Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Το ηφαίστειο που βράζει μέσα μου

Μην αναρωτιέστε τι μου συμβαίνει, εδώ και καιρό η ψυχή μου προσπαθεί να κατευνάσει αυτό που μέσα μου βράζει. Φουντώνει ένα ηφαίστειο και είναι έτοιμο να ξεσπάσει.

Μέσα στο κεφάλι μου πλανιέται ένα τεράστιο «άντε γ…» σε όλους αυτούς που έντεχνα εδώ και καιρό προσπαθούν να με εντυπωσιάσουν με το τίποτα που είναι. Τους βαρέθηκε η ψυχή μου, όλο δηθενιά και επίδειξη, ρε φίλε. Πόσο βαρετοί και ανιαροί όμως.

Δεν τους θέλω, γρήγορα μακριά μου. Η μαυρίλα της ψυχής τους με τρομάζει, η εμφάνιση τους μου προκαλεί λύπη και ταυτόχρονα θυμό.

Έτσι λειτουργώ εγώ, περίεργα και αλλόκοτα, αυτοί οι άνθρωποι μου τελειώνουν γρήγορα, χωρίς να το προσπαθήσουν και πολύ. Αρκούν κάτι λόγια που ειπώθηκαν χωρίς ίχνος ντροπής.

Ανόητα μικρά ανθρωπάκια σας έθιξε η συμπεριφορά μου και δεν βλέπετε το δικό σας νέφος ντροπής που απλώνεται όπου βρεθείτε. Μπάζει κακία, ζήλια και μίσος από παντού.

Το χάος σας εξαπλώνεται και το προκαθορισμένο καλούπι σας δυστυχώς δεν λέει να σπάσει.

Σας εύχομαι να πιάσει τόπο η ευχή που σας έδωσα στην αρχή, μπας και οι ψυχές σας ηρεμήσουν και διώξουν την μαυρίλα από μέσα τους

Βάλε φωτιά

Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει, σε ό,τι σου τρώει την ψυχή.

Σε προκαλεί να ξυπνήσεις. Να αφήσεις την αδράνεια που σε διακατέχει.

Σε ξεσηκώνει. Σε ταρακουνά λέγοντάς σου να σταματήσεις να συμβιβάζεσαι με ό,τι σε τρώει, με ό,τι σε καταστρέφει εσωτερικά. Με οτιδήποτε σου ρουφά την ενέργεια και σε κρατά αλυσοδεμένο εμποδίζοντάς σε να κάνεις αυτό που αναζητά η ψυχή σου για να είναι ήρεμη.

Ζούμε σ' έναν κόσμο που θέλει ανθρώπους χωρίς βούληση. Χωρίς όνειρα. Ανθρώπους που δεν είναι άνθρωποι στην ουσία. Που αυτοαποκαλούνται «άνθρωποι» μόνο για να μη μένει η λέξη «άνθρωπος» στο λεξικό αχρησιμοποίητη.

Σ' έναν κόσμο που ανατρέφει όντα χωρίς αξίες, χωρίς χαρακτήρα, χωρίς προσωπικότητα. Όντα που μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένα από το ίδιο καλούπι. Όχι εξωτερικά, αλλά εσωτερικά.

Αυτό που δείχνουμε εξωτερικά πηγάζει από το μέσα μας. Για το πώς είναι η όψη μας ευθύνεται το περιεχόμενο μέσα μας. Είναι οι σκέψεις μας αυτές που καθορίζουν τη διάθεσή μας. Η ενέργειά μας καθορίζεται από αυτό που σκεφτόμαστε.

Ζώντας με φόβο μήπως αυτό που επιθυμούμε δε γίνει αποδεκτό από τον περίγυρό μας, χάνουμε την ουσία της δικής μας ζωής. Αφήνοντας τα πρέπει και τα δεν πρέπει των άλλων να καθορίζουν τις αποφάσεις και τις πράξεις μας, ακολουθώντας τις νόρμες που κάποιοι κάποτε θέσπισαν θέλοντας να καθορίζουν και να ελέγχουν τις ζωές μας, τελικά αφήνουν εμάς με κάτι μέσα μας να τρέφεται λίγο λίγο από το είναι μας.

Γιατί πριν πράξουμε το οτιδήποτε να αναζητούμε την έγκριση των άλλων; Γιατί να μην εμπιστευόμαστε το ένστικτό μας; Γιατί να μην αφήνουμε την ψυχή μας να μας παρακινεί όπως εκείνη θέλει προς την κατεύθυνση που θα είναι εκείνη ήρεμη; Γιατί να καταπιέζουμε τα δικά μας θέλω μόνο και μόνο για να ταιριάξουμε με τα θέλω και τα πρέπει των άλλων και να μην επικοινωνούμε τα όσα πραγματικά νιώθουμε;

Όχι. Μη συμβιβάζεστε. Βγείτε από το δρόμο που άλλοι χαράζουν για εσάς χωρίς την έγκρισή σας. Φτιάξτε το δικό σας δρόμο. Εργαλείο σας η ψυχή σας.

Σταματήστε να ικανοποιείτε τα πιστεύω των άλλων. Αυτά είναι για αυτούς. Ακολουθήστε τα δικά σας. Αν όχι, να μην παραπονιέστε ότι κάτι σας φταίει. Μην παραπονιέστε για ό,τι δεν σας αρέσει από αυτά που τα μάτια σας βλέπουν γύρω σας.

Αν κάτι δεν σας αρέσει, απλά μην το ακολουθείτε. Αν κάτι δεν σας αρέσει, απλά αλλάξτε τον τρόπο που κοιτάζετε. Σε ό,τι δίνετε αξία, δίνετε και δύναμη για να σας ελέγχει.

Αποδυναμώστε οτιδήποτε σας περιορίζει. Οτιδήποτε δεν σας αφήνει να δράσετε όπως εσείς θέλετε. Η ζωή σας είναι δική σας. Μην την αφήνετε να περνά μένοντας αδρανείς.

Μη σκοτώνετε τις επιθυμίες σας για να δίνετε σώμα σε εκείνες των άλλων. Κάψτε ό,τι σας καίει. Διαφορετικά αφήστε το να σας κάνει εκείνο πρώτο στάχτη. Να θυμάστε όμως πως με την συγκατάθεσή σας θα σας εξαφανίσει.

Αν θες να κόψεις δρόμο, γίνε κοφτερός σαν μαχαίρι

Σταμάτα να είσαι ψευτο-καλούλης! Γίνε σκληρός, δηλαδή αληθινός, πρώτα με τον εαυτό σου. Συνεπής, υπεύθυνος, στοχευμένος, λιτός, φλογερός, άπληστος και μαζί ολιγαρκής.

Κάθε στιγμή ζωής είναι μια μάχη, μια απόφαση, μια γεμάτη νόημα επιλογή.

Μην υποτιμάς καμιά στιγμή, κανένα σου λόγο, καμιά σου σκέψη, κανέναν και τίποτα.

Ζύγισε τους ανθρώπους και τα πράγματα σαν να είναι ο θησαυρός σου.

Δεν υπάρχει καθόλου χρόνος και ενέργεια για πέταμα.

Κάθε σκέψη και πράξη σου σε προετοιμάζει για τον σκοπό της ζωής σου.

Μάθε να θέτεις συγκεκριμένους στόχους που ετοιμάζουν «άπιαστους» σκοπούς, δηλαδή σκοπούς που σε υπερβαίνουν, εσένα και τις δυνατότητές σου.

Μάθε να λες πολλά «όχι».
Το «όχι» σου να είναι «όχι».
Να γίνει δεύτερή σου φύση.
«Όχι» ασήμαντα και σημαντικά, ανώδυνα κι επώδυνα.
Στον εαυτό σου και στους άλλους.
Μάθε, μέσα από τα «όχι» σου, να μην λογαριάζεις ακριβά την γνώμη των άλλων.
Χτίσε με γερές πέτρες την γνώμη σου, ψήλωσε και δυνάμωσε το εγώ σου.
Τόσο, ώστε να θελήσεις ολόψυχα να το εγκαταλείψεις.
Όταν έρθει η στιγμή, να το παραδώσεις για τον ακριβό μαργαρίτη.
Ο δρόμος της ψυχής σου προς το Μεγάλο «ΝΑΙ», είναι στρωμένος με πολλά μικρά και μεγάλα «Όχι».
Αν θες πολλά, γίνε πολύς.
Αν θες λίγα, συνέχισε να σαι λίγος.

Πάντως, πάρε απόφαση.

Βιοφιλία σημαίνει αγάπη της ζωής

Ο αντίθετος από τον νεκρόφιλο προσανατολισμό είναι ο βιόφιλος. Η ουσία του είναι η αγάπη της ζωής, σε αντιδιαστολή με την αγάπη του θανάτου. Όπως η νεκροφιλία, η βιοφιλία δεν αποτελείται από ένα μόνο γνώρισμα, αλλά αντιπροσωπεύει έναν ολόκληρο προσανατολισμό, έναν ολοκληρωμένο τρόπο ύπαρξης. Εκδηλώνεται στις σωματικές λειτουργίες του ατόμου, στα συναισθήματά του, στις σκέψεις του, στις χειρονομίες του. Ο βιόφιλος προσανατολισμός βρίσκει έκφραση στον ολοκληρωμένο άνθρωπο. Η πιο στοιχειώδης μορφή αυτού του προσανατολισμού εκφράζεται στην τάση όλων των ζωντανών οργανισμών να ζήσουν. Αντίθετα με την υπόθεση του Φρόιντ σχετικά με το “ένστικτο του θανάτου”, συμφωνώ με την υπόθεση που κάνουν πολλοί βιολόγοι και φιλόσοφοι ότι είναι μια έμφυτη ιδιότητα κάθε ζωντανής ύλης να ζει, να διατηρεί την ύπαρξή της. Όπως το εξέφρασε ο Σπινόζα: “Οτιδήποτε αυθύπαρκτο πασχίζει να διατηρήσει τη δική του ύπαρξη” (Ηθική, ΙΙΙ, Προτ. VI). Αποκάλεσε αυτή την προσπάθεια την ουσία του εν λόγω πράγματος (Στο ίδιο, Προτ. VII).

Παρατηρούμε αυτή την τάση για ζωή σε κάθε ζωντανή ύλη γύρω μας· στο γρασίδι που διαπερνά την πέτρα για να βρει φως και να ζήσει· στο ζώο που θα πολεμήσει μέχρι τέλους για να ξεφύγει από τον θάνατο· στον άνθρωπο που θα κάνει σχεδόν τα πάντα για την αυτοσυντήρησή του.

Η τάση της αυτοσυντήρησης και η πάλη κατά του θανάτου αποτελούν την πιο στοιχειώδη μορφή του βιόφιλου προσανατολισμού και είναι κοινή σε κάθε ζωντανή ύλη. Στον βαθμό που είναι μια τάση συντήρησης της ζωής και πάλης κατά του θανάτου, αντιπροσωπεύει μόνο μία πτυχή της παρόρμησης προς τη ζωή. Η άλλη πτυχή είναι πιο θετική: η ζωντανή ύλη έχει την τάση να αφομοιώνει και να ενώνεται· την τάση να συγχωνεύεται με διαφορετικές και αντίθετες οντότητες και να αναπτύσσεται με δομημένο τρόπο. Η ενοποίηση και η αφομοιωτική ανάπτυξη αποτελούν χαρακτηριστικά όλων των διεργασιών της ζωής, όχι μόνο αναφορικά με τα κύτταρα αλλά και με τα συναισθήματα και τη σκέψη.

Η πιο στοιχειώδης έκφραση αυτής της τάσης είναι η συνένωση μεταξύ κυττάρων και οργανισμών, από τη μη σεξουαλική κυτταρική συνένωση μέχρι τη σεξουαλική ένωση στα ζώα και στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο η σεξουαλική ένωση βασίζεται στην έλξη μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού πόλου. Το δίπολο αρσενικό-θηλυκό αποτελεί τον πυρήνα αυτής της ανάγκης συνένωσης, από την οποία εξαρτάται η ζωή του ανθρώπινου είδους. Φαίνεται ότι γι’αυτόν τον λόγο η φύση έχει προσφέρει στον άνθρωπο την πιο έντονη ηδονή στη συνένωση των δύο πόλων. Κανονικά, το βιολογικό αποτέλεσμα αυτής της συνένωσης είναι η δημιουργία ενός νέου όντος. Ο κύκλος της ζωής αποτελείται από την ένωση, τη γέννηση και την ανάπτυξη· όπως ο κύκλος του θανάτου αποτελείται από τη διακοπή της ανάπτυξης, την αποσύνθεση, την παρακμή.

Εντούτοις, ακόμη και το σεξουαλικό ένστικτο, παρότι βιολογικά υπηρετεί τη ζωή, δεν είναι απαραίτητο ότι ψυχολογικά αποτελεί έκφραση βιοφιλίας. Φαίνεται να μην υπάρχει σχεδόν κανένα έντονο συναίσθημα που το σεξουαλικό ένστικτο να μην μπορεί να το έλξει και να αναμειχθεί μαζί του. Η ματαιοδοξία, η επιθυμία για πλούτη ή για περιπέτεια, ακόμη και η έλξη του θανάτου μπορούν κατά κάποιο τρόπο να θέσουν το σεξουαλικό ένστικτο υπό τις υπηρεσίες τους. Γιατί συμβαίνει αυτό αποτελεί θέμα προς διερεύνηση. Θα ήταν δελεαστικό να σκεφτεί κανείς ότι ήταν μια πονηριά της φύσης να κάνει το σεξουαλικό ένστικτο τόσο εύπλαστο, ώστε να μπορεί να κινητοποιηθεί από οποιοδήποτε είδος έντονης επιθυμίας, ακόμη και από εκείνες που βρίσκονται σε αντίθεση με τη ζωή. Αλλά, ανεξάρτητα από τον λόγο, το γεγονός της πρόσμειξης της σεξουαλικής επιθυμίας και της καταστροφικότητας είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητο. (Ο Φρόιντ αναφέρθηκε σε αυτή την πρόσμειξη, ιδιαίτερα στη συζήτηση του συγκερασμού του ενστίκτου του θανάτου με το ένστικτο της ζωής, όπως εμφανίζεται στον σαδισμό και τον μαζοχισμό.) Ο σαδισμός, ο μαζοχισμός, η νεκροφαγία και η κοπροφαγία είναι διαστροφές όχι επειδή παρεκκλίνουν από τα τα αποδεκτά πρότυπα σεξουαλικής συμπεριφοράς, αλλά ακριβώς επειδή σημαίνουν τη μια στοιχειώδη διαστροφή: την πρόσμειξη ζωής και θανάτου.

Την πλήρη εκδίπλωση της βιοφιλίας τη συναντάμε στον δημιουργικό προσανατολισμό. Το άτομο που αγαπάει ολοκληρωτικά τη ζωή έλκεται από τη διαδικασία της ζωής και της ανάπτυξης σε όλες τις σφαίρες. Προτιμά να φτιάχνει αντί να συντηρεί. Έχει τη δυνατότητα να θαυμάζει και προτιμά να βλέπει κάτι καινούριο από την ασφάλεια του να βρίσκει επιβεβαίωση στο παλιό. Η προσέγγισή του στη ζωή είναι λειτουργική και όχι μηχανική. Βλέπει το σύνολο και όχι μόνο τα μέρη, τις δομές αντί για τα αθροίσματα. Επιθυμεί να διαπλάσει και να επηρεάσει μέσω της αγάπης, της λογικής και του παραδείγματός του· όχι δια της βίας, τεμαχίζοντας πράγματα ή μέσω του γραφειοκρατικού τρόπου διοίκησης των ανθρώπων σαν να ήταν πράγματα. Απολαμβάνει τη ζωή και όλες τις εκδηλώσεις της και όχι μόνο τις συγκινήσεις.

Η βιοφιλική ηθική έχει τη δική της αρχή περί Καλού και Κακού. Καλό είναι ό,τι υπηρετεί τη ζωή- Κακό είναι ό,τι υπηρετεί τον θάνατο. Το Καλό είναι σεβασμός για τη ζωή- ό,τι ενισχύει τη ζωή, την ανάπτυξη, την εξέλιξη. Κακό είναι ό,τι πνίγει τη ζωή, την περιορίζει, την κόβει κομμάτια. Η χαρά είναι αρετή και η θλίψη αμαρτία. Έτσι, από την οπτική της βιοφιλικής ηθικής η Βίβλος, αναφέρει ως βασικό αμάρτημα των Εβραίων: “γιατί δεν υπηρέτησες τον Κύριο τον Θεό σου με ευφροσύνη και χαρά στην καρδιά για όλα τα αναρίθμητα αγαθά που σου έδωκε” (Δευτερονόμιο 28:47). Η συνείδηση του βιόφιλου ατόμου είναι τέτοια που αναγκάζει τον εαυτό του να αποφεύγει το κακό και να κάνει το καλό. Δεν πρόκειται για το υπερεγώ που περιγράφει ο Φρόιντ, το οποίο είναι ένας αυστηρός επιτηρητής που χρησιμοποιεί τον σαδισμό κατά του εαυτού του για χάρη της αρετής. Η βιόφιλη συνείδηση παρακινείται από την έλξη της για τη ζωή και τη χαρά. Η ηθική προσπάθεια συνίσταται στην ενίσχυση της πλευράς του εαυτού του που αγαπά τη ζωή. Γι’αυτόν τον λόγο ο βιόφιλος δεν εμμένει στη μεταμέλεια και στις τύψεις, τα οποία αποτελούν εντέλει μόνο διαφορετικές πτυχές αυτοαπέχθειας και θλίψης. Στρέφεται γρήγορα προς τη ζωή και προσπαθεί να κάνει καλό. Η Ηθική του Σπινόζα αποτελεί σαφές παράδειγμα βιοφιλικής ηθικής. “Η ηδονή αφ’εαυτή δεν είναι κακή, αλλά καλή- αντιθέτως, ο πόνος αφ’εαυτός είναι κακός”. (Ηθική, ΙV, Προτ. XLI.) Και στο ίδιο πνεύμα: ” Ένας ελεύθερος άνθρωπος στοχάζεται τον θάνατο λιγότερο από οτιδήποτε άλλο- και η σοφία του αποτελεί διαλογισμό όχι του θανάτου αλλά της ζωής”.

Η αγάπη για τη ζωή αποτελεί το υπόβαθρο διάφορων εκφάνσεων της ουμανιστικής φιλοσοφίας. Σε διαφορετικές νοητικές μορφές αυτές οι φιλοσοφίες διακατέχονται από το ίδιο πνεύμα με εκείνο του Σπινόζα· εκφράζουν την αρχή ότι ο λογικός άνθρωπος αγαπά τη ζωή, ότι η θλίψη είναι αμαρτία και η χαρά αρετή, ότι ο στόχος του ανθρώπου στη ζωή είναι να έλκεται από ό,τι είναι ζωντανό και να διαχωρίζει τον εαυτό του από ό,τι είναι νεκρό και μηχανικό.

Erich Fromm, Η Καρδιά του Ανθρώπου

Αυτονομία μέσα από την μυθολογία

Για την αυτονομία έχουν γραφτεί πολλοί τόμοι και πλήθος αναλύσεων. Το περίεργο είναι πως αυτές οι αναλύσεις θάλλουν όσο ποτέ κατά τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς η αποξένωση του ανθρώπινου γένους από την μάνα γη είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά στην ιστορία του. Σε μια δύσκολη εποχή, επομένως, η ανάγκη της αυτονομίας ήρθε αυτόματα, σαν αγαθό βασικό για την συνέχεια της ζωής, όπως το οξυγόνο.

Οι στοχαστές, ωστόσο, ανέλυσαν και μίλησαν για το φαινόμενο πολλάκις και στο παρελθόν. Αιώνες πριν, σε μια εποχή επίσης δύσκολη, όταν η διαφθορά και δολιότητα κυβερνούσαν και πάλι, κάποιος «τρελός» φιλόσοφος -Επίκουρος το όνομά του- πήρε μερικούς στην αρχή, στην συνέχεια χιλιάδες φίλους και βγήκε έξω από τα τείχη της πόλης, πράξη «ιερόσυλη» για τα δεδομένα της εποχής. Εκεί έφτιαξε τον δικό του κήπο και δίδαξε την αυτάρκεια ως οδό προς την πλήρωση και την ευδαιμονία.

Αν θα θέλαμε να δώσουμε ένα ορισμό της αυτονομίας, θα λέγαμε πως είναι η ικανότητα των ανθρώπων να δρουν γνωρίζοντας ότι αυτοί οι ίδιοι δημιουργούν τους θεσμούς, καθορίζουν τους νόμους χωρίς εξωτερικούς και εσωτερικούς περιορισμούς και δεν εξαρτώνται από κανέναν και τίποτα, ότι είναι ελεύθεροι.

 Πριν από την ανάπτυξη της έλλογης σκέψης και της φιλοσοφίας ήταν ο μύθος που καθοδηγούσε τους ανθρώπους στον δρόμο της αυτονομίας.

Πώς όμως οι μύθοι, ένα σύνολο ιστοριών χαμένοι στην μνήμη και τον χρόνο, αποτυπωμένοι πολύ πριν από την χρήση της έλλογης σκέψης, της φιλοσοφίας και του στοχασμού, μπορούν να διδάξουν την αυτονομία;

Πώς μπορεί ο μύθος να συνδεθεί με την αυτάρκεια και στην συνέχεια με την απελευθέρωση από τα δεσμά των εκάστοτε κρατούντων;

«Εν αρχή ην ο μύθος και ο μύθος ην προς τους θεούς και οι θεοί ήταν ο λόγος ο πρώτος». Με τον μύθο ανατέλλει η συνείδηση. Η συνείδηση που θέλει και που μάχεται να καταλάβει. Να νοήσει το σύμπαν, τα φαινόμενα, και να πράξει, να συμμετάσχει σ‘ αυτό. Οι άνθρωποι δεν βρίσκονται έξω και πάνω από το περιβάλλον. Άρρηκτη η σχέση μας με το φυτικό και ζωικό βασίλειο. Αν ένα από τα στοιχεία αυτής της σχέσης βεβηλωθεί, τότε διαπράττεται ύβρις. Οι μυθοποιοί -μέλη του απλού σοφού λαού- το γνώριζαν αυτό και μας άφησαν παρακαταθήκη τον μύθο του Ερυσίχθονα. Ας ξετυλίξουμε, λοιπόν, το κουβάρι του συγκεκριμένου μύθου.

 Ο Ερυσίχθονας ήταν βασιλιάς στην Θεσσαλία και είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη για την σκληρότητα του, την αυθαιρεσία του και τον οξύθυμο χαρακτήρα του. Πλεονέκτηςόπως ήταν, θέλοντας να νοιώσει ακόμα σπουδαιότερος, αποφάσισε να κτίσει ένα μεγαλόπρεπο παλάτι, το οποίο όμως για να κτιστεί χρειαζόταν μεγάλη ποσότητα ξυλείας. Αποφάσισε να κόψει τα δέντρα από το δάσος της περιοχής του.Σύμφωνα, όμως με την αρχαιοελληνική αντίληψη σε κάθε δέντρο ζούσε και μία νύμφη, μια αμαδρυάς. Οι αμαδρυάδες περνούσαν τον καιρό τους παίζοντας και τραγουδώντας στα δάση. Προστάτιδά τους η θεά Δήμητρα, η θεά της γεωργίας, η τροφός θεά, και γι‘ αυτό οι άνθρωποι έκοβαν δέντρα μόνο όταν αυτό ήταν απόλυτα απαραίτητο. Όταν κάποιος έκοβε ένα δέντρο, η αμαδρυάς που ζούσε σ‘ αυτό έχανε την ζωή της και τότε η θεά θρηνούσε.

Οι υπήκοοι του Ερυσίχθονα βλέποντας το μέγεθος της πλεονεξίας του και την ύβρη που διέπραττε, αποφάσισαν να τον μεταπείσουν εκφράζοντας τους φόβους τους για το ενδεχόμενο να ξεσπάσει η οργή της Δήμητρας. Ο Ερυσίχθονας, όμως, άπληστος καθώς ήταν, συνέχισε προστάζοντας να κόψουν ακόμη περισσότερα. Ήρθε όμως η στιγμή που κόπηκε και το γηραιότερο δέντρο σ‘ εκείνο το δάσος και η νύμφη που ζούσε εντός του, λίγο πριν ξεψυχήσει, τον προειδοποίησε πως θα τιμωρηθεί. Όντως, η θεά Δήμητρα πρόσταξε ευθύς την θεά Πείνα να τον επισκεφτεί. Η Πείνα υπάκουσε αμέσως κάνοντας τον Ερυσίχθονα να πεινάει συνεχώς. Υπέφερε καθώς έβλεπε ότι η πείνα του δεν μπορούσε να κορεστεί με κανέναν τρόπο, όσο κι αν έτρωγε. Σύντομα άρχισε να ξοδεύει όλη του την περιουσία για να μπορεί να έχει χρήματα και να αγοράζει φαγητό. Στο τέλος αναγκάστηκε να πουλήσει το παλάτι του, τους δούλους του, ακόμα και την όμορφη μοναχοκόρη του. Λιμοκτονώντας άρχισε να σκίζει και να τρώει τις ίδιες του τις σάρκες. Το τέλος του δεν άργησε να έρθει, ένα τέλος φρικτό.

Ποιος όμως άραγε είναι ο Ερυσίχθονας;

Ο Ερυσίχθονας είναι ο ισχυρός της εποχής του που εξουσιάζει στην περιοχή του με τον πλούτο του. Αλαζόνας, άπληστος, υβριστής.Οι σκέψεις και οι πράξεις του ματαιόδοξες. Οι νύμφες είναι η ζωή, είναι η φύση, μέσα από το τραγούδι των νυμφών οι άνθρωποι βρίσκουν την χαρά σε περιόδους που η φύση ευδοκιμεί, τους δίνει τα αγαθά της και δεν κινδυνεύει. Η Δήμητρα είναι η επόπτρια της ζωής, είναι η ζωοδόχος μήτρα-γη (δα-μήτηρ). Οι υπήκοοι εκπροσωπούν τις τύψεις του αλαζόνα ανθρώπου που κατά βάθος γνωρίζει τις συνέπειες των πράξεών του, αλλά άπληστος καθώς είναι, δεν τις ακούει. Η θεά Πείνα, τέλος, είναι η τιμωρία του, είναι η Νέμεσις. Είναι αυτή που θα στερήσει τα πάντα στους υβριστές της ζωής.

  Τι μας διδάσκει ο μύθος; Μας διδάσκει πως τροφοδότης της ζωής είναι η γη: η μέγιστη ζωοδόχος, δεν είναι καθόλου τυχαίο που θεοποιήθηκε και υμνήθηκε. «Ω θεά Γαία, συ η μητέρα των μακαρίων θεών και των θνητών ανθρώπων, που τρέφεις τα πάντα και δίδεις τα πάντα», μας λέει ο ορφικός ύμνος στην Γαία. Φαίνεται πως οι αρχαίοι είχαν έντονη και ουσιώδη οικολογική αντίληψη. Άρα, ο μύθος είναι σήμερα επίκαιρος όσο ποτέ. Μόνο που αρνούμαστε να διδαχθούμε. Σύγχρονοι Ερυσίχθονες υπάρχουνε πολλοί. Με σημαία το πρόσκαιρο κέρδος, η πείνα τους ακόρεστη. Χωρίς καμία αιδώ.

 Ήδη έχουμε περάσει στην περίοδο που καταγράφονται οι σπόροι σε καταλόγους και απαγορεύεται η ανταλλαγή ή πώλησή τους από τους αγρότες, με απώτερο σκοπό να αγοράζονται μόνο οι τυποποιημένοι των πολυεθνικών. Έχουν δημιουργηθεί παγκόσμιες τράπεζες σπόρων από πολυεθνικές και πολυδισεκατομμυριούχους. Οι τράπεζες αυτές παίρνουν σπόρουςαπ‘ όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη και τους κλειδώνουν στις τεράστιες αποθήκες τους. Εκτιμάται από επιστήμονες πως σε 50 χρόνια το 70% των φυτικών ειδών ή θα έχουν εκλείψει ή θα είναι προς εξαφάνιση. Γιατί τους μαζεύουν; Μήπως για να καταλυθεί κάθε απόπειρα αυτονομίας; Μην έχοντας η ανθρωπότητα τον τρόπο να τραφεί, παύει να διαθέτει ελεύθερα τον εαυτό της, να διαχειρίζεται η ίδια τις ανάγκες της. Αν μας απασχολεί το πρόβλημα της αυτονομίας, το οποίο ξεκινά από την πιο βασική συνθήκη για την επίτευξή της, την τροφή- άρα εντέλει τους σπόρους-, θα έπρεπε ίσως να σκεφτούμε πώς θα μπορούσε κάποιος να ζήσει και να αυτονομηθεί σε μια γη που θα είναι μολυσμένη.

Μέσα στο δάσος του Ερυσίχθονα μπορεί άραγε να υπάρξει τροφή και ευημερία;

Το επίτευγμα του ελληνικού πνεύματος έχει και χρηστική αξία. Μας βοηθά να κατανοήσουμε το μυστήριο της φύσης και να το ερμηνεύσουμε. Μέσα στο Ελληνικό Σύμπαν η Φύση περιλαμβάνει όλο το ζωικό και φυτικό βασίλειο και ο άνθρωπος δεν είναι κάτι έξω και πάνω από το περιβάλλον του. Πάντα υπήρχε μια σχέση που αποτελούσε το αδιάσπαστο όλο. Ωστόσο αυτή η σχέση είναι σε διάσπαση. Η Φύση μολύνθηκε από κομμάτι του ίδιου της του εαυτού. Τον άνθρωπο. Διασπάστηκε και νοσεί.

Στο παρακάτω απόσπασμα από τον διάλογο ανάμεσα στον Κλεόδωρο και τονΣόλωνα, η καταστροφή του περιβάλλοντος επιφέρει εντέλει κατάργηση στις τιμές, τις σπονδές και τις απαρχές στους θεούς:

«Και όπως ο Θαλής λέει ότι, αν καταστραφεί η Γη θα υπάρχει σύγχυση σε ολόκληρο το σύμπαν, έτσι και η κατάργηση της τροφής συνεπιφέρει διάλυση του σπιτιού. Γιατί την ίδια στιγμή καταργείται και η φωτιά της Εστίας, η ίδια η Εστία, οι κρατήρες του κρασιού, οι υποδοχές και οι φιλοξενίες, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο δείχνουν την αγάπη του ανθρώπου προς τον άνθρωπο και είναι τα πρώτα δείγματα της κοινωνικής του σχέσης. Για να το πω καλύτερα: καταστρέφεται ολόκληρη η ζωή, εάν βέβαια η ζωή δεν είναι παρά μια αδιάλειπτη πορεία του ανθρώπου, που οδηγεί στην διεκπεραίωση μιας σειράς πράξεων, τις πιο πολλές από τις οποίες τις προκαλούν η ανάγκη της τροφής και οι προσπάθειες για την εξασφάλισή της. Φοβερό είναι επίσης, φίλε μου, και αυτό που θα προκύψει σε βάρος της ίδιας της γεωργίας γιατί, αν αυτή καταστραφεί και λείψει, θα μας αφήσει άσχημη και ακάθαρτη πάλι την Γη, γεμάτη -λόγω της έλλειψης καλλιέργειας- από άκαρπα δέντρα και από ρεύματα νερού που θα τρέχουν πάντα ανεξέλεγκτα. Μαζί της θα καταστραφούν και όλες οι τέχνες και όλα τα ανθρώπινα έργα, για τα οποία αυτή είναι η αρχή και αυτή που τους παρέχει την βάση και το υλικό. Αν λείψει αυτή και αυτά όλα εξαφανίζονται».

Ανακεφαλαιώνοντας θα λέγαμε πως η μυθοποιός δύναμη είναι αυτή που αρχικά ερμήνευσε τον εσωτερικό και εξωτερικό μας κόσμο. Και παραμένει ζωντανή. Οι μύθοι είναι ζωντανοί. Η πρόκληση να είμαστε αυτάρκεις και αυτόνομοι είναι καθημερινά παρούσα. Αρκεί να θυμηθούμε πως η πλεονεξία απέναντι στην μητέρα φύση είναι καταστροφή της ίδιας μας της ύπαρξης. Αρκεί να θυμηθούμε πως η αυτάρκεια είναι η οδός προς την ευδαιμονία και πως τα μεγάλα παλάτια επιφέρουν δυστυχία και απέραντη πείνα. Η μεγαλομανία είναι ύβρις και η ύβρις, όπως λέει η μυθολογία μας, είναι η Κόρη του κορεσμού. Σαν «χορτάσει» ο άνθρωπος πέφτει σε νωθρότητα και αποζητά συνεχώς και περισσότερη τροφή. Ακόρεστος. Ο Ερυσίχθονας δυστυχώς μας επισκέπτεται συχνά. Σε άλλους παραμένει λίγο, στους περισσότερους μια ολόκληρη ζωή.

Όμως θαρρώ πως η αξιοπρέπεια και η αυτονομία μας ξεκινούν και τελειώνουν σε ένα κομμάτι γης. Σε έναν κήπο, είτε του Επίκουρου, είτε της Νίκης. Στον κήπο μας, στην γη μας, στην τροφή μας. Αν χαρίσουμε στον εαυτό μας το βασικότερο υλικό για την ύπαρξή μας, την τροφή, θα έχουμε κάνει το πρώτο βήμα προς την ελευθερία μας, προς την αυτονομία.

Κλείνοντας τον διάλογό του με τον Σόλωνα ο Κλεόδωρος λέει: «την ψυχή λοιπόν ας την αφήσουμε να χαίρεται κάποιες άλλες ανώτερες ηδονές, για το σώμα όμως είναι αδύνατον να βρούμε άλλη ηδονή πιο δικαιολογημένη από την ηδονή της τροφής και αυτό δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην το ξέρει».

Πιο επιρρεπείς στην κατάθλιψη οι αδύνατοι άνθρωποι

Στις ημέρες μας επικρατεί μια λογική πως αν κάποιος χάσει βάρος, αυτόματα θα γίνει πιο… ευτυχισμένος, όμως μια νέα έρευνα από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σεούλ αποκαλύπτει ότι οι πιο αδύνατοι άνδρες και γυναίκες, είναι πιθανότερο να  παρουσιάσουν διαταραχές στην ψυχική τους υγεία.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από 183 μελέτες και κατέληξαν ότι η παχυσαρκία μπορεί να αυξάνει αναλογικά τον κίνδυνο κατάθλιψης στις γυναίκες, όμως κάτι παρόμοιο ισχύει και για τους λιποβαρείς ανθρώπους, τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες.

Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ερευνητές, «το χαμηλό βάρος και η παχυσαρκία αυξάνουν τον κίνδυνο της κατάθλιψης. Στην κλινική πρακτική, οι ειδικοί ιατροί οφείλουν να δίνουν περισσότερη προσοχή στην ψυχική υγεία των ανθρώπων που είναι λιποβαρείς», ενώ τονίζουν ότι το σημερινό πρότυπο ενός πολύ αδύνατου σώματος επηρεάζει τις γυναίκες περισσότερο από ότι τους άντρες, κάτι που προκαλεί περισσότερη ψυχολογική δυσχέρεια στις ίδιες, γεγονός που μπορεί με τη σειρά του να οδηγήσει ακόμα και σε κατάθλιψη. Από την άλλη, οι υπέρβαροι άνδρες παρουσιάζουν μειωμένο κίνδυνο για εκδήλωση κατάθλιψης.

Σημειώνεται ότι τα συγκεκριμένα ευρήματα, θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη διαχείριση της διαταραχής της ψυχικής υγείας, με τον Agnes Ayton, αντιπρόεδρο της Σχολής Διατροφικών Διαταραχών του Royal College of Psychiatrist, να δηλώνει: «Αυτή η μεγάλη μελέτη επιβεβαιώνει ότι η σωστή διατροφή είναι εξαιρετικά σημαντική για τη σωματική και τη ψυχική υγεία. Είναι ένα σημαντικό εύρημα, καθώς τα άτομα με διατροφικές διαταραχές συχνά υποθέτουν ότι η απώλεια βάρους θα βελτιώσει την ευτυχία τους. Η μελέτη αυτή, όμως, δείχνει ότι η αλήθεια βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο, καθώς ο υποσιτισμός έχει επιζήμια αποτελέσματα στη διάθεση των ανθρώπων», συμπληρώνοντας ότι η διατήρηση ενός υγιούς βάρους είναι απαραίτητη για την καλή ψυχική υγεία.

H κλιματική αλλαγή εξαφάνισε τους Ασσύριους και όχι οι πόλεμοι

Ο ασσυριακός πολιτισμός είναι πολύ πιθανό να καταστράφηκε εξαιτίας περιβαλλοντικών και πληθυσμιακών παραγόντων και όχι εξ αιτίας των πολέμων και της καθοριστικής ήττας και υποδούλωσής τους από τους Μήδους.

Μία νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα κατέληξε για πρώτη φορά στο συμπέρασμα ότι η επί αιώνες ισχυρή ασσυριακή αυτοκρατορία υπέκυψε στις παρατεταμένες ξηρασίες που την έπληξαν, μειώνοντας δραματικά τις πηγές τροφίμων της, σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτησή τους λόγω του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού.

Η έως τώρα κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι το κράτος των Ασσυρίων αποδυναμώθηκε θανάσιμα εξαιτίας εμφυλίων πολέμων και πολιτικών αναταραχών, όπως αυτές που σήμερα συμβαίνουν στη Συρία και στο βόρειο Ιράκ, την ίδια ακριβώς περιοχή που ήταν το επίκεντρο της ασσυριακής επικράτειας.
Όμως ο ανθρωπολόγος Άνταμ Σνάιντερ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια - Σαν Ντιέγκο  που έκανε τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Climate Change» («Κλιματική Αλλαγή»), αφού μελέτησαν τα υπάρχοντα αρχαιολογικά, ιστορικά και παλαιοκλιματολογικά στοιχεία, πιστεύουν ότι οι περιβαλλοντικοί και δημογραφικοί - πληθυσμιακοί παράγοντες είναι αυτοί που έπαιξαν πιθανότατα τον καθοριστικό ρόλο.

Τον 9ο αιώνα π.Χ. η ασσυριακή αυτοκρατορία, ξεκινώντας από το σημερινό βόρειο Ιράκ, άρχισε να επεκτείνεται συνεχώς στο μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας Εγγύς Ανατολής, φθάνοντας στο απόγειό της στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., οπότε είχε γίνει πλέον η κυρίαρχη στρατιωτική και πολιτική υπερδύναμη στην περιοχή. Όμως, έως το τέλος του ίδιου αιώνα οι Ασσύριοι γνώρισαν μια ραγδαία εξασθένηση, κάτι που μέχρι σήμερα αποτελεί ένα από τα μεγάλα μυστήρια της αρχαίας ιστορίας, το οποίο συνεχίζει να απασχολεί τους ερευνητές.

Το 612 π.Χ. η ασσυριακή πρωτεύουσα Νινευί -κοντά στη σημερινή Μοσούλη- καταστράφηκε από μια συμμαχία Βαβυλωνίων και Μήδων και έκτοτε οι Ασσύριοι εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο. Οι περισσότεροι επιστήμονες τείνουν να αποδίδουν τη γρήγορη ασσυριακή πτώση σε εσωτερικές πολιτικές και στρατιωτικές συγκρούσεις, όμως η νέα μελέτη δίνει εξίσου μεγάλη -αν όχι μεγαλύτερη- έμφαση στην απότομη αύξηση του πληθυσμού (λόγω της μετεγκατάστασης πληθυσμών από τις γειτονικές κατακτημένες περιοχές) και στις ξηρασίες, που από κοινού αποσταθεροποίησαν το ασσυριακό καθεστώς.

Τα πιο πρόσφατα κλιματικά δεδομένα για εκείνη την εποχή δείχνουν ότι επικράτησε ολοένα μεγαλύτερη ξηρασία στην Εγγύς Ανατολή κατά το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. Η κατάσταση έφθασε στο χειρότερο σημείο το 657 π.Χ., όταν μια τρομερή ξηρασία έπληξε την ασσυριακή αυτοκρατορία, υποσκάπτοντας την πολιτική και οικονομική σταθερότητά της μέσα σε μόλις μία πενταετία. Οι εμφύλιοι πόλεμοι που, αναπόφευκτα, ακολούθησαν έδωσαν τη χαριστική βολή.

Οι ερευνητές επισήμαναν ότι οι σύγχρονες κοινωνίες καλά θα κάνουν να λάβουν υπόψη τους τέτοια συμβάντα και να αλλάξουν «γραμμή πλεύσης», αν θέλουν να μη βρεθούν αντιμέτωπες με παρόμοιες καταστάσεις.

Αρχαίοι Έλληνες οπλίτες - Η ισχύς εν τη ενώσει!

Ο οπλίτης στην αρχαιότητα, ο στρατιώτης δηλαδή του πεζικού με βαρύ οπλισμό που πολεμούσε σε σχηματισμό φάλαγγας, ήταν ο κατεξοχήν πολεμιστής της κλασικής Ελλάδας. Όπως και σε πολλές άλλες εκφάνσεις της ζωής στην αρχαία Ελλάδα ο τρόπος πολέμου και ο τύπος του στρατιώτη που επικράτησε αντανακλούσε τη βαθύτερη φιλοσοφία και ιδεολογία του κλασικού κόσμου.

Στη θέση των ομηρικών ηρώων που μονομαχούσαν υστερόβουλα μεταξύ τους προς απόκτηση προσωπικής δόξας εμφανίστηκε κατά τον 7ο αιώνα ο πειθαρχημένος Έλληνας οπλίτης της πόλης-κράτους που πολεμούσε πάντα μέσα από τις τάξεις της φάλαγγας για να προασπίσει την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας του. Η αντίληψη της γενναιότητας και της στρατιωτικής ικανότητας επομένως άλλαξε κατά την κλασική εποχή. Το ατομικό ηρωικό μοντέλο αντικαταστάθηκε από το συλλογικό εκπαιδευμένο σώμα.

Όπως αναφέρει και ο Ευριπίδης στον Ηρακλή μαινόμενο, γενναίος δεν είναι αυτός που αγωνίζεται επιδέξια με τόξα για την επίτευξη δόξας αλλά αυτός που κρατάει σταθερά τη θέση του στο πεδίο της μάχης και είναι έτοιμος να δεχτεί τις πληγές.

Για να κατανοήσουμε τα κύρια χαρακτηριστικά του Έλληνα οπλίτη είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τον κύριο τρόπο με τον οποίο πολεμούσε, δηλαδή μέσα από το σχηματισμό της φάλαγγας. Ο πρώτος συγγραφέας που χρησιμοποίησε τη λέξη φάλαγξ ήταν ο Όμηρος και στο ποίημά του είχε τη σημασία της οργανωμένης γραμμής μάχης. Ωστόσο η αναφορά αυτή ήταν καθαρά αναχρονιστική καθώς ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια που πιθανότατα συνετέθησαν τα έπη φαίνεται ότι είχε καθιερωθεί αυτός ο τρόπος πολέμου.

Η τακτική ήταν πολύ απλή στη σύλληψή της: επάλληλες σειρές από βαριά οπλισμένους πεζικάριους σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους έρχονταν σε μετωπική σύγκρουση με την αντίπαλη φαλαγγιτική ομάδα οπλιτών. Η πρώτη σειρά μόνο πολεμούσε ενώ οι πίσω σειρές μόνο έσπρωχναν με απώτερο σκοπό τη δημιουργία ρήγματος στις γραμμές του αντίπαλου.

Κάθε οπλίτης κάλυπτε με την ασπίδα την αριστερή μόνο πλευρά του και τη δεξιά του διπλανού (παραστάτη) του. Η πιο εύλογη απορία που μπορεί να έχει ο σημερινός μελετητής είναι η εξής: έστω και ένα μικρό σώμα από ιππείς ή τοξότες που μπορούσε να υπερκεράσει τον αναγκαστικά αργό και μη ευέλικτο σχηματισμό της φάλαγγας θα έφερνε την καταστροφή στα νώτα ή στη δεξιά ακάλυπτη πλευρά του ζυγού. Ήδη ο Θουκυδίδης είχε παρατηρήσει ότι στις μάχες η φάλαγγα είχε τη τάση να στρίβει προς τα δεξιά καθώς ασυναίσθητα κάθε οπλίτης προσπαθούσε να καλύψει τη δεξιά πλευρά του.

Η απάντηση βρίσκεται στη στρατιωτική λογική που ακολουθούσαν οι αρχαίοι Έλληνες και στις πολύ συγκεκριμένες συνθήκες διεξαγωγής του πολέμου. Σκοπός ενός πολέμου κατά την εποχή των ελληνικών πόλεων-κρατών δεν ήταν η απόλυτη καταστροφή της αντίπαλης πόλης αλλά η υποταγή της, ο εξαναγκασμός της στους επιθυμητούς όρους μιας συμφωνίας, η υφαρπαγή των οικονομικών πόρων της.

Η ολοκληρωτική καταστροφή μιας πόλης θα τάραζε την ευαίσθητη ισορροπία του αρχαίου κόσμου, μία ισορροπία δυνάμεων που πράγματι όταν διαταράχθηκε με τις ακρότητες του Πελοποννησιακού πολέμου σήμανε την αρχή του τέλους για τον κλασικό πολιτισμό.

Οι οπλίτες προέρχονταν από τις μεσαίες τάξεις των ελεύθερων πολιτών, δηλαδή την πιο σημαντική και ανερχόμενη πολιτική δύναμη των πόλεων-κρατών. Οι οπλίτες, με εξαίρεση τους Σπαρτιάτες, δεν ήταν επαγγελματίες στρατιώτες. Ήταν πολίτες που έκαναν το χρέος τους προς την πατρίδα.

Επομένως επιδίωξη των αρχαίων ήταν να αποφεύγουν τις πολύνεκρες μάχες, οι οποίες θα αποστερούσαν από την εκάστοτε πόλη το πιο ζωτικό οικονομικά και πολιτικά κομμάτι της: τη μεσαία τάξη (χαρακτηριστικά ο Θουκυδίδης τονίζει ότι οι ελεύθεροι πολίτες είναι το απαραίτητο κύτταρο κάθε πολιτειακής οργάνωσης: «άνδρες γαρ πόλις»).

Είναι ενδεικτικό επίσης ότι όταν μία παράταξη τρέπονταν σε φυγή οι αντίπαλοι στρατιώτες σπάνια την καταδίωκαν. Αυτό που προείχε ήταν η νίκη στη μάχη και όχι η διάλυση του εχθρού. Η πολεμική σύρραξη έπρεπε να είναι σύντομη, ευθεία, αποφασιστική και όχι αντίθετα μακροχρόνια, βασισμένη σε περίπλοκες τακτικές κινήσεις και αμφιλεγόμενη. Οι κανόνες με βάση τους οποίους οι Έλληνες διεξήγαν τους πολέμους τους διέπονταν από την αρχή της ελαχιστοποίησης της αιματοχυσίας χωρίς όμως την ίδια στιγμή να αποστερούν τη μάχη από το στοιχείο του προσωπικού αγώνα όπως υπογράμμιζε και ο Ευριπίδης στο απόσπασμα που προαναφέραμε.

 Ο πόλεμος υπηρετούσε τα δημοκρατικά συμφέροντα της πόλης (διαφύλαξη του ανθρώπινου υλικού, συνοχή και αλληλεγγύη μεταξύ των πολεμιστών-πολιτών) και όχι το αντίθετο (ολοκληρωτική υπεροχή με κάθε μέσο και κόστος). Ο σχηματισμός της φάλαγγας παρόλα τα εμφανή και εγγενή ελαττώματά της αντανακλούσε και ανταποκρινόταν στην ελληνική νοοτροπία σύμφωνα με την οποία «ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα» αλλά, όπως το διατύπωσε ο Αριστοτέλης, «στην άμιλλα ενυπάρχει και η νίκη». Τέλος πρέπει να σημειώσουμε ότι σχεδόν όλοι οι γνωστοί φιλόσοφοι και ποιητές της αρχαιότητας είχαν υπηρετήσει σε κάποια στιγμή ως οπλίτες. Ορισμένοι, όπως ο Αισχύλος, τη θεωρούσαν ως την πιο ένδοξη στη ζωή τους.

Ο ΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ο οπλισμός διακρίνεται σε αμυντικό και επιθετικό, αλλά από όσα έχουμε αναφέρει έως τώρα πρέπει να έχει γίνει φανερό ότι το βάρος του οπλισμού έπεφτε στην αμυντική θωράκιση του πολεμιστή. Η λέξη οπλίτης προέρχεται από το όπλον που σήμαινε αρχικά την ασπίδα, επομένως οπλίτης ήταν αυτός που έφερε την ασπίδα, το κύριο στοιχείο της εξάρτυσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις περισσότερες πολυάριθμες ζωγραφικές ή γλυπτικές παραστάσεις των οπλιτών οι τελευταίοι αναπαρίστανται μόνο με τρία στοιχεία: ασπίδα, κράνος και δόρυ. Άλλα μέρη του οπλισμού ήταν: οι επωμίδες, οι κνημίδες, ο θώρακας και το ξίφος.

Οι οπλίτες συνήθως φόραγαν την πανοπλία τους λίγο πριν τη μάχη καθώς ο εξοπλισμός ήταν ιδιαίτερα βαρύς (έφτανε τα 22-27 κιλά). Κάθε οπλίτης έπρεπε ο ίδιος να φροντίζει για την προμήθεια και τη συντήρηση του ατομικού του οπλισμού, υποχρέωση αρκετά πολυέξοδη. Κάποιοι γονείς μεταβίβαζαν τα όπλα τους στους γιους τους (κυρίως την ασπίδα η οποία διέθετε ιδιαίτερη συμβολική διακόσμηση) ενώ η πιο σύνηθες πηγή εξοπλισμού ήταν η λαφυραγωγία. Αυτές οι πρακτικές όμως επέτειναν την ανομοιομορφία κάθε στρατεύματος με αποτέλεσμα ορισμένες φορές να μην αναγνωρίζονται μεταξύ του στον αναβρασμό της μάχης οι φίλιοι οπλίτες και να συμπλέκονται.
 
Γνωρίζουμε ότι οι Σπαρτιάτες ήταν οι πρώτοι που καθιέρωσαν μία ομοιόμορφη εμφάνιση χαράζοντας το γράμμα «Λ» στις ασπίδες τους.Ασπίς: «Ήταν συνήθως στρογγυλή, με διάμετρο περίπου 0,9 μ, μπρούτζινη ή χάλκινη ή αποτελούνταν από επάλληλους δίσκους δέρματος ραμμένους μεταξύ τους και στερεωμένους σε ξύλινο ή μεταλλικό σκελετό. Η εξωτερική πλευρά ήταν πάντοτε κυρτή και έφερε στο κέντρο τον ομφαλόν, που μερικές φορές είχε κάποια παράσταση, το επίσημον, ή κάποιο ρητό. Αρχικά τα επίσημα ήταν ατομικά και χρησίμευαν στην αναγνώριση του κατάφρακτου οπλίτη μέσα από την πανοπλία του.

 Με την επικράτηση όμως των δημοκρατικών πολιτευμάτων το επίσημον έγινε ομοιόμορφο και αντιπροσωπευτικό της πόλης. Η εσωτερική πλευρά είχε μία λωρίδα με υποδοχή στο μέσο της ασπίδας (πόρπαξ), από όπου ο οπλίτης περνούσε το βραχίονα, και ένα δερμάτινο ιμάντα (αντιλαβή ή όχανον) στο εσωτερικό χείλος, από όπου περνούσε το αριστερό χέρι. Χωρίς αυτά η ασπίδα ήταν άχρηστη και οι ανατιθέμενες ασπίδες ήταν υποχρεωτικά χωρίς αντιλαβές και πόρπακες, για να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ενδεχόμενη στάση κατά του Δήμου.

Εκτός μάχης ένας τελαμών (λουρί) επέτρεπε να την κρεμούν στους ώμους, όπως τα σακίδια σήμερα. Στην περίμετρό της υπήρχε η ίτυς, ένα στεφάνι, που προσέθετε ακαμψία και σταθερότητα στην κατασκευή. Μερικές φορές την ασπίδα την επιμήκυναν προς τα κάτω με ένα είδος ποδιάς από δέρμα, για να προστατεύει τα πόδια του οπλίτη από τα εχθρικά τοξεύματα».

Η μοίρα «παίζει» μαζί μας; Είμαστε παιδιά της τυχαιότητας ή γρανάζια ενός ευρύτερου σχεδίου;

Δυστυχώς απάντηση δεν υπάρχει.
Ακόμη και η κβαντική φυσική, κορόνα της τύχης, θα μπορούσε να αποδειχθεί «συνωμοσία»

Στον κόσμο της κβαντικής φυσικής η τυχαιότητα βασιλεύει με τον πλέον καταφανή τρόπο.

«Ω, είμαι το αναγέλασμα της Μοίρας» λέει ο Ρωμαίος. Ησύχασε, μεγάλε εραστή. Όλοι είμαστε. Ή μήπως όχι;

Ο Ρωμαίος, έχοντας σκοτώσει τον Τυβάλτη και συνειδητοποιώντας ότι θα πρέπει να φύγει από τη Βερόνα για να γλιτώσει τον θάνατο, εξέφραζε μια άποψη κοινή στην εποχή του Σαίξπηρ: ότι είμαστε όλοι μαριονέτες και κάποια ανώτερη αρχή κινεί τα νήματα. Η τύχη – και πόσω μάλλον οι δικές μας αποφάσεις – παίζει μικρό ρόλο στην εξέλιξη των κοσμικών σχεδίων.

Ακόμη και διαδικασίες που ενέχουν εγγενώς την τύχη εθεωρούντο προκαθορισμένες. Πολύ προτού τα ζάρια χρησιμοποιηθούν στα τυχερά παιχνίδια είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούνται ως μέσο μαντείας. Οι αρχαίοι στοχαστές πίστευαν ότι οι θεοί καθόριζαν το αποτέλεσμα της κάθε ζαριάς: η φαινομενική τυχαιότητα προέκυπτε από την άγνοιά μας σχετικά με τις θείες προθέσεις.

Παραδόξως η σύγχρονη επιστήμη αρχικά έκανε ελάχιστα για να αλλάξει αυτή την άποψη. Ο Ισαάκ Νεύτων συνέθεσε νόμους για την κίνηση και τη βαρύτητα που συνέδεαν τα πάντα στον κόσμο με έναν μηχανισμό τον οποίο κινούσε ένα ουράνιο χέρι. Η κίνηση των άστρων και των πλανητών ακολουθούσε τους ίδιους αυστηρούς κανόνες με ένα κάρο που το τραβούσε ένας γάιδαρος. Σε αυτό το κουρδιστό Σύμπαν κάθε φαινόμενο είχε μια ανιχνεύσιμη αιτία.

Οι προθέσεις του Παντοδύναμου
Αν και το Σύμπαν του Νεύτωνα άφηνε ελάχιστο χώρο για την τυχαιότητα, παρείχε τουλάχιστον εργαλεία ώστε να προβλέψει κάποιος τις προθέσεις του Παντοδύναμου. Αν είχατε όλα τα σχετικά δεδομένα που αφορούν το ρίξιμο του ζαριού που κρατάτε στα δάχτυλά σας – πορεία, ταχύτητα, σκληρότητα της επιφάνειας και ούτω καθ’ εξής – θα μπορούσατε θεωρητικά να υπολογίσετε ποια πλευρά του ζαριού θα καταλήξει στο επάνω μέρος. Στην πράξη το έργο αυτό είναι εξαιρετικά πολύπλοκο. Δείχνει όμως ότι η τυχαιότητα δεν είναι τίποτε το εγγενές – είναι απλώς μια αντανάκλαση της έλλειψής μας σε πληροφορίες.

Η πίστη στην κοσμική προβλεψιμότητα, της οποίας ηγήθηκε ο γάλλος μαθηματικός και φυσικός Πιερ-Σιμόν ντε Λαπλάς, διακήρυξε, έναν αιώνα μετά τον Νεύτωνα, ότι μια επαρκής πληροφόρηση μπορεί να προβλέψει οτιδήποτε πρόκειται να συμβεί στο Σύμπαν – και, πηγαίνοντας αντίστροφα, να σας πει όλα όσα έχουν συμβεί ως πίσω, στις κοσμικές απαρχές.

Πρόκειται για μια λαμπρή αλλά και μάλλον ανησυχητική ιδέα. Αν τα πάντα είναι πραγματικά προβλέψιμα, τότε ασφαλώς όλα είναι προκαθορισμένα και η ελεύθερη βούληση είναι μια ψευδαίσθηση; Ο Ρωμαίος, με άλλα λόγια, έχει δίκιο. Ισως και να είναι έτσι, λέει ο φυσικός Βαλέριο Σκαράνι, ο οποίος μελετά την τυχαιότητα και τα όριά της στο Κέντρο Κβαντικών Τεχνολογιών στη Σιγκαπούρη. «Κάποιος μπορεί να πιστεύει ότι μια μοναδική αιτιώδης αλυσίδα καθορίζει τα πάντα – πείτε τη Θεό, Μεγάλη Εκρηξη ή ρομπότ του Matrix» λέει. «Τότε δεν υπάρχει τυχαιότητα».

Η σύνδεση ανάμεσα σε ένα Σύμπαν το οποίο παραδέχεται την τυχαιότητα και ένα Σύμπαν το οποίο παραδέχεται την ελεύθερη βούληση είναι παλιά, λέει ο κ. Σκαράνι. Τον 13ο αιώνα ο μεγάλος χριστιανός φιλόσοφος Θωμάς ο Ακινάτης επέμενε ότι ένα τέλειο Σύμπαν θα πρέπει να περιέχει την τυχαιότητα για να επιτρέπει στους ανθρώπους την αυτονομία τους. Αυτή όμως υπήρχε εκεί επίσης για να τους περιορίζει. Ο Θεός έπλασε τους ανθρώπους με ικανότητες κατώτερες των θεϊκών, επομένως πρέπει να υπάρχει μια σφαίρα γεγονότων έξω από τον έλεγχό μας.

Χάος και ελεύθερη βούληση
Μόνο περίπου δύο αιώνες μετά τον Νεύτωνα κάποιοι άρχισαν να αμφισβητούν σοβαρά την έννοια ενός προβλέψιμου κόσμου. Το 1859 ο σκωτσέζος φυσικός Τζέιμς Κλαρκ Μάξγουελ εστίασε την προσοχή στις τεράστιες διαφορές που υπήρχαν στα αποτελέσματα που μπορούν να προκύψουν από μικροσκοπικούς παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τις συγκρούσεις των μορίων.

Αυτή ήταν η αρχή της θεωρίας του χάους. Στην πιο οικεία εκδοχή της το φαινόμενο της πεταλούδας – ότι, δηλαδή, το χτύπημα των φτερών μιας πεταλούδας στη Βραζιλία μπορεί να πυροδοτήσει έναν ανεμοστρόβιλο στο Τέξας, όπως το έθεσε ο θεωρητικός του χάους Εντουαρντ Λόρεντς το 1972 – φαίνεται να αποκαθιστά το απρόβλεπτο στον κόσμο.

Οταν ένα σύστημα είναι αρκετά πολύπλοκο, η παραμικρή κατά προσέγγιση τιμή όταν δουλεύετε στα όρια του ρολογιού, του βαρομέτρου ή του χάρακά σας ή το παραμικρό «στρογγύλεμα» σε έναν υπολογισμό μπορεί να επηρεάσει δραστικά το αποτέλεσμα. Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολη την πρόβλεψη του καιρού. Η μελλοντική κατάστασή του εξαρτάται σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό από την αρχική μέτρηση – και δεν μπορούμε να έχουμε ποτέ μια τέλεια αρχική μέτρηση.

Επομένως οι μικρές, ανθρώπινης κλίμακας, αποφάσεις μπορεί πράγματι να έχουν σημασία για το ευρύτερο πλαίσιο. Η δεινή θέση του Ρωμαίου ανάγεται πίσω, στις αρχικές συνθήκες που τον έφεραν στην ίδια αίθουσα με την Ιουλιέτα – ή και πιο πίσω. Αν ωστόσο το πάμε υπερβολικά μακριά, μπορεί να τις αναγάγουμε πιο πίσω ακόμη και από όταν οι πρόγονοί μας κατέβηκαν από τα δέντρα, το οποίο φαίνεται να αντιβαίνει σε κάθε λογική έννοια ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου.

Σε κάνει να ξύνεις το κεφάλι σου, αυτό είναι αλήθεια – προς το παρόν όμως ξύνουμε μόνο την επιφάνεια.
Αυτό γιατί, ενώ φαίνεται να ζούμε σε μια πραγματικότητα όπου οι αιτίες οδηγούν σε προβλέψιμα αποτελέσματα, αν σκάψουμε λίγο πιο βαθιά, βλέπουμε ότι μάλλον τα πράγματα δεν λειτουργούν καθόλου έτσι. Η κβαντική θεωρία, η οποία αναπτύχθηκε σταδιακά από τις αρχές του 20ού αιώνα, είναι η λειτουργική θεωρία μας για την πραγματικότητα στα πιο βασικά της – και απορρίπτει εντελώς την ακλόνητη βεβαιότητα. «Σε εμάς φαίνεται, μέσω των κβαντικών πειραμάτων, ότι η φύση είναι θεμελιωδώς τυχαία» λέει ο Εϊντριαν Κεντ, μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.

Ο μισοβαμμένος καθρέφτης
Αν ρίξετε ένα μεμονωμένο φωτόνιο σε έναν μισοεπαργυρωμένο καθρέφτη, αυτό μπορεί να περάσει μέσα από αυτόν ή να ανακλαστεί: οι κβαντικοί κανόνες δεν μας δίνουν τρόπο για να προβλέψουμε εκ των προτέρων τι θα συμβεί. Αν δώσετε σε ένα ηλεκτρόνιο δύο σχισμές σε έναν τοίχο για να περάσει από μέσα τους, αυτό θα διαλέξει τυχαία.

Αν περιμένετε ένα μεμονωμένο ραδιενεργό άτομο να εκπέμψει ένα σωματίδιο, μπορεί να περιμένετε ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου ή έναν αιώνα. Αυτή η μάλλον αδιάφορη στάση απέναντι στις κλασικές βεβαιότητες ίσως μάλιστα να ευθύνεται ακόμη και για το ότι βρισκόμαστε εδώ. Ενα κβαντικό κενό που δεν περιέχει τίποτε μπορεί τυχαία και αυθόρμητα να παραγάγει κάτι. Μια τέτοια απρόσεκτη ενεργειακή διακύμανση ίσως να εξηγεί με τον καλύτερο τρόπο πώς ξεκίνησε το Σύμπαν μας.

Το να εξηγήσουμε την εξήγηση είναι δυσκολότερο. Δεν γνωρίζουμε από πού προήλθαν οι κβαντικοί κανόνες. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι τα μαθηματικά πίσω τους, τα οποία είναι ριζωμένα στην αβεβαιότητα, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όταν την παρατηρούμε από πολύ κοντά. Αυτά ξεκινούν με την εξίσωση του Σρέντινγκερ, η οποία περιγράφει πώς οι ιδιότητες ενός κβαντικού σωματιδίου εξελίσσονται στον χρόνο.

Η θέση ενός ηλεκτρονίου, για παράδειγμα, δίδεται από ένα «πλάτος» το οποίο απλώνεται στον χώρο και υπάρχει ένα σύνολο μαθηματικών κανόνων που μπορείτε να εφαρμόσετε για να βρείτε την πιθανότητα με την οποία οποιαδήποτε συγκεκριμένη μέτρηση θα τοποθετήσει το ηλεκτρόνιο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη θέση.

Αυτό δεν αποτελεί εγγύηση ότι το ηλεκτρόνιο θα βρίσκεται σε αυτή τη θέση ανά πάσα στιγμή. Αν όμως κάνετε επαναλαμβανόμενα την ίδια μέτρηση, επανατοποθετώντας το σύστημα κάθε φορά, η κατανομή των αποτελεσμάτων θα ταιριάζει με τις προβλέψεις της εξίσωσης του Σρέντινγκερ. Τα επαναλαμβανόμενα, προβλέψιμα μοτίβα του κλασικού κόσμου είναι τελικά το αποτέλεσμα πολλών μη προβλέψιμων διαδικασιών.

Περνάμε μέσα από τον τοίχο
Οι επιπτώσεις είναι ενδιαφέρουσες. Ας πούμε ότι θέλετε να περάσετε μέσα από έναν τοίχο: η κβαντική θεωρία λέει ότι αυτό είναι δυνατόν. Κάθε ένα από τα άτομα που σας αποτελούν έχει μια θέση η οποία θα μπορούσε – τυχαία – να αποδειχθεί ότι βρίσκεται στην άλλη πλευρά του τοίχου όταν αυτό θα αλληλεπιδράσει.

Η πιθανότητα αυτού του ενδεχομένου είναι υπερβολικά μικρή και η πιθανότητα ότι όλα τα άτομα που σας αποτελούν θα τοποθετηθούν ταυτόχρονα στην άλλη πλευρά του τοίχου είναι απειροελάχιστη. Ενα γερό καρούμπαλο είναι το άθροισμα όλων των άλλων πιθανοτήτων. Καλώς ήλθατε στην πραγματικότητα.

Ο Αϊνστάιν εκνευριζόταν ιδιαίτερα από αυτή την πιθανοκρατική προσέγγιση γεγονότων του πραγματικού κόσμου, κάνοντας μάλιστα και τη διάσημη παρατήρηση ότι είναι σαν να λέμε ότι ο Θεός παίζει ζάρια. Υπέθετε ότι θα πρέπει να υπάρχουν κάποιες πληροφορίες που μας λείπουν και οι οποίες θα μπορούσαν να μας πουν το αποτέλεσμα των μετρήσεων εκ των προτέρων.

Οι κρυφές πραγματικότητες
Το 1964 ο φυσικός Τζον Μπελ ανέπτυξε έναν τρόπο εξέτασης της ύπαρξης τέτοιων «κρυφών μεταβλητών». Η ιδέα του έχει εφαρμοστεί έκτοτε ξανά και ξανά χρησιμοποιώντας κυρίως διεμπλεγμένα ζεύγη φωτονίων.

Τα διεμπλεγμένα σωμάτια αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό του κβαντικού κόσμου. Εχουν αλληλεπιδράσει μεταξύ τους κάποια στιγμή στο παρελθόν και τώρα εμφανίζονται να έχουν κοινές ιδιότητες με τρόπο ώστε μια μέτρηση στο σωμάτιο Α να επηρεάζει ακαριαία το αποτέλεσμα που παίρνουμε από μια μέτρηση στο σωμάτιο Β και αντίστροφα.

Τι κρύβεται πίσω από αυτό; Οι λεπτομέρειες των τεστ του Μπελ είναι πολύπλοκες, η βασική αρχή όμως μοιάζει με ένα άθλημα στο οποίο δύο ομάδες πειραματιζόμενων παίζουν με διαφορετικούς κανόνες. Η ομάδα Αλφα υποθέτει ότι οι κβαντικές συσχετίσεις οφείλονται σε κάποια κρυφή ανταλλαγή πληροφοριών και κάνει τις μετρήσεις της με βάση αυτή την υπόθεση. Η ομάδα Βήτα, από την άλλη πλευρά, υποθέτει ότι οι συσχετίσεις υλοποιούνται τυχαία με τη μέτρηση.

Και η ομάδα Βήτα κερδίζει πάντα. Οι αλλόκοτες συσχετίσεις που κβαντικού κόσμου απορρέουν από θεμελιώδη τυχαιότητα.

Ή μήπως όχι; Οι φυσικοί εξακολουθούν να διερευνούν το ενδεχόμενο να υπάρχουν στον τρόπο που κάνουμε τις κβαντικές μετρήσεις κάποιες «τρύπες» οι οποίες θα μπορούσαν να στρεβλώνουν τα αποτελέσματα και να προσποιούνται την τυχαιότητα – το γεγονός ότι δεν μπορούμε να μετρήσουμε την κατάσταση των φωτονίων με ακρίβεια 100%, π.χ., ή ακόμη και το ζήτημα του αν έχουμε ελεύθερη βούληση στην επιλογή των μετρήσεων που κάνουμε. «Νομίζω ότι είναι πρόωρο να λέμε ότι έχουμε κλείσει όλες τις σημαντικές «τρύπες» του Μπελ» λέει ο κ. Κεντ.

Είναι πιθανόν κάποτε οι παραξενιές της κβαντικής θεωρίας να εξηγηθούν, ίσως συμβιβάζοντας κάποια άλλη αγαπημένη αρχή όπως η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Ή ίσως κάποιος να εμφανίσει μια πιο εμπνευσμένη, μη τυχαία θεωρία η οποία θα αναπαράγει όλες τις προβλέψεις της κβαντικής θεωρίας και θα κάνει παράλληλα κάποιες ισχυρότερες. «Αυτή η υποθετική θεωρία θα πρέπει να είναι μια νέα θεωρία – μια διάδοχος της κβαντικής θεωρίας και όχι μια εκδοχή της» επισημαίνει ο κ. Κεντ.

Ο Τέρι Ρούντολφ, φυσικός από το Imperial College του Λονδίνου, συμφωνεί. Η κβαντική θεωρία είναι η απόλυτη θεωρία μας για τη φύση και φαίνεται να υποδεικνύει ότι το Σύμπαν είναι τυχαίο, δεν υπάρχει όμως εγγύηση για αυτό. «Δεν νομίζω ότι θα μπορέσουμε ποτέ να το αποδείξουμε» λέει.
Αν είναι έτσι, ίσως θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί ότι η τυχαιότητα είναι μια ψευδαίσθηση – και μαζί της ίσως και η ελεύθερη βούλησή μας. «Τότε η κβαντική φυσική είναι απλώς μέρος της μεγάλης συνωμοσίας» λέει ο κ. Σκαράνι.

Αναγελάσματα της Μοίρας; Ισως δεν έχουμε την ελευθερία να αποφασίσουμε περί αυτού.

Ο μετεωρολόγος
Κεν Μιλν, επικεφαλής των αριθμητικών μοντέλων της επιστήμης πρόγνωσης του καιρού στη Μετεωρολογική Υπηρεσία της Βρετανίας

Πώς κάνετε πρόγνωση του καιρού;
«Δημιουργούμε ένα μοντέλο το οποίο αναπαριστά την τρέχουσα κατάσταση της ατμόσφαιρας με βάση πολλές παρατηρήσεις. Το μοντέλο κάνει προβολή και υπολογίζει πώς μπορεί να εξελιχθεί η ατμόσφαιρα. Το αποτέλεσμα της πρόγνωσης είναι πολύ ευαίσθητο σε μικρά λάθη στην αρχική φάση του, και έτσι τρέχουμε ένα συνολικό μοντέλο με βάση στοχαστικές προγνώσεις (ensemble). Αντί να τρέχουμε το μοντέλο μια φορά, κάνουμε μια σειρά από μικρές αλλαγές στο αρχικό μοντέλο και το ξανατρέχουμε πολλές φορές ώστε να έχουμε μια ομάδα προγνώσεων. Μερικές μέρες τα αποτελέσματα είναι όμοια, γεγονός που μας χαρίζει υψηλό ποσοστό βεβαιότητας για την πρόγνωση. Αλλες τα αποτελέσματα μπορεί να διαφέρουν ριζικά, οπότε πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί».

Πόσο σίγουροι μπορεί να είστε για τις προγνώσεις σας;
«Το επίπεδο βεβαιότητας διαφέρει από μέρα σε μέρα και από πρόγνωση σε πρόγνωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχουμε μεγάλες διαφορές μεταξύ των προγνώσεων του ensemble. Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα αφορά συχνά τις μεγάλες καταιγίδες και τα άλλα δραματικά φαινόμενα του καιρού τα οποία ενδιαφέρουν το κοινό, καθώς η ατμόσφαιρα πρέπει να βρίσκεται σε μια ευαίσθητη, ασταθή κατάσταση ώστε να παραχθούν τέτοια φαινόμενα. Η χαοτική φύση του συστήματος της ατμόσφαιρας επιβάλλει πράγματι θεμελιώδη όρια στην ικανότητα πρόγνωσης. Σε ό,τι αφορά την πρόγνωση του καιρού από μέρα σε μέρα, το όριο αυτό είναι μεταξύ 10 ημερών και δύο εβδομάδων με χρήση προγνώσεων με βάση τις πιθανότητες».

Από το 2011 η βρετανική Μετεωρολογική Υπηρεσία άρχισε να παρουσιάζει προγνώσεις σχετικά με την πιθανότητα βροχής. Ηταν μια απόφαση αμφιλεγόμενη;
«Το συζητούσαμε επί μακρόν. Οι Αμερικανοί κάνουν τέτοιες προγνώσεις εδώ και χρόνια και είναι πλέον αποδεκτές στη χώρα. Το επιχείρημα υπέρ είναι ότι συχνά δεν μπορείς – για πολλούς επιστημονικούς λόγους – να πεις πέρα από κάθε αμφιβολία αν θα βρέξει ή όχι. Ετσι δίνεις στον πληθυσμό πολύ καλύτερη πληροφόρηση αν του πεις την πιθανότητα βροχής. Παρότι αναγνωρίζουμε πως ορισμένοι άνθρωποι βρίσκουν τις πιθανότητες δύσκολες στην κατανόηση, πολλοί άνθρωποι τις καταλαβαίνουν και παίρνουν καλύτερες αποφάσεις χάρη σε αυτές».

Τα όρια της επιστημονικής αλήθειας

Η επιστημονική αντίληψη του ανθρώπου για τον κόσμο είναι όμηρος τόσο του πλαισίου αναφοράς μας στον χωρόχρονο όσο και της γλώσσας που χρησιμοποιούμε για να την εκφράσουμε.

Ακόμη και να μπορούσαμε να ταξιδέψουμε σε άλλο Σύμπαν, δύσκολα θα καταφέρναμε να αντιληφθούμε την αλλαγή!

Έχουμε κλείσει ήδη την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα και το θέμα μιας ερμηνείας της επιστημονικής αλήθειας και των ορίων της είναι πάντοτε επίκαιρο με δεδομένη τη φρενήρη εξέλιξη της θετικής επιστήμης και των τεχνολογιών αιχμής στο σύνολό τους. Τα ερωτήματα «βάθους» ωστόσο παραμένουν αναπάντητα:

Υπάρχει ανάγκη μιας μεταφυσικής οντότητας-δημιουργού του γνωστού τουλάχιστον Σύμπαντος;
Γιατί τελικά να υπάρχει κάτι παρά τίποτα;

Υπάρχει όντως κάποιο αινιγματικό σωμάτιο Higgs ή τουλάχιστον κάτι που είναι «σαν το σωμάτιο Higgs», το οποίο αναμένεται μέσω του ομώνυμου πεδίου να δώσει μια εμπειρική -επιστημολογική βάση στην ασυμβατότητα των παρατηρήσεων ανάμεσα στο κβαντικό και στο μακροσκοπικό επίπεδο πραγματικότητας;

Είναι η Θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης μια πλήρης θεωρία για το Σύμπαν με την έννοια ότι μπορεί να ενσωματώσει θεωρητικά οποιεσδήποτε νέες παρατηρήσεις ή είναι απλώς ένα θεωρητικό μοντέλο που περιγράφει ως ένα σημείο επιτυχώς το τρέχον παρατηρησιακό – επιστημολογικό εποικοδόμημα;

Όλα τα παραπάνω ερωτήματα ανάγονται ιστορικά περίπου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν οι θετικές επιστήμες οδηγήθηκαν μέσα από μια σειρά θεωρητικών προβληματισμών που προκάλεσε η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνικής μετά την πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα σε νέους ριζοσπαστικούς προσανατολισμούς.

Ήταν η εποχή της εισαγωγής της κβαντομηχανικής θεωρίας από τον Μαξ Πλανκ, η εποχή της εισαγωγής της ειδικής και μία δεκαετία περίπου αργότερα της γενικής σχετικότητας από τον Α. Αϊνστάιν, η εποχή της κρίσης των θεμελίων των μαθηματικών και της προσπάθειας συνεπούς θεμελίωσής τους από τους Ράσελ – Γουάιτχεντ μέσω του συστήματος της Principia Mathematica.

Υπό μία έννοια, μάλιστα, δεν ήταν άσχετες οι ανατροπές στο κλασικό επιστημολογικό εποικοδόμημα με τη γενικότερη επανάσταση στον χώρο της τέχνης και της αισθητικής, ιδιαίτερα στον χώρο των αναπαραστατικών τεχνών.

Για παράδειγμα, η τάση της αφαίρεσης των μορφών και του μινιμαλισμού στη σύγχρονη τέχνη δεν μπορεί παρά να ιδωθεί, ιστορικά τουλάχιστον, παράλληλα με την αφαιρετική τάση στα μαθηματικά και τη θεωρητική φυσική, με την αναζήτηση των υποκείμενων μαθηματικών δομών και των μορφολογικών τους αναλλοίωτων, τάση που υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξή τους καθ’ όλον τον 20ό αιώνα.

Ωστόσο, αυτές οι ριζικές ανατροπές δεν μπορούσαν παρά να δώσουν νέο περιεχόμενο στην ιστορικά φορτισμένη σχέση της επιστήμης με τη φιλοσοφία και την αναλυτική λογική.

Υπό το πρίσμα αυτό και με προϋπάρχουσα την αντιιδεαλιστική παράδοση του διαλεκτικού υλισμού είτε του θετικισμού του Ογκ. Κοντ, η συμβολή νέων φιλοσοφικών προσεγγίσεων – π.χ., της φαινομενολογικής – στη δόμηση ενός ανοικτού μοντέλου που είναι ικανό να «διαλεχθεί» με το επίκαιρο επιστημολογικό εποικοδόμημα στο σύνολό του είναι ακριβώς η ανάδειξη του ρόλου του συνειδότος υποκειμένου στη συγκρότηση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας και το πλαίσιο ερμηνείας που εξ αυτού του λόγου καθορίζει.

Αυτό το πλαίσιο ερμηνείας δίνει και το εύρος του πεδίου μέσα στο οποίο μπορεί το υποκείμενο να θέτει καλώς εννοούμενα οντολογικά ερωτήματα ώστε να αναμένει καλά θεμελιωμένες απαντήσεις. Είναι χαρακτηριστικό να τονιστεί εδώ ότι η εναλλακτική αναλυτική θεωρία του Βαν Ορμαν Κουάιν εισάγει τον υπο-καθορισμό των επιστημονικών θεωριών, ακόμα και των τυπικο-λογικών, όπως η αναλυτική λογική και τα μαθηματικά, ως προς την εμπειρία και τον τρόπο πρόσληψης και συγκρότησής της τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Με άλλα λόγια, το μη μονοσήμαντο της επιστημονικής αλήθειας όπως αυτή τυποποιείται μέσω των αντίστοιχων θεωριών συνδέεται με το μέτρο κατά το οποίο η συγκρότηση της ίδιας της εμπειρίας επικαθορίζει το περιεχόμενο και τη φόρμα των θεωριών.

Αναφερόμενοι ειδικότερα στην έννοια του φαινομενολογικού ορίζοντα, νοούμενου όχι με τη συνηθισμένη έννοια του φυσικού ορίζοντα αλλά με την έννοια του πεδίου που καθορίζεται από την αποβλεπτικού τύπου συνείδηση του υποκειμένου κατά την εναργή παρουσία του στον κόσμο αλλά και από την ίδια τη φύση ως προ-αναγωγικό του πεδίο.

Τα όρια του ορίζοντα αυτού είναι μεν αναλλοίωτα καθ’ όσον αναφέρονται στη συνειδησιακή δομή του υποκειμένου και τον τρόπο συγκρότησης της πραγματικότητας από αυτό, είναι ωστόσο μετατοπίσιμα στον βαθμό που μετατοπίζεται το αποβλεπτικό του πεδίο.

Πώς θα ήταν το ταξίδι σε άλλο Σύμπαν;
Πιο απλά, αν υποθέσουμε ότι ευσταθούν κάποιες σύγχρονες κοσμολογικές θεωρίες που ισχυρίζονται ότι υπάρχουν άλλα παράλληλα ή εξωτικά σύμπαντα και σε κάποιο πολύ μακρινό μέλλον οι μελλοντικοί μας απόγονοι θα είχαν τις τεχνολογικές δυνατότητες να ταξιδέψουν ως εκεί, ποτέ δεν θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι όντως βρίσκονται σε κάποιο άλλο Σύμπαν και όχι στο δικό μας.

Κι αυτό γιατί στον βαθμό που θα εξακολουθούσαν να είναι άνθρωποι με την ιδιαίτερη «αρχιτεκτονική» ενσωματωμένης συνείδησης και ορισμένου τύπου συγκρότησης της αντικειμενικής πραγματικότητας, θα μπορούσαν μόνο να ισχυριστούν ότι αυτό το οποίο βλέπουν ή αλληλεπιδρούν είναι απλώς μια επέκταση του δικού τους «ορίζοντα» όπως τον είχαν συγκροτήσει με όρους αμοιβαιότητας στο Σύμπαν-μήτρα τους.

Αυτή είναι εξάλλου και η επικρατούσα σήμερα τάση ερμηνείας των τεσσάρων θεμελιωδών σταθερών της φυσικής (και όχι κατά κοινή παρανόηση παγκόσμιων σταθερών), δηλαδή της «παγκόσμιας» σταθεράς της βαρύτητας G, της σταθεράς Πλανκ h, της ταχύτητας του φωτός c και της σταθεράς του Μπόλτσμαν κ. Οι σταθερές αυτές, δηλαδή, εκφράζουν εγγενώς τα όρια της ανθρώπινης γνώσης που είναι μεν αναπόφευκτα και μη αλλοτριώσιμα αλλά που ταυτόχρονα μετατοπίζονται όπως ο φαινομενολογικός ορίζοντας.

Είναι γεγονός ότι οι τέσσερις αυτές σταθερές αρθρώνουν την ύπαρξη των «γραμμών οριζόντων» που μας χωρίζουν από το άπειρα μικρό και το άπειρα μεγάλο. Η ταχύτητα του φωτός c, π.χ., είναι κατά τη γενική σχετικότητα το ανώτατο όριο ταχύτητας στο Σύμπαν γιατί η άρνησή της θα οδηγούσε σε φαινόμενα ακαριαίας επίδρασης από απόσταση και σε παράλογα αποτελέσματα όπως το νοητικό πείραμα Αϊνστάιν – Ποντόλσκι – Ρόουζεν (υπάρχει ωστόσο ένσταση με πειραματικές αξιώσεις γι’ αυτή τη θέση).

Η σταθερά του Πλανκ h εκφράζει ένα κατώτατο όριο δράσης στο Σύμπαν με την έννοια μιας ελάχιστης δράσης που πρέπει να παραχθεί από μια συσκευή μέτρησης ώστε να έχουμε «απόκριση» του μετρούμενου κβαντικού αντικειμένου (ΔΑ •ΔΕ≥ h , – πρώτη ανισότητα του Χάιζενμπεργκ).

Το κβαντικό κατώφλι της συνείδησης
Εν ολίγοις, οι σταθερές της σχετικότητας G και c έχουν σχέση με το αδύνατο του ορισμού ενός απόλυτου χώρου και ενός απόλυτου χρόνου στο Σύμπαν, ενώ οι σταθερές h και κ μπορεί να θεωρηθεί ότι ορίζουν τα όρια του υποατομικού Σύμπαντος με την ταυτόχρονη άρση μιας αιτιοκρατούμενης και καλώς ορισμένης πραγματικότητας.

Μια σύγχρονη ερμηνεία, στο πλαίσιο της κβαντικής βαρύτητας, της σταθεράς «παγκόσμιας» έλξης G, σε συνδυασμό με τις σταθερές h και c, οδηγεί στις έννοιες του χρόνου και του μήκους Πλανκ και την υποψία ότι ο ίδιος ο χωρόχρονος έχει κβαντική δομή με συνεπαγόμενη μια α-κατανόητη μη περαιτέρω «διαιρεσιμότητά» του.

Με αυτό το δεδομένο, είναι σημαντική η μεταθεωρητική θέση ότι ο τρόπος συγκρότησης της πραγματικότητας από ένα υποκείμενο-φορέα αυτοσυγκροτούμενης χρονικής συνείδησης οριοθετεί όχι μόνο το «βάθος» της παρατήρησης εντός του φυσικού κόσμου αλλά και τα όρια της τυπικής γλώσσας των αντίστοιχων λογικο-μαθηματικών θεωριών.

Η κατάσταση κβαντικής περιπλοκής (quantum entanglement) θεωρείται από πολλούς θεωρητικούς της κβαντομηχανικής ότι εκφράζει ακριβώς το κατώφλι μιας φυσικής κατάστασης «απρόσιτης» στην εξαντικειμένισή της από τη συνείδηση του υποκειμένου μέσω του τριγώνου κβαντικό γεγονός – συσκευή μέτρησης – νοούν υποκείμενο.

Αντίστοιχα σε τυπικο-λογικό επίπεδο είναι σήμερα ανοικτό στη μαθηματική κοινότητα κατά πόσο προτάσεις που αναφέρονται στο μαθηματικό συνεχές και στις ιδιότητές του ή το «ακαθόριστο» άπειρο είναι εν τέλει αναλυτικού χαρακτήρα και ως τέτοιες μπορεί κανείς να τις χειρισθεί.

Είναι γνωστό ότι η αρχή της επαληθευσιμότητας των επιστημονικών θεωριών (Σχολή της Βιέννης) προσέκρουσε στην ένσταση του Καρλ Πόπερ για το μάταιο της επιβεβαίωσης των λεγόμενων καθολικών προτάσεων μιας τυπικής θεωρίας μέσω της επιστημονικής τους επαλήθευσης.

Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την εγκυρότητα μιας καθολικής μαθηματικής πρότασης, πολύ περισσότερο μιας καθολικής εμπειρικής πρότασης της Φυσικής, αν δεν προϋποθέσουμε μια ad hoc επ’ άπειρον επέκταση του πεδίου και της «μορφολογίας» της φυσικής μας εμπειρίας, την οποία ωστόσο δεν έχουμε κανέναν εμπειρικό τρόπο να αποδείξουμε; Η άρνηση, για παράδειγμα, μιας τέτοιας καθολικής πρότασης στα σύνολο των πραγματικών αριθμών (αρχιμήδεια ιδιότητα) μας οδηγεί στο «εξωτικό» σύμπαν των μη συμβατικών πραγματικών αριθμών.

Η ποπεριανή υποκατάσταση της αρχής της επαληθευσιμότητας με το κριτήριο της διαψευσιμότητας όπου αρκεί μία και μόνο εμπειρική διάψευση μιας τυπικής πρότασης για να απορριφθεί εκφράζει ακριβώς και τους εγγενείς περιορισμούς της ανθρώπινης γνώσης. Δεν υπάρχει, δηλαδή, αντικειμενική πραγματικότητα ανεξάρτητη του τρόπου συγκρότησής της και, αν υπάρχει τέτοια, δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί παρά μόνο διαμεσολαβούμενη και διυποκειμενικώς οριζόμενη μέσω των υποκειμένων-φορέων συνείδησης που είναι όλοι οι άνθρωποι.

Όμηροι του χωροχρόνου και της γλώσσας
Αν η επιστήμη είναι η εξαντικειμένιση της εμπειρίας, τότε η φυσική εμπειρία υπεκφεύγει της πλήρους επιστημονικής της σύλληψης κατά το «έλλειμμα» της συγκρότησής της σε μια αντικειμενική δομή εντός ενός αντικειμενικού χωροχρόνου και την επακόλουθη αφαίρεσή της στο πλαίσιο μιας τυπικής μαθηματικής θεωρίας.

Κατ’ ακολουθίαν, η επιστημονική αλήθεια συναρτάται εγγενώς (κατά τον Κουάιν στο γνωστό έργο του «Word and Object») με το εκφραστικό εύρος του νοητικού σχήματος και της γλώσσας διά των οποίων αυτή διαμεσολαβείται. Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι τόσο τα μαθηματικά μοντέλα όσο και οι θεωρητικές εξιδανικεύσεις της Φυσικής έχουν αποδειχθεί διαχρονικά ιδιαίτερα αποτελεσματικά εργαλεία στην εν τοις πράγμασι περιγραφή των φυσικών φαινομένων, τουλάχιστον σε μια ευρεία γκάμα τους.

Εν τέλει, αν τα μεγάλα ερωτήματα της μη πληρότητας των μαθηματικών θεωριών κατά Κ. Γκέντελ και της μη αποφασισιμότητας κρίσιμων εικασιών για το μαθηματικό άπειρο (βλ., π.χ., θεωρία των «πολυ-συμπάντων» του Γ. Χ. Γούντιν) έχουν μια υποκείμενη κοινή συνιστώσα με τα μεγάλα ανοικτά προβλήματα της θεωρητικής φυσικής – κβαντομηχανικής θεωρίας – κοσμολογίας, αυτή είναι εύλογο να υποτεθεί ότι είναι η αναγωγή στον θεμελιώδη τρόπο συγκρότησης του πεδίου αναφοράς τους και στην υποκειμενική αρχή του, η οποία δεν είναι άλλη από την ανθρώπινη συνείδηση με την (αυτοσυγκροτούμενη) χρονικότητά της εντός του κόσμου-φορέα νοήματος που την περιβάλλει.

Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του ανθρώπου-φορέα συνείδησης σε σχέση με τον φυσικό κόσμο που τον «διαπερνά» και ταυτόχρονα τον υπερβαίνει και η έννοια του μετατοπίσιμου αλλά αναπαλλοτρίωτου κοσμικού ορίζοντα που επάγει η αρχιτεκτονική αυτή καθορίζουν τα όρια της επιστημονικής γνώσης για τον κόσμο αλλά και το εύρος των καλώς τιθέμενων ερωτημάτων σε σχέση με τον κόσμο αυτόν.

Υπό το πρίσμα αυτό, ερωτήματα που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε μεταφυσικά ή τελεολογικά όπως, λ.χ., η αναζήτηση ενός υπέρτατου όντος δημιουργού του Σύμπαντος στερούνται νοήματος. Μάλλον εδώ πρέπει να μένουμε σιωπηλοί με τη βιτγκενσταϊνιανή έννοια της λέξης.

Οι Σοφιστές - Το κίνημα της Σοφιστικής

ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (5 – 4 αι. π.Χ.)
 
Περίοδος αποκρυστάλλωσης των πρώτων φιλοσοφικών εννοιών.
 
Το κίνημα της Σοφιστικής εκδηλώθηκε στην κοινωνία που βγήκε από τους περσικούς πολέμους με τις ανάγκες της για νέα παιδεία.
 
Στην έρευνα οι Σοφιστές μετατόπισαν το κέντρο του βάρους από τον κόσμο στον άνθρωπο. Έτσι αυτοί πρώτοι μελέτησαν μεθοδικά όχι μόνο τη γνώση και την πράξη του ανθρώπου, την ψυχολογία και τη συμπεριφορά του ως ατόμου, αλλά και τις σχέσεις του και τη θέση του μέσα στο κοινωνικό σύνολο, όπως επίσης και την ίδια την κοινωνία, τα κοινωνικά φαινόμενα και τον πολιτισμό. Οι ίδιοι οι Σοφιστές ως πολίτες ανέπτυξαν έντονη δημόσια δραστηριότητα και πήγαιναν από πόλη σε πόλη, για να μεταδώσουν τις γνώσεις τους ως επαγγελματίες και με αμοιβή. Δίδασκαν κυρίως ρητορική, διαλεκτική, ηθική, πολιτική θεωρία, υφολογία, μυθολογία, μουσική θεωρία, αστρονομία και μετεωρολογία. Σκοπός τους ήταν να κάνουν τους μαθητές τους όσο γίνεται πιο ικανούς στη σκέψη, στο λόγο και στην πράξη, για να έχουν όσο γίνεται μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή και να συμβάλουν στις κοινωνικές εξελίξεις.
 
Πρωταγόρας    
Ο Πρωταγόρας (490/485-420/415 π.Χ.) ξεκίνησε από τη θέση του Ηράκλειτου για τη γενική μεταβλητότητα και πίστευε ότι όλα τα πράγματα υπόκεινται σε αδιάκοπη μεταβολή. Γι’ αυτό, έλεγε, δεν μπορούμε να πούμε για κανένα πράγμα ότι είναι έτσι ή αλλιώς, αλλά μόνο πώς μας φαίνεται το κάθε πράγμα στην κάθε στιγμή, δηλαδή να κάνουμε μόνο σχετικές κρίσεις. Έτσι ο Πρωταγόρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος, για όσα υπάρχουν ότι υπάρχουν, για όσα δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν». (Απόσπ. 1: «Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε μη όντων ως ουκ έστιν»). Τόσο χαρακτηριστική όσο και συνεπής με τη γνωσιοθεωρία του είναι και η στάση του απέναντι στο φαινόμενο της θρησκείας: «Για τους θεούς δεν μπορώ να ξέρω ούτε ότι υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν ούτε ποιας λογής είναι· γιατί πολλά είναι αυτά που μας εμποδίζουν να μάθουμε και η αδηλότητα και το ότι σύντομος είναι ο βίος του ανθρώπου». («Περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ουθ’ ως εισίν ουθ’ ως ουκ εισίν ούθ’ όποιοι τινές ιδέαν- πολλά γάρ τα κωλύοντα ειδέναι η τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου»).
 
Ο Γοργίας (490/483-380/376 π.Χ.) αντέδρασε βίαια στη νοοκρατία της ελεατικής φιλοσοφίας (που, στο όνομα ενός υπερβατικού όντος, παρουσίαζε τα φυσικά γεγονότα περίπου ως παραισθήσεις και φαντασιώσεις) και υπερασπίστηκε την κοινή λογική και την καθημερινή πείρα των πρακτικών ανθρώπων ως μοναδικά κριτήρια για τη γνώση, αρνούμενος κάθε αλήθεια πέρα από τα φυσικά πράγματα και τις σχέσεις τους. Έτσι στη θεωρία των Ελεατών ότι μόνο το ον υπάρχει και ότι μόνο αυτό μπορούμε να κατανοούμε και γι’ αυτό να μιλούμε, ο Γοργίας, με το έργο του «Περί του μη όντος ή Περί φύσεως», χρησιμοποιώντας την ίδια τη συλλογιστική των Ελεατών, απάντησε αντιστρέφοντας τα επιχειρήματά τους και καταλήγοντας στο γενικό συμπέρασμα ότι το ον ούτε υπάρχει ούτε νοείται ούτε ανακοινώνεται, γιατί αυτό που ανακοινώνουμε είναι λόγια, όχι το ον.
Με το ίδιο πνεύμα, στο «Ελένης εγκώμιον», δείχνοντας πόσο άδικος είναι ο «μώμος» της Ελένης, «ήτις είτ’ ερασθεϊσα είτε λόγω πεισθείσα είτε βία αρπασθείσα είτε υπό θείας ανάγκης αναγκασθείσα έπραξεν α έπραξεν», ο Γοργίας άφησε να διαφανεί ότι οι κρίσεις μας στηρίζονται όχι σε αντικειμενικές αλήθειες αλλά σε τρέχουσες, αναπόδεικτες και συχνά αλληλοαναιρούμενες αντιλήψεις και προκαταλήψεις. Αυτή την πραγματικότητα την υποδήλωσε ακόμα πιο χαρακτηριστικά με την «Υπέρ Παλαμήδους απολογία», όπου βέβαια φαίνεται ότι η κρίση για την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας» δεν έχει στηριχτεί ούτε σε αποδείξεις ούτε καν σε γεγονότα, που απλούστατα δεν υπάρχουν.
 
Με την απόρριψη του κριτηρίου μιας απόλυτης αλήθειας ο Γοργίας, πιστεύοντας ότι ο άνθρωπος έχει όχι γνώση αλλά μόνο γνώμη για την πραγματικότητα, συγκέντρωσε την προσοχή του στη ρητορική, που γι’ αυτόν ήταν «πειθούς δημιουργός», δηλαδή μέθοδος για να διατυπώνει ο άνθρωπος τη γνώμη του με τρόπο πειστικό και να πετυχαίνει αυτό που επιδιώκει κάθε φορά. Έτσι ο Γοργίας μελέτησε πρώτος το λόγο και την επίδρασή του στον ψυχισμό του ανθρώπου. Ο λόγος, είπε, «δυνάστης μέγας εστίν, ος σμικροτάτω σώματι και αφανεστάτω θειότατα έργα αποτελεί· δύναται γάρ και φόβον παύσαι και λύπην αφελείν και χαράν ενεργάσασθαι και έλεον επαυξήσαι». Σχετικά, ο Γοργίας διαπίστωσε πρώτος ότι ο λόγος επενεργεί στην ψυχή όπως τα φάρμακα στο σώμα και τόνισε ότι ακριβώς σ’ αυτή την αρχή στηρίζονται όλες οι «επωδές», που μεταχειρίζονται η τέχνη, η μαγεία και η θρησκεία, για να «γοητεύσουν» την ψυχή και να τη «μεταστήσουν» στην κατάσταση που θέλουν.
 
Θετικές και αρνητικές συνέπειες της σοφιστικής. Διδασκαλία με διάλογο
Συμμετέχοντας στον κοινωνικό προβληματισμό, που εγκαινιάστηκε ακριβώς στην εποχή του, ο Αντιφών διατύπωσε ανάμεσα σε άλλες και τις ακόλουθες σκέψεις: Φύση και νόμος είναι αντίθετα. Πολλά από εκείνα που αναφέρονται στο νόμο είναι αντίθετα με τη φύση («πολεμίως τη φύσει»). Τα φυσικά είναι αναγκαία και έμφυτα, τα του νόμου θετά και συμφωνημένα. Τα φυσικά είναι ελεύθερα και συμφέροντα για τη συντήρηση της ζωής, τα του νόμου είναι «δεσμά της φύσεως». Η φύση δεν διακρίνει Έλληνες και βαρβάρους, ελεύθερους και δούλους. Για την ευτυχία του ο άνθρωπος πρέπει να δίνει προτεραιότητα στο φυσικό δίκαιο έναντι του θετού δικαίου.
 
Άλλοι σοφιστές με ευρύτερη απήχηση στην κοινωνία της εποχής τους ήταν ο Πρόδικος, ο Θρασύμαχος, ο Κριτίας, που ασχολήθηκε πρώτος με τις μορφές των πολιτευμάτων, τις ανακαλύψεις και την ιστορία του πολιτισμού, και ο Ιππίας, ο «εγκυκλοπαιδιστής» της Σοφιστικής. Αυτός έγραψε εισαγωγές στη διαλεκτική, στη γεωμετρία, στην αστρονομία, στη μουσική, στη ρυθμική και καταπιάστηκε με προβλήματα θεωρίας της τέχνης, προϊστορίας και γλωσσολογίας.
 
Η σημασία της Σοφιστικής έγκειται στο ότι αυτή έφερε στο επίκεντρο της μελέτης τον άνθρωπο, τη γνώση και την πράξη του, έθεσε από την αρχή το γνωσιολογικό πρόβλημα, θεμέλιωσε τη διαλεκτική και τη λογική, εγκαινίασε την ψυχολογία, ενδιαφέρθηκε για τα κοινωνικά προβλήματα και μελέτησε την καταγωγή της γλώσσας, της τέχνης και του πολιτισμού γενικότερα. Η Σοφιστική όμως, πολεμώντας τη μυθοκρατική και τη δογματική σκέψη της παλαιότερης κοινωνίας, θεωρήθηκε ως ένα βαθμό υπεύθυνη για έντονα αντικοινωνικές τάσεις μηδενισμού και αμοραλισμού, μέσα σε μια γενικότερη αμφισβήτηση, ρευστότητα και αβεβαιότητα, που επέτεινε την ανάγκη να οριστούν οι έννοιες των πραγμάτων κατά το δυνατό πάνω σε βάση γενικότερα αποδεκτή. Μέσα από αυτήν την ανάγκη βγήκε ο Σωκράτης.

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Η ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Οι φιλόσοφοι, ιστορικοί του ανθρώπινου πνεύματος και συγγραφείς αναζήτησαν στην ανατολική σοφία της Ινδίας, στη θρησκεία της Αίγυπτου ή του Ζωροάστρη, να ρουν τις βαθύτερες ρίζες της ηρακλειτικής «μεταφυσικής», ενώ άλλοι προσπάθησαν να τη συλλάβουν μέσα στο φως των ελληνικών μυστηρίων. Ο Ηράκλειτος από την Έφεσο, ο επονομαζόμενος Σκοτεινός, κατέχει μια κεντρική θέση στο σύνολο της ελληνικής σκέψης και σ’ όλη ην παγκόσμια ιστορία της σκέψης. Ξεπερνάει τη Μιλήσια κοσμολογία, ενώ οι Ελεάτες αρχίζουν ένα διάλογο εναντίον του. Ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης εγκαινιάζουν η μεγάλη μάχη με τη σκέψη του. Οι στωικοί, οι σκεπτικοί, ίσως ακόμα κι οι κυνικοί, επαναλαμβάνουν – μετατρέποντάς τες – ορισμένες σκέψεις δικές του. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας τον δηλώνει χριστιανό. Ο Χέγκελ τον ξα- α-ανακαλύπτει και βεβαιώνει πως δεν υπάρχει ούτε μια φράση του Ηράκλειτου που δε θα τη δεχόταν στη δική ου Λογική. Ο Λένιν τον ανακηρύσσει πατέρα του διαλεκτικού υλισμού. Ο Κίρκεγκωρ αυτοαποκαλείται μαθητής ου Ηράκλειτου κι ο Νίτσε πιστεύει πως ο κόσμος, εφόσον αιώνια θα χρειάζεται την αλήθεια, θα χρειάζεται αιώνια τον Ηράκλειτο. Άλλοι υπογραμμίζουν τη σχέση ου Ηράκλειτου με τους φιλόσοφους της Αναγέννησης και με τον Πασκάλ, το Σπινόζα, τον Γκαίτε, το Χέλντερλιν, το Νοβάλις, to Σοπενχάουερ, τον Προυντόν, τον Μπερξόν, το Φρόυντ και το σουρεαλισμό. Τέλος, ο Χάιντεγγερ κάνει μια αποφασιστική στροφή προς αυτό τον πρώτο δυτικό στοχαστή…
 
1. Ο Ηράκλειτος καί η Ανατολή
Είτε προς την Ανατολή κοιτάζουμε, είτε προσπαθούμε να στηρίξουμε σ’ ένα θεμέλιο την παράδοση της Δύσης, ο Ηράκλειτος κάνει πάντα την εμφάνισή του. Ας επιχειρήσουμε ωστόσο. να βρούμε τον προσανατολισμό μας μέσα σ’ αυτό το πυκνό δάσος από σχέσεις.
 
Ποτέ δε γνώρισε μεγάλη επιτυχία η απόπειρα να βρεθούν δεσμοί ανάμεσα στον Ηράκλειτο και την Ινδία. Ο Masson Oursel βλέπει τον Ηράκλειτο «εξαιρετικά κοντά στην ινδικότητα». «εξαιτίας της απαισιόδοξης αντίληψης που έχει για το γίγνεσθαι» (2)· πιστεύει ακόμα πως ο Σοπενχάουερ κι ο Νίτσε, ο Μπερξόν κι ο Φρόυντ «μας προετοιμάζουν να κατανοήσουμε καλύτερα τις ινδικές μεθόδους» (ibid. σελ. 112). Ωστόσο, ούτε η θεία φωτιά των ύμνων της Βέδας ούτε η συμπαντική τάξη του κόσμου (το Δάρμα) και η γενική ροή της ύπαρξης (το Σάμσαρα), που μέσα του διαπλάθεται το Κάρμαν (το σύνολο των πράξεων που συνθέτουν το ανθρώπινο άτομο), δεν επιτρέπουν μιαν άμεση προσέγγισή τους με την ηρακλειτική αντίληψη του κοσμικού γίγνεσθαι, που δεν είναι άδειο αλλά πλήρες. Η διπλή όψη, καταστροφική και φιλάνθρωποι, του θεού Σίβα – θεία οντότητα που συμβολίζει το απόλυτο που είναι ανώτερο απ’ τις αντιφάσεις, γιατί αυτή η οντότητα εξοντώνει και δημιουργεί, τρομοκρατεί και παρηγορεί, ενσαρκώνει τον ερωτισμό και τον ασκητισμό και μ’ όλα τούτα φανερώνει την παντοδυναμία του φωτός – αυτή λοιπόν η διπλή όψη παραμένει στο βάθος ξένη στη συμπαντική θεότητα του Ηράκλειτου, στον οποίο τα αντίθετα ενώνονται αρμονικά. Για τον Εφέσιο, δικαιολογείται η ύπαρξη του κάθε τι που είναι· το κάθε τι που είναι, υπάρχει ακολουθώντας τη διαδικασία του συνεχούς ξεπεράσματος και συνεχώς μεταβάλλεται στη διάρκεια του γίγνεσθαι· ο κόσμος είναι η αέναη κίνηση κι όχι η αιώνια κενή ανάπαυση.
 
Ακόμα και πρόσφατα, ένας ινδός σοφός, ο Σρι Αουρομπίντο, επιχείρησε με το μικρό βιβλίο του για τον Ηράκλειτο (3) να υποστηρίξει ότι υπάρχουν αναλογίες ανάμεσα στην ηρακλειτική αντίληψη για τη φωτιά, το γίγνεσθαι, το ζευγάρωμα της ενότητας και της πολλαπλότητας, και στην αντίληψη των Βέδας, των Ουπανισάδ και του βουδισμού. Δυστυχώς, του διαφεύγουν οι βαθιές διαφορές που χωρίζουν αυτούς τους δύο κόσμους. Κι επειδή δεν έχει πραγματικά κατανοήσει την ηρακλειτική σκέψη, τη φωτίζει άλλοτε με το φως της ινδικής πνευματικότητας, κι άλλοτε με το φως του ορθολογιστικού επιστημονισμού του δέκατου ένατου ευρωπαϊκού αιώνα.
 
Μας επιτρέπει άραγε ο Ηράκλειτος να τον συνδέσουμε με την Αίγυπτο; Ο Paul Tannery εκθέτει μεταξύ άλλων και την άποψη πως η αιγυπτιακή θρησκεία είχε μια επίδραση στον Ηράκλειτο, επίδραση που αγωγός της δεν υπήρξαν οπωσδήποτε τα ελληνικά μυστήρια (Pour l’ histoire de la science hellene) (4). Ανακαλύπτει πολλές παραλληλίες: « ο Ηράκλειτος προσδιορίζει το αίτιο της διαδικασίας που ακολουθεί ο κόσμος σαν κάτι που έχει υλική μορφή, και στη μορφή αυτή δίνει το προβάδισμα: είναι η φωτιά που γίνεται φανερή με το θεό του ήλιου και που, όταν απλώνεται σ’ ολόκληρη τη φύση, υπέρτατα αδιόρατη, σχεδόν ασώματη, κατέχει τόσο το νου όσο και την κινητήρια εξουσία, δραστηριοποιεί όλα τα πράγματα· είναι η φωτιά που της αρέσει να κρύβεται πίσω από τα πιο ποικίλα προσωπεία καθώς και ν’ αποκαλύπτει τη θεία παρουσία της… Αυτός ο συμπαντικός θεός που τον λατρεύουμε με μυριάδες μορφές, συγγενεύει βέβαια πολύ περισσότερο με τον Φθα, τον κορυφαίο θεό της Μέμφιδας… παρά με το χωλό Ήφαιστο των Ελλήνων. Οι μεταφορικές εκφράσεις όπως: απόκρυψη, θάνατος, ύπνος, απόσβεση, και οι αντίθετες όπως: εμφάνιση, ζωή, ξύπνημα, κτλ., που σπάταλα χρησιμοποιεί ο Ηράκλειτος για να χαρακτηρίσει τα αντίθετα φαινόμενα… είναι κάτι που το βρίσκουμε και σε κάθε σελίδα του Βιβλίου των Νεκρών, σε κάθε στίχο των ύμνων της Αιγύπτου» (σελ. 184-185). «Η εικόνα του αιώνιου κι αναγκαίου για την αρμονία του κόσμου πολέμου, που στον Ηράκλειτο αποτελεί ένα λιγότερο αναμενόμενο σχήμα, φαίνεται ότι προέρχεται από τις όχθες του Νείλου όπου ο Ώρος (θεός του φωτός) ανανεώνει ακατάπαυστα τον αγώνα του εναντίον του Σηθ (θεού του σκότους), που πάντα κινείται αλλά ποτέ δεν εκμηδενίζεται» (σελ. 185). Εντούτοις, όλες αυτές οι παρομοιώσεις –  που δεν τελειώνουν εδώ –  είναι ελάχιστα πειστικές και μόλις που αγγίζουν το βάθος της πρωτογενούς και πρωτότυπης σκέψης του Ηράκλειτου.
 
Δελεαστική είναι κι η προσπάθεια που έγινε για να συνδέσουν τον Ηράκλειτο με το Ιράν. Παλιότερα, ο August Gladisch επέμενε, με τρόπο φανατισμένο, στον παραλληλισμό ανάμεσα στον Ζωροάστρη και τον Ηρά­κλειτο: Heraklitus und Zoroaaster. Eine Historische Untersuchung (5). Η θρησκευτική αποκάλυψη του προφήτη Ζωροάστρη (που υπήρξε και μια απ’ τις μεγαλύτερες μορφές του Νίτσε), που τα γάθα της Αβέστα του διατηρούν τη δυαδική και γνωστική θεωρία, έχει επηρεαστεί πολύ, σύμφωνα με την άποψη του γερμανού θρησκειολόγου, από τη διαλεκτική φιλοσοφία του Εφέsιοy. Η ιρανική αναπαράσταση μιας σύγκρουσης ανάμεσα στην καλή και φωτεινή δύναμη (Ωρυμάσδης) και στην κακή και σκοτεινή (Αριμάν) – σύγκρουση που διεξάγεται αέναα (Ζερβάνα Ακαράνα) και που συνιστά τον κόσμο, να ποιο είναι το νέο πρότυπο της σκέψης του Ηράκλειτου. Έτσι, ο Ιρανός κι ο Εφέσιος φωτίζονται από την ίδια φωτιά.
 
Ο Jean Przyluski κατασκευάζει μια άλλη εικασία: Οι Μάγοι και οι Μήδοι (6). Αυτός δεν αντιμετωπίζει τους τρεις μεγάλους πολιτισμούς, τον ινδικό, τον ελληνικό και τον ιρανικό, σαν ογκόλιθους με ζωντανές φλέβες, σαν αδιαπέραστα μορφικά απολιθώματα. Η Ινδία, η Ελλάδα και το Ιράν βρίσκονται σ’ επαφή, κι αυτός ο σύνδεσμος κι η αμοιβαία διάδοση των μύθων και των ιδεών γίνεται με τους Μάγους της διασποράς. τους Μάγους της Ανατολής και της Δύσης που προχωρούσαν μέσα στη Μικρά Ασία και εισχωρούσαν στην Ινδία. Οι Μάγοι αυτοί είναι Μήδοι· δεν είναι καθόλου ξαδέρφια των Περσών, προέρχονται όμως από έναν τουρανικό πληθυσμό που είναι ξένος στους κατοίκους του Ιράν. Οι Μάγοι λατρεύουν τη Φωτιά σαν θεότητα μοναδική και θεωρούν τον Ήλιο, που το μέταλλό του είναι χρυσάφι, σαν μία εκδήλωση της θείας φωτιάς. Πάνω σ’ αυτό τον κοινό παρονομαστή των μεγάλων ανατολικών πολιτισμών θα υψωθεί ο θρησκευτικός μονισμός· γιατί τον αρχαίο πολύ θεϊσμό τον αντικαθιστά συχνά στην Ινδία, την Ελλάδα και το Ιράν μια νέα τάξη που τη χαρακτηρίζει η παγκοσμιότητα μιας μοναδικής αρχής. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ιδεών ο Ηράκλειτος πιστεύεται πως είναι ο απαραίτητος κρίκος ανάμεσα στη θεολογία των Μάγων και στην πλατωνική και στωική φιλοσοφία, όλα αυτά όμως διατηρούνται μέσα στα όρια της τάξης ιστοριομορφικών κατασκευών και δεν αφορούν άμεσα την ιστορία της σκέψης.
 
Εξίσου δύσκολο είναι να υποστηρίξει κανείς την άποψη πως υπάρχει συγγένεια ανάμεσα στην ηρακλειτική σκέψη και σ’ ορισμένες μορφές της κινέζικης σκέψης. Η κινέζικη σκέψη μπορεί επίσης να συλλαμβάνει τις δύο οντότητες που πολεμούν μεταξύ τους μέσα στη Φύση: το γιάνγκ, το άρτιο ή το αρσενικό, το ζεστό και το φωτεινό, από τη μια μεριά, κι από την άλλη το γιν, το λειψό ή το θηλυκό, το κρύο και το σκοτεινό. Αυτές οι δύο αντιτιθέμενες δυνάμεις δηλώνουν τις ακαταστασίες ενός ρυθμού, του ρυθμού του γίγνεσθαι (γι), ρυθμού που είναι ταυτόχρονα κοσμικός, κοινωνικός και πολιτικός, και που αποτελεί την ουσία του Ταό, του «σωστού δρόμου». Ο Τσουάνγκ Τσέου, ταοϊκός στοχαστής του 4ου αιώνα, θεωρείται από τον Masson-Oursel (La Philosophic en Orient, σ. 143-144)ένας χεγκελιανός πριν από το Χέγκελ: και πράγματι, ο στοχαστής αυτός καταγγέλλει τη σχετικότητα του ναι και του όχι και διδάσκει την ταυτόχρονη σύλληψη των αντιθέτων, που αναβλύζουν μέσ’ από την ίδια μήτρα, απ’ την πηγή του συμπαντικού γίγνεσθαι. Αυτός ο κινέζος «ηρακλειτικός» αφήνει τη φλυαρία, τη λογομαχία, το κουβεντολόι και την ανάλυση στο χυδαίο κι απαιτεί απ’ το σοφό να εκφράζει και ν’ αγκαλιάζει την αλήθεια με μια κίνηση συνθετικής συγκέντρωσης. Παρ’ όλ’ αυτά, η κινέζικη σκέψη (κομφουκιανή, ταοϊκή ή εκλεκτική) παραμένει ανατολική κι ασιατική και δεν κατορθώνει – όπως το κατορθώνει ο Ηράκλειτος – να εγγράφει στο πραγματικό παγκόσμιο γίγνεσθαι.
 
Μπορεί να γίνει συσχετισμός του Ηράκλειτου και με τους Ιουδαίους; Στη μονογραφία που έγραψε για τον Ηράκλειτο ο Diels μιλάει για τον ιερατικό και προφητικό τόνο του Εφέσιου (7), χωρίς να προσθέτει τίποτα περισσότερο. Κανείς δεν αμφισβητεί το γεγονός πως οι προφήτες του Ισραήλ κι ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη εκφράζουν με τρόπο τραγικό το πάθος τους για το συμπαντικό και συλλαμβάνουν το μοναδικό κι υπερβατικό Θεό, που δεν απαιτεί να του κάνουν προσφορές, σαν μια συμπαντική διεκδίκηση δικαιοσύνης, που είναι το θεμέλιο του νόμου. Ο Ηράκλειτος όμως δεν είναι κανένας προφήτης του Θεού ή απόστολος της Αποκάλυψης. Ο Ηράκλειτος παραμένει στοχαστής, στοχάζεται τα φαινόμενα του κόσμου και συλλαμβάνει τη θεότητα με τέτοιο τρόπο οα να έχει κι η ίδια εμπλακεί στο συμπαντικό γίγνεσθαι.
 
Τι σημαίνουν όλοι αυτοί οι συσχετισμοί που έχουν βαλθεί ν’ αποδείξουν πως οι παράλληλοι συναντιόνται. Η Ανατολή κι η Δύση άσκησαν βεβαιότατα μια αμοιβαία επίδραση η μια στην άλλη, πολύ περισσότερο που φαίνεται αρκετά αυτονόητο πως είναι σχετικά κοινή η γεννήτρα της ευρασιατικής σκέψης. Είναι φανερό πως οι Έλληνες στοχαστές δεν πρέπει να τοποθετούνται σ’ ένα «απομονωτικό ξερονήσι»· ο ελληνικός κόσμος δεν υπήρξε κόσμος κλειστός και στην Έφεσο ιδιαίτερα έγιναν πολλές ανταλλαγές ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Ανατολή. Είναι όμως επίσης φανερό πως πρέπει κυρίως κάθε τι ελληνικό να ερμηνεύεται με τρόπο ελληνικό, υπολογίζοντας φυσικά – δηλαδή ιστορικά – τις διάφορες επαφές που επιτρέπεται να γίνονται.
 
Τα αληθινά προβλήματα αρχίζουν να παρουσιάζονται όταν περνάμε από τις ιστοριολογικές έρευνες στο έργο της φιλοσοφικής κατανόησης και ερμηνείας. Τι ακριβώς θέλησαν να καταδείξουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις δημιουργίας συγγενειών; Ο σκοπός που επιδιώκουν μπορεί να τοποθετηθεί σε τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι το επίπεδο μιας μελέτης των πραγματικών επιδράσεων που αυτή ή εκείνη η ανατολική χώρα μπορεί να άσκησε – με τη μεσολάβηση της ελληνικής βασικά θρησκείας – πάνω σ’ αυτόν ή σ’ εκείνον τον έλληνα στοχαστή, και συγκεκριμένα στον Ηράκλειτο. Το δεύτερο είναι το επίπεδο μιας μελέτης των σκέψεων και θεμάτων που είναι κοινά στην Ανατολή και την Ελλάδα. Τέλος, το τρίτο επίπεδο είναι μιας μελέτης των σχέσεων ανάμεσα στις ανατολικές σκέψεις και την ηρακλειτική σκέψη, λόγου χάρη· σχέσεων που διατυπώνονται εκ των υστέρων από μας. Γενικά, αυτά τα τρία επίπεδα συγχωνεύονται απ’ τους συγκριτικούς μελετητές που δε διακρίνουν με αρκετή διαύγεια μια πραγματική επίδραση που άσκησε η κοινότητα των θεμάτων ούτε την επίδραση που έχει μια προσέγγιση που γίνεται από τον ίδιο το σχολιαστή· αυτή η σύγχυση χαρακτηρίζει τόσο τις συγκρίσεις που γίνονται ανάμεσα στον Ηράκλειτο και σε κείνους που έζησαν πριν απ’ αυτόν, όσο και τις συγκρίσεις που σκοπό είχαν να βρουν την «επιρροή» που άσκησε ο Ηράκλειτος στους μεταγενέστερους.
 
Η πραγματική, και λίγο-πολύ άμεση, επίδραση είναι καταρχήν πολύ δύσκολο να αποδειχτεί και παραμένει πάντοτε αόριστη. Πώς μπορούμε στ’ αλήθεια να δείξουμε ότι ο Ηράκλειτος έχει υποστεί την τάδε ιδιαίτερη επίδραση; Η κοινότητα των σκέψεων και θεμάτων που έχουν μεταξύ τους στοχαστές διαφορετικών χωρών είναι πολύ συχνά πραγματική. Όσο για τον Ηράκλειτο, είναι ξεκάθαρο πως η εποχή του δεν είναι μονάχα η εποχή της χαραυγής του ελληνικού στοχασμού αλλά εντάσσεται σ’ ένα πολύ πιο γενικό ξύπνημα, το ξύπνημα του «συμπαντικού πνεύματος». Τη στιγμή που στην Ελλάδα κάνουν την εμφάνισή τους οι προσωκρατικοί, το Ισραήλ γνωρίζει τους Προφήτες, το Ιράν το Ζωροάστρη, η Ινδία τους Ουπανισάδ και τον Βούδα, η Κίνα τον Κομφούκιο και το Λάο Τσέου. Φυσικά, δεν πρέπει να μας διαφεύγουν οι θεμελιώδεις όσο και ειδικές διαφορές που παρουσιάζονται στο εσωτερικό αυτής της «κοινότητας». Όλες αυτές οι συγκεκριμένες εκφραστικές διαδικασίες δε φτάνουν παντού στον ίδιο βαθμό συμπαντικότητας και δεν έχουν την ίδια ιστορική – και –  παγκόσμια σπουδαιότητα.
 
Οι σχέσεις που εμείς δημιουργούμε ανάμεσα στους διάφορους στοχαστές μπορούν να είναι φαεινές, αρκεί να μην εκφυλίζονται ξεπέφτοντας στο επίπεδο ενός απλού παιχνιδιού κριτικής, παιχνιδιού που παίζεται από μια εξουθενωτική και στείρα, ιμπεριαλιστική και κουρασμένη πολυμάθεια. Στο σύνολό τους οι σχέσεις αυτές παραμένουν ενδιαφέρουσες, αν και δεν είναι αρκετό το φως που ρίχνουν σε κείνο που είναι πραγματικά ενδιαφέρον. Οι συσχετίσεις, για να είναι στ’ αλήθεια γόνιμες, πρέπει να προϋποθέτουν και μια ισάξια κατανόηση των σκέψεων που συγκρίνουν, κι αυτό συμβαίνει σπάνια. Γιατί το αληθινό βάθος της ηρακλειτικής σκέψης εξαφανίζεται κατά περίεργο τρόπο, όταν ορισμένοι μετατρέπουν αυτή τη δυνατή σκέψη και τα θέματα που ξεσηκώνει, σε θέματα αόριστα που καταπιάνονται με τη μέρα και τη νύχτα, με τον πόλεμο και την ειρήνη, με τη ζωή και το θάνατο. Τα ερωτήματα που θέτει αυτή η σκέψη και οι απαιτήσεις που επεξεργάζεται, δεν είναι – τουλάχιστον μ’ αυτή τη μορφή και μ’ αυτό το περιεχόμενο – τα ερωτήματα που θέτει η Αίγυπτος ή η Ινδία, η Κίνα ή το Ιράν. Αντίθετα από τη μεταφυσική θρησκευτικότητα της Ανατολής, η αφηρημένη σκέψη του Ηράκλειτου συλλαμβάνει το κάθε τι που είναι με το λόγο και τολμά να θέσει τα πιο ριζοσπαστικά ερωτήματα. Επιπλέον, η ηρακλειτική σκέψη, που συλλαμβάνει τη συμπαντική κίνηση, εγγράφεται στην πραγματική κίνηση της συμπαντικής σκέψης και, αντί να έχει «σταματήσει», όπως γίνεται με τις ανατολικές σκέψεις, συνεχίζει να είναι η κινητήρια δύναμη κι άλλων σκέψεων.
 
2. Ο Ηράκλειτος και η ελληνική σκέψη
Για τη σημασία που έχει η σκέψη του Ηράκλειτου στο εσωτερικό της ελληνικής φιλοσοφίας, είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε σ’ όλο το μάκρος των προηγούμενων κεφαλαίων. Στον Ηράκλειτο αντανακλάται, με μετατροπές, ο πολεμικός και ηρωικός αντίλαλος της ομηρικής εποποιίας. Ο Ηράκλειτος συντρίβει τα πλαίσια της θεογονίας του Ησίοδου και της εξαιρετικά προσγειωμένης ηθικής του αντίληψης, αντίληψης που βρίσκεται πολύ κοντά στο Έργα και Ημέραι. Τα ηθοπλαστικά και στυφά ρητά των εφτά σοφών δεν τον ικανοποιούν πια. Από την άλλη, οι χρησμοί των Δελφών και της Σίβυλλας τον σαγηνεύουν, κι αυτή η σαγήνη τον μαγεύει· ερεθίζουν επίσης τη σκέψη του και τα μυστήρια. Η απόπειρα που έγινε να ερμηνευτεί ο Ηράκλειτος με τον Ζωροάστρη και την ιρανική θρησκεία, επαναλήφθηκε για να ερμηνευτεί με τα μυστήρια. Το 1886, ο Ε. Pfleiderer καλούσε να γίνει κατανοητή Η φιλοσοφία του Ηράκλειτον στο φως της ιδέας των μυστηρίων. Ωστόσο, αυτή η αντιστροφή των όρων του προβλήματος είναι πραγματικά αντιηρακλειτική γιατί ο στοχαστής της Εφέσου είν’ εκείνος που φωτίζει τα θρησκευτικά μυστήρια· τα φωτίζει πολύ περισσότερο απ’ ό, τι εκείνα τον φωτίζουν. Και γι’ αυτό συντρέχει ένας λόγος παραπάνω: ότι τα μυστήρια «πραγμάτωναν», ασφαλώς, κι «εξέφραζαν» κάποια μεταφυσική, χωρίς ωστόσο να συνεπάγονται άμεσα «ιδέες» φιλοσοφικές ή φιλοσοφικά «δόγματα».
 
Ο Ηράκλειτος ξεπερνά κι αφήνει πολύ πίσω του όλους τους προκατόχους του κι η φλόγα που τον καίει μόνο με την αισχύλεια τραγωδία μπορεί να συγκριθεί. Μετά απ’ αυτόν, ο Θαλής κι ο Αναξιμένης εξαφανίζονται, ενώ ο ίδιος συμμερίζεται το αναξιμάνδρειο πάθος για το «άπειρο-απεριόριστο». Είναι απόλυτα σίγουρο πως πρέπει να επωφελήθηκε από τις πυθαγόρειες έρευνες πάνω στην αρμονία και το μέτρο. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος προηγείται και «προτρέχει» του Ηράκλειτου στο δρόμο της κριτικής της λαϊκής θρησκείας. Ο νέος λόγος δίνει τη μάχη εναντίον του παλιού μύθου. Ο Παρμενίδης μοιάζει να έρχεται μετά τον Ηράκλειτο. Τον πολεμάει όταν του αντιπαραθέτει την αληθινή γνώση ενός άφθαρτου όντος; Δεν έχουμε αρκετές πληροφορίες πάνω στην ανταλλαγή σκέψεων ανάμεσα στην Έφεσο και στην Ελέα. Όπως κι αν έχει, η παρμενιδική σκέψη παραμένει «αντίθετη» στη σκέψη του Ηράκλειτου, μολονότι διαλεκτικά συνδέεται μ’ αυτήν μ’ έναν τρόπο μάλλον «λογικό» παρά «ιστορικό» – αν επιτρέπεται να διακρίνονται έτσι αυτές οι δύο διαστάσεις –  στο επίπεδο του νοήματος. Η καθεμιά διατυπώνεται σαν λόγος που απαιτεί να τον αντικρούσουν. Αυτές οι δύο σκέψεις – αν και δε δημιούργησαν διάλογο που να τον κράτησαν με συνέπεια – παραμένουν δεμένες η μια με την άλλη και η καθεμιά, όταν εισχωρεί στην καρδιά της άλλης, παίρνει τη μορφή μιας άρνησης. Ο Εφέσιος βλέπει να υπάρχει μια βαθιά ένωση του Ενός και του Πολλαπλού, ενώ ο Παρμενίδης κι οι Ελεάτες βλέπουν σ’ αυτά τα δύο έναν αξεπέραστο ανταγωνισμό.
 
Ο Ηράκλειτος αποτελεί ένα βήμα μπροστά της επιστήμης του καιρού του ή μήπως σημειώνει μια οπισθοδρόμηση; Η ερώτηση είναι λιγότερα αθώα απ’, όσο φαίνεται γιατί αντικρίζει τη σκέψη και τη γνώση των Αρχαίων απ’ τη σκοπιά αυτού που εμείς, οι Σύγχρονοι, ονομάζουμε επιστήμη. Επιπλέον, είναι πάντα δύσκολο να χαράξει κανείς την πορεία της προόδου και της οπισθοδρόμησης, που είναι μια πορεία γεμάτη εναλλαγές και συνδυασμούς. Όπως ένας καβαλάρης, μπορεί κι ο στοχαστής να κάνει μερικά βήματα πίσω για να επιχειρήσει ένα καλύτερο άλμα, ή να πισωδρομήσει σ’ ένα σημείο και να προχωρήσει σ’ άλλα. Όσο τώρα για την ηρακλειτική σκέψη, το πρόβλημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο γιατί εκείνα τα χρόνια, η «μεταφυσική» και η «φυσική» είναι αξεδιάλυτα συγχωνευμένες. Είναι αλήθεια πως ο Ηράκλειτος δε δίνει ώθηση στην «επιστήμη» του καιρού του και πως εκφράζει μια επιθετική περιφρόνηση για οτιδήποτε είναι λεπτομερής έρευνα, παρατήρηση, τάση προς τη μαθηματική επιστήμη. Αντί γι’ αυτό, προχωρεί σε μεγάλο βαθμό τη σκέψη που πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά αυτών των ερευνών, δίνοντάς τους έτσι το πλήρες νόημά τους. Το δικό τους θεωρησιακό πάθος βρίσκεται σε ολοφάνερη αντίθεση μ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε επιστημονισμό· είναι αντίθετο επίσης και στην ανάπαυση στην οποία είναι προορισμένο να οδηγήσει ένα σύστημα γνώσεων που πιστεύουν πως είναι ολοκληρωμένες και τελειωτικές· η μόνιμη έγνοια του είναι ν’ ακολουθεί τη βασιλική οδό και γι’ αυτό καταδικάζει τα σοκάκια και τις ψευτολεωφόρους.
 
Ωστόσο, η συνοπτική και συνθετική διαλεκτική – που είναι περισσότερο κι από συνθετική αφού εξαρχής είναι συνολική – διατρέχει κινδύνους. Έχουμε ήδη διατυπώσει την άποψή μας πάνω στο θέμα της ερμηνείας της ηρακλειτικής σκέψης που έδωσαν πρώτα οι σοφιστές κι έπειτα οι σκεπτικοί, μιας ερμηνείας που και στις δύο περιπτώσεις είναι περιοριστική και η οποία έκανε το διαλεκτικό λόγο να γλιστρήσει προς το λογικισμό, το σχετικισμό και την εριστική. Μιλήσαμε ακόμη και για το ότι η σκέψη του Ηράκλειτου δεν έγινε, ως ένα σημείο, κατανοητή απ’ τον Σωκράτη, όπως ειρωνικά το ομολόγησε ο ίδιος.
 
Ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης πολέμησαν με πείσμα τον Ηράκλειτο· και το πείσμα τους αυτό ενισχύθηκε από το γεγονός πως οι πραγματικοί τους αντίπαλοι, αυτοί τους οποίους είχαν να καταπολεμήσουν, ήταν εκφραστές ενός εκφυλισμένου ηρακλειτισμού και δεν ήταν καθόλου φιλόσοφοι, αλλά σοφιστές. Η λύσσα του αγώνα τους έκανε να χάσουν απ’ τα μάτια τους το αληθινό φωτεινό βάθος της ηρακλειτικής σκέψης· κι όταν ακόμα το διέκριναν αμυδρά, εξακολουθούσαν ν’ αντιθέτουν σ’ αυτή την αρχαϊκή σκέψη τη δική τους μεταφυσική, που άνοιγε τα φτερά της για να κατακτήσει τον κόσμο.
 
«Τίποτα δεν είναι ένα, μήτε καθορισμένο μήτε χαρακτηρισμένο, μ’ οποιονδήποτε τρόπο. Όλα όσα λέμε πως είναι, γίνονται με τη φορά, την κίνηση και τη μίξη’ κι έτσι όπως το λέμε δεν είναι ορθό, γιατί τίποτα δεν είναι ποτέ αλλά πάντοτε γίνεται. Και πάνω σ’ αυτό συμφωνούν σύσσωμοι όλοι οι σοφοί, εκτός από τον Παρμενίδη: ο Πρωταγόρας κι ο Ηράκλειτος κι ο Εμπεδοκλής· από τους ποιητές, οι κορυφές των δύο ειδών της ποίησης, ο Επίμαρχος στην κωμωδία κι ο Όμηρος στην τραγωδία», γράφει ο ιδρυτής της Ακαδημίας στον Θεαίτητο (152d και e). Και λίγο παρακάτω βγάζει τα αναπόφευκτα συμπεράσματα, συμπεράσματα αναγκαία για κείνον που αντιπαραθέτει την κινητικότητα των αισθητών πραγμάτων (το φυσικό) στην ακινησία των νοητών ιδεών (το μεταφυσικό): «Αν όλα κινούνται, τότε κάθε απάντηση, για οποιοδήποτε θέμα κι αν τη δώσουμε, θα είναι εξίσου ορθή: και το να πούμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα και το να πούμε ότι δεν έχουν έτσι, ή, αν θέλεις, ότι δε γίνονται καθόλου έτσι, για να μην ακινητήσουμε τα ρεύματά μας, έστω και μόνο στα λόγια μας» (183α).
 
Ο Πλάτων, ωστόσο, που υπήρξε ο δημιουργός όχι μόνο της θεωρίας του χωρισμού αλλά και της θεωρίας της συνεργασίας των δύο κόσμων, και που δεν είναι μόνον ο ιδρυτής του πλατωνισμού, μπόρεσε «να συλλάβει» αυτό που αποτελεί την αλήθεια του ηρακλειτικού γίγνεσθαι – δηλαδή το λόγο -, χωρίς όμως την ανακάλυψη αυτή να την αποδίδει στον Ηράκλειτο. Πράγματι, διαβάζουμε στον Κρατύλο (412d): «Όσοι πιστεύουν ότι το Σύμπαν βρίσκεται σε κίνηση, νομίζουν πως σχεδόν όλα δεν είναι άλλο από κίνηση και πως όλα αυτά τα διαπερνάει από τη μια άκρη ως την άλλη κάτι που κάνει να γίνεται το κάθε τι που γίνεται. Αυτό το κάτι είναι πολύ γρήγορο κι αδιόρατο, αλλιώς δε θα μπορούσε να διασχίσει το κάθε τι που είναι, αν δεν ήταν αρκετά αδιόρατο, ώστε τίποτα να μην μπορεί να το σταματάει κι αρκετά γρήγορο, ώστε δίπλα σ’ αυτό να μοιάζουν όλα τα υπόλοιπα ακίνητα».
 
Ο ιδρυτής του Λυκείου γράφει με τη σειρά του: «Δε θα λένε πια οι ηρακλειτικοί ότι τα όντα είναι ένα πράγμα αλλά ότι είναι μηδέν, κι οι έννοιες της ποιότητας και της ποσότητας θα ταυτιστούν», (Φυσικά, I, 2, 1856). Ο Αριστοτέλης, που πάντα φροντίζει να ξεχωρίζει την απλή αίσθηση απ’ τη νοητική γνώση, και υπεράσπιζες με δριμύτητα το απαραβίαστο της λογικο-οντολογικής αρχής της μη αντίφασης, κατακεραυνώνει τον Ηράκλειτο (και ιδιαίτερα τους ηρακλειτικούς) που «ξεπέρασε» αυτή την αρχή πριν ακόμη τεθεί: «Μερικοί πιστεύουν σ’ αυτό που νομίζουν, όσο άλλοι σ’ αυτό που ξέρουν παράδειγμα ο Ηράκλειτος» (Ηθικά Νικομάχεια, VII,5, 1147). Κι ακόμα:
 
 «Μερικοί φτάνουν στο σημείο να λένε πως η κίνηση δεν ανήκει σε μερικά όντα μόνο κι όχι στα άλλα, μα σ’ όλα τα όντα και πάντοτε, με τη μόνη διαφορά ότι αυτό διαφεύγει από την αίσθησή μας» (Φυσικά, VIII, 3, 2536).
 
Παρ’ όλ’ αυτά, ο Σταγειρίτης, που στοχάστηκε σαν διαλεκτικός την κίνηση και το πέρασμα από τη δύναμη στην πράξη, μπόρεσε επίσης να διακρίνει την αληθινή ενότητα και συνοχή της ηρακλειτικής σκέψης, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούσε να προβάλλει πάνω σ’ αυτή τη σκέψη τις διακρίσεις: αισθήσεις – λογική, ακινησία – κίνηση. «Όλα γεννιούνται και παρέρχονται, τίποτα σταθερό δεν υπάρχει- μόνο ένα πράγμα παραμένει κι αυτό βρίσκεται στη βάση όλων αυτών των φυσικών μεταβολών: μάλλον αυτό φαίνεται ότι θέλει να πει, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος», διαβάζουμε στο Περί Ουρανού (III. 1. 2986).
 
Πολλά θέματα του Ηράκλειτου τα ξαναπαίρνουν οι στωικοί και προσπαθούν να τα αναπτύξουν σ’ ένα πλαίσιο επίσης ηρακλειτικό. Εντούτοις, αλλάζουν το βαθύ νόημα της σκέψης του αναπτύσσοντας την με τον τρόπο που αυτοί νομίζουν αρπάζονται με τέτοιο τρόπο απ’ αυτή τη σκέψη και καταφέρνουν να την κάνουν τόσο έντονα στωική (μας δόθηκε πολλές φορές η ευκαιρία να το πούμε αυτό), ώστε, στην πραγματικότητα, αναδημιουργούν αυτή τη σκέψη κατ’ εικόνα δική τους και για δική τους χρήση. Κληροδοτούν έτσι στους μεταγενέστερους μια στωική άποψη του Ηράκλειτου, άποψη που μας τη μεταφέρουν οι περισσότερες δοξογραφικές μαρτυρίες, και πρώτα του Διογένη του Λαέρτιου και του Αέτιου. Για να καταλάβουμε σωστά αυτές τις μαρτυρίες δεν έχουμε παρά να τις «αποστωικοποιήσουμε». Γενικά, οι στωικοί σπρώχνουν την ενωτική και κοσμική αντίληψη του Ηράκλειτου προς μια φιλοσοφία που άξονάς της είναι η αυτοσυνείδηση και στην οποία πρωταρχική θέση έχει η ηθική μέριμνα. Προσπαθούν να ξαναβρούν το συνολικό νόημα του Κόσμου, η σκέψη τους όμως είναι ήδη χωρισμένη σε λογική, φυσική και ηθική.
 
Ο υπέροχος Ύμνος στον Δία τον Κλεάνθη (D. C4), μολονότι αποκαλύπτει μια ισχυρή κοσμική θρησκευτικότητα, δεν εκφράζει πια άμεσα τον ποιητικό ρυθμό του κόσμου απ’ τον οποίο ούτε κι η ίδια η θεότητα δεν μπορεί να ξεφύγει.
 
Καμία ξεκάθαρη ηρακλειτική επίδραση δεν μπορούμε να βρούμε στη «δοξασία» των κυνικών. Ταυτίζουν, ασφαλώς, κι αυτοί το καλό και το κακό, αν και το κάνουν μέσ’ από μια προοπτική ουσιαστικά διαφορετική από εκείνη του Ηράκλειτου. Σ’ αυτούς, η πληρότητα της αφηρημένης σκέψης φτωχαίνει και η βασική τους έγνοια είναι ηθική, εφόσον η ηθική έχει γίνει μια σχεδόν αυτόνομη εξουσία.
 
Μπορεί να συλληφθεί καθαρά η σχέση που θα ένωνε τον Ηράκλειτο με το Φίλωνα τον Αλεξανδρέα και με τον Πλωτίνο: Ο Φίλων ο Εδραίος, στο εκτενές έργο του που είναι γεμάτο αλληγορικά σχόλια κι ερμηνείες της Βίβλου, ξαναζωντανεύει πολλά πλατωνικά, στωικά και σκεπτικά θέματα. Οι δικές του βασικές ιδέες απέχουν πολύ από τη σκέψη του Ηράκλειτου· ο υπερβατικός Θεός που δεν έρχεται σ’ επικοινωνία με τον Κόσμο παρά μόνο με μεσάζοντες, κι ο Λόγος, γιός του Θεού. που είναι αυτό το μεσάζον ον, αποκαλύπτουν ένα ιεραρχικό όραμα του κόσμου, όραμα που έχει πολλές αντιθέσεις με τη σκέψη του Ηράκλειτου – που στόχος της είναι η θεμελιακή ενότητα του Κόσμου που συνεπάγεται το Λόγο.
 
Ο Πλωτίνος αναφέρει σαν δάσκαλό του τον Πλάτωνα, χρησιμοποιεί όμως και τις σκέψεις των στωικών. Περισσότερο όμως μεταχειρίζεται την ελληνική φιλοσοφική παράδοση (η οποία έχει ήδη συναντηθεί με τη χριστιανική πίστη) για να εκφράσει με τη δική του μυστικιστική γλώσσα τη μεγαλειώδη μεταφυσική του. Δεν είναι λοιπόν εύκολο να συλλάβει κανείς τα γνήσια ηρακλειτικά στοιχεία αυτού του επιβλητικού οικοδομήματος· ίσως είναι πιο εύκολο να δει τις διαφορές που χωρίζουν αυτούς τους δύο στοχαστές με την αφηρημένη σκέψη: ο ένας ξεδιπλώνει μια τραγική και δραστήρια θεώρηση, ο άλλος μια θεώρηση ειρηνική, αν όχι παθητική, εφόσον η ανώτερη αρχή, το ον αυτό καθαυτό, διατηρείται αμετάλλαχτο.
 
αμετακίνητο και τέλειο. Για τον Ηράκλειτο, «ο δρόμος που ανεβαίνει κι ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ο ίδιος», ενώ για τον Πλωτίνο, το ανώτερο παραμένει ξεχωριστό απ’ το κατώτερο· για τον Ηράκλειτο, η κορυφαία προσπάθεια συνίσταται στο να σκέφτεται κανείς διαλεκτικά την ενότητα των σπαρασσόμενων αντιθέσεων, ενώ για τον ιδρυτή του νεοπλατωνισμού, η ειρήνη βρίσκεται τελικά στην έκσταση. Ο ένας σκέφτεται με όρους που έχουν σχέση με τη διαδικασία, μια διαδικασία όπου η σκέψη δεν ξεχωρίζει απ’ την ύλη· ο άλλος σκέφτεται με όρους που έχουν σχέση με την πορεία, μια πορεία πο\> στο τέρμα της βρίσκεται η ύλη, η οποία είναι μια υπόσταση υποτιμημένη σε σχέση με την υπόσταση του Νου.
 
Ο χριστιανισμός, όταν έγινε δόγμα, προσπάθησε να προσεταιριστεί τον Ηράκλειτο. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, με στήριγμά του τη φλόγα της απολογητικής του προσπάθεια; και με τη σκέψη πως «ό, τι ποτέ ειπώθηκε αληθινό, είναι δικό μας», θεωρεί τον Ηράκλειτο (Απολογία, I, 46) ένα χριστιανό που έζησε πριν απ’ τον Χριστό, ένα χριστιανό που «εν μέρει» μόνο γνώρισε τον Χριστό. Έτσι, επιχειρεί τον εκχριστιανισμό του Ηράκλειτου. Αυτό το είδος της προσπάθειας θα γνωρίσει αρκετά μεγάλη επιτυχία σ’ όλη τη διάρκεια των χριστιανικών αιώνων, αν κι ο χριστιανισμός – «λαϊκός πλατωνισμός» και συνάμα νέο άνοιγμα και κλείσιμο – δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τους πρώτους έλληνες στοχαστές. Ο λόγος του Θεού απ’ τον οποίο εμπνέεται ο άγιος, δε μας επιτρέπει με κανένα τρόπο να τον συνδέσουμε με τον ηρακλειτικό λόγο που είναι πέρα για πέρα παγανιστικός. Βέβαια, ο κόσμος απαιτεί πάντα να τον κατανοούμε- οι Έλληνες τον κατανοούσαν με τη βοήθεια του λόγου και οι χριστιανοί με τη βοήθεια του λόγου του Θεού. Η νέα περίοδος που ανοίγει με το χριστιανισμό κόβει τις γέφυρες που τη συνδέουν με την προηγούμενη και μόνο πολύ αργότερα καταφέρνει να ξανασυνδεθεί εν μέρει (και μεροληπτικά) με την ελληνική σκέψη.
 
Ο Λόγος του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου – που γράφτηκε στην πατρίδα του Ηράκλειτου –  είναι η αρχή, δηλαδή ο Θεός, ανήκει όμως στην καινούργια φύση της αντίληψης του κόσμου. Τώρα ο κόσμος γίνεται το θέατρο της θείας δραστηριότητας που δημιούργησε αυτό το «θέαμα» και δεν είναι πια ο τόπος της κοσμικής τραγωδίας που αποκαλύπτεται στα μάτια των ανθρώπων. Ο λόγος του ευαγγελιστή κάνει να υπάρχουν όλα όσα υπάρχουν κι ενσαρκώνεται· ο λόγος του Ηράκλειτου ενυπάρχει εξαρχής σε κάθε τι που είναι σε γίγνεσθαι.
 
3. Ο Ηράκλειτος και η σύγχρονη σκέψη
Ο Ηράκλειτος δε συνδέθηκε μόνο με τις διάφορες ανατολικές σκέψεις, με τη συνολική πορεία της ελληνικής φιλοσοφίας κι έπειτα με το χριστιανισμό, αλλά είναι κι αυτός που, περισσότερο από κάθε άλλον, γονιμοποίησε τη σύγχρονη σκέψη. Μπορούμε να τον συνδέσουμε με τις μεγάλες φιλοσοφικές μορφές της Αναγέννησης; Ο Νικόλαος ο Κουζάνος διατύπωσε την αρχή της COINCIDENTIA OPPOSITORUM, της σύμπτωσης των αντιθέτων, στην DOCTA IGNORANTIA: αυτή η σύμπτωση των αντιθέτων, λόγου χάρη η σύμπτωση του τόξου και της χορδής, είναι η αρχή της νοητικής γνώσης, ενώ η αρχή της αντίφασης είναι η αρχή της λογικής γνώσης. Το χάσμα όμως είναι τεράστιο ανάμεσα στην παγανιστική διαλεκτική του στοχαστή και τη χριστιανική διαλεκτική του θεολόγου. Το σύμπαν του λόγου του Τζιορντάνο Μπρούνο απέχει επίσης πολύ από το σύμπαν του Ηράκλειτου, παρά το πολλά σημεία επαφής. Ο εκλεκτικός θεοκεντρισμός του Ιταλού ανήκει σ’ έναν κόσμο διαφορετικό από τον κόσμο του έλληνα στοχαστή.
 
Ο Jacob Boehme, βαθύς διαλεκτικός στοχαστής, σκέφτεται μ’ έναν ολότελα ηρακλειτικό τρόπο πως «όλα γεννιούνται με τη σύγκρουση… εφόσον ο Θεός είναι η ενότητα της φωτιάς και του σκότους, της οργής και της αγάπης, του καλού και του κακού». Ωστόσο, δε μας αφήνει να το συνδέσουμε απευθείας με τον Ηράκλειτο.
 
Ο Montaigne αναφέρεται κι αυτός ρητά στον Ηράκλειτο, κι ένα κεφάλαιο των Δοκιμών ασχολείται με το θέμα Περί Δημοκρίτου και Ηράκλειτου. Γνώρισε όμως τον αληθινό Ηράκλειτο; Αμφιβάλλουμε. Το πιθανότερο είναι πως ο Ηράκλειτος που πρέπει να γνώρισε ο Montaigne είναι ένας Ηράκλειτος με μεγάλη δόση στωικισμού και εκλαϊκευμένος. Αυτό που κυρίως βλέπει ο δοκιμιογράφος, είναι ένα κλαμένο πρόσωπο φιλοσόφου, και μπορούμε να πούμε ότι του διαφεύγει η αληθινή και τραγική ηρακλειτική σκέψη· η αστάθεια, ο κλονισμός, οι αλλαγές που περιγράφει είναι βασικά ψυχολογικές πραγματικότητες που συλλαμβάνονται από μια αυτοσυνείδηση πολύ στωική, σκεπτική κι εκλεκτική.
 
Αν ο Montaigne απομακρύνεται απ’ τον Ηράκλειτο εξαιτίας του ίδιου του του στωικισμού, ο Πασκάλ – παρ’ όλη του τη δυναμική και τραγική αποσπασματική διαλεκτική της ολότητας – δεν τον ανταμώνει ούτε αυτός, και γι’ αυτό φταίει ο χριστιανισμός του. Συχνά τονίστηκε η συγγένεια του Ηράκλειτου με το Σπινόζα από εκείνους που όταν μιλούν τόσο για τον ένα όσο και για τον άλλο χρησιμοποιούν τους όρους: αντικειμενικός ιδεαλισμός, μονισμός, πανθεϊσμός. Όμως, αυτοί οι όροι, όροι σχολαστικοί, ελάχιστα μας βοηθούν να καταλάβουμε την αληθινή ταυτότητα της καθεμιάς απ’ αυτές τις δύο σκέψεις, που έχουν και οι δύο τόσο βαθιά αναπτυγμένη την αίσθηση της κοσμικής ολότητας, αν και η σπινοζική φιλοσοφία δεν είναι μια σκέψη του εν γίγνεσθαι είναι.
 
Ο Χέγκελ είναι ο πρώτος που ανακαλύπτει την αληθινή σπουδαιότητα της προσωκρατικής γενικά σκέψης, και ιδιαίτερα του Ηράκλειτου. Το κεφάλαιο για τον Ηράκλειτο στα Μαθήματα πάνω στην ιστορία της φιλοσοφίας του Χέγκελ, μετά τη μονογραφία του Schleiermacher (Heracleitos, Berlin, 1807), αποτελεί την πραγματική έναρξη της συζήτησης. Ο Ηράκλειτος θεωρείται ο δημιουργός μιας διαλεκτικής φιλοσοφίας που με τη σκέψη συλλαμβάνει το ακατάπαυστο γίγνεσθαι της ολότητας· η αρνητικότητα είναι το κίνητρο του γίγνεσθαι και η αλήθεια του απόλυτου και του άπειρου αποκαλύπτονται με την ενότητα των αντιθέτων. Ο Χέγκελ είναι ασφαλώς ηρακλειτικός στοχαστής, είναι όμως τέτοιος επειδή είναι ο δημιουργός της δικής του φιλοσοφίας, η οποία συλλαμβάνει την πορεία της Ιδέας προς τη Φύση και την Ιστορία τον Πνεύματος μ’ έναν τρόπο που δεν μπορούσε να είναι τρόπος του Ηράκλειτου. Εντούτοις, ο χεγκελιανός λόγος ξαναπιάνει συνειδητά το διάλογο με τον ηρακλειτικό λόγο.
 
Ο Ferdinand Lassalle, πάνω στα χνάρια του δασκάλου του αλλά πολύ λιγότερο ιδιοφυής από κείνον και πολύ φλύαρος, επιχειρεί να δώσει μια εικόνα της χεγκελιανής θέσης σ’ όλη της την έκταση και σ’ όλο της το πλάτος, υπερθεματίζοντας. Στον Ηράκλειτο αφιερώνει μια τερά­στια μονογραφία που στηρίζεται πάνω σε μια ευρυμάθεια ως προς τις αρχαίες μαρτυρίες. Ο Ηράκλειτος θεωρείται σαν αυτός που σημάδεψε με το στίγμα του τη μεταβατική στιγμή από την ιωνική φιλοσοφία της Φύσης στην αναξαγόρεια θεωρία του Νου και συνδέει τον Ηράκλειτο απευθείας με τον Αναξίμανδρο. Το ουσιώδες στον Ηράκλειτο, γράφει κι επαναλαμβάνει ακαταπόνητα ο Lassalle, είναι ότι μ’ αυτόν συλλαμβάνεται για πρώτη φορά η τυπική αρχή της ιδέας της αφηρημένης σκέψης γενικά, κι αυτή η αρχή είναι η ενότητα των αντιθέτων σαν διαδικασία. Αυτή η διαδικασία – το γίγνεσθαι, η κίνηση, η αρνητικότητα – δε συλλαμβάνεται σε καμιά περίπτωση, με τη βοήθεια της αναπαράστασης (Vorstellug) σαν αλλαγή, αλλά σαν έννοια (Begriff). Η φωτιά, ο χρόνος, το ποτάμι και ο πόλεμος αποκαλύπτουν όλα αυτή την ενότητα του είναι και του μη είναι κι αποτελούν εικόνες της σκέψης που εκφράζει μια ενωτική πολλαπλότητα, μια ολότητα. Ο χαρακτήρας αυτής της φιλοσοφίας είναι αυστηρά αντικειμενικός, η φιλοσοφία για πρώτη φορά αποτελεί ένα πραγματικό σύστημα. Η αντικειμενική διαλεκτική κάνει την εμφάνισή της μόνο με τον Ηράκλειτο, γιατί σ’ αυτόν το ίδιο το αντικείμενο συνιστά αυτή τη διαδικασία όπου τα αντίθετα – που είναι πάντοτε ταυτόσημα – έρχονται το ένα αντιμέτωπο με το άλλο (8).
 
Ο Μαρξ, που δεν αποσαφήνισε τη σχέση της δικής του διαλεκτικής με τη διαλεκτική του Ηράκλειτου, γράφει την 1η Φεβρουάριου 1858 στον Ένγκελς, γι’ αυτό το βιβλίο, πως « ο Lassalle προσπάθησε, φαίνεται, να ξεκαθαρίσει για τον εαυτό του την χεγκελιανή λογική εφαρμόζοντας την στον Ηράκλειτο και δεν κουράζεται καθόλου να ξαναπιάνει συνεχώς απ’ την αρχή αυτή τη διαδικασία. Εντούτοις, δεν πρόσθεσε τίποτα το ουσιαστικά καινούργιο σ’ αυτά που έλεγε ο Χέγκελ για τον Ηράκλειτο στη δική του «Ιστορία της Φιλοσοφίας» (9). Η κριτική αυτή έχει το νόημά της, γιατί στον Πρόλογο της δεύτερης γερμανικής έκδοσης του Κεφάλαιου ο Μαρξ γράφει: «Η δική μου διαλεκτική μέθοδος όχι μόνο διαφέρει στη βάση της από τη χεγκελιανή, αλλά είναι και το ακριβώς αντίθετό της. Για το Χέγκελ, η κίνηση της σκέψης, που την προσωποποιεί αποκαλώντας την ιδέα, είναι η δημιουργός της πραγματικότητας, η οποία δεν είναι άλλο από τη φαινομενική μορφή εκείνης της ιδέας. Για μένα, αντίθετα, η κίνηση της σκέψης δεν είναι παρά η αντανάκλαση της πραγματικής κίνησης που έχει μεταφερθεί και μεταποιηθεί μέσα στο μυαλό του ανθρώπου» (10). Μελετώντας την κίνηση του χρήματος ή την κυκλοφορία των προϊόντων. στο πρώτο βιβλίο του Κεφάλαιου, προκειμένου να ρίξει φως στη διαδικασία που θέλει ν’ αναλύσει – τη μετατροπή του προϊόντος σε χρήμα και τη μετατροπή ξανά του χρήματος σε προϊόν – ο Μαρξ αναφέρεται ρητά στο ηρακλειτικό απόσπασμα που μιλάει για τις ανταλλαγές της φωτιάς οι οποίες μοιάζουν με τις ανταλλαγές που γίνονται ανάμεσα στο χρυσάφι και στα προϊόντα (11). Πράγματι, το απόσπασμα 90 μας λέει πως «τα πάντα ανταλλάσσονται με τη φωτιά κι η φωτιά με τα πάντα, όπως ακριβώς τα πράγματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα πράγματα». Ο Μαρξ όμως δε μας λέει τίποτα περισσότερο για την ίδια τη σκέψη του Ηράκλειτου, ενώ αφιέρωσε τη διδακτορική του διατριβή στη Διαφορά της φιλοσοφίας της φύσης στον Δημόκριτο και τον Επίκουρο· ο ηρακλειτικός «υλισμός», τον οποίο προβάλλει, συναντιέται με τη δική του οικονομική και υλιστική θεωρία της πρακτικής, εργατικής και παραγωγικής δραστηριότητας των ιστορικών ανθρώπων που δημιουργούν όλα τα πράγματα με τη δουλειά, και δε μας επιτρέπει να μιλήσουμε για μια οντολογικά υλιστική ερμηνεία της ηρακλειτικής σκέψης (σύμφωνα με την οποία η ύλη θα ήταν η ουσία του κόσμου)(12).
 
Ο Λένιν, απ’ τη μεριά τον, θεωρεί τον Ηράκλειτο πατέρα του διαλεκτικού υλισμού και το απόσπασμα 30 – «αυτό τον κόσμο ούτε κανείς θεός ούτε κανένας άνθρωπος τον έφτιαξε, αλλ’ ήταν πάντα και είναι και θα είναι αιώνια φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο» – το βλέπει σαν μια «πολύ καλή παρουσίαση των αρχών του διαλεκτικού υλισμού» (13). Την άποψη αυτή την προσυπογράφει και ο Στάλιν παραθέτοντας τη φράση αυτή του Λένιν στην Ιστορία του κομμουνιστικού (μπολσεβίκικου) κόμματος της Ε.Σ.Σ.Δ., στο κεφάλαιο που αφιερώνει στο διαλεκτικό υλισμό και στον ιστορικό υλισμό, που είναι η «γενική θεωρία του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος» (14).
 
Οι άλλοι μαρξιστές, οπαδοί του επιστημονικού ή του εκχυδαϊσμένου μαρξισμού, μολονότι εξακολουθούν να παραπέμπουν στον Ηράκλειτο και στο Χέγκελ, δεν προχώρησαν και πολύ προς την κατεύθυνση της κατανόησης και της επικαιροποίησης της ηρακλειτικής σκέψης. Κι αυτό γιατί ο Ηράκλειτος δεν ξεχωρίζει καθόλου τη σκέψη από την ύλη κι έτσι δεν είναι ούτε ιδεαλιστής ούτε υλιστής· σκέφτεται το συνολικό κόσμο που αφ’ εαυτού του συνεπάγεται το λόγο του συμπαντικού γίγνεσθαι. Όλες οι κοινωνιολογικές ερμηνείες της σκέψης του Ηράκλειτου (που δεν διατυπώθηκαν, άλλωστε, ποτέ με σαφήνειά) παραμένουν επιμέρους ερμηνείες γιατί δεν φτάνουν στη σύνολη σκέψη, μια σκέψη που είναι ασφαλώς δεμένη με την ιστορία του καιρού του. Όσο για την ιδεολογική κριτική του Λούκατς για τον Ηράκλειτο, απ’ τη σκοπιά τον προλεταριάτου, στη μελέτη του Πραγματοποίηση και συνείδηση του προλεταριάτου που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ιστορία και ταξική συνείδηση (15), η κριτική αυτή αποκαλύπτει μια σχεδόν πλήρη παρεξήγηση της ηρακλειτικής σκέψης που συλλαμβάνει την ενότητα του είναι και του γίγνεσθαι. Το να λέει κανείς otl στο χώρο του Ηράκλειτου, που είναι χώρος της θεωρίας και της αφηρημένης σκέψης, τα φαινόμενα διατηρούνται ακινητοποιημένα και πραγματοποιημένα και πως το ίδιο το γίγνεσθαι παραμένει μια αμετάλλαχτη ουσία, επειδή ο Ηράκλειτος δεν μπορούσε να συλλάβει υλιστικά και πρακτικά το κοινωνικό είναι του καιρού του και το γίγνεσθαι της ιστορίας. είναι κάτι που έχει να κάνει με την ιστορία της ιδεολογίας κι όχι με την ιστορία της σκέψης, που, διαφορετικά, θα ’πρεπε να είναι πιο ιστορική και πιο στοχαστική.
 
Οι στοχαστές και οι πολιτικοί δεν ήταν οι μόνοι που στράφηκαν προς τον Ηράκλειτο. Το ίδιο έκαναν, και μάλιστα επίμονα, και οι ποιητές. Την ίδια εποχή με το Χέγκελ – που δήλωνε πως ήταν φιλόσοφος της Waltanschaung του Γκαίτε – ο Γκαίτε ξαναπιάνει το διάλογο με τους προσωκρατικούς. Ο άνθρωπος της Βαϊμάρης, προσπαθώντας πάντα να αποφύγει το δυϊσμό που αντιθέτει την υπέρβαση του πνεύματος και την ενύπαρξη της ύλης, δίνει πράγματι με ορισμένους αφορισμούς του δείγματα κάποιας εκλεκτικής συγγένειας με τον Ηράκλειτο. «Και δε θα κολυμπήσεις για δεύτερη φορά στο ίδιο ποτάμι… Το Ένα είναι επίσης και τα Πάντα… Όλη η τραγικότητα στηρίζεται σε μια αξεπέραστη αντίφαση… Η ταυτότητα κι η διαφορά μας δίνονται ταυτόχρονα… Κάθε λέξη που προφέρεται προκαλεί το αντίθετό της… Το συμπαντικό και το ιδιαίτερο συμπίπτουν το ιδιαίτερο είναι το συμπαντικό που εμφανίζεται υπό διαφορετικές συνθήκες… Το ίδιο μου το όραμα είναι μια σκέψη κι η σκέψη μου ένα όραμα» (16).
 
Ο Χέλντερλιν και ο Νοβάλις – όπως ο Χέγκελ κι ο Γκαίτε – οδεύουν κι αυτοί προς τις ηρακλειτικές πηγές; Ακόμα και στο βαθμό που τείνουν προς αυτές, δε μας επιτρέπουν να τις συνδέσουμε άμεσα με τον Ηράκλειτο. Βέβαια, η ποίησή τους είναι τραγική, επιχειρεί να εναρμονίσει τα αντίθετα και υμνεί τη μεγάλη σύγκρουση. Βέβαια, ξέρουν πως η θεότητα έχει εμπλακεί στο γίγνεσθαι του κόσμου και τα μάτια τους ξέρουν να κοιτάζουν τα παιχνίδια των φωτοσκιάσεων. Ο ποιητικός τους λόγος όμως αλλοιώνει σε μεγάλο βαθμό τον αντίλαλο της ηρακλειτικής φωνής.
 
Την ίδια αλλοίωση αυτού του αντίλαλου προκαλεί με τη σειρά του κι ένας ποιητής καθαρά μοντέρνος, ο Αντρέ Μπρετόν αφού προσπάθησε να συνδεθεί με τον Ηράκλειτο, το Χέγκελ. τους γερμανούς ρομαντικούς και το Φρόυντ. Ανακηρύσσει τον Ηράκλειτο «πρώτο υπερρεαλιστή» εξαιτίας της διαλεκτικής του και πρώτο πρόδρομο του μαύρου χιούμορ (17). Όταν η σκέψη του Ηράκλειτου περνάει από τέτοιους δρόμους, αποκαλύπτεται η ένταση της ποιητικής ακτινοβολίας της, δεν καταφέρνουν όμως όλοι να πειστούν για την «αλήθεια», ακόμα και για τη νομιμότητα, διεκδικήσεων σαν αυτή του Μπρετόν. Η διαθλασμένη ποιητική ακτινοβολία του ηρακλειτικού λόγου εκδηλώνεται στο έργο κι άλλων σύγχρονων ποιητών, που επανέρχονται συνειδητά κι εσκεμμένα σε ορισμένα ηρακλειτικά θέματα: σ’ αυτού του είδους την ενέργεια προβαίνουν, λόγου χάρη, ο Τ.Σ. Έλιοτ κι ο Ρενέ Σαρ. Ο Ρενέ Σαρ μάλιστα φτάνει ως το σημείο να γράψει: «Ο Ηράκλειτος τονίζει την ενθουσιαστική σύζευξη των αντιθέτων. Στην ποίηση, τη στιγμή της συγχώνευσης των αντιθέτων αυτών, συμβαίνει να ξεπροβάλλει ένας κοινός στόχος ακαθόριστης προέλευσης, που η διαλυτική και μοναχική του δράση προκαλούσε την κατολίσθηση των αβύσσων που με τόσο αντιφυσικό τρόπο σηκώνουν το ποίημα. Είναι δουλειά του ποιητή να δώσει ένα τέλος σ’ αυτό τον κίνδυνο προκαλώντας την επέμβαση είτε ενός παραδοσιακού στοιχείου με δοκιμασμένη λογική είτε της φωτιάς, μιας δημιουργίας τόσο θαυμάσιας, ώστε να εξαλείψει τη διαδρομή από το αίτιο στο αποτέλεσμα. Τότε ο ποιητής μπορεί να δει τα αντίθετα – αυτές τις συνεπείς και θορυβώδεις οφθαλμαπάτες – να φτάνουν στο τέρμα τους με ακρίβεια, την ενυπάρχουσα γενιά τους να προσωποποιείται, αφού ποίηση κι αλήθεια, όπως ξέρουμε, είναι συνώνυμες» (Seuls demeurant, σ. 74-74).
 
Με το δικό της. τρόπο, θέλει κι η ζωγραφική να ξαναβρεί τη μορφή του Ηράκλειτου και τη σκέψη του που είναι δημιουργός εικόνων. Ο Andre Masson ζωγραφίζει το ποτάμι και φανταστικές προσωπογραφίες του Εφέσιου, κι ο Albert Flocon τιμάει το μεγάλο οραματιστή με τις γκραβούρες του και τις ξυλογραφίες του. Ακόμα κι ο κινηματογράφος θέλησε ν’ ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Ηράκλειτου. Ένας πρωτοποριακός Ολλανδός κινηματογραφιστής, ο Bern Haanstra, έφτιαξε μια ταινία μικρού μήκους με τον τίτλο Τά πάντα ρεῖ (1952), όπου βλέπουμε διάφορες φυσικές φόρμες να γράφουν κύκλους και να καθρεφτίζονται στο νερό(18).
 
Δύο από τους σπουδαιότερους αντιπάλους του Χέγκελ, ο Κίρκεγκωρ κι ο Νίτσε, πέρασαν κι αυτοί στη σχολή του Ηράκλειτου. Ο Κίρκεγκωρ αυτοαποκαλείται μαθητής του Ηράκλειτου, αν και στην καρδιά της διαλεκτικής κίνησης τοποθετεί την υπαρξιακή ανησυχία. Με το γεγονός αυτό, η διαλεκτική φορτίζεται με συγκρούσεις κι αγωνία, και η χρονικότητα παίρνει τη μορφή της υπαρξιακής επανάληψης. Η σύνθεσή του χρονικού και του αιώνιου γίνε­ται πραγματικά και βιώνεται στην τωρινή στιγμή· γιατί το αιώνιο είναι παρόν, και η στιγμή δεν είναι ένα άτομο του χρόνου αλλά ένα άτομο της αιωνιότητας, στην οποία στηρίζεται κάθε διαλεκτική. Ωστόσο, ο Κίρκεγκωρ παραμένει ένα χριστιανικό και θρησκευτικό πνεύμα, ένας εξερευνητής των μυστικών της υποκειμενικότητας και θλίβεται που ο αληθινός χριστιανισμός απουσιάζει από την ιστορία· έτσι μένει πολύ μακριά απ’ την κοσμική διαλεκτική του Ηράκλειτου.
 
Ο Σοπενχάουερ, αντίθετα, δεν επιδιώκει να συνδεθεί με τον Ηράκλειτο- άλλοι ανέλαβαν να μας αποδείξουν πως υπάρχει αυτή η σχέση. Ο G. Mayer, στο σύντομο γραπτό του με τον τίτλο Ηράκλειτος και Σοπενχάουερ (19), θέλησε ν’ αποδείξει το κοινό που έχουν οι (μελαγχολικές) ιδιοσυγκρασίες τους και οι (απαισιόδοξες) θεωρίες τους, προσπαθώντας να ζευγαρώσει τεχνητά, με μια γέφυρα, τις δύο αντίθετες όχθες του ποταμού. Ο Ηράκλειτος κι ο Σοπενχάουερ δεν αφήνονται εύκολα να τους συμφιλιώσουν, κι αυτό γιατί από τον ήχο της φωνής τους δε βγαίνει η ίδια μουσική. Ο μετακαντιανός πεσιμισμός δε συναντιέται με την τραγικότητα του προ-σοφιστή· τα ίδια όργανα δε δημιουργούν αναγκαστικά την ίδια αρμονία. «Μια συμφωνία του Μπετόβεν μας αποκαλύπτει μια υπέροχη τάξη πίσω από τη φαινομενική αταξία· μοιάζει μ’ ένα μανιασμένο αγώνα που, αμέσως μετά, τερματίζεται με μια όμορφη συγχορδία· αυτό είναι το rerum concordia discors, μια πιστή κι ολοκληρωμένη εικόνα της ουσίας αυτού του κόσμου που κυλάει μέσα στο χώρο χωρίς βιασύνη και χωρίς ανάπαυση, μέσα σε μια απερίγραπτη αναταραχή αναρίθμητων μορφών, που ακατάπαυστα χάνονται σαν ατμός», γράφει ο Σοπενχάουερ στο Ο κόσμος σαν Βούληση και σαν Παράσταση. Ενώ όμως για τον ένα ο κόσμος είναι ακριβώς κόσμος της βούλησης και της παράστασης, για τον άλλον ο κόσμος (COSMOS) είναι αυτό που περιβάλλει όλα τα φαινόμενα χωρίς να εξαιρεί κανένα. Ο αρχαϊκός στοχαστής διακηρύσσει ότι «όλα αναπαύονται αλλάζοντας», ενώ ο άλλος δεν μπορεί να εμποδίσει τον εαυτό του να είναι ο μοραλίστας της ανίας κι αυτός που συμβουλεύει την ηθική του οίκτου.
 
Ο Νίτσε, που με πάθος αποπειράθηκε να συγχωνεύσει σ’ ένα οργανικό όλο τον Ηράκλειτο, την τραγωδία, το Σοπενχάουερ και το Βάγκνερ απέτυχε σ’ αυτήν τη μεγαλειώδη επιχείρηση, θεωρεί τον Ηράκλειτο έναν απ’ τους προπάτορες του και του αφιερώνει έξοχες σελίδες στα βιβλία που έγραψε για την ελληνική τραγωδία και φιλοσοφία. Οι φιλολογικές και φιλοσοφικές ερμηνείες του, καθώς και οι άλλες οι αφετηριακές, παραμένουν πάντα μεγαλοφυείς και ξεχειλίζουν από νεανική ορμή. Ο Ζαρατούστρα, ήρωας και φερέφωνό του, συχνά μεταχειρίζεται ηρακλειτικά σύμβολα, με τη μόνη όμως κρίσιμη διαφορά πως ο νιτσεϊκός άνθρωπος, σκοτώνοντας το Θεό ή διακηρύσσοντας πως «ο Θεός είναι νεκρός», θέλει να γίνει υπεράνθρωπος, ενώ ο άνθρωπος του Ηράκλειτου φυλάγεται για να μην προχωρήσει σε υβριστικές πράξεις που θα παραβίαζαν το ρυθμό του κόσμου. Ο ποιητής και στοχαστής της «ανακύκλησης του ίδιου» οραματίζεται μια κυκλική κι «επαναληπτική» κοσμική διαδικασία και συνδέει αυτό το όραμα με κείνο της διαλεκτικής του ακατάπαυστου γίγνεσθαι· ενώ όμως ο προφήτης του ευρωπαϊκού νιχιλισμού συλλαμβάνει το Μηδέν, ο Ηράκλειτος ξέρει ότι περιέχεται ο ίδιος μέσα στο Όλο.
 
Η ψυχανάλυση μπορεί στο δρόμο της ν’ ανταμώσει τον Ηράκλειτο; Ο ίδιος ο Φρόυντ δεν έστρεψε τις έρευνες και τις ερμηνείες του προς την κατεύθυνση του πρώτου εξερευνητή των βυθών της ψυχής· μπορούμε, ωστόσο, να χρησιμοποιήσουμε το υλικό της ψυχαναλυτικής εμπειρίας – που η μέθοδός της είναι αναγκαστικά «διαλεκτική» – για να καταλάβουμε καλύτερα τις ηρακλειτικές σκέψεις; Ακόμη κι αν υποθέσουμε πως αυτό μπορεί να γίνει, είναι απαραίτητο να φωτίσουμε και τα πλαίσια μέσα στα οποία είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί μια παρόμοια αναζήτηση. Γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή ερευνά ατομικής ψυχολογίας. Στον Ηράκλειτο, μόνο για κοσμικό Έρωτα γίνεται λόγος, για κείνη δηλαδή τη συμπαντική ερωτική δύναμη που εμψυχώνει ακόμα και τις ερωτικές τάσεις των ανθρώπων. Ο άνθρωπος, μέσα στην προοπτική της ηρακλειτικής σκέψης, καθόλου δεν αποτελείται από την ίδια τη δική του ψυχολογική (ή ψυχοσωματική) υποκειμενικότητα, που συλλαμβάνει τον εαυτό της με την αυτοσυνείδηση. Θα ‘πρεπε, λοιπόν, να προσέξουμε να μη μιλήσουμε για προβολή του ανθρώπινου ερωτικού ενστίκτου στο κοσμικό επίπεδο. Το κάθε τι που ενώνει τα αντίθετα – το φως και τα σκότη, το στεγνό και το υγρό. τον ύπνο και την εγρήγορση, τη ζωή και το θάνατο, τον πόλεμο και την ειρήνη, το αρσενικό και θηλυκό – ανήκει, από την ίδια την ουσία του, στο ολικό γίγνεσθαι, στο οποίο είναι ενταγμένες όλες οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις. Δεν υπάρχει αντίρρηση πως πρέπει να τιμούμε αυτόν που μπόρεσε να αποκαλύψει τη σκοτεινή, ζοφερή κι αρνητική πλευρά του κάθε τι. που γίνεται στον κόσμο κι αφορά άμεσα την ανθρώπινη ψυχή. Δεν πρέπει όμως με κανένα τρόπο να εισάγουμε τις δικές μας αναλυτικές διακρίσεις στον κύκλο της συνολικής αντίληψης του Ηράκλειτου. Αν για μας το ανθρώπινο ον, που αποτελείται απ’ το σώμα του, την ψυχή του και το πνεύμα του, αντίκειται στη Φύση, ενώ ταυτόχρονα συνεργάζεται μαζί της και ζει το αληθινό του δράμα μέσα στην ιστορική κοινωνία, για τον Ηράκλειτο δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Μόνο αν ξανανεβούμε τη βουνοπλαγιά της ψυχολογίας προς την κατεύθυνση της ανθρωπολογίας και περάσουμε μετά, πάντα ανεβαίνοντας, απ’ αυτή τη σφαίρα στη σφαίρα της ενωτικής σκέψης (που συλλαμβάνει διαλεκτικά το κάθε τι που είναι), μόνο τότε μπορούμε να αποδώσουμε δικαιοσύνη στην εξερευνητική μεγαλοφυΐα του Ηράκλειτου. Η ψυχαναλυτική κίνηση πρέπει να οδηγήσει στο ξεπέρασμα του εαυτού της. για να μπορέσει να μας βοηθήσει στην προσπάθεια που στόχος της είναι μια ζωντανή και τωρινή κατανόηση της ηρακλειτικής σκέψης.
 
Γιατί αυτή η σκέψη πάλλεται στο ρυθμό της Φύσης κι εκφράζεται από έναν άνθρωπο που δεν έχει ακόμη αρκετά ξεμακρύνει απ’ τη φύση κι απ’ όλους τους παλμούς της, ώστε να νιώθει στερημένος. Οι πρωτόγονοι φοβούνται τη φύση, οι ρομαντικοί θρηνούν στο στήθος της, οι σύγχρονοι αισθάνονται πως έχουν ξεμακρύνει απ’ αυτήν και θέλουν να την κατακτήσουν. Αντίθετα, ο Ηράκλειτος είναι ένα παιδί του κόσμου που δέχεται με αληθινή τραγική χαρά το συμπαντικό παιχνίδι της συμφωνίας και της ασυμφωνίας που υπάρχει ανάμεσα σ’ όλα τα πράγματα. Γι’ αυτόν, το νερό (που είναι θηλυκό), από το οποίο γεννιούνται όλα τα όντα. και η φωτιά (που είναι αρσενική), ο υποκινητής του γίγνεσθαι, είναι τα συστατικά στοιχεία της μεγάλης Φύσης, η οποία περιέχει οργανικά την ανθρώπινη φύση. Ας αποφύγουμε λοιπόν την προβολή της δικής μας ατομικής και δυστυχισμένης συνείδησης, που παλεύει με το κορμί και με τον ίδιο της τον εαυτό, στον ποιητικό στοχαστή που σκέφτεται ποιητικά κάθε τι που είναι φυσικό, έχοντας την τόλμη ν’ αγαπήσει και να φοβηθεί την (ερωτική) φωτιά που χτίζει και γκρεμίζει, σπέρνει κι αφανίζει.
 
Τι μας διδάσκει κατά βάθος η πορεία της μοίρας που γνώρισε η σκέψη του Ηράκλειτου περνώντας μέσ’ από την κίνηση της παγκόσμιας ιστορία της σκέψης; Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πλούσια σκέψη, μια σκέψη που την πλουτίζει ένα πραγματικό και περιβόητο πεπρωμένο. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή ιστορία των ερμηνειών που δόθηκαν σ’ αυτή τη γονιμοποιό σκέψη.
 
Η σκέψη που σκέφτεται το ποτάμι και το χρόνο, τον πόλεμο και την αρμονία, τα αντίθετα και την κοσμική θεότητα, είναι η πρώτη αληθινή δυτική σκέψη κι ο αντίλαλός της αντηχεί ως τις μέρες μας. Η σκέψη αυτή, από τη στιγμή που βρίσκει την έκφρασή της, υποχρεώνει τους άλλους στοχαστές να την υπολογίζουν. Και μετά τον 19ο αιώνα – τον αιώνα που τείνει να οικειοποιηθεί ολόκληρο το παρελθόν – φιλόσοφοι και φιλόλογοι, ζωγράφοι και ποιητές, προσπαθούν να ξαναπιάσουν το διάλογο με τον ηρακλειτικό λόγο. Έτσι, η ηρακλειτική σκέψη αποκαλύπτει την παγκοσμιότητα της και τη συμπαντικότητά της, το βάθος της και την πολυεδρικότητά της. Έχοντας συλλάβει μ’ έναν τρόπο που δεν είναι ειδικά μυθικός ή λογικός, λυρικός ή επιστημονικός, την ενότητα του γίγνεσθαι του κόσμου, μπόρεσε να συλλάβει και τα μεγάλα αξονικά θέματα της πραγματικότητας «και» του στοχασμού. Τα δυνατά συμβολικά θέματα που εκφράζονται με την ηρακλειτική γλώσσα, δεν είναι καθόλου ανάτυπα, στερεότυπα ή κοινότυπα πράγματα· φυσικά, αν πέσουν σ’ αδέξια χέρια, μπορούν να γίνουν τέτοια. Από την ίδια την ουσία τους τα θέματα αυτά αποτελούν όψεις της συνολικής αλήθειας και παραμένουν φορτισμένα με ανεξάντλητο δυναμικό, πράγμα που επιτρέπει και σε άλλες σκέψεις να συσπειρωθούν γύρω απ’ αυτά.
 
Έτσι λοιπόν, οι άλλες σκέψεις που επιχείρησαν να συνδεθούν με τη σκέψη του Ηράκλειτου (ή που άλλοι επιχείρησαν να τις σπρώξουν προς αυτή την κατεύθυνση), μας δείχνουν, μέσ’ από την πολλαπλότητά τους. την ενότητα της κεντρικής σκέψης του Ηράκλειτου, που κι αυτή κυλάει σαν ποτάμι. Όλες αυτές τις σχέσεις δεν πρέπει να τις κατανοήσουμε εξετάζοντάς τες από μια στενή «ιστορική» σκοπιά ή από τη σκοπιά ενός «συστήματος»· πρέπει να τις συλλάβουμε σαν πολλαπλές εκφράσεις, πραγματωμένες μέσα στον ιστορικό χρόνο, της κίνησης που έχει τις ρίζες της μέσα στην ίδια τη σκέψη του Ηράκλειτου (που στοχάζεται το θεμελιακό ρόλο του χρόνου). Οι προσεγγίσεις αυτές δεν έχουν καμιά αλήθεια στο επίπεδο των τυπικών παρομοιώσεων, γίνονται όμως αληθινές και προκλητικές στο επίπεδο του φιλοσοφικού διαλόγου που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Άλλωστε, πίσω απ’ αυτή την απόπειρα που γίνεται να συνδεθούν με μερικές λέξεις οι μεγάλοι στοχαστές με τον Ηράκλειτο, υπάρχει ένα σοβαρό λάθος. Το λάθος αυτό είναι ότι όταν διατυπώνουμε με τόση συντομία την ουσία της σκέψης αυτών των στοχασμών και τους στριμώχνουμε σ’ ένα λακωνικό χαρακτηρισμό, υπάρχει κίνδυνος, χωρίς να το καταλάβουμε, να προσπεράσουμε την ίδια την αλήθεια, χωρίς καν να την αγγίξουμε. Παράλληλα, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι το μυστικό και κλειστό παιχνίδι που ενώνει το ίδιο με το άλλο, εξακολουθεί να είναι για μας κρυφό, κι αυτό γιατί εμείς δεν ξέρουμε ακόμα να συλλάβουμε ταυτόχρονα τις διαφορές και τις διάφορες πλευρές της ενότητας του Ίδιου.
 
Από την άλλη μεριά, καθώς προσπαθούμε να διακρίνουμε αυτό που είπε και θέλησε να πει ο Ηράκλειτος απ’ αυτό που εμείς βλέπουμε στη σκέψη του, να μην ξεχνάμε πως η διάκριση αυτή δεν μπορεί να είναι μαθηματικά αυστηρή. Γιατί, ενώ ένας απλός σχολιαστής μπορεί να προβάλλει και να παραμορφώνει, ο αληθινός στοχαστής ερμηνεύει κι ανακαλύπτει, αναμορφώνει κι αποκαλύπτει εκείνο που παρέμεινε καλυμμένο. Κάθε διαλεκτική σκέψη κάνει έκδηλο εκείνο που παρέμενε έκδηλο. Οι μεγάλοι σύγχρονοι στοχαστές που ερμήνευσαν με τρόπο μεγαλοφυή τον Ηράκλειτο, ακόμα κι όταν παράλλαξαν τη σκέψη του και τη μετέφρασαν στη δική τους γλώσσα, κατέφυγαν κι αυτοί στη αρχέγονη πηγή. Μπορεί κανείς να επικοινωνήσει με μια αρχαία σκέψη, όταν δε λαμβάνει υπόψη του τις σημαντικές σύγχρονες σκέψεις που κατευθύνουν τα βήματά μας προς εκείνον το δρόμο που πρέπει να μας οδηγήσει στην κατανόηση του στοχαστή του γίγνεσθαι και του γίγνεσθαι του στοχασμού;
---------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(2) Η Ανατολική Φιλοσοφία (συμπληρωματικό φυλλάδιο της Ιστορίας της φιλοσοφίας τον Emile Brehier), P.U.F., Paris, 1941, σελ. 15.
(3) Shri Aurobindo, Heraclite, γαλ. μετ. των D. Ν. Bonarjee και Jean Herbert, 2η έκδ., Lyon, 1951.
(4) 2η έκδ., Gauthier-Villars, Paris, 1930, σ. 179-186.
(5) Leipzig, 1859.
(6) Στο Revue de V histoire des religions, 1, 1940, o. 85-101.
(7) Hermann Diels. Herakleitos von Ephesos, 2η έκδ.. Ber- rlin. 1909, ο. VII.
(8) Die Philosophie Herakleitos des Dunklen von Ephesos, 2 T.. Berlin, 1858. Οι δύο αυτοί τόμοι εκδόΟηκαν αργότερα απ’ τον Ed. Bernstein. Βλ. F. Lassale. Gesammelte, Reden und Schriften, Herausgegeben und Einfeleitet von Eduard Bernstein. Τα δύο μέρη για τον Ηράκλειτο αποτελούν τους τόμους 7 και 8 αυτής της έκδοσης (Berlin, 1920). Βλ. κυρίως την Εισαγωγή, Τόμος 7. σ. 39-140.
(9) Στον Τ. 7 των Gesammelte Reden und Schriften του Las- salle, σ. 8.
(10) To Κεφάλαιο, Βιβλίο 1 Τόμος I, γαλ. έκδ. Editions Sociales, Paris, 1948, σ. 29.
(11) ibid., σελ. 114.
(12) Βλ. το βιβλίο μας Marx, Penseur de la Technique, Edi­tions de Minuit, 1961.
(13) Φιλοσοφικά τετράδια, Editions, Sociales, Paris, 1955, σ. 271.
(14) Joseph Staline, Materialisme dialectique et materialisme historique. Editions Sociales, Paris, 1950, σ. 10.
(15) Ιστορία και ταξική συνείδηση, ελλην. μετ., Γιάννης Παπαδάκης, Εκδόσεις «Οδυσσέας», Αθήνα, 1975.
(16)      Φράσεις παρμένες απ’ το βιβλίο του Karl Bapp, Aus Goethes griechischer Gedankenwelt- Goethe und Eleraklit, Leipzig, 1921, σσ. 22-25, 27, 30-31, 44.
(17) Andre Breton, Qu’ est-ce que le Surrealisme?Paris, 1934. Βλ. επίσης το δικό μας κείμενο: Fragments d’ un livre de frag­ments. Le surrealisme meme. No 3, 1957.
(18) Βλ. το άρθρο μας Le vivant, le mouvement et la Graphie, στο Vers la pensee planetaire.
(19) Heraklit von Ephesos und Arthur Sopenhauer. Heidel­berg, 1886.