Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ - Σαμία (59-95)

[ΧΡΥΣΙΣ] [. . . ]. .[. . .].[
σπουδῇ πρὸς ἡμᾶς .[. . .]δ[
60 ἐγὼ δ᾽ ἀναμείνασ᾽ ὅ τι λέγουσ᾽ ἀ̣[κροάσομαι.
ΜΟ. ἑόρακας αὐτὸς τὸν πατέρα σύ Παρμένων;
ΠΑΡ(ΜΕΝΩΝ)
οὔκουν ἀκούεις; φημί. (ΜΟ.) καὶ τὸν γείτονα;
(ΠΑ.) πάρεισιν. (ΜΟ.) εὖ γ᾽ ἐπόησαν. (ΠΑ.) ἀλλ᾽ ὅπως ἔσει
ἀνδρεῖος εὐθύς τ᾽ ἐμβαλεῖς περὶ τοῦ γάμου
65 λόγον. (ΜΟ.) τίνα τρόπον; δειλὸς ἤδη γίνομαι
ὡς πλησίον τὸ πρᾶγμα γέγονε. (ΠΑ.) πῶς λέγεις;
(ΜΟ.) αἰσχύνομαι τὸν πατέρα. (ΠΑ.) τὴν δὲ παρθένον
ἣν ἠδίκηκας τήν τε ταύτης μητέρα;
ὅμως τρέμεις, ἀνδρόγυνε. ΧΡ. τί βοᾷς, δύσμορε;
70 ΠΑ. καὶ Χρυσὶς ἦν ἐνταῦθ᾽. ἐρωτᾷς δή με σὺ
τί βοῶ· γελοῖον. βούλομ᾽ εἶναι τοὺς γάμους
ἤδη, πεπαῦσθαι τουτονὶ πρὸς ταῖς θύραις
κλάοντα ταύταις, μηδ᾽ ἐκεῖν᾽ ἀμνημονεῖν
ὧν ὤμοσεν· θύειν, στεφανοῦσθαι, σήσαμον
75 κόπτειν παρελθών· αὐτὸς οὐχ ἱκανὰς ἔχειν
προφάσεις δοκῶ σοι; (ΜΟ.) πάντα πο‹ι›ήσω· τί δεῖ
λέγειν; (ΧΡ.) ἐγὼ μὲν οἴ‹ο›μαι. (ΠΑ.) τὸ δὲ παιδίον
οὕτως ἐῶμεν ὡς ἔχει ταύτην τρέφειν
αὐτήν τε φάσκειν τετοκέναι; (ΧΡ.) τί δὴ γὰρ οὔ;
80 (ΜΟ.) ὁ πατὴρ χαλεπανεῖ. (ΧΡ.) ‹τί δέ;› πεπαύσεται πάλιν.
ἐρᾷ γάρ, ὦ βέλτιστε, κἀκεῖνος κακῶς,
οὐχ ἧττον ἢ σύ· τοῦτο δ᾽ εἰς διαλλαγὰς
ἄγει τάχιστα καὶ τὸν ὀργιλώτατον.
πρότερον δ᾽ ἔγωγε πάντ᾽ ἂν ὑπομεῖναι δοκῶ
85 ἢ τοῦτο τίτθην ἐν συνοικίᾳ τινὶ
[. . . [. . . ]. . [
(desunt uersus fere xx)
]. . [
[ΜΟ.] [ . . .] βο]ύλομαι
[ . . . ]λάβοις
90 [ . . . γ]ὰρ ἀθλιώτερον
[ . . . ]πάντων· οὐκ ἀπάγξομαι ταχύ;
[ . . . ῥ]ήτωρ μόνος γὰρ φιλόφρονος
[ . . .]ότερός εἰμ᾽ ἔν γε τοῖς νυνὶ λόγοις
[ . . . ἀ]πελθὼν εἰς ἐρημίαν τινὰ
γυμν]άζομ᾽· οὐ γὰρ μέτριος ἁγών ἐστί μοι.

***
ΧΡΥΣΙΣ
. . . [Νά ο Μοσχίων με τον Παρμένοντα,
έρχονται] βιαστικά στο σπίτι μας.
60 Εγώ θα περιμένω ν᾽ ακούσω τί λένε.
ΜΟΣ. Τον είδες με τα μάτια σου, Παρμένων, τον πατέρα;

ΠΑΡΜΕΝΩΝ
Δεν ακούς; Τον είδα. ΜΟΣ. Και τον γείτονα;
ΠΑΡ. Είναι εδώ. ΜΟΣ. Καλώς ήρθανε. ΠΑΡ. Κοίταζε να φανείς
γενναίος και να του κάνεις αμέσως λόγο
65 για τον γάμο. ΜΟΣ. Με ποιό τρόπο; Τώρα δειλιάζω,
όσο η ώρα πλησιάζει να μιλήσω. ΠΑΡ. Τί εννοείς;
ΜΟΣ. Ντρέπομαι τον πατέρα. ΠΑΡ. Και την κοπέλα
που αδίκησες και τη μητέρα της;
Αλλά συ τρέμεις, άνανδρε. ΧΡΥ. Τί φωνάζεις, καημένε;
70 ΠΑΡ. Εδώ είναι κι η Χρυσίς. Ρωτάς κι εσύ
γιατί φωνάζω; Αστείο. Θέλω να γίνει πια ο γάμος,
να πάψει αυτός εδώ να κλαίει μπροστά
σ᾽ αυτή την πόρτα, να μη ξεχνά τους όρκους του,
να πάει μέσα να κάνει τη θυσία στεφανωμένος,
75 να κοπανίσει το σουσάμι. Εγώ δεν έχω, λες εσύ,
λόγους αρκετούς να βάλω τις φωνές;
ΜΟΣ. Όλα θα τα κάνω. Τί χρειάζεται να μου τα λες;
ΧΡΥ. Εγώ το πιστεύω. ΠΑΡ. Το παιδί το αφήνουμε έτσι,
όπως είναι, να το φροντίζει αυτή και να λέει
ότι το γέννησε η ίδια; ΧΡΥ. Ναι. Γιατί όχι;
80 ΜΟΣ. Ο πατέρας θα θυμώσει. ΧΡΥ. Ε, και; Μετά θα του περάσει.
Είναι κι αυτός, χρυσέ μου, βαριά ερωτευμένος,
όχι λιγότερο από σένα. Αυτό οδηγεί σε γρήγορη
συμφιλίωση και τον πιο θυμωμένο.
Πάντως εγώ όλα δέχομαι να τα υπομείνω
παρά να δώσουμε το παιδί σε μια παραμάνα
85 σε σπίτι φτωχικό.
(λείπουν περίπου 20 στίχοι)
90 ΜΟΣ. . . . Είμαι ο πιο δυστυχισμένος απ᾽ όλους.
Δεν πάω να κρεμαστώ αμέσως;
Εδώ χρειάζεται ρητορική. Αλλά εμένα σίγουρα
θα μου κοπεί η λαλιά, όταν ανοίξω αυτό το θέμα.
Θα πάω σε μια ερημιά να εξασκηθώ.
95 Με περιμένει πολύ δύσκολος αγώνας.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Πώς άλλαξε η αρχαία Ελληνική γλώσσα


10.7.7 Υποχωρεί η ευκτική

Η ευκτική, ως ξεχωριστή κλίση του ρήματος, αρχίζει επίσης να υποχωρεί. 

Και ένας από τους λόγους ήταν σίγουρα, όπως είδαμε πριν, η σύμπτωση των ει, η, οι σε [ί],

Τόλμα να κυνηγήσεις μέχρι τέλους τα όνειρα σου

Τα όνειρα λένε είναι για τους τρελούς. Για τους αλλοπαρμένους.

Για αυτούς που η ζωή παραμένει γλυκιά ακόμα και όταν θα ξεσπάσει μεγάλη μπόρα και λιώσει κάθε κόκκο ζάχαρης.

Είναι για εκείνους που κλείνουν τα μάτια και βρίσκονται σε έναν δικό τους κόσμο, μοναδικό, φανταστικό μα συνάμα τόσο αληθινό. Τα όνειρα λένε είναι για εκείνους που δεν φοβούνται την απογοήτευση.

Όμως τα όνειρα είναι για όλους. Για μικρούς και μεγάλους. Δεν κάνουν διακρίσεις.

Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να κλείσεις τα μάτια και να αφήσεις το μυαλό σου να ταξιδέψει σε μέρη που δεν έχεις πάει, σε ανθρώπους που είναι μακριά σου και θες να αγκαλιάσεις σφιχτά, σε υλικά αγαθά που θες να κάνεις δικά σου.

Τόλμα να ονειρευτείς.

Τόλμα να κυνηγήσεις μέχρι τέλους τα όνειρα σου. Μπορεί να μην φτάσεις στο στόχο αλλά στην πορεία προς το όνειρο θα βρεις και θα ανακαλύψεις πράγματα για εσένα που δεν φανταζόσουν ποτέ.

Θα καταλάβεις τι έχει πραγματικά αξία στην ζωή και τι όχι.

Καλή η ευγνωμοσύνη αρκεί να μη σε οδηγεί σε στασιμότητα

Η ευγνωμοσύνη αποτελεί προσόν, το οποίο κάποιοι έχουν αναπτυγμένο σε μεγαλύτερο βαθμό και κάποιοι σε μικρότερο. Το να την έχουμε ως βάση στη ζωή μας σίγουρα είναι κάτι θετικό, αφού πρόκειται για ένα γνώρισμα που δεν αποζητά τίποτα περισσότερο απ’ αυτό που λέει και το όνομά του: να είσαι ευχαριστημένος με τη θέση στην οποία βρίσκεσαι, με αυτά που σου προσφέρουν και με αυτά που έχεις. Καμιά φορά όμως η υπερβολική ευγνωμοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως τροχοπέδη για την προσωπική μας εξέλιξη. Δεν το σκεφτόμαστε συχνά αυτό όταν αναφερόμαστε στην ευγνωμοσύνη, όμως ενίοτε μπορεί να μας οδηγήσει σε κάποιας μορφής στασιμότητα, να μας κάνει να ρισκάρουμε λιγότερο και να μην προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε το κάτι παραπάνω.

Το να είναι κανείς ευγνώμων είναι ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο του χαρακτήρα. Αλίμονο σε όσους πατάνε επί πτωμάτων για να πετύχουν προσωπικούς στόχους και για να προχωρήσουν. Παρ’ όλα αυτά πολλές φορές παρασυρόμαστε από τις συγκυρίες και την καθημερινότητα ή τη συνήθεια και νιώθουμε πως μια αρετή ή ένα προσόν από τη στιγμή που αποκτάται μπορεί να πάψει πια να μας απασχολεί. Με άλλα λόγια εφόσον έχουμε κατακτήσει κάτι πάμε για κάτι άλλο που μπορεί να μοιάζει πιο σύνθετο. Το θέμα με την ευγνωμοσύνη είναι πως κατά κάποιο τρόπο μοιάζει με ταβάνι ως προς το πού μας παίρνει να φτάσουμε και ποιες ενδεχομένως να είναι οι δυνατότητές μας. Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ευγνώμονες για να καθησυχάσουν τον εαυτό τους και να επαναπαυτούν σε αυτά που έχουν καταφέρει, ώστε να μη χρειαστεί να συνεχίσουν να προσπαθούν να φτάσουν πιο μακριά.

Το συμπέρασμα είναι ότι πολλές φορές το να αρκείσαι σε κάτι σημαίνει ότι δε φτάνεις στο μέγιστο των δυνατοτήτων σου, εκεί που θα μπορούσες να είχες φτάσει εάν ήσουν λίγο περισσότερο αγνώμων και λίγο πιο αλαζόνας. Κανείς δεν είπε να αλλάξουμε τις αξίες με τα αντίθετά τους και να είμαστε αλαζόνες απέναντι σε ανθρώπους, σε ευκαιρίες που μας παρουσιάζονται και σε καταστάσεις, αλλά το να είμαστε υπερβολικά ευγνώμονες ρίχνει σκόνη εφησυχασμού για το ότι κάναμε ό,τι έπρεπε και δεν έχει μείνει τίποτα άλλο να διεκπεραιώσουμε.

Κανένα επίτευγμα στον κόσμο δεν συνέβη επειδή απλώς παραμείναμε αδρανείς και σταματήσαμε όταν φτάσαμε σε τέλμα. Για τον καθένα όμως το επίτευγμα μπορεί να έχει διαφορετική σημασία. Τα μεγάλα σχέδια στη ζωή και τα κατορθώματα για τα οποία παλεύει κανείς έρχονται κυρίως όταν διψάς και λαχταράς να πας πιο ψηλά και προσπαθείς πάντοτε για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα που θα είναι ένας συνδυασμός δυνατοτήτων, ικανοτήτων και τύχης. Χρειάζεται καμιά φορά να έχεις λίγο παραπάνω τσαμπουκά, να είσαι κάπως πιο περίεργος, λίγο επαναστάτης και κάμποσο φιλόδοξος για να φτάσεις πέρα από αυτά που πίστεψες και φαντάστηκες. Η ευγνωμοσύνη αν σε συνοδεύει είναι ασφαλώς καλοδεχούμενη αλλά για άλλη μια φορά καταλήγουμε στο γνωστό και χιλιοειπωμένο «Μέτρον άριστον».

Εν ολίγοις μη σταματήσετε να είστε ευγνώμονες για τη ζωή σας και για όσα καταφέρατε με κόπο και προσωπική προσπάθεια. Δε χρειάζεται όμως να βρισκόμαστε είτε στο ένα άκρο είτε στο άλλο. Κρατήστε τις αξίες και τις αρετές που ενδεχομένως έχετε ενστερνιστεί ψηλά και παράλληλα μάθετε πώς λειτουργούν τα πράγματα στη ζούγκλα της ζωής. Δυστυχώς ή ευτυχώς όσα μας έμαθαν όταν ήμασταν μικροί σε σχέση με όσα διδαχθήκαμε αργότερα απέχουν έτη φωτός κι αυτό γίνεται αντιληπτό από τον καθένα μας με διαφορετικούς τρόπους. Να είστε ευγνώμονες αρκεί αυτή η ευγνωμοσύνη να μη σας οδηγήσει σε στασιμότητα.

Το Αίσθημα Κενού

Έχουμε συναντήσει φιλόδοξους ανθρώπους που θέτουν υψηλούς στόχους, αγωνίζονται σκληρά για να τους πετύχουν και αφιερώνουν χρόνο και χρήμα σε μια προσπάθεια να φτάσουν όσο γίνεται πιο κοντά στην πραγματοποίηση τους.

Όμως, όταν τελικά έρχεται η πολυπόθητη στιγμή της ολοκλήρωσης όχι μόνο δεν νιώθουν υπερήφανοι για όλη την προσπάθεια που κατέβαλλαν, απεναντίας βιώνουν μια ανυποχώρητη αίσθηση κενού και μια διαρκή αίσθηση απουσίας νοήματος για τη ζωή.
Το αίσθημα κενού

Το αίσθημα κενού ορίζεται ως μια γενικευμένη κατάσταση που δεν χρειάζεται απαραίτητα να έχει πυροδοτηθεί από κάποιο σημαντικό γεγονός στη ζωή ενός ανθρώπου. Είναι απροσδιόριστο και αδιευκρίνιστο αίσθημα, ένα αόρατος πόνος για πράγματα που έχουμε ή δεν είχαμε ποτέ. Είναι κάτι που φαίνεται πως μας απομακρύνει από τις επιθυμίες μας και μας εντείνει το αίσθημα της μοναξιάς.

Επίσης, μας απομακρύνει από τα πράγματα που μας έδιναν κάποτε χαρά, μειώνει το κίνητρο να κάνουμε οτιδήποτε, μας δίνει την αίσθηση ότι πάντα κάτι λείπει από τη ζωή μας, με λίγα λόγια μας αποσυνδέει ολοκληρωτικά από τον εαυτό μας.

Τι προκαλεί το αίσθημα κενού;

Τα μοτίβα επαναλαμβανόμενων αποτυχιών και η έλλειψη αυταξίας, που μεταξύ άλλων επηρεάζονται από την ποιότητα συναισθηματικής υποστήριξης των κοντινών μας ανθρώπων, οφείλονται για την ανικανότητα μας να χαρούμε για οποιοδήποτε έργο φέρνουμε εις πέρας.

Όταν, λόγου χάριν, έχουμε μάθει να βιώνουμε τις προκλήσεις της ζωής ως αποτυχίες και κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με δύσκολα γεγονότα τα αντιμετωπίζουμε με μεγάλο φόβο και άγχος είναι πολύ πιθανόν να μην μπορούμε να ανταποκριθούμε με το μέγιστο δυναμικό μας.

Ως αποτέλεσμα, σε μελλοντικές προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε είτε θα υποχωρήσουμε είτε θα φοβηθούμε και θα αντιδράσουμε με λάθος τρόπο υιοθετώντας το μοτίβο των επαναλαμβανόμενων αποτυχιών.

Συνεπώς, θα θεωρούμε πως οι σπάνιες επιτυχημένες προσπάθειες μας προέρχονται από εξωτερικούς παράγοντες όπως η τύχη, ο Θεός κ.α. τους οποίους δεν ελέγχουμε εμείς και πως η δυνατότητα επανάληψης αυτών είναι πολύ μικρή.

Έλλειψη επιβράβευσης προσπαθειών στην παιδική ηλικία

Από την άλλη μεριά, η έλλειψη επιβράβευσης των προσπαθειών μας από την παιδική ηλικία και η υιοθέτηση μη υγιών προτύπων μας μεταδίδουν την εσφαλμένη αντίληψη πως ο κόσμος είναι άδικος και δεν αξίζει να καταβάλλουμε οποιαδήποτε προσπάθεια για να φτάσουμε στην προσωπική μας ευτυχία. Βλέπουμε ανθρώπους που θέτουν υπερβολικά υψηλούς στόχους και είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικοί και απαιτητικοί ως προς τον εαυτό τους να οδηγούνται στην αυτοθυσία για να φτάσουν εκεί που θέλουν.

Ωστόσο, αδυνατούν να δουν τη σπουδαιότητα του έργου που έχουν επιτεύξει και μόλις το ολοκληρώσουν περνούν αγωνιωδώς στην εκπλήρωση του επόμενου. Σε αυτή την περίπτωση είναι πολύ πιθανό το οικογενειακό περιβάλλον να ήταν ιδιαίτερα ανταγωνιστικό και οι αντιπαλότητες για την επικράτηση του ισχυρότερου μέλους πολλές.

Αυτό βέβαια το εσφαλμένο μοτίβο συμπεριφοράς θα υιοθετηθεί και στην ενήλικη ζωή έχοντας ως αποτέλεσμα οι άνθρωποι να μην αγωνίζονται για προσωπικό τους όφελος και επιτυχία αλλά για να επικρατήσουν έναντι των άλλων.

Να καταφέρουν δηλαδή να διεκπερεώσουν με αθέμιτο τρόπο ένα δύσκολο έργο για να υπερισχύσουν έναντι των άλλων. Αυτοί οι τρόποι επικράτησης είναι σαφώς μη υγιείς και κλονίζουν τις κοινωνικές μας σχέσεις. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος που απομακρύνει το άτομο όλο και πιο πολύ από την προσωπική του ευτυχία και το οδηγεί στην μοναχικότητα.

Υπερκαταναλωτισμός

Επιπροσθέτως, έχουμε τον υπερ-καταναλωτισμό ο οποίος σήμερα συχνότερα από ποτέ, δημιουργεί την ψεύτικη ανάγκη για απόκτηση όλο και περισσότερων υλικών αγαθών που δεν σημαίνουν τίποτα για μας αλλά καλύπτουν το εσωτερικό κενό που δε γεμίζει με αλλά πιο ουσιώδη πράγματα τα οποία έχουμε ανάγκη όπως τη φιλία, τον έρωτα, την εργασία, τα ταξίδια κ.α..

Με αυτό τον τρόπο, ικανοποιείται η ατέρμονη επιθυμία να αποκτήσουμε ολοένα και περισσότερα και εκπληρώνεται άμεσα και εύκολα η ανάγκη της κτητικότητας αλλά στο τέλος της ημέρας πρόκειται μόνο για ενέσεις ευτυχίας οι οποίες θα μας εφοδιάσουν με το αίσθημα της χαράς και έχουν ελάχιστη χρονική διάρκεια.

Γι' αυτό, όσο περισσότερα κι αν αγοράζουμε, τόσο λιγότερο ευχαριστημένοι θα είμαστε. Πάντα θα γυρνάμε στο αρχικό σημείο απογοήτευσης που είχαμε γιατί το συναίσθημα της χαράς θέλει ειλικρινή προσπάθεια και δύσκολο προσωπικό αγώνα ο οποίος δεν σταθεροποιείται με τον παραπάνω επιφανειακό τρόπο.

Η γνώμη των άλλων

Εν συνεχεία, η έλλειψη ισχυρών κοινωνικών δεσμών και η συνεχής ενασχόληση με τη γνώμη των άλλων μας απομακρύνουν με τον ίδιο τρόπο από την προσωπική μας ευτυχία. Πολλοί, έχουν την αίσθηση ότι οφείλουν να ικανοποιούν τις επιδιώξεις της κοινωνίας και όχι του εαυτού τους. Μάχονται συνεχώς για να κάνουν υπερήφανους γονείς, φίλους, έναν σύντροφο.

Και όταν τα καταφέρνουν βιώνουν τη ματαιότητα χωρίς να αναγνωρίζουν την προσωπική τους προσπάθεια στην ολοκλήρωση ενός στόχου. Κι αυτό, γιατί σημασία γι’ αυτούς έχει η γνώμη των άλλων, όμως, η ικανοποίηση δεν έρχεται ποτέ γιατί ο στόχος που θέτουν δεν ανταποκρίνεται στις προσωπικές τους ανάγκες αλλά στις ανάγκες του κοινωνικού τους περιγύρου.

Η αλήθεια είναι πως πολλές φορές δεν αναγνωρίζουμε τους λόγους για τους οποίους είμαστε δυστυχισμένοι ή ακόμη- ακόμη τους υποτιμούμε.

Ως εκ του τούτου, αυτοί μεγεθύνονται και ξαφνικά μετά από χρόνια ερχόμαστε αντιμέτωποι με αγχώδεις διαταραχές, φοβίες, αυπνίες και διατροφικά προβλήματα χωρίς να μπορούμε ουσιαστικά να εξηγήσουμε από που εμφανίστηκαν και για ποιο λόγο ενώ στη ζωή μας κυλούσαν φαινομενικά όλα ομαλά.

Και όμως σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι που αναζητούν θεραπεία δεν έρχονται υποκινούμενοι από ένα σημαντικό γεγονός που άλλαξε τη ζωή τους αλλά λόγω της αδυναμίας τους να νοηματοδοτήσουν τα παραπάνω συμπτώματα.

Μηχανισμοί άμυνας

Στην καλύτερη περίπτωση, κάποιοι αναγνωρίζουν όντως ότι δεν είναι ευτυχισμένοι και προσφεύγουν στην βοήθεια των ειδικών, ωστόσο, υπάρχει και μια ομάδα ανθρώπων που χρησιμοποιεί ασυνείδητους μηχανισμούς άμυνας όπως η άρνηση της δυστυχίας τους ή η απώθησή της στο ασυνείδητο.

Έτσι δεν αντιμετωπίζουν κατά μέτωπο την απειλή και δεν καταφέρνουν να φτάσουν ποτέ στην πηγή της δυστυχίας τους. Αυτή η κατάσταση γίνεται μόνιμη και μακροχρόνια με αποτέλεσμα μια διάχυτη αρνητικότητα και δυστυχία η οποία δεν ξεκουράζεται ποτέ.

Ο ρόλος των φίλων και της οικογένειας

Σημαντικός σε αυτή την περίπτωση είναι ο ρόλος των φίλων και της οικογένειας. Πολλές φορές το ρόλο του ψυχολόγου αναλαμβάνουν άτομα που μπορούν να δουν πίσω από τη συμπεριφορά του ατόμου που υποφέρει και να τον συμβουλεύσουν πως το αίσθημα κενού δεν είναι κάτι που βιώνει μόνο το ίδιο αλλά αρκετοί άνθρωποι και είναι κάτι που επιδέχεται θεραπείας.

Κι αν αυτό είναι κάτι που δεν βλέπει ή δεν θέλει να δει το άτομο, υπάρχουν αρκετοί από εμάς που μπορούμε να το εντοπίσουμε και να το βοηθήσουμε να αναγνωρίσει πραγματικά πως η ευτυχία είναι ένας επιτεύξιμος στόχος που χρειάζεται όμως αρκετή προσπάθεια και όπως είπε και ο Πυθαγόρας «είναι πάντα μέσα μας» και δεν αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπο ή τις επιδιώξεις των άλλων ανθρώπων.

Ενοχή

Συνοδεύει τους ανθρώπους από τον Κήπο της Εδέμ, ως απόρροια της αμαρτίας, και προϋποθέτει τη γνώση του καλού και του κακού. Ξεκινά από τη στιγμή που το παιδί θα αναγνωρίσει τον εαυτό του στον καθρέφτη και εδραιώνεται στην ηλικία 3-5 ετών ως αντίβαρο στη χαρά του παιχνιδιού, της προσωπικής έκφρασης και της αυθόρμητης πρωτοβουλίας.

Συνεπικουρεί ή καταρρακώνει την αγάπη, τον έρωτα, την κοινωνική δράση, την ηθική. Προκαλεί κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση, άγχος, αλλά συνέχει τα μέλη μιας κοινότητας και αποτρέπει τις παρεκκλίσεις.

Αδελφή του πόθου, του φόβου, του διλήμματος, της νεύρωσης, της τραγικότητας. Νέμεσις με τη μορφή Ερινύας, χαρακτηριστικό ανθρώπων με πάθη και ορμή. Αριστουργήματα λογοτεχνικά γράφτηκαν, για να την εξυφάνουν, περιγράψουν, ερμηνεύσουν και σίγουρα ο καθείς κουβαλά μια Αντιγόνη μέσα του, που αναρωτιέται αν θα υπακούσει στον Θείο ή ανθρώπινο νόμο.

Η απουσία της δημιουργεί αναλγησία, αμοραλισμό, αντικοινωνικές προσωπικότητες, δολοφόνους κατά συρροή, ευδαιμονισμό, ηδονισμό. Όλοι οι μηχανισμοί άμυνας επιστρατεύονται, για να την καταπνίξουν, θεωρίες ανακατασκευάζονται, δικαιολογίες και επιχειρήματα εφευρίσκονται. Κι όμως αυτή βλοσυρή, αδέκαστη και αμείλικτη συμπορεύεται, αναζητώντας εξιλαστήρια θύματα και ποινές χωρίς συγκατάβαση..

Διαφέρει πολιτισμικά. Στις δυτικές ατομοκεντρικές κοινωνίες ακούγεται ως εσωτερική φωνή και στην ανατολική φιλοσοφία ως κοινωνικός έλεγχος και απομάκρυνση από την ομάδα ή τους θεϊκούς στόχους. Συσχετίζεται με αξίες, νόρμες, παραδόσεις. Η ζωή χωρίς αυτήν θα ήταν απαλή, αν οι ανθρώπινες δράσεις δεν ήταν ανταγωνιστικές. Πρόκειται για ένα από τα ζοφερότερα συναισθήματα: Την ενοχή.

Κι αν, κατά την ψυχανάλυση, η πρώτη της εκδήλωση εδράζεται στον έρωτα προς το γονέα του αντιθέτου φύλου, κατά την ενήλικη ζωή επεκτείνεται σε κάθε έκφανση. Για όσα πράξαμε πληγώνοντας άλλους, για εκείνα που δεν κάναμε, για ενέργειες κάποιων, που δεν αποτρέψαμε, για σκέψεις άνομες και παρορμήσεις μη επιθυμητές. Οι τελειοθήρες πιστεύουν πως δεν έκαναν αρκετά, όσοι διαθέτουν ανελαστικό υπερεγώ, ότι κάθε τι είναι λάθος, όσοι ασπάζονται το σχετικισμό χάνονται μέσα στους κανόνες, που οι ίδιοι μεταβάλλουν, ανάλογα με την περίσταση..

Η σκιά της απειλεί όσους διασώθηκαν από ατυχήματα, εκείνους, που επεβίωσαν, ενώ άλλοι δεν τα κατάφεραν. Ο φόρος της βαρύς για τις μητέρες, που μόλις γέννησαν και δεν πλημμύρισαν από συναισθήματα ευφορίας για το βρέφος: Λογισμοί αποτροπιαστικοί, ενάντιοι στις προσδοκίες, που αργότερα θα μεταλλαχθούν σε υπερπροστατευτικότητα ή σε κατάθλιψη. Η γυναικεία φύση συνώνυμη της ενοχής ανά τους αιώνες, φορτώθηκε τα αιτήματα για αγνότητα, σεμνοτυφία, πορνεία, πανάκεια. Ακόμα και στην κακοποίηση, το μαζοχισμό, την ταπείνωση, το αδηφάγο πρόσωπό της παρίσταται αμετάκλητο: Αξίζω την τιμωρία, τον εξευτελισμό, τον πόνο.

Κατά τη γνωστική ψυχολογία η ενοχή προκαλείται από αυτόματες σκέψεις, που καταλογίζουν ευθύνες, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο είναι παράλογο. Ανδρώνεται μέσα από φαύλους κύκλους συλλογιστικής. που χρεώνουν, προσωποποιούν, μεγεθύνουν το αρνητικό και ελαχιστοποιούν το θετικό. Αν εκπορεύεται από τον κρυφό εαυτό και συνδυάζεται με την αυτόνομη ηθική, εκλαμβάνει υπαρξιακές διαστάσεις. Αν όμως, αναμιχθεί με κοινωνικό έλεγχο, μετατρέπεται σε ντροπή, καταισχύνη, όνειδος, διαπόμπευση.

Όσοι ονειρεύονται έλεγχο των μαζών την έχουν αναγάγει σε όπλο προπαγάνδας, για να καταστείλουν, να ψέξουν, να καθηλώσουν, να υποτάξουν: ´Εσείς φταίτε για την κρίση. Η οικονομική δυσπραγία σας αξίζει. Μαζί τα φάγαμε ´ Εφόσον είσαι άνεργος, δεν έχεις δικαίωμα να λέγεσαι καλός πατέρας, αφού δεν φέρνεις πόρους στην οικογένεια

Το σχολείο και οι γονείς, το σύστημα εκπαιδεύουν σε αυτήν από νωρίς, για να αποφύγουν πρωτοβουλίες, καινοτομίες, ρίσκα και για να βεβαιωθούν πως οι σύννομες ή αποδεκτές συμπεριφορές θα ακολουθηθούν: ' Άλλη μια μπουκιά για το μπαμπά, τη μαμά, το Χριστούλη ´ Όλη τη μέρα ακούς μουσική.. Δεν θα περάσεις στο Πανεπιστήμιο, ενώ οι φίλοι σου θα είναι φοιτητές.

Η καταναλωτική μανία εισήγαγε μορφές ενοχής, που οδηγούν σε ψυχαναγκασμό: Παραβίασες τη δίαιτα, δεν ξοδεύεις αρκετά για τα παιδιά, δεν ακολούθησες τη μόδα ή τις τάσεις της εποχής.

Η λαίλαπά της κατακυρίευσε και τους κοινωνικούς ρόλους: Δεν είσαι καλός εραστής / ερωμένη επειδή δεν είχες ΄γενναία στύση', δεν έφτασες σε οργασμό, δεν εντρύφησες στο Κάμα Σούτρα, το ταντρικό σεξ ή δεν έδωσες βάση στα λόγια των τηλεοπτικών σεξολόγων, καταδίκη επειδή είσαι ανεπαρκής σύζυγος, τύψεις για τη διάλυση μιας οικογένειας, μειονεξία γιατί παρέμεινες ψηφιακά αναλφάβητος, αρά, καθόσον δεν καταρτίστηκες αρκετά, μομφή που δεν έχεις κατάλληλες γνωριμίες, επίκριση γιατί δεν έμαθες δέκα ξένες γλώσσες. Όσο περισσότερες οι απαιτήσεις για να θεωρηθεί κάποιος ολοκληρωμένος, τόσο οι ενοχές για την ασυμβατότητα των στόχων και του προσωπικού δυναμικού θα πληθαίνουν.

Η ενοχή η συνοδοιπόρος του ανθρώπου από τη γένεσή του, τον συντροφεύει μέχρι το τέλος του βίου του. Επειδή οι ρίζες της βρίσκονται στη θνητότητα, που σε αναγκάζει να αναπολείς το αιώνιο και να συμβιβάζεσαι με το εφήμερο και επιδερμικό.

Η ανουσιότης των προσευχών που εισακούστηκαν

Οι χαμένες ψευδαισθήσεις: από την εποχή του ρομαντισμού, συνηθίζουμε να τις αντιπαρατάσσουμε στα ηρωικά όνειρα της νεότητας. Η ζωή υποτίθεται πως είναι το μοιραίο ταξίδι της ελπίδας προς την απογοήτευση, μια αιώνια εντροπία. Όμως σε αυτή την κοινοτοπία για τα χαμένα όνειρα μπορούμε να αντιπαραθέσουμε ένα άλλο μοντέλο: της τρισμακάριστης έκπληξης, των ψευδαισθήσεων που επανακτήθηκαν επειδή ο κόσμος των ονείρων, αντίθετα με τα όσα λέγονται, είναι φτωχός και ευτελής, ενώ η πραγματικότητα, μόλις αρχίσουμε να την εξερευνούμε, μας πνίγει με την αφθονία και την ποικιλομορφία της.

«Ονομάζω μέθη του πνεύματος», έλεγε ο Ρόισμπρουκ, ένας Φλαμανδός μυστικιστής της Αναγέννησης, «εκείνη την κατάσταση όπου η απόλαυση ξεπερνάει τις δυνατότητες που είχε διαβλέψει η επιθυμία».

Στην αρχή της προτεραιότητας, κατά την οποία η ζωή κρίνεται σύμφωνα με ένα πρόγραμμα, πρέπει να αντιπαραθέσουμε την αρχή της εξωτερικότητας: ο κόσμος ξεπερνάει κατά πολύ τις αναπαραστάσεις ή τις προσμονές μας, πρέπει να τις διαγράψουμε για να αρχίσουμε να τον αγαπάμε.

Ο κόσμος δεν είναι απογοητευτικός, απογοητευτικές είναι οι χίμαιρες που παραλύουν το πνεύμα μου.

Η ανουσιότης των προσευχών που εισακούστηκαν: υπάρχει κάτι το πολύ βαθύ σε αυτή τη σοφία που μας συνιστά να μη βρούμε ποτέ αυτό που αναζητούμε: «Προφυλάξτε με από αυτό που θέλω», είθε να μη ζήσω ποτέ στη Χρυσή Εποχή, στον κήπο των ευχών που εκπληρώθηκαν.

Τίποτα το πιο θλιβερό από το μέλλον όταν μοιάζει με αυτό που φανταστήκαμε.

Τι απογοήτευση όταν οι ευχές μας συμπίπτουν με αυτό που βιώνουμε, ενώ υπάρχει μία ιδιαίτερη συγκίνηση στο να βλέπουμε τις προσδοκίες μας να αλλάζουν κατεύθυνση λόγω κάποιων ιδιαίτερων συμβάντων. (Και η λογοτεχνία της ευτυχίας είναι τις περισσότερες φορές μια λογοτεχνία όπου είτε η ελπίδα διαψεύδεται, είτε – αυτό είναι ακόμα πιο συνταρακτικό – πραγματώνεται, οπότε η επιθυμία ικανοποιείται, δηλαδή σκοτώνεται.)

Η απόλαυση δεν γεννιέται τόσο από ένα πραγματοποιημένο σχέδιο, όσο από ένα σχέδιο που αλλάζει κάθε φορά που μια περιπέτεια το παρασύρει αλλού.

Ενώ η πλήξη βρίσκεται πάντα στην πλευρά της ισορροπίας, δημιουργείται μία περίσσεια χαράς από τη στιγμή που το φαντασιακό αποδείχνεται πιο φτωχό σε θαύματα από την πραγματικότητα: «Είχα να διαλέξω ανάμεσα στη σφύρα και την καμπάνα, και τώρα ομολογώ πως αυτό που ουσιαστικά εισέπραξα ήταν ο ήχος» (Βικτόρ Σεγκαλέν).

Κάθε παθιασμένη ζωή είναι ταυτόχρονα πραγμάτωση και ανατροπή, δηλαδή μια εξαίσια απογοήτευση όταν συμβαίνει εκείνο που δεν το λαχταρούσαμε και γινόμαστε ευαίσθητοι δέκτες όλων αυτών που καθιστούν τη ζωή πλούσια, φλογερή, μεθυστική.

Η καταστροφή της αυταπάτης είναι πάντα μια πόρτα ανοιχτή στα θαύματα.

Με άλλα λόγια, ίσως να μην παύουμε ποτέ να ταλαντευόμαστε ανάμεσα σε δυο βασικές στάσεις: τη στάση του εισαγγελέα που καταδικάζει τη ζωή επειδή την αξιολογεί, παίρνοντας σαν βάση μία ουτοπία ή μία προκατειλημμένη ιδέα (ο Παράδεισος, το ευτυχισμένο αύριο, η ευτυχία) και τη στάση του δικηγόρου που την υποστηρίζει και την εκθειάζει με όλες του τις δυνάμεις τόσο με τις πίκρες όσο και με τις χαρές της, είτε τον πληγώνει άγρια είτε τον χαιδεύει γλυκά.

Και όταν ο κατήγορος αναφωνεί: εξαπατήθηκα, ο συνήγορος απαντά: ευχαριστήθηκα.

Εντοπίζοντας τις αδυναμίες μας

Είμαστε απλά άνθρωποι• το γνωρίζουμε και οι δύο αυτό. Ωστόσο, πολύ συχνά προσπαθούμε να ξεγελάσουμε ο ένας τον άλλο (και τον εαυτό μας), συμπεριφερόμενοι σαν να είμαστε αήττητοι και σαν να μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα. Φυσικά και υπάρχουν κάποιες ποιότητες που θαυμάζω, όπως η ανθεκτικότητα και το σθένος. Εντούτοις, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι έχουμε και τα όριά μας. Και αν δεν γνωρίζετε ποια είναι αυτά τα όρια, μπορεί να καταλήξετε να μπλέξετε σε κάτι που δεν θέλετε.

Ήρωας είναι αυτός που, παρά τις αδυναμίες, την αμφιβολία ή το γεγονός ότι δεν γνωρίζει όλες τις απαντήσεις, προχωρά μπροστά παρ’ όλα αυτά.” -Christopher Reeve

Χρειάζεται να γνωρίσετε σε βάθος τον εαυτό σας

Είναι σημαντικό να γίνετε ο «ειδικός του εαυτού σας», όπως προτιμώ να το λέω. Το να γίνετε αυτό σημαίνει ότι γνωρίζετε ποιοι είστε. Γνωρίζετε τι είναι αυτό που σας χαρακτηρίζει και έχετε τελειοποιήσει αυτό το «εργαλείο», μαθαίνοντας όλα όσα μπορείτε για ό,τι αφορά σε εσάς. Μέρος αυτού του έργου είναι και η αντίληψη των αδυναμιών σας.

Μπορεί να νομίζετε ότι δεν έχετε αδυναμίες. Αλλά όλοι έχουμε κάτι που εμποδίζει ορισμένες φορές τις προσπάθειές μας, είτε αυτό είναι καριέρα, είτε οικογενειακή ζωή ή κάτι άλλο. Μελετώντας ενδελεχώς τις πράξεις σας, υπολογίζοντας την επίδοσή σας, τα αποτελέσματα, την ανατροφοδότηση που λαμβάνετε από άλλους και πολλές άλλες σκέψεις – μπορείτε να ανακαλύψετε ποιες είναι αυτές οι αδυναμίες και να κάνετε κάτι γι’ αυτές.

Τι συμβαίνει όμως αν δεν είστε ειδικοί του εαυτού σας; Αν δεν γνωρίζετε ποιες είναι οι αδυναμίες σας εξαρχής; Είναι πιθανό να καταλήξετε με ένα αυτό – επιβαλλόμενο εμπόδιο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την υπόληψή σας, να αφήσει μια κακή εντύπωση από το βιογραφικό σας ή να επηρεάσει μια σχέση σας, οπότε δεν είναι κάτι που θα θέλατε να αφήσετε να εξελιχθεί.

Δεν χρειάζεται να «μπαλώσετε» τις αδυναμίες σας

Υπάρχουν τόσα παραδείγματα ανθρώπων που προσπαθούσαν ακατάπαυστα να βελτιώσουν τις αδυναμίες τους, όπως την αντικοινωνικότητά τους, την τάση να ενθουσιάζονται υπερβολικά και να βιάζονται σε projects. Μπορεί να ξοδέψετε όσο χρόνο θέλετε, προσπαθώντας, αλλά ποτέ δεν θα καταφέρετε τόσο πολύ να «διορθώσετε» μια αδυναμία σας.

Επομένως, τι ακριβώς προτείνω; Φαίνεται ότι αυτό στο οποίο έχω καταλήξει είναι αυτό που ακολουθούν και όλοι οι επιτυχημένοι άνθρωποι που έχω γνωρίσει μέχρι τώρα.

Αντισταθμίστε τις αδυναμίες σας, εστιάζοντας στα δυνατά σας σημεία

Όλοι μας, λοιπόν, έχουμε ορισμένα σημεία, στα οποία είμαστε αδύναμοι. Αλλά πώς προσεγγίζουμε αυτές τις αδυναμίες; Πώς επιδιορθώνετε μια αδυναμία, αν δεν εργαστείτε ενεργά για τη βελτίωσή της;

Για να «επιδιορθώσετε» τη μεγαλύτερη αδυναμία σας, χρειάζεται να σχεδιάσετε τη ζωή σας, την επιχείρησή σας και την εργασιακή ροή με έναν τρόπο που να απενεργοποιεί εκείνες τις αδυναμίες, προβάλλοντας περισσότερο τα δυνατά σας σημεία. Φέρνοντας στην επιφάνεια θετικές σας, ισχυρές ιδιότητες, εκεί που είστε περισσότερο αδύναμοι, μπορείτε να δημιουργήσετε μια άμεση στροφή στην ποιότητα της ζωής σας και στα αποτελέσματα.

Με αυτό τον τρόπο, δεν θα καλύψετε μόνο τις αδυναμίες σας, αλλά θα είστε και σε θέση να επιτρέψετε στα δυνατά σας σημεία να ανθίσουν και να νιώσετε ότι όντως συνεισφέρουν σε αυτό που κάνετε.

ARTHUR SCHOPENHAUER: Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακρι­βώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου

Κάθε προικισμένος άνθρωπος, κάθε άνθρωπος που δεν ανήκει στα θλιβερά 5/6 της ανθρωπότητας που είναι εκ φύσεως μειονεκτικά, όταν περάσει τα σαράντα είναι δύσκολο να μη δείξει κάποια στοιχεία μισανθρωπισμού. Γιατί κρίνοντας απ’ τον εαυτό του, έχει καταλήξει στα συμπεράσματά του σχετικά με τους άλλους κι έχει ανα­καλύψει πως σε ό,τι αφορά το κεφάλι αλλά και την καρ­διά, πολλές φορές μάλιστα και τα δύο, έχει φτάσει σ’ ένα επίπεδο που οι άλλοι αδυνατούν να φτάσουν, γι’ αυτό και αποφεύγει την οποιαδήποτε σχέση μαζί τους. Για τον ίδιο λόγο, ο καθένας αγαπάει ή μισεί τη μοναξιά του, με άλλα λόγια την παρέα με τον εαυτό του, ανάλογα με το πόσο αξίζει ο ίδιος.

Όταν είμαστε νέοι, ό,τι και να μας λένε οι άλλοι, θεωρούμε πως η ζωή είναι ατέλειωτη και χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας απερίσκεπτα -όσο μεγαλώνουμε όμως, αρχίζουμε να κάνουμε οικονομία. Γιατί προς τα τέλη της ζωής μας, κάθε μέρα που ζούμε μας προκαλεί μια αίσθηση που μοιάζει μ’ αυτήν που έχει σε κάθε του βήμα ο εγκληματίας, όταν τον πάνε στο ικρίωμα.

Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο λιγότερα γεγονότα μάς φαίνονται σημαντικά, ή αρκετά σπουδαία, για να θέλουμε να τα θυμόμαστε αργότερα, να τα κρατήσουμε δηλαδή σταθερά στη μνήμη μας: γι’ αυτό και μόλις περάσουν, τα ξεχνάμε. Περνάει λοιπόν ο χρόνος έτσι, χωρίς ν’ αφήνει ίχνη.

Όσο μεγαλώνουμε, ζούμε με όλο και λιγότερη συνείδηση. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται χωρίς να μας κάνουν εντύπωση· σαν ένα έργο τέχνης που το έχουμε δει χιλιάδες φορές: κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και μετά δεν ξέρουμε αν το έχουμε κάνει ή όχι. Και καθώς η ζωή γίνεται όλο και πιο ασυναίσθητη, επιταχύνεται και η γενικότερη ασυνειδησία, οπότε η ζωή περνάει όλο και πιο γρήγορα.

Γενικά μπορεί να πει κανείς, ότι τα πρώτα σαράντα χρό­νια της ζωής μάς δίνουν το κείμενο, τα επόμενα τριάντα τα σχόλια πάνω στο κείμενο, τα οποία μας επιτρέπουν να καταλάβουμε για πρώτη φορά σωστά το νόημα, τις ανα­φορές, τα ηθικά διδάγματα και τις λεπτές έννοιες του κει­μένου.

Προς τα τέλη της ζωής, συμβαίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που γίνεται στο τέλος ενός χορού μεταμφιεσμένων: πέφτουν οι μάσκες. Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακρι­βώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου. Γιατί τότε βγαίνουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων πραγ­ματικά στο φως, οι πράξεις έχουν επιτέλους καρποφορή­σει, τα επιτεύγματα έχουν σωστά εκτιμηθεί και καθετί το ψεύτικο έχει γκρεμιστεί.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γενικά, και ανεξάρτητα από τις επιμέρους συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες, η νιότη χαρακτηρίζεται από μια κάποια μελαγχολία και θλίψη, ενώ τα γηρατειά αντίθετα χαρακτηρίζονται από μια σχε­τική ευθυμία: και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι άλλος απ’ το γεγονός ότι ο νέος υπηρετεί δουλικά τον δαίμονα εκείνο, που δεν τον αφήνει ούτε στιγμή ήσυχο.

Στο ίδιο αίτιο μπορεί να αποδοθεί σχεδόν κάθε δυστυχία που καταδυνα­στεύει ή απειλεί τον άνθρωπο. Ο ηλικιωμένος όμως είναι χαρούμενος και γαλήνιος, μοιάζει με κάποιον που μετά από πολλά χρόνια έχει απαλλαγεί από τα δεσμά του και κινείται πια ελεύθερα. Από την άλλη μεριά ωστόσο πρέ­πει να ειπωθεί ότι, όταν σβήνει το σεξουαλικό ένστικτο, χάνεται ο πραγματικός πυρήνας της ζωής, και το μόνο που μένει είναι το κέλυφος· η ζωή δηλαδή μοιάζει με μια κωμωδία, που ξεκινάει με κανονικούς ηθοποιούς και μετά συνεχίζει να παίζεται μέχρι το τέλος από κούκλες που έχουν φορέσει τα ρούχα των ανθρώπων.

Arthur Schopenhauer, Η τέχνη να επιβιώνεις

Ερευνητές αποκάλυψαν κρυμμένες – μέχρι πρότινος – μαγνητικές δομές σε «καθαρό» αντισιδηρομαγνητικό υλικό

«Ενδιαφέρον αλλά άχρηστο», έτσι περιέγραψε ο Louis Néel τους αντισιδηρομαγνήτες, υλικά των οποίων η ανακάλυψη του χάρισε το 1970 το βραβείο Nobel στη Φυσική. Κάνοντας ένα άλμα εμπρός κατά 50 χρόνια, τα υλικά αυτά βρίσκονται να αποτελούν τάση να χρησιμοποιούνται μεταξύ των φυσικών συμπυκνωμένης ύλης, που εξερευνούν τη χρήση τους στην επόμενη γενιά συσκευών επεξεργασίας της πληροφορίας και αποθήκευσης. Όμως για να γίνει το βήμα από άχρηστα σε χρήσιμα υλικά, πολλά άγνωστα ακόμη χρειάζεται να αποκαλυφθούν. Πρόσφατα, ο Martin Wörnle και οι συνεργάτες του στο Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας (Eidgenössische Technische Hochschule ή ETH) στη Ζυρίχη έλυσε ένα από αυτά τα μυστήρια: πώς τα σπιν σε ένα «καθαρό» αντισηδιρομαγνητικό υλικό – ένα υλικό όπου τα σπιν μπορούν να δείχνουν μόνο είτε επάνω είτε κάτω – περιστρέφονται μεταξύ των (μαγνητικών) περιοχών.

Η ομάδα χρησιμοποίησε μια τεχνική μαγνητομετρίας νανοκλίμακας (nanoscale scanning diamond magnetometry), η οποία μπορεί να μετρήσει μαγνητικά πεδία μόλις λίγα μικροτέσλα με χωρική ανάλυση λιγότερο από 50 nm, για να χαρτογραφήσουν τα διαφεύγοντα μαγνητικά πεδία σε διάφορα δείγματα οξειδίου του χρωμίου. Τα διαφεύγοντα μαγνητικά πεδία είναι πεδία που προεξέχουν από ένα υλικό και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να βρεθεί ο προσανατολισμός των σπιν στο εσωτερικό των διεπαφών των υποπλεγμάτων μαγνήτισης.

Ο Wörnle και οι συνεργάτες του παρατήρησαν δυο τύπους διεπαφών υποπλεγμάτων: Στις τύπου Bloch, οι διευθύνσεις των σπιν περιστρέφονται ομαλά στο επίπεδο της διεπαφής, περνώντας το μεσαίο σημείο στο κέντρο του υποπλέγματος. Στις τύπου Néel διεπαφές, η διεύθυνση των σπιν είναι κάθετη σε αυτές και τα σπιν έχουν μια χειραλική περιστροφή. Τα περισσότερα δείγματα περιείχαν την ενεργειακά προνομοιούχα διεπαφή τύπου Bloch, η οποία έχει μικρότερα διαφεύγοντα μαγνητικά πεδία. Άλλοι ερευνητές έχουν συλλάβει παρόμοιες εικόνες για αντισιδηρομαγνήτες στους οποίους τα σπιν μπορούν να δείχνουν σε περισσότερες από δυο διευθύνσεις, όμως η ομάδα σημειώνει ότι αυτές είναι οι πρώτες εικόνες για έναν όγκο δειγμάτων καθαρού αντισιδηρομαγνήτη.

Λογική: Ο Νόμος της Μη Αντίφασης

Χωρίς τη λογική, ο συλλογισμός είναι άχρηστος.
Μ’ αυτή, μπορείς να κερδίσεις σε διαμάχες και να αποξενώσεις πλήθη.


Ας ξεκινήσουμε με ένα κλασικό ανέκδοτο που βασίζεται στην Αριστοτελική λογική.

Ένας ραβίνος προεδρεύει σε μια δίκη στο χωριό του. Ο Σμούελ σηκώνεται και απευθύνεται στο δικαστήριο, λέγοντας: «Ραβίνε, ο Ιτζάκ περνά τα πρόβατά του από τη γη μου κάθε μέρα και καταστρέφει τα σπαρτά μου. Είναι δική μου η γη. Δεν είναι δίκαιο».
Ο Ραβίνος λέει: «Έχεις δίκιο!»
Αλλά τότε σηκώνεται ο Ιτζάκ και λέει: «Μα Ραβίνε, η γη του είναι ο μόνος δρόμος από τον οποίο μπορούν τα πρόβατά μου να περάσουν για να πιουν νερό από τη λίμνη. Χωρίς αυτό θα πεθάνουν. Για αιώνες, κάθε βοσκός είχε το δικαίωμα να περνά από τη γη που περιβάλλει τη λίμνη, το ίδιο δικαίωμα πρέπει να έχω και εγώ».
Και ο Ραβίνος λέει: «Έχεις δίκιο!»
Η καθαρίστρια, η οποία τα άκουσε όλα αυτά, λέει στο Ραβίνι: «Μα Ραβίνε, δεν μπορούν και οι δύο να έχουν δίκιο!»
Και ο Ραβίνος απαντά: «Έχεις δίκιο!»

Η καθαρίστρια έχει πληροφορήσει το Ραβίνο ότι παραβίασε το Νόμο της Μη Αντίφασης του Αριστοτέλη, Ο Νόμος της Μη Αντίφασης λέει ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι έτσι και συγχρόνως να μην είναι έτσι.

ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (1.15.1-1.17.4)

[1.15.1] Τοιαῦτα ἔπασχε, τοιαῦτα ἔλεγεν, ἐπιζητοῦσα ‹τὸ› τοῦ ἔρωτος ὄνομα. Δόρκων δὲ ὁ βουκόλος, ὁ τὸν Δάφνιν ἐκ τοῦ σιροῦ καὶ τὸν τράγον ἀνιμησάμενος, ἀρτιγένειος μειρακίσκος καὶ εἰδὼς ἔρωτος καὶ τὰ ἔργα καὶ τὰ ὀνόματα εὐθὺς μὲν ἐπ᾽ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐρωτικῶς τῆς Χλόης διετέθη, πλειόνων δὲ διαγενομένων μᾶλλον τὴν ψυχὴν ἐξεπυρσεύθη καὶ τοῦ Δάφνιδος ὡς παιδὸς καταφρονήσας ἔγνω κατεργάσασθαι δώροις ἢ βίᾳ. [1.15.2] Τὰ μὲν δὴ πρῶτα δῶρα αὐτοῖς ἐκόμισε, τῷ μὲν σύριγγα βουκολικήν, καλάμους ἐννέα χαλκῷ δεδεμένους ἀντὶ κηροῦ, τῇ δὲ νεβρίδα βακχικήν, καὶ αὐτῇ τὸ τρίχωμα ἦν ὥσπερ γεγραμμένον χρώμασιν. [1.15.3] Ἐντεῦθεν δὲ φίλος νομιζόμενος τοῦ μὲν Δάφνιδος ἠμέλει κατ᾽ ὀλίγον, τῇ Χλόῃ δὲ ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν ἐπέφερεν ἢ τυρὸν ἁπαλὸν ἢ στέφανον ἀνθηρὸν ἢ μῆλον ὡραῖον· ἐκόμισε δέ ποτε αὐτῇ καὶ μόσχον ἀρτιγέννητον καὶ κισσύβιον διάχρυσον καὶ ὀρνίθων ὀρείων νεοττούς. Ἡ δὲ ἄπειρος οὖσα τέχνης ἐραστοῦ, λαμβάνουσα μὲν τὰ δῶρα ἔχαιρε, μᾶλλον δὲ ἔχαιρεν ὅτι Δάφνιδι εἶχεν αὐτὴ χαρίζεσθαι. [1.15.4] Καὶ —ἔδει γὰρ ἤδη καὶ Δάφνιν γνῶναι τὰ ἔρωτος ἔργα— γίνεταί ποτε τῷ Δόρκωνι πρὸς αὐτὸν ὑπὲρ κάλλους ἔρις, καὶ ἐδίκαζε μὲν Χλόη, ἔκειτο δὲ ἆθλον τῷ νικήσαντι φιλῆσαι Χλόην. Δόρκων δὲ πρότερος ὧδε ἔλεγεν·
[1.16.1] «Ἐγώ, παρθένε, μείζων εἰμὶ Δάφνιδος, καὶ ἐγὼ μὲν βουκόλος, ὁ δ᾽ αἰπόλος· τοσοῦτον ‹ἐγὼ› κρείττων ὅσον αἰγῶν βόες· καὶ λευκός εἰμι ὡς γάλα, καὶ πυρρὸς ὡς θέρος μέλλον ἀμᾶσθαι, καὶ ἔθρεψε μήτηρ, οὐ θηρίον. [1.16.2] Οὗτος δέ ἐστι μικρὸς καὶ ἀγένειος ὡς γυνή, καὶ μέλας ὡς λύκος· νέμει δὲ τράγους, ὀδω‹δὼς ἀπ᾽ αὐτῶν› δεινόν, καὶ ἔστι πένης ὡς μηδὲ κύνα τρέφειν. Εἰ δέ, ὡς λέγουσι, καὶ αἲξ αὐτῷ γάλα δέδωκεν, οὐδὲν ἐρίφων διαφέρει.» [1.16.3] Ταῦτα καὶ τοιαῦτα ὁ Δόρκων καὶ μετὰ ταῦτα ὁ Δάφνις· «Ἐμὲ αἲξ ἀνέθρεψεν ὥσπερ τὸν Δία· νέμω δὲ τράγους τῶν τούτου βοῶν μείζονας· ὄζω δὲ οὐδὲν ἀπ᾽ αὐτῶν, ὅτι μηδὲ ὁ Πάν, καίτοι γε ὢν τὸ πλέον τράγος. [1.16.4] Ἀρκεῖ δέ μοι ὁ τυρὸς καὶ ἄρτος ὀβελίας καὶ οἶνος λευκός, ὅσα ἀγροίκων πλουσίων κτήματα. Ἀγένειός εἰμι, καὶ γὰρ ὁ Διόνυσος· μέλας, καὶ γὰρ ὁ ὑάκινθος· ἀλλὰ κρείττων καὶ ὁ Διόνυσος Σατύρων ‹καὶ› ὁ ὑάκινθος κρίνων. [1.16.5] Οὗτος δὲ καὶ πυρρὸς ὡς ἀλώπηξ καὶ προγένειος ὡς τράγος καὶ λευκὸς ὡς ἐξ ἄστεος γυνή· κἂν δέῃ σε φιλεῖν, ἐμοῦ μὲν φιλεῖς τὸ στόμα, τούτου δὲ τὰς ἐπὶ τοῦ γενείου τρίχας. Μέμνησο δέ, ὦ παρθένε, ὅτι ‹καὶ› σὲ ποίμνιον ἔθρεψεν, ἀλλὰ καὶ εἶ καλή.»
[1.17.1] Οὐκέθ᾽ ἡ Χλόη περιέμεινεν, ἀλλὰ τὰ μὲν ἡσθεῖσα τῷ ἐγκωμίῳ, τὰ δὲ πάλαι ποθοῦσα φιλῆσαι Δάφνιν, ἀναπηδήσασα αὐτὸν ἐφίλησεν, ἀδίδακτον μὲν καὶ ἄτεχνον, πάνυ δὲ ψυχὴν θερμᾶναι δυνάμενον. [1.17.2] Δόρκων μὲν οὖν ἀλγήσας ἀπέδραμε, ζητῶν ἄλλην ὁδὸν ἔρωτος· Δάφνις δέ, ὥσπερ οὐ φιληθείς, ἀλλὰ δηχθείς, σκυθρωπός τις εὐθὺς ἦν καὶ πολλάκις ἐψύχετο καὶ τὴν καρδίαν παλλομένην κατεῖχε, καὶ βλέπειν μὲν ἤθελε τὴν Χλόην, βλέπων δ᾽ ἐρυθήματι ἐπίμπλατο. [1.17.3] Τότε πρῶτον καὶ τὴν κόμην αὐτῆς ἐθαύμασεν ὅτι ξανθή, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ὅτι μεγάλοι καθάπερ βοός, καὶ τὸ πρόσωπον ὅτι λευκότερον ἀληθῶς καὶ τοῦ τῶν αἰγῶν γάλακτος, ὥσπερ τότε πρῶτον ὀφθαλμοὺς κτησάμενος, τὸν δὲ πρότερον χρόνον πεπηρωμένος. [1.17.4] Οὔτε οὖν τροφὴν προσεφέρετο πλὴν ὅσον ἀπογεύσασθαι· καὶ ποτόν, εἴ ποτε ἐβιάσθη, μέχρι τοῦ [ἂν] διαβρέξαι τὸ στόμα προσεφέρετο. Σιωπηλὸς ἦν ὁ πρότερον τῶν ἀκρίδων λαλίστερος, ἀργὸς ὁ περιττότερα τῶν αἰγῶν κινούμενος. Ἠμέλητο καὶ ἡ ἀγέλη· ἔρριπτο καὶ ἡ σῦριγξ· χλωρότερον τὸ πρόσωπον ἦν πόας θερινῆς. Εἰς μόνην Χλόην ἐγίνετο λάλος· καὶ εἴ ποτε μόνος ἀπ᾽ αὐτῆς ἐγένετο, τοιαῦτα πρὸς αὑτὸν ἀπελήρει·

***
[1.15.1] Τέτοια τα βάσανά της, τέτοια τα λόγια της καθώς αποζητούσε του έρωτα τ᾽ όνομα. Στο μεταξύ ο Δόρκων, ο γελαδάρης που είχε ανεβάσει τον Δάφνη και τον τράγο από το λάκκο —παλικαράκι που είχε αρχίσει να βγάζει γένια κι ήξερε και τα ονόματα και τα καμώματα του έρωτα— είχε ερωτευτεί τη Χλόη ευθύς από κείνη τη μέρα, και με κάθε μέρα που περνούσε φλογιζόταν όλο και παραπάνω η καρδιά του. Τον Δάφνη δεν τον λογάριαζε, θεωρώντας τον παιδί, κι ήταν αποφασισμένος να πετύχει το σκοπό του είτε με το καλό είτε με το ζόρι. [1.15.2] Στην αρχή λοιπόν τους έφερε δώρα: στον Δάφνη μια φλογέρα γελαδάρη, που ᾽χε εννιά καλάμια δεμένα με χαλκό αντί για κερί· και στη Χλόη μια προβιά από ελάφι σαν αυτές που φοράν οι Βάκχες, με χρώματα σα ζωγραφιστά. [1.15.3] Ύστερα απ᾽ αυτό τον νόμιζαν φίλο τους. Εκείνος ωστόσο άρχισε λίγο-λίγο να δείχνει αδιαφορία για τον Δάφνη, ενώ στη Χλόη έφερνε κάθε μέρα πότε ένα τρυφερό τυρί, πότε ένα στεφάνι από λουλούδια, πότε ένα καλογινωμένο μήλο. Μια φορά μάλιστα της έφερε κι ένα νιογέννητο μοσχαράκι, ένα χρυσωμένο κύπελλο και μικρά πουλάκια του βουνού. Η Χλόη, αμάθητη από ερωτικά τερτίπια, χαιρόταν παίρνοντας τα δώρα, κι ακόμα περισσότερο χαιρόταν γιατί έτσι μπορούσε να κάνει η ίδια δώρα στον Δάφνη. [1.15.4] Κάποτε λοιπόν —γιατί έπρεπε πια να μάθει κι αυτός του έρωτα τα καμώματα— έβαλε στοίχημα ο Δάφνης με τον Δόρκωνα, ποιός από τους δυο ήταν πιο ωραίος. Κριτής ήταν η Χλόη, και το βραβείο του νικητή θα ᾽ταν ένα φιλί της. Πρώτος μίλησε ο Δόρκων με τ᾽ ακόλουθα λόγια:
[1.16.1] «Εγώ, κοπέλα μου, είμαι πιο ψηλός από τον Δάφνη. Έπειτα είμαι γελαδάρης ενώ αυτός είναι γιδάς, γι᾽ αυτό και αξίζω τόσο περισσότερο από κείνον, όσο οι αγελάδες από τις γίδες. Άλλωστε είμαι άσπρος σαν το γάλα και πυρρόξανθος σαν το σπαρτό πριν απ᾽ το θέρος, και μ᾽ έθρεψε μάνα — όχι ζώο. [1.16.2] Ενώ τούτος δω είναι κοντός, σπανός σα γυναίκα και μαυριδερός σα λύκος. Κι ακόμα, από το να βόσκει τράγους βρομάει φριχτά τραγίλα, κι είναι και τόσο φτωχός που μήτε σκύλο δεν έχει να ταΐσει. Κι αν, όπως λένε, γίδα είναι που τον βύζαξε, καμιά διαφορά δεν έχει από τα γίδια». [1.16.3] Αυτά κι άλλα παρόμοια είπε ο Δόρκων. Ύστερα μίλησε ο Δάφνης: «Εμένα μ᾽ έθρεψε γίδα, όπως ακριβώς και τον Δία, και βόσκω τράγους πιο μεγάλους από τουτουνού τις αγελάδες. Και καθόλου δε βρομάω από δαύτους, αφού μήτε ο Παν βρομάει, που είναι πιότερο τράγος από άνθρωπος. [1.16.4] Μου φτάνει το τυρί και το ψωμί της σούβλας και τ᾽ άσπρο κρασί — ό,τι έχουν οι πλούσιοι χωριανοί. Γένια δεν έχω, αλλά μήπως έχει ο Διόνυσος; Μελαχρινός είμαι, αλλά μήπως δεν είναι κι ο υάκινθος; Κι όμως ο Διόνυσος ξεπερνάει τους Σατύρους, κι ο υάκινθος τα κρίνα. [1.16.5] Τούτος δω είναι κοκκινοτρίχης σαν αλεπού, μουσάτος σαν τράγος κι άσπρος σαν τις γυναίκες της πόλης. Κι αν είναι φιλί να δώσεις, σε μένα θα φιλήσεις στόμα, ενώ σ᾽ αυτόν τις τρίχες του γενιού. Και θυμήσου, κοπέλα, ότι και σένα προβατίνα σ᾽ έθρεψε — κι όμως είσαι ωραία».
[1.17.1] Πιο πολύ δεν ήθελε η Χλόη. Ευχαριστημένη με τον καλό λόγο —χώρια που από καιρό ποθούσε να φιλήσει τον Δάφνη— πετάχτηκε και του ᾽δωσε ένα φιλί δίχως βέβαια πείρα και τέχνη, αλλά τέτοιο που ν᾽ ανάβει τα σωθικά. [1.17.2] Ο Δόρκων έφυγε πονεμένος, αποζητώντας άλλον τρόπο για να ικανοποιήσει τον έρωτά του. Ο Δάφνης ωστόσο, σα να μην είχε πάρει φιλί αλλά δαγκωματιά, σκυθρώπασεν ευθύς. Από τότε ένιωθε συχνά ρίγος, κι έβαζε το χέρι στην καρδιά του που χτυπούσε. Ήθελε να βλέπει τη Χλόη, συνάμα όμως γινόταν κατακόκκινος όταν την έβλεπε. [1.17.3] Τότε πρωτοάρχισε να θαυμάζει τα μαλλιά της γιατί ήταν ξανθά, τα μάτια της γιατί ήταν μεγάλα σαν της αγελάδας, το πρόσωπό της γιατί ήταν στ᾽ αλήθεια πιο άσπρο κι από το κατσικίσιο γάλα — λες και, τυφλός ως τότε, για πρώτη φορά αποχτούσε μάτια. [1.17.4] Μόλις που γευόταν πια το φαγητό· όσο για πιοτό, με το ζόρι έβρεχε τα χείλια του. Έγινε αμίλητος, αυτός που πρωτύτερα φλυαρούσε κι από τα τριζόνια πιο πολύ· αργοκίνητος, αυτός που ήταν πιο πηδηχτός κι από τα γίδια. Άρχισε να παραμελεί το κοπάδι, πέταξε τη φλογέρα, το δέρμα του έγινε πιο χλωμό κι από το χορτάρι του καλοκαιριού. Μονάχα με τη Χλόη γινόταν ομιλητικός. Κι όποτε πάλι λάχαινε να βρεθεί μακριά της μονολογούσε με τέτοια λόγια:

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ - Σαμία (2-3)

(desunt uersus fere xx)
30 [. . . ]α[. . . .]κ[. .].
[ . . . ].φέροντ᾽ ἰδὼν
[ . . .]αὐτὸς προσετίθην πανταχοῦ
[ . . .]ησθε πρὸς τὸν γείτονα
[ . . . ]συνθλάσας τὸ σημεῖον σφόδρα·
35 φ]ιλανθρώπως δὲ πρὸς τὴν τοῦ πατρὸς
Σαμί]αν διέκειθ᾽ ἡ τῆς κόρης μήτηρ, τά τε
πλεῖ]στ᾽ ἦν παρ᾽ αὐταῖς ἥδε καὶ πάλιν ποτὲ
αὕτ]η παρ᾽ ἡμῖν. ἐξ ἀγροῦ δὴ καταδραμὼν
ὑπὸ νύ]κτα γ᾽ εἰς Ἀδώνι᾽ αὐτὰς κατέλαβον
40 συνη]γμένας ἐνθάδε πρὸς ἡμᾶς μετά τινων
ἄλλω]ν γυναικῶν· τῆς δ᾽ ἑορτῆς παιδιὰν
πολλὴ]ν ἐχούσης οἷον εἰκός, συμπαρὼν
ἐγιν]όμην, οἴμοι, θεατής· ἀγρυπνίαν
ὁ θ]όρυβος αὐτῶν ἐνεπόει γάρ μοι τινά·
45 ἐπὶ] τὸ τέγος κήπους γὰρ ἀνέφερόν τινας,
ὠρχο]ῦντ᾽, ἐπαννύχιζον ἐσκεδασμέναι.
ὀκν]ῶ λέγειν τὰ λοίπ᾽, ἴσως αἰσχύνομαι·
ἄλλ᾽]οὐδὲν ὄφελός ἐσθ᾽· ὅμως αἰσχύνομαι.
ἐκύ]ησεν ἡ παῖς· τοῦτο γὰρ φράσας λέγω
50 καὶ τ]ὴν πρὸ τούτου πρᾶξιν. οὐκ ἠρνησάμην
τὴν] αἰτίαν σχών, ἀλλὰ πρότερος ἐνέτυχον
τῇ] μητρὶ τῆς κόρης, ὑπεσχόμην γαμεῖν
τοίν]υν, ἐπὰν ἔλθῃ ποθ᾽ ὁ πατήρ· ὤμοσα.
τὸ π]αιδίον γενόμενον εἴληφ᾽ οὐ πάλαι.
55 ἀπὸ] ταὐτομάτου δὲ συμβέβηκε καὶ μάλα
[…]ν ἡ Χρυσὶς —καλοῦμεν τοῦτο γὰρ
αὐτὴν— [ . . .] . [.]. . . ] νον εὖ πάλαι
(desunt uersus fere xxii)

***
[Ο πατέρας με τον γείτονα λείπουν μήνες
τώρα σε ταξίδι. Εμένα άφησαν να φροντίζω,
όχι μόνο το δικό μας σπίτι αλλά και του γείτονα,
που έχει γυναίκα και μια κόρη.
Αυτό το κάνω μ᾽ όλη μου την καρδιά και
με το παραπάνω.]
Η μητέρα της κόρης είχε καλές σχέσεις
35 με του πατέρα μου τη φίλη από τη Σάμο,
και πολύ συχνά αυτή βρισκόταν στο σπίτι τους,
όπως κι οι άλλες πότε πότε στο δικό μας.
Μια νύχτα λοιπόν γυρίζω σπίτι από το κτήμα
και τις βρίσκω μαζεμένες εδώ στο σπίτι μας
40 μαζί μ᾽ άλλες γυναίκες: γιόρταζαν τα Αδώνια,
διασκέδαζαν για τα καλά, όπως συνήθως γίνεται.
Έμεινα μαζί τους, γιατί μου άρεσε, αλίμονο, το θέαμα.
Έπειτα έκαναν θόρυβο και δεν με άφηναν να κοιμηθώ.
45 Ανέβαζαν στη στέγη γλάστρες με φυτά,
χόρευαν και ξεφάντωναν όλη τη νύχτα,
σκόρπιες σ᾽ όλο το σπίτι.
Τί έγινε κατόπιν διστάζω να σας πω,
ίσως ντρέπομαι. Αλλά τί ωφελεί; πάντως ντρέπομαι.
50 Η κοπέλα έμεινε έγκυος. Λέγοντας αυτό
λέω κι αυτό που έγινε προηγουμένως.
Δεν αρνήθηκα την ευθύνη μου, αλλά μόνος μου
πήγα στη μητέρα της και υποσχέθηκα
πως θα την πάρω, όταν γυρίσει ο πατέρας μου.
Έδωσα όρκο. Το παιδί γεννήθηκε πριν από λίγες
μέρες και το έχω πάρει στο σπίτι μας.
55 Η τύχη μας το έφερε να έχουμε τη Χρυσίδα —
έτσι τη λένε τη Σαμιώτισσα. [Αυτή ανέλαβε
να το φροντίζει, για να μη μάθει ο κόσμος ποιά
είναι η μητέρα του.]
(λείπουν περίπου 22 στίχοι)

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Πώς άλλαξε η αρχαία Ελληνική γλώσσα

10.7.6 Υποχωρεί η δοτική

Ας δούμε ακόμα μερικές αλλαγές που, και αυτές, επιβεβαιώνουν όσα είπαμε αμέσως πριν. 

Στα χρόνια της κοινής αρχίζει να περιορίζεται η χρήση της δοτικής, για να εγκαταλειφθεί βαθμιαία και να αντικατασταθεί από περιφράσεις που χρησιμοποιούν προθέσεις: εἰς, μετά + αιτιατική ή γενική. 

Έτσι η έκφραση τῷ πατρί γίνεται εἰς τὸν πατέρα και στα νέα ελληνικά στον πατέρα.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: ΙII. ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 6. Η έλευση των Ρωμαίων

6.6. Δώσε μου σημείο να σταθώ


Ο ξένος που θα αποφάσιζε να επισκεφθεί την Αθήνα στην ελληνιστική εποχή θα εκπλησσόταν από την ευτέλεια και την ερήμωση πολλών σπιτιών και την κακή ρυμοτομία. Η πόλη είχε αναπτυχθεί πριν από αιώνες με τρόπο φυσικό και δεν διέθετε τα προσχεδιασμένα οικοδομικά τετράγωνα που μπορούσε να βρει κανείς στις νεόδμητες πόλεις. Κρίνοντας από την πρώτη εντύπωση, ο ξένος θα δυσκολευόταν να πειστεί ότι αυτή είναι η δοξασμένη πόλη των Αθηναίων. Αν όμως παρατηρούσε τα δημόσια κτίρια, το θέατρο, τους ναούς και τα γυμνάσια θα καταλάβαινε καλύτερα πού βρισκόταν αποτυπωμένη η παλαιά αίγλη.

Αυτή την εντύπωση προκάλεσε η Αθήνα σε έναν περιηγητή κατά τον πρώιμο 3ο αιώνα. Ο ίδιος μάς πληροφορεί ότι οι Αθηναίοι της εποχής ξεχνούσαν την κατάσταση ανελευθερίας που τους είχε βρει με πολύωρες συζητήσεις. Όταν ιδίως παρουσιαζόταν μπροστά τους ένας επισκέπτης, τον πλησίαζαν και τον ρωτούσαν με πάθος για οτιδήποτε. Από την άλλη, ξεχνούσαν τις ελλείψεις τους με την απόλαυση των ωραίων κτιρίων που στόλιζαν την πόλη. Αυτό που κέντρισε όμως περισσότερο το ενδιαφέρον του περιηγητή ήταν το πλήθος και η ποικιλομορφία των φιλοσόφων που προσπαθούσαν να αναπαύσουν τις ανθρώπινες αγωνίες με κάθε λογής απατηλά τεχνάσματα - χόρτοι παντοθαλεῖς φιλοσόφων παντοδαπῶν, ψυχῆς ἀπάται καὶ ἀναπαύσεις γράφει, επηρεασμένος από το ύφος του σοφιστή Γοργία. Η Αθήνα ήταν η πόλη στην οποία άκμαζε πρωτίστως η φιλοσοφία.

Η νέα φιλοσοφία που αναπτύχθηκε στην Αθήνα με την ίδρυση του επικούρειου Κήπου και της ζηνώνειας Στοάς σηματοδοτούσε μια τάση επιστροφής στην προπλατωνική σκέψη, με στόχο την επανεύρεση της σωματικότητας των πάντων, ακόμη και των θεών. Οι δύο αυτές φιλοσοφικές σχολές που κυριάρχησαν κατά την ελληνιστική περίοδο ήταν σύμφωνες σε αυτό το σημείο, όπως συμφωνούσαν και ως προς το υπέρτατο αγαθό της ευδαιμονίας. Η τρίτη φιλοσοφική τάση, που ακολούθησε τον σωκρατικό δρόμο της εγνωσμένης άγνοιας και της απορίας, οδηγήθηκε παραδόξως σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα για τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής.

Κοινός στόχος όλων των ελληνιστικών σχολών φιλοσοφίας ήταν η επίτευξη της ἀπάθειας ή ἀταραξίας, μιας σταθερής και αμετάβλητης ψυχικής γαλήνης που δεν θα κλονιζόταν ποτέ από τις αντιξοότητες της τύχης και των συγκυριών. Η πολιτική αντίληψη του ανθρώπινου βίου, κυρίαρχη στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, μειωνόταν προς όφελος της ατομικής ευτυχίας. Τελικά, η ηθική υποσκέλισε την πολιτική. Ο παλαιός θαυμασμός για την προσωπική αριστεία έβρισκε νέα έκφραση στο ιδεώδες του σοφοῦ. Ο ιδανικός αυτός τύπος εκπροσωπούσε πλέον την ανθρώπινη τελειότητα στο σύνολό της. Αν και εξαιρετικά δυσεύρετος μέσα στον κόσμο της εμπειρίας, ο σοφός έγινε πρότυπο και μέτρο, ιδίως σε ζητήματα νοήματος της ανθρώπινης ζωής.

Η ελληνιστική φιλοσοφία διακρίνεται από μια τάση συστηματοποίησης της γνώσης. Ο προερχόμενος από τη Σάμο αλλά αθηναϊκής καταγωγής Επίκουρος (341-270), ο Ζήνων από το Κίτιο της Κύπρου (335-263) και οι ακόλουθοί τους διαίρεσαν τη φιλοσοφία σε τρεις κλάδους: τη λογική, τη φυσική και την ηθική. Στον πρώτο περιέλαβαν όλα τα γνωσιοθεωρητικά προβλήματα που παρουσιάζει η έλλογη σκέψη: στοιχεία και αρχές της γλώσσας, ρητορική και διαλεκτική τέχνη, έγκυρες και άκυρες μορφές συμπερασμού, ανάλυση εννοιών, προτασιακή λογική. Στον φυσικό κλάδο της φιλοσοφίας ενέταξαν την ανάλυση όλων των όντων, από τους θεούς στην κορυφή της ιεραρχίας έως την ανόργανη ύλη στα θεμέλια. (Φυσική κατέληξε έτσι να σημαίνει «κοσμολογία» και «μεταφυσική».) Στην ηθική αντιμετώπισαν τα προβλήματα της ανθρώπινης ζωής. Ο άνθρωπος άρχισε να θεωρείται μέλος μιας πολύ ευρύτερης και οικουμενικής πατρίδας, η οποία ήταν ο κόσμος. Οι απλοί πολίτες, φυσικά, δεν συμμερίζονταν αυτή την αντίληψη. Εξακολουθούσαν να πολεμούν για τις ιδιαίτερες πατρίδες τους με αυτοθυσία και ζέση, όπως και σε προηγούμενες εποχές. Μια σταδιακή αλλαγή στη γενική θεώρηση της σχέσης του ατόμου με την πόλη άρχιζε, πάντως, να γίνεται εμφανής.

Ενώ ο Σωκράτης είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την Αθήνα εκλαμβάνοντας ως ατιμωτική και αβίωτη τη ζωή σε ξένο τόπο, δύο ή τρεις γενιές αργότερα ένας από τους έμμεσους μαθητές του δήλωνε με δηκτική παρρησία ότι γενέθλιος τόπος καταγωγής του και πηγή των πολιτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του είναι ο κόσμος.

Ο Διογένης από τη Σινώπη (περ. 410-324) πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα και την Κόρινθο και επονομάστηκε «σκύλος» (κύων) για την προκλητική απρέπειά του έναντι όλων των καθιερωμένων θεσμών. Όταν ρωτήθηκε από πού κατάγεται, ο Διογένης απάντησε: «είμαι πολίτης του κόσμου» (κοσμοπολίτης). Η προκλητική αυτή απόκριση αποτελούσε στην ουσία έκκληση για επιστροφή σε έναν φυσικό και σχεδόν πρωτόγονο τρόπο ζωής, απαλλαγμένο από τις συμβατικότητες της κοινωνικής συμβίωσης. Ως τέκνο της πόλεως, πάντως, ο Διογένης εξέθεσε τις απόψεις του για την απαξία των υλικών αγαθών, των πολιτικών επιδιώξεων και των φιλόδοξων φιλοσοφικών θεωριών σε ένα χαμένο έργο με τον ενδεικτικό τίτλο Πολιτεία. Εκεί παρωδούσε τις πλατωνικές θεωρήσεις και καυτηρίαζε κάθε απόπειρα τεχνητής απομάκρυνσης από την ανθρώπινη κατάσταση προς όφελος ενός υψηλού αλλά ανέφικτου ιδανικού.

Η ψυχική αυτή στάση αποτελεί δείκτη για τις κοινές εξελίξεις στις τρεις κυρίαρχες σχολές της ελληνιστικής φιλοσοφίας: τον επικουρισμό, τον στωικισμό και τον (διφυή) σκεπτικισμό. Η κυνική φιλοσοφία, σύμφωνη με το πνεύμα της διδασκαλίας της, δεν οργανώθηκε ποτέ ως επίσημη σχολή.

Ο μόνος σημαντικός φιλόσοφος του 5ου αιώνα που δεν μνημονεύεται στους πλατωνικούς διάλογους είναι ο Αβδηρίτης Δημόκριτος. Στην αρχαιότητα θεωρήθηκε κυρίως σοφός σε ηθικά ζητήματα. Ήταν επίσης φυσικός φιλόσοφος. Η περισπούδαστη (σήμερα) θεωρία του έλεγε ότι το σύμπαν αποτελείται από αδιαίρετα κομμάτια ύλης, τα ἄτομα, και από κενόν. Τα άτομα του Δημοκρίτου ήταν ποικίλα ως προς το μέγεθος και το σχήμα, είχαν όμως την τάση να ενώνονται τυχαία μεταξύ τους και να δημιουργούν αισθητά σώματα. Την πολύμορφη ένωση των ατόμων και την επακόλουθη διάλυση των σωμάτων εξυπηρετούσε η ύπαρξη κενού χώρου, ο οποίος, αν και απαθής, επέτρεπε την κίνηση και την αλλαγή μέσα στη φύση.

Αυτή τη φυσική θεωρία υιοθέτησε με τροποποιήσεις ο Επίκουρος. Την είχε διδαχτεί πριν φτάσει στην Αθήνα και τη θεώρησε ικανοποιητική γιατί δεν προϋπέθετε ούτε υπεραισθητές μορφές ούτε άυλες ουσίες. Ακόμη και οι θεοί δεν ήταν παρά μακραίωνες συσσωματώσεις λεπτοφυών ατόμων.

Στη σχολή του Επίκουρου γίνονταν δεκτοί άνδρες και γυναίκες χωρίς διάκριση. Όλα τα μέλη απολάμβαναν ισότητα και κοινοκτημοσύνη στα αγαθά. Ο ιδρυτής του Κήπου, όπως ονομάστηκε η σχολή του, ήθελε να απαλλάξει τους ανθρώπους από τις φοβίες τους και να τους οδηγήσει σε μια ζωή δίχως περιττές έγνοιες και ανώφελες επιδιώξεις. Θεωρούσε ότι ο φόβος του θανάτου και η δεισιδαιμονία, δηλαδή ο φόβος των θεϊκών τιμωριών, ήταν τα σοβαρότερα προσκόμματα στην ευτυχία. Ο Επίκουρος έδειξε ότι και οι δύο αυτές πηγές φόβου είναι φαντασιοπληξίες και στερούνται πραγματικής βάσης. Ο άνθρωπος ούτε όσο ζει έρχεται ποτέ σε επαφή με τον θάνατο -ισχυρίστηκε - ούτε όταν πεθάνει διατηρεί τις αισθήσεις του, ώστε να βιώνει τον θάνατο ως κάτι οδυνηρό. Από την άλλη, οι μακάριοι θεοί δεν ασχολούνται με τα ανθρώπινα και δεν ενδιαφέρονται να ανταμείψουν ή να τιμωρήσουν τους ανθρώπους.

Πεπεισμένος για την αγαθότητα τις φύσης, ο Επίκουρος ταύτισε την ἡδονήν (ουσιαστική χαρά) με την απουσία πόνου και τη διέκρινε από τις έντονες απολαύσεις που συνεπάγονται αίσθημα απογοήτευσης και κορεσμό. Ωστόσο, δεν κήρυξε τον ασκητισμό αλλά την ήπια αποδοχή των ευχάριστων πραγμάτων που διαθέτει η ζωή μέσα σε ένα πνεύμα γαλήνης και αταραξίας, σαν την ακύμαντη θάλασσα. Η ελπίδα, ο φόβος και η ακόρεστη επιθυμία παρομοιάστηκαν με τους σφοδρούς ανέμους που εμποδίζουν την ήσυχη πλοήγηση του σκάφους της ατομικής ύπαρξης. Ακόμη και η αναζήτηση μιας γνώσης πέρα και έξω από τα ανθρώπινα όρια θεωρήθηκε ματαιοπονία. Όλοι οι εύλογοι τρόποι εξήγησης της κίνησης των ουράνιων σωμάτων, των φάσεων της σελήνης και των ηλιακών εκλείψεων θεωρήθηκαν εξίσου αληθείς. Η λογική και η φυσική υποτάσσονταν στον ύπατο σκοπό της ηθικής, που ήταν η επίτευξη αταραξίας.

Στον ίδιο στόχο απέβλεπε και η στωική ηθική με το αίτημα μιας ζωής σε συμφωνία με τη φύση (ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν). Μόνο τα μέσα και η ορολογία διέφεραν. Αν και οι στωικοί έδειχναν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη θεολογία και ανέπτυξαν εντυπωσιακές ερμηνείες μύθων, μέριμνά τους ήταν η υπογράμμιση της απόλυτα έλλογης και δίκαιης τάξης του κόσμου, που ονομαζόταν άλλοτε εἱμαρμένη, άλλοτε θεός ή φύσις ή λόγος και ταυτιζόταν με το θέλημα του Δία, ο οποίος διατηρούσε κοινό μόνο το όνομα με τον παραδοσιακό ομώνυμο θεό.

Στην προσπάθεια να βρουν κάποιο προηγούμενο για τη φυσική θεωρία τους, οι στωικοί στράφηκαν στον Ηράκλειτο και τη διδασκαλία για τον αιώνιο Λόγο, που φανερώνεται ως κεραυνός και κοσμική φωτιά. Μόνο τα σώματα διαθέτουν πραγματική ύπαρξη -ισχυρίστηκαν-, και κάθε σώμα έχει μια ενεργητική και μια παθητική αρχή. Η ενεργητική και αρσενική αρχή ονομάστηκε λόγος, ενώ η παθητική και θηλυκή αρχή που υποδέχεται τη μορφοποίηση χαρακτηρίστηκε ἄποιος ὕλη.

Οι στωικοί χρησιμοποίησαν πλατωνικές και αριστοτελικές έννοιες, αλλά αρνήθηκαν την ύπαρξη υπερουράνιου και υπεραισθητού κόσμου. Ήθελαν να ξαναβρούν την αίγλη και τον εγγενώς συμβολικό χαρακτήρα του αισθητού σύμπαντος. Μάλιστα, ανέπτυξαν ένα σύστημα φυσικών συμπαθειών και αντιπαθειών, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πρώτη θεωρητική δικαιολόγηση της μαγείας. Το αισθητό σύμπαν έγινε έτσι εκ νέου το θέατρο δράσης αόρατων, αλλά όχι ασώματων, δυνάμεων.

Οι στωικοί δίδασκαν ότι η γοητεία της ζωής βρίσκεται στο κοσμικό σύνολο, που είναι έτσι φτιαγμένο ώστε όλα τα μέρη του, ακόμη και τα πιο μικρά και ασήμαντα, να συμβάλλουν στην αρμονία του παντός. Ο σοφός άνθρωπος αναγνώριζε αυτή την τάξη και έδινε τη συγκατάθεσή του στην κοσμική αρμονία, αποδεχόμενος όλα τα συμβάντα της ζωής δίχως εξέγερση, δυσπιστία ή εναντίωση. Κάποιοι μάλιστα έλεγαν ότι καθήκον του ανθρώπου είναι να παίξει όσο καλύτερα γίνεται τον ρόλο που του ανατέθηκε, όχι να προσπαθήσει να τον αλλάξει με κάποιον που του φαίνεται καλύτερος.

Σε αυτές τις διατυπώσεις γίνεται φανερή μια ύφεση της ζωτικής δύναμης που εμψύχωνε την αρχαϊκή και πρώιμη κλασική εποχή. Η πολιτική κατάσταση της περιόδου, με την έντονη γραφειοκρατία και τον συγκεντρωτισμό της εξουσίας, πρέπει να συνέβαλε αποφασιστικά.

Παρά την έχθρα που σταδιακά αναπτύχθηκε ανάμεσα στις δύο σχολές, τόσο οι επικούρειοι όσο και οι στωικοί πίστευαν ότι η ποθητή απάθεια ή αταραξία ήταν το αποτέλεσμα ορθής γνώσης. Στην πεποίθηση αυτή συμφωνούσαν με το σύνολο σχεδόν της προγενέστερης φιλοσοφικής και ποιητικής παράδοσης. Ήδη από τον Ησίοδο, στην επιτυχημένη ανθρώπινη ζωή, όσο κοπιώδης και αν ήταν, συνέβαλλε αποφασιστικά η βιωμένη γνώση. Την ενιαία αυτή παράδοση αμφισβήτησαν ορισμένοι διάδοχοι του Πλάτωνα στην Ακαδημία από τον 3ο αιώνα και εξής.

Πιστεύοντας ότι επιστρέφουν στη γνήσια σωκρατική διδασκαλία, πέρα από τις παρανοήσεις των επιγόνων, ο Αρκεσίλαος (316-242) αρχικά και ο Καρνεάδης (214-129) αργότερα αμφισβήτησαν την ίδια τη δυνατότητα γνώσης. Πριν από αυτούς, ένας άλλος φιλόσοφος που αντλούσε από τη μεγάλη σωκρατική παρακαταθήκη και δεν συνέγραψε τίποτε, ο Πύρρων από την Ηλεία (περ. 365-275), είχε εκφράσει προφορικά παρόμοιες απόψεις. Οι φιλοσοφικές θέσεις του Πύρρωνος, του Αρκεσίλαου και του Καρνεάδη ονομάστηκαν αντίστοιχα πυρρώνειος και ακαδημεικός σκεπτικισμός. Οι ομοιότητες υπερσκελίζουν τις λεπτές, αν και ενδιαφέρουσες, διαφορές. Σκέψις δεν σήμαινε σε αυτούς «έρευνα» και «αναζήτηση», αλλά τη μεθοδική αμφισβήτηση κάθε υποτιθέμενης γνώσης.

Ακολουθώντας το σοφιστικό πνεύμα των δισσῶν λόγων (εναλλαγή επιχειρημάτων υπέρ και κατά μιας άποψης), οι σκεπτικοί θεώρησαν ότι στον χώρο τις γνώσης τίποτε δεν είναι βέβαιο. Με προσεκτική ενδοσκόπηση και κατάλληλους συλλογισμούς γίνεται φανερό ότι ακόμη και η πιο συνηθισμένη πεποίθηση δεν στηρίζεται σε επαρκείς λόγους. Από την ισορροπία (ἰσοσθένειαν) που προκαλείται αν κάποιος αναλογιστεί σοβαρά τα επιχειρήματα υπέρ και κατά μιας οποιασδήποτε κρίσης, προκύπτει το αίτημα της ἐποχῆς, της συνειδητής άρνησης του σκεπτικού να εκφέρει άποψη για οποιοδήποτε θέμα. Και τότε συμβαίνει, όπως διακήρυξαν, το εξής θαυμάσιο συμβάν. Η βιωμένη άρνηση της γνώσης μπορεί να φέρει αδόκητα το επιζητούμενο αποτέλεσμα της απάθειας. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα μια ωραία ιστορία για να δείξουν πώς αυτό μπορεί να συμβεί.

Μια μέρα ο ζωγράφος Απελλής προσπαθούσε να απεικονίσει στον καμβά το αφρισμένο στόμα ενός αλόγου, αλλά δεν τα κατάφερνε. Η μια αποτυχημένη απόπειρα διαδεχόταν την άλλη. Τελικά εκνευρίστηκε. Πέταξε με μανία το σφουγγάρι πάνω στον ημιτελή πίνακα και πήγε να φύγει. Τότε ακριβώς είδε ότι το έργο στεκόταν μπροστά του ολοκληρωμένο: είχε κατά τύχη συμβεί ό,τι ο ίδιος αδυνατούσε να πετύχει με τη τέχνη του. Με παρόμοιο τρόπο -δίδασκαν οι σκεπτικοί- η εγκατάλειψη της γνώσης, την οποία επιδιώκουμε για να γίνουμε ευτυχείς, φέρνει παραδόξως την ευτυχία.

Σε όλες τις ελληνιστικές σχολές φιλοσοφίας ευτυχία σήμαινε ψυχική γαλήνη, νοητική σταθερότητα και προσωπική αταραξία. Η πόλη δεν αποτελούσε πλέον σημείο αναφοράς για την ευδαιμονία.

Η αρχαία ελληνική πολιτική θεωρία ως απάντηση στη δημοκρατία

Στο δεύτερο βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα, ο Γλαύκων προκαλεί τον Σωκράτη να απαντήσει σε ερωτήσεις που αγγίζουν την καρδιά της αθηναϊκής πολιτικής εμπειρίας. Ο Γλαύκων υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι γενικά δεν βλέπουν μια σχέση ανάμεσα στις απαιτήσεις της πολιτικής ζωής και στην ικανοποίηση των προσωπικών τους αναγκών. Δεν εξισώνουν ευτυχία και δικαιοσύνη. Οι άνθρωποι θεωρούν την δικαιοσύνη «πληκτική και ενοχλητική» και την «αποδέχονται ως συμβιβασμό», μόνο και μόνο επειδή τους στερεί το δικαίωμα να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους ατιμώρητα (Πολιτ. 2. 358-9). Θέτοντας αυτή την κυνική άποψη περί πολιτικής τάξεως και απαντώντας, ο Πλάτων κάνει τα πάντα για να δείξει ότι η δύναμη της πόλεως να βάζει τάξη στα πράγματα είναι ουσιαστική για την ευτυχία κάθε ανθρώπου ανεξάρτητα από τις συνθήκες της ζωής του. Ο Γλαύκων επιμένει ότι ο Σωκράτης προσφέρει ένα επιχείρημα υπέρ της δικαιοσύνης που ισχύει ακόμη και για τον Γύγη, ο οποίος κατέχει ένα δαχτυλίδι που τον κάνει αόρατο. Ο άνθρω­πος με το δαχτυλίδι του Γύγη μπορεί να εκπληρώνει κάθε επιθυμία του ατιμώρητα. Γιατί να ενεργεί δίκαια;

Η μορφή της συζήτησης στην Πολιτεία αντανακλά τη δύναμη της αρχαίας αθηναϊκής πεποίθησης ότι η πόλις υπάρχει για να εκφράζει και να εξασφαλίζει το καλό των πολιτών. Η δικαιοσύνη αμφισβητείται όταν συγκρούεται με την επίτευξη προσωπικών επιθυμιών. Η δικαιοσύνη νομιμοποιείται όταν αποδεικνύεται ότι είναι απαραίτητη για την προσωπική ευημερία. Η αθηναϊκή πολιτική ζωή δημιουργούσε τη δυνατότητα διατήρησης μιας υποστηρικτικής έντασης ανάμεσα στην προσωπική και την πολιτική ταυτότητα. Η ανάγκη εξουδετέρωσης της διαβρωτικής δυνατότητας αυτής της δύσκολης ένωσης έγινε το κίνη­τρο των μεγάλων αντι-πολιτικών θεωριών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη (και της επινόησης από τον Αριστοτέλη της πολιτικής επι­στήμης). Ο Αριστοτέλης ήθελε να αποδείξει ότι «ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ζώον της πόλεως [πολιτικόν], αλλά και αυτός, όπως ο Πλάτων, τιμά την πόλιν στην αποτυχία της. Όπως θα δείξω παρακάτω τόσο ο ένας θεωρητικός όσο και ο άλλος βραχυκυκλώνουν την πρό­κληση που έθετε η πολιτική (και ιδιαίτερα η δημοκρατική) ύπαρξη. Οικοδομώντας την απαιτούμενη τάξη στο επίπεδο της πόλεως κατευθείαν μέσα στο άτομο, εξορίζουν το φάντασμα του Γύγη, που θάλλει μέσα στα κενά που δημιουργεί η πολιτική.

Η ανάγκη συμβιβασμού με τη στενή αλλά αφύσικη σχέση ανάμεσα στην πολιτεία και το άτομο παρήγαγε την πολιτική θεωρία. Η σχέση αυτή γεννήθηκε με την πόλιν κι έφτασε σε έξαρση με την εξέλιξη της δημοκρατίας. Η ιστορία της εξέλιξης της πολιτικής σκέψης υποδηλώ­νει το ότι -και το γιατί- η πολιτική και προσωπική αυτοκατανόηση του ανθρώπου είναι προορισμένες να χωρίζουν και να συνυπάρχουν. Αυτή η ιστορία έχει σημασία σήμερα. Όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, και εμείς βραχυκυκλώνουμε την πολιτική πρόκληση, μεγεθύνοντας, όμως, περισσότερο παρά συρρικνώνοντας την απόστα­ση ανάμεσα στο άτομο και την πολιτεία. Υπάρχει αρκετός χώρος για τον Γύγη, που μπορεί να λειτουργεί αόρατα ως «ιδιώτης». Η εξέλιξη των αρχαίων πολιτικών ιδεών ως απάντησης στη δημοκρατία υποδηλώνει ότι αυτή η αφελής ελπίδα αποτελεί ψευδαίσθηση.

Το κενό που απάλειψαν τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης, το κενό που καταλαμβάνει η πολιτική, δημιουργήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες κατά την αρχαϊκή περίοδο. (Θα μιλήσω εδώ αποκλειστικά για τους Αθηναίους, αφού αυτοί άφησαν τις περισσότερες μαρτυρίες και είχαν τη μεγαλύτερη επιρροή στην εξέλιξη της δημοκρατίας και της πολιτικής θεωρίας.) Η πόλις ήταν ένα σύνορο. Η λέξη προέρχεται από μια ρίζα που σημαίνει «τοίχος». Αυτό το σύνορο δεν ήταν απλώς σημάδι ασφάλειας από εξωτερική πίεση, προειδοποίηση σε πιθανούς εισβολείς ότι οι κάτοικοι ενός συγκεκριμένου εδαφικού θύλακα ήταν αποφασισμένοι στο σύνολό τους να υπερασπισθούν την ακεραιότητά τους. Στην πραγματικότητα, στην Αθήνα, η δημιουργία του συνόρου είχε κατεύθυνση προς τα μέσα, είχε κίνητρο την ανάγκη θεσμοθέτη­σης μιας πρόθεσης, όχι το να ασκήσει πίεση ή το να αποτελέσει αντικείμενο πίεσης. Η αρχαία πόλις δημιούργησε κενό ανάμεσα στη δουλεία και την τυραννία. Αυτό δεν ήταν κυνικός συμβιβασμός, όπως υποθέτει ο πλατωνικός Γλαύκων, αλλά ένα ένδοξο επίτευγμα.

Το σύνορο που διέκρινε τους πολίτας από τους υπολοίπους χάραζε μια επικράτεια προσωπικής αποτελεσματικότητας, τάξης και σχετικής ισότητας. Η δουλεία και η τυραννία ήταν γνήσιες απειλές. Η ιδιότητα του πολίτη στην πόλιν πρόσφερε απτά πλεονεκτήματα: ελευθερία, την ελευθερία αναζήτησης του ιδίου καλού, την ευκαιρία να κερδίσει κανείς τιμή οδηγώντας και υπερασπιζόμενος την κοινότητα. Η πόλις ήταν όργανο δικαιοσύνης η εξουσία του νόμου είχε σκοπό να εξα­σφαλίσει ότι κάθε άνθρωπος έπαιρνε όσο δικαιούνταν. Πολιτική ήταν η έκφραση της ελευθερίας συμμετοχής στην τακτοποίηση της προσω­πικής ζωής, ελευθερία ανεπίτρεπτη στις γυναίκες και στους δούλους και αδιάθετη στους επί συμβάσει χωρικούς. Η πόλις ήταν σε μεγάλο βαθμό κυριολεκτικά ο εγγυητής και το όριο αυτής της ελευθερίας.

Ακριβώς από τη φύση της, λοιπόν, η ιδιότητα του πολίτη στην πόλιν ήταν ταυτόχρονα συνδεδεμένη στενά με την προσωπική ευημερία και ασυνεχής με τα προσωπικά χαρακτηριστικά. Η πολιτική θέση αποτελούσε αφαίρεση από τα προσωπικά γνωρίσματα και από τη θέση στην κοινωνική ή οικονομική ιεραρχία. Ο πολίτης κατείχε μια θέση η οποία τυπικά καθοριζόταν από τον οικιακό κόσμο παραγωγής και αναπαρα­γωγής, που τον κατοικούσαν δούλοι και γυναίκες. Στην Αθήνα, όπως κι αλλού, η πολιτική θέση τυπικά υπερέβαινε την κοινωνική: οι χωρι­κοί και οι καταστηματάρχες περιλήφθηκαν στους πολίτες όταν τα όρια της πόλεως διατυπώθηκαν από τον Σόλωνα τον έκτο αιώνα π.Χ. Τα νέα όρια της πόλεως διέκριναν τον Αθηναίο από τον ξένο και τον ελεύθε­ρο από τον δούλο. Ο Σόλων απαγόρευσε τον δανεισμό με εγγύηση την ελευθερία τον δανειζόμενου, κι έτσι εγγυήθηκε την ελευθερία του Αθηναίου πολίτη από την υποδούλωσή του στους γείτονές του.

Μέσα στον δημόσιο χώρο της πόλεως (που συχνά ονομαζόταν τό μέσον) κάθε άνθρωπος απέκτησε πολιτική ταυτότητα. Οι μεταρρυθμί­σεις τον Σόλωνα κατέστησαν σαφή τα πολιτικά δικαιώματα και τις ευθύνες του πολίτη. Όλοι οι πολίτες, ανεξάρτητα από την κοινωνική ή πολιτική τους Θέση, είχαν έναν καθορισμένο ρόλο, αν και ο ρόλος ποί­κιλλε ανάλογα με το μέγεθος της περιουσίας των πολιτών. Σύμφωνα με τον νόμο, κάθε πολίτης που δεν έπαιρνε το μέρος της μιας ή της άλλης παράταξης σε μια διαμάχη, Θα έχανε το δικαίωμα να είναι μέλος της πόλεως. Η διατήρηση δίκαιης τάξης ήταν σαφώς ορισμένη ως ευθύνη εκάστου πολίτη.

Η δυνατότητα σύγκρουσης ανάμεσα στην προσωπική και την πολι­τική ταυτότητα ήταν εγγενής στην ίδρυση της πόλεως. Όπως υποδη­λώνει η περιγραφή του Γλαύκωνα για τα ανθρώπινα κίνητρα (σε ακραία μορφή), τα προσωπικά χαρακτηριστικά και επιθυμίες είναι μοιραίο να εισβάλλουν στον στίβο της πολιτικής. Οι πολίτες είναι και άνθρωποι με προσωπικούς δεσμούς, παρελθόν και κίνητρα, που περι­λαμβάνουν υποδουλωτικές και τυραννικές επιθυμίες. Η στάσις, η παραταξιακή πάλη που έφερνε αντιμέτωπες ομάδες αριστοκρατών μεταξύ τους ή τους πλούσιους με τους φτωχούς, ήταν, όπως βεβαιώνει ο Μ. Ι. Finley, «ομολογουμένως μια σύγκρουση συμφερόντων» (Finley 1983: 134). Παρ’ όλα αυτά η συμμετοχή σε στάση ήταν επίσης σημάδι δέσμευσης για τη διατήρηση μιας τάξης που ικανοποιούσε τις ανάγκες όλων των πολιτών, όπως υποδηλώνει ο νόμος του Σόλωνα που απαγό­ρευε την ουδετερότητα. Η λέξη δήμος (απ’ όπου η λέξη δημοκρατία) περικλείει αυτήν την αμφιβολία: μπορεί να σημαίνει είτε ολόκληρο το σώμα των πολιτών είτε τις μάζες των φτωχών. Η μεταβολή της μορφής της πολιτικής τάξης με τη βία ή την εξωτερική πίεση ήταν πάντοτε πραγματική εναλλακτική οδός, που συχνά ακολουθήθηκε από πόλεις-κράτη σ’ ολόκληρη την Ελλάδα κι επιχειρήθηκε με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία στην Αθήνα πολλές φορές κατά τον πέμπτο αιώνα. Το γεγονός αυτό δεν υποδηλώνει ότι το προσωπικό συμφέρον μόλυνε τη σημασία διατήρησης της ακεραιότητας του ορίου πόλις. Αντίθετα, ακριβώς επειδή η πόλις εκτιμούνταν εξαιτίας της ικανότητάς της να εξασφαλίζει το καλό των κατοίκων της με τη διατήρηση της ελευθε­ρίας και της τάξης, οι πολίτες συνεχώς επανεκτιμούσαν τη δυνατότη­τά της να ασκεί αυτή τη λειτουργία.

Η ικανότητα να τακτοποιούν αυτή τη διπλή ταυτότητα ήταν το σήμα κατατεθέν του πολιτικού και ιδιαίτερα του δημοκρατικού επιτεύγμα­τος των Αθηναίων. Στην Αθήνα, όπως και αλλού, η διάχυτη ένταση ανάμεσα στην ελευθερία και την τάξη αποσιωπούνταν κατά τα πρώτα χρόνια της πόλεως κάτω από τη γενική συναίνεση απέναντι στην πολι­τική καθώς και στη θρησκευτική εξουσία των παραδοσιακών αρχόντων, των ευγενών. Η μετακίνηση προς τη δημοκρατία, που άρχισε από τον Κλεισθένη και επιταχύνθηκε στο πρώτο μισό του πέμπτου αιώνα, αύξησε την οικειότητα και το άχαρο της πολιτικής εμπειρίας. Η αμφισβήτηση της θέσης της παραδοσιακής ιεραρχίας και η αβεβαιότητα για τα κριτήρια και το νόημα της ιδιότητας του πολίτη ευνοήθηκαν από τη διακυβέρνηση των Πεισιστρατιδών (546-510 π.Χ.). Ο Κλεισθένης επιβεβαίωσε την καθαρά πολιτική πηγή τόσο της ελευθε­ρίας όσο και της τάξης. Οι μεταρρυθμίσεις του ξαναϋπογράμμισαν τη δύναμη του πολιτικού ορίου να κόβει κάθετα παραδοσιακούς δεσμούς. Έδωσε θέση σε όλους τους ελεύθερους κατοίκους της περιο­χής με καθαρά πολιτικά μέσα και κατάφερε να υπονομεύσει την τοπι­κή κυριαρχία των αριστοκρατικών οικογενειών και να συνδέσει κάθε Αθηναίο πολιτικά με την ευρύτερη κοινότητα.

Τα κοινωνικά και προσωπικά χαρακτηριστικά, που παραδοσιακά συνδέονταν με την εξουσία και την τάξη, δεν ήταν πια πολιτικώς αποφασιστικά. Η πολιτική δύναμη κατέληξε να στηρίζεται σε μια συνέ­λευση ανθρώπων, καθένας από τους οποίους ξεχωριστά δεν είχε δύναμη· επίσης, καθένας από αυτούς τους ανθρώπους ήταν δυνατόν να είναι άπειρος, αμόρφωτος και ασυνήθιστος στις ευθύνες. Η ενότη­τα δεν χρειαζόταν πλέον να εξασφαλίζεται από τον σεβασμό για την παραδοσιακή εξουσία. Στο θέατρο και την πολιτική συζήτηση οι Αθηναίοι επιζητούσαν να συμβιβασθούν με το τεράστια διευρυμένο πεδίο της πόλεως: τη φιλοδοξία της να επιτύχει τάξη από την αταξία και να εκφράσει τη δύναμη των αδυνάτων. Ούτε οι λειτουργίες της δημοκρατικής πόλεως ούτε οι απόπειρες κατανόησης των επιπτώσεών της διέλυσαν ποτέ αυτές τις αντιφάσεις. Γιατί η διάλυσή τους -όπως γίνεται στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη – θα σήμαινε το τέλος της πολιτικής.

Η ανάδυση του τραγικού θεάτρου συνέπεσε με την περίοδο της πολιτικής αναταραχής που γέννησε την αθηναϊκή δημοκρατία. Οι τρα­γικοί ποιητές διερεύνησαν τα ερωτήματα που προέκυψαν από τη δημοκρατική πολιτική και στράφηκαν στην εξέταση της δημοκρατίας για να βρουν απαντήσεις. Το ενδιαφέρον για τη δημοκρατία, για τη συμφιλίωση της πολιτικής θέσης και των ευθυνών με τα προσωπικά χαρακτηριστικά και τους στόχους, προέκυψε από δύο παρακείμενες γωνίες. Γιατί πρέπει να πιστεύουμε ότι το επακόλουθο της συγκέν­τρωσης των απόψεων προσώπων που ήταν τυπικά τουλάχιστον ελεύ­θερα από την παραδοσιακή ιεραρχία και τις παραδοσιακές αξίες θα πρέπει στην πραγματικότητα να είναι η τάξη; Και θα ήταν η πολιτική τάξη αυτού του είδους γνήσια συμβατή με την έκφραση προσωπικών στόχων; Στις Ικέτιδες (ανέβηκε γύρω στα 465-459 π.Χ.) και στην Ορέστεια (που ανέβηκε στα 458), ο Αισχύλος υποδηλώνει με διαφο­ρετικούς τρόπους ότι η δημοκρατική πολιτική ίσως κατορθώσει να ενοποιήσει τις πολιτικές διεκδικήσεις με τις προσωπικές ή συγγενικές. Ο αυτόνομος άνθρωπος κάνει δικές του τις δυνάμεις της τάξης (νόμος). Οι περιορισμοί οι σχετικοί με την παλιά αριστοκρατική τάξη θεωρούνται τώρα αυτοεπιβαλλόμενοι. Ο δημοκρατικός άνθρωπος είναι μέλος μιας πολιτικής ελίτ. Εξαιτίας της πολιτικής του θέσης, και παρά τις συνεχιζόμενες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, είναι ικανός να υλοποιεί άμεσα τα προσωπικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με την αριστοκρατία και είναι ουσιώδη για την τάξη της κοινό­τητας -γενναιότητα, αρετή, ευλάβεια, δικαιοσύνη, ικανότητα συνεισφοράς στην κοινότητα.

Στις Ικέτιδες ο βασιλιάς Πελασγός του Άργους επιμένει σε μια πολιτική απάντηση στο αίτημα των βαρβάρων γυναικών για πολιτική προστασία από τους Αιγύπτιους εξαδέλφους τους. Η τελική απόφαση είναι θέμα του δήμου, που ψηφίζει την επέκταση της προστασίας στις ικέτιδες. Στην απεικόνιση της συνάντησης του βασιλιά με τον Αιγύπτιο κήρυκα, στο τέλος των Ικέτιδων, ο Αισχύλος συνυφαίνει αναφορές της γυναικείας ιδιότητας (που συμβολίζει το μη πολιτικό) και της βάρβαρης και δεσποτικής συμπεριφοράς, για να τονίσει τα θέματα του έργου. Ο Πελασγός διακηρύσσει ότι η απαίτηση των Αιγυ­πτίων να αποκαταστήσουν την τάξη και να επιδείξουν ανδρισμό υπο­τάσσοντας τις γυναίκες είναι κούφια. Οι Αργείοι, που κυβερνούν με πολιτική εξουσία, η οποία βασίζεται στην πειθώ και τη συναίνεση, είναι οι αληθινοί άνδρες (Ικέτ. 951). Η εξουσία δεν ορίζεται μόνον από συγκεκριμένους νόμους, αλλά επίσης σύμφωνα μ’ ένα γενικότερο κριτήριο: αμοιβαιότητα σεβασμού και απόρριψη του εξαναγκασμού. Η προσήλωση σ’ αυτό το κριτήριο υπογραμμίζει την απαίτηση της αθη­ναϊκής δημοκρατίας, όπως παρουσιάζεται σ’ αυτό το έργο, να εκφρά­ζει προσωπικούς στόχους μέσα στις πολιτικές πράξεις. Η αμετακίνητη αφοσίωση σε μια πολιτική έκφραση των προσωπικών απόψεων ενσαρκώνεται στο ψήφισμα των Αργείων ότι εκείνα τα μέλη της πόλεως που αρνούνται να δεσμευθούν από την εκούσια απόφαση του δήμου στην εκκλησία πρέπει να χάνουν την ιδιότητα του πολίτη (Ικέτ. 61 κ.ε.).

Λίγα χρόνια αργότερα ο Αισχύλος ανέλυσε τα αθηναϊκά πολιτικά πράγματα με κάπως διαφορετικό τρόπο. Η τριλογία Ορέστεια ανέβη­κε ύστερα από τη δολοφονία του Εφιάλτη, που είχε ηγηθεί σε επιτυχή προσπάθεια μείωσης των εξουσιών του αριστοκρατικού Αρείου Πάγου. Εκείνη την εποχή ορισμένοι Αθηναίοι ήταν έτοιμοι να προδώ­σουν την πόλη στη Σπάρτη. Η τριλογία αντικατοπτρίζει την ανησυχία του Αισχύλου για το ότι η εκτόξευση προς την πλήρη δημοκρατία σε βάρος της παραδοσιακής εξουσίας μπορούσε να καταλήξει σε αναρ­χία. Σημειωτέον ότι αυτή η ανησυχία δεν διατυπώνεται ως πάλη ανά­μεσα στη δημοκρατία και την ολιγαρχία, αλλά ως θεμελιωδέστερη σύγκρουση ανάμεσα στις διεκδικήσεις της πόλεως και της οικογένει­ας. Η τριλογία αναδιηγείται τον κύκλο εκδίκησης που ακολουθεί τη θυσία της Ιφιγένειας από τον πατέρα της, τον βασιλιά Αγαμέμνονα, για να εξασφαλιστεί η θεϊκή συγκατάθεση στην εκστρατεία του κατά της Τροίας. Όπως στις Ικέτιδες, το θηλυκό στοιχείο -η βασίλισσα Κλυταιμνήστρα, που δολοφονεί τον σύζυγό της Αγαμέμνονα, ο θηλυ­πρεπής εραστής της Αίγισθος, και οι Ερινύες, που καταδιώκουν τον γιο της Κλυταιμνήστρας, τον Ορέστη, αφού έχει σκοτώσει τη μητέρα του- αντιπροσωπεύει την έλλειψη τάξης, την εξέγερση κατά της εξουσίας και την προσωπική θλίψη, όπως και την αφοσίωση σε δε­σμούς αίματος που είναι πάνω από τις επιταγές της πολιτικής τάξης ή της εξουσίας. Ο Απόλλων, προστάτης του Ορέστη, μιλά υπέρ του ανδρικού κριτηρίου. Κάθε πλευρά επικαλείται μια δυνατή, θεϊκά επι­κυρωμένη σειρά αξιών, καθεμιά από τις οποίες διαθέτει δύναμη για πολιτική τάξη μέσα στην Αθήνα.

Όπως ο Πελασγός, η θεά Αθηνά παραπέμπει την υπόθεση στους αντιπροσώπους της πόλεως. Η επιλογή και η απεικόνιση του Αρείου Πάγου από τον Αισχύλο, ως πολιτικού διαιτητή, ανακαλεί τόσο τις διεκδικήσεις της παραδοσιακής εξουσίας όσο και τη σαφώς πολιτική δομή της εξουσίας. Ενώ η απόφαση των Αργείων ήταν ομόφωνη, οι Αθηναίοι που συνθέτουν τον Άρειο Πάγο είναι διηρημένοι. Αυτή η διάσταση γνώμης φέρνει στην επιφάνεια τις επιπτώσεις που έχει μια καθαρά πολιτική βάση για την τάξη, που βασίζεται σε μια διαδικασία λήψης αποφάσεων, η οποία μπορεί να αποφασίζει αλλά δεν μπορεί να επιλύει μια βαθιά και τραγική σύγκρουση ανάμεσα σε νόμιμες διεκδι­κήσεις. Η πολιτική κοινότητα πρέπει επομένως να απορροφήσει και να εξημερώσει τη σύγκρουση, να εκφράσει τις ποικίλες απαιτήσεις, αντικείμενο των οποίων θεωρούν ότι είναι οι άνδρες. Η αποφασιστική ψήφος ρίπτεται από την Αθηνά υπέρ της ανδρικής, πολιτικής αρχής, αυτή όμως χρησιμοποιεί την πολιτική της δεξιοτεχνία για να πείσει τις Ερινύες να μην αποσυρθούν από την Αθήνα. Πετυχαίνει, πολιτικοποιώντας την παραδοσιακή τους λειτουργία και χτίζοντας την πολιτική τάξη πάνω στα προσωπικά κίνητρα και τις προσκολλήσεις που αντιπροσωπεύουν. Η ενσωμάτωση των Ερινύων εγγυάται ότι κάθε πολίτη τον αναχαιτίζει ο φόβος της αναπόφευκτης τιμωρίας.

Με τον μεταφορικό και υπαινικτικό τρόπο, που χαρακτηρίζει το δράμα, τα δύο αυτά έργα εκφράζουν, αντίστοιχα, την πεποίθηση ότι η δημοκρατική πόλις καθιστά δυνατό τον ελεύθερο, συλλογικό καθορισμό πολιτικών στόχων, συνδυάζοντας έτσι την ενότητα με τον σεβασμό για την αυτονομία των πολιτών· εκφράζουν, επίσης, την πεποίθηση ότι, αν η άσκηση αυτονομίας από όλους τους πολίτες γίνεται πράγματι για τη δημιουργία αρμονίας, τότε τα άτομα πρέπει να επιδεικνύουν σεβασμό για τις παραδοσιακές, κοινωνικά ριζωμένες νόρμες συμπε­ριφοράς.

Ο σοφιστής Πρωταγόρας επιζητούσε να αποδείξει εκείνο που θεα­τροποιούσε ο Αισχύλος, ότι, δηλαδή, η πολιτική αλληλεπίδραση συνιστά τόσο την άσκηση εξουσίας μέσα από τη συλλογική έκφραση του ατόμου όσο και την επίτευξη τάξης μέσα από τη συλλογική αυτοσυγκράτηση. Ο Πρωταγόρας δεν ήταν Αθηναίος πολίτης. Ήταν σύγχρονος του Αισχύλου, κάτοικος και επαγγελματικά ενεργός στην Αθήνα στις δεκαετίες του 460 και του 450. Στον Πρωταγόρα, την κύρια πηγή μαρτυριών για την πολιτική θεωρία του σοφιστή, ο Πλάτων χρησιμοποιεί τη διδασκαλία του Πρωταγόρα για να προβάλει, με την αντίθεση, την ιδέα ότι η ικανότητα των ανδρών να εκτιμήσουν τα συμφέροντά τους και να συμβάλουν στην ηγεσία της πόλεως δεν μπορεί να τους απονέ­μεται μόνο και μόνο επειδή είναι πολίτες. Όπως φαίνεται, όμως, από την ακεραιότητα ορισμένων τμημάτων του διαλόγου, τη συμβατότητά τους με ανεξάρτητα από αυτόν παραδομένα αποσπάσματα, και την ασυμβατότητά τους με το πλατωνικό πλαίσιο, το ιστορικό πρόσωπο Πρωταγόρας διατύπωσε πράγματι μια συνεκτική πολιτική θεωρία. Αντίθετα από τον Πλάτωνα, δεν θεώρησε αναγκαίο να οικοδομήσει μια πολιτική ψυχολογία. Όπως ο Αισχύλος, επιζήτησε να δείξει ότι οι κοινωνικές, οικονομικές και προσωπικές διαφορές μπορούν να πολιτι­κοποιούνται, τόσο όταν εκφράζονται όσο και όταν μεταμορφώνονται.

Απαντώντας στο ερώτημα της νομιμότητας της δημοκρατίας, ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι η αλληλεπίδραση πολιτών και ηγεσίας, που χαρακτηρίζει την πόλιν, καλλιεργεί την ορθή κρίση στον δήμον, ο οποίος παίρνει αποφάσεις, και εγγυάται ότι ευδοκιμεί η καλύτερη δυνατή ηγεσία. Η πόλις μπορεί να αποδώσει την κρίση και την ικανό­τητα να συνεισφέρει στην πολιτική τάξη στον πολίτη qua πολίτη, επει­δή απαιτεί και καλλιεργεί αυτές τις ικανότητες. Η πολιτική αλληλεπί­δραση προάγει τόσο τη γενική αρμοδιότητα (ο άνθρωπος είναι το μέτρον· όλοι οι πολίτες είναι ικανοί να συνεισφέρουν στην πολιτική τάξη). Στην πολιτική του θεωρία, ο Πρωταγόρας πρόσφερε μια περι­γραφή της κοινωνικοποίησης και της ηγεσίας καθώς και της σχέσης ανάμεσά τους. Η περιγραφή ενσωματώνει την ανώτερη προσωπική αντίληψη που είχε ο Πρωταγόρας για τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ανθρώπινης εμπειρίας, και καλούσε τους άνδρες να τη δοκιμά­σουν συγκρίνοντάς την με τη δική τους εμπειρία.

Η αυτοπαρατήρηση είναι θεραπεία

Στον μικρόκοσμο, τα πάντα κινούνται αργά. Υπάρχουν εμπόδια, όρια και προτεραιότητες που πρέπει να σεβαστείς... Είναι το βασίλειο του Χρόνου... εκεί όπου οι άνθρωποι προχωρούν σε μια γραμμή, και είναι αδύνατον να απελευθερωθείς, να πας πιο πέρα... Όμως, να αφιερώσεις τον εαυτό σου στο είναι σου...

Μονάχα μέσα σου, τα μάτια σου έχοντας κλειστά, θα μπορέσεις να πετάξεις και να ονειρευτείς... Εξυψώσου πάνω από την κανονικότητα και κάνε την υπέρβαση.

Η αυτοπαρατήρηση είναι θεραπεία

Για να αλλάξουμε τη φύση των συμβάντων πρέπει να αλλάξουμε την οπτική μας. Κάποια μέρα, το υλικό σύμπαν θα γίνει το αριστούργημά μας, η αντανάκλαση της αναγεννημένης βούλησής μας, η απόλυτη πραγμάτωση της Τέχνης του Ονείρου.

Το να ζεις στη στιγμή ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή του ανθρώπου, και γι' αυτό αγωνιζόμουν στο «εδώ και τώρα», προσπαθώντας να το καθιερώσω ως την κύρια άσκησή μου.

Η αυτοπαρατήρηση είναι θεραπεία. Τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν είσαι παρών, τότε ακριβώς είσαι παρών.

Μέσα από την αυτοπαρατήρηση, ο άνθρωπος διεισδύει στις πιο σκοτεινές κόγχες της ύπαρξής του. Μόνο τότε, μόνο έτσι, θα λάβει χώρα μια μεταμόρφωση πραγματική. Μόνο τότε, μόνο έτσι, θα ανακαλύψει το αληθινό νόημα της ζωής του.

Μέσω της αυτοπαρατήρησης και της φυσικής άσκησης, ανακάλυψα την άρρηκτη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στο σώμα, στα συναισθήματα και στη σκέψη.

Τα συναισθήματα επιδρούν στο σώμα μας

Είναι αδύνατον να σε ροκανίσουν από μέσα το άγχος ή η στενοχώρια, αν το φυσικό μέρος της ύπαρξής σου, το σώμα, κινείται σε μια υψηλότερη ταχύτητα. Οι υποδεέστερες υπαρξιακές καταστάσεις δεν υφίστανται παρά μόνο αν η ζωή ενδώσει σε αργούς, νωθρούς ρυθμούς.

Ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε και η ποιότητα των συναισθημάτων μας ασκούν αναπόφευκτα επίδραση επάνω στο σώμα μας και στις λειτουργίες του. Μια συνειδητή προσπάθεια να διώξεις το σκοτάδι από τις σκέψεις σου, να μεταμορφώσεις ένα συναίσθημα, μπορεί να μεταβάλει τη γενική κατάσταση με αστρονομική ταχύτητα, μπορεί ακόμα και να επιδράσει θετικά στα σωματικά γνωρίσματά σου.

Σκέψεις, συναισθήματα και φυσική κατάσταση αποδεικνύονται να είναι μια ενιαία ολότητα, την οποία συνθέτουν ομόκεντροι κόσμοι που αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, ενώ τα ίδια συμβάντα προκαλούν αποτελέσματα σε εντελώς διαφορετικούς χρόνους και με εντελώς διαφορετικές ταχύτητες. Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ πόσο περίπλοκο θα είχε γίνει το έργο της κατανόησης και της αλλαγής, αν είχα ξεκινήσει με τα λιγότερο αισθητά, τα αόρατα και ταχύτερα μέρη της ύπαρξής μου, αντί να επέμβω πρώτα στο σώμα.

Εξάλειψε τα όρια μέσα σου

Αν ανεβάσεις τον παλμό του σώματός σου, ο ολόκληρος ο κόσμος θα εξυψωθεί σε μια τέτοια συχνότητα όπου κάθε διαμάχη και διάκριση, κάθε πόλεμος, θα εκλείψουν, και δεν θα υπάρχουν πλέον παρά μόνο αρμονία, αλήθεια, ομορφιά. Εξάλειψε τα όρια μέσα σου. Πίστεψε και κάνε πράξη πως εσύ είσαι η αιτία για τα πάντα, για το καθετί, και κατέκλυσε το σύμπαν με το εσωτερικό φως της ζωής σου και με τη δύναμή σου.

Επίγνωση της αναπνοής

Χάρη στο τρέξιμο, αναγκάστηκα επίσης να αρχίσω να προσέχω την αναπνοή μου. Πρόκειται για την πιο ζωτική λειτουργία του σώματος, αυτή με την οποία ταυτίζεται η ίδια η ζωή. Κι όμως, σπάνια έχουμε επίγνωση της αναπνοής μας. Συνοδεύει και υποστηρίζει την κάθε δραστηριότητά μας, ενώ ακολουθεί τον ρυθμό των σκέψεών μας, καθώς προσαρμόζεται κάθε φορά ανάλογα με την ένταση των συναισθημάτων και της φυσικής μας προσπάθειας, προσφέροντας έτσι συνοχή σε κάθε μόριο της ύπαρξής μας, στα πιο ζωτικά κέντρα μας.

Όμως, εμείς περνάμε τη ζωή μας αναπνέοντας με ρήχο και επιφανειακό τρόπο, εκφράζοντας σπάνια κάποια ευγνωμοσύνη γι' αυτή τη λειτουργία, αναγνωρίζονας σπάνια το χρέος που αναλάβαμε με την πρώτη μας ανάσα.

«Κάποια μέρα, θα γνωρίσεις πώς να μεταμορφώσεις τον κόσμο και να εξυψώσεις το επίπεδο της ευθύνης σου, μέσα από τα εργαλεία του ονείρου: τη σκέψη και την αναπνοή. Ο κόσμος διαμορφώνεται με κριτήριο το επίπεδο της υπευθυνότητάς σου», άκουσα να μου λέει μια φωνή μέσα μου, διεισδύοντας στον ανεμοστρόβιλο της σκέψης μου, ενώ η μαγεία της ανακάλυψης αυτής έκανε να φυτρώσουν φτερά στους ώμους μου.

«Το πόσο βαθιά αναπνέει ένας άνθρωπος αντιστοιχεί στο επίπεδο της υπευθυνότητάς του και καθορίζει τι μπορεί να έχει και τι μπορεί να κάνει.»

Μπορεί να σου ανήκει μόνο αυτό για το οποίο αναλαμβάνεις την ευθύνη.

Ισορροπία ανάμεσα στο να έχεις και να είσαι

Η ισορροπία ανάμεσα στο «να έχεις» και στο «να είσαι» αποκαλύπτονταν ως θεμελιώδης αρχή για την ερμηνεία του κόσμου. Οι επιπτώσεις αυτής της ανακάλυψης ήταν τόσο σημαντικές, που μου κοβόταν η ανάσα κάθε φορά που γινόμουν μάρτυρας μιας ακόμα εκδήλωσης της καθολικότητάς της.

Η εξίσωση που προέκυπτε ανάμεσα στον πλούτο και στην υπευθυνότητα, ανάμεσα στην οικονομική δύναμη και την ύπαρξη, υποδείκνυε επίσης τα όρια αυτού που μπορούσε να ανατεθεί σε έναν άνθρωπο, σε τι βαθμό ήταν ικανός να κατέχει και τα κατανοεί. Θα ερχόταν η μέρα που θα μετέδιδα αυτό το μάθημα στους μαθητές μου, δειχνοντάς τους πώς εφαρμόζονται όλα αυτά σε οργανισμούς, έθνη και ολόκληρους πολιτισμούς.

Ακόμα και στο βασίλειο των ζώων, ένα είδος «ηθολογίας του ''είμαι'' και ''έχω''» παραχώρησε θανατηφόρα σαγόνια και αιχμηρά νύχια στα ζώα εκείνα που διέθεταν πιο ανεπτυγμένο νευρικό σύστημα, και λιγότερο ισχυρό εξοπλισμό σε όσα βρίσκονταν σε υποδεέστερη θέση.

Η φύση δεν θα έδινε ποτέ σε ένα τρυγόνι, που σκοτώνει τον αντίπαλό του ξεριζώνοντάς του ένα ένα τα φτερά, τα νύχια και τη ρώμη ενός λιονταριού, το οποίο έχει το ήθος του πιο έντιμου ανάμεσα στα αρπακτικά ζώα και ζει συμβιωτικά, έχοντας το ίδιο πλεονέκτημα με το θήραμά του.

Κανένα ζώο, κανένα ανθρώπινο ον ή οργανισμός δεν δύναται να έχει αμυντικό ή επιθετικό εξοπλισμό που να υπερβαίνει το επίπεδο υπευθυνότητάς του και τη δύναμη την οποία διαθέτει για να ελέγχει αυτόν ακριβώς τον εξοπλισμό.

Οι Κηφήνες ποτέ δεν πεθαίνουν

Υπάρχει μία τάξη ανθρώπων, οι οποίοι έχουν το ταλέντο να εισχωρούν και να διαπρέπουν στην αυλή του εκάστοτε ηγέτη, πλουτίζοντας εις βάρος όλων των υπολοίπων. Δεν κυβερνούν πάντα οι ίδιοι, αλλά οπωσδήποτε γυρίζουν τον τροχό της πολιτικής ζωής. Ποια είναι η τακτική τους και πώς καταφέρνουν να επιβιώνουν όταν τα πάντα γκρεμίζονται και αλλάζουν; Πώς πλουτίζουν χωρίς να παράγουν τίποτα;

«Το πρώτο πράγμα που κάνουν αυτοί οι κηφήνες, είναι να ταχθούν στο πλευρό των αδικημένων και των δυστυχούντων. Όποιο και αν είναι το καθεστώς, αυτοί θα κάνουν αντιπολίτευση, μόλις ο κόσμος αρχίσει να διαμαρτύρεται.

Οι πιο ζωηροί θα ηγηθούν της διαμαρτυρίας, ενώ ο πιο χαρισματικός από αυτούς θα γίνει ο αρχηγός τους. Και το πρώτο πράγμα που θα κάνει θα είναι μοιράζει αφειδώς υποσχέσεις. Υπόσχεται δημοκρατία στους καταπιεσμένους, που διψούν για ελευθερία. Σηκώνει το λάβαρο της επανάστασης, γκρεμίζει επαύλεις και παλάτια και ο λαός τον λατρεύει! Του δίνει εξουσία και πανηγυρίζει.

Ζήτω η Ελευθερία!

Οι νέοι θεσμοί θα είναι αναμφίβολα πιο δημοκρατικοί, οι πολίτες θα αποκτήσουν περισσότερα δικαιώματα, θα ελέγχουν την εξουσία, θα απολαμβάνουν ισονομία. Αλλά οι κηφήνες είναι ακόμα εδώ!

Τώρα όμως, θα πρέπει να βρουν τρόπο να διασφαλίσουν τον πολυτελή τους βίο, χωρίς να προκαλέσουν τον φθόνο των πολλών. Από ποιο λουλούδι θα μαζέψουν τώρα τη γύρη τους, χωρίς να δυσαρεστήσουν τον κυρίαρχο λαό;

Η πηγή του είναι όσοι, κατά τη διάρκεια του προηγούμενου καθεστώτος, κατόρθωσαν να αποκτήσουν περιουσία. Δηλαδή, οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες, τα δυνατά μυαλά, οι πιο τολμηροί και εκείνοι που κληρονόμησαν μεγάλη πατρική περιουσία. Κι επειδή οι κηφήνες είναι πιο έξυπνοι απ'όσο νομίζετε, θα μοιράσουν μία μικρή ποσότητα από αυτό το μελάκι στους οπαδούς τους.

Ο λαός, που είχε καταταλαιπωρηθεί από το προηγούμενο καταπιεστικό καθεστώς, τώρα αξιοποιεί στο έπακρο τις νέες συνθήκες. Τουτέστιν, πέφτει με τα μούτρα στο μέλι. Εύκολα θα συνηθίσει σε μία εύκολη ζωή, χωρίς υποχρεώσεις και γεμάτη δώρα και χάδια. Και όσο πιο σπάταλη γίνεται η εξουσία, τόσο πιο λαίμαργος γίνεται ο λαός.

Ό ηγέτης απολαμβάνει τη δόξα, οι κηφήνες τρωγοπίνουν χωρίς να εργάζονται και ο λαός κάνει ό, τι του καπνίσει ανενόχλητος, χωρίς να αναρωτιέται από πού στην ευχή προέρχονται τα αγαθά που απολαμβάνει. Ώσπου το λουλουδάκι δεν έχει άλλη γύρη να δώσει, μαραίνεται και πεθαίνει. Ο ηγέτης δεν έχει πια καραμέλες να σκορπίσει στον λαό και οι κηφήνες δεν έχουν πια λουλούδια να τρυγήσουν.

Ο ηγέτης τότε τα βρίσκει μπαστούνια: ή θα ομολογήσει πως το μέλι σώθηκε, άρα ότι εξαπάτησε τον λαό ή θα επιχειρήσει να μειώσει τις παροχές για να εξοικονομήσει χρήματα για τις ανάγκες της πολιτείας. Έτσι κι αλλιώς, ο λαός θα εξοργιστεί μαζί του θεωρώντας τον εχθρό της δημοκρατίας, εφόσον έχει ταυτίσει τη δημοκρατία με την αφθονία, τα προνόμια και την ανέμελη ζωή.

Ζήτω η Επανάσταση!

Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να παραχωρήσει τα «κεκτημένα» του: να πληρώνεται χωρίς να προσφέρει την αντίστοιχη εργασία, να παρανομεί χωρίς να διώκεται, να αδικεί χωρίς να θεωρείται ανήθικος, να επιδεικνύει τον πατριωτισμό του χωρίς να προσφέρει καμία υπηρεσία στην πατρίδα. Η υπερευαίσθητη ψυχή του «δημοκράτη» αγανακτεί και με την υποψία πως θα τεθούν περιορισμοί. Και όπως ένα ανόητο παιδί, θα υποστηρίξει εκείνον που θα του υποσχεθεί πως δεν θα αφήσει κανέναν να του πάρει τα παιχνίδια του.

Αυτή η παρακμή οδηγεί αναγκαστικά σε αδιέξοδο, καθώς η τάξη από την οποία τρυγούσαν ως τώρα οι κηφήνες, το άλλοτε ανθισμένο λουλουδάκι, βρίσκεται στα πρόθυρα της καταστροφής και επαναστατεί. Και φυσικά, οι κηφήνες εύκολα πείθουν τον λαό να πολεμήσει, όχι μόνο εναντίον των επαναστατημένων θυμάτων, αλλά και εναντίον του ηγέτη που έως τώρα όλοι μαζί λιβάνιζαν! Θα επιλέξουν έναν νέο αρχηγό, με τον ίδιο τρόπο που είχαν επιλέξει τον προηγούμενο: Τον κηφήνα με το μεγαλύτερο χάρισμα!

Πώς, όμως, αυτός θα συντηρήσει τα γούστα των κηφήνων και των οπαδών τους; Μα φυσικά, θα υποσχεθεί πως θα διαγράψει τα χρέη τους και θα αναδιανείμει τον πλούτο. Ποιον πλούτο; Ό, τι έχει απομείνει στο καημένο «λουλουδάκι». Έτσι, και οι τελευταίοι εναπομείναντες αυτής της τάξης θα εγκαταλείψουν τη χώρα και τότε κανείς πια δεν θα παράγει πλούτο.

Η οικονομική κατάσταση θα πιάσει πάτο και τότε ο ηγέτης κάπως θα πρέπει να διασφαλίσει τη θέση του. Θα επινοήσει εθνικούς κινδύνους, για την αντιμετώπιση των οποίων θα χρειαστούν χρήματα. Οι φόροι γίνονται τόσο εξοντωτικοί, που κανείς δεν έχει πλέον χρόνο και διάθεση να ασχοληθεί με την πολιτική και να στραφεί εναντίον του ηγέτη. Η δημοκρατία έχει πεθάνει και κανείς δεν πρόλαβε να κλάψει!

Ζήτω που καήκαμε!

Στο στάδιο αυτό, θα εξολοθρευθούν και οι τελευταίοι αξιόλογοι πολίτες, που θα έχουν το θάρρος να σηκώσουν το ανάστημά τους εναντίον της τυραννίας. Ο τύραννος απομένει να κυβερνά φαύλους, εξαθλιωμένους υπηκόους. Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί: Το κράτος, ο «πατερούλης» που χαρτζιλίκωνε τους άπληστους πολίτες μίας διεφθαρμένης δημοκρατίας, μεταμορφώθηκε σε άσωτο γιο που αποσπά με τη βία και κατασπαταλά την περιουσία του λαού, που τώρα είναι ο πατέρας.

Και όταν και αυτή η περιουσία ξοδευτεί, τότε οι κηφήνες θα αναλάβουν και πάλι να αναδείξουν τη νέα τάξη που θα δημιουργήσει μία νέα περιουσία. Σε αυτούς θα επενδύσουν και την τελευταία δεκάρα που έχει απομείνει και μαζί τους θα επιλέξουν έναν ζωηρό κηφήνα για νέο αρχηγό, ικανό να διαχειριστεί τους πολλούς εξαγριωμένους που έχουν μείνει έξω από την νέα τάξη.

Και για κάποιο διάστημα θα τα καταφέρει, μέχρι που και αυτοί θα επαναστατήσουν και τότε οι κηφήνες θα σταθούν στο πλευρό τους... και πάλι απ' την αρχή!»

Τι σας θυμίζει αυτή η περιγραφή; Αυτό που ζείτε; Αυτό που συνέβη; Αυτό που φοβάστε πως θα συμβεί;

Και όμως, αυτή η περιγραφή έχει γίνει πριν από 2500 χρόνια περίπου και είναι γραμμένη στο Η΄ βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα. Φαντάζομαι πως την εμπνεύστηκε παρατηρώντας την κοινωνική ζωή των μελισσών και συγκρίνοντάς την με τον ανορθολογισμό της πολιτικής ζωής της εποχής του, όταν οι δημαγωγοί ήταν λαοφιλείς και οι κόλακες κινούσαν τα νήματα, ικανοποιώντας την ματαιοδοξία των αρχόντων και ταΐζοντας το συναίσθημα της μάζας.

Στις κυψέλες των μελισσών, ο κηφήνας εξοντώνεται αμέσως μόλις επιτελέσει το έργο του. Η βασίλισσα δεν τον ανέχεται στο πλευρό της και οι άλλες μέλισσες δεν σκοπεύουν να εργάζονται για να ταΐζουν τους χαραμοφάηδες. Εμείς πάλι, δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το διανοητικό επίπεδο!

Οι όμορφοι άνθρωποι δεν προκύπτουν τυχαία

Τι κάνει έναν άνθρωπο όμορφο στην ψυχή; Η ταπεινότητα...

Πρόκειται για μία ταπεινή αρετή; Μέχρι του σημείου να αμφιβάλλει για το αν είναι αρετή...

Μία διακριτική λοιπόν αρετή, που περνά σχεδόν απαρατήρητη, ενώ σήμερα πλέον με βεβαιότητα, αγνοείται.

Τώρα πρέπει να σας πω γιατί επέλεξα να προσεγγίσω την εν λόγω θεματική. Ο Ζανκελεβίτς παρατηρεί πως οι Έλληνες σχεδόν δικαίως, αγνοούσαν αυτή την αρετή, καθώς σχεδόν πάντα ιστορικά, υπήρξαν έρμαια του μεγαλείου τους. Μήπως λοιπόν αν δώσουμε στον άνθρωπο έναν αρκετά μεγάλο Θεό, τότε και μόνο τότε γίνεται φανερή η μικρότητά του;

Ασυνειδησία; Μάλλον ακραία συνειδητοποίηση των ορίων αυτής και του εαυτού.

Πρόκειται για την περιφρόνηση του εαυτού, χωρίς όμως να τον υποτιμά. Χωρίς να πρόκειται για άγνοια του τι είμαστε, αντιθέτως, σηματοδοτεί τη γνώση και την αναγνώριση όλων όσων δεν είμαστε. Είναι η αρετή του ανθρώπου που ξέρει ότι δεν είναι Θεός.

Στην προσπάθεια να αποδώσω τον ορισμό της, ανακαλώ τη φράση του Σπινόζα: «Πρόκειται για τη θλίψη που γεννιέται απ' ό,τι ο άνθρωπος θεωρεί αδυναμία και ανημπόρια του» και πιθανολογώ ότι αναφέρεται σε διάθεση και όχι σε κατάσταση. Όποιος δύναται να αναλογιστεί την προσωπική του ανημπόρια, νιώθει την ψυχή του να θλίβεται, γι' αυτό και θεωρείται παράλογο να εκλάβουμε την κατάσταση αυτή ως δύναμη. Ο Σπινόζα άλλωστε καταλήγει στο ότι οι αρετές είναι πάντα ευφρόσυνες, κατά συνέπεια, η ταπεινοφροσύνη δεν συγκαταλέγεται σε αυτές.

Στον Αριστοτέλη, η ταπεινότητα ταυτίζεται με τη μικροψυχία... την ποταπότητα. Για τον ίδιο, κάθε αρετή είναι μία κορυφή ανάμεσα σε δύο αβύσσους, κάτι που όμως ισχύει και για τη μεγαλοψυχία. Όποιος απομακρύνεται και τείνει προς την υπερβολή ξεπέφτει προς την αλαζονεία. Όποιος έχει μικρή ψυχή, προσεγγίζει στη μικροψυχία, στη μικρότητα. Με απλά λόγια, το να νιώθει κανείς ταπεινός, σημαίνει ότι στερείται αυτό που δικαιούται, σημαίνει ότι παραγνωρίζει την πραγματική του αξία, σε σημείο να στερεί από τον εαυτό του, επειδή θεωρεί πως είναι ανάξιος και πως κάθε πράξη είναι κάπως υψηλότερη.

Ορμώμενη θεωρητικά, διακρίνω πως η θλίψη μπορεί ενίοτε να γίνει εσωτερική δύναμη και να μας κινητοποιήσει, κάτι που άλλωστε μας διδάσκει η εμπειρία και οι καταστάσεις που μας έχουν πονέσει, μεγαλώνοντας. Η ταπεινότητα ως αρετή ταυτίζεται με την αληθινή θλίψη για το ότι δεν είμαστε τίποτε άλλο, παρά ο εαυτός μας. Θα μπορούσαμε να είμαστε κάτι άλλο; Να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου... διδάσκει η μεγαλοθυμία... και ξάφνου προβάλλει η έπαρση. Το να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου, είναι στην πραγματικότητα ό,τι περισσότερο μπορεί να ελπίζει ένας άνθρωπος, το υψηλότερο αντικείμενο των προσδοκιών του.

Το πρόβλημα πλέον γίνεται ορατό: αν η ταπεινότητα είναι άξια θαυμασμού ή σεβασμού δεν υποκύπτει σε σφάλμα προοπτικής, του να είναι δηλαδή ταπεινή; Κι αν από την άλλη έχει λόγους να είναι ταπεινή, τότε πώς δικαιολογείται ο θαυμασμός μας; Διαφαίνεται τότε πως πρόκειται για μία αντιφατική αρετή, που δεν μπορεί να δικαιωθεί παρά από την ίδια της την απουσία, ή που στο βαθμό που καταξιώνεται, ακυρώνεται.

«Είμαι πολύ ταπεινός;» Αυτοαντίφαση

«Μου λείπει η ταπεινότητα;» Να ένα πρώτο βήμα.

Και τώρα το παράδοξο: πώς είναι εφικτό να μάχεται κανείς για την αξία του, απαξιώνοντας τον ίδιο του τον εαυτό; Στην Πραγματεία περί αρετής, ο Καντ, αναφέρεται στο καθήκον του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του εαυτού μας, ως ηθικού υποκειμένου. Για τον Καντ, η ταπεινότητα ισούται με την ταπεινοφροσύνη, η οποία σηματοδοτείται από τη συνείδηση και το αίσθημα του λίγου, του ανεπαρκούς της προσωπικής ηθικής αξίας, σε σύγκριση με το νόμο. Αυτός που μεταμορφώνεται σε σκουλήκι, δεν πρέπει έπειτα να παραπονιέται πως τον ποδοπατούν, γράφει περήφανα ο Καντ.

Όσο για τον Νίτσε, αν τον πιάσουμε, δεν θα τελειώσουμε ποτέ αυτή την παρουσίαση. Μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι στην ταπεινότητα ενυπάρχει συχνά μια γερή δόση μηδενισμού ή ενοχής; Δεν είναι λίγοι εκείνοι που απαρνούνται τον εαυτό τους, μόνο και μόνο από ανικανότητα να τον υπερασπιστούν και να πράξουν το παραμικρό. Ο Νίτσε αναφέρεται και στο σκουλήκι του Καντ. Όταν το πατάμε – λέει χαρακτηριστικά – αυτό ζαρώνει, μία πράξη γεμάτη σοφία, καθώς μειώνει τις πιθανότητες να το λιώσουμε. Και στη γλώσσα της ηθικής, αυτό ακριβώς λέγεται ταπεινότητα.

Ο Καρτέσιος – που καμία σχέση δεν είχε με σκουλήκια – γράφει πως οι μεγαλόψυχοι συνήθως είναι οι πιο ταπεινοί.

Ας μη συγχέουμε λοιπόν την ταπεινότητα με την ένοχη συνείδηση, τις τύψεις και τη θλίψη. Το θέμα σ' αυτή τη ζωή δεν είναι να κρίνουμε τι έχουμε κάνει, αλλά το τι είμαστε. Και πραγματικά... είμαστε τόσο «λίγοι».

Η ταπεινότητα ισοδυναμεί με την αλήθεια, θα πει ο Ζανκελεβίτς, τη σεμνότητα που προκύπτει από την ειλικρίνεια. Κι αν για τον Φρόιντ, το Εγώ χάνει το θρόνο του, θέτει το δίλημμα ξεκάθαρα, καθώς κάθε γνώση είναι κι ένα πλήγμα κατά του ναρκισσισμού...

Αγαπάμε ή την Αλήθεια ή τον Εαυτό μας.

Τόσο απλά. Από την εμπειρία μου λοιπόν, αποκόμισα τον ακόλουθο ορισμό:

Όταν ο Εαυτός αποπειράται ή παλεύει να απελευθερωθεί από τις αυταπάτες γύρω του, τότε διαλύεται εκ των έσω... καταλύεται... κι εκτιθέμενος αναζητά τον πυρήνα του.

Πλέον...

κατανοώ τον πόνο ψυχής που απαιτείται για να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή

σέβομαι τον άνθρωπο που γνωρίζει πότε να χαμηλώσει το βλέμμα του

αγκαλιάζω την κίνηση που έρχεται αβίαστα, όταν το έχω ανάγκη

λυγίζω στο σθένος εκείνου που παλεύει, όταν η ζωή δεν του χαρίζεται

αναπνέω με όλο μου το είναι, όταν η συγνώμη είναι αληθινή

... γιατί δέχομαι με ταπεινότητα αυτό που είναι, όχι σαν αυτολύπηση, αλλά σαν ζωντανή πρόκληση.