Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Η α-νοησία είναι ανέορτη

Μ​​οιάζει να έχει χαθεί, για το μεγαλύτερο ποσοστό του ανθρώπινου πληθυσμού στον πλανήτη σήμερα, η επίγνωση της διαφοράς ανάμεσα στη γιορτή και στην επιπόλαιη τέρψη. Η απώλεια μετριέται σε διάρκεια ενός ή των δύο τελευταίων αιώνων  λ.χ., τι σήμαιναν για τον παππού ή τον προπάππου μας και τι σημαίνουν για μας σήμερα οι διάφορες επέτειοι;

'Ενας ή και δύο αιώνες είναι διάρκεια ασήμαντη (σε σχέση με την ηλικία του σύμπαντος ή και σε σχέση με την ύπαρξη έλλογης ζωής πάνω στη γη). Πάντως, σε οποιοδήποτε βάθος χρόνου, τη γιορτή τη γεννούσε η απάντηση στο ερώτημα: από ποια αιτία και για ποιο σκοπό υπάρχει ο «κόσμος», γιατί ο λόγος-τρόπος της ύπαρξης των υπαρκτών να συνιστά κόσμημα αρμονίας, τάξης και κάλλους;

Δεν απασχολούσε όλους το ερώτημα, υπήρχαν πάντοτε και άνθρωποι άσκεφτοι, βοσκηματώδεις, που απλώς επιβίωναν χάρη στις ορμές αυτοσυντήρησης – χωρίς ερωτήματα για την αιτία και τον σκοπό της ύπαρξης. Υπήρχαν, ίσως και να πλεόναζαν, οι άσκεφτοι, αλλά τον χρόνο τον μετέπλαθαν σε Ιστορία μόνο όσοι πάλευαν να διακρίνουν «νόημα» της ύπαρξης. Αποτύπωναν την πάλη τους στην Τέχνη, στη Φιλοσοφία, στο «Πολιτικόν Άθλημα».

Σήμερα, για πρώτη ίσως φορά, ο χρόνος κυλάει, αλλά Ιστορία δεν γράφεται. Συμβαίνουν πολλά και διάφορα, όπως συμβαίνουν και σε μια μυρμηγκοφωλιά ή σε κυψέλη μελισσών. Αφορούν στην ικανοποίηση του ενστίκτου και των ορμών επιβίωσης, όχι στο ερώτημα: γιατί η επιβίωση, γιατί η ύπαρξη. Τα όσα συμβαίνουν μεταποιούνται αμέσως σε «πληροφορία», η πληροφορία αξιολογείται χρηστικά, πουλιέται σαν «είδηση». Για να είναι ευπώλητη η είδηση πρέπει να εντυπωσιάσει, γι’ αυτό και υποτάσσεται ολοκληρωτικά στην προτεραιότητα του εντυπωσιασμού: εμπορευματοποιούνται οι εντυπώσεις, υποκαθιστούν την είδηση.

Αυτή μπορεί να είναι μια εξήγηση, γιατί δεν υπάρχουν πια και Γιορτές. Γιορτή είναι μια μεγάλη χαρά που κοινωνείται, μοιράζεται και μετέχεται από την κοινότητα. Την πραγματικότητα της «κοινότητας» δεν τη συγκροτούσε ο «καταμερισμός της εργασίας, η «κοινωνία της χρείας» – ο ωφελιμισμός μπορεί να οδηγήσει μόνο ώς τον «εταιρισμόν επί κοινώ συμφέροντι» (την societas). Δεν αρκεί η χρησιμοθηρία για να γεννηθεί «πόλις», «κοινότητα», «εκκλησία» (του δήμου ή των πιστών). Η χρησιμοθηρία γεννάει συμβάσεις, συμβόλαια, «συντάγματα», νάρθηκες θωράκισης ατομικών δικαιωμάτων – κατασφαλίζει τις βοσκηματώδεις υπάρξεις.

Η πόλις-κοινότητα-εκκλησία έχει άξονα συνοχής το «ιερό», δηλαδή το σημάδι-σημαίνον του αληθούς. Και α-λήθεια (εμφάνεια) είναι η φανέρωση, δηλαδή η εμπειρική πιστοποίηση (όχι η «δόξα»-δοξασία) του τρόπου της αθανασίας (του «αθανατίζειν»). Εμπειρική πιστοποίηση καθολικά κοινωνούμενη που γεννάει το γεγονός της Γιορτής.

Οι άνθρωποι σήμερα δεν ξέρουμε τη Γιορτή, ονομάζουμε «γιορτή» την προγραμματισμένη (ημερολογιακά) τέρψη ή διασκέδαση ή ευωχία – ατομοκεντρικές, εφήμερες ευχαριστήσεις. Θεωρούμε «γιορτή» έναν ξεχωριστό διάκοσμο της πεζής καθημερινότητας – λαμπιόνια, καμπανίτσες, αυγά, λουλούδια, πακεταρισμένα δωράκια, αλλοδαπές μουσικές. Η «αλήθεια» για μας σήμερα δεν είναι ο τρόπος της αθανασίας, που σημαίνεται μόνο με τη γλώσσα της Τέχνης ή της πολιτικής και εκκλησιαστικής πράξης. Για μας «αλήθεια» είναι η ορθότητα της κατανόησης, γι’ αυτό και η πολιτική πράξη έχει δώσει τη θέση της στην προπαγάνδα, στον διαφημιστικό εντυπωσιασμό, όπως και το εκκλησιαστικό γεγονός έχει υποκατασταθεί από το «κήρυγμα».

Λογαριάζουμε για «πολιτικούς» τους επιδέξιους χειριστές του λεκτικού εντυπωσιασμού, οσοδήποτε ψεύδος, απάτη ή μικρόνοια κι αν κομίζουν. Και λογαριάζουμε σαν λειτουργία «πατρότητας», εισόδου στον τρόπο της όντως ζωής, το κήρυγμα: την υποκατάσταση του εκκλησιαστικού γεγονότος από τη νέκρα της τυποποιημένης συναισθηματικής και ηθικοδιδακτικής φλυαρίας.

Η πολιτική δεν είναι πια υπούργημα που διακονεί την «κοινωνίαν της χρείας», είναι ντοπάρισμα και μέθη επιθετικής διαχείρισης εντυπώσεων, παράκρουση ευθέως ανάλογη με την ποδοσφαιρολαγνεία (ενδεικτική η παραλληλία «δελτίων ειδήσεων», πολιτικών και «αθλητικών», απανωτά μέσα στη μέρα). Και η Εκκλησία δεν είναι πια κοινότητα (ενορία και επισκοπή) όπου κοινωνείται το άθλημα του τρόπου της αθανασίας, είναι «επικρατούσα θρησκεία», με συνείδηση και οργάνωση κυρίαρχης ιδεολογίας, με όπλο κυριαρχίας το κήρυγμα: Πρωινό, εσπερινό, προφορικό, έντυπο, ραδιοφωνικό, τηλεοπτικό – κήρυγμα απόλυτα υπόδουλο στις πρακτικές της ιδεολογικής προπαγάνδας.

Η παρακμιακή αλλοτρίωση, στρέβλωση και παραποίηση της πολιτικής και της Εκκλησίας, συνοδεύεται (απολύτως λογικό) και από τη διαστροφική παράχρηση της λέξης έρωτας, ερωτικός. Σημαίνει πια η λέξη, στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, την πορνική, εμπορευματοποιημένη εκδοχή της σεξουαλικότητας. Τα πιο πολύτιμα, κορυφαία κατορθώματα πληρότητας της ζωής, τα υποτάσσουμε οι άνθρωποι στη χαμέρπεια του ατομοκεντρικού πρωτογονισμού. Αυτή η πιστοποίηση είναι οδύνη, αλλά και πρόκληση: Πάντοτε, μια «μαγιά» ανθρώπων θα σώζει την προτεραιότητα του πόθου για την αλήθεια της πολιτικής, την αλήθεια της Εκκλησίας, την αλήθεια του έρωτα.

Εκείνος που αντέχει τις καταιγίδες, δικαιούται το ουράνιο τόξο

Η προϋπόθεση για να δεις το ουράνιο τόξο, είναι πως έχει προηγηθεί καταιγίδα. Κάποιες είναι ήπιες, χωρίς πολλές καταστροφές. Είναι και άλλες όμως που στο πέρασμα τους δεν αφήνουν τίποτα. Έτσι είναι κάποιες φόρες μερικοί άνθρωποι στη ζωή μας. Δεν αφήνουν τίποτα όρθιο, τίποτα ζωντανό. Έρχονται και στο πέρασμα τους καταστρέφουν τα πάντα.

Ακούς τα κλισέ που σου λένε όλοι, πως όλα θα περάσουν, καλύτερες μέρες θα ξημερώσουν. Μα δεν πιστεύεις κανέναν. Μέρα, με την μέρα βυθίζεσαι στο απόλυτο τίποτα. Ένα κενό. Όλα είναι μαύρα, δίχως χρώμα, δίχως ήλιο, δίχως νόημα και λόγο ύπαρξης.

Ανούσια, νιώθεις πως υπάρχεις μα δεν ζεις. Ως που το τελειωτικό στάδιο είναι η έλλειψη οξυγόνου, που προέρχεται από την έλλειψη ενός και μόνο προσώπου, μιας φωνής. Δεν ξέρεις πώς να προχωρήσεις παρακάτω πλέον.

Κάθε μέρα παλεύεις για την κάθε σου ανάσα. Σαν ψάρι έξω από το νερό που σπαρταράει. Κι εκεί είναι που έπιασες πάτο. Σε αυτό το σενάριο υπάρχει κάτι μαγικό. Όταν πέσεις, τόσο χαμηλά που πιο κάτω δεν έχει, υπάρχει ένας δρόμος μοναχά. Προς τα πάνω.

Σε όλη αυτή την δύσκολη και ασφυκτική κατάσταση υπάρχει μια αλήθεια. Μια αλήθεια που σαν ηλιαχτίδα ξεπροβάλει, στον γκρίζο σου ουρανό. Όλα αυτά τα κοινότυπα και κλισέ είναι αληθινά. Όλα περνούν.

Ο ήλιος κάνει την εμφάνιση του λαμπερός και με τις ηλιαχτίδες του θα σου ζεστάνει γλυκά την ψυχή.

Τώρα πονάς. Το ξέρω, το καταλαβαίνω. Μα πίστεψε με η στιγμή που θα χαμογελάσεις και πάλι δεν αργεί. Ίσως χρειαστεί να αλλάξεις πολλά. Το ποιος είσαι, ποιους έχεις δίπλα σου, ίσως κι εσένα τον ίδιο. Αξίζει όμως. Την στιγμή που θα χαμογελάσεις και πάλι θα καταλάβεις πως αυτή είναι η πιο σπουδαία ανταμοιβή.

Να βάζεις προτεραιότητα εσένα. Εσένα ως άνθρωπο. Μην βάλεις ποτέ κανέναν πάνω από τον εαυτό σου. Μην νιώσεις πως αυτή είναι μια εγωιστική πράξη.

Μαθέ να αγαπάς εσένα, μόνο έτσι θα μάθεις να αγαπάς και τους άλλους γύρω σου. Άνθρωπος που δεν αγαπάει τον εαυτό του, δεν μπορεί να αγαπήσει κανένα άλλο πλάσμα στον κόσμο αυτό.

Θα περάσουν άνθρωποι που δεν θα σε εκτιμήσουν. Θα σε υποτιμήσουν, που θα σε “χρησιμοποιούν” μονάχα όταν και για όσο σε χρειάζονται. Μην τους το επιτρέψεις. Είναι δική σου ευθύνη να προστατέψεις το ποιος είσαι. Τέτοιοι άνθρωποι δεν αξίζουν ούτε το πιο μικρό κομματάκι της καρδιάς σου.

Φύλαξε τον εαυτό σου για εκείνον τον άνθρωπο που θα είναι εκεί, παρών. Άνευ όρων και όχι για όποιον απλώς περάσει.

Κοίτα ψηλά. Τώρα ίσως να μην μπορείς να δεις τον ήλιο που λάμπει, αλλά θα έρθει η μέρα που τα σύννεφα θα σκορπίσουν, ο ουρανός της ψυχής σου θα είναι και πάλι γαλανός κι εσύ ευτυχισμένος. Θα γίνει. Στο υπόσχομαι.

Τίποτα μεγάλο στον κόσμο δεν έγινε δίχως πάθος

Δοκιμάσατε μια φορά κι εσείς ένα παράφορο πάθος, ερωτευτήκατε ποτέ τρελά; Αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη διέγερση που μπορεί να νιώσει στη ζωή του ο άνθρωπος. Τότε χάνει τη ψυχραιμία του, αφήνεται να παρασυρθεί, είναι εντελώς «εκτός εαυτού». Ας πάρουμε για παράδειγμα τον ήρωα του Σαίξπηρ, Οθέλλο. Δε θα υπήρχε καμιά τραγωδία αν δεν είχε δείξει τέτοιον απόλυτο έρωτα για τη Δυσδαιμόνα κι αν δεν είχε ανταποκριθεί κι εκείνη.

Η ιστορία μάς ενδιαφέρει τη στιγμή που αυτός ο λογικός άντρας και νικηφόρος στρατηγός ξεχνά όλες του τις ικανότητες και χάνει εντελώς το μυαλό του, ενώ ο παράφορος έρωτάς του για τη Δυσδαιμόνα τον κάνει να χάσει κάθε ισορροπία και προκαλεί σύγχυση στα αισθήματά του. Η αληθινά τερατώδης εξέλιξή του, η οποία τον μετατρέπει από φυσιολογικό άνθρωπο σε ψυχωτικό, τον ρίχνει στην παραφροσύνη. Κάποιες ασήμαντες ενδείξεις -εκείνη η μυστηριώδης ιστορία για ένα μαντίλι, την οποία του ψιθυρίζει στ’ αυτί ένας φαύλος άνθρωπος, ο Ιάγος – του προκαλούν μια λύσσα που τον γεμίζει με φοβερό πόνο. Ένα πάθος, που στην εξέλιξή του τον κάνει να στραγγαλίσει με τα ίδια του τα χέρια την εύθραυστη και άτυχη Δυσδαιμόνα. Τότε ο Οθέλλος πέφτει σε πλήρη απελπισία, γιατί μόλις πριν μια στιγμή είχε σκοτώσει το πλάσμα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί άλλο στον κόσμο. Εδώ μπορούμε πράγματι, να βεβαιώσουμε ότι δεν ήταν κύριος του πάθους του (ο Μονταίνι είπε κάποτε:” Η ομορφιά δε σε μαγεύει, σε τρελαίνει”), ότι βουλιαξε στη φουσκονεριά των αισθημάτων του. Μπορούμε τώρα να ρωτήσουμε αν αυτός ο παράφορος έρωτας δικαιολογεί πλήρως την πράξη του που προκάλεσε το θάνατο της αγαπημένης του. «Ήταν κάτι δυνατότερο από μένα!» «Δε γινόταν αλλιώς!» «Δεν το ‘κανα επίτηδες!» Ο παράφορα ερωτευμένος ξαναγίνεται εδώ μικρό κακομαθημένο παιδί που ενεργεί κατά το κέφι του, κι αφού κάνει μια μεγάλη βλακεία, λέει: «Δε φταίω εγώ!» Εδώ η ζήλια είναι το κατεξοχήν κατώτερο αίσθημα, που κάνει τον παθιασμένα ερωτευμένο εγκληματία, τον ήρωα δολοφόνο.

«Τα πάθη δεν είναι από μόνα τους καλά ή κακά». Επομένως, εμείς τα κάνουμε καλά ή κακά όταν τα στρέφουμε σε ορισμένες κατευθύνσεις (όπως τον έρωτα για την επιστήμη, για την αλήθεια ή για την ανθρωπότητα) ή όταν αφηνόμαστε απερίσκεπτα να παρασυρθούμε από τον εγωισμό μας και παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μας. «Ο άνθρωπος είναι ένα ανώφελο πάθος» ισχυρίζεται ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Ο παθιασμένος άνθρωπος αναπτύσσει μια εντελώς προσωπική λογική, με την οποία συνδέει τη μεγαλομανία με τη μανία καταδιώξεως. Είναι ένας αρρωστημένα μεγαλομανής. Γι’ αυτόν τίποτα δε μετράει περισσότερο απ’ το πάθος του. Ο Σταντάλ είπε κάποτε: «Ο άνθρωπος αυτός κρυσταλλώνει όλες τις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής γύρω από το πάθος του, ώσπου βυθίζεται σ’ έναν κόσμο πέρα από κάθε τάξη, όπου τίποτε πια δεν έχει νόημα». Ο ερωτευμένος κάνει τη μύγα βόδι, επειδή καταχωρεί όλα όσα δικαιολογεί η ζήλια του, αφήνοντας όλα τα άλλα έξω, και στηρίζει εικασίες πάνω σε μια εύθραυστη βάση, που η προφανώς γελοία δομή της συγκαλύπτει την αδυναμία.

Τότε το λογικό δεν μπορεί να κάνει τίποτε απέναντι στο πάθος: ο λογικός άνθρωπος που κυριεύεται από πάθος, πέφτει ξαφνικά σε παραλήρημα κι είναι ανίκανος να εκφέρει οποιαδήποτε λογική κρίση. Κολυμπάει μέσα στον ανορθολογισμό. Ο ψυχαναλυτής Ντανιέλ Λαγκάς είπε: «Εκεί όπου γίνεται λογική υπάρχει έρωτας», Πράγματι, ο γάμος που γίνεται με βάση τη λογική, δεν είναι γάμος από πάθος εξ ορισμού. Γι’ αυτό υπάρχει και η ιδέα ότι δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από τα πάθη μας, ότι μπορούν να μας κυριεύσουν, ότι δεν μπορούμε να τα συγκρατήσουμε, ότι είμαστε θύματα ή δούλοι τους.

Πρέπει να κάνουμε μια χαρακτηρολογική διάκριση ανάμεσα στους παθιασμένους ανθρώπους και στους λογικούς, φλεγματικούς, αδρανείς ή και ψυχρούς, αδιάφορους και αναίσθητους ανθρώπους, που κρατούν τις αποστάσεις τους απέναντι σε συμβάντα, αισθηματικές καταστάσεις ή πάθη. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει πρόβλημα. Μπορούν να φρενάρουν την κατάλληλη στιγμή. ‘Έχουν έλεγχο τον εαυτού τους, αντιστέκονται, δεν «αφήνονται» ποτέ. Στο ερώτημα αν ο έρωτας δικαιολογεί τα πάντα, απαντούν μ’ ένα κατηγορηματικό «όχι», και διαβεβαιώνουν ότι μπορούμε και οφείλουμε να είμαστε κύριοι των παθών μας. Μια προσπάθεια της θέλησης το πετυχαίνει αυτό. Με θάρρος και δυνατό χαρακτήρα μπορεί να αναχαιτιστεί κάθε παρόρμηση. Ο Καρτέσιος, για τον οποίο η θέληση είναι απεριόριστη, λέει πως αρκεί να αποφασίσουμε να φρενάρουμε τα πάθη μας, όποτε και όπως θέλουμε. Το πάθος όμως που αναχαιτίζεται από μια πράξη θέλησης δεν παύει να ‘ναι τέτοιο; Οι αληθινά παθιασμένοι άνθρωποι δεν είναι ποτέ λογικοί, αποσταστοποιημένοι ή ψυχροί· είναι εξημμένοι, ζωηροί, βρίσκονται σε αναβρασμό. Ποτέ δεν μπορούν να πνίξουν μια μεγάλη κρίση του πάθους τους, κάνοντας απλώς μια προσπάθεια με τη θέληση και το νου τους. Ο Πασκάλ επισημαίνει τις «φοβερές συνέπειες του πάθους», οι οποίες «προβληματίζουν όλη τη γη, βασιλιάδες και στρατούς, κι όλο τον κόσμο».

Όλη η προσπάθεια τριών χιλιάδων χρόνων φιλοσοφικού στοχασμού, από τον Σωκράτη και τους Στωικούς ως τον Σαρτρ και τον Καμύ, σχετίζεται με τη θέληση να υπερνικηθούν τα πάθη γενικά και το ερωτικό πάθος ειδικότερα, έτσι ώστε να μετασχηματιστούν τα «ανώφελα πάθη» μας σε αποφάσεις δράσης.

Απ’ αυτή την άποψη, τίποτα δεν είναι λιγότερο φιλοσοφικό από το ερωτικό πάθος, με το οποίο χάνει κανείς τον εαυτό του. Αν μπορέσει κανείς να διοχετεύσει την ορμή του πάθους του, για να τη χρησιμοποιήσει με επωφελή τρόπο στην καθημερινή ζωή, στο επάγγελμα, στην καλλιτεχνική ή λογοτεχνική δημιουργία, στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, των εθνών και των λαών, αν μπορέσει να μετατρέψει τον έρωτα για ένα άτομο σε μεγάλο έρωτα για την ανθρωπότητα, για την αλήθεια, αν μπορέσει να μετατρέψει τη μικρή, εφήμερη κλίση σε μεγάλο καθολικό πάθος, τότε και μόνο θα γίνει κύριος των παθών του και θα πετύχει έναν από τούς σημαντικότερους στόχους της φιλοσοφία. Έτσι επιβεβαιώνεται η φράση του μεγάλου φιλοσόφου Χέγκελ ότι “τίποτα μεγάλο στον κόσμο δεν έγινε δίχως πάθος”.

Έτσι προσπαθεί ο καθένας να ξεφύγει από τον εαυτό του

Αν μπορούσαν οι άνθρωποι, εκεί που νιώθουν ένα βάρος να τους πλακώνει την ψυχή και να τους εξουθενώνει, να συλλάβουν τα αίτιά του και να μάθουν από τι προέρχεται τούτος ο όγκος του κακού που τους έχει κάτσει στο στήθος, τότε δεν θα έκαναν τη ζωή που τόσο συχνά τους βλέπουμε να κάνουν τώρα, όπου δεν ξέρουν τι θέλουν, και πάντα αναζητούν ν’ αλλάξουν τόπο, θαρρείς και μπορούν έτσι να ρίξουν χάμω το φορτίο τους. Να, κάποιος που βαριέται να μένει μες στο σπίτι και βγαίνει έξω συχνά. Ξαφνικά κάτι τον πιάνει και ξαναγυρνάει σπίτι, γιατί έξω δε νιώθει καλύτερα. Ξεκινάει μετά για την εξοχική του βίλα, με την άμαξα και τα’ αλογάκια του, τρέχοντας σαν τρελός θαρρείς κι έχει πιάσει φωτιά η έπαυλη και πάει να προλάβει. Με το που φτάνει στο κατώφλι, αρχίζει να χασμουριέται ή πέφτει βαρύς να κοιμηθεί ζητώντας λησμονιά στον ύπνο` ή πάλι, δεν βλέπει την ώρα να επιστρέψει στην πόλη.

Έτσι προσπαθεί ο καθένας να ξεφύγει από τον εαυτό του` μα παρά τις προσπάθειες, ξέρουμε ότι δεν κατορθώνει ποτέ να δραπετεύσει, μένει δεμένος με τον εαυτό του και τον μισεί` κι αυτό γιατί είναι ένας άρρωστος που δεν ξέρει την αιτία της αρρώστιας του.

Λουκρήτιος, Για τη φύση των πραγμάτων

Γνώση ήδη έχουμε. Όμως όποιος την κυνηγήσει είναι ύποπτος ότι πηγαίνει εναντίον της

Η γνώση δεν ισοδυναμεί πάντα με τη σοφία, κάποιες φορές σημαίνει το εντελώς αντίθετο. Η εμμονή για αποθησαύριση γνώσεων μπορεί να θολώσει ακόμα και τη ματιά μας για τον κόσμο.

Για τους σοφούς της Ανατολής, η απαλλαγή, η απελευθέρωση από πολλές γνώσεις που έχουμε αποκτήσει ως προκαταλήψεις και στερεότυπα καταλήγει να είναι απαραίτητη ώστε να βλέπουμε την πραγματικότητα χωρίς τα φίλτρα που τη στρεβλώνουν.

Ο Αμερικανός διανοητής Γουίλ Ντουράντ θεμελιώνει την ακόλουθη διαφορά ανάμεσα στη σοφία και στη γνώση: «Η γνώση είναι δύναμη, όμως μόνο η σοφία είναι ελευθερία». Δύο αιώνες νωρίτερα, ο Εμμάνουελ Καντ έλεγε ότι: «Η επιστήμη είναι οργανωμένη γνώση, αλλά η σοφία είναι οργανωμένη ζωή».

Τι είναι αυτό από το οποίο πρέπει να απαλλαγούμε για να φτάσουμε στη σοφία;

.Οι γεμάτες προκατάληψη αντιλήψεις για πρόσωπα και πράγματα. .Οι προφητείες για το τι θα κάνει κάποιος ή για το τι θα συμβεί σε μια ορισμένη κατάσταση.

.Οι γνώμες τρίτων που δε μας αφήνουν να διαμορφώσουμε φυσιολογικά τη δική μας γνώμη.

.Η ψευδής πίστη ότι ήδη γνωρίζουμε όλα όσα είναι απαραίτητα για κάθε όψη της ζωής.

Αν αφήσουμε να πέσουν όλα αυτά τα φίλτρα, η σαφήνεια και η σοφία θα έρθουν από μόνες τους.

Εκπαιδεύοντας τον Αλέξανδρο: Πώς ο Αριστοτέλης διαμόρφωσε τον θρυλικό βασιλιά

Ενώ η αριστεία είναι μια αριστοτέλεια αρχή, ο δάσκαλος πρέπει να έμαθε στον μαθητή του να διαβάζει και να σέβεται την άποψη που είχαν άλλοι συγγραφείς για τη δόξα, την αριστεία και την αρετή.

Ο Αλέξανδρος ο Γ΄ της Μακεδονίας οικοδόμησε μια αυτοκρατορία που εκτεινόταν από την Ελλάδα μέχρι τα ινδικά σύνορα μέσα σε μία δεκαετία. Εκτός όμως από μεγάλος κατακτητής, ήταν ένας περίφημος διανοούμενος, με μεγάλο ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία, την ιατρική και τις επιστήμες. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού δάσκαλός του ήταν ο Αριστοτέλης, ο Έλληνας φιλόσοφος που οι ιδέες του θεωρούνται σήμερα το θεμέλιο της δυτικής φιλοσοφίας.

Πώς όμως αυτός ο γίγας της διανόησης κατέληξε να διδάξει έναν έφηβο πρίγκιπα και κατά πόσον ο κατακτητής ακολούθησε πιστά τα ιδεώδη του δασκάλου του; Οι περισσότερες γνώσεις μας για τον Μέγα Αλέξανδρο προέρχονται από δευτερογενείς και τριτογενείς πηγές, γραμμένες εκατοντάδες χρόνια μετά τον θάνατό του, οι οποίες τείνουν να δίνουν στη ζωή του μυθικές διαστάσεις.

Η σημαντικότερη πηγή είναι οι Βίοι Παράλληλοι που έγραψε ο Πλούταρχος τον 2ο αιώνα μ.Χ., σχεδόν 500 χρόνια μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα. Ο Πλούταρχος μας δίνει λίγες λεπτομέρειες για την τριετή περίοδο που ο νεαρός Αλέξανδρος πέρασε μελετώντας δίπλα στον Αριστοτέλη, από 13 έως 16 ετών. Όμως αυτά που ξέρουμε είναι τόσο δελεαστικά, παρά τη σύντομη διάρκεια της μαθητείας του, που μπορεί να άλλαξαν τον ρου της ιστορίας. Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε το 356 π.Χ. στη μακεδονική πρωτεύουσα Πέλλα. Ήταν γιος του βασιλιά Φίλιππου Β΄ και της Ολυμπιάδας, της τέταρτης συζύγου του, και μεγάλωσε όπως άρμοζε σε έναν βασιλιά, σπουδάζοντας δίπλα στον Αριστοτέλη και λαμβάνοντας στρατιωτική εκπαίδευση.

Όταν ο Φίλιππος τον προσέλαβε το 343 π.Χ., ο Αριστοτέλης ήταν γύρω στα 40. Είχε περάσει τα 20 προηγούμενα χρόνια της ζωής του μελετώντας με τον Πλάτωνα, έναν άλλο σπουδαίο φιλόσοφο, στην Ακαδημία του στην Αθήνα. Ωστόσο, γύρω στο 348 π.Χ. εγκατέλειψε τη σχολή μάλλον επειδή ο Πλάτωνας δεν τον διάλεξε ως διάδοχό του, διορίζοντας στη θέση τον ανιψιό του Σπεύσιππο. Ενώ ο Φίλιππος είχε κατά νου κι άλλους διαπρεπείς φιλοσόφους, τελικά κάλεσε τον Αριστοτέλη για να διδάξει τον επιφυλακτικό πρίγκιπα. Αυτό μπορεί να έγινε επειδή, όπως ο Αλέξανδρος και ο Φίλιππος, ο Αριστοτέλης ήταν Μακεδόνας και ο πατέρας του, ο Νικόμαχος, είχε υπηρετήσει ως γιατρός στην αυλή του πατέρα του Φιλίππου, Αμύντα. Αν και θα ήταν μεγάλη τιμή να εκπαιδεύσει έναν μελλοντικό μονάρχη, ο Αριστοτέλης ποτέ δεν εξήγησε γιατί δέχτηκε τη δουλειά αυτή.

Στη διάρκεια της ζωής του ο φιλόσοφος έχαιρε μεγάλου σεβασμού κι έτσι θα είχε κι άλλες επιλογές μετά την Ακαδημία του Πλάτωνα. Ενδεχομένως ήδη να ονειρευόταν την ίδρυση δικής του ανταγωνιστικής σχολής στην Αθήνα – ήξερε άλλωστε ότι αυτό ήταν κάτι που μπορούσε να κατορθώσει υπό βασιλική προστασία. Γνωρίζουμε ότι ένας από τους όρους του συμβολαίου του προέβλεπε ότι ο Φίλιππος θα ανοικοδομούσε την ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Στάγειρα, την οποία ο βασιλιάς είχε ισοπεδώσει αρκετά χρόνια νωρίτερα ως τιμωρία για μια εξέγερση εναντίον της κυριαρχίας του.

Η αίθουσα διδασκαλίας του Αριστοτέλη ήταν ένας μικρός ναός αφιερωμένος στις νύμφες στο χωριό Μίεζα, λίγο έξω από την Πέλλα. Ανάμεσα στα ερείπιά του διασώζονται μέχρι σήμερα τα πέτρινα καθίσματα όπου κάθονταν και οι σκιεροί χώροι περιπάτου στους οποίους ο Αριστοτέλης συνήθιζε να περιφέρεται. Εκτός από τον Αλέξανδρο, η σχολή του Αριστοτέλη είχε και αρκετά παιδιά άλλων αξιωματούχων. Πολλά από αυτά θα γίνονταν έμπιστοι στρατηγοί και σύντροφοι του Αλέξανδρου, όπως ο Ηφαιστίωνας, ο Πτολεμαίος, ο Κάσσανδρος και ο Κλείτος. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, τα μαθήματα επικεντρώνονταν στην ηθική, την πολιτική, τη φιλοσοφία και τη ρητορική.

Ο Αριστοτέλης μάλιστα μπορεί να έδινε διαλέξεις πάνω στα λεγόμενα «άγραφα δόγματα» του Πλάτωνα. Αν και έχουν χαθεί, ενδέχεται να περιλάμβαναν τις σκέψεις του Πλάτωνα περί μεταφυσικής, οι οποίες συνήθως επιφυλάσσονταν για τους μυημένους στην Ακαδημία του και όχι για το ευρύτερο κοινό. Ο Αριστοτέλης συνέγραψε και διδακτικά φυλλάδια για να εκπαιδεύσει τον Αλέξανδρο ώστε να γίνει καλός βασιλιάς. Μολονότι δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς περιείχαν, ο μεταγενέστερος βιογράφος Διογένης ο Λαέρτιος διατήρησε τους τίτλους τους, μεταξύ των οποίων οι Περί Βασιλείας, Περί Αποικιών, Αλεξάνδρου Συνέλευσις και Η Δόξα του Πλούτου. Εκείνη την εποχή η γενική εκπαίδευση των νέων στην αρχαία Ελλάδα περιλάμβανε μελέτη των ποιητών, των φιλοσόφων και των δραματουργών, από τον Όμηρο μέχρι τον Σοφοκλή. Όμως, το ενδιαφέρον του Αριστοτέλη για τις επιστήμες ήταν τεράστιο και φρόντισε να μεταφέρει στον Αλέξανδρο όλες του τις γνώσεις γύρω από τη βιολογία, τη φυσική και την ιατρική.

Ο πρίγκιπας πρέπει να τις απορρόφησε κυριολεκτικά, αφού είναι γνωστό ότι αργότερα χορηγούσε μετά μανίας διατροφικές και ιατρικές συνταγές, καθώς και ασκήσεις σε άρρωστους φίλους του. Ο Αλέξανδρος έστελνε επίσης στον παλιό του δάσκαλο εξωτικά φυτά και ζώα για να μπορεί να τα μελετάει. Μετά τον θάνατό του στη Βαβυλώνα, στη διαθήκη του ο Αλέξανδρος άφηνε να εννοηθεί ότι η κατάκτηση του κόσμου είχε εν μέρει επιστημονικό χαρακτήρα και ότι είχε σχεδιάσει να διασχίσει τον Ινδικό Ωκεανό και να περιπλεύσει το Κέρας της Αφρικής για να διευρύνει το βασίλειό του και τις γνώσεις του. Όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται αυτό (εξάλλου, κάτι παρόμοιο έλεγε και ο Ναπολέοντας), ο Αλέξανδρος ήταν πνευματικός κληρονόμος του Αριστοτέλη όσο και διάδοχος του μακεδονικού θρόνου. Αυτή η φιλοσοφική κληρονομιά είχε μεταδοθεί στον Αριστοτέλη από τον Πλάτωνα, ο οποίος με τη σειρά του είχε δάσκαλο τον Σωκράτη – μια τριανδρία που περιλάμβανε μερικά από τα μεγαλύτερα μυαλά της αρχαίας Ελλάδας.

Ο Αλέξανδρος πήρε τον ρόλο του πολύ σοβαρά. Κατά την εκστρατεία του στην Περσία έμαθε ότι ο Αριστοτέλης είχε δημοσιεύσει μερικά από τα προαναφερθέντα άγραφα δόγματα του Πλάτωνα. Έγραψε τότε μια αυστηρή επιστολή για να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του, λέγοντας: «Προσωπικά θα επιθυμούσα να ξεχωρίζω για τις γνώσεις μου για τα πιο ωραία πράγματα παρά για τη δύναμη». Όσο ανεκδοτολογική κι αν είναι ίσως αυτή η αλληλογραφία, σίγουρα χαρακτηρίζει το χάρισμα του Αλεξάνδρου και την ιδεολογία του Αριστοτέλη.

Ο μελλοντικός βασιλιάς της Μακεδονίας πίστευε πως ήταν ξεχωριστός και ότι η φιλοσοφία ήταν ιερή και απαραβίαστη – η παιδεία του τον είχε βοηθήσει να κερδίσει τον βαθμό του. Ενδέχεται οι διδαχές του Αριστοτέλη να είχαν επηρεάσει την ενδοσκόπησή του, καθώς και την ικανότητά του στη μεγαλοσύνη. Όπως οι περισσότεροι βασιλικοί διάδοχοι, έτσι και ο Αλέξανδρος προετοιμαζόταν για την επιτυχία, σπανίως όμως ένας πρίγκιπας διδάσκεται πώς να αναπτύσσει τα χαρίσματά του. Μεγάλο μέρος της αριστοτέλειας φιλοσοφίας αφορά τη συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων – κάποιος που θέλει να είναι σπουδαίος πρέπει να ασκεί το πνεύμα του και να πασχίζει για την αριστεία.

Αυτή η αριστεία, ή αρετή, εκφράζει την αρχαιοελληνική πίστη σύμφωνα με την οποία οι μεγάλοι άνδρες αριστεύουν μέσω της αρετής, την νοημοσύνης, της ευγενικής καταγωγής και της φυσικής ομορφιάς. Επιπλέον, ο Αριστοτέλης έγραψε για την εντελέχεια, που αφορά το πώς μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει τις δυνάμεις του. Εξετάζει αιτίες και αποτελέσματα για την καλύτερη κατανόηση της εξέλιξης των γεγονότων και των ανθρώπων. Ο Αριστοτέλης θα δίδαξε στον Αλέξανδρο πώς να αναλύει τη ζωή του για να αριστεύει και πώς να μελετά διάφορα αποτελέσματα και να επιλέγει το καλύτερο. Αυτό σημαίνει ότι θα είχε διδάξει τον πρίγκιπα πώς να εξωτερικεύει το δυναμικό του – και γι’ αυτό τον λόγο ο Αλέξανδρος επικρίνει τον δάσκαλό του επειδή μοιραζόταν τις γνώσεις του με άλλους, αφού ήξερε ότι, αν διάβαζαν κι άλλοι τις ιδέες του φιλοσόφου, θα είχαν πρόσβαση στις «μυστικές γνώσεις» που ήταν αναγκαίες για την κατάκτηση του κόσμου.Η εκπαίδευση του Αλεξάνδρου εκδηλώνεται και με άλλους τρόπους· για παράδειγμα, δεν προσπαθούσε να σκλαβώσει τον κόσμο μέσω της σφαγής και της βίας. Απεναντίας, ήταν γνωστό ότι μεταχειρίστηκε με ανθρωπιά τους λαούς που κατέκτησε και χορήγησε αμνηστία στις συζύγους και τις κόρες του Πέρση αυτοκράτορα όταν τον νίκησε στη μάχη. Ενώ η αριστεία είναι μια αριστοτέλεια αρχή, ο δάσκαλος πρέπει να έμαθε στον μαθητή του να διαβάζει και να σέβεται την άποψη που είχαν άλλοι συγγραφείς για τη δόξα, την αριστεία και την αρετή.

Ο Πλούταρχος επισημαίνει ότι ο Αλέξανδρος κοιμόταν με ένα αντίγραφο της Ιλιάδας του Ομήρου κάτω από το μαξιλάρι του με σχόλια του Αριστοτέλη. Ο Αχιλλέας, ο πρωταγωνιστής του επικού ποιήματος που έδρασε πολλούς αιώνες πριν από την εποχή του, ενδιαφέρεται κυρίως για την προσωπική του δόξα και φήμη και όχι για το χρήμα ή τα έπαθλα. Αυτό σίγουρα αντανακλούσε την ακόρεστη δίψα του Αλεξάνδρου να κατακτήσει τον κόσμο, αλλά και τη γενναιοδωρία του, αφού έδινε δώρα στους στρατιώτες και στους συμμάχους του. Σε όλη του τη ζωή, η αγάπη του Αλεξάνδρου για τη φιλοσοφία δεν ξεθώριασε ποτέ.

Υπάρχουν διάφορα ανέκδοτα για τις αλληλεπιδράσεις του με άλλους διαπρεπείς φιλοσόφους κατά τη διάρκεια των ακατάπαυστων στρατιωτικών εκστρατειών του στην ανατολική Ευρώπη και την Ασία, που δηλώνουν ότι είχε μια προσωπική έλξη προς τους εκκεντρικούς και τις απόψεις τους. Πράγματι, όταν συνάντησε τον Διογένη τον Σινωπέα, έναν από τους ιδρυτές του κυνισμού και γνωστό για τον πολύ απλό τρόπο ζωής του (ζούσε σε ένα τεράστιο πιθάρι στην αθηναϊκή Αγορά), ο Αλέξανδρος του είπε ότι θα του έδινε ό,τι ζητούσε. Ο θρασύς Διογένης ζήτησε από τον Μακεδόνα να κάνει στην άκρη γιατί τον εμπόδιζε να λιαστεί.

Ο Αλέξανδρος εντυπωσιάστηκε και σχολίασε: «Πράγματι, αν δεν ήμουν ο Αλέξανδρος, θα ήμουν ο Διογένης». Πέρα από αυτά τα ανέκδοτα που δείχνουν κάποια ταπεινοφροσύνη, οι άνευ προηγουμένου στρατιωτικές επιτυχίες του Αλεξάνδρου τελικά θα τον έκαναν να αποκτήσει μερικά καθόλου αριστοτελικά ελαττώματα, όπως αγάπη για το κρασί, την κολακεία, τη βία και τον παρατεταμένο ύπνο. Ο κατακτητής κατέληξε να πιστεύει ότι ήταν θεός και λέγεται ότι κάποτε είχε σχολιάσει πως μόνο «ο ύπνος και το σεξ» τον έκαναν να αισθάνεται θνητός. Σε ένα διαβόητο περιστατικό, πυρπόλησε μεθυσμένος την περσική πρωτεύουσα Περσέπολη πέντε μόλις μήνες μετά την κατάληψή της, ενώ άλλη φορά σκότωσε τον φίλο του Κλείτο σε έναν καβγά μεθυσμένων, τρυπώντας τον στο στήθος με το δόρυ και βάζοντας αμέσως τα κλάματα μετανιωμένος.

Το 340 π.Χ. η μαθητεία του Αλεξάνδρου έλαβε τέλος και ο φιλόσοφος επέστρεψε στην Αθήνα για να ιδρύσει το Λύκειο, τη δική του φιλοσοφική σχολή. Εκείνος και οι μαθητές του έγιναν γνωστοί ως Περιπατητικοί, επειδή συνήθιζαν να περπατούν στους κήπους κατά τη διάρκεια των μαθημάτων. Όμως μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου στη Βαβυλώνα το 323 π.Χ. η φιλομακεδονική κυβέρνηση της Αθήνας κατέρρευσε και ο Αριστοτέλης αναγκάστηκε να φύγει για να σώσει τη ζωή του, σχολιάζοντας ότι δεν θα άφηνε την Αθήνα να αμαρτήσει για δεύτερη φορά απέναντι στη φιλοσοφία, εννοώντας την εκτέλεση του Σωκράτη. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, οι στρατηγοί του ήθελαν την αυτοκρατορία και πολέμησαν μεταξύ τους. Αρκετοί από τους Επιγόνους, όπως έγιναν γνωστοί, ήταν παλιοί συμμαθητές του Αλεξάνδρου.

Ο Πτολεμαίος, που ενδέχεται να ήταν ετεροθαλής αδελφός του νεκρού βασιλιά, κατέλαβε την Αίγυπτο και η οικογένειά του θα κυβερνούσε για αρκετούς αιώνες μέχρι την άφιξη των Ρωμαίων. Στην ουσία, η Κλεοπάτρα ήταν απόγονος των Πτολεμαίων. Οι επιτυχίες του Πτολεμαίου αποδίδονται εν μέρει στον Αριστοτέλη, όπως και οι επιτυχίες του Αλεξάνδρου στον πόλεμο και στη διακυβέρνηση.

Οι άλλοι δύο πρώην μαθητές, ο Αντίπατρος και ο γιος του, ο Κάσσανδρος, θα κυβερνούσαν μεγάλα εδάφη της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου, καθώς και τη Μακεδονία και την Ελλάδα, απ’ όπου είχαν αρχίσει όλα. Όταν ο Αριστοτέλης πέθανε, το 322 π.Χ., άφησε ως εκτελεστή της διαθήκης του τον Αντίπατρο, πράγμα που σημαίνει ότι όλα αυτά τα χρόνια είχαν παραμείνει καλοί φίλοι.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε για τον Αριστοτέλη και τον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος εκπλήρωσε την υπόσχεση του πατέρα του και ανοικοδόμησε τα Στάγειρα. Τα είδη που έστειλε στον παλιό του δάσκαλο βοήθησαν τον Αριστοτέλη να οργανώσει έναν εντυπωσιακό ζωολογικό κήπο και έναν βοτανικό κήπο. Ο βασιλιάς ήταν επίσης πάτρωνας του Λυκείου κι έτσι ο Αριστοτέλης κατάφερε να δημιουργήσει μια τεράστια βιβλιοθήκη. Όμως ο Πλούταρχος αφήνει υπόνοιες ότι τα μεταγενέστερα χρόνια οι σχέσεις τους ψυχράνθηκαν, ενδεχομένως εξαιτίας της στάσης του Αλεξάνδρου απέναντι στους Πέρσες. Ο Αριστοτέλης μισούσε του Πέρσες, εν μέρει για τον τρόπο που είχαν συμπεριφερθεί στον πλατωνικό του συνάδελφο Ερμία τον Αταρνέα.

Όταν η πόλη που κυβερνούσε ο Ερμίας εξεγέρθηκε εναντίον των Περσών, ο Αρταξέρξης Γ΄ βασάνισε και εκτέλεσε τον παλιό φίλο του Αριστοτέλη. Ο Αλέξανδρος κατέκτησε με επιτυχία την Περσική Αυτοκρατορία, αλλά αφού εκθρόνισε τον Δαρείο Γ΄ δεν ακολούθησε τις ξενοφοβικές απόψεις του Αριστοτέλη. Είναι εξάλλου γνωστό ότι οι Μακεδόνες και Έλληνες στρατιώτες του στασίασαν λόγω της εύνοιας του Αλεξάνδρου απέναντι στους Πέρσες, υιοθετώντας το ντύσιμό τους και διορίζοντάς τους ως αξιωματικούς στον στρατό. Μάλιστα, σε μια επίδειξη αλληλεγγύης προς τον κατακτημένο λαό, το 324 π.Χ. πάντρεψε μαζικά στα Σούσα στρατηγούς και αξιωματικούς του με Περσίδες αριστοκρατικής καταγωγής, σύμφωνα με τις περσικές παραδόσεις.

Ο ίδιος ο Αλέξανδρος, παρότι παντρεμένος με την Ρωξάνη, παντρεύτηκε τη Στάτειρα, τη μεγαλύτερη κόρη του Δαρείου, προκειμένου να ενώσει τους βασιλικούς οίκους των δύο περιοχών. Πρέπει να κατανοούσε ότι μια κατακτημένη αυτοκρατορία απαιτούσε πολύ διαφορετικές αρετές από την κυρίαρχη και ότι έπρεπε να διαδώσει αρετές όπως η ευσπλαχνία και η ανεκτικότητα σε όλους τους λαούς της επικράτειάς του, και όχι μόνο στους Έλληνες, αν ήθελε να κυβερνά δίκαια και αποτελεσματικά. Σπανίως στην ιστορία εμφανίζονται ηγέτες που να συνδυάζουν την αγάπη για την αρετή και τη γνώση.

Στην Πολιτεία, που είχε γραφτεί 25 χρόνια πριν από τη γέννηση του Αλεξάνδρου, ο Πλάτωνας προσμένει έναν «φιλόσοφο βασιλιά» που θα κυβερνά με αρετή και θα καθοδηγεί το έθνος του με αγάπη για τη γνώση, την αριστεία και τη δικαιοσύνη. Αυτόν τον ειδυλλιακό στόχο ίσως είχε στον νου του και ο Αριστοτέλης όταν δίδασκε τον Μακεδόνα πρίγκιπα, ελπίζοντας να απελευθερώσει τις απίστευτες δυνατότητες που είχε δει στον μελλοντικό κατακτητή όταν συμφώνησε να τον εκπαιδεύσει.

Όμως ο Αλέξανδρος πέθανε πολύ πριν μπορέσει να πραγματοποιήσει αυτές τις υψηλόφρονες επιδιώξεις και ο θάνατός του σκέπασε τον αρχαίο κόσμο με μια μεγάλη σκιά. Παρ’ όλα αυτά, τα απίστευτα επιτεύγματα του Αλεξάνδρου έκαναν κάθε μελλοντικό κατακτητή να νιώθει ανεπαρκής. Είναι γνωστό ότι ο Ιούλιος Καίσαρας θρηνούσε από φθόνο για τα κατορθώματα του Αλεξάνδρου και η μνήμη του υπερβαίνει τις πόλεις που ακόμα και σήμερα φέρουν το όνομά του, όπως η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Όπως ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας, έτσι και η κληρονομιά του Αλεξάνδρου χαράχτηκε στο παλιρροϊκό κύμα της φιλοσοφίας, της τέχνης και των ιδεών που διαχύθηκαν από τη Ελλάδα στο Ιράν, το Πακιστάν και την Ινδία μετά τις στρατιωτικές κατακτήσεις του, δημιουργώντας μια απέραντη σύνθεση νέων γνώσεων, μάθησης και εμπορίου σε όλη την ήπειρο.

Επικούρειοι και sex

Ένας μαθητής του Επίκουρου, ο Μητρόδωρος, γράφει στο νεαρό Πυθοκλή που βασανίζεται από έντονες φυσικές ερωτικές επιθυμίες:

«Μου λες πως τα κεντρίσματα της σάρκας σε κάνουν να υπερβάλλεις στις απολαύσεις του έρωτα.

Αν δεν παραβιάζεις τους νόμους ή δεν προσβάλλεις τους γενικά αποδεκτούς καλούς τρόπους, αν δεν ενοχλείς τους γείτονές σου, δεν εξαντλείς τη δύναμή σου και δεν σπαταλάς την ουσία σου, παραδόσου χωρίς ανησυχία στην κλίση σου.

Αλλά είναι αδύνατον να μην αναχαιτιστείς τουλάχιστον από ένα από αυτά τα εμπόδια· οι ερωτικές απολαύσεις σίγουρα ωφελούν· είναι πολύ σημαντικές, αλλά τόσο όσο να μην βλάπτουν».

Βοήθιος: Η παραμυθία της φιλοσοφίας

Ο Ανίκιος Μάνλιος Σεβερίνος Βοήθιος (475-525 μ. Χ.), αυτό είναι το πλήρες όνομά του, ήταν ένας από τους τελευταίους Ρωμαίους φιλοσόφους. Πέθανε είκοσι χρόνια προτού η Ρώμη πέσει σε χέρια βαρβάρων. Αλλά και όσο ζούσε, η Ρώμη είχε πάρει ήδη τον κατήφορο. Όπως οι επίσης Ρωμαίοι Κικέρων και Σενέκας, ο Βοήθιος θεωρούσε τη φιλοσοφία ένα είδος αυτοβοήθειας, έναν πρακτικό τρόπο για να βελτιώσει κανείς τη ζωή του, καθώς και έναν κλάδο αφηρημένης σκέψης. Συνδέθηκε επίσης με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, το έργο των οποίων μετέφρασε στα λατινικά διατηρώντας ζωντανές τις ιδέες τους σε μια εποχή που υπήρχε κίνδυνος να χαθούν για πάντα. Καθώς ήταν χριστιανός, η γραφή του άρεσε στους θρησκόληπτους φιλοσόφους που διάβαζαν τα βιβλία του κατά τον Μεσαίωνα. Η φιλοσοφία του λοιπόν γεφύρωσε τους Έλληνες και Ρωμαίους στοχαστές με τη χριστιανική φιλοσοφία που θα επικρατούσε στη Δύση για πολλούς αιώνες μετά τον θάνατό του.

Η ζωή του Βοήθιου ήταν ένα μίγμα τύχης και ατυχίας. Ο Θεοδώριχος, ο Οστρογότθος βασιλιάς που κυβερνούσε εκείνη την εποχή τη Ρώμη, του έδωσε το ανώτατο αξίωμα του υπάτου. Ύστερα, όμως η τύχη του άλλαξε. Αφότου κατηγορήθηκε ότι συνωμοτεί ενάντια στον Θεοδώριχο φυλακίστηκε, βασανίστηκε και έπειτα εκτελέστηκε.

Ενώ βρισκόταν στη φυλακή, ξέροντας πως σύντομα θα πέθαινε, ο Βοήθιος έγραψε ένα βιβλίο που, μετά τον θάνατό του, έγινε ένα μεσαιωνικό μπεστ σέλερ, την Παραμυθία της φιλοσοφίας. Αρχίζει με τον Βοήθιο να μετανιώνει μες στο κελί της φυλακής του. Ξαφνικά συνειδητοποιεί πως μια γυναίκα τον κοιτάζει από ψηλά. Το ύψος της μοιάζει να αλλάζει από κανονικό σε ψηλότερο κι από τον ουρανό. Φορά ένα σκισμένο φόρεμα διακοσμημένο με μια σκάλα που ξεκινά από το ελληνικό γράμμα «Π» στον ποδόγυρο και να φτάσει μέχρι το γράμμα «Θ». Στο ένα χέρι κρατά ένα σκήπτρο, στο άλλο βιβλία. Αυτή η γυναίκα αποκαλύπτεται πως είναι η Φιλοσοφία. Όταν μιλά, λέει στον Βοήθιο τι πρέπει να πιστεύει. Είναι οργισμένη μαζί του επειδή την ξέχασε, και έχει έρθει να του θυμίσει πως πρέπει να αντιδράσει σε όσα συμβαίνουν. Το υπόλοιπο του βιβλίου είναι η συζήτησή τους, που αφορά την τύχη και τον Θεό. Είναι γραμμένο πότε σε πρόζα και πότε σε ποίηση. Η γυναίκα, η φιλοσοφία, του δίνει συμβουλές.

Λέει στον Βοήθιο πως η τύχη αλλάζει συνέχεια και ότι δεν πρέπει να εκπλήσσεται. Αυτή είναι η φύση της τύχης. Είναι άστατη. Ο τροχός της τύχης γυρνά. Άλλες φορές βρίσκεσαι στην κορυφή άλλες φορές στον πάτο. Ο Βοήθιος πρέπει να καταλάβει πως έτσι είναι τα πράγματα.

Οι θνητοί εξηγεί η Φιλοσοφία, είναι ανόητοι όταν αφήνουν την ευτυχία τους να εξαρτάται από κάτι τόσο ευμετάβλητο. Η αληθινή ευτυχία μπορεί να έλθει μόνο από μέσα, από τα πράγματα που οι άνθρωποι ελέγχουν, όχι απ’ όσα η ατυχία μπορεί να καταστρέψει. Αυτή η στωική θέση. Όταν οι άνθρωποι λένε ότι «φιλοσοφούν» τα άσχημα πράγματα που τους συμβαίνουν, αυτό εννοούν: προσπαθούν να μην επηρεάζονται από πράγματα που δεν ελέγχουν, όπως ο καιρός ή το ποιοι είναι οι γονείς τους. Τίποτα, λέει η Φιλοσοφία στον Βοήθιο, δεν είναι τρομερό αυτό καθαυτό –όλα βασίζονται στο πως τα σκεπτόμαστε. Η ευτυχία είναι μια κατάσταση του νου, όχι του κόσμου∙ αυτή είναι μια ιδέα που ο Επίκτητος θα αναγνώριζε ως δική του.

Η Φιλοσοφία θέλει ο Βοήθιος να επιστρέψει σε αυτήν. Του λέει ότι μπορεί να είναι πραγματικά ευτυχισμένος παρ’ ότι βρίσκεται στη φυλακή και περιμένει να εκτελεστεί. Εκείνη θα τον γιατρέψει από τη δυστυχία του. Το μήνυμα είναι ότι τα πλούτη, η εξουσία και οι τιμές δεν αξίζουν, αφού έρχονται και παρέρχονται. Κανείς δεν πρέπει να βασίζει την ευτυχία του σε τόσο εύθραυστα θεμέλια. Η ευτυχία πρέπει να πηγάζει από κάτι πιο στέρεο, κάτι που δεν μπορεί να μας το πάρει κανείς. Επειδή ο Βοήθιος πίστευε πως θα συνεχίζει να ζει μετά θάνατον, η επιδίωξη της ευτυχίας με όχημα τα τετριμμένα εγκόσμια πράγματα ήταν σφάλμα. Ούτως ή άλλως, θα τα έχανε όλα με τον θάνατό του.

Μα που μπορεί να βρει ο Βοήθιος την αληθινή ευτυχία; Η απάντηση της Φιλοσοφίας είναι ότι θα τη βρει στον Θεό ή στο αγαθό (αυτά εντέλει ταυτίζονται). Ο Βοήθιος ήταν χριστιανός, αλλά αυτό δεν το αναφέρει στην Παραμυθία της φιλοσοφίας. Ο Θεός τον οποίο περιγράφει η Φιλοσοφία θα μπορούσε να είναι ο Θεός του Πλάτωνα, η αμιγής Ιδέα του αγαθού.

Σε όλο το βιβλίο η Φιλοσοφία θυμίζει στον Βοήθιο όσα ήδη γνωρίζει. Και αυτό προέρχεται από τον Πλάτωνα, αφού ο Πλάτων πίστευε πως η μάθηση είναι ουσιαστικά ανάμνηση ιδεών που ήδη έχουμε. Ποτέ δε μαθαίνουμε κάτι νέο, απλώς υποβοηθούμε τις αναμνήσεις μας. Η ζωή είναι ένας αγώνας να θυμηθούμε όσα γνωρίζαμε πρωτύτερα. Αυτό που ο Βοήθιος ήδη γνωρίζει ως ένα βαθμό είναι ότι δε χρειαζόταν να ανησυχεί για την απώλεια της ελευθερίας του και της δημόσιας εκτίμησης. Αυτά δεν τα ελέγχει. Σημασία έχει η στάση του απέναντι στην κατάστασή του, κάτι που μπορεί να επιλέγει.

Όμως τον Βοήθιο τον απασχολεί ένα αυθεντικό πρόβλημα που έχει απασχολήσει πολλούς πιστούς στον Θεό. Ο Θεός, όντας τέλειος, πρέπει να γνωρίζει όλα όσα συμβαίνουν, αλλά και όλα όσα θα συμβούν. Αυτό εννοούμε όταν περιγράφουμε τον Θεό ως «παντογνώστη». Αν λοιπόν υπάρχει Θεός, πρέπει να γνωρίζει ποιος θα κερδίσει το επόμενο παγκόσμιο κύπελλο. Από αυτά προκύπτει πως ο Θεός γνωρίζει τι θα κάνω στη συνέχεια, ακόμα και αν δεν είμαι βέβαιος τι θα είναι αυτό.

Αν ο Θεός ξέρει ήδη τι θα κάνουμε, πως μπορούμε να επιλέγουμε στ’ αλήθεια τι να κάνουμε; Είναι η επιλογή αυταπάτη; Φαίνεται πως δεν μπορώ να έχω ελεύθερη βούληση αν ο Θεός γνωρίζει τα πάντα. Αν δεν μπορούμε να επιλέγουμε αυτό που κάνουμε, πως μπορεί ο Θεός να αποφασίζει αν θα πάμε στον παράδεισο;

Όμως η Φιλοσοφία, έχει μερικές απαντήσεις. Έχουμε ελεύθερη βούληση του λέει. Δεν είναι αυταπάτη. Αν και ο Θεός ξέρει τι θα κάνουμε, η ζωή μας δεν είναι προκαθορισμένη. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, η γνώση του Θεού για το τι θα κάνουμε διαφέρει από τον προκαθορισμό (την ιδέα ότι δεν έχουμε επιλογή για το τι θα κάνουμε). Εξακολουθούμε να έχουμε την επιλογή για το τι θα κάνουμε αμέσως μετά. Το λάθος είναι να εκλαμβάνουμε τον Θεό ως ένας άνθρωπο που βλέπει τα πράγματα να εκτυλίσσονται χρονικά. Η Φιλοσοφία λέει στον Βοήθιο ότι ο Θεός είναι άχρονος, εντελώς έξω από τον χρόνο.

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός συλλαμβάνει τα πάντα στη στιγμή. Ο Θεός βλέπει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ως ενότητα. Εμείς οι θνητοί βλέπουμε αναγκαστικά το ένα πράγμα να ακολουθεί το άλλο, αλλά ο Θεός δε το βλέπει έτσι. Ο λόγος για τον οποίο ο Θεός γνωρίζει το μέλλον, δίχως να διαλύει την ελεύθερη βούλησή μας και να μας μετατρέπει σε προγραμματισμένες μηχανές χωρίς επιλογή, είναι ότι ο Θεός δε μας παρατηρεί σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Βλέπει τα πάντα με τη μία, με έναν άχρονο τρόπο. Και, όπως λέει η Φιλοσοφία στον Βοήθιο, δεν πρέπει να ξεχνά πως ο Θεός κρίνει τους ανθρώπους για το πώς συμπεριφέρονται, τι επιλογές κάνουν, παρ’ ότι ξέρει εκ των προτέρων τι θα κάνουν.

Αν η Φιλοσοφία έχει δίκιο και ο Θεός υπάρχει, τότε ο Θεός ξέρει ακριβώς πότε θα τελειώσω αυτή την πρόταση. Όμως εξακολουθεί να είναι ελεύθερη η επιλογή μου να βάλω εδώ τελεία.

ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ: Επίνικοι (3.85-3.98)

φρονέοντι συνετὰ γαρύω· βαθὺς μὲν [στρ. ζ]
αἰθὴρ ἀμίαντος· ὕδωρ δὲ πώντου
οὐ σάπεται· εὐφροσύνα δ᾽ ὁ χρυσώς·
ἀνδρὶ δ᾽ οὐ θέμις, πολιὸν π[αρ]έντα

γῆρας, θάλ[εια]ν αὖτις ἀγκομίσσαι [αντ. ζ]
90ἥβαν. ἀρετᾶ[ς γε μ]ὲν οὐ μινύθει
βροτῶν ἅμα σ[ώμ]ατι φέγγος, ἀλλὰ
Μοῦσά νιν τρ[έφει.] Ἱέρων, σὺ δ᾽ ὄλβου

κάλλιστ᾽ ἐπεδ[είξ]αο θνατοῖς [επωδ. ζ]
ἄνθεα· πράξα[ντι] δ᾽ εὖ
95οὐ φέρει κώσμ[ον σι]ω-
πά· σὺν δ᾽ ἀλαθ[είᾳ] καλῶν
καὶ μελιγλώσσου τις ὑμνήσει χάριν
Κηΐας ἀηδώνος.

***
Οι φρόνιμοι θα νιώσουνε τα λόγια μου· άχραντα είναι
τα ουράνια βάθη· το νερό του πέλαου δε σαπίζει·
και το χρυσάφι· τί εύφρανση!
Στον άνθρωπο όμως βολετό δεν είναι να ξεφύγει
τα γερατειά, και τον ανθό να ξαναβρεί της νιότης·
90 και μοναχά της αρετής ποτέ δε σβήνει η λάμψη
μαζί με το θνητό κορμί· τροφή τής δίνει η Μούσα.
Του πλούτου εσύ τα πιο λαμπρά στον κόσμο έδειξες άνθη,
Ιέρωνα. Η σιωπή δεν πάει
για έναν που καλά έχει πράξει.
Και, μαζί με τη λαμπρή
στέρεη δόξα σου, θα λένε
και για τ᾽ αηδονιού τη χάρη
του μελίγλωσσου, που η Τζια το ᾽χει γεννήσει.

Σάββατο 8 Μαΐου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Αἴας (1120-1162)

1120 ΜΕ. ὁ τοξότης ἔοικεν οὐ σμικρὸν φρονεῖν.
ΤΕΥ. οὐ γὰρ βάναυσον τὴν τέχνην ἐκτησάμην.
ΜΕ. μέγ᾽ ἄν τι κομπάσειας, ἀσπίδ᾽ εἰ λάβοις.
ΤΕΥ. κἂν ψιλὸς ἀρκέσαιμι σοί γ᾽ ὡπλισμένῳ.
ΜΕ. ἡ γλῶσσά σου τὸν θυμὸν ὡς δεινὸν τρέφει.
1125 ΤΕΥ. ξὺν τῷ δικαίῳ γὰρ μέγ᾽ ἔξεστιν φρονεῖν.
ΜΕ. δίκαια γὰρ τόνδ᾽ εὐτυχεῖν κτείναντά με;
ΤΕΥ. κτείναντα; δεινόν γ᾽ εἶπας, εἰ καὶ ζῇς θανών.
ΜΕ. θεὸς γὰρ ἐκσῴζει με, τῷδε δ᾽ οἴχομαι.
ΤΕΥ. μή νυν ἀτίμα θεούς, θεοῖς σεσωμένος.
1130 ΜΕ. ἐγὼ γὰρ ἂν ψέξαιμι δαιμόνων νόμους;
ΤΕΥ. εἰ τοὺς θανόντας οὐκ ἐᾷς θάπτειν παρών.
ΜΕ. τούς γ᾽ αὐτὸς αὑτοῦ πολεμίους· οὐ γὰρ καλόν.
ΤΕΥ. ἦ σοὶ γὰρ Αἴας πολέμιος προύστη ποτέ;
ΜΕ. μισοῦντ᾽ ἐμίσει· καὶ σὺ τοῦτ᾽ ἠπίστασο.
1135 ΤΕΥ. κλέπτης γὰρ αὐτοῦ ψηφοποιὸς ηὑρέθης.
ΜΕ. ἐν τοῖς δικασταῖς, κοὐκ ἐμοί, τόδ᾽ ἐσφάλη.
ΤΕΥ. πόλλ᾽ ἂν κακῶς λάθρᾳ σὺ κλέψειας κακά.
ΜΕ. τοῦτ᾽ εἰς ἀνίαν τοὔπος ἔρχεται τινί.
ΤΕΥ. οὐ μᾶλλον, ὡς ἔοικεν, ἢ λυπήσομεν.
1140 ΜΕ. ἕν σοι φράσω· τόνδ᾽ ἐστὶν οὐχὶ θαπτέον.
ΤΕΥ. σὺ δ᾽ ἀντακούσῃ τοῦτον ὡς τεθάψεται.
ΜΕ. ἤδη ποτ᾽ εἶδον ἄνδρ᾽ ἐγὼ γλώσσῃ θρασὺν
ναύτας ἐφορμήσαντα χειμῶνος τὸ πλεῖν,
ᾧ φθέγμ᾽ ἂν οὐκ ἂν ηὗρες, ἡνίκ᾽ ἐν κακῷ
1145 χειμῶνος εἴχετ᾽, ἀλλ᾽ ὑφ᾽ εἵματος κρυφεὶς
πατεῖν παρεῖχε τῷ θέλοντι ναυτίλων.
οὕτω δὲ καὶ σὲ καὶ τὸ σὸν λάβρον στόμα
σμικροῦ νέφους τάχ᾽ ἄν τις ἐκπνεύσας μέγας
χειμὼν κατασβέσειε τὴν πολλὴν βοήν.
1150 ΤΕΥ. ἐγὼ δέ γ᾽ ἄνδρ᾽ ὄπωπα μωρίας πλέων,
ὃς ἐν κακοῖς ὕβριζε τοῖσι τῶν πέλας.
κᾆτ᾽ αὐτὸν εἰσιδών τις ἐμφερὴς ἐμοὶ
ὀργήν θ᾽ ὁμοῖος εἶπε τοιοῦτον λόγον,
ὤνθρωπε, μὴ δρᾶ τοὺς τεθνηκότας κακῶς·
1155 εἰ γὰρ ποήσεις, ἴσθι πημανούμενος.
τοιαῦτ᾽ ἄνολβον ἄνδρ᾽ ἐνουθέτει παρών.
ὁρῶ δέ τοί νιν, κἄστιν, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ,
οὐδείς ποτ᾽ ἄλλος ἢ σύ. μῶν ᾐνιξάμην;
ΜΕ. ἄπειμι· καὶ γὰρ αἰσχρόν, εἰ πύθοιτό τις
1160 λόγοις κολάζειν ᾧ βιάζεσθαι πάρα.
ΤΕΥ. ἄφερπέ νυν. κἀμοὶ γὰρ αἴσχιστον κλύειν
ἀνδρὸς ματαίου φλαῦρ᾽ ἔπη μυθουμένου.

***
1120 ΜΕ. Ψήλωσε του τοξότη ο νους, καταπώς φαίνεται.
ΤΕΥ. Δεν το νομίζω πως ασκώ βάναυση τέχνη.
ΜΕ. Κι άλλο θα φούσκωνε ο κομπασμός σου,
αν κράταγες ασπίδα.
ΤΕΥ. Κι ακάλυπτος, θα τα ᾽βαζα μ᾽ εσένα πάνοπλο.
ΜΕ. Η γλώσσα τρέφει το παράτολμό σου θάρρος.
ΤΕΥ. Έχοντας με το μέρος μου το δίκαιο,
μπορώ να ᾽μαι περήφανος.
ΜΕ. Το δίκαιο διεκδίκησε αυτός σκοτώνοντάς με;
ΤΕΥ. Σκοτώνοντας; λόγος παράλογος, αν όντως
πεθαμένος ζεις.
ΜΕ. Ένας θεός εμένα μ᾽ έσωσε· μ᾽ αυτόν θα ᾽μουνα
τώρα ξοφλημένος.
ΤΕΥ. Μην ατιμάζεις τότε τους θεούς, αν στους θεούς
χρωστάς που σώθηκες.
1130 ΜΕ. Νομίζεις θα καταφρονούσα εγώ τους νόμους των θεών;
ΤΕ. Αν δεν αφήσεις να ταφούν οι πεθαμένοι.
ΜΕ. Αν οι νεκροί είναι εχθροί, τότε η ταφή τους περισσεύει.
ΤΕΥ. Λες πως ο Αίας φάνηκε ποτέ εχθρός σου;
ΜΕ. Ναι, με μισούσε αυτός και τον μισούσα
—το ήξερες κι εσύ.
ΤΕΥ. Γιατί να κλέβεις πιάστηκες νοθεύοντας τις ψήφους.
ΜΕ. Είναι των δικαστών το σφάλμα αυτό, όχι δικό μου.
ΤΕΥ. Μπορείς κι εσύ να κάνεις στα κρυφά πολλές απάτες.
ΜΕ. Σε κάποιον θα στοιχίσει αυτός ο λόγος ακριβά.
ΤΕΥ. Όχι ακριβώς σ᾽ εμένα· άλλος θα το πληρώσει
μάλλον ακριβότερα.
ΜΕ. Ένα σου λέω μόνον: αυτόν εδώ δεν πρέπει
1140 να τον θάψεις.
ΤΕΥ. Ένα κι εγώ σου λέω, κι άκου:
αυτός που βλέπεις θα ταφεί.
ΜΕ. Γνώρισα κάποιον κάποτε με γλώσσα ασύστολη,
που ζόριζε τους ναύτες να ταξιδέψουν καταχείμωνο,
και που μετά το βούλωσε, όταν τους έπιασε η φουρτούνα,
οπότε λούφαξε, κι αφέθηκε να τον ποδοπατεί
ο κάθε ναυτικός. Έτσι κι εσύ, στόμα απύλωτο, όταν,
μετά από σύννεφο μικρό, ξεσπάσει μπόρα δυνατή,
θα σβήσει τις πολλές φωνές.
ΤΕΥ. Κι εγώ με τη σειρά μου κάποτε, έπεσα
1150 σ᾽ άνθρωπο μωρό, που το ᾽παιζε αλαζονικός
μπροστά στη συμφορά του άλλου.
Κι όταν μετά τον είδε, κάποιος, με το δικό μου φυσικό,
του πέταξε αυτόν τον λόγο: ε φίλε, μην κακοποιείς
τους πεθαμένους, γιατί αν το κάνεις, να ᾽σαι σίγουρος
την έχεις άσχημα.
Μ᾽ αυτά τα λόγια νουθετούσε μπροστά του κάποιον μίζερο.
Βλέποντας γύρω μου, άλλος κανείς δεν είναι
αυτός που λέω, έξω από σένα — μήπως μιλώ μ᾽ αινίγματα;
ΜΕ. Φεύγω. Γιατί θα ᾽ταν ντροπή κάποιος να μάθει
πως εγώ επιμένω να σωφρονίσω κάποιον με τα λόγια,
1160 ενώ του αρμόζει η βία.
ΤΕΥ. Τράβα λοιπόν. Γιατί κι εγώ νιώθω πως είναι
μεγαλύτερη ντροπή ν᾽ ακούω τζάμπα κάποιον
μωρίες ν᾽ αραδιάζει.

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία: 1. Πρωταρχές

1.3. Το έπος


Η λέξη ἔπος σημαίνει απλά και μόνο «λόγος»· όμως κιόλας στην Οδύσσεια ως ἔπεα χαρακτηρίζονται τα αφηγηματικά τραγούδια που τραγουδούσαν οι αοιδοί με τη συνοδεία της λύρας τους. Αυτή τη σημασία διατηρούμε και στον σημερινό ορισμό, όταν λέμε ότι τα αρχαία ελληνικά έπη ήταν μακρόπνοα ποιητικά κείμενα συνθεμένα κατά στίχο[1] σε συγκεκριμένο μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο. Αρχικά οι αοιδοί τα παρουσίαζαν στο κοινό τραγουδιστά, με τη συνοδεία της λύρας τους· αργότερα η παρουσίαση μπορούσε να γίνει και με μελωδική απαγγελία, χωρίς μουσική συνοδεία.

Από την άποψη του περιεχομένου τους τα έπη χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τα ηρωικά και τα διδακτικά. Στο ηρωικό έπος ο αοιδός τραγουδούσε κλέα ἀνδρῶν, «δόξες των ανδρών» (θ 73), δηλαδή τα δοξασμένα κατορθώματα των ἀνδρῶν ἡρώων μιας περασμένης εποχής που διαπιστώσαμε ότι ταυτιζόταν με την ακμή του μυκηναϊκού κόσμου. Γενικά, το αφηγηματικό περιεχόμενο των ηρωικών επών είχε μυθικό, ή ακόμα και παραμυθιακό, χαρακτήρα, και τα κατορθώματα των ηρώων ξεπερνούσαν συχνά τα ανθρώπινα μέτρα· όμως αυτό δεν εμπόδιζε τους ακροατές να πιστεύουν ότι οι ήρωες ήταν ιστορικά πρόσωπα, και ότι με τις ποιητικές αφηγήσεις τους οι αοιδοί τούς αποκάλυπταν την αλήθεια για τους προγόνους τους.

Οι ίδιοι οι αοιδοί ήταν βέβαιοι πως οι αφηγήσεις τους ήταν αληθινές, ακόμα και όταν συνειδητά τις είχαν παραλλάξει. Δεν τα διαμόρφωναν οι ίδιοι, λέγαν, τα τραγούδια τους, αλλά οι Μούσες: αυτές τους έδιναν την έμπνευση, αυτές τους υπαγόρευαν το τραγούδι και τους βοηθούσαν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες του - αυτές ουσιαστικά τραγουδούσαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα δύο ηρωικά έπη που μας σώζονται ξεκινούν με μιαν επίκληση του τραγουδιστή στη θεά Μούσα:

Ιλιάδα: Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληϊάδεω Ἀχιλλῆος

(Τραγούδησε, θεά, το θυμό του Αχιλλέα, γιου του Πηλέα)·

Οδύσσεια: Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον

(Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο τραγούδα μου).

Οι Μούσες υπαγόρευαν και τα διδακτικά έπη, που και αυτά αλήθειες φανέρωναν στους ακροατές τους. Το περιεχόμενό τους ήταν ποικίλο. Ο ποιητής μπορούσε να προτιμήσει θέματα θεολογικά, όπως η δημιουργία του κόσμου, η γενεαλογία των θεών, οι σχέσεις τους με τους ανθρώπους κλπ.· κοινωνικά, όπως η δικαιοσύνη· πρακτικά, όπως οι αγροτικές εργασίες, η ναυσιπλοΐα, το ημερολόγιο κλπ.· ή όποιο άλλο κεφάλαιο της ανθρώπινης γνώσης.

Ο διδακτικός χαρακτήρας επιβάλλει ορισμένους κανόνες. Η παρουσίαση της γνώσης γινόταν μεθοδικά· η έκθεση ήταν συστηματική και ολοκληρωμένη και συνοδευόταν συχνά από νουθεσίες, συμβουλές, επιταγές και προειδοποιήσεις - τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν πάντα οι δάσκαλοι, οι γονείς και όποιος άλλος θέλει να οδηγήσει ή να επαναφέρει κάποιον ή κάποιους στον σωστό δρόμο. Έτσι ακριβώς και στο ένα από τα δύο διδακτικά έπη που μας σώζονται, στο Έργα και Ημέρες, ο ποιητής Ησίοδος προσπαθεί να νουθετήσει τον αδελφό του, που είχε ξεστρατίσει.
-------------------------
1. Στη σύνθεση κατά στίχο κάθε στίχος είναι μετρικά όμοιος με τον προηγούμενο. Ο δακτυλικός εξάμετρος στίχος ήταν, όπως ταιριάζει στην αφηγηματική ποίηση, αρκετά μεγάλος, όπως μεγάλος είναι και ο νεοελληνικός δεκαπεντασύλλαβος στίχος των δημοτικών τραγουδιών, που και αυτός χρησιμοποιείται σε αφηγηματικές συνθέσεις κατά στίχο.

Σ’ αγαπώ ασφυκτικά

Η ασφυκτική αγάπη, οι σχέσεις εξάρτησης, μας κλέβουν τις αληθινές σχέσεις.

Ωραίος σαν θεός και μέγας κυνηγός. Ο Ενδυμίων. Μια μέρα παρασύρθηκε και συνέχισε να κυνηγά ως αργά.

Ο ήλιος έδυσε κι εκείνος εξακολουθούσε να καταδιώκει το θήραμά του μέχρι που η λαμπερή σελήνη ανέβηκε στον ουρανό. Και καθώς αρμένιζε γαλήνια στο στερέωμα έστρεψε το βλέμμα της στη Γη.

Κοίταξε κάτω και τον είδε. Κι εκείνος αυτήν. Και τότε συνέβη κάτι παράξενο. Δέθηκαν με κάτι σαν μάγια. Έναν έρωτα που καθήλωσε τον Ενδυμίωνα.

Όμως για να ενωθεί με την ουράνια αγαπημένη του έπρεπε να πέσει σε έναν παράξενο ύπνο, λέει ο μύθος, κι από εκείνη τη βραδιά εξακολουθούσε να κοιμάται ενώ μέσα στον ύπνο του ερωτοτροπούσε με τη θεά Σελήνη κάνοντας μαζί της 50 κόρες. Τόσες, όσοι οι σεληνιακοί μήνες που μεσολαβούσαν ανάμεσα σε κάθε αρχαία ολυμπιάδα.

Ο έρωτας του Ενδυμίωνα και της Σελήνης έμεινε παροιμιώδης για την καθήλωση στην οποία τον οδήγησε. Ο κυνηγός είχε γίνει θήραμα.

Η συμβολική σημασία του αξύπνητου αλλά δραστήριου ερωτικά ύπνου του ήταν μια υπόμνηση γι αυτό που μας συμβαίνει όταν ερωτευόμαστε: μια υπνωτισμένη προσκόλληση του νου σε ένα ερωτικό αντικείμενο.

Από μια άποψη όλοι οι έρωτες μας υπνωτίζουν και μας προκαλούν ένα είδος καθήλωσης τουλάχιστον όσο διαρκεί το πρώτο διάστημα, του μέλιτος.

Όμως, όταν περάσει η πρώτη «τρέλα» ο ένας από τους δυο μισοξυπνάει. Και τότε αλίμονό του εκείνου που τα μάτια του είναι ακόμα θολά από τον ύπνο και εξακολουθεί να κοιτάζει μαγεμένος τον ερωτικό του σύντροφο.

«Μέσα στη νύχτα μαγεμένος ο Ενδυμίων από την ετερόφωτη Σελήνη δεν υποψιάζεται ούτε τη σκοτεινή πλευρά της» περιγράφοντας μια πραγματικότητα που αφορά εκείνους που προσδένονται ασφυκτικά στο ερωτικό άρμα του συντρόφου τους και δεν καταφέρνουν να ξεκολλήσουν ακόμα και χρόνια μετά, όταν περάσει όλο το εύλογο και παράλογο διάστημα του έρωτα. Λες και ζουν και υπάρχουν μόνο για τον άλλο.

Οι δικές τους ανάγκες, τα δικά τους γούστα, ο εαυτός τους εξαφανίζονται. Ο άλλος αναγορεύεται σε παντοδύναμο θεό που έχει τη δύναμη να επιφέρει την πιο ακραία ευτυχία ή δυστυχία στον ψυχισμό του ερωτικά υποτελούς.

Τον ανεβάζει στα ουράνια ή τον καταβαραθρώνει στα Τάρταρα με μια λέξη, μια κίνηση, μια άρνηση να σηκώσει το τηλέφωνο ή μια θερμή ματιά. Τα πάντα διογκώνονται και αποκτούν τεράστια σημασία, ακόμα και το πετάρισμα των βλεφάρων.

O άνθρωπος – Κισσός

Εκείνοι που αγαπούν ασφυκτικά αγκαλιάζουν σαν κισσός.

Ταυτόχρονα διαπερνώνται από ριπές ζήλιας αν ο σύντροφός τους κοιτάξει αλλού και βυθίζονται στην πιο μαύρη απελπισία με την αδιαφορία του. Σαν βρέφη που αποκόπτονται βίαια από τον μαστό της μάνας τους θρηνούν σπαρακτικά με την απομάκρυνσή του.

Πώς γεννιέται όμως αυτή η ασφυκτική αγάπη; Είναι βαθιά ψυχολογική εξάρτηση; Υπόλειμμα από την εποχή που είμαστε ένα με τη μητέρα μας; Απόπειρα να ξαναβρούμε έναν απολεσθέντα παράδεισο;

Μια άλλη παρεμφερής προσέγγιση υποστηρίζει πως οι ασφυκτικές σχέσεις δημιουργούνται ανάμεσα σε αδελφές ψυχές που όταν ξανασυναντούν η μια την άλλη προσδένονται με ισχυρότατα δεσμά.

Σαν αυτά που περιγράφει ο Πλάτων στο Συμπόσιό του για τους ανθρώπους που ήταν κάποτε στρογγυλοί και που ο Δίας διαχώρισε κι από τότε ψάχνουν το άλλο τους μισό που σαν το συναντήσουν το αγκαλιάζουν μεθυσμένοι από χαρά και δεν ξεκολλάνε πια.

Πίσω από όλες τις θεωρίες και τους μύθους διαφαίνεται πάντα ένας ψυχολογικός παράγων. Μια ανάγκη για επανασύνδεση. Μια βαθύτερη λαχτάρα για έναν άρρηκτο δεσμό.

Πρόκειται για τη βαθιά νοσταλγία της ψυχής μας που αποζητά ξανά την πρώτη της αγάπη, δηλαδή την μακαριότητα της σύνδεσής της με το Όλον.

Όμως, στην καθημερινότητα αυτό παίρνει άλλες μορφές. Η πιο κοινή είναι οι ερωτικές μας εμμονές.

Οι Ναρκομανείς του Έρωτα

Κάπως, κάποτε όλοι το διαπιστώσαμε από πρώτο χέρι πως υπάρχουν έρωτες που μας κάνουν και βγάζουμε φτερά. Αλλά υπάρχουν κι άλλοι έρωτες που μας τα δένουν. Σφιχτά, τόσο σφιχτά που ξεχνάμε ότι τα έχουμε και νομίζουμε πως το μόνο που μας μένει είναι να αρπαχτούμε από το αγαπημένο πρόσωπο. Για να υψωθούμε με τα δικά του φτερά. Για να έχουμε λόγο ύπαρξης, αξία ως άνθρωποι και για να έχει η ζωή μας νόημα και χαρά.

Κι έτσι γινόμαστε φόρου υποτελείς στην αγάπη. Συμπεριφερόμαστε σαν ναρκομανείς. Αυτός ο χαρακτηρισμός μάλιστα δεν είναι καν μια υπερβολή αλλά μια επιστημονική αλήθεια.

Οι ψυχολόγοι δεν διστάζουν να επισημάνουν πως εκτός από τους εθισμένους στα ναρκωτικά και το αλκοόλ, υπάρχουν και οι εθισμένοι στην αγάπη.

Προσδένονται ασφυκτικά πάνω σε ένα άλλο πρόσωπο και ζουν τη ζωή τους μέσα από αυτό.

«Ακόμα κι αν χρειαστεί να αποκηρύξει τη βάφτισή του, όλα τα σκεύη και τα σύμβολα για τη σωτηρία της ψυχής του, είναι τόσο δέσμιος του έρωτά της ώστε εκείνη μπορεί να κάνει, να ξεκάνει και να ξανακάνει ό,τι θέλει σ’ αυτόν όσο η πείνα του γι αυτήν κυριαρχεί σαν θεός μέσα του» γράφει ο Σαίξπηρ στον Οθέλλο.

Μέγας γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και των παθών της ο μεγάλος αυτός συγγραφέας έχει άλλη μια ακόμα πιο ζοφερή περιγραφή της ερωτικής υποτέλειας. Μάλιστα, αναγνωρίζοντας ότι όντως πρόκειται για μια κατάσταση ύπνωσης την τοποθετεί στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας».

Εκεί, η μαγικά ερωτοχτυπημένη ηρωίδα του απογυμνώνεται από κάθε αξιοπρέπεια καθώς ζητιανεύει την ερωτική εύνοια του αγαπημένου της. «Είμαι σκυλί σου» του λέει «κι όσο εσύ με δέρνεις τόσο σου κουνάω την ουρά μου. Λοιπόν σαν τέτοιο μεταχειρίσου με, κλώτσα με, χτύπα με, παράτησέ με, χάσε με, μόνο την άδεια δώσε μου σε μένα την ανάξια να τρέχω το κατόπι σου».

Λες κι η ίδια της η ζωή κρεμόταν από την παρουσία του. Λες και κάθε αξία που θα μπορούσε να έχει, εκείνος της την έδινε. Ακόμα και με την περιφρόνησή του. Ποιος άραγε θα μπορούσε ποτέ να νιώσει έτσι παρά μόνο εκείνος που με κάποιο τρόπο έχει ξεχάσει τον εαυτό του και βρίσκεται σε κάτι βαθύτερο κι από ύπνο. Σε κατάσταση νάρκης. Σαν τον Ενδυμίωνα.

Τα βήματα της απεξάρτησης

Φαίνεται λοιπόν πως κάπως έτσι βιώνεται πράγματι γιατί όπως προκύπτει εκείνος που παγιδεύεται στον ερωτικό εθισμό αποκτά τη συμπεριφορά του ναρκομανούς.

Αποζητά ξανά και ξανά με απόγνωση την παρουσία και την ανταπόκρισή του ερωτικού του αντικειμένου κι όταν δεν την έχει υποφέρει από ένα κανονικό στερητικό σύνδρομο που συμπεριλαμβάνει και σωματικά συμπτώματα. Παθαίνει ταχυπαλμίες ή λιποθυμικές τάσεις. Πέφτει σε κατάθλιψη και παραίτηση. Κυριεύεται από έντονη νευρικότητα κι απελπισία.

Τελικά, αισθάνεται ανημπόρια να τα βγάλει πέρα στη ζωή χωρίς την «αγάπη» του άλλου γι αυτό και μια μερίδα ψυχολόγων προτείνουν ειδικά προγράμματα απεξάρτησης στηριγμένα στα 12 βήματα όπως αυτά των Ανώνυμων Ναρκομανών ή Ανώνυμων Αλκοολικών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όσοι πάσχουν από ερωτικό εθισμό υποφέρουν βαθιά και στην ψυχή και στο σώμα γιατί μέσα τους, στο ίδιο το σώμα τους μαίνονται οι χημικές θύελλες. Ειδικές μελέτες του εγκεφάλου αποκαλύπτουν πως ένας νευροδιαβιβαστής, η φαινυλεθυλαμίνη, μια ουσία που εκκρίνεται όταν είμαστε ερωτευμένοι προκαλεί συναισθήματα ευφορίας και ενθουσιασμού μαζί με μια έντονη υπερδιέγερση.

Κάθε φορά που νιώθουμε κύματα μακαριότητας και αγαλλίασης να μας τυλίγουν καθώς συναντάμε τον άνθρωπο που είμαστε ερωτευμένοι, στον εγκέφαλό μας έχει παραχθεί μια νέα «δόση» αυτής της ουσίας. Δεν είναι λοιπόν απλά σχήμα λόγου αλλά βιοχημική πραγματικότητα όταν μερικοί λένε στον αγαπημένο τους «είσαι το ναρκωτικό μου».

Οι Ερωτικά Υποτελείς και οι Φυγάδες

Υπάρχουν δυο βασικές κατηγορίες παικτών στο ερωτικό παιχνίδι: εκείνοι που είναι πρόθυμοι να γίνουν ερωτικά υποτελείς κι εκείνοι που προσπαθούν να κρατηθούν μακριά από τον κίνδυνο της ερωτικής δέσμευσης.

Οι εξαρτημένοι και οι αντι-εξαρτημένοι.

Οι δεύτεροι βγάζουν πύρινους λόγους για τις αρετές της μοναχικότητας, της αυτοδιάθεσης και της ελευθερίας ενώ οι εξαρτημένοι δεν κουράζονται ποτέ να παραθέτουν τις χαρές της συντροφικότητας, του μοιράσματος και της στοργικής στενής σχέσης.

Αν και συνήθως αυτοκατατασσόμαστε σε μια από τις δυο κατηγορίες υπάρχει το ενδεχόμενο ακόμα και ο αντι-εξαρτημένος να «κολλήσει» σε μια σχέση.

Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εξηγηθεί ως μια συνάντηση με τον σύντροφο που κάποτε σε άλλη ζωή χάθηκε προτού προλάβει η σχέση να φθαρεί.

Κατά κανόνα πάντως επιλέγουμε έναν από τους δύο ρόλους . Όμως, ενώ οι ερωτικά υποτελείς και οι φυγάδες παραμένουν μόνιμα στο στρατόπεδό τους έχουν παράλληλα τον τρόπο τους να βρίσκουν ο ένας τον άλλο.

Αν κοιτάξετε γύρω σας, ή και στη ζωή σας, θα δείτε πως αυτοί οι διαφορετικοί μεταξύ τους τύποι έλκονται αμοιβαία.

Δημιουργούν σχέσεις τις οποίες ο εξαρτημένος επιδιώκει να είναι στενές, υποστηρικτικές και αυτοκόλλητες ώστε να κάνουν τα πάντα μαζί, ενώ ο αντι-εξαρτημένος διεκδικεί το δικαίωμά του στην ελευθερία, στην απόσυρση και στην αυτοδιάθεση.

Ποιος έχει δίκιο;

Στην πραγματικότητα κανείς. Και οι δυο φοβούνται εξίσου.

«Οι αντι-εξαρτημένοι φοβούνται να ανοιχτούν, να δεσμευτούν, να αφήσουν την καρδιά τους ανοίξει και να αγαπήσει γιατί ρισκάρουν τον τρομερό πόνο της απόρριψης ή της εγκατάλειψης.

Οι ερωτικά εξαρτημένοι αρπάζονται από τον άλλον για να μη νιώθουν τη μοναξιά τους, το κενό , τον βαθύ πόνο που υπάρχει μέσα τους» γράφει στο βιβλίο του “Face to face with Fear” o δρ. Tόμας Τρομπ.

Δεν αντέχω τη μοναξιά!

Ο μεγαλύτερος τρόμος του ερωτικά εξαρτημένου είναι να μείνει μόνος του ή να μην αγαπιέται.

Γι αυτό συχνά δημιουργεί απελπισμένες σχέσεις και καταβάλει εξίσου απελπισμένες προσπάθειες να τις διατηρήσει.

Προσπαθεί να ευχαριστήσει τον πολύτιμο άλλο, να τον κολακέψει, να προσαρμοστεί στις επιθυμίες και τις παραξενιές του και σιγά –σιγά δίχως να το καταλάβει καταλήγει ικέτης της αγάπης του.

Με τον καιρό χάνει τα δικά του όρια, την αίσθηση του εαυτού του.

Οι υποχωρήσεις του υπονομεύουν την ατομική του αίσθηση αξιοπρέπειας και αξίας και τότε αισθανόμενος πως δεν αξίζει και πολλά γίνεται ακόμα πιο υποχωρητικός και πρόθυμος να ικανοποιήσει τον σύντροφό του.

Όσο πιο πολύ χάνει τον εαυτό του στον άλλο τόσο περισσότερο γαντζώνεται επάνω του για να υπάρχει.

Μέσα σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο ο συναισθηματικά εξαρτημένος αναπτύσσει έναν περίτεχνο τρόπο χειρισμού: υπερπροσφέρει, γίνεται χίλια κομμάτια και ύστερα θυματοποιείται νιώθοντας κατά βάθος θυμό και για τον εαυτό του και για τον άλλο.

Αν μάλιστα αυτός ο άλλος είναι ο τύπος του αντι-εξαρτημένου θα αντιμετωπίζει όλη αυτή την υπερπροσφορά σαν μια ασφυκτική αγκαλιά νιώθοντας καταπίεση, απειλή αλλά και ενοχές.

Ο ερωτικά υποτελής σύντροφός του θα φροντίσει να του τις καλλιεργήσει.

Τα παράπονα του για αδιαφορία, έλλειψη συναισθηματισμού και διαθεσιμότητας τον κάνουν και νιώθει ακόμα εντονότερη τη διάθεση να αποσυρθεί στα ενδιαφέροντά του και να απομακρυνθεί από τη σχέση που πλέον τη νιώθει σαν βάρος αν όχι σαν διώκτη του.

Έτσι ξεσπά ανάμεσα στο ζευγάρι ο τρίτος παγκόσμιος. Κανείς δεν έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τις πραγματικές ανάγκες του.

Όταν γκρεμίζονται οι ψευδαισθήσεις

Όλοι είμαστε αιχμάλωτοι του μικρού παιδιού μέσα μας. Εκείνου που πίστεψε πως μόνο του δεν αξίζει και δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα και πως πρέπει να βρει κάποιον που θα του δώσει αξία και ασφάλεια. Εκείνου που πίστεψε πως όλοι αργά ή γρήγορα εγκαταλείπουν, φεύγουν ή πεθαίνουν.

Ο εξαρτημένος ρίχνει το βάρος στον σύντροφό του δίχως να αναλαμβάνει τις ευθύνες του εαυτού του περιμένοντας από αυτόν να του θεραπεύσει τη βαθιά υπαρξιακή του μοναξιά.

Ο αντι-εξαρτημένος αρνείται με τη σειρά του να συνειδητοποιήσει τη βαθιά του ανάγκη για συντροφικότητα και ζεστασιά κι έτσι αποσύρεται στον ιδιωτικό του κόσμο για να νιώσει ασφαλής.

Μολονότι εμφανίζεται πιο αυτάρκης η περίφημη μοναχικότητά του γίνεται η ασπίδα του και κρύβεται πίσω της για να μην αισθανθεί τον φόβο του πληγωμένου παιδιού που κατοικεί μέσα του και πάσχει από βαθύ φόβο εγκατάλειψης. «Καλύτερα να παραιτηθεί κανείς από την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να βρει έναν σύντροφο που θα τον καταλάβει και θα τον αγαπήσει αληθινά. Άλλωστε, φροντίζω μόνος μου τον εαυτό μου πολύ καλύτερα.

Το να ανοιχτώ και να εμπλακώ σε μια στενή ερωτική σχέση δεν έχει νόημα. Αργά ή γρήγορα θα καταλήξει κι αυτή σε μια νέα απογοήτευση».

Με αυτές τις ψευδαισθήσεις τρέφει τον εαυτό του ο φυγάς των στενών σχέσεων ενώ ο ερωτικά υποτελής έχει πειστεί πως κάπου υπάρχει ο τέλειος σύντροφος. Εκείνος που θα τον καταλάβει πραγματικά, θα τον αγαπήσει και θα διώξει μακριά του κάθε σκιά πόνου και μοναξιάς.

Σε όποια από τις δύο θέσεις κι αν βρισκόμαστε πιστεύουμε εξίσου σε παραμύθια.

Στην πραγματικότητα, μέχρι να αποφασίσουμε να κάνουμε ψυχολογική δουλειά με τον εαυτό μας, κανείς δεν βλέπει τον σύντροφό του όπως είναι.

Απλώς προβάλλουμε ο ένας στον άλλο τους φόβους ή τις ανεκπλήρωτες ανάγκες μας.

Για εκείνους που έχουν μεγάλη συναισθηματική προσκόλληση στον σύντροφό τους είναι προφανές πως χρειάζεται να ξαναβρούν τον εαυτό τους. Να τον νοιαστούν προσωπικά αντί να περιμένουν από τον άλλον να το κάνει γι αυτούς. Και να τολμήσουν να κάνουν πράγματα μόνοι τους ή να πάρουν πρωτοβουλίες που δεν συμπεριλαμβάνουν τον σύντροφό τους όπως το να πάνε με άλλη παρέα μια εκδρομή.

«Τι νιώθω ; Τι θέλω πραγματικά; Πώς μπορώ να δείξω έμπρακτη αγάπη και φροντίδα στον εαυτό μου; Μήπως ήρθε η ώρα να μου αφιερώσω προσωπικό χρόνο και να με τιμήσω;»

Ιδού 4 βασικά ερωτήματα με τα οποία μπορεί ο συναισθηματικά εξαρτημένος να ξεκινήσει το συναρπαστικό ταξίδι που θα τον οδηγήσει και πάλι στον εαυτό του και θα του επιστρέψει την ενέργειά του πίσω. Και αυτός όπως και ο αντι-εξαρτημένος χρειάζεται να βρουν το θάρρος να κοιτάξουν με αληθινή εντιμότητα τον εαυτό τους.

Αυτή είναι τελικά μια πανανθρώπινη αλήθεια που όσο δεν την αντικρίζουμε θα συνεχίζουμε να χτίζουμε και να γκρεμίζουμε σχέσεις εσαεί.

Εσένα, τον Εαυτό σου αναζητάς

Ενήλικες που ερωτοτροπούμε ενώ τα πληγωμένα και φοβισμένα παιδιά μέσα μας πεινούν και διψούν για αγάπη και αποδοχή. Και πίσω από αυτά τα παιδιά, στο βάθος του είναι μας, σαλεύει κάτι ακόμα βαθύτερο: μια υπαρξιακή λαχτάρα για επανασύνδεση με έναν εαυτό τέλειο και ολοκληρωμένο που δεν έχει ανάγκη να βρει κάποιον για να συμπληρωθεί.

Είναι ήδη πλήρης. Από την κατάσταση της πληρότητάς του μπορεί να δημιουργήσει ολοκληρωμένες σχέσεις επεκτείνοντας τον εαυτό του και ακτινοβολώντας τη χαρά και την αγάπη του στους άλλους.

Αυτή είναι η βαθύτερη θεραπεία του υπαρξιακού μας διαχωρισμού.

Το ξαναθυμήθηκα σε ένα πρόσφατο ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη όπου παραβρέθηκα σε μια σέμα, μια τελετή περιστρεφόμενων Δερβίσηδων. Φεύγοντας αγόρασα ένα βιβλίο με ποιήματα του αρχηγού του τάγματος, του μεγάλου σούφι μυστικιστή του 13ου αιώνα Τζελαλεντίν Ρουμί. Στην πρώτη σελίδα αποκαλύπτει το μεγάλο μυστικό των σχέσεων:

«Αν μπορέσεις αληθινά να κοιτάξεις το πρόσωπο του Αγαπημένου θα δεις τον εαυτό σου σε Εκείνον.

Εσύ είσαι ο οίκος εσύ και ο οικοδεσπότης. Δεν υπάρχει κανείς άλλος εκτός από εσένα άλλωστε. Εσένα, τον εαυτό σου είναι που αναζητάς. Εσένα.
»

Η Χειρότερη Απόφαση είναι η Μη Απόφαση

Κάθε στιγμή, συνειδητά ή ασυνείδητα, για θέματα μικρά (τι θα βάλω σήμερα) ή θέματα μεγάλα (πώς θα ζήσω), καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις.

Καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα στη μία ή στην άλλη εναλλακτική, να ικανοποιήσουμε μία ανάγκη σε βάρος κάποιας άλλης ή να δώσουμε προτεραιότητα σε ένα συναίσθημά καταπνίγοντας ένα άλλο.

Η διαδικασία λήψης αποφάσεων για ορισμένους ανθρώπους αποδεικνύεται εξαιρετικά πολύπλοκη, χρονοβόρα και αναποτελεσματική. Αντί για το απλό «θέλω αυτό και άρα αποφασίζω αυτό», υιοθετούν μια πιο περίπλοκη λογική του τύπου «θέλω το ένα, θέλω και το άλλο, δυσκολεύομαι να διαλέξω, αδυνατώ να καταλήξω, δεν αποφασίζω».

Τι συμβαίνει με αυτούς τους ανθρώπους; Γιατί δυσκολεύονται να καταλήξουν σε αυτό που θέλουν; Για ποιο λόγο, ακόμα και όταν είναι σίγουροι γι' αυτό που θέλουν, διστάζουν να υλοποιήσουν τις αποφάσεις τους;

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί, αντί να ζουν στο εδώ και τώρα, ζουν απομονωμένοι σε ένα δικό τους άχρονο σύμπαν, αποκομμένοι από την ιστορία, την πραγματικότητα και την ίδια τη ζωή.

Και παρόλο που όλοι είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι (Σαρτρ) – να παίρνουμε αποφάσεις και να κάνουμε επιλογές δηλαδή – οι αναποφάσιστοι βιώνουν ως αβάσταχτο βάρος αυτή την ελευθερία ή, απλώς, δεν ξέρουν τι να την κάνουν.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ

Επειδή δεν ζούμε σε απόλυτα ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες, αλλά σε ένα ευμετάβλητο, ασταθές περιβάλλον, η διαδικασία λήψης των αποφάσεών μας είναι, εν πολλοίς, αυθαίρετη. Αναλύουμε τα δεδομένα, ζυγίζουμε τις ποικίλες (συχνά αντικρουόμενες) εναλλακτικές, υπολογίζουμε όσο μπορούμε τα υπέρ και τα κατά, αλλά στο τέλος αποφασίζουμε χωρίς καμία ή με ελάχιστη βεβαιότητα.

Ένας τρόπος να απαλλαγούμε από όλη αυτή την άβολη αβεβαιότητα είναι να αποφασίσουμε ότι δεν θα αποφασίσουμε και να ησυχάσουμε.

Δεν παίρνουμε λοιπόν αποφάσεις ή τις αναβάλλουμε επ' άπειρον και στο ενδιάμεσο στάδιο αναλωνόμαστε σε ατελείωτες σκέψεις σχετικά με τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν. Κάνουμε ατέρμονες αναλύσεις επί αναλύσεων και στην κυριολεξία διακόπτουμε τη ροή της ζωής για να επιδοθούμε σε σκέψεις για τη ζωή. Σχεδιάζουμε το πώς θα ζήσουμε δηλαδή, αλλά ποτέ δεν αποφασίζουμε να ζήσουμε. Στην πορεία αυτής της διαδικασίας, ευκαιρίες θα χαθούν, άνθρωποι θα βαρεθούν, χρόνια θα περνούν, αλλά αυτό είναι ένα τίμημα που είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε....

Η αναβολή και η εκλογίκευση παίζουν τεράστιο ρόλο σε αυτό το παιχνίδι αποφυγής, είναι οι πολυτιμότεροι σύμμαχοι στις μανούβρες που κάνουμε: «θα το έκανα φυσικά αλλά υπάρχει αυτό και το άλλο κόλλημα και εξάλλου πρέπει να γίνει αυτό και αυτό πρώτα», «δεν είναι ότι δεν μπορώ να αποφασίσω, απλώς συμβαίνει αυτό και αυτό, χώρια που αν συμβεί αυτό μετά θα συμβεί το άλλο» και ούτω καθ' εξής.

Κάνουμε και την άλλη πονηριά: μεταθέτουμε την ευθύνη της λήψης αποφάσεων για τον εαυτό μας σε κάποιον άλλον. Ας πούμε, όταν δεν είμαστε σίγουροι αν θέλουμε να χωρίσουμε ή όχι, αφήνουμε τον σύντροφό μας να αποφασίσει και για τους δύο. Εμείς απλώς συναινούμε σε ό,τι αποφασίσει εκείνος, νιώθοντας άνετοι και ανάλαφροι σαν πουλάκια καθώς δεν μας βαραίνει η ευθύνη καμίας επιλογής.

Το παράξενο είναι ότι, συχνά, ενώ ξέρουμε τι θέλουμε και το αποφασίζουμε μέσα μας, αντιμετωπίζουμε τεράστια δυσκολία να εξωτερικεύσουμε και να κάνουμε πράξη την απόφασή μας. Τη γυροφέρνουμε στο κεφάλι μας αδυνατώντας να την ολοκληρώσουμε επειδή το πέρασμα στη πράξη είναι αυτό που τρέμουμε περισσότερο. Επειδή η ανυπέρβλητη δυσκολία, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι το αποφασίζειν αλλά το πράττειν...

Πίσω από τη δυσκολία λήψης αποφάσεων, ενδεχομένως να κρύβεται μια τελειομανία, μία ανάγκη να παρθεί η «τέλεια απόφαση». Εκείνη που όλοι θα επιβραβεύσουν, που θα μας οδηγήσει σε σίγουρη επιτυχία, που θα επιφέρει τα καλύτερα αποτελέσματα χωρίς αρνητικές επιπτώσεις, εκείνη που θα αποδείξει σε εμάς και σε όλους πόσο έξυπνοι και ικανοί είμαστε.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι αρνούμαστε την έννοια της αλλαγής. Αφελώς πιστεύουμε ότι κάθε απόφασή μας θα διαρκέσει για πάντα, ότι θα χαραχτεί στην πέτρα αιωνίως και δεν θα υπάρχει γυρισμός. Από την άλλη αρνούμαστε να αναλάβουμε το αναπόφευκτο ρίσκο που ενέχει η λήψη αποφάσεων. Διστάζουμε να σηκώσουμε το βάρος της απόφασής μας ομολογώντας «ναι, καλό ή κακό, αυτό ακριβώς είναι που διάλεξα».

Χώρια που είμαστε και λίγο συμφεροντολόγοι. Από το να διακινδυνεύσουμε στο άγνωστο, επιλέγουμε να κάτσουμε στ' αυγά μας. Είναι η γνωστή στάση του «κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρι» και του «που να τρέχω τώρα, ας μείνω σ' αυτά που ξέρω». Ενεργώντας έτσι δεν κερδίζουμε τίποτα βεβαίως, αλλά τουλάχιστον δεν χάνουμε και αυτά που έχουμε.

Δεν θέλει πολύ μυαλό να καταλάβουμε τι κρύβεται πίσω από όλους αυτούς τους επιμέρους φόβους. Πολύ απλά και πολύ συγκεκριμένα ο φόβος για το θάνατο. Αντί να αποδεχτούμε το ανυπέρβλητο δεδομένο του θανάτου, υιοθετούμε την παράλογη, μεταφυσική λογική του «αν δεν επιλέξω τίποτα, αν δηλαδή αποφύγω να ζήσω, μάλλον δεν κινδυνεύω να πεθάνω, αφού εξ ορισμού ζω σημαίνει οπωσδήποτε θα πεθάνω». Εάν μείνουμε στην απέξω ακινητοποιημένοι στο χρόνο, ο θάνατος μπορεί να ξεγελαστεί και να μας ξεχάσει. Άχρονοι και μη πραγματικοί μεν, αθάνατοι δε.

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΖΩΗ

Το δεδομένο είναι ένα: η αναποφασιστικότητα οδηγεί στην απραξία, στον εν ζωή θάνατο, αφού χωρίς πράξη και χωρίς ενέργεια στερώ από τον εαυτό μου τις εμπειρίες, τις πληροφορίες, τα δεδομένα που χρησιμεύουν ως πηγές εξέλιξης, σύνδεσης και ωρίμανσης.

Αντί να μηρυκάζουμε τα ίδια και τα ίδια όντας αναβλητικοί, ανίκανοι για πρωτοβουλίες και καθόλου αυθόρμητοι, ας αποδεχτούμε, επιτέλους, ότι δεν υπάρχει τρόπος να είμαστε 100% σίγουροι γι' αυτό που θέλουμε, ούτε θα θέλουμε ποτέ μόνο ένα πράγμα, ούτε θα το θέλουμε για πάντα. Ας αποδεχτούμε ακόμα αυτό που ήδη ξέρουμε: ότι δεν υπάρχουν «σωστές» και «λάθος» αποφάσεις. Ότι, σε τελική ανάλυση, ακόμα και αν κάνουμε «λάθος» επιλογή, μπορούμε να την τροποποιήσουμε αργότερα βγαίνοντας επιπλέον ωριμότεροι και πλουσιότεροι από την εμπειρία.

Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι είμαστε (σχετικά...) ελεύθεροι και ότι πρέπει να αρχίσουμε να κάνουμε χρήση αυτής της ελευθερίας. Άσχετα από τις αποφάσεις που θα πάρουμε και τις επιλογές που θα κάνουμε, έχει αξία η ίδια η χρήση της ελευθερίας μας. Έχει αξία, εμείς να διαλέξουμε και κανένας άλλος – να πούμε «ναι» σε κάτι, λέγοντας συγχρόνως και αναπόφευκτα «όχι» σε κάτι άλλο.

Εξάλλου πόσο έλεγχο νομίζουμε ότι έχουμε πάνω στα πράγματα; Γιατί πιστεύουμε, αφελώς, ότι η δική μας απόφαση θα κάνει τεράστια διαφορά; Αυτά που αποφασίζουμε είναι ένα μικρό μόνο τμήμα ενός πολυποίκιλου μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος που ασφαλώς επηρεάζεται από τις αποφάσεις μας, αλλά δεν καθορίζεται από αυτές.

Φυσικά απαιτείται κάποιου επιπέδου ωριμότητα. Η συνειδητοποίηση και αποδοχή ότι δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Η σοφία να καταλάβουμε ότι αν έχω να διαλέξω ανάμεσα στο πιάτο νούμερο 1 και στο πιάτο νούμερο 2, οποιαδήποτε επιλογή από τις δύο είναι προτιμότερη από το να πεθάνω της πείνας...

Μην ξεγελιόμαστε ότι όντας αναποφάσιστοι δεν παίρνουμε αποφάσεις. Η ίδια η αναποφασιστικότητά μας είναι μια απόφαση – η απόφαση να μην αποφασίσουμε. Και όπως για κάθε απόφαση, έτσι και γι' αυτή, χρειάζεται να αναλάβουμε την ευθύνη της – δεν γλυτώνουμε ποτέ από αυτό. Επίσης, δεν πρέπει να βαυκαλιζόμαστε ότι αρκεί να αποφασίσουμε μία φορά και δεν θα χρειαστεί να αποφασίσουμε ποτέ ξανά. Δεν λειτουργούν έτσι τα πράγματα. Η κάθε απόφαση μεταβάλλει τις καταστάσεις, οι νέες καταστάσεις ζητούν νέες αποφάσεις και έτσι πάει η ιστορία.

Το κλισέ ότι «στο τέλος μετανιώνουμε κυρίως για όσα δεν κάναμε παρά για όσα κάναμε» είναι σωστό. Έτσι κι αλλιώς οι ενδεχόμενες συνέπειες που φαντασιωνόμαστε τις περισσότερες φορές δεν επαληθεύονται. Τα κακά που φοβόμαστε ότι θα επιφέρει μια κακή απόφαση συνήθως δεν αποδεικνύονται τόσο κακά και τα καλά που αναμένουμε λόγω μιας καλής απόφασης επίσης δεν αποδεικνύονται τόσο καλά. Για να ολοκληρώνουμε: αυτό που επιλέγουμε σήμερα δεν γνωρίζουμε τι συνέπειες θα έχει αύριο και, κυρίως, δεν έχουμε τρόπο να ξέρουμε αν θα ικανοποιεί τον μελλοντικό μας εαυτό.

ΤΕΛΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

Αφού συμφωνήσαμε ότι δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουμε από τις αποφάσεις και ότι το δυσκολότερο σημείο της διαδικασίας είναι το πέρασμα στην πράξη, τι απομένει;

Ένα μόνο: Να διακινδυνεύσουμε να πάρουμε τις αποφάσεις που χρειαζόμαστε και να αναλάβουμε με γενναιότητα την ευθύνη των συνεπειών τους. Με άλλα λόγια, να αποφασίσουμε να ζήσουμε και να αποδεχτούμε ότι κάποια στιγμή η ζωή θα τελειώσει.

Ας πάρουμε απόφαση κι αυτό: δεν υπάρχει τρόπος να κερδίσουμε πολλά στη ζωή ποντάροντας λίγα. Ή θα αρνηθούμε την ελευθερία μας μένοντας βολεμένοι και φυτοζωώντας ή θα ξεβολευτούμε, θα ρισκάρουμε και... θα δούμε τι θα γίνει...

Άρα λοιπόν: αναλαμβάνουμε δράση, αν το θεωρούμε απαραίτητο σκεφτόμαστε και αναλύουμε προηγουμένως, στρίβουμε κι ένα νόμισμα αν χρειαστεί, αλλά παίρνουμε, επιτέλους, μια απόφαση. Μια οποιαδήποτε απόφαση, αρκεί το πράγμα να αρχίσει να τσουλάει.

Η άλλη εναλλακτική είναι γνωστή:

«Αύριο, λες,
και μέσα σ' αυτήν τη μικρή αναβολή
παραμονεύει ολόκληρο το πελώριο ποτέ
»
Τ. Λειβαδίτης

Πνευματική μεταστροφή, κλειδί για την υγεία.

Μα τι ακριβώς είναι επιτέλους η νεύρωση; Όλοι μας χρησιμοποιούμε τούτη την καθημερινή πια λέξη, αλλά, αν μας ζητήσουν να την εξηγήσουμε, δε βρίσκουμε άκρη.

Θέλω να αντιγράψω εδώ μια εύστοχη και εναργή παράγραφο του Άλφρεντ Άντλερ πάνω σ’ αυτό το ζήτημα:

«Σε κάθε νεύρωση, το πρόβλημα για τον ασθενή είναι η δυσκολία να διατηρήσει έναν τρόπο δράσης, σκέψης και αντίληψης, ο οποίος διαστρέφει και αρνείται τις απαιτήσεις της πραγματικότητας.

Συνήθως, οι περιπτώσεις αυτές δε φτάνουν στο γιατρό παρά μόνο όταν αυτός ο τρόπος ζωής έχει γίνει τόσο δύσκολος ώστε να οδηγήσει στα όρια της κατάρρευσης.

Το καθήκον του γιατρού, τότε, είναι να βρει τη σωστή μέθοδο για τη διόρθωση αυτού του τρόπου ζωής.

Επομένως, το κοινό πρόβλημα του ασθενή και του γιατρού, αλλά και η βάση της συνεργασίας τους, είναι η κατανόηση της φύσης των λαθών του ασθενή.»

Ας κρατήσουμε μέχρι εκεί που αναφέρει πως στο γιατρό θα πάει μονάχα όταν βασανίζεται τόσο πολύ απ’ αυτή τη διαστροφή της αλήθειας, ώστε η ζωή του τείνει να καταρρεύσει.

Συνήθως, βέβαια, όλα αυτά του συμβαίνουν κατά τρόπο που δεν μπορεί σαφώς να εντοπίσει ή, καλύτερα, να παραδεχτεί ο ίδιος.

Διότι στο βαθμό που είμαστε νευρωσικοί, η ιδέα για τον εαυτό μας και για τις πράξεις μας παραμορφώνεται, είναι γεμάτη προφάσεις και δικαιολογίες.

Εκείνο όμως που δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί κάποια στιγμή είναι η οδύνη, τα βάσανα, η απογοήτευση, η σύγχυση, οι απανωτές απογοητεύσεις, η δυστυχία, όλα αυτά που τον γονατίζουν.

Αυτό άλλωστε είναι και το μέγα ιαματικό θαύμα του πόνου: δεν μπορείς να τον αρνηθείς! Όταν πονάς, δε γίνεται να λες: «Δεν πονώ».

Θα έρθει μια μέρα που θα εξαναγκαστείς να τον παραδεχτείς, να τσακίσεις αντιστάσεις και να ζητήσεις βοήθεια.

Όσο μαζοχιστή κι αν έχεις καταντήσει το χαρακτήρα σου με τη διαρκή διαστρέβλωση της αλήθειας, ο πόνος μπορεί να σε ξεπεράσει κάποτε, να υπερβεί δηλαδή το όριο των ψευδοαντοχών σου και να πλημμυρίσει.

Δεν παλεύεται ο πόνος από ένα βαθμό και πέρα, γι’ αυτό καλύτερα να μην τον προκαλούμε και να μην τον ερεθίζουμε.

Ας ξαναθυμηθούμε εκείνη την κρυστάλλινη βεβαιότητα του Αριστοτέλη: «Πίσω από κάθε πόνο σου στέκει ένα λάθος σου».

Είναι και ατύχημα και ευτύχημα ταυτόχρονα το αποδεδειγμένο από την εμπειρία της ζωής συμπέρασμα πως μόνο τον εαυτό μας μπορούμε να διορθώσουμε.

Μόνο τα δικά μας λάθη μπορούμε να επεξεργαστούμε, δουλεύοντας και εξυγιαίνοντας τον εαυτό μας και τη στάση του, υπάρχει ελπίδα να αλλάξει και ο άλλος.

Έτσι, λοιπόν, τον άλλο θα τον διορθώσουμε μονάχα διορθώνοντας τον εαυτό μας. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Κι αν δε διορθωθεί; Ε, τότε, πάλι στο χέρι μας είναι το τελειωτικό, το «μένω ή φεύγω».

Υπάρχουν, εξάλλου, περιπτώσεις, όπου το «φεύγω» είναι πράξη ύψιστης αγάπης, σεβασμού και αυτοσεβασμού.

Υπάρχουν απειράριθμα είδη φυγής.

Υπάρχουν άνθρωποι που δραπέτευσαν από την «κακιά μοίρα τους» και μέσα σε κελί φυλακής. Πέταξαν ψηλά και χαρούμενα, με πνευματική μεταστροφή, ακόμη και παράλυτοι, καθηλωμένοι στο καροτσάκι με τις ρόδες.

Πνευματική μεταστροφή, αυτή είναι η λέξη – κλειδί για την υγεία.

Όμως γιατί είναι ευτύχημα και όχι σκέτο δυστύχημα το γεγονός πως μόνο τα δικά μας σφάλματα μπορούμε να διορθώσουμε;

Εγώ τουλάχιστον, το θεωρώ μια μεγαλειώδη δυσκολία. Διότι αποδεικνύει τον μέγιστο ρόλο της προσωπικής ευθύνης και, ως εκ τούτου, την τεράστια δυνατότητα της προσωπικής μας ελευθερίας.

Αλλά παράλληλα αποδεικνύει τον απόλυτο σεβασμό που οφείλουμε προς τον κάθε άλλον να ακολουθήσει τη δική του βούληση. Να σωθεί ή να καταστραφεί.

Πάντα προσπαθώ να θυμάμαι την περιοριστική και ταυτόχρονα απεριόριστη φράση του Γκουρτζίεφ: «Τα γεγονότα δεν μπορείς να τα αλλάξεις, μπορείς όμως να αλλάξεις την αντιμετώπισή σου, τη στάση σου απέναντι στα γεγονότα». Δεν έχουν σημασία τα γεγονότα, αλλά η ερμηνεία που εμείς τους δίνουμε.

Ας δούμε όμως και πώς εκφράζει τον όρο νεύρωση το λεξιλόγιο της ψυχανάλυσης που βασίζεται στη φροϊδική θεωρία:

ΝΕΥΡΩΣΗ: Ψυχογενής πάθηση όπου τα συμπτώματα αποτελούν συμβολικά έκφραση ψυχικής σύγκρουσης, η οποία έλκει την καταγωγή της στην παιδική ιστορία του ατόμου και οδηγεί σε συμβιβασμούς ανάμεσα στην επιθυμία και την άμυνα.

Η μέγιστη σύγκρουση της ύπαρξης, του «θέλω» και του «πρέπει». Κι ανάμεσα σ’ αυτούς τους προαιώνιους γίγαντες – εχθρούς πέφτει η ειρηνευτική γέφυρα της πραγματικότητας, η αλήθεια.

Επιμένω, ακούστε μέσα σας τι αληθινά θέλετε. Το να δω εκείνο που επιθυμώ δε σημαίνει πως θα το ακολουθήσω κιόλας οπωσδήποτε. Τότε ωριμάζω, τότε δυναμώνω, τότε γίνομαι συνειδητός, αυτοελεγχόμενος, ακόμη και ηρωικός μέσα στον χαώδη πόλεμο του ψυχισμού μου.

Δεν είναι να ντρεπόμαστε με αυτά που αισθανόμαστε, δεν έχουμε ευθύνη για τα αισθήματά μας, ευθύνη έχουμε για ό,τι τα κάνουμε μετά, αφού τα μάθουμε, για το πώς τα διαχειριζόμαστε. Τι κρατάμε τι πετάμε.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αυθεντίες στο να κρύβουν τα πραγματικά τους συναισθήματα

Το «λέω όλη την αλήθεια» είναι τελείως διαφορετικό από το «είμαι ειλικρινής» ή «δεν λέω ψέματα».

Πολλές φορές λέτε την αλήθεια, αλλά παραλείπετε σημαντικά μέρη της ή όταν δεν σας αρέσει η αλήθεια, κατασκευάζετε μια καινούρια.

Χαμογελάτε ποτέ, ενώ είστε πραγματικά θυμωμένοι; Έχετε συμπεριφερθεί ποτέ άσχημα και θυμωμένα, ενώ βαθιά μέσα σας φοβάστε πραγματικά; Γελάτε ποτέ και αστειεύεστε, ενώ νιώθετε θλίψη και απόρριψη; Έχετε κατηγορήσει ποτέ κάποιον άλλο, ενώ νιώθετε πως είστε εσείς ένοχοι;

Αυτό ακριβώς εννοώ όταν αναφέρομαι στην «πλήρη αλήθεια».

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αυθεντίες στο να κρύβουν τα πραγματικά τους συναισθήματα.

Οι άνθρωποι είμαστε όλοι αυθεντίες στο να κρύβουμε την αλήθεια για τα συναισθήματά μας. Γινόμαστε μαέστροι στη μεταμφίεση, με αποτέλεσμα να κρύβουμε και να καταπνίγουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Ίσως μάλιστα είστε τόσο καλοί στο να κρύβετε την αλήθεια από τον εαυτό σας, που στο τέλος πιστεύετε τα ίδια σας τα ψέματα.

Η ικανότητά σας να νιώσετε αγάπη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ικανότητά σας για απόλυτη ειλικρίνεια. Όσο πιο αληθινοί είστε στη ζωή σας, τόσο περισσότερη αγάπη θα βιώσετε. Οι σχέσεις από άμεση και αποτελεσματική επικοινωνία αποτελούν πηγή αυξανόμενης αγάπης και σεβασμού προς τον εαυτό μας.

Οι σχέσεις που βασίζονται στο ψέμα μπορεί να είναι εύκολες και άνετες, αλλά δεν συμβάλλουν καθόλου στην ανάπτυξη της αγάπης προς τον εαυτό σας ούτε, βέβαια, στην ανάπτυξη του αυτοσεβασμού σας.

Το Φαινόμενο του Παγόβουνου;

Τα συναισθήματά μας μοιάζουν με παγόβουνο γενικά δείχνουμε ένα ελάχιστο μέρος και το υπόλοιπο παραμένει «κάτω από το νερό».

Ζώντας με την Καρδιά και Όχι με το Νου

Η καταπίεση των συναισθημάτων σας είναι στην πραγματικότητα ένας μηχανισμός άμυνας, τον οποίο έχετε αναπτύξει με το πέρασμα του χρόνου. Αδυνατώντας να αντιμετωπίσετε και να εκφράσετε τα αληθινά σας συναισθήματα, μαθαίνετε να τα κρύβετε βαθιά μέσα σας, ελπίζοντας ότι θα εξαφανιστούν. Με την πολύχρονη απόρριψη και καταπίεση, αποκτάτε την επιβλαβή συνήθεια να πνίγετε αυτόματα κάθε συναίσθημα που σας προκαλεί ανασφάλεια, σύγχυση ή το θεωρείτε απαράδεκτο. Αρχίζετε να ερμηνεύετε με το μυαλό ό,τι αισθάνεστε, αντί να το νιώθετε, απλά και αυθόρμητα, με την καρδιά σας.

Τι Νιώθετε Πραγματικά;

Αποτέλεσμα της καταπίεσης των συναισθημάτων σας είναι ότι παύετε να αισθάνεστε και αρχίζετε να σκέφτεστε πως θα έπρεπε να αισθάνεστε.

Η ανακάλυψη των κρυμμένων συναισθημάτων σας παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξή σας, επειδή, όσο τα καταπιέζετε, τόσο χάνετε την επαφή με αυτό που είστε και θέλετε πραγματικά. Όταν είστε αναστατωμένοι ή ανήμποροι (συναισθηματικά) να αντιμετωπίσετε μια συγκεκριμένη κατάσταση, βιώνετε υποσυνείδητα διάφορα επίπεδα συναισθημάτων ταυτόχρονα.

Τα επίπεδα αυτά είναι:

Θυμός, Μομφή και Πικρία

Πόνος, Θλίψη και Απογοήτευση

Φόβος και Ανασφάλεια

Ενοχή, Τύψεις και Μεταμέλεια

Αγάπη, Κατανόηση, Συγχώρεση και Επιθυμία

Η απόλυτη ειλικρίνεια έχει πολλά διαφορετικά επίπεδα.

Είναι τελείως φυσιολογικό να έχετε πολλά αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα ταυτόχρονα.

Όταν εκφράζετε όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα, μπορείτε να βιώσετε την αγάπη και την κατανόηση τελείως αυθόρμητα.

Η απόλυτη αλήθεια για το πως αισθάνεστε έχει πολλά επίπεδα. Φυσιολογικά εσείς αναγνωρίζετε ένα συναίσθημα τη φορά, αλλά και τα άλλα είναι επίσης παρόντα. Όταν βιώνετε όλα αυτά τα επίπεδα και τα εκφράζετε πλήρως, οι συναισθηματικές αναταραχές διευθετούνται πολύ ευκολότερα. Κάθε συναίσθημα πρέπει να το ζείτε και να το εκφράζετε χωρίς περιορισμούς, διαφορετικά δεν θα ερμηνευτεί ποτέ σε βάθος. Στη δεύτερη περίπτωση, το πιο πιθανό είναι να το καταπιέσετε, δημιουργώντας μεγαλύτερο συναισθηματικό φορτίο, το οποίο, όμως, θα μεταφέρετε από τη μια σχέση στην άλλη.

Εκφράζοντας ειλικρινά όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα, μπορείτε να βιώσετε άμεσα την αγάπη και την κατανόηση, όπως στην αρχή της σχέσης.

Κάτω από όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα υπάρχουν τα θετικά· κάτω από όλο το θυμό και τον πόνο βρίσκονται η αγάπη και η προθυμία για επικοινωνία. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν εκδηλώνετε το θυμό ή τον πόνο και αμελείτε να εκφράσετε όλη την αλήθεια για την αγάπη που βρίσκεται από κάτω. Ο μόνος τρόπος για να φέρετε στο φως την αγάπη είναι να βιώσετε και να εκφράσετε όλα τα άλλα συναισθήματα που έχουν στοιβαχτεί πάνω της.

Κάτω από όλα τα αρνητικά συναισθήματα περιμένει η αγάπη για να αναβλύσει.

Όλη η αρνητικότητα των ανθρώπων ξεκινάει από τον φόβο

Συχνά νιώθουμε αρνητικότητα προς τους άλλους γύρω μας όταν δεν κάνουν κάποια πράγματα που πιστεύουμε εμείς ότι πρέπει να κάνουν.

Ίσως πρέπει να είναι πιο συνεπείς ή πιο υπεύθυνοι ή να κάνουν περισσότερες εργασίες ή να είναι πιο δημιουργικοί ή πιο παραγωγικοί. Υπάρχει μια σκέψη που θα μας βοηθήσει σ’ αυτές τις περιπτώσεις:

Αν ο άνθρωπος αυτός είχε δύο σπασμένα πόδια και δεν μπορούσε να δουλεύει και δεν μπορούσε να είναι συνεπής στις ευθύνες του, θα τον δικαιολογούσαμε έτσι δεν είναι; Δε θα λέγαμε ότι «είναι τεμπέλης» ή «είναι ανάξιος», θα λέγαμε ότι δεν μπορεί, γιατί έχει δύο σπασμένα πόδια.

Όταν καταλάβουμε ότι η προσωπικότητα έχει δύο πόδια που το ένα λέγεται αυτοπεποίθηση και το άλλο αυτοπαραδοχή και ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αυτά τα πόδια σπασμένα από τα παιδικά τους χρόνια, από τη συμπεριφορά των γονιών, των δασκάλων και της κοινωνίας, τότε θα δούμε τον άνθρωπο αυτόν και την τεμπελιά του και την έλλειψη ευθύνης και συνέπειας που έχει από μια άλλη άποψη.

Θα λέμε ότι έχει σπασμένα πόδια, ότι δηλαδή η προσωπικότητά του έχει χάσει τα δύο στηρίγματα, την αυτοπαραδοχή και την αυτοπεποίθηση και γι’ αυτό συμπεριφέρεται έτσι. Αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε κατανόηση.

Αλλά, ειδικά αν έχουμε ένα ρόλο ευθύνης απέναντί του, θα προσπαθήσουμε συγχρόνως να τον βοηθήσουμε να αποκτήσει αυτοπεποίθηση και αυτοπαραδοχή για να μάθει να κρατάει το δικό του φορτίο στη ζωή και να μην εξαρτάται από τους άλλους.

Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές όταν βλέπουμε κάποιον να τεμπελιάζει, δημιουργούμε αρνητικά συναισθήματα μέσα μας επειδή δεν τον καταλαβαίνουμε, επειδή δεν μπαίνουμε στη θέση του. Αν μπούμε, θα καταλάβουμε ότι η τεμπελιά του είναι αποτέλεσμα φόβου, έλλειψης σιγουριάς για τον εαυτό του.

Η φύση του ανθρώπου είναι η δημιουργικότητα, η παραγωγικότητα και αν δεν την εκδηλώνει, ο λόγος είναι ότι έχει σπασμένα ψυχολογικά πόδια. Γι’ αυτό θα τον κατανοήσουμε, δε θα τον απορρίψουμε και θα τον βοηθήσουμε να θεραπεύσει τα πόδια του. Δε θα τον μπλοκάρουμε ακόμα περισσότερο με το να τον κριτικάρουμε και να τον απορρίπτουμε.

Γιατί αυτό ακριβώς είναι που έχει φέρει τον άνθρωπο σ’ αυτήν την κατάσταση, να μην μπορεί να είναι δημιουργικός στη ζωή του. Όταν τον απορρίπτουμε συνεχώς του σπάμε τα πόδια ακόμα περισσότερο. Αυτό που χρειάζεται είναι βοήθεια να δυναμώσει την πίστη στον εαυτό του και την αυτοπαραδοχή του.

Όλη η αρνητικότητα των ανθρώπων ξεκινάει από τον φόβο, από την άγνοια. Όταν το καταλάβουμε αυτό, έχουμε πολύ λιγότερα αρνητικά συναισθήματα προς τους άλλους ανθρώπους και μπορούμε να τους βοηθήσουμε πολύ πιο αποτελεσματικά.

Αυτός που διαπράττει μια αδικία είναι πάντα πιο δυστυχισμένος από εκείνον που την υφίσταται

Η συνείδηση είναι το κομμάτι του εαυτού μας που, όπως το πνεύμα και η ψυχή, δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο φυσικό σχήμα αλλά επηρεάζει τρομερά τον τρόπο που κινούμαστε στη ζωή.

Αυτό το συναίσθημα που πραγματεύεται ο Πλάτωνας αντιστοιχεί σε εκείνη τη φωνή που, όπως ο γρύλος στον Πινόκιο, μας λέει τι κάναμε καλά και τι κάναμε άσχημα και που μας τιμωρεί με την ενοχή και την ανησυχία, ώσπου να δώσουμε λύση σ’ αυτή την ανισορροπία που οι ίδιοι συμβάλαμε στο να δημιουργηθεί.

Το να έχουμε τη συνείδησή μας ήσυχη παρουσιάζει, επιπλέον, και τα εξής οφέλη για την υγεία του σώματος και του νου:

-Μας βοηθάει να κοιμόμαστε καλύτερα.
-Ενισχύει την αυτοεκτίμησή μας.
-Συμβάλλει στο να έχουμε καλύτερη σχέση με τους άλλους.
-Μας ωθεί στο να επιβραβεύουμε τον εαυτό μας, αντί να τον τιμωρούμε με το να αισθανόμαστε άσχημα.
-Δημιουργεί καλές μνήμες και αναμνήσεις.
-Επιτρέπει να είμαστε διαυγείς.
-Μας προστατεύει από ενοχές ή ξένες υποθέσεις.
-Βελτιώνει τη φυσική μας υγεία, περιορίζοντας το άγχος που ενέχει η ενοχή.

Έτσι, λοιπόν, ολοφάνερα το καλύτερο είναι να έχουμε τη συνείδησή μας ήσυχη και ικανοποιημένη.

Και πώς θα το καταφέρουμε;

Βασικά, ενεργώντας σύμφωνα με τις αξίες μας και με εντιμότητα.

Δηλαδή, τη στιγμή που παίρνουμε μια απόφαση, πρέπει να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που οι αρχές μας μάς ωθούν να κάνουμε και να πράξουμε ανάλογα.

Όπως έλεγε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στη Διαθήκη της ελπίδας:

“Πάντα έρχεται η στιγμή που κάποιος πρέπει να υιοθετήσει μια θέση που δεν είναι ούτε ασφαλής ούτε πολιτική ούτε λαϊκή, αλλά που πρέπει να την υιοθετήσει γιατί η συνείδησή του του λέει πως είναι η σωστή”.

Αν γνωρίζεις τον εχθρό και γνωρίζεις και τον εαυτό σου, δεν πρέπει να φοβάσαι την έκβαση ούτε εκατό μαχών

Πολλές φορές μας είναι ευκολότερο να ζούμε στην άγνοια, γιατί, όπως λέει η παροιμία, αυτό μας κάνει πιο ευτυχισμένους.

Ωστόσο, ο μέγας στρατηγός Σουν Τζου, που οι διδαχές του εφαρμόζονται ακόμα και σήμερα, διαβεβαίωνε πως δεν μπορείς να κερδίσεις μια μάχη αν δε γνωρίζεις εκτός από τον εχθρό, και τον εαυτό σου.

Αν γνωρίζεις τον εχθρό και γνωρίζεις και τον εαυτό σου, δεν πρέπει να φοβάσαι την έκβαση ούτε εκατό μαχών” διαβεβαίωνε ο συγγραφέας του βιβλίου “Η τέχνη του πολέμου”.

Αν γνωρίσουμε τον εαυτό μας σε βάθος μπορεί να τρομάξουμε, γιατί, αν ερευνήσουμε πολύ και φτάσουμε ως τις πιο βαθιές πτυχές του εαυτού μας, ίσως βρούμε πράγματα που δεν θα μας αρέσουν. Για παράδειγμα, διακινδυνεύουμε:

-Να έρθουμε αντιμέτωποι με πλευρές μας που απεχθανόμαστε.
-Να θυμηθούμε τις στιγμές εκείνες που ενεργήσαμε άσχημα.
-Να αισθανθούμε ντροπή ή ενοχή για καταστάσεις που ζήσαμε καιρό πριν.
-Να ανακαλύψουμε ότι αυτό που έχουμε τώρα δεν είναι αυτό που θέλουμε πραγματικά.
-Να χάσουμε ένα μέρος από την αυτοεκτίμησή μας όταν συνειδητοποιήσουμε τις αδυναμίες μας.

Όλα αυτά ίσως να μας ωθήσουν ν’ αφήσουμε στη σκοτεινή κόγχη της ψυχής αυτό που δε θέλαμε να δείχνουμε στον εαυτό μας και, πολύ περισσότερο στους άλλους.

Ωστόσο, πρέπει να αποβάλουμε τον φόβο.

Όπως διαβεβαιώνουν ερευνητές και ψυχολόγοι, το πρώτο βήμα για να υπερνικάμε δυσκολίες ξεκινάει από μια πράξη ενδοσκόπησης κι από δουλειά μέσα μας προκειμένου να βελτιωθεί αυτό που υπάρχει έξω.

Η εμβάθυνση στην αυτογνωσία αυτή μπορεί να μας βοηθήσει, μεταξύ άλλων, να βελτιώσουμε τη ζωή μας εξουδετερώνοντας τις εσφαλμένες πεποιθήσεις μας, οι οποίες συχνά μας βασανίζουν και μας κρατάνε σε κατάσταση παράλυσης.

Ο ερευνητής Γκάρι Μάρκους, του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, διαβεβαιώνει πως οι αναμνήσεις που έρχονται στη μνήμη μας είναι αυτές που βρίσκονται σε αρμονία με τις πεποιθήσεις μας και πως εκείνες που δε συμφωνούν με τις τωρινές μας σκέψεις είναι πιο δύσκολο να τις θυμόμαστε. Γι’ αυτό, αν κάποιος έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, του είναι ευκολότερο να θυμάται μόνο τις καταστάσεις που δηλώνουν αυτή την έλλειψη. Κι όταν θυμώνουμε με κάποιον, σίγουρα μας έρχονται στον νου ένα σωρό περιπτώσεις που μας πρόσβαλε, αφήνοντας στην άκρη όλες εκείνες κατά τις οποίες έκανε καλά πράγματα για μας.

Γι’ αυτό τον λόγο, μεταξύ πολλών άλλων, είναι τόσο σημαντικό να φτάνουμε στη γνώση του εαυτού μας.

Το να ξέρουμε ότι απλώς είμαστε θυμωμένοι ή ότι αυτή η έλλειψη ασφάλειας επηρεάζει τα όσα πιστεύουμε και θυμόμαστε μπορεί να συμβάλει να ξεπεράσουμε μια κατάσταση ή ακόμα και να πάρουμε τα αναγκαία μέτρα για να την επιλύσουμε οριστικά.

Όπως διαβεβαιώνει ο Μάρκους στο βιβλίο του Αυτό θα σε κάνει εξυπνότερο:

Ο νους μας είναι πεπερασμένος και απέχει πολύ από το να είναι ευγενής. Το να γνωρίζουμε τα όριά του μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοούμε καλύτερα τα πράγματα”.