Κάπου στην Ανατολή, υπάρχει ένας μεγάλος ποταμός, που κατεβαίνει βιαστικά και σαν φίδι ένα ψηλό βουνό. Στις όχθες αυτού του ποταμού, σε ένα μικρό χωριό, κάπου στη μέση της διαδρομής του, έμενε μια φτωχή οικογένεια με τρία παιδιά.
Εργάτης γης ο πατέρας, συντηρούσε την οικογένεια του, χωρίς πολλά προβλήματα με μια απλή ζωή και ζούσαν σχετικά καλά, για τα δεδομένα της περιοχής τους.
Το μικρότερο από τα τρία παιδιά, που ήταν ένα ολιγόλογο αγόρι, κάθε μέρα στον ελεύθερο χρόνο του πριν αρχίσει να πηγαίνει στο σχολείο, αλλά και μετά, συνήθιζε κάποιες ώρες, να κάθεται στις όχθες του ποταμού και να παρατηρεί την ροή των νερών, ορμητικό όπως περνούσε από μπροστά του, γοητευμένο, από την καθαρότητα και την ομορφιά των υδάτων που κατέβαζε ο ποταμός, από το βουνό, μαγεμένο, από το μυστήριο που έκρυβε η ροή αυτή, που μετέφερε μέσα του ζωή, κάτω και πάνω απο τα νερά του.
Ένοιωθε, όλο και περισσότερο, ότι το ποτάμι του ασκούσε μια μεγάλη επιρροή που δεν μπορούσε να κατανοήσει στην αρχή, και γι' αυτό μεγάλωνε η ανάγκη του μέρα με τη μέρα να καταλάβει τα άγνωστα νοήματα που του έδιναν τα καθαρά και κρυστάλλινα νερά του όπως χρυσίζανε στο άγγιγμα του ήλιου.
Έβλεπε αυτά τα νερά, τόσο όμορφα, τόσο γεμάτα γνώση που μικρός όπως ήτανε, δεν μπορούσε να εννοήσει.
Κοιτούσε τις βάρκες που ανέβαιναν και κατέβαιναν τον ποταμό, κατανοώντας, την μεγάλη χρησιμότητά τους, για την ζωή των ανθρώπων της περιοχής, αλλά, λαχταρώντας και την ελευθερία που είχαν να ταξιδεύουν και να πηγαίνουν σε άγνωστα μέρη, με άλλους ανθρώπους, άλλα ενδιαφέροντα πράγματα, που αυτός δεν είχε καν ονειρευτεί....
Όσο μεγάλωνε, άρχιζε, σιγά σιγά, να συνειδητοποιεί, όλο και περισσότερο την μεγάλη αξία του ποταμού και των νερών του, για την ίδια τη ζωή όλου του συστήματος της περιοχής του που φρόντιζε ώστε όλοι τους να είναι ζωντανοί, αφού από αυτό ζούσανε, με το ψάρεμα, ή τη μετακίνηση για όπου θέλανε να πάνε.
Έδινε όμως και ο ίδιος μεγάλη αξία στο υδάτινο στοιχείο, συγκρίνοντας το με ένα παράξενο τρόπο με ό,τι αισθανότανε μέσα του, στην ψυχή του την ίδια....
Όλο και περισσότερο, το ποτάμι έμοιαζε να είναι το οξυγόνο που ήθελε να αναπνεύσει, να ταξιδέψει και να απλωθεί για να γνωρίσει όλα τα μυστήρια και νοήματα της ζωής.
Όλο και μεγαλύτερα πεδία σκέψης συνειδητοποιούσε με τον στοχασμό του καθώς καταλαβαίνε όλο και περισσότερο, την ομοιότητα του ποταμού με το νου, την ψυχή του ανθρώπου και το πόσο ανάγκη υπάρχει στον άνθρωπο, να καθαρίζει εσωτερικά αυτό το ποτάμι που έκρυβε και κρύβει η ψυχή του καθενός.
Αναγνώριζε όλο και περισσότερο, ότι τα νερά μέσα μας, το υγρό τμήμα του εαυτού μας, πρέπει να ρέουν, επίσης καθαρά και συνεχώς, να ανανεώνονται χωρίς να λιμνάζουν και γίνονται βάλτος, ώσπου να καταλήξουν κάποτε στον μεγάλο ωκεανό που ενώνονται οι ψυχές και οι υπάρξεις, σε ένα τεράστιο όλο, όπως ο ωκεανός, που καταλήγουν τα ποτάμια.
Του άρεσε τόσο πολύ αυτό το θέαμα, που μαγευότανε πραγματικά, από τη ζωή όσων ταξιδεύανε με αυτά τα πλοιάρια, ακόμη και τις μικρές βάρκες, όπως κινούνταν πάνω και κάτω στο ποτάμι, με ανθρώπους και εμπορεύματα. Του φαινότανε κάτι θαυμαστό και εντυπωσιακό.
Άρχισε έτσι να έχει μια ζωηρή επιθυμία και λαχτάρα, να ονειρεύεται, ότι όταν μεγάλωνε, θα ήθελε να έχει ένα δικό του πλοίο, που να ανέβαινε και να κατέβαινε το ποτάμι, μεταφέροντας ανθρώπους και αγαθά, ζώα και ό,τι άλλο ήταν για μεταφορά, εξυπηρετώντας τις ανάγκες όλων και να ζει στο ρυθμό του ποταμού, σαν κάτι όμορφο και χρήσιμο για την περιοχή, όπως φαινότανε στα παιδικά του μάτια, ενώ κατανοούσε κιόλας, ότι υπήρχαν βαθύτερα νοήματα που δίνανε ζωή στο σύνολο του κόσμου που ζούσε.
Βέβαια ένοιωθε την ανάγκη μέσα από την παρατήρησή του για ελευθερία του νου και της ψυχής, αυτά τα δυο να μπορούν να συμπληρώνονται και να γίνουν ένα, αιώνια και διάφανα σαν τα νερά του ποταμού.
Όταν ξεκίνησε το σχολείο, έδειχνε ιδιαίτερα επιμελής και του άρεσε πολύ να ζωγραφίζει καράβια και πλοιάρια, ικανά να ταξιδεύουν στο ποτάμι. Δεν παρέλειπε, βέβαια, να πηγαίνει τακτικά τα απογεύματα στις όχθες του ποταμού και να παρατηρεί την ροή των νερών, όπως του άρεσε από παιδί, σαν να καταλάβαινε όλο και περισσότερο την αξία των ρεόντων υδάτων για την ίδια τη ζωή, για όλο το μυστήριο που έκρυβε ο κόσμος, άγνωστος όπως φαινότανε στα παιδικά του μάτια.
Άρχισε έτσι να βλέπει περισσότερα και πιο σημαντικά μηνύματα που του αποκάλυπτε η παρατήρηση στην πλούσια κοίτη του ποταμού, κατανοώντας ότι υπήρχε μια μεγάλη ελευθερία, μια μεγαλύτερη γνώση, που ταξίδευε με τα νερά σε όλο το μήκος του ποταμού, όπου αυτός κατέληγε, αλλά και όπου μπορούσε να πάει το νερό και όποιος ταξίδευε μέσα σε αυτό.
Άρχισε, λοιπόν να νοιώθει έντονη την επιθυμία, να ταξιδέψει κι αυτός πολύ, για να γνωρίσει πιο πολλά πράγματα, να γνωρίσει καλύτερα, τις αλήθειες του νου που καταλάβαινε ότι του αποκάλυπτε το υδάτινο στοιχείο, να συναντήσει ανθρώπους που ξέρανε πιο πολλά και να εννοήσει τα βαθύτερα νοήματα, που τον βοηθούσε να δει το ποτάμι σε μια παράξενη μύηση που συνειδητοποιούσε ότι μετείχε.
Σε λίγα χρόνια, αφού τελείωσε το σχολείο, άρχισε να εργάζεται σε ένα ξυλουργό, μαθαίνοντας την ξυλουργική τέχνη κι εκεί σιγά σιγά ξεκίνησε δειλά, να κάνει σχέδια και να μαθαίνει πώς να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα.
Με τα χρήματα που κέρδιζε, εκτός από το να δίνει στο σπίτι του κάποια από αυτά, για τις ανάγκες της οικογένειάς του, κρατούσε ένα ποσό για τον ίδιο, το οποίο δεν ξόδευε, αλλά, μάζευε, για να μπορέσει να ικανοποιήσει το όνειρό του, να φτιάξει ένα δικό του πλοίο ικανό να ταξιδεύει στον ποταμό, να τον βοηθήσει να ανοίξει τα φτερά του προς άλλα μέρη, άλλες έννοιες που μέσα του θεριεύανε μέρα με τη μέρα.
Τα χρόνια περάσανε και ο νέος πια όντως κατάφερε με τα χρήματα που είχε μαζέψει, να αγοράσει την ξυλεία και ό,τι άλλο χρειαζότανε για να κάνει το δικό του πλοίο, μεγαλύτερο από τις βάρκες που υπήρχαν έως τότε, προσαρμοσμένο, βέβαια, στις ανάγκες κίνησης στο ποτάμι. Καταλάβαινε περισσότερο πια, ότι η γνώση ήταν ένα μεγάλο ποτάμι που έτρεχε σε όλο τον κόσμο και μεγάλωσε μέσα του ο πόθος να την συναντήσει, να μάθει πιο πολλά και να γίνει ένας άνθρωπος πλούσιος σε γνώσεις, όπως ήθελε.
Ήξερε, όμως, πως για να το πετύχει αυτό έπρεπε να έχει ένα μεγάλο καράβι, που να ταξιδεύει μακρυά να μην φοβάται τίποτα...
Να φτάνει παντού και να αντέχει σε όλες τις δυσκολίες, όποιες κι αν ήταν αυτές...
Ένα καράβι αληθινό κι όχι βάρκα, που δεν μπορούσε να δοκιμαστεί σε επικίνδυνα νερά, που δεν τολμούσε να ταξιδέψει μακρυά...
Ξεκίνησε με ζήλο την εργασία του ασχολούμενος πολλές ώρες τη μέρα, μελετώντας το ποτάμι και τη ροή του, κάνοντας σχέδια, για ένα μεγάλο καράβι, λεπτό και ευέλικτο για τον ποταμό, αλλά να μπορεί να ταξιδέψει και πέρα από αυτόν... Με πολλή δουλειά, σε μερικούς μήνες, κατάφερε να φτιάξει το πλοίο που ήθελε, αυτό που ικανοποιούσε τα όνειρα του.
Το έφτιαξε μακρύ και ικανό να μεταφέρει εμπορεύματα, ανθρώπους αλλά και ζώα, σύμφωνα με τις ανάγκες της περιοχής που ζούσε, αλλά και το πιο μεγάλο που είχε ποτέ ταξιδέψει στον ποταμό τους. Βέβαια, ήξερε ότι το ποτάμι ήτανε ήρεμο, χωρίς απότομες στροφές, δίνες ή επικίνδυνα σημεία στην περιοχή του και βοηθούσε αυτό στην μετακίνηση μέσω αυτού, αλλά, ο ίδιος, δεν αρκούνταν σ' αυτό, ήθελε να είναι ένα καράβι γερό που να αντέχει...
Οι κάτοικοι του χωριού παραξενεύονταν με το ζήλο που έδειχνε, όσο και με το μέγεθος του πλοίου που έφτιαχνε, μη γνωρίζοντας τις σκέψεις του νεαρού... Απλοικοί όπως ήτανε, δεν μπορούσανε να κατανοήσουν τι έκανε και με περιέργεια περιμένανε να δούνε το αποτέλεσμα.
Κάποια στιγμή, όταν ήταν έτοιμο το πλοίο του, μεγάλο με τρία κατάρτια και γερό, θαυμάσανε όλοι στο μικρό χωριό τις διαστάσεις του!!!
Τότε κι αυτός βρήκε το θάρρος και ανακοίνωσε στους δικούς του, τι ήθελε να κάνει και φυσικά, αυτοί χάρηκαν με το πρωτοπόρο για την περιοχή τους σχέδιό του, αν και φοβηθήκανε, ότι έτσι μπορεί να χάνανε τον γιό τους, αν αυτός ταξίδευε μακρυά και δεν ερχότανε κάθε βράδυ πίσω..
Κατάλαβαν, πόσο χρήσιμος θα ήταν για όλους και πόσο περήφανοι θα ήταν αυτοί γι' αυτόν που μπόρεσε να ξεφύγει απο την περιορισμένη περιοχή τους, χρησιμεύοντας σε περισσότερους ανθρώπους που ζούσαν σε όλο το μήκος του ποταμού.
Καθελκύοντας το πλοίο του στον ποταμό, όταν το είδαν οι κάτοικοι του χωριού, εντυπωσιαστήκανε από το νέο αυτό μεταφορικό μέσο και έλεγαν μεταξύ τους, ότι αυτό θα βοηθούσε πιο πολύ στις ανάγκες τους για να φέρουν ότι χρειάζονταν αλλά και να πηγαίνουν όπου θέλανε, καθώς οι δρόμοι ήταν περιορισμένοι μικροί και απότομοι, όσο και δύσκολοι, για την μετακίνηση τους. Κι αυτό θα βοηθούσε, στο να αναπτυχθεί η περιοχή τους και να υπάρξει μια καλύτερη ζωή για τους ανθρώπους που μένανε εκεί.
Άρχισαν έτσι, να ζούνε από μόνοι τους πιο αισιόδοξα με μεγαλύτερο κέφι και ζωντάνια.
Φυσικά, ο ήρωας του παραμυθιού, είχε πλέον αρκετή δουλειά, ταξίδευε συνέχεια και με τους καλούς του τρόπους, έγινε αγαπητός σε όλους, γνώρισε πολλούς κατοίκους άλλων περιοχών, έμαθε να επικοινωνεί μαζί τους και απόκτησε τέτοια εμπειρία και ικανότητα που όλοι τον προτιμούσανε για τις μεταφορές τους.
Αυτό πάλι τον ώθησε να προχωρήσει παραπέρα και να αναζητήσει νέα λιμανάκια, μακρύτερα από την περιοχή τους, σε όλο το μήκος του ποταμού, να δώσει ζωή και σε άλλες περιοχές, όπου πρώτα δεν πήγαινε κανείς και να παίρνει περισσότερους επιβάτες, να τους γνωρίζει, να ανταλλάσσει κουβέντες και γνώσεις μαζί τους, μεγαλώνοντας την περιοχή που ταξίδευε το πλοίο του, καλύπτοντας περισσότερες περιοχές και ανάγκες.
Μ' αυτό τον τρόπο, ένοιωθε το νού του να απλώνεται σε μεγαλύτερες έννοιες, για το όλον που υπήρχε στον κόσμο, να αντιλαμβάνεται υψηλότερες κορυφές, για την διάνοια του κι άρχισε σιγά σιγά, να γίνεται ένας μικρός φιλόσοφος, αξιοποιώντας τις γνώσεις, τις σκέψεις, αλλά και ό,τι μάθαινε από τους επιβάτες που μετέφερε με το πλοίο του.
Πολλοί από αυτούς ήταν μορφωμένοι, από τη ζωή, αλλά και από σχολεία που υπήρχανε πέρα από το βουνό τους και χαιρότανε πολύ τις συζητήσεις μαζί τους, καθώς του μαθαίνανε πράγματα που ο ίδιος, δεν είχε καν σκεφτεί, αλλά, έμοιαζε να περιμένει το μυαλό του και να τρέφεται με αυτά.
Ήταν δε, προσιτός και φιλικός με όλους.
Χάρη στον οραματισμό του, αφού πλέον, έφερνε πράγματα από κει που πρώτα κανείς δεν μπορούσε να τους φέρει, η περιοχή αναπτύχθηκε περισσότερο, οι κάτοικοι ευημερούσαν και το χαμόγελο άνθιζε σε περισσότερους ανθρώπους, γιατί όλα ακμάζανε και ζούσανε καλύτερα όλοι τους που μοχθούσαν παλαιότερα μόνο και μόνο για να επιβιώσουν, από τα προϊόντα και τα αγαθά που καλλιεργούσαν και έφτιαχναν.
Κι ο ίδιος όμως προχώρησε περισσότερο τα όνειρα του για το μέλλον της κίνησης στον ποταμό, αλλά και τα δικά του σχέδια για ένα μεγαλύτερο προορισμό και χώρο που θα πήγαινε, μεγαλύτερα πεδία του νου και της όρασης...
Έφτασε έτσι, ψηλά, στην αρχή του ποταμού και λίγο αργότερα, κατάφερε να φτάσει και στο τέλος του, εκεί που χυνότανε στη θάλασσα.
Δεν έβλεπε το ποτάμι μόνο σαν δρόμο μεταφοράς, όμως...
Σεβότανε το υγρό στοιχείο που έρρεε ασταμάτητα, ποτίζοντας όλη τη φύση, στο βουνό. Στα μάτια του έμοιαζε, σαν την αιτία μεγάλων νοημάτων, που περίμενε να αποκωδικοποιήσει και να κατανοήσει, καθώς ήξερε, ότι η πολυτιμότητα του δεν ήταν μόνο υλική, αλλά και πνευματική. Δρόσιζε όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή το νερό...
Καταλάβαινε και ήθελε να μάθει περισσότερα, για την ίδια τη ζωή, μιας και οι γνώσεις του, είχαν σταματήσει στο σχολείο όπου πήγε. Άλλος δάσκαλος να του μάθει περισσότερα δεν υπήρχε εκεί.
Έκανε λοιπόν το ποτάμι δάσκαλό του και μάθαινε, κάθε μέρα από αυτό και όσα έβλεπε και συνέβαιναν σ' αυτό.
Μπόρεσε έτσι, να γνωρίσει τα άστρα του ουρανού και τη θέση τους, στη νύχτα, να μάθει για θάλασσες για άλλα μέρη και μαγικές ιστορίες, για ανθρώπους, μέρη και προορισμούς που δεν φανταζότανε καν.
Και κάποια μέρα, ήταν έτοιμος, να ανοιχτεί στον ωκεανό, εκεί που χύνονταν τα νερά του ποταμού και να συναντήσει ότι είχε ονειρευτεί...
Κατάλαβε, κάποια νύχτα, όπως καθότανε μόνος, πάνω στο καράβι του κι ατένιζε τον ουρανό, ότι ο δρόμος της ζωής, και μέσα της η ψυχή του ανθρώπου, έχει πολλά παρακλάδια, όπως το ποτάμι κι ο ίδιος έχει μεγαλύτερα ερωτηματικά που έπρεπε να ερευνηθούν και ότι μόνο φεύγοντας από το ποτάμι αυτό θα μπορούσε να δώσει τις απαντήσεις που ζητούσε, που έπρεπε να απαντηθούν.
Αισθάνθηκε έτσι, ότι μέσα του έρρεε το ποτάμι και ήθελε κι αυτός όπως ο ποταμός να χυθεί σε κάποιο ωκεανό... Κι αυτό το ταξίδι τίποτε πια δεν τον κρατούσε από το να το κάνει!
Ένα ταξίδι χωρίς φόβο στην μεγάλη θάλασσα της γης, στην μεγάλη απεραντοσύνη της ψυχής, όταν έχεις ένα καλό καράβι που να αντέχει τις δυσκολίες και να το ξέρεις καλά, να το κουμαντάρεις...
Μια μέρα, λοιπόν, ετοιμάστηκε καλά για να φύγει χωρίς επιστροφή σε ένα δρόμο υδάτινο, όπου, θα του έδινε την λύτρωση για τα ερωτηματικά που είχε ακόμη αναπάντητα για την γνώση του όλου που αποζητούσε για μέρη όπου δεν υπήρχε φυλακή του νου και των ματιών, αλλά ελπίδα και ζωή.
Ανέβηκε, λοιπόν, στο καράβι του κι αφού χαιρέτησε ό,τι και όποιους ήξερε, ξεκίνησε το ταξίδι που θα τον απελευθέρωνε από την περιορισμένη γνώση, από τον περιορισμένο τόπο. Και δεν φοβότανε καθόλου πια γιατί ήξερε ότι αυτό ήταν το δικό του ταξίδι στους ορίζοντες του ωκεανού και της ψυχής του, στο αιώνιο ποτάμι της ζωής.
Αυτό το ταξίδι που πολλοί δεν κάνανε και λυπηθήκανε πολύ... που αναβάλλανε.
Κι όμως, σκέφτηκε, ποτέ δεν είναι αργά για όλους!
Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2022
Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ο θρησκευτικός αναβρασμός δεν συνέβαλε μόνο στη γέννηση του Δικαίου[1]. Προετοίμασε επίσης μια προσπάθεια ηθικού προβληματισμού και προσανατόλισε την πολιτική σκέψη. Ο φόβος του άγους, για το οποίο είπαμε τι ρόλο έπαιξε στη γένεση της νομοθεσίας για την ανθρωποκτονία, βρήκε την πιο έντονη έκφρασή του στη μυστηριακή διακαή επιθυμία για μια ζωή απαλλαγμένη από κάθε αιματοχυσία. Κατά τον ίδιο τρόπο, στο ιδανικό της αυστηρότητας που εκδηλώνεται στους κόλπους της ομάδας ως αντίδραση κατά της ανάπτυξης του εμπορίου, της επίδειξης της πολυτέλειας και της βάναυσης αυθάδειας των πλουσίων, αντιστοιχεί, σε ακραία μορφή, ο ασκητισμός που εκθειάζεται από ορισμένες θρησκευτικές ομάδες. Οι κύκλοι των ομοδοξιών κατάφεραν έτσι να συμβάλουν στη διάπλαση μιας νέας εικόνας της αρετής. Η αριστοκρατική αρετή ήταν μια φυσική ιδιότητα συνδεδεμένη με τη λαμπρότητα της γέννησης, η οποία εκδηλωνόταν με την αξία στη μάχη και τη χλιδή του τρόπου ζωής. Στους κόλπους των θρησκευτικών ομάδων η αρετή όχι μόνο έχει αποβάλει την παραδοσιακή πολεμική όψη της, αλλά χαρακτηρίζεται και από την αντίθεσή της προς όλα εκείνα που αντιπροσωπεύει, ως συμπεριφορά και μορφή ευαισθησίας, το ιδανικό της αβροσύνης: η αρετή είναι ο καρπός μακράς και επίπονης άσκησης, σκληρής και αυστηρής πειθαρχίας, της μελέτης· θέτει σε ενέργεια την επιμέλεια, έναν άγρυπνο αυτοέλεγχο, μίαν αδιάλειπτη προσοχή για την αποφυγή των πειρασμών της απόλαυσης, της ηδονής, της μαλθακότητας και της φιληδονίας, της μαλακίας και της τρυφής, και προτιμά στη θέση τους μια ζωή εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στον πόνο, στην επίπονη προσπάθεια.
Τις ίδιες ηθικά αδιάλλακτες τάσεις που διακρίνουμε κατά κάποιον τρόπο μεγεθυμένες στους κύκλους των ομοδοξιών, όπου προσδιορίζουν μίαν ασκητική πειθαρχία που επιτρέπει στους μύστες να αποφύγουν τις αδικίες αυτού του κόσμου, να βγουν από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων και να επιστρέψουν στη θεία κατάσταση, τις ξανασυναντούμε στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής να τροποποιούν τη συμπεριφορά, τις αξίες και τους θεσμούς, αυτή τη φορά έξω από κάθε ενδιαφέρον εσχατολογικού χαρακτήρα. Η μεγαλοπρέπεια, η μαλθακότητα, η ηδονή απορρίπτονται. Η πολυτέλεια της ενδυμασίας, της κατοικίας, των γευμάτων καταργείται, ο πλούτος αποκηρύσσεται, και με πόση δριμύτητα! Όμως, η καταδίκη του έχει στόχο τις κοινωνικές του συνέπειες, τα κακά που προξενεί στην ομάδα, τις διαιρέσεις και τα μίση που επισύρει στους κόλπους της πόλης, το ότι, ως φυσικός νόμος, την φέρνει σε κατάσταση στάσης. Ο πλούτος αντικατέστησε όλες τις αριστοκρατικές αξίες: γάμο, τιμές, προνόμια, φήμη, εξουσία. Όλα αυτά μπορεί να τα εξασφαλίσει. Στο εξής, είναι το χρήμα που μετράει, το χρήμα που κάνει τον άνθρωπο. Πλήν όμως, σε αντίθεση με όλες τις άλλες «δυνάμεις», ο πλούτος δεν επιδέχεται κανένα όριο: δεν υπάρχει τίποτα σ’ αυτόν που να μπορεί να σημειώσει το τέρμα του, να τον περιορίσει, να τον ολοκληρώσει. Η ουσία του πλούτου είναι η έλλειψη μέτρου, είναι ακριβώς η μορφή που παίρνει στον κόσμο η ύβρις. Ιδού το θέμα που επανέρχεται κατά τρόπο φορτικό στην ηθική σκέψη του 6ου αιώνα. Οι εκφράσεις του Σάλωνα, που έγιναν παροιμίες («Δεν υπάρχει τέρμα στον πλούτο. Ο κόρος γεννά την ύβριν»), απηχούν τα λόγια του Θέογνη: « Όσοι έχουν σήμερα τα πιο πολλά επιθυμούν τα διπλάσια. Ο πλούτος, τα χρήματα, γίνονται στον άνθρωπο τρέλα, αφροσύνη». Όποιος κατέχει θέλει ακόμη περισσότερα. Ο πλούτος καταλήγει να μην έχει άλλο αντικείμενο από τον ίδιο τον εαυτό του. Προορισμένος να ικανοποιεί τις ανάγκες της ζωής, απλό μέσο επιβίωσης, γίνεται ο ίδιος ο σκοπός της, επιβάλλεται ως ανάγκη καθολική, ανικανοποίητη, απεριόριστη, που τίποτα δεν θα μπορέσει ποτέ να την κορέσει. Στη ρίζα του πλούτου ανακαλύπτουμε λοιπόν μια φαύλη φύση, μια επιθυμία παραστρατημένη και κακή, την πλεονεξία: επιθυμία να έχω περισσότερο από τους άλλους, περισσότερο από το μερτικό μου, να τα έχω όλα. Ο πλούτος στα μάτια των Ελλήνων χωρίς άλλο εμπεριέχει συμφορά, όχι όμως οικονομικής φύσης. Είναι η έμφυτη αναγκαιότητα για ένα χαρακτήρα, για ένα ήθος, η λογική ενός είδους συμπεριφοράς. Κόρος, ύβρις, πλεονεξία είναι οι μορφές του παραλόγου που προσλαμβάνει, στην εποχή του Σιδήρου, η αριστοκρατική υπεροψία, αυτό το πνεύμα της Έριδος, που αντί για ευγενή άμιλλα γεννά, και δεν μπορεί πλέον παρά να γεννά, αδικία, καταπίεση, δυσνομία.
Σε αντιδιαστολή με την ύβριν του πλουσίου διαγράφεται το ιδανικό της σωφροσύνης. Συνίσταται δε αυτό σε εγκράτεια, σε αναλογία, στο σωστό μέτρο, στη σωστή μέση οδό. «Μηδέν άγαν», αυτός είναι ο κανόνας της νέας σοφίας. Η υπερτίμηση αυτή του λελογισμένου, του μεσολαβητή προσδίδει στην ελληνική αρετή σχεδόν μίαν «αστική» όψη: η μεσαία τάξη είναι εκείνη που 8α μπορέσει να διαδραματίσει στο πλαίσιο της πόλης το μετριοπαθή ρόλο, αποκαθιστώντας ένα είδος ισορροπίας μεταξύ των άκρων των δύο πλευρών: της μειοψηφίας των πλουσίων, που θέλουν να τα κρατήσουν όλα, και του πλήθους της φτωχολογιάς, που θέλουν ν’ αποκτήσουν τα πάντα. Αυτοί που καλούνται οι μέσοι δεν είναι μόνο τα μέλη μιας ιδιαίτερης κοινωνικής κατηγορίας, σε ίση απόσταση από την ένδεια και τον πλούτο: αντιπροσωπεύουν ένα τύπο ανθρώπου, ενσαρκώνουν τις νέες πολιτικές (civiques) αξίες, όπως οι πλούσιοι αντιπροσωπεύουν την τρέλα της ύβρεως. Σε θέση ενδιάμεση μέσα στην ομάδα, οι μέσοι έχουν ως ρόλο να καθιερώσουν μιαν αναλογία, ν’ αποτελέσουν ένα συνδετικό κρίκο μεταξύ των δύο μερίδων που διαμελίζουν την πόλη, γιατί καθεμιά διεκδικεί για τον εαυτό της το σύνολο της αρχής. Άνθρωπος ο ίδιος του «κέντρου», ο Σόλων ενεργεί ως διαιτητής, μεσολαβητής, συμφιλιωτής. Θα κάνει την Πόλη, από λεία στα νύχια μιας δυσνομίας, έναν αρμονικό κόσμο, αν καταφέρει να προσδιορίσει επακριβώς το ποσοστό αρχής που αναλογεί στις αντίστοιχες αξίες των διαφόρων στοιχείων που συνθέτουν την πόλη. Αυτή όμως η εξισορροπημένη κατανομή, αυτή η ευνομία, επιβάλλει όρια στη φιλοδοξία εκείνων που εμπνέονται από πνεύμα αμετρίας, χαράζει μπροστά τους σύνορα που δεν έχουν το δικαίωμα να διαβούν. Ο Σόλων ορθώνεται στο κέντρο του Κράτους ως ακλόνητο ορόσημο, ως όρος που προσδιορίζει ανάμεσα σε δύο αντίπαλες ορδές το όριο που δεν πρέπει να υπερβούν. Στη σωφροσύνη, αρετή της μεσότητας, ανταποκρίνεται η εικόνα μιας πολιτικής τάξης που επιβάλλει ισορροπία σε αντίθετες δυνάμεις, που συνάπτει συμφωνία μεταξύ αντιπάλων στοιχείων. Όμως, όπως στη δίκη, υπό τη νέα της μορφή, η διαιτησία προϋποθέτει δικαστή, ο οποίος, για να εφαρμόσει την απόφασή του ή όταν είναι ανάγκη να την επιβάλει, προσφεύγει σ’ έναν νόμο που είναι υπεράνω των αντιτιθεμένων μερών, σε μια δίκη που πρέπει να είναι ίση και όμοια για όλους. «Συνέταξα», θα πει ο Σόλων, «νόμους ίσους για τον κακό και τον αγαθό, καθορίζοντας για τον καθένα μια δικαιοσύνη ορθή». Για να διασφαλίσει την ισχύ αυτού του κοινού για όλους νόμου, αρνείται, ακριβώς, ο Σόλων την τυραννία που ήταν στο χέρι του να αναλάβει. Πώς όμως να πάρει στα χέρια του, χέρια ενός μόνο ανθρώπου, αυτή την αρχή που πρέπει να παραμένει ἐν μέσῳ; Αυτό που επιτέλεσε ο Σόλων, το έκανε στο όνομα της κοινότητας, με την ισχύ του νόμου, κράτει νόμου, συνδυάζοντας τον καταναγκασμό με τη δικαιοσύνη, βίαν και δίκην. Κράτος και Βία, οι δύο παλαιοί ακόλουθοι του Δία, που δεν έπρεπε ούτε στιγμή να απομακρυνθούν από το θρόνο του, αφού ενσαρκώνουν όλα όσα η εξουσία του Κυριάρχου φέρει σε απόλυτο, ακαταμάχητο και ανορθολογικό χαρακτήρα, περνούν στην υπηρεσία του Νόμου. Νάτοι τώρα υπηρέτες του Νόμου, ενθρονισμένου στο εξής στη θέση του βασιλιά, στο κέντρο της πόλης. Ο Νόμος αυτός διατηρεί από τη σχέση του με τη Δίκη, κάτι σαν θρησκευτική απήχηση, όμως εκφράζεται επίσης και κυρίως σε μια θετική προσπάθεια νομοθεσίας, σε μιαν ορθολογική απόπειρα τερματισμού μιας διαμάχης, εξισορρόπησης ανταγωνιστικών κοινωνικών δυνάμεων, συναρμογής αντικρουομένων ανθρωπίνων συμπεριφορών. Μαρτυρία γι’ αυτόν τον πολιτικό «ορθολογισμό» θα βρούμε στο απόσπασμα 4 του Σάλωνα[2].
Πόσο μακριά είμαστε από την ησιόδεια εικόνα του Καλού Βασιλιά, του οποίου μόνο η θρησκευτική αρετή μπορεί ν’ απαλύνει τις προστριβές, να κάνει ν’ ανθίσουν, μαζί με την ειρήνη, όλες οι ευλογίες της γης: η δικαιοσύνη εμφανίζεται σαν μια ολότελα φυσική αυτορρυθμιζόμενη τάξη. Η κακία των ανθρώπων, το πνεύμα της ύβρεως και η ακατάσχετη 6iya για πλούτη, αυτά είναι που δημιουργούν φυσικά την αταξία, σύμφωνα με μια διαδικασία της οποίας όλες τις φάσεις μπορεί κανείς να διακρίνει εκ των προτέρων: η αδικία οδηγεί στην υποδούλωση του λαού, η οποία προκαλεί με τη σειρά της τη στάση. Το σωστό μέτρο λοιπόν, για να αποκαταστήσει την τάξη και την ησυχία, πρέπει να συνθλίβει την αλαζονεία των πλουσίων και ταυτόχρονα να τερματίσει την υποδούλωση του δήμου, χωρίς ωστόσο να παραδοθεί στην υπονόμευση. Ένα τέτοιο δίδαγμα θέτει ο Σόλων μπροστά στα μάτια όλων των πολιτών. Το μάθημα ίσως προς στιγμήν να παραγνωριστεί ή ν’ απορριφθεί, αλλά ο Σοφός έχει εμπιστοσύνη στο χρόνο: αφού η αλήθεια έχει καταστεί δημόσια ή, όπως το λέγει ο ίδιος, έχει κατατεθεί έν τω μέσω, θα έρθει η μέρα που οι Αθηναίοι θα την αναγνωρίσουν.
Με τον Σάλωνα, η Δίκη και η Σωφροσύνη, έχοντας κατέβει από τον ουρανό στη γη, εγκαθίστανται στην αγορά. Πράγμα που σημαίνει ότι στο εξής πρέπει αυτές να «λογοδοτούν». Οι Έλληνες θα συνεχίσουν ασφαλώς να τις επικαλούνται — δεν θα πάψουν όμως να τις θέτουν υπό συζήτηση.
Μέσα από αυτή την τόσο έντονη εκκοσμίκευση της ηθικής σκέψης έγινε εφικτό να ανανεωθεί και να συγκεκριμενοποιηθεί η εικόνα μιας αρετής όπως η σωφροσύνη. Στον Όμηρο η σωφροσύνη έχει μια πολύ γενική αξία· είναι ο κοινός νους: οι θεοί την αποδίδουν σ’ όποιον την έχει χάσει, όπως μπορούν να την κάνουν να χαθεί ακόμα και από τα πιο διαυγή πνεύματα[3]. Προτού όμως η έννοια αυτή επανερμηνευθεί από τους Σοφούς σ’ ένα πολιτικό περίγραμμα, φαίνεται ότι είχε ήδη γίνει αντικείμενο επεξεργασίας στους κόλπους ορισμένων θρησκευτικών κύκλων. Σημειώνει αυτή εκεί την επιστροφή, μετά από μια περίοδο ταραχών και δαιμονισμού, σε μια κατάσταση ηρεμίας, ισορροπίας και ελέγχου. Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν είναι της κατηγορίας εκείνων που έχουμε ήδη επισημάνει: μουσική, τραγούδια, χοροί, καθαρτήριες ιεροτελεστίες. Κάποτε συνέβαινε να χρησιμοποιούνται μέσα πιο άμεσα για να προκαλέσουν συγκλονιστικές εντυπώσεις. Ο Παυσανίας είδε στο ιερό του Ηρακλή στις Θήβες μια πέτρα, που εθεωρείτο ότι την είχε εκσφενδονίσει η Αθηνά στο κεφάλι του οργισμένου ήρωα, όταν, παραλογισμένος από τη μανία κι αφού είχε κατασφάξει τα παιδιά του, ετοιμαζόταν να σκοτώσει τον Αμφιτρύωνα[4]. Αυτή η πέτρα, η οποία τον είχε αποκοιμίσει και ηρεμήσει, ονομαζόταν σωφρονιστήρ. Η θεραπεία του Ορέστη πραγματοποιήθηκε μέσα σε κάπως διαφορετικές συνθήκες. Σε κατάσταση πλήρους παραληρήματος, μετά το φόνο της μητέρας του, ο δύστυχος φτάνει σ’ έναν τόπο ονομαζόμενο Μανίαι. Σταματά εκεί και ακρωτηριάζει ο ίδιος ένα του δάκτυλο (στην εποχή του Παυσανία το δάκτυλο παριστανόταν ακόμα από μια πέτρα τοποθετημένη πάνω σ’ έναν τύμβο που εκαλείτο μνήμα Δακτύλου) .Σ’ αυτό το μέρος, που βαφτίστηκε Ακή (γιατρειά), ο Ορέστης ξαναβρίσκει τη σωφροσύνη. Ο Παυσανίας προσθέτει την ακόλουθη διευκρίνηση: οι Μανίες, που κατείχαν τον Ορέστη, όσο τον κρατούσαν στην κατάσταση του έκφρονος, του φαίνονταν μαύρες. Αμέσως μόλις έκοψε το δάκτυλό του και ξανάγινε σώφρων, του παρουσιάστηκαν λευκές[5].
Το ίδιο αυτό παιγνίδι της αντιδιαστολής άγους-κάθαρσης, δαιμονισμού-ίασης, παραφροσύνης-υγείας εκδηλώνεται ώς και στο σκηνικό όπου δρα ο μάγος Μελάμπους, όταν καταπραΰνει, με μυστικές ιεροτελεστίες και καθαρμούς, το παραλήρημα των θυγατέρων του Προίτου, που είναι χωμένες σε μια σπηλιά: από τη μια πλευρά κυλούν τα νερά της Στυγός, ποταμού του άγους που φέρνει σε κάδε ζωντανό πλάσμα την αρρώστια και το θάνατο- από την άλλη η πηγή Άλυσσος, τα ευεργετικά νερά της οποίας θεραπεύουν τους μανιασμένους και όλους εκείνους που κατέχει η φρενίτιδα της Λύσσας[6]. Με το να ορίζεται όμως έτσι, σε αντίθεση προς μια τρέλα που είναι ταυτόχρονα είδος άγους, η ισορροπία της σωφροσύνης θα έπαιρνε μέσα στο θρησκευτικό κλίμα των ομοδοξιών μιαν ασκητική απόχρωση. Ως αρετή αναστολής και αποχής, η σωφροσύνη συνίσταται στην απομάκρυνση από το κακό, στην αποφυγή κάθε άγους: όχι μόνο να καταπνίξουμε τις εγκληματικές παρορμήσεις, που ένας κακός δαίμονας μπορεί να ανακινήσει μέσα μας, αλλά και να διατηρηθούμε καθαροί από κάθε σαρκική επαφή, να καταστείλουμε τις παρορμήσεις του έρωτα και όλες τις ορέξεις που συνδέονται με τη σάρκα, και ν’ αποκτήσουμε μέσα από τις δοκιμασίες που προβλέπει η μυητική «οδός της ζωής» την ικανότητα της αυτοκυριαρχίας και του θριάμβου πάνω στον εαυτό μας. Η αυτοκυριαρχία, στην οποία συνίσταται η σωφροσύνη, φαίνεται να ενέχει, αν όχι ένα δυϊσμό, τουλάχιστον μιαν ορισμένη ένταση στο εσωτερικό του ανθρώπου ανάμεσα σε δύο αντιτιθέμενα στοιχεία: εκείνο που ανήκει στη σφαίρα του θυμού, τη στοργή, τις συγκινήσεις, τα πάθη (ευνοούμενα θέματα της λυρικής ποίησης), και εκείνο που συνάπτεται με μια λελογισμένη φρόνηση, μ’ έναν θεμελιωμένο λογισμό (θέματα που εγκωμιάζουν οι Γνωστικοί). Οι δυνάμεις αυτές της ψυχής δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Ο θυμός προορίζεται από τη φύση του να υπακούει, να υποτάσσεται. Η θεραπεία της τρέλας, όπως επίσης και η πρόληψή της, βάζει σε ενέργεια τα μέσα που επιτρέπουν να «πείσουμε» το θυμό, να τον καταστήσουμε πειθαρχικό, πειθήνιο στις διαταγές, για να μην αποπειραθεί ποτέ να επαναστατήσει, να διεκδικήσει την υπεροχή, κάτι που θα παρέδιδε την 9υχή στην αταξία. Οι τεχνικές αυτές συνιστούν μια παιδεία που δεν ισχύει μόνο στο επίπεδο των ατόμων. Η παιδεία αυτή φέρνει στα άτομα υγεία, ισορροπία. Καθιστά την ψυχή τους «εγκρατή», κρατά υποταγμένο το μέρος που είναι φτιαγμένο για να υπακούει, παράλληλα όμως αποκτά τη σημασία κοινωνικής αρετής, το χαρακτήρα πολιτικής λειτουργίας: τα κακά από τα οποία πάσχει η κοινότητα είναι ακριβώς η ακράτεια των πλουσίων, το ανατρεπτικό πνεύμα των «φθονερών». Επιτυγχάνοντας την εξαφάνιση του ενός και του άλλου, η σωφροσύνη κάνει πραγματικότητα μιαν αρμονική και μονοιασμένη πόλη, όπου οι πλούσιοι, πολύ μακριά από το να επιθυμούν τα πάντα, δίνουν στους φτωχούς το πλεόνασμά τους — όπου η μάζα, πολύ μακριά από το να επαναστατεί, δέχεται να υποταχθεί σ’ εκείνους που, καθώς είναι καλύτεροι, δικαιούνται να κατέχουν περισσότερα. Αυτοί οι πολιτικού χαρακτήρα προβληματισμοί θα μπορούσε να μην είναι ξένοι στο πνεύμα ορισμένων ομοδοξιών: στο ιερό της Δήμητρας στην Πέργαμο, όπου η τελούμενη από μια θρησκευτική αδελφότητα λατρεία περιελάμβανε το άσμα των ορφικών ύμνων (όπως θα το έκαναν στην Αθήνα οι Λυκομίδες), βρίσκουμε δίπλα στους Ολύμπιους και στις θεότητες της Ελευσίνας μια σειρά από ορφικούς θεούς, που ενσαρκώνουν αφηρημένες ιδέες. Μεταξύ αυτών και δυο ζεύγη: την Αρετή και τη Σωφροσύνη, την Πίστη και την 'Ομόνοια[7]. Το ζευγάρωμα αυτό αξίζει να υπογραμμιστεί. Στον Θέογνη, η Πίστη είναι επίσης συνδεδεμένη με τη Σωφροσύνη[8]. Πρόκειται, όπως η ομόνοια, της οποίας αποτελεί την υποκειμενική όψη, για έννοια κοινωνική και πολιτική: η εμπιστοσύνη που οι πολίτες αισθάνονται οι μεν για τους δε είναι η εσωτερική έκφραση, η ψυχoλoγική πλευρά της κοινωνικής ομόνοιας. Μέσω της δύναμης αυτής της Πίστης, τόσο στην ψυχή όσο και στην πόλη, τα κατώτερα στοιχεία αφήνονται να πεισθούν να υπακούουν σ’ εκείνους που έχουν ως έργο να διευθύνουν, και δέχονται να υποτάσσονται σε μια τάξη που τα κρατά στην κατάσταση της υποδεέστερης λειτουργίας τους.
Γενικώς, όμως, η σωφροσύνη θ’ αποκτήσει σαφή ηθική και πολιτική σημασία έξω από τις ορθοδοξίες. Πολύ σύντομα πραγματοποιείται ένα σχίσμα ανάμεσα σε δύο ρεύματα σκέψης, με αρκετά διαφορετικό προσανατολισμό. Το ένα ασχολείται με την ατομική λύτρωση, το άλλο ενδιαφέρεται για τη λύτρωση της πόλης. Από τη μια μεριά θρησκευτικές ομαδοποιήσεις, στο περιθώριο της κοινότητας, που κλείνονται στον εαυτό τους στην αναζήτηση της αγνότητας· από την άλλη, κύκλοι που συμμετέχουν άμεσα και ενεργά στη δημόσια ζωή, αντιμέτωποι με τα προβλήματα που δημιουργεί η διαίρεση του Κράτους, και οι οποίοι χρησιμοποιούν παραδοσιακές έννοιες, όπως εκείνη της σωφροσύνης, για να προσδώσουν σ’ αυτές, μ’ ένα νέο πολιτικό περιεχόμενο, μια μορφή όχι πλέον θρησκευτική αλλά θετική.
Σ’ ένα θεσμό όπως η σπαρτιατική αγωγή, η σωφροσύνη παρουσιάζει ήδη έναν ουσιαστικά κοινωνικό χαρακτήρα. Είναι μια συμπεριφορά υποχρεωτική, που υπόκειται σε κανόνες και χαρακτηρίζεται από την «αυτοσυγκράτηση», την οποία ο νέος άνθρωπος οφείλει να επιδεικνύει σε κάδε περίσταση: στον τρόπο που βαδίζει, στο βλέμμα του, στα λόγια του, αυτοσυγκράτηση απέναντι στις γυναίκες και στους μεγαλυτέρους, στην αγορά, εν σχέσει με τις απολαύσεις και το ποτό. Ο Ξενοφών επικαλείται αυτή την επιβλητική αυτοσυγκράτηση όταν συγκρίνει το νεαρό Λακεδαιμόνιο κούρο, που βαδίζει σιωπηλός και με τα μάτια χαμηλωμένα, με άγαλμα παρθένας. Η αξιοπρέπεια της συμπεριφοράς έχει θεσμική σημασία, εξωτερικεύει μίαν ηθική και ψυχολογική στάση, που επιβάλλονται σαν να επρόκειτο για καθήκοντα: ο μελλοντικός πολίτης πρέπει να μάθει να ελέγχει τα πάθη του, τα αισθήματά του και τα ένστικτά του (η λακεδαιμόνια ἀγωγή έχει ακριβώς ως προορισμό να υποβάλλει σε δοκιμασία αυτή τη δύναμη αυτοκυριαρχίας). Η σωφροσύνη υπάγει έτσι κάθε άτομο, ως προς τις σχέσεις του με τους άλλους, σ’ ένα κοινό υπόδειγμα, που ανταποκρίνεται στην εικόνα που η πόλη έχει για το «πολιτικό ον». Χάρη στην αυτοσυγκράτησή του, η συμπεριφορά τού πολίτη απομακρύνεται τόσο από τη νωθρότητα και τη χυδαιότητα, που είναι ίδιον του λαϊκού ανθρώπου, όσο κι από τη συγκαταβατικότητα, την υπεροψία των αριστοκρατών. Το νέο είδος ανθρώπινων σχέσεων υπόκειται στους ίδιους κανόνες ελέγχου, ισορροπίας και μετριοπάθειας μ’ εκείνους που διερμηνεύουν τα γνωμικά «γνῶθι σαύτόν», «μηδέν ἄγαν», «μέτρον ἄριστον». Η συμβολή των Σοφών έγκειται στο ότι εξωτερίκευσαν και εξέφρασαν λεκτικά, με τα αποφθέγματα ή τα ποιήματά τους, τις αξίες που λίγο-πολύ υπάρχουν σε λανθάνουσα κατάσταση στη διαγωγή και την κοινωνική ζωή των πολιτών. Ωστόσο, η διανοητική τους προσπάθεια δεν κατέληξε απλώς σε μιαν εννοιολογική διατύπωση αλλά τοποθέτησε το ηθικό πρόβλημα στο πολιτικό του πλαίσιο και το συνέδεσε με την εξέλιξη της δημόσιας ζωής. Συμμετέχοντας στους αγώνες των πολιτών και στη φροντίδα τους να θέσουν τέρμα σ’ αυτούς με το νομοθετικό τους έργο, σε συνάρτηση με μιαν υπαρκτή κοινωνική κατάσταση και στο πλαίσιο μιας ιστορίας που σφραγίζεται από τον ανταγωνισμό δυνάμεων, από τη σύγκρουση ομάδων, οι Σοφοί κατεργάστηκαν την ηθική τους και προσδιόρισαν με θετικό τρόπο τους όρους που επιτρέπουν την εγκαθίδρυση της τάξης στους κόλπους του κόσμου της πόλης.
Για να γίνει κατανοητό ποιες κοινωνικές πραγματικότητες επικαλύπτει το ιδανικό της σωφροσύνης, πώς εντάσσονται στο χώρο του συγκεκριμένου οι έννοιες μέτριον, πίστις, ομόνοια και ευνομία, θα πρέπει να αναφερθούμε σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις όπως εκείνες του Σάλωνα. Οι τελευταίες αυτές δίνουν στην ισότητα μια θέση η οποία παρουσιάζεται ήδη ως ένα από τα θεμέλια της νέας αντίληψης της τάξης. Χωρίς ισότητα δεν νοείται πόλη, γιατί δεν υπάρχει φιλία. «Το ίσο», λέγει ο Σόλων, «δεν γεννά πόλεμο». Πρόκειται όμως για ιεραρχική ισότητα — ή, όπως θα το πουν οι Έλληνες, για γεωμετρική και όχι αριθμητική ισότητα. Ουσιαστική έννοια είναι πράγματι εκείνη της «αναλογίας». Η πόλη σχηματίζει ένα οργανωμένο σύνολο, έναν κόσμο, που καθίσταται αρμονικός αν καθένα από τα συστατικά του μέρη είναι στη θέση του και κατέχει τη μερίδα εξουσίας που του ανήκει ανάλογα με την αρετή του. «Στο δήμο», θα πει ο Σόλων, «έδωσα τόσο κράτος (ή γέρας) όσο χρειάζεται, χωρίς τίποτα ν’ αφαιρέσω από την τιμή του». Δεν υπάρχει λοιπόν ίσο δικαίωμα ούτε σε όλα τα αξιώματα, καθώς τα πιο υψηλά προορίζονται για τους καλύτερους, ούτε στην έγγειο ιδιοκτησία. Ο Σόλων αρνήθηκε μια διανομή της γης, που θα «έδινε στους κακούς και στους ἐσθλούς ίσο μερίδιο από την εύφορη γη της πατρίδας». Πού βρίσκεται λοιπόν η ισότητα; Έγκειται στο γεγονός ότι ο νόμος, διατυπωμένος στο εξής με σαφήνεια, είναι ο ίδιος για όλους τους πολίτες και ότι όλοι μπορούν να συμμετέχουν τόσο στα δικαστήρια όσο και στη συνέλευση. Προηγουμένως, τις κοινωνικές σχέσεις ρύθμιζαν η «αλαζονεία» και η «σκληροκαρδία» των πλουσίων. Έτσι ο Σόλων, πρώτος απ’ όλους, αρνιόταν να υπακούσει, ν’ αφε9εί να «πειστεί». Τώρα η δίκη είναι που καθορίζει την απονομή των ημών, οι γραπτοί νόμοι που αντικαθιστούν τη δυναμική αναμέτρηση, κατά την οποία θριάμβευαν πάντοτε οι ισχυροί, και επιβάλλουν τον κανόνα της επιείκειας, την αξίωση για ισορροπία. Η ομόνοια είναι «αρμονία», που αποκτάται από αναλογίες τόσο περισσότερο ακριβείς όσο περισσότερο τούς δίνει ο Σόλων μίαν οιονεί αριθμητική μορφή: οι τέσσερις τάξεις, στις οποίες κατανέμονται οι πολίτες και οι οποίες αντιστοιχούν σε μια διαβάθμιση τιμών, θεμελιώνονται σε σταθμά αγροτικών προϊόντων: πεντακόσιοι μέδιμνοι για την ανώτατη τάξη, τριακόσιοι για τους ιππείς, διακόσιοι για τους ζευγίτες. Η συμφωνία των διαφόρων μερίδων της πόλης κατέστη δυνατή χάρη στη δραστηριότητα των μεσολαβητών — οι ενδιάμεσες τάξεις —, που δεν επιθυμούσαν να δουν κανένα από τα άκρα να καταλαμβάνει την αρχή. Ο νομοθέτης και ο νόμος που αυτός θεσπίζει αποτελούν και αυτοί έκφραση αυτής της θέλησης του μέσου, αυτού του «αναλογικού μέσου όρου» που θα εξασφαλίσει στην πόλη το σημείο ισορροπίας της.
Η ανάπτυξη της ηθικής σκέψης και του πολιτικού διαλογισμού 8α συνεχιστεί σ’ αυτή τη γραμμή: οι σχέσεις ισχύος θα επιχειρηθεί να υποκατασταθούν από σχέσεις «ορθολογικού» τύπου, εισάγοντας σε όλα τα πεδία μια ρύθμιση θεμελιωμένη στο μέτρο και αποβλέπουσα στο να καταστήσει ανάλογες, να «εξισώσει», τις διάφορες κατηγορίες συναλλαγής που συνυφαίνουν τον ιστό της κοινωνικής ζωής.
Μια παρατήρηση, που αποδίδεται στο Σόλωνα, διευκρινίζει τα σημεία αυτής της αλλαγής, η οποία πραγματοποιήθηκε, όπως το σημειώνει ο Πλούταρχος, από το λόγο και τον κανόνα: ὑπό λόγου καί νόμου μεταβολή[9]. Ο Ανάχαρσις κορόιδευε τον Αθηναίον αυτό σοφό, που φανταζόταν ότι θα μπορούσε να καταστείλει με γραπτούς νόμους την αδικία και την πλεονεξία των συμπολιτών του: παρόμοιοι με ιστούς αράχνης οι νόμοι θα έπιαναν τους αδύνατους και τους μικρούς, ενώ οι πλούσιοι και οι ισχυροί θα τους ξέσκιζαν. Πράγμα στο οποίο ο Σόλων αντέτασσε το παράδειγμα των συμβάσεων που οι άνθρωποι τηρούν, γιατί κανένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη δεν έχει συμφέρον να τις παραβιάσει[10]. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να εκδώσουμε για την τάξη κανόνες που να κωδικοποιούν τις σχέσεις μεταξύ ατόμων σύμφωνα με τις ίδιες θετικές αρχές αμοιβαίου συμφέροντος που πρυτανεύουν στη σύναι^η μιας σύμβασης.
Όπως το υπέδειξε ο Ε. Will[11], μέσα στο πλαίσιο ακριβώς της γενικής αυτής προσπάθειας κωδικοποίησης και εξασφάλισης του μέτρου πρέπει να ενταχθεί και η θεσμοθέτηση του νομίσματος, στην καθαρή έννοια του όρου, δηλαδή του κρατικού νομίσματος που εκδίδει και εγγυάται η πόλη. Το φαινόμενο αυτό 8α έχει τις οικονομικές συνέπειες που γνωρίζουμε: στο επίπεδο αυτό 8α επενεργήσει στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας ως παράγοντας ριζικής αλλαγής, προσανατολίζοντάς την προς την εμπορευματική οικονομία (mercantilisme). Στην αρχή πάντως, κι αυτό λόγω της κοινωνικής, ηθικής και πνευματικής σημασίας του, ο δεσμός του νομίσματος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής επιχείρησης των «νομοθετών». Σημειώνει την οικειοποίηση προς όφελος της κοινότητας του αριστοκρατικού προνομίου της έκδοσης σφραγισμένων ράβδων χρυσού ή αργύρου, τη δήμευση από το κράτος των πηγών πολύτιμων μετάλλων και την αντικατάσταση των εμβλημάτων των ευγενών από τη σφραγίδα της Πόλης- αποτελεί ταυτόχρονα το μέσο κωδικοποίησης, ρύθμισης και συστηματοποίησης της ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ πολιτών μέσω μιας ακριβούς αριθμητικής εκτίμησης· αποτελεί ίσως, ακόμα, όπως το υποδεικνύει ο Ε. Will, μιαν απόπειρα εξίσωσης κατά κάποιο τρόπο των περιουσιών μέσω διανομής μετρητών ή μεταβολής του ύψους της αξίας, χωρίς να γίνεται προσφυγή σε παράνομη κατάσχεση. Στο πνευματικό επίπεδο, το νόμιμο νόμισμα υποκαθιστά, στην κατάφορτη από συγκινησιακά στοιχεία και θρησκευτικές επιπτώσεις παλαιά εικόνα ενός πλούτου προϊόντος της ύβρεως, την αφηρημένη έννοια του νομίσματος, κοινωνικού μέτρου αξίας, ορθολογικού τεχνήματος, που επιτρέπει την καθιέρωση μεταξύ διαφορετικών πραγματικοτήτων ενός κοινού μέτρου, και στη βάση αυτού την εξίσωση της συναλλαγής ως κοινωνικής σχέσης.
Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο ότι τα δύο μεγάλα αντίθετα ρεύματα του ελληνικού κόσμου, το ένα αριστοκρατικής έμπνευσης και το άλλο δημοκρατικού πνεύματος, τοποθετούνται από την άποψη της πολεμικής τους στο ίδιο πεδίο και επικαλούνται εξίσου και τα δύο την ισότητα. Το αριστοκρατικό ρεύμα αντιμετωπίζει, στην προοπτική της σολωνικής ευνομίας, την πόλη ως έναν κόσμο αποτελούμενο από διάφορα μέρη που υποβάλλονται από το νόμο σε μιαν ιεραρχική τάξη. Η ομόνοια, ανάλογη με μιαν αρμονική συγχορδία, στηρίζεται σε μια σχέση μουσικού τύπου: 2/1, 3/2, 4/3. Το ορθό μέτρο πρέπει να συνταιριάζει δυνάμεις άνισες από τη φύση τους, εξασφαλίζοντας να μην υπερέχει η μια της άλλης κατά τρόπο υπερβολικό. Η αρμονία της ευνομίας ενέχει, λοιπόν, την αποδοχή ότι στους κόλπους του κοινωνικού σώματος, όπως και στο εσωτερικό του ατόμου, υπάρχει ένας ορισμένος δυϊσμός, μια πόλωση ανάμεσα στο αγαθό και στο κακό, και την αναγκαιότητα να εξασφαλιστεί ότι το καλύτερο θα υπερισχύσει του χειρότερου. Αυτός ο προσανατολισμός θριαμβεύει μεταξύ των Πυθαγορείων[12] και πρυτανεύει επίσης στη θεωρία της σωφροσύνης, όπως θα την εκθέσει ο Πλάτων στην Πολιτεία[13]. Δεν πρόκειται για ιδιαίτερη αρετή μιας από τις μερίδες του Κράτους, αλλά για αρμονία του συνόλου, γεγονός που κάνει την πόλη κόσμο, που την καθιστά «κυρία του εαυτού της», με την έννοια που ένα άτομο λέγεται κύριο των απολαύσεων και των επιθυμιών του. Συγκρίνοντάς την με χορωδιακό τραγούδι, ο Πλάτων την ορίζει ως «κατά φύση συμφωνία μεταξύ των φωνών τού λιγότερο Kat του περισσότερο καλού, για να δούμε σε ποιον πρέπει ν’ ανήκει η αρχή στους κόλπους του Κράτους και μέσα στο άτομο». Ένα κείμενο του Αρχύτα, του πυθαγόρειου δημόσιου άνδρα, μας κάνει να εγκαταλείπουμε τα φιλοσοφικά ύψη της Πολιτείας για να εξετάσουμε από πιο κοντά την κοινωνική πραγματικότητα. Μας δείχνει το κείμενο αυτό τι μπόρεσαν να προσκομίσουν η πρακτική των εμπορικών συναλλαγών και η αναγκαία ρύθμισή τους μέσω συμβολαίων στην έννοια ενός μέτρου των κοινωνικών σχέσεων, που 8α εκτιμούσε με ακρίβεια και σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικής ισότητας τις σχέσεις μεταξύ δραστηριοτήτων, λειτουργιών, υπηρεσιών, πλεονεκτημάτων και τιμών των διαφόρων κοινωνικών κατηγοριών. «Ο λελογισμένος υπολογισμός (λογισμός), από τη στιγμή που ανακαλύφτηκε», γράφει ο Αρχύτας, «θέτει τέρμα στην κατάσταση της στάσης και φέρνει την ομόνοια. Γιατί εξαιτίας του δεν υπάρχει πλέον πλεονεξία και η ισότητα γίνεται πραγματικότητα. Και μέσω αυτής το εμπόριο γίνεται εν είδει συμβατικών ανταλλαγών. Χάρη σ’ αυτό οι φτωχοί λαμβάνουν από τους ισχυρούς και οι πλούσιοι δίνουν σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη, έχοντας οι μεν και οι δε την πίστη ότι 8α εξασφαλίσουν με το μέσο αυτό την ισότητα».
Γίνεται ολοφάνερο εδώ το πώς η κοινωνική συναλλαγή, αφομοιωμένη σ’ ένα συμβατικό δεσμό και όχι πλέον σ’ ένα σύστημα κυριαρχίας και υποταγής, 8α φτάσει να εκφραστεί με όρους αμοιβαιότητας, ανταποδοτικότητας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστοτέλη για την κατάσταση στον Τάραντα, το σχέδιο του Αρχύτα 8α πρέπει να ήταν, πρακτικά, να διατηρήσει την ατομική ιδιοκτησία στα χέρια των «καλυτέρων», υπό τον όρο ότι αυτοί 8α παραχωρούσαν την επικαρπία τους στη μάζα των φτωχών, έτσι ώστε να βρίσκουν όλοι, σε μια κατάσταση ρυθμισμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο, ικανοποίηση. Για τους οπαδούς της εὐνομίας η επιείκεια εισάγεται στο χώρο των κοινωνικών σχέσεων χάρη σε μιαν ηθική μεταστροφή, σε μια ψυχολογική μεταμόρφωση των αρίστων: αντί να επιζητούν δύναμη και πλούτο, οι «άριστοι» έχουν διαπλαστεί από μια φιλοσοφική παιδεία να μην επιθυμούν να έχουν περισσότερα {πλεονεκτείς), αλλά αντίθετα, από πνεύμα γενναιόδωρου φιλελευθερισμού, να δίνουν στους φτωχούς, οι οποίοι, από τη μεριά τους, Βρίσκονται σε αντικειμενική αδυναμία να πλεονεκτούν[14]. Έτσι, οι κατώτερες τάξεις κρατούνται στην υποδεέστερη θέση που τους αρμόζει, χωρίς να υφίστανται την παραμικρή αδικία. Η πραγματοποιημένη ισότητα παραμένει ανάλογη προς την αξία.
Το δημοκρατικό ρεύμα πάει πιο μακριά. Θεωρεί εξ ορισμού όλους τους πολίτες, υπό την ιδιότητά τους αυτή, αδιακρίτως περιουσίας ή αρετής, ως «ίσους», που έχουν τα ίδια ακριβώς δικαιώματα συμμετοχής σε όλες τις εκδηλώσεις της δημόσιας ζωής. Αυτόν το χαρακτήρα έχει το ιδανικό της ισονομίας που αντιλαμβάνεται την ισότητα με τη μορφή της πιο απλής σχέσης: 1/1. Το μόνο «ορθό μέτρο», ικανό να εναρμονίσει τις σχέσεις μεταξύ πολιτών, είναι η πλήρης και ολοκληρωμένη ισότητα. Το ζήτημα δεν είναι πλέον τώρα, όπως προηγουμένως, να βρούμε τη βάση που δίνει την αναλογία μεταξύ εξουσίας και αξίας και πραγματοποιεί μεταξύ διαφορετικών, και μάλιστα παράφωνων, στοιχείων μιαν αρμονική συμφωνία, αλλά να καταστήσουμε απόλυτα ίση μεταξύ όλων τη συμμετοχή στην αρχή, στα δημόσια αξιώματα, να εξαλείφουμε όλες τις διαφορές που φέρνουν μεταξύ τους αντιμέτωπες τις διάφορες παρατάξεις της πόλης, να τις ενώσουμε με ανάμειξη και συγχώνευση, ώστε τίποτα πλέον στο πολιτικό επίπεδο να μη διακρίνει τις μεν από τις δε. Αυτόν ακριβώς τον αντικειμενικό σκοπό πραγματοποιούν οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Εγκαθιδρύουν μια συνολική πολιτική οργάνωση, η οποία με τη συνοχή της, την καθαρότητα των χαρακτηριστικών της και το απόλυτα δετικό πνεύμα της παρουσιάζεται ως η λύση ενός προβλήματος: ποιος νόμος πρέπει να διέπει την Πόλη ώστε να είναι αυτή ενιαία μέσα στην πολλαπλότητα των υπηκόων της και να είναι αυτοί ίσοι μέσα στην αναπόφευκτη διαφορά τους;
Στη διάρκεια της περιόδου πριν από τον Κλεισθένη, που εκτείνεται από την εποχή που ήταν άρχοντας ο Σόλων ώς την τυραννία και την εν συνεχεία πτώση των Πεισιστρατιδών, η αθηναϊκή ιστορία είχε κυριαρχηθεί από τη σύγκρουση των τριών «μερίδων» που στρέφονταν, στην πάλη τους για την εξουσία, η μια εναντίον της άλλης. Τι αντιπροσωπεύουν αυτές οι μερίδες; Διερμηνεύουν ένα περίπλοκο σύνολο κοινωνικών σχέσεων που οι σημερινές πολιτικές και οικονομικές μας κατηγορίες δεν καλύπτουν απολύτως. Σημαίνουν, εν πρώτοις, ότι είναι φυλετικά και εδαφικά αλληλένδετες. Κάθε κόμμα παίρνει το όνομά του από μίαν από τις τρεις περιοχές στις οποίες διαιρείται η γη της Αττικής: οι πεδιακοί είναι οι άνθρωποι της πεδιάδας, του πεδίου, δηλαδή στην πραγματικότητα οι κάτοικοι της πόλης, με τις πλούσιες γαίες που περιβάλλουν την αστική ζώνη- οι παράλιοι είναι εγκατεστημένοι στις παραθαλάσσιες περιοχές· οι διάκριοι είναι οι άνθρωποι των βουνών, της ενδοχώρας, δηλαδή των περιφερειακών δήμων, των πιο απομακρυσμένων από το αστικό κέντρο. Στις εδαφικές αυτές διαιρέσεις αντιστοιχούν διαφορές ως προς το είδος ζωής, την κοινωνική θέση και τον πολιτικό προσανατολισμό: οι πεδιακοί είναι αριστοκράτες που υπερασπίζονται τα προνόμιά τους ως ευπατρίδες και τα συμφέροντά τους ως γαιοκτήμονες· οι παράλιοι σχηματίζουν το νέο κοινωνικό στρώμα των μέσων, που ζητούν να αποτρέψουν το θρίαμβο των άκρων οι διάκριοι αποτελούν το λαϊκό κόμμα, συγκεντρώνουν έναν πληθυσμό από μικρούς γεωργούς, θύτες, υλοτόμους και καρβουνιάρηδες, πολλοί από τους οποίους δεν έχουν θέση στη φυλετική οργάνωση και δεν είναι ακόμα ενσωματωμένοι στους κόλπους της αριστοκρατικής πόλης. Τέλος, οι τρεις αυτές μερίδες εμφανίζονται ως ομάδες πελατείας στην υπηρεσία μεγάλων αριστοκρατικών οικογενειών, ο ανταγωνισμός των οποίων δεσπόζει στην πολιτική σκηνή. Ανάμεσα σ’ αυτές τις μερίδες, που σχηματίζουν στους κόλπους του κράτους ισάριθμα χωρισμένα και αντιτιθέμενα «μέρη», η ανοιχτή πάλη και ο συμβιβασμός εναλλάσσονται μεταξύ τους, ώσπου ο Κλεισθένης θεμελιώνει την Πόλη σε νέα βάση[15]. Η παλαιό φυλετική οργάνωση καταλύεται. Στη θέση των τεσσάρων ιωνικών φυλών της Αττικής, που συνέθεταν το κοινωνικό σώμα, ο Κλεισθένης δημιουργεί ένα σύστημα δέκα φυλών, καθεμιά από τις οποίες αποτελεί ένωση, όπως και προηγουμένως, τριών τριτύων, μεταξύ των οποίων όμως κατανέμονται στο εξής όλοι οι δήμοι της Αττικής. Η πόλη τοποθετείται έτσι σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο από εκείνο των σχέσεων γένους και των δεσμών αίματος: οι φυλές και οι δήμοι θεμελιώνονται σε μια καθαρά γεωγραφική βάση. Συγκεντρώνουν τους κατοίκους μιας ορισμένης περιοχής, όχι τους συγγενείς εξ αίματος, όπως είναι τα γένη και οι φρατρίες, που εξακολουθούν να υπάρχουν με την παλαιά τους μορφή, αλλά χωρίς πλέον τώρα να συμμετέχουν στην καθαρά πολιτική οργάνωση. Επιπλέον, καθεμιά από τις δέκα φυλές, που δημιουργήθηκαν πρόσφατα, πραγματώνει το αμάλγαμα των τριών διαφορετικών «μερίδων» στις οποίες ήταν προηγουμένως διαιρεμένη η πόλη. Πράγματι, από τις τρεις τριττύες που περιλαμβάνει μια φυλή, η πρώτη οφείλει υποχρεωτικά ν’ ανήκει στην παραθαλάσσια περιοχή, η δεύτερη στην ενδοχώρα και η τρίτη στην αστική περιοχή και στο άμεσό της περιβάλλον. Κάθε φυλή πραγματοποιεί έτσι την «ανάμειξη» των πληθυσμών, των εδαφών και των διαφόρων ειδών δραστηριοτήτων που συνιστούν την πόλη. Όπως το παρατηρεί ο Αριστοτέλης, αν ο Κλεισθένης είχε ιδρύσει δώδεκα φυλές, αντί των δέκα που δημιούργησε, θα είχε κατατάξει τους πολίτες στις τριττύες που ήδη υπήρχαν (υπήρχαν πράγματι, για τις τέσσερις παλαιές φυλές, δώδεκα τριττύες). Μ’ αυτόν όμως τον τρόπο δεν θα είχε επιτύχει να ενώσει με την ανάμειξη τη μάζα των πολιτών: ἀναμίσγεσθαι τό πλήθος[16].
Η διοικητική οργάνωση ανταποκρίνεται λοιπόν σε μια συνειδητή βούληση συγχώνευσης, ενοποίησης του κοινωνικού σώματος. Εξάλλου, μια τεχνητή διαίρεση του πολιτικού (civil) χρόνου επιτρέπει την απόλυτη ισοκατανομή της ἀρχῆς μεταξύ όλων των ομοιόμορφων ομάδων που δημιουργήθηκαν κατ’ αυτό τον τρόπο. Το σεληνιακό ημερολόγιο εξακολουθεί να ρυθμίζει τη θρησκευτική ζωή. Το διοικητικό όμως έτος διαιρείται σε δέκα περιόδους των 36 ή 37 ημερών, που αντιστοιχούν σε καθεμιάν από τις δέκα φυλές. Η Βουλή των Τετρακοσίων αυξήθηκε σε πεντακόσια μέλη, πενήντα για κάθε φυλή, ώστε στη διάρκεια των δέκα αυτών περιόδων του έτους κάθε φυλή να αναλαμβάνει με τη σειρά της τη διαρκή επιτροπή της Βουλής. Με τον Κλεισθένη, το ιδανικό της ισότητας, παράλληλα με το γεγονός ότι εκφράζεται στην αφηρημένη έννοια ισονομία, συνδέεται συνάμα και άμεσα με την πολιτική πραγματικότητα, εμπνέει μια αναθεμελίωση των θεσμών. Ο κόσμος των κοινωνικών συγγενειών σχηματίζει λοιπόν ένα σύστημα συνοχής, το οποίο διέπεται από σχέσεις και αντιστοιχίες αριθμητικές, που επιτρέπουν στους πολίτες να διαδηλώσουν την «κοινή τους ταυτότητα», να προχωρήσουν στη am/ay η σχέσεων ισότητας, συμμετρίας, αμοιβαιότητας, και όλοι μαζί να σχηματίσουν έναν ενωμένο κόσμο. Η Πόλη παρουσιάζεται ως ένα ομοιογενές σύμπαν, χωρίς ιεραρχία, χωρίς ορόφους, χωρίς διαφοροποίηση. Η ἀρχή δεν είναι πια συγκεντρωμένη στα χέρια ενός μοναδικού προσώπου που βρίσκεται στην κορυφή τής κοινωνικής οργάνωσης. Κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλη την έκταση της σφαίρας της δημόσιας ζωής, στον κοινό αυτό χώρο όπου η πόλη βρίσκει το κέντρο της, το μέσον της. Σύμφωνα μ’ έναν προκαθορισμένο κύκλο, η κυριαρχία περνά από τη μιαν ομάδα στην άλλη, από το ένα άτομο στο άλλο, με τέτοιο τρόπο που το «ἄρχειν» και το «ἄρχεσθαι», αντί να αντιτίθενται μεταξύ τους σαν δύο απόλυτα, γίνονται οι δύο αχώριστοι όροι μιας και της αυτής αμφίδρομης σχέσης. Κάτω από το νόμο της ισονομίας, ο κοινωνικός κόσμος προσλαμβάνει τη μορφή ενός κυκλικού και επικεντρωμένου κόσμου, όπου κάδε πολίτης, επειδή είναι όμοιος με όλους τους άλλους, 8α πρέπει να διατρέξει, στο ρυθμό του κυκλικού χρόνου, ολόκληρη τη διαδρομή, καταλαμβάνοντας και παραχωρώντας διαδοχικά όλες τις συμμετρικές δέσεις που συνθέτουν τον πολιτικό χώρο (espace civique).
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Έγινε ευρεία χρήση στο κεφάλαιο αυτό των στοιχείων που παρουσίασε ο L. Gernet σ’ ένα μάδημα, μη δημοσιευμένο, που έκανε στην Ecole Pratique des Hautes Etudes, το 1951, για τις απαρχές της πολιτικής σκέψης των Ελλήνων.
[2] Βλέπε G. Vlastos, Solonian Justice (Σολώνεια Δικαιοσύνη), Classical Philology, 41, 1946, σελ. 65-83.
[3] Οδύσσεια, y, 13.
[4] Παυσανίας, I, 11, 2.
[5] Ιδίου, Θ, 34, 1 επ.
[6] Ιδίου, Θ, 17, 6 επ., και 19, 2-3.
[7] Βλέπε W.K.C. Guthrie, Orphee et la religion grecque. Etude sur la pensee orphique (Ο Ορφέας και η ελληνική θρησκεία. Μελέτη για την ορφική σκέψη), Paris 1956, σελ. 228 επ.· Η. Usener, Goffer-namen. Versuch einer Lehre von der Religiosen Begriffsbildung. (Τα ονόματα των θεών. Αναζήτηση μιας θεωρίας για το σχηματισμό των θρησκευτικών εννοιών), Bonn 1896, σελ. 368.
[8] Θέογνις, 1137-38.
[9] Πλούταρχος, Βίος του Σόλωνος, 14, 5.
[10] Ιδίου, 5, 4-5.
[11] Ε. Will, Korinthiaka. Recherches sur I’histoire et la civilisation de Corinthe des origines aux guerres mediques (Κορινθιακά. Έρευνες για την ιστορία και τον πολιτισμό της Κορίνθου από τις απαρχές έως τους μηδικούς πολέμους), Paris 1955, σελ. 495-502· De l’aspect ethique de l’origine grecque de la monnaie (Η ηθική oyn της ελληνικής προέλευσης του νομίσματος), Revue historique, 212, 1954, σελ. 209 επ.· Reflexions et hypotheses sur les origines du monnayage (Σκέιιεις και υποθέσεις για τις απαρχές της νομισματοκοπίας), Revue numismatique, 17, 1955, σελ. 5-23.
[12] Βλέπε A. Delatte, Essai sur la politique pythagoricienne (Δοκίμιο για την πυθαγόρεια πολιτική), Liege και Paris 1922.
[13] Πλάτων, Πολιτεία, Δ, 430 d και επ.
[14] Αριστοτέλης, Πολιτικά, Β, 1267 6.
[15] (Μία από τις συμβιβαστικές λύσεις φαίνεται ότι συνίστατο στη διαδοχική ανάδειξη στο αξίωμα του άρχοντα των ηγετών των τριών αντιπάλων μερίδων βλέπε επ’ αυτού Benjamin D. Merrit, Greek Inscription. — An early archon list (Η Ελληνική επιγραφή — ένας πρώιμος κατάλογος αρχόντων), Hesperia, 8, 1939, σελ. 59-65’ Η.Τ. Wade Gery, Miltiades, Journal of Hellenic Studies, 71, 1951, σελ. 212-221. Θα πρέπει να συσχετιστεί η απόπειρα αυτή ισόρροπης κατανομής της εξουσίας μεταξύ αντιπάλων «φρατριών» μ’ εκείνη που αναφέρεται από τον Αριστοτέλη για την προγενέστερη περίοδο: ανάδειξη δέκα αρχόντων, που περιλαμβάνουν ευπατρίδες, τρεις αγροίκους, δύο δημιουργούς (Αθηναίων πολιτεία, 13, 2).
[16] Αριστοτέλης, Αθηναίων πολιτεία, 21, 4.
Τις ίδιες ηθικά αδιάλλακτες τάσεις που διακρίνουμε κατά κάποιον τρόπο μεγεθυμένες στους κύκλους των ομοδοξιών, όπου προσδιορίζουν μίαν ασκητική πειθαρχία που επιτρέπει στους μύστες να αποφύγουν τις αδικίες αυτού του κόσμου, να βγουν από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων και να επιστρέψουν στη θεία κατάσταση, τις ξανασυναντούμε στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής να τροποποιούν τη συμπεριφορά, τις αξίες και τους θεσμούς, αυτή τη φορά έξω από κάθε ενδιαφέρον εσχατολογικού χαρακτήρα. Η μεγαλοπρέπεια, η μαλθακότητα, η ηδονή απορρίπτονται. Η πολυτέλεια της ενδυμασίας, της κατοικίας, των γευμάτων καταργείται, ο πλούτος αποκηρύσσεται, και με πόση δριμύτητα! Όμως, η καταδίκη του έχει στόχο τις κοινωνικές του συνέπειες, τα κακά που προξενεί στην ομάδα, τις διαιρέσεις και τα μίση που επισύρει στους κόλπους της πόλης, το ότι, ως φυσικός νόμος, την φέρνει σε κατάσταση στάσης. Ο πλούτος αντικατέστησε όλες τις αριστοκρατικές αξίες: γάμο, τιμές, προνόμια, φήμη, εξουσία. Όλα αυτά μπορεί να τα εξασφαλίσει. Στο εξής, είναι το χρήμα που μετράει, το χρήμα που κάνει τον άνθρωπο. Πλήν όμως, σε αντίθεση με όλες τις άλλες «δυνάμεις», ο πλούτος δεν επιδέχεται κανένα όριο: δεν υπάρχει τίποτα σ’ αυτόν που να μπορεί να σημειώσει το τέρμα του, να τον περιορίσει, να τον ολοκληρώσει. Η ουσία του πλούτου είναι η έλλειψη μέτρου, είναι ακριβώς η μορφή που παίρνει στον κόσμο η ύβρις. Ιδού το θέμα που επανέρχεται κατά τρόπο φορτικό στην ηθική σκέψη του 6ου αιώνα. Οι εκφράσεις του Σάλωνα, που έγιναν παροιμίες («Δεν υπάρχει τέρμα στον πλούτο. Ο κόρος γεννά την ύβριν»), απηχούν τα λόγια του Θέογνη: « Όσοι έχουν σήμερα τα πιο πολλά επιθυμούν τα διπλάσια. Ο πλούτος, τα χρήματα, γίνονται στον άνθρωπο τρέλα, αφροσύνη». Όποιος κατέχει θέλει ακόμη περισσότερα. Ο πλούτος καταλήγει να μην έχει άλλο αντικείμενο από τον ίδιο τον εαυτό του. Προορισμένος να ικανοποιεί τις ανάγκες της ζωής, απλό μέσο επιβίωσης, γίνεται ο ίδιος ο σκοπός της, επιβάλλεται ως ανάγκη καθολική, ανικανοποίητη, απεριόριστη, που τίποτα δεν θα μπορέσει ποτέ να την κορέσει. Στη ρίζα του πλούτου ανακαλύπτουμε λοιπόν μια φαύλη φύση, μια επιθυμία παραστρατημένη και κακή, την πλεονεξία: επιθυμία να έχω περισσότερο από τους άλλους, περισσότερο από το μερτικό μου, να τα έχω όλα. Ο πλούτος στα μάτια των Ελλήνων χωρίς άλλο εμπεριέχει συμφορά, όχι όμως οικονομικής φύσης. Είναι η έμφυτη αναγκαιότητα για ένα χαρακτήρα, για ένα ήθος, η λογική ενός είδους συμπεριφοράς. Κόρος, ύβρις, πλεονεξία είναι οι μορφές του παραλόγου που προσλαμβάνει, στην εποχή του Σιδήρου, η αριστοκρατική υπεροψία, αυτό το πνεύμα της Έριδος, που αντί για ευγενή άμιλλα γεννά, και δεν μπορεί πλέον παρά να γεννά, αδικία, καταπίεση, δυσνομία.
Σε αντιδιαστολή με την ύβριν του πλουσίου διαγράφεται το ιδανικό της σωφροσύνης. Συνίσταται δε αυτό σε εγκράτεια, σε αναλογία, στο σωστό μέτρο, στη σωστή μέση οδό. «Μηδέν άγαν», αυτός είναι ο κανόνας της νέας σοφίας. Η υπερτίμηση αυτή του λελογισμένου, του μεσολαβητή προσδίδει στην ελληνική αρετή σχεδόν μίαν «αστική» όψη: η μεσαία τάξη είναι εκείνη που 8α μπορέσει να διαδραματίσει στο πλαίσιο της πόλης το μετριοπαθή ρόλο, αποκαθιστώντας ένα είδος ισορροπίας μεταξύ των άκρων των δύο πλευρών: της μειοψηφίας των πλουσίων, που θέλουν να τα κρατήσουν όλα, και του πλήθους της φτωχολογιάς, που θέλουν ν’ αποκτήσουν τα πάντα. Αυτοί που καλούνται οι μέσοι δεν είναι μόνο τα μέλη μιας ιδιαίτερης κοινωνικής κατηγορίας, σε ίση απόσταση από την ένδεια και τον πλούτο: αντιπροσωπεύουν ένα τύπο ανθρώπου, ενσαρκώνουν τις νέες πολιτικές (civiques) αξίες, όπως οι πλούσιοι αντιπροσωπεύουν την τρέλα της ύβρεως. Σε θέση ενδιάμεση μέσα στην ομάδα, οι μέσοι έχουν ως ρόλο να καθιερώσουν μιαν αναλογία, ν’ αποτελέσουν ένα συνδετικό κρίκο μεταξύ των δύο μερίδων που διαμελίζουν την πόλη, γιατί καθεμιά διεκδικεί για τον εαυτό της το σύνολο της αρχής. Άνθρωπος ο ίδιος του «κέντρου», ο Σόλων ενεργεί ως διαιτητής, μεσολαβητής, συμφιλιωτής. Θα κάνει την Πόλη, από λεία στα νύχια μιας δυσνομίας, έναν αρμονικό κόσμο, αν καταφέρει να προσδιορίσει επακριβώς το ποσοστό αρχής που αναλογεί στις αντίστοιχες αξίες των διαφόρων στοιχείων που συνθέτουν την πόλη. Αυτή όμως η εξισορροπημένη κατανομή, αυτή η ευνομία, επιβάλλει όρια στη φιλοδοξία εκείνων που εμπνέονται από πνεύμα αμετρίας, χαράζει μπροστά τους σύνορα που δεν έχουν το δικαίωμα να διαβούν. Ο Σόλων ορθώνεται στο κέντρο του Κράτους ως ακλόνητο ορόσημο, ως όρος που προσδιορίζει ανάμεσα σε δύο αντίπαλες ορδές το όριο που δεν πρέπει να υπερβούν. Στη σωφροσύνη, αρετή της μεσότητας, ανταποκρίνεται η εικόνα μιας πολιτικής τάξης που επιβάλλει ισορροπία σε αντίθετες δυνάμεις, που συνάπτει συμφωνία μεταξύ αντιπάλων στοιχείων. Όμως, όπως στη δίκη, υπό τη νέα της μορφή, η διαιτησία προϋποθέτει δικαστή, ο οποίος, για να εφαρμόσει την απόφασή του ή όταν είναι ανάγκη να την επιβάλει, προσφεύγει σ’ έναν νόμο που είναι υπεράνω των αντιτιθεμένων μερών, σε μια δίκη που πρέπει να είναι ίση και όμοια για όλους. «Συνέταξα», θα πει ο Σόλων, «νόμους ίσους για τον κακό και τον αγαθό, καθορίζοντας για τον καθένα μια δικαιοσύνη ορθή». Για να διασφαλίσει την ισχύ αυτού του κοινού για όλους νόμου, αρνείται, ακριβώς, ο Σόλων την τυραννία που ήταν στο χέρι του να αναλάβει. Πώς όμως να πάρει στα χέρια του, χέρια ενός μόνο ανθρώπου, αυτή την αρχή που πρέπει να παραμένει ἐν μέσῳ; Αυτό που επιτέλεσε ο Σόλων, το έκανε στο όνομα της κοινότητας, με την ισχύ του νόμου, κράτει νόμου, συνδυάζοντας τον καταναγκασμό με τη δικαιοσύνη, βίαν και δίκην. Κράτος και Βία, οι δύο παλαιοί ακόλουθοι του Δία, που δεν έπρεπε ούτε στιγμή να απομακρυνθούν από το θρόνο του, αφού ενσαρκώνουν όλα όσα η εξουσία του Κυριάρχου φέρει σε απόλυτο, ακαταμάχητο και ανορθολογικό χαρακτήρα, περνούν στην υπηρεσία του Νόμου. Νάτοι τώρα υπηρέτες του Νόμου, ενθρονισμένου στο εξής στη θέση του βασιλιά, στο κέντρο της πόλης. Ο Νόμος αυτός διατηρεί από τη σχέση του με τη Δίκη, κάτι σαν θρησκευτική απήχηση, όμως εκφράζεται επίσης και κυρίως σε μια θετική προσπάθεια νομοθεσίας, σε μιαν ορθολογική απόπειρα τερματισμού μιας διαμάχης, εξισορρόπησης ανταγωνιστικών κοινωνικών δυνάμεων, συναρμογής αντικρουομένων ανθρωπίνων συμπεριφορών. Μαρτυρία γι’ αυτόν τον πολιτικό «ορθολογισμό» θα βρούμε στο απόσπασμα 4 του Σάλωνα[2].
Πόσο μακριά είμαστε από την ησιόδεια εικόνα του Καλού Βασιλιά, του οποίου μόνο η θρησκευτική αρετή μπορεί ν’ απαλύνει τις προστριβές, να κάνει ν’ ανθίσουν, μαζί με την ειρήνη, όλες οι ευλογίες της γης: η δικαιοσύνη εμφανίζεται σαν μια ολότελα φυσική αυτορρυθμιζόμενη τάξη. Η κακία των ανθρώπων, το πνεύμα της ύβρεως και η ακατάσχετη 6iya για πλούτη, αυτά είναι που δημιουργούν φυσικά την αταξία, σύμφωνα με μια διαδικασία της οποίας όλες τις φάσεις μπορεί κανείς να διακρίνει εκ των προτέρων: η αδικία οδηγεί στην υποδούλωση του λαού, η οποία προκαλεί με τη σειρά της τη στάση. Το σωστό μέτρο λοιπόν, για να αποκαταστήσει την τάξη και την ησυχία, πρέπει να συνθλίβει την αλαζονεία των πλουσίων και ταυτόχρονα να τερματίσει την υποδούλωση του δήμου, χωρίς ωστόσο να παραδοθεί στην υπονόμευση. Ένα τέτοιο δίδαγμα θέτει ο Σόλων μπροστά στα μάτια όλων των πολιτών. Το μάθημα ίσως προς στιγμήν να παραγνωριστεί ή ν’ απορριφθεί, αλλά ο Σοφός έχει εμπιστοσύνη στο χρόνο: αφού η αλήθεια έχει καταστεί δημόσια ή, όπως το λέγει ο ίδιος, έχει κατατεθεί έν τω μέσω, θα έρθει η μέρα που οι Αθηναίοι θα την αναγνωρίσουν.
Με τον Σάλωνα, η Δίκη και η Σωφροσύνη, έχοντας κατέβει από τον ουρανό στη γη, εγκαθίστανται στην αγορά. Πράγμα που σημαίνει ότι στο εξής πρέπει αυτές να «λογοδοτούν». Οι Έλληνες θα συνεχίσουν ασφαλώς να τις επικαλούνται — δεν θα πάψουν όμως να τις θέτουν υπό συζήτηση.
Μέσα από αυτή την τόσο έντονη εκκοσμίκευση της ηθικής σκέψης έγινε εφικτό να ανανεωθεί και να συγκεκριμενοποιηθεί η εικόνα μιας αρετής όπως η σωφροσύνη. Στον Όμηρο η σωφροσύνη έχει μια πολύ γενική αξία· είναι ο κοινός νους: οι θεοί την αποδίδουν σ’ όποιον την έχει χάσει, όπως μπορούν να την κάνουν να χαθεί ακόμα και από τα πιο διαυγή πνεύματα[3]. Προτού όμως η έννοια αυτή επανερμηνευθεί από τους Σοφούς σ’ ένα πολιτικό περίγραμμα, φαίνεται ότι είχε ήδη γίνει αντικείμενο επεξεργασίας στους κόλπους ορισμένων θρησκευτικών κύκλων. Σημειώνει αυτή εκεί την επιστροφή, μετά από μια περίοδο ταραχών και δαιμονισμού, σε μια κατάσταση ηρεμίας, ισορροπίας και ελέγχου. Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν είναι της κατηγορίας εκείνων που έχουμε ήδη επισημάνει: μουσική, τραγούδια, χοροί, καθαρτήριες ιεροτελεστίες. Κάποτε συνέβαινε να χρησιμοποιούνται μέσα πιο άμεσα για να προκαλέσουν συγκλονιστικές εντυπώσεις. Ο Παυσανίας είδε στο ιερό του Ηρακλή στις Θήβες μια πέτρα, που εθεωρείτο ότι την είχε εκσφενδονίσει η Αθηνά στο κεφάλι του οργισμένου ήρωα, όταν, παραλογισμένος από τη μανία κι αφού είχε κατασφάξει τα παιδιά του, ετοιμαζόταν να σκοτώσει τον Αμφιτρύωνα[4]. Αυτή η πέτρα, η οποία τον είχε αποκοιμίσει και ηρεμήσει, ονομαζόταν σωφρονιστήρ. Η θεραπεία του Ορέστη πραγματοποιήθηκε μέσα σε κάπως διαφορετικές συνθήκες. Σε κατάσταση πλήρους παραληρήματος, μετά το φόνο της μητέρας του, ο δύστυχος φτάνει σ’ έναν τόπο ονομαζόμενο Μανίαι. Σταματά εκεί και ακρωτηριάζει ο ίδιος ένα του δάκτυλο (στην εποχή του Παυσανία το δάκτυλο παριστανόταν ακόμα από μια πέτρα τοποθετημένη πάνω σ’ έναν τύμβο που εκαλείτο μνήμα Δακτύλου) .Σ’ αυτό το μέρος, που βαφτίστηκε Ακή (γιατρειά), ο Ορέστης ξαναβρίσκει τη σωφροσύνη. Ο Παυσανίας προσθέτει την ακόλουθη διευκρίνηση: οι Μανίες, που κατείχαν τον Ορέστη, όσο τον κρατούσαν στην κατάσταση του έκφρονος, του φαίνονταν μαύρες. Αμέσως μόλις έκοψε το δάκτυλό του και ξανάγινε σώφρων, του παρουσιάστηκαν λευκές[5].
Το ίδιο αυτό παιγνίδι της αντιδιαστολής άγους-κάθαρσης, δαιμονισμού-ίασης, παραφροσύνης-υγείας εκδηλώνεται ώς και στο σκηνικό όπου δρα ο μάγος Μελάμπους, όταν καταπραΰνει, με μυστικές ιεροτελεστίες και καθαρμούς, το παραλήρημα των θυγατέρων του Προίτου, που είναι χωμένες σε μια σπηλιά: από τη μια πλευρά κυλούν τα νερά της Στυγός, ποταμού του άγους που φέρνει σε κάδε ζωντανό πλάσμα την αρρώστια και το θάνατο- από την άλλη η πηγή Άλυσσος, τα ευεργετικά νερά της οποίας θεραπεύουν τους μανιασμένους και όλους εκείνους που κατέχει η φρενίτιδα της Λύσσας[6]. Με το να ορίζεται όμως έτσι, σε αντίθεση προς μια τρέλα που είναι ταυτόχρονα είδος άγους, η ισορροπία της σωφροσύνης θα έπαιρνε μέσα στο θρησκευτικό κλίμα των ομοδοξιών μιαν ασκητική απόχρωση. Ως αρετή αναστολής και αποχής, η σωφροσύνη συνίσταται στην απομάκρυνση από το κακό, στην αποφυγή κάθε άγους: όχι μόνο να καταπνίξουμε τις εγκληματικές παρορμήσεις, που ένας κακός δαίμονας μπορεί να ανακινήσει μέσα μας, αλλά και να διατηρηθούμε καθαροί από κάθε σαρκική επαφή, να καταστείλουμε τις παρορμήσεις του έρωτα και όλες τις ορέξεις που συνδέονται με τη σάρκα, και ν’ αποκτήσουμε μέσα από τις δοκιμασίες που προβλέπει η μυητική «οδός της ζωής» την ικανότητα της αυτοκυριαρχίας και του θριάμβου πάνω στον εαυτό μας. Η αυτοκυριαρχία, στην οποία συνίσταται η σωφροσύνη, φαίνεται να ενέχει, αν όχι ένα δυϊσμό, τουλάχιστον μιαν ορισμένη ένταση στο εσωτερικό του ανθρώπου ανάμεσα σε δύο αντιτιθέμενα στοιχεία: εκείνο που ανήκει στη σφαίρα του θυμού, τη στοργή, τις συγκινήσεις, τα πάθη (ευνοούμενα θέματα της λυρικής ποίησης), και εκείνο που συνάπτεται με μια λελογισμένη φρόνηση, μ’ έναν θεμελιωμένο λογισμό (θέματα που εγκωμιάζουν οι Γνωστικοί). Οι δυνάμεις αυτές της ψυχής δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Ο θυμός προορίζεται από τη φύση του να υπακούει, να υποτάσσεται. Η θεραπεία της τρέλας, όπως επίσης και η πρόληψή της, βάζει σε ενέργεια τα μέσα που επιτρέπουν να «πείσουμε» το θυμό, να τον καταστήσουμε πειθαρχικό, πειθήνιο στις διαταγές, για να μην αποπειραθεί ποτέ να επαναστατήσει, να διεκδικήσει την υπεροχή, κάτι που θα παρέδιδε την 9υχή στην αταξία. Οι τεχνικές αυτές συνιστούν μια παιδεία που δεν ισχύει μόνο στο επίπεδο των ατόμων. Η παιδεία αυτή φέρνει στα άτομα υγεία, ισορροπία. Καθιστά την ψυχή τους «εγκρατή», κρατά υποταγμένο το μέρος που είναι φτιαγμένο για να υπακούει, παράλληλα όμως αποκτά τη σημασία κοινωνικής αρετής, το χαρακτήρα πολιτικής λειτουργίας: τα κακά από τα οποία πάσχει η κοινότητα είναι ακριβώς η ακράτεια των πλουσίων, το ανατρεπτικό πνεύμα των «φθονερών». Επιτυγχάνοντας την εξαφάνιση του ενός και του άλλου, η σωφροσύνη κάνει πραγματικότητα μιαν αρμονική και μονοιασμένη πόλη, όπου οι πλούσιοι, πολύ μακριά από το να επιθυμούν τα πάντα, δίνουν στους φτωχούς το πλεόνασμά τους — όπου η μάζα, πολύ μακριά από το να επαναστατεί, δέχεται να υποταχθεί σ’ εκείνους που, καθώς είναι καλύτεροι, δικαιούνται να κατέχουν περισσότερα. Αυτοί οι πολιτικού χαρακτήρα προβληματισμοί θα μπορούσε να μην είναι ξένοι στο πνεύμα ορισμένων ομοδοξιών: στο ιερό της Δήμητρας στην Πέργαμο, όπου η τελούμενη από μια θρησκευτική αδελφότητα λατρεία περιελάμβανε το άσμα των ορφικών ύμνων (όπως θα το έκαναν στην Αθήνα οι Λυκομίδες), βρίσκουμε δίπλα στους Ολύμπιους και στις θεότητες της Ελευσίνας μια σειρά από ορφικούς θεούς, που ενσαρκώνουν αφηρημένες ιδέες. Μεταξύ αυτών και δυο ζεύγη: την Αρετή και τη Σωφροσύνη, την Πίστη και την 'Ομόνοια[7]. Το ζευγάρωμα αυτό αξίζει να υπογραμμιστεί. Στον Θέογνη, η Πίστη είναι επίσης συνδεδεμένη με τη Σωφροσύνη[8]. Πρόκειται, όπως η ομόνοια, της οποίας αποτελεί την υποκειμενική όψη, για έννοια κοινωνική και πολιτική: η εμπιστοσύνη που οι πολίτες αισθάνονται οι μεν για τους δε είναι η εσωτερική έκφραση, η ψυχoλoγική πλευρά της κοινωνικής ομόνοιας. Μέσω της δύναμης αυτής της Πίστης, τόσο στην ψυχή όσο και στην πόλη, τα κατώτερα στοιχεία αφήνονται να πεισθούν να υπακούουν σ’ εκείνους που έχουν ως έργο να διευθύνουν, και δέχονται να υποτάσσονται σε μια τάξη που τα κρατά στην κατάσταση της υποδεέστερης λειτουργίας τους.
Γενικώς, όμως, η σωφροσύνη θ’ αποκτήσει σαφή ηθική και πολιτική σημασία έξω από τις ορθοδοξίες. Πολύ σύντομα πραγματοποιείται ένα σχίσμα ανάμεσα σε δύο ρεύματα σκέψης, με αρκετά διαφορετικό προσανατολισμό. Το ένα ασχολείται με την ατομική λύτρωση, το άλλο ενδιαφέρεται για τη λύτρωση της πόλης. Από τη μια μεριά θρησκευτικές ομαδοποιήσεις, στο περιθώριο της κοινότητας, που κλείνονται στον εαυτό τους στην αναζήτηση της αγνότητας· από την άλλη, κύκλοι που συμμετέχουν άμεσα και ενεργά στη δημόσια ζωή, αντιμέτωποι με τα προβλήματα που δημιουργεί η διαίρεση του Κράτους, και οι οποίοι χρησιμοποιούν παραδοσιακές έννοιες, όπως εκείνη της σωφροσύνης, για να προσδώσουν σ’ αυτές, μ’ ένα νέο πολιτικό περιεχόμενο, μια μορφή όχι πλέον θρησκευτική αλλά θετική.
Σ’ ένα θεσμό όπως η σπαρτιατική αγωγή, η σωφροσύνη παρουσιάζει ήδη έναν ουσιαστικά κοινωνικό χαρακτήρα. Είναι μια συμπεριφορά υποχρεωτική, που υπόκειται σε κανόνες και χαρακτηρίζεται από την «αυτοσυγκράτηση», την οποία ο νέος άνθρωπος οφείλει να επιδεικνύει σε κάδε περίσταση: στον τρόπο που βαδίζει, στο βλέμμα του, στα λόγια του, αυτοσυγκράτηση απέναντι στις γυναίκες και στους μεγαλυτέρους, στην αγορά, εν σχέσει με τις απολαύσεις και το ποτό. Ο Ξενοφών επικαλείται αυτή την επιβλητική αυτοσυγκράτηση όταν συγκρίνει το νεαρό Λακεδαιμόνιο κούρο, που βαδίζει σιωπηλός και με τα μάτια χαμηλωμένα, με άγαλμα παρθένας. Η αξιοπρέπεια της συμπεριφοράς έχει θεσμική σημασία, εξωτερικεύει μίαν ηθική και ψυχολογική στάση, που επιβάλλονται σαν να επρόκειτο για καθήκοντα: ο μελλοντικός πολίτης πρέπει να μάθει να ελέγχει τα πάθη του, τα αισθήματά του και τα ένστικτά του (η λακεδαιμόνια ἀγωγή έχει ακριβώς ως προορισμό να υποβάλλει σε δοκιμασία αυτή τη δύναμη αυτοκυριαρχίας). Η σωφροσύνη υπάγει έτσι κάθε άτομο, ως προς τις σχέσεις του με τους άλλους, σ’ ένα κοινό υπόδειγμα, που ανταποκρίνεται στην εικόνα που η πόλη έχει για το «πολιτικό ον». Χάρη στην αυτοσυγκράτησή του, η συμπεριφορά τού πολίτη απομακρύνεται τόσο από τη νωθρότητα και τη χυδαιότητα, που είναι ίδιον του λαϊκού ανθρώπου, όσο κι από τη συγκαταβατικότητα, την υπεροψία των αριστοκρατών. Το νέο είδος ανθρώπινων σχέσεων υπόκειται στους ίδιους κανόνες ελέγχου, ισορροπίας και μετριοπάθειας μ’ εκείνους που διερμηνεύουν τα γνωμικά «γνῶθι σαύτόν», «μηδέν ἄγαν», «μέτρον ἄριστον». Η συμβολή των Σοφών έγκειται στο ότι εξωτερίκευσαν και εξέφρασαν λεκτικά, με τα αποφθέγματα ή τα ποιήματά τους, τις αξίες που λίγο-πολύ υπάρχουν σε λανθάνουσα κατάσταση στη διαγωγή και την κοινωνική ζωή των πολιτών. Ωστόσο, η διανοητική τους προσπάθεια δεν κατέληξε απλώς σε μιαν εννοιολογική διατύπωση αλλά τοποθέτησε το ηθικό πρόβλημα στο πολιτικό του πλαίσιο και το συνέδεσε με την εξέλιξη της δημόσιας ζωής. Συμμετέχοντας στους αγώνες των πολιτών και στη φροντίδα τους να θέσουν τέρμα σ’ αυτούς με το νομοθετικό τους έργο, σε συνάρτηση με μιαν υπαρκτή κοινωνική κατάσταση και στο πλαίσιο μιας ιστορίας που σφραγίζεται από τον ανταγωνισμό δυνάμεων, από τη σύγκρουση ομάδων, οι Σοφοί κατεργάστηκαν την ηθική τους και προσδιόρισαν με θετικό τρόπο τους όρους που επιτρέπουν την εγκαθίδρυση της τάξης στους κόλπους του κόσμου της πόλης.
Για να γίνει κατανοητό ποιες κοινωνικές πραγματικότητες επικαλύπτει το ιδανικό της σωφροσύνης, πώς εντάσσονται στο χώρο του συγκεκριμένου οι έννοιες μέτριον, πίστις, ομόνοια και ευνομία, θα πρέπει να αναφερθούμε σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις όπως εκείνες του Σάλωνα. Οι τελευταίες αυτές δίνουν στην ισότητα μια θέση η οποία παρουσιάζεται ήδη ως ένα από τα θεμέλια της νέας αντίληψης της τάξης. Χωρίς ισότητα δεν νοείται πόλη, γιατί δεν υπάρχει φιλία. «Το ίσο», λέγει ο Σόλων, «δεν γεννά πόλεμο». Πρόκειται όμως για ιεραρχική ισότητα — ή, όπως θα το πουν οι Έλληνες, για γεωμετρική και όχι αριθμητική ισότητα. Ουσιαστική έννοια είναι πράγματι εκείνη της «αναλογίας». Η πόλη σχηματίζει ένα οργανωμένο σύνολο, έναν κόσμο, που καθίσταται αρμονικός αν καθένα από τα συστατικά του μέρη είναι στη θέση του και κατέχει τη μερίδα εξουσίας που του ανήκει ανάλογα με την αρετή του. «Στο δήμο», θα πει ο Σόλων, «έδωσα τόσο κράτος (ή γέρας) όσο χρειάζεται, χωρίς τίποτα ν’ αφαιρέσω από την τιμή του». Δεν υπάρχει λοιπόν ίσο δικαίωμα ούτε σε όλα τα αξιώματα, καθώς τα πιο υψηλά προορίζονται για τους καλύτερους, ούτε στην έγγειο ιδιοκτησία. Ο Σόλων αρνήθηκε μια διανομή της γης, που θα «έδινε στους κακούς και στους ἐσθλούς ίσο μερίδιο από την εύφορη γη της πατρίδας». Πού βρίσκεται λοιπόν η ισότητα; Έγκειται στο γεγονός ότι ο νόμος, διατυπωμένος στο εξής με σαφήνεια, είναι ο ίδιος για όλους τους πολίτες και ότι όλοι μπορούν να συμμετέχουν τόσο στα δικαστήρια όσο και στη συνέλευση. Προηγουμένως, τις κοινωνικές σχέσεις ρύθμιζαν η «αλαζονεία» και η «σκληροκαρδία» των πλουσίων. Έτσι ο Σόλων, πρώτος απ’ όλους, αρνιόταν να υπακούσει, ν’ αφε9εί να «πειστεί». Τώρα η δίκη είναι που καθορίζει την απονομή των ημών, οι γραπτοί νόμοι που αντικαθιστούν τη δυναμική αναμέτρηση, κατά την οποία θριάμβευαν πάντοτε οι ισχυροί, και επιβάλλουν τον κανόνα της επιείκειας, την αξίωση για ισορροπία. Η ομόνοια είναι «αρμονία», που αποκτάται από αναλογίες τόσο περισσότερο ακριβείς όσο περισσότερο τούς δίνει ο Σόλων μίαν οιονεί αριθμητική μορφή: οι τέσσερις τάξεις, στις οποίες κατανέμονται οι πολίτες και οι οποίες αντιστοιχούν σε μια διαβάθμιση τιμών, θεμελιώνονται σε σταθμά αγροτικών προϊόντων: πεντακόσιοι μέδιμνοι για την ανώτατη τάξη, τριακόσιοι για τους ιππείς, διακόσιοι για τους ζευγίτες. Η συμφωνία των διαφόρων μερίδων της πόλης κατέστη δυνατή χάρη στη δραστηριότητα των μεσολαβητών — οι ενδιάμεσες τάξεις —, που δεν επιθυμούσαν να δουν κανένα από τα άκρα να καταλαμβάνει την αρχή. Ο νομοθέτης και ο νόμος που αυτός θεσπίζει αποτελούν και αυτοί έκφραση αυτής της θέλησης του μέσου, αυτού του «αναλογικού μέσου όρου» που θα εξασφαλίσει στην πόλη το σημείο ισορροπίας της.
Η ανάπτυξη της ηθικής σκέψης και του πολιτικού διαλογισμού 8α συνεχιστεί σ’ αυτή τη γραμμή: οι σχέσεις ισχύος θα επιχειρηθεί να υποκατασταθούν από σχέσεις «ορθολογικού» τύπου, εισάγοντας σε όλα τα πεδία μια ρύθμιση θεμελιωμένη στο μέτρο και αποβλέπουσα στο να καταστήσει ανάλογες, να «εξισώσει», τις διάφορες κατηγορίες συναλλαγής που συνυφαίνουν τον ιστό της κοινωνικής ζωής.
Μια παρατήρηση, που αποδίδεται στο Σόλωνα, διευκρινίζει τα σημεία αυτής της αλλαγής, η οποία πραγματοποιήθηκε, όπως το σημειώνει ο Πλούταρχος, από το λόγο και τον κανόνα: ὑπό λόγου καί νόμου μεταβολή[9]. Ο Ανάχαρσις κορόιδευε τον Αθηναίον αυτό σοφό, που φανταζόταν ότι θα μπορούσε να καταστείλει με γραπτούς νόμους την αδικία και την πλεονεξία των συμπολιτών του: παρόμοιοι με ιστούς αράχνης οι νόμοι θα έπιαναν τους αδύνατους και τους μικρούς, ενώ οι πλούσιοι και οι ισχυροί θα τους ξέσκιζαν. Πράγμα στο οποίο ο Σόλων αντέτασσε το παράδειγμα των συμβάσεων που οι άνθρωποι τηρούν, γιατί κανένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη δεν έχει συμφέρον να τις παραβιάσει[10]. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να εκδώσουμε για την τάξη κανόνες που να κωδικοποιούν τις σχέσεις μεταξύ ατόμων σύμφωνα με τις ίδιες θετικές αρχές αμοιβαίου συμφέροντος που πρυτανεύουν στη σύναι^η μιας σύμβασης.
Όπως το υπέδειξε ο Ε. Will[11], μέσα στο πλαίσιο ακριβώς της γενικής αυτής προσπάθειας κωδικοποίησης και εξασφάλισης του μέτρου πρέπει να ενταχθεί και η θεσμοθέτηση του νομίσματος, στην καθαρή έννοια του όρου, δηλαδή του κρατικού νομίσματος που εκδίδει και εγγυάται η πόλη. Το φαινόμενο αυτό 8α έχει τις οικονομικές συνέπειες που γνωρίζουμε: στο επίπεδο αυτό 8α επενεργήσει στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας ως παράγοντας ριζικής αλλαγής, προσανατολίζοντάς την προς την εμπορευματική οικονομία (mercantilisme). Στην αρχή πάντως, κι αυτό λόγω της κοινωνικής, ηθικής και πνευματικής σημασίας του, ο δεσμός του νομίσματος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής επιχείρησης των «νομοθετών». Σημειώνει την οικειοποίηση προς όφελος της κοινότητας του αριστοκρατικού προνομίου της έκδοσης σφραγισμένων ράβδων χρυσού ή αργύρου, τη δήμευση από το κράτος των πηγών πολύτιμων μετάλλων και την αντικατάσταση των εμβλημάτων των ευγενών από τη σφραγίδα της Πόλης- αποτελεί ταυτόχρονα το μέσο κωδικοποίησης, ρύθμισης και συστηματοποίησης της ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ πολιτών μέσω μιας ακριβούς αριθμητικής εκτίμησης· αποτελεί ίσως, ακόμα, όπως το υποδεικνύει ο Ε. Will, μιαν απόπειρα εξίσωσης κατά κάποιο τρόπο των περιουσιών μέσω διανομής μετρητών ή μεταβολής του ύψους της αξίας, χωρίς να γίνεται προσφυγή σε παράνομη κατάσχεση. Στο πνευματικό επίπεδο, το νόμιμο νόμισμα υποκαθιστά, στην κατάφορτη από συγκινησιακά στοιχεία και θρησκευτικές επιπτώσεις παλαιά εικόνα ενός πλούτου προϊόντος της ύβρεως, την αφηρημένη έννοια του νομίσματος, κοινωνικού μέτρου αξίας, ορθολογικού τεχνήματος, που επιτρέπει την καθιέρωση μεταξύ διαφορετικών πραγματικοτήτων ενός κοινού μέτρου, και στη βάση αυτού την εξίσωση της συναλλαγής ως κοινωνικής σχέσης.
Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο ότι τα δύο μεγάλα αντίθετα ρεύματα του ελληνικού κόσμου, το ένα αριστοκρατικής έμπνευσης και το άλλο δημοκρατικού πνεύματος, τοποθετούνται από την άποψη της πολεμικής τους στο ίδιο πεδίο και επικαλούνται εξίσου και τα δύο την ισότητα. Το αριστοκρατικό ρεύμα αντιμετωπίζει, στην προοπτική της σολωνικής ευνομίας, την πόλη ως έναν κόσμο αποτελούμενο από διάφορα μέρη που υποβάλλονται από το νόμο σε μιαν ιεραρχική τάξη. Η ομόνοια, ανάλογη με μιαν αρμονική συγχορδία, στηρίζεται σε μια σχέση μουσικού τύπου: 2/1, 3/2, 4/3. Το ορθό μέτρο πρέπει να συνταιριάζει δυνάμεις άνισες από τη φύση τους, εξασφαλίζοντας να μην υπερέχει η μια της άλλης κατά τρόπο υπερβολικό. Η αρμονία της ευνομίας ενέχει, λοιπόν, την αποδοχή ότι στους κόλπους του κοινωνικού σώματος, όπως και στο εσωτερικό του ατόμου, υπάρχει ένας ορισμένος δυϊσμός, μια πόλωση ανάμεσα στο αγαθό και στο κακό, και την αναγκαιότητα να εξασφαλιστεί ότι το καλύτερο θα υπερισχύσει του χειρότερου. Αυτός ο προσανατολισμός θριαμβεύει μεταξύ των Πυθαγορείων[12] και πρυτανεύει επίσης στη θεωρία της σωφροσύνης, όπως θα την εκθέσει ο Πλάτων στην Πολιτεία[13]. Δεν πρόκειται για ιδιαίτερη αρετή μιας από τις μερίδες του Κράτους, αλλά για αρμονία του συνόλου, γεγονός που κάνει την πόλη κόσμο, που την καθιστά «κυρία του εαυτού της», με την έννοια που ένα άτομο λέγεται κύριο των απολαύσεων και των επιθυμιών του. Συγκρίνοντάς την με χορωδιακό τραγούδι, ο Πλάτων την ορίζει ως «κατά φύση συμφωνία μεταξύ των φωνών τού λιγότερο Kat του περισσότερο καλού, για να δούμε σε ποιον πρέπει ν’ ανήκει η αρχή στους κόλπους του Κράτους και μέσα στο άτομο». Ένα κείμενο του Αρχύτα, του πυθαγόρειου δημόσιου άνδρα, μας κάνει να εγκαταλείπουμε τα φιλοσοφικά ύψη της Πολιτείας για να εξετάσουμε από πιο κοντά την κοινωνική πραγματικότητα. Μας δείχνει το κείμενο αυτό τι μπόρεσαν να προσκομίσουν η πρακτική των εμπορικών συναλλαγών και η αναγκαία ρύθμισή τους μέσω συμβολαίων στην έννοια ενός μέτρου των κοινωνικών σχέσεων, που 8α εκτιμούσε με ακρίβεια και σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικής ισότητας τις σχέσεις μεταξύ δραστηριοτήτων, λειτουργιών, υπηρεσιών, πλεονεκτημάτων και τιμών των διαφόρων κοινωνικών κατηγοριών. «Ο λελογισμένος υπολογισμός (λογισμός), από τη στιγμή που ανακαλύφτηκε», γράφει ο Αρχύτας, «θέτει τέρμα στην κατάσταση της στάσης και φέρνει την ομόνοια. Γιατί εξαιτίας του δεν υπάρχει πλέον πλεονεξία και η ισότητα γίνεται πραγματικότητα. Και μέσω αυτής το εμπόριο γίνεται εν είδει συμβατικών ανταλλαγών. Χάρη σ’ αυτό οι φτωχοί λαμβάνουν από τους ισχυρούς και οι πλούσιοι δίνουν σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη, έχοντας οι μεν και οι δε την πίστη ότι 8α εξασφαλίσουν με το μέσο αυτό την ισότητα».
Γίνεται ολοφάνερο εδώ το πώς η κοινωνική συναλλαγή, αφομοιωμένη σ’ ένα συμβατικό δεσμό και όχι πλέον σ’ ένα σύστημα κυριαρχίας και υποταγής, 8α φτάσει να εκφραστεί με όρους αμοιβαιότητας, ανταποδοτικότητας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστοτέλη για την κατάσταση στον Τάραντα, το σχέδιο του Αρχύτα 8α πρέπει να ήταν, πρακτικά, να διατηρήσει την ατομική ιδιοκτησία στα χέρια των «καλυτέρων», υπό τον όρο ότι αυτοί 8α παραχωρούσαν την επικαρπία τους στη μάζα των φτωχών, έτσι ώστε να βρίσκουν όλοι, σε μια κατάσταση ρυθμισμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο, ικανοποίηση. Για τους οπαδούς της εὐνομίας η επιείκεια εισάγεται στο χώρο των κοινωνικών σχέσεων χάρη σε μιαν ηθική μεταστροφή, σε μια ψυχολογική μεταμόρφωση των αρίστων: αντί να επιζητούν δύναμη και πλούτο, οι «άριστοι» έχουν διαπλαστεί από μια φιλοσοφική παιδεία να μην επιθυμούν να έχουν περισσότερα {πλεονεκτείς), αλλά αντίθετα, από πνεύμα γενναιόδωρου φιλελευθερισμού, να δίνουν στους φτωχούς, οι οποίοι, από τη μεριά τους, Βρίσκονται σε αντικειμενική αδυναμία να πλεονεκτούν[14]. Έτσι, οι κατώτερες τάξεις κρατούνται στην υποδεέστερη θέση που τους αρμόζει, χωρίς να υφίστανται την παραμικρή αδικία. Η πραγματοποιημένη ισότητα παραμένει ανάλογη προς την αξία.
Το δημοκρατικό ρεύμα πάει πιο μακριά. Θεωρεί εξ ορισμού όλους τους πολίτες, υπό την ιδιότητά τους αυτή, αδιακρίτως περιουσίας ή αρετής, ως «ίσους», που έχουν τα ίδια ακριβώς δικαιώματα συμμετοχής σε όλες τις εκδηλώσεις της δημόσιας ζωής. Αυτόν το χαρακτήρα έχει το ιδανικό της ισονομίας που αντιλαμβάνεται την ισότητα με τη μορφή της πιο απλής σχέσης: 1/1. Το μόνο «ορθό μέτρο», ικανό να εναρμονίσει τις σχέσεις μεταξύ πολιτών, είναι η πλήρης και ολοκληρωμένη ισότητα. Το ζήτημα δεν είναι πλέον τώρα, όπως προηγουμένως, να βρούμε τη βάση που δίνει την αναλογία μεταξύ εξουσίας και αξίας και πραγματοποιεί μεταξύ διαφορετικών, και μάλιστα παράφωνων, στοιχείων μιαν αρμονική συμφωνία, αλλά να καταστήσουμε απόλυτα ίση μεταξύ όλων τη συμμετοχή στην αρχή, στα δημόσια αξιώματα, να εξαλείφουμε όλες τις διαφορές που φέρνουν μεταξύ τους αντιμέτωπες τις διάφορες παρατάξεις της πόλης, να τις ενώσουμε με ανάμειξη και συγχώνευση, ώστε τίποτα πλέον στο πολιτικό επίπεδο να μη διακρίνει τις μεν από τις δε. Αυτόν ακριβώς τον αντικειμενικό σκοπό πραγματοποιούν οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Εγκαθιδρύουν μια συνολική πολιτική οργάνωση, η οποία με τη συνοχή της, την καθαρότητα των χαρακτηριστικών της και το απόλυτα δετικό πνεύμα της παρουσιάζεται ως η λύση ενός προβλήματος: ποιος νόμος πρέπει να διέπει την Πόλη ώστε να είναι αυτή ενιαία μέσα στην πολλαπλότητα των υπηκόων της και να είναι αυτοί ίσοι μέσα στην αναπόφευκτη διαφορά τους;
Στη διάρκεια της περιόδου πριν από τον Κλεισθένη, που εκτείνεται από την εποχή που ήταν άρχοντας ο Σόλων ώς την τυραννία και την εν συνεχεία πτώση των Πεισιστρατιδών, η αθηναϊκή ιστορία είχε κυριαρχηθεί από τη σύγκρουση των τριών «μερίδων» που στρέφονταν, στην πάλη τους για την εξουσία, η μια εναντίον της άλλης. Τι αντιπροσωπεύουν αυτές οι μερίδες; Διερμηνεύουν ένα περίπλοκο σύνολο κοινωνικών σχέσεων που οι σημερινές πολιτικές και οικονομικές μας κατηγορίες δεν καλύπτουν απολύτως. Σημαίνουν, εν πρώτοις, ότι είναι φυλετικά και εδαφικά αλληλένδετες. Κάθε κόμμα παίρνει το όνομά του από μίαν από τις τρεις περιοχές στις οποίες διαιρείται η γη της Αττικής: οι πεδιακοί είναι οι άνθρωποι της πεδιάδας, του πεδίου, δηλαδή στην πραγματικότητα οι κάτοικοι της πόλης, με τις πλούσιες γαίες που περιβάλλουν την αστική ζώνη- οι παράλιοι είναι εγκατεστημένοι στις παραθαλάσσιες περιοχές· οι διάκριοι είναι οι άνθρωποι των βουνών, της ενδοχώρας, δηλαδή των περιφερειακών δήμων, των πιο απομακρυσμένων από το αστικό κέντρο. Στις εδαφικές αυτές διαιρέσεις αντιστοιχούν διαφορές ως προς το είδος ζωής, την κοινωνική θέση και τον πολιτικό προσανατολισμό: οι πεδιακοί είναι αριστοκράτες που υπερασπίζονται τα προνόμιά τους ως ευπατρίδες και τα συμφέροντά τους ως γαιοκτήμονες· οι παράλιοι σχηματίζουν το νέο κοινωνικό στρώμα των μέσων, που ζητούν να αποτρέψουν το θρίαμβο των άκρων οι διάκριοι αποτελούν το λαϊκό κόμμα, συγκεντρώνουν έναν πληθυσμό από μικρούς γεωργούς, θύτες, υλοτόμους και καρβουνιάρηδες, πολλοί από τους οποίους δεν έχουν θέση στη φυλετική οργάνωση και δεν είναι ακόμα ενσωματωμένοι στους κόλπους της αριστοκρατικής πόλης. Τέλος, οι τρεις αυτές μερίδες εμφανίζονται ως ομάδες πελατείας στην υπηρεσία μεγάλων αριστοκρατικών οικογενειών, ο ανταγωνισμός των οποίων δεσπόζει στην πολιτική σκηνή. Ανάμεσα σ’ αυτές τις μερίδες, που σχηματίζουν στους κόλπους του κράτους ισάριθμα χωρισμένα και αντιτιθέμενα «μέρη», η ανοιχτή πάλη και ο συμβιβασμός εναλλάσσονται μεταξύ τους, ώσπου ο Κλεισθένης θεμελιώνει την Πόλη σε νέα βάση[15]. Η παλαιό φυλετική οργάνωση καταλύεται. Στη θέση των τεσσάρων ιωνικών φυλών της Αττικής, που συνέθεταν το κοινωνικό σώμα, ο Κλεισθένης δημιουργεί ένα σύστημα δέκα φυλών, καθεμιά από τις οποίες αποτελεί ένωση, όπως και προηγουμένως, τριών τριτύων, μεταξύ των οποίων όμως κατανέμονται στο εξής όλοι οι δήμοι της Αττικής. Η πόλη τοποθετείται έτσι σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο από εκείνο των σχέσεων γένους και των δεσμών αίματος: οι φυλές και οι δήμοι θεμελιώνονται σε μια καθαρά γεωγραφική βάση. Συγκεντρώνουν τους κατοίκους μιας ορισμένης περιοχής, όχι τους συγγενείς εξ αίματος, όπως είναι τα γένη και οι φρατρίες, που εξακολουθούν να υπάρχουν με την παλαιά τους μορφή, αλλά χωρίς πλέον τώρα να συμμετέχουν στην καθαρά πολιτική οργάνωση. Επιπλέον, καθεμιά από τις δέκα φυλές, που δημιουργήθηκαν πρόσφατα, πραγματώνει το αμάλγαμα των τριών διαφορετικών «μερίδων» στις οποίες ήταν προηγουμένως διαιρεμένη η πόλη. Πράγματι, από τις τρεις τριττύες που περιλαμβάνει μια φυλή, η πρώτη οφείλει υποχρεωτικά ν’ ανήκει στην παραθαλάσσια περιοχή, η δεύτερη στην ενδοχώρα και η τρίτη στην αστική περιοχή και στο άμεσό της περιβάλλον. Κάθε φυλή πραγματοποιεί έτσι την «ανάμειξη» των πληθυσμών, των εδαφών και των διαφόρων ειδών δραστηριοτήτων που συνιστούν την πόλη. Όπως το παρατηρεί ο Αριστοτέλης, αν ο Κλεισθένης είχε ιδρύσει δώδεκα φυλές, αντί των δέκα που δημιούργησε, θα είχε κατατάξει τους πολίτες στις τριττύες που ήδη υπήρχαν (υπήρχαν πράγματι, για τις τέσσερις παλαιές φυλές, δώδεκα τριττύες). Μ’ αυτόν όμως τον τρόπο δεν θα είχε επιτύχει να ενώσει με την ανάμειξη τη μάζα των πολιτών: ἀναμίσγεσθαι τό πλήθος[16].
Η διοικητική οργάνωση ανταποκρίνεται λοιπόν σε μια συνειδητή βούληση συγχώνευσης, ενοποίησης του κοινωνικού σώματος. Εξάλλου, μια τεχνητή διαίρεση του πολιτικού (civil) χρόνου επιτρέπει την απόλυτη ισοκατανομή της ἀρχῆς μεταξύ όλων των ομοιόμορφων ομάδων που δημιουργήθηκαν κατ’ αυτό τον τρόπο. Το σεληνιακό ημερολόγιο εξακολουθεί να ρυθμίζει τη θρησκευτική ζωή. Το διοικητικό όμως έτος διαιρείται σε δέκα περιόδους των 36 ή 37 ημερών, που αντιστοιχούν σε καθεμιάν από τις δέκα φυλές. Η Βουλή των Τετρακοσίων αυξήθηκε σε πεντακόσια μέλη, πενήντα για κάθε φυλή, ώστε στη διάρκεια των δέκα αυτών περιόδων του έτους κάθε φυλή να αναλαμβάνει με τη σειρά της τη διαρκή επιτροπή της Βουλής. Με τον Κλεισθένη, το ιδανικό της ισότητας, παράλληλα με το γεγονός ότι εκφράζεται στην αφηρημένη έννοια ισονομία, συνδέεται συνάμα και άμεσα με την πολιτική πραγματικότητα, εμπνέει μια αναθεμελίωση των θεσμών. Ο κόσμος των κοινωνικών συγγενειών σχηματίζει λοιπόν ένα σύστημα συνοχής, το οποίο διέπεται από σχέσεις και αντιστοιχίες αριθμητικές, που επιτρέπουν στους πολίτες να διαδηλώσουν την «κοινή τους ταυτότητα», να προχωρήσουν στη am/ay η σχέσεων ισότητας, συμμετρίας, αμοιβαιότητας, και όλοι μαζί να σχηματίσουν έναν ενωμένο κόσμο. Η Πόλη παρουσιάζεται ως ένα ομοιογενές σύμπαν, χωρίς ιεραρχία, χωρίς ορόφους, χωρίς διαφοροποίηση. Η ἀρχή δεν είναι πια συγκεντρωμένη στα χέρια ενός μοναδικού προσώπου που βρίσκεται στην κορυφή τής κοινωνικής οργάνωσης. Κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλη την έκταση της σφαίρας της δημόσιας ζωής, στον κοινό αυτό χώρο όπου η πόλη βρίσκει το κέντρο της, το μέσον της. Σύμφωνα μ’ έναν προκαθορισμένο κύκλο, η κυριαρχία περνά από τη μιαν ομάδα στην άλλη, από το ένα άτομο στο άλλο, με τέτοιο τρόπο που το «ἄρχειν» και το «ἄρχεσθαι», αντί να αντιτίθενται μεταξύ τους σαν δύο απόλυτα, γίνονται οι δύο αχώριστοι όροι μιας και της αυτής αμφίδρομης σχέσης. Κάτω από το νόμο της ισονομίας, ο κοινωνικός κόσμος προσλαμβάνει τη μορφή ενός κυκλικού και επικεντρωμένου κόσμου, όπου κάδε πολίτης, επειδή είναι όμοιος με όλους τους άλλους, 8α πρέπει να διατρέξει, στο ρυθμό του κυκλικού χρόνου, ολόκληρη τη διαδρομή, καταλαμβάνοντας και παραχωρώντας διαδοχικά όλες τις συμμετρικές δέσεις που συνθέτουν τον πολιτικό χώρο (espace civique).
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Έγινε ευρεία χρήση στο κεφάλαιο αυτό των στοιχείων που παρουσίασε ο L. Gernet σ’ ένα μάδημα, μη δημοσιευμένο, που έκανε στην Ecole Pratique des Hautes Etudes, το 1951, για τις απαρχές της πολιτικής σκέψης των Ελλήνων.
[2] Βλέπε G. Vlastos, Solonian Justice (Σολώνεια Δικαιοσύνη), Classical Philology, 41, 1946, σελ. 65-83.
[3] Οδύσσεια, y, 13.
[4] Παυσανίας, I, 11, 2.
[5] Ιδίου, Θ, 34, 1 επ.
[6] Ιδίου, Θ, 17, 6 επ., και 19, 2-3.
[7] Βλέπε W.K.C. Guthrie, Orphee et la religion grecque. Etude sur la pensee orphique (Ο Ορφέας και η ελληνική θρησκεία. Μελέτη για την ορφική σκέψη), Paris 1956, σελ. 228 επ.· Η. Usener, Goffer-namen. Versuch einer Lehre von der Religiosen Begriffsbildung. (Τα ονόματα των θεών. Αναζήτηση μιας θεωρίας για το σχηματισμό των θρησκευτικών εννοιών), Bonn 1896, σελ. 368.
[8] Θέογνις, 1137-38.
[9] Πλούταρχος, Βίος του Σόλωνος, 14, 5.
[10] Ιδίου, 5, 4-5.
[11] Ε. Will, Korinthiaka. Recherches sur I’histoire et la civilisation de Corinthe des origines aux guerres mediques (Κορινθιακά. Έρευνες για την ιστορία και τον πολιτισμό της Κορίνθου από τις απαρχές έως τους μηδικούς πολέμους), Paris 1955, σελ. 495-502· De l’aspect ethique de l’origine grecque de la monnaie (Η ηθική oyn της ελληνικής προέλευσης του νομίσματος), Revue historique, 212, 1954, σελ. 209 επ.· Reflexions et hypotheses sur les origines du monnayage (Σκέιιεις και υποθέσεις για τις απαρχές της νομισματοκοπίας), Revue numismatique, 17, 1955, σελ. 5-23.
[12] Βλέπε A. Delatte, Essai sur la politique pythagoricienne (Δοκίμιο για την πυθαγόρεια πολιτική), Liege και Paris 1922.
[13] Πλάτων, Πολιτεία, Δ, 430 d και επ.
[14] Αριστοτέλης, Πολιτικά, Β, 1267 6.
[15] (Μία από τις συμβιβαστικές λύσεις φαίνεται ότι συνίστατο στη διαδοχική ανάδειξη στο αξίωμα του άρχοντα των ηγετών των τριών αντιπάλων μερίδων βλέπε επ’ αυτού Benjamin D. Merrit, Greek Inscription. — An early archon list (Η Ελληνική επιγραφή — ένας πρώιμος κατάλογος αρχόντων), Hesperia, 8, 1939, σελ. 59-65’ Η.Τ. Wade Gery, Miltiades, Journal of Hellenic Studies, 71, 1951, σελ. 212-221. Θα πρέπει να συσχετιστεί η απόπειρα αυτή ισόρροπης κατανομής της εξουσίας μεταξύ αντιπάλων «φρατριών» μ’ εκείνη που αναφέρεται από τον Αριστοτέλη για την προγενέστερη περίοδο: ανάδειξη δέκα αρχόντων, που περιλαμβάνουν ευπατρίδες, τρεις αγροίκους, δύο δημιουργούς (Αθηναίων πολιτεία, 13, 2).
[16] Αριστοτέλης, Αθηναίων πολιτεία, 21, 4.
Παραψυχολογικά Φαινόμενα
Τα τελευταία χρόνια μιλάμε αρκετά για τις παραψυχολογικές δυνάμεις. Υπάρχουν πολλές πληροφορίες που μπορούμε να αντλήσουμε από το διαδίκτυο, αλλά και από μια αληθινά πλούσια βιβλιογραφία που είναι διαθέσιμη στον κάθε αναγνώστη. Όμως αυτό το σύνολο, για τους περισσότερους, μοιάζει με ομιχλώδες τοπίο. Ανακατεμένες μαρτυρίες απλών ανθρώπων, πνευματιστών και σύγχρονων γκουρού προκαλούν την εντύπωση ότι παραπλανούν μια κοινωνία που μαστίζεται από τα δυο ακρωνύμια της σκέψης, το σκεπτικισμό από τη μια και την τυφλή παραδοχή κάθε καλοδιαφημισμένης ιστορίας από την άλλη. Και επειδή τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο, αυτός ο συνδυασμός ελλιπούς γνώσης και συνονθυλεύματος αποσπασματικών γνώσεων προκαλεί παρερμηνείες, που συχνά οδηγούν κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο στην ολοκληρωτική απόρριψη της ύπαρξης τέτοιων φαινομένων.
Το πρώτο ερώτημα που θέτει ένας αναζητητής της αλήθειας είναι:
Τι είναι αληθινό;
Η συνήθης απάντηση είναι:
Αυτό που βλέπω, που αγγίζω, που γεύομαι και οσφρίζομαι, που ακούω…
Αυτή θα ήταν μια εύκολη απάντηση, αλλά το ίδιο εύκολα ανατρέπεται.
Αν δεχθούμε ως αληθινό μόνο ότι μας υπαγορεύουν οι αισθήσεις μας τότε το αόρατο, για παράδειγμα, θα έπρεπε να ταυτίζεται με τη μη ύπαρξη. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις πιστεύεται ως δόγμα και σε άλλες ο ίδιος ο ορθολογιστής το υπερβαίνει. Όπως ό,τι σχετίζεται με τον μικρόκοσμο (πρωτόνια, νετρόνια) ή τον μακρόκοσμο (παρατήρηση πλανητών), δυο δηλαδή διαφορετικά επίπεδα που δεν είναι ορατά με γυμνό μάτι, θεωρούνται από εμάς ως πραγματικά. Κανείς δεν τα αμφισβητεί. Ωστόσο, όπως προαναφέραμε, δεν τα βλέπουμε με γυμνό μάτι, ούτε τα νοιώθουμε με την αφή μας, ούτε τα οσφραινόμαστε. Ακόμα ένα παράδοξο είναι ότι με το πέρασμα του χρόνου, ενώ μπορέσαμε να δούμε πράγματα που αγνοούσαμε μέχρι πρότινος, και η λογική λέει ότι αυτό θα συνεχιστεί, αυτό δεν έχει αλλάξει κάτι στο αντιληπτικό μας σύστημα.
Η επιστήμη που συνηθίζει να πολεμάει και να απορρίπτει πολλές φορές την ικανότητα αντίληψης χωρίς την χρήση των πέντε αισθήσεων, και γενικά όλα τα φαινόμενα εξωαισθητηριακής αντίληψης, παράλληλα είναι αυτή που χρησιμοποιεί νόμους γεωμετρίας, για να μετρήσει την περίμετρο των δακτυλιδιών του Κρόνου (εφαρμόζει δηλαδή τον 2ο νόμο του Κυμβαλείου-Νόμος Αναλογίας).
Αυτό αποτελεί μια μεγάλη αντίφαση. Ας θυμηθούμε ότι ενώ μέχρι πρόσφατα δεν μπορούσαμε να δούμε τα μικρόβια, και αγνοούσαμε την ύπαρξη τους, σήμερα με την βοήθεια της τεχνολογίας όλα και περισσότερα πράγματα παίρνουν «πιστοποιητικό αληθινής ποιότητας». Η ύπαρξη της αύρας, για παράδειγμα, τώρα θεωρείται αληθής, αφού υπάρχουν φωτογραφικές μηχανές -εξέλιξη της μηχανής Κίρλιαν- που την αποτυπώνουν.
Ας διεισδύσουμε λοιπόν στο μυστηριώδη κόσμο του μεταφυσικού.
Ανάλογα με το επίπεδο που θέλει να εμβαθύνει κανείς, μπορεί να επιλέξει να αναζητήσει θέματα που ανταποκρίνονται στην καθαρή νοητική του περιέργεια, είτε να αναζητήσει με σοβαρότητα και διάκριση τις απόκρυφες δυνάμεις που κρύβει κάθε άνθρωπος μέσα του, αλλά λόγω κακής εκπαίδευσης και άγνοιας δεν συνειδητοποιεί ότι έχει.
Τα παραψυχολογικά φαινόμενα, συχνά, μας οδηγούν σε μαρτυρίες ανθρώπων, που ανεξαρτήτως ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου περιγράφουν ως αληθινές καταστάσεις και βιώματα που υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική. Σε αυτά γίνεσαι λόγος για μια αντιληπτική ικανότητα χωρίς τη διαμεσολάβηση του λόγου και των αισθήσεων, που είναι επίσης γνωστή ως έκτη αίσθηση.
Η έκτη αίσθηση -και όλες οι «υπεραισθήσεις»- αφορούν φαινόμενα όπως η τηλεπάθεια, η διόραση, η δια-αφή, η δι-ακοή, αλλά και η ενόραση, η ψυχομετρία κ.λπ.
ΤΗΛΕΠΑΘΕΙΑ
Η λέξη τηλεπάθεια εμπεριέχει την πραγματική έννοια της μεταβίβασης σκέψης, η οποία γίνεται όντως από μακριά εξ ου και το «τηλε-». Μέσω της τηλεπάθειας είναι δυνατόν είτε να αντιληφθούμε τη σκέψη κάποιου είτε να μεταφέρουμε τη δική μας σε αυτόν. Υπάρχει λήψη και εκπομπή πληροφοριών, που σημαίνει ότι χρειάζεται ένας πομπός που στέλνει σκέψεις, συναισθήματα, γεγονότα ή απλά εικόνες και ένας δέκτης που τα λαμβάνει. Αυτές τις «πληροφορίες» ένας επιστήμονας τις ονομάζει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, ένας θεολόγος ανταπόκριση του Θεού στα ανθρώπινα προβλήματα (π.χ. με την μορφή των δέκα εντολών). Επίσης μέσω της τηλεπάθειας μπορούμε να λάβουμε μήνυμα κινδύνου ή χαράς ή να διαισθανθούμε γεγονότα (πρόβλεψη). Η τηλεπάθεια μπορεί να λειτουργήσει είτε σε κατάσταση εγρήγορσης, είτε σε κατάσταση ύπνου, είτε σε κατάσταση ύπνωσης, είτε σε κατάσταση διαλογισμού.
Ωστόσο δεν υπάρχει πάντα τηλεπαθητική επικοινωνία μεταξύ δύο ατόμων. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα άτομα αυτά δεν εκπέμπουν στην ίδια συχνότητα.
Οι μαρτυρίες ατόμων που είχαν τηλεπαθητική επικοινωνία μεταξύ τους μας δείχνει ότι συγγενείς και αγαπημένοι μπορούν να εκπέμπουν στην ίδια συχνότητα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκπομπή και η λήψη δεν γίνεται μόνο από το μέτωπο ή τα μάτια, αλλά από κάθε σημείο που φεύγουν μαγνητικά ρευστά, π.χ. τα χέρια, τα οποία έχουν φωτογραφηθεί με τη μέθοδο Κίρλιαν.
ΔΙΟΡΑΣΗ
Πολλοί είναι αυτοί που συγχέουν τη διόραση με την τηλεπάθεια. Ωστόσο τις χωρίζει μια βασική διαφορά. Στη μεν τηλεπάθεια η πληροφορία μεταδίδεται από το εγκέφαλο του πομπού στον εγκέφαλο του δέκτη. Στη δε διόραση η πηγή των πληροφοριών είναι εξωτερική και μακρινή από κάθε ανθρώπινα προσιτό ερέθισμα. Εδρεύει στο λεγόμενο Αστρικό Πεδίο.
Εξίσου συχνά η διόραση μπερδεύεται με τη διαίσθηση. Η δύναμη της διαίσθησης αναφέρεται στη δυνατότητα κάποιων ανθρώπων να αισθάνονται γενικότερα κάποια μελλοντικά γεγονότα.
ΔΙΑΙΣΘΗΣΗ
Η διαίσθηση είναι μια από τις ανώτατες κατακτήσεις μέσα από το Διαλογισμό. Όσοι έχουν φτάσει σε αυτό το επίπεδο, νιώθουν τα κύματα που οι άνθρωποι εκπέμπουμε αναλόγως των συναισθημάτων μας.
Μπορούν να δουν την αύρα και τις σκεπτομορφές των συνανθρώπων τους. Υπάρχουν αρκετές διαβαθμίσεις της διαίσθησης και ξεκινούν από το να αντιλαμβάνεται ο δέκτης την κατάσταση υγείας του ατόμου μέχρι και το να βιώνει ξεκάθαρα τα συναισθήματα του άλλου, όπως θυμό, λύπη, απόγνωση, χαρά, ελπίδα, ηρεμία κ.λπ. Η διαφορά της, λοιπόν, από τη διόραση έγκειται στο γεγονός ότι η διαίσθηση αφήνει τη γεύση ενός πολύ έντονου συναισθήματος, ενώ η διόραση μιας καθαρά όρατης εικόνας μέσα στο μυαλό του δέκτη.
Όλες οι παραπάνω καταστάσεις αποτελούν συχνά στόχο για πολλούς από τους ανθρώπους που αναζητούν τον εαυτό τους. Βαδίζοντας σε ένα φιλοσοφικό δρόμο αυτογνωσίας αξίζει να αναρωτηθούμε ποια είναι η αξία να αναπτύσσει κανείς τις απόκρυφες δυνάμεις (π.χ του μυαλού) αν δεν μπορεί να ελέγξει το θυμό του, τα ένστικτα και τις φοβίες του. Τι νόημα θα είχε να μπορούσαμε να κάνουμε όσο συχνά θέλουμε συνειδητή αστρική προβολή, χωρίς να έχουμε κάνει βήματα στο να είμαστε περισσότερο συνειδητοί όταν είμαστε ξύπνιοι.
Η σχέση του Επίκουρου με την Φιλοσοφία, την Επιστημολογία και τη Φυσική
«Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, ενώ είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα.
Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα.
Και η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, και ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.»
Γι΄ αυτό το λόγο ο Επίκουρος δεν έδινε σχεδόν καμιά σημασία στις εκτεταμένες θεωρητικές, γραμματικές, ιστορικές και μαθηματικές έρευνες, εφόσον δεν εξυπηρετούσαν το να ζει ο άνθρωπος ευτυχισμένος. Από την άλλη όμως, επειδή θεωρούσε ότι η κακοδαιμονία των ανθρώπων προέρχεται από την αμάθεια, τη δεισιδαιμονία, τις προλήψεις, τους φόβους και τις ελπίδες που γεννούν όλα αυτά στους ανθρώπους και επειδή θεωρούσε πως αιτία όλων αυτών είναι η άγνοια των φυσικών νόμων, πίστευε ότι το μόνο μέσο θεραπείας είναι η ορθή γνώση των νόμων που διέπουν τη φύση και τον άνθρωπο.
«Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, ενώ είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα.
Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα.
Και η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, και ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.»
Επιστημολογία
Ο Επίκουρος και οι οπαδοί του είχαν μια καλά ανεπτυγμένη γνωσιολογία, η οποία αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού τους με άλλες φιλοσοφικές σχολές. Ο Επίκουρος έγραψε μια πραγματεία με τίτλο Κανόνας, στην οποία εξήγησε τις μεθόδους έρευνας και τη θεωρία της γνώσης.
Αυτό το βιβλίο, ωστόσο, δεν έχει διασωθεί, ούτε κάποιο άλλο κείμενο που να εξηγεί πλήρως και ξεκάθαρα την Επικούρεια γνωσιολογία, αφήνοντας μόνο αναφορές αυτής της γνωσιολογίας από αρκετούς συγγραφείς για να την ανακατασκευάσουν. Ο Επίκουρος ήταν ένθερμος Εμπειριστής, πιστεύοντας ότι οι αισθήσεις είναι οι μόνες αξιόπιστες πηγές πληροφοριών για τον κόσμο. Απέρριψε την πλατωνική ιδέα του «Λόγου» ως αξιόπιστης πηγής γνώσης για τον κόσμο, εκτός από τις αισθήσεις και ήταν κάθετα αντίθετος με τους Πυρρωνιστές σκεπτικιστές καθώς και τους Πλατωνιστές (Ακαδημαϊκούς Σκεπτικιστές), οι οποίοι όχι μόνο αμφισβήτησαν την ικανότητα των αισθήσεων να παρέχουν ακριβή γνώση για τον κόσμο, αλλά και κατά πόσο είναι ακόμη δυνατό να γνωρίζουμε οτιδήποτε για τον κόσμο.
Ο Επίκουρος υποστήριξε ότι οι αισθήσεις δεν εξαπατούν ποτέ τους ανθρώπους, αλλά ότι οι αισθήσεις μπορούν να παρερμηνευθούν. Ο Επίκουρος υποστήριξε ότι ο σκοπός κάθε γνώσης είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους να επιτύχουν την αταραξία. Δίδαξε ότι η γνώση μαθαίνεται μέσω των εμπειριών και όχι μέσω της έμφυτης τάσης και ότι η αποδοχή της θεμελιώδους αλήθειας των πραγμάτων που ένα άτομο αντιλαμβάνεται είναι απαραίτητη για την ηθική και πνευματική υγεία ενός ατόμου. Στην Επιστολή προς τον Πυθοκλή , δηλώνει, “Εάν ένα άτομο αντιδράσει στα ξεκάθαρα στοιχεία των αισθήσεών του, δεν θα μπορέσει ποτέ να μοιραστεί τη γνήσια γαλήνη.” Ο Επίκουρος θεωρούσε τα καλά αισθήματα ως την απόλυτη αυθεντία σε ζητήματα ηθικής και θεώρησε ότι το αν ένα άτομο αισθάνεται ότι μια πράξη είναι σωστή ή λάθος, αυτό είναι ένας πολύ πιο πειστικός οδηγός για το αν αυτή η πράξη είναι πραγματικά σωστή ή λάθος από ότι τα αφηρημένα αξιώματα, οι αυστηροί κωδικοποιημένοι κανόνες της ηθικής. ή ακόμα και ο ίδιος ο λόγος.
Ο Επίκουρος ανέφερε ότι κάθε κατάσταση που δεν είναι άμεσα αντίθετη με την ανθρώπινη αντίληψη έχει τη δυνατότητα να είναι αληθινή. Ωστόσο, οτιδήποτε είναι αντίθετη με την εμπειρία ενός ατόμου μπορεί να αποκλειστεί ως ψευδές. Οι Επικούρειοι συχνά χρησιμοποιούσαν αναλογίες με την καθημερινή εμπειρία για να υποστηρίξουν το επιχείρημά τους για τα λεγόμενα «ανεπαίσθητα», τα οποία περιλάμβαναν οτιδήποτε δεν μπορεί να αντιληφθεί ο άνθρωπος, όπως η κίνηση των ατόμων. Σύμφωνα με αυτήν την αρχή της μη αντίφασης, οι Επικούρειοι πίστευαν ότι τα γεγονότα στον φυσικό κόσμο μπορεί να έχουν πολλαπλές αιτίες που είναι όλες εξίσου πιθανές και δυνατές.
Για τη Φυσική
Η επικούρεια φυσική φιλοσοφία, έχει υψηλή διαχρονικότητα και ενδιαφέρον ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα. Χαρακτηρίζεται από τα κάτωθι:
α. Ατομικότητα: η ύπαρξη των ατόμων πρωτοαναφέρεται στη Δημοκρίτεια φιλοσοφία. Ο Επίκουρος θεωρούσε όμως ότι τα άτομα έχουν βάρος και εισήγαγε την παρέγκλιση από την ευθεία πορεία τους που επιτρέπει τη σύγκρουσή τους και συνεπώς την δημιουργία των κόσμων . Η ύλη είναι σύζευξη ατόμων και κενού.
β. Παρέγκλισις: είναι η τυχαία κίνηση των ατόμων του Επίκουρου από τροχιά σε τροχιά, που δημιουργεί και την ποικιλότητα στη φύση. Εντυπωσιακή κβαντική προσέγγιση.
γ. Τυχαιότητα: η επικούρεια φιλοσοφία άφηνε ανοιχτό το φαινόμενο της τυχαιότητος σε αντίθεση με τα αιτιοκρατικά και τελεολογικά αιτήματα των Πλατωνιστών και Αριστοτελικών. Επίσης σε αντίθεση με την χρήση της «αναγκαιότητος» του Δημόκριτου. Η αθεϊστική αυτή προσέγγιση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
δ. Υλισμός: θεωρεί υλική ακόμη και την ψυχή.
Ο Επίκουρος γράφει στην Επιστολή του προς τον Ηρόδοτο (όχι τον ιστορικό) ότι « τίποτα δεν προκύπτει ποτέ από το ανύπαρκτο», υποδεικνύοντας έτσι ότι όλα τα γεγονότα έχουν επομένως κάποια αιτία, ανεξάρτητα από το αν αυτές οι αιτίες είναι γνωστές ή άγνωστες.
Ομοίως, γράφει επίσης, ότι τίποτα δεν περνάει ποτέ στην ανυπαρξία (!σήμερα θα το λέγαμε για τα υποατομικά σωματίδια), γιατί, «αν ένα αντικείμενο που το είδαμε κάποια στιγμή, εκμηδενιζόταν εντελώς, τα πάντα στον κόσμο θα είχαν χαθεί, αφού αυτό στο οποίο θα διαλυόταν θα ήταν ανύπαρκτο.”
Γι’ αυτό δηλώνει: «Το σύνολο των πραγμάτων ήταν πάντα όπως είναι τώρα και θα παραμείνουν πάντα το ίδιο γιατί δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο θα μπορεί να μετατραπεί, καθώς δεν υπάρχει τίποτα έξω από το σύνολο που θα μπορούσε να παρεισφρήσει και να επηρεάσει την αλλαγή».
Όπως ο Δημόκριτος πριν από αυτόν, ο Επίκουρος δίδαξε ότι όλη η ύλη αποτελείται εξ ολοκλήρου από εξαιρετικά μικροσκοπικά σωματίδια που ονομάζονται «άτομα». Για τον Επίκουρο και τους οπαδούς του, η ύπαρξη ατόμων ήταν θέμα εμπειρικής παρατήρησης. Ο αφοσιωμένος οπαδός του Επίκουρου, ο Ρωμαίος ποιητής Λουκρήτιος, αναφέρει τη σταδιακή φθορά των δαχτυλιδιών από τη χρήση, τα αγάλματα από τα φιλιά, τις πέτρες από το νερό και τους δρόμους από το περπάτημα στο έργο του Περί της Φύσης των Πραγμάτων, ως απόδειξη για την ύπαρξη ατόμων ως μικροσκοπικών, ανεπαίσθητων σωματιδίων.
Επίσης, όπως ο Δημόκριτος, έτσι και ο Επίκουρος ήταν ένας υλιστής που δίδασκε ότι τα μόνα πράγματα που υπάρχουν είναι τα άτομα και το κενό. Το κενό εμφανίζεται σε οποιοδήποτε μέρος όπου δεν υπάρχουν άτομα. Ο Επίκουρος και οι οπαδοί του πίστευαν ότι τα άτομα και το κενό είναι και τα δύο άπειρα και ότι το σύμπαν είναι επομένως απεριόριστο. Στο Περί της Φύσης των Πραγμάτων, ο Λουκρήτιος υποστηρίζει αυτό το σημείο χρησιμοποιώντας το παράδειγμα ενός ανθρώπου που ρίχνει ένα ακόντιο στο θεωρητικό όριο ενός πεπερασμένου σύμπαντος. Δηλώνει έτσι ότι το ακόντιο πρέπει είτε να περάσει από την άκρη του σύμπαντος, οπότε δεν είναι πραγματικά ένα όριο, είτε πρέπει να μπλοκαριστεί από κάτι και να αποτραπεί από το να συνεχίσει την πορεία του, αλλά, αν συμβεί αυτό, τότε το αντικείμενο που το εμποδίζει πρέπει να είναι έξω από τα όρια του σύμπαντος. Ως αποτέλεσμα αυτής της πεποίθησης είναι ότι το σύμπαν και ο αριθμός των ατόμων σε αυτό είναι άπειροι, οπότε ο Επίκουρος και οι Επικούρειοι πίστευαν ότι πρέπει επίσης να υπάρχουν άπειροι κόσμοι μέσα στο σύμπαν.
Ο Επίκουρος δίδαξε ότι η κίνηση των ατόμων είναι σταθερή, αιώνια και χωρίς αρχή ή τέλος. Υποστήριξε ότι υπάρχουν δύο είδη κίνησης: η κίνηση των ατόμων και η κίνηση των ορατών αντικειμένων. Και τα δύο είδη κίνησης είναι αληθινές και όχι απατηλές. Ο Δημόκριτος είχε περιγράψει τα άτομα όχι μόνο ως αιώνια κινούμενα, αλλά και ως αιώνια που πετούν μέσα στο χώρο, που συγκρούονται, συνενώνονται και χωρίζουν το ένα από το άλλο όπως είναι απαραίτητο. Σε μια σπάνια απόκλιση από τη φυσική του Δημόκριτου, ο Επίκουρος έθεσε την ιδέα της ατομικής «κλίσης» (παρέγκλισις), μια από τις πιο γνωστές πρωτότυπες ιδέες του. Σύμφωνα με αυτήν την ιδέα, τα άτομα, καθώς ταξιδεύουν στο διάστημα, μπορεί να αποκλίνουν ελαφρώς από την πορεία που συνήθως αναμένεται να ακολουθήσουν. Ο λόγος του Επίκουρου για την εισαγωγή αυτού του δόγματος ήταν επειδή ήθελε να διατηρήσει τις έννοιες της ελεύθερης βούλησης και της ηθικής ευθύνης διατηρώντας παράλληλα το ντετερμινιστικό φυσικό μοντέλο του ατομισμού. Ο Λουκρήτιος το περιγράφει με αυτό τον τρόπο, λέγοντας: «Είναι αυτή η ελαφρά απόκλιση των αρχέγονων σωμάτων, σε απροσδιόριστους χρόνους και τόπους, που εμποδίζει το μυαλό ως τέτοιο να βιώνει έναν εσωτερικό καταναγκασμό να κάνει ό,τι κάνει και να αναγκάζεται να υπομείνει και να υποφέρει όπως ένας αιχμάλωτος αλυσοδεμένος».
Ο Επίκουρος ήταν ο πρώτος που επιβεβαίωσε την ανθρώπινη ελευθερία ως αποτέλεσμα του θεμελιώδους ντετερμινισμού στην κίνηση των ατόμων. Αυτό οδήγησε ορισμένους φιλοσόφους να πιστέψουν ότι, για τον Επίκουρο, η ελεύθερη βούληση προξενήθηκε απευθείας από τύχη. Στο έργο του, Περί της φύσης των πραγμάτων , ο Λουκρήτιος φαίνεται να το προτείνει αυτό στο πιο γνωστό απόσπασμα για τη θέση του Επίκουρου. Στην Επιστολή του προς τον Μενοικέα , ωστόσο, ο Επίκουρος ακολουθεί τον Αριστοτέλη και προσδιορίζει ξεκάθαρα τρεις πιθανές αιτίες: «κάποια πράγματα συμβαίνουν εξ ανάγκης, άλλα κατά τύχη, άλλα μέσω της δικής μας δράσης». Ο Αριστοτέλης είπε ότι κάποια πράγματα «εξαρτώνται από εμάς». Ο Επίκουρος συμφώνησε με τον Αριστοτέλη και είπε ότι σε αυτά τα τελευταία πράγματα συνδέονται φυσικά οι έπαινοι και οι κατηγορίες. Για τον Επίκουρο, η «εκτροπή» (παρέκκλιση) των ατόμων απλώς νίκησε τον ντετερμινισμό για να αφήσει χώρο για την αυτόνομη δράση.
Η αντιδικία με τους στωικούς
Όλοι οι μαθητές και φίλοι του Επίκουρου, αποτελούσαν σύλλογο με αρχηγό τον Επίκουρο, όμοιο μ΄ εκείνον των Πυθαγορείων, ενώ συνδέονταν με στενή φιλία μεταξύ τους χωρίς όμως, να έχουν κοινοκτημοσύνη, την οποία ο Επίκουρος δεν θεωρούσε αναγκαία, διότι κατά τη γνώμη του δήλωνε απιστία μάλλον παρά πίστη μεταξύ φίλων. Σ΄ αυτό το σύλλογο δεν συμμετείχαν μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες, όπως η Θεμίστα, η σύζυγος του Λεοντέα, που ήταν ερωμένη του Μητροδώρου πράγμα που τότε δεν ερχόταν σε αντίθεση με την ηθική αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας. Αυτή, όμως, η χαρούμενη σχέση του Επίκουρου και των φίλων του με εταίρες, η διδασκαλία του περί ηδονής, που παρανοήθηκε ή διαστρεβλώθηκε επίτηδες από μερικούς, καθώς και η καταφρόνηση που έδειχνε ο Επίκουρος και οι μαθητές του για τους σύγχρονους αλλά και και τους προγενέστερους φιλοσόφους, έδωσαν αφορμή, ιδιαίτερα στους στωικούς, να διαβάλουν τόσο τον ίδιο όσο και τη φιλοσοφία του με τον χειρότερο τρόπο.
Την ηθική των Επικουρείων κατηγόρησε αργότερα και ο Πλούταρχος στα συγγράμματά του Προς Κολώτην και ότι ουδέ ζην έστιν ηδέως κατ΄ Επίκουρον.
Η φυσιοκρατική θεωρία των Επικουρείων και η θεοκρατική διδασκαλία
Ο Επίκουρος και οι οπαδοί του παρουσιάστηκαν από τους χριστιανούς λόγιους ως κήρυκες και υποδείγματα ακολασίας και με τη σημασία αυτή διατηρήθηκε ο όρος επικουρισμός κατά τον Μεσαίωνα. Όμως, κατά τον 17ο αι. ο Γάλλος φιλόσοφος και θεολόγος Πιερ Γκασέντ προσέγγισε με άλλη ματιά τον επικουρισμό, προσπαθώντας να συνδυάσει τη φυσιοκρατική θεωρία των Επικουρείων με τη θεοκρατική διδασκαλία του χριστιανισμού. Η αντίθεση μεταξύ επικουρισμού και στωικισμού στο θέμα της θείας πρόνοιας, καθώς ο Επίκουρος αρνήθηκε κάθε θεία παρέμβαση στον κόσμο και κάθε τελολογική ερμηνεία, έδωσε αφορμή για την ανάπτυξη οξείας αντιδικίας εκείνη την εποχή. Ωστόσο, στους νεότερους χρόνους, η προσεκτική μελέτη των κειμένων και η επιστημονική αξιολόγηση αναζήτησαν και απέδωσαν στον επικουρισμό την πραγματική του θέση στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα.
Και η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, και ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.»
Γι΄ αυτό το λόγο ο Επίκουρος δεν έδινε σχεδόν καμιά σημασία στις εκτεταμένες θεωρητικές, γραμματικές, ιστορικές και μαθηματικές έρευνες, εφόσον δεν εξυπηρετούσαν το να ζει ο άνθρωπος ευτυχισμένος. Από την άλλη όμως, επειδή θεωρούσε ότι η κακοδαιμονία των ανθρώπων προέρχεται από την αμάθεια, τη δεισιδαιμονία, τις προλήψεις, τους φόβους και τις ελπίδες που γεννούν όλα αυτά στους ανθρώπους και επειδή θεωρούσε πως αιτία όλων αυτών είναι η άγνοια των φυσικών νόμων, πίστευε ότι το μόνο μέσο θεραπείας είναι η ορθή γνώση των νόμων που διέπουν τη φύση και τον άνθρωπο.
«Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, ενώ είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα.
Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα.
Και η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, και ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.»
Επιστημολογία
Ο Επίκουρος και οι οπαδοί του είχαν μια καλά ανεπτυγμένη γνωσιολογία, η οποία αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού τους με άλλες φιλοσοφικές σχολές. Ο Επίκουρος έγραψε μια πραγματεία με τίτλο Κανόνας, στην οποία εξήγησε τις μεθόδους έρευνας και τη θεωρία της γνώσης.
Αυτό το βιβλίο, ωστόσο, δεν έχει διασωθεί, ούτε κάποιο άλλο κείμενο που να εξηγεί πλήρως και ξεκάθαρα την Επικούρεια γνωσιολογία, αφήνοντας μόνο αναφορές αυτής της γνωσιολογίας από αρκετούς συγγραφείς για να την ανακατασκευάσουν. Ο Επίκουρος ήταν ένθερμος Εμπειριστής, πιστεύοντας ότι οι αισθήσεις είναι οι μόνες αξιόπιστες πηγές πληροφοριών για τον κόσμο. Απέρριψε την πλατωνική ιδέα του «Λόγου» ως αξιόπιστης πηγής γνώσης για τον κόσμο, εκτός από τις αισθήσεις και ήταν κάθετα αντίθετος με τους Πυρρωνιστές σκεπτικιστές καθώς και τους Πλατωνιστές (Ακαδημαϊκούς Σκεπτικιστές), οι οποίοι όχι μόνο αμφισβήτησαν την ικανότητα των αισθήσεων να παρέχουν ακριβή γνώση για τον κόσμο, αλλά και κατά πόσο είναι ακόμη δυνατό να γνωρίζουμε οτιδήποτε για τον κόσμο.
Ο Επίκουρος υποστήριξε ότι οι αισθήσεις δεν εξαπατούν ποτέ τους ανθρώπους, αλλά ότι οι αισθήσεις μπορούν να παρερμηνευθούν. Ο Επίκουρος υποστήριξε ότι ο σκοπός κάθε γνώσης είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους να επιτύχουν την αταραξία. Δίδαξε ότι η γνώση μαθαίνεται μέσω των εμπειριών και όχι μέσω της έμφυτης τάσης και ότι η αποδοχή της θεμελιώδους αλήθειας των πραγμάτων που ένα άτομο αντιλαμβάνεται είναι απαραίτητη για την ηθική και πνευματική υγεία ενός ατόμου. Στην Επιστολή προς τον Πυθοκλή , δηλώνει, “Εάν ένα άτομο αντιδράσει στα ξεκάθαρα στοιχεία των αισθήσεών του, δεν θα μπορέσει ποτέ να μοιραστεί τη γνήσια γαλήνη.” Ο Επίκουρος θεωρούσε τα καλά αισθήματα ως την απόλυτη αυθεντία σε ζητήματα ηθικής και θεώρησε ότι το αν ένα άτομο αισθάνεται ότι μια πράξη είναι σωστή ή λάθος, αυτό είναι ένας πολύ πιο πειστικός οδηγός για το αν αυτή η πράξη είναι πραγματικά σωστή ή λάθος από ότι τα αφηρημένα αξιώματα, οι αυστηροί κωδικοποιημένοι κανόνες της ηθικής. ή ακόμα και ο ίδιος ο λόγος.
Ο Επίκουρος ανέφερε ότι κάθε κατάσταση που δεν είναι άμεσα αντίθετη με την ανθρώπινη αντίληψη έχει τη δυνατότητα να είναι αληθινή. Ωστόσο, οτιδήποτε είναι αντίθετη με την εμπειρία ενός ατόμου μπορεί να αποκλειστεί ως ψευδές. Οι Επικούρειοι συχνά χρησιμοποιούσαν αναλογίες με την καθημερινή εμπειρία για να υποστηρίξουν το επιχείρημά τους για τα λεγόμενα «ανεπαίσθητα», τα οποία περιλάμβαναν οτιδήποτε δεν μπορεί να αντιληφθεί ο άνθρωπος, όπως η κίνηση των ατόμων. Σύμφωνα με αυτήν την αρχή της μη αντίφασης, οι Επικούρειοι πίστευαν ότι τα γεγονότα στον φυσικό κόσμο μπορεί να έχουν πολλαπλές αιτίες που είναι όλες εξίσου πιθανές και δυνατές.
Για τη Φυσική
Η επικούρεια φυσική φιλοσοφία, έχει υψηλή διαχρονικότητα και ενδιαφέρον ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα. Χαρακτηρίζεται από τα κάτωθι:
α. Ατομικότητα: η ύπαρξη των ατόμων πρωτοαναφέρεται στη Δημοκρίτεια φιλοσοφία. Ο Επίκουρος θεωρούσε όμως ότι τα άτομα έχουν βάρος και εισήγαγε την παρέγκλιση από την ευθεία πορεία τους που επιτρέπει τη σύγκρουσή τους και συνεπώς την δημιουργία των κόσμων . Η ύλη είναι σύζευξη ατόμων και κενού.
β. Παρέγκλισις: είναι η τυχαία κίνηση των ατόμων του Επίκουρου από τροχιά σε τροχιά, που δημιουργεί και την ποικιλότητα στη φύση. Εντυπωσιακή κβαντική προσέγγιση.
γ. Τυχαιότητα: η επικούρεια φιλοσοφία άφηνε ανοιχτό το φαινόμενο της τυχαιότητος σε αντίθεση με τα αιτιοκρατικά και τελεολογικά αιτήματα των Πλατωνιστών και Αριστοτελικών. Επίσης σε αντίθεση με την χρήση της «αναγκαιότητος» του Δημόκριτου. Η αθεϊστική αυτή προσέγγιση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
δ. Υλισμός: θεωρεί υλική ακόμη και την ψυχή.
Ο Επίκουρος γράφει στην Επιστολή του προς τον Ηρόδοτο (όχι τον ιστορικό) ότι « τίποτα δεν προκύπτει ποτέ από το ανύπαρκτο», υποδεικνύοντας έτσι ότι όλα τα γεγονότα έχουν επομένως κάποια αιτία, ανεξάρτητα από το αν αυτές οι αιτίες είναι γνωστές ή άγνωστες.
Ομοίως, γράφει επίσης, ότι τίποτα δεν περνάει ποτέ στην ανυπαρξία (!σήμερα θα το λέγαμε για τα υποατομικά σωματίδια), γιατί, «αν ένα αντικείμενο που το είδαμε κάποια στιγμή, εκμηδενιζόταν εντελώς, τα πάντα στον κόσμο θα είχαν χαθεί, αφού αυτό στο οποίο θα διαλυόταν θα ήταν ανύπαρκτο.”
Γι’ αυτό δηλώνει: «Το σύνολο των πραγμάτων ήταν πάντα όπως είναι τώρα και θα παραμείνουν πάντα το ίδιο γιατί δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο θα μπορεί να μετατραπεί, καθώς δεν υπάρχει τίποτα έξω από το σύνολο που θα μπορούσε να παρεισφρήσει και να επηρεάσει την αλλαγή».
Όπως ο Δημόκριτος πριν από αυτόν, ο Επίκουρος δίδαξε ότι όλη η ύλη αποτελείται εξ ολοκλήρου από εξαιρετικά μικροσκοπικά σωματίδια που ονομάζονται «άτομα». Για τον Επίκουρο και τους οπαδούς του, η ύπαρξη ατόμων ήταν θέμα εμπειρικής παρατήρησης. Ο αφοσιωμένος οπαδός του Επίκουρου, ο Ρωμαίος ποιητής Λουκρήτιος, αναφέρει τη σταδιακή φθορά των δαχτυλιδιών από τη χρήση, τα αγάλματα από τα φιλιά, τις πέτρες από το νερό και τους δρόμους από το περπάτημα στο έργο του Περί της Φύσης των Πραγμάτων, ως απόδειξη για την ύπαρξη ατόμων ως μικροσκοπικών, ανεπαίσθητων σωματιδίων.
Επίσης, όπως ο Δημόκριτος, έτσι και ο Επίκουρος ήταν ένας υλιστής που δίδασκε ότι τα μόνα πράγματα που υπάρχουν είναι τα άτομα και το κενό. Το κενό εμφανίζεται σε οποιοδήποτε μέρος όπου δεν υπάρχουν άτομα. Ο Επίκουρος και οι οπαδοί του πίστευαν ότι τα άτομα και το κενό είναι και τα δύο άπειρα και ότι το σύμπαν είναι επομένως απεριόριστο. Στο Περί της Φύσης των Πραγμάτων, ο Λουκρήτιος υποστηρίζει αυτό το σημείο χρησιμοποιώντας το παράδειγμα ενός ανθρώπου που ρίχνει ένα ακόντιο στο θεωρητικό όριο ενός πεπερασμένου σύμπαντος. Δηλώνει έτσι ότι το ακόντιο πρέπει είτε να περάσει από την άκρη του σύμπαντος, οπότε δεν είναι πραγματικά ένα όριο, είτε πρέπει να μπλοκαριστεί από κάτι και να αποτραπεί από το να συνεχίσει την πορεία του, αλλά, αν συμβεί αυτό, τότε το αντικείμενο που το εμποδίζει πρέπει να είναι έξω από τα όρια του σύμπαντος. Ως αποτέλεσμα αυτής της πεποίθησης είναι ότι το σύμπαν και ο αριθμός των ατόμων σε αυτό είναι άπειροι, οπότε ο Επίκουρος και οι Επικούρειοι πίστευαν ότι πρέπει επίσης να υπάρχουν άπειροι κόσμοι μέσα στο σύμπαν.
Ο Επίκουρος δίδαξε ότι η κίνηση των ατόμων είναι σταθερή, αιώνια και χωρίς αρχή ή τέλος. Υποστήριξε ότι υπάρχουν δύο είδη κίνησης: η κίνηση των ατόμων και η κίνηση των ορατών αντικειμένων. Και τα δύο είδη κίνησης είναι αληθινές και όχι απατηλές. Ο Δημόκριτος είχε περιγράψει τα άτομα όχι μόνο ως αιώνια κινούμενα, αλλά και ως αιώνια που πετούν μέσα στο χώρο, που συγκρούονται, συνενώνονται και χωρίζουν το ένα από το άλλο όπως είναι απαραίτητο. Σε μια σπάνια απόκλιση από τη φυσική του Δημόκριτου, ο Επίκουρος έθεσε την ιδέα της ατομικής «κλίσης» (παρέγκλισις), μια από τις πιο γνωστές πρωτότυπες ιδέες του. Σύμφωνα με αυτήν την ιδέα, τα άτομα, καθώς ταξιδεύουν στο διάστημα, μπορεί να αποκλίνουν ελαφρώς από την πορεία που συνήθως αναμένεται να ακολουθήσουν. Ο λόγος του Επίκουρου για την εισαγωγή αυτού του δόγματος ήταν επειδή ήθελε να διατηρήσει τις έννοιες της ελεύθερης βούλησης και της ηθικής ευθύνης διατηρώντας παράλληλα το ντετερμινιστικό φυσικό μοντέλο του ατομισμού. Ο Λουκρήτιος το περιγράφει με αυτό τον τρόπο, λέγοντας: «Είναι αυτή η ελαφρά απόκλιση των αρχέγονων σωμάτων, σε απροσδιόριστους χρόνους και τόπους, που εμποδίζει το μυαλό ως τέτοιο να βιώνει έναν εσωτερικό καταναγκασμό να κάνει ό,τι κάνει και να αναγκάζεται να υπομείνει και να υποφέρει όπως ένας αιχμάλωτος αλυσοδεμένος».
Ο Επίκουρος ήταν ο πρώτος που επιβεβαίωσε την ανθρώπινη ελευθερία ως αποτέλεσμα του θεμελιώδους ντετερμινισμού στην κίνηση των ατόμων. Αυτό οδήγησε ορισμένους φιλοσόφους να πιστέψουν ότι, για τον Επίκουρο, η ελεύθερη βούληση προξενήθηκε απευθείας από τύχη. Στο έργο του, Περί της φύσης των πραγμάτων , ο Λουκρήτιος φαίνεται να το προτείνει αυτό στο πιο γνωστό απόσπασμα για τη θέση του Επίκουρου. Στην Επιστολή του προς τον Μενοικέα , ωστόσο, ο Επίκουρος ακολουθεί τον Αριστοτέλη και προσδιορίζει ξεκάθαρα τρεις πιθανές αιτίες: «κάποια πράγματα συμβαίνουν εξ ανάγκης, άλλα κατά τύχη, άλλα μέσω της δικής μας δράσης». Ο Αριστοτέλης είπε ότι κάποια πράγματα «εξαρτώνται από εμάς». Ο Επίκουρος συμφώνησε με τον Αριστοτέλη και είπε ότι σε αυτά τα τελευταία πράγματα συνδέονται φυσικά οι έπαινοι και οι κατηγορίες. Για τον Επίκουρο, η «εκτροπή» (παρέκκλιση) των ατόμων απλώς νίκησε τον ντετερμινισμό για να αφήσει χώρο για την αυτόνομη δράση.
Η αντιδικία με τους στωικούς
Όλοι οι μαθητές και φίλοι του Επίκουρου, αποτελούσαν σύλλογο με αρχηγό τον Επίκουρο, όμοιο μ΄ εκείνον των Πυθαγορείων, ενώ συνδέονταν με στενή φιλία μεταξύ τους χωρίς όμως, να έχουν κοινοκτημοσύνη, την οποία ο Επίκουρος δεν θεωρούσε αναγκαία, διότι κατά τη γνώμη του δήλωνε απιστία μάλλον παρά πίστη μεταξύ φίλων. Σ΄ αυτό το σύλλογο δεν συμμετείχαν μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες, όπως η Θεμίστα, η σύζυγος του Λεοντέα, που ήταν ερωμένη του Μητροδώρου πράγμα που τότε δεν ερχόταν σε αντίθεση με την ηθική αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας. Αυτή, όμως, η χαρούμενη σχέση του Επίκουρου και των φίλων του με εταίρες, η διδασκαλία του περί ηδονής, που παρανοήθηκε ή διαστρεβλώθηκε επίτηδες από μερικούς, καθώς και η καταφρόνηση που έδειχνε ο Επίκουρος και οι μαθητές του για τους σύγχρονους αλλά και και τους προγενέστερους φιλοσόφους, έδωσαν αφορμή, ιδιαίτερα στους στωικούς, να διαβάλουν τόσο τον ίδιο όσο και τη φιλοσοφία του με τον χειρότερο τρόπο.
Την ηθική των Επικουρείων κατηγόρησε αργότερα και ο Πλούταρχος στα συγγράμματά του Προς Κολώτην και ότι ουδέ ζην έστιν ηδέως κατ΄ Επίκουρον.
Η φυσιοκρατική θεωρία των Επικουρείων και η θεοκρατική διδασκαλία
Ο Επίκουρος και οι οπαδοί του παρουσιάστηκαν από τους χριστιανούς λόγιους ως κήρυκες και υποδείγματα ακολασίας και με τη σημασία αυτή διατηρήθηκε ο όρος επικουρισμός κατά τον Μεσαίωνα. Όμως, κατά τον 17ο αι. ο Γάλλος φιλόσοφος και θεολόγος Πιερ Γκασέντ προσέγγισε με άλλη ματιά τον επικουρισμό, προσπαθώντας να συνδυάσει τη φυσιοκρατική θεωρία των Επικουρείων με τη θεοκρατική διδασκαλία του χριστιανισμού. Η αντίθεση μεταξύ επικουρισμού και στωικισμού στο θέμα της θείας πρόνοιας, καθώς ο Επίκουρος αρνήθηκε κάθε θεία παρέμβαση στον κόσμο και κάθε τελολογική ερμηνεία, έδωσε αφορμή για την ανάπτυξη οξείας αντιδικίας εκείνη την εποχή. Ωστόσο, στους νεότερους χρόνους, η προσεκτική μελέτη των κειμένων και η επιστημονική αξιολόγηση αναζήτησαν και απέδωσαν στον επικουρισμό την πραγματική του θέση στην ιστορία της φιλοσοφίας.
ΞΕΝΟΦΩΝ: Πώς είναι δυνατόν κάποιοι να μην μπορούν να ευδοκιμήσουν, ενώ διαθέτουν και γνώσεις και κεφάλαια;
Με τον πρώτο συνομιλητή του, ο μεγάλος φιλόσοφος, επιχειρεί να συνεξετάσει τι αποτελεί περιουσία και τι όχι.
Ο Κριτόβουλος φαίνεται να αναρωτιέται, λοιπόν, πώς είναι δυνατόν κάποιοι να μην μπορούν να ευδοκιμήσουν, ενώ διαθέτουν και γνώσεις και κεφάλαια. Ο Σωκράτης, τότε επισημαίνει ότι ο Κριτόβουλος αναφέρεται σε δούλους. Παρόλα αυτά ο συνομιλητής του επιμένει ότι μιλά για ελεύθερους ανθρώπους. Ο τρόπος που του απαντά ο φιλόσοφος έχει όπως φαίνεται διαχρονικό χαρακτήρα.
«Ξέρεις δα, ότι είναι πολύ κακά αφεντικά η κακία, η τεμπελιά, η μαλθακότητα της ψυχής και η αμέλεια. Υπάρχουν και μερικές δέσποινες, που προσποιούνται ότι είναι ηδονές. Οι κυβείες και οι ανώφελες συναναστροφές με ανθρώπους, που καθώς περνάει ο καιρός, γίνεται φανερό ακόμη και στους εξαπατημένους ότι είναι ουσία λύπες που φορούν το προκάλυμμα της ηδονής, τους εμποδίζουν να κάνουν έργα ωφέλιμα και τους εξουσιάζουν. Αυτοί που επινοούν τρόπους να κερδίσουν εύκολα χρήματα είναι δούλοι πολύ σκληρών αφεντικών: της λαιμαργίας, της ασέλγειας της μέθης, δούλοι ανόητων και δαπανηρών φιλοδοξιών. Όλα αυτά τα κακά τους κυριεύουν, κι όσο τους βλέπουν να εργάζονται ακμαίοι και δυνατοί, τους παρασύρουν και τους κάνουν να ξοδεύουν όσα βγάζουν από την εργασία τους προκειμένου να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους».
Φτάνουν λοιπόν, οι δύο συνομιλητές, ο Σωκράτης και ο Κριτόβουλος, να συμφωνούν ότι κάτι γίνεται περιουσία μας, μόνο αν γνωρίζουμε πώς να το χρησιμοποιούμε.
Ο Κριτόβουλος φαίνεται να αναρωτιέται, λοιπόν, πώς είναι δυνατόν κάποιοι να μην μπορούν να ευδοκιμήσουν, ενώ διαθέτουν και γνώσεις και κεφάλαια. Ο Σωκράτης, τότε επισημαίνει ότι ο Κριτόβουλος αναφέρεται σε δούλους. Παρόλα αυτά ο συνομιλητής του επιμένει ότι μιλά για ελεύθερους ανθρώπους. Ο τρόπος που του απαντά ο φιλόσοφος έχει όπως φαίνεται διαχρονικό χαρακτήρα.
«Ξέρεις δα, ότι είναι πολύ κακά αφεντικά η κακία, η τεμπελιά, η μαλθακότητα της ψυχής και η αμέλεια. Υπάρχουν και μερικές δέσποινες, που προσποιούνται ότι είναι ηδονές. Οι κυβείες και οι ανώφελες συναναστροφές με ανθρώπους, που καθώς περνάει ο καιρός, γίνεται φανερό ακόμη και στους εξαπατημένους ότι είναι ουσία λύπες που φορούν το προκάλυμμα της ηδονής, τους εμποδίζουν να κάνουν έργα ωφέλιμα και τους εξουσιάζουν. Αυτοί που επινοούν τρόπους να κερδίσουν εύκολα χρήματα είναι δούλοι πολύ σκληρών αφεντικών: της λαιμαργίας, της ασέλγειας της μέθης, δούλοι ανόητων και δαπανηρών φιλοδοξιών. Όλα αυτά τα κακά τους κυριεύουν, κι όσο τους βλέπουν να εργάζονται ακμαίοι και δυνατοί, τους παρασύρουν και τους κάνουν να ξοδεύουν όσα βγάζουν από την εργασία τους προκειμένου να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους».
Φτάνουν λοιπόν, οι δύο συνομιλητές, ο Σωκράτης και ο Κριτόβουλος, να συμφωνούν ότι κάτι γίνεται περιουσία μας, μόνο αν γνωρίζουμε πώς να το χρησιμοποιούμε.
Γιατί δραπετεύουμε από τις σχέσεις;
Για τους περισσότερους ανθρώπους, οι σχέσεις είναι ένα αρκετά εύκολο πράγμα. Έρχονται τόσο φυσικά στη ζωή όσο η αναπνοή ή το φαγητό. Για μερικούς, ωστόσο, οι σχέσεις δεν είναι τόσο εύκολες. Στην πραγματικότητα, παρουσιάζουν μια τέτοια πρόκληση για το άτομο, που ένα άτομο μπορεί να έχει άγχος, φόβο ή να υποφέρει από «φοβία δέσμευσης».
Τα ζητήματα δέσμευσης στις σχέσεις δεν είναι κάτι νέο. Αλλά η κατανόησή μας για το πώς ο φόβος της δέσμευσης σε μερικούς ανθρώπους μπορεί να τους παραλύσει έχει αυξηθεί. Και ενώ δεν θα βρείτε τη «φοβία δέσμευσης» σε κανένα εγχειρίδιο ψυχολογίας, είναι μια πολύ πραγματική εμπειρία άγχους και φόβου.
Τα άτομα με προβλήματα δέσμευσης συνήθως δεν δημιουργούν μακροχρόνιες σχέσεις πέραν κάποιων εβδομάδων η μηνών η ακόμα και αν είναι με κάποιο πρόσωπο για ικανό χρονικό διάστημα μόλις η σχέση εξελιχθεί σε κάτι βαθύτερο και ουσιαστικό επιλέγουν να αποδράσουν γιατί οι φόβοι τους αναβιώνουν.
Ποια είναι τα σημάδια φόβου δέσμευσης;
-Άρνηση στο να κάνουν σχέδια για το μέλλον. Τα άτομα αυτά επειδή γνωρίζουν ότι τα πρόσωπα με τα οποία σχετίζονται δεν θα είναι για πολύ καιρό στη ζωή τους αγχώνονται με την ιδέα ότι θα πρέπει να προγραμματίσουν το μέλλον τους με το άτομο με το οποίο είναι μαζί στη δεδομένη στιγμή.
-Επιλέγουν να έχουν περιστασιακές σχέσεις. Η ερωτική τους ζωή χαρακτηρίζεται από αρκετές σύντομες και όχι και μακροχρόνιες σχέσεις .Όταν περάσει η περίοδος του μέλιτος συνήθως φεύγουν γιατί φοβούνται να δεσμευτούν και να προσπαθήσουν με αμοιβαίους συμβιβασμούς για μια πιο ουσιαστική σχέση. Σπανίως αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη διάλυση του δεσμού τους γιατί δεν θέλουν να χρεωθούν την ευθύνη του χωρισμού.
-Αποφεύγουν να χρησιμοποιούν λεξιλόγιο που υποδηλώνει δέσμευση. Για παράδειγμα δεν αποκαλούν το σύντροφο τους «το αγόρι μου» ή το «το κορίτσι μου» και επιδιώκουν να συναναστρέφονται με άτομα που έχουν ελεύθερη σχέση.
-Γοητεύονται από άτομα μη διαθέσιμα. Για παράδειγμα μπορεί να ενδιαφέρονται για ένα άτομο που έχει ήδη σοβαρή σχέση ή που σε αυτή τη περίοδο της ζωής του δεν είναι έτοιμο να δεσμευτεί για ποικίλους λόγους.
-Είναι υπερβολικά επιλεκτικοί στις επιλογές τους. Αναζητούν την «τέλεια σχέση» . Οι υπερβολικές προσδοκίες τους λειτουργούν σαν ασπίδα στο φόβο δέσμευσης γιατί με αυτό το πρόσχημα εύκολα απομακρύνονται.
-Αισθάνονται παγιδευμένοι όταν ο σύντροφος τους δείχνει σημάδια συναισθηματικής δέσμευσης. Για παράδειγμα όταν για πρώτη φορά ομολογήσει την αγάπη του μπορεί να νιώσουν ευτυχισμένοι σε πρώτο επίπεδο αργότερα όμως νιώθουν ανήσυχοι και φοβούνται για το τι θα επακολουθήσει μετά.
-Διερωτώνται συνεχώς για το μέλλον της σχέσης. Μερικές συχνές ερωτήσεις που κάνουν στον εαυτό τους είναι οι εξής :«με αγαπάει ειλικρινά;», «τι θα συμβεί μετά από μερικούς μήνες;», «είμαι έτοιμη για αυτό το βήμα;», «θέλω να πετύχει η σχέση;». Είναι απόλυτα φυσιολογικό να έχει κάποιους προβληματισμούς για το μέλλον μιας γνωριμίας όταν όμως τα ερωτήματα αυτά επαναλαμβάνονται εμμονικά δημιουργώντας συναισθηματική αγωνία τότε πιθανόν να υποκρύπτεται φόβος δέσμευσης.
Ποια είναι τα αίτια φόβου δέσμευσης;
-Προβλήματα συναισθηματικού δεσμού στο οικογενειακό περιβάλλον. Απαραίτητη προϋπόθεση για να δημιουργήσουμε σαν ενήλικες μια υγιή σχέση όπου θα νιώθουμε ευτυχισμένοι και ασφαλείς είναι σαν παιδιά να έχουμε μεγαλώσει σε ένα αντίστοιχο οικογενειακό περιβάλλον. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει κατά τη παιδική και εφηβική μας ηλικία έστω και ένας ενήλικας τον οποίο να εμπιστευόμαστε γιατί νιώθουμε ότι θα μας αγαπάει και θα μας φροντίζει ότι και αν συμβεί.
-Χαμηλή η ασταθή αυτοεκτίμηση. Ένα άτομο που θεωρεί ότι δεν αξίζει ή ότι δεν είναι ικανό να καταφέρει οτιδήποτε είναι πιθανόν να φοβάται τη δέσμευση γιατί ήδη θεωρεί ότι η σχέση του θα αποτύχει.
-Παιδικό τραύμα. Τα παιδικά τραύματα δημιουργούν αισθήματα δυσπιστίας και καχυποψίας με αποτέλεσμα το άτομο να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί όσους τον προσεγγίζουν. Παιδικό τραύμα θεωρείται ότι αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλος ενός παιδιού σαν τραυματική εμπειρία και όχι ο εγκέφαλος ενός ενήλικα. Για παράδειγμα αν οι γονείς για κάποιο λόγο αφήσουν το παιδί στους παππούδες για αρκετό χρονικό διάστημα αυτό το γεγονός ένας ενήλικας μπορεί να το εκλογικεύσει όχι όμως και ένα μικρό παιδί που μπορεί να το έχει βιώσει ως εγκατάλειψη.
-Αρνητικές πυρηνικές πεποιθήσεις. Πυρηνικές πεποιθήσεις είναι τα πιστεύω που έχουμε για τον εαυτό μας , για τους άλλους αλλά και την κοινωνία στην οποία ζούμε. Ένα άτομο με δυσκολία δέσμευσης μπορεί να πιστεύει τα εξής: «δεν είμαι άξιος να αγαπηθώ», «η αγάπη είναι επικίνδυνη», «αν δεσμευτώ σε κάτι στο τέλος θα αποτύχει ».
-Προηγούμενες σχέσεις. Αν οι προηγούμενες σχέσεις ήταν τραυματικές είναι πιθανόν να δημιουργηθεί φόβος δέσμευσης με αποτέλεσμα ένα άτομο να επιλέγει μόνο επιφανειακές ή σεξουαλικές σχέσεις.
Πως να διαχειριστείτε το φόβο δέσμευσης;
-Επιλέξτε σχέσεις που βασίζονται στην ελευθερία. Καμία σχέση δεν μπορεί να εξελιχθεί αν βασίζεται στον έλεγχο και στη καταπίεση. Είναι σημαντικό να έχετε τη δυνατότητα να ασχολείστε με οτι σας ικανοποιεί ακόμα και όταν είστε με το σύντροφο σας.
-Να είστε ειλικρινείς. Είναι σημαντικό να εξηγήσετε στο σύντροφο σας τι χρειάζεστε για να είστε ευτυχισμένοι ακόμα και αν αυτό είναι η ανεξαρτησία σας.
-Ανακαλύψτε τις βαθύτερες αιτίες του φόβου σας. Υπάρχουν ποικίλα αίτια που οδηγούν στο φόβο δέσμευσης. Αν εστιάσετε στο να τα διερευνήσετε τότε μόνο θα μπορέσετε να αποφασίσετε αν φόβος σας είναι βάσιμος ή όχι.
-Αντιμετωπίστε το φόβο σας. Αν αφήσετε τους φόβους σας να ορίσουν το πως θα ζήσετε τότε δεν θα έχετε ελεύθερη βούληση γιατί οι ανασφάλειες σας θα ορίζουν τις αποφάσεις σας.
-Δεσμευτείτε με κάποιον που μοιράζεστε τις ίδιες αξίες και τις ίδιες αντιλήψεις για τη σχέση.
-Επιλέξτε να συναναστρέφεστε με άτομα που έχουν υγιείς σχέσεις. Αν έχετε στο περιβάλλον σας άτομα που είναι ευτυχισμένα με τους συντρόφους τους υπάρχει πιθανότητα να σας προβληματίσει η διαφορετική αυτή οπτική και αυτό μπορεί να σας κινητοποιήσει να διαχειριστείτε το φόβο σας.
-Σκεφτείτε τα πλεονεκτήματα μιας σχέσης. Μια ουσιαστική σχέση δίνει στη ζωή σας ένα σκοπό και ένα νόημα που σας ολοκληρώνει. Μην αφήνετε το φόβο σας να κυριαρχήσει και να καθορίζει το πως θα ζήσετε.
Ο φόβος δέσμευσης είναι ένας σημαντικός παράγοντας που μπορεί να παρεμποδίσει την ολοκλήρωση και την ευτυχία του ατόμου. Οι μακροχρόνιες σχέσεις μπορεί να μην ταιριάζουν σε όλους σίγουρα όμως ταιριάζουν στους περισσότερους. Διαχειριστείτε τους φόβους σας, αναγνωρίστε την πραγματική σας αξία και μη φοβάστε να εκτεθείτε χάνοντας ουσιαστικές εμπειρίες.
Τα ζητήματα δέσμευσης στις σχέσεις δεν είναι κάτι νέο. Αλλά η κατανόησή μας για το πώς ο φόβος της δέσμευσης σε μερικούς ανθρώπους μπορεί να τους παραλύσει έχει αυξηθεί. Και ενώ δεν θα βρείτε τη «φοβία δέσμευσης» σε κανένα εγχειρίδιο ψυχολογίας, είναι μια πολύ πραγματική εμπειρία άγχους και φόβου.
Τα άτομα με προβλήματα δέσμευσης συνήθως δεν δημιουργούν μακροχρόνιες σχέσεις πέραν κάποιων εβδομάδων η μηνών η ακόμα και αν είναι με κάποιο πρόσωπο για ικανό χρονικό διάστημα μόλις η σχέση εξελιχθεί σε κάτι βαθύτερο και ουσιαστικό επιλέγουν να αποδράσουν γιατί οι φόβοι τους αναβιώνουν.
Ποια είναι τα σημάδια φόβου δέσμευσης;
-Άρνηση στο να κάνουν σχέδια για το μέλλον. Τα άτομα αυτά επειδή γνωρίζουν ότι τα πρόσωπα με τα οποία σχετίζονται δεν θα είναι για πολύ καιρό στη ζωή τους αγχώνονται με την ιδέα ότι θα πρέπει να προγραμματίσουν το μέλλον τους με το άτομο με το οποίο είναι μαζί στη δεδομένη στιγμή.
-Επιλέγουν να έχουν περιστασιακές σχέσεις. Η ερωτική τους ζωή χαρακτηρίζεται από αρκετές σύντομες και όχι και μακροχρόνιες σχέσεις .Όταν περάσει η περίοδος του μέλιτος συνήθως φεύγουν γιατί φοβούνται να δεσμευτούν και να προσπαθήσουν με αμοιβαίους συμβιβασμούς για μια πιο ουσιαστική σχέση. Σπανίως αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη διάλυση του δεσμού τους γιατί δεν θέλουν να χρεωθούν την ευθύνη του χωρισμού.
-Αποφεύγουν να χρησιμοποιούν λεξιλόγιο που υποδηλώνει δέσμευση. Για παράδειγμα δεν αποκαλούν το σύντροφο τους «το αγόρι μου» ή το «το κορίτσι μου» και επιδιώκουν να συναναστρέφονται με άτομα που έχουν ελεύθερη σχέση.
-Γοητεύονται από άτομα μη διαθέσιμα. Για παράδειγμα μπορεί να ενδιαφέρονται για ένα άτομο που έχει ήδη σοβαρή σχέση ή που σε αυτή τη περίοδο της ζωής του δεν είναι έτοιμο να δεσμευτεί για ποικίλους λόγους.
-Είναι υπερβολικά επιλεκτικοί στις επιλογές τους. Αναζητούν την «τέλεια σχέση» . Οι υπερβολικές προσδοκίες τους λειτουργούν σαν ασπίδα στο φόβο δέσμευσης γιατί με αυτό το πρόσχημα εύκολα απομακρύνονται.
-Αισθάνονται παγιδευμένοι όταν ο σύντροφος τους δείχνει σημάδια συναισθηματικής δέσμευσης. Για παράδειγμα όταν για πρώτη φορά ομολογήσει την αγάπη του μπορεί να νιώσουν ευτυχισμένοι σε πρώτο επίπεδο αργότερα όμως νιώθουν ανήσυχοι και φοβούνται για το τι θα επακολουθήσει μετά.
-Διερωτώνται συνεχώς για το μέλλον της σχέσης. Μερικές συχνές ερωτήσεις που κάνουν στον εαυτό τους είναι οι εξής :«με αγαπάει ειλικρινά;», «τι θα συμβεί μετά από μερικούς μήνες;», «είμαι έτοιμη για αυτό το βήμα;», «θέλω να πετύχει η σχέση;». Είναι απόλυτα φυσιολογικό να έχει κάποιους προβληματισμούς για το μέλλον μιας γνωριμίας όταν όμως τα ερωτήματα αυτά επαναλαμβάνονται εμμονικά δημιουργώντας συναισθηματική αγωνία τότε πιθανόν να υποκρύπτεται φόβος δέσμευσης.
Ποια είναι τα αίτια φόβου δέσμευσης;
-Προβλήματα συναισθηματικού δεσμού στο οικογενειακό περιβάλλον. Απαραίτητη προϋπόθεση για να δημιουργήσουμε σαν ενήλικες μια υγιή σχέση όπου θα νιώθουμε ευτυχισμένοι και ασφαλείς είναι σαν παιδιά να έχουμε μεγαλώσει σε ένα αντίστοιχο οικογενειακό περιβάλλον. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει κατά τη παιδική και εφηβική μας ηλικία έστω και ένας ενήλικας τον οποίο να εμπιστευόμαστε γιατί νιώθουμε ότι θα μας αγαπάει και θα μας φροντίζει ότι και αν συμβεί.
-Χαμηλή η ασταθή αυτοεκτίμηση. Ένα άτομο που θεωρεί ότι δεν αξίζει ή ότι δεν είναι ικανό να καταφέρει οτιδήποτε είναι πιθανόν να φοβάται τη δέσμευση γιατί ήδη θεωρεί ότι η σχέση του θα αποτύχει.
-Παιδικό τραύμα. Τα παιδικά τραύματα δημιουργούν αισθήματα δυσπιστίας και καχυποψίας με αποτέλεσμα το άτομο να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί όσους τον προσεγγίζουν. Παιδικό τραύμα θεωρείται ότι αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλος ενός παιδιού σαν τραυματική εμπειρία και όχι ο εγκέφαλος ενός ενήλικα. Για παράδειγμα αν οι γονείς για κάποιο λόγο αφήσουν το παιδί στους παππούδες για αρκετό χρονικό διάστημα αυτό το γεγονός ένας ενήλικας μπορεί να το εκλογικεύσει όχι όμως και ένα μικρό παιδί που μπορεί να το έχει βιώσει ως εγκατάλειψη.
-Αρνητικές πυρηνικές πεποιθήσεις. Πυρηνικές πεποιθήσεις είναι τα πιστεύω που έχουμε για τον εαυτό μας , για τους άλλους αλλά και την κοινωνία στην οποία ζούμε. Ένα άτομο με δυσκολία δέσμευσης μπορεί να πιστεύει τα εξής: «δεν είμαι άξιος να αγαπηθώ», «η αγάπη είναι επικίνδυνη», «αν δεσμευτώ σε κάτι στο τέλος θα αποτύχει ».
-Προηγούμενες σχέσεις. Αν οι προηγούμενες σχέσεις ήταν τραυματικές είναι πιθανόν να δημιουργηθεί φόβος δέσμευσης με αποτέλεσμα ένα άτομο να επιλέγει μόνο επιφανειακές ή σεξουαλικές σχέσεις.
Πως να διαχειριστείτε το φόβο δέσμευσης;
-Επιλέξτε σχέσεις που βασίζονται στην ελευθερία. Καμία σχέση δεν μπορεί να εξελιχθεί αν βασίζεται στον έλεγχο και στη καταπίεση. Είναι σημαντικό να έχετε τη δυνατότητα να ασχολείστε με οτι σας ικανοποιεί ακόμα και όταν είστε με το σύντροφο σας.
-Να είστε ειλικρινείς. Είναι σημαντικό να εξηγήσετε στο σύντροφο σας τι χρειάζεστε για να είστε ευτυχισμένοι ακόμα και αν αυτό είναι η ανεξαρτησία σας.
-Ανακαλύψτε τις βαθύτερες αιτίες του φόβου σας. Υπάρχουν ποικίλα αίτια που οδηγούν στο φόβο δέσμευσης. Αν εστιάσετε στο να τα διερευνήσετε τότε μόνο θα μπορέσετε να αποφασίσετε αν φόβος σας είναι βάσιμος ή όχι.
-Αντιμετωπίστε το φόβο σας. Αν αφήσετε τους φόβους σας να ορίσουν το πως θα ζήσετε τότε δεν θα έχετε ελεύθερη βούληση γιατί οι ανασφάλειες σας θα ορίζουν τις αποφάσεις σας.
-Δεσμευτείτε με κάποιον που μοιράζεστε τις ίδιες αξίες και τις ίδιες αντιλήψεις για τη σχέση.
-Επιλέξτε να συναναστρέφεστε με άτομα που έχουν υγιείς σχέσεις. Αν έχετε στο περιβάλλον σας άτομα που είναι ευτυχισμένα με τους συντρόφους τους υπάρχει πιθανότητα να σας προβληματίσει η διαφορετική αυτή οπτική και αυτό μπορεί να σας κινητοποιήσει να διαχειριστείτε το φόβο σας.
-Σκεφτείτε τα πλεονεκτήματα μιας σχέσης. Μια ουσιαστική σχέση δίνει στη ζωή σας ένα σκοπό και ένα νόημα που σας ολοκληρώνει. Μην αφήνετε το φόβο σας να κυριαρχήσει και να καθορίζει το πως θα ζήσετε.
Ο φόβος δέσμευσης είναι ένας σημαντικός παράγοντας που μπορεί να παρεμποδίσει την ολοκλήρωση και την ευτυχία του ατόμου. Οι μακροχρόνιες σχέσεις μπορεί να μην ταιριάζουν σε όλους σίγουρα όμως ταιριάζουν στους περισσότερους. Διαχειριστείτε τους φόβους σας, αναγνωρίστε την πραγματική σας αξία και μη φοβάστε να εκτεθείτε χάνοντας ουσιαστικές εμπειρίες.
Η επιστήμη και η ψυχολογία του γαλλικού φιλιού
Το γαλλικό φιλί θεωρείται ευρέως ως το πιο παθιασμένο, οικείο και ερωτικό στυλ ενός φιλιού. Αλλά για σταματήστε. Μήπως είναι κάπως αηδιαστικό;. Εξάλλου, το ανθρώπινο στόμα φιλοξενεί ίσως 1.000 διαφορετικούς τύπους μικροβίων και οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι 80 εκατομμύρια βακτήρια ανταλλάσσονται σε ένα φιλί 10 δευτερολέπτων. Γιατί λοιπόν κάποιος να θέλει να γευτεί τη “βρώμικη” γλώσσα κάποιου άλλου;
Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, τα φιλιά ξεκίνησαν πριν από εκατομμύρια χρόνια ως αποτέλεσμα της σίτισης από στόμα σε στόμα, με τις μητέρες των θηλαστικών να μασούν την τροφή και στη συνέχεια να τη «βάζουν» στο στόμα των μικρών τους.
Από εκεί οι άνθρωποι έμαθαν επίσης και το φιλί. Ωστόσο, αν αυτό είναι αλήθεια και ήταν έμφυτο, τότε γιατί δεν φιλιούνται όλοι οι άνθρωποι; Γνωρίζουμε ότι πολλές πολιτιστικές ομάδες δεν φιλιούνταν ποτέ και δεν ήξεραν τίποτα γι' αυτό μέχρι να τους το μάθουν άλλοι.
Ενώ η πραγματική προέλευση του φιλιού παραμένει μυστήριο, οι ιστορικοί έχουν βρει στην Ινδία τις παλαιότερες αναφορές στην πρώιμη πρακτική του φιλιού. Χρονολογούνται από το 1500 π.Χ., και περιγράφουν το έθιμο να τρίβουν και να πιέζουν τις μύτες μεταξύ τους. Τελικά, κάποιοι ακούμπησαν τα χείλη τους και διαπίστωσαν ότι τα χείλη ήταν πολύ ευαίσθητα και το βρήκαν ευχάριστο. Αυτή είναι μια θεωρία για το πώς ξεκίνησε το φιλί.
Περίπου 500 χρόνια αργότερα, το επικό ποίημα Mahabharata περιείχε αναφορές στο φιλί των χειλιών.
Η ιστορική αναφορά συνεχίζεται με το Κάμα Σούτρα, ένα κλασικό κείμενο για την ερωτική επαφή που γράφτηκε στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ., όπου αφθονούν οι περιγραφές της τεχνικής των φιλιών.
Γύρω στο 326 π.Χ., τα φιλιά άρχισαν να διαδίδονται και έξω από την Ινδία, χάρη στα κατακτητικά στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έμαθαν για το φιλί από τους Ινδούς. Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, ο στρατός του χωρίστηκε πηγαίνοντας σε διάφορες περιοχές της Μέσης Ανατολής.
Σε ένα γαλλικό φιλί, τα όρια ανάμεσα σε εσάς και τον σύντροφό σας γίνονται θολά. Περιλαμβάνει διείσδυση και δεκτικότητα, ευαλωτότητα και διεκδίκηση. Είναι ένας απλός, παιχνιδιάρικος τρόπος για να δοκιμάσετε τη διαπροσωπική χημεία και τη φυσική συμβατότητα. Παρακάτω, θα βρείτε μια λίστα με τους λόγους για τους οποίους αρέσει τόσο πολύ στους ανθρώπους.
1. Επειδή αισθάνονται καλά και οι δύο
Τα χείλη είναι η μεγαλύτερη «εκτεθειμένη» ερωτογενής ζώνη σας (εκτός των γεννητικών οργάνων). Επειδή το στόμα ορισμένων ανθρώπων έχει ακόμη περισσότερες νευρικές απολήξεις από τις άκρες των δακτύλων τους, μπορεί να λάβουν ακόμη περισσότερες πληροφορίες και ευχαρίστηση από το φιλί από ό,τι από άλλα είδη αγγίγματος. Και όχι μόνο υπάρχει τεράστια συγκέντρωση νευρικών απολήξεων στα χείλη σας, αλλά τα χείλη έχουν επίσης ένα από τα πιο λεπτά στρώματα δέρματος στο σώμα. Αυτό σημαίνει μία επιπλέον, ενισχυμένη αίσθηση.
Το φιλί διεγείρει επίσης την απελευθέρωση ορμονών στον εγκέφαλο – ντοπαμίνη, ενδορφίνες και ωκυτοκίνη – που προάγουν την προσκόλληση, την ευτυχία, την ευχαρίστηση, τη χαλάρωση και το δέσιμο. Ως φάρμακο, αν είχε ετικέτα, ένα φιλί μπορεί να υπερηφανεύεται για έναν μακρύ κατάλογο θετικών —και σχετικά λίγων αρνητικών— παρενεργειών.
Έτσι, είτε το φιλί είναι σκληρό, απαλό, γλιστερό ή διεισδυτικό, φωτίζει αυτούς τους υποδοχείς του εγκεφάλου σας σαν ένα τζάκποτ σε έναν κουλοχέρη. Στην πραγματικότητα ακόμη και η πιο ελαφριά διέγερση στα χείλη μπορεί να δεσμεύσει περισσότερο τον εγκέφαλο από ό,τι η γεννητική διέγερση.
2. Επειδή σας δίνει πολλές πληροφορίες για τον σύντροφό σας
Μπορείτε να μάθετε πολλά για ένα άτομο με ένα γαλλικό φιλί. Ένα φιλί μπορεί να προσφέρει διερευνητική, απτή εικόνα για το πώς είναι πραγματικά ο σύντροφός σας μέσα του: παιχνιδιάρικο, επιθετικό, τολμηρό, διστακτικό, περίεργο, δημιουργικό, με κατανόηση, ένα φιλί μπορεί να σας πει χίλιες λέξεις. Είναι σαν να γεύεσαι την ουσία ενός άλλου ανθρώπου . Ένα γαλλικό φιλί μπορεί να είναι ένα αρκετά γρήγορο και ακριβές τεστ για να δείτε εάν υπάρχει κάποια συμβατότητα – φυσική, διαπροσωπική ή χημική – μεταξύ σας.
Κατά τη διάρκεια ενός φιλιού, μαθαίνετε πολλά μέσω της μυρωδιάς, της αφής και της γεύσης του συντρόφου σας. Ένα γαλλικό φιλί περιλαμβάνει τόσους πολλούς διαφορετικούς τύπους κυττάρων υποδοχέα—οσφρητικό μέσω της μύτης, αφή μέσω των απτικών σωματιδίων του δέρματος, γεύση μέσω της γλώσσας. Για να μην αναφέρουμε όλα τα πράγματα που κάνουν τα άλλα μέρη του σώματός σας κατά τη διάρκεια του φιλιού. Και οι περισσότεροι τύποι υποδοχέων που εμπλέκονται, σε συνδυασμό με τον αριθμό των ενεργοποιημένων κυττάρων υποδοχέων, χρησιμεύουν για να αυξήσουν και να ενισχύσουν την κορυφή της ευαισθησίας που επιτυγχάνεται σε ένα γαλλικό φιλί.
Μια μελέτη του 2017 υποδηλώνει ότι τα θηλυκά μπορεί να είναι περισσότερο διατεθειμένα από τα αρσενικά να χρησιμοποιούν το φιλί ως μέσο αξιολόγησης της συμβατότητας του συντρόφου και για την έναρξη, τη διατήρηση και τη μέτρηση της τρέχουσας κατάστασης μιας σχέσης. Με άλλα λόγια, για πολλές γυναίκες ένα φιλί μπορεί να είναι μία δοκιμασία.
Τι μπορείς να μάθεις λοιπόν από ένα φιλί;
Υγιεινή: Ένα φιλί αποκαλύπτει από κοντά βασικά στοιχεία για την προσωπική σας υγιεινή, όπως λούζεστε και βουρτσίζετε τακτικά τα δόντια σας;
Γεύση: Εάν το φιλί σας είναι καλό, μπορεί να είναι σημάδι συμβατότητας και σίγουρα είναι ένας παράγοντας στην απόφασή σας να φιλήσετε ξανά.
Βιολογική συμβατότητα: Όταν μοιραζόμαστε σάλιο, ορμονικές και βιολογικές πληροφορίες περνούν πέρα δώθε, χημικές ενδείξεις που λειτουργούν σε υποσυνείδητο επίπεδο για να προειδοποιήσουν και να αξιολογήσουν τη βιολογική συμβατότητα.
Προσωπικότητα: Μπορείτε να πάρετε πολλές πληροφορίες για το στυλ προσωπικότητας του συντρόφου σας από το πώς φιλιούνται.
Διάθεση ή πρόθεση: Μέσω της γλώσσας του σώματος, μπορείτε να μετρήσετε πολλά για τους λόγους και την πρόθεση κάθε φιλιού για φιλί. Για παράδειγμα, η ταχύτητα και το θράσος τους μπορεί να λένε κάτι για το πόσο σοβαρά σας παίρνουν και πόσο χρόνο είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν στη σχέση.
Επίπεδο εξειδίκευσης: Όταν ένα άτομο είναι πολύ καλός στο γαλλικό φιλί, συχνά υποθέτουμε ότι μπορεί να είναι καλός και σε άλλα πράγματα.
Επίπεδο ενσυναίσθησης: Όταν το άτομο που φιλάτε φαίνεται συντονισμένο και προσεκτικό κατά τη διάρκεια του φιλιού, όταν παρατηρεί τι σας αρέσει (και δεν σας αρέσει), εναλλάσσεται και φαίνεται να «ακούει» την απόκριση σας, αυτό είναι όλο καλή γνώση για το πόσο συμπονετικοί είναι γενικά.
Επίπεδο ενδιαφέροντος: Ένα ψυχρό φιλί είναι σαν μια χαλαρή χειραψία. Αν φαίνονται βαριεστημένοι κατά τη διάρκεια του φιλιού, απλά δεν είναι καλό σημάδι.
3. Γιατί το φιλί είναι καλό για σένα
Το φιλί είναι καλό για την υγεία σας με πολλούς τρόπους :
Το φιλί μειώνει τον πόνο και το άγχος. Ένα φιλί ενεργοποιεί την απελευθέρωση ενδορφινών (φυσικά παυσίπονα που επίσης ενισχύουν την ευχαρίστηση) και μειώνει τα επίπεδα κορτιζόλης (που επηρεάζουν το στρες).
Χτίζει ανοσία. Μελέτες δείχνουν ότι η κοινή χρήση μικροβίων – βακτηρίων με άλλο άτομο μπορεί να ενισχύσει το ανοσοποιητικό μας σύστημα και να αποτρέψει την ασθένεια. Στην πραγματικότητα, οι ερευνητές βρήκαν στοιχεία ότι η εναλλαγή αυτή μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ενός ατόμου να κρυώσει .
Αυξάνει την προσκόλληση και τη σύνδεση που προάγουν την υγεία και σας βοηθούν να ζήσετε περισσότερο. Η ωκυτοκίνη, η οποία συνδέεται με το δέσιμο των ζευγαριών, προκαλεί αισθήματα προσκόλλησης και στοργής. Το φιλί μπορεί να βελτιώσει την ικανοποίηση από τη σχέση και μπορεί να προωθήσει μακρύτερες και πιο ευτυχισμένες σχέσεις, και πιθανώς μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Σε κάνει χαρούμενο (και η ευτυχία είναι καλό φάρμακο). Το φιλί ενεργοποιεί την απελευθέρωση ενός μαγικού κοκτέιλ χημικών ουσιών που τροφοδοτούν τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου σας. Η ωκυτοκίνη, η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη απελευθερώνουν συναισθήματα στοργής, δεσμού και ευφορίας, τα οποία προάγουν την υγεία και τη μακροζωία.
Το φιλί μπορεί να προάγει την υγεία των μελλοντικών γενεών. Μερικοί ερευνητές έχουν επικεντρωθεί στο γεγονός ότι το φιλί επιτρέπει σε ένα ζευγάρι να πλησιάσει αρκετά για να μυρίσει ο ένας τον άλλον. Και, δεδομένου ότι το άρωμά μας είναι ένας δείκτης του ιδιαίτερου ανοσοποιητικού μας συστήματος (και της μοναδικής συλλογής γονιδίων του συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας), ορισμένοι θεωρούν ότι χρησιμοποιούμε την όσφρησή μας για να μυρίσουμε τους καλύτερους βιολογικούς εταίρους. Η γονιδιωματική διαφοροποίηση αυξάνει τις πιθανότητές μας να δημιουργήσουμε απογόνους με πιο διαφορετικά ανοσοποιητικά συστήματα. Με άλλα λόγια, μπορεί να σας ελκύουν περισσότερο εκείνοι που έχουν διαφορετικά γονίδια από εσάς και αυτή η διαφορά εντοπίζεται με ένα φιλί.
Τι συμβαίνει τώρα στο σώμα σας όταν φιλάτε γαλλικά
Κατά τη διάρκεια ενός βαθύ, ενθουσιώδους γαλλικού φιλιού με κάποιον που σας αρέσει. . .
οι παλμοί επιταχύνονται, τα αιμοφόρα αγγεία διαστέλλονται και φαίνεστε να είστε λίγο … λυσσασμένοι
Αρχίζεις να νιώθεις ζέστη. τα μάγουλα κοκκινίζουν, άλλα μέρη του σώματος θερμαίνονται
οι κόρες των ματιών διαστέλλονται, οι αναπνοές επιταχύνονται και βαθαίνουν
το οξυγόνο πλημμυρίζει τον εγκέφαλο
οι χημικές ουσίες αυξάνονται, αυξάνοντας τα επίπεδα ντοπαμίνης, αδρεναλίνης, σεροτονίνης, ωκυτοκίνης και νορεπινεφρίνης
Γιατί όμως το ονομάζουμε «γαλλικό» φιλί;
Ο όρος «γαλλικό φιλί» συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στο Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης το 1923, αλλά το πότε ακριβώς και πού επινοήθηκε είναι ασαφές. Ίσως το γαλλικό φιλί έγινε πιο δημοφιλές μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Είναι πιθανό το «γαλλικό φιλί» να υιοθετήθηκε επειδή οι Αμερικανοί ταξιδιώτες εντυπωσιάστηκαν από τη στοργική φύση των Γαλλίδων, οι οποίες αισθάνονταν πιο άνετα με το φιλί με ανοιχτό το στόμα από τους Αμερικανούς. Και αυτό οδήγησε σε ένα δημοφιλές ρητό: ««Πάρε ένα γαλλικό φιλί».
Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, τα φιλιά ξεκίνησαν πριν από εκατομμύρια χρόνια ως αποτέλεσμα της σίτισης από στόμα σε στόμα, με τις μητέρες των θηλαστικών να μασούν την τροφή και στη συνέχεια να τη «βάζουν» στο στόμα των μικρών τους.
Από εκεί οι άνθρωποι έμαθαν επίσης και το φιλί. Ωστόσο, αν αυτό είναι αλήθεια και ήταν έμφυτο, τότε γιατί δεν φιλιούνται όλοι οι άνθρωποι; Γνωρίζουμε ότι πολλές πολιτιστικές ομάδες δεν φιλιούνταν ποτέ και δεν ήξεραν τίποτα γι' αυτό μέχρι να τους το μάθουν άλλοι.
Ενώ η πραγματική προέλευση του φιλιού παραμένει μυστήριο, οι ιστορικοί έχουν βρει στην Ινδία τις παλαιότερες αναφορές στην πρώιμη πρακτική του φιλιού. Χρονολογούνται από το 1500 π.Χ., και περιγράφουν το έθιμο να τρίβουν και να πιέζουν τις μύτες μεταξύ τους. Τελικά, κάποιοι ακούμπησαν τα χείλη τους και διαπίστωσαν ότι τα χείλη ήταν πολύ ευαίσθητα και το βρήκαν ευχάριστο. Αυτή είναι μια θεωρία για το πώς ξεκίνησε το φιλί.
Περίπου 500 χρόνια αργότερα, το επικό ποίημα Mahabharata περιείχε αναφορές στο φιλί των χειλιών.
Η ιστορική αναφορά συνεχίζεται με το Κάμα Σούτρα, ένα κλασικό κείμενο για την ερωτική επαφή που γράφτηκε στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ., όπου αφθονούν οι περιγραφές της τεχνικής των φιλιών.
Γύρω στο 326 π.Χ., τα φιλιά άρχισαν να διαδίδονται και έξω από την Ινδία, χάρη στα κατακτητικά στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έμαθαν για το φιλί από τους Ινδούς. Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, ο στρατός του χωρίστηκε πηγαίνοντας σε διάφορες περιοχές της Μέσης Ανατολής.
Σε ένα γαλλικό φιλί, τα όρια ανάμεσα σε εσάς και τον σύντροφό σας γίνονται θολά. Περιλαμβάνει διείσδυση και δεκτικότητα, ευαλωτότητα και διεκδίκηση. Είναι ένας απλός, παιχνιδιάρικος τρόπος για να δοκιμάσετε τη διαπροσωπική χημεία και τη φυσική συμβατότητα. Παρακάτω, θα βρείτε μια λίστα με τους λόγους για τους οποίους αρέσει τόσο πολύ στους ανθρώπους.
1. Επειδή αισθάνονται καλά και οι δύο
Τα χείλη είναι η μεγαλύτερη «εκτεθειμένη» ερωτογενής ζώνη σας (εκτός των γεννητικών οργάνων). Επειδή το στόμα ορισμένων ανθρώπων έχει ακόμη περισσότερες νευρικές απολήξεις από τις άκρες των δακτύλων τους, μπορεί να λάβουν ακόμη περισσότερες πληροφορίες και ευχαρίστηση από το φιλί από ό,τι από άλλα είδη αγγίγματος. Και όχι μόνο υπάρχει τεράστια συγκέντρωση νευρικών απολήξεων στα χείλη σας, αλλά τα χείλη έχουν επίσης ένα από τα πιο λεπτά στρώματα δέρματος στο σώμα. Αυτό σημαίνει μία επιπλέον, ενισχυμένη αίσθηση.
Το φιλί διεγείρει επίσης την απελευθέρωση ορμονών στον εγκέφαλο – ντοπαμίνη, ενδορφίνες και ωκυτοκίνη – που προάγουν την προσκόλληση, την ευτυχία, την ευχαρίστηση, τη χαλάρωση και το δέσιμο. Ως φάρμακο, αν είχε ετικέτα, ένα φιλί μπορεί να υπερηφανεύεται για έναν μακρύ κατάλογο θετικών —και σχετικά λίγων αρνητικών— παρενεργειών.
Έτσι, είτε το φιλί είναι σκληρό, απαλό, γλιστερό ή διεισδυτικό, φωτίζει αυτούς τους υποδοχείς του εγκεφάλου σας σαν ένα τζάκποτ σε έναν κουλοχέρη. Στην πραγματικότητα ακόμη και η πιο ελαφριά διέγερση στα χείλη μπορεί να δεσμεύσει περισσότερο τον εγκέφαλο από ό,τι η γεννητική διέγερση.
2. Επειδή σας δίνει πολλές πληροφορίες για τον σύντροφό σας
Μπορείτε να μάθετε πολλά για ένα άτομο με ένα γαλλικό φιλί. Ένα φιλί μπορεί να προσφέρει διερευνητική, απτή εικόνα για το πώς είναι πραγματικά ο σύντροφός σας μέσα του: παιχνιδιάρικο, επιθετικό, τολμηρό, διστακτικό, περίεργο, δημιουργικό, με κατανόηση, ένα φιλί μπορεί να σας πει χίλιες λέξεις. Είναι σαν να γεύεσαι την ουσία ενός άλλου ανθρώπου . Ένα γαλλικό φιλί μπορεί να είναι ένα αρκετά γρήγορο και ακριβές τεστ για να δείτε εάν υπάρχει κάποια συμβατότητα – φυσική, διαπροσωπική ή χημική – μεταξύ σας.
Κατά τη διάρκεια ενός φιλιού, μαθαίνετε πολλά μέσω της μυρωδιάς, της αφής και της γεύσης του συντρόφου σας. Ένα γαλλικό φιλί περιλαμβάνει τόσους πολλούς διαφορετικούς τύπους κυττάρων υποδοχέα—οσφρητικό μέσω της μύτης, αφή μέσω των απτικών σωματιδίων του δέρματος, γεύση μέσω της γλώσσας. Για να μην αναφέρουμε όλα τα πράγματα που κάνουν τα άλλα μέρη του σώματός σας κατά τη διάρκεια του φιλιού. Και οι περισσότεροι τύποι υποδοχέων που εμπλέκονται, σε συνδυασμό με τον αριθμό των ενεργοποιημένων κυττάρων υποδοχέων, χρησιμεύουν για να αυξήσουν και να ενισχύσουν την κορυφή της ευαισθησίας που επιτυγχάνεται σε ένα γαλλικό φιλί.
Μια μελέτη του 2017 υποδηλώνει ότι τα θηλυκά μπορεί να είναι περισσότερο διατεθειμένα από τα αρσενικά να χρησιμοποιούν το φιλί ως μέσο αξιολόγησης της συμβατότητας του συντρόφου και για την έναρξη, τη διατήρηση και τη μέτρηση της τρέχουσας κατάστασης μιας σχέσης. Με άλλα λόγια, για πολλές γυναίκες ένα φιλί μπορεί να είναι μία δοκιμασία.
Τι μπορείς να μάθεις λοιπόν από ένα φιλί;
Υγιεινή: Ένα φιλί αποκαλύπτει από κοντά βασικά στοιχεία για την προσωπική σας υγιεινή, όπως λούζεστε και βουρτσίζετε τακτικά τα δόντια σας;
Γεύση: Εάν το φιλί σας είναι καλό, μπορεί να είναι σημάδι συμβατότητας και σίγουρα είναι ένας παράγοντας στην απόφασή σας να φιλήσετε ξανά.
Βιολογική συμβατότητα: Όταν μοιραζόμαστε σάλιο, ορμονικές και βιολογικές πληροφορίες περνούν πέρα δώθε, χημικές ενδείξεις που λειτουργούν σε υποσυνείδητο επίπεδο για να προειδοποιήσουν και να αξιολογήσουν τη βιολογική συμβατότητα.
Προσωπικότητα: Μπορείτε να πάρετε πολλές πληροφορίες για το στυλ προσωπικότητας του συντρόφου σας από το πώς φιλιούνται.
Διάθεση ή πρόθεση: Μέσω της γλώσσας του σώματος, μπορείτε να μετρήσετε πολλά για τους λόγους και την πρόθεση κάθε φιλιού για φιλί. Για παράδειγμα, η ταχύτητα και το θράσος τους μπορεί να λένε κάτι για το πόσο σοβαρά σας παίρνουν και πόσο χρόνο είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν στη σχέση.
Επίπεδο εξειδίκευσης: Όταν ένα άτομο είναι πολύ καλός στο γαλλικό φιλί, συχνά υποθέτουμε ότι μπορεί να είναι καλός και σε άλλα πράγματα.
Επίπεδο ενσυναίσθησης: Όταν το άτομο που φιλάτε φαίνεται συντονισμένο και προσεκτικό κατά τη διάρκεια του φιλιού, όταν παρατηρεί τι σας αρέσει (και δεν σας αρέσει), εναλλάσσεται και φαίνεται να «ακούει» την απόκριση σας, αυτό είναι όλο καλή γνώση για το πόσο συμπονετικοί είναι γενικά.
Επίπεδο ενδιαφέροντος: Ένα ψυχρό φιλί είναι σαν μια χαλαρή χειραψία. Αν φαίνονται βαριεστημένοι κατά τη διάρκεια του φιλιού, απλά δεν είναι καλό σημάδι.
3. Γιατί το φιλί είναι καλό για σένα
Το φιλί είναι καλό για την υγεία σας με πολλούς τρόπους :
Το φιλί μειώνει τον πόνο και το άγχος. Ένα φιλί ενεργοποιεί την απελευθέρωση ενδορφινών (φυσικά παυσίπονα που επίσης ενισχύουν την ευχαρίστηση) και μειώνει τα επίπεδα κορτιζόλης (που επηρεάζουν το στρες).
Χτίζει ανοσία. Μελέτες δείχνουν ότι η κοινή χρήση μικροβίων – βακτηρίων με άλλο άτομο μπορεί να ενισχύσει το ανοσοποιητικό μας σύστημα και να αποτρέψει την ασθένεια. Στην πραγματικότητα, οι ερευνητές βρήκαν στοιχεία ότι η εναλλαγή αυτή μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ενός ατόμου να κρυώσει .
Αυξάνει την προσκόλληση και τη σύνδεση που προάγουν την υγεία και σας βοηθούν να ζήσετε περισσότερο. Η ωκυτοκίνη, η οποία συνδέεται με το δέσιμο των ζευγαριών, προκαλεί αισθήματα προσκόλλησης και στοργής. Το φιλί μπορεί να βελτιώσει την ικανοποίηση από τη σχέση και μπορεί να προωθήσει μακρύτερες και πιο ευτυχισμένες σχέσεις, και πιθανώς μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Σε κάνει χαρούμενο (και η ευτυχία είναι καλό φάρμακο). Το φιλί ενεργοποιεί την απελευθέρωση ενός μαγικού κοκτέιλ χημικών ουσιών που τροφοδοτούν τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου σας. Η ωκυτοκίνη, η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη απελευθερώνουν συναισθήματα στοργής, δεσμού και ευφορίας, τα οποία προάγουν την υγεία και τη μακροζωία.
Το φιλί μπορεί να προάγει την υγεία των μελλοντικών γενεών. Μερικοί ερευνητές έχουν επικεντρωθεί στο γεγονός ότι το φιλί επιτρέπει σε ένα ζευγάρι να πλησιάσει αρκετά για να μυρίσει ο ένας τον άλλον. Και, δεδομένου ότι το άρωμά μας είναι ένας δείκτης του ιδιαίτερου ανοσοποιητικού μας συστήματος (και της μοναδικής συλλογής γονιδίων του συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας), ορισμένοι θεωρούν ότι χρησιμοποιούμε την όσφρησή μας για να μυρίσουμε τους καλύτερους βιολογικούς εταίρους. Η γονιδιωματική διαφοροποίηση αυξάνει τις πιθανότητές μας να δημιουργήσουμε απογόνους με πιο διαφορετικά ανοσοποιητικά συστήματα. Με άλλα λόγια, μπορεί να σας ελκύουν περισσότερο εκείνοι που έχουν διαφορετικά γονίδια από εσάς και αυτή η διαφορά εντοπίζεται με ένα φιλί.
Τι συμβαίνει τώρα στο σώμα σας όταν φιλάτε γαλλικά
Κατά τη διάρκεια ενός βαθύ, ενθουσιώδους γαλλικού φιλιού με κάποιον που σας αρέσει. . .
οι παλμοί επιταχύνονται, τα αιμοφόρα αγγεία διαστέλλονται και φαίνεστε να είστε λίγο … λυσσασμένοι
Αρχίζεις να νιώθεις ζέστη. τα μάγουλα κοκκινίζουν, άλλα μέρη του σώματος θερμαίνονται
οι κόρες των ματιών διαστέλλονται, οι αναπνοές επιταχύνονται και βαθαίνουν
το οξυγόνο πλημμυρίζει τον εγκέφαλο
οι χημικές ουσίες αυξάνονται, αυξάνοντας τα επίπεδα ντοπαμίνης, αδρεναλίνης, σεροτονίνης, ωκυτοκίνης και νορεπινεφρίνης
Γιατί όμως το ονομάζουμε «γαλλικό» φιλί;
Ο όρος «γαλλικό φιλί» συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στο Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης το 1923, αλλά το πότε ακριβώς και πού επινοήθηκε είναι ασαφές. Ίσως το γαλλικό φιλί έγινε πιο δημοφιλές μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Είναι πιθανό το «γαλλικό φιλί» να υιοθετήθηκε επειδή οι Αμερικανοί ταξιδιώτες εντυπωσιάστηκαν από τη στοργική φύση των Γαλλίδων, οι οποίες αισθάνονταν πιο άνετα με το φιλί με ανοιχτό το στόμα από τους Αμερικανούς. Και αυτό οδήγησε σε ένα δημοφιλές ρητό: ««Πάρε ένα γαλλικό φιλί».
Η αξεπέραστη γοητεία της ανθρωπιάς
«Ο άνθρωπος όταν νιώθει πόνο είναι ζωντανός. Όταν όμως νιώθει τον πόνο του άλλου, τότε, ναι, είναι Άνθρωπος.», έλεγε ο Νίκος Καζαντζάκης. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να ξεχωρίσεις έναν άνθρωπο, να τον βάλεις στην καρδιά σου και να σε γοητεύσει η προσωπικότητά του. Άλλοι εντυπωσιάζονται απ’ την εξωτερική εμφάνιση αρχικά και μετά απ’ το χαρακτήρα. Η ευγένεια, η καλοσύνη, η αισιοδοξία, η δοτικότητα παίζουν το ρόλο τους.
Υπάρχει όμως ένα χαρακτηριστικό που για μένα είναι το υπέρτατο όλων. Η ανθρωπιά! Ποιος μπορεί να μη γοητευθεί από έναν άνθρωπο που η ψυχή του γεμίζει, όταν προσφέρει. Ποιος μπορεί να μην αισθανθεί δέος, όταν βλέπει το διπλανό του να βοηθά όποιον έχει ανάγκη, στερούμενος άλλες ανέσεις. Ποιος μπορεί να μην αναγνωρίσει το μεγαλείο ενός ανθρώπου που γίνεται ο ίδιος δόσιμο κι ανιδιοτελή αγάπη για τα παιδιά και τους ανθρώπους τρίτης ηλικίας που χρήζουν μεγαλύτερης προσοχής.
Η ανθρωπιά δε φαίνεται μόνο στην προσφορά. Και για να είμαστε ειλικρινείς, όταν βοηθάς δεν υπάρχει λόγος να το διατυμπανίζεις. Προφανώς και οι λόγοι είναι άλλοι σ’ αυτήν την περίπτωση. Να βοηθάς αθόρυβα, από καρδιάς, για να γίνεσαι καλύτερος, να νιώθεις πιο χρήσιμος στην κοινωνία, να αισθάνεσαι μέλος μιας μεγάλης οικογένειας.
Ανθρωπιά δεν είναι μόνο να στηρίζεις τον αδύναμο. Ανθρωπιά είναι να φέρεσαι όμορφα, ακόμη και σε κάποιον που δεν τον ξέρεις, δεν τον έχεις ανάγκη και δεν τον χρειάζεσαι. Όλοι ξέρουμε πόσο μεγάλο ρόλο παίζει για κάποιους το συμφέρον. Και να σας πω και κάτι; Να φέρεσαι με μεγαλοψυχία, ακόμη και σε εκείνους που δε σου φέρθηκαν, όπως έπρεπε.
Άνθρωπος είναι εκείνος που αγαπά τα ζώα και τα αντιμετωπίζει ως ψυχές. Εκείνος που βλέπει στα απελπισμένα μάτια ενός αδέσποτου την αγωνία του να υιοθετηθεί και την ανάγκη του για θαλπωρή. Εκείνος που θα αφήσει φαγητό στα σημεία σίτισης σε κάθε γειτονιά, εκείνος που θα βάλει λίγο νερό το καλοκαίρι έξω απ’ την πόρτα του για τα ζωάκια που διψούν, εκείνος που θα δώσει ένα τρυφερό χάδι μ’ όλη του την αγάπη, όταν τον πλησιάσει ένα εγκαταλελειμμένο και ανυπεράσπιστο πλάσμα.
Άνθρωπος είναι εκείνος που σε στιγμή ανάγκης ενός άλλου, θα κάνει ό,τι θα έκανε ακόμη κι αν συνέβαινε το ίδιο γεγονός στον ίδιο ή σε οικείο του. Εκείνος που θα τρέξει να βοηθήσει και να συνεισφέρει όταν του ζητηθεί βοήθεια, είτε χειρωνακτική, είτε ψυχολογική, είτε απλώς ως φυσική παρουσία.
Ακόμη πιο άνθρωποι γινόμαστε όταν δε μας έχει ζητηθεί κάτι, αλλά εμείς οι ίδιοι, γνωρίζοντας σε βάθος τις δυνατότητές μας, υποστηρίζουμε ανθρώπους που έχουν ανάγκη ή ακόμη και φιλανθρωπικούς σκοπούς και έργα συλλόγων για παιδιά ή άτομα με αναπηρία. Γιατί θέλουμε να προσφέρουμε.
Υπάρχουν δεκάδες τρόποι ν’ ανακαλύψεις πώς μπορείς να γίνεις χρήσιμος και τι μικρό μπορείς να κάνεις για κάποιον που θα του είναι πολύ σημαντικό. Αρκεί να έχεις τη θέληση να προσφέρεις ένα κομμάτι του εαυτού σου στους άλλους.
Πώς μπορείς, λοιπόν, να μη γοητεύεσαι από ανθρώπους που έχουν βάλει τον εαυτό τους σε δεύτερη μοίρα, έχουν απαγκιστρωθεί απ’ τη ναρκισσιστική προσέγγιση της εικόνας και της προσωπικότητάς τους και έχουν αντιληφθεί τη σημασία της ομάδας, της κοινότητας, του όλου, της ανθρωπότητας;
Η μεγαλύτερη γοητεία ενός ανθρώπου είναι η ανθρωπιά. Κι όσο κι αν θεωρείται αυτονόητη, δεν είναι. Ανθρωπιά στις πράξεις, στις διαθέσεις, στα συναισθήματα. Ν’ αγαπάς και να συμπαρίστασαι στους άλλους είναι ό,τι πιο όμορφο μπορείς να κάνεις για να δώσεις αξία στην ανθρώπινη φύση σου. Αίμα και κόκκαλα είμαστε. Ας δώσουμε ψυχή στην ύπαρξή μας.
Βγες, λοιπόν, έξω και ψάξε να τους βρεις. Θα σε εντυπωσιάσουν με την απλότητα της προσφοράς τους. Τόσο φυσικοί, τόσο φωτεινοί, τόσο χαρούμενοι. Τόσο γεμάτοι.
Κι ο γεμάτος από δόσιμο άνθρωπος πάντα ακτινοβολεί. Να το θυμάσαι.
Υπάρχει όμως ένα χαρακτηριστικό που για μένα είναι το υπέρτατο όλων. Η ανθρωπιά! Ποιος μπορεί να μη γοητευθεί από έναν άνθρωπο που η ψυχή του γεμίζει, όταν προσφέρει. Ποιος μπορεί να μην αισθανθεί δέος, όταν βλέπει το διπλανό του να βοηθά όποιον έχει ανάγκη, στερούμενος άλλες ανέσεις. Ποιος μπορεί να μην αναγνωρίσει το μεγαλείο ενός ανθρώπου που γίνεται ο ίδιος δόσιμο κι ανιδιοτελή αγάπη για τα παιδιά και τους ανθρώπους τρίτης ηλικίας που χρήζουν μεγαλύτερης προσοχής.
Η ανθρωπιά δε φαίνεται μόνο στην προσφορά. Και για να είμαστε ειλικρινείς, όταν βοηθάς δεν υπάρχει λόγος να το διατυμπανίζεις. Προφανώς και οι λόγοι είναι άλλοι σ’ αυτήν την περίπτωση. Να βοηθάς αθόρυβα, από καρδιάς, για να γίνεσαι καλύτερος, να νιώθεις πιο χρήσιμος στην κοινωνία, να αισθάνεσαι μέλος μιας μεγάλης οικογένειας.
Ανθρωπιά δεν είναι μόνο να στηρίζεις τον αδύναμο. Ανθρωπιά είναι να φέρεσαι όμορφα, ακόμη και σε κάποιον που δεν τον ξέρεις, δεν τον έχεις ανάγκη και δεν τον χρειάζεσαι. Όλοι ξέρουμε πόσο μεγάλο ρόλο παίζει για κάποιους το συμφέρον. Και να σας πω και κάτι; Να φέρεσαι με μεγαλοψυχία, ακόμη και σε εκείνους που δε σου φέρθηκαν, όπως έπρεπε.
Άνθρωπος είναι εκείνος που αγαπά τα ζώα και τα αντιμετωπίζει ως ψυχές. Εκείνος που βλέπει στα απελπισμένα μάτια ενός αδέσποτου την αγωνία του να υιοθετηθεί και την ανάγκη του για θαλπωρή. Εκείνος που θα αφήσει φαγητό στα σημεία σίτισης σε κάθε γειτονιά, εκείνος που θα βάλει λίγο νερό το καλοκαίρι έξω απ’ την πόρτα του για τα ζωάκια που διψούν, εκείνος που θα δώσει ένα τρυφερό χάδι μ’ όλη του την αγάπη, όταν τον πλησιάσει ένα εγκαταλελειμμένο και ανυπεράσπιστο πλάσμα.
Άνθρωπος είναι εκείνος που σε στιγμή ανάγκης ενός άλλου, θα κάνει ό,τι θα έκανε ακόμη κι αν συνέβαινε το ίδιο γεγονός στον ίδιο ή σε οικείο του. Εκείνος που θα τρέξει να βοηθήσει και να συνεισφέρει όταν του ζητηθεί βοήθεια, είτε χειρωνακτική, είτε ψυχολογική, είτε απλώς ως φυσική παρουσία.
Ακόμη πιο άνθρωποι γινόμαστε όταν δε μας έχει ζητηθεί κάτι, αλλά εμείς οι ίδιοι, γνωρίζοντας σε βάθος τις δυνατότητές μας, υποστηρίζουμε ανθρώπους που έχουν ανάγκη ή ακόμη και φιλανθρωπικούς σκοπούς και έργα συλλόγων για παιδιά ή άτομα με αναπηρία. Γιατί θέλουμε να προσφέρουμε.
Υπάρχουν δεκάδες τρόποι ν’ ανακαλύψεις πώς μπορείς να γίνεις χρήσιμος και τι μικρό μπορείς να κάνεις για κάποιον που θα του είναι πολύ σημαντικό. Αρκεί να έχεις τη θέληση να προσφέρεις ένα κομμάτι του εαυτού σου στους άλλους.
Πώς μπορείς, λοιπόν, να μη γοητεύεσαι από ανθρώπους που έχουν βάλει τον εαυτό τους σε δεύτερη μοίρα, έχουν απαγκιστρωθεί απ’ τη ναρκισσιστική προσέγγιση της εικόνας και της προσωπικότητάς τους και έχουν αντιληφθεί τη σημασία της ομάδας, της κοινότητας, του όλου, της ανθρωπότητας;
Η μεγαλύτερη γοητεία ενός ανθρώπου είναι η ανθρωπιά. Κι όσο κι αν θεωρείται αυτονόητη, δεν είναι. Ανθρωπιά στις πράξεις, στις διαθέσεις, στα συναισθήματα. Ν’ αγαπάς και να συμπαρίστασαι στους άλλους είναι ό,τι πιο όμορφο μπορείς να κάνεις για να δώσεις αξία στην ανθρώπινη φύση σου. Αίμα και κόκκαλα είμαστε. Ας δώσουμε ψυχή στην ύπαρξή μας.
Βγες, λοιπόν, έξω και ψάξε να τους βρεις. Θα σε εντυπωσιάσουν με την απλότητα της προσφοράς τους. Τόσο φυσικοί, τόσο φωτεινοί, τόσο χαρούμενοι. Τόσο γεμάτοι.
Κι ο γεμάτος από δόσιμο άνθρωπος πάντα ακτινοβολεί. Να το θυμάσαι.
O μύθος των Τσερόκι για τους δύο λύκους ή τις εσωτερικές μας δυνάμεις
Ο θρύλος των Τσερόκι για τους δύο λύκους μιλά για μια συνεχή μάχη μεταξύ δύο δυνάμεων μέσα μας. Είναι μια σύγκρουση ανάμεσα στη σκοτεινή πλευράς μας (μαύρος λύκος ) και στην φωτεινή και ευγενική πλευρά μας (λευκός λύκος). Αυτή η δυαδικότητα ανάμεσα στο καλό και το κακό, ανάμεσα στη χαρά και την υπερηφάνεια, την ενοχή και την ταπεινοφροσύνη, καθορίζει πολλά από αυτά που είμαστε.
Ίσως έχετε ξανακούσει αυτή την ιστορία. Ενώ υπάρχουν κάποιες αμφιβολίες για το αν είναι πραγματικά ένας θρύλος των Τσερόκι, υπάρχουν ορισμένες αναφορές που περιλαμβάνονται στην προφορική παράδοση των μικρών κοινωνικών ομάδων των νότιων Απάτσι.
Διαβάστε λοιπόν την ιστορία – και μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή..
Ο μύθος των Τσερόκι για τους δύο λύκους: η σύγκρουση των εσωτερικών δυνάμεων
Οι Τσερόκι ήταν μία από τις λεγόμενες «Πέντε Πολιτισμένες Φυλές». Γνωστοί για τον πολιτιστικό πλούτο, τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους, είναι αναμφισβήτητα ένας από τους ιθαγενείς πολιτισμούς που είχαν την μεγαλύτερη επίδραση στη δυτική κοινωνία. Γνωρίζουμε πολλές ιστορίες, τελετουργίες και τον μυστικισμό τους. Όλα αυτά έχουν συλλεχθεί σε ενδιαφέροντα βιβλία όπως το Cherokee Clans από τον καθηγητή Panther – Yates.
Ως μέρος της τεράστιας κληρονομιάς τους, ο μύθος των Τσερόκι για τους δύο λύκους είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς. Η ιστορία λέγεται ως ένα σοφό μάθημα από έναν παππού στον εγγονό του. Εξηγεί ότι μια τρομερή μάχη μεταξύ δύο λύκων εξαπολύεται καθημερινά μέσα στις καρδιές όλων των ανθρώπων.
Αυτά τα δύο ζώα συμβολίζουν δύο αντίθετες δυνάμεις. Η μία είναι το κακό, λέει ο γέρος στον εγγονό του. Είναι ο θυμός. Είναι η ζήλια, η απληστία, η αλαζονεία, ακόμη και η θλίψη. Είναι το συναίσθημα της κατωτερότητας και του εγωισμού. Η άλλη δύναμη είναι η καλοσύνη, η χαρά, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η συμπόνια και φυσικά η γαλήνη.
Όταν ο νεαρός Τσερόκι ρώτησε τον παππού του ποιος λύκος κερδίζει τη μάχη στις περισσότερες εκδοχές, εκείνος απαντά: αυτός που επιλέγεις να θρέψεις θα κερδίσει. Αλλά υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, ίσως πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
Αυτή τη στιγμή ο παλιός Τσερόκι πολεμιστής λέει στον εγγονό του ότι και οι δύο πρέπει στην πραγματικότητα να κερδίσουν. Επειδή η μάχη δεν είναι θέμα δύναμης, αλλά ισορροπίας. Πρέπει να θρέψουμε τους δύο λύκους γιατί τους χρειαζόμαστε και τους δύο. Πρέπει τους καθοδηγήσουμε και τους δύο στην σωστή πορεία.
Μην τρέφεις μόνο τον έναν λύκο: πρέπει να είναι παρόντες και οι δύο
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που νιώθουμε ότι βρισκόμαστε σε μια ρόδα. Μία πάνω, μία κάτω. Υπάρχουν στιγμές που απολαμβάνουμε την αμέτρητη χαρά και στιγμές που χωρίς να ξέρουμε το γιατί η δυστυχία, η θλίψη, ο θυμός και η απελπισία μας ρίχνουν κάτω.
Η ζωή μπορεί να είναι χαρούμενη ή θλιβερή, καλοκάγαθη ή βάναυση. Οι άνθρωποι πλέκουν περίπλοκες ιστορίες αγάπης και μίσους, γαλήνης και απώλειας. Γνωρίζουμε ότι μέσα μας υπάρχουν πάντα δύο αντίπαλες δυνάμεις τις οποίες δεν είμαστε απόλυτα ικανοί να ελέγξουμε. Δίνουν σκληρές μάχες μέσα μας.
Αυτός ο μύθος των Τσερόκι για τους δύο λύκους εξηγεί ότι δεν πρέπει ο ένας να τρέφεται και ο άλλος να πεινά. Οι άνθρωποι ουσιαστικά είναι κατασκευασμένοι από ένα γιν και ένα γιανγκ. Είναι μια δυαδικότητα, όπου μακριά από την απόρριψη ή την απόκρυψη ενός μέρους μας, πρέπει να την λάβουμε υπόψη για να την κάνουμε ορατή και να την ελέγξουμε ώστε να ζήσουμε με ισορροπία.
Βρίσκοντας την εσωτερική αρμονία
Ο παλιός πολεμιστής λέει στον εγγονό του πως αν επιλέξει να θρέψει μόνο τον λευκό λύκο, ο μαύρος θα κρύβεται στις γωνίες και θα τον τραυματίζει όποτε τον βλέπει αδύναμο ή απρόσεχτο. Συνεχίζει λέγοντας ότι δεν πρέπει να μειώνουμε το ζώο που είναι τόσο σκοτεινό όσο η νύχτα.
Γιατί είτε το πιστεύουμε είτε όχι, ο μαύρος λύκος έχει επίσης πολλές καλές ιδιότητες: αποφασιστικότητα, αντοχή, θάρρος, στρατηγική σκέψη… Μερικές είναι αρετές τις οποίες δεν έχει ο λευκός λύκος. Με το να τους τρέφουμε μπορούμε να επωφεληθούμε και από τους δύο. Έτσι ενισχύεται η καλύτερη εκδοχή τους, αναγνωρίζονται οι ανάγκες τους και εκπαιδευόμαστε ώστε να ζήσουμε αρμονικά.
Ας μην κάνουμε τους φόβους μας να λιμοκτονήσουν. Είναι πάντα καλύτερο να τους αναγνωρίσουμε, να τους κατανοήσουμε και να τους μεταμορφώσουμε. Ας μην κάνουμε τον θυμό, την λύπη και την θλίψη μας να πεθάνουν από την πείνα. Ας μην τις παραγκωνίσουμε. Ας ακούσουμε τι θέλουν να μας πουν. Μπορούν να μας δώσουν πολύτιμα μαθήματα για το πώς να είμαστε λίγο καλύτεροι κάθε μέρα.
Όπως μπορούμε να δούμε, ο μύθος των Τσερόκι για τους δύο λύκους διδάσκει ένα πολύτιμο μάθημα για την ισορροπία και την συναισθηματική διαχείριση. Μαθαίνουμε ότι η διανομή των δυνάμεων με έξυπνο τρόπο και το να τρέφουμε και τους δύο λύκους θα κάνει την ζωή μας καλύτερη.
Ίσως έχετε ξανακούσει αυτή την ιστορία. Ενώ υπάρχουν κάποιες αμφιβολίες για το αν είναι πραγματικά ένας θρύλος των Τσερόκι, υπάρχουν ορισμένες αναφορές που περιλαμβάνονται στην προφορική παράδοση των μικρών κοινωνικών ομάδων των νότιων Απάτσι.
Διαβάστε λοιπόν την ιστορία – και μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή..
Ο μύθος των Τσερόκι για τους δύο λύκους: η σύγκρουση των εσωτερικών δυνάμεων
Οι Τσερόκι ήταν μία από τις λεγόμενες «Πέντε Πολιτισμένες Φυλές». Γνωστοί για τον πολιτιστικό πλούτο, τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους, είναι αναμφισβήτητα ένας από τους ιθαγενείς πολιτισμούς που είχαν την μεγαλύτερη επίδραση στη δυτική κοινωνία. Γνωρίζουμε πολλές ιστορίες, τελετουργίες και τον μυστικισμό τους. Όλα αυτά έχουν συλλεχθεί σε ενδιαφέροντα βιβλία όπως το Cherokee Clans από τον καθηγητή Panther – Yates.
Ως μέρος της τεράστιας κληρονομιάς τους, ο μύθος των Τσερόκι για τους δύο λύκους είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς. Η ιστορία λέγεται ως ένα σοφό μάθημα από έναν παππού στον εγγονό του. Εξηγεί ότι μια τρομερή μάχη μεταξύ δύο λύκων εξαπολύεται καθημερινά μέσα στις καρδιές όλων των ανθρώπων.
Αυτά τα δύο ζώα συμβολίζουν δύο αντίθετες δυνάμεις. Η μία είναι το κακό, λέει ο γέρος στον εγγονό του. Είναι ο θυμός. Είναι η ζήλια, η απληστία, η αλαζονεία, ακόμη και η θλίψη. Είναι το συναίσθημα της κατωτερότητας και του εγωισμού. Η άλλη δύναμη είναι η καλοσύνη, η χαρά, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η συμπόνια και φυσικά η γαλήνη.
Όταν ο νεαρός Τσερόκι ρώτησε τον παππού του ποιος λύκος κερδίζει τη μάχη στις περισσότερες εκδοχές, εκείνος απαντά: αυτός που επιλέγεις να θρέψεις θα κερδίσει. Αλλά υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, ίσως πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
Αυτή τη στιγμή ο παλιός Τσερόκι πολεμιστής λέει στον εγγονό του ότι και οι δύο πρέπει στην πραγματικότητα να κερδίσουν. Επειδή η μάχη δεν είναι θέμα δύναμης, αλλά ισορροπίας. Πρέπει να θρέψουμε τους δύο λύκους γιατί τους χρειαζόμαστε και τους δύο. Πρέπει τους καθοδηγήσουμε και τους δύο στην σωστή πορεία.
Μην τρέφεις μόνο τον έναν λύκο: πρέπει να είναι παρόντες και οι δύο
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που νιώθουμε ότι βρισκόμαστε σε μια ρόδα. Μία πάνω, μία κάτω. Υπάρχουν στιγμές που απολαμβάνουμε την αμέτρητη χαρά και στιγμές που χωρίς να ξέρουμε το γιατί η δυστυχία, η θλίψη, ο θυμός και η απελπισία μας ρίχνουν κάτω.
Η ζωή μπορεί να είναι χαρούμενη ή θλιβερή, καλοκάγαθη ή βάναυση. Οι άνθρωποι πλέκουν περίπλοκες ιστορίες αγάπης και μίσους, γαλήνης και απώλειας. Γνωρίζουμε ότι μέσα μας υπάρχουν πάντα δύο αντίπαλες δυνάμεις τις οποίες δεν είμαστε απόλυτα ικανοί να ελέγξουμε. Δίνουν σκληρές μάχες μέσα μας.
Αυτός ο μύθος των Τσερόκι για τους δύο λύκους εξηγεί ότι δεν πρέπει ο ένας να τρέφεται και ο άλλος να πεινά. Οι άνθρωποι ουσιαστικά είναι κατασκευασμένοι από ένα γιν και ένα γιανγκ. Είναι μια δυαδικότητα, όπου μακριά από την απόρριψη ή την απόκρυψη ενός μέρους μας, πρέπει να την λάβουμε υπόψη για να την κάνουμε ορατή και να την ελέγξουμε ώστε να ζήσουμε με ισορροπία.
Βρίσκοντας την εσωτερική αρμονία
Ο παλιός πολεμιστής λέει στον εγγονό του πως αν επιλέξει να θρέψει μόνο τον λευκό λύκο, ο μαύρος θα κρύβεται στις γωνίες και θα τον τραυματίζει όποτε τον βλέπει αδύναμο ή απρόσεχτο. Συνεχίζει λέγοντας ότι δεν πρέπει να μειώνουμε το ζώο που είναι τόσο σκοτεινό όσο η νύχτα.
Γιατί είτε το πιστεύουμε είτε όχι, ο μαύρος λύκος έχει επίσης πολλές καλές ιδιότητες: αποφασιστικότητα, αντοχή, θάρρος, στρατηγική σκέψη… Μερικές είναι αρετές τις οποίες δεν έχει ο λευκός λύκος. Με το να τους τρέφουμε μπορούμε να επωφεληθούμε και από τους δύο. Έτσι ενισχύεται η καλύτερη εκδοχή τους, αναγνωρίζονται οι ανάγκες τους και εκπαιδευόμαστε ώστε να ζήσουμε αρμονικά.
Ας μην κάνουμε τους φόβους μας να λιμοκτονήσουν. Είναι πάντα καλύτερο να τους αναγνωρίσουμε, να τους κατανοήσουμε και να τους μεταμορφώσουμε. Ας μην κάνουμε τον θυμό, την λύπη και την θλίψη μας να πεθάνουν από την πείνα. Ας μην τις παραγκωνίσουμε. Ας ακούσουμε τι θέλουν να μας πουν. Μπορούν να μας δώσουν πολύτιμα μαθήματα για το πώς να είμαστε λίγο καλύτεροι κάθε μέρα.
Όπως μπορούμε να δούμε, ο μύθος των Τσερόκι για τους δύο λύκους διδάσκει ένα πολύτιμο μάθημα για την ισορροπία και την συναισθηματική διαχείριση. Μαθαίνουμε ότι η διανομή των δυνάμεων με έξυπνο τρόπο και το να τρέφουμε και τους δύο λύκους θα κάνει την ζωή μας καλύτερη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)




