Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (510-548)

510 ΧΟ. δεινὸν μὲν τὸ πάλαι κείμενον ἤδη [στρ. α]
κακόν, ὦ ξεῖν᾽, ἐπεγείρειν·
ὅμως δ᾽ ἔραμαι πυθέσθαι …
ΟΙ. τί τοῦτο;
ΧΟ. τᾶς δειλαίας ἀπόρου φανείσας
ἀλγηδόνος, ᾇ ξυνέστας.
515 ΟΙ. μὴ πρὸς ξενίας ἀνοίξῃς
τᾶς σᾶς ἃ πέπονθ᾽ ἀναιδῆ.
ΧΟ. τό τοι πολὺ καὶ μηδαμὰ λῆγον
χρῄζω, ξεῖν᾽, ὀρθὸν ἄκουσμ᾽ ἀκοῦσαι.
ΟΙ. ὤμοι.
ΧΟ. στέρξον, ἱκετεύω.
ΟΙ. φεῦ φεῦ.
520 ΧΟ. πείθου· κἀγὼ γὰρ ὅσον σὺ προσχρῄζεις.

ΟΙ. ἤνεγκον κακότατ᾽, ὦ ξένοι, ἤνεγκ᾽ [αντ. α]
ἀέκων μέν, θεὸς ἴστω·
τούτων δ᾽ αὐθαίρετον οὐδέν.
ΧΟ. ἀλλ᾽ ἐς τί;
525 ΟΙ. κακᾷ μ᾽ εὐνᾷ πόλις οὐδὲν ἴδριν
γάμων ἐνέδησεν ἄτᾳ.

ΧΟ. ἦ ματρόθεν, ὡς ἀκούω,
δυσώνυμα λέκτρ᾽ ἐπλήσω;
ΟΙ. ὤμοι, θάνατος μὲν τάδ᾽ ἀκούειν,
530 ὦ ξεῖν᾽· αὗται δὲ δύ᾽ ἐξ ἐμοῦ ‹μὲν› …
ΧΟ. πῶς φῄς;
ΟΙ. παῖδε, δύο δ᾽ ἄτα
ΧΟ. ὦ Ζεῦ.
ΟΙ. ματρὸς κοινᾶς ἀπέβλαστον ὠδῖνος.

ΧΟ. σαί τ᾽ εἴσ᾽ ἄρ᾽ ἀπόγονοί τε καὶ … [στρ. β]
535 ΟΙ. κοιναί γε πατρὸς ἀδελφεαί.
ΧΟ. ἰώ. ΟΙ. ἰὼ δῆτα μυ-
ρίων γ᾽ ἐπιστροφαὶ κακῶν.
ΧΟ. ἔπαθες ΟΙ. ἔπαθον ἄλαστ᾽ ἔχειν.
ΧΟ. ἔρεξας ΟΙ. οὐκ ἔρεξα. ΧΟ. τί γάρ; ΟΙ. ἐδεξάμην
540 δῶρον ὃ μήποτ᾽ ἐγὼ ταλακάρδιος
ἐπωφελήσας πόλεος ἐξελέσθαι.

ΧΟ. δύστανε, τί γάρ; ἔθου φόνον … [αντ. β]
ΟΙ. τί τοῦτο; τί δ᾽ ἐθέλεις μαθεῖν;
ΧΟ. πατρός; ΟΙ. παπαῖ, δευτέραν
ἔπαισας, ἐπὶ νόσῳ νόσον.
545 ΧΟ. ἔκανες … ΟΙ. ἔκανον. ἔχει δέ μοι …
ΧΟ. τί τοῦτο; ΟΙ. πρὸς δίκας τι. ΧΟ. τί γάρ; ΟΙ. ἐγὼ φράσω·
καὶ γὰρ ἄνους ἐφόνευσ᾽ ἀπό τ᾽ ὤλεσα·
νόμῳ δὲ καθαρός, ἄιδρις ἐς τόδ᾽ ἦλθον.

***
510 ΧΟ. Φριχτό, μετά από τόσα χρόνια, ξένε,
ένα κακό που πια κοιμήθηκε, τώρα να το ξυπνάς.
Όμως με φλέγει ο πόθος να το μάθω.
ΟΙ. Τί μου ζητάς;
ΧΟ. Τη φοβερή, αδυσώπητη, οδυνηρή σου συμφορά,
που φάνηκε μπροστά σου,
κι έσμιξες μαζί της.
515 ΟΙ. Μη, σ᾽ εξορκίζω στης φιλοξενίας το όνομα,
μη θες ν᾽ ανοίξεις πάλι πληγές ξεδιάντροπες.
ΧΟ. Τη διαβόητη, την ακατάπαυστη εκείνη φήμη
θέλω ν᾽ ακούσω από το στόμα σου
αν είναι αλήθεια.
ΟΙ. Αλίμονο.
ΧΟ. Σε ικετεύω, στρέξε.
ΟΙ. Αλίμονο και πάλι αλίμονο.
ΧΟ. Μην το αρνηθείς, αφού κι εγώ ό,τι ζητάς
520 δεν στο αρνούμαι.

ΟΙ. Έπεσαν πάνω μου οι πιο μεγάλες, ξένοι,
συμφορές, χωρίς να θέλω τις φορτώθηκα,
μάρτυς μου ο θεός, τίποτε απ᾽ αυτά αυτόβουλο.
ΧΟ. Πώς το εννοείς;
525 ΟΙ. Σε απαίσια κλίνη μ᾽ έδεσε, δίχως να ξέρω,
η πόλη, με τύφλωσε με ολέθριο γάμο.
ΧΟ. Μοιράστηκες, όπως ακούω, δυσώνυμο
κρεβάτι, πλάγιασες με τη μάνα σου.
530 ΟΙ. Θάνατος είναι αυτό που ακούστηκε, κι αυτές οι δυο από μένα —
ΧΟ. Τί πας να πεις;
ΟΙ. δύο παιδιά, δυο συμφορές.
ΧΟ. Ω Δία.
ΟΙ. Βγήκαν κι οι δυο, όπως κι εγώ, από την ίδια μητρική κοιλιά.

ΧΟ. Είναι λοιπόν συνάμα κόρες σου —
535 ΟΙ. και αδελφές με τον πατέρα τους.
ΧΟ. Ιώ.
ΟΙ. Ιώ. Οι συμφορές μου αμέτρητες
κι απανωτές.
ΧΟ. Έπαθες —
ΟΙ. πάθη αλησμόνητα.
ΧΟ. Έπραξες —
ΟΙ. όχι, δεν έπραξα,
ΧΟ. Και τότε τί;
540 ΟΙ. Δέχτηκα δώρο από την πόλη, δυστυχία θεέ μου,
αντίδωρο στην προσφορά μου, που να μην έσωνα να το κρατήσω.

ΧΟ. Δύσμοιρε, κι άλλο ακόμη· έγινες ο φονιάς —
ΟΙ. Τί λες; τί θες να μάθεις;
ΧΟ. του πατέρα σου.
ΟΙ. Φρίκη, δεύτερο χτύπημα κι αυτό,
πληγή επάνω στην πληγή.
ΧΟ. Σκότωσες.
545 ΟΙ. Σκότωσα, έχω ωστόσο με το μέρος μου —
ΧΟ. τί;
ΟΙ. και κάποιο δίκιο.
ΧΟ. Ποιό;
ΟΙ. Θα σου το πω· τον σκότωσα
μ᾽ άδειο μυαλό και τον αφάνισα·
μπροστά στον νόμο είμαι καθαρός·
δίχως να ξέρω ποιόν σκοτώνω, σκότωσα.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 5. Εξωτερική αφήγηση και εσωτερικές διηγήσεις

5.2.3. Ο ακροατής


Αφήγηση χωρίς ακρόαση είναι αδιανόητη. Ο αφηγητής δίχως ακροατή πέφτει στο κενό. Οι δύο πόλοι σχηματίζουν κύκλωμα. Ο ένας εξυπακούει τον άλλον: πομπός και δέκτης, ζεύγος αχώριστο, όπου ο δεύτερος όρος υποδέχεται τον πρώτο και τελικά τον αξιολογεί. Η αφηγηματική αυτή αρχή εφαρμόζεται με παραδειγματικό τρόπο στις εσωτερικές διηγήσεις της Οδύσσειας, όπου ο ακροατής απαντά σε όλες τις δυνατές εκδοχές του. Μπορεί να είναι ένας, δύο ή πολλοί· άμεσος ή έμμεσος. Ο ένας δηλαδή και αναφαίρετος ακροατής μπορεί να διπλασιαστεί ή να πολλαπλασιαστεί. Άμεσος θεωρείται ο ακροατής εκείνος που εξαρχής προκαλεί και εισπράττει τη διήγηση. Έμμεσος εκείνος που συμπαρίσταται σε μια διήγηση, συνοδεύοντας ή πλαισιώνοντας τον άμεσο ακροατή.

Με τους όρους αυτούς στα προηγούμενα παραδείγματα εσωτερικών διηγήσεων αναγνωρίζουμε, παράλληλες ή διαπλεκόμενες, όλες τις παραλλαγές του ακροατή. Έτσι, στη διήγηση του Νέστορα (τρίτη ραψωδία) άμεσος ακροατής είναι ο Τηλέμαχος, αυτός που προκαλεί και τη διήγηση του βασιλιά της Πύλου· ενώ η Αθηνά, μεταμορφωμένη σε Μέντορα, παίζει τον ρόλο του έμμεσου ακροατή, που συμπαρίσταται στον νεαρό Τηλέμαχο. Το ίδιο σχήμα ισχύει λίγο πολύ και στη Σπάρτη το πρώτο βράδυ, όταν ο Τηλέμαχος και ο Πεισίστρατος φτάνουν στο παλάτι του Μενελάου (τέταρτη ραψωδία). Μόνο που εδώ το ακροατήριο ενδιαμέσως διευρύνεται, καθώς εμφανίζεται στην αίθουσα και η Ελένη, η οποία, σχεδόν αυθαίρετα, παίρνει τον λόγο από τον Μενέλαο, για να πει μια δική της σύντομη ιστορία. Παραλλαγή αυτού του σχήματος έχουμε στο παλάτι των Φαιάκων, όταν ο Οδυσσέας προκαλείται από τον βασιλιά να δηλώσει την ταυτότητά του και να ομολογήσει τα πάθη του (ένατη ραψωδία). Όπου άμεσος ακροατής, που προκαλεί τη διήγηση, είναι ο Αλκίνοος, έμμεσοι ακροατές οι προσκεκλημένοι Φαίακες, που ακούν τους «Απολόγους» του Οδυσσέα, καθισμένοι ένα γύρο στη μεγάλη αίθουσα. Κάπου στη μέση, ως παράπλευρος ακροατής, αναγνωρίζεται η γυναίκα του Αλκίνοου, η Αρήτη, η οποία στο διάλειμμα της μεγάλης αφήγησης, παίρνει τον λόγο, για να κάνει τη δική της αξιολόγηση και τη δική της πρόταση.

Στις πιο εμπιστευτικές συνομιλίες τα υποκείμενα της εσωτερικής διήγησης περιορίζονται σε δύο: σ᾽ αυτόν που διηγείται και σ᾽ εκείνον που ακούει τη διήγηση. Παραδείγματα: ο πρωινός μακρός απόλογος του Μενελάου, που προσφέρεται τώρα αποκλειστικά στον Τηλέμαχο (δ 306-592)· αλλά και οι δύο αμοιβαίες διηγήσεις, του Οδυσσέα στον Εύμαιο και του Εύμαιου στον Οδυσσέα, πλαστή η μία και γνήσια η άλλη (ξ 192-359 και ο 390-484). Επίσης, η μακρά πλαστή διήγηση του Οδυσσέα στην Πηνελόπη (τ 165-202, 221-248, 261-307), όπως και η σύντομη αναγνωριστική διήγηση του Οδυσσέα στον Λαέρτη (ω 302-314). Έτσι το φάσμα των ακροατών στην Οδύσσεια συμπληρώνεται και ευνοεί διαφορετικές ακροαματικές αντιδράσεις.

Η πιο τυπική αντίδραση αναλογεί στο πληθυντικό ακροατήριο, που, ακούγοντας από κάποια απόσταση μια εσωτερική διήγηση, γοητεύεται και υποδέχεται το τέλος της με παρατεινόμενη σιωπή, δηλώνοντας έτσι τον θαυμασμό και την κατάπληξή του. Παράδειγμα η αντίδραση των Φαιάκων, όταν κλείνει ο Οδυσσέας τους «Απολόγους» του (ν 1-2). Η παθολογικότερη ανταπόκριση του ακροατή εκδηλώνεται με θρήνο - κάτι που θυμίζει την αντίδραση του ίδιου του Οδυσσέα, όταν ακούει το πρώτο και το τρίτο τραγούδι του Δημοδόκου. Δύο συγγενικά μεταξύ τους παραδείγματα: το ένα αφορά τον Τηλέμαχο, το άλλο την Πηνελόπη.

Η πρώτη και συνοπτικότερη ομολογία συμπάθειας του Μενελάου για τον αγνοούμενο Οδυσσέα (δ 78-112) προκαλεί στον Τηλέμαχο βουβό κλάμα, που προσπαθεί ο νεαρός να το κρύψει, σκεπάζοντας τα μάτια του με την πορφυρή του χλαμύδα. Ο μοναχικός ωστόσο θρήνος του σε λίγο γενικεύεται, όταν, με την αναγνωριστική παρέμβαση της Ελένης, ο Τηλέμαχος ταυτίζεται με τον μονάκριβο γιο του Οδυσσέα. Οπότε όλοι θρηνούν: η Ελένη και ο Μενέλαος από αναμνηστική συμπάθεια· ο Τηλέμαχος από πόνο για τον απόντα πατέρα του· ο συνοδός Πεισίστρατος για τον σκοτωμένο στην Τροία αδελφό του Αντίλοχο. Ώσπου ο γενικός θρήνος κατευνάζεται: πρώτα με τη φρόνιμη υπόδειξη του Πεισιστράτου (δεν έχει, λέει, νόημα η θρηνητική επιμονή, είναι καιρός να δειπνήσουν)· μετά με το μαγικό βοτάνι της Ελένης, που η βασίλισσα της Σπάρτης το ρίχνει στο κρασί τους, και όλοι ξεχνούν τον πόνο τους. Έτοιμοι είναι τώρα ν᾽ ακούσουν τη δική της διήγηση για ένα πρώιμο τρωικό κατόρθωμα (του Οδυσσέα και δικό της). Διήγηση που τη διπλασιάζει ο Μενέλαος, μιλώντας και αυτός για τον Οδυσσέα μέσα στην κοιλιά του δούρειου ίππου: πώς κατόρθωσε να αποκρούσει τον πειρασμό της Ελένης, που κόντεψε με τις μιμητικές της φωνές να ματαιώσει τον πιο διάσημο δόλο του ήρωα.

Το άλλο παράδειγμα θρηνητικής αντίδρασης ανήκει στην Πηνελόπη. Μόλις έχει τελειώσει ο αδιάγνωστος ακόμη Οδυσσέας το πρώτο μέρος της πλαστής διήγησής του, και ο ποιητής σχολιάζει (τ 203-209):

Αράδιαζε διηγώντας ψέματα πολλά, που όμως έμοιαζαν αληθινά.
Κι η Πηνελόπη ακούγοντας, της έτρεχαν τα δάκρυα ποτάμι,
μαραίνοντας το πρόσωπο.
Όπως το χιόνι αναλιώνει στα πανύψηλα βουνά -
το στοίβαξε ο πουνέντες, μετά το λιώνει φυσώντας ο σιρόκος
και στα ποτάμια τα νερά φουσκώνουν·
έτσι κι εκείνη, μούσκευε τα ωραία της μάγουλα
με τα πολλά της δάκρυα, τον άντρα της θρηνώντας - ήταν ωστόσο εκεί,
μπροστά στα μάτια της.


Ο θρήνος (άλλοτε σπαρακτικός, άλλοτε ανακουφιστικός) αναλογεί σε ακροατές που έχουν προσωπική σχέση με το κεντρικό πρόσωπο της εσωτερικής διήγησης: γιος με πατέρα, γυναίκα με τον άντρα της, πολεμιστής με τον συντροφικό του φίλο. Αλλιώς η συγκίνηση του ακροατή δηλώνεται πιο συγκρατημένη. Κάποτε εξάλλου ο ακροατής εκφράζεται και με αξιολογικό σχόλιο για την τέχνη του διηγητή. Δύο χαρακτηριστικά και συγγενικά μεταξύ τους παραδείγματα.

Όταν στη μέση περίπου της «Μεγάλης Νέκυιας» (λ 330-332) ο Οδυσσέας κόβει μάλλον απότομα τη διήγησή του, γιατί αισθάνεται πως πέρασε η ώρα, παρεμβαίνει πρώτη η Αρήτη, σπάζοντας τη σιωπή των άλλων γοητευμένων Φαιάκων. Μ᾽ έναν λοξό έπαινο για τον αφηγητή Οδυσσέα, εξαίρει το ωραίο και επιβλητικό του παρουσιαστικό, που αντιστοιχεί σε τετράγωνο μυαλό. Προσόντα που της δίνουν το δικαίωμα να ονομάσει τώρα δικό της φιλοξενούμενο τον Οδυσσέα, προτείνοντας συνάμα στους Φαίακες να διπλασιάσουν τα φιλόξενα δώρα τους. Στον έμμεσο αυτόν έπαινο θα προσθέσει ο Αλκίνοος τον δικό του, άμεσο έπαινο. Απαλλάσσει πρώτα τον αφηγητή Οδυσσέα από την υποψία του περιφερόμενου λογά και απατεώνα. Μετά ο έπαινος γίνεται απροκάλυπτα θετικός: ο Αλκίνοος αναγνωρίζει πως τα λόγια του αφηγητή Οδυσσέα έχουν συγκροτημένη μορφή και το μυαλό του λάμπει· κατέχει καλά την τέχνη να ιστορεί τα πάθη των Αργείων και τα δικά του βάσανα· σαν αοιδός με άρτια γνώση - ἐπισταμένως, λέει το πρωτότυπο κείμενο. Τεχνικός όρος που θα τον χρησιμοποιήσει αργότερα και ο Ησίοδος στα Έργα (105-106) για τον εαυτό του, διαφημίζοντας τη δική του αφηγηματική δεξιοσύνη.

Την εξίσωση του αφηγητή Οδυσσέα με αοιδό την επικυρώνει στην Ιθάκη και ο Εύμαιος, συστήνοντας τον αδιάγνωστο ακόμη Οδυσσέα στην Πηνελόπη μ᾽ αυτά τα λόγια (ρ 515-521):

Εγώ τον κράτησα τρεις νύχτες στο καλύβι μου, τον φύλαξα
τρεις μέρες· γιατί σ᾽ εμένα πρώτα κούρνιασε, ξεφεύγοντας
απ᾽ το καράβι. Κι όμως δεν πρόλαβε διηγώντας
ν᾽ αποτελειώσει τη βασανισμένη μοίρα του.
Πώς κάποιος προσηλώνεται σ᾽ έναν αοιδό, που από θεού γνωρίζει
να τραγουδά για τους ανθρώπους συναρπαστικά τραγούδια,
και λαχταρούν ακούγοντας οι άλλοι ποτέ να μην τελειώσει
το τραγούδι που άρχισε· έτσι κι αυτός εμένα, καθισμένος
στο μαντρί, με μάγεψε.


Η ρητή εξομοίωση του Οδυσσέα με δεξιοτέχνη και γοητευτικό αοιδό τόσο από τον Αλκίνοο όσο και από τον Εύμαιο επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι στον πρόλογο των «Απολόγων» (ι 1-11), επαινώντας ο ήρωας τον Δημόδοκο για τα προηγούμενα τραγούδια του, προκαταβάλλει διακριτικά και τον δικό του έπαινο· τον αυτοέπαινό του δηλαδή, προτού αρχίσει τη μακρά του διήγηση, που θα αποδειχτεί αντάξια ενός αναγνωρισμένου αοιδού. Αν υπολογίσουμε ότι η μορφή του αοιδού στο εσωτερικό της Οδύσσειας παραπέμπει, λοξά έστω, στη μορφή του εξωτερικού αφηγητή, δηλαδή του ποιητή, τότε η εξομοίωση του εσωτερικού αφηγητή, δηλαδή του Οδυσσέα, με έναν καλό αοιδό, τον εξομοιώνει, λοξά πάλι, και με τον ποιητή.

Για να το πούμε αλλιώς: στην Οδύσσεια η αφηγηματική τέχνη εκπροσωπείται σε πρώτη δόση από τον παραδοσιακό αοιδό, σε δεύτερη από τον αφηγητή Οδυσσέα, ο οποίος ανταγωνίζεται και επισκιάζει τον αοιδό, εκπροσωπώντας τον ποιητή, επειδή οι συμβάσεις του αρχαϊκού έπους δεν επιτρέπουν την άμεση προβολή του μέσα στο έργο. Επομένως, ο Οδυσσέας δεν είναι μόνον ο ήρωας του σημαντικότερου μετατρωικού νόστου αλλά και ο καλύτερος αφηγητής του, και τούτο το οφείλει στον ποιητή της Οδύσσειας, που του ανέθεσε και αυτό τον ρόλο. Συμπέρασμα: ο υπερθετικός έπαινος της αφηγηματικής τέχνης, που μεταφέρεται στον πρόλογο των «Μεγάλων Απολόγων» από τον αοιδό Δημόδοκο στον αφηγητή Οδυσσέα, καταλήγει στον ποιητή. Αυτόν τον συνειρμό φρόντισε ο ίδιος ο επικός ποιητής να τον υποβάλει μέσα στο έπος του, σχηματίζοντας μια αναβατική κλίμακα: αοιδός-αφηγητής-ποιητής.

Θα ’ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων

Θα ’ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο.

Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν.

Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα.

Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες.

Πολλοί θα πέσουν μέσα.

Τα χώματα θα τους σκεπάσουν.

Κανείς δεν θα φυτρώσει.

Ποτέ μην προσπαθήσεις να κρύψεις αυτό που είσαι

Να είσαι πάντα ο εαυτός σου. Ποτέ μην προσπαθήσεις να κρύψεις αυτό που είσαι. Η μόνη ντροπή είναι το να έχεις ντροπή. Πάντα να υπερασπίζεσαι αυτό που πιστεύεις. Πάντα να αμφισβητείς αυτό που σου λένε οι άλλοι.

Ποτέ μη μετανιώνεις για το παρελθόν. Είναι χάσιμο χρόνου. Υπάρχει κάποιος λόγος για όλα. Κάθε λάθος, κάθε στιγμή αδυναμίας, κάθε φρικτό πράγμα που σου συνέβη. Μάθε από αυτά. Ο μόνος τρόπος για να κερδίσεις τον σεβασμό των άλλων είναι να τους δείξεις ότι σέβεσαι τον εαυτό σου και το πιο σημαντικό, ότι κάνεις το κομμάτι σου και δεν απολογείσαι για αυτό που είσαι.

Ξέρω ότι μερικές φορές νιώθεις σαν να παραιτείσαι. Κάθε καινούργια μέρα που έρχεται βλέπεις ότι δεν αλλάζει κάτι στη ζωή σου. Όλοι οι μπελάδες της καρδιάς σου και οι ανησυχίες σου, δείχνουν να χειροτερεύουν. Αναρωτιέσαι γιατί όλα συμβαίνουν σε εσένα. Εξακολουθείς να αναρωτιέσαι γιατί δεν είσαι τυχερός όπως όλοι οι άλλοι. Τώρα, άρχισες να χάνεις την ελπίδα σου. Τώρα νομίζεις ότι ίσως τελικά ήταν γραφτό να ζεις έτσι ή κάποιος ίσως σε έχει καταραστεί.

Αλλά τι είναι αυτό που θέλω να σου πω φίλε μου; Δεν ήταν γραφτό σου να ζεις έτσι και δεν σε έχουν καταραστεί. Η ζωή είναι σιωπηλή αλλά σε παρακολουθεί μέρα νύχτα. Σε ακούει και έχει κάτι ξεχωριστό για εσένα. Απλά μείνε δυνατός, συγκεντρωμένος. Συνέχισε να προσπαθείς σκληρά. Κράτα το στο μυαλό σου ότι δεν είσαι μόνος σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Βρισκόμαστε όλοι στη ίδια βάρκα. Για αυτό, μην παραιτείσαι αγαπημένε μου φίλε. Έρχεται σύντομα η δική σου ώρα.

ΠΛΑΤΩΝ: Η τιμωρία του Αρδιαίου

Στην Πολιτεία ο Πλάτων μας διηγείται έναν μύθο. Ο Ηρ, ο γιος του Αρμένιου, από το γένος των Παμφύλων, σκοτώθηκε στον πόλεμο αλλά το σώμα του παρέμεινε απρόσβλητο από τη σήψη. Όταν θέλησαν οι επιζώντες, τη δωδέκατη μέρα έπειτα από το σκοτωμό του, να τον αποτεφρώσουν, εκεί που τον είχαν επάνω στην πυρά, αυτός ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα η ψυχή του, αφού βγήκε από το σώμα του, μπόρεσε να δει στον άλλο κόσμο. Μετά το θάνατο, οι δικαστές προετοιμάζουν τις ψυχές των δικαίων να πορευθούν σ` έναν δρόμο που οδηγεί πάνω στον ουρανό και τις ψυχές των αμαρτωλών σ` ένα δρόμο που κατεβαίνει κάτω. Κάθε αδικία τιμωρείται δέκα φορές και κάθε τιμωρία διαρκεί εκατό χρόνια.

“Έλεγε μάλιστα πως μπροστά του κάποιος ρωτούσε κάποιον άλλο πού ήταν ο πολύς Αρδιαίος. Ο Αρδιαίος αυτός υπήρξε τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, πάνε χίλια χρόνια από τότε· είχε σκοτώσει τον γέροντα πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του κι είχε διαπράξει, όπως έλεγαν, και άλλα πολλά ανοσιουργήματα. Είπε λοιπόν ότι ο άνθρωπος που ρωτήθηκε απάντησε πως «Δεν έχει έλθει ο Αρδιαίος κι ούτε πρόκειται να έλθει. Γιατί πραγματικά ήταν κι αυτό ένα από τα φοβερά πράγματα που είδαμε. Εκεί που είμαστε κοντά στο στόμιο έτοιμοι να βγούμε απάνω, και τα παθήματα μας όλα είχαν πάρει τέλος, τον είδαμε ξαφνικά αυτόν και μερικούς άλλους που οι περισσότεροί τους υπήρξαν τύραννοι· ήσαν επίσης μαζί τους και ορισμένοι ιδιώτες, από αυτούς που είχαν διαπράξει μεγάλα ανομήματα. Φαντάζονταν ότι θα ανέβαιναν πια κι αυτοί, το στόμιο όμως δεν τους δεχόταν αλλά μούγκριζε κάθε φορά που κάποιος από ‘κείνους τους έτσι αθεράπευτα αχρείους ή από όσους δεν είχαν τιμωρηθεί αρκούντως για τα κρίματά τους επιχειρούσε να βγει επάνω. 

Εκεί πια, είπε, άνδρες αγριωποί που φάνταζαν σαν γλώσσες φωτιάς και στέκονταν πλάι στο άνοιγμα, ακούγοντας το μουγκρητό, άλλους μεν τους έπιαναν και τους τραβούσαν, τον Αρδιαίο όμως και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν χειροπόδαρα, μαζί και το κεφάλι, τους έβαλαν κατάχαμα και τους έγδαραν, έπειτα τους τράβηξαν έξω από το δρόμο, στο πλάι, σέρνοντάς τους απάνω σε ασπαλάθους, κι εξηγούσαν κάθε φορά στους περαστικούς γιατί το έκαναν αυτό και ότι τους πήγαιναν να τους ρίξουν στον Τάρταρο». Κι από τους πολλούς και κάθε λογής φόβους που ‘χαν δοκιμάσει, ο μεγαλύτερος, είπε, ήταν μήπως κι ακουγόταν εκείνο το μουγκρητό την ώρα που καθένας τους θα προσπαθούσε να βγει, κι ήταν μεγάλη η χαρά να ‘ναι το μουγκρητό σταματημένο καθώς θα ανέβαιναν επάνω. Αυτές περίπου, είπε, ήσαν οι ποινές και οι τιμωρίες, κι οι ανταμοιβές πάλι ανάλογες.”

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ 615c–616b

Παντού τ’ ανθρώπινα προβλήματα, παρ’ όλο που φαινομενικά δε μοιάζουν, στην πραγματικότητα είναι λίγο πολύ ίδια

Όταν ταξιδεύει κανείς βλέπει πεντακάθαρα ότι παντού τ’ ανθρώπινα προβλήματα, παρ’ όλο που φαινομενικά δε μοιάζουν, στην πραγματικότητα είναι λίγο πολύ ίδια. Τα προβλήματα της βίας και το πρόβλημα της ελευθερίας το πρόβλημα της δημιουργίας μιας πραγματικής και καλύτερης σχέσης μεταξύ των ανθρώπων έτσι ώστε να μπορούν να ζουν ειρηνικά, με κάποια αξιοπρέπεια και να μην είναι διαρκώς σε σύγκρουση ούτε με τον εαυτό τους ούτε με τους γειτόνους τους. Υπάρχει ακόμα το πρόβλημα της φτώχειας, της πείνας και της ολοκληρωτικής απελπισίας των φτωχών, που βλέπει κανείς ο’ ολόκληρη την Ασία. Και υπάρχει το πρόβλημα, σ’ αυτήν εδώ τη χώρα και στη Δυτική Ευρώπη, της ευημερίας. Όπου υπάρχει ευημερία χωρίς λιτότητα- υπάρχει βία- υπάρχει κάθε μορφή ανήθικης χλιδής ή μια εντελώς διεφθαρμένη και ανήθικη κοινωνία.

Υπάρχει το θέμα της αγάπης και του θανάτου. Τόσα πολλά προβλήματα που συνδέονται το ένα με τ’ άλλο. Ο γράφων δεν εκπροσωπεί κανένα σύστημα θεωρητικής σκέψης ή ιδεολογία. Αν μπορούμε να κουβεντιάσουμε μαζί τα πολλά αυτά προβλήματα, όχι όπως τα συζητάει κανείς με έναν εμπειρογνώμονα ή μ’ έναν ειδικό -γιατί ο ομιλητής δεν είναι ούτε το ένα ούτε τ’ άλλο- τότε ίσως μπορέσουμε να πετύχουμε μια σωστή επικοινωνία. Αλλά έχετε στο νου σας ότι η λέξη δεν είναι το πράγμα, και ότι η περιγραφή, όσο λεπτομερειακή, περίτεχνη, ορθολογιστική και όμορφη κι αν είναι, δεν είναι εκείνο που περιγράφεται.

Υπάρχουν οι εντελώς χωριστοί κόσμοι, οι ιδεολογικές διαιρέσεις.

Αυτές οι ιδεολογίες έφεραν πολέμους. Παρ’ όλο που μπορεί να υπάρχει θρησκευτική ανοχή, αυτή φτάνει μόνο ως ένα σημείο. Μετά απ’ αυτό: η καταστροφή, η μισαλλοδοξία, η βαρβαρότητα, η βία -οι θρησκευτικοί πόλεμοι. Παρόμοια, υπάρχουν οι εθνικές και φυλετικές διαιρέσεις, που έχουν προκληθεί από ιδεολογίες, ο μαύρος εθνικισμός και οι διάφορες φυλετικές εκφράσεις.

Υπάρχει καμιά δυνατότητα να ζήσει κανείς σ’ αυτό τον κόσμο χωρίς βία, ελεύθερα, ενάρετα; Η ελευθερία είναι απολύτως αναγκαία· όχι όμως η ελευθερία του να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, γιατί ο καθένας είναι διαμορφωμένος -είτε ζει σ’ αυτή τη χώρα είτε στην Ινδία ή οπουδήποτε αλλού- είναι διαμορφωμένος από την κοινωνία του, από την παιδεία του, από την όλη δομή της σκέψης του. Είναι δυνατό να είναι κανείς ελεύθερος απ’ αυτή τη διαμόρφωση, όχι ιδεολογικά, όχι σαν μια ιδέα, αλλά πραγματικά και άμεσα, ψυχολογικά, εσωτερικά ελεύθερος; Αλλιώς, δε βλέπω πώς μπορεί να υπάρξει δημοκρατία ή σωστή συμπεριφορά. Και πάλι, η έκφραση «σωστή συμπεριφορά» έχει υποτιμηθεί, αλλά ελπίζω ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις λέξεις για να μεταδώσουμε το νόημα χωρίς να το μειώνουμε.

Η ελευθερία δεν είναι ιδέα. Μια φιλοσοφία περί ελευθερίας δεν είναι ελευθερία. Ή είσαι ελεύθερος ή δεν είσαι. Είσαι φυλακισμένος, όσα στολίδια κι αν έχει η φυλακή, και ο φυλακισμένος είναι ελεύθερος μόνον όταν δεν είναι πια στη φυλακή. Η ελευθερία δεν είναι η κατάσταση ενός νου αιχμάλωτου της σκέψης. Η σκέψη δεν μπορεί ποτέ να είναι ελεύθερη. Η σκέψη είναι ανταπόκριση της μνήμης, της γνώσης και της εμπειρίας. Είναι πάντοτε προϊόν του παρελθόντος και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να φέρει ελευθερία, γιατί η ελευθερία είναι κάτι που είναι στο ζωντανό ενεργό παρόν, στην καθημερινή ζωή. Η ελευθερία δεν είναι ελευθερία από κάτι -η ελευθερία από κάτι είναι απλή αντίδραση.

Γιατί ο άνθρωπος έδωσε τόσο εξαιρετική σημασία στη σκέψη; Στη σκέψη που διατυπώνει μια έννοια και που σύμφωνα μ’ αυτήν προσπαθεί να ζήσει. Η διατύπωση ιδεολογιών και η προσπάθεια συμμόρφωσης σ’ αυτές τις ιδεολογίες είναι κάτι που παρατηρείται σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Ο άνθρωπος έδωσε πάντοτε στη σκέψη μια τέτοια φοβερή σημασία και σπουδαιότητα. Όσο πιο εξειδικευμένη, όσο πιο εκλεπτυσμένη είναι η σκέψη, τόσο αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Ρωτάμε λοιπόν: μπορεί ποτέ η σκέψη να λύσει τα ανθρώπινα προβλήματά μας;

Υπάρχει το πρόβλημα της βίας, όχι μόνο στη φοιτητική εξέγερση στο Παρίσι, τη Ρώμη, το Λονδίνο και την Κολομβία, εδώ και στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά κι αυτή η εξάπλωση του μίσους και της βίας, ο μαύρος ενάντια στον άσπρο, ο Ινδουιστής ενάντια στο Μουσουλμάνο. Υπάρχει η απίστευτη βαρβαρότητα και η τρομακτική βία που κουβαλούν οι ανθρώπινες καρδιές, παρ’ όλο που εξωτερικά έχουν διαπαιδαγωγηθεί, έχουν διαμορφωθεί έτσι ώστε να επαναλαμβάνουν προσευχές ειρήνης. Τα ανθρώπινα όντα είναι εκπληκτικά βίαια.

Αυτή η βία είναι αποτέλεσμα πολιτικών και φυλετικών διαιρέσεων και θρησκευτικών διακρίσεων. Αυτή τη βία, που είναι τόσο βαθιά ριζωμένη σε κάθε ανθρώπινο ον, μπορεί άραγε κανείς να την μετασχηματίσει πραγματικά, να την αλλάξει ολοκληρωτικά, έτσι ώστε να ζήσει ειρηνικά; Είναι ολοφάνερο ότι αυτή τη βία την κληρονόμησε ο άνθρωπος από το ζώο κι από την κοινωνία στην οποία ζει. Ο άνθρωπος παραδίνεται στον πόλεμο, ο άνθρωπος αποδέχεται τον πόλεμο σαν τρόπο ζωής. Ίσως να υπάρχουν μερικοί ειρηνιστές εδώ κι εκεί που κουβαλάνε αντιπολεμικά συνθήματα, αλλά υπάρχουν εκείνοι που αγαπούν τον πόλεμο κι έχουν και τους αγαπημένους τους πολέμους! Υπάρχουν εκείνοι που ίσως δεν επιδοκιμάζουν τον πόλεμο του Βιετνάμ αλλά θα πολεμούσαν για κάτι άλλο, θα έκαναν κάποιο άλλο είδος πολέμου. Ο άνθρωπος έχει στην πραγματικότητα αποδεχτεί τον πόλεμο, δηλαδή τη σύγκρουση, όχι μόνο μέσα του αλλά και έξω απ’ αυτόν, σαν έναν τρόπο ζωής.

Αυτό που είναι το ανθρώπινο ον συνολικά, τόσο στο συνειδητό όσο και στα βαθύτερα στρώματα της συνείδησής του, παράγει μια κοινωνία με την αντίστοιχη δομή- είναι ολοφάνερο. Και ξαναρωτάει κανείς: είναι δυνατόν ο άνθρωπος, που έχει αποκτήσει συνήθειες μέσα από την εκπαίδευση, μέσα από την αποδοχή του κοινωνικού κανόνα και της κοινωνικής κουλτούρας, είναι δυνατό να κάνει μια βαθιά ψυχολογική επανάσταση μέσα στον ίδιο του τον εαυτό- όχι απλώς μια εξωτερική επανάσταση.

Είναι δυνατό να επιφέρει κανείς άμεσα μια ψυχολογική επανάσταση; Όχι χρονικά, όχι βαθμιαία, γιατί δεν υπάρχει χρόνος- όταν το σπίτι καίγεται δεν συζητάτε να σβήσετε σιγά-σιγά τη φωτιά, δεν έχετε χρόνο, ο χρόνος είναι αυταπάτη. Τι λοιπόν θα κάνει τον άνθρωπο ν’ αλλάξει; Τι θα κάνει εσάς ή εμένα, σαν ανθρώπινα όντα, ν’ αλλάξουμε; Το κίνητρο, που είναι είτε η ανταμοιβή είτε η τιμωρία; Αυτό το έχουμε προσπαθήσει. Οι ψυχολογικές ανταμοιβές, η υπόσχεση του παραδείσου, η τιμωρία της κόλασης, έχουν δοθεί σε αφθονία κι απ’ ό,τι φαίνεται ο άνθρωπος δεν άλλαξε, εξακολουθεί να είναι ζηλόφθονος, άπληστος, βίαιος, προληπτικός, γεμάτος φόβο, κλπ. Το κίνητρο και μόνο, είτε δίνεται εξωτερικά είτε εσωτερικά, δε φέρνει καμιά ριζική αλλαγή. Η αναζήτηση- μέσα από ανάλυση- του λόγου που ο άνθρωπος είναι τόσο βίαιος. τόσο γεμάτος φόβο, τόσο πολύ κτητικός, ανταγωνιστικός, τόσο βίαια φιλόδοξος – πράγμα που είναι πολύ εύκολο- αυτή η αναζήτηση θα φέρει καμιά αλλαγή; Προφανώς όχι. Ούτε αυτή η ανακάλυψη του κινήτρου. Τότε τι θα φέρει την αλλαγή; Τι θα φέρει, όχι βαθμιαία αλλά άμεσα, την ψυχολογική επανάσταση; Αυτό μου φαίνεται, πως είναι το μοναδικό ζήτημα.

Έτσι λυτρώθηκε ο Προμηθέας

Η αρχική περιοχή της Αρτέμιδος, το χοροστάστι της απάνω στις σπαθωτές βουνοπλαγιές και το αγαπημένο της βουνό, όπως ο Ταΰγετος, ήταν ο Ερύμανθος στη νοτιοδυτική γωνία της Αρκαδίας, όπου συνορεύει με την Αχαΐα και την Ήλιδα. Εκεί στάλθηκε ο Ηρακλής με την τέταρτη εντολή: να πιάση τον κάπρο. Όταν η θεά οργισμένη έστρεφε το πρόσωπό της σε μια χώρα, όπως στην Ιστορία του Μελεάγρου, έστελνε έναν μανιασμένο κάπρο, που κατάστρεφε τους αγρούς των χωρικών. Γι’ αυτό δεν αναφέρεται τίποτα εδώ, μόνο ότι οι κάτοικοι της Ψωφίδος παραπονιούνταν για τον Ερυμάνθιο κάπρο. Αλλά δεν ήταν αυτός πάλι ο λόγος που ο Ηρακλής έπρεπε να τον πιάση ζωντανό και να τον φέρη στις Μυκήνες. Στους γεωργούς θ’ αρκούσε, αν σκότωνε το ζώο.

Ο ήρωας περιπλανήθηκε κι αυτή τη φορά σ’ όλη την Αρκαδία κι έφτασε πρώτα στα δάση της Φολόης, του οροπεδίου ανάμεσα στην κοιλάδα του Αλφειού και στον Ερύμανθο. Σ’ αυτή την περιοχή κατοικούσαν οι Κένταυροι, που είχαν την ίδια φύση και τις ίδιες συνήθειες όπως οι ζωώδεις αντίπαλοι των Λαπιθών στη Θεσσαλία. Υπήρχαν επίσης και Λαπίθαι στα γύρω, με τους οποίους δεν είχε καμιά δουλειά ο Ηρακλής. Φιλοξενήθηκε εγκάρδια από τον Κένταυρο Φόλο, που κατοικούσε δω σε μια σπηλιά. Ο οικοδεσπότης του πρόσφερε ψητό κρέας, ενώ ο ίδιος έτρωγε ωμό. Σύμφωνα με μια διήγηση, ήταν μαζί τους και ο σοφός Κένταυρος Χείρων, ο πιο δίκαιος ανάμεσα στους Κενταύρους. Ο Χείρων είχε αποτραβηχτή από τους Θεσσαλούς Λαπίθας στην Πελοπόννησο και, αντί να κατοική στο Πήλιο, κατοικούσε στο Ακρωτήριο Μαλέα. Ζήτησε άραγε ο Ηρακλής κρασί, ή ήταν κι αυτό μέσα στη φιλοξενία του Φόλου; Άνοιξε το κοινό κρασί των Κενταύρων, που ο Φόλος το φύλαγε σ’ ένα μεγάλο πιθάρι.

Αυτό το κρασί θα πρέπη να ήταν δώρο του Διονύσου προορισμένο απ’τον ίδιο το θεό για τον ήρωα. Ήταν ένα επικίνδυνο δώρο, που τη φύση του δεν την ήξεραν προφανώς οι Κένταυροι. Παλιοί αγγειογράφοι παριστάνανε μ’ ευχαρίστηση τη σκηνή, πως ο Ηρακλής άντλησε πρώτος από το μεγάλο βαρέλι.

Το άρωμα του κρασιού δελέασε τώρα και τους άλλους Κενταύρους, και το κενταυρικό συμπόσιο μεταβλήθηκε σε λίγο σε κενταυρική μάχη, που πάλι παρουσίαζαν ευχαρίστως οι καλλιτέχνες και οι αφηγητές. ‘Ισχυρίστηκαν ότι η μάχη απλώθηκε από το βουνό Φολόη μέχρι τη σπηλιά του Χείρωνος στο ακρωτήριο Μαλέα. Μέχρις εκεί θα κυνήγησε ο Ηρακλής με τα δηλητηριασμένα βέλη του τους Κενταύρους. Ένα βέλος, προορισμένο για τον Έλατο, αστόχησε και χτύπησε τον θεϊκό Χείρωνα. Μάταια προσπάθησε ο ήρωας να τον γιατρέψει με χειρονικά γιατρικά: το δηλητήριο της Ύδρας ήταν πολύ δραστικό.

Τραυματισμένος στο γόνατο ο Χείρων, δεν μπορούσε ούτε να γίνη καλά, αλλά ούτε και να πεθάνη. Έτσι αποτραβήχτηκε με την αγιάτρευτη πληγή του στη σπηλιά του και βασανιζόταν εκεί, μέχρι που μπόρεσε, αντί για τον βασανιζόμενο Προμηθέα, να προσφέρη στο Δία τον εαυτό του. Έτσι πέθανε ο Χείρων και λυτρώθηκε ο Προμηθεύς. Από ένα βέλος του Ηρακλέους πέθανε επίσης ο καλός Φόλος μ’ αυτό τον τρόπο: τράβηξε το δηλητηριασμένο βέλος από κάποιο πτώμα Κενταύρου κι απορούσε πως ένα τόσο μικρό πράγμα μπόρεσε να θανατώση ένα τόσο μεγάλο πλάσμα. Τότε το βέλος έπεσε στο πόδι του και σκότωσε και τον ίδιο. Ο Ηρακλής όμως έθαψε το φίλο του και πήρε το δρόμο για τον Ερύμανθο.

Εκεί καταδίωξε τον κάπρο από την κρυψώνα του. Τον παράσυρε στα χιόνια της κορυφής, τον έπιασε με μια θηλιά κι έριξε το ζώο στους ώμους του. Μετά τράβηξε για τις Μυκήνες, παίρνοντας και το ζώο μαζί του. Τότε ακολούθησε η από παλιά γνωστή σκηνή, που οι αγγειογράφοι απεικόνιζαν πάλι μ’ ευχαρίστηση. Ο ήρωας, με τ’ αγριογούρουνο στην πλάτη, πάτησε με το ένα του πόδι στην άκρη του υποχθόνιου πιθαριού, όπου είχε γλιστρήσει ο Ευρυσθεύς. Βλέπει κανείς μόνο τα κεφάλι και τα χέρια του φοβητσιάρη. Τόσο τρόμαξε, όταν είδε τον κάπρο, λες κι έβλεπε το θάνατο.

Αν δεν σας ενδιαφέρει να είστε ευαίσθητοι, τότε είστε σαν νεκροί

Και πώς μπορεί κανείς ν’ αποκτήσει ευαισθησία; Πώς θα γεννηθεί αυτή η ευαισθησία που θα σε κάνει να βρίσκεσαι σ’ επαγρύπνηση ώστε να μη βλάπτεις άλλους ανθρώπους, τα ζώα, τα λουλούδια;

Σας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Θα έπρεπε. Αν δεν σας ενδιαφέρει να είστε ευαίσθητοι, τότε είστε σαν νεκροί, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι άνθρωποι. Παρόλο που έχουν εξασφαλισμένο το φαγητό τους, έχουν τη δουλειά τους, κάνουν παιδιά, οδηγούν αυτοκίνητα, φοράνε κομψά ρούχα, οι περισσότεροι είναι τόσο καλοί όσο κι οι νεκροί.

Ξέρετε τι σημαίνει να είσαι ευαίσθητος; Σίγουρα σημαίνει να έχεις ένα αίσθημα στοργής για πράγματα που γίνονται γύρω σου: Να βλέπεις ένα ζώο που υποφέρει και να κάνεις κάτι γι’ αυτό, να βγάζεις μια πέτρα από το μονοπάτι γιατί περνάνε πάρα πολλά γυμνά πόδια από εκεί και μπορεί να τραυματιστούν, να μαζεύεις από το δρόμο ένα καρφί, γιατί μπορεί να σκάσει το λάστιχο του αυτοκινήτου κάποιου ανθρώπου. Το να είσαι ευαίσθητος σημαίνει ότι έχεις αισθήματα για τους ανθρώπους, για τα πουλιά, για τα λουλούδια, για τα δέντρα – όχι επειδή είναι δικά σου, αλλά απλώς επειδή έχεις επίγνωση της εξαιρετικής ομορφιάς των πραγμάτων. Και πώς μπορεί να γεννηθεί αυτή η ευαισθησία;

Από τη στιγμή που είσαι βαθιά ευαίσθητος, είναι φυσικό να μην ξεριζώνεις τα λουλούδια, δεν έχεις τη διάθεση να καταστρέφεις τίποτα, να πληγώνεις τούς ανθρώπους, που σημαίνει ότι έχεις μέσα σου πραγματικό σεβασμό, αγάπη για τα πάντα. Η αγάπη είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή. Αλλά τι εννοούμε όταν λέμε αγάπη; Αν αγαπάς κάποιο πρόσωπο επειδή αυτό ανταποκρίνεται στην αγάπη σου, σίγουρα αυτό δεν είναι αγάπη. Αγάπη είναι να υπάρχει μέσα σου εκείνη η μοναδική αίσθηση στοργής που δεν ζητάει τίποτα για αντάλλαγμα. Μπορεί να είσαι πολύ έξυπνος από παιδί, να περνάς όλες σου τις εξετάσεις, να παίρνεις διπλώματα και να φτάνεις σε υψηλά αξιώματα, αλλά αν δεν έχεις αυτή την ευαισθησία, αυτή την αίσθηση της στοργής, αυτή την αίσθηση της απλής αγάπης, τότε η καρδιά σου θα είναι άδεια και θα είσαι δυστυχισμένος για το υπόλοιπο της ζωής σου.

Λοιπόν, είναι πολύ σημαντικό για την ίδια την καρδιά να είναι γεμάτη από αυτή την αίσθηση στοργής, γιατί τότε δεν θα καταστρέφετε ποτέ τίποτα, δεν θα είστε άσπλαχνοι και δεν θα υπάρχουν πια πόλεμοι. Τότε θα είστε ευτυχισμένα πλάσματα.

Τώρα, πώς μπορεί να γεννηθεί αυτή η αγάπη; Σίγουρα, η αγάπη πρέπει να ξεκινήσει από το σχολείο, από το δάσκαλο. Αν ο δάσκαλος, παράλληλα με τις γνώσεις που σας δίνει για τα μαθηματικά, τη γεωγραφία ή την ιστορία, έχει και αυτή την αίσθηση της αγάπης μέσα στην καρδιά του και μιλάει γι’ αυτήν, αν αυθόρμητα βγάζει μια πέτρα από το δρόμο για να μη σκοντάψει κάποιος, αν δεν αφήνει τους βοηθούς του να κάνουν όλες τις βαριές δουλειές, αν στις συζητήσεις του, στη δουλειά του, στο παιχνίδι, όταν τρώει, όταν είναι μαζί ας ή μόνος του αισθάνεται αυτό το περίεργο πράγμα και σας μιλάει συχνά γι’ αυτό, τότε θα γνωρίσετε κι εσείς τι σημαίνει ν’ αγαπάς.

Μπορεί να έχεις ένα όμορφο πρόσωπο, να φοράς ωραία ρούχα ή να είσαι σπουδαίος αθλητής, αλλά αν δεν υπάρχει αγάπη στην καρδιά σου θα είσαι ένα άσχημο ανθρώπινο πλάσμα, άσχημο πέρα από κάθε μέτρο. Αντιθέτως, όταν αγαπάς, το πρόσωπά σου – είτε είναι άσχημο είτε είναι ωραίο- θα έχει μια ακτινοβολία. Η αγάπη είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή και είναι πολύ σημαντικό να μιλάς για την αγάπη, να την αισθάνεσαι, να τη θρέφεις, να τη φυλάς σαν θησαυρό, αλλιώς γρήγορα θα διαλυθεί, γιατί ο κόσμος είναι πολύ βάρβαρος. Αν, όταν είσαι νέος, δεν νιώθεις αγάπη, αν δεν βλέπεις με αγάπη τους ανθρώπους, τα ζώα, τα λουλούδια, τότε, όταν μεγαλώσεις, θα ανακαλύψεις ότι η ζωή σου είναι άδεια· θα νιώθεις πολλή μοναξιά και η σκοτεινή σκιά του φόβου θα σε ακολουθεί πάντα. Από τη στιγμή, όμως, που έχεις στην καρδιά σου αυτό το εκπληκτικό πράγμα που ονομάζεται αγάπη και νιώθεις το βάθος, τη χαρά, την έκστασή της, θα ανακαλύψεις ότι για σένα ο κόσμος έχει μεταμορφωθεί.

Αδριανός: Από τη δουλεία του πνεύματος ή της φαντασίας, προτιμώ την πραγματική δουλεία

Με την μορφή επιστολής γράφει ο πρώτος “Ελληνιστής” Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, λίγο πριν πεθάνει, προς στον υιοθετημένο γιο του Μάρκο Αυρήλιο, στην οποία αναπολεί τους θριάμβους και τις ήττες του και όλη τη φιλοσοφία του.

Όλοι οι λαοί που χάθηκαν ως τα σήμερα, χάθηκαν από μιαν έλλειψη γενναιοδωρίας.
Η Σπάρτη θα επιζούσε πολύ περισσότερο, αν είχε κάνει τους είλωτες να ενδιαφερθούν για την επιβίωσή της.

Επιμένω: το πιο απόκληρο από τα πλάσματα, ο σκλάβος που καθαρίζει το βόρβορο των πόλεων, ο λιμασμένος βάρβαρος που περιτριγυρίζει τα σύνορα, πρέπει να έχουν το συμφέρον να δουν τη Ρώμη να διαρκεί.

Αμφιβάλλω αν ολόκληρη η φιλοσοφία του κόσμου θα φτάσει ποτέ να καταργήσει τη δουλεία. Θα της αλλάξουν το πολύ πολύ όνομα. Μπορώ να φανταστώ μορφές δουλείας, χειρότερες από τη δική μας, γιατί θα είναι πιο δόλιες. Θα καταφέρουν είτε να μεταμορφώσουν τον άνθρωπο σε μια ηλίθια ικανοποιημένη από τον εαυτό της μηχανή, που θα πιστεύεται ελεύθερη τη στιγμή ακριβώς που θα υποτάσσεται, είτε θα του αναπτύξουν, αποκλειστικά με την άνεση και την ηδονή, μια τόσο παράφρονη κλίση προς την εργασία, όσο είναι και το πάθος των βαρβάρων για τον πόλεμο.

Απ’ αυτή τη δουλεία του πνεύματος ή της φαντασίας του ανθρώπου, εξακολουθώ να προτιμώ την πραγματική δουλεία μας.

ΑΔΡΙΑΝΟΥ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΗΡΟΔΟΤΟΣ: Όλα ξεκίνησαν όταν ο Κύρος παρέστησε τον βασιλιά

Ο Αστυάγης, γιος του Κυαξάρη, ήταν σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ο τέταρτος και τελευταίος βασιλιάς των Μήδων που βασίλεψε κατά πάσα πιθανότητα από το 585 ως το 549 π.Χ. Η βασιλεία του τελείωσε με την ήττα του Μηδικού στρατού από τον Περσικό στρατό με αρχηγό τον εγγονό του Αστυάγη, Κύρο.

Γέννηση Κύρου

Ο Αστυάγης είχε για κόρη του την Μανδάνη που εξαιτίας ενός ονείρου που είδε την πάντρεψε με έναν Πέρση, τον Καμβύση. Αργότερα είδε ένα άλλο όνειρο που σήμαινε, σύμφωνα με τους ερμηνευτές, ότι ο γιος της Μανδάνης θα του έπαιρνε τον θρόνο. Έτσι όταν το παιδί γεννήθηκε ο Αστυάγης ανέθεσε στον Άρπαγο, συγγενή του και διαχειριστή της ιδιοκτησίας του, να το θανατώσει. Ο Άρπαγος μη θέλοντας να αναμειχθεί σε τέτοιο φόνο διέταξε έναν από τους βοσκούς του βασιλιά, τον Μιτραδάτη να παρατήσει το βρέφος στο βουνό. Όμως εκείνος το λυπήθηκε και παρουσίασε στον Άρπαγο όχι τον νεκρό Κύρο, αλλά τον γιο του που είχε γεννηθεί νεκρός.

Νεανικά χρόνια

Όταν ο Κύρος έφτασε σε ηλικία δέκα ετών η ταυτότητα του αποκαλύφθηκε. Ο Κύρος έκανε τον βασιλιά σ ’ένα παιχνίδι που έπαιζε με άλλα παιδιά. Ο γιος ενός επιφανούς Μήδου όμως δεν τον υπάκουσε και έτσι ο Κύρος τον μαστίγωσε. Μετά από παράπονα του πατέρα του παιδιού ο Αστυάγης κάλεσε τον Κύρο και τον βοσκό στο παλάτι του και έτσι κατάλαβε ποιος ήταν. Μετά από αυτά ο Αστυάγης για να τιμωρήσει τον Άρπαγο έσφαξε τον γιο του και του τον έδωσε να τον φάει. Επίσης έστειλε τον Κύρο πίσω στην Περσία, στους γονείς του, επειδή οι μάγοι του είπαν ότι δεν υπήρχε πια κίνδυνος να του πάρει τον θρόνο, με τη δικαιολογία ότι έγινε ήδη βασιλιάς στο παιχνίδι που έπαιζε με τα άλλα παιδιά.

Ο Κύρος κατακτά την Μηδική αυτοκρατορία

Τα επόμενα χρόνια ο Άρπαγος για να εκδικηθεί τον Αστυάγη έπεισε τους Μήδους ευγενείς να εκθρονίσουν τον Αστυάγη για χάρη του Κύρου. Έτσι, όταν οι Πέρσες έκαναν εκστρατεία εναντίον της Μηδίας στην μάχη που έγινε οι Μήδοι που ήταν μπλεγμένοι στην συνωμοσία αυτομόλησαν στους Πέρσες και έτσι οι Πέρσες νίκησαν. Σ ’αυτή την μάχη ο Αστυάγης όρισε αρχηγό τον Άρπαγο ξεχνώντας προφανώς πώς του είχε φερθεί. Στην συνέχεια έγινε και άλλη μάχη όπου οι Μήδοι ηττήθηκαν εκ νέου και ο Αστυάγης πιάστηκε αιχμάλωτος. Έτσι η βασιλεία του Αστυάγη έλαβε τέλος μετά από τριάντα πέντε χρόνια.

Η κατάσταση Πασκάλ

Το Μια νύχτα με τη Μοντ (Ma nuit chez Maude, 1969), από τις κορυφαίες ταινίες του Ερίκ Ρομέρ γενικότερα, αποτελεί τον τέταρτο από τους «Έξι Μύθους Περί Ηθικής». Πρόκειται για μια «περιπέτεια της σκέψης», όπου οι τρεις πρωταγωνιστές - ο μαρξιστής καθηγητής, ο καθολικός μηχανικός και η Μοντ μιλούν ατελείωτα για την πίστη, το Θεό, τον έρωτα, την ηθική και τη φιλοσοφία.

Σε μια χαρακτηριστική σκηνή ο μαρξιστής καθηγητής και μελετητής του αιρετικού καθολικού Pascal εξακολουθεί να πιστεύει στην ιστορική αναγκαιότητα αλλά ήδη έχει παρεκκλίνει προς μια μεταφυσική της ερμηνεία μέσα απ’ την έννοια της μαθηματικής προσδοκίας:

Μαρξιστής καθηγητής: Αμφιβάλω ότι η ιστορία έχει λογική. Στοιχηματίζω και βρίσκομαι σε κατάσταση Πασκάλ. Υπόθεση Α: η κοινωνική ζωή δεν έχει νόημα. Υπόθεση Β: η ιστορία έχει νόημα. Δεν είμαι σίγουρος ότι η υπόθεση Β είναι πιο σωστή. Ας πούμε ότι έχει 10% πιθανότητες … ενώ η υπόθεση Α, 90%. Παρ’ όλα αυτά, θα στοιχηματίσω υπέρ της Β … γιατί είναι η μόνη που μου επιτρέπει να ζω. Αν στοιχηματίσω για την Α και επιβεβαιωθεί η Β … τότε έχω χάσει εντελώς τη ζωή μου. Άρα πρέπει να διαλέξω τη Β γιατί δικαιολογεί τη ζωή μου. Έχω 90% πιθανότητα να κάνω λάθος, μα δεν έχει σημασία.

Καθολικός μηχανικός: Αυτή είναι η μαθηματική προσδοκία. Η υπόθεση Β έχει λίγες πιθανότητες … αλλά το κέρδος είναι άπειρο, γιατί είναι η ζωή σου.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (4.15.1-4.15.8)

[4.15.1] Παρ᾽ Ἀλέξανδρον δὲ ἧκεν καὶ αὖθις Σκυθῶν τῶν ἐκ τῆς Εὐρώπης πρεσβεία ξὺν τοῖς πρέσβεσιν οἷς αὐτὸς ἐς Σκύθας ἔστειλεν. ὁ μὲν δὴ τότε βασιλεὺς τῶν Σκυθῶν ὅτε οὗτοι ὑπὸ Ἀλεξάνδρου ἐπέμποντο τετελευτηκὼς ἐτύγχανεν, ἀδελφὸς δὲ ἐκείνου ἐβασίλευεν. [4.15.2] ἦν δὲ ὁ νοῦς τῆς πρεσβείας ἐθέλειν ποιεῖν πᾶν τὸ ἐξ Ἀλεξάνδρου ἐπαγγελλόμενον Σκύθας· καὶ δῶρα ἔφερον Ἀλεξάνδρῳ παρὰ τοῦ βασιλέως τῶν Σκυθῶν ὅσα μέγιστα νομίζεται ἐν Σκύθαις· καὶ τὴν θυγατέρα ὅτι ἐθέλει Ἀλεξάνδρῳ δοῦναι γυναῖκα βεβαιότητος οὕνεκα τῆς πρὸς Ἀλέξανδρον φιλίας τε καὶ ξυμμαχίας. [4.15.3] εἰ δὲ ἀπαξιοῖ τὴν Σκυθῶν βασίλισσαν γῆμαι Ἀλέξανδρος, ἀλλὰ τῶν γε σατραπῶν τῶν τῆς Σκυθικῆς χώρας καὶ ὅσοι ἄλλοι δυνάσται κατὰ τὴν γῆν τὴν Σκυθίδα, τούτων τὰς παῖδας ἐθέλειν δοῦναι τοῖς πιστοτάτοις τῶν ἀμφ᾽ Ἀλέξανδρον· ἥξειν δὲ καὶ αὐτὸς ἔφασκεν, εἰ κελεύοιτο, ὡς παρ᾽ αὐτοῦ Ἀλεξάνδρου ἀκοῦσαι ὅσα ἐπαγγέλλοι. [4.15.4] ἀφίκετο δ᾽ ἐν τούτῳ παρ᾽ Ἀλέξανδρον καὶ Φαρασμάνης ὁ Χορασμίων βασιλεὺς ξὺν ἱππεῦσι χιλίοις καὶ πεντακοσίοις. ἔφασκεν δὲ ὁ Φαρασμάνης ὅμορος οἰκεῖν τῷ τε Κόλχων γένει καὶ ταῖς γυναιξὶ ταῖς Ἀμαζόσι, καὶ εἰ θέλοι Ἀλέξανδρος ἐπὶ Κόλχους τε καὶ Ἀμαζόνας ἐλάσας καταστρέψασθαι τὰ ἐπὶ τὸν πόντον τὸν Εὔξεινον ταύτῃ καθήκοντα γένη, ὁδῶν τε ἡγεμὼν ἔσεσθαι ἐπηγγέλλετο καὶ τὰ ἐπιτήδεια τῇ στρατιᾷ παρασκευάσειν.
[4.15.5] Τοῖς τε οὖν παρὰ τῶν Σκυθῶν ἥκουσι φιλάνθρωπα ἀποκρίνεται Ἀλέξανδρος καὶ ἐς τὸν τότε καιρὸν ξύμφορα, γάμου δὲ οὐδὲν δεῖσθαι Σκυθικοῦ, καὶ Φαρασμάνην ἐπαινέσας τε καὶ φιλίαν καὶ ξυμμαχίαν πρὸς αὐτὸν ξυνθέμενος αὑτῷ μὲν τότε οὐκ ἔφη ἐν καιρῷ εἶναι ἐλαύνειν ἐπὶ τὸν Πόντον· Ἀρταβάζῳ δὲ τῷ Πέρσῃ, ὅτῳ τὰ Βακτρίων ἐξ Ἀλεξάνδρου ἐπετέτακτο, καὶ ὅσοι ἄλλοι πρόσχωροι τούτῳ σατράπαι ξυστήσας Φαρασμάνην ἀποπέμπει ἐς τὰ ἤθη τὰ αὐτοῦ. [4.15.6] αὑτῷ δὲ τὰ Ἰνδῶν ἔφη ἐν τῷ τότε μέλειν. τούτους γὰρ καταστρεψάμενος πᾶσαν ἂν ἤδη ἔχειν τὴν Ἀσίαν· ἐχομένης δὲ τῆς Ἀσίας ἐπανιέναι ἂν ἐς τὴν Ἑλλάδα, ἐκεῖθεν δ᾽ ἐφ᾽ Ἑλλησπόντου τε καὶ τῆς Προποντίδος ξὺν τῇ δυνάμει πάσῃ τῇ τε ναυτικῇ καὶ τῇ πεζικῇ ἐλάσειν εἴσω τοῦ Πόντου· καὶ ἐς τὸ τότε ἠξίου ἀποθέσθαι Φαρασμάνην ὅσα ἐν τῷ παραυτίκα ἐπηγγέλλετο.
[4.15.7] Αὐτὸς δὲ ἐπὶ τὸν Ὄξον τε ποταμὸν ᾔει αὖθις καὶ εἰς τὴν Σογδιανὴν προχωρεῖν ἐγνώκει, ὅτι πολλοὺς τῶν Σογδιανῶν ἐς τὰ ἐρύματα ξυμπεφευγέναι ἠγγέλλετο οὐδὲ ἐθέλειν κατακούειν τοῦ σατράπου, ὅστις αὐτοῖς ἐξ Ἀλεξάνδρου ἐπετέτακτο. στρατοπεδεύοντος δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τῷ ποταμῷ τῷ Ὄξῳ οὐ μακρὰν τῆς σκηνῆς τῆς αὐτοῦ Ἀλεξάνδρου πηγὴ ὕδατος καὶ ἄλλη ἐλαίου πηγὴ πλησίον αὐτῆς ἀνέσχε. [4.15.8] καὶ Πτολεμαίῳ τῷ Λάγου τῷ σωματοφύλακι ἐπειδὴ ἐσηγγέλθη τὸ τέρας, Πτολεμαῖος Ἀλεξάνδρῳ ἔφρασεν. Ἀλέξανδρος δὲ ἔθυεν ἐπὶ τῷ φάσματι ὅσα οἱ μάντεις ἐξηγοῦντο. Ἀρίστανδρος δὲ πόνων εἶναι σημεῖον τοῦ ἐλαίου τὴν πηγὴν ἔφασκεν, ἀλλὰ καὶ νίκην ἐπὶ τοῖς πόνοις σημαίνειν.

***
[4.15.1] Ήρθαν και πάλι στον Αλέξανδρο πρέσβεις των Ευρωπαίων Σκυθών μαζί με τους πρέσβεις που είχε στείλει ο ίδιος στους Σκύθες. Όταν όμως απέστελλε τους πρέσβεις ο Αλέξανδρος, έτυχε να έχει πεθάνει ο τότε βασιλιάς των Σκυθών και βασίλευε ο αδελφός του. [4.15.2] Η πρεσβεία είχε σκοπό να δηλώσει ότι οι Σκύθες ήταν πρόθυμοι να κάμουν όλα όσα τους διατάξει ο Αλέξανδρος. Οι πρέσβεις έφεραν και δώρα στον Αλέξανδρο από τον βασιλιά των Σκυθών, από εκείνα που οι Σκύθες θεωρούσαν πολύ σπουδαία. Είπαν ακόμη ότι ο βασιλιάς τους ήταν πρόθυμος να δώσει την κόρη του ως σύζυγο στον Αλέξανδρο, για να εξασφαλίσει τη φιλία και τη συμμαχία του. [4.15.3] Αν όμως ο Αλέξανδρος έκρινε ανάξιο να νυμφευθεί την πριγκίπισσα των Σκυθών, ήταν πρόθυμος ο βασιλιάς τους να δώσει τις κόρες των σατραπών της Σκυθίας και τις κόρες όλων των άλλων αρχόντων της χώρας των Σκυθών στους πιο έμπιστους φίλους του Αλεξάνδρου. Είπαν επίσης ότι, αν ο Αλέξανδρος τον προσκαλούσε, θα ερχόταν και αυτός για να ακούσει από τον ίδιο τον Αλέξανδρο όσα τον διατάζει. [4.15.4] Στο μεταξύ έφθασε στον Αλέξανδρο και ο Φαρασμάνης, ο βασιλιάς των Χορασμίων, με χίλιους πεντακόσιους ιππείς. Ο Φαρασμάνης έλεγε ότι κατοικεί σε περιοχή γειτονική με τη φυλή των Κόλχων και με τις Αμαζόνες γυναίκες και αν ήθελε ο Αλέξανδρος να εκστρατεύσει εναντίον των Κόλχων και των Αμαζόνων, για να υποτάξει τις φυλές που φθάνουν στο μέρος αυτό ως τον Εύξεινο Πόντο, υποσχόταν ότι θα είναι οδηγός του και θα εφοδιάσει τον στρατό του Αλεξάνδρου με τρόφιμα.
[4.15.5] Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, απάντησε στους απεσταλμένους των Σκυθών με τρόπο φιλικό, όπως άρμοζε στις τότε περιστάσεις, ότι δεν αισθανόταν την ανάγκη για σκυθικό γάμο. Επαίνεσε επίσης τον Φαρασμάνη και συνήψε φιλία και συμμαχία μαζί του, του είπε όμως ότι δεν ήταν τότε η κατάλληλη περίσταση γι᾽ αυτόν να εκστρατεύσει στον Εύξεινο Πόντο. Σύστησε επίσης τον Φαρασμάνη στον Αρτάβαζο τον Πέρση, στον οποίο είχε αναθέσει τη σατραπεία της Βακτριανής, όπως και σε όλους τους άλλους γειτονικούς σατράπες και τον έστειλε πίσω στη χώρα του. [4.15.6] Του είπε ακόμη ότι ο ίδιος ενδιαφέρεται τώρα για την Ινδία, γιατί, αν υποτάξει και αυτήν, θα γίνει πλέον κύριος όλης της Ασίας. Και αφού κυριεύσει την Ασία, θα επιστρέψει στην Ελλάδα και από εκεί θα προχωρήσει προς τον Ελλήσποντο και την Προποντίδα και με όλες τις ναυτικές και τις πεζικές του δυνάμεις θα εισβάλει μέσα στον Πόντο. Είχε λοιπόν την αξίωση να αναβάλει για τότε ο Φαρασμάνης όσα τώρα του υποσχόταν.
[4.15.7] Ο ίδιος κατευθύνθηκε πάλι προς τον Όξο ποταμό. Είχε πάρει την απόφαση να προχωρήσει προς τη Σογδιανή επειδή του ανήγγειλαν ότι πολλοί Σογδιανοί είχαν καταφύγει στα οχυρά τους και ότι δεν ήθελαν να υπακούσουν στον σατράπη που ο Αλέξανδρος είχε διορίσει στη χώρα τους. Ενώ ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε στον Όξο ποταμό, όχι μακριά από τη σκηνή του ανέβλυσε από τη γη πηγή νερού και κοντά σε αυτήν άλλη πηγή λαδιού. [4.15.8] Όταν ανήγγειλαν στον σωματοφύλακα Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, το θεϊκό αυτό σημάδι, εκείνος το είπε στον Αλέξανδρο και ο Αλέξανδρος έκανε τις θυσίες που του υπέδειξαν οι μάντεις για το παράδοξο αυτό φαινόμενο. Ο Αρίστανδρος είπε ότι το λάδι που ανέβλυζε σήμαινε δοκιμασίες, αλλά και νίκη που θα ακολουθούσε τις δοκιμασίες.

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (461-509)

ΧΟ. ἐπάξιος μέν, Οἰδίπους, κατοικτίσαι,
αὐτός τε παῖδές θ᾽ αἵδ᾽· ἐπεὶ δὲ τῆσδε γῆς
σωτῆρα σαυτὸν τῷδ᾽ ἐπεμβάλλεις λόγῳ,
παραινέσαι σοι βούλομαι τὰ σύμφορα.
465 ΟΙ. ὦ φίλταθ᾽, ὥς νυν πᾶν τελοῦντι προξένει.
ΧΟ. θοῦ νυν καθαρμὸν τῶνδε δαιμόνων, ἐφ᾽ ἃς
τὸ πρῶτον ἵκου καὶ κατέστειψας πέδον.
ΟΙ. τρόποισι ποίοις; ὦ ξένοι, διδάσκετε.
ΧΟ. πρῶτον μὲν ἱερὰς ἐξ ἀειρύτου χοὰς
470 κρήνης ἐνεγκοῦ, δι᾽ ὁσίων χειρῶν θιγών.
ΟΙ. ὅταν δὲ τοῦτο χεῦμ᾽ ἀκήρατον λάβω;
ΧΟ. κρατῆρές εἰσιν, ἀνδρὸς εὔχειρος τέχνη,
ὧν κρᾶτ᾽ ἔρεψον καὶ λαβὰς ἀμφιστόμους.
ΟΙ. θαλλοῖσιν ἢ κρόκαισιν, ἢ ποίῳ τρόπῳ;
475 ΧΟ. οἰὸς νεώρους νεοπόκῳ μαλλῷ λαβών.
ΟΙ. εἶἑν· τὸ δ᾽ ἔνθεν πῇ τελευτῆσαί με χρή;
ΧΟ. χοὰς χέασθαι στάντα πρὸς πρώτην ἕω.
ΟΙ. ἦ τοῖσδε κρωσσοῖς οἷς λέγεις χέω τάδε;
ΧΟ. τρισσάς γε πηγάς· τὸν τελευταῖον δ᾽ ὅλον.
480 ΟΙ. τοῦ τόνδε πλήσας θῶ; δίδασκε καὶ τόδε.
ΧΟ. ὕδατος, μελίσσης, μηδὲ προσφέρειν μέθυ.
ΟΙ. ὅταν δὲ τούτων γῆ μελάμφυλλος τύχῃ;
ΧΟ. τρὶς ἐννέ᾽ αὐτῇ κλῶνας ἐξ ἀμφοῖν χεροῖν
τιθεὶς ἐλαίας τάσδ᾽ ἐπεύχεσθαι λιτάς.
485 ΟΙ. τούτων ἀκοῦσαι βούλομαι· μέγιστα γάρ.
ΧΟ. ὥς σφας καλοῦμεν Εὐμενίδας, ἐξ εὐμενῶν
στέρνων δέχεσθαι τὸν ἱκέτην σωτηρίους
αἰτοῦ σύ τ᾽ αὐτὸς κεἴ τις ἄλλος ἀντὶ σοῦ,
ἄπυστα φωνῶν μηδὲ μηκύνων βοήν·
490 ἔπειτ᾽ ἀφέρπειν ἄστροφος. καὶ ταῦτά σοι
δράσαντι θαρσῶν ἂν παρασταίην ἐγώ,
ἄλλως δὲ δειμαίνοιμ᾽ ἄν, ὦ ξέν᾽, ἀμφὶ σοί.
ΟΙ. ὦ παῖδε, κλύετον τῶνδε προσχώρων ξένων;
ΙΣ. ἠκούσαμέν τε, χὤ τι δεῖ πρόστασσε δρᾶν.
495 ΟΙ. ἐμοὶ μὲν οὐχ ὁδωτά· λείπομαι γὰρ ἐν
τῷ μὴ δύνασθαι μηδ᾽ ὁρᾶν, δυοῖν κακοῖν·
σφῷν δ᾽ ἁτέρα μολοῦσα πραξάτω τάδε.
ἀρκεῖν γὰρ οἶμαι κἀντὶ μυρίων μίαν
ψυχὴν τάδ᾽ ἐκτίνουσαν, ἢν εὔνους παρῇ.
500 ἀλλ᾽ ἐν τάχει τι πράσσετον· μόνον δέ με
μὴ λείπετ᾽· οὐ γὰρ ἂν σθένοι τοὐμὸν δέμας
ἐρῆμον ἕρπειν οὐδ᾽ ὑφηγητοῦ δίχα.
ΙΣ. ἀλλ᾽ εἶμ᾽ ἐγὼ τελοῦσα· τὸν τόπον δ᾽ ἵνα
χρἤσται μ᾽ ἐφευρεῖν, τοῦτο βούλομαι μαθεῖν.
505 ΧΟ. τοὐκεῖθεν ἄλσους, ὦ ξένη, τοῦδ᾽. ἢν δέ του
σπάνιν τιν᾽ ἴσχῃς, ἔστ᾽ ἔποικος, ὃς φράσει.
ΙΣ. χωροῖμ᾽ ἂν ἐς τόδ᾽· Ἀντιγόνη, σὺ δ᾽ ἐνθάδε
φύλασσε πατέρα τόνδε· τοῖς τεκοῦσι γὰρ
οὐδ᾽ εἰ πονεῖ τις, δεῖ πόνου μνήμην ἔχειν.

***
ΧΟ. Άξιος είσαι, Οιδίποδα, να σπλαχνιστούμε
κι εσένα και τις κόρες σου. Κι αφού προσφέρεσαι
της γης αυτής σωτήρας με τον λόγο σου, θέλω κι εγώ
ωφέλιμη παραίνεση να δώσω.
465 ΟΙ. Μίλησε, φίλτατε, κι ό,τι μου πεις πρόθυμος είμαι να το κάνω.
ΧΟ. Πρόσφερε τώρα καθαρμού σπονδές σ᾽ εκείνες τις θεές,
όπου πρωτύτερα μπήκες στον χώρο τους
και πάτησες στο χώμα τους.
ΟΙ. Και ποιός ο τρόπος; Πείτε μου, να μάθω, ξένοι;
ΧΟ. Πρώτα χοές να φέρεις από κρήνη αστείρευτη,
470 με χέρια πεντακάθαρα να τις αντλήσεις.
ΟΙ. Κι όταν το νάμα αυτό το ακήρατο το πάρω;
ΧΟ. Στέκονται εδώ κρατήρες, τέχνη επιδέξιου τεχνίτη,
στεφάνωσε λοιπόν τα χείλη τους και τις διπλές χειρολαβές τους.
ΟΙ. Με τρυφερά κλαδιά; με νήματα; ή πώς αλλιώς;
475 ΧΟ. Πιάσε από προβατάκι νιόκοπο μαλλί.
ΟΙ. Πάει καλά. Μετά πώς πρέπει να τελειώσω;
ΧΟ. Ορθός να στάξεις τις χοές, στραμμένος στην ανατολή.
ΟΙ. Με τα κροντήρια αυτά που λες θα κάνω τη σπονδή;
ΧΟ. Από τα δύο τρεις φορές, από το τρίτο μονομιάς.
480 ΟΙ. Κι αυτό με τί θα το γεμίσω; πες να το ξέρω.
ΧΟ. Μ᾽ αγνό νερό και μέλι, κρασί μη βάλεις μέσα.
ΟΙ. Κι όταν δεχτεί τις προσφορές το χώμα με τα μαύρα φύλλα;
ΧΟ. Μετρώντας τρεις φορές εννιά, κλαδιά ελιάς με το ᾽να
και με τ᾽ άλλο χέρι απίθωσε,
κι ύστερα πρόφερε την προσευχή σου.
485 ΟΙ. Τα λόγια της ν᾽ ακούσω θέλω, είναι αυτό το πιο σημαντικό.
ΧΟ. Όπως εμείς τις ονομάζουμε Ευμενίδες, να σε δεχτούν
με ευμένεια ικέτη τους και να σε σώσουν
παρακάλεσε, εσύ ο ίδιος ή στη θέση σου ένας άλλος,
μόνο ψιθυριστά, να μην ακούγεται η φωνή μακρύτερα.
490 Μετά αποσύρεσαι, δίχως να στρέψεις το κεφάλι πίσω.
Αν την παραίνεσή μου κάνεις πράξη, άφοβα τότε θα μπορούσα
να σου παρασταθώ κι εγώ, αλλιώς με πιάνει
φόβος, ξένε, για την τύχη σου.
ΟΙ. Κόρες μου, ακούσατε όσα οι φιλόξενοι μας συμβουλεύουν;
ΑΝ. Ακούσαμε, και πρόσταξε να κάνουμε ό,τι πρέπει.
495 ΟΙ. Εγώ δεν είμαι ικανός να πορευτώ,
μου λείπουν δύναμη και μάτια — δυο κακά·
μια από σας λοιπόν ας πάει εκεί, τα πρέποντα να πράξει.
Αρκεί φαντάζομαι η μια ψυχή, αντί για μύριες,
το χρέος μας αυτό να ξεπληρώσει, φτάνει να είναι καθαρή.
500 Αλλά να γίνει κάτι γρήγορα· εμένα μόνο
μη μ᾽ αφήσετε μονάχο. Γιατί είναι ανίσχυρο το σώμα αυτό,
και δεν μπορεί να σέρνεται έρημο, με δίχως οδηγό.
ΙΣ. Θα πάω εγώ, όλα θα γίνουν από μένα· το μέρος όμως
που πρέπει να βρεθώ, αυτό θέλω να μάθω.
505 ΧΟ. Στο πλάι του άλσους, ξένη. Κι αν σου λείψει κάτι,
υπάρχει επιτόπου κάποιος να στο εξηγήσει.
ΙΣ. Λέω να πηγαίνω τώρα προς τα κει, Αντιγόνη,
αλλά κι εσύ τον νου σου στον πατέρα. Γιατί για τους γονείς,
όσο κι αν κάποιος κόπιασε, τον κόπο του πρέπει να τον ξεχνά.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 5. Εξωτερική αφήγηση και εσωτερικές διηγήσεις

5.2.2. Ο χρόνος


Είδαμε μέχρι τώρα ότι κάθε διήγηση έχει τον εναλλακτικό χώρο της (μέσα-έξω, παλάτι-καλύβι), που της εξασφαλίζει την κυκλοφορία της. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους χρόνους της. Οι χρόνοι αυτοί, που αποτυπώνονται καθαρά στις μεγαλύτερες εσωτερικές διηγήσεις της Οδύσσειας, πάνε αντικριστά με τους χώρους. Γενικά στον εξωτερικό χώρο αναλογεί κατά κανόνα ο ημερήσιος χρόνος, ενώ στον εσωτερικό χώρο κατά προτίμηση ο εσπερινός χρόνος, που μπορεί να εξελιχθεί και σε νυχτερινό.

Έτσι, στην πρώτη μέσα στο έπος, μεγάλης έκτασης, διήγηση του Νέστορα προς τον Τηλέμαχο, διαπιστώνεται ότι στον εξωτερικό χώρο της αναλογεί ο ημερήσιος χρόνος, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μικρής έκτασης πλαστή διήγηση του Οδυσσέα στον Λαέρτη, η οποία προάγει τον αναγνωρισμό του γιου από τον πατέρα στο δεύτερο μέρος της εικοστής τέταρτης ραψωδίας (ω 244-279). Η συνάντηση και η συνομιλία Οδυσσέα-Λαέρτη πραγματοποιούνται στο πατρικό περιβόλι μέρα. Σ᾽ αυτό το απόμακρο και απόμερο περιβόλι βρίσκει ο Οδυσσέας τον πατέρα του να σκαλίζει ένα δεντράκι, ντυμένος στον κακοραμμένο του λερό χιτώνα, με γιδίσιο σκούφο στο κεφάλι, για να μην τον χτυπά ο ήλιος, βοδίσια δέρματα στις κνήμες και πέτσινα γάντια στο χέρι, για προφύλαξη από τα αγκάθια. Η σύντομη πλαστή διήγηση του Οδυσσέα είναι ένας συμπαθητικός ελιγμός, για να πέσει στα μαλακά ο τελευταίος αυτός αναγνωρισμός του έπους· να μη σοκαριστεί ο γέρος Λαέρτης, απομονωμένος ήδη και ρημαγμένος από τον καημό του γιου του. Συμπέρασμα: η διήγηση, όπως και κάθε συζήτηση στον έξω χώρο, θέλει σύντροφό της το φως της μέρας.

Η προτίμηση του εσπερινού χρόνου στις διηγήσεις εσωτερικού χώρου εγκαινιάζεται στην τέταρτη ραψωδία του έπους, όταν ο νεαρός Τηλέμαχος, παρέα με τον Πεισίστρατο, τον μικρότερο γιο του Νέστορα, φτάνουν, με τη δύση του ήλιου, στη Σπάρτη και πλησιάζουν στο παλάτι του Μενελάου, όπου γιορτάζεται γάμος διπλός: της κόρης του Μενελάου Ερμιόνης με τον Νεοπτόλεμο, και του νόθου γιου του Μεγαπένθη με τη θυγατέρα του Αλέκτορα. Ακολουθεί φιλόξενη υποδοχή των δύο νεαρών: λουτρός, λάδι στο λουσμένο σώμα, ένδυση με καθαρούς χιτώνες και χλαμύδες, νήψιμο χεριών, φαγητό, πιοτό. Μετά αρχίζει η πρώτη αισθηματική διήγηση του Μενελάου, ως ανταπόκριση στον ομολογημένο θαυμασμό του Τηλεμάχου για τη λάμψη και τον πλούτο του παλατιού: μπρούντζος, χρυσάφι, κεχριμπάρι, ασήμι, φίλντισι λαμπρύνουν τον στολισμένο εσωτερικό του χώρο. Και αυτή η διήγηση, όπως κι εκείνη του Νέστορα στην τρίτη ραψωδία, αποτελεί απόλογο του μετατρωικού νόστου του Μενελάου, στον οποίο εμπλέκεται απερίφραστα η συμπάθεια του βασιλιά της Σπάρτης για τον αγνοούμενο Οδυσσέα, που στάθηκε στην Τροία ο πιο πιστός φίλος και σύμμαχός του.

Εσπερινός, που προχωρεί βαθιά μέσα στη νύχτα, είναι και ο χρόνος της πιο μεγάλης εσωτερικής διήγησης του έπους, των «Μεγάλων Απολόγων». Αυτό δηλώνεται στη μέση περίπου της «Νέκυιας», όταν ο Οδυσσέας προτείνει την αναστολή της διήγησης του, με το επιχείρημα ότι πέρασε η ώρα, και είναι καιρός για ύπνο (λ 330-332). Ο Αλκίνοος τότε αντιστέκεται, έχοντας τη συμπαράσταση τόσο της Αρήτης όσο και των Φαιάκων, οι οποίοι γοητευμένοι ακούν τη συναρπαστική αφήγηση του Οδυσσέα λέγοντας (λ 372-376):

Η νύχτα αυτή είναι μεγάλη, ατελείωτη· δεν έφτασε η ώρα
ακόμη να κοιμηθούμε στο παλάτι. Πες μου
λοιπόν τα θαυμαστά σου έργα· κι εγώ θα ᾽μενα ξάγρυπνος,
ώσπου να ξημερώσει η θεία Αυγή, αν δέχεσαι κι εσύ, μέσα στο σπίτι μου
να μου ιστορήσεις τα δικά σου πάθη.


Οπότε ο Οδυσσέας, υποχωρώντας με τον δικό του τρόπο, αποκρίνεται (λ 377-381):

Αλκίνοε βασιλιά, που διαπρέπεις σ᾽ όλον τον λαό σου,
έχουν την ώρα τους κι οι διηγήσεις που μακραίνουν, έχει
την ώρα του κι ο ύπνος. Αν όμως φλέγεσαι κι άλλο ν᾽ ακούσεις,
δεν είμαι εγώ που θα το αρνιόμουν
.

Ανάλογη παράταση εσωτερικής διήγησης μέσα στη βαθιά νύχτα έχουμε και στην περίπτωση του Εύμαιου: ο πιστός χοιροβοσκός καλείται από τον αδιάγνωστο ακόμη Οδυσσέα να πει την αυτοβιογραφική του ιστορία. Κι εκείνος πρόθυμος προλέγει (ο 390-394):

Ξένε, αφού με ρώτησες γι᾽ αυτά κι επιθυμείς να μάθεις,
άκουε τώρα αμίλητος, βολέψου πίνοντας κρασί,
κι απόλαυσε. Αυτές οι νύχτες τελειωμό δεν έχουν·
μπορεί κανείς να κοιμηθεί, μπορείς όμως, αν θες,
και να χαρείς ακούγοντας· δεν είναι ανάγκη εξάλλου
να πλαγιάσεις από νωρίς - βάρος κι ο ύπνος ο πολύς.


Ο πρόλογος αυτός του Εύμαιου προσθέτει στον χώρο και στον χρόνο της εσωτερικής διήγησης και κάποιες άλλες ευνοϊκές συνθήκες, που θυμίζουν λίγο πολύ εκείνες οι οποίες συνοδεύουν το τραγούδι του αοιδού. Εκτός από το φαγητό, προτείνονται ως καλοί αγωγοί της διήγησης: το πιοτό, η βολική στάση και η σιωπηλή προσήλωση του ακροατή. Κι ακόμη προβάλλεται ως τελικός καρπός της καλής διήγησης η τέρψη, ενώ ο πρόωρος ύπνος αποκρούεται ως αντίπαλός της. Μιλάμε για αυτονόητες σήμερα συνθήκες σκηνοθεσίας τόσο της προφορικής όσο και της γραπτής διήγησης, προσχηματισμένες με παραδειγματικό τρόπο στην Οδύσσεια.

Γεγονός που επιβεβαιώνεται και στην (εκτενέστερη και πιο σημαντική) προγραμματισμένη συνομιλία του Οδυσσέα με την Πηνελόπη, στο πλαίσιο της δέκατης ένατης ραψωδίας. Κορμός της η πλαστή διήγηση του ήρωα, η οποία φτάνει στο όριο του αναγνωρισμού, χωρίς όμως και να τον πραγματοποιεί. Και εδώ ο χρόνος της αφήγησης αρχίζει εσπερινός και καταλήγει βαθιά νυχτερινός, ενώ συγχρόνως εξασφαλίζεται η πρόσφορη σκηνοθεσία (τ 52-64 και 96-99). Αφήνοντας την κάμαρή της η Πηνελόπη, ωραία στην όψη σαν την Άρτεμη και σαν την Αφροδίτη, κατεβαίνει στην αίθουσα. Για χάρη της οι παρακόρες της στήνουν να καθήσει, πλάι στη φωτιά, ανάκλιντρο, με ασήμι και φίλντισι δουλεμένο, μαζεύουν κούπες κι αποφάγια των μνηστήρων από τις τάβλες, καθαρίζουν τους πυροστάτες σωριάζοντας άφθονα ξύλα, για φως και ζέστη. Στο μεταξύ η Πηνελόπη παραγγέλλει στην Ευρυνόμη να φέρει για τον ξένο ένα σκαμνί, στρωμένο με παχιά προβιά, και να τον βάλει να καθήσει αντίκρυ της. Τέλειο σκηνικό, θυμίζοντας σκηνοθεσία θεάτρου.

Στον κανόνα ωστόσο του εσπερινού και νυχτερινού χρόνου για τις διηγήσεις εσωτερικού χώρου υπάρχουν και εξαιρέσεις. Παράδειγμα ο δεύτερος, μακρύς απόλογος του Μενελάου στον Τηλέμαχο το άλλο πρωί, μετά την προηγούμενη, βραδινή και νυχτερινή τους συνομιλία, ο οποίος εισάγεται με τους επόμενους στίχους (δ 306-311):

Κι όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
από την κλίνη του πετάχτηκε με τη βαριά φωνή ο Μενέλαος,
το ρούχο του φορώντας πέρασε κοφτερό σπαθί στον ώμο,
έδεσε στα λευκά κι αστραφτερά του πόδια ωραία σαντάλια,
κι από την κάμαρή του βγήκε προχωρώντας σαν θεός·
πήγε μετά και κάθησε πλάι στον Τηλέμαχο, μιλώντας είπε
: […].

Μέρα εξάλλου ακούγεται και η διεξοδική πλαστή διήγηση του Οδυσσέα μέσα στο καλύβι του Εύμαιου, στην αρχή της δέκατης τέταρτης ραψωδίας. Παραμορφωμένος ο ήρωας από την Αθηνά σε ρακένδυτο και φαλακρό ζητιάνο, φτάνει στο μαντρί του πιστού χοιροβοσκού, όπου μετά βίας γλιτώνει από τα σκυλιά που ορμούν να τον κατασπαράξουν - τα προλαβαίνει ευτυχώς ο Εύμαιος. Μετά μπάζει τον ξένο στο καλύβι του ο χοιροβοσκός, στρώνει στο χώμα χλωρά κλαδιά και πάνω τους δέρμα άγριας γίδας μαλλιαρής κι εκεί τον βάζει να καθήσει, προσφέροντας ψωμί και κρασί, για να μερώσει κάπως την πείνα του. Σε λίγο σφάζει για χάρη του δυο τρυφερά χοιρίδια, τα λιανίζει, περνά και ψήνει στις σούβλες τα κοψίδια, και τον φιλεύει γενναιόδωρα, ανοίγοντας συνάμα τη συνομιλία τους: νοσταλγικά μιλά για τον καλό του αφέντη, που χρόνια τώρα λείπει, και κανείς δεν ξέρει την τύχη του, αν ζει ή πέθανε. Και τότε μόνο τον ρωτά να φανερώσει κι αυτός τη φύτρα του. Οπότε ο Οδυσσέας αυτοσυστήνεται με μια πολύστιχη πλαστή διήγηση, στην οποία προτάσσει τα ακόλουθα σχόλια (ξ 192-198):

Να ᾽σαι απολύτως βέβαιος, θα σου ομολογήσω όλη την αλήθεια.
Αλλά κι αν είχαμε τον χρόνο με το μέρος μας, άφθονο φαγητό,
γλυκό κρασί σε τούτο το καλύβι· αν μας υπηρετούσαν άλλοι,
κι εμείς οι δυο, δίχως φροντίδες άλλες, το γλεντούσαμε·
πάλι δεν θα ᾽ταν εύκολο, ακόμη κι αν περνούσαμε ολόκληρη χρονιά μαζί,
να λέω εγώ κι εσύ ν᾽ ακούς τα πάθη της ψυχής μου,
όσα και πόσα υπόμεινα, με των θεών το θέλημα
.

Υπογραμμισμένες επανέρχονται εδώ οι ευνοϊκές συνθήκες της εσωτερικής διήγησης αλλά και κάθε αφήγησης: πρόθυμη διάθεση του διηγητή, γλυκό κρασί, άφθονο φαγητό, ξεγνοιασιά από φροντίδες άλλες, παιδόπουλα που να εξυπηρετούν, και προπαντός πολύς διαθέσιμος χρόνος. Τώρα μάλιστα ο επιθυμητός χρόνος δεν περιορίζεται στη νύχτα ή στη μέρα· αφήνεται ανοιχτός, περνώντας ακόμη και το όριο της μιας χρονιάς, για να χωρέσει η απεριόριστη σε βιωμένα πάθη διήγηση. Αυτή όμως η απελευθέρωση της διήγησης από τον περιοριστικό χρόνο, της δίνει απόλυτη τιμή. Διήγηση λοιπόν πάνω απ᾽ όλα, αυτή είναι η μεγαλύτερη απόλαυση, φτάνει να εκπληρώνονται οι ευνοϊκές συνθήκες της. Μιλάμε για υπερθετικό έπαινο, που προβάλλεται πανηγυρικά από τον Οδυσσέα στον πρόλογο των «Μεγάλων Απολόγων».

Έτοιμος εκεί να ανταποκριθεί ο ήρωας στην επίμονη ερώτηση του Αλκινόου, ομολογώντας την ταυτότητά του και τα πάθη του, επαινεί πρώτα τον αοιδό Δημόδοκο για το τραγούδι του και αμέσως μετά εκθειάζει κάθε ανάλογη συνεύρεση με απόλυτο τρόπο. Λέει (ι 2-11):

Ευγενικέ μου Αλκίνοε, που ξεχωρίζεις πρώτος στον λαό σου,
ωραίο πράγματι ν᾽ ακούς έναν καλό αοιδό, όπως αυτός εδώ, με θεία θα ᾽λεγες φωνή.
Κι ομολογώ, απόλαυση άλλη δεν υπάρχει πιο χαριτωμένη,
απ᾽ όταν σμίγει ο κόσμος όλος σ᾽ ευφροσύνη· στην αίθουσα
οι καλεσμένοι, καθισμένοι στη σειρά, ακούν τον αοιδό
προσηλωμένοι, και τα τραπέζια εκεί μπροστά γεμάτα
ψωμί και κρέας· ο οινοχόος να τραβά απ᾽ τον κρατήρα
το κρασί και να περνά, να το κερνά στις κούπες.
Βαθιά το αισθάνομαι πως είναι αυτό ό,τι πιο ωραίο υπάρχει.


Οι ταυτολογίες και οι αναλογίες με τον προηγούμενο έπαινο της ευνοημένης διήγησης από τον Οδυσσέα στον Εύμαιο είναι φανερές. Εδώ ωστόσο η ενίσχυση του επαίνου δηλώνεται και με το υπερθετικό κατηγορούμενο (στο πρωτότυπο κείμενο: κάλλιστον). Ένα το κρατούμενο. Το άλλο είναι πιο σημαντικό. Ο υπερθετικός έπαινος αναφέρεται βέβαια αναδρομικά στο τραγούδι του Δημοδόκου, αλλά προδρομικά λειτουργεί και ως πρόλογος της μακράς διήγησης των «Απολόγων» που θα ακολουθήσει αμέσως. Ο Οδυσσέας δηλαδή αξιολογεί προκαταβολικά τη δική του τώρα επικείμενη διήγηση. Με άλλα λόγια: ο έπαινος λαθραία μεταφέρεται από τον αοιδό στον αφηγητή και από την αοιδή στη διήγηση.

Δεν αποδέχομαι τίποτα, θα ψάξω, θα ερευνήσω

Μην εξαρτάστε από κανέναν. Εγώ ή κάποιος άλλος μπορεί να σας πούμε ότι υπάρχει μια κατάσταση πέρα από το χρόνο, αλλά τι αξία έχει αυτό για σας;

Όταν πεινάς θέλεις να φας και δεν χορταίνεις με τα λόγια.

Είναι όπως όταν κάθεσαι έξω από ένα εστιατόριο και διαβάζεις το μενού: πρέπει να μπεις μέσα και να φας με το να κάθεσαι έξω και να διαβάζεις το μενού δεν πρόκειται να χορτάσεις την πείνα σου.

Το σημαντικό, λοιπόν, για σας είναι ν’ ανακαλύψετε από μόνοι σας.

Μπορείτε να δείτε ότι όλα γύρω σας παρακμάζουν, καταστρέφονται. Αυτόν το δήθεν πολιτισμό δεν τον κρατάει πια η συλλογική θέληση και θα σκορπίσει σε κομμάτια.

Η ζωή σε προκαλεί από τη μια στιγμή στην άλλη, κι αν ανταποκρίνεσαι στις προκλήσεις σύμφωνα με κάποια εδραιωμένη συνήθεια, που σημαίνει ότι ανταποκρίνεσαι σκύβοντας το κεφάλι, τότε αυτή η ανταπόκριση δεν έχει καμιά αξία.

Μπορείς ν’ ανακαλύψεις αν υπάρχει ή όχι μια κατάσταση πέρα από το χρόνο, μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει η τάση για «όλο και πιο πολύ» ή για «έστω και πιο λίγο» μόνο όταν πεις:

«Δεν αποδέχομαι τίποτα, θα ψάξω, θα ερευνήσω» – που σημαίνει ότι δεν φοβάσαι να σταθείς στα πόδια σου μόνος σου.

Ν.Καζαντζάκης: Φτάσε όπου δεν μπορείς

Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα στο σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.

Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει δε θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.

Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιόν ν’ αποχαιρετίσω; τι ν’ αποχαιρετίσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.

Σε ποιόν να εμπιστευτώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιόν να πω πόσες φορές σκαρφάλωνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω;

Πού να βρώ μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

Σφίγγω ήσυχα, πονετικά, ένα σβώλο κρητικό χώμα στη φούχτα μου, το κρατούσα το χώμα ετούτο πάντα μαζί μου, σε όλες μου τις περιπλάνησες, και στις μεγάλες μου αγωνίες το’ σφιγγα μέσα στη φούχτα μου κι έπαιρνα δύναμη, δύναμη μεγάλη, σαν να’ σφιγγα το χέρι φίλου αγαπημένου. Μα τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και το μεροκάματο τέλεψε, τι να την κάμω τη δύναμη; Δεν την έχω ανάγκη πια, κρατώ το χώμα ετούτο της Κρήτης και το σφίγγω με άφραστη γλύκα, τρυφεράδα κι ευγνωμοσύνη, σαν να σφίγγω μέσα στη φούχτα μου και ν’ αποχαιρετώ το στήθος γυναίκας αγαπημένης. Αυτό ήμουν αιώνια, αυτό θα’ μαι αιώνια, πέρασε αστραπή η στιγμή που στροβιλίστηκες, άγριο χώμα της Κρήτης, κι έγινες αγωνιζόμενος άνθρωπος.

Τι αγώνας, τι αγωνία, τι κυνηγητό του ανθρωποφάγου αόρατου θεριού, τι επικίντυνες ουρανικές και σατανικές δυνάμες η φούχτα ετούτη το χώμα! Ζυμώθηκε μ’ αίμα, δάκρυο κι ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει-που να φτάσει; Σκαρφάλωνε αγκομαχώντας το σκοτεινό όγκο του Θεού, άπλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το πρόσωπό του.

Κι όταν, τα ολοστερνά ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο-το πρόσωπό του!

Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου, ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα, είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και χτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.

Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος μου.

Έχετε γειά!

Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γής, ν’ ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα κοντοστέκουμαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο, δύσκολο, δύσκολο πολύ, να ξεκολλήσουν τα μάτια, τ’ αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα το κόσμου λες: Είμαι χορτάτος, είμαι ήσυχος, δε θέλω πια τίποτα, τέλεψα το χρέος και φεύγω, μα η καρδιά πιάνεται από τις πέτρες κι από τα χόρτα, αντιστέκεται, παρακαλάει:

“Στάσου ακόμα!»

Μάχουμαι να παρηγορήσω την καρδιά μου, να τη συβάσω να πει λεύτερα το ναι. Να μη φύγουμε σαν σκλάβοι, δαρμένοι, κλαμένοι, από τη γης, παρά σαν βασιλιάδες που έφαγαν, ήπιαν, χόρτασαν, δε θέλουν πια, και σηκώνουνται από το τραπέζι. Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στα στήθια, αντιστέκεται, φωνάζει:

«Στάσου ακόμα!»

Στέκουμαι, ρίχνω στερνή ματιά στο φως, που αντιστέκεται κι αυτό, σαν την καρδιά του ανθρώπου, και παλεύει. Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, έπεσε απάνω στα χείλια μου μια χλιαρή ψιχάλα, η γης μύρισε, γλυκιά φωνή, μαυλιστικιά, ανεβαίνει από τα χώματα:

“Eλα… έλα… έλα…»

Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύννεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο Θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.

Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. 'Εκαμα να σου πω:

«Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.

Άπλωσες τότε το χέρι, σαν να πνίγουμουν κι ήθελες να με σώσεις.

Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:

-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μια προσταγή.

Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.

-Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου…

Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να ’βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.

Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.

-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.

Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!

Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο, είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν, τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτωμένα δάκρυα.

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!

Ήταν η φωνή σου, κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορούσε έναν τέτοιο αρσενικό λόγο να ξεστομίσει, μονάχα εσύ, Παππού ανεχόρταγε! Δεν είσαι εσύ ο αρχηγός ο απροσκύνητος, ο ανέλπιδος, της στρατευόμενης γενιάς μου; Δεν είμαστε εμείς οι λαβωμένοι, οι πεινασμένοι, οι μπουμπουνοκέφαλοι, οι σιδεροκέφαλοι, που αφήσαμε πίσω μας την καλοπέραση και τη βεβαιότητα και πας εσύ μπροστά και κάνουμε γιουρούσι να σπάσουμε τα σύνορα;

To λαμπρότερο πρόσωπο της απελπισίας είναι ο Θεός, το λαμπρότερο πρόσωπο της ελπίδας είναι ο Θεός, πέρα από την ελπίδα και την απελπισία, πέρα από τα παμπάλαια σύνορα, με σπρώχνεις, Παππού. Πού με σπρώχνεις; Κοιτάζω γύρα μου, κοιτάζω μέσα μου, η αρετή τρελάθηκε, η γεωμετρία τρελάθηκε, η ύλη τρελάθηκε, πρέπει να ’ρθει πάλι ο Νούς ο νομοθέτης, να βάλει καινούρια τάξη, καινούριους νόμους, πιο πλούσια αρμονία να γίνει ο κόσμος.

Αυτό θες, κατά κει με σπρώχνεις, κατά κει μ’έσπρωχνες πάντα, άκουγα μέρα νύχτα την προσταγή σου, μάχουμουν, όσο μπορούσα, να φτάσω όπου δεν μπορούσα, αυτό είχα βάλει χρέος μου, αν έφτασα ή δεν έφτασα, εσύ θα μου πεις. Όρθιος στέκουμαι μπροστά σου και περιμένω.

Στρατηγέ μου, τελεύει η μάχη, κάνω την αναφορά μου, να που πολέμησα, να πως πολέμησα, λαβώθηκα, δείλιασα, μα δε λιποτάχτησα, τα δόντια μου καταχτυπούσαν από το φόβο, μα τύλιγα σφιχτά το κούτελό μου μ’ ένα κόκκινο μαντίλι, να μην ξεκρίνουνται τα αίματα, κι έκανα γιουρούσι.

Ένα ένα μπροστά σου τα φτερά της καλιακούδας μου ψυχής θα τα μαδήσω, ωσότου ν’απομείνει ένα σβωλαράκι χώμα κι αυτή. Θα σου πω τον αγώνα μου, ν’ αλαφρώσω, θα πετάξω από πάνω μου την αρετή, την ντροπή, την αλήθεια, ν’ αλαφρώσω.

Άκουσέ το λοιπόν, Στρατηγέ, την αναφορά μου και κάμε κρίση, άκουσε, Παππού, τη ζωή μου, και αν πολέμησα κι εγώ μαζί σου, αν λαβώθηκα χωρίς κανένας να μάθει πως πόνεσα, αν δε γύρισα ποτέ την πλάτη μου στον οχτρό, δώσε μου την ευκή σου!

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Αγάπη, το φάρμακο της ψυχής

Γαληνεύει το μέσα σου άνθρωπε.

Αν εσύ προσπαθήσεις…ναι γαληνεύει…αν ψάξεις βαθιά στις ρίζες της ψυχής σου και βρεις την πηγή των συναισθημάτων σου τότε ναι θα γαληνέψει!

Θα φωτίσεις τις σκοτεινές πλευρές… εκείνες που ποτίστηκαν με μελάνι. Εκείνες που βάφτηκαν με μαύρο χρώμα όταν απογοητεύτηκες, όταν προδόθηκες όταν πόνεσες…

Όταν ζήτησες τρυφερότητα και δεν στην έδωσαν… Όταν σε απέρριψαν. Όταν γέλασαν μαζί σου… Ακόμα όταν άφησες να σε χειραγωγήσουν.

Μετάνιωσες … μετάνιωσες που τον πλήγωσες έτσι τον εαυτό σου… Τον άφησες έρμαιο στα χέρια των αιμοβόρων, διψασμένων για πόνο ανθρώπων…

Τέρατα ονομάζονται… εγωκεντρικά πλάσματα έτοιμα να σε κατασπαράξουν.

Μην τους αφήσεις!!!

Στάσου ένα λεπτό μονάχα και σκέψου… σκέψου εσένα να στέκεσαι ξανά στα δικά σου πόδια και να ηρεμείς την ψυχή σου. Να φέρνεις όμορφες αναμνήσεις στο μυαλό…

Θες να φτερουγίσει ξανά η καρδιά και να φύγει.

Να πετάξει τόσο μακριά που δεν θα θυμάται πως να επιστρέψει πίσω… για να μην διαλυθεί ξανά… για να μην ψάχνει πάλι να αναγεννηθεί μέσα απ’ τις στάχτες της. Δεν είναι εύκολο κάθε φορά…

Είναι κατόρθωμα να είσαι γαλήνιος σε όλο αυτό το παιχνίδι της ζωής… Ένα καλοστημένο παιχνίδι με απαράβατους κανόνες και καλά κρυμμένες παγίδες…

Μόνο αν είσαι δυνατός παίχτης και σπάσεις τους κανόνες θα γλυτώσεις τις καλά κρυμμένες παγίδες…

Ναι παντού έχει παγίδες, εμπόδια, νάρκες έτοιμες να εκραγούν…

Nα είσαι έτοιμος για κάθε εμπόδιο στην ζωή σου, για κάθε δυσκολία και κάθε ναρκοπέδιο…

Να τα αντιμετωπίζεις με χαρά για να φτάσεις το παιχνίδι στο μεγαλείο του …

Να είσαι γεμάτος περηφάνια, να ξανασηκώνεσαι… μην μένεις σωριασμένος χάμω… δεν είσαι σκουλήκι για να σέρνεσαι…

Να ζεις για σένα πρώτα απ’ όλους και να αγαπάς. Να αγαπάς! Είναι το φάρμακο της ψυχής! Αυτό που θέλει, που ζητά απεγνωσμένα κάθε φορά που την κάνουν να ασθενεί.

Να είσαι ευγνώμων στους ανθρώπους που είναι δίπλα σου σε κάθε δύσκολη στιγμή.. στις πραγματικά δύσκολες στιγμές σου αναζήτησε τους και άσε τους κοντά… ακόμα και εκείνους που είναι κρυμμένοι, αυτοί είναι που σου δίνουν την πιο μεγάλη δύναμη…

Η φωνή της άρνησης

Με λένε άρνηση, κι όσο κι αν παλεύεις να κάνεις αυτό που κάνω εγώ- να με αρνηθείς – τόσο πιο κοντά σου έρχομαι.

Σε ρώτησαν τι θα έλεγα αν είχα φωνή. Κι εσύ απάντησες πως θα ζήταγα να τα παρατήσω όλα και να φύγω, να βρω τον εαυτό μου. Χαίρομαι που σύντομα κατάλαβες, ναι εσύ, ότι αυτή ήταν η δική σου φωνή, η δική σου ανάγκη, και όχι η δική μου.

Χαίρομαι που αποφάσισες να ακούσεις και τη δική μου φωνή.

Είμαι η άρνηση και ζω δίπλα σου πολλά χρόνια, κυριεύω συναισθήματά σου, ελέγχω συμπεριφορές σου, είμαι πιστή σου φίλη ειδικά όταν με διώχνεις.

Είμαι η άρνηση και ξέρεις τι θα έλεγα λοιπόν; Δεν πρόκειται να φύγω από δίπλα σου. Θα μένω κολλημένη πάνω σου πεισματικά όσο εσύ με αγνοείς. Δε θα σε αφήνω να δεις καθαρά τα πράγματα, ή μάλλον θα τα βλέπεις, και με πλήρη διαύγεια και συνείδηση θα τα αγνοείς. Κι αυτό θα σε σκοτώνει. Θα ξέρεις τι νιώθεις, θα ξέρεις τι θέλεις, θα ξέρεις τι σκέφτεσαι κι όμως θα τα βάζεις όλα στην άκρη, κάνοντας με ανοιχτά μάτια ότι δεν υπάρχουν. Ναι, αυτό θα σου κάνω! Θα με φοράς πάνω σου μέρα και νύχτα, σαν ρούχο απαραίτητο που χωρίς αυτό αισθάνεσαι την άσχημη γύμνια αυτού του κόσμου να ξεριζώνει τα σωθικά σου.

Ξέρεις όμως κάτι; Θα είμαι εκεί και εκείνες τις κρύες νύχτες που όλα είναι μαύρα. Πιστή φίλη όπως σου είπα και πριν. Αρνούμαι- μα αυτό ξέρω να κάνω καλά!- να σε αφήσω, όσο εσύ αρνείσαι να δεις το ρόλο ύπαρξής μου.

Εγώ αρνούμαι, κι εσύ φοβάσαι. Κι έχω μάθει πως ο φόβος κρύβει πόνο. Κι εγώ δε θέλω να σε πονέσω. Το αντίθετο. Σε καλύπτω με ένα πέπλο για να μην πονέσεις. Φοβάσαι! Φοβάσαι να ρισκάρεις, φοβάσαι να είσαι εσύ, φοβάσαι να μην είσαι στα πελάγη τελειότητας, φοβάσαι μη σε απορρίψουν, φοβάσαι που υπάρχεις, όσο κι αν περίτρανα υπερασπίζεσαι έννοιες όπως ελευθερία, ρίσκο, αυθορμητισμός, παρόρμηση, πάθος. Έχεις καταφέρει πολλά, πάρα πολλά, δοκιμάζεις πολλά, βλέπεις πολλά, όμως τα προσπερνάς με τόσο μεγάλη ευκολία, που ακόμα κι αυτά, εγώ, η άρνηση, σε κάνω να μην τα βλέπεις εστιασμένα. Θα σε αφήσω να τα δεις, όταν πρώτα δεις βαθιά τι είσαι εσύ. Θα σε αφήσω να ενθουσιαστείς με όσα έχεις καταφέρει, όταν πρώτα ενθουσιαστείς με τον εαυτό σου. Γιατί μέχρι τότε, απλά τα μειώνεις, πρώτα εσένα και μετά εκείνα. Γιατί και που τα βλέπεις, δεν τα αναγνωρίζεις. Γι’ αυτό και εκεί υπάρχω εγώ πάλι.

Όσο ζεις με τη σκέψη του τι θα κάνεις και τι θα πεις για να μην πληγώσεις τους άλλους, να ξέρεις πως εγώ θα ζω δίπλα σου με την σκέψη του να μην πληγώσω εσένα. Κάποιος πρέπει να το κάνει και αυτό δε νομίζεις;

Θα φύγω όταν με αποδεχτείς. Νάτο, και μόνο που το γράφω είσαι σε πανικό. Άραγε πόσο φοβάσαι μη σε αφήσει κάποιος; Ακόμα και τα άσχημα, οι άνθρωποι που σε πονάνε, πόσο σε φοβίζει το να σε αφήσουν; Πόσα απορρίπτεις από εσένα για να μη σε απορρίψουν οι άλλοι; Μην ανησυχείς. Όταν θα φύγω, δε θα με έχεις πια ανάγκη, και σίγουρα θα είμαι πάλι εκεί δίπλα σου με μανία όταν εσύ θα με θες. Όταν ακούσεις τη φωνή μου, όταν συμφιλιωθείς μαζί μου, θα πάρω άλλη μορφή πάνω σου, δε θα χαθώ, θα μεταμορφωθώ σε κάτι γόνιμο πια για σένα.

Έχω και θυμό μαζί σου. Είναι απίστευτο το πως μπορείς να δέχεσαι τον κάθε άλλον, με το κάθε τι περίεργο πάνω του, και δε μπορείς να αγαπήσεις τα δικά σου περίεργα! Είναι απίστευτο το πόσο έντονα αγνοείς τα θετικά σου κομμάτια θεωρώντας τα δεδομένα σε σένα, αλλά επιτεύγματα στους άλλους. Γιατί κορίτσι μου; Ποιός στο καλό σου είπε ότι πρέπει να κάνεις ένα σωρό πράγματα για να είσαι άξια; Τι κατάλοιπα κουβαλάς; Και πόσα στο διάολο κοσμήματα, πτυχία, επιτυχίες πρέπει να κουβαλάς επάνω σου για να νιώθεις ότι είσαι ιδιαίτερη; Και που τα έχεις, το ίδιο μίζερα νιώθεις. Καλύπτεις απλά κάπως τα βαθύτερα κενά σου.

Μην κλαις. Κάποιος έπρεπε να σου τα χώσει κάποια στιγμή. Καλύτερα να το κάνω εγώ, που σου ανήκω. Ναι, κομμάτι σου είμαι! Κομμάτι που δε σου αρέσει, γι’ αυτό απωθείς συνεχώς, όπως κάνεις με όλα που δε σου αρέσουν σε σένα. Τα βάζεις τιμωρία στον τοίχο, τα κρίνεις, τα μαλώνεις, δεν τα δέχεσαι. Και εκεί έρχομαι κι εγώ σαν άρνηση ντυμένη να τα υπερασπιστώ. Στρέφω το βλέμμα σου αλλού. Γιατί κι αυτά κομμάτια σου είναι και πονάνε. Κι όσο πονάς εσύ όταν σε απορρίπτουν, άλλο τόσο ματώνει ο εαυτός σου όταν τον απορρίπτεις εσύ. Κι εγώ, η άρνηση, ΑΡΝΟΥΜΑΙ, να σε αφήσω να το κάνεις αυτό!

Είμαι η άρνηση και ξέρεις κάτι; Υπάρχω γιατί ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, επιτέλους όμως χρειάζεσαι λίγη ξεκούραση! Ψυχική, συναισθηματική, νοητική, σωματική. Και πρέπει κάποιος να στη δώσει. Αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνω εγώ, έστω κι έτσι.

Στο χθες σου υπήρχα και σου εξήγησα γιατί. Στο τώρα σου… Τώρα είσαι τόσο μπερδεμένη, που αν σε αφήσω να στραφείς κάπου, θα πέσεις. Και έχεις πέσει αρκετά τελευταία. Και σου αξίζει και σένα να πέσεις πιο ομαλά σε κάτι. Κι αν θεωρείς ότι δε σου έχει συμβεί και τίποτα δύσκολο ώστε να νιώθεις τώρα έτσι, να ξέρεις πως ο κάθε άνθρωπος μοναδικά βιώνει την κάθε κατάσταση. Ξέρεις και ξέρω ανθρώπους που δεν έχουν περάσει τίποτα και γκρινιάζουν και άλλους που έχουν επιβιώσει από τραγικές καταστάσεις. Γιατί πρέπει να το ορίσεις; Γιατί δεν δικαιούσαι λίγη ηρεμία; Γιατί τόση ενοχή στην ύπαρξη ηρεμίας και χαράς; Όσο δεν αφήνεις τον εαυτό σου να ζήσει και να χαμογελάσει, να ξέρεις, πως εγώ αρνούμαι να φύγω από δίπλα σου, και έχω τους λόγους μου.

Αγάπησέ με, δε θέλω το κακό σου. Αγάπησέ με, είμαι μέρος σου. Εγώ σου έμαθα να αρνείσαι να βλέπεις συνειδητά, όμως μην αρνείσαι την άρνηση, μην αρνείσαι εμένα, μην αρνείσαι τον ίδιο σου τον εαυτό. Υπάρχω συνοδοιπόρος σου για να μάθεις να αρνείσαι άλλα πράγματα, όχι όμως εσένα. Αποδέξου με. Και τότε, θα χαμογελάμε μαζί με άρνηση σε ό,τι σε τρομάζει, σε ό,τι σε πονάει, σε ό,τι σε απορρίπτει. Σε αγαπάω.

Τα σύνορα του εγώ και η διαφορά του ερωτικού αισθήματος από την αληθινή αγάπη

Η λαθεμένη αντίληψη ότι ο έρωτας είναι ένας τύπος αγάπης είναι τόσο δυνατή, ακριβώς επειδή περιέχει έναν κόκκο αλήθειας.

Η εμπειρία της αληθινής αγάπης έχει και αυτή να κάνει με σύνορα του εγώ, μιας και συνεπάγεται μιαν επέκταση των ορίων μας. Τα όρια μας είναι τα σύνορα του εγώ μας. Όταν επεκτείνουμε τα όριά μας μέσω της αγάπης, το κάνουμε προσπαθώντας, σαν να λέμε, να τεντωθούμε για να φτάσουμε ως το αγαπημένο μας πρόσωπο, του οποίου επιθυμούμε να βοηθήσουμε την ανάπτυξη. Για να είμαστε σε θέση να το κάνουμε πρέπει πρώτα το αντικείμενο της αγάπης μας να γίνει αγαπημένο σε μας: με άλλα λόγια πρέπει να γοητευτούμε απ’ αυτό, να επενδύσουμε τον εαυτό μας σ’ αυτό και να δεσμευτούμε με αυτό το αντικείμενο που είναι έξω από μας, πέρα από τα δικά μας σύνορα. Οι ψυχίατροι ονομάζουν αυτή τη διαδικασία της προσέλκυσης, επένδυσης και δέσμευσης «κάθεξη», και λέμε ότι εμείς «κατέχουμε» το αγαπημένο αντικείμενο. Αλλά όταν κατέχουμε ένα έξω από μας αντικείμενο, ψυχολογικά ενσωματώνουμε επίσης μιαν ιδέα αυτού του αντικειμένου μέσα μας.

Για παράδειγμα, ας πάρουμε έναν άνθρωπο που έχει πάθος την κηπουρική. Είναι ένα πάθος ικανοποιητικό και πολυέξοδο. Ο άνθρωπος αυτός «αγαπά» να καταγίνεται με τον κήπο του. Ο κήπος του σημαίνει πολλά γι’ αυτόν. Αυτός ο άνθρωπος έχει «καθέξει» τον κήπο του. Τον βρίσκει ελκυστικό, έχει «επενδύσει» τον εαυτό του σ’ αυτόν, είναι «δεσμευμένος» με αυτόν – σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να πηδάει από το κρεβάτι χαράματα την Κυριακή για να ξαναγυρίσει σ’ αυτόν και ακόμα μπορεί να παραμελήσει τη γυναίκα του γι’ αυτόν. Στη διάρκεια της «κάθεξής» του, και για να καλλιεργήσει τα λουλούδια και τους θάμνους του, μαθαίνει ένα σωρό πράγματα. Αποκτά πολλές γνώσεις σχετικά με την κηπουρική – για τα χώματα, λιπάσματα, για εμφύτευση και κλάδεμα. Και γνωρίζει τον δικό του συγκεκριμένο κήπο: την ιστορία του, τον τύπο των λουλουδιών και των φυτών που έχει, το σχεδιάγραμμά του, τα προβλήματά του και το μέλλον του. Παρά το γεγονός ότι ο κήπος υπάρχει έξω απ’ αυτόν, ωστόσο διαμέσου της κάθεξης έφτασε να υπάρχει μέσα του. Η γνώση που έχει για τον κήπο του και η σημασία που ο κήπος του έχει γι’ αυτόν αποτελούν μέρος του εαυτού του, μέρος της ταυτότητάς του, μέρος της ιστορίας του, μέρος των γνώσεών του. Με το να αγαπά και να κατέχει τον κήπο του, έχει πραγματικά ενσωματώσει τον κήπο μέσα στον εαυτό του και, με αυτή την ενσωμάτωση, ο εαυτός του μεγάλωσε και τα σύνορα του εγώ του επεκτάθηκαν.

Αυτό που συμβαίνει λοιπόν στην πορεία μιας πολύχρονης αγάπης, και της επέκτασης των ορίων μας για τις καθέξεις μας, είναι ένα βαθμιαίο αλλά προοδευτικό μεγάλωμα του εαυτού μας, μια ενσωμάτωση μέσα μας του έξω κόσμου και μια ανάπτυξη, ένα άπλωμα και μια λέπτυνση των συνόρων του εγώ μας. Με τον τρόπο αυτό, όσο περισσότερο και μακρύτερα επεκτείνουμε τον εαυτό μας, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τόσο πιο αχνό γίνεται το ξεχώρισμα του εαυτού μας από τον κόσμο. Ταυτιζόμαστε με τον κόσμο. Και καθώς τα σύνορα του εγώ μας γίνονται αχνά και άτονα, αρχίζουμε όλο και περισσότερο να βιώνουμε το ίδιο συναίσθημα έκστασης που έχουμε όταν ένα μέρος από τα σύνορα του εγώ μας καταρρέει και «πέφτουμε στα δίχτυα του έρωτα». Μόνο που, αντί να έχουμε συγχωνευτεί προσωρινά και χιμαιρικά με ένα μόνο αγαπημένο αντικείμενο, έχουμε συγχωνευτεί πραγματικά και πιο μόνιμα με ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου. Μια «μυστική ένωση» μπορεί να εδραιωθεί με ολόκληρο τον κόσμο. Το συναίσθημα της έκστασης ή ευδαιμονίας που συντροφεύει αυτή την ένωση, αν και είναι ίσως ηπιότερο και λιγότερο δραματικό από εκείνο που συντροφεύει το ερωτικό αίσθημα, είναι ωστόσο πολύ πιο σταθερό και διαρκές και τελικά πιο ικανοποιητικό. Η διαφορά ακριβώς μεταξύ της κορυφαίας εμπειρίας που χαρακτηρίζεται από το ερωτικό αίσθημα και της εμπειρίας που ο Αβραάμ Μάσλοου ονομάζει «υψιπεδική εμπειρία». Τα ύψη δεν αντικρίζονται ξαφνικά και χάνονται πάλι από τα μάτια μας· κατακτώνται μια για πάντα.

Είναι φανερό και κατανοητό απ’ όλους ότι η σεξουαλική δραστηριότητα και η αγάπη, ενώ μπορεί να επέλθουν ταυτόχρονα, είναι συχνά ασύνδετες μεταξύ τους γιατί είναι στη βάση τους ξεχωριστά φαινόμενα. Η ίδια η σεξουαλική πράξη δεν είναι πράξη αγάπης. Ωστόσο, η εμπειρία της σεξουαλικής σχέσης και ειδικότερα του οργασμού (ακόμα και στον αυνανισμό) είναι μια εμπειρία που συνδέεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με το γκρέμισμα των συνόρων του εγώ και την έκσταση που επακολουθεί. Ακριβώς λόγω αυτού του γκρεμίσματος των συνόρων του εγώ, συμβαίνει να ξεφωνίσουμε στην κορύφωση του οργασμού «σ’ αγαπώ» ή «Ω, Θεούλη μου!» σε μια πόρνη για την οποία ύστερα από λίγες στιγμές, όταν τα σύνορα του εγώ θα έχουν ξαναγυρίσει στην προτινή θέση τους, μπορεί να μη νιώθουμε ούτε στάλα τρυφερότητα, αρέσκεια ή συναισθηματικό νιώσιμο.

Με αυτό δε θέλω να πω ότι η έκσταση της εμπειρίας του οργασμού δεν μπορεί να αυξηθεί αν τη μοιράζεσαι με κάποιον που αγαπάς· μπορεί. Αλλά ακόμα και χωρίς έναν αγαπημένο σύντροφο ή οποιονδήποτε σύντροφο, το γκρέμισμα των συνόρων του εγώ που συμβαίνει σε συνάφεια με τον οργασμό, μπορεί να είναι ολικό· για ένα δευτερόλεπτο μπορεί να ξεχάσουμε ολοκληρωτικά ποιοι είμαστε, να μην έχουμε καμιά αίσθηση του εαυτού μας, να χαθούμε από το χρόνο και το χώρο, να είμαστε εκτός εαυτού, να είμαστε συνεπαρμένοι. Μπορούμε να γίνουμε ένα με το σύμπαν. Αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο.

Περιγράφοντας την παρατεταμένη «ενότητα με το σύμπαν» που είναι συνυφασμένη με την αληθινή αγάπη, σε σύγκριση με την προσωρινή ενότητα του οργασμού, χρησιμοποίησα τις λέξεις «μυστική ενότητα». Μυστικισμός είναι ουσιαστικά η πίστη ότι η πραγματικότητα είναι κάτι ενιαίο. Οι πιο συνεπείς μυστικιστές πιστεύουν ότι η συνηθισμένη αντίληψη του σύμπαντος ότι περικλείνει πλήθος ξέχωρα αντικείμενα – αστέρια, πλανήτες, δέντρα, πουλιά, σπίτια, εμάς τους ίδιους -, όλα χωρισμένα το ένα από το άλλο με σύνορα, είναι μια λαθεμένη αντίληψη, μια ψευδαίσθηση. Σε τούτη τη γενική λαθεμένη αντίληψη, στον κόσμο τούτο της ψευδαίσθησης που οι περισσότεροι λαθεμένα τάχα πιστεύουμε πως είναι πραγματικός, ινδουϊστές και οι βουδιστές δίνουν την ονομασία «Μάγια». Αυτοί και άλλοι μυστικιστές πιστεύουν ότι η αληθινή πραγματικότητα μπορεί να γνωσθεί μόνο με την εμπειρία του ενιαίου μέσω της εγκατάλειψης των συνόρων του εγώ. Είναι αδύνατο να δει κανείς πραγματικά την ενότητα του σύμπαντος όσο εξακολουθεί να βλέπει τον εαυτό του σαν ένα ξεχωριστό αντικείμενο αποσπασμένο και διακρινόμενο από το υπόλοιπο σύμπαν με κάποιον τρόπο, σχήμα ή μορφή. Οι ινδουϊστές και οι βουδιστές θεωρούν συχνά, γι’ αυτό το λόγο, ότι το βρέφος πριν αναπτύξει τα σύνορα του εγώ του, γνωρίζει την πραγματικότητα, ενώ οι ενήλικοι δεν τη γνωρίζουν. Μερικοί μάλιστα προτείνουν την άποψη ότι ο δρόμος προς τη φώτιση ή τη γνώση του ενιαίου της πραγματικότητας απαιτεί να πισωδρομήσουμε ή να κάνουμε τους εαυτούς μας νήπια. Αυτό μπορεί να είναι μια επικίνδυνα δελεαστική διδασκαλία για ορισμένους εφήβους και νέους που δεν είναι προετοιμασμένοι να επωμιστούν ευθύνες ενηλίκων, οι οποίες τους φαίνονται τρομακτικές, συντριπτικές, και απαιτητικές πέρα από τις δυνατότητές τους. «Δεν είμαι υποχρεωμένος να περάσω απ’ όλα αυτά», μπορεί να σκέφτεται ένα τέτοιο άτομο. «Μπορώ να παραιτηθώ από την προσπάθεια να γίνω ένας ενήλικος και να εγκαταλείψω τις απαιτήσεις των ενηλίκων καταφεύγοντας στην αγιότητα». Σχιζοφρένεια όμως, μάλλον, παρά αγιότητα πετυχαίνεις, ενεργώντας με βάση αυτή την υπόθεση.

Οι περισσότεροι μυστικιστές καταλαβαίνουν την αλήθεια που αναπτύξαμε στο τέλος της ανάλυσης του θέματος της πειθαρχίας: ότι δηλαδή πρέπει να κατέχουμε ή να δημιουργούμε κάτι πριν παραιτηθούμε απ’ αυτό, και μολαταύτα να διατηρούμε τα προσόντα μας και τη βιωσιμότητά μας. Το βρέφος χωρίς τα σύνορα του δικού του εγώ μπορεί να είναι σε πιο στενή επαφή με την πραγματικότητα από τους γονείς του, αλλά είναι ανίκανο να επιβιώσει χωρίς τη φροντίδα αυτών των γονέων, και ανίκανο να μεταδώσει τη σοφία του. Ο δρόμος για την αγιότητα περνάει μέσα από την ενηλικιότητα. Δεν υπάρχουν ευκολοδιάβατοι συντομότεροι δρόμοι. Τα σύνορα του εγώ πρέπει πρώτα να σκληρύνουν για να μπορέσουν κατόπι να απαλυνθούν. Μία ταυτότητα πρέπει πρώτα εδραιωθεί για να μπορέσει κατόπι να γίνει υπερβατή. Πρέπει ένας να βρει τον εαυτό του για να μπορέσει κατόπι να τον χάσει. Η προσωρινή απελευθέρωση από τα σύνορα του εγώ που συνδέεται με το ερωτικό αίσθημα, τη σεξουαλική σχέση ή τη χρησιμοποίηση ορισμένων ψυχοδιεγερτικών ναρκωτικών μπορεί να προσφέρει μια γρήγορη ματιά στη Νιρβάνα, αλλά όχι την ίδια τη Νιρβάνα. Η θέση που υποστηρίζει το βιβλίο είναι ότι η Νιρβάνα ή η διαρκής φώτιση ή η αληθινή πνευματική ανάπτυξη μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της επίμονης άσκησης της αληθινής αγάπης.

Κοντολογίς, λοιπόν, η προσωρινή απώλεια των συνόρων του εγώ που συνεπάγεται το ερωτικό αίσθημα και η σεξουαλική σχέση, όχι μόνο μας οδηγεί σε δεσμεύσεις με άλλους ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να αρχίσει η αληθινή αγάπη, αλλά και μας δίνει μια πρόγευση από (και συνεπώς το κέντρισμα προς) την πιο διαρκή μυστική έκσταση που μπορεί να γίνει δική μας έπειτα από μια ολόκληρη ζωή αγάπης. Από την άποψη αυτή, το ερωτικό αίσθημα, αν και δεν είναι το ίδιο αγάπη, αποτελεί ωστόσο ένα μέρος της μεγάλης και μυστηριακής περιπέτειας της αγάπης.

Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται

Μελετώντας τον άνθρωπο στην τωρινή του κατάσταση ύπνου, απουσίας, ενότητας, μηχανικότητας και έλλειψης ελέγχου, βρίσκουμε και διάφορες άλλες κακές λειτουργίες που είναι το αποτέλεσμα της κατάστασής του· ιδιαίτερα το γεγονός ότι λέει συνέχεια ψέματα στον εαυτό του και στους άλλους. Την ψυχολογία του συνηθισμένου ανθρώπου θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και μελέτη του ψέματος, διότι ο άνθρωπος λέει ψέματα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο· και στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να πει την αλήθεια. Δεν είναι τόσο απλό να λέμε την αλήθεια· πρέπει να μάθουμε πως να το κάνουμε και καμιά φορά χρειάζεται πάρα πολύς καιρός.

Ψέμα είναι να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε για πράγματα που δεν γνωρίζουμε· αυτή είναι η αρχή του ψέματος. Δεν σημαίνει το ψέμα που λέγεται σκόπιμα – να λέμε παραμύθια, όπως για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια αρκούδα στο άλλο δωμάτιο. Μπορούμε να πάμε στο άλλο δωμάτιο και να δούμε πως δεν υπάρχει αρκούδα. Αλλά αν συγκεντρώσουμε όλες τις θεωρίες που διατυπώνουν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε θέμα, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε σχετικά, θα δούμε που αρχίζει το ψέμα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τίποτε και όμως έχει θεωρίες για τα πάντα. Οι περισσότερες από τις θεωρίες είναι ψέμα.

Η γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται, διότι κάθε επιθυμία αντιπροσωπεύει διαφορετική θέληση. Αυτό που ονομάζουμε θέλησή μας με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι παρά η συνισταμένη επιθυμιών. Η συνισταμένη πολλές φορές φτάνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή δράσης και άλλες φορές δεν μπορεί να φτάσει σε καμία γραμμή, διότι μια επιθυμία ακολουθεί μία κατεύθυνση και κάποια άλλη, άλλη κατεύθυνση και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Αυτή είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση. Βέβαια ο μελλοντικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να αποτελέσουμε ενότητα αντί να είμαστε πολλοί, διότι για να κάνουμε οτιδήποτε σωστά, για να γνωρίζουμε οτιδήποτε σωστά, για να φτάσουμε οπουδήποτε, πρέπει να γίνουμε ένας. Είναι ένας απώτατος σκοπός και δεν μπορούμε να αρχίσουμε να τον προσεγγίζουμε πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, διότι, στην κατάσταση που είμαστε τώρα, η άγνοιά μας για τον εαυτό μας είναι τέτοια, που όταν την δούμε αρχίζει να μας πιάνει πανικός μήπως δεν βρούμε το δρόμο μας πουθενά.

Το ανθρώπινο ον είναι μια πολύ περίπλοκη μηχανή και πρέπει να μελετηθεί σαν μηχανή. Αντιλαμβανόμαστε ότι για να ελέγξουμε οποιοδήποτε είδος μηχανής, όπως ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή τρένου, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε. Δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις μηχανές αυτές ενστικτωδώς, αλλά για κάποιο λόγο νομίζουμε ότι το συνηθισμένο ένστικτο είναι αρκετό για να ελέγχει την ανθρώπινη μηχανή, αν και είναι πολύ πιο περίπλοκη. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εσφαλμένες υποθέσεις: δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε, ότι ο έλεγχος είναι ζήτημα γνώσης και επιδεξιότητας.

Έρωτας δεν είναι το άγαρμπο σμίξιμο

«Απελευθερώσαμε» τον έρωτα αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να τον διδάξουμε, να δείξουμε τον πλούτο, την ποικιλία, τις αποχρώσεις σε μια νεολαία που έχει μπερδευτεί: από τη μια ακούει τη ρητορική του φτηνού ρομαντισμού, από την άλλη αντιμετωπίζει την πορνογραφία.

Πρέπει να μαθαίνουμε τα περί αναπαραγωγής στο σχολείο προπάντων όμως πρέπει να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε τους ποιητές, τους μυθιστοριογράφους, τους φιλοσόφους της ηθικής, ώστε να καταλάβουμε ότι η ερωτική έλξη δεν είναι η πρόσθεση δυο σκιρτημάτων ή το άγαρμπο σμίξιμο δυο σωμάτων.

Το σχολείο οφείλει να διαλύει τις προκαταλήψεις και να φανερώνει τις αποχρώσεις ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό», στο «άσπρο» και στο «μαύρο».

Σύμφωνα με την αναφορά Obin σχετικά με τη θρησκεία στα σχολεία, που δημοσιεύτηκε το 2019, ξέρουμε ότι το έργο του Ρουσσό και η Μαντάμ Μποβαρύ δεν διδάσκονται σε ορισμένα λύκεια, επειδή θεωρούνται «ανήθικα». Η συναισθηματική δυστυχία πολλών υποβαθμισμένων προαστίων, που οφείλεται στο κοκτέιλ θρησκευτικού σκοταδισμού και πορνογραφικής ρητορικής, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί στο σχολείο: το σχολείο οφείλει να διαλύει τις προκαταλήψεις και να φανερώνει τις αποχρώσεις ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό», στο «άσπρο» και στο «μαύρο». Οι «αλητήριοι» και τα «κατακάθια» φαίνεται ότι διαχέονται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών της μεσαίας τάξης, προκαλώντας περιορισμένη χρήση της γλώσσας (λεξιπενία) και εκβαρβαρισμό της συμπεριφοράς.

Αντίδοτο θα ήταν η μελέτη της λογοτεχνίας –δηλαδή των γλωσσικών συγκινήσεων–, που μας προσφέρει τη δυνατότητα να εκφραζόμαστε με λεπτότητα, οξύνοια και φινέτσα. Μια τέτοια γλωσσική έκφραση είναι ένδειξη κοινωνικής υγείας.