Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

11.2. Γαλλία: Οι αρχαίοι μύθοι σε μεγέθυνση


Ο μανιερισμός μετατόπισε την αρχαία τέχνη σταδιακά από την Ιταλία στη Γαλλία του Φραγκίσκου Α', όπου τον 16ο αιώνα επικρατούσε μια επιτηδευμένη αρχαιοφιλία. Πεθαίνουν ο Έρασμος και ο Μπυντέ (περ. 1540) και αναλαμβάνει μια νέα γενιά Γάλλων κλασικών δασκάλων με επικεφαλής τον Νικολά Πουσέν (1594-1665). Ο Πουσέν γοητεύεται από τη Ρώμη, τις αρχαιότητες, το κλασικό πνεύμα και δημιουργεί έναν ιδεατό κόσμο καθαρότητας και ηρεμίας: «Tout ce qu᾽il y a de beau en Italie» "πόσα ωραία υπάρχουν στην Ιταλία!". Το περίφημο έργο του Et in Arcadia ego "Εγώ, [ο θάνατος βρίσκομαι] και στην Αρκαδία" του 1655, αποπνέει μια μελαγχολία, ένα νοσταλγικό όραμα γαλήνης, όπου και ο θάνατος έχει χάσει τη φρίκη του. 

Στη Βασιλική Ακαδημία Ζωγραφικής και Γλυπτικής, που ίδρυσε ο Λουδοβίκος ΙΓ' στο Παρίσι το 1648, το έργο του Πουσέν χρησιμοποιείται ως βάση για κάθε μελλοντική δημιουργία (πουσενισμός), με αντίποδα την αντίληψη για την τέχνη του Ρούμπενς (ρουμπενισμός). Περισσότερο από τον Πουσέν το τοπίο της Ιταλίας μάγεψε τον Γάλλο Κλοντ Λορέν (1600-1682), ο οποίος αποτύπωσε στα έργα του μια εξιδανικευμένη ρωμαϊκή φύση, με ένα χαρακτηριστικό χρυσαφένιο ονειρικό φως, που έκανε τους ταξιδιώτες να μετρούν την ομορφιά του τοπίου με τα δικά του μάτια. Άγγλοι αριστοκράτες προχώρησαν ακόμη μακρύτερα: με πρότυπο τα ιδανικά τοπία του Λορέν δημιουργούν κήπους και πάρκα που δίνουν την ψευδαίσθηση μιας φυσικής αρμονίας χωρίς σχεδιασμό, δηλαδή τον λεγόμενο κήπο αγγλικού τύπου. Στη γαλήνια φύση των τοπίων του ο Λορέν προσθέτει συχνά μυθολογικά θέματα και φανταστικά ερείπια αρχαίων μνημείων καθιερώνοντας μια ηρωική τοπιογραφία.

Το στιλ του Πουσέν επηρέασε τον Βέλγο, εγκατεστημένο στο Παρίσι, Αντουάν Βατό (1684-1721), τον χαρακτηριστικό ζωγράφο του αυλικού ροκοκό, που ζωγράφιζε εσωτερικές διακοσμήσεις για τους πύργους των ευγενών, οράματα μιας ονειρικής ζωής στη φύση, όπου όλοι διασκεδάζουν χαριτωμένα και όλα είναι μια γιορτή, μια σειρά από συνεχή μενουέτα. Το Ταξίδι στα Κύθηρα (περ. 1719), η πιο διάσημη από τις fêtes galantes "γιορτές ευγενών" του είναι μια απόδραση σε έναν μη πραγματικό, ιδεατό κόσμο γαλήνης και ευτυχίας, μια αναχώρηση στο άπιαστο όνειρο στο νησί της θεάς του Έρωτα, της Αφροδίτης.

Ο Πουσέν και οι μεγάλοι της ιταλικής Αναγέννησης ήταν για τον Άγγλο Τζόσουα Ρέινολντς (1723-1792) τα ανυπέρβλητα υποδείγματα της πραγματικής τέχνης. «Χρειάζεται μόρφωση και φαντασία για να ζωγραφιστεί ένας πίνακας όπως η Αυγή του Ρένι ή το Et in Arcadia ego του Πουσέν», υποστήριζε μεταξύ άλλων σε μια σειρά από διαλέξεις που και σήμερα ακόμα είναι ενδιαφέρουσες.

Στο Παρίσι, καλλιτεχνική πρωτεύουσα της Ευρώπης, επικρατεί η ακαδημαϊκή έκφραση: Βουέ, Σαμπέιν, Λεμπρέν κ.ά. Στη Γαλλία δεν υπάρχει μέγαρο, ανάκτορο, κατοικία της εποχής που να μην έχει έργο του Σιμόν Βουέ (1590-1649) ή του εργαστηρίου του. Γεμίζει ατέλειωτες επιφάνειες με μυθολογικές σκηνές, αλληγορίες, φανταστικά θέματα, σχεδιάζει για τάπητες κ.ά., ώσπου τον παραμερίζει ο Πουσέν. Το ίδιο και ο Σαρλ Λεμπρέν (1619-1690), που ανήκει στους ιδρυτές της ακαδημίας, δημιουργεί το κάπως κενό, διακοσμητικό και κραυγαλέα εορταστικό στιλ της αυλής του Λουδοβίκου ΙΔ', με μια μεγάλη παραγωγή σε πίνακες και τοιχογραφίες που έχουν συχνά μυθολογικά θέματα, όπως η οροφή με τους άθλους του Ηρακλή στον πύργο του Vaux, ή θέματα από την Αρχαιότητα όπως ο τεραστίων διαστάσεων πίνακάς του (4,70 m x 12,64 m) με θέμα Μέγας Αλέξανδρος και Πόρος (πριν το 1673), που βρίσκεται σήμερα στο Λούβρο.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΑ

ΑΡΙΣΤ Πολ 1274b32–1275b21

Η προϋπόθεση για τη μελέτη των πολιτευμάτων: ο προσδιορισμός των εννοιών "πόλις" και "πολίτης"

Ο Αριστοτέλης στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών του πραγματεύτηκε σε γενικές γραμμές τη ζωή σε μια κοινότητα, καθώς και τη λειτουργία και οργάνωση της απλούστερης μορφής κοινωνικής οργάνωσης, του οἴκου, ενώ στο δεύτερο βιβλίο εξετάστηκαν κριτικά διάφορες πολιτειακές μορφές, θεωρητικές ή ιστορικές. Ακολουθεί η αρχή του τρίτου βιβλίου.

Τῷ περὶ πολιτείας ἐπισκοποῦντι, καὶ τίς ἑκάστη καὶ
ποία τις, σχεδὸν πρώτη σκέψις περὶ πόλεως ἰδεῖν, τί ποτέ
ἐστιν ἡ πόλις. νῦν γὰρ ἀμφισβητοῦσιν, οἱ μὲν φάσκοντες
(35) τὴν πόλιν πεπραχέναι τὴν πρᾶξιν, οἱ δ’ οὐ τὴν πόλιν ἀλλὰ
τὴν ὀλιγαρχίαν ἢ τὸν τύραννον· τοῦ δὲ πολιτικοῦ καὶ τοῦ
νομοθέτου πᾶσαν ὁρῶμεν τὴν πραγματείαν οὖσαν περὶ πόλιν,
ἡ δὲ πολιτεία τῶν τὴν πόλιν οἰκούντων ἐστὶ τάξις τις. ἐπεὶ
δ’ ἡ πόλις τῶν συγκειμένων, καθάπερ ἄλλο τι τῶν ὅλων
(40) μὲν συνεστώτων δ’ ἐκ πολλῶν μορίων, δῆλον ὅτι πρότερον
ὁ πολίτης ζητητέος· ἡ γὰρ πόλις πολιτῶν τι πλῆθός ἐστιν.
[1275a] ὥστε τίνα χρὴ καλεῖν πολίτην καὶ τίς ὁ πολίτης ἐστὶ σκε-
πτέον. καὶ γὰρ ὁ πολίτης ἀμφισβητεῖται πολλάκις· οὐ
γὰρ τὸν αὐτὸν ὁμολογοῦσι πάντες εἶναι πολίτην· ἔστι γάρ
τις ὃς ἐν δημοκρατίᾳ πολίτης ὢν ἐν ὀλιγαρχίᾳ πολλάκις
(5) οὐκ ἔστι πολίτης. τοὺς μὲν οὖν ἄλλως πως τυγχάνοντας
ταύτης τῆς προσηγορίας, οἷον τοὺς ποιητοὺς πολίτας, ἀφετέον·
ὁ δὲ πολίτης οὐ τῷ οἰκεῖν που πολίτης ἐστίν (καὶ γὰρ μέτ-
οικοι καὶ δοῦλοι κοινωνοῦσι τῆς οἰκήσεως), οὐδ’ οἱ τῶν
δικαίων μετέχοντες οὕτως ὥστε καὶ δίκην ὑπέχειν καὶ δικά-
(10) ζεσθαι (τοῦτο γὰρ ὑπάρχει καὶ τοῖς ἀπὸ συμβόλων κοινω-
νοῦσιν [καὶ γὰρ ταῦτα τούτοις ὑπάρχει]· πολλαχοῦ μὲν οὖν
οὐδὲ τούτων τελέως οἱ μέτοικοι μετέχουσιν, ἀλλὰ νέμειν
ἀνάγκη προστάτην, ὥστε ἀτελῶς πως μετέχουσι τῆς τοιαύτης
κοινωνίας), ἀλλὰ καθάπερ καὶ παῖδας τοὺς μήπω δι’ ἡλι-
(15) κίαν ἐγγεγραμμένους καὶ τοὺς γέροντας τοὺς ἀφειμένους
φατέον εἶναι μέν πως πολίτας, οὐχ ἁπλῶς δὲ λίαν ἀλλὰ
προστιθέντας τοὺς μὲν ἀτελεῖς τοὺς δὲ παρηκμακότας ἤ τι
τοιοῦτον ἕτερον (οὐδὲν γὰρ διαφέρει· δῆλον γὰρ τὸ λεγόμε-
νον). ζητοῦμεν γὰρ τὸν ἁπλῶς πολίτην καὶ μηδὲν ἔχοντα
(20) τοιοῦτον ἔγκλημα διορθώσεως δεόμενον, ἐπεὶ καὶ περὶ τῶν
ἀτίμων καὶ φυγάδων ἔστι τὰ τοιαῦτα καὶ διαπορεῖν καὶ
λύειν. πολίτης δ’ ἁπλῶς οὐδενὶ τῶν ἄλλων ὁρίζεται μᾶλ-
λον ἢ τῷ μετέχειν κρίσεως καὶ ἀρχῆς. τῶν δ’ ἀρχῶν αἱ
μέν εἰσι διῃρημέναι κατὰ χρόνον, ὥστ’ ἐνίας μὲν ὅλως δὶς
(25) τὸν αὐτὸν οὐκ ἔξεστιν ἄρχειν, ἢ διὰ τινῶν ὡρισμένων χρό-
νων· ὁ δ’ ἀόριστος, οἷον ὁ δικαστὴς καὶ <ὁ> ἐκκλησιαστής. τάχα
μὲν οὖν ἂν φαίη τις οὐδ’ ἄρχοντας εἶναι τοὺς τοιούτους, οὐδὲ
μετέχειν διὰ ταῦτ’ ἀρχῆς· καίτοι γελοῖον τοὺς κυριωτάτους
ἀποστερεῖν ἀρχῆς. ἀλλὰ διαφερέτω μηδέν· περὶ ὀνόματος
(30) γὰρ ὁ λόγος· ἀνώνυμον γὰρ τὸ κοινὸν ἐπὶ δικαστοῦ καὶ
ἐκκλησιαστοῦ, τί δεῖ ταῦτ’ ἄμφω καλεῖν. ἔστω δὴ διορισμοῦ
χάριν ἀόριστος ἀρχή. τίθεμεν δὴ πολίτας τοὺς οὕτω μετ-
έχοντας. ὁ μὲν οὖν μάλιστ’ ἂν ἐφαρμόσας ὁρισμὸς ἐπὶ πάν-
τας τοὺς λεγομένους πολίτας σχεδὸν τοιοῦτός ἐστιν· δεῖ δὲ
(35) μὴ λανθάνειν ὅτι τῶν πραγμάτων ἐν οἷς τὰ ὑποκείμενα
διαφέρει τῷ εἴδει, καὶ τὸ μὲν αὐτῶν ἐστι πρῶτον τὸ δὲ
δεύτερον τὸ δ’ ἐχόμενον, ἢ τὸ παράπαν οὐδὲν ἔστιν, ᾗ
τοιαῦτα, τὸ κοινόν, ἢ γλίσχρως. τὰς δὲ πολιτείας ὁρῶμεν
εἴδει διαφερούσας ἀλλήλων, καὶ τὰς μὲν ὑστέρας τὰς δὲ
[1275b] προτέρας οὔσας· τὰς γὰρ ἡμαρτημένας καὶ παρεκβεβηκυίας
ἀναγκαῖον ὑστέρας εἶναι τῶν ἀναμαρτήτων (τὰς δὲ παρεκ-
βεβηκυίας πῶς λέγομεν, ὕστερον ἔσται φανερόν). ὥστε καὶ
τὸν πολίτην ἕτερον ἀναγκαῖον εἶναι τὸν καθ’ ἑκάστην πολι-
(5) τείαν. διόπερ ὁ λεχθεὶς ἐν μὲν δημοκρατίᾳ μάλιστ’ ἐστὶ
πολίτης, ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις ἐνδέχεται μέν, οὐ μὴν ἀναγ-
καῖον. <ἐν> ἐνίαις γὰρ οὐκ ἔστι δῆμος, οὐδ’ ἐκκλησίαν νομί-
ζουσιν ἀλλὰ συγκλήτους, καὶ τὰς δίκας δικάζουσι κατὰ μέρος,
οἷον ἐν Λακεδαίμονι τὰς τῶν συμβολαίων δικάζει τῶν
(10) ἐφόρων ἄλλος ἄλλας, οἱ δὲ γέροντες τὰς φονικάς, ἑτέρα
δ’ ἴσως ἀρχή τις ἑτέρας. τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ περὶ
Καρχηδόνα· πάσας γὰρ ἀρχαί τινες κρίνουσι τὰς δίκας.
ἀλλ’ ἔχει διόρθωσιν ὁ τοῦ πολίτου διορισμός. ἐν γὰρ
ταῖς ἄλλαις πολιτείαις οὐχ ὁ ἀόριστος ἄρχων ἐκκλησιαστής
(15) ἐστι καὶ δικαστής, ἀλλὰ ὁ κατὰ τὴν ἀρχὴν ὡρισμένος·
τούτων γὰρ ἢ πᾶσιν ἢ τισὶν ἀποδέδοται τὸ βουλεύεσθαι καὶ
δικάζειν ἢ περὶ πάντων ἢ περὶ τινῶν. τίς μὲν οὖν ἐστιν ὁ
πολίτης, ἐκ τούτων φανερόν· ᾧ γὰρ ἐξουσία κοινωνεῖν ἀρχῆς
βουλευτικῆς καὶ κριτικῆς, πολίτην ἤδη λέγομεν εἶναι ταύτης
(20) τῆς πόλεως, πόλιν δὲ τὸ τῶν τοιούτων πλῆθος ἱκανὸν πρὸς
αὐτάρκειαν ζωῆς, ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν.

***
Διά τον εγκύπτοντα εις την σπουδήν της πολιτικής τάξεως και ερευνώντα την φύσιν και τον χαρακτήρα εκάστης, ως πρώτη σχεδόν έρευνα επιβάλλεται η περί της πόλεως: Ποία τουτέστιν είναι η πραγματική φύσις της πόλεως; Διότι πράγματι κρατεί περί τον όρον τούτον αμφισβήτησις σήμερον· ούτω, προκειμένου περί πράξεως τινός, οι μεν λέγουν (35) ότι η πόλις την έπραξεν, οι δε, ότι δεν την έπραξεν η πόλις, αλλ' η κρατήσασα ταύτης ολιγαρχία ή ο τύραννος. Αφ' ετέρου βλέπομεν ότι πάσα ενέργεια του πολιτικού ανδρός και του νομοθέτου αφορά την πόλιν, ενώ η 'πολιτεία' δεν είναι ή τάξις τις των κατοικούντων την πόλιν. Επειδή δε η 'πόλις' είναι τι σύνθετον εν τη εννοία και οιουδήποτε άλλου αποτελούντος μεν όλον τι, (40) συγκειμένου όμως εκ πολλών μερών, είναι φανερόν ότι πρέπει κατά πρώτον να εξακριβωθή τι είναι πολίτης· διότι η πόλις είναι πλήθος πολιτών· [1275a] και συνεπώς το υπό λύσιν ζήτημα είναι ποίον πρέπει να ονομάζωμεν πολίτην και τις η φύσις του πολίτου. Και τούτο διότι εν αμφισβητήσει κείται και του όρου τούτου η έννοια· καθ' όσον δεν συμφωνούν πάντες επί της ιδιότητος του αυτού ως πολίτου. Και πράγματι συμβαίνει ο αυτός, εν μεν τη δημοκρατία πολίτης να είναι, εν δε τη ολιγαρχία πολλάκις (5) να μη είναι πολίτης. Και τους μεν άλλως πως τυγχάνοντας της προσηγορίας του πολίτου, ως επί παραδείγματι τους 'ποιητούς' πολίτας, ας θέσωμεν εκτός· ο δε πολίτης δεν είναι πολίτης εκ του λόγου ότι είναι κάτοικος ωρισμένου τόπου (διότι και οι μέτοικοι και οι δούλοι μετέχουν της οικήσεως των πολιτών, χωρίς να είναι πολίται), ούτε ο υπαγόμενος εις τάξιν νόμων ρυθμιζόντων τας βιοτικάς αυτού σχέσεις, ούτως ώστε να δύναται να κατηγορηθή και να εισαχθή εις δίκην (10) (διότι τούτο υπάρχει και διά τους εκ των εμπορικών των πόλεων συμβάσεων υποχρεουμένους, καθ' όσον δύνανται ούτοι να εισάξουν και να εισαχθούν εις δίκην ― ενώ πολλαχού οι μέτοικοι δεν μετέχουν τελείως των δικαίων τούτων, αλλ' ανάγκη να εκλέξουν εκ των πολιτών προστάτην, διό και ατελώς πως μετέχουν της τοιαύτης των δικαίων κοινωνίας). Αφ' ετέρου, ως και τους παίδας τους μη (15) εγγεγραμμένους· ακόμη, ούτω και τους γέροντας τους απηλλαγμένους των υποχρεώσεων του πολίτου δύναται να ονομάση πως πολίτας, ουχί όμως και όλως απολύτως, αλλά προσθέτων διά τους μεν το 'άτελείς' διά τους δε το 'παρηκμακότες' ή άλλον τινα των τοιούτων χαρακτηρισμών (καθ' όσον κατ' ουδέν διαφέρουν, διότι φανερόν είναι το λεγόμενον). Ημείς ζητούμεν να γνωρίσωμεν τις ο απολύτως πολίτης, ο ουδεμίαν έχων (20) τοιαύτην έλλειψιν δεομένην διορθώσεως, διότι δύνανται να εγερθούν τοιαύτα ζητήματα και περί των εστερημένων διά δικαστικής αποφάσεως των δικαιωμάτων του πολίτου και περί των εξορίστων και αντιρρήσεις και λύσεις διάφοροι να προσάγωνται. Ο απολύτως δε και απλώς πολίτης δι' ουδενός άλλου χαρακτηριστικού στοιχείου ορίζεται επί το βέλτιστον, ή διά του ότι μετέχει της δικαστικής κρίσεως και της αρχής. Εκ των αρχών δε άλλαι μεν είναι αυστηρώς κατά χρόνον ωρισμέναι, ώστε τινές μεν να μην επιτρέπεται να αναληφθούν δις (25) υπό του αυτού ατόμου, τινές δε να επιτρέπεται μεν, αλλά μόνον κατόπιν ωρισμένου χρόνου· και άλλαι, ως αι του δικαστού και του μέλους της εκκλησίας, αρχαί διαρκείας επ' αόριστον χρόνον. Θα ηδύνατο βεβαίως να προβάλη τις ενταύθα την αντίρρησιν ότι ούτε άρχοντες είναι οι τοιούτοι, ούτε μετέχουν εξ αιτίας τούτων αρχής τινός·αλλ' ασφαλώς είναι κωμικόν να αρνήται τις την ύπαρξιν αρχής εις τους έχοντας τα ανώτατα κυριαρχικά δικαιώματα. Αλλά ας μη επιφέρηται διαφορά μεταξύ τούτων, καθ' όσον η διαφορά (30) έγκειται μόνον εις το όνομα· δεν υπάρχει τουτέστι κοινόν όνομα διά τον δικαστήν και τον εκκλησιαστήν, όπερ να δύναται να χαρακτηρίση αμφοτέρους. Ας δεχθώμεν λοιπόν χάριν του ορισμού, διά τον συνδυασμόν των δύο τούτων αρχών, τον όρον «αόριστος αρχή». Κατ' ακολουθίαν ορίζομεν ως πολίτας πάντας τους δυναμένους να μετέχουν της «αορίστου αρχής» ταύτης. Ο μεν λοιπόν κατ' εξοχήν εφαρμόσιμος επί πάντων των λεγομένων πολιτών ορισμός του πολίτου τοιούτος περίπου είναι. Πρέπει δε (35) να μη διαφεύγη το επί των πραγμάτων, ότι εις ην περίπτωσιν ωρισμένα πράγματα διαφέρουν κατά το είδος και το μεν εξ αυτών είναι πρώτον, το δε δεύτερον εκ του πρώτου προερχόμενον, το δε τρίτον εκ του δευτέρου προερχόμενον, ή ουδεμίαν απολύτως συγγένειαν έχουν μεταξύ των, ως ευρίσκονται ταύτα εις δεδομένην στιγμήν, ή ασθενή τινα μόνον. Αι δε Πολιτείαι βλέπομεν ότι διαφέρουν αλλήλων κατά το είδος, και ότι αι μεν είναι ύστεραι εκείνων, αι δε [1275b] πρότεραι τούτων· κατ' ανάγκην δε αι πλημμελείς και κατά παρέκβασιν είναι υστερογενείς αι δε αλώβητοι πρωτογενείς (και διατί είναι υστερογενείς, αι κατά παρέκβασιν, είναι φανερόν). Συνεπώς και η έννοια του πολίτου, κατ' ανάγκην διάφορος είναι εν εκάστη πολιτεία. (5) Διό και ο διά του ανωτέρω ορισμού ορισθείς ως πολίτης εν μεν τη δημοκρατία είναι ο κατ' εξοχήν πολίτης, εν δε ταις άλλαις πολιτείαις ενδέχεται μεν να είναι, δεν είναι όμως και κατ' ανάγκην. Διότι εις μερικάς δεν υφίσταται ως στοιχείον της πολιτικής τάξεως ο δήμος, ουδέ εκκλησίαν συγκροτούν, αλλ' εις εκτάκτους περιστάσεις συνελεύσεις καλούν, και τας δίκας ιδιαίτεραι αρχαί δικάζουν, ως επί παραδείγματι εν Λακεδαίμονι, ένθα τας εκ των συμβάσεων δίκας άλλας άλλος (10) των εφόρων δικάζει, τα δε μέλη της γερουσίας τας φονικάς, και γενικώς άλλας άλλη των αρχών. Κατ' άλλον δε τρόπον τελούνται ταύτα εν Καρχηδόνι, ένθα πάσας τας δίκας αι αυταί αρχαί δικάζουν. Αλλ' ενταύθα ο ορισμός του πολίτου επιδέχεται αναγκαίαν διασκευήν. Εις τας άλλας δηλαδή πολιτείας δεν είναι ο «αόριστος άρχων» μέλος της εκκλησίας (15) και δικαστής, αλλ' ο κατά την αρχήν ην άρχει ωρισμένος· εις τούτους δε, ή εν τη ολομελεία ή επί μέρους ανήκει το δικαίωμα του βουλεύεσθαι και δικάζειν, ή επί πασών των υποθέσεων ή επί τίνων μόνον. Ποίος λοιπόν είναι ο πολίτης, καθίσταται εξ όλων τούτων φανερόν: εκείνον, όστις έχει το δικαίωμα να μετέχη αρχής βουλευτικής ή δικαστικής, ονομάζομεν πολίτην (20) της πόλεως εν τη οποία έχει το δικαίωμα τούτο, πόλιν δε, γενικώς ειπείν, καλούμεν το ικανόν προς αυτάρκειαν ζωής σύνολον των τοιούτων πολιτών.

Τρίτη 3 Μαΐου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (23.161-23.225)

Αὐτὰρ ἐπεὶ τό γ᾽ ἄκουσεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων,
αὐτίκα λαὸν μὲν σκέδασεν κατὰ νῆας ἐΐσας,
κηδεμόνες δὲ παρ᾽ αὖθι μένον καὶ νήεον ὕλην,
ποίησαν δὲ πυρὴν ἑκατόμπεδον ἔνθα καὶ ἔνθα,
165 ἐν δὲ πυρῇ ὑπάτῃ νεκρὸν θέσαν ἀχνύμενοι κῆρ.
πολλὰ δὲ ἴφια μῆλα καὶ εἰλίποδας ἕλικας βοῦς
πρόσθε πυρῆς ἔδερόν τε καὶ ἄμφεπον· ἐκ δ᾽ ἄρα πάντων
δημὸν ἑλὼν ἐκάλυψε νέκυν μεγάθυμος Ἀχιλλεὺς
ἐς πόδας ἐκ κεφαλῆς, περὶ δὲ δρατὰ σώματα νήει.
170 ἐν δ᾽ ἐτίθει μέλιτος καὶ ἀλείφατος ἀμφιφορῆας,
πρὸς λέχεα κλίνων· πίσυρας δ᾽ ἐριαύχενας ἵππους
ἐσσυμένως ἐνέβαλλε πυρῇ μεγάλα στεναχίζων.
ἐννέα τῷ γε ἄνακτι τραπεζῆες κύνες ἦσαν,
καὶ μὲν τῶν ἐνέβαλλε πυρῇ δύο δειροτομήσας,
175 δώδεκα δὲ Τρώων μεγαθύμων υἱέας ἐσθλοὺς
χαλκῷ δηϊόων· κακὰ δὲ φρεσὶ μήδετο ἔργα·
ἐν δὲ πυρὸς μένος ἧκε σιδήρεον, ὄφρα νέμοιτο.
ᾤμωξέν τ᾽ ἄρ᾽ ἔπειτα, φίλον δ᾽ ὀνόμηνεν ἑταῖρον·
«χαῖρέ μοι, ὦ Πάτροκλε, καὶ εἰν Ἀΐδαο δόμοισι·
180 πάντα γὰρ ἤδη τοι τελέω τὰ πάροιθεν ὑπέστην.
δώδεκα μὲν Τρώων μεγαθύμων υἱέας ἐσθλοὺς
τοὺς ἅμα σοὶ πάντας πῦρ ἐσθίει· Ἕκτορα δ᾽ οὔ τι
δώσω Πριαμίδην πυρὶ δαπτέμεν, ἀλλὰ κύνεσσιν.»
Ὣς φάτ᾽ ἀπειλήσας· τὸν δ᾽ οὐ κύνες ἀμφεπένοντο,
185 ἀλλὰ κύνας μὲν ἄλαλκε Διὸς θυγάτηρ Ἀφροδίτη
ἤματα καὶ νύκτας, ῥοδόεντι δὲ χρῖεν ἐλαίῳ
ἀμβροσίῳ, ἵνα μή μιν ἀποδρύφοι ἑλκυστάζων.
τῷ δ᾽ ἐπὶ κυάνεον νέφος ἤγαγε Φοῖβος Ἀπόλλων
οὐρανόθεν πεδίονδε, κάλυψε δὲ χῶρον ἅπαντα
190 ὅσσον ἐπεῖχε νέκυς, μὴ πρὶν μένος ἠελίοιο
σκήλει᾽ ἀμφὶ περὶ χρόα ἴνεσιν ἠδὲ μέλεσσιν.
Οὐδὲ πυρὴ Πατρόκλου ἐκαίετο τεθνηῶτος·
ἔνθ᾽ αὖτ᾽ ἀλλ᾽ ἐνόησε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεύς·
στὰς ἀπάνευθε πυρῆς δοιοῖς ἠρᾶτ᾽ ἀνέμοισι,
195 Βορέῃ καὶ Ζεφύρῳ, καὶ ὑπίσχετο ἱερὰ καλά·
πολλὰ δὲ καὶ σπένδων χρυσέῳ δέπαϊ λιτάνευεν
ἐλθέμεν, ὄφρα τάχιστα πυρὶ φλεγεθοίατο νεκροί,
ὕλη τε σεύαιτο καήμεναι. ὦκα δὲ Ἶρις
ἀράων ἀΐουσα μετάγγελος ἦλθ᾽ ἀνέμοισιν.
200 οἱ μὲν ἄρα Ζεφύροιο δυσαέος ἀθρόοι ἔνδον
εἰλαπίνην δαίνυντο· θέουσα δὲ Ἶρις ἐπέστη
βηλῷ ἔπι λιθέῳ· τοὶ δ᾽ ὡς ἴδον ὀφθαλμοῖσι,
πάντες ἀνήϊξαν, κάλεόν τέ μιν εἰς ἓ ἕκαστος·
ἡ δ᾽ αὖθ᾽ ἕζεσθαι μὲν ἀνήνατο, εἶπε δὲ μῦθον·
205 «οὐχ ἕδος· εἶμι γὰρ αὖτις ἐπ᾽ Ὠκεανοῖο ῥέεθρα
Αἰθιόπων ἐς γαῖαν, ὅθι ῥέζουσ᾽ ἑκατόμβας
ἀθανάτοις, ἵνα δὴ καὶ ἐγὼ μεταδαίσομαι ἱρῶν.
ἀλλ᾽ Ἀχιλεὺς Βορέην ἠδὲ Ζέφυρον κελαδεινὸν
ἐλθεῖν ἀρᾶται, καὶ ὑπίσχεται ἱερὰ καλά,
210 ὄφρα πυρὴν ὄρσητε καήμεναι, ᾗ ἔνι κεῖται
Πάτροκλος, τὸν πάντες ἀναστενάχουσιν Ἀχαιοί.»
Ἡ μὲν ἄρ᾽ ὣς εἰποῦσ᾽ ἀπεβήσετο, τοὶ δ᾽ ὀρέοντο
ἠχῇ θεσπεσίῃ νέφεα κλονέοντε πάροιθεν.
αἶψα δὲ πόντον ἵκανον ἀήμεναι, ὦρτο δὲ κῦμα
215 πνοιῇ ὕπο λιγυρῇ· Τροίην δ᾽ ἐρίβωλον ἱκέσθην,
ἐν δὲ πυρῇ πεσέτην, μέγα δ᾽ ἴαχε θεσπιδαὲς πῦρ.
παννύχιοι δ᾽ ἄρα τοί γε πυρῆς ἄμυδις φλόγ᾽ ἔβαλλον,
φυσῶντες λιγέως· ὁ δὲ πάννυχος ὠκὺς Ἀχιλλεὺς
χρυσέου ἐκ κρητῆρος, ἑλὼν δέπας ἀμφικύπελλον,
220 οἶνον ἀφυσσόμενος χαμάδις χέε, δεῦε δὲ γαῖαν,
ψυχὴν κικλήσκων Πατροκλῆος δειλοῖο.
ὡς δὲ πατὴρ οὗ παιδὸς ὀδύρεται ὀστέα καίων,
νυμφίου, ὅς τε θανὼν δειλοὺς ἀκάχησε τοκῆας,
ὣς Ἀχιλεὺς ἑτάροιο ὀδύρετο ὀστέα καίων,
225 ἑρπύζων παρὰ πυρκαϊήν, ἁδινὰ στεναχίζων.

***
Τα λόγια τούτ᾽ άμ᾽ άκουσεν ο μέγας Αγαμέμνων
τον λαόν όλον σκόρπισε στα ισόπλευρα καράβια,
κι εμείναν οι ενταφιασταί και με κορμούς εκάμαν
πυράν οπού ᾽χεν εκατόν ποδάρια μάκρου πλάτου,
165 και τον νεκρόν περίλυποι στην κορυφήν εβάλαν.
Κι έγδερναν κι εσυγύριζαν αρνιά πολλά και βόδια
προς την πυράν και, παίρνοντας απ᾽ όλα το κνισάρι,
το λείψανον εσκέπαζε πατόκορφα ο Πηλείδης,
και ολόγυρα επανώτιαζε τα σώματα γδαρμένα,
170 και στάμνες μέλι και άλειμμα να γέρνουν προς την κλίνην
έβαλε αυτού, και τέσσερους ανδρειωμένους ίππους
έριξε μέσα στην πυράν, κι εστέναζε ο θλιμμένος.
Και από τα εννέα πότρεφε τραπεζικά σκυλιά του
έριξε δυο μες στην πυράν αποκεφαλισμένα,
175 και αγόρια δώδεκα καλά των ανδρειωμένων Τρώων
έσφαξε κι έριξεν αυτού, κι είχε κακό στον νου του.
Και άσβεστην έβαλε φωτιά, για να τους δαπανήσει.
Εβαρυστέναξ᾽ έπειτα και προς τον φίλον είπε:
«Χαίρε μου, ω Πάτροκλε, και αυτού που ευρίσκεσαι στον Άδη
180 ότι όλα όσα σου ᾽ταξα τα τελειώνω τώρα.
Αγόρια δώδεκα λαμπρά των ανδρειωμένων Τρώων
το πυρ τα τρώγει όλα με σε, και του πυρός δεν δίδω
τον Πριαμίδην Έκτορα τροφή αλλά των σκύλων».
Τούτα εφοβέριζε, αλλ᾽ αυτόν σκυλιά δεν επλησιάζαν
185 ημέρα νύχτα τα ᾽διωχνεν η αθάνατη Αφροδίτη
και μ᾽ άφθαρτο τον ράντιζε τριανταφυλλένιο λάδι
να μη γδαρθεί το σώμα του, ως το ᾽σερνε ο Πηλείδης.
Και μαύρο από τον ουρανόν στην πεδιάδα ο Φοίβος
κατέβασ᾽ ένα σύννεφο, κι εσκέπασε το μέρος
190 όλον όσ᾽ έπιανε ο νεκρός, να μη μπορεί του ηλίου
η δύναμις τα νεύρα του να φρύξει και τα μέλη.
Αλλ᾽ η πυρά δεν άναφτε του άψυχου Πατρόκλου,
και τότε άλλο σοφίσθηκεν ο ισόθεος Πηλείδης —
ανάμερ᾽ από την πυράν ευχήθη στους ανέμους,
195 τον Ζέφυρον και τον Βοριά κι ετάχθηκε θυσίες,
και με χρυσό σπονδίζοντας ποτήρι επαρακάλει
να έλθουν κι έτσι γρήγορα τα ξύλα πάρουν φλόγα
και καταλύσει τους νεκρούς· και άμ᾽ άκουσεν η Ίρις
την δέησίν του, εχύθη ευθύς μηνύτρα στους ανέμους.
200 Εις το τραπέζι εκάθονταν του ορμητικού Ζεφύρου
όλοι μαζί, και ως πάτησε στο πέτρινο κατώφλι
η Ίρις όλη βιαστική, κι εκείνοι αυτού την είδαν
εσηκωθήκαν και καθείς σιμά του την καλούσε·
κι εκείνη δεν ηθέλησε, «δεν κάθομαι», τους είπε,
205 «στου Ωκεανού το ρεύμα ευθύς οπίσω θα πηγαίνω,
των Αιθιόπων εις την γην, που σφάζουν εκατόμβες
των αθανάτων, ως κι εγώ το μέρος μου να λάβω.
Αλλ᾽ ο Αχιλλεύς παρακαλεί, και τάζεται θυσίες,
ο Ζέφυρος ο ηχηρός να τρέξει και ο Βορέας
210 εις την πυράν να δώσετε πνοήν να πάρει φλόγα
εκεί που κείται ο Πάτροκλος π᾽ όλοι οι Αχαιοί τον κλαίουν».
Αυτά ᾽πε και ανεχώρησε, κι εκείνοι επεταχθήκαν
με θόρυβον, ταράζοντας τα σύγνεφα έμπροσθέν τους.
Και ως διάβαιναν το πέλαγος, απ᾽ την σφοδρήν πνοήν τους
215 σηκώνονταν τα κύματα· και άμ᾽ έφθασαν στην Τροίαν
έπεσαν μέσα στην πυράν, κι εβρόντα ευθύς η φλόγα.
Και ολονυκτίς απ᾽ την πυράν, και οι δυο φυσομανώντας
τες φλόγες σήκωναν ψηλά· και ολόνυκτα ο Πηλείδης
από κρατήρα ολόχρυσο, με δίκουπο ποτήρι
220 έχυνε χάμου το κρασί κι επότιζε το χώμα,
και την ψυχήν του άμοιρου Πατρόκλου ξεφωνούσε.
Και ως κλαίει πατέρας καίοντας τα κόκαλα παιδιού του
που νιόγαμπρος απέθανε των άμοιρων γονέων,
όμοια ο Πηλείδης καίοντας τα κόκαλα του φίλου
225 εστέναζε κι εσέρνονταν τριγύρω εις την πυράν του.

Γιατί δυσκολευόμαστε να δεχτούμε φροντίδα και καλοσύνη από τους άλλους

Η τέχνη της αποδοχής είναι ένα θέμα για το οποίο μιλώ συχνά. Ως ψυχοθεραπευτής, συχνά παρατηρώ πόσο δύσκολο είναι για τους ανθρώπους να λαμβάνουν. Θα πιστεύετε μάλλον ότι θα το κατέχω το θέμα πλήρως, αφού γράφω κι γι’ αυτό. Όταν πρόσφατα είχα μια ευκαιρία να την εξασκήσω, αντιλήφθηκα ότι η αποδοχή δεν είναι τόσο εύκολη ούτε για εμένα.

Καθώς περπατούσα μια μέρα, ο αέρας μου πήρε το καπέλο. Ένας ευγενικός κύριος το σήκωσε και μου το έδωσε. Και επειδή ήταν ξαφνικό, ένιωσα ένα περίεργο μείγμα άβολων συναισθημάτων.

Βρέθηκα ξαφνικά σε μια κατάσταση, στην οποία ένας άνθρωπος που προσέφερε κάτι – όχι μόνο το καπέλο μου, αλλά και την καλοσύνη του. Η άμεση παρόρμησή μου ήταν να σκύψω και να σηκώσω μόνος μου το καπέλο πριν το κάνει αυτός, δηλώνοντας το μήνυμα ότι μπορώ και μόνος μου να με φροντίσω και δεν χρειάζομαι τη βοήθεια κανενός. Όταν όμως με πρόλαβε, βρέθηκα να νιώθω περίεργα.

Αντί να ολοκληρώσω την κίνησή μου προς το καπέλο, αποφάσισα σε εκείνα τα κλάσματα δευτερολέπτων να ενεργοποιήσω την ενσυνειδητότητά μου και να παρατηρήσω τι μου συνέβαινε. Μπόρεσα να παρατηρήσω τη δυσφορία μου. Ήταν κάτι σαν:

– Δεν θέλω να ενοχλήσω κανέναν

– Δεν θέλω κανείς να βγει από το πρόγραμμά του και να ασχοληθεί μαζί μου

– Δεν θέλω να με βλέπουν ως άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια και δεν ξέρει πώς να φροντίζει τον εαυτό του.

Ήταν λίγο ντροπιαστικό να αναγνωρίζω ότι ήμουν ο τυπικός άνδρας της Δύσης, εκπαιδευμένος να είμαι ανεξάρτητος – να προβάλω την εικόνα του «δυνατού». Αλλά τότε κάτι άλλαξε μέσα μου, καθώς πήρα μια απόσταση από την κατάσταση. Σκέφτηκα ότι αν και ψυχοθεραπευτής, δεν είμαι καλύτερος από τους άλλους. Και στη συνέχεια αναρωτήθηκα γιατί είναι τόσο δύσκολο για εμένα να λάβω; Αντιλήφθηκα μια αίσθηση ντροπής να λάβω βοήθεια.

Η ντροπή είναι η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά με εμένα – μια επώδυνη αίσθηση άμυνας και αυτολύπησης. Υπάρχει μια πεποίθηση ότι αν κάποιος δει τα αληθινά ή έστω φανταστικά μειονεκτήματα, θα χάσω τον σεβασμό. Θα κριθώ αρνητικά.

Και μετά μια πιο ευγενική σκέψη έκανε την εμφάνισή της. Πρόκειται για παλιά συναισθήματα και πεποιθήσεις που είναι βαθιά εσωτερικευμένες. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική από αυτό που βλέπω. Φαντάστηκα πώς θα αντιδρούσα αν ο άνδρας ήταν εκείνος που έχανε το καπέλο του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα αντιδρούσα με τον ίδιο τρόπο. Θα ήμουν χαρούμενος να προσφέρω βοήθεια όχι επειδή θα τον αντιλαμβανόμουν ως αβοήθητο ή αδύναμο, αλλά επειδή νιώθω όμορφα να βοηθάω, να φανώ χρήσιμος. Είναι μια ιδιαίτερη μορφή σύνδεσης, ειδικά αν ο άλλος λάβει την πράξη μου θετικά.

Αναγνώρισα επίσης ότι όπως κι εγώ, έτσι κι αυτός θα ένιωσε χρήσιμος. Αν δεν το έκανε, θα ήταν μάλλον μια άρνηση και μια αποφυγή της ανθρώπινης σύνδεσης. Καθώς λοιπόν σκεφτόμουν όλα αυτά, πήρα μια βαθιά ανάσα και επέτρεψα στον εαυτό να λάβει όχι μόνο το καπέλα, αλλά και την καλή πρόθεση. Χαμογέλασα, τον ευχαρίστησα και συνέχισα το δρόμο μου λίγο διαφορετικός.

Η Σωκρατική μέθοδος και πώς να την χρησιμοποιήσετε για να κερδίζετε κάθε διαφωνία

Η Σωκρατική μέθοδος είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για να αντιμετωπίσετε τις καθημερινές διαφωνίες. Ας μάθουμε πως μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε σε έναν καβγά.

Όλοι έχουμε βρεθεί σε έντονους καβγάδες με τους αγαπημένους μας. Τις περισσότερες φορές, ο θυμός συνήθως φλέγεται και περιττά πράγματα λέγονται, αλλά όλα αυτά μπορούν να αποφευχθούν. Αντί να λέτε θυμωμένα τους ισχυρισμούς σας στον άλλον και να προσπαθείτε να τον κάνετε να καταλάβει, γιατί δεν χρησιμοποιείτε την Σωκρατική μέθοδο; Αν όλα αποτύχουν, τουλάχιστον αποφύγατε τον καβγά , έτσι;

Τι είναι η Σωκρατική μέθοδος;

Λίγο περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια πριν, ο σπουδαίος φιλόσοφος Σωκράτης περπατούσε στην Αθήνα με τους μαθητές του. Είχε βρει έναν τρόπο να προσεγγίσει την αλήθεια τον οποίο οι φιλόσοφοι θαύμαζαν. Συνεχώς ρωτούσε πράγματα μέχρις ότου ο αντίπαλος του να φτάσει σε μια αντίφαση σε σχέση με αυτά που είπε στην αρχή και να αποδειχθεί λανθασμένη η αρχική άποψη.

Οπότε τι είναι ακριβώς η Σωκρατική μέθοδος; Αποτελείται από ερωτήσεις για την ανάπτυξη μιας λανθασμένης ιδέας από ένα άτομο που προσπαθεί να καθορίσει μια θέση. Η χρήση αυτής της μεθόδου θα βοηθήσει τους άλλους να καταλάβουν την άποψη σας χωρίς περαιτέρω συγκρούσεις.

Η Σωκρατική μέθοδος είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται για να προσεγγίσει μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων σε μια συζήτηση, ενώ χρησιμοποιεί ανακριτικές ερωτήσεις για να φτάσει στο επίκεντρο του θέματος.

Ας πούμε ότι πιστεύετε πως δεν είναι κακό το κυνήγι ζώων για επιβίωση. Κάποιος μπορεί να πει «Το κυνήγι είναι βάρβαρο, και γιατί να θέλει κάποιος να βλάψει ένα αβοήθητο ζώο;» Αντί να απαντήσετε «Το κυνήγι των ζώων είναι βασικός παράγοντας από την αρχή του χρόνου» μπορείτε να πείτε «Δεν πιστεύεις ότι τα ζώα δημιουργήθηκαν για να κυνηγιούνται;»

Ο τρόπος με τον οποίο εκφράζετε την άποψη σας με την μορφή μιας ερώτησης είναι λιγότερο απειλητικός από το να προσπαθείτε να επιβάλλετε την άποψη σας. Θα επιτρέψει επίσης στον άλλον να δει το θέμα από την δική σας οπτική γωνία επειδή πρέπει να απαντήσει την ερώτηση σας.

Η εμπειρία μου

Βρίσκω αυτή την μέθοδο πολύ πολύτιμη στην σημερινή κοινωνία. Συχνά οι περισσότεροι νοιάζονται μόνο να περάσουν την άποψη τους χωρίς να θέλουν να καταλάβουν τι θέλει να πει το άλλο άτομο. Τις περισσότερες φορές οι συγκρούσεις γίνονται ανάμεσα σε κοντινά πρόσωπα.

Έτσι είναι πολύ σημαντικό να προσπαθήσουμε να σώσουμε τα συναισθήματα μας και τα δικά τους όσο είναι δυνατόν. Εν τέλει, δεν θα θέλαμε να βλάψουμε κάποιον αγαπημένο μας, έτσι;

Η σύντροφος μου κι εγώ καβγαδίζουμε όλη την ώρα. Μερικές φορές απλώς εύχομαι να μπορούσε να καταλάβει πως ξέρω τι λέει ή τι νιώθει, αλλά επίσης θέλω να καταλάβει τα συναισθήματα μου χωρίς η ίδια να νιώθει ότι απειλείται ή ότι είναι ασήμαντη.

Στο τέλος της ημέρας, ανεξάρτητα από το πόσο μαλώνουμε ή διαφωνούμε, την αγαπώ και δεν θέλω να την πληγώνω με κανέναν τρόπο. Οπότε θα χρησιμοποιήσω την Σωκρατική μέθοδο στο μέλλον; Είναι πολύ πιθανό να το κάνω.

Έχοντας πει όλα αυτά λοιπόν, δεν θα θέλαμε όλοι να μεταδίδουμε την άποψη μας χωρίς να προκαλούμε μεγάλη ζημιά στους φίλους, στην οικογένεια ή στους συντρόφους μας;

Η θρασύτητα της αμάθειας

Είναι κατανοητό πως ό,τι δεν ξέρεις απλά δε σε απασχολεί. Αν ξέρεις όμως κάτι για ένα θέμα υπάρχουν δυο οδοί να ακολουθήσεις: είτε να μάθεις περισσότερο για αυτό, είτε να επαναπαυτείς στις πληροφορίες που έχεις, θεωρώντας πως είναι αρκετές.

Αυτή η ελλιπής πληροφόρηση είναι που διακρίνει τη σημερινή μας κοινωνία στο έπακρο. Η ημιμάθεια, οι «μισές γνώσεις», η τεμπελιά της αμάθειας. Γιατί σε έναν κόσμο ο οποίος κινείται πλέον με ψηφιακούς ρυθμούς, κανείς δεν έχει χρόνο για τίποτα – ούτε καν για σωστή ενημέρωση, πόσο μάλλον για εμπλουτισμό γνώσεων.

Μα το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ότι ανατρέφουμε πια μια γενιά που τόσο επιμελώς επιμένει να καταγράφει τα τόσα λίγα επιτεύγματά της. Το πρόβλημα αντανακλάται σε αυτό που τόσο εύγλωττα είχε πει ο Περικλής: πως «η αμάθεια προκαλεί το θράσος, ενώ ο συνετός υπολογισμός τον δισταγμό».

Έχουμε γεμίσει φωνές που επαναλαμβάνουν σχεδόν με αυθάδεια τα λίγα που ξέρουν, ασχέτως αν αυτά είναι ελλιπή, σε σημείο που αγγίζουν την παραπληροφόρηση. Από ρήσεις που αναπαράγονται λάθος, σε αβάσιμα επιχειρήματα, ανακριβείς στατιστικές και άγνοια για την άλλη όψη κάθε θέματος. Ίσως ισχύει τελικά πως «ο αμαθής είναι σαν το ντέφι: κάνει θόρυβο χάρη στην κενότητά του». Γιατί ενώ ο μορφωμένος διψάει για περαιτέρω γνώση, ο αμαθής προτιμάει να κηρύττει στους άλλους και να μην παραδέχεται τα λάθη του. Είναι οι άνθρωποι που έχουν τις «εύκολες λύσεις» στο τσεπάκι. Αυτοί που «αναλαμβάνουν πολιτικές ευθύνες» και νομίζουν πως ξεμπερδεύουν έτσι, ενώ στην ουσία δεν έχουν κάνει τίποτα. Αυτοί που κοιτάνε μόνο τους αριθμούς στην ευημερία μιας χώρας, αγνοώντας το πώς πραγματικά επιβιώνουν οι πολίτες της. Αυτοί που επιμένουν πως ξέρουν καλύτερα λόγω της θέσης που κατέχουν.

Είναι όμως αυτοί οι θρασείς, οι ημιμαθείς και οι επηρμένοι που καταλήγουν να μας διοικούν, και μάλλον φταίμε περισσότερο εμείς για αυτό. Γιατί δεν χρησιμοποιούμε τη μόρφωση που έχουμε ως την εξουσία που αυτή μας προσφέρει, και υποκύπτουμε στην αποχή από τη σύγκρουση ως πιο αξιοπρεπή λύση.

Όπως είπε και ο Ξενοφών όμως, «εκείνοι που φαίνονται ότι εκ φύσεως είναι άριστοι, χρειάζονται περισσότερο από τους άλλους την παιδεία», και ίσως εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε: να ξεχωρίζουμε τους αναιδείς αμαθείς, από τους θαρραλέους ελλόγιμους.

Δυστυχώς υπάρχει και η θεωρία της συναισθηματικής ιδιοτέλειας

Η συναισθηματική ιδιοτέλεια ορίζεται από τον Ναγέφ Αλ-Ροντάν ως «ιδιοτέλεια υποκινούμενη από νευροχημικά συναισθήματα». Όπως υποστηρίζει στη γενική θεωρία του για την ανθρώπινη φύση, «συναισθηματικός ανήθικος εγωισμός», η ανθρώπινη συμπεριφορά διέπεται πρωταρχικά από την ιδιοτέλεια. 

Οι άνθρωποι επιζητούν καταρχήν την επιβίωση και κατόπιν την κυριαρχία. Αυτές οι πτυχές της ανθρώπινης φύσης είναι προϊόν γενετικά κωδικοποιημένων ενστίκτων επιβίωσης, τροποποιημένων από το συνολικό μας περιβάλλον και εκφρασμένων ως νευροχημικών συναισθημάτων και ενεργειών. Συνεπώς μόλις οι βασικές ανάγκες του ανθρώπου ικανοποιηθούν, τότε αυτός μπορεί να χρησιμοποιήσει την ιδιοτέλεια με μέτρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα, όπως την μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ ατόμων και κοινωνιών. Παρ’ όλα αυτά ο Αλ-Ροντάν προειδοποιεί ότι η υπερβολική γενική ιδιοτέλεια υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει σε απογοήτευση και διαμάχη.

Βασιζόμενος στην αντίληψή του για την ανθρώπινη φύση, ο Αλ-Ροντάν προτείνει την εισαγωγή μηχανισμών οι οποίοι θα ελέγχουν την άναρχη γενική ιδιοτέλεια. Η άσκηση χρηστής διακυβέρνησης θα πρέπει να περιλαμβάνει επαρκείς ελέγχους της ισχύος της κυβέρνησης και αποτελεσματική επιβολή των νόμων, όπως επίσης και την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και την επέκτασή τους ώστε να συμπεριλάβουν φυσιολογικές και συναισθηματικές ανάγκες

NICCOLO MACHIAVELLI: Πόσο δυνατή μπορεί να είναι η τύχη στις πράξεις και με ποιον τρόπο μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε

Δεν αγνοώ ότι πολλοί ήταν και είναι της άποψης πως τα πράγματα του κόσμου κυβερνώνται από την τύχη ή από τον Θεό με τέτοιον τρόπο, ώστε οι άνθρωποι με τη σωφροσύνη τους δεν μπορούν να τ’ αλλάξουν, και μάλιστα ότι δεν υπάρχει καμία διέξοδος. Κι έτσι, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν πρέπει κανείς να ασχολείται εις βάθος με την πραγματικότητα, αλλά ότι πρέπει να αφήνεται να κυβερνάται από την τύχη. Αυτή η άποψη επικρατεί περισσότερο στην εποχή μας, εξαιτίας των μεγάλων αλλαγών της πολιτικής κατάστασης που είδαμε και βλέπουμε κάθε μέρα, πέρα από κάθε ανθρώπινη δυνατότητα για πρόβλεψη. Όταν τα σκέφτομαι, κι εγώ μερικές φορές τείνω προς αυτή την άποψη.

Πάντως, προκειμένου να μην ακυρώσουμε την ελεύθερη βούλησή μας, θεωρώ ότι μπορεί να είναι αλήθεια η τύχη να κυβερνά κατά το ήμισυ τις πράξεις μας και να αφήνει να κυβερνάμε το άλλο ήμισυ ή περίπου. Και την παρομοιάζω μ’ ένα από κείνα τα ορμητικά ποτάμια που όταν φουσκώνουν, κατακλύζουν πεδιάδες, ξεριζώνουν δέντρα και γκρεμίζουν κτίρια, σηκώνουν χώματα από τη μια μεριά και τα ρίχνουν στην άλλη. Όλοι τρέχουν να ξεφύγουν, όλοι υποχωρούν μπροστά στην ορμή τους, χωρίς να μπορούν με κανέναν τρόπο να αντισταθούν. Και μολονότι είναι έτσι από τη φύση τους, όταν οι καιροί είναι ήρεμοι, τίποτα δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να παίρνουν τα μέτρα τους με αναχώματα και φράγματα, έτσι ώστε, όταν φουσκώσουν πάλι, να διοχετεύσουν τη μανία των νερών τους σε ένα κανάλι ή να μην είναι η ορμή τους τόσο ανεξέλεγκτη και τόσο καταστροφική.

Με αντίστοιχο τρόπο συμπεριφέρεται και η τύχη, η οποία αποδεικνύει την ισχύ της εκεί όπου δεν υπάρχει καμία δύναμη οργανωμένη κατάλληλα για να της αντισταθεί: στρέφει την ορμή της ακριβώς εκεί όπου ξέρει πως δεν έχουν κατασκευαστεί φράγματα και αναχώματα για να τη συγκρατήσουν.

ΝΙΚΟΛΟ ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ, Ο Ηγεμόνας

Το άλογο, ξεφυσώντας κάπως περιφρονητικά, απάντησε...

Μια χήνα η οποία έτρωγε γρασίδι ήρθε αντιμέτωπη με ένα άλογο το οποίο έβοσκε κι αυτό κοντά της και του απηύθυνε το λόγο σε έντονο ύφος: «Σίγουρα είμαι ένα πιο ευγενές και τέλειο ζώο από εσένα, διότι τα χαρίσματά σου περιορίζονται σε έναν τομέα. Μπορώ να περπατήσω στο έδαφος τόσο καλά όσο κι εσύ. Επιπλέον έχω φτερά, με το οποία μπορώ να πετάξω και όταν θέλω, μπορώ να βουτήξω σε λίμνες και ποτάμια για να δροσιστώ στα δροσερά νερά τους. Απολαμβάνω τις διαφορετικές δυνάμεις ενός πουλιού, ενός ψαριού και ενός τετραπόδου».

Το άλογο, ξεφυσώντας κάπως περιφρονητικά, απάντησε στη χήνα:

«Είναι αλήθεια πως είσαι πλάσμα των τριών στοιχείων, αλλά δεν αποτελείς μια διακεκριμένη φυσιογνωμία σε κανένα από αυτά.

Πετάς, αλλά το πέταγμά σου είναι τόσο βαρύ και αδέξιο, ώστε δεν έχεις δικαίωμα να είσαι στο ίδιο επίπεδο με το αηδόνι ή με το χελιδόνι. Μπορείς να κολυμπήσεις στην επιφάνεια των υδάτων, αλλά δεν μπορείς να ζήσεις σε αυτά όπως τα ψάρια. Δεν μπορείς να βρεις την τροφή σου σε αυτό το στοιχείο ούτε και να γλιστράς στα κύματα. Και όταν περπατάς ή μάλλον όταν προσπαθείς να περπατήσεις με εκείνα τα μικρά βηματάκια και ζυγίζεσαι δεξιά κι αριστερά και ο μακρύς λαιμός σου τσιτώνεται και συρίζεις σε όποιον περνάει από δίπλα σου, γίνεσαι ο περίγελος όσων σε βλέπουν. Ομολογώ πως είμαι φτιαγμένο μόνο για να περπατώ στο έδαφος, αλλά πόσο κομψή είναι η κατασκευή μου! Πόσο όμορφα είναι τα άκρα μου! Πόσο ωραία διαμορφωμένο είναι το κορμί μου! Πόσο μεγάλη η δύναμη μου! Πόσο εκπληκτική η ταχύτητά μου! Προτιμώ να ανήκω σε ένα στοιχείο και να με θαυμάζουν παρά να είμαι μια χήνα σε όλα».

Υστερία

Η υστερία είναι ένας όρος που χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για να περιγράψει την συναισθηματική έκρηξη, αλλά αποτελούσε ταυτόχρονα και μια συχνή ιατρική διάγνωση. Η “υστερία” χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει ψυχογενείς κρίσεις, δηλαδή ένα έντονο συναισθηματικό ξέσπασμα που ήταν υπερβολικό και εκτός ελέγχου. Όταν κάποιος αντιδρά σε μια κατάσταση με τρόπο συναισθηματικά δυσανάλογο, συχνά χαρακτηρίζεται ως “υστερικός”. Παλιότερα ο όρος αναφέρονταν σε μια πληθώρα συμπτωμάτων που γενικά παρατηρούνταν στις γυναίκες. Στην εποχή μας, λόγος γίνεται επίσης και για φαινόμενα “μαζικής υστερίας”, δηλαδή υστερικές αντιδράσεις σε συλλογικό επίπεδο (όπως για παράδειγμα συμπεριφορές απέναντι στην πανδημία κορωνοϊού, λιποθυμίες σε συναυλίες, κατανάλωση αγαθών κ.α.).

Ο όρος “υστερία” προέρχεται από τον Ιπποκράτη, που συνέδεσε αυτά τα συμπτώματα με την κίνηση της μήτρας της γυναίκας στις διαφορετικές στάσεις του σώματος. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η μήτρα της γυναίκας μπορεί να κινηθεί ελεύθερα σε διαφορετικές περιοχές του σώματος, με αποτέλεσμα διαφορετικά συμπτώματα και ασθένειες ανάλογα με τη θέση της. Ο όρος υστερία προέρχεται από την ελληνική λέξη “υστέρα”, που σημαίνει μήτρα.

Ενώ παλιότερα η υστερία (υστερική νεύρωση) θεωρούνταν μια διακριτή κατάσταση, τελικά αφαιρέθηκε από τα διαγνωστικά ψυχιατρικά κριτήρια (DSM) τη δεκαετία του ’80. Σήμερα, κλινικά χρησιμοποιούνται οι όροι “οιστριονική διαταραχή προσωπικότητας”, “διαταραχή μετατροπής” (επίσης γνωστή ως διαταραχή λειτουργικών νευρολογικών συμπτωμάτων) ή “σωματοποιητική διαταραχή” για να περιγράψουν τα συμπτώματα που παλιότερα αποδίδονταν γενικά στην υστερία. Συναφές είναι και το σύνδρομο Μινχάουζεν (διά αντιπροσώπου).

Αιτίες

Το μυστήριο της υστερίας έπαιξε κύριο ρόλο στην πρώιμη ανάπτυξη της ψυχανάλυσης. Ο Φρόιντ είχε συνεργαστεί με τον νευρολόγο Σαρκό και είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει τους ασθενείς με υστερία και τις θεραπευτικές μεθόδους του Σαρκό (χρησιμοποιούσε την ύπνωση για να θεραπεύσει τις γυναίκες που είχαν υστερία). Τα συμπτώματα της υστερίας θεωρείται ότι αποτελούν μια ασυνείδητη προσπάθεια επίλυσης των εσωτερικών ψυχικών συγκρούσεων. Για παράδειγμα, μια γυναίκα η οποία πιστεύει ότι δεν είναι αποδεκτό να έχει βίαια συναισθήματα, ίσως ξαφνικά να αρχίσει να νιώθει μούδιασμα στα χέρια της πριν θυμώσει τόσο που να θέλει να χτυπήσει κάποιον. Αντί να επιτρέπει στον εαυτό της να έχει βίαιες σκέψεις και για αυτό να χτυπήσει κάποιον, νιώθει το σωματικό σύμπτωμα του μουδιάσματος στα χέρια της.

Συνήθως τα υστερικά συμπτώματα εμφανίζονται μετά από ένα έντονο ψυχοπιεστικό ή τραυματικό γεγονός.

Οι άνθρωποι που έχουν υστερία (διαταραχή μετατροπής) δεν υποκρίνονται ότι έχουν τα συμπτώματα προκειμένου να βρουν παρηγοριά (δηλαδή δεν υποκρίνονται). Δεν αυτοτραυματίζονται σκόπιμα ή δεν λένε ψέματα για τα συμπτώματα τους ώστε να παρουσιάζονται ως άρρωστοι (όπως στο σύνδρομο Μινχάουζεν, προσποιητή διαταραχή). Κάποιοι λανθασμένα πιστεύουν ότι η διαταραχή μετατροπής δεν είναι μια πραγματική ιατρική κατάσταση και ίσως να λένε στους ανθρώπους αυτούς ότι το πρόβλημα είναι “απλά στο μυαλό τους”. Αλλά αυτή η διαταραχή είναι αληθινή. Προκαλεί έντονο στρες και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να ελεγχθεί κατά βούληση.

Τα συμπτώματα μετατροπής προσφέρουν στους ασθενείς διπλό όφελος: το πρωτογενές όφελος είναι η ανακούφιση από την ψυχολογική σύγκρουση και η μείωση του άγχους και το δευτερογενές όφελος, το άτομο με τα συμπτώματα αποφεύγει ευθύνες που δεν θέλει και δέχεται την φροντίδα, την υποστήριξη και το ενδιαφέρον των ατόμων γύρω του.
Συμπτώματα υστερίας

Η έναρξη των συμπτωμάτων της διαταραχής είναι ξαφνική και τα συμπτώματα επηρεάζουν τις εκούσιες κινήσεις ή τις αισθητικές λειτουργίες. Τα διάφορα ψυχοσωματικά συμπτώματα και υστερικές εκδηλώσεις μπορεί να εξαφανιστούν το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκαν, χωρίς να υπάρχει απαραίτητα κάποια ψυχολογική αιτία. Τα συμπτώματα μπορεί να αφορούν νευρολογικά ελλείμματα, όπως η παράλυση, η απώλεια της φωνής (αφωνία), οι διαταραχές στο συντονισμό κινήσεων, η προσωρινή τύφλωση, η απώλεια της αίσθησης της οσμής (ανοσμία) ή της αίσθηση της αφής (αναισθησία).

Τα σωματικά συμπτώματα της διαταραχής μετατροπής συχνά περιγράφονται ως ο τρόπος με τον οποίο το σώμα σας και το ασυνείδητό σας διαχειρίζονται το έντονο στρες ή τα συναισθήματα που δεν εκφράζετε, οδηγώντας στην εμφάνιση της υστερίας. Με άλλα λόγια, τα σωματικά συμπτώματα αποσπούν την προσοχή του ατόμου από τις συναισθηματικές του δυσκολίες.

Η διαταραχή μετατροπής τυπικά επηρεάζει την κίνηση και τις αισθήσεις. Κάποια κοινά συμπτώματα περιλαμβάνουν:
  • Δυσκολία στην αναπνοή, βάρος στο στήθος, κόμπο στο λαιμό
  • Δυσκολία στην άρθρωση (δυσαρθρία, ακόμα και “υστερική αφωνία”)
  • Τρέμουλο, απώλεια ισορροπίας, δυσκολία στο περπάτημα
  • Ανησυχία, νευρικότητα, ευερεθιστότητα
  • Μουδιάσματα σε διάφορα σημεία του σώματος
  • Τάση λιποθυμίας
  • Αϋπνία
  • Σεξουαλική ένταση
  • Σύγχυση
  • προβλήματα ακοής και οράσεως (ακόμα και “υστερική τύφλωση”)
Η υστερία μπορεί να οριστεί ως μια μορφή της σωματοποιητικής διαταραχής που περιλαμβάνει σωματικά συμπτώματα που έχουν ψυχολογική αιτία, δηλαδή μια ακούσια παραγωγή συμπτωμάτων και ψυχικού πόνου.

Κρίση υστερίας

Ο όρος “κρίση υστερίας” χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν άνθρωπο που αντιδρά συναισθηματικά δυσανάλογα, δηλαδή με ένα αταίριαστο τρόπο ή σε βαθμό που δεν ανταποκρίνεται λογικά στο ερέθισμα που δέχτηκε. Πρέπει κανείς να μπορεί να ξεχωρίσει τις ψυχογενείς/επιληπτόμορφες κρίσεις της υστερίας (συναισθηματικά φορτισμένες αντιδράσεις που είναι υπερβολικές και εκτός ελέγχου) από τις αληθινές επιληπτικές κρίσεις, στις οποίες επηρεάζεται το επίπεδο συνείδησης και οφείλονται σε νευρωνική εκφόρτιση του εγκεφάλου.

Διάγνωση

Τα διαγνωστικά κριτήρια DSM-5 καθορίζουν τη διάγνωση της διαταραχής μετατροπής/υστερίας και περιλαμβάνουν:
  • Πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένα σύμπτωμα αισθητικής ή κινητικής βλάβης.
  • Τα συμπτώματα να μην προκαλούνται από νευρολογικά νοσήματα, σωματικές ασθένειες ή κατάχρηση ουσιών.
  • Τα συμπτώματα προηγούνται των διαφωνιών ή του ψυχολογικού στρες.
  • Τα συμπτώματα δεν εξηγούνται από τη σωματοποιητική διαταραχή ή οποιαδήποτε άλλη ψυχική διαταραχή.
Παράγοντες κινδύνου

Η διαταραχή μετατροπής (υστερική νεύρωση) συνήθως προκαλείται λόγω ψυχολογικής αντίδρασης σε κάποιο ψυχοπιεστικό γεγονός ή ένα συναισθηματικό τραύμα. Για παράδειγμα, ένας αστυνομικός που υποσυνείδητα εύχεται να μην χρειαστεί να χρησιμοποιήσει το όπλο του, ίσως να εμφανίσει παράλυση στο χέρι του. Η διαταραχή δεν εμφανίζεται απαραίτητα άμεσα, για αυτό είναι πολύ σημαντικό να αποκαλύπτετε στον ψυχοθεραπευτή σας τα γεγονότα που σας προκαλούν τώρα στρες και στα γεγονότα του παρελθόντος. Άλλοι παράγοντες για την εμφάνιση της διαταραχής μετατροπής περιλαμβάνουν τα εξής:
  • Οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν τη διαταραχή.
  • Μια υπάρχουσα ψυχική διαταραχή, όπως οι διαταραχές της διάθεσης (πχ κατάθλιψη) ή οι διαταραχές άγχους, η διασχιστική διαταραχή της προσωπικότητας (πολλαπλή διαταραχή προσωπικότητας) ή άλλες διαταραχές προσωπικότητας.
  • Μια υπάρχουσα νευρολογική νόσος, όπως η επιληψία.
  • Αν υπάρχει ένα μέλος της οικογένειας με διαταραχή μετατροπής.
  • Αν είστε πολύ ευσυνείδητοι, δουλεύετε σκληρά, έχετε καταναγκασμούς και είστε τελειομανείς.
  • Έχετε ιστορικό σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης, σας παραμελούσαν ως παιδί ή άλλο ψυχικό τραύμα της παιδικής ηλικίας.

Αυτές ήταν οι περιπέτειες της ωραίας Ελένης πριν τον Τρωικό πόλεμο

Πριν τον Πάρι λέγεται πως την έκλεψε ο Εναροφόρος γιος του Ιπποκόωντος όταν ήταν παιδούλα ακόμη... και μετά οι γιοι του Αφαρέα.

Αλλά την επέστρεψαν στο σπίτι της επειδή φοβήθηκαν τα αδέλφια της τον κάστορα και τον Πολυδεύκη, αυτούς που ξέρουμε όλοι ως Διόσκουρους,..

Δεν έφερε πότε και σε κανέναν τύχη η ωραία, αλλά δυστυχία και μπελάδες. Όπως και στο σπουδαίο Θησέα τον τρίτο που την έκλεψε, ενώ εκείνη χόρευε στον ναό της Αρτέμιδος, όπως λένε οι γραφές κι αν πει κανείς ότι ψεύδονται αυτές. Θα τον διαψεύσει ένα αγγείο του πέμπτου π.Χ. αιώνα, που απεικονίζει κι υπογραμμίζει την αρπάγη της ωραίας Ελένης άπ’ το Θησέα κι υπάρχει ατόφιο ακόμη σε κάποιο μουσείο της Γερμανίας.

Ο Θησέας (γνωστός ήρωας της Αθήνας που σκότωσε το Μινώταυρο στο λαβύρινθο της Κνωσού) λοιπόν που έμεινε αρκετό καιρό μαζί της τόσο που εκείνη τεκνοποίησε φέρνοντας στον κόσμο μια κόρη ...την Ιφιγένεια.

Ενώ όταν κατέβηκε στον Άδη για να ελευθερώσει την Περσεφόνη, τις έκρυψε στις Αφίδνες της αττικής κι άφησε εκεί να τις φροντίζει, η μητέρα του Αίθρα και η Καλιμμένη φίλη του Περίθοου του επιστήθιου φίλου του. Εκείνος που τον βοήθησε να κλέψει την Ελένη, ο φίλος που τον ακολούθησε ακόμη και στον Άδη να φέρουν την Περσεφόνη στον πάνω κόσμο ..και δε γύρισε πότε..

Τα αδέλφια της Ελένης οι γνωστοί Διόσκουροι πήγαν στην Αφύδνα εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Θησέα. Την έφεραν πίσω μαζί με την κόρη της στην αυλή του πατέρα της βασιλιά Τυνδαρέα, παίρνοντας μαζί τους όμηρο κι αντίποινο τη μητέρα του Θησέα και την Καλιμμένη!

Ο Θησέας λοιπόν έζησε την ίδια εποχή με τον Οδυσσέα παππού, σύμφωνα πάντα με τις γραφές, όπως κι ο Ηρακλής αφού κι αυτός συμμετείχε στην αργοναυτική εκστρατεία, όπως κι ο Πηλέας που ήταν άντρας της Θέτιδος, της μητέρας του Αχιλλέα που παντρεύτηκαν στο Πήλιο, εκεί που άρχισε το κακό με το χρυσό μήλο που άφησε στο τραπέζι με τις θέες η Έριδα;

Που μάλωναν ποια είναι ομορφότερη... και μετά ο Δίας για να τις χωρίσει είπε στον Ερμή να φέρει τον Πάρι που έκλεψε την ωραία Ελένη…

Δηλαδή ο Τρωικός πόλεμος έγινε λίγο μετά την αργοναυτική εκστρατεία, έτσι φαίνεται απ' τα γεγονότα, μιλάμε για μια άπ’ τις πιο ένδοξες εποχές η όχι την πιο ένδοξη του Ελληνικού γένους.

Μέσα άπ’ αυτά βλέπεις πιο καθαρά την αλήθεια, συσχέτισα τα γεγονότα κάτι που ανατρέπει τη γνωστή ιστορική σειρά τους…

Περὶ τοῦ προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης

Ένα από τα όχι και τόσο γνωστά έργα του Πλουτάρχου είναι το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, δηλ. σε ελεύθερη μετάφραση Σχετικά με το πρόσωπο που φαίνεται στην σφαίρα της Σελήνης. Αν και το κείμενο που είναι γραμμένο σε μορφή διαλόγου δεν σώζεται ολόκληρο σήμερα, πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα έργα που συγκεντρώνει τις ερμηνείες και τις απόψεις σχετικά με τη Σελήνη, όπως αυτές έγιναν αντιληπτές μέσω παρατηρήσεων από τους σύγχρονους ερευνητές της εποχής του Πλουτάρχου.

Το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης έχει συμπεριληφθεί από τους φιλολόγους σε ένα ευρύτερο σώμα έργων που ονομάζεται Ηθικά, μία συλλογή από πολλές πραγματείες και λόγους που κατέγραψε ο Πλούταρχος καλύπτοντας μία μεγάλη ποικιλία θεμάτων. Η πραγματεία, λοιπόν, αυτή σε μορφή διαλόγου επηρέασε σε σημαντικό βαθμό όπως φάνηκε αργότερα τον αστρονόμο Κέπλερ.

Όσοι διαβάσουν το έργο του Πλουτάρχου για τη Σελήνη δεν είναι παράξενο αν τους φέρει στο μυαλό τα έργα του Λουκιανού με την αντίστοιχη θεματολογία, την Αληθινή Ιστορία και τον Ικαρομένιππο ή τον Υπερνέφελο. Υπάρχουν σύγχρονες μελέτες από ιστορικούς και φιλολόγους που υποστηρίζουν αρκετά πειστικά ότι ο Λουκιανός αν δεν επηρεάστηκε άμεσα, φαίνεται ότι είχε διαβάσει ή είχε υπόψη του το συγκεκριμένο έργο του Πλουτάρχου παρόλο που δεν αναφέρει σε κανένα από τα έργα του το όνομά του. Για την ιστορία, να αναφέρουμε ότι οι αστρονόμοι έχουν ονομάσει δώσει το όνομα του αρχαίου Έλληνα συγγραφέα του Πλουτάρχου σε έναν από τους κρατήρες της Σελήνης παραπέμποντας με αυτόν τον τρόπο στο συγκεκριμένο έργο του.

«Ολόκληρη γύρω γύρω λάμπει με φωτιά,
Πιο γαλανό από πέτρα κυανή
Φαίνεται μιας κόρης το μάτι και το υγρό της μέτωπο
Κοιτάζοντάς τη μοιάζει με πρόσωπο»

ποίημα του ποιητή Αγησιάνακτα για το πρόσωπο της Σελήνης όπως αναφέρεται στο
Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, 920e

Λίγα λόγια για το έργο και τα πρόσωπα του διαλόγου

Το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, ή εν συντομία Περί του Προσώπου της Σελήνης είναι ένας πολύπλευρος διάλογος μεταξύ προσώπων πάνω σε θέματα αστρονομίας, κοσμολογίας, γεωγραφίας και οπτικής. Σημαντικό κομμάτι του διαλόγου για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικότερα είναι ο μύθος για τον ρόλο της σελήνης στον κύκλο ζωής των ψυχών, ένα θέμα στο οποίο ο ρόλος της Σελήνης φαίνεται να είναι καίριος για τους ανθρώπους στην αρχαιότητα.

Το πρόσωπο/φάσεις της Σελήνης σε όλες τις κοσμολογίες του αρχαίου κόσμου θεωρείτο από το πιο καλοπροαίρετο έως το πιο τρομακτικό πράγμα που μπορούσε να αντιμετωπίσει η ψυχή στην προσπάθειά της να αποδεσμευτεί από τον κόσμο της ύλης.

Όπως φαίνεται από το διάλογο που έχει διασωθεί, τα εισαγωγικά κεφάλαιά του προφανώς έχουν χαθεί και έτσι δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η αφορμή για την συζήτηση αυτή, πότε έγινε και πού. Ωστόσο, τα πρόσωπα που συμμετέχουν φαίνεται να αντιπροσωπεύουν τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του συγγραφέα και εμφανίζονται με την παρακάτω σειρά.

1) Σέξτιος Σύλλας: πρόκειται για έναν Καρχηδόνιο, οποίος είναι πολύ πρόθυμος να διηγηθεί έναν μύθο ή ιστορία σχετικά με την Σελήνη από κάποιον φίλο του που άκουσε στην Καρχηδόνα. Την ιστορία αυτή ο Σύλλας όντως τη διηγείται στο τέλος του έργου δίνοντας πληροφορίες σχετικά με τη λατρεία του Κρόνου στην Καρχηδόνα και πώς αυτή συνδέεται με τη φύση και τη θέση της Σελήνης στο πλανητικό στερέωμα.

2) Λαμπρίας: πρόκειται μάλλον για τον μεγαλύτερο αδελφό του Πλουτάρχου.

3) Απολλωνίδης: αστρονόμος και γεωμέτρης.

4) Αριστοτέλης: πιθανόν ο Πλούταρχος να τον ονομάζει έτσι για να δηλώσει έναν εκπρόσωπο της Περιπατητικής Σχολής του Αριστοτέλη.

5) Φαρνάσης: ένας Στωϊκός φιλόσοφος.

6) Λούκιος: μαθητής της φιλοσοφίας του Πυθαγόρα από την Ετρουρία.

7) Θέων: γραμματικός από την Αίγυπτο.

8 ) Μενέλαος: ένας εξέχων αστρονόμος που έζησε και εργάστηκε στην Αλεξάνδρεια όπου πολλές από τις παρατηρήσεις του καταγράφηκαν από τον Πτολεμαίο και άλλους συγγραφείς.

Ένας ίσως από τους λόγους που το έργο αυτό του Πλουτάρχου δεν έχει μελετηθεί σε βάθος να οφείλεται στο στη δυσκολία που προβάλλουν οι επιστημονικές-αστρονομικές λεπτομέρειες όπως αυτές καταγράφονται στο κείμενο, ενώ το τμήμα που αναφέρει το μύθο σχετικά με το ρόλο της Σελήνης στο ταξίδι των ψυχών φαίνεται να έχει απασχολήσει τους μελετητές της φιλοσοφίας, αλλά και πάλι όχι συστηματικά. Στην πραγματικότητα, το κείμενο φαίνεται να είναι χωρισμένο σε τρία μέρη που διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, τουλάχιστον τα δύο τελευταία από το πρώτο. Ας δούμε με περισσότερες λεπτομέρειες καθένα από αυτά τα μέρη.

Tο επιστημονικό μέρος

Στο πρώτο μέρος συναντάμε το κεντρικό θέμα της συζήτησης που αφορά τις σύγχρονες για την εποχή του Πλουτάρχου φιλοσοφικές και επιστημονικές θεωρίες σχετικά με τη Σελήνη. Σε αυτό το μέρος παρουσιάζεται μία μεγάλη γκάμα από απόψεις βασισμένες στη φυσική, αστρονομία και γεωμετρική οπτική της εποχής που χρησιμοποιούνται σαν εργαλεία για τον προσδιορισμό των συστατικών των υλικών που διαμορφώνουν τη Σελήνη. Ίσως αυτό το κομμάτι να είναι και ένα από τα μοναδικά στην αρχαιότητα που συγκεντρώνει με τον καλύτερο τρόπο όλες τις επιστημονικές αλήθειες της εποχής σχετικά με το δορυφόρο της Γης.

Στο τμήμα αυτό συνοψίζονται από τους ομιλητές θεωρίες όπως αυτές του Αρίσταρχου και του Ιππάρχου, αμφισβητούνται οι νόμοι της ανάκλασης, απορρίπτεται η θεωρία περί φυσικής κίνησης προς το κέντρο του σύμπαντος, ενώ μπορούμε να διακρίνουμε τις πρώτες βάσεις για τις μελλοντικές θεωρίες του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου και του Κέπλερ. Μάλιστα ο τελευταίος υποστήριξε οτι ο διάλογος αυτός του Πλουτάρχου ήταν το πιο σημαντικό έργο της αρχαιότητας με θέμα το δορυφόρο της Γης. Ο Κέπλερ, ήδη από νωρίς είχε δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για τη Σελήνη και μετέφρασε το κείμενο του Πλουτάρχου από τα Ελληνικά που ήταν αρχικά γραμμένο στα Λατινικά, συμπληρώνοντας και δικές του παρατηρήσεις, όπου ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητες.

Η άποψη που κυριαρχεί σε αυτή την ενότητα είναι σε αντίθεση με τους Στωικούς και τον Αριστοτέλη—που υποστήριζαν ότι η Σελήνη είναι ένα μείγμα φωτιάς και σκοτεινού αέρα, ένα αιθέριο και φωτεινό άστρο που περιέχει ένα αρκετά πιο εξαιρετικό στοιχείο από τα συνηθισμένα τέσσερα, αυτά της γης, του νερού, της φωτιάς και του αέρα—η Σελήνη είναι ένα συμπαγές ουράνιο σώμα σαν τη Γη. Η επιχειρηματολογία της παραπάνω θέσης είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και βασίζεται κυρίως στην ανθρώπινη παρατήρηση.

Οι ομιλητές αναφέρονται σε θέματα που άπτονται των σκιών που φαίνονται στο πρόσωπο που δείχνει η Σελήνη, της κίνησής της σε σχέση με τη Γη, το χρώμα της και τις φάσεις της. Ένα αρκετά σημαντικό στοιχείο που θίγεται σε αυτό το κομμάτι και που αρκετά αργότερα στη σύγχρονη ιστορία απασχόλησε τους επιστήμονες είναι το γεγονός ότι ζητήματα αστρονομικά συνδέονται άμεσα με τη γεωγραφία του χώρου καθώς οφείλεται να δίνεται έμφαση στην αμοιβαία σχέση που υπάρχει μεταξύ των όσων συμβαίνουν στη γη και στον ουρανό.

Είναι ενδιαφέρον ότι με το που εδραιώνεται μία ισχυρή επιχειρηματολογία υπέρ της θέσης ότι η Σελήνη είναι σαν τη Γη, οι ομιλητές επιχειρούν να προσεγγίσουν το θέμα κατά πόσο μπορεί η Σελήνη να κατοικηθεί. Αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο κομμάτι του διαλόγου όπου οι συνδιαλεγόμενοι εξερευνούν μία σειρά γεωγραφικών θεμάτων που αφορούν το περιβάλλον, αλλά και την ίδια τη ζωή πάνω στον δορυφόρο της Γης.

Tελεολογικές και περιβαντολογικές θεωρίες

Το κομμάτι αυτό μονοπωλεί σχεδόν ο μονόλογος του Λαμπρία, ο οποίος φαίνεται ότι συμφωνεί με τις προσωπικές απόψεις του Πλουτάρχου για το θέμα, αλλά και των Πλατωνικών φιλοσόφων. Αυτό που προσπαθούν να επιλύσουν οι συνομιλητές δεν είναι τόσο αν όντως υπάρχουν όντα στη Σελήνη, αλλά κατά πόσο θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί. Σε ένα άλλο έργο του, το «Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις φυσικών δογμάτων» ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η απόψη ότι υπάρχουν όντα στη Σελήνη αποδίδεται στους Πυθαγορίους, ενώ ο Διογένης ο Λαέρτιος την αποδίδει στον Αναξαγόρα (Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις, 892a:

«Οἱ Πυθαγόρειοι γεώδη φαίνεσθαι τὴν σελήνην διὰ τὸ περιοικεῖσθαι αὐτὴν καθάπερ τὴν παρ´ ἡμῖν γῆν μείζοσι ζῴοις καὶ φυτοῖς καλλίοσιν· εἶναι γὰρ πεντεκαιδεκαπλασίονα τὰ ἐπ´ αὐτῆς ζῷα τῇ δυνάμει μηδὲν περιττωματικὸν ἀποκρίνοντα, καὶ τὴν ἡμέραν τοσαύτην τῷ μήκει.»

Απ.: «Οι Πυθαγόριοι υποστηρίζουν ότι η Σελήνη φαίνεται να είναι γήινη για το λόγο ότι κατοικείται όπως και η γη μας. Και πάνω σε αυτήν υπάρχουν ζώα μεγαλύτερα σε μέγεθος και φυτά εξαιρετικής ομορφιάς από αυτά που μπορεί να φιλοξενήσει ο πλανήτης μας. Επίσης δεν αφήνουν πίσω τους περιττώματα και εκεί οι μέρες διαρκούν δεκαπέντε φορές περισσότερο.»)

Αυτός που προσεγγίζει, όμως, πρώτος την πιθανότητα ύπαρξης ζωής στη Σελήνη είναι ο Θέων βασιζόμενος σε ένα τελεολογικό επιχείρημα που είχε διατυπωθεί νωρίτερα, ότι δηλαδή η Σελήνη είναι σαν την Γη. Αναφέρει, λοιπόν:

«Αν δεν είναι δυνατόν [η ύπαρξη ζωής στη Σελήνη], τότε είναι παράλογο και το να είναι η γη η Σελήνη, διότι θα φανεί τότε πως δεν έχει γίνει για κανένα σκοπό αλλά μάταια, εφόσον ούτε καρπούς βγάζει ούτε προσφέρει σε ανθρώπους κάποιου είδους έδρα, γέννηση και τρόπους επιβίωσης, πράγματα που λέμε πως έχει γίνει και τούτη εδώ (Γη)…» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 937d-e)

Ο λόγος του Θέωνα επικεντρώνεται στο να δυσφημίσει κατά κάποιον τρόπο ότι μπορεί να υπάρξει κατοίκηση στη Σελήνη και καταθέτει για αυτό μία σειρά περιβαντολογικών θα λέγαμε εμποδίων που καθιστούν κάθε μορφή ζωής εκεί αδύνατη. Το λόγο παίρνει κατόπιν ο Λαμπρίας, ο οποίος διαφωνεί με την άποψη ότι η Σελήνη δεν έχει κανένα απολύτως ρόλο επειδή και μόνο δεν μπορούν να ζήσουν πάνω της άνθρωποι. Άλλωστε, υπάρχουν, υποστηρίζει πολλά μέρη πάνω στη Γη που δεν είναι κατοικήσιμα:

«Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, δεν είναι αναγκαίο, αν δεν κατοικούν άνθρωποι στη Σελήνη, αυτή να έχει γίνει μάταια και χωρίς λόγο. Πράγματι, ούτε τούτη εδώ τη γη βλέπουμε να παράγει ή να κατοικείται σε όλη της την έκταση, αλλά μικρό της μέρος, σαν να ήταν κορυφές ή χερσόνησοι που αναδύονται από το βυθό, είναι γόνιμο σε ζώα και φυτά, ενώ από τα υπόλοιπα άλλα είναι έρημα και άκαρπα λόγω της κακοκαιρίας και του καύσωνα, ενώ τα περισσότερα έχουν βυθιστεί στη μεγάλη θάλασσα … Κάθε άλλο, όμως, παρά μάταια έχουν γίνει αυτά, διότι και απαλές αναθυμιάσεις βγάζει η θάλασσα και τους πιο ευχάριστους ανέμους, όταν το καλοκαίρι είναι στην ακμή του, από την ακατοίκητη και παγωμένη περιοχή ελευθερώνουν και σκορπίζουν τα χιόνια, καθώς λιώνουν σιγά σιγά…» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 938d-e)

Με τον ίδιο τρόπο, μία Σελήνη άγονη από κάθε ίχνος ζωής μπορεί ακόμα να εκτελεί «χρήσιμες» λειτουργίες, όπως να απορροφά τις αναθυμιάσεις της Γης και να μετριάζει τον υπερβολικό καύσο και τη δριμύτητα του ήλιου. Ο Λαμπρίας συνεχίζει λέγοντας ότι τίποτα δεν έχει ειπωθεί που να αποδεικνύει ότι η κατοίκηση στη Σελήνη είναι απίθανη και υποστηρίζει στον μονόλογό του ότι αυτή κατοικείται από ζωντανά όντα, που είναι όμως ανώτερα σε ιεραρχία από τους γήινους θνητούς.

Μπορεί η κίνησή της να μη θυμίζει αυτή της Γης, αλλά δεν είναι όμως ακανόνιστη ή μη σταθερή, εφόσον οι αστρονόμοι έχουν αποδείξει το αντίθετο. Μία ανάλογη ισορροπία φέρνει την ηρεμία στις μεγάλες διαφορές της θερμοκρασίας, ενώ η λεπτή και διάφανη ατμόσφαιρά της διαχέει το φως του ήλιου, αναφέρει ο Λαμπρίας. Στην συνέχεια υποστηρίζει ότι και στη Γη υπάρχουν φυτά που αντέχουν σε ακραίες καιρικές συνθήκες και επιβιώνουν είτε με ελάχιστο νερό, είτε με ξηρασία είτε με χιονιά και παρόλο αυτά προσαρμόζονται άψογα.

Στο σημείο αυτό ο Πλούταρχος μέσω του Λαμπρία απαριθμεί μία λίστα τέτοιων φυτών στη Γη και θέτει την εξής ερώτηση στους συνομιλητές του: «γιατί να μην υπάρχουν και ανάλογα τέτοια φυτά στη Σελήνη που να προσαρμόζονται στις συνθήκες που επικρατούν εκεί;» Με λίγα λόγια:

«Εκείνοι πάλι που θεωρούν τη Σελήνη σώμα πυρωμένο και φλογισμένο κάνουν λάθος, αλλά κι αυτοί, που απαιτούν τα εκεί ζωντανά πλάσματα να διαθέτουν όσα ακριβώς (όργανα) διαθέτουν και τα εδώ για τη γένεση, την τροφή και την επιβίωση, μοιάζουν να μην έχουν ιδέα από τις ανωμαλίες τις σχετικές με τη φύση, στις οποίες μπορεί κανείς να ανακαλύψει μεγαλύτερες και περισσότερες διαφορές και ανομοιότητες των ζωντανών πλασμάτων μεταξύ τους παρά με τα μη ζωντανά πλάσματα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 940b)

Και συνεχίζει ο Λαμπρίας μετά τις παρατηρήσεις του για το περιβάλλον και για ίδιους τους ανθρώπους που κατοικούν στη Σελήνη, οι οποίοι μπορεί να μην χρειάζονται τόσο τροφή όσο εμείς στη Γη για να επιβιώσουν. Έτσι, αντίστοιχα, το περιβάλλον της Σελήνης ενδέχεται να είναι το κατάλληλο για αυτούς με τον ίδιο τρόπο που ένας φαινομενικά για τον άνθρωπο αφιλόξενος ωκεανός μπορεί να υποστηρίξει κάποια μορφή ζωής διαφορετική από την ανθρώπινοι. Οι άνθρωποι της Σελήνης, λοιπόν…

«θα απορούσαν πολύ περισσότερο με τη Γη, βλέποντάς τη, σαν κατακάθι και λάσπη του σύμπαντος [ὑποστάθμην καὶ ἰλὺν τοῦ παντὸς], να αχνοφαίνεται μέσα από τα υγρά, ομίχλες και νέφη, τόπος χωρίς φως, χαμηλός και ακίνητος, αν γεννάει και τρέφει ζωντανά πλάσματα, που έχουν μερίδιο στην κίνηση, την αναπνοή και τη θερμότητα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 940e)

Είναι πάρα πολύ σημαντικός ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του ο Λαμπρίας, η οποία βασίζεται στο μοτίβο της ανεστραμμένης προοπτικής βάζοντας κατά κάποιο τρόπο τους συνομιλητές του, αλλά και τον αναγνώστη του σε μία έξω από την οικεία ανθρώπινη κατάσταση/ θέση παρατήρησης. Υπό αυτήν την ανεστραμμένη προοπτική των όντων που κατοικούν στην Σελήνη—όπου τα γήινα όντα δεν είναι το σημείο αναφοράς/παρατήρησης—η ίδια η Σελήνη είναι η «πραγματική Γη», η οποία καταλαμβάνει τη μέση θέση μεταξύ του οίκου των θεών και του ό,τι είναι ο «Κάτω Κόσμος» για αυτούς. (δηλ. στην κορυφή οι θεοί, στη μέση η Σελήνη-Γη και στο τέλος ο Κάτω Κόσμος).

Αυτή, η κατά κάποιου είδους προειδοποίηση προς τους αναγνώστες και τους συνομιλητές του να μην υιοθετούν και να επιβάλλουν το μοντέλο ζωής της Γης σαν εκείνη τη νόρμα/φόρμουλα/θεώρηση βάσει της οποίας θα πρέπει να αντιλαμβάνονται και να προβλέπουν τη ζωή στο σύμπαν, διαφημίζει θα λέγαμε μία διαφορετική εξω-κοσμική προοπτική του γνωστού μας ανθρωπίνου κόσμου, και αποκαλύπτει τη διαφορετικότητα σαν το δομικό υλικό της ίδιας της ζωής. Σύμφωνα με τον Λαμπρία, η άποψη που υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ζωή στη Σελήνη ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη φύση στέκεται εμπόδιο στο να αντιληφθεί ο άνθρωπος ότι υψηλότερες μορφές ζωής από τη δική του είναι πιθανόν να υπάρχουν στο σύμπαν.

Σε αυτό το σημείο τελειώνει και το δεύτερο μέρος του διαλόγου, αλλά θα ήταν άδικο να μην κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις με αφορμή όλες αυτές τις περιβαντολογικές γνώσεις που παρατίθενται από τον Πλούταρχο σχετικά με τη διαφορετικότητα των περιοχών πάνω στη γη, των ζώων και των φυτών. Ο Πλούταρχος ακούγεται σαν να μας προειδοποιεί ότι τα διάφορα περιβάλλοντα μπορεί να φαίνονται φαινομενικά αφιλόξενα για τον άνθρωπο αλλά υπό μία μη τελεολογική θεώρηση δεν πρέπει απαραίτητα όλα να έχουν έναν ολοκληρωτικό ή άμεσα ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα-σκοπό. Για παράδειγμα, υπάρχει ζωή στους ωκεανούς και τις ερήμους που από μόνη της έχει τη δική της αξία και χαρακτήρα παρόλο που για τον άνθρωπο η σημασία της μπορεί να είναι φαινομενικά απόμακρη.

Υπάρχουν και άλλοι συγγραφείς στην αρχαιότητα, όπως ο Λουκρήτιος που παρουσιάζουν μία σειρά παραδειγμάτων τα οποία αποδεικνύουν ότι ακόμα και αν υπήρχε ένας Δημιουργός, τότε σίγουρα δεν δημιούργησε τα πάντα για τον άνθρωπο ή θα συμπληρώναμε για να βολεύουν και να εξυπηρετούν αυτόν ή ακόμα ότι και η Γη δεν δημιουργήθηκε για τον ίδιο τον άνθρωπο. Η Γη, υποστηρίζει, δεν είναι τέλεια: μεγάλες περιοχές της δεν είναι προσβάσιμες στον άνθρωπο και δεν είναι μυστικό ότι πολλά από τα ζώα που κατοικούν πάνω της προσαρμόζονται πολύ καλύτερα στη φύση από ότι εκείνος.

Αν και η ζωή μπορεί να βρεθεί ακόμα και στις πιο αφιλόξενες περιοχές, ο Πλούταρχος σε αυτό το κομμάτι καταλήγει ότι ακόμα και αυτές παίζουν το ρόλο τους στη λειτουργία του όλου. Αναδεικνύοντας αυτές τις αλληλεπιδράσεις μέσα σε ένα γεωγραφικό περιβάλλον απορρίπτει την ιδέα ότι η προοπτική κατοίκησης είναι αυτή που καθιστά ένα μέρος χρήσιμο, είτε πρόκειται για τη Γη είτε για τη Σελήνη.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως ο Πλούταρχος θέτει προβληματισμούς σύγχρονους σε εμάς, μιας και η τελεολογική θεώρηση του σύμπαντος είναι ακόμα εξέχουσα σε αρκετές σχολές σκέψεις που αφορούν τις φυσικές επιστήμες και ιδιαίτερα όσες ασχολούνται με τη ζωή. Ειδικά τα διάφορα οικοσυστήματα αναπόφευκτα εγείρουν προβλήματα όσον αφορά τη λειτουργία τους και το σκοπό τους. Παραμένει ακόμα και σήμερα θέμα προς συζήτηση κατά πόσο ή όχι μία τελεολογική θεώρηση του σύμπαντος μπορεί να μειώνεται με την μηχανιστική επεξηγηματική συμπεριφορά των επιμέρους μερών του και κατά πόσο μία καθαρά μηχανιστική επεξήγηση των φαινομένων είναι πιθανή.

Ο Πλούταρχος τουλάχιστον στο έργο του αυτό βρήκε την αφορμή να υποδείξει ότι η αιτιότητα και η αιτία δεν είναι συνώνυμες, και ότι η επεξήγηση ενός γεγονότος παραθέτοντας τις αιτίες του δεν εξαλείφει την ανάγκη κάποιου να κατανοήσει και την σημασία του.

O ρόλος της Σελήνης στη γένεση-δημιουργία

Ίσως το τρίτο μέρος του έργου είναι και αυτό που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τουλάχιστον εδώ. Στο σημείο αυτό, αρχικά ο Σύλλας ξεκινάει την αφήγηση μίας ιστορίας που έμαθε από κάποιον ξένο που έμενε στο νησί του Κρόνου, που βρίσκεται δυτικά της Βρετανίας. Πέρα από αυτά τα νησιά, συνεχίζει η ιστορία βρίσκεται μία μεγάλη ήπειρος όπου τα ποτάμια της χύνονται στον Ατλαντικό ωκεανό και από την οποία στέλνονται στο νησί του Κρόνου απεσταλμένοι κάθε τριάντα χρόνια (όταν ο Κρόνος περάσει στον αστερισμό του Ταύρου).

Το τμήμα αυτό μαζί και με άλλες λεπτομέρειες που αναφέρονται θυμίζει έντονα το μύθο της Ατλαντίδας που καταγράφεται στον Τιμαίο του Πλάτωνα, και είναι και αυτό που έχει απασχολήσει περισσότερο τους ερευνητές. Οι ομοιότητες είναι αρκετές, αλλά δεν θα μας απασχολήσει περισσότερο εδώ, εφόσον θα επικεντρωθούμε στο δεύτερο κομμάτι της ιστορίας του Σύλλα. Ο ξένος, λοιπόν, που γνώρισε ο Συλλας στην Καρχηδόνα είχε ανακαλύψει κάτι ιερές περγαμηνές που είχαν ξεχαστεί για πολύ καιρό μέσα στη Γη και συμβούλεψε τον Σύλλα:

«ότι από τους ορατούς θεούς πρέπει να τιμούν οι άνθρωποι ξεχωριστά τη Σελήνη, πράγμα που παρότρυνε και εμένα να κάνω, επειδή είναι κυρία της ζωής βρίσκεται κοντά.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 942c)

Στη συνέχεια, περιληπτικά θα λέγαμε ότι ο Πλούταρχος αναδιατυπώνει μία αρκετά δημοφιλή θέση για την αρχαιότητα ότι δηλαδή η Σελήνη είναι ο απαραίτητος ενδιάμεσος σταθμός για την ανύψωση της ψυχής στις ανώτερες σφαίρες. Ας δούμε περιληπτικά τι αναφέρει η ιστορία του Σύλλα για τη λειτουργία αυτή της Σελήνης και μετά θα προχωρήσουμε σε μία ανάλυσή του για το πώς φυλακίζεται η ψυχή και τη θέση της μέσα στη δημιουργία, ή όπως τα αρχαία κείμενα την αναφέρουν σαν γένεση.

Σελήνη και το Ταξίδι των Ψυχών

Συγκεκριμένα γίνεται λόγος για το ίδιο το πρόσωπο της Σελήνης που τρομοκρατεί τις ψυχές, αν και ο ίδιος ο Πλούταρχος παρουσιάζει πιο ρεαλιστικά το γεγονός λέγοντας ότι απλά αυτό που βλέπουν οι ψυχές όταν αφήνουν το σώμα πίσω στη Γη δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα βάθος/κοίλωμα, το μεγαλύτερο μάλιστα από αυτά που αποκαλούν και μυχό της Εκάτης. Ίσως να πρόκειται, για τη λεγόμενη περιοχή της σελήνης που ονομάζεται Mare Orientale, από όπου ξεκινά μία μωβ διπλή εσωτερικά ακτίνα που ρουφά την ψυχή κάποιου όταν αυτός πεθάνει. Στο μέρος αυτό, αναφέρει ο Πλούταρχος τιμωρούνται και παίρνουν εκδίκηση οι ψυχές για όσα υποστούν ή πράξουν. Άραγε να έχει να κάνει σχέση με τη λεγόμενη περιοχή ανακύκλωσης-σταθμού υποδοχής, Sinus Midii όπου υπάρχει και το περίφημο κτίσμα-κατασκευή SHARD; Ας δούμε πώς περιγράφει ο Πλούταρχος αυτό το σημείο:

«Τις φοβίζει [ψυχές] όμως και το αποκαλούμενο πρόσωπο, όταν φθάνουν κοντά, που είναι βλοσυρό και τρομακτικό να το βλέπεις. Ωστόσο στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε, αλλά, όπως ακριβώς η δική μας η γη διαθέτει κόλπους βαθείς και μεγάλους … έτσι και τούτα είναι τα βάθη της σελήνης και τα κοιλώματα. Από αυτά το μεγαλύτερο αποκαλούν μυχό της Εκάτης, όπου τιμωρούνται και παίρνουν εκδίκηση οι ψυχές για όσα τυχόν υποστούν ή πράξουν. Και δύο μεγάλες από αυτές ονομάζονται πύλες και από μέσα τους περνούν οι ψυχές, η μια προς τη μεριά της σελήνης που βλέπει προς στον ουρανό, την άλλη προς τη μεριά που βλέπει προς τη γη.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 944c)

Ας δούμε, όμως, από την αρχή πώς περιγράφει ο Πλούταρχος το ταξίδι αυτό των ψυχών. Στην ιστορία αυτή ο αναγνώστης θα διαπιστώσει πάρα πολλές ομοιότητες με τις ιδέες του Πλάτωνα και συγκεκριμένα με το τρόπο που παρουσιάζεται η ψυχή στο έργο του Τιμαίος.

Και για τους δύο συγγραφείς ο άνθρωπος αποτελείται από τρία μέρη: τον νου (πνεύμα), την ψυχή και το σώμα όπου προέρχονται ή δίνονται στον άνθρωπο αντίστοιχα από τον Ήλιο, τη Σελήνη και τη Γη. Δεν θα πρέπει να θεωρείται ο νους σαν το μέρος της ψυχής, όπως θεωρείται η ψυχή σαν μέρος του σώματος. Στον Τιμαίο η ψυχή έχει ένα θνητό και ένα αθάνατο κομμάτι: στο μεν πρώτο κατοικεί το θυμοειδές και το επιθυμητικόν και στο αθάνατο κατοικεί το λογιστικόν.

Για τον Πλούταρχο ο νους (πνεύμα) είναι ανώτερος και πιο θεϊκός από την ψυχή για όσο βρίσκεται η ψυχή στο σώμα. Η ανάμειξη της ψυχής και του σώματος δημιουργεί αίσθηση, ενώ η σύνοδος του νου και της ψυχής τον λόγο. Όλα αυτά τα αναφέρουμε γιατί κεντρικό θέμα της ιστορίας του Πλουτάρχου σχετικά με το ταξίδι των ψυχών στη Σελήνη έχει να κάνει με τον Διπλό Θάνατο.

«Όσο για το θάνατο που πεθαίνουμε, ο ένας [πρώτος θάνατος] κάνει τον άνθρωπο αντί για τρία [νους-ψυχή-σώμα] να αποτελείται από δύο στοιχεία· ο άλλος [θάνατος] αντί για δύο να αποτελείται από ένα. Ο πρώτος γίνεται στη γη της Δήμητρας [επίγειος θάνατος]…, μέσα σε αυτή γίνεται το μυστήριο και τους νεκρούς Δημήτρειους ονόμαζαν παλιά οι Αθηναίοι. Ο άλλος θάνατος γίνεται στη Σελήνη της Φερσεφόνης [Περσεφόνης].

Συνοικος της μίας είναι ο χθόνιος Ερμής, της άλλης ο ουράνιος. Λύνει όμως η Γη γρήγορα και με βία την ψυχή από το σώμα, ενώ η Φερσεφόνη μαλακά και επί μεγάλο χρονικό διάστημα λύνει τον νου από την ψυχή, για αυτό το λόγο έχει αποκληθεί και μονογενής, γιατί μένει μόνο του το καλύτερο μέρος του ανθρώπου, καθώς διαχωρίζεται από αυτήν.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943a-c)

Στο κομμάτι, λοιπόν αυτό είναι ξεκάθαρο ότι ο Πλούταρχος αναφέρεται στο διπλό θάνατο του ανθρώπου και στο πόσο διαφορετικά αυτοί συμβαίνουν. Στη συνέχεια περιγράφονται με αρκετές λεπτομέρειες τι συμβαίνει στις ψυχές μέχρι να έρθει ο δεύτερος θάνατός τους. Είναι αρκετά αξιοσημείωτο ότι για τον Πλούταρχο δεν έχουν όλες οι ψυχές αυτό που ονομάζει νου-πνεύμα, ή όπως θα λέγαμε θεϊκό σπινθήρα. Το πιθανότερο είναι να αναφέρεται σε αυτό που ονομάζουμε έμψυχα και άψυχα όντα, έμψυχοι και άψυχοι άνθρωποι. Αυτό που ακολουθεί είναι μία καταπληκτική περιγραφή της «ενεργειακής απογύμνωσης της ψυχής κατά επίπεδα.»

«Καθένας από αυτούς τους διαχωρισμούς (νου-ψυχής) επιτυγχάνεται κατά φύση με τον τρόπο αυτό: κάθε ψυχή, τόσο χωρίς όσο και με νου, όταν βγει από το σώμα, είναι ορισμένο από την ειμαρμένη να πλανηθεί στην περιοχή μεταξύ Γης και Σελήνης για ορισμένο διάστημα—όχι ίσο· αλλά οι άδικες και οι ακόλαστες ψυχές πληρώνουν για τα αδικήματά τους, ενώ οι άλλες όσο για να εξαγνιστούν, και, σαν να ήταν χαλασμένος ατμός, να εκπνεύσουν τα μιάσματα που προέρχονται από το σώμα, στο πιο γαλήνιο μέρος του αέρα που το αποκαλούν «τα λιβάδια του Άδη,» πρέπει να μείνουν για ορισμένο χρονικό διάστημα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943c)

Σε αυτό θα λέγαμε το μεσοδιάστημα, οι ψυχές πριν φθάσουν στη Σελήνη έχουν την ψευδαίσθηση της κίνησης και ζουν σε μία εικονική πραγματικότητα νιώθοντας ανάμεικτα συναισθήματα. Ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί την εικόνα της θάλασσα και των κυμάτων για να αποδώσει το νόημα αυτό:

«Εκεί σαν να επαναφέρονται στην πατρίδα από την ξενιτιά της εξορίας γεύονται χαρά παρόμοια με εκείνη που νιώθουν όσοι μυούνται στα μυστήρια, συνδυασμένη με ελπίδα γλυκιά αλλά ανακατεμένη σε μεγάλο βαθμό με ταραχή και έξαψη.» Πράγματι, πολλές είναι εκείνες τις οποίες σπρώχνει εκείνη και απομακρύνει με το κύμα, μολονότι έχουν ήδη πιαστεί από τη Σελήνη, ορισμένες πάλι από τις εκεί βλέπουν να αναποδογυρίζουν και να καταποντίζονται, λες, πάλι σε βυθό.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943d)

Μετά από αυτό μεσοδιάστημα αγκιστρώνονται οι ψυχές στη Σελήνη τις οποίες ο Πλούταρχος παρομοιάζει με ακτίνες, που όμως έχουν φωτιά στην ψυχή που ελαφραίνει και πηγαίνει προς τα πάνω.

Εκτός από το πρόσωπο της Σελήνη που όπως αναφέραμε πιο πάνω τρομοκρατεί τις ψυχές, ένα άλλο στοιχείο που έχει την ίδια επίδραση είναι η σκιά της και συγκεκριμένα η σκιά της Γης που πεφτει πάνω της σε εκλείψεις. Σε αυτή την περίπτωση αναφέρει ο Πλούταρχος οι ψυχές των αγαθών την παροτρύνουν να κινηθεί πιο γρήγορα ώστε να βγει έξω από τη σκιά γιατί όταν βρίσκονται κάτω από αυτήν δεν ακούν την μουσική του ουρανού, ή αλλιώς τη θεία αρμονία κατά τον Πλάτωνα.

Στην αντίθετη περίπτωση, οι ψυχές των αδίκων περνούν μέσα από τη σκιά με οδυρμούς και αλαλαγμούς και αυτός είναι ο λόγος όπου και οι περισσότεροι άνθρωποι συνηθίζουν να κάνουν θόρυβο χτυπώντας μέταλλα κατά τη διάρκεια των εκλείψεων για να κάνουν πάταγο εναντίον των φαύλων ψυχών. Είναι γνωστό ότι το χτύπημα των μετάλλων στην αρχαιότητα θεωρούνταν πως έχει τη δύναμη να αποτρέπει το κακό και γι’ αυτό το λόγο γινόταν κατά τη διάρκεια των εκλείψεων ώστε να διώξει τα κακά πνεύματα που τις προκαλούσαν.

Κάποιες από αυτές τις ψυχές εκεί, που ο Πλούταρχος αποκαλεί δαίμονες κατεβαίνουν στη Γη για να φροντίσουν τα μαντεία και να παρευρίσκονται και να να λαμβάνουν μέρος στις ανώτατες οργιαστικές τελετές, αλλά και να βοηθούν και να προστατεύουν όσους αδικούνται, να σώζουν ανθρώπους στους πολέμους και στη θάλασσα. Όσοι όμως από αυτούς σφάλλουν, φυλακίζονται και πάλι σε ανθρώπινα σώματα, δηλ. ενσαρκώνονται και πάλι πριν έρθει ο δεύτερος θάνατος όπως στις άλλες ψυχές.

Και από το σημείο αυτό ο Πλούταρχος μέσα σε μία παράγραφο περιγράφει ακριβώς τι είναι αυτός ο δεύτερος θάνατος, μία αλλαγή όπως λέει σε άλλο τόπο προς το άριστο. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από τον διαχωρισμό του νου από την ψυχή, που για άλλες ψυχές έρχεται νωρίς και για άλλες πιο αργά. Είναι η στιγμή εκείνη που η ψυχή όντας το περίβλημα του νου, του πνεύματος, του θεϊκού σπινθήρα τον ξετυλίγει για να γυρίσει αυτός πίσω στην πηγή του, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, τον ήλιο.

«Την πετυχαίνουν [την αλλαγή] τώρα άλλοι νωρίτερα άλλοι αργότερα, όταν ο νους διαχωριστεί από την ψυχή. Διαχωρίζεται μέσω του έρωτα για την εικόνα στον ήλιο, με την οποία λάμπει και φαίνεται επιθυμητό, το ωραίο, το θεϊκό και το μακάριο, το οποίο κάθε φύση, η καθεμιά με το δικό της τρόπο λαχταρά.

Η ουσία όμως της ψυχής (τῆς ψυχῆς φύσις) μένει πάνω στη σελήνη, διατηρώντας κάποια ίχνη και όνειρα ζωής, για να το πούμε έτσι, και γι’ αυτήν να θεωρείς ότι σωστά έχει λεχθεί το «ψυχή σαν όνειρο φτερούγισε και πέταξε.» Στην πραγματικότητα δεν το παθαίνει αμέσως, ούτε αφού αποχωριστεί από το σώμα, αλλά αργότερα, όταν μείνει έρημη και μόνη, αφού χωριστεί από τον νου.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 944f)

Με λίγα λόγια αυτός ο δεύτερος θάνατος είναι η επιστροφή του παγιδευμένου θεϊκού σπινθήρα στην αρχική του πηγή· είναι το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσουν όλοι όσοι τον διαθέτουν για να μην κάνουν πάλι το σφάλμα της ενσάρκωσης, να μην υποστούν άλλη μία γένεση, άλλη μία δημιουργία. Και η Σελήνη παίζει έναν καίριο ρόλο σε αυτό το διαχωρισμό της ψυχής από το νου, ώστε ο δεύτερος να ξεφύγει από τη φυλακή της δημιουργίας και να επιστρέψει πίσω στη θεία φλόγα, όπως οι ψυχές που διαθέτουν σωφροσύνη και πόθησαν ζωή φιλοσοφημένη και χωρίς σκοτούρες, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος. Όπως στη Γη γίνεται ο διαχωρισμός του σώματος από τα δύο άλλα μέρη, έτσι γίνεται και στη Σελήνη που αποτελεί το σύνορο για τη φυλακή των ψυχών.

Ο αγώνας για την απελευθέρωση είναι αρκετά δύσκολος

«Από τις ψυχές που αγαπούσαν τις τιμές, τη δράση, από τις ψυχές που ερωτεύονταν τα σώματα και λειτουργούσαν με το θυμικό ορισμένες ζουν σε ύπνο βλέποντας για όνειρα ό,τι θυμούνται από τη ζωή. Αν όμως το άστατο και το επιρρεπές στα πάθη στοιχείο τις ξεσηκώνει και τις τραβάει από τη σελήνη προς άλλη γένεση, δεν τις αφήνει η σελήνη … αλλά τις καλεί πίσω και τις κρατάει με μάγια να γείρουν προς τη γη.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 945b)

Στο τέλος του διαλόγου αναφέρεται εν συντομία και η αντίστροφη διαδικασία, αυτή της γένεσης: ο ήλιος θερίζει τη ζωτική δύναμη, τον νου. Κατόπιν η Σελήνη τον σπέρνει και δημιουργεί νέες ψυχές και στο τέλος η Γη τις ντύνει με σώματα. Η μεγάλη διαφορά μεταξύ των τριών αυτών ουράνιων σωμάτων είναι οτι τόσο ο Ήλιος όσο και η Γη δίνουν κάτι, ενώ μόνο η Σελήνη δίνει και παίρνει μαζί και συνθέτει και διαιρεί ανάλογα με τις διαφορετικές της δυνάμεις. Σε όλη αυτή τη διαδικασία της γένεσης, οι τρεις Μοίρες σύμφωνα με τους αρχαίους παίζουν μεγάλο ρόλο: η Άτροπος εγκατεστημένη στον Ήλιο δίνει αρχή στη γένεση, η Κλωθώ που κινείται γύρω από τη Σελήνη συνδέει και αναμειγνύει, ενώ τελευταία γύρω από τη γη συμμετέχει στο έργο η Λάχεσις.

Κλείνοντας ο Πλούταρχος αναφέρει πως το άψυχο είναι από μόνο του αδύναμο και επηρεάζεται από άλλα πράγματα. Ο νους-πνεύμα αντίθετα είναι ανεπηρέαστος και αυτοκράτωρ.

Γένεσις και Απογένεσις

Ο Πορφύριος (3ος αι. μΚΕ) στο έργο του Περί του εν Οδυσσεία των Νυμφών Άντρου (Σχετικά με το στην Οδύσσεια Σπήλαιο των Νυμφών) συνδέει το γεγονός της απογένεσις, δηλ. της ανύψωσης της ψυχής από τον υλικό κόσμο με τον ήλιο, και τη διαδικασία της γένεσις με την κάθοδο της ψυχής στον υλικό κόσμο την συνδέει με τη Σελήνη. Αναφέρει, όπως και άλλοι θεολόγοι αλλά και προγενέστερες παραδόσεις, ότι τόσο ο ήλιος όσο και η σελήνη αποτελούν τις δύο «πύλες» μέσα από τις οποίες γίνεται η ανύψωση και η κάθοδος της ψυχής αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από το πόσες σφαίρες ή στρώματα διασχίζει η ψυχή για να ανυψωθεί έξω από τη δημιουργία, η Σελήνη σε όλες αυτές τις παραδόσεις είναι το τελευταίο και κατώτατο όριο-φυλακή πριν τον κόσμο της ύλης. Καθώς είναι η ίδια ο τελευταίος σταθμός της καθόδου της ψυχής, η Σελήνη είναι αυτή που ολοκληρώνει και τη διαδικασία την ενσάρκωσης. Αυτό ακριβώς διαπραγματεύεται όπως είδαμε και τμήμα του έργου Περί του Προσώπου της Σελήνης.

Για να καταλάβουμε όμως το ρόλο της Σελήνης στο θέμα της γένεσης ας πούμε λίγα πράγματα το κοσμολογικό σύστημα στην αρχαιότητα και τις διαιρέσεις του. Εκτός από το διαχωρισμό του κόσμου σε επτά ουράνιες σφαίρες που ήταν αρκετά δημοφιλής στους Ελληνιστικούς και Ύστερους αρχαϊκούς χρόνους, ο διαχωρισμός του σύμπαντος γινόταν και σε τρεις άλλες σφαίρες: την υλική ή γήινη, την αιθερική ή κοσμική και την νοητική ή υπερκοσμική. Υπό αυτή την οπτική αντί να υπάρχουν άρχοντες που να ελέγχουν αυτές τις σφαίρες, κάθεμιά τους βρισκόταν υπό την επιρροή της Γης, της Σελήνης και του Ήλιου αντίστοιχα.

Η Σελήνη σε αυτό το σύστημα αποτελεί το κατώτατο σύνορο της κοσμικής σφαίρας και έτσι ο υλικός κόσμος που βρίσκεται κάτω από τον ουρανό συχνά αναφέρεται σαν υπο-σελήνιος τον οποίο και ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό οι δυνάμεις της Σελήνης. Οι δύο αυτές διαφορετικές διαιρέσεις του κόσμου (επτά σφαίρες και η τριμερής διαίρεση) δεν ακυρώνουν η μία την άλλη, απλά δίνουν έμφαση σε διαφορετικά ουράνια σώματα.

Το πρόσωπο της Σελήνης στην αρχαία Κοσμολογία

Η Σελήνη σύμφωνα με τις πηγές φαίνεται να μας δείχνει δύο πρόσωπα όσον αφορά τις ψυχές: ένα ευσπλαχνικό και ένα τρομακτικό. Αυτό θα δούμε ότι έχει να κάνει με το πώς αξιολογείται σε κάθε περίπτωση η γένεση-δημιουργία σαν κοσμολογικό σύστημα, δηλαδή είτε θετικά είτε αρνητικά.

Το θέμα της ενσάρκωσης και συγκεκριμένα ο/οι λόγοι της καθόδου της ψυχής μέσα από τη γένεση-δημιουργία, εκούσια ή ακούσια απασχόλησε αρκετούς τους φιλοσόφους είτε πρόκειται για την κάθοδο μεμονωμένων ψυχών μέσα στον υλικό κόσμο της Δημιουργίας είτε πρόκειται για την αρχική κάθοδο της Ψυχής γενικότερα από τις ανώτερες σφαίρες στις κατώτερες. Σε κάθε περίπτωση η ενσάρκωση-παγίδευση της ψυχής στον κόσμο της ύλης σημαίνει ότι δεν συμμετέχει στην τελειότητα των υψηλότερων σφαιρών.

Αυτή η απώλεια της τελειότητας μεταφράζεται με πολλούς τρόπους και κάθε τρόπος δίνει μια διαφορετική κοσμολογική θεώρηση για τη φύση του υλικού κόσμου και τη γένεση της ψυχής μέσα σε αυτό. Οι φιλόσοφοι λοιπόν στο έργο τους φαίνεται να αξιολογούν την ενσάρκωση της ψυχής άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά, γεγονός που συνδέεται με το ευσπλαχνικό και το τρομακτικό πρόσωπο της Σελήνης αντίστοιχα.

Έτσι και ο ρόλος της Σελήνης στη Γένεση-Δημιουργία εξαρτάται άμεσα από την οπτική—θετική ή αρνητική—και την αξιολόγηση της ίδιας της Γένεσης-Δημιουργίας σαν ένα κοσμολογικό σύστημα. Η πιο απαισιόδοξη θέση θεωρεί αυτή την πτώση απλά καταστροφική. Η πιο αισιόδοξη άποψη υποστηρίζει ότι η κάθοδος της ψυχής και η δημιουργία στο υλικό σύμπαν είναι μέρος της αποκάλυψης της θείας έκφρασης για την ολοκλήρωση του κόσμου. Τώρα σκεφθείτε καλά και προβληματιστείτε τι και ποιους εξυπηρετεί η διάδοση αυτής της θέσης.

Η Κάθοδος της Ψυχής και η Δημιουργία

Ενδεικτικό του αρνητικού ρόλου της Σελήνης είναι η απουσία της σε διάφορα τελετουργικά της αρχαιότητας που αφορούν στην ανύψωση της ψυχής, την απογένεση όπως την αποκαλούσαν. Για παράδειγμα, στην τελετουργική προετοιμασία για ένα ξόρκι αθανασίας που βρίσκεται στη λεγόμενη Λειτουργία του Μίθρα είναι έτσι προγραμματισμένη ώστε να αποφευχθεί η παρουσία της Σελήνης κατά τη διάρκεια της ανύψωσης του μάγου στους ουρανούς για να συναντήσει τον ύψιστο θεό, ο οποίος αναφέρεται σαν Ήλιος Μίθρας.

Αν και στο ταξίδι αυτό προβλέπεται να συναντήσει θεούς άλλων πλανητών και άστρων δεν φαίνεται να βλέπει ποτέ μα ποτέ τη Σελήνη. Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Γιατί πρέπει πάση θυσία σε όλη αυτή την τελετουργική προετοιμασία να αποφύγει την επιρροή της Σελήνης;

Όταν πρόκειται για την αρχαία κοσμολογία που αφορά τη γένεση-δημιουργία η παρουσία της Σελήνης είναι επικίνδυνη και βλαπτική. Το πρόσωπό της που βλέπει στη Γη συνδέεται με τη μανία και με την τρέλα. Ο Κλήμεντας Αλεξανδρείας αναφέρει πως ο Ορφέας αποκαλούσε τη Σελήνη και γοργόνειο λόγω του τρομακτικού της προσώπου, μία άποψη που όπως είδαμε μοιράζεται και ο Πλούταρχος. Το πρόσωπό της αποτελεί το είδωλο της Φύσης, την προσωποποίηση του υλικού κόσμου.

Για την αρχαιότητα η Σελήνη αποτελούσε την μητέρα των δαιμόνων του κόσμου, εκεί που κατοικούν τα κακά πνεύματα. Όταν κάποιος την κοιτάει ή την καλεί με τα ονόματα που τις αποδίδονται τότε φέρνει τις δυνάμεις της γένεσης, με άλλα λόγια εκείνες τις δυνάμεις που δένουν την ψυχή στο σώμα, εκείνες τις δυνάμεις που κρατούν τον άνθρωπο φυλακισμένο στη δημιουργία. Η Σελήνη δεν αποτελεί το σκαλοπάτι ή το μέσο για την ανύψωση, αλλά μία επικίνδυνη δύναμη της οποίας κάθε επίκληση πρέπει να αποφευχθεί καθώς μόνο οι θετικές δυνάμεις μπορούν να απελευθερώσουν την ψυχή από τη μαύρη ύλη.

Αυτό που είναι σημαντικό για το διαχωρισμό του σύμπαντος στις διαφορετικές αυτές σφαίρες ή στρώματα βρίσκεται στην αντίληψη ότι η ψυχή ακολουθεί μία πορεία καθόδου μέσα από αυτές για να ενσαρκωθεί μέσα στον κόσμο της ύλης μέσα από την διαδικασία που ονομάζουμε Γένεση, ή διαφορετικά Δημιουργία. Σύμφωνα με την αρχαία κοσμολογία από κάθε στρώμα που περνάει η ψυχή στην πορεία της ενσάρκωσής της αποκτά και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά από την κάθε αντίστοιχη σφαίρα επιρροής. Η Σελήνη, λοιπόν με τη σειρά της γίνεται η πύλη δια μέσου της οποίας πραγματοποιείται η Γένεση και διαχωρίζονται τον θνητό-φθαρτό κόσμο από τον αθάνατο.

Για εκείνους όμως που θέλουν να ανυψωθούν στόχος είναι να υπερκεράσουν το ίδιο το εμπόδιο της Σελήνης, δηλαδή την ίδια την εκπρόσωπο της Γένεσης που φυλακίζει τις ψυχές όταν επέρχεται ο φυσικός θάνατος.

Μάλιστα, όπως ανέφερε και ο Πλούταρχος αυτό δεν αρκεί από μόνο του καθώς χρειάζεται η ψυχή να πεθάνει για δεύτερη φορά πριν ακόμα πάρει το δρόμο της για ακόμα μία ενσάρκωση στον κόσμο της ύλης. Κάποια γνωστικά συστήματα αναφέρουν την παρουσία μία σειρά αρχόντων σε διάφορες βαθμίδες που συνωμοτούν για να κρατήσουν την αδαή ψυχή στον υλικό κόσμο, παίρνοντας διάφορες μορφές κατά την άνοδο της ψυχής προς την απογένεση.

Ανάμεσα σε αυτούς τους θεούς ή δαίμονες συναντάμε την Περσεφόνη και την Εκάτη σαν την προσωποποίηση της ίδιας της Σελήνης που ρυθμίζει τον υλικό κόσμο και είναι η δύναμη που συγκρατεί τις ψυχές κλειδωμένες στον σκοτεινό κόσμο της ύλης.

Λίγες Σκέψεις για το τέλος

Αν όλα αυτά σας φαίνονται παράδοξα ή υπερβολικά αναλογιστείτε τον ρόλο που παίζει η σελήνη στη φυσική ζωή των έμβυων όντων πάνω στη Γη, από την περίοδο και ωορρηξία των γυναικών που είναι στενά συνδεδεμένη με τις φάσεις της Σελήνης μέχρι τα φαινόμενα παλίρροιας και περιοδικότητας σε θάλασσες και ωκεανούς.

Όπως φαίνεται ήδη στην αρχαιότητα ήταν γνωστή η λειτουργία της ενεργειακής φυλακής του συστήματος Γης-Σελήνης. Το ποιος και γιατί καταναλώνει όλη αυτή την ενέργεια έχει γίνει θέμα συζήτησης πολλές φορές από αυτή εδώ την ιστοσελίδα. Η φυλακή της Δημιουργίας εξυπηρετεί κάποιους-κάτι και δεν υπάρχει απλά για να υπάρχει. Και όπως κάθε φυλακή είναι ανάγκη να διαθέτει ένα σύστημα υψίστης ασφαλείας με τη διαφορά ότι εδώ μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζουν οι ίδιοι οι φυλακισμένοι.

Ίσως μία αρκετά σημαντική παράμετρος σε όλο αυτό το παιχνίδι—ναι, γιατί είμαστε παιχνίδια—είναι ότι υπάρχει σε όλους ένα έμφυτο ρεύμα διπλής ενέργειας-κατεύθυνσης που όταν ρέει προς τα πάνω γεννά θεούς και όταν ρέει προς τα κάτω γεννά ανθρώπους. Μόνο που έχουμε χάσει τον μπούσουλα ανάμεσα σε αυτές τις πολικότητες και η «ενέργεια» που συγκεντρώνεται κυρίως προς τα κάτω ούτε πια ανθρώπους γεννά. Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι να γεννά ούτε και θεούς που δημιουργούν τα μικρά ιδιωτικά τους κλαμπ σαν άλλες δημιουργίες μέσα στα οποία βαριούνται μέχρι θανάτου και το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να ρισκάρουν την «αθανασία» τους πολεμώντας εναντίον ενός άλλου αθανάτου.

Το ζητούμενο ίσως εδώ να βρίσκεται στην ανάγκη να πιστεύεις ότι ο κόσμος είναι μυστηριώδης και απύθμενος σαν έκφραση της εσώτερης προτίμησης του πολεμιστή, όπως αναφέρει ο Δον Χουάν. Από την άλλη δεν χρειάζεται να στίβεις και τον κόσμο σαν λεμόνι, αλλά να παραμένεις μαζί του όσο χρειάζεται και μετά να απομακρύνεσαι γρήγορα.

«Είναι αλήθεια, όπως λέει και ο Πλούταρχος, πως στις περιπτώσεις αυτές δεν υπάρχει όντως μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτών που πιστεύουν ακράδαντα κάτι και εκείνων που ενοχλούνται πολύ μαζί τους και δυσπιστούν πέρα για πέρα, αλλά δεν εννοούν να εξετάσουν ήρεμα το δυνατόν και το ενδεχόμενο.» Η επίγνωση άλλωστε απέχει πάρα πολύ από τη δυσπιστία.

Stephen Hawking: Η εικόνα του Ανθρώπου για το Σύμπαν

Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων έδινε κάποτε μία διάλεξη για την αστρονομία. Έλεγε ότι η Γη είναι ένας σφαιρικός πλανήτης του ηλιακού συστήματος που κινείται γύρω από το κέντρο του, τον Ήλιο, και ότι ο Ήλιος είναι ένα άστρο που, με την σειρά του, κινείται γύρω από το κέντρο του αστρικού συστήματος, που ονομάζουμε Γαλαξία. Στο τέλος της διάλεξης, η Ντάμα την κοίταξε θυμωμένη με επιτιμητικό ύφος. «Αυτά που λες είναι ανοησίες. Η Γη δεν είναι παρά ένα Μεγάλο Τραπουλόχαρτο.

Είναι λοιπόν επίπεδη σαν όλα τα Τραπουλόχαρτα.» της είπε, και στράφηκε περήφανα προς τα μέλη της συνοδείας της, που έδειχναν φανερά ικανοποιημένα από την εξήγηση της. Η Αλίκη χαμογέλασε υπεροπτικά. «Και σε τι στηρίζεται αυτό το Τραπουλόχαρτο;» ρώτησε με ειρωνεία. Η Ντάμα δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται. «Είσαι έξυπνη, πολύ έξυπνη», απάντησε. «Μάθε λοιπόν μικρή μου πως αυτό το Τραπουλόχαρτο στηρίζεται σε ένα άλλο, και εκείνο το άλλο σε ένα άλλο άλλο και εκείνο το άλλο άλλο σε ένα άλλο άλλο άλλο…». Σταμάτησε λαχανιασμένη. «Το Σύμπαν δεν είναι παρά μια Μεγάλη Τράπουλα», τσίριξε.

Φυσικά, οι περισσότεροι θα έβρισκαν γελοία αυτήν την εικόνα για το Σύμπαν και τη Γη που στηρίζεται σε μία άπειρη σειρά από τραπουλόχαρτα. Θα μπορούσαν όμως να εξηγήσουν το γιατί; Θα μπορούσαν να περιγράψουν τη δική τους εικόνα για το Σύμπαν και να αποδείξουν πως είναι η σωστή; Τι γνωρίζουν οι άνθρωποι για το Σύμπαν και πώς το γνωρίζουν; Από πού προέρχεται το Σύμπαν και πού πηγαίνει; Υπήρξε αρχή του Σύμπαντος και, αν ναι, τι υπήρξε πριν από αυτήν; Θα υπάρξει τέλος του Σύμπαντος και, αν ναι, τι θα υπάρξει μετά από αυτό; Τι γνωρίζουν οι άνθρωποι για το χρόνο; Υπήρξε αρχή του χρόνου; Θα υπάρξει τέλος του χρόνου;

Η σύγχρονη φυσική, με τη βοήθεια και των καταπληκτικών νέων τεχνολογιών, προτείνει απαντήσεις σε αυτά τα αιώνια ερωτήματα. Στο μέλλον αυτές οι απαντήσεις θα μας φαίνονται τόσο ευνόητες όσο μας φαίνεται σήμερα ότι η Γη είναι σφαιρική και κινείται γύρω από τον Ήλιο — ή τόσο ανόητες όσο ότι η Γη είναι επίπεδη και στηρίζεται σε μία άπειρη σειρά από τραπουλόχαρτα. Ευνόητες ή ανόητες; Μόνον ο χρόνος θα δείξει — ό,τι και αν είναι αυτό που ονομάζεται «χρόνος».

Ήδη από το 340 π.Χ., ο Αριστοτέλης, στο βιβλίο του Περί Ουρανού, ήταν σε θέση να υποστηρίξει με δύο επιχειρήματα την πεποίθηση του για μία Γη σφαιρική και όχι επίπεδη. Το πρώτο επιχείρημα βασιζόταν στην κατανόηση του φαινομένου των εκλείψεων της Σελήνης: ο Αριστοτέλης γνώριζε ότι προκαλούνται από την παρεμβολή της Γης ανάμεσα στη Σελήνη και τον Ήλιο. Η σκιά της Γης πάνω στη Σελήνη έχει πάντοτε κυκλικό σχήμα· η παρατήρηση αυτή οδήγησε τον Αριστοτέλη στο συμπέρασμα ότι η Γη είναι σφαιρική. (Αν η Γη ήταν επίπεδη με κυκλικά όρια, τις περισσότερες φορές η σκιά της πάνω στη Σελήνη θα ήταν ελλειψοειδής και όχι κυκλική). Το δεύτερο επιχείρημα βασιζόταν στην παρατήρηση ότι ο Πολικός αστέρας φαίνεται χαμηλότερα στο στερέωμα όταν κάποιος βρίσκεται στις νοτιότερες περιοχές της Γης, και ψηλότερα όταν βρίσκεται στις βορειότερες. Από τη διαφορά των φαινομενικών θέσεων του Πολικού αστέρα στην Αίγυπτο και την Ελλάδα, οι αστρονόμοι της εποχής του Αριστοτέλη κατόρθωσαν να υπολογίσουν το μήκος της περιμέτρου της Γης με αρκετή ακρίβεια για την εποχή τους. Οι Έλληνες είχαν και ένα τρίτο επιχείρημα για το ότι η Γη πρέπει να είναι σφαιρική: για ποιον άλλο λόγο βλέπουμε πρώτα το κατάρτι του πλοίου που προβάλλει στον ορίζοντα, και ύστερα ολόκληρο το σκάφος;

Ο Αριστοτέλης φαντάστηκε πως η Γη είναι ακίνητη στο κέντρο του Σύμπαντος, και ο Ήλιος, η Σελήνη, οι πλανήτες και τα άστρα κινούνται γύρω της σε κυκλικές τροχιές. Υποστήριζε ότι, αφού όλα τα σώματα φαίνεται, καθώς πέφτουν, να έχουν την τάση να φτάσουν σε κάποιο σημείο, το κέντρο της Γης, αυτό πρέπει να είναι και το κέντρο του Σύμπαντος· για τα ουράνια σώματα, που φαίνονται διαφορετικά από τα άλλα γιατί δεν πέφτουν, πίστευε ότι ταιριάζουν οι κυκλικές τροχιές, επειδή είναι οι τελειότερες. Τον δεύτερο μ.Χ. αιώνα ο Πτολεμαίος επεξεργάστηκε αυτήν την εικόνα για το Σύμπαν και δημιούργησε ένα πλήρες αστρονομικό μοντέλο: Η Γη στέκει ακίνητη στο κέντρο και περιβάλλεται από οκτώ μεγάλες σφαίρες που μεταφέρουν τα ουράνια σώματα· πάνω σ’ αυτές κινούνται η Σελήνη, ο Ήλιος και οι πέντε πλανήτες που ήταν τότε γνωστοί (Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δίας, Κρόνος). Οι πλανήτες κινούνται επίσης σε μικρότερους κύκλους συνδεδεμένους με τις αντίστοιχες σφαίρες· έτσι είναι δυνατό να εξηγηθούν οι αρκετά πολύπλοκες τροχιές των πλανητών στον ουρανό. Η εξωτερική σφαίρα μεταφέρει τους ονομαζόμενους απλανείς αστέρες, δηλαδή όλα τα άστρα (πλην των πλανητών) που παραμένουν σταθερά στις ίδιες θέσεις το καθένα σχετικά με τα άλλα, αλλά κινούνται όλα μαζί στον ουρανό γύρω από τον Πολικό αστέρα. Στην κοσμολογία του πτολεμαικού συστήματος ουδέποτε έγινε σαφής αναφορά σε ό,τι βρίσκεται πέρα από την εξωτερική σφαίρα των άστρων. Αυτό το μέρος του Σύμπαντος δεν φαινόταν να ανήκει στη σφαίρα των ανθρώπινων γνώσεων.

Stephen-Hawking, Το χρονικό του Χρόνου

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

11.1. Ιταλία: Αξίζει πάντα το ταξίδι


Αν ταξίδευε κανείς το 1684 στη Φλωρεντία, έπρεπε οπωσδήποτε να επισκεφθεί την Tribuna στην Galleria degli Uffizi, το Στουντιόλο των Μεδίκων, που ήταν ήδη ανοιχτό στο κοινό και συγκέντρωνε τα πιο σημαντικά αρχαία γλυπτά της συλλογής των Μεδίκων: τους Νιοβίδες, τον Σκύθη (από το σύμπλεγμα του Μαρσύα), τον Θνήσκοντα Γαλάτη, τον Φαύνο (Σάτυρο) που παίζει κρουπέζιο από το σύμπλεγμα Πρόσκληση σε χορό, με συμπληρώσεις που αποδίδονται στον Μιχαήλ Άγγελο κ.ά. Μαζί με αυτά ήταν εκτεθειμένα και έργα μεγάλων αναγεννησιακών καλλιτεχνών, του Ραφαήλ, του Τιτσιάνο, αλλά και του Ρούμπενς κ.ά. Ανάμεσα στα αρχαία γλυπτά που είχε αναλάβει αυτή τη χρονιά, το 1684, να αντιγράψει ο γλύπτης Σολντάνι για τις Βερσαλίες ήταν και ο παραπάνω Φαύνος, τον οποίο θεωρούσαν «το ωραιότερο γλυπτό που μπορούσε να βρει κανείς στον κόσμο».

Η Ρώμη όμως εξακολουθεί κατά τον 17ο αιώνα να είναι σημαντικό κέντρο για την τέχνη της Ευρώπης. Το ελληνιστικό γλυπτό σύμπλεγμα, γνωστό ως «ταύρος Farnese» ταιριάζει απόλυτα στα γούστα του μπαρόκ.

Στα τέλη του 16ου αιώνα έρχεται στη Ρώμη ο Ανίμπαλε Καράτσι (1560-1609) όπου σπουδάζει την ελληνορωμαϊκή τέχνη, γοητεύεται από τον Ραφαήλ, την κλασική διατύπωση, τον Μιχαήλ Άγγελο και ζωγραφίζει στο Palazzo Farnese (1596- 1604) τοιχογραφίες με αρχαία θέματα, τον Θρίαμβο του Βάκχου και της Αριάδνης, και ακόμη γυμνές μορφές, Άτλαντες, που μιμούνται μαρμάρινα γλυπτά, με πρότυπο έργα της Αρχαιότητας, όπως τον λυσιππικό Ηρακλή Farnese κ.ά. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό κλασικιστικό σύνολο που θα επηρεάσει ανάκτορα, εκκλησίες και θα γίνει μόδα σε όλη την Ευρώπη τον επόμενο αιώνα. Ο Καράτσι θα ιδρύσει στην Μπολόνια μια σχολή ζωγραφικής, την Accademia degli Incamminati, στην οποία θα σπουδάσουν σημαντικοί συνεχιστές της κλασικιστικής παράδοσης, όπως ο Γκουίντο Ρένι (1575-1642). Ο Ρένι, ο οποίος στην εποχή του θεωρήθηκε ισάξιος του Ραφαήλ, κλασικιστής, εκλεκτικός, δανείζεται στοιχεία από διάφορους δημιουργούς, ακόμη και από τον αντίποδα του Καράτσι, τον Καραβάτζιο (1573-1610), καλλιτέχνη επαναστάτη που στρέφεται στη ρεαλιστική απόδοση χωρίς να δεσμεύεται από αρχαία πρότυπα.

Και τον Καραβάτζιο όμως δεν τον άφησε αδιάφορο η Αρχαιότητα, μια και επέλεξε να αποδώσει θέματά της με τον προσωπικό του νατουραλιστικό τρόπο, όπως στο πολύ γνωστό του έργο τον Έφηβο Βάκχο (περ. 1590), που βρίσκεται σήμερα στην Galleria degli Uffizi. Το ίδιο και ο κατεξοχήν γλύπτης του μπαρόκ, ο Τζιανλορέντσο Μπερνίνι (1598-1667), ο οποίος δημιουργεί μια νέα μόδα στη γλυπτική που ξεφεύγει στη σύνθεση και στην απόδοση της πτυχολογίας από τα κλασικά πρότυπα, χωρίς να αποφεύγει θέματα από την αρχαία μυθολογία, όπως π.χ. το σύμπλεγμα Απόλλων και Δάφνη του 1622-1625.