Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (499-538)

Σχετική εικόναΠΙ. ἰκτῖνος δ᾽ οὖν τῶν Ἑλλήνων ἦρχεν τότε κἀβασίλευεν.
 500 ΧΟ. τῶν Ἑλλήνων; ΠΙ. καὶ κατέδειξέν ‹γ᾽› οὗτος πρῶτος βασιλεύων
προκυλινδεῖσθαι τοῖς ἰκτίνοις. ΕΥ. νὴ τὸν Διόνυσον, ἐγὼ γοῦν
ἐκυλινδούμην ἰκτῖνον ἰδών· κᾆθ᾽ ὕπτιος ὢν ἀναχάσκων
ὀβολὸν κατεβρόχθισα· κᾆτα κενὸν τὸν θύλακον οἴκαδ᾽ ἀφεῖλκον.
ΠΙ. Αἰγύπτου δ᾽ αὖ καὶ Φοινίκης πάσης κόκκυξ βασιλεὺς ἦν·
505 χὠπόθ᾽ ὁ κόκκυξ εἴποι «κόκκυ,» τότ᾽ ‹ἂν› οἱ Φοίνικες ἅπαντες
τοὺς πυροὺς ἂν καὶ τὰς κριθὰς ἐν τοῖς πεδίοις ἐθέριζον.
ΕΥ. τοῦτ᾽ ἄρ᾽ ἐκεῖν᾽ ἦν τοὔπος ἀληθῶς· «Κόκκυ, ψωλοί, πεδίονδε.»
ΠΙ. ἦρχον δ᾽ οὕτω σφόδρα τὴν ἀρχήν, ὥστ᾽ εἴ τις καὶ βασιλεύοι
ἐν ταῖς πόλεσιν τῶν Ἑλλήνων Ἀγαμέμνων ἢ Μενέλαος,
510 ἐπὶ τῶν σκήπτρων ἐκάθητ᾽ ὄρνις μετέχων ὅ τι δωροδοκοίη.
ΕΥ. τουτὶ τοίνυν οὐκ ᾔδη ᾽γώ· καὶ δῆτά μ᾽ ἐλάμβανε θαῦμα,
ὁπότ᾽ ἐξέλθοι Πρίαμός τις ἔχων ὄρνιν ἐν τοῖσι τραγῳδοῖς,
ὁ δ᾽ ἄρ᾽ εἱστήκει τὸν Λυσικράτη τηρῶν ὅ τι δωροδοκοίη.
ΠΙ. ὃ δὲ δεινότατόν ‹γ᾽› ἐστὶν ἁπάντων, ὁ Ζεὺς γὰρ ὁ νῦν βασιλεύων
515 αἰετὸν ὄρνιν ἕστηκεν ἔχων ἐπὶ τῆς κεφαλῆς βασιλεὺς ὤν,
ἡ δ᾽ αὖ θυγάτηρ γλαῦχ᾽, ὁ δ᾽ Ἀπόλλων ὥσπερ θεράπων ἱέρακα.
ΕΥ. νὴ τὴν Δήμητρ᾽ εὖ ταῦτα λέγεις. τίνος οὕνεκα ταῦτ᾽ ἄρ᾽ ἔχουσιν;
ΠΙ. ἵν᾽ ὅταν θύων τις ἔπειτ᾽ αὐτοῖς εἰς τὴν χεῖρ᾽, ὡς νόμος ἐστίν,
τὰ σπλάγχνα διδῷ, τοῦ Διὸς αὐτοὶ πρότεροι τὰ σπλάγχνα λάβωσιν.
520 ὤμνυ τ᾽ οὐδεὶς τότ᾽ ‹ἂν› ἀνθρώπων θεόν, ἀλλ᾽ ὄρνιθας ἅπαντες.
ΕΥ. λάμπων δ᾽ ὄμνυσ᾽ ἔτι καὶ νυνὶ τὸν χῆν᾽, ὅταν ἐξαπατᾷ τι.
ΠΙ. οὕτως ὑμᾶς πάντες πρότερον μεγάλους ἁγίους τ᾽ ἐνόμιζον,
νῦν δ᾽ ἀνδράποδ᾽, ἠλιθίους, Μανᾶς.
ὥσπερ δ᾽ ἤδη τοὺς μαινομένους
525 βάλλουσ᾽ ὑμᾶς. κἀν τοῖς ἱεροῖς
πᾶς τις ἐφ᾽ ὑμῖν ὀρνιθευτὴς
ἵστησι βρόχους, παγίδας, ῥάβδους,
ἕρκη, νεφέλας, δίκτυα, πηκτάς·
εἶτα λαβόντες πωλοῦσ᾽ ἁθρόους·
530 οἱ δ᾽ ὠνοῦνται βλιμάζοντες·
κοὐδ᾽ οὖν, εἴπερ ταῦτα δοκεῖ δρᾶν,
ὀπτησάμενοι παρέθενθ᾽ ὑμᾶς,
ἀλλ᾽ ἐπικνῶσιν τυρόν, ἔλαιον,
σίλφιον, ὄξος, καὶ τρίψαντες
535 κατάχυσμ᾽ ἕτερον γλυκὺ καὶ λιπαρόν,
κἄπειτα κατεσκέδασαν θερμὸν
τοῦτο καθ᾽ ὑμῶν,
αὕων ὥσπερ κενεβρείων.

***
ΠΙΣ. Των Ελλήνων έν᾽ άλλο πουλί βασιλιάς
κι αρχηγός ήταν τότε, ο πετρίτης.
500 ΚΟΡ. Των Ελλήνων; ΠΙΣ. Ναι, ναι· και τους έμαθε αυτός,
βασιλιάς όπως ήτανε, πρώτος
να κυλιούνται στη γη στους πετρίτες μπροστά.
ΕΥΕ. Μωρέ αλήθεια· κι εγώ έναν πετρίτη
μόλις είδα μια μέρα, κυλιόμουν στη γη·
πέφτω ανάσκελα, ανοίγω το στόμα
κι έναν έτσι οβολό καταπίνω· και πια
μ᾽ άδεια τσέπη γυρίζω στο σπίτι.
ΠΙΣ. Στη Φοινίκη, καθώς και στην Αίγυπτο δα,
βασιλιάς ήταν τότες ο κούκος·
κι όλοι οι Φοίνικες, τσούρμο, την κάθε φορά
που τους φώναζε ο κούκος το κούκου,
στα σπαρμένα χωράφια τραβούσαν γραμμή
και θερίζανε στάρια, κριθάρια.
ΕΥΕ. Γι᾽ αυτό λεν «σπόρο αν έχεις και νιώθεις το κουκ,
τρέξ᾽ ευθύς στο χωράφι και σπείρε».
ΠΙΣ. Κι ήταν τέτοιοι αφεντάδες τρανοί τα πουλιά,
που κι αν τύχαινε να ᾽ναι στο θρόνο
των Ελλήνων κανένας Μενέλαος, κανείς
Αγαμέμνονας, πάνω στο σκήπτρο
510 θα καθότανε πάντα και κάποιο πουλί,
για να παίρνει μερίδιο απ᾽ τα δώρα.
ΕΥΕ. Α, γι᾽ αυτό, κι όταν παίζουν στο θέατρο καμιά
τραγωδία, μ᾽ ένα όρνιο στο χέρι
βγαίνει ο Πρίαμος· δεν το ᾽ξερα εγώ και γι᾽ αυτό
μου φαινόταν παράξενο πάντα·
τώρα νιώθω· στεκόταν εκεί για να δει,
ο Λυσικράτης τί δώρα θα πάρει.
ΠΙΣ. Κι άλλη απόδειξη, η πιο χτυπητή: ο τωρινός
βασιλιάς μας, ο Δίας, μ᾽ ένα όρνιο
στο κεφάλι του στέκεται, μ᾽ έναν αϊτό,
σαν αφέντης· η κόρη του πάλι
έχει μια κουκουβάγια, και, σαν παραγιός,
έχει ο Απόλλωνας ένα γεράκι.
ΕΥΕ. Μά τη Δήμητρα, αλήθεια όσα λες· μα γιατί
τα κρατούν; ΠΙΣ. Όταν ένας προσφέρνει
μια θυσία και, καθώς η συνήθεια απαιτεί,
μες στα χέρια των θεών πάει να βάλει
σκωταριά του σφαχτού, να χιμούν τα πουλιά
να την παίρνουνε πριν απ᾽ το Δία.
520 Σε πουλιά τότε ορκίζουνταν όλοι, κανείς
σε θεό, σαν που γίνεται τώρα.
ΕΥΕ. Μα και σήμερα ο μάντης ο Λάμπωνας, σαν
ξεγελά, «μά τη χήνα» δε λέει;
ΠΙΣ. Όντα ανώτερα, ως βλέπεις, μεγάλα, ιερά
στα παλιά σάς λογάριαζαν χρόνια.
Κουτορνίθια είστε τώρα και σκλάβοι γι᾽ αυτούς·
σας χτυπούν με τις πέτρες, καθώς τους τρελούς·
ως και μες στα ιερά πουλολόγοι πολλοί
παν και στήνουν για σας, για να πιάσουν εσάς,
δίχτυα, ξόβεργες, βρόχια, πλεμάτια, θηλιές,
ανεσπάθες, καπάντζες·
σας τσακώνουν, σας παν στο παζάρι σωρούς
530 κι όποιος πάει να ψωνίσει σας ψάχνει παντού·
στο τραπέζι όταν πάλι σας βάζουν —αφού
τους αρέσουν αυτά— δεν τους φτάνει ψητά
να σας τρώνε, σας χύνουν και λάδι πολύ,
ρίχνουν ξίδι, από πάνω σας ξύνουν τυρί,
κι αφού φτιάξουν και σάλτσα γλυκιά και παχιά,
περεχούνε μ᾽ αυτή,
όπως είναι ζεστή,
τα κορμιά σας, σα να ᾽στε ψοφίμια.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΒΕΛΟΣ (ΟΪΣΤΟΣ) ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ

ΒΕΛΟΣ (ΟΪΣΤΟΣ) ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ
(αστερισμός)
 
Ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας καταστέρισε το βέλος με το οποίο τόξευσε τους Κύκλωπες.
 
Αυτοί οι Κύκλωπες, αν και έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τους Κύκλωπες του Ομήρου, δεν ταυτίζονται με αυτούς. Είναι γιοι της Γαίας και έχουν στο μέτωπο ένα μόνο μάτι. Τα ονόματά τους -Βρόντης, Στερόπης, Άργης- μαρτυρούν ότι οι πρώτοι αυτοί Κύκλωπες είναι μάλλον θεότητες της φύσης: το όνομα του πρώτου Κύκλωπα παραπέμπει στη βροντή, του δεύτερου προέρχεται από τη λέξη στεροπὴ (ἀστεροπὴ, άστραπὴ), ενώ του τρίτου σημαίνει λευκός (<ἀργὸς, ἀργήεις, ἀργὴς, ἀργινόεις) και υποδηλώνει τον κεραυνό από τη λευκή του λάμψη. Οι Κύκλωπες χάρισαν στον Δία τη βροντή, την αστραπή και τον κεραυνό, στον Πλούτωνα και τον Ποσειδώνα άλλα όπλα -δερμάτινη περικεφαλαία στον πρώτο, τρίαινα στον δεύτερο· με αυτά τα όπλα οι γιοι του Κρόνου νίκησαν τον πατέρα τους και τους Τιτάνες.
 
Ο Απόλλωνας τους σκότωσε, γιατί έδωσαν στον Δία τον κεραυνό με τον οποίο ο Ολύμπιος Ζευς κατακεραύνωσε τον γιο που είχε αποκτήσει ο θεός της μαντικής από την Αρσινόη, κόρη του Λεύκιππου, ή την Κορωνίδα, κόρη του Φλεγύα, τον Ασκληπιό. Διότι, ασκώντας την τέχνη του γιατρού παρέτεινε τη ζωή των ανθρώπων και μάλιστα ανάσταινε και νεκρούς, προκαλώντας αναστάτωση στην τάξη του κόσμου. Γυρεύοντας να ξεφύγει την οργή του πατέρα του, ο Απόλλωνας κατέφυγε στους Υπερβόρειους· εκεί έκρυψε και το υπερμέγεθες βέλος του φόνου και μετά το τοποθέτησε ανάμεσα στα αστέρια εἰς ὑπόμνημα τῆς ἑαυτοῦ μάχης (Ερατοσθ., Καταστερισμοί 1.29*).
----------------------
*Αστερισμός του Οϊστού
 
Τοῦτο τὸ βέλος ἐστὶ τοξικόν, ὅ φασιν εἶναι Ἀπόλλωνος, ᾧ τε δὴ τοὺς Κύκλωπας τῷ Διὶ κεραυνὸν ἐργασαμένους ἀπέκτεινε δι' Ἀσκληπιόν· ἔκρυψε δὲ αὐτὸ ἐν Ὑπερβορείοις οὗ καὶ ὁ ναὸς ὁ πτέρινος. λέγεται δὲ πρότερον ἀπενηνέχθαι ὅτε τοῦ φόνου αὐτὸν ὁ Ζεὺς ἀπέλυσε καὶ ἐπαύσατο τῆς παρὰ Ἀδμήτῳ λατρείας, περὶ ἧς λέγει Εὐριπίδης ἐν τῇ Ἀλκήστιδι. δοκεῖ δὲ τότε ἀνακομισθῆναι ὁ ὀιστὸς μετὰ τῆς καρποφόρου Δήμητρος διὰ τοῦ ἀέρος· ἦν δὲ ὑπερμεγέθης. ὡς Ἡρακλείδης ὁ Ποντικός φησιν ἐν τῷ περὶ δικαιοσύνης· ὅθεν εἰς τὰ ἄστρα τέθεικε τὸ βέλος ὁ Ἀπόλλων εἰς ὑπόμνημα τῆς ἑαυτοῦ μάχης καταστερίσας.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,29

Δεν αξίζω επειδή πετυχαίνω… αξίζω επειδή υπάρχω!

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ αδιαφορίαΦανταστείτε τον καθέναν από εμάς να κουβαλάει ένα ασήκωτο βάρος στους ώμους του και ενώ σφίγγεται και είναι έτοιμος να καταρρεύσει με την ψυχή στο στόμα, να συνεχίζει να το κουβαλάει. Σκεφτείτε πόσο υποφέρει ο δυστυχής.

Σκεφτείτε λοιπόν τον καθέναν από εμάς, πόσο βάρος κουβαλάει επειδή δίνει τόση υπερβολική σημασία και αφήνει τη γνώμη των άλλων να τον κυριεύει. Αυτή η μορφή δουλείας, υπάρχει λίγο πολύ σε όλους μας. Όλοι μας είμαστε επιρρεπείς στην άποψη των άλλων που είναι έτοιμοι να μου τονίσουν τα λάθη μου, να με κατακρίνουν για τα στραβά μου, να με ψέξουν για τις αδυναμίες μου.

Συνήθως, οι πρώτοι που το κάνουν αυτό είναι οι γονείς μας. Μας μαθαίνουν έναν ενοχικό τρόπο σκέψης, μας λένε όταν είμαστε παιδιά “αν δε φας όλο σου το φαγητό, δεν θα σε αγαπώ’”, “αν δεν κάνεις αυτό που σου λέμε, δεν είσαι καλό παιδί”.

Όσο απίστευτο και αν διαβαστεί, αυτές οι πεποιθήσεις εμφυτεύονται μέσα μας και ασυνείδητα, μας δημιουργούν την πεποίθηση πως πρέπει να θυσιάζουμε αυτό που είμαστε προκειμένου να ικανοποιούμε τους άλλους, μία στάση ζωής που στην ενήλικη ζωή δεν παύει να υφίσταται. Μαθαίνουμε πως για να μας αγαπούν οι άλλοι πρέπει να ικανοποιούμε τις προσδοκίες τους, πρέπει να έχουμε υψηλές επιδόσεις σε διάφορους τομείς και να μην αποτυγχάνουμε.

Μαθαίνουμε να φοβόμαστε τα λάθη, προσπαθούμε να τα αποφύγουμε και πλημμυρίζουμε από ενοχή όταν πέσουμε σε κάποιο. Μα είναι δυνατόν, να μην κάνεις λάθη στη ζωή σου; Πώς θα μάθεις, θα βελτιωθείς και θα γίνεις καλύτερος;

Πότε θα πάρουμε απόφαση να απεξαρτηθούμε από όλα αυτά; Σκεφτείτε έναν άνθρωπο που δεν τον ενδιαφέρουν οι άλλοι, όχι με την έννοια του να τον νοιάζει αν είναι καλά ή αδιαφορεί για τα συναισθήματά τους, αλλά που δεν στηρίζεται σε άλλα πρόσωπα προκειμένου να αισθανθεί άξιος ή σημαντικός.

Μπορώ σήμερα να πω ένα στοπ. Ευχαριστώ, δεν θέλω να πάρω άλλο, δε θέλω να εξαρτώμαι από ανθρώπους έξω από εμένα. Αποδεσμεύομαι από το άγχος των άλλων αλλά και από το άγχος της επίδοσης.

Για να αξίζω, δε χρειάζεται να έχω υψηλές επιδόσεις σε διάφορους τομείς, δεν αξίζω επειδή πετυχαίνω κάτι σε κάποιο εξωτερικό επίτευγμα. Αξίζω επειδή υπάρχω, αξίζω επειδή είμαι εσωτερικότητα και αυτό που δεν χρειάζεται να καταξιωθεί ή να αναγνωριστεί από άλλους. Η αξία μας βρίσκεται μέσα μας, όχι σε εξωτερικές κατακτήσεις.

Αποφασίζω να ανασάνω ελεύθερα, διώχνοντας από εμένα όλα αυτά τα περιττά πράγματα. Αποφασίζω να αγαπήσω κάθε κομμάτι του Είναι μου και βυθίζομαι στη δική μου υπαρξιακή θάλασσα. Δεν τρέμω στην κρίση των άλλων, αποβάλλω από μέσα μου εκείνη την αυστηρή φιγούρα του γονιού που από παιδί πάντοτε με κατακρίνει. Απελευθερώσου, μπορείς.

Ποτέ δεν θα είσαι αρκετός για κάποιον που δεν έχει μάθει να αγαπάει

Σχετική εικόναΟ έρωτας μπορεί να μας οδηγήσει στην απώλεια του εαυτού μας όταν προσπαθούμε με κάθε τρόπο να κερδίσουμε την αγάπη του άλλου, όταν χίλιες φορές δικαιολογούμε την αδιαφορία του, όταν σωπαίνουμε πληγωμένοι από την ασέβειά του, μέσα σε έναν αγώνα να κάνουμε μια δυσλειτουργική σχέση να ανθίσει.

Επιλέγουμε να αφιερώσουμε την ψυχή μας, το σώμα μας και την ύπαρξή μας ολόκληρη σε κάποιον από τον όποιον η μόνη αίσθηση που μας μένει είναι ότι δεν είμαστε αρκετοί. Έτσι με αγωνία συνεχίζουμε να προσφέρουμε, ψάχνοντας καινούργιους τρόπους για να μην νιώθουμε λίγοι. Συνεχίζουμε να ανταλλάζουμε την αγάπη για αδιαφορία και όλες οι προσπάθειες χάνονται γιατί δεν αναγνωρίζονται ως προσφορά, αλλά ως έλλειμμα.

Η ερώτηση είναι – γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί περνάς ατέλειωτες ώρες προσπαθώντας να απαντήσεις σε μια ερώτηση – «πώς δεν αρκεί αυτό που δίνω;» Γιατί; Η αλήθεια είναι ότι δεν θα είσαι ποτέ αρκετός για κάποιον που δεν είναι έτοιμος να δεχτεί την αγάπη σου, για κάποιον που δεν έχει μάθει να αγαπάει.

Υπάρχουν άνθρωποι με διαφορετική αντίληψη για την αγάπη, απαιτούν την αγάπη και την λαμβάνουν σαν κάτι δεδομένο, γιατί πιστεύουν ότι οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να τους την δίνουν. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι κακοί, αλλά επειδή έχουν μάθει μια λάθος αγάπη, μια αγάπη χωρίς προσφορά και αναγνώριση.

Εάν ο άνθρωπος που είναι δίπλα σου ρουφάει όλη την ενέργειά σου και σαν κακομαθημένο παιδί εκφράζει παράπονο και ζητάει όλο και περισσότερα, ίσως πρέπει να σκεφτείς να βάλεις τέλος σε αυτή την σχέση. Είναι δύσκολο ειδικά εάν πιστεύεις ότι αυτός μπορεί αλλάξει.

Το βόλεμα όμως είναι μια ωραία γωνία στην οποία συνήθως δεν αναπτύσσεται τίποτα, μένει πάντα άδεια. Έτσι χρειάζεται να σκεφτείς ότι ο άνθρωπος αυτός ίσως έχει ανάγκη από ένα δικό του χώρο και χρόνο. Στην στασιμότητα η ζωή απουσιάζει. Ό,τι δεν ρέει, είναι νεκρό.

Να μένεις γιατί αγαπάς; Αυτό δεν αλλάζει κάτι γιατί είναι φαύλος κύκλος στον οποίο το μόνο που καταφέρνεις είναι να σε καταδικάζεις σε συνεχόμενη απόρριψη. Αντί να σκορπάς τα συναισθήματα σου σε κάποιον που δεν μπορεί να τα εκτιμήσει, δώσε τα σε αυτόν που έχει την μεγαλύτερη τους ανάγκη – στον εαυτό σου. Και να θυμάσαι πάντα ότι είναι προτιμότερο ένα οδυνηρό τέλος παρά οδύνη δίχως τέλος.

Η «νοημοσύνη» των φυτών: Επιστήμονες εξηγούν πώς μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε

Κάποιοι αντιδρούν στην ιδέα ότι τα φυτά που αποτελούνται από ρίζες, βλαστό και φύλλα θα μπορούσε να αποδειχτεί ότι έχουν συνείδηση ή νοημοσύνη. Αλλά οι επιστήμονες εδώ και δεκαετίες αναζητούν την απάντηση.

Ένα πρόσφατο άρθρο αποπειράται να κλείσει αυτό το ζήτημα, απορρίπτοντάς το εντελώς. Ισχυρίζεται ότι τα βασικά χαρακτηριστικά φυσιολογίας που υπάρχουν στα ζώα λείπουν από τα φυτά. Όλα αυτά τα είδη έχουν ένα δίκτυο επεξεργασίας πληροφοριών που αποτελείται από νευρικά κύτταρα που υπάρχουν σε περίπλοκες ιεραρχίες και σχέσεις, δημιουργώντας τον εγκέφαλο. Από την άλλη όμως πλευρά, τα φυτά δεν έχουν καθόλου κύτταρα, πόσο μάλλον εγκέφαλο.

Αν υποθέσουμε όμως ότι δεν είναι όλα τα είδη νοημοσύνης ίδια; Μήπως η μέχρι τώρα αντίληψή μας μας περιορίζει στο να ανακαλύψουμε πώς πραγματικά λειτουργούν τα φυτά;

Τα φυτά μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικά συστήματα από εμάς, κι όμως ανταποκρίνονται στο περιβάλλον τους και χρησιμοποιούν ένα έξυπνο δίκτυο σηματοδότησης για να συγχρονίσουν τον τρόπο που όλα τα διαφορετικά τμήματα του φυτού συνεργάζονται. Μάλιστα, οι δυνατότητές τους επεκτείνονται και σε άλλους οργανισμούς με τους οποίους τα φυτά επικοινωνούν, όπως οι μύκητες. Υπάρχει μάλιστα ένα επιχείρημα που ισχυρίζεται ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια μορφή συνείδησης.

Γνωρίζουμε ήδη ότι τα ηλεκτρικά σήματα που μεταφέρουν πληροφορίες στα νευρικά κύτταρα παρατηρούνται επίσης στα φυτά. Οπότε είναι πιθανό ότι αυτά αναπαράγουν τις λειτουργίες ενός νευρικού συστήματος.

Πολλά από τα ενδιαφέροντα και περίπλοκα πράγματα που κάνει ο εγκέφαλός μας οφείλονται στην αλληλοσύνδεση ανάμεσα σε νευρικά και χημικά σήματα. Τα στοιχεία που δείχνουν ότι τα χημικά και ηλεκτρικά σήματα συνεργάζονται με τον ίδιο τρόπο στα φυτά είναι ελάχιστα, αλλά θα μπορούσε ένα σύνθετο δίκτυο επικοινωνίας να δημιουργείται με διαφορετικό τρόπο;

Ορισμένα είδη ηλεκτρικών σημάτων ταξιδεύουν σε όλο το φυτό ακολουθώντας ένα σύστημα μεταφοράς και συνδέονται και με το περιβάλλον του. Τα ηλεκτρικά σήματα λοιπόν στα φυτά έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρουν και να επεξεργαστούν πληροφορίες. Το πρόβλημα είναι ότι, δυστυχώς, γνωρίζουμε ελάχιστα για το τι κάνουν τα φυτά με αυτή τη λειτουργία.

Για παράδειγμα, τα σαρκοφάγα φυτά, όπως η διωναία έχουν εξαιρετικές λειτουργίες. Κάθε παγίδα έχει ένα αριθμό τριχών- αισθητήρων μέσα. Κάθε φορά που κάτι τις αγγίζει, παράγουν μια ηλεκτρική ώση. Δύο πέταλα κλείνουν δημιουργώντας μια παγίδα, και άλλα τρία πλησιάζουν για να «καταναλώσουν» το θήραμα.

Ίσως τα ζώα να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα νευρικά σήματα με έναν τρόπο που ομοιάζει σε εκείνον των ζώων όταν το χρειάζονται. Μήπως λοιπόν συγκρίνοντας τα φυτά με οργανισμούς που έχουν νοητικές διεργασίες που μοιάζουν με τις δικές μας, μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε μια συνείδηση διαφορετική από τη δική μας.

Ο φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein είπε: «Αν ένα λιοντάρι μπορούσε να μιλήσει, δεν θα το καταλαβαίναμε». Πόσο ξένες προς εμάς θα ήταν οι «σκέψεις« ενός φυτού; Τα φυτά σίγουρα ανταποκρίνονται στο περιβάλλον τους με περίπλοκους τρόπους, χρησιμοποιώντας πληροφορίες που μοιράζονται ανάμεσα στα κύτταρα του ίδιου φυτού και των γειτόνων τους. Μπορούν να ανταποκριθούν σε ήχους και να παράγουν αμυντικές χημικές ουσίες όταν για παράδειγμα ακούν κάμπιες να μασούν.

Τα ηλιοτρόπια εντοπίζουν τον ήλιο κάθε μέρα, αλλά επίσης «θυμούνται» από πού θα βγει κάθε πρωί και γυρνούν για να τον προϋπαντήσουν από το βράδυ. Τα δέντρα σε ένα δάσος συντονίζονται το ένα με το άλλο, για να μπορούν να συλλέγουν καλύτερα το φως.

Ένα σημαντικό ερώτημα είναι αν όλα αυτά θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα απλών προκαθορισμένων αποκρίσεων. Μήπως όμως τέτοιες συμπεριφορές απαιτούν κάτι που είναι νοημοσύνη, αλλά όχι σαν τη δική μας;

Είναι πραγματικά ανησυχητικό και παράλογο πόσο μας χαροποιεί η προσοχή των άλλων και πόσο μας θίγει η αδιαφορία τους

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ αδιαφορίαΠώς μας επηρεάζει η έλλειψη αγάπης; Γιατί η ακραία παραμέληση θα μας ωθούσε σε τέτοια «οργή και ανείπωτη απελπισία», ώστε ακόμη και τα βασανιστήρια να τα θεωρούμε ανακούφιση μπροστά της;

Η προσοχή των άλλων έχει πρωταρχική σημασία, μάλλον, επειδή υποφέρουμε εκ γενετής από αβεβαιότητα ως προς την αξία μας· πράγμα που σημαίνει ότι η γνώμη των άλλων για το άτομό μας καταλήγει να επιδρά καθοριστικά στην εικόνα που είμαστε σε θέση να διαμορφώνουμε εμείς για τον εαυτό μας. Η αυτοθεώρησή μας είναι δέσμια της γνώμης εκείνων που μας περιβάλλουν. Αν διασκεδάζουν με τα ανέκδοτά μας, αποκτούμε σιγουριά ως προς την ικανότητά μας να είμαστε διασκεδαστικοί. Αν μας επαινούν, σχηματίζουμε την εντύπωση ότι είμαστε σπουδαίοι. Αν όμως κάποιος αποφύγει τη ματιά μας την ώρα που μπαίνουμε σε κάποιο χώρο ή το βάλει στα πόδια μόλις αναφέρουμε τι δουλειά κάνουμε, είναι πιθανόν να νιώσουμε ανάξιοι και να μας καταλάβει διάθεση αυτοαμφισβήτησης.

Σε έναν ιδεώδη κόσμο δε θα ήμαστε τόσο ευάλωτοι. Θα παραμέναμε ατάραχοι, ασχέτως αν θα μας πρόσεχαν ή θα μας αγνοούσαν, αν θα μας εγκωμίαζαν ή θα μας χλεύαζαν. Δε θα μας ξελόγιαζε όποιος μας απευθύνει μια απατηλή φιλοφρόνηση. Και αφού θα αποτιμούσαμε σωστά τον εαυτό μας για να συμπεράνουμε την αξία μας, δε θα μας πλήγωναν τα υποτιμητικά σχόλια των άλλων. Θα ξέραμε τι αξίζουμε. Εμείς όμως, αντίθετα, φαίνεται ότι διαθέτουμε ολόκληρο φάσμα από αποκλίνουσες απόψεις ως προς το χαρακτήρα μας. Έχουμε ενδείξεις ότι είμαστε έξυπνοι και βλάκες, ευχάριστοι και πληκτικοί, πολύτιμοι και περιττοί. Καθώς όμως οι περιστάσεις είναι τόσο ευμετάβλητες, το ζήτημα της σημαντικότητάς μας επαφίεται κατά κανόνα στη στάση των γύρω μας. Η αδιαφορία των άλλων φέρνει στο προσκήνιο τις αρνητικές πλευρές της αυτοαποτίμησης, ενώ μ’ ένα χαμόγελο η με μια φιλοφρόνηση ευδοκιμούν ακαριαία οι θετικές. Φαίνεται πως το χρωστάμε στη στοργή των άλλων ότι αντέχουμε τον εαυτό μας.

Το «εγώ» μας, λοιπόν, η νοερή εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, μοιάζει μ’ ένα μπαλόνι που από κάπου χάνει, και γι’ αυτό απαιτεί διαρκώς ήλιον –την αγάπη των άλλων- για να κρατηθεί φουσκωμένο, ενώ παραμένει ανά πάσα στιγμή τρωτό ακόμη και στο πιο μικρό αγκαθάκι παραμέλησης. Είναι πραγματικά ανησυχητικό και παράλογο πόσο μας χαροποιεί η προσοχή των άλλων και πόσο μας θίγει η αδιαφορία τους. Μπορεί να μας μαυρίσει η ψυχή επειδή κάποιος στη δουλειά μας χαιρέτησε αφηρημένα ή δεν απάντησε όταν τον ζητήσαμε. Και κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να βρούμε νόημα στη ζωή απλώς και μόνο επειδή θυμήθηκαν τη γιορτή μας και μας έφεραν λουλούδια.

Πλούταρχος: Μέτρο της ζωής είναι η σπουδαιότητα και όχι η χρονική διάρκειά της

ΠΑΡΑΜΥΘΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΝ (απόσπασμα)

Γενικά, ο καθένας θα έπρεπε να έχει την πεποίθηση, αν εξετάσει σοβαρά τα πράγματα και από μόνος του και μαζί με άλλον, ότι η άριστη ζωή δεν είναι η πιο μακροχρόνια αλλά η πιο σπουδαία.

Δεν επαινείται άλλωστε εκείνος που έπαιξε περισσότερη μουσική ή εκφώνησε περισσότερους λόγους ή κυβέρνησε περισσότερα πλοία αλλά εκείνος που έχει κάνει τα παραπάνω με εξαιρετικό τρόπο. Δεν πρέπει, δηλαδή, να υπολογίζουμε τη σπουδαιότητα με τη χρονική διάρκεια αλλά με την αξία και την κατάλληλη συμμετρία.

Αυτά θεωρούνται αποδείξεις καλοτυχίας και θεϊκής εύνοιας. Για τον λόγο αυτό, πάντως, οι ποιητές μας παραδίδουν για τους μεγαλύτερους και θεϊκής καταγωγής ήρωες ότι αφήνουν αυτή τη ζωή προτού γεράσουν, όπως για εκείνον,

που ο ασπιδοφόρος Δίας και ο Απόλλων
πολύ τον αγαπούσαν
με κάθε λογής αγάπη· αυτός δεν έφτασε στων γηρατειών
το κατώφλι
(ΟΜΗΡΟΣ)

Σε όλες τις περιπτώσεις δηλαδή θεωρούμε ανώτερη την καλή χρήση του χρόνου παρά τα καλά γεράματα.

Και από τα φυτά, εξάλλου, καλύτερα είναι εκείνα που σε μικρό χρονικό διάστημα δίνουν τις περισσότερες σοδειές, και από τα ζώα εκείνα που σε μικρό χρονικό διάστημα μας δίνουν τη μεγαλύτερη ωφέλεια για τη ζωή μας. Οι όροι “πολύ” και “λίγο” σε σχέση με τον χρόνο φαίνεται να μην έχουν διαφορά, αν στρέψουμε το βλέμμα μας προς την αιωνιότητα.

Μια χιλιετία ή και δέκα χιλιετίες, σύμφωνα με τον Σιμωνίδη, δεν είναι παρά μια ανεπαίσθητη στιγμή του χρόνου ή μάλλον ένα ελάχιστο μόριο της στιγμής.

Υπάρχουν όπως λένε στις ακτές του Πόντου κάποια πλάσματα που ζουν μόνο μια μέρα· γεννιούνται το πρωί, φτάνουν στην ακμή τους το μεσημέρι και κατά το βράδυ γερνούν και η ζωή τους τελειώνει. Αν λοιπόν κι αυτά τα πλάσματα είχαν μέσα τους ανθρώπινη ψυχή και σκέψη, δεν θα είχαν και κείνα το ίδιο συναίσθημα που κυριαρχεί και σε μας και δεν θα τους συνέβαινε το ίδιο, προφανώς, ώστε όσα πεθαίνουν πριν από το μεσημέρι να προκαλούν θρήνους και δάκρυα, ενώ εκείνα που ζουν ολόκληρη τη μέρα θα μακαρίζονταν;

Μέτρο της ζωής είναι η σπουδαιότητα και όχι η χρονική διάρκειά της.

Πρέπει να θεωρούμε μάταιες και ανόητες τις αναφωνήσεις του είδους: “Μα δεν θα έπρεπε να τον πάρει τόσο νέο!”

Ποιος μπορεί να πει τι έπρεπε; Πολλά μάλιστα άλλα πράγματα, για τα οποία θα μπορούσε να πει κάποιος ότι “δεν έπρεπε να γίνουν”, έγιναν, γίνονται και θα συνεχίσουν να γίνονται.

Δεν είμαστε στον κόσμο τούτο για να θέσουμε νόμους, αλλά για να υπακούμε στις εντολές των θεών που κυβερνούν τα πάντα και στους ορισμούς της ειμαρμένης και της πρόνοιας.

Σφεντόνα: Ψυχολογικό όπλο που τσάκιζε κόκαλα

Σφεντόνα, ένα ψυχολογικό όπλο που τσάκιζε κόκαλα στην Αρχαία Ελλάδα.
 
Ο Πλάτωνας στο έργο του Νόμοι (8.8.34α) θεωρεί ότι θα ήταν καλό για τις πόλεις να θεσπίσουν αγώνες ρίψης λίθων, είτε με το χέρι είτε με τη χρήση σφεντόνας σαν εξάσκηση στις πολεμικές τέχνες. Αν και σήμερα έχουμε στο μυαλό μας ότι η χρήση όπλων, όπως ρόπαλα και πέτρες είναι μία πρωτόγονη μορφή πολέμου η χρήση της σφεντόνας ήταν αρκετά διαδεδομένη στις πολεμικές συγκρούσεις της αρχαιότητας.
 
Γενικότερα, η σφεντόνα εμφανίζεται πρώτη φορά περίπου το 10.000 πΚΕ και τα πρώτα βλήματα σε χρήση ήταν σφαιρικά.Αργότερα απέκτησαν δικωνικό σχήμα ή ωοειδές. Το υλικό των βλημάτων ήταν πέτρα, πηλός, σίδερο, και μολύβι. Οι πρωϊμότερες σφεντόνες έμοιαζαν λίγο ή πολύ με καλύπτρες ματιού: αποτελούνταν από ένα κομμάτι υφάσματος ή δέρματος από την άκρη του οποίου στερεώνονταν δύο λουριά. Ο σφενδονήτης (ο χρήστης της σφεντόνας) στερέωνε το βλήμα στο κέντρο της σφεντόνας και άρχιζε να την περιστρέφει ελευθερώνοντας κάποια στιγμή το ένα από τα λουριά. Η δύναμη της φυγόκεντρου βοηθούσε το βλήμα να καλύψει μία αρκετά μεγάλη απόσταση μεγαλύτερη και από αυτή που κάλυπτε η χρήση του τόξου εκείνη την εποχή πετυχαίνοντας το στόχο του. Η απόσταση καθώς και το μέγεθος της ζημιάς που μπορούσε να φέρει στην αντίπαλο ήταν σε άμεση εξάρτηση με το υλικό κατασκευής του βλήματος. Φαίνεται όμως πως αν και μικρά σε μέγεθος μπορούσαν να φέρουν ακόμα και θανατηφόρα χτυπήματα στον εχθρό.
 
Πρώτες Βοήθειες
 
Ο Κέλσος στο έργο του Περί Ιατρικής Τέχνης (7.5.4) παραθέτει με λεπτομέρειες ότι οι ιατροί της εποχής του ειδικεύονταν στην αφαίρεση βλημάτων από σφεντόνα καθώς αυτά συχνά σφήνοναν κάτω από το δέρμα του θύματος, σε κόκαλα και αρθρώσεις. Σε περίπτωση που το βλήμα είχε βυθιστεί βαθιά στο κόκαλο τότε ο ιατρός ακολουθούσε μία επέμβαση εξαγωγής του παρόμοια με αυτή της εξαγωγής δοντιού. Αν κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό, ή η επέμβαση ήταν ανεπιτυχής, τότε ο ιατρός αφαιρούσε ένα κομμάτι από το κόκαλο σε σχήμα V γύρω από το βλήμα ώστε να μειώσει την πίεση. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ιδιαίτερα τα μολύβδινα βλήματα μπορούσαν να επιφέρουν σοβαρά τραύματα, ακόμα και το θάνατο.
 
Η θέση του σφενδονήτη στη μάχη και στην αρχαία Ελληνική κοινωνία
 
Αν λάβουμε υπόψη μας ότι στην αρχαία Ελλάδα όσοι συμμετείχαν στον πόλεμο ήταν υποχρεωμένοι με δικά τους έξοδα να αγοράζουν τον εξοπλισμό τους τότε καταλαβαίνουμε και το λόγο που όσοι έπαιρναν μέρος στη μάχη στο σώμα των σφενδονητών ανήκαν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ο εξοπλισμός ενός σφενδονήτη ήταν απλός και χωρίς μεγάλο κόστος. Στις κοιλότητές τις έχυναν τον ζεστό μόλυβδο και μετά πολύ εύκολα αποσπούσαν τα βλήματα αφού είχε κρυώσει το υλικό. Η συγκεκριμένη μήτρα φέρει επίσης στις κοιλότητές της τη λέξη «ΤΙΜΩΝΟΣ». Αυτή η πρακτική να αναγράφονται πληροφορίες ή μηνύματα πάνω στα βλήματα των σφεντόνων ήταν αρκετά διαδεδομένη, όπως θα δούμε και παρακάτω.
 
Έτσι, λοιπόν, εφόσον αυτός ο τρόπος συμμετοχής στη μάχη ήταν και ο φθηνότερος οι σφενδονήτες, όπως αναφέρουν οι πηγές στο πεδίο της μάχης ήταν ιεραρχικά κάτω και από τους τοξότες. Ο Δημοσθένης για να αμαυρώσει το προφίλ του αντίδικού του Χαρίδημου, αναφέρει στο δικαστήριο ότι στην αρχή της καρριέρας του είχε υπηρετήσει στο σώμα των σφενδονητών. Ο Ξενοφώντας τους τοποθετεί στην κατώτερη θέση των δυνάμεων ξηράς και στο έργο του Κύρου Παιδεία σημειώνει ότι η σφεντόνα είναι το όπλο που αρμόζει σε έναν δούλο (το όπλον δουλικώτατον). Να σημειώσουμε ότι μαζί με τους πελταστές, ακοντιστές, τοξότες και εκείνοι που συμμετείχαν ρίχνοντας λίθους στον εχθρό, οι σφενδονήτες ανήκαν στα ελαφρά οπλισμένα σώματα μάχης.
 
Η θέση του σφενδονήτη στον πόλεμο
 
Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ανάμεσα στα έθνη που είχαν παράδοση στους σφενδονήτες και συχνά πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στο πεδίο της μάχης ήταν οι Αχαιοί, οι Αιτωλοί, οι Ακαρνανείς, οι Αργίτες, οι Πέρσες, οι Ρόδιοι, οι Σικελιώτες, οι Σύριοι, οι Θεσσαλείς και οι Θρακιώτες. Τα βλήματα, όπως είπαμε που εκτόξευε ένας σφενδονήτης έφθαναν ακόμα και ταχύτητα 60χλμ/ώρα και πολύ πιο μακριά σε σχέση με τα τόξα και τα ακόντια, έτσι ώστε πολύ εύκολα μπορούσαν να φέρουν πλήγμα στον εχθρό. Μπορεί όχι το καθοριστικό, αλλά σίγουρα μπορούσαν να αποσυντονίσουν πολύ γρήγορα την διάταξη των αντιπάλων στρατευμάτων.
 
Μεγάλη αποτελεσματικότητα είχε η χρήση τους κυρίως σε πολιορκίες αφού σαν τηλεβόλα όπλα μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα από μακριά. Η πρώτη απεικόνιση σφενδονητών στον ελληνικό χώρο βρίσκεται σε ένα ρητό που χρονολογείται το 1500 πΚΕ και προέρχεται από τις Μυκήνες (δες τη σχεδιαστική απεικόνιση της παράστασης στην πρώτη φωτογραφία, κάτω).
 
Εξίσου αποτελεσματικό ένα σώμα σφενδονητών μπορούσε να είναι σε δύσβατες ή βραχώδεις περιοχές όπου το πεζικό είχε δυσκολία να πάρει γρήγορα στρατηγική θέση μάχης. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους το ίδιο σώμα είχε μεγάλες επιτυχίες σε εκείνες τις μάχες που έπαιρναν μέρος ελέφαντες αφού μπορούσαν να φέρουν σοβαρά πλήγματα στα ζώα ή να τα τρομάξουν και να τα θέσουν εκτός μάχης πολύ γρήγορα και από μακριά. Τις παραμονές της Αθηναϊκής εκστρατείας στη Σικελία το 415 πΚΕ, ο στρατηγός Νικίας ζήτησε να έρθουν μαζί του περισσότεροι σε αριθμό σφενδονήτες (700) από τους τοξότες που τελικά στάλθηκαν μαζί του (400). Ο λόγος δεν ήταν άλλος από το άριστο ιππικό σώμα που διέθετε ο αντίπαλος στο οποίο η ρίψη βλημάτων μπορούσε να το αποδιοργανώσει άμεσα.
 
Εκτός όμως από την παρουσία σφενδονητών σε συγκρούσεις στην ξηρά το σώμα αυτό μπορούσε να είναι λειτουργικό και σε ναυμαχίες, όπως καταγράφουν οι πηγές μας. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι στην τελική σύγκρουση του Αθηναϊκού στόλου εναντίον του Σικελικού το 413 πΚΕ και οι δύο πλευρές χρησιμοποίησαν αμφίβιους-καταδρομείς σφενδονήτες. Εκείνοι, είτε έφεραν πλήγματα στον αντίπαλο πάνω από πλοίο, ή πλησίαζαν μυστικά μέσα στο νερό το εχθρικό πλοίο. Σε ανάλογες ναυμαχίες ανάλογα σώματα ήταν παρατεταγμένα στις κοντινές ακτές που λάμβανε χώρα η ναυμαχία και εξαπέλυαν τα βλήματά τους σε όσους από τους αντιπάλους διασώζονταν και κολυμπούσαν προς την ακτή. Γενικότερα, οι σφενδονήτες εμπλέκονταν στη μάχη αρκετά νωρίς ακριβώς γιατί ο τρόπος που πολεμούσαν μπορούσε να επιφέρει άμεση σύγχυση και αποδιοργάνωση στις γραμμές του αντιπάλου και για αυτό το λόγο βρίσκονταν συνήθως μπροστά από τη φάλαγγα. Μετά το αρχικό κύμα της επίθεσης, συνήθως υποχωρούσαν στα μετόπισθεν όπου και τα φυλούσαν.
 
Λέξεις που τσακίζουν κόκαλα
 
Κάτι αρκετά αξιοπρόσεκτο που αφορά τη χρήση της σφεντόντας σαν όπλο πολέμου είναι ότι στα βλήματα που έχουν βρεθεί σήμερα παρατηρούμε ότι υπάρχουν επιγραφές συνήθως ανάγλυφες και όχι χαραγμένες. Ο λόγος που κάτι καταγράφεται σε ένα τόσο μικρό και ίσως ασήμαντο στα μάτια μας αντικείμενο είναι για να μεταδώσει μία πληροφορία; Σε ποιον; Μα σε εκείνον για τον οποίο προορίζεται το ίδιο το βλήμα. Οι αρχαιολόγοι με βάση το υλικό που έχουν στα χέρια τους έχουν καταχωρήσει αυτά τα μηνύματα/πληροφορίες σε πέντε κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία εμπεριέχει επιγραφές εντολές ή επιφωνήματα με σκοπό είτε να δώσουν ένα πρόσταγμα στο βλήμα που πετούν ή να μεταφέρουν έναν μήνυμα σε εκείνον που θα δεχθεί το πλήγμα. Συνήθως πρόκειται για προστακτικές ρημάτων όπως οι παρακάτω που απευθύνονται με μία διάθεση ειρωνείας στο θύμα:
δέξαι, λαβέ, πρόσεχε, τρώγε (δηλ. φάτην), κύε (δηλ. μείνε έγκυος εφόσον σε διαπέρασε το βλήμα). Εκφράσεις όπως πυρί (δηλ. στην πυρά, στο διάολο), τρωγαλίον (γλυκό κέρασμα), νίκα (νίκη), αισχρόν δώρον (δυσάρεστο δώρο), αίμα και προστακτικές όπως ὗσε (δηλ. βρέξε), φαίνε (εμφανίσου) και βάσκε(βιάσου) αναφέρονται στο ίδιο το βλήμα.
Μεγαλύτερη ειρωνική διάθεση και χιούμορ έχουν βλήματα που αναγράφουν πάνω επιφωνήματα πόνου, όπως παπαῖ , δηλαδή «άουτσ!!!» Στο σημείο αυτό δεν παρατηρούμε τίποτα άλλο παρά μία πολύ απλή εφαρμογή ψυχολογικού πολέμου. Αντιλαμβάνεστε τα συναισθήματα που ενδεχομένως να ένιωθε κάποιος όταν μέσα στον πόνο του διάβαζε και το «συστημένο μήνημα».
 
Μία άλλη κατηγορία βλημάτων διασώζει ενθογραφικές πληροφορίες και ονόματα πόλεων. Τέτοια παραδείγματα, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά αν βρεθούν in situ, δηλ. στον τόπο που έλαβε χώρα μία σύγκρουση και μπορούν να δώσουν πολλές πληροφορίες για τους μετέχοντες, για μετακινήσεις ομάδων και πληθυσμών ακόμα και τον τόπο κατασκευής του βλήματος. Στο ίδιο ερμηνευτικό πλαίσιο συγκαταλέγεται και η τρίτη ομάδα βλημάτων που αφορά επιγραφές κυρίων ονομάτων σε ονομαστική και γενική πτώση. Έχει προταθεί από τους αρχαιολόγους ότι τα ονόματα στην ονομαστική πτώση αφορούν τον κατασκευαστή ή τον κτήτορα του βλήματος, ενώ τα ονόματα σε γενική πτώση αφορούν εκείνη την αρχή που διατάζει την επίθεση ή την συντονίζει. Τα ονόματα των σφενδονητών και ο τόπος καταγωγής τους όσων διασώζονται στα βλήματά τους εκτός από το σκοπό που υπηρετούσαν, δηλαδή την εύκολη ανάκτησή τους από τον κάτοχό τους μετά το τέλος της σύγκρουσης πληροφορούσαν άμεσα το θύμα για την ταυτότητα εκείνου που τον έβαλε. Το ίδιο το βλήμα αντιπροσώπευε τον ίδιο τον σφενδονήτη και την πόλη του.
 
Η τέταρτη κατηγορία είναι αρκετά ενδιαφέρουσα μια και τώρα εκτός από τις λέξεις που «τσακίζουν» κόκαλα και περνάμε σε εικονογραφημένα μηνύματα που αποτυπώνονται πάνω στα βλήματα, μία κατηγορία με λιγότερα παραδείγματα από τα παραπάνω, αλλά άκρως ενδιαφέρουσα. Παραδείγματα από αυτή την ομάδα βλέπετε στις φωτογραφίες: εικόνα φιδιού για δηλώσει ίσως ότι το χτύπημα είναι τόσο δυνατό όσο και το δάγκωμά του. Πολύ συχνή είναι η απεικόνιση του σκορπιού πάνω σε βλήμα που συχνά συνοδεύεται με επιφωνήματα πόνου για να ενισχύσει το «δάγκωμα από μακρυά».
 
Ανάλογες εικόνες είναι βλήματα που φέρουν αετούς, λόγχες, τρίαινες, κεραυνούς, φτερωτά βέλη ή στυλιζαρισμένες σφήκες. Στην περίπτωση αυτή βλέπουμε τη δύναμη που έχει μία λέξη σε συνδυασμό με την εικόνα να ενισχύει το πλήγμα στον αντίπαλο. Το βλήμα υπό αυτή την έννοια μεταλλάσσεται της ύλης που είναι φτιαγμένο και της λειτουργικότητάς του και πλέον γίνεται το ίδιο φίδι, σκορπιός, αετός, κεραυνός.
 
Για άλλη μία φορά, όπως και στην περίπτωση της αρχαίας τέχνης έχουμε έναν–κατά τα άλλα οδυνηρό–διάλογο με ενεργό πομπό και δέκτη που δεν χρειάζεται καν να είναι σε άμεση οπτική επαφή. Το ψυχολογικό πλήγμα είναι το ίδιο ισχυρό όσο και το κυριολεκτικό τραύμα.Με τον ίδιο τρόπο, πολύ πιθανόν να λειτουργούσε σε ιδεολογικό επίπεδο και η τελευταία κατηγορία βλημάτων που έφεραν ονόματα θεών. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι η χρήση των ονομάτων αυτών αφορά θεούς/θεές στις οποίες γινόταν επίκληση πριν την έναρξη της μάχης και από τα δύο στρατόπεδα ή αφορούν ιερά-βλήματα που είχαν πριν καθαγιαστεί στο όνομα των θεών. Φανταστείτε, λοιπόν, να σας κεραυνοβολεί το βλήμα του Δία … ειδικά αν θεωρείς τον Δία θεό.
 
Τα ενεπίγραφα βλήματα είναι με το δικό τους τρόπο ζωντανά κομμάτια ιστορίας που μπορεί να μη συνδέονται άμεσα με το πεδίο της μάχης. Οι πληροφορίες που μπορούν να δώσουν για την εθνογραφική ταυτότητα των σφενδονητών, των κατασκευαστών τους, των μετακινήσεών τους κτλ., είναι ανεκτίμητες πληροφορίες που ακόμα και οι μεγάλοι ιστορικοί της αρχαιότητας δεν δίνουν στα έργα τους. Από την άλλη πλευρά, διασώζουν διαλόγους που κανένα ποτέ βιβλίο ιστορικό δεν είναι σε θέση να καταγράψει, ακόμα και αν ο συγγραφέας τους ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Οι σφενδονήτες συνδιαλέγονταν μέσα στη μάχη με το δικό τους χιουμοριστικό, ειρωνικό τρόπο με σκοπό να εξουδετερώσουν τους αντιπάλους τους χλευάζοντάς τους και υποτιμώντας τους.
 
Αποτελεί άλλο ένα αξιόλογο παράδειγμα δρώμενων και πράξεων που ανταλλάσσονται μεταξύ πομπού και δέκτη χρησιμοποιώντας μία κωδική γλώσσα. Τι να πονούσε άραγε πιο πολύ, το χτύπημα από ένα βλήμα ή το γραπτό/εικονογραφημένο μήνυμα του; Γνωρίζουμε πως οι λέξεις πονάνε περισσότερο γιατί χτυπούν κατευθείαν στο ΕΓΩ, που αντέχει να πεθάνει μα όχι να προσβληθεί. Επιπλέον, σε περίπτωση που χρειαστεί, είναι το μόνο όπλο που δεν έχουν απαγορέψει. Πόσο ικανός είσαι στην σφεντόνα;

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (975-1022)

Κάδμῳ δ᾽ Ἁρμονίη, θυγάτηρ χρυσῆς Ἀφροδίτης,
Ἰνὼ καὶ Σεμέλην καὶ Ἀγαυὴν καλλιπάρηον
Αὐτονόην θ᾽, ἣν γῆμεν Ἀρισταῖος βαθυχαίτης,
γείνατο καὶ Πολύδωρον ἐυστεφάνῳ ἐνὶ Θήβῃ.
κούρη δ᾽ Ὠκεανοῦ Χρυσάορι καρτεροθύμῳ
980 μιχθεῖσ᾽ ἐν φιλότητι πολυχρύσου Ἀφροδίτης
Καλλιρόη τέκε παῖδα βροτῶν κάρτιστον ἁπάντων,
Γηρυονέα, τὸν κτεῖνε βίη Ἡρακληείη
βοῶν ἕνεκ᾽ εἰλιπόδων ἀμφιρρύτῳ εἰν Ἐρυθείῃ.
Τιθωνῷ δ᾽ Ἠὼς τέκε Μέμνονα χαλκοκορυστήν,
985 Αἰθιόπων βασιλῆα, καὶ Ἠμαθίωνα ἄνακτα.
αὐτάρ τοι Κεφάλῳ φιτύσατο φαίδιμον υἱόν,
ἴφθιμον Φαέθοντα, θεοῖς ἐπιείκελον ἄνδρα·
τόν ῥα νέον τέρεν ἄνθος ἔχοντ᾽ ἐρικυδέος ἥβης
παῖδ᾽ ἀταλὰ φρονέοντα φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη
990 ὦρτ᾽ ἀνερειψαμένη, καί μιν ζαθέοις ἐνὶ νηοῖς
νηοπόλον μύχιον ποιήσατο, δαίμονα δῖον.
κούρην δ᾽ Αἰήταο διοτρεφέος βασιλῆος
Αἰσονίδης βουλῇσι θεῶν αἰειγενετάων
ἦγε παρ᾽ Αἰήτεω, τελέσας στονόεντας ἀέθλους,
995 τοὺς πολλοὺς ἐπέτελλε μέγας βασιλεὺς ὑπερήνωρ,
ὑβριστὴς Πελίης καὶ ἀτάσθαλος ὀβριμοεργός·
τοὺς τελέσας ἐς Ἰωλκὸν ἀφίκετο πολλὰ μογήσας
ὠκείης ἐπὶ νηὸς ἄγων ἑλικώπιδα κούρην
Αἰσονίδης, καί μιν θαλερὴν ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν.
1000 καί ῥ᾽ ἥ γε δμηθεῖσ᾽ ὑπ᾽ Ἰήσονι ποιμένι λαῶν
Μήδειον τέκε παῖδα, τὸν οὔρεσιν ἔτρεφε Χείρων
Φιλλυρίδης· μεγάλου δὲ Διὸς νόος ἐξετελεῖτο.
αὐτὰρ Νηρῆος κοῦραι ἁλίοιο γέροντος,
ἤτοι μὲν Φῶκον Ψαμάθη τέκε δῖα θεάων
1005 Αἰακοῦ ἐν φιλότητι διὰ χρυσῆν Ἀφροδίτην·
Πηλεῖ δὲ δμηθεῖσα θεὰ Θέτις ἀργυρόπεζα
γείνατ᾽ Ἀχιλλῆα ῥηξήνορα θυμολέοντα.
Αἰνείαν δ᾽ ἄρ᾽ ἔτικτεν ἐυστέφανος Κυθέρεια,
Ἀγχίσῃ ἥρωι μιγεῖσ᾽ ἐρατῇ φιλότητι
1010 Ἴδης ἐν κορυφῇσι πολυπτύχου ἠνεμοέσσης.
Κίρκη δ᾽ Ἠελίου θυγάτηρ Ὑπεριονίδαο
γείνατ᾽ Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος ἐν φιλότητι
Ἄγριον ἠδὲ Λατῖνον ἀμύμονά τε κρατερόν τε·
[Τηλέγονον δὲ ἔτικτε διὰ χρυσῆν Ἀφροδίτην·]
1015 οἳ δή τοι μάλα τῆλε μυχῷ νήσων ἱεράων
πᾶσιν Τυρσηνοῖσιν ἀγακλειτοῖσιν ἄνασσον.
Ναυσίθοον δ᾽ Ὀδυσῆι Καλυψὼ δῖα θεάων
γείνατο Ναυσίνοόν τε μιγεῖσ᾽ ἐρατῇ φιλότητι.
αὗται μὲν θνητοῖσι παρ᾽ ἀνδράσιν εὐνηθεῖσαι
1020 ἀθάναται γείναντο θεοῖς ἐπιείκελα τέκνα.
[νῦν δὲ γυναικῶν φῦλον ἀείσατε, ἡδυέπειαι
Μοῦσαι Ὀλυμπιάδες, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο.]

***
Στον Κάδμο η Αρμονία, η θυγατέρα της χρυσής της Αφροδίτης,
γέννησε την Ινώ, τη Σεμέλη, την Αγαύη με τα ωραία μάγουλα,
την Αυτονόη, που ο βαθυχαίτης ο Αρισταίος την παντρεύτηκε,
γέννησε και τον Πολύδωρο στη Θήβα που ωραία τη στεφανώνουν κάστρα.
Η Καλλιρόη, του Ωκεανού η κόρη, με το Χρυσάορα το γενναιόψυχο
980 σαν έσμιξε, με της πολύχρυσης της Αφροδίτης την αγάπη,
γέννησε γιο που ήτανε απ᾽ όλους τους θνητούς ο κραταιότερος,
το Γηρυόνη, που ο δυνατός ο Ηρακλής τον σκότωσε,
για τα στριφτόποδα τα βόδια στην Ερύθεια που τα νερά τη ζώνουν.
Στον Τιθωνό η Ηώ τού γέννησε τον χαλκοντυμένο Μέμνονα,
των Αιθιόπων βασιλιά, μα και τον άνακτα Ημαθίωνα.
Στον Κέφαλο γέννησε γιο λαμπρό,
το δυνατό Φαέθοντα, άντρα που έμοιαζε με τους θεούς.
Αυτόν, σαν είχε ακόμα φρέσκο το απαλό λουλούδι της ξακουστής της νιότης,
ένα παιδί με σκέψεις τρυφερές, η Αφροδίτη που αγαπάει τα χαμόγελα
990 τον σήκωσε αναρπάζοντάς τον και στα βάθη των πανίερων των ναών της
φύλακα τον έκανε, δαίμονα θείο.
Την κόρη του Αιήτη, του θεόθρεφτου του βασιλιά,
ο γιος του Αίσονα με των αιώνιων θεών τη βούληση
την πήρε απ᾽ τον Αιήτη, αφού επιτέλεσε άθλους πολυστέναχτους,
που άφθονους τους διέταξε ο υπερόπτης μέγας βασιλιάς,
ο υβριστής Πελίας, ο ανόσιος κακούργος.
Αυτούς αφού ολοκλήρωσε στην Ιωλκό κατέφτασε, αφού πολλά υπέφερε,
πάνω σε πλοίο φέρνοντας την κόρη που ᾽χε ζωηρά τα μάτια,
ο γιος του Αίσονα, και θαλερή την έκανε ομόκλινή του.
1000 Κι εκείνη, δαμασμένη απ᾽ τον Ιάσονα, τον ηγεμόνα του λαού,
γέννησε γιο το Μήδειο που πάνω στα βουνά ο Χίρων τον ανέθρεψε,
ο γιος της Φιλύρας. Και του μεγάλου Δία το σχέδιο εκπληρωνόταν.
Κι από τις κόρες του Νηρέα, του θαλάσσιου γέροντα,
η Ψαμάθη το Φώκο γέννησε, η ευγενέστερη απ᾽ τις θεές,
από τον έρωτα του Αιακού, με τη βοήθεια της χρυσής της Αφροδίτης.
Κι η θεά η Θέτιδα με τ᾽ ασημένια πόδια, απ᾽ τον Πηλέα νικημένη
τον Αχιλλέα τού γέννησε το λεοντόκαρδο που των ανδρών τις φάλαγγες τις σπάει.
Και η Κυθέρεια Αφροδίτη με τα ωραία στεφάνια γέννησε τον Αινεία,
σαν έσμιξε με τον ήρωα Αγχίση σ᾽ αγάπη εράσμια
1010 πάνω στις κορυφές της Ίδης της πολύπτυχης, της ανεμοδαρμένης.
Και η Κίρκη, η κόρη του Ήλιου, του γιου του Υπερίονα,
από τον έρωτα του καρτερόψυχου Οδυσσέα
τον Άγριο και τον Λατίνο γέννησε, τον άψογο και δυνατό.
[Γέννησε και τον Τηλέγονο με τη βοήθεια της χρυσής της Αφροδίτης.]
Κι εκείνοι πολύ μακριά, στο μυχό των ιερών νησιών,
σ᾽ όλους τους ξακουστούς τους Τυρρηνούς βασίλευαν.
Και η Καλυψώ, η ευγενέστερη απ᾽ τις θεές, στον Οδυσσέα το Ναυσίθοο
του γέννησε και το Ναυσίνοο, σαν έσμιξε μαζί του σ᾽ εράσμιο έρωτα.
Αυτές είναι οι αθάνατες που με θνητούς ανθρώπους πλάγιασαν
1020 και γέννησαν παιδιά όμοια με τους θεούς.
[Μα τώρα των γυναικών το γένος τραγουδήστε, γλυκόλαλες
Ολυμπιάδες Μούσες, κόρες του Δία που την αιγίδα του βαστά.]

Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (451-498)

ΧΟ. δολερὸν μὲν ἀεὶ κατὰ πάντα δὴ τρόπον [στρ.]
πέφυκεν ἄνθρωπος· σὺ δ᾽ ὅμως λέγε μοι.
τάχα γὰρ τύχοις ἂν
χρηστὸν ἐξειπὼν ὅ τι μοι παρορᾷς, ἢ
455 δύναμίν τινα μείζω
παραλειπομένην ὑπ᾽ ἐμῆς φρενὸς ἀ-
ξυνέτου· σὺ δὲ τοῦθ᾽
οὑρᾷς λέγ᾽ εἰς κοινόν.
ὃ γὰρ ἂν σὺ τύχῃς μοι
ἀγαθὸν πορίσας, τοῦτο κοινὸν ἔσται.

460 ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὅτῳπερ πράγματι τὴν σὴν ἥκεις γνώμην ἀναπείσας,
λέγε θαρρήσας· ὡς τὰς σπονδὰς οὐ μὴ πρότερον παραβῶμεν.
ΠΙ. καὶ μὴν ὀργῶ νὴ τὸν Δία καὶ προπεφύραται λόγος εἷς μοι,
ὃν διαμάττειν οὐ κωλύει. φέρε, παῖ, στέφανον· καταχεῖσθαι
κατὰ χειρὸς ὕδωρ φερέτω ταχύ τις. ΕΥ. δειπνήσειν μέλλομεν; ἢ τί;
465 ΠΙ. μὰ Δί᾽ ἀλλὰ λέγειν ζητῶ τι πάλαι, μέγα καὶ λαρινὸν ἔπος τι,
ὅ τι τὴν τούτων θραύσει ψυχήν. οὕτως ὑμῶν ὑπεραλγῶ,
οἵτινες ὄντες πρότερον βασιλῆς— ΧΟ. ἡμεῖς βασιλῆς; τίνος; ΠΙ. ὑμεῖς
πάντων ὁπόσ᾽ ἔστιν, ἐμοῦ πρῶτον, τουδί, καὶ τοῦ Διὸς αὐτοῦ,
ἀρχαιότεροι πρότεροί τε Κρόνου καὶ Τιτάνων ἐγένεσθε,
470 καὶ Γῆς. ΧΟ. καὶ Γῆς; ΠΙ. νὴ τὸν Ἀπόλλω. ΧΟ. τουτὶ μὰ Δί᾽ οὐκ ἐπεπύσμην.
ΠΙ. ἀμαθὴς γὰρ ἔφυς κοὐ πολυπράγμων, οὐδ᾽ Αἴσωπον πεπάτηκας,
ὃς ἔφασκε λέγων κορυδὸν πάντων πρώτην ὄρνιθα γενέσθαι,
προτέραν τῆς γῆς, κἄπειτα νόσῳ τὸν πατέρ᾽ αὐτῆς ἀποθνῄσκειν·
γῆν δ᾽ οὐκ εἶναι, τὸν δὲ προκεῖσθαι πεμπταῖον· τὴν δ᾽ ἀποροῦσαν
475 ὑπ᾽ ἀμηχανίας τὸν πατέρ᾽ αὑτῆς ἐν τῇ κεφαλῇ κατορύξαι.
ΕΥ. ὁ πατὴρ ἄρα τῆς κορυδοῦ νυνὶ κεῖται τεθνεὼς Κεφαλῆσιν.
ΠΙ. οὔκουν δῆτ᾽ εἰ πρότεροι μὲν γῆς, πρότεροι δὲ θεῶν ἐγένοντο,
ὡς πρεσβυτάτων ὄντων αὐτῶν ὀρθῶς ἐσθ᾽ ἡ βασιλεία;
ΕΥ. νὴ τὸν Ἀπόλλω. πάνυ τοίνυν χρὴ ῥύγχος βόσκειν σε τὸ λοιπόν·
480 οὐκ ἀποδώσει ταχέως ὁ Ζεὺς τὸ σκῆπτρον τῷ δρυκολάπτῃ.
ΠΙ. ὡς δ᾽ οὐχὶ θεοὶ τοίνυν ἦρχον τῶν ἀνθρώπων τὸ παλαιόν,
ἀλλ᾽ ὄρνιθες, κἀβασίλευον, πόλλ᾽ ἐστὶ τεκμήρια τούτων.
αὐτίκα δ᾽ ὑμῖν πρῶτ᾽ ἐπιδείξω τὸν ἀλεκτρυόν᾽, ὡς ἐτυράννει
ἦρχέ τε Περσῶν πρῶτος πάντων Δαρείων καὶ Μεγαβάζων,
485 ὥστε καλεῖται Περσικὸς ὄρνις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἔτ᾽ ἐκείνης.
ΕΥ. διὰ ταῦτ᾽ ἄρ᾽ ἔχων καὶ νῦν ὥσπερ βασιλεὺς ὁ μέγας διαβάσκει
ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τὴν κυρβασίαν τῶν ὀρνίθων μόνος ὀρθήν.
ΠΙ. οὕτω δ᾽ ἴσχυέ τε καὶ μέγας ἦν τότε καὶ πολύς, ὥστ᾽ ἔτι καὶ νῦν
ὑπὸ τῆς ῥώμης τῆς τότ᾽ ἐκείνης, ὁπόταν μόνον ὄρθριον ᾄσῃ,
490 ἀναπηδῶσιν πάντες ἐπ᾽ ἔργον, χαλκῆς, κεραμῆς, σκυλοδέψαι,
σκυτῆς, βαλανῆς, ἀλφιταμοιβοί, τορνευτολυρασπιδοπηγοί·
οἱ δὲ βαδίζουσ᾽ ὑποδησάμενοι νύκτωρ. ΕΥ. ἐμὲ τοῦτό γ᾽ ἐρώτα.
χλαῖναν γὰρ ἀπώλεσ᾽ ὁ μοχθηρὸς Φρυγίων ἐρίων διὰ τοῦτον.
εἰς δεκάτην γάρ ποτε παιδαρίου κληθεὶς ὑπέπινον ἐν ἄστει,
495 κἄρτι καθηῦδον· καὶ πρὶν δειπνεῖν τοὺς ἄλλους οὗτος ἄρ᾽ ἦσεν·
κἀγὼ νομίσας ὄρθρον ἐχώρουν Ἁλιμουντάδε, κἄρτι προκύπτω
ἔξω τείχους καὶ λωποδύτης παίει ῥοπάλῳ με τὸ νῶτον·
κἀγὼ πίπτω μέλλω τε βοᾶν, ὁ δ᾽ ἀπέβλισε θοἰμάτιόν μου.

***
ΧΟΡ. Δολερό
πλάσμα ο άνθρωπος με κάθε τρόπο, πάντα·
κι όμως μίλα·
κάτι απάνω μου ίσως βρίσκεις σοβαρό
και το φανερώσεις τώρα,
κάποια δύναμη μεγάλη, που ξεφεύγει
απ᾽ το κοκορόμυαλό μου·
ό,τι βλέπεις να το πεις μπρος στο κοινό·
κάτι αν βρεις καλό για μένα,
θα ᾽ναι για όλους μας καλό.

460 ΚΟΡ. Μα το ζήτημ᾽ αυτό, που η δική σου βουλή
λέει καλό και γι᾽ αυτό ᾽ρθες, με θάρρος
έλα πες το· ποτέ δε ντροπιάζουμ᾽ εμείς
λόγο που έχουμε δώσει, να ξέρεις.

ΠΙΣ. Έτοιμη έχω τη ζύμη ενός λόγου, και νά,
της ψυχής μου παρόρμηση νιώθω
να τον πλάσω· είν᾽ ο δρόμος ελεύθερος. Μπρος!
Φέρτε εδώ ένα στεφάνι, και κάποιος
να μου χύσει στα χέρια μου απάνω νερό·
μην αργείτε. ΕΥΕ. Τί; Πάμε για δείπνο;
ΠΙΣ. Όχι· είν᾽ ώρα που μέσα στο νου μου ζητώ
κάποιο λόγο τρανό και θρεμμένο,
να μπορέσω να σπάσω αυτωνών την ψυχή.
Στα πουλιά.
Τι μεγάλο για σας νιώθω πόνο,
που σε χρόνια παλιά βασιλιάδες εσείς...
ΚΟΡ. Βασιλιάδες, εμείς; τίνων; ΠΙΣ. Όλων,
όσα υπάρχουν στον κόσμο· δικοί μου, αυτουνού,
Δείχνει τον Ευελπίδη.
μα και του ίδιου του Δία· η δική σας
η φυλή πρωτοπλάστηκε, απ᾽ όλες πιο πριν,
πιο παλιά απ᾽ τους Τιτάνες, τον Κρόνο,
470 κι απ᾽ τη Γη. ΚΟΡ. Κι απ᾽ τη Γη; ΠΙΣ. Σου τ᾽ ορκίζομαι, ναι.
ΚΟΡ. Τέτοιο πράμα ποτέ δε μου το ᾽παν.
ΠΙΣ. Είσαι αγράμματος κι όχι περίεργος· γι᾽ αυτό·
κι ούτε διάβασες μύθους του Αισώπου.
Πρώτο απ᾽ όλα, λέει ο Αίσωπος, ένα πουλί,
η σιταρήθρα γεννήθηκε· πρώτο,
πριν η γη να πλαστεί· κι ο γονιός του πουλιού
από κάποια, λέει, πέθανε αρρώστια·
η φτωχιά η σιταρήθρα δεν έβρισκε γη
να τον θάψει· κι οι μέρες περνούσαν·
τί να γίνει ο νεκρός; Τότε κείνη λοιπόν
στο κεφάλι της μέσα τον θάβει.
ΕΥΕ. Σ᾽ ένα κεφαλοχώρι λοιπόν το νεκρό
το πουλάκι είναι τώρα θαμμένο.
ΠΙΣ. Ε λοιπόν, αφού πριν από γη και θεούς
τα πουλιά γεννηθήκαν στον κόσμο,
το σωστό και το δίκιο δεν είναι σ᾽ αυτά,
σαν πρωτότοκα, ο θρόνος ν᾽ ανήκει;
ΕΥΕ. Φυσικά· θα ᾽ναι ανάγκη μονάχα, θαρρώ,
δω και μπρος να ᾽χεις σίδερο μύτη·
480 γιατί βέβαια στο Δία δε θ᾽ αρέσει, σε μια
τσιγκλιτάρα να δώσει το σκήπτρο.
ΠΙΣ. Ότι τότε, στα χρόνια που λέω τα παλιά,
κυβερνούσαν πουλιά τους ανθρώπους
και τα σκήπτρα κρατούσανε, κι όχι θεοί,
τ᾽ αποδείχνουν πολλά γεγονότα.
Και για πρώτο παράδειγμα νά ο πετεινός·
των Περσών ήταν ρήγας κι αφέντης,
από κάθε Μεγάβαζο αυτός πιο παλιός,
πιο παλιός από κάθε Δαρείο·
ώστε ακόμα απ᾽ αυτό το πρωτάτο κι εμείς
τονε λέμε πουλί της Περσίας.
ΕΥΕ. Και γι᾽ αυτό περπατά με καμάρι πολύ,
των Περσών όπως κάνει ο ρηγάρχης,
κι είναι κιόλας το μόνο πουλί που κρατά
στο κεφάλι του ολόρθη τιάρα.
ΠΙΣ. Κι ήταν τόσο τρανός κι είχε τόσο υψηλήν
αρχοντιά ο πετεινός, που και τώρα,
απ᾽ την πρώτη του εκείνη εξουσία την παλιά,
τα χαράματα μόλις λαλήσει,
490 όλοι αμέσως ξυπνούν, στις δουλειές τους να παν,
ο χαλκιάς, ο αλευράς, ο ταμπάκης,
κι όσοι φτιάνουν ασπίδες ή λύρες· μαζί
κανατάς, παπουτσής και λουτράρης.
όλοι, αφού ποδεθούν βιαστικά, ξεκινούν
νύχτ᾽ ακόμα. ΕΥΕ. Σ᾽ αυτό ρώτα εμένα.
Εξαιτίας του κοκόρου μια χλαίνα ακριβή
κάποτ᾽ έχασα εγώ ο κακομοίρης.
Στην Αθήνα είχα πάει, στη γιορτή ενός μωρού
που θα του ᾽βγαζαν τ᾽ όνομα· λίγο
το ᾽χα τσούξει και πλάγιασα· κι έξαφνα, πριν
να τελειώσουνε οι άλλοι το δείπνο,
το κοκόρι λαλεί· «ξημερώνει» είπα εγώ·
ξεκινώ για τον Άλιμο· μόλις
ξεμυτίζω απ᾽ το τείχος, γερή μαγκουριά
κάποιος κλέφτης μου δίνει στην πλάτη·
πέφτω κάτω και πάω να φωνάξω, μα αυτός
μου ᾽χε κιόλας βουτήξει το ρούχο.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΒΑΥΚΙΔΑ

ΒΑΥΚΙΔΑ
(δέντρο)
 
Η μεταμόρφωση της Βαυκίδας και του άνδρα της, του φτωχού αγρότη Φιλήμονα από τη Φρυγία, σε δέντρα, αποτέλεσε την έκφραση ευγνωμοσύνης του Δία και του Ερμή για τη φιλοξενία -ή μάλλον θεοξενία- που τους πρόσφεραν.
 
Μεταμφιεσμένοι σε ταξιδιώτες ο Δίας και ο Ερμής διέσχιζαν τη Φρυγία αναζητώντας φιλοξενία. Κανείς δεν τους δέχτηκε εκτός από τη Βαυκίδα και τον Φιλήμονα που τους φίλεψαν στη φτωχική καλύβα τους -σκύβοντας την άγια κεφαλή εδιάβηκαν το χαμηλό πορτάκι (Οβ., Μετ. 638). Από το υστέρημά τους το ζευγάρι έστησε ένα δείπνο στο τραπέζι τους που το ένα πόδι ήταν σπασμένο και κοντύτερο από τα άλλα.
 
Οργισμένοι οι δύο θεοί με τους υπόλοιπους Φρύγες, έστειλαν κατακλυσμό στη χώρα, διαφύλαξαν όμως την καλύβα που μεταβλήθηκε αργότερα σε ναό με μαρμάρινες κολόνες και μαρμάρινο δάπεδο. Η θεοδικία δεν περιορίστηκε στην τιμωρία αλλά και στην ανταπόδοση του καλού στο φιλόξενο ζευγάρι. Για να τους τιμήσουν τους έκαναν τη χάρη που ζήτησαν για ισόβια παράλληλη συζυγία ως φύλακες του ναού μέχρι τον θάνατο και μετά από αυτόν. Και πράγματι, καιρό μες στο ναό εζήσαν σα διακόνοι. Κι όταν ήταν να πεθάνουν τους μεταμόρφωσαν* σε δέντρα, το ένα δίπλα στο άλλο, μπροστά στον ναό που άλλοτε ήταν η καλύβα τους.
 
Το επεισόδιο της θεοξενίας του Δία και του Ερμή παραλληλίστηκε με ένα επεισόδιο από τις Πράξεις των Αποστόλων, όταν ο Παύλος και ο Βαρνάβας επισκέφθηκαν την πόλη Λύστρα της Φρυγίας. Η θαυματουργή δράση του Παύλου έκανε τους ντόπιους να τους θεωρήσουν για τον Δία (Παύλος) και τον Ερμή (Βαρνάβας)**.
-------------------------------
*Η μεταμόρφωση του Φιλήμονα και της Βαυκίδας
 
Κι όταν μαζί φτασμένους στα στερνά τους βάραιναν των γηρατειών οι χρόνοι,
μια μέρα όπου κάθονταν μπροστά στα σκαλοπάτια, στου ναού τη θύρα
και πιάσαν να μιλάν για τα παλιά, για τη ζωή και την κοινή τους μοίρα,
ολόγυρα στου γέρου το κορμί τυλίγονταν τα φύλλα και οι κλώνοι,
και στη Βαυκίδα ολόγυρα κι αυτός τη φυλλωσιά θωρούσε να φουντώνει.
Ανέβαινε στα μάτια η φυλλωσιά, και θέριευε κι απλώνονταν το θάμα,
το «χαίρε» μόνο πρόκαναν να πουν, κι αυτό το «χαίρε» το 'πανε αντάμα.
Ο θρύλος τους ακόμη ζωντανός, κι ως σήμερα στης λαγκαδιά το κέντρο
οι ντόπιοι δείχνουν δίδυμο κορμό και δίδυμο στη μνήμη τους το δέντρο.
(Οβ., Μεταμορφώσεις 8. 712-720)
 
**Παύλος - Δίας, Βαρνάβας - Ερμής
 
Καί τις ἀνὴρ ἐν Λύστροις ἀδύνατος τοῖς ποσὶν ἐκάθητο, χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων, ὃς οὐδέποτε περιπεπατήκει. Οὗτος ἤκουσε τοῦ Παύλου λαλοῦντος· ὃς ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἰδὼν ὅτι πίστιν ἔχει τοῦ σωθῆναι, εἶπε μεγάλῃ τῇ φωνῇ· ἀνάστηθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου ὀρθός. Καὶ ἥλατο καὶ περιεπάτει. Οἱ δὲ ὄχλοι ἰδόντες ὃ ἐποίησεν ὁ Παῦλος ἐπῆραν τὴν φωνὴν αὐτῶν Λυκαονιστὶ λέγοντες· οἱ θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ἡμᾶς· ἐκάλουν τε τὸν μὲν Βαρνάβαν Δία, τὸν δὲ Παῦλον Ἑρμῆν, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦν ὁ ἡγούμενος τοῦ λόγου. Ὁ δὲ ἱερεὺς τοῦ Διὸς τοῦ ὄντος πρὸ τῆς πόλεως αὐτῶν, ταύρους καὶ στέμματα ἐπὶ τοὺς πυλῶνας ἐνέγκας, σὺν τοῖς ὄχλοις ἤθελε θύειν. Ἀκούσαντες δὲ οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Παῦλος, διαρρήξαντες τὰ ἱμάτια αὐτῶν εἰσεπήδησαν εἰς τὸν ὄχλον κράζοντες καὶ λέγοντες· ἄνδρες, τί ταῦτα ποιεῖτε; καὶ ἡμεῖς ὁμοιοπαθεῖς ἐσμεν ὑμῖν ἄνθρωποι, εὐαγγελιζόμενοι ὑμᾶς ἀπὸ τούτων τῶν ματαίων ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα, ὃς ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς·ὃς ἐν ταῖς παρῳχημέναις γενεαῖς εἴασε πάντα τὰ ἔθνη πορεύεσθαι ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν καίτοι γε οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκεν ἀγαθοποιῶν, οὐρανόθεν ὑμῖν ὑετοὺς διδοὺς καὶ καιροὺς καρποφόρους, ἐμπιπλῶν τροφῆς καὶ εὐφροσύνης τὰς καρδίας ὑμῶν.Καὶ ταῦτα λέγοντες μόλις κατέπαυσαν τοὺς ὄχλους τοῦ μὴ θύειν αὐτοῖς. (Πράξεις των Αποστόλων 14.11-18)

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ: Τα τρία μοιραία ελαττώματα της στρατηγικής του Περικλή

Αν ο βασιλιάς Αρχίδαμος και ο πελοποννησιακός στρατός υποτίμη­σαν τόσο τα προβλήματα που ενυπήρχαν στην προσπάθεια να λεη­λατηθεί η Αττική, όσο και τα αντίμετρα των Αθηναίων, ο Περικλής δε συνειδητοποίησε τα τρία μοιραία ελαττώματα της, κατά τα άλλα, πειστικής στρατηγικής του, που απέβλεπε σε έναν πόλεμο φθοράς. Πρώτα απ’ όλα, θεώρησε ως δεδομένο ότι μια πόλη που είχε οικοδομηθεί για 100.000 κατοίκους θα μπορούσε να φιλοξενήσει -χωρίς να υπάρξουν προβλήματα στέγασης, υδροδότησης και υγιεινής- έ­ναν επιπρόσθετο πληθυσμό 100.000-150.000 ανθρώπων από την ύ­παιθρο για ένα μήνα ή και περισσότερο. Χιλιάδες πρόσφυγες δε θα είχαν μόνιμη κατοικία, και σύντομα θα επιβάρυναν τις πηγές, τα α­ποχωρητήρια και το αποχετευτικό δίκτυο της πόλης. Επιπλέον, η οργή όσων υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν τα σπίτια τους θα αυξα­νόταν συνεχώς, ενώ θα αισθάνονταν άβολα στις συναναστροφές τους με τους κατοίκους της πόλης - τους περισσότερους από τους οποί­ους δεν τους είχαν ξαναδεί και πιθανότατα δεν τους συμπαθούσαν.
 
Το σχέδιο του Περικλή ήταν να μετατρέψει την πιο επιβλητική πόλη της Ελλάδας σε ένα τεράστιο και ρυπαρό στρατόπεδο προ­σφυγών, σε μια εποχή που η ύπαρξη των μικροβίων, πόσο μάλλον η αντιμετώπισή τους, ήταν άγνωστη - ένα ριζοσπαστικό σχέδιο που οι Αθηναίοι δεν είχαν εφαρμόσει ούτε στη διάρκεια των Περσικών Πο­λέμων ούτε στον Πρώτο Πελοποννησιακό Πόλεμο. Οποιοσδήποτε έχει ζήσει τα καλοκαίρια στη σημερινή Αθήνα γνωρίζει ότι η αφό­ρητη απογευματινή ζέστη πνίγει την πόλη, ενώ δε φυσάει καθόλου - καθώς η πόλη βρίσκεται σε ένα Λεκανοπέδιο που το περιβάλλουν τα όρη Αιγάλεω, Πάρνηθα, Πεντέλη και Υμηττός, ενώ δεν έχει κά­ποιο μεγάλο ποτάμι και η θάλασσα βρίσκεται σχετικά μακριά.[1]
 
Αργότερα ο καταπονημένος Περικλής θα ομολογούσε στους ε­ξαντλημένους και εξοργισμένους συμπολίτες του σε μια συνέλευση της Εκκλησίας του Δήμου: «Η επιδημία αυτή, το μοναδικό, αλήθεια, πράγμα που δεν προβλέψαμε». Και σε αυτή την περίπτωση, βρι­σκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα τραγική ειρωνεία: με την ανέγερ­ση των Μακρών Τειχών (461-456) ο Θεμιστοκλής ήθελε να διασφα­λίσει ότι στο μέλλον οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να αποφύγουν μια εκ παρατάξεως μάχη, να παραμείνουν μέσα στην πόλη και, άρα, να μην υποχρεωθούν να καταφύγουν στα γειτονικά νησιά. Στην πραγ­ματικότητα, όταν είχε υλοποιηθεί το 480 η προηγούμενη τραυματι­κή εκκένωση της Αθήνας, ο διασκορπισμός του πληθυσμού στην Αί­γινα, στη Σαλαμίνα και στην Τροιζήνα είχε μειώσει τις πιθανότητες να ενσκήψει λοιμός εξαιτίας του συνωστισμού χιλιάδων ανθρώπων. Ο Περικλής δε χρειαζόταν, λοιπόν, τις συμβουλές ενός ειδικού στη στρατιωτική στρατηγική, αλλά μάλλον εκείνες ενός ειδικού στη δη­μόσια υγεία. Εν τω μεταξύ φαίνεται ότι φέρθηκε απερίσκεπτα, ενώ ο Αρχίδαμος ενήργησε με μεγαλύτερη σύνεση. Εξαιτίας ενός συ­γκυριακού λοιμού η στρατηγική οξυδέρκεια του Περικλή αποδεί­χτηκε ολέθρια - ενώ οι κοινότοπες ιδέες του Αρχίδαμου εμπνευσμέ­νες.[2]
 
Δεύτερον, ο Περικλής διακύβευσε ότι οι Αθηναίοι -ένας λαός που κάποτε στο Μαραθώνα νίκησε ένα στρατό που ήταν τριπλάσιος α­πό το δικό τους και στη Σαλαμίνα βύθισε τον αριθμητικά υπέρτερο περσικό στόλο- θα παρέμεναν αδρανείς χωρίς να πληγωθούν τα πα­τριωτικά τους αισθήματα, ενώ οι χιλιάδες στρατιώτες του εχθρού θα κόμπαζαν αμφισβητώντας την πολεμική τους ανδρεία. Ήταν, φυσι­κά, αναμενόμενο ότι οι γεωργοί θα εξοργίζονταν για την καταστρο­φή των σπιτιών τους. Όμως, και το σύνολο του πληθυσμού θα έπρε­πε να καταπιεί την προσβλητική ιδέα ότι οι άντρες της Αθήνας δεν τολμούσαν να πολεμήσουν έναν εχθρό που βρισκόταν μερικά μόνο χιλιόμετρα μακριά από τα τείχη της πόλης.
 
Ο πόλεμος δεν είναι ποτέ μόνο μια σύγκρουση για συγκεκριμέ­να πράγματα. Αντίθετα, όπως διαπίστωσαν οι πιο μεγάλοι στρατη­γοί στην Ιστορία, από τον Θηβαίο Επαμεινώνδα μέχρι τον Ναπολέοντα, παραμένει μια διαπάλη βουλήσεων, νοοτροπιών και αντιλή­ψεων, που αποτελεί τον πυρήνα για την ερμηνεία των στρατιωτικών συμβάντων.
 
Όταν, λοιπόν, οι Αθηναίοι αποδέχθηκαν ως τετελεσμένο ότι ο ε­χθρός θα μπορούσε να καταλαμβάνει την πατρώα γη τους με τη σχε­δόν απόλυτη βεβαιότητα ότι δε θα εκδιωκόταν διά της βίας, δεν ή­ταν αναπόφευκτο να δημιουργηθεί ένα συλλογικό αίσθημα μειωμέ­νης αυτοπεποίθησης και ανασφάλειας; Μήπως άλλοι εχθροί της Αθήνας -ή ακόμα και οι πόλεις-κράτη του Αιγαίου που ήταν φόρου υ­ποτελείς, όπως η Χίος, η Μυτιλήνη και η Σάμος- θεωρούσαν ότι η Αθήνα δεν μπορούσε πλέον να αντιδράσει σε μια επίθεση; Πώς μια υπερήφανη ηγεμονία θα απέτρεπε εξεγέρσεις στα μακρινά φόρου υ­ποτελή νησιά, όταν δεν μπορούσε να υπερασπίσει το έδαφος της; Οι εν δυνάμει στασιαστές δε θα εντρυφούσαν στις αποχρώσεις της τακτικής του Περικλή, αλλά θα αποφάσιζαν με βάση τον ακόλουθο απλό ηθικό συλλογισμό: «Οι Αθηναίοι ηγεμόνες μας πολεμούν ή πα­ραμένουν φοβισμένοι πίσω από τα τείχη τους;»
 
Αρκετά χρόνια αργότερα, στις παραμονές της Σικελικής Εκστρα­τείας, ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ο Αλκιβιάδης για να πείσει τους Αθηναίους -ένα λαό που το ένα τέταρτό του είχε χα­θεί από το λοιμό και η γη του είχε υποστεί πέντε εισβολές- ότι έ­πρεπε να επιτεθούν εναντίον των Συρακουσών ήταν ότι η ίδια η φύ­ση της Αθήνας την καθιστούσε κατάλληλη μόνο για επιθετική στρα­τηγική και ότι θα σταματούσε να υπάρχει αν επέλεγε μια παθητική στάση. Ένας από τους λόγους για τους οποίους η συχνά λανθασμέ­νη λογική του Αλκιβιάδη άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή των Αθηναί­ων και πείστηκαν να εισβάλουν στη Σικελία το 415 ήταν, ίσως, ότι οι θερμοκέφαλοι στο ακροατήριό του θυμόντουσαν τις εισβολές του Αρχίδαμου - όταν οι Αθηναίοι είχαν παραμείνει αδρανείς και αυτή η παθητική στάση είχε προκαλέσει το λοιμό και το θάνατο του Πε­ρικλή, ενώ δεν τους είχε προσφέρει κανένα σαφείς πλεονέκτημα στην πρώτη δεκαετία του πολέμου.
 
Σε τελική ανάλυση, αν η Αθήνα συγκρουόταν με τη μεγαλύτερη χερσαία δύναμη στον ελληνικό κόσμο, θα έπρεπε είτε να νικήσει το σπαρτιατικό στρατό είτε, μέσω της απελευθέρωσης των ειλώτων, να καταστρέφει το σύστημα το οποίο επέτρεπε σε αυτό τον επαγγελ­ματικό στρατό να εκπαιδεύεται διαρκώς και να πραγματοποιεί εκ­στρατείες. Υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι ο Περικλής, τουλάχιστον αρχικά, σχεδίαζε ένα τόσο τολμηρό επιθετικό πλήγμα, δηλαδή να ορ­γανώσει έναν πανελλήνιο συνασπισμό που θα εισέβαλλε στη Λακω­νία, ή ότι είχε σκεφτεί πώς θα συνεχιζόταν η χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αν η διάρκεια τους υπερέβαινε τα πέ­ντε χρόνια. Στην πραγματικότητα, οι πόλεμοι δεν τελειώνουν αν δεν εξαλειφθούν οι αιτίες που προκάλεσαν την έναρξή τους - όπως, για παράδειγμα, ένα πολεμοχαρές καθεστώς, ένας επιθετικός ηγέτης ή μια ριψοκίνδυνη εθνική πολιτική. Διαφορετικά, υπάρχει μια bellum interruptum, μια πολεμική παύση, παρόμοια με την αποκαλούμενη Νικίειο Ειρήνη, όταν η Αθήνα και η Σπάρτη συμφώνησαν να πραγ­ματοποιήσουν ένα διάλειμμα από το 421 έως το 415, πριν επιτεθούν πάλι η μια εναντίον της άλλης με ανανεωμένο και θανατηφόρο μέ­νος.
 
Τρίτον, ο Περικλής υπέθετε ότι ένας ηγέτης με το ρητορικό τα­λέντο του, την πολιτική εμπειρία του και το ηθικό κύρος του θα μπο­ρούσε να χαλιναγωγήσει τόσο τους συντηρητικούς γεωργούς όσο και τους δημοκράτες εξτρεμιστές με συστηματικό και σταθερό τρόπο έ­ως ότου οι Σπαρτιάτες υπαναχωρήσουν. Οι σωζόμενες προτομές του, όπως εκείνες του επίσης στρατιωτικού ηγέτη Λίνκολν, απεικονίζουν ένα γαλήνιο άνθρωπο. Μια περικεφαλαία βρίσκεται πάνω από το ευρύ μέτωπό του, η έκφραση του προσώπου του δείχνει ότι τον α­πασχολούν υψίστης σημασίας ζητήματα, ενώ δεν υπάρχει η παρα­μικρή ένδειξη αλαζονείας ή ανασφάλειας.
 
Για τριάντα χρόνια ο Περικλής, ως ενιαύσιος εκλεγμένος στρα­τηγός, διέθετε μια τεράστια ηθική επιρροή και, ως εκ τούτου, δημι­ουργούσε μια αίσθηση συνέπειας και συνέχειας, που ήταν ασυνήθι­στη σε μια δημοκρατία η οποία λειτουργούσε χωρίς να υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα και περιορισμοί στη βούληση της πλειοψηφίας ό­πως διαμορφωνόταν στην ευμετάβλητη Εκκλησία του Δήμου. Οι συ­μπάθειες που είχε ανάμεσα στους ριζοσπαστικούς υποστηρικτές της ισότητας σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα που του προσέδιδε η α­ριστοκρατική του καταγωγή τον βοήθησαν να καθοδηγεί -χωρίς ό­μως να κολακεύει- το άστατο πλήθος, που μπορούσε να ψηφίσει να εξανδραποδιστούν ή να εκτελεστούν οι κάτοικοι μιας συμμαχικής πόλης που είχαν στασιάσει είτε να τους συγχωρέσει, ανάλογα με το τι θεωρούσε σωστό τη δεδομένη στιγμή.
 
Είναι αλήθεια ότι, θεωρητικά, ο Περικλής ήταν μόνο ένας από τους δέκα ενιαυσίους στρατηγούς - που εκλέγονταν με ανάταση των χειρών από την Εκκλησία του Δήμου και μπορούσαν να επανεκλέ­γονται κάθε έτος. Ωστόσο, η ηλικία του, η εμπειρία του, ο χαρα­κτήρας του και οι ρητορικές του ικανότητες του πρόσφεραν μια τό­σο μεγάλη λαϊκή υποστήριξη, ώστε μόνο με τη δύναμη της θέλησής του μπορούσε να πείσει τους υπόλοιπους αξιωματούχους είτε να συγκαλέσουν είτε να αναβάλουν μια συνέλευση της Εκκλησίας του Δή­μου, και με αυτό τον τρόπο να διευκολύνει ή να παρεμποδίσει την έκφραση της λαϊκής βούλησης.[3]
 
Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, «το πολίτευμα της Αθήνας λεγόταν, αλήθεια, δημοκρατία, στην πραγματικότητα όμως, σιγά σιγά, γινό­ταν εξουσία που την ασκούσε ο πρώτος της πολίτης». Δεν είναι σα­φές αν αυτό το εγκώμιο αποτελεί μια ακριβή απεικόνιση της πολι­τικής ζωής στην Αθήνα του Περικλή, ιδίως αν αναλογιστούμε την τάση του Θουκυδίδη να δυσφημεί την Εκκλησία του Δήμου ως ένα «πλήθος» ή έναν «όχλο» που τον αποτελούσαν οι φτωχότεροι και λι­γότερο μορφωμένοι πολίτες. Όμως, μια πιο σημαντική παράμετρος που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι ότι ο Περικλής ήταν πλέ­ον 64 ετών. Θα πρέπει να υπήρχαν αμφιβολίες για το αν είχε ακόμα τη φυσική αντοχή ώστε να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη πρόκληση στην ιστορία της αθηναϊκής δημοκρατίας.[4]
 
Ο μεγάλος αυτός ηγέτης θα προδιδόταν, τελικά, τόσο από κά­ποιες εσφαλμένες κρίσεις του όσο και από τη σωματική εξάντληση και την ηλικία του. Θα αποδεικνυόταν ότι ο Περικλής είχε άδικο και στα τρία διακυβεύματα στα οποία βάσισε τη στρατηγική της υπο­χρεωτικής εκκένωσης της Αττικής. Ο απρόσμενος λοιμός που έπληξε την πόλη στη διάρκεια του δεύτερου χρόνου της εισβολής (430) εξολόθρευσε χιλιάδες Αθηναίους οπλίτες. Δεκάδες χιλιάδες ακόμα άνθρωποι αρρώστησαν ή πέθαναν, με συνέπεια να χαθούν περισ­σότεροι άντρες από όσους θα μπορούσε να σκοτώσει η σπαρτιατι­κή φάλαγγα, ένα γεγονός που μας υπενθυμίζει ότι, στους περισσό­τερους πολέμους, περισσότεροι άνθρωποι χάνονται από τις ασθέ­νειες παρά από τα εχθρικά όπλα. Ο Περικλής συγκέντρωσε τους πο­λίτες της Αττικής πίσω από τα τείχη για να διασφαλίσει τη σωτηρία χιλιάδων ζωών, όμως με αυτή του την απόφαση εξασφάλισε, αντί­θετα, ότι θα πέθαιναν πολύ περισσότεροι άνθρωποι. Οι εσωτερικές εντάσεις που προκλήθηκαν ανάμεσα σε ομάδες πολιτών με διαφο­ρετικά συμφέροντα δεν επιλύθηκαν ποτέ ολοκληρωτικά, αλλά σύ­ντομα έγιναν ακόμα πιο έκδηλες με αφορμή απερίσκεπτες και ά­σχημα σχεδιασμένες επιθετικές επιχειρήσεις, για να οδηγήσουν τε­λικά στις ολιγαρχικές στάσεις του 411 και του 403. Για το συντηρη­τικό ιστορικό Θουκυδίδη ο θάνατος του Περικλή από το λοιμό ήταν μια τραγική απώλεια, καθώς τον διαδέχτηκε μια ατελείωτη σειρά δημαγωγών, όπως ο Κλέωνας, ο Αλκιβιάδης, ο Υπέρβολος, ο Κλεόνυμος και ο Κλεοφώντας, που όλοι τους επεδίωκαν κυνικά να αυξή­σουν την προσωπική τους εξουσία χρησιμοποιώντας τις διάφορες αντιμαχόμενες ομάδες.
-------------------------
[1] Ο Θουκυδίδης επικεντρώνεται στη συγκίνηση και στην οδύνη που προκάλεσε η πρώτη απόσυρση μέσα στην πόλη το 431συγκίνηση και στην οδύνη που προκάλεσε η πρώτη απόσυρση μέσα στην πόλη το 431. Πραγματοποιήθηκαν , όμως, τέσσερις ακόμα παρόμοιες εκκενώσεις της Αττικής, στις οποίες ο ιστορικός δεν αναφέρεται με τον ίδιο παραστατικό τρόπο, και οι οποίες θα πρέπει να ήταν εξίσου δύσκολες . Σε γενικές γραμμές , ο Θουκυδίδης περιγράφει διεξοδικά μια «τυΠ1κή>, πολιορκία , μάχη ή εμφύλια σύρραξη , και στη συνέχεια θεωρεί ως δεδομένο ότι ο αναγνώστης είναι πια εξοικειωμένος με τις λεπτομέρειες των μεταγενέστερων γεγονότων, τα οποία περιγράφονται με πιο συνοπτικό τρόπο.

[2] 2.54.1. Δε γνωρίζουμε τι ακριβώς εννοούσε ο Περικλής με αυτή την ψυχρή αποτίμηση. Πιθανότατα ότι τα αθηναϊκά αντίποινα στις ακτές της Πελοποννήσου θα ήταν πολύ πιο σκληρά και αποτελεσματικά, αν η πόλη δεν είχε αφανιστεί από Τ!]Υ επιδημία. Ο Πλούταρχος πίστευε ότι, αν ο λοιμός δεν είχε πλήξει την Αθήνα, η Σπάρτη πολύ σύντομα θα σταματούσε να πιστεύει ότι μπορούσε να νικήσει την Αθήνα (Βίοι Παράλληλοι,« Περικλής », 34.2).

[3] Για την προειδοποίηση του Αλκιβιάδη , βλ. 8.18.7. Υπάρχει μια μακροχρόνια διαφωνία ανάμεσα στους μελετητές για την πραγματική νομική βάση της τεράστιας εξουσίας του Περικλή, μια διαμάχη που συνοψίζεται στο Hamel, Atheniαn. Generals, σ. 9-12. Ένας από τους έμμεσους τρόπους για να καθοδηγεί κάποιος την πολιτική ζωή της ΑθΙ1νας ήταν η απόφαση για το αν θα συγκληθεί ή όχι η Εκκλησία του Δήμου . Προφανώς, σε περιόδους κρίσης και οξυμένων παθών , ένας νηφάλιος στρατηγός, όπως ο Περικλής, θα προτιμούσε να αναβληθεί η συνεδρίαση και να ηρεμήσουν τα πνεύματα ώστε να μην εξαρτηθεί η πολιτική της πόλης-κράτους από τη συλλογική κρίση των 7.000 ή και περισσότερων εξοργισμένων πολιτών που συν ωθούνταν στην Πνύκα .

[4] 2.65.9. Πρβλ. 2.65.4, 4.83.3, 6.17.2, 6.63 και 8.2. Σε άλλα χωρία ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί τους όρους όχλος και όμως, με έναν τρόπο που δεν είναι πάντα υποτιμητικός, αλλά ίσως αντανακλά ότι είναι ενδεχόμενο, και όχι αναπόφευκτο, ένας «λαός» να είναι άστατος και ευμετάβλητος. Πρβλ . Cawkwell, Thucydides, σ. 7-8.

Όσο πιο ρηχός είναι κάποιος τόσο πιο πιθανό είναι να ενδώσει στο κακό

Για μένα υπάρχει μια σημαντικότατη διαφορά: "κοινοτοπία" είναι ό,τι συμβαίνει συνήθως, κοινώς, παρ' όλα αυτά κάτι μπορεί να είναι αβαθές, και δίχως ακόμη να είναι κοινό…

Εννοώ ότι, αν πάμε μέχρι τη ρίζα, το κακό δεν είναι ριζικό, δεν έχει βαθύτητα, και είναι ακριβώς για το λόγο αυτό που είναι τόσο τρομερά δύσκολο να συλλάβουμε με τη σκέψη, γιατί σκέφτομαι εξ ορισμού, σημαίνει φτάνω μέχρι τις ρίζες.

Το κακό είναι ένα φαινόμενο της επιφάνειας, και αντί να είναι ριζικό, είναι απλώς ακραίο.

Αντιστεκόμαστε στο κακό όχι παρασυρόμενοι από την επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά σταματώντας και ξεκινώντας να σκεφτόμαστε – δηλαδή προσεγγίζοντας μια διάσταση διαφορετική από εκείνη του ορίζοντα της καθημερινής ζωής.

Με άλλα λόγια, όσο πιο ρηχός είναι κάποιος τόσο πιο πιθανό είναι να ενδώσει στο κακό.

Σήμερα είμαι της άποψης πως το κακό δεν είναι ποτέ "ριζικό", αλλά μονάχα ακραίο, και ότι δεν έχει ούτε βαθύτητα ούτε κάποια δαιμονική διάσταση.

Το κακό δύναται να κατακυριεύει τα πάντα και να σαρώνει τον κόσμο ολόκληρο, ακριβώς γιατί διασπείρεται σαν μύκητας.

Το κακό "προκαλεί" τη σκέψη, όπως είπα, γιατί η σκέψη προσπαθεί να αγγίξει το βάθος, να φτάσει στις ρίζες του και από τη στιγμή που καταπιάνεται με το κακό, απογοητεύεται, το εγχείρημα αποβαίνει μάταιο, γιατί δεν βρίσκει τίποτε, γιατί δεν υπάρχει τίποτε να βρει.

Εδώ έγκειται η “ρηχότητα” του.

Μόνο το καλό έχει βαθύτητα και μόνο το αγαθό μπορεί να είναι ριζικό.

Παθολογική Ψευδολογία και Μυθομανία: Τι πραγματικά συμβαίνει;

Πρόκειται για μια διαταραχή της προσωπικότητας και ο μυθομανής ζει κυριολεκτικά μια ψεύτικη ζωή γεμάτη φανταστικές, δραματικές, αλλά πάντα ενδιαφέρουσες εμπειρίες.

Όλοι έχουμε βρεθεί κάποια στιγμή αντιμέτωποι με μια δύσκολη κατάσταση.

Άλλοι αντιδράσαμε ψύχραιμα και άλλοι πανικοβληθήκαμε μη γνωρίζοντας τι να κάνουμε για να προστατευτούμε.

Άλλοι εξηγήσαμε τι πραγματικά συνέβη και άλλοι έπλασαν μια ολόκληρη ιστορία μίλια μακριά από την πραγματικότητα. Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι που με τέτοια ευκολία πλάθουν πραγματικότητες;

Γιατί στην αρχή πιστεύουμε ότι είναι πραγματικότητα; Ποιος είναι o μυθομανής;

Η μυθομανία είναι μια διαταραχή της προσωπικότητας και ο μυθομανής ζει κυριολεκτικά μια ψεύτικη ζωή γεμάτη φανταστικές, δραματικές, αλλά πάντα ενδιαφέρουσες εμπειρίες.

Είναι μια παθολογική κατάσταση που χρειάζεται ψυχολογική και πολλές φορές φαρμακευτική υποστήριξη, καθώς συχνά ο μυθομανής δεν υποφέρει μόνο από μυθομανία.

Οι παθολογικοί ψεύτες ίσως έχουν δομικές ανωμαλίες στον εγκέφαλο, σύμφωνα με νέα αμερικανική μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο «British Journal of Psychiatry».

Διαπιστώθηκε ότι τα άτομα που ψεύδονται συχνά έχουν λιγότερη φαιά ουσία και περισσότερη λευκή ουσία στον προμετωπιαίο φλοιό.

Ο προμετωπιαίος φλοιός παρουσιάζει αυξημένη δραστηριότητα όταν τα φυσιολογικά άτομα ψεύδονται και ευθύνεται για τη μάθηση της ηθικής συμπεριφοράς και το συναίσθημα μετάνοιας.

Επειδή η φαιά ουσία αποτελείται από εγκεφαλικά κύτταρα, ενώ η λευκή ουσία σχηματίζει τις συνδέσεις μεταξύ των κυττάρων αυτών, οι παθολογικοί ψεύτες μπορεί να έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να ψεύδονται και λιγότερους ηθικούς περιορισμούς.

Σύμφωνα με επιστήμονες, ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι από τη φύση του κατασκευασμένος ώστε να εκφράζουμε την αλήθεια με μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι τα ψέματα.

Παρ’ όλα αυτά, Βέλγοι ερευνητές αναφέρουν ότι όσο περισσότερα ψέματα λέει κάποιος τόσο περισσότερο εκπαιδεύεται και κατ’ επέκταση αποκτά την ικανότητα να ψεύδεται με απόλυτη φυσικότητα και πειστικότητα.

Ψεύτης μπορεί να χαρακτηριστεί όποιος έχει πει ψέματα.

H συμπεριφορά, όμως, γίνεται ιδιότητα όταν το άτομο λέει επανειλημμένα ψέματα.

Ψέματα μπορεί όλοι να έχουμε πει κάποια στιγμή με σκοπό την αποφυγή μιας κατάστασης που δεν θέλουμε, π.χ. μια συνάντηση με κάποιον που βαριόμαστε να δούμε.

Ο παθολογικός ψεύτης είναι εθισμένος στο ψέμα και χρησιμοποιεί συνεχώς ψέματα ασύνδετα μεταξύ τους.

Η αιτία είναι η επιβεβαίωση; Η προσοχή; Η ανάγκη για αποδοχή; Είναι αποτέλεσμα αδιαφορίας γονιών;

Το ψέμα του μυθομανούς συνδέεται με άλλα ψέματα και γίνεται μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος.

Πού πήγε, ποιον γνώρισε, τι έκαναν και αρκετές λεπτομέρειες που πολλές φορές σε συναρπάζουν. Φανταστικές ιστορίες που ακούς και συζητάς με όλη σου την καλή διάθεση γιατί κάποιες φορές οι ιστορίες είναι μια δραματική παραγωγή της δεκαετίας που ζεις με πρωταγωνιστή αυτόν που έχεις απέναντί σου.

Η παράσταση είναι live και εσύ την απολαμβάνεις.

Ο μυθομανής άνθρωπος έχει καλπάζουσα φαντασία που θα έπρεπε να αξιοποιείται σε κάποια τέχνη ώστε να εκτονώνεται ο όγκος της.

Η συνεχής απασχόληση και η επιστράτευση όλης της φαντασίας για δημιουργία μύθων προϋποθέτει την ικανότητα σύνδεσης ψεύτικων πληροφοριών. Ο παθολογικός ψεύτης δεν μπαίνει στη διαδικασία σύνδεσης των ψεμάτων, αλλά ο διαχωρισμός τους εξακολουθεί να είναι δύσκολος.

Έχει παρατηρηθεί μεγάλη δυσαναλογία στα παθολογικά ψεύδη του μυθομανούς. Ο μυθομανής σε σχέση με τη μελοδραματική του ιστορία δεν έχει να κερδίσει κάτι πρακτικά.

Στην ουσία ικανοποιείται από την αίσθηση χειρισμού των συναισθημάτων των άλλων. Απαντά σε ερωτήσεις με αμεσότητα και τέτοια λογική και πειστικότητα που ο μέσος άνθρωπος παρασύρεται.

Ειδικά όταν ο μυθομανής χρησιμοποιεί πρόσωπα υπαρκτά και γεγονότα από την αληθινή ζωή του. Οι μικρές αλήθειες που χρησιμοποιεί είναι οι γερές βάσεις των μύθων του.

Και όταν αυτοί ξεμπροστιάζονται, θυμώνει. Συχνά η ανάγκη τους για επιβεβαίωση και αποδοχή τούς οδηγεί σε δραματοποίηση της συμπεριφοράς τους, σε καταστροφικές συμπεριφορές, λόγω του φόβου τους να μείνουν μόνοι.

Ο μυθομανής ασθενής αρέσκεται στη θυματοποίησή του.

Ο ρόλος του θύματος του εξασφαλίζει την προσοχή των άλλων.

Η προσοχή που αναζητά μαζί με την καταναγκαστική ανάγκη για αναγνώριση και επιβράβευση τροφοδοτούν τη λεκτική του λύσσα. Αυτά που έχουν επίσης ενδιαφέρον είναι τα άτομα που επιλέγει να είναι γύρω του.

Ο μυθομανής έχει γύρω του άτομα που έχουν αυτοπεποίθηση, δεν είναι καχύποπτα κι έτσι ενισχύεται και ο ίδιος από την αντίδρασή τους στους μύθους του. Αργότερα, όμως, αυτά τα άτομα είναι άλλα.

Όχι τα ίδια. Γιατί; Μη ρωτήσετε τον μυθομανή να σας πει.

Το βλέμμα ήταν περισσότερο θλιμμένο παρά ειρωνικό

Ο Λύκος της Στέπας μού έριξε τότε ένα πολύ σύντομο βλέμμα, ένα κριτικό βλέμμα για τα λόγια εκείνα και για το άτομο του ομιλητή, ένα αξέχαστο και τρομερό βλέμμα, για του οποίου τη σημασία θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο βιβλίο! Το βλέμμα δεν έκρινε απλώς εκείνον τον ομιλητή, δεν εκμηδένιζε μόνο τον διάσημο άντρα με συντριπτική και ωστόσο λεπτή ειρωνεία, αυτό ήταν το λιγότερο. Το βλέμμα ήταν περισσότερο θλιμμένο παρά ειρωνικό, και μάλιστα αβυσσαλέα και απελπισμένα θλιμμένο.

Το περιεχόμενο αυτού του βλέμματος ήταν μια ήρεμη, κάπως επιβεβαιωμένη απογοήτευση, που είχε γίνει συνήθεια και, κατά κάποιον τρόπο, είχε ήδη πάρει μορφή. Δεν διαπερνούσε με την απελπισμένη του λαμπρότητα απλώς το άτομο του ματαιόδοξου ομιλητή, αλλά ειρωνευόταν και εκμηδένιζε την κατάσταση της στιγμής, την προσμονή και την καλή διάθεση του κοινού, τον κάπως υπερφίαλο τίτλο της ομιλίας που είχε προαναγγελθεί – όχι, το βλέμμα του Λύκου της Στέπας διαπερνούσε ολόκληρη την εποχή μας όλες τις δραστηριότητες, όλη τη φιλοδοξία, όλη τη ματαιοδοξία, όλο το επιφανειακό παιχνίδι μιας φαντασμένης ρηχής πνευματικότητας – και δυστυχώς το βλέμμα πήγαινε ακόμα πιο βαθιά, πήγαινε πιο μακριά από τα ελαττώματα και την απελπισία της εποχής μας, του πνεύματος και του πολιτισμού μας. Έφτανε ως την καρδιά όλης της ανθρωπότητας, διατύπωνε εύγλωττα μέσα σε ένα και μόνο δευτερόλεπτο όλες τις αμφιβολίες ενός διανοουμένου, ενός γνώστη όχι μόνο για την αξιοπρέπεια, αλλά και για το ίδιο το νόημα της ανθρώπινης ζωής.

Αυτό το βλέμμα έλεγε: “Κοίταξε τι μαϊμούδες είμαστε! Κοίταξε πώς είναι ο άνθρωπος!”, κι όλη η διασημότητα, όλη η φρόνηση, όλες οι επιτεύξεις του πνεύματος, όλη η προσπάθεια για ανωτερότητα, μεγαλείο και σταθερότητα σε καθετί το ανθρώπινο κατέρρευσαν και έγιναν ένας μαϊμουδισμός!

Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ ΣΤΕΠΑΣ, HERMAN HESSE

Επίκτητου Περί «Καλής Ζωής»

Η ιδέα του Επίκτητου σχετικά με την «καλή ζωή» δεν είναι θέμα του να ακολουθήσουμε «έναν οδηγό αγοράς», τυφλές εντολές, αλλά να εναρμονίσουμε τις πράξεις μας με τη φύση. Ο σκοπός δεν είναι να κάνουμε καλές πράξεις για να κερδίσουμε την εύνοια των θεών ή το θαυμασμό των άλλων, αλλά να επιτύχουμε την εσωτερική γαλήνη και κατ’ αυτό τον τρόπο τη διαρκή προσωπική ελευθερία. Η καλοσύνη είναι μία επιχείρηση ίσων ευκαιριών, διαθέσιμη στον καθένα την κάθε στιγμή: φτωχό ή πλούσιο, μορφωμένο ή απλοϊκό άνθρωπο. Δεν είναι η αποκλειστική δικαιοδοσία των «επαγγελματιών» του πνεύματος, όπως μοναχών, αγίων ή ασκητών.
 
Ο Επίκτητος προώθησε μία αντίληψη της αρετής που ήταν απλή, συνηθισμένη και καθημερινή στην έκφραση της. Αντί των ασυνήθιστων ξεχωριστών επιδείξεων καλοσύνης, ήταν υπέρ μιας ζωής που να τη ζει κανείς σταθερά, σύμφωνα με πνευματική θέληση. Η συνταγή του Επίκτητου για τη καλή ζωή επικεντρωνόταν σε τρία θέματα: να γίνεις κύριος των επιθυμιών σου, να εκτελείς τα καθήκοντα σου, να μάθεις να σκέπτεσαι καθαρά για τον εαυτό σου και για τις σχέσεις σου με την ευρύτερη ανθρώπινη κοινωνία.
 
Το αληθινό έργο ενός ανθρώπου, ο ίδιος αναφέρει ο Επίκτητος πως είναι: «Να μάθει πώς να απαλλάσσει τη ζωή του από τις οδύνες, τους θρήνους, τα «Αχ, εγώ» τα «Πόσο δυστυχισμένος είμαι», από τις συμφορές και τις αναποδιές και να κατανοήσει τι είναι ο θάνατος, η εξορία και η φυλάκιση, και (όπως ο Σωκράτης με το κώνειο), να μπορεί αν βρεθεί στη φυλακή να πει «Αγαπητέ μου Κρίτωνα, αν αυτό ευχαριστεί του θεούς, ας γίνει» και όχι «Εγώ είμαι ένας γέρος και φτωχός άνθρωπο».
 
Ο Επίκτητος έζησε περίπου μεταξύ 50 και 135 μ.κ.ε. Η διδασκαλία του, σχετικά άγνωστη σ’ εμάς τους Έλληνες, σώθηκε χάρη στο μαθητή του Αρριανό (περίπου 86 – 160 μ.κ.ε.) που την κατέγραψε στα βιβλία “Ομιλίες” (Discourses), “Αποσπάσματα” (Fragments) και το γνωστότερο “Εγχειρίδιον” (Encheiridion). Ας δούμε μερικά αοσπάσματα:
 
Από τα πράγματα κάποια είναι υπό τον έλεγχο μας, ενώ άλλα δεν είναι. Υπό τον έλεγχο μας είναι η αντίληψη (ιδέα), η επιλογή, η επιθυμία και η αποστροφή, και εν συντομία, όλα όσα είναι έργα μας· δεν είναι υπό την εξουσία μας το σώμα μας, η ιδιοκτησία μας, η φήμη μας, τα αξιώματα και εν συντομία, όλα όσα δεν είναι έργα μας. Επιπλέον, τα πράγματα που είναι στην εξουσία μας είναι από την φύση ελεύθερα, ανεμπόδιστα, ακώλυτα· ενώ τα πράγματα που δεν είναι στην εξουσία μας είναι αδύναμα, υποκείμενα σε εμπόδια, δουλοπρεπή και όχι δικά μας.
 
Να θυμάστε λοιπόν, ότι εάν κάτι που είναι φυσικά δουλοπρεπές το νομίζετε να είναι ελεύθερο, και ό,τι δεν είναι δικό σας να είναι δικό σας, θα ταραχτείτε, θα λυπηθείτε και θα κατηγορήσετε και θεούς και ανθρώπους· ενώ αν νομίζετε δικό σας μόνο ό,τι είναι δικό σας, και ό,τι δεν είναι δικό σας, όπως πραγματικά είναι, όχι δικό σας, τότε κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να σας εξαναγκάσει, κανένας δεν θα σας εμποδίσει, δεν θα κατηγορήσετε κανέναν, δεν θα πείτε ποτέ ότι κάποιος είναι λάθος, δεν θα κάνετε ποτέ κάτι ενάντια στη θέληση σας, δεν θα αποκτήσετε κανέναν εχθρό, κανείς δεν θα σας βλάψει, ούτε θα υπάρχει κάτι βλαβερό που μπορεί να σας αγγίξει.
 
Αν λοιπόν επιθυμείτε τα παραπάνω ανώτερα αγαθά, θυμηθείτε ότι δεν πρέπει να καταβάλλετε καμία προσπάθεια να τα αποκτήσετε, αλλά θα πρέπει κάποια από αυτά να τα παρατήσετε τελείως, και άλλα πάλι να τα αναβάλετε προς το παρόν. Αλλά αν επιθυμείτε αυτά τα πράγματα και την ίδια στιγμή αξιώματα και πλούτο, ίσως δεν μπορέσετε να αποκτήσετε ούτε αυτά τα τελευταία, επειδή στοχεύετε τα προηγούμενα, και σίγουρα θα αποτύχετε να αποκτήσετε αυτά τα οποία μόνο φέρνουν ελευθερία και ευτυχία.
 
Κάντε λοιπόν συνήθεια σας από την αρχή να μελετάτε κάθε τραχιά εξωτερική εντύπωση (φαντασία στο πρωτότυπο) και να λέτε: “Εξωτερική εντύπωση (φαντασία) είσαι και καθόλου αυτό που μοιάζεις να είσαι.” Μετά από αυτό εξετάστέ την και δοκιμάστέ την με τους κανόνες που έχετε, από τους οποίους ο πρώτος και σημαντικότερος είναι αυτός: Έχει να κάνει με τα πράγματα που είναι υπό τον έλεγχο μας ή με τα πράγματα που δεν είναι υπό τον έλεγχο μας· και, εάν έχει να κάνει με πράγματα που δεν είναι υπό τον έλεγχο μας, έχετε έτοιμη την απάντηση, “Δεν με αφορά”. – Εγχειρίδιον § 1
 
Δεν είναι τα πράγματα που ταράσσουν τους ανθρώπους, αλλά οι γνώμες (δόγματα) σχετικά με αυτά τα πράγματα. Για παράδειγμα, ο θάνατος δεν είναι κάτι τρομερό, αλλιώς θα φαινόταν έτσι και στον Σωκράτη, αλλά η γνώμη ότι ο θάνατος είναι τρομερός, αυτό είναι το τρομερό πράγμα. Όταν λοιπόν εμποδιζόμαστε, ή ταρασσόμαστε, ή λυπόμαστε, ας μην κατηγορούμε ποτέ κανέναν παρά τους εαυτούς μας, που σημαίνει τις γνώμες μας. Είναι ίδιον ενός ανεκπαίδευτου να κατηγορεί τους άλλους εκεί που ο ίδιος σφάλλει· το να κατηγορεί τον εαυτό του είναι ίδιον κάποιου που η εκπαίδευση του έχει αρχίσει· το να μην κατηγορεί ούτε τον άλλο, ούτε τον εαυτό του είναι ίδιον κάποιου του οποίου η εκπαίδευση έχει ολοκληρωθεί. – Εγχειρίδιον § 5
 
Μην ζητάς τα γεγονότα να γίνονται όπως επιθυμείς, αλλά να επιθυμείς τα γεγονότα να γίνονται όπως ακριβώς γίνονται και θα περνάς καλά. – Εγχειρίδιον §8
 
Βρίσκεται σε τόσο καλή θέση αυτός, όταν η ηρεμία του μυαλού σου (αταραξία) εξαρτάται απ’ αυτόν. – Εγχειρίδιον §12
 
Εάν θέλεις τα παιδιά σου και η γυναίκα σου και οι φίλοι σου να ζήσουν για πάντα, είσαι ηλίθιος· γιατί θέλεις πράγματα που δεν είναι υπό τον έλεγχο σου να είναι υπό τον έλεγχο σου, και αυτά που είναι ξένα να είναι δικά σου. Ομοίως αν θέλεις ο δούλος σου να μην κάνει λάθη, είσαι ανόητος· γιατί θέλεις το ελάττωμα να μην είναι ελάττωμα αλλά κάτι άλλο. Αν όμως θέλεις να μην αποτύχεις σε αυτό που επιθυμείς, αυτό το μπορείς. Θέλησε λοιπόν να επιτυγχάνεις αυτό που μπορείς. Ο κύριος του κάθε ανθρώπου είναι αυτός που έχει εξουσία πάνω σε αυτό που ο άνθρωπος επιθυμεί ή δεν επιθυμεί, έτσι ώστε να το εξασφαλίζει ή να το αφαιρεί. Επομένως όποιος θέλει να είναι ελεύθερος, ας μην θέλει τίποτα ή αποφεύγει τίποτα που είναι υπό τον έλεγχο άλλων· ειδεμή είναι υποχρεωτικά σκλάβος. – Εγχειρίδιον §14
 
Συλλογίσου ότι είσαι ηθοποιός σε έργο, που ο Σκηνοθέτης θέλει· αν θέλει το έργο να είναι σύντομο, είναι σύντομο· αν θέλει μακροσκελές, είναι μακροσκελές· αν θέλει να παίξεις το ρόλο του ζητιάνου, θυμήσου να παίξεις ακόμα και αυτό το ρόλο ευφυώς· το ίδιο αν σε θέλει κουτσό, άρχοντα ή ιδιώτη. Γιατί αυτή είναι η δουλειά σου, να παίξεις καλά το πρόσωπο που σου δόθηκε· αλλά η επιλογή του ρόλου ανήκει σε Άλλον. – Εγχειρίδιον §17
 
Καθημερινά να βλέπεις τον θάνατο και την εξορία και οτιδήποτε μοιάζει φοβερό, αλλά περισσότερο απ’ όλα το θάνατο· και τότε τίποτα ταπεινό δεν θα συλλογιστείς, ούτε θα επιθυμήσεις κάτι πέραν του μέτρου. – Εγχειρίδιον § 21
 
Εάν κάποιος έδινε το σώμα σου σε όποιον συναντούσες, θα αγανακτούσες· αλλά το ότι δίνεις τη ψυχή σου σε κάθε έναν που σε πλησιάζει, έτσι ώστε, αν σε λοιδορήσει, να ταραχτείς και να συγχυστείς δεν σε κάνει να ντρέπεσαι; – Εγχειρίδιον § 28
 
Γνώριζε ότι το κυριότερο της ευσέβειας προς τους θεούς είναι αυτό: να έχεις ορθές περί αυτών αντιλήψεις, δηλαδή ότι υπάρχουν και διοικούν όλα, τα πάντα, σωστά και δίκαια, και να έχεις θέσει τον εαυτό σου να τους υπακούει και να δέχεσαι ό,τι γίνεται, και να το ακολουθείς εθελοντικά, με την πίστη ότι εκπληρώνεται από την ανώτατη ευφυΐα. Γιατί αν ενεργείς με αυτό τον τρόπο, δεν θα κατηγορήσεις ποτέ τους θεούς, ούτε θα τους δώσεις λάθος γιατί σε εγκατέλειψαν. Αλλά αυτό το αποτέλεσμα δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με άλλον τρόπο από τον να αποσύρεις την ιδέα του καλού και του κακού από τα πράγματα τα οποία δεν είναι υπό τον έλεγχο σου, και να την εφαρμόσεις σε αυτά που είναι υπό τον έλεγχο σου και μόνο σε αυτά. – Εγχειρίδιον § 31
 
Κάθε πράγμα έχει δύο λαβές: μια από την οποία πρέπει να μεταφερθεί και μία από την οποία δεν θα έπρεπε να μεταφερθεί. Εάν σας αδικεί ο αδελφός σας, μην πιάσετε το θέμα από τη λαβή ότι σας αδικεί, γιατί δεν είναι αυτή η λαβή με την οποία πρέπει να δείτε το θέμα, αλλά καλύτερα από την άλλη λαβή, δηλαδή από το ότι είναι αδελφός σας, ότι μεγαλώσατε μαζί, και τότε θα πιάσετε το θέμα από την λαβή με την οποία θα έπρεπε να μεταφερθεί. – Εγχειρίδιον § 43
 
Αυτοί οι λόγοι είναι άτοποι: “εγώ είμαι πλουσιότερος από εσένα, άρα εγώ είμαι καλύτερος από εσένα”, “εγώ είμαι πιο μορφωμένος από εσένα, άρα εγώ είμαι καλύτερος από εσένα”. Αυτοί είναι περισσότερο λογικοί: “εγώ είμαι πλουσιότερος από εσένα, άρα τα δικά μου αποκτήματα είναι καλύτερα από τα δικά σου”, “εγώ είμαι πιο μορφωμένος από εσένα, άρα ο δικός μου λόγος είναι καλύτερος από τον δικό σου”. Εσύ όμως δεν είσαι ούτε απόκτημα, ούτε λόγος. – Εγχειρίδιον § 44
Είναι χρήσιμο να ξέρουμε ότι δεν είναι εύκολο για έναν άνθρωπο να αποκτήσει σταθερή γνώμη, εκτός αν καθημερινά λέει και ακούει τις ίδιες αρχές και ταυτόχρονα τις εφαρμόζει στην καθημερινή ζωή του. – Αποσπάσματα § 16
 
Αυτοί των οποίων τα σώματα είναι σε καλή κατάσταση μπορούν να αντέξουν τη ζέστη και το κρύο· ομοίως αυτοί των οποίων οι ψυχές είναι σε καλή κατάσταση μπορούν να αντέξουν το θυμό, τη λύπη, και την χαρά και κάθε άλλο συναίσθημα. – Αποσπάσματα § 20
 
Η πρώτη διαφορά ανάμεσα σε έναν ιδιώτη και έναν φιλόσοφο: Ο ένας λέει: “Αλίμονο σε μένα εξαιτίας του παιδιού μου, του αδελφού μου, του πατέρα μου”· και ο άλλος, αν ποτέ αναγκαστεί να πει “Αλίμονο σε μένα” συμπληρώνει μετά από λίγο, “εξαιτίας μου”. Γιατί τίποτε έξω από την σφαίρα της ηθικής του δεν μπορεί να εμποδίσει, να πληγώσει την ηθική του· μόνο η ίδια μπορεί να εμποδίσει ή να πληγώσει τον εαυτό της. Αν τότε, εμείς τείνουμε προς αυτήν την κατεύθυνση, έτσι ώστε οτιδήποτε πάει στραβά, κατηγορούμε τους εαυτούς μας, και έχουμε στο νου μας ότι τίποτα άλλο εκτός της γνώμης μας είναι υπεύθυνο για την ταραχή της γαλήνης του μυαλού μας και της αστάθειάς μας, ορκίζομαι σε όλους τους θεούς ότι προκόβουμε. Αλλά όπως έχουν τα πράγματα, έχουμε πάρει ένα διαφορετικό μονοπάτι εξ’ αρχής.
 
Όταν ακόμη ήμασταν παιδιά, η τροφός, αν χτυπούσαμε σε κάτι όταν προχωρούσαμε με το στόμα ανοικτό, δεν μας επέπληττε αλλά χτυπούσε την πέτρα. Τι να έκανε η πέτρα; Έπρεπε να φύγει από τον δρόμο λόγω της παιδικής μας ανοησίας; Και πάλι, όταν ήμασταν παιδιά, αν δεν βρίσκαμε κάτι να φάμε μετά το μπάνιο μας, αυτή που μας πρόσεχε δεν κατέστειλε την επιθυμία αλλά μάλωνε τον μάγειρα. Δεν σε βάλαμε να προσέχεις το μάγειρα, αλλά το παιδί. Διόρθωσέ το, βοήθησέ το. Έτσι ακόμη και όταν μεγαλώσουμε μοιάζουμε με παιδιά. Γιατί είσαι παιδί όταν είσαι άμουσος στα μουσικά, αγράμματος στα λογοτεχνικά κι αμόρφωτος στη ζωή. – Ομιλίες (Βιβλίο ΙΙΙ, ΧΙΧ)
 
Τελικά ο Επίκτητος ενδιαφερόταν περισσότερο για την θεραπεία του εαυτού μας παρά για τις αφηρημένες θεωρίες του Εγώ. Η ηθική του είναι μία ηθική ατομικής απελευθέρωσης από τα ψυχολογικά δεσμά, γι’ αυτό και η διδασκαλία του Επίκτητου είναι τόσο παραδοσιακή όσο και εξίσου σύγχρονη. Σε μία κοινωνία που σήμερα (στην πράξη αν όχι ρητά) θεωρεί την επαγγελματική επιτυχία, τα πλούτη, τη δύναμη, και τη φήμη επιθυμητά πράγματα, άξια προς θαυμασμό, ο Επίκτητος τα θεωρεί ασήμαντα και άσχετα προς την αληθινή ευτυχία.
 
Εκείνο που τον ενδιαφέρει πρωταρχικά είναι τι είδους άτομο γίνεσαι, τι είδους ζωή κάνεις. Γιατί το να ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας είναι στην καλύτερη περίπτωση να ανακαλύπτουμε το καλό μάλλον, παρά την καρδιά μας που στην χειρότερη περίπτωση μπορεί να μας οδηγήσει σε μία εξωτερική παραπλανητική έκφραση. Συνεπώς η προσφορά του Επίκτητου στη διαμόρφωση νέων ιδεών στη φιλοσοφία είναι ελάχιστη ως ανύπαρκτη. Η προφορά του όμως στην προσαρμογή ιδεών στο νου και το συναίσθημα των αναζητητών είναι πολύ σημαντική.
 
Ο Επίκτητος δεν καινοτομεί ούτε το επιδιώκει, ούτε καν πιστεύει ότι χρειάζεται. Αυτό που όμως κάνει είναι να ζωντανεύει τους ορισμούς, να οικοδομεί αξίες στις ψυχές των Ανθρώπων και να ξυπνάει τους μικρούς κοιμώμενους πρίγκιπες στις καρδιές μας. Είναι η φωνή της συνείδησης όταν η σάρκα φαίνεται να καταδυναστεύει το πνεύμα, που μαστιγώνει την αδικία, την φαυλότητα και τον υλισμό. Είναι ο δούλος που κοροϊδεύει τους αφέντες όλου του κόσμου και οδηγεί στην πραγματική ελευθερία, όποιον δοκιμάζει να πιει από την πηγή του ενθουσιασμού του.
 
Είναι το πιο φωτεινό παράδειγμα που μέσα στους αιώνες φωτίζει τις μέρες μας, τόσες όμοιες με τότε, για να μας εμπνεύσει την αγάπη, την αδελφοσύνη, τον ηρωισμό, την ταπεινότητα και την αυτάρκεια.
 
Είναι τέλος, ο άνθρωπος που μιλούσε, με αγωνία και θέρμη στον μαθητή του και του έδινε μία συμβουλή που είναι και για εμάς χρήσιμη σήμερα όσο ποτέ: «Τα ωραία λόγια, άλλωστε δεν λείπουν σήμερα. Τα βιβλία των Στωικών είναι γεμάτα από τέτοια. Τι λείπει, λοιπόν; Αυτός που θα τα εφαρμόσει, με έμπρακτη μαρτυρία υπέρ των λόγων. Να αναλάβεις, λοιπόν, τον ρόλο αυτό, ώστε να μην χρησιμοποιούμε παλαιά παραδείγματα αλλά να έχουμε και κάποιο σύγχρονο παράδειγμα»