Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (147-182)

ΕΡΜΙΟΝΗ
κόσμον μὲν ἀμφὶ κρατὶ χρυσέας χλιδῆς
στολμόν τε χρωτὸς τόνδε ποικίλων πέπλων
οὐ τῶν Ἀχιλλέως οὐδὲ Πηλέως ἀπὸ
150 δόμων ἀπαρχὰς δεῦρ᾽ ἔχουσ᾽ ἀφικόμην,
ἀλλ᾽ ἐκ Λακαίνης Σπαρτιάτιδος χθονὸς
Μενέλαος ἡμῖν ταῦτα δωρεῖται πατὴρ
πολλοῖς σὺν ἕδνοις, ὥστ᾽ ἐλευθεροστομεῖν.
ὑμᾶς μὲν οὖν τοῖσδ᾽ ἀνταμείβομαι λόγοις·
155 σὺ δ᾽ οὖσα δούλη καὶ δορίκτητος γυνὴ
δόμους κατασχεῖν ἐκβαλοῦσ᾽ ἡμᾶς θέλεις
τούσδε, στυγοῦμαι δ᾽ ἀνδρὶ φαρμάκοισι σοῖς,
νηδὺς δ᾽ ἀκύμων διὰ σέ μοι διόλλυται·
δεινὴ γὰρ ἠπειρῶτις ἐς τὰ τοιάδε
160 ψυχὴ γυναικῶν· ὦν ἐπισχήσω σ᾽ ἐγώ,
κοὐδέν σ᾽ ὀνήσει δῶμα Νηρῇδος τόδε,
οὐ βωμὸς οὐδὲ ναός, ἀλλὰ κατθανῇ.
ἢν δ᾽ οὖν βροτῶν τίς σ᾽ ἢ θεῶν σῶσαι θέλῃ,
δεῖ σ᾽ ἀντὶ τῶν πρὶν ὀλβίων φρονημάτων
165 πτῆξαι ταπεινὴν προσπεσεῖν τ᾽ ἐμὸν γόνυ
σαίρειν τε δῶμα τοὐμὸν ἐκ χρυσηλάτων
τευχέων χερὶ σπείρουσαν Ἀχελῴου δρόσον,
γνῶναί θ᾽ ἵν᾽ εἶ γῆς. οὐ γάρ ἐσθ᾽ Ἕκτωρ τάδε,
οὐ Πρίαμος οὐδὲ χρυσός, ἀλλ᾽ Ἑλλὰς πόλις.
170 ἐς τοῦτο δ᾽ ἥκεις ἀμαθίας, δύστηνε σύ,
ἣ παιδὶ πατρός, ὃς σὸν ὤλεσεν πόσιν
τολμᾷς ξυνεύδειν καὶ τέκν᾽ αὐθέντου πάρα
τίκτειν. τοιοῦτον πᾶν τὸ βάρβαρον γένος·
πατήρ τε θυγατρὶ παῖς τε μητρὶ μείγνυται
175 κόρη τ᾽ ἀδελφῷ, διὰ φόνου δ᾽ οἱ φίλτατοι
χωροῦσι, καὶ τῶνδ᾽ οὐδὲν ἐξείργει νόμος.
ἃ μὴ παρ᾽ ἡμᾶς εἴσφερ᾽· οὐδὲ γὰρ καλὸν
δυοῖν γυναικοῖν ἄνδρ᾽ ἕν᾽ ἡνίας ἔχειν,
ἀλλ᾽ ἐς μίαν βλέποντες εὐναίαν Κύπριν
180 στέργουσιν, ὅστις μὴ κακῶς οἰκεῖν θέλῃ.
ΧΟ. ἐπίφθονόν τι χρῆμα θηλειῶν ἔφυ
καὶ ξυγγάμοισι δυσμενὲς μάλιστ᾽ ἀεί.

***
ΕΡΜΙΟΝΗ
Ήρθα εδώ με κοσμήματα χρυσά στο κεφάλι
και με πέπλα πλουμιστά, του κορμιού μου στολίδια
που δεν είναι χαρίσματα του γιου του Αχιλλέα και μήτε
150 απ᾽ του Πηλέα τα σπίτια παρμένα· ο πατέρας μου
ο Μενέλαος μου τα ᾽χει χαρίσει
στη γη της Σπάρτης μαζί με πλήθος προικιά,
γι᾽ αυτό κι ελεύθερα μπορώ να μιλώ.
Αυτή είναι και η απόκριση στα λόγια σας.
Όμως εσύ, μια σκλάβα, μια γυναίκα αιχμάλωτη,
θες να με διώξεις απ᾽ το σπίτι μου, κυρά
να γίνεις εδώ μέσα. Με τα μάγια σου
μ᾽ αποστράφηκε ο άντρας μου, ναι,
κι εσύ ᾽σαι η αιτία που άκαρπα
μένουν τα σπλάχνα μου. Φοβερές
είστε σε κάτι τέτοια εσείς
160 οι γυναίκες της Ασίας· όμως εγώ
θα σου τα σταματήσω αυτά τα έργα· μήτε
της Νηρηίδας το παλάτι, κι ο βωμός κι ο ναός της,
θα σε ωφελήσουν σε τίποτα, ξέρε το,
θα πεθάνεις… Αν, πάλι,
κάποιος θνητός ή θεός σε γλιτώσει,
της αρχοντιάς τις περηφάνιες να τις παρατήσεις
και ταπεινή στα γόνατά μου να προσπέσεις.
Θα νοιάζεσαι το σπιτικό μου, θα σαρώνεις
κι από χρυσές κανάτες θα ραντίζεις
ποταμίσιο νερό.
Να καταλάβεις σε ποιόν τόπο βρίσκεσαι.
Δεν υπάρχει Έκτορας εδώ, ούτε Πρίαμος
με τα χρυσάφια του. Εδώ είν᾽ Ελλάδα.
170 Κι έχεις φτάσει σε τέτοια αναισθησία,
άμοιρη εσύ, ώστε τολμάς να πλαγιάζεις
με τον γιο εκείνου που σου σκότωσε τον άντρα.
Κι απόχτησες παιδιά με τους φονιάδες.
Τέτοιο το γένος των βαρβάρων· ο πατέρας
πλαγιάζει με την κόρη, ο γιος με τη μητέρα,
η κόρη με τον αδελφό, οι συγγενήδες
σκοτώνονται συναμετάξυ τους κι ο νόμος
σε τίποτ᾽ απ᾽ αυτά δεν είν᾽ εμπόδιο.
Μη φέρνεις και σε μας κάτι τέτοιες συνήθειες.
Καλό δεν είναι ο άντρας να ᾽χει δυο γυναίκες.
Όσοι θέλουν σωστά να κυβερνούν το σπίτι τους
180 βρίσκουν τις χαρές του έρωτα σ᾽ ένα μόνο κρεβάτι.
ΧΟΡΟΣ
Ζηλιάρες από φυσικού τους οι γυναίκες·
έτοιμες πάντα να κατασπαράξουν
εκείνην που μοιράζεται τον άντρα τους.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΠΕΡΙΦΑΝΤΑΣ

ΠΕΡΙΦΑΝΤΑΣ
(πουλί, αετός)
 
Περίφαντας ήταν ένας πανάρχαιος βασιλιάς της Αθήνας, γέννημα θρέμμα της γης της, αυτόχθονας, πριν εμφανιστεί ο Κέκροπας, που κι αυτός ήταν γηγενής. Διακρινόταν για τη δικαιοσύνη και την ευσέβειά του, κυρίως προς τον Απόλλωνα, τον οποίο τιμούσε με πολλές θυσίες.
 
Οι αρετές του ήταν τέτοιας ποιότητας που κανείς ποτέ δεν τον κατηγόρησε, αντίθετα απέδιδαν σε αυτόν τις τιμές που ανήκαν στον Δία, του έφτιαξαν ναούς και ιερά και τον αποκαλούσαν Δία Σωτήρα, Επόψιο και Μειλίψιο. Οργισμένος ο Δίας, θέλησε να καταστρέψει το σπίτι του Περίφαντα ρίχνοντας τον κεραυνό του.
 
Υπέκυψε στις παρακλήσεις του Απόλλωνα να μην το κάνει, μόνο πήγε στο σπίτι του όπου τον βρήκε να σμίγει με τη γυναίκα του. Τον πίεσε τότε με τα δυο του χέρια και τον μεταμόρφωσε σε αετό και τη γυναίκα του, που τον παρακάλεσε να κάνει το ίδιο για να μείνει με τον σύντροφό της, σε θαλασσαετό ή γυπαετό, ένα είδος γερακιού.
 
Θέλοντας να ανταμείψει τον Περίφαντα για την ευσέβειά του, ο Δίας τον έκανε βασιλιά των πουλιών και του έδωσε να φυλάει το ιερό σκήπτρο και να πλησιάζει τον θρόνο του. Όσο για τη γυναίκα του, της έδωσε το δικαίωμα να εμφανίζεται σαν καλό σημάδι για τις πράξεις των ανθρώπων. (Αντ. Λιβ., Μετ. 6)

Νυμφομανία, πάθηση ή αναχρονιστική ταμπέλα;

Έχεις σκεφτεί ποτέ πώς και πόσο η εποχή κι η κοινωνία στην οποία γεννιέσαι μπορούν να σε καθορίσουν και να σε χαρακτηρίσουν; Σήμερα, μπορεί να είσαι μια γυναίκα που λατρεύει το σεξ, ακόμη και με διαφορετικούς συντρόφους κι αυτό να θεωρείται απόλυτα σεβαστό και φυσιολογικό. Στη Βικτωριανή εποχή, όμως, θα κουβαλούσες τη διάγνωση της νυμφομανούς!

Τυπικά, η «νυμφομανία» είναι μια ψυχική ασθένεια η οποία αρχικά περιγράφηκε ως μια «γυναικεία παθολογία υπερβολικά διεγερμένων γεννητικών οργάνων» και μια «ασθένεια των επιπέδων της σεξουαλικής ενέργειας που ξέσπασε, καθώς και η απώλεια ελέγχου του μυαλού πάνω στο σώμα». Θεωρητικά, λοιπόν, συνδέεται με την έννοια του υπερβολικού, του υπέρμετρου, του παθολογικού. Φαίνεται, μάλιστα, πως ορισμένες από τις συμπεριφορές που οδήγησαν σ’ αυτήν την ταξινόμηση ήταν γυναίκες που έβγαζαν τα ρούχα τους δημόσια ή άρπαζαν τον πρώτο άντρα που ήταν κοντά τους κι επιθυμούσαν να συνευρεθούν μαζί του ερωτικά, καταστάσεις αρκετά ακραίες ανεξαρτήτως κοινωνικού πλαισίου δηλαδή. Στην πραγματικότητα, όμως, τότε οι γυναίκες διέτρεχαν τον κίνδυνο να υποβληθούν σε θεραπεία για νυμφομανία ακόμα κι επειδή μπορεί να έφεραν παιδιά εκτός γάμου ή απλώς αυνανίζονταν.

Συγκεκριμένα, για να θεραπεύσουν την τρέλα της εμμονής με το σεξ, οι χειρούργοι του τέλους του 19ου αιώνα δε δίσταζαν να κάνουν «εκτομή ωοθηκών» και να πετσοκόβουν χιλιάδες γυναίκες, γιατί απλά είχαν σεξουαλικές παρορμήσεις. Διότι, εκείνη την εποχή, οι ειδικοί πίστευαν ότι η γυναίκα είναι ολοκληρωτικά παραδομένη στο αναπαραγωγικό της καθήκον και κάθε συγκινησιακή παρέκβαση συνδεόταν αυτόματα με τα προβλήματα του έμμηνου κύκλου. Βέβαια, οι πρακτικές υπάρχουν ακόμη, κυρίως σε ορισμένες χώρες της Αφρικής όπου γίνεται ακόμη κλειτοριδεκτομή.

Είναι εμφανώς αμφίβολη η σχέση της νυμφομανίας με μια πραγματικά ιατρική-παθολογική κατάσταση, καθώς η ευκολία με την οποία δινόταν σχετική διάγνωση τότε φανερώνει μια άρρηκτη σχέση με την καταπίεση των φύλων κατά τη βικτωριανή εποχή. Όπως ήταν λογικό, λοιπόν, ο όρος αυτός σήμερα έχει σχεδόν χάσει την επιστημονική του χρήση, ενώ χρησιμοποιείται συνήθως χιουμοριστικά πια προς μια γυναίκα με έντονη σεξουαλικότητα.

Επιστημονική συζήτηση, ωστόσο, γύρω από παθολογικών διαστάσεων υπέρμετρη σεξουαλικότητα υπάρχει. Είτε ως σύμπτωμα άλλων διαταραχών προσωπικότητας, ψυχαναγκασμών ή άλλων ψυχικών παθήσεων είτε ως αυτοτελής διαταραχή, η υπερ-σεξουαλικότητα, σε άνδρες και γυναίκες, απασχολεί τους ειδικούς ψυχικής υγείας. Βέβαια, δεν είναι ούτε η απόλαυση των σεξουαλικών πρακτικών πια το ζήτημα ούτε είναι καθαρά θέμα ποσότητας.

Η υπερ-σεξουαλικότητα δεν είναι σε καμία περίπτωση υπερ-απόλαυση. Το να έχεις αυτή τη διαταραχή μάλλον οδυνηρό είναι, παρά ευχάριστο. Δεν ικανοποιείσαι ποτέ, πάντα ψάχνεις το περισσότερο. Δε διαφέρει και πολύ, θα λέγαμε, από έναν ιδεοψυχαναγκασμό στην πραγματικότητα. Ένα θέμα σου στοιχειώνει το μυαλό, αυτό της σεξουαλικής ικανοποίησης και σε βασανίζει. Η επιθυμία σου για σεξουαλικές δραστηριότητες είναι συνεχής και δε διακρίνεται αναλόγως του ποιον έχεις απέναντί σου ή ακόμα και το αν θα μοιραστείς αυτή τη δραστηριότητα με κάποιον άλλον. Δεν μπορείς καν να σκεφτείς τις πιθανές επιπτώσεις των επιλογών σου. Όλο αυτό είναι μια ένταση που το μόνο που θες είναι να αποφορτιστεί. Δεν αναζητάς την απόλαυση, αλλά τη μείωση της οδύνης από αυτό που έχει αιχμαλωτίσει το «είναι» σου. Ψυχαναγκαστικά επιζητείς τη σεξουαλική συνεύρεση ή ερεθίζεις μόνος σου το κορμί σου ώστε να αυτοϊκανοποιηθείς. Πορνογραφία και διαδικτυακό και τηλεφωνικό σεξ είναι σύμμαχοί σου σε αυτό.

Ο οργανισμός σου θα παράξει ορμόνες, της αγάπης και της χαράς, που θα φέρουν την ευφορία και θα σε ανακουφίσουν. Στην ουσία αυτό είναι που ψάχνεις. Είσαι εθισμένη σ’ αυτές τις ουσίες κι όσο δεν τις έχεις, σαν άλλος ναρκομανής ψάχνεις τυφλωμένη τη δόση σου. Αυτό, δε, ίσως να είναι κι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η υπερ-σεξουαλικότητα είναι μόνο η επιφάνεια, πίσω από την οποία αν ψάξεις θα βρεις ανεξέλεγκτο άγχος, κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενοχές και συναίσθημα ντροπής, που χρειάζονται τις ορμόνες αυτές για να ισορροπήσουν.

Επειδή η ποσότητα κι η ποιότητα των ανθρωπίνων συμπεριφορών εντοπίζεται πάνω σε ένα συνεχές, δεν είναι εύκολο να ορίσουμε το υπερβαίνον του φυσιολογικού παρά μόνον κρίνοντάς το με όρους λειτουργικότητας. Σημαντικότατο στοιχείο, βέβαια, για το αν θα διαγνωστεί κάποιος με τη διαταραχή υπερ-σεξουαλικότητας είναι το χρονικό διάστημα που εμφανίζει τα σύμπτωμα. Το αμερικανικό εγχειρίδιο ψυχιατρικών νοσημάτων ορίζει πως για να πρόκειται για διαταραχή, το άτομο θα πρέπει να παρουσιάζει τη συμπεριφορά αυτή για ένα διάστημα έξι μηνών κατ’ ελάχιστον.

Η εμμονή κι ο εθισμός οποιασδήποτε μορφής, εν τέλει, δεν είναι ποτέ επιθυμητός, διότι είναι σχεδόν βέβαιο πως θα επηρεάσει την ομαλότητα του συνόλου της ζωής ενός προσώπου. Πόσο δε μάλλον, η σεξουαλικότητα η οποία αποτελεί τη βασικότερη παρόρμηση της ανθρώπινης ύπαρξης, όταν δυσανάλογα δεσμεύει την ενέργειά μας, δεν μπορεί παρά να μας δημιουργήσει προβλήματα. Οφείλουμε, λοιπόν, να ‘μαστε όσο το δυνατόν πιο ενήμεροι για τις παγίδες των συναισθηματικών διαταραχών, ηπιότερων και πιο σοβαρών, που μπορούν να διαταράξουν την ψυχική μας υγεία. Άλλωστε σε ένα τόσο σημαντικό κομμάτι όπως το σεξ στη ζωή μας, είναι πολύ εύκολο να βγει μια ταμπέλα η οποία δεν ισχύει, άρα καλύτερα να γνωρίζουμε εμείς οι ίδιοι ποιοι είμαστε προτού αφήσουμε άλλους να ορίσουν τα θέλω και τις ορμές μας. Όποιες κι αν είναι αυτές, ή όσες.

Eckhart Tolle: Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου

-Η θέαση της ομορφιάς σε ένα λουλούδι θα μπορούσε να αφυπνίσει τους ανθρώπους έστω και για λίγο, στην ομορφιά που αποτελείς ουσιαστικό μέρος της δικής τους εσώτερης Ύπαρξης, της αληθινής τους φύσης.

-Η αναγνώριση των συλλογικά αποκτηθέντων μέσω εξαρτημένης μάθησης νοητικών διεργασιών που διαιωνίζουν τη μη αφυπνισμένη κατάσταση.

-Ο ανθρώπινος νους είναι εξαιρετικά ευφυής. Ωστόσο, η ίδια του η ευφυία είναι μολυσμένη από παραφροσύνη.

-Αν η ιστορία της ανθρωπότητας ήταν η κλινική περίπτωση ενός μεμονομένου ανθρώπου, η διάγνωση θα έπρεπε να είναι: χρόνια παρανοϊκά παραληρήματα, παθολογική ροπή προς τη διάπραξη φόνου και πράξεων ακραίας βίας και ωμότητας, εναντίον αυτών που αντιλαμβάνεται ως «εχθρούς» του – καθώς η δική του έλλειψη συνειδητότητας προβάλεται προς τα έξω.

–Φόβος, απληστία και επιθυμία για εξουσία είναι οι ψυχολογικές παρωθητικές δυνάμεις όχι μόνο πίσω από τον πόλεμο και τη βία μεταξύ εθνών, φυλών, θρησκειών και ιδεολογιών, αλλά και η αιτία ατέρμονης σύγκρουσης στις προσωπικές σχέσεις.

–Δε γίνεσαι καλός προσπαθώντας να είσαι καλός, αλλά βρίσκοντας την καλοσύνη που είναι ήδη εντός σου επιτρέπονται σ΄ αυτή την καλοσύνη να αναδυθεί.

-Κάνουν σχέδια χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το πρότυπο για τη δυσλειτουργία που κουβαλάει κάθε άνθρωπος μέσα του: το Εγώ.

-Ένα μεγάλης κλίμακας άνοιγμα πνευματικότητας έξω από τις θρησκευτικές δομές είναι μια εντελώς καινοτόμος εξέλιξη.

-Αν οι δομές του ανθρώπινου νου παραμείνουν αμετάβλητες, θα καταλήγουμε πάντα να αναδημιουργούμε τον ίδιο κόσμο, τα ίδια δεινά, την ίδια δυσλειτουργία

-Όταν έχεις προσαρτήσεις μια λέξη σε κάτι, γνωρίζεις τι είναι. Η πραγματικότητα είναι: Δεν γνωρίζεις τι είναι, απλώς έχεις καλύψει το μυστήριο με μια ετικέτα.

-Όταν το κοιτάζεις ή το κρατάς και του επιτρέπεις να υπάρχει χωρίς να του επιβάλλεις μια λέξη ή μια νοητική ετικέτα μια αίσθηση δέους, θαυμασμού ξυπνάει μέσα σου. Η ουσία του κοινωνείται σιωπηλά σ΄ εσένα και αντανακλά τη δική σου ουσία πίσω σ΄ εσένα.

–Όταν δεν καλύπτεις τον κόσμο με λέξεις και ετικέτες, επιστρέφει στη ζωή σου μια αίσθηση του θαυμαστού που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό, από τότε που η ανθρωπότητα, αντί να χρησιμοποιεί τη σκέψη κατακυριεύτηκε από αυτήν. Ένα βάθος επιστρέφει στη ζωή σου.

-Όταν βλέπεις ποιος δεν είσαι, η πραγματικότητά του ποιος είσαι αναδύεται από μόνη της.

-Δεν συνειδητοποιούσα ακόμα ότι η σκέψη δίχως συναίσθηση είναι το κύριο δίλημμα της ανθρώπινης ύπαρξης.
–Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου.

-Οι περισσότεροι άνθωποι δεν κατοικούν σε μια ζωντανή πραγματικότητα αλλά σε μια εννοιοποιημένη.

–Ο ανεξέλεγκτος αγώνας για περισσότερα, για ατέρμονη ανάπτυξη αποτελεί δυσλειτουργεία και ασθένεια. Είναι η ίδια δυσλειτουργία που εκδηλώνει το καρκινικό κύτταρο, που ο μοναδικός του στόχος είναι να πολλαπλασιαστεί, χωρίς να έχει επίγνωση του ότι επιφέρει την ίδια του την καταστροφή καταστρέφοντας τον οργανισμό του οποίου είναι μέρος.

–Αν μπορώ να νιώσω το «Υπάρχω» τόσο έντονα, τότε αυτό που είμαι δεν έχει μειωθεί καθόλου. Μπορώ να το νιώθω και τώρα, κάτι γαλήνιο και πολύ ζωντανό.

–Την Ύπαρξη πρέπει να την νιώσεις. Δεν μπορείς να τη σκεφτείς. Το Εγώ δεν τη γνωρίζει επειδή αποτελείται από σκέψη.

-Όλα όσα επιζητεί το Εγώ και στα οποία δεν μπορεί να νιώσει.

-Μερικές φορές το να παραιτείσαι από πράγματα είναι μια πράξη πολύ μεγαλύτερης δύναμης από το να τα υπερασπίζεσαι ή να γατζώνεσαι πάνω τους.

–Η ζωή θα σου δώσει όποια εμπειρία είναι πιο βοηθητική για την εξέλιξη της συνειδητότητάς σου.

–Το Εγώ δεν είναι λάθος, είναι απλώς μη συνειδητό… το Εγώ δεν είναι προσωπικό. Δεν είναι αυτό που είσαι.

-Το να βγάζεις τον εαυτό σου σωστό και τους άλλους λάθος είναι ένα από τα κύρια εγωικά πρότυπα, μια από τις κύριες μορφές της μη συνείδησης.

-Επομένως η επιθυμία διατηρεί το Εγώ ζωντανό πολύ περισσότερο από το έχω… Είναι μια εθιστική ανάγκη, όχι μη αυθεντική.

-Η έσχατη αλήθεια του ποιος είσαι δεν είναι «είμαι αυτός», «είμαι εκείνος» αλλά Είμαι.
 
Eckhart Tolle, Για μια νέα ζωή

Τι είναι αυτό που αποκαλούμε «Εγώ»;

Οι πνευματικές μας δυνατότητες θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από αυτό που είμαστε ως ο εαυτός μας. Από υλική άποψη, ο καθένας από εμάς είναι ένα σύστημα, κλειδωμένο σε μία συνεχή εναλλαγή και ενέργειας με το ευρύτερο σύστημα της γης.

Η ζωή των ιδίων των κυττάρων μας είναι δομημένη σε ένα δίκτυο ανταλλαγών, επάνω στο οποίο μπορούμε να ασκήσουμε μία εξαιρετικά χονδροειδή συνειδητή επιρροή -που παίρνει τη μορφή της απόφασης να κρατήσουμε την αναπνοή μας ή να πάρουμε ακόμη ένα κομμάτι πίτσα από το ψυγείο.

Ως υλικό σύστημα, δεν είμαστε αυτή τη στιγμή περισσότεροι ανεξάρτητοι από τη φύση, απ’ όσο είναι το συκώτι μας από το υπόλοιπο σώμα μας. Ως ένα σύνολο από αυτορυθμιζόμενα και συνεχώς διαιρούμενα κύτταρα, αποτελούμε επίσης μία συνέχεια με τους γεννητικούς μας προκατόχους: τους γονείς μας, τους γονείς των γονέων μας, και προς τα πίσω, επί δεκάδες εκατομμύρια γενεές οπότε σε κάποιο σημείο οι πρόγονοί μας αρχίζουν να φαίνονται λιγότερο ως άνδρες και ως γυναίκες με σάπια δόντια, και περισσότερο με αφρό στην επιφάνεια ενός βάλτου.

Είναι αρκετά σωστό να πει κανείς ότι, από υλική άποψη, δεν είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από μία αμπώτιδα στο μεγάλο ποτάμι της ζωής.

Αλλά, φυσικά, το ίδιο το σώμα μας είναι ένα περιβάλλον κατάμεστο από όντα, σε σχέση με τα οποία είμαστε κυρίαρχοι μόνο κατ’ όνομα. Αν εξετάσουμε το σώμα ενός ατόμου, τα όργανα και τους ιστούς του, τα κύτταρα και την εντερική του χλωρίδα (δυστυχώς μερικές φορές και πανίδα), βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν κόσμο ο οποίος δεν εμφανίζει ενδείξεις μίας κυρίαρχης συνειδητής νοημοσύνης περισσότερο από τον υπόλοιπο κόσμο γενικότερα. Υπάρχει κάποιος λόγος να σκεφθεί κανείς, όταν παρατηρεί τη λειτουργία μίτοχονδρίας μέσα σε ένα κύτταρο, ή τις συσπάσεις των μυϊκών ινών σε ένα χέρι, ότι υπάρχει κάποιο πνεύμα, που βρίσκεται υπεράνω και πέραν αυτών των διαδικασιών, το οποίο σκέπτεται Το κράτος είμαι εγώ; Και μάλιστα, αν μπούμε στον πειρασμό να αποδώσουμε κάποιο προνόμιο στο σύνορο που αποτελεί το δέρμα μας στην έρευνά μας για τον σωματικό μας εαυτό, αυτό φαίνεται τελείως αυθαίρετο.

Τα σύνορα του νοητικού μας εαυτού είναι εξ ίσου δυσδιάκριτο; Αναμνηστικά, ταμπού, κανόνες συμπεριφοράς, γλωσσικές συμβάσεις, προκαταλήψεις, ιδανικά, αισθητικές προκαταλήψεις, εμπορικά κλισέ -τα φαινόμενα που κατοικούν στον χώρο του μυαλού μας είναι μετανάστες από τον έξω κόσμο. Είναι πράγματι επιθυμία μας να διατηρούμαστε σε καλή σωματική κατάσταση -ή οι ενδυματολογικές μας προτιμήσεις, η αίσθηση ότι ανήκουμε σε κάποια κοινότητα, η ιδέα της αμοιβαίας καλοσύνης, η συστολή μας, η εγκαρδιότητα, οι σεξουαλικές μας ιδιομορφίες κλπ - κάτι το οποίο έχει την προέλευσή του μέσα μας; Είναι κάτι που ορθώς θεωρεί κανείς ότι εδρεύει μέσα μας; Αυτά τα φαινόμενα είναι το άμεσο αποτέλεσμα της ενσωμάτωσής μας σε έναν κόσμο κοινωνικών σχέσεων και πολιτισμού (και συγχρόνως προϊόν των γονιδίων μας). Σε τελική ανάλυση, πολλά από αυτά φαίνονται να μην είναι περισσότερο «εγώ» από τους κανόνες της γραμματικής.

Και όμως, αυτή η αίσθηση ότι είσαι ένας κάποιος εαυτός παραμένει. Αν ο όρος «εγώ» σημαίνει κάτι, δεν αναφέρεται πάντως απλώς στο σώμα. Εξ άλλου, οι περισσότεροι αισθανόμαστε ότι εξατομικευόμαστε ως εαυτός μέσα στο σώμα.

Αναφέρομαι στο σώμα «μου» λίγο ως πολύ όπως αναφέρομαι στο αυτοκίνητό «μου», για τον απλό λόγο ότι κάθε πράξη αίσθησης αναγνώρισης ή γνώσης μεταδίδει τη σιωπηρή αίσθηση ότι αυτό που αποκτά τη γνώση είναι κάτι άλλο από το αντικείμενο της γνώσης. Ακριβώς όπως το γεγονός ότι γνωρίζω την ύπαρξη του αυτοκινήτου μου δείχνει ότι εγώ, ως υποκείμενο, είμαι κάτι άλλο από αυτό, ως αντικείμενο, μπορώ να αισθανθώ το χέρι μου ή ένα συναίσθημα, και να βιώσω την ίδια διάκριση ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο. Για αυτόν τον λόγο, ο εαυτός δεν μπορεί απλώς να εξισωθεί με το σύνολο της πνευματικής νοητικής ζωής ενός ατόμου ή με την προσωπικότητά του ως συνόλου. Μάλλον πρόκειται για τη σκοπιά, γύρω από την οποία φαίνεται ότι περιστρέφονται οι μεταβαλλόμενες καταστάσεις του πνεύματος και του σώματός του.

Όποια και αν είναι στην πραγματικότητα η σχέση ανάμεσα στη συνείδηση και στο σώμα, από την άποψη των εμπειριών το σώμα είναι κάτι με το οποίο ο συνειδητός εαυτός, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, έχει κάποια σχέση. Δεν είναι γνωστό το πότε ακριβώς διαμορφώνεται αυτή η άποψη, με όρους εξέλιξης ή ανάπτυξης, ένα όμως είναι σαφές: σε κάποιο σημείο στα πρώτα χρόνια της ζωής, οι περισσότερες ανθρώπινες υπάρξεις αποκαλούνται «εγώ», το αιώνιο υποκείμενο, για το οποίο όλα τα φαινόμενα, μέσα και έξω, γίνονται κάποιου είδους αντικείμενα, που περιμένουν να αναγνωρισθούν.

Και με την ιδιότητα του «εγώ» όλοι οι επιστήμονες ξεκινούν την ερευνά τους σχετικώς με τη φύση του κόσμου και οι ευσεβείς πιστοί γονατίζουν και προσεύχονται.

Το τίμημα της σκέψης

Παρά τις πολλές διαφορές τους, όλα τα ανθρώπινα είδη είχαν αρκετά κοινά και μοναδικά χαρακτηριστικά. Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι οι άνθρωποι έχουν ιδιαίτερα μεγάλο εγκέφαλο σε σύγκριση με τα άλλα ζώα. Θηλαστικά με βάρος 60 κιλά έχουν κατά μέσο όρο εγκέφαλο μεγέθους 200 κυβικών εκατοστών. Οι πρώτοι άντρες και γυναίκες πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια είχαν εγκέφαλο μεγέθους 600 κυβικών εκατοστών. Ο εγκέφαλος του σύγχρονου σάπιενς είναι από 1.200 έως 1.400 κυβικά εκατοστά. Των νεάντερταλ ήταν ακόμα μεγαλύτερος.

Σε εμάς μπορεί να φαίνεται ότι η προτίμηση που έχει δείξει η εξέλιξη για τους μεγάλους εγκεφάλους δεν θέλει, ας πούμε, και πολύ μυαλό. Μας γοητεύει τόσο η υψηλή μας ευφυΐα, που θεωρούμε ότι στο ζήτημα της εγκεφαλικής ιπποδύναμης, όσο περισσότερη έχει κανείς, τόσο το καλύτερο. Αν όμως ήταν έτσι, τότε και η οικογένεια των αιλουροειδών θα είχε δημιουργήσει γάτες που θα μπορούσαν να κάνουν μαθηματικές πράξεις. Γιατί, άραγε, το γένος Homo είναι το μοναδικό σε όλο το ζωικό βασίλειο που έχει αποκτήσει τόσο ισχυρές μηχανές σκέψης;

Το γεγονός είναι ότι ο σούπερ εγκέφαλος είναι συγχρόνως μια σούπερ επιβάρυνση για το σώμα. Δεν κουβαλιέται εύκολα, ιδίως όταν βρίσκεται μέσα σε ένα τεράστιο κρανίο. Και η συντήρησή του είναι ακόμα πιο δύσκολη. Στον χόμο σάπιενς ο εγκέφαλος αναλογεί στο 2-3% του συνολικού σωματικού βάρους, αλλά καταναλώνει το 25% της ενέργειας του σώματος όταν το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση ανάπαυσης. Συγκριτικά, ο εγκέφαλος των άλλων πιθήκων απαιτεί μόνο το 8% της ενέργειας σε κατάσταση ανάπαυσης. Οι αρχαίοι άνθρωποι πλήρωσαν για τον μεγάλο τους εγκέφαλο με δύο τρόπους. Πρώτον, δαπανούσαν περισσότερο χρόνο για αναζήτηση τροφής. Δεύτερον, οι μύες τους ατρόφησαν. Σαν μια κυβέρνηση που μεταφέρει δαπάνες από την άμυνα στην εκπαίδευση, οι άνθρωποι μετέφεραν ενέργεια από τους δικέφαλους στους νευρώνες. Το συμπέρασμα ότι αυτή είναι μια καλή στρατηγική επιβίωσης στη σαβάνα δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Ένας χιμπατζής δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα επιχειρήματα ενός χόμο σάπιενς, αλλά μπορεί να τον κάνει κομμάτια σαν να ήταν πάνινη κούκλα.

Σήμερα, ο μεγάλος μας εγκέφαλος αποδίδει καλά, γιατί μπορούμε να φτιάχνουμε αυτοκίνητα και όπλα που μας επιτρέπουν να κινούμαστε ταχύτερα από τους χιμπατζήδες και να τους πυροβολούμε από απόσταση ασφαλείας αντί να παλεύουμε μαζί τους. Αλλά τα αυτοκίνητα και τα όπλα είναι πρόσφατο φαινόμενο. Για περισσότερα από δύο εκατομμύρια χρόνια, τα νευρωνικά δίκτυα των ανθρώπων μεγάλωναν διαρκώς, αλλά αν εξαιρέσεις μερικά πέτρινα μαχαίρια και κανένα μυτερό ξύλο, οι άνθρωποι δεν είχαν κερδίσει και σπουδαία πράγματα. Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που έκανε την εξέλιξη του τεράστιου εγκεφάλου των ανθρώπων να συνεχιστεί αυτά τα δύο εκατομμύρια χρόνια; Πραγματικά, δεν ξέρουμε.

Ένα άλλο μοναδικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων είναι ότι περπατάμε όρθιοι στα δύο πόδια. Όταν στέκεσαι όρθιος, είναι ευκολότερο να επιτηρείς τη σαβάνα αναζητώντας θηράματα ή εχθρούς, και αν τα χέρια δεν σου είναι απαραίτητα για να κινείσαι, τότε μένουν ελεύθερα για άλλες χρήσεις, όπως να πετάς πέτρες ή να κάνεις νοήματα. Όσο περισσότερα πράγματα μπορούσαν να κάνουν εκείνα τα χέρια, τόσο πιο επιτυχημένοι ήταν οι ιδιοκτήτες τους, και έτσι η εξελικτική πίεση δημιούργησε αυξημένη συγκέντρωση νεύρων και μικρών ευαίσθητων μυών στις παλάμες και τα δάχτυλα. Χάρη σε αυτό, οι άνθρωποι μπορούν να εκτελέσουν εξαιρετικά περίπλοκες εργασίες με τα χέρια τους. Και συγκεκριμένα, μπορούν να φτιάχνουν και να χρησιμοποιούν πολύπλοκα εργαλεία. Τα πρώτα στοιχεία παραγωγής εργαλείων που έχουμε είναι 2,5 εκατομμυρίων ετών και η κατασκευή και η χρήση των εργαλείων είναι το κριτήριο βάσει του οποίου οι αρχαιολόγε αναγνωρίζουν τους αρχαίους ανθρώπους.

Ωστόσο, το να περπατάει κανείς όρθιος έχει και τα μειονεκτήματά του. ο σκελετός των πρωτόγονων προγόνων μας είχε εξελιχθεί επί εκατομμύρια χρόνια έτσι ώστε να μπορεί να στηρίζει ένα πλάσμα που περπατούσε με τα τέσσερα και είχε σχετικά μικρό κεφάλι. Η προσαρμογή στην όρθια στάση ήταν μεγάλη πρόκληση, ιδίως όταν η κατασκευή έπρεπε να στηρίζει ένα πολύ ευμέγεθες κρανίο. Η ανθρωπότητα πλήρωσε για την αφ’ υψηλού όρασή της και τα εργατικά της χέρια με δισκοπάθειες και αυχενικά.

Οι γυναίκες πλήρωσαν παραπάνω. Το βάδισμα σε όρθια στάση απαιτούσε στενότερους γοφούς, περιορίζοντας έτσι τη δίοδο του τοκετού - την ίδια στιγμή που το κεφάλι των μωρών γινόταν όλο και μεγαλύτερο. Ο θάνατος στη γέννα έγινε σοβαρός κίνδυνος για τις γυναίκες. Όσες γεννούσαν πιο νωρίς, όταν ο εγκέφαλος και το κεφάλι του μωρού ήταν ακόμα σχετικά μικρά και εύκαμπτα, τα πήγαιναν καλύτερα και επιβίωναν, κι έτσι έκαναν περισσότερα παιδιά. Κατά συνέπεια, η φυσική επιλογή ευνόησε τις πρώιμες γέννες. Και πράγματι, σε σύγκριση με άλλα ζώα, οι άνθρωποι γεννιούνται πρόωρα, όταν πολλά από τα ζωτικά τους συστήματα δεν είναι ακόμα επαρκώς ανεπτυγμένα. Ένα πουλάρι μπορεί να τρέξει λίγο μετά τη γέννα ένα γατάκι αφήνει τη μητέρα του για να ψάξει μόνο του για τροφή όταν είναι μερικών εβδομάδων. Τα ανθρώπινα μωρά είναι ανήμπορα και μένουν για πολλά χρόνια εξαρτημένα από τους μεγαλύτερούς τους για τροφή, προστασία και μάθηση.

Το γεγονός αυτό έχει συμβάλει σημαντικά τόσο στις εξαιρετικές κοινωνικές ικανότητες των ανθρώπων όσο και στα μοναδικά τους κοινωνικά προβλήματα. Μια μητέρα μόνη δεν μπορούσε να εξασφαλίσει αρκετή τροφή για την ίδια και τα παιδιά της, όταν έπρεπε διαρκώς να τα φροντίζει. Η ανατροφή των παιδιών απαιτούσε συνεχή βοήθεια από άλλα μέλη της οικογένειας και από τους γείτονες. Για να μεγαλώσει ένας άνθρωπος, χρειάζεται ολόκληρη φυλή. Έτσι, η εξέλιξη ευνόησε όσους μπορούσαν να διαμορφώνουν ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς. Επιπλέον, εφόσον οι άνθρωποι γεννιούνται ανεπαρκώς ανεπτυγμένοι, μπορούν να εκπαιδευτούν και να μάθουν να κοινωνικοποιούνται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από οποιοδήποτε άλλο ζώο. Τα περισσότερα θηλαστικά βγαίνουν από τη μήτρα σαν τα κεραμικά από τον κλίβανο - οποιαδήποτε προσπάθεια να τα αναπλάσεις θα τα γρατζουνίσει ή θα τα σπάσει. Οι άνθρωποι βγαίνουν από τη μήτρα σαν λιωμένο γυαλί από καμίνι. Μπορείς να τους συστρέφεις, να τους τεντώσεις και να τους πλάσεις σε εκπληκτικό βαθμό. Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα μπορούμε να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας να γίνουν χριστιανοί ή βουδιστές, καπιταλιστές ή σοσιαλιστές, πολεμοχαρείς ή ειρηνιστές.

Νομίζω πως όλες οι πράξεις μας ξεκινούν με ένα όνειρο

Νομίζω πως όλες οι πράξεις μας που έχουν συνοχή, ξεκινούν με ένα όνειρο, αυτό που κοινώς ονομάζουμε φαντασίωση και που εκφράζεται ως εξής:

«Τι ωραία που θα ήταν…»

«Θα ήταν απίστευτο να…»

«Θα ήταν υπέροχο αν…»

Αν γίνουμε κυρίαρχοι αυτής της φαντασίωσης και την προβάρουμε σαν να ήταν ρούχο, η φαντασίωση μετατρέπεται σε ψευδαίσθηση:

«Πόσο θα μου άρεσε…»

«Θα τρελαινόμουν να…»

«Θα ήταν τέλεια αν μια μέρα μπορούσα…»

Αν αφήσω αυτήν την ψευδαίσθηση να φωλιάσει μέσα μου και να γιγαντωθεί, μια μέρα η ψευδαίσθηση θα γίνει επιθυμία:

«Θα ήθελα να…»

«Αυτό που περισσότερο θέλω…»

«Πραγματικά θέλω…»

Σε αυτό το σημείο, ίσως να είμαι ικανός να φανταστώ τον εαυτό μου να ολοκληρώνει αυτήν την επιθυμία κάνοντάς την πραγματικότητα. Εκείνη τη στιγμή, η επιθυμία μετατρέπεται σε σχέδιο:

«Θα το κάνω…»

«Κάποια στιγμή…»

«Σύντομα εγώ…»

Από εδώ και πέρα μου μένει μόνο να καταστρώσω το σχέδιο, την τακτική ή την στρατηγική που θα μου επιτρέψει να γίνω ένας φανταστικός μάγος που θα υλοποιήσει την πραγμάτωση του ονείρου μου.

Πρόσεξε: μέχρι στιγμής δεν έχω κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι μου. Όλες μου οι πράξεις είναι εσωτερικές και, ωστόσο, πόσα πράγματα έχουν συμβεί μέσα μου από τότε που απλά φαντασίωνα.

Θα μου πεις πως αυτό δεν αρκεί. Πράγματι, πολλές φορές δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται να φέρουμε εις πέρας τα σχέδια και να διορθώσουμε τα λάθη.

Χρειάζεται να φορέσουμε μαγιό, να πάρουμε τη σανίδα των σχεδίων μας, να ριχτούμε στη ζωή και να περιμένουμε με προσήλωση το κύμα της πραγματικότητας για να ανέβουμε πάνω του και να σερφάρουμε μέχρι τη μαγική παραλία της ικανοποίησης.

Η μόνη λύση είναι να βρεθεί ένας ενήλικος να με αναλάβει

Πως να μην διατηρηθούν συμπεριφορές από αυτό που ήμαστε κάποτε, αφού εξακολουθεί πραγματικά να ζει μέσα μας;

Εξακολουθούμε να είμαστε οι έφηβοι, τα μικρά παιδιά και τα μωρά που ήμαστε κάποτε.

Κατοικούν μέσα μας τα μικρά παιδιά που υπήρξαμε κάποτε. Όμως….

Αυτά τα μικρά παιδιά μας κάνουν εξαρτημένους.

Εμφανίζεται αυτό το μικρό παιδί και γίνεται κύριος της προσωπικότητας μου:

Γιατί είμαι φοβισμένος,
γιατί κάτι μου συμβαίνει,
γιατί έχω ένα πρόβλημα,
γιατί τα έχω χαμένα,
γιατί νιώθω ότι η ζωή μου πήγε χαμένη….

Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η μόνη λύση είναι να βρεθεί κάποιος, ένας ενήλικος, να με αναλάβει. Αυτός είναι ο λόγος που δεν πιστεύω στην ανεξαρτησία.

Γιατί δεν μπορώ να αρνηθώ το μικρό παιδί που ζει μέσα μου.

Γιατί δεν πιστεύω ότι αυτό το παιδάκι μπορεί στ’ αλήθεια να με αναλάβει.

Πιστεύω, βέβαια, ότι υπάρχει κι ένας ενήλικος μέσα μου, όταν πλέον είμαι ενήλικος.

Αυτός ο ενήλικος, και όχι κάποιος άλλος, είναι που θα αναλάβει το μικρό παιδί που έχω μέσα μου.

Αυτό είναι αυτοεξάρτηση!

ΡΕΝΕ ΝΤΕΚΑΡΤ: Μήπως ονειρεύεστε;

Ακούτε το ξυπνητήρι, το κλείνετε, σέρνεστε για να σηκωθείτε από το κρεβάτι, ντύνεστε, τρώτε πρωινό, ετοιμάζεστε για την ημέρα. Αλλά συμβαίνει κάτι αναπάντεχο: ξυπνάτε και συνειδητοποιείτε ότι ήταν απλώς ένα όνειρο. Στο όνειρό σας ήσασταν ξύπνιοι και συνεχίζατε τη ζωή σας, ενώ στην πραγματικότητα ήσασταν ακόμα κουλουριασμένοι κάτω από το πάπλωμα και ροχαλίζατε. Αν είχατε μια παρόμοια εμπειρία, ξέρετε τι εννοώ. Συνήθως ονομάζεται «ψεύτικο ξύπνημα» και είναι πολύ πειστικό. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ρενέ Ντεκάρτ (1596-1650) είχε ένα παρόμοιο ξύπνημα που τον έβαλε σε σκέψεις. Πώς μπορούσε να είναι βέβαιος ότι δεν ονειρευόταν;

Για τον Ντεκάρτ η φιλοσοφία ήταν ένα από τα πολλά πνευματικά του ενδιαφέροντα. Ήταν εξέχων μαθηματικός, γνωστός σήμερα περισσότερο για τις «καρτεσιανές συντεταγμένες» – λέγεται ότι τις επινόησε καθώς παρακολουθούσε μια μύγα να περπατά στο ταβάνι και αναρωτήθηκε πως θα μπορούσε να περιγράψει τη θέση της σε διάφορα σημεία. Η επιστήμη τον συνάρπαζε, ήταν επίσης αστρονόμος και βιολόγος. Η φιλοσοφική του φήμη έγκειται περισσότερο στα έργα του Στοχασμοί και Λόγος περί της μεθόδου: βιβλία στα οποία διερεύνησε τα όρια του πόσα μπορεί να γνωρίζει.

Όπως οι περισσότεροι φιλόσοφοι, ο Ντεκάρτ δεν ήθελε να πιστεύει σε κάτι δίχως να διερευνά γιατί το πίστευε –  του άρεσε επίσης να θέτει παράξενα ερωτήματα, τα οποία οι άλλοι δεν ξόδευαν χρόνο για να τα θέτουν. Φυσικά, ο Ντεκάρτ καταλάβαινε πως δε θα ήταν δυνατόν να περνάμε τη ζωή μας επερωτώντας διαρκώς τα πάντα. Θα ήταν τρομερά δύσκολο να ζει κανείς αν τον περισσότερο καιρό δεν εμπιστευόταν κάποια πράγματα, όπως αναμφίβολα ανακάλυψε ο Πύρρων. Ωστόσο ο Ντεκάρτ σκέφτηκε πως θα άξιζε να προσπαθήσει μια φορά στη ζωή του να επεξεργαστεί τι θα μπορούσε να γνωρίζει -αν όντως υπάρχει κάτι- στα σίγουρα. Για να το κάνει αυτό, ανέπτυξε μια μέθοδο. Είναι γνωστή ως Μέθοδος της Καρτεσιανής Αμφιβολίας!

Η μέθοδος είναι σαφής: μην αποδέχεστε τίποτα ως αληθές αν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να μην είναι αληθές.

Παίρνετε μια πεποίθηση, όπως «Τώρα είμαι ξύπνιος και διαβάζω αυτό», την εξετάζετε, και την αποδέχεστε μόνο αν είστε βέβαιοι πως δεν μπορεί να είναι εσφαλμένη ή παραπλανητική. Αν υπάρχει έστω και η παραμικρότερη αμφιβολία, απορρίψτε την. Ο Ντεκάρτ εξέτασε πολλά από αυτά που πίστευε, αμφισβητώντας το κατά πόσο είναι ακριβώς έτσι όπως μοιάζουν να είναι. Ήταν πράγματι ο κόσμος έτσι όπως του φαινόταν; Ήταν σίγουρος πως δεν ονειρεύεται;

Ο Ντεκάρτ ξεκινά την αναζήτηση της βεβαιότητας σκεπτόμενος πρώτα τα τεκμήρια που μας δίνουν οι αισθήσεις: η όραση, η αφή, η οσμή, η γεύση και η ακοή. Μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις; Όχι, συμπέρανε. Οι αισθήσεις ενίοτε μας ξεγελούν. Κάνουμε λάθη. Σκεφτείτε αυτό που βλέπετε. Είναι αξιόπιστη η όρασή σας σε σχέση με τα πάντα; Πρέπει πάντα να πιστεύετε στα μάτια σας;

Ένα ίσιο ραβδί μες στο νερό μοιάζει λυγισμένο αν το κοιτάξετε από πλάγια. Ένας τετράγωνος πύργος από μακρινή απόσταση μπορεί να μοιάζει στρογγυλός. Συχνά όλοι κάνουμε λάθη σε όσα βλέπουμε. Και, όπως επισημαίνει ο Ντεκάρτ, δεν είναι σοφό να εμπιστευόμαστε κάτι που μας έχει ξεγελάσει στο παρελθόν. Έτσι, απορρίπτει τις αισθήσεις ως πιθανή πηγή βεβαιότητας. Δε γίνεται ποτέ να είναι βέβαιος πως oι αισθήσεις του δεν τον ξεγελούν. Τις περισσότερες φορές μάλλον δεν τον ξεγελούν, αλλά η παραμικρή πιθανότητα ότι μπορεί να τον ξεγελούν σημαίνει ότι ο ίδιος δεν μπορεί να βασιστεί απόλυτα σε αυτές. Πού καταλήγει λοιπόν;

Η πεποίθηση «Τώρα είμαι ξύπνιος και διαβάζω αυτό» μοιάζει μάλλον σίγουρη σ’ εσάς.

Είστε σίγουροι ότι δε βλέπετε τώρα ένα όνειρο; Πώς το ξέρετε; Ίσως τσιμπήσατε τον εαυτό σας για να δείτε αν κοιμάστε. Αν δεν το κάνατε, κάντε το. Τι αποδεικνύει; Τίποτα. Θα μπορούσατε να ονειρεύεστε πως τσιμπάτε τον εαυτό σας. Συνεπώς, μπορεί να ονειρεύεστε.

Αυτό δείχνει ότι δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε πλήρως τις αισθήσεις μας. Δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι πως δεν ονειρευόμαστε. Αλλά σίγουρα, λέει ο Ντεκάρτ, ακόμα και στα όνειρα, 2+3= 5. Εδώ ο Ντεκάρτ χρησιμοποιεί ένα νοητικό πείραμα, μια φανταστική ιστορία για να δείξει αυτό που θέλει. Φτάνει την αμφιβολία στα όρια της και καταλήγει σε μια δοκιμασία για κάθε πεποίθηση ακόμα δυσκολότερη από τη δοκιμασία«Μήπως ονειρεύομαι;». Λέει: Φανταστείτε έναν πανίσχυρο και πανέξυπνο δαίμονα αλλά και εχθρικό. Αυτός ο δαίμονας, αν υπήρχε, θα σας έκανε να νομίζετε άτι 2+ 3 =5 κάθε φορά που κάνατε την πρόσθεση, ακόμα κι αν ισούται με 6. Δε θα ξέρατε ότι αυτό σας το κάνει ο δαίμονας. Εσείς απλώς θα προσθέτατε αφελώς τους αριθμούς. Όλα θα έμοιαζαν φυσιολογικά.

Το νοητικό πείραμα με τον κακό δαίμονα είναι ο τρόπος του Ντεκάρτ να φτάσει την αμφιβολία στα όριά της. Αν υπήρχε ένα πράγμα για το οποίο θα μπορούσαμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο δαίμονας δε μας ξεγελά αυτό θα ήταν θαυμάσιο. Θα έδινε επίσης μιαν απάντηση στους ανθρώπους που ισχυρίζονται πως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα με βεβαιότητα.

Η επόμενη κίνηση του Ντεκάρτ κατέληξε σε μία από τις διασημότερες φράσεις στη φιλοσοφία, αν και πολλοί ξέρουν το παράθεμα δίχως να καταλαβαίνουν τι σημαίνει. Ο Ντεκάρτ κατάλαβε ότι, ακόμα κι αν υπάρχει ο δαίμονας και τον ξεγελά, πρέπει να υπάρχει κάτι σε σχέση με το οποίο ο δαίμονας ξεγελά. Εφόσον έχει έστω και μία σκέψη, αυτός, ο Ντεκάρτ, πρέπει να υπάρχει. Ο δαίμονας δε θα μπορούσε να τον κάνει να πιστεύει ότι υπάρχει, αν δεν υπήρχε. Κι αυτό επειδή κάτι που δεν υπάρχει δεν μπορεί να κάνει σκέψεις. «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω» (στα λατινικά, cogito ergo sum): αυτό ήταν το συμπέρασμα του Ντεκάρτ. Σκέφτομαι, επομένως πρέπει να υπάρχω. Δοκιμάστε το. Όσο έχετε μία σκέψη ή μία αίσθηση, αποκλείεται να αμφιβάλλετε ότι υπάρχετε. Το τι είστε είναι άλλο θέμα – μπορεί να αμφιβάλλετε ότι έχετε σώμα, ή το σώμα που βλέπετε και αγγίζετε. Αλλά δε γίνεται να αμφιβάλλετε ότι υπάρχετε ως ένα είδος σκεπτόμενου όντος. Αυτή η σκέψη θα αυτοαναιρούταν. Μόλις αρχίσετε να αμφιβάλλετε για την ύπαρξή σας, η πράξη της αμφιβολίας αποδεικνύει ότι υπάρχετε ως ένα σκεπτόμενο ον.

Ο Ντεκάρτ ήταν πιο βέβαιος για την ύπαρξη του νου του παρά του σώματός του. Μπορούσε να φανταστεί πως δεν έχει σώμα, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί πως δεν έχει νου. Αν φανταζόταν πως δεν έχει νου, θα εξακολουθούσε να σκέφτεται, και έτσι αυτό θα αποδείκνυε πως είχε έναν νου αφού δε θα μπορούσε να κάνει σκέψεις χωρίς νου.

Φυσικοί πιστεύουν ότι η σκοτεινή ύλη στο κέντρο του Γαλαξία μας είναι η αιτία των ακτίνων-γ

Υπάρχει σκοτεινή ύλη στο κέντρο του Γαλαξία; Μια νέα ανάλυση φυσικών του MIT φέρνει ξανά την σκοτεινή ύλη στο προσκήνιο, ως την πιθανή πηγή ακτίνων γάμμα υψηλής  ενέργειας στο γαλαξιακό κέντρο. Αυτή η πιθανότητα – ότι μια φωτεινή έκρηξη ακτίνων γάμμα στο κέντρο του Γαλαξία μας μπορεί να είναι τελικά το αποτέλεσμα της εξαΰλωσης της σκοτεινής ύλης – είχε τελευταία ξεχαστεί. 
 
Χάρτης εκπομπών ακτίνων γάμμα σε όλο τον Γαλαξία, βασισμένο σε παρατηρήσεις από το διαστημικό τηλεσκόπιο ακτίνων-γ Fermi Το ένθετο δεξιά απεικονίζει μια απροσδόκητη, σφαιρική περιοχή εκπομπών ακτίνων γάμμα στο κέντρο του γαλαξία μας, άγνωστης προέλευσης.

Για χρόνια, οι φυσικοί γνωρίζουν ένα μυστηριώδες υπερβολικής ενέργειας στο κέντρο του Γαλαξία, με τη μορφή ακτίνων γάμμα – τα πιο ενεργητικά κύματα στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα. Αυτές οι ακτίνες παράγονται συνήθως από τα πιο καυτά, πιο ακραία αντικείμενα του σύμπαντος, όπως είναι οι σουπερνόβες και τα πάλσαρ.
 
Οι ακτίνες γάμμα βρίσκονται στο δίσκο του Γαλαξία και, για το μεγαλύτερο τμήμα τους, οι φυσικοί καταλαβαίνουν τις πηγές τους. Αλλά υπάρχει μια υπερβολική λάμψη ακτίνων γάμμα στο κέντρο του Γαλαξία, που είναι γνωστή ως GCE, με ιδιότητες που είναι δύσκολο για τους φυσικούς να τις εξηγήσουν με τα δεδομένου της κατανομής των άστρων και του αερίου στον γαλαξία.
 
Υπάρχουν δύο βασικές δυνατότητες για αυτό που μπορεί να παράγει αυτή την υπερβολική λάμψη: ή ένας πληθυσμός από υψηλής ενέργειας, ταχέως περιστρεφόμενα άστρα νετρονίων που είναι γνωστά ως πάλσαρ ή, πιο δελεαστικά, ένα συγκεντρωμένο νέφος σκοτεινής ύλης, που όταν συγκρουστούν δύο σωματίδια της εξαϋλώνονται και παράγουν λάμψεις ακτίνων γάμμα.
 
Το 2015, μια ομάδα MIT- Πανεπιστημίου Princeton  τοποθετήθηκε υπέρ των pulsars. Οι ερευνητές ανέλυσαν τις παρατηρήσεις του γαλαξιακού κέντρου που έλαβε το διαστημικό τηλεσκόπιο ακτίνων-γ Fermi, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο που ανέπτυξαν για να περιγράψουν όλες τις αλληλεπιδράσεις σωματιδίων στον γαλαξία που θα μπορούσαν να παράγουν ακτίνες γάμμα. Συμπέραναν, μάλλον οριστικά, ότι η GCE ήταν πιθανότατα αποτέλεσμα των πάλσαρ και όχι της σκοτεινής ύλης.
 
Ωστόσο, σε μια νέα εργασία επανεξέτασαν αυτό το αίτημα. Προσπαθώντας να κατανοήσουν καλύτερα την αναλυτική μέθοδο του 2015, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το μοντέλο που χρησιμοποίησαν θα μπορούσε στην πραγματικότητα να «εξαπατηθεί» για να παραγάγει το λανθασμένο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, οι ερευνητές έτρεξαν το μοντέλο σε πραγματικές παρατηρήσεις του Fermi, όπως έκανε η ομάδα MIT-Princeton το 2015, αλλά αυτή τη φορά πρόσθεσαν ένα ψεύτικο επιπλέον σήμα σκοτεινής ύλης. Διαπίστωσαν ότι το μοντέλο απέτυχε να πάρει αυτό το ψεύτικο σήμα, και ακόμα και όταν απομάκρυναν το σήμα, το μοντέλο συνέχισε να υποθέτει ότι τα πάλσαρ ήταν στην καρδιά της εκπομπής ακτίνων-γ.
 
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Physical Review Letters , υπογραμμίζουν ένα “ελάττωμα” στην ανάλυση του 2015 και θα ξανανοίξουν αυτό που πολλοί πίστευαν ότι ήταν μια τελειωμένη υπόθεση. Την πόρτα για να έρχεται το σήμα από τη σκοτεινή ύλη.
 
“Αν είναι πραγματικά σκοτεινή ύλη, αυτή θα είναι η πρώτη ένδειξη ότι η σκοτεινή ύλη αλληλεπιδρά με την ορατή ύλη μέσω δυνάμεων διαφορετικών από τη βαρύτητα”, λένε οι φυσικοί. “Η φύση της σκοτεινής ύλης είναι μία από τις μεγαλύτερες ανοικτές ερωτήσεις στη φυσική αυτή τη στιγμή. Ο προσδιορισμός αυτού του σήματος ως σκοτεινής ύλης μπορεί να μας επιτρέψει να εκθέσουμε τελικά τη θεμελιώδη ταυτότητα της σκοτεινής ύλης. Όποια και αν είναι η πλεονάζουσα κατάσταση, θα μάθουμε κάτι νέο για το σύμπαν».

Συχνό αλλά λιγοστό το νερό στις ατμόσφαιρες των εξωπλανητών που έχουν ανακαλυφθεί

Οι υδρατμοί είναι συχνοί στις ατμόσφαιρες πολλών εξωπλανητών, όμως σε ποσότητες πολύ χαμηλότερες του αναμενομένου. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της μεγαλύτερης μέχρι σήμερα ανάλυσης της χημικής σύστασης των ατμοσφαιρών των πλανητών πέρα από το ηλιακό σύστημα μας.
 
Η πιο εκτεταμένη έρευνα για τις χημικές συνθέσεις της ατμόσφαιρας των εξωπλανητών έχει αποκαλύψει στοιχεία που αποκλίνουν από τις τρέχουσες θεωρίες του σχηματισμού τους και έχει επιπτώσεις στην αναζήτηση νερού στο ηλιακό σύστημα αλλά και πέρα ​​από αυτό.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Nikku Madhusudhan του Ινστιτούτου Αστρονομίας του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ μελέτησαν ατμοσφαιρικά δεδομένα από διαστημικά και επίγεια τηλεσκόπια, που αφορούσαν 19 εξωπλανήτες διαφόρων διαστάσεων και θερμοκρασιών, από «μίνι-Ποσειδώνες» (με μάζες σχεδόν δεκαπλάσιες της Γης) μέχρι «υπερ-Δίες» (με μάζα τουλάχιστον 600 φορές μεγαλύτερη της Γης), καθώς επίσης με θερμοκρασίες από 20 έως πάνω από 2.000 βαθμούς Κελσίου.
 
Διαπιστώθηκε ότι, όπως στους γιγάντιους πλανήτες του δικού μας ηλιακού συστήματος, οι ατμόσφαιρες των εξωπλανητών είναι πλούσιες σε υδρογόνο.
 
Στο ηλιακό μας σύστημα, η ποσότητα άνθρακα σε σχέση με το υδρογόνο στις ατμόσφαιρες των γιγάντιων πλανητών (Δίας, Κρόνος κλπ) είναι σημαντικά υψηλότερη από εκείνη του ήλιου. Αυτή η «υπερ-ηλιακή» αφθονία πιστεύεται ότι είχε αρχίσει όταν σχηματίστηκαν οι πλανήτες και μεγάλες ποσότητες πάγου, πετρωμάτων και άλλων σωματιδίων εισήχθησαν στον πλανήτη σε μια διαδικασία που ονομάζεται συσσώρευση.
 
Οι αφθονίες άλλων στοιχείων έχουν προβλεφθεί ότι είναι παρόμοια υψηλές στις ατμόσφαιρες των τεράστιων εξωπλανήτων – ειδικά του οξυγόνου, το οποίο είναι το πιο άφθονο στοιχείο του σύμπαντος μετά το υδρογόνο και το ήλιο. Αυτό σημαίνει ότι το νερό, ένας κυρίαρχος φορέας οξυγόνου, αναμένεται επίσης να είναι υπερ-άφθονος σε τέτοιες ατμόσφαιρες.
 
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν εκτεταμένα φασματοσκοπικά δεδομένα από τηλεσκόπια με βάση το διάστημα και τα επίγεια τηλεσκόπια, όπως το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble, το διαστημικό τηλεσκόπιο Spitzer, το πολύ μεγάλο τηλεσκόπιο στη Χιλή και το Gran Telescopio Canarias στην Ισπανία. Το εύρος των διαθέσιμων παρατηρήσεων, μαζί με τα λεπτομερή υπολογιστικά μοντέλα, τις στατιστικές μεθόδους και τις ατομικές ιδιότητες του νατρίου και του καλίου, επέτρεψαν στους ερευνητές να αποκτήσουν εκτιμήσεις για τις χημικές αφθονίες στις ατμόσφαιρες των εξωπλανήτων σε όλο το δείγμα.
 
Τα χημικά στοιχεία που εντοπίστηκαν
 
Άλλα χημικά στοιχεία, όπως το οξυγόνο (το τρίτο σε αφθονία στοιχείο στο σύμπαν μετά το υδρογόνο και το ήλιο) βρίσκονται επίσης σε αναμενόμενες ποσότητες στους εξωπλανήτες. Όμως το νερό, που περιέχει οξυγόνο, δεν φαίνεται να υπάρχει σε παρόμοια αναλογία, με βάση τις μικρές ποσότητες των υδρατμών που έχουν ανιχνευθεί έως τώρα.
 
Η νέα μελέτη βρήκε υδρατμούς στις ατμόσφαιρες των 14 από τους 19 εξωπλανήτες που εξέτασε. «Είναι όμως απίστευτο πόσο χαμηλές είναι οι συγκεντρώσεις νερού στις ατμόσφαιρες πολύ διαφορετικών εξωπλανητών. Δεδομένου ότι το νερό αποτελεί συστατικό-κλειδί για τη ζωή στη Γη, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πόσο νερό μπορεί να βρεθεί στα πλανητικά συστήματα πέρα από το δικό μας», δήλωσε ο Madhusudhan.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1448a-1448b)

[1448a] [II] Ἐπεὶ δὲ μιμοῦνται οἱ μιμούμενοι πράττοντας, ἀνάγκη δὲ τούτους ἢ σπουδαίους ἢ φαύλους εἶναι (τὰ γὰρ ἤθη σχεδὸν ἀεὶ τούτοις ἀκολουθεῖ μόνοις, κακίᾳ γὰρ καὶ ἀρετῇ τὰ ἤθη διαφέρουσι πάντες), ἤτοι βελτίονας ἢ καθ᾽ ἡμᾶς ἢ χείρονας ἢ καὶ τοιούτους, ὥσπερ οἱ γραφεῖς· Πολύγνωτος μὲν γὰρ κρείττους, Παύσων δὲ χείρους, Διονύσιος δὲ ὁμοίους εἴκαζεν. δῆλον δὲ ὅτι καὶ τῶν λεχθεισῶν ἑκάστη μιμήσεων ἕξει ταύτας τὰς διαφορὰς καὶ ἔσται ἑτέρα τῷ ἕτερα μιμεῖσθαι τοῦτον τὸν τρόπον. καὶ γὰρ ἐν ὀρχήσει καὶ αὐλήσει καὶ κιθαρίσει ἔστι γενέσθαι ταύτας τὰς ἀνομοιότητας, καὶ [τὸ] περὶ τοὺς λόγους δὲ καὶ τὴν ψιλομετρίαν, οἷον Ὅμηρος μὲν βελτίους, Κλεοφῶν δὲ ὁμοίους, Ἡγήμων δὲ ὁ Θάσιος ‹ὁ› τὰς παρῳδίας ποιήσας πρῶτος καὶ Νικοχάρης ὁ τὴν Δειλιάδα χείρους· ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τοὺς διθυράμβους καὶ περὶ τοὺς νόμους, ὥσπερ †γᾶς† Κύκλωπας Τιμόθεος καὶ Φιλόξενος μιμήσαιτο ἄν τις. ἐν αὐτῇ δὲ τῇ διαφορᾷ καὶ ἡ τραγῳδία πρὸς τὴν κωμῳδίαν διέστηκεν· ἡ μὲν γὰρ χείρους ἡ δὲ βελτίους μιμεῖσθαι βούλεται τῶν νῦν.

[III] Ἔτι δὲ τούτων τρίτη διαφορὰ τὸ ὡς ἕκαστα τούτων μιμήσαιτο ἄν τις. καὶ γὰρ ἐν τοῖς αὐτοῖς καὶ τὰ αὐτὰ μιμεῖσθαι ἔστιν ὁτὲ μὲν ἀπαγγέλλοντα, ἢ ἕτερόν τι γιγνόμενον ὥσπερ Ὅμηρος ποιεῖ ἢ ὡς τὸν αὐτὸν καὶ μὴ μεταβάλλοντα, ἢ πάντα ὡς πράττοντας καὶ ἐνεργοῦντας †τοὺς μιμουμένους†. ἐν τρισὶ δὴ ταύταις διαφοραῖς ἡ μίμησίς ἐστιν, ὡς εἴπομεν κατ᾽ ἀρχάς, ἐν οἷς τε ‹καὶ ἃ› καὶ ὥς. ὥστε τῇ μὲν ὁ αὐτὸς ἂν εἴη μιμητὴς Ὁμήρῳ Σοφοκλῆς, μιμοῦνται γὰρ ἄμφω σπουδαίους, τῇ δὲ Ἀριστοφάνει, πράττοντας γὰρ μιμοῦνται καὶ δρῶντας ἄμφω. ὅθεν καὶ δράματα καλεῖσθαί τινες αὐτά φασιν, ὅτι μιμοῦνται δρῶντας. διὸ καὶ ἀντιποιοῦνται τῆς τε τραγῳδίας καὶ τῆς κωμῳδίας οἱ Δωριεῖς (τῆς μὲν γὰρ κωμῳδίας οἱ Μεγαρεῖς οἵ τε ἐνταῦθα ὡς ἐπὶ τῆς παρ᾽ αὐτοῖς δημοκρατίας γενομένης καὶ οἱ ἐκ Σικελίας, ἐκεῖθεν γὰρ ἦν Ἐπίχαρμος ὁ ποιητὴς πολλῷ πρότερος ὢν Χιωνίδου καὶ Μάγνητος· καὶ τῆς τραγῳδίας ἔνιοι τῶν ἐν Πελοποννήσῳ) ποιούμενοι τὰ ὀνόματα σημεῖον· αὐτοὶ μὲν γὰρ κώμας τὰς περιοικίδας καλεῖν φασιν, Ἀθηναίους δὲ δήμους, ὡς κωμῳδοὺς οὐκ ἀπὸ τοῦ κωμάζειν λεχθέντας ἀλλὰ τῇ κατὰ κώμας πλάνῃ ἀτιμαζομένους ἐκ τοῦ ἄστεως·

[1448b] καὶ τὸ ποιεῖν αὐτοὶ μὲν δρᾶν, Ἀθηναίους δὲ πράττειν προσαγορεύειν. περὶ μὲν οὖν τῶν διαφορῶν καὶ πόσαι καὶ τίνες τῆς μιμήσεως εἰρήσθω ταῦτα.

***
[1448a] [2] Με δεδομένο ότι αυτοί που κάνουν μίμηση μιμούνται πράξεις ανθρώπων, και οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορεί παρά να είναι ή καλοί ή κακοί (οι χαρακτήρες, πράγματι, των ανθρώπων είναι, σχεδόν πάντοτε, επακόλουθο αυτής αποκλειστικά της βασικής διάκρισης, κάτι που θέλει να πει ότι οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς τον χαρακτήρα από την άποψη της κακίας και της αρετής), και άρα ή καλύτεροι ή χειρότεροι ή ίδιοι με μας τους σημερινούς ανθρώπους (έτσι δεν δουλεύουν οι ζωγράφοι; ο Πολύγνωτος, επιπαραδείγματι, ζωγράφιζε τους ανθρώπους καλύτερους, ο Παύσων χειρότερους και ο Διονύσιος ίδιους με μας), είναι φανερό ότι καθεμιά από τις τέχνες μίμησης που μνημονεύσαμε παραπάνω θα έχει αυτές τις διαφορές, και έτσι θα είναι διαφορετική τέχνη, καθώς μιμείται διαφορετικά με αυτόν τον τρόπο πράγματα.

Αυτές οι διαφορές μπορούν να υπάρξουν και στην όρχηση, την αύληση και την κιθάριση, αλλά και στον πεζό λόγο και στη δίχως μουσική ποίηση. Ο Όμηρος π.χ. παρουσιάζει ανθρώπους καλύτερους από μας, ο Κλεοφών ίδιους με μας, ενώ ο Ηγήμων από τη Θάσο, ο πρώτος που έγραψε παρωδίες, και ο Νικοχάρης, ο ποιητής της Δειλιάδας, χειρότερους. Παρόμοιες μιμήσεις θα μπορούσαν να γίνουν και στους διθυράμβους και στους νόμους, όπως έκαναν ο **–γας, ο Τιμόθεος και ο Φιλόξενος στους Κύκλωπες. Αυτή η διαφορά διαφοροποιεί και την τραγωδία από την κωμωδία: η μια τους θέλει να παρουσιάζει πρόσωπα χειρότερα, η άλλη καλύτερα από τους σημερινούς ανθρώπους.

[3] Έχουν όμως και μια τρίτη διαφορά μεταξύ τους αυτές οι τέχνες. Εννοώ τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κανείς να κάνει τη μίμηση σε καθεμιά από τις περιπτώσεις που είπαμε. Μπορεί, πράγματι, κανείς να μιμείται τα ίδια πράγματα και με τα ίδια μέσα άλλοτε διηγούμενος (είτε παίρνοντας τη μορφή ενός τρίτου προσώπου, όπως κάνει ο Όμηρος, είτε μένοντας πάντοτε ο ίδιος, δίχως καθόλου να αλλάζει) και άλλοτε παρουσιάζοντας αυτούς που γίνονται αντικείμενο μίμησης σαν να ενεργούν και να πράττουν τα πάντα οι ίδιοι.

Όπως λοιπόν το είπαμε και στην αρχή, η μίμηση σ᾽ αυτές τις τέχνες διαφέρει από τρεις απόψεις: από την άποψη των μέσων που χρησιμοποιούνται γι᾽ αυτήν, από την άποψη των πραγμάτων που γίνονται αντικείμενό της και από την άποψη του τρόπου με τον οποίο αυτή γίνεται. Όλα αυτά θα πουν ότι ο Σοφοκλής ως μιμητής μπορούμε να πούμε ότι είναι όμοιος με τον Όμηρο, αφού και οι δυο τους μιμούνται ανθρώπους αξίας· από μιαν άλλη όμως άποψη μπορούμε να πούμε ότι είναι όμοιος με τον Αριστοφάνη, αφού και οι δυο τους μιμούνται ανθρώπους που πράττουν και δρουν. Αυτός είναι, άλλωστε, σύμφωνα με κάποιους, ο λόγος που τα έργα αυτά λέγονται δράματα: επειδή μιμούνται ανθρώπους που δρουν.

Γι᾽ αυτό ακριβώς και διεκδικούν για τον εαυτό τους την εύρεση και της τραγωδίας και της κωμωδίας οι Δωριείς — της κωμωδίας οι Μεγαρείς, τόσο οι Μεγαρείς εδώ στην Ελλάδα, που λένε ότι η κωμωδία γεννήθηκε όταν στον τόπο τους είχαν δημοκρατία, όσο και οι Μεγαρείς της Σικελίας, επειδή από εκεί ήταν ο ποιητής Επίχαρμος, που ήταν πολύ παλαιότερος από τον Χιωνίδη και τον Μάγνητα. Αλλά και την τραγωδία τη διεκδικούν κάποιοι από τους Δωριείς της Πελοποννήσου. Ως απόδειξη έφεραν τις λέξεις. Οι Δωριείς δηλαδή τα προάστια τα λένε κώμες, ενώ οι Αθηναίοι δήμους, και θέλουν με αυτό να πουν ότι οι κωμωδοί ονομάστηκαν έτσι όχι από το κωμάζω, αλλά γιατί γύριζαν από κώμη σε κώμη περιφρονημένοι και διωγμένοι από την πόλη.

[1448b] Άλλωστε, το «κάνω» οι Δωριείς το λένε δρῶ, ενώ οι Αθηναίοι το λένε πράττω.

Ας θεωρηθούν αρκετά όσα είπαμε για τον αριθμό και το είδος των διαφορών στη μίμηση που κάνουν αυτές οι τέχνες.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (117-146)

Σχετική εικόναΧΟΡΟΣ
ὦ γύναι, ἃ Θέτιδος δάπεδον καὶ ἀνάκτορα θάσσεις [στρ. α]
δαρὸν οὐδὲ λείπεις,
Φθιὰς ὅμως ἔμολον ποτὶ σὰν Ἀσιήτιδα γένναν,
120 εἴ τί σοι δυναίμαν
ἄκος τῶν δυσλύτων πόνων τεμεῖν,
οἵ σε καὶ Ἑρμιόναν ἔριδι στυγερᾷ συνέκλῃσαν,
τλάμον᾽ ἀμφὶ λέκτρων
διδύμων ἐπίκοινον ἔχουσαν
125 ἄνδρα παῖδ᾽ Ἀχιλλέως.

γνῶθι τύχαν, λόγισαί τ᾽ ἄπορον κακὸν εἰς ὅπερ ἥκεις. [ἀντ. α]
δεσπόταις ἁμιλλᾷ
Ἰλιὰς οὖσα κόρα Λακεδαίμονος ἐγγενέταισιν;
λεῖπε δεξίμηλον
130 δόμον τᾶς ποντίας θεοῦ. τί σοι
καιρὸς ἀτυζομένᾳ δέμας αἰκέλιον καταλείβειν
δεσποτᾶν ἀνάγκαις;
τὸ κρατοῦν δέ σ᾽ ἔπεισι. τί μόχθον
οὐδὲν οὖσα μοχθεῖς;

135 ἀλλ᾽ ἴθι λεῖπε θεᾶς Νηρηίδος ἀγλαὸν ἕδραν, [στρ. β]
γνῶθι δ᾽ οὖσ᾽ ἐπὶ ξένας
δμωὶς ἐπ᾽ ἀλλοτρίας
πόλεος, ἔνθ᾽ οὐ φίλων τιν᾽ εἰσορᾷς
σῶν, ὦ δυστυχεστάτα,
πασᾶν, τάλαινα νύμφα.
140 οἰκτροτάτα γὰρ ἔμοιγ᾽ ἔμολες, γύναι Ἰλιάς, οἴκους [ἀντ. β]
δεσποτῶν ἐμῶν· φόβῳ δ᾽
ἡσυχίαν ἄγομεν—
τὸ δὲ σὸν οἴκτῳ φέρουσα τυγχάνω—
145 μὴ παῖς τᾶς Διὸς κόρας
σοί μ᾽ εὖ φρονοῦσαν εἰδῇ.

***
ΧΟΡΟΣ
Κυρά μου εσύ, που πρόσπεσες εδώ στης Θέτης το ιερό [στρ. 1]
κι ούτε λες να σαλέψεις,
Φθιώτισσα είμαι κι όμως ήρθα σ᾽ εσέ την Ασιάτισσα
120 με την ελπίδα πως θα μπορούσα να βρω
κάποια γιατρειά για τα δεινά τ᾽ αξεδιάλυτα
που εσένα και την Ερμιόνη
σ᾽ εχθρότητα μπλέξανε φοβερή
για τη διπλή την κλίνη
που η άμοιρη εσύ μοιράζεσαι μαζί της
στο πλάι του γιου του Αχιλλέα.

Σκέψου τη θέση σου κι αναλογίσου [αντ. 1]
ποιό το αθεράπευτο κακό
που σου φύλαξε η μοίρα.
Κόρη της Τροίας εσύ, κι αντιμάχεσαι
μιαν αφέντρα Λακώνισσα;
130 Παράτα λοιπόν το ιερό της θαλάσσιας θεάς,
προορισμένο να δέχεται τα σφαχτάρια. Ποιό τ᾽ όφελος
ν᾽ ασκημίζεις καθώς λιώνεις στο κλάμα
επειδή σε ταράζει των αφεντάδων η γνώμη; Θα πέσουν
απάνω σου οι πιο δυνατοί.
Γιατί τόσος αγώνας όταν δεν έχεις τη δύναμη;

Τον βωμό της νεράιδας θεάς άφησέ τον. [στρ. 2]
Νιώσ᾽ το καλά, ότι βρίσκεσαι σκλάβα
ξένη, σε ξένον τόπο,
όπου δεν βλέπεις κανένα
από κείνους που σ᾽ αγαπούσανε.
Ω η πιο δύστυχη απ᾽ όλες,
140 κοπέλα βαριόμοιρη.

Αξιολύπητη μας ήρθες εδώ, ω γυναίκα της Τροίας, [αντ. 2]
στα παλάτια των βασιλιάδων μας·
όμως ο φόβος μού κλείνει το στόμα,
—λυπούμαι βέβαια την τύχη σου—
σκιάζομαι ωστόσο μήπως και καταλάβει
τη συμπάθεια που νιώθω για σένα
της θυγατέρας του Δία η κόρη.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ

ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ
(περιστέρι)
 
Η Περιστερά ήταν Νύμφη στην ακολουθία της Αφροδίτης.
 
Η μεταμόρφωσή της ήταν η συνέπεια ενός παιχνιδιού της Αφροδίτης και του Έρωτα, στο οποίο ακάλεστη προσέτρεξε η Περιστερά. Μια μέρα Αφροδίτη και Έρωτας διασκέδαζαν μαζεύοντας λουλούδια, συναγωνίζονταν μάλιστα ποιος θα μαζέψει περισσότερα.
 
Η θεά άφηνε τον Έρωτα να την περνά, όμως η Περιστερά έτρεξε να τη βοηθήσει, η Αφροδίτη νίκησε, ο Έρωτας εξοργίστηκε και μεταμόρφωσε τη Νύμφη σε περιστέρι.
 
Όμως η Αφροδίτη καθιέρωσε το περιστέρι σαν το αγαπημένο της πουλί. (Mythogr. Vat. 1.175, 2.3)*
------------------------------------
*Υπάρχουν και άλλες εκδοχές γιατί η Αφροδίτη έκανε το περιστέρι το αγαπημένο της πουλί. Σύμφωνα με τον Υγίνο ένα αυγό έπεσε στον Ευφράτη ποταμό, το έβγαλαν στη στεριά ψάρια και το κλώσησαν περιστέρια. Από το αυγό αυτό ξεπετάχτηκε η Αφροδίτη. Και συχνά στην αγγειογραφία η Αφροδίτη εμφανίζεται με περιστέρια, ενώ η παρουσία τους υποδηλώνει μιαν ερωτική κατάσταση.

ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ

ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ
 
Προκαταρκτικὲς παρατηρήσεις.
 
Γιὰ τοὺς μελετητὲς τῆς ἀττικῆς τραγωδίας ἔχει καταστεῖ κοινός, σχεδόν, τόπος ἡ παραδοχὴ ὅτι τὸ σοφόκλειο τραγικὸ σύμπαν στρέφεται γύρω ἀπὸ τὸν κεντρικὸ ἄξονα τῆς ἀγνωσίας τοῦ θείου : ἡ ἀνθρώπινη διάνοια εἶναι ἀτελὴς καὶ πεπερασμένη, ἐνῶ ὁ θεῖος νοῦς ὑπερβατικὸς καὶ ἀνεπίγνωστος. Ἤδη ἀπὸ τὸ 1966 ὁ E.R. Dodds εἶχε μὲ θαυμαστὴ σαφήνεια διατυπώσει τὴν ἀντινομία (γνωσιολογικῆς, κατὰ βάσιν, ὑφῆς) πού διέπει τὸν κόσμο τῆς σοφόκλειας τραγωδίας : ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ὑπάρχει ἡ ἀντικειμενικὴ κοσμικὴ τάξη, τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ σεβαστεῖ, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νὰ κατανοήσει πλήρως αὐτή τὴν τάξη.[1] Ἡ ἀντινομία αὐτή ὁδηγεῖ σὲ ἕνα θεμελιῶδες τραγικὸ παράδοξο: «στὸ σοφόκλειο δράμα τὸ ἀναπόδραστο τῶν γεγονότων καταδεικνύεται ὁλοκληρωτικὰ· ἡ ἀμφιβολία ὅμως γιὰ τὴ δικαιοσύνη ἢ τὴν ἠθική τῆς κοσμικῆς τάξης, στὸν βαθμὸ πού αὐτή διατυπώνεται, δὲν διαλύεται».[2]
 
Ἡ ἀγνωσία τοῦ θείου συνίσταται στὴ γνωσιολογική του «ἑτερότητα»: ὅπως θὰ ἐκτεθεῖ ἀναλυτικότερα στὶς ἑνότητες πού ἀκολουθοῦν, στὸν Σοφοκλῆ (καὶ στοὺς περισσότερους Προσωκρατικοὺς) Ἡ γνωσιολογικὴ διαφορὰ μεταξὺ θεοῦ καὶ ἀνθρώπου δὲν ἔχει διάσταση ποσοτικὴ (= ὁ θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι ἐλάχιστα), ἀλλά ποιοτική, εἰδολογική: ὁ θεϊκὸς νοῦς εἶναι ἀλλοῖος, καθ’ ὅλα ἀσύγκριτος πρὸς τὸν ἀνθρώπινο· εἶναι μέγεθος ἕτερον καὶ γι’ αὐτό ἀνεπίγνωστο. Ὁ θεὸς ὑπερβαίνει τὴν πραγματικότητα (ἀκριβέστερα : τὴν ὀργάνωση τῆς πραγματικότητας σὲ ὀντολογικὸ σύστημα), τὴν ὁποία ἡ ἀνθρώπινη διάνοια ἔχει συνηθίσει νὰ ἀντιμετωπίζει ὡς «φυσική»· ὡς ἐκ τούτου, ὁ θεὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ περιγραφεῖ μὲ τὰ ὀντολογικὰ κατηγορήματα βάσει τῶν ὁποίων συλλαμβάνουμε τὸν κόσμο μας. Σχηματικά, θεὸς καὶ ἄνθρωπος δὲν θὰ παριστάνονταν ὡς τὰ δύο ἄκρα ἑνός συνεχοῦς, ὅπου ἡ ἀνθρώπινη διάνοια τείνει πρὸς τὸ μηδὲν ἐνῶ ὁ θεῖος νοῦς τείνει πρὸς τὸ ἄπειρο, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς δύο παράλληλες εὐθεῖες, πού δὲν πρόκειται νὰ συναντηθοῦν ποτέ.
 
Ἡ προσέγγιση αὐτή στὴ γνωσιολογικὴ ὑπεροχὴ τῆς θεότητας θὰ μποροῦσε νὰ ὀνομαστεῖ —καταχρηστικὰ καὶ μὲ ἐπίγνωση τοῦ ἀναχρονισμοὺ— «ἀποφατική»: σύμφωνα μὲ ἕνα σύγχρονο ὁρισμό, ἀποφατισμὸς εἶναι ((ἡ ἄρνηση νὰ ἀποδώσουμε στὸν Θεὸ τοὺς προσδιορισμοὺς τοῦ ὄντος)).[3]
 
Πληρέστατη διατύπωση βρῆκε ἡ ἀποφατικὴ στάση στὶς λεγόμενες ἀρεοπαγιτικές συγγραφὲς καὶ στὸν Μάξιμο Ὁμολογητή. Ὁ Ψευδὸ-Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης ὁρίζει ὅτι αἱ μὲν ἀποφάσειs ἐπί τῶν θείων ἀληθεῖς, αἱ δὲ καταφάσεις ἀνάρμοστοι (Περὶ τῆς οὐρανίας ἱεραρχίας 3 [P. G. 3,141Α Migne]) καὶ εἰσηγεῖται ὅτι ὁ ἀπερινόητος καὶ ἄρρητος χαρακτήρας τοῦ θείου ἐκφαίνεται πληρέστερα διὰ τῶν ἀνομοίων, δηλαδὴ μὲ τὴ σκόπιμη χρήση λεξιλογίου καὶ εἰκόνων πού πρόδηλα δὲν ἀνταποκρίνονται στὴ φύση τοῦ θείου, ἡ ὁποία εἶναι τῶν ὑλικῶν ἁπάντων ὑπερκοσμίως ἐκβεβηκυῖα· πβ. αὐτόθι 5 (P.G. 3,145Α-Β Migne) καὶ Μάξιμο Ὁμολογητή, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν (P.G. 91,116.515 Migne). Ἀκόμη καὶ τὰ ἐπὶ τῇ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Ἰησοῦ καταφασκόμενα πρέπει νὰ νοηθοῦν ὡς δύναμιν ὑπεροχικῆς ἀποφάσεως ἔχοντα (Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Ἐπιστολὴ δ' [P.G. 3,1072Β Migne]). Ἐν κατακλείδι, γιὰ τὴν ἄκραν καὶ ἀποφατικὴν τοῦ λόγου θεολογίαν ὁ θεὸς οὔτε λέγεται οὔτε νοεῖται οὔτε ἔστι τὸ σύνολον τί τῶν ἄλλα» συνεγνωσμένων (Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, P.G. 91,1081Β Migne). Περαιτέρω ἐπιλογὴ κειμένων καὶ σχολιασμὸ βλ. στοῦ Γιανναρα (1984) 181 κ.ε., (1988α), (1988β) 94-109. Γιὰ τὴ θεμελιώδη διαφορὰ μεταξὺ ἀποφατισμοῦ καὶ ἀγνωστικισμοῦ βλ. κατωτέρω, σ. 52 κ.ε.
 
'Ἡ συνειδητοποίηση τῆς ἑτερότητας τοῦ θείου νοῦ ἔχει δύο σημαντικὰ παρεπόμενα:
 
α) Μόνο ἡ θεϊκὴ γνώση εἶναι πράγματι ἐντελής γνώση· ἡ ἀνθρώπινη γνώση εἶναι ἀτελής καί, συχνότατα, ἀπατηλή.
β) Ὡς ἐκ τούτου, ἡ γνώση πού οἱ ἄνθρωποι μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε σχετικὰ μὲ τοὺς θεοὺς (τὴ φύση τους, τὶς ἐνέργειές τους, τὰ βουλεύματά τους κτλ.) εἶναι κατ’ ἀνάγκη μεμερισμένη καὶ ἀποσπασματική.
     
Το λογοτεχνικὸ ὑπόβαθρο: Ὅμηρος καὶ λυρικὴ ποίηση.
 
Ὅτι ἡ θεϊκὴ γνώση καλύπτει πεδίο ἀπείρως εὐρύτερο ἀπὸ ὅ,τι ἡ ἀνθρώπινη ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πλέον παραδοσιακὲς ἀντιλήψεις στὴν ἑλληνικὴ γραμματεία. Ἡ ἀρχαϊκὴ τούτη ἀντίληψη γιὰ τὸ πού ἔγκειται, ἀπὸ γνωσιολογικῆς ἀπόψεως, ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ θεοῦ φαίνεται νὰ ὑποτυπώνεται ἤδη σὲ ἕνα περίφημο χωρίο τῆς Ἰλίαδας: πρόκειται γιὰ τὴ λεγάμενη ((δεύτερη ἐπίκληση)) τῶν Μουσῶν (Β 484-492), ὅπου ὁ ποιητὴς νιώθει ἀναγκασμένος νὰ ἐπικαλεστεῖ τὴν ἀρωγὴ τῶν θεαινῶν στὸ ἐπίπονο ἔργο τῆς ἀπαρίθμησης τῶν Ἀχαιῶν ἡγεμόνων πού ἔλαβαν μέρος στὸν πόλεμο — ἔργο πού κανένας ἄνθρωπος δὲν θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ περατώσει μὲ τὶς δικές του μόνο δυνάμεις. Οἱ ἄνθρωποι, ἀκοῦμε, δὲν γνωρίζουν τίποτε· εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ βασίζονται σὲ φῆμες (486 κλέος οἷον ἀκούομεν οὐδὲ τί ἴδμεν). Οἱ Μοῦσες, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, κατέχουν ἀληθινὴ γνώση, διότι διαθέτουν ἄμεση καὶ πρωτογενή ἐμπειρία: εἶναι αὐτόπτες μάρτυρες, πανταχοΰ παροῦσες καὶ ἱκανὲς νὰ γνωρίζουν τὰ πάντα (485 πάρεστὲ τε ἴστὲ τε πάντα)· τὸ γεγονὸς καὶ μόνον ὅτι μποροῦν νὰ ἔχουν πρόσβαση σὲ περισσότερα δεδομένα ἀπὸ ὅ,τι οἱ ἄνθρωποι ἀποτελεῖ αὐτόχρημα ἐγγύηση γιὰ τὸ ὅτι διαθέτουν καὶ μεγαλύτερη γνώση ἀπὸ ὅ,τι οἱ ἄνθρωποι. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι γιὰ τον Ὅμηρο οἱ θεοί, ἀπὸ γνωσιολογικῆς ἀπόψεως, δὲν εἶναι παρὰ τελειοποιημένοι ἄνθρωποι: ἡ γνώση τους καλύπτει, ἁπλῶς, πολὺ ἐκτενέστερο πεδίο· ἡ διαφορά της ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη γνώση εἶναι διαφορὰ ποσοτική, ὄχι ποιοτικὴ — διαφορὰ εὔρους, ὄχι εἴδους.
 
Γιὰ τὴν παντογνωσία (σὲ ποσοτικοὺς πάντοτε ὅρους) τῶν θεῶν βλ. καὶ Ὀδ. δ 379, 468. Ὁ Πίνδαρος (Νέμ. ς’ 1-7) ἀποτελεῖ ἴσως ἐξαίρεση κατὰ τὸ ὅτι κηρύσσει τὸν ἀνθρώπινο νόον παραπλήσιο, ὑπὸ κάποιαν (ἀπροσδιόριστη) ἄποψη, μὲ αὐτόν τῶν θεῶν: ἓν ἀνδρῶν, ἓν θεῶν γένος·[4] ἐκ μιᾶς δὲ πνέομεν I ματρὸς ἀμφότεροι· διείργει δὲ πᾶσα κεκριμένα I δύναμις, ὡς τὸ μὲν οὐδέν, ὁ δὲ χάλκεος ἀσφαλές αἰέν ἕδος I μένει οὐρανός, ἀλλὰ τι προσφέρομεν ἔμπαν ἤ μέγαν I νόον ἤτοι φύσιν ἀθανἀτοις, I καὶπερ ἐφαμερίαν οὐκ εἰδότες οὐδὲ μετὰ νύκτας I ἄμμε πότμος I ἅντιν’ ἔγραψε δραμεῖν ποτὶ στάθμαν.
 
 (Μία τῶν ἀνθρώπων, μία καὶ τῶν θεῶν ἡ γενιά· στέκει, ὡστόσο ὅριο ἀνάμεσά μας δύναμη πέρα γιὰ πέρα ἀλλιώτικη : ἕνα τίποτα ἐμεῖς, μὰ ἐκείνων θρόνος ἀκλόνητος μένει πάντα ὁ χάλκινος οὐρανός. Τοὺς μοιάζουμε ὡστόσο κάπως —ἢ στὸν μέγα νοῦ ἢ στὸ φυσικὸ μας— κι ἂς μὴν ξέρουμε ποιὸν δρόμο μᾶς ἐχάραξε ἡ μοίρα νὰ διατρέξουμε ὅσο βαστᾶ ἡ μέρα ἢ σὰν ἔρθει ἡ νύχτα).
 
Ἕνα δεύτερο συμπέρασμα πού προκύπτει ἀπὸ τὸ ὁμηρικὸ χωρίο εἶναι ὅτι ὁ μόνος τρόπος διεύρυνσης καὶ ἐπέκτασης τῆς ἀνθρώπινης γνώσης εἶναι ἡ ἀπὸ θεοῦ ἀποκάλυψη· ἡ διανοητικὴ προσπάθεια ἢ ἡ ἀτομικὴ ἐνορατικὴ δύναμη δὲν φαίνεται νὰ θεωροῦνται πιθανὲς γνωστικὲς ὁδοί.
 
Τοῦτο τό χάσμα μεταξὺ θεϊκῆς καὶ ἀνθρώπινης γνώσης ἀποτελεῖ τακτικὰ ἐπανερχόμενο μοτίβο στὴ λυρικὴ ποίηση, μόνο πού ἐκεῖ ἡ συνειδητοποίησή του μοιάζει φορτισμένη μὲ μιὰν αἴσθηση ἀπελπιστικοῦ ἀδιεξόδου. Γιὰ τὸν Σόλωνα, ἡ ἀδυναμία μας νὰ διαβλέψουμε τὸν νόον τῶν θεῶν (ἀπ. 17 West: πάντῃ δ’ ἀθανάτων ἀφανής νόος ἀνθρώποισιν) σημαίνει, στὴν πράξη, ὅτι δὲν ἔχουμε σχεδὸν καμία πρόσβαση στὴν ἀληθή γνώση (ἀπ. 16 West):
 
γνωμοσύνης δ’ ἀφανές χαλεπώτατόν ἐστι νοῆσαι
μέτρον, ὅ δὴ πάντων πείρατα μοῦνον ἔχει.
 
(Εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ συλλάβει κανεὶς τό ἀόρατο κριτήριο τῆς γνώσης — τό μόνο, βεβαίως, πράγμα πού ἁπλώνεται ὡς τὰ πέρατα τῶν πάντων).
 
Παρόμοιο εἶναι τό συναίσθημα πού ἐκφράζεται στὸ ἀπ. 21 τοῦ Σιμωνίδη (PMG 526 Page):
 
θεὸς ὁ πάμμητις· ἀπή-
μαντον δ’ οὐδέν ἔστι θνατοῖς.
 
(Θεός, ἡ κορυφὴ τῆς γνώσης· γιὰ τοὺς θνητοὺς τίποτε δὲν εἶναι ἐλεύθερο ἀπό δυστυχία),
 
ἢ στὸ ἀπ. 20 τοῦ ἴδιου ποιητῆ (PMG 525 Page):
 
ῥεῖα θεοὶ κλέπτουσιν ἀνθρώπων νόον.
(Εὔκολα οἱ θεοὶ ἐξαπατοῦν τὸν νοῦ τῶν ἀνθρώπων).
 
Καὶ στὰ δύο αὐτὰ ἀποσπάσματα ἡ ἐντελὴς γνώση τοῦ θεοῦ (πάμμητις) ἀντιπαρατίθεται στὸ πεπερασμένο τῶν ἀνθρώπινων νοητικῶν δυνατοτήτων — πράγμα πού ἀναπόδραστα ὁδηγεῖ στὴ φρεναπάτη (κλέπτουσιν ἀνθρώπων νόον) καί, τελικά, στὴ δυστυχία (ἀπήμαντον δ' οὐδέν ἐστι θνατοῖς). Ἴσως ἡ πιὸ ἀξιομνημόνευτη διατύπωση τοῦ αἰσθήματος αὐτοῦ βρίσκεται στοὺς στίχους 133-142 τῶν Θεογνιδείων:
 
οὐδείς Κύρν’ ἄτης καὶ κέρδεος αἴτιος αὐτός,
ἀλλά θεοὶ τούτων δώτορες ἀμφοτέρων·
οὐδὲ τις ἀνθρώπων ἐργάζεται ἐν φρεσὶν εἰδώς                 135
ἐς τέλος εἴτ’ ἀγαθόν γίνεται εἴτε κακόν.
πολλάκι γὰρ δοκέων θήσειν κακὸν ἐσθλόν ἔθηκεν,
καὶ τε δοκῶν θήσειν ἐσθλόν ἔθηκε κακόν.
οὐδὲ τῷ ἀνθρώπων παραγίνεται ὅσσ’ ἐθέλῃσιν·
ἴσχει γὰρ χαλεπῆς πείρατ ἀμηχανίης.                                140
ἄνθρωποι δὲ μάταια νομίζομεν, εἰδότες οὐδέν
θεοὶ δὲ κατὰ σφέτερον πάντα τελοῦσι νόον.
 
(Κανένας, Κύρνε, δὲν ἔχει τὴν εὐθυνη γιὰ τὶς ζημιές του ἢ γιὰ τὰ κέρδη του: καὶ τὰ δύο εἶναι δῶρα τῶν θεῶν. Ἀνθρώπου νοῦς δὲν ξέρει ἂν τὰ ἔργα του θὰ ’χουνε τέλος καλὸ ἢ κακὸ· συχνὰ ὅ,τι περίμενε νὰ βγεῖ κακό τοῦ γύρισε σὲ καλό, καὶ πάλι τὸ καλὸ πού προσδοκοῦσε τοῦ βγῆκε σὲ κακό. Κι οὔτε πάλι κανεὶς πετυχαίνει ὅλα ὅσα θέλει, γιατί τὸν στενεύουν τὰ σύνορα τῆς πικρῆς ἀμηχανίας. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι κάνουμε σκέψεις ἀνωφέλετες, δίχως τίποτε νὰ ξέρουμε στ’ ἀλήθεια· οἱ θεοί, ὡστόσο, τὰ ποῦ θὰ βάλουν μὲ τὸν νοῦ τους, ὅλα θὰ τὰ τελειώσουν).
 
Ἡ ἐπιτυχὴς ὁλοκλήρωση ὁποιασδήποτε πράξης (πβ. 136 τέλος, 142 τελοῦσι) δὲν εἶναι, ζήτημα προσπάθειας (135 ἐργάζεται), ἀλλά γνώσης: ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίζει ποιὰ κατάληξη θὰ ἔχουν οἱ προσπάθειές του, καθ’ ὅσὸν δὲν ἒχει τὴ δυνατότητα νὰ ἐλέγξει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του (πβ. κυρίως 135 οὐδέ... ἐν φρεσίν εἰδώς· 137 δοκέων, 138 δοκῶν 141 μάταια... εἰδότες οὐδέν), ἐξ αἰτίας τῶν περιορισμῶν πού τοῦ ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὴν ἀδιέξοδη ἀδυναμία του (140 ἴσχει...πείρατ’ ἀμηχανίης). Οἱ θεοί, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, πετυχαίνουν κάθε στόχο τους (142 τελοῦσι) σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο πού συνέλαβαν μὲ τὸν νοῦ τους (142 κατὰ σφέτερον... νόον).
 
Τέτοιες διατυπώσεις δὲν εἶναι παρὰ ἀναπτύξεις ἢ ἀφαιρετικότερες ἀποκρυσταλλώσεις τοῦ παραδοσιακοῦ γνωμικοῦ τόπου «Ὁ βίος ἔχει πολλὲς μεταβολές, καὶ τὸ μέλλον εἶναι ἄδηλο» (σχετικὰ παραδείγματα βλ. στὸ Παράρτημα Α). Ὁ πρακτικὰ προσανατολισμένος χαρακτήρας τῶν στίχων αὐτῶν παραμένει πρόδηλος, καθὼς ἐπίκεντρό τους εἶναι οἱ δυσμενεῖς γιὰ τὴν ἀνθρώπινη πράξη συνέπειες τῆς ἄγνοιας τοῦ μέλλοντος: ἡ ἐπίτευξη τῶν ἀνθρώπινων στόχων δυσχεραίνεται ἀπὸ τὶς ἐγγενῶς πεπερασμένες δυνατότητές μας, τὴν ἀμηχανίην μας, ἡ ὁποία συνίσταται ἐν τὲλει στὴν ἔλλειψη πλήρους καὶ ἀκριβοῦς γνώσεως.
 
Ἡ ποσοτικὰ ἐκφρασμένη ἀντιδιαστολὴ ἀνάμεσα στὶς ἀνθρώπινες διάνοιες ἀφ’ ἑνὸς καὶ στὸν θεῖο νοῦ ἀφ’ ἑτέρου συνεπάγεται, θεωρητικά, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ πετυχαίναμε τοὺς σκοπούς μας κατὰ νόον, ὅπως ἀκριβῶς οἱ θεοί, ἀρκεῖ μόνο νὰ διαθέταμε περισσότερη γνώση (π.χ. σχετικὰ μὲ τὶς παραμέτρους πού προσδιορίζουν τὶς πράξεις μας, σχετικὰ μὲ τὴν ἔκβασή τους κτλ.). Μὲ ἄλλα λόγια, ἐὰν οἱ θεοὶ δὲν εἶναι παρὰ τελειοποιημένοι ἄνθρωποι, καὶ ἐὰν ἡ γνώση τους διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη μόνο ὡς πρὸς τὴν ποσότητα ἢ τὸ εὖρος, τότε ἕπεται ὅτι οἱ ἄνθρωποι διαθέτουμε τὴ δυνατότητα νὰ ἀποκτήσουμε γνώση ἀνάλογη μὲ τῶν θεῶν. Ἐντούτοις, μία τέτοια πιθανότητα φαίνεται ὅτι ποτὲ δὲν λαμβάνεται ὑπόψη στὴν ἀρχαϊκὴ ποίηση (ἐξ οὗ καὶ ὁ μόνιμος οἰκτιρμός τῆς ἀδυναμίας τῶν ἀνθρώπων νὰ ἀποκτήσουν ἀληθινὴ γνώση ἢ νὰ διαβλέψουν τὸν θεῖο νόον). Ἡ παραδοσιακὴ ἄποψη εἶναι, ἑπομένως, ὄχι μόνο ἀκατέργαστη, ἀλλά καὶ ἐλλιπής ὡς πρὸς τὴ διερεύνηση τῶν πιθανοτήτων πού οἱ ἴδιες οἱ προκείμενές της ἐμπεριέχουν — εἶναι, μὲ λίγα λόγια, ἀσυστηματοποίητη.
     
Το φιλοσοφικὸ ὑπόβαθρο: Οἱ Προσωκρατικοί καὶ ἡ
     ἀναθεώρηση τοῦ προβλήματος.
 
Ἡ εἰκόνα φαίνεται, ἓν τούτοις, νὰ ἀλλάζει ἐκ βάθρων μὲ τοὺς Προσωκρατικοὺς — δηλαδὴ κατὰ κύριο λόγο μὲ τὸν Ξενοφάνη καὶ τὸν Ἡράκλειτο (καί, σὲ μικρότερο βαθμό, μὲ τὸν Ἀλκμαίωνα, τὸν Παρμενίδη, τὸν Ἐμπεδοκλῆ καὶ τὸν Φιλόλαο). Ἀπὸ ὅσα ἀποσπάσματα ἐμφαίνουν κάποιον προβληματισμὸ σχετικὰ μὲ τὸ γνωσιολογικὸ ζήτημα ἀναδύεται μιὰ καινούργια ἰδέα περὶ θεοῦ: ἡ θεϊκὴ γνώση εἶναι γνώση καθολικὰ διαφορετικῆς τάξεως ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη. Οἱ ἀκατέργαστες συλλήψεις τοῦ θεοῦ ὡς ὄντος πού ἡ γνώση του ὑπερτερεῖ ποσοτικά, ἁπλῶς, σὲ σχέση μὲ τὴν ἀνθρώπινη γνώση ἀναθεωροῦνται ἄρδην, καὶ τὸ χάσμα πού χωρίζει τὴ θεϊκὴ γνώση ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη γίνεται τώρα ἀντιληπτὸ κατὰ τρόπο πολὺ λεπτότερο, δηλαδὴ μὲ ὅρους ποιοτικούς: ὁ θεῖος νοῦς διαφέρει ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο ὄχι κατὰ τὸ ὅτι περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα πληροφοριῶν, ἀλλά κατὰ τὸ ὅτι ἡ φύση του καὶ ἡ ὀργάνωσή του εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀλλότριες, μὴ συλληπτὲς καὶ μὴ περιγράψιμες.
     
Ξενοφάνης.
 
Τρία εἶναι, τὰ ἀποσπάσματα ἐκεῖνα, στὰ ὁποῖα δηλώνεται σαφέστατα ἡ ἄποψη τοῦ Ξενοφάνη γιὰ τὴ γνωσιολογικὴ διαφορὰ μεταξὺ θεοῦ καὶ ἀνθρώπου:
 
21B23D.-K.:
εἷς θεός, ἐν τὲ θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος,
οὔτι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίως οὐδὲ νόημα.
(Ἕνας ὁ θεός, μέγιστος ἀνάμεσα σὲ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους· οὔτε ἡ μορφὴ του ὅμοια μὲ τῶν θνητῶν οὔτε ἡ νόησή του).
 
21B24D.-K.:
Οὖλος ὁρᾷ, οὖλος δὲ νοεῖ, οὖλος δὲ τ’ ἀκούει.
(Ὅλος ὅραση, ὅλος νόηση, ὅλὸς ἀκοή).
 
 
21B25D.-K.:
ἀλλ’ ἀπάνευθε πόνοιο νόον φρενί πάντα κραδαίνει.
(Δίχως κόπο μὲ τὴ δύναμη τῆς νόησής του σείει τὰ πάντα).
 
Τὸ ἀξιοσημείωτο τῶν ἀποσπασμάτων αὐτῶν ἔγκειται στὸ ὅτι διαρρήδην τοποθετοῦν τὸν θεὸ σὲ ἕνα ἐξ ὁλοκλήρου διαφορετικό, ὑπερβατικὸ ἐπίπεδο: κατὰ τὴ διατύπωση τοῦ Β 23, «δὲν μοιάζει σὲ τίποτε μὲ τοὺς θνητούς, οὔτε στὴ μορφὴ οὔτε στὴ νόηση». Ὁ θεὸς τοῦ Ξενοφάνη, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ὁμηρικοὺς θεούς, δὲν εἶναι ἁπλῶς δυνατότερος, μεγαλύτερος, ταχύτερος ἤ, ἐν προκειμένῳ, κάτοχος «μεγαλύτερης» γνώσεως ἀπὸ ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος· ὁ θεὸς εἶναι ἁπλῶς ἀλλοῖος.[5] Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, εἶναι δίχως νόημα νὰ φανταζόμαστε τὸν θεὸ ἀνθρωπόμορφο ἢ θηριόμορφο (21Β14, Β15, Β16- πβ. καὶ Ἐμπεδοκλῆ 31Β29, Β134), ἢ μὲ θνητὴ ἠθική ἰδιοσυστασία (21Β11, Β12)·[6] κατὰ παρόμοιο τρόπο, εἶναι δίχως νόημα νὰ φανταζόμαστε ὅτι ὁ θεϊκὸς τρόπος τοῦ γιγνώσκειν ἢ ἡ φύση τοῦ νοῦ του μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὰ ἀνθρώπινα: εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὸ ἀπόσπασμα Β 24, πού παρατέθηκε πιὸ πάνω, ὅτι οἱ θεϊκὲς γνωστικὲς δυνάμεις, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι ἓξ ὁλοκλήρου διαφορετικῆς τάξεως ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐντοπισθοῦν σὲ συγκεκριμένα αἰσθητήρια ὄργανα· ὁ θεὸς διαθέτει ἀντίληψη καθολική, συνθετικὴ (δηλαδὴ ὄχι μεμερισμένη) καὶ τέλεια, ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη ἀντίληψη εἶναι μερικὴ (διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ δεδομένα πού παρέχονται ἀπὸ συγκεκριμένα αἰσθητήρια ὄργανα) καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀτελής.
 
Πβ. Lesher(1999) 229 καὶ Ἐμπεδοκλῆ 31Β2: στεινωποί μέν γάρ παλάμαι κατὰ γυῖα κέχυνται κτλ., ὅπου παλάμαι = «αἰσθητήρια ὄργανα» («Sinneswerkzeuge» [D.-K.]).[7] Ἐκτενέστερη πραγμάτευση τοῦ ἐμπεδόκλειου ἀποσπάσματος βλ. κατωτέρω, σ. 31 κ.ε.
 
Κατὰ τὴ διατύπωση τοῦ Frankel (1993α) 130, γιὰ τὸν Ξενοφάνη «τὸ ἀπόλυτο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπαχθεῖ στοὺς ἀνθρώπινους τρόπους ἀναπαράστασης, ἀκριβῶς διότι τοῦτοι εἶναι εἰδικὰ προσαρμοσμένοι νὰ συλλαμβάνουν τὸ γήινο. Ὁ Ξενοφάνης διαχωρίζει τὶς δύο αὐτές περιοχὲς μὲ τρόπο ρητὸ καὶ θεμελιώδη».[8]
 
Οἱ πιὸ πάνω σκέψεις μποροῦν ἄριστα νὰ συμπληρωθοῦν ἀπὸ ὀξυδερκέστατες παρατηρήσεις τοῦ Κ. von Fritz,[9] ὁ ὁποῖος σημειώνει ὅτι σὲ κανένα ἀπὸ τὰ σωζόμενα ξενοφάνεια ἀποσπάσματα δὲν χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη νόος ἀναφορικὰ μὲ ἀνθρώπινα ὄντα, ἀλλὰ ἀναφέρεται κατ’ ἀποκλειστικότητα στὸν θεῖο νοῦ. Ἂν δὲν πρόκειται γιὰ σύμπτωση, τὸ γεγονὸς αὐτό ἐνδέχεται νὰ ὑποδεικνύει ἄλλη μιὰ σημαίνουσα παρέκκλιση ἀπὸ τὴν «ὁμηρικὴ» γνωσιολογία: στὸν Ὅμηρο ὅλοι οἱ ἄνθρωποι διαθέτουν νόον (ἀνεξαρτήτως βαθμοῦ καὶ ποιότητας), ἐνῶ οἱ θεοί, μὲ τὸν παντογνώστη νόον τους, δὲν εἶναι (ἀπὸ γνωσιολογικῆς ἀπόψεως) παρὰ τελειοποιημένοι ἄνθρωποι. Ἀντιθέτως, γιὰ τὸν Ξενοφάνη ἡ ἀνθρώπινη γνώση, στὸν βαθμὸ πού εἶναι, ἐγγενῶς ἀτελὴς καὶ ἀπατηλή, εἶναι τόσο ἀπροσμέτρητα κατώτερη ἀπὸ τὴ θεία γνώση, ὥστε σὲ σύγκριση μὲ ἐκείνη ἐλέγχεται πρακτικῶς ἀνύπαρκτη· ὁ θεῖος τρόπος τοῦ γιγνώσκειν ἀξίζει τὴν ὀνομασία νόος, ἐνῶ ὁ ἀνθρώπινος ὄχι. Ὁ «σκεπτικισμὸς» τοῦ Ξενοφάνη ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἱκανότητα τῶν ἀνθρώπων γιὰ πρόσβαση στὴν ἀληθινὴ γνώση (πβ. von Fritz [1993] 34 = [1998] 60) εἰκονογραφεῖται ἐπίσης ἀπὸ ἀποσπάσματα σὰν τὸ 21Β35[10] καὶ 21Β 36,[11] ἀλλά προπάντων ἀπὸ τὸ περίφημο 21Β34:
 
καὶ τὸ μὲν οὖν σαφὲς οὔτις ἀνήρ ἴδεν οὐδὲ τις ἔσται
εἰδώς ἀμφὶ θεῶν τε καί ἄσσα λέγω περὶ πάντων·
εἰ γάρ καὶ τὰ μάλιστα τύχοι τετελεσμένον εἰπών,
αὐτός ὅμως οὐκ οἶδε· δόκος δ’ ἐπὶ πᾶσι τέτυκται.
 
(Τὸ ἀκριβές λοιπὸν δὲν τὸ ἀντίκρισε κανεὶς οὔτε καὶ κανεὶς θὰ ἀποκτήσει ποτὲ γνώση γιὰ ὅσα λέω σχετικὰ μὲ τοὺς θεοὺς καὶ τὸ πᾶν· διότι καὶ ἂν ἀκόμη τύχει νὰ πεῖ κάτι πού νὰ ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα, ὁ ἴδιος δὲν τὸ συνειδητοποιεῖ· τὰ πάντα περιβάλλονται ἀπὸ δοξασίες).
 
Ἡ ἀτελής γνώση (πβ.4: δόκος, «ἀντιλήψεις», «ἐντυπώσεις») τῶν ἀνθρώπων πρέπει ἐδῶ νὰ ἀντιδιαστελλόταν πρὸς τὴν τέλεια γνώση τῶν θεῶν, ὅπως μπορεῖ κανεὶς νὰ συναγάγει ἀρκετά εὔλογα ἀπὸ τὶς πανομοιότυπες σχεδὸν ἐπισημειώσεις πού ἐπισυνάπτουν στὰ παραθέματα αὐτού του χωρίου ὁ Ἄρειος Δίδυμος[12] καὶ ὁ Βάρρων.[13]
 
Ἄλλωστε, παρόμοια ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν τελειότητα τῆς θεϊκῆς γνώσης καὶ στὴν ἀτέλεια τῆς ἀνθρώπινης ὑπόκειται καὶ στὸ 21Β18 (βλ. σ. 34). Ἐνδιαφέρει τώρα νὰ δοῦμε πῶς ἡ ἀντίθεση αὐτή ἀνάμεσα στὸ σαφές (πού εἶναι πλήρως προσβάσιμο μόνο στὸν θεῖο νοῦ) καὶ στὸν δόκον (δηλαδὴ στὶς ἀνθρώπινες ἀντιλήψεις) διατυπώνεται στὸ Β34,πού παραθέσαμε πιὸ πάνω: ὅπως ἔχει δείξει ὁ Barnes (1979) 143, «αὐτό πού ἐννοεῖ ὁ Ξενοφάνης εἶναι ὅτι πολλὲς ἀπὸ τὶς πεποιθήσεις μου ἐξηγοῦνται βάσει μίας αἰτιολογικῆς ὑπόθεσης πού δὲν βρίσκεται σὲ ἄμεση σχέση μὲ τὸ περιεχόμενο τῶν πεποιθήσεων αὐτῶν. Πιστεύω ὅτι Ρ [ὅπου Ρ = ὁποιαδήποτε πρόταση] καὶ τὸ Ρ ἀληθεύει: ἐν τούτοις, ὑπάρχει μία αἰτιακή διαδοχή, ἡ ὁποία ἐξηγεῖ τὴν πεποίθησή μου καὶ ἡ ὁποία οὔτε προέκυψε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι Ρ οὔτε ποτὲ συμπληρώθηκε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι Ρ. Γιὰ τὸν λόγο αὐτόν ἡ πεποίθησή μου δὲν ἀποτελεῖ γνώση». Ἔτσι, λ.χ., ὑπάρχει μία αἰτιακή διαδοχὴ πού ἐξηγεῖ τὴν πεποίθηση τῶν Θρακῶν ὅτι οἱ θεοί ἔχουν γαλάζια μάτια καὶ κόκκινα μαλλιά, ἢ τὴν πεποίθηση τῶν Αἰθιόπων ὅτι οἱ θεοὶ εἶναι μαῦροι καὶ ἔχουν σιμὴ μύτη (21 Β 16): τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Θράκες ἔχουν γαλάζια μάτια καὶ κόκκινα μαλλιά, καὶ ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Αἰθίοπες εἶναι μαῦροι καὶ ἔχουν σιμὴ μύτη, τοὺς κάνει νὰ εἰκάζουν ὅτι καὶ οἱ θεοὶ ἔχουν τὴν ἴδια ἐμφάνιση· παρομοίως, κάποιος πού δὲν ἔχει δοκιμάσει ποτὲ του μέλι νομίζει ὅτι τὰ σύκα εἶναι τὸ πιὸ γλυκὸ πράγμα (21 Β 38).[14] 
 
    Τὸ γεγονὸς ὅτι τέτοιου εἴδους πεποιθήσεις μποροῦν νὰ αἰτιολογηθοῦν δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ἀλήθεια ἢ μὴ τοῦ περιεχομένου τους (τὸ ὁποῖο στὶς προκείμενες περιπτώσεις δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα). Παρομοίως, λ.χ., ἡ πεποίθησή μας ὅτι ὁ Πρῶτος παγκόσμιος πόλεμος συνέβη —πεποίθηση ἀληθής, στὸν βαθμὸ πού μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε (τὸ τετελεσμένον[15] τοῦ Ξενοφάνη)— μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ βάση τὸ ὅτι διαθέτουμε μαρτυρίες πού ὑποδεικνύουν ὅτι συνέβη παγκόσμιος πόλεμος μεταξύ του 1914 καὶ τοῦ 1918· ἡ πεποίθηση αὐτή, ἐν τούτοις, δὲν προκύπτει ἀπευθείας ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Πρῶτος παγκόσμιος πόλεμος πράγματι συνέβη. Αὐτό πού πρέπει νὰ τονισθεῖ ἐδῶ, καθόσον μάλιστα δὲν ἀποσαφηνίζεται ἀπὸ τὸν Barnes,[16] εἶναι ὅτι, ὅταν ὁ Ξενοφάνης ἐπικρίνει τὶς πεποιθήσεις τῶν Θρακῶν ἢ τῶν Αἰθιόπων, εἶναι ἡ δικὴ του προνομιακὴ ὀπτικὴ γωνία πού τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἐκτιμήσει πῶς τὸ φύσει πεπερασμένο τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, ὁ ἀναπόδραστα μερικὸς καὶ ἀτελὴς χαρακτήρας τῆς ἀνθρώπινης γνώσης, μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ ἐσφαλμένες εἰκασίες.[17]
 
     Οἱ μελετητές[18] ὀρθὰ συνέκριναν τὸ ἀπόσπασμα τοῦτο μὲ τὸ τέλος τοῦ πρώτου κεφαλαίου ἀπὸ τὸ ἰπποκρατικὸ Περὶ ἀρχαίης ἰητρικῆς 1.3 (1.572,4-8 Littre = σ. 119,7-11 Jouarma):
 
ἅ (sc. τὰ ἀφανέα καὶ ἀπορεόμενα), εἰ λέγοι τις καὶ γινώσκειν[19] ὡς ἔχει, οὔτ’ ἂν αὐτῷ τῷ λἐγοντι οὔτε τοῖς ἀκούουσι δῆλα ἂν εἴη εἴτε ἀληθέα ἐστιν εἴτε μὴ· οὐ γὰρ ἔστι πρὸς ὅ,τι χρὴ ἐπανενέγκαντα εἰδέναι τὸ σαφές.
 
(Ἀκόμη καὶ ἂν κανεὶς ἰσχυρισθεῖ πώς γνωρίζει τί λογῆς εἶναι αὐτά [δήλ. τὰ ἄδηλα καὶ τὰ ἀπορούμενα], οὔτε ὁ ἴδιος ὁ ὁμιλητής οὔτε οἱ ἀκροατές του θὰ μποροῦσαν νὰ σχηματίσουν σαφή ἰδέα γιὰ τὸ ἂν εἶναι ἀλήθεια ὅλα αὐτά ἢ δὲν εἶναι· διότι δὲν ὑπάρχει κάποιο μέσο ἐπιβεβαίωσης πού θὰ ὁδηγοῦσε σὲ ἀσφαλή γνώση).
 
Ἄριστη ἡ συμπληρωματικὴ εἰκονογράφηση τῆς διαπίστωσης αὐτῆς ἀπὸ τὸν Ἐμπεδοκλῆ 31 Β 2 D.-K.:
 
στεινωποί μὲν γάρ παλάμαι κατὰ γυῖα κέχυνται·
πολλὰ δὲ δείλ’ ἐμπαια, τὰ τ’ ἀμβλύνουσι μέριμνας,
παῦρον δ’ ἐν ζωῇσι βίου μέρος ἀθρήσαντες [sc. ἄνθρωποι]
ὠκύμοροι καπνοῖο δίκην ἀρθέντες ἀπέπταν
αὐτό μόνον πεισθέντες, ὅτῳ προσέκυρσεν ἕκαστος
πάντοσ’ ἐλαυνόμενοι· τὸ δ’ ὅλον <τὶς ἂρ’> εὔχεται εὑρεῖν ;[20]
οὕτως οὔτ’ ἐπιδερκτὰ τάδ’ ἀνδράσιν οὔτ’ ἐπακουστά
οὔτε νόῳ περιληπτά...
 
(Στενόχωροι δρόμοι εἶναι τὰ αἰσθητήρια ὄργανα, τ’ ἁπλωμένα στὸ ἀνθρώπινο κορμὶ· πολλές, ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ ἀπρόσμενες κακοτυχίες πού στομώνουν τὴ σκέψη. Μικρὸ μόνο μέρος τοῦ βίου βλέπει στὴ ζωὴ του ὁ ἄνθρωπος κι ἔπειτα βιαστικὰ πετάει ὡσὰν καπνὸς καὶ πάει νὰ βρεῖ τὴν ἀνυπόμονη μοίρα. Κι ὅ,τι ἔτυχε νὰ συναντήσει ὁ καθένας τους, τοῦτο μόνο πιστεύουν, καθὼς φτερὰ στὸν ἄνεμο. Τὸ Ὅλον ποιὸς θὰ καυχηθεῖ πώς τὸ βρῆκε; Ἔτσι, λοιπόν, ὅλα τοῦτα οὔτε νὰ τὰ δεῖ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος οὔτε νὰ τὰ ἀκούσει οὔτε νὰ τὰ συλλάβει μὲ τὸν νοῦ του...).
 
Οἱ ἄνθρωποι διαθέτουν μερικὴ μόνο γνώση τῶν πραγμάτων, βασισμένη στὰ δεδομένα τῆς ἄμεσης (καί, κατ’ ἀνάγκην, περιορισμένης) ἐμπειρίας τους· ἔτσι, δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν πρόσβαση στὴν καθολικὴ γνώση (τὸ ὅλον).[21] Φωτισμένοι ἄνθρωποι, ὅπως ὃ Ξενοφάνης, ἐνδέχεται νὰ ἔχουν τὸ προνόμιο μίας πλεονεκτικότερης ὀπτικῆς γωνίας (χάρη στὸ εὖρος τῆς ἐμπειρίας τους, στὴν εὐφυΐα τους κτλ.), ἡ ὁποία τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ἀντιληφθοῦν καὶ νὰ ἐπικρίνουν τὶς ψευδεῖς δοξασίες τῶν θνητῶν. Ἐν τούτοις, ἀκόμη καὶ αὐτῶν τῶν ξεχωριστῶν ἀνθρώπων οἱ συλλήψεις δὲν μποροῦν παρὰ νὰ φαντάζουν ἀπελπιστικὰ περιορισμένες σὲ σύγκριση μὲ τὴ θεία γνώση. Διότι οἱ θεοὶ ἐξ ὁρισμοῦ ἒχουν ἀποκλειστικὴ πρόσβαση στὴν πλεονεκτικότατη, γνωσιολογικά, ὀπτικὴ γωνία: μόνοι αὐτοὶ ἔχουν πλήρη γνώση τοῦ σαφοῦς· μὲ ἄλλα λόγια, ἡ θέση τους σὲ σχέση μὲ τὴ συσκοτισμένη ἀνθρώπινη γνώση εἶναι ἀνάλογη μὲ τὴν προνομιακὴ θέση τοῦ Ξενοφάνη σὲ σχέση μὲ τὶς ψευδεῖς δοξασίες τῶν Θρακῶν ἢ τῶν Αἰθιόπων ἢ ὅσων δὲν γεύτηκαν ποτὲ τοὺς μέλι. Ἡ ἀναλογία τούτη κάνει τὸν Ξενοφάνη νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι, ἀκόμη καὶ ἂν μερικὲς ἀπὸ τὶς εἰκασίες μας τυχαίνει νὰ ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα (τετελεσμένον), ἐν τούτοις δὲν μποροῦμε ποτὲ μὲ ἀσφάλεια νὰ καθορίσουμε τὴν «τιμὴ ἀληθείας» τοῦ περιεχομένου τους (αὐτός ὅμως οὐκ οἶδε), διότι δὲν ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ τὶς ἐλέγξουμε κατ’ ἀντιπαραβολὴ πρὸς τὴ γνήσια καὶ πλήρη γνώση τῶν θεῶν. Ἐξ αἰτίας τοῦ ἐγγενῶς πεπερασμένου πεδίου τῆς ἐμπειρίας μας, δὲν μποροῦμε ποτὲ νὰ καυχηθοΰμε ὅτι ἀποκτήσαμε γνώση τοῦ ἐμπεδὀκλειου ὅλου· δὲν μποροῦμε ποτὲ μὲ βεβαιότητα νὰ ἀποκλείσουμε ὅτι μοιάζουμε μὲ ἐκείνους πού νομίζουν ὅτι τὰ σύκα εἶναι τὸ γλυκύτερο πράγμα, ἐπειδὴ ποτὲ τους δὲν δοκίμασαν τὸ μέλι.[22] Μιὰ σημαντικὴ συνὲπεια τῶν ἀνωτέρω εἶναι ἡ ἑξῆς: θετικὴ γνώση τῆς θεότητας εἶναι ἀδύνατη· στὴν καλύτερη περίπτωση μπορεῖ κανεὶς νὰ ὑποδείξει ὄχι τί εἶναι ὁ θεός, ἀλλά τί δὲν εἶναι (ὅπως πράγματι ὑποδεικνύει ὁ Ξενοφάνης στὸ Β23 [βλ. σ. 25]).
 
Πρόκειται βεβαίως γιὰ ἄλλη μία ἔκφανση τῆς «ἀποφατικῆς» στάσης· ἡ ἴδια ἰδέα ἐπανεμφανίζεται, σὲ πολὺ πιὸ ἐκλεπτυσμένη μορφή, στὸν Πλωτῖνο, π.χ. Ἐννεάς Ἕκτη 9.3. Στὴ χριστιανικὴ φιλοσοφία ἡ ἀντίληψη αὐτή θὰ προωθηθεῖ ὡς τὴν ἔσχατη συνέπειά της: ὁ Θεὸς ὑπερβαίνει κάθε ἄρνηση καὶ κάθε κατάφαση· βλ. κυρίως Ψευδὸ-Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη, Περὶ μυστικῆς θεολογίας, κέφ. 4 & 5, μὲ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Lossky (1957) 29,31, ὁ ὁποῖος δίνει καὶ ἄλλα δείγματα τῆς ἀντίληψης αὐτῆς, ὅπως ἐμφανίζεται στοὺς χριστιανοὺς Πατέρες (ὅ.π. 34-7).
 
Ἀκόμη καὶ ὅταν ὁ Ξενοφάνης ἀποτολμᾶ νὰ περιγράψει τί εἶναι ὁ θεὸς (Β 24-26), τὸ κάνει γιὰ νὰ τονίσει τὴ θεμελιακὴ ἑτερότητά του μᾶλλον παρὰ γιὰ νὰ δώσει μιὰ θετικὴ εἰκόνα του: ὅπως εἴδαμε, ὁ θεός, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ἀνθρώπους, διαθέτει «ὁλιστικὴ» σύλληψη τῶν πραγμάτων (Β24)· δὲν κινεῖται ὁ ἴδιος, ἀλλά κινεῖ τὰ πάντα μὲ τὴ δύναμη τοῦ νοῦ του (Β25, 26), κτλ. Ὡς ἐκ τούτου, δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ ἀντίφαση ἀνάμεσα στὸν «ἀποφατισμὸ» τοῦ Β34 (βλ. ἀνωτέρω, σ. 28) καὶ στὰ Β23-26, παρὰ τὰ ὅσα ἒχουν ὑποστηριχθεῖ κατὰ καιρούς.[23] Μὲ τὴν ἑρμηνεία πού προτείναμε φαίνεται ἴσως ὅτι τὸ Β 34 θὰ ἔπρεπε νὰ συνθλίψει τὴν πίστη μας στὴν ἀξιοπιστία τῶν ἀνθρώπινων γνωστικῶν δυνάμεων : ἀκριβῶς ὅπως οἱ Θράκες θὰ μποροῦσαν νὰ συνειδητοποιήσουν τὸ ἐσφαλμένο τῶν πεποιθήσεών τους μόνον ἐὰν διέθεταν τὸ συγκριτικὸ ὑλικό του Ξενοφάνη καὶ εἶχαν πρόσβαση στὴ δική του πλεονεκτικὴ ὀπτικὴ γωνία, ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ ἐλέγξουν τὴν ἐγκυρότητα τῶν πεποιθήσεών τους μόνον ἐὰν ἀποκτήσουν πρόσβαση στὴν πλεονεκτικὴ ὀπτικὴ γωνία τῶν θεῶν. Κάτι τέτοιο μοιάζει, ἴσως, νὰ ἀρνεῖται, στὴν πράξη, τὴν πιθανότητα νὰ ἀποκτήσουν ποτὲ οἱ θνητοὶ ἀσφαλή γνώση. Ὡστόσο, ὁ Ξενοφάνης δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρξε «πυρρωνικὸς» avant la lettre· καὶ εἶναι πολλὰ τὰ πλεονεκτήματα τῆς ἄποψης τοῦ Barnes (1979) 136-43,[24] ὁ ὁποῖος βλέπει τὸν Ξενοφάνη ὡς ἕναν ἤπιο σκεπτικιστή, στὸν τύπο τοῦ John Locke. Τὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα (21Β 18D.-K.) βεβαιώνει ὅτι ἡ γνώση εἶναι, ὡς ἕνα βαθμό, προσβάσιμη:
 
οὔτοὶ ἀπ’ ἀρχῆς πάντα θεοί θνητοῖσ ὑπέδειξαν
ἀλλὰ χρόνῳ ζητοῦντες ἐφευρίσκουσιν ἄμεινον.
 
(Δὲν τὰ φανέρωσαν ὅλα ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς οἱ θεοὶ στοὺς θνητοὺς· ἀλλά μὲ τὸν χρόνο καὶ μὲ τὴν ἀναζήτηση βρίσκουν κάτι καλύτερο[25]).  
 
Μολονότι ἡ πλήρης, ἀκριβής καὶ τέλεια γνώση παραμένει ἀποκλειστικὸ προνόμιο τοῦ θείου, οἱ ἄνθρωποι μποροῦν ὡστόσο νὰ σχηματίσουν, ἔστω καὶ βαθμηδόν, σχετικῶς ἀσφαλεῖς ἀπόψεις γιὰ τὰ πράγματα — ὑπὸ τὸν ὅρο, βεβαίως, ὅτι οἱ ἀπόψεις αὐτές ἐνδέχεται νὰ ὑπερσκελισθοῦν (ἐξ αἰτίας νέων τεκμηρίων ἢ νέων συλλήψεων κτλ.) ἀπὸ ἄλλες, ἀκόμη πιὸ ἀξιόπιστες, καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἴμαστε πάντοτε ἀναγκασμένοι νὰ νομίζουμε ὅτι τὰ σύκα εἶναι τὸ πιὸ γλυκὸ πράγμα στὸν κόσμο, μέχρι νὰ ἀνακαλὺψουμε τὸ μέλι.[26]
     
Ἡράκλειτος.
 
Στὸν Ξενοφάνη, λοιπόν, ὁ θεῖος νοῦς ὁρίζεται ὡς φορέας ἐντελοῦς γνώσεως, ἀλλά καὶ γνώσεως καθολικὰ ἀλλότριας —ἄρα καὶ στὴν οὐσία του ὡς μὴ συλληπτός, μὴ περιγραπτὸς καὶ ἀπερινόητος— καὶ ἀντιδιαστέλλεται καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὴ συσκοτισμένη, μερικὴ καὶ ἀτελή ἀνθρώπινη γνώση. Ἡ «ἀποφατικὴ» αὐτή προσέγγιση τῆς θεότητας ὑπόκειται, ὡς θεμελιώδης προκείμενη, καὶ στὰ σωζόμενα ἀποσπάσματα τοῦ Ἡρακλείτου — στὴν πραγματικότητα ἀποτελεῖ τὸν πυρήνα τῆς ἡρακλείτειας γνωσιολογίας. Τὸ ἀπόσπασμα 22 Β 79 D.-K. εἰκονογραφεῖ ἄριστα αὐτή τὴ βασικὴ ἄρνηση νὰ ἀποδώσουμε ὀντολογικοὺς προσδιορισμοὺς στὴν ὑπερβατικὴ θεότητα:
 
ἀνήρ νήπιος ἤκουσε πρὸς δαίμονος ὅκωσπερ παῖς πρός ἀνδρός.
 
(Τὸν ἄνδρα ὁ θεὸς τὸν λέει «νήπιον», ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἄνδρας τὸ παιδί).
 
Ἔχοντας ὑπόψη ὅτι, ὅπως πρῶτος ἔδειξε ὁ Petersen (1879), τὸ ἤκουσε ἐδῶ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἰσοδύναμό του καλεῖται, τὸ νόημα πού προκύπτει εἶναι: ἀκριβῶς ὅπως ἕνα παιδὶ φαίνεται νὴπιον σὲ ἕναν ἐνήλικα, ἔτσι καὶ ἡ ἀνθρώπινη γνώση φαίνεται παιδαριώδης σὲ σύγκριση μὲ τὴ θεία γνώση. Ἡ χρήση αὐτή ἀναλογικῶν τρόπων ἔκφρασης (π.χ. «ὁ θεὸς εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅ,τι ὁ [ἐνήλικας] ἄνθρωπος εἶναι γιὰ τὸ παιδί», ἢ θεὸς / ἄνθρωπος = ἄνθρωπος / παιδί, ἢ ἀκόμη πιὸ ἀφηρημένα: A / Β = Β / Γ),[27] προκειμένου νὰ ὑποδειχθεῖ ἁπλῶς, τὸ ἀπέραντο χάσμα πού χωρίζει τὸ Ἐνταῦθα ἀπὸ τὸ Ἐπέκεινα, εἶναι χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Ἡρακλείτου. Πβ. λ.χ. 22B83D.-K.:
 
ἀνθρώπων ὁ σοφώτατος πρὸς θεὸν πίθηκος φανεῖται καὶ σοφία καὶ
κάλλει καὶ τοῖς ἄλλοις πᾶσιν.
 
(Ἀκόμη καὶ ὁ σοφότερος ἄνθρωπος, σὲ σύγκριση μὲ τὸν θεὸ θὰ φανεῖ πίθηκος — καὶ ὡς πρὸς τὴ σοφία καὶ ὡς πρὸς τὴν ὀμορφιὰ καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλη ἄποψη).[28]
 
Ὅπως ἔδειξε ὁ Frankel,[29] σὲ τέτοιου εἴδους ἀναλογικὰ σχήματα σκέψης ὁ ὅρος Γ (παιδί, πίθηκος κτλ.) ἀντιπροσωπεύει ἕνα ἐγνωσμένο μέγεθος μὲ πασίδηλα ἐλαττώματα· ὁ ὅρος Β (μέσος ἄνθρωπος) ὑποτίθεται ὡς τὸ κοινῶς ἀποδεκτὸ μέτρο, δηλαδὴ ἕνα ἐγνωσμένο μέγεθος μὲ ἀναγνωρισμένη ἀξία. Ἐν τούτοις, οἱ ἀναλογίες τοῦ Ἡρακλείτου δείχνουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν συγκριθεῖ μὲ τὸν ὅρο Α (τὸ Ἀπόλυτο, τὸν θεό), ἐλέγχεται τὸ ἴδιο ἀνάξιος μὲ ἕνα παιδὶ ἢ μὲ ἕναν πίθηκο. Τὸ πραγματικὸ μέτρο καὶ κριτήριο, πού ταπεινώνει τὴ ματαιοδοξία τῆς ἀνθρώπινης ὑπεροχῆς, εἶναι ὁ θεός, ὁ ὁποῖος κεῖται ἐπέκεινα τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, ἀπρόσιτος καὶ ἀπερίγραπτος στὴν οὐσία του. Ὁ μόνος τρόπος νὰ τε- κμαρθεῖ ἡ ἑτερότητα καὶ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ θείου εἶναι οἱ ἐκφραστικὲς ἀναλογίες τοῦ Ἡρακλείτου· μάλιστα, αὐτές οἱ ἀναλογίες ἀντιπροσωπεύουν τὸ ἀπώτατο ὅριο τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐκφράσει γλωσσικὰ τὸ ἀνέκφραστο καὶ νὰ ἐξηγήσει τὸ ἀνεξήγητο: ((Τί εἶναι θεός; Θεὸς εἶναι αὐτό, πρὸς τὸ ὁποῖο συγκρινόμενος ἀκόμη καὶ ὁ τελειότερος ἄνθρωπος θὰ φανεῖ σὰν νήπιο ἢ σὰν δύσμορφος καὶ γελοῖος πίθηκος» (Frankel [1993β] 217).[30]
 
Ριζοσπαστικότερα τοποθετεῖται στὸ θέμα τῆς ἑτερότητας τοῦ θείου νοῦ τὸ 22B78D.-K., πού φαίνεται στενὰ συνδεδεμένο μὲ τὸ Β79 (βλ. ἀνωτέρω, σ. 36) :[31]
 
ἦθος γάρ ἀνθρώπειον μὲν οὐκ ἔχει γνώμας, θεῖον δὲ ἔχει.
(Ὁ ἀνθρώπινος χαρακτήρας δὲν διαθέτει κρίση / γνώση·[32]
ὁ θεῖος ὅμως διαθέτει).
 
Ἡ παραδοσιακὴ ἄποψη πού ἤθελε τὴ θεία γνώση ἁπλῶς εὐρύτερη ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη τροποποιεῖται ἐδῶ ριζικότατα, ἴσως κατὰ τὸ ξενοφάνειο πρότυπο (βλ. ἀνωτέρω, σ. 25 κ.ε.): ἡ πολυμάθεια, ἄλλωστε, δὲν εἶναι κατ’ ἀνάγκη συνώνυμη μὲ τὸν νόον (22Β40 πολυμαθίη νόον ἔχειν οὐ διδάσκει...). Αὐτό πού διαφοροποιεῖ στὴν πραγματικότητα τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν θεὸ εἶναι ὅτι μόνον ὁ θεὸς διαθέτει πραγματικὴ κρίση / γνώση (γνώμας), ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι ὄχι. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ διαφορὰ μεταξὺ θείας καὶ ἀνθρώπινης γνώσης εἶναι διαφορὰ ποιότητας (τάξεως, εἴδους) καὶ ὄχι ποσότητας (εὔρους, ἀριθμοῦ), ἕπεται ὅτι ἡ ἀληθὴς γνώση δὲν εἶναι κάτι πού κατέχουν τόσο οἱ θεοὶ ὅσο καὶ οἱ ἄνθρωποι σὲ διαφορετικές, ἁπλῶς, ποσότητες: ἡ γνώση εἶναι κάτι πού οἱ θεοὶ κατέχουν, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι κατ’οὐσίαν στεροῦνται. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ἡ γνώση πού κατέχουν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τόσο συντριπτικὰ κατώτερη μπροστὰ στὴν ἀληθινὴ καὶ τέλεια γνώση τῶν θεῶν, ὥστε μοιάζει ἀνύπαρκτη σὲ σύγκριση μὲ ἐκείνην.[33] Ὅπως παρατηροῦν οἱ Kirk, Raven & Schofield,[34] ὁ Ἡράκλειτος ἐδῶ ἀντιπαραθέτει ((τὴν ὑπεροχὴ [...] τῆς θείας συνθετικῆς ἀντίληψης τῶν πραγμάτων στὴν ἀνθρώπινη συγκεχυμένη ἀντίληψη [...]. Ἕνα ἄλλο ἀπόσπασμα, τὸ 22Β102D.-Κ., βεβαιώνει συγκεκριμένα ὅτι, γιὰ τὸν θεό, ὁ διαχωρισμὸς πού ὑποδηλώνεται ἀπό τὶς κατηγοριακὲς ἀντιθέσεις /κατηγορίες δὲν ὑπάρχει: τῷ μὲν θεῷ καλὰ πάντα καὶ δίκαια,[35] ἄνθρωποι δὲ ἃ μὲν ἄδικα ὑπειληφασιv ἅ δὲ δίκαια».[36]
 
Παρόμοιος εἶναι ὁ προσανατολισμὸς ἑνός ἄλλου σημαντικότατου ἀποσπάσματος, τοῦ 22 Β108:
 
ὁκόσων λόγους ἤκουσα, οὐδείς ἀφικνεῖται εἰς τοῦτο, ὥστε γινώσκειν ὅτι σοφόν ἐστι πάντων κεχωρισμένον.
 
(Ἀπό ὅλους ὅσους ἔχω ἀκούσει, κανεὶς δὲν φτάνει τόσο μακριά, ὥστε νὰ ἀναγνωρίσει ὅτι τό σοφὸ βρίσκεται ἐπέκεινα τῶν πάντων).
 
Παρὰ τὴ γνώμη των D.-Κ., πού ἑρμηνεύουν τό ἀπόσπ. στὴ βάση τοῦ Β102 (πού παρατέθηκε ἀμέσως παραπάνω), ἡ μετάφρασή μου βασίζεται στὴν προσέγγιση τοῦ Kahn (1979) 309 σήμ. 83.[37] Ἡ ἀπόδοση αὐτή, ἡ ὁποία ἐπιδέξια διατηρεῖ τὴν ἀμφισημία τοῦ πάντων (= «ὅλοι οἱ ἄνθρωποι» / «ὅλα τὰ πράγματα»), ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ ἀληθινὴ σοφία εἶναι, στό σύνολό της, ἀπρόσιτη στοὺς ἀνθρώπους ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ὑπερβαίνει τὰ πάντα καὶ κεῖται ἐπέκεινα τῶν πάντων, στὸν βαθμὸ πού ἀποτελεῖ κοσμολογικὴ ἢ θεία ἀρχή. (Θεμελιώδους σημασίας γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ ἀποσπάσματος εἶναι, βεβαίως, ἡ παρατήρηση τοῦ Marcovich [1967] 441 ὅτι κεχωρισμένον σημαίνει «ποιοτικὰ διαφορετικὸ» καὶ ὄχι «διαχωριστέο», ὅπως συνήθως ἑρμηνεύεται[38]). Γιὰ τὴν ἀντίληψη αὐτή (πού θὰ ἐπιχειρήσω νὰ διασαφήσω ἀμέσως πιὸ κάτω) πβ. Ἀναξαγόρα 59Β12 D.-K.: νοῦς [...] μέμεικται οὐδενί χρήματι, ἀλλὰ μόνος αὐτὸς ἐπ’ ἑωυτοῦ ἐστιν [ὁ νοῦς... δὲν εἶναι συγκεκραμένος μὲ τίποτε ἄλλο, ἀλλά στέκει μόνος καὶ αὐθύπαρκτος]· Φιλόλαο (;) 44 Β 20 D.-K.: ἔστι γάρ ἡγεμών καὶ ἄρχων ἁπάντων θεός, εἷς, ἀεί ὤν, μόνιμος, ἀκίνητος, αὐτὸς ἑαυτῷ ὅμοιος, ἕτερος τῶν ἄλλων· Ἀπολλώνιο Τυανέα (στὸν Εὐσέβιο, Ἐναγγ. Προπαρασκ. 4.13): θεῷ [...] ἐνί τε ὄντι κεχωρισμένῳ πάντων.
 
Το σοφόν, τώρα, πού βρίσκεται «ἐπέκεινα πάντων», μποροῦμε μὲ ἀσφάλεια νὰ τὸ συνδέσουμε μὲ τὴ θεότητα (ἡ ὁποία ὀνομάζεται «τὸ μόνο σοφὸν» στὸ Β 32) καὶ μὲ τὸν Λόγον (ἡ γνώση τοῦ ὁποίου ὁδηγεῖ στὴ σοφία, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ Β50).[39] Τὴν ἴδια στιγμή, ὡστόσο, αὐτός ὁ κεχωρισμένος Λόγος ὀνομάζεται στὸ Β 2 ξυνός, «κοινός»: τοῦ λόγου δ’ ἐόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοὶ ὡς ἰδίαν ἔχοντες φρόνησιν πβ. καὶ τὸ ἐκτενέστερο Β1, ἀλλά καὶ τὸ ἐπιγραμματικὸ Β 113: [40] ξυνὸν ἐστι πᾶσι[41] τὸ φρονέειν. Δὲν πρόκειται γιὰ ἀντίφαση: ὁ Λόγος / ἡ θεότητα / τὸ σοφὸν εἶναι ξυνόν, στὸν βαθμὸ πού κάθε ἄτομο χωριστὰ μετέχει, ἐν δυνάμει, σὲ αὐτό — δηλαδὴ στὸν βαθμὸ πού ὁ καθένας μπορεῖ νὰ ἔχει (μερικὴ) πρόσβαση στὴν ἀνεξάντλητη κοινὴ παρακαταθήκη τοῦ Λόγου (γιὰ τὴν ἰδέα τούτη πβ. Β114, πού παρατίθεται κατωτέρω στὴ σ. 42). Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὁ Λόγος / ἡ θεότητα / τὸ σοφοῦ εἶναι ἐπίσης κεχωρισμένον κατὰ τὸ ὅτι κανένα μεμονωμένο ἄτομο δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει πλήρη πρόσβαση σὲ αὐτή τὴν ὑπερβατικὴ ὀντότητα πού κεῖται ἐπέκεινα τῶν ἀτομικῶν γνωστικῶν ἱκανοτήτων — ἱκανοτήτων κατ’ ἀνάγκη πεπερασμένων.[42] Ἡ ἰδέα αὐτή μπορεῖ νὰ διασαφηθεῖ περισσότερο, ἂν συγκριθεῖ μὲ τὶς ἔννοιες τοῦ λόγου (langue) καὶ τῆς ὁμιλίας (parole), τὶς ὁποῖες εἰσηγήθηκε ὁ θεμελιωτὴς τῆς σύγχρονης γλωσσολογίας Ferdinand de Saussure: ὁ ὅρος parole δηλώνει τὴ γλώσσα ὅπως αὐτή πραγματώνεται στὰ ἐπὶ μέρους ἐκφωνήματα ἐπὶ μέρους ὁμιλητῶν· πρόκειται γιὰ τὴν ἐνεργοποίηση ἢ πραγμάτωση τῆς γλωσσικῆς γνώσης κάθε ἀτόμου — γνώσης κατ’ ἀνάγκην ἀτελοῦς, ἀφοῦ κανεὶς (οὔτε κὰν οἱ φυσικοὶ ὁμιλητὲς) δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζουν πλήρως κάθε διάσταση τῆς γλώσσας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὁ ὅρος langue (πού ἀντιστοιχεῖ mutatis mutandis στὸν ἡρακλείτειο Λόγον) ἀποτελεῖ ἀφαίρεση, ἡ ὁποία ἐκτείνεται πάνω καὶ πέρα ἀπὸ τὸ ἁπλό ἄθροισμα τῶν ἐπὶ μέρους paroles· πρόκειται γιὰ τὴ γλώσσα θεωρούμενην ὄχι ὡς ἀτομική, ἐπὶ μὲρους ἐκδήλωση, ἄλλα ὡς κοινὸ κτῆμα μίας γλωσσικῆς κοινότητας.[43] Ἔτσι, ὅπως στὸν F. de Saussure οἱ ἐπὶ μέρους paroles εἶναι μερικὰ καὶ ἀτελῆ φανερώματα τῆς ἀφηρημένης langue, ἔτσι καὶ στὸν Ἡράκλειτο οἱ ἐπὶ μέρους διάνοιες εἶναι μερικὰ καὶ ἀτελῆ φανερώματα τοῦ ἀφηρημένου συστήματος τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔτσι ταυτοχρόνως καὶ ξυνός καὶ κεχωρισμένος.[44]
 
Τούτη ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἡρακλείτου μέσω τοῦ de Saussure δὲν εἶναι τόσο ἀναχρονιστικὴ ὅσο φαίνεται. Μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθεῖ ἀπὸ τὸ Β 114 D.-K.:
 
ξὺν νόῳ λέγοντας ἰσχυρίζεσθαι χρὴ τῷ ξυνῶ πάντων [ἀξιοσημείωτο τὸ ἐκφραστικὸ λογοπαίγνιο ξὺν νόῳ — ξυνῷ], ὅκωσπερ νόμῳ πόλις, καὶ πολύ ἰσχυροτέρως. τρέφονται γάρ πάντες οἱ ἄνθρώπειοι νόμοι ὑπὸ ἑνὸς τοῦ θείου· κρατεῖ γάρ τοσοῦτον ὅκοσον ἐθέλει καὶ ἐξαρκεῖ πᾶσι καὶ περιγίνεται.
 
(Ὅποιος μιλεῖ μὲ νοῦ καὶ γνώση πρέπει νὰ ἀντλεῖ δύναμη ἀπὸ αὐτὸ πού εἶναι κοινὸ σὲ ὅλα, ὅπως ἀκριβῶς ἡ πόλη ἀπὸ τὸν νόμο, καὶ σὲ ἀκόμη μεγαλύτερο βαθμό. Διότι ὅλοι οἱ ἀνθρώπινοι νόμοι τρέφονται ἀπὸ ἕνα νόμο, τὸν θεῖο, γιατί αὐτός ἁπλώνει τὴν ἰσχὺ του ὅσο θέλει καὶ ἐπαρκεῖ γιὰ ὅλα καὶ τὰ ὑπερβαίνει).
 
Μιὰ πόλις, ὡς συλλογικὸς θεσμός, πρέπει νὰ βασίζει τοὺς νόμους της στὸν οἰκουμενικὸ θεῖο νόμο, πού εἶναι ὑπέρτερος ὅλων τῶν ἐπὶ μέρους νόμων, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνεξάρτητα ἀπὸ αὐτούς (αὐτό θεωρῶ ὅτι δηλώνει τὸ κρατεῖ τοσοῦτον ὅκοσον ἐθέλει καὶ ἐξαρκεῖ πᾶσι καὶ περιγίνεται).[45] Παρομοίως, ἡ ἀτομικὴ διανοητικὴ δραστηριότητα, γιὰ νὰ εἶναι πράγματι ξὺν νόῳ, πρέπει νὰ βασίζεται στὸ ξυνὸν — ἢ στὸν Λόγον, στὴν ὑπερβατικὴ ἐκείνη ὀντότητα πού ἀποτελεῖ τὴν ἀπώτατη πηγὴ κάθε ἀτομικῆς διάνοιας, ἐνῶ ταυτόχρονα βρίσκεται πέρα καὶ πάνω ἀπὸ τὸ ἄθροισμα τῶν ἐπὶ μέρους διανοιῶν.
 
      Γιὰ νὰ μιλήσουμε μὲ σωσσυρικοὺς ὅρους, ἡ ἀτομικὴ διανοητικὴ δραστηριότητα, ὅπως ἡ parole, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ βούληση κάθε ὑποκειμένου καὶ ἔτσι δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μερική, ἀτελή καὶ σκιώδη ἐκδήλωση τῆς ἀφαίρεσης πού ὀνομάζουμε Λόγον (ἢ langue), χωρὶς νὰ ταυτίζεται κατὰ κανένα τρόπο μὲ ἐκείνην. Διότι ὁ Λόγος, ὅπως καὶ ἡ langue, ὑπάρχει ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ βούληση τῶν ἐπὶ μέρους ὑποκειμένων ὄχι μόνο ἐμπεριέχει ὅλες τὶς ἐπὶ μέρους πραγματώσεις του, ἀλλά καὶ τὶς ὑπερβαίνει. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς ὁ Λόγος, μολονότι ὑλοποιεῖται ἐν μέρει στὶς ἀτομικὲς διάνοιες, παραμένει κατ’ οὐσίαν ἀπρόσιτος στὸν ἀνθρώπινο νοῦ.
 
Τοῦτο διατυπώνεται ἄριστα ἀπὸ τὸν Axelos (1962) 131: ((Ποτὲ ἡ ἀνθρώπινη σοφία δὲν πρόκειται νὰ φτάσει τὴ θεία σοφία, καὶ δὲν θὰ εἶναι πραγματικὴ σοφία παρὰ μόνον ἐὰν ἀναγνωρίσει τὸν ἑαυτό της ὡς μερικὴ ἔκφανση τῆς καθολικῆς σοφίας. [...] Ὁ ἄνθρωπος, συνειδητοποιώντας ἐπώδυνα τὴ μερικότητά του, μπορεῖ, ἀφοῦ ἀποτελεῖ μέρος ἑνός Ὅλου, νὰ φτάσει τὸ Ὅλον, χωρὶς ὅμως νὰ μπορεῖ ποτὲ νὰ ταυτισθεΐ μὲ αὐτό)).[46]
 
Πρόκειται, γιὰ ριζοσπαστικὴ καὶ ριζικὰ διαφορετικὴ προσέγγιση στὸ πανάρχαιο πρόβλημα: ὁ Ἡράκλειτος ἀφ’ ἑνὸς ἀρνεῖται νὰ υἱοθετήσει ἕναν ἀπόλυτο ἀγνωστικισμό, καθόσον δὲν ἀποκλείει τὴν πιθανότητα ἡ ἀνθρώπινη διάνοια νὰ μετέχει στὴν ἀληθινὴ γνώση, στὸν βαθμὸ πού ἀπορρέει ἀπὸ τὸν ὑπερβατικὸ Λόγον. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἀποφεύγει μὲ ἐπιτυχία νὰ ὑποβαθμίσει καθ’ οἱονδήποτε τρόπο τὴ γνωσιολογικὴ ἑτερότητα τοῦ θείου: ὁ Λόγος, ἐκτός τοῦ ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἀπώτατη πηγὴ κάθε ἐπί μέρους διάνοιας, εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἀφαίρεση, ἰδεατὴ προβολὴ τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ στὴν ὁλότητά του. Ὁ Λόγος, ἡ ἀληθινὴ καὶ τέλεια γνώση, εἶναι ὀντότητα ὑπερβατική, τάξεως θεμελιακὰ διαφορετικῆς, προσιτὴ στὴν ὁλότητά της μόνο στὸν θεό.
 
Ἄλλοι ΙΊροσωκρατικοί.
 
Μεγάλο μέρος τῆς προσωκρατικῆς σκέψης ἀκολούθησε, κατὰ τὰ φαινόμενα, τὰ ἴδια βήματα: ἡ σαφὴς καὶ ἀκέραιη γνώση εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο τῆς θεότητας, ὡστόσο οἱ θνητοὶ μποροῦν, μὲ ἐπιμονὴ καὶ συστηματικὴ προσπάθεια, νὰ ἀποκτήσουν πρόσβαση σὲ κάποια σπαράγματα ἀληθινῆς γνώσης.
     
Ἀλκμαίων.
 
Μιὰ τέτοιαν ἀντίληψη ἐκφράζει τὸ περίφημο ἀπόσπασμα 24 Β1 D.-K. τοῦ Ἀλκμαίωνα:
 
...περὶ τῶν ἀφανέων, περὶ τῶν θνητῶν σαφήνειαν μὲν θεοὶ ἔχοντι, ὡς δὲ ἀνθρώποις τεκμαίρεσθαι...
 
(Ἀναφορικὰ μὲ καθετὶ ἄδηλο, ὅπως καὶ μὲ καθετὶ θνητό, ξεκάθαρη γνώση ἔχουν μόνον οἱ θεοί, ὅσὸ ὅμως μποροῦν νὰ συμπεράνουν οἱ ἄνθρωποι...).
 
Το καλύτερο σχόλιο πού γνωρίζω γιὰ τὸ ἀπόσπασμα αὐτό εἶναι τοῦ Snell:[47]«Ὁ Ἀλκμαίων συνδέει ἐδῶ τὴν παλιὰ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ἀνθρώπινη καὶ στὴ θεϊκὴ γνώση μὲ τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὸν ὁρατὸ καὶ ἀόρατο κόσμο — μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ συμπληρώσουμε τὴ σκέψη πού ἐξυπακούει ὅτι οἱ ἄνθρωποι κατέχουν ὁρισμένες γνώσεις γιὰ τὸν ὁρατὸ κόσμο· ἀλλά «αὐτό πού δὲν φαίνεται» —αὐτή εἶναι ἡ κατὰ λέξη μετάφραση τοῦ ὅρου πού χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀλκμαίων— μόνο οἱ θεοὶ τὸ γνωρίζουν μὲ σαφήνεια. Στὸν Ἀλκμαίωνα ὅμως τὸ ἀντίθετο αὐτοῦ πού κανεὶς δὲν εἶδε δὲν εἶναι ἡ γνώση πού προέρχεται ἀπὸ διηγήσεις, ὅπως στὸν Ὅμηρο, ἢ ἡ ὑπόθεση καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ὄψη, ὅπως στὸν Ξενοφάνη, ἀλλά τὸ μὴ φανερό, ἢ καλύτερα: αὐτό πού ἀκόμη δὲν ἔχει φανερωθεῖ, γιατί ὁ Ἀλκμαίων ὑποδεικνύει μιὰ μέθοδο ἡ ὁποία, ἂν καὶ ἀτελής, ὁδηγεῖ στὴ γνώση τοῦ ἀόρατου. Πρόκειται γιὰ τὴ μέθοδο πού, ξεκινώντας ἀπὸ ὁρισμένες ἐνδείξεις, βασίζεται στὴν εἰκασία, στὴν ἐξαγωγὴ συμπερασμάτων».[48]
     
Φιλόλαος.
 
Σχετικὸ εἶναι καὶ τὸ ἀπόσπασμα 44Β 6 D.-K. τοῦ Φιλολάου:
...ἃ μὲν ἐστώ τῶν πραγμάτων ἀίδιος ἔσσα καὶ αὐτὰ μὲν ἁ φὺσις θείαν γὰ καὶ οὐκ ἀνθρωπίνην ἐνδέχεται γνῶσιν πλᾶν γα ἤ ὅτι οὐχ οἷὸν τ’ ἦν οὐθέν τῶν ἐόντων καὶ γιγνωσκομὲνων ὑφ’ ἁμῶν γα γενέσθαι μὴ ὑπαρχούσας τὰς ἐστούς τῶν πραγμάτων, ἐξ ὧν συνέστα ὁ κόσμος, καὶ τῶν περαινὸν- των καὶ τῶν ἀπείρων...
 
Οἱ Kirk, Raven & Schofield (1983) 327 (=[1988] 337) ἀποδίδουν ὡς ἑξῆς: «Ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων, ὄντας αἰώνια, καὶ ἡ ἴδια ἐξ ἄλλου ἡ φύση ἐπιδέχονται θεία καὶ ὄχι ἀνθρώπινη γνώση — μόνη ἐξαίρεση τὸ ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ὑπάρξει τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν καὶ μᾶς εἶναι γνωστά, ἐὰν δὲν προϋπῆρχε ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων ἐκείνων ἀπὸ τὰ ὁποῖα συγκροτήθηκε ὁ κόσμος, δηλαδὴ τῶν περαινόντων καὶ τῶν ἀπείρων».[49]
 
Χωρὶς νὰ ἐπεκταθοῦμε σὲ λεπτομέρειες γιὰ τὴ σημασία τῶν περαινόντων καὶ τῶν ἀπείρων στὸν Φιλόλαο (γιὰ τὰ ὁποῖα βλ. Huffman [1993] 37-77), μποροῦμε νὰ διακρίνουμε ἐδῶ ἕναν ἀντιπρόσωπο τῆς ξενοφάνειας καὶ ἡρακλείτειας παράδοσης, στὸν βαθμὸ πού ὄχι μόνον ἐμφαίνει συνείδηση τοῦ πεπερασμένου τῆς ἀνθρώπινης γνώσης σὲ σχέση μὲ τὴ σαφή καὶ ἐντελή γνώση τῶν θεῶν, ἀλλά καὶ δέχεται ὅτι μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε κάποια γνώση σὲ σχέση μὲ τὴν οὐσία τῶν πραγμάτων (δηλαδὴ ὅτι, ἂν καὶ εἶναι στὴν ὁλότητά της ἀνεπίγνωστη, «πρέπει νὰ εἶναι τέτοια πού νὰ παρέχει τὶς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις γιὰ τὴν ὕπαρξη τῶν ἐφήμερων πραγμάτων πού μᾶς εἶναι γνωστὰ»[50]). 
    
Ἐμπεδοκλῆς.
 
Ἡ ἐμπεδόκλεια φιλοσοφία, ἀκολουθώντας τὴν «ἀποφατικὴ» τάση πού διαπιστώσαμε σὲ πολλοὺς προσωκρατικούς, βεβαιώνει τὴ διαφορὰ μεταξὺ ἀφ’ ἑνός του θείου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν γνώριμων στὸν πεπερασμένο ἀνθρώπινο νοῦ κατηγοριῶν (31Β134):
 
οὐδὲ γάρ ἀνδρομέῃ κεφαλῇ κατὰ γυῖα κέκασται,
οὐ μὲν ἀπαί νώτοιο δύο κλάδοι ἀίσσονται,
οὐ πόδες, οὐ θοὰ γοῦν, οὐ μήδεα λαχνήεντα,
ἀλλὰ φρὴν ἱερή καὶ ἀθέσφατος ἔπλετο μοῦνον,
φροντίσι κόσμον ἅπαντα καταΐσσουσα θοῇσιν.
 
 (Οὔτε ἀνθρωπόμορφο κεφάλι, ἔχει [ὁ θεὸς] καμωμένο πάνω σὲ σῶμα, οὔτε ἀπὸ τὰ νῶτα του ξεφυτρώνουν δύο κλαδιὰ οὔτε πόδια οὔτε γοργὰ γόνατα οὔτε μαλλιαρὰ ἀχαμνά· δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ νοῦς ἱερὸς καὶ ἀνεκλάλητος, πού διατρέχει ὅλο τὸν κόσμο μὲ τίς ἀστραπιαῖες σκέψεις του).
 
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο, σύμφωνα μὲ ἄλλο ἀπόσπασμα τοῦ Ἐμπεδοκλῆ (Β133), ὁ θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ συλληφθεῖ μέσω τῶν αἰσθήσεων — οἱ ὁποῖες κατὰ τὰ ἄλλα ἀποτελοῦν τὶς κύριες γνωστικὲς ὁδούς:
 
οὐκ ἔστιν πελάσασθαι [sc. τὸ θεῖον] ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἐφικτόν
ἡμετέροις ἤ χερσί λαβεῖν, ᾖπέρ τε μεγίστη
πειθοῦς ἀνθρώποισιν ἁμαξιτὸς εἰς φρένα πίπτει.
 
(Δὲν γίνεται νὰ φέρουμε τὸν θεὸ μπροστὰ στὰ μάτια μας ἢ μὲ τὰ χέρια μας νὰ τὸν πιάσουμε — κι εἶναι ὡστόσο τοῦτος ὁ δρόμος, ὁ φαρδὺς κι ὁ ἁμαξιτός, ἀπ’ ὅπου ἡ πειθὼ φτάνει στὸν νοῦ μας).
 
Ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τῶν ἄλλων Προσωκρατικῶν, ὡστόσο, τὸ φιλοσοφικὸ σύστημα τοῦ Ἐμπεδοκλῆ φαίνεται ὅτι ἄφηνε περιθώριο γιὰ τὴν πιθανότητα νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος κάποια γνώση τῆς ἀληθινῆς φύσης τοῦ θείου- τοῦτο συνάγεται ἀπὸ τὸ Β132:
 
ὄλβιος ὅς θείων πραπίδων ἐκτήσατο πλοῦτον,
δειλός δ’ ᾦ σκοτόεσσα θεῶν περὶ δόξα μέμηλεν.
 
(Μακάριος ὅποιος κατέχει τὸν πλοῦτο τοῦ θείου νοῦ, ἄθλιος ὅμως ἐκεῖνος πού βαστᾶ στὸ μυαλὸ του γνῶμες συσκοτισμένες γιὰ τοὺς θεούς).[51]
     
Παρμενίδης.
 
Ὅσον ἀφορᾶ στὴ δυνατότητα ἀληθινῆς ἀνθρώπινης γνώσης, ἡ θέση τοῦ Παρμενίδη φαίνεται πώς ἀποτελοῦσε παρέκκλιση ἀπὸ τὴν κυρίαρχη προσωκρατικὴ τάση: βέβαια, καὶ ὁ Παρμενίδης ἐξαπολύει, ὅπως ὁ Ξενοφάνης ἢ ὁ Ἡράκλειτος, κατηγορίες γιὰ τὴν ἄγνοια καὶ τὴν πλάνη τῶν θνητῶν,[52] ἀλλὰ προχωρεῖ πολὺ πιὸ πέρα ἀπὸ ἄλλους Προσωκρατικούς, ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἐντελής γνώση τῆς ἀπόλυτης ἀλήθειας.[53] Ὅπως ἐπσημαίνεται ἀπὸ τὸν Θανασὰ (1998) 197, «ἡ φιλοσοφία τοῦ Παρμενίδη ἐγείρει τὴν ἀξίωση ἀπόλυτης ἀλήθειας, διότι βασίζεται στὴ δυνατότητα νὰ καταστεῖ κανεὶς συνάορος τοῦ θείου. Μία τέτοια «συνεύρεση» δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῆς θνητῆς φύσης· εἰσάγει ὡστόσο σὲ ἕνα πεδίο ὅπου προσωρινὰ καὶ χάρη στὴν ἐπέμβαση τῆς ἀνώνυμης θεᾶς αὐτὴ ἡ φύση δὲν ἐμποδίζει τὴν πρόσβαση στὴν ἀλήθεια».[54] Πράγματι, ἢ τέτοια γνώση, μολονότι μεταβιβάζεται «ἐξ ἀποκαλύψεως» σὲ ἐξαιρετικὰ ἄτομα σὰν τὸν Παρμενίδη (28Β1),[55] μπορεῖ κάλλιστα νὰ ὑποβληθεῖ σὲ ὀρθολογικὸ ἔλεγχο (Β7: κρῖναι δὲ λόγῳ...).[56] Πρόκειται γιὰ ἀξιοσημείωτη παρέκκλιση ἀπὸ τὴν κυρίαρχη προσωκρατικὴ ἔμφαση στὸ ἀπερινόητο τῆς θεότητας.
     
Πρῶτα συμπεράσματα.
 
Συμπερασματικὰ (καὶ ἔχοντας πάντοτε κατὰ νοῦ ὅτι ὁποιαδήποτε συμπεράσματα εἶναι κατ’ ἀνάγκην προσωρινά, μὲ δεδομένη τὴν ἀποσπασματικὴ φύση τῶν μαρτυριῶν) μπορεῖ, ὅσον ἀφορᾶ στοὺς στοχαστὲς πού ἐξετάσαμε, νὰ διαπιστωθεῖ τὸ ἑξῆς: οἱ Προσωκρατικοί ἐν γένει διακηρύσσουν τὸ χάσμα ἀνάμεσα στὴ σαφή καὶ ἐντελή γνώση τῶν θεῶν ἀφ’ ἑνός καὶ στὴ μεμερισμένη καὶ συγκεχυμένη ὀπτικὴ τῶν θνητῶν ἀφ’ ἑτέρου. Μάλιστα, ὅπως εἴδαμε, ἡ φιλοσοφικὴ δραστηριότητά τους ἐπαναπροσδιορίζει τὴ φύση αὐτοῦ τοῦ χάσματος μὲ τρόπο πολὺ λεπτότερο καὶ συνεπέστερο ἀπὸ ὅ,τι ἡ ποιητικὴ παράδοση: τὸ θεῖο, ὡς ὑπερβατικὴ ὀντότητα, εἶναι θεμελιακὰ ἀνεπίγνωστο, ἀπρόσιτο στὶς πεπερασμένες νοητικὲς δυνάμεις τῶν ἀνθρώπων. Ἐκφράζοντας, ὅπως ἡ ἀρχαιότερη σκέψη, τὴ γνωσιολογικὴ ὑπεροχὴ τῶν θεῶν μὲ «ποσοτικοὺς» ὅρους (οἱ θεοὶ εἶναι ἀνώτεροι ἀπό τους ἀνθρώπους, ἐπειδὴ ἁπλούστατα γνωρίζουν περισσότερα ἀπὸ αὐτούς), ἐγκλωβίζουμε τὸ θεῖο στὰ ἀσφυκτικὰ ὅρια καθαρῶς ἀνθρώπινων συλλήψεων, ζητοῦμε νὰ ὑπαγάγουμε τὸ Ἐπέκεινα στὸ Ἐνθάδε τῶν ἀνθρωποπαγῶν ὀντολογικῶν κατηγοριῶν, ἀκυρώνοντας ἔτσι αὐτόχρημα τὸν ὑπερβατικὸ —δηλαδὴ τὸν θεῖο— χαρακτήρα του.
 
Οἱ Προσωκρατικοί, ἐν τούτοις, δὲν ἀρνοῦνται ὁλοκληρωτικὰ τὴ δυνατότητα ἀληθινῆς ἀνθρώπινης γνώσης: ἀντιθέτως, υἱοθετοῦν ἐν γένει μία πιὸ ἐνεργητικὴ στάση σὲ σχέση μὲ τὴν προγενέστερη σκέψη, καθὼς ἐμπλέκονται ὁλόψυχα σὲ συστηματικὴ φιλοσοφικὴ δραστηριότητα, τῆς ὁποίας ἀπώτερος σκοπὸς εἶναι προφανῶς ἡ πρόσβαση (περιορισμένη καὶ ἀτελής, δίχως ἄλλο) σὲ κάποια ψήγματα ἀληθινῆς γνώσης. Οἱ Προσωκρατικοὶ καταξιώνουν τὴ διάνοια καί, ὡς ἕνα βαθμό, τὶς αἰσθήσεις ὡς γνωστικὲς ὁδούς, ἀλλά καὶ διατηροῦν πλήρη συνείδηση τῆς ἀδυναμίας μας νὰ ἀποκτήσουμε σαφή καὶ ἐντελή γνώση. Τὰ αἰσθητηριακὰ δεδομένα ἢ ἡ δύναμη τοῦ νοῦ εἶναι χρήσιμα καὶ σχετικῶς ἀξιόπιστα ἐργαλεῖα — μέχρις ἑνὸς σημείου. Ἐν συντομίᾳ, οἱ Προσωκρατικοὶ πιστεύουν ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γνώση εἶναι δυνατή, ἀλλά καὶ πεπερασμένη. Εἴδαμε παραπάνω (σ. 19-24) ὅτι γιὰ τὴν προγενέστερη σκέψη (π.χ. τὸν Ὅμηρο ἢ τὴν ἀρχαϊκὴ λυρικὴ ποίηση) ἡ πλήρης καὶ τέλεια γνώση ἦταν ἀδύνατη γιὰ τὸν ἄνθρωπο: ὁ Ὅμηρος ζητεῖ ἀπὸ τὴ Μούσα ἀξιόπιστες πληροφορίες, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι δὲν γνωρίζουν τίποτε· στὸν ἀρχαϊκὸ λυρισμὸ τὸ θέμα τῆς ἀξιοθρήνητης ἀνθρώπινης ἄγνοιας ἐπανέρχεται διαρκῶς. Ὑποδείξαμε ὅτι ἡ τέτοια στάση εἶναι λογικὰ ἀσυνεπής, διότι ἡ σύλληψη τῆς γνωσιολογικῆς κατωτερότητας τοῦ ἀνθρώπου μὲ ὅρους καθαρὰ «ποσοτικοὺς» ἐπιτρέπει, λογικά, τὴ δυνατότητα νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος ἀληθινὴ γνώση. Ἀντιθέτως, τῶν Προσωκρατικῶν ἡ γνωσιολογικὴ τοποθέτηση προκύπτει, μὲ ἀπόλυτη λογικὴ συνέπεια, ἀπὸ τὶς θεμελιώδεις προκείμενες τῶν φιλοσοφικῶν τους συστημάτων (ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους διαφορὲς τῶν συστημάτων αὐτῶν μεταξύ τους). Ἔτσι, τὸ ἀπ. 22Β83 τοῦ Ἡρακλείτου (βλ. σ. 36) ὑπαινίσσεται, ὅτὶ ἡ θεϊκὴ γνώση εἶναι ἀπείρως ὑπέρτερη σὲ σύγκριση ἀκόμη καὶ πρὸς τὸ βέλτιστο δεῖγμα ἀνθρώπινης γνώσης, ἀκριβῶς ὅπως ἡ ἀνθρώπινη γνώση εἶναι ἀπείρως ὑπέρτερη ἀπό τῶν πιθήκων. Ἀπό τὴν ἄλλη ὅμως πλευρά, τό ἀπ. 22Β79(βλ. σ. 36) φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει ὄχι μόνον ὅτι ἡ διάνοια ἑνός νηπίου ἀνθρώπου μοιάζει παιδαριώδης μπροστὰ στὴ θεία διάνοια, ἀλλά καὶ ὅτι ἀκόμη καὶ ἕνας νήπιος ἄνθρωπος διαθέτει διάνοια (ὅπως διαθέτει καὶ ἕνα νήπιον, ἕνα ἀνήλικο παιδί), ἂν καὶ μόνον ἐν δυνάμει καὶ σὲ μορφὴ στοιχειώδη καὶ ὑπανάπτυκτη· ἒχει πάντως τὴ δυνατότητα, ὅπως καὶ ἕνα ἀνήλικο παιδί, νὰ «ἐνηλικιωθεῖ» γνωστικά, δηλαδὴ νὰ πάψει νὰ εἶναι νήπιος. Ἄλλωστε, οἱ διαμαρτυρίες τοῦ Ἡρακλείτου ὅτι οἱ πολλοὶ εἶναι σὰν τοὺς κοιμισμένους (Bl, Β73) ἢ σὰν τοὺς κωφοὺς (Β34), ἤ, πάλι, οἱ ἐπικρίσεις του ἐναντίον ἀνθρώπων πού ἰσχυρίζονται ψευδῶς ὅτι κατέχουν τὴν ἀλήθεια (Β17, Β40) ὑποδηλώνουν, e contrario, ὅτι στὸ σύστημά του προβλεπόταν ἡ δυνατότητα γιὰ τὴν κατάκτηση, ὡς ἕνα βαθμό, τῆς ἀληθινῆς γνώσης (μιὰ δυνατότητα πού ὑπεμφαίνεται ἐπίσης στὰ ἀπ. Β1, Β 2, Β 41, Β 50 καὶ Β 72)· πρόκειται βεβαίως γιὰ κατάκτηση, γιὰ τὴν ὁποία εἶναι ἱκανοί μόνον ὅσοι κατορθώνουν νὰ ὑψωθοῦν πάνω ἀπὸ τὸν ὄχλο τῶν κοιμισμένων ἢ τῶν κωφῶν.
------------------------------------- 
[1] Dodds (1966) 47.
[2]«im sophokleishen Drama wird das Geschehen in seiner Unentrinn- barkeit ohne Rest durchschaubar gemacht, nicht aber der Zweifel an der Gerechtigkeit oder der Moralitat der Weltordnung, soweit er uberhaupt ausgesprochen wird,geklart»: Diller(1950) 10. 
[3] Γιανναρᾶς (1988α) 69. Πβ. καὶ Lossky (1957) 38-9, γιὰ τὸν ὁποῖο ἀποφατισμὸς «εἶναι, προπάντων, διανοητικὴ ἐκείνη στάση πού ἀρνεῖται νὰ μορφώσει ἔννοιες σχετικὰ μὲ τὸν Θεό». 
[4] Γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίουκαὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴ σημασία τοῦ ἕν ἀνδρῶν, ἕν θεῶν γένος (= «ἄνθρωποι καὶ θεοὶ ἔχουν τὴν ἴδια καταγωγή», ὅπως στὸν Ἡσίοδο, Ἔργα 108 ὡς ὁμόθεν γεγάασι θεοὶ θνητοὶ τ ἄνθρωποι)— βλ. Gerber (1999) 43-50. 
[5] θεμελιώδης ἑτερότητα τοῦ θείου νοῦ ὑπογραμμίζεται περαιτέρω στὸ 21Β25 (βλ. παράθεμα παραπάνω στὸ κείμενο), ὅπου, καθὼς ἔδειξε ἄριστα Lesher(1992) 110, Ξενοφάνης ὑπονοουμένως ἀντιδιαστέλλει τὴν καιοτόμο ἀντίληψή του γιὰ τὴν ἱκανότητα τοῦ θείου νοῦ νὰ προκαλεῖ δίχως κόπο κίνηση ἐξ ἀποστάσεως («an effortlessly telekinetic divine noos») ἀπὸ τὴν εἰκόνα π.χ. τοῦ ὁμηρικοῦ Δῶς πού σείει τὸν Ὄλυμπο μὲ μόνο τὸ νεῦμα τῶν φρυδιῶν του (Ἰλ. A 528-30) — μιὰ εἰκόνα πρωτόγονη καὶ καθηλωμένη στὰ δεδομένα τῆς φυσικῆς ἐμπειρίας.
[6] Βλ. von Fritz (1993) 31 = (1998) 56-57 μὲ τὶς σημ. 26 & 27· ἐπίσης, Heitsch (1994) 14-15 = (2001) 51-52. Ὡς ἐκ τούτου, ἀπόψεις ποὺ ἀποδίδουν συγκεκριμένο (σφαιρικὸ) σχῆμα στὸν ξενοφάνειο θεὸ πρέπει νὰ ἀπορριφθοῦν (πβ. Lesher[1992] 100-2). Νὰ σημειωθεῖ πώς, ὅταν ὁ Ξενοφάνης στὰ ἀποσπάσματα αὐτά ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ θεοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἀνθρώπινα ἐλαττώματα, δὲν ἐννοεῖ ἁπλῶς ὅτι οἱ θεοὶ εἶναι ἠθικῶς ἄμεμπτοι μὲ ἀνθρώπινα μέτρα. Κάτι τέτοιο θὰ ὑποβάθμιζε τοὺς θεοὺς σὲ τελειοποιημένες, ἁπλῶς, ἐκδοχὲς ἀτελῶν ὄντων — ἐν προκειμένῳ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ θεὸς ὅμως τοῦ Ξενοφάνη δὲν εἶναι ἁπλῶς ὑπέρτερος ὡς πρὸς τὸ δέμας ἢ τὸ νόημα (Β23) σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους· αὐτό πού τὸν διαφοροποιεῖ ριζικὰ εἶναι ὅτι δὲν μοιάζει σὲ κανένα ἀπὸ τὰ γνωρίσματά του μὲ τὸν ἄνθρωπο.
[7] Γιὰ αὐτὴ τὴ σημασία τῆς λέξης στὸν Ἐμπεδοκλῆ πβ. 31Β3.9 ἄθρει πάσῃ παλὰμ-ῃ — φράση πού ἀκολουθεῖται ἀμέσως ἀπὸ ἀπαρίθμηση τῶν αἰσθήσεων: von Fritz (1993) 58 = (1998) 89, Wright (1981) ad loc. To ὅτι ὁ Ἐμπεδοκλῆς ὑπερασπίστηκε τὰ αἰσθητηριακὰ δεδομένα ὡς μέσο γιὰ τὴν ἀπόκτηση ἀληθινῆς γνώσης (Kirk, Raven & Schofield [1983] 284-5 = [1988] 293) δὲν ἀκυρώνει τὶς ἐπιφυλάξεις του (στὸ 31Β 2) σχετικὰ μὲ τὴν ἐπάρκεια τῶν δεδομένων αὐτῶν.
[8] Τροποποιῶ τὴ μετάφραση τοῦ Γ. Τζαβάρα (Frankel [1998α] 191). Γιὰ τὴν ποιοτική, καὶ ὄχι ποσοτική, διαφορὰ μεταξὺ θείας καὶ ἀνθρώπινης γνώσης (κάτι πού παραβλέπει ὁ Lesher [1992] 106) βλ. καὶ τὶς παρατηρήσεις μου σχετικὰ μὲ τὸν Ἡράκλειτο 22B78D.-K. (σ. 37-8).Ἐννοεῖται ὅτι δὲν μπορῶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν Snell (1975) 130 = (1988) 188, ὅταν παρατηρεῖ: ((Ὡστόσο ὁ θεὸς πού συλλαμβάνει [ἐνν. ὁ Ξενοφάνης] ἐξακολουθεῖ νὰ μοιάζει μὲ τὸν ἴδιο καὶ μὲ τὸ ἰδεῶδες πρὸς τὸ ὁποῖο κατατείνει. Τὸ θεῖο ἔχει συμπληρωματικὴ σχέση πρὸς τὸ ἀνθρώπινο [...]. Ἔτσι ἡ σοφία, πού εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀποκτᾶ τὴν ἴδια σημασία καὶ γιὰ τὸν θεὸ· μόνο πού ὁ ἄνθρωπος διαθέτει ἀτελή γνώση, ἐνῶ ἡ γνώση τοῦ θεοῦ εἶναι ἐντελέστερη...)) (μετάφρ. Δανιὴλ Ἰ. Ἰακώβ, τροποποιημένη).
[9] (1993) 34-5 = (1998) 60-61.
[10] ταῦτα δεδοξάσθω μὲν ἐοικότα τοῖς ἐτύμοισι... (= ὅλα τοῦτα ἂς γίνουν ἀντιληπτὰ ὡς κάτι παρόμοιο πρὸς τὴν ἀλήθεια).
[11] ὁππόσα δὴ θνητοῖσι πεφήνασιν εἰσοράασθαι... (=ὅσα εἶναι φανερὰ γιὰ τοὺς θνητοὺς καὶ μποροῦν νὰ τὰ ἀντικρίσουν).
[12] Στὸν Στοβαῖο ΙΙ.1.17 (II, σ. 6,16-8 Wachsmutli) = 21 A 24 D.-K.: ὡς ἄρα θεὸς μὲν οἶδε τήν ἀλήθειαν, δόκος δ’ ἐπὶ πᾶσι τέτυκται.
[13] Κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Αὐγουστίνου, De Civ. Dei 7.17: «hominis est enim haec opinari, Dei scire». Βλ. γιὰ τὸ ἀπόσπασμα Frankel (1993α) 128-9 = (1998α) 189-90· Barnes (1979) 139’ Lesher (1992) 167 καὶ (1999) 226.
[14] Γιὰ τὸ Β38 βλ. Lesher (1992) 180-2.
[15] Γιὰ τὴ λέξη βλ. Frankel (1993α) 126= (1998α) 186-87· Snell (1975) 131 = (1988) 189- Lesher (1992) 158.
[16] Γιὰ τὸ μειονέκτημα τοῦτο τῆς πραγμάτευσης τοῦ Barnes βλ. ἐπίσης Lesher (1992) 166.
[17] Βλ. περαιτέρω Frankel (1975) 332-3 καὶ πβ. κατωτέρω, σήμ. 22. Ὁ Wiesner (1997) 24-5, 29, 31 τονίζει ὅτι τὸ Β 34 ἔχει χαρακτήρα πολεμικῆς (τοῦτο ὑποστηρίχθηκε ἀρχικὰ ἀπὸ τὸν C.J. Classen καὶ ἀπὸ τὸν S. Yonezawa: πλήρεις παραπομπὲς βλ. στοῦ Wiesner [1997] 24 σήμ. 32,33) καὶ πιστεύει ὅτι ὁ Ξενοφάνης ἑξαιρεῖ τὸν ἑαυτό του ἀπό τους γνωστικοὺς περιορισμοὺς ποὺ ἰσχύουν γιὰ τοὺς ἄλλους· τοῦτο ὅμως εἶναι ἀσφαλῶς ὑπερβολή.
[18] Βλ. πιὸ πρόσφατα Finkelberg (1990) 134 σήμ. 84 καὶ Lesher (1992) 168· πβ. καὶ Jouanna (1990) 158 σήμ. 6 γιὰ περισσότερη ὕλη.
[19] Δέχομαι τὴν εἰκασία τοῦ Littre (in app.crit. ad loc.)· τὰ χφφ παρέχουν εἴ τις λέγοι καὶ γινώσκοι. Δὲν μὲ πείθουν οἱ περὶ τοῦ ἀντίθετου ἀπὸψεις ποὺ παραθέτει ὁ Jouanna (1990) 158 σήμ. 5.
[20] τὶς ἄρ’: προτασή τοῦ Η. Frankel, πού υἱοθετεῖται ἀπό τους Kirk, Raven & Schofield (1983) 284 (=[1988] 292)· ὁ Bergk πρότεινε πᾶς, γραφὴ πού δέχονται οἱ D.-K. 
[21] Πβ. Wright (1981) 156· γιὰ περισσότερα (πιθανὰ) δείγματα τῆς ἀντίληψης αὐτῆς στὴν ἀρχαία γραμματεία βλ. Lesher (1992) 181.
[22] Βλ. περαιτέρω τὴν ἄριστη πραγμάτευση τοῦ Heitsch (1983) 177-184, τὴν ὁποία ἀκολουθεῖ ὁ Lesher (1992) 166-69 καὶ (1999) 229-31· ὁ Finkelberg (1990) 134 σήμ. 83 υἱοθετεῖ μιὰν ὑπερβολικὰ περιοριστικὴ προσέγγιση. Συμφωνῶ ἀπόλυτα μὲ τὸν Barnes (1979) 138 καὶ τὸν Lesher (1978) 5-6,(1992) 157-8,160,162-3 ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτη ἡ ἀπόπειρα τοῦ Frankel (1993α) = (1998α) νὰ ἑρμηνεύσει τὸ Β34, σὲ πεῖσμα τῆς γλώσσας τοῦ πρωτοτύπου, ὡς ὑπεράσπιση τῆς ἐμπειρικῆς γνώσης. Βλ. καὶ Finkelberg (1990) 131 σήμ. 73 γιὰ περισσότερη βιβλιογραφία σχετικὰ μὲ τὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ ἀποσπάσματος· πλήρης παράθεση ἀπόψεων στοῦ Lesher (1992) 161-66.
[23] Προσφάτως ἀπὸ τὸν Finkelberg(1990) 131-6.Βλ. περαιτέρω τὶς ἔξοχες παρατηρήσεις τοῦ Heitsch (1983) 175-6 καὶ (1994) 16 = (2001) 53· ἐπίσης Wiesner (1997) 20-22, 29-30,32. Ὁ Finkelberg (1990) 156 μὲ τὴ σημ. 113 ὑποβαθμίζει τὴ σπουδαιότητα τῆς ἑτερότητας τοῦ θείου στὸν Ξενοφάνη καὶ εἰκάζει (ὅ.π., σ. 146-7 σήμ. 101, καὶ σ. 160) ὅτι ὁ Ξενοφάνης ἀρνήθηκε τὴν πιθανότητα σαφοῦς γνώσεως σχετικὰ μὲ τὰ φυσικὰ φαινόμενα (γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει περιθώριο ἀποδεικτικῶν συλλογισμῶν), ὄχι ὅμως καὶ σχετικὰ μὲ τοὺς θεοὺς (γιὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχει περιθώριο ἀποδεικτικῶν συλλογισμῶν). Πῶς ὅμως ἐξηγεῖται ἡ σαφέστατη διατύπωση τῆς ἀγνωσίας τοῦ θείου στὸ Β34 (ΝΒ περί θεῶν); Πρόκειται «ἁπλῶς καὶ μόνο γιὰ ἀρχαϊκὸ τρόπο περιγραφῆς τοῦ τομέ πού ἔγινε γνωστὸς ἀργότερα ὡς μετεωρολογία», ἀπαντᾶ ὁ Finkelberg (1990) 147 σήμ. 101, στὴν ἀπέλπιδα προσπάθειά του νὰ «ἀποδείξει» μιὰν ἄποψη ἐκ προοιμίου καταδικασμένη. Γιὰ περαιτέρω κριτικὴ στὸν Finkelberg βλ. Lesher (1992) 163-4.
[24] Βλ. ἤδη Jaeger (1947) 43 μὲ τὴ σήμ. 20· πβ. πρόσφατα Wiesner (1997).
[25] Ἡ μετάφραση τοῦ ἄμεινον ὡς «κάτι καλύτερο» βασίζεται στὴν ἑρμηνεία τοῦ Lesher(1991) 245-47: ἡ ἀνθρώπινη ἔρευνα —καὶ ἰδιαίτερα ἡ νεαρή, τότε, ἰωνικὴ ἱστορίη— ὁδηγεῖ σὲ ἀνακάλυψεις σχετικὰ μὲ τὴ φύση, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀνώτερες ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ ἑρμηνεία τῶν φυσικῶν φαινομένων ὡς θεϊκῶν σημείων. Ἐξ ἄλλου, συμφωνῶ, κατ’ οὐσίαν, μὲ τὸν Lesher (1991) καὶ (1992) 153-5, ὅταν ὑποστηρίζει ὅτὶ ὁ πρῶτος στίχος τοῦ ἀπ. σημαίνει πῶς ἡ μετάδοση γνώσης ἀπό τούς θεοὺς στοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἀδύνατη. Ἀντίθετα, ὁ Tulin (1993) θεωρεῖ ὅτι τὸ ἀπ., ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ γνωσιολογικὴ ἀντίθεση θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἀφορᾶ στὴν ἱστορία καὶ στὴν ἑρμηνεία τῆς ὑλικῆς προόδου τοῦ ἄνθρωπου.
[26] Δὲν μπορῶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν Gigon (1954) 143-4,161-2, ὅταν νομίζει ὅτι διακρίνει σπέρματα ἀκραίου σκεπτικισμοῦ στὸν Ξενοφάνη. Ἀντίθετος, σωστά, ὁ Snell (στοῦ Gigon [1954] 160), πού κατορθώνει νὰ ἐμπερικλείσει τὴν οὐσία τῆς ξενοφάνειας γνωσιολογίας, ἰδιαίτερα σὲ σχέση μὲ τοὺς θεούς, σὲ λίγες γραμμὲς ἀξιοθαύμαστης πυκνότητας. 
[27] Βλ. Petersen (1879) 306 καί, πιὸ συστηματικά, Frankel (1993β) 214 = (1998β) 297-98. Πβ. καὶ Ροῦσσο (2000)199.
[28] Ἢ γνησιότητα τοῦ ἀποσπάσματος αὔτοϋ ἀμφισβητήθηκε ἀπὸ τὸν Marcovich (1967) 488-9, τὸν Robinson (1987) ad loc. καί ἄλλους· βλ. ὡστόσο τὴν ὑπεράσπισή της ἀπὸ τὸν Kahn (1979) 174.
[29] Frankel (1993β) 217 = (1998β) 301. 
[30] Τροποποίησα τὴ μετάφραση τῆς Φωτεινῆς Γ. Τσιγκάνου (Frankel [1998β] 301). Πβ. καὶ Frankel (1975) 381-2 καὶ Kahn (1979) 174· χρήσιμες ὡστόσο οἱ προειδοποιήσεις τοῦ Marcovich (1967) 488 σχετικὰ μὲ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Frankel. Δὲν θὰ ἤμουν πρόθυμος νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν παρατήρηση τοῦ Snell (1975) 134 = (1988) 194 ὅτι ((ὁ Ἡράκλειτος πιστεύει ὅτι τὸ ζῶο, ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ θεὸς κατέχουν μία γνώση σὲ διαφορετικὸ βαθμὸ τελειότητας καὶ ὅτι οἱ διαβαθμίσεις αὐτές ἔχουν ἀναλογικὴ σχέση μεταξύ τους [...]»: μιὰ τέτοια πρόταση ὑποδηλώνει ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ θείας καὶ ἀνθρώπινης γνώσης εἶναι διαφορὰ ποσοτική, ὄχι ποιοτική.
[31] Ὅτι τὸ Β79 συνδέεται στενὰ μὲ τὸ Β78 εἶναι καὶ ἡ γνώμη τῶν D.-K., ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν (ἐλαφρῶς κρυπτικὴ) σημείωσή τους στὸ Β79: (diacli 78».
[32] Γιὰ τὴν πολυσημία τῆς λέξης γνώμη βλ., ἐκτός ἀπὸ τὰ λεξικά, Κ. Horna, RE Suppl. 6 (1935), 74· ἐπίσης, P. Huart, ΓΝΩΜΗ chez Thucydide et ses contemporain.es [Etudes et commentaires 81 ], Παρίσι 1973, κυρίως τὴ σύνοψη τῶν σ. 11-13.
[33] Αὐτό τονίζεται μὲ ἰδιαίτερη —καὶ δικαιολογημένη— ἔμφαση ἀπὸ τὸν Marcovich (1967) 479,488' βλ. καὶ Kirk (1954) 385,387,399. Ἀντίθετος ὁ Ροῦσσος (2000) 199. 
[34] (1983) 191 σήμ. 1 =(1988) 472 σήμ. 139.
[35] Πρὶν ἀπὸ τὸ καὶ δίκαια τὰ χφφ παρέχουν καὶ ἀγαθά, τὸ ὁποῖο ὀβέλισε ὁ Marcovich (1967) 481 μὲ πειστικὰ ἐπιχειρήματα.
[36] [Μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ]. Γιὰ τὴν καθολικὴ ὀπτικὴ τοῦ θεοῦ πβ. καὶ 22B67D.-K.Βλ. καὶ τὴν ἀξιοπρόσεκτη ἀνάλυση τοῦ Frankel (1975) 375, καὶ πβ. Diller (1950) 26. Οἱ Kirk, Raven & Schofield (1983) 191 σήμ. 1 (=[1988] 472 σήμ. 139), παραβάλλουν μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Ἠσαΐας ΝΕ· 8-9): ἀλλ’ ὡς ἀπέχει ὁ οὐρανος ἀπὸ τῆς γῆς, ὄντως ἀπέχει ἡ ὁδός μου ἀπὸ τῶν ὁδῶν ὑμῶν καὶ τὰ διανοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς διανοίας μου. — Γιὰ τὴ σχέση τοΰ 22 Β 78 μὲ τὴ σοφόκλεια ἄποψη περὶ τοῦ θείου πβ. Ε. Dont, Α&Α 17 (1971) 45-55, ἂν καὶ μὲ κάποιες ὑπερβολές, πού ἐπικρίνονται ὀρθὰ ἀπὸ τὸν Strohm (1971) 162.
[37] Στὴν πραγματικότητα, αὔτη εἶναι ἡ δεύτερη ἐπιλογὴ τοῦ Kahn, τὴν ὁποία ὡστόσο προτιμῶ βάσει ὑφολογικῶν κριτηρίων (πβ. Fatouros[1994] 68 σήμ. 11).
[38] Διαφορετικὰ ὁ Kirk (1954) 398-400 καὶ ὁ Robinson (1987) ad loc. 
[39] Ἀντίθετος ὁ Hussey (1999) 108. Ὁ Ροῦσσος (2000) 195-96, μόνος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἑρμηνευτὲς τοῦ ἀποσπάσματος, πιστεύει ὅτι τὸ σοφὸν πρέπει νὰ ταυτισθεῖ μὲ τὸ ἀείζωον πῦρ· αὐτή ἡ ἰδιόρρυθμη ἑρμηνεία διευκολύνεται βέβαια ἀπὸ τὴν ἐσφαλμένη μετάφραση τοῦ σοφὸν ὡς ((τὸ μόνο πραγματικὸ ὂν» (Ροῦσσος [2000] 79).
[40] Ἡ γνησιότητα τοῦ B113 ἀμφισβητεῖται ἀπὸ τὸν Kirk (1954) 55-6, 63 καὶ τὸν Marcovich (1967) 89.
[41] Θεωρῶ ὅτὶ τὸ πᾶσι σημαίνει «σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους» καὶ ὄχι σὲ ((ὅλὰ τὰ πράγματα», παρὰ τὴν ἀντίθετη γνώμη τοῦ Kahn (1979) 119 καὶ τοῦ Robinson (1987) ad loc. Ἀποδίδοντας (μαζὶ μὲ τὸν Robinson καὶ τὸν Kahn) στὸν Ἡράκλειτο τὴν πεποίθηση ὅτι κάποιου εἴδους «φρόνηση» εἶναι ἒμφυτη σὲ ὅλὰ τὰ πράγματα, τοῦ χρεώνουμε ἀδικαιολογήτως τάσεις οἰονεί ὑλοζωιστικές. Ὅπως ἔχει σωστὰ παρατηρηθεῖ, τὸ νόημα τοῦ ἀποσπάσματὸς αὐτοῦ δὲν εἶναι, βεβαίως, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι σοφοί, ἀλλά ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ γίνουν σοφοί.
[42] Πβ. Axelos (1962) 62,70-1,83. Γιὰ τὴν Sullivan (1984) οἱ πολλαπλὲς διαστάσεις τῆς θεότητας (λόγος, γνώμη, νόμος, τὸ σοφὸν) ἀποτελοῦν ἐκφάνσεις τοῦ ξυνοῦ, καθόσον μετέχουν σ’ αὐτές, σὲ διαφορετικὸ βαθμό, τόσο οἱ ἄνθρωποι ὅσο καὶ τὸ θεῖο. Τούτη ἡ τοποθέτηση τὴν ὁδηγεῖ, ὡστόσο, νὰ ὁρίσει τὴ γνωσιολογικὴ διαφορὰ μεταξὺ θεοῦ καὶ ἀνθρώπου μὲ ὅρους καθαρὰ «ποσοτικοὺς» (Sullivan [1984] 292).
[43] Βλ. τὸ παράθεμα ἀπὸ τὰ Μαθήματα Γενικῆς Γλωσσολογίας τοῦ de Saussure στὸ Παράρτημα Γ.
[44] Ὁ Jaeger (1947) 125 ἑρμηνεύει τόσο τὸ ὑπὸ συζήτηση ἀπόσπασμα ὅσο καὶ τὸ Β78 ὡς ἀκραῖες ἀγνωστικές θέσεις.
[45] Ἡ πολιτικὴ μεταφορὰ δὲν συνίστα τὸ νοηματικὸ κέντρο βάρους τοῦ ἀποσπάσματος, παρὰ τὰ ὅσα ὑποστηρίζουν οἱ Kirk, Raven & Schofield (1984 ) 212 (=[1988] 217)· ἀποτελεΐ ἁπλῶς ἀναλογία πού εἰκονογραφεῖ τὴν ἐξάρτηση κάθε ἐπὶ μέρους ἀτομικῆς διάνοιας ἀπὸ τὴ συλλογικὴ παρακαταθήκη τοῦ Λόγου: βλ. von Fritz (1993) 37-8 = (1998) 64-65, καὶ πβ. Axelos (1962) 131. Ἄριστη καὶ ἀνάλυση τοῦ Ρούσσου (2000) 128-29.
[46] «Jamais la sagesse humaine n’atteindra la sagesse divine, et elle n’est vraie sagesse que si elle se reconnait conime manifestation particuliere de la sagesse nniverselle. [...] L’homme, en prenant aprement conscience de sa particularite, peut, puisque sa part est la partie d’un Tout, atteindre la Totalite, sans pouvoir jamais s’identifier a elle». Μετάφραση δική μου. Δὲν ἱκανοποιεῖ ἡ μετάφραση τοῦ Δ. Δημητριάδη (Ὁ Ἡράκλειτος καὶ ἡ Φιλοσοφία, ἐκδ. Ἑξάντας, Ἀθήνα 1974, σ. 167-68). 
[47] (1975) 134 = (1981) 194.
[48] Μετάφραση Δανιὴλ Ἰ. Ἰακώβ.
[49] Τροποποίησα τὴ μετάφραση τοῦ Δημοσθένη Κούρτοβικ, λαμβάνοντας ὑπόψη καὶ τὶς παρατηρήσεις τοῦ Huffman (1993) 123-37.
[50] To παράθεμα ἀπό τούς Kirk, Raven & Schofield (1983) 328 (=[1988] 337). Βλ. καὶ τὴ διεξοδικὴ συζήτηση τοῦ Huffman (δ.π. στὴ σήμ. 49). 
[51]«[ Ἐμπεδοκλῆς] γνωρίζει [...] ὅτι ὄλβος ὄλεθρος κάθε ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν τρόπο, ὀρθόν ἐσφαλμένον, μὲ τὸν ὁποῖο προσεγγίζει τοὺς θεοὺς ὅπως βεβαίωναν οἱ κήρυκες τῶν μυστηρίων ἄλλωστε, ἕνα βασικὸ λογότυπο τοϋ κηρύγματος τῶν (ὄλβιος ὅς...) τὸν οἰκειοποιεῖται Ἡράκλειτος»: Zuntz (1971) 258. Γιὰ τὶς ἀπηχήσεις ἀπὸ τὴ γλώσσα τῶν μυστηρίων στὸ ἀπόσπασμα τοῦτο βλ. καὶ Norden(1913) 100 σημ. 1.
[52] 28Β6.4-7: βροτοὶ εἰδότες οὐδέν... κωφοί... τυφλοὶ τε, τεθηπότες, ἄκριτα φῦλα (θνητοὶ πού τίποτε δὲν ξέρουν... κουφοί... τυφλοί, σαστισμένοι, φύτρα δίχως κρίση Β1.30 βροτῶν δόξας, ταῖς οὐκ ἔνι πίστις ἀληθὴς (τὶς γνῶμες τῶν θνητῶν, πού δὲν ἔχουν μέσα τους τὸ κριτήριο τῆς ἀξιοπιστίας). Πβ. Snell (1975) 134-5 = (1988) 195-97· Coxon (1986) ad loc.
[53] Πβ. Heitsch (1977) 5-6 = (2001) 66-67, (1995) 80-81,173-74· ἀναλυτικότερα, βλ. Heitsch (1974) 412-17 = (2001) 81-86. Τέτοιες ἀντιλήψεις ἐνδέχεται νὰ ἐπικρίνει, συγκεκαλυμμένα, Ἐμπεδοκλῆς, ὅταν ζητεῖ ἀπὸ τὴ Μούσα νὰ τοῦ ἀποκαλύψει «τόσα, ὅσα εἶναι θεμιτὸ νὰ ἀκούσουν ὄντα ἐφήμερα» (31Β 3.4 ὧν θέμις ἐστὶν ἐφημερίοισιν ἀκούειν): βλ. περαιτέρω Jaeger (1947) 134· ἀντίθετος Wright (1981) 158.
[54] Ἐντούτοις, Θανασάς (.π. 199) ἐπισημαίνει ταυτόχρονα ὅτι παρουσία τῆς θεᾶς ὡς ἀφετηριακοῦ σημείου τῆς παρμενίδειας φιλοσοφίας ((ἔχει σχεδιαστεῖ καὶ ἐπιτελεῖται [...] ὡς ἔγερση μίας ἀπορίας, ὡς ρητὴ ἔκφραση ἑνὸς αἰνίγματος, ὡς διάγνωση τῆς ἀδυναμίας μας νὰ ἑρμηνεύσουμε ἕνα ἀνερμήνευτο. [...] περιγραφὴ τοῦ δρόμου πρὸς τὴ φιλοσοφία ὡς μίας μυθικῆς ἁμαξηλασίας ἐκφράζει τὴν ἀδυναμία ἐννοιακὴς σύλληψης καὶ περιγραφῆς αὐτοῦ του δρόμου...».
[55] Ἔχει κανείς τὸν πειρασμὸ νὰ θεωρήσει (βλ. π.χ. Snell [1975] 135 = [1988] 195) ὅτι σκέψη τοῦ Παρμενίδη ἀντιπροσωπεύει, ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, ὑπαναχώρηση σὲ προγενέστερους τρόπους μυστικῆς / «ἐξ ἀποκαλύψεως» γνώσης, δεῖγμα τῶν ὁποίων εἶναι θεοφάνεια τῶν Μουσῶν στὴν ἡσιόδεια Θεογονία. Ἔντονα ἀντίθετος ὡστόσο στὴ «μυστικιστικὴ» ἀνὰγνωση τοῦ Παρμενίδη Θανασάς (1998) 178-87 καὶ 196-202.
[56] Βλ. τὸν ἄριστο σχολιασμὸ του Bames( 1979)297-8· πβ. Coxon(1986) ad loc. Πληρέστατη πραγμάτευση στοῦ J. Η. Lesher, OSAPh 2 (1984) 1-30.