Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Η ζωή χωρίς εξέλιξη είναι αδιέξοδη

Τι είναι, γιατί είναι απαραίτητη και πώς εξασφαλίζεται η δαρβινική εξέλιξη: Μια εξαιρετικά σύντομη εισαγωγή

Η Γη έχει τη δική της ιστορία. Γεννήθηκε πριν από 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια και πέρασε την παιδική της ηλικία (τα πρώτα 400-600 εκατομμύρια χρόνια) ως διάπυρη μάζα. Απέκτησε στερεό φλοιό και θερμοκρασίες συμβατές με τη ζωή, δηλαδή λίγο χαμηλότερες από τη θερμοκρασία βρασμού του ύδατος, πριν από 4 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια. Έκτοτε δεν σταμάτησε να αλλάζει.

Είναι ένας πλανήτης ταραγμένος και ανήσυχος, τόσο από εσωτερικά όσο και από εξωτερικά αίτια. Είδε τον Ήλιο της να αυξάνει σταδιακά τη λαμπρότητά του κατά τα πρώτα στάδια της ύπαρξής της. Την καταστροφική υπεριώδη ακτινοβολία να σαρώνει την επιφάνειά της, μέχρι πριν από 500 εκατομμύρια χρόνια.

Δέχτηκε επανειλημμένα τη βίαιη επίσκεψη κομητών και αστεροειδών, ιδιαίτερα κατά τη νεότητά της.

Αντιμετώπισε μια αρχική μείωση της θερμοκρασίας προς επίπεδα περισσότερο ήπια και πλησιέστερα προς τα σημερινά. Ωστόσο, ακόμα και μετά από αυτή τη σχετική σταθεροποίηση, η θερμοκρασία δεν έπαψε να παρουσιάζει διακυμάνσεις και το κλίμα να γνωρίζει θερμές και ψυχρές περιόδους, υγρές και ξηρές.

Η ατμόσφαιρα, αρχικά ουδέτερη έως ελαφρώς αναγωγική, με πολύ διοξείδιο του άνθρακα και χωρίς οξυγόνο, είδε τη σύστασή της να γίνεται σταδιακά περισσότερο οξειδωτική. με το οξυγόνο να σταθεροποιείται κοντά στο 20% και το διοξείδιο του άνθρακα να αγγίζει αρκετά χαμηλά επίπεδα.

Η αλλαγή αυτή ήταν αποτέλεσμα βιολογικής δράσης, ιδιαίτερα της φωτοσύνθεσης. Εντούτοις, σημαντικές διακυμάνσεις στην περιεκτικότητα των δύο αυτών αερίων σημειώνονται ακόμη και στην πρόσφατη ιστορία της ατμόσφαιρας, κατά τα τελευταία 400 εκατομμύρια χρόνια, οπότε επικρατούν σχετικά σταθερές συνθήκες. Και θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν.

Τέλος, ο στερεός φλοιός δεν σταμάτησε να κινείται, επιπλέοντας επάνω στο ρευστό υπόγειο μάγμα, αλλάζοντας διαρκώς τη θέση των ηπείρων. Και οι συγκρούσεις των τεκτονικών πλακών δεν έπαψαν να απελευθερώνουν δυνάμεις ικανές να ανυψώσουν γιγάντιες οροσειρές. Τις οποίες συνεχώς διαβρώνουν τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα, σμιλεύοντας το ανάγλυφο με κοιλάδες και φαράγγια. Η σημερινή κατάσταση των πραγμάτων είναι το αποτέλεσμα αυτής της αέναης κίνησης.

Οι περισσότερες από τις αλλαγές αυτές υπήρξαν αργές, σταδιακές, και συντελέστηκαν σε τεράστια, στη γεωλογική κλίμακα, χρονικά διαστήματα. Μερικές υπήρξαν αιφνίδιες, βίαιες και καταστροφικές. Οι τελευταίες, παρότι εξαιρετικά σπάνιες, προκάλεσαν βαθύτατα οικολογικά τραύματα, με μεγάλης διάρκειας ή ακόμα και ανεξίτηλα αποτελέσματα.

Σχεδόν τίποτα από αυτά δεν εμπίπτει στην άμεση ανθρώπινη αντίληψη, που συγκροτείται μέσα στις λίγες δεκαετίες της ζωής μας. Μέσα σε αυτό το σύντομο διάστημα, μόλις που καταφέρνουμε να υποψιαστούμε έμμεσα κάτι περισσότερο από το τίποτα, μελετώντας τη γραπτή ιστορία του ανθρώπου, που έχει ηλικία μερικών αιώνων. Ίσως υποψιαστούμε και κάτι παραπάνω, αν ξεπεράσουμε τη δυσπιστία και αποδεχτούμε κάποια δόση αλήθειας στους μύθους για παλιούς κατακλυσμούς και καταποντισμούς.

Ακόμη και έτσι, είναι αμφίβολο αν ο μέσος άνθρωπος μπορεί πρακτικά να αφομοιώσει την ιδέα της αέναης κίνησης των πραγμάτων. Κι όταν νομίζει ότι το έχει καταφέρει, στην πράξη μένει στο στάδιο της διαπίστωσης, καταδικασμένος στην ψευδαίσθηση της σταθερότητας. Ομολογουμένως, στο σύντομο διάστημα της ζωής του, ο άνθρωπος δεν προλαβαίνει να δει και πολλά. Η ζωή όμως, αν φιλοδοξεί να παραμείνει ενεργή επί μακράν, αν επιθυμεί να διαιωνιστεί και να κατακλύσει κάθε γωνιά του πλανήτη, κάθε ξεχωριστό περιβάλλον που μεταβάλλεται στον χώρο και στον γεωλογικό χρόνο, οφείλει να ενσωματώσει στις ιδιότητές της τη δυνατότητα της μακροπρόθεσμης αλλαγής.

Η διαρκής κίνηση λοιπόν, που περιγράψαμε συνοπτικά παραπάνω, αφορά τον γεωλογικό χρόνο. Τα χαρακτηριστικά της, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους η κίνηση αυτή επέδρασε στη ζωή, θα τα εξετάσουμε κάπως λεπτομερέστερα στην ενότητα «Η ζωή άλλοτε», εξετάζοντας παράλληλα και την εξίσου σημαντική επίδραση που έχει η ίδια η ζωή στην ιστορία του πλανήτη. Μελετώντας την αμφίδρομη και διαδραστική σχέση ανάμεσα στη Γη και στη ζωή, που κάποιοι θεωρούν ως ένα κοινό σύστημα, ως έναν τεράστιο οργανισμό με το όνομα Γαία.

Φανταστείτε, σε έναν πλανήτη με αυτά ή ανάλογα χαρακτηριστικά κίνησης και αλλαγής, να εμφανίζεται, σε μία χρονική στιγμή και σε συγκεκριμένη θέση, ένας οργανισμός με τις ιδιότητες που μέχρι τώρα περιγράψαμε, τέλεια προσαρμοσμένος -την τρέχουσα κατάσταση, έτοιμος να απαντήσει σε όλες τις βραχυχρόνιες προκλήσεις των ημερονύκτιων και των εποχικών αλλαγών που θα συναντήσει στη διάρκεια της σύντομης ζωής του.

Με ικανότητα αναπαραγωγής του εαυτού του σε πιστά αντίγραφα-απογόνους, σε κλώνους σταθερούς και σφριγηλούς, απόλυτα ταιριαστούς στο εδώ και τώρα, χωρίς όμως καμία δυνατότητα παρέκκλισης. Με ιδιότητες άκαμπτες και απαράλλακτες θα ευδοκιμούσε τοπικά, χωρίς τη δυνατότητα επέκτασης του ζωτικού του χώρου, δεν θα μπορούσε να δοκιμάσει την τύχη του μεταναστεύοντας σε διαφορετικά περιβάλλοντα.

Μακροχρόνια όμως, σε χρονικά διαστήματα της τάξης των γενεών, ανήμπορος να απαντήσει με επιτυχία στις σταδιακές αλλαγές, θα έβλεπε -πρώην άριστο προσαρμοστικό του δυναμικό να αχρηστεύεται

Ακόμη και αν επιβίωνε όπως-όπως μέσα στα προβλήματα, στην. παρακμή και στον εκφυλισμό, θα εξαφανιζόταν κατά την επόμενη μικρή ή μεγάλη κρίσιμη αλλαγή που θα μετέβαλλε άρδην τι τόπο όπου γεννήθηκε. Στο μεσοδιάστημα βέβαια, θα κάλυπτε τι μέρος εκείνο του ορισμού που λέει ότι «ζωή είναι ένα αυτοσυντηρούμενο σύστημα που στηρίζεται στη χημεία πολυμερών με βάση-τον άνθρακα, λαμβάνει χώρα σε υδατικά διαλύματα και εισάγει ενέργεια από το περιβάλλον για να διατηρήσει την εσωτερική τάξη και πολυπλοκότητα». Δικαιολογημένα κανείς θα προσέθετε «και με ημερομηνία λήξης».

Επεισόδια εμφάνισης ζωής χωρίς τη δυνατότητα δαρβινικής εξέλιξης, αν και όπου πραγματοποιήθηκαν, αποτελούν αδιέξοδα και δεν αφήνουν ίχνη .

Η Γη αλλάζει συνεχώς…

… άλλοτε σταδιακά και άλλοτε βίαια…

… αλλά πάντοτε με όρους γεωλογικού χρόνου. Όρους που δεν γίνονται αντιληπτοί κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής μας.

Ένας οργανισμός άριστα προσαρμοσμένος για τον συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, αλλά χωρίς δυνατότητα εξελικτικής αλλαγής…

… θα ευδοκιμούσε στο ένθα και, στο νυν…

… αλλά θα ήταν καταδικασμένος στο αλλού και στο αεί. Η ζωή χωρίς εξέλιξη είναι αδιέξοδη.

Ο ΕΛΛΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΙ Ο ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΩΝ ΠΛΑΤΩΝ

Εάν με ελληνικό τρόπο επιθυμούμε να διαλεγόμαστε, ας μη συγχωρούνται εύκολα τα κηρυγματικής φύσεως ολισθήματα. Διότι ο ελληνικός τρόπος απεχθάνεται το κήρυγμα. Το κήρυγμα είναι το ναρκωτικό του χριστιανού. Η μαγική ράβδος των ποιμένων του χριστιανικού κοπαδιού. Γιατί πρόκειται περί κοπαδιού; Περί μάνδρας; Μα το λένε οι ίδιοι. Ο τάδε Αρχιμανδρίτης.

Ας αναλογισθούμε αυτό και μόνο: στον χριστιανικό κόσμο, εδώ και δυό χιλιετίες, σε εκατομμύρια επί εκατομμυρίων κηρύγματα που έχουν γίνει, δεν έχει πέσει ούτε μιά ερώτηση! Μάλιστα, ούτε μιά. Βούβα. Τα πρόβατα ξεστομίζουν που και που κανένα μπεε... Ο φιμωμένος άνθρωπος δεν μπορεί να λέγεται Έλληνας. Αυτό είναι ύβρις.

Η ερώτηση κι ο διάλογος, λόγω της μακροχρόνιας βουβαμάρας, φαίνεται ότι πάσχει σοβαρά, ακόμη και σε χώρους όπου υποστηρίζονται ελληνικές θέσεις. Τα θέματα μπορεί να είναι ελληνικού ενδιαφέροντος, αλλά η νοοτροπία γέρνει προς τη μεριά του κηρύγματος.

Η τάδε ομάδα οργανώνει ομιλία με θέμα τα ελληνικά μυστήρια. Καλείται κάποιος ερευνητής του θέματος και αρχίζει το κήρυγμα. Σπανίως θα γίνει κάποια ερώτηση κι εκείνη στο τέλος. Όταν έχουν αποκάμει όλοι από την κηρυγματική μονοτονία. Πριν είχαν πει στον ομιλητή: κοίταξε, μη τους κουράσεις και πολύ. Πάνω-κάτω καμμιά ωρίτσα να κρατήσει η ομιλία σου.

Υπάρχει και τρισχειρότερη συμπεριφορά έναντι του διαλόγου. Ότι ακριβώς αντίθετο από την διαδικασία του αρχαίου συμποσίου. Ένα καθημερινό φαινόμενο του νεοελληνικού βίου. Κάθε φορά που συμποσιάζονται άτομα με κοινά ενδιαφέροντα, αφού φάνε καλά και πολύ, μόλις αρχίζουν να ζαλίζονται από το ποτό, τότε ανοίγουν τα σοβαρότερα ζητήματα. Στην αρχή που ήσαν νηφάλιοι συζητούσαν για το χρηματιστήριο, τα φροντιστήρια των παιδιών τους και ένα σωρό άλλα τόσο σοβαρά θέματα.

Ας ανοίξουμε όμως το θέμα μας. Εάν κάποιος υποστηρίζει ότι υπάρχει ελληνική άποψη περί θεών, θα τον παρακαλούσα να μας την φανερώσει, διότι αγνοώ την ύπαρξη τέτοιου δεδομένου. Είμαι βεβαίως πρόθυμος να αποδεχτώ κάτι τέτοιο όταν μου παρουσιαστούν τα σχετικά ντοκουμέντα.

Υπάρχει όμως κάτι το βέβαιο στο θέμα αυτό: ότι υφίστανται ελληνικές αντιλήψεις περί θεών και μάλιστα αρκετές.

Υποψιάζομαι επί πλέον ότι η «ελληνική άποψη» παραπέμπει σε νοοτροπία μονοθεϊστικής φύσης, παρά το πλήθος των θεοτήτων. Υποστηρίζω μάλιστα ότι ο πολυθεϊκή αντίληψη είναι θέμα περισσότερο ποιοτικώς εξελισσόμενης φύσης παρά στατικώς ποσοτικής.

Οι Έλληνες τροποποιούσαν κατά καιρούς - φυσικά πρόκειται για χρονικά διαστήματα αιώνων και χιλιετιών - τις αντιλήψεις τους περί των θεών και περί του θείου, με παράλληλη τροποποίηση και του μοντέλου του είδους του ανθρώπου που ήθελαν να διαμορφώσουν, διότι γνώριζαν ότι θεοί και άνθρωποι ήσαν συμπαίκτες. Αυτός είναι ο λόγος που ήσαν οι μόνοι που διέθεταν σπουδαία ιστορία και σπουδαίους πολιτισμούς, σε αντίθεση με τους λοιπούς λαούς, οι οποίοι διέθεταν μεν ο καθένας τον σπουδαίο πολιτισμό του, τουλάχιστον αρκετοί απ’ αυτούς, αλλά δεν διέθεταν σπουδαία ιστορία.

Δεν πρόκειται εδώ για μία αξιολογική κρίση λαών. Πρόκειται απλώς για μιά διαπίστωση ιστορικής φύσης. Δηλαδή ο Ινδός άνθρωπος, όπως και οι θεοί του, είναι ο ίδιος μέσα στους αιώνες. Υπάρχει αναμφίβολα ο σπουδαίος Ινδικός πολιτισμός. Δεν υπάρχει όμως Ινδική ιστορία. Τουλάχιστον σπουδαία Ινδική ιστορία. Σας παρακαλώ μη συγχύζεστε και προσέξτε.

Γιατί όταν η οικουμένη των ανθρώπων αποφάσισε να διοργανώσει αθλητικούς αγώνες, στους οποίους λαμβάνουν μέρος αθλητές και αθλήτριες απ’ όλον τον κόσμο, τους ονόμασε Ολυμπιακούς; Λέτε να ήταν τυχαία η εκλογή αυτού του ονόματος. Γιατί όλοι οι λαοί του κόσμου έρχονται στην Ολυμπία για να πάρουν την Ολυμπιακή φλόγα από το ιερό χώρο του Διός;

Δεν υπάρχει και το άγιο φως των χριστιανών που ανάβει «μόνο του ως εκ θαύματος» στην Ιερουσαλήμ; Γιατί αυτό το φως δεν το παίρνουν όλοι οι άνθρωποι του κόσμου παρά μόνον οι χριστιανοί; Γιατί δεν παίρνουν το φως του Χριστού και παίρνουν το φως του Ήλιου; Μήπως επειδή το φως το Ελληνικό το ανάβουν φανερά από τον Ήλιο με κάτοπτρο, ενώ το φως του Χριστού το ανάβουν με απατεωνιά μέσα στο σκότος μιας τρύπας; Μέσα σ’ ένα τάφο;

Γιατί οι γιατροί όλου του κόσμου ορκίζονται δια του όρκου του Ιπποκράτη; Κι αυτό είναι τυχαίο; Γιατί όλες οι επιστήμες και οι τέχνες σ’ όλη την ανθρωπότητα φέρουν ελληνικά ονόματα; Πώς λέγεται η ιστορία παγκοσμίως; Histori. Μάλιστα προφέροντας και την δασεία, διότι αυτό το Η δηλώνει την δασεία, την οποία η χώρα της Ελλάδος τώρα έκρινε περιττή και την απέβαλε από την γραφή της! Πώς λέγεται η αστυνομία παγκοσμίως; Police. Δηλαδή δεν είναι η λέξη πόλις;

Ότι λοιπόν ισχύει για τον Ινδούς και τον πολιτισμό τους, ισχύει και για τους Αιγυπτίους, του Ρωμαίους, τους Ίνκας και τους Πέρσες. Δεν ισχύει επ’ ουδενί όμως για τους Έλληνες.

Άλλοι οι Έλληνες της επικής εποχής, άλλοι της λυρικής και άλλοι της τραγικής. Οι ποιητές, οι οποίοι ουδέποτε εξέλειπαν από τους Έλληνες, εκφράζουν με τον αληθέστερο τρόπο το πνεύμα κάθε εποχής, παράλληλα δε και τον αντίστοιχο τύπο ανθρώπου που υπηρετούν αλλά και που διαμορφώνουν.

Επίσης στις μεταβολές αυτές συμμετέχουν και οι θεοί τους αναγκαστικά, αφού τυγχάνουν από την φύση τους συμπαίκτες των ανθρώπων. Διότι οι θεοί αυτοί δεν είναι θεοί από κάποιον άλλον κόσμό. Δεν είναι θεοί του κόσμου. Είναι ο ίδιος ο κόσμος. Ο κόσμος ο φυσικός κι ο κόσμος ο ανθρώπινος. Πώς λοιπόν οι μεταβολές να μην εγγίζουν και τις δυο πλευρές.

Ο ποιητής της επικής εποχής εξυμνεί κατορθώματα θεών και ανθρώπων. Στην Ιλιάδα πολεμούν στο ίδιο πεδίο θεοί μεταξύ ανθρώπων. Πληγώνονται θεοί από ανθρώπους! Ο ποιητής δεν ασχολείται ούτε στιγμή με τον εαυτό του και τα παθήματά του. Ο ήρωας είναι το επίκεντρο.

Κατά την λυρική περίοδο το ενδιαφέρον στρέφεται σιγά-σιγά στο προσωπικό πεδίο. Στα πάθη του απλού θνητού ανθρώπου. Στον έρωτα. Ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου λαμβάνει την πρωτοκαθεδρία του ενδιαφέροντος. Ο ποιητής περιγράφει τις προσωπικές του περιπέτειες. Η αλλαγή λαμβάνει μερικές φορές ακραίες διαστάσεις.

Επί επικής εποχής ο ρίψασπης (φυγοπόλεμος) ήταν το βδέλυγμα της κοινωνίας. Να όμως που στην λυρική εποχή ο Αρχίλοχος διατείνεται, μέσα από τραγούδι του, ότι δεν δίνει δεκάρα για το γεγονός που στη μάχη του έπεσε η ασπίδα του και την πήρε ένας Πέρσης. Ας την χαίρεται ο Πέρσης, μας τραγουδά. Καλύτερη υπόσχεται να φτιάξει τώρα αυτός.

Βεβαίως δεν υπάρχουν απόλυτες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των διαφόρων εποχών. Ο άνθρωπος της εποχής της τραγικής ποιήσεως, φέρει πάνω του σημάδια εμφανή και από τις δύο προηγούμενες εποχές. Όμως είναι άνθρωπος διαφορετικός από του δυο προηγούμενους. Είναι ο άνθρωπος που θέλει να καλλιεργήσει συνειδητούς πολίτες. Ο άνθρωπος της δημοκρατίας. Αυτός που ερευνά τα πρωταρχικά ανθρώπινα ζητήματα. Την ζωή και τον θάνατο. Την θρησκεία. Τα ήθη του πολιτισμού που προηγήθηκε και τα ήθη που νομίζει ότι πρέπει να αναβαθμιστούν. Τον άνθρωπο αυτόν περιγράφει ο Θουκυδίδης, μέσω του επιτάφιου λόγου του Περικλή.

Στο τέλος της δεύτερης εποχής και στην αρχή της τρίτης λαμβάνει χώρα, για πρώτη φορά παγκοσμίως, η εμφάνιση, στο προσκήνιο της ιστορίας, των επιστημών. Κοσμοϊστορικό γεγονός ανυπολογίστου αξίας. Επίτευγμα του νέου τύπου Έλληνος ανθρώπου. Ο άνθρωπος της επιστημονικής έρευνας. Ένα τεράστιο άλμα της ανθρωπινότητας του ανθρώπου.

Ο επιστήμων άνθρωπος διακηρύττει ότι ο ήλιος δεν είναι θεός αλλά μιά πύρινη σφαίρα. Ότι αυτόν τον κόσμο κανείς θεός ή άνθρωπος δεν τον δημιούργησε, αλλά είναι φωτιά που ανάβει και σβήνει με μέτρο. Ότι η επιληψία, που λέγονταν θεία νόσος, δεν έχει καμμιά σχέση με θεούς, αλλά με τα νεύρα του εγκεφάλου.

Η δεισιδαιμονία δεν μπορεί πλέον να κατέχει τον θρόνο της αμαχητί. Αρχίζει να αισθάνεται τους τριγμούς στα θεμέλιά της. Οι θεοί των Ελλήνων, θεοί φυσικοί και φυσιολογικοί παίρνουν σιγά-σιγά τον ανήφορο για μόνιμη εγκατάσταση στο λαμπρό φως των κορυφών του Ολύμπου. Το έργο τους ευοδώθηκε. Τώρα όλο και λιγότερη ανάγκη θα τους έχει ο λαός τους. Τώρα οι άνθρωποί τους άρχισαν να εισέρχονται στα θεϊκά μονοπάτια. Στους κήπους με τους καρπούς της γνώσης.

Οι θεοί των Ελλήνων δεν θέλουν λαό δούλων όπως ο Γιαχβέ, που τιμώρησε τους ανθρώπους του όταν έφαγαν τον καρπό από το δένδρο της γνώσης. Τι ντροπή για έναν θεό να απαιτεί τη άγνοια. Οι θεοί των Ελλήνων οδηγούσαν τους ανθρώπους τους στην γνώση, στον εξανθρωπισμό. Και να τώρα που το κατόρθωσαν.

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει πολύς δρόμος μπροστά για να περάσουν οι πολλοί το σκαλοπάτι που οδηγεί στο πλέριο φωτισμό. Έγινε όμως η αρχή. Αυτό είναι που μετρά. Θα χρειαστεί ακόμα ατέλειωτος αγώνας. Η δεισιδαιμονία δεν παραδίνει εύκολα τα όπλα. Δεν θα αποβιώσει ποτέ. Μόνο που με τον χρόνο θα μαραζώνει. Και πάλι θα ανασυντάσσεται. Αλλά κάθε νέος πόλεμος κατά της θα επιφέρει καλύτερες και μακροβιώτερες επιτυχίες.

Λέγαμε λοιπόν ότι δεν υφίσταται ελληνική άποψη περί του θείου και περί θεών, αλλά απόψεις, οι οποίες μπορεί να διέθεταν πολλά κοινά σημεία επαφής, αλλά δεν ταυτίζονταν απόλυτα. Κι επειδή δεν υπήρχαν σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ θεολογικών και φιλοσοφικών ζητημάτων μπορούμε να πούμε ότι μιλάμε για θεολογικοφιλοσοφικές απόψεις.

Από εποχή σε εποχή έχουμε διαφοροποιήσεις στις απόψεις που εξετάζουμε. Ακόμη και μέσα στην ίδια εποχή υφίσταται ποικιλία απόψεων. Επί πλέον και μέσα στην ίδια πόλη υπήρχαν διαφορετικές αντιλήψεις επί των ζητημάτων αυτών, παρ’ όλη την γενική αποδοχή του πολιούχου θεού και κάποιων λοιπών πανελληνίων.

Μάλιστα, οι ορφικοί είχαν μιά άποψη για τους θεούς, για την κοσμογονία, για θεϊκές ιεραρχήσεις. Υπήρχαν όμως και οι Πυθαγόριοι, με κοινές αλλά και με διαφορετικές θέσεις και δόγματα. Να και ο Ηράκλειτος με θέσεις ριζοσπαστικές. Και μετά από δυο-τρείς αιώνες ο Σωκράτης που υπονοούσε κάποιες διαφορετικές. Άραγε τον φαρμάκωσαν διότι εισήγαγε καινά δαιμόνια; Ή μήπως διότι εισήγαγε κενά δαιμόνια; Ή μήπως διότι τα καινά δαιμόνιά του δεν ήσαν σπουδαία;

Δηλητηριώδη ερωτήματα: Το δηλητήριο που του έδωσαν ποιοί το παρασκεύασαν; Οι θεοί; Οι άνθρωποι; Αμφότεροι; Ή μήπως η Ελληνική φύση;

Στο σημείο αυτό υπενθυμίζουμε, έστω και περιττώς, ότι το θέμα μας είναι οι απόψεις των προπατόρων μας περί των θεών και των μέγιστων φιλοσοφικών ζητημάτων. Αυτών που σχετίζονται με ερωτήματα της τάξεως περί αθανασίας της ψυχής, της σχέσεως ανθρώπων και θεών και της ορθής συμπεριφοράς του ενάρετου ανθρώπου. Έστω του προορισμού του ανθρώπου πάνω στη γη. Του σκοπού της ύπαρξής του.

Η φιλοσοφική περιπέτεια, όπως δείχνει η ιστορία, τελειώνει, όσο αφορά στην δημιουργική της πλευρά, με τον Επίκουρο. Από τον τελευταίο αυτόν δημιουργικό φιλόσοφο και μετά η ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας διαθέτει μόνον αναμασήματα, του παρελθόντος φιλοσοφικού της κόσμου. Νεοπλατωνικοί, Νεοπυθαγόριοι και οποιοιδήποτε άλλοι, οι οποίοι, για να δηλώσουν την ταυτότητά τους, έπρεπε να προσθέσουν ένα νεο- μπροστά από την υπόσχεσή τους.

Το βέβαιο είναι ότι δεν ακούστηκε ποτέ δήλωση ταυτότητας του τύπου Νεοεπικούριοι. Υποψιαζόμαστε ότι αυτό είναι δεδομένο τεράστιας και καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση της πορείας και εξέλιξης της ελληνικής φιλοσοφίας. Θα αποπειραθούμε να υποστηρίξουμε την υποψία αυτή με επιχειρήματα, το κατά δύναμιν.

Δεν θα ήταν ίσως υπερβολικό, νομίζουμε, να παραδεχτούμε ότι η τελευταία σκηνή του ελληνικού φιλοσοφικού δράματος παίχτηκε μεταξύ του «Πλάτωνος» και του «Επίκουρου». Εάν γνωρίζει κανείς και άλλες πράξεις του έργου αυτού, οι οποίες να μη σχετίζονται μ’ αυτούς τους δύο φιλοσόφους, θα τον παρακαλούσαμε θερμώς να μας τις υποδείξει.

Εμείς τώρα ευθαρσώς θα δηλώσουμε την άποψή μας: ότι από την μιά μεριά ο Πλάτωνας αποπειράθηκε να ανασυντάξει την διαχρονική, ανατολικογενή κυρίως, αλλά και εντόπια δεισιδαιμονία και από την άλλη ότι ο Επίκουρος επιχείρησε να δώσει σάρκα και οστά, παρ’ όλες τις δυσκολίες του εγχειρήματός του, στην ελληνική άποψη του «ευ ζείν». Στον ελληνικό τρόπο του σκέπτεσθαι και πορεύεσθαι. Στην προοπτική του ελληνικού πεπρωμένου. Θα καταθέσουμε τα επιχειρήματά μας.

Πριν όμως μια παρένθεση με δύο σκέλη. Πρώτο: Τι να εννοούσε άραγε ο αλλοδαπός Έλληνας φιλόσοφος Νίτσε όταν έλεγε ότι «Εάν αυτός ο θεός των χριστιανών παρουσιαστεί μπροστά μας, μ’ όλο του το μεγαλείο, τότε θα έχουμε έναν ακόμη λόγο να μη τον πιστέψουμε»; Εμείς το αντιληφθήκαμε ως ένα συγκεκριμένο γούστο του ανθρώπου αυτού, για το τι λογής θεό επιθυμεί να υποθέτει. Το πολύ-πολύ να ριφθεί εις το «πυρ το εξώτερον» και μαζί μ’ αυτόν και η ελεύθερη επιλογή του. Εσείς πώς το εννοείτε;

Δεύτερο σκέλος: οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είπαν: «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Μάλιστα. Τι εννοεί τώρα ο εντόπιος Έλληνας φιλόσοφος Γιώργος Μανιάτης όταν λέει «συν χείρα και Αθηνά κίνει»; Ότι ναι μεν άνθρωπε είσαι συμπαίκτης του θεού αλλά πρόσεξε, το πάνω χέρι το έχεις εσύ. Ότι ο θεός έχει περισσότερο ανάγκη την φροντίδα των ανθρώπων απ’ ότι οι άνθρωποι την φροντίδα του θεού.
Λέγαμε λοιπόν για τον Πλάτωνα και τον Επίκουρο. Ότι ο Πλάτων ανασύνταξε την δεισιδαιμονία. Ας το δούμε μέσα από τα έργα του. Εξ άλλου από πού αλλού θα μπορούσαμε.

Οι αναφορές στα έργα του θα ακολουθήσουν, το κατά δύναμιν, την χρονολογική πορεία της συγγραφής τους. Θα έχουν δε κυρίως σχέση με τις διδαχές που αλίευσαν οι Πατέρες του κυρίαρχου θρησκευτικού δόγματος, του χριστιανισμού από τις ιδέες και τις απόψεις του. Οι ανθέλληνες αυτοί πατέρες ενώ φρόντισαν να κατακάψουν όλα τα έργα των Ελλήνων της αρχαιότητας (π.χ. ενώ από τα ογδόντα έργα του Επίκουρου, του ευεργέτη αυτού της ανθρωπότητας, δεν απόμεινε τίποτε, φρόντισαν να διασώσουν όχι μόνον όλα τα έργα του Πλάτωνα, αλλά ακόμα κι όλες τις επιστολές του).

Πρωταγόρας (353 c), κατηγορεί ως κακά τις επιθυμίες του φαγητού του κρασιού και των σαρκικών ηδονών.

Λάχης, τελευταία φράση «εάν θεός εθέλη», η γνωστή χριστιανική πιπίλα «θεού θέλοντος» ή «πρώτα ο θεός», η οποία απαντάται δεκάδες φορές σ’ όλα τα έργα του.

Χαρακτηρίζει το σώμα τάφο της ψυχής στα εξής έργα του: Γοργίας (493 α), Πρωταγόρας (313 α), Κρατύλος (400 c), Φαίδων (64 c, 66-67 β, 80 α, 82 c), Πολιτεία (403 d), Φαίδρος (250 c), Νόμοι Ε΄ (728 e).

Καταδικάζει την χορική ποίηση την αφιερωμένη στον Διόνυσο, Γοργίας (502 d).

«Δεν φρονώ ότι το να ραπίζεται κανείς εις το πρόσωπο αδίκως είναι τι αίσχιστον πάντων, ούτε το να ακρωτηριάζεται εις το σώμα ή εις το βαλάντιον αλλ’ αισχρότερον και βλαβερώτερον είναι το να ραπίζει τις εμέ..» Γοργίας (508 d). Από το χωρίο αυτό πηγάζουν οι εξής χριστιανικές αρετές: πρώτη, «όποιος σε ραπίσει στο ένα μάγουλο, στρέψε προς αυτόν και το άλλο», δεύτερη, ο αυτοευνουχισμός κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια είχε λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις ώστε να αναγκάσει τους πατέρες της εκκλησίας να τον αφορίσουν με απόφαση οικουμενικής συνόδου (για τυχόν αμφισβητούντες είμαστε πρόθυμοι να τους παράσχουμε τα σχετικά ντοκουμέντα), τρίτη αρετή, το ξάφρισμα των βαλαντίων των πιστών με χίλιους δυο τρόπους, είναι γνωστό σ’ όλους ότι αποτελεί τρομερή επίδοση των κληρικών της χριστιανικής πίστης.

Γοργίας (512 e), εδώ διαβάζουμε τα εξής απίστευτα: «…ούτε να επιδεικνύει αγάπη προς την ζωή του, αλλ΄ αφήνων την περί τούτου φροντίδα εις τον θεόν και πιστεύων εις όσα λέγουν οι γυναίκες, ότι ουδείς απέφυγε το πεπρωμένο του, ας σκεφτεί τα μετέπειτα..». Μέσα σε δυο αράδες ζυμωμένα ή περιφρόνηση προς την ζωή, η δεισιδαιμονία, η μοιρολατρεία, ο κατινισμός και ο φόβος για τις μεταθανάτιες τιμωρίες. Θαυμαστό «Ελληνικό» ήθος και θαυμάσιες «Ελληνικές» αρετές! Η τέλεια σφραγίδα του υπαρκτού χριστιανισμού.

Περί κολάσεως, Γοργίας (525 α).

Εγκώμιον Θερσίτη, Γοργίας (525 e), κακοηθέστατου, αμετροεπή, φωνασκού, προπετούς και δειλού Αιτωλού που πολέμησε στην Τροία στο πλευρό των Ελλήνων.

Ύμνοι στην θεοφοβία, Απολογία Σωκράτους (23 α-b).

Ύμνοι στην θεοκαταληψία, Απολογία Σωκράτους (29 d – 30c).

Βάζει τον Σωκράτη να επιχειρεί να αποδείξει ότι είναι θεόσταλτος, Απολογία Σωκράτους (30- 31 c), στο δε 33 c «Εις εμέ δε ο έλεγχος αυτός όπως εγώ λέγω, έχει ανατεθεί υπό του θεού να τον διενεργώ και δια χρησμών και ονείρων και κατά πάντα τρόπον…» και μια αράδα πιο κάτω «Αυτά ω άνδρες Αθηναίοι και αληθινά είναι και εύκολα μπορούν να αποδειχθούν»!

Φαίδων. Αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς όλο αυτό το έργο, το οποίο αποτελεί το βαρύ πυροβολικό των «ατράνταχτων αποδείξεων» περί αθανασίας της ψυχής. Ο χριστιανισμός δεν χρειάστηκε να προσθέσει ούτε κεραία σ’ αυτό το θέμα. Χαρακτηριστικό απόσπασμα θεοφοβίας το 62-63 b.

Είναι σχεδόν ακατόρθωτο να περιγράψει κανείς τον δεισιδαιμονικό αυτόν τυφώνα που λέγεται «Φαίδων». Ένα συνονθύλευμα ασύστολων ψευδών, παραλογισμών, αρρωστημένων φαντασιώσεων, πιστευμάτων, φοβιών, ελπίδων, αλχημικών ακροβατισμών, μεταθανάτιων κολαστηρίων και παραδείσων. Μια αποκρουστική αίσθηση της επίδοσης του σοφού όταν συμπεριφέρεται ως δαιμονόληπτη γριούλα! Το συμφωνικό έργο «Ανελληνική πεμπτουσία» τραγουδισμένο από τον ίδιο τον συνθέτη του.

Πολιτεία (389 α), εάν απορείτε για την απέχθεια των πατέρων της χριστιανικής θρησκείας προς το γέλιο (μέχρι και βιβλία έγραψαν οι αθεόφοβοι κατά του γέλωτος!), εδώ θα ανακαλύψετε έναν πρόδρομο της απάνθρωπης αυτής νοοτροπίας. Δεν διστάζει μάλιστα να προσβάλλει τον Όμηρο επειδή αυτός έγραψε: «και γέλιο ακράτητο έπιασε όλους τους αθανάτους σαν είδανε τον Ήφαιστο να κουτσολαχανιάζει. Έχουμε σοβαρή υποψία ότι ένα μεγάλο μέρος από την αφόρητη κακοσμία των στομάτων των πατέρων της εκκλησίας οφείλεται στην αποχή τους από το γέλιο.

Τα προπατορικά αμαρτήματα και η θεραπεία τους, Φαίδρος (244 e).

Τάγματα αγγέλων, Φαίδρος (247 α).

Ανάσταση νεκρών, Πολιτικός (271 b).

«Όποια σχέση υπάρχει μεταξύ γέννησης και ουσίας, όντος η αυτή υπάρχει μεταξύ πίστεως και αληθείας», Τίμαιος (271 c). Αυτά όταν η Ελληνική νοοτροπία πρότεινε τα «μη λησμονείς να απιστείς» και «πίστεψες; χάθηκες».

Η θεία πρόνοια, Τίμαιος (30 c).

«Αλλά και όλοι μας ονομάζουμε σαν επαίσχυντα κατώτερον εαυτού εκείνον που κυριαρχείται πιο πολύ από τις ηδονές παρά από τις λύπες»!

Ας αρκεστούμε σ’ αυτά τα ελάχιστα. Για περισσότερα προτείνουμε στους ενδιαφερόμενους να αποφύγουν ενημερώσεις περί Πλατωνισμού μέσω τρίτων και να προστρέξουν απ’ ευθείας στα έργα του ίδιου.

Εάν ο δάσκαλος αυτός υπολόγισε ότι η τιμωρούμενη ψυχή ενδιαιτούσε 30.000 έτη στην 27η σφαίρα του σύμπαντος και κατόπιν 9.000 έτη στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ 91ου και 92ου ουρανού, εισερχόμενη στο σώμα ενός γαϊδάρου, προ παντός εάν ετύγχανε και ψυχή γυναικός (έτσι ακριβώς τα περιγράφει στα έργα του), οι μαθητές του υπολόγισαν ακόμη και τις θερμοκρασίες των σφαιρών και των ουρανών αυτών.

Ατυχώς και αδικαιολόγητα καθίσαμε, οι περισσότεροι, σαν κότες κάτω από το καβαλίκεμα του στείρου και φανφαρώνου αυτού δήθεν Έλληνα φιλοσόφου. Να κυττάζουμε τον κόσμο μέσα από το φλιτζάνι της αρσενικής αυτής καφετζούς. Ένα φλιτζάνι με το μεγαλύτερο διαμέτρημα παγκοσμίως.

Ας δούμε τώρα τον Επίκουρο.

«Η σοφία δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο, και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του», Νίτσε. Η γνώμη μας είναι ότι αρκεί να αναφέρουμε την τετραφάρμακό του για να έχουμε μιά πλήρη σχεδόν εικόνα της φιλοσοφίας του ανθρώπου αυτού, τον οποίον οι μαθητές του ονόμασαν ευεργέτη.

 . Δεν μας απειλεί καμμιά θεϊκή δύναμη

. Δεν υπάρχει μετά θάνατο ζωή

. Εύκολα αποκτιέται ό,τι πραγματικά χρειαζόμαστε

. Ό,τι μας κάνει να υποφέρουμε εύκολα μπορούμε να το υπομείνουμε.

 (Το καλύτερο βιβλίο που έχει γραφεί, κατά την γνώμη μας, για τον Επίκουρο είναι το «Επίκουρος» του Γ. Αβραμίδη, εκδ. «Θύραθεν», τηλ. 2310-241917 / 244609).

Προτείνοντας το προαναφερθέν βιβλίο θ’ αρκεστούμε σ’ ένα απόσπασμα από το «Περί Φύσεως των Όντων» (Ι. 62-79) του Λουκρήτιου: «Χάμω σερνόταν μπροστά στα μάτια όλων, ατιμασμένη η ανθρώπινη ζωή, πλακωμένη από το βάρος της θρησκείας που απ’ τα ουράνια πρόβαλλε την τρομερή της όψη και απειλούσε τους θνητούς. Τότε, πρώτος ένας Έλληνας τόλμησε να υψώσει τα μάτια του τα θνητά κατά πάνω της και να της αντισταθεί. Αυτόν δεν τον σταμάτησαν οι κεραυνοί μήτε το απειλητικό μουρμουρητό τ’ ουρανού μήτε τα παραμύθια των θεών. Ίσα-ίσα, που δυνάμωσαν το θάρρος της ψυχής του και τη θέληση να αποτινάξει πρώτος αυτός, τις κλειδωνιές που σφράγιζαν τα μυστικά της φύσης. Κι η ζωντανή ορμή του νου θριάμβευσε και διάβηκε τους φλογισμένους φράχτες τ’ ουρανού, και περπάτησε το απέραντο Σύμπαν με λογισμό και πνεύμα. Και μας ξανάρθε νικητής για να μας πει τι μπορεί να γενεί και τι όχι, και πώς ορίζεται, με νόμους ακλόνητος, η δύναμη στο κάθε τι. Έτσι με τη σειρά της, ποδοπατημένη συντρίβεται η θρησκεία, κι εμάς η νίκη της του μας υψώνει στα ουράνια».

Από τα δύο πρώτα φάρμακα της τετραφαρμάκου του διαπιστώνουμε ότι ο φιλόσοφος αυτός προσπάθησε ν’ απαλλάξει τον κόσμο κυρίως από τον φόβο των θεών και από τον φόβο του θανάτου. Τα δυό βασικά αλλά και μοναδικά θεμέλια της κάθε θρησκείας. Ν’ απαλλάξει τον κόσμο από την πανούκλα της δεισιδαιμονίας. Και μόνον γι’ αυτόν τον λόγο δικαιούται τον τίτλο του ευεργέτη της ανθρωπότητας.

Δεν επιχείρησε την απαλλαγή αυτή με εξορκισμούς ή με μαγγανείες ή με ίδρυση μιάς νέας θρησκείας, ανάμεσα στις άλλες. Η θεία αρετή του ήταν η επιστήμη. Η μελέτη και γνώση της φύσης των πραγμάτων. Η γνώση της υλικής φύσης. Να πως το διατυπώνει ο ίδιος:

Κύριαι Δόξαι (11): «Αν δεν μας παίδευαν οι ανησυχίες μας για τα ουράνια φαινόμενα και για τον θάνατο, κι οι υποψίες μήπως έχουν κάποια σχέση μ’ εμάς, κι αν δεν μας παίδευε η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τα όρια του πόνου και της επιθυμίας, τότε δεν θα είχαμε ανάγκη από τη μελέτη της φύσης».

 (12): «Δεν μπορεί να απαλλαγεί κανείς από τους φόβους για τα πιο σημαντικά πράγματα, αν δεν γνωρίζει ποιά είναι η φύση του σύμπαντος και δίνει βάση στους μύθους που λέγονται γι’ αυτό. Συνεπώς, δεν μπορεί κανείς να απολαμβάνει ακέραιες τις ηδονές της ζωής, χωρίς τη φυσική επιστήμη».

 (13): «Δεν ωφελεί σε τίποτα, να φροντίζει κανείς για τη ασφάλειά του φυλάγοντας τον εαυτό του από τους ανθρώπους, κι από την άλλη να του είναι επίφοβα τα ουράνια ή όσα βρίσκονται κάτω από την γη και γενικά στο άπειρο».

Ο σκοπός της φιλοσοφίας: Επιστολή προς Μενοικέα (122-123) «πρέπει λοιπόν να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος: ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του η χάρη των περασμένων, ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, αφού δεν θα ’χει αγωνία για το αύριο. Χρειάζεται λοιπόν, να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν την στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε».

Για την φύση της ψυχής ο Επίκουρος είναι κατηγορηματικός: γεννιέται και πεθαίνει μαζί με το σώμα. Δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αυτό. Για τον θάνατο συνεπώς δεν φοβάται, «διότι όσο υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος είναι απών, κι όταν ο θάνατος είναι παρών, δεν υπάρχουμε εμείς».

Οι θεοί δεν ασχολούνται με ανθρώπινες υποθέσεις. Είναι μακάριοι και αθάνατοι. Συνεπώς είναι βλακεία να τους φοβάται κανείς.

Ο χριστιανισμός των λεγόμενων Πατέρων της Εκκλησία, θεμελιώθηκε πάνω στα Πλατωνικά δεισιδαιμονικά θεμέλια. Τα στοιχεία που παραθέσαμε νομίζουμε ότι είναι ικανά για να στηρίξουν την αλήθεια αυτή. Ήταν λοιπόν επόμενο οι πατέρες αυτοί να επιτεθούν κατά της επικούρειας φιλοσοφίας. Αρκετά στοιχεία για την επίθεση αυτή αναφέρονται στο προαναφερθέν βιβλίο.

Ο χριστιανισμός λοιπόν παίρνοντας την σκυτάλη από τα χέρια των Νεοπλατωνικών συνεχίζει την επίθεσή του κατά του Ευεργέτη Επίκουρου. Οι μαθητές του δασκάλου τώρα όμως είναι πιο δυνατοί και πιο αποφασισμένοι να παλέψουν την δεισιδαιμονία. Τους συναντά κανείς παντού. Οι σύμμαχοί τους οι επιστήμες τρανεύουν μέρα με τη μέρα, απ’ άκρου εις άκρον της υφηλίου. Τα οχυρά της δεισιδαιμονίας γκρεμίζονται το ένα πίσω από το άλλο. Το γνωρίζουνε ότι θ΄ αντέξει για πολύ ακόμα. Αυτό δεν τους πτοεί. Απολαμβάνουν την ευδαιμονία του αγώνα τους. Δεν τους στενοχωρεί εάν οι περισσότεροι τους αντιλαμβάνονται. Ο δάσκαλός τους, τους δήλωσε γι’ αυτό το θέμα: «Ποτέ δεν επιθύμησα να γίνω αρεστός στους πολλούς. Αφ’ ενός, δεν κάθησα να μάθω τι αρέσει στους πολλούς, κι αφ’ ετέρου, τα όσα ήξερα εγώ βρίσκονταν μακριά από την δική τους αντίληψη».

Τέλος, επιθυμώντας τον διάλογο θέτουμε κάποια βασικά ερωτήματα: ποιά είναι η γνώμη σας γι’ αυτό που λέει ο Νίτσε, ότι «η σοφία δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο, και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του»; Πώς αντιλαμβάνεστε την διαφορά μεταξύ Πλάτωνος (θεωρούμε τους Στωικούς και Σκεπτικούς ανάλογης πάστας παρά τις διαφορές τους μ’ αυτόν) και Επίκουρου;

Ας ξεκουνηθούμε επί τέλους από τον άμβωνά μας χάριν του δημιουργικού διαλόγου. Αυτής της κατ’ εξοχήν υποχρέωσης των ασκούμενων στην ελληνική νοοτροπία.

Φράνσις Μπέικον: Ο Επίκουρος, δεν είναι «επικούρειος»

Αν η νίκη είναι αδύνατη, θα πρέπει να την περιφρονούμε. Το μυστικό της γαλήνης δεν είναι να ευθυγραμμίσουμε τα επιτεύγματα μας με το επίπεδο των επιθυμιών μας αλλά να υποβιβάσουμε τις επιθυμίες στο επίπεδο των επιτευγμάτων μας. «Αν αυτό που έχεις νομίζεις πως δεν σου αρκεί» λέει ο Ρωμαίος στωικός Σενέκας (πέθανε το 65 μ.Χ.) «τότε, ακόμα και αν κατακτήσεις όλο τον κόσμο, θα είσαι δυστυχισμένος».

Ο Επίκουρος, λέει ο Φενελόν «αγόρασε έναν όμορφο κήπο, που τον καλλιεργούσε μόνος του. Εκεί ίδρυσε τη σχολή του, και ζούσε ήρεμα, περνώντας ευχάριστα τις μέρες του με τους μαθητές του. τους οποίους δίδασκε καθώς περπατούσε και δούλευε…

Ήταν ευγενικός και φιλικός με όλους… Πίστευε ότι δεν υπήρχε τίποτα ευγενέστερο από το να αφοσιωθεί κανείς στη φιλοσοφία». Αφετηρία του ήταν η πεποίθηση ότι η απάθεια είναι αδύνατη, και ότι η απόλαυση -όχι απαραίτητα η αισθητηριακή απόλαυση— είναι ο μοναδικός εφικτός και απόλυτα θεμιτός σκοπός της ζωής και της δράσης. «Η φύση ωθεί κάθε οργανισμό να προτιμά το δικό του καλό από κάθε άλλο καλό» – ακόμα και ο στωικός ανακαλύπτει μια αδιόρατη απόλαυση στην απάρνηση. «Δεν πρέπει να αποφεύγουμε τις απολαύσεις, αλλά πρέπει να είμαστε επιλεκτικοί μ’ αυτές».

Ο Επίκουρος, λοιπόν, δεν είναι «επικούρειος». Εξαιρεί τις χαρές της διανοητικής ζωής μάλλον παρά των αισθήσεων. Συμβουλεύει να αποφεύγονται οι απολαύσεις που προκαλούν έξαψη και ταραχή στην ψυχή, η οποία πρέπει να είναι ήρεμη και καταπραϋμένη. Τελικά, προτείνει να επιδιώκουμε όχι την απόλαυση με τη συνήθη έννοια αλλά την αταραξία – τη γαλήνη, την ηρεμία, την ησυχία του νου. Όμως όλ’ αυτά αγγίζουν τα όρια της απάθειας του Ζήνωνα.

Οι Ρωμαίοι, ερχόμενοι για να λεηλατήσουν την Ελλάδα το 146 π.Χ.. βρήκαν αυτές τις αντίπαλες σχολές να συγκρούονται στο φιλοσοφικό πεδίο. Και καθώς οι ίδιοι δεν είχαν ούτε τον ελεύθερο χρόνο ούτε τη λεπτότητα σκέψης που απαιτείται για τέτοιες εικασίες, γυρνώντας στη Ρώμη έφεραν μαζί με τα υπόλοιπα λάφυρά τους και αυτές τις φιλοσοφίες. Εκείνοι που διακρίνονται στην οργάνωση, όπως και εκείνοι που αναγκαστικά γίνονται δούλοι, τείνουν προς τον στωικισμό: φαίνεται δύσκολο να είναι κανείς αφέντης ή υπηρέτης αν είναι ευαίσθητος. Έτσι, η όποια φιλοσοφία της Ρώμης ακολουθούσε κυρίως τη σχολή του Ζήνωνα, είτε επρόκειτο για τη φιλοσοφία του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου είτε για εκείνη του δούλου Επίκτητου.

Ακόμα και ο Λουκρήτιος μιλούσε για τον επικουρισμό στωικά (κάτι σαν τον Άγγλο του Χάινε που βιώνει τις απολαύσεις θλιμμένος), και ολοκλήρωσε την αυστηρή του διδασκαλία περί απολαύσεων αυτοκτονώντας. Το εξαιρετικό έπος του De rerum natura (Περί της φύσεως των πραγμάτων) ακολουθεί το παράδειγμα του Επίκουρου καταδικάζοντας τις απολαύσεις με αμυδρώς επαινετικά λόγια. Ήταν σχεδόν σύγχρονος του Καίσαρα και του Πομπήιου. και έτσι έζησε ταραχές και αναστατώσεις. Η ανήσυχη πένα του απευθύνει συνεχώς προσευχές για γαλήνη και ηρεμία.

Τον φαντάζεται κανείς συνεσταλμένο — καθώς τα νεανικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από θρησκευτικούς φόβους· γι’ αυτό και δεν κουράζεται ποτέ να τονίζει στους αναγνώστες του ότι δεν υπάρχει Κόλαση παρά μόνο στη γη, ότι δεν υπάρχουν θεοί πέρα από εκείνους που ζουν με αξιοπρέπεια και ευγένεια σε έναν κήπο του Επίκουρου στα σύννεφα, χωρίς να αναμειγνύονται στις υποθέσεις των ανθρώπων.

Στη θρησκεία του Παραδείσου και της Κόλασης, που βρίσκεται σε άνοδο στη Ρώμη, αντιδιαστέλλει έναν ανελέητο υλισμό. Η ψυχή και ο νους εξελίσσονται μαζί με το σώμα, αναπτύσσονται με τη δική του ανάπτυξη, αρρωσταίνουν με τις αρρώστιες του και πεθαίνουν με τον θάνατό του. Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από τα άτομα της ύλης, τον χώρο και τον νόμο· και ο νόμος των νόμων είναι αυτός της πανταχού παρούσας εξέλιξης και κατάρρευσης.

Τίποτα δεν είναι σταθερό, τα πάντα ρέουν.

Θραύσματα κολλούν το ένα στ’ άλλο, έτσι τα πράγματα αναπτύσσονται μέχρι που τα γνωρίζουμε και τα ονομάζουμε. Βαθμιαία λιώνουν, και παύουν να είναι τα πράγματα που ξέρουμε.

Σαν σφαίρες από άτομα, να πέφτουν αργά ή γρήγορα βλέπω τους ήλιους, βλέπω τα συστήματα να υψώνουν τις μορφές τους· και ακόμα και τα συστήματα και οι ήλιοι τους θα επιστρέφουν αργά αργά στο αιώνιο ρεύμα.

Κι εσύ. ω Γη -οι αυτοκρατορίες σου. οι θάλασσες και οι στεριές σου-ελάχιστη. με τα άστρα σου. απ’ όλους τους γαλαξίες, σφαίρα φτιαγμένη απ’ το ρεύμα όπως αυτά, κι εσύ όπως αυτά θα χαθείς. Χάνεσαι, ώρα με την ώρα. σαν κι αυτά.

Τίποτα δεν μένει. Οι θάλασσές σου μέσα σε αραιή καταχνιά χάνονται, εκείνες οι σεληνοειδείς αμμουδιές σου ξεχνούν τη θέση τους-κι εκεί που είναι τώρα. άλλες θάλασσες με τη σεψά τους θα θερίζουν με τα λευκά δρεπάνια τους άλλους κόλπους.

Στην εξέλιξη και κατάρρευση των άστρων ας προσθέσουμε τώρα και την καταγωγή και εξάλειψη των ειδών.

Πολλά τέρατα προσπάθησε επίσης να παραγάγει η αρχαία γη. πλάσματα με παράξενα πρόσωπα και μέλη… μερικά χωρίς πόδια, μερικά χωρίς χέρια, μερικά χωρίς στόμα, μερικά χωρίς μάτια…

Κάθε λογής τέρας… έφτιαχνε η γη. αλλά μάταια. Γιατί η φύση απαγόρευε την αύξησή τους, δεν μπορούσαν να φτάσουν στο πολυπόθητο άνθος της ηλικίας τους, ούτε να βρουν τροφή ούτε να ενωθούν σε γάμο·… και έτσι πολλές φυλές ζωντανών πλασμάτων πρέπει, λοιπόν, να έχουν εξαφανιστεί μην μπορώντας να γεννήσουν και να συνεχίσουν τη γενιά τους.

Γιατί όλα τα όντα που βλέπεις να αναπνέουν την πνοή της ζωής είτε η ικανότητα είτε το θάρρος είτε η ταχύτητα τα προστάτεψε ήδη από την αρχή της ύπαρξής τους και διατήρησε κάθε ιδιαίτερη φυλή…

Εκείνα στα οποία η φύση δεν έδωσε καμία από αυτές τις ιδιότητες κείτονταν εκτεθειμένα σαν θήραμα και λάφυρο για τα άλλα, μέχρι που οδήγησε το είδος τους στην εξαφάνιση.

Αλλά και τα έθνη, όπως τα άτομα, μεγαλώνουν σιγά σιγά και αναπόφευκτα πεθαίνουν: «μερικά έθνη μεγαλώνουν, ενώ άλλα μικραίνουν, και μέσα σε σύντομο διάστημα οι φυλές των ζωντανών πλασμάτων αλλάζουν, και σαν δρομείς παραδίδουν σε άλλες τον λύχνο της ζωής». Έτσι, ερχόμενος αντιμέτωπος με τον πόλεμο και τον αναπόφευκτο θάνατο η μόνη σοφή επιλογή σου είναι η αταραξία – «να ατενίζεις τα πάντα με γαλήνιο νου». Προφανώς, έχει ξεχαστεί η παλιά παγανιστική χαρά της ζωής, και ένα μάλλον πρωτόγνωρο πνεύμα κρατάει πια τη σπασμένη λύρα. Η Ιστορία, που διακρίνεται για το χιούμορ της, ποτέ δεν είχε τέτοια κέφια όσο όταν έδινε σε αυτό τον λιτοδίαιτο και ηρωικό πεσιμιστή τον χαρακτηρισμό του επικούρειου.

Και αν αυτή είναι η διάθεση ενός οπαδού του Επίκουρου, φανταστείτε την ευφορική αισιοδοξία των δηλωμένων στωικών όπως ο Αυρήλιος ή ο Επίκτητος. Δεν υπάρχει σε όλη τη λογοτεχνία τόσο καταθλιπτικό έργο όσο οι Διατριβές του δούλου Επίκτητου – εκτός ίσως από τα Εις εαυτόν του αυτοκράτορα. «Μη ζητάς να γίνονται τα πράγματα όπως θέλεις εσύ, αλλά να θέλεις να γίνονται όπως γίνονται, και τότε θα ζήσεις καλά». Αναμφίβολα, με αυτό τον τρόπο μπορεί κανείς να ζει με την αυταπάτη ότι υπαγορεύει το μέλλον, και ότι δίνει εντολές στο σύμπαν.

Λέγεται ότι ο αφέντης του Επίκτητου, που του φερόταν απάνθρωπα, μια μέρα άρχισε να του στρίβει το πόδι για να περάσει την ώρα του. «Αν συνεχίσεις» του επισήμανε ο Επίκτητος ήρεμα «θα μου σπάσεις το πόδι». Ο αφέντης του συνέχισε, και έτσι το πόδι έσπασε. «Δεν σου επισήμανα» είπε μειλίχια ο Επίκτητος «ότι θα μου σπάσεις το πόδι;»

Όμως υπάρχει μια ορισμένη μυστικιστική ευγένεια σε αυτή τη φιλοσοφία, όπως και στην ήρεμη γενναιότητα κάποιου φιλήσυχου ήρωα του Ντοστογέφσκι. «Ποτέ μη λες για κάτι “το έχασα” αλλά “το επέστρεψα”. Πέθανε το παιδί σου; Επιστράφηκε. Πέθανε η γυναίκα σου; Επιστράφηκε. Σου πήραν το χωράφι; Κι αυτό επιστράφηκε»., Σε τέτοια εδάφια αισθανόμαστε την εγγύτητα του χριστιανισμού και των ατρόμητων μαρτύρων του.

Πραγματικά, δεν ήταν η χριστιανική ηθική της αυταπάρνησης, το χριστιανικό πολιτικό ιδεώδες μιας σε μεγάλο βαθμό κοινοτιστικής αδελφοσύνης και η χριστιανική εσχατολογία της τελικής καταστροφής του κόσμου στοιχεία στωικών διδασκαλιών που επέπλεαν στο ρεύμα της σκέψης;

Στον Επίκτητο, η ελληνορωμαϊκή ψυχή έχει αποτινάξει τον παγανισμό της και είναι έτοιμη για μια νέα πίστη. Το βιβλίο του είχε την τιμή να υιοθετηθεί ως θρησκευτικό εγχειρίδιο από την πρώιμη χριστιανική Εκκλησία. Οι Διατριβές του Επίκτητου και τα Εις εαυτόν του Μάρκου Αυρηλίου δεν απέχουν παρά ένα βήμα από τη Μίμηση του Χριστού (The Imitation of Christ) του Θωμά του εκ Κέμπης.

Στο μεταξύ το ιστορικό υπόβαθρο άλλαζε. Υπάρχει ένα εξαιρετικό εδάφιο στον Λουκρήτιο που περιγράφει την παρακμή της γεωργίας στο ρωμαϊκό κράτος, και την αποδίδει στην εξάντληση του εδάφους. Όποιο κι αν ήταν το αίτιο, ο πλούτος της Ρώμης μετατράπηκε σε φτώχεια, η οργάνωση σε αποσύνθεση, η δύναμη και η περηφάνια σε παρακμή και απάθεια. Πόλεις έσβησαν από τον χάρτη, οι δρόμοι παραμελήθηκαν και δεν έσφυζαν πια από εμπορική κίνηση· οι μικρές οικογένειες των μορφωμένων Ρωμαίων υποσκελίστηκαν από τα ακμαία και αμόρφωτα γερμανικά φύλα που εισέρρεαν συνεχώς από τα σύνορα. Η παγανιστική κουλτούρα υπέκυψε στις εξ Ανατολών λατρείες, και σχεδόν αδιόρατα η Αυτοκρατορία πέρασε στον έλεγχο του παπισμού.

Στους πρώτους αιώνες της ύπαρξής της, η Εκκλησία είχε τη στήριξη αυτοκρατόρων. των οποίων τη δύναμη απορρόφησε βαθμιαία και αναπτύχθηκε γρήγορα σε αριθμούς, σε πλούτο και σε εύρος επιρροής. Τον 13ο αιώνα είχε στην ιδιοκτησία της το ένα τρίτο των εδαφών της Ευρώπης και τα ταμεία της ξεχείλιζαν από τις δωρεές πλούσιων και φτωχών. Επί χίλια χρόνια ένωνε τους περισσότερους λαούς της ηπείρου χάρη στην έλξη μιας αμετάβλητης πίστης. Ποτέ πριν ή μετά δεν υπήρξε άλλος οργανισμός τόσο εκτεταμένος και με τέτοιο φιλειρηνικό χαρακτήρα.

Όμως η Εκκλησία θεωρούσε πως αυτή η ενότητα απαιτούσε μια κοινή πίστη ενισχυόμενη από μεταφυσικές κυρώσεις, ανεξάρτητα από τις μεταβολές και τις φθορές από τον χρόνο. Έτσι, το δόγμα της. οριστικό και καθορισμένο, απλώθηκε σαν κέλυφος πάνω από την εφηβική σκέψη της μεσαιωνικής Ευρώπης. Μέσα στα στενά όρια αυτού του κελύφους. η σχολαστική φιλοσοφία κινούνταν από την πίστη στη λογική και αντίστροφα, διαγράφοντας έναν παράδοξο κύκλο άκριτων παραδοχών και προκαθορισμένων συμπερασμάτων.

Κατά τον 13ο αιώνα, ολόκληρη η χριστιανοσύνη ξαφνιάστηκε και κινητοποιήθηκε από αραβικές και εβραϊκές μεταφράσεις του Αριστοτέλη. Όμως η δύναμη της Εκκλησίας ήταν ακόμη αρκετή ώστε να προβεί. μέσω του Θωμά Ακινάτη και άλλους στη μεταμόρφωση του Αριστοτέλη σε μεσαιωνικό θεολόγο. Το αποτέλεσμα χαρακτηριζόταν μεν από οξύνοια, αλλά όχι από σοφία.

«Το πνεύμα και η σκέψη του ανθρώπου» όπως το έθεσε ο Μπέικον «αν έχουν ως αντικείμενο ενασχόλησής τους την όλη, λειτουργούν σύμφωνα με αυτή και περιορίζονται από αυτή. Αν όμως η λειτουργία τους έχει ως στόχο τα ίδια, όπως η αράχνη δουλεύει τον δικό της ιστό, τότε είναι απέραντα, και παράγουν ιστούς μάθησης αξιοθαύμαστους ως προς τη λεπτότητα του νήματος και την εργασία, αλλά χωρίς ουσία ή όφελος».

Αργά ή γρήγορα ο πνευματικός κόσμος της Ευρώπης θα έσπαζε αυτό το κέλυφος.

Πώς ο εγκέφαλός μας βιώνει το χρόνο μέσα σε ένα νευρωνικό του δίκτυο

Ερευνητές στο Ινστιτούτο Kavli ανακάλυψαν δίκτυο εγκεφαλικών κυττάρων το οποίο εκφράζει την αίσθηση του χρόνου μέσα από εμπειρίες και μνήμες. Η περιοχή όπου βιώνεται ο χρόνος βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην περιοχή που κωδικοποιεί το χώρο.

Τα ρολόγια είναι συσκευές που δημιουργήθηκαν από τους ανθρώπους για να μετρούν το χρόνο. Με κοινωνική σύμβαση, συμφωνούμε να συντονίζουμε τις δραστηριότητές μας σύμφωνα με το χρόνο του ρολογιού. Ωστόσο, ο εγκέφαλός μας δεν αντιλαμβάνεται τη χρονική διάρκεια με τις τυπικές μονάδες των λεπτών και ωρών στο ρολόι του χεριού μας. Η υπογραφή του χρόνου στις εμπειρίες μας και τις αναμνήσεις μας ανήκει σε ένα εντελώς διαφορετικό είδος χρονικότητας. Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης, οι ζώντες οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, ανέπτυξαν πολλαπλά βιολογικά ρολόγια για να μας βοηθήσουν να παρακολουθούμε το χρόνο. Αυτό που διακρίνει τους ποικίλους χρονομέτρες του εγκεφάλου δεν είναι μόνο η κλίμακα του χρόνου που μετριέται, αλλά επίσης τα φαινόμενα που συντόνισαν τα νευρωνικά ρολόγια.

Ορισμένοι χρονομέτρες τίθενται από εξωτερικές διεργασίες, όπως το κιρκάδιο ρολόι που συντονίστηκε στην ανάδυση και εξαφάνιση του ημερήσιου φωτός. Αυτό το ρολόι βοηθάει τους οργανισμούς να προσαρμόζονται με τους ρυθμούς της μέρας. Άλλοι χρονομέτρες τίθενται από φαινόμενα με πιο εσωτερική προέλευση, όπως τα κύτταρα του ιπποκάμπιου χρόνου που σχηματίζουν μια, σαν ντόμινο, αλυσίδα σήματος που παρακολουθούν χρονικές διάρκειες μέχρι και 10 δευτερόλεπτα ακριβώς. Σήμερα γνωρίζουμε πολλά σχετικά με τους μηχανισμούς του εγκεφάλου για τη μέτρηση μικρών χρονικών κλιμάκων όπως τα δευτερόλεπτα. Λίγα είναι γνωστά, ωστόσο, σχετικά με τη χρονική κλίμακα που ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί για να καταγράψει τις εμπειρίες και τις μνήμες μας, οι οποίες μπορούν να διαρκούν από δευτερόλεπτα, μέχρι λεπτά ή ώρες.

Ένα νευρωνικό ρολόι για το χρόνο που βιώνεται

Ένα νευρωνικό ρολόι που παρακολουθεί το χρόνο που διαρκούν οι εμπειρίες είναι ακριβώς αυτό που ο Albert Tsao και οι συνάδελφοί του στο Ινστιτούτο Kavli για Συστήματα Νευροεπιστήμης του Νορβηγικού Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας, θεωρούν ότι έχουν ανακαλύψει. Με την καταγραφή στοιχείων από έναν πληθυσμό εγκεφαλικών κυττάρων οι ερευνητές προσδιόρισαν ένα ισχυρό σήμα κωδικοποίησης χρόνου βαθιά μέσα στον εγκέφαλο. «Η μελέτη μας αποκαλύπτει πώς ο εγκέφαλος κατανοεί το χρόνο καθώς βιώνεται ένα γεγονός», αναφέρει ο Tsao στην ιστοσελίδα Gemini. «Το δίκτυο δεν κωδικοποιεί το χρόνο αναλυτικά. Αυτό που καταγράφουμε είναι μάλλον ένας υποκειμενικός χρόνος που παράγεται από την εν εξελίξει ροή της εμπειρίας».

Το δίκτυο παρέχει χρονοσημάνσεις για τα γεγονότα και παρακολουθεί τη σειρά των γεγονότων μέσα σε μια εμπειρία, αναφέρει ο καθηγητής Moser. Το νευρωνικό ρολόι λειτουργεί οργανώνοντας τη ροή των εμπειριών μας σε μια διευθετημένη σειρά γεγονότων. Η δραστηριότητα αυτή δίνει το έναυσμα στο ρολόι του εγκεφάλου για τον υποκειμενικό χρόνο. Η εμπειρία, και η αλληλουχία των γεγονότων μέσα στην εμπειρία, είναι έτσι το υλικό του οποίου ο υποκειμενικός χρόνος γεννιέται και μετριέται από τον εγκέφαλο.

Χρόνος, Χώρος και Μνήμη στον Εγκέφαλο

Όπως αναφέρει, στην ίδια ιστοσελίδα, ο καθηγητής Moser: «Σήμερα, έχουμε μια αρκετά καλή κατανόηση του τρόπου που οι εγκέφαλοί μας διαχειρίζονται το χώρο, ενώ οι γνώση του χρόνου είναι λιγότερο σαφής. Ο χώρος στον εγκέφαλο είναι σχετικά εύκολο να ερευνηθεί. Συνίσταται από εξειδικευμένους τύπους κυττάρου που είναι ειδικοί για συγκεκριμένες λειτουργίες. Μαζί συνιστούν τις λεπτομέρειες του συστήματος». Το 2005, οι May-Britt και EdvardMoser ανακάλυψαν πλέγμα κυττάρων, που χαρτογραφεί το περιβάλλον μας σε διαφορετικές κλίμακες χωρίζοντας το χώρο σε εξαγωνικές μονάδες. Το 2014, ο Mosers μοιράστηκε το βραβείο Nobel με τον συνάδελφο και μέντορά τους John O’Keefe στο UCL (University College London) για τις ανακαλύψεις τους των κυττάρων που συνιστούν το σύστημα προσδιορισμού θέσης.

Το 2007, εμπνευσμένος από την ανακάλυψη του κυτταρικού πλέγματος χωρικής κωδικοποίησης των Mosers, ο τότε υποψήφιος διδάκτορας στο Ινστιτούτο Kavli, Albert Tsao, σχεδίασε να σπάσει τον κώδικα του τι συμβαίνει στον αινιγματικό πλευρικό ενδορινικό φλοιό (lateralentorhinal cortex ή LEC). Η περιοχή αυτή του εγκεφάλου είναι ακριβώς δίπλα στον έσω ενδορινικό φλοιό (medial entorhinal cortex ή MEC), όπου οι επιβλέποντες του Tsao, Mosers, είχαν ανακαλύψει το πλέγμα κυττάρων. «Ήλπιζα να βρω ένα παρόμοιο βασικό λειτουργικό κύτταρο που θα αποκάλυπτε τη λειτουργική ταυτότητα αυτού του νευρωνικού δικτύου», λέει ο Tsao. Η εργασία αποδείχθηκε να είναι ένα χρονοβόρο πρόγραμμα. «Δεν έμοιαζε να υπάρχει ένα μοτίβο στη δραστηριότητα αυτών των κυττάρων. Το σήμα άλλαζε συνεχώς» αναφέρει ο καθηγητής Moser.

Ήταν μόνο στα δυο τελευταία χρόνια που οι ερευνητές άρχισαν να υποψιάζονται ότι το σήμα πράγματι άλλαζε με το χρόνο. Έξαφνα τα καταγεγραμμένα δεδομένα άρχισαν να αποκτούν νόημα. «Ο χρόνος είναι μια εκτός-ισορροπίας διαδικασία. Είναι πάντα μοναδικός και μεταβαλλόμενος», αναφέρει ο καθηγητής. «Εάν αυτό το δίκτυο πράγματι κωδικοποιούσε το χρόνο, το σήμα θα πρέπει να αλλάζει με το χρόνο προκειμένου να καταγράφει τις εμπειρίες ως μοναδικές αναμνήσεις». Ο Mosers χρειάστηκε μόνο να αποκωδικοποιήσει το σήμα ενός απλού κυτταρικού πλέγματος για να ανακαλύψουν πώς κωδικοποιείται ο χώρος στον έσω ενδορινικό φλοιό. Η αποκωδικοποίηση του χρόνου στον πλευρικό ενδορινικό φλοιό αποδείχθηκε ότι είναι μια πιο περίπλοκη εργασία. Ήταν μόνο μετά από την έρευνα στην δραστηριότητα εκατοντάδων κυττάρων που ο Tsao μπόρεσε να δει ότι το σήμα κωδικοποιούσε τον χρόνο.

Το σχήμα του χρόνου

Η δομή του χρόνου υπήρξε από μακρού πεδίο αντιπαράθεσης φιλοσόφων και φυσικών. Τι μπορεί ο νεοανακαλυφθής μηχανισμός του εγκεφάλου για τον επεισοδιακό χρόνο να μας πει σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε το χρόνο; Είναι η αντίληψη του χρόνου γραμμική μοιάζοντας με ένα ποτάμι που ρέει ή κυκλική σαν ένα τροχό ή έλικα;

Τα δεδομένα από τη μελέτη του Kavli υποστηρίζουν ότι και τα δυο είναι σωστά και ότι το σήμα στο δίκτυο που κωδικοποιεί το χρόνο μπορεί να πάρει πολλές μορφές που εξαρτώνται από την εμπειρία.
Με ένα σύνολο πειραμάτων ακόμη ελέγχθηκε η υπόθεση ότι το δίκτυο LEC (πλευρικoύ ενδορινικού φλοιού) κωδικοποιούσε τον επεισοδιακό χρόνο, ελέγχοντας ευρείες και πιο στενές περιοχές εμπειριών και επιλογών δράσης. Σύμφωνα με τον καθηγητή Moser, η μελέτη δείχνει ότι αλλάζοντας τις δραστηριότητες που κάνετε, το περιεχόμενο της εμπειρίας σας, μπορείτε πραγματικά να αλλάξετε τη πορεία του χρονικού σήματος στο LEC και έτσι τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε το χρόνο.

Νίκος Τσιφόρος: Το ξυπνητήρι

Πριν φτιάσει ο Θεός τα ρολόγια, οι άνθρωποι μετρούσαν τις ώρες τους με την άμμο. Ύστερα ήρθαν αυτά τα αναίσθητα ροδάκια, κι άρχισαν, «τικ-τακ, τικ-τακ», να σφυγμομετρούνε το χρόνο. Μαζί τους ήρθαν και τα ωράρια.

Βρέθηκε λοιπόν υποχρεωμένος να υπογράφει ένα χαρτί παρουσίας κάθε πρωί. Ακριβώς στις οκτώ, μια ώρα απαίσια, γεμάτη χασμουρητά, παραλυμένα μέλη και νεύρα. Η ώρα που κάνει καταθλιπτική την υπαλληλική του υπόσταση.
 
Αγόρασε ένα ξυπνητήρι. Ένα τενεκεδένιο «σάιλεντ τικ», που αυτοδιορίστηκε ρυθμιστής της ζωής του. Όταν η πρωινή τεμπελιά γινότανε Σειρήνα και τραγουδούσε στ’ αυτί του «κοιμήσου λίγο ακόμα», το σάιλεντ τικ έστελνε το κουδουνάκι του να γίνει κλητήρας της ευσυνειδησίας. Σήμαινε το συναγερμό του καθήκοντος. «Ξύπνα. Γραφείο. Υποχρεώσεις.»
 
Μισούσε αφάνταστα αυτό το μικρό μετάλλινο εργαστήριο, που φαμπρικάριζε όλες του τις ανησυχίες. Κι ήρθαν οι ζέστες, οι σαράντα δύο βαθμοί του θερμομέτρου, φέρνοντας μαζί τους καυτά σεντόνια και καυτές αϋπνίες. Η πρώτη βραδιά πέρασε λευκή, γεμάτη βαγκνερικούς εφιάλτες. Τη δεύτερη το ’ρίξε έξω.
 
Έξω από ένα ζαχαροπλαστείο με πρασινάδες, πανω σε μια πολυθρόνα πάνινη, από κείνες που τιμούνε τις ανατολίτικες αρετές μας, κατάπινε παγωμένα σιρόπια, εξέπνεε εγκελαδική αγανάκτηση, λυπόταν τους τσουρουφλισμένους συνανθρώπους του και παρακαλούσε τον Αίολο να στείλει μια ευνοϊκή πνοή πάνω απ’ την άσφαλτο.

Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τη ζέστη. Παίρνει τους λαιμοδέτες, τους μετατρέπει σε σφεντόνες και εκσφενδονίζει μακριά την αξιοπρέπεια των άσπρων κολάρων. Υγραίνει την πούντρα των κυριών με αναιδέστατα σταγονίδια ιδρώτος, αναλύει τα βιομηχανικά λίπη, καίει τις υπαλληλικές ξηρασίες και συναδελφώνει τους πάντας μ’ ένα κοινό κύμα πάθους. Όλοι μαζί ξεφυσάνε, λησμονούν την ακρίβεια και τις πολιτικές πεποιθήσεις, την αναγνωρίζουνε για τον κοινό τους εχθρό και αδειάζουνε τη λίμνη, προς μεγάλην αγαλλίαση της Εταιρείας Υδάτων και των ποσοτικών εισπρακτόρων της.
 
Πέρασαν έτσι οι δύο, οι τρεις, οι τέσσερις. Ο αυγερινός βγήκε από τον Υμηττό να κάνει την πρωινή του επιθεώρηση. Τότε άρχισε να αισθάνεται νύστα. Πήγε να κοιμηθεί.

Με το πρώτο φως, ήρθε κι ο πρώτος ύπνος. Ονειρεύτηκε τον Έβδομο Δαντικό Κύκλο* εκεί μέσα, εργάτες της «μάχης των λάκκων» διορθώνανε τις κεντρικές αρτηρίες με μπαλώματα από πίσσα. Ήταν ένα θερμό κι ευχάριστο όνειρο Αθηναίου. Αλλά δεν πρόλαβε να χαρεί ούτε πενήντα επιδιορθωμένα μέτρα. «Ντριννν.» Το σάιλεντ τικ.
 
Σηκώθηκε γεμάτος αγανάκτηση. Αναλογίστηκε το καθήκον, την υπογραφή, τον προϊστάμενο, την κατσάδα, το πρόστιμο. Ύστερα πήρε το ξυπνητήρι που κουδούνιζε όλες αυτές τις ηθικές έννοιες, το ζύγισε στο χέρι του και το πέταξε απ’ το παράθυρο.
 
Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του.

Μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι;

«Αυτό που μετράει περισσότερο, είναι το πόσο καλά περπατάς μέσα στη φωτιά.»
Το παραπάνω απόφθεγμα ανήκει στο διάσημο για το έργο του αλλά και για τον τρόπο ζωής του, Charles Bukowsky.

To θέμα της ευτυχισμένης ζωής, είναι το κεντρικό θέμα του ανθρώπου εν γένει. Τι είναι η ευτυχία και πώς να την κατακτήσουμε; Από αρχαιοτάτων χρόνων, από την πρώτη στιγμή της ύπαρξης του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος, το θέμα αυτό είναι η βασική του επιδίωξη. Θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι και το προσπαθούμε με όλους τους τρόπους που μπορούμε. Πάνω στο θέμα της αναζήτησης της ευτυχίας, αναπτύχθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, θρησκείες, πολιτικές ιδεολογίες και συστήματα διακυβέρνησης. Πάνω στο θέμα της ευτυχίας και της αναζήτησής της χτίστηκε, θα έλεγα, όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός. Η αναζήτηση της ευτυχίας είναι αυτή που κινεί το εμπόριο και τον κόσμο της αγοράς, της διαφήμισης και της διακίνησης και κατανάλωσης πάσης φύσεως προϊόντων. Τα λεφτά φέρνουν την ευτυχία; Η ισχύς φέρνει την ευτυχία; Οι απολαύσεις είναι ευτυχία; Οι σχέσεις φέρνουν την ευτυχία; Τα αποκτήματα εξασφαλίζουν την ευτυχία; Υπάρχει ευτυχία στην επίγεια ζωή; Ή αυτή θα έρθει μόνο μετά θάνατον, στον άλλο κόσμο, όπου οι ενάρετοι θα ζήσουν στον παράδεισο, αφού έχουν ζήσει μια ζωή, που όσο περισσότερο υποφέρουν, τόσο πιο σίγουρα έχουν εξασφαλίσει την είσοδο κι αιώνια παραμονή τους στο θεϊκό κήπο της αιώνιας αναψυχής;
 
 Μεγάλο το θέμα, τεράστιο κι είναι τουλάχιστον αφελές να θέλω να το καλύψω στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου. Παρ’ όλα αυτά, ως άνθρωπος που φροντίζει κι υποστηρίζει άλλους ανθρώπους, στο να βρουν  και να κατακτήσουν μια εσωτερική κατάσταση ευεξίας, ευχαρίστησης κι ικανοποίησης από τον εαυτό τους και τη συνύπαρξη με τους άλλους ανθρώπους, τολμώ να πω, πως βλέπω μέσα σε όλα τα μικρά κι ίσως ασήμαντα πράγματα της καθημερινότητας κομματάκια του παζλ που συνθέτουν το συναίσθημα της ευτυχίας. Η ευτυχία είναι μια εσωτερική κατάσταση του νου, του συναισθήματος και της ψυχής, που λίγο έχει να κάνει (τελικά) με την ύλη ή την ισχύ που αποκτά κάποιος.

Η ευτυχία έχει να κάνει με την αυτοεκπλήρωση που μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος, όταν ζει μια ζωή με σκοπό και νόημα. Ευτυχία είναι να έχει κάποιος   κατακτήσει την εσωτερική πληρότητα και να γνωρίζει πως είναι στο σωστό μέρος και κάνει το σωστό πράγμα, έτσι ώστε να έχει νόημα η ύπαρξή του σ’ αυτόν τον κόσμο. Ευτυχία μπορεί να νιώσει κάποιος όταν πιάνει τον εαυτό του να είναι ευγνώμων, με φαινομενικά ασήμαντα, δεδομένα πράγματα, όπως το χρώμα του ουρανού, τη γεύση του καφέ που πίνει το πρωί, ένα τραγούδι που αγαπάει, ένα παιδάκι που του χαμογελάει ένα γατί που του γουργουρίζει. Η ευγνωμοσύνη, η αληθινή ευγνωμοσύνη που βιώνεται και δεν επιβάλλεται απ’ έξω κατ’ εντολήν, είναι ένα συναίσθημα που μπορεί να μας οδηγήσει στο να βάλουμε όλο και περισσότερες ψηφίδες στη μεγάλη εικόνα της ευτυχίας μας. Η ευτυχία έχει επίσης να κάνει με τη δυνατότητά μας να βιώνουμε τα συναισθήματά μας και να είμαστε σε πλήρη επαφή μαζί τους. Κι όταν λέω συναισθήματα, εννοώ   όλα τα συναισθήματα. Πολλές φορές συγχέουμε την ευτυχία με την έλλειψη των λεγομένων αρνητικών συναισθημάτων.
 
Νομίζουμε πως η ευτυχία είναι να μη νιώθουμε φόβο, θυμό, απογοήτευση, πόνο ή απελπισία. Κι η αλήθεια είναι, πως τις στιγμές που βιώνουμε αυτά τα συναισθήματα, μόνο ευτυχισμένοι δεν είμαστε. Προσπαθώντας ν’ αποφύγουμε τη δύσκολη συναισθηματική κατάσταση των «αρνητικών συναισθημάτων», αναλωνόμαστε σε μια συνεχή προσπάθεια αποφυγής κι εξάλειψής τους, ψάχνουμε τρόπους και τεχνικές έτσι ώστε να τα εξοβελίσουμε από τον εαυτό μας και να τα καταστήσουμε ανύπαρκτα. Μόνο που έτσι, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να μπλοκάρουμε τη συναισθηματική ροή και να εγκλωβίζουμε μέσα μας όλα αυτά τα απολύτως φυσιολογικά συναισθήματα κι έτσι αυτά να μεγαλώνουν να κακοφορμίζουν και να μεταμορφώνονται σε συμπτώματα, σωματικά ή ψυχολογικά. Μέσα σ’ αυτή την προσπάθεια, νομίζουμε πως θα καλύψουμε την αβίωτη κι ανεπεξέργαστη αγωνία, θλίψη, πόνο, θυμό ή ότι άλλο προσπαθούμε ν’ αποφύγουμε, με περισσότερα επιτεύγματα, περισσότερο χρήμα, περισσότερα αποκτήματα, ομορφιά, σύμβολα ισχύος. Όχι ότι είναι κακό να αναζητάμε και να βρίσκουμε ευχαρίστηση και σ’ αυτά αλλά σίγουρα όλα αυτά δεν είναι επαρκή.
 
Ένα σημαντικό θέμα ως προς την κατάκτηση της εσωτερικής αυτής κατάστασης που συνθέτει την εικόνα της ευτυχίας, είναι να βγούμε από την ανώριμη απαίτηση της αποστειρωμένης από πόνο, ματαιώσεις κι απώλειες ζωής. Ο Carl Young λέει πως είναι γνώρισμα του ανώριμου ψυχικά ανθρώπου, να ονειρεύεται πως κάποια στιγμή, μέσα από ένα θρησκευτικό, πολιτικό ή οικονομικό σύστημα, θα ζήσει σ’ ένα απέραντο κι αιώνιο νηπιαγωγείο, όπου ο θεός-πατέρας (θεός, ηγέτης, κράτος κ.α.) θα φροντίζει για την αρμονική και χαρούμενη ζωή των νηπίων του.
 
Η πραγματικότητα της ζωής μας είναι πως δεν υπάρχει βίος αποστειρωμένος από δύσκολες καταστάσεις και δυσάρεστα γεγονότα. Αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως, συμπεριλαμβανομένων των υπερπλουσίων, των πανίσχυρων, των υπερεπιτυχημένων και των πεφωτισμένων πνευματικών δασκάλων και φιλοσόφων.  Αν κατανοήσουμε και δεχτούμε πως οι συνθήκες του πόνου και της απώλειας είναι δεδομένες, όπως και τα συναισθήματα που πολύ φυσιολογικά τις συνοδεύουν, τότε έχουμε λύσει μια πολύ βασική εμπλοκή μας, ως προς το κομμάτι του βιωμένου συναισθήματος της ευτυχίας και της εσωτερικής μας  «ευτυχισμένης» κατάστασης.
 
Ο Χόρχε Μπουκάι, στο βιβλίο του «Ο δρόμος της ευτυχίας», καταλήγει πως, ευτυχισμένοι είναι οι άνθρωποι που μπορούν και διαχειρίζονται αποτελεσματικά τις απώλειές τους. Αποτελεσματική διαχείριση δεν σημαίνει «αρνούμαι κι αποφεύγω το συναίσθημά μου», όπως αποτελεσματική διαχείριση δεν συνιστά το να βουτηχτώ αιωνίως στη θλίψη και το φόβο. Αποτελεσματική διαχείριση συνιστά το να μπορώ να είμαι παρών/παρούσα συναισθηματικά σε κάθε στιγμή, ευχάριστη ή δυσάρεστη με το συνοδό φυσιολογικό για κάθε περίσταση συναίσθημα.
 
Γιατί έτσι είμαστε φτιαγμένοι, γιατί έτσι είναι η φύση της ζωής μας.
 
Και τελικά, κατά τη γνώμη μου, όντως «Αυτό που μετράει περισσότερο, είναι το πόσο καλά περπατάς μέσα στη φωτιά».

Αλλάζει η τέχνη τον κόσμο;

Θλίβομαι με αυτούς που πιστεύουν ότι η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο, ιδιαίτερα όταν είναι οι ίδιοι καλλιτέχνες. Τόση πίστη έχουν στη δύναμη της τέχνης; Κι όμως, η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Οχι, βέβαια, γενικά και αόριστα, να κάνει τον κόσμο καλύτερο, πιο ανθρώπινο, δικαιότερο κ.λπ.

Αυτό δεν το κατόρθωσαν ούτε μεγάλες επαναστάσεις, για να μην πω ότι πολλές από αυτές τον έκαναν χειρότερο. Η τέχνη λειτουργεί υπόγεια: μέσα από τις ιδέες, τις δράσεις και τα συναισθήματα των ηρώων της, μπορεί να διαμορφώνει συνειδήσεις – κι όταν το πετυχαίνει αυτό, σημαδεύει τους ανθρώπους για πάντα.
 
Η τέχνη δεν αναπαράγει την πραγματικότητα. Τη συμπυκνώνει και, κάτω από τον δικό της μεγεθυντικό φακό, την ερμηνεύει. Της δίνει νόημα, ουσία. Δεν το κάνει ψυχρά, ακαδημαϊκά, σαν επιστημονικός ερευνητής. Επιπλέον, μας γοητεύει –με τη δημιουργική της φαντασία και τη μοναδική συγκινησιακή της δύναμη.
 
Αν θέλεις να συνειδητοποιήσεις τι εστί πόλεμος, δεν σου αρκούν ακόμα κι όλα τα βιβλία της Ιστορίας. Διάβασε αντιπολεμικά μυθιστορήματα, δες το «Σταυροί στο μέτωπο» του Κιούμπρικ. Εκεί, μέσα σε μια ιστορία που διαρκεί μόλις 80 λεπτά, συμπυκνώνεται όλη η φρίκη για το «κρέας για τα κανόνια» τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. «Οι άθλιοι» του Ουγκό, 200 χρόνια μετά τη συγγραφή τους, έχουν χαράξει για πάντα πάνω τους την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο σ’ όλη της την προκλητική αναλγησία.
 
Ποιος θα σε διδάξει καλύτερα από τον Καβάφη και το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» να στέκεσαι με αξιοπρέπεια μπροστά στην απώλεια; Γιατί η τέχνη είναι και παρηγοριά, η μεγαλύτερη. Και είναι και υπέρβαση. Διάβασε ιστορίες με έρωτες μεγάλους, δυνατούς, που άντεξαν κόντρα σε όλες τις κοινωνικές συμβάσεις, και ύστερα προσπάθησε να υπερβείς την καθημερινότητα της δικής σου σχέσης και δες τον/την σύντροφό σου λιγότερο εγωιστικά, έλα πιο κοντά και στις δικές του/της ανάγκες.

Ειλικρινά, όσα έμαθα στη ζωή μου, από την τέχνη τα διδάχτηκα. Ο «Μπίλι ο ψεύτης» στην ταινία του Σλέσινγκερ, με την εξοργιστική δειλία του να ακολουθήσει το όνειρό του, με έκανε να πάρω το πρώτο αεροπλάνο και να φύγω από την Ελλάδα ακολουθώντας το δικό μου. Θυμάμαι και τη μητέρα μου. Αγαπούσε πολύ τα βιβλία και μερικά τα είχε σαν Ευαγγέλιο. Οταν τη ρώτησα μια μέρα γιατί το όνομά μου ήταν Δημήτρης ενώ δεν είχαμε κανένα Δημήτρη στην οικογένεια, μου απάντησε: «Εσύ, παιδί μου, δεν είσαι ο Δημήτρης του κόσμου αυτού, είσαι του κόσμου των βιβλίων, ο Ντμίτρι από την “Ανάσταση” του Τολστόι»!

Αρχαία Ελληνική Κωμωδία: Θέματα -Τυπικά στοιχεία της Αρχαίας Κωμωδίας: Παρρησία

1. Δίπλα στην ισονομία, την ισηγορία και τα άλλα χαρακτηριστικά της αθηναϊκής δημοκρατίας, η παρρησία έδινε στον πολίτη τη δυνατότητα να εκφράζει ελεύθερα την προσωπική του γνώμη για το καθετί, χωρίς επιφυλάξεις· και αν αυτή η ελευθερία του λόγου ίσχυε για κάθε Αθηναίο, πολύ περισσότερο διευκόλυνε τους κωμωδοποιούς, που και την εκμεταλλεύονταν στο έπακρο, κρίνοντας και κατακρίνοντας με μεγάλη, συχνά υπερβολική αυστηρότητα κι ελευθεροστομία, νόμους, θεσμούς, καταστάσεις, αλλά και συγκεκριμένα πρόσωπα: πολιτικούς, άρχοντες, ή και ιδιώτες.
 
2. Σε γενικές γραμμές η κωμῳδικὴ ἄδεια επιδρούσε ευεργετικά, και έχει δίκιο ο Μάρκος Αυρήλιος, όταν σημειώνει ότι η Αρχαία Κωμωδία είχε παιδαγωγικὴν παρρησίαν, και ήταν χρήσιμη, καθώς δι᾽ αὐτῆς τῆς εὐθυρρημοσύνης καταπολεμούσε την αλαζονεία (Εις εαυτ. 11,6). Ωστόσο, θα το περιμέναμε μερικές φορές οι κωμικοί ποιητές να το παρακάνουν, και οι κωμῳδούμενοι ν᾽ αντιδρούν. Παράδειγμα ο Κλέων, που είχε διαδεχτεί τον Περικλή στην πολιτική ηγεσία της Αθήνας. Όταν το 426 π.Χ. ο Αριστοφάνης τού επιτέθηκε άγρια στους Βαβυλωνίους, ο δημαγωγός τον κατάγγειλε ότι είχε διασύρει παρόντων τῶν ξένων την Αθηναϊκή πολιτική απέναντι στους συμμάχους και ὡς εἰς ὕβριν τοῦ δήμου καὶ τῆς βουλῆς ταῦτα πεποιηκότα (Σχόλ. Αχαρν. 378). Η πορεία της κατηγορίας στα δικαστήρια μάς είναι άγνωστη· βέβαιο είναι μόνο, ότι ο Αριστοφάνης όχι μόνο δε σταμάτησε να κακολογεί τον Κλέωνα, αλλά και παρουσίασε στα Λήναια του 424 π.Χ. μιαν ολόκληρη κωμωδία, τους Ιππείς, με φανερό στόχο να τον δυσφημίσει - μάταια: ένα μόλις χρόνο μετά την παράσταση οι Αθηναίοι, οι ίδιοι που είχαν δώσει στους Ιππείς το πρώτο βραβείο, εκλέξαν πάλι τον Κλέωνα στρατηγό!
 
3. Το ὀνομαστὶ κωμῳδεῖν -η ελευθερία που είχαν οι κωμωδιογράφοι να κακολογούν επώνυμα, να εκθέτουν και να γελοιοποιούν συγκεκριμένα, περισσότερο ή λιγότερο διάσημα, πρόσωπα- έχει βαθιές ρίζες στα προδρομικά κωμικά δρώμενα, όπου το πλήθος, προστατευμένο από το εθιμικό δίκαιο, ξεσπούσε κατηγορώντας κι εξυβρίζοντας τον ένα και τον άλλον, όπως, παράδειγμα, στους γεφυρισμούς, τα τσουχτερά πειράγματα του πλήθους στους μύστες των ελευσινίων μυστηρίων. Αν μάλιστα ακολουθήσουμε τη γνώμη του Αριστοτέλη ότι οἱ μὲν ἀντὶ τῶν ἰάμβων ἐγένοντο κωμῳδοποιοί (Ποιητ. 1449a), τότε οι προσωπικές επιθέσεις στην Κωμωδία παραπέμπουν και στην ιωνική σατιρική ιαμβογραφία, του Αρχίλοχου παράδειγμα, που δε δίστασε να δυσφημίσει ὀνομαστί τον Λυκάμβα και τις θυγατέρες του.
 
4. Η απροκάλυπτη φραστική επίθεση σε συγκεκριμένα πρόσωπα, συχνά αξιωματούχους, φυσικό ήταν να ενοχλεί και την πολιτεία, που σε δύο τουλάχιστο περιπτώσεις δοκίμασε να την περιορίσει: πρώτη φορά ἐπὶ ἄρχοντος Μορυχίδου (440/39 π.Χ.), όταν ακόμα την Αθήνα την κυβερνούσε ο Περικλής· δεύτερη φορά, μετά το σκάνδαλο των Ερμοκοπιδών (415 π.Χ.), με το ψήφισμα του Συρακοσίου. Και τις δύο φορές η απαγόρευση, αν ίσχυσε, ήταν εξαιρετικά βραχύβια. Η διονυσιακή εθιμική χαλάρωση, η δημοκρατική παρρησία και η λαϊκή συμπάθεια και υποστήριξη σε όσους ξεσκεπάζουν αλήθειες στάθηκαν πιο δυνατές από τους νόμους και τα ψηφίσματα.
 
5. Ενημερωμένη και διαφωτιστική είναι η μονογραφία του Α. Αφεντουλίδη Η Παρρησία ως θεωρία της αττικής δημοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1987. Την παρρησία ως χαρακτηριστικό της αθηναϊκής δημοκρατίας και την εκμετάλλευσή της από τον Αριστοφάνη επισημαίνει και η J. De Romilly στο Η αρχαία Ελλάδα σε αναζήτηση της ελευθερίας, Αθήνα: Το άστυ 2001.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (950-973)

950 ΞΕ.› Ἰάων γὰρ ἀπηύρα, [στρ. β]
Ἰάων ναύφαρκτος
Ἄρης ἑτεραλκὴς
νυχίαν πλάκα κερσάμενος
δυσδαίμονά τ᾽ ἀκτάν.

955 ΧΟ. — οἰοιοῖ, βόα καὶ πάντ᾽ ἐκπεύθου.
— ποῦ δὲ φίλων ἄλλος ὄχλος;
— ποῦ δέ σοι παραστάται,
οἷος ἦν Φαρανδάκης,
Σούσας, Πελάγων, Δοτάμας, Ψάμμις,
960 Σουσισκάνης τ᾽, ἠδ᾽ Ἀγαβάτας
Ἀγαβάτανα λιπών;

ΞΕ. ὀλοοὺς ἀπέλειπον [ἀντ. β]
Τυρίας ἐκ ναὸς
ἔρροντας ἐπ᾽ ἀκταῖς
965 Σαλαμινιάσι, στυφελοῦ
θείνοντας ἐπ᾽ ἀκτᾶς.

ΧΟ. — οἰοιοῖ, ποῦ δή σοι Φαρνοῦχος;
— κἀριόμαρδός γ᾽ ἀγαθός;
— ποῦ δὲ Σευάλκης ἄναξ,
970 ἢ Λίλαιος εὐπάτωρ,
Μέμφις, Θάρυβις, καὶ Μασίστρας,
Ἀρτεμβάρης τ᾽ ἠδ᾽ Ὑσταίχμας;
τάδε σ᾽ ἐπανέρομαι.

***
ΞΕΡΞΗΣ
950 Των Ιώνων ήταν που μας άρπαξε
των Ιώνων ο καραβομάχος
ο Άρης, που βάρυν᾽ απ᾽ το μέρος τους,
θερίζοντας τη μαύρη άπλα της θάλασσας
και τους κατάρατους γιαλούς και βράχους.

ΧΟΡΟΣ
Ώχου μου σκούζω, μα ρωτώ
για όλους να μάθω, πού ᾽ν᾽ οι τόσοι
οι φίλ᾽ οι άλλοι; πού οι πιστοί σου ακόλουθοι
ο Φαραντάκης, Σούσαντας
Πελάγωνας, Δοτάμης κι ο Αγδαβάτης,
960 Ψάμμης κι ο που τ᾽ Αγβάταν᾽ άφησε
να σ᾽ ακλουθήσει Σουσισκάνης;

ΞΕΡΞΗΣ
Τους άραχλους τους άφησα,
αφού από Τυριανή γαλέρα
βουλιάξανε, να παραδέρνουνε
γύρω στης Σαλαμίνας τους γιαλούς
χτυπώντας την τραχιά τη ξέρα.

ΧΟΡΟΣ
Ώχου μου, πού ᾽ναι κι ο Φαρνούχος σου,
πού ᾽ν᾽ ο γενναίος ο Αριόμαρδός σου;
πού κι ο Σευάκης βασιλιάς,
970 ο Λίλαιος, ξακουστή γενιά,
ο Μέμφης, πού ο Υσταίχμιος
Μασίστρας, Αρτεμβάρης, Θάρυβης,
σε ρωτώ πάλι, πες μας;

Για την παρέκβαση του «ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ» στην Ιστορία του Θουκυδίδη

«Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι κρατώντας την προγονική συνήθεια οργάνωσαν με δημόσια φροντίδα την τελετή της ταφής γι' αυτούς που σκοτώθηκαν πρώτοι σε τούτον τον πόλεμο, με τέτοιον τρόπο· κάνουν μια εξέδρα, και πριν από δύο μέρες εκθέτουν τα κόκαλα των νεκρών- και φέρνει καθένας στον δικό του αν θελήσει κάτι. Και όταν έρθει η ώρα να τους βγάλουν, σέρνουν αμάξια θήκες κυπαρισσένιες, μια για κάθε φυλή. Του καθενός τα κόκαλα βρίσκονται μέσα στη θήκη της φυλής που ανήκε. Και είναι ένα φέρετρο, που το κουβαλούν στρωμένο άδειο, των εξαφανισμένων, αυτών που έτυχε να μην τους βρουν να τους σηκώσουν. Στην κηδεία παίρνει μέρος όποιος θέλει και από τους ντόπιους και από τους ξένους- κι είναι και γυναίκες μπροστά, οι συγγένισσες, που κλαίνε πάνω στον τάφο1. Πάνε λοιπόν και τους βάζουν στο δημόσιο νεκροταφείο, που βρίσκεται στην πιο ωραία συνοικία έξω από την πόλη. Σ' αυτό θάβουν κάθε φορά τους νεκρούς του πολέμου, εξόν απ' όσους έπεσαν στο Μαραθώνα. Εκείνων η παλικαριά έκριναν ότι στάθηκε απαρομοίαστη και έτσι τους έκαναν στο ίδιο μέρος και τον τάφο. Και όταν τους σκεπάσει η γη, ένας που τον ξέρουν για μυαλωμένο πολύ κι έχει και ξεχωριστή επιβολή στους άλλους, τον έχει ορίσει η πολιτεία και μιλά πάνω σ' αυτούς λέγοντας τον έπαινο που τους ταιριάζει. Έπειτα φεύγουν. Με τέτοιον τρόπο κάνουν την ταφή. Και όσο βάστηξε ο πόλεμος, κάθε φορά που τους τύχαινε, κρατούσαν τη συνήθεια αυτή.» 2
 
Ἔτσι λοιπόν μᾶς παρουσιάζεται, στίς Ἱστορίες τοῦ Θουκυδίδη, ἡ «παρέκβαση» (ὅπως τήν ὀνομάζουν οἱ ἱστορικοί τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας), ἡ σχετική μέ τή δημόσια ταφή πού ἔγινε στήν Ἀθήνα. Πράγματι, ἀνάμεσα στό πρῶτο καί στό δεύτερο ἔτος τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου παρεμβάλλεται στήν ἀφήγησή τοῦ Θουκυδίδη ἡ περιγραφή μίας τελετῆς, πού συνυφαίνεται βέβαια μέ τήν ἐξιστό-ρηση τῶν στρατιωτικῶν γεγονότων, ἀλλά καί τή διακόπτει ταυτόχρονα γι' ἀρκετό διάστημα. Πρέπει ὅμως νά καταλάβουμε γιατί ἕνας ἀρχαῖος Ἕλληνας, πού γράφει ἱστορία, σταματάει ξαφνικά τή διήγησή του γιά νά περιγράψει μιά ταφή· γιατί εἰσάγει, μέσα στόν διηγηματικά χρόνο, μιά ἱερουργία πού ἐπιβραδύνει τόν ρυθμό τῆς ἀφήγησης.
 
Σέ τί ἀποβλέπει ἡ περιγραφή μίας ταφῆς
 
Ὑπάρχουν ταφές, πού τίς ἀναφέρει ἁπλά καί μόνο ὁ ἀρχαῖος ἱστορικός, γιατί ἀποτελοῦν μοναδικά γεγονότα κι ἑρμηνεύονται ἔτσι ἀπό μόνες τους. Ἄς πάρουμε τήν ταφή τῶν Ἑλλήνων νεκρῶν στή μάχη τῶν Πλαταιῶν, στό τέλος τῶν Μηδικῶν πολέμων, ἔτσι ὅπως τήν ἀναφέρει ὁ Ἡρόδοτος (9.85)· μέ τήν εὐκαιρία μιᾶς νίκης, οἱ διάφορες ἑλληνικές πόλεις ἐκφράζουν τί ἀκριβῶς εἶναι οἱ ἴδιες μέσα ἀπό τόν τρόπο ταφῆς πού υἱοθετοῦν: ἡ Σπάρτη δείχνει τήν ἱεραρχική της ἀντίληψη, ἡ Τεγέα, ἡ Ἀθήνα κι ἄλλες ἀκόμη πόλεις διακηρύσσουν τήν ἰδέα τῆς ἰσότητας μπροστά στόν θάνατο, κι ὅσοι πάλι Ἕλληνες συνεργάστηκαν μέ τόν ἐπιδρομέα προσπαθοῦν νά κρύψουν τήν ἀπουσία τους στό κενό ἄδειων τύμβων, πού δέν ξεγελοῦν κανέναν. Ἀφοῦ λοιπόν γίνουν ὅλα αὐτά καί μοιραστοῦν οἱ ρόλοι, ἡ διήγηση μπορεῖ νά συνεχίσει ἄλλωστε, ἡ ἀναφορά αὐτῶν τῶν πράξεων δέν τήν εἶχε, οὐσιαστικά διακόψει. Ὅταν ὅμως ὁ ἱστορικός ἀρνεῖται νά περιοριστεῖ ἀποκλειστικά στό συγκεκριμένο γεγονός καί περιγράφει μέ λεπτομέρειες τίς φάσεις μιᾶς τελετῆς πού ἐπαναλαμβάνονται σέ κάθε ἀνάλογη περίσταση, τότε σέ τί ἀκριβῶς ἀποβλέπει;
 
Ἴσως στό νά ὑπογραμμίσει μιά διαφορά. Κι αὐτό κάνει, ὡς ἱστορικός, ὁ Ἡρόδοτος, ὅταν ἀσχολεῖται μέ τίς ταφικές πρακτικές τῶν βαρβάρων, ἤ περιγράφει λεπτομερειακά τήν κηδεία τῶν βασιλέων τῆς Σκυθίας ἤ ἀκόμη καί τῶν βασιλέων τῆς Σπάρτης, γιά νά συλλάβει καλύτερα τήν ἑτερότητα (την ἑτεροτητα πού διακρίνει τούς «ἄλλους» ἀπό τους Ἕλληνες, ἀλλά καί τούς Σπαρτιάτες ἀπό τόν κανόνα πού λέγεται «Ἑλλάς».. 3 Ἄλλωστε, ἡ φιλολογική παράδοση εἶδε γενικά μέ συγκατάβαση αὐτά τά ἐθνογραφικά περίεργα του Ἡροδότου, χωρίς ν' ἀναρωτηθεῖ σέ τί ἀποβλέπουν τέτοιου εἴδους ἀναπτύξεις. πού «παραγεμίζουν» ὑποτίθεται τόν χρόνο τῆς διήγησης, ὥσπου νά ἔρθει ἡ στιγμή τῆς «ἱστορικῆς» ἐπιτέλους διαπραγμάτευσης τῶν Μηδικῶν πολέμων. Μέ τόν Θουκυδίδη ὅμως, τά πράγματα εἶναι διαφορετικά: ἱστορικός «σοβαρός», μ' ἕνα πρόγραμμα πέρα γιά πέρα σοβαρό, ἀναφέρει μονάχα ἐκείνες τίς τελετές, πού εἶναι ἰσχυρά φορτισμένες μέ ἱστορική σημασία: στό τρίτο βιβλίο, διηγεῖται τόν καθαρμό τῆς Δήλου ἀπό τους Ἀθηναίους, γιατί ἀκριβῶς βλέπει σ' αὐτό τό γεγονός μιά πολιτική πράξη τῶν Ἀθηναίων σέ σχέση μέ τούς συμμάχους τους, σέ σχέση μέ τούς ἄλλους Ἕλληνες στό ἕκτο βιβλίο (32), στέκεται γιά μιά στιγμή στή θρησκευτική παρουσίαση τῆς ἀναχώρησης τῶν πλοίων γιά τή σικελική ἐκστρατεία, γιατί ἀκριβῶς θέλει νά τονίσει καλύτερα τόν ἐπίσημο καί συλλογικό χαρακτήρα τῆς ἐμπλοκῆς τῆς ἀθηναϊκῆς πόλης σ' αὐτή τήν περιπέτεια. Ὅσο γιά τή δημοτελῆ ταφή πού ὀργάνωσαν οἱ κάτοικοι τῆς Ἀμφίπολης γιά τόν Σπαρτιάτη στρατηγό Βρασίδα, αὐτή τήν ἀναφέρει ἀκριβῶς τή στιγμή πού μιλάει γιά τίς δυσχέρειες τῶν Ἀθηναίων μέ τούς συμμάχους τους (5, 11)· γιατί, αὐτή ἡ ταφή, προσημαίνοντας τήν ἵδρυση μιᾶς ἡρωϊκῆς λατρείας, δηλώνει στούς Ἕλληνες ὅτι μιά ἀθηναϊκή ἀποικία μπορεῖ νά περάσει στό σπαρτιατικό στρατόπεδο, ἀλλάζοντας τόν οἰκιστή ἥρωά της. Πῶς ὅμως νά κατατάξουμε τήν τελετή τῆς δημόσιας ἀθηνάίκῆς ταφῆς μέσα σ' αὐτή τή σειρά τῶν τριῶν γεγονότων, πού ἀφοροῦν μιά συγκεκριμένη στιγμή κι ἔχουν περιστασιακή σημασία: Ὁλόκληρη ἡ «παρέκβαση» τοῦ Θουκυδίδη ἐκφράζει, ἀντίθετα, τόν διαρκῆ χρόνο τῆς ἐπανάληψης: φέρνοντας στήν πατρίδα τά κόκαλα τῶν νεκρῶν τους, οἱ Ἀθηναῖοι δέν ὑπακούουν στίς ἔκτακτες ἀνάγκες της στιγμῆς, ἀλλά σ' ἕναν πάτριον νόμο, σ' ἕνα προγονικό ἔθιμο, πού ἡ γέννηση του χάνεται — ἄν πιστέψουμε τόν Θουκυδίδη — στήν ἀσάφεια τοῦ χρόνου τῶν προγόνων. Κι ὁ ἱστορικός φροντίζει νά σημειώσει, ὅτι ὁ πάτριος νόμος ἐφαρμόστηκε ἐπανειλημμένα κατά τή διάρκεια τοῦ πολέμου. Μπορεῖ κανείς νά προσθέσει ὅτι ἡ γραφή τοῦ Θουκυδίδη, χωρίς νά χάοει τήν περίφημη πυκνότητά της, μοιάζει νά ἐπιβραδύνει ἀνεπαίσθητα τόν ρυθμό της γιά νά περιγράψει τήν τελετή σέ ὅλη της τή διάρκεια. Μήπως κι ὁ ἱστορικός στράφηκε προσωρινά πρός τήν ἐθνογραφία; Ἡ ὑπόθεση δέν εἶναι πιθανή, γιατί θά σήμαινε ὅτι μπορεῖ κανείς νά δεῖ τήν Ἀθήνα μέ τό ἴδιο μάτι πού βλέπει τούς «ἄλλους». Τό κείμενο ὅμως δέν ἔχει γιά σκοπό νά διαπραγματευτεῖ τό ἴδιο, σάν νά πρόκειται γιά τό «ἄλλο». Ἴσως σκεφτεῖ κανείς πώς ὁ Θουκυδίδης, περιγράφοντας τή δημόσια ταφή τῶν πολιτῶν, θέλησε νά συναγωνιστεῖ τόν Ἡρόδοτο, πού κατέγραψε τίς ἱερουργίες τοῦ ἐνταφιασμοῦ τῶν Σπαρτιατῶν βασιλέων. Πράγματι, ἀνάμεσα στίς δύο περιγραφές ὑπάρχει κάτι σάν ἔντονη ἀντιπαράθεοη, καί μποροῦμε κάλλιστα νά πούμε ὅτι, στήν οἰκονομία τοῦ ἱστορικοῦ ἔργου, ἡ ἀθηναϊκή τελετή ἀντιστοιχεῖ στή σπαρτιατική τελετή πού περιγράφει ὁ Ἡρόδοτος. Θά ἔπρεπε πάντως νά δείξουμε ὅτι οἱ δύο αὐτές τελετές παρουσιάζουν κι ἄλλες διαφορές, κι ὄχι μόνο τήν ὑπαρκτή, ἀναμφισβήτητα, πολικότητα ἀνάμεσα σέ δύο πολιτειακά πρότυπα, πού ἀντιτάσοονται τό ἕνα στό ἄλλο, ὅπως ὁ καταναγκασμός στήν ἔλευθερια4. Μποροῦμε βέβαια νά ὑποθέσσυμε, ὅτι ὁ Θουκυδίδης θέλησε ν' ἀνταγωνιστεῖ τόν Ἡρόδοτο στήν περίπτωση ὅμως αὐτή, ἡ στρατηγική τοῦ Ἀθηναίου ἱστορικοῦ θά τόν ἀνάγκαζε μᾶλλον ν’ ἀποφύγει ὁποιαδήποτε περιγραφή, καί νά τό διακηρύξει μέ δύναμη καί σαφήνεια.
 
Ἡ περιγραφή λοιπόν αὐτῆς τῆς τελετῆς παραμένει ἀνεξήγητη. Καί μιά πού οὔτε ὁ ἐθνογραφικός στόχος, οὔτε ἡ πρόθεση γιά μιάν ἀνταγωνιστική γραφή ἀρκοῦν γιά νά τήν ἐξηγήσουν, πρέπει νά ψάξουμε ἀλλοῦ. Ἄν στραφοῦμε στό ἔπος, ἴσως μπορέσουμε ν' ἀνοίξουμε κάποιο δρόμο πρός τό κείμενο τοῦ Θουκυδίδη — γιατί, οἱ ἐπικές ἀξίες καί κυρίως τό κλέος, αὐτή ἡ δόξα πού ζεῖ γιατί λέγεται, δέν εἶναι καί τόσο ἄσχετες μέ τή γραφή τοῦ ἱστορικοῦ, ὅπως θά μποροῦσε κανείς, ἤ καί θά ἤθελε ἀκόμη νά τό πιστέψει. Ξέρουμε ὅτι ἡ Ἰλιάδα ἀφιερώνει ὁλόκληρη ραψωδία στήν ταφῆ τοῦ Πατρόκλου, ἀλλά πολύ πιό πρίν ἀπό αὐτή τήν ραψωδία, ὁ θρῆνος τοῦ Ἀχιλλέα σημαδεύει κατά διαστήματα τή διήγηση.
 
Ἡ ταφή τοῦ Πατρόκλου, μιά τελετή μοναδική κι ἀνώμαλη ἀπό πολλές ἀπόψεις, δέν περιγράφεται μέ ρεαλιστικό τρόπο, ἐκτός κι ἄν ἀποδώσουμε στό Ψ τῆς Ἰλιάδας τόν ρεαλισμό πού προσιδιάζει σέ κάθε λογοτεχνικό δημιούργημα. Ἄλλωστε, θάβοντας τόν Πάτροκλο, πού ἦταν τό «διπλό» του Ἀχιλλέα, οἱ Ἀχαιοί θάβουν, θά λέγαμε, τόν ἴδιο τόν Ἀχιλλέα, ἀκόμη ζωντανό, τόν Ἀχιλλέα πού θά πεθάνει ἀργότερα, κάπου ἐκεῖ στό κενό πού χωρίζει τήν Ἰλιάδα ἀπό τήν Ὀδύσσεια, παρ' ὅλο πού ἡ Ἰλιάδα δέν παύει νά θρηνεῖ τόν μελλοντικό του θάνατο. Ὁ Πάτροκλος εἶναι νεκρός: γιά τούς Ἀχαιούς, ὁ θάνατός του σημαίνει τό τέλος τῶν πολύχρονων ἀγώνων μπροστά στήν Τροία, σημαίνει τό προοίμιο τῆς τελευταίας πράξης πού δέν θά μᾶς διηγηθεῖ ἤ Ἰλιάδα. Ὁ ἐπικός ποιητής, ἀναστέλλοντας τόν χρόνο τῆς μάχης γιά νά περιγράψει, σέ ὅλη της τήν ἔκταση, αὐτή τήν ταφή τή φαρτισμένη μέ τό κλέος καί μέ τόν θάνατο τοῦ Ἀχιλλέα, ὁλοκληρώνει συμβολικά τήν ἱστορία, πού τό ἔπος του θά τήν ἀφήσει ἀτελείωτη.
 
Ξαναγυρίζοντας στόν Θουκυδίδη, μποροῦμε λοιπόν νά ὑποθέσουμε ὅτι, στό δεύτερο βιβλίο τῶν Ἱστοριῶν του. Οἱ Ἀθηναῖοι πολίτες εἶναι σάν τόν Πάτροκλο, καί ἡ πόλη σάν τόν Ἀχιλλέα Ἡ πρώτη χρονιά ταῦ πολέμου ἔχει μόλις τελειώσει, γεμάτη ἐπιτυχίες καί ἐμπόδια, καί πολλοί ἔχουν ἤδη δώσει τή ζωή τους γιά την Ἀθήνα καί ὅλα εἶναι ἕτοιμα γιά τή συνέχεια. Ἀλλά ποιά εἶναι ἡ συνέχεια; Μήπως τό τέλος τοῦ πολέμου, τό 405, μέ τήν ἥττα τῆς Ἀθήνας; Ἴσως. Ἀναμφισβήτητα ὅμως, στό κείμενο τοῦ Θουκυδίδη, ἡ τελετή τῆς ταφῆς στοχεύει πέρα ἀπό τό κείμενο πάει μακρύτερα ἀπό ὁποιοδήποτε γεγονός, ἀποβλέπει στή μελλοντική δόξα τῆς πόλης, πού θά πάρει τή θέση τοῦ ἥρωα.
 
Γιά τόν Θουκυδίδη, ἡ περιγραφή τῆς ταφικῆς ἱερουργίας εἶναι ἕνας τρόπος γιά νά ἐξασφαλίσει στό ἑξῆς τήν εἴσοδο τῆς Ἀθήνας στήν αἰωνιότητα τῆς μνήμης, χάρη στούς νεκρούς καί δοξασμένους πολίτες της. Ἀλλά ὁ Ἐπιτάφιος λόγος θά μεταστρέψει τόν ἔπαινό τους, γιά νά τόν ἀφιερώσει καλύτερα, σάν ἕνα ὕμνο στήν πόλη. («Ἀσχολήθηκα περισσότερο μέ τήν πόλη, γιά νά τιμήσω καλύτερα αὐτούς ἐδῶ τους ἄντρες, καί ἀπό αὐτή τήν ἄποψη, τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἐπαίνου ἔχει ἤδη εἰπωθεῖ», θά δηλώσει στήν οὐσία ὁ ρήτορας, τή στιγμή πού θά ἐκφωνήσει τόν ἔπαινο πού ταιριάζει στούς νεκρούς). Ἡ περιγραφή λοιπόν μιᾶς ταφικῆς ἱερουργίας, στά πλαίσια μιᾶς ἱστορικῆς ἀφήγηοης, εἰσάγει, θά λέγαμε, τόν χρόνο τῶν γεγονότων σ' ἕνα ἄχρονο παρόν (μέ τήν εὐκαιρία κάποιας διακοπῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν], σέ μιά στιγμή μετέωρη, ὅπου, σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς τελετουργίας, ἡ δύναμη στό ἀποκορύφωμά της, συμπίπτει μέ τά λόγια πού τήν ἔκφραζουν.
 
Γιατί πρέπει ἐπίσης νά μιλήσουμε γιά τόν λόγο καί γιά τόν ρήτορα. Ὁ ἀναγνώστης θά παρατήρησε μέ ποιό «ἀθέμιτο» τρόπο παραλείψαμε, στό κείμενο τοῦ Θουκυδίδη, τό τέλος τῆς «παρέκβασης», γιά νά κρατήσουμε ὅσο γίνεται περισσότερο τήν ἀνωνυμία καί τοῦ λόγου, καί τοῦ ρήτορα. Εἶναι μιά σκόπιμη παράλειψη, πού πρέπει τώρα νά ἐπανορθώσουμε.
 
«Γιά τούς πρώτους λοιπόν τούτους (νεκρούς) ὅρισαν νά μιλήσει ὁ Περικλῆς, ὁ γιός τοῦ Ξανθίππου Καί όταν ἔφτασε ἡ ὥρα, προχώρησε ἀπό τόν τάφο σ' ἕνα βῆμα πού τό εἶχαν κάνει ψηλό, γιά νά μπορεῖ ν' ἀκούγεται ὅσο γινόταν πιό μακριά στό μαζεμένο πλῆθος, καί ἔλεγε κάπου τέτοια».
 
Ἔτσι λοιπόν, γι' αὐτή τήν ἰδιαίτερη περίσταση, ὁ ρήτορας λέγεται Περικλῆς, καί γιά τίς γενιές τῶν ἀναγνωστῶν, ἡ ὁμιλία του γίνεται ὁ κατ' ἐξοχήν Ἐπιτάφιος λόγος, ὁ μόνος, ὁ ἀληθινός: ἕνα πρότυπο γιά νά μιλήσει κανείς γιά τήν Ἀθήνα, γιά νά στοχαστεῖ τήν πόλη. Τό ἀθηναϊκό βέβαια εἶδος τοῦ ἐπιτάφιου λόγου, πού ἐπινοεῖ, γιά χάρη τῶν μεταγενεστέρων, τήν ἰδεατή πόλη τῆς Ἀθήνας μέσα σ' ἕνα νεκροταφεῖο, ἀποτελεῖ πρότυπο ἀπό μόνο του. Ὁ Ἐπιτάφιος ὅμως λόγος τοῦ Περικλῆ εἶναι τό πρότυπο αὐτού του προτύπου. Δέν θά ἐπεκταθοῦμε στίς ἀνεπανάληπτες τύχες αὐτοῦ τοῦ λόγου: οἱ πολιτικοί ἄντρες τόν διαβάζουν, ἀναζητώντας ρητορικά ὑποδείγματα*, οἱ ἱστορικοί της ἀρχαίας Ἑλλάδας τόν χρησιμοποιοῦν ὡς τεκμήριο γιά τή δημοκρατία, οἱ φίλοι τῶν κλασικῶν σπουδῶν τόν ἐπικαλοῦνται ὡς ὕψιστη ἀναφορά. Ξαναγυρίζοντας ὅμως στήν τελετή τῆς ταφῆς, θά πρέπει νά προσδιορίσουμε τήν ἰδέα πού μᾶς ὑπέβαλε ἡ σύγκριση μέ τόν Ὅμηρο: ὅτι δηλαδή ὁ ἱστορικός, περιγράφοντας τίς διαδοχικές φάσεις μιᾶς τελετῆς, οἰκοδομεῖ τό κλέος. Χρειάζεται βέβαια μιά τελετουργία γιά νά γεννηθεῖ μιά πράξη λόγου, ὅπως εἶναι ὁ Ἐπιτάφιος λόγος ἀλλά μιά τελετουργία πού γίνεται κείμενο, ἀλληλουχία πράξεων πού ἤδη ἀποτελοῦν λόγο. Ἡ τελετή τῆς ταφῆς ἀνάλαμβάνει αὐτή τή λειτουργία: ἀνάμεσα στήν ἀφήγηοη τῶν πράξεων καί στόν λόγο-γεγονός τοῦ ρήτορα, ἕτοιμο ν' αὐτονομηθεῖ στή μνήμη τῶν μεταγενεστέρων, ὁ ἱστορικός μετατρέπει σέ λόγια τίς χειρονομίες τοῦ πένθους καί τῆς ἀνάμνησης.
 
Τί μᾶς λέει ἡ τελετή τῆς ταφῆς
 
Ὁ ἱστορικός εἶδε καί ἄκουσε. Τό ἱστορικό κείμενο παρουσιάζει στόν ἀναγνώοτη τήν ταφή σάν κάτι πού ἔχει ἤδη γίνει ἀντικείμενο σκέψης, σάν προάκουσμα τοῦ λόγου πού θ' ἀκολουθήσει. Σέ αὐτή τήν παρουσίαση, ἔχει ἤδη εἰπωθεῖ αὐτό πού θά ἐπιλέξει ὁ ρήτορας γιά τόν λόγο του-πρότυπο.
 
Καί πρῶτα-πρῶτα, ἡ προαιώνια ταυτότητα τῆς πόλης. Ὁρίζοντας ὡς πάτριον νόμον τήν πρακτική τῶν Ἀθηναίων νά θάβουν τούς νεκρούς τους μέ δημόσια φροντίδα, ὁ Θουκυδίδης προστατεύει αὐτή τήν πρακτική ἀπό ὁποιονδήποτε θά ἐπιχειροῦσε νά χρονολογήσει τή γέννησή της: ἄς προσπαθήσουν οἱ μέλλοντες ἱστορικοί νά προσδιορίσουν χρονολογικά τό γεγονός. Ὅμως θά ὑποχρεωθοῦν ἐπιπλέον νά παραβλέψουν τήν ἀναφορά στούς νεκρούς του Μαραθώνα, μιάν ἀναφορά τόσο πολύτιμη, πού δίνει ἰδιαίτερο βάρος στόν ἰσχυρισμό — ὄχι καί πολύ ἀξιόπιστο ἄλλωστε — ὅτι μόνο ἡ ὑψηλή ἀρετή τῶν Μαραθωνομάχων τούς χάρισε τό προνόμιο νά θαφτοῦν στό πεδίο τῆς Μάχης. Ὁ ἱστορικός της ἀρχαίας Ἑλλάδας γνωρίζει βέβαια ὅτι αὐτό ἦταν γενικά τό ἔθιμο τῶν πόλεων, μετά ἀπό κάθε μάχη, κι ἔχει ἄλλωστε κάθε λόγο νά πιστεύει πώς ἡ «προγονική» πρακτική της Ἀθήνας δέν ὑπῆρχε ἀκόμη τήν ἐποχή της μάχης τοῦ Μαραθώνα. Γιά ν' ἀντιμετωπίσει ὅμως τούς ἰσχυρισμούς τοῦ Θουκυδίδη, ὁ σημερινός ἱστορικός πρέπει νά ἐνισχύσει, ὅσο γίνεται περισσότερο, τήν ἀποδεικτική του ἐπιχειρηματολογία. γιατί τό κείμενο, μέ τή λιτή του ἀκρίβεια, ἔχει τό κύρος μέ τό μέρος του, καί γιά πολλούς ἀναγνῶστες, ἡ ὑπόθεση ἔχει ἐκ τῶν προτέρων κριθεῖ: μέ τόν νόμον της, ἡ Ἀθήνα ὑπῆρξε πάντοτε ἡ Ἀθήνα. Μετά τήν ταυτότητα, ἡ εὐγένεια, ἡ ἀριστοκρατική καταγωγή. Ἡ ὀργάνωση τῆς προθέσεως τῶν λειψάνων, ἡ τοποθέτησή τους σέ θῆκες κυπαρισσένιες καί ἡ ἐκφορά τους πάνω σέ ἁμάξια. ἀποτελσύν τρία χαρακτηριστικά πού θυμίζουν, κατά τή διάρκεια τῆς τελετῆς, τίς ἀριστοκρατικές ταφές: ἡ πρόθεσις ἀποκτᾶ ὅλο της τό νόημα στά πλαίσια ἕνος ἀριστοκρατικοῦ τρόπου ζωῆς, τό κυπαρισσένιο ξύλο ἐγγυᾶται μιάν αἰώνια ἀνάμνηση. καί τό ἁμάξι, σύμβολο τῆς ἡρωικῆς πομπῆς, ταιριάζει στήν ἐπίσημότητα τῆς τελετῆς (γιατί, θ' ἀρκοῦσε ἕνας ἄνθρωπος γιά νά κουβαλήσει μόνος του, στό νεκροταφεῖο, τή θήκη ἑνός ἁπλοῦ νεκροῦ). Τέλος, ἤ νεκρική πομπή καταλήγει σ' ἕναν χῶρο μεγάλης συμβολικῆς σημασίας, στόν Κεραμεικό, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται τό δημόσιον αήμα· ἔχει ὅμως ἰδιαίτερο νόημα τό γεγονός, ὅτι ὁ Θουκυδίδης ἀναφέρεται μονάχα στήν ὀμορφιά αὐτοῦ τοῦ χώρου. Ταφή τῶν πολιτῶν, ταφή ἀριστοκρατῶν... Κι ὅμως, ἡ δημοκρατία ὑπάρχει στήν περιγραφή μέ τή μορφή αὐτῆς της ἐλευθερίας στήν πράξη, πού ἀναγνωρίζεται ἀπό ὅλους, ἀκόμη καί ἀπό τους πολιτικούς ἀντίπαλους, ὡς τό εἰδικότερο γνώρισμα τῆς Ἀθήνας: ἡ πρόθεσις, πολιτειακή καί συλλογική τιμή, συμβιβάζεται μέ τούς πηγαινοερχομούς τῶν βυθισμένων στό πένθος συγγενῶν, ἀνέχεται τίς ἰδιωτικές προσφορές, πού ὁ καθένας μπορεῖ ἐλεύθερα νά φέρει στόν νεκρό του κι ὅταν ἔρθει ἡ στιγμή, κανείς δέν ἀποκλείεταί ἀπό τήν νεκρική πομπή, ἐφ ὅσον βέβαια θέλει νά συμμετάσχει, ἀπό πεποίθηση ἤ περιέργεια κι ἔτσι ἐκδηλώνεται αὐτή ἡ καλή πολιτική θέληση, πού θεμελιώνει τή ζωή σέ μιά δημοκρατία. Ἀριστοκρατικό ἰδεῶδες, δημοκρατική πρακτική: ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ περιγραφή τῆς ταφῆς, ἔτσι καί ὁ Ἐπιτάφιος λόγος θά μπορέσει νά συνδέσει τόν ἔπαινο τῆς ἀθηναϊκῆς πολιτείας μέ τή σταθερή ἀναφορά στίς ἀξίες τῶν Ἀρίστων7. Πέρα ὅμως ἀπό κάθε προσδιορισμό, πάνω κι ἀπό τήν εὐγένεια, πάνω κι ἀπό τήν ἰσότητα, ἡ περιγραφή θέλει νά ἀναδείξει τόν βαθιά πολιτειακό χαρακτήρα τῆς τελετῆς — κι ἀφοῦ γίνει αὐτό, ὁ Ἐπιτάφιος λόγος θά μπορέσει, στή συνέχεια, νά συγκροτήσει μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση μιά πόλη-πρότυπο. Σημειώνουμε ἔτσι μέ πόση ἐπιμονή μιλᾶ ὅ Θουκυδίδης γιά τόν τρόπο συγκέντρωσης τῶν λειψάνων («... σέρνουν ἁμάξια θῆκες κυπαρισσένιες, μιά γιά κάθε φυλή. Τοῦ καθενός τά κόκαλα βρίσκονται μέσα στή θήκη τῆς φυλῆς πού ἀνῆκε»): κατά φυλές λοιπόν, σύμφωνα μέ αὐτές τίς κατ' ἐξοχήν πολιτικές ἑνότητες πού, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κλεισθένη, διασφαλίζουν τόν καταμερισμό καί τήν ἀνάμιξη τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν8 μονάχα ἕνας ἀπρόσεκτος ἀναγνώστης θά μποροῦσε ν' ἀμφιβάλει γιά τή σημαντική διευκρίνηση πού γίνεται ἐδῶ. Πάντως, αὐτή ἡ περιγραφή, πού δέν νοιάζεται καί τόσο γιά τή γραφικότητα, προτιμάει γενικά τή συνοπτικότητα ἀπό τήν ἐμμονή, καί λίγα λόγια ἀρκοῦν γιά νά ὁρίσουν τόν ρήτορα πού θά βγάλει τόν Ἐπιτάφιο λόγο: τόν ρήτορα, τόν «ὁρισμένο» ἀπό τήν πόλη γιατί ἔτσι χαρακτηρίζεται ὁ Περικλῆς, αὐτος εἶναι ὁ τίτλος τῆς δόξας του. Στόν ἀναγνώστη πέφτει ὁ κλῆρος νά καθορίσει, ἄν θέλει κι ἄν μπορεῖ, ποιά ἀρχή τόν διόρισε καί μετά ἀπό ποιά ψηφοφορία: γιά τόν Θουκυδίδη, τό οὐσιαστικό ἔχει δηλωθεῖ. Τέλος, μέ τήν ἴδια συνοπτικότητα μιλάει τό κείμενο γιά τίς γυναῖκες — πού καταφθάνουν πρός τό τέλος καί σύμφωνα μέ τούς κανονισμούς — γι’ αὐτές τίς φορτικές μοιρολογίστρες, πού τή συγκίνηση τους προσπάθησαν νά τήν κατευθύνουν οἱ ταφικοί νόμοι κάθε ἑλληνικῆς πόλης: σέ μιά στιγμή τῆς περιγραφῆς, οἱ γυναῖκες ἐμφανίζονται κι ἀρχίζουν τόν πρεπούμενο θρῆνο. Ἐμφανίζονται μετά τήν πρόθεση, μετά τή νεκρική πομπή, τή στιγμή ὅπου ἡ γῆ θά σκεπάσει τά κόκαλα τῶν πολιτῶν — μιά στιγμή ὅπου, σύμφωνα μέ τή συνοπτική αὐτή περιγραφή, τό οὐσιαστικό μέρος τῆς τελετουργίας ἔχει ἤδη συντελεστεῖ. Κι' ὅταν, τέλος, προχωρεῖ ὁ ρήτορας πρός τό βῆμα, ἡ περιγραφή τά ἔχει ἤδη ὅλα πεῖ. Γιά νά μιλήσουμε πιό συγκεκριμένα, ὁ ἱστορικός ἔχει ἤδη πεῖ ὅλα ἐκεῖνα πού ὁ ἴδιος ἤθελε νά σκεφτεῖ ἤ νά μάθει ὁ ἀκροατής. Γιατί — ὅπως δείχνουν ἄλλες πηγές, περισσότερο ἀποσπασματικές, ἀλλά λιγότερο δομημένες — ὑπάρχουν στήν τελετή ὁρισμένες στιγμές, καί μάλιστα ὁλόκληρες φάσεις, πού δέν ἀναφέρονται ἐδῶ.
 
Σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψη τοῦ Θουκυδίδη, ὅλα ὁλοκληρώνονται στόν Ἐπιτάφιο λόγο: ὁ ρήτορας λέει τόν ἔπαινο, καί ὕστερα ὅλοι φεύγουν.
 
Ἔτσι ἁπλά, δίχως μιά λέξη, δίχως μιά χειρονομία; Στήν πραγματικότητα, ἡ τελευταία φράση κάθε ἐπιτάφιου λόγου, ὅπως ἄλλωστε καί τοῦ Περικλῆ, καλεῖ τό ἀκροατήριο νά μή σκορπίσει προτοῦ τιμήσει τούς νεκρούς, συλλογικά καί ὁ καθένας τόν δικό του. μ' ἕναν τελευταῖο θρῆνο. Γιατί λοιπόν δέν λέγεται τίποτε γι' αὐτό τό τελευταῖο μοιρολόγι; Εἶναι βέβαιο ὅτι, σ' αὐτή τή μονογραμμική περιγραφή, ἕνας τέτοιος θρῆνος θά ἦταν ἐπανάληψη τοῦ θρήνου τῶν γυναικών, πού, μαζεμένες γύρω ἀπό τόν τάφο, χαιρέτησαν ὁλοφυρόμεναι τήν ἄφιξη τῆς νεκρικῆς πομπῆς. Ἀλλά ὑπάρχουν πιό σοβαροί λόγοι γι' αὐτήν τή σιωπή, λόγοι πού σχετίζονται καί μέ τήν οἰκονομία τοῦ ἱστορικοῦ ἔργου, καί μέ τόν τελικό σκοπό πού χαρακτηρίζει τήν ἐπίσημη ρητορεία. Στό δεύτερο βιβλίο τῶν Ἱστοριῶν, ἡ τελευταία λέξη τοῦ Ἐπιτάφιου λόγου πρέπει νά ἐπισφραγίσει τήν τελετή, καί ἡ τελετή αὐτή χρησιμεύει μέ τή σειρά της γιά νά ὁλοκληρωθεῖ ἡ διήγηση τοῦ πρώτου ἔτους τοῦ πολέμου Κι ἐπειδή ὁ ἐπιτάφιος λόγος, ὡς εἶδος, δομεῖται πάνω σέ μιάν ἄρνηση καί σέ μιά μετάθεση — ἄρνηση νά κλαφτοῦν οἱ νεκροί, μετάθεση ἀπό τό σπαραγμό πρός τόν ἔπαινο — ἡ ἀναφορά σ' αὐτόν τόν λόγο, στό τέλος τῆς περιγραφῆς τῆς ταφῆς, κατασταίνει ἐκ τῶν προτέρων μάταιο τόν ἱερουργικό θρῆνο —πράγμα πού δείχνει σιωπηρά ἡ φράση: Ἔπειτα φεύγουν».
 
Ἄλλωστε, ἄν στηριζόταν κανείς μόνο στόν Θουκυδίδη, θ' ἀγνοοῦσε τελείως τούς ἐπιταφίους ἀγῶνες, πού ἀποτελοῦσαν ἀναπόσπαστο μέρος τῆς ταφικῆς τελετῆς ἤ τῶν γιορταστικῶν τελετουργιῶν πού, κάθε χρόνο, ἀνακαλοῦσαν στή μνήμη τῶν ἀνθρώπων τούς πολίτες πού ἔπεσαν πολεμώντας γιά τήν Ἀθήνα. Θά λέγαμε καί πάλι ὅτι αὐτές οἱ παρασιωπήσεις δέν εἶναι τυχαῖες. Ἐπειδή ἀκριβῶς τό τελετουργικό στοιχεῖο ἀποτελεῖ τή θεσμική πλευρά τοῦ Ἐπιτάφιου λόγου, ἀξίζει νά περιληφθεῖ σέ μιάν ἱστορική διήγηση πού κάνει τόν ἐπικήδειο μιά πράξη λόγου. Αὐτό ὅμως τό τελετουργικό στοιχεῖο γίνεται κάτι σάν ἕνα σχεδιάγραμμα, πού ὅλα του τά σημεῖα πρέπει νά συγκλίνουν γιά νά παράγουν τό πολιτικό στοιχεῖο, αὐτή τήν ἰδεατότητα. Ἀπουσιάζει λοιπόν ἡ ταφική λατρεία, αὐτές οἱ χειρονομίες πού γίνονται δίχως τή μεσολάβηση τοῦ λόγου, αὐτές οἱ τελετές πού ὁδηγοῦν, κάθε χρόνο, τήν κοινότητα στούς θρήνους. Ἀπουσιάζει καί ὁ ἐπιτάφιος ἀγών, πού θά εἶχε τή δυνατότητα, στά πλαίσια τῆς διήγησης, νά ἐλευθερώσει τόν χῶρο γιά τόν συναγωνισμό τῶν ἀτόμων, τά ὁποῖα μετέχουν σέ μιάν ἅμιλλα ἀνάμεσα σέ ζωντανούς, πού παλεύουν γιά τίς ἀξίες τῶν ζωντανῶν. Γιά τόν Θουκυδίδη ὅμως, καί ἡ ταφῆ καί ὁ Ἐπιτάφιος λόγος περικλείνουν ἕνα καί μόνο δίδαγμα: ὅτι ἡ μορφή τοῦ πολίτη ἀποκτᾶ τό ὕψιστο μεγαλεῖο της στή μορφή τοῦ Ἀθηναίου νεκροῦ κι ἔτσι ἡ πόλη συνειδητοποιεῖ τόν ἑαυτό της μέσα στή δόξα της. Πρέπει λοιπόν νά τό παραδεχτοῦμε: χωρίς τόν Ἐπιτάφιο λόγο, δέν θά εἴχαμε τήν περιγραφή. Καί τήν περιγραφή τή διακατέχει ἐντελῶς αὐτός ὁ λόγος. Κι ὅταν ἀκόμη χρησιμοποιοῦμε τή λέξη περιγραφή, πρέπει ν' ἀναγνωρίσουμε ὅτι, σέ ὅλο αὐτό τό κείμενο, τά λόγια πρωτεύουν συνεχῶς σέ σχέση μέ τό θέαμα. Ἀκόμη καί τή μεγάλη πομπή τῶν ἁμαξιῶν, θά πρέπει κανείς νά τήν ἀποοπάσει κυριολεκτικά ἀπό τίς λέξεις, γιά νά τῆς δώσει μέ τή φαντασία του τή διάσταση θεάματος πού ἔχει. Ὅλη ἡ ὀμορφιά ἔχει καταφύγει στόν Κεραμεικό κι αὐτό ὅμως τό στοιχεῖο τοῦ ὡραίου μιλᾶ λιγότερο στό μάτι καί περισσότερο στήν πολιτική νόηση, καί (ἄς εἴμαστε βέβαιοι!) ὁ Θουκυδίδης δέν πρόκειται νά περιγράψει τό ἀνάγλυφο πού στόλιζε τό μνημεῖο τοῦ 430, ἕνα μνημεῖο πού οἱ ἀρχαιολόγοι προσπαθοῦν ἀκόμη, κάθε τόσο, ν' ἀποκαταστήσουν τή μορφή καί τή διάταξή του. Τέλος, ἡ στιγμή τῆς προθέσεως, παρ' ὅλο πού εἶναι οὐσιαστική στήν περιγραφή τοῦ Θουκυδίδη, δέν ἔχει πιά τήν ἴδια λειτουργία πού εἶχε στό ἔπος, νά παρουσιάσει δηλαδή στούς συγγενεῖς τό σῶμα, γιά νά τό δοῦν γιά τελευταία φορά, ἕνα σῶμα νεκρό, ἀλλά ὡραιοποιημένο9. Ἐπειδή ὅμως τώρα ἡ πρόθεσις ἀφορᾶ μονάχα τά κόκαλα, λείψανα ἤδη ἀπάμακρα, ὅπου κανείς δέν ἀναγνωρίζει πιά τά ἀγαπημένο του πρόσωπο, μποροῦμε νά πούμε, ὅτι αὐτό πού ἐκτίθεται εἶναι τελικά μιά ἰδέα: στή θέση τοῦ ὡραίου νεκροῦ, ἔχουμε τήν ἰδέα τοῦ ὡραίου θανάτου.
 
Στό σημεῖο αὐτο — θά πεῖ κανείς — ἡ εὐθύνη πέφτει ὁλότελα στήν πόλη τῆς Ἀθήνας. Αὐτή ἀποφάσισε ἔτσι, κι ὄχι ὁ ἱστορικός. Καί ἡ πομπή; Καί ὁ Κεραμεικός; Ποιός θό τά περιγράψει; Στόν πολιτειακό λόγο, ἡ νόηση ἀποφάσισε τελικά σέ βάρος τῆς ὅρασης. Τή συνέχεια, ἄς τήν πλάσουν μέ τή φαντασία τους ὅσοι τούς ἀρέσοῦν οἱ παράτες. Ἐκτός κι ἄν προτιμᾶ κανείς ν ἀναλογιστεῖ τήν πετυχημένη αὐτή συνάντηση τῆς Ἀθήνας καί τοῦ Θουκυδίδη: ἡ Ἀθήνα, ἡ πρώτη δημοκρατία πού σφράγισε τήν συνοχή της, τιμώντας τόν θάνατο τῶν δικῶν της, συλλαμβάνει νοητικά τόν ἑαυτό της μέσα ἀπό ἕναν θεσμό πένθους καί δόξας καί ὁ ἱστορικός ἀνασυσταίνει, γιά τούς μεταγενέστερους, τήν ταφή, δίνοντας της τή μορφή μιᾶς τελετῆς λόγου. Ὁ ρήτορας μπορεῖ τώρα πιά νά προχωρήσει πρός τό βῆμα. Σ’ αὐτόν ἀνήκεῖ πάντα ἡ τελευταία λέξη.
 ---------------
Σημειώσεις
 
1) Σημ.της μέτ. Γιά τό χωρίο καί γυναῖκες πάρεισιν αἱ προσήκουσαί ἐπί τον τάφον ὀλοφυ­ρόμεναι, η συγγραφέας δέχεται, στη μελέτη της, τήν ἐξῆς μετάφραση: «καί οἱ συγγένισσες γυναῖκες εἶναι παροῦσες στόν τάφο καί θρηνοῦν.
2) Θουκυδίδης. ΙΙ. 34. 1-7 Γιά τή λεπτομερειακή ἀνάλυση τῆς ταφικής τελε­ταῆς, ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά παραπέμψω στό βι­βλίο μου L Invention d Athenes Histoire de l oraigon funebre dans la cite classique Παρίσι - Χάγη - Ν   Υόρκη Ι9β1 σέλ 17-42 31
3) Βλ F Hartog, Le Miroir Herodole Essai sur la representation de l autre Πάριοι 1960, σελ 148-170. καί γιά τά προβλήματα ταῆς περιγρα­φῆς, σελ 259-268
4) Βλ L Invention d’ Athenes σελ 46-47
5) Βλ Annie Schnapp-Gourbeillon -Les funerailles de Patrocle - στό La mort les morts dans les societes anciennes, Καίμπριτζ Παρίσι 1982. σελ 77-87 G. Nagy. The Best of the Archaeans, Βαλτιμόρη - Λονδίνο. 1979
6) ὁ Φλωρεντινός Λεονάρντο Μπρούνι τόν μι­μήθηκε τόν 15ο αἰώνα, γιά νά ἐξυμνήσει τή Φλωρεντία, τή νέα Αθήνα. Τόν 20ο αἰώνα ο Τζων Φ. Κέννεντυ ἀναφέρθηκε, φαίνεται σ’ αὐ­τόν, ὅταν ἔβγαλε τόν ἐναρκτήριο λόγο του. Ὅσο για τον δικτάτορα Μεταξά τόν εἶχε διαβάσει τόσο καλά ὥστε ἀπαγόρευσε τη διδασκαλία του στά ελληνικό σχολεία
7) Αυτό προσπάθησα νά δείξω στό βιβλίο Linvention d Athenes, σελ 175-224
8) Βλ. Ρ. Leveque Ρ. Vidal-Naquet,  Ctisthene l’ Atnenien, Παρίσι, 1964
9) Ὅπως έδειξε ὁ J Ρ. Vernant («La belle et le cadavre outrage». Journal de Psychologie, 1980 σελ 233-234).