Παρασκευή 27 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (346.1)

Από τα «Προγυμνάσματα» του Νικηφόρου Βασιλάκη

346. ΠΟΙΜΗΝ ΚΑΙ ΛΥΚΟΣ
[346.1] ὁ ἐπείσακτος κόσμος ἐπικίνδυνος τοῖς χρωμένοις ἐστίν. ἔδοξέ ποτε τῷ λύκῳ τὴν φύσιν τῷ σχήματι μεταλλάξασθαι ὡς ἂν οὕτως ἀφθονίαν ἕξῃ τροφῆς· καὶ δορὰν οἰὸς περιβεβλημένος μετὰ τῆς ποίμνης ἐνέμετο τὸν ποιμένα φενακίσας τῷ μηχανήματι. νυκτὸς δὲ γενομένης συναπεκλείσθη καὶ ὁ θὴρ παρὰ τοῦ ποιμένος τῇ μάνδρᾳ καὶ φραγμὸς τῇ εἰσόδῳ περιετέθη καὶ ἀτεχνῶς ὁ περίβολος κατησφάλιστο. ὡς δὲ ὁ ποιμὴν ἠράσθη τροφῆς, μαχαίρᾳ τὸν λύκον ἀπέκτεινεν.
οὕτως ἄρα τὸν ἐπείσακτον κόσμον ὑποκριθεὶς τῆς ζωῆς πολλάκις ἐστέρηται καὶ τὴν σκηνὴν εὗρε παραιτίαν μεγάλου συμπτώματος.

***
346. Ο βοσκός και ο λύκος.
[346.1] Τα τεχνητά μασκαρέματα μπορεί να γίνουν επικίνδυνα για όσους τα χρησιμοποιούν. Απόδειξη: Μια φορά ο λύκος συνέλαβε την ιδέα να αλλάξει τη μορφή του μεταχειριζόμενος κάποια μεταμφίεση, έτσι ώστε να εξασφαλίσει άφθονη τροφή. Μια και δυο, λοιπόν, τύλιξε ολόγυρά του την προβιά ενός αρνιού και χώθηκε να βοσκήσει ανάμεσα στα υπόλοιπα πρόβατα του κοπαδιού. Με αυτό το τέχνασμα ξεγέλασε πράγματι εντελώς τον βοσκό. Έτσι, μόλις έπεσε η νύχτα, ο τσοπάνης έκλεισε και το θεριό μέσα στο μαντρί, μαζί με τα άλλα ζωντανά του· έβαλε και την αμπάρα στην είσοδο και ασφάλισε καλά-καλά την περίφραξη. Έλα όμως που τότε ακριβώς τον έπιασε τον βοσκό η πείνα. Και ξέρετε τί έκανε; Πήρε το μαχαίρι του και ανάμεσα από όλα τα αρνιά του διάλεξε και έσφαξε τον λύκο.
Έτσι παθαίνει πολλές φορές όποιος πάει να υποδυθεί κάποιον άλλον με ψεύτικη μεταμφίεση. Ακόμη και τη ζωή του μπορεί να χάσει. Αυτού του είδους το θέατρο προξένησε μεγάλες συμφορές.

Ο έρωτας κι ο θάνατος, θα είναι πάντα οι δυο άκρες της ζωής

Έρωτας ή θάνατος; Η ύπαρξη του ενός ακυρώνει την παρουσία του άλλου; Ο έρωτας είναι κίνηση, ο θάνατος είναι στάση. Ο έρωτας είναι φως στο σκοτάδι, ο θάνατος σκοτάδι στο φως.

Ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο στιγμές απόλυτα μοναδικές για τον καθένα μας. Ποτέ δε γίνεται να ζήσουν δύο άνθρωποι την ερωτική τους βίωση με όμοιο τρόπο. Αλλά με όμοιο τρόπο ποτέ δε γίνεται να ζήσουν και τη βίωση θανάτου. Μπορούν τα δύο αντίθετα να συνυπάρξουν;

Για να επιβιώσει ο έρωτας, απαιτείται ο θάνατος του εγώ. Αν κάποιος οδοιπορεί σε μια σχέση κουβαλώντας υπερτροφικά «εγώ», ο έρωτας δεν ριζώνει. Πρέπει να πεθάνουν όλοι οι μικροί εαυτοί που έχουμε φτιάξει μέσα μας και πρώτος ο εαυτός - ΕΓΩ.

Θα σκεφτεί κάποιος, γιατί να ερωτευτώ; Γιατί να βάλω τον εαυτό μου σε τέτοια διαδικασία; Γιατί, όπως δεν επιλέγεις τον θάνατο, έτσι δεν επιλέγεις και τον έρωτα.

Απ’ την άλλη η επίγνωση ότι τίποτα δεν μένει αιώνιο, μπορεί να αφυπνίσει το άτομο. Να το ωθήσει να αγαπήσει με όλη του την καρδιά. Να δοθεί στον άλλο τώρα που είναι στον ίδιο δρόμο μαζί του.

Να απολαύσει τη θέα τώρα που βρίσκεται μπροστά στα μάτια του. Να κάνει στην ουσία άλμα στη μουντή ζωή που διάγει.

Ο έρωτας, δεν καταργείται από τον θάνατο. Γιατί, αν ως θάνατο εννοήσουμε όχι το τέλος, αλλά την αρχή μιας καινούργιας αρχής, τότε ο έρωτας μετασχηματίζεται σε ένα αιώνιο δέσιμο.

Διαταραχή αυτιστικού φάσματος

O αυτισμός είναι μία νευροψυχιατρική διαταραχή που εμφανίζεται σε μικρή ηλικία. Επηρεάζει το άτομο γνωστικά, συναισθηματικά, συμπεριφορικά, και μπορεί να εμφανιστεί σε πολλές μορφές και με πολλές εκφάνσεις. Έτσι τείνουμε να αναφερόμαστε στο αυτιστικό φάσμα και όχι στον αυτισμό στον ενικό, υποδηλώνοντας την πολυπλοκότητα της πάθησης.

Διαγνωστικά αποτελείται από τρεις κατηγορίες συμπτωμάτων. Για την διάγνωση απαιτούνται τουλάχιστον έξι υποσυμπτώματα, τουλάχιστον δύο από την πρώτη κατηγορία και ένα από τις επόμενες.

Συμπτώματα:
Δυσκολία στην κοινωνική συναναστροφή, που φαίνεται μέσα από:

α. Σημαντικά προβλήματα στην μη λεκτική επικοινωνία (π.χ. βλεμματική επαφή, έκφραση προσώπου, στάση σώματος).

β. Αποτυχία στην δημιουργία φίλων και σχέσεων (ανάλογα με την ηλικία).

γ. Έλλειψη αυθόρμητης αναζήτησης χαράς και μοιράσματος αυτής.

δ. Έλλειψη συναισθηματικής και κοινωνικής εγγύτητας.

Δυσκολία στην επικοινωνία, που φαίνεται μέσα από:

α. Καθυστέρηση ή έλλειψη λεκτικής επικοινωνίας (χωρίς προσπάθεια για άλλου τύπου επικοινωνία).

β. Δυσκολία στο ξεκίνημα και την συνέχιση συζήτησης.

γ. Στερεοτυπική και επαναληπτική χρήση γλώσσας.

δ. Έλλειψη παιχνιδιού ή δυσκολία σε φανταστικά παιχνίδια (ανάλογα με την ηλικία).

Επαναλαμβανόμενες και στερεοτυπικές συμπεριφορές, ενδιαφέροντα και δραστηριότητες, που φαίνονται μέσα από:

α. Στερεοτυπικά μοτίβα ενδιαφερόντων.

β. Δυσκολία στην δράση έξω από την ρουτίνα (ή τις μαθημένες συμπεριφορές).

γ. Στερεοτυπικά και επαναληπτικά μοτίβα κίνησης.

δ. Επίμονη ενασχόληση με κομμάτια από αντικείμενα.

Όλα τα προηγούμενα συνοδεύονται από καθυστερημένη ανάπτυξη σε έναν ή περισσότερους τομείς (π.χ. γλώσσα) και δεν πρέπει να εξηγούνται καλύτερα από άλλες παθήσεις (όπως Rett Disorder). Συνολικά, τα συμπτώματα λειτουργούν συνδυαστικά, δίνοντας μία ιδιαίτερη εικόνα στο άτομο (και στο παιδί, καθώς όπως προαναφέρθηκε, εμφανίζεται από τα πρώτα χρόνια ζωής).

Τα συμπτώματα, όπως είναι διατυπωμένα σε διαγνωστικά εργαλεία (π.χ. DSM-IV), μπορούν να δώσουν μία αίσθηση του τι είναι αυτιστικό φάσμα, όμως η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο περίπλοκη.

Τα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν σε κάθε πιθανό συνδυασμό και σε διαφορετική ένταση σε κάθε άτομο.

Έτσι, ένας κεντρικός παράγοντας είναι η λειτουργικότητα: υπάρχουν άτομα στο φάσμα με υψηλή άλλα και με χαμηλή λειτουργικότητα. Αυτό καθορίζει τις παρεμβάσεις που θα χρειαστεί ο καθένας, αλλά και τους στόχους που μπορούν να τεθούν στην καθημερινότητα. Υπάρχουν πολλές διαθέσιμες παρεμβάσεις πλέον που αντιμετωπίζουν τα συμπτώματα του αυτισμού (π.χ. λογοθεραπεία, εργοθεραπεία, κλπ.) και που μπορούν να βοηθήσουν στην αύξηση της λειτουργικότητας του ατόμου και στην ομαλή ένταξή του σε κοινωνικό περίγυρο (οι λεπτομέρειες εξαρτώνται από την σοβαρότητα των συμπτωμάτων εξαρχής).

Επιπλέον υπάρχουν και φαρμακευτικές παρεμβάσεις που προτείνονται σε κάποιες περιπτώσεις, στοχεύοντας στον έλεγχο συγκεκριμένων πτυχών (π.χ. της OCD πλευράς) για την αύξηση της ευρύτερης λειτουργικότητας. Τα αίτια της εκδήλωσης αυτισμού είναι τόσο γενετικά όσο και περιβαλλοντικά, και η έκφανση αναφέρεται σε πολλές διαφορετικές πλευρές του εγκεφάλου· έτσι η ιδανική παρέμβαση συμπεριλαμβάνει διεπιστημονική ομάδα σε συνεργασία.

Το αυτιστικό φάσμα επηρεάζει έντονα την καθημερινότητα του ατόμου, αλλά πλέον οι παρεμβάσεις είναι ποικίλες και το κοινωνικό πλαίσιο πιο έτοιμο να αποδεχθεί. Έτσι τα άτομα στο φάσμα μπορούν να έχουν ποιότητα ζωής!

Τελικά τι και ποιος ορίζει την ευτυχία και την ευχαρίστηση του καθενός;

Πολλοί άνθρωποι ψάχνουν την ευτυχία στον πλούτο κάθε μορφής, στα υλικά αγαθά, στην συσσώρευση κάθε λογής...

Άλλοι πάλι θέλουν λίγα και καλά, θέλουν την ησυχία τους, να μην ξοδεύονται στα πολλά, στις πολλές συναναστροφές ΄΄την πολλή συνάφεια του κόσμου, τις πολλές κινήσεις κι ομιλίες΄΄.

Είναι όμως απαραίτητα κάτι καλύτερο και κάτι χειρότερο; Και το ΄΄καλό΄΄, το ΄΄σωστό΄΄, είναι το ίδιο για όλους;

Μοιάζει σαν μία διαμάχη, άλλοτε με πιο ήπια κι άλλοτε με πιο άγρια χαρακτηριστικά. Παρακολουθούμε σε ζωντανή σύνδεση -αιώνες τώρα- έναν αγώνα αγωνιώδη ανάμεσα στην ποιότητα και την ποσότητα. Έναν αγώνα, ένα μπρα ντε φερ, μια τιτανομαχία μεταξύ του ποιοτικού και του ποσοτικού...

Οι φίλαθλοι, άλλοτε μάζες, άθλιες, κρεμασμένες σαν τσαμπιά ο ένας πάνω στον άλλον κι άλλοτε σοβαρές, συμμορφωμένες, μ’ ένα ποτήρι λευκό κρασί στο χέρι, μάλλον δυσανάλογα μοιρασμένοι -αν και σαφώς περισσότεροι με την ποσότητα (κάποτε ήταν ΄΄κρυφοποιοτικοί΄΄, τώρα απελευθερώθηκαν, πέταξαν τις μάσκες -δεν τους αδικώ...)- φωνάζουν εκατέρωθεν τα συνθήματά τους:

- ''Ουκ εν τω πολλώ το ευ'', οι μεν -πιο φιλοσοφημένοι...

- ''Δώσε και μένα μπάρμπα'', οι δε -πιο λαϊκοί...

Το δικό μας ερώτημα ωστόσο είναι άλλο: Ως πότε θα εξακολουθούμε να τραβάμε ένα σχοινί από εδώ ή από εκεί, ρίχνοντας λάδι σε έναν κοινωνικό και ταυτόχρονα εσωτερικό, σε έναν προσωπικό ΄΄διχασμό΄΄;

Μήπως κι εδώ θα μπορούσε η λύση του όλου δράματος να είναι η σύνθεση, η συμπόρευση, η συνύπαρξη;

Αντί να είναι δηλαδή η λογική του ΄΄ή το ένα ή το άλλο΄΄, γιατί να μην είναι η λογική του ΄΄και το ένα και το άλλο΄΄;

Γιατί πρέπει συνεχώς να διαλέγουμε; Γιατί πρέπει να διχάζουμε εαυτόν και αλλήλους;

Γιατί να μην μπορούμε απενοχοποιημένα να χαρούμε και τη δόξα και το χρήμα, αλλά και την φτώχεια και την ΄΄ερημιά΄΄;

Τελικά τι και ποιος ορίζει την ευτυχία και την ευχαρίστηση του καθενός...;

H μαύρη παιδαγωγική της καταπίεσης, της βίας και πρόκλησης ψυχικής βλάβης στα παιδιά

«Μαύρη παιδαγωγική», ή αλλιώς, «δηλητηριώδης παιδαγωγική», ονομάζεται η παιδαγωγική της καταπίεσης, της βίας και πρόκλησης ψυχικής βλάβης στα παιδιά. Ο αρχικός όρος προέρχεται από τη Γερμανία, όπου η μαύρη παιδαγωγική ασκείται κυρίως σε μεγάλη έκταση από τα τέλη του 18ου αι. και κατά τον 19ο αιώνα. Μια τέτοια συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά σχετιζόταν κυρίως με την αντίληψη ότι τα παιδιά έχουν φύση με διαβολικά στοιχεία που πρέπει να χειραγωγηθεί και να εξαλειφθούν.

Η μαύρη παιδαγωγική βασίζεται στη βία και είναι μία μέθοδος διαπαιδαγώγησης, μία στρατηγική, που περιλαμβάνει πολλές και διαφορετικές εφαρμογές.
 
Μία βασική εφαρμογή της είναι η σωματική κακοποίηση του παιδιού. Η σωματική κακοποίηση, το ξύλο, είναι μία πρακτική που μέχρι και πρόσφατα θεωρείτο αποδεκτή. Γι' αυτό και στις σχολικές τάξεις, ως τη δεκαετία του ’80, ήταν απαραίτητη η ύπαρξη του χάρακα-βέργας για τη σωματική τιμωρία των άτακτων ή αδιάβαστων μαθητών. “Το ξύλο που βγήκε από τον παράδεισο” είχε ως στόχο την εξάλειψη αυτού του δαιμονικού στοιχείου της παιδικής ηλικίας. Δυστυχώς, μόνο πρόσφατα από δουλειές ψυχολόγων, έγιναν αντιληπτές οι συνέπειες της σωματικής κακοποίησης των παιδιών στον ψυχισμό τους.
 
Η βασικότερη όλων είναι η ταπείνωση και το πλήγμα στο ναρκισσισμό του παιδιού που παραμένει ανεξίτηλο τραύμα στη ζωή του.
 
Μια άλλη εφαρμογή της είναι η ταπείνωση του παιδιού με τρομοκρατία. Ο γονιός εμφανίζεται στα μάτια του παιδιού του ως ένα τέρας που απειλεί τη σωματική και ψυχική ακεραιότητά του. Οι πολύ δυνατές φωνές πλήττουν εξίσου τον ψυχισμό του παιδιού. Ο καθένας μας μπορεί να αντέξει ένα ερέθισμα ως έναν βαθμό έντασης.  Από το σημείο αυτό και μετά, επιστρατεύονται πιο πρωτόγονοι μηχανισμοί άμυνας με στόχο την επιβίωση, όπως η αποσύνδεση, η σχάση και η διάσπαση που αδειάζουν την πράξη από το νόημά της. Τότε είναι πιθανή και η είσοδος στην ψύχωση.
 
Ταπείνωση, ακύρωση του παιδιού από το γονιό, μπορεί να γίνει και με άλλους τρόπους, όπως είναι η προσβολή μπροστά σε τρίτους.
 
Μία άλλη εφαρμογή μαύρης παιδαγωγικής είναι η χρήση μέσων. Τέτοιο είναι το παράδειγμα του “μπαμπούλα”, του “μεσημερά” και άλλων παρόμοιων φαντασιακών φιγούρων ή σεναρίων, που επιστρατεύονται με στόχο τη συμμόρφωση μέσω του φόβου.
 
Χαρακτηριστικό δείγμα τέτοιας διαμεσολάβησης είναι τα παραμύθια που επινόησε ο γιατρός Heinrich Hoffmann στα μέσα του 19ου αιώνα για να συμμορφώσει αρχικά τον γιο του.
 
Τα εικονογραφημένα παραμύθια του κυκλοφόρησαν στη Γερμανία υπό τον τίτλο: “Ο Struwwelpeter (=ο Πέτρος ο μαλλιάς) και άλλες αστείες ιστορίες”. Από τον κεντρικό ήρωα (ή καλύτερα αντι-ήρωα) δόθηκε η έμπνευση για την επινόηση του κινηματογραφικού “Ψαλιδοχέρη” που ενσάρκωσε ο Johnny Depp. Τα παραμύθια αυτά χαρακτηρίζονται από μικρά κείμενα και λίγες εικόνες. Είναι αυτοτελή και συμπυκνωμένα.
 
Τόσο οι εικόνες, όσο και το κείμενο έχουν ως στόχο τη συμμόρφωση του παιδιού στον λόγο του ενήλικα προκειμένου να γλυτώσει τον καταστροφικό θάνατο.
 
Όλα αυτά τα παραμύθια έχουν κακό τέλος. Η εικονογράφηση είναι πράγματι τρομακτική, καθώς μπορεί στην τελευταία εικόνα να βλέπουμε το παιδί στάχτη από κεραυνό, ή με κομμένα χέρια ή άλλα μέλη από φιγούρες εξωπραγματικές που εμφανίζονται μετά την αταξία για να επαναφέρουν την τάξη μέσα από την τιμωρία.
 
Ο στόχος της μαύρης παιδαγωγικής είναι η ενδοβολή του υπερεγώ στο παιδί και η τιθάσευση της ενόρμησης. Το υπερεγώ είναι το σύστημα απαγορεύσεων και κανόνων που διαθέτει ο ενήλικας, το σχολείο, Ωστόσο, αξίζει να σταθούμε και σε άλλη μία πτυχή αυτών των παραμυθιών. Πρόκειται για το ότι το παιδί εμφανίζεται πάντα μόνο του. Τη μητέρα, συνήθως, τη βλέπουμε στην πρώτη εικόνα να φεύγει και να λέει στο παιδί τι πρέπει να κάνει και τι δεν πρέπει. Το προειδοποιεί επίσης για το τι πρόκειται να του συμβεί αν παραβιάσει τον κανόνα.
 
Αυτό το μοτίβο που επαναλαμβάνεται, της απουσίας του ενήλικα, ίσως να καταδεικνύει και την σημασία που δίνεται στη γρήγορη αυτονόμηση του παιδιού μέσα από την βίαιη ενσωμάτωση του κανόνα, (υπερεγώ).
 
Η αυτονόμηση του παιδιού είναι σίγουρα ένα ζητούμενο από τον κάθε καλό γονιό. Όμως σε περιπτώσεις όπως αυτή που εξετάζουμε προκαλείται με βια-σύνη και έλλειψη υπομονής από τη μεριά των ενηλίκων.
 
Είναι άραγε τυχαίο ότι μετά από μία τέτοια παιδαγωγική εμφανίστηκαν δύο φρικαλέοι παγκόσμιοι πόλεμοι που ξεκίνησαν από τη Γερμανία; Το παράδοξο που εμφανίζεται στην ιστορία αυτής της χώρας είναι η πάλη ανάμεσα στο Ιδεώδες του Εγώ, όπως εμφανίζεται από το κίνημα του ρομαντισμού (με τον Γκαίτε, τον Σίλερ κλπ) με το Υπερεγώ, όπως εμφανίζεται μέσα από την υπερβολική αυστηρότητα και τη χρήση της τιμωρίας. Αυτή η αντίφαση είναι τόσο εμφανής από τους άλλους λαούς που οι Κινέζοι ονομάζουν τη Γερμανία (=η χώρα της ηθικής, αλλά ταυτόχρονα και η χώρα της καλοσύνης).
 
Ωστόσο, η μαύρη παιδαγωγική της τιμωρίας, του αποκλεισμού και της βίας απαντιέται παντού και δεν γνωρίζει σύνορα ή εθνότητες. Δυστυχώς, πολλοί σύγχρονοι γονείς, αλλά και εκπαιδευτικοί, την ασκούν στα παιδιά  δημιουργώντας τραυματισμένους ενήλικες.
 
Συνέπειες μιας τέτοιας αντιμετώπισης είναι ο τραυματισμένος ναρκισσισμός του παιδιού, η διαιώνιση της βίαιης συμπεριφοράς, καθώς το παιδί από θύμα μάλλον θα γίνει θύτης-ή θα συνεχίσει τον ρόλο του θύματος και ως ενήλικας, η εγκατάσταση της οργής και του μίσους είναι επόμενα να εγκατασταθούν στην παιδική και αργότερα στην ενήλικη ψυχή. Η μαύρη παιδαγωγική συνδέεται με όλες τις μορφές ψυχοπαθολογίας και οδηγεί στη δημιουργία δυστυχισμένων ανθρώπων καθώς στρέφεται ενάντια στις αρχές της ζωής.
 
Οι τραυματισμένοι ενήλικες μπορούν να απαλλαγούν από τα τραύματα του παρελθόντος μόνο εφόσον τα συνειδητοποιήσουν και θελήσουν να σπάσουν το φαύλο κύκλο της βίας μέσα από μία θεραπευτική διαδικασία που επιτρέπει την επεξεργασία και τη νοηματοδότηση. Μόνο τότε η επόμενη γενιά μπορεί να ελευθερωθεί από το κρίμα των προγόνων και να μπει τέλος στην επανάληψη του τραύματος.

Αν μένεις και ελπίζεις για πολύ καιρό, χάνεις τη ζωή που θα μπορούσες να ζεις

Έχω την αίσθηση ότι το να ελπίζει κανείς, φαίνεται σαν κάτι ιδιαίτερα θετικό στα ματιά του πολύ κόσμου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Πηνελόπη. Όλοι έχουν να πουν για τη πιστή και υπομονετική Πηνελόπη που δεν έχασε την ελπίδα της προσμένοντας τον Οδυσσέα. Αντιθέτως το όνομα της ωραίας Ελένης έχει γραφτεί με μελανά γράμματα ανά καιρούς… αυτή δεν υπόμεινε, έφυγε με την επιλογή της, δίχως να υπολογίσει τις συνέπειες.

Είναι αρετή η υπομονή, δε θα διαφωνήσω. Είναι χρήσιμο και να υπομένεις και να επιμένεις για αυτό που σου ‘λαχε να ζήσεις, διαφορετικά δεν θα μάθεις ποτέ το τέλος. Δεν θα δικαιωθείς, κατά κάποιο τρόπο, για το κόπο και την ακλόνητη πίστη που έδειξες στην ελπίδα να πραγματοποιηθούν τα όνειρά σου. Θα σου μείνουν ερωτηματικά, «τι θα μπορούσε να γίνει αν…», άσχημο πράγμα να τα έχεις συντροφιά σου.

Μα η ελπίδα είναι καταφύγιο που στεγάζει τους απελπισμένους, της γης τους πονεμένους, είναι από τις επιλογές, η τελευταία. Αυτός που δεν έχει, ελπίζει, αυτός που φοβάται να έχει, αυτός που δεν ρισκάρει για να έχει, καταλήγει να ελπίζει. Και ευτυχώς που ελπίζει, διαφορετικά χάνεται κάθε νόημα για ζωή, θα ήταν όλα ανούσια χωρίς την ελπίδα της αλλαγής.

Είναι πράγματι μία νότα αισιόδοξη η ελπίδα, μα και δίκοπο μαχαίρι. Αν για πολύ καιρό μένεις και ελπίζεις, χάνεις τη ζωή που θα μπορούσες να ζεις… μια ζωή αισιόδοξη, όχι επειδή ελπίζεις για τα όμορφα, αλλά επειδή τα όμορφα έχεις στο χέρι σου για να τα χαίρεσαι κάθε μέρα.

Οι φανατικοί εχθροί της μοναξιάς

Δεν βλέπω ωστόσο γιατί αυτή η ανάγκη συντροφιάς, αυτή η ισχυρή επιθυμία συναναστροφής, συγκαταλέγεται στα υπέρ μας και αναφέρεται ως ανθρώπινη αυταξία που δεν απαντά στα άλλα ζώα.

Διότι, για να είναι μια απόδειξη της φυσικής μας υπεροχής και της ύπαρξης στον άνθρωπο μιας γενναιόδωρης αγάπης που υπερβαίνει τον εαυτό του και αγκαλιάζει ολόκληρο το είδος του, η ανάγκη για συντροφιά (και, αντίστοιχα, η απέχθεια της μοναξιάς) θα έπρεπε να είναι εξόφθαλμη και ιδιαιτέρως ισχυρή στους καλύτερους του είδους μας, στους ανθρώπους με τη μεγαλύτερη ευφυΐα, τα μεγαλύτερα ταλέντα και τις περισσότερες αρετές.

Όμως τα πιο αδύναμα πνεύματα, τα λιγότερο ικανά να χαλιναγωγήσουν τα πάθη τους, οι ένοχες συνειδήσεις που τρέμουν στην ιδέα να μείνουν μόνες με τον εαυτό τους, καθώς και οι άνθρωποι δίχως αξία, οι οποίοι είναι ανίκανοι να παραγάγουν από μόνοι τους οτιδήποτε χρήσιμο, αυτοί είναι οι φανατικότεροι εχθροί της μοναξιάς – προτιμούν οποιαδήποτε συντροφιά παρά να μείνουν χωρίς συντροφιά.

Ενώ οι γνωστικοί και καλλιεργημένοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται και μελετούν τα πράγματα και οι οποίοι δεν είναι έρμαιο των παθών τους, πρόθυμα και χωρίς πρόβλημα μπορούν να μείνουν μοναχοί. Θ’ αποφύγουν είκοσι, παρέες προκειμένου να μην υποστούν την κακοφωνία, τη βλακεία και την προπέτεια, και θα προτιμήσουν το γραφείο τους ή έναν κήπο προκειμένου να μη συναντήσουν τίποτε δυσάρεστο και προσβλητικό για το καλό τους γούστο – ή ακόμα και την έρημο για ν’ αποφύγουν τη συναναστροφή με ορισμένους ανθρώπους.

Ακμή και παρακμή των ελίτ

Ο Vilfredo Pareto (1848-1923) είναι ένας από τους κλασικούς στοχαστές της κοινωνιολογίας. Για την ακρίβεια, είναι ευρύτερα γνωστός για το κοινωνιολογικό του έργο, παρ’ ότι στην εποχή του (και όχι μόνο) απέκτησε φήμη κι έγινε ακαδημαϊκός δάσκαλος χάρη στις καινοτόμες αντιλήψεις του για την οικονομετρία.

Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας ,μετά το πέρας των εγκύκλιων σπουδών ο Βιλφρέντο Παρέτο θα φοιτήσει στην πολυτεχνική σχολή μηχανικών του Τορίνο και θα εκπονήσει τη διδακτορική του με θέμα την ισορροπία των στερεών σωμάτων. Στη συνέχεια θα ασκήσει το επάγγελμα του μηχανικού στην εταιρεία σιδηροδρόμων της Φλωρεντίας, όπου και εγκαταστάθηκε το 1874.

Μεταξύ 1883 και 1892 δημοσιεύει σειρά άρθρων υπέρ του ελεύθερου εμπορίου, κατά της αυξημένης φορολογίας, των προνομίων των μονοπωλίων και των καρτέλ, μα και κατά της αύξησης των μισθών. Σ’ αυτά τα άρθρα καυτηριάζει την απληστία των ανώτερων τάξεων, χωρίς να επιφυλάξει καλύτερη μοίρα στις κατώτερες.

Το 1893,ο Παρέτο θα αναλάβει την έδρα της πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστήμιο της Λωζάννης.
Στην Άνοδο και πτώση των ελίτ ο Παρέτο εκθέτει τη θεωρία του για τα κοινωνικά συστήματα. Η ανθρώπινη δράση, λέει ο Παρέτο, ως επί το πλείστον δεν στηρίζεται στον ορθό Λόγο μα στα αισθήματα. Ο άνθρωπος ωθείται σε δράση από μη λογικά κίνητρα, αλλά συνδέει τη δράση του με κάποιες λογικές αρχές, εκλογικεύει την προαίρεσή του. Ο Παρέτο ονομάζει κατάλοιπα την εκδήλωση των αισθημάτων. Τα κατάλοιπα είναι μια ανθρώπινη σταθερά, ένα μέρος της ανθρώπινης φύσης θα μπορούσε να πει κανείς, χωρίς όμως να ταυτίζονται ή να παραπέμπουν σε κάποια ψυχολογική θεώρηση της κοινωνίας. Από την άλλη πλευρά, η εκδήλωση των αισθημάτων δεν είναι ένα αμιγώς κοινωνιολογικό φαινόμενο εφ’ όσον εδράζεται στον ανθρώπινο ψυχισμό.

Ο Παρέτο θα χρησιμοποιήσει μια παρομοίωση με μακρά προϊστορία για να χαρακτηρίσει τις ελίτ που διακατέχονται από τα προαναφερθέντα κατάλοιπα: οι αντιπαλότητες αυτών των ελίτ, λέει, είναι μάχες ανάμεσα σε λέοντες και αλεπούδες. Λέοντες είναι οι κυρίαρχες ελίτ που μάχονται να διατηρήσουν και να διευρύνουν την καθεστηκυία τάξη. Η παρακμή των ελίτ που βρίσκονται στην εξουσία (των λεόντων) επέρχεται με την ελάττωση της ισχύος τους, όταν αυτές εκφυλίζονται από μια συνδρομή ανθρωπιστικών αισθημάτων και ακόρεστου πλουτισμού, μέσω της λεηλασίας και του εκμαυλισμού των υπόλοιπων τάξεων. Οι αναδυόμενες ελίτ (οι αλεπούδες) συμμαχούν με την καταπιεσμένη πλειονότητα, επικαλούμενες τα κοινά συμφέροντα, και ανέρχονται στην εξουσία, προβαίνοντας σε κάποιες δευτερεύουσες παραχωρήσεις στους συμμάχους τους από τις υπόλοιπες τάξεις.

Η εκλογίκευση της ανθρώπινης δράσης και της εκδήλωσης των αισθημάτων, των καταλοίπων, γίνεται μέσω των παραγώγων. Τα παράγωγα είναι ό,τι αποκαλούμε ιδεολογία, δηλαδή οι λόγοι που επικαλούνται οι άνθρωποι για να δικαιολογήσουν τη δράση τους, συνήθως εκ των υστέρων. Μύθοι, θρησκείες, μεταφυσικές θεωρίες, τεχνο-επιστημονικές ιδεολογίες είναι μορφές των παραγώγων.

Ο Βιλφρέντο Παρέτο έχει τύχει πολλαπλών αναγνώσεων και αποτιμήσεων. Το βέβαιο είναι ότι με τις εργώδεις θεωρητικές παρεμβάσεις του και τα συγγράμματά του θέλησε να διαφυλάξει και να διευρύνει την ελευθερία της πατρίδας του. Κοντολογίς, το σύνολο του έργου του μπορεί να ιδωθεί σαν μια προειδοποίηση, σαν ένα σήμα κινδύνου, για όσες εύκολες ή ευχάριστες πολιτικές και ιδεολογίες ωθούν ένα κοινωνικό σύστημα σε παρακμή κι έναν λαό στην ανελευθερία ή στη δουλεία.

Ο Τυφώνας επιτίθεται στο Δία

Δεν πρόλαβαν καλά καλά οι θεοί να διώξουν τους Τιτάνες από τον ουρανό και να τους στείλουν βαθιά μέσα στα Τάρταρα, να μείνουν κλεισμένοι για πάντα, και η Γαία αποφάσισε να ενωθεί με τον Τάρταρο, το άκρο αντίθετο του ουρανού, να γεννήσει ένα τελευταίο βλαστάρι.

Στην αρχή, όπως θυμόμαστε, υπήρξε το Χάος. Στη συνέχεια, η Γη. Η παμμήτειρα Γαία είναι εκ των πραγμάτων το αντίθετο του Χάους, με το οποίο όμως είναι στενά συνδεδεμένη όχι μόνο επειδή στα βάθη της υπάρχει ένα στοιχείο χαοτικό, τα Τάρταρα, το Έρεβος, αλλά και επειδή αναδύεται αμέσως το Χάος. Εκτός από αυτή λοιπόν, στο σύμπαν υπάρχει μόνο το Χάος. Το πλάσμα που θα φέρει στο φως και το οποίο θα αμφισβητήσει όχι μόνο το Δία αλλά και ολόκληρο το θεϊκό σύστημα των Ολυμπίων, είναι ένα πλάσμα χθόνιο, γήινο δηλαδή: Χθων είναι η γη στη σκοτεινή, νύκτια όψη της και όχι η γη ως μητέρα, ως βάθρο ασφαλές για όλα τα πλάσματα που περπατούν και στηρίζονται πάνω της. Το τερατώδες αυτό ον είναι γιγαντιαίων διαστάσεων, πρωτόγονο, ένα ιδιόμορφο γέννημα της Γαίας, σαν ένα τερατώδες ζώο, με ανθρώπινες και ζωώδεις πλευρές.

Τρομακτικά δυνατό, κατέχει τη δύναμη του Χάους, της πρωταρχικής κατάστασης, της αταξίας. Τα μέλη του έχουν τη δύναμη των Εκατόγχειρων. Οι βραχίονές του είναι κολλημένοι στους ώμους του, τρομερά ρωμαλέοι, ευλύγιστοι, δυνατοί. Τα πόδια του στηρίζονται γερά στο έδαφος, είναι ακούραστα και πάντα σε κίνηση. Είναι ένα πλάσμα της κίνησης, της κινητικότητας. Δεν είναι ένας βαρύς, ακίνητος όγκος, όπως τον συναντάμε σε ορισμένους μύθους της Εγγύς Ανατολής, ο οποίος κάποια συγκεκριμένη στιγμή μεγαλώνει και η δύναμή του λειτουργεί αποκλειστικά σε επίπεδο αντίδρασης, απειλεί να καταλάβει όλο το χώρο ανάμεσα στη γη και τον ουρανό. Αντιθέτως, ο Τυφώνας όλη την ώρα κινείται, καταφέρει χτυπήματα, τα χέρια και τα πόδια του δε σταματούν λεπτό. Έχει εκατό δρακοκεφαλές και από κάθε δρακοκεφαλή του πετάγεται έξω μια μαύρη γλώσσα.

Στο κάθε κεφάλι έχει ένα ζευγάρι μάτια που εξαπολύουν καυτή φλόγα, μια λάμψη που φωτίζει τις δρακοκεφαλές και την ίδια στιγμή κατακαίει όλα όσα ο Τυφώνας αγκαλιάζει με το βλέμμα του.
Και τι λέει το τρομερό αυτό τέρας; Χρησιμοποιεί πολλές και διάφορες φωνές: άλλες φορές μιλάει σαν τους θεούς και άλλες πάλι σαν τους ανθρώπους. Κάποιες άλλες στιγμές, οι κραυγές του θυμίζουν όλα τα άγρια ζώα του κόσμου: βρυχάται σαν λιοντάρι, μουγκανίζει σαν ταύρος. Όσο η όψη του είναι από πάνω ως κάτω τερατόμορφη, άλλο τόσο ο τρόπος που μιλάει, η φωνή του είναι πολύμορφη, πολύτροπη και πολυποίκιλη. Η ύπαρξή του δε συμβολίζει κάποια ιδιαίτερη οντότητα, είναι μάλλον ένα σύμφυρτο αμάλγαμα όλων των πραγμάτων, ένα πλάσμα που συνταιριάζει τις πιο αντίθετες πλευρές και τα πιο παράταιρα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό του. Αν αυτό το χαοτικό στην όψη, τη φωνή, το βλέμμα, την κίνηση, τη δύναμη τερατούργημα υπερίσχυε, τότε η τάξη του Δία θα καταλυόταν.

Μετά τον πόλεμο των θεών και την ανάρρηση του Δία στο θρόνο, η γέννηση του Τυφωέα ή Τυφώνα αποτελεί έναν κίνδυνο για την τάξη των ολύμπιων θεών. Η νίκη του θα σηματοδοτούσε την επιστροφή του κόσμου στην πρωταρχική και χαοτική κατάσταση. Τι θα γινόταν; Η μακρόχρονη πάλη των θεών αναμεταξύ τους θα έσβηνε. Ο κόσμος θα επέστρεφε κατά κάποιο τρόπο στο χάος. Δε θα επέστρεφε φυσικά στο πρωταρχικό, αφετηριακό χάος, εφόσον από το χάος αυτό είχε αναδυθεί ένας κόσμος οργανωμένος, αλλά θα παραδινόταν σε ένα γενικευμένο χαλασμό.

Ο Τυφώνας επιτίθεται στο Δία. Η μάχη είναι τρομακτική. Όπως την εποχή της πάλης μεταξύ Τιτάνων και ολύμπιων θεών, ο Δίας κερδίζει τη νίκη με ένα σεισμό, όπως θα τον λέγαμε, με μια ανατροπή των στοιχείων του κόσμου. Τα κύματα ξεχύνονται στις στεριές, τα βουνά γκρεμίζονται την ώρα που ο Δίας βροντάει προσπαθώντας να τσακίσει, να δαμάσει με τον κεραυνό του το τέρας. Μέσα στην καρδιά του Άδη, στο βάραθρο των νεκρών και της νυκτός, τα πάντα ανακατεύονται, χάσματα ανοίγονται. Η πάλη του Τυφώνα και του Δία είναι η πάλη του τέρατος με τα εκατοντάδες φλεγόμενα μάτια ενάντια στο αστραποβόλημα του θεϊκού βλέμματος. Όπως είναι φυσικό, το κεραυνοβόλο βλέμμα του Δία, με το φως που εξαπολύει, θα καθυποτάξει τις φλόγες που εκτοξεύουν οι εκατό δρακοκεφαλές του τέρατος. Πλήθος μάτια εναντίον δύο ματιών. Νικητής βγαίνει ο Δίας.

Μια ιστορία λέει ότι ο Δίας έκανε το λάθος να χαλαρώσει την επαγρύπνησή του και να κοιμηθεί στο παλάτι του την ώρα που τα μάτια του έπρεπε να είναι μονίμως σε επιφυλακή· ο Τυφώνας πλησίασε, διέκρινε πού είχε ακουμπήσει ο Δίας τον κεραυνό του και ετοιμαζόταν να τον αρπάξει· ακριβώς εκείνη τη στιγμή όμως, που πήγαινε να αρπάξει το όπλο της νίκης, ο Δίας άνοιξε τα μάτια και κεραυνοβόλησε πάραυτα τον αντίπαλό του. Δυο δυνάμεις συγκρούονται: η χαοτική και η ολύμπια, ποια από τις δυο θα επικρατήσει με την επαγρύπνηση και το αστραποβόλημά της; Και σ’ αυτή την περίπτωση, τελικά ο Τυφώνας χάνει. Ο κεραυνός τσακίζει τα νεύρα των χεριών και των ποδιών του, ενσάρκωση της ζωτικής του δύναμης την ώρα της μάχης. Παράλυτος λοιπόν, σκεπασμένος με βράχους, οδηγείται πίσω στα νεφελώδη Τάρταρα από όπου έλκει την καταγωγή του.

Αναλύσεις των βαρυτικών κυμάτων, βοηθούν τους επιστήμονες να ρίξουν φως στην πυκνή πυρηνική ύλη

Αναλύσεις των βαρυτικών κυμάτων από την συγχώνευση των άστρων νετρονίων που παρατηρήθηκαν από τα LIGO και Virgo βελτιώνει τα μοντέλα που περιγράφουν την πυκνή πυρηνική ύλη στο εσωτερικό ενός άστρου νετρονίων.

Το 2017, η επιστημονική συνεργασία LIGO (Laser Interferometer Gravitational-Wave Observatory) μαζί με τη συνεργασία Virgo πραγματοποίησαν την πρώτη παρατήρηση των βαρυτικών κυμάτων που δημιουργήθηκαν από την συγχώνευση δυο άστρων νετρονίων. Η βαρυτική κυματομορφή παρείχε επίσης πληροφορίες για τις ιδιότητες κάθε άστρου, όπως η μάζα του και η «δυνατότητα παλιρροϊκής παραμόρφωσής» του – η δυσκαμψία ενός άστρου σε απόκριση στις τάσεις που προκαλούνται από το βαρυτικό πεδίο του συνοδού του. Δυο ανεξάρτητες μελέτες έχουν τώρα δείξει ότι αυτές οι ιδιότητες παράγωγα του βαρυτικού κύματος μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να αντλήσουν πληροφορίες για την κατάσταση της ύλης που συνθέτουν των πυρήνα ενός άστρου νετρονίων.

Οι πυρηνικοί φυσικοί έχουν από μακρού αναζητήσει να παραγάγουν μια «εξίσωση κατάστασης» (equation of state, στο εξής EoS) που περιγράφει την πυκνή πυρηνική ύλη, όπως αυτή που βρίσκεται στο εσωτερικό ενός άστρου νετρονίων. Μια τέτοια EoS, βασιζόμενη σε θεμελιώδεις παραμέτρους πυρηνικής φυσικής, θα μπορούσε να προβλέψει, μεταξύ άλλων πραγμάτων, τη σχέση αστρικής μάζας-ακτίνας και τη μέγιστη δυνατή μάζα του άστρου. Εξαιτίας της πολυπλοκότητας της πυκνής πυρηνικής μάζας και της έλλειψης πειραματικών στοιχείων, είναι δυνατές πολλές EoS και οι προβλέψεις τους για ορισμένες παραμέτρους μπορούν να διαφωνούν μέχρι πάνω από έναν παράγοντα του 10.

Οι μελέτες του Farrukh Fattoyev, στο Πανεπιστήμιο της Indiana στην πόλη Bloomington και των συνεργατών του, καθώς και του Aleksi Kurkela στο CERN και των συνεργατών του χρησιμοποίησαν την παλιρροϊκή παραμόρφωση που προσδιορίστηκε από τα LIGO και Virgo για να περιορίσουν σημαντικά την οικογένεια των μοντέλων EoS που επιτρέπονται. Οι δυο ομάδες παρήγαγαν παρόμοιους περιορισμούς. Έδειξαν, για παράδειγμα, ότι η σωστή EoS πρέπει να προβλέπει μια ακτίνα μικρότερη από περίπου 14 km για ένα άστρο με μάζα 1,4 ηλιακές μάζες. Ο Fattoyev και οι συνεργάτες του επίσης εξετάζουν μια βασική παράμετρο της EoS που ονομάζεται πυρηνική ενέργεια συμμετρίας – την αλλαγή της ενέργειας σύνδεσης ενός πυρήνα καθώς μεταβάλλεται ο λόγος πρωτονίου προς νετρόνιο. Η ομάδα θέτει νέα όρια στην εξάρτηση της πυρηνικής ενέργειας συμμετρίας από την πυκνότητα της πυρηνικής ύλης, η οποία δεν υπολογίστηκε καλά από τα πειράματα.

ΤΟ ΔΙΦΥΕΣ TOY ΑΠΟΛΛΩΝΑ: Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΒΙΟΣ

Τα σημεία του απολλώνιου στην τραγωδία, η οποία ειδολογικά είναι ποίηση και θέατρο, πρέπει κανείς να τ’ αναζητήσει στην ιδιαιτερότητα ενός τέτοιου «τελετουργικού» και κάποτε στυλιστικού είδους, να τ’ αναζητήσει στην ιστορικότητα του, αλλά και στη μετα-ιστορική του λειτουργία.

Ο αρχαίος ελληνικός είναι ο πολιτισμός της αμφισημίας1. Και πιο κοντά στο πνεύμα της αμφιλογίας βρίσκεται η τραγωδία. Εκεί με διπλοσήμαντα λόγια δομείται η απόκρυψη και η αποκάλυψη, η αμφιθυμία του τραγικού χαρακτήρα και ό,τι αποτελεί δομικό πυρήνα της τραγωδίας, η τραγική ειρωνεία. Τα διπολικά νοήματα2 σκοπό έχουν να «παίξουν» με την παραστασιακή δυνατότητα του θεατή ένα διδακτικό παιχνί­δι, με απώτερο στόχο ηθικό, την κάθαρση. Καθώς ο θεατής υπόκειται σε μια περιπέτεια ή περιπλάνηση φαντασιακή, περιπίπτει κι αυτός και πλανάται από πάθος σε πάθος, λόγω συμπαθείας προς το ανθρωπολογικό του ομοίωμα, τον τραγικό ήρωα. Η πλάνη, θεμελιωμένη στην τέχνη των υπαινιγμών, του αφήνει περιθώρια εννοητικών «κινήσεων»· η υποβολή επιτυγχάνει όσα δεν επιτρέπει η αντικειμενι­κή καταγραφή. Η εσωτερική περιπλάνηση ανασυντάσσει εντός του τη ζωή και τον βίο, μέσα από μια αναθεώρηση του θανάτου [αυτό είναι το παράδοξο], αυστηρή και συγκεκριμένη. Η ζωή στην τραγωδία εμφανίζεται αποκύημα του θανάτου3 συμβολικό αντίστοιχο ο απολλώνιος βίος, στην αρχαία ελληνική, η χορδή της λύρας και του τόξου, της ζωής και του θανάτου. Αξιοσημείωτο είναι πως και η νεοελληνική γλώσσα με το κοινό όνομα χορδή χαρακτήρισε το συγκεκριμένο μέλος του τόξου και της λύρας, όπως και το δοξάρι διάφορων έγχορδων οργά­νων είναι η ίδια λέξη με το τοξάρι4.

Th. Adorno: Πώς η μαζική δημοκρατία εξοντώνει το άτομο;

Τέοντορ Αντόρνο: 1903-1969

MINIMA MORALIA

Πολιτικό σύστημα: Ο παραλογισμός και τα παράσιτά του

§1. Στο έργο του Minima Moralia [=Μικρά Ηθικά], που έγραψε στο τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, ο Αντόρνο συμπυκνώνει στοχασμούς του για την εποχή του και την εποχή μας με τη μορφή Αφορισμών. Το φιλοσοφικό πνεύμα των εν λόγω Αφορισμών απηχεί τη φθαρμένη ζωή, που ξεδιπλώνεται από το αδύναμο προς ριζοσπαστική δράση υποκείμενο, από την πανταχού παρούσα πολιτιστική βιομηχανία του καπιταλιστικού κόσμου, από μια ολοκληρωτικά δομημένη κοινωνία, από τις αυταπάτες της μαζικής δημοκρατίας, από τις ηθικολογικές θεωρίες ή ιδεολογίες των φαινομενικά διαφοροποιημένων πολιτικών στρατοπέδων. Μέσα σε τούτη την κοινωνία, ο ατομικισμός έχει λεηλατήσει κάθε δυνατότητα ή διάθεση του ατόμου για κριτική αντιπαράθεση με τον παραλογισμό του συστήματος εξουσίας και για μια αληθινή απελευθέρωση της ύπαρξής του· η δυσαρμονία ανάμεσα στο επί μέρους, το ατομικό, και το καθολικό, το οικουμενικό, έχει παραλύσει κάθε είδους συμπαντική δραστηριότητα· ο απόλυτος φετιχισμός της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας απονεκρώνει, χωρίς την παραμικρή αντί-σταση, κάθε ζωντανό κύτταρο των ενεργών ακόμα μορφών ζωής. Δεσπόζουσα είναι σε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης δράσης η αρνητική ολότητα.

§2. Πώς μπορεί να διαπεραστεί, έστω και κατ’ ελάχιστο, μια τέτοια ολότητα; Με τον αλληγορικό ερμηνευτικό λόγο. Εάν λάβουμε υπόψη πως την εποχή, που ο Αντόρνο έγραφε το συγκεκριμένο φιλοσοφικό κείμενο, η σκέψη του Μαρξ ‒ό,τι αυθεντικό περιείχε‒ είχε υπονομευθεί, κυρίως εκ των έσω, από έναν στείρο οικονομισμό και από τον πιο βάναυσο, γραφειοκρατικό και χυδαίο υλισμό, με ορισμένες εξαιρέσεις βέβαια τον Λούκατς και άλλους διανοητές, όπως ο Ε. Μπλοχ, τότε ο ως άνω αλληγορικός ερμηνευτικός λόγος αποτελούσε μια εφικτή δυνατότητα, για να αποτυπώσει ο φιλόσοφος τις τραυματικές εμπειρίες του ατόμου της μαζικής δημοκρατίας· και τούτο σε σχέση πάντα με την ως άνω αρνητική ολότητα. Μια εικόνα της συντριβής της ελεύθερης ατομικότητας από την ανεξέλεγκτη δράση της πολιτικής και κοινωνικής βαρβαρότητας μας δίνει ο τρίτος Στοχασμός-Αφορισμός από τα Minima Moralia που μεταφράζεται και σχολιάζεται κατά τμηματική υπο-ενότητα στη συνέχεια.     

§3. Minima Moralia 3: Ψάρι στο νερό

[Ι]. «–Αφότου ο εκτεταμένος μηχανισμός διανομής της πάρα πολύ συγκεντρωμένης βιομηχανίας έχει αντικαταστήσει τη σφαίρα της κυκλοφορίας, η τελευταία τούτη αρχίζει μια πολύ περίεργη μετα-ύπαρξη. Ενώ η οικονομική βάση για τα μεσιτικά επαγγέλματα εξαφανίζεται, η ιδιωτική ζωή αναρίθμητων ανθρώπων μεταποιείται σε εκείνη των πρακτόρων και των μεσιτών, η σφαίρα του ιδιωτικού μάλιστα καταβροχθίζεται εξ ολοκλήρου από μια αινιγματώδη πολυπραγμοσύνη, που φέρει όλα τα γνωρίσματα του εμπορικού είδους, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει κάποια εμπορική κατάσταση».

Σχόλιο: Η σφαίρα της κυκλοφορίας από καθαρά οικονομική σφαίρα γίνεται μια σφαίρα πολυπράγμονος δραστηριότητας, όπου κυριαρχούν οι μηχανισμοί των πρακτόρων, μεταπρατών και μεσιτών. Εδώ μέσα συνθλίβεται κάθε ίχνος ιδιωτικής, προσωπικής ζωής, καθώς η τελευταία μαζοποιείται και φετιχοποιείται σε εμπόρευμα.

[ΙΙ]. «Οι καταπτοημένοι, από τον άνεργο ως τη διασημότητα, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να επισύρει την οργή εκείνων, την επένδυση των οποίων αντιπροσωπεύει, πιστεύουν ότι μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη της εκτελεστικής εξουσίας που φαντάζει ως πανταχού παρούσα μόνο με ευαισθησία, με ζήλο/αφοσίωση, με εκδούλευση, με πονηριές και κατεργαριές, δηλαδή με ιδιότητες των εμπόρων· και σε λίγο δεν θα υπάρχει καμιά σχέση πλέον, που δεν θα απέβλεπε σε σχέσεις, καμιά παρόρμηση που δεν θα βρισκόταν υπό την εξουσία προληπτικής λογοκρισίας, προκειμένου να μην παρεκκλίνει από το αποδεκτό/ το αρεστό [στην εκτελεστική εξουσία]. Η έννοια των σχέσεων, μια κατηγορία της μεσίτευσης και της κυκλοφορίας, ποτέ δεν ευδοκίμησε στην πραγματική σφαίρα της κυκλοφορίας, στην αγορά, αλλά σε κλειστές ιεραρχίες μονοπωλιακού είδους».

Σχόλιο: Τα άτομα, με την αντίστοιχη κοινωνική τους μοίρα [=άνεργοι] ή τον αντίστοιχο ρόλο [=διασημότητες] μετατρέπονται σε φοβισμένες, κατατρομαγμένες υπάρξεις, καθότι καθορίζονται από αδιόρατους και διεφθαρμένους μηχανισμούς, πρόθυμες πλέον να γίνουν φιλήσυχοι υπηρέτες αυτών των εξουσιαστικών μηχανισμών. Η διανθρώπινη σχέση τώρα έχει χάσει κάθε πρωταρχική της ζωτικότητα και εκφυλίζεται σε υπολογιστική σχέση. Στη βάση αυτών των υπολογιστικών σχέσεων οικοδομείται το κλειστό σύστημα των ιεραρχιών, ενισχυμένο και με ένα απροσπέλαστο ηθικό ψεύδος, που μονοπωλεί κάθε άλλη σχέση και δραστηριότητα.

[ΙΙΙ]. «Τώρα που ολόκληρη η κοινωνία γίνεται ιεραρχική, οι αδιαφανείς σχέσεις κολλούν παντού, ακόμη κι εκεί που εννοούσε να υπάρχει η επίφαση της ελευθερίας. Ο παραλογισμός του συστήματος δεν εκφράζεται λιγότερο στην παρασιτική ψυχολογία των επί μέρους ατόμων απ’ ό,τι στην οικονομική τους μοίρα. Παλιότερα, όταν εξακολουθούσε να υπάρχει κάτι σαν εκείνο τον δυσφημισμένο αστικό διαχωρισμό ανάμεσα στο επάγγελμα και την ιδιωτική ζωή, που διακαώς σχεδόν θα επιθυμούσε κανείς τώρα να αναπολήσει, όποιος επιδίωκε συγκεκριμένους σκοπούς στην ιδιωτική σφαίρα, τον περιεργάζονταν με καχυποψία σαν ένα άξεστο παρείσακτο. Σήμερα, όποιος ασχολείται με κάτι ιδιωτικό, χωρίς έναν ευδιάκριτο σκοπό, περνάει για αλαζόνας, ξένος και ανοίκειος. Όποιος δεν «θέλει» τίποτε, δηλ. δεν θέλει, δεν επιθυμεί να κάνει κάτι, είναι σχεδόν ύποπτος: κανένας δεν εμπιστεύεται κάποιον άλλο, πως θα μπορούσε να του παρασταθεί για να τα βγάλει πέρα, χωρίς να νομιμοποιείται με ανταπαιτήσεις».

Σχόλιο: Τα πάντα –συναισθήματα, ευαισθησίες, ελευθερία βούλησης και σκέψης, σχέσεις κ.λπ.– υποτάσσονται στο κλειστό και απρόσωπο σύστημα υπό το άγρυπνο βλέμμα της αδιαφάνειας και της μαζικής εθελοδουλείας. Ο παραλογισμός του δεν εντοπίζεται μόνο στο ότι επιφέρει οικονομικές ανισότητες με αντίστοιχες εξαθλιώσεις στα άτομα, αλλά και στο γεγονός ότι έχει μετατρέψει μυριάδες από αυτά σε παρασιτικά όντα, τα οποία με τη σειρά τους αναπαράγουν τον φαύλο κύκλο, ως λειτουργικά-πειθήνια όργανα μιας μυστικοποιημένης εξουσίας. Οι σχέσεις έχουν πια μεταποιηθεί σε ανταλλακτικές: ο καθένας σκέπτεται το ίδιον όφελος· κάθε μορφή συμπαράστασης, ενσυναίσθησης, αλληλεγγύης απαιτεί τα ανταλλάγματά της.

[ΙV]. «Αναρίθμητοι κάνουν επάγγελμά τους, [δηλαδή ρυθμίζουν τη διαβίωσή τους με βάση], μια κατάσταση, που προκύπτει από την κατάλυση του επαγγέλματος. Αυτοί είναι οι ευγενείς άνθρωποι, οι αρεστοί, που είναι φίλοι με όλους, οι δίκαιοι, που συγχωρούν κάθε είδους προστυχιά ως ανθρώπινη και αδέκαστα αποκλείουν από την κοινωνία, ως συναισθηματική, κάθε μη συμμορφωμένη προς τα πρότυπά της παρόρμηση. Είναι απαραίτητοι, χάρη στο ότι γνωρίζουν όλα τα κανάλια και τους μηχανισμούς της εξουσίας, μαντεύουν τις πιο μυστικές ετυμηγορίες της και ζουν από την επιδέξια διάδοσή τους».

Σχόλιο: Ο μαζικός χαρακτήρας της αστικής κοινωνίας, η μαζική δημοκρατία, δεν επιφυλάσσει κάποια σχετική αφύπνιση των μαζών. Απεναντίας φέρνει στο προσκήνιο, καθιστά κυριολεκτικά κυρίαρχες, ευρείες μάζες επιτήδειων ανθρώπων, που επανδρώνουν τους πολυπλόκαμους μηχανισμούς και φροντίζουν, με ένα κατ’ επίφαση ήθος και με κίβδηλους κώδικες ηθικής, για την αντι-ανθρώπινη λειτουργία των εν λόγω μηχανισμών. Δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο πέρα από έναν, ταιριαστό στην κοινωνικο-πολιτική τους αυτο-υποδούλωση, βάναυσο καθωσπρεπισμό, που συνεπάγεται ευθέως την κατάπνιξη κάθε ατομικής αυτενέργειας. Έτσι εξελίσσονται σε αναπόσπαστο τμήμα κυρίαρχης τάξης πραγμάτων και μάλιστα πολύ «ικανό» για τη διάδοση της μαζικής κουλτούρας· για την εδραίωση επομένως της πιο απίστευτης βαρβαρότητας, που επιτίθεται με βίαιο μένος σε καθετί το πνευματικό, εξολοθρεύει τις δημιουργικές τάσεις των ενικών ατόμων και δεν τους αφήνει περιθώρια για αυτοστοχασμό και αυτενέργεια, ώστε να μην μπορέσει να αμφισβητηθεί ο φαύλος κόσμος της ως άνω κυρίαρχης πολιτικής και κοινωνικής τάξης. 

[V]. «Αυτούς τους συναντάμε σε όλα τα πολιτικά στρατόπεδα, ακόμη κι εκεί, όπου η απόρριψη του συστήματος λογίζεται αυτονόητη και γι’ αυτό έχει αναπτύξει έναν χαλαρό και πανούργο κομφορμισμό που τις ταιριάζει. Συχνά κερδίζουν τη συμπάθεια των ανθρώπων χάρη σε μια ορισμένη «καλοκαγαθία», μια συμπάσχουσα συμπαράσταση στη ζωή των άλλων: η ανιδιοτέλεια ως κερδοσκοπία. Είναι έξυπνοι, πνευματώδεις, ευαίσθητοι και ευέλικτοι: έχουν ξαναγυαλίσει το παλιό εμπορικό πνεύμα με τα επιτεύγματα της κάθε φορά προχθεσινής ψυχολογίας. Είναι ικανοί για όλα, ακόμη και για αγάπη, αλλά πάντοτε άπιστοι. Δεν απατούν από ενστικτώδη ορμή, αλλά από μια αρχή: ακόμη και την αξία του ίδιου του εαυτού τους την μετρούν ως κέρδος, το οποίο δεν επιθυμούν να μοιραστούν με κανέναν άλλο. Με το πνεύμα τούς συνδέει εκλεκτική συγγένεια και μίσος: για αυτούς που σκέπτονται είναι ένας πειρασμός, αλλά και οι χειρότεροι εχθροί τους. Γιατί είναι αυτοί που έξυπνα σφετερίζονται και ατιμάζουν και τις τελευταίες ακόμα εστίες της αντίστασης, τις ώρες που μένουν ακόμα ελεύθερες από τις αξιώσεις του μηχανισμού. Ο καθυστερημένος ατομικισμός τους δηλητηριάζει ό,τι ίσως ακόμα απομένει από το άτομο».

Σχόλιο: Διερωτάται ο Αντόρνο: σε ποιους πολιτικούς χώρους «ευδοκιμούν» τέτοια παρασιτικά όντα; Και απαντά: σε όλους, μηδέ εξαιρουμένων και εκείνων των πολιτικών χώρων που λεκτικά στρέφονται ενάντια στο σύστημα· ας πούμε των «δημοκρατικο-σοσιαλιστικών», των πιο ύπουλων και τυραννικών, ακόμη κι από τα καθαυτά αντιδημοκρατικά καθεστώτα. Σε τέτοιους χώρους συνήθως επωάζεται ο πιο δόλιος και μη αντιμετωπίσιμος δηλητηριασμός της μαζικής συνείδησης: αντικαθιστούν την αυθεντικά ριζοσπαστική δράση με αντικαπιταλιστική ρητορεία, ενώ στην πράξη εργάζονται με ζήλο για τη διατήρηση των ιεραρχικών δομών της καπιταλιστικής εξουσίας, αλλά υπό τη δική τους διαχείριση. Ο Αντόρνο εδώ έχει υπόψη του και τις ένοχες πολιτικές όλων των πολιτικών παρατάξεων της Γερμανίας, που με την ανοχή τους, αλλά και με μια έμμεση σύμπραξη, διευκόλυναν αντικειμενικά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, χωρίς βέβαια να φείδονται αντιφασιστικής και αντικαπιταλιστικής ρητορείας. Εν τέλει τα άτομα με την παρασιτική ψυχολογία δεν έχουν καμιά πατρίδα ιδεών και αρχών: προσφέρουν αναίσχυντα τις εκδουλεύσεις τους σε κάθε πολιτικό χώρο. Τέτοιες εμπειρίες που μας περιγράφει ο Αντόρνο αποτελούν το σήμα κατατεθέν στα πολιτικά στρατόπεδα της Ελλάδας· και μάλιστα σε εκείνα τα καθεστωτικο-αριστερά, που ανέξοδα ρητορεύουν αντικαπιταλιστικά, αλλά στην πράξη καθιστούν την αναρρίχησή τους στην εξουσία στιλπνό αντικείμενο αγοραπωλησίας: μόνο τους μέλημα η κατάληψη της εξουσίας για βόλεμα συγγενών και ερωμένων, κι η κοινωνία , όπως και η πολιτεία, ας καίγεται.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (341.1-345.1)

341. ΑΝΗΡ, ΙΠΠΟΣ ΚΑΙ ΠΩΛΟΣ [341.1] ἀνήρ τις ἐπωχεῖτο θηλείᾳ τινὶ ἵππῳ ἐγκύῳ ὑπαρχούσῃ, καὶ ὁδοιποροῦντος αὐτοῦ πῶλον ἡ ἵππος ἀπέτεκεν. ὁ δὲ πῶλος κατόπιν αὐτῆς εὐθὺς πορευόμενος καὶ ταχέως ἰλιγγιάσας πρὸς τὸν τῆς ἰδίας μητρὸς ἐπιβάτην ἔλεγεν· «ἰδού, ὁρᾷς με βραχύτατον καὶ πρὸς πορείαν ἀδύνατον· γίνωσκε τοίνυν, ὡς, εἰ ἐνταῦθα ἐγκαταλίπῃς με, αὐθωρὸν διαφθείρομαι. εἰ δ᾽ ἐντεῦθεν ἄρῃς με καὶ ἀπαγάγῃς ἐν τόπῳ καὶ ἀνατραφῆναι παρασκευάσῃς, οὕτως αὐξυνθεὶς ἐν ὑστέρῳ ἐποχεῖσθαί μοι ποιήσω σε».
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὡς ἐκείνους εὐεργετεῖν χρή, ὑφ᾽ ὧν καὶ ἡ ἀντάμειψις τῆς εὐποιίας ἐλπίζεται.

342. ΑΝΗΡ ΚΑΙ ΚΥΚΛΩΨ
[342.1] ἀνήρ τις τῶν εὐλαβῶν τυγχάνων καὶ τοῖς πρακτέοις σεμνὸς ἐπὶ χρόνον ἱκανὸν εὐμαρῶς τοῖς ἰδίοις παισὶν συμβιοτεύων μετὰ ταῦτα ἐνδείᾳ περιπίπτει ἐσχάτῃ καὶ τὴν ψυχὴν καιρίως ἀλγῶν ἐβλασφήμει τὸ θεῖον καὶ ἑαυτὸν ἀνελεῖν ἀπηναγκάζετο. λαβὼν οὖν σπάθην ἐπί τινα τῶν ἐρημικῶν τόπων ἐξῄει θανεῖν μᾶλλον αἱρετισάμενος ἤπερ κακῶς ζῆν. πορευόμενος δὲ λάκκον τινὰ βαθύτατον ἔτυχεν εὑρηκώς, ἐν ᾧ χρυσίον οὐκ ὀλίγον παρά τινος τῶν γιγαντιαίων ἀνδρῶν ἀποτέθειτο, ᾧ Κύκλωψ τὸ ὄνομα. ἰδὼν δὲ ὁ ἀνὴρ τὸ χρυσίον φόβου εὐθὺς καὶ χαρᾶς ἀνάπλεως γίνεται καὶ ῥίπτει μὲν τῆς χειρὸς τὸ ξίφος, αἴρει δὲ τὸ χρυσίον ἐκεῖθεν καὶ ἄσμενος ἐπὶ τὴν οἰκίαν καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ ἐπανέρχεται. εἶτα ὁ Κύκλωψ ἐπὶ τὸν λάκκον ἐλθὼν καὶ τὸ μὲν χρυσίον μὴ εὑρηκώς, ἀντ᾽ αὐτοῦ δὲ κείμενον ἐκεῖσε τὸ ξίφος ἑωρακὼς αὐτίκα τοῦτο σπασάμενος ἑαυτὸν διεχειρίσατο.
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὡς τοῖς σκαιοῖς ἀνδράσιν ἀκολούθως τὰ κακὰ ἐπισυμβαίνει, τοῖς δὲ ἀγαθοῖς καὶ εὐλαβέσι τὰ ἀγαθὰ ταμιεύεται.

343. ΘΗΡΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΙΠΠΕΥΣ
[343.1] ἀνήρ τις θηρευτὴς λαγωὸν κατασχὼν καὶ τοῦτον ἐπιφερόμενος τῆς ὁδοιπορίας εἴχετο. καί τινι προσυπαντηθεὶς ἐφ᾽ ἵππῳ ἀνδρὶ ἐζητεῖτο παρ᾽ αὐτοῦ τὸν λαγωὸν προσχήματι ἀπεμπολήσεως. λαβὼν τοίνυν ὁ ἱππεὺς τὸν λαγωὸν ἀπὸ τοῦ θηρευτοῦ εὐθὺς δρομαῖος ᾤχετο. ὁ δὲ θηρευτὴς κατόπιν αὐτοῦ τρέχων φθάσαι αὐτὸν δῆθεν ἐδόκει. τοῦ δὲ ἱππέως ἐκ πολλοῦ τοῦ διαστήματος μακρὰν ἐκείνου ἀπέχοντος ὁ θηρευτὴς καὶ ἄκων φωνεῖ πρὸς αὐτὸν καί φησιν· «ἄπελθε λοιπόν· ἐγὼ γὰρ ἤδη τὸν λαγωὸν ἐδωρησάμην σοι».
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὡς πολλοὶ ἀκουσίως τὰ ἴδια ἀφαιρούμενοι προσποιοῦνται δῆθεν ἑκοντὶ ταῦτα δεδωκέναι.

344. ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΛΕΩΝ
[344.1] λύκος ἁρπάσας χοῖρον καὶ ἀπάγων αὐτὸν λέοντι συνήντησεν. ὁ δὲ λέων εὐθὺς ἀπὸ τοῦ λύκου τὸν χοῖρον ἀφήρπασεν. ἀφαιρεθεὶς δὲ αὐτὸν ὁ λύκος ἐν ἑαυτῷ ἔλεγεν· «πάντως καὶ αὐτὸς ἐθαύμαζον, πῶς ἂν καὶ διέμεινε παρ᾽ ἐμοὶ τὸ ἐξ ἁρπαγῆς μοι προσγενόμενον».
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὡς καὶ τὰ ἀλλότρια πράγματα πλεονεκτικῶς τισι καὶ βιαίως ἐπικτώμενα τοῖς ταῦτα ἁρπάζουσιν οὐκ εἰς τέλος παραμένουσιν.

345. ΝΕΑΝΙΣΚΟΣ ΚΑΙ ΓΡΑΥΣ
[345.1] νεανίσκος τις ὁδοιπορῶν ἐν ἡμέρᾳ καύσωνος ἐντυγχάνει γυναικί τινι γραΐδι, ἥτις καὶ αὐτὴ τὴν αὐτὴν ὁδὸν τῷ νεανίσκῳ συνεπορεύετο. ὁρῶν δὲ αὐτὴν ἐκεῖνος τῷ τε καύσωνι καὶ τῷ τῆς ὁδοιπορίας καμάτῳ δεινῶς ἰλιγγιῶσαν κατῴκτειρε τῆς ἀσθενείας καὶ μηκέτι ἐξισχύουσαν ὅλως πορεύεσθαι ἄρας ταύτην τῆς γῆς ἐπὶ τῶν νώτων αὐτοῦ διεβάσταζεν. ταύτην δὲ ἐπιφερόμενος λογισμοῖς τισιν αἰσχρᾶς ἐπιθυμίας δεινῶς ἐταράττετο, ὑφ᾽ ὧν καὶ πρὸς οἶστρον ἀκολασίας καὶ σφοδρὸν ἔρωτα ὁ αὐτοῦ ἤρθη φαλλός. εὐθὺς δὲ τῇ γῇ καταθεὶς τὴν γραΐδα ταύτῃ ἀκολάστως συνεγίνετο. ἡ δὲ πρὸς αὐτὸν ἁπλοϊκῶς ἔλεγε· «τί ἐστιν, ὃ ἐπ᾽ ἐμοῦ ἐργάζῃ;» ὁ δὲ αὐτῇ ἔφη ὡς «βαρεῖα πέφυκας καὶ τούτου χάριν ἀπογλύψαι σου τῆς σαρκὸς διανενόημαι». καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ εἰς τέλος αὐτὴν συμφθαρεῖσαν πάλιν τῆς γῆς ἐξάρας αὐτὴν ἐπὶ τῶν ἑαυτοῦ νώτων ἐπέθετο. καὶ μῆκος ὁδοῦ τινος διελάσαντος αὐτοῦ ἔφη πρὸς αὐτὸν ἡ γραῦς· «εἰ ἔτι σοι βαρεῖα καὶ ἐπαχθὴς πέφυκα, πάλιν με καταγαγὼν πλέον ἐξ ἐμοῦ ἀπόγλυψον».
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὡς τῶν ἀνθρώπων τινὲς τὴν ἰδίαν πληροῦντες ἐπιθυμίαν προφασίζονται, ὡς ἐξ ἀγνοίας τὸ γεγονὸς διεπράξαντο, δόξαντες δῆθεν μὴ ἐκεῖνο, ἀλλ᾽ ἕτερόν τι τῶν δεόντων μᾶλλον πεποιηκέναι.

***
341. Ο άντρας, η φοράδα του και το πουλάρι της.
[341.1] Ήταν μια φορά ένας ταξιδιώτης που πήγαινε καβάλα σε ετοιμόγεννη φοράδα. Έτσι που ήρθαν τα πράγματα, λοιπόν, η φοράδα γέννησε το πουλαράκι της ενώ βρίσκονταν ακόμη στον δρόμο. Στη συνέχεια, που λέτε, το νεογέννητο το κακόμοιρο βάλθηκε να ακολουθεί καταπόδι τη μάνα του, ακριβώς από πίσω της. Έλα όμως που γρήγορα ένιωσε ζαλάδα. Έπιασε λοιπόν και παρακαλούσε τον καβαλάρη, ο οποίος ίππευε στη ράχη της μαμάς φοράδας: «Καλέ κύριε, κοίταξέ με λίγο, τί μικρό που είμαι, τοσοδούλικο. Πώς να αντέξω στην πεζοπορία το καημενούλι; Δεν το καταλαβαίνεις, καλέ; Αν με παρατήσεις εδώ χάμω, πάει, θα ψοφήσω στο πι και φι. Να χαρείς, μάζεψέ με από τον δρόμο και πήγαινέ με στον τόπο σου, να με δώσεις εκεί να με αναθρέψουν. Θα δεις τί ωραία που θα μεγαλώσω σε λίγο καιρό ― και τότε θα σε πάρω να σε κουβαλάω και σένα καβάλα πάνω μου».
Το δίδαγμα του μύθου: Αξίζει τον κόπο να κάνουμε το καλό σε κάποιον, αν έχουμε την ελπίδα ότι θα μας ξεπληρώσει εν καιρώ τις καλοσύνες μας.

342. Ο άνθρωπος και ο Κύκλωπας.
[342.1] Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος σοβαρός και μετρημένος, αν και λιγάκι υπεροπτικός κατά την πρακτική του συμπεριφορά στη ζωή. Για αρκετό καιρό, που λέτε, ζούσε με άνεση μαζί με τα παιδιά του. Ύστερα από κάποιο διάστημα, ωστόσο, ξέπεσε σε τρομερή φτώχεια. Τότε η ψυχή του γέμισε θλίψη (επόμενο δεν ήτανε;), και συχνά-πυκνά ο άνθρωπός μας ξεσπούσε σε βλαστήμιες ενάντια στον θεό. Στο τέλος, η ανάγκη δεν του άφηνε πλέον άλλη επιλογή, και σκέφτηκε να θέσει τέρμα στη ζωή του. Άδραξε λοιπόν τη σπάθα του και βγήκε έξω από την πόλη, γυρεύοντας κανένα ερημικό μέρος. Το είχε πάρει απόφαση μέσα του, βλέπετε, πως είναι καλύτερος ο θάνατος από τέτοια εξαθλιωμένη ζωή. Εκεί που προχωρούσε, όμως, βρήκε μπροστά του, για καλή του τύχη, ένα λαγούμι πολύ βαθύ. Και εκεί μέσα ήταν φυλαγμένο κάμποσο χρυσάφι: το είχε κρύψει επιτόπου κάποιος από τη φυλή των γιγάντων, ο Κύκλωπας με το όνομα. Μόλις αντίκρισε ο άνθρωπός μας το χρυσάφι, πλημμύρισε συγχρόνως από τρομάρα και από χαρά. Αμέσως, βέβαια, πέταξε από το χέρι του τη σπάθα, μάζεψε τον θησαυρό και έτρεξε όλο χαρά πίσω στο σπίτι του και στα παιδιά του. Αργότερα, που λέτε, κατέφτασε στο λαγούμι του και ο Κύκλωπας· έλα όμως που δεν βρήκε ίχνος από το χρυσάφι του. Αντί για αυτό, το μόνο που αντίκρισε εκεί πέρα ήταν η σπάθα, πεσμένη κάτω σε μια μεριά. Τότε λοιπόν ο γίγαντας σήκωσε το όπλο και στο λεπτό σφάχτηκε με δαύτο.
Το δίδαγμα του μύθου: Τους παλιανθρώπους, όπως είναι φυσικό, έρχονται και τους βρίσκουν οι συμφορές. Αντίθετα, τους τίμιους και μετρημένους τούς περιμένει η καλοτυχία.

343. Ο κυνηγός και ο καβαλάρης.
[343.1] Μια φορά κάποιος είχε βγει κυνήγι και έπιασε έναν λαγό. Τον σήκωσε, που λέτε, να τον κουβαλήσει και συνέχισε τον δρόμο του. Εκεί που προχωρούσε, λοιπόν, συνάντησε μπροστά του κάποιον άλλον, που ήταν καβάλα στο άλογο. Αυτός ο δεύτερος γύρεψε από τον άνθρωπό μας να του δώσει τον λαγό, προφασιζόμενος δήθεν ότι σκόπευε να τον αγοράσει. Με το που έβαλε όμως στο χέρι ο καβαλάρης το θήραμα του κυνηγού, αμέσως πήρε δρόμο καλπάζοντας μακριά. Ο κυνηγός ασφαλώς έτρεξε στο κατόπι του ― ίσως θαρρούσε ότι θα μπορούσε τάχα να τον προφτάσει. Αλλά βέβαια ο καβαλάρης όλο κέρδιζε σε απόσταση και σύντομα βρισκόταν πια πέρα μακριά. Τότε ο άνθρωπός μας, ήθελε δεν ήθελε, έβαλε μια φωνή για να πει στον κλέφτη: «Καλά, φύγε, δεν σε χρειάζομαι άλλο. Όσο για τον λαγό, μην έχεις έγνοια, σου τον κάνω δώρο».
Το δίδαγμα του μύθου: Πολλοί, ακόμη και αν τους αρπάζουν την ιδιοκτησία τους παρά τη θέλησή τους, καμώνονται τάχα ότι την παραχώρησαν ηθελημένα.

344. Ο λύκος και το λιοντάρι.
[344.1] Κάποτε ο λύκος έβαλε στο χέρι ένα γουρουνάκι του γάλακτος και το κουβαλούσε μαζί του στον δρόμο. Έλα όμως που ξαφνικά συνάντησε μπροστά του τον λέοντα. Τούτος, που λέτε, άρπαξε το γουρουνάκι μέσα από τα χέρια του λύκου στο άψε-σβήσε. Έτσι ο λύκος έχασε τη λεία του και έμεινε να μουρμουρίζει από μέσα του: «Μωρέ και εμένα περίεργο μου φαινόταν. Πώς μπορούσε να παραμείνει στην κατοχή μου κάτι που το βούτηξα σαν ληστής;».
Το δίδαγμα του μύθου: Τα ξένα πράγματα μπορεί καμιά φορά να τα αποκτήσει ο άπληστος με βίαια μέσα. Ωστόσο, όποιος τα αρπάζει έτσι, δεν πρόκειται να τα διατηρήσει για πολύ.

345. Ο νεαρός και η γριά.
[345.1] Ήταν ένας νεαρός που ταξίδευε πεζός μια μέρα με καύσωνα. Τούτος, που λέτε, συνάντησε κάπου μια γριά γυναίκα, που πορευόταν και αυτή στον ίδιο δρόμο. Η γριούλα, βέβαια, ζαλιζόταν φοβερά και τρέκλιζε, τόσο από τη ζέστη όσο και από τον κόπο της πεζοπορίας — το έβλεπε αυτό καθαρά ο νέος. Τον έπιασε λοιπόν λύπηση για την καημένη τη γυναικούλα, τόσο καταβεβλημένη που ήταν. Γι᾽ αυτό, όταν πια δεν την βαστούσαν άλλο τα πόδια της να προχωρήσει, το παλληκάρι τη σήκωσε ψηλά και βάλθηκε να τη μεταφέρει στη ράχη του. Τώρα, καθώς την κουβαλούσε πάνω του, το καλό μας το αγόρι άρχισε να κάνει διάφορες άσεμνες σκέψεις, ώσπου ερεθίστηκε φοβερά η σεξουαλική επιθυμία του. Αποτέλεσμα: από τον παροξυσμό της λαγνείας και τον ασυγκράτητο πόθο το πέος του ανασηκώθηκε σε στύση. Μια και δυο, λοιπόν, ο νταβραντισμένος νεαρός απόθεσε τη γριούλα κάτω στα χώματα και έπιασε παρευθύς να συνουσιάζεται μαζί της. Αυτή, πάλι, ήταν αγαθιάρα και δεν κατάλαβε. «Καλέ, τί κάνεις αυτού; Τί θες και ανέβηκες πάνω μου;», ρωτούσε. Το παλληκάρι τότε σκαρφίστηκε μια δικαιολογία να της πει: «Ξέρεις, είσαι κομμάτι βαριά. Γι᾽ αυτό σκέφτηκα να ξύσω και να ξεφλουδίσω λιγάκι το κρέας σου, μήπως και ελαφρώσεις». Τέτοια παραμύθια τής αράδιαζε. Τελικά, αφού την απαύτωσε για τα καλά, την ανασήκωσε πάλι από το έδαφος και την έβαλε πάνω στην πλάτη του. Έτσι λοιπόν διέσχισαν κάποια απόσταση στον δρόμο, ώσπου μετά από λίγο ήρθε η σειρά της γριάς να μιλήσει: «Ψιτ, αγόρι μου, μπας και με νιώθεις ακόμη πολύ βαριά; Μην τυχόν και σε καταπονώ; Αν είναι, όποτε θέλεις, βάλε με κάτω πάλι και ξεφλούδισέ με και άλλο, μη σε πειράζει».
Το δίδαγμα του μύθου: Μερικοί άνθρωποι, αφού ικανοποιήσουν καλά-καλά τις προσωπικές τους ορέξεις, μετά καμώνονται τάχα ότι όλα έγιναν δίχως αυτοί να το συνειδητοποιήσουν. Και θέλουν κιόλας να μας παραστήσουν πως δήθεν δεν έπραξαν τίποτε για ίδιον όφελος, παρά επιτελούσαν απλώς το καθήκον τους.

Οι ερινύες και το δίκ(α)ιο το μητρικό

Λέμε ερινύες και ο νους μας πάει στις τύψεις, γιατί αυτές, όπως ο μύθος έλεγε, χτύπησαν τον Ορέστη, μετά από εκείνη τη διαβόητη την πράξη την αιματηρή, το έργο της μητροκτονίας του, που ίσως συμβολικά να σήμαινε οριστική διάρρηξη ομφάλιου λώρου κι ενηλικίωση για ένα αγόρι, σύμφωνα με κανόνες που όριζε μια κοινωνία πατριαρχική

Όμως οι ερινύες αρχικά σημαίναν το μητρικό το δίκ(α)ιο το ίδιο, μια ιστορικά ηττημένη υπόθεση που έπρεπε, ωστόσο, να τακτοποιηθεί, να βρει μια θέση –υποτεταγμένου έστω λόγου– στους ανεξάντλητους τους πίνακες της μνήμης και της μυθικής αφήγησης κι έχει ενδιαφέρον ότι, ενώ ποικίλες άλλες σκοτεινές κι ανεξιχνίαστες δυνάμεις (σαν τον τρόμο τον ιερό ή το κακό το μάτι) έβρισκαν εν τέλει μιαν αναγνωρίσιμη αποτύπωση στους κώδικες των παραστατικών τεχνών, οι ερινύες δεν αναπαρίσταντο ποτέ, ούτε στη γλυπτική ούτε στην αγγειογραφία μέχρι που ο Αισχύλος τις παρέστησε μες στην ενσάρκωσή τους, τους έδωσε μορφή κι οστά, τις δραματοποίησε, τις έκανε Χορό στην τελευταία τραγωδία της μεγάλης τριλογίας του, για να τις υποτάξει, αλίμονο, κι αυτός στο τέλος και να τις κάνει ευμενίδες (ευνοϊκές) στον λόγο του πατέρα, μ’ εκείνην την περίφημη ψήφο της Αθηνάς του Αρεοπαγίτικου Δικαστηρίου: «Γιατί μάνα δεν είναι που μ’ έχει γεννήσει,/ κι ολόψυχα εγώ τον άντρα επαινώ/ σε όλα –μόνο σε γάμο εμένανε να μη μου τύχει– / κι ολότελα είμαι του πατέρα».

«Κάρτα δ’ εἰμὶ τοῦ πατρός» ήταν η ετυμηγορία, λόγος του κλήρου (δικαστικού κι ιδιοκτησιακού), λόγος της οικογένειας που έμελλε μες στους αιώνες να καθαγιαστεί με φωτοστέφανα και με τρισάγια κληρικών και μ’ άλλα λόγια σήμαινε: Το παιδί είναι του πατέρα –μίλησε το Μεγάλο Άλφα, όπως θα το ‘λεγε ο Λακάν, και μίλησε Οριστικά…

Όμως, προτού δικονομικά δοθεί ετούτη η λύση η θεατρική, οι ερινύες του μητρικού του δίκ(α)ιου είχαν τουλάχιστον προλάβει να φανερώσουν τις δυνάμεις τους σε κυκλικό χορό, σε όρχηση που έδενε με ξόρκια μαγικά κι οδήγαγε στην τρέλα, στην πιο εντυπωσιακή speech act δραματοποίησης, που, όταν την εκτέλεσε ο κορυφαίος μέσα στο θέατρο το διονυσιακό, δεκάδες λιποθύμησαν απ’ την τρομάρα τους –κι η βία αυτής της μνήμης τόσο διατηρήθηκε μέσα στον χρόνο που την κατέγραψε στο τέλος βυζαντινός σχολιαστής– κι έμενε η μνήμη ως ὕμνος δέσμιος που άρχιζε έτσι: «έλα μπρος, τον χορό μας να δέσουμε,/ αφού τώρ’ αποφασίσαμε να ψάλλουμε το φριχτό μας τραγούδι,/ και να πούμε το πώς/ ο όμιλός μας αυτός/ κυβερνά των ανθρώπων τη μοίρα»

Και τώρα μας μένει ο ύμνος ο δέσμιος για να γεννάει ενοχές;

Ποιος αμφιβάλλει για το μικρό το άλφα;

Αποσυμβολισμός του μυθικού Κέρβερου

Ο φύλακας του κάτω κόσμου

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία ο Κέρβερος ήταν ο φύλακας του Πυλών του Άδη. Ήταν γιος του Γίγαντα Τυφώνα και της Έχιδνας. Παρουσιάζεται σαν ένας τρομερός σκύλος με τρία κεφάλια, ενώ σύμφωνα με κάποιους είχε πόδια λιονταριού και ουρά φιδιού. Ήταν υπεύθυνος για την παραμονή των νεκρών στον Κάτω κόσμο αλλά και για την απαγόρευση εισόδου στους ζωντανούς.

Όταν κάποιος νεκρός έφτανε στον Άδη, ο Κέρβερος κουνούσε την ουρά του χαιρετώντας τον, ενώ εάν κάποιος από αυτούς που είχαν ήδη περάσει την Πύλη τολμούσε να το σκάσει από τον Κάτω κόσμο τον κατασπάραζε. Στην αρχαία Ελλάδα οι συγγενείς του νεκρού τοποθετούσαν στο καλάθι του μια πίτα με μέλι για να ηρεμήσουν και να ευχαριστήσουν τον Κέρβερο.

Ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να του τον φέρει ζωντανό. Ο Ηρακλής πήγε στο ακρωτήριο Ταίναρο, βρήκε την είσοδο του Αδη και τον Κέρβερο. Λίγο πριν πλησιάσει, ελευθέρωσε δύο δεμένους ανθρώπους που τους επιτίθονταν κτήνη. Ο Κέρβερος, όταν αντίκρισε την περήφανη κορμοστασιά του ήρωα, φοβήθηκε κι έτρεξε να κρυφτεί κάτω από τον θρόνο του Πλούτωνα. Ο Πλούτωνας, κάτω από την προτροπή της Περσεφόνης, δέχτηκε να πάρει τον Κέρβερο ο Ηρακλής, εφόσον μπορούσε να τον πιάσει. Ο ήρωας μετά από πάλη, τα κατάφερε.

Τα τρία κεφάλια θεωρείται ότι αντιπροσώπευαν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, ενώ άλλες πηγές αναφέρουν ότι ήταν σύμβολο της γέννησης, της νεότητας και του γήρατος. Ίσως επίσης συμβολίζουν το τρισυπόστατο, της ανθρώπινης φύσης. Η ουρά φιδιού συμβολίζει τις πλάνες και τις φοβίες που δηλητηριάζουν τη πνευματική ζωή.

Η πιο ισχυρή ικανότητα Κέρβερου ήταν το βλέμμα του, το όποιο ήταν τόσο φοβερό που όποιος τον κοιτούσε στα μάτια αμέσως μετατρεπόταν σε πέτρα. Λέγεται ότι ο Κέρβερος είχε αιχμηρά δόντια και ένα δηλητηριώδες δάγκωμα. Από το δηλητήριο που έσταζε πάνω στο έδαφος φύτρωνε ένα φυτό που είναι γνωστό ως «Ακόνιτο»....

Ο Ορφέας ήταν ο μοναδικός που κατάφερε με τη λύρα του να κοιμίσει το μυθικό τέρας προκειμένου να περάσει τις πύλες του Άδη για να βρει την αδικοχαμένη γυναίκα του Ευρυδίκη.

Ο Ηρακλής ανεβαίνει σε ένα βουνό για να βρει την είσοδο του κάτω κόσμου, δηλαδή να εισχωρήσει στα άδυτα της ψυχής. Ο Κέρβερος με τα τρία κεφάλια, δείχνει επίσης τρία στάδια προετοιμασίας για την είσοδο στο άβατο των μυστηρίων:

α) εξαγνισμός (απελευθέρωση από τα δεσμά του υλικού κόσμου)
β) μύηση μέσω της προσωπικής μας κόλασης, για να αγγίξουμε το συμπαντικό νόημα μέσα από την εμπειρία
γ) υπηρεσία στην ανθρωπότητα.

Και τα τρία είναι απαραίτητα, ειδικά το τελευταίο, καθώς διαπιστώνουμε παράλληλα με τους άθλους, ο Ηρακλής βοηθά κι άλλους ανθρώπους που υποφέρουν. Η ψυχή δεν ξεχνά πως είναι μέρος ενός συνόλου, ένα κομμάτι της συμπαντικής ενέργειας.

Ο σκληρός αγώνας και η νίκη επί του Κέρβερου, δηλαδή κάθε υλικής επιθυμίας, απόλαυσης ή φοβίας, έχει στόχο την άνοδο στη κορυφή της γνώσης. Ο αναζητητής όμως θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτές τις αδυναμίες, πριν εισχωρήσει στο άδυτο του ναού της γνώσης. Αν μπει με θάρρος κι αυτοπεποίθηση, όπως ο Ηρακλής, οι αδυναμίες θα τον φοβηθούν, όπως ο Κέρβερος.

Η προσωπική εμπειρία μέσα από τη μάχη είναι απαραίτητη, κατάκτηση της γνώσης μέσω της εμπειρίας.

Το πραγματικό, συναρπαστικό μάθημα από τις «τρεις σοφές μαϊμούδες»

Πιθανώς έχετε ήδη δει την περίφημη εικόνα με τις τρεις σοφές μαϊμούδες. Γνωρίζετε όμως τι σημαίνει πραγματικά;

Η κλασική εικόνα με τις τρεις σοφές μαϊμούδες από το Ιερό Τοσόγκου εκφράζει ένα απλό, διαχρονικό μάθημα: πρέπει να προσέχουμε τι λέμε, τι ακούμε και τι βλέπουμε.

Αυτό το φημισμένο ιερό βρίσκεται στην Ιαπωνία. Το γλυπτό με τις τρεις σοφές μαϊμούδες –με τη μία να καλύπτει το στόμα της, την άλλη τα μάτια της και την τελευταία τα αφτιά της– χρονολογείται στο 1636.

Λίγες εικόνες έχουν περάσει τόσα πολλά σύνορα και έχουν διαρκέσει τόσες δεκαετίες όσο αυτή. Οι τρεις σοφές μαϊμούδες αποτελούν πλέον ένα σύμβολο.

Ωστόσο το νόημα αυτής της εικόνας με τον καιρό σταδιακά χάθηκε.

Οι Ιάπωνες, για παράδειγμα, αναφέρονται σε έναν φιλοσοφικό κώδικα προσεκτικής συμπεριφοράς:

«Μη βλέπεις το κακό, μην ακούς το κακό και μη λες το κακό».

Το μάθημα αυτό προέρχεται από τα γραπτά του Κομφούκιου. Για πολλούς, καλλιεργεί μια αίσθηση «παράδοσης».

Ωστόσο, οι ιστορικοί βλέπουν έναν παραλληλισμό ανάμεσα στην εικόνα με τις τρεις σοφές μαϊμούδες και τα τρία φίλτρα του Σωκράτη.

Έτσι, αυτή η εμβληματική εικόνα μπορεί να περιλαμβάνει ένα πολύ πιο χρήσιμο μήνυμα για τη σύγχρονη ζωή μας. Η εικόνα αυτή δεν έχει καμία σχέση με κάποια αρχαία ανατολίτικη δουλοπρέπεια που επιβάλλεται για να μη βλέπουν ή να μην ακούνε οι άνθρωποι την αδικία.

Σας προσκαλούμε να σκεφτείτε πάνω σε αυτές τις διδασκαλίες.

Η δοκιμασία των τριών φίλτρων του Σωκράτη

Για να κατανοήσουμε την ομοιότητα ανάμεσα στις τρεις σοφές μαϊμούδες και τα τρία φίλτρα του Σωκράτη, είναι χρήσιμο να καταλάβουμε πρώτα μια ιστορία και ένα μάθημα:

Ένας μαθητής του Σωκράτη πήγε σε αυτόν για να τον ενημερώσει ότι κάποιος τον κατέκρινε.

Πριν καν ο νευρικός μαθητής ανοίξει το στόμα του, ο Σωκράτης του έθεσε τις παρακάτω τρεις ερωτήσεις. Πρόκειται για τα τρία φίλτρα πάνω στα οποία έπρεπε να σκεφτεί ο μαθητής πριν απευθυνθεί στον Σωκράτη. Ήταν τα εξής:

Το φίλτρο της αλήθειας: Είναι πραγματικά αληθινό αυτό που θα πεις; Έχεις ελέγξει όλα όσα πρόκειται να μου πεις με επιδεξιότητα, προσοχή και συγκράτηση για να εξασφαλίσεις ότι είναι αλήθεια;

Το φίλτρο της καλοσύνης: Είναι αυτό που πρόκειται να μου πεις καλό ή ευγενικό;

Το φίλτρο της αναγκαιότητας: Είναι αυτό που πρόκειται να μου πεις απαραίτητο; Είναι χρήσιμο ή αναγκαίο να μου το πεις;

Αυτά τα τρία φίλτρα λειτουργούν ως οδηγοί που μας βοηθούν να είμαστε πιο συνετοί, προσεκτικοί και κριτικοί απέναντι σε όλα όσα λέμε.

Πολλοί άνθρωποι βλέπουν μια σχέση ανάμεσα σε αυτό το μάθημα και τις τρεις σοφές μαϊμούδες στο ιερό Τοσόγκου.

Το μάθημα από τις τρεις σοφές μαϊμούδες

Ας ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά σε αυτήν την περίφημη εικόνα.

Η μαϊμού που καλύπτει το στόμα της: Iwazaru

Η Iwazaru είναι η μικρή μαϊμού που βλέπετε στα αριστερά.

Για τον Ιάπωνα φιλόσοφο, η μορφή αυτή αντιπροσωπεύει την ανάγκη να μη διαδίδουμε το κακό. Συνδέεται με τη σύσταση να μην εκφράζουμε τη δυσαρέσκεια ή τα αρνητικά μας συναισθήματα.

Η σύνεση περιλαμβάνει επίσης το να μην αφήνετε τον συναισθηματικό σας κόσμο να φαίνεται πολύ. Έχει να κάνει με την αταραξία και την αυτοσυγκράτηση.

Όσον αφορά στην αντιστοιχία με τα τρία φίλτρα του Σωκράτη, συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ανάγκη να αποφεύγουμε τα κουτσομπολιά.

Αυτό επειδή οι φήμες δεν είναι πάντα αληθινές. Δεν είναι κάτι καλό και δεν είναι πάντα απαραίτητο να τις μεταδίδουμε.

Η μαϊμού που καλύπτει τα αφτιά της: Kikazaru

Η Kikazaru είναι η μαϊμού στη μέση.

Στην Ιαπωνία, οι άνθρωποι που διαδίδουν φήμες, κατακρίνουν ή μεταφέρουν κακές ειδήσεις αντιμετωπίζονται πολύ αρνητικά.

Έτσι, οι Ιάπωνες πιστεύουν ότι είναι καλύτερα να κλείνουν τα αφτιά τους σε ορισμένα είδη πληροφοριών προκειμένου να διατηρήσουν την ισορροπία τους.

Αυτή η παραδοσιακή ιδέα μπορεί να σοκάρει κάπως εμάς στον δυτικό κόσμο. Εξάλλου, οι κακές ειδήσεις, τα κουτσομπολιά και οι κριτικές μάς κατακλύζουν συνεχώς.

Όμως, αν εφαρμόσουμε τα τρία φίλτρα του Σωκράτη, μπορούμε να διακρίνουμε διάφορα επίπεδα νοήματος:

Μερικές φορές χρειάζεται να ακούσουμε αρνητικές πληροφορίες επειδή είναι χρήσιμες. Για παράδειγμα, λέτε στο αφεντικό σας ότι οι πελάτες του δεν είναι ευχαριστημένοι και ότι θα πρέπει να δουλέψει για να τους κρατήσει.

Ωστόσο, αν οι πληροφορίες δεν είναι χρήσιμες και επιπλέον βλάπτουν, τότε είναι η στιγμή να εφαρμόσετε το μάθημα της μαϊμούς Kikazaru: καλύψτε τα αφτιά σας.

Η μαϊμού που καλύπτει τα μάτια της: Mizaru

Σύμφωνα με τον φιλοσοφικό και ηθικό κώδικα santai, είναι καλύτερα να μη βλέπουμε, ακούμε ή εκφράζουμε την αδικία. Όπως γνωρίζουμε, αυτή η ιδέα δεν εφαρμόζεται στην πραγματική ζωή.

Ωστόσο, αν δούμε την εικόνα της τρίτης μαϊμούς μέσα από τα σωκρατικά φίλτρα, συνειδητοποιούμε κάτι. Πρόκειται για μια άμεση πρόσκληση να κλείσουμε τα μάτια μας σε ό,τι δεν είναι χρήσιμο ή καλό.

Κλείστε τα μάτια σας στο σκοτάδι και υψώστε το βλέμμα σας προς την πιο φωτεινή, πιο ελπιδοφόρα και πιο σημαντική πλευρά.

Γενικά, οι τρεις σοφές μαϊμούδες μας διδάσκουν να δίνουμε προσοχή στις δικές μας ανάγκες και να είμαστε πάντα προσεκτικοί και συνετοί, ειδικά όταν πρόκειται για βλαβερές ή αρνητικές σκέψεις.

«Προσέχετε τα λόγια σας. Καλύψτε τα αφτιά σας σε ό,τι δεν είναι καλό ή χρήσιμο και καλύψτε τα μάτια σας σε ό,τι σας βλάπτει και σας κάνει δυστυχισμένους».

Πρόσεξε πού σκορπάς το μέσα σου, δεν το αξίζουν όλοι

Όπως ακριβώς το ακούς!
Δεν αξίζουν όλοι το μέσα σου καρδιά μου.
Δεν αξίζει σε κανέναν που δεν έχει παλέψει για να το πάρει, για να το κατακτήσει.
Τα πράγματα είναι απλά και οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυο κατηγορίες.
Για τα σοβαρά και για τα ότι να ναι. Έτσι απλά και κατανοητά χωρίς πολλά πολλά.
Αφού ξέρεις και έχεις μάθει μεγαλώνοντας πως οι άνθρωποί δεν ενδιαφέρονται και δεν ακούν πραγματικά αυτά που τους λες.
Βιάζονται να τελειώσεις για να σου πουν τα δικά τους.
Γιατί εσύ λοιπόν να ανοίξεις την ψυχή σου και να πεις στον καθένα τα δικά σου προβλήματα και γιατί να περιμένει πως θα σε βοηθήσει.
Αφού το ξέρεις καλά πως δεν πρόκειται να γίνει αυτό.
Λίγοι είναι εκείνοι που θα σε ακούσουν πραγματικά, θα πάρουν μέσα τους το πρόβλημά σου και θα προσπαθήσουν να σου δώσουν λύση. Και ας μην μπορεί να γίνει αυτή η λύση, σημασία έχει πως θα έχει προσπαθήσει να μπει μέσα σου
Αυτοί λοιπόν που προσπαθούν και στο δείχνουν αυτοί αξίζουν να έχουν το μέσα σου.
Εσύ;
Εσύ το κάνεις ούτως ή άλλος γιατί σου αρέσεις ή μάλλον ευχαριστιέσαι με το προσπαθείς να βοηθήσεις τους δικούς σου ανθρώπους και όχι μόνο.
Δεν είναι όλοι έτσι μάτια μου και απογοητεύεσαι. Δεν έχεις βάλει ακόμα μυαλό. Μεγάλωσες και ακόμα πιστεύεις όπως ένα μωρό την μητέρα του γιατί δεν έχει άλλον.
Μάθε να ξέρεις που τα δίνεις όλα και ποιον εμπιστεύεσαι. Οι γύρω μας δεν ενδιαφέρονται πια όπως παλιά. Ξέρεις γιατί;
Γιατί έχουν τόσο πολύ ανάγκη να βγάλουν τα μέσα τους σε έναν άνθρωπό που ξέρουν πως θα τους βοηθήσει έστω και μόνο ακούγοντας τους.
Οι άνθρωποι δεν έχουν μάθει να ακούν παρά μόνο να μιλούν.
Μάθε να ξεχωρίζεις ποιους βάζεις εκεί μέσα που είναι τόσο εύθραυστα.
Μάθε να μην παίζεις με την δικιά σου ψυχή. Προστάτευσε εκείνο εκεί το μάσα σου όπως κάνουν και οι άλλοι.
Μονό εσένα έχει για να τον κρατήσεις μακριά από τις δυσάρεστες καταστάσεις.
Δεν αξίζουν όλοι το μέσα σου καρδιά μου.

Μας γοητεύουν εκείνοι που θαυμάζουμε

Για τον έρωτα έχουν μιλήσει ποιητές, ερωτευμένοι, συγγραφείς, επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων. Για τον έρωτα έχουν γραφτεί σενάρια, βιβλία, ταινίες! Για τον έρωτα έχουν ζήσει νεκροί κι έχουν πεθάνει νέοι. Όμως, τι μας ωθεί, ώστε να ερωτευτούμε κάποιον; Με ποιο κριτήριο διαλέγει ο έρωτας ποια πόρτα θα χτυπήσει;

Αν κλείσουμε τα μάτια και φέρουμε στο μυαλό μας τα άτομα στα οποία μιλήσαμε, γράψαμε, ζήσαμε ή πεθάναμε γι’ αυτούς, θα βρούμε κάτι κοινό μεταξύ τους. Ακόμα κι αν εξωτερικά είναι η μέρα με τη νύχτα, μοιάζουν σε αυτό που αποπνέουν. Ξέρουν ποιοι είναι και τι θέλουν στη ζωή τους, το ‘χουν-δεν το ‘χουν. Η αύρα τους είναι θετική. Η στάση τους προς τη ζωή το ίδιο. Όταν κοιτάζονται στον καθρέφτη τους, χαμογελούν και τους κλείνουν το μάτι!

Είναι αλήθεια ότι ερωτευόμαστε αυτούς που θαυμάζουν τον εαυτό τους. Αυτούς που τον φρόντισαν, αυτούς που δεν τον κλείδωσαν μέσα σε ανασφάλειες και δειλίες. Ερωτευόμαστε αυτούς που νιώθουν σιγουριά μέσα τους. Αυτούς ου όταν λένε «σε θέλω» το εννοούν. Απ’ το πάθος τους, τραντάζεται η γη. Αυτούς που είναι μονίμως ήρεμοι, πράοι, όχι γιατί είναι στον κόσμο τους, αλλά γιατί το ‘χουν φιλοσοφήσει, πως ό,τι και να προκύψει, μια λύση θα βρεθεί. Κι ένα ήρεμο μυαλό, μπορεί να σκεφτεί με μεγαλύτερη διαύγεια κι άρα να καταστεί αποτελεσματικότερο.

Ερωτευόμαστε αυτούς που έχουν μελετήσει τον εαυτό τους. Αναγνωρίζουν τα καλά και τα κακά τους στοιχεία, προσπαθούν μέρα με τη μέρα να βελτιώνονται. Είναι άνετοι. Έχουν αποδεχτεί την εικόνα τους, νιώθουν ωραία μέσα τους. Γι’ αυτά που έζησαν, γι’ αυτά που έμαθαν, γι’ αυτό που έγιναν σήμερα. Θαυμάζουν τον εαυτό τους για όσα κατάφεραν, προσπαθούν ν’ αλλάξουν κάτι που θα τους φέρει πιο κοντά σε όσα δεν κατάφεραν. Και πάνω απ’ όλα, άφησαν πίσω τους όσα όχι απλά δεν κατάφεραν να πετύχουν, αλλά διαλύθηκαν εντελώς στην πορεία.

Το χαμόγελό τους μας παίζει σαν μαριονέτες. Αυτοί οι άνθρωποι δε ζηλεύουν, εκτός κι αν αυτό εξυπηρετεί κάποιο κόνσεπτ, ίσα-ίσα για ν’ ανάψουν τα αίματα και ν’ αρχίσουν πάλι εκείνα τα επικίνδυνα «σε θέλω». Μου θυμίζουν ψηλοκρεμαστούς κήπους. Μοσχοβολιστούς, χρωματιστούς κήπους, που ξόδεψαν πολλές εργατοώρες για να τους δημιουργήσουν, να τους φροντίσουν, να τους διατηρήσουν κι εν κατακλείδι, να γυρίσουν μια μέρα και να τους κοιτάξουν με το θαυμασμό που τους πρέπει.

Νιώθουμε ασφάλεια μέσα στην αγκαλιά τους. Με κάποιο μαγικό κόλπο, ρουφούν όλη την ένταση από πάνω μας, μας αδειάζουν από καθετί αρνητικό. Ξαφνικά, ζυγίζουμε σαν ένα μικρό βαμβάκι! Τους εμπιστευόμαστε. Μας κοιτάζουν μέσα στα μάτια κάθε φορά που μας απευθύνουν το λόγο. Δε νιώθουμε φόβο κοντά τους. Θέλουμε ν’ αφεθούμε. Ερωτευόμαστε αυτούς που θα μας επιτρέψουν να τους ψηλαφίσουμε με ανοιχτό το φως. Αυτούς που θα μας αφήσουν να εισβάλλουμε στο πιο κλειστό, σκοτεινό δωμάτιο της ψυχής τους.

Ερωτευόμαστε αυτούς που ξέρουν να μας μετρούν και να μας υπολογίζουν σωστά. Αυτούς που είναι ακομπλεξάριστοι και δε μας καταπιέζουν. Μας πιάνουν στα χέρια τους ως ένα ακατέργαστο κομμάτι χρυσού και μας βοηθούν να περάσουμε την κατάλληλη επεξεργασία, ώστε να μεταμορφωθούμε στο πιο καθαρό, πολλών καρατίων, χρυσό. Στο πλάι τους, αναδύεται ο καλύτερος άνθρωπος που θα μπορούσαμε να είμαστε, γιατί είναι υποστηρικτικοί και σταθερά δίπλα μας. Ερωτευόμαστε αυτούς που μας φέρνουν πιο κοντά στα όνειρά μας. Αυτούς που μας μεταδίδουν την αυτοπεποίθησή τους.

Ο έρωτας, μπορεί να μην είναι παιδί της λογικής, είναι όμως, ο αγγελιοφόρος της αγάπης. Κι αν δεν ήξερε τι σημαίνει αγάπη, δε θα μπορούσε ούτε να τη δεχτεί ούτε να την ανταποδώσει… Εμείς το χώμα, αυτοί το νερό κι ο έρωτας το λουλούδι. Με λίγο ήλιο, φωτοσυνθέτει κι ανθίζει, μα αν δεν τον προσέξουμε, θα μας μαραθεί! Να τον σκεπάζουμε τον έρωτα, να τον δροσίζουμε, για να κυριαρχήσει μια μέρα η απαλή μυρωδιά του…

Δώσε το τιμόνι στο συναίσθημα

Πολλές φορές ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά σε συναισθηματικά αδιέξοδα. Κι υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που συμβαίνει αυτό. Ώστε να ψάξει μέσα του και να βρει το δικό του μονοπάτι που επιβάλλεται να διαβεί.

Το πρώτο που σκέφτεται είναι αν πρέπει ν’ ακούσει τη φωνή της καρδιάς ή του μυαλού. Να ψάξει να βρει μόνιμες λύσεις που είναι και πιο επίπονες ή απλά να κρύψει τα προβλήματά του κάτω απ’ το χαλί. Με το «βλέποντας και κάνοντας» δεν κερδίζεις τίποτα. Απλά επιτρέπεις στο χρόνο να περνά χωρίς να μαθαίνεις.

Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος είναι ένα βαθιά συναισθηματικό ον. Αυτό δεν αλλάζει με τίποτα. Το μυαλό απλώς θα σε παγιδέψει, ενώ η καρδιά θα είναι πάντα ο οδηγός σου. Ο άκρατος ρεαλισμός μπορεί να σε τραβήξει απ’ τα πιο σκοτεινά μέρη. Να σε φέρει πιο κοντά με τους συνανθρώπους σου και να νιώθεις μια σχετική ασφάλεια ότι δε θα πληγωθείς. Κι αυτό γίνεται γιατί σου βάζει κι ένα όριο που δε θα πρέπει να ξεπεράσεις ποτέ. Αν γίνει αυτό θα παγιδευτείς. Και τότε δε θα υπάρχει κανένας για να σε βοηθήσει να ξεφύγεις.

Άραγε, έχεις σκεφτεί ποτέ τι θα γίνει αν υπερβείς αυτό το όριο; Εκεί αναλαμβάνει να σε καθοδηγήσει η καρδιά σου. Γνωρίζει ότι τα συναισθήματα υπερέχουν. Σε καθιστούν μοναδικό, αξιοπρεπή κι ολοκληρωμένο. Σου δίνουν τη δυνατότητα να ψαχτείς λίγο περισσότερο για το τι πραγματικά αντιπροσωπεύει η ζωή. Βοηθούν να βρεις ανθρώπους σαν εσένα με σκοπό να δεις τον κόσμο διαφορετικά. Με ένα αίσθημα ευδαιμονίας θες να ανακαλύψεις το πραγματικό πρόσωπο της αγάπης. Είναι ευλογία να μπορείς να αγαπάς βαθιά και να νοιάζεσαι πολύ.

Η αγάπη είναι κάτι που ανακαλύπτεις όταν αγκαλιάσεις τα πάθη, τους δαίμονες και τους πόθους σου. Ερωτεύεσαι τον εαυτό σου, τα πράγματα που κάνεις και τα όνειρά σου. Η ευτυχία πηγάζει από μέσα σου κι από πουθενά αλλού. Γι’ αυτό, ακολούθησε το δρόμο που χαράζει το συναίσθημα. Όλα αυτά που κάνουν την ψυχή σου να χαμογελάει. Χωρίς να υπολογίζεις φόβους κι απώλειες. Όλα μέσα στο παιχνίδι είναι κι εσύ δεν αξίζει να το παρακολουθείς απ’ την κερκίδα.

Αυτή η ζωή είναι πολύ μικρή, για να βολεύεσαι με καθετί που σε κάνει απλά να μένεις στα ρηχά. Η ουσία δεν κρύβεται στις λαμπερές και πολυσύχναστες λεωφόρους, αλλά σε κάποια σοκάκια που συχνάζουν οι πιο όμορφες πτυχές της.

Όσα εμπόδια κι αν βρεθούν μπροστά σου, να ξέρεις ότι όλα αυτά που επιθυμείς θα έρθουν. Πρώτα, όμως, πρέπει να ακολουθήσεις ό,τι αγαπάς κι όχι αυτά που σκέφτεσαι. Θα οδηγηθείς στον τόπο που τα πάντα είναι μαγικά και θα είσαι ευτυχισμένος. Και το σημαντικότερο είναι ότι η καρδιά σου θα είναι γεμάτη. Εκεί ξεκινούν και τελειώνουν όλα.

Ξέρω, πολλοί θα πουν ότι όλα αυτά είναι αθώα και γραφικά. Δεν υπάρχουν πουθενά κι αν τα αποδεχτείς τότε θα καταστραφείς. Ζούμε σε μια εποχή όπου πολεμάμε με μανία οτιδήποτε όμορφο μας έχει δοθεί. Μας ξεζουμίζει ο υλισμός κι η υποκρισία. Παριστάνουμε τους δυνατούς ενώ δεν είμαστε.

Χαμογελάμε, όχι επειδή το νιώθουμε, αλλά για να δείξουμε πως δεν είμαστε αδύναμοι. Μας απασχολούν κενές κι άχαρες καταστάσεις. Το μεγαλύτερο παραμύθι είναι να ψάχνεις την αλήθεια εκεί που δεν υπάρχει.

Λες και γεννηθήκαμε απλά και μόνο για να παραμυθιαζόμαστε. Μάθαμε να δίνουμε τροφή στο κακό. Χωρίς να υπολογίζουμε ότι στο τέλος της διαδρομής θα μας κατασπαράξει. Κι οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι θα είμαστε εμείς. Δε θα υπάρχει καμία δικαιολογία και κανένα ελαφρυντικό. Τότε θα είναι πολύ αργά για δάκρυα.

Καλύτερα, λοιπόν, να λαβωθείς στη μάχη παρά να κερδίσεις το παράσημο της δειλίας.

Ανώριμοι γονείς αναθρέφουν ανώριμα παιδιά

Πολύ συχνά ακούμε σε συζητήσεις να είναι στα χείλη όλων ερωτήσεις όπως: «τι έχει πάει τόσο στραβά;», «πως φτάσαμε εδώ που είμαστε;» κ.λ.π.
 
Η αλήθεια είναι ότι πέρα από τα προβλήματα που είναι κοινά σε παγκόσμια κλίμακα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε κι ένα σημαντικό ζήτημα: την ανωριμότητα!
 
Δυστυχώς ακόμη και σε συνέδρια, γίνεται συχνά ειδική μνεία σε σχέση με το ότι ο νέος αργεί να ωριμάσει.
      
Η κρίση μάλιστα που περνάμε, ενισχύεται πάρα πολύ απ’ τον παραπάνω παράγοντα. Τα αίτια αυτής της ανωριμότητας θα τα βρούμε στη δομή της οικογένειας. Ανεξάρτητα από το πώς και πότε ξεκίνησε να υφίσταται αυτό πρόβλημα (γιατί δεν ήταν ανέκαθεν έτσι), στην παρούσα φάση θα πρέπει να το διαπραγματευτούμε.
 
Κάθε οικογένεια στήνεται αρχικά γύρω από τους δύο γεννήτορες. Οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να ανήκουν πλήρως σε μια ομάδα και μέσα στα όριά της να εξασφαλίζουν στενές, αυθεντικές σχέσεις.
 
Ο κάθε σύντροφος λοιπόν μέσα από τη στενή ψυχο-σεξουαλική σχέση που αναπτύσσει με τον άλλον, προσδοκά να καλύψει τις ανάγκες του για στοργή, μοίρασμα και αληθινή ένωση. Όμως καθώς μεγαλώναμε, πολλούς από εμάς δεν μας προετοίμασαν επαρκώς ώστε να είμαστε ικανοί να δομήσουμε μια τέτοια αυθεντική σχέση. Έτσι ο πατέρας και η μητέρα συχνά δεν μπορούν να βρουν αναμεταξύ τους αυτό που αναζητούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά «πληρώνουν τα σπασμένα»...
 
Ο γονιός μετατρέπει (ασυνείδητα) τον μπλοκαρισμένο ερωτισμό του προς το σύντροφο, σε υπερβολική στοργή προς το παιδί. Οδηγεί έτσι τον απόγονό του να δεθεί κυριολεκτικά μαζί του.
 
Γονιός και τέκνο, σχηματίζουν έναν αδιάρρηκτο προσωπικό δεσμό. Είναι σα να ορκίστηκαν σιωπηλά να σχηματίσουν οι δυο τους μια ομάδα που δεν χωρά κανέναν άλλο! Ακόμη κι ο άλλος γονιός μένει απέξω. Αυτό βέβαια στην ουσία τον βολεύει. Γιατί πατέρας και μητέρα έχουν ταιριάξει μεταξύ τους στα νευρωτικά τους χαρακτηριστικά. Ο καθένας δηλαδή έχει βρει στον άλλον, το άρρωστο (πλην όμως γνώριμο!) κομμάτι του από την παλιά δική του οικογένεια. Όταν λοιπόν ο ένας παίρνει το συμβιωτικό με το παιδί ρόλο, ο άλλος αναλαμβάνει το ρόλο του «συναισθηματικού ζητιάνου». Με αυτό τον τρόπο στήνεται μια δυναμική (νοσηρή) ισορροπία και η οικογένεια δένει σφικτά.
 
Στατιστικά είναι συχνότερα η μητέρα αυτή που δημιουργεί τη συμμαχία με το παιδί.
 
Ο πατέρας δεν είναι σε θέση να καλύψει τις συναισθηματικές της ανάγκες ως σύζυγος και αυτή τις καλύπτει μέσα από το παιδί της. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά μένουν σε μια σχέση εξάρτησης και πιθανόν δεν θα μπορέσουν ποτέ να ξεδιπλώσουν τα φτερά τους. Η μητέρα πάλι, ανακουφίζεται μέσα στην παντοδύναμη κυριαρχία της. Έχοντας τον απόγονο ως λάφυρο, αισθάνεται ότι έχει κατατροπώσει το αρσενικό, που έτσι κι αλλιώς την έχει απορρίψει. Ο μεγάλος χαμένος από αυτά τα «παιγνίδια» είναι βεβαίως το παιδί. Το βρέφος, εάν του επιτρέπαμε να αναπτυχθεί φυσιολογικά, θα έπρεπε να ολοκληρώσει σταδιακά μέσα στα τέσσερα πρώτα χρόνια της ζωής του τη διαδικασία της εξατομίκευσης.
 
Αυτό σημαίνει να περάσει «αναίμακτα» και με φυσικό τρόπο τη φάση του αποχωρισμού από τη μητέρα και να αρχίσει να σχηματοποιεί τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πολλές μαμάδες όμως εξαιτίας των δικών τους κενών εμποδίζουν την υγιή ανάπτυξη των παιδιών τους. Τους μεταδίδουν (με μη λεκτικούς τρόπους συνήθως) τα δικά τους μπλοκαρίσματα. Όπως ένα παιδί φοβάται να μην το εγκαταλείψουν, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο φοβάται και η μητέρα (που έχει μείνει ουσιαστικά ανώριμη) να μην εγκαταλειφθεί από το παιδί της. Η συμβιωτική σχέση έχει στηθεί. Ο ομφάλιος λώρος είναι ξανά άθικτος και ενώνει αδυσώπητα τις δύο πλευρές, οι οποίες θα τραβούν η μια την άλλη εις αεί. Τo παιδί έχει πλέον μάθει να αξιολογεί τον (από)χωρισμό ως εγκατάλειψη και καταστροφή.
 
Ο πατέρας δεν είναι βέβαια άμοιρος ευθυνών σε όλη αυτή τη διαδικασία.
 
Δέχεται αδιαμαρτύρητα την όλη κατάσταση και αντί να επέμβει διαχωρίζει συνήθως τη θέση του. Αποτραβιέται στην άκρη και αφήνει τη γυναίκα να λάβει τις δύσκολες αποφάσεις. Η κατάσταση του είναι άλλωστε γνώριμη, αφού σε μια ίδιας δομής οικογένεια μεγάλωσε κι ο ίδιος. Ούτε αυτός έχει ενηλικιωθεί. Η βρεφική πλευρά της προσωπικότητας και των δύο συζύγων ζητά επιτακτική ικανοποίηση. Δεν υπάρχει μια ώριμη σχέση ικανή για βάθος συναισθημάτων και αληθινή κατανόηση. Στο γάμο πλέον, δεν διαπραγματεύονται δύο ενήλικες. Είναι δύο μικρά παιδιά που ζουν μαζί και διεκδικούν το ένα από το άλλο υποχρεωτική ευχαρίστηση. Το αποτέλεσμα είναι οι οικονομικές διαφορές, οι τσακωμοί και η απιστία (το 92% των αντρών απατά. Και στις γυναίκες τα ποσοστά έχουν αυξηθεί, μιλάμε σήμερα για 70%).
 
Θεωρητικά μιλώντας, οι γονείς αποκτούν παιδιά με αρχική πρόθεση να τους προσφέρουν επαρκή κάλυψη των υλικών και συναισθηματικών τους αναγκών. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν όμως, χρειάζεται να μειώνεται η φροντίδα και η προστασία τους προς αυτά, έτσι ώστε να δοκιμάσουν τα ίδια να φροντίσουν τον εαυτό τους. Για να το θέσουμε με ψυχαναλυτικούς όρους, πρέπει να αντικατασταθεί η αρχής της ηδονής (ευχαρίστησης) από την αρχή της πραγματικότητας. Δυστυχώς, ωριμότητα και προσκόλληση δεν ταιριάζουν. Τι γίνεται όμως στ’ αλήθεια; Οι γονείς περνούν στα παιδιά τους τα περίφημα «διπλά μηνύματα».
 
Τους δίνουν δηλαδή ταυτόχρονα δύο αντικρουόμενες οδηγίες! Μπορεί για παράδειγμα να παροτρύνουν από τη μια το παιδί να παντρευτεί και να τεκνοποιήσει και από την άλλη να σαμποτάρουν με κάθε μέσο όλες τις ερωτικές επιλογές του παιδιού. Θυμηθείτε τις ελληνικές ταινίες και την «αθάνατη» Ελληνίδα μάνα: «Εγώ πότε θα κρατήσω στα χέρια μου εγγονάκι;» και ταυτόχρονα «Δεν μπορώ να καταλάβω που πας και τις βρίσκεις όλες... η μια χειρότερη απ’ την άλλη!». Αυτό που στην ουσία επιθυμεί ν μητέρα είναι παράλογο και ανεδαφικό: θέλει ο γιός της να θέτει όρια σε όλους τους άλλους αλλά να παραμένει εξαρτημένος από την ίδια. Δε χρειάζεται σοφία για να αντιληφθούμε το ασύμβατο του πράγματος. Ένας άνθρωπος εκπαιδεύεται να είναι ή εξαρτημένος ή ανεξάρτητος. Δεν γίνεται να είναι υποταγμένος στη μαμά του, αλλά όχι στη γυναίκα με την οποία θα ζήσει μαζί.
 
Όταν λοιπόν ακούμε κάποιον να ξεστομίζει περήφανα τη φράση: «Είμαστε μια πολύ δεμένη οικογένεια», θα μπορούσαμε να διακρίνουμε κι ένα δεύτερο μήνυμα πίσω από αυτή.
 
Ίσως μια διευκρίνιση του τύπου: «Κανένας μας από αυτή την οικογένεια δεν είναι έτοιμος (ώριμος) να αποχωριστεί κανέναν». Η διευκρίνιση αυτή υποκρύπτει ταυτόχρονα και την απειλή ότι αν κάποιος τολμήσει να απομακρυνθεί από την οικογένεια, τότε θα στερηθεί την αγάπη και τη στοργή των υπολοίπων. Άρα κανείς δεν έχει στην ουσία την *άδεια* να οδεύσει προς την εξατομίκευση. Το οικογενειακό «δέσιμο» γίνεται αυτοσκοπός. Με ένα σχεδόν ιδεοψυχαναγκαστικό τρόπο, το «Εγώ» της οικογένειας αφιερώνεται στη διαιώνιση αυτής της σχέσης εξάρτησης. Δυστυχώς ένας σημαντικός αριθμός από αυτά τα άτομα έχει ή αποκτά τα στοιχεία της προσωπικότητας ενός καταθλιπτικά οργανωμένου ανθρώπου.
 
Σκεφτείτε τώρα μέχρι πια ηλικία μένουν οι νέοι κάτω από την πατρική στέγη. Βλέπουμε νέους ανθρώπους στην ηλικία των είκοσι πέντε, τριάντα ή κι τριάντα πέντε ετών να είναι προσκολλημένοι στη γονική εστία. Στην Ευρώπη το έχουν παρατηρήσει αυτό και μας ειρωνεύονται συνεχώς. Υπάρχουν μάλιστα ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες εάν στα τριάντα σου μένεις με τη μαμά σου, αυτό θεωρείται αυτόματα ψυχοπαθολογία. Στην Ελλάδα βέβαια το φαινόμενο αυτό είναι κοινωνικά αποδεκτό. Οι νέοι από τη μεριά τους υποστηρίζουν ότι είναι πρακτικοί οικονομικοί λόγοι αυτοί που τους εμποδίζουν να μετακομίσουν. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν μπορούν να αναλάβουν τις ευθύνες ενός ενήλικα. Οι γονείς πάλι αισθάνονται ασφάλεια που έχουν κοντά τους και υπό τον έλεγχό τους τα παιδιά τους. Δεν διακινδυνεύουν κανέναν αποχωρισμό και δεν συνταξιοδοτούνται από τον αρχικό τους ρόλο. Έτσι διατηρούν αυτή την κατάσταση όσο περισσότερο μπορούν.
 
Τι γίνεται τώρα όταν έρθει η ώρα για το παιδί να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια;
Γιατί έρχεται κάποια στιγμή (σε μια φάση έντονης αμφιθυμίας συνήθως) για όλους αυτούς τους ανώριμους άντρες και γυναίκες, που αποφασίζουν να παντρευτούν. Ο γάμος αυτός βέβαια δεν έχει τις προϋποθέσεις για να στεριώσει σωστά. Οι δύο σύζυγοι χαμένοι στα δικά τους προβλήματα είναι ανίκανοι να εδραιώσουν μια αληθινή και βαθιά συντροφική σχέση. Σύντομα αρχίζουν τα προβλήματα. Η μόνη διέξοδος που βρίσκουν τα ζευγάρια είναι η απόκτηση τέκνων. Τα παιδιά σαν από μηχανής θεοί, έρχονται να δώσουν (παροδικά) τη λύση στη λιμνασμένη και άχαρη σχέση των γονιών τους. Συμβολικά, η γέννησή τους μειώνει το άγχος του θανάτου των γονιών. Ο νέος πατέρας και η νέα μητέρα έχουν τώρα κάτι για να απασχολούνται (και μάλιστα full time) αντί να πρέπει να διαπραγματευτούν την προβληματική τους σχέση. Φυσικά τα προβλήματα δεν έχουν λυθεί, αλλά έχουν μετατεθεί στο μακρινό μέλλον.
 
Με την απόκτηση των παιδιών φαίνεται πλέον σε όλη της την έκταση η κακή εκπαίδευση που έχουν λάβει οι γονείς από την πρώτη τους οικογένεια. Πρώτα απ’ όλα τους είναι αδύνατο να αποκολληθούν από αυτή και να δοθούν ψυχή τε και σώματι στη νέα δική τους οικογένεια. Πολλοί δεν μπορούν καν να ξεχωρίσουν σε ποια οικογένεια πραγματικά ανήκουν. Συχνά ο/η σύντροφος φαντάζει σαν αντίπαλος (είναι ο «ξένος») και δεν υπάρχει εμπιστοσύνη παρά μόνον για την παλιά καλή οικογένεια. Το δεμένο με την παλαιά οικογένεια μέλος αποδίδει τους «δαίμονες» στη νέα του οικογένεια. Σαν τον κακοποιημένο που, μόλις βρει ευκαιρία, θα κακοποίηση και καραδοκεί να εφαρμόσει τη γνώριμη σε εκείνον συμπεριφορά. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες αγιοποιούνται. Επειδή αποπλανητικά τόσα χρόνια έχτιζαν εξαρτητική σχέση με το παιδί τους, αυτό νιώθει ότι με τον γάμο του τους πρόδωσε. Αιτία της «προδοσίας» βαφτίζεται ο/ή σύζυγος. Έτσι προκύπτουν οι γνωστές εχθρικές διαθέσεις έναντι εκείνου που τους «έκλεψε» από τη μητρική/πατρική αγκαλιά (θυμηθείτε τη σχέση νύφης – πεθεράς).
 
Με τη σειρά τους λοιπόν οι νέοι γονείς θα αναπαράγουν το γνώριμο σε αυτούς πρότυπο.
Θα φροντίσουν τα παιδιά τους να μην απελευθερωθούν ποτέ συναισθηματικά από αυτούς. Η νέα γενιά θα φοβάται με τη σειρά της οποιαδήποτε αποστασιοποίηση από τη γονική εστία. Τα «δεμένα πρωταρχικά τρίγωνα» θα συνεχίσουν να υπάρχουν και τα παιδιά θα εκδηλώνουν θυμό για το δήθεν βίαιο απογαλακτισμό τους. Θα προτιμούσαν να παραμείνουν αιωνίως προσκολλημένα στους γονείς τους.
 
Όταν έρθει η ώρα λοιπόν να αλλάξουν ρόλους και να γίνουν σύζυγοι, εραστές και γονείς οι ίδιοι, το σύστημα καταρρέει! Το μοντέλο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Ανώριμοι γονείς αναθρέφουν ανώριμα παιδιά. Γενεές ολόκληρες ταλαιπωρούνται και υποφέρουν σκληρά από αυτή την πραγματικότητα. Τώρα όμως ξέρουμε τι μας συμβαίνει. Η επιλογή είναι πλέον δική μας.

Πραγματικότητα: Ποιά είναι η Αληθινή φύση της;

Για να απαντηθεί αυτή η απάντηση οι άνθρωποι σκαρφίζονται ιστορίες για να περιγράψουν τον κόσμο. Ελέγχουμε τις ιστορίες μας και διδασκόμαστε τι να κρατήσουμε και τι να πετάξουμε. Αλλά όσο περισσότερα μαθαίνουμε, όλο και πιο πολύπλοκες γίνονται οι ιστορίες μας. Μερικές από αυτές τόσο πολύ, που καταντά πολύ δύσκολο να κατανοήσουμε για ποιο πράγμα μιλάμε. Σαν την θεωρία των Χορδών…

Μία διάσημη αμφιλεγόμενη και συχνά λάθος κατανοητή ιστορία για την φύση των πάντων. Γιατί την επινοήσαμε και είναι σωστή, ή απλά μια ιδέα για να ξεφορτωθούμε;

Για να καταλάβουμε την αληθινή φύση της πραγματικότητας, οι επιστήμονες κοίταξαν διάφορα αντικείμενα από κοντά και εντυπωσιάστηκαν. Θεσπέσια τοπία στην σκόνη, βιοποικιλία παράξενων πλασμάτων, πολύπλοκα πρωτεϊνικά ρομπότ.. Όλα αυτά φτιαγμένα από δομές μορίων φτιαγμένα από άπειρα μικρότερα πράγματα:

Τα άτομα
 Οι επιστήμονες νόμιζαν πως ήταν τα τελευταία στρώματα της πραγματικότητας, μέχρι που τα συγκρούσανε μαζί πολύ δυνατά και ανακάλυψαν στοιχεία που δεν διαιρούνται περαιτέρω:

Στοιχειώδη Σωματίδια
Σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει ένα πρόβλημα: Είναι τόσο μικρά που πλέον οι επιστήμονες δεν μπορούν να τα παρατηρήσουν. Σκέψου όμως: Τι είναι η όραση; Για να δούμε κάτι, χρειαζόμαστε φώς, ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα. Αυτό το κύμα χτυπά την επιφάνεια του αντικειμένου και αντανακλάται πίσω στο μάτι σου. Το κύμα κουβαλά πληροφορίες από το αντικείμενο που το μυαλό σου χρησιμοποιεί για να φτιάξει μια εικόνα. Άρα δεν μπορείς να δεις κάτι χωρίς κάπως να αλληλεπιδράσεις με αυτό. Να βλέπεις σημαίνει να αγγίζεις, μια ενεργή διαδικασία όχι παθητική. Κάτι που δεν είναι πρόβλημα για τα περισσότερα αντικείμενα. Αλλά τα σωματίδια είναι ΠΟΛΥ ΠΟΛΥ πολύ μικρά, τόσο μικρά που τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που χρησιμοποιούμε είναι πολύ μεγάλα για να τα αγγίξουν. Το ορατό φως απλά το προσπερνά. Αυτό μπορούμε να το λύσουμε χρησιμοποιώντας ηλεκτρομαγνητικά κύματα με περισσότερα και μικρότερα μήκη κυμάτων. Αλλά περισσότερα κύματα σημαίνει και περισσότερη ενέργεια. Οπότε όταν αγγίξουμε ένα σωματίδιο με ένα κύμα που έχει πολύ ενέργεια το μεταβάλλει. Κοιτώντας ένα αντικείμενο το αλλάζουμε. Άρα δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα στοιχειώδη σωματίδια με ακρίβεια. Αυτό το γεγονός είναι τόσο σημαντικό, που έχει και όνομα.

Η αρχή της απροσδιοριστίας Βέρνερ Χαιζενμπεργκ.
Η βάση όλης της κβαντομηχανικής! Οπότε πώς μοιάζει ένα σωματίδιο; Ποια είναι η φύση του; Δυστυχώς δεν ξέρουμε ακόμη.

Αν κοιτάξουμε όμως με πολύ προσπάθεια, μπορούμε να δούμε μια θολή σφαίρα επηρεάσεων αλλά όχι αυτοπρόσωπου τα σωματίδια. Απλά ξέρουμε πώς υπάρχουν. Αν όμως αυτή είναι μόνο η υπόθεση, πως μπορούμε να πειραματιστούμε μόνο με αυτά; Οι επιστήμονες έκαναν ότι έκαναν οι άνθρωποι και δημιούργησαν μια καινούργια ιστορία:

Ένα μαθηματικό φαντασιοκόπημα
Η ιστορία του σωματιδίου σημείου. Αποφάσισαν λοιπόν να υποθέσουν πως το σωματίδιο είναι ένα σημείο στον χώρο. Οποιοδήποτε ηλεκτρόνιο είναι ένα σημείο με συγκεκριμένο ηλεκτρικό φορτίο και καθορισμένη μάζα. Όλα να προσομοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι οι φυσικοί θα μπορούσαν να ορίσουν και να υπολογίσουν τις παρατηρήσεις τους. Αυτό ονομάζεται κβαντική θεωρία πεδίου και μάλιστα έχει λύσει πολλά προβλήματα. Όλα τα στάνταρ μοντέλα της σωματιδιακής φυσικής είναι χτισμένα πάνω σε αυτήν. Επίσης μπορεί να προβλέψει πολλά πράγματα. Μερικές κβαντικές ιδιότητες του ηλεκτρονίου για παράδειγμα, έχουν δοκιμαστεί και έχουν ακρίβεια περίπου 0000000000000,2%.

Παρόλο που τα σωματίδια δεν είναι σημεία στην πραγματικότητα αν τα αντιμετωπίσουμε σαν να ήταν, παίρνουμε μια καλή εικόνα σύμπαντος. Αυτή η ιδέα δεν εξέλιξε μόνο την επιστήμη, οδήγησε επίσης σε πολλές ηλεκτρικές συσκευές που χρησιμοποιούμε σήμερα. Όμως υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα:

Η βαρύτητα
Στην κβαντομηχανική όλες οι φυσικές δυνάμεις μεταδίδεται από συγκεκριμένα σωματίδια. Σύμφωνα όμως με την θεωρία της Σχετικότητας η βαρύτητα δεν είναι μια δύναμη σαν τις άλλες στο σύμπαν. Αν για παράδειγμα το σύμπαν ήταν ένα θεατρικό έργο, τα σωματίδια είναι οι ηθοποιοί αλλά η βαρύτητα είναι η σκηνή. Με απλά λόγια η βαρύτητα είναι μια θεωρία γεωμετρίας.

Η γεωμετρία του ίδιου του χωροχρόνου
Αποστάσεις που πρέπει να υπολογισθούν με απόλυτη ακρίβεια. Αφού όμως δεν μπορούμε να μετρήσουμε με απόλυτη ακρίβεια τα αντικείμενα στον κβαντικό κόσμο, η ιστορία της βαρύτητας δεν λειτουργεί με την ιστορία της κβαντικής φυσικής. Όταν οι φυσικοί προσπάθησαν να προσθέσουν βαρύτητα στην ιστορία επινοώντας ένα καινούργιο σωματίδιο, τα μαθηματικά δεν αποκρίθηκαν, και αυτό είναι πράγματι ένα μεγάλο πρόβλημα. Αν μπορούσαμε να ΄΄παντρέψουμε΄΄ την βαρύτητα με την κβαντική φυσική και το αρχικό μοντέλο, θα είχαμε την θεωρία των Πάντων. Με αφορμή αυτή πολλοί έξυπνοι άνθρωποι επινόησαν μια καινούργια ιστορία.. Ερωτήθηκαν: Τι είναι πιο πολύπλοκο από ένα σημείο;

Μια γραμμή ή μια χορδή.
Η θεωρία των Χορδών γεννήθηκε. Τι κάνει λοιπόν την θεωρία των Χορδών τόσο κομψή; Είναι ότι περιγράφει πολλά διαφορετικά στοιχειώδη σωματίδια σαν διαφορετικούς τόνους δόνησης των χορδών. Ακριβώς σε ένα βιολί οι χορδές ταλαντώνονται διαφορετικά και μπορούν να δώσουν διαφορετικές νότες, μια χορδή μπορεί να σου δώσει διαφορετικά σωματίδια. Σημαντικότερα τη βαρύτητα. Η θεωρία των Χορδών υπόσχεται να ενοποιήσει όλες τις θεμελιώδεις δυνάμεις του σύμπαντος! Αυτό βέβαια προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στον κλάδο της επιστήμης. Η θεωρία των Χορδών γρήγορα προόδευσε στο να είναι η θεωρία των Πάντων. Δυστυχώς η θεωρία των Χορδών έρχεται με πολλές χορδές να σε κρατούν. Πολλά από τα μαθηματικά που βασίζονται στην θεωρία των Χορδών δεν λειτουργούν στο σύμπαν μας με τις τρεις χωρικές και μια χρονική διάσταση.

Η θεωρία των Χορδών χρειάζεται 10 διαστάσεις για να λειτουργήσει! Οι επιστήμονες αυτής της θεωρίας έκανα υπολογισμούς σε μοντέλα σύμπαντα. Και μετά προσπάθησαν να ξεφορτωθούν τις έξι διαστάσεις ώστε να περιγράψουν το δικό μας σύμπαν. Μέχρι στιγμής κανείς δεν το έχει καταφέρει.. Και καμία πρόβλεψη της θεωρίας των Χορδών είναι αποδεδειγμένη σε πείραμα. Αυτό σημαίνει πως η θεωρία των Χορδών δεν αποκάλυψε την φύση του σύμπαντος μας. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η θεωρία των Χορδών δεν είναι καθόλου χρήσιμη. Η επιστήμη έχει να κάνει με πειράματα και προβλέψεις. Αν δεν μπορούμε να τα κάνουμε γιατί να ασχολούμαστε με χορδές; Όλα βασίζονται στο πως την χρησιμοποιούμε. Η φυσική βασίζεται στα μαθηματικά. Δύο και δύο κάνουν τέσσερα. Αυτό πράγματι είναι αλήθεια. Και τα μαθηματικά στην θεωρία των Χορδών δεν λειτουργούν. Να γιατί η θεωρία των Χορδών είναι χρήσιμη. Φαντάσου για παράδειγμα ότι ήθελες να κατασκευάσεις ένα κρουαζιερόπλοιο, αλλά είχες σχέδια για μια μικρή βαρκούλα. Υπάρχουν πολλές διαφορές: Ο κινητήρας, το μέγεθος και τα υλικά. Αλλά και τα δυο είναι θεμελιωδώς ίδια: Πράγματα που επιπλέουν. Άρα μελετώντας τα σχέδια της βάρκας, μπορείς να μάθεις να κατασκευάζεις ένα κρουαζιερόπλοιο μια μέρα.

Με την θεωρία των Χορδών μπορούμε να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε ερωτήσεις για την κβαντική βαρύτητα που προβλημάτιζαν τους φυσικούς για αιώνες. Όπως λειτουργούν οι μαύρες τρύπες ή το παράδοξο της πληροφορίας.

Η θεωρία των Χορδών μπορεί να μας οδηγήσει στην σωστή κατεύθυνση και γίνεται ένα πολύτιμο όπλο για τους θεωρητικούς φυσικούς και τους βοηθάει να ανακαλύψουν καινούργιες πτυχές του κβαντικού κόσμου.