Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Βάτραχοι (605-641)

605 ΑΙ. ξυνδεῖτε ταχέως τουτονὶ τὸν κυνοκλόπον,
ἵνα δῷ δίκην· ἁνύετον. ΔΙ. ἥκει τῳ κακόν.
ΞΑ. οὐκ ἐς κόρακας; μὴ πρόσιτον. ΑΙ. εἶἑν, καὶ μάχει;
ὁ Διτύλας χὠ Σκεβλύας χὠ Παρδόκας,
χωρεῖτε δευρὶ καὶ μάχεσθε τουτῳί.
610 ΔΙ. εἶτ᾽ οὐχὶ δεινὰ ταῦτα, τύπτειν τουτονὶ
κλέπτοντα πρὸς τἀλλότρια; ΑΙ. μἀλλ᾽ ὑπερφυᾶ.
ΔΙ. σχέτλια μὲν οὖν καὶ δεινά. ΞΑ. καὶ μὴν νὴ Δία,
εἰ πώποτ᾽ ἦλθον δεῦρ᾽, ἐθέλω τεθνηκέναι,
ἢ ᾽κλεψα τῶν σῶν ἄξιόν τι καὶ τριχός.
615 καί σοι ποήσω πρᾶγμα γενναῖον πάνυ·
βασάνιζε γὰρ τὸν παῖδα τουτονὶ λαβών,
κἄν ποτέ μ᾽ ἕλῃς ἀδικοῦντ᾽, ἀπόκτεινόν μ᾽ ἄγων.
ΑΙ. καὶ πῶς βασανίσω; ΞΑ. πάντα τρόπον· ἐν κλίμακι
δήσας, κρεμάσας, ὑστριχίδι μαστιγῶν, δέρων,
620 στρεβλῶν, ἔτι δ᾽ εἰς τὰς ῥῖνας ὄξος ἐγχέων,
πλίνθους ἐπιτιθείς, πάντα τἄλλα, πλὴν πράσῳ
μὴ τύπτε τοῦτον μηδὲ γητείῳ νέῳ.
ΑΙ. δίκαιος ὁ λόγος· κἄν τι πηρώσω γέ σοι
τὸν παῖδα τύπτων, τἀργύριόν σοι κείσεται.
625 ΞΑ. μὴ δῆτ᾽ ἔμοιγ᾽. οὕτω δὲ βασάνιζ᾽ ἀπαγαγών.
ΑΙ. αὐτοῦ μὲν οὖν, ἵνα σοι κατ᾽ ὀφθαλμοὺς λέγῃ.
κατάθου σὺ τὰ σκεύη ταχέως, χὤπως ἐρεῖς
ἐνταῦθα μηδὲν ψεῦδος. ΔΙ. ἀγορεύω τινὶ
ἐμὲ μὴ βασανίζειν ἀθάνατον ὄντ᾽· εἰ δὲ μή,
630 αὐτὸς σεαυτὸν αἰτιῶ. ΑΙ. λέγεις δὲ τί;
ΔΙ. ἀθάνατος εἶναί φημι, Διόνυσος Διός,
τοῦτον δὲ δοῦλον. ΑΙ. ταῦτ᾽ ἀκούεις; ΞΑ. φήμ᾽ ἐγώ.
καὶ πολύ γε μᾶλλόν ἐστι μαστιγωτέος·
εἴπερ θεὸς γάρ ἐστιν, οὐκ αἰσθήσεται.
635 ΔΙ. τί δῆτ᾽, ἐπειδὴ καὶ σὺ φῂς εἶναι θεός,
οὐ καὶ σὺ τύπτει τὰς ἴσας πληγὰς ἐμοί;
ΞΑ. δίκαιος ὁ λόγος· χὠπότερόν γ᾽ ἂν νῷν ἴδῃς
κλαύσαντα πρότερον ἢ προτιμήσαντά τι
τυπτόμενον, εἶναι τοῦτον ἡγοῦ μὴ θεόν.
640 ΑΙ. οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐκ εἶ σὺ γεννάδας ἀνήρ·
χωρεῖς γὰρ εἰς τὸ δίκαιον. ἀποδύεσθε δή.

***
Ξανάρχεται ο Αιακός· τον ακολουθούν δούλοι.

ΑΙΑ. Δέστε τον σκυλοκλέφτη, αμέσως σβέλτα,
για να τιμωρηθεί. ΔΙΟ., (μέσα του.) Κάποιος θα μπλέξει.
ΞΑΝ. Άι στην οργή· μακριά!

Σηκώνει το ρόπαλο.

ΑΙΑ. Παλεύεις, βλέπω.
Διτύλα και Σκεβλύα κι εσύ, Παρδόκα,
ελάτε δω, ριχτείτε του.

Οι δούλοι πιάνονται με τον Ξανθία και του παίρνουν το ρόπαλο.
ΔΙΟ. Τί τρόπος!
610Να κλέβεις ξένο πράμα, κι από πάνω
να δέρνεις κιόλας. ΑΙΑ. Ανυπόφορο είναι.
ΔΙΟ. Φριχτό και φοβερό. ΞΑΝ. Σου ορκίζομαι ότι,
αν ήρθα εδώ ποτέ μου ως τώρα, αν κάτι,
που μια ν᾽ αξίζει τρίχα, σου ᾽χω κλέψει,
το θάνατό μου δέχομαι. Μια τίμια
πρόταση κάνω· πάρε αυτόν το δούλο

Δείχνει το Διόνυσο.

και με βασανιστήρια ανάκρινέ τον·
και φταίξιμο αν μου βρεις, θανάτωσέ με.
ΑΙΑ. Με τί βασανιστήρια; ΞΑΝ. Με όποια θέλεις·
σε σκάλα δέσ᾽ τον, κρέμασέ τον, γδάρ᾽ τον,
μαστίγωσέ τον με άγριο καμουτσίκι,
620 ρίξ᾽ του στη μύτη ξίδι, στρέβλωσέ τον,
βάλ᾽ του πλιθάρια απάνω του, όλα τ᾽ άλλα,
μόνο όχι ξύλο με ουρά σκόρδου ή πράσο.
ΑΙΑ. Σωστά· κι αποζημίωση θα σου δώσω,
αν σου τον σακατέψω δέρνοντάς τον.
ΞΑΝ. Μπα! Ο όρος περιττός. Βασάνιζέ τον.
ΑΙΑ. Εδώ, μπροστά στα μάτια σου, ας μιλήσει.

Στο Διόνυσο.

Κάτω τον μπόγο εσύ· κι ούτ᾽ ένα ψέμα.
ΔΙΟ. Προειδοποιώ να μη με βασανίσει
κανένας· είμαι αθάνατος· η ευθύνη,
630 αλλιώς, δική του. ΑΙΑ. Τί εννοείς; ΔΙΟ. Εγώ είμαι
αθάνατος, ο γιος του Δία, ο Διόνυσος,
και δούλος είν᾽ αυτός. ΑΙΑ. (στον Ξανθία.) Τ᾽ ακούς; ΞΑΝ. Τ᾽ ακούω.
Ένας ακόμα λόγος να τις φάει·
θεός αν είναι, δε θα νιώσει πόνο.
ΔΙΟ. Κι εσύ όμως λες θεός πως είσαι· τότε,
γιατί δεν τρως ξυλιές ίσες μ᾽ εμένα;
ΞΑΝ. Σωστό· (Στον Αιακό.) κι όποιον θα δεις να πρωτοκλάψει
ή, όταν τις τρώει, να δείχνει πως τον γνοιάζει,
να ξέρεις πως αυτός θεός δεν είναι.
640 ΑΙΑ. Είσαι άντρας τίμιος· φανερό· βαδίζεις
σ᾽ ό,τι είναι δίκιο. Εμπρός λοιπόν, γδυθείτε.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΘΕΟΙ - ΠΟΣΕΙΔΩΝ, τιμωρός, ενίοτε ευεργέτης

Εκτός από τον Λαομέδοντα και την πόλη του ο Ποσειδώνας εμφανίζεται τιμωρός και σε άλλες περιπτώσεις. Στέλνει κήτος και στην Αιθιοπία, όπως είχε κάνει και στην Τροία (Ανδρομέδα, Κηφέας, Κασσιόπη). Τιμώρησε τον Μίνωα για αθέτηση υπόσχεσης κάνοντας τη γυναίκα του βασιλιά της Κρήτης, την Πασιφάη, να ερωτευτεί τον ταύρο που ο Μίνωας όφειλε να θυσιάσει στον θεό· εξάλλου, εκείνος τον είχε στείλει ευνοώντας τον Μίνωα στο παιγνίδι της εξουσίας. Εισακούοντας την παράκληση του Θησέα ταύρο έστειλε από τη θάλασσα για να τρομάξει τα άλογα του Ιππόλυτου. Τιμώρησε τον βιαστή της Κασσάνδρας Αίαντα τον Λοκρό, πλήττοντας με την τρίαινά του τον βράχο όπου ο ήρωας είχε καταφύγει μετά από ναυάγιο, επειδή τόλμησε να αμφισβητήσει τη δύναμη του θεού. Θυμωμένος και με τον Οδυσσέα, γιατί τύφλωσε τον μονόφθαλμο γιο του Πολύφημο, τον κατέτρεξε στη θάλασσα  και στο τέλος τσάκισε τη σχεδία που ο βασιλιάς της Ιθάκης είχε φτιάξει φεύγοντας από το νησί της Καλυψώς. Για τη βοήθεια που έδωσαν οι Φαίακες στον Οδυσσέα, πέτρωσε το καράβι που τον μετέφερε από τη Σχερία (Κέρκυρα) στην Ιθάκη (αν και δικοί του απόγονοι από τον γιο του Ναυσίθοο) και απέκοψε την πόλη από τα λιμάνια της περικυκλώνοντάς την με όρη. Πλημμύρισε το Θριάσιο πεδίο, γιατί η Αθήνα επιδικάστηκε στην Αθηνά, ενώ αποξήρανε όλες τις πηγές της Αργολίδας, γιατί ο Φορωνέας επιδίκασε το Άργος στην Ήρα.
 
Αντίθετα, έσωσε από βέβαιο πνιγμό τον Ιδομενέα κατά το ταξίδι της επιστροφής από την Τροία, γιατί με ειλικρίνεια προσευχήθηκε στον Ποσειδώνα αναγνωρίζοντας τη δύναμη του θεού. Και του υποσχέθηκε, αν σωθεί, να θυσιάσει στη χάρη του το πρώτο ζωντανό πλάσμα που θα έβλεπε στη στεριά. Μόνο που αυτό το πλάσμα ήταν ο γιος του. Έτσι, ο Ιδομενέας, για να αποφύγει να θυσιάσει το παιδί του αλλά και να μη φανεί ασεβής, έφυγε για πάντα από τη χώρα του. (Ιδομενέας) Επίσης, κάνοντας χάρη στην Αθηνά, έσωσε τον Ορέστη, όταν εκείνος γύρισε από την Ταυρίδα.

Ο πολεμικός χαρακτήρας της σκέψης στον Διαφωτισμό και στις ερμηνείες του

Θα υποστηρίξω τώρα τη θέση ότι ο λεγόμενος Διαφωτισμός αποτελεί μια προσπάθεια ή μάλλον ένα ετερόκλητο σύνολο προσπαθειών να δοθεί απάντηση στο πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στο πνεύμα και στα αισθητά. Η θεώρηση αυτή, μετά από όσα είπαμε, ούτε αμελητέα είναι ούτε παραβλέπει τα ειδοποιά γνωρίσματα του Διαφωτισμού (αφού θα μπορούσε κανείς να αντιπαρατηρήσει ότι όλες οι εποχές ίσαμε τώρα το ίδιο έκαμαν). Εντελώς το αντίθετο συμβαίνει. Γιατί, όπως θα καταδείξουμε, στην εποχή του Διαφωτισμού το πρόβλημα τού αισθητού κόσμου τέθηκε με τρόπο ιδιαίτερα οξύ και γι’ αυτό πήρε και το πρόβλημα των σχέσεων του τελευταίου με το πνεύμα ένταση ολότελα πρωτόφαντη. Ο Διαφωτισμός ήταν υποχρεωμένος να θέσει αυτά τα προβλήματα στο προσκήνιο, γιατί η αποκατάσταση του αισθητού κόσμου αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα κοσμοθεωρητικά όπλα του στην πάλη εναντίον της θεολογικής οντολογίας και ηθικής — και συνάμα ένα από τα νευραλγικά σημεία της σκέψης των Νέων Χρόνων.

Η αποκατάσταση του αισθητού κόσμου γέννησε, με άλλα λόγια, τεράστια λογικά προβλήματα, που η επίλυση τους φαινόταν τόσο πιο επείγουσα, όσο πιο αναπόφευκτη και επιθυμητή, σ’ αυτήν ή εκείνη τη μορφή, θεωρούνταν η ίδια η παραπάνω αποκατάσταση. Εξαιτίας της εννοιολογικής ευρύτητας του προβλήματος των σχέσεων ανάμεσα σε πνεύμα και αισθητά και εξαιτίας της έμφυτης ικανότητας του να παίρνει τις πιο διαφορετικές μορφές, η αποκατάσταση του αισθητού κόσμου στην εποχή του Διαφωτισμού έβαλε σε πυρετώδη κίνηση όλα τα φιλοσοφικά επίπεδα. Στη γνωσιοθεωρία κορυφώθηκε ο ανταγωνισμός νοησιαρχίας και εμπειρισμού ή μαθηματικής και πειραματικής μεθόδου, στην κοσμολογία χρειάστηκε να οριστούν εξαρχής οι σχέσεις κόσμου και Θεού, στην ανθρωπολογία και στην ηθική ο Λόγος και τα ψυχόρμητα μάχονται για τα ιδιαίτερα δικαιώματα τους, οξύνοντας έτσι τις σχέσεις ανάμεσα σε Ον και Δέον, ενώ στη φιλοσοφία της ιστορίας γίνεται εκρηκτική η αντίθεση ανάμεσα στην αιτιώδη σύλληψη της ιστορικής πορείας και στο επιθυμητό της, από κανονιστική σκοπιά, τέρμα.

Σκοπός μας είναι, τώρα, όχι μόνο να αποσαφηνίσουμε τη δομική συνάρτηση όλων αυτών των επιπέδων στο έργο του κάθε στοχαστή, αιτιολογώντας κάθε φορά τις αποκλίσεις από τον ιδεότυπο του ίδιου αυτού έργου, αλλά και να εκτιμήσουμε ορθά τον λογικό χαρακτήρα των προβλημάτων που τέθηκαν στην εποχή του Διαφωτισμού, έτσι ώστε να συλλάβουμε την ενότητα των πνευματικών του εκδηλώσεων ακριβώς μέσα στην πολλαπλότητα τους. Αυτό είναι δυνατόν, γιατί η ενότητα έγκειται όχι στις απαντήσεις, αλλά στα ερωτήματα, ενώ η πολλαπλότητα των απαντήσεων προκύπτει από την ποικιλομορφία των θεμελιωδών πνευματικών στάσεων και των πολεμικών αναγκών των διαφόρων στοχαστών. Η μελέτη των πηγών δείχνει, κατὰ τη γνώμη μου, ότι η ερμηνεία των διαφόρων θέσεων και αντιθέσεων, με αφετηρία την αντίληψη πως η σκέψη γενικά είναι στην ουσία της πολεμική, είναι και η γονιμότερη. Από τη σκοπιά της αντίληψης αυτής μπορεί δηλ. να εξηγηθεί όχι μονάχα η συνέπεια, αλλά και η αντιφατικότητα μιας ορισμένης σκέψης, και αυτό αποτελεί ιδιαίτερο πλεονέκτημα σχετικά με τη διερεύνηση τού Διαφωτισμού, όπου η δυαρχική αμφιταλάντευση (αποτέλεσμα του φόβου μπροστά στις έσχατες συνέπειες της αποκατάστασης του αισθητού κόσμου) βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. Ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε μία φιλοσοφία μέσα από το πρίσμα της ιστορίας των ιδεών είναι, επομένως, να καθορίσουμε με σαφήνεια τον αντίπαλο της και να σταθμίσουμε τι πρέπει και τι θέλει να αποδείξει, για να θέσει αυτόν τον αντίπαλο εκτός μάχης.

Στην πολεμική όλων εναντίων όλων (δηλ. των φιλοσοφικών κομμάτων συναμεταξύ τους) γεννιέται —ανάλογα με τον στόχο της πολεμικής και το εκάστοτε ιδεώδες της— η πολλαπλότητα των θεμάτων πάνω σε ένα και μόνο θέμα, δηλ. πάνω στο θεμελιώδες πρόβλημα, που γύρω του στρέφεται η πολεμική. Η λογική δομή του θεμελιώδους αυτού προβλήματος αποτελεί το σταθερό και αναγκαίο μέγεθος, οι θεμελιώδεις ατομικές στάσεις και οι πολεμικές συνιστούν τους μεταβλητούς και εναλλάξιμους παράγοντες: έτσι δημιουργείται η γενική πνευματική εικόνα της εποχής, ενώ η ιδιαίτερη εικόνα του έργου κάθε στοχαστή προκύπτει από τη διασταύρωση της λογικής δομής τού θεμελιώδους προβλήματος με την προσωπική θεμελιώδη στάση τού εκάστοτε ατόμου.

Αν δούμε το θέμα της ενότητας και της πολυμορφίας της εποχής του Διαφωτισμού με αυτόν τον τρόπο, αποδείχνονται ερμηνευτικά στείρες οι διαδεδομένες αντιλήψεις, ότι ο Διαφωτισμός αποτελεί την εποχή του ορθολογισμού, της αισιοδοξίας κτλ. Εξίσου αβάσιμη, αν πάρουμε υπόψη μας τη χρονολογική σειρά της δημοσίευσης και επίδρασης σημαντικών έργων, και επιπλέον παραπλανητική είναι η (άλλοτε γενική) εντύπωση, ότι την περίοδο του άκρου διαφωτιστικού ορθολογισμού τη διαδέχτηκε η εποχή του προρομαντικού διαμαρτυρόμενου συναισθήματος. Στην πραγματικότητα, δηλ. στο φως των πηγών, αισιοδοξία και απαισιοδοξία, εσχατολογία και μηδενισμός, πίστη στον Λόγο και εξύμνηση του συναισθήματος, πίστη στη δύναμη τού ανθρώπινου πνεύματος και γνωσιοθεωρητική απόγνωση, θρησκευτικότητα (διαφόρων βαθμών και αποχρώσεων) και αθεϊσμός, ηθικισμός και ευδαιμονισμός, αλτρουισμός και εγωισμός αποτελούν αναπόσπαστα μέρη μιας και μόνης εποχής, που ισότιμοι γόνοι της υπήρξαν τόσο διαφορετικοί άνθρωποι και διανοητές όσο ο Rousseau και ο La Mettrie, ο Herder και ο Locke, ο Fichte και ο μαρκήσιος de Sade. Όλες αυτές οι αντίρροπες τάσεις πρέπει να ιδωθούν στην ενότητα τους, δηλ. ως δυνατές απαντήσεις στο θεμελιώδες ερώτημα, που αρνητικά ή θετικά έθεσε η αποκατάσταση του αισθητού κόσμου. Η συνύπαρξη τους είναι γεγονός, και όχι στην άρνηση, αλλά στην εξήγηση του βρίσκεται το κλειδί για την ορθή κατανόηση του φαινομένου που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «εποχή του Διαφωτισμού». Εφόσον έτσι είναι τα πράγματα, η παλαιότερη έρευνα οδηγήθηκε αναγκαστικά σε αδιέξοδο όσο προχωρούσε η ανακάλυψη και η μελέτη παραμελημένων πηγών — και προπαντός όσο λιγότερο αυτονόητες γίνονταν, ύστερα από δύο παγκόσμιους πολέμους και τεράστιες κοινωνικές αλλαγές, ορισμένες ορθολογιστικές θέσεις, που συμπύκνωναν τον ιδεολογικό πυρήνα της παλιάς μονοδιάστατης αντίληψης για τον Διαφωτισμό.

Μια διπλή αναγκαιότητα έκανε, λοιπόν, στα τελευταία χρόνια όλο και επιτακτικότερη την απαίτηση να εγκαταλειφθούν ριζικά όλες οι ευθύγραμμες ερμηνείες του Διαφωτισμού.

Η έκφραση «εποχή του Διαφωτισμού», που χρησιμοποιήσαμε ίσαμε τώρα, υποδηλώνει κατ’ αρχήν πως ο Διαφωτισμός δεν συμπίπτει με την εποχή του, αλλά διαδραματίζεται μέσα της. Η εποχή, άρα, είναι έννοια ευρύτερη από τον Διαφωτισμό. Συνάμα, όμως, και ο Διαφωτισμός ριζώνει μέσα στην εποχή του, η οποία χωρίς αυτόν δεν θα ήταν εκείνο που ήταν. Όταν, λοιπόν, λέμε πως ο Διαφωτισμός ανήκει στην εποχή του, εννοούμε δύο πράγματα: ότι δίνει στην εποχή του τον χαρακτήρα της και ότι καθορίζεται απ’ αυτήν. Επειδή όμως η εποχή είναι πολυδιάστατη και επειδή ο Διαφωτισμός συμπεριλαμβάνει αντιδράσεις σε εκάστοτε διαφορετικές πλευρές της, γι’ αυτό και ο ίδιος είναι εξίσου λίγο ενιαίος όσο και ταυτόσημος με την εποχή του. Για να οριοθετηθεί ο χώρος του Διαφωτισμού χρειάζεται, επομένως, μια διπλή διάκριση: ως «Διαφωτισμός» πρέπει από τη μια να χαρακτηριστούν τα πνευματικά εκείνα ρεύματα, που επιθυμούν να αντικαταστήσουν την παραδοσιακή θεολογική κοσμοαντίληψη με μιά θύραθεν, δηλ. κατὰ το δυνατόν εμμενή, και από την άλλη —με τη στενότερη έννοια— τα ρεύματα εκείνα, που υπερασπίζουν ένα κανονιστικό-ηθικό ιδεώδες όχι μόνον απέναντι στην παραδοσιακή θεολογία, αλλά και απέναντι στον σκεπτικισμό ή στον μηδενισμό, ο όποιος γεννιέται ακριβώς μέσα στη διαδικασία της αποκοπής από τη θεολογία. (Ποιες πλευρές της μεταρρυθμιστικής θεολογίας ανήκουν στον Διαφωτισμό με τη στενότερη έννοια ή δέχονται απ’ αυτόν ερεθισμούς, πρέπει να κρίνεται σε κάθε περίπτωση χωριστά).

Θεμελιώδης είναι η διαπίστωση, πως η εμμενής ερμηνεία του κόσμου —αντίθετα από την υπερβατική, όπου ο Θεός ήταν οντολογική και συνάμα κανονιστική-ηθική αρχή— δεν συνδέεται ούτε κατά λογική ούτε κατά ιστορική αναγκαιότητα με την αποδοχή ηθικών ιδεωδών. Ακόμη και η πεποίθηση στη δύναμη του ανθρώπινου Λόγου δεν σημαίνει eo ipso ομολογία πίστεως σε μια κλίμακα ηθικών άξιων, αφού μένει κατ’ αρχήν αναπάντητο το ερώτημα, αν ο Λόγος από την ίδια του την υφή οφείλει να αναφέρεται σε μια τέτοια, όπως συνέβαινε στην πλατωνική-αριστοτελική-χριστιανική παράδοση, ή αν ενεργεί αδιαφορώντας για αξίες και με μόνο του στόχο να πετύχει τους όποιους σκοπούς του. Τέλος, η εποχή, μέσα στην οποία διαδραματίζεται ο Διαφωτισμός, αποκτώντας τα ειδοποιά του γνωρίσματα, μπορεί να προσδιοριστεί μονάχα πάνω στη βάση μιας γενικής επισκόπησης της υφής και της πορείας του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων.

Σε σχέση με όλες τις μεγάλες εποχές της ιστορίας των ιδεών η έρευνα αποκάλυψε βαθμιαία, αφού πέρασε ο πρώτος απλουστευτικός ενθουσιασμός, την πολυμορφία των εκάστοτε διαμορφωτικών παραγόντων έτσι έγινε, π.χ., με τους δύο εκείνους μύθους —τον Ελληνισμό και την Αναγέννηση—, που βοήθησαν την αστική τάξη να εμπεδώσει ιστορικά την αυτοσυνειδησία της. Η αντίληψη, πως μια εποχή αποτελεί τεταμένη συνύπαρξη διαφορετικών, και μάλιστα αντιφατικών, τάσεων (άσχετα από τη δυνατότητα υστερογενούς κατασκευής ενός εννοιολογικού πλαισίου ένταξης για πολλές από αυτές), είναι ουσιαστικά αυτονόητη, αρκεί μόνο να αναλογιστούμε —κατ’ αρχήν σε κοινωνικοιστορική προοπτική— την πληθώρα των ατόμων και των ομάδων, που, αδιάκοπα και με τον ιδιαίτερο τρόπο τους, εγείρουν ταυτόχρονα αξιώσεις κυριαρχίας και έρχονται γι’ αυτό μοιραία σε σύγκρουση, καθορίζοντας έτσι και τη λειτουργία των θεωριών μέσα σε συγκεκριμένες υπαρξιακές καταστάσεις. Η τεταμένη πολυμορφία μιας εποχής γίνεται με άλλα λόγια αυτονόητη, αν πάρουμε σοβαρά την άποψη, πως η υφή της σκέψης είναι πολεμική, και αν δούμε πώς κάθε θέση συνεπάγεται και μιάν αντί-θεση — ακριβέστερα πώς κάθε θέση γεννιέται ως αντί-θεση. Ο αγώνας και η εναλλαγή των συνομαδώσεων, σύμφωνα με τη σχέση «φίλος-έχθρός», εξηγούν, λοιπόν, την πολυμορφία όλων των μεγάλων εποχών της ιστορίας των ιδεών — και η εποχή του Διαφωτισμού δεν αποτελεί εξαίρεση. Ακόμη και η ενότητα, που διαφαίνεται στις γραμμές του Διαφωτισμού αναφορικά με ορισμένα θεμελιώδη σημεία, δεν είναι ένδειξη εναντίον της πολεμικής λειτουργίας της σκέψης γενικά, αφού και η ίδια οφείλεται σε πολεμικούς λόγους: υφίσταται δηλ. όσο ο θεολογικός αντίπαλος είναι μονολιθικός, και χαλαρώνει μόλις αυτός δείξει και την παραμικρή προθυμία για μεταρρυθμίσεις.

Οι θύελλες της μύησης

Οι άνθρωποι φοβούνται τις θύελλες. Τους έχουν μάθει πως πρέπει να είναι "μικροί Βούδες", να περιμένουν ατάραχοι και να "σκέφτονται θετικά". Τους έχουν μάθει να υπομένουν με καρτερικότητα και πίστη, μέχρι κάτι ν' αλλάξει, να έρθει είτε η τιμωρία (σε όσους "το αξίζουν") ή η ανταμοιβή (σε αυτούς που "υπέφεραν").

Οι θύελλες ξεσηκώνουν τα πάντα και είναι πάντα απρόβλεπτες. Πόσο άβολο είναι που μαθαίνουμε να προσπαθούμε να ελέγχουμε και να προβλέπονται τα πάντα στη ζωή μας. Εδώ όμως δεν χωράνε ούτε καφετζούδες ούτε προγραμματισμοί, ούτε στρατηγική.

Σε ξεσηκώνει και σε πετάει, δεν ξέρεις πού ή πώς θα προσγειωθείς, τι θα ξαναβρείς και τι όχι, τι θα χρειαστεί να κάνεις, να αλλάξεις, να δεις. Άμεσα, όλα μαζί πολλές φορές, χωρίς το χρόνο να "συσκεφθείς με τον εαυτό σου" ή με όποιον έμαθες να εμπιστεύεσαι. Αποφασίζεις, αποδέχεσαι, ρισκάρεις, προσγειώνεσαι, σηκώνεσαι, μετακινείσαι και πάλι από την αρχή.

Ούτε γνωρίζεις πότε θα τελειώσει, πόσο τεράστια ή μικρή είναι η κάθε θύελλα. Αλλά δεν την αποφεύγεις. Αν θέλεις να είσαι πραγματικά ελεύθερος, δεν δειλιάζεις. Δεν μπορείς! Όλα φωνάζουν μέσα σου πως μόνο έτσι θα βγάλεις φτερά, θα ταξιδέψεις σε άγνωστα μέρη, θα απαγκιστρωθείς από τις αλυσίδες που σε κρατούσαν δέσμιο.

Πρέπει να κάνεις το φόβο σύμμαχο, να έχεις αλλάξει αυτά που σου έχουν μάθει...ν' αποφεύγεις και να φοβάσαι το φόβο δηλαδή, να τον θεωρείς "κακό", εχθρό. Πρέπει να έχεις αλλάξει πολλές έννοιες, να έχεις μυηθεί, να έχεις προετοιμαστεί, να έχεις δουλέψει. Δεν υπάρχει χρόνος για εξηγήσεις, αναλύσεις, πίκρες και κλάματα. Είναι ώρα για δράση: τη δράση που Είσαι, που έχεις γίνει! Και εμπιστεύεσαι...

Από τη μια στιγμή στην άλλη, μπορεί να πεθάνεις, να εξαφανιστείς, να πρέπει να ξεχάσεις όλα όσα ήξερες. Σε κάποιες φευγαλέες στιγμές ηρεμίας, ανάμεσα στη θύελλα, θυμάσαι...Μα ναι, υπήρχαν σημάδια, προμηνύματα, ενδείξεις. Το διαισθάνθηκες, αν και δεν μπορούσες να προβλέψεις το τι και το πώς, ούτε το πότε.

Ο θάνατος είναι αναγκαίος...με όποια μορφή! Καμία αναγέννηση δεν γίνεται χωρίς θάνατο. Είναι φυσική διαδικασία της ζωής, που εκπαιδευόμαστε με χιλιάδες ταμπού και δεισιδαιμονίες να φοβόμαστε. Κι όμως, όλη η εκπαίδευσή σου, ήταν μια μύηση θανάτου. Μόνο μετά, σού φανερώνονται οι λέξεις. Το αισθάνεσαι, το βιώνεις, περνάς μέσα από τούνελ και κολάσεις, τα οποία έχεις όμως ήδη ανατρέψει μέσα σου και ο νους σου γίνεται ο πιο πιστός σου ακόλουθος.

Ο διαμελισμός είναι καθολικός, απόλυτος, συνθλιπτικός. Εξετάζεις και ταυτόχρονα καλλιεργείς τη δύναμή σου....όχι τη συνηθισμένη δύναμη που επιβάλλεται, πανικοβάλλεται και εκτοξεύει βέλη προς όλες τις κατευθύνσεις. Αλλά την πραγματική δύναμη, που δίνει ώθηση και σε σένα αλλά και στους άλλους, που αλλάζει τα δεδομένα, που κινεί την ενέργεια, που δημιουργεί, από τις στάχτες σου. Δεν φαίνεται, καταπολεμείται βάναυσα και σκληρά, γίνεται αόρατη και ορατή προσπάθεια να συγκρατηθεί, μα δεν γίνεται! Είναι ανώτερη γιατί δεν προσκολλάται, δεν ψάχνει εύσημα, κέρδη και μετάλλια. Είναι τιμή, είναι "λεπτή" ενέργεια αγάπης... παντοδύναμης!

Έχεις ευθύνη, όσα αντιλαμβάνεσαι. Και όση ευθύνη αναλαμβάνεις, τόση ταπεινότητα κατακτάς. Δεν γίνεται αλλιώς. Διαφορετικά, περνάς εύκολα στην αντίπερα όχθη, στην κατάχρηση, και η πτώση, η πνευματική σου πτώση γίνεται δεδομένη.

Είναι εκπληκτικό, ότι όσο γοργά και αλυσιδωτά έρχονται οι θύελλες και ό,τι σύρουν μαζί τους, τόσο επιβραδύνεται ο χρόνος, τόσο σταματά η γραμμικότητα και αντιλαμβάνεσαι μέσω διευρυμένης θέασης, όλα όσα φαίνονταν ακατανόητα ή στάσιμα. Μετέωρη, με την προσοχή στην ισορροπία, γίνεσαι ένα με τη ζωή, αφήνοντας ό,τι είναι νεκρό να φύγει, ό,τι δεν λειτουργεί ν' αλλάξει, ότι είναι νέο να γεννηθεί. Δεν ελέγχεις τίποτα... και ούτε χρειάζεται.

Ο ρόλος των παραμυθιών στη σύγχρονη εποχή

Είναι τρομακτική και με ανυπολόγιστες ακόμα συνέπειες η διαπίστωση ότι η παιδική ηλικία ή τουλάχιστον τα βασικά συστατικά της τείνουν να περιοριστούν στις μέρες μας. Τα παιδιά βιάζονται να μεγαλώσουν, για να εισέλθουν σε μια παρατεταμένη εφηβεία, και οι γονείς, αποκομμένοι από τα ενοποιητικά, παραδοσιακά στοιχεία, που δόμησαν την οικογένεια, σε συμβολικό και πραγματικό επίπεδο, επιτείνουν με τις πραγματιστικές επιλογές τους τη δυσοίωνη αυτή κατάσταση.

Η παιδικότητα είναι συνυφασμένη με το μαγικό, το άρρητο και το υπερφυσικό. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το μύθο, τον ανθρωπομορφισμό και τον ανιμισμό, με άλλα λόγια με την παρηγορητική αφήγηση-το παραμύθι. Η ίδια η λογική αναπτύσσεται ως αντιπαραβολή προς το φανταστικό και χωρίς αυτό μένει κενό γράμμα και οικοδόμημα δίχως στέρεες ρίζες.

Η εξιστόρηση, η αναπαλαισίωση της πλοκής, η στιχομυθία, η ποιητικότητα, συνιστώσες, που δημιούργησαν το θέατρο και πολλές μορφές τέχνης και που διατήρησαν αλώβητες στα παραμύθια, έχουν αντικατασταθεί από την άχρωμη παράθεση δεδομένων, από τον περιληπτικό λόγο και την απύθμενη αιτιοκρατία.

Τα κυρίαρχα ψηφιακά μέσα της εποχής μας και τα ΜΜΕ δεν συντηρούν μυστικά, καταπνίγοντας την παιδική αγνότητα. Αποκαλύπτουν τα ανούσια και συγκαλύπτουν τα ουσιαστικά, αδιαφορώντας για την ψυχοσύνθεση και την ηλικία του τηλεθεατή-χρήστη-αναγνώστη-ακροατή.

Η πληροφορία σήμερα είναι σύντομη, δυναμική, παραπεμπτική. Έχει απωλέσει την ελκυστικότητα βασισμένη στην αληθοφάνεια. Οι αρχετυπικές αξίες, τα ινδάλματα και οι παραδοχές, που γαλούχησαν την ανθρωπότητα, παρουσιάζονται με τον πιο απροκάλυπτο και πεζό τρόπο, αποστεγνωμένα από το λυρισμό, την εφευρετικότητα της διήγησης, το παράδοξο, το απρόσμενο και το λυτρωτικό.

Οι κλασικοί ήρωες αντικαταστάθηκαν σταδιακά από βίαιους χαρακτήρες σε κόμικς και οι πριγκίπισσες εκθρονίστηκαν από καταναλωτικές, νευρωτικές φιγούρες, που εμποτίζουν τα παιδιά με άγχος και ένταση. Το ευτυχισμένο τέλος των παραμυθιών, η κάθαρση, έδωσε τη θέση του στο κενό, που συνοδεύει τα σύγχρονα υποκατάστατα, ενώ η αποκοπή από το φυσικό κόσμο αντικατοπτρίζεται στην έλλειψη αναφορών σε πλάσματα της γης, της θάλασσας και του αέρα, που παλιότερα συνόδευαν με καταλυτικούς ρόλους τους κεντρικούς ήρωες στις περιπέτειές τους. Στα παραμύθια μπορεί κανείς να ανακαλύψει την ίδια την πορεία του ανθρώπινου είδους, που ταυτίζεται με θαυμαστό τρόπο με το δρόμο του παιδιού προς την ενηλικίωση.

Δεν υπάρχει λαός χωρίς παραμύθια, ενώ πολλές από αυτές τις αφηγηματικές ιστορίες έχουν περάσει τα σύνορα και έχουν εξελιχθεί σε πανανθρώπινους μύθους. Οι χαρακτήρες τους αλλάζουν μορφή, ανάλογα με τη χρονική περίοδο, που εξελίσσονται, αλλά πάντοτε απεικονίζουν όλους τους κοινωνικούς τύπους, τις ανισότητες, τη διαφορετικότητα, την παράδοση, το λαϊκό πολιτισμό και τον κοινό αγώνα για επιβίωση.

Μέσα από αντιθετικές έννοιες αναδεικνύεται η πάλη του καλού και του κακού, ο θάνατος και ο έρωτας, η πλεονεξία, ο αλτρουισμός, η ομορφιά και η ασχήμια, η δικαιοσύνη, η ύβρις και η νέμεσις.

Όλη η φύση συμμετέχει στα πάθη των ηρώων και χαίρεται όταν επέρχεται η λύτρωση. Γιατί τα παραμύθια αρχικά πλάθονταν για να απευθυνθούν σε ενηλίκους και όχι σε παιδιά. Πάντοτε είχαν διδακτικό χαρακτήρα και κατά πολλούς τρόπους αποτελούσαν μορφή ψυχανάλυσης. Η ανάμνηση του αγαπημένου παραμυθιού δεν είναι τυχαία, αλλά αποκαλύπτει καθηλωμένες ελπίδες, υποσυνείδητους φόβους, απωθημένες ενορμήσεις. Αποτελεί το συνεκτικό κρίκο με την παιδική ηλικία και την επιθυμία της επιστροφής στην ασφάλεια και την ξεγνοιασιά της.

Γι’ αυτό, διαφορετική η επίδρασή των παραμυθιών, όταν αποδέκτης είναι ένα παιδί που έχει κακοποιηθεί και άλλη, όταν ομιλούν σε εκείνο, που περνά μια ασθένεια. Τα παραμύθια αξιοποιήθηκαν από το σχολείο για παιδαγωγικούς-εκπαιδευτικούς λόγους (γλωσσική εξάσκηση, δημιουργική έκφραση, αντίληψη σχημάτων λόγου, επεξεργασία εμπειριών του παρελθόντος, παιγνιοθεραπεία, θεατρικές αναπαραστάσεις, τελετουργίες, αναπλάσεις ιστοριών, καλλιέργεια της φαντασίας), αλλά και από την ψυχολογία για θεραπευτικούς σκοπούς: Τα παιδιά ταυτίζονται με τους ήρωες και μαθαίνουν να διαχειρίζονται με συμβολικό τρόπο, μέσα από υιοθέτηση ρόλων και από απόσταση τα δικά τους πάθη, τις αγωνίες, τους φόβους και τις ανασφάλειες.

Το παραμύθι είτε ως σύντροφος του παιδιού πριν τον ύπνο, παράλληλα με τα νανουρίσματα, είτε ως οικογενειακό μυθιστόρημα, είτε ως θεατρική απόλαυση συνέδεε πάντοτε τα μέλη της εκτεταμένης ή πυρηνικής οικογένειας μεταξύ τους και κυρίως τον παππού και τη γιαγιά με τα εγγόνια, εγκαθιδρύοντας δεσμούς ακλόνητους στο χρόνο και εξισορροπώντας τις διαγενεακές αντιθέσεις.

Σήμερα, η επέλαση της μονογονεϊκότητας, ο περιορισμός του χρόνου παραμονής και των δύο γονέων στην εστία για οικονομικούς-επαγγελματικούς λόγους, η γεωγραφική απομάκρυνση, ο απομονωτισμός που επιβάλλει η τηλεόραση και ο υπολογιστής, η καταπόνηση του παιδιού από τις εξωσχολικές δραστηριότητες, ο εξοβελισμός του παραμυθιού ως αναχρονιστική μορφή αλληλεπίδρασης και κυρίως οι ψευδεπίγραφες προοδευτικές παιδαγωγικές θεωρήσεις, οδηγούν στην αποξένωση και στην εξασθένηση των συναισθηματικών αποθεμάτων της οικογένειας με ανυπολόγιστες επιπτώσεις στην ψυχοσύνθεση και τη δημιουργικότητα.

Τα παραμύθια ανέκαθεν συνέδεαν τη νέα γενιά με την παράδοση, με τα λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία περασμένων εποχών και κοινωνιών, που έχουν παρέλθει. Με την αλληγορία τους μεταλαμπάδευαν τις αγωνίες και τους πόθους των ανθρώπων από τα παλιά στους σύγχρονους, διασφαλίζοντας τη συνέχεια του πολιτισμού.

Μα πάνω από όλα διακήρυτταν την ευάλωτη φύση του ανθρώπου, ο οποίος παρά τους μετασχηματισμούς του παρέμεινε το ίδιο αδύναμο πλάσμα, που χρειάζεται την αλληλεγγύη, τη συμπαράσταση, την παραμυθία και την συμπόρευση του μαγικού με το πραγματικό, για να επιβιώσει.

Σε αναζήτηση σκοπού σε έναν κόσμο χωρίς σκοπό

Ένα από τα προβλήματα με την ελευθερία της βούλησης είναι το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο την εξετάζουμε.

Βρίσκομαι στο εστιατόριο και αμφιταλαντεύομαι μεταξύ παστίτσιου και μουσακά. Είμαι ελεύθερος να αποφασίσω;

Το να ισχυριστεί κανείς ότι δεν είμαι -γιατί η επιλογή μου, όποια και αν είναι, έχει ήδη διαμορφωθεί από μια σωρεία άγνωστων παραγόντων πάνω στους οποίους δεν έχω έλεγχο- καταντά μια μορφή ακραίου προκαθορισμού. Σίγουρα κάποιες φυσικοχημικές διεργασίες γίνονται μέσα στο μυαλό μου.

Μπορώ όμως να πω ότι οι διεργασίες αυτές αποτελούν ένα είδος κατάργησης της ελευθερίας στην απόφασή μου;

Όχι, εκτός αν θεωρήσω ότι η ελευθερία είναι μια εξαϋλωμένη κατάσταση και ότι κάθε φυσικοχημικό στοιχείο, μέσα μου ή έξω από μένα, ισοδυναμεί με περιορισμό της. Αν όμως η ελευθερία είναι μια ψυχολογική κατάσταση, όπως ο φόβος, ο θυμός ή η διαύγεια της σκέψης (που γνωρίζω ότι επηρεάζεται από την αλκοόλη), το ερώτημα αποκτά μια συμπαθή πεζότητα, γίνεται δυνητικά ερευνήσιμο.

Ακόμα, το ότι μεσολαβούν κάποια χιλιοστά του δευτερολέπτου μεταξύ λήψης και εκδήλωσης της απόφασης (μέσα στα οποία η απόφαση είναι μη αναιρέσιμη) δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη - οι εντολές από τον εγκέφαλο στην περιφέρεια δεν γίνονται σε χρόνο μηδέν.

Η αμφιταλάντευσή μου μεταξύ παστίτσιου και μουσακά δεν διαφέρει ουσιαστικά από την αμφιταλάντευση του σκύλου μου για το αν θα τρέξει ή δεν θα τρέξει να πιάσει το μπαλάκι που του πέταξα. Αν εγώ είμαι ελεύθερος να αποφασίσω αν θα πετάξω το μπαλάκι, πρέπει να παραδεχθώ ότι και ο σκύλος μου είναι ελεύθερος να αποφασίσει αν θα τρέξει να το πιάσει (άλλωστε, μπορώ να δω την αμφιταλάντευση στα μάτια και τις κινήσεις του).

Αν πάλι θεωρήσω ότι ο σκύλος δεν είναι ελεύθερος (γιατί, ας πούμε, βρίσκεται κάτω από την τυραννική εξουσία των ενστίκτων ή γιατί δεν έχει την ανωτερότητα της σκέψης που απαιτεί η ελευθερία - και όλα τα σχετικά), δεν βλέπω γιατί να μην ισχύει το ίδιο και για μένα. Σε αυτό το επίπεδο, το μονοπώλιο της ελευθερίας της σκέψης από τον άνθρωπο δεν είναι τίποτε άλλο από μια άλλη εκδήλωση ανθρωποκεντρισμού.

Ό,τι ισχύει για το παστίτσιο και τον μουσακά ισχύει και για το αν απόψε θα διαβάσω ποίηση ή πεζογραφία, αν θα πάω στο θέατρο ή θα παρακολουθήσω ποδόσφαιρο καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση. Το ότι ο σκύλος μου δεν αντιμετωπίζει τέτοια διλήμματα δεν σχετίζεται με την ελευθερία της σκέψης, είναι απλώς απόρροια του γεγονότος ότι η ποίηση και το ποδόσφαιρο δεν αποτελούν μέρος του κόσμου του - όπως η μέλισσα που βομβεί γύρω από το ανθισμένο μοσχομπίζελο όπου προσγειώθηκε το μπαλάκι μένει αδιάφορη, γιατί το παιχνίδι με το μπαλάκι δεν αποτελεί μέρος του δικού της κόσμου.

Όμως το θέμα αλλάζει αν τεθεί ως εξής: Τη στιγμή που αρχίζει η αμφιταλάντευσή μου είμαι απολύτως ανεπηρέαστος ως προς το παστίτσιο και τον μουσακά; Ή μήπως κουβαλώ τις προτιμήσεις μου; Αν αυτό συμβαίνει (στην περίπτωσή μου ο μουσακάς έχει ένα σαφές προβάδισμα έναντι του παστίτσιου), η «ελευθερία» μου είναι κουτσουρεμένη.

Μπορούμε μάλιστα να επινοήσουμε έναν αριθμητικό δείκτη της ελευθερίας μας. Αν έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ δύο ενδεχομένων, η ελευθερία μας παίρνει τη μέγιστη δυνατή τιμή (100%) όταν η πιθανότητα για κάθε ενδεχόμενο είναι 1/2, αν υπάρχουν τρία ενδεχόμενα η ελευθερία μας παίρνει τη μέγιστη δυνατή τιμή όταν η πιθανότητα για το καθένα είναι 1/3 κ.ο.κ. Αν ένα ενδεχόμενο έχει πιθανότητα επιλογής 1 και όλα τα άλλα μηδέν, τότε η ελευθερία μας είναι μηδέν, τα άλλα ενδεχόμενα είναι σαν να μην υπάρχουν. Αν πάλι οι πιθανότητες προτίμησης για τα διάφορα ενδεχόμενα έχουν ενδιάμεσες τιμές, τότε και η ελευθερία μας είναι κάτι το ενδιάμεσο, δεν είναι απόλυτη (100%) αλλά ούτε μηδέν.

Αν, λόγου χάρη, μπαίνοντας στο εστιατόριο η προδιάθεσή μου για μουσακά είναι 0,9 και για παστίτσιο 0,1, οι επιλογές μου, κατά έναν αλγόριθμο*, δεν είναι δύο αλλά 1,22 - η ελευθερία της βούλησης μου είναι μειωμένη στο 61%. Αν τώρα «εκχωρήσω» ένα μέρος της προτίμησής μου από τον μουσακά στην πίτσα, αν οι προτιμήσεις μου πάρουν τις τιμές 0,85 για τον μουσακά, 0,05 για την πίτσα και 0,1 για το παστίτσιο, ας μη μείνω με την εντύπωση ότι η ελευθερία της απόφασής μου αυξήθηκε δραματικά, ότι το ποιοτικό βήμα από τα δύο στα τρία ενδεχόμενα επέφερε καμιά μεγάλη ποσοτική διαφορά στη δυνατότητα της επιλογής μου. Σύμφωνα με τον ίδιο αλγόριθμο, αυτή η δυνατότητα είναι τώρα 1,36 - μόνο το 45% του 3, που θα ήταν αν τα τρία ενδεχόμενα ήταν ισοπίθανα.

Τις περισσότερες φορές είναι δύσκολο να έχουμε επίγνωση των ενδεχομένων, πολύ περισσότερο των πιθανοτήτων που τις συνοδεύουν. Το γεγονός ότι υπάρχουν άλλα 27 «πιάτα» στον κατάλογο του εστιατορίου δεν έχει καμία σημασία από τη στιγμή που για κάποιον λόγο τα πιάτα αυτά δεν είναι μέσα στις δυνατότητες μου. Ο λόγος μπορεί να είναι βιολογικός (έχουν όλα ένα μπαχαρικό στο οποίο είμαι αλλεργικός), οικονομικός (είναι πιο ακριβά απ’ ό,τι επιτρέπει η τσέπη μου) ή κοινωνικός (έχουν χοιρινό κρέας που δεν το επιτρέπει η θρησκεία μου).

Το μάθημα από το εστιατόριο είναι τόσο απλό όσο και ουσιαστικό. Η ελεύθερη βούληση στις αποφάσεις μας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη δυνατότητα της υλοποίησης των αποφάσεών μας, αλλιώς καταντά μια ελευθερία στην ονειροπόληση. Είναι η δεύτερη βραδιά που ο Καραγκιόζης προσπαθεί να κοιμηθεί με άδειο στομάχι. Έχει το δικαίωμα να ονειρευτεί αν θα διαλέξει μεταξύ μιας μακαρονάδας με σάλτσα ή με τυρί ή με κιμά. Άλλο όμως η ελευθερία στο όνειρο και άλλο η ελευθερία στις αποφάσεις. Η τελευταία υπόκειται σε περιορισμούς γιατί άπτεται του πραγματικού κόσμου.

Οι περιορισμοί είναι όλων των ειδών. Πρώτα είναι οι βιολογικοί, που όμως στη συνέχεια αποκτούν κοινωνική δύναμη. Δεν είχα επιλογή για το χρώμα το ματιών μου. Αυτό καθορίστηκε τη στιγμή που το σπερματοζωάριο του πατέρα μου μπήκε στο ωάριο της μητέρας μου. Επομένως, ήδη από αυτή την πρώτη στιγμή, η ελευθερία μου ως προς το χρώμα των ματιών μου έπεσε στο μηδέν.

Συμβαίνει τώρα να ζω σε έναν κόσμο όπου το χρώμα των ματιών συνδέεται με τη γοητεία που το ένα φύλο ασκεί στο άλλο, που σημαίνει ότι η επιρροή μου στο αντίθετο φύλο τελεί υπό περιορισμούς, οι δυνατότητές μου (= η ελευθερία μου) είναι περιορισμένες από το χρώμα των ματιών μου (όχι βέβαια στο μηδέν, όπως συνέβη με το χρώμα των ματιών μου).

Συμβαίνει ακόμα να ζω σε έναν κόσμο όπου η επιρροή μου στο αντίθετο φύλο έχει επιπτώσεις για ένα σωρό άλλες προοπτικές (οικογενειακή ευτυχία, κτλ.), και αυτό με κάνει να συμπεράνω ότι και γι’ αυτές τις προοπτικές η ελευθερία μου είναι περιορισμένη (αν και σε μικρότερο βαθμό απ’ ό,τι η γοητεία μου). Μπορείτε να συνεχίσετε για όσο θέλετε: επειδή ζω σε έναν κόσμο όπου η οικογενειακή ευτυχία...

Μετά τη σύντηξη του σπερματοζωαρίου με το ωάριο, και κάποια στιγμή μετά τη γέννηση, έρχεται η εντολή «μάθε να μιλάς». Ο εξωτερικός κόσμος αποφασίζει 100% για το ποια θα είναι η μητρική μας γλώσσα. Και ό,τι ισχύει για τη γλώσσα ισχύει για τη θρησκεία, για τις κοινωνικές μας έξεις, για τα «πιστεύω» μας. Και όλο αυτό το διαρκώς ογκούμενο κοινωνικό πλέγμα (πέστε το εφόδιο, πέστε το φορτίο - η επιλογή της λέξης είναι δική σας) περιορίζει συνεχώς τις επιλογές μας, περιορίζει την ελευθερία μας: στον επαγγελματικό προσανατολισμό, στην επιλογή συντρόφου, στις πολιτικές προτιμήσεις μας.

Ας μην κατηγορούμε γι’ αυτό τα γονίδια. Ασφαλώς τα γονίδια δεν μας επιτρέπουν να γεννηθούμε σε ένα σταυροδρόμι με χίλιες κατευθύνσεις, αλλά ούτε μας βάζουν σε μια στενωπό από την οποία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Μάλλον μας βάζουν σε έναν φαρδύ αυτοκινητόδρομο. Έρχεται μετά το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον και μας ωθεί προς την Α ή τη Β έξοδο, σ’ έναν μικρότερο αυτοκινητόδρομο απ’ όπου πάλι παρόμοιοι παράγοντες μας ωθούν προς τη Γ ή Δ έξοδο, μέχρι που φτάνουμε εκεί που είμαστε. Κάθε φορά που παίρνουμε μια έξοδο, θυσιάζουμε ένα μεγάλο μέρος της ελευθερίας μας. Οι δρόμοι που θα ήταν στη διάθεσή μας αν παίρναμε την έξοδο Β αντί της Α είναι για μας δρόμοι χαμένοι.

Τίποτε το ιδιαίτερο σε όλα αυτά, τίποτε που δεν γνωρίζατε. Εκτός, ίσως, από το εξής. Ακούμε πολλά για τον γενετικό ή, γενικότερα, τον βιολογικό προκαθορισμό, αλλά πολύ λίγα για τον κοινωνικό προκαθορισμό. Μάλιστα ο ίδιος ο όρος «κοινωνικός προκαθορισμός» μας ξενίζει. Και όμως, το χωριό που γεννήθηκα «προκαθόρισε» τη μητρική μου γλώσσα. Λίγο αργότερα ήρθε ο προκαθορισμός της θρησκείας· με έβαλε σ’ ένα κανάλι σκέψης και συμπεριφοράς. Νέοι προκαθορισμοί κλειδώνουν ο ένας μετά τον άλλο και όλοι μαζί συνθέτουν αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε κοινωνικό προκαθορισμό.

Όσο πιο κοινωνικό είναι ένα είδος τόσο πιο μεγάλο είναι το μερίδιο του κοινωνικού προκαθορισμού σε σχέση με τον βιολογικό. Στον άνθρωπο, όπου η βιολογική συνιστώσα ωχριά μπροστά στην κοινωνική, είναι κυρίως οι κοινωνικές συνθήκες που καθορίζουν την πορεία μας, που περιορίζουν και τελικά εκμηδενίζουν την ελευθερία μας.

Παρ’ όλα αυτά έχουμε την εντύπωση ότι, ενώ είμαστε αδύναμοι μπροστά στον βιολογικό προκαθορισμό, μπορούμε να αποτρέψουμε και να ανατρέψουμε τον κοινωνικό προκαθορισμό. Πρόκειται για μια θεωρητική δυνατότητα που σπάνια γίνεται πραγματικότητα.

Τείνουμε να υποεκτιμούμε το πόσο βαθιά ριζώνουν οι αντιλήψεις που σχηματίζουμε στην πορεία της ζωής μας -δεν είναι τυχαίο ότι τις αποκαλούμε πεποιθήσεις- και, φυσικά, όσο πιο νωρίς σχηματίζονται τόσο πιο βαθιά πάνε οι ρίζες τους. Τα δεσμά των κοινωνικών καταβολών δεν διαφέρουν πολύ σε ακαμψία από τα δεσμά των βιολογικών καταβολών. Η ιδέα ότι μπορούμε να τα καταλύσουμε είναι ουσιαστικά μια αυταπάτη.

Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Μια από τις λύσεις στο πρόβλημα της επιβίωσης που συναρμολόγησε η φυσική επιλογή και την κωδικοποίησε στο DNA μας είναι η όραση. Το αποτέλεσμα είναι να γεννιόμαστε με μάτια. Η ίδια διαδικασία (μπορούμε, αν θέλετε, να την πούμε κοινωνιο-βιολογική), ανταποκρινόμενη στο ίδιο πρόβλημα, συναρμολόγησε την ικανότητα της ομιλίας, την ανάγκη του θρησκεύεσθαι και άλλες συναφείς ιδιότητες. Και όπως τα μάτια παίρνουν αναγκαστικά ένα χρώμα (μαύρα, καστανά, γαλάζια), έτσι και η ομιλία και η θρησκεία πρέπει να πάρουν συγκεκριμένες μορφές (ελληνική, χριστιανισμός, κτλ.).

Συνήθως είμαστε ικανοποιημένοι που τα πράγματα πάνε όπως τα φέρνει η φύση -είτε μιλούμε για το βιολογικό είτε για το κοινωνικό της πρόσωπο. Μπορεί μάλιστα να είμαστε υπερήφανοι που τα πράγματα πάνε έτσι γιατί αυτός, νομίζουμε, είναι ο σωστός δρόμος (θυμηθείτε την πλάνη του ιδιοκεντρισμού). Μάλιστα παίρνουμε μέτρα να μην ξεφύγουν από αυτό τον δρόμο τα παιδιά μας, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους δώσουμε την πρέπουσα «αγωγή». Η ιδέα ότι η αγωγή μπορεί να ενέχει έναν μεγάλο βαθμό περιορισμού της ελευθερίας τους σπάνια είναι μέρος των ανησυχιών μας.

Ας το παραδεχθούμε: η ελευθερία της βούλησής μας είναι πολύ πιο περιορισμένη από ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε· αντιπροσωπεύει ένα πολύ μικρό μέρος του δυνητικού φάσματος της ελευθερίας που ανοίγεται μπροστά μας τη στιγμή που γεννιόμαστε. Η ιδέα περί ελευθερίας της βούλησης έχει όλα τα γνωρίσματα μιας δαρβινικής πλάνης.
-------------------
*Ο αλγόριθμος είναι Ε = 1 /Σp2, όπου p είναι η πιθανότητα κάθε προτίμησης και Σ είναι το άθροισμα για όλες τις προτιμήσεις. Στο πρώτο παράδειγμα έχουμε μ, = 0,9 και μ2= 0,1 (Ε = 1,219), στο δεύτερο μ, = 0,85, μ, = 0,05 και μ3 = 0,1 (Ε = 1,360).

Ποιά είναι τα σημαντικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας

Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας ενός ανθρώπου καθορίζουν τη συμπεριφορά του, τη συναισθηματική του προσέγγιση και τον τρόπο δράσης του στον επαγγελματικό, προσωπικό και οικογενειακό τομέα.
 
Η προσωπικότητα ενός ανθρώπου αποτελείται από τους χαρακτηριστικούς τρόπους με τους οποίους σκέφτεται, αισθάνεται και συμπεριφέρεται, οι οποίοι τον κάνουν να είναι μοναδικός.
 
Οι θεωρίες σχετικά με το τι είναι η προσωπικότητα και πώς αναπτύσσεται είναι πολλές. Στη δημιουργία και διαμόρφωση μιας προσωπικότητας εμπλέκονται κυρίως βιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες.
 
Στο βιολογικό τομέα περιλαμβάνονται οι γενετικοί, κληρονομικοί παράγοντες. Στον περιβαλλοντικό τομέα εμπλέκονται οι συνθήκες στις οποίες ένα άτομο μεγαλώνει, ανατρέφεται, διαπαιδαγωγείται και ζει.
 
Δεν είναι εύκολο να καθοριστούν, με ακρίβεια τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας ενός ανθρώπου. Κάποια από αυτά είναι βαθιά ριζωμένα στον ψυχικό του κόσμο και είναι αμετάβλητα. Μερικά άλλα, πιθανόν να διαμορφώνονται ανάλογα με τις εμπειρίες του.
 
Σε αντίθεση με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, οι δεξιότητες και οι ικανότητες κάποιου ατόμου είναι αποτέλεσμα της εκπαίδευσης στην οποία υποβάλλεται. Η εμπειρία που προστίθεται στην εκπαίδευση ενδυναμώνει την επάρκεια ενός ατόμου στον τομέα του.
 
Για την επιτυχία στη ζωή απαιτούνται βέβαια η εκπαίδευση, η εμπειρία και η επάρκεια στον επαγγελματικό τομέα του κάθε ανθρώπου.
 
Ωστόσο είναι η προσωπικότητα, που επηρεάζει καθοριστικά, όχι μόνο την ποιότητα της εκπαίδευσης και της επάρκειας, αλλά και το πώς τα απαραίτητα αυτά εφόδια θα χρησιμοποιούνται στην πράξη κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής, για να οδηγούν σε επιτυχίες.
 
Υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, που υπάρχουν με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα στους ανθρώπους που επιτυγχάνουν στην επαγγελματική τους ζωή.
 
Είναι σημαντικό να δούμε μερικά από τα συχνότερα και σημαντικότερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των επιτυχημένων επαγγελματιών, διότι μπορεί έτσι να αντλήσουμε κάποια διδάγματα, που θα μας βοηθούν διαχρονικά στην επίτευξη των στόχων μας:
 
1. Η αυτογνωσία
Στο δρόμο της επιτυχίας είναι πρωταρχική προϋπόθεση να αντιλαμβάνεται κάποιος καλά τα δυνατά και αδύνατά του σημεία, τα ενδιαφέροντά του, το τι θέλει στη ζωή του και το πώς θα ήθελε να τον βλέπουν οι συνάνθρωποι και η οικογένειά του.
 
Το “γνώθι σαυτόν” των αρχαίων Ελλήνων παραμένει πάντοτε μια διαχρονική αρχή, που χρειάζεται να είναι βίωμα του κάθε ανθρώπου που θέλει να επιτυγχάνει στη ζωή του.
 
2. Η αυτοπειθαρχία
Χωρίς τήρηση των αποφάσεων, που λαμβάνει ο ίδιος ο άνθρωπος, για τον εαυτό του και για την επίτευξη των στόχων του δεν μπορεί να υπάρχουν επιτυχίες.
 
Στη ζωή είναι πάρα πολλοί οι πειρασμοί και οι περισπασμοί, που αποσπούν την προσοχή ή κλέβουν τον πολύτιμο χρόνο που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων. Αυτός που δεν μπορεί να αυτοπειθαρχεί δεν θα καταφέρνει να φτάνει στους στόχους του.
 
3. Η αυτοπεποίθηση
Η αυτοπεποίθηση πρέπει να βασίζεται σε στερεές και αποδεδειγμένες βάσεις. Η αυτοπεποίθηση δεν αποκτιέται εύκολα. Χρειάζεται κόπος εκπαίδευση και εμπειρίες.
 
Χωρίς αυτοπεποίθηση δεν έρχεται η επιτυχία. Γι’ αυτό ο επιτυχημένος επαγγελματίας επενδύει πολλά, χρόνο και κόπο, για να την αποκτήσει και να την καλλιεργεί, διότι θα του είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο στον αγώνα της ζωής.
 
 4. Ο ενθουσιασμός για ένα όραμα
Τα άτομα, που έχουν ένα όραμα για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, για μια ιδέα ή κοινωνική αποστολή μπορούν με τον ενθουσιασμό που τους χαρακτηρίζει να εμπνέουν και να ευαισθητοποιούν και να κινητοποιούν και άλλους.
 
Οι άνθρωποι μπορούν και διαισθάνονται τον ενθουσιασμό, το ενδιαφέρον και την πίστη, που κάποιο άτομο δυνατόν να έχει για την πραγματοποίηση κάποιου οράματος, στόχου ή μιας αποστολής. Σίγουρα αυτός, που μπορεί και εμπνέει τους άλλους χάρις στον μετρημένο, ισοζυγισμένο και αγνό ενθουσιασμό του, αλλά και χάρις στις πράξεις του, θα έχει μια βασική προϋπόθεση για να πετυχαίνει.
 
5. Η θετική προσέγγιση με αισιοδοξία και θετικότητα
Η αισιοδοξία και η θετική προσέγγιση είναι βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των επιτυχημένων ανθρώπων, σε όλους τους τομείς δραστηριοτήτων.
 
Η πίστη για θετική εξέλιξη των προσπαθειών, για την επίτευξη των στόχων κάποιου ανθρώπου συνοδεύεται συνήθως από τρόπους σκέψης που βοηθούν στο να υπερπηδούνται και να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά τα αναπόφευκτα εμπόδια κάθε δράσης που απαιτείται στο δρόμο προς την επιτυχία.
 
6. Η επιμονή συνοδευόμενη από σκληρή δουλειά, χωρίς παρορμητικότητα και με υπομονή
Οι δυσκολίες, οι αποτυχίες, οι κακουχίες, τα κτυπήματα κάτω από τη μέση και κάθε λογής εμπόδια, προβλεπτά ή απρόβλεπτα, είναι αναπόφευκτο μέρος της κάθε ανθρώπινης προσπάθειας προς την επίτευξη οποιουδήποτε σημαντικού στόχου.
 
Ο επιτυχημένος άνθρωπος αντέχει. Ξέρει καλά ότι θα δημιουργούνται στο δρόμο του εμπόδια, τα περιμένει και προετοιμάζεται να τα αντιμετωπίζει. Η προοπτική ανάλυση των εμποδίων και των κινδύνων που τον περιμένουν του επιτρέπει να παραμένει ψύχραιμος στις αντιξοότητες.
 
7. Το ήθος, με συνέπεια και ειλικρίνεια
Η συνέπεια, η ειλικρίνεια, η τιμιότητα, η ευσυνειδησία και οι υγιείς αρχές του ήθους και του δικαίου είναι απαραίτητες συνιστώσες για μια διαρκή και καλά θεμελιωμένη επιτυχία στη ζωή.
 
Ο επιτυχημένος άνθρωπος είναι δίκαιος με όλους, ακόμη και όταν δεν υπάρχει κανείς ή είναι αδύνατον κάποιος να τον ελέγξει. Η επιτυχία χωρίς δικαιοσύνη και σεβασμό προς τον συνάνθρωπο δεν είναι πραγματική, αλλά χωρίς αξία και παροδική.
 
8. Η δικτύωση
Η επιτυχία στη ζωή του κάθε επαγγελματία απαιτεί εκπαίδευση, προσόντα, ικανότητες και επάρκεια στον τομέα του. Ωστόσο η δικτύωση σε κοινωνικό και επαγγελματικό επίπεδο είναι πάρα πολύ σημαντική, με τεράστιο ρόλο στην επίτευξη των στόχων.
 
Η δικτύωση, δηλαδή η ανάπτυξη και καλλιέργεια εποικοδομητικών σχέσεων με άλλους ανθρώπους, με στόχο την ευχαρίστηση και την αλληλοβοήθεια αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της κοινωνίας των ανθρώπων. Χωρίς ορθή κοινωνική δικτύωση οι πιθανότητες επιτυχιών στη ζωή λιγοστεύουν δραματικά.
 
9. Η προσήλωση στο στόχο
Η προσήλωση στο στόχο είναι κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας των επιτυχημένων ανθρώπων. Το να ξέρει καλά κάποιος το τι θέλει και που πάει είναι το πρώτο βήμα του μεγάλου και δύσκολου δρόμου προς την επιτυχία.
 
Η προσήλωση στο στόχο, χωρίς αποπροσανατολισμό και απώλεια ενέργειας σε άσκοπες κινήσεις, είναι σημαντικό πλεονέκτημα της προσωπικότητας των επιτυχημένων.
 
10. Η καλή ακρόαση των άλλων και η συμπάθεια
Ο αποτελεσματικός επαγγελματίας ξέρει και ακούει καλά και προσεκτικά τους συνομιλητές του. Γνωρίζει ότι οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρέφεται μπορεί να είναι πηγή γνώσεων και πραγματικοί θησαυροί.
 
Η ικανότητα κατανόησης και συμπάθειας προς τους άλλους προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στο άτομο που διψά για επιτυχίες.
 
11. Η προσαρμοστικότητα με ευελιξία
Η ακαμψία στη ζωή μπορεί να έχει κόστος. Όμως το ίδιο ισχύει και για την ευελιξία.
Η προσαρμοστικότητα είναι ικανότητα του ατόμου να αλλάζει τον τρόπο δράσης ή κατεύθυνσης ανάλογα με τις εξελίξεις που του συμβαίνουν.
 
Η επιλογή του σωστού μείγματος ευελιξίας και ακαμψίας, ανάλογα με το κάθε πρόβλημα που προκύπτει, είναι θέμα κρίσης της κάθε προσωπικότητας. Είναι η κρίση αυτή, σε σχέση με την προσαρμοστικότητα, που παίζει καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία στη ζωή.
 
Είναι βέβαια αδύνατο να καθοριστούν όλα τα επί μέρους χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που οδηγούν ένα άνθρωπο σε επιτυχίες.
 
Ωστόσο η μελέτη και η ανάλυση του τρόπου σκέψης των επιτυχημένων ανθρώπων μπορεί να προσφέρει πολλά σε όλους όσοι επιθυμούν έντονα να πετυχαίνουν στην επαγγελματική τους ζωή.

Μην μετανιώνεις. Δεν υπάρχει εισιτήριο για το παρελθόν

Μην μετανιώνεις. Δεν υπάρχει εισιτήριο για το παρελθόν. Ότι έγινε δεν μπορεί να αλλάξει. Ανήκει στην ιστορία που μας διαμορφώνει.

Μπορούμε όμως να επιλέξουμε το πώς θα αντιδράσουμε από εκεί και έπειτα. Να αποφασίσουμε να διδαχτούμε και να αναπτυχθούμε μέσα από κάθε εμπειρία που βιώνουμε.

Πρέπει να αγκαλιάζουμε όλα όσα μας συμβαίνουν. Να αποδεχόμαστε τις μπόρες και τις ηλιόλουστες μέρες με τον ίδιο τρόπο. Να αγαπάμε όλες τις στιγμές μας και να βγαίνουμε νικητές από όλα τα δεινά.

Νικητής θα πει να έχουμε μάθει. Να είμαστε ένα βήμα παραπέρα στην εξελικτική μας πορεία. Να αγαπάμε τον εαυτό μας και όλα όσα φέρουμε μέσα μας, όλα όσα έχουμε ανάγκη να ζήσουμε και ας μοιάζουν λάθος μερικές φορές στα μάτια.

Ας μην κρίνουμε ούτε τον εαυτό μας, ούτε κανέναν. Ο κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη να ζήσει συγκεκριμένα πράγματα για να οδηγηθεί εκεί που πρέπει. Η ψυχή μας αναζητά συγκεκριμένα βιώματα για να σπάσει τους κύκλους που τον περιορίζουν.

Μπορούμε να διδαχτούμε μέσα από την ενδοσκόπηση, δίχως να μας «κατακρίνουμε», απλά παρατηρώντας εμάς τους ίδιους πως ενεργούμε. Διορθώνοντας την κάθε μας πράξη που θεωρούμε λάθος, μέσα από την δύναμη της σκέψης, τον οραματισμό προς στο παρελθόν, στην στιγμή εκείνη, αλλάζοντας την στον νου μας. Βελτιώνοντας την καταγραφή αυτή, βελτιωνόμαστε σιγά σιγά και εμείς.

Η ζωή είναι αγάπη, ας αγαπάμε εμάς, το ταξίδι μας, τους γύρω μας, την ζωή.

Η ζωή μοιάζει σαν ένα ταξίδι με τρένο. Υπάρχουν πολλές σιδηροδρομικές γραμμές, που οδηγούν σε πολλούς προορισμούς. Επιλέγεις ποιον δρόμο θέλεις να ακολουθήσεις.

Αγοράζεις εισιτήριο με κάποιο κόστος.

Μπαίνεις στο τρένο και αφήνεσαι στο ταξίδι. Μπορεί να κάνεις πολλές στάσεις..

Να αλλάξεις πολλά τρένα στην πορεία σου..

Όμως ο προορισμός σου είναι εκεί που τελικά θα καταλήξεις.

Όταν φτάσεις στο σημείο που οι επιλογές σου σε οδήγησαν, στον τελικό προορισμό σου, δεν έχεις παρά να νιώθεις ευγνωμοσύνη.

Γιατί αν δεν είχες επιλέξει αυτό το τρένο..

Αν δεν είχες μπει σε αυτό το βαγόνι..

Αν δεν είχες κάνει αυτό το ταξίδι δεν θα κατέληγες να είσαι αυτός που είσαι σήμερα.

Με τις εμπειρίες που σε διαμόρφωσαν, με τους ανθρώπους που σε πλαισίωσαν, με τα νέα ονειρα που έπλασες.

Μόνο ο vulgus (όχλος) τρέφει μεγάλο σεβασμό για τις αυθεντίες

Το argumentum ad verecundiam [επιχείρημα με επίκληση της αυθεντίας]. Αντί να προβάλλουμε επιχειρήματα, επικαλούμαστε αυθεντίες ανάλογα με το επίπεδο γνώσης του αντιπάλου μας.

Unusquisque mavult credere quam judicare [Οι άνθρωποι προτιμούν να πιστεύουν παρά να κρίνουν] λέει ο Σενέκας στο έργο De vita beata,I,IV – η δουλειά μας (κατά την αντιπαράθεσή μας με κάποιον) γίνεται πολύ ευκολότερη όταν έχουμε με το μέρος μας μια αυθεντία, που την σέβεται ο αντίπαλος. Όσο μικρότερες είναι οι γνώσεις και οι ικανότητές του, τόσο περισσότερες είναι οι έγκυρες γι’ αυτόν αυθεντίες. Αν όμως οι γνώσεις και οι ικανότητές του είναι υψηλού επίπεδου, οι αυθεντίες θα είναι πολύ λίγες ή μπορεί και να μην υπάρχουν καθόλου. Θα μπορούσε ίσως να αποδεχτεί την αυθεντία κάποιων ανθρώπων σε τομείς στους οποίους ο ίδιος δεν είναι εκπαιδευμένος, αλλά ακόμα και τότε θα τους αντιμετωπίζει με καχυποψία. Αντίθετα, οι απλοί άνθρωποι σέβονται βαθιά τους κάθε είδους επαγγελματίες. Δεν ξέρουν ότι, όταν κάποιος μετατρέπει μια δραστηριότητα σε επάγγελμα, δεν το κάνει επειδή αγαπάει τη δραστηριότητα, αλλά επειδή αγαπάει το χρήμα που κερδίζει απ’ αυτήν: – ή ότι είναι σπάνιο για κάποιον που διδάσκει ένα αντικείμενο να το κατέχει στην εντέλεια, κι αυτό γιατί όποιος μελετάει σε βάθος ένα αντικείμενο, δεν έχει χρόνο για να το διδάξει. Μόνο ο vulgus (όχλος) τρέφει μεγάλο σεβασμό για τις αυθεντίες- κι αν στη δεδομένη στιγμή δε μας βρίσκεται καμία πρόχειρη, μπορούμε να επικαλεστούμε κάποια που μοιάζει να είναι σχετική- μπορούμε να παραθέσουμε τι είπε κάποιος έστω και με διαφορετικό νόημα, κάπου αλλού, και κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Οι αυθεντίες, που ο αντίπαλός μας αδυνατεί να καταλάβει, είναι αυτές που μπορεί να έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση. Οι απαίδευτοι έχουν έναν ιδιαίτερο σεβασμό για διάφορες βαρύγδουπες αρχαιοελληνικές και λατινικές εκφράσεις. Κι αν χρειαστεί, μπορούμε όχι μόνο να διαστρέψουμε τα λεγόμενα των αυθεντιών, αλλά να τα παραποιήσουμε ευθέως ή να παραθέσουμε κάτι που βγάλαμε εντελώς απ’ το μυαλό μας. Κατά κανόνα, ο αντίπαλος δεν έχει εκείνη την ώρα μαζί του βιβλία, αλλά και να είχε, δε θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει.

Μια γενικά αποδεκτή εσφαλμένη αντίληψη μπορεί επίσης να πάρει τη θέση της αυθεντίας. Γιατί οι περισσότεροι συμφωνούν με τον Αριστοτέλη, ο οποίος λέει “ά μεν πολλοίς δοκεί ταύτα γε είναι φαμέν” [αυτό που φαίνεται στους πολλούς ορθό, εμείς λέμε ότι είναι κιόλας – Ηθικά Νικομάχεια, Χ,172b 36]: και είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη κι αν είναι, που να μην την αγκαλιάσουν αμέσως οι άνθρωποι, μόλις πεισθούν ότι είναι γενικά αποδεκτή. Το παράδειγμα επενεργεί στις σκέψεις τους όπως και στις πράξεις τους. Είναι σαν τα πρόβατα που ακολουθούν το προπορευόμενο κουδούνι, όπου κι αν τους οδηγήσει. Είναι γι’ αυτά ευκολότερο να πεθάνουν παρά να σκεφτούν Είναι περίεργο το πόσο μεγάλη επίδραση μπορεί να έχει η γενική αποδοχή μιας γνώμης στους ανθρώπους, παρόλο που η προσωπική τους εμπειρία μπορεί να τους προειδοποιεί, ότι η αποδοχή της είναι μια ανόητη και καθαρά μιμητική διαδικασία. Όμως αυτή η προειδοποίηση δε γίνεται ποτέ, κυρίως γιατί τους λείπει η οποιαδήποτε αυτογνωσία. – Μόνο οι εκλεκτοί μπορούν να πουν μαζί με τον Πλάτωνα τοις πολλοίς πολλά δοκεί [οι πολλοί έχουν πολλές απόψεις- Πολιτεία ΙΧ,576c], που σημαίνει ότι ο όχλος έχει πολλές ανοησίες στο κεφάλι του και είναι πρακτικά αδύνατο να αντιμετωπιστούν.

Αν θέλουμε όμως να μιλάμε σοβαρά, πρέπει να καταλάβουμε ότι η γενική αποδοχή μιας γνώμης δεν είναι απόδειξη για την ορθότητα της ούτε καν ένδειξη μεγάλης πιθανότητας να είναι σωστή. Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο, θα πρέπει να παραδεχτούν το ότι το πέρασμα του χρόνου αφαιρεί την οποιαδήποτε αποδεικτική δύναμη μιας γενικά αποδεκτής γνώμης, γιατί αλλιώς όλες οι παλιές πλάνες, που κάποια στιγμή καταρρίφθηκαν, θα έπρεπε να επανέλθουν σε ισχύ.

Όταν εξετάσουμε το θέμα από πιο κοντά, ανακαλύπτουμε ότι αυτό που ονομάζουν κοινή γνώμη δεν είναι παρά η γνώμη δυο ή τριών προσώπων- και θα πεισθούμε γι’ αυτό, αν παρακολουθήσουμε τον τρόπο, με τον οποίο προέκυψε μια τέτοια γενικά αποδεκτή γνώμη. Θα ανακαλύψουμε ότι μόνο δύο ή τρία άτομα αποδέχτηκαν στην αρχή ή προώθησαν και διατήρησαν αυτή τη γνώμη- κι ότι ο υπόλοιπος κόσμος τους έκανε τη μεγάλη χάρη να πιστέψει ότι την είχαν εξετάσει απ’ όλες τις πλευρές. Μετά, κάποιοι ακόμα, έχοντας πεισθεί εκ των προτέρων ότι οι πρώτοι είχαν την απαραίτητη ικανότητα, δέχτηκαν κι εκείνοι τη συγκεκριμένη γνώμη. Αυτούς επίσης τους εμπιστεύτηκαν πολλοί άλλοι, που η οκνηρία τους έκανε να θεωρήσουν ότι ήταν καλύτερο να πιστέψουν αμέσως, παρά να μπουν στον κόπο να ερευνήσουν το ζήτημα μόνοι τους. Έτσι ο αριθμός αυτών των οκνηρών και εύπιστων οπαδών μεγάλωνε από μέρα σε μέρα: γιατί μόλις η γνώμη αυτή απέκτησε αρκετούς οπαδούς, οι υπόλοιποι απέδωσαν το γεγονός αυτό στο ότι η γνώμη αυτή πρέπει να έχει γίνει αποδεκτή λόγω της ορθότητας των επιχειρημάτων της. Κι όσοι είχαν απομείνει, αναγκάστηκαν κι εκείνοι να αποδεχτούν το γενικά αποδεκτό, έτσι ώστε να μη θεωρηθούν δύστροπα άτομα που διαφωνούσαν με τις ιδέες που αποδέχονταν όλοι, ή εξυπνάκηδες που θεωρούσαν τον εαυτό τους ευφυέστερο απ’ όλους τους άλλους. Απ’ αυτό το σημείο και μετά, η αποδοχή αυτής της άποψης γίνεται καθήκον. Από δω και πέρα, οι λίγοι που έχουν την ικανότητα να εκφράσουν δικές τους γνώμες και δική τους κρίση, αλλά απλώς απηχούν γνώμες άλλων, τις οποίες και υπερασπίζονται με αξιοζήλευτο πάθος και μισαλλοδοξία. Γιατί αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους που σκέφτονται διαφορετικά δεν είναι τόσο οι διαφορετικές γνώμες που εκφράζουν, όσο το θράσος τους να θέλουν να σχηματίσουν τις δικές τους απόψεις- κάτι που οι ίδιοι ποτέ δεν κάνουν έχοντας απόλυτη συναίσθηση της αδυναμίας τους.

– Εν ολίγοις, ελάχιστοι είναι αυτοί που έχουν την ικανότητα να σκέφτονται, γνώμες όμως θέλουν να έχουν όλοι: και η εύκολη λύση είναι αυτές τις γνώμες να μην τις δημιουργούν οι ίδιοι, αλλά να τις παίρνουν έτοιμες από άλλους. – Κι αφού έτσι έχουν τα πράγματα, ποια αξία μπορεί να έχει η γνώμη ακόμα και εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων; Δεν έχει μεγαλύτερη ισχύ από ένα ιστορικό γεγονός που αναφέρουν εκατό χρονικογράφοι, οι οποίοι όμως αποδείχτηκε ότι αντέγραψαν κάποιον άλλο, οπότε όλες αυτές οι αναφορές βασίζονται στη γνώμη ενός και μόνο ατόμου. (Κατά Bayle, Pensees sur les Cometes).

“Dico ego, tu dicis, sed denique dixit et ille:
Dictaque post toties, nil nisi dicta vides”.
[“Το είπα εγώ, το είπες κι εσύ, και μετά το είπε κι άλλος:
Όσοι και να το ξαναπούν, δεν είναι παρά λόγια”]

Παρά τα όσα είπαμε, σε μια αντιπαράθεση με απλούς ανθρώπους, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις γενικά αποδεκτές γνώμες σαν ισχυρά επιχειρήματα.

Γενικά, όταν τσακώνονται δύο καθημερινοί άνθρωποι, το όπλο που κατά κανόνα επιλέγουν είναι οι αυθεντίες: αυτές χρησιμοποιούν ο ένας εναντίον του άλλου.- Αν ένα πιο μυαλωμένο άτομο έχει ν’ αντιμετωπίσει έναν απ’ αυτούς, θα τον συμβούλευα να καταδεχτεί να καταφύγει και αυτό στο ίδιο όπλο και να επιλέξει τις αυθεντίες που θα προκαλέσουν ρήγματα στην αδύνατη πλευρά του αντιπάλου.

Arthur Schopenhauer, Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΙΟ

Όταν επικρατεί μέσα σου αβεβαιότητα για τις δικές σου αξίες, πώς μπορείς να διδάξεις κάτι σίγουρο στο παιδί σου;

Το άγγιγμα ενός ανθρώπινου χεριού, ο ήχος μιας ανθρώπινης φωνής και οι σπιτικές μυρωδιές είναι οι εμπειρίες με τις οποίες ένα μωρό αρχίζει να μαθαίνει τι είναι αυτός ο νέος κόσμος γύρω του. Ο τρόπος με τον οποίο ο γονιός αγγίζει το παιδί κι ο ήχος της φωνής του αποτελούν τη βάση γι’ αυτό που θα μάθει το παιδί. Το μωρό πρέπει να ξεδιαλύνει όλα τ’ αγγίγματα, τα πρόσωπα, τις φωνές και τις μυρωδιές των μεγάλων γύρω του και να βγάζει νόημα απ’ όλα αυτά. Μεγάλη σύγχυση κυριαρχεί στον κόσμο του νεογέννητου.

Στον πρώτο χρόνο της ζωής, ένα παιδί πρέπει να μάθει περισσότερα βασικά και διαφορετικά πράγματα απ’ ό,τι σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του. Ποτέ άλλοτε το παιδί δεν πρόκειται να βρεθεί αντιμέτωπο με τόση μάθηση και γνώση, σε τόσα επίπεδα και σε τόσο λίγο διάστημα.

Η επίδραση απ' όλη αυτή τη μάθηση είναι πολύ πιο βαθιά απ’ όσο φαντάζονται οι περισσότεροι γονείς. Αν οι γονείς το καταλάβαιναν, θα μπορούσαν να εκτιμήσουν καλύτερα, τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα σ’ ό,τι κάνουν και στην τρομακτική δουλειά που έχει να κάνει το παιδί τους. Δώσαμε όλη μας την προσοχή σε μεθόδους πειθαρχίας και πολλή λίγη στην κατανόηση, στην αγάπη, στο χιούμορ και στην ανάπτυξη της πανέμορφης εκδήλωσης της ζωής που υπάρχει μέσα σε κάθε παιδί.

Υπάρχουν ακόμα τρία θέματα που δυσκολεύουν την εκτέλεση του οικογενειακού προσχέδιου. Βρίσκονται στο παγόβουνο, κάτω από την επιφάνεια του νερού, κάτω από την αντιληπτή λειτουργία της οικογένειας. Το πρώτο είναι η άγνοια. Απλά δεν ξέρεις κάτι.

Κι ακόμη, ίσως να μην ξέρεις ότι δεν ξέρεις, έτσι ώστε να μη συνειδητοποιήσεις την ανάγκη να μάθεις. Τα παιδιά μπορούν να βοηθήσουν πολύ σ’ αυτό, αν ο γονιός τούς επιτρέπει τα σχόλια. Να επαγρυπνάς συνέχεια για να αντλείς πληροφορίες από τις νύξεις που κάνουν τα παιδιά.

Το δεύτερο είναι πως ο τρόπος επικοινωνίας σου μπορεί να μην είναι αποτελεσματικός. Οπότε στέλνεις μηνύματα που δεν ξέρεις ότι τα στέλνεις ή νομίζεις ότι στέλνεις μηνύματα, ενώ δεν στέλνεις τίποτε. Έτσι τα αγαθά που έχεις να προσφέρεις στα παιδιά σου δε φτάνουν στον αποδέκτη. Για να το αντιληφθείς αυτό, πρόσεχε τις τυχόν απρόσμενες αντιδράσεις των άλλων.

Πολλοί γονείς ακούνε με κατάπληξη τι νόημα βγάζουν τα παιδιά τους από φαινομενικά αθώες παρατηρήσεις τους. Για παράδειγμα, ξέρω ένα ζευγάρι λευκών που ήθελε να διδάξει στο παιδί του φυλετική ανοχή. Μια μέρα, μαζί με κάποια άλλα παιδιά κάλεσαν στο σπίτι τους κι ένα μικρό μαύρο. Αργότερα ο πατέρας ρώτησε το παιδί του: «Πώς σου φάνηκαν τα πολύ κατσαρά του μαλλιά;» Αλλά το είπε μ’ ένα ύφος που υπογράμμιζε τη διαφορά, σχηματίζοντας έτσι τον πρώτο διαχωριστικό κύκλο ανάμεσα στα δυο παιδιά. Όσοι γονείς ανησυχούν μήπως συμβαίνει κάτι παρόμοιο, ας ελέγχουν πότε πότε τι κατάλαβαν απ’ τα λόγια τους τα παιδιά τους.

Θυμάμαι μιαν άλλη ιστορία. Μια νεαρή μητέρα εξήγησε με αρκετές λεπτομέρειες τα αληθινά περιστατικά της ζωής στον εξάχρονο γιο της, τον Άλεξ. Αρκετές μέρες μετά παρατήρησε πως ο Άλεξ την κοίταζε περίεργα. Τον ρώτησε γιατί, κι εκείνος απάντησε. “Μαμά, δεν κουράζεσαι φοβερά, όταν στέκεσαι με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω;” Ολότελα σαστισμένη η μάνα του ζήτησε να της εξηγήσει τι εννοούσε. “Ε, να” είπε ο μικρός, “ξέρεις… όταν ο μπαμπάς βάζει το σπόρο του μέσα”. Η μητέρα του παρέλειψε να εξωραΐσει τη διαδικασία της συνουσίας κι έτσι ο Άλεξ έφτιαξε τη δική του εικόνα.

Το τρίτο κομμάτι στο παγόβουνο αναφέρεται στις αξίες σου. Δεν είναι καθόλου απλό, όταν επικρατεί μέσα σου αβεβαιότητα για τις δικές σου αξίες, να διδάξεις σχετικά κάτι σίγουρο στο παιδί σου. Τι θα πρέπει να το διδάξεις, αφού κι εσύ δεν ξέρεις τίποτα; Και αν νιώθεις ότι δεν μπορείς να είσαι ειλικρινής για το πρόβλημά σου, τότε η κατάσταση μπορεί πολύ εύκολα να καταλήξει σε διατυπώσεις όπως «κάνε ό,τι σου λέω, όχι ό,τι κάνω» ή «δεν έχει καθόλου σημασία» ή «γιατί με ρωτάς;» ή «κρίνε μόνος σου κι απόφασε». Οποιαδήποτε απ’ αυτές τις απαντήσεις θα μπορούσε ν’ αφήσει στο παιδί μια αίσθηση αδικίας ή ψευτιάς.

Ένα άλλο αθέλητο μήνυμα που έδωσε ένας γονιός φαίνεται στην παρακάτω ιστορία. Είχα επισκεφθεί μια νεαρή γυναίκα που είχε ένα τετράχρονο κοριτσάκι. Χτύπησε το τηλέφωνο. Η νεαρή φίλη μου είπε: «Όχι, δεν μπορώ να έρθω σήμερα. Δεν αισθάνομαι καλά».

Η τετράχρονη κόρη της τη ρώτησε, με φανερό ενδιαφέρον στο προσωπάκι της: «Μαμά, είσαι άρρωστη;»

Η φίλη μου απάντησε: «Όχι, είμαι πολύ καλά».

Το κοριτσάκι προσπάθησε να τα βγάλει πέρα με τη φανερή αντίφαση: «Αλλά, μαμά, είπες στην κυρία στο τηλέφωνο ότι δεν αισθάνεσαι καλά».

Η απάντηση της μητέρας της ήταν: «Μη στεναχωριέσαι γι’ αυτό».

Μετά απ’ αυτήν την απάντηση το κοριτσάκι πήγε έξω να παίξει με τα χώματα. Την ώρα του φαγητού, η μάνα της τη φώναξε να έρθει μέσα. Το κοριτσάκι απάντησε: «Δεν μπορώ να έρθω, είμαι άρρωστη».

Η αντίδραση της μάνας ήταν να πάει έξω, προφανώς θυμωμένη, «θα σε μάθω εγώ να μη με υπακούς».

Μπήκα στη μέση, πριν η μητέρα προλάβει να τιμωρήσει το παιδί της και την πήρα απόμερα για να κουβεντιάσουμε. Της θύμησα ένα ένα με τη σειρά τα περιστατικά όπως έγιναν, δείχνοντάς της ότι το παιδί απλώς την είχε μιμηθεί. Είδε κι αυτή την αλληλουχία, που δεν είχε καθόλου αντιληφθεί. Ανατρίχιασε στη σκέψη και μόνο πως παραλίγο να αδικήσει το παιδί της τιμωρώντας το χωρίς λόγο.

Υπέδειξα στη μητέρα πως ο πιο χρήσιμος τρόπος για να τα βγάλει πέρα με την αρχική ερώτηση θα ήταν να είχε πει: «Δεν είμαι άρρωστη. Είπα αυτό το πράγμα σ’ αυτήν τη γυναίκα γιατί δεν ήθελα να είμαι μαζί της και δεν ήθελα να την πληγώσω. Μου είναι πολύ δύσκολο να λέω “όχι” στους ανθρώπους. Έτσι είπα ψέματα. Χρειάζομαι να μάθω καλύτερους τρόπους για να αντιμετωπίζω αυτές τις καταστάσεις. Ίσως μπορούμε να μάθουμε μαζί».

Η μάνα δεν ήταν κανένα τέρας και το παιδί κανένα ανυπάκουο παλιόπαιδο. Κι όμως σ’ αυτό το σενάριο το παιδί θα μπορούσε να τιμωρηθεί, γιατί έμαθε και χρησιμοποίησε το μοντέλο της μάνας. Το παιδί θ’ αποκτούσε την αναγκαία εμπειρία για να αρχίσει να μην εμπιστεύεται τη μάνα του και καμιά απ’ τις δυο δε θα ήξερε γιατί.

Όπως είπα και πριν, οι βασικές πληροφορίες, που μπαίνουν μέσα στο οικογενειακό προσχέδιο, προέρχονται από τις εμπειρίες που είχαμε στη δική μας οικογένεια, μα και στις άλλες, με τις οποίες είμαστε σε στενή επαφή. Όλα τα άτομα που φωνάζουμε με κάποιο γονικό όνομα ή που είμαστε υποχρεωμένοι να τους φερόμαστε σαν να ήταν γονείς μας, μας προμηθεύουν την πείρα την οποία χρησιμοποιούμε έτσι ή αλλιώς, όταν γινόμαστε εμείς γονείς. Ένα μέρος απ’ αυτήν μπορεί να μας βοηθήσει, άλλα ίσως ν’ υποδειχθούν ανώφελα. Όλα όμως άσκησαν την επίδρασή τους.

Όσοι από μας είμαστε αρκετά ελεύθεροι, ώστε να ερχόμαστε σ’επαφή με την Εσωτερική Σοφία μας, κατέχουμε μιαν άλλη θαυμάσια πηγή. Χρειάζεται κουράγιο για να εμπιστευτείς αυτή τη Σοφία.

Σημαίνει ότι έχουμε απελευθερωθεί από κριτική, μομφή και συμβιβασμό. Είμαστε πρόθυμοι όχι μόνο να φερθούμε με ευθύτητα αλλά και να διακινδυνεύσουμε.

Βιρτζίνια Σατίρ, Πλάθοντας ανθρώπους

Επιστήμονες κατάφεραν να «δουν» στην 4η διάσταση!

Οι επιστήμονες κατάφεραν να δουν μια τέταρτη χωρική διάσταση αξιοποιώντας αυτό που είναι γνωστό ως quantum Hall effect, μια συγκεκριμένη μέθοδο περιορισμού και μέτρησης ηλεκτρονίων.

Δύο ομάδες επιστημόνων, έδειξαν ότι μια τέταρτη χωρική διάσταση θα μπορούσε να εκτείνεται πέρα ​​από τα όρια του πάνω και κάτω, αριστερά και δεξιά, προς τα εμπρός και προς τα πίσω.

Είμαστε συνηθισμένοι να υπάρχουμε σε τρεις χωρικές διαστάσεις με μια επιπλέον διάσταση χρόνου καθώς κινούμαστε εντός του Σύμπαντος, αλλά, συνδυάζοντας δύο ειδικά σχεδιασμένες 2D δομές, δύο ξεχωριστές ομάδες ερευνητών –μία στην Ευρώπη και μία στις ΗΠΑ– κατάφεραν να δουν μια τέταρτη χωρική διάσταση αξιοποιώντας αυτό που είναι γνωστό ως κβαντικό φαινόμενο Hall ( quantum Hall effect), μια συγκεκριμένη μέθοδο περιορισμού και μέτρησης ηλεκτρονίων.
«Φυσικά, δεν διαθέτουμε ένα 4D χωρικό σύστημα, αλλά μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στην 4D φυσική του κβαντικού Hall χρησιμοποιώντας ένα λιγότερων διαστάσεων σύστημα, επειδή ένα σύστημα περισσότερων διαστάσεων κωδικοποιείται σε πολυπλοκότητα δομής».

Ένας ερευνητής στις ΗΠΑ, ο Mikael Rechtsman από το Penn State University, δήλωσε στο Gizmodo. Χάρις σε κάποιους μάλλον προηγμένους υπολογισμούς –ο οποίοι κέρδισαν το βραβείο Νόμπελ Φυσικής το 2016– γνωρίζουμε ότι το κβαντικό φαινόμενο Hall υποδεικνύει την ύπαρξη μιας τέταρτης χωρικής διάστασης.

«Ίσως μπορούμε να βρούμε νέα φυσική σε τέσσερις διαστάσεις και στη συνέχεια να σχεδιάσουμε συσκευές με τις οποίες θα εκμεταλλευθούμε την φυσική της ανώτερης αυτής διάστασης, αποκομίζοντας οφέλη για τις χαμηλότερες διαστάσεις».

Με άλλα λόγια, ακριβώς όπως ένα τρισδιάστατο αντικείμενο δημιουργεί μια δισδιάστατη σκιά, οι επιστήμονες έχουν καταφέρει να παρατηρήσουν μια τρισδιάστατη σκιά που μπορεί να δημιουργείται από ένα αντικείμενο τεσσάρων διαστάσεων – ακόμα κι αν δεν μπορούμε να δούμε αυτό το ίδιο το τετραδιάστατο αντικείμενο. Τέτοιες μελέτες θα μπορούσαν να ξεκλειδώσουν νέες ανακαλύψεις για τις ίδιες τις βασικές αρχές της επιστήμης.

Αυτό που επιτυγχάνουν τα νέα αυτά πειράματα είναι να μας δώσουν μια εικόνα των επιπτώσεων που μπορεί να έχει αυτή η τέταρτη διάσταση στην γνώση του φυσικού κόσμου.

Το πείραμα της ευρωπαϊκής ομάδας περιελάμβανε άτομα που ψύχονταν κοντά στο απόλυτο μηδέν και διατάχθηκαν σε πλέγμα 2D μέ χρήστη λέιζερ, το οποίο πλέγμα περιγράφηκε από τους ερευνητές ως «φωτονικός κρύσταλλος τύπου “αυγοθήκης”».

Με την προσθήκη επιπλέον λέιζερ, η ομάδα ήταν σε θέση να εφαρμόσει μια κβαντική “αντλία φορτίου” για να διεγείρει τα παγιδευμένα άτομα και να τα κινεί. Ελαφρές διακυμάνσεις της κίνησης οι οποίες εντοπίστηκαν από τους ερευνητές ταιριάζουν με τον τρόπο που ένα τετραδιάστατο φαινόμενο Hall θα αποκλίνει – προσθέτοντας βάρος στην πιθανότητα να προσπελαστεί μια τέταρτη χωρική διάσταση.

Το αμερικανικό πείραμα χρησιμοποίησε επίσης λέιζερ, αυτή τη φορά για να ελέγξει το φως καθώς διέρχεται από ένα μπλοκ από γυαλί. Ρυθμίζοντας το φως ώστε να προσομοιώσουν την επίδραση ενός ηλεκτρικού πεδίου στα φορτισμένα σωματίδια, μπόρεσαν και πάλι να παρατηρηθούν οι συνέπειες ενός 4D κβαντικού φαινομένου Hall.

Φυσικά, δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε δια ζώσης αυτόν τον τετραδιάστατο κόσμο – είμαστε κολλημένοι σε 3D χώρο – αλλά οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η κβαντική μηχανική θα μπορούσε κάπως να μας δώσει μια εικόνα του, επεκτείνοντας έτσι την περιορισμένη αντίληψή μας για το Σύμπαν.

Στενή προσέγγιση του New Horizons την Πρωτοχρονιά με το αντικείμενο Εσχάτη Θούλη

Μετά την επιτυχημένη στενή προσέγγιση του New Horizons  με τον Πλούτωνα στις 14 Ιουλίου 2015, το διαπλανητικό σκάφος συνεχίζει την αποστολή του στο αντικείμενο Εσχάτη Θούλη ή 2014 MU 69, ένα απομακρυσμένο αντικείμενο στη Ζώνη Kuiper. Θα πετάξει δίπλα από το μακρινό αντικείμενο Εσχάτη Θούλη την 1η Ιανουαρίου 2019. Μάλιστα η NASA σκοπεύει να προγραμματίσει το New Horizons  να κάνει ακόμα ένα άλμα μετά την Εσχάτη Θούλη (Ultima Thule). Το όνομα αυτό δόθηκε στις 13 Μαρτίου 2018 στο αντικείμενο 2014 MU 69 μετά από μια δημόσια ψηφοφορία.
 
Καλλιτεχνική απεικόνιση της Εσχάτης Θούλης (2014 MU 69 )που ίσως αποτελείται από δύο βράχους ενωμένους με διάμετρο περίπου 30 χιλιόμετρα

Το διαστημικό σκάφος Νέοι Ορίζοντες που εκτοξεύθηκε από τη Γη στις 19 Ιανουαρίου 2006 είχε στόχο την εξερεύνηση του τον Πλούτωνα, του πιο μακρινού τότε πλανήτη (και τώρα νάνου πλανήτη) του ηλιακού μας συστήματος. Και μετά από εννέα χρόνια κάνοντας 6 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα, τον Ιούλιο του 2015 είχε μια στενή προσέγγιση με τον Πλούτωνα, στέλνοντας πίσω στην Γη καταπληκτικές φωτογραφίες και πληροφορίες για τον πλανήτη και τους δορυφόρους του.
 
Τον Αύγουστο του 2015, μετά την επιτυχημένη αποστολή του το New Horizons  προγραμματίστηκε να περάσει κοντά – κάπου 4 εκατομμύρια km μακριά – από την Εσχάτη Θούλη. Μετά από τέσσερις αλλαγές στην πορεία του τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 2015, το New Horizons βρίσκονται ήδη σε πορεία προς το 2014 MU 69 . Η προσέγγιση θα πραγματοποιηθεί την 1η Ιανουαρίου 2019 με μια ταχύτητα προσέγγισης 14,36 Km /h , που θα καταστήσει το απομακρυσμένο αντικείμενο στο Ηλιακό μας Σύστημα το πιο από απόμακρο σώμα που θα επισκεφθεί ποτέ ένα διαστημικό σκάφος. 
 
Το αντικείμενο αυτό 2014 MU 69 ανακαλύφθηκε στις 26 Ιουνίου 2014, χρησιμοποιώντας το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble κατά τη διάρκεια μιας προκαταρκτικής έρευνας με σκοπό να βρεθεί ένα κατάλληλο αντικείμενο της ζώνης Kuiper που θα επισκεφτεί το New Horizons. Η ανακάλυψη απαιτούσε τη χρήση του Διαστημικού Τηλεσκοπίου Χαμπλ, επειδή οι παρατηρήσεις από το έδαφος δεν είχαν βρει ένα κατάλληλο αντικείμενο της ζώνης Kuiper, στη ζώνη που μπορούσε να προσεγγίσει το New Horizons . Με φαινόμενο μέγεθος περίπου 27, το 2014 MU 69 είναι πολύ αχνό για όλα, εκτός από τα πιο ισχυρά τηλεσκόπια. Το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble είναι επίσης ικανό για πολύ ακριβή αστρομετρία και επομένως για έναν αξιόπιστο προσδιορισμό της τροχιάς του.
 
Η τροχιακή περίοδος γύρω από τον Ήλιο είναι λίγο μεγαλύτερη από 295 χρόνια και έχει χαμηλή κλίση και χαμηλή εκκεντρότητα σε σύγκριση με άλλα αντικείμενα στη ζώνη Kuiper. Αυτές οι τροχιακές ιδιότητες σημαίνουν ότι πρόκειται για ένα ψυχρό κλασικό αντικείμενο της Ζώνης Kuiper, το οποίο είναι απίθανο να έχει υποστεί σημαντικές διαταραχές .
 
Η υπεύθυνη ομάδα του σκάφους θα προτείνει η αποστολή των New Horizons να εξερευνήσει ακόμη πιο βαθιά την ζώνη Kuiper, που είναι ένας δακτύλιος παγωμένων σωμάτων πέρα ​​από τον Ποσειδώνα και περιλαμβάνει τον Πλούτωνα, την Εσχάτη Θούλη και εκατομμύρια άλλα σώματα)
 
Το New Horizons ευτυχώς έχει αρκετή ενέργεια στην πυρηνική του μπαταρία (μια θερμοηλεκτρική γεννήτρια ραδιοϊσοτόπων ή RTG) για να διατηρήσει ζεστά τα όργανα του σκάφους και να προσφέρει την απαραίτητη ισχύ στα όργανα μέχρι τα τέλη του 2030.
 
Όμως η NASA θα πρέπει να εγκρίνει αυτή την πρόσθετη εκτεταμένη αποστολή για να συμβούν όλα αυτά. Η αρχική αποστολή του New Horizons επικεντρώθηκε στην πλεύση γύρω από τον Πλούτωνα και η συνάντηση με την Ultima Thule είναι το επίκεντρο αυτής της αποστολής μέχρι το 2021.
 
Συγχρόνως η Εσχάτη Θούλη είναι περίπου 1,6 δισεκατομμύρια χιλιόμετρα πιο μακριά από τον ήλιο από ό, τι ο Πλούτωνας. Αυτό σημαίνει ότι τα σήματα θα διαρκέσουν πολύ περισσότερο για να φτάσουν στην Γη από το New Horizons – περίπου 6 ώρες και 6 λεπτά, σε σύγκριση με 4 ώρες και 25 λεπτά κατά τη διάρκεια της πλεύσης του γύρω από τον Πλούτωνα. Αυτό κάνει πολύ πιο δύσκολη τη χαρτογράφηση των ελιγμών. 
 
Επιπλέον, το New Horizons είναι λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία τώρα και η γεννήτρια RTG δεν παράγει τόσο μεγάλη ισχύ όσο το 2015. Έτσι, η ομάδα αποστολής πρέπει να είναι πιο προσεκτική όσον αφορά τη χρήση οργάνων κατά τη διάρκεια της εκτεταμένης αποστολής.
 
Αλλά οι ανταμοιβές πρέπει να είναι σημαντικές. Το Ultima Thule είναι ένα παγωμένο, παρθένο λείψανο που απομένει από την περίοδο σχηματισμού των πλανητών του ηλιακού συστήματος – ένα είδος κάψουλας που μας περιμένει να το εξετάσουμε.
 
Αυτή η περιοχή του ηλιακού συστήματος, που βρίσκεται τόσο μακριά από τον ήλιο, διατηρεί τις αρχικές συνθήκες 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, κατά τον πλανητικό σχηματισμό. Έτσι, όταν θα πετάξει το σκάφος στην Ultima Thule, θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε πώς ήταν τα πράγματα πίσω στην αρχή.

Οι αστρονόμοι βαθμολογούν την κλίμακα των αποστάσεων στον Κόσμο

Εκμεταλλευόμενοι την παρουσία αντήχησης του φωτός, μια ομάδα αστρονόμων έχει χρησιμοποιήσει ένα τηλεσκόπιο του Ευρωπαϊκού Νότιου Παρατηρητηρίου ESO για να μετρήσει, με ακρίβεια 1%, την απόσταση ενός μεταβλητού άστρου στην κατηγορία των Κηφειδών, που αποτελεί ένα από τα πρώτα βήματα στην κοσμική κλίμακα των αποστάσεων. Το άστρο αυτό RS Pup είναι ένα από τα πλέον εντυπωσιακά ουράνια σώματα που έχουν ανακαλυφθεί. Ένα άστρο γίγαντας, ίσο με 200 γήινους Ήλιους, που φωτίζει στον «ουρανό» όπως ο Φάρος της Αλεξάνδρειας φώτιζε τη Μεσόγειο τα αρχαία χρόνια.
 
Νεφέλωμα σε μέγεθος «μικρού Γαλαξία» γύρω από το μεταβλητό άστρο RS Pup που ανήκει στην κατηγορία των Κηφειδών,  που βρίσκεται στο Νότιο αστερισμό Puppis (η πρύμνη του πλοίου).

Οι Κηφείδες είναι παλλόμενα άστρα που έχουν χρησιμοποιηθεί ως δείκτες των κοσμικών αποστάσεων εδώ και εκατό σχεδόν χρόνια. Η νέα ακριβής μέτρηση είναι σημαντική δεδομένου ότι, αντίθετα προς πολλές άλλες, είναι καθαρώς γεωμετρική και δεν στηρίζεται στις υποθέσεις για τη φυσική των ίδιων των άστρων.
 
Η ομάδα των αστρονόμων μελέτησε το RS Pup, ένα φωτεινό άστρο στην κατηγορία των Κηφειδών που βρέθηκε προς τον αστερισμό Puppis («Η Πρύμνη») και είναι εύκολα ορατό με τις διόπτρες. Το RS Pup μεταβάλει τη φωτεινότητα του σχεδόν κατά ένα παράγοντα πέντε κάθε 41,4 ημέρες. Είναι 10 φορές πιο βαρύ από τον ήλιο μας, και 200 φορές μεγαλύτερο, και κατά μέσον όρο 15.000 φορές φωτεινότερο. Το εντυπωσιακό σκηνικό συμπληρώνεται με το νεφέλωμα που το περιβάλλει, στο οποίο αναπτύσσονται κάθε είδους χρωματισμοί, αποτυπώνοντας τα είδη αερίων που το συνθέτουν.
 
Το RS Pup είναι το μόνο τέτοιο άστρο από τους Κηφείδες που ενσωματώνεται σε ένα μεγάλο νεφέλωμα, φτιαγμένο από πολύ λεπτή σκόνη που ανακλά κάποιο από το φως που εκπέμπεται από το αστέρι. Το άστρο αυτό RS Pup είναι ένα από τα πλέον εντυπωσιακά ουράνια σώματα που έχουν ανακαλυφθεί. Ένα άστρο γίγαντας που διαθέτει δέκα φορές τη μάζα του Ήλιου και είναι ίσο με 200 γήινους Ήλιους, που φωτίζει στον «ουρανό» όπως ο Φάρος της Αλεξάνδρειας φώτιζε τη Μεσόγειο τα αρχαία χρόνια.
 
Επειδή η φωτεινότητα του αστεριού αυτού αλλάζει με ένα πολύ διακριτικό τρόπο, η παρουσία του νεφελώματος επιτρέπει στους αστρονόμους να δουν την ηχώ του φωτός και να τις χρησιμοποιήσουν για να μετρήσουν την απόσταση του αστεριού.
 
«Το φως που ταξίδεψε από το αστέρι σε ένα κόκκο σκόνης και έπειτα στο τηλεσκόπιο φθάνει λίγο αργότερα από το φως που προέρχεται άμεσα από το αστέρι στο τηλεσκόπιο,» εξηγεί ο Pierre Kervella, επικεφαλής συντάκτης της ανακοίνωσης που αναφέρει το αποτέλεσμα. «Κατά συνέπεια, εάν μετρήσουμε τη φωτεινότητα απομονωμένων ‘σταγόνων’ στο νεφέλωμα, θα λάβουμε μια καμπύλη φωτεινότητας που έχει την ίδια μορφή με την μεταβολή του Κηφείδη άστρου, αλλά μετατοπισμένο στον χρόνο.»
 
Αυτή η καθυστέρηση ονομάζεται «ηχώ του φωτός», αναλογικά με την παραδοσιακότερη ηχώ, την αντανάκλαση του ήχου, παραδείγματος χάριν, από το κατώτατο σημείο ενός πηγαδιού.
 
Η αρχή της ηχούς του φωτός
Ελέγχοντας την εξέλιξη της φωτεινότητας των ‘σταγόνων’ στο νεφέλωμα, οι αστρονόμοι μπορεί να βρουν την απόστασή τους από το αστέρι: είναι απλά ο χρόνος της καθυστέρησης επί την ταχύτητα του φωτός (300.000 km/s). Ξέροντας αυτήν την απόσταση και την φαινόμενη απόσταση στον ουρανό μεταξύ του άστρου και της ‘σταγόνας’, μπορούμε να υπολογίσουμε την απόσταση του άστρου RS Pup.
 
Από τις παρατηρήσεις της ηχούς σε αρκετά νεφελοειδή χαρακτηριστικά γνωρίσματα, η απόσταση του RS Pup βρέθηκε να είναι 6500 έτη φωτός, συν ή πλην 90 έτη φωτός.
 
«Η γνώση της ακριβούς απόστασης σε ένα αστέρι στην κατηγορία των Κηφειδών με μια τέτοια ακρίβεια αποδεικνύεται κρίσιμη για τη βαθμολόγηση της σχέσης περιόδου-φωτεινότητας αυτής της κατηγορίας άστρων,» λέει ο Kervella. «Αυτή η σχέση είναι πράγματι η βάση του προσδιορισμού της απόστασης των γαλαξιών που χρησιμοποιούν Κηφείδες.»
 
Το άστρο RS Pup είναι περίπου στο ένα τέταρτο της απόστασης μεταξύ του ήλιου και του κέντρου του Γαλαξία. Το RS Pup βρίσκεται μέσα στο γαλαξιακό επίπεδο σε μια πολύ κατοικημένη από άστρα του Γαλαξία μας.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Όμηρος και ιστορία, Η «τειχιόεσσα» Τίρυνς, Μέση και Κάτω Ακρόπολη

Μια ανοικτή κλίμακα οδηγεί από την Άνω Ακρόπολη στη Μέση που βρίσκεται 2μ. παρακάτω και είναι περίκλειστη από τα τείχη της Τίρυνθας. Η χρήση της δεν είναι σαφής λόγω των περιορισμένων ανασκαφών σε αυτήν την περιοχή, αλλά τα κατάλοιπα ενός κλιβάνου για την παραγωγή κεραμικής υπονοούν, ίσως, την παρουσία εκεί εργαστηριακών χώρων.
 
Η Κάτω Ακρόπολη βρίσκεται στο βόρειο και χαμηλότερο ύψωμα του λόφου και οχυρώθηκε, κατά τον 13ο αι. π.Χ. με τείχος μέγιστου πάχους 7 μέτρων. Συνδέεται με την Άνω Ακρόπολη μέσω διαδρόμου, αλλά έχει και δυο δικές της εξωτερικές προσβάσεις - εισόδους από το τείχος. Ερευνήθηκε συστηματικά από το 1976 μέχρι το 1986 από τον K. Κίλιαν (Kilian) του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου με σύγχρονες μεθόδους, οι οποίες βοήθησαν στην καλύτερη κατανόηση όχι μόνο της ζωής, αλλά και του τέλους της ακρόπολης. Αυτό το τέλος προσδιορίστηκε κατά τη διάρκεια του 12ου αι π.Χ., δεν θεωρήθηκε, όμως, αποτέλεσμα κάποιας βίαιης εισβολής, αλλά αποδόθηκε σε έντονη σεισμική δραστηριότητα.
 
Τα περισσότερα κτίσματα οικοδομούνται στην Κάτω Ακρόπολη κατά το δεύτερο μισό του 13ου αι. π.Χ. σε άνδηρα, αλλά με ενιαίο σχέδιο. Εντοπίστηκαν συνολικά δέκα κτιριακά συγκροτήματα τα οποία αναπτύσσονται κατά μήκος των τειχών και χωρίζονται μεταξύ τους από αστέγαστους διαδρόμους, ενώ συγκλίνουν προς έναν δρόμο που διευκολύνει την επικοινωνία και οδηγεί και στην Άνω Ακρόπολη. Πρόκειται για οικίες, για εργαστηριακούς χώρους επεξεργασίας μετάλλων και πολύτιμων υλικών, αλλά και για έναν χώρο που αναγνωρίστηκε από τον ανασκαφέα ως λατρευτικός και ονομάστηκε «οικία της ιέρειας». Στον 12ο αι. π.Χ., στα ύστερα μυκηναϊκά χρόνια, οικοδομείται στον ίδιο χώρο ένα μεγαροειδές κτίριο που θεωρήθηκε επίσης ιερό, καθώς σ' αυτό βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, μεγάλου μεγέθους ανθρωπόμορφα ειδώλια που εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Ναυπλίου.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Βάτραχοι (590-604)

ΧΟ. νῦν σὸν ἔργον ἔστ᾽, ἐπειδὴ [ἀντ.]
590 τὴν στολὴν εἴληφας ἥνπερ
εἶχες, ἐξ ἀρχῆς πάλιν
ἀνανεάζειν ‹αὖ τὸ λῆμα›
καὶ βλέπειν αὖθις τὸ δεινόν,
τοῦ θεοῦ μεμνημένον
ᾧπερ εἰκάζεις σεαυτόν.
ἢν δὲ παραληρῶν ἁλῷς ἢ
595 κἀκβάλῃς τι μαλθακόν,
αὖθις αἴρεσθαί σ᾽ ἀνάγκη
᾽σται πάλιν τὰ στρώματα.
ΞΑ. οὐ κακῶς, ὦνδρες, παραινεῖτ᾽,
ἀλλὰ καὐτὸς τυγχάνω ταῦτ᾽
ἄρτι συννοούμενος.
ὅδε μὲν οὖν, ἢν χρηστὸν ᾖ τι,
ταῦτ᾽ ἀφαιρεῖσθαι πάλιν πει-
600 ράσεταί μ᾽ εὖ οἶδ᾽ ὅτι.
ἀλλ᾽ ὅμως ἐγὼ παρέξω
᾽μαυτὸν ἀνδρεῖον τὸ λῆμα
καὶ βλέποντ᾽ ὀρίγανον.
δεῖν δ᾽ ἔοικεν, ὡς ἀκούω
τῆς θύρας καὶ δὴ ψόφον.

***
590 ΧΟΡ. Τη στολή αφού πήρες που είχες,
είναι χρέος δικό σου τώρα
την ψυχή σου να γεμίσεις
με καινούριο πάλι θάρρος
κι η όψη σου ξανά ν᾽ αγριέψει·
ο Ηρακλής που παρασταίνεις
να μη φεύγει από το νου σου.
Αν αρχίσεις σαχλαμάρες
κι άναντρες να λες κουβέντες,
τότε ανάγκη το φορτιό σου
να το φορτωθείς και πάλι.
ΞΑΝ. Φίλοι, ωραίες οι συμβουλές σας,
μα κι ο ίδιος όλα τούτα
μες στο νου μου κυκλοφέρνω.
Ξέρω πως αυτός, αν τύχει
κάτι ευχάριστο, θα θέλει
600 να με ξαναγδύσει πάλι·
η καρδιά μου ωστόσο θα ᾽ναι
θάρρος κι αφοβιά γεμάτη
κι η ματιά μου… ριγανάτη.
Είναι κιόλας, φαίνεται, ώρα
γιατί κρότο ακούω στην πόρτα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΘΕΟΙ - ΠΟΣΕΙΔΩΝ, Μέλος του Δωδεκαθέου

Στην Τιτανομαχία πολέμησε στο πλευρό του Δία κραδαίνοντας ως όπλο την τρίαινα, που του την είχαν φτιάξει οι πρώτοι Κύκλωπες, όπως είχαν φτιάξει κεραυνό, βροντή και αστραπή για τον Δία, δερμάτινη περικεφαλαία για τον Πλούτωνα. Μετά τη νίκη των Ολυμπίων οι Εκατόγχειρες έσπρωξαν τους Τιτάνες στα έγκατα της γης, στα Τάρταρα και ο Ποσειδώνας έφραξε τον τόπο της φυλακής τους με χάλκινο τείχος.
 
Στη Γιγαντομαχία κυνήγησε μεσοπέλαγα στο Αιγαίο τον γίγαντα Πολυβώτη που κινήθηκε νοτιοανατολικά· και ο Ποσειδώνας έκοψε ένα κομμάτι από την Κω, το έριξε επάνω του και τον καταπλάκωσε. Αυτό το χωρισμένο από την Κω κομμάτι ονομάστηκε Νίσυρος.
 
Αν και ο Ποσειδώνας έχει τα ίδια δικαιώματα με τον Δία, όμως αναγνωρίζει τα πρωτεία του Δία, αν και κάποιες φορές δεν υποτάσσεται στη θέληση του αδελφού του. Μάλιστα, πήρε μέρος σε συνωμοσία εναντίον του μαζί με την Ήρα και την Αθηνά και ίσως και τον Απόλλωνα και έδεσαν τον Δία χειροπόδαρα. Όταν εκείνος λύθηκε, τιμώρησε τον Ποσειδώνα και τον Απόλλωνα ορίζοντάς τους να υπηρετήσουν με τη μορφή θνητών τον Λαομέδοντα· τότε τείχισε την Τροία -που ονομάζεται και Πέργαμος-, είτε μόνος του είτε μαζί με τον Απόλλωνα είτε και με τον Αιακό. Όμως ο Λαομέδοντας αρνήθηκε να τους δώσει την αμοιβή που είχαν συμφωνήσει, και ο μεν Απόλλωνας έστειλε λοιμό στην πόλη, ο δε Ποσειδώνας ένα κήτος που με την υπερχείλιση των υδάτων έβγαινε στον κάμπο και άρπαζε τους ανθρώπους, μέχρι που ο Ηρακλής τους απάλλαξε από τα δεινά τους (αν και ο Λαομέδοντας και πάλι δεν έδωσε την υπεσχημένη αμοιβή).
 
Συγκρούστηκε με τον Δία και για το ποιος θα αποκτούσε τη Θέτιδα· όμως, χρησμός της Θέμιδας ότι ο γιος που θα γεννιόταν από τη Θέτιδα και ένα θεό θα γινόταν ισχυρότερος από τον πατέρα, έκανε και τους δυο θεούς να υποχωρήσουν και να την παντρέψουν με τον θνητό Πηλέα στον οποίο ο Ποσειδώνας χάρισε δυο θαυμάσια άλογα, τον Βαλία και τον Ξάνθο.

Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ (ΜΕΡΟΣ Β')

ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΥ

Αιολείς

Μετά τη μετανάστευση των Θεσσαλών στην περιοχή της Θεσπρωτίας και την κάθοδο των Δωριέων στην Πελοπόννησο Αιολείς πρόσφυγες από τις περιοχές αυτές αναγκάστηκαν να μετακινηθούν και να εγκατασταθούν στη Λέσβο, την Τένεδο και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Σύμφωνα με την παράδοση και τις μαρτυρίες αρχαίων ιστορικών ο Πενθίλιος, γιος του Ορέστη, οδήγησε τους Αχαιούς από τη Βοιωτία και τη Θεσσαλία στην Αιολίδα, ενώ οι απόγονοί του Πενθιλίδαι βασίλευσαν στη Μυτιλήνη. Μάλιστα, ο βασιλιάς της Κύμης Αγαμέμνων είχε αυτό το όνομα για να υποδηλώσει ότι καταγόταν από το γένος του Ορέστη...

Από τα ευρήματα της Πρωτογεωμετρικής κεραμικής στη Λέσβο και σε άλλες πόλεις της Αιολίδας διαπιστώνεται ότι η εγκατάσταση πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 1050 με 900 π.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση οι άποικοι φέρονταν ως Αχαιοί, αλλά το γεγονός ότι ο Πενθίλιος τους οδήγησε από τη Βοιωτία και τη Θεσσαλία και κυρίως η ονομασία της περιοχής δείχνουν ότι οι περισσότεροι ήταν Αιολείς. Εκτός από τη Λέσβο, την Τένεδο, την Κύμη και τη Μυτιλήνη στην περιοχή της Αιολίδας περιλαμβάνονταν η Ερεσσός, η Τήμνος, η Πιτάνη, η Μύρινα και η Σμύρνη, η οποία όμως καταλήφθηκε από τους Κολοφωνίους και έγινε Ιωνική. Οι Αιολείς είχαν ως κέντρο τους το ιερό του Απόλλωνα στο Γρύνειο.

- Αιολικός Αποικισμός

Από τα τέλη του 12ου ως τα τέλη του 9ου αι π.Χ. τα Ελληνικά φύλα μετακινήθηκαν από τα άγονα και τα ορεινά της ηπειρωτικής Ελλάδας προς τις πεδινές και εύφορες εκτάσεις του Ελλαδικού κορμού, τα νησιά του Αιγαίου και τα Μικρασιατικά παράλια. Αιολείς, Ίωνες και Δωριείς διαπεραιώθηκαν στο ανατολικό Αιγαίο και εγκαταστάθηκαν σε συγκεκριμένες γεωγραφικές ενότητες, τα όρια των οποίων δεν ήταν πάντα σταθερά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Σμύρνη, που από Αιολική αποικία έγινε κάποια στιγμή -πολύ νωρίς- Ιωνική. Η Αιολική ενότητα σχηματίστηκε στη Λέσβο, την Τένεδο, τις Εκατοννήσους καθώς και στα Μικρασιατικά παράλια, από τον κόλπο της Ελαίας ως τον κόλπο της Σμύρνης. Από τον 7ο αιώνα π.Χ. προστέθηκε σε αυτή και η νότια Τρωάδα.

- Αρχαίες Πηγές

Η πρωιμότερη άμεση αναφορά στην Αιολίδα βρίσκεται στον Ησίοδο, που βεβαιώνει πως η Κύμη είναι Αιολική χωρίς όμως να δίνει καμία άλλη πληροφορία για τον ίδιο τον αποικισμό. Οι σύγχρονοι ιστορικοί αποδέχονται πως σε γενικές γραμμές η παράδοση η σχετική με τον Αιολικό αποικισμό εδραιώθηκε μόλις τον 5ο αιώνα π.Χ., με το έργο του Ελλάνικου από τη Μυτιλήνη που αφορά τους μύθους τους σχετικούς με την καταγωγή των Αιολέων της Λέσβου. Μία από τις κύριες σωζόμενες πηγές είναι το έργο του γεωγράφου Στράβωνα, σύμφωνα με τον οποίον ο Αιολικός αποικισμός ξεκίνησε τέσσερις γενιές πριν από τον ιωνικό αλλά εξελίχθηκε πολύ πιο αργά από αυτόν.

Την ετοιμασία του αποικισμού άρχισε ο Ορέστης, γιος του Αγαμέμνονα, και μετά το θάνατό του στην Αρκαδία τη συνέχισε ο γιος του Πενθίλος που έφτασε ως τη Θράκη. Ο γιος του Πενθίλου, Αρχέλαος, πέρασε στην Κυζικηνή και ο νεότερος γιος του τελευταίου, Γρας, έφθασε ως το Γρανικό ποταμό. Από εκεί πέρασε στη Λέσβο και την κατέλαβε. Η εξόρμηση των απογόνων του Ορέστη προετοιμάστηκε στην Αυλίδα της Βοιωτίας με τη συμμετοχή πολλών Βοιωτών. Εν τω μεταξύ, δύο άλλοι απόγονοι του Αγαμέμνονα, ο Κλεύης και ο Μαλαός, έδρασαν την ίδια εποχή με τον Πενθίλο και ξεκινώντας από τη Λοκρίδα έφθασαν στα Μικρασιατικά παράλια, όπου ίδρυσαν την Κύμη που καλείται και Φρικωνίς από το ομώνυμο βουνό της Λοκρίδας.

Σύμφωνα πάντα με το Στράβωνα η ηπειρωτική Αιολίδα εκτεινόταν από την Κυζικηνή ως την περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Κάικο και Έρμο. Οι Αιολικές πόλεις ανέρχονταν περίπου στις 30 με τη Λέσβο και την Κύμη να χαρακτηρίζονται ως Μητροπόλεις. Μια πολύ πιο σύντομη αναφορά στον Αιολικό αποικισμό κάνει ο Παυσανίας. Σε αυτόν συμμετείχαν Λακεδαιμόνιοι και ο εγγονός του Ορέστη, Γρας. Όσο για το γεωγραφικό προσδιορισμό της Μικρασιατικής Αιολίδας ο Παυσανίας αρκείται στη Λακωνική αναφορά ότι βρίσκεται μεταξύ Ιωνίας και Μυσίας. Στην ίδια πηγή γίνεται λόγος και για τη δίωξη των Αιολέων από τη Σμύρνη και την κατάληψή της από τους Ίωνες Κολοφωνίους.

Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, οικιστής της Αιολίδας ήταν ο ίδιος ο Ορέστης και όχι οι απόγονοί του. Ένα γένος της Τενέδου απέδιδε την καταγωγή του στον Πείσανδρο που είχε έλθει από τις Αμύκλες μαζί με τον Ορέστη. Σχετικά με τη γεωγραφική έκταση της περιοχής της Αιολίδας, η λίστα των Αιολικών πόλεων στον Ηρόδοτο αποτελεί την πρωιμότερη σωζόμενη αναφορά. Σύμφωνα με αυτή, στην ηπειρωτική Αιολίδα, δηλαδή στη Μικρά Ασία, ιδρύθηκαν 12 Αιολικές πόλεις που μειώθηκαν σε 11 μετά την κατάληψη της Σμύρνης από τους Κολοφωνίους.

Είναι οι εξής: Κύμη (η καλούμενη Φρικωνίς), Λήρισαι (ή Λάρισα), Νέον Τείχος, Τήμνος, Κίλλα, Νότιον, Αιγιρόεσσα, Πιτάνη, Αιγαίαι, Μύρινα και Γρύνεια. Με βάση αυτές τις μαρτυρούμενες πόλεις η Μικρασιατική Αιολίδα εκτεινόταν από τη Σμύρνη στο νότο, προτού αυτή γίνει ιωνική, ως την Πιτάνη στο βορρά, στην ακτή του Ελαιατικού κόλπου. Οι ανατολικότερες πόλεις ήταν η Τήμνος και οι Αιγαί ή Αιγαίαι. Σε αυτές πρέπει να προστεθεί και η Ελαία που δεν αναφέρεται στον Ηρόδοτο. Κατά την Αρχαϊκή και Κλασική περίοδο οι Μικρασιατικές Αιολικές πόλεις αποτελούσαν -μαζί με αυτές στη Λέσβο, την Τένεδο και τη μεγαλύτερη από τις Εκατοννήσους- μια ενότητα αυτόνομων πόλεων - κρατών με κοινό εθνικό, γλωσσικό και πολιτικό χαρακτήρα.

Αιολικές πάντως ήταν και οι πόλεις στην Τρώαδα, γύρω από το βουνό Ίδα. Φαίνεται όμως πως για τον Ηρόδοτο οι βορειότερες αυτές Αιολικές πόλεις, που ιδρύθηκαν αργότερα και ανήκαν στη σφαίρα της επιρροής της Μυτιλήνης, αποτελούσαν μια ξεχωριστή ομάδα. Ο διαχωρισμός αυτός οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι στην εποχή του οι δύο ομάδες Μικρασιατικών Αιολικών πόλεων ανήκαν σε ξεχωριστές Σατραπείες. Πέρα όμως από αυτό υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Αιολικές πόλεις, όπως τις απαριθμεί ο Ηρόδοτος, συνεργάζονταν στενότερα πολιτικά και στρατιωτικά μεταξύ τους σε ένα είδος συνασπισμού που μπορεί να παραλληλιστεί με το Πανιώνιον των Ιωνικών πόλεων.

- Καταγωγή των Αποικιστών

Οι αρχαίες πηγές αποδίδουν την καταγωγή των Αιολέων στα Αιολόφωνα στοιχεία από την προθεσσαλική Θεσσαλία, στους Βοιωτούς, σε αποίκους από τη Λοκρίδα καθώς και σε Πελοποννησίους. Επικεφαλής του αποικισμού που παρουσιάζεται σαν μια οργανωμένη επιχείρηση τοποθετούνται άλλοτε ο ίδιος ο Ορέστης από το Αχαϊκό γένος των Ατρειδών και άλλοτε απόγονοί του. Δυστυχώς, στις σωζόμενες τοπικές παραδόσεις της Θεσσαλίας δε μαρτυρείται ούτε ένα όνομα Θεσσαλικής πόλεως ή περιοχής, παρά μόνο ένα όνομα Αιολόφωνου φύλου, αυτό των Λαπιθών. Εκτός από τους Λαπίθες, πριν από το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής υπήρχε και ένα φύλο με το όνομα Αιολείς.


Έτσι δικαιολογείται η υιοθέτηση αυτού του ονόματος για τους Έλληνες που μιλούσαν τη διάλεκτο που επικράτησε στη Λέσβο, την Τένεδο και τα απέναντι Μικρασιατικά παράλια. Η ομοιότητα της Αιολικής διαλέκτου με αυτή που μιλούσαν στη Θεσσαλία και τη Βοιωτία αποδεικνύει περίτρανα την πιστότητα της παραδιδομένης καταγωγής των Αιολέων. Άλλωστε, ο ίδιος ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει τη συγγένεια μεταξύ των Βοιωτών και των Αιολέων της Λέσβου και της Μικράς Ασίας. Στη συγγένεια αυτή δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου για λόγους πολιτικούς, όταν οι Λέσβιοι ολιγαρχικοί επιθυμούσαν την είσοδό τους στη Λακωνική Συμμαχία με τη Βοιωτική υποστήριξη.

Εκτός από τους Θεσσαλούς και τους Βοιωτούς στον Αιολικό αποικισμό συμμετείχαν και κάτοικοι από τη Λοκρίδα που ίδρυσαν τη Λάρισα και την Κύμη στη Μικρά Ασία. Αυτό παραδίδει ο Στράβων και πιθανότατα ο Ελλάνικος. Είδαμε ότι στην παράδοση του Αιολικού αποικισμού ηγετικό ρόλο παίζει το γένος των Ατρειδών της Πελοποννήσου με τον ίδιο τον Ορέστη ή τους απογόνους του. Σε απογόνους του Αγαμέμνονα, για τη γενεαλογία όμως των οποίων δε γνωρίζουμε τίποτε, αποδίδεται και η ίδρυση της Κύμης. Φαίνεται όμως πως υπήρχαν περισσότερες από μία παραδόσεις.

Σύμφωνα με τον Αθηναίο Φερεκύδη οι Αιολικές πόλεις ιδρύθηκαν από τον Άνδροκλο, τον γιο του Αθηναίου βασιλιά Κόδρου, αφού πρωτοστάτησε στην εγκατάσταση των Ελλήνων στην Ιωνία. Οι δύο αυτές αντίθετες παραδόσεις είναι πολύ πιθανό να αντικατοπτρίζουν τη διαμάχη που υπήρχε τον 5ο αιώνα π.Χ. ανάμεσα στην Αθήνα και τη Μυτιλήνη για τη κυριαρχία των Αιολικών πόλεων στην Τρωάδα. Οι σχέσεις μεταξύ Αιολίδας και Πελοποννήσου δεν περιορίζονται μόνο στον ηγετικό ρόλο των Αχαιών και στη, σύμφωνα με τον Παυσανία, συμμετοχή των Λακεδαιμονίων στον αποικισμό της πρώτης.

Παρόλο που οι Αιολόφωνοι άποικοι επέβαλαν τελικά τη διάλεκτο, τις λατρείες και το ημερολόγιο, οι βασιλικές οικογένειες πολλών πόλεων ανήγαγαν την καταγωγή τους στους Αχαιούς και ήταν θεματοφύλακες των Αχαϊκών παραδόσεων. Από τον Αριστοτέλη γνωρίζουμε ότι το ισχυρό γένος των Πενθιλιδών, με γενάρχη το γιο του Ορέστη Πενθίλο, είχε αναλάβει τη βασιλεία στην πόλη της Μυτιλήνης κατά τους Πρώιμους Αρχαϊκούς χρόνους. Δυναστείες με το πατρωνυμικό Πενθιλίδαι μαρτυρούνται και σε άλλες πόλεις της Λέσβου. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος παραδίδει ότι ο Πενθίλος ήταν ο επώνυμος ήρωας μιας μικρής πόλης στη Λέσβο, της Πενθίλης.

Στην Κύμη τον 8ο αιώνα π.Χ. βασίλευε ένας Αγαμέμνων, που αναμφίβολα είλκε την καταγωγή του από τον ήρωα του Τρωικού πολέμου. Σύμφωνα με μία άποψη το ανθρωπωνύμιο Κλεύης, πολύ συνηθισμένο στην ηπειρωτική Αιολίδα και στη Λέσβο, και τα Αιολικά τοπωνύμια Μαλήνη, Μαλούς, Μαλία κτλ. θα μπορούσαν να συσχετιστούν με τους Κλεύη και Μαλαό, τους δύο απογόνους του Αγαμέμνονα που συμμετείχαν στον Αιολικό αποικισμό. Ακόμη και η ύπαρξη δύο πόλεων στην Αχαΐα και στη Μικρασιατική Αιολίδα με το όνομα Αιγαί δεν είναι, κατά μία άποψη, τυχαία, δεδομένου ότι και στις δύο μαρτυρείται λατρεία του Ποσειδώνα.

Τέλος, η Σαπφώ αποδίδει την ίδρυση του ναού της Ήρας στη Λέσβο στους Ατρείδες. Η μαρτυρία αυτή αποτελεί ένα βασικό επιχείρημα για τους μελετητές που θεωρούν ότι η λατρεία της Ήρας στο νησί της Λέσβου κατάγεται από το Άργος, τον τόπο με τον οποίον η θεά είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένη. Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ότι οι σχέσεις Πελοποννησίων και Αιολέων δεν περιορίζονται μόνο στην Πελοποννησιακή καταγωγή των μυθικών πρωτεργατών του Αιολικού αποικισμού.

Σε αντίθεση με την άποψη που επικρατούσε παλαιότερα, ότι δηλαδή η συμμετοχή των Αχαιών της Πελοποννήσου στον αποικισμό της Αιολίδας υπήρξε περιορισμένη, οι μελετητές σήμερα δέχονται ότι στη συγκεκριμένη περιοχή εγκαταστάθηκαν μαζί με τους Αιολόφωνους αποίκους από τη Θεσσαλία και μερικές περιοχές της Στερεάς και Αχαιοί από την Αργολίδα και τη Λακωνία.

- Χρονολόγηση του Αποικισμού

Οι χρονολογικές ενδείξεις των αρχαίων πηγών σχετικά με τον Αιολικό αποικισμό είναι πενιχρές και πολλές φορές αντιφατικές. Μια πρώτη πολύ γενική πληροφορία δίνει ο Φερεκύδης που αναφέρει απλώς ότι ο Αιολικός αποικισμός προηγήθηκε του Ιωνικού. Περισσότερο σαφής είναι ο Στράβων που τονίζει ότι η επιχείρηση προετοιμάστηκε στην Αυλίδα μετά την άφιξη των Βοιωτών στην περιοχή που έκτοτε πήρε το όνομά τους. Η άφιξη αυτή τοποθετείται από το Θουκυδίδη 60 χρόνια μετά την πτώση της Τροίας. Αυτό σημαίνει ότι η προετοιμασία του αποικισμού προηγήθηκε της καθόδου των Δωριέων, που χρονολογείται από τον ιστορικό 80 χρόνια μετά την πτώση της Τροίας.

Μία ακόμη χρονολογική ένδειξη προσφέρει ο Στράβων, σύμφωνα με την οποία ο Αιολικός αποικισμός άρχισε τέσσερις γενιές νωρίτερα από τον Ιωνικό. Σημειώνει όμως ότι εξελίχθηκε πολύ πιο αργά. Με βάση τη μαρτυρία του η εξέλιξη αυτή ολοκληρώθηκε μόλις την τέταρτη γενιά. Συμπεραίνει λοιπόν κανείς ότι η χρονική διαφορά από τον Ιωνικό αποικισμό πρέπει να είναι μικρή. Ο Ρωμαίος ιστορικός Velleius Paterculus παραδίδει ότι οι γιοι του Ορέστη εγκαταστάθηκαν στη Λέσβο 15 χρόνια μετά την εκδίωξή τους από τους Ηρακλείδες.

Επομένως ο αποικισμός της νήσου έγινε πριν από τον Ιωνικό αποικισμό που τοποθετείται γενικά 60 χρόνια μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών. Σε άλλο χωρίο της ίδιας πηγής αναφέρεται όμως ότι η ίδρυση των Αιολικών αποικιών στη Μικρά Ασία και τη Λέσβο έγινε ύστερα από αυτήν των Ιωνικών. Για μερικούς μελετητές οι δύο αυτές πληροφορίες είναι αντιφατικές και θεωρούν την πηγή αναξιόπιστη. Άλλοι αντιθέτως πιστεύουν ότι δεν υπάρχει αντίφαση και ότι ο συγγραφέας τοποθετεί μεν την αρχή του Αιολικού αποικισμού πριν από τον Ιωνικό, το δε τέλος του μετά από αυτόν.


Στον Ψευδο-Ηρόδοτο η ίδρυση των πόλεων στο νησί της Λέσβου χρονολογείται 130 χρόνια μετά τον Τρωικό πόλεμο. Είκοσι χρόνια μετά τις πόλεις της Λέσβου ιδρύθηκε η αιολική Κύμη και 18 χρόνια αργότερα ιδρύθηκε η Σμύρνη από τους Κυμαίους, την ίδια εποχή που γεννήθηκε ο Όμηρος. Με βάση τη γέννηση του Ομήρου που χρονολογείται 622 χρόνια πριν από την εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα, προκύπτουν οι ακόλουθες χρονολογίες ίδρυσης των αιολικών αποικιών: Σμύρνη 1102 π.Χ., Κύμη 1120 π.Χ., Λέσβος 1140 π.Χ., ενώ ο Τρωικός πόλεμος τοποθετείται στο 1270 π.Χ.

Ο Ψευδο-Ηρόδοτος όμως παραλείπει να συσχετίσει την ίδρυση των Αιολικών πόλεων με την κάθοδο των Ηρακλειδών και τον Ιωνικό αποικισμό δυσχεραίνοντας έτσι την αποτίμηση της μαρτυρίας του. Σύμφωνα πάντως με αυτήν, ο Αιολικός αποικισμός χρονολογείται μετά τον Τρωικό πόλεμο και ολοκληρώθηκε σε περισσότερα στάδια. Διαφορετικές χρονολογίες παραδίδει ο Ευσέβιος, πηγή του 4ου αιώνα π.Χ.: Η πτώση της Τροίας χρονολογείται στο 1182 π.Χ., η κάθοδος των Ηρακλειδών στο 1098 π.Χ., η ίδρυση της Κύμης στην Αιολίδα στο 1050 π.Χ., η ίδρυση της Μύρινας στο 1046 π.Χ. και τέλος ο ιωνικός αποικισμός χρονολογείται στο 1036 π.Χ.

Συμπεραίνουμε ότι η ίδρυση των Αιολικών πόλεων τοποθετείται περίπου μισό αιώνα μετά την κάθοδο των Ηρακλειδών και μόλις 10 χρόνια πριν από τον Ιωνικό αποικισμό. Με βάση τη φιλολογική παράδοση φαίνεται ότι ο Αιολικός αποικισμός άρχισε μετά τον Τρωικό πόλεμο, διήρκεσε μια μακρά περίοδο και ολοκληρώθηκε λίγο πριν ή πιθανότατα ταυτόχρονα με τον Ιωνικό αποικισμό. Ένας από τους πρώτους προορισμούς θα ήταν λόγω γεωγραφικής θέσης η Λέσβος και ακολούθως η Μικρασιατική ακτή. Από τους σύγχρονους μελετητές έχουν προταθεί διάφορες χρονολογήσεις του Αιολικού αποικισμού που καλύπτουν την περίοδο από τα τέλη του 12ου ως τα τέλη του 9ου αιώνα π.Χ.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο αποικισμός της Μικράς Ασίας είναι μία μόνο σελίδα στη μακρά σειρά των εθνικών μετακινήσεων που σημειώνονται κατά το διάστημα αυτό στο χώρο του Αιγαίου. Οι ελάχιστες αρχαιολογικές ενδείξεις για το χρόνο εγκατάστασης των αποίκων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα Μικρασιατικά παράλια κατοικούνταν από τους Αιολείς το αργότερο το 10ο αιώνα π.Χ. Οι ανασκαφές στην πόλη της Σμύρνης έδειξαν ότι η πρώτη Ελληνική εγκατάσταση εκεί χρονολογείται γύρω στο 1000 π.Χ. Στα πρώιμα στρώματα του οικισμού βρέθηκε η χαρακτηριστική για την περιοχή της Αιολίδας μονόχρωμη τεφρή κεραμική.

Η κεραμική αυτή μειώνεται αισθητά στα στρώματα που χρονολογούνται στον 8ο αιώνα π.Χ. Τότε τοποθετούν οι αρχαιολόγοι την κατάληψη της Σμύρνης από τους Ίωνες. Επομένως η παραδιδομένη μεταβολή της Σμύρνης από Αιολική σε Ιωνική αποικία τεκμηριώνεται και αρχαιολογικά. Αργότερα ιδρύθηκε η Λάρισα επί του Έρμου ποταμού, αφού η πρωιμότερη κεραμική που βρέθηκε κατά τις ανασκαφές χρονολογείται μόλις στον 7ο αιώνα π.Χ. Στη Λέσβο οι αρχαιότερες ανασκαφικά τεκμηριωμένες εγκαταστάσεις υπάρχουν στη Μήθυμνα, στη Μυτιλήνη και στην Άντισσα και τοποθετούνται μεταξύ του 10ου και του 9ου αιώνα π.Χ.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν σε βασικές γραμμές τη φιλολογική παράδοση του Αιολικού αποικισμού. Άρχισε νωρίς, στο διάστημα από το β΄ μισό του 11ου ως τις αρχές του 10ου  αιώνα π.Χ., και με αργή εξέλιξη ολοκληρώθηκε γύρω στο 800 π.Χ. Τον 8ο αιώνα π.Χ. η Αιολική ενότητα εθνικού και πολιτικού χαρακτήρα είχε πλέον διαμορφωθεί.

- Τα αίτια του Αποικισμού

Οι αρχαίες πηγές παρουσιάζουν τον Αιολικό αποικισμό ανεξάρτητα από τις μεγάλες μετακινήσεις των πληθυσμών στο τέλος της Μυκηναϊκής εποχής. Εξαιρείται μόνο ο ιστορικός Velleius Paterculus που τον συνδέει με την κάθοδο των Ηρακλειδών σε μια προσπάθεια πιθανότατα συστηματοποίησης όλων των παραδόσεων και συντονισμού των γεγονότων. Για τους αρχαίους συγγραφείς αιτία του Αιολικού αποικισμού ήταν ο χρησμός της Πυθίας που δόθηκε στον Ορέστη. Σύμφωνα με αυτόν, ο λοιμός που ρήμαζε την Ελλάδα και κατέστρεφε τις σοδειές μετά τον Τρωικό πόλεμο θα σταματούσε, αν απόγονοι του Αγαμέμνονα αναχωρούσαν για την Τρώαδα με σκοπό να ιδρύσουν πόλεις και να αποκαταστήσουν τη λατρεία των θεών.

Την εξεύρεση γης ως αιτία του Αιολικού αποικισμού, όπως αυτή προκύπτει από την ερμηνεία της σχετικής παράδοσης, υπαινίσσεται και ο Ηρόδοτος, όταν συγκρίνει το εύφορο έδαφος της Αιολίδας με αυτό της Ιωνίας. Ότι οι Αιολικές αποικίες δεν ήταν εμπορικοί ναύσταθμοι αλλά αγροτικές κτίσεις επαληθεύεται και από το ανέκδοτο που θέλει τους Κυμαίους να αφήνουν ανεκμετάλλευτο το λιμάνι τους και να μην αγγίζουν τα έσοδα από αυτό για 300 χρόνια από την ίδρυση της πόλης τους. Στον Αιολικό αποικισμό που άρχισε πολύ νωρίς αλλά εξελίχτηκε με αργούς ρυθμούς πήραν μέρος Αιολόφωνοι Έλληνες από τη Θεσσαλία, Βοιωτοί, κάτοικοι της Λοκρίδας και της Πελοποννήσου.

Τα Αιολόφωνα φύλα επέβαλαν τη διάλεκτο, το ημερολόγιο και τις λατρείες, αλλά την Αχαϊκή καταγωγή επικαλούνταν συχνά πολλές βασιλικές οικογένειες της περιοχής. Η περιοχή της Αιολίδας περιλάμβανε τη Λέσβο, την Τένεδο και τα απέναντι Μικρασιατικά παράλια, από τον κόλπο της Ελαίας στο βορρά ως τον κόλπο της Σμύρνης στο νότο. Εξέχουσα θέση ανάμεσα στις Αιολικές πόλεις κατείχαν η Κύμη και η Λέσβος.

Δωριείς

Εκτός από τους Ίωνες και τους Αιολείς τα Μικρασιατικά παράλια εποικίστηκαν επίσης και από Δωριείς. Σε αντίθεση όμως με τους πρώτους, οι οποίοι έφταναν στη Μικρά Ασία ως πρόσφυγες, οι δεύτεροι έδωσαν στη μετανάστευσή τους το χαρακτήρα οργανωμένης επιχείρησης. Έτσι, άποικοι από τη βορειοδυτική Πελοπόννησο αποίκισαν γύρω στα τέλη του 10ου αιώνα π.Χ. περίπου τις τρεις μεγάλες πόλεις της Ρόδου, τη Λίνδο, την Κάμειρο και την Ιαλυσό. Από τους Δωριείς της Επιδαύρου και της Τροιζήνας αποικίστηκαν αντίστοιχα η Κως και η Αλικαρνασσός.


Οι πόλεις αυτές καθώς και η Κνίδος, που θεωρείται αποικία των Δωριέων της Σπάρτης, συγκρότησαν θρησκευτική ένωση με κέντρο το ιερό του Τριοπίου Απόλλωνα στην Κνίδο. Αποίκους από τη Σπάρτη δέχτηκαν και η Μήλος, η Θήρα και οι Κρητικές πόλεις Γόρτυς και Λύκτος.

- Δωρικές Αποικίες

Οι Δωριείς μαζί με τους Ίωνες και τους Αιολείς ήταν τα τρία Ελληνικά φύλα που συμμετείχαν στον αποικισμό της δυτικής Μικρασιατικής ακτής. Η εξάπλωση των Δωριέων ως την ανατολική ηπειρωτική πλευρά του Αιγαίου ξεκίνησε από την Πελοπόννησο και με ενδιάμεσους σταθμούς στα νησιά των νότιων Κυκλάδων (Θήρα, Μήλος), της Κρήτης και των Δωδεκανήσων (Ρόδος, Κως) έφτασε στα παράλια της Καρίας, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Μικράς Ασίας. Εκεί οι Δωριείς ίδρυσαν δύο νέες Ελληνικές πόλεις, την Αλικαρνασσό (Bodrum) και την Κνίδο.

- Φιλολογικές Μαρτυρίες

Σύμφωνα με το Στράβωνα, μετά το θάνατο του Αθηναίου βασιλιά Κόδρου, η Κνίδος και η Αλικαρνασσός δεν υπήρχαν, υπήρχαν όμως η Ρόδος και η Κως.2 Η μαρτυρία τεκμηριώνεται και αρχαιολογικά αφού η Ρόδος και η Κως ήταν από τα σημαντικότερα Μυκηναϊκά κέντρα στο ανατολικό Αιγαίο. Αντίθετα, δε φαίνεται να υπήρξε μόνιμη εγκατάσταση στις δύο Μικρασιατικές θέσεις των Καρικών παραλίων που να χρονολογείται πριν από την ίδρυση των Δωρικών αποικιών. Σύμφωνα με την παράδοση, η Αλικαρνασσός ιδρύθηκε από αποίκους από την Τροιζήνα.

Ο Ηρόδοτος τους αποκαλεί Δωριείς και ο Στέφανος Βυζάντιος παραδίδει ότι ο οικιστής Άνθης οδήγησε τη φυλή των Δυμάνων, τη μία από τις τρεις Δωρικές φυλές από την Τροιζήνα στην Αλικαρνασσό. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Διόδωρος ο Σικελιώτης δε συμπεριλαμβάνει την Αλικαρνασσό στις Δωρικές κτίσεις των νότιων Κυκλάδων και της Καρίας, ενώ ο Βιτρούβιος κάνει λόγο και για συμμετοχή Αργείων στην ίδρυση της αποικίας αυτής. Τη φιλολογικά παραδεδομένη σύνδεση της Αλικαρνασσού με την Τροιζήνα υποστηρίζουν και μεταγενέστερες επιγραφικές μαρτυρίες. Η δεύτερη Δωρική κτίση στα παράλια της Καρίας, η Κνίδος, ιδρύθηκε σύμφωνα με τον Ηρόδοτο από Λακεδαιμόνιους αποίκους.

Μια διαφορετική εκδοχή με αποίκους από τα Μέγαρα παραδίδεται από το Στράβωνα. Πιο αξιόπιστη κρίνεται όμως η μαρτυρία του Ηροδότου που, γεννημένος στην Αλικαρνασσό, θα ήξερε μάλλον καλά την Κνίδο. Η σχέση Κνίδου και Σπάρτης επιβεβαιώνεται έμμεσα και από άλλες μαρτυρίες του ιδίου ιστορικού αλλά και του Διοδώρου του Σικελιώτη. Μια πρώτη έμμεση σύνδεση Κνίδου και Σπάρτης παραδίδεται στο επεισόδιο της διάσωσης των Κυρηναίων αιχμαλώτων από τους Κνιδίους και της μεταφοράς τους στη Θήρα. Οι κάτοικοι της Θήρας θεωρούσαν ότι τους ενώνουν δεσμοί συγγένειας με τους Κνιδίους, πιθανότατα λόγω της κοινής Λακεδαιμονιακής καταγωγής.

Σπαρτιατική αποικία μπορεί εμμέσως να θεωρηθεί και η Κυρήνη, με μητρόπολη τη Θήρα. Οι Κνίδιοι μεσολάβησαν και πάλι για την επιστροφή του εξόριστου από τον Τάραντα Γίλλου, αφού Κνίδιοι και Ταραντίνοι ήταν φίλοι. Σύμφωνα δε με το Διόδωρο, Κνίδιοι και Λακεδαιμόνιοι συμμετείχαν, μαζί με Αργείους και Ροδίους, στον αποικισμό της Σύμης. Γύρω στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ. η Κνίδος ήταν μια πιστή σύμμαχος της Σπάρτης. Φαίνεται λοιπόν ότι στο δίκτυο των Σπαρτιατικών αποικιών στο χώρο της Μεσογείου, που περιλαμβάνει τον Τάραντα, τη Μήλο και τη Θήρα, ανήκει και η Κνίδος.

- Χρονολογία Ίδρυσης των Αποικιών

Η χρονολόγηση του αποικισμού της Μικράς Ασίας είναι ένα ζήτημα με πολλές δυσκολίες και μεγάλη αβεβαιότητα. Σύμφωνα με την παράδοση, η εξόρμηση των Δωριέων προς τα νησιά του νότιου Αιγαίου και τη Μικρασιατική ακτή πραγματοποιήθηκε μετά την ήττα τους από τον Αθηναίο βασιλιά Κόδρο και συνεπώς ταυτόχρονα με τον Ιωνικό αποικισμό. Η παραδοσιακή χρονολόγηση του Ιωνικού αποικισμού, όπως συνάγεται από τις πηγές, τοποθετείται στον 11ο αιώνα π.Χ.

Όταν οι πρεσβευτές της Αλικαρνασσού στη Ρώμη το 27 μ.Χ. διατείνονται ότι η πόλη τους υπάρχει για 1.200 χρόνια, δηλαδή περίπου από το 1175 π.Χ., χωρίς να έχει υποφέρει ποτέ από σεισμό, το κάνουν για να εντυπωσιάσουν τη σύγκλητο, αφού η τόσο υψηλή χρονολόγηση δεν υποστηρίζεται αρχαιολογικά και είναι πολύ πιθανόν να βασίστηκε σε ένα χρονολογικό σύστημα συνδεδεμένο με τα Τρωικά. Η σύγχρονη έρευνα δεν έχει καταλήξει σε μια ομόφωνα αποδεκτή χρονολόγηση του αποικισμού του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας από τους Ίωνες, τους Αιολείς και τους Δωριείς.

Έχουν προταθεί διάφορες χρονολογίες που κυμαίνονται μεταξύ του 12ου και του 8ου αιώνα π.Χ. καλύπτοντας όλο το διάστημα της Πρώιμης εποχής του Σιδήρου. Πιο συγκεκριμένα, για την ίδρυση των Δωρικών αποικιών της Μικράς Ασίας ο J. Berard προτείνει μια χρονολόγηση στο τέλος του 12ου αιώνα π.Χ. Μια μερίδα ερευνητών χρονολογεί το Δωρικό αποικισμό στο 10ο αιώνα π.Χ., ενώ σύμφωνα με μια τρίτη άποψη, η κύρια εξόρμηση των Δωριέων προς τα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου τοποθετείται χρονικά τον 8ο αιώνα π.Χ. Στην Αλικαρνασσό λόγω της συνεχούς κατοίκησης δε διασώθηκαν οικοδομικά λείψανα από την περίοδο της πρώιμης εγκατάστασης.

Ακόμη και τα πρωιμότερα κινητά ευρήματα δεν μπορούν να χρονολογηθούν νωρίτερα από τον 8ο αιώνα π.Χ. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η εγκατάσταση δεν μπορεί να είναι παλαιότερη της εποχής αυτής. Το ίδιο ελλιπή είναι τα αρχαιολογικά δεδομένα σχετικά με τη χρονολογία ιδρύσεως της Κνίδου. Στην περίπτωση μάλιστα της δωρικής αυτής αποικίας υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις αναφορικά με τη θέση στην οποία ιδρύθηκε. Σύμφωνα με μία θεωρία η πρώτη εγκατάσταση έγινε στη νότια ακτή της χερσονήσου και παρέμεινε στη θέση αυτή ως και το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., οπότε και επανιδρύθηκε στο Tekir, στην άκρη της χερσονήσου.

Η απουσία αρχαιολογικών καταλοίπων στο Tekir πρωιμότερων του 4ου αιώνα π.Χ. αποτέλεσε το μοναδικό επιχείρημα των υποστηρικτών της άποψης αυτής. Νεότερες όμως ανασκαφικές έρευνες στη θέση αυτή έφεραν στο φως ευρήματα που χρονολογούνται από τον 7ο αιώνα π.Χ. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στις αρχαίες πηγές για μετεγκατάσταση της Κνίδου, αποτελεί το επιχείρημα αυτών που υποστηρίζουν ότι η Κνίδος ιδρύθηκε από την αρχή στο Tekir, στην άκρη της χερσονήσου. Η απουσία αρχαιολογικών καταλοίπων από την εποχή πριν από τον 7ο αιώνα π.Χ. καθιστά δύσκολη την ακριβή χρονολόγηση της πρώιμης Σπαρτιατικής εγκατάστασης στην Κνίδο.



Σύμφωνα με μία νεότερη θεωρία, η Κνίδος ιδρύθηκε μόλις τον 8ο αιώνα π.Χ. Στην εποχή αυτή (και όχι νωρίτερα) τοποθετείται η εξάπλωση των Σπαρτιατών στο Αιγαίο με βάση τις αρχαιολογικές έρευνες στη Θήρα. Συνεπώς, ο Τάρας δεν είναι η μοναδική, αλλά ίσως είναι η τελευταία αποικία από αυτές που ίδρυσε η Σπάρτη κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα π.Χ. Σε αντίθεση με την Κόρινθο που άρχισε τον αποικισμό γύρω στο 730 π.Χ., η Σπάρτη είχε ήδη ως τότε ιδρύσει όλες τις αποικίες της στο χώρο της Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης της Μικρασιατικής Κνίδου.

- Χαρακτήρας Δωρικών Αποικιών Μικράς Ασίας

Στο ερώτημα αν η εγκατάσταση των Δωριέων στις ακτές της Μικράς Ασίας έγινε με τρόπο ειρηνικό ή όχι υπάρχουν αποκλίνουσες απαντήσεις. Ανεξάρτητα όμως από το αν υπήρξε αντίσταση ή όχι από τους Κάρες, το ντόπιο πληθυσμό της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας, η ειρηνική συμβίωση εποικιστών και αυτοχθόνων στα μετέπειτα χρόνια είναι αδιαμφισβήτητη. Η επιλογή των θέσεων της Κνίδου και της Αλικαρνασσού έγινε με κριτήριο την εκμετάλλευση καλλιεργήσιμης γης, αλλά και τη διασφάλιση της προστασίας και της απομόνωσης από τη βαρβαρική ενδοχώρα. Οι Δωρικές αποικίες υπήρξαν αγροτικές εγκαταστάσεις και όχι εμπορικοί ναύσταθμοι.

Σε αντίθεση με τις Ιωνικές αποικίες, υιοθέτησαν τον οργανωμένο αστικό βίο μόλις στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ., μετά την ήττα των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Οι άποικοι μετέφεραν στις νέες πατρίδες τους τη γλωσσική τους διάλεκτο, τα ήθη και τα έθιμά τους, τη λατρευτική τους παράδοση. Κέντρο των Δωρικών κοινοτήτων της Ρόδου, της Κω και της Καρίας ήταν το ιερό του Τριοπίου Απόλλωνα στη χερσόνησο της Κνίδου, η θέση του οποίου δεν έχει εντοπιστεί με βεβαιότητα. Ο Ηρόδοτος παραδίδει την εκδίωξη της Αλικαρνασσού από τη Δωρική αυτή ένωση λόγω ασέβειας.

Τα πραγματικά όμως αίτια πρέπει να αναζητηθούν στο γεγονός ότι η γλώσσα και ο πολιτισμός της πόλης αυτής ήταν ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. αμιγώς Ιωνικά. Ο ρόλος των Ελληνικών εγκαταστάσεων της Πρώιμης εποχής του Σιδήρου στα παράλια της Μικράς Ασίας υπήρξε καταλυτικός για τις μετέπειτα εξελίξεις στο Αιγαίο. Άμεσο πάντως αποτέλεσμα της ίδρυσής τους ήταν η μεταβολή του Αιγαίου σε Ελληνική «λίμνη». Το πρώτο ρεύμα εξάπλωσης προς το Αιγαίο και τις ακτές της Μικράς Ασίας προετοίμασε το έδαφος για να τολμήσουν οι Έλληνες στον επόμενο αποικισμό των Αρχαϊκών χρόνων να ιδρύσουν αποικίες σε πολύ πιο μακρινές αποστάσεις από τη μητροπολιτική χώρα.

- Κριτική Προσέγγιση του Αποικισμού

Υπάρχει μια βασική διαφορά μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών και αυτών της Αρχαιότητας στο πώς αντιλαμβάνονται τον Ελληνικό αποικισμό. Η ιστορική έρευνα κάνει διάκριση ανάμεσα σε δύο φαινόμενα: πρώτον, τις εξορμήσεις των Ιώνων, Αιολέων και Δωριέων κατά την Πρώιμη εποχή του Σιδήρου, που οδήγησαν στον εποικισμό του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας, και δεύτερον, τη μεγάλη αποικιακή εξάπλωση που ξεκίνησε στο β΄ μισό του 8ου αιώνα π.Χ. και είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση Ελληνικών αποικιών σε όλο το χώρο της Μεσογείου.

Αντίθετα, για τους αρχαίους Έλληνες η ίδρυση των αποικιών πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας και μόνο συνεχούς διαδικασίας, κατά την οποία πρώτα εποικίστηκαν τα νησιά του Αιγαίου και οι ακτές της Μικράς Ασίας και στη συνέχεια ιδρύθηκαν οι απομακρυσμένες πόλεις στο δυτικό Μεσογειακό χώρο. Η συγχώνευση των δύο διαφορετικών Ελληνικών εξορμήσεων από τους αρχαίους συγγραφείς έχει αντίκτυπο και σε γλωσσικό επίπεδο. Στις αρχαίες πηγές χρησιμοποιείται για τις εγκαταστάσεις της Πρώιμης εποχής του Σιδήρου η ίδια ορολογία (αποικία, οικιστής, μητρόπολη) όπως για τις αποικίες των επόμενων αιώνων.

Στη σύγχρονη έρευνα πολλές φορές προτιμάται ο όρος μετανάστευση ή μετακίνηση αντί αποικισμού για το πρώτο ρεύμα εξάπλωσης των τριών Ελληνικών φύλων. Πρόκειται στην ουσία για την τελευταία φάση της εγκατάστασης των Ελλήνων στο χώρο του Αιγαίου που πραγματοποιήθηκε χωρίς οργάνωση και δεν μπορεί να συγκριθεί με τον οργανωμένο αποικισμό των αρχαϊκών χρόνων (μέσα 8ου - μέσα 6ου αιώνα π.Χ.).

ΝΕΟΤΕΡΕΣ ΘΕΩΡΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΥ

Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι οι παραδόσεις των φιλολογικών κειμένων σχετικά με τις μετακινήσεις των λαών και πληθυσμών σε όλη τη διάρκεια της Υπομυκηναϊκής και της Γεωμετρικής περιόδου αποτελούν εφευρέσεις των Αρχαϊκών και Κλασικών χρόνων. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η μετανάστευση των Αθηναίων και άλλων Ιώνων στα Μικρασιατικά παράλια αποτελούσε Αθηναϊκή πολιτική προπαγάνδα του 5ου αιώνα π.Χ. στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού πολέμου, όταν οι Αθηναίοι επιζητούσαν να συνασπίσουν σε συμμαχία κάτω από την επίβλεψή τους τα νησιά του Αιγαίου και προσπαθούσαν να ενισχύσουν την ιδέα της κοινής καταγωγής των Ιώνων με την προβολή των κοινών λατρειών και της κοινής διαλέκτου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη μαρτυρία για την Αθηναϊκή μετανάστευση στο χώρο των Μικρασιατικών παραλίων εμφανίστηκε στις πηγές αμέσως πριν και λίγο μετά τους Περσικούς πολέμους, όταν οι πόλεις της Μικράς Ασίας βρέθηκαν σε απόγνωση και αναγκάστηκαν να ζητήσουν τη βοήθεια των Αθηναίων για να αντιμετωπίσουν τον Περσικό κίνδυνο. Η παλαιότερη μαρτυρία για την κάθοδο των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο παραδίδεται από το λυρικό ποιητή Τυρταίο που έγραψε στη Σπάρτη την εποχή που η πόλη αυτή μόλις είχε τελειώσει έναν μακροχρόνιο πόλεμο για την κατάκτηση της Μεσσήνης και προετοιμαζόταν να θεσπίσει το θεσμό της διπλής βασιλείας.

Η ταύτιση αυτών των βασιλέων ως απογόνων του Ηρακλή που επέστρεφαν στην πατρίδα δικαιολογούσε και κατοχύρωνε τις επεκτατικές βλέψεις των Λακεδαιμονίων στη Μεσσηνία, προβάλλοντας τον Ηρακλή ως Θεϊκό πρόγονο των Σπαρτιατών βασιλέων.


Το Παράδειγμα του Λευκαντί

Το Λευκαντί στην Εύβοια αποτελεί μοναδικό παράδειγμα Γεωμετρικού οικισμού στον Ελλαδικό χώρο. Η ακμή του τοποθετείται στο μέσο περίπου του 10ου αιώνα π.Χ. (950 π.Χ.) και θεωρείται ως ο περισσότερο πλούσιος και αναπτυγμένος οικισμός για την εποχή του. Από τα αρχαιολογικά δεδομένα συνάγεται ότι μετά το 1000 π.Χ. οι κάτοικοι του Λευκαντί οργανώθηκαν σε μια τέτοια κοινωνία που τους επέτρεψε την κατασκευή ενός πολύ εντυπωσιακού για τα δεδομένα της εποχής αψιδωτού οικοδομήματος με διαστάσεις 45 μέτρα μήκος και 10 μέτρα πλάτος.

Η κατασκευή του διαφέρει από τις ανάλογες κατασκευές των Μηκυναϊκών ανακτόρων και εισάγει μια τελείως διαφορετική τεχνική με τοίχους κατασκευασμένους από πλίνθους οι οποίοι εδράζονται πάνω σε λίθινα θεμέλια και ένα εξωτερικό ξύλινο περιστύλιο που προϊδεάζει για τα μεταγενέστερα περίπτερα οικοδομήματα. Στο κέντρο του υπήρχε ένας υπόγειος τάφος χωρισμένος σε δύο διαμερίσματα. Στο ένα διαμέρισμα βρέθηκαν ένα πλούσια διακοσμημένο χάλκινο αγγείο που περιείχε την τέφρα ενός άνδρα, ένα σιδερένιο σπαθί και δόρυ και η ταφή μιας γυναίκας η οποία έφερε πλούσια κτερίσματα από χρυσό.

Στο άλλο διαμέρισμα βρέθηκαν οι σκελετοί 4 αλόγων που προφανώς θάφτηκαν μαζί με το ζεύγος, η ταυτότητα του οποίου είναι σχεδόν αδύνατον να διαπιστωθεί. Αυτό όμως που για την μελέτη της περιόδου έχει μεγαλύτερη σημασία είναι τα πολιτικά και κοινωνικά στοιχεία που προκύπτουν από τη μελέτη του οικοδομήματος αυτού και τα οποία φανερώνουν πως η ιεραρχική οργάνωση της τοπικής κοινωνίας ήταν τέτοια που επέτρεπε σε μια οικογένεια ή μια άλλη μικρότερη ομάδα να εκμεταλλεύεται το πλεόνασμα της παραγωγής για τέτοιου είδους κατασκευές και ταφές. Το είδος των κτερισμάτων απηχεί πολύ έντονα εμπορικές και άλλου είδους επαφές με την Ανατολή, ιδιαίτερα με την Κύπρο.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Ο χαρακτήρας των κοινωνιών τη Γεωμετρική περίοδο ήταν φυλετικός, ενώ στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. εμφανίστηκε ένας νέος τύπος πολιτικής οργάνωσης, η πόλη. Σημαντικός πολιτειακός παράγοντας υπήρξε ο βασιλικός θεσμός, ενώ οι ευγενείς διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Σε αυτά τα πρώιμα χρονικά διαστήματα πολίτευμα που κυριαρχούσε ήταν η βασιλεία. Παρουσιάζεται ένα είδος φυλετικής οργάνωσης, όπου ο βασιλιάς προΐσταται μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων. Πριν την αρχαϊκή εποχή και όσο βρισκόμαστε στην περίοδο της βασιλείας, δεν έχουμε πόλιν, αλλά άστυ, μεγάλους οικισμούς, που ήταν έδρα των θεσμών διοίκησης.

Η πόλη ως πόλις είναι δημιούργημα της πρώιμης Αρχαϊκής εποχής και σχετίζεται με την κατάργηση της βασιλείας και την άσκηση της εξουσίας από τους ευγενείς. Ήταν μία μακρά διαδικασία που ολοκληρώθηκε το α' μισό του Ζ' π.Χ. αιώνα, όταν σχεδόν σε όλο τον Ελληνικό κόσμο δεν υπήρχαν βασιλείς. Υπήρχαν κάποιες εγγενείς αρμοδιότητες στο αξίωμά τους:

  • Ήταν αρχηγοί του στρατού
  • Είχαν ιερατικά καθήκοντα, απευθυνόμενοι εξ ονόματος της κοινότητας σε υπερβατικές δυνάμεις
  • Είχαν δικαστικά καθήκοντα

Στη διοίκηση των κοινών ζητημάτων βοηθούνταν από ένα συμβούλιο ευγενών. Στα Ομηρικά Έπη ονομαζόταν γέροντες, απ’ όπου προήλθε και η γερουσία στη Σπάρτη. Ο βασιλιάς των Ομηρικών επών, των Σκοτεινών αιώνων, συνομιλεί και συναποφασίζει με τους γέροντες για τα δημόσια θέματα. Αμέσως επόμενη εξέλιξη ήταν η κατάργηση της βασιλείας από τους ευγενείς. Οι ευγενείς είχαν ήδη εμπειρία στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, οπότε στον κατάλληλο χρόνο μπόρεσαν να αμφισβητήσουν τη βασιλεία. Η ενέργειά τους ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού δύο παραγόντων: αφ’ ενός της εξασθένησης της βασιλείας και αφ’ ετέρου την ισχύ των ίδιων, αφού είχαν μεγάλη εμπειρία στη διοίκηση των κοινών και στον πόλεμο.

Η απονομή δικαιοσύνης γινόταν από το βασιλιά και το συμβούλιο με βάση το εθιμικό δίκαιο. Η αγορά αποτελούταν από τους στρατεύσιμους άνδρες, αλλά δεν ήταν επίσημα θεσμοθετημένη. Όταν έπρεπε να ληφθεί μία απόφαση για ένα κρίσιμο ζήτημα, τότε τη συγκαλούσαν οι ευγενείς. Από τα Ομηρικά Έπη, όπου βρίσκουμε αναφορά στη ραψωδία β, επιβίωσε ως την Αρχαϊκή πόλη. Η λήψη των αποφάσεων δια βοής επέζησε στην Απέλλα της Σπάρτης. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι έχουμε πρόδρομες μορφές θεσμών.

Φυλετικές Κοινωνίες

Μετά την κατάλυση των συγκεντρωτικών Μυκηναϊκών κρατών τόσο οι κοινότητες τις οποίες ίδρυσαν τα Ελληνικά φύλα που κατάκτησαν τον Ελλαδικό χώρο όσο και εκείνες που επέζησαν από τη Μυκηναϊκή εποχή είχαν φυλετική δομή. Επικεφαλής κάθε φυλετικού σχηματισμού ήταν ένας αρχηγός που εκλεγόταν από τη συνέλευση των πολεμιστών. Βαθμιαία οι φυλετικοί αρχηγοί εξελίχτηκαν σε κληρονομικούς βασιλείς, όπως υποδηλώνεται από το γεγονός ότι στο Άργος, τη Σπάρτη, τη Μεσσηνία και την Κόρινθο βασίλευσαν απόγονοι του Τήμενου, του Αριστόδημου, του Κρεσφόντη και του Αλήτη αντίστοιχα.

Φαίνεται όμως πως ακόμη και όταν το αξίωμα έγινε κληρονομικό η συνέλευση των πολεμιστών επικύρωνε τη ανάρρηση του βασιλιά, έθιμο που στη Μακεδονία επιβίωσε μέχρι και τους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Βασιλείς επίσης τιτλοφορούνταν οι αρχηγοί των ισχυρών γενών οι οποίοι αποτελούσαν το συμβούλιο του βασιλιά. Το συμβούλιο συνέβαλε στη συσπείρωση των αρχηγών αυτών οι οποίοι βαθμιαία περιόρισαν τις εξουσίες του βασιλιά. Για την εκτέλεση σοβαρών αποφάσεων συγκαλούνταν η συνέλευση των πολεμιστών, η αγορά, λέξη που δήλωνε επίσης και τον τόπο συνάθροισης.


Σκοπός των συγκεντρώσεων αυτών δεν ήταν η λήψη αποφάσεων ή η επιδίωξη έγκρισης της απόφασης που είχε ήδη ληφθεί από το βασιλιά και το συμβούλιό του, αλλά η κοινοποίησή τους και η διάγνωση των εντυπώσεων που προκαλούνταν από αυτή.

Αριστοκρατία

Ο Ελληνικός κόσμος της μεταβατικής περιόδου οφείλει τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του στην κυρίαρχη θέση της αριστοκρατίας. Μετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης των Ελληνικών εδαφών η αυστηρή διακυβέρνηση και η συνοχή που επέβαλαν στις διάφορες φυλετικές ομάδες οι βασιλείς δεν ήταν πλέον απαραίτητες. Οι ευγενείς αντλώντας δύναμη από τη έγγειο ιδιοκτησία τους και από το πλήθος των ανθρώπων που είχαν κάτω από τον άμεσο έλεγχό τους περιόρισαν σταδιακά τις εξουσίες του βασιλιά, απέκτησαν οι ίδιοι πολλές αρμοδιότητες και κυριάρχησαν μέσα σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα στο δημόσιο βίο, η πορεία του οποίου καθοριζόταν πλέον στις συνελεύσεις των μάχιμων ανδρών μόνο από τους ευγενείς.

Οι πολιτικές αυτές ανακατατάξεις εκδηλώθηκαν σχεδόν σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο κυρίως πριν από την έναρξη του δεύτερου μεγάλου αποικισμού στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ., όπως εξάλλου απηχεί και το Ομηρικό έπος. Σύμφωνα με πολλούς μελετητές η κοινωνική άνοδος των αριστοκρατικών γενών ήταν ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα της εποχής και θα πρέπει να πραγματοποιήθηκε γενικά με επαναστατικό τρόπο. Παρόλα αυτά η βασιλεία διατηρήθηκε σε αρκετές περιοχές όπως στη Λακωνία, το Άργος, την Αρκαδία, την Ήλιδα, τη Μακεδονία και αλλού.

Όμως οι πολιτικές δικαιοδοσίες της ήταν περιορισμένες, αν και στα μεταγενέστερα χρόνια κάποιοι μεμονωμένοι ηγεμόνες μπόρεσαν να υπερβούν τα καθορισμένα όρια της εξουσίας τους και να κυριαρχήσουν σχεδόν ολοκληρωτικά στον πολιτικό βίο.

Πόλις

Η πόλις υπήρξε ο χαρακτηριστικότερος και ιστορικά ο σημαντικότερος τύπος οργάνωσης του Ελληνικού κράτους. Η εμφάνιση της πόλης, που για αιώνες αποτέλεσε τη βάση του Ελληνικού πολιτισμού, τοποθετείται στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. και συμπίπτει χρονικά με την άνοδο της αριστοκρατίας και την παγίωση του οίκου ως κοινωνική μονάδα. Ο τύπος αυτός πολιτικής οργάνωσης επικράτησε σε όλες τις Ελληνικές εγκαταστάσεις της Μικράς Ασίας, στα νησιά και σε ορισμένα μόνο τμήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι πόλεις σχηματίστηκαν από τμήματα φύλων, που διασπάστηκαν κατά την περίοδο των μεταναστεύσεων ή αργότερα και αυτονομήθηκαν, και από τη συνένωση κωμών.

Η φυλετική δομή επιβίωσε και σε πολλές πόλεις, όπως η διαίρεση σε φυλές και φρατρίες, ενώ παντού μέχρι τους αρχαϊκούς χρόνους επικρατούσε το εθιμικό άγραφο δίκαιο. Οι Μακεδόνες καθώς και οι πληθυσμοί που παρέμειναν στην περιοχή της Πίνδου και της Ηπείρου διατήρησαν ακόμη και κατά τους Ιστορικούς χρόνους την παλαιά φυλετική οργάνωση με επικεφαλής τον αρχηγό που εξελίχτηκε σε κληρονομικό βασιλιά, το συμβούλιο των αρχηγών των γενών που αποκαλούνταν συνήθως συμβούλιο των γερόντων και τη συνέλευση των πολεμιστών.

Οι αρχαίοι Έλληνες ταύτισαν την έννοια της πόλης με την πολιτεία και για το λόγο αυτό κύριο στοιχείο της αποτελούσε το πολίτευμα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλης ήταν η περιορισμένη της έκταση ή χώρα στην οποία εξέτεινε τη δικαιοδοσία της. Ο κύριος οικισμός περιλάμβανε την ακρόπολη και περιβαλλόταν τις περισσότερες φορές από τείχη. Άλλο χαρακτηριστικό της πόλης ήταν η αυτονομία. Κάθε πόλη είχε τους δικούς της πολιούχους θεούς, τους δικούς της θεσμούς, τα δικά της νομίσματα και τη δική της στρατιωτική δύναμη.

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Κατά τη Γεωμετρική περίοδο συντελέστηκαν σημαντικές αλλαγές σε πολλούς τομείς της κοινωνικής, πολιτικής και θρησκευτικής ζωής καθώς και της πολιτιστικής δημιουργίας των πληθυσμών που κατοικούσαν στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο. Το όνομα Έλληνες καθιερώθηκε ως δηλωτικό μιας πληθυσμιακής ομάδας που τη συνέδεε η ίδια πανελλήνια εθνική συνείδηση.

Αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση του λαού και του πολιτισμού της Ελλάδας υπήρξε η δημιουργία του Ελληνικού αλφάβητου από το Φοινικικό και η ταχεία διάδοση του Έπους με το οποίο καλλιεργήθηκε η συνείδηση της κοινής καταγωγής όλων των Ελλήνων από τους ίδιους ηρωϊκούς προγόνους και προβλήθηκαν ως ρυθμιστικοί κανόνες της ανθρώπινης ζωής η Ομηρική θρησκεία και ηθική. Η λατρεία ορισμένων θεών έγινε πανελλήνια και διαδόθηκαν κοινές δοξασίες σχετικές με τις ιδιότητές τους, τα σύμβολά τους και τις σχέσεις μεταξύ τους.

Προς το τέλος της περιόδου οι Ολυμπιακοί Αγώνες απέκτησαν πανελλήνια ακτινοβολία, ενώ το ιερό της Ολυμπίας καθιερώθηκε ως τόπος συνάντησης των Ελληνικών πληθυσμών, όπου συνειδητοποιούσε κανείς τις ομοιότητες και τις διαφορές των φύλων. Οι Αμφικτυονίες με θρησκευτικό και πολιτικό χαρακτήρα που εκείνη την εποχή ιδρύονταν ή επεκτείνονταν συνέβαλαν ακριβώς προς την ίδια κατεύθυνση ανάπτυξης κοινών δεσμών.

Ενωτικές Τάσεις

Μολονότι ο βασικός τύπος πολιτικής οργάνωσης των Ελληνικών κοινωνιών κατά τους Γεωμετρικούς χρόνους ήταν αυτός της πόλης, καθεμιά από τις οποίες παρουσιαζόταν ως ανεξάρτητη και αυτόνομη μονάδα, είχε τον ιδιαίτερο βίο της και εργαζόταν για τη δική της υπεροχή και μεγαλείο, διαπιστώνονταν ωστόσο και ενωτικές τάσεις ή τάσεις προσέγγισης των πόλεων μεταξύ τους. Οι ευκαιρίες προσέγγισης και γνωριμίας που προσέφεραν οι κοινές θρησκευτικές εορτές, οι αγώνες, ιδιαίτερα οι Ολυμπιακοί, τα μαντεία και οι Αμφικτυονίες συντελούσαν στη δημιουργία μιας πανελλήνιας εθνικής συνείδησης.


Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο τα στοιχεία που συνθέτουν την εθνική ταυτότητα είναι η κοινή καταγωγή, η κοινή γλώσσα, η λατρεία κοινών θεών και η προσφορά κοινών θυσιών. Στην προσέγγιση των διάφορων τμημάτων των Ελληνικών φύλων μετά τη διάσπασή τους και στην καλλιέργεια ειρηνικών σχέσεων μεταξύ τους συνέβαλαν οι κοινές θρησκευτικές εορτές. Η ανάγκη επικοινωνίας και η συνειδητοποίηση πως τους συνέδεαν τα ίδια ήθη και έθιμα οδήγησε τις Ιωνικές πόλεις του ανατολικού Αιγαίου, που σχηματίστηκαν από διασπασμένες ομάδες μεταναστών, στην ίδρυση του κοινού του Πανιωνίου, ενώ η εορτή του Απόλλωνα στο Τριόπιο συνέδεσε τις δωρικές πόλεις του νοτιοανατολικού Αιγαίου.

Παράλληλα, η εορτή του Απόλλωνα στη Δήλο όπου γίνονταν γυμνικοί και μουσικοί αγώνες συγκέντρωνε όλους τους Ίωνες από την Αττική, την Εύβοια, τις Κυκλάδες και τη Μικρασιατική Ιωνία. Οι αγώνες των οποίων η φήμη επεκτάθηκε και έξω από τον τόπο στον οποίο τελούνταν συνέβαλαν επίσης προς αυτή την κατεύθυνση. Από τους τοπικούς αγώνες τα Ολύμπια νωρίτερα από τα Ίσθμια, τα Νέμεα και τα Πύθια απέκτησαν πανελλήνια ακτινοβολία. Στην ανάπτυξη συνεκτικών δεσμών συνέβαλαν και τα μαντεία που ήταν προσαρτημένα σε διάφορα ιερά κυρίως του Απόλλωνα και του Δία. Τα μαντεία των Δελφών και της Δωδώνης απέκτησαν πανελλήνιο χαρακτήρα, όπως προκύπτει από τα αναθήματα που βρέθηκαν σε αυτά αλλά και από άλλες μαρτυρίες.

Από την ανάπτυξη συνεκτικών δεσμών προήλθαν οι Αμφικτυονίες που αποτελούσαν συνένωση γειτονικών πόλεων σε κοινό ιερό για τη λήψη αποφάσεων σχετικών με την κατασκευή και συντήρηση ναών, την προσφορά θυσιών και την οργάνωση πανηγύρεων. Οι Αμφικτυονίες αυτές λειτούργησαν σε περιορισμένα γεωγραφικά πλαίσια, ενώ η Αμφικτυονία των Δελφών απέκτησε πανελλήνιο χαρακτήρα. Σύγχρονος ιστορικός παρατηρεί πως και το γεγονός ότι τα μέλη της συγκροτούνταν επίσημα όχι ως πολίτες αλλά ως μέλη φυλής αποτελεί εμφανές κριτήριο της αρχαιότητάς της, ενώ η ίδρυσή της θα πρέπει να αναχθεί πριν από την ανάπτυξη της πόλης σε πολιτική μονάδα.

Κάθε μέλος της Αμφικτυονίας είχε δικαίωμα συμμετοχής στο Αμφικτυονικό συμβούλιο με δύο εκπροσώπους που ονομάζονταν Πυλαγόρας και Ιερομνήμων, είχε δηλαδή το δικαίωμα δύο ψήφων. Η αρχή της ισοψηφίας των μελών καθιέρωνε την ισοτιμία τους έτσι ώστε η Αμφικτυονία να μην κινδυνεύει να γίνει υποχείριο των μεγάλων φυλετικών ομάδων. Τα μέλη της δεσμεύονταν με όρκο να μην καταστρέψουν καμιά από τις Αμφικτυονίδες πόλεις και με τον τρόπο αυτό η Αμφικτυονία προβαλλόταν όχι μόνο ως συνεκτικός δεσμός των φυλετικών ομάδων αλλά και ως εγγυητής της ειρηνικής τους συνύπαρξης.

Τα Ομηρικά Έπη

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται σκοτεινή από ιστορική άποψη καθώς δεν υπάρχουν άμεσες πηγές γι’ αυτή. Διαθέτουμε, ωστόσο, μία μη ιστορική πηγή, τα Ομηρικά Έπη. Είναι γενικώς αποδεκτό

α) Ότι η σύνθεση των επών σε ένα όλο, διαδικασία που συντελέστηκε πάνω στη βάση μίας μακρόχρονης προφορικής παράδοσης, έγινε τον Η' αιώνα και

β) Ότι η Ιλιάδα συντέθηκε πριν από την Οδύσσεια. Οι διάφορες χρονολογήσεις της δημιουργίας των επών ποικίλλουν. Σύμφωνα με τις πιθανότερες, η Ιλιάδα συντέθηκε στα μέσα του Η' αιώνα και η Οδύσσεια το β' μισό του Η' αιώνα.

Η τοποθέτηση της Οδύσσειας σε χρονικό σημείο επόμενο της δημιουργίας της Ιλιάδας, στηρίζεται στην υπόθεση ότι στην Οδύσσεια έχουν ενσωματωθεί εμπειρίες της προαποικιακής δραστηριότητας που προηγήθηκε του Β' Ελληνικού αποικισμού. Ο μεγάλος προβληματισμός αφορά την Ιλιάδα. Πρέπει να λάβουμε, πάντως, υπόψη, πως το ότι η δράση της Ιλιάδας διαρκεί 51 μέρες του ενάτου έτους του Τρωικού πολέμου προϋποθέτει τα γενικότερα ιστορικά συμφραζόμενα του πολέμου. Το ζήτημα είναι αν η Ιλιάδα αποδίδει ένα ιστορικό γεγονός, εάν ο Τρωικός πόλεμος ήταν ένα ιστορικό γεγονός. Για παράδειγμα, ο Νηών κατάλογος της (Β) περιγράφει την πολιτική γεωγραφία της Μυκηναϊκής εποχής ή εκείνη του Η' αιώνα;

Το ερώτημα αυτό μεταφράζεται στο εξής: η Ιλιάδα συντέθηκε κατά την Μυκηναϊκή εποχή ή την περίοδο μετά την καταστροφή των Μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων, οπότε περιγράφει την κατάσταση των μεταμυκηναϊκών πραγμάτων, διατηρώντας κάποιες αναμνήσεις των γεγονότων της προηγούμενης εποχής; Υπάρχουν υποστηρικτές και των δύο απόψεων. Επίσης, δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα αν οι καταστροφές της Τροίας VI (1350 π.Χ.) ή της Τροίας VIIα (1180 π.Χ.) σχετίζονται με κάποια επίθεση των Μυκηναίων. Για να διερευνήσουμε το ζήτημα της ιστορικότητας της Ιλιάδας πρέπει να λάβουμε υπόψη τις πληροφορίες που διαθέτουμε από την αρχαία Ελληνική παράδοση.

Η άλωση της Τροίας χρονολογείται σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, τον ιστορικό του Β' μ.Χ. αιώνα, ο οποίος στα ''Χρονικά'' του περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα από την άλωση της Τροίας μέχρι το 119 π.Χ., το 1184 / 3 π.Χ. και σύμφωνα με το Πάριο χρονικό το 1209 / 8 π.Χ. (Το Πάριο χρονικό είναι ένας χρονολογικός πίνακας προσώπων και γεγονότων, από τη βασιλεία του μυθικού Κέκροπα 1581 π.Χ. έως το έτος 264 / 3 π.Χ., όταν επώνυμος άρχοντας στην Αθήνα ήταν ο Διόγνητος). Οι αρχαίοι Έλληνες αναφέρονταν στον Τρωικό πόλεμο ως αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, όπως κάνει π.χ στην Αρχαιολογία του ο Θουκυδίδης. Η Οδύσσεια, περιγράφοντας καταστάσεις μεταγενέστερες της Ιλιάδας, αποδίδει καλύτερα το μεταμυκηναϊκό χρονικό διάστημα.

Τα Ομηρικά Έπη έθεσαν τις βάσεις για τη συνειδητοποίηση της κοινής ταυτότητας των Ελλήνων, αφού όλες οι φυλές αδιάκριτα γνώρισαν τον Όμηρο και αποδέχτηκαν τις ιδέες του. Η παρατήρηση του Ηροδότου ότι ο Ησίοδος και ο Όμηρος διέπλασαν το θρησκευτικό κόσμο των Ελλήνων είναι απόλυτα ακριβής. Πολλοί ερευνητές παραλληλίζουν την αριστοκρατικά οργανωμένη κοινωνία των Θεών του ποιητή με τη σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα της εποχής του. Παράλληλα, τα Ομηρικά ποιήματα άμβλυναν τις διαφορές των αναρίθμητων τοπικών Θεοτήτων του Ελληνισμού, ενώ οι Ομηρικοί Θεοί απέκτησαν αντικειμενική υπόσταση και το Ομηρικό Δωδεκάθεο βρήκε πανελλήνια αναγνώριση.

Με τη σύνθεση μιας μυθικής παράδοσης που αγκάλιαζε όλα τα φύλα ενισχύθηκε η ιδέα της κοινής ταυτότητας. Σε μια εποχή κατά την οποία η πόλη άρχισε να επιβάλλεται ως σύμβολο της πολιτειακής ζωής των Ελλήνων, τα Ομηρικά Έπη διατηρούσαν την ανάμνηση των μυθικών χρόνων όπου ήρωες από όλα τα Ελληνικά φύλα συμμετείχαν σε μια κοινή εκστρατεία. Με τον τρόπο αυτό τα Ομηρικά Έπη δεν υπήρξαν μόνο το σημαντικότερο λογοτεχνικό έργο της αρχαίας γραμματείας αλλά αποτέλεσαν επιπλέον τον πιο αποφασιστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση κοινής συνείδησης και για την παγίωση κοινών θρησκευτικών πεποιθήσεων.


ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ

Κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. άρχισε η εξάπλωση των Ελλήνων έξω από τα στενά όρια των δικών τους γεωγραφικών πλαισίων, η οποία οργανώθηκε και επιτελέστηκε χάρη στην ανεξάρτητη πρωτοβουλία διάφορων Ελληνικών πόλεων με σκοπό την αντιμετώπιση της οικονομικής καθίζησης που υπέστη ένα μεγάλο ποσοστό του ελεύθερου πληθυσμού τους. Σε διάστημα δύο αιώνων οι Έλληνες κατόρθωσαν να εγκατασταθούν σε περιοχές που ήταν διασπαρμένες σε ολόκληρη σχεδόν την έκταση της Μεσογείου και ίδρυσαν αυτοδύναμες πολιτείες.

Η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού στο Ελληνικό ηπειρωτικό έδαφος και η αδυναμία βελτίωσης της γεωργικής παραγωγής κατά το τέλος της μεταβατικής περιόδου αποτέλεσαν, σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές, δύο από τους σημαντικότερους παράγοντες που οδήγησαν στο δεύτερο μεγάλο Ελληνικό αποικισμό. Δεύτερος Ελληνικός αποικισμός ονομάστηκε η οργανωμένη αποικιακή εξάπλωση των αρχαίων Ελλήνων στον χώρο της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου, κατά την περίοδο του 8ου, του 7ου και του 6ου αιώνα π.Χ.

Ο αποικισμός αυτός διέφερε από τον πρώτο αποικισμό γιατί αποτέλεσε οργανωμένη επιχείρηση από την μητρόπολη σε αντίθεση με την απλή μετακίνηση φυλών που συντελέστηκε κατά τον πρώτο αποικισμό. Πολλές αποικίες που ιδρύθηκαν αυτή την περίοδο εξελίχθηκαν σε πόλεις ισχυρές και έγιναν ανεξάρτητες από την μητρόπολη.

Τα Αίτια του Αποικισμού

Τα αίτια του δεύτερου αποικισμού είχαν να κάνουν με την δημογραφική έκρηξη αυτής της περιόδου, την ανάπτυξη του εμπορίου, την ανάγκη για εξασφάλιση περισσότερων πρώτων υλών αλλά και με πολιτικά γεγονότα της περιόδου που οδήγησαν ομάδες πληθυσμού στην εξορία. Η αύξηση του πληθυσμού δημιούργησε στενότητα χώρου και περιορισμό των καλλιεργήσιμων εκτάσεων που αναλογούσαν σε κάθε πολίτη κάτι που ενίσχυσε την ανάγκη για εγκατάσταση μέρους του πληθυσμού σε άλλη περιοχή. Η περιοχή εγκατάστασης που διέθετε ανεκμετάλλευτους πόρους θα μπορούσε επίσης να προμηθεύει την μητρόπολη με μέρος των αγαθών που θα παρήγαγε.

Η ανάπτυξη του εμπορίου ήταν από τα σημαντικότερα κίνητρα ίδρυσης αποικιών. Οι αποικίες αυτές θα δημιουργούσαν νέες αγορές, θα προμήθευαν την Μητρόπολη με σημαντικές πρώτες ύλες και θα αποτελούσαν σημαντικούς ενδιάμεσους σταθμούς στα μακρινά εμπορικά ταξίδια της εποχής. Τέλος η ταραγμένη πολιτική κατάσταση σε πολλές πόλεις με την εγκαθίδρυση Τυραννικών πολιτευμάτων οδηγούσε τους πολιτικούς αντιπάλους στην εξορία και στην αναζήτηση νέου τόπου εγκατάστασης.

Χαρακτηριστικά του Αποικισμού

Η ίδρυση των αποικιών ήταν αποτέλεσμα οργανωμένης επιχείρησης. Η αποστολή οργανωνόταν από τη Μητρόπολη, ενώ σε πολλές περιπτώσεις συνεργάζονταν περισσότερες πόλεις. Η θέση της αποικίας επιλεγόταν προσεκτικά με στόχο να προσφέρει εμπορικά πλεονεκτήματα αλλά και ασφάλεια απέναντι σε επιδρομείς. Για να δημιουργηθεί ένα αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης σχετικά με τη θέση της νέας αποικίας απέδιδαν την επιλογή της θέσης σε χρησμό του Μαντείου των Δελφών. Η αποστολή διέθετε πάντα έναν αρχηγό που ονομαζόταν οικιστής. Στις νέες πόλεις οι άποικοι μοιράζονταν τη γη, συνήθως με κλήρωση. Το σύστημα εξουσίας που διαμορφωνόταν θύμιζε συνήθως αυτό που ίσχυε στη μητρόπολη.

Χρονικό

Πρώτοι ιδρυτές αποικιών ήταν οι Ευβοείς που ίδρυσαν αποικίες κατά τις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. στην Κάτω Ιταλία και στην Χαλκιδική. Τα δύο ισχυρά κράτη τις Εύβοιας, η Χαλκίδα και η Ερέτρια ίδρυσαν πολυάριθμες αποικίες στην Χαλκιδική με σημαντικότερη την Όλυνθο και ήταν οι πρώτοι που αποίκησαν την Κάτω Ιταλία. Πρώτη αποικία που ίδρυσαν εκεί ήταν οι Πιθηκούσσες στο νησί Ίσκια. Στην συνέχεια ίδρυσαν τις αποικίες Κύμη, Ζάγκλη, Ρήγιο και Νάξο. Στα τέλη του 8ου αιώνα η Εύβοια πέφτει σε παρακμή με το ξέσπασμα του Ληλάντιου πολέμου και την σκυτάλη της ίδρυση αποικιών την πήραν άλλες Ελληνικές πόλεις.

Κατά τον 7ο αιώνα ιδρύονται πολυάριθμες αποικίες στο Ιόνιο, στην Κάτω Ιταλία, στην Θράκη και στην Μαύρη Θάλασσα. Ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν ακόμα και στις Μεσογειακές ακτές της Γαλλίας, στην Κυρρηναϊκή χερσόνησο στην Αφρική αλλά και στην Αίγυπτο. Στην αποικιακή εξάπλωση αυτή πρωτοστάτησαν πόλεις όπως η Κόρινθος, η Μίλητος, τα Μέγαρα και η Φώκαια.

Αποικίες στην Μακεδονία και στην Θράκη

Στην Βόρεια Ελλάδα ιδρύθηκαν πολλές αποικίες κυρίως στην περιοχή της Χαλκιδικής αλλά και στην περιοχή της Θράκης. Η Χαλκιδική αποικίστηκε από Ευβοείς, κυρίως από την Χαλκίδα. Στις αποικίες αυτές όφειλε το όνομά της. Σημαντικότερες αποικίες των Ευβοέων στην Χαλκιδική ήταν η Όλυνθος (στον αποικισμό της συμμετείχαν και Αθηναίοι), η Τορώνη, η Μένδη, η Σερμύλη, ή Άφυτις και οι Κλεώνες στην χερσόνησο του Άθου. Άλλες σημαντικές αποικίες στην Χαλκιδική ήταν η Άκανθος , αποικία που ίδρυσαν άποικοι από την Άνδρο και η Ποτίδαια, αποικία της Κορίνθου.

Στην περιοχή της Θράκης οι περισσότερες αποικίες ιδρύθηκαν από Ίωνες από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Σημαντικότερες αποικίες ήταν η Μαρώνεια και τα Άβδηρα . Οι Μιλήσιοι ίδρυσαν επίσης στα στενά του Ελλήσποντου τις πόλεις Άβυδος και Καρδία και στην Προποντίδα την Ραιδεστό. Οι Σάμιοι αποίκισαν το νησί της Σαμοθράκης, γεγονός στο οποίο οφείλει το όνομά της. Τέλος οι Πάριοι αποίκησαν την Θάσο με αρχηγό οικιστή τον πατέρα του ποιητή Αρχίλοχου.


Αποικίες στο Ιόνιο και στην Ιλλυρία

Η περιοχή του Ιονίου και της Ιλλυρίας αποικίστηκε αποκλειστικά σχεδόν από Κορινθίους. Οι Κορίνθιοι ίδρυσαν σημαντικές αποικίες κατά μήκος του θαλάσσιου δρόμου προς την Κάτω Ιταλία και την δύση με τις οποίες πέτυχαν να γίνουν κυρίαρχοι στο εμπόριο της δυτικής πλευράς της Μεσογείου. Σημαντικότερες αποικίες των Κορινθίων ήταν η Λευκάδα, ο Αστακός, το Ανακτόριο, το Άκτιο, η Αμβρακία, και η Κέρκυρα. Οι Κορίνθιοι ίδρυσαν ακόμα δύο σημαντικές αποικίες στην Ιλλυρία που εξελίχθηκαν σε σημαντικές πόλεις, την Απολλωνία και την Επίδαμνο.

Αποικίες στην Κάτω Ιταλία

Οι πρώτοι που αποίκησαν την Κάτω Ιταλία ήταν οι Ευβοείς, οι οποίοι με εκκίνηση τις Πιθηκούσσες (στο νησί Ίσχια) ίδρυσαν μια σειρά από πόλεις στην περιοχή. Δεύτερη πόλη που ίδρυσαν ήταν η Κύμη, σχεδόν απέναντι από την Ίσχια. Άποικοι από την Κύμη ίδρυσαν στην Σικελία την Ζάγκλη και στην απέναντι ακτή το Ρήγιο. Οι Ευβοείς ίδρυσαν ακόμα την πόλη Νάξο η οποία έγινε η βάση για την ίδρυση των πόλεων Λεοντίνοι, Ταυρομένιο και Κατάνη. Η ισχυρότερη αποικία της Σικέλίας ήταν οι Συρακούσες, αποικία των Κορινθίων τον 8ο αιώνα π.Χ. Την ίδια περίοδο περίπου άποικοι από την περιοχή της Αχαΐας ίδρυσαν τις πόλεις Σύβαρη και Κρότωνα στον κόλπο του Τάραντα αλλά και το Μεταπόντιο στην ίδια περιοχή.

Στην ίδια περιοχή φυγάδες από την Σπάρτη ίδρυσαν τον Τάραντα που εξελίχθηκε σε μία από τις ισχυρότερες πόλεις της περιοχής. Άλλα Ελληνικά κράτη που ίδρυσαν αποικίες στην Κάτω Ιταλία ήταν τα Μέγαρα που ίδρυσαν τα Μέγαρα Υβλαία και τον Σελινούντα, η Φώκαια ίδρυσε την Ελέα, οι Ρόδιοι που ίδρυσαν την Γέλα μαζί με Κρήτες και τη Μελιγουνίδα (Λιπάρα) μαζί με Κνιδίους, καθώς και οι Λοκροί που ίδρυσαν τους Επιζεφύριους Λοκρούς στην Σικελία. Πολλές αποικίες της περιοχής έγιναν με την σειρά τους Μητροπόλεις για νέες αποικίες όπως οι Συρακούσσες που ίδρυσαν την πόλη Καμάρινα στα νότια της Σικελίας ή η Ζάγκλη που πρωτοστάτησε στην ίδρυση της αποικίας Ιμέρα.

Επίσης η Νάξος όπως είδαμε παραπάνω συμμετείχε στην ίδρυση πολλών αποικιών ενώ η πόλη Σύβαρη ίδρυσε την αποικία Ποσειδωνία στα βόρειά της. Η πόλη Γέλα που ήταν αποικία Ροδίων και Κρητικών ίδρυσε την πόλη του Ακράγαντα.

Αποικίες στον Εύξεινο Πόντο και στην Προποντίδα

Στον αποικισμό του Εύξεινου Πόντου πρωτοστάτησαν οι Μεγαρείς και κάποιες Ιωνικές πόλεις όπως η Μίλητος, η Φώκαια και η Τέως. Οι περισσότερες αποικίες στην περιοχή του Πόντου και της Προποντίδας ιδρύθηκαν τον 7ο αιώνα π.Χ. Στην περιοχή της Προποντίδας οι Μεγαρείς ίδρυσαν τις πόλεις Αστακό, Χαλκηδόνα και Βυζάντιο σε ιδιαίτερα προνομιακές θέσεις. Η Μίλητος ίδρυσε την Κύζικο και οι Φωκαείς την Λάμψακο. Στην περιοχή του Εύξεινου πόντου στις δυτικές ακτές οι Μεγαρείς ίδρυσαν τις πόλεις Σηλυμβρία και πολύ αργότερα την Μεσημβρία. Λίγο βορειότερα στην περιοχή της σημερινής Ρουμανίας οι Μιλήσιοι ίδρυσαν τις πόλεις Ίστρια και Οργάμη.

Μία ακόμα πόλη που ίδρυσε η Μίλητος στην δυτική ακτή του Εϋξεινου Πόντου ήταν η Απολλωνία. Στα νότια του Εϋξεινου πόντου σημαντικότερη αποικία ήταν η Σινώπη που σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη ήταν αποικία της Μιλήτου. Η ακριβής χρονολογία ίδρυσής της δεν είναι σήμερα γνωστή αλλά φαίνεται πως ιδρύθηκε κατά στα μέσα περίπου του 7ου αιώνα π.Χ. Η Σινώπη με την σειρά της ίδρυσε στην περιοχή του Πόντου τις πόλεις Τραπεζούντα, Κερασούντα, Κύτωρο, Κοτύωρα, Κρώμνα, Πτέριον, Τίειον κ.α. Σημαντική πόλη που ιδρύθηκε στην νότια ακτή του Εύξεινου Πόντου ήταν επίσης η Μεγαρική αποικία Ηράκλεια που ιδρύθηκε στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.

Στην βόρεια ακτή του Εύξεινου Πόντου κυριάρχησε η Μίλητος. Οι αποικίες της Μιλήτου σ' αυτή την περιοχή του Εύξεινου Πόντου ήταν η Ολβία και το Παντικάπαιο (σημερινό Κερτς). Κατά την διάρκεια του 6ου αιώνα π.Χ. οι Μιλήσιοι ίδρυσαν στην περιοχή της σημερινής Ουκρανίας την Οδησσό. Βορειότερα από τις εκβολές του Δούναβη οι Έλληνες αποίκησαν ένα νησάκι, το σημερινό Μπερεζάν (πιθανόν τότε να ήταν χερσόνησος). Αυτό βρίσκεται στις εκβολές των ποταμών Μπουγκ (για τους αρχαίους Έλληνες, ποταμός Ύπανις) και Δνείπερου (οι αρχαίοι τον ονόμαζαν Βαρυσθένη). Η νησίδα ή χερσόνησος ονομαζόταν από τους αρχαίους Βαρυσθενίδα. Απέναντι από αυτήν, βρισκόταν ήδη ή οικοδομήθηκε αργότερα η Ολβία.

Δίπλα στην Ολβία οικοδομήθηκε άλλη μία Ελληνική αποικία - αυτή είχε ως Μητρόπολη την Ιστρία. Στη χερσόνησησο της Κριμαίας (οι Ελληνες τότε την ονόμαζαν Ταυρική Χερσόνησο ή Χερσόνησο των Ταύρων) ιδρύθηκαν επίσης οι πόλεις Συμφερόπολη (κοντά στο σημερινό Ζολοτόι), Νυμφαίον και Ερμώνασσα (κοντά στο σημερινό Κεκουβάτσκ). Στην Αζοφική Θάλασσα (Μαιώτιδα Λίμνη για τους αρχαίους) ιδρύθηκε η Ταναϊδα (στο Ροστόφ), η Τυριτάκη, το Μυρμήκιον, η Κερκίνη και η Φαναγορεία - η τελευταία ήταν αποικία Τηίων.

Στα ανατολικά παράλια που ανήκαν στην αρχαία Κολχίδα και τα οποία σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος τους ανήκουν κυρίως στη Γεωργία και στην αυτόνομη περιοχή της Αμπχαζίας,Έλληνες ίδρυσαν την πόλη Φάσι και τη Διουσκουριάδα. Η τελευταία ονομάστηκε Σεβαστούπολη από τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς και εκεί βρίσκεται σήμερα το Σουχούμι) - τα ερείπια των Αρχαίων και Βυζαντινών κτισμάτων βρίσκονται κυρίως κάτω από το νερό πλέον.

Αποικίες στην Υπόλοιπη Μεσόγειο

Οι Ελληνικές αποικίες εξαπλώθηκαν μέχρι την Ισπανία και την βόρεια Αφρική. Στην Βόρεια Αφρική, στην χερσόνησο της Κυρηναϊκής άποικοι από την Θήρα, ίδρυσαν την Κυρήνη, που εξελίχθηκε σε πολύ ισχυρή πόλη της περιοχής. Άλλες αποικίες στην Κυρηναϊκή που αποτέλεσαν αργότερα μαζί με την Κυρήνη την Κυρηναϊκή Πεντάπολη ήταν η Βάρκη, οι Ευεσπερίδες (στην θέση της σημερινής Βεγγάζης), η Ταύχειρα και η Απολλωνία. Στην βόρεια πλευρά της Μεσογείου οι Φωκαείς, ίδρυσαν στις ακτές της Γαλλίας την Μασσαλία. Η Μασσαλία με την σειρά της έγινε βάση για την ίδρυση ακόμα πιο απομακρυσμένων αποικιών στην περιοχή της Ισπανίας.

Η Φώκαια ίδρυσε επίσης στην Κορσική την πόλη Αλαλία και στην Σαρδηνία την Ολβία. Οι Φωκαείς έφτασαν μέχρι τις ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ένας τοπικός βασιλιάς προσκάλεσε τους Φωκαείς να ιδρύσουν μία αποικία στην περιοχή και τους παρείχε χρηματική βοήθεια για την οχύρωση της πόλης. Οι Φωκαείς στην περιοχή αυτή ίδρυσαν το Εμπόριο και αργότερα το ακόμα πιο απομακρυσμένο Ημεροσκοπείον. Κατά τα μέσα του 7ου αιώνα ιδρύθηκε και η μοναδική Ελληνική αποικία στην Αίγυπτο, ή Ναύκρατη.

Ο Φαραώ Ψαμμήτιχος Α' της Αιγύπτου παραχώρησε σε Μιλήσιους εμπόρους μία έκταση στις όχθες του Νείλου για να ιδρύσουν έναν εμπορικό σταθμό ο οποίος εξελίχθηκε σε ακμάζουσα πόλη μέχρι την Περσική εισβολή στην Αίγυπτο το 525 π.Χ.


ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Ο πολιτισμός της Γεωμετρικής περιόδου φέρει έκδηλα τα ίδια γενικά χαρακτηριστικά με άλλες εκφάνσεις της εποχής, όπως την κοινωνία και την οικονομία, με τις οποίες είναι άλλωστε αλληλένδετος. Στο ξεκίνημά του έφερε έντονα τα σημάδια της Μυκηναϊκής παράδοσης, ενώ η ακόλουθη περίοδος των Σκοτεινών Χρόνων άφησε ελάχιστα ορατά κατάλοιπα, για να μπορούμε να μιλήσουμε και για αυτή με κάποια βεβαιότητα. Στους Γεωμετρικούς χρόνους οι τέχνες γνώρισαν μία σχετική άνθιση, ιδιαίτερα η κεραμική, στην οποία οι νεωτερισμοί είναι περισσότεροι και ευδιάγνωστοι.

H λογοτεχνία της εποχής υπήρξε κυρίως προφορική, αλλά το έπος αποκρυσταλλώθηκε προς τα τέλη της περιόδου χάρις στην επανάκτηση της γραφής. Στη θρησκεία συνταιριάστηκε η Μυκηναϊκή παρακαταθήκη με νέα στοιχεία, τα οποία οφείλονταν τόσο στην έλευση νέων φύλων όσο και στην επαφή με την Ανατολή.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Η σύνθεση και η μετάδοση ποιημάτων στο χρόνο δεν προϋποθέτει τη γνώση της γραφής. Στα Ομηρικά ποιήματα τυπικές και επαναλαμβανόμενες λεκτικές φόρμουλες και μετρικές παραδοχές φανερώνουν ότι πρόκειται για το τελικό προϊόν μίας μακράς προφορικής επεξεργασίας. Οι γλωσσικές και μετρικές ιδιαιτερότητες ανάγονται στη Μυκηναϊκή παράδοση και ίσως ακόμα παλαιότερα. Η παράδοση αυτή φαίνεται πως ήταν εντονότερη στη Θεσσαλία, τη Λέσβο και την απέναντι Αιολική ακτή, πριν υιοθετηθεί από τους Ίωνες της Μικράς Ασίας και επιστρέψει στην κυρίως Ελλάδα μέσω της Εύβοιας ή της Αττικής.

Οι δακτυλικοί εξάμετροι στίχοι -στους οποίους έχουν συντεθεί τα Ομηρικά Έπη- αποτελούνται σε μεγάλο μέρος από λογότυπους που μπορεί να διατηρήθηκαν προφορικά ίσως και για μία χιλιετία, πριν καταλήξουν στην οριστική τους μορφή. Με τον όρο "λογότυπος" εννοούμε μία τυποποιημένη φράση. Η απλούστερη και συνηθέστερη μορφή του είναι η σύνταξη του ίδιου ουσιαστικού με ένα ή δύο μόνο συγκεκριμένα επίθετα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο λογότυπος "ροδοδάχτυλη και πουρνογέννητη αυγή". Η χρήση των λογοτύπων επιτρέπει όχι ακριβώς την απομνημόνευση ενός ποιήματος, αλλά την εκ νέου κάθε φορά σύνθεσή του. Στα ομηρικά ποιήματα η γλώσσα είναι μείξη Αιολικών και Ιωνικών στοιχείων.

Ορισμένοι λεκτικοί τύποι φαίνεται να απηχούν μία αρχαιότερη γλωσσική παράδοση από εκείνη της εποχής που τοποθετείται θεωρητικά η καταγραφή τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τον υλικό κόσμο που περιγράφουν. Τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια αναφέρονται αντικείμενα και έθιμα που σίγουρα δεν υφίσταντο πια την εποχή που εμφανίστηκε η γραφή στην Ελλάδα, όπως τα μεγάλα ασημοστόλιστα ξίφη και τα κράνη από δόντια αγριόχοιρου. Στη σύγχρονη έρευνα επικρατεί η άποψη ότι ορισμένοι από τους ήρωες αυτών των επών -όπως ο Οδυσσέας, ο Τεύκρος και ο Αίαντας- αναφέρονταν ήδη σε Μυκηναϊκά ποιήματα. Ο ανθρώπινος τύπος βέβαια που αντιπροσωπεύει ο Οδυσσέας στην Ιλιάδα είναι εντελώς καινούργιος.

Αντίθετα, κάποιοι άλλοι ήρωες -μεταξύ των οποίων ο Νέστορας, ο Αγαμέμνονας και ο Αχιλλέας- υπεισήλθαν στην Αιολική φάση επεξεργασίας των επών και συμπίπτουν χρονικά με την καταστροφή της πόλης που συμβατικά ονομάζεται Τροία VIIα (γύρω στο 1200 π.Χ.). Η πόλη αυτή, που την ανέσκαψε -αν και δεν την αναγνώρισε- ο Σλήμαν, θεωρείται το θέατρο των γεγονότων από τα οποία εμπνέεται η Ιλιάδα. Στον Όμηρο έχουν αποδοθεί ήδη από την αρχαιότητα και άλλα έπη -τα Κύκλια- από τα οποία σώζονται οι επιτομές και σκόρπιοι στίχοι, καθώς και μερικοί ύμνοι. Τα έργα αυτά παρουσιάζουν μεγάλες διαφοροποιήσεις τόσο από τα δύο μεγάλα έπη όσο και μεταξύ τους και ανήκουν μάλλον σε μεταγενέστερη εποχή.

Όμηρος

Για κανένα άλλο έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν έχουν γραφτεί τόσα πολλά και αντιφατικά όσα για την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Ήδη από την αρχαιότητα υπήρχαν πολλές διαφωνίες με πρώτη και σημαντικότερη την πατρότητα των δύο επών και το πρόσωπο του Ομήρου. Αν και για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο Όμηρος ήταν υπαρκτό πρόσωπο, οι απόψεις διίσταντο για την εποχή που έζησε, τον τόπο καταγωγής του και το μέρος των επών που πραγματικά συνέθεσε ο ίδιος. Ο Ηρόδοτος πίστευε ότι ο Όμηρος έζησε περίπου τετρακόσια χρόνια πριν από εκείνον, στα τέλη δηλαδή του 9ου αιώνα π.Χ. Είναι γνωστό επίσης το επίγραμμα σύμφωνα με το οποίο επτά πόλεις διεκδικούσαν την καταγωγή του Ομήρου: "Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι".

Η αρχικά Αιολική Σμύρνη -που στη συνέχεια εξιωνίστηκε- και η Χίος διατηρούν ακόμα και σήμερα τους περισσότερους υποστηρικτές. Ήδη από την αρχαιότητα είχε διατυπωθεί η άποψη ότι τα δύο έπη αποτελούν έργα διαφορετικών ποιητών. Οι λεγόμενοι Χωρίζοντες, θεωρούσαν γνήσιο έργο του Ομήρου μόνο την Ιλιάδα. Την άποψη αυτή υποστήριξαν και αρκετοί λόγιοι του 19ου αιώνα. Ωστόσο, οι σύγχρονες έρευνες τείνουν εκ νέου να τονίσουν τα κοινά τους στοιχεία και οι περισσότερες διαφορές δικαιολογούνται από το διαφορετικό θέμα των δύο επών. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι υφολογικές και γλωσσικές διαφορές μπορούν άνετα να ερμηνευθούν ως εξέλιξη της τεχνοτροπίας του ίδιου ποιητή.

Η Ιλιάδα θα ήταν το νεανικό έργο του -και για αυτό περισσότερο συντηρητικό και σύμφωνο με την παραδοσιακή ηρωική ποίηση- ενώ η νεοτεριστική και πιο εκλεπτυσμένη Οδύσσεια θα συντάχτηκε προς το τέλος της ζωής του. Η συζήτηση γύρω από τα έπη και τον Όμηρο αναζωπυρώθηκε μετά την Αναγέννηση στη Δύση και κορυφώθηκε στο β' μισό του 19ου και στο α' μισό του 20ού αιώνα. Η αντιπαράθεση πήρε τέτοιες διαστάσεις, ώστε η έκφραση Ομηρικό ζήτημα κατέληξε να σημαίνει τη μακροχρόνια και αδιέξοδη διαμάχη. Η νεότερη έρευνα κατέδειξε την ανάγκη συνεξέτασης μίας σειράς άλλων παραμέτρων με τις οποίες συνδέεται η επική ποίηση.

Τέτοιοι είναι για παράδειγμα οι κοινωνικοί θεσμοί που κατέστησαν δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση των Ομηρικών επών. Πρόσφατες μελέτες τονίζουν τον πανελλήνιο χαρακτήρα των ποιημάτων, τα οποία θα μπορούσαν να προορίζονται μόνο για το κοινό που συνέρεε από όλη την Ελλάδα στις μεγάλες γιορτές όπως της Ολυμπίας. Ένα άλλο στοιχείο που αναμφίβολα συνέβαλε στην παγίωση της μορφής των επών και στη διατήρησή τους ήταν η χρήση της γραφής. Με τη βοήθειά της ένας χαρισματικός ποιητής κατάφερε να οργανώσει το πλούσιο υλικό της προγενέστερης επικής παράδοσης. Υπάρχουν δύο διαφορετικές απόψεις για την περίοδο που συνέβη αυτό.


Σύμφωνα με την πρώτη, ο Όμηρος έζησε την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε η γραφή -γύρω στο 800 π.Χ.- και όντας ο ίδιος αγράμματος υπαγόρευσε τα έργα του σε κάποιον που γνώριζε γραφή. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η μορφή των ποιημάτων που έφτασε ως εμάς διαμορφώθηκε γύρω στο 700 π.Χ. και άρα ο ποιητής που ενοποίησε τα διάφορα προφορικά έπη ήταν σύγχρονος του Ησιόδου. Τα τελευταία χρόνια βρίσκονται υπό εξέλιξη μελέτες για την ανάπτυξη μνημοτεχνικών μεθόδων που συνδέουν στενά τη μορφή με το περιεχόμενο των επών. Η έκβασή τους -ακόμα αβέβαιη- μπορεί να αποβεί καθοριστική για τις αντιλήψεις σχετικά με την προφορική παράδοση και την ατομική λογοτεχνική δημιουργία.

Ιλιάδα

Η πρώτη ιστορικά γνωστή καταγραφή της Ιλιάδας -όπως άλλωστε και της Οδύσσειας- έγινε στην Αθήνα με εντολή του Πεισίστρατου, γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Την εποχή που τα έπη καταγράφτηκαν και χωρίστηκαν σε ραψωδίες από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους (3ος - 2ος αιώνας π.Χ.) υπήρχαν αρκετές τοπικές εκδόσεις τους· η Αργολική, η Κυπρία, η Κρητική, η Σινωπική και άλλες. Οι Αλεξανδρινοί, επίσης, θεωρούσαν ότι πολλοί στίχοι είχαν παρεισφρήσει αργότερα και δεν ήταν γνήσιοι. Δε συμφωνούσαν, ωστόσο, μεταξύ τους για το ποιοι ακριβώς ήταν οι εμβόλιμοι στίχοι. Ανάλογες επεμβάσεις -προσθαφαιρέσεις στίχων- πραγματοποίησαν και οι φιλόλογοι της Περγαμηνής σχολής.

Η σύγχρονη εντούτοις κριτική θεωρεί ως κατοπινές επεμβάσεις πολύ λιγότερους στίχους απ' ό,τι οι παλαιότερες γενιές φιλολόγων. Η Ιλιάδα είναι μία επιβλητική σύνθεση περίπου 16.000 στίχων με στενά συνδεόμενη γλώσσα και δράση. Η βασική δομή της είναι σχετικά απλή, αλλά συχνά περιπλέκεται από λεπτομερείς περιγραφές και μακροσκελείς παρεκβάσεις. Ορισμένα τμήματά της, όπως ο χαρακτηριστικός κατάλογος των πλοίων στη ραψωδία Β, προέρχονται πιθανόν ατόφια από το παραδοσιακό υλικό. Η χρήση λογοτύπων είναι περισσότερο εμφανής απ' ό,τι στην Οδύσσεια, φαινόμενο εν μέρει αναμενόμενο εξαιτίας του θέματος που απαιτεί επαναλαμβανόμενες περιγραφές συγκρούσεων και μονομαχιών.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ιλιάδα είναι κατ' εξοχήν έπος ηρωικό και πολεμικό. Αποτελεί μάλιστα κατόρθωμα του ποιητή ότι ελαφραίνει τη μονοτονία των μαχών με έξυπνες παρεκβάσεις και πολλές παρομοιώσεις. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι τυπική και καμιά φορά βαρετή, έχει όμως και στιγμές εξαιρετικής δύναμης, υποβολής και περιεκτικότητας. Το αυστηρό και επιβλητικό ύφος είναι λίγο άκαμπτο και στρατιωτικό ως προς τον τόνο και τη λεπτομέρεια. Εξυπηρετεί, όμως, την πραγμάτευση πολεμικών καταστάσεων και χαρακτήρων καθώς και το ηρωικό σύστημα αξιών. Επιπλέον, σημαντική είναι η χρήση του άμεσου λόγου που προσδίδει δραματικότητα και σφρίγος στην αφήγηση.

Τέλος, οι ειρηνικές σκηνές -όπως αυτές που διαδραματίζονται πίσω από τα τείχη της Τροίας- όσες αναφέρονται με αφορμή κάποιες παρεκβάσεις ή εκείνες που περιγράφουν την ασπίδα του Αχιλλέα φανερώνουν ότι το "ηρωικό" έπος περιελάμβανε και άλλα στοιχεία πέρα από τα στρατιωτικά κατορθώματα. Η Ιλιάδα ανήκει σε εκείνα τα ελάχιστα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που άσκησαν μοναδική γοητεία και τεράστια επιρροή από τη στιγμή της δημιουργίας τους μέχρι σήμερα. Mόνο με τη Βίβλο μπορεί να συγκριθεί η επίδραση και η σημασία που είχε τουλάχιστον για το Δυτικό κόσμο. Ίσως, γιατί κατά κάποιον τρόπο τον εμπεριέχει.

- Περιεχόμενο Ιλιάδας

Στην Ύστερη Ελληνιστική Αλεξάνδρεια η Ιλιάδα χωρίστηκε -πιθανόν από το Ζηνόδοτο- σε 24 ραψωδίες, που στα Ελληνικά συμβολίζονται με τα κεφαλαία γράμματα του αλφαβήτου. Το κεντρικό θέμα της είναι ακριβώς αυτό που αναφέρεται στην πρώτη λέξη του πρώτου στίχου: η μήνις (ο θυμός) του Αχιλλέα.

Α (Λοιμός. Μήνις): Βρισκόμαστε ήδη στον ένατο χρόνο του πολέμου. Μετά την επίκληση του ποιητή στη Μούσα γίνεται μία αναδρομή και μαθαίνουμε πώς ο Αγαμέμνονας αρνούμενος να επιστρέψει τη Χρυσηίδα στον πατέρα της -ιερέα του Απόλλωνα- προσέβαλε το Θεό και προκάλεσε την οργή του εναντίον των Αχαιών. Ο Αγαμέμνονας βρίσκεται υποχρεωμένος από το στρατό να επιστρέψει τη Χρυσηίδα, αλλά ζητάει ως αντάλλαγμα τη Βρισηίδα που ανήκει στον Αχιλλέα. Οι αρχηγοί φιλονικούν, επεμβαίνει η Αθηνά, αλλά ο Αχιλλέας οργισμένος αποφασίζει να μη συμμετέχει πλέον στις μάχες. Ζητάει ακόμα από τη μητέρα του Θέτιδα να μεσολαβήσει στο Δία, για να πάρει ικανοποίηση για την προσβολή που του έγινε. Η Θέτιδα συναντά το Δία και εκείνος δίνει τη συγκατάθεσή του.

Β (Όνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ή κατάλογος νεών): Ο Δίας στέλνει απατηλό όνειρο στον Αγαμέμνονα για δήθεν άμεση επίθεση και νίκη. Ο Αγαμέμνονας συγκαλεί το στρατό και για να δοκιμάσει το φρόνημά του προτείνει τη διακοπή του πολέμου και την επιστροφή στην πατρίδα. Καθώς οι περισσότεροι συμφωνούν και πανηγυρίζουν χρειάζεται η σωτήρια παρέμβαση του Οδυσσέα, ο οποίος γελοιοποιεί το θορυβοποιό Θερσίτη. Ακολουθεί αναλυτικός και ακριβής κατάλογος των ελληνικών δυνάμεων και συντομότερος των Τρώων και των συμμάχων τους.

Γ (Όρκοι. Τειχοσκοπία. Αλεξάνδρου και Μενελάου μονομαχία): Οι αντίπαλοι στρατοί είναι έτοιμοι για μάχη, αλλά ο Πάρης - Αλέξανδρος προθυμοποιείται να μονομαχήσει με το Μενέλαο και να δοθεί τελική κρίση. Πίσω στην Τροία η Ελένη ανεβαίνει -με παραίνεση της Ίριδας- στα τείχη, όπου βρίσκεται ο Πρίαμος και απαντά στις ερωτήσεις του βασιλιά ονοματίζοντας τους σημαντικότερους ήρωες των Αχαιών. Στη μονομαχία που ακολουθεί, ο Μενέλαος νικά τον Πάρη και θα τον σκότωνε, αν δεν επενέβαινε η Αφροδίτη μεταφέροντάς τον στο παλάτι μέσα σε ένα σύννεφο. Με τη μορφή γριάς δούλας προσπαθεί να στείλει την Ελένη στην αγκαλιά του Πάρη, αλλά εκείνη καταλαβαίνει το τέχνασμα και συναινεί μόνο έπειτα από τις απειλές της θεάς.

Δ (Ορκίων σύγχυσις. Αγαμέμνονος επιπώλησις): Ο Δίας, για να τηρήσει την υπόσχεσή του στη Θέτιδα, στέλνει την Αθηνά να παρασύρει τον Πάνδαρο σε παραβίαση της ανακωχής. Ο Πάνδαρος ρίχνει ένα βέλος και πληγώνει επιπόλαια το Μενέλαο. Η μάχη μόλις αρχίζει και ο Αγαμέμνονας με παραινέσεις και ψόγους επιχειρεί να κεντρίσει τους αρχηγούς των Αχαιών. Μιλά άδικα και επιτιμητικά στο Διομήδη, που όμως αποδεικνύεται περισσότερο υπομονετικός σε σύγκριση με τον Αχιλλέα.


Ε (Διομήδους αριστεία): Η μάχη αυτή της πρώτης μέρας θα διαρκέσει ως τη ραψωδία Η. Τώρα στην πρώτη γραμμή μπαίνει ο Διομήδης και με τη βοήθεια της Αθηνάς επιτίθεται ακόμα και σε θεούς. Πληγώνει στο χέρι την Αφροδίτη, που προστατεύει το γιο της Αινεία, και όταν αυτή καταφεύγει στον Όλυμπο, την προστασία του Αινεία αναλαμβάνει ο Απόλλωνας. Ο Διομήδης επιτίθεται και σε αυτόν αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι Τρώες εμψυχώνονται από τον Άρη. Και αυτόν όμως τον πληγώνει ο Διομήδης χάρις στην Αθηνά, που έχει πάρει τη θέση του ηνιόχου στο άρμα του.

Ζ (Έκτορος και Ανδρομάχης ομιλία): Ο Διομήδης προκαλεί σε μονομαχία το Λύκιο Γλαύκο. Συνειδητοποιούν, όμως, ότι είναι παλιοί φίλοι και τελικά ανταλλάσσουν τις πανοπλίες τους. Ο Έκτορας και ο Αινείας επιστρέφουν στην πόλη, για να παροτρύνουν τις γυναίκες να κατευνάσουν την Αθηνά με προσφορές. Ο Έκτορας συναντά την Ανδρομάχη στα τείχη και ακολουθεί μία συνομιλία γεμάτη συζυγική τρυφερότητα και πένθιμα προαισθήματα. Στη συνέχεια, συναντάει τον Πάρη και μαζί επιστρέφουν στη μάχη.

Η (Έκτορος και Αίαντος μονομαχία. Νεκρών αναίρεσις): Με προτροπή των θεών ο Έκτορας καλεί κάποιον από τους Αχαιούς σε μονομαχία και ο κλήρος ορίζει αντίπαλό του τον Αίαντα. Η μονομαχία λήγει, εξαιτίας της νύχτας, χωρίς αποτέλεσμα. Οι Έλληνες και οι Τρώες θάβουν τους νεκρούς τους το άλλο πρωί και στη διάρκεια της μέρας οι πρώτοι κατασκευάζουν ξύλινο τείχος και ανοίγουν τάφρο γύρω από τα πλοία.

Θ (Κόλος μάχη): Την επομένη, ο Δίας απαγορεύει σε όλους τους θεούς να μετέχουν στη σύγκρουση και ο ίδιος επισκοπεί το πεδίο της μάχης από το όρος Ίδη. Από τους Έλληνες διακρίνεται ο Διομήδης και από τους Τρώες ο Έκτορας. Οι Τρώες υπερισχύουν και η Ήρα μπαίνει στον πειρασμό να παρακούσει την εντολή του Δία, αλλά αποτρέπεται από την Ίριδα.

Ι (Πρεσβεία προς Αχιλλέα. Λιταί): Ο Αγαμέμνονας ανακινεί και πάλι την πρόταση διακοπής του πολέμου. Ο Διομήδης αντιτίθεται και ο Νέστορας συμβουλεύει να εξευμενιστεί ο Αχιλλέας. Ο Αγαμέμνονας προθυμοποιείται να δώσει πολλά δώρα και την πρότασή του μεταφέρουν στον Αχιλλέα ο Οδυσσέας, ο Φοίνικας και ο Αίαντας. Παρά τη φιλική του υποδοχή ο Αχιλλέας συνεχίζει να αρνείται και απαντά πως θα πολεμήσει, μόνον όταν οι Τρώες φτάσουν στα πλοία των Μυρμιδόνων. Οι απεσταλμένοι επιστρέφουν στους άλλους αρχηγούς απογοητευμένοι.

Κ (Δολώνεια): Αποφασίζεται να σταλούν ο Διομήδης και ο Οδυσσέας για κατασκοπία στο στρατόπεδο των Τρώων. Αλλά και ο Έκτορας έχει στείλει το Δόλωνα να κατασκοπεύσει τους Αχαιούς. Οι δύο Έλληνες τον συλλαμβάνουν και, αφού καταφέρνουν να του αποσπάσουν ό,τι ξέρει, τον θανατώνουν. Στο στρατόπεδο των Τρώων σκοτώνουν το νεοαφιχθέντα βασιλιά της Θράκης Ρήσο, κλέβουν τα θεϊκά του άλογα και επιστρέφουν στα καράβια.

Λ (Αγαμέμνονος αριστεία): Η καινούργια μέρα της μάχης θα διαρκέσει ως τη ραψωδία Σ. Στην αρχή της βρίσκεται η αριστεία του Αγαμέμνονα που ανατρέπει τα σχέδια του Δία. Ο πατέρας των θεών -μέσω της Ίριδας- παρακινεί τον Έκτορα να αποτραβηχτεί ώσπου να πληγωθούν οι Αγαμέμνονας, Διομήδης και Οδυσσέας. Στη συνέχεια, όμως, ο Έκτορας επιστρέφει στη μάχη και φέρνει τους Αχαιούς σε δύσκολη θέση. Ο Αχιλλέας παρακολουθεί από το πλοίο του τη μάχη και στέλνει τον Πάτροκλο να πάρει πληροφορίες. Ο Πάτροκλος συναντά το Νέστορα που του βάζει την ιδέα να παρακινήσει τον Αχιλλέα να συμμετάσχει, ή τουλάχιστον να πάρει ο ίδιος τα όπλα του φίλου του και να μπει στη μάχη.

Μ (Τειχομαχία): Εδώ αρχίζει ένα τμήμα της μάχης που θα διαρκέσει ως τη ραψωδία Ο. Στις ραψωδίες αυτές εναλλάσσονται και επικαλύπτονται επεισόδια με αριστοτεχνική συναρμογή. Οι Αχαιοί υποχωρούν στα πλοία και οι Τρώες επιτίθενται στο στρατόπεδό τους. Ύστερα από την αποτυχημένη επίθεση του 'Aσιου οι Τρώες εφορμούν ομαδικά, αλλά τους αποτρέπει ένας κακός οιωνός και ο Πολυδάμας συμβουλεύει να σταματήσουν την επίθεση. Όμως ο Έκτορας παρακούει και σπάζει την πύλη, ενώ ο Σαρπηδόνας γκρεμίζει ένα τμήμα της έπαλξης.

Ν (Μάχη επί ταις ναυσίν): Παρά την απαγόρευση του Δία ο Ποσειδώνας εμψυχώνει τους Έλληνες παίρνοντας τη μορφή του Κάλχαντα και του Θόαντα. Ο Ιδομενέας μάχεται πολύ σκληρά, αλλά ο Έκτορας συνεχίζει να επιτίθεται.

Ξ (Διός απάτη): Ο Αγαμέμνονας κάνει πάλι λόγο για επιστροφή στην πατρίδα, αλλά ο Οδυσσέας και ο Διομήδης αντιτίθενται. Η Ήρα δανείζεται από την Αφροδίτη τη μαγική ερωτική της ζώνη και παρασύρει το Δία σε ερωτικές περιπτύξεις, ύστερα από τις οποίες ο θεός πέφτει σε βαθύ ύπνο. Οι θεοί που συμπαθούν τους Έλληνες εκμεταλλεύονται την ευκαιρία να επέμβουν, ενώ ο Έκτορας βρίσκεται λιπόθυμος από την πέτρα που του πέταξε ο Αίαντας.

Ο (Παλίωξις παρά των νεών): Όταν ξυπνά ο Δίας, οι Τρώες έχουν διωχτεί πέρα από την τάφρο. Μόλις τότε μαθαίνει η Ήρα τη θέλησή του με όλες τις λεπτομέρειες. Ο Ποσειδώνας υποχρεώνεται να εγκαταλείψει τη μάχη, ενώ ο Απόλλωνας εμψυχώνει τον Έκτορα, που εισβάλλει εκ νέου στο στρατόπεδο των Αχαιών. Οι Τρώες απειλούν πια με φωτιά τα πρώτα καράβια και ο μόνος που ανθίσταται ακόμα είναι ο Αίαντας.

Π (Πατρόκλεια): Ο Πάτροκλος κλαίγοντας παρακαλεί το φίλο του Αχιλλέα, αλλά εκείνος παραμένει αμετάπειστος. Στέλνει, ωστόσο, τους Μυρμιδόνες στη μάχη και δίνει την πανοπλία του στον Πάτροκλο. Τον συμβουλεύει να μην προχωρήσει μακριά. Οι Τρώες βλέποντας τον Πάτροκλο πανικοβάλλονται, γιατί νομίζουν ότι είναι ο ίδιος ο Αχιλλέας. Απομακρύνονται από τα πλοία και ο Πάτροκλος τούς καταδιώκει και σκοτώνει το Σαρπηδόνα, το γιο του Δία. Μεθυσμένος από τη νίκη του ο Πάτροκλος φτάνει ως τα τείχη της Τροίας και αντιμετωπίζει τον Έκτορα σε μονομαχία. Ο Απόλλωνας, όμως, τον αφοπλίζει και τελικά σκοτώνεται από τον Έκτορα και τον Εύφορβο.


Ρ (Μενελάου αριστεία): Σφοδρή μάχη ξεσπάει γύρω από το σώμα του Πατρόκλου. Ο Μενέλαος σκοτώνει τον Εύφορβο, ενώ ο Έκτορας αφαιρεί τα όπλα του Αχιλλέα από το νεκρό Πάτροκλο και τα φοράει. Η Αθηνά και ο Απόλλωνας εμψυχώνουν τις αντίπαλες παρατάξεις και εκεί που φαίνεται ότι θα νικήσουν οι Τρώες, τελικά ο Μενέλαος και ο Μηριόνης καταφέρνουν να απομακρύνουν το νεκρό με κάλυψη από τους δύο Αίαντες.

Σ (Οπλοποιία): Ακόμα το νεκρό του Πατρόκλου βρίσκεται σε κίνδυνο και ο Αχιλλέας -με προτροπή της Ίριδας- εμφανίζεται στα τείχη και φοβίζει τους Τρώες με κραυγές. Η Ήρα κάνει τον ήλιο να βασιλέψει νωρίτερα και η μάχη λήγει. Ο Έκτορας παρακούοντας τη συμβουλή του Πολυδάμαντα κρατά τους Τρώες στην πεδιάδα, όπου και στρατοπεδεύουν. Το φοβερό πόνο του Αχιλλέα έρχεται να απαλύνει η Θέτιδα, η οποία στη συνέχεια παρακαλεί τον Ήφαιστο να κατασκευάσει στο γιο της καινούργια πανοπλία. Η ασπίδα, που περιγράφεται αναλυτικά, είναι πλούσια διακοσμημένη με σκηνές από την ειρηνική ζωή και τον πόλεμο.

Τ (Μήνιδος απόρρησις): Το επόμενο πρωί η Θέτιδα φέρνει την καινούργια πανοπλία και ο Αχιλλέας συγκαλεί το στρατό, για να ανακοινώσει την επιστροφή του στη μάχη. Ο Αγαμέμνονας του υπόσχεται πλούσια δώρα καθώς και την επιστροφή της Βρισηίδας. Μετά βίας ο Αχιλλέας επιτρέπει στους πολεμιστές να φάνε πριν τη μάχη, ενώ λίγο πριν ξεκινήσουν, το άλογό του Ξάνθος προλέγει το θάνατό του.

Υ (Θεομαχία): Ο Δίας επιτρέπει στους θεούς να αναμειχθούν στη μάχη και έτσι αρχίζει η τελευταία και αγριότερη μάχη της Ιλιάδας. Ο Αχιλλέας εμφανίζεται σφοδρότατος και σπουδαίοι αντίπαλοι όπως ο Αινείας και ο Έκτορας γλιτώνουν μόνο χάρη στις επεμβάσεις του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα, αντίστοιχα.

Φ (Μάχη παραποτάμιος): Ο Αχιλλέας γεμίζει τον ποταμό Σκάμανδρο με πτώματα, ο ποταμός εξεγείρεται και φέρνει τον ήρωα σε κίνδυνο. Οι θεοί επεμβαίνουν και η φωτιά του Ηφαίστου δαμάζει το Σκάμανδρο. Στον αγώνα μεταξύ των θεών υπερτερούν αυτοί που υποστηρίζουν τους Έλληνες. Η Αθηνά χτυπά τον Άρη και η Ήρα την Άρτεμη. Έπειτα όλοι επιστρέφουν στον Όλυμπο. Μπροστά στα τείχη της Τροίας ο Απόλλωνας -με τη μορφή του Αγήνορα- ανακόπτει την ορμή του Αχιλλέα, ώσπου οι Τρώες να κρυφτούν μέσα στα κάστρα.

Χ (Έκτορος αναίρεσις): Ο Έκτορας μένει έξω από τα τείχη· στη ζυγαριά του Δία όμως η μοίρα του θανάτου βαραίνει ήδη εναντίον του. Στην προσπάθειά του να σωθεί από την ορμή του Αχιλλέα τρέχει τρεις φορές γύρω από το κάστρο της Τροίας. Ο Απόλλωνας τον εγκαταλείπει και η Αθηνά τον ξεγελά με τη μορφή του Δηίφοβου. Ο Αχιλλέας τον σκοτώνει και στη συνέχεια τον σέρνει δεμένο στο πίσω μέρος από το άρμα του, ενώ στα τείχη οι γονείς του και η γυναίκα του ξεσπούν σε σπαρακτικό θρήνο.
Ψ (Άθλα επί Πατρόκλω): Το φάντασμα του Πατρόκλου εμφανίζεται στον Αχιλλέα και ζητά ταφή. Την άλλη μέρα ετοιμάζεται η πυρά και ανάμεσα στα θύματα είναι και δώδεκα νεαροί Τρώες.

Την επομένη συλλέγονται τα κόκαλα του νεκρού και λαμβάνουν χώρα αγώνες προς τιμήν του με σπουδαία έπαθλα. Σε κάποιο από τα αγωνίσματα έρχονται αντιμέτωποι ο Οδυσσέας και ο Αίαντας, προοικονομώντας ένα επεισόδιο που δεν αναφέρεται στην Ιλιάδα.

Ω (Έκτορος λύτρα): Ο Αχιλλέας με ασίγαστη μανία συνεχίζει να σέρνει το πτώμα του Έκτορα γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου για δώδεκα μέρες. Οι θεοί δυσαρεστούνται και στέλνουν τη Θέτιδα να τον παρακινήσει να το δώσει στους Τρώες. Η Ίριδα και ο Ερμής βοηθούν τον Πρίαμο, που μεταφέρει πλούσια δώρα, να περάσει νύχτα τις γραμμές των Αχαιών. Ο Αχιλλέας θυμάται το δικό του πατέρα, η σκληρότητά του υποχωρεί μπροστά στον πόνο του Πριάμου και του παραδίδει το νεκρό, τον οποίο οι θεοί έχουν διαφυλάξει ανέπαφο. Στη δεκαήμερη ανακωχή που ακολουθεί οι Τρώες μαζεύουν ξύλα και την τελευταία μέρα ανάβουν την πυρά για τον Έκτορα.

Οδύσσεια

Η Οδύσσεια έχει έκταση περίπου 12.000 στίχων και ανήκει στην ίδια μεγαλόπνοη επική παράδοση με την Ιλιάδα. Μοιράζεται με αυτήν πολλά στοιχεία από την τυπική γλώσσα των επών, μέρος του θεματικού υλικού και αρκετές μορφολογικές ιδιαιτερότητες. Πρόκειται όμως κατά βάθος για ένα διαφορετικού είδους ποίημα. Η Οδύσσεια κατά κάποιο τρόπο επεκτείνει τα όρια του ηρωικού στοιχείου σε νέες περιοχές πέρα από τη ρώμη και τις πολεμικές αρετές. Σε αυτήν εντάσσονται και αξίες όπως η εγκαρτέρηση, η αντοχή, η οικογενειακή γαλήνη, ο σεβασμός ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες, η συζυγική αγάπη, η αγάπη του παιδιού προς τον πατέρα, η ομορφιά της φύσης και τελικά μία πιο ώριμη και κάπως μελαγχολική αποδοχή της ανθρώπινης μοίρας.

Η σύγκρουση για το δημόσιο συμφέρον και η νομιμοφροσύνη έχουν αντικατασταθεί από τον αγώνα για την προσωπική, οικονομική και πολιτική επιβίωση. Το αρχέτυπο της ιστορίας του περιπλανόμενου ναυτικού έχει αναγνωριστεί σε ανατολικά επικά έργα, αλλά το προφορικό υλικό από το οποίο συγκροτήθηκε η Οδύσσεια άρχισε να δημιουργείται στα Μυκηναϊκά χρόνια. Φαίνεται να συντάχτηκε στη μορφή που τη γνωρίζουμε μία γενιά μετά την Ιλιάδα και πιθανόν, όπως είχε υποστηρίξει ο Λογγίνος ήδη από την αρχαιότητα, να είναι έργο της γεροντικής ηλικίας του Ομήρου.

Η γλώσσα της παρουσιάζει επαναλήψεις, είναι συχνά ασαφής και συμβατική σε σχέση με την Ιλιάδα, αλλά δεν καταλήγει ποτέ να είναι πλεονάζουσα και μονότονη όπως στη σύγχρονη προφορική ποίηση ή στο μεγαλύτερο μέρος των γραπτών αφηγηματικών ποιημάτων. Οι κοινοί λογότυποι μεταξύ των δύο επών είναι εντυπωσιακά λίγοι, ενώ υπάρχουν και ορισμένοι που απαντούν στο ένα μόνο από τα δύο. Ο λόγος στην Οδύσσεια είναι περισσότερο γαλήνιος -σχεδόν χαλαρός- σε σύγκριση με την Ιλιάδα. Το ύφος της αφήγησης είναι λιγότερο δυνατό και εκφραστικό. Η δράση όμως είναι τόσο περίπλοκη και αναπάντεχη, ώστε να μη χρειάζεται λεκτικούς αντιπερισπασμούς, ηχηρά επίθετα και πομπώδεις παρομοιώσεις.


- Περιεχόμενο της Οδύσσειας

Η Οδύσσεια, όπως και η Ιλιάδα, αρχίζει με μία επίκληση στη Μούσα και με την παρουσίαση του κεντρικού της θέματος που είναι οι περιπέτειες του πολυμήχανου άντρα. Χωρίστηκε και αυτή από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους σε 24 ραψωδίες που συμβολίζονται στα Ελληνικά με τα πεζά γράμματα του αλφάβητου.

α (Θεών αγορά. Αθηνάς παραίνεσις προς Τηλέμαχον. Μνηστήρων ευωχία): Η διήγηση ξεκινάει με την τελευταία από τις περιπέτειες του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψώς. Τα προηγούμενα γεγονότα θα εξιστορηθούν με μία μεγάλη αναδρομή από τον ίδιο τον Οδυσσέα στις επόμενες ραψωδίες. Ο Ποσειδώνας θυμωμένος εμποδίζει την επιστροφή του ήρωα στην Ιθάκη. Όμως, κατά την απουσία εκείνου στους Αιθίοπες, η Αθηνά αποσπά από το Δία την υπόσχεση να βοηθήσει τον Οδυσσέα. Προτείνει την αποστολή του Ερμή στην Καλυψώ, ενώ η ίδια με ανθρώπινη μορφή παρουσιάζεται και δίνει συμβουλές στον Τηλέμαχο. Ύστερα από αυτές η στάση του Τηλέμαχου απέναντι στους μνηστήρες, που γλεντούν στο παλάτι, μοιάζει πιο συνετή.

β (Ιθακησίων εκκλησία. Τηλεμάχου αποδημία): Την άλλη μέρα στη συνέλευση του λαού ο Τηλέμαχος εκφράζει την απόφασή του να ερευνήσει την τύχη του πατέρα του και αποφασίζει να ταξιδέψει στην Πελοπόννησο. Η θέση του συναντά την κοροϊδία και το θράσος των μνηστήρων, αλλά η Αθηνά με τη μορφή του Μέντορα βοηθά στην ετοιμασία του καραβιού με το οποίο ο Τηλέμαχος αναχωρεί τη νύχτα.

γ (Τα εν Πύλω): Στην Πύλο ο Τηλέμαχος συναντά το Νέστορα, που όμως τίποτα δε γνωρίζει να τον πληροφορήσει για τον πατέρα του. Την άλλη μέρα μαζί με τον Πεισίστρατο, το γιο του Νέστορα, φεύγει για τη Σπάρτη.

δ (Τα εν Λακεδαίμονι): Στη Σπάρτη ο Μενέλαος γιορτάζει τους διπλούς γάμους του γιου και της κόρης του. Από αυτόν ο Τηλέμαχος μαθαίνει τις ιστορίες της επιστροφής άλλων αρχηγών των Αχαιών και ότι ο πατέρας του βρίσκεται στο νησί της Καλυψώς. Πίσω στην Ιθάκη οι μνηστήρες σχεδιάζουν το φόνο του Τηλεμάχου, ενώ η Αθηνά παρηγορεί την Πηνελόπη.

ε (Οδυσσέως σχεδία): Σε συμβούλιο των θεών ο Δίας αποφασίζει να στείλει τον Ερμή στην Καλυψώ. Εκείνη υπακούοντας στη θεϊκή θέληση καθοδηγεί τον Οδυσσέα να φτιάξει μία σχεδία και του επιτρέπει να φύγει. Μετά από πλεύση 18 ημερών, ο Ποσειδώνας τον αντιλαμβάνεται και προκαλεί καταιγίδα. Ο Οδυσσέας σώζεται από το θάνατο χάρις στην επέμβαση της Λευκοθέας και φτάνει στην ακτή της Σχερίας, στη χώρα των Φαιάκων, τρεις μέρες μετά το ναυάγιο. Εκεί πέφτει σε βαθύ ύπνο.

ζ (Oδυσσέως άφιξις εις Φαίακας): Η Αθηνά στέλνει όνειρο στη Ναυσικά -κόρη του βασιλιά των Φαιάκων- το οποίο την παρακινεί να πάει με τις φίλες της στην ακτή. Εκεί συναντούν τον Οδυσσέα. Οι κοπέλες τρομάζουν, αλλά η Ναυσικά τού προσφέρει βοήθεια και τον οδηγεί σε άλσος έξω από την πόλη.

η (Oδυσσέως είσοδος προς Aλκίνουν): Καλυμμένος με ομίχλη σταλμένη από την Αθηνά ο Οδυσσέας κατορθώνει να μπει στο παλάτι, όπου ζητά άσυλο από τη βασίλισσα Aρήτη. Διηγείται τις περιπέτειές του μετά την αναχώρηση από την Καλυψώ και ο Αλκίνοος υπόσχεται να τον βοηθήσει να επιστρέψει στην πατρίδα του.

θ (Oδυσσέως σύστασις προς Φαίακας): Την άλλη μέρα, στο γιορταστικό τραπέζι που γίνεται προς τιμήν του Οδυσσέα, ο Δημόδοκος τραγουδά για τα κατορθώματα του Αχιλλέα και του Οδυσσέα, γεγονός που τον κάνει να κλάψει κρυφά. Ο Αντήνορας το αντιλαμβάνεται και διακόπτει τη γιορτή. Ακολουθούν αγώνες, στους οποίους ο Οδυσσέας εντυπωσιάζει στη ρίψη του δίσκου. Στο βραδινό τραπέζι ο Δημόδοκος τραγουδά αυτή τη φορά για το Δούρειο ίππο. Ο Οδυσσέας συγκινείται και τώρα πια ο Αλκίνοος τον ρωτά το όνομά του και τις περιπέτειές του.

ι (Αλκίνου απόλογοι. Κυκλώπεια): Ο Οδυσσέας φανερώνει την ταυτότητά του και αρχίζει τη διήγηση όσων συνέβησαν μετά την αναχώρησή του από την Τροία. Αφηγείται την καταστροφή της Ίσμαρου και τις απώλειες από τους Κίκονες. Ακολουθεί θύελλα που τους οδηγεί στη χώρα των Λωτοφάγων, όπου ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του κινδυνεύουν από αμνησία. Στη συνέχεια φτάνουν στη χώρα των Κυκλώπων, όπου πολλοί θανατώνονται στη σπηλιά του Κύκλωπα.

Ο Οδυσσέας όμως τον εξαπατά, λέγοντάς του ότι ονομάζεται Ούτις (Κανένας), και τελικά τον τυφλώνει, αφού πρώτα τον έχει μεθύσει. Από ένα μοιραίο κομπασμό του ο ήρωας αποκαλύπτει φεύγοντας το πραγματικό του όνομα και η κατάρα του Κύκλωπα είναι αυτή που στρέφει την οργή του Ποσειδώνα εναντίον του OΟυσσέα.

κ (Τα περί Αιόλου και Λαιστρυγόνων και Κίρκης): Από το νησί του Αιόλου φεύγουν με ούριο άνεμο. Όταν όμως οι σύντροφοί του ανοίγουν το ασκί στο οποίο ο Αίολος έχει κλείσει τις θύελλες, ξαναβρίσκονται πίσω σε αυτό. Αυτή τη φορά όμως ο Αίολος τούς διώχνει, φοβούμενος ότι οι θεοί είναι ενάντιοι στον Οδυσσέα. Περνούν από τη χώρα των Λαιστρυγόνων, όπου καταστρέφονται όλα τα καράβια εκτός από του Οδυσσέα, και φτάνουν στο νησί της Κίρκης. Η Θεά - μάγισσα μεταμορφώνει σε χοίρους την αναγνωριστική ομάδα που στέλνει ο Οδυσσέας, αλλά εκείνος τους σώζει με τη βοήθεια του Ερμή. Παραμένουν στο νησί για ένα χρόνο και όταν ο Οδυσσέας ζητά να φύγει, η Κίρκη τον συμβουλεύει να επισκεφτεί πρώτα τη χώρα των νεκρών.

λ (Νέκυια): Περνούν τον Ωκεανό και φτάνουν στη χώρα των Κιμμερίων, όπου βασιλεύει το σκοτάδι. Εκεί ο Οδυσσέας θυσιάζει ένα ζώο και οι ψυχές των νεκρών μαζεύονται γύρω από το αίμα. Βλέπει τον Αχιλλέα, μαθαίνει για το θάνατο του Αγαμέμνονα και τελικά ο Τειρεσίας τού προλέγει όσα θα ακολουθήσουν, ακόμα και γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται στην Οδύσσεια. Έπειτα επιστρέφουν εύκολα στο νησί της Κίρκης.

μ (Σειρήνες, Σκύλλα, Χάρυβδις, βόες Ηλίου): Φεύγοντας από την Κίρκη συναντούν τις γοητευτικές Σειρήνες, το τραγούδι των οποίων μόνο ο Οδυσσέας ακούει δεμένος στο κατάρτι του πλοίου του. Ύστερα πέφτουν στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη και χάνονται πολλοί σύντροφοί του. Όσοι επιζούν βγαίνουν στο νησί του Ήλιου, όπου παρακούοντας την εντολή του Θεού σκοτώνουν τα βόδια του, γεγονός που προκαλεί την οργή του. Στην κακοκαιρία που ακολουθεί, ο Οδυσσέας χάνει όλους τους συντρόφους του και μόνος του ναυαγός φτάνει στην Ωγυγία, στο νησί της Καλυψώς.


ν (Oδυσσέως απόπλους παρά Φαιάκων και άφιξις εις Ιθάκην): Ο Οδυσσέας φορτωμένος δώρα μεταφέρεται από τους Φαίακες στην Ιθάκη. Τον αποθέτουν κοιμισμένο στην ακτή και όταν ξυπνά δεν αναγνωρίζει την πατρίδα του, μέχρι τη στιγμή που επεμβαίνει η Αθηνά. Μαζί καταστρώνουν το σχέδιο ενάντια στους μνηστήρες και τελικά η θεά τον μεταμορφώνει σε ζητιάνο.

ξ (Oδυσσέως προς Εύμαιον ομιλία): Ο Οδυσσέας πηγαίνει στον Εύμαιο το χοιροβοσκό, στον οποίο όμως δεν αποκαλύπτεται, αλλά του διηγείται μία πλαστή ιστορία.

ο (Τηλεμάχου προς Εύμαιον άφιξις): Η Αθηνά παρακινεί τον Τηλέμαχο να επιστρέψει από τη Σπάρτη στην Ιθάκη και τον καθοδηγεί πώς να αποφύγει την παγίδα των μνηστήρων. Την επομένη ο Τηλέμαχος καταπλέει στην Ιθάκη και πηγαίνει κατευθείαν στον Εύμαιο.

π (Τηλεμάχου αναγνωρισμός Οδυσσέως): Ο χοιροβοσκός φεύγει από το κτήμα και πηγαίνει στο παλάτι, για να ειδοποιήσει την Πηνελόπη για την άφιξη του γιου της. Κατά την απουσία εκείνου, ο Οδυσσέας φανερώνεται στο γιο του με την πραγματική μορφή του και μαζί σχεδιάζουν την τιμωρία των μνηστήρων. Ο Εύμαιος επιστρέφει.

ρ (Τηλεμάχου επάνοδος εις Ιθάκην): Ο Τηλέμαχος το άλλο πρωί φεύγει για την πόλη και λίγο αργότερα τον ακολουθούν ο Εύμαιος και ο Οδυσσέας που έχει πάρει και πάλι τη μορφή του ζητιάνου. Ο γιδοβοσκός Μελάνθιος και οι μνηστήρες συμπεριφέρονται άσχημα στον Οδυσσέα, τον οποίο βέβαια κανείς τους δεν αναγνωρίζει. Ο Εύμαιος μεσολαβεί, για να δώσει πληροφορίες ο ζητιάνος στην Πηνελόπη.

σ (Oδυσσέως και Ίρου πυγμή): Ο Οδυσσέας νικά σε πυγμαχία τον αυθάδη ζητιάνο Ίρο. Η Πηνελόπη εμφανίζεται και αφήνει να εννοηθεί ότι μπορεί και να ξαναπαντρευτεί. Η υπηρέτρια Μελανθώ και οι μνηστήρες κοροϊδεύουν τον Οδυσσέα.

τ (Oδυσσέως και Πηνελόπης ομιλία. Τα νίπτρα): Ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος αφαιρούν τα όπλα από την αίθουσα με τη βοήθεια της Αθηνάς. Στη συνομιλία του με την Πηνελόπη ο Οδυσσέας την προετοιμάζει για την επάνοδό του. Καθώς του πλένει τα πόδια, η παραμάνα Ευρύκλεια τον αναγνωρίζει από μία ουλή, αλλά με υπόδειξή του σιωπά. Η Πηνελόπη εξαγγέλλει τον αγώνα του τόξου και προαισθάνεται την καταστροφή των μνηστήρων.

υ (Τα προ της μνηστηροφονίας): Ακολουθούν οι ετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι της ημέρας, που είναι αφιερωμένη στον Απόλλωνα. Άσχημος οιωνός του Δία αποτρέπει τους μνηστήρες από το σχέδιό τους για τη δολοφονία του Τηλέμαχου. Η απερίσκεπτη και προκλητική συμπεριφορά τους, ωστόσο, συνεχίζεται και στο τραπέζι.

φ (Τόξου θέσις): Η Πηνελόπη φέρνει το τόξο, ο Τηλέμαχος στήνει τα τσεκούρια και οι μνηστήρες δοκιμάζουν μάταια να τεντώσουν τη χορδή του τόξου. Έξω από την αίθουσα ο Οδυσσέας αποκαλύπτεται στον Εύμαιο και το Φιλοίτιο. Με τη βοήθεια εκείνων, αλλά και της Ευρύκλειας, ολοκληρώνονται οι προετοιμασίες για την εφαρμογή του σχεδίου της μνηστηροφονίας. Επιστρέφοντας στην αίθουσα ο Οδυσσέας πείθει τους μνηστήρες να του επιτρέψουν να δοκιμάσει, τεντώνει το τόξο και εύκολα περνά το βέλος και από τα δώδεκα τσεκούρια.

χ (Μνηστηροφονία): Με ένα δεύτερο βέλος του ο Οδυσσέας σκοτώνει τον Αντίνοο και ύστερα αποκαλύπτει την πραγματική του ταυτότητα. Παρά τις παρακλήσεις και τις προτάσεις για δώρα, εκείνος συνεχίζει. Ο Εύμαιος και ο Τηλέμαχος τού φέρνουν όπλα, ενώ ο Μελάνθιος δίνει όπλα στους μνηστήρες. Ακολουθεί μάχη και με τη βοήθεια της Αθηνάς όλοι οι μνηστήρες θανατώνονται. Μόνο στον αοιδό Φήμιο και τον κήρυκα Μέδοντα χαρίζεται η ζωή. Επιπλέον, τιμωρούνται υποδειγματικά οι υπηρέτριες που ακολούθησαν τους μνηστήρες και ο Μελάνθιος.

ψ (Oδυσσέως υπό Πηνελόπης αναγνωρισμός): Η Πηνελόπη συνεχίζει να αμφιβάλλει για την επιστροφή του άντρα της. Εκείνος όμως εμφανίζεται μετά το λουτρό του ακόμα πιο ωραίος και λαμπερός, χάρη στην επέμβαση της Αθηνάς, και διαλύει τις αμφιβολίες της Πηνελόπης με ένα μυστικό που της αποκαλύπτει για την κατασκευή του συζυγικού τους κρεβατιού. Η νύχτα ενώνει τους συζύγους, που διηγούνται τα όσα πέρασαν.

ω (Σπονδαί): Οι ψυχές των μνηστήρων οδηγούνται στον Άδη. Το φάντασμα του Αγαμέμνονα μιλάει για τη διαφορά της Κλυταιμνήστρας από την Πηνελόπη. Ο Οδυσσέας συναντά τον πατέρα του Λαέρτη στα κτήματα. Εν τω μεταξύ οι συγγενείς των νεκρών μνηστήρων έχουν στασιάσει στην πόλη. Ξεσπάει μάχη, αλλά και πάλι η Αθηνά επεμβαίνει για μία τελευταία φορά χαρίζοντας ειρήνη και σταθερότητα.

Ομηρικοί Ύμνοι

Οι Ομηρικοί ύμνοι αποτελούν μία συλλογή 33 επικών ποιημάτων, γραμμένων σε εξάμετρο. Κατά την αρχαιότητα ονομάζονταν προοίμια, δηλαδή άσματα που προηγούνταν μίας οίμης (ενός αφηγηματικού ποιήματος). Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς και από ποιους συμπιλήθηκε η συλλογή. Καθώς όμως δεν αναφέρεται από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους των Ελληνιστικών χρόνων, είναι πιθανόν να έγινε από τους Περγαμηνούς, οι οποίοι τους συναγωνίζονταν στη συλλογή παλαιότερων έργων και στη σύσταση βιβλιοθήκης.

Οι ύμνοι αυτοί οφείλουν το όνομά τους στον Όμηρο, στον οποίο μάλιστα ο Θουκυδίδης απέδιδε τον Ύμνο στον Απόλλωνα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για έργα διαφόρων εποχών με έντονη γλωσσική και ποιητική ανομοιογένεια. Σημαντικά επίσης διαφέρουν και ως προς την έκτασή τους. Οι μεγαλύτεροι από αυτούς -οι Ύμνοι στον Απόλλωνα και στον Ερμή- ξεπερνούν τους 500 στίχους και δύσκολα θα μπορούσαν να αποτελούν προοίμια. Φαίνονται να συνιστούν ολοκληρωμένες συνθέσεις με αφηγηματικό χαρακτήρα σε αντίθεση με άλλους, των οποίων σώζονται λιγότεροι από 10 στίχοι, και αποτελούν απλές επικλήσεις στους θεούς ή ίσως και να έχουν σωθεί ως αποσπάσματα.

Ο παλαιότερος είναι μάλλον ο Ύμνος στη Δήμητρα και συνήθως χρονολογείται στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. Άλλοτε στον 7ο κι άλλοτε στον 6ο αιώνα τοποθετείται και ο Ύμνος στον Ερμή. Θεωρείται όμως πιθανόν οι ύμνοι αυτοί να αποτελούν την αποκρυσταλλωμένη μορφή ύμνων που κυκλοφορούσαν σε διάφορες τοπικές εκδοχές ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. Επιδράσεις από τον Ησίοδο και από την Ορφική ποίηση διακρίνουν οι ειδικοί στους Ύμνους στην Αφροδίτη και στον Άρη αντίστοιχα. Τέλος, ο Ύμνος στο Διόνυσο φαίνεται πως ανήκει στην Πρώιμη Ελληνιστική περίοδο.


ΤΕΧΝΕΣ

Περιορισμένα είναι τα στοιχεία που διαθέτουμε για τις τέχνες στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων. H αρχιτεκτονική άφησε ελάχιστα κατάλοιπα, κυρίως εξαιτίας της χρήσης φθαρτών υλικών αλλά και των καταστροφών που προξένησαν οι επόμενες φάσεις κατοίκησης, όπου αυτή συνεχίστηκε. H μεταλλοτεχνία βρισκόταν στο στάδιο της μετάβασης από την τεχνολογία του χαλκού σε εκείνη του σιδήρου. Από τα ευρήματα που έχουμε όμως μόνο στα όπλα συναντάμε κάποιες επιδράσεις από τη χρήση του νέου υλικού.

Tα κεραμικά ευρήματα αντιθέτως είναι πολύ περισσότερα και χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον (κάποτε μάλιστα και με υπερβολή) για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τη δημογραφική εξέλιξη, τα έθιμα, το εμπόριο ή και ακόμα τις δομές της κοινωνίας. Στη Γεωμετρική περίοδο η διακόσμηση της κεραμικής εξελίχθηκε ταχύτερα και στην περίπτωση της Aθήνας -μέσω των πρώτων εικονιστικών παραστάσεων- έγινε φορέας της ιδεολογίας και των αξιών της άρχουσας τάξης. Αν και δεν μπορούμε ακόμα να μιλήσουμε για ανατομικά ακριβή γλυπτική, οι πρώτες απόπειρες σχεδιασμού ανθρώπων και ζώων ποικίλλουν ως προς το βαθμό φυσιοκρατικής τους απόδοσης ανάλογα με το υλικό κατασκευής.

Έντονα αφαιρετικά και σχηματοποιημένα εμφανίζονται τα χαλκά ειδώλια. Τα ελάχιστα δείγματα πηλοπλαστικής είναι λίγο πιο ζωντανά, καθώς το υλικό τους επιτρέπει περισσότερο ρέουσες φόρμες. Τα ελεφάντινα όμως είναι εκείνα που διακρίνονται για την καλύτερη απόδοση των ανατομικών τους λεπτομερειών. Το γεγονός αυτό οφείλεται εν μέρει στις ιδιότητες του υλικού τους, οπωσδήποτε όμως και στις επιρροές από την Ανατολή, που είναι άλλωστε και η πηγή προέλευσής του. Δεν μπορεί να εκτιμήσει κανείς τη σπουδαιότητα της Γεωμετρικής τέχνης, αν την προσεγγίσει με τα σημερινά κριτήρια.

Κατ' αρχήν δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτό που εμείς ονομάζουμε τέχνη εκείνες τις περιόδους είχε πάντοτε χρηστική ή λατρευτική σημασία και δε γινόταν αντιληπτή παρά μόνο μέσα στο πλαίσιο της εκπλήρωσης των αναγκών που υπηρετούσε. H αφαιρετική και γεωμετρική πρόσληψη της μορφής δεν αποτελούσε αναλυτική προσέγγιση με σκοπό να αναδειχθεί η ουσία -όπως στο σύγχρονο κυβισμό- αλλά μία επίπονη διαδικασία δόμησης της μορφής και δημιουργίας βασικού εικονιστικού λεξιλογίου σε έναν κόσμο που στερούνταν, σχεδόν εντελώς, παραστατικών προτύπων.

Αρχιτεκτονική

Ελάχιστα αρχιτεκτονικά λείψανα έχουν σωθεί από τους οικισμούς και τα ιερά των Σκοτεινών Χρόνων. Λίγο καλύτερη εμφανίζεται η κατάσταση στα νεκροταφεία τα οποία μας επιτρέπουν να συνάγουμε κάποιες πληροφορίες για το μέγεθος, την οργάνωση και τις επαφές του οικισμού στον οποίο ανήκαν. Με βάση τα στοιχεία αυτά πρέπει να υποθέσουμε ότι τον 11ο και το 10ο αιώνα π.Χ. σημαντικά κέντρα ήταν η Αθήνα, το Άργος, το Λευκαντί, η Ιωλκός, η Κνωσός και η Ιαλυσός. Περισσότερες πληροφορίες διαθέτουμε από τα τέλη του 9ου αιώνα π.Χ. και έπειτα. Οι τοίχοι των σπιτιών κατασκευάζονταν από άψητες πλίνθους πάνω σε λίθινα θεμέλια και σπανιότερα από μικρούς ακατέργαστους λίθους χωρίς συνδετικό υλικό.

Οι στέγες, συνήθως δίριχτες είχαν ξύλινο σκελετό και καλύπτονταν με ξερά χόρτα. Το σχήμα των σπιτιών στην αρχή ήταν ωοειδές ή αψιδωτό και εξαιρετικά σπάνια κυκλικό. Οι τύποι αυτοί όμως δεν μπορούσαν να συνδυαστούν εύκολα σε πολεοδομικούς σχηματισμούς και επιπλέον πρόσφεραν λιγότερο εκμεταλλεύσιμο χώρο. Έτσι από τον 8ο αιώνα π.Χ. επικράτησε το ορθογώνιο σχήμα. Χτιστά έδρανα περιέτρεχαν τους εσωτερικούς τοίχους των σπιτιών και χρησίμευαν για καθίσματα και για κρεβάτια. Ο αερισμός γινόταν κυρίως από την πόρτα, ενώ τα παράθυρα ήταν σχετικά σπάνια. Συνήθως σε μία άκρη του σπιτιού υπήρχαν μικρές εστίες που χρησιμοποιούνταν για το μαγείρεμα και τη θέρμανση.

Το νερό συγκεντρωνόταν σε μεγάλα πήλινα αγγεία, τα οποία μπορούσαν να χρησιμεύουν και για την αποθήκευση τροφίμων. Αν κρίνουμε από τις παραστάσεις σε αγγεία, οπωσδήποτε θα υπήρχαν και κάποια ξύλινα έπιπλα. Όσον αφορά τον πολεοδομικό σχεδιασμό δε φαίνεται να ακολουθούνταν κάποιο πλάνο, αν και μερικές φορές ένα μεγαλύτερο σπίτι δεσπόζει στο κέντρο του οικισμού και θεωρείται συνήθως η κατοικία του τοπικού άρχοντα. Στη Γεωμετρική περίοδο διαμορφώθηκαν οι θεσμοί εκείνοι που οδήγησαν στη δημιουργία της πόλης - κράτους. Υπήρξε λοιπόν η ανάγκη για έναν ανοιχτό χώρο -πλατεία ή αγορά- για τις συναθροίσεις των πολιτών.

Τέτοιοι χώροι έχουν εντοπιστεί κυρίως στο Αιγαίο: στη Ζαγορά της Άνδρου, στο Εμποριό της Χίου, στις Κουκουναριές της Πάρου και στη Δρήρο της Κρήτης. Καλύτερα διατηρημένοι είναι κατά κανόνα οι οικισμοί που εγκαταλείφθηκαν ή μετακινήθηκαν μετά τη Γεωμετρική περίοδο, αφού δε διαταράχτηκαν από κατοπινές οικοδομικές επεμβάσεις. Στην Πελοπόννησο χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις στα Νιχώρια της Μεσσηνίας και στην Ασίνη της Αργολίδας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο οικισμός στο Καρφί της Κρήτης, αφού φανερώνει συνεχή κατοίκηση από τα Υπομινωικά χρόνια μέχρι και την Πρωτογεωμετρική περίοδο.

Στη Σμύρνη εντοπίστηκε ένα τμήμα από το οχυρωματικό τείχος από τον 9ο και τον 8ο αιώνα π.Χ., του οποίου όμως η επιμελημένη και επιβλητική κατασκευή ξαφνιάζει σε σχέση με τα ταπεινά σπίτια του οικισμού. Δύο άλλοι σημαντικοί οικισμοί στο Αιγαίο είναι της Ζαγοράς στην Άνδρο και του Εμποριού στη Χίο. Στον πρώτο τα σπίτια έχουν χτιστεί σε συστάδες και προστατεύονται από οχυρωματικό τείχος, ενώ στο δεύτερο εμφανίζονται απομονωμένα το ένα από το άλλο και η μόνη οχυρή θέση είναι η ακρόπολη.


- Πρώιμοι Ναοί

Στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων η λατρεία τελούνταν στο ύπαιθρο γύρω από κάποιο βωμό. Ωστόσο, η ανάγκη κατασκευής ενός κτίσματος για τη στέγαση του λατρευτικού αγάλματος και την τέλεση ορισμένων ιεροτελεστιών διαμορφώθηκε στη Γεωμετρική περίοδο. Οι τρεις κυριότεροι τύποι ναού έχουν τις ρίζες τους στη Μυκηναϊκή αρχιτεκτονική παράδοση. Ο απλούστερος τύπος είναι ένας ορθογώνιος ή τετράγωνος οίκος με ένα κτιστό έδρανο, όπως ο ναός του Ομβρίου Διός στον Υμηττό. Της ίδιας κατηγορίας αλλά επιμελέστερης κατασκευής είναι και δύο ναοί στην Κρήτη. Ο πρώτος βρέθηκε στη Δρήρο και θεωρήθηκε Δελφίνιο, δηλαδή ναός αφιερωμένος στον Απόλλωνα, την Άρτεμη και τη Λητώ.

Στην πρόσοψη έφερε πιθανόν ένα ρηχό προστώο, ενώ στο εσωτερικό του υπήρχαν δύο ξύλινα στηρίγματα της στέγης και ανάμεσά τους μία κτιστή εσχάρα για τις θυσίες. Ο καπνός των θυσιών έβγαινε από ειδικό άνοιγμα στην επίπεδη στέγη, πάνω από το οποίο υπήρχε μία δευτερεύουσα προστατευτική δίριχτη στέγη. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη κατασκευάστηκε στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. Στην ίδια περίπου εποχή (ή λίγο νωρίτερα) χρονολογείται και ο δεύτερος ναός από τη Γόρτυνα, ο οποίος μάλιστα έφερε διακόσμηση με ανάγλυφα.

Ο δεύτερος τύπος ναού, ο αψιδωτός, είχε ευρύτερη διάδοση στην κυρίως Ελλάδα. Ο παλαιότερος ναός αυτού του τύπου βρέθηκε πρόσφατα στη Μένδη της Χαλκιδικής και χρονολογείται στο 10ο αιώνα π.Χ. Στο εσωτερικό του βρέθηκε βόθρος προσφορών. Ένα ανάλογο οικοδόμημα στο Λευκαντί της Εύβοιας ανήκει στον ίδιο αιώνα, αλλά θεωρείται πολύ αμφίβολο αν ήταν πράγματι ναός. Στη γειτονική Ερέτρια, ωστόσο, έχουν ανασκαφεί δύο αψιδωτά Δαφνηφόρια (ναοί του Δαφνηφόρου Απόλλωνα), που χρονολογούνται στις αρχές και στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. αντίστοιχα.

Ο πρώτος έφερε ένα είδος διπλής ξύλινης περίστασης για τη στήριξη της στέγης, ενώ ο δεύτερος ήταν ένας κανονικός εκατόμπεδος (μήκος 100 ποδών = περίπου 35 μέτρα). Στο τέλος της Γεωμετρικής περιόδου ανήκει και ο ναός της Άρτεμης στη Ρακίτα της Αχαΐας, από όπου έχουν σωθεί οι λίθινες βάσεις της ξύλινης περίστασης. Ο τρίτος και τελευταίος τύπος Γεωμετρικού ναού είναι κοινός τόσο στην Πελοπόννησο και την κεντρική Ελλάδα, όσο και στην Ιωνία και το Αιγαίο. Πρόκειται για το μεγαρόσχημο τύπο, του οποίου η προέλευση ανάγεται στο Μυκηναϊκό μέγαρο και από τον οποίο θα προκύψουν αργότερα ο Δωρικός και ο Ιωνικός ναός.

Δύο τέτοια κτίσματα βρέθηκαν στο ιερό του Απόλλωνα στο Θέρμο της Αιτωλίας. Το παλαιότερο χρονολογείται στα τέλη του 9ου αιώνα π.Χ. Γύρω στα 800 π.Χ. πρέπει να χτίστηκε και το πρώτο Ηραίο της Σάμου που ήταν εκατόμπεδο. Είχε αμφικλινή στέγη και εσωτερική ξύλινη κιονοστοιχία. Κοντά στον πίσω τοίχο του ναού βρέθηκε η βάση του λατρευτικού αγάλματος. Μεγαρόσχημοι ήταν τέλος και οι ναοί στην Τίρυνθα και στα Ύρια της Νάξου. Στον τελευταίο μάλιστα διακρίνονται δύο οικοδομικές φάσεις από το τέλος του 9ου και του 8ου αιώνα π.Χ. αντίστοιχα.


Μεταλλοτεχνία

Σημαντικές μεταβολές σημειώθηκαν στις τεχνικές της μεταλλοτεχνίας και στη διάδοση των προϊόντων τους στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων και της Γεωμετρικής περιόδου. Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες όμως παραμένουν περιορισμένες και συχνά οι αρχαιολόγοι ερμηνεύουν υποθετικά μόνο τα σπουδαία κοινωνικά και οικονομικά φαινόμενα με μοναδικό έρεισμα τις ισχνές αντανακλάσεις τους στον υλικό πολιτισμό της εποχής. Για παράδειγμα δεν έχει ακόμα απαντηθεί πειστικά το ερώτημα της προέλευσης του κασσίτερου που χρησιμοποιούνταν στα κράματα χαλκού.

Ξέρουμε ότι στους ιστορικούς χρόνους ήταν γνωστά τα κοιτάσματα της Ουαλίας και αργότερα της Γερμανίας, αλλά την εποχή που μας αφορά είναι πιθανότερο ο κασσίτερος να έφτανε από το Αφγανιστάν μέσω της Συρίας και της Φοινίκης. Ο χαλκός βέβαια υπήρχε πάντα άφθονος στην Κύπρο και την Ισπανία αλλά και σε άλλες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Τα στοιχεία αυτά -σε συνδυασμό με την απουσία προϊόντων από ορείχαλκο στα τέλη του 11ου και τις αρχές του 10ου αιώνα π.Χ.- οδήγησαν ορισμένους μελετητές στην άποψη ότι κατά την περίοδο αυτή είχε διακοπεί η επικοινωνία του Ελλαδικού χώρου με την Ανατολή.

Στην Ελλάδα επίσης υπήρχαν πλούσια κοιτάσματα σιδηρομεταλλεύματος. Θα πρέπει όμως να υποθέσουμε ότι θα χρειάστηκε αρκετός χρόνος στους ντόπιους μεταλλουργούς να τα αναγνωρίσουν και κυρίως να δαμάσουν την καινούργια τεχνολογία εξεγωγής σιδήρου από το μετάλλευμα. H τεχνολογία αυτή είναι αρκετά πιο περίπλοκη από εκείνη του χαλκού και διαδόθηκε στη Μικρά Ασία μετά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας των Χεταίων γύρω στο 1200 π.Χ. Μέχρι τότε ήταν αποκλειστικό προνόμιο μίας μικρής κάστας μεταλλουργών και ο σίδηρος είχε την αξία πολύτιμου μετάλλου. Στην παλαιότερη έρευνα ήταν κοινός τόπος ότι οι Δωριείς έφεραν το σίδηρο στην Ελλάδα.

Σήμερα όμως γίνεται αντιληπτό ότι η εισαγωγή της χρήσης του σιδήρου είναι συνυφασμένη με ένα πολυδιάστατο πλέγμα πληθυσμιακών και οργανωτικών κοινωνικών αλλαγών, μέρος των οποίων αποτελεί και η άφιξη των Δωριέων. Ένα άλλο πρόβλημα που οφείλεται κυρίως στην πενία των ευρημάτων είναι ο προσδιορισμός των εισηγμένων μεταλλικών προϊόντων από την Ανατολή και ο διαχωρισμός τους από τις απομιμήσεις τους που κατασκευάζονταν στην Ελλάδα. Φοινικικές φιάλες είναι γνωστές από τον Κεραμεικό ήδη από τον 9ο αιώνα π.Χ. και η εισαγωγή τους συνεχίστηκε και κατά τον 8ο, μαζί με προϊόντα ενός βορειοσυριακού εργαστηρίου.

Από το Ιδαίο Άντρο της Κρήτης γνωρίζουμε μία σειρά αναθηματικών ασπίδων με ανατολίζουσες παραστάσεις, που χρονολογούνται στο τέλος του 8ου και τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Αν και για πολλά χρόνια είχε επικρατήσει η άποψη ότι επρόκειτο για είδη εισαγωγής, φαίνεται πως κατασκευάζονταν στην Κρήτη, είτε από εγκατεστημένους ανατολίτες τεχνίτες είτε από ντόπιους, αφού η Μινωϊκή και η Μυκηναϊκή παραδοσιακή τεχνογνωσία δεν είχαν ολότελα ξεχαστεί. Όπλα και κοσμήματα είναι οι δύο κύριες κατηγορίες ευρημάτων από τους Σκοτεινούς Χρόνους. Στη Γεωμετρική περίοδο επιπλέον αναπτύχθηκαν πολλές τοπικές σχολές που κατασκεύαζαν ειδώλια και αγγεία.

- Όπλα

Σκοτεινοί Χρόνοι

Η επαναστατική αλλαγή που σημειώθηκε στη μεταλλοτεχνία με τη χρήση του σιδήρου δε φαίνεται να έφερε στον οπλισμό τον αντίκτυπο που της απέδωσαν παλαιότερες γενιές μελετητών. Η επικράτηση των Δωριέων αποδιδόταν σε μεγάλο βαθμό στη χρήση σιδερένιων όπλων. Όμως, στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων εκτός από τα σιδερένια συνέχισαν να κατασκευάζονται και όπλα από κράματα χαλκού. Άλλωστε έχει αποδειχθεί ότι ορισμένα από αυτά τα κράματα είναι σκληρότερα και άρα καταλληλότερα για όπλα. Όσον αφορά τον αμυντικό οπλισμό το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι χρησιμοποιούνταν κράνη και ασπίδες.

Το κράνος της Τίρυνθας -που χρονολογείται στα μέσα του 11ου αιώνα π.Χ.- φέρει παραγναθίδες και αποτελείται από δύο μεταλλικά πλαϊνά τμήματα, που συνδέονταν μεταξύ τους με δέρμα. Προέρχεται πιθανόν από το Βορρά. Οι ασπίδες πρέπει να ήταν επίσης δερμάτινες και το μόνο που σώζεται από αυτές είναι λίγοι μεταλλικοί ομφαλοί από την Κρήτη, την Τίρυνθα, την Αθήνα και τη Σκύρο. Οι ομφαλοί αυτοί προσαρμόζονταν στο κέντρο της ασπίδας και η πρακτική τους σημασία δεν είναι εξακριβωμένη.

Το ξίφος αποτελούσε το κυρίως επιθετικό όπλο και ήταν του ίδιου τύπου με αυτό που χρησιμοποιούσαν οι Μυκηναίοι. Ήταν ξίφος πλήσσοντος και νήσσοντος τύπου, δηλαδή μπορούσε να κόβει και να τρυπά. Τα περισσότερα ξίφη προέρχονται από την Ήλιδα, την Αιτωλία, την Κεφαλλονιά και την Ήπειρο. Οι αιχμές δοράτων θυμίζουν και αυτές μυκηναϊκά πρότυπα και ανάλογα με το βάρος τους ανήκαν σε δόρατα για εξ επαφής σύγκρουση ή για ρίψη.

Γεωμετρική Περίοδος

Δεν μπορούμε για τη μελέτη του οπλισμού να βασιστούμε ιδιαίτερα στις αγγειογραφίες της εποχής, καθώς οι μορφές είναι σχηματοποιημένες και τα όπλα τους πανομοιότυπα. Τα κωνικά κράνη και οι οκτώσχημες ή Μυκηναϊκές ασπίδες που βλέπουμε να φέρουν οι εικονιζόμενοι πολεμιστές πρέπει να ήταν κατασκευασμένες από δέρμα, καθώς δεν έχει βρεθεί τίποτα ανάλογο. Όπως φαίνεται από τα ευρήματα του Κεραμεικού, του Άργους και της Κρήτης συνεχίστηκε η χρήση του Μυκηναϊκού αμφίστομου ξίφους και του δόρατος. Η σημαντικότερη μαρτυρία για τον οπλισμό της εποχής προέρχεται από έναν τάφο του β' μισού του 8ου αιώνα π.Χ. στο Άργος.

Εκεί βρέθηκε ένα από τα παλαιότερα και καλύτερα διατηρημένα κράνη του τύπου με το πεταλόσχημο λοφίο. Τα επιμέρους στοιχεία του είναι σφυρηλατημένα ξεχωριστά και συνδεδεμένα μεταξύ τους με καρφιά. Έχει κωνικό σχήμα και φέρει παρωτίδες. Οι τελευταίες έχουν Μυκηναϊκή προέλευση, αλλά ο τύπος του λοφίου αυτού ήταν κοινός στο Ασσυριακό βασίλειο. Μαζί με το κράνος βρέθηκε και ένας κωδωνόσχημος θώρακας που αποτελεί το παλαιότερο δείγμα τέτοιου είδους προστασίας του σώματος. Η ιδέα του κωδωνόσχημου θώρακα πιθανόν να προήλθε από την κεντρική Ευρώπη, αλλά ο θώρακας του Άργους είναι μάλλον προϊόν τοπικής παραγωγής.


- Μικροπλαστική

Το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου σήμανε και το τέλος των τεχνών με υψηλές τεχνικές απαιτήσεις. Η μεγάλη γλυπτική, που άκμασε εξυπηρετώντας το ανακτορικό σύστημα, κατέρρευσε μαζί με αυτό. Στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων το μορφολογικό λεξιλόγιο αναπαράστασης ανθρώπων και ζώων φαίνεται εξαιρετικά φτωχό και τα μόνα στοιχεία που διαθέτουμε για τη μελέτη του είναι ελάχιστα και προχειροφτιαγμένα έργα της πηλοπλαστικής. H παραγωγή μικρών χάλκινων ειδωλίων άρχισε γύρω στο 900 π.X. και άνθισε στη διάρκεια του 8ου αιώνα π.X.

H μελέτη τους ανέδειξε ομάδες με κοινά τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά, οι οποίες συνδέθηκαν με συγκεκριμένα κέντρα παραγωγής και προσδιορίστηκε η σχέση τους με τα κατοπινά μεγάλα έργα γλυπτικής αυτών των περιοχών. Οι διακρίσεις βέβαια των εργαστηρίων χαλκουργίας δεν είναι ούτε πάντοτε εξακριβωμένες, ούτε απόλυτα σαφείς. Η μαρτυρία τους, ωστόσο, παραμένει εξαιρετικά σημαντική, ιδίως για πόλεις και περιοχές τις οποίες δεν αναφέρει η γραπτή παράδοση. Tα περισσότερα από αυτά τα αγαλματίδια ήταν αφιερώματα σε ιερά τοπικά (Αθήνα, Άργος, Σάμος) ή πανελλήνια (Ολυμπία, Δελφοί, Δωδώνη).

Οι ανθρώπινες μορφές εμφανίζονται πολύ σχηματοποιημένες και η οποιαδήποτε ταύτιση θα ήταν μάλλον αυθαίρετη. Αυτό, ωστόσο, δεν εμπόδισε ορισμένους μελετητές τους να αναγνωρίσουν ένα ζεύγος Δία και Ήρας και ένα σύμπλεγμα Ηρακλή και Νέσσου, και τα δύο προερχόμενα από την Ολυμπία. Διαφορετικές ερμηνείες έχουν δοθεί σε ένα σύμπλεγμα ανδρών πιασμένων από τους ώμους σε κυκλική διάταξη, που βρέθηκε στο ίδιο ιερό. Ορισμένοι τούς θεωρούν "χορευτές", ενώ άλλοι "άνδρες που πατούν σταφύλια". Πολύ συχνές είναι οι μορφές γυμνών πόλεμιστών που κραδαίνουν δόρυ (Oλυμπία, Δωδώνη, Ακρόπολη).

Ένας μάλιστα που βρέθηκε στην Καρδίτσα φέρει και τη χαρακτηριστική οκτώσχημη ασπίδα ή "ασπίδα του Διπύλου". Μερικά από αυτά τα αγαλματίδια προορίζονταν για τη διακόσμηση του χείλους τριποδικών λεβήτων ή άλλων μεγάλων ανοιχτών αγγείων. Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι από νωρίς οι χαλκοπλάστες απεικόνισαν την ίδια τους την εργασία: υπάρχουν λίγα ειδώλια που παριστάνουν άνδρες να κατασκευάζουν όπλα. Από τα ζώα περισσότερο δημοφιλή ήταν τα ιππάρια και τα πουλιά, ενώ τα ελάφια εμφανίζονται σπανιότερα. Συνήθως πατούν σε διάτρητη βάση ή σε πλάκα με γεωμετρικά σκαλίσματα στο κάτω μέρος της.

Έχουν βρεθεί αρκετά ιππάρια, ώστε να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τις τοπικές σχολές, μεταξύ των οποίων οι σημαντικότερες ήταν: η Λακωνική, η Αργολική, η Κορινθιακή και η Θεσσαλική. Από τεχνικής πλευράς όλα τα αγαλματίδια είναι συμπαγή και χυτευμένα σε μήτρα. Προς το τέλος της Γεωμετρικής περιόδου αυξήθηκαν οι εγχάρακτες λεπτομέρειες και άρχισαν να επικρατούν περισσότερο φυσικές αναλογίες στην απόδοση του σώματος. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν και οι πρώτες επιγραφές που δηλώνουν το όνομα του αναθέτη.


- Τορευτική

Τα χαρακτηριστικότερα μεταλλικά αγγεία της Γεωμετρικής περιόδου ήταν οι λέβητες και οι τρίποδες που χρησίμευαν στη στήριξή τους. Οι λέβητες ήταν πάντα σφυρήλατοι, ενώ οι λαβές και οι τρίποδες ήταν κατά κανόνα χυτοί. Διακρίνονται σε τρεις κυρίως κατηγορίες:

Ραβδωτοί Τρίποδες 

Ήταν κατασκευασμένοι από χυτές ράβδους που ενώνονταν στη στεφάνη στήριξης του λέβητα. Tο κάθε πόδι κατέληγε σε οπλή ή πλακίδιο και ήταν διακοσμημένο με έλικες και πλοχμούς. Ο τύπος αυτός προέρχεται από την Κύπρο και την ανατολική Μεσόγειο, όπου ήταν ήδη γνωστός το 12ο αιώνα π.Χ. Στον Ελληνικό χώρο γνωρίζουμε δείγματά του από την Κρήτη, τη Σαντορίνη και την Αττική. Στην τελευταία μάλιστα περιοχή εμφανίζονται συχνά και πήλινες απομιμήσεις του.

Υποκρητήρια

Το υποκρητήριο ήταν μία τετράπλευρη βάση για λέβητα, η οποία έφερε διακόσμηση από χυτές ή περίτμητες μορφές. Tροχοί βρίσκονται συχνά προσαρμοσμένοι στα άκρα των τεσσάρων ποδιών του. Η προέλευση των υποκρητηρίων είναι ανατολική και σχετίζεται με τύπους της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Πρόκειται μάλλον για Φοινικικά έργα που γνώρισαν μεγάλη διάδοση στην Κύπρο, ενώ δείγματα Ελληνικής κατασκευής έχουν βρεθεί στην Κρήτη και τους Δελφούς.

Τριποδικοί Λέβητες

Τριποδικοί ονομάζονται οι λέβητες των οποίων τα πόδια είναι σύμφυτα με το σώμα του αγγείου. Κατά κανόνα οι τριποδικοί λέβητες έφεραν μεγάλες κυκλικές λαβές και εξελίχθηκαν από σκεύη χρηστικά σε σκεύη αναθηματικά. Αρκετά συχνά τους συναντάμε επίσης και ως έπαθλο αγώνων. Διακρίνονται πέντε διαφορετικοί τύποι ανάλογα με το μέγεθος και τη διακόσμηση. Στην Α' ομάδα ανήκουν οι σχετικά μικρών διαστάσεων λέβητες που είχαν καθαρά χρηστικό χαρακτήρα και κατασκευάζονταν στη διάρκεια του 9ου αιώνα π.Χ. Στη Β' ομάδα ανήκουν λέβητες μεγαλύτερου μεγέθους με λαβές διακοσμημένες με ειδώλια αλόγων.

Τα πόδια έχουν κοιλανθεί στο εσωτερικό προς εξοικονόμηση μετάλλου, ένα στοιχείο που από τις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό όλων των τριποδικών λεβήτων. Η παραγωγή αυτού του τύπου χρονολογείται στο α' μισό του 8ου αιώνα. Οι άλλοι τρεις τύποι είναι σύγχρονοι μεταξύ τους και τοποθετούνται στο β' μισό του 8ου αιώνα π.Χ. Είναι όλοι τους υπερμεγέθεις και μάλλον κατασκευάζονταν αποκλειστικά ως αφιερώματα, γεγονός που το επιβεβαιώνει και η προέλευση των περισσοτέρων από την Ολυμπία. Η τομή των ποδιών είναι Π ή διπλό Τ. Διακρίνονται μεταξύ τους κυρίως από τη διακόσμησή τους.

Η Γ' ομάδα θεωρήθηκε αργίτικη και είναι διακοσμημένη με ενάλληλα τρίγωνα, ρόδακες ή σταυρούς της Μάλτας. Η Δ' ομάδα φέρει ριπιδοειδή κοσμήματα στα πόδια και σπανίως εικονιστικές παραστάσεις, με βάση τις οποίες έχει χαρακτηριστεί κορινθιακή. Η τελευταία ομάδα Ε' φέρει συνήθως τεράστιες λαβές, οι οποίες στηρίζονταν στο χείλος είτε με πρόσθετες μεταλλικές ράβδους είτε με ειδώλια που έμοιαζαν να κρατούν τη λαβή από τις δύο πλευρές της. Η ομάδα αυτή έχει αποδοθεί σε αττικό εργαστήριο και χρονολογείται μεταξύ του 730 και 700 π.Χ.


- Κοσμήματα

Λίγα κοσμήματα έχουν έρθει στο φως από τους Σκοτεινούς Χρόνους και τα περισσότερα ανήκουν σε δύο κατηγορίες με άμεση χρηστική σημασία. Πρόκειται για τις πόρπες και τις περόνες, με τις οποίες στερέωναν τα ενδύματα. Στη Γεωμετρική περίοδο οι δύο αυτοί τύποι εμφανίζουν μεγαλύτερη ποικιλία και πλαισιώνονται και από άλλα είδη κοσμημάτων όπως δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, διαδήματα και περίαπτα. Και στις δύο εποχές το κύριο υλικό κατασκευής τους ήταν ο ορείχαλκος και ο χρυσός και σπανιότερα ο σίδηρος. Οι ψήφοι περιδεραίων από φαγεντιανή και η ένθεση ηλέκτρου και ορείας κρυστάλλου εμφανίζονται περιστασιακά μόνο στην Αττική και την Κρήτη.

Πόρπες

Πρόκειται για ένα είδος παραμάνας με λιγότερο ή περισσότερο διακοσμημένο στέλεχος, της οποίας η προέλευση ανάγεται στους μυκηναϊκούς χρόνους. Οι παλαιότεροι τύποι είναι οι βιολόσχημες και οι φυλλόσχημες πόρπες, γνωστές από την Αττική και την Εύβοια. Ένας άλλος τύπος με μακρά εξέλιξη είναι η τοξωτή πόρπη. Το τόξο της έφερε στο ένα του άκρο ορθογώνιο πλακίδιο πόρπωσης και μερικές φορές διακοσμητικά σφαιρίδια. Ο τύπος αυτός ήταν διαδεδομένος στην Αττική, αλλά στα τέλη του 8ου αιώνα παραλήφθηκε από τη Βοιωτία, όπου το πλακίδιο πόρπωσης έγινε μεγαλύτερο και έφερε πλούσια εγχάρακτη διακόσμηση.

Από την Εύβοια και την Αττική πέρασαν στη Βοιωτία και οι πόρπες με ημισεληνοειδές τόξο που έφτανε μέχρι και τα 20 εκατοστά μήκος. Στα τέλη του 10ου αιώνα π.Χ. εμφανίστηκαν στη Μακεδονία οι οκτώσχημες πόρπες, που -όπως λέει και το όνομά τους- κατασκευάζονταν από δύο αντιθετικές σπείρες σύρματος σε σχήμα "8". Τέλος, από τη Ρόδο είναι γνωστός ένας τύπος πόρπης με ολόγλυφα πτηνά στο τόξο.

Περόνες.

Η εμφάνισή τους ανάγεται στους Υπομυκηναϊκούς χρόνους και γνώρισαν ευρεία διάδοση στη Γεωμετρική περίοδο. Πρόκειται για καρφίτσες, των οποίων το μήκος μπορούσε να φτάσει μέχρι και τα 40 εκατοστά. Ο περισσότερο διαδεδομένος τύπος τους είχε δισκοειδή κεφαλή και κάτω από αυτήν έφερε ένα διακοσμητικό σφαιρίδιο. Στους Γεωμετρικούς χρόνους προστέθηκαν δακτύλιοι και Αμφικωνικά μέλη. Κάποτε μάλιστα οι κεφαλές είχαν σχήμα αγγείου.

Άλλα κοσμήματα.

Ο μεγαλύτερος αριθμός από τα υπόλοιπα κοσμήματα κατασκευαζόταν από χρυσό. Διάφοροι τύποι σκουλαρικιών είναι γνωστοί από το Λευκαντί (οκτώσχημα), την Ελευσίνα (μηνοειδή) και την Κόρινθο (σπειροειδή). Τα πιο περίτεχνα, όμως, προέρχονται από την Αθήνα και χρονολογούνται στο β' μισό του 9ου αιώνα π.Χ. Έχουν σχήμα τραπεζίου, κοκκιδωτή διακόσμηση και απολήγουν σε σχηματοποιημένα ρόδια. Τα διαδήματα κατασκευάζονταν από ένα έλασμα χρυσού και συχνά έφεραν παραστάσεις ανθρώπων και ζώων ανατολικής έμπνευσης. Τα καλύτερα δείγματά τους έχουν βρεθεί στην Κρήτη, την Αθήνα και την Ερέτρια.

Στην Ελευσίνα, τα Σπάτα και την Κρήτη της Ύστερης Γεωμετρικής περίοδου συναντάμε περίαπτα και περιδέραια από πλακίδια διακοσμημένα με κοκκίδωση και ένθετους λίθους. Τέλος, χάλκινα πτηνόσχημα ή αγγειόσχημα περίαπτα είναι γνωστά από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο.


Κεραμική

Το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου είχε σημάνει οριστικά κατά τον 11ο αιώνα π.Χ. Τα ανάκτορα και οι δομές της εξουσίας, που είχαν ως τότε επιτρέψει την άνθιση των τεχνών, καταστράφηκαν· οι τοπικές όμως κοινωνίες -αν και συρρικνωμένες- συνέχισαν σε μεγάλο βαθμό να ζουν με τον ίδιο περίπου τρόπο. Βέβαια η κεραμική εξακολούθησε να κατασκευάζεται και αποτελεί μάλιστα για τους σύγχρονους αρχαιολόγους μία από τις βασικές παραμέτρους για τη χρονολόγηση και τον προσδιορισμό των αλλαγών που σημειώθηκαν.

Από τα μισά του 11ου αιώνα και μέχρι το τέλος του 10ου αναπτύχθηκε μία καινούργια τεχνοτροπία κεραμικής, που ονομάζεται Πρωτογεωμετρική, και την οποία μπορούμε καλύτερα να παρακολουθήσουμε στην Αττική. Από το 900 ως το 700 περίπου π.Χ. η κεραμική αυτή εξελίχθηκε σχετικά αργά και άνθισε η καθαρά Γεωμετρική τεχνοτροπία. Οι τρεις κυριότερες φάσεις της (Πρώιμη, Μέση και Ύστερη) διακρίνονται σαφέστερα και πάλι στην Αττική. Για τις υπόλοιπες περιοχές του Ελληνικού κόσμου οι χρονολογήσεις βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε συγκρίσεις της τοπικής κεραμικής με την αττική. Δεν ακολουθούν βέβαια πάντα ούτε τα ίδια χρονολογικά όρια, ούτε όλες τις διακοσμητικές και μορφολογικές ιδιαιτερότητες της τελευταίας.

Τα βήματα της εξέλιξης επηρεάζονταν σε κάθε περιοχή από διαφορετικούς παράγοντες, όπως ήταν για παράδειγμα η συνέχεια της Μινωικής και Μυκηναϊκής παράδοσης στην Κρήτη, η στενή σχέση της Εύβοιας με την Αττική και η ευκολότερη επαφή της ανατολικής Ελλάδας με την Κύπρο και τη Φοινίκη. Τα τοπικά εργαστήρια, ωστόσο, ανεξαρτητοποιήθηκαν από τις αττικές επιρροές στο β' μισό του 8ου αιώνα π.Χ., ενώ την ίδια εποχή ο Γεωμετρικός ρυθμός εξαπλώθηκε στη Δύση χάρις στην εμπορική και αποικιακή δραστηριότητα της Κορίνθου και της Εύβοιας. Οι καινοτομίες του Γεωμετρικού ρυθμού περιλαμβάνουν τη χρήση του πολλαπλού πινέλου και του διαβήτη και την επαναφορά της εικονιστικής διακόσμησης.

Η τελευταία, όμως, υπόκειται σε αυστηρή σχηματοποίηση και αφαίρεση και δεν είναι κατάλληλη για αφηγηματικές σκηνές. Τα θέματα μάλλον αντανακλούν τις αλλαγές στις κοινωνικές πρακτικές. Ιδιαίτερα στην Αθήνα οι σκηνές πρόθεσης και εκφοράς του νεκρού στα υπερμεγέθη επιτύμβια αγγεία έχουν συνδεθεί από τους ειδικούς με τη νεοεισηγμένη πρακτική της καύσης. Οι άνδρες με άλογα και άρματα φανερώνουν την άνθιση μίας "πολεμικής" αριστοκρατίας που αναπροσάρμοσε τις κοινωνικές αξίες σύμφωνα με τις ανάγκες της. Τέλος, η σταδιακή υιοθέτηση ανατολικών μοτίβων συμπίπτει -τουλάχιστον χρονικά- με τις αυξανόμενες εμπορικές δραστηριότητες ανάμεσα στους Έλληνες και τους λαούς της ανατολικής ακτής της Μεσογείου.

- Αττική

Πρωτογεωμετρική 1050 - 900 π.X.

Μορφολογικά και διακοσμητικά η Αττική Πρωτογεωμετρική κεραμική μοιάζει να αποτελεί συνέχεια της Υπομυκηναϊκής. H πιο αντιπροσωπευτική σειρά Πρωτογεωμετρικών αγγείων προέρχεται από το νεκροταφείο του Κεραμεικού. Περιλαμβάνει αμφορείς με λαιμό, αμφορείς με λαβές στην κοιλιά, υδρίες, ληκύθους, οινοχόες με τριφυλλόσχημο στόμιο, καλάθους που θυμίζουν το ομώνυμο σκεύος από καλάμι, πυξίδες, σκύφους, κανθάρους και κύπελλα. Σπανιότερα εμφανίζονται ζωόμορφα αγγεία σε σχήμα πάπιας ή ελαφιού και αποτελούν πιθανόν κυπριακή επίδραση. Ομόκεντρα ημικύκλια και κύκλοι, μοτίβα γραμμικά και "σκακιέρας" αποτελούν τη συνήθη διακόσμηση.

Ταυτόχρονα εμφανίζονται και τα πρώτα δείγματα εικονιστικής διακόσμησης. Προς το τέλος της Πρωτογεωμετρικής φάσης ένα μεγάλο μέρος της επιφάνειας του αγγείου καλύπτεται με μαύρο χρώμα, συνήθεια που θα συνεχιστεί και στην ακόλουθη φάση, στην Πρώιμη Γεωμετρική.

Πρώιμη Γεωμετρική 900 - 850 π.X. 

Στη φάση αυτή εγκαταλείπονται τα σχέδια με διαβήτη και προτιμώνται συνθέσεις με ζιγκ-ζαγκ, καμπύλες γραμμές και μαιάνδρους. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα μοτίβα παρουσιάζονται μέσα σε πλαίσιο. Μεταξύ των πιο διαδεδομένων σχημάτων συγκαταλέγονται οι κρατήρες, οι άποδοι σκύφοι και οι οξυπύθμενες πυξίδες, οι οποίες προορίζονταν να κρεμιούνται.

Μέση Γεωμετρική 850 - 760 π.X.

H επιφάνεια των αγγείων κατά τη φάση αυτή διαιρείται σε περισσότερες ζώνες και διακοσμείται με δέσμες παράλληλων γραμμών. Ως μοτίβο διακόσμησης ο μαίανδρος εξακολουθεί να είναι σε χρήση, ενώ εμφανίζονται τα άγκιστρα και ο συνδυασμός τριγώνων και ρόμβων. Ανάμεσα στους νέους τύπους αγγείων ξεχωρίζουν ο κρατήρας με το πρόσθετο στέλεχος στήριξης μεταξύ της λαβής και του χείλους, η κανάτα με το φαρδύ λαιμό και η επίπεδη πυξίδα με την τορνευτή λαβή στο πώμα. Μερικές φορές στη θέση αυτής της λαβής συναντάμε από ένα ως τέσσερα ιππάρια. Οι μορφές ανθρώπων και ζώων είναι ακόμη αρκετά σπάνιες (ιππάρια, ελάφια, χοίροι, σκηνή μάχης και μία θρηνωδός).

Ύστερη Γεωμετρική 760 - 700 π.X.

Η κεραμική αυτής της φάσης επηρεάζεται από σημαντικές μεταβολές στα δημογραφικά και οικονομικά δεδομένα της Αττικής. Tα περισσότερα αγγεία προέρχονται και πάλι από νεκροταφεία όπως του Κεραμεικού, του Θορικού, της Ελευσίνας και του Μυρρινούντα. Πολλά από αυτά είναι τεραστίων διαστάσεων και έχουν χρησιμοποιηθεί ως επιτύμβια μνημεία. Oι αμφορείς με λαιμό και οι κρατήρες συνηθίζονται στους ανδρικούς τάφους, ενώ οι αμφορείς με λαβές στην κοιλιά στους γυναικείους.

Οι εικονιστικές παραστάσεις εκτείνονται σε όλο και μεγαλύτερο τμήμα της επιφάνειας του αγγείου, εκτοπίζοντας σταδιακά τα παραπληρωματικά κοσμήματα. Για πρώτη φορά είμαστε σε θέση να ξεχωρίσουμε την τεχνοτροπία συγκεκριμένων αγγειογράφων, όπως ο "ζωγράφος του Διπύλου" και ο "ζωγράφος του Hirschfeld". Διακρίνονται κυρίως από τη διακόσμηση μεγάλων επιτύμβιων αγγείων, τα οποία συνήθως φέρουν σκηνές πρόθεσης και εκφοράς. Άλλα συνήθη θέματα της Υστερογεωμετρικής Αττικής κεραμικής είναι οι πολεμιστές, οι σκηνές μάχης, τα άλογα και σπανιότερα άλλα ζώα.

Στα σχήματα προστέθηκαν τα ανοιχτά κωνικά κύπελλα, τα πιάτα, οι κοτύλες και οι κρατήρες με υψηλή διάτρητη βάση. Oι ζωγράφοι που αναφέραμε οδήγησαν τη Γεωμετρική αγγειογραφία στο αποκορύφωμά της, καταδεικνύοντας ταυτόχρονα τους περιορισμούς και τη συμβατικότητά της. Η εκτόνωση της Γεωμετρικής αυστηρότητας ήλθε με τη ρήξη που αντιπροσωπεύει -τόσο θεματολογικά όσο και τεχνοτροπικά- η Πρωτοαττική κεραμική.


- Άργος και Κόρινθος

Κόρινθος

Η κεραμική παραγωγή της Κορίνθου, όπως και ολόκληρης της Πελοποννήσου, στη διάρκεια του 11ου και του 10ου αιώνα π.Χ. βρισκόταν σε στενή εξάρτηση από τα Αττικά πρότυπα. Από το 900 περίπου π.Χ. η κεραμική της Κορίνθου αρχίζει να διαμορφώνει ξεχωριστούς τύπους αγγείων. Ακολουθούνταν βέβαια η αττική παράδοση κάλυψης μέρους της επιφάνειας με μαύρο χρώμα, αλλά ταυτόχρονα αναπτύχθηκε και η διακόσμηση με λεπτές παράλληλες γραμμές ζωγραφισμένες με τη βοήθεια του τροχού. Οι εικονιστικές παραστάσεις ήταν ελάχιστες και περιορίζονταν κυρίως σε σχηματοποιημένα πτηνά.

Αγγεία αυτής της περιόδου, όπως μία ορισμένη κατηγορία σκύφων, ανήκουν στα πρώτα Ελληνικά αγγεία που έφτασαν στη Δύση (Σικελία και κάτω Ιταλία). Στα δημοφιλή σχήματα της Κορινθιακής Γεωμετρικής κεραμικής συγκαταλέγονται οι κοτύλες, οι οινοχόες με κωνικό σώμα και υψηλό λαιμό και οι πυξίδες με κυλινδρικό σώμα και θολωτό πώμα. Όλα αυτά τα αγγεία διαδόθηκαν σε μεγάλο μέρος της Μεσογείου χάρη στις εμπορικές και αποικιακές δραστηριότητες της Κορίνθου. Προς τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. -και ενώ ακόμα στην Αττική κυριαρχούσε ο Ύστερος Γεωμετρικός ρυθμός- οι Κορίνθιοι κεραμείς υιοθέτησαν μία νέα τεχνοτροπία με έντονα ανατολίζοντα στοιχεία, το λεγόμενο Πρωτοκορινθιακό ρυθμό.

H Ομάδα της Θάψου

Αυτή η ομάδα -που ανήκει στο β' μισό του 8ου αιώνα π.Χ.- συνδέεται συχνά με την Κόρινθο, επειδή περιλαμβάνει τα ίδια σχήματα αγγείων και φαίνεται να έχει χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή τους ο ίδιος πηλός. Οφείλει το όνομά της στη σικελική Θάψο, όπου βρέθηκαν τα πρώτα δείγματά της. Ως προς τη διακόσμηση διαφέρει από την κορινθιακή κεραμική, εξαιτίας των ασυνήθιστων μοτίβων της και των περισσότερο συχνών εικονιστικών της παραστάσεων. Είναι άγνωστη στην Κόρινθο αλλά διαδεδομένη στη βόρεια Πελοπόννησο, την κεντρική Ελλάδα και τη Σικελία.

Πιθανόν να κατασκευαζόταν στα Μέγαρα. Εξάλλου -σύμφωνα με το Θουκυδίδη- στη Θάψο είχαν εγκατασταθεί για σύντομο χρονικό διάστημα οι αποικιστές από τα Μέγαρα, πριν μετακινηθούν και ιδρύσουν τα Υβλαία Μέγαρα το 728 π.Χ.

Άργος

Η πρώιμη και η μέση Γεωμετρική κεραμική της Αργολίδας παρακολουθούσε τα επιτεύγματα της Αττικής και της Κορίνθου, αντιγράφοντας από τη μία τις μεγάλες μαύρες επιφάνειες και από την άλλη τις λεπτές παράλληλες γραμμές. Κατά την Ύστερη Γεωμετρική φάση, ωστόσο, τα μοτίβα διαφοροποιήθηκαν και κυριάρχησαν οι επάλληλες τεθλασμένες γραμμές, οι ρόμβοι και οι έλικες. Από τις εικονιστικές παραστάσεις η πιο διαδεδομένη παρίστανε έναν άνδρα να οδηγεί άλογο. Το χαρακτηριστικότερο σχήμα αγγείου ήταν ο πίθος με πώμα και τρεις ταινιωτούς ποδίσκους. Ο τύπος αυτός θυμίζει κυκλαδικά και κρητικά αγγεία της ίδιας περιόδου, φανερώνοντας έτσι τις περιοχές με τις οποίες η Αργολίδα διατηρούσε στενές σχέσεις.


- Εύβοια και Βοιωτία

Εύβοια

Οι μαρτυρίες για την κεραμική της Εύβοιας στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων είναι ισχνές. Προς το τέλος αυτής της περιόδου (γύρω στο 950 π.Χ.) φαίνεται πως οι ςυβοείς κεραμείς γνώριζαν την κεραμική της Αττικής, από την οποία και δανείστηκαν ορισμένα διακοσμητικά μοτίβα, για να τα συνδυάσουν με άλλα δικής τους έμπνευσης. Ιδιαίτερα δημοφιλείς υπήρξαν οι σκύφοι οι διακοσμημένοι με ομόκεντρα ημικύκλια. Τα αγγεία αυτά συναντιούνται -είτε ως εισηγμένα είτε ως τοπικές απομιμήσεις- στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Κύπρο, τη Συρία (Αλ Μίνα) και τις περιοχές των πρώτων εγκαταστάσεων των Ευβοέων στη Μεγάλη Ελλάδα.

Από το Λευκαντί, κοντά στην Ερέτρια, προέρχεται επίσης ένα τροχήλατο πήλινο ειδώλιο με μορφή κενταύρου. Η ίδια τεχνοτροπία συνεχίστηκε μέχρι περίπου τα μισά του 9ου αιώνα π.Χ. και τα έργα αυτής της περιόδου συνιστούν μία ιδιότυπη υπο-πρωτογεωμετρική φάση της Ευβοϊκής κεραμικής, αντίστοιχη χρονικά με την πρώιμη και μέση γεωμετρική φάση της Αττικής. Γύρω στο 750 π.Χ. εμφανίστηκε ένας σημαντικός αγγειογράφος, που συμβατικά αποκαλείται ζωγράφος Censola, ο οποίος διακόσμησε αγγεία με μορφές πολεμιστών και αλόγων. Συνήθεις ήταν επίσης οι απεικονίσεις πτηνών.

Η εξάπλωση των εικονιστικών παραστάσεων εικάζεται ότι οφείλεται σε επίδραση του Γεωμετρικού ρυθμού της Νάξου. Περισσότερο βέβαιη θεωρείται η υιοθέτηση από τους Ευβοείς κεραμείς της Θεσσαλικής οπισθότμητης οινοχόης και της Κορινθιακής κοτύλης. Μεταξύ των άλλων σχημάτων ξεχωρίζουν οι κρατήρες - πίθοι με πώμα και οι αμφορείς με υψηλό κωνικό πόδι και αντίστοιχο λαιμό.

Βοιωτία

Μέχρι τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. η κεραμική της Βοιωτίας δεν έχει να επιδείξει ιδιαίτερα επιτεύγματα. Την εποχή αυτή διαμορφώθηκε ένας τοπικός γεωμετρικός ρυθμός με δάνεια από την Αττική και την Εύβοια, ο οποίος συνεχίστηκε μέχρι περίπου τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. Ως Ευβοϊκή επίδραση ερμηνεύονται οι οινοχόες με τους ομόκεντρους κύκλους και οι υψηλοί αμφορείς με το κωνικό πόδι. Άλλα διαδεδομένα σχήματα ήταν οι πίθοι, οι αρύβαλλοι, οι πυξίδες και οι κάνθαροι. Οι τελευταίοι ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στη βοιωτική κεραμική παραγωγή σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας.

Οι απεικονίσεις είναι αμελείς στην εκτέλεσή τους, αλλά εμπλουτίζουν τη συνήθη Γεωμετρική θεματολογία (πολεμικές και ταφικές σκηνές) με παραστάσεις κυνηγιού, χορού και της Πότνιας θηρών. Ένα από τα κέντρα παραγωγής της -ίσως μάλιστα το σημαντικότερο- ήταν η Θήβα.


- Δυτική Ελλάδα και Αποικίες

Στο β' μισό του 8ου αιώνα π.Χ. εμφανίστηκε στη δυτική Ελλάδα μία σειρά αγγείων που έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την ύστερη Γεωμετρική κεραμική της Κορίνθου. Η διάταξη όμως των μοτίβων καθώς και η ποιότητα του πηλού συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι πρόκειται για τοπικά προϊόντα. Μέχρι στιγμής έχουν αποδοθεί σε τοπικά εργαστήρια ευρήματα από τη Φωκίδα, την Ιθάκη και την Ήπειρο. Πρόκειται για κρατήρες, αμφορείς και οινοχόες. Από την άλλη μεριά του Ιονίου -στη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία- οι πρώτες αποικίες ιδρύθηκαν γύρω στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ. Είναι, ωστόσο, βεβαιωμένο ότι ευβοϊκή και κορινθιακή κεραμική (σκύφοι με ομόκεντρα ημικύκλια και "σκύφοι") είχε ήδη νωρίτερα φτάσει στις περιοχές αυτές.

Οι Ευβοείς ίδρυσαν την πρώτη αποικία, τις Πιθηκούσσες, στην Ίσχια -ένα νησί στον κόλπο της Νάπολης- κατά το β' τέταρτο του 8ου αιώνα και πολύ σύντομα την Κύμη στην απέναντι ακτή. Στις Πιθηκούσσες αναπτύχθηκε μία κατηγορία Ύστερης Γεωμετρικής κεραμικής που συνδύαζε στοιχεία από την Ερέτρια και την Κόρινθο. Από εκεί εξαγόταν στην Ιταλική ενδοχώρα και στις Φοινικικές αποικίες της δυτικής Μεσογείου, όπως στην Καρχηδόνα. Βρήκε μάλιστα πολλούς μιμητές, τόσο από τους Ετρούσκους όσο και από τους Φοίνικες της Ιβηρικής. Τα σχήματα που κυριάρχησαν στο εργαστήρι των Πιθηκουσσών είναι ο κρατήρας, η κωνική οινοχόη, η λήκυθος, ο σκύφος και η Κορινθιακή κοτύλη.

Οι εικονιστικές παραστάσεις τους δε, διακρίνονται τόσο για την επιμελή εκτέλεση όσο για την πρωτοτυπία τους. Αξιομνημόνευτες είναι μία σκηνή ναυαγίου σε κρατήρα και μία παράσταση του "δέντρου της ζωής", χαρακτηριστική εικόνα ανατολικής έμπνευσης. Τέλος, από την Ίσχια προέρχεται και ένα όστρακο που φέρει την πιο πρώιμη υπογραφή κεραμέα.


- Ανατολική Ελλάδα και Κυκλάδες

Κυκλάδες

Σε όλη τη διάρκεια της Γεωμετρικής περιόδου η κεραμική των Κυκλάδων αντανακλά Αττικά πρότυπα. Οι ιδιατερότητες ορισμένων εργαστηρίων έγιναν εντονότερες κυρίως στο β' μισό του 8ου αιώνα π.Χ. Στη Μήλο κατασκευάζονταν κρατήρες (και βάσεις για κρατήρες) διακοσμημένοι με πουλιά και αιγάγρους. Από τη Νάξο προέρχονται δύο τύποι αμφορέων: ο ένας είναι ανάλογος με εκείνους της μέσης Γεωμετρικής φάσης στην Αττική, ενώ ο άλλος χαρακτηριστικά υψηλός και με ταινιωτή διακόσμηση.

Οι εικονιστικές παραστάσεις των Ναξιακών αγγείων ενέπνευσαν πιθανόν ανάλογες δημιουργίες στην Εύβοια. Από το Παριανό εργαστήριο ξεχωρίζουν ορισμένοι αμφορείς, η παραγωγή των οποίων συνεχίστηκε και κατά το α' μισό του 7ου αιώνα π.Χ. Τέλος από τη Θήρα προέρχεται μία σειρά αμφορέων με αραιά Γεωμετρικά σχέδια προσεκτικά εκτελεσμένα. Κεντρική θέση κατείχε συνήθως ένα σχηματοποιημένο άνθος εγγεγραμμένο σε κύκλο.

Ανατολική Ελλάδα

Όπως στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας -με εξαίρεση την Αττική και την Κρήτη- έτσι και στην ανατολική Ελλάδα μόνον η Ύστερη Γεωμετρική κεραμική αξίζει μνείας. Η Ρόδος υπήρξε σημαντικό κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου, καθώς βρισκόταν στο θαλάσσιo δρόμο που συνέδεε την κυρίως Ελλάδα και την Ιωνία με την Κύπρο, τη Φοινίκη και την Αίγυπτο.

Η κεραμική του νησιού φανερώνει τις επιδράσεις ποικίλων παραδόσεων που συναντήθηκαν στο νησί. Κρατήρες, κάνθαροι, οινοχόες και χαρακτηριστικοί Κυπριακοί τύποι -όπως το λεγόμενο "Κυπριακό φλασκί"- αποτελούν τα περισσότερο διαδεδομένα σχήματα. Στη διακόσμηση παρεισέφρησαν αρκετά ανατολίζοντα μοτίβα: δέντρα, πλοχμοί και ρομβοειδείς συνθέσεις. Στη Σάμο και τη Χίο εμφανίστηκαν στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. οι πρόδρομοι των τύπων που κυριάρχησαν στην τοπική κεραμική στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου (π.χ. ο Χιακός κάλυκας).

Για την κεραμική μεγάλων κέντρων -όπως η Μίλητος, η Έφεσος και η Σμύρνη- τα στοιχεία είτε είναι ανεπαρκή λόγω περιορισμένης ανασκαφικής δραστηριότητας, είτε παραμένουν ακόμη αδημοσίευτα. Στη βόρεια Ιωνία το χαρακτηριστικότερο σχήμα ήταν οι "κύλικες με πτηνά" , των οποίων η παραγωγή συνεχίστηκε μέχρι τον 6ο αιώνα π.Χ. Τέλος, από την περιοχή της Αιολίδας γνωρίζουμε ελάχιστα δείγματα διακοσμημένης κεραμικής. Αντιθέτως καλά τεκμηριωμένη είναι η παραγωγή μίας ακόσμητης γκρίζας κεραμικής που ονομάζεται Αιολικό μπούκερο (bucchero) και συνδέεται μάλλον με Φρυγικές και Λυδικές επιρροές.


- Κρήτη

Η Κρήτη είναι η περιοχή όπου διακρίνεται καλύτερα η συνέχεια της Μυκηναϊκής παράδοσης διαμέσου των Σκοτεινών Χρόνων. Ίσως μάλιστα οι μετακινήσεις πληθυσμών από την Πελοπόννησο προς την Κρήτη και την Κύπρο να συνετέλεσαν στη διατήρηση της τεχνογνωσίας των χρηστικών τεχνών, όπως της κεραμικής. Τα σημαντικότερα κέντρα ήταν τα ίδια με εκείνα της προηγούμενης περιόδου: η Κνωσός, η Φαιστός και η Γόρτυς. Στην Πρωτογεωμετρική φάση (1050 - 900 π.Χ.) οι Κρητικοί κεραμείς φαίνονται εξοικειωμένοι με τα Αττικά διακοσμητικά πρότυπα, εφαρμόζοντάς τα μερικές φορές σε σχήματα με μακρά παράδοση, όπως στους ψευδόστομους αμφορείς.

Από την άλλη τα πτηνόσχημα αγγεία φανερώνουν Κυπριακές επιρροές. Τέλος, δε λείπουν και οι ελεύθερες αποδόσεις σκηνών κυνηγιού και μάχης. Οι γνώσεις μας για το α' μισό του 9ου αιώνα π.Χ. είναι περιορισμένες, ενώ στο β' μισό του εμφανίζεται μία τεχνοτροπία που έχει ονομαστεί Πρωτογεωμετρικός ρυθμός Β'. Στην πραγματικότητα, όμως, τα χαρακτηριστικά του είναι ανατολίζοντα με κυρίαρχα μοτίβα τον πλοχμό, την έλικα και το τόξο. Αν και οι σχέσεις με την Κύπρο είναι διαπιστωμένες την εποχή αυτή, η πηγή έμπνευσής του θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στη συριακή μεταλλοτεχνία, της οποίας έργα εισάγονταν και έβρισκαν μίμηση στο νησί.

Τον 8ο αιώνα π.Χ. ξεχωρίζει η παραγωγή του εργαστηρίου της Κνωσού. Μειώνεται η συχνότητα των εικονιστικών παραστάσεων και τα σπουδαιότερα σχήματα αγγείων είναι: ο πίθος με κάθετα τοιχώματα, ο πίθος με ωοειδές σώμα και τρεις ταινιωτούς ποδίσκους και το λεγόμενο "Κυπριακό φλασκί". Πρόκειται για ένα είδος οινοχόης με σφαιρικό σώμα και υψηλό λαιμό, ένα ιδιαίτερα προσφιλές σχήμα στην Κύπρο.


Ελεφαντόδοντο

Στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων, για έναν περίπου αιώνα, φαίνεται πως είχε διακοπεί κάθε επικοινωνία με την Ανατολή. Κατά συνέπεια, εξέλειψαν και όλα τα προϊόντα από εισηγμένα πολύτιμα υλικά. Πηγή του ελεφαντόδοντου ήταν η Συρία, όπου σύμφωνα με τους ειδικούς υπήρχαν ακόμα άγριοι ελέφαντες. Τα πρώτα δείγματα ελεφάντινων αντικειμένων, μετά το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου, είναι ένα αγαλμάτιο πάπιας και μία σφραγίδα από τον Κεραμεικό που χρονολογούνται στα μέσα του 9ου και στις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. αντίστοιχα. Μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχουν τα δύο σχεδόν ακέραια γυμνά γυναικεία ειδώλια που βρέθηκαν στο Δίπυλο μαζί με τα κομμάτια από άλλα τρία.

Τα δύο καλοδιατηρημένα παριστάνουν μορφές με πόλο στο κεφάλι και με τα χέρια κολλημένα στους μηρούς. Οι ανατομικές αναλογίες τους είναι περισσότερο φυσιοκρατικές απ' ό,τι στα σύγχρονά τους χάλκινα ειδώλια, γεγονός που οφείλεται εν μέρει στις ιδιότητες του ελεφαντόδοντου. Το υλικό αυτό -όπως και το ξύλο- επιτρέπει την ομαλή λάξευσή του καθώς και την απόδοση πλαστικότητας και όγκου. Οι φιγούρες του Διπύλου έχουν θεωρηθεί θεότητες και οι περισσότεροι ερευνητές τις συγκρίνουν με ανάλογες μορφές από ελεφαντόδοντο, διαδεδομένες στη Συρία και τη Φοινίκη κατά τον 9ο και 8ο αιώνα π.Χ.

Οι ομοιότητες είναι εμφανείς με ειδώλια της θεάς Ιστάρ ή Αστάρτης από τη Nimrud, που κατασκευάζονταν στο βορειοσυριακό βασίλειο της Χάμα μέχρι περίπου το 720 π.Χ. και εισάγονταν στη Ρόδο και την Κρήτη. Τα ειδώλια όμως του Διπύλου είναι έργα Ελλήνων τεχνιτών (ίσως Ιώνων), οι οποίοι προσάρμοσαν τα εύσαρκα ανατολικά μοντέλα στο Ελληνικό Γεωμετρικό ιδίωμα και χρησιμοποίησαν στις λεπτομέρειες αποκλειστικά Ελληνικά μοτίβα, όπως το μαίανδρο και το ψαροκόκαλο. Η μικρογλυπτική σε ελεφαντόδοντο γνώρισε μεγάλη άνθιση τους ακόλουθους αιώνες (7ο και 6ο π.Χ.) κυρίως στην Ιωνία και τη Σπάρτη. Οι ανασκαφικές έρευνες έφεραν στο φως εξαίρετα δείγματα από την Έφεσο, τις Ερυθρές, τη Σάμο, τη Σπάρτη, την Περαχώρα και τους Δελφούς.


ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Οι μεγάλες αλλαγές που ακολούθησαν την καταστροφή των Μυκηναϊκών ανακτόρων επηρέασαν και την εξέλιξη των λατρευτικών συνηθειών. Παρότι διαφαίνεται η συνέχεια του Ελληνικού πανθέου, είναι εξίσου βέβαιο ότι η αποδιοργάνωση του κοινωνικού ιστού και οι μετακινήσεις πληθυσμών μετέβαλαν τόσο τις λατρευτικές όσο και τις ταφικές πρακτικές. Οι αρχαιολογικές έρευνες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι διακόπηκε η λατρεία στα μικρά ιερά των ανακτόρων και νέα κέντρα λατρείας εμφανίστηκαν σε διάφορες τοποθεσίες, άλλοτε μέσα σε οικισμούς, άλλοτε στα όριά τους και μερικές φορές σε απομακρυσμένες περιοχές ή σε κορυφές βουνών. Μία ειδική μορφή ηρωικής ή ταφικής λατρείας εμφανίζεται συχνά σε παλαιούς Μυκηναϊκούς τάφους.

Στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων εντοπίζεται λατρευτική δραστηριότητα στην Ασίνη της Αργολίδας, στα Νιχώρια της Μεσσηνίας, στην Κομποθέκρα της Ηλείας, στο Καλαπόδι της Φωκίδας και σε σπήλαιο του Υμηττού στην Αττική. Παράλληλα εμφανίζονται και τα πρώτα στοιχεία λατρείας των θεών του δωδεκάθεου σε ιερά που επρόκειτο να έχουν μακραίωνη παρουσία, όπως αυτά της Αρτέμιδος στη Μουνιχία και στη Βραυρώνα Αττικής, του Δία στην Ολυμπία, του Απόλλωνα στη Σπάρτη, της Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα, του Ποσειδώνα στον Ισθμό και της Ήρας στο Άργος και στη Σάμο. Υπήρχαν βέβαια και πολλά μικρά ιερά για τους άλλους θεούς, τα οποία ωστόσο δεν άφησαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα.

Στη Μέση Γεωμετρική περίοδο (γύρω στο 800 π.Χ.) ιδρύθηκαν αρκετοί καινούργιοι ναοί όπως της Αρτέμιδος στην Έφεσο, της Ήρας στην Περαχώρα και του Απόλλωνα στην Ερέτρια. Σε πολλούς από αυτούς άρχισαν να τοποθετούνται ήδη λατρευτικά αγάλματα και οι βάσεις τέτοιων αγαλμάτων έχουν βρεθεί στην Έφεσο και στη Δρήρο της Κρήτης. Στο αγροτικό ιερό του Καρφιού στην Κρήτη φαίνεται αδιάρρηκτη η συνέχεια της λατρείας από τους ύστερους Μυκηναϊκούς χρόνους ως τη Γεωμετρική περίοδο. Εξάλλου, οι αναφορές της Ιλιάδας στο ξόανο της Αθηνάς στην Τροία επιβεβαιώνουν τη σημασία του λατρευτικού αγάλματος ως έκφανση της θείας παρουσίας μέσα στην κοινότητα.

Τέλος, οι ανασκαφές στα διάφορα ιερά της εποχής παρείχαν σημαντικά στοιχεία για τα αναθήματα. Η ποσότητα και η ποικιλία των ευρημάτων μας επιτρέπει να μιλάμε, με βάση τα στατιστικά στοιχεία, για μία ραγδαία αύξηση των αναθηματικών προσφορών από τα μέσα του 9ου αιώνα και ύστερα. Πρόκειται κυρίως για πόρπες, περόνες, κεραμική και πήλινα ειδώλια. Τα αναθήματα, τα κατάλοιπα προσφορών και θυσιών, οι παραστάσεις στα Αττικά αγγεία και τα κτερίσματα των τάφων φανερώνουν μία συστηματοποίηση των τελετουργιών κατά τον 8ο αιώνα π.Χ.

Μύθος και Τελετουργία

Ήδη από τα τέλη του περασμένου αιώνα, η επιστήμη της θρησκειολογίας διέκρινε στις διάφορες τελετουργίες το σημαντικότερο και καταλληλότερο υλικό, για να κατανοήσει και να ερμηνεύσει τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε η θρησκευτική συνείδηση στα πρώιμα στάδια της ανθρώπινης κοινωνίας. Μέχρι τότε η προσέγγιση αυτή γινόταν κυρίως μέσω των μύθων, οι οποίοι έχουν συνήθως στενά τοπικό χαρακτήρα και ως επί το πλείστον δημιουργήθηκαν ή προσαρμόστηκαν κατά τρόπο ώστε να εξηγούν εκ των υστέρων μία προϋπάρχουσα ιεροτελεστία. Στα πρώιμα στάδιά της η θρησκειολογική έρευνα απέδιδε τις τελετουργίες στον πρωτογονισμό και τη φαντασία των ανθρώπων.

Σήμερα, ωστόσο, (χάρη και στη συμβολή των εθνογραφικών μελετών από τους "αποδομητές" και τους "μελετητές της συμπεριφοράς") η τελετουργία τείνει να θεωρείται ένα αυτόνομο σύστημα παράλληλο με αυτό της γλώσσας. Υπό αυτή την οπτική, η τελετουργία είναι μία συμβολική ενέργεια που έχει απομακρυνθεί ή αποκοπεί εντελώς από τον αρχικό της χαρακτήρα. Απευθύνεται στο εξωανθρώπινο στοιχείο που γίνεται αντιληπτό ως "ιερό" ή ως "ισχυρό" και η κοινωνική λειτουργία της συνίσταται στη δημιουργία συνείδησης ομαδικότητας, αλληλεγγύης και επικοινωνίας των μελών της ομάδας.

Η αρχή της Ελληνικής θρησκείας -όπως και όλων των άλλων θρησκειών- βρίσκεται πολύ κοντά στη μαγεία, η οποία ωστόσο κατά τη Γεωμετρική περίοδο είχε ήδη υποχωρήσει αισθητά. Στη θέση της είχε αναπτυχθεί ένα πολύπλοκο σύστημα θρησκευτικών αξιών και μία ευμετάβλητη αλλά ξεκάθαρη ιεραρχία. Στη βάση ολόκληρου του συστήματος υπήρχε μία πλειάδα μύθων για την Κοσμογονία, οι οποίοι διατηρήθηκαν με όλες τις αντιφάσεις και τις διαπλοκές τους μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Ακολουθούσαν διάφοροι άλλοι μύθοι, θεμελιώδεις για την ανθρώπινη υπόσταση και γνωστοί με τη μία ή την άλλη μορφή στους περισσότερους αρχαίους πολιτισμούς.

Ανάμεσά τους καίρια θέση κατέχουν μύθοι όπως εκείνος του θανάτου και της αναγέννησης, του κατακλυσμού, της γνώσης ως θείας προσφοράς, της αρπαγής, της πολιορκίας, του ταξιδιού και του ανταλλάγματος. Αρκετές από τις τελετουργίες είχαν χαρακτήρα αναμνηστικό. Υποτίθεται ότι τελούνταν σε ανάμνηση του μυθικού κατορθώματος κάποιου θεού ή ήρωα. Άλλες πάλι είχαν χαρακτήρα αποτρεπτικό, καθαρτικό ή επικλητικό. Οι μύθοι που συνδέονταν με αυτές εξυπηρετούσαν διαφορετικού χαρακτήρα ομάδες ή κοινωνικά φαινόμενα.

Άλλες ήταν οι τελετουργίες της οικογένειας και άλλες της φυλής, άλλο ρόλο επιφύλασσαν στους εφήβους και άλλο στους ηλικιωμένους, διαφορετικούς στόχους επιδίωκαν οι γεωργοί με τις ιεροτελεστίες τους και διαφορετικούς οι πολεμιστές. Υπήρχαν τελετουργίες ειδικές για τη μύηση στα μυστήρια της ζωής και του θανάτου, για το κυνήγι, για την αποτροπή των λοιμών, για την ανάληψη καθηκόντων και υποχρεώσεων, για την αναχώρηση σε ταξίδι ή σε πόλεμο. Η μελέτη τους και η αντιπαραβολή τους με τους μύθους μπορεί να φωτίσει την αλληλεπίδραση της θρησκείας και της κοινωνικής οργάνωσης των Ελλήνων από τη σύσταση κιόλας των πόλεων - κρατών στο τέλος της Γεωμετρικής περιόδου.


Ταφικά Έθιμα

- Αθήνα

Στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων η κυρίαρχη πρακτική στα Αθηναϊκά νεκροταφεία ήταν η καύση. Ο νεκρός καιγόταν σε πυρά που στηνόταν σε σημείο διαφορετικό από εκείνο του τάφου και στη συνέχεια η τέφρα και τα οστά τοποθετούνταν σε ένα κεραμικό αγγείο, το οποίο θαβόταν σε έναν απλό λάκκο. Το σχήμα του αγγείου διέφερε ανάλογα με το φύλο: αμφορείς με λαιμό και κρατήρες για τους άντρες και αμφορείς με λαβές στην κοιλιά για τις γυναίκες. Μαζί με το ταφικό αγγείο τοποθετούνταν και άλλα κεραμικά και μεταλλικά κτερίσματα. Περί το 800 π.Χ. ο ενταφιασμός αντικατέστησε την καύση του νεκρού και μειώθηκαν αισθητά τα πολύτιμα κτερίσματα.

Την ίδια εποχή στο νεκροταφείο του Διπύλου χρησιμοποιήθηκαν υπερμεγέθη αγγεία ως ταφικά σήματα. Τα αγγεία αυτά ήταν αρκετά προσεγμένα ως προς την κατασκευή και η διακόσμησή τους περιελάμβανε συνήθως και εικονιστικές παραστάσεις. Στο τέλος του 8ου αιώνα π.Χ. άρχισαν να θάβουν και παιδιά στα νεκροταφεία των ενηλίκων. Τα κτερίσματα δεν τοποθετούνταν πια απευθείας στον τάφο, αλλά σε ειδικό λάκκο προσφορών σκαμμένο δίπλα του. Τέλος γύρω στο 700 π.Χ. επανήλθε στη μόδα η καύση, αλλά τώρα λάμβανε χώρα ακριβώς στο σημείο ταφής και όχι σε ξεχωριστή πυρά (δευτερογενής). Ταυτόχρονα σταμάτησαν σχεδόν εντελώς οι ταφές μέσα στα όρια του οικισμού.

- Άλλες περιοχές

Παρόμοιες αλλαγές συντελέστηκαν και σε άλλες πόλεις. Στην Κόρινθο γύρω στο 750 και στο Άργος γύρω στο 700 π.Χ. καθιερώθηκε η συστηματική χρήση των νεκροταφείων, πράγμα που φανερώνει μία θεσμική και διοικητική ανάπτυξη της πόλης. Η καύση ήταν διαδεδομένη στην Εύβοια, τη Βοιωτία, τη Φωκίδα και την Κρήτη. Στο Άργος, όμως, ο ενταφιασμός συνεχίστηκε στη διάρκεια του 8ου αιώνα και αντικαταστάθηκε από καύση μόλις στα 700 π.Χ. Στην Κόρινθο πάλι η καύση δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής. Η μείωση των κτερισμάτων σε ποιότητα και ποσότητα, εκτός από την Αθήνα εμφανίζεται και στις άλλες πόλεις με μικρές χρονικές αποκλίσεις.

Οι αλλαγές αυτές ερμηνεύτηκαν από τους ειδικούς όχι ως μεταβολές στις λατρευτικές δοξασίες, αλλά ως απόρροια των κοινωνικών αλλαγών. Η ταυτόχρονη παρουσία γεωμετρικών αγγείων και χρυσών διαδημάτων με ανατολίζουσες παραστάσεις φανερώνει το διχασμό των εύπορων τάξεων να επιλέξουν ανάμεσα στη συντηρητική τοπική παράδοση και τις έντονες εξωτερικές επιδράσεις, που κατέστησαν δυνατές μέσω της αύξουσας εμπορικής δραστηριότητας.

Τέλος, η επιλογή μεταξύ του ενταφιασμού και της πρωτογενούς ή δευτερογενούς καύσης συνδέεται με το υψηλό κόστος των δύο τελευταίων και αντανακλά το εύρος της κοινωνικής διαφοροποίησης. Η ελαχιστοποίηση, ωστόσο, των διαφορών που παρατηρείται προς τα τέλη της περιόδου θα πρέπει να ερμηνευθεί ως σταδιακή επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών.


Ηρωικές Λατρείες

Κατά τη Γεωμετρική περίοδο αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μία καινούργια μορφή λατρείας, που την αποκαλούμε συνήθως ταφική ή ηρωική. Οι παλαιότεροι θολωτοί ή θαλαμωτοί Μυκηναϊκοί τάφοι αποτέλεσαν σημεία λατρευτικής και τελετουργικής δραστηριότητας που εμφανίζεται συνήθως με τη μορφή προσφορών και κτερισμάτων. Οι παλαιότερες ενδείξεις τέτοιας λατρείας χρονολογούνται στο β' μισό του 8ου αιώνα π.Χ. και προέρχονται από διάφορα σημεία του Ελλαδικού χώρου με εξαίρεση την Κρήτη, τη Θεσσαλία και τη βορειοδυτική Πελοπόννησο. Δεν είναι τυχαίο ότι στις περιοχές αυτές είχε συσπειρωθεί και επιβιώσει η Μυκηναϊκή παράδοση.

Βέβαια εκτός από τους τάφους υπήρχαν και άλλα σημεία όπου λατρεύονταν οι ήρωες της Μυκηναϊκής εποχής, όπως το Μενελάειο στη Σπάρτη. Τα περισσότερα στοιχεία προέρχονται από το Άργος, τις Μυκήνες και τη Μεσσηνία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην Αττική, η ταφική λατρεία αποτελούσε είτε μία τοπική ιδιαιτερότητα (Θορικός) είτε υπόθεση μίας ολιγομελούς ελίτ (Αχαρνές). Αλλού πάλι, όπως στο Μεδεώνα της Φωκίδας, η λατρεία αυτή επιβίωσε και στα Αρχαϊκά χρόνια. Άλλωστε, δε λείπουν και οι αναφορές αρχαίων συγγραφέων σε ηρώα (τάφους ηρώων από την εποχή της Τρωικής εκστρατείας ή και παλαιότερα) που ήταν δημοφιλή ακόμα και στα Ρωμαϊκά χρόνια.

Με αφορμή το γεγονός αυτό έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η ηρωική και ταφική λατρεία επηρεάστηκε από τη διάδοση των Ομηρικών επών. Ωστόσο, δε διαθέτουμε καμιά ένδειξη για τη διάδοση των Ομηρικών επών στην κυρίως Ελλάδα στη διάρκεια του 8ου αιώνα π.Χ. Από την άλλη πλευρά, στην Ιωνία -όπου τα έπη ήταν γνωστά- δεν έχουν μέχρι σήμερα εντοπιστεί ίχνη τέτοιας λατρείας. Οι παρατηρήσεις αυτές καθιστούν μάλλον αβάσιμη τη σύνδεση της ηρωικής λατρείας με την επική ποίηση.

Το Δωδεκάθεο

Στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων και της Γεωμετρικής περιόδου διαμορφώθηκε η σύνθεση του Ελληνικού Δωδεκάθεου. Απαρτιζόταν από ατομικούς προσωποποιημένους θεούς και πιθανόν να οφείλει την προέλευσή του σε μία Μικρασιατική παράδοση Δώδεκα Θεών, γνωστή από την Ξάνθο της Λυκίας και τη Γιαζιλίκαγια. Ο αριθμός παραμένει σταθερός, αλλά τα ονόματα διαφέρουν στις αναφορές των διαφόρων πηγών. Η συχνότερη μεταβολή που παρατηρείται είναι η αντικατάσταση της Εστίας από το Διόνυσο. Η Γεωμετρική τέχνη, ωστόσο, δεν επιτρέπει την αδιαμφισβήτητη ταύτιση των εικονιζόμενων μορφών με κάποιους θεούς, εξαιτίας της αφαιρετικής και σχηματικής προσέγγισής τους.

Από τις πολλές μεταγενέστερες απεικονίσεις εκείνη που οριστικοποίησε τη σύνθεση του Δωδεκάθεου είναι η ζωφόρος του Παρθενώνα. Μεταξύ των δώδεκα οι νεότεροι ερευνητές διακρίνουν διάφορες ομάδες θεών: πατριαρχικούς, όπως ο Ζευς και ο Ποσειδώνας, νεαρούς θεούς, όπως ο Απόλλων και ο Ερμής, θεές που προέρχονται από μία πανάρχαια μητριαρχική παράδοση, όπως η Ήρα και η Δήμητρα, και θεές παρθένες, όπως η Αθηνά και η Άρτεμις. Ο Ζευς ήταν ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος θεός. Το όνομά του τον συνδέει με τον Ινδικό Θεό του ουρανού Dyaus pitar και το Ρωμαϊκό Diespiter / Jupiter που σημαίνει Ουράνιος Πατέρας.

Ταυτόχρονα ήταν και ο θεός των καιρικών φαινομένων, του οποίου η χαρακτηριστικότερη επιφάνεια ήταν ο κεραυνός. Λατρευόταν με πολλές επωνυμίες μεταξύ των οποίων: Υέτιος, Ελευθέριος, Ελλάνιος, Δικταίος. Γυναίκα του ήταν η Ήρα, το όνομα της οποίας ίσως σημαίνει "ώριμη για γάμο". Την ΄Ήρα χαρακτηρίζει μία ιδιαίτερη σχέση με το ναό. Οι περισσότεροι πρώιμοι ναοί είναι αφιερωμένοι σε αυτήν (Σάμος, Άργος, Περαχώρα, Ολυμπία). Η αρμοδιότητά της ως προστάτιδα του γάμου επιδέχεται ποικίλες ερμηνείες ανάλογα με τους μύθους και τις τελετές της κάθε περιοχής.

Ο Ποσειδώνας του οποίου το όνομα ερμηνεύεται συνήθως ως "σύζυγος της γης", ήταν θεός της θάλασσας και -όπως είναι αναμενόμενο- έχαιρε ιδιαίτερης δημοτικότητας μεταξύ των Ελλήνων. Η λατρεία του στη Μυκηναϊκή Πύλο, στην Αμφικτυονία της Καλαυρείας, στον Ισθμό της Πελοποννήσου και στη Μυκάλη της Ιωνίας συνδέθηκε με την καταγωγή των παλαιότερων Ελληνικών φύλων (Ίωνες, Αιολείς, Βοιωτοί). Η Αθηνά φαίνεται πως πήρε το όνομά της από την πόλη της Αθήνας και όχι η πόλη από τη θεά. Αυτό προκύπτει από τις μυκηναϊκές πινακίδες, όπου εμφανίζεται η "δέσποινα της Αθάνας" (η Κυρά της Αθήνας).

Θεά πολεμική και προστάτιδα των ακροπόλεων και των τειχών φέρει συχνά το επίθετο Πολιάς και Πρόμαχος, ενώ οι ειρηνικές δραστηριότητες βρίσκονται υπό την προστασία της Αθηνάς Εργάνης. Το προομηρικό όνομα του Απόλλωνα ήταν Απέλλων και συνδεόταν με το θεσμό των ετήσιων συναθροίσεων που καλούνταν απέλλες. Ήταν ο θεός που εξέφραζε την ακμή της νεότητας και τον τιμούσαν ως: Αρχηγέτη, Επικούριο, Λύκειο, Δελφίνιο, Πύθιο και Μουσαγέτη. Ως προστάτης των Μουσών και Θεός της μαντικής διατηρούσε ταυτόχρονα και μία πανάρχαιη καταστροφική διάσταση, που ανάγεται σε συροφοινικικά και χεττιτικά πρότυπα.

Η σφαίρα επιρροής της Αρτέμιδος, αδελφής του Απόλλωνα, κάλυπτε έναν ευρύ χώρο από το κυνήγι και τα ζώα μέχρι το γάμο και τον τοκετό. Η ιδιότητά της ως Πότνια θηρών και θεά της φύσης τη συνδέει με τη μικρασιατική Κυβέλη. Η Aφροδίτη η θεά της ευχάριστης ολοκλήρωσης του ερωτισμού, οφείλει την καταγωγή της στη σημιτική θεά Ιστάρ - Αστάρτη. Το Ελληνικό της όνομα συνδέεται με το μύθο της γέννησής της στον αφρό της θάλασσας της Κύπρου. Ο Ερμής, θεός αγγελιοφόρος και ψυχοπομπός, ήταν ο κατεξοχήν αρμόδιος για τις μεταβατικές καταστάσεις και τη μετακίνηση.

Ερμάς ονομαζόταν αρχικά ένας σωρός από πέτρες και στη συνέχεια μία στήλη με φαλλικό σύμβολο που σηματοδοτούσε κάποιο όριο ή μία κατεύθυνση. Η Δήμητρα ήταν -όπως δείχνει και το όνομά της- η Θεά μητέρα και η θεά της γεωργίας και της συγκομιδής, χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται ποτέ με τη γη. Ο Διόνυσος, ο θεός του οίνου και της μανίας, φέρει στο πρώτο συνθετικό του ονόματός του το όνομα του πατέρα του Δία. Θεωρείται ότι "εισήχθη" από τη Φρυγία ή τη Λυδία κατά τον 8ο ή 7ο αιώνα π.Χ., αλλά μέχρι σήμερα αυτό δεν έχει εξακριβωθεί με βεβαιότητα.

Ούτε ο ΄Ήφαιστος είχε Ελληνική καταγωγή, αφού στη γενέτειρά του τη Λήμνο είχε διατηρηθεί πληθυσμός μη Ελληνικός μέχρι και τον 6ο αιώνα π.Χ.  Ήταν ο Θεός της φωτιάς και της μεταλλουργίας. Τέλος, ο ΄Aρης ήταν ένας θεός χωρίς ιδιαίτερη δημοτικότητα. Φαίνεται πως πρόκειται για την προσωποποίηση του επιθέτου Άρειος, το οποίο στην Ιλιάδα αποδίδεται σε διάφορους Θεούς και σημαίνει πολεμικός ή μάχιμος. Αν και οι αντίπαλοι τον θυμούνταν πάντα πριν τις μάχες, ο Άρης σε λίγα μόνο μέρη είχε ναό και απολάμβανε οργανωμένη λατρεία.


Άλλοι Θεοί

Εκτός από το Δωδεκάθεο υπήρχε μία πλειάδα από ελάσσονες Θεούς με αρκετές διαφορές μεταξύ τους ανάλογα με τον τόπο λατρείας. Η Εστία, που κάποτε συμπεριλαμβανόταν και στους δώδεκα, ήταν η Θεά της εστίας της οικογένειας και της πόλης. Η Ειλείθυια ήταν η Θεά του τοκετού και θεωρείται ότι το όνομά της προήλθε από το ρηματικό τύπο "ελεύθυια" (η ερχόμενη). Σχετιζόταν άλλοτε με την Ήρα και άλλοτε με την Άρτεμη και τα ιερά της βρίσκονταν έξω από τα όρια της πόλης. Ένας άλλος προομηρικός Θεός ήταν ο Ενυάλιος, θεός του πολέμου, που στην Ιλιάδα ταυτίζεται με τον Άρη. Η Εκάτη αποτελούσε ξεχωριστή Θεότητα -τουλάχιστον ως τα Κλασικά χρόνια- όταν άρχισε όλο και συχνότερα να ταυτίζεται με την Άρτεμη.

Ήταν η Θεά της Σελήνης, των νυχτερινών τελετουργιών, της μαγείας αλλά και των οδών, για αυτό αποκαλούνταν και Ενοδία. Η καταγωγή της ήταν Καρική και το σημαντικότερο ιερό της βρισκόταν στη Λάγινα της Καρίας. Από την αχανή οικογένεια των θεών, των ημίθεων και των ηρώων αξίζει να αναφέρουμε και ορισμένες θεότητες που η λατρεία τους είχε καθαρά τοπικό χαρακτήρα. Ο τιτάνας Προμηθέας για παράδειγμα λατρευόταν κυρίως στην Αθήνα, συχνά σε συνδυασμό με τον Ήφαιστο, γιατί και οι δύο χειρίζονταν τη φωτιά. Όμως, ενώ ο Ήφαιστος ήταν μεταλλουργός, ο Προμηθέας ήταν κεραμέας. Η Λητώ, η μητέρα της Άρτεμης και του Απόλλωνα, λατρευόταν κυρίως στην Κρήτη και τη Λυκία.

Στις θαλάσσιες θεότητες ανήκε η Θέτιδα που λατρευόταν στη Φάρσαλο και τη Σηπιάδα της Θεσσαλίας καθώς και στη Σπάρτη. Ο γιος της Αχιλλέας λατρευόταν ως Ποντάρχης, δηλαδή ως κύριος της Μαύρης θάλασσας. Μία άλλη αντίστοιχη θαλασσινή Θεότητα ήταν η Λευκοθέα, η οποία στη Φιγάλεια λατρευόταν με το όνομα Ευρυνόμη. Τέλος, ένας θαλασσινός γέροντας παρουσιαζόταν από τόπο σε τόπο με διαφορετικά ονόματα: Πρωτεύς, Φόρκυς, Νηρεύς, Γλαύκος. Στα όρια ανθρώπου και ζώου ο Παν απεικονιζόταν ως ένας τραγοπόδαρος, συχνά ιθυφαλλικός θεός. Ήταν πραγματικά ο Θεός των ορίων μεταξύ του πολιτισμένου κόσμου και της άγριας φύσης.


Η λατρεία του ήταν σημαντική στην Αρκαδία, ενώ στην Αττική εμφανίστηκε μόλις στη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ. Υπήρχαν βέβαια απειράριθμες ομαδικές θεότητες όπως οι νύμφες των πηγών και των δασών που συνόδευαν την Άρτεμη, οι Νηρηίδες τις οποίες εξουσίαζε η Θέτιδα, καθώς και οι Σάτυροι, οι Σειληνοί και οι μαινάδες που αποτελούσαν το Διονυσιακό θίασο. Ανάμεσα στις άλλες ομαδικές θεότητες αξίζει να μνημονεύσουμε τις Χάριτες, τις Μοίρες, τις Μούσες, τις Ευμαινίδες ή Ερινύες, τις Ώρες, τους Κορύβαντες, τους Τελχίνες και τους Καβείρους.

ΧΑΡΤΕΣ


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α'