου, κανείς μην πάρει είδηση
πως ο Οδυσσέας βρίσκεται στο σπίτι. Μήτε ο Λαέρτης να το μάθει
μήτε ο χοιροβοσκός μήτε άλλος άνθρωπος δικός μας —
ούτε κι η ίδια η Πηνελόπη.
Μόνο εσύ κι εγώ, μαζί να δούμε των γυναικών το φρόνημα
και λέω να δοκιμάσουμε τους άλλους δούλους· αν κάποιος μας τιμά
και μας φοβάται, και ποιος καθόλου δεν μας λογαριάζει
κι εσένα σε ατιμάζει, κι ας είσαι αυτός που είσαι.»
Ανταποκρίθηκε ο λαμπρός του γιος και τον προσφώνησε:
«Πατέρα, το φρόνημά μου σύντομα θα το γνωρίσεις —
310 δεν είμαι πάντως αχαλίνωτος.
Αλλά δεν βλέπω αυτό που είπες να συμφέρει τόσο
και τους δυο μας· γι᾽ αυτό προτείνω να το ξανασκεφτείς.
Πολύν καιρό νομίζω πως θα χάσεις τους δούλους δοκιμάζοντας έναν προς έναν, γυρίζοντας και στους αγρούς· στο μεταξύ οι μνηστήρες
ανενόχλητοι κι ασύστολοι ξαφρίζουν στο παλάτι τ᾽ αγαθά σου —
δεν έχουν στάλα δισταγμό.
Είμαι λοιπόν της γνώμης, των γυναικών την πίστη
να τη δοκιμάσεις· ποιες κριματίζονται σε βάρος σου
και ποιες σου μένουν ακριμάτιστες.
Δεν θα συμβούλευα όμως, πηγαίνοντας στους στάβλους, στον έλεγχο να βάλουμε
ακόμη και τους δούλους — αυτή η δουλειά ας μείνει αργότερα,
320 αν πράγματι κρατείς στο χέρι σημάδι από τον αιγίοχο Δία.»

Ένα παιδί που δεν το αποδέχθηκαν, τρέχει μια ζωή προκειμένου να φτάσει κάπου

«Είναι εύκολο να γίνεις γονιός, αλλά είναι δύσκολο να είσαι γονιός».

Σ’ αυτή τη φράση ο Βίλχελμ Μπους εσωκλείει σύντομα και περιεκτικά τη δυσκολία – κι ό,τι αυτή προϋποθέτει ή συνεπάγεται- του να είναι κανείς όχι τέλειος, αλλά ένας αρκούντως καλός γονιός. Εξάλλου τέλειοι γονείς δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν και τέλεια παιδιά, κι αυτό είναι κάτι, που χρειάζεται να κρατάμε καλά στο νου μας.

Όταν κάποιος γίνεται γονιός, τότε είναι η στιγμή που έρχεται στην επιφάνεια το δικό του εσωτερικό παιδί, των δικών του παιδικών χρόνων, έρχεται ξανά σε επαφή με το παρελθόν του, με τα τραύματά του. Και μπορεί είτε να υποκύψει σ’ αυτά και να τα αναπαράγει, διαιωνίζοντας με τη σειρά του αυτό το φαύλο κύκλο γενεών, είτε μπορεί να έρθει αντιμέτωπος με τις πληγές του, σπάζοντας τον κύκλο.

Όποια κι αν είναι η επιλογή του, οι συνέπειες είναι αναπόφευκτες και αντίστοιχες της απόφασής του. Ο πρώτος δρόμος είναι σίγουρα ο πιο εύκολος, αλλά εξίσου σίγουρα είναι και ο πιο επικίνδυνος και επώδυνος για το παιδί μπροστά του.

Οι γονείς βλέπουν το παιδί τους ως προέκταση του εαυτού τους, αδυνατούν να το δουν ως ξεχωριστή προσωπικότητα, ως πλάσμα με διαφορετική ταυτότητα, τη δική του ταυτότητα. Περιμένουν απ’ αυτό να γίνει ό,τι δεν έγιναν, να κάνει ό,τι δεν έκαναν, να ζήσουν τη ζωή που δεν έζησαν μέσα απ’ τη ζωή του παιδιού τους, να “φτιάξουν” το τέλειο, το ιδανικό, το ατσαλάκωτο παιδί. Αντ’ αυτού όμως, το μόνο που καταφέρνουν να “φτιάξουν” είναι ένα φοβισμένο παιδί.

«Όταν ο γονιός δεν έχει αρκετή αυτοπεποίθηση, όταν δεν είναι σίγουρος για τη θέση του, μπορεί να αντιδρά άσχημα στις εκδηλώσεις αντίστασης του παιδιού του. Αντί να δει την αντίσταση ως μία εκδήλωση της ταυτότητας του παιδιού, αισθάνεται ότι κατευθύνεται εναντίον του». -Ιζαμπέλ Φιλιοζά

Και τότε οι γονείς κάνουν ένα από τα μεγαλύτερα τους λάθη. Αντί να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους, προσπαθούν να μεγαλώσουν ένα υπάκουο και πειθαρχημένο παιδί χρησιμοποιώντας ως όπλο τους και έχοντας ως σύμμαχο τους το φόβο. Και ο φόβος είναι παιδική κακοποίηση.

Παιδική κακοποίηση δεν είναι μόνο ό,τι αγγίζει τη σφαίρα του ακραίου. Παιδική κακοποίηση είναι οι τιμωρίες, οι επικρίσεις, οι υποτιμήσεις, οι ετικέτες, οι συγκρίσεις, οι απαιτήσεις, οι απειλές, η αδιαφορία, η απόρριψη, η απαξίωση, η ειρωνεία, τα λόγια που πονάνε, η αγάπη υπό όρους («Σ’ αγαπώ/ Είσαι καλός/ή, αν κάνεις αυτό που λέω/θέλω εγώ»). -F. Engels

Δε μιλάμε πλέον για μια σχέση ισότιμη, αναφορικά με την αξιοπρέπεια. Μιλάμε για μια σχέση ελέγχου, για ένα μόνιμο παιχνίδι εξουσίας, με τους γονείς να κατηγορούν το παιδί ξεχνώντας ότι αυτοί το ξεκίνησαν. Το παιδί δεν μπορεί να ακούει προσβολές, γιατί μόνο έτσι μεγαλώνοντας θα αποκτήσει αξιοπρέπεια.

Κάθε φορά που ο γονιός επιδιώκει να επιβληθεί στο παιδί του, κατ’ ουσίαν επιχειρεί να επιβληθεί στα τραύματα του για να μην πονάει.

Πίσω απ’ τη βία κρύβεται μια δική του ιστορία, είναι οι παλιές πληγές, που ξαναματώνουν, προβάλλει την οργή της παιδικής του ηλικίας στο παιδί του.

Το παιδί εξαρτάται από τους γονείς του, καθρεφτίζεται στο βλέμμα τους, βλέπει τον εαυτό του μέσα απ’ τα δικά τους μάτια. Το παιδί δεν έχει ανάγκη από τέλειους γονείς, έχει ανάγκη από γονείς που το αγαπούν και κυρίως το αποδέχονται άνευ όρων και όχι άνευ ορίων.

Δε φτάνει μόνο η αγάπη, χρειάζεται και η αποδοχή.

Ένα παιδί, που δεν το αποδέχθηκαν, τρέχει για μια ζωή προκειμένου να φτάσει κάπου.

Έχει ανάγκη από γονείς που αποδέχονται ότι το παιδί τους δεν είναι τέλειο, ότι δεν είναι ίσως αυτό που ονειρεύτηκαν, ότι δεν είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι.

Αλήθεια, οι ίδιοι είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι; Αποδέχτηκαν ποτέ τον εαυτό τους; Τον αγάπησαν;

Το παιδί έχει ανάγκη από γονείς, που αναγνωρίζουν τα λάθη τους, τα παραδέχονται και προσπαθούν να τα διορθώσουν.

«Κι εμείς τι πάθαμε που μεγαλώσαμε έτσι;».

Μεγαλώσαμε μέσα σ’ έναν ψεύτικο εαυτό. Μάθαμε να φοβόμαστε, να κρυβόμαστε πίσω από μάσκες, να μην έχουμε πρόσωπο, αλλά προσωπείο, να φοράμε το κουστούμι μας και να παίζουμε το ρόλο μας.

Μάθαμε να μην εκφράζουμε τις ανάγκες και τα «θέλω» μας, να μην τα αναγνωρίζουμε, να θέλουμε τα «θέλω» των άλλων, να τα περνάμε για δικά μας, να τους ανήκουμε, να εξαρτιόμαστε.

Μάθαμε να μην αγαπάμε τον εαυτό μας, άρα και τους άλλους, να μην τον αποδεχόμαστε, να τον σαμποτάρουμε, να ζητούμε το δυσλειτουργικό για να λειτουργήσουμε ή για να νομίζουμε ότι έτσι λειτουργούμε.

Μάθαμε να βολευόμαστε, να μη ρισκάρουμε, να μην κυνηγάμε τα όνειρά μας, να μην ονειρευόμαστε, να μας τρομάζει η αλλαγή, δηλαδή η ίδια η ζωή, μάθαμε να μη ζούμε. Άλλα περισσότερο, άλλα λιγότερο.

Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Κι αν πάλι όλα αυτά δεν τα αναγνωρίζουμε είναι γιατί κυρίως μάθαμε να τα βάζουμε όλα «κάτω απ’ το χαλί»...

Κι αφού δεν τα βλέπω, ή μάλλον δε θέλω να τα δω, τότε δεν υπάρχουν! Αυτό πάθαμε. Γίναμε έτσι...

Μας οφείλουμε λοιπόν να βγούμε στο φως, να δούμε τις σκιές μας, να τις αναγνωρίσουμε, να τις γνωρίσουμε κι αυτή τη φορά να μάθουμε να τις διαχειριζόμαστε.

«Να πούμε “ναι” στον εαυτό μας, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα καθήκοντά μας.» -C. Jung.

Να βγάλουμε τη μάσκα! Να σπάσουμε τον κύκλο!

Η πίστη ως ερωτική χρονικότητα

Ας εξετάσουμε πρώτα τις αγάπες που είχα για κάποιο χρόνο πριν τις προδώσω ή τις εγκαταλείψω.

Κι όμως, τους μένω πιστός, και μάλιστα οριστικά.

Όχι βέβαια χάρη στις προσπάθειες της ανάμνησης, που η εργασία του πένθους ή μία απογοήτευση με τη λογοκρισία της μπορούν αν θέλουν, αντιθέτως, να τις καταργήσουν.

Αλλά επειδή όσο πιο πολύ πείθω τον εαυτό μου ότι «Δεν θέλω να ακούσω τίποτε», τόσο πιο πολύ αναγνωρίζω, με την άρνησή μου την ίδια, ότι ήμουν ο εραστής εκείνου για τον οποίο σήμερα θέλω να ξεχάσω τα πάντα.

Δεν είναι η μνήμη του τάδε προσώπου, ή ετούτης εδώ της σάρκας, ούτε αυτού εδώ του άλλου – όλα αυτά μπορούν κάλλιστα να εξαφανιστούν χωρίς να αφήσουν ψυχολογικά ίχνη.

Είναι ότι κάποτε έκανα μία ανεπανόρθωτη εξομολόγηση σ’ αυτόν που ίσως έχει σβήσει από τη μνήμη μου και του οποίου έγινα ο εραστής· αν σήμερα έχω ξεχάσει τα πάντα, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι, για να αγαπήσω αυτόν που έχει πια εκλείψει, έφτασα όντως στο καθεστώς του εραστή, ότι αγάπησα όντως από πρωτοβουλία σύμφωνα με την αρχή του μη αποχρώντος λόγου, και ότι όντως έλαβα από αυτόν την σάρκα μου (την οποία δεν είχε) δίνοντάς του τη δική του (την οποία δεν είχα).

Οπότε, ακόμα κι αν ο όρκος δεν ήξερε πώς να διαρκέσει, δεν το μπόρεσε, ή δεν το θέλησε, ακόμα κι αν ο άλλος έχει εξαφανιστεί μαζί με το φαινόμενο που τον φανέρωνε, το γεγονός παραμένει ότι ριζικοποίησα την ερωτική αναγωγή, της οποίας η σφραγίδα με σημαδεύει για πάντα.

Ό,τι έκανα, είπα ή αισθάνθηκα από έρωτα φτάνοντας μέχρι τη ριζικοποιημένη ερωτική αναγωγή, με σημάδεψε σαν οριστικό στίγμα και μου επέβαλε μία νέα μορφή. Ίσως έχασα με τον χρόνο τον τάδε άλλο ή έχασα χρόνο μαζί του – αλλά δεν θα χάσω ποτέ αυτό που χρειάστηκε να γίνω για να τον αγαπήσω.

Όλες τις πράξεις που έκανα ως εραστής, τις κρατώ για πάντα μέσα μου – ή μάλλον με κρατούν μέσα τους και σώζουν την αδιαμφισβήτητη ερωτική αξιοπρέπειά μου.

Αυτοί που αγάπησα ίσως χάθηκαν, όχι όμως το γεγονός ότι τους αγάπησα, ούτε ο χρόνος που αφιέρωσα γι’ αυτό, ούτε ο εραστής που έγινα για να τους αγαπήσω.

Γιατί δεν υπάρχει ποτέ πρώην, υπάρχουν μόνο τα ανεξίτηλα ίχνη των άλλων, που με έκαναν εραστή, εραστή όχι άσφαλτο, εραστή χωρίς αμφιβολία πεπερασμένο, αλλά οριστικό, αλλά ανέκλητο.

Ποτέ δεν θα μπορέσω να αναιρέσω το γεγονός ότι μπήκα στον πειρασμό να αγαπήσω, ότι επομένως αγάπησα.

Ελέγχω τα συναισθήματά μου, ελέγχω τη ζωή μου

Στο πάγωμα της καθημερινότητας και όντας απομονωμένοι, ερχόμαστε όλοι αντιμέτωποι με τις διάφορες πλευρές του εαυτού μας και τα συναισθήματά μας.

Μας γεννήθηκαν πολλές απορίες, είχαμε και έχουμε πολλές ερωτήσεις, που όμως δεν μπορούν να απαντηθούν, επειδή δεν έχουμε τα πραγματικά δεδομένα. Και τι μας μένει σε τέτοιες περιπτώσεις; Πολύ μεγάλη αβεβαιότητα και φόβος. Ο εγκέφαλός μας είναι καλωδιωμένος έτσι ώστε να αντιπαθεί την αβεβαιότητα και το άγνωστο επειδή τα εξισώνει με τον κίνδυνο.

Η τρέχουσα κατάσταση έχει πυροδοτήσει την ανησυχία, το φόβο, την ανασφάλεια και το άγχος, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε στο έλεος αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων. Γι’ αυτό σε τέτοιους καιρούς, η συναισθηματική μας υγεία, που συνεπάγεται και σωματική υγεία, είναι πολύ σημαντική.

Τα καλά νέα είναι ότι είμαστε τεχνολογικά εξελιγμένα, υψηλής πολυπλοκότητας όντα με την ικανότητα να αυτό-ρυθμίζουμε την ενέργεια που ρέει στο βιολογικό μας σύστημα. Μπορούμε να ρυθμίζουμε συνειδητά τη βιολογία μας (να ενισχύσουμε το ανοσοποιητικό μας, να ξυπνήσουμε τα ένζυμα της μακροζωίας, να αυξήσουμε την ανθεκτικότητά μας). Πώς; Μέσω των συναισθημάτων μας. Η υγεία και η μακροζωία επηρεάζονται περισσότερο από το εσωτερικό μας περιβάλλον απ’ ότι από το εξωτερικό.

Μας έχουν μάθει ότι υπάρχουν αρνητικά, κακά συναισθήματα. Και τι κάνουμε με κάτι αρνητικό και κακό; Το απομακρύνουμε. Το κρύβουμε. Το μεταμφιέζουμε σε κάτι άλλο. Για να το ελέγξουμε.

Κι έτσι παλεύουμε ενάντια στα συναισθήματά μας, τα απωθούμε, προσποιούμενοι ότι δεν υπάρχουν ή απλά τα κλείνουμε στο υπόγειο και πετάμε το κλειδί.

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν αρνητικά ή κακά συναισθήματα. Όλα τα συναισθήματα εξυπηρετούν ένα σκοπό. Η λειτουργία τους είναι να τραβήξουν την προσοχή μας, ώστε να εστιάσουμε σε κάτι, και να μας παρακινήσουν να δράσουμε. Τα συναισθήματα είναι εγγενώς ουδέτερα, απλά μας ενημερώνουν πού βρισκόμαστε και πώς φαίνεται να είναι τα πράγματα. Όλα τα συναισθήματα είναι πληροφορίες, δεδομένα, μηνύματα. Είναι ενέργεια σε κίνηση και είναι η κύρια γλώσσα του σώματος, του υποσυνείδητου και της διαίσθησης. Όταν καταστέλλουμε ή αγνοούμε δύσκολα συναισθήματα, το πραγματικό θύμα είναι η ευημερία και η υγεία μας.

Πώς μπορούμε να ελέγξουμε δύσκολα ή δυσάρεστα συναισθήματα;

Όταν για παράδειγμα νιώθω φόβο, ρωτάω: «Τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή; Είναι δικό μου αυτό το συναίσθημα; Είναι το συναίσθημα ανάλογο της κατάστασης;».

Εφόσον αναγνωρίσω και αποδεχτώ αυτό που νιώθω, μπορώ να αρχίσω να το μεταμορφώνω. Πολλές πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι όταν ονομάζουμε τα συναισθήματά μας, χάνουν μέρος της δύναμής τους. Ότι όταν γίνονται αντικείμενο της γνωστικής διαδικασίας, μειώνεται η έντασή τους.

Η μειωμένη ένταση του συναισθήματος, εφόσον το έχω ονομάσει, μου επιτρέπει να μείνω μαζί του και να το βιώσω. Μου επιτρέπω να νιώσω απογοητευμένη, θυμωμένη, λυπημένη ή φοβισμένη.

Νιώθω οτιδήποτε είναι αυτό που αισθάνομαι και δεν επιτρέπω στο μυαλό μου να το δικαιολογήσει ή να το αιτιολογήσει. Παίρνω μερικές βαθιές αναπνοές και κάθομαι μαζί του. Γίνομαι ο «ιερός μάρτυρας» αυτού που συμβαίνει μέσα μου.

Παρατηρώ τις αισθήσεις που έχω στα διάφορα σημεία του σώματός μου. Παρατηρώ, χωρίς να προσπαθώ να διορθώσω τίποτα. Και μετά ρωτάω: «Ποιο είναι το γενικό μήνυμα αυτού του συναισθήματος; Τι θέλει να μου πει;». Και παραμένω σε σιωπή και ακινησία για λίγα λεπτά. Η απάντηση μπορεί να εμφανιστεί με διάφορους τρόπους, σαν αίσθηση, εικόνα, λέξεις ή έμπνευση…

«Τι θέλω πραγματικά; Τι μου λέει η καρδιά μου; Τι χρειάζεται να κάνω;».

Οι εικόνες που έχω στο μυαλό μου, πυροδοτούν μια έκρηξη χημικών τα οποία μεταβάλλουν τη σύνθεση του αίματός μου, το οποίο με τη σειρά του ρυθμίζει και ελέγχει τα κύτταρά μου. Τα βιοχημικά που εκκρίνονται μέσα μου είναι σαν κύμα που ξεχύνεται στο σώμα μου και ολόκληρη η διαδικασία διαρκεί 60 με 90 δευτερόλεπτα. Μπορώ να διαχειριστώ και να ελέγξω 90 δευτερόλεπτα, έτσι δεν είναι;

Τα προβλήματα δημιουργούνται όταν δεν είμαστε καλά με τον εαυτό μας. Όλα τα προβλήματα είναι εσωτερικά. Η ποιότητα της ζωής μας καθορίζεται από την ποιότητα των σκέψεων και των συναισθημάτων μας.

Είναι σημαντικό να γνωρίζεις πως μπορείς να επιλέξεις τι θα σκεφτείς και τι θα νιώσεις. Μπορείς να σταματήσεις εν τη γενέσει τις παρορμήσεις σου και να τις ελέγξεις.

Πώς ζεις τη ζωή σου, με χαρά και αγάπη ή με άγχος και φόβο.

Να επιμένεις στην αγάπη και να τη πιστεύεις όσο το δυνατό περισσότερο γίνεται

Ναι, να επιμένεις στην αγάπη.

Να επιμένεις σε εκείνο το μαγικό τρόπο που σε κάνει να βλέπεις τα πράγματα.
Να επιμένεις σε εκείνους που δεν σταματούν να βλέπουν το καλό στη ψυχή των άλλων…

Να επιμένεις στην αγάπη…

Και να αφουγκράζεσαι τη δύναμή της.
Όπως και το πόνο που πολλές φορές κουβαλάει.
Και να τον γιατρεύεις με την αύξηση της δόσης της.

Να επιμένεις στην αγάπη…

Και να τη πιστεύεις όσο το δυνατό περισσότερο γίνεται.
Και να ελπίζεις πως ίσως μια μέρα θα καταφέρει να αλλάξει τον κόσμο.

Να επιμένεις στην αγάπη…

Και μην ακούς αυτά που λένε, ότι δήθεν η αγάπη πληγώνει και μας κάνει να καταρρέουμε…

Είναι δυνατόν ένα τέτοιο συναίσθημα που υφίσταται για να δίνει χαρά, να προκαλεί τόσο εύκολα τον πόνο;

Οι άνθρωποι πληγώνουν.
Οι προσδοκίες μας από αυτούς.
Και αυτά είναι που κλονίζουν την αγάπη.
Και την κάνουν να μειονεκτεί.

Να επιμένεις στην αγάπη…

Και μη σταματάς ποτέ να αναζητάς το φως της.
Την αλήθεια της.
Τα χρώματά της.
Σε φιλίες και σχέσεις που μπορούν να δώσουν.

Να επιμένεις στην αγάπη…

Και κάθε φορά να τη βιώνεις σε βάθος,
Από την αρχή ως το τέλος της…
Και μη σκεφτείς ποτέ να την αφήσεις.

Να επιμένεις στην αγάπη…

Και μη την εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.
Άκου τις λέξεις της,
Τις σιωπές της.
Όλα αυτά που προσπαθεί να σου μάθει.

Να επιμένεις στην αγάπη…

Και μην πέσεις και εσύ στη παγίδα ότι είναι ακόμα ένα λάθος σου.
Ότι δεν είναι για σένα.

Να ξέρεις πως μπορείς να ξαναγαπήσεις.
Και να νιώσεις ξανά την πληρότητα που σε γεμίζει.
Και να σε εμπιστευτείς.

Να επιμένεις στην αγάπη…

Και να της δίνεις το χρόνο και το χώρο που χρειάζεται.
Και να θυμάσαι πως εσύ μοίρασες απλόχερα αυτό που μπορούσες.
Δεν κλείδωσες.

Να επιμένεις στην αγάπη…

Και μη τη ξοδεύεις άλλο σε παρελθόντες χρόνους…
Ζήσε την επιτέλους σε αυτό το σήμερα που της αξίζει.

Και μην ξεχνάς…

Η αγάπη δεν είναι δειλία.
Αγαπώ σημαίνει εγώ αγαπώ.
Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά.

Γι’ αυτό μη τη φοβάσαι…

Πώς η έμφαση δίνεται στο «έχειν» και όχι στο «είναι»

Μια κάποια αλλαγή, όσον αφορά την έμφαση που δίνεται αντίστοιχα στο «έχειν» και στο «είναι», φαίνεται ξεκάθαρα στην όλο και αυξανόμενη χρήση των ουσιαστικών και στην επακόλουθη μείωση της χρήσης των ρημάτων στις δυτικές γλώσσες.

Το ουσιαστικό είναι η ακριβής κατονομασία ενός πράγματος. Μπορώ να πω ότι έχω πράγματα: έχω ένα τραπέζι, ένα σπίτι, ένα βιβλίο, ένα αυτοκίνητο. Η ακριβής κατονομασία μιας δραστηριότητας, όμως ή μιας διαδικασίας σε εξέλιξη είναι ένα ρήμα: λόγου χάρη, «είμαι», «αγαπώ», «επιθυμώ», «μισώ» κ.λπ. Αλλά όλο και πιο συχνά, ακόμη και μια δραστηριότητα εκφράζεται με όρους κτήσης: με άλλα λόγια, ένα ουσιαστικό αντικαθιστά το ρήμα. Το να εκφράσεις ωστόσο μια δραστηριότητα χρησιμοποιώντας το ρήμα «έχω» σε συνδυασμό με ένα ουσιαστικό, αποτελεί εσφαλμένη χρήση της γλώσσας, καθώς οι δραστηριότητες και οι διαδικασίες σε εξέλιξη μπορούν μόνο να βιωθούν και όχι να αποκτηθούν.

Οι καταστροφικές συνέπειες αυτής της σύγχυσης είχαν ήδη αναγνωριστεί από τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ο Ντι Μαρέ έδωσε μια ιδιαίτερα ακριβή έκφραση αυτού του προβλήματος σ’ ένα έργο του που εκδόθηκε μετά των θάνατό του, με τίτλο: «Οι Πραγματικές Αρχές της Γραμματικής» (1769), Γράφει εκεί: «Στο παράδειγμα “Έχω ένα ρολόι”, το ρήμα πρέπει να εννοηθεί με την κυριολεκτική του σημασία• όταν, όμως, λέει κάποιος “έχω μια ιδέα”, τότε το “έχω” λέγεται μόνο μεταφορικά. Είναι μια δανεισμένη έκφραση. Έχω μια ιδέα σημαίνει σκέφτομαι, συλλαμβάνω κάτι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Παρόμοια, έχω μια επιθυμία σημαίνει επιθυμώ κ.ο.κ.».

Στη διάρκεια των δύο αιώνων μετά τον Ντι Μαρέ, αυτή η γενική τάση της υποκατάστασης των ρημάτων με ουσιαστικά έχει λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις, που ακόμη κι εκείνος ο ίδιος δύσκολα θα μπορούσε να είχε φανταστεί. Ιδού ένα τυπικό, ακόμη κι αν είναι κάπως παρατραβηγμένο, παράδειγμα της καθημερινής μας ομιλίας. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος πηγαίνει να συμβουλευτεί έναν ψυχαναλυτή και ξεκινά τη συζήτηση με τα παρακάτω λόγια: «Γιατρέ, έχω ένα πρόβλημα˙ έχω αϋπνία. Αν και έχω ένα όμορφο σπίτι, αξιαγάπητα παιδιά κι έναν ευτυχισμένο γάμο, έχω και πολλές ανησυχίες». Πριν από μερικές δεκαετίες, αντί ο ασθενής να πει «έχω ένα πρόβλημα», θα είχε ίσως πει «είμαι προβληματισμένος», αντί να πει «έχω αϋπνία», θα έλεγε «δεν μπορώ να κοιμηθώ»˙ και, αντί να πει «έχω έναν ευτυχισμένο γάμο», θα έλεγε «είμαι ευτυχισμένος στον γάμο μου».

Ο πιο πρόσφατος τρόπος έκφρασης δηλώνει και τον υψηλό βαθμό αλλοτρίωσης που έχει επικρατήσει. Λέγοντας «έχω ένα πρόβλημα» αντί «είμαι προβληματισμένος», η υποκειμενική εμπειρία περιορίζεται: το εγώ της βιωμένης εμπειρίας υποκαθίσταται από αυτό της κτήσης. Έχω μετασχηματίσει το συναίσθημά μου σε κάτι το οποίο κατέχω: ένα πρόβλημα. Όμως, η λέξη «πρόβλημα» είναι ένας αφηρημένος όρος για κάθε λογής δυσκολία. Δεν δύναμαι να έχω ένα πρόβλημα, καθώς αυτό το τελευταίο δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να βρίσκεται στην κατοχή μου. Ωστόσο, μπορεί αυτό να κατέχει εμένα. Με διαφορετική διατύπωση, έχω μεταβάλει τον εαυτό μου σε «πρόβλημα» και τώρα πια με κατέχει το δημιούργημά μου. Αυτός o τρόπος ομιλίας προδίδει επομένως μια κρυμμένη, ασυνείδητη αλλοτρίωση. Αλλά βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει σε όλα αυτά πως η αϋπνία είναι ένα φυσικό σύμπτωμα όπως ο πονεμένος λαιμός ή ο πονόδοντος, και γι’ αυτό είναι αποδεκτό να λέμε ότι έχουμε αϋπνία, όπως λέμε ότι έχουμε πονεμένο λαιμό. Αλλά εδώ υπάρχει μια διαφορά: ένας πονεμένος λαιμός ή ένας πονόδοντος είναι σωματικές αισθήσεις, οι οποίες μπορούν να είναι περισσότερο ή λιγότερο έντονες, όμως δεν έχουν ιδιαίτερη ψυχική χροιά. Μπορεί κανείς να έχει πονεμένο λαιμό, αφού βέβαια έχει λαιμό, όπως μπορεί να έχει πονεμένο δόντι, αφού έχει δόντια. Η αϋπνία, αντίθετα, δεν είναι μια σωματική αίσθηση, αλλά μια πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, αυτή κατά την οποία αδυνατεί να κοιμηθεί. Αν πω ότι «έχω αϋπνία» αντί «δεν μπορώ να κοιμηθώ», προδίδω την επιθυμία μου να απωθήσω μακριά μου την εμπειρία του άγχους μου, της ανησυχίας και της έντασης που δεν με αφήνουν να κοιμηθώ, και να αντιμετωπίσω ένα φαινόμενο που σχετίζεται με το μυαλό μου σαν να ήταν σωματικό σύμπτωμα.

Ή ένα άλλο παράδειγμα˙ το να πω «έχω μεγάλη αγάπη για σένα», δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Η αγάπη δεν είναι ένα πράγμα που μπορεί κάποιος να το έχει, αλλά μια ζωντανή διαδικασία, μια εσωτερική δραστηριότητα, υποκείμενο της οποίας είναι αυτός ο κάποιος. Μπορώ να αγαπώ, μπορώ να είμαι ερωτευμένος, αλλά αγαπώντας… δεν έχω τίποτε. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, όσο λιγότερα έχω τόσο περισσότερο μπορώ να αγαπώ.

Erich Fromm, Να έχεις ή να είσαι;

Η διαφορά της ελευθερίας με την αυθαιρεσία

Από την ώρα που οι αρχές και οι κανόνες, τα παραγγέλματα και οι εντολές μας έρχονται απ’ έξω και οι κυρώσεις, θετικές ή αρνητικές, έπαινος ή ψόγος, αμοιβή ή ποινή επιβάλλονται πάλι απ’ έξω, από την ώρα που δεν κρίναμε εμείς και δεν αναδεχτήκαμε εμείς ολόκληρο το βάρος της εκλογής και της πράξης μας, δεν επήραμε μόνοι και ακέραια την απόφασή μας, η ευθύνη μας είναι περιορισμένη. Άλλο αν είναι και για το θετό Δίκαιο η ευθύνη μας στην περίπτωση αυτή πλήρης ή όχι. Εγώ μιλώ για την ηθική ευθύνη. Πλήρης είναι η ευθύνη μόνο στις πράξεις της αυτόνομης βούλησης. Πλήρως υπεύθυνος είμαι κατά το μέτρο που η πράξη είναι δική μου, κατά το μέτρο που η πράξη απέρρευσε από μένα τον ίδιο. Όσο δεν είναι δική μου με το νόημα αυτό, άλλο τόσο δεν υπέχω κι εγώ την πλήρη ευθύνη για τη σύλληψη και την εκτέλεσή της.

Ελευθερία όμως ηθική δεν θα πει αυθαιρεσία. Να μια παρεξήγηση που πρέπει να την αποφύγουμε. Άλλο ελευθερία και άλλο αναρχία. Επομένως και η ηθική αυτονομία αντιδιαστέλλεται ριζικά και σαφώς προς την αυθαιρεσία. Αυθαίρετη είναι η αναρχούμενη, όχι η ελεύθερη βούληση. Αυτονομούμενη είναι η βούληση που προστάζεται από το δικό της νόμο, όχι εκείνη που δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο. Τέτοια είναι η αυθαίρετη, η αναρχούμενη βούληση. Η αυτονομούμενη βούληση ενεργεί σύμφωνα με τη δική της αξιοθεσία, με τη δική της ιεράρχηση των αξιών, πέρα από κάθε δέσμευση. Ενεργεί πέρα από κάθε δέσμευση, εκτός από μία. Όλες τις άλλες δεσμεύσεις μπορεί να τις αγνοήσει. Να τις καταλύσει. Μιαν όμως δέσμευση δεν μπορεί η αυτονομούμενη βούληση να την αρνηθεί ή να την αναιρέσει: τον αυτοσεβασμό. Να η διαφορά μεταξύ της αυθαίρετης και της ελεύθερης βούλησης. Η αυθαίρετη βούληση δεν πειθαρχεί πουθενά, δεν σέβεται κανένα νόμο, και κατά τούτο ακριβώς είναι αυθαίρετη ότι δεν πειθαρχεί στον εαυτό της. Δεν έχει καμιά δυσκολία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ή να μη σας δώσει κανένα λόγο. «Έκανα άλλοτε έτσι, αυτό τώρα το κάνω αλλιώς». Γιατί; «Γιατί έτσι θέλω». Ούτε αυτοσεβασμός, ούτε αυτοπειθαρχία. Ελευθερία όμως δεν θα πει να ενεργείς από καπρίτσιο ή ελεύθερα. Ελευθερία θα πει να ενεργείς από σεβασμό προς ένα νόμο που έχεις δώσει ο ίδιος στον εαυτό σου και να αισθάνεσαι την υποχρέωση πρώτος εσύ να τον τηρήσεις. Όχι κατά σύμπτωση. Όχι κατ’ εξαίρεση. Αλλά ως σταθερό και αμετακίνητο κανόνα βίου. Γι’ αυτό λέμε : ελεύθερη βούληση είναι εκείνη που δεν δεσμεύεται από τίποτα εκτός από τον ίδιο τον εαυτό της. Να σέβεται τον εαυτό της και να πειθαρχεί σ’ αυτόν είναι η αρχή της.

Erich Fromm: Η επιθετικότητα γεννάται από τον φθόνο και τη ζήλια

Σχετική με την επιθετικότητα που προκύπτει από τη διάψευση είναι η εχθρότητα που γεννάται από τον φθόνο και τη ζήλια. Τόσο η ζήλια όσο και ο φθόνος αποτελούν ένα ιδιαίτερο είδος διάψευσης. Προκαλούνται από το ότι ο Β έχει ένα αντικείμενο που επιθυμεί ο Α ή ότι τον αγαπάει ένα άτομο την αγάπη του οποίου επιθυμεί ο Α. Το μίσος και η εχθρότητα ξυπνούν στον Α και στρέφεται κατά του Β, ο οποίος γίνεται αποδέκτης εκείνου που επιθυμεί και δεν μπορεί να αποκτήσει ο Α. Ο φθόνος και η ζήλια είναι διαψεύσεις, που τονίζονται όχι μόνο από το ότι ο Α δεν λαμβάνει αυτό που επιθυμεί, αλλά από το ότι ένα άλλο άτομο ευνοείται αντί για εκείνον. Η ιστορία του Κάιν- που χωρίς να φταίει δεν του δείχνουν αγάπη-, ο οποίος σκοτώνει τον ευνοούμενο αδελφό του, και η ιστορία του Ιωσήφ και των αδελφών του αποτελούν κλασικές εκδοχές ζήλιας και φθόνου. Η ψυχαναλυτική φιλολογία προσφέρει πλούσια κλινικά δεδομένα σχετικά με αυτά τα φαινόμενα.

Ένα ακόμη είδος βίας που σχετίζεται με την αντιδραστική αλλά προχωρά ήδη ένα βήμα παραπέρα, προς την κατεύθυνση της παθολογίας, είναι η εκδικητική βία. Έχει τον ανορθολογικό σκοπό να αναιρεί μαγικά αυτό που έχει συμβεί πραγματικά. Συναντάμε την εκδικητική βία τόσο σε άτομα όσο και μεταξύ των πρωτόγονων και πολιτισμένων ομάδων. Αναλύοντας την ανορθολογική φύση αυτού του είδους βίας, μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα πιο πέρα. Το κίνητρο της εκδίκησης είναι αντιστρόφως ανάλογο με τη δύναμη και την παραγωγικότητα μιας ομάδας ή ενός ατόμου. Οι ανίσχυροι και οι ανάπηροι έχουν μόνο μία καταφυγή για να αποκαταστήσουν την αυτοεκτίμησή τους αν αυτή πλήγηκε από τη βλάβη που υπέστησαν- να πάρουν εκδίκηση σύμφωνα με το lex talionis: “οφθαλμό αντί οφθαλμού”. Από την άλλη, το άτομο που ζει παραγωγικά δεν έχει καμία τέτοια ανάγκη ή την έχει ελάχιστα. Ακόμη και αν πληγώθηκε, προσβλήθηκε και υπέστη βλάβη, η ίδια η διαδικασία της παραγωγικής ζωής το κάνει να ξεχνά τη βλάβη του παρελθόντος. 

Η ικανότητα παραγωγής αποδεικνύεται ισχυρότερη από την επιθυμία εκδίκησης. Το αληθές αυτής της ανάλυσης μπορεί εύκολα να αποδειχτεί από εμπειρικά δεδομένα στην ατομική και την κοινωνική κλίμακα. Το ψυχαναλυτικό υλικό καταδεικνύει ότι το ώριμο, παραγωγικό άτομο παρακινείται λιγότερο από την επιθυμία εκδίκησης απ’ ό,τι το νευρωτικό άτομο, που δυσκολεύεται να ζήσει ανεξάρτητα και εν ολοκληρία και που συχνά έχει την τάση να βασίζει ολόκληρη την ύπαρξή του στην επιθυμία εκδίκησης. Στις σοβαρές μορφές ψυχοπαθολογίας, η εκδίκηση γίνεται ο κυρίαρχος στόχος στη ζωή του, εφόσον δίχως την εκδίκηση όχι μόνο η αυτοεκτίμηση αλλά και η αίσθηση του εαυτού και της ταυτότητάς του απειλούνται να καταρρεύσουν. Ομοίως, διαπιστώνουμε ότι στις πιο οπισθοδρομικές ομάδες (από οικονομική, πολιτιστική ή συναισθηματική άποψη) το αίσθημα της εκδίκησης φαίνεται να είναι ισχυρότερο. Αρκεί να πούμε εδώ ότι με δεδομένο τον έντονο ναρκισσισμό με τον οποίο είναι προικισμένη η πρωτόγονη ομάδα, οποιαδήποτε προσβολή του αυτοειδώλου της είναι τόσο καταστροφική, που είναι απολύτως φυσικό να προκαλέσει έντονη εχθρότητα.

Ως αντισταθμιστική βία κατανοώ τη βία υπό τη μορφή αντικαταστάτη της παραγωγικής δραστηριότητας που εμφανίζεται σε ένα ανίκανο άτομο. Για να κατανοήσουμε τον όρο “ανικανότητα” όπως χρησιμοποιείται εδώ, πρέπει να προβούμε σε ορισμένες προκαταρκτικές σκέψεις. Παρότι ο άνθρωπος είναι το αντικείμενο των φυσικών και κοινωνικών δυνάμεων που τον εξουσιάζουν, ταυτόχρονα δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο των περιστάσεων. Διαθέτει τη βούληση, την ικανότητα και την ελευθερία να μεταμορφώσει και να αλλάξει τον κόσμο- μέσα σε ορισμένα όρια. Αυτό που έχει σημασία εδώ δεν είναι το εύρος της βούλησης και της ελευθερίας, αλλά το ότι δεν μπορεί να ανεχτεί την απόλυτη παθητικότητα. Ωθείται να αφήσει το αποτύπωμά του στον κόσμο, να μεταμορφώσει και να αλλάξει, και όχι να μεταμορφωθεί και να αλλάξει ο ίδιος. Αυτή η ανθρώπινη ανάγκη βρίσκει έκφραση στις προϊστορικές τοιχογραφίες σπηλαίων, σε όλες τις τέχνες, στην εργασία και τη σεξουαλικότητα. Όλες αυτές οι δραστηριότητες είναι το αποτέλεσμα την ικανότητας του ανθρώπου να κατευθύνει τη βούλησή του προς έναν στόχο και να εμμένει στην προσπάθειά του μέχρι να τον φτάσει. Η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει με αυτόν τον τρόπο τις δυνάμεις του ονομάζεται ικανότητα.
(Η σεξουαλική ικανότητα είναι μόνο μια μορφή ικανότητας.)

Αν για λόγους αδυναμίας, άγχους, ανεπάρκειας και ούτω καθεξής ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να δράσει, αν είναι ανίκανος, τότε υποφέρει. Αυτό το μαρτύριο λόγω ανικανότητας έχει τις ρίζες του στο ότι η ανθρώπινη ισορροπία έχει διαταραχθεί, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποδεχτεί την κατάσταση πλήρους αδυναμίας χωρίς να προσπαθήσει να αποκαταστήσει την ικανότητά του για δράση. Μπορεί όμως; Και με ποιο τρόπο; Ένας τρόπος είναι να υποταχθεί σε άτομο ή σε μια ομάδα που έχει δύναμη και να ταυτιστεί μαζί τους. Με αυτή τη συμβολική συμμετοχή στη ζωή ενός άλλου ατόμου, ο άνθρωπος έχει την ψευδαίσθηση της δράσης όταν στην πραγματικότητα απλώς υποτάσσεται και γίνεται μέρος εκείνων που δρουν. Ο άλλος τρόπος, και μας ενδιαφέρει περισσότερο στο συγκεκριμένο πλαίσιο, είναι η δυνατότητά του να καταστρέφει.

Το να δημιουργεί κανείς ζωή σημαίνει να υπερβαίνει την υπόστασή του ως πλάσματος που “ρίχνεται” ξαφνικά στη ζωή, όπως ρίχνονται τα ζάρια από ένα κύπελλο. Ωστόσο, και η καταστροφή της ζωής σημαίνει ότι την υπερβαίνει και ότι αποδρά από το αφόρητο μαρτύριο της ολοκληρωτικής παθητικότητας. Η δημιουργία ζωής απαιτεί συγκεκριμένες ιδιότητες, που το ανίκανο άτομο στερείται. Ο ανίκανος άνθρωπος μπορεί να υπερβεί τη ζωή καταστρέφοντάς τη στους άλλους ή στον εαυτό του. Με αυτόν τον τρόπο εκδικείται τη ζωή επειδή αυτοαναιρέθηκε σε εκείνον. Η αντισταθμιστική βία είναι ακριβώς η βία που έχει τις ρίζες της και λειτουργεί αντισταθμιστικά στην ανικανότητα. Όποιος δεν μπορεί να δημιουργήσει επιθυμεί να καταστρέψει.

Erich Fromm, Η καρδιά του ανθρώπου

Να είσαι ευγενικός, γιατί κάθε άνθρωπος που συναντάς δίνει και μια σκληρή μάχη

Το μάθημα αυτό του Πλάτωνα δεν είναι πάντα εύκολο να το ακολουθήσουμε, γιατί δυσκολευόμαστε να είμαστε ευγενικοί όταν νιώθουμε στρεσαρισμένοι, βυθισμένοι στον ιλιγγιώδη σημερινό κόσμο. Όταν έρχεται η ώρα να γυρίσουμε σπίτι και πρέπει να πάρουμε το τρένο, δεν είναι πάντα εύκολο να δώσουμε τη σειρά ή τη θέση μας σε κάποιον άλλο ή να απαντήσουμε με ένα χαμόγελο σε κάποιον που μας ξενύχιασε ή ακουμπάει την τσάντα του στα πλευρά μας.

Ωστόσο, η ευγένεια είναι ένα ισχυρό αντίδοτο κατά του στρες, και για εκείνον που την εφαρμόζει και για εκείνον που τη δέχεται. Ιδού κάποια κλειδιά για να την καλλιεργήσουμε:

Να θυμόμαστε ότι όλος ο κόσμος δίνει την προσωπική του μάχη.

Η φράση του Πλάτωνα είναι το κλειδί που δίνει πνοή στην ευγενική ψυχή μας. Ίσως να βρισκόμαστε σε μια κατάσταση τρομερά δύσκολη, αλλά το πιο πιθανό είναι και οι άλλοι να βρίσκονται σε μια παρόμοια κατάσταση.

Να χαμογελάμε, ό,τι κι αν συμβαίνει.

Ένα χαμόγελο μεταδίδει εγκαρδιότητα, επιθυμία συνεργασίας και απουσία εχθρότητας. Με αυτούς τους οιωνούς, σίγουρα οποιαδήποτε συνάντηση εκτυλίσσεται με μεγαλύτερη ευκολία.

Όπως έλεγε ο εμψυχωτικός συγγραφέας Ουίλλιαμ Άρθουρ Ουόρντ, “ένα ζεστό χαμόγελο είναι η παγκόσμια γλώσσα της ευγένειας”.

Να μάθουμε να λέμε “όχι”, αλλά με ένα “αλλά”.

Το κλειδί αυτό χρησιμεύει στο να είσαι ευγενικός και ευχάριστος στους άλλους, χωρίς, όμως, να νιώθεις χαλί να σε πατάνε. Το να προσθέτεις ένα “αλλά” ακολουθούμενο από μια συμβουλή ή από το όνομα άλλου ανθρώπου στον οποίο θα τρέξουν για την επίλυση του προβλήματος επιτρέπει στην ευγένειά σου να συνεχίσει ανέπαφη.

Για παράδειγμα, “Δεν μπορώ να το κάνω για τον τάδε λόγο, αλλά γνωρίζω τον Χ που ίσως μπορεί.”.

Να είμαστε ευγενικοί με μας τους ίδιους, πάνω απ’ όλα.

Ό,τι κάνουμε στον εαυτό μας, αυτό θα εισπράξουμε από τους άλλους. Εξ ου και είναι τόσο σημαντικό να δείχνουμε ευγένεια. Αν αγαπάμε τον εαυτό μας και τον φροντίζουμε, αν τρέφουμε την ψυχή μας και προσέχουμε να μην την πληγώσουν, τότε και οι άλλοι θα μας φερθούν με την ίδια λεπτότητα.

SENECA: Ζήτησε λοιπόν από μένα όχι να είμαι όμοιος με τους αρίστους, αλλά να είμαι καλύτερος από τους κακούς

Αν επομένως κάποιος από αυτούς που μαίνονται κατά της φιλοσοφίας υποβάλει τη γνωστή ερώτηση: «Γιατί λοιπόν εσύ, που τα λες τόσο ωραία, δε ζεις ανάλογα; Γιατί μιλάς ταπεινά μπροστά σ’ ένα υπέρτερο ον, παράλληλα όμως θεωρείς ότι τα χρήματα σου είναι αναγκαίο εφόδιο και η απώλεια τους σε αναστατώνει; Γιατί χύνεις δάκρυα όταν πληροφορείσαι το θάνατο της γυναίκας σου ή του φίλου σου, γιατί φροντίζεις την υπόληψή σου και γιατί σε ταράζουν οι συκοφαντίες; Γιατί καλλιεργείς περισσότερα κτήματα από όσα απαιτούν οι φυσικές σου ανάγκες; Γιατί τα γεύματά σου δε συμβαδίζουν με τη διδασκαλία σου; Γιατί διατηρείς τόσο κομψή επίπλωση; Γιατί στα δείπνα σου πίνεις κρασί παλιότερο και από σένα ακόμη; Τι είναι αυτή η επίδειξη του ορνιθώνα σου; Γιατί φυτεύεις δέντρα που δε σου προσφέρουν τίποτε άλλο πέρα από σκιά; Γιατί η γυναίκα σου φοράει στ’ αυτιά της το εισόδημα ενός πλούσιου σπιτιού; Γιατί οι νεαροί δούλοι σου φορούν πολυτελή ενδύματα; Γιατί έχει γίνει πια τέχνη το να παρακαθήσει κάποιος στο τραπέζι σου και, αντί να τοποθετηθεί το πιάτο αμέριμνα και όπως τύχει, γίνεται ένα προσεκτικό σερβίρισμα, και γιατί τάχα υπάρχει και επαγγελματίας ακόμη για να τεμαχίσει το κρέας που παραθέτεις;». Αν θέλεις μάλιστα, πρόσθεσε και αυτά ακόμη: «Γιατί έχεις κτήματα πέρα από τη θάλασσα; Και γιατί έχεις πιο πολλά από όσα και συ ο ίδιος έχεις δει; Ντροπή σου! – ή μήπως είσαι τόσο ανεύθυνος, ώστε να μην έχεις ποτέ σου αντικρίσει μια χούφτα από δούλους που έχεις, ή είσαι τόσο τρυφηλός, ώστε να έχεις περισσότερους από όσους θα μπορούσε η μνήμη σου να σου θυμίσει;».

Πιο κάτω θα επικροτήσω κι εγώ τις κατηγορίες σου, και μάλιστα θα προσάψω στον εαυτό μου ακόμη πιο πολλές από όσες νομίζεις, για την ώρα όμως τούτο μόνο θα σου απαντήσω: «Δεν είμαι σοφός και -για να δώσω περισσότερη τροφή στην κακεντρέχειά σου- ούτε και θα γίνω ποτέ. Ζήτησε λοιπόν από μένα όχι να είμαι όμοιος με τους αρίστους, αλλά να είμαι καλύτερος από τους κακούς. Μου είναι αρκετό αν περιορίζω καθημερινά, έστω και στο ελάχιστο, τα ελαττώματα και καταδικάζω τα σφάλματά μου. Δεν έχω πετύχει να είμαι πραγματικά υγιής, ούτε και θα το πετύχω βέβαια. Περισσότερο αγωνίζομαι να ανακουφίσω την ποδάγρα μου παρά να τη θεραπεύσω, και είμαι ευχαριστημένος αν με θυμάται σπανιότερα και μου προκαλεί λιγότερο πόνο· όταν όμως συγκρίνω την κατάσταση μου με τα δικά σου πόδια, παρά την αναπηρία μου, εγώ είμαι δρομέας». Όλα αυτά δεν τα λέω για λογαριασμό μου -γιατί εγώ είμαι βουτηγμένος σε πέλαγος αμαρτιών κάθε είδους- αλλά μιλώ εξ ονόματος εκείνου που έχει πράγματι επιτύχει κάτι.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Για μια ευτυχισμένη ζωή

Η βάση για την λύση στα προβλήματα των σχέσεων

Προβλήματα στις ερωτικές σχέσεις

Συχνά όταν δύο άνθρωποι κάνουν μία ερωτική συντροφική σχέση, o καθένας έρχεται αντιμέτωπος με στοιχεία του χαρακτήρα και συμπεριφορές του άλλου με τα οποία δεν συμφωνεί και οι οποίες γίνονται πηγή ψυχικής ταραχής και δυσφορίας. Μπορεί να πρόκειται για στοιχεία στον άλλον που τα θεωρεί ελαττώματά του ή ιδιοτροπίες του ή απλά στοιχεία διαφοράς χαρακτήρων.

Αυτό που γίνεται συνήθως τότε, είναι ότι το άτομο που δυσαρεστείται από στοιχεία του χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του άλλου διαμαρτύρεται, παραπονείται, γκρινιάζει, μουτρώνει, απογοητεύεται, κλείνεται στον εαυτό του, εκνευρίζεται, θυμώνει και εν πάση περιπτώσει πιέζει για αλλαγή του άλλου ανοιχτά ή κεκαλυμμένα.

Πρόκειται για μία τακτική που τις περισσότερες φορές δεν φέρνει αποτέλεσμα, δηλαδή το άλλο μέρος δεν προσαρμόζει το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του στις επιθυμίες του/της συντρόφου του. Έτσι συχνά γίνονται συζητήσεις σε έντονο και δυσάρεστο κλίμα, συμβαίνουν διαπληκτισμοί, αναπτύσσεται μία ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα ή ξεσπούν ανοιχτοί καυγάδες.

Τέτοιου είδους επεισόδια όσο κι αν τα δύο μέρη φιλιώνουν τελικά μεταξύ τους, αφήνουν κάποιο αρνητικό ίχνος (κάποια πικρά λόγια που ειπώθηκαν, κάποια αρνητικά συναισθήματα που εκφράστηκαν ή που διαχύθηκαν ανάμεσά τους). Το ίχνος αυτό συσσωρεύεται κάθε φορά επί του προηγούμενου απομακρύνοντας σταδιακά ολοένα και περισσότερο το ζευγάρι από μία σχέση αρμονίας, αγάπης, σεβασμού, κατανόησης, αλληλο-υποστήριξης και εντέλει ικανοποίησης.

Προβλήματα σχέσεων και η βάση για τη λύση τους

Το ζήτημα είναι πως ακόμα κι αν το ένα μέρος υποχωρήσει και αλλάξει συμπεριφορά για να ικανοποιηθεί το ταίρι του (είτε ως αποτέλεσμα γκρίνιας και πιέσεων είτε αυτοβούλως), το πρόβλημα στη σχέση παραμένει.

Ο λόγος είναι ότι ναι μεν το ένα μέρος ικανοποιείται βραχυπρόθεσμα από την υποχώρηση του άλλου, αλλά το μέρος που υποχωρεί, δεν σημαίνει ότι είναι πραγματικά καλά μ’ αυτό. Ανεξάρτητα από το αν υποχωρεί μετά από μάχη ή αν δε μιλάει και δέχεται τη ματαίωση κάποιων επιθυμιών του σιωπηλά, μέσα του αισθάνεται συχνά εκνευρισμό, απογοήτευση, αίσθημα απουσίας ικανοποίησης, αίσθημα ότι δεν αγαπιέται και άλλα αρνητικά συναισθήματα αναφορικά με τον/την σύντροφό του.

Αυτά τα συναισθήματα υποβαθμίζουν τη σχέση και όσο και να τα κρύβει το άτομο που υποχωρεί, ο άλλος, ο υποτιθέμενος «κερδισμένος» τα αντιλαμβάνεται υποσυνείδητα, με αποτέλεσμα να του προκαλούν ένα χρόνιο, συχνά υποσυνείδητο αίσθημα ενοχής ότι δεν είναι πηγή ευτυχίας για τον/την σύντροφό του αλλά μάλλον ψυχικής δυσφορίας.

Επίσης το μέρος που υποχωρεί, εκδηλώνει πολύ συχνά -χωρίς να το καταλαβαίνει τις περισσότερες φορές και σε ανύποπτους χρόνους- συμπεριφορές δυσάρεστες προς τον/την σύντροφό του που συνιστούν ουσιαστικά μία μορφή υποσυνείδητης διαμαρτυρίας απέναντι στη ματαίωση που υφίσταται.

Τελικά λοιπόν ακόμα και το μέρος που ας το πούμε έτσι φαινομενικά ωφελείται από την υποχώρηση του άλλου, πληρώνει αφενός μεν ακριβά δε το τίμημα αυτής της υποχώρησης.

Πώς λύνεται το πρόβλημα της ασυμφωνίας σε μία σχέση;

Τι να κάνουμε όταν σε μία σχέση ένα στοιχείο του χαρακτήρα ή η συμπεριφορά του άλλου προσώπου μας δυσαρεστεί;

Φαίνεται ότι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε στην περίπτωση που δυσαρεστούμαστε από τη συμπεριφορά του άλλου, είναι να τον αποδεχθούμε όπως ακριβώς είναι. Ας διευκρινίσουμε όμως τι σημαίνει αποδοχή.

Προβλήματα σχέσεων και η βάση για τη λύση τους. Αποδοχή σημαίνει αποκατάσταση της ψυχικής γαλήνης και να βρούμε, να νιώσουμε μέσα μας την αγάπη μας για τον άλλον ακόμα και όταν δεν είναι όπως θα θέλαμε να είναι. Αυτό. αποδοχή δεν σημαίνει ότι δεν διεκδικούμε (μέσα από ψυχική γαλήνη και αγάπη και μέχρι του σημείου που έχει κάποιο πρακτικό νόημα) αυτό που θέλουμε, ούτε σημαίνει ότι θα μείνουμε σε μία σχέση ακόμα κι αν αυτό που δεν μας αρέσει είναι πολύ σημαντικό για μας.

Αν κινηθούμε προς την αποδοχή του άλλου με την παραπάνω έννοια, μπορεί να συμβούν τα εξής:

Απλά και μόνο επειδή αποδεχθήκαμε τον άλλον όπως είναι, ο άλλος αλλάζει -ως ένα βαθμό τουλάχιστον- προς αυτό που θεωρούμε καλύτερο, ακριβώς γιατί δεν νιώθει ότι πρέπει να το κάνει υπό πίεση, αλλά το κάνει από δική του επιλογή, ελεύθερα, από αγάπη για μας. Πράγματι, όταν κάποιος δέχεται πίεση να αλλάξει του τύπου «αν δεν αλλάξεις, δεν θα έχεις την αποδοχή μου», τότε αντιδρά, θέλει να διασφαλίσει το δικαίωμά του να κάνει αυτό που θέλει όταν το θέλει, ενεργοποιείται δηλαδή το πανίσχυρο ένστικτο της ελευθερίας και αντιστέκεται υπέρ αυτής.

Ακόμα κι αν ο άλλος παρά την αποδοχή μας δεν αλλάξει, το στοιχείο του που δεν μας αρέσει, παύει να συνιστά πρόβλημα, αφού δεν μας ταράζει πλέον ψυχικά δεδομένου ότι τον έχουμε αποδεχθεί.

Από κει κι έπειτα, η ψυχική μας γαλήνη αφήνει την κρίση μας να καθαρίσει και να δούμε αν πραγματικά αυτό που δεν μας αρέσει είναι όντως τόσο σημαντικό για μας. (Αντίθετα η ψυχική ταραχή μεγεθύνει δυσανάλογα μερικές φορές τη σημαντικότητα των στοιχείων του άλλου που δεν μας ταιριάζουν). Έτσι απ’ αυτό το σημείο ανοίγονται δύο δρόμοι:

Αν το στοιχείο που δεν μας αρέσει στον άλλον (και που παρ’ όλη μας την αποδοχή δεν αλλάζει) αποδειχθεί όχι και τόσο σημαντικό ή λιγότερο σημαντικό από τα θετικά που του αναγνωρίζουμε, μένουμε στη σχέση. Μένουμε όμως ολόκληροι απολαμβάνοντας τη ζωή μαζί του, όχι όπως πριν με μία εσωτερική ή εξωτερική γκρίνια, γιατί τον έχουμε αποδεχθεί όπως είναι, με τα θετικά του και τα αρνητικά του.

Αν πάλι το στοιχείο που δεν μας αρέσει και που δεν αλλάζει παρά την αποδοχή μας αποδειχθεί ακόμα και μέσα από ψυχική γαλήνη και καθαρή κρίση ότι είναι πολύ σημαντικό για μας, τότε χωρίζουμε. Χωρίζουμε όμως πάλι ολόκληροι, χωρίς παλινδρομήσεις και χωρίς την αίσθηση ότι κάτι λάθος κάνουμε, γιατί έχουμε τη σιγουριά ότι ο άλλος δεν μπορεί να είναι το ταίρι μας.

Επίκουρος και Ηδονισμός

Μια προοπτική σοφίας.

Ο Πλάτων εφαρμόζει μια σχιζοφρενική παιδαγωγική, με μια ερμητική προφορική διδασκαλία που απευθύνεται σε μια ομάδα εκλεκτών και μια άλλη, εξωτερική, που προσφέρεται στους πολλούς. Αριστοκρατική άσκηση της φιλοσοφίας. Η Ακαδημία διακηρύττει λοιπόν μια εκπαίδευση που φαινομενικά είναι ανοιχτή σε όλους: τίποτα δε φανερώνει την ύπαρξη περιορισμών σχετικά με την πρόσβαση στις διδασκαλίες του Πλάτωνα. Ολόκληρο το γραπτό του έργο, το μόνο που έχουμε, προέρχεται αποκλειστικά απ’ αυτήν τη φανερή, εξωτερική μεταβίβαση.

Όμως υπήρχε και μια μυστική διδασκαλία που προσφερόταν σε μαθητές επιλεγμένους από τους καλύτερους μαθητές των δημόσιων μαθημάτων. Πιθανότατα τους δίδασκε, μετά από προπαρασκευαστικά έτη μαθηματικών υψηλού επιπέδου, τις πρώτες αρχές, τις έσχατες αιτίες, τα γενεαλογικά στοιχεία. Έκτοτε το χάσμα ανάμεσα στη φιλοσοφία χαμηλής ποιότητας για τους πολλούς και τη φιλοσοφία για την ελίτ φαίνεται ξεκάθαρα στην ιστορία των ιδεών.

Ως αντίδοτο, και σ’ αυτό το σημείο, της πλατωνικής φιλοσοφικής πρακτικής, ο Επίκουρος και οι οπαδοί του ενεργούν διαφορετικά: ο Κήπος είναι ανοιχτός για όλους και όλες, αδιακρίτως ηλικίας, φύλου, κοινωνικής θέσης, πνευματικής καλλιέργειας, καταγωγής, χωρίς την επιδίωξη δημιουργίας μιας αριστοκρατίας προορισμένης να καταλάβει υψηλές θέσεις στην κοινωνία – ουσιαστικά με στόχο την αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος…

Η πλατωνική θεώρηση είναι θεωρητική και ελιτίστικη· η επικούρεια πρόταση πρακτική και υπαρξιακή. Η ιστορία της φιλοσοφίας διαρθρώνεται συνολικά γύρω από τους δύο αυτούς τροπισμούς: μια μυστική θεωρητική πρακτική, μια υπαρξιακή δέσμευση στην καθημερινή ζωή.

Εξ ου και οι σχετικοί χώροι: ο Πλάτων διδάσκει σ’ ένα απομονωμένο μέρος, μυστικό, κλειστό, περιφραγμένο, ανάμεσα σε ομοίους που διακρίνονται από τους πολλούς και προορίζονται να κυβερνήσουν πιο πολύ τους άλλους παρά τον εαυτό τους.

Πώς λοιπόν να μην αναλογιστούμε τον θεσμό των ελιτίστικων σχολών, η κοινωνική λειτουργία των οποίων συνίσταται στην παροχή προς την κοινωνία των καλύτερων στοιχείων για την εξασφάλιση της συνέχειας του συστήματος που τους στρατολογεί και τους συντηρεί; Από τη μυστική Ακαδημία ως τις Grandes Ecoles της Γαλλικής Δημοκρατίας η συγγένεια είναι ξεκάθαρη. Στα οποία πρέπει επιπλέον να προσθέσουμε το Πανεπιστήμιο, που γίνεται όλο και πιο ανεκτικό ιδεολογικά όσο μειώνεται η εξουσία του – το είδαμε στην πράξη όταν η δύναμή του ήταν απεριόριστη…

Ο Πιερ Αντό δηλώνει ότι ολόκληρη η αρχαία φιλοσοφία λειτουργεί βάσει της ίδιας αρχής: έχει ως στόχο τη φιλοσοφική ζωή. Φοβάμαι ότι θα πρέπει να τροποποιήσουμε αυτήν την ελκυστική αλλά εύθραυστη υπόθεση στην περίπτωση του τάδε ή του δείνα προσωκρατικού -για παράδειγμα, του Ηράκλειτου, του Εμπεδοκλή…-, του Πλάτωνα και των μαθητών του -τι να πούμε για τον Τίμαιο;- και κυρίως τον Αριστοτέλη των Φυσικών ή του Μετά τα φυσικά… Προφανώς ο στωικισμός, ο επικουρισμός, ο κυνισμός ή ο κυρηναϊσμός προϋποθέτουν υπαρξιακές πρακτικές, εκεί οδηγούν εξάλλου οι θεωρίες τους. Απεναντίας, η θεωρητική φιλοσοφία δεν καταλήγει απαραίτητα στον ευδαιμονισμό για όλους τους αρχαίους φιλοσόφους.

Το αρχαίο χάσμα που είναι ορατό στον διαχωρισμό ανοικτή αγορά / μυστική σχολή συνεχίζεται με το επίσημο γίγνεσθαι του χριστιανισμού, που δυσφημίζει στο σύνολό της την υπαρξιακή φιλοσοφία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας διεκδικούν την “αληθινή φιλοσοφία” – η έκφραση απαντάται σχεδόν στο σύνολο των ομιλιών τους… Βάσει της αρχής του διανοούμενου αυλικού, του φιλοσόφου της εξουσίας, ο Ευσέβιος της Καισαρείας, φίλος και εγκωμιαστής του Κωνσταντίνου, δίνει τον τόνο: ο φιλόσοφος θέτει την ικανότητά του ως προς τη σύλληψη εννοιών, τη συλλογιστική του δύναμη, το ταλέντο του στον στοχασμό, στην υπηρεσία ενός σκοπού που δικαιολογεί και νομιμοποιεί συμβιβασμούς με την ιστορία, τα αρχεία, την αλήθεια.

Μια ατελείωτη σειρά στοχαστών παρατάσσεται έκτοτε, με λιγότερο ή περισσότερο ζήλο, πίσω από την εξουσία και εκμηδενίζει κάθε δυνατότητα ελεύθερης σκέψης και συγγραφής. Η φιλοσοφική ζωή; Ανύπαρκτη πλέον. Αρκεί ν’ ακολουθείς τις ψευδοδιδασκαλίες του συμπλεγματικού Αποστόλου Παύλου για να γίνεις φιλόσοφος. Κάθε αρχαία σοφία, καθόσον ειδωλολατρική, είναι σφαλερή, κάθε εναλλακτικός χριστιανισμός, κυρίως ο γνωστικισμός, είναι αιρετικός, κάθε αυτόνομος ή ανεξάρτητος στοχασμός απαγορεύεται. Η αγορά; Το φόρουμ; Ο κήπος; Δεν υπάρχουν πια… Η Εκκλησία κυριαρχεί παντού και επιβάλλει τις επισκοπικές, και συνεπώς αυτοκρατορικές, προτροπές.

Η υπαρξιακή πρακτική επιμένει. Περιέργως, η επικούρεια κοινότητα θα μπορούσε κάλλιστα, με κάποιες θεωρητικές διασαφηνίσεις -βάσει της αρχής των χριστιανών επικούρειων, όπως ο Βάλα, ο Έρασμος, ο Γκασαντί και άλλοι…- να είναι η απόδειξη της συνέχειας μιας φιλοσοφικής υπαρξιακής πρακτικής: η θεωρία έχει ως στόχο την εφαρμογή, οι ιδέες παίρνουν σάρκα και οστά. Το να είσαι χριστιανός δε σημαίνει ότι περιορίζεσαι σε μια επιφανειακή επίδειξη, αλλά ότι ζεις χριστιανικά, μιμούμενος τη ζωή και τα καθημερινά έργα του Ιησού. Βάσει αυτής της αρχής, η κοινοβιακή κοινότητα του Βενέδικτου, για παράδειγμα, δε θα είχε ξαφνιάσει τους Αθηναίους οπαδούς του επικούρειου Κήπου.

Ο χριστιανισμός εξοντώνει λοιπόν την υπαρξιακή πλευρά της φιλοσοφίας προκειμένου να την παρασύρει προς την πλευρά της επιχειρηματολογίας, της συζήτησης, της διαμάχης περί ασήμαντων λεπτομερειών του δόγματος: έκτοτε η θεολογία σκοτώνει τη φιλοσοφία, ή τουλάχιστον προτίθεται να διαπράξει το έγκλημα. Από τον Ειρηναίο της Λυόν, με το Κατά των αιρέσεων, έως τον Θωμά Ακινάτη και τη Θεολογική σύνοψη, η φιλοσοφία τίθεται στην υπηρεσία ασήμαντων έργων. Ο Θεός: αυτός είναι στο εξής το μοναδικό δυνατό αντικείμενο οιουδήποτε στοχασμού. Ιδού η αιτία τουλάχιστον δέκα αιώνιων σκοταδισμού στη Δύση…

Το αρχαίο πνεύμα σήμερα προσφέρει ακόμα μια ευκαιρία να βγούμε από το αδιέξοδο στο οποίο συχνότατα βυθίζεται η θεωρητική φιλοσοφία – η κυρίαρχη στο Πανεπιστήμιο και στους επίσημους χώρους της φιλοσοφίας. Τάσσομαι υπέρ της επανενεργοποίησης αυτού του πνεύματος της αρχαίας υπαρξιακής φιλοσοφίας.

Η απόδειξη του φιλοσόφου; Η ίδια του η ζωή. Ένα γραπτό έργο που δεν συνοδεύεται από μια φιλοσοφική ζωή δεν αξίζει ούτε δευτερόλεπτο προσοχής. Η σοφία κρίνεται στις λεπτομέρειες: σε όσα λέει κάποιος ή δε λέει, κάνει ή δεν κάνει, σκέπτεται ή δε σκέπτεται.

Ο φιλόσοφος είναι φιλόσοφος είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ακόμα και στα σημειώματά του για το καθαριστήριο, για να επαναλάβουμε το συνηθισμένο επιχείρημα… Ο Πλάτων είναι φιλόσοφος όταν γράφει κατά του ηδονισμού στον Φίληβο, αλλά και όταν ο έμπορος του ασκητικού ιδεώδους πεθαίνει κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου· όταν συντάσσει τον Παρμενίδη, όπως και όταν επιθυμεί να κάψει τα έργα του Δημόκριτου· όταν ιδρύει την Ακαδημία, αλλά και με το παρελθόν του ως δραματικού ποιητή και παλαιστή· όταν δημοσιεύει την Πολιτεία και τους Νόμους, όπως και ως αυλικός στο παλάτι του Διονυσίου των Συρακουσών κ.ο.κ. Και ο ένας και ο άλλος, ο ένας είναι ο άλλος.

Εξ ου και η ανάγκη για μια στενή σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, στοχασμού και ζωής, σκέψης και δράσης. Η βιογραφία ενός φιλοσόφου δεν συνοψίζεται μόνο στον σχολιασμό των εκδομένων έργων του, αλλά στη φύση της σχέσης μεταξύ των γραπτών του και της συμπεριφοράς του. Μόνο το σύνολο μπορεί να ονομαστεί έργο. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ο φιλόσοφος οφείλει να συνδέει αυτούς τους δύο χρόνους που τόσο συχνά αντιπαρατίθενται.

Ένας πραγματιστικός ωφελιμισμός.

Ποιο είναι το φιλοσοφικό σκηνικό; Δεν είναι η σχολή, ούτε το Πανεπιστήμιο ή ο μυστικός χώρος, αλλά το ανοιχτό θέατρο του κόσμου και της καθημερινής ζωής. Σ’ αυτήν τη δεύτερη ομάδα, η έννοια, η ιδέα, η θεωρία δεν έχουν την ίδια υπόσταση μ’ εκείνη της ιδεαλιστικής πλευράς. Στην υπαρξιακή λογική δεν υπάρχει η λατρεία του λόγου: η λέξη χρησιμεύει στην ανταλλαγή, στην επικοινωνία, στη διατύπωση, και όχι στον διαχωρισμό. Η θεωρία προτείνει μια εφαρμογή, έχει ως στόχο μια πρακτική. Πέραν αυτής δεν έχει κανέναν λόγο ύπαρξης. Σε μια νομιναλιστική λογική οι λέξεις χρησιμεύουν ωφελιμιστικά και δεν είναι τίποτε άλλο από πρακτικά όργανα. Δεν υπάρχει λατρεία του λόγου…

Υποστηρίζω μια ωφελιμιστική και πραγματιστική φιλοσοφία και όχι την αντίπαλο αδελφή της: την ιδεαλιστική και εννοιολογική. Μόνο η πρώτη επιτρέπει το υπαρξιακό σχέδιο. Προτού όμως συνεχίσουμε, πρέπει να εξαγνίσουμε αυτές τις δύο έννοιες, καθώς στην κλασική παράδοση ο ωφελιμισμός και ο πραγματισμός επιδέχονται δύο σημασίες, όπως συμβαίνει συχνά με τις έννοιες της φιλοσοφικής παρόδου: έτσι, οι όροι υλιστής, αισθησιοκράτης, κυνικός, επικούρειος, σοφιστής, σκεπτικός διαθέτουν στο λεξικό ένα φιλοσοφικό λήμμα, αλλά και μια κοινή σημασία. Περιέργως, η δεύτερη αντικρούει την πρώτη, σε σημείο που η μία μοιάζει να αναιρεί την άλλη.

Αυτό συμβαίνει με τον υλιστή: σύμφωνα με τον φιλόσοφο, είναι ο στοχαστής που ισχυρίζεται ότι ο κόσμος ανάγεται σε μια απλή και ξεκάθαρη διάταξη της ύλης· όμως, για τους κοινούς θνητούς, είναι το άτομο που έχει εμμονή με τη συσσώρευση υλικών αγαθών και πλούτου· το ίδιο ισχύει και για τον κυνικό: μαθητής του Διογένη εκ Σινώπης, άρα και οπαδός του ασκητισμού και μιας άκαμπτης ηθικής ευθύτητας, αλλά και χυδαίο άτομο χωρίς πίστη ούτε νόμο· αλλά και με τον επικούρειο, που χαρακτηρίζει τον μαθητή του Επίκουρου, τον οπαδό μιας λιτής ζωής και του ασκητισμού, και ταυτόχρονα ένα πρόστυχο, χυδαίο και φιλήδονο άτομο· ο σοφιστής διακηρύσσει έναν μεθοδολογικό προοπτικισμό, εκφράζει όμως ταυτόχρονα, για την πλειοψηφία του κόσμου, το άτομο που αρέσκεται σε δόλιους συλλογισμούς έχοντας στόχο την επιτυχία με κάθε μέσο· και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με πολλά ακόμα παραδείγματα.

Ένα ηδονιστικό σύστημα.

Συνοψίζοντας: υποστηρίζω λοιπόν μια αντι-ιστορία της φιλοσοφίας ως εναλλακτική λύση αντί της κυρίαρχης ιδεαλιστικής ιστοριογραφίας· μια σωματική λογική και το αντίστοιχο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα με μια καθαρά ενδοκοσμική οπτική· μια φιλοσοφία που νοείται ως εγωδικία προς δημιουργία και αποκωδικοποίηση· μια φιλοσοφική ζωή ως αποκάλυψη του λόγου· μια υπαρξιακή οπτική με έναν ωφελιμιστικό και πραγματιστικό στόχο.

Όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα εστιακό σημείο: τον ηδονισμό. Συχνά προβάλλω αυτό το απόφθεγμα του Σαμφόρ, καθώς λειτουργεί ως ηδονιστική κατηγορική προσταγή: να απολαμβάνεις και να προσφέρεις απόλαυση, χωρίς να κάνεις κακό ούτε στον εαυτό σου ούτε σε οποιονδήποτε άλλον, αυτό είναι ηθική.

Αυτή η φράση τα λέει όλα: προσωπική απόλαυση, οπωσδήποτε, αλλά κυρίως απόλαυση του άλλου, καθώς χωρίς αυτή δε νοείται καμία ηθική, αφού μόνο η υπόσταση του άλλου τής δίνει αυτές τις ιδιότητες. Αν δεν υπάρχει ο άλλος -όπως στο έργο του Μαρκήσιου ντε Σαντ– δεν υπάρχει ηθική… Το ειδικό βάρος αυτού του αποφθέγματος του Σαμφόρ στον χώρο της συνεπειοκρατίας επιδέχεται άπειρες προεκτάσεις.

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να προσδώσω σ’ αυτόν τον όρο μια αξιοπρέπεια που δε διαθέτει. Προβλήματα αντιμετώπισαν και οι υποστηρικτές του αρχαίου ηδονισμού: την άρνηση να μελετηθούν νηφάλια οι λεπτομέρειες των λεγομένων στο όνομα της υστερικής ταραχής που προκαλεί το άκουσμα και μόνο της λέξης ηδονή. Έκτοτε ο καθένας τα βγάζει πέρα με τον εαυτό του και την απόλαυσή του κι έπειτα πολύ συχνά αποδίδει στον άλλον, με την απλούστατη μέθοδο της μεταβίβασης, την εντύπωση που έχει σχηματίσει ο ίδιος για την ηδονή.

Να απολαμβάνεις χωρίς να προσφέρεις απόλαυση στους άλλους, μ’ αυτήν τη φράση πρέπει πραγματικά να εξομοιωθεί αυτή η φιλοσοφική θεωρία και η χειρότερη απάρνηση κάθε φιλοσοφίας· αλλά να απολαμβάνεις “και” να προσφέρεις απόλαυση στους άλλους: τι έχουν να πουν για το “και” οι υποστηρικτές αυτού του σκανδαλώδους, αλλά τόσο συχνού ολισθήματος;

Φυσικά, υπάρχει και η πιο εύκολη εκδοχή: η εξομοίωση του ηδονισμού με την πρόστυχη, συνήθη και σύγχρονη απόλαυση του φιλελεύθερου καταναλωτισμού.

Η ηδονή παραλύει: η λέξη, τα γεγονότα, η πραγματικότητα, οι ομιλίες που γίνονται επ’ αυτής. Παραλύει ή προκαλεί υστερία. Υπάρχουν πάρα πολλά προσωπικά στοιχήματα που χάθηκαν, πολλοί δεσμοί αλλοτριωμένοι, πάσχοντες, δυστυχισμένοι και αξιολύπητοι, πολλές κρυφές, κρυμμένες αποτυχίες, πολλές δυσκολίες για την ύπαρξη, τη ζωή – τη χαρά. Εξ ου και η απόρριψη της λέξης: κακόβουλη, επιθετική, κακόπιστη κριτική· ή απλώς ξεκάθαρη αποφυγή. Ανυποληψία, δυσφήμιση, υποτίμηση, περιφρόνηση, όλα τα μέσα είναι χρήσιμα αρκεί ν’ αποφύγουμε το θέμα.

Επιμένω στη θεωρητική και υπαρξιακή μου θέση: ο ηδονισμός παρά τις παρεξηγήσεις, προσδιορίζει αυτήν τη θεώρηση του κόσμου που προτείνω στα τριάντα μου βιβλία. Υπερασπίζομαι, δηλαδή, μια σκέψη δυνατή, στέρεα, δομημένη, συνεπή, και προσπαθώ να εξετάσω το σύνολο των δυνατών γνώσεων.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 3.72.2–3.74.3

(ΘΟΥΚ 3.69.1–3.81.5: Η εμφύλια διαμάχη στην Κέρκυρα) 

Επίθεση των ολιγαρχικών – Γενίκευση της σύρραξης και νίκη των δημοκρατικών

[3.72.2] Ἐν δὲ τούτῳ τῶν Κερκυραίων οἱ ἔχοντες τὰ πράγματα
ἐλθούσης τριήρους Κορινθίας καὶ Λακεδαιμονίων πρέσβεων
ἐπιτίθενται τῷ δήμῳ, καὶ μαχόμενοι ἐνίκησαν. [3.72.3] ἀφικομένης
δὲ νυκτὸς ὁ μὲν δῆμος ἐς τὴν ἀκρόπολιν καὶ τὰ μετέωρα τῆς
πόλεως καταφεύγει καὶ αὐτοῦ ξυλλεγεὶς ἱδρύθη, καὶ τὸν
Ὑλλαϊκὸν λιμένα εἶχον· οἱ δὲ τήν τε ἀγορὰν κατέλαβον,
οὗπερ οἱ πολλοὶ ᾤκουν αὐτῶν, καὶ τὸν λιμένα τὸν πρὸς
αὐτῇ καὶ πρὸς τὴν ἤπειρον. [3.73.1] τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἠκροβολίσαντό
τε ὀλίγα καὶ ἐς τοὺς ἀγροὺς περιέπεμπον ἀμφότεροι, τοὺς
δούλους παρακαλοῦντές τε καὶ ἐλευθερίαν ὑπισχνούμενοι·
καὶ τῷ μὲν δήμῳ τῶν οἰκετῶν τὸ πλῆθος παρεγένετο ξύμ-
μαχον, τοῖς δ’ ἑτέροις ἐκ τῆς ἠπείρου ἐπίκουροι ὀκτακόσιοι.
[3.74.1] διαλιπούσης δ’ ἡμέρας μάχη αὖθις γίγνεται καὶ νικᾷ ὁ δῆμος
χωρίων τε ἰσχύι καὶ πλήθει προὔχων· αἵ τε γυναῖκες αὐτοῖς
τολμηρῶς ξυνεπελάβοντο βάλλουσαι ἀπὸ τῶν οἰκιῶν τῷ κε-
ράμῳ καὶ παρὰ φύσιν ὑπομένουσαι τὸν θόρυβον. [3.74.2] γενομένης
δὲ τῆς τροπῆς περὶ δείλην ὀψίαν, δείσαντες οἱ ὀλίγοι μὴ
αὐτοβοεὶ ὁ δῆμος τοῦ τε νεωρίου κρατήσειεν ἐπελθὼν καὶ
σφᾶς διαφθείρειεν, ἐμπιπρᾶσι τὰς οἰκίας τὰς ἐν κύκλῳ τῆς
ἀγορᾶς καὶ τὰς ξυνοικίας, ὅπως μὴ ᾖ ἔφοδος, φειδόμενοι
οὔτε οἰκείας οὔτε ἀλλοτρίας, ὥστε καὶ χρήματα πολλὰ ἐμπό-
ρων κατεκαύθη καὶ ἡ πόλις ἐκινδύνευσε πᾶσα διαφθαρῆναι,
εἰ ἄνεμος ἐπεγένετο τῇ φλογὶ ἐπίφορος ἐς αὐτήν.

[3.74.3] Καὶ οἱ μὲν παυσάμενοι τῆς μάχης ὡς ἑκάτεροι ἡσυχά-
σαντες τὴν νύκτα ἐν φυλακῇ ἦσαν· καὶ ἡ Κορινθία ναῦς
τοῦ δήμου κεκρατηκότος ὑπεξανήγετο, καὶ τῶν ἐπικούρων
οἱ πολλοὶ ἐς τὴν ἤπειρον λαθόντες διεκομίσθησαν.

***
[3.72.2] Στο μεταξύ οι ολιγαρχικοί που είχαν τώρα στα χέρια τους την κατάσταση στην Κέρκυρα, όταν έφτασε κ' ένα πολεμικό από την Κόρινθο και πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, ρίχτηκαν καταπάνω στους δημοκρατικούς και τους νίκησαν στη συμπλοκή που έγινε. [3.72.3] Όταν όμως ενύχτωσε, ο λαός κατέφυγε στην Ακρόπολη και τα ψηλώματα της πολιτείας, κι αφού μαζεύτηκαν, εγκαταστάθηκαν εκεί· είχαν στα χέρια τους και το Υλλαϊκό λιμάνι. Οι άλλοι πάλι έπιασαν την αγορά, όπου έμεναν οι περισσότεροι τους και το γειτονικό λιμάνι, που βλέπειπρος την απέναντι στεριά.

[3.73.1] Την άλλη μέρα έγιναν μερικές μικοοσυμπλοκές κ' έστειλαν κ' οι δυο ομάδες ανθρώπων να τριγυρίσουν τα χωριά για να προσπαθήσουν να φέρουν τους δούλους με το μέρος τους, τάζοντάς τους να τους λευτερώσουν· οι περισσότεροι δούλοι πήγανε σύμμαχοι με τους δημοκρατικούς, στους ολιγαρχικούς όμως ήρθανε μισθοφόροι από την απέναντι στεριά, οχτακόσιοι.

[3.74.1] Κι αφού πέρασε κι αυτή η μέρα έγινε πάλι μάχη και νίκησαν οι δημοκρατικοί, γιατί είχαν το πλεονέκτημα πως κρατούσαν τα πιο ισχυρά μέρη κ' είχαν περισσότερο κόσμο μαζί τους· ως κ' οι γυναίκες τούς βοηθούσαν παλληκαρίσια, πετώντας κεραμίδια από τις στέγες των σπιτιών, κι αντέχοντας στην ταραχή καλύτερα απ' ό,τι συνήθως ταιριάζει στο φυσικό τους. [3.74.2] Κι όταν γύρισε η μάχη ενάντιά τους αργά το σούρουπο, φοβήθηκαν οι ολιγαρχικοί μήπως ορμήσει ο λαός σε γιουρούσι κι αρπάξει και τ' οπλοστάσιο και τους καταστρέψει ολότελα, γι' αυτό βάλανε φωτιά στα σπίτια τους γύρω στην αγορά, και στις λαϊκές πολυκατοικίες, για να μην τους γίνει επίθεση, χωρίς να λυπηθούν ούτε τα δικά τους ούτε τα ξένα σπίτια, έτσι πού καταστράφηκαν και πολλές αποθήκες γεμάτες εμπόρευμα, και παρά λίγο θα χαλιόταν όλη η πολιτεία αν σηκωνόταν άνεμος ευνοϊκός για να ξαπλωθεί η πυρκαγιά. [3.74.3] Σταμάτησε λοιπόν η μάχη κ' οι δυο μερίδες έμειναν στις θέσεις τους χωρίς να επιχειρήσουν τίποτ' άλλο, αλλά βρίσκονταν σ' επιφυλακή όλη τη νύχτα· το Κορινθιακό πολεμικό άμα επικράτησαν οι δημοκρατικοί, έκανε πανιά στα κρυφά και βγήκε από το λιμάνι, κ' οι περισσότεροι μισθοφόροι πέρασαν απέναντι χωρίς να τους πάρουν είδηση.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (16.213-16.265)

Ὣς ἄρα φωνήσας κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετο, Τηλέμαχος δὲ
ἀμφιχυθεὶς πατέρ᾽ ἐσθλὸν ὀδύρετο, δάκρυα λείβων.
215 ἀμφοτέροισι δὲ τοῖσιν ὑφ᾽ ἵμερος ὦρτο γόοιο·
κλαῖον δὲ λιγέως, ἁδινώτερον ἤ τ᾽ οἰωνοί,
φῆναι ἢ αἰγυπιοὶ γαμψώνυχες, οἷσί τε τέκνα
ἀγρόται ἐξείλοντο πάρος πετεηνὰ γενέσθαι·
ὣς ἄρα τοί γ᾽ ἐλεεινὸν ὑπ᾽ ὀφρύσι δάκρυον εἶβον.
220 καί νύ κ᾽ ὀδυρομένοισιν ἔδυ φάος ἠελίοιο,
εἰ μὴ Τηλέμαχος προσεφώνεεν ὃν πατέρ᾽ αἶψα·
«ποίῃ γὰρ νῦν δεῦρο, πάτερ φίλε, νηΐ σε ναῦται
ἤγαγον εἰς Ἰθάκην; τίνες ἔμμεναι εὐχετόωντο;
οὐ μὲν γάρ τί σε πεζὸν ὀΐομαι ἐνθάδ᾽ ἱκέσθαι.»
225 Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς·
«τοιγὰρ ἐγώ τοι, τέκνον, ἀληθείην καταλέξω.
Φαίηκές μ᾽ ἄγαγον ναυσίκλυτοι, οἵ τε καὶ ἄλλους
ἀνθρώπους πέμπουσιν, ὅτίς σφεας εἰσαφίκηται·
καί μ᾽ εὕδοντ᾽ ἐν νηῒ θοῇ ἐπὶ πόντον ἄγοντες
230 κάτθεσαν εἰς Ἰθάκην, ἔπορον δέ μοι ἀγλαὰ δῶρα,
χαλκόν τε χρυσόν τε ἅλις ἐσθῆτά θ᾽ ὑφαντήν.
καὶ τὰ μὲν ἐν σπήεσσι θεῶν ἰότητι κέονται·
νῦν αὖ δεῦρ᾽ ἱκόμην ὑποθημοσύνῃσιν Ἀθήνης,
ὄφρα κε δυσμενέεσσι φόνου πέρι βουλεύσωμεν.
235 ἀλλ᾽ ἄγε μοι μνηστῆρας ἀριθμήσας κατάλεξον,
ὄφρα ἰδέω ὅσσοι τε καὶ οἵ τινες ἀνέρες εἰσί·
καί κεν ἐμὸν κατὰ θυμὸν ἀμύμονα μερμηρίξας
φράσσομαι, ἤ κεν νῶϊ δυνησόμεθ᾽ ἀντιφέρεσθαι
μούνω ἄνευθ᾽ ἄλλων, ἦ καὶ διζησόμεθ᾽ ἄλλους.»
240 Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«ὦ πάτερ, ἦ τοι σεῖο μέγα κλέος αἰὲν ἄκουον,
χεῖράς τ᾽ αἰχμητὴν ἔμεναι καὶ ἐπίφρονα βουλήν·
ἀλλὰ λίην μέγα εἶπες· ἄγη μ᾽ ἔχει· οὐδέ κεν εἴη
ἄνδρε δύω πολλοῖσι καὶ ἰφθίμοισι μάχεσθαι.
245 μνηστήρων δ᾽ οὔτ᾽ ἂρ δεκὰς ἀτρεκὲς οὔτε δύ᾽ οἶαι,
ἀλλὰ πολὺ πλέονες· τάχα δ᾽ εἴσεαι ἐνθάδ᾽ ἀριθμόν.
ἐκ μὲν Δουλιχίοιο δύω καὶ πεντήκοντα
κοῦροι κεκριμένοι, ἓξ δὲ δρηστῆρες ἕπονται·
ἐκ δὲ Σάμης πίσυρες τε καὶ εἴκοσι φῶτες ἔασιν,
250 ἐκ δὲ Ζακύνθου ἔασιν ἐείκοσι κοῦροι Ἀχαιῶν,
ἐκ δ᾽ αὐτῆς Ἰθάκης δυοκαίδεκα πάντες ἄριστοι,
καί σφιν ἅμ᾽ ἐστὶ Μέδων κῆρυξ καὶ θεῖος ἀοιδὸς
καὶ δοιὼ θεράποντε, δαήμονε δαιτροσυνάων.
τῶν εἴ κεν πάντων ἀντήσομεν ἔνδον ἐόντων,
255 μὴ πολύπικρα καὶ αἰνὰ βίας ἀποτίσεαι ἐλθών.
ἀλλὰ σύ γ᾽, εἰ δύνασαί τιν᾽ ἀμύντορα μερμηρίξαι,
φράζευ, ὅ κέν τις νῶϊν ἀμύνοι πρόφρονι θυμῷ.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς·
«τοιγὰρ ἐγὼν ἐρέω, σὺ δὲ σύνθεο καί μευ ἄκουσον·
260 καὶ φράσαι ἤ κεν νῶϊν Ἀθήνη σὺν Διὶ πατρὶ
ἀρκέσει, ἦέ τιν᾽ ἄλλον ἀμύντορα μερμηρίξω.»
Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«ἐσθλώ τοι τούτω γ᾽ ἐπαμύντορε, τοὺς ἀγορεύεις,
ὕψι περ ἐν νεφέεσσι καθημένω· ὥ τε καὶ ἄλλοις
265 ἀνδράσι τε κρατέουσι καὶ ἀθανάτοισι θεοῖσι.»

***
Μιλώντας, υποχώρησε και κάθησε, αλλά ο Τηλέμαχος
χύθηκε πάνω του οδυρόμενος, και βουρκωμένος τώρα τον αγκάλιασε.
Τότε τους συνεπήρε και τους δυο του θρήνου ο ίμερος·
σπαραχτικά θρηνούσαν, πιο δυνατά κι από πουλιά,
σαν αετοί, γύπες γαμψώνυχοι, που τα μικρά τους
κυνηγοί τούς άρπαξαν, προτού ξεπεταρίσουν·
τόσο πικρό και το δικό τους δάκρυ από τα βλέφαρά τους κύλησε.
220 Και θα μπορούσε ο οδυρμός τους να κρατήσει ώσπου να δύσει ο ήλιος,
αν ο Τηλέμαχος δεν προσφωνούσε τον πατέρα του:
«Με ποιο καράβι, αγαπημένε μου πατέρα, ποιοι ναυτικοί
σ᾽ έφεραν στην Ιθάκη; για ποια γενιά καμάρωναν;
Φαντάζομαι δεν έφτασες στα μέρη μας πεζός.»
Αμέσως του αποκρίθηκε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος:
«Παιδί μου, την αλήθεια θέλω να σου πω·
οι Φαίακες, θαλασσινοί διάσημοι, μ᾽ οδήγησαν — ξεπροβοδούν αυτοί
κι άλλους πολλούς, όποιον πατήσει στο νησί τους.
Στον ύπνο βυθισμένο, από το πέλαγος με πέρασαν σε γρήγορο καράβι,
230 και στην Ιθάκη μ᾽ άφησαν. Μου χάρισαν δώρα λαμπρά,
χαλκό, μαλάματα πολλά, φαντά φορέματα,
που από τη φώτιση θεού βρίσκονται τώρα ασφαλισμένα στη σπηλιά.
Κι έφτασα εδώ με σύσταση της Αθηνάς,
να αποφασίσουμε μαζί τον φόνο των εχθρών μας.
Έλα λοιπόν, λογάριασε και μέτρησέ μου τους μνηστήρες,
να μάθω τον αριθμό τους πρώτα και το σόι τους·
μετά, ζυγίζοντας το πράγμα στο καθαρό μυαλό μου,
αποφασίζω αν οι δυο μπορούμε να τα βάλουμε μαζί τους,
μόνοι μας, δίχως άλλους, ή μήπως πρέπει να γυρέψουμε
βοήθεια απ᾽ αλλού.»
240 Ευθύς του ανταποκρίθηκε ο συνετός Τηλέμαχος:
«Πατέρα, είχα από πάντα ακουστά το μεγαλείο της φήμης σου,
πως είσαι ακοντιστής δεινός, πως παίρνεις ζυγισμένες αποφάσεις.
Όμως αυτό που λες πάει πολύ (με πιάνει αλήθεια δέος),
πως είναι δυνατόν οι δυο να αγωνιστούμε με πολλούς γενναίους.
Γιατί δεν είναι οι μνηστήρες μόνο δέκα ή δυο φορές το δέκα·
είναι πολλοί και πολλαπλάσιοι — άκου να δεις τώρα τον αριθμό τους:
απ᾽ το Δουλίχιο πενήντα δύο νέοι διαλεχτοί
που τους ακολουθούνε κι έξι παραγιοί·
250 από τη Σάμη είκοσι τέσσερις, είκοσι απ᾽ τη Ζάκυνθο
των Αχαιών βλαστοί· μέσα από την Ιθάκη δώδεκα, οι καλύτεροι —
μαζί τους ο κήρυκας ο Μέδων, ο θείος αοιδός
και δυο θεράποντες που ξέρουν να λιανίζουν κρέατα.
Ανίσως τους πετύχουμε όλους αυτούς μέσα στο σπίτι,
μήπως, πηγαίνοντας εκεί, σου βγει πικρή κι ανάποδη
η εκδίκηση για τα παράνομά τους έργα.
Γι᾽ αυτό, αν μπορούσες να σκεφτείς κάποιον να μας παρασταθεί,
στοχάσου ποιος θα ᾽ταν σε θέση να σταθεί στο πλάι μας
με προθυμία και θάρρος.»
Γύρισε τότε και του μίλησε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος:
«Και βέβαια θα σου πω· άκουσε εσύ, κι ας το δουλέψει ο νους σου·
260 σκέψου αν αρκούν σ᾽ εμάς τους δυο η Αθηνά με τον πατέρα της τον Δία,
ή θα ᾽πρεπε να σοφιστώ και κάποιον άλλον παραστάτη.»
Ο φρόνιμος Τηλέμαχος αμέσως του αποκρίθηκε:
«Μεγάλοι κι άξιοι οι δύο παραστάτες που ονομάτισες,
κι ας κατοικούν εκεί ψηλά στα νέφη· η δύναμή τους επιβάλλεται
και στους θνητούς ανθρώπους και στους αθάνατους θεούς.»

Ό,τι δεν εκτιμάς, η ζωή το παίρνει πίσω

Το ποτήρι μπορεί να είναι ίδιο για όλους. Το πώς το βλέπεις εσύ όμως είναι καθαρά θέμα αντίληψης και επιλογής.

Τόσα έχουν ειπωθεί γι’ αυτό το ποτήρι, ίσως όμως όχι τόσα, για το πώς αλλά και το γιατί έχει σημασία ο τρόπος που το κοιτάς. Ανάλογα με τα βιώματα και τον χαρακτήρα σου, βλέπεις θετικά, αρνητικά ή ουδέτερα αυτό που έχεις μπροστά σου. Τελικά αυτό το ποτήρι είναι άδειο ή γεμάτο; Και γιατί;

Ένας άνθρωπος βλέπει το ποτήρι και λέει είναι μισό άδειο. Αυτός ο άνθρωπος δεν εστιάζει στο τι έχει, αλλά στο τι δεν έχει. Αυτός είναι ο «ναι μεν αλλά» άνθρωπος. Είναι εκείνος που ό,τι καλό και να του πεις, δώσεις ή δείξεις, πάντα θα εστιάζει στο κάτι παραπάνω ή περισσότερο που θα μπορούσε, ή θα μπορούσες.

Είτε μιλάμε για τον εργασιακό χώρο, για μια σχέση με ένα άλλο άνθρωπο, για την κοινωνία ή για τη σχέση με τον εαυτό μας, πάντα κάτι θα λείπει ή δε θα είναι αρκετό. Αυτός ο άνθρωπος, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος. Αλλά και κανένας κοντινός του, γιατί τίποτα δεν θα είναι ποτέ αρκετό. Η πληρότητα είναι μια λέξη που δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό του.

Κάποιος άλλος, απλά σκέφτεται πως έχει ένα ποτήρι με νερό. Ουδέτερα. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Αυτός ο άνθρωπος είναι οκ. Μακροπρόθεσμα βέβαια, μέσω της παρατεταμένης ανηδονίας, ίσως κάπου χάσει το νόημα και σταδιακά κινηθεί προς την μελαγχολία.

Ένας άλλος άνθρωπος βλέπει το ίδιο ποτήρι και λέει είναι μισό γεμάτο. Αυτός ο άνθρωπος δεν εστιάζει στο τι δεν έχει, αλλά στο τι έχει. Αυτός είναι ο άνθρωπος «ευγνωμοσύνης». Είναι εκείνος που ό,τι αρνητικό κι αν συμβαίνει, είναι επίσης ο «ναι μεν αλλά», αλλά από την αντίθετη όψη. «Ναι μεν συνέβη αυτό το αρνητικό, αλλά έχω την υγειά μου».

«Ναι μεν δεν συμφωνήσαμε με τον σύντροφό μου, αλλά συμφωνούμε στο να είμαστε μαζί». «Ναι μεν έχασα τη δουλειά μου, αλλά έχω μια καλή εμπειρία και επειδή ξέρω ότι αξίζω, θα βρω κάτι καλύτερο ή μια προσωρινή λύση». Τυχαία παραδείγματα. Αυτός ο άνθρωπος, είναι ευτυχισμένος. Ξέρει τι είναι η πληρότητα.

Υπάρχει ένας νόμος που λέει πως η ζωή ό,τι δεν εκτιμάς, σου το παίρνει πίσω για να το εκτιμήσεις. Όταν κάτι το κάνεις δεδομένο και του αφαιρέσεις την αξία του, δηλαδή από ένα σημείο και μετά δεν το εκτιμάς τόσο αλλά σκέφτεσαι το τι άλλο σου λείπει, τότε αργά ή γρήγορα, συνήθως, γίνεται ζητούμενο. Και τότε, εκτιμάς κι αυτό που έχασες και ξεχνάς κι εκείνο που τάχα σου έλειπε. Η «βαλίτσα» ανάλογα με τα επίπεδα συνείδησης μπορεί να πάει ακόμα πιο μακριά.

Ένας άλλος άνθρωπος εκτιμάει απλά το γεγονός ότι έχει ποτήρι, άδειο ή γεμάτο, γιατί μπορεί να βρει κάπου να βάλει νερό. Άλλος εκτιμάει που υπάρχει νερό, ακόμα κι αν δεν υπάρχει ποτήρι. Έχει δυο χέρια με τα οποία μπορεί να πιει νερό. Ένας άλλος, εκτιμάει που υπάρχει μια πηγή, που χωρίς ποτήρι και δίχως χέρι, μπορεί να ξεδιψάσει με το στόμα του και να γευτεί τη δροσιά και τη ζωτικότητά του. Και κάποιος άλλος, εκτιμάει το ότι είναι ζωντανός και μπορεί να αναζητήσει πηγή, ταξιδεύοντας σε μέρη κοντινά ή μακρινά, ακόμα και να δημιουργήσει την δική του, ή ακόμα και να μαζέψει νερό από τους υδρατμούς της ατμόσφαιρας ή την υγρασία της δροσιάς πάνω στα φύλλα πριν την ανατολή.

Μπορείς να ξεδιψάσεις με ζωή, γνώση, εμπειρίες, οτιδήποτε. Αυτό συμβολίζει το νερό. Αυτό το ζωντανό στοιχείο που προγραμματίζεται και αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος σου. Που επηρεάζεται από τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου, ή τα συστατικά που του ρίχνεις μέσα, ακόμα κι απ’ την Σελήνη και τις δυνάμεις των πλανητών. Τα επίπεδα ευγνωμοσύνης αν μπεις σε αυτό τον κόσμο δεν έχουν όρια. Η ίδια πραγματικότητα, ο ίδιος κόσμος, μα τόσο διαφορετική αντίληψη.

Στον ωκεανό της ζωής, ακόμα και σε μια τρικυμία, ο ασφαλέστερος τρόπος να επιβιώσεις αν εξαιρέσουμε την θερμοκρασία, είναι να αφεθείς πάνω στο κύμα. Ειδικά σε περιπτώσεις που είναι πέραν από τον έλεγχό σου, μπορείς να προσπαθήσεις να πας κόντρα, ή να αφεθείς. Αν διατηρείς μια ήσυχη και βαθιά αναπνοή, κυριολεκτικά δεν μπορείς να βουλιάξεις. Στη θάλασσα μπορείς να κάνεις αυτό το πείραμα, με γεμάτη βαθιά αναπνοή λόγω άνωσης, δεν μπορείς να βουλιάξεις.

Έτσι ακριβώς είναι και στη ζωή. Ο ένας άνθρωπος αγχώνεται, στεναχωριέται, δυσανασχετεί. Ανασαίνει ακανόνιστα ή γρήγορα οπότε η αναπνοή δεν παρέχει το οξυγόνο που χρειάζεται το μυαλό και το σώμα. Ταυτόχρονα, το σώμα ανταποκρίνεται στα αρνητικά συναισθήματα και εκκρίνει τις ανάλογες ορμόνες που από τη μία το ετοιμάζουν για μάχη, από την άλλη το βλάπτουν. Πόσο μάλλον στις περιπτώσεις που δεν πρόκειται να γίνει καμία μάχη παρά μόνο στο μυαλό του, κι αυτές οι ορμόνες το κατακλύζουν χωρίς να μπορούν να εκτονωθούν.

Από την άλλη, ένας άνθρωπος που ασκεί την ευγνωμοσύνη και εκτιμάει το κάθε τι που έχει, ό,τι και να συμβαίνει διατηρεί την ήσυχη και βαθιά αναπνοή του. Ταυτόχρονα, το σώμα υπακούει και ανταποκρίνεται στα όμορφα συναισθήματα, εκκρίνοντας τις ανάλογες ορμόνες, οι οποίες τροφοδοτούν περισσότερο τα όμορφα συναισθήματα, ανεβάζουν το ανοσοποιητικό αλλά και την ανάπλαση και διατήρηση της νεότητάς του.

Είναι προς όφελός σου λοιπόν αλλά και για αυτό που εκπέμπεις στους γύρω σου, να είσαι σε κατάσταση θετικότητας και ευγνωμοσύνης. Θα μου πεις ότι είναι δύσκολο συνέχεια. Ναι, εκεί είναι το μυστικό. Με την εξάσκηση και την συνειδητή προσπάθεια, να γίνει ένας νέος σου αυτοματισμός. Προφανώς και ο καθένας μας θέλει να βελτιώνεται και να προσπαθεί για κάτι περισσότερο, αλλά είναι τελείως διαφορετικό να το κάνεις δίνοντας αξία σε ό,τι έχεις και είσαι, και να χτίζεις από εκεί και πέρα, από το να τα παίρνεις για δεδομένα και να σκέφτεσαι τι σου λείπει.

Όλα είναι θέμα οπτικής. Φρόντισε να έχεις την οπτική που σε εξυπηρετεί καλύτερα, και μη ξεχνάς, πως αργά ή γρήγορα, έλκεις στη ζωή σου αυτό που εκπέμπεις.

Η απαράμιλλη γοητεία των ευγενικών ανθρώπων

Μιλάμε πολλάκις με βαρύγδουπες έννοιες σαν να τις κατανοούμε πλήρως και να τις ασπαζόμαστε εν λευκώ. Τις κάνουμε εύκολα ζάφτι με τη μαεστρία του μυαλού μας κι αυτό το καταλογίζουμε, είτε σ’ έναν δυνατό δείκτη ευφυΐας είτε στον λεπτό χειρισμό. Κι αν ο λεπτός χειρισμός έχει να κάνει μ’ ένα ικανοποιητικό νοητικό επίπεδο, ταυτόχρονα μέσα του υποβόσκει κι η γοητεία των καλών τρόπων. Οι καλοί τρόποι μας παραπέμπουν σε μια στάση με υπερχειλίζουσα ευγένεια και κομψότητα. Κι αν κάπως έτσι συνδέονται η ευγένεια με την ευφυΐα, μήπως η πρώτη αποτελεί δείγμα της δεύτερης; Να το θέσω ευγενικά το ζήτημα ή έξυπνα;

Ένα κι ένα κάνουν δύο εκτός κι αν μιλάμε για συσσωμάτωμα εννοιών. Ένα μείγμα με γόητρο κι αίγλη, μια ευγενική εξυπνάδα. Μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν καινούργιο όρο που να τα εμπεριέχει και τα δύο; Ίσως ναι, αν δώσουμε σημασία κι αφουγκραστούμε τις υψηλές συχνότητες των εννοιών. Ίσως κι όχι αν το πάρουμε το θέμα επιφανειακά. Με τα όσα βλέπει η πεθερά σχεδόν κανείς δεν έμεινε ικανοποιημένος. Ίσως ξεγελασμένος, ή μερικώς ευχαριστημένος. Κι αφού τα μέτρια δε μας αρέσουν διόλου, ας μιλήσουμε για τις έννοιες που θίξαμε.

Ευγένεια, ευγένεια, ευγένεια, καλοί τρόποι κι ίσως κι ευγενική καταγωγή. Είναι από τζάκι αυτή η ιδιότητα του χαρακτήρα μας. Πνεύμα γλυκό, με μάτια και πρόσωπο καθαρό, έτσι φαντάζομαι θα ήταν η ιδιότητα αυτή αν είχε μορφή, όμως είναι άυλη και λιγάκι απροσδιόριστη. Είναι επίκτητη ή έμφυτη ανάγκη; Ίσως και τα δύο. Κάποια πράγματα πάνε σετ με την ψυχή και φωνάζουν δυνατά και συγχρονισμένα με τον παλμό που επιλέγει κανείς να ζει. Έχει να κάνει με τον χαρακτήρα του καθένα, βέβαια ο χαρακτήρας έχει να κάνει λόγο και με επίκτητα χαρακτηριστικά. Να ευχαριστήσουμε γονείς και κηδεμόνες για όσα μας έμαθαν. Ο σεβασμός π.χ. είναι σπουδαία αρετή και γειτόνισσα της ευγένειας.

Η ευγένεια, όμως, πέρα από ιδιότητα ψυχής είναι και μια κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά κι εκεί κάπου μπαίνει η παγίδα της εικόνας. Η ευγένεια σπάει κόκαλα και κερδίζει ακροατήρια. Είναι σαν ενίσχυση της πειθούς μας. Οι καλοί τρόποι, το ήρεμο και γλυκό πνεύμα, το γαλήνιο πρόσωπο, σαγηνεύουν και τραβάν τα βλέμματα. Είναι σαν ένα φως μέσα στην απόλυτη μαυρίλα, η μελωδία της ηχορύπανσης, η οργάνωση του όχλου. Για να είναι προσποιητή όμως και να πραγματώνεται όταν υπάρχει όφελος απαιτείται μια ικανοποιητική δόση εξυπνάδας, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι ευφυείς άνθρωποι υποκρίνονται ευγενικά συναισθήματα.

Πέρα από απέχθεια στο μέτριο, εκδηλώνουμε τη δυσανασχέτησή μας και στην απολυτότητα. Ο ευφυής, ο έξυπνος, ο εύστροφος, ο ικανός έχει τη δεξιότητα της ευθυκρισίας και συνήθως λογίζεται ως άτομο αποδοτικό και λειτουργικό ή και παρακινητικό. Οδηγεί το πλήθος ή γελάει με τον λάθος δρόμο που έχει επιλέξει η μάζα, καθώς οδεύει προς την ορθή κατεύθυνση. Συνήθως, βέβαια, συγχέουμε την ευφυΐα με τη μόρφωση και την εκπαίδευση. Ο άνθρωπος ο μορφωμένος, ο αφοσιωμένος σ’ έναν σκοπό- μια επιστήμη έχει διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες κι όταν ένα άτομο βλέπει πέρα από τη μύτη του υπερνικά τα δεσμά της απολυτότητας.

Άσπρο-μαύρο απόλυτα χρώματα δίχως γκρι υποδηλώνουν την έλλειψη διαλλακτικότητας και προσαρμοστικότητας, που κι αυτά ανήκουν στον ασκό της εξυπνάδας. Κι αν τα παιδιά της ευφυΐας συνήθως είναι όμορφα κι αξιοθαύμαστα τότε προσθέστε τους κι ευγενικούς τρόπους για τέλεια συνταγή. Κι αν ψάχνετε απάντηση στο πρωταρχικό ερώτημα του άρθρου δεν έχω απόλυτη και ξεκάθαρη απάντηση. Η αλήθεια είναι σχετική, υποκειμενική και στέκεται κάπου στη μέση· η χρυσή τομή των εννοιών αχνοφαίνεται.

Οι ευφυείς άνθρωποι ίσως έχουν το μυαλό να προσποιηθούν ευγενικά συναισθήματα για ν’ αποκομίσουν οφέλη. Από την άλλη πλευρά του νομίσματος οι ευφυείς άνθρωποι λόγω των διευρυμένων οριζόντων τους, έχουν πατάξει το αιμοβόρικο χαρακτηριστικό της απολυτότητας και το έχουν αντικαταστήσει με τον σεβασμό και την κατανόηση, ή ακόμα και την εξερεύνηση. Για μόνο ένα ίσως να είμαι σίγουρη: ότι η έλλειψη ευγένειας φανερώνει συμπλέγματα κατωτερότητας κι ανασφάλειας.

Η ευγένεια ακούγεται ελκυστική έννοια, φιγουράρει στο κόκκινο χαλί των ονείρων μας και κρατάει το όσκαρ της καλύτερης κοινωνικά αποδεκτής συμπεριφοράς αρκεί να είναι γνήσια κι αυθεντική. Μια ευγενική ψυχή είναι αγνή και δε γνωρίζει από κουτοπονηριές και δηθενισμούς. Δεν έχει ανάγκη να προσποιηθεί γιατί είναι η ίδια ανάγκη. Ανάγκη αυτοπροσδιορισμού κι αυτοπραγμάτωσης. Τα έμφυτα χαρακτηριστικά γελάνε με όσα η επιτηδευμένη εικόνα κυνηγά να ομοιάσει. Δεν αντιγράφεται εύκολα το πρωτότυπο κι αν το επιδιώκουμε ας το κάνουμε με σεβασμό. Ας είμαστε ευφυείς αν κυνηγάμε την εύκολη αντιγραφή, γιατί τα φτηνά υποκριτικά ταλέντα όταν δεν πηγάζουν φυσικά, είναι το λιγότερο γελοία.

Δώσε χωρίς να θυμάσαι και πάρε χωρίς να ξεχνάς

Όλες οι σχέσεις, οικογενειακές, φιλικές, ερωτικές στηρίζονται στο δούναι και λαβείν, στο πάρε δώσε. Όμως, δεν είναι υποχρεωτικό να πάρουμε πίσω όλα όσα δώσαμε, διότι όπως είναι γνωστό πριν μπει κάποιος σε μια σχέση δεν υπογράφει κανένα συμβόλαιο που καθορίζει τι θα δώσει και τι θα πάρει με ακρίβεια και σαφήνεια. Το κάθε μέλος μιας σχέσης προσφέρει ό,τι θέλει να διαθέσει από τα ψυχικά του αποθέματα. Δεν υπάρχουν σαφώς καθορισμένα όρια, δεν υπάρχουν κανόνες σε αυτό.

Επίσης, κάποιος μπορεί να έχει ένα καλό οικονομικό υπόβαθρο, ενώ κάποιος άλλος όχι, για αυτό και δεν είναι δίκαιο να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Ο καθένας προσφέρει ό,τι έχει στη διάθεσή του: αγάπη, ενδιαφέρον, στοργή, υλικά αγαθά. Βγάζεις και δίνεις από την ψυχή σου, χωρίς να χτυπάς πράγματα. Το κάνεις επειδή θέλεις και επειδή μπορείς. Επειδή νιώθεις πράγματα για το έτερόν σου ήμισυ, επειδή θέλεις να το κάνεις ευτυχισμένο και όταν βλέπεις την ευτυχία να καθρεπτίζεται στα μάτια του, νιώθεις ηθική ικανοποίηση, αισθάνεσαι ότι αξίζεις όλα τα καλά του κόσμου, επειδή το κατάφερες. Ανεκτίμητο αυτό το συναίσθημα.

Η αγάπη βέβαια δε μπορεί να είναι μετρημένα κουκιά. Η αγάπη δεν είναι μπακάλικο να μετράς τι πήρες εσύ, τι εγώ τι ο άλλος. Ή δίνεις από την ψυχή σου και βγάζεις το σκασμό ή κάτσε στη γωνίτσα σου και μέτρα τι δεν πήρες. Η αγάπη προϋποθέτει θάρρος, αυταπάρνηση, αυτοθυσία βρίσκεται μακριά από εγωισμούς και μιζέριες.

Ή αγαπάς και ερωτεύεσαι με όλη σου τη δύναμη ή αδιαφορείς. Δεν υπάρχει κάτι ενδιάμεσο. Και αν δεν νιώθεις έτοιμος να έρθεις αντιμέτωπος με αυτά τα πηγαία συναισθήματα και να πολεμήσεις μέχρι τέλους για αυτά, τότε μην ανησυχείς σίγουρα θα υπάρχει κάποιος άλλος που θα έκανε τα πάντα για να έχει ευχαριστημένο τον άνθρωπό του. Aν δεν φαντάζεσαι φωτιές με κάρβουνα μην παίζεις, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και μια γνωστή λαϊκή ρήση.

Πολλές φορές ηχεί στα αυτιά μου μια φράση που μου έλεγε συχνά ο παππούς μου, άνθρωπος παλαιών αρχών, λεβέντης σε όλα του. «Δώσε χωρίς να θυμάσαι και πάρε χωρίς να ξεχνάς». Και συμπλήρωνε μετά: «Ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος». Τον άνθρωπο που μας ευεργέτησε, είτε πρόκειται για φίλο, είτε πρόκειται για σύντροφο δεν πρέπει να τον ξεχνάμε ποτέ. Θα πρέπει πάντα να τον ευγνωμονούμε και να είμαστε οποιαδήποτε στιγμή έτοιμοι να ανταποδώσουμε το καλό που μας έκανε κάποτε.

Ο καθένας δίνει ότι έχει στην ψυχή του, ό,τι υπάρχει στον κήπο του. Αν εκεί έχει ριζώσει το καλό, τότε μόνο αυτό θα βλέπει, μόνο αυτό θα αντικατοπτρίζεται στις επαφές με τους ανθρώπους γύρω του. Αν όμως στην καρδιά του έχει φωλιάσει το κακό, η μιζέρια, το μίσος, τότε αυτά θα ανακαλύπτει σε κάθε στιγμή της ζωής του.

Σύμφωνα με την ψυχολογία, η υπόθεση αυτή σίγουρα σχετίζεται με την οικογένειά καταγωγής, αλλά και με τα πρόσωπα αναφοράς μας στα πρώτα στάδια της ζωής μας. Aν ικανοποιηθούν οι ανάγκες μας στα πρώτα αναπτυξιακά μας στάδια, τότε θα δομούμε σχέσεις αγάπης, οικειότητας, εμπιστοσύνης στην ενήλικη ζωή μας. Έτσι, δεν θα ψάχνουμε πάντα τον κακό λύκο στο τέλος του παραμυθιού, αλλά αντίθετα θα καλούμαστε να ανακαλύψουμε σε κάθε περίσταση το καλό σε όλες τις εκφάνσεις του.

Όταν φοβόμαστε κάποιον, είναι γιατί του έχουμε παραχωρήσει εξουσία πάνω μας

Συχνά εξαρτιόμαστε περισσότερο από τους άλλους παρά από τον ίδιο τον εαυτό μας, και αγωνιζόμαστε με παράλογο τρόπο για την αποδοχή τους, λες και η αξία μας μπορεί να θεμελιωθεί μόνο από άτομα τα οποία ίσα που μας γνωρίζουν.

Το να δίνουμε τέτοια εξουσία στον περίγυρό μας γεννάει ανασφάλεια και μας κάνει να δημιουργούμε αρρωστημένους δεσμούς – στην πλειονότητά τους δεσμούς εξάρτησης – με τους ανθρώπους. Η μοναδική αναγνώριση που χρειαζόμαστε πραγματικά βρίσκεται μέσα μας. Αν δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, αν δεν είμαστε σίγουροι γι’ αυτό που κάνουμε, πώς περιμένουμε να μας αναγνωρίσουν οι άλλοι;

Χρειάζεται να μάθει κανείς να αγαπάει τον εαυτό του, να τον παραδέχεται και να τον αποδέχεται με όλες τις ατέλειές του, οι οποίες, στην πραγματικότητα, είναι δρόμοι που περιμένουν να τους διανύσουμε. Μόνο έτσι θα πάψουμε να φοβόμαστε τους άλλους και δεν θα μας επηρεάζουν οι γνώμες τους.

Συχνά οι άλλοι ούτε που έχουν γνώμη για εμάς. Εμείς οι ίδιοι τυφλωνόμαστε από τη μανία να μάθουμε τι θα σκεφτούν…

Όπως μας θυμίζει ο Έρμαν Έσσε, κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τον κήπο του και φιλοτεχνεί νοερά την ακουαρέλα αυτού που επιθυμεί να είναι. Όταν παύουμε να εξαρτιόμαστε από τους άλλους, ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι είμαστε κύριοι της ζωής μας.

Γεννηθήκαμε με τον φόβο του τι θα πει ο κόσμος και καταντήσαμε να μη ζούμε

Γεννηθήκαμε με βαθιά ριζωμένο τον φόβο του τι θα πει ο κόσμος και καταλήξαμε να δούμε πως ακόμα και οι επιλογές μας δεν ήταν συνειδητές αλλά μια συνέχεια των κατευθύνσεων που μας διδάξανε, δεσμεύοντας στη ψυχή μας, τα θέλω και επικολλώντας την ταμπέλα απαγορεύεται.

Οι πράξεις μας είναι βασισμένες σε αυτά που πιστεύουμε ότι θέλουμε, σε ό,τι δεν ξεπερνά τα όρια και είναι επιτρεπτό. Ποιος έβαλε τα όρια; Ποιος ξέρει τόσα πολλά για το σύμπαν και την δημιουργία μας;

Έριχναν διαρκώς στο μυαλουδάκι μας τους σπόρους του φόβου για τον κόσμο και μας προετοίμαζαν για την ζούγκλα που επικρατεί εκεί έξω χωρίς να μας αφήνουν να δούμε πως η ζωή είναι τόσο τέλεια και τόσο όμορφη.. Κι έτσι βγήκαμε έξω έτοιμοι να παλέψουμε και όχι να δούμε, έτοιμοι να ρημάξουμε και όχι να δημιουργήσουμε, έτοιμοι να εναντιωθούμε και όχι να απολαύσουμε. Έτσι το σύμπαν εισέπραττε κι άλλο από αυτό το χάος των αρνητικών σκέψεων.

Δεν υπάρχει κανένας τιμωρός εκεί έξω. Αλλά μέσα στο μυαλό μας. Ακούω ανθρώπους που πηγαίνουν όλα καλά στη ζωή τους να λένε ¨όλα καλά δόξα το θεό” και κάποιους άλλους που ταλαιπωρούνται (συνειδητά ή όχι) να λένε εκφράσεις όπως “εμάς ο θεός μας ξέχασε” , “είμαι άτυχος” , “κάτι έχω κάνει στην προηγούμενη ζωή μου;

Ε λοιπόν δεν έχεις κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να κρατάς ακόμα τις παρωπίδες σου!

Όλοι πιστεύουμε σε μια ανώτερη δύναμη χωρίς να ξέρουμε, χωρίς να ξέρουμε πως λειτουργεί, αλλά είμαστε τόσο σίγουροι και απόλυτοι για την επιρροή της επάνω μας! Την βρίζουμε στα άσχημα και την εξυμνούμε στα ευχάριστα. Ίσως έχουμε ανάγκη να ρίχνουμε κάπου το φταίξιμο ή να θέλουμε να αισθανόμαστε την εύνοια μιας ανώτερης δύναμης.

Η πραγματική αλήθεια είναι ο εαυτός μας. Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε τα πάντα γύρω μας όπως καταστάσεις, συναισθήματα κλπ.

Είμαστε ικανοί να δημιουργήσαμε την ζωή που θέλουμε όπως την θέλουμε, αρκεί να ξέρουμε τι θέλουμε και να απελευθερώσομε το μυαλό μας.

Να αδειάσουμε το ασυνείδητο και να ευθυγραμμιστούμε αρμονικά με το συνειδητό. Έτσι θα απελευθερώσουμε όλα τα συναισθήματα μας.

Δεν γνωρίζουμε ουσιαστικά τον κόσμο μας. Γνωρίζουμε την αντίληψη των άλλων για τον κόσμο. Με αυτή την αντίληψη μεγαλώσαμε και έγινε η πραγματικότητα μας.
Ακούγαμε πάντα από μικροί “πρέπει να είσαι σκληρός για να αντιμετωπίσεις την ζωή”, ”μην έχεις εμπιστοσύνη σε κανέναν”, “να κάνεις το σωστό”, ”πρόσεχε”, “ο κόσμος είναι κακός”.

Δεν είναι ο κόσμος μας αυτός!

Ο κόσμος μας είναι το στολίδι του σύμπαντος κι εμείς είμαστε μέρος του. Συγχρονιζόμαστε τέλεια μαζί του κι εκείνο αντανακλά την ενέργεια μας. Θετικές σκέψεις δίνουν θετική έκβαση. Αρνητικές σκέψεις δίνουν αρνητική έκβαση.

Επέλεξε να είσαι ευτυχισμένος σήμερα με όσα έχεις για να δημιουργήσεις ένα αρμονικό αύριο. με όλα όσα θα ήθελες να έχεις.

Από την φύση του ο άνθρωπος διατηρεί την ελπίδα στην καρδιά του.

Κι όσο υπάρχει αυτή η ελπίδα δίνει πίστη στα θέλω του.

Βγάλτε την στην επιφάνεια! Μιλήστε με τον ανώτερο εαυτό σας και ξεκαθαρίστε ποιοι είστε, τι θέλετε και ποιος είναι ο σκοπός σας. Καθαρίστε το μυαλό σας και ανοίξτε τα μάτια του νου. Ίσως η αλλαγή στη δική σας ζωή να περιμένει να της ανοίξετε την πόρτα.

Θα την αφήσετε να περιμένει;

Πώς σκέπτονται οι νικητές στη ζωή

Οι νικητές στη ζωή σκέπτονται διαρκώς φράσεις που ξεκινούν με “Μπορώ”, “Θα το κάνω”, “Είμαι”. Οι χαμένοι, από την άλλη πλευρά, συγκεντρώνουν τις σκέψεις τους σε αυτά που έπρεπε να είχαν κάνει ή αυτά που δεν έκαναν.

Αν δεν είμαστε ικανοποιημένοι από τις επιδόσεις μας, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε το τοπίο.

Ερευνητές σε θέματα καρκίνου στο Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου εκπόνησαν μια μακροχρόνια έρευνα σε πενήντα επτά θύματα καρκίνου τον μαστού, τα οποία υποβλήθηκαν σε μαστεκτομή. Διαπίστωσαν ότι επτά στις δέκα γυναίκες “με μαχητικό πνεύμα” ζούσαν δέκα χρόνια αργότερα, ενώ τέσσερις στις πέντε γυναίκες, “που αισθάνθηκαν απόγνωση” όταν έγινε η διάγνωση, είχαν πεθάνει.

Η μελέτη της ελπίδας και του τρόπου με τον οποίο επιδρά στην υγεία ονομάζεται ψυχονευροανοσολογία. Το Ιατρικό Κέντρο του Harborvίew στο Σηάτλ εκπονεί έρευνες στον τομέα αυτόν, και τα ευρήματά του ενισχύουν τα συμπεράσματα των ερευνητών του Βασιλικού Κολεγίου τον Λονδίνου. Σε μια διετή έρευνα σε ασθενείς με εγκαύματα, η ερευνητική ομάδα του Harborview ανακάλυψε ότι οι ασθενείς που έδειξαν θετική στάση ανάρρωσαν ταχύτερα από εκείνους που κρατούσαν αρνητική.

Βάζω νέες βάσεις σημαίνει: Ίσως να μην μπορώ να αλλάξω τον κόσμο που βλέπω γύρω μου, αλλά μπορώ να αλλάξω τον τρόπο που εγώ βλέπω τον κόσμο μέσα μου.

Καθώς προσπαθείτε να αλλάξετε τρόπο σκέψης, ξεκινήστε αμέσως αλλάζοντας συμπεριφορά. Αρχίστε να παίζετε τον ρόλο του ανθρώπου που θα θέλατε να είστε. Κάντε πράξη τη συμπεριφορά που θαυμάζετε, και υιοθετήστε την. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν πρώτα να νιώσουν και μετά να δράσουν. Δεν πετυχαίνει ποτέ.

Μια μέρα επισκέφθηκα κάποιο ιατρείο, όπου διάβασα το εξής σε ένα ιατρικό περιοδικό: “Το ακούμε σχεδόν κάθε μέρα… αναστεναγμός… αναστεναγμός… αναστεναγμός. ‘Μου είναι αδύνατο να βρω κίνητρο για να χάσω βάρος, να ελέγξω το ζάχαρό μου, κλπ.’ Και τους ίδιους αναστεναγμούς ακούμε από τους διαβητολόγους που δεν μπορούν να κινητοποιήσουν τους ασθενείς τους να τηρήσουν τις απαραίτητες για το διαβήτη και την υγεία τους οδηγίες.

“Έχουμε καλά νέα για σας. Το κίνητρο δε θα εμφανιστεί ξαφνικά σαν την επιφοίτηση. Και το κίνητρο δεν είναι κάτι που κάποιος άλλος — νοσοκόμα, γιατρός, μέλος της οικογένειας — μπορεί να σας δώσει ή να σας επιβάλει. Η όλη ιδέα του κινήτρου είναι παγίδα. Ξεχάστε το κίνητρο. Απλώς κάντε το. Αθληθείτε, χάστε βάρος, ελέγξτε το ζάχαρό σας, ή οτιδήποτε άλλο. Κάντε το χωρίς κίνητρο. Και μετά, μήπως το μαντεύετε; Αφού ξεκινήσετε να το κάνετε, τότε θα έλθει και το κίνητρο για να σας διευκολύνει στην προσπάθειά σας να συνεχίσετε.”

“Το κίνητρο,” λέει ο John Bruner, “μοιάζει με την αγάπη και την ευτυχία. Πρόκειται για παραπροϊόν. Όταν συμμετέχεις ενεργά σε αυτό που κάνεις, το κίνητρο για να εξακολουθήσεις να το κάνεις εμφανίζεται ξαφνικά όταν δεν το περιμένεις.” Όπως υποστηρίζει ο ψυχολόγος του Χάρβαρντ Jerome Bruner, είναι ευκολότερο να οδηγηθείς στο συναίσθημα λόγω δράσης παρά στη δράση λόγω του συναισθήματος.

Για το λόγο αυτόν λοιπόν, δράστε! Οτιδήποτε ξέρετε πως πρέπει να κάνετε κάντε το.

Η ανάπτυξη της στάσης ζωής των παιδιών μας έχει μεγάλη σημασία για τη γυναίκα μου και για μένα. Γνωρίζουμε εδώ και πολύ καιρό πως ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να αναπτύξουμε τη στάση των παιδιών μας είναι να ασχοληθούμε με τη συμπεριφορά τους. Όταν όμως πούμε σε ένα από τα παιδιά, “Άλλαξε στάση”, το μήνυμα είναι πολύ γενικό και η αλλαγή που θέλουμε να πετύχουμε ασαφής. Αποτελεσματικότερη προσέγγιση είναι η ανάλυση συμπεριφορών που φανερώνουν κακή στάση. Αν τα βοηθήσουμε να αλλάξουν συμπεριφορά, η στάση θα αλλάξει μόνη της. Αντί να λέτε στα παιδιά σας, “Να δείχνεις ευγνωμοσύνη”, τους ζητάμε να έχουν κάτι θετικό να πουν για κάθε μέλος της οικογένειας καθημερινά. Καθώς αυτό εξελίσσεται σε συνήθεια της ζωής τους, η στάση ευγνωμοσύνης ακολουθεί.

Οι αξίες μας προσδιορίζουν τις επιλογές μας

Η κατανόηση του εαυτού μας σημαίνει, εκτός όλων των άλλων, τη συνειδητή διαμόρφωση των προσωπικών αξιών μας και του πώς αυτές συνδέονται με τις επιλογές της ζωής. Από τις αξίες εξαρτάται το ποιες επιλογές κάνουμε, πώς συμπεριφερόμαστε, ποιοι θέλουμε να είμαστε και πώς θέλουμε να ζούμε.

Οι αξίες προσδιορίζουν το τι είναι σημαντικό και τι είναι ασήμαντο για εμάς και, κατά συνέπεια, τις προτεραιότητές μας. Για να το κατανοήσετε μόνοι σας, κάνετε την εξής άσκηση όπως τη βλέπετε στο σχήμα.

Στις δυο όχθες του ποταμού, βρίσκονται πέντε άνθρωποι: Στη μια όχθη, η κυρία L, ο βαρκάρης Β και ο κύριος S. Στην άλλη όχθη, ο Μ, που είναι σύζυγος της κυρίας L, και ο F, που είναι «κολλητός» φίλος του συζύγου Μ. Το ποτάμι είναι αδύνατον να το περάσει κάποιος χωρίς βάρκα, για πολλούς λόγους. Η κυρία L βρίσκεται στη δεξιά όχθη χαμένη και ο σύζυγός της, ο Μ, δεν γνωρίζει ότι η γυναίκα του είναι εκεί για να πάει να την πάρει. Γι’ αυτή την κυρία τίποτα άλλο δεν αξίζει στη ζωή της, όσο η αγάπη της για τον άνδρα της. Αν δεν τον ξαναβρεί, δεν αξίζει ούτε η ζωή της και είναι αποφασισμένη να αυτοκτονήσει. Πηγαίνει, λοιπόν, στον κύριο Β, τον βαρκάρη, και τον παρακαλάει, τον ικετεύει να την περάσει στην απέναντι όχθη, για να βρει τον σύζυγό της. Ο βαρκάρης αρνείται λέγοντας: «Άκου, κυρία μου, εγώ τη βάρκα την έχω για να βγάζω χρήματα και να ζω την οικογένειά μου. Αν δεν με πληρώσεις, δεν πρόκειται να σε πάω απέναντι». Η κυρία, που δεν είχε χρήματα ή κάτι άλλο να του δώσει, αισθάνθηκε απόγνωση και απελπισία, αφού η ζωή της δεν άξιζε χωρίς τον σύζυγό της. Ευτυχώς, ο κύριος S έμαθε το πρόβλημα της κυρίας και της πρότεινε να της δώσει χρήματα για να τα δώσει στον βαρκάρη και να την περάσει απέναντι όπου ήταν ο άνδρας της, με την προϋπόθεση όμως να κάνει μία φορά σεξ μαζί του, διότι το είχε μεγάλη ανάγκη. Για την κυρία, πράγματι δεν άξιζε τίποτα άλλο στη ζωή της, παρά μόνον η αγάπη της για τον άνδρα της. Έτσι, πήγε με τον S, πήρε τα χρήματα, τα έδωσε στον βαρκάρη και πέρασε απέναντι για να βρει τον άνδρα της. Δυστυχώς, όμως, ο κύριος F έμαθε ότι η κυρία έκανε σεξ με τον S για να βρει τα χρήματα και, λόγω της τόσο βαθιάς φιλίας με τον άνδρα της, δεν μπορούσε να το κρύψει και του το μαρτύρησε. Έτσι, όταν η κυρία πήγε στον άνδρα της εκείνος την έδιωξε επειδή είχε κάνει σεξ με τον S.

Τώρα, θα σας παρακαλέσω, σε ένα πρόχειρο χαρτάκι, να βάλετε στη σειρά τους πέντε αυτούς ανθρώπους με κριτήριο το πόσο, κατά τη γνώμη σας, ο καθένας έπραξε σωστά. Δηλαδή, θέστε πρώτον αυτόν που κατά τη γνώμη σας έπραξε πιο σωστά, δεύτερον τον αμέσως επόμενο που έπραξε πιο σωστά κ.ο.κ. 

Μη συνεχίσετε το διάβασμα αν δεν το κάνετε. Αφού τους βάλετε στη σειρά, σκεφτείτε τι προσδιόρισε το ποιο βάλατε πρώτο και ποιο δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο. Γιατί κάνατε αυτή την ιεράρχηση; Λογικά, η σειρά που τους τοποθετήσατε εξαρτήθηκε από τον κώδικα των προσωπικών σας αξιών. Όσοι τοποθετήσατε πρώτη την κυρία L, σημαίνει ότι για εσάς η πιο σημαντική αξία είναι η αγάπη (Love). Όσοι τοποθετήσατε πρώτον τον βαρκάρη Β, για εσάς η πιο σημαντική αξία είναι η δουλειά και τα χρήματα (Business money). Όσοι τοποθετήσατε πρώτον τον S, για εσάς η πιο σημαντική αξία είναι το σεξ (Sex). Όσοι τοποθετήσατε πρώτον τον κύριο Μ, για εσάς η πιο σημαντική αξία είναι η ηθική (Moral), με την περιορισμένη, βέβαια, έννοια του συγκεκριμένου παραδείγματος, δηλαδή, των συζυγικών σχέσεων. Τέλος, όσοι επιλέξατε ως πρώτον τον F, για εσάς σημαντικότερη αξία είναι η φιλία (Friendship).

Άρα, το συμπέρασμα είναι ότι οι προτεραιότητες στη ζωή μας καθορίζονται από το πώς είμαστε τοποθετημένοι απέναντι σε κάποια κεντρικά αντιθετικά ζεύγη – όπως προσωπική ζωή έναντι καριέρας, χρήματα έναντι ελεύθερου χρόνου, ατομικό έναντι ομαδικού, δόξα έναντι κοινωνικής συμβολής, πολυτελής κατανάλωση έναντι απαραίτητης κατανάλωσης κλπ. Οι προτεραιότητές μας, λοιπόν, προσδιορίζονται από τις αξίες μας και από τον τρόπο που ιεραρχούμε τις δεύτερες. Έτσι, αν δεν έχουμε ξεκάθαρες αξίες, δεν μπορούμε να έχουμε ξεκάθαρες προτεραιότητες. Σε τέτοια περίπτωση, μόνον κατά τύχη δεν θα μετανιώσουμε για τις επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας, αφού, προκειμένου να θέτω τα σωστά ερωτήματα, να αξιολογώ τις εναλλακτικές επιλογές και να επιλέγω την καλύτερη για εμένα, προϋπόθεση είναι να έχω ξεκάθαρο στο μυαλό μου το τι αξίζει για εμένα.