Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (926-958)

ΔΙ. κατάθου ταχέως θοἰμάτιον. ΚΑ. οὗτος, σοὶ λέγει.
ΔΙ. ἔπειθ᾽ ὑπόλυσαι. ΚΑ. πάντα ταῦτα σοὶ λέγει.
ΣΥ. καὶ μὴν προσελθέτω πρὸς ἔμ᾽ ὑμῶν ἐνθαδὶ
ὁ βουλόμενος. ΚΑ. οὐκοῦν ἐκεῖνός εἰμ᾽ ἐγώ.
930 ΣΥ. οἴμοι τάλας, ἀποδύομαι μεθ᾽ ἡμέραν.
ΚΑ. σὺ γὰρ ἀξιοῖς τἀλλότρια πράττων ἐσθίειν;
ΣΥ. ὁρᾷς ἃ ποιεῖ; ταῦτ᾽ ἐγὼ μαρτύρομαι.
ΔΙ. ἀλλ᾽ οἴχεται φεύγων ὃν ἦγες μάρτυρα.
ΣΥ. οἴμοι, περιείλημμαι μόνος. ΚΑ. νυνὶ βοᾷς;
935 ΣΥ. οἴμοι μάλ᾽ αὖθις. ΚΑ. δὸς σύ μοι τὸ τριβώνιον,
ἵν᾽ ἀμφιέσω τὸν συκοφάντην τουτονί.
ΔΙ. μὴ δῆθ᾽· ἱερὸν γάρ ἐστι τοῦ Πλούτου πάλαι.
ΚΑ. ἔπειτα ποῦ κάλλιον ἀνατεθήσεται
ἢ περὶ πονηρὸν ἄνδρα καὶ τοιχωρύχον;
940 Πλοῦτον δὲ κοσμεῖν ἱματίοις σεμνοῖς πρέπει.
ΔΙ. τοῖς δ᾽ ἐμβαδίοις τί χρήσεταί τις; εἰπέ μοι.
ΚΑ. καὶ ταῦτα πρὸς τὸ μέτωπον αὐτίκα δὴ μάλα
ὥσπερ κοτίνῳ προσπατταλεύσω τουτῳί.
ΣΥ. ἄπειμι· γιγνώσκω γὰρ ἥττων ὢν πολὺ
945 ὑμῶν· ἐὰν δὲ σύζυγον λάβω τινὰ
κἂν σύκινον, τοῦτον τὸν ἰσχυρὸν θεὸν
ἐγὼ ποήσω τήμερον δοῦναι δίκην,
ὁτιὴ καταλύει περιφανῶς εἷς ὢν μόνος
τὴν δημοκρατίαν, οὔτε τὴν βουλὴν πιθὼν
950 τὴν τῶν πολιτῶν οὔτε τὴν ἐκκλησίαν.
ΔΙ. καὶ μὴν ἐπειδὴ τὴν πανοπλίαν τὴν ἐμὴν
ἔχων βαδίζεις, εἰς τὸ βαλανεῖον τρέχε·
ἔπειτ᾽ ἐκεῖ κορυφαῖος ἑστηκὼς θέρου.
κἀγὼ γὰρ εἶχον τὴν στάσιν ταύτην ποτέ.
955 ΚΑ. ἀλλ᾽ ὁ βαλανεὺς ἕλξει θύραζ᾽ αὐτὸν λαβὼν
τῶν ὀρχιπέδων· ἰδὼν γὰρ αὐτὸν γνώσεται
ὅτι ἔστ᾽ ἐκείνου τοῦ πονηροῦ κόμματος.
νὼ δ᾽ εἰσίωμεν, ἵνα προσεύξῃ τὸν θεόν.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΕΡΚΩΠΕΣ

ΚΕΡΚΩΠΕΣ
(πέτρες, πίθηκοι)
 
Οι Κέρκωπες ήταν τα αδέλφια Ευρύβατος ή Ευρυβάτης ή Ώλος και Φρυνώνδας ή Σίλλος και Τριβαλός ή Πάσσαλος και Άκμων (παλούκι και αμόνι) ή Κάνδαυλος και Άτλαντας. Ήταν γιοι του Ωκεανού και της κόρης του Ουρανού Θείας, ή της ηρωίδας Μεμνονίδας ή της Λίμνης ή της Κερκώπης. Κατάγονταν από την Οιχαλία (σύμφωνα με το ποίημα Κέρκωπες που αποδίδεται στον Όμηρο) αλλά ζούσαν συνήθως στη Βοιωτία -οι Θερμοπύλες ονομάζονταν ἕδραι Κερκώπων (Ηρόδ. 7.216)- ή στην Έφεσο. Ήταν μεγαλόσωμοι και δυνατοί, εξαπατούσαν, έκλεβαν, λήστευαν τους ταξιδιώτες, τους σκότωναν. Και αυτούς τους εξουδετέρωσε ο Ηρακλής. Αυτό έγινε με τον εξής κωμικό τρόπο: Την περίοδο που ο Ηρακλής ήταν στην υπηρεσία της βασίλισσας της Λυδίας Ομφάλης, έτυχε να περνά από τα μέρη τους. Κουρασμένος, ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο στην άκρη του δρόμου, όπου και τον βρήκαν τα δυο αδέλφια να κοιμάται. Θέλοντας να τον γυμνώσουν από τα περίφημα όπλα του, που ο ήρωας είχε ακουμπήσει στο πλάι του, έσκυψαν από πάνω του. Όμως ο Ηρακλής ξύπνησε, τους έπιασε και τους έδεσε από τα πόδια· στη συνέχεια τους κρέμασε με το κεφάλι προς κάτω σ' ένα μακρύ ξύλο που το φορτώθηκε στους ώμους του -όπως ακριβώς συνηθιζόταν με τα ζώα που οι άνθρωποι μετέφεραν στην αγορά, για να τα πουλήσουν. Βλέποντας αυτοί τα τριχωτά οπίσθια του Ηρακλή κατάλαβαν την προειδοποίηση της μητέρας τους Θείας να φυλάγονται από τον Μελάμπυγο, από αυτόν δηλαδή που έχει μαύρα οπίσθια. Τα έξυπνα και νόστιμα αστεία των δύο μεγαλόσωμων αδελφών έκαναν τον ήρωα να γελάσει τόσο πολύ που αποφάσισε να δεχτεί το αίτημά τους και να τους αφήσει ελεύθερους. Κατά άλλους, ο Ηρακλής σκότωσε τους Κερκωπίδες, που ήταν περισσότεροι από δύο· άλλους τους συνέλαβε και τους οδήγησε αλυσοδεμένους στην Ομφάλη. Όπως και να έχει, οι δύο Κερκωπίδες ή οι άλλοι που επέζησαν συνέχισαν να εξαπατούν τους ανθρώπους. Οργισμένος ο Δίας από τη διαγωγή τους, τους μεταμόρφωσε σε πέτρες και τους τοποθέτησε σαν νησάκια στον κόλπο της Νάπολης· ή σε πιθήκους -εξάλλου, το όνομά τους σημαίνει μικρή ουρά- και τους μετάφερε στα δύο νησιά, όσα και τα αδέλφια, που κλείνουν τον κόλπο της Νάπολης. Από αυτούς ονομάστηκαν Πιθηκοῦσαι, δηλαδή νησιά των πιθήκων.
 
Τα «κατορθώματα» των Κερκώπων και το επεισόδιο με τον Ηρακλή αποτελούν το θέμα κωμωδιών διαφόρων ποιητών, του Εύβουλου, του Έρμιππου, του Πλάτωνα. Το όνομά τους έγινε συνώνυμο του απατεώνα (κερκωπίζειν), ενώ στην Αθήνα Κέρκωπες ή Κερκώπων ἀγορά αποκαλούνταν η αγορά των πανούργων (Διογ. Λ., 9.114· Ευστάθ. 1430.25)

Ο Αριστοτέλης, τα πάθη, οι δυνάμεις και οι έξεις

Από τη στιγμή που ξεκαθαρίστηκε ότι η αρετή δεν είναι από τη φύση, αλλά έχει να κάνει με την ισορροπία της ψυχής, που καθορίζεται από τη μεσότητα στα συναισθήματα και τις πράξεις, αυτό που μένει προς διερεύνηση είναι τα στοιχεία εκείνα που επενεργούν καθορίζοντας τη λειτουργία της ψυχής: «Εφόσον έχουμε την πρόθεση να βρούμε τη φύση της αρετής, επιβάλλεται να μάθουμε ποια είναι τα συμβαίνοντα στην ψυχή. Και τα συμβαίνοντα στην ψυχή είναι τριών ειδών: πάθη, δυνάμεις, έξεις» (1186a 7.1).
 
Για τον Αριστοτέλη η κατάδειξη των τριών αυτών εννοιών θα οδηγήσει στην τελική αποσαφήνιση της αρετής: «ώστε φαίνεται πως κάτι από τούτα θα είναι η αρετή» (1186a 7.2). Κι αυτός είναι ο λόγος που ξεκινά αμέσως να τις ορίζει: «Πάθη, λοιπόν, είναι η οργή, ο φόβος, το μίσος, ο πόθος, ο ζήλος, η συμπόνια και τα παρόμοιά τους, αυτά που συνήθως συνοδεύονται από δυσαρέσκεια και ευχαρίστηση» (1186a 7.2).
 
Με δεδομένο ότι ως πάθη ορίζονται τα συναισθήματα, η ευχαρίστηση και η δυσαρέσκεια αποτελούν τα αδιάσπαστα συνακόλουθα, που εν πολλοίς καθορίζουν τις πράξεις. Ο άνθρωπος αποδεικνύεται δέσμιος των συναισθημάτων του (δηλαδή των παθών του), κι αυτά (σε τελική ανάλυση) έχουν να κάνουν όχι μόνο με τον τρόπο που ευχαριστιέται ή δυσαρεστείται κανείς, αλλά και με την ένταση που εισπράττεται αυτή η ευχαρίστηση (ή η δυσαρέσκεια). Η οξύτητα των συναισθημάτων θα επιφέρει και τις αντίστοιχες πράξεις κι αυτός είναι ο δρόμος των άκρων που απομακρύνει από την αρετή.
 
Οι δυνάμεις ορίζονται ως εξής: «Με αυτές έχουμε τη δυνατότητα να υφιστάμεθα τα πάθη, δηλαδή οι δυνάμεις μάς καθιστούν ικανούς να εκδηλώσουμε οργή ή στενοχώρια ή συμπόνια ή τα παρόμοιά τους» (1186a 7.2). Οι δυνάμεις είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου να εισπράξει αλλά και να εκδηλώσει τα συναισθήματά του. Ασφαλώς προέρχονται από τη φύση ως ένστικτα συνυφασμένα με το συναίσθημα, δηλαδή ως δυνατότητα πρόσβασης στη χαρά και τη λύπη. Κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να χαρεί ή να λυπηθεί.

Το ζήτημα είναι η ποιότητα των ερεθισμάτων που θα γεννήσουν τα συναισθήματα σε συνδυασμό με την ένταση που θα βιωθούν. Αν κάποιος χαίρεται με επαίσχυντες πράξεις, είναι φανερό ότι θα τις επιδιώξει. Κι όσο πιο έντονη είναι η ευχαρίστηση τόσο ισχυρότερο και το κίνητρο της επιδίωξης. Το ηθικό περιεχόμενο των ανθρώπινων ενεργειών είναι η διαχείριση των δυνάμεων, που πρέπει να στραφούν προς την κατεύθυνση της αρετής.
 
Από κει και πέρα αναλαμβάνουν δράση οι έξεις: «Με αυτές είμαστε τοποθετημένοι ως προς τα πάθη καλώς ή κακώς από ηθική άποψη· παράδειγμα: ως προς την οργή και την εκδήλωσή της· αν είμαστε οργίλοι σε υπερβολικό βαθμό, είμαστε κακώς τοποθετημένοι ως προς την οργή· αν, πάλι, δεν οργιζόμαστε καθόλου με αυτά που πρέπει να οργιζόμαστε, επίσης και σ’ αυτή την περίπτωση είμαστε κακώς τοποθετημένοι ως προς την οργή. Συμπερασματικά, η μέση τοποθέτηση είναι η εξής: ούτε υπερβολικά να υφιστάμεθα το πάθος της οργής ούτε και να το μηδενίζουμε. Σε μια τέτοια, βέβαια, κατάσταση, είμαστε καλώς τοποθετημένοι [ως προς την οργή]. Το ίδιο και ως προς τα υπόλοιπα πάθη, με τα οποία συμβαίνουν τα ίδια» (1186a 7.3 και 7.4).

Κι αυτή ακριβώς είναι η ουσία των έξεων, ως συνηθειών που ταυτίζονται με το χαρακτήρα του ανθρώπου. Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία το πώς θα μάθει κανείς να αντιδρά στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Αν μάθει να αντιδρά υπερβολικά θα διαμορφωθεί κι ανάλογα μετατρέποντας την υπερβολή σε καθημερινότητα.
 
Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αδύνατο να οριοθετείται στις υποδείξεις της μεσότητας καθιστώντας δύσκολη την κατάκτηση της αρετής: «τούτο είναι γνώρισμα των έξεων: το να είμαστε τοποθετημένοι ως προς τα πάθη καλώς ή κακώς από ηθική άποψη· και η καλή τοποθέτηση ως προς τα πάθη είναι η ακόλουθη: ούτε στην υπερβολή να βρισκόμαστε ούτε στην έλλειψη. Συνεπώς, στη μεσότητα ως προς τα πάθη, για τη στάση μας προς τα οποία κρινόμαστε αξιέπαινοι ή μη, εντοπίζεται η έξις ως καλή τοποθέτηση, ενώ στην υπερβολή και στην έλλειψη εντοπίζεται η έξις ως κακή τοποθέτηση» (1186a 8.1).
 
Φυσικά, ο έπαινος ή η κατάκριση αφορούν το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό που τίθεται προς εξέταση. Το ότι κάποιος δεν ακολουθεί τη μεσότητα στο ζήτημα της οργής και κατά συνέπεια κατακρίνεται ως οργίλος δε σημαίνει ότι απορρίπτεται συνολικά ως προσωπικότητα. Παρά το πάθος της οργής, που ασφαλώς τον απομακρύνει από την αρετή, μπορεί κάποιος να είναι αξιέπαινος για την αφοσίωσή του, τη γενναιοδωρία, την εργατικότητα κλπ. Το ζήτημα είναι πώς έχει συνηθίσει (ποια είναι η έξη του) σε κάθε επιμέρους αρετή.
 
Ο συνετός, ο σοφός, ο πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος είναι εκείνος που έχει καταφέρει να χαλιναγωγήσει τα πάθη σε όλες τους τις εκδηλώσεις ακολουθώντας τη μεσότητα σε κάθε του επιλογή. Ο άνθρωπος αυτός ξέρει πώς να φερθεί αποδίδοντας την ύψιστη δικαιοσύνη σε αυτούς που τον συναναστρέφονται. Ένας τέτοιος άνθρωπος, ακόμη και όταν σφάλλει, είναι σε θέση να κατανοήσει το λάθος του, να το παραδεχτεί και να το επανορθώσει. Κι ακριβώς αυτό είναι που τον κάνει άξιο σεβασμού κι επιθυμητό στους άλλους ανθρώπους.
 
Πέρα, όμως, από την υπερβολή και την έλλειψη που υπονομεύουν την αρετή ο Αριστοτέλης θα σημειώσει: «Υπάρχουν, όμως, και κάποια άλλα πάθη –ενδέχεται να το υποθέσει κανείς– στην περίπτωση των οποίων η κακία δεν εντοπίζεται στην υπερβολή και την έλλειψη· παράδειγμα, η μοιχεία και ο μοιχός· μοιχός δεν είναι αυτός που απλά και μόνο καθ’ υπερβολήν διαφθείρει τις ελεύθερες γυναίκες. Αλλά και τούτη η περίπτωση, καθώς και όλες οι ανάλογες περιπτώσεις που εντάσσονται στην κατηγορία της ακόλαστης ηδονικής ευχαρίστησης, αντιμετωπίζονται επικριτικά γι’ αυτό που είναι οι ίδιες και όχι για την υπερβολή και την έλλειψή τους» (1186a 8.3).

Ασφαλώς, αυτού του είδους οι ενέργειες που επικρίνονται για την ίδια την ποιότητά τους, μαρτυρούν το εσφαλμένο του εθισμού των ανθρώπων που τις διαπράττουν, δηλαδή τις λανθασμένες επιλογές της ευχαρίστησης. Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που θα εθιστεί κανείς από την πιο μικρή ηλικία. Οι έξεις, ως μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα πηγάζουν, από τα συναισθήματα που συνοδεύουν τις πράξεις και σηματοδοτούν ανεξίτηλα την ανθρώπινη συμπεριφορά.
 
Από αυτή την άποψη, οι πράξεις αυτού του είδους εμπεριέχουν (από θέση αρχής) την υπερβολή, η οποία και τις επιφέρει, καθώς εκείνος που τις διαπράττει γνωρίζει εκ των προτέρων ότι δεν πρέπει να γίνει αντιληπτός. Ο κλέφτης δε χαίρεται εάν τον πιάσουν, αλλά εάν ολοκληρώσει την κλοπή ανενόχλητος, ώστε να απολαύσει τα κλοπιμαία. Η δύναμη που κινεί την πράξη του –όπως και του μοιχού– έχει να κάνει με το ακατανίκητο της χαράς, όταν ολοκληρώσει με επιτυχία το σχέδιό του (ή της λύπης που προϋποθέτει ο δρόμος της αρετής – εργασία για τον κλέφτη και εγκράτεια για τον μοιχό).
 
Η υπερβολή της συναισθηματικής είσπραξης που θα ακολουθήσει είναι που κινεί τη δράση και σε μερικούς ανθρώπους αποδεικνύεται ακατανίκητη. (Η περίπτωση του κλέφτη που εξωθείται σε αυτή την πράξη για λόγους επιβίωσης καταδεικνύει την πολιτική στρέβλωση, που εγκλωβίζει κάποιους ανθρώπους στο περιθώριο, κι ως εκ τούτου δεν αφορά την παρούσα διερεύνηση).
 
Από την άλλη, ακόμη και με αυτά τα δεδομένα είναι αναμφισβήτητο ότι η πυκνότητα των πράξεων (που θα καταδείξει και το μέγεθος της υπερβολής) θα παίξει μεγάλο ρόλο στους χαρακτηρισμούς που θα αποδοθούν. Άλλο ο κατά συρροή κλέφτης κι άλλο εκείνος που έκλεψε μια φορά – το ίδιο και ο μοιχός.
 
Με δυο λόγια, ακόμη και οι πράξεις που κατακρίνονται καθαυτές διαβαθμίζονται σε σχέση με την υπερβολή της επανάληψής τους. Έναν άνθρωπο που έκλεψε μία μόνο φορά και τιμωρείται ενδέχεται κάποιοι να τον λυπηθούν. Εκείνον όμως που αποδεδειγμένα κλέβει συνέχεια δε θα τον λυπηθεί κανένας. Η υπερβολή και η έλλειψη –με την έννοια της επανάληψης μιας κατακριτέας πράξης– θα παίξουν και πάλι το ρόλο τους αποδίδοντας το μέγεθος της απόρριψης σε μια συμπεριφορά.
 
Αφού, λοιπόν, έχει ξεκαθαριστεί ότι η υπερβολή και η έλλειψη αντιτίθενται στην αρετή επιφέροντας επικρίσεις, ο Αριστοτέλης διερωτάται: «Τι αντίκειται στη μεσότητά; Η υπερβολή, άραγε, ή η έλλειψη; Διότι κάποιες μεσότητες έχουν ως αντίθετό τους την έλλειψη, ενώ κάποιες άλλες την υπερβολή. Για παράδειγμα, η ανδρεία δεν έχει ως αντίθετή της τη θρασύτητα, που είναι υπερβολή, αλλά τη δειλία, που είναι έλλειψη· ενώ η σωφροσύνη, η οποία αποτελεί μεσότητα ανάμεσα στην ακολασία και την αναισθησία τη σχετική με τις ηδονές, δεν έχει ως αντίθετή της την αναισθησία, που είναι έλλειψη, αλλά την ακολασία, που είναι υπερβολή» (1186b 9.1).
 
Το βέβαιο είναι ότι –όπως κι αν το βλέπουν οι περισσότεροι– η αρετή αντιτίθεται εξίσου και στην υπερβολή και στην έλλειψη: «Αλλά και οι δύο αντίκεινται στη μεσότητα, και η υπερβολή και η έλλειψη· διότι η μεσότητα υστερεί συγκριτικά με την υπερβολή, ενώ υπερβάλλει σε σύγκριση με την έλλειψη» (1186b 9.2). Ο Αριστοτέλης θα φέρει κι ένα παράδειγμα: «… από τη μία οι θρασείς και “ψευτόμαγκες” αποκαλούν τους ανδρείους δειλούς, ενώ από την άλλη οι δειλοί αποκαλούν τους ανδρείους ριψοκίνδυνους και τρελούς» (1186b 9.2).

Σε τελική ανάλυση η υποκειμενικότητα των ορίων καθιστά τις έννοιες δυσδιάκριτες επιτρέποντας στον καθένα να λέει ό,τι θέλει. Ο πραγματικά ανδρείος χάνεται ανάμεσα στις στρεβλώσεις που θα υποστηρίξουν και οι θρασείς και οι δειλοί. Με δεδομένο ότι κανένας δε θέλει να παραδεχτεί την έλλειψη ή την υπερβολή που τον καθιστά μη ενάρετο, αυτό που του μένει είναι η ελαστικότητα των ορίων που εν τέλει θα ξεχειλώσει τις έννοιες κατά το δοκούν. Και ο θρασύς και ο δειλός θα παραστήσουν τον ανδρείο διεκδικώντας τη μεσότητα για τον εαυτό τους κι αποδίδοντας στον πραγματικά ανδρείο την έλλειψη ή την υπερβολή αντίστοιχα.
 
Αυτός είναι ο λόγος που ο Αριστοτέλης θα υποδείξει στα «Ηθικά Νικομάχεια» τη λογική (και μάλιστα στην αυστηρότερη μορφή της, «λογική του σώφρονα ανθρώπου») ως κριτήριο για τον ορισμό της αρετής. Η αντίληψη των πολλών, που εν πολλοίς ενδέχεται να διαμορφώνεται κι ως συγκάλυψη ή ωραιοποίηση του εαυτού, δε φαίνεται να ικανοποιεί τον Αριστοτέλη, καθώς οι διαφορετικές εκδοχές καταδεικνύουν την ασάφεια των ορίων. Η λογική του σώφρονα ανθρώπου τίθεται ως διασφάλιση της  αντικειμενικότητας που θα νοηματοδοτήσει τους ορισμούς.
 
Οι ορισμοί δεν αφορούν την αυθαίρετη εκτίμηση του καθενός, αφού έτσι δεν αποδίδεται η έννοια, αλλά ο τρόπος που προσπαθεί ο καθένας να την προσαρμόσει σ’ αυτό που επιθυμεί. Κι αυτός ακριβώς είναι ο μηχανισμός της στρέβλωσης και του λαϊκισμού που επιχειρεί να κάνει το άσπρο μαύρο είτε στην προσπάθεια για προσωπική  επιβολή είτε στην εξυπηρέτηση πολιτικών συμφερόντων.
 
Το ότι ακόμη και η έννοια του σώφρονα ενδέχεται να διαστρεβλωθεί δίνοντας τη δυνατότητα στον καθένα να παρουσιαστεί ως τέτοιος καθιστά σαφή την επικινδυνότητα της εύκολης πίστης και την ανάγκη της ουσιαστικής κατανόησης του μέτρου, που θα καταδείξει όλες τις υπερβολές (ή τις ελλείψεις), όσο κι αν επιχειρείται η απόκρυψή τους. Η κοινωνία που διαπλάθει σώφρονες ανθρώπους είναι εκείνη που τελικά θα αποδώσει σε όλους αυτό που πράγματι αξίζουν. Κι αυτό έχει βαθύτατες πολιτικές διαστάσεις.
 
Ο Αριστοτέλης θα φέρει δύο παραδείγματα που θα καταδείξουν την τάση των περισσότερων να διαστρεβλώνουν τις έννοιες υποτιμώντας άλλοτε το ζήτημα της υπερβολής κι άλλοτε της έλλειψης: «Παραδείγματος χάριν, ποια είναι πιο μακριά από την ελεύθερη στάση, η ασωτία ή η ανελευθερία; Πιο πολύ φαίνεται να πλησιάζει στην ελεύθερη στάση η ασωτία παρά η ανελευθερία· άρα η ανελευθερία είναι πιο μακρινή. Και τα πιο μακρινά από το μέσο φαίνονται και σε μεγαλύτερο βαθμό αντίθετα. Συνεπώς, από μια εξ αντικειμένου έρευνα προκύπτει μάλλον το συμπέρασμα ότι αυτή που αντίκειται {στη μεσότητα} σε μεγαλύτερο βαθμό είναι η έλλειψη» (1186b 9.3-94).
 
Κι ακριβώς αυτό είναι το πεδίο του ασώτου να παραστήσει τον ελεύθερο παρουσιαζόμενος ως δήθεν απαλλαγμένος από την καθώς πρέπει ηθική στο όνομα της ελευθερίας του. Το ότι τελικά είναι δέσμιος των παθών που τον οδηγούν στην ασωτία δεν πρέπει να αναφερθεί. Ούτε ότι η ζωή του είναι τελικά χειρότερη και υποταγμένη στην ανισορροπία της ψυχής  που τον απομακρύνει από τη μεσότητα.
 
Από την άλλη, ο ανελεύθερος που υποδουλώνει τις επιθυμίες του στο βωμό ενός ανούσιου καθωσπρεπισμού βιώνει την ίδια ανισορροπία από την άλλη πλευρά. Το ότι ο ένας είναι καταπιεσμένος δεν καταδεικνύει ότι ο άλλος είναι ελεύθερος. Και οι δύο βιώνουν το ανελεύθερο της υπερβολής και της έλλειψης. Ελεύθερος είναι αυτός που ακολουθώντας τη μεσότητα ξέρει να κάνει τις επιλογές που υποδεικνύει το μέτρο και ο ορθός λόγος.

Το δεύτερο παράδειγμα του Αριστοτέλη έχει να κάνει με τη φύση του ανθρώπου: «Δεύτερον και διαφορετικό, βασισμένο σε αυτά προς τα οποία ρέπει πιο πολύ η ανθρώπινη φύση μας: αυτά είναι που αντίκεινται και πιο πολύ προς το μέσο. Παραδείγματος χάριν, η φύση μάς οδηγεί να είμαστε μάλλον ακόλαστοι παρά σώφρονες· οι επιδόσεις μας είναι σίγουρα μεγαλύτερες στην κατεύθυνση που μας επιβάλλει η φύση μας· και σε ό,τι έχουμε μεγαλύτερη επίδοση, αυτό είναι που περισσότερο αντίκειται στο μέσο· και έχουμε μεγαλύτερη επίδοση στην ακολασία παρά στη σωφροσύνη. Συνεπώς, προκύπτει μάλλον το συμπέρασμα ότι η υπερβολή είναι αυτή που σε μεγαλύτερο βαθμό αντίκειται στη μεσότητα· γιατί η ακολασία είναι η υπερβολή εκεί που η σωφροσύνη είναι η μεσότητα» (1186b 9.4).
 
Η αναγνώριση ότι «η φύση μας οδηγεί να είμαστε μάλλον ακόλαστοι παρά σώφρονες» δεν πρέπει να ερμηνευτεί σαν παραδοχή ότι η φρόνηση είναι αντίθετη με τη φύση. Κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο, καθώς ό,τι είναι αντίθετο με τη φύση είναι αδύνατο να προταθεί ως πρότυπη συμπεριφορά. Η φρόνηση δεν αντίκειται της φύσης, αλλά ταυτόχρονα δε δίνεται κι ως δεδομένο από αυτή, όπως η ακοή ή η όραση.
 
Ο άνθρωπος πρέπει να αγωνιστεί για να την αποκτήσει και η φύση τον έχει πλάσει έτσι ώστε να μπορεί να το πετύχει. Το σύμφυτο κι όχι έμφυτο της φρόνησης καταδεικνύει τη δύναμη της έξης, που είναι σε θέση να καταστήσει το χαρακτήρα του ανθρώπου τόσο δυνατό, ώστε να επιβληθεί σε όλες του τις αδυναμίες, ακόμη κι αν αυτές δίνονται από την ίδια τη φύση.
 
Εξάλλου, δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο από το να αποδίδει κανείς τις αδυναμίες του στη φύση. Μια τέτοια προοπτική θα ακύρωνε κάθε έννοια αρετής, αφού η τεμπελιά, η δειλία, η ακολασία και γενικά οτιδήποτε αντίκειται της μεσότητας θα παρουσιαζότανε αθωωτικά ως φυσική επιταγή. Κι αυτή είναι η εκδοχή της πιο επαίσχυντης παθητικότητας, αφού η φύση εκλαμβάνεται ως απαρέγκλιτος ρυθμιστής όλων των πραγμάτων καθιστώντας τον άνθρωπο απόλυτο έρμαιό της.
 
Η ευτυχία είναι ενέργεια της ψυχής, πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να ενεργήσει για την κατάκτησή της. Ο άνθρωπος είναι ο κυρίαρχος της τύχης του. Τα περί φύσης μόνο ως δικαιολογίες μπορούν να εκληφθούν.
 
Το βέβαιο είναι ότι όσο μεγαλύτερο αγώνα πρέπει να δώσει ο άνθρωπος για να κατακτήσει την αρετή από την πλευρά της υπερβολής τόσο πιο ευάλωτος είναι σε στρεβλώσεις που σχετίζονται με την έλλειψη. Αυτό συμβαίνει στο παράδειγμα της ακολασίας. Το ότι ο ακόλαστος πρέπει να κατακριθεί γιατί συμπεριφέρεται υπερβολικά δεν πρέπει να φέρει ως πρότυπο την απάθεια. Ο ενάρετος, που δεν είναι ακόλαστος, δε σημαίνει ότι περνά στην έλλειψη δαιμονοποιώντας τις σαρκικές ηδονές.
 
Το πρότυπο του ερημίτη δεν αφορά τον Αριστοτέλη. Η σάρκα πρέπει κι εκείνη να ικανοποιηθεί, αλλά στο μέτρο που ορίζει ο ορθός λόγος. Η αντίληψη που προσπαθεί να προβάλει το πρότυπο της πλήρους αποχής από κάθε σωματική ευχαρίστηση στο όνομα της αρετής δεν είναι παρά η διαστρέβλωση της έλλειψης που παριστάνει τη μεσότητα. Τέτοιου είδους αντιλήψεις, όμως, δεν αφορούν το σώφρονα άνθρωπο. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο Αριστοτέλης θα επικαλεστεί την αυστηρή λογική του σώφρονα ανθρώπου ως μοναδική απόδειξη αντικειμενικότητας στον ορισμό των εννοιών.
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Οι πεποιθήσεις σου σε κατευθύνουν -αλλά πόσο δικές σου είναι;

Πάντα αναρωτιόμουν πώς γεννιούνται μέσα στις ψυχές των ανθρώπων οι πεποιθήσεις κι όταν αυτές γεννηθούν, τι άλλο άραγε να ακολουθεί; Συζητήσεις μέχρι το πρωί με τον εσωτερικό εαυτό μου, εκεί που η σιωπή αποκτά νόημα κι ύπαρξη.

Κλείσε τα μάτια σου και σκέψου. Μεγάλωσες διασχίζοντας δρόμους ατέλειωτους, τα βήματά σου είναι αυτά που σε έφεραν εδώ. Να ‘ταν, άραγε, κι οι αποφάσεις σου; Η μοίρα; Μέρος κάποιου θείου σχεδίου ή ξεκάθαρη ατομική πορεία, ακολουθώντας το σχέδιο ψυχής; Στην πραγματικότητα, δε θα ήμασταν εδώ αν δεν υπήρχε σοβαρός λόγος, τίποτα δεν μπορεί να ‘ναι τυχαίο.

Στην αρχή, ως παιδιά, μιλούσαμε στα παιχνίδια μας, έπειτα οι καλύτεροι ακροατές μας έγιναν οι φανταστικοί μας φίλοι κι ύστερα να σου κι αυτές οι πεποιθήσεις, που λέγαμε, έρχονται για να καταστρέψουν την αλήθεια μας, και πριν καλά-καλά το αντιληφθούμε έχουν εξαφανίσει στο πέρασμά τους κάθε φανταστικό φίλο κι άσπρο άλογο.

Τα παιδιά εκδηλώνουν όλο τους τον ενθουσιασμό μιλώντας δυνατά καθώς παίζουν. Σταδιακά, αυτές οι φωνές μαλακώνουν κι όταν πια φτάσουν να γίνουν μουρμουρητό –εκεί που ο προσωπικός αυτός διάλογος περνά σε άλλο επίπεδο– είναι που καταλαβαίνεις πως έχεις μεγαλώσει. Συνειδητά ή ασυνείδητα καθοδηγούμαστε από αυτές τις φωνές, για το πώς να αντιληφθούμε και πώς να αντιδράσουμε σε όλες τις περιστάσεις της ζωής μας.

Οι περισσότερες από αυτές τις πεποιθήσεις δημιουργήθηκαν ερήμην μας, αποδεχόμενοι όλα όσα μας έλεγαν οι άλλοι, χωρίς να φιλτράρουμε την πληροφορία που εισχωρούσε στον παρθένο οργανισμό μας κι άλλες πάλι αποτελούν απόρροια βιωμάτων, που ‘κονομήσαμε από ‘κείνους που συναναστραφήκαμε ή και κληρονομήσαμε απ’ την οικογένεια άθελά μας.

Πεποιθήσεις τόσο βαθιά ριζωμένες, θαρρείς πως λειτουργούν σαν ένα νοθευμένο εσωτερικό φίλτρο, επιβαρύνοντας όχι μόνο την απόδοση του εγκεφαλικού μας κινητήρα στην καθημερινότητα αλλά και τα κατάλοιπα που αφήνουν, πλανεύουν περίτρανα τη φωνή του «εγώ», που αντιστέκεται στην όποια αλλαγή, μπλοκάροντας κάθε πιθανή δοκιμή για απελευθέρωση.

Βασίζονται σε μια λογική που ίσχυε για εμάς, όμως κάπου πριν από εμάς, και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχουν καμία βάση και θέση στο παρόν μας. Ανεξάρτητα από το πού βρισκόμαστε σήμερα, είναι στο χέρι μας να αλλάξουμε τον εαυτό μας, και μπορούμε!

Ο λόγος που δεν είναι εύκολο να τις εντοπίσουμε και στη συνέχεια να τις απομακρύνουμε είναι επειδή ζώντας μέσα τους τις οικειοποιηθήκαμε, μια θεωρία που στέγασε την ύπαρξή μας και με τον καιρό μετατράπηκε σε φυλακή.

Ήρθε η ώρα να επιλέξεις τη ζωή που θες, βγαίνοντας έξω απ’ τη ζώνη βολέματος. Γύρνα για λίγο πίσω στις παιδικές σου μνήμες κι εμπιστεύσου το ένστικτό σου με το ίδιο πάθος, χωρίς καμία δεύτερη σκέψη, ώστε να μπορέσει με τη σειρά του κι αυτό να σε βοηθήσει να ξεπεράσεις τις προκλήσεις που αντιμετωπίζεις και να σου προσφέρεις την καλύτερη ζωή που αξίζεις. Αρκεί μονάχα να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις τον έλεγχο της σκέψης και των συναισθημάτων σου. Βάζοντας φως μέσα στο σκοτεινό λαβύρινθο της ζωής, θα επιστρέφεις πάντα στο μονοπάτι της αγάπης.

Κέρδισε τον έλεγχο της στάσης σου, τον τρόπο σκέψης σου και πάρε τον έλεγχο των αποτελεσμάτων. Να θυμάσαι ότι είσαι πιο δυνατός από όσο νομίζεις, αρκεί να ‘σαι πρόθυμος κάποιες φορές να ‘ρθεις αντιμέτωπος με τον ίδιο σου τον εαυτό και τα παιχνίδια που παίζει το μυαλό σου.

Κάθε άνθρωπος πρέπει να επιλέγει πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει

Κάθε άνθρωπος πρέπει να επιλέγει πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει.

Η απελπισία είναι το τίμημα που πληρώνει κανείς για να φτάσει στην αυτογνωσία. Κοιτάξτε βαθιά στη ζωή σας και θα διαπιστώσετε ότι η απελπισία βρίσκεται παντού.

Μόνο ένας πληγωμένος θεραπευτής μπορεί πραγματικά να θεραπεύσει.

Μια μέρα, σύντομα, ίσως σε σαράντα χρόνια, δεν θα ζει κανείς από αυτούς που με έχουν γνωρίσει. Τότε θα είμαι πράγματι νεκρός – όταν δηλαδή δεν θα υπάρχω πια στη μνήμη κανενός. Σκέφτηκα ότι κάποιος, που είναι πολύ ηλικιωμένος είναι το τελευταίο ζωντανό πλάσμα πάνω στη γη που έχει γνωρίσει κάποιο άλλο άτομο ή κάποιο πλήθος ατόμων προσωπικά και που τώρα έχουν φύγει από ζωή. Όταν το άτομο αυτό πεθάνει, πεθαίνει μαζί του και το πλήθος αυτών, εξαφανίζεται από τη ζωντανή μνήμη. Αναρωτιέμαι, για μένα ποιος θα είναι αυτός ο άνθρωπος, τίνος ο θάνατος θα με κάνει να πεθάνω πραγματικά;

Αν ανέλθουμε αρκετά ψηλά στην κοινωνία, θα φτάσουμε κάποια στιγμή σε ένα ύψος από το οποίο η τραγωδία παύει να φαίνεται τόσο τραγική.

Η ζωή είναι μια σπίθα ανάμεσα σε δύο όμοια κενά, το σκοτάδι πριν τη γέννηση και το σκοτάδι μετά τον θάνατο.

Είναι λάθος να κάνεις παιδιά από ανάγκη, λάθος να χρησιμοποιείς το παιδί σου για να ανακουφίσεις τη μοναξιά σου, λάθος να δίνεις σκοπό στη ζωή σου με την αναπαραγωγή ενός αντιγράφου του εαυτού σου. Είναι λάθος επίσης να αναζητάς την αθανασία με το να σπέρνεις τον σπόρο σου στο μέλλον, νομίζοντας ότι περιέχει τη συνείδησή σου!

Το πνεύμα του ανθρώπου οικοδομείται από τις επιλογές του.

Αργά ή γρήγορα έπρεπε να εγκαταλείψει την ελπίδα για ένα καλύτερο παρελθόν.

Ο γάμος με όλη αυτή την κτητικότητα και τη ζήλεια που τον περιβάλλουν υποδουλώνει το πνεύμα.

Η ζωή τελικά είναι ένα μίζερο πράγμα. Αποφάσισα να την περάσω συλλογιζόμενος διάφορα σχετικά με αυτή.

Ονειρεύομαι μια αγάπη που είναι κάτι περισσότερο από δύο ανθρώπους που η μόνη τους επιθυμία είναι να κατέχουν ο ένας τον άλλον.

Να ένα περίεργο πείραμα που θα μας βάλει σε σκέψεις. . . Το μήνυμα του Νίτσε προς εμάς ήταν να ζούμε τη ζωή μας με τέτοιο τρόπο ώστε να θέλουμε να ξαναζούμε ακριβώς την ίδια ζωή αιώνια.

Η θρησκεία έχει τα πάντα στο πλευρό της: την αποκάλυψη, τις προφητείες, την κρατική προστασία, υψηλότατη αξιοπρέπεια και υπεροχή. . . Και περισσότερο από αυτό, το ανεκτίμητο προνόμιο να της επιτρέπεται να αποτυπώνει τα δόγματά της στο μυαλό των ανθρώπων στην τρυφερή εποχή της παιδικής ηλικίας, κατά την οποία γίνονται σχεδόν έμφυτες ιδέες.

Η αγάπη δεν είναι μόνο μια σπίθα πάθους μεταξύ δύο ανθρώπων. Υπάρχει μια απεριόριστη διαφορά ανάμεσα στο να ερωτεύεσαι και να αγαπάς. Αντίθετα, η αγάπη είναι ένας τρόπος ύπαρξης, μια «προσφορά», δεν είναι «ένα ερωτικό σκίρτημα», είναι ένας τρόπος να συνυπάρχουμε σε μία σχέση, όχι μια πράξη που περιορίζεται σε ένα μόνο άτομο.

Αγάπη σημαίνει να φροντίζει κανείς στην πράξη για τη καλυτέρευση της ζωής και την ανάπτυξη του άλλου.

Ένα πράγμα που θεωρώ σαφές είναι ότι δεν πρέπει να αφήσεις τη ζωή σου να σε καθοδηγεί όπου θέλει αυτή. Διαφορετικά, θα καταλήξεις στα σαράντα με το αίσθημα ότι δεν έχεις ζήσει πραγματικά. Τι έχω μάθει εγώ από αυτό; Μάλλον, να ζω το τώρα, έτσι ώστε στα πενήντα να μην μετανιώσω εάν γυρίσω και κοιτάξω το παρελθόν, τότε που ήμουν σαράντα.

Εάν σας μιλούσε ο Επίκουρος αυτή τη στιγμή, θα σας παρότρυνε να απλοποιήσετε τη ζωή σας. Ακούστε πώς θα το έθετε, εάν τον είχαμε μαζί μας τώρα: «Παιδιά μου, οι ανάγκες σας είναι λίγες, είναι εύκολο να τις καλύψετε και μπορείτε να αντέξετε κάθε απαραίτητη ταλαιπωρία. Μην περιπλέκετε τη ζωή σας με τέτοιους τετριμμένους στόχους όπως πλούτη και φήμη: Είναι ο εχθρός της ATΑΡΑΞΙΑΣ. Η φήμη, για παράδειγμα, δεν είναι παρά οι απόψεις που έχουν οι άλλοι για μας και αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να ζήσουμε τη ζωή μας όπως επιθυμούν οι άλλοι. Για να επιτύχουμε και να διατηρήσουμε τη φήμη μας, πρέπει να μας αρέσει αυτό που οι άλλοι επιθυμούν και να αποφεύγουμε ό,τι αποφεύγουν κι αυτοί. Ως εκ τούτου, τι θέλετε μια ζωή δόξας ή μια ζωή στην πολιτική; Εγκαταλείψτε κι αυτή την ιδέα. Και πλούτο; Να το αποφύγετε! Είναι μια παγίδα. Όσα περισσότερα αποκτούμε τόσο περισσότερα θέλουμε, και τόσο πιο βαθιά είναι η θλίψη μας όταν δεν μπορούμε να τα αποκτήσουμε. Παιδιά μου, ακούστε με: Εάν επιθυμείτε την ευτυχία, μην σπαταλάτε τη ζωή σας αγωνιζόμενοι για κάτι που πραγματικά δεν χρειάζεστε.

Η ώριμη αγάπη είναι όταν αγαπάς, όχι όταν αγαπιέσαι.

Νομίζω ότι η ερωτική διεκδίκηση αποτελεί μια ψευδαίσθηση. Παλεύω ενάντια σε φανταστικούς ανεμόμυλους. Θεωρώ ότι, αν και αυτού του είδους η ψευδαίσθηση συχνά μου χαρίζει μια ευφορία και με παρηγορεί, στην ουσία με αποδυναμώνει και με αποξενώνει.

Ο πόνος είναι πάντα εδώ. Όταν του κλείνεις την πόρτα, αυτός χτυπάει κάποια άλλη και ξαναμπαίνει από αλλού.

Όλοι αισθάνονται πώς υπάρχει νόημα στη ζωή αλλά δεν μπορεί κανείς να το επιδιώξει σκόπιμα: το νόημα της ζωής είναι πάντα ένα παράγωγο φαινόμενο που παίρνει σάρκα και οστά όταν υπερβαίνουμε τον εαυτό μας, όταν χάνουμε την αίσθηση της ύπαρξής μας και αφήνουμε να μας απορροφήσει κάποιος (ή κάτι) έξω από εμάς.

Το άγχος του θανάτου είναι η μήτρα όλων των θρησκειών, οι οποίες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προσπαθούν να μετριάσουν τη θλίψη της θνητότητάς μας.

Υπήρχε κάποια εποχή στη ζωή μας που ήμασταν τόσο κοντά και τίποτα δεν φαινόταν να εμποδίζει τη φιλία και την αδελφοσύνη μας και μας χώριζε μόνο ένα μικρό γεφυράκι. Ακριβώς την ώρα που ήσουν έτοιμος να το περάσεις σε ρώτησα «Θέλεις να περάσεις το γεφυράκι και να έρθεις κοντά μου;» – τότε έπαψες να το θέλεις. Και όταν σε ρώτησα ξανά, εσύ παρέμεινες σιωπηλός. Έκτοτε βουνά και άγριοι καταρράκτες μας χώρισαν, μπήκαν ανάμεσά μας κι αποξενωθήκαμε τόσο που ακόμη κι αν θέλαμε να έρθουμε κοντά ο ένας στον άλλον δεν θα μπορούσαμε. Αλλά όταν σκέφτεσαι τώρα αυτό το μικρό γεφυράκι, τα λόγια πέφτουν στο κενό, ενώ εσύ κλαις και δεν μπορείς να το πιστέψεις.

Στη ζωή υπάρχει κάτι παραπάνω από το να είσαι ευτυχισμένος

Το κυνήγι της ευτυχίας είναι πιθανώς ο βασικότερος ίσως στόχος του καθένα μας. Οι τωρινές συνθήκες ζωής είναι οι ευνοϊκότερες για να ζήσουμε ευτυχισμένοι σε σχέση με όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Κι όμως, οι αυτοκτονίες και η ελαφριά κατάθλιψη αυξάνονται ταχύτατα στις δυτικές κοινωνίες. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Ο μύθος

Το κυνήγι της ευτυχίας είναι θεσμοθετημένο ως ένα από τα δικαιώματα του ανθρώπου σύμφωνα με τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ το 1776. Έχει γίνει και διάσημη ταινία με τον Will Smith για τους νεότερους. Η ταινία περιγράφει τη ζωή ενός νεαρού έγχρωμου πατέρα με ένα παιδί, ο οποίος θέλει να μπει στον χρηματοοικονομικό τομέα και να ζήσει το Αμερικάνικο όνειρο. Και να ζήσει ευτυχισμένος.

Στην ταινία τα καταφέρνει τελικά. Να δουλέψει ως χρηματιστής. Γιατί αν όντως έγινε ευτυχισμένος δε θα το μάθουμε ποτέ, καθώς η ταινία τελειώνει όταν πετυχαίνει το στόχο του και γίνεται μόνιμος εργαζόμενος στην εταιρεία του.

Η πραγματικότητα

Αν όμως ήταν να μαντέψουμε, θα λέγαμε ότι οι πιθανότητες ήταν εναντίον του στο να γίνει ευτυχισμένος. Διαβάζοντας οποιοδήποτε βιβλίο Θετικής Ψυχολογίας θα δει κανείς πως το κυνήγι της ευτυχίας μας κάνει στην πραγματικότητα πιο…δυστυχισμένους. Άρα όσο προσπαθούμε να γίνουμε ευτυχισμένοι, τόσο απομακρυνόμαστε από τον στόχο μας.

Ίσως το ίδιο που συμβαίνει και με έναν οργασμό. Όσο τον σκέφτεσαι, τόσο δεν τον φτάνεις. Τι μπορείς να κάνεις λοιπόν για να ζήσεις μια ζωή μακριά από την κατάθλιψη και τη δυσφορία; Τι πρέπει να ψάξεις να βρεις; Τι να κυνηγήσεις;

Η εναλλακτική

Η καλύτερη εναλλακτική φαίνεται να είναι να προσπαθήσεις να βάλεις νόημα στη ζωή σου. Όχι ευτυχία. Νόημα. Η αίσθηση της ευτυχίας έρχεται και φεύγει. Το νόημα θα σε κρατήσει όρθιο ακόμα και όταν έρθουν οι δύσκολες στιγμές.

Αν και ο πατέρας της Θετικής Ψυχολογίας, Martin Seligman, έχει ορίσει τη ζωή με νόημα σαν ένα βασικό συστατικό μιας ευτυχισμένης ζωής, λίγοι από εμάς το λαμβάνουμε υπ όψιν όταν σκεφτόμαστε το πώς μοιάζει στα μάτια μας μια ευτυχισμένη ζωή. Πώς όμως μπορείς να ζήσεις μια ζωή γεμάτη νόημα; Σας παραθέτω την καλύτερη ανάλυση που έχω ακούσει μέχρι στιγμής. Η ζωή με νόημα βασίζεται σε τέσσερις πυλώνες.

Πυλώνας 1. Αίσθηση ότι ανήκεις

Όλοι έχουμε ανάγκη την αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου. Κάποιες φορές μας οδηγεί κάπου για το καλό (οικογένεια, παρέα) και κάποιες άλλες για το κακό (συμμορία, αίρεση, φανατική ομάδα κλπ). Αυτό που έχουμε πραγματικά ανάγκη είναι η αίσθηση ότι μας αποδέχονται γι αυτό που είμαστε. Κάτι αρκετά σπάνιο.

Μπορείς να βρεις έστω και έναν άνθρωπο να συζητήσεις και να νιώσεις ότι σε αποδέχεται γι αυτό που είσαι και να τον αποδεχτείς κι εσύ; Αν ναι, τότε έχεις ήδη κάνει ένα σημαντικό βήμα για να δώσεις νόημα στη ζωή σου.

Πυλώνας 2: Ύπαρξη Σκοπού

Ο πιο προσιτός στόχος για να αποκτήσεις σκοπό στη ζωή σου είναι το να απαντήσεις σε αυτές τις δυο ερωτήσεις:

– Σε τι είσαι καλός;

– Πώς μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις ικανότητές σου για να βοηθήσεις τους άλλους; Την κοινωνία;

Μπορεί να είναι μέσω της δουλειάς σου ή έξω από αυτήν. Παλιά ήμουν καλός στα μαθηματικά. (Εντάξει ακόμα είμαι λίγο). Τα χρησιμοποίησα για να βρω μια καλοπληρωμένη δουλειά στα χρηματιστήρια στο Λονδίνο. Η ζωή μου δεν είχε σκοπό. Τώρα βρίσκω ενδιαφέρον στον τομέα της ψυχολογίας και της κατανόησης της ανθρώπινης φύσης. Περιέργως, τα μαθηματικά με βοηθούν κι εδώ.

Αυτή τη στιγμή νιώθω πως η ζωή μου έχει σκοπό. Να βοηθήσω κι άλλους ανθρώπους με τα άρθρα και τα βιβλία μου να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Ίσως εσύ να είσαι καλός με τους υπολογιστές, ίσως στο να οργανώνεις πράγματα, ίσως στο να ακούς τους άλλους, ίσως στο να μαγειρεύεις, ίσως στο να δημιουργείς με τα χέρια σου.

Πώς μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις ικανότητές σου για να βοηθήσεις τους άλλους; Ίσως προσφέροντας χρόνο σε μια φιλανθρωπική οργάνωση; Κάτι άλλο; Βρες την πρακτική απάντηση και η ζωή σου θα αποκτήσει σκοπό. Κάτι για το οποίο να αξίζει να ζεις.

Πυλώνας 3: Αίσθηση Υπέρβασης

Υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή όλων μας που νιώθουμε πως ξεφεύγουμε από την καθημερινότητα και νιώθουμε ότι συμμετέχουμε σε κάτι μεγαλύτερο από εμάς. Ίσως όταν είμαστε στη φύση, ίσως σε μια θρησκευτική ή πνευματική εμπειρία. Ίσως πάλι κοιτάζοντας ή παρακολουθώντας την τέχνη. Εγώ το παθαίνω όταν διαβάζω κάτι πολύ ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και το σύμπαν. Οι υπερβατικές εμπειρίες αλλάζουν τους ανθρώπους. Εσύ πότε ένιωσες να χάνεις τον εαυτό σου; (με την καλή την έννοια).

Πυλώνας 4: Το αφήγημα της ζωής σου

Πώς διηγείσαι στον εαυτό σου την ιστορία της ζωής σου; Το να έχεις ένα αφήγημα για τη ζωή σου ξεκαθαρίζει τα πράγματα στο μυαλό σου. Σε βοηθάει να καταλάβεις πως έγινες αυτός που τώρα είσαι.

Αυτό που οι περισσότεροι δεν κατανοούν είναι ότι μπορείς να αλλάξεις το πώς λες την ιστορία στον εαυτό σου. Η ζωή σου δεν είναι απλά μια ακολουθία γεγονότων. Το πώς σου τα διηγείσαι έχει τεράστια σημασία. Ένας νεαρός άντρας είχε μείνει παράλυτος παίζοντας ποδόσφαιρο. Μετά τον τραυματισμό του έλεγε στον εαυτό του. «Πριν τραυματιστώ είχα σπουδαία ζωή. Τώρα η ζωή μου καταστράφηκε». Οι άνθρωποι που περιγράφουν τη ζωή τους έτσι (η ζωή μου ήταν καλή και τώρα είναι χάλια) τείνουν να είναι πιο αγχώδης και καταθλιπτικοί.

Έτσι ήταν και ο νεαρός αυτός άντρας. Μετά από λίγο καιρό όμως άρχισε να αλλάζει την ιστορία του. Έλεγε: «Πριν τον τραυματισμό μου η ζωή μου δεν είχε νόημα. Πάρτι όλη την ώρα και ήμουν πολύ εγωιστής. Το συμβάν όμως με έμαθε ότι μπορώ να γίνω καλύτερος άνθρωπος.» Αυτή η αλλαγή στο πώς αφηγούταν τη ζωή του, τον έκανε να αλλάξει ρότα και να ασχοληθεί με το να συμβουλεύει παιδιά. Έκανε σκοπό του το να βοηθάει τους άλλους.

Οι άνθρωποι που ζουν ζωές με νόημα διηγούνται το αφήγημα της ζωής τους μέσω από το φακό της λύτρωσης, της ανάπτυξης και της αγάπης. Πώς μιλάς στον εαυτό σου για τον εαυτό σου; Μπορείς να βρεις έναν άλλον τρόπο να διηγηθείς σε σένα την ιστορία της ζωής σου; Δεν είναι εύκολο και ίσως χρειαστείς βοήθεια από κάποιον ειδικό. Ίσως πάρει χρόνο. Και σίγουρα αξίζει.

Συμπέρασμα

Μια ζωή γεμάτη νόημα μπορεί είναι μια ζωή γεμάτη προκλήσεις και δυσκολίες ανά φάσεις. Η ευτυχία έρχεται και φεύγει. Αν έχει νόημα η ζωή σου όμως, θα έχεις κάτι πολύ ισχυρό από το οποίο θα μπορείς πάντα να πιαστείς, για να μπορέσεις να σηκωθείς και να συνεχίσεις.

ΠΛΑΤΩΝ: Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ

Πλάτωνα: Η Απολογία του Σωκράτη, 298-30γ, 37ε-38α

Στη διάρκεια της απολογίας του, ο Σωκράτης αποδεικνύει την απόλυτη συνάφεια ανάμεσα στις πεποιθήσεις και τις πράξεις του, υποστηρίζοντας πως ούτε καν για την ελευθερία του θα απαρνιόταν την αποστολή που του ανέθεσε ο θεός και το υπέρτατο καλό για έναν άνθρωπο, δηλαδή τη διαρκή δοκιμασία της ορθότητας των δικών του πεποιθήσεων και των πεποιθήσεων των άλλων. Απόδειξη συνάφειας και ταυτόχρονα μια πράξη θάρρους, από τη στιγμή που ο Σωκράτης έχει επίγνωση πως δύσκολα «οι Αθηναίοι» στους οποίους απευθύνεται θα πιστέψουν ότι είναι ειλικρινής.

Αν, λοιπόν, παρ’ όλα αυτά, με αφήνατε ελεύθερο, μη πιστεύοντας τον Άνυτο, και μου λέγατε: «Σωκράτη, εμείς δεν θα πιστέψουμε τον Άνυτο και θα σε αφήσουμε ελεύθερο, με τον εξής όμως όρο, ότι δεν θα περνάς πια την ώρα σου εξετάζοντας έτσι τους ανθρώπους και φιλοσοφώντας. Και αν συλληφθείς να το κάνεις αυτό, θα πεθάνεις». Αν, λοιπόν, όπως είπα, με αυτόν τον όρο με αφήνατε ελεύθερο, θα σας απαντούσα όχι: «Εγώ, άντρες Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα υπακούσω στον θεό και όχι σε εσάς, και όσο αναπνέω και μπορώ, δεν θα πάψω να φιλοσοφώ και να σας συμβουλεύω και να εκφράζω την άποψή μου σε όποιον από εσάς τυχαίνει κάθε φορά να συναντώ, λέγοντάς του αυτά ακριβώς που συνήθιζα να λέω, ότι: “Εσύ, καλύτερος απ’ όλους, όντας Αθηναίος πολίτης της πιο μεγάλης και της πιο φημισμένης για τη σοφία της και τη δύναμή της πόλης, δεν ντρέπεσαι να φροντίζεις για τα πλούτη, πώς θα αποκτήσεις περισσότερα, για τη δόξα και τις τιμές, ενώ δεν ενδιαφέρεσαι για την ευφυΐα σου και την αλήθεια και την ψυχή σου;” Και αν κάποιος από εσάς αμφισβητεί τα λόγια μου και πει ότι φροντίζει και γι’ αυτά, δεν θα τον αφήσω αμέσως να φύγει, ούτε θα φύγω κι εγώ, αλλά θα του κάνω ερωτήσεις και θα τον εξετάσω και θα τον ελέγξω, και αν μου φανεί ότι δεν κατέχει την αρετή, παρόλο που ισχυρίζεται το αντίθετο, θα τον επιπλήξω που νοιάζεται τόσο λίγο για τα πιο σημαντικά και τόσο πολύ για τα πιο ασήμαντα. Αυτό θα κάνω σε όποιον τύχει να συναντήσω, νέο ή γέρο, ξένο ή συμπολίτη μας, και κυρίως σε εσάς, τους συμπολίτες μας, που νιώθω πιο κοντά μου.

Γιατί αυτά με προστάζει ο θεός, το ξέρετε καλά, και πιστεύω ότι μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει μεγαλύτερο αγαθό για εσάς στην πόλη από αυτή την υπηρεσία μου προς τον θεό. Γιατί περιφέρομαι χωρίς να κάνω τίποτε άλλο από το να σας πείθω, νεώτερους και πιο ηλικιωμένους, να μη φροντίζετε ούτε για τα σώματά σας ούτε για τα χρήματά σας με τόσο πάθος, παρά μόνο για την ψυχή σας, ώστε να γίνει καλύτερη, λέγοντας: “Στους ανθρώπους, η αρετή δεν πηγάζει από τα χρήματα, αλλά από την αρετή ο πλούτος, μαζί με όλα τα άλλα αγαθά, δημόσια και ιδιωτικά”. Αν τα λόγια μου αυτά διαφθείρουν τους νέους, τότε είναι βλαβερά, αλλά, αν κάποιος ισχυρίζεται ότι εγώ λέω άλλα, δεν λέει την αλήθεια. Ως προς αυτά, θα έλεγα, “άντρες Αθηναίοι, είτε ακούσετε τον Άνυτο είτε όχι, είτε με αφήσετε ελεύθερο είτε όχι, εγώ δεν πρόκειται να αλλάξω συμπεριφορά, ακόμα και αν έπρεπε να πεθάνω χίλιες φορές”».

Θα μπορούσε ίσως να μου πει κανείς «Μα δεν μπορείς. Σωκράτη, να φύγεις από εδώ και να ζήσεις ήσυχα σωπαίνοντας;». Αυτό ακριβώς είναι πολύ δύσκολο να τo εξηγήσω σε μερικούς από εσάς. Γιατί, αν σας πω ότι αυτό είναι σαν να παρακούω τον θεό και για τον λόγο αυτόν είναι αδύνατον να ζω ήσυχος, δεν θα με πιστέψετε νομίζοντας ότι σας ειρωνεύομαι.

Αν πάλι σας πω ότι είναι υπέρτατο αγαθό για τον άνθρωπο, να μιλά κάθε μέρα για την αρετή και για τα άλλα για τα οποία με ακούτε να συζητώ, εξετάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους, ενώ μια ζωή χωρίς να τα εξετάζει κανείς αυτά είναι ζωή που δεν αξίζει να τη ζει ο άνθρωπος, τότε θα με πιστέψετε ακόμα λιγότερο.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1131b-1132b)

[IV] Τὸ δὲ λοιπὸν ἓν τὸ διορθωτικόν, ὃ γίνεται ἐν τοῖς συναλλάγμασι καὶ τοῖς ἑκουσίοις καὶ τοῖς ἀκουσίοις. τοῦτο δὲ τὸ δίκαιον ἄλλο εἶδος ἔχει τοῦ πρότερον. τὸ μὲν γὰρ διανεμητικὸν δίκαιον τῶν κοινῶν ἀεὶ κατὰ τὴν ἀναλογίαν ἐστὶ τὴν εἰρημένην· καὶ γὰρ ἀπὸ χρημάτων κοινῶν ἐὰν γίνηται ἡ διανομή, ἔσται κατὰ τὸν λόγον τὸν αὐτὸν ὅνπερ ἔχουσι πρὸς ἄλληλα τὰ εἰσενεχθέντα· καὶ τὸ ἄδικον τὸ ἀντικείμενον τῷ δικαίῳ τούτῳ τὸ παρὰ τὸ ἀνάλογόν ἐστιν. τὸ δ᾽ ἐν τοῖς συναλλάγμασι δίκαιον ἐστὶ μὲν ἴσον τι, καὶ τὸ ἄδικον

[1132a] ἄνισον, ἀλλ᾽ οὐ κατὰ τὴν ἀναλογίαν ἐκείνην ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀριθμητικήν. οὐδὲν γὰρ διαφέρει, εἰ ἐπιεικὴς φαῦλον ἀπεστέρησεν ἢ φαῦλος ἐπιεικῆ, οὐδ᾽ εἰ ἐμοίχευσεν ἐπιεικὴς ἢ φαῦλος· ἀλλὰ πρὸς τοῦ βλάβους τὴν διαφορὰν μόνον βλέπει ὁ νόμος, καὶ χρῆται ὡς ἴσοις, εἰ ὃ μὲν ἀδικεῖ ὃ δ᾽ ἀδικεῖται, καὶ εἰ ἔβλαψεν ὃ δὲ βέβλαπται. ὥστε τὸ ἄδικον τοῦτο ἄνισον ὂν ἰσάζειν πειρᾶται ὁ δικαστής· καὶ γὰρ ὅταν ὃ μὲν πληγῇ ὃ δὲ πατάξῃ, ἢ καὶ κτείνῃ ὃ δ᾽ ἀποθάνῃ, διῄρηται τὸ πάθος καὶ ἡ πρᾶξις εἰς ἄνισα· ἀλλὰ πειρᾶται τῇ ζημίᾳ ἰσάζειν, ἀφαιρῶν τοῦ κέρδους. λέγεται γὰρ ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν ἐπὶ τοῖς τοιούτοις, κἂν εἰ μή τισιν οἰκεῖον ὄνομα εἴη, τὸ κέρδος, οἷον τῷ πατάξαντι, καὶ ἡ ζημία τῷ παθόντι· ἀλλ᾽ ὅταν γε μετρηθῇ τὸ πάθος, καλεῖται τὸ μὲν ζημία τὸ δὲ κέρδος. ὥστε τοῦ μὲν πλείονος καὶ ἐλάττονος τὸ ἴσον μέσον, τὸ δὲ κέρδος καὶ ἡ ζημία τὸ μὲν πλέον τὸ δ᾽ ἔλαττον ἐναντίως, τὸ μὲν τοῦ ἀγαθοῦ πλέον τοῦ κακοῦ δ᾽ ἔλαττον κέρδος, τὸ δ᾽ ἐναντίον ζημία· ὧν ἦν μέσον τὸ ἴσον, ὃ λέγομεν εἶναι δίκαιον· ὥστε τὸ ἐπανορθωτικὸν δίκαιον ἂν εἴη τὸ μέσον ζημίας καὶ κέρδους. διὸ καὶ ὅταν ἀμφισβητῶσιν, ἐπὶ τὸν δικαστὴν καταφεύγουσιν· τὸ δ᾽ ἐπὶ τὸν δικαστὴν ἰέναι ἰέναι ἐστὶν ἐπὶ τὸ δίκαιον· ὁ γὰρ δικαστὴς βούλεται εἶναι οἷον δίκαιον ἔμψυχον· καὶ ζητοῦσι δικαστὴν μέσον, καὶ καλοῦσιν ἔνιοι μεσιδίους, ὡς ἐὰν τοῦ μέσου τύχωσι, τοῦ δικαίου τευξόμενοι. μέσον ἄρα τι τὸ δίκαιον, εἴπερ καὶ ὁ δικαστής. ὁ δὲ δικαστὴς ἐπανισοῖ, καὶ ὥσπερ γραμμῆς εἰς ἄνισα τετμημένης, ᾧ τὸ μεῖζον τμῆμα τῆς ἡμισείας ὑπερέχει, τοῦτ᾽ ἀφεῖλε καὶ τῷ ἐλάττονι τμήματι προσέθηκεν. ὅταν δὲ δίχα διαιρεθῇ τὸ ὅλον, τότε φασὶν ἔχειν τὸ αὑτοῦ ὅταν λάβωσι τὸ ἴσον. τὸ δ᾽ ἴσον μέσον ἐστὶ τῆς μείζονος καὶ ἐλάττονος κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν. διὰ τοῦτο καὶ ὀνομάζεται δίκαιον, ὅτι δίχα ἐστίν, ὥσπερ ἂν εἴ τις εἴποι δίχαιον, καὶ ὁ δικαστὴς διχαστής. ἐπὰν γὰρ δύο ἴσων ἀφαιρεθῇ ἀπὸ θατέρου, πρὸς θάτερον δὲ προστεθῇ, δυσὶ τούτοις ὑπερέχει θάτερον· εἰ γὰρ ἀφῃρέθη μέν, μὴ προσετέθη

[1132b] δέ, ἑνὶ ἂν μόνον ὑπερεῖχεν. τοῦ μέσου ἄρα ἑνί, καὶ τὸ μέσον, ἀφ᾽ οὗ ἀφῃρέθη, ἑνί. τούτῳ ἄρα γνωριοῦμεν τί τε ἀφελεῖν δεῖ ἀπὸ τοῦ πλέον ἔχοντος, καὶ τί προσθεῖναι τῷ ἔλαττον ἔχοντι· ᾧ μὲν γὰρ τὸ μέσον ὑπερέχει, τοῦτο προσθεῖναι δεῖ τῷ ἔλαττον ἔχοντι, ᾧ δ᾽ ὑπερέχεται, ἀφελεῖν ἀπὸ τοῦ μεγίστου. ἴσαι αἱ ἐφ᾽ ὧν αα ββ γγ ἀλλήλαις· ἀπὸ τῆς αα ἀφῃρήσθω τὸ αε, καὶ προσκείσθω τῇ γγ τὸ ἐφ᾽ ᾧ γδ, ὥστε ὅλη ἡ δγγ τῆς εα ὑπερέχει τῷ γδ καὶ τῷ γζ· τῆς ἄρα ββ τῷ γδ. [ἔστι δὲ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἀνῃροῦντο γὰρ ἄν, εἰ μὴ ἐποίει τὸ ποιοῦν καὶ ὅσον καὶ οἷον, καὶ τὸ πάσχον ἔπασχε τοῦτο καὶ τοσοῦτον καὶ τοιοῦτον.] ἐλήλυθε δὲ τὰ ὀνόματα ταῦτα, ἥ τε ζημία καὶ τὸ κέρδος, ἐκ τῆς ἑκουσίου ἀλλαγῆς· τὸ μὲν γὰρ πλέον ἔχειν ἢ τὰ αὑτοῦ κερδαίνειν λέγεται, τὸ δ᾽ ἔλαττον τῶν ἐξ ἀρχῆς ζημιοῦσθαι, οἷον ἐν τῷ ὠνεῖσθαι καὶ πωλεῖν καὶ ἐν ὅσοις ἄλλοις ἄδειαν δέδωκεν ὁ νόμος· ὅταν δὲ μήτε πλέον μήτ᾽ ἔλαττον ἀλλ᾽ αὐτὰ ‹τὰ› δι᾽ αὐτῶν γένηται, τὰ αὑτῶν φασὶν ἔχειν καὶ οὔτε ζημιοῦσθαι οὔτε κερδαίνειν. ὥστε κέρδους τινὸς καὶ ζημίας μέσον τὸ δίκαιόν ἐστι τῶν παρὰ τὸ ἑκούσιον, τὸ ἴσον ἔχειν καὶ πρότερον καὶ ὕστερον.

***
[4] Το άλλο είναι το διορθωτικό, αυτό που προκύπτει στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις, είτε αυτές που αναπτύσσονται με τη θέλησή τους είτε αυτές που αναπτύσσονται χωρίς τη θέλησή τους. Αυτό το δίκαιο έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από το προηγούμενο. Γιατί το δίκαιο που διανέμει κοινά αγαθά είναι πάντοτε σύμφωνο με την αναλογία για την οποία μιλήσαμε· γιατί ακόμη και στην περίπτωση που η διανομή γίνεται από κοινά χρηματικά αποθέματα, θα γίνει αναλογικά προς τη σχέση στην οποία βρίσκονται μεταξύ τους οι επιμέρους (συν)εισφορές· και το άδικο που είναι αντίθετο σ᾽ αυτό το είδος δικαίου είναι αυτό που βιάζει την αναλογία. Το δίκαιο όμως που σχετίζεται με τις σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους οι άνθρωποι είναι, βέβαια, ένα είδος ισότητας —και το αντίστοιχο άδικο

[1132a] ένα είδος ανισότητας—, όμως δεν ορίζεται σύμφωνα με εκείνο το είδος αναλογίας, αλλά σύμφωνα με την αριθμητική αναλογία. Πραγματικά, δεν υπάρχει καμιά διαφορά αν ο καλός ξεγέλασε τον κακό ή ο κακός τον καλό, ούτε αν είναι καλός ή κακός άνθρωπος αυτός που διέπραξε μοιχεία· ο νόμος κοιτάζει μόνο τον ακριβή χαρακτήρα της βλάβης, και αντιμετωπίζει τα δύο μέρη ως ίσα· το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι αν ο ένας έχει διαπράξει αδικία και ο άλλος έχει υποστεί αδικία, αν ο ένας έβλαψε και ο άλλος υπέστη βλάβη. Καθώς, επομένως, αυτή η μορφή της αδικίας είναι μια καταστρατήγηση της ισότητας, ο δικαστής προσπαθεί να αποκαταστήσει την ισότητα. Στην περίπτωση, πράγματι, που ένας δέχτηκε ένα χτύπημα από κάποιον που τον χτύπησε, ή ένας σκοτώθηκε από κάποιον που τον σκότωσε, το πάθημα και η πράξη έχουν «μοιρασθεί» άνισα· ο δικαστής λοιπόν προσπαθεί να εξισώσει την κερδισμένη πλευρά με τη χαμένη πλευρά, αφαιρώντας κάτι από το κέρδος αυτού που έκανε την άδικη πράξη. Χρησιμοποιούνται, πράγματι, γενικά στις περιπτώσεις αυτές α) η λέξη «κέρδος» — έστω και αν σε κάποιες περιπτώσεις η λέξη αυτή δεν ταιριάζει, π.χ. γι᾽ αυτόν που έδωσε τα χτυπήματα, και β) η λέξη «ζημιά» γι᾽ αυτόν που δέχτηκε τα χτυπήματα· εν πάση περιπτώσει, όταν αποτιμηθεί αυτό που έπαθε το θύμα, στη μια περίπτωση ο λόγος είναι για «ζημιά» και στην άλλη για «κέρδος».

Συμπέρασμα: Το ίσον είναι το μέσον μεταξύ του περισσότερου και του λιγότερου. Το «κέρδος» και η «ζημιά» είναι «περισσότερο» και «λιγότερο» με αντίθετο μεταξύ τους τρόπο: περισσότερο καλό και λιγότερο κακό θα πει «κέρδος», το αντίθετο είναι η «ζημιά»· το μέσον ανάμεσά τους είναι, όπως είπαμε, το ίσον, αυτό που λέμε ότι είναι το δίκαιο. Κατά συνέπεια, το επανορθωτικό δίκαιο θα είναι το μέσον μεταξύ «ζημιάς» και «κέρδους».

Αυτός είναι ο λόγος που, όταν εγείρονται αμφισβητήσεις, οι άνθρωποι καταφεύγουν στον δικαστή: «πηγαίνω στον δικαστή» θα πει «πηγαίνω στο δίκαιο»· γιατί ο δικαστής είναι, στο τέλος τέλος, κάτι σαν το δίκαιο προσωποποιημένο· και ψάχνουν να βρουν τον δικαστή σαν να ψάχνουν να βρουν τον άνθρωπο που βρίσκεται στο μέσον —κάποιοι τους λένε και μεσιδίους—, πιστεύοντας πως, αν πετύχουν το μέσον, θα πετύχουν το δίκαιο. Είναι λοιπόν το δίκαιο, κατά κάποιον τρόπο, μέσον, αφού είναι μέσον και ο δικαστής. Ο δικαστής αποκαθιστά την ισότητα· είναι σαν να είχαμε μια γραμμή διαιρεμένη σε δύο άνισα μέρη και ο δικαστής να παίρνει το κομμάτι κατά το οποίο το μεγαλύτερο μέρος υπερέχει από το μισό, και το κομμάτι αυτό να το προσθέτει στο μικρότερο μέρος. Όταν όμως το όλον διαιρεθεί σε δύο ίσα μέρη, τότε οι άνθρωποι λένε ότι έχουν «το δικό τους κομμάτι», όταν δηλαδή ο καθένας έχει πάρει ίσο κομμάτι. Το ίσον είναι το μέσον μεταξύ της μεγαλύτερης και της μικρότερης γραμμής σύμφωνα με την αριθμητική αναλογία. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που λέγεται δίκαιο, επειδή είναι δίχα, σαν να έλεγε κανείς δίχαιο, και ο δικαστής διχαστής. Αν, πράγματι, πάρουμε δύο ίσες γραμμές και, αφαιρώντας από τη μία ένα κομμάτι, το προσθέσουμε στην άλλη, τότε η άλλη αυτή γραμμή γίνεται μεγαλύτερη κατά τα δύο αυτά κομμάτια. Γιατί αν απλώς αφαιρεθεί από την πρώτη, δεν προστεθεί όμως στη δεύτερη,

[1132b] τότε η δεύτερη θα είναι μεγαλύτερη από την πρώτη μόνο κατά το ένα αυτό κομμάτι. Από το μέσο λοιπόν είναι μεγαλύτερη κατά το ένα αυτό κομμάτι, και το μέσον έχει γίνει μεγαλύτερο κατά το ένα αυτό κομμάτι από τη γραμμή από την οποία το κομμάτι αυτό αφαιρέθηκε. Έτσι θα ξέρουμε τί πρέπει να αφαιρέσουμε από αυτό που έγινε μεγαλύτερο και τί πρέπει να προσθέσουμε σ᾽ αυτό που έγινε μικρότερο: σ᾽ αυτό που έγινε μικρότερο πρέπει να προσθέσουμε αυτό κατά το οποίο το μέσον είναι μεγαλύτερο, και από αυτό που έγινε μεγαλύτερο πρέπει να αφαιρέσουμε αυτό κατά το οποίο είναι μεγαλύτερο από το μέσον. Ας πάρουμε τις γραμμές αα ββ γγ ίσες μεταξύ τους. Από τη γραμμή αα ας αφαιρέσουμε το κομμάτι αε, και ας το προσθέσουμε στη γραμμή γγ ως γδ, έτσι ώστε ολόκληρη η γραμμή δγγ να είναι μεγαλύτερη από τη γραμμή εα κατά τα κομμάτια γδ και γζ· άρα θα είναι μεγαλύτερη από τη γραμμή ββ κατά το κομμάτι γδ. Το ίδιο συμβαίνει και στις άλλες τέχνες: αυτές θα εξαφανίζονταν, αν αυτό που κάνει το ενεργούν στοιχείο σε ορισμένη ποσότητα και με ορισμένο τρόπο, δεν προσλαμβάνεται στην αντίστοιχη ποσότητα και με τον αντίστοιχο τρόπο από το πάσχον στοιχείο. Οι δύο αυτές λέξεις, «ζημιά» και «κέρδος», έχουν την αρχή τους στις συναλλαγές των ανθρώπων που γίνονται με τη θέλησή τους: «κερδίζω» θα πει «έχω πιο πολλά από αυτά που είχα», και «ζημιώνω» θα πει «έχω λιγότερα από αυτά που είχα αρχικά». Έτσι, π.χ., συμβαίνει στις αγορές και στις πωλήσεις, και γενικά σε όλες τις περιπτώσεις που ο νόμος δίνει στον κόσμο το ελεύθερο να κανονίζουν μόνοι τους τους όρους των συναλλαγών τους. Όταν όμως δεν έχουν ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα, αλλά αυτά ακριβώς που είχαν εξαρχής, τότε λένε ότι «έχουν τα δικά τους» και ότι ούτε ζημιώνουν ούτε κερδίζουν. Το δίκαιο, επομένως, είναι το μέσον ανάμεσα σ᾽ αυτά που μπορεί κανείς να ονομάσει «κέρδος» και «ζημία», και μάλιστα στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων χωρίς τη θέλησή τους· που πάει να πει ότι αυτό που έχει κανείς μετά από τη σχέση/συναλλαγή είναι ίσο με αυτό που είχε πριν από αυτήν.

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (885-925)

885 ΚΑ. ἀλλ᾽ οὐδέν᾽ ἔστι συκοφάντου δήγματος.
ΣΥ. ἆρ᾽ οὐχ ὕβρις ταῦτ᾽ ἐστὶ πολλή; σκώπτετον,
ὅ τι δὲ ποεῖτον ἐνθάδ᾽ οὐκ εἰρήκατον.
οὐκ ἐπ᾽ ἀγαθῷ γὰρ ἐνθάδ᾽ ἐστὸν οὐδενί.
ΚΑ. μὰ τὸν Δί᾽ οὔκουν τῷ γε σῷ, σάφ᾽ ἴσθ᾽ ὅτι.
890 ΣΥ. ἀπὸ τῶν ἐμῶν γὰρ ναὶ μὰ Δία δειπνήσετον.
ΔΙ. ὡς δὴ ᾽π᾽ ἀληθείᾳ σὺ μετὰ τοῦ μάρτυρος
διαρραγείης— ΚΑ. μηδενός γ᾽ ἐμπλήμενος.
ΣΥ. ἀρνεῖσθον; ἔνδον ἐστίν, ὦ μιαρωτάτω,
πολὺ χρῆμα τεμαχῶν καὶ κρεῶν ὠπτημένων.
895 ὓ ὗ ὓ ὗ ὓ ὗ ὓ ὗ ὓ ὗ ὓ ὗ.
ΚΑ. κακόδαιμον, ὀσφραίνει τι; ΔΙ. τοῦ ψύχους γ᾽ ἴσως.
ἐπεὶ τοιοῦτόν γ᾽ ἀμπέχεται τριβώνιον.
ΣΥ. ταῦτ᾽ οὖν ἀνασχέτ᾽ ἐστίν, ὦ Ζεῦ καὶ θεοί,
τούτους ὑβρίζειν εἰς ἔμ᾽; οἴμ᾽ ὡς ἄχθομαι
900 ὅτι χρηστὸς ὢν καὶ φιλόπολις πάσχω κακῶς.
ΔΙ. σὺ φιλόπολις καὶ χρηστός; ΣΥ. ὡς οὐδείς γ᾽ ἀνήρ.
ΔΙ. καὶ μὴν ἐπερωτηθεὶς ἀπόκριναί μοι. ΣΥ. τὸ τί;
ΔΙ. γεωργὸς εἶ; ΣΥ. μελαγχολᾶν μ᾽ οὕτως οἴει;
ΔΙ. Ἀλλ᾽ ἔμπορος; ΣΥ. ναί, σκήπτομαί γ᾽, ὅταν τύχω.
905 ΔΙ. τί δαί; τέχνην τιν᾽ ἔμαθες; ΣΥ. οὐ μὰ τὸν Δία.
ΔΙ. πῶς οὖν διέζης ἢ πόθεν μηδὲν ποιῶν;
ΣΥ. τῶν τῆς πόλεώς εἰμ᾽ ἐπιμελητὴς πραγμάτων
καὶ τῶν ἰδίων πάντων. ΔΙ. σύ; τί μαθών; ΣΥ. βούλομαι.
ΔΙ. πῶς οὖν ἂν εἴης χρηστός, ὦ τοιχωρύχε,
910 εἴ σοι προσῆκον μηδὲν εἶτ᾽ ἀπεχθάνει;
ΣΥ. οὐ γὰρ προσήκει τὴν ἐμαυτοῦ μοι πόλιν
εὐεργετεῖν, ὦ κέπφε, καθ᾽ ὅσον ἂν σθένω;
ΔΙ. εὐεργετεῖν οὖν ἐστι τὸ πολυπραγμονεῖν;
ΣΥ. τὸ μὲν οὖν βοηθεῖν τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις
915 καὶ μὴ ᾽πιτρέπειν ἐάν τις ἐξαμαρτάνῃ.
ΔΙ. οὔκουν δικαστὰς ἐξεπίτηδες ἡ πόλις
ἄρχειν καθίστησιν; ΣΥ. κατηγορεῖ δὲ τίς;
ΔΙ. ὁ βουλόμενος. ΣΥ. οὐκοῦν ἐκεῖνός εἰμ᾽ ἐγώ.
ὥστ᾽ εἰς ἔμ᾽ ἥκει τῆς πόλεως τὰ πράγματα.
920 ΔΙ. νὴ Δία, πονηρόν γ᾽ ἆρα προστάτην ἔχει.
ἐκεῖνο δ᾽ οὐ βούλοι᾽ ἄν, ἡσυχίαν ἔχων
ζῆν ἀργός; ΣΥ. ἀλλὰ προβατίου βίον λέγεις,
εἰ μὴ φανεῖται διατριβή τις τῷ βίῳ.
ΔΙ. οὐδ᾽ ἂν μεταμάθοις; ΣΥ. οὐδ᾽ ἂν εἰ δοίης γέ μοι
925 τὸν Πλοῦτον αὐτὸν καὶ τὸ Βάττου σίλφιον.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΕΡΑΜΒΟΣ ή ΤΕΡΑΜΒΟΣ

ΚΕΡΑΜΒΟΣ ή ΤΕΡΑΜΒΟΣ
(έντομο, σκαθάρι)
 
Ο Αντωνίνος Λιβεράλις, συγγραφέας των πρώτων μεταχριστιανικών χρόνων, είναι ο μόνος που διασώζει τον μύθο αναλυτικά σημειώνοντας ότι «Τα εξιστορεί ο Νίκανδρος στο α' βιβλίο των Μεταμορφώσεων» (ο Νίκανδρος είναι συγγραφέας του 2ου αι. π.Χ.). Ο Οβίδιος αναφέρεται συνοπτικά και παεμπιπτόντως στη μεταμόρφωση του Κέραμβου σε φτερωτό σκαθάρι, όταν ονομάζει στους τόπους απ' όπου πέρασε η Μήδεια με τους φτερωτούς της δράκους, μετά τον φόνο των παιδιών της.
 
Ο Κέραμβος, εγγονός του Ποσειδώνα και γιος του Εύσειρου και της νύμφης Ειδοθέας, κατοι­κούσε στη γη των Μαλιέων κοντά στους πρόποδες της Όθρυος (βουνό που οριοθετούσε τη Θεσσαλία από τη Στερεά Ελλάδα, στα σύνορα Μαγνησίας και Φθιώτιδας). Απόκτησε πολλά κοπάδια και τα έβοσκε ο ίδιος. Ήταν ο καλύτερος μουσικός της εποχής του, ξακουστός για τα βουκολικά άσματα που ο ίδιος συνέθετε· μάλιστα επινόησε τον ποιμενικό αυλό και πρώτος αυτός χρησιμο­ποίησε τη λύρα. Τις δουλειές του στους αγρούς τις εκτελούσε τραγουδώντας. Οι Νύμφες ευφραίνονταν με τα μελίσματά του και κάποτε εμφανίστηκαν μπροστά του και χόρεψαν με τις μελωδίες του -προνόμιο μεγάλο αυτό για ένα θνητό, να εμφανίζονται αθάνατες θεότητες μπροστά του. Μάλιστα οι Νύμφες για τα χαρίσματά του τον βοηθούσαν στις δουλειές του. Τον συμπάθησε και ο Πάνας τόσο που τον προειδοποίησε να φύγει από την Όθρυ και να βόσκει τα πρόβατά του στην πεδιάδα, γιατί επρόκειτο να ξεσπάσει σφοδρή κακοκαιρία -ο χειμώνας θα ήταν πρώιμος και βαρύς. Με την υπεροοψία της νιότης, όμως, και σαν τυφλωμένος από τους θεούς, ο Κέραμβος αρνήθηκε και προσέβαλε τις Νύμφες λέγοντας ότι δεν έχουν τη σπουδαία καταγωγή που ισχυρίζονταν από τον Δία αλλά ότι ήταν κόρες της Δεινώς και του Σπερχειού και ότι ο Ποσειδώνας, από πόθο για μια από αυτές, τη Διοπάτρη, ρίζωσε τις αδερφές της και τις έκανε μαύρες λεύκες· τις ελευθέρωσε και τις επανέφερε στην αρχική τους φύση, μόνο όταν χόρτασε τον έρωτα μαζί της.
 
Οι κακολογίες του προκάλεσαν την οργή των Νυμφών εναντίον του. Τιμωρήθηκε, όταν επαληθεύθηκαν οι προβλέψεις του Πάνα για τον πρώιμο χειμώνα· το βαρύ κρύο και το πυκνό χιόνι πάγωσαν τις χαράδρες και έκαναν μονοπάτια και δέντρα να χαθούν, μαζί και τα κοπάδια του Κέραμβου. Τότε ήταν που οι Νύμφες μεταμόρφωσαν τον Κέραμβο σε ένα είδος μεγάλου σκαθαριού, τον κεράμβυγα, που ζει κάτω από τους φλοιούς των δένδρων και τρέφεται από το ξύλο, γι' αυτό αποκαλείται και ξυλοφάγο βόδι, λέει ο Λιβεράλις. Έχει αγκυλωτές δαγκάνες, κινεί συνεχώς τα σαγόνια του, είναι μαύρος, μακρουλός, με σκληρές φτερούγες. Τα παιδιά τον έχουν για παιγνίδι, του κόβουν το κεφάλι και το φοράνε· μάλιστα, οι τεράστιες κεραίες του τον κάνουν να μοιάζει με λύρα από καβούκι χελώνας. Εξάλλου, πρώτος αυτός από όλους τους ανθρώπους έπαιξε τη λύρα.*
-------------------------------------
*Συνειρμικά η μεταμόρφωση του Κέραμβου σε σκαθάρι φέρνει στον νου ένα από τα σπουδαιότερα διηγήματα του 20ού αιώνα. Είναι Η μεταμόρφωση του τσέχου συγγραφέα Φραντς Κάφκα. Το διήγημα ξεκινά ως εξής:
Όταν ένα πρωί ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε από ταραγμένο ύπνο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε τεράστιο ζωύφιο. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, η πλάτη του ήταν σκληρή σαν πανοπλία, και όταν σήκωσε λιγάκι το κεφάλι του, είδε την τουρλωτή καφετιά κοιλιά του να είναι χωρισμένη σε φέτες, ενώ πάνω της ήταν αδύνατο να σταθούν τα σκεπάσματα· είχε μείνει σχεδόν ξεσκέπαστος. Τα αμέτρητα ποδαράκια του, αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα του, κουνιόντουσαν αβοήθητα μπροστά στα ίδια του τα μάτια.

Μαρία Μοντεσσόρι: Οι βασικές αρχές της παιδαγωγικής της μεθόδου

Η Μαρία Μοντεσσόρι γεννιέται το 1870 στο Chiaravalle της Ιταλίας. Μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον με αυστηρούς κανόνες, αν και η μητέρα της, πολύ στοργική, σέβεται την ελευθερία της. Στα 26 της χρόνια γίνεται μία από τις πρώτες γυναίκες στην Ιταλία που παίρνουν πτυχίο ιατρικής.

Εργάζεται στην ψυχιατρική κλινική του Πανεπιστημίου της Ρώμης και ασχολείται με παιδιά που θεωρούνται «καθυστερημένα». Εκεί ανακαλύπτει ότι τα παιδιά αυτά δεν έχουν κανένα παιχνίδι στη διάθεσή τους, παρόλο που χωρίς δράση δεν μπορούν να προοδεύσουν. Παράλληλα ανακαλύπτει τις έρευνες των Γάλλων παιδαγωγών Jean Itard (1774-1838) και Edouard Seguin (1812-1880) για τα «κουτά» παιδιά. Από το 1900 αποφασίζει να αφοσιωθεί στην παιδαγωγική.

Η Μαρία κάνει μια ομιλία στο Συνέδριο Παιδαγωγικής του Τορίνο το 1899. Λίγο μετά ο Guido Bacceli, υπουργός Παιδείας, της ζητά να κάνει ομιλίες στη Ρώμη. Τότε, μιλώντας για τα λεγόμενα «καθυστερημένα« παιδιά, λέει: «Διαισθάνθηκα ότι το πρόβλημα αυτής της νοητικής υστέρησης ήταν παιδαγωγικό και όχι ιατρικό… Έκανα ομιλίες για την ηθική εκπαίδευση».

Λίγο καιρό μετά δημιουργεί ένα σχολείο «ορθοφρένειας» όπου καταρτίζει εκπαιδευτικούς. Τους κάνει να συνειδητοποιήσουν τη σπουδαιότητα της παρατήρησης: «Παρατηρείτε και μην κρίνετε». Συμμετέχει σε πολλά συνέδρια στη Ρώμη και στη συνέχεια στο Παρίσι και συνεχίζει να εργάζεται με παιδιά με νοητική υστέρηση, στα οποία μαθαίνει να διαβάζουν, να γράφουν και να περνούν (με επιτυχία) τις εξετάσεις, όπως κάνει με τα «φυσιολογικά» παιδιά.

Το 1906 είναι το έτος ορόσημο στη ζωή της, όταν ασχολείται με παιδιά προσχολικής ηλικίας για τα οποία δημιουργεί την παιδαγωγική της μέθοδο. Σήμερα λειτουργούν πάνω από 22.000 μοντεσσοριανά σχολεία και στις έξι ηπείρους.

Οι βασικές αρχές της παιδαγωγικής μοντεσσόρι

«Όλοι οι άνθρωποι, πριν γίνουν δυνατοί για να παλέψουν, ήταν αδύναμοι» –Μαρία Μοντεσσόρι

Κάθε παιδί είναι μοναδικό

Η Μαρία Μοντεσσόρι παρατήρησε ότι το παιδί από 0 έως 6 χρονών έχει ένα «μυαλό που απορροφά» σαν σφουγγάρι. Απορροφά όλα όσα αντιλαμβάνεται στο περιβάλλον του χωρίς να κάνει κάποια διάκριση μεταξύ καλού και κακού.

Σύμφωνα με τη Μαρία Μοντεσσόρι, κάθε παιδί είναι μοναδικό. Έχει τη δική του προσωπικότητα, τον δικό του ρυθμό ζωής, τα προτερήματά του και τις ενδεχόμενες δυσκολίες του. Όλα τα παιδιά διέρχονται από «περιόδους ευαισθησίας». Πρόκειται για ειδικές ευαισθησίες κατά τη διαδικασία ανάπτυξης, για περιόδους της ζωής του όπου το παιδί είναι ολοκληρωτικά «απορροφημένο» από μια ευαισθησία ειδικά για ένα συγκεκριμένο στοιχείο.

Αυτές οι παροδικές περίοδοι ολοκληρώνονται με την κατάκτηση του καθορισμένου στοιχείου. Μόλις το στοιχείο αυτό αναπτυχθεί, παύει να υπάρχει η «ευαισθησία». Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό το περιβάλλον να προσφέρει στο παιδί στην κατάλληλη στιγμή τα μέσα για να αναπτυχθεί αξιοποιώντας αυτές τις περιόδους ευαισθησίας, που είναι οι εξής:

– Η περίοδος ευαισθησίας για τη γλώσσα, περίπου μεταξύ 2 μηνών και 6 χρονών: το παιδί ονομάζει τις έννοιες

– Η περίοδος ευαισθησίας για τον συντονισμό των κινήσεων, περίπου μεταξύ 18 μηνών και 4 χρονών: το παιδί εκλεπτύνει τη χρήση των χεριών του.

– Η περίοδος ευαισθησίας για την τάξη, περίπου από τη γέννηση έως τα 6 έτη: το παιδί ταξινομεί, διευθετεί, κατηγοριοποιεί, επεξεργάζεται έναν συλλογισμό.

– Η περίοδος ευαισθησίας για την εκλέπτυνση των αισθήσεων, περίπου από 18 μηνών έως 5 χρονών.

– Η περίοδος ευαισθησίας για την κοινωνική συμπεριφορά, περίπου από 2.5 χρονών έως 6 χρονών.

– Η περίοδος ευαισθησίας για τα μικρά αντικείμενα, μια σύντομη περίοδος κατά τον 2ο χρόνο του παιδιού.

Αν εμείς οι ενήλικες πιστεύουμε ότι αυτές οι περίοδοι ευαισθησίας, ισχύουν πράγματι, καταλαβαίνουμε ότι δεν πρέπει να προγραμματίζουμε την ανάπτυξη του παιδιού. Η φύση έχει ήδη κάνει τον δικό της προγραμματισμό. Οφείλουμε μόνο να εξασφαλίζουμε ένα περιβάλλον που σέβεται αυτές τις περιόδους ευαισθησίας. Ένα τέτοιο περιβάλλον πρέπει:

– Να παρέχει ασφάλεια και να είναι το ίδιο ασφαλές.

– Να είναι ήρεμο.

– Να προσφέρει πολλές ευκαιρίες εξερεύνησης.

– Να είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες κάθε περιόδου.

– Να σέβεται την τάξη.

– Να εξασφαλίζει την ελευθερία δράσης του παιδιού.

Όσα μένουν ανείπωτα, αλλά είναι συνεχώς στο νου μας

Όσα δεν λέμε, αλλά σκεφτόμαστε και νιώθουμε

Νιώθουμε ότι μένουμε πίσω στη ζωή

Είτε είμαστε φοιτητές, είτε κάνουμε ένα διάλειμμα από την εργασία, είτε εργαζόμαστε, είναι πολλές φορές που νιώθουμε ότι δεν κάνουμε αρκετά ή ότι δεν είμαστε εκεί που θα έπρεπε στη ζωή. Μπορεί να υπάρξουν μέρες όπου νιώθουμε σίγουροι και πλήρεις επειδή κάνουμε πράγματα που μας γεμίζουν. Υπάρχουν επίσης οι στιγμές που δημοσιεύουμε περήφανοι στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης τα επιτεύγματά μας.

Αλλά οι πραγματικές στιγμές είναι εκείνες που παλεύουμε με ό,τι υπάρχει πίσω από τις κουρτίνες, όταν καταρρέουμε σιωπηλά, προσμένοντας το πότε θα έρθει η δική μας στιγμή. Είναι μια συνεχής μάχη αναζήτησης της ευτυχίας.

Ταυτίζουμε την αυταξία μας με ό,τι κάνουμε

Πόσοι από εμάς νιώθουμε πλήρεις χωρίς τους τίτλους που μας έχουν δοθεί; Πώς θα νιώθαμε αν δεν προσδιοριζόμασταν από το επάγγελμά μας, από το ότι είμαστε συγγραφείς, ηγέτες ή ακόμα και πολιτικοί; Το ότι ζούμε μέρα με τη μέρα και είμαστε ευτυχισμένοι με αυτό που είμαστε ως άνθρωποι και όχι ως ρόλοι, είναι που θα πρέπει να μας κάνει να νιώθουμε ευγνώμονες.

Παλεύουμε με τη σύγκριση και τη ζήλια, ακόμα και με τους φίλους μας

Έχουμε διαβάσει τόσα βιβλία αυτοβοήθειας, έχουμε μιλήσει τόσο πολύ γι’ αυτό και έχουμε πιστέψει ότι έχουμε ξεπεράσει τον φθόνο και τη σύγκριση. Ύστερα, παγιδεύεστε και πάλι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου βλέπετε ότι η φίλη σας αρραβωνιάστηκε, ο φίλος σας βρήκε την εργασία των ονείρων του και άλλα τέτοια.

Συχνά μετράμε την αξία και την πρόοδό μας στη ζωή συγκριτικά με τους άλλους, επειδή η πρόοδος των άλλων γίνεται αντιληπτή ως απειλή για τη δική μας επιτυχία. Ωστόσο, όλοι έχουμε μοναδικά μονοπάτια και δικές μας ιστορίες επιτυχίας, οπότε δεν τίθεται θέμα σύγκρισης.

Το άγχος κάνει τη ζωή δυσκολότερη απ’ ότι χρειάζεται να είναι

Η καθημερινότητα με άγχος μας κάνει να νιώθουμε σαν να περπατάμε πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί, απ’ όπου φοβόμαστε ότι θα πέσουμε οποιαδήποτε στιγμή. Νιώθουμε ότι τίποτα δεν είναι χαλαρό. Φοβόμαστε να κάνουμε λάθη. Νιώθουμε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι τα μόνα που μπορούν να μας «επικυρώσουν»

Ας είμαστε ειλικρινείς: τα προφίλ μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ένα δημιούργημα της ζωής που ευχόμαστε να είχαμε χωρίς την πραγματικότητα της καθημερινότητας. Ο λόγος είναι ότι τόσοι άνθρωποι νιώθουν απογοήτευση από τη ζωή τους και μπαίνουν σε διαδικασία σύγκρισης ο ένας με τον άλλο. Πολλοί από εμάς νιώθουμε ανεπαρκείς χωρίς την κοινωνική επιβεβαίωση.

Οι σχέσεις μας κάνουν να νιώθουμε αποδεκτοί στην κοινωνία

Όχι όλοι, αλλά κάποιοι νιώθουν ότι το να έχουν σχέση είναι ένα επίτευγμα. Όταν παντρευόμαστε, θεωρούμε ότι έχουμε φτάσει στην πλήρωση και είναι πιο αποδεκτό να έχουμε κάποιον να αγαπάμε από το να είμαστε μόνοι. Η αλήθεια είναι ότι η κοινωνία δίνει υπερβολική έμφαση στις σχέσεις και αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η αυτο-αγάπη είναι το σημαντικότερο στοιχείο, είτε είμαστε σε σχέση ή single.

Αμφισβητούμε το αν γνωρίζουμε τι κάνουμε

Είμαστε αρκετά έξυπνοι σε σύγκριση με τους συνομήλικους μας στην εργασία και στο σχολείο; Έχουμε τη γνώση ή τις δεξιότητες να επιβιώσουμε, αν μας προσφερθεί η εργασία των ονείρων μας; Κανείς δεν μας διδάσκει πώς να ζούμε ή να υπάρχουμε. Δεν υπάρχει εγχειρίδιο. Αν είμαστε αρκετά ειλικρινείς με τον εαυτό μας, εξελισσόμαστε βάσει της μεταφοράς πληροφοριών από άλλους από γενιά σε γενιά. Κανείς δεν γνωρίζει τι κάνουν. Δεν είστε μόνοι σε αυτή τη σύγχυση.

Δώσε στον εαυτό σου το Ερεβοκτόνο φως της αλήθειας για να σε οδηγήσει

Ραγισμένες καρδιές. Ένας εαυτός ραγισμένος, κομμάτια έπεσε στο πάτωμα. Ράγισε η καρδιά του. Με ποια δύναμη να βοηθήσεις αυτόν τον άνθρωπο;

Ποια ελπίδα να ενσταλάξεις μέσα του όταν εκείνος τα βλέπει όλα μαύρα; Πώς να τον κάνεις να αισθανθεί την παρουσία όταν νιώθει τόσο μόνος του; Με ποιους δαίμονες να παλέψεις όταν εκείνος αρνείται να τους αποχωριστεί;

Πώς να μιλήσεις για αγάπη σε έναν εαυτό που δεν την ένιωσε ποτέ; Πώς να αποδείξεις την αξία του, όταν εκείνος απαξιώνει οτιδήποτε δικό του; Δύσκολο έργο, οι αντιστάσεις του αδυσώπητες, η βιασύνη του ανελέητη, η αυτοκαταστροφική τάση ολοφάνερη.

Λένε πως κάθε πτώση είναι η δεύτερη ευκαιρία του ανθρώπου να ζήσει τη ζωή του. Και έτσι είναι… εν μέρει. Αν ο άνθρωπος δεν αγκαλιάσει τα σκοτάδια του, τις σκιές του, τα δύσκολα συναισθήματά του, αν δεν αποδεχτεί το ψυχικό του βάρος και αν δεν αποφασίσει να πάψει να μαστιγώνει τον εαυτό του ανηλεώς, θα συνεχίζει τον αέναο κύκλο της αυτοκαταστροφής του.

Όσο δεν επιτρέπεις στο Αληθινό Ερεβοκτόνο φως να μπει στη ζωή σου, όλα θα μοιάζουν ένας φαύλος κύκλος, μια λερναία ύδρα που ένα κεφάλι θα κόβεις και δέκα θα βγαίνουν.

Ίσως χρειάζεται να πιάσεις πραγματικό πάτο, για να μπορέσει να μιλήσει εκείνη η βαθύτερη εσωτερική φωνή μέσα σου που θα ραγίσει το βράχο του πόνου σου. Ίσως αυτός να είναι ο τρόπος για να ξεχυθούν δάκρυα από τα μάτια σου, να λιώσουν το ψύχος της καρδιάς σου. Ίσως να χρειαστείς να αποφασίσεις να δεις αυτό το τέρας στα μάτια που τόσο φοβάσαι.

Μέχρι να φτάσεις εκεί, θα αμφισβητήσεις, θα ματαιώσεις, θα ακυρώσεις τη διαδικασία, το πρόσωπο, όπως ακριβώς κάνεις με τον εαυτό σου. Και όλο αυτό είναι μέρος της θεραπείας, αυτής που όσο κι αν αντιστέκεσαι, γίνεται και θα γίνει, αρκεί η ψυχή σου να το έχει αποφασίσει.

Γιατί αν την απόφαση την πάρει εκείνη, όλα είναι απλά θέμα χρόνου. Εκεί είναι το κλειδί. Μίλα της και θα σου απαντήσει. Δώσε της όμως Ερεβοκτόνο φως αληθινό, αυτή είναι η τροφή της. Το φως της αλήθειας που κρύβεις μέσα σου για να σε οδηγήσει.

Η σημασία του να σε αγαπάει κάποιος και να τον αγαπάς

Το να σου «κρατάει» το χέρι εκείνος που θεωρείς άνθρωπο σου, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από όση συχνά αντιλαμβανόμαστε.

Το να κάνουμε κάτι που θα πληγώσει αυτόν με τον οποίο συμπορευόμαστε, δεν είναι αμελητέο. Μια πράξη «προδοσίας», από τον άνθρωπο που ενωνόμαστε ασκεί επιρροή βαθύτερη. Ταράζει υπαρξιακές ισορροπίες. Καθότι το να έχουμε κάποιον δίπλα μας, αποτελεί υπαρξιακή ανάγκη. Χρειαζόμαστε να μοιραζόμαστε, να αφηνόμαστε, να χανόμαστε.. αισθανόμενοι ασφάλεια.

Το να αγαπάω σημαίνει να μπορώ να μοιράζομαι.

Το να αγαπάω σημαίνει να μπορώ να απελευθερώνομαι.

Το να αγαπάω σημαίνει να μπορώ να αφήνομαι.

Το να αγαπάω σημαίνει να μπορώ να χάνομαι.

Το να αγαπάω σημαίνει να μπορώ να δίνω χωρίς να περιμένω αντάλλαγμα, αλλά να ξέρω πως είσαι εκεί για εμένα.

Το να αγαπάω σημαίνει να μπορώ να αποδεσμεύω κάθε φόβο που με περιορίζει, ώστε να πάψω να αντιστέκομαι στην ευτυχία. Μπορεί όμως να χρειαστώ την βοήθεια σου.

Το να αγαπάω σημαίνει να μπορώ να γίνομαι ένα μαζί σου, αλλά να υπάρχω ακέραιη χωρίς εσένα και εσύ δίχως εμένα, όταν οι συνθήκες το προστάζουν.

Το να αγαπάω σημαίνει να μπορώ να επικοινωνώ όλα όσα έχω ανάγκη να εκφράσω, όλα όσα την ψυχή μου βαραίνουν, όλα όσα η χαρά με γεμίζει.
Το να αγαπάω σημαίνει να μπορώ να θυμώνω, δίχως να κρατάω κακιά και να έχω ανάγκη να σε κάνω να πονέσεις.

Το να αγαπάω σημαίνει να κουβαλάω «τα βάρη» σου που και που, χωρίς να με κουράζουν, απλά για να ξεκουραστείς και εσύ λιγάκι.

Το να αγαπάω σημαίνει να σου δίνω την καρδιά μου να την κρατάς, με την απουσία του φόβου πως θα την σπάσεις.

Το να αγαπάω σημαίνει να χάνομαι και να σβήνω, έπειτα να ανάβω ξανά και ξανά.. μονάχα για να ζήσω λίγες ακόμα στιγμές μαζί σου.

Για να έχει η αγάπη αυτή όμως ισορροπία και υπόσταση, χρειάζεται να αισθάνομαι σιγουριά πως είσαι ουσιαστικά δίπλα μου, πως κατανοείς και εσύ τι σημαίνει… ΑΓΑΠΑΩ!

Και όταν καίγεσαι στις φλόγες της ζωής, να μπορείς να σβήνεις με την αγάπη..

Να χάνεις τον εαυτό σου στον έρωτα. Να ξεχνάς την υπόσταση σου, να γίνεσαι αιθέρας.

ΠΛΑΤΩΝ: Δικαιοσύνη και αδικία

Το παρακάτω κείμενο είναι από το πρώτο βιβλίο της Πολιτείας, ένα από τα πιο σημαντικά έργα του Πλάτωνα, που χωρίζεται σε 10 βιβλία.

Tο πρώτο βιβλίο, σε αντίθεση με τα άλλα, μοιάζει πολύ με τους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους (Απολογία, Kρίτων) και είναι διάλογος του Σωκράτη κυρίως με τον σοφιστή Θρασύμαχο. Eδώ ο Σωκράτης επισκέπτεται τον Πειραιά, για να παρακολουθήσει τη θρησκευτική τελετή μιας ξένης θεάς, και πείθεται να επισκεφθεί το σπίτι του Κέφαλου, ενός ηλικιωμένου πλούσιου μετοίκου από τις Συρακούσες. Συνομιλεί με αυτόν, τον γιο του Πολέμαρχο και τον σοφιστή Θρασύμαχο και ο καθένας παρουσιάζει τις δικές του απόψεις για τη δικαιοσύνη. Οι συνομιλητές οδηγούνται σε σύγχυση από τις συνεχείς ερωτήσεις του Σωκράτη.

Ο Σωκράτης συνομιλεί με τον Θρασύμαχο γύρω από την έννοια της δικαιοσύνης. O Θρασύμαχος εξυμνεί την αδικία. Yποστηρίζει ότι «δικαιοσύνη είναι το δίκαιο του ισχυρότερου» και ότι όλοι μας θα αδικούσαμε αν είχαμε την ευκαιρία.

Σωκράτης: Σε ρωτώ λοιπόν ό,τι σε ρώτησα και πρωτύτερα, για να συνεχίσουμε τη διερεύνησή μας γύρω στη δικαιοσύνη. Τι είναι και πώς σχετίζεται με την αδικία. Γιατί ακούστηκε εδώ ότι η αδικία είναι κάτι πιο δυνατό και πιο αποτελεσματικό από τη δικαιοσύνη. Τώρα όμως, είπα, αν συμβαίνει η δικαιοσύνη να είναι σοφία και αρετή, εύκολα, φαντάζομαι, θα γίνει φανερό ότι είναι και κάτι πιο δυνατό από την αδικία, αφού η αδικία είναι άγνοια δε θέλω όμως, Θρασύμαχε, να δούμε το πράγμα με αυτόν τον απλό και επίπεδο τρόπο αλλά να το εξετάσουμε κάπως έτσι: Θα δεχόσουν ως δεδομένο ότι μια πολιτεία μπορεί να είναι άδικη και να επιχειρεί, παραβαίνοντας το δίκαιο, να υποδουλώσει άλλες πολιτείες και να το κατορθώνει και πολλές να τις κρατάει υπόδουλες; Αν δουλειά της αδικίας είναι να σπέρνει παντού το μίσος, όπου κι αν εμφανίζεται, σε ελεύθερους ή σε δούλους, άραγε δε θα τους κάνει να μισούν ο ένας τον άλλο και να ‘χουν διχόνοια και να μην μπορούν να πράξουν κάτι από κοινού; Κι όταν εισχωρήσει σε δύο άτομα; Δε θα ‘ρθει διχόνοια ανάμεσά τους; Δε θα ‘χουν διαφορές, δε θα μισηθούν, δε θα γίνουν εχθροί και μεταξύ τους και με τους δίκαιους ανθρώπους; Κι αν η αδικία, θαυμάσιέ μου άνθρωπε, εισχωρήσει σε ένα άτομο, άραγε θα χάσει τη δύναμή της ή θα την διατηρήσει αμείωτη;

 Πλάτων, Πολιτεία, A, 351a- d-352a

Αξιόνια – Μια νέα πρόταση ανιχνευτή με βάση την αλληλεπίδραση με πλάσμα

Οι έρευνες για τα [υποθετικά] αξιόνια, έναν από τους υποψήφιους για την σκοτεινή ύλη, συνήθως χρησιμοποιούν μια συσκευή που αποκαλείται αλοσκόπιο (haloscope), που μετατρέπει τα αξιόνια σε φωτόνια μέσω αρκετών διαφορετικών μηχανισμών. Ωστόσο, οι σημερινές συσκευές μπορούν να αισθανθούν τα αξιόνια μόνο αν η μάζα τους, η οποία είναι άγνωστη, είναι όχι περισσότερη από αρκετές δεκάδες μeV. Ο Alexander Millar, του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης και οι συνεργάτες του έχουν προτείνει το σχεδιασμό ενός νέου αλοσκοπίου, που βασίζεται στις αλληλεπιδράσεις αξιόνιου με πλάσμα, που θα μπορούσε να επεκτείνει την άνω ανιχνεύσιμη μάζα κατά μια τάξη μεγέθους.

Η υπάρχουσα θεωρία προβλέπει ότι ένα αξιόνιο που τοποθετείται σε μαγνητικό πεδίο θα αναμιχθεί με πλάσμα για να δημιουργήσει ένα ταλαντούμενο ρεύμα. Για ορισμένα πλάσματα, η αλληλεπίδραση παράγει ένα δυνάμει ανιχνεύσιμο πλασμόνιο (plasmon), έναν τύπο οιονεί σωματίου που γίνεται από ταλαντούμενα ηλεκτρόνια. Χρησιμοποιώντας αναλυτικά και αριθμητικά μοντέλα, η ομάδα έδειξε ότι για να παραχθεί αυτό το πλασμόνιο, η χαρακτηριστική συχνότητα του πλάσματος – ο ρυθμός με τον οποίο φορτία ταλαντώνονται φυσικά όταν μετατοπίζονται σε μικρές αποστάσεις – πρέπει να ταιριάζουν με τη συχνότητα του αξιόνιου, η οποία εξαρτάται από τη μάζα του σωμάτιου.

Για να παραχθεί ένα τέτοιο πλάσμα, η ομάδα προτείνει μια κυλινδρική συσκευή, 60 εκατοστών κατά τη μια διάσταση, που περιέχει μια συστοιχία παράλληλων λεπτών συρμάτων σε μαγνητικό πεδίο. Σε αυτή τη διάταξη, τα σύρματα συμπεριφέρονται όπως ένα πλάσμα του οποίου η χαρακτηριστική συχνότητα μπορεί να συντονίζεται αλλάζοντας την απόσταση μεταξύ των συρμάτων. Αυτός ο τύπος της συσκευής θα ήταν ευαίσθητος σε αξιόνια με μάζες μεταξύ 35 και 400 μeV. Ενώ το ολικό μέγεθος των υφιστάμενων αλοσκοπίων προσδιορίζει το εύρος της μάζας του αξιόνιου που μπορούν να ανιχνευθούν, το εύρος ανίχνευσης της νέας αυτής συσκευής εξαρτάται μόνο με την απόσταση μεταξύ των συρμάτων. Η εξάρτηση αυτή θα επέτρεπε τους ερευνητές να κάνουν μια συσκευή με μεγάλο όγκο, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα να ανιχνεύσει ένα αξιόνιο.

Το Εμπόριο της Ευτυχίας

«Εμείς δημιουργούμε την πραγματικότητά μας και αναφερόμαστε στο γεγονός ότι οι σκέψεις μας δημιουργούν την αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο, αλλά τώρα μπορούμε να έχουμε μια πιο χειροπιαστή και εμπεριστατωμένη κατανόηση αυτής της φράσης.

Κυριολεκτικά δημιουργούμε το υλικό σύμπαν με την υποκειμενικότητά μας. Θεωρώ την συνείδηση θεμελιώδη. Θεωρώ την ύλη παράγοντα της συνείδησης. Δεν μπορούμε να πάμε πέρα από την συνείδηση. Για οτιδήποτε μιλάμε, οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε ως αληθινό προϋποθέτει να υπάρχει συνείδηση» -Max Planck
 
«Δεν αναιρούμε μια ηδονή με αναθέματα, την απορροφούμε, την αντικαθιστούμε με μια μεγαλύτερη. Ο καταναλωτισμός σας αηδιάζει όπως σας αηδιάζουν κι εκείνα τα βόδια που συνωθούνται στα σούπερ μάρκετ και τα πολυκαταστήματα; Επινοήστε άλλες χαρές, δημιουργήστε καινούριους πειρασμούς! Αλλά, για όνομα του θεού, πάψτε να γκρινιάζετε!» -Σαρλ Φουριέ
 
«Υπάρχουν πλάσματα που η ευτυχία πέφτει μανιασμένα επάνω τους σαν να ήταν δυστυχία, και πράγματι αυτό είναι». -Φρανσουά Μιυριάκ
 
Οι Επιστήμες της Μακαριότητας
 
«Όταν σηκωνόμαστε το πρωί, μπορούμε να επιλέξουμε αν θα έχουμε καλή ή κακή διάθεση. Η δυνατότητα επιλογής υφίσταται πάντα. Ο Λίνκολν έλεγε πως οι άνθρωποι μπορούν να είναι τόσο ευτυχισμένοι ή τόσο δυστυχισμένοι όσο έχουν αποφασίσει οι ίδιοι να είναι. Να επαναλαμβάνετε στον εαυτό σας: Τα πάντα πάνε θαυμάσια, η ζωή είναι ωραία, επιλέγω την ευτυχία. Να γίνετε ο δημιουργός της ίδιας σας της ευτυχίας, να κάνετε την ευτυχία σας καθήκον σας. Καταρτίστε μια λίστα με θετικές και ευχάριστες σκέψεις και να τις επαναλαμβάνετε πολλές φορές την ημέρα». -Νόρμαν Βίνσεντ Πηλ, «Η δύναμη της θετικής σκέψης» Edition Voie positive, Marabout, 1990.
 
Το 1929, ο Φρόιντ, δημοσιεύοντας το «Πολιτισμός πηγή δυστυχίας» διακηρύσσει την ευτυχία αδύνατη: για να μπορέσει το άτομο να ζήσει μέσα στην κοινωνία, οφείλει να εγκαταλείψει τις ολοένα αυξανόμενες επιθυμίες του, μια και ο κάθε πολιτισμός οικοδομείται πάνω στην απάρνηση των ενστίκτων. Κι αφού η δυστυχία μάς απειλεί από παντού, ενεδρεύει μες στο σώμα μας, μες στη φύση, στις σχέσεις μας με τους άλλους, ο Φρόιντ καταλήγει στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Στο σχέδιο της “δημιουργίας” δεν λέει πουθενά πως ο άνθρωπος πρέπει να είναι ευτυχισμένος. Αυτό που αποκαλούμε ευτυχία, με την αυστηρή έννοια του όρου, απορρέει από την μάλλον ξαφνική ικανοποίηση μιας ανάγκης που έχει φτάσει στο ψηλότερο σημείο έντασης, και που από την φύση της δεν είναι δυνατή παρά μόνο κάτω από την μορφή ενός επεισοδιακού φαινομένου».
 
Πέρα από χιμαιρική, μόλις πενήντα χρόνια αργότερα, η ευδαιμονία έγινε σχεδόν υποχρεωτική. Κι αυτό επειδή στο μεταξύ έγινε μια διπλή επανάσταση. Από την μια, ο καπιταλισμός πέρασε από το σύστημα της παραγωγής, που βασιζόταν στην αποταμίευση και την εργασία, στο σύστημα της κατανάλωσης που προϋποθέτει ανάλωση και σπατάλη. Πρόκειται για μια καινούρια στρατηγική που προσαρτά την ευχαρίστηση αντί να την αποκλείει, σβήνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην οικονομική μηχανή και τις ορμές μας καθιστώντας τες κινητήρες ανάπτυξης. Αλλά, κυρίως, το δυτικό άτομο χειραφετήθηκε από τα σιδερένια δεσμά της συλλογικότητας, από το πρώτο — αυταρχικό — στάδιο των δημοκρατιών για να κατακτήσει την πλήρη αυτονομία του.
 
Στο εξής, όντας «ελεύθερος» δεν έχει πια δυνατότητα επιλογής: μια και τα εμπόδια στον δρόμο της Εδέμ έχουν εξαφανιστεί, είναι κατά κάποιον τρόπο «καταδικασμένος» να είναι ευτυχισμένος ή, για να το πούμε διαφορετικά, δεν έχει να τα βάλει παρά μόνο με τον εαυτό του αν δεν το καταφέρει.
 
Επειδή, στον εικοστό αιώνα, η ιδέα της ευτυχίας ακολουθεί δυο δρόμους: ενώ στις δημοκρατικές χώρες μεταφράζεται σε έναν πόθο για ξέφρενες απολαύσεις, αλλού, στον κομμουνιστικό κόσμο, ναυαγεί μες στο καθεστώς της επιβεβλημένης σε όλους ευδαιμονίας. Πόσοι λάκκοι δεν σκάφτηκαν εν ονόματι της επιδίωξης του Καλού, για να γίνουν οι άνθρωποι καλύτεροι παρά την θέλησή τους; Στρατευμένη στην υπηρεσία ενός πολιτικού οράματος, η ευτυχία έγινε ένα άσφαλτο όργανο ομαδικών σφαγών. Μπροστά στις ακτινοβόλες πόλεις του μέλλοντος, καμιά θυσία, καμιά εκκαθάριση από τα ανθρώπινα μιάσματα δεν ήταν αρκετά μεγάλη. Το υποσχόμενο ειδύλλιο μεταμορφώθηκε σε φρίκη.
 
Εδώ δεν θα πραγματευτούμε αυτή την γνωστή στους πάντες αποχαλίνωση του ολοκληρωτισμού, μήτε τον οργουελικού τύπου καταναγκασμό, ή το συγκινησιακό μπούκωμα των ανθρώπων όπως το φαντάστηκε ο Χάξλεϊ (μόλο που πολλά χαρακτηριστικά των κοινωνιών μας θυμίζουν τον Θαυμαστό καινούριο κόσμο ή το 1984). Θα μελετήσουμε κυρίως ένα άλλο διατακτικό που χαρακτηρίζει την ατομικιστική εποχή και που σχετίζεται με την τελειοποίηση του εαυτού. Είναι λες και η προσταγή, παύοντας να μιλάει την γλώσσα του νόμου, της προσπάθειας, αποφάσισε να μας καλλωπίσει, να μας συμπαρασταθεί λες και ένα είδος φύλακα αγγέλου συνοδεύει τον καθένα μας ψιθυρίζοντας του στο αυτί: προπάντων μην ξεχνάς να είσαι ευτυχισμένος. Οι αντιουτοπίες εξεγείρονταν ενάντια σε έναν υπερβολικά τέλειο κόσμο ρυθμισμένο σαν ένα ρολόι, στο εξής, φέρουμε το ρολόι εντός μας.

Οι Προαποφασισμένες Αγαλλιάσεις
 
Με ποιον διεστραμμένο μηχανισμό ένα ακριβοαποκτημένο δικαίωμα έγινε νόμος και η χθεσινή απαγόρευση σημερινός κανόνας; Αυτό συνέβη επειδή ολόκληρη η θρησκεία της ευτυχίας εμψυχώνεται από την ιδέα της κυριαρχίας: θα είμαστε οι κυρίαρχοι του πεπρωμένου μας όπως και των ηδονών μας, ικανοί να τις δημιουργήσουμε και να τις έχουμε όποτε θέλουμε. Ιδού η ευτυχία τοποθετημένη πλάι στην τεχνική και την επιστήμη μες στη λίστα των προμηθεϊκών κατορθωμάτων, πρέπει να την παράγουμε και να την επιδεικνύουμε.
 
Πράγμα που, στην διάρκεια του εικοστού αιώνα, το υποστηρίζει ένα ολόκληρο διανοητικό νεφέλωμα που δεν παύει να επαναλαμβάνει με χίλιους δυο τρόπους το ίδιο πιστεύω: η ικανοποίηση είναι θέμα θέλησης. Στην Γαλλία, για παράδειγμα, έχουμε τον φιλόσοφο Αλαίν που στις «Ομιλίες», έργο που το έγραψε στο διάστημα 1911-1925, και που υπήρξε αναμφισβήτητο μπεστ σέλερ από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του, ταυτίζει την χαρά με την φυσική άσκηση και την μελαγχολία με τους χυμούς του σώματος. Ενάντια στις ιερεμιάδες και την δυσθυμία, πρέπει να «ορκιστούμε να είμαστε ευτυχισμένοι» και να διδάξουμε αυτή την τέχνη στα παιδιά. Οι άνθρωποι που αποφασίζουν να είναι χαρούμενοι και να μην γκρινιάζουν ποτέ, θα ανταμειφθούν.

Όποιες και αν είναι οι περιστάσεις, ξινίλες στο στομάχι, βροχερός καιρός, άδειο πορτοφόλι, «είναι καθήκον μας απέναντι στους άλλους να είμαστε ευτυχισμένοι».
 
Αυτή η θεληματική ευτυχία του Αλαίν ανήκει μάλλον στην τέχνη των καλών τρόπων και της ευγένειας: «Είναι ευγενικό να είσαι χαρούμενος» (Μαρία Κιουρί), να μην απλώνεις τις δυστυχίες σου μπροστά στον άλλον, να έχεις ευχάριστη έκφραση έτσι ώστε να διατηρείς μια ευπρόσδεκτη κοινωνικότητα. Αυτή η ευγένεια του ευχάριστου προσφέρεται περισσότερο για κανόνες καλής συμπεριφοράς παρά για μια ιδεολογία.
 
Ο Αντρέ Ζιντ, πάλι, μες στις Γήινες τροφές (1897) προβάλλει ένα ολόκληρο μανιφέστο των απολαύσεων της σάρκας και των αισθήσεων και κηρύσσει μια ηθική του πάθους, που θέτει την επιθυμία πάνω από την πλησμονή, την δίψα πάνω από το ξεδίψασμα, την διαθεσιμότητα πάνω από την κατοχή. Αλλά στις Νέες τροφές (1935) αυτός ο στρατευμένος αισθησιαρχικός υποστηρίζει αυτό που θα γίνει το πιστεύω της εποχής μας: η ευτυχία ως δικαίωμα, το σύνθημα μιας γενιάς «που ανηφορίζει προς την ζωή πάνοπλη από χαρά».
 
«Σε κάθε πλάσμα οφείλεται ένα μερίδιο ευτυχίας ανάλογο με όση οι αισθήσεις και η καρδιά του μπορούν να αντέξουν. Αν μου στερήσουν έστω και το ελάχιστο από αυτήν, με έχουν κλέψει».
 
Τέλος, έχουμε την έκρηξη του Μάη του ’68 που κηρύττει την απελευθέρωση όλων των επιθυμιών. Ένα χρόνο πριν είχε προηγηθεί το βιβλίο ενός σιτουασιονιστή, του Ραούλ Βανεγκέμ, η Πραγματεία για το σαβουάρ βιβρ προς χρήση των νέων γενεών, όπου ο συγγραφέας πέτυχε το κατόρθωμα να προαναγγείλει και να συνθέσει το πνεύμα εκείνης της περιόδου. Στο έργο αυτό που κοχλάζει από έξαρση και πάθος, ο Βανεγκέμ καυτηριάζει την φυτοζωία στην οποία έχει αφεθεί η ανθρωπότητα εξαιτίας μιας ετοιμοθάνατης και κερδοσκοπικής κοινωνίας. Ενάντια σε αυτήν την δουλεία, κηρύσσει την ελεύθερη ομοσπονδία των υποκειμενικοτήτων, που μόνη αυτή θα επιτρέψει «την μέθη των δυνατοτήτων, τον ίλιγγο όλων των απολαύσεων που θα είναι κτήμα όλων των ανθρώπων».
 
Αφήνοντας στην άκρη την προτροπή του για εγκλήματα και λουτρά αίματος με σκοπό τον αφανισμό των εκμεταλλευτών και των «διοργανωτών της πλήξης», οφείλουμε στον Βανεγκέμ μερικά από τα ωραιότερα σλόγκαν του Μάη: «Δεν θέλουμε έναν κόσμο όπου η εγγύηση πως δεν θα πεθάνουμε από πείνα ανταλλάσσεται με την βεβαιότητα πως θα πεθάνουμε από πλήξη», ή αυτή η παθητική κραυγή, «Γεννηθήκαμε για να μην γεράσουμε ποτέ, να μην πεθάνουμε ποτέ».
 
Είναι αξιοσημείωτο πως ο Βανεγκέμ, διεκδικώντας την κληρονομιά του Σαντ, του Φουριέ, του Ρεμπώ και των σουρεαλιστών, εκφράζει μια βολονταριστική άποψη περί ζωής: σύμφωνα με αυτόν, η ένταση κερδίζεται με τον ανήλεο αγώνα ανάμεσα στο πνεύμα της υποταγής και τις δυνάμεις της ελευθερίας. Δεν υπάρχουν ημίμετρα, πρέπει να επιδοθούμε σε έναν διπλό αγώνα ενάντια στον σκλάβο που έχουμε μέσα μας και ενάντια στους πολλαπλούς κυρίους που θέλουν να μας υποδουλώσουν. Ή η ζωή ακέραια ή η απόλυτη ήττα. Αλίμονο σε αυτόν που εγκαταλείπει στον δρόμο την βιαιότητα του και τις θεμελιακές απαιτήσεις του σε κάθε απάρνηση, η αντίδραση δεν ετοιμάζει τίποτα άλλο παρά τον ολικό θάνατό μας».
 
Οι πρωταγωνιστές του Μάη του ’68, καθώς και ο ίδιος ο Βανεγκέμ, απέρριπταν με αηδία την λέξη ευτυχία που μύριζε μικροαστική σαχλοσύνη, ακούσιες χαρές του καταναγκασμού, ψυχολογία του παζαριού. Όπως έκαναν πριν από αυτούς οι μπίτνικ και οι χίπηδες, διαμαρτύρονταν ενάντια σε μια (κομφορμιστική ευδαιμονία των χρόνων του 50, ενσαρκωμένη στο αμερικάνικο όνειρο, σε μια οικογένεια συγκεντρωμένη γύρω από ένα αυτοκίνητο ή ένα εξοχικό σπίτι, στην συμμαχία της συζυγικότητας με το ηλεκτρικό ψυγείο κάτω από το εκστατικό χαμόγελο της διαφήμισης. Αυτό που ο Χένρυ Μίλλερ, σε ένα κείμενο ασυνήθιστης βιαιότητας ενάντια στην Αμερική, είχε αποκαλέσει το 1954 «ο κλιματισμένος εφιάλτης».
 
Όμως η ιστορία έκλεισε και πάλι πονηρά το μάτι καθώς το συνηθίζει, και αυτή η εξέγερση υπέρ της επιθυμίας απολιθώθηκε με την σειρά της σε ένα καινούριο δόγμα ευτυχίας: η απόρριψη δεν αφορούσε τόσο την ίδια την ευτυχία όσο τον υπερβολικά περιοριστικό καθορισμό των κατηγορημάτων της. Έτσι ανανεώσαμε το περιεχόμενό της δίχως να την σκοτώσουμε και, όπως συμβαίνει συχνά, οι κυριότεροι εχθροί του συστήματος αποδείχθηκαν οι καλύτεροι σύμμαχοί του…
 
Όμως η δεκαετία του ’60 ενεργοποιεί και μια αυταπάτη που προέρχεται κατευθείαν από τον Διαφωτισμό: πως η αρετή και η ηδονή, η ηθική και τα ένστικτα μπορούν να συνυπάρξουν για να οδηγήσουν τον άνθρωπο προς το Καθήκον, δίχως κανέναν κόπο. Η ευτυχία και ο Νόμος είναι συμβατά, πιστεύει ο αισιόδοξος ορθολογισμός του 18ου αιώνα. Αυτός που έχει επιθυμίες δεν γίνεται να είναι ένοχος, αναφωνούν τα χρόνια ’60 – ’70, η αμαρτία γεννιέται μόνο από τις απαγορεύσεις. Αυτή ήταν η χίμαιρα μιας εποχής που θεώρησε όλες τις τάσεις εξίσου σεβαστές και πίστεψε στην αρμονική τους.
 
Ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο φυσικός νόμος συγχωνεύεται με την ηθική επιταγή, (Ρομπερ Μωζύ). Τότε δεν υπήρχε μήτε η παραμικρή υποψία πως μια τέτοια θεοποίηση του κυρίαρχου καπρίτσιου, της αθώας επιθυμίας που μόνη αυτή αποφασίζει για το καλό και το κακό, θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις χειρότερες ωμότητες, πράγμα που ο Ντε Σαντ, πιο διορατικός από τους σύγχρονους ελευθέριους, το είχε αντιληφθεί πολύ καλά. Σε αυτό πρέπει επίσης να προσθέσουμε εκείνη την υπέρτατη και γκροτέσκα ελπίδα (που με τη μια ή την άλλη μορφή την προέβαλαν ο Γκροντέκ, ο Ράιχ και ο Μαρκούζε) σύμφωνα με την οποία η ηδονή και ο οργασμός παραμένουν τα καλύτερα μέσα για να ανατρέψουμε την κοινωνία αλλά και για να αποφύγουμε τον θάνατο και τα γηρατειά που, καθώς αναφέρει κι ο Βανεγκέμ, δεν πηγάζουν καθόλου από την φύση αλλά από μια «γιγάντια κοινωνική μαγγανεία».
 
Αυτό που αρχίζει με τον Αλαίν και φτάνει στο αποκορύφωμά του με το τέλος του αιώνα μας, είναι η ιδέα πως περνάμε από την ευτυχία ως δικαίωμα στην ευτυχία σαν επιταγή. Είμαστε οι κληρονόμοι αυτών των αντιλήψεων μόλο που δεν έχουμε συγκρατήσει καμιά τους κατά γράμμα, αφού έχουν κρυσταλλωθεί σε μια συλλογική νοοτροπία που σήμερα την έχουμε όλοι μας. Όχι μόνο η ηδονή, η υγεία και η σωτηρία έχουν γίνει συνώνυμα, μια και εφεξής το σώμα είναι ο αξεπέραστος ορίζοντας, αλλά και το σώμα γίνεται ύποπτο από την στιγμή που δεν είναι ακτινοβόλο. Γιατί έτσι καταπατείται το ταμπού που απαιτεί από τον καθένα μας να επιθυμεί την μέγιστη πραγμάτωσή του.
 
Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει πως στον 20ό αιώνα υπήρξαν κι άλλες, πιο ζοφερές, βιοθεωρίες, ο υπαρξισμός και οι φιλοσοφίες της αγωνίας — δίχως να λάβουμε υπόψη και την λογοτεχνία — που κράτησαν ζωντανή μια τραγική άποψη περί ζωής. Όμως αυτές οι θεωρίες ήταν όλες τους λίγο πολύ θεωρίες της απελευθέρωσης, της μοναξιάς του ανθρώπου που φτιάχνει ο ίδιος τον νόμο για τον εαυτό του, δίχως Θεούς. Και το τέλος του αιώνα μας, σύμφωνα με μια τάση που παρατηρείται ήδη στον 19ο αιώνα, έθεσε την ελευθερία στην υπηρεσία της ευτυχίας και δεν έκανε το αντίστροφο, θεωρώντας την ευτυχία σαν την αποθέωση μιας ολόκληρης απελευθερωτικής πορείας.
 
Ο Μπενζαμέν Κονστάν το επισημαίνει ήδη όταν ορίζει την ελευθερία των Μοντέρνων σαν την «ασφάλεια μες στις ιδιωτικές απολαύσεις» και την άγρια διαφύλαξη της ατομικής ελευθερίας. Για πολύ καιρό αντέτασσαν το ιδανικό της ευτυχίας κόντρα στο αστικό ιδεώδες της επιτυχίας, και να που η ίδια αυτή ευτυχία έγινε ένα από τα συστατικά της επιτυχίας. Στα χρόνια του 50, ο Αλμπέρ Καμί μπορούσε ακόμα να υποστηρίζει την ξέφρενη λατρεία της ηδονής και το αέναο πανηγύρι της ζωής, ενάντια στη σταλινική βουλγκάτα και την επίσημη γαλλική σεμνοτυφία.
 
Είκοσι χρόνια αργότερα, αυτή η λατρεία γίνεται ένα διαφημιστικό σλόγκαν. Στο εξής -τι τρομερό προνόμιο!- οφείλω στον εαυτό μου την ευτυχία όσο μου την οφείλουν και οι άλλοι. Αυτό το δικαίωμα του οποίου είμαι ο βασικός εγγυητής, με πιστώνει με μια εξουσία επάνω στον ίδιο τον εαυτό μου, που μπορεί να με ενθουσιάζει αλλά και να με βαραίνει σαν ένα φορτίο: αν η μαγεία εξαρτάται μόνο από την δική μου απόφαση, είμαι ο μόνος υπεύθυνος για τις ατυχίες μου. Συνεπώς, για να είμαι καλά, αρκεί να το θελήσω, αρκεί να ορίσω ή να προγραμματίσω κατά το γούστο μου την ευδαιμονία μου;
 
Μη Αναιρέσιμες Απολαύσεις.
 
Γιατί η κριτική της καταναλωτικής κοινωνίας κατέληξε τόσο γρήγορα (από τα χρόνια του εξήντα και μετά) στον θρίαμβο του καταναλωτισμού; Επειδή τα συνθήματα που ακούστηκαν τότε: «Τα πάντα, αμέσως», «Θάνατος στην πλήξη», «Ζωή δίχως νεκρό χρόνο και απόλαυση δίχως εμπόδια», μπορούσαν να εφαρμοστούν περισσότερο στον χώρο του εμπορίου παρά στον χώρο του έρωτα και της ζωής. Ενώ νόμιζαν πως ανέτρεπαν την κατεστημένη τάξη, ευνοούσαν με κάθε καλή πίστη την διάδοση του παγκόσμιου μερκαντιλισμού. Τα πράγματα πρέπει να είναι αμέσως προσιτά μες στην τάξη της πείνας και της δίψας, ενώ η καρδιά και η επιθυμία έχουν τους δικούς τους ιδιαίτερους ρυθμούς, τους διαλείποντες χρόνους τους.
 
Η πρόθεση ήταν αναρχική, αλλά το αποτέλεσμα διαφημιστικό: δεν απελευθέρωσαν τόσο τη λίμπιντο όσο την όρεξή μας για αγορές δίχως όρια, την ικανότητά μας να αρπάζουμε ασυγκράτητοι όλα τα αγαθά. Τι ωραία που είναι η εικόνα του επαναστάτη που γίνεται υπάλληλος, διερευνητής στην υπηρεσία του κεφαλαίου, πράγμα που έκαναν τελικά το εργατικό κίνημα, ο μαρξισμός και η ριζοσπαστική αριστερά που, κριτικάροντας ένα ελάττωμα του συστήματος, του επέτρεπαν να επιδιορθώνεται ανέξοδα. Οπως κι εκείνοι οι χίπηδες που ανακάλυψαν τις πιο τουριστικές περιοχές στην Ασία, την Αφρική και τον Ειρηνικό, τριάντα χρόνια πριν από όλον τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ το μόνο τους κίνητρο ήταν η επιθυμία της φυγής και της απομόνωσης.
 
Η παραδοξότητα του να κριτικάρεις τον καταναλωτισμό, μια πολυτέλεια χαϊδεμένων παιδιών. Το γοητευτικό σε αυτόν είναι πως προσφέρει ένα απλό, ανεξάντλητο, προσιτό σε όλους μας ιδανικό, αρκεί να μπορούμε να πληρώσουμε. Δεν απαιτεί από σένα τίποτα άλλο πέρα από το να έχεις την επιθυμία και να καταβάλεις το χρηματικό αντίτιμο. Μπουκώνεσαι, παραχοντραίνεις σαν μωρό που το έχουν παραταΐσει. Ό,τι και να σκεφτόμαστε για το θέμα, μας διασκεδάζει πάρα πολύ, αφού, όπως γίνεται και με την μόδα, υιοθετούμε με πάθος αυτό που μας προτείνουν, λες και το έχουμε διαλέξει οι ίδιοι.
 
Το ξέρουμε κι απ’ τον Σαρλ Φουριέ: δεν αναιρούμε μια ηδονή με αναθέματα, την απορροφούμε, την αντικαθιστούμε με μια μεγαλύτερη. Ο καταναλωτισμός σας αηδιάζει όπως σας αηδιάζουν κι εκείνα τα βόδια που συνωθούνται στα σούπερ μάρκετ και τα πολυκαταστήματα; Επινοήστε άλλες χαρές, δημιουργήστε καινούριους πειρασμούς! Αλλά, για όνομα του θεού, πάψτε να γκρινιάζετε!

Ενας Ευσπλαχνικός Καταναγκασμός
 
Η απελευθέρωση των ηθών είναι μια πολύ αλλόκοτη περιπέτεια και, όσο κι αν την έχουμε μάθει για τα καλά, δεν παύουμε να την επαναλαμβάνουμε, να ξαναγευόμαστε την πικρή της μεταστροφή. Επί αιώνες το σώμα καταπιέστηκε, συντρίφτηκε στο όνομα της πίστης ή των συμβάσεων, σε σημείο που να γίνει, στην Δύση, το σύμβολο της ανατροπής των καθιερωμένων. Αλλά τώρα που απελευθερώθηκε, παρατηρείται ένα περίεργο φαινόμενο: αντί να χαρούν την απόλαυση με πλήρη αθωότητα, οι άνθρωποι μετέθεσαν την απαγόρευση μες στην καρδιά της απόλαυσης.
 
Η απόλαυση, αγωνιώντας για τον εαυτό της, έστησε μόνη της ένα δικαστήριο και αυτοκαταδικάζεται, όχι πια εν ονόματι κάποιου θεού ή της αιδημοσύνης, αλλά για την ανεπάρκειά της: δεν είναι ποτέ αρκετά ισχυρή, αρκετά ικανοποιητική. Η ευτυχία και η ηθική, οι άλλοτε άσπονδες εχθρές, τώρα έχουν αλληλοσυγχωνευτεί, σήμερα είναι ανήθικο να μην είσαι ευτυχισμένος, το Υπερεγώ έχει εγκατασταθεί μες στο φρούριο της Ευτυχίας και το διοικεί με σιδερένια πυγμή. Η ενοχή πήρε τέλος για χάρη ενός μαρτυρίου δίχως τέλος. Η ηδονή πέρασε από την κατάσταση της υπόσχεσης στην κατάσταση του προβλήματος. Το ιδανικό του καταναγκασμού το διαδέχθηκε το ιδανικό της πληρότητας, για να γίνει κι αυτό με τη σειρά του καταναγκασμός της πληρότητας!
 
Ο καθένας μας, όντας υπεύθυνος για την ενεργητικότητά του, για την καλή του διάθεση, δεν χρειάζεται πια να απαρνιέται πράγματα αλλά να προσαρμόζεται προς μια τάση για τελείωση, που απορρίπτει κάθε αδράνεια. Η καθιερωμένη τάξη έχει πάψει να μας καταδικάζει ή να μας υποβάλλει σε στερήσεις, αλλά μας υποδείχνει τους δρόμους της πραγμάτωσης με μια αληθινά μητρική φροντίδα. Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε αυτή τη γενναιοδωρία σαν μια απελευθέρωση. Εδώ πρόκειται για έναν φιλάνθρωπο πειθαναγκασμό που προκαλεί την δυσφορία από την οποία προσπαθεί κατόπιν να μας απαλλάξει.
 
Οι στατιστικές που δημοσιοποιεί, τα πρότυπα που προβάλλει δημιουργούν μια καινούρια ράτσα ενόχων, δεν είναι πια οι συβαρίτες ή οι ελευθέριοι, αλλά οι θλιμμένοι, οι γκρινιάρηδες, οι καταθλιπτικοί. Η ευτυχία δεν είναι πια καλή τύχη, μια γιορταστική στιγμή μες στη μονοτονία της καθημερινότητας, είναι το πεπρωμένο μας, η μοίρα μας. Όταν το ευκταίο γίνεται πιθανό, εντάσσεται αυτομάτως στην κατηγορία του αναγκαίου. Εκπληκτική ταχύτητα, με την οποία το εδεμικό του χθες γίνεται το συνηθισμένο του σήμερα. Πρόκειται για μια ηθική της συνεχούς μάχης που διαποτίζει την καθημερινή ζωή και αφήνει πίσω της πολυάριθμους χαμένους και εξουθενωμένους.
 
Γιατί υπάρχει ένας επαναπροσδιορισμός της κοινωνικής θέσης, που δεν στηρίζεται μόνο με τον πλούτο ή την εξουσία αλλά και με την εμφάνιση: δεν αρκεί να είσαι πλούσιος, πρέπει να δείχνεις σε φόρμα, μια καινούρια μορφή διάκρισης και αξιολόγησης που δεν είναι λιγότερο αυστηρή από εκείνη που γίνεται με βάση το χρήμα. Υπάρχει μια ολόκληρη ηθική το να δείχνουμε πως νιώθουμε άνετα, που μας κατευθύνει κυριαρχικά και που την στηρίζουν, μες στη χαμογελαστή τους μέθη, η διαφήμιση και τα καταναλωτικά προϊόντα.
 
«Γίνετε ο καλύτερος φίλος σας, κερδίστε την εκτίμηση του εαυτού σας, να σκέφτεστε θετικά, τολμήστε να ζήσετε αρμονικά» … η πληθώρα των βιβλίων πάνω σε αυτό τα θέμα μάς δημιουργεί την υποψία πως το πράγμα δεν είναι και τόσο εύκολο. Η ευτυχία μαζί με το εμπόριο του πνευματικού, δεν συνιστά μόνο την πιο μεγάλη βιομηχανία της εποχής μας, είναι επίσης, δίχως αμφιβολία, η καινούρια ηθική επιταγή: γι’ αυτό και η κατάθλιψη γίνεται όλο και πιο διαδεδομένη, και η κάθε εξέγερση ενάντια σε αυτόν τον γλοιώδη ηδονισμό παραπέμπει αμέσως στην δυστυχία και την απελπισία.
 
Να λοιπόν που είμαστε ένοχοι επειδή νιώθουμε ωραία, κι αυτό είναι ένα κακό για το οποίο οφείλουμε να απολογηθούμε τόσο στους άλλους όσο και μπροστά στο εσωτερικό μας δικαστήριο. Κι έτσι έχουμε αυτές τις περιβόητες δημοσκοπήσεις, αντάξιες των χωρών του πρώην κομμουνιστικού μπλοκ, όπου τα πρόσωπα που ρωτιούνται από ένα περιοδικό δηλώνουν ευτυχισμένα σε ποσοστό 90%! Κανείς δεν τολμάει να ομολογήσει πως μερικές φορές δεν είναι, από τον φόβο της κοινωνικής του υποτίμησης.
 
Αλλόκοτη αντίφαση της θεωρίας των ηδονών όταν γίνεται στρατευμένη: παίρνει από τις απαγορεύσεις την καταπιεστικότατη κι απλώς της αλλάζει κατεύθυνση. Σύμφωνα με αυτήν την στρατευμένη θεωρία, πρέπει να μεταμορφώσουμε την αβέβαιη αναμονή της ευδαιμονίας σε έναν όρκο πως θα εμφανιστεί οπωσδήποτε, να μετατρέψουμε την δυσκολία της ύπαρξης σε αέναη γλυκύτητα. Αντί να δεχθεί πως η ευτυχία είναι μια τέχνη της εμμεσότητας, που έρχεται ή δεν έρχεται μέσα από δευτερεύοντες στόχους, μας την προτείνει σαν έναν άμεσα προσιτό στόχο, και μάλιστα βάσει συνταγών.
 
Όποια κι αν είναι η ακολουθούμενη μέθοδος, ψυχική, σωματική, χημική, πνευματική ή πληροφορική (υπάρχουν άνθρωποι που δεν βλέπουν το Διαδίκτυο απλώς σαν ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά σαν ένα καινούριο Γκράαλ, σαν την υλοποίηση της πλανητικής δημοκρατίας), το βασικό δεδομένο είναι πάντα το ίδιο: η ευχαρίστησή σας είναι στο χέρι σας, αρκεί να προσπαθήσετε μέσω μιας «θετικής στάσης», μιας «ηθικής αγωγής» που θα σας οδηγήσει ως αυτήν.
 
Εκπληκτική ανατροπή της θέλησης που επιχειρεί να εγκαθιδρύσει το προτεκτοράτο της πάνω σε ψυχικές καταστάσεις, πάνω σε συναισθήματα που παραδοσιακά δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία της. Εξαντλείται προσπαθώντας να αλλάξει εκείνο που δεν εξαρτάται από αυτήν (με κίνδυνο να αφήσει κατά μέρος εκείνο που μπορεί να αλλάξει). Μη αρκούμενη στην ένταξή της μέσα στο γενικό πρόγραμμα του Κράτους-Πρόνοια και του καταναλωτισμού, η ευτυχία έγινε επίσης κι ένα σύστημα εκφοβισμού των πάντων από τους πάντες, ένα σύστημα του οποίου είμαστε ταυτόχρονα τα θύματα και οι συνένοχοι. Εκείνοι που υφίστανται αυτή την τρομοκρατία δεν έχουν παρά μόνο μια διέξοδο για να απαντήσουν στην επίθεση: να κάνουν, κι αυτοί με την σειρά τους, τους άλλους να ντρέπονται για τις ελλείψεις και τις αδυναμίες τους.