Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Χρειάζεται ο ακριβής συντονισμός των νόμων της φυσικής για να υπάρχουμε;

Έχει ονομαστεί το παράδοξο Goldilocks. Δηλαδή αν η ισχυρή πυρηνική δύναμη που συγκρατεί τους πυρήνες ήταν μόνο κατά τι μεγαλύτερη από ό,τι είναι, τότε τα αστέρια σαν τον ήλιο μας θα έκαιγαν από τα καύσιμα τους, το υδρογόνο, σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο. Ο ήλιος μας θα είχαν εκραγεί πολύ καιρό πριν και δεν θα υπήρχε ζωή στη Γη. Εάν η ασθενής πυρηνική δύναμη, ήταν κατά τι πιο ασθενής, τότε τα βαριά στοιχεία που συνθέτουν τα περισσότερα πράγματα στον κόσμο μας δεν θα ήταν εδώ, και ούτε εσείς φυσικά.

Αν η βαρύτητα ήταν λίγο πιο αδύναμη από ό,τι είναι, ποτέ δεν θα ήταν σε θέση να συντρίψει τον πυρήνα του ήλιου αρκετά για να ‘ανάψουν’ οι πυρηνικές αντιδράσεις που δημιουργούν το φως του ήλιου. Αν ήταν λίγο ισχυρότερη και πάλι ο ήλιος θα είχε κάψει όλα του τα καύσιμα δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Για άλλη μια φορά, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να είχαμε προκύψει.

Τέτοια παραδείγματα ακριβούς συντονισμού των νόμων της φυσικής φαίνεται να αφθονούν. Πολλές από τις βασικές παραμέτρους της φύσης – η ισχύς των θεμελιωδών δυνάμεων και οι μάζες των θεμελιωδών σωματιδίων – φαίνεται ότι καθορίζονται σε τιμές που να είναι «ακριβώς αυτές που πρέπει” ώστε να αναδυθεί η ζωή. Μια ελάχιστη μεταβολή τους και δεν θα ήμασταν εδώ. Είναι ως εάν το σύμπαν να έγινε για μας.

Τι σκεφτόμαστε γι αυτό το ζήτημα; Μια πιθανότητα είναι ότι το σύμπαν τελειοποιήθηκε από ένα υπέρτατο ον – το Θεό. Αν και πολλοί άνθρωποι αγαπούν αυτή την εξήγηση, οι επιστήμονες δεν βλέπουν καμία απόδειξη ότι μια υπερφυσική οντότητα είναι ο ενορχηστρωτής του σύμπαντος. Οι γνωστοί νόμοι της φυσικής μπορεί να εξηγήσουν την ύπαρξη του σύμπαντος που παρατηρούμε. Για να παραφράσουμε τον αστρονόμο Pierre Simon Laplace όταν ρωτήθηκε από το Ναπολέοντα γιατί το βιβλίο του Mécanique Céleste δεν ανέφερε τον δημιουργό: δεν έχουμε καμία ανάγκη από την υπόθεση αυτή.

Μια άλλη πιθανότητα είναι ότι απλά δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι άλλο. Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο που κυβερνιέται από νόμους συμβατούς με τη ζωή, οπότε πώς θα μπορούσε να μην συμβαίνουν έτσι τα πράγματα;

Το τελευταίο θα μπορούσε να υπονοεί ότι η ύπαρξή μας είναι μια απίστευτη τύχη – όλα τα σύμπαντα που θα υπήρχαν, θα είχαν την δυνατότητα να στηρίξουν την ευφυή ζωή. Αλλά οι περισσότεροι φυσικοί δεν το βλέπουν έτσι.

Η πιο πιθανή εξήγηση για τον ακριβή συντονισμό είναι ίσως ακόμα πιο νοητικά απαιτητικό: ότι δηλαδή το Σύμπαν μας είναι απλώς ένα από τα πάρα πολλά σύμπαντα που υπάρχουν, το καθένα με διαφορετικούς νόμους της φυσικής. Βρισκόμαστε λοιπόν σε ένα με νόμους κατάλληλους για τη ζωή, επειδή, δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.

Η ιδέα του πολυσύμπαντος έχει και θεωρητική υποστήριξη. Η θεωρία των χορδών, η καλύτερη προσπάθεια μέχρι τώρα για μια θεωρία των πάντων, προβλέπει τουλάχιστον 10500 σύμπαντα, το καθένα με διαφορετικούς νόμους της φυσικής. Για να το θέσουμε αυτό τον αριθμό σε μια προοπτική, υπολογίζεται ότι υπάρχουν 1025 κόκκοι της άμμου στην έρημο της Σαχάρας.

Η πλάνη του ακριβούς συντονισμού
Μια άλλη πιθανότητα είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα να εξηγηθεί. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η όλη ιδέα της εξομάλυνσης του ακριβούς συντονισμού είναι λάθος. Ο Victor Stenger του Πανεπιστημίου του Κολοράντο στο Boulder λέει ακριβώς αυτό στο βιβλίο του , συγγραφέας του The Fallacy of Fine-tuning. Σε αυτό εκθέτει την άποψη του για ένα από τα εξέχοντα παραδείγματα του ακριβούς συντονισμού των σταθερών της φύσης, την απιθανότητα της ύπαρξης οτιδήποτε άλλου εκτός από το υδρογόνο, το ήλιο και το λίθιο.

Όλα τα βαριά στοιχεία στο σώμα μας, συμπεριλαμβανομένου του άνθρακα, του αζώτου, του οξυγόνου και του σιδήρου, σφυρηλατήθηκαν μέσα στα μακρινά αστέρια. Το 1952, ο κοσμολόγος Fred Hoyle ισχυρίστηκε ότι η ύπαρξη αυτών των στοιχείων εξαρτάται από μια τεράστια κοσμική σύμπτωση. Ένα από τα βασικά βήματα για το σχηματισμό τους είναι η «τριπλή άλφα» διαδικασία κατά την οποία τρεις πυρήνες ηλίου ενώνονται για να σχηματίσουν ένα πυρήνα άνθρακα-12. Για να συμβεί αυτή η αντίδραση, ο Hoyle πρότεινε ότι η ενέργεια του πυρήνα άνθρακα-12 πρέπει να είναι ακριβώς ίση με τη συνδυασμένη ενέργεια των τριών πυρήνων ηλίου στην τυπική θερμοκρασία μέσα σε ένα ερυθρό γιγάντιο αστέρι. Και έτσι είναι.

Ωστόσο, ο Stenger επισημαίνει ότι το 1989 μια ομάδα στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Ισραήλ έδειξε ότι, στην πραγματικότητα, το επίπεδο ενέργειας στον άνθρακα-12 θα μπορούσε να ήταν αισθητά διαφορετικό και ακόμη αυτό θα είχε επακόλουθο και στην ύπαρξη των βαριών στοιχείων που απαιτούνται για τη ζωή.

Υπάρχουν και άλλα προβλήματα με το επιχείρημα του ακριβούς συντονισμού. Το ένα είναι το γεγονός ότι τα παραδείγματα του συντονισμού βρέθηκαν λαμβάνοντας μια μόνο παράμετρο – μια δύναμη της φύσης, ας πούμε, ή μια υποατομική μάζα των σωματιδίων – και μεταβάλλοντας την, διατηρώντας παράλληλα όλα τα άλλα σταθερά. Αυτό φαίνεται πολύ ρεαλιστικό. Η θεωρία των πάντων, που δυστυχώς ακόμη δεν την έχουμε βρει, είναι πιθανό να παρουσιάσει στενές σχέσεις μεταξύ φυσικών παραμέτρων. Η επίδραση της μεταβολής κάποιας παραμέτρου μπορεί κάλλιστα να αντισταθμιστεί από τις διακυμάνσεις σε μία άλλη παράμετρο.

Έπειτα, υπάρχει το γεγονός ότι έχουμε βρει μόνο ένα παράδειγμα της ζωής, οπότε πώς μπορούμε να είμαστε τόσο σίγουροι ότι οι διαφορετικοί νόμοι δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κάποιο άλλο έμβιο σύστημα ικανό να μας δώσει την δική του ύπαρξη;

Ένα παράδειγμα ακριβούς συντονισμού, ωστόσο, παραμένει δύσκολο να απορριφθεί: η επιτάχυνση της διαστολής του σύμπαντος από τη σκοτεινή ενέργεια. Η κβαντική θεωρία προβλέπει ότι η δύναμη αυτής της μυστηριώδους δύναμης πρέπει να είναι περίπου 10120 φορές μεγαλύτερη από την τιμή που παρατηρούμε σήμερα στο σύμπαν.

Η διαφορά αυτή φαίνεται εξαιρετικά τυχαία. Σύμφωνα με τον νομπελίστα Steven Weinberg, αν η σκοτεινή ενέργεια δεν ήταν τόσο μικρή, οι γαλαξίες δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν σχηματιστεί και δεν θα ήμασταν φυσικά εδώ. Η εξήγηση του Weinberg δέχεται απρόθυμα ότι πρέπει να ζούμε σε ένα σύμπαν με μια «ακριβώς σωστή” τιμή για την σκοτεινή ενέργεια.

«Η σκοτεινή ενέργεια είναι ακόμα η μόνη ποσότητα που φαίνεται να απαιτεί μια εξήγηση ενός πολυσύμπαντος,» παραδέχεται ο Weinberg. “Εγώ δεν βλέπω πολλές αποδείξεις για ακριβή συντονισμό των σταθερών της φύσης σε οποιαδήποτε άλλη φυσική σταθερά εκτός της σκοτεινής ενέργειας.»

Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση: Ποίηση και Κοινωνία

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Αρχαϊκή Λυρική ΠοίησηΤην θέση της λυρικής ποίησης μέσα στην κοινωνία αλλά και την επικοινωνιακή λειτουργία που καλείται να εξυπηρετήσει, περιγράφει εύγλωττα ο Ed. Fraenkel στο βιβλίο του Horace, Oξφόρδη 1957, 36-41:
 
«Στα νεότερα χρόνια είμαστε εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι ένα ποίημα έχει την κανονική του θέση σ' ένα βιβλίο και ότι πρωτίστως απευθύνεται στον τυχόν αναγνώστη του. Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο οι συνθήκες, υπό τις οποίες δημιουργείται ένα ποίημα ήταν, τουλάχιστον από τον 4ο αι. π.Χ. όχι θεμελιωδώς διαφορετικές από τι επικρατούσες κατά την Αναγέννηση ή στα δικά μας χρόνια. Ερχόμαστε όμως αντιμέτωποι με μια κατάσταση εντελώς άλλη, όταν στρεφόμαστε στον 7ο και τον 6ο αιώνα, στην περίοδο εκείνη κατά την οποία, αφενός, ορισμένοι τύποι απαγγελτικής ποίησης, όπως η ελεγεία και ο ίαμβος, και, από την άλλη, η κυρίως λυρική ποίηση ανέπτυξαν τις φόρμες τους και έγιναν για πολύ καιρό τα παραγωγικότερα και σημαντικότερα είδη ελληνικής ποίησης. Αν πρόκειται να αποκτήσουμε μια ιδέα για τη ζωή, από την οποία ανεφύησαν οι ίαμβοι, οι ελεγείες και τα ποικίλα είδη τραγουδιού, και για τη λειτουργία της ποίησης μέσα σ' εκείνη τη ζωή, πρέπει πρώτα να παραμερίσουμε κάποιες συμβατικές έννοιες.
 
Σήμερα είναι φυσικό για ένα μορφωμένο κοινό να ανοίγει ένα βιβλίο ποίησης, όταν θέλει ανάπαυλα από τον ορυμαγδό των καθημερινών ενασχολήσεων, και ελπίζει να ξεχαστεί ή, ίσως, να πετύχει μιαν ανάταση με ιδέες υψηλές και με τη μαγεία του ευγενούς ρυθμού και του ήχου. Όποια κι αν είναι τα κίνητρα, οι σύγχρονοι αναγνώστες βλέπουν την ποίηση σαν κάτι σαφώς ξέχωρο από κάθε πρακτική δραστηριότητα και από την όλη ατμόσφαιρα της "πραγματικής ζωής". Τούτο, όμως δεν έχει καμιά σχέση με την πρώιμη εποχή της ελληνικής λογοτεχνίας. Σ' εκείνο το στάδιο, η ποίηση όχι μόνον δεν ανήκε σε χώρο μακριά από την πρακτική ζωή του κόσμου, αλλά αντίθετα αποτελούσε ένα αναπόσπαστο, και δη αξιολογότατο, τμήμα της. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό με τη θέση που κατείχαν τα ιαμβικά και τα ελεγειακά ποιήματα στην κοινωνική ζωή του 7ου και 6ου αιώνα. Το έργο των πρώιμων ελεγειακών ποιητών και ιαμβογράφων προοριζόταν αρχικά όχι για ανάγνωση αλλά για να ακουστεί κατά την απαγγελία του που εκτελούνταν κατά κανόνα προφανώς από τον ίδιο τον ποιητή. Η απαγγελία μπορούσε να λάβει χώρα όποτε και όπου ήταν πιθανό να βρεθούν συγκεντρωμένοι οι αποδέκτες του ποιήματος. Την καταλληλότερη ευκαιρία έδιναν τα συμπόσια, τα οποία έπαιζαν τόσο σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων και παρείχαν ειδικές συνθήκες για την αδιατάρακτη ακρόαση ποίησης, είτε της απαγγελλόμενης (συχνά με συνοδεία οργάνου) είτε της αδόμενης.
 
Αλλά το συμπόσιο δεν ήταν ο μόνο χώρος, όπου έλπιζε να βρει πρόθυμα αφτιά ο ελεγειακός ή ιαμβικός ποιητής. Ο αντρικός πληθυσμός στις νοτιοευρωπαϊκές χώρες ανέκαθεν περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου του στην ανοιχτή πλατεία. Στέκονται ή κάθονται σε ομάδες για ώρες ολόκληρες, προφανώς χωρίς να κάνουν τίποτε απολύτως, χωρίς σκοπό καν, συνομιλώντας και ακούγοντας, ενώ, ανάλογα με την εποχή του έτους, λιάζονται ή καταφεύγουν σε σκιερές ή προστατευμένες γωνιές. Συχνά όμως δεν μένουν αδρανείς: μπορεί να περιμένουν να εμφανιστεί κάποια ευκαιρία για κέρδος, μπορεί να συζητούν για δουλειές, για τις προοπτικές της φετινής σοδειάς, για την πολιτική, για ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Οποιοσδήποτε εξοικειωμένος με τη ζωή στην Piazza Signoria της Φλωρεντίας ή στην Piazza Colonna στη Ρώμη ή στο Σύνταγμα των Αθηνών μπορεί εύκολα να συμπληρώσει την εικόνα, ιδίως αν αναλογιστεί ότι οι αρχαίοι πολίτες εἰς οὐδὲν ἕτερον ηὐκαίρουν ἢ λέγειν τι ἢ ακούεν τι καινότερον. Υπήρχε πάντα, στις πόλεις της Ιωνίας και της κυρίως Ελλάδας, πρόθυμο ακροατήριο για τον ποιητή που αισθανόταν ικανός να τραβήξει και να κρατήσει την προσοχή ενός πλήθους, μικρού ή μεγάλου. Προφανώς σε τέτοιες αυτοσχέδιες συναθροίσεις πολιτών πρωτακούστηκαν "δημηγορίες" σαν την: μέχρι τεῦ κατάκεισθε; ή ὦ λιπερνῆται πολῖται, τἀμὰ δὴ συνίετε ῥήματα, και πολλά από τα ποιήματα του Σόλωνα. Τέτοιοι λόγοι και μανιφέστα δεν έχουν σχέση με ό,τι θα στιχουργούσε κανείς στον σύγχρονο κόσμο. Η φυσική θέση τους δεν ήταν έξω από την πρακτική ζωή των ανθρώπων, αλλά στο ίδιο της το επίκεντρο. Πληρούσαν μια καθορισμένη, μοναδική, επικοινωνιακή λειτουργία για αισθήματα, ιδέες, και σχέδια, που εκείνη την εποχή δεν μπορούσαν να ανακοινωθούν με άλλα μέσα. Ορισμένα ποιητικά είδη κατελάμβαναν θέση, που σε επόμενο στάδιο προοριζόταν για έργα πεζά. Πάνω απ' όλα, δεν πρέπει να ξεχαστεί ότι οι ελεγείες και οι ίαμβοι δεν δημιουργήθηκαν ως λογοτεχνία, αλλά ως πρακτικά εργαλεία για κάποιους πολύ συγκεκριμένους σκοπούς και συχνά χρησιμοποιήθηκαν ως τρομερά όπλα.
 
Όσα όμως είπαμε για την πρώιμο ίαμβο και την ελεγεία ισχύουν και για την καθαρώς λυρική ποίηση, τόσο τη χορική όσο και τη μονωδική, της ίδιας και της επόμενης περιόδου. Όσον αφορά στη μονωδία, τραγούδι εκτελούμενο από ένα μόνο άτομο, πάλι ήταν το συμπόσιο που προσέφερε τις πλουσιότερες δυνατότητες. Από κανένα κανονικό συμπόσιο δεν μπορούσε να λείπουν τα τραγούδια: ήταν τόσο αναπόσπαστα από εκείνο, όσο και τα υλικά του απαιτούμενα: το κρασί, τα στεφάνια, τα αρώματα, ο λιβανωτός, η αυλήτρια, κ.ο.κ. Στην Αθήνα του 5ου αιώνα, για την οποία είμαστε καλύτερα πληροφορημένοι, η ποικιλία των συμποσιακών ασμάτων ήταν μεγάλη. Ένα λιγότερο παιδευμένο ή μουσικό μέλος της συντροφιάς θα αρκούνταν να τραγουδήσει ένα κοινό σκόλιο, ενώ ο επιτηδειότερος διπλανός του θα μπορούσε κάπως να αναπαραγάγει μια ωδή του Σιμωνίδη ή του Πινδάρου. Αλλά η πιο επιθυμητή ευκαιρία ήταν σ' ένα συμπόσιο να τραγουδήσει ένας ποιητής ποίημα δικό του, συνθεμένο ειδικά για την περίσταση. Πολλά τέτοια περιστασιακά τραγούδια είχαν γραφεί από τον Αλκαίο, τον Ανακρέοντα, και άλλους. Προσαρμόζονταν στην κατάσταση ενός περιορισμένου κύκλου και στις εμπειρίες του, στις διαθέσεις και στα ενδιαφέροντά του· η σύνδεση των τραγουδιών αυτών με τη ζωή από την οποία ξεπήδησαν δεν ήταν διόλου λιγότερο στενή και άμεση από ό,τι στην περίπτωση της ελεγείας και του ιάμβου. Η ύπαρξη της ποίησης αυτού του είδους οφείλεται πρωτίστως στην αίθουσα ενός συγκεκριμένου συμποσίου. Ταιριαστά θέματα θα βρεθούν στην ήττα ενός πολίτη μισητού στους συναγμένους εταίρους, στην ερωτική υπόθεση ενός συμπότη, σε μια αδέξια ιδιαιτερότητα ενός άλλου, με μια λέξη, σε οτιδήποτε έχει επίπτωση πάνω στη ζωή των συνδαιτυμόνων σ' αυτή την αίθουσα αυτό ειδικά το βράδυ. Ένα τέτοιο τραγούδι οφείλει πολλά στο κοινωνικό περιβάλλον και στις σχέσεις των διαφόρων ατόμων· τουλάχιστον μέρος της γοητείας του απορρέει από την οικεία ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία δημιουργήθηκε.
 
Περνώντας τώρα στον χορικό λυρισμό, στεκόμαστε μια στιγμή στο σημαντικότερο είδος του, τους ύμνους, και τα άλλα τελετουργικά τραγούδια. Όλα πληρούσαν μια ζωτική λειτουργία εντός του καθιερωμένου λατρευτικού συστήματος. Σε όχι λίγες περιπτώσεις απουσία λατρευτικού τραγουδιού θα καθιστούσε τη λατρεία λειψή και σχεδόν δίχως νόημα. Σε τι θα χρησίμευε αν η πόλη προσέφερε πολυδάπανες θυσίες στον Απόλλωνα σε ένα από τα μεγάλα κέντρα λατρείας του, ή να του αφιερώναμε ένα νέο ναό, αν δεν γνωστοποιούσαμε σ' εκείνον και σε όλη την Ελλάδα τι επράξαμε καθώς και τι λογής αντευεργεσίες ζητούμε από τον θεό για τα Άβδηρα ή τις Θήβες ή τις Αθήνες ή όποιο άλλο όνομα φέρει η πόλη μας; Το αναγνωρισμένο μέσον για τον σκοπό αυτό είναι το παιωνίζειν, η εκτέλεση ενός παιάνα από τον χορό. Αν κατόπιν παραγγελίας μας έχει συντεθεί επί τούτου ένα λαμπρό ποίημα, και φροντίζουμε να γίνουν οι πρόβες με κάθε επιμέλεια, είναι γιατί ελπίζουμε όχι μόνον να ευχαριστήσουμε έτσι τον θεό, αλλά ταυτόχρονα να αυξήσουμε τη δόξα της κοινωνίας μας. Μερικές φορές οι παιάνες τραγουδιούνταν στους τόπους, όπου, ενώπιον του ιερού ή ενός βωμού, στάθμευε η πομπή, κάποτε όμως καταλληλότερη θεωρούνταν η εκτέλεση ειδικών πομπικών ασμάτων, των προσοδίων. Κάποιες λατρείες απαιτούσαν παρθένια, ύμνους αδόμενους από χορό παρθένων, ενώ άλλες λατρείες απαιτούσαν άλλα είδη τραγουδιών. Αρκούν τόσες λεπτομέρειες. Οπουδήποτε στρέψουμε το βλέμμα, συναντούμε τις ίδιες γενικές συνθήκες. Κατά την περίοδο που μας απασχολεί, ο βασικός χαρακτήρας του ιερού άσματος υπαγορευόταν από τις ειδικές απαιτήσεις μιας ειδικής λατρευτικής πρακτικής. Το ποίημα κατείχε προκαθορισμένη θέση στη θρησκευτική ζωή της κοινότητας· υπηρετούσε έναν άμεσο σκοπό, και ο ποιητής, οσοδήποτε σπουδαίος, αναμενόταν κυρίως να μιλήσει όχι εξ ονόματος του προσώπου του, αλλά ως φερέφωνο εκείνων που του είχαν αναθέσει τη σύνθεση του ποιήματος.
 
Θα κλείσω την επιλογή αυτή παραδειγμάτων, ένα απλό διάγραμμα, με λίγα λόγια για τα ἐγκώμια ή ἐπινίκια, ποιήματα αδόμενα από χορό, για να γιορταστεί μια νίκη σε αθλητικές διοργανώσεις, τοπικές ή πανελλήνιες. Εδώ πάλι πρέπει να γίνει κατανοητό ότι πρόθεση τέτοιου ποιήματος δεν ήταν να δώσει μιαν απλή αντανάκλαση της πραγματικής ζωής μέσα από το κάτοπτρο της λογοτεχνίας ή ένα είδος διακοσμητικής προθήκης στη νίκη, κάτι που θα μπορούσε εξίσου καλά και να παραληφθεί. Το τραγούδι ήταν αναπόσπαστο στοιχείο των πανηγυρικών εκδηλώσεων, ήταν όντως το επιστέγασμα στη σειρά γεγονότων, που έμελλαν να είναι για πολλά ελληνόπουλα και νέους άνδρες η υπέρτατη δόξα της ζωής τους. Την εσπέρα μετά τη νίκη στην Ολυμπία ή στους Δελφούς ή αλλού, το έθιμο ήθελε οι φίλοι του νικητή να αυτοσχεδιάζουν μια εύθυμη πομπή, έναν κῶμο, και, κατά προτίμηση με συνοδεία κάποιου οργάνου, να διασκεδάζουν συντροφικά για την επιτυχία. Πολύ λαμπρότερος, όμως, κῶμος περίμενε τον νικητή κατά την επιστροφή στον τόπο του. Εκεί θα υποδεικνυόταν με κάθε μέσο ότι από το επίτευγμα του ενός αυτού ατόμου διαρκής φήμη θα κοσμούσε εφεξής τη γενιά του, τους προγόνους του και την πόλη όλη. Στο τραγούδι θα συμπλέκονταν μια σειρά από παραδοσιακά επαινετικά θέματα· αλλιώς η νίκη θα στερούνταν από ένα σημαντικό τμήμα της. Κάποιο είδος γιορταστικού άσματος είχε προφανώς σταθερή θέση σε κάθε τέτοιον πανηγυρισμό, αλλά ήταν θέμα τύχης, και συχνά εξαρτιόταν πολύ από την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του νικητή και της οικογενείας του αν μπορούσαν να αναθέσουν σε έναν φημισμένο ποιητή να συνθέσει το ἐπινίκιον άσμα. Ωστόσο, είτε μεγαλόπνοα ποιητικά έργα είτε προϊόντα μιας τέχνης απλής, τα ποιήματα που γράφονταν για τέτοιες περιστάσεις αποτελούσαν οργανικό στοιχείο στη ζωή της κοινωνίας, που έδινε την αφορμή για τη γένεσή τους.
 
Ένα πρώτο βήμα προς τη νέα αντιμετώπιση της λυρικής ποίησης έγινε, όταν οι άνθρωποι απέκτησαν τη συνήθεια να διαβάζουν για την ευχαρίστησή τους μονωδίες και χορικά άσματα γραμμένα από τους μεγάλους τεχνίτες του παρελθόντος. Η συνήθεια εδραιώθηκε στην Αθήνα του 5ου αιώνα, όπως δείχνουν όλα τα τεκμήρια. Οι νέοι διδάσκονταν, στο πλαίσιο της μουσικής τους άσκησης, από αντίγραφα που ανήκαν στους δασκάλους τους, τα λόγια και τις μελωδίες πολλών φημισμένων τραγουδιών, και στα συμπόσια όλο και κάποια μέλη της συντροφιάς θα ήταν σε θέση να απαγγείλουν τέτοιες συνθέσεις, που είχαν καταλήξει να αντιπροσωπεύουν ό,τι θα αποκαλούσαμε κλασική ποίηση και μουσική. Όταν ένας κωμωδιογράφος επέλεγε να δανειστεί, πρώτ' απ' όλα μια μελωδία, αλλά και μια ή δυο φράσεις από τον Αλκαίο, τον Ανακρέοντα, ή από τον Στησίχορο, τον Σιμωνίδη και τον Πίνδαρο, θα έπρεπε να περιμένει από έναν μεγάλο του κοινού του να αναγνωρίσει το δάνειό του και να το εκτιμήσει. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι αυτή την περίοδο αφθονούσαν τα κείμενα των λυρικών (ή και άλλων) ποιητών· υπήρχε πάντως επαρκής αριθμός αντιτύπων σε κυκλοφορία, και οι φανατικοί μπορούσαν να εξασφαλίσουν ένα αντίτυπο ή να το παραγγείλουν. Ήδη οι αναγνώστες αυτοί χωρίζονταν με σημαντική απόσταση από τις συνθήκες παραγωγής των ποιημάτων και δεν θα ενδιαφέρονταν και τόσο για τον άμεσο σκοπό, για τον οποίο προορίζονταν αυτά αρχικά. Ό,τι θα ενδιέφερε πάνω απ' όλα τους μεταγενέστερους αυτούς αναγνώστες θα ήταν τα γενικότερα και πιο ανθεκτικά στον χρόνο στοιχεία των ποιημάτων, ακριβώς εκείνα τα στοιχεία από τα οποία εξαρτάται, σε τελευταία ανάλυση, το μεγαλείο των έργων της τέχνης και της λογοτεχνίας. Έτσι συνέβη ώστε ποιήματα, που κάποτε γράφηκαν για μια ειδική περίσταση και ήταν στενά δεμένα με τα συγκεκριμένα συμφραζόμενα και τις συνθήκες τους ("περιστασιακή ποίηση"), άρχισαν να υπόκεινται σε μια διαδικασία χειραφέτησης. Ήταν περίπου αναπόφευκτο να ακολουθήσει το επόμενο στάδιο, κατά το οποίο ποιήματα κάθε γραμματειακού είδους (: ίαμβοι, ελεγείες, και όλα τα λυρικά είδη) δεν παράγονταν πλέον για ειδική περίσταση και χρήση ούτε απευθύνονταν σε ειδικό και περιορισμένο ακροατήριο, αλλά εξαρχής γράφονταν για να βρουν τη θέση τους σε έναν κύλινδρο παπύρου, όπου θα μπορούσε να τα πάρει στα χέρια του ένας αναγνώστης, της αυτής ή της επόμενης γενεάς, σε οποιαδήποτε περιοχή της Ελλάδας ή του εξελληνισμένου κόσμου, αν νοιαζόταν για τέτοια ποιήματα. Αφ' ης στιγμής παγιώθηκε το βιβλίο ως κανονικό μέσο για τη διάδοση των ποιημάτων, η χειραφέτηση της ποίησης από τις συνθήκες της ζωής της ορισμένης κοινωνίας είχε πλέον αμετάκλητα συντελεστεί.»

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (956-986)

ΤΡ. ἄγε δή, τὸ κανοῦν λαβὼν σὺ καὶ τὴν χέρνιβα
περίιθι τὸν βωμὸν ταχέως ἐπιδέξια.
ΟΙ. ἰδού. λέγοις ἂν ἄλλο· περιελήλυθα.
ΤΡ. φέρε δή, τὸ δαλίον τόδ᾽ ἐμβάψω λαβών.
960 σείου σὺ ταχέως· σὺ δὲ πρότεινε τῶν ὀλῶν,
καὐτός τε χερνίπτου παραδοὺς ταύτην ἐμοί,
καὶ τοῖς θεαταῖς ῥῖπτε τῶν κριθῶν. ΟΙ. ἰδού.
ΤΡ. ἔδωκας ἤδη; ΟΙ. νὴ τὸν Ἑρμῆν, ὥστε γε
τούτων ὅσοιπέρ εἰσι τῶν θεωμένων
965 οὐκ ἔστιν οὐδεὶς ὅστις οὐ κριθὴν ἔχει.
ΤΡ. οὐχ αἱ γυναῖκές γ᾽ ἔλαβον. ΟΙ. ἀλλ᾽ εἰς ἑσπέραν
δώσουσιν αὐταῖς ἅνδρες. ΤΡ. ἀλλ᾽ εὐχώμεθα.
τίς τῇδε; ποῦ ποτ᾽ εἰσὶ πολλοὶ κἀγαθοί;
ΟΙ. τοισδὶ φέρε δῶ· πολλοὶ γάρ εἰσι κἀγαθοί.
970 ΤΡ. τούτους ἀγαθοὺς ἐνόμισας; ΟΙ. οὐ γάρ, οἵτινες
ἡμῶν καταχεόντων ὕδωρ τοσουτονὶ
εἰς ταὐτὸ τοῦθ᾽ ἑστᾶσ᾽ ἰόντες χωρίον;
ΤΡ. ἀλλ᾽ ὡς τάχιστ᾽ εὐχώμεθ᾽. ΟΙ. εὐχώμεσθα δή.
ΤΡ. ὦ σεμνοτάτη βασίλεια θεά,
975 πότνι᾽ Εἰρήνη,
δέσποινα χορῶν, δέσποινα γάμων,
δέξαι θυσίαν τὴν ἡμετέραν.
ΟΙ. δέξαι δῆτ᾽, ὦ πολυτιμήτη,
νὴ Δία, καὶ μὴ ποίει γ᾽ ἅπερ αἱ
980 μοιχευόμεναι δρῶσι γυναῖκες.
καὶ γὰρ ἐκεῖναι παρακλίνασαι
τῆς αὐλείας παρακύπτουσιν·
κἄν τις προσέχῃ τὸν νοῦν αὐταῖς
ἀναχωροῦσιν·
985 κᾆτ᾽ ἢν ἀπίῃ, παρακύπτουσιν.
τούτων σὺ πόει μηδὲν ἔθ᾽ ἡμῖν.

***
ΤΡΥ., στον υπηρέτη, που γύρισε στο αναμεταξύ με ένα αρνί
και ένα αγγείο με νερό για αγιασμό.

Πάρε τον αγιασμό και το κανίστρι
και κάμε του βωμού, δεξιά, το γύρο.
ΥΠΗ. Έγινε ο γύρος· λέγε παρακάτω.
ΤΡΥ. Ξύλο αναμμένο στο νερό ας βουτήξω.
Στο αρνί, ραντίζοντάς το με το νερό που στάζει από το δαυλό.
960 Κουνήσου εσύ. (Στον υπηρέτη.) Για δώσε λίγους σπόρους.
Παίρνει λίγο αγιασμένο κριθάρι και το ρίχνει πάνω στο κεφάλι του αρνιού.
Νίψου, δώσε σ᾽ εμέ το ραντιστήρι,
και ρίχνε σπόρους στους θεατές. ΥΠΗ. Ορίστε.
ΤΡΥ. Τους έριξες; ΥΠΗ. Και βέβαια· δεν είν᾽ ένας
τώρα θεατής που να μην έχει σπόρο.
ΤΡΥ. Μα οι γυναίκες δεν πήραν. ΥΠΗ. Θα τους δώσουν
το βράδυ οι άντρες. ΤΡΥ. Τώρα η προσευχή μας!
Με ιερατική επισημότητα.
Ποιός είν᾽ εδώ; Πού είναι πολλοί και τίμιοι;
ΥΠΗ. Σ᾽ αυτούς ας δώσω· είναι πολλοί και τίμιοι.
Βουτά το χέρι του στο αγγείο με τον αγιασμό,
που κρατά ο Τρυγαίος, και ραντίζει τα μέλη του Χορού
και τους θεατές των πρώτων καθισμάτων.

970 ΤΡΥ. Τίμιους τους λες αυτούς; ΥΠΗ. Και τί; δεν είναι;
Τόσο νερό τους ρίχνουμε, κι ωστόσο
κανένας απ᾽ τη θέση του δε φεύγει.
ΤΡΥ. Την προσευχή μας! ΥΠΗ. Ναι, την προσευχή μας.
ΤΡΥ. Σεβαστή μας Ειρήνη, μεγάλη θεά,
που χορούς και του γάμου χαρές κυβερνάς,
τη θυσία που προσφέρνουμε δέξου.
ΥΠΗ. Πολυτίμητη εσύ,
δέξου αυτή τη θυσία, και μη
φέρνεσαι όπως αυτές
980 που απατούνε τους άντρες τους, μη.
Την εξώπορτα αυτές μισανοίγουν κρυφά
κι έξω σκύβουν και βλέπουν· αν τύχει κανείς
και τις δει, μέσα πάλι γλιστρούν·
μόλις ο άλλος περάσει, χοπ, σκύβουν ξανά.
Τέτοια πράματα εσύ να μην κάνεις σ᾽ εμάς.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΑΤΡΕΙΔΕΣ, ΠΛΕΙΣΘΕΝΗΣ - ΑΤΡΕΑΣ

ΠΛΕΙΣΘΕΝΗΣ

Συγκεχυμένες είναι οι πληροφορίες για τον Πλεισθένη. Θεωρείται γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας (ή κάποιας άλλης γυναίκας), επομένως αδελφός του Θυέστη και του Ατρέα, ή γιος του Ατρέα, ενίοτε και πατέρας του Μενέλαου και του Αγαμέμνονα. Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση πιστεύεται ότι πέθανε νέος και τους γιους του τους ανέθρεψε ο παππούς τους Ατρέας. Κάποτε θεωρείται γιος του Θυέστη και αδελφός του Τάνταλου, είναι δηλαδή ένα από τα παιδιά που έσφαξε και μαγείρεψε ο Ατρέας (Υγίνος). Τέλος, θεωρείται γιος του Ατρέα, τον οποίο ανέθρεψε ο θείος του και αδελφός του πατέρα του, ο Θυέστης, νομίζοντας ότι είναι δικό του παιδί. Τον σκότωσε ο πραγματικός του πατέρας, ο Ατρέας, όταν εκείνος, ο Πλεισθένης, αποπειράθηκε να του αφαιρέσει τη ζωή κατ' εντολή του θετού του πατέρα Θυέστη. Αργότερα ο Ατρέας έμαθε την αλήθεια.
 
ΑΤΡΕΑΣ
 
Πρωτότοκος γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας είναι ο Ατρέας, δευτερότοκος ο Θυέστης.
 
Τα δύο αδέλφια, και η μητέρα τους, συνωμότησαν και σκότωσαν τον νόθο γιο του πατέρα τους Χρύσιππο από τη Νύμφη Αξιόχη, επειδή φοβήθηκαν ότι, από αγάπη για αυτόν τον νόθο γιο, ο Πέλοπας θα του παραχωρούσε την εξουσία. Ο Πέλοπας καταράστηκε τους γιους του και τους έδιωξε. Αυτοί κατέφυγαν στις Μυκήνες, στον βασιλιά Ευρυσθέα, ανεψιό του Ατρέα, ή στον πατέρα του Ευρυσθέα, τον Σθένελο, άνδρα της αδελφής τους Νικίππης. Αυτός παραχώρησε την περιοχή της Μίδειας ή Μιδέας στα δυο αδέλφια, αφού πρώτα απομάκρυνε τον ανεψιό τους Αμφιτρύωνα, γιο της αδελφής τους Αστυδάμειας από τον Αλκαίο, βασιλιά της Τίρυνθας. Όταν ο Ευρυσθέας πέθανε άκληρος, χρησμός των Δελφών συνέστησε στους Μυκηναίους να επιλέξουν για βασιλιά τους έναν από τους δυο γιους του Πέλοπα. Αυτοί όφειλαν να επιδείξουν τις ικανότητες και τους τίτλους τους για το βασίλειο.
 
Στην κατοχή του ο Ατρέας είχε ένα ηφαιστότευκτο σκήπτρο* και μια χρυσή προβιά, που του είχε δοθεί από τον ίδιο τον Ερμή, σύμβολο του ποιμένα βασιλιά σε εποχές που πηγή πλούτου για τον βασιλιά ήταν τα κοπάδια και η κλοπή ζώων που επαύξανε την περιουσία του. Επίσης, η χρυσή προβιά παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο συλλεγόταν ο χρυσός από τα νερά ποταμών, έριχναν, δηλαδή, γιδοπροβιές στα νερά των ποταμών και αγκίστρωναν τα ψήγματα του πολύτιμου μετάλλου στην τριχωτή πλευρά τους. Όπως και να έχει, το δέρας αυτό ήταν σύμβολο εξουσίας και αποδεικτικό πλούτου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή με θρησκευτικές προεκτάσεις, το δέρας προέκυψε ως εξής: Αν και ο Ατρέας είχε τάξει το ωραιότερο ζώο του κοπαδιού του στην Άρτεμη, ωστόσο, όταν βρήκε στο κοπάδι του ένα αρνί με χρυσόμαλλο δέρας, θυσίασε τα ζώο αλλά δεν προσέφερε το δέρας στη θεά, μόνο το κράτησε για λογαριασμό του και το φύλαξε μέσα σε λάρνακα.
 
Κρυφά το παρέδωσε η σύζυγός του Αερόπη, η κρητικιά βασιλοπούλα και μητέρα των παιδιών του, στον εραστή της Θυέστη, ο οποίος το ανέδειξε σε σύμβολο εξουσίας, καθώς πρότεινε να ανακηρυχθεί βασιλιάς των Μυκηνών αυτός που θα παρουσίαζε ένα χρυσόμαλλο δέρμα. Ο Ατρέας, μη γνωρίζοντας την κλοπή του δέρατος από τη γυναίκα του, δέχτηκε. Ο Θυέστης νίκησε. Με παρέμβαση του Δία μέσω του Ερμή, ο Ατρέας συμφώνησε να κρατήσει την εξουσία ο Θυέστης, εκτός αν ο ήλιος έδυε στην Ανατολή. Το θαύμα συντελέστηκε, ο Ατρέας διατήρησε την εξουσία του με τη βοήθεια του Δία, τιμώρησε τη γυναίκα του ρίχνοντάς την στη θάλασσα, όπου και πνίγηκε, και εξόρισε τον Θυέστη.
 
Η εξορία δεν ήταν αρκετή για τον Ατρέα. Θέλησε να εκδικηθεί περαιτέρω τον αδελφό του, όχι τόσο γιατί του διαφιλονικούσε τον θρόνο όσο για τις παράνομες σχέσεις που ανέπτυξε με τη γυναίκα του Αερόπη. Προσποιήθηκε ότι συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του και τον κάλεσε πίσω στις Μυκήνες. Έτσι, έσφαξε -αν και είχαν προσπέσει ικέτες στον βωμό του Δία- και διαμέλισε τα παιδιά του και του πρόσφερε σε γεύμα τις ψημένες σάρκες τους. Τα κεφάλια και τα χέρια των παιδιών, που ο Ατρέας είχε διαφυλάξει και τα οποία παρουσίασε στον Θυέστη μετά την παιδοφαγία, αποκάλυψαν την αποτρόπαιη πράξη. Ο Θυέστης αντέδρασε με τον τρόπο του Δία σε αντίστοιχο δείπνο από τον βασιλιά Λυκάονα της Αρκαδίας: αναποδογύρισε με μια κλωτσιά το τραπέζι κι έφυγε τρέχοντας, αφού πρώτα εξέφερε βαρεῖαν άράν, δηλαδή καταράστηκε τους Ατρείδες. Αυτά ήταν τα περίφημα θυέστεια δείπνα, εξαιτίας των οποίων ο ήλιος, όπως διηγούνταν κάποιοι, απέστρεψε το πρόσωπό του και άλλαξε πορεία. Όπως ακριβώς είχε δύσει στην ανατολή, σύμφωνα με τη βούληση του Δία, προκειμένου ο Ατρέας να ξανακερδίσει το βασίλειό του, που το είχε χάσει όταν ο Θυέστης απέκτησε με δόλιο τρόπο το σύμβολο της εξουσίας, τη χρυσή προβιά.
 
Εξόριστος από τη γη της Αργολίδας στη Σικυώνα ο Θυέστης ενώθηκε με την κόρη του Πελοπία, είτε βιάζοντάς την είτε αγνοώντας ο ένας την ταυτότητα του άλλου. Την προστασία της γυναίκας και το μεγάλωμα του παιδιού της ανέλαβε ο Ατρέας, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα των δύο προσώπων, ότι δηλαδή ήταν η κόρη του αδελφού του και ο γιος του αδελφού του από την ίδια του την κόρη. Στο μεταξύ, ο Ατρέας ζήτησε από τους νεαρούς γιους του να του βρουν τον Θυέστη και να τον φέρουν στις Μυκήνες. Εκεί τον φυλάκισε και έβαλε τον Αίγισθο να τον σκοτώσει· όμως Θυέστης και Αίγισθος αναγνωρίστηκαν** έγκαιρα ως πατέρας και γιος, ο Αίγισθος σκότωσε τον Ατρέα που τον είχε μεγαλώσει, αποκατέστησε τον φυσικό του πατέρα στον θρόνο και έδιωξε τους δυο γιους του, οι οποίοι κατέφυγαν στη Σπάρτη, όπου και παντρεύτηκαν τις δύο κόρες του Τυνδάρεου, ο Αγαμέμνονας την Κλυταιμνήστρα, ο Μενέλαος την Ελένη.
 
Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Αίγισθος εκδικήθηκε τον θάνατο των αδελφών του εξυφαίνοντας τη δολοφονία*** του Αγαμέμνονα, γιου του Ατρέα, όντας εραστής της Κλυταιμνήστρας. Οι δομικές αντιστοιχίες είναι εμφανείς: Ατρέας - Αερόπη - Θυέστης, Αγαμέμνων - Κλυταιμνήστρα - Αίγισθος· δολοφονία των παιδιών του Θυέστη από τον αδελφό του πατέρα τους και θείο τους Ατρέα - δολοφονία του γιου του Ατρέα Αγαμέμνονα από τον εξάδελφό του Αίγισθο. Στο μεταξύ, είχε προηγηθεί η δολοφονία του ετεροθαλούς αδελφού των Πελοπιδών Θυέστη και Ατρέα με τη βοήθεια της μητέρας τους Ιπποδάμειας.
 
Μια άλλη εκδοχή του μύθου δεν μιλά για κανένα από αυτά τα εγκλήματα που ήταν άγνωστα και στα ομηρικά έπη. Πάντως, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η διαδοχή στην εξουσία έγινε ομαλά, τα σύμβολα της εξουσίας, το ηφαιστότευκτο σκήπτρο και η χρυσή προβιά, δόθηκαν στον πρωτότοκο Ατρέα. Εκείνος τα παραχώρησε στον αδελφό του Θυέστη, μέχρι να ενηλικιωθούν τα ανήλικα παιδιά του Αγαμέμνονας και Μενέλαος, κι εκείνος με τη σειρά του τα επέδωσε στον πρωτότοκο Αγαμέμνονα. Η ειρηνική αυτή διαδοχή**** (Ιλ., Β 100-108), που αντανακλά τον θεσμό των δύο βασιλέων στη Σπάρτη και επιβίωσε μέχρι την κατάκτηση της πόλης από τους Ρωμαίους, δεν εξυπηρετούσε πολιτικά τη μεταμυκηναϊκή εξουσία ούτε παρουσίαζε ενδιαφέρον για τους τραγικούς ποιητές του 5ου αι. π.Χ. Γι' αυτό διαμορφώθηκε μια δεύτερη εκδοχή, όπου η διαδοχή στην εξουσία γίνεται με τρόπο ανώμαλο· σε αυτό συμβάλλουν και γυναίκες.
-----------------------
*Ηφαιστότευκτο σκήπτρο
Λέγεται ότι, φτάνοντας στη χώρα της Φωκίδας η Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονα, έχασε το σκήπτρο, το οποίο βρέθηκε αργότερα στα σύνορα Χαιρώνειας και Πανοπέα μαζί με χρυσάφι. Οι κάτοικοι του Πανοπέα πήραν το χρυσάφι, της Χαιρώνειας το σκήπτρο. Ο Παυσανίας παραδίδει τα εξής: «Από τους θεούς οι Χαιρωνείς τιμούν περισσότερο το σκήπτρο που έφτιαξε κατά τον Όμηρο ο Ήφαιστος για τον Δία· απ' αυτόν το πήρε ο Ερμής και το έδωσε στον Πέλοπα, ο Πέλοπας το άφησε στον Ατρέα, ο Ατρέας στον Θυέστη και από τον Θυέστη το έχει ο Αγαμέμνονας. Αυτό το σκήπτρο λατρεύουν, λοιπόν, και το ονομάζουν Δόρυ. Ότι αυτό το σκήπτρο έχει κάτι το κατ' εξοχήν θείο φαίνεται καθαρά από τη δόξα που φέρνει στους Χαιρωνείς. Λένε ότι βρέθηκε στα σύνορα της χώρας τους με την περιοχή των Πανοπέων στη Φωκίδα και ότι μαζί με αυτό ο Φωκείς βρήκαν και χρυσάφι και ήταν πολύ ευχαριστημένοι που πήραν το σκήπτρο αντί για τον χρυσό. Είμαι της γνώμης ότι το έφερε στη Φωκίδα η Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονα. Δημόσιος ναός για το σκήπτρο δεν έχει κτιστεί αλλά ο ιερέας φυλάει το σκήπτρο για ένα χρόνο σε ένα σπίτι. Και προσφέρονται θυσίες κάθε μέρα και δίπλα του είναι μια τράπεζα γεμάτη από κρέατα κάθε είδους και γλυκίσματα» (Παυσανίας 9.40.11-12)
 
**Αναγνωρίσεις
1. Αίγισθος: Είτε έκθετος και νόθος, είτε σαν θετό παιδί του Ατρέα ο Αίγισθος μπήκε στην υπηρεσία του βασιλιά, ο οποίος του ζήτησε, σαν πιο έμπιστό του, να σκοτώσει τον φυλακισμένο Θυέστη. Όμως εκείνος αναγνώρισε στον νέο τον γιο του από το σπαθί που κρατούσε για να το σκοτώσει. Ήταν το ίδιο εκείνο σπαθί που κρατούσε ο Θυέστης και του είχε πέσει στον τόπο του βιασμού της Πελοπίας. Εκείνη το φύλαξε και παρέδωσε στον γιο της ως κάτι που θα μπορούσε να συντελέσει στην αναγνώριση πατέρα και γιου.[1]
2. Ορέστης: Η αναγνώριση του Ορέστη από την Ηλέκτρα έγινε στον τάφο του πατέρα τους Αγαμέμνονα. Σημεία αναγνώρισης ήταν ο κομμένος βόστρυχος του Ορέστη και το χρώμα των μαλλιών, κοινό στους Ατρείδες (Αισχ., Χοηφ., στ. 176· πρβ. Σοφ., Ηλ., στ. 900-909), και ένα υφαντό με παράσταση κυνηγιού που είχε κεντήσει η Ηλέκτρα και το είχε δώσει στον Ορέστη (Αισχ., Χοηφ., στ. 230-232). Στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή (στ. 1222) ο Ορέστης αναφέρει ως σημείο αναγνώρισης δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο, σφραγῖδα πατρός. Στον Ευριπίδη μεσολαβεί ένας γέροντας για την αναγνώριση (Ευρ., Ηλ. 509-546).
 
[1] Ο αναγνωρισμός του Αίγισθου από τον Θυέστη παρουσιάζει αναλογίες με τον αναγνωρισμό του Θησέα από τον Αιγέα.
 
***Ο Αίγισθος θυμάται τα Θυέστεια δείπνα και αιτιολογεί τον φόνο του Αγαμέμνονα
ΑΙΓΙΣΘΟΣ
Ω φως φαιδρόν ημέρας, που έφερε τη Δίκη!
τώρα μπορώ να πω, πως δεν αφήνουν έτσι
απλέρωτα οι θεοί και γνοιάζονται στ' αλήθεια
τα κακουργήματα της γης από κει πάνω,
αφού είδα, μες στων Ερινύων τα πλεχτά βρόχια
να κοίτεται αυτός εδώ - χαρά, χαρά μου,
και να πλερώνη του πατέρα του το κρίμα.
Γιατί ο Ατρέας, βασιλιάς αυτής της χώρας,
πατέρας αυτουνού, το δικό μου πατέρα
Θυέστη, κι αδελφό του - για να καταλάβης -
εξ αφορμής του θρόνου εξώρισε απ' τη χώρα.
Κι όταν εξαναγύρισε κ' έπεσε ικέτης
στην εστία, την γλύτωσε, αλήθεια, ο ίδιος
ο άθλιος Θυέστης μη σφαχτή κ' αιματοβρέξη
το πατρικό του χώμα· μ' αυτουνού ο πατέρας,
πώς τάχα, ο άθεος, ήθελε το γυρισμό του
μ' ένα πλούσιο χαράς τραπέζι να γιορτάση,
δείπνο του ετοίμασε τα κρέατα των παιδιών του·
τα πόδια και τα χτένια των χεριώ είχε κόψη
παράμερα, που να μην καταλάβουν και οι άλλοι,
καθώς καθόταν χωριστά, μα εκείνος παίρνει
κι ανίδεος καθώς είτανε, τρώει από κείνο
τάσωστ', όπως θωρείς, φαΐ για όλο το γένος.
Μα έπειτα μόλις τόνοιωσε το άθεο πράμα
έσκουζε κ' έπεσε ξερνώντας τα σφαχτάρια,
κι ευχιέται μοίρ' ασύντυχη στους Πελοπίδες,
με την κατάρα δίνοντας κλωτσιά στο δείπνος,
έτσι να πάη όλ' η γενιά και του Κλεισθένη.
Γι' αυτά 'ναι πούπεσε κι αυτός καθώς το βλέπεις
κ' είχαν το δίκιο εγώ το φόνο του να υφάνω
γιατί κι εμέ, τρίτο παιδί του αθλίου πατέρα,
μ' έδιωξε, βρέφος μες στα σπάργανα, μαζί του.
Μα ετράνεψα και μ' έφερε οπίσω η Δίκη·
και δίχως νάμαι εμπρός το χέρι μου έχω βάλη
κι όλο το σχέδιο της κακής του ύφανα μοίρας.
Έτσι κι ο θάνατος γλυκύς Θα μου είταν τώρα,
μια που τον είδα αυτόν μες στης Δίκης τα δίχτυα.
(Αισχ., Αγαμ. 1577-1611)

ΗΛΕΚΤΡΑ (προς τον Αίγισθον)
Λοιπόν έστω! Από πού όμως ν' αρχίσω και πού να τελειώσω; Δεν επέρασεν ημέρα που να μη σκεφθώ με την αυγήν όσα ήθελα να σου ειπώ, αν μια ημέρα δεν σ' εφοβούμην πια και τώρα δεν σε φοβούμαι και θα σου τις ειπώ τις βρισιές που επιθυμούσα να σου έλεγα ενόσω ήσουν ζωντανός.
Μας κατέστρεψες, εμένα και τον αδελφό μου, και μας έκαμες ορφανούς από πατέρα αγαπημένον, ενώ δεν σε εβλάψαμεν εις τίποτε. Υπανδρεύθηκες άνομα την μητέρα μας και εσκότωσες τον άνδρα της, τον στρατηλάτη των Ελλήνων, ενώ εσύ δεν επήγες ποτέ να πολεμήσης τους Φρύγας. Και είχες τόσα μυαλά, ώστε ενόμιζες, όταν ατίμαζες τον πατέρα μου ότι, αν έπαιρνες γυναίκα την μητέρα μου, μ' εσένα θα ήτο πιστή! Ας ηξεύρη όμως ο καθένας που παραπλανά ατίμως την γυναίκα άλλου και κατόπιν αναγκάζεται να την πάρη, πως απατάται, αν νομίζη ότι, ενώ δεν ημπορούσε να είναι φρόνιμη με τον άλλο, θα είναι φρόνιμη μαζύ μ' αυτόν!
Εζούσες ζωήν ελεεινή και ενόμιζες μόνον ότι έζης ευτυχής, διότι και συ εννοούσες ότι ο γάμος σου ήτο έγκλημα, και η μητέρα μου ότι είχε άνδρα κακούργο. Και οι δύο κακούργοι εφέρατε μαζύ το βάρος του εγκλήματός σας, και άκουες από όλους τους Αργείους: «Αυτός είναι ο άνδρας της γυναίκας του!» και όχι «Αυτή είναι η γυναίκα του ανδρός της!» Τίποτε δεν είναι πιο αξιοπεριφρόνητον από ένα σπίτι όπου κυβερνά η γυναίκα και όχι ο άνδρας, και η ψυχή μου αισθάνεται αποστροφή για τα παιδιά, που τα λέγουν εις την πόλιν παιδιά της μητέρας των και όχι του πατέρα των.
Ο άνδρας που νυμφεύεται γυναίκα επίσημη και από μεγαλύτερο γένος, γίνεται μηδενικό, διότι μόνο για την γυναίκα γίνεται λόγος!
Ό,τι όμως εκολάκευε προπάντων την ανοησία σου, είναι ότι ενόμιζες πως είσαι κάτι με τα πλούτη που είχες, σαν να μένουν αιώνια μαζύ μας. Στερεό πράγμα είναι μόνον ο χαρακτήρ και όχι τα χρήματα, επειδή αυτός μένει πάντοτε μαζύ μας και μας βοηθεί εις τας δυσκόλους περιστάσεις, ενώ ο άδικος πλούτος εις τα χέρια κακών ανθρώπων μόνον ολίγον καιρόν ανθίζει, και αμέσως χάνεται.
Τώρα για την άτιμη διαγωγή σου με τας γυναίκας σωπαίνω, επειδή δεν αρμόζει μια κόρη να λέγη τέτοια πράγματα∙ με ολίγα λόγια όμως θα δώσω να εννοηθή ό,τι ήθελα να ειπώ.
Ήσουν αλαζών, επειδή ήσουν βασιλεύς και υπερήφανος, επειδή ήσουν όμορφος. Εγώ όμως δεν θα ήθελα άνδρα με παρθενικό πρόσωπο, αλλά άνδρα αληθινό. Μόνον τέτοιου ανθρώπου τα παιδιά έχουν γενναία ψυχήν, ενώ του άλλου είναι στόλισμα μόνο για τους χορούς!
Πήγαινε εις τα κομμάτια λοιπόν τώρα, ανόητε, που δεν εσκέπτεσο ότι μια μέρα θα έδιδες λόγο για ό,τι έκαμες! Εις το εξής κανείς κακούργος να μη νομίση ότι εξέφυγε την τιμωρία του, έστω και αν πηγαίνη καλά εις τας αρχάς, πριν φθάση το τέλος και τα υστερνά της ζωής του!
(Ευρ., Ηλ. 907-956)
 
****Ειρηνική διαδοχή
Τότε ο Αγαμέμνονας ασκώθη ο πρωταφέντης,
κρατώντας το ραβδί στο χέρι του, τρανή του Ηφαίστου τέχνη·
στο Δία, το γιο του Κρόνου, κάποτε το 'χε χαρίσει εκείνος,
κι ο Δίας του Αργοφονιά το εχάρισε, του ψυχοπερατάρη,
κι ο Ερμής το χάρισε στον Πέλοπα τον αλογάρη πάλε,
κι ο Πέλοπας του Ατρέα το χάρισε του πρωτοστρατολάτη,
και στο Θυέστη ο Ατρέας πεθαίνοντας το βαριοκοπαδάρη,
κι ο Θυέστης πάλε του Αγαμέμνονα κλερονομιά το αφήκε,
πλήθος νησιά και την Αργίτικη για ν' αφεντεύει χώρα.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

1. Απόπειρα ενός χαρακτηρισμού 
 
Ένας από τους εξέχοντες γλωσσολόγους της εποχής μας, ο Wil­helm Schulze, παραδέχτηκε ότι αισθανόταν την ελληνική γλώσσα ως «την υψηλότερη έκφραση του γλωσσικού πνεύματος του ανθρώπου» (Kleine Schriften, 1933, 47). Παρόμοια ήταν και η κρίση που είχε διατυπώσει ήδη ο Wilhelm von Humboldt. Ο Theodor Benfey αποκάλεσε την ελληνική «ομολογουμένως την τελειότερη όλων των γλωσσών» (Geschichte der Sprachwissenscbaft, 1869, 640). Δεν πρόκειται για κρίσεις ειδικευμένων ελληνιστών, αλλά ερευνητών που κατέχουν πολλές γλώσσες· είναι επομένως απόσταγμα πλούσιων γλωσσικών εμπειριών. Παρόλα αυτά δεν πιστεύω ότι π.χ. ένας Κινέζος με υψηλή μόρφωση, γνώστης και των δικών μας κλασικών γλωσσών, θα έκρινε τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Είναι ασύλληπτα δύσκολο[1] να αξιολογήσει κανείς γλώσσες, αντιπαραβάλλοντας τη μια προς την άλλη, αφού δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμη επιστημονικές μέθοδοι για κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό ο Wilhelm Schulze, ο οποίος είχε ακριβή γνώση του πράγματος και φρόντιζε να ακριβολογεί, προσθέτει στην παραδοχή του και έναν περιορισμό: «δεν εξετάζω αν αυτό συμβαίνει δίκαια ή άδικα».
 
Τα ελληνικά μάς φαίνονται ιδιαίτερα εύηχα. Είναι πραγματικά πολύ πλούσια σε φωνήεντα. Εντούτοις, τα αρχαία ελληνικά που ομιλούνται σε μας, στο μάθημα και περιστασιακά σε απαγγελίες και στη σκηνή του θεάτρου, είναι ένα προϊόν της καθέδρας. Πώς πραγματικά ηχούσε η ελληνική όταν απήγγειλε ο Όμηρος, δεν μπορούμε να το φανταστούμε. Επομένως δεν μπορούμε να αποφανθούμε ούτε και για τον εύηχο χαρακτήρα της. Όσο για την εκφραστική ικανότητα της ελληνικής γλώσσας, οι απαραίτητες για την περίπτωση συγκριτικές έρευνες μόλις έχουν ξεκινήσει. Οι έρευνες αυτές δείχνουν ότι η ελληνική ανέπτυξε ήδη στο καθαρά νοητικό πεδίο νέα, άγνωστα έως τότε μέσα έκφρασης (π.χ. την παρεμβαλλόμενη επεξήγηση· τη δομή «όχι μόνον - αλλά και»· την «διαβάθμιση επιπέδων του ευκταίου»: «κατά προτίμηση... αν όμως αυτό δεν γίνεται, τότε τουλάχιστον...»)· καθώς φαίνεται λοιπόν, οι Έλληνες έχουν και εδώ να επιδείξουν ανακαλύψεις παρόμοιες με εκείνες που έκαναν σε άλλους τομείς. Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης ότι η ελληνική έχει στη διάθεσή της έναν ιδιαίτερο μορφολογικό πλούτο (π.χ. τον δυικό αριθμό, τη μέση φωνή) και ένα τεράστιο λεξιλόγιο. Για να συνταχθεί όμως ένας πραγματικός ισολογισμός αυτού του πλούτου θα έπρεπε να διαπιστωθούν τα κενά που μπορεί να παρατηρηθούν αντισταθμιστικά σε κάποια άλλα σημεία (π.χ. μικρότερος αριθμός πτώσεων από ό, τι στα λατινικά· έλλειψη μιας ορολογίας της βούλησης, κ.τ.λ.). Εκτός αυτού, ο μορφολογικός πλούτος μιας γλώσσας δεν συνιστά από μόνος του αξία ούτε είναι ένδειξη υψηλού επιπέδου ανάπτυξης· σε ορισμένους τομείς οι πρωτόγονες γλώσσες παρουσιάζουν έναν απροσδόκητο πλούτο μορφών. Με όλες αυτές τις μεμονωμένες κρίσεις κινούμαστε σε πεδίο αβεβαιότητας· για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητη μια βασική διευκρίνηση.
 
Η γλώσσα είναι δεδομένη απ’ αρχής μαζί με τον άνθρωπο εν γένει, η δημιουργία της γλώσσας είναι ταυτόσημη με την ανθρωποποίηση. Το επίτευγμα του ανθρώπου, το οποίο συνιστά την αληθινή του ουσία, είναι ο πολιτισμός· και η γλώσσα ως το θεμελιώδες αυτών των επιτευγμάτων είναι το πρότυπο κάθε πολιτισμού. Για τον λόγο αυτόν η γλώσσα είναι η ενότητα των θεμελιωδών ανθρώπινων αντιθέσεων διαμορφώνει μέσα της πολωτικά και συνάμα αίρει τις ακόλουθες αντιθέσεις: α) σώμα και πνεύμα, β) άτομο και κοινότητα, γ) παρόν και παρελθόν, α) Η γλώσσα είναι αισθητός ήχος, μια ηχητική χειρονομία του σώματος· συνάμα είναι έκφραση και όργανο του πνευματικού στοιχείου, ενώ και η ίδια συνιστά ένα πνευματικό μόρφωμα, β) Ό, τι λέω είναι η πιο προσωπική μου ιδιοκτησία και αντανάκλαση των μύχιων ορμών μου· συνάμα όμως το λέγειν αποτελεί μια πράξη κοινότητας, υπηρετεί την επικοινωνία, και η γλώσσα η ίδια δεν είναι ιδιωτική μου επινόηση, αλλά ένα κοινωνικό μόρφωμα, γ) Το λεγόμενο λέγεται αυτή τη στιγμή, είναι παρόν στην πληρότητά του· συνάμα όμως περιέχει ένα στοιχείο διάρκειας, λέγεται συνεχώς με τον ίδιο τρόπο και λεγόταν ήδη ανέκαθεν με τον ίδιο τρόπο. Η γλώσσα είναι το πιο σημαντικό όργανο κάθε παράδοσης από γενιά σε γενιά (σε αναπτυγμένες συνθήκες χρησιμοποιεί επιπλέον και ένα ιδιαίτερο βοηθητικό όργανο, την ίδια της την παγιωμένη μορφή, δηλαδή τη γραφή). Συνάμα αποτελεί και αυτή η ίδια ένα ιστορικό μόρφωμα, εμπεριέχει το αποτύπωμα της δικής της ιστορίας.
 
Η υποβολή των γλωσσών σε μιαν εντελώς απόλυτη αξιολόγηση και η κατάταξή τους σε μια κλίμακα τελειότητας είναι φυσικά κάτι άτοπο. Αν ο κάθε λαός βρίσκεται σε άμεση σχέση προς το Θεό, πρέπει κατά κάποιο τρόπο να συμβαίνει το ίδιο και με την κάθε γλώσσα. Ωστόσο: ο Θεός μπορεί κάλλιστα να παραβλέπει το τέλειο και το ατελές· για την ανθρώπινη θεώρηση των πραγμάτων όμως υπάρχει το κριτήριο της ικανότητας, τόσο στο μεμονωμένο άτομο όσο και στους λαούς. Και πρόδηλα οι λαοί χειρίστηκαν το όργανο της γλώσσας με διαφορετική ικανότητα και το καλλιέργησαν με διαφορετική αγάπη, ακριβώς όπως έκαναν και με άλλα όργανα έκφρασης, τη γλυπτική, τη μουσική ή τη θεολογία. Μια γλώσσα όμως θα έχει αναπτύξει έναν εξαιρετικό πλούτο τύπων και θα έχει φτάσει σε ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο εξέλιξης τότε, όταν έχει διαμορφώσει με ιδιαίτερη καθαρότητα τη λειτουργία που περιγράφτηκε μόλις προηγουμένως, όταν δηλαδή οι θεμελιώδεις ανθρώπινες αντιθέσεις εκδηλώνονται σε όλο τους το εύρος μέσα της. Αυτό φαίνεται να ισχύει πράγματι στην περίπτωση της ελληνικής.
 
α) Σώμα και πνεύμα
 
Εδώ και πολύν καιρό έχει παρατηρηθεί ότι η ελληνική γλώσσα παρουσιάζει μια ιδιαίτερα πνευματική δομή. Ο λαός που επινόησε τη φιλοσοφία είχε στη γλώσσα του ένα θαυμαστό εργαλείο του φιλοσοφείν.[2] Η ελληνική γλώσσα εμπεριέχει, θα λέγαμε, μέσα της τη φιλοσοφία ήδη ως δυνατότητα. Το ουδέτερο των επιθέτων (τό δί­καιον), το απαρέμφατο που ουσιαστικοποιείται με το άρθρο (τό εἶναι) είναι λ.χ. λαμπρές δυνατότητες έκφρασης του αφηρημένου, ή ακριβέστερα: η ίδια ροπή προς την αφαίρεση, η οποία εκδηλώνεται κατόπιν συνειδητά στη φιλοσοφία, είναι ήδη εναποτεθειμένη στη γλώσσα. Ο ένας πόλος της αντίθεσης διαμορφώνεται επομένως στα ελληνικά με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο.
 
Ο έτερος πόλος είναι η ευδιάκριτη, ιδιαίτερη δύναμη και πληρότητα της ελληνικής γλώσσας στην αισθητή διάσταση. Ελλείψει της αυθεντικής ηχητικής μορφής, μπορούμε μόνο να τη φανταστούμε. Βλέπουμε, όμως, π.χ. στην τραγωδία, με πόσο άμεσα αισθητό τρόπο περνά ο θρήνος, ο πόνος, η ταραχή στη γλωσσική έκφραση. Ο σωματικός πόνος του Φιλοκτήτη αποδίδεται λεκτικά από τον Σοφοκλή με μια γυμνότητα και οξύτητα που για άλλους, ευρωπαϊκούς τουλάχιστον, λαούς θα ήταν αφόρητη. Όταν η υψηλή ποίηση των Ελλήνων επιτρέπει τέτοιου είδους εκτονώσεις, οι οποίες αλλού εξωθούνται από τη λογοκρισία της σύμβασης στο περιθώριο ή στη μοναξιά, τότε στο φαινόμενο αυτό εκδηλώνεται μια ανήκουστη δύναμη της γλώσσας στη διάσταση της αίσθησης. Η γλώσσα βρίσκεται εδώ κατά κάποιον τρόπο στο κατώτερο όριό της, είναι ακόμη κατά το ήμισυ κραυγή. Αλλού η κραυγή, την οποία η γραμματική τόσο υποτονικά σε σχέση με το πράγμα ονομάζει «επιφώνημα», αγνοείται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από την υψηλή γλώσσα. Στους Έλληνες η κραυγή, το αυθόρμητο επιφώνημα, η ασυναίσθητη κίνηση των χειλιών, της γλώσσας και του λάρυγγα είναι ένα μέσο που έχει γίνει σε τέτοιον βαθμό αποδεκτό στο ανώτατο γλωσσικό επίπεδο όσο σε κανέναν άλλο λαό. Ιδιαίτερα στην τραγωδία, όμως εν μέρει και στο έπος, ακούμε επανειλημμένα τέτοια αρχέγονα μορφώματα: τον αναστεναγμό των απλών φωνηέντων (α, η, ω, οι), το πρωτόγονο αναδιπλασιασμένο και συνδυασμένο ούρλιαγμά τους (αἴαἴ, ἰοῦ, ὠή και τα παρόμοια),[3] το ξεφύσημα και την απόπτυσή τους (ὤ, πόποι, φεῦ), την τραυλίζουσα, αλυσιδωτή έκρηξη (ὀτοτοτοτοτοῖ, ἀτταταῖ, βαβαί- Σοφοκλής, Φιλοκτήτης 745 κ.ε., 754: παπαῖ, ἀπαππαπαῖ, παπά, παππαπαππαπαῖ).
 
Αυτές είναι μερικές μόνον απτές και μετρήσιμες ενδείξεις για μια καθολική πραγματικότητα: για τη δύναμη της αισθητής, σωματικής διάστασης αυτής της γλώσσας, της ίδιας ακριβώς που μπορεί ταυτόχρονα να είναι τόσο αφηρημένη και τόσο διαποτισμένη από πνεύμα.
 
β) Άτομο και κοινότητα
 
Το άτομο, που στην Ελλάδα ανασκιρτά για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία πιο συνειδητά, διαπλάθει και τη δική του ιδιαίτερη γλώσσα. Ευδιάκριτα ατομικός είναι κάθε στίχος της Σαπφώς, του Αισχύλου ή του Θεόκριτου. Σε ορισμένα σημεία το ατομικό επιτείνεται ως την εκκεντρικότητα, όπως στον ύστερο Πλάτωνα, τον Ευριπίδη, τον Θουκυδίδη, ή ως την εκζήτηση, όπως στον Γοργία ή τον Λυκόφρονα. Η γλωσσική κοινότητα απαντά σε τέτοιες προκλήσεις με την παρωδία: έτσι η κωμωδία παρωδεί το υπερβολικά ατομικό στον Ευριπίδη, ο Πλάτων τους σοφιστές.
 
Στον σύγχρονο παρατηρητή που έχει συνηθίσει τη λογοτεχνική ατομικότητα δεν προκαλεί ως επί το πλείστον εντύπωση τούτη η μεγάλη διαφοροποίηση της ελληνικής. Πολύ περισσότερο τον εντυπωσιάζει ο αντίθετος πόλος, ο ομαδικός χαρακτήρας των έργων της τέχνης του λόγου στην ελληνική. Η γλώσσα των εγγράφων και του εμπορίου είναι παντού χαρακτηριστική συλλογική γλώσσα. Όμως και η ποιητική γλώσσα είναι σε αρχαϊκές συνθήκες ένα υπερατομικό μόρφωμα, μια ειδική γλώσσα που μπορεί κανείς να τη μάθει και την οποία διαχειρίζεται η συντεχνία. Τούτο έχει διατηρηθεί στην ελληνική σε πολλές περιπτώσεις από πολύ παλαιότερες εποχές, π.χ. στο έπος, αλλά και σε νεότερα φαινόμενα, όπως την τραγωδία, σχηματίζεται διαρκώς από την αρχή. Υπάρχει μια επική ή τραγική «γλώσσα», η οποία σε ό, τι αφορά στο γλωσσικό μέρος εμπεριέχει και το τεχνικό μέρος της ποίησης. Ο αριστοτέχνης φαίνεται από την κατοχή και την ευχέρεια στη χρήση του «ύφους» που προσιδιάζει στο εκάστοτε «είδος», και αριστοτέχνης είναι εκείνος που το καταφέρνει «καλύτερα από όλους». Σταδιακά μόνο, και από τον Όμηρο και εξής όλο και πιο έντονα, εκδηλώνεται το ατομικό στοιχείο, όπου αριστοτέχνης είναι εκείνος, ο οποίος μπορεί να το πει «με τον δικό του τρόπο». Το ίδιο ισχύει και για τη χορική ποίηση, το επίγραμμα, τη ρητορική. Φυσικά σε αυτές τις γλωσσικές σχέσεις στην ουσία αποτυπώνεται απλώς η ιδιαίτερη ελληνική διαλεκτική μεταξύ ατόμου και κοινωνίας: εδώ τα ισχυρά άτομα αναφύονται στο έδαφος μιας ισχυρής κοινότητας.
 
γ) Παράδοση και παρόν
 
Η αντίθεση αυτή επικαλύπτεται με εκείνη μεταξύ ατόμου και ομάδας· αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η κοινότητα περιέχει, με αναγκαιότητα που απορρέει από την ουσία της, το στοιχείο της μονιμότητας, ήδη επειδή αποτελεί σύνθεση διαφόρων ηλικιακών βαθμίδων. Έτσι συνηθίζεται να διαφοροποιούνται υποομάδες: κάποιες είναι πιο συντηρητικές γλωσσικά, όπως οι γυναίκες (και συνακόλουθα και τα παιδιά), άλλες πιο προοδευτικές. Η γλωσσική ανανέωση είναι μάλλον ατομική υπόθεση, ενώ η συντήρηση περισσότερο συλλογική.
 
Όπως παντού, οι Έλληνες είναι φυσικά και στη γλώσσα οι μεγάλοι ανανεωτές, όπως άλλωστε οφείλουν να είναι οι ευρετές. Εμείς οι Γερμανοί εκτιμούμε τη γλωσσική καινοτομία τις περισσότερες φορές ανεπιφύλακτα ως κάτι θετικό, ενώ οι Γάλλοι είναι στο σημείο αυτό πιο ευαίσθητοι, όπως οι Έλληνες. Το λεπτό γλωσσικό αίσθημα, η ζωντανή προφορικότητα της γλώσσας τους κάνει τους Έλληνες προσεκτικούς σε ό, τι αφορά στην ανανέωση και τονώνει τους δεσμούς τους με την παράδοση. Η θεωρία της τέχνης αποτρέπει π.χ. από κάθε υπερβολή κατά τον σχηματισμό νέων λέξεων.
 
Στα γλωσσικά έργα τέχνης των Ελλήνων διασώζονται στοιχεία αξιοθαύμαστης παλαιότητας. Το έπος περιέχει μια σημαντική κληρονομιά της δεύτερης χιλιετηρίδας -μεμονωμένοι σχηματισμοί και λογότυποι έχουν μάλιστα διατηρηθεί από την κοινή ινδοευρωπαϊκή περίοδο. Αυτοί οι φερτοί λίθοι δεν αποτελούν μεμονωμένα μουσειακά εκθέματα, αλλά συμπλέουν με το ρεύμα της ζωντανής γλώσσας, η οποία τροφοδοτείται από το σύγχρονο γλωσσικό αίσθημα. Η ίδια αυτή εξέλιξη επαναλαμβάνεται για μιαν ακόμη φορά στην ιστορία της πρόσληψης του έπους. Ένα μόρφωμα όπως το ομηρικό έπος, με την πολλαπλά διαστρωματωμένη τεχνητή του γλώσσα, θα έπρεπε να απαρχαιωθεί γρήγορα. Η γλωσσική δύναμη των Ελλήνων κατόρθωσε να το διατηρεί συνεχώς ζωντανό, ξεκινώντας κάθε φορά από την αρχή στην παραγωγική μίμηση και εξέλιξή του σε άλλα ποιητικά έργα, στη διαρκή δημόσια απαγγελία, στην καθημερινή ζωντανή χρήση και ήδη από παλιά και στη σχολική διδασκαλία. Έτσι παλαιά, παμπάλαια στοιχεία μετασχηματίζονταν εκ νέου σε γλωσσικό παρόν.
 
Στον άλλο πόλο βρίσκεται η επίκαιρη δύναμη κρούσεως της ελληνικής γλώσσας. Από τον Τυρταίο μέχρι τον Δημοσθένη οι μεγάλοι ρήτορες του έθνους ήξεραν να αδράχνουν τη στιγμή και να συνεγείρουν τους ακροατές, με όλη τη δύναμη της αισθητής παρουσίας, όλη τη σωματική αμεσότητα της εύστοχης επιχειρηματολογίας. Απολύτως προσαρμοσμένες στο παρόν και στον συνομιλητή είναι οι επίμονα διεισδυτικές ερωτήσεις του Σωκράτη. Εδώ εναρμονίζονται παντού οι τρεις πολώσεις μας και επιβεβαιώνουν το φαινόμενο που προσπαθούμε να συλλάβουμε: η ελληνική γλώσσα προφανώς δεν αντιμετωπίστηκε χωρίς λόγο ως μια ιδιαίτερη και εξέχουσα περίπτωση της ανθρώπινης γλωσσικής λειτουργίας, καθώς επεξεργάζεται και αναπτύσσει σε ασυνήθιστο εύρος τις πολώσεις του ανθρώπινου είναι.
 
2. Το γλωσσικό επίτευγμα
 
Η γλώσσα είναι ένα κτήμα που κληρονομείται διαρκώς και κάθε φορά από την αρχή στις επόμενες γενεές. Η κατοχή της ωστόσο δεν συντελείται χωρίς μόχθο· φαινομενικά μόνο «φύεται» κάποιος «μέσα» σε μια γλωσσική κοινότητα· στην πραγματικότητα την κατακτά κανείς τη γλώσσα μέσω της μίμησης. Τούτο μπορεί να συμβεί με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Κάθε άνθρωπος και κάθε λαός έχει εντελώς διαφορετική σχέση προς τη γλώσσα «του», καθώς την έχει και την χειρίζεται με διαφορετικό τρόπο.
 
Για τους Έλληνες η γλώσσα είναι αποτέλεσμα της δραστηριότητας του ανθρώπου. Ο λόγος είναι «φτερωτός», δηλαδή σαν το βέλος που πετά προς τον στόχο. Ο άνθρωπος εκσφενδονίζει τον λόγο από μέσα του.[4] Χειρίζεται τούτο το όπλο με την ευφρόσυνη αίσθηση του δεξιοτέχνη. Ένας άνθρωπος που υπό την πίεση μιας κατάστασης προσπαθεί να βρει λέξεις, - κάτι τέτοιο είναι για μας ένα θέαμα που προκαλεί συμπάθεια· για τους Έλληνες είναι η με ειρωνεία ειδωμένη εικόνα ενός βαρβάρου που δεν τα καταφέρνει με τη γλώσσα (Ευ­ριπίδης, Εκάβη 1120-21 [Ἑκάβη με σύν γυναιξίν αἰχμαλωτίσιν ἀπώλεσ’ – οὐκ ἀπώλεσ’, ἀλλά μειζόνως], Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Ταύροις 1321 [ὦ θαῦμα -πώς σε μεῖζον ὀνομάσας τόχω;]).
 
Στη μάθηση της γλώσσας δεν ακολουθούν τον εύκολο δρόμο. Άλλοι πιο ολιγόλογοι, πιο αδύναμοι στον λόγο λαοί είναι εδώ γλωσσικά πιο αδρανείς· ο τελευταίος αιώνας (τουλάχιστον στη Γερμανία, γιατί στην Αγγλία είναι καλύτερα τα πράγματα) δεν ανέχτηκε ούτε καν το μεταφρασμένο από τον Λούθηρο κείμενο της Βίβλου, αλλά έπρεπε να το κάνει πιο εύπεπτο, προσαρμόζοντάς το στο δικό του ιδίωμα. Η απόσταση του Ομήρου από την γλώσσα, ας πούμε, της κλασικής Αθήνας ήταν πολύ μεγαλύτερη. Παρόλα αυτά καθένας μάθαινε στην παιδική του ηλικία με αυτονόητο τρόπο να κινείται μέσα στο δύσκολο και αρχαϊκό αυτό κείμενο. Ο Πίνδαρος και η Σαπφώ ήταν επίσης κοινό ανάγνωσμα. Σε ακροατήριο σαν αυτό που σύχναζε στο αθηναϊκό θέατρο (και που δεν ήταν ένα «μορφωμένο» προνομιούχο κοινωνικό στρώμα, αφού την παράσταση την παρακολουθούσαν απαξάπαντες), μπορούσε κανείς να παρουσιάζει πολύ απαιτητικά γλωσσικά κείμενα -πράγμα το οποίο και έκανε. Και μάλιστα όχι μόνον οι τραγικοί (κατά την ακρόαση των οποίων θα πρέπει να υπολογίζει κανείς ότι ορισμένα σημεία τους παρέμεναν ανεπαρκώς κατανοητά), αλλά και η κωμωδία: το αστείο στοιχείο της έγκειται σε μεγάλο βαθμό στη γλώσσα και προϋποθέτει μιαν αξιοθαύμαστη γλωσσική ετοιμότητα του κοινού, όπως π.χ. να ακούει σε έναν στίχο ότι σε ορισμένα λεπτά σημεία του μέτρου και του ύφους παρωδεί την τραγωδία. Γι’ αυτό το κοινό τούτο το έτρεμαν οι ηθοποιοί και οι ρήτορες: ένα ανεπαίσθητο σφάλμα στην προφορά ή στο μέτρο του στίχου αρκούσε για να ξεσπάσει θεατρικό σκάνδαλο.
 
Με την υπερτροφική ανάπτυξη της γραφής η Νεωτερικότητα έχασε την άμεση σχέση της με τον προφορικό λόγο, με αποτέλεσμα να μην διαθέτει πλέον το κατάλληλο αισθητήριο για τούτες τις επιδόσεις των Ελλήνων. Διορατικότεροι στο σημείο αυτό ήταν οι Ρωμαίοι· μεταξύ των επιτευγμάτων των Ελλήνων που άφησαν εποχή συγκατέλεγαν πρωτίστως τη γλωσσική δεινότητα. Για τη Ρώμη οι Έλληνες ήταν οι μεγάλοι δάσκαλοι της ευφράδειας, όπως, κατά περιόδους, και για την Αγγλία και τη Γαλλία.
 
Δεινοί στον λόγο είναι οι Έλληνες όσο προφανώς κανένας άλλος λαός. Οι μεγάλοι τους ποιητές είναι ομιλητές, και ο λόγος τους απευθύνεται στην κοινότητα. Όταν περνά στο προσκήνιο η δύναμη και η ικανότητα του λόγου να θέτει σκοπούς και αιτήματα και να καθορίζει την κοινότητα, τότε ο ομιλητής μεταβάλλεται σε ρήτορα. Η ρητορική δεν είναι όψιμο προϊόν παρακμής, αλλά ενυπάρχει ήδη στις αρχές της ελληνικής τέχνης του λόγου. Οι αρχαίοι είχαν δίκιο, όταν αποκαλούσαν τον Όμηρο τον πρώτο ρήτορα. Η γλώσσα είναι μια δύναμη που συγκινεί την ψυχή, οι ρήτορες αποκαλύπτουν αυτή τη δύναμη· και η δύναμη αυτή δεν έγκειται μόνο στην τέχνη να επιλέγει και να συνδέει κανείς τις λέξεις σε προτάσεις, αλλά στο βασικό διάγραμμα του λόγου, στην επιλογή και διάταξη του υλικού, και στη στάση του ίδιου του ρήτορα, στις χειρονομίες του, στη «ρητορική του σώματος»[5] - μέρος μόνο της οποίας αποτελεί ο λόγος. Το έδαφος της ρητορικής είναι η γλωσσική κοινότητα με μιαν επακριβώς προσδιορισμένη σημασία: ο δημόσιος χαρακτήρας, δηλαδή, του λόγου και η καθολική ισχύς του, η αποδοχή του από την κοινότητα. Στους προθαλάμους των ανακτόρων, κοντά στο αυτί του δεσπότη δεν μπορεί να αναπτυχθεί μια ρητορική με ισχύ καθολική.
 
3. Θεωρία της γλώσσας
 
Η ομιλία προϋποθέτει ακρόαση. Ο ομίλων ακούει τους άλλους και ομιλώντας ακούει και τον εαυτό του. Στην ομιλία είναι σιωπηρά διαρκώς παρόν ένα όργανο, με το οποίο η ίδια η γλώσσα παρατηρεί και απολαμβάνει τον εαυτό της. Τούτη η ενστικτώδης, ημισυνείδητη παρατήρηση της γλώσσας που τελικά διασαφηνίζεται επακριβώς, μετατρέπεται στα νομοθετικά χέρια των Ελλήνων σε θεωρία, σε μεθοδολογία. Η διδασκαλία της ποίησης εμφανίζεται ήδη από πολύ πρώιμα, το έπος προϋποθέτει τη σχολή των ραψωδών· το αργότερο στον 5ο αιώνα εμφανίζεται και η διδασκαλία της ρητορικής. Η εκμάθηση μιας ποίησης αρχαϊκής και γραμμένης σε μη οικεία διάλεκτο σε πρώιμη νεανική ηλικία προϋποθέτει επίσης μια διδασκαλία, μιαν εξήγηση των μορφών και των νοημάτων. Απ’ όλα τούτα αναπτύσσεται πρώιμα η ρητορική θεωρία και η γραμματική. Το
 
Κλεοβούλου μέν ἔγωγ’ ἐρέω,
Κλεοβούλω δ’ ἐπιμαίνομαι,
Κλεόβουλον δέ διοσκέω-
 
δεν είναι ένα έμμετρο χωρίο που αποστηθίζεται για την εκμάθηση της κλίσης του ονόματος, αλλά ένα ερωτικό ποίημα του Ανακρέοντα (απόσπ. 3 Diehl [=14 PMG= 303 LGS]). Εδώ η ποίηση παίζει με τη γλώσσα, με τον μηχανισμό της μορφοπλαστικής της δύναμης. Ο Έλληνας ποιητής αποκαλύπτει χωρίς ενδοιασμούς αυτό τον μηχανισμό, μετατρέποντάς τον σε γοητευτικό παιχνίδι -άλλη μια ένδειξη για το πόσο προορισμένοι ήταν οι Έλληνες να επινοήσουν τη γραμματική.
 
Η ελληνική γραμματική είναι η προβολή της ελληνικής ζωής στη γλώσσα, της προσεκτικής ακρόασης και παρατήρησης. Αλλά περιέχει ένα ακόμη στοιχείο: τοποθετείται σε απόσταση, βλέπει τη γλώσσα από μακριά, είναι ένα επίτευγμα αφαίρεσης.
 
Θεμελιώδεις έννοιες της γραμματικής όπως η “αναλογία” και η “ανωμαλία” προέρχονται από τη γεωμετρία. Μαθηματικό χαρακτήρα έχει το ολοκληρωμένο οικοδόμημα της γραμματικής - όχι ιστορικό. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, εκτός από τους ερμηνευτές κειμένων, στην επεξεργασία της γραμματικής συμμετέχουν και οι φιλόσοφοι.
 
Ως επίτευγμα ριζικής ανάλυσης η ελληνική γραμματική κατάκτησε τον δυτικό κόσμο. Ταυτόχρονα όμως παρουσιάζει και ιδιάζουσες ελληνικές αδυναμίες. Αξιοσημείωτο είναι ήδη το γεγονός ότι οι Έλληνες, αυτοί οι ακαταπόνητοι παρατηρητές του ξένου, δεν συνέκριναν τη γλώσσα τους με τις πολλές γλώσσες του περιβάλλοντος τους -όπως άλλωστε και στην εκμάθηση ξένων γλωσσών ήταν τόσο απρόθυμου όσο και οι Άγγλοι (η ενασχόληση με τις ξένες γλώσσες περιορίζεται στους ειδικούς της πρακτικής πλευράς του ζητήματος, στους διερμηνείς): οι σημαντικές λογοτεχνίες του περιβάλλοντος τους, η βαβυλωνιακή και η εβραϊκή, δεν υπέπεσαν στην αντίληψή τους. Προφανώς τους αρκούσε η εσωτερική πολυγλωσσία των δικών τους διαλέκτων. Έτσι σημαντικά επιτεύγματα της ελληνικής γραμματικής οφείλονται σε ξένους, στους φοίνικες Στωικούς.[6]
 
Μια βασική αδυναμία της ελληνικής γραμματικής έγκειται στη ανάλυση των λέξεων. Όσο γόνιμη αποδείχθηκε η αναλυτική μέθοδος σε σχέση με την πρόταση, δηλαδή στη σύνταξη, τόσο άστοχα χρησιμοποιήθηκε σε σχέση με τη μεμονωμένη λέξη.[7] Οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να κατανοήσουν τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ θέματος και κατάληξης. Τούτο οφείλεται σ’ εκείνη την υπερβολική σχηματοποίηση που διαπιστώνουμε και σε άλλες δραστηριότητές τους. Έτσι η γλωσσολογία του 19ου αιώνα γνώρισε την χωρίς προηγούμενο ανάπτυξή της, ακριβώς επειδή απελευθερώθηκε από την ελληνική παράδοση της γραμματικής, και αντ’ αυτής, υπό την ευεργετική επίδραση της ινδικής εθνικής γραμματικής, χάραξε νέους, ιστορικούς κατά βάση δρόμους. Τα επιτεύγματα όμως των Ελλήνων, προπαντός η σύνταξη ως ο στοιχειώδης διασαφητικός μηχανισμός που αφορά σε έναν τομέα της γλώσσας εξακολουθούν να διατηρούν την αξία τους, όπως τα ευκλείδεια μαθηματικά στο πλαίσιο των μη ευκλείδειων μαθηματικών.
---------------------- 
[1] Πρβ. λ.χ. W. Havers, Handbucb der erklarenden Syntax, [Χαϊδελβέργη] 1931, 12 
[2] J. Burckhardt, Griecbische Kulturgeschichte τόμ. 3, Βασιλεία/Στουτγάρδη 1957, 277-279. J. Stenzel, Kleine Schriften zur griechiscken Philosopbie, [Darmstadt] 1956, 72 κ.ε. E. Hoffmann, Die Sprache und die archaische Logik, [Tubingen] 1925- K. v. Fritz, Philosophic und sprachlicher Ausdruck bei Demokrit, Plato und Aristoteles, Νέα Υόρκη 1938. Br. Snell, “Die naturwissenschaftliche Begriffsbildung im Griechischen” στο: Die Entdeckung des Geistes, [Αμβούργο] 3η έκδ. 1955, 299 κ.ε. J. Lohmann, “Das Verhaltnis des abendlandischen Menschen zur Sprache”, στο: Lexis 3 [1953], 5 κ.ε
[3] Το μιμείται ο Goethe, Pandora στ. 406: “Ai! Ai! Weh! Weh mir! Weh! Weh! Weh! Ai! Ai mir! Weh!” 
[4] Από εδώ προκύπτουν τα ομηρικά σύνθετα ἐξονομάζω, ἐκφάσθαι
[5] Κικέρων, Orator 5, 5. 
[6] Μ. Pohlenz, Die Stoa, [Gottingen] 1948, 37 κ.ε.
[7] W. Schulze, Kleine Schriften, [Gottingen] 1933, 1-7.

Aπό τον έρωτα στην αδιαφορία

Το πραγματικό πρόσωπο του έρωτα θα βρίσκεται πάντα κάτω απ’ την επιφάνεια μιας ιδανικά πλασμένης πραγματικότητας που έχουμε φτιάξει για τους εαυτούς μας, με μοναδικό σκοπό την επιρροή που πιστεύουμε πως θα ‘χει στον δρόμο μας για ένα καλύτερο αύριο.

Εθελοτυφλούμε κι εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στις προσδοκίες που δημιούργησε η ιδέα της ύπαρξής του κι όχι η ύπαρξη του η ίδια, γεγονός που μας έχει οδηγήσει σε μια παρεξηγημένη εκδοχή του. Γι’ αυτό και δε θα καταφέρει ποτέ να μας προσφέρει όλα αυτά που χρειαζόμαστε για να γευτούμε την πολυπόθητη πλευρά της ευτυχίας και να ξεφύγουμε απ’ το συνειδητό συμβιβασμό μας στην ψευδαίσθησή της.

Ο έρωτας, ο παράφορος, που έχουμε κόψει και ράψει στα μέτρα μας μόνο και μόνο για να ευχαριστήσουμε την επιπολαιότητα που ξύπνησε μέσα μας η άπιαστη επιθυμία του «μαζί», που αντιπροσωπεύει και μετατρέπεται στον χειρότερο εφιάλτη μας. Συνειδητοποιούμε σιγά-σιγά την αδυναμία του να εκπληρώσει τις ουτοπικές, θα’ λεγε κανείς, προσδοκίες μας. Γίνεται αδιάφορος και βαλτώνει σε μια πραγματικότητα που πλήττει εξαιτίας της αμέλειάς μας και βυθίζεται σ’ έναν ωκεανό αμφιβολίας κι αστάθειας, χωρίς καμία πιθανότητα διαφυγής.

Η υπερτιμημένη αξία του ονείρου που μας οδήγησε σε μια αγάπη που δημιουργήσαμε απ’ το μηδέν, αρχίζει να φθείρεται γιατί δεν κατάφερε, τελικά, να εκπληρώσει τις υψηλές προσδοκίες μας. Περιφρονούμε την κάθε εκδοχή της που δε χρειάστηκε να ψάξουμε, πιστεύοντας πως μας αξίζει κάτι καλύτερο, για το οποίο θα χρειαστεί να παλέψουμε. Κι υποβάλλουμε τους εαυτούς μας σε μια διαδικασία αυταπάρνησης, που προέρχεται απ’ τον ανυπέρβλητο εγωισμό της κάθε απόφασής μας και δε θα σταματήσει ποτέ να επαναλαμβάνεται. Σαν φαύλος κύκλος, χωρίς αρχή και τέλος, που χαρακτηρίζεται απ’ την αξιοσημείωτη απουσία ηθικής κι αυτογνωσίας.

Φτάνει ο πήχης στα σύννεφα κι η επικείμενη πτώση μας απ’ τα ουράνια αιφνιδιάζει το μέσα μας κι αποκαλύπτει το ψέμα που κρύβεται κάτω απ’ το αστραφτερό και ζηλευτό, ίσως, περιτύλιγμα του. Ακόμη και τα καλύτερα πράγματα, λοιπόν, δεν είναι αντάξια της φήμης τους όταν τ’ απομυθοποιήσουμε και χάσουν το νόημά τους, γιατί δεν υπήρξαν ποτέ όπως τα είχαμε φανταστεί. Χτίζουμε τοίχους για να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας απ’ την αλήθεια της ύπαρξής τους και γκρεμίζουμε καθετί που τα θυμίζει, γιατί διαφέρουν απ’ την αντίληψη που είχαμε γι’ αυτά.

Γιατί, πολλές φορές, η φαντασία μας ευθύνεται για τον έρωτα κι όχι ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί μας, ακόμη κι αν προσπαθούμε επανειλημμένα να πείσουμε τους εαυτούς μας για το αντίθετο. Εξιδανικεύουμε τη μορφή του για να ταιριάξει στις προσδοκίες μας κι επιμένουμε σ’ αυτές, με σκοπό την ικανοποίησή τους, ακόμη κι όταν δεν είναι ρεαλιστικά εφικτή. Διαστρεβλώνουμε, έτσι, τις αξίες του και ρίχνουμε μαύρη πέτρα στην παράφορη επιθυμία μας να τον ζήσουμε. Δεν εξυπηρετεί πλέον καμία ανάγκη μας για την κατάκτηση του αύριο που έμεινε στο παρελθόν και δεν αποσκοπεί στην απόλαυση του παρόντος, γιατί το αναζητούμε απεγνωσμένα στο χθες.

Ό,τι κι αν ψάχνουμε στη ζωή, δε θα βρεθεί ποτέ μπροστά μας με τον τρόπο που περιμένουμε. Δε μας ευνοούν οι συνθήκες και δε θα το επιτρέψουν ποτέ καταστάσεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Γι’ αυτό κι ερωτευόμαστε τα «θέλω» μας, περισσότερο απ’ την πραγματικότητα στην οποία έχουμε την τύχη να ζούμε κι αποδίδουμε σ’ άλλους τις ευθύνες για την αποτυχία μας να προσαρμοστούμε σε αυτή. Ξενερώνουμε περισσότερο όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την προσωποποιημένη μορφή τους και την προσεγμένη ένταξή της, σε μια καθημερινότητα που ‘χει βυθιστεί στη ρουτίνα του οικείου και προσπαθεί με νύχια και με δόντια να ξεριζώσει απ’ τον πυρήνα της το διαφορετικό κι ό,τι προϋποθέτει η ύπαρξή του.

Έχουμε πλάσει μια ιδανική πραγματικότητα ηδονής κι ευτυχίας πάνω στα συντρίμμια της αποτυχίας μας να τη ζήσουμε έτσι ακριβώς όπως επιθυμούμε. Γι’ αυτό κι ερωτευτήκαμε περισσότερο κι απ’ τους ίδιους μας τους εαυτού ανθρώπους που δεν είδαμε ποτέ γι’ αυτό που είναι, αλλά γι’ αυτό που πάντα ονειρευόμασταν πως θα ‘πρεπε να είναι για να εκπληρώσουν τις προσδοκίες μας.

Ξεκινάει, λοιπόν, απ’ την αρχή η ιστορία, μόνο που αυτή τη φορά αποτελείται από διαφορετικούς κομπάρσους κι ακολουθεί το ίδιο ακριβώς μονοπάτι. Τελικός προορισμός; Η αδιαφορία που θα γεννηθεί μέσα από έναν έρωτα παράφορο, γιατί δε θα καταφέρει, τελικά, να ξεχωρίσει με την αυθεντικότητά του. Πώς μπορεί να υπάρξει άραγε το αυθεντικό, όταν έχουμε ήδη προκαθορίσει τη ροή του στη ζωή μας αναθέτοντάς του τον ρόλο που θα παίξει σε κάθε κομμάτι της;

Η οικογένεια καθορίζει τις σχέσεις μας

Η οικογένεια αποτελεί το περιβάλλον μέσα στον οποίο τα μέλη της έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με συμπεριφορές και στάσεις που διαμορφώνουν, σύμφωνα με έρευνες, τον τρόπο με τον οποίο θα συνδεθούν αργότερα στη ζωή τους με άλλους ανθρώπους αλλά και την εικόνα και ιδέα που θα έχουν για την οικογένεια.

Οι συμπεριφορές μέσα σε μια οικογένεια μεταφέρονται από γενιά σε γενιά

Όσα ισχύουν μέσα σε μία οικογένεια, μεταφέρονται από τα μέλη της στις δικές τους οικογένειες σαν αντίγραφα οικογενειακών σεναρίων. Αν οι γονείς, έχουν μία ήρεμη σταθερή και ασφαλή σχέση, χωρίς σκαμπανεβάσματα και χωρίς έντονες συγκρούσεις, αν έχουν μάθει να επιλύουν τις διαφορές μεταξύ τους αλλά και με τα παιδιά τους με δημοκρατικό και ελαστικό τρόπο, τότε τα παιδιά όταν θα κάνουν τις δικές τους οικογένειες θα πάρουν ως κληροδότημα μαζί τους, αυτές τις συμπεριφορές.

Όταν η οικογένεια παρέχει μία ασφαλή οικογενειακή βάση και ένα αξιόπιστο δίκτυο σχέσεων πρόσδεσης και επιτρέπει στα μέλη της από τα πιο μικρά έως τα πιο μεγάλα, να αισθάνονται ασφάλεια για να διερευνήσουν τόσο τις μεταξύ τους σχέσεις όσο και τις σχέσεις τους με άλλους ανθρώπους, τότε αυτά δε θα επιχειρήσουν να αλλάξουν κάτι στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τις σχέσεις αλλά θα προσπαθήσουν να μεταφέρουν όλες αυτές τις επιθυμητές ποιότητες και συμπεριφορές σε όσες κάνουν στο εξής στη ζωή τους αλλά και να αναπαράξουν το ίδιο μοντέλο οικογένειας.

Οι προβληματικές συμπεριφορές οδηγούν σε προβληματικές σχέσεις

Υπάρχουν όμως πολλές περιπτώσεις, όπου οι συνθήκες λειτουργίας της οικογένειας δεν ήταν ιδανικές και ο τρόπος που σχετίζονται τα μέλη της ήταν προβληματικός. Εφόσον ένα παιδί συνδέθηκε με το φροντιστή - γονέα του με μη ασφαλή δεσμό πρόσδεσης, μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να εσωτερικεύσει αρνητικά μοντέλα πρόσδεσης. Για παράδειγμα, αν ο γονιός είναι αδιάφορος κι απόμακρος, είναι δυνατόν να οδηγήσει το παιδί στο συμπέρασμα ότι όλοι οι άνθρωποι δεν αξίζουν την εμπιστοσύνη του και είναι αδιάφοροι απέναντι του. Είναι δυνατόν επίσης, να αντιληφθεί τον εαυτό του ως ανάξιο υποστήριξης και φροντίδας. Όλες αυτές οι δυσκολίες, όπως τις βιώνει μέσα του το παιδί λόγω της κακής γονεικής σχέσης, είναι δυνατόν να το επηρεάσουν στην επικοινωνία και τη σύνδεσή του με τους άλλους ανθρώπους καθόλη τη διάρκεια της ζωής του.

Η αντίληψη της πηγής του προβλήματος

Όμως πολλές φορές, και συνήθως με τη βοήθεια της ψυχοθεραπείας, ένα άτομο μπορεί να αντιληφθεί ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην ενήλικη ζωή του είναι αποτέλεσμα κακών οικογενειακών σεναρίων ή αλλιώς μοντέλων συμπεριφοράς μέσα στην δική του οικογένεια. Όταν λοιπόν αντιληφθεί το κόστος που πληρώνει στο παρόν, έχοντας δυσκολίες και ματαιώσεις στη σύναψη συναισθηματικών σχέσεων, όταν συνειδητοποιήσει ότι τα θέματα που το προβληματίζουν σήμερα οφείλονται σε προβληματικούς συναισθηματικούς δεσμούς του με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του στο παρελθόν, είναι δυνατόν να επιχειρήσει να αλλάξει τα οικογενειακά σενάρια που του κληροδοτήθηκαν με άλλα πιο υγιή και λειτουργικά.

Τα επανορθωτικά σενάρια ανατροφής παιδιών

Αυτά, σύμφωνα με τους Byng-Hall (1995), λέγονται επανορθωτικά σενάρια ανατροφής των παιδιών. Έτσι αν, για παράδειγμα, μια γυναίκα έχει βιώσει σαν παιδί την υπερβολική αυστηρότητα από τους γονείς της με την απαγόρευση να βγαίνει το Σαββατόβραδο από το σπίτι για βόλτα με τους φίλους της, μπορεί να αναθεωρήσει αυτήν την σκληρή και άδικη στάση των γονιών της και να μην την εφαρμόσει στη δική της κόρη, αναγνωρίζοντας την ως υπερβολική και λανθασμένη.

Σε ένα άλλο παράδειγμα, ένας άνδρας που μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου η συναισθηματική έκφραση ήταν περιορισμένη ή και απαγορευμένη και δεν του επιτρεπόταν να εκδηλώσει τη στεναχώρια του με κλάμα, μπορεί να συνδέσει την προβληματική αυτή συνθήκη με τη δυσκολία του στη σύναψη φιλικών αλλά κι ερωτικών σχέσεων και να αποφασίσει να μην την υιοθετήσει όταν κάνει την δική του οικογένεια. Μπορεί λοιπόν να μεγαλώσει τον δικό του γιο, ενθαρρύνοντας τη συναισθηματική του έκφραση και δημιουργώντας έτσι ένα επανορθωτικό σενάριο ανατροφής.

Μη κοιτάζεις το Δρόμο… ακολούθησε τον

Μη κοιτάζεις το Δρόμο….ακολούθησέ τον! Ναι, αλλά ποιο δρόμο; Πως να τον ακολουθήσω και μέχρι που να πάω;

Ποιο δρόμο να πάρω και γιατί να αλλάξω μιας και ζω ευχαριστημένος, χωρίς άσχημες αναμνήσεις, χωρίς στενοχώριες για το παρόν ή αβεβαιότητα για το μέλλον;
Ζω ευχαριστημένος με όσα έχω καταφέρει. Ζω ευχαριστημένος με τους φίλους που έχω. Ζω ευχαριστημένος με την καθημερινότητα που κυλάει. Ζω ευχαριστημένος με...

Χαρούμενος όμως; Είμαι χαρούμενος; Ζω ευχαριστημένος ή χαρούμενος;

Ζω στο μονοπάτι που χάραξε η ζωή, χωρίς να προσπαθώ να αλλάξω κάτι. Χωρίς να προσπαθώ να ονειρευτώ και να αγγίξω το όνειρό μου. Βλέπω τη ζωή να περνάει χωρίς να τη σκέφτομαι, διασκεδάζω όπως οι αφελείς, περισσότερο με την όψη των πραγμάτων παρά με το νόημά τους.

Γέμισε η ζωή μου σκόνη, σκόνη ευημερίας και μονοτονίας………και γω; Εγώ δεν έκανα τίποτα για τινάξω από πάνω μου τη σκόνη αυτή που απειλούσε σιγά - σιγά να σκεπάσει τη ζωή μου.

Μέχρι που η ανησυχία δεν μπορούσε άλλο να παραμείνει υπόκωφη. Οι νύχτες άρχισαν να γίνονται αγωνιώδεις και πολλές φορές εφιαλτικές. Ξυπνούσα ιδρωμένος, με την καρδιά να χτυπά δυνατά, χωρίς να ξέρω γιατί. Αισθανόμουν το μυστήριο, το ανεκπλήρωτο να έρχεται να με συναντήσει μέσα στη σκιά……να ανεβαίνει σιγά σιγά στην πλάτη μου σαν μια υπόκωφη παλίρροια, που ερχόταν όμως ορμητικά από την άλλη μεριά της θάλασσας.

Ποτέ πια δεν ένιωσα ηρεμία και γαλήνη. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή μου έγινε χλωμή. Και γω που είχα τα πάντα, ένιωθα να μου λείπουν όλα. Προσπαθούσα μέσα στα όνειρά μου να σκεφτώ μια ικανοποίηση, μια απόλαυση που θα με γαλήνευε, αλλά τίποτα.

Ξαφνικά ένιωσα να αισθάνομαι διαφορετικά απέναντι στους δικούς μου ανθρώπους, στην οικογένειά μου, στους φίλους μου, σε ότι περιέκλειε ευχαρίστηση μέχρι τότε. Άρχισε να μη με ενδιαφέρει η ζωή μου, ακόμη και αν ήταν ευχάριστη, να μη με ενδιαφέρει η ψυχή μου, ακόμη και αν ήταν δική μου.

Αυτό που ένιωθα δεν ήταν πόνος, ούτε ανησυχία. Δεν είχε τη φλόγα της επιθυμίας, ήταν η πραγματική επιθυμία. Δεν είχε σχέση ούτε με τα πρόσωπα, ούτε με τα πράγματα, αλλά με μένα τον ίδιο.

Αγαπούσα, μισούσα αυτό το συναίσθημα…..δεν ξέρω. Το ένιωθα αλλά έμοιαζε τόσο να μην είναι μέσα στην ψυχή μου. Το μόνο που αποζητούσα ήταν η μοναξιά, η απομόνωση από όλους και από όλα. Αυτό το συναίσθημα, αυτό το ακαθόριστο τίποτα, είχε προκαλέσει αλλαγή στη ψυχή μου και κατέληξε να είναι η ουσία του είναι μου. Με κυρίευε νύχτα και μέρα. Εντρυφούσε μέσα στις σκέψεις μου και τις σκόρπιζε με μια μοναδική μανία.

Ήταν ένα από εκείνα τα βράδια, που συνήθιζα να διαλογίζομαι όταν στη θέση του ύπνου πρόβαλε το μυστήριο της ζωής, σαν κάποιος να προχωρά ανεπαίσθητα, με άγνωστο βήμα στο σκοτεινό διάδρομο και τελικά δεν μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Απλά προσπερνά. Έτσι ένιωσα και τη ζωή μου τότε….απλά να προσπερνά και μάλιστα με βήμα γοργό.

Μη κοιτάζεις το Δρόμο… ακολούθησε τον!

Και έρχεται το μήνυμα, «Μη κοιτάζεις το Δρόμο, ακολούθησέ τον». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή αποφάσισα να φύγω. Να ακολουθήσω το δρόμο μέχρι εκεί που ήθελε το πεπρωμένο. Αυτό και μόνο αυτό. Δεν ήξερα τίποτα περισσότερο. Δεν είχα καμία απάντηση, μια και δεν είχα καμία ερώτηση. Απλά έπαψα να κοιτάζω το Δρόμο και βάλθηκα να τον ακολουθήσω. Δεν θα ήμουν απλός παρατηρητής της ζωής μου. Θα γινόμουν ο Οδοιπόρος της. Δεν ήξερα που θα έφτανα. Δεν ήξερα ούτε καν πως θα έφτανα. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι ήθελα τα σκοτεινά βήματα της ψυχής μου να μπουν στο δωμάτιο και να μην με προσπεράσουν.

Ούτε τα δάκρυα, ούτε η θλίψη των δικών μου μπορούσαν να με κρατήσουν. Ήταν η βουβή και πειστική δύναμη μιας απόφασης που την επιθυμούσα με όλο μου το είναι, με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, με όλη την εμμονή μιας έντονης επιθυμίας που επέτρεπε τη θέλησή μου να θριαμβεύσει. Έπρεπε να ακολουθήσω το δρόμο, να σκέφτομαι μόνο να τον ακολουθήσω, να επιθυμώ μόνο να μην τον εγκαταλείψω. Αυτή ήταν η βαθιά μου επιθυμία, να μην εγκαταλείψω το δρόμο, να μην τα παρατήσω και να συνεχίζω να αναζητώ. Τι άραγε; Τη ζωή, την ίδια τη ζωή, τη δική μου ζωή και όχι την άλλη.

Άρχισα να νιώθω το βάσανο της ελπίδας, όταν ξέρεις ότι ελπίδα είναι να μην έχεις ακόμη επιτύχει αυτό που θέλεις.

Στο βάθος της ψυχής μου, σαν μια λεπτή σταγόνα δροσιάς, κοιμόταν μια ακαθόριστη χαρά μιας απέραντης απελευθέρωσης!

Μην κοιτάζεις το Δρόμο. Ακολούθησέ τον!

Φταίνε τελικά οι γονείς για τα ψυχολογικά μας προβλήματα;

Αν θέλουμε να ξεπεράσουμε το βάρος από το παρελθόν μας και να εξελιχθούμε, χρειάζεται να σταματήσουμε να κατηγορούμε τους γονείς μας και το παρελθόν μας και αντ’ αυτού να εστιάσουμε στο παρόν μας και να πάρουμε τον έλεγχο της ζωής μας.   

Ως γνωστόν, ο Sigmund Freud πίστευε ότι η προσωπική μας ανάπτυξη λίγο-πολύ, καθορίζεται από γεγονότα στην πρώιμη παιδική ηλικία. Ενώ πολλές από τις ιδέες του θεωρούνται πλέον παρωχημένες, κάποιες νέες ψυχολογικές θεωρίες δηλώνουν ότι οι παιδικές εμπειρίες παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής μας.

Όμως, υπάρχουν πραγματικές αποδείξεις ότι οι δύσκολες παιδικές εμπειρίες μπορούν να προκαλέσουν κοινά ψυχολογικά προβλήματα όπως άγχος ή κατάθλιψη αργότερα στη ζωή; Και αν είναι έτσι, το να κατηγορούμε τους γονείς μας, θα μας βοηθήσει να θεραπευτούμε;

Αναμφίβολα οι γονείς και οι βασικοί φροντιστές, είναι κρίσιμα πρότυπα στην ανάπτυξη του παιδιού. Γνωρίζουμε ότι οι πρώιμες εμπειρίες που σχετίζονται με την οικογένεια έχουν βαθύ αντίκτυπο με μεγάλη διάρκεια στα παιδιά και πολλές από αυτές είναι θετικές. Όμως, οι αρνητικές παιδικές εμπειρίες μπορούν να προκαλέσουν ζημιά ή θλίψη και μπορεί να αναστατώσουν την σωματική και/ή ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού σε κάποιο βαθμό. Παραδείγματα τέτοιων εμπειριών περιλαμβάνουν την φτώχεια, την κακοποίηση, το διαζύγιο ή τον θάνατο γονιού.

Αυτές οι εμπειρίες είναι εξαιρετικά κοινές σε όλο τον κόσμο. Στην Αγγλία, περίπου οι μισοί ενήλικες έχουν βιώσει τουλάχιστον μία τέτοια εμπειρία. Σχεδόν ένας στους δέκα, έχει βιώσει τέσσερις ή περισσότερες τέτοιες αρνητικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία. Έρευνες ανακάλυψαν συνδέσεις μεταξύ συγκεκριμένων εμπειριών και διάφορων αρνητικών αποτελεσμάτων, με τις συνέπειες να συνεχίζονται και στην ενηλικίωση. Για παράδειγμα, το διαζύγιο των γονιών, ο αποχωρισμός ή η απώλεια ή η συμβίωση με έναν φροντιστή ψυχικά ασθενή, αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης ψυχικών προβλημάτων καθ΄ όλη την διάρκεια της ζωής.

Πρόσφατα, μία ερευνητική ομάδα διεξήγαγε μία μελέτη που έδειξε ότι το διαζύγιο των γονιών οδηγεί σε αυξημένο, διά βίου κίνδυνο κατάθλιψης στο παιδί. Για αυτή την έρευνα, συνδυάστηκαν δεδομένα από 18 μελέτες που δημοσιεύθηκαν τα τελευταία 35 χρόνια, με πάνω από 24.000 συμμετέχοντες συνολικά. Τα ευρήματα δείχνουν ότι όσοι βίωσαν το διαζύγιο των γονιών τους κατά την παιδική τους ηλικία είχαν 56% περισσότερες πιθανότητες να πάθουν κατάθλιψη ως ενήλικες από εκείνους που δεν είχαν παρόμοια εμπειρία διαζυγίου.

Επίσης είναι γνωστό ότι, οι παιδικές δυσκολίες συχνά σχετίζονται μεταξύ τους. Για παράδειγμα, το διαζύγιο των γονιών μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή στην κοινωνικο-οικονομική κατάσταση για πολλές οικογένειες. Μελέτες έδειξαν ότι η συσσώρευση δυσμενών συνθηκών αυξάνει τον κίνδυνο διάφορων ψυχικών προβλημάτων, μέχρι και αυτοκτονίας.

Ευαισθησία έναντι ανθεκτικότητας

Όμως, πώς μπορούν λίγες τραυματικές παιδικές εμπειρίες να έχουν ένα διά βίου αντίκτυπο; Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι η έκθεση σε τέτοια γεγονότα, αυξάνουν την ευαισθησία του ανθρώπου στα αποτελέσματα στρεσογόνων γεγονότων αργότερα στη ζωή. Για παράδειγμα, το διαζύγιο είναι δύσκολη εμπειρία για τους περισσότερους ενήλικες καθώς συνδέεται με συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Όμως οι άνθρωποι που έχουν βιώσει πρώιμες δυσκολίες επιβαρύνονται με ακόμη υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης τέτοιων ασθενειών, σαν αποτέλεσμα του διαζυγίου.

Παρ’ όλα αυτά, μια παιδική ηλικία με δυσκολίες δεν κάνει απαραίτητα τους ανθρώπους πιο ευάλωτους. Πράγματι, κάποια παιδιά ποτέ δεν υποφέρουν από αρνητικές συνέπειες ακόμη και μπροστά σε σοβαρές, πολλαπλές δυσκολίες, ένα χαρακτηριστικό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν ψυχική ανθεκτικότητα. Σε αυτές τις συνθήκες, η αρνητική εμπειρία δυναμώνει την αντίσταση σε μελλοντικό στρες. Οι ανθεκτικοί άνθρωποι γνωρίζουν τον εαυτό τους όταν περνούν δύσκολες περιόδους, μαθαίνουν πώς να διαχειρίζονται την συμπεριφορά τους και αντιμετωπίζουν με επιτυχία το στρες στο μέλλον.

Η ακριβής αντίδραση του παιδιού σε στρεσογόνες εμπειρίες φαίνεται ότι εξαρτάται από ένα πολύπλοκο συνδυασμό παραγόντων που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένων και των γονιδίων τους, την ιδιοσυγκρασία και την γνωστική τους ικανότητα. Οι ερευνητές εξετάζουν τώρα σε ποιο βαθμό κάθε ένας από αυτούς τους παράγοντες καθορίζει αν κάποιος θα αναπτύξει ανθεκτικότητα και μπορεί να έχουμε σύντομα αποτελέσματα. Με τις συνεχείς προόδους στην γενετική επιστήμη του ανθρώπινου γονιδιώματος, η περίπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων αρχίζει να αποκαλύπτεται.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι δεν είναι αναπόφευκτες οι αρνητικές συνέπειες των παιδικών τραυμάτων. Ακόμη και σαν ενήλικες δεν είναι πολύ αργά να προλάβουμε ή να αναστρέψουμε τις συνέπειες, ακόμη και από πολύ σοβαρά παιδικά τραύματα όπως η σωματική ή η συναισθηματική κακοποίηση και παραμέληση.

Παιχνίδι επίρριψης ευθυνών

Παρ’ όλα αυτά, πολλοί άνθρωποι το βρίσκουν ευκολότερο απλά να κατηγορούν τους γονείς τους για τα προβλήματά τους. Μπορεί να φαίνεται ότι το να βρούμε τη ρίζα του πόνου μας θα βοηθήσει και σίγουρα είναι καλύτερο να κατηγορούμε τους γονείς μας, από το να κατηγορούμε τον εαυτό μας. Όμως, μια μεγάλη μελέτη σε πάνω από 30.000 συμμετέχοντες από 72 χώρες έδειξε ότι το να κατηγορούν τους γονείς δεν βοηθάει τους ανθρώπους να απομακρυνθούν από τις αρνητικές συνέπειες δύσκολων εμπειριών.

Η μελέτη βρήκε ότι όσοι κολλούσαν σε αρνητικές εμπειρίες όπως η κακοποίηση, κατηγορώντας τους άλλους ή τον εαυτό τους, διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο να υποφέρουν από κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας από όσους δεν συμπεριφέρονταν έτσι. Το συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι ψυχολογικές διαδικασίες όπως η επίρριψη ευθυνών στους γονείς μπορεί να είναι περισσότερο επικίνδυνες για την ψυχική υγεία από ό,τι οι παλιές εμπειρίες αυτές καθ’ αυτές.

Αν θέλουμε να ξεπεράσουμε το βάρος από το παρελθόν μας και να προοδεύσουμε, χρειάζεται να σταματήσουμε να κατηγορούμε τους γονείς μας και το παρελθόν μας και αντ’ αυτού να εστιάσουμε στο παρόν μας και να πάρουμε τον έλεγχο της ζωής μας. Οι θετικές εμπειρίες της ενήλικης ζωής, όπως η τακτική σωματική άσκηση, η ανώτερη εκπαίδευση και η κοινωνική υποστήριξη έχει αποδειχθεί ότι έχουν καλύτερες ψυχολογικές συνέπειες που περιλαμβάνουν την γνωστική λειτουργία, την ψυχική υγεία και την ευεξία. Και για τα έντονα και επίμονα προβλήματα ψυχικής υγείας, η αναζήτηση βοήθειας, από την ψυχοθεραπεία μέχρι και τη φαρμακευτική αγωγή- μπορεί επίσης να είναι τρόπος προόδου.

Συμπερασματικά, όποιο και αν είναι το υπόβαθρό σας, μην ξεχνάτε ότι ποτέ δεν είναι αργά να τονώσετε την ζωή σας με θετικές εμπειρίες, απομακρυνόμενοι από την μεγάλη σκιά των παιδικών αντιξοοτήτων. Λίγη δουλειά μπορεί να σας βοηθήσει να ξεκλειδώσετε την εσωτερική σας ανθεκτικότητα.