Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (159-167)

Αποτέλεσμα εικόνας[159] Ἵνα δ᾽ εἴπω καὶ περὶ τοῦ τετάρτου καιροῦ καὶ τῶν νυνὶ καθεστηκότων πραγμάτων, ἐκεῖνο ὑμᾶς ὑπομνῆσαι βούλομαι ὅτι Δημοσθένης οὐ τὴν ἀπὸ στρατοπέδου μόνον τάξιν ἔλιπεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐκ τῆς πόλεως, τριήρη προσλαβὼν ὑμῶν, καὶ τοὺς Ἕλληνας ἀργυρολογήσας. Καταγαγούσης δ᾽ αὐτὸν εἰς τὴν πόλιν τῆς ἀπροσδοκήτου σωτηρίας, τοὺς μὲν πρώτους χρόνους ὑπότρομος ἦν ἅνθρωπος, καὶ παριὼν ἡμιθνὴς ἐπὶ τὸ βῆμα, εἰρηνοφύλακα ὑμᾶς αὑτὸν ἐκέλευε χειροτονεῖν· ὑμεῖς δὲ κατὰ μὲν τοὺς πρώτους χρόνους οὐδ᾽ ἐπὶ τὰ ψηφίσματα εἰᾶτε τὸ Δημοσθένους ἐπιγράφειν ὄνομα, ἀλλὰ Ναυσικλεῖ τοῦτο προσετάττετε· νυνὶ δ᾽ ἤδη καὶ στεφανοῦσθαι ἀξιοῖ.

[160] Ἐπειδὴ δ᾽ ἐτελεύτησε μὲν Φίλιππος, Ἀλέξανδρος δ᾽ εἰς τὴν ἀρχὴν κατέστη, πάλιν αὖ τερατευόμενος ἱερὰ μὲν ἱδρύσατο Παυσανίου, εἰς αἰτίαν δὲ εὐαγγελίων θυσίας τὴν βουλὴν κατέστησεν, ἐπωνυμίαν δ᾽ Ἀλεξάνδρῳ Μαργίτην ἐτίθετο, ἀπετόλμα δὲ λέγειν ὡς οὐ κινηθήσεται ἐκ Μακεδονίας. ἀγαπᾶν γὰρ αὐτὸν ἔφη ἐν Πέλλῃ περιπατοῦντα καὶ τὰ σπλάγχνα φυλάττοντα. Καὶ ταυτὶ λέγειν ἔφη οὐκ εἰκάζων, ἀλλ᾽ ἀκριβῶς εἰδὼς ὅτι αἵματός ἐστιν ἡ ἀρετὴ ὠνία, αὐτὸς οὐκ ἔχων αἷμα, καὶ θεωρῶν τὸν Ἀλέξανδρον οὐκ ἐκ τῆς Ἀλεξάνδρου φύσεως, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς ἑαυτοῦ ἀνανδρίας.

[161] Ἤδη δ᾽ ἐψηφισμένων Θετταλῶν ἐπιστρατεύειν ἐπὶ τὴν ὑμετέραν πόλιν, καὶ τοῦ νεανίσκου τὸ πρῶτον παροξυνθέντος εἰκότως, ἐπειδὴ περὶ Θήβας ἦν τὸ στρατόπεδον, πρεσβευτὴς ὑφ᾽ ὑμῶν χειροτονηθείς, ἀποδρὰς ἐκ μέσου τοῦ Κιθαιρῶνος ἧκεν ὑποστρέψας, οὔτ᾽ ἐν εἰρήνῃ οὔτ᾽ ἐν πολέμῳ χρήσιμον ἑαυτὸν παρέχων. Καὶ τὸ πάντων δεινότατον, ὑμεῖς μὲν τοῦτον οὐ προὔδοτε, οὐδ᾽ εἰάσατε κριθῆναι ἐν τῷ τῶν Ἑλλήνων συνεδρίῳ, οὗτος δ᾽ ὑμᾶς νυνὶ προδέδωκεν, εἴπερ ἀληθῆ ἐστιν ἃ λέγεται.

[162] Ὡς γάρ φασιν οἱ Πάραλοι καὶ οἱ πρεσβεύσαντες πρὸς Ἀλέξανδρον, καὶ τὸ πρᾶγμα εἰκότως πιστεύεται, ἔστι τις Ἀριστίων Πλαταϊκός, ὁ τοῦ Ἀριστοβούλου τοῦ φαρμακοπώλου υἱός, εἴ τις ἄρα καὶ ὑμῶν γιγνώσκει. Οὗτός ποθ᾽ ὁ νεανίσκος ἑτέρων τὴν ὄψιν διαφέρων γενόμενος, ᾤκησε πολὺν χρόνον ἐν τῇ Δημοσθένους οἰκίᾳ· ὅ τι πάσχων ἢ πράττων, ἀμφίβολος ἡ αἰτία, καὶ τὸ πρᾶγμα οὐδαμῶς εὔσχημον ἐμοὶ λέγειν. Οὗτος, ὡς ἐγὼ ἀκούω, ἠγνοημένος ὅστις ποτ᾽ ἐστὶ καὶ πῶς βεβιωκώς, τὸν Ἀλέξανδρον ὑποτρέχει καὶ πλησιάζει ἐκείνῳ. Διὰ τούτου γράμματα πέμψας ὡς Ἀλέξανδρον, ἄδειάν τινα εὕρηται καὶ διαλλαγάς, καὶ πολλὴν κολακείαν πεποίηται.

[163] Ἐκεῖθεν δὲ θεωρήσατε ὡς ὅμοιόν ἐστι τὸ πρᾶγμα τῇ αἰτίᾳ. Εἰ γάρ τι τούτων ἐφρόνει Δημοσθένης καὶ πολεμικῶς εἶχεν, ὥσπερ καὶ φησί, πρὸς Ἀλέξανδρον, τρεῖς αὐτῷ καιροὶ κάλλιστοι παραγεγόνασιν, ὧν οὐδενὶ φαίνεται κεχρημένος. Εἷς μὲν ὁ πρῶτος, ὅτ᾽ εἰς τὴν ἀρχὴν οὐ πάλαι καθεστηκὼς Ἀλέξανδρος, ἀκατασκεύων αὐτῷ τῶν ἰδίων ὄντων, εἰς τὴν Ἀσίαν διέβη, ἤκμαζε δ᾽ ὁ τῶν Περσῶν βασιλεὺς καὶ ναυσὶ καὶ χρήμασι καὶ πεζῇ στρατιᾷ, ἄσμενος δ᾽ ἂν ὑμᾶς εἰς τὴν συμμαχίαν προσεδέξατο διὰ τοὺς ἐπιφερομένους ἑαυτῷ κινδύνους. Εἶπάς τινα ἐνταῦθα λόγον, Δημόσθενες, ἢ ἔγραψάς τι ψήφισμα; βούλει σε θῶ φοβηθῆναι καὶ χρήσασθαι τῷ σαυτοῦ τρόπῳ; καίτοι ῥητορικὴν δειλίαν δημόσιος καιρὸς οὐκ ἀναμένει.

[164] Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ πάσῃ τῇ δυνάμει Δαρεῖος κατεβεβήκει, ὁ δ᾽ Ἀλέξανδρος ἦν ἀπειλημμένος ἐν Κιλικίᾳ πάντων ἐνδεής, ὡς ἔφησθα σύ, αὐτίκα μάλα δ᾽ ἔμελλεν, ὡς ἦν ὁ παρὰ σοῦ λόγος, συμπατηθήσεσθαι ὑπὸ τῆς Περσικῆς ἵππου, τὴν δὲ σὴν ἀηδίαν ἡ πόλις οὐκ ἐχώρει καὶ τὰς ἐπιστολὰς ἃς ἐξηρτημένος ἐκ τῶν δακτύλων περιῄεις, ἐπιδεικνύων τισὶ τὸ ἐμὸν πρόσωπον ὡς ἐκπεπληγμένου καὶ ἀθυμοῦντος, καὶ χρυσόκερων ἀποκαλῶν καὶ κατεστέφθαι φάσκων εἴ τι πταῖσμα συμβήσεται Ἀλεξάνδρῳ, οὐδ᾽ ἐνταῦθα ἔπραξας οὐδέν, ἀλλ᾽ εἴς τινα καιρὸν ἀνεβάλου καλλίω.

[165] Ὑπερβὰς τοίνυν ἅπαντα ταῦτα ὑπὲρ τῶν νυνὶ καθεστηκότων λέξω. Λακεδαιμόνιοι μὲν καὶ τὸ ξενικὸν ἐπέτυχον μάχῃ, καὶ διέφθειραν τοὺς περὶ Κόρραγον στρατιώτας, Ἠλεῖοι δ᾽ αὐτοῖς συμμετεβάλοντο καὶ Ἀχαιοὶ πάντες πλὴν Πελληνέων, καὶ Ἀρκαδία πᾶσα πλὴν Μεγάλης πόλεως, αὕτη δὲ ἐπολιορκεῖτο καὶ καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν ἐπίδοξος ἦν ἁλῶναι, ὁ δ᾽ Ἀλέξανδρος ἔξω τῆς ἄρκτου καὶ τῆς οἰκουμένης ὀλίγου δεῖν πάσης μεθειστήκει, ὁ δὲ Ἀντίπατρος πολὺν χρόνον συνῆγε στρατόπεδον, τὸ δ᾽ ἐσόμενον ἄδηλον ἦν. Ἐνταῦθ᾽ ἡμῖν ἀπόδειξιν ποίησαι, Δημόσθενες, τί ποτ᾽ ἦν ἃ ἔπραξας, ἢ τί ποτ᾽ ἦν ἃ ἔλεγες· καὶ εἰ βούλει, παραχωρῶ σοι τοῦ βήματος, ἕως ἂν εἴπῃς.

[166] Ἐπειδὴ δὲ σιγᾷς, ὅτι μὲν ἀπορεῖς, συγγνώμην ἔχω σοι, ἃ δὲ τότ᾽ ἔλεγες, ἐγὼ νυνὶ λέξω. Οὐ μέμνησθε αὐτοῦ τὰ μιαρὰ καὶ ἀπίθανα ῥήματα, ἃ πῶς ποθ᾽ ὑμεῖς, ὦ σιδηροῖ, ἐκαρτερεῖτε ἀκροώμενοι; ὅτ᾽ ἔφη παρελθών· «ἀμπελουργοῦσί τινες τὴν πόλιν, ὑποτέτμηται τὰ νεῦρα τοῦ δήμου, φορμορραφούμεθα, ἐπὶ τὰ στενά τινες ὥσπερ τὰς βελόνας διείρουσι.»

[167] Ταῦτα δὲ τί ἐστιν, ὦ κίναδος; ῥήματα ἢ θαύματα; καὶ πάλιν ὅτε κύκλῳ περιδινῶν σεαυτὸν ἐπὶ τοῦ βήματος ἔλεγες, ὡς ἀντιπράττων Ἀλεξάνδρῳ· «ὁμολογῶ τὰ Λακωνικὰ συστῆσαι, ὁμολογῶ Θετταλοὺς καὶ Περραιβοὺς ἀφιστάναι.» Σὺ Θετταλοὺς ἀφιστάναι; σὺ γὰρ ἂν κώμην ἀποστήσειας; σὺ γὰρ ἂν προσέλθοις μὴ ὅτι πρὸς πόλιν, ἀλλὰ πρὸς οἰκίαν, ὅπου κίνδυνος πάρεστιν; ἀλλ᾽ εἰ μέν που χρήματα ἀναλίσκεται, προσκαθιζήσει, πρᾶξιν δὲ ἀνδρὸς οὐ πράξεις· ἐὰν δ᾽ αὐτόματόν τι συμβῇ, προσποιήσῃ καὶ σεαυτὸν ἐπὶ τὸ γεγενημένον ἐπιγράψεις· ἂν δ᾽ ἔλθῃ φόβος τις, ἀποδράσῃ· ἂν δὲ θαρρήσωμεν, δωρεὰς αἰτήσεις καὶ χρυσοῖς στεφάνοις ἀξιώσεις στεφανοῦσθαι.

***
[159] Για να μιλήσω και για την τέταρτη περίοδο της πολιτικής του δράσης και την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή, επιθυμώ να σας υπενθυμίσω ότι ο Δημοσθένης εγκατέλειψε όχι μόνο τη θέση του στη μάχη ως στρατιώτης αλλά και τη θέση του ως πολίτης, παίρνοντας μια τριήρη σας και μαζεύοντας χρήματα από τους Έλληνες. Όταν όμως η απροσδόκητη σωτηρία μας τον έφερε πίσω στην πόλη, τον πρώτο καιρό ήταν ένας τρομοκρατημένος άνθρωπος· ανέβαινε στο βήμα μισοπεθαμένος και σας παρακαλούσε να τον εκλέξετε φύλακα της ειρήνης. Αλλά εσείς, τον πρώτο καιρό, δεν επιτρέπατε ούτε και στα ψηφίσματα να αναγράφεται το όνομα του Δημοσθένη, αλλά αναθέσατε αυτή την τιμή στον Ναυσικλή. Και τώρα έχει την αξίωση και να στεφανωθεί.

[160] Όταν δολοφονήθηκε ο Φίλιππος και ανήλθε στον θρόνο ο Αλέξανδρος, άρχισε πάλι να διηγείται τις τερατολογίες του· έγινε αιτία να ιδρυθεί ιερό για τον Παυσανία, κατέστησε τη Βουλή υπόλογο για θυσίες χαρμόσυνων ειδήσεων και κόλλησε στον Αλέξανδρο το παρατσούκλι «Μαργίτης»· είχε μάλιστα το θράσος να λέει ότι δεν σκόπευε να το κουνήσει από τη Μακεδονία· του ήταν αρκετό, έλεγε, να κάνει περίπατο στην Πέλλα και να παρατηρεί τα σπλάχνα των ιερών σφαγίων. Και υποστήριζε πως όλα αυτά που έλεγε δεν ήταν προϊόντα της φαντασίας του, αλλά προέρχονταν από έγκυρες πληροφορίες ότι η παλικαριά εξαγοράζεται με αίμα. Και τα έλεγε αυτά ο άνθρωπος που δεν είχε αίμα και έκρινε τον Αλέξανδρο όχι από τα φυσικά του χαρίσματα αλλά με βάση τη δική του ανανδρία.

[161] Και, ενώ οι Θεσσαλοί είχαν πάρει ήδη την απόφαση να εκστρατεύσουν εναντίον της πόλης μας και ο νεαρός Αλέξανδρος για πρώτη φορά είχε γίνει πυρ και μανία με μας, και δικαιολογημένα, ο Δημοσθένης, που είχε εκλεγεί από σας αντιπρόσωπος για τον Αλέξανδρο, που με τον στρατό του βρισκόταν στα περίχωρα της Θήβας, έκανε πίσω από τα μέσα του Κιθαιρώνα και επέστρεψε στην πόλη. Έτσι, ούτε στην ειρήνη ούτε στον πόλεμο πρόσφερε τον εαυτό του χρήσιμο στην πατρίδα. Και το πιο φοβερό από όλα, ενώ εσείς δεν τον παραδώσατε στον Αλέξανδρο ούτε και επιτρέψατε να δικαστεί στο πανελλήνιο συνέδριο, αυτός σας έχει προδώσει, εφόσον βέβαια είναι αλήθεια όσα διαδίδονται.

[162] Γιατί, όπως λένε το πλήρωμα της Παράλου και οι προς τον Αλέξανδρο αντιπρόσωποί σας, και εύλογα δεν τίθεται αμφισβήτηση περί αυτού, υπάρχει κάποιος Αριστίων από τις Πλαταιές, γιος του Αριστόβουλου του φαρμακοπώλη, που κάποιος από σας ίσως τον γνωρίζει. Αυτός, τέλος πάντων, ο νεαρός, γνωστός για την ομορφιά του, έζησε για πολύν καιρό στο σπίτι του Δημοσθένη. Εάν εκεί του έκαναν κάτι ή αυτός έκανε είναι αμφισβητήσιμο· ό,τι και να είναι πάντως, για μένα δεν είναι καθόλου τιμητικό να μιλήσω γι᾽ αυτό. Αυτός λοιπόν ο νεαρός, που κανένας δεν ξέρει ποιος τέλος πάντων είναι και πώς έχει ζήσει, κατάφερε, όπως μαθαίνω, με κολακείες να αποκτήσει την εύνοια του Αλέξανδρου και εισχώρησε στο περιβάλλον του. Μέσω αυτού έστειλε ο Δημοσθένης γράμματα στον Αλέξανδρο, εξασφάλισε ένα είδος αμνηστίας και συμφιλίωσης, και η κολακεία προς τον Μακεδόνα βασιλιά έχει ξεχειλίσει.

[163] Πόσο ταιριάζουν τα γεγονότα με την κατηγορία αυτή, δείτε το από το εξής: αν ο Δημοσθένης σκεφτόταν κάτι από αυτά και διέκειτο εχθρικά προς τον Αλέξανδρο, όπως ισχυρίζεται, του έχουν παρουσιαστεί τρεις θαυμάσιες ευκαιρίες, από τις οποίες καμιά δεν φαίνεται να έχει εκμεταλλευτεί. Η πρώτη ήταν όταν ο Αλέξανδρος είχε προ ολίγου ανέλθει στον θρόνο και, ενώ ακόμη η θέση του δεν είχε σταθεροποιηθεί, είχε περάσει στην Ασία, τότε που ο βασιλιάς των Περσών βρισκόταν στην ακμή της δύναμής του, διαθέτοντας στόλο, χρήματα και χερσαίες δυνάμεις, και που με μεγάλη του χαρά θα σας δεχόταν στη συμμαχία του λόγω των επαπειλούμενων κινδύνων. Είπες τίποτε τότε, Δημοσθένη; Πρότεινες κάποιο ψήφισμα; Να υποθέσω, αν θέλεις, ότι φοβήθηκες και έδειξες και εδώ τον χαρακτήρα σου; Μα η ευκαιρία για το συμφέρον της πόλης δεν αναβάλλεται από τη δειλία του πολιτικού ανδρός.

[164] Η δεύτερη ευκαιρία ήταν όταν ο Δαρείος είχε κατεβεί με όλες τις δυνάμεις του και ο Αλέξανδρος ήταν αποκλεισμένος στην Κιλικία χωρίς καθόλου εφόδια, όπως εσύ ισχυριζόσουν, και κόντευε ανά πάσα στιγμή να καταπατηθεί, κατά τα λεγόμενά σου και πάλι, από το ιππικό των Περσών, τότε που η πόλη δεν χωρούσε την αηδία που προκαλούσες και τις επιστολές που, κρατώντας στα δάχτυλά σου, περιέφερες εδώ και εκεί, δείχνοντας σε κάποιους το πρόσωπό μου ως ανθρώπου τρομοκρατημένου και απελπισμένου, αποκαλώντας με «χρυσοκέρατο» και υποστηρίζοντας ότι είχα φορέσει ήδη το στεφάνι για να θυσιαστώ, εάν θα συνέβαινε κάποιο ατύχημα στον Αλέξανδρο, ούτε και τότε έκανες τίποτε, αλλά το ανέβαλες για κάποια καλύτερη περίσταση.

[165] Θα τα προσπεράσω όμως όλα αυτά και θα αναφερθώ στα πρόσφατα γεγονότα. Οι Λακεδαιμόνιοι λοιπόν και οι μισθοφόροι τους νίκησαν σε μια μάχη και αφάνισαν τον στρατό του Κόρραγου. Είχαν συμπαραταχθεί με αυτούς οι Ηλείοι, όλοι οι Αχαιοί, εκτός από τους Πελληνείς, και όλη η Αρκαδία, εκτός από τη Μεγαλόπολη, που πολιορκούνταν και από ημέρα σε ημέρα αναμενόταν η κατάληψή της. Ο Αλέξανδρος στο μεταξύ βρισκόταν πέρα από τον Αρκτικό πόλο και είχε πάει στην άκρη σχεδόν της οικουμένης, ενώ ο Αντίπατρος συγκέντρωνε στρατό εδώ και πολύν καιρό και το μέλλον ήταν αβέβαιο. Απόδειξέ μας, Δημοσθένη, σε ποιές ενέργειες προέβης τότε ή ποιές ήταν οι προτάσεις που έκανες· και, αν θέλεις, σου παραχωρώ το βήμα, ώσπου να μας απαντήσεις.

[166] Δεν μιλάς όμως· σε καταλαβαίνω, γιατί δεν έχεις τι να πεις. Όσα όμως έλεγες τότε θα τα πω τώρα εγώ. Δεν θυμάστε τα σιχαμερά και απίθανα λόγια του; Πώς αντέχατε να τα ακούτε, άνθρωποι από σίδερο; Τότε που ανέβηκε στο βήμα και έλεγε: «Κάποιοι τρυγούν την πόλη, έχουν κόψει με δόλιο τρόπο τα νεύρα της δημοκρατίας, μας πλέκουν σαν τις βέργες των καλαθιών, μας σπρώχνουν κάποιοι στα στενά σαν τις βελόνες.»

[167] Τι είναι αυτά πανούργε; Λόγια ή τερατολογήματα; Και όταν πάλι στριφογύριζες πάνω στο βήμα και έλεγες, αντιπράττοντας τάχα προς τον Αλέξανδρο: «παραδέχομαι πως εγώ ξεσήκωσα τους Λάκωνες· παραδέχομαι ότι κινώ σε αποστασία τους Θεσσαλούς και τους Περραιβούς.» Εσύ κινείς σε αποστασία τους Θεσσαλούς; Θα μπορούσες εσύ να κινήσεις σε εξέγερση έστω και ένα χωριό; Μπορείς να πλησιάσεις εσύ όχι πόλη αλλά σπίτι, αν σ᾽ αυτό υπάρχει κίνδυνος; Αλλ᾽, αν κάπου μοιράζονται χρήματα, θα καθόσουν εκεί και δεν θα το κουνούσες· πράξη όμως αντρίκεια δεν θα έκανες ποτέ. Και, αν συμβεί κάτι καλό από μόνο του, θα το οικειοποιηθείς και θα συνδέσεις και το όνομά σου με το γεγονός· αν όμως παρουσιαστεί κάποιος κίνδυνος, θα το βάλεις στα πόδια· και, αν γλιτώσουμε από τον κίνδυνο αυτόν, θα ζητήσεις δωρεές και θα αξιώσεις να στεφανωθείς με χρυσά στεφάνια.

Φιλοσοφία και κοινός νους

Ο φιλοσοφικός στοχασμός φαίνεται να κινείται σ’ έναν ιδιαίτερο τόπο, σ’ ένα βασίλειο των εννοιών. «Φιλοσοφώ» είναι μάλλον σαν να επιχειρώ μία έξοδο από τον συνηθισμένο τόπο της κοινής σκέψης, το χώρο των παραστάσεων, των αναμνήσεων και των εμπειριών. Η φιλοσοφία φαντάζει στα μάτια των κοινών ανθρώπων σαν υπερβολικά και ανεξήγητα αφηρημένη σκέψη, ή καμιά φορά σαν ένας τρόπος να βλέπει κανένας τον κόσμο ανεστραμμένα. Αυτή κλονίζει τις βεβαιότητες του κοινού νου και της κοινής συνείδησης. Και ενώ οι άνθρωποι σκέφτονται συγκεκριμένα, η φιλοσοφία παρουσιάζει ποικίλες μορφές μιας τυπικά αφηρημένης σκέψης. Αν μάλιστα βλέπαμε ανθρώπους αδιάφορους για φιλοσοφία να υποχρεώνονται να ακούσουν ή να διαβάσουν μια σειρά από αφηρημένες σκέψεις, θα παρατηρούσαμε να αντιδρούν στη δοκιμασία αυτή μ’ ένα αίσθημα αποστροφής και αποδοκιμασίας. Πολλοί δείχνουν εχθρότητα ή αδιαφορία για τη φιλοσοφία, περιφρόνηση ή ειρωνεία, πιστεύοντας πως αυτή αποτελεί έναν περίεργο κόσμο αφηρημένων ιδεών. Και οι φιλόσοφοι, από το άλλο μέρος, βλέπουν τις τρέχουσες ιδέες, που μοιράζονται οι άνθρωποι, σαν προϊόντα δογματικής και άκριτης σκέψης, σαν αφέλειες του ανθρώπινου νου ή σαν υπερβολές του. Ο καθηγητής Ayer, π.χ., αναγνωρίζει σαν αρετή του φιλοσόφου να μην ανέχεται υπερβολές του κοινού νου• και αναφέρει ότι ο H. H. Price, προκάτοχός του στην έδρα του (Οξφόρδη), έτεινε να σκέφτεται πως ο κόσμος είναι ένας πολύ πιο ξένος τόπος απ’ ό,τι συνήθως υποθέτουμε πως είναι, τόσο που ακόμα και οι πιο φαντασιώδεις θεωρίες για τον κόσμο μπορεί να βρεθούν πως περιέχουν κάποιο στοιχείο αλήθειας.

Με τη φιλοσοφία αναθεωρείται όλος ο τρόπος σκέψης των κοινών ανθρώπων, που συνήθως βλέπουν (ή νομίζουν πως βλέπουν) τα πράγματα γυμνά, χωρίς ενδιάμεσα (ιδέες και θεωρίες). Αλλά γυμνά πράγματα δεν υπάρχουν. Αυτά έχουν πάντοτε ένα γλωσσικό και θεωρητικό ένδυμα, απλό για τους κοινούς ανθρώπους, περίτεχνο και της μόδας για τους διανοούμενους. Οι φιλόσοφοι μάλιστα, ανάμεσα στους άλλους διανοούμενους, συνηθίζουν ιδιαίτερα να προσέχουν τα κοινά αυτά και απλά ενδύματα, αλλά τα παρουσιάζουν μεταποιημένα, σαν δημιουργοί της υψηλής κοπτικής και ραπτικής ιδεών, με τη μορφή περίτεχνων και εμβριθών διανοητικών συνθέσεων. Μέσα από τη φιλοσοφία συντελείται κάθε φορά ένα αναβάπτισμα των πραγμάτων.

Ο κοινός νους μας βεβαιώνει, καθώς λένε, ότι υπάρχουν πράγματα έξω από μας, ότι ο καθένας από μας υπάρχει σαν ζωντανό σώμα, ότι το σύμπαν υπήρχε πριν από μας και πριν από μας επίσης έζησαν πολλά άλλα ανθρώπινα και άλλα ζωντανά όντα σαν αυτά που παρατηρούμε σήμερα. Τέτοιες βεβαιώσεις προβάλλονται σαν αναμφισβήτητες βεβαιότητες που ανήκουν σταθερά στην περιουσία του κοινού νου. Άλλες βεβαιότητες σαν αυτές είναι πως υπάρχει στο σύμπαν ένας τεράστιος αριθμός από υλικά αντικείμενα του ενός ή του άλλου είδους (άνθρωποι, ζώα, φυτά, πέτρες, χώματα, βουνά, μέταλλα, νερά κ.λπ.) καθώς και κατασκευασμένα αντικείμενα (φωλιές, σπίτια, δρόμοι, γέφυρες, αυτοκίνητα, σιδηρόδρομοι, εργοστάσια, αεροπλάνα, όπλα, βιβλία κ.λπ.). Εκτός από τη γη και όσα συμβαίνουν σ’ αυτήν, υπάρχουν αναρίθμητα άλλα αστρικά σώματα, διαφόρων ειδών και μεγεθών. Ο κοινός νους δέχεται ακόμα πως, εκτός από όλα αυτά τα πράγματα, υπάρχουν επίσης οι συνειδητές πράξεις των ανθρώπων.

Με τη φιλοσοφία αναθεωρείται όλος ο τρόπος σκέψης των κοινών ανθρώπων, που συνήθως βλέπουν (ή νομίζουν πως βλέπουν) τα πράγματα γυμνά, χωρίς ενδιάμεσα (ιδέες και θεωρίες). Αλλά γυμνά πράγματα δεν υπάρχουν. Αυτά έχουν πάντοτε ένα γλωσσικό και θεωρητικό ένδυμα, απλό για τους κοινούς ανθρώπους, περίτεχνο και της μόδας για τους διανοούμενους. Οι φιλόσοφοι μάλιστα, ανάμεσα στους άλλους διανοούμενους, συνηθίζουν ιδιαίτερα να προσέχουν τα κοινά αυτά και απλά ενδύματα, αλλά τα παρουσιάζουν μεταποιημένα, σαν δημιουργοί της υψηλής κοπτικής και ραπτικής ιδεών, με τη μορφή περίτεχνων και εμβριθών διανοητικών συνθέσεων. Μέσα από τη φιλοσοφία συντελείται κάθε φορά ένα αναβάπτισμα των πραγμάτων.

 Η φιλοσοφία είναι η επίμονη αναζήτηση της ετερότητας, αυτού του άλλου που η γνώση του μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την ταυτότητά μας. Η φιλοσοφία είναι βασικά αρνητική σκέψη: καταστρέφει κάθε βεβαιότητα, κατακτά αυτό που είναι ξένο και κάνει προβληματικό αυτό που είναι οικείο. Μαζεύει απαντήσεις και τις κάνει ερωτήματα. Φιλοσοφία είναι ένα είδος διανοητικής αλλοτρίωσης.

 Η φιλοσοφία προσβάλλει τις σταθερές και άκαμπτες βεβαιότητες του κοινού νου, κάνει προβληματικό ό,τι συνήθως οι άνθρωποι θεωρούν σίγουρο χωρίς συζήτηση και τείνει να θεωρεί αφελή, ανεξέταστα και υπερβολικά όσα πιστεύουν από κοινού οι άνθρωποι της καθημερινής ζωής. Ενώ, π.χ., ο κοινός νους βεβαιώνει πως ο κόσμος αποτελείται από υλικά πράγματα και από πνευματικά, η φιλοσοφία θέτει ερωτήματα και ζητήματα που κάνουν προβληματικές τις απόψεις του: αν ο κόσμος αποτελείται από υλικά και πνευματικά συμβάντα, τι είναι ύλη και τι πνεύμα; Ποια είναι η σχέση ανάμεσά τους; Αν και ο άνθρωπος επίσης ή κατ’ εξοχήν αποτελείται από ύλη και πνεύμα, ζει τάχα το πνεύμα αυτοδύναμα μετά το τέλος της ζωής του σώματος; Γιατί, καθώς παρατηρούσε ο Moore, «αν πραγματικά συμβαίνουν στο σύμπαν αυτή τη στιγμή όχι μόνον οι πράξεις της συνείδησης που συνδέονται με τα ζώντα σώματα των ανθρώπων και άλλων ζωντανών οργανισμών αλλά επίσης πράξεις συνείδησης που εκτελούνται από τα πνεύματα εκατομμυρίων ανθρώπων που τα σώματά τους έχουν πεθάνει — τότε σίγουρα το σύμπαν είναι ένας πολύ διαφορετικός χώρος απ’ ό,τι θα έπρεπε να είναι αν δεν συνέβαινε έτσι».

 Εκείνο που διαφοροποιεί ουσιαστικά τη φιλοσοφία από τον κοινό νου είναι πως αυτή λειτουργεί θέτοντας μαζί τις απόψεις των ανθρώπων κάτω από τον έλεγχο του κριτικού λόγου, τη δοκιμασία της κριτικής συζήτησης και την πειθαρχία της μεθοδικής σκέψης. Αλλά συμβαίνει και η αντίστροφη κίνηση: στο βαθμό που οι φιλοσοφίες επιδρούν πάνω στις σκέψεις των ανθρώπων και καθώς απομακρύνονται από τους δημιουργούς τους, συγχωνεύονται με τις τρέχουσες ιδέες και σχηματίζουν αυτό το αμάλγαμα που λέγεται κοινός νους, κοινή γνώμη ή κοινωνική συνείδηση.

Ο Έρωτας που σού διαφεύγει

Παραπλανημένοι «σοφοί»...

Λένε, πως αν χάσεις την αγάπη μιας γυναίκας, αν δεν πετύχεις στην αγάπη, γίνεσαι φιλόσοφος ...με δικά μου λόγια.

Λένε… Άνδρες λένε. Άνδρες έχουν βγάλει τις περισσότερες ρήσεις.

Τραγικό!

Μόνος, μπορείς να φτάσεις μόνο μέχρι το κατώφλι της ψυχής σου. Δεν μπορείς να ανοίξεις την πόρτα, να εισέλθεις. Είναι αδύνατον!

Δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο τίποτα που να ελευθερώνει πραγματικά, από την αληθινή αγάπη μιας θαρραλέας γυναίκας. Τίποτα δεν θα αντικαταστήσει ποτέ αυτή την ιερή ένωση που δίνει φτερά και στους δυο, που δημιουργεί κόσμους καινούργιους.

Έγινες ανέραστος, υποτίμησες τον έρωτα, έμεινες μισός. Αναγκαστικά!

Δημιουργείς ψευδαισθήσεις, στήνεις βάθρα, για τον εαυτού σου επιβάλλοντάς τα όπου μπορείς και αισθάνεσαι ισχυρός, για να μη βλέπεις την πραγματική αδυναμία σου.

Έχεις παγιδευτεί.

Κάπου στην πορεία δείλιασες, χάθηκες. Πίστεψες πως μόνος μπορείς. Έγινες «σπουδαίος» με επίπλαστα ενδύματα για να σκεπάζεις τη γύμνια σου από τα μάτια σου.

Νόμισες πως νίκησες τον Έρωτα, αλλά σε νίκησε η πλάνη σου.

Τίποτα δεν υπάρχει ανώτερο από τον Έρωτα!

Χρειάζεσαι τη Γυναίκα για να δώσεις πνοή και βάθος, έμπνευση και ουσία στα λόγια σου. Αυτή χρειάζεται έναν πραγματικό Άνδρα για να βάλει τάξη και κατανόηση στα χαοτικά λόγια της. Η ένωση τους αυτή είναι και θα παραμείνει πάνω από κάθε περιγραφή, καθώς οι δυο τους δημιουργούν τον κόσμο τους. Έναν κόσμο στον οποίο εισέρχονται μόνο οι όμοιοι τους.

Αυτός τη στηρίζει, την προστατεύει, της επιτρέπει να είναι απόλυτα και αποκαλυπτικά ο Εαυτός της. Αυτή τον οδηγεί με τρυφερότητα και θαυμασμό για το θάρρος του, στα τρίσβαθα της ψυχής του.

Αυτός επιτρέπει στο πνεύμα της να ανοίξει φτερά, αυτή κλείνει με τα δάκρια της τις πληγές του.

Όλα παραμένουν μισά, αθέατα, πριν από μια τέτοια ολιστική ένωση που δεν έχει προηγούμενο, ούτε επόμενο.

Την φοβάσαι. Δειλιάζεις. Νομίζεις πως μπορείς να την αντικαταστήσεις με κάτι προσωρινό, που έφτιαξες εσύ, μόνος σου, μέσα στο μυαλό σου. Όλα θα σου θυμίζουν πως δεν μπορείς, χωρίς να είσαι πρόθυμος να το δεις.

Αυτό θα σε οδηγούσε σε πλήρη γκρέμισμα του εαυτού σου. Κάτι που δεν έχεις την τόλμη να επιτρέψεις, να αναλάβεις.

Είχες τις ευκαιρίες σου. Τις γκρέμισες. Είχες περισσότερο ανάγκη να διατηρήσεις την εξουσία σου, την κυριαρχία. Ποτέ δεν μπορείς όμως να επιβληθείς στον Έρωτα!

Είναι μόνο για τους θαρραλέους, μόνο για τους αληθινά πρόθυμους. Δεν έχεις καν ιδέα τι είναι, εφόσον έχεις δημιουργήσει άπειρους φιλοσόφους (τώρα έχεις γίνει ένας από αυτούς για να αυτό-ορίζεσαι) που σού έχουν ήδη υπαγορεύσει τι είναι. Κι εσύ πίστεψες. Για να υποστηρίξεις τους ομοίους σου.

Καημένο ανθρωπάκι! Δεν ορίζεις τον Έρωτα. Δεν τον κλειδώνεις στις δικές σου ιδέες και προσδοκίες. Δεν τον βάζεις σε πλαίσια και λόγια για να ικανοποιείς την ανάγκη σου να ελέγχεις τον κόσμο σου.

Σε βρίσκει αυτός. Σού χτυπάει την πόρτα όταν δεν το περιμένεις, αλλά έχεις προετοιμαστεί κατάλληλα και ουσιαστικά. Δεν μπορείς να μην ανοίξεις γιατί δεν το αντιλαμβάνεσαι καν! Ακόμα και τον «κεραυνοβόλο έρωτα» που περιγράφουν τα βιβλία σου, δεν τον αναγνωρίζεις, δεν τον ελέγχεις, ενώ τον έχεις αναγκαστικά υποτιμήσει για να διατηρείς την επίπλαστη γνώση σου.

Πάντα μισή….πάντα έξω από την ιερή ένωση που θεοποίησε το «κυρίαρχο αρσενικό» ενώ δημιούργησες θύματα που σε υπηρετούν από τις υποταγμένες γυναίκες που μαζεύεις γύρω σου.

Πάντα ο Έρωτας θα σού χαλάει τα σχέδια! Μόνο αν ήσουνα πραγματικό Αρσενικό θα το επέτρεπες αυτό, ενώ παράλληλα θα είχες κατακτήσει την πραγματική κυριαρχία του Εαυτού σου. Τι να σου λέω τώρα….

Σού μιλάω για τελείως άλλους κόσμους από αυτούς που είσαι ικανός να αντιληφθείς, πνιγμένος με τις σοφιστείες σου που όμως δεν έχουν πνοή, στερούνται Ζωής, παραμένουν μουντές και επιβλητικές.

Γιατί ο Έρωτας θολώνει τα όρια που επιμένεις να διατηρείς. Γκρεμίζει τα τείχη που έχεις ανάγκη να στήνεις. Δεν υπάρχει το «εδώ σταματάει ο ένας και εκεί αρχίζει ο άλλος». Το σώμα του γίνεται προέκταση του δικού σου και αντίστροφα. Χωρίς κτήση! Στην ψυχή του τολμάς να εισχωρείς όπως και στη δική σου, ό,τι κι αν συναντήσεις εκεί. Το πνεύμα του το θαυμάζεις, το καμαρώνεις καθώς πετά ελεύθερο, αδέσμευτο, μαζί με το δικό σου.

Δεν υπάρχει άλλος, λιγότερος Έρωτας. Δεν τον συναντάς προτού γκρεμίσεις τον ψεύτικο, «σοφό» εαυτό σου.
Μέχρι τότε, θα σκοτώνεις τα παιδιά τής γυναίκας που πρόδωσες, θα παραμένεις δέσμιος του αρσενικού που δεν κατάφερες να γίνεις, θα υποτιμάς γιατί φοβάσαι το θηλυκό που απέρριψες...
 
Χωρίς να καταλαβαίνεις, ενώ θα πιστεύεις πως γνωρίζεις. Οι υποστηρικτές σου, που πάντα θα είναι πολλοί, θα παραμένουν η μόνη σου απόδειξη πως είσαι σωστός, ενώ θα παραμένεις μισός. 

Κι αν πετύχεις;

«Τα τρία «Τ» της επιτυχίας: Ταλέντο, Τόλμη, Τύχη» – Οδυσσέας Ελύτης

Επιτυχία: Λέξη γένους θηλυκού, εξαιρετικά ελκυστική, με μια γοητεία που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο. Έχει πολλούς θαυμαστές, οι οποίοι ψάχνουν διάφορους τρόπους για να τη σαγηνεύσουν και να την κατακτήσουν.

Συμβουλεύονται, παραδειγματίζονται από μερικούς, ακολουθούν τα βήματα άλλων, όμως δεν είναι λίγες οι φορές που αν και βρίσκονται τόσο κοντά της, εκείνη δείχνει να σφυρίζει αδιάφορα και να κλείνει το μάτι σε εκείνον τον περίεργο, λίγο ιδιόρρυθμο τύπο που παρέκκλινε από τη μάζα και να αρνήθηκε να αποκτήσει την αγελαία συνείδηση που θα τον έκανε να μοιάζει ίδιος με τους άλλους.

Όχι, δεν είναι τρελός… απλώς λειτουργεί με έναν δικό του, μοναδικό τρόπο που τον κάνει να ξεχωρίζει… γιατί έχει καταλάβει πως η επιτυχία είναι μια κατάσταση προσωπική, στην οποία πρέπει κανείς να βάζει την δική του σφραγίδα. Για κάτι τόσο μοναδικό, ο τρόπος κατάκτησης θα πρέπει να είναι αντίστοιχος. Ακολουθώντας τον λιγότερο περπατημένο δρόμο, χαράζεις τη δική σου πορεία, με συντεταγμένες που έχεις δώσει αποκλειστικά εσύ… Τόλμησε, αξιοποιώντας τα Ταλέντα σου για να έχεις την Τύχη με το μέρος σου!

Γιατί σίγουρα έχει μεγαλύτερη αξία όταν ενεργείς διαφορετικά για τους σωστούς λόγους. Έτσι μαθαίνεις να ζεις με σοφία τη ζωή σου… Για αυτό σταμάτα να ρωτάς τι θέλει ο κόσμος για να σε θεωρεί επιτυχημένο… Ρώτα τον εαυτό σου, τι είναι αυτό που σε ζωντανεύει και κάν’το! Γιατί αυτό που θέλει ο κόσμος είναι ανθρώπους ζωντανούς!

Νοιάζομαι με το σωστό τρόπο;

Πόσο υπέροχο να νοιάζονται για εμάς... Αρκεί αυτό όμως;

Το να σε νοιάζονται είναι σημαντικό και από τα σπουδαιότερα κι ομορφότερα που μπορεί να σου συμβεί. Σαφώς ενώ είναι αυτονόητο, δεν συμβαίνει πάντα αλλά κι όταν συμβαίνει, αναρωτηθήκαμε ποτέ αν συμβαίνει όπως πρέπει ή έστω όπως μας αρέσει; Διότι το να σε νοιάζονται με λάθος τρόπο μάλλον δεν σε ικανοποιεί και, δίχως να 'ναι αχαριστία, μοιάζει με το να μην συμβαίνει καμιά φορά.

Ποιος είναι ο σωστός τρόπος;  Ο τρόπος με τον οποίο κάποιος νοιάζεται και το δείχνει είναι διαφορετικός από άτομο σε άτομο και έχει να κάνει αφενός με το χαρακτήρα και την προσωπικότητά του αλλά ενδεχομένως και με όσα βιώματα κουβαλά. Επίσης δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος να ενδιαφέρεται κανείς ή να το εκδηλώνει με την έννοια του κλισέ, αλλά καθένας από εμάς σίγουρα το επιθυμεί και αλλιώς ή το καταλαβαίνει διαφορετικά.

Ανάλογα με τις ανάγκες μου, επίσης το χαρακτήρα μου και κυρίως τις όποιες εμπειρίες μου ως τώρα, επιθυμώ να εισπράξω και το ενδιαφέρον. Το κατά πόσο ταιριάζω με έναν άνθρωπο ή αυτός μπορεί να δει την ψυχή μου, να καταλάβει πως λειτουργεί το μυαλό μου, είναι παράγοντες που επιπρόσθετα έχουν να κάνουν με το πως θέλω να με νοιαστεί ή αν το λαμβάνω σωστά με τα δικά μου κριτήρια.

Σε γενικές γραμμές ωστόσο μπορούμε να πούμε ότι ένας τρόπος σωστός για όλους ανεξαιρέτως θα ήταν ο άδολος και αυτός που θα υποκινηθεί από πραγματική αγάπη. Εννοείται πως θα πρέπει να φαίνεται καθαρά άρα δεν είναι τίποτα δεδομένο ή εννοούμενο αν δεν το σφραγίσουν πράξεις ειδικά κι όχι λόγια.

Λάθος τρόπος. Ο λάθος τρόπος να νοιάζεται κανείς είναι αυτός που εκδηλώνεται με συναισθήματα ή πράξεις που δεν συνάδουν σε ενδιαφέρον ή και σε μη εκδήλωση καθόλου. Το να νοιάζομαι π.χ αλλά να βάζω τις φωνές σε κάποιον ή να τον επικρίνω με το παραπέτασμα του ενδιαφέροντος, μάλλον δεν λαμβάνεται ως νοιάξιμο.

Το να νοιάζομαι αλλά να μην το δείχνω ή να μην είμαι παρόν όταν ακριβώς με χρειάζεται κάποιος, πάλι είναι λάθος τρόπος. Το να τον συμπονώ, να τον καταλαβαίνω αλλά να φέρομαι αντιστρόφως ανάλογα, είναι ακριβώς σα να μην συμβαίνει.

Γιατί λάθος τρόπο; Ένα εύλογο ερώτημα σαφώς είναι και το γιατί να νοιάζεται κάποιος με λάθος τρόπο. Καταρχήν να τονιστεί πως δεν γίνεται εσκεμμένα κάτι τέτοιο διότι σε περίπτωση που γίνεται, μιλάμε για άλλη κατάσταση. Παίρνοντας αυτό υπόψιν λοιπόν, δεν είναι τόσο παράξενο κάποιος να μην έχει μάθει να δείχνει για παράδειγμα το ενδιαφέρον του ή να νιώθει ανασφάλεια ή απειλή όταν το κάνει.

Παίζει επίσης και η πιθανότητα να θεωρεί πραγματικά ότι έχει επιλέξει τον καλύτερο τρόπο να το δείξει ή να μην το δείξει, θέλοντας να δώσει π.χ. κάποιο μάθημα σε κάποιον ή να τον πονέσει είτε για το καλό του είτε επειδή πληγώθηκε πρώτος από αυτό το άτομο.

Καμιά φορά οι άνθρωποι κλείνονται στο καβούκι τους από φόβο μην παρεξηγηθούν απλά. Υπάρχουν να συμπληρώσουμε, και προσωπικότητες που δεν είναι δοτικές ή τοποθετούν τις δικές τους ανάγκες πάνω από των υπολοίπων κι ας νοιάζονται ή έστω έτσι το νιώθουν οι ίδιοι.

Τι νιώθω; Αυτό που κάποιος αισθάνεται όταν δεν λαμβάνει το ενδιαφέρον όπως θα ήθελε, είναι απογοήτευση και ένα άδειασμα στην ουσία. Δεν καλύπτονται οι ανάγκες του και κατακλύζεται από παράπονο. Νιώθει να μην τον καταλαβαίνουν, να μην έχει στήριγμα εντέλει και ενδεχομένως μοναξιά.

Αυτό που νιώθει κάποιος που δεν προσφέρει ακριβώς αυτό που ο άλλος περιμένει κι έχει ανάγκη -αν του το γνωστοποιήσει βέβαια- είναι ίσως θυμός, ίσως νιώθει αδικημένος και αρκετά ανεπαρκής ακόμη κι αν το καλύψει με στάση εγωισμού.

Το να μην μπορείς να ανταποκριθείς σε ό,τι χρειάζεται κάποιος που αλήθεια νοιάζεσαι αλλά δεν του το δείχνεις όπως εκείνος προσδοκούσε, δεν είναι και το καλύτερο που μπορεί να σου συμβεί.

Τι κάνω; Πολλά μπορεί να γίνουν αρκεί κάποιος να το θέλει. Καταρχήν ο ανικανοποίητος οφείλει να ενημερώσει με ωραίο τρόπο αρχικά τον άνθρωπό του, ότι έχει πρόβλημα με τον τρόπο που λαμβάνει ή δεν λαμβάνει το όποιο ενδιαφέρον.

Μια συζήτηση θα ήταν ό,τι καλύτερο με ήπιους τόνους σαφώς. Μπορείς να εξηγήσεις στον άλλον τι περίμενες, τι θα σε έκανε πλήρη και το γιατί δεν καλύπτεσαι. Αν είσαι από την άλλη πλευρά, επίσης μπορείς να ρωτήσεις να μάθεις τι λάθος κάνεις ώστε να προσπαθήσεις να βελτιωθείς. Καλό επίσης θα ήταν και θεμιτό, να εξηγήσεις το γιατί εκδηλώνεις όπως εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου και να είσαι ειλικρινής γι' αυτά.

Να μην δώσεις υποσχέσεις που δεν θα πραγματοποιήσεις κι αν δεν καταλάβεις τον άλλον, δείξ' το όπως θες αλλά χωρίς εγωισμό ή κατηγορώντας.

Δύσκολες οι διαπροσωπικές σχέσεις και ακόμη πιο δύσκολο να βρεθεί συμβατός δότης. Ωστόσο όλα μπορούν να επιτευχθούν με διάλογο και καλή θέληση, με αγάπη, έχοντας ειδικά υπόψιν πως διακατεχόμαστε και από τραυματικές καταστάσεις ή ένα παρελθόν όλοι μας.

Ο Τυφώνας επιτίθεται στον Δία

Δεν πρόλαβαν καλά καλά οι θεοί να διώξουν τους Τιτάνες από τον ουρανό και να τους στείλουν βαθιά μέσα στα Τάρταρα, να μείνουν κλεισμένοι για πάντα, και η Γαία αποφάσισε να ενωθεί με τον Τάρταρο, το άκρο αντίθετο του ουρανού, να γεννήσει ένα τελευταίο βλαστάρι.

Στην αρχή, όπως θυμόμαστε, υπήρξε το Χάος. Στη συνέχεια, η Γη. Η παμμήτειρα Γαία είναι εκ των πραγμάτων το αντίθετο του Χάους, με το οποίο όμως είναι στενά συνδεδεμένη όχι μόνο επειδή στα βάθη της υπάρχει ένα στοιχείο χαοτικό, τα Τάρταρα, το Έρεβος, αλλά και επειδή αναδύεται αμέσως το Χάος. Εκτός από αυτή λοιπόν, στο σύμπαν υπάρχει μόνο το Χάος. Το πλάσμα που θα φέρει στο φως και το οποίο θα αμφισβητήσει όχι μόνο το Δία αλλά και ολόκληρο το θεϊκό σύστημα των Ολυμπίων, είναι ένα πλάσμα χθόνιο, γήινο δηλαδή: Χθων είναι η γη στη σκοτεινή, νύκτια όψη της και όχι η γη ως μητέρα, ως βάθρο ασφαλές για όλα τα πλάσματα που περπατούν και στηρίζονται πάνω της. Το τερατώδες αυτό ον είναι γιγαντιαίων διαστάσεων, πρωτόγονο, ένα ιδιόμορφο γέννημα της Γαίας, σαν ένα τερατώδες ζώο, με ανθρώπινες και ζωώδεις πλευρές.

Τρομακτικά δυνατό, κατέχει τη δύναμη του Χάους, της πρωταρχικής κατάστασης, της αταξίας. Τα μέλη του έχουν τη δύναμη των Εκατόγχειρων. Οι βραχίονές του είναι κολλημένοι στους ώμους του, τρομερά ρωμαλέοι, ευλύγιστοι, δυνατοί. Τα πόδια του στηρίζονται γερά στο έδαφος, είναι ακούραστα και πάντα σε κίνηση. Είναι ένα πλάσμα της κίνησης, της κινητικότητας. Δεν είναι ένας βαρύς, ακίνητος όγκος, όπως τον συναντάμε σε ορισμένους μύθους της Εγγύς Ανατολής, ο οποίος κάποια συγκεκριμένη στιγμή μεγαλώνει και η δύναμή του λειτουργεί αποκλειστικά σε επίπεδο αντίδρασης, απειλεί να καταλάβει όλο το χώρο ανάμεσα στη γη και τον ουρανό. Αντιθέτως, ο Τυφώνας όλη την ώρα κινείται, καταφέρει χτυπήματα, τα χέρια και τα πόδια του δε σταματούν λεπτό. Έχει εκατό δρακοκεφαλές και από κάθε δρακοκεφαλή του πετάγεται έξω μια μαύρη γλώσσα. Στο κάθε κεφάλι έχει ένα ζευγάρι μάτια που εξαπολύουν καυτή φλόγα, μια λάμψη που φωτίζει τις δρακοκεφαλές και την ίδια στιγμή κατακαίει όλα όσα ο Τυφώνας αγκαλιάζει με το βλέμμα του.

Και τι λέει το τρομερό αυτό τέρας; Χρησιμοποιεί πολλές και διάφορες φωνές: άλλες φορές μιλάει σαν τους θεούς και άλλες πάλι σαν τους ανθρώπους. Κάποιες άλλες στιγμές, οι κραυγές του θυμίζουν όλα τα άγρια ζώα του κόσμου: βρυχάται σαν λιοντάρι, μουγκανίζει σαν ταύρος. Όσο η όψη του είναι από πάνω ως κάτω τερατόμορφη, άλλο τόσο ο τρόπος που μιλάει, η φωνή του είναι πολύμορφη, πολύτροπη και πολυποίκιλη. Η ύπαρξή του δε συμβολίζει κάποια ιδιαίτερη οντότητα, είναι μάλλον ένα σύμφυρτο αμάλγαμα όλων των πραγμάτων, ένα πλάσμα που συνταιριάζει τις πιο αντίθετες πλευρές και τα πιο παράταιρα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό του. Αν αυτό το χαοτικό στην όψη, τη φωνή, το βλέμμα, την κίνηση, τη δύναμη τερατούργημα υπερίσχυε, τότε η τάξη του Δία θα καταλυόταν.

Μετά τον πόλεμο των θεών και την ανάρρηση του Δία στο θρόνο, η γέννηση του Τυφωέα ή Τυφώνα αποτελεί έναν κίνδυνο για την τάξη των ολύμπιων θεών. Η νίκη του θα σηματοδοτούσε την επιστροφή του κόσμου στην πρωταρχική και χαοτική κατάσταση. Τι θα γινόταν; Η μακρόχρονη πάλη των θεών αναμεταξύ τους θα έσβηνε. Ο κόσμος θα επέστρεφε κατά κάποιο τρόπο στο χάος. Δε θα επέστρεφε φυσικά στο πρωταρχικό, αφετηριακό χάος, εφόσον από το χάος αυτό είχε αναδυθεί ένας κόσμος οργανωμένος, αλλά θα παραδινόταν σε ένα γενικευμένο χαλασμό.

Ο Τυφώνας επιτίθεται στο Δία. Η μάχη είναι τρομακτική. Όπως την εποχή της πάλης μεταξύ Τιτάνων και ολύμπιων θεών, ο Δίας κερδίζει τη νίκη με ένα σεισμό, όπως θα τον λέγαμε, με μια ανατροπή των στοιχείων του κόσμου. Τα κύματα ξεχύνονται στις στεριές, τα βουνά γκρεμίζονται την ώρα που ο Δίας βροντάει προσπαθώντας να τσακίσει, να δαμάσει με τον κεραυνό του το τέρας. Μέσα στην καρδιά του Άδη, στο βάραθρο των νεκρών και της νυκτός, τα πάντα ανακατεύονται, χάσματα ανοίγονται. Η πάλη του Τυφώνα και του Δία είναι η πάλη του τέρατος με τα εκατοντάδες φλεγόμενα μάτια ενάντια στο αστραποβόλημα του θεϊκού βλέμματος. Όπως είναι φυσικό, το κεραυνοβόλο βλέμμα του Δία, με το φως που εξαπολύει, θα καθυποτάξει τις φλόγες που εκτοξεύουν οι εκατό δρακοκεφαλές του τέρατος. Πλήθος μάτια εναντίον δύο ματιών. Νικητής βγαίνει ο Δίας.

Μια ιστορία λέει ότι ο Δίας έκανε το λάθος να χαλαρώσει την επαγρύπνησή του και να κοιμηθεί στο παλάτι του την ώρα που τα μάτια του έπρεπε να είναι μονίμως σε επιφυλακή· ο Τυφώνας πλησίασε, διέκρινε πού είχε ακουμπήσει ο Δίας τον κεραυνό του και ετοιμαζόταν να τον αρπάξει· ακριβώς εκείνη τη στιγμή όμως, που πήγαινε να αρπάξει το όπλο της νίκης, ο Δίας άνοιξε τα μάτια και κεραυνοβόλησε πάραυτα τον αντίπαλό του. Δυο δυνάμεις συγκρούονται: η χαοτική και η ολύμπια, ποια από τις δυο θα επικρατήσει με την επαγρύπνηση και το αστραποβόλημά της; Και σ’ αυτή την περίπτωση, τελικά ο Τυφώνας χάνει. Ο κεραυνός τσακίζει τα νεύρα των χεριών και των ποδιών του, ενσάρκωση της ζωτικής του δύναμης την ώρα της μάχης. Παράλυτος λοιπόν, σκεπασμένος με βράχους, οδηγείται πίσω στα νεφελώδη Τάρταρα από όπου έλκει την καταγωγή του.

Αιέν Αριστεύειν ή “κουτσομπολεύειν”;

Στην αρχαιότητα η ανθρώπινη αριστεία ήταν στόχος ζωής σε όλα τα επίπεδα της ύπαρξης του ανθρώπου. Όσοι κατόρθωναν να την αγγίξουν ήταν εκείνοι που γίνονταν οι εκάστοτε ήρωες του συγκεκριμένου πολιτισμού και που η ύπαρξή τους διαμόρφωνε την αντίληψη, τη συνείδηση, αλλά και τον σκοπό της ύπαρξης των επόμενων γενιών. Άλλωστε, αυτός που χρωματίζει μία εποχή τις περισσότερες φορές είναι ένας ήρωας, που κατάφερε να αριστεύσει σε αυτό που του ανατέθηκε ή που επέλεξε να φέρει εις πέρας.

Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει δυσκολευτεί πολύ να δώσει μία σαφή εξήγηση του τι είναι ανθρώπινη αριστεία, γιατί για τον κάθε ένα σημαίνει κάτι διαφορετικό, αναλόγως του υλικού που έχει εντός του προς διαχείριση, αλλά και λόγω της λάθους αντίληψης που έχει πλέον ο άνθρωπος για την αριστεία.

Είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό, πώς μπορεί κάποιος να γίνει άριστος και αυτό γιατί στο πέρασμα του χρόνου η προσοχή του ανθρώπου εστιάστηκε σε ένα μόνο μέρος της ανθρώπινης αριστείας που αφορά στις υλικές επιτεύξεις. Όμως οι υλικές επιτεύξεις όταν στερούνται ποιότητας και ουσίας δεν μπορούν να οδηγήσουν την ανθρώπινη συνείδηση στην τελείωση της μέσα από την προσέγγιση της ηθικής, των αρετών και των αξιών.

Η ανθρώπινη αριστεία είναι μια διαδικασία ζωής και δεν μπορεί να προσεγγιστεί επαρκώς μέσα σε λίγες γραμμές. Όμως, παίρνοντας μία μικρή γεύση μπορούμε να δώσουμε ένα έναυσμα σε όποιον αναζητά την αριστεία εντός του να ξεκινήσει από κάπου και έπειτα να αρχίσει αυτό το υπέροχο ταξίδι προς την ποιότητα της ύπαρξης του.

Άλλωστε, η έμπνευση για την Αριστεία προσφέρει την καλύτερη ελπίδα, για να ξεπεράσει ο άνθρωπος τις προκλήσεις της εποχής του.

Ίσως τελικά, αυτό να είναι και ο σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης… η αριστεία που μέσα από την απλότητά της, είναι η ποιότητα του να είσαι εξαιρετικά καλός σε κάθε περίπτωση, σε κάθε προσπάθεια.

Ο Άριστος Άνθρωπος είναι σπάνιο είδος της εποχής και αν αποτελούσε η ουσιαστική αριστεία αγαθό κίνητρο του καθενός, ο σύγχρονος πολιτισμός θα ήταν πολύ διαφορετικός. Ακόμα και οι κοινωνίες στις οποίες εντασσόμαστε, τα πολιτικά και οικονομικά συστήματα θα οδηγούνταν από την ανθρώπινη άνθιση και όχι από ότι τα οδηγεί αυτή τη στιγμή. Εξάλλου, τα αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους για την παταγώδη αποτυχία της όποιας προσπάθειας ελλείψει ουσίας, ποιότητας, ήθους, αρετών και αξιών.

Η καρδιά της ανθρώπινης αριστείας ξεκινά να χτυπά όταν βρεθείς να ακολουθείς την προσωπική σου διαδρομή, όχι με σκοπό να νικήσεις τους άλλους, αλλά με σκοπό το να αλλάξεις εσύ επίπεδο, δηλαδή να ξεπεράσεις τον ίδιο σου τον εαυτό μέχρι να φτάσεις να γίνεις καλύτερος από ότι ήσουν. Αυτή η εσωτερική ευγενής διαδικασία είναι που οδηγεί έναν άνθρωπο στην προσωπική αρίστευση, αλλά και στην δημιουργία ενός ήρωα που κατόρθωσε το ακατόρθωτο, το να σπάσει το δικό του προσωπικό φράγμα αντίληψης των ίδιων του των δυνατοτήτων.

Η αριστεία του πνεύματος, η αριστεία της ψυχής και η αριστεία της δραστηριότητας-πράξης συνυπάρχουν και εναρμονίζονται ως ένας κατερχόμενο στοιχείο προς εκδήλωση μέσα από την ανθρώπινη υπόσταση!

Πλέον όμως, επικρατούν οι ποσοτικά-αριθμητικά «άριστοι» και όχι η γεωμετρικά άριστοι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην ηγούνται οι ηθικώς υπερέχοντες, αλλά οι ηθικώς κατώτεροι. Έτσι, εκείνος που ουσιαστικά γνωρίζει και διέπεται από το ήθος, τις αρετές και τις αγαθές αξίες, κυβερνάται από εκείνον που δεν γνωρίζει και χαρακτηρίζεται από την ανηθικότητα, την έλλειψη αρετών και αγαθών αξιών.

Φυσικά, μεγαλύτερη ευθύνη σε αυτήν την κατάσταση έχει ο ηθικά άριστος.

Σκεφτείτε πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα στις σύγχρονες κοινωνίες αν οι άριστοι κατείχαν αξιώματα. Δηλαδή, να ηγούνταν οι έχοντες αριστεία στην ποιότητα, στο βάθος της αλήθειας, της ηθικής, των αξιών οι οποίοι με γνώμονα όλα αυτά να έπρατταν με στόχο την εξέλιξη του συνόλου και όχι μόνο του οίκου τους.

Στην αρχαία Ελλάδα το «αιέν αριστεύειν» ενσαρκωνόταν από εμβληματικές μορφές, που έμοιαζαν να έχουν υπεράνθρωπες ιδιότητες, εξαιρετικές αρετές και διακρίνονταν για την προσφορά τους. Σήμαιναν Κάτι… για την κοινωνία και αποτελούσαν πρότυπο.

Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι άριστοι είναι εκείνοι που σε όλη την ιστορία έχουν δώσει το κάτι παραπάνω στην ανθρώπινη φύση. Είναι εκείνοι που κατάφεραν το ακατόρθωτο, που εισήγαγαν στην εποχή τους την καινοτομία, που έγιναν οι πρωτοπόροι και έδωσαν το μέγιστο της φύσης τους προς την εξέλιξη και την αλλαγή.

Ένας από τους κυριότερους εχθρούς που έχεις να αντιμετωπίσεις αν αποφασίσεις να προσεγγίσεις τη προσωπική σου ανθρώπινη αριστεία, είναι η επιρροή που σου ασκεί ο τρόπος λειτουργίας της μάζας.

Η αδυναμία των ανθρώπων να βρουν την προσωπική τους διαδρομή προς την αριστεία, τους έχει κάνει να καλύψουν την απόσταση αυτή με τρόπους όχι και τόσο ηθικούς. Όταν νιώθει κάποιος εσωτερικά πως έχει την ικανότητα και τα εφόδια να αριστεύσει σε κάτι, αλλά δεν επιλέγει να το κάνει είτε από άγνοια, είτε από βαρεμάρα, είτε επειδή κάπως ξεγελάστηκε, οδηγείται σε συμπεριφορές που όχι μόνο τον κρατούν μακριά από την άνθισή του, αλλά τον κατακρημνίζουν σε κάτι πολύ υποδεέστερο από αυτό που είναι στην ουσία του.

Έτσι, για να καλύψει τον εγωισμό του που υπερισχύει, επιδίδεται σε αθλήματα ψευδαισθήσεων που είναι ικανά μετατρέψουν την μετριότητά του σε ανωτερότητα.

Το πρώτο «άθλημα» ψευδαίσθησης από το οποίο χρειάζεται να παραιτηθεί κάποιος και μάλιστα άμεσα, αν θέλει να κατευθυνθεί προς την προσωπική του αριστεία, είναι αυτό της σύγχρονης κουτσομπόλας.

Καλά διάβασες! Της σύγχρονης κουτσομπόλας!

Το άθλημα αυτό δεν έχει σκοπό την χρήση της κριτικής ικανότητας για την εξέλιξη όλων, αλλά διψά να καταστρέψει τον δεχόμενο το κουτσομπολιό με σκοπό να νιώσει η κουτσομπόλα λίγο πιο σπουδαία, λίγο καλύτερη, ή ακόμα και να εκδικηθεί εκείνον τον οποίο έχει βάλει στο στόχαστρό της, επειδή κατάφερε να ξεπεράσει το δικό του ανθρώπινο όριο και να αγγίξει την προσωπική του αριστεία.

Και παρόλο που επιδίδεσαι σε αυτό το «άθλημα», πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνεις, έχουν υπάρξει και περιπτώσεις που έχεις δεχτεί τις «ωφέλειες» αυτού του αθλήματος, όταν δέχτηκες τα πυρά ενός τέτοιου παθιασμένου «αθλητή» στον στίβο της ζωής σου και γνωρίζεις από πρώτο χέρι την «ευεργετικότητα, την ευγένεια, την αγάπη», αλλά και τον σκοπό αυτό του «αθλήματος».

Όπως έλεγαν οι γιαγιάδες πολύ σοφά για τις κουτσομπόλες τις εποχής… «βγήκε η πομπή στους δρόμους και πομπεύει τους διαβάτες». Όμως να ξέρεις, πως ο διαβάτης κάπου πηγαίνει, έχει ένα στόχο, ένα σκοπό στη ζωή του.

Ο δικός σου σκοπός ποιος είναι άραγε όντας μέλος του κλαμπ της πόμπευσης;
Αυτό το σπορ της κοινωνικής κριτικής, όπως χαριτολογώντας ονομάζεται πια, είναι γεμάτο από κακία, κόμπλεξ κατωτερότητας, αδυναμία, εκδίκηση, αυτοϋποτίμηση και ένα σωρό άλλα πράγματα, τα οποία δεν συνάδουν με την αριστεία που νιώθεις μέσα σου. Και φυσικά, όλα αυτά εξαπολύονται όταν ο καθοδόν άριστος μαθαίνει και εκπαιδεύεται στην διαδρομή του. Γιατί αυτό περιμένει εναγωνίως η κουτσομπόλα… τον άριστο να σκοντάψει για να καλύψει την δική της έλλειψη προσπάθειας για αρίστευση.

Αν λοιπόν, μπορείς να αριστεύσεις στο να γίνεις καλός πατέρας, αρίστευσε σε αυτό και μην κρίνεις τον μουσικό που προσπαθεί να αριστεύσει στην αρμονία, αν προορίζεσαι να γίνεις καλός γιατρός, αρίστευσε σε αυτό και μην κρίνεις εκείνον που μπορεί να αριστεύσει στην ηθοποιία, αν προορίζεσαι να αριστεύσεις ως αθλητής, μην κρίνεις εκείνον που μπορεί να αριστεύσει στο λόγο.

Μπορεί να έχουν εκσυγχρονιστεί τα μέσα, αλλά η τεχνική της κουτσομπόλας είναι αξεπέραστη ανά τους αιώνες και ακόμα και σήμερα καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων. Το σύνδρομο της κλειδαρότρυπας έγινε καριέρα και εσύ κάπου μπερδεύτηκες, από ότι φαίνεται, και από άριστος ξέμεινες να προσπαθείς να παίζεις με τις λάσπες για να ανοίγεις λάκκους, μπας και καταπιείς κάποιον άριστο στο διάβα σου.

Δυστυχώς, οι «κατίνες» είναι παντού και κυβερνούν τον κόσμο. Μεταδίδουν ασταμάτητα πληροφορίες ακόμα και για ανθρώπους και καταστάσεις που δεν γνωρίζουν.

Η μετάδοση της πληροφορίας για μια κοινωνία είναι πάντοτε κάτι πολύ σημαντικό. Είναι αυτή που καθορίζει συνειδήσεις και είναι σίγουρα ένα σημαντικό στοιχείο κάθε πολιτισμού.

Η τεράστια δύναμη της πληροφορίας και ο τρόπος της μετάδοσής της γίνεται πλέον με πιο σύγχρονους τρόπους, όπως το διαδίκτυο, τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Αυτά χρησιμοποίησε η κουτσομπόλα της γειτονιάς για να εξελιχθεί σε μία άριστη «κατίνα» της εποχής.

Σε αυτά, η κουτσομπόλα βρήκε το θρόνο της και κάνει τη δουλειά της ανενόχλητη. Αναλαμβάνει τη μετάδοση πληροφορίας είτε χωρίς να της το αναθέσει κάποιος επίσημα, είτε λαμβάνοντας και μισθό για αυτό.

Όσο και αν το περιτύλιγμα μπορεί να ξεγελάσει, όσο και αν οι φαινομενικά καλοί τρόποι μπορούν να σε υπνωτίσουν, να ξέρεις πως τον Άριστο δεν μπορείς να τον αγγίξεις ότι και αν κάνεις, γιατί αυτός έχει σκοπό την άνθιση της ύπαρξής του και δεν μπορείς να τον σταματήσεις.

Χρειάζεται να πάρεις μία μεγάλη απόφαση!

Θα επιλέξεις να είσαι «η αλεπού που όσα δεν φτάνει τα κάνει κρεμαστάρια» ή θα ξεκινήσεις την πιο ευγενή διαδρομή προς την δική σου αριστεία;

Εξάλλου, να θυμάσαι πως στο τέλος στον λάκκο πέφτει εκείνος που τον άνοιξε και αν συμβεί κάτι τέτοιο, όχι μόνο θα έχεις χάσει την ευκαιρία να αριστεύσεις ως άνθρωπος, αλλά θα σε έχει καταπιεί η ίδια σου η υποτίμηση, η εκδίκηση, η κακία, η ανηθικότητα.

Πέτα λοιπόν, αυτό το μικρόβιο από πάνω σου και βάλε πλώρη για όσα θα σε κάνουν να εκπροσωπήσεις άξια την ύπαρξή σου. Αυτό είναι το πρώτο χρέος και η πρώτη μεγάλη ευθύνη του εν δυνάμει Άριστου Ανθρώπου.

Και αν δεν μπορείς να κάνεις αυτή την αλλαγή, γιατί υπάρχει απροθυμία στο να διακριθείς του εαυτού σου, άσε αυτούς που θέλουν να επιχειρούν για το καλύτερο. Δεν μπορείς να διεκδικείς όσα μπορεί να διαχειριστεί μόνο ένας άριστος.

Επέλεξε να είσαι Άριστος μεταξύ Αρίστων!

Να βασίζεσαι σε αυτό που είσαι και όχι σε αυτό που είναι ή δεν είναι οι άλλοι!

Ο Άριστος Άνθρωπος υπερέχει όσων συντηρούν την αντιζηλία, τη μικροψυχία, τη μετριότητα, την ιδιοτέλεια, την αμετροπρέπεια, την ανηθικότητα και την αλαζονεία.

Είναι υπεράνω όχι από εγωισμό, αλλά από διακαή πόθο να εξαλείψει αυτή την κακοδαιμονία από τον Κόσμο, ξεκινώντας από τον εαυτό του.

Είχα πει…

Είχα πει πως δε θα το ένιωθα ποτέ ξανά. Πως δεν ήθελα να ξαναπεράσω από το ίδιο στενό. Δεν άξιζε τον κόπο, την προσπάθεια, ούτε την ευχαρίστηση. Απελπισμένος και ηττημένος. Εγώ ποτέ ξανά! Ότι δε θα επέστρεφα, το ήξερα γιατί δε μου το επιτρέπει ο θηριώδης εγωισμός μου αλλά με ασφάλεια δήλωνα ότι δε θα επέτρεπα και να μου ξανασυμβεί.

Τις στιγμές που ξεστομίζουμε αυτά τα ποτέ και τα πάντα, θα έπρεπε αυτόματα να μας χτυπά κεραυνός…

Ύπουλο συναίσθημα ο έρωτας. Εύκολα το βαφτίζεις και το χαρακτηρίζεις, δύσκολα το οριοθετείς….
Σαν τις μάσκες που η μισή κλαίει και η άλλη μισή γελά…
Όταν γελά…

Είσαι ακόμα στα όρια της αντίληψης του. Εκεί ακριβώς που αρχίζει η διαδικασία της μυθοπλασίας. Όλα φαντάζουν ιδανικά κι εσύ ξεκινάς να πιστεύεις σε οφθαλμαπάτες με ελάχιστο ωστόσο το ενδιαφέρον να ανακαλύψεις την οποιαδήποτε αλήθεια τους. Δεν μπαίνεις στον κόπο…

Περπατάς στο τεντωμένο σχοινί της ευτυχίας και είσαι έτοιμος να αλλάξεις χώρα, ζωή και συνήθειες χωρίς να αναλογίζεσαι το προσωπικό κόστος. Λίγο αγάπη, μια πρέζα πάθος, λίγη ζήλεια, αρκετός εγωισμός. Εξαρτάται πόσο πικάντικο θα προτιμούσες να σου σερβιριστεί το πιάτο… Δεν είναι όλα τα στομάχια για όλες τις γεύσεις! Κι εσύ πριγκίπας στο κάστρο να χαζεύεις τη θάλασσα στο βάθος, να ονειροπολείς και να αρνείσαι να ρίξεις τα μάτια σου στη γη…

Όταν κλαίει…
Είναι εκείνες οι ιστορίες που είτε πέρασε κι έληξε άδοξα είτε απλά προσπέρασε. Η σκοτεινή του πλευρά είναι λίγο σκοτεινότερη του χάους ή έτσι έστω φαντάζει. Ένας τσακισμένος εγωισμός ή ακόμη χειρότερα εαυτός, ψέματα που τριγυρνούν στο κεφάλι, υποσχέσεις που χάθηκαν στο πηγάδι της λήθης… και ο πριγκίπας πια κατέβηκε από το κάστρο και είδε κατάματα πια μόνο το δράκο που παραμόνευε στον πύργο της. Ο έρωτας είναι καταδικασμένος σε ημερομηνία λήξης απλά κανείς δε θέλει να το παραδεχτεί και για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω αν έχει και νόημα. Γιατί να καταδικάσεις κάτι ήδη καταδικασμένο, δυστυχώς όχι σε ισόβια;

Ο έρωτας είναι καθαρά προσωπική υπόθεση γι’ αυτό και θα εμφανιστεί, ακριβώς τη στιγμή, που τα έχεις βρει με τον εαυτό σου. Αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό του έρωτα! Να θέλεις να δίνεις και να παίρνεις και το αλισβερίσι να κάνει καλό σε εσένα. Κράμα ιδιόρρυθμο και μοναδικό. Φύση διττή, συγκροτημένη από στοιχεία ακραία. Προσπαθώ να τον καταλάβω, όπως έναν φίλο από τα παλιά. Ούτως ή άλλως δεν είναι η πρώτη φορά που συναντιόμαστε, ούτε και η τελευταία εύχομαι (και φοβάμαι ταυτόχρονα). Αξίζει, όμως, η διαδικασία να τον εκλογικεύσεις; Μάλλον όχι…

Ας μην κρίνουμε καλύτερα τον έρωτα και τους ερωτευμένους, δεν ανήκουν στο δικό μας μίζερο κόσμο. Τουλάχιστον και για αρχή, μην είσαι καχύποπτος μαζί της. Μπορείς απλά να νιώσεις;

Ο κύκλος της ζωής

Η ζωή είναι ταξίδι. ‘Eνα ταξίδι γεμάτο κύκλους. Ξαναπερνάς πάντα από τα ίδια μέρη. Τα πρόσωπα αλλάζουν. Κι εσύ άλλαξες. Ανάθεμα κι αν κατάλαβες τι σ’ έφερε πίσω. Τι στο καλό σε πήγε μπροστά κι αυτή τη φορά. Μια απόφαση. Μια απόφαση της στιγμής. Που καθόρισε μια ολόκληρη ζωή..

Να προσέχετε τις αποφάσεις της στιγμής.. Είναι επικίνδυνα τα παιχνίδια του μυαλού. Θέλω να πατήσω ένα μαγικό κουμπί και να βάλω τις σκέψεις μου και τα συναισθήματα, στην πρώτη τους τάξη. Και το κουμπί είναι ένας περίπλοκος συνδυασμός που με κερδίζει.

Τι έμαθα; Ότι αυτό το ταξίδι είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις μόνος. Δεν έχει συνοδοιπόρους. Είσαι εσύ και ο εαυτός σου. Και κάπως έτσι κατάλαβα πόσο σημαντικός είναι ο εαυτός και η προσωπική του ανεξάρτητη ευτυχία. Πόσο σημαντικό είναι να στηρίζεσαι μόνο στα δικά σου πόδια, όσο κοντά η μακριά μπορούν να σε φτάσουν και εν τέλει, πως υπάρχει ένα επίπεδο, ένα πλατό, ευτυχίας, τόσο προσωπικής, που μένει και οφείλει να παραμένει αναλλοίωτη από όλους τους άλλους παράγοντες, ανθρώπινους και μη. Κι έτσι, κατάλαβα πως η πηγή των πάντων καλών και δεινών είμαι εγώ, και πως η δική μου και μόνο στάση αλλάζει τη ζωή μου. Και αφού αλλάζει τη ζωή μου, έχει αλλάξει και όλο μου τον κόσμο. Και έχει αλλάξει τον κόσμο, γενικά. Γιατί ο κόσμος δεν είναι παρά αναπαράσταση του δικού μου μυαλού.

Και μέσα από αυτό, τώρα πια, προσπαθώ να μάθω πως αυτόν τον μοιραίο συνταξιδιώτη θα τον φιλιώσω και θα τον ημερώσω. Που ώρες ώρες, θέλω να τον πετάξω καταμεσής του πελάγους να χαθεί. Κι αν έχετε διαβάσει, εκείνο το παραμυθάκι του μικρού πρίγκιπα (αν όχι, σας το συστήνω, μαζί με τη συμβουλή να διαβάζεται όσα περισσότερα παραμύθια μπορείτε, για να μη παραμυθιάζεστε ποτέ!), θα θυμάστε πως μόνο μια δύναμη υπάρχει που ημερώνει, η αγάπη. Αυτό το ατημέλητο συναίσθημα που ανασταίνει ανθρώπους, τους κάνει όμορφους ή ομορφότερους. Κι έτσι προσπαθώ, να αγαπήσω εμένα. Όσο δύσκολο κι αν μου μοιάζει. Αν εγώ είμαι η πηγή αυτού του κόσμου, τότε αν αγαπήσω τον εαυτό μου, θα ζω σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από αυτήν. Και αυτή, κατ’ επέκταση, θα είναι η εικόνα του δικού μου κόσμου, σε αυτόν των υπολοίπων.

'Ολα αυτά όμορφα ακούγονται. Κι όλα τα όμορφα, είναι δύσκολα. Να μη σας περάσει στιγμή από το μυαλό η σκέψη του εγωκεντρισμού. Γινόμαστε καλύτεροι για έναν καλύτερο κόσμο. Όλα τα άλλα, είναι απλώς υποκρισία. Να θυμάστε μπορεί να είμαστε μόνοι, αλλά δίπλα μας, μπορεί να ταξιδεύουν πολύ σπουδαίοι άνθρωποι. Δυστυχώς, όχι πολλοί… Να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά. Να παρατηρείτε, να μαθαίνετε, να διαβάζετε και να γελάτε ή να κλαίτε… αλλά όλα το ίδιο δυνατά.

Το σκοτάδι μέσα μας

ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ, κύρης πολύς· σε όλη μου τη ζωή απελπισμένα μάχουμαι να μετουσιώσω τα σκοτάδια αυτά και να τα κάμω φως, μια στάλα φως· αγώνας τραχύς, χωρίς έλεος, χωρίς αναπαή, μια στιγμή να κουράζουμουν, να σκόλαζα τον πόλεμο, ήμουν χαμένος· κι αν έβγαινα κάποτε νικητής, τι αγωνία και πόσες λαβωματιές!

ΔΕ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΑΓΝΟΣ· ΜΑΧΟΥΜΑΙ ΝΑ ΓΙΝΩ. Η αρετή για μένα δεν είναι καρπός της φύσης μου, είναι καρπός του αγώνα μου· δε μου την έδωκε ο Θεός, μοχτώ να την καταχτήσω με το σπαθί μου· το άνθος της αρετής για μένα είναι σωρός μετουσιωμένη κοπριά.

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΗΡΕ ΤΕΛΟΣ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΥΤΟΣ· ως τώρα δε νικήθηκα ολοκληρωτικά, δε νίκησα ολοκληρωτικά· πάντα αγωνίζουμαι, κι από στιγμή σε στιγμή μπορώ να χαθώ όλος, μπορώ να σωθώ όλος· ακόμα περνώ της Τρίχας το γιοφύρι απάνω από την άβυσσο».

ΑΣΦΑΛΤΑ ΚΑΤΕΧΕΙ Η ΧΩΜΑΤΕΝΙΑ ΑΥΤΗ ΜΗΤΡΑ την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου.

ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΚΟ ΤΟΝ ΑΝΗΦΟΡΟ ΤΟΥΤΟ, που έχει χρέος να πάρει η ψυχή, να τον ξεκρίνει. Κάθε άνθρωπος χαραγμένο βαθύτερα. Απάνω στα χώματα όπου γεννήθηκε. Τα χώματα αυτά που σ’ έπλασαν βρίσκουνται σε μυστική επαφή και συνεννόηση με την ψυχή σου· όπως οι ρίζες ξαποστέλνουν στο δέντρο την κρυφή προσταγή ν’ ανθίσει και να καρπίσει, για να δικαιωθούν οι ρίζες και να φτάσουν στο τέρμα της πορείας τους, όμοια τα πατρικά χώματα αναθέτουν δύσκολες εντολές στις ψυχές που γέννησαν θαρρείς χώματα και ψυχή πως είναι από την ίδια ουσία κι επιχειρούν την ίδια έφοδο· κι η ψυχή είναι μονάχα η ακρότατη νίκη.

 Νίκος Καζαντζάκης: Το σκοτάδι μέσα μας

Δίδυμες μαύρες τρύπες δημιουργούν εντυπωσιακές εικόνες

gifΈνα εντυπωσιακό φαινόμενο έφερε στο φως της δημοσιότητας η NASA, καθώς με τη χρήση υπερσύγχρονων τηλεσκοπίων αλλά και ακτίνων Χ, κατόρθωσε να απεικονίσει την ύπαρξη διδύμων μαύρων τρυπών.
 
Το φαινόμενο αυτό θεωρούταν ιδιαίτερα σπάνιο, καθώς μέχρι σήμερα ελάχιστες φορές -λιγότερες από 10- οι επιστήμονες είχαν καταφέρει να αποδείξουν κατά προσέγγιση την ύπαρξη τέτοιων διπλών μαύρων τρυπών στο σύμπαν μέσω της χρήσης ακτίνων Χ.
 
Με τη βοήθεια των υπερσύγχρονων τηλεσκοπίων και συστημάτων Chandra X-ray Observatory, the Wide-Field Infrared Sky Explorer Survey (WISE) and the Sloan Digital Sky Survey (SDSS) κατάφεραν σε μικρό χρονικό διάστημα να εντοπίσουν τουλάχιστον 5 νέα ζεύγη από μαύρες τρύπες, γεγονός που σηματοδοτεί μία νέα εποχή για την εξερεύνηση του διαστήματος αλλά και του συγκεκριμένου φαινομένου.
 
Τέλος, όπως αναφέρει ο Shobita Satyapal, επικεφαλής του ερευνητικού προγράμματος, οι επιστήμονες ανακαλύπτουν συνεχώς μαύρες τρύπες στο σύμπαν, όμως ελάχιστες φορές είναι σε θέση να βρουν τις δίδυμες μαύρες τρύπες κι ως εκ τούτου να αξιολογήσουν την αλληλεπίδραση μεταξύ τους.
 

ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΟΔΟ

Πλάτων: από τη φύση υπάρχει μια φιλοσοφική κλίση μέσα στην ψυχή του ανθρώπου.

Σχόλιο: ενάσκηση της ορθής φιλοσοφιάς σημαίνει αντί-σταση σε όλες τις διαστρεβλώσεις και κυρίως σε εκείνες των ιδεολογικο-πολιτικών φενακισαμών, που διαστρέφουν κάθε όψη της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Hegel: Η ανάγκη για φιλοσοφία ανακύπτει όταν από τη ζωή των ανθρώπων εξαφανίζεται η δύναμη της ενοποίησης, οι δε αντιθέσεις έχουν χάσει τη ζωντανή τους σχέση και αλληλεπίδραση και αποκτούν αυτονομία.

Στη σχέση του προς τον κοινό νου ο κόσμος της φιλοσοφίας, καθεαυτόν και διεαυτόν, είναι ένας ανεστραμμένος κόσμος. Ο Αλέξανδρος, έχοντας ακούσει πως ο δάσκαλός του δημοσίευε γραπτά για τη φιλοσοφία του, του έγραψε από τα βάθη της Ασίας πως δεν θα έπρεπε να δημοσιοποιήσει [=να καταστήσει κτήμα του όχλου] ό,τι από κοινού είχαν φιλοσοφήσει. Τότε ο Αριστοτέλης υπεράσπισε τον εαυτό του, λέγοντας ότι η φιλοσοφία του ήταν και επίσης δεν ήταν δημοσιευμένη. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει [τώρα] η φιλοσοφία να αναγνωρίσει βεβαίως τη δυνατότητα στο λαό να ανυψώνεται προς αυτήν, ενώ η ίδια δεν πρέπει να πέφτει στο επίπεδο του λαού.

Η φιλοσοφία είναι μόνο μία και μπορεί να είναι μόνο μία· και τούτο γιατί ο Λόγος είναι μόνο ένας. Και όπως ακριβώς δεν μπορούν να υπάρχουν διαφόρων ειδών Λόγοι, έτσι επίσης δεν μπορεί ανάμεσα στο Λόγο και την αυτογνωσία του να υψωθεί ένας τοίχος, με τη βοήθεια του οποίου η αυτογνωσία του θα μπορούσε να γίνει ουσιαστικά διακριτή από την εμφάνισή της. Πράγματι, ο Λόγος, όταν εξετάζεται απόλυτα και γίνεται αντικείμενο του ίδιου του εαυτού του μέσα στην πράξη αυτογνωσίας του, άρα όταν γίνεται φιλοσοφία, και τότε πάλι είναι ακριβώς ένα και το αυτό πράγμα και ως εκ τούτου ολοσχερώς το ίδιο.

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (152-158)

[152] Ἔνθα δὴ καὶ τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν ἄξιόν ἐστιν ἐπιμνησθῆναι οὓς οὗτος ἀθύτων καὶ ἀκαλλιερήτων ὄντων τῶν ἱερῶν ἐκπέμψας ἐπὶ τὸν πρόδηλον κίνδυνον ἐτόλμησε, τοῖς δραπέταις ποσὶ καὶ λελοιπόσι τὴν τάξιν ἀναβὰς ἐπὶ τὸν τάφον τὸν τῶν τελευτησάντων, ἐγκωμιάζειν τὴν ἐκείνων ἀρετήν. Ὦ πρὸς μὲν τὰ μεγάλα καὶ σπουδαῖα πάντων ἀνθρώπων ἀχρηστότατε, πρὸς δὲ τὴν ἐν τοῖς λόγοις τόλμαν θαυμασιώτατε, ἐπιχειρήσεις αὐτίκα μάλα, βλέπων εἰς τὰ τούτων πρόσωπα λέγειν ὡς δεῖ σε ἐπὶ ταῖς τῆς πόλεως συμφοραῖς στεφανοῦσθαι; ἐὰν δ᾽ οὗτος λέγῃ, ὑμεῖς ὑπομενεῖτε, καὶ συναποθανεῖται τοῖς τελευτήσασιν ὡς ἔοικε καὶ ἡ ὑμετέρα μνήμη;

[153] Γένεσθε δή μοι μικρὸν χρόνον τῇ διανοίᾳ μὴ ἐν τῷ δικαστηρίῳ, ἀλλ᾽ ἐν τῷ θεάτρῳ, καὶ νομίσαθ᾽ ὁρᾶν προϊόντα τὸν κήρυκα καὶ τὴν ἐκ τοῦ ψηφίσματος ἀνάρρησιν μέλλουσαν γίγνεσθαι, καὶ λογίσασθε πότερ᾽ οἴεσθε τοὺς οἰκείους τῶν τελευτησάντων πλείω δάκρυα ἀφήσειν ἐπὶ ταῖς τραγῳδίαις καὶ τοῖς ἡρωικοῖς πάθεσι τοῖς μετὰ ταῦτ᾽ ἐπεισιοῦσιν, ἢ ἐπὶ τῇ τῆς πόλεως ἀγνωμοσύνῃ.

[154] Τίς γὰρ οὐκ ἂν ἀλγήσειεν ἄνθρωπος Ἕλλην καὶ παιδευθεὶς ἐλευθερίως ἀναμνησθεὶς ἐν τῷ θεάτρῳ ἐκεῖνό γε, εἰ μηδὲν ἕτερον, ὅτι ταύτῃ ποτὲ τῇ ἡμέρᾳ μελλόντων ὥσπερ νυνὶ τῶν τραγῳδῶν γίγνεσθαι, ὅτ᾽ εὐνομεῖτο μᾶλλον ἡ πόλις καὶ βελτίοσι προστάταις ἐχρῆτο, προελθὼν ὁ κῆρυξ καὶ παραστησάμενος τοὺς ὀρφανούς, ὧν οἱ πατέρες ἦσαν ἐν τῷ πολέμῳ τετελευτηκότες, νεανίσκους πανοπλίᾳ κεκοσμημένους, ἐκήρυττε τὸ κάλλιστον κήρυγμα καὶ προτρεπτικώτατον πρὸς ἀρετήν, ὅτι τούσδε τοὺς νεανίσκους, ὧν οἱ πατέρες ἐτελεύτησαν ἐν τῷ πολέμῳ ἄνδρες ἀγαθοὶ γενόμενοι, μέχρι μὲν ἥβης ὁ δῆμος ἔτρεφε, νυνὶ δὲ καθοπλίσας τῇδε τῇ πανοπλίᾳ, ἀφίησιν ἀγαθῇ τύχῃ τρέπεσθαι ἐπὶ τὰ ἑαυτῶν, καὶ καλεῖ εἰς προεδρίαν.

[155] Τότε μὲν ταῦτ᾽ ἐκήρυττεν, ἀλλ᾽ οὐ νῦν, ἀλλὰ παραστησάμενος τὸν τῆς ὀρφανίας τοῖς παισὶν αἴτιον, τί ποτ᾽ ἀνερεῖ, ἢ τί φθέγξεται; καὶ γὰρ ἐὰν αὐτὰ διεξίῃ τὰ ἐκ τοῦ ψηφίσματος προστάγματα, ἀλλ᾽ οὐ τό γ᾽ ἐκ τῆς ἀληθείας αἰσχρὸν σιωπήσεται, ἀλλὰ τἀναντία δόξει τῇ τοῦ κήρυκος φωνῇ φθέγγεσθαι ὅτι τόνδε τὸν ἄνδρα, εἰ δὴ καὶ οὗτος ἀνήρ, στεφανοῖ ὁ δῆμος ὁ Ἀθηναίων ἀρετῆς ἕνεκα τὸν κάκιστον καὶ ἀνδραγαθίας ἕνεκα τὸν ἄνανδρον καὶ λελοιπότα τὴν τάξιν.

[156] Μὴ πρὸς τοῦ Διὸς καὶ θεῶν ἱκετεύω ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μὴ τρόπαιον ἵστατε ἀφ᾽ ὑμῶν αὐτῶν ἐν τῇ τοῦ Διονύσου ὀρχήστρᾳ, μηδ᾽ αἱρεῖτε παρανοίας ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, μηδ᾽ ὑπομιμνῄσκετε τῶν ἀνιάτων καὶ ἀνηκέστων κακῶν τοὺς ταλαιπώρους Θηβαίους, οὓς φεύγοντας διὰ τοῦτον ὑποδέδεχθε τῇ πόλει, ὧν ἱερὰ καὶ τέκνα καὶ τάφους ἀπώλεσεν ἡ Δημοσθένους δωροδοκία καὶ τὸ βασιλικὸν χρυσίον·

[157] ἀλλ᾽ ἐπειδὴ τοῖς σώμασιν οὐ παρεγένεσθε, ἀλλὰ ταῖς γε διανοίαις ἀποβλέψατ᾽ αὐτῶν εἰς τὰς συμφοράς, καὶ νομίσαθ᾽ ὁρᾶν ἁλισκομένην πόλιν, τειχῶν κατασκαφάς, ἐμπρήσεις οἰκιῶν, ἀγομένας γυναῖκας καὶ παῖδας εἰς δουλείαν, πρεσβύτας ἀνθρώπους, πρεσβύτιδας γυναῖκας ὀψὲ μεταμανθάνοντας τὴν ἐλευθερίαν, κλαίοντας, ἱκετεύοντας ὑμᾶς, ὀργιζομένους οὐ τοῖς τιμωρουμένοις, ἀλλὰ τοῖς τούτων αἰτίοις, ἐπισκήπτοντας μηδενὶ τρόπῳ τὸν τῆς Ἑλλάδος ἀλειτήριον στεφανοῦν, ἀλλὰ καὶ τὸν δαίμονα καὶ τὴν τύχην τὴν συμπαρακολουθοῦσαν τῷ ἀνθρώπῳ φυλάξασθαι.

[158] Οὔτε πόλις γὰρ οὔτ᾽ ἀνὴρ ἰδιώτης οὐδεὶς πώποτε καλῶς ἀπήλλαξε Δημοσθένει συμβούλῳ χρησάμενος. Ὑμεῖς δέ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὐκ αἰσχύνεσθε εἰ ἐπὶ μὲν τοὺς πορθμέας τοὺς εἰς Σαλαμῖνα πορθμεύοντας νόμον ἔθεσθε ἐάν τις αὐτῶν ἄκων ἐν τῷ πόρῳ πλοῖον ἀνατρέψῃ, τούτῳ μὴ ἐξεῖναι πάλιν πορθμεῖ γενέσθαι, ἵνα μηδεὶς αὐτοσχεδιάζῃ εἰς τὰ τῶν Ἑλλήνων σώματα, τὸν δὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν πόλιν ἄρδην ἀνατετροφότα, τοῦτον ἐάσετε πάλιν ἀπευθύνειν τὰ κοινά;

***
[152] Στο σημείο αυτό ακριβώς αξίζει να θυμηθούμε και τους γενναίους εκείνους άνδρες, που αυτός, παρά τις μη αποδεκτές και δυσοίωνες θυσίες, έστειλε σε ολοφάνερο κίνδυνο και είχε το θράσος να ανεβεί στον τάφο των πεσόντων με τα πόδια του δραπέτη και του λιποτάκτη από τη μάχη και να εγκωμιάσει την παλικαριά εκείνων. Εσύ λοιπόν, που είσαι ο πιο άχρηστος από όλους τους ανθρώπους για μεγάλα και σπουδαία έργα, αλλά στις μεγαλοστομίες ο πιο θαυμάσιος, θα επιχειρήσεις τώρα σε λίγο να κοιτάξεις στο πρόσωπο αυτούς εδώ τους δικαστές και να υποστηρίξεις ότι πρέπει να στεφανωθείς για τις συμφορές που προξένησες στην πόλη; Και εσείς, δικαστές, εάν αυτός το ζητήσει, θα το ανεχθείτε; Και μαζί με τους πεσόντες θα πεθάνει, όπως φαίνεται, και η μνήμη σας;

[153] Κάντε μου τώρα τη χάρη και φανταστείτε για λίγο ότι βρίσκεστε όχι στο δικαστήριο αλλά στο θέατρο και σκεφτείτε ότι βλέπετε τον κήρυκα να προχωρεί και πως ετοιμάζεται να γίνει η ανακήρυξη της απονομής, η προβλεπόμενη από το ψήφισμα. Αναλογισθείτε τι θα συμβεί· ποιο από τα δύο; Πιστεύετε ότι οι συγγενείς των πεσόντων θα έχυναν πιο πολλά δάκρυα για τις τραγωδίες και τα παθήματα των ηρώων που θα εισάγονταν στη σκηνή ή για την αγνωμοσύνη της πόλης;

[154] Γιατί ποιος Έλληνας που έχει ανατραφεί ελεύθερος δεν θα πονούσε αναπολώντας στο θέατρο, αν μη τι άλλο, εκείνο τουλάχιστον, ότι κάποτε αυτή την ημέρα, που επρόκειτο, όπως τώρα, να παιχτούν οι τραγωδίες, όταν η πόλη ευνομούνταν πιο καλά και είχε καλύτερους ηγέτες, προχωρούσε ο κήρυκας και παρουσίαζε τα ορφανά, όσων οι πατέρες είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο, νεαρά παιδιά με πλήρη στρατιωτική εξάρτυση. Και διάβαζε αυτή τη διακήρυξη την τόσο τιμητική και με τόσα κίνητρα για την ανδρεία: αυτοί εδώ οι νεαροί, των οποίων οι πατέρες σκοτώθηκαν στον πόλεμο μαχόμενοι γενναία, ως την εφηβική ηλικία τους τούς έτρεφε ο δήμος· τώρα τους όπλισε με αυτή τη στρατιωτική εξάρτυση και τους αφήνει να βρουν τον δρόμο τους με τη βοήθεια του θεού, και τους καλεί να καταλάβουν τιμητική θέση στο θέατρο.

[155] Αυτά έλεγε τότε ο κήρυκας, όχι όμως τώρα. Όταν θα παρουσιάσει τον αίτιο της ορφάνιας των παιδιών, τι θα αναφωνήσει; Τι θα πει; Γιατί, και αν ακόμη διαβάσει τις ίδιες ακριβώς προτάσεις από το ψήφισμα του Κτησιφώντα, η αισχρή πραγματικότητα τουλάχιστον δεν πρόκειται να σκεπαστεί, αλλά θα φανεί ότι λέγονται τα αντίθετα από εκείνα που λέει η φωνή του κήρυκα, ότι δηλαδή ο λαός των Αθηναίων στεφανώνει αυτόν τον άνδρα, αν μπορεί και αυτός να θεωρείται άνδρας, για την αρετή του, τον κάκιστο, και για την παλικαριά του, αυτόν τον άνανδρο και λιποτάκτη.

[156] Όχι! Για όνομα του Δία και των θεών, Αθηναίοι, σας ικετεύω, μη στήνετε με τα ίδια σας τα χέρια τρόπαιο γι᾽ αυτές τις πράξεις μέσα στο θέατρο του Διονύσου. Μην καταδικάζετε για παράνοια τον αθηναϊκό λαό ενώπιον των Ελλήνων. Μη θυμίζετε τις αγιάτρευτες και ανεπανόρθωτες συμφορές στους ταλαίπωρους Θηβαίους, που, εξορισμένοι εξαιτίας του Δημοσθένη, τους έχετε δεχτεί στην πόλη σας, των οποίων τα ιερά, τα παιδιά και τους τάφους των πατέρων τους αφάνισε ο χρηματισμός του Δημοσθένη και το χρυσάφι του Πέρση βασιλιά.

[157] Επειδή όμως δεν ήσασταν αυτόπτες μάρτυρες στις συμφορές των Θηβαίων, μεταφερθείτε σ᾽ αυτές με τη φαντασία σας τουλάχιστον. Φανταστείτε πως βλέπετε να κυριεύεται η πόλη τους, να κατασκάπτονται τα τείχη τους, να καίγονται σπίτια, να σύρονται στη σκλαβιά γυναίκες και παιδιά, γέροι και γριές, ελεύθεροι μέχρι χθες, να κλαίνε και να σας ικετεύουν, να οργίζονται όχι με τους βασανιστές τους αλλά με τους υπεύθυνους των συμφορών τους και να σας παρακαλούν να μη στεφανώσετε με κανέναν τρόπο την κατάρα της Ελλάδας, αλλά να προφυλαχτείτε από τον δαίμονα και την τύχη που ακολουθεί από κοντά αυτόν τον άνθρωπο.

[158] Γιατί κανένας ποτέ μέχρι σήμερα, ούτε πόλη ούτε απλός πολίτης που είχε σύμβουλο τον Δημοσθένη δεν είχε καλό τέλος. Εσείς, πολίτες Αθηναίοι, δεν ντρέπεστε, που, ενώ για τους πορθμείς που περνούν τον κόσμο στη Σαλαμίνα ψηφίσατε νόμο, εάν κάποιος από αυτούς, έστω και άθελά του, αναποδογυρίσει το πλοίο μέσα στο στενό, να μην του επιτρέπεται να συνεχίσει το επάγγελμα του πορθμέα, και αυτό για να μην αυτοσχεδιάζει κανείς σε βάρος της ζωής των Ελλήνων, θα αφήσετε αυτόν, που έχει ανατρέψει άρδην την Ελλάδα και την πόλη μας, να διευθύνει πάλι τα κοινά;

Ένας ελληνικός πολιτιστικός κόσμος που αλλάζει

Υπάρχει επίσης κάτι που μερικοί το βρίσκουν εκπληκτικό: σε κάθε περιοχή, οι Αθηναίοι παραχωρούν περισσότερα στους φαύλους, στους άπορους και στους δημαγωγούς παρά στους Αγαθούς. Με αυτό τον τρόπο, συντηρούν ουσιαστικά τη δημοκρατία. Σε κάθε μέρος του κό­σμου, οι Άριστοι αντιτίθενται στη δημοκρατία. Ξενοφών, Αθηναίων Πολιτεία, 1.4

Τα χρόνια από το 450 μέχρι το 420 π.Χ. αποτελούν ορόσημο στην πολιτιστική ιστορία της αρχαίας Ελλάδας. Η τραγωδία άκμαζε στη θεατρική σκηνή της Αθήνας, όπως μπορούμε να αντιληφθούμε από τα σωζόμενα δράματα των τριών μεγάλων τραγι­κών (Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης). Η αθηναϊκή κωμωδία τη μι- μήθηκε, συνδυάζοντας τη μουσική και τον χορό με τον χλευασμό πο­λιτικών ζητημάτων. Η αθηναϊκή τέχνη της συγκεκριμένης περιό­δου είναι το αποκορύφωμα της «κλασικής τέχνης». Στη γλυπτική και την αγγειογραφία η ανθρώπινη μορφή έχει έναν εξιδανικευμένο ρεαλισμό- οι αναλογίες είναι πιο λεπτές, οι στάσεις γεμάτες αυτοπε­ποίθηση. Η τέχνη την περίοδο αυτή δεν παραμένει στάσιμη, αλλά τα υψηλότερα δημιουργήματά της αποπνέουν έναν στοχαστικό νατου­ραλισμό, που υπάρχει μονάχα στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και χάρη σε αυτόν εμφανίζεται και αλλού. Η «κλασική τέχνη» δεν είναι πάντα «απέριττη» ή «αυστηρή», χαρακτηρισμοί που προσιδιάζουν μό­νο σε ένα μέρος της τέχνης της «κλασικής» περιόδου και ισχύουν κυ­ρίως γιατί τα γλυπτά τα οποία σώζονται έχουν χάσει το χρώμα τους.
 
Από τους Περσικούς Πολέμους και μετά σημειώθηκε επίσης ση­μαντική πνευματική πρόοδος σε έναν ελληνικό κόσμο απαλλαγμένο από βαρβάρους επιδρομείς. Και αυτή η πρόοδος δεν ήταν αποκλει­στικότητα της Αθήνας, ούτε προήλθε μόνο από Αθηναίους στοχαστές. Στην Ελλάδα της Δύσης, η φιλοσοφική «οδός της αλήθειας», που αφορούσε και τη γλώσσα και την πραγματικότητα, διερευνήθηκε από τον Παρμενίδη σε ένα ποίημα με σκοτεινές αλλά βαθυστόχαστες ει­κόνες. Ήγειρε ρεαλιστικούς προβληματισμούς που απαντήθηκαν από δύο στοχαστές, τον Δημόκριτο και τον Λεύκιππο, οι οποίοι προϋπέ­θεσαν ότι ο κόσμος μας δημιουργήθηκε από αόρατα σωματίδια (τα «άτομα»)· υποστήριξαν ακόμα ότι τα άτομα αυτά κινούνταν σε κε­νούς χώρους και ότι από τις συγκρούσεις τους σχηματίζονταν μεγα­λύτερα αντικείμενα. Πιο προσιτό ήταν το περιεχόμενο ενός ιατρικού συγγράμματος με τίτλο Επιδημίες που γράφτηκε μεταξύ του 474 και του 466 π.Χ.1 και περιέγραφε τα συμπτώματα και την εξέλιξη ασθε­νειών. Περιέχει μιαν ακριβή περιγραφή της παρωτίτιδας, μαζί με τις γνωστές επιπτώσεις της στους νεαρούς άνδρες, όπως παρατηρήθη- καν στο νησί της Θάσου (οι γυναίκες δεν προσβάλλονταν τόσο εύκο­λα, γεγονός που επισημαίνει την απουσία στενής επαφής μεταξύ των δύο φύλων σε νεαρή ηλικία). Τα μαθηματικά βρήκαν επίσης τον πρώ­το θεωρητικό εκφραστή τους, τον Ιπποκράτη τον Χίο. Στην Αθήνα, το αρχιτεκτονικό σχέδιο του ναού του Παρθενώνα συνδύαζε ακριβείς αναλογίες μεταξύ των μερών και του συνόλου με μικρές τροποποιή­σεις, προκειμένου να δίνεται η οπτική εντύπωση της ακρίβειας. Στη δεκαετία του 440 π.Χ., πιθανόν πρώτα στην «Ελλάδα της Ανατο­λής», άγνωστοι στοχαστές επινόησαν την πολιτική θεωρία και ακο­λούθησαν τις αφηρημένες λεωφόρους που τους άνοιξε. Πάνω απ’ όλα, ένας νέος τύπος πεζού γραπτού λόγου εγκαινιάστηκε, η έρευνα του παρελθόντος (ίστορίη), η γνωστή σε όλους μας Ιστορία.
 
Σε αντίθεση με τους συγγραφείς που έγραψαν για το παρελθόν στις κοινωνίες της Εγγύς Ανατολής (όπου συμπεριλαμβάνονται και οι συγγραφείς των εβραϊκών κειμένων), ο πρώτος εκπρόσωπος της σω- ζόμενης «Ιστορίας» έγραψε εμπρόθετα σε πρώτο πρόσωπο, σταθμί­ζοντας την ιστορική μαρτυρία και εκφράζοντας τη γνώμη του. Ο Ηρό­δοτος γεννήθηκε στη δεκαετία του 490 π.Χ. και ασχολήθηκε επισταμένως με τη μεγάλη του έρευνα για την ελληνοπερσική σύγκρου­ση τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 420 π.Χ. Δεν γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά στη Νοτιοδυτική Ασία, στην Αλικαρνασ­σό, όπου συνυπήρχαν ο ελληνικός πολιτισμός με τους πολιτισμούς των άλλων λαών υπό την ταλαντευόμενη περσική κυριαρχία. Ήταν ευγενούς καταγωγής και είχε λόγιους συγγενείς στην οικογένειά του. Στο ενεργητικό του καταγράφεται πολιτική δράση εναντίου κάποιου τυράννου στη γενέθλια πόλη του, που είχε ως συνέπεια την εξορία του. Στο τέλος εγκαταστάθηκε στους Θουρίους, στη Νότια Ιταλία, πόλη η οποία ιδρύθηκε από τους Αθηναίους στα τέλη του 440 π.Χ. στην παλαιά τοποθεσία της φιλήδονης Συβάρεως. Στον ελληνικό κό­σμο, οι ιστορικοί εξορίζονταν πολύ συχνά, με αποτέλεσμα να αποκό- πτονται από την καθημερινή άσκηση της πολιτικής και της εξουσίας που παρουσίαζε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από τη συγγραφή ενός βιβλίου.
 
Ο Ηρόδοτος επιχείρησε να εξηγήσει και να υμνήσει τα μεγάλα γε­γονότα των Περσικών Πολέμων εναντίον των Ελλήνων. Το εγχείρη­μα αυτό τον οδήγησε σε μακροσκελείς παρεκβάσεις, τόσο φιλολογι­κές όσο και προσωπικές. Ταξίδεψε πολύ για να «ερευνήσει» και, ει δυνατόν, να ανακαλύψει την αλήθεια. Επισκέφθηκε τη Λιβύη, την Αίγυ­πτο, τη Βόρεια και τη Νότια Ελλάδα και έφτασε ανατολικά μέχρι τη Βαβυλώνα. Δεν γνώριζε ξένες γλώσσες και φυσικά δεν διέθετε τα κατάλληλα εγχειρίδια με καταγεγραμμένες χρονολογίες όπου θα μπο­ρούσε να αντιστοιχίσει γεγονότα από διάφορες χώρες. Παρατήρησε μια μεγάλη ποικιλία ενεπίγραφων αντικειμένων και μνημείων στα ταξίδια του, όμως δεν κατέγραψε πάντοτε σωστά την κάθε λεπτο­μέρεια και δεν εντρύφησε σε έρευνες εγγράφων που φυλάσσονταν σε κάθε τόπο. Παρ’ όλα αυτά, μελέτησε αρκετές γραπτές πηγές, μετα­ξύ των οποίων και αυτό που θεώρησε πως ήταν ένας «κατάλογος» της μεγάλης εκστρατευτικής δύναμης του Ξέρξη το 480 π.Χ. Οι περισ­σότερες μαρτυρίες του είναι προφορικές - απαντήσεις ανθρώπων από διαφορετικές χώρες στα ερωτήματα που τους έθεσε. Από όλα αυτά επινόησε μια Ιστορία, αλλά στην ουσία δεν ήταν παρά ένας ακόμη αφηγητής. Εδώ κι εκεί χρησιμοποίησε υπάρχουσες γραπτές πηγές και κυρίως το έργο του μεγάλου προκατόχου του, του Εκαταίου του Μιλήσιου, το οποίο δεν σώζεται πια. Ο τελευταίος έτεινε περισσότερο στη «γεωγραφική» λεπτομέρεια και λιγότερο στην πολιτική «ιστορία». Φαίνεται επίσης ότι χρησιμοποίησε τα ποιήματα του Αριστέα, του Έλληνα ο οποίος είχε ταξιδέψει στην Κεντρική Ασία περί το 600 π.Χ. ΟΗρόδοτος τηρούσε σαφώς κριτική στάση απέναντι σε πολλές από τις ιστορίες που άντλησε ο ίδιος από τις προφορικές του πηγές αλλά δεν μπορούσε να τις επιβεβαιώσει.
 
Ο Ηρόδοτος κατέθεσε ισχυρές προσωπικές ερμηνείες για τις σύν­θετες πηγές που διασταύρωνε. Τα μείζονα ζητήματα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της χλιδής δεσπόζουν στην «έρευνά» του: συμ­μερίστηκε την ελληνική άποψη για τις μάχες του 480/479 π.Χ. με­ταξύ Ελλήνων και Περσών, χαρακτηρίζοντας τες μάχες για την ελευ­θερία και για μια ζωή υπό το απρόσωπο, δίκαιο καθεστώς του νόμου. Η Ιστορία του, πάνω απ’ όλους, απαθανάτισε και φώτισε απ’ αυτήν τη γωνία τα γεγονότα εκείνα. Ο τελευταίος λόγος του στην «έρευνά» του εδράζεται στην αντίθεση ανάμεσα στους σκληροτράχηλους και ενδεείς Πέρσες, οι οποίοι εγκαινίασαν μια περίοδο κατακτήσεων, και στους «μαλθακούς» λαούς της χλιδής που ζούσαν σε «εύκρατες» πε­διάδες και έγιναν υποτελείς άλλων. Ιδιαίτερα θέματα σχετικά με την ανθρώπινη ζωή είναι προφανή στο έργο του: το γεγονός ότι η αλα­ζονεία προηγείται της πτώσης, ότι η εξαιρετική καλοτυχία οδηγεί στον όλεθρο, ότι η πραγματικά υβριστική συμπεριφορά συχνά τιμω­ρείται, ότι οι ανθρώπινες υποθέσεις είναι ευμετάβολες, ότι τα έθιμα διαφορετικών κοινωνιών διαφέρουν και ότι τα χρηστά ήθη είναι, ως έναν βαθμό, σχετικά με την κοινωνία στην οποία τυχαίνει να ζούμε. Όλες αυτές οι απόψεις ισχύουν ακόμα και στον δικό μας κόσμο.
 
Ωστόσο ο Ηρόδοτος δεχόταν επίσης ότι οι θεοί επεμβαίνουν στις ανθρώπινες υποθέσεις και ότι, μέσω των χρησμών, φθέγγονται την αλήθεια στους ανθρώπους. Ενύπνια και οράματα έχουν μεγάλη ση­μασία για μεμονωμένους ανθρώπους στην Ιστορία του: γνωρίζει ότι κάποιοι από τους συγχρόνους του αρνούνται την αλήθεια των χρη­σμών, αλλά ενοχλείται πολύ από αυτή τους τη στάση. Δέχεται, όπως άλλωστε και οι χρησμοί, ότι οι θεοί μπορεί να τιμωρήσουν έναν από­γονο για τις πράξεις ενός προγόνου του. Αυτή η πίστη στην «κληρο­νομική ενοχή» συνδέεται κατά κύριο λόγο με την ιδέα μιας «αρχαϊκής εποχής» (ο όρος «αρχαϊκός» χρησιμοποιείται κατά τα άλλα στην ιστορία της τέχνης για να προσδιορίσει τη γλυπτική και τη ζωγρα­φική πριν από το «ανθρωποκεντρικό» στυλ της κλασικής περιόδου, από τη δεκαετία του 490 π.Χ. και μετά). Η «τιμωρία», λοιπόν, και το «αναπόφευκτο» αποτελούν ακόμα ανεξάρτητες δυνάμεις στον τρό­πο γραφής και σκέψης του Ηρόδοτου, αλλά συνυπάρχουν με μια πυ­κνή γκάμα από ανθρώπινα κίνητρα, που συμπεριλαμβάνει την κακία και την απληστία των οποίων τυγχάνει βαθύς γνώστης. Ο Ηρόδοτος μπορεί επίσης και συνδέει την ανάπτυξη μιας κοινότητας με τη γεω­γραφική της θέση, τους νόμους και τα έθιμα, καθώς και με την αύξηση του πληθυσμού της. Τείνει ωστόσο να σκέπτεται με πιο ατομικούς, ανθρώπινους όρους.
 
Τα αποτελέσματα έχουν εκπληκτικό εύρος και παρουσιάζουν μια ποικιλία ανθρώπινων τύπων. Όπως οι Έλληνες άποικοι και περιηγη­τές της Ανατολής του προηγούμενου αιώνα, έτσι και ο Ηρόδοτος δέ­χεται πως η Λιβύη, η Αίγυπτος και ο κόσμος των Σκυθών νομάδων βρίσκονται στον αντίποδα του ελληνικού κόσμου. Αναφέρεται κατά παρέκβαση στους τρεις αυτούς κόσμους προτού επιστρέφει, ορθά, στο κυρίως θέμα του, την περσική εξάπλωση, η οποία επηρέασε και αυ­τούς τους λαούς. Ενδιαφέρεται εξίσου και για άλλους πολιτισμούς, για τις γαμήλιες πρακτικές τους, για τα θέματα υγείας και διατροφής, για τις θρησκευτικές και νεκρικές τελετές. Στην Αίγυπτο, ιδιαίτε­ρα, η συλλογιστική του ακολουθεί με συνέπεια τα στοιχεία που πα­ραθέτει, παρότι τείνει να βλέπει τον αιγυπτιακό κόσμο ως εκ διαμέ­τρου αντίθετο με την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να τον παρερμηνεύσει. Καθώς έχει χαθεί ένα μεγάλο μέρος από τις δημόσιες συζητήσεις και τα άλλα γραπτά των Ελλήνων της Ανατολής της περιόδου 480-460 π.Χ., αναγκαζόμαστε να τον συγκρίνουμε με μεταγενέστερους συγ­γραφείς, κι έτσι τον κάνουμε να φαντάζει πιο «μοντέρνος» από ό,τι πι­θανόν φαινόταν στους συγχρόνους του. Οι θρησκευτικές του αντιλή­ψεις και η γλώσσα του οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις πολιτικές του απόψεις, καθώς ο Ηρόδοτος συμπλέει με τον πρόσκαιρο «Πανελλήνιο» κόσμο μιας διεθνώς ελλη­νικής ανώτερης τάξης, εκείνης του Κίμωνα και των ομοίων του. Γι’ αυτούς εχθροί είναι η προδοσία, η αλόγιστη βία και οι κατώτερες τάξεις: οι πόλεμοι μεταξύ των ελληνικών πόλεων από τη δεκαετία του 460 π.Χ. και μετά αποτέλεσαν μια ιδιαίτερα θλιβερή εξέλιξη. Πα- ρότι θαύμαζε την ελευθερία, ο Ηρόδοτος δεν υπήρξε άκριτος δημοκράτης: οι Σπαρτιάτες σκιαγραφούνται συχνά με θετικό τρόπο στις «έρευνές» του.
 
Φυσικά, ο Ηρόδοτος επισκέφθηκε την Αθήνα, πιθανόν το 438/437 π.Χ. ή λίγο πριν (αν κρίνουμε από ένα σχόλιο για την είσοδο της Ακρόπολης). Λέγεται μάλιστα ότι έλαβε ένα μεγάλο χρηματικό βρα­βείο για τις Ιστορίες του, μετά από απόφαση της Εκκλησίας του Δή­μου. Συνομίλησε με σημαντικούς Αθηναίους, αλλά βρισκόταν ήδη γύρω στα πενήντα πέντε. Στις αρχές του 430 π.Χ. η θεωρητικολο­γία περί εξουσίας και διακρατικών σχέσεων ήταν της μόδας στην πό­λη μεταξύ των εκπροσώπων της νεότερης γενιάς, όμως αυτό δεν περιλαμβανόταν στην κοσμοθεωρία του Ηρόδοτου. Ούτε αποτελούσε και το νέο θέμα της πολιτικής θεωρίας. Παρ’ όλα αυτά ο Ηρόδοτος κατέγραψε ένα σχετικό παράδειγμα με ευφυείς απόψεις που διατυ­πώθηκαν στο πλαίσιο μιας ((δημόσιας συζήτησης» μεταξύ Περσών, η οποία τοποθετείται το 522 π.Χ.,2 για την αξία των διαφόρων πολι­τευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της δημοκρατίας. Αυτή η νέα, σκληρή ευφυΐα είναι το υπόβαθρο που επιταχύνει την αλλαγή στις πνευματικές και πολιτιστικές αντιλήψεις των μεγάλων αθηναϊκών προσωπικοτήτων.
 
Οι νίκες επί των Περσών και τα χρόνια της διευρυνόμενης Ηγε­μονίας είχαν εμφυσήσει στους Αθηναίους αισθήματα αυτοπεποίθησης και εμπιστοσύνης στη δημοκρατία τους. Πόσο μπορούσε λοιπόν να ταυτιστεί η κουλτούρα της Αθήνας που επισκέφθηκε ο Ηρόδοτος με μία δημοκρατική κουλτούρα που διαμόρφωνε η ισότητα ενός πολιτι­κού συστήματος βασισμένου στην ισότιμη λαϊκή ψήφο; Δεν ήταν μια κοινωνία χωρίς διακρίσεις, μια κοινωνία υπέρμαχος της ισότητας. Πο­λιτιστικά, συνέχιζε να είναι ένας τόπος όπου η ανώτερη τάξη απο­λάμβανε το κυνήγι και βολιδοσκοπούσε ερωτικά με δώρα και εκδη­λώσεις λατρείας τους άστατους νεαρούς. Σκηνές κυνηγιού και «ερω­τικά δώρα» των κυνηγών απουσιάζουν συμπτωματικά από την αθη­ναϊκή αγγειογραφία μετά το 470 π.Χ., αλλά αυτό έχει να κάνει με την αλλαγή της αισθητικής στη διακόσμηση των αγγείων δεν αποδεικνύει ότι οι «παλιές καλές συνήθειες» της αριστοκρατίας συνο­δεύονταν από περισσότερη σύνεση και επιφυλακτικότητα. Τα βράδια εκλεκτές συντροφιές ανδρών συνέχιζαν να δειπνούν και να επιδίδο­νται σε άκρατες οινοποσίες στους «ανδρώνες», τραγουδώντας τα αντι­λαϊκά τραγούδια της αριστοκρατίας του παρελθόντος. Επρόκειτο, όμως, για τα συμπόσια του παλιού καιρού, που κατακρίνονταν στη νέα εποχή της «κυριαρχίας του όχλου»; Σε ένα πολυσυζητημένο σύ­νολο από αττικά κύπελλα, τα οποία χρονολογούνται από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., απεικονίζονται άνδρες με θηλυπρεπή ενδυμασία, ως παρενδυσίες. Έχουν ερμηνευθεί ως αντανάκλαση της κοινωνικής ζωής της ανώτερης τάξης που είχε υιοθετήσει την παρενδυσία ως σύ­μπτωμα «αγωνίας», τώρα που η ανωτερότητά της βρισκόταν υπό αί­ρεση. Αλλά η «αγωνία» δεν περιλαμβανόταν προφανώς στην ψυχο­λογία των Αθηναίων αριστοκρατών της εποχής. Βλέποντας μακριά, πίστευαν ότι χρειαζόταν απλώς να περιμένουν μέχρι να ανατείλει εκείνη η ώρα που θα έρχονταν ξανά στο προσκήνιο. Στο μεταξύ, από στρατιωτικής απόψεως, αποτελούσαν αναντικατάστατα μέλη του ιπ­πικού, το οποίο ακόμη και οι πιο φανατικοί δημοκράτες σκέφτονταν να εξαπλασιάσουν και να τιμήσουν με παροχές, ένα είδος δημόσιας ασφάλισης που θα αποζημίωνε τον αριστοκράτη πολεμιστή για κάθε καταγεγραμμένο άλογο το οποίο έχανε στη μάχη. Πιθανόν, η παρεν­δυσία απεικονίζει απλώς Διονυσιακά όργια.
 
Σε άλλα κύπελλα βλέπουμε τους νέους ντυμένους διαφορετικά, να έχουν στην κατοχή τους κυναίλουρους και να κυνηγούν λεοπαρδά- λεις. Αυτά τα υπεροπτικά νεανικά πρόσωπα που σοκάρουν δεν ήταν «ανήσυχα»: ακόμα και στη δημοκρατική περίοδο, η πολιτιστική ζωή του θεάτρου και των εορτών συνέχιζε να εξαρτάται από τη γενναιο­δωρία των ανδρών της ανώτερης τάξης. Στην κοινωνική δομή της Αττικής, παρομοίως, λίγα πράγματα είχαν αλλάξει από την εποχή της αριστοκρατίας τον 6ο αιώνα π.Χ. Αν ο Ηρόδοτος ρωτούσε έναν Αθηναίο άνδρα ποιος ήταν, αυτός, πιστός στο πνεύμα των μεταρρυθ­μίσεων του Κλεισθένη, θα του κατονόμαζε τον πατέρα του και τον δή­μο του. Αλλά θα κατονόμαζε επίσης και τη «φατρία» του, ή «αδελ­φότητα», όπως την παλαιά εποχή, και μόνο τότε θα αναφερόταν, αν αναφερόταν, ως μέλος μιας από τις δέκα νέες φυλές της δημοκρατίας. Ακόμα και στη δημοκρατία, οι αριστοκρατικές οικογένειες δια­τήρησαν σημαντική δύναμη με το δικαίωμα αρνησικυρίας για τα υπο­ψήφια μέλη των «αδελφοτήτων».
 
Στις αρχές της δεκαετίας του 430 π.Χ. ο Ηρόδοτος θα μιλούσε σε νεαρούς Αθηναίους ευπατρίδες, ανθρώπους οι οποίοι συνέχιζαν να αυ- τοαποκαλούνται «αγαθοί» σε αντιδιαστολή με τους άξεστους «πονη­ρούς». Παραμένοντας στο προσκήνιο, αυτοί οι άνδρες ήλπιζαν πως μια μέρα η δημοκρατία απλούστατα θα εξέλιπε, αλλά από τη δεκα­ετία του 470 μέχρι και τη δεκαετία του 430 π.Χ. οι κατακτήσεις και ο αυξανόμενος αριθμός των συμμάχων, με συνακόλουθη αύξηση και του φόρου που κατέβαλλαν οι τελευταίοι, συνέβαλε στην άμβλυνση της όποιας δυσφορίας τους. Τα κέρδη της Ηγεμονίας κατέστησαν δυσδιάκριτη την ταξική διαμάχη, τόσο για τους πλούσιους όσο και για τους φτωχούς. Η Ηγεμονία απέφερε νέες κτήσεις και εισοδήμα­τα στο εξωτερικό και για τις δύο τάξεις των Αθηναίων και, όπως γνώ­ριζαν καλά οι πλούσιοι, αυτή η ηγεμονική ασφάλεια οφειλόταν στους φτωχούς και στις δύσκολες μέρες που είχαν περάσει ως κωπηλάτες στα πολεμικά πλοία της Αθήνας. Όσο σημαντική και αν ήταν η συμ­βολή του ιππικού ενάντια στα «γουρούνια» της Θήβας και στους ιπ­πείς τους ή ενάντια στις σποραδικές λεηλασίες των Σπαρτιατών, τα άλογα, όπως παρατήρησε και ο Όμηρος στην Οδύσσεια, δεν μπο­ρούσαν να χρησιμοποιηθούν στις θάλασσες και στα νησιά. Για τη «νη­σιωτική αυτοκρατορία» το σημαντικότερο όπλο ήταν η τριήρης. Στό­λοι εκατό πλοίων περίπου αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο τα πε­ρισσότερα χρόνια. Μολονότι μερικοί από τους κωπηλάτες ήταν ξένοι μισθοφόροι, τον κύριο όγκο των πληρωμάτων τον αποτελούσαν Αθη­ναίοι από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, οι οποίοι είχαν συσ­σωρεύσει χρόνια προϋπηρεσίας και υπερτερούσαν σε πείρα έναντι οποιουδήποτε πιθανού εχθρού. Στις καλοκαιρινές εκστρατείες οι κω­πηλάτες αυτοί ήταν πολύ πιο σκληραγωγημένοι από οποιονδήποτε σύγχρονό μας. Οι σημερινοί μιμητές τους στο πλαίσιο μιας εικονικής αναπαράστασης χρειάζονται δύο περίπου ποτήρια νερού για κάθε ώρα κωπηλασίας (οι σύγχρονοι κωπηλάτες μιας τριήρους χρειάζονται έτσι περίπου δύο τόνους νερού για δέκα ώρες κωπηλασίας ανά ημέρα, ωστόσο μια αρχαία τριήρης δεν μπορούσε να μεταφέρει μεγάλα αποθέματα νερού). «Όλο σχεδόν το νερό που καταναλώθηκε», γράφει ο σύγχρονος εμπνευστής της τριήρους, «εξατμιζόταν μέσω του ιδρώτα και οι κωπηλάτες δεν αισθάνονταν ιδιαίτερη ανάγκη να ουρήσουν. Μεγάλη ποσότητα από τον ιδρώτα αυτόν έσταζε στην κάτω σειρά κωπηλατών, δημιουργώντας εξαιρετικά δυσάρεστες συνθήκες για εκείνους. Η οσμή στο αμπάρι του πλοίου γινόταν τόσο δυσάρεστη, ώστε τουλάχιστον μία φορά κάθε τέσσερις μέρες έπρεπε να το ξε­πλένουμε με θαλασσινό νερό (ίσως όμως ol αρχαίοι Αθηναίοι ήταν πιο σκληροτράχηλοι)». Το σώμα έπρεπε να εξατμίζει υγρά για να πα­ραμένει δροσερό και έτσι «ο εξαερισμός είναι απολύτως απαραίτη­τος, αλλά μόλις επαρκεί για τη χαμηλότερη από τις τρεις κωπηλα­τικές σειρές».3 Κανείς από τους «ωραίους και κομψούς» ευγενείς δεν θα άντεχε για πολύ σε αυτή τη ζέστη. Αυτοί που μπορούσαν αποτελούσαν την έσχατη επιβεβαίωση της Ηγεμονίας, και γι’ αυτό δεν είχε νόημα να τους αποκαλούν «ναυτικό όχλο» και να θεωρούν ότι δεν έπρεπε να ψηφίζουν όταν επέστρεφαν στην πατρίδα.
 
Για μας, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο στην κουλτούρα της Αθή­νας που επισκέφθηκε ο Ηρόδοτος είναι η ύπαρξη των δούλων. Κάπου 55.000 άρρενες πολίτες κατείχαν περίπου 80.000-120.000 άλλα αν­θρώπινα όντα ως «αντικείμενα», τα οποία μπορούσαν να πωλήσουν και να αγοράσουν. Οι δούλοι αυτοί (στην πλειονότητά τους βάρβα­ροι) ήταν ιδιαιτέρως σημαντικοί για την αθηναϊκή οικονομία και ερ­γάζονταν στα αργυρωρυχεία (συχνά μέσα σε τρομακτικά στενές σή­ραγγες), καθώς επίσης και σε αγροτικές δουλειές, όπου οι κωμωδίες της εποχής τούς παρουσιάζουν ως περιουσιακά στοιχεία των πιο τα­πεινών οικογενειών της Αθήνας. Η τιμή των ανειδίκευτων δούλων φαίνεται πως ήταν χαμηλή γιατί υπήρχε μεγάλη προσφορά, από πο­λέμους ή από τις επιδρομές στη βαρβαρική Θράκη ή στην ενδοχώρα της Μικράς. Ασίας. Οι φτηνοί δούλοι αποτελούσαν ισχυρό έρεισμα για τις ταξικές διακρίσεις και για τις δυνατότητες των εύπορων Αθη­ναίων να αγοράσουν προϊόντα πολυτελείας. Ωστόσο, ο Ηρόδοτος δεν καυτηρίασε ποτέ το φαινόμενο αυτό. Οι δούλοι ήταν ανδράποδα· ήταν πανταχού παρόντες στις ελληνικές κοινότητες τις οποίες ερευνούσε. Ποτέ δεν αμφέβαλλε για τη δίκαιη φύση του θεσμού αυτού.
 
Η απουσία των γυναικών από την πολιτική θα ξένιζε τους περισσότερους από εμάς. Οι Αθηναίοι ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταξύ των Ελλήνων όσον αφορά τον πολιτικό αποκλεισμό των γυ­ναικών οι γυναίκες δεν μπορούσαν καν να παρουσιαστούν αυτοπρο­σώπως στο δικαστήριο ως μάρτυρες. Η δικαιοπρακτική τους ικανό­τητα, επίσης, ήταν εξαιρετικά περιορισμένη· δεν ήταν απολύτως ελεύθερες στην επιλογή συζύγου και, ουσιαστικά, βρίσκονταν στο έλεος του κηδεμόνα τους, ή κυρίου. Οι κανόνες αυτοί θεσπίζονταν για την «προστασία» της γυναίκας (μολονότι οι σημερινές γυναίκες θα τους έβλεπαν εντελώς διαφορετικά). Αντικειμενικά, είναι ζήτημα κατά πόσον το επίπεδο της καθημερινής ζωής κάθε Αθηναίας διέφε­ρε από αυτό ενός δούλου. Σε αντίθεση με έναν δούλο, εκείνη δεν μπο­ρούσε ποτέ να ξεφύγει από τις συνθήκες της ζωής της. Είχε τη δυ­νατότητα εντούτοις να φέρει μαζί της μια επιστρεπτέα προίκα, ενώ το τίμημα της αγοράς ενός δούλου δεν επιστρεφόταν. Οι γυναίκες ταπεινής καταγωγής εμφανίζονταν στα χωράφια (είχαν τα δικά τους τραγούδια του θερισμού και υπήρχαν γυναίκες που ονομάζονταν ποάοτριαι, οι οποίες κούρευαν το γρασίδι και πιθανόν ξεχορτάριαζαν),4 αλλά, όπως σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες, η δημόσια εμφάνιση των γυναικών δεν ήταν επ’ ουδενί σημάδι κοινωνικής ισότητας. Δεν περ­νούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους έξω από το σπίτι, πίνοντας σε κάποιο μαγαζί ή περιδιαβαίνοντας σε δημόσιους χώρους, περισσότερο από ό,τι οι σκληρά εργαζόμενες γυναίκες των Βερβέρων στο σημερινό Μαρόκο, οι οποίες δουλεύουν στα χωράφια, γυρίζουν στο σπίτι περ­νώντας μέσα από το χωριό και μαγειρεύουν, υφαίνουν και ασχολού­νται με τα παιδιά τους. Στην Αττική, οι ευυπόληπτες οικογένειες κρατούσαν γενικά τις γυναίκες μέσα στο σπίτι, όπου έπλητταν πλέ­κοντας και υφαίνοντας. Τα «ώνια» ήταν υπόθεση των δούλων, αν και μια ελεύθερη γυναίκα είχε τη δυνατότητα να βγει και να φέρει νερό από μια κοινόχρηστη πηγή: γνωρίζουμε μια «αγορά γυναικών», αλ­λά πρόκειται για έναν χώρο όπου ένας άνδρας μπορούσε να αγοράσει μια γυναίκα ως δούλα και ερωτικό αντικείμενο. Όταν ο Περικλής στον λαμπρό του Επιτάφιο προέτρεψε τις Αθηναίες χήρες των πολεμιστών «να μη φανούν κατώτερες του προορισμού τους και να φροντίσουν ώστε να γίνεται όσο το δυνατόν λιγότερος λόγος γ' αυτές», δεν εξέ­φραζε προσωπική άποψη. Οι αξιότιμες Αθηναίες έπαιζαν σημαντικό ρόλο ως ιέρειες σε μερικές από τις αθηναϊκές θρησκευτικές τελετές. Δεν ανήκαν σε κάποια φατρία, μολονότι οι πατέρες τους επιθυμού­σαν να τις παντρέψουν οπωσδήποτε με κάποιον Αθηναίο πολίτη. Από το 451 π.Χ. και μετά, συνεπώς, ο άνδρας κληρονομούσε την ιδιότη­τα του Αθηναίου πολίτη από τον πατέρα του και τη μητέρα του, που έπρεπε κι αυτή να κατάγεται από Αθηναίο πολίτη. Όμως η νέα αυτή προϋπόθεση δεν έδινε στη γυναίκα ελευθερία δράσεως. Απέτρεπε απλώς τις κόρες των Αθηναίων να παντρεύονται ξένους ή να μένουν γεροντοκόρες, βάρος για τα αδέλφια και τον πατέρα τους. Δημοσίως, μια παντρεμένη Αθηναία συνέχιζε να αποκαλείται «η γυναίκα του ...»· η χρήση του δικού της ονόματος υποδήλωνε πως ήταν πόρνη.
 
Στα τέλη της δεκαετίας του 340 π.Χ. κάποιος Αθηναίος ρήτορας υπενθύμισε στους πολίτες-δικαστές ότι «τις εταίρες τις έχουμε για την ηδονή, τις παλλακίδες για την καθημερινή φροντίδα των σωμά­των μας και τις συζύγους για να μας κάνουν γνήσια τέκνα και για να είναι πιστοί φύλακες στο νοικοκυριό μας».5 Σε αντίθεση με μερι­κούς από τους σύγχρονους αναγνώστες του (στην Αγγλία, όχι στη Γαλλία), περίμενε ότι οι δικαστές θα εκλάμβαναν κατά λέξη το νόη­μα των λόγων του. Κάποιοι σύζυγοι, βέβαια, αγαπούσαν πραγματικά τις γυναίκες τους, αλλά ο ρήτορας Λυσίας (μέτοικος) αγαπούσε την εταίρα του τόσο ώστε να τη μυήσει στα Ελευσίνια Μυστήρια για να ευτυχήσει στη μεταθανάτια ζωή της (ωστόσο ο άνδρας ο οποίος έφτα­νε να διερωτάται αν η εταίρα που τον φιλά το κάνει ειλικρινά, μέσα από την καρδιά της, εθεωρείτο «παραπονιάρης»). Εκείνοι οι Αθηναίοι που μπορούσαν να διαθέτουν και τα τρία είδη γυναικών θα συμφω­νούσαν με τον εν λόγω ρήτορα, θα πρόσθεταν όμως ότι στα νιάτα τους (και πιθανόν αργότερα) είχαν σχέσεις με νεαρά αγόρια επιδιώκοντας τον ανταγωνισμό, την εξιδανίκευση και την ταχεία ερωτική ηδονή δίχως τον κίνδυνο μιας ενδεχόμενης εγκυμοσύνης. Δεν συναντούσαν ποτέ μια μορφωμένη Αθηναία, γιατί κανένα κορίτσι δεν πήγαινε στα αθηναϊκά σχολεία μαζί με τα αγόρια. Καμία Αθηναία επίσης δεν συμ­μετείχε στις ανδρικές συζητήσεις των φιλοσόφων και των μαθητών τους. Λιγοστές γυναίκες πράγματι μάθαιναν να διαβάζουν και να γρά­φουν οι εταίρες αποκτούσαν περισσότερες γνώσεις με τον ίδιο τρό­πο που μορφώνονταν πολλές κυρίες της εδουαρδιανής αριστοκρατίας, ακούγοντας άνδρες να μιλούν στις δεξιώσεις. Μόνο οι πιο εκκεντρι­κοί φιλόσοφοι, όπως ο Πυθαγόρας στην Ελλάδα της Δύσης, είχαν στο ακροατήριό τους και γυναίκες. Αυτό, όπως και η χορτοφαγία, θεω­ρούνταν σημάδια πνευματικής ανισορροπίας.
 
Έξω από τα όρια της Αθήνας, αντίθετα, οι Ιστορίες του Ηροδότου βρίθουν από επεισόδια με δραστήριες γυναίκες, σοφές ή εκδικητικές, αλλά το σκηνικό όλων αυτών είναι συνήθως ένας μοναρχικός (ή «τυ­ραννικός») οικογενειακός κόσμος. Στο εντελώς διαφορετικό σκηνι­κό μιας δημοκρατικής κοινότητας, οι περιορισμοί στη ζωή των γυναι­κών της Αθήνας σίγουρα θα τον εντυπώσιασαν, όπως και η αντίθεση με τις Σπαρτιάτισσες, τις οποίες, ως επισκέπτης, είδε να χορεύουν γυμνές. Ο Ηρόδοτος, συναναστρεφόμενος τους Αθηναίους πολίτες, θα υπολόγισε τον χρόνο που αφιέρωναν ελεύθερα στις δημοκρατικές διαδικασίες, στις συνελεύσεις (τέσσερις περίπου ανά μήνα), στην ενιαύσια Βουλή (δύο φορές τουλάχιστον στη ζωή του καθενός) και στα δικαστικά καθήκοντα (για όσους συμπεριλαμβάνονταν στο ετήσιο εθελοντικό σώμα των 6.000 δικαστών). Δεν πρέπει να είχε καλή άπο­ψη για τη νοημοσύνη του δημοκρατικού πλήθους, αλλά σεβόταν μάλ­λον την αφοσίωση των πολιτών. Κατά την επίσκεψή του στην Αθή­να, τα μνημεία της Ακρόπολης είχαν ανοικοδομηθεί με λαμπρότητα καί χάρη στην ετήσια εισφορά των συμμάχων. Εκλεγμένες επιτροπές επόπτευαν όλα αυτά τα δημόσια έργα και τηρούσαν, κατ’ απαίτηση της δημοκρατίας, σαφή εικόνα των οικονομικών δεδομένων με κάθε λεπτομέρεια. Κανένα έργο δεν θα ήταν εφικτό να ολοκληρωθεί με τόσο διαφανείς και δημόσιες διαδικασίες στην πατρίδα του την Αλι­καρνασσό ή στην αριστοκρατική Θεσσαλία.
 
Παρ’ όλα αυτά, η αρχιτεκτονική και η γλυπτική δεν μπορούσαν να πιστωθούν στον θρίαμβο της δημοκρατίας. Μια ενισχυμένη αίσθη­ση πολιτικής ελευθερίας διακατείχε το εκλογικευμένο όραμα των καλ­λιτεχνών, χωρίς ωστόσο να δημιουργεί «πολιτικούς γλύπτες»: δεν υπήρχαν αναπαραστάσεις λαϊκών συγκεντρώσεων ή «αλληλεγγύης του πλήθους». Η καλοσμιλεμένη ζωφόρος του Παρθενώνα δεν υμνού­σε τη δημοκρατία. Παρουσίαζε στοιχεία από μια εορταστική πομπή, η οποία εγκαινιάστηκε πολύ πριν από τον Κλεισθένη: περιελάμβανε τον μυθικό ήρωα Εριχθόνιο και, κατά μία σημερινή άποψη, ένα τμήμα της απαθανάτισε την ηρωική θυσία των θυγατέρων του μυθι­κού βασιλιά, οι οποίες πέθαναν προκειμένου να σώσουν την πόλη που βρισκόταν σε πόλεμο. Μετά τα τέλη της δεκαετίας του 420 π.Χ. τις συνοδεύουν οι γυναικείες μορφές που υποβάσταζαν το αρχαίο Ερέχθειο και αποτελούν σήμερα μια διάσημη εικόνα της κλασικής Αθή­νας, αλλά αναμφίβολα σμιλεύτηκαν για να αναπαραστήσουν γυναίκες που έκαναν σπονδές στον Κέκροπα, τον μυθικό βασιλιά των Αθη­ναίων, του οποίου ο τάφος βρίσκεται ακριβώς από κάτω.
 
Η θρησκευτική ζωή της πόλης επίσης κυλούσε σε προ-δημοκρα- τικά κανάλια. Οι Αθηναίοι, σαν όλους τους Έλληνες, δεν είχαν την αργία του Σαββατοκύριακου (δεν υπολόγιζαν καν τις εβδομάδες), εί­χαν όμως ένα ημερολόγιο γεμάτο θρησκευτικές εορτές. Στη δεκαε­τία του 430 π.Χ. υπήρχαν περίπου 120 εορταστικές αργίες (η «πόλη των εορτών», όπως την αποκαλούσαν οι επικριτές της).6 Πολλές από αυτές τις εορτές είχαν θεσπιστεί από παλιά και, συχνά, οι οικο­γένειες από τις οποίες προέρχονταν οι ιερείς και οι ιέρειες συνέχιζαν να είναι οι αριστοκρατικοί οίκοι του προ-δημοκρατικού παρελθόντος. Λιγοστές από αυτές τις θέσεις καλύπτονταν με εκλογή ή με κλήρο. Ωστόσο, κάθε Αθηναίος πολίτης ή γυναίκα ή δούλος μπορούσαν να μυηθούν στα απόκρυφα θρησκευτικά «μυστήρια» στο ιερό της γειτονι­κής Ελευσίνας, σε τελετή η οποία υποσχόταν ευτυχέστερη μετά θά­νατον ζωή. Όμως και αυτό το φαινόμενο, που συνιστούσε το απόσταγ­μα της αθηναϊκής ζωής, χρονολογείτο πολύ πριν από τη δημοκρατία.
 
Τη δημοκρατία τη σηματοδότησαν πάντως δύο σαφή πολιτιστικά ίχνη: η ρητορεία και το δράμα. Οι μεγάλες συνελεύσεις της Εκκλη­σίας του Δήμου και τα νέα δικαστήρια με τους πολυάριθμους δικα­στές πρόσφεραν ένα νέο πεδίο για περίτεχνη ρητορεία, τόσο πολιτι­κή όσο και δικανική. Τίποτε παρόμοιο δεν μας είναι γνωστό από την προ-δημοκρατική ελληνική πολιτεία, μολονότι δυστυχώς δεν διασώ­ζεται κανένα αθηναϊκό παράδειγμα από πρώτο χέρι μέχρι το 339 π.Χ. Ως επακόλουθο των Περσικών Πολέμων, εγκαινιάστηκε επίσης η πρακτική των λαμπρών επιτάφιων λόγων, τους οποίους εκφωνούσε επιλεγμένος ρήτορας προς τιμήν των πεσόντων στο πεδίο της μάχης και της ίδιας της πόλης τους. Ο πιο γνωστός από τους λόγους αυτούς αποδίδεται στον Περικλή και εκφωνήθηκε τον χειμώνα του 331/330 π.Χ. Παρόμοιοι λόγοι, εξάλλου, δεν συναντώνται σε μη δημοκρατι­κό καθεστώς.
 
Η σχέση μεταξύ δημοκρατίας και τραγικού δράματος έχει τονι­στεί από τις σύγχρονες πολιτιστικές μελέτες, ωστόσο δεν είναι κα­θόλου άμεση. Πράγματι, οι κριτές των δραματικών αγώνων εκλέγο­νταν τώρα διά κλήρου (για να αποφευχθεί ο χρηματισμός τους), αλλά η εκλογή αυτού του τύπου δεν ήταν δημοκρατική αποκλειστικότητα. Το θέατρο αυτό θα ήταν πιο «δημοκρατικό» αν όλοι οι πολίτες λάμ- βαναν κρατική επιχορήγηση ώστε να μπορούν να αγοράσουν εισιτή­ρια για το θέατρο, όμως οι απαρχές αυτής της πρακτικής στην Αθή­να αμφισβητούνται (κατά την άποψή μου, εγκαινιάστηκε στη δεκαε­τία του 440 π.Χ.) και κατά γενική ομολογία η χορήγηση δωρεάν εισιτηρίων θεσπίστηκε μόνο όταν πια οι τραγωδίες είχαν συμπληρώ­σει δεκαπέντε χρόνια ακμής. Ακόμα και όταν προσφέρονταν τα ει­σιτήρια, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι γυναίκες είχαν το δικαίωμα να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις. Αλλά έστω και αν αυτή η επί­μαχη επιχορήγηση συντέλεσε στην κοινωνική διεύρυνση του κοινού, δεν έπεται ότι το δράμα ήταν «δημοκρατικό» εκ φύσεως ή ότι δεν θα μπορούσε κανείς να το φανταστεί παρά μόνον ως δημιούργημα της δημοκρατίας. Η βασική εορτή προς τιμήν του θεού Διονύσου θεσπί­στηκε από τους τυράννους στη δεκαετία του 530 π.Χ. και ξεκίνησε ως ένα απλό πρόγραμμα με τραγούδι και χορό. Δεν υπάρχει αμφιβο­λία ότι θα εξελισσόταν κάτω από οποιαδήποτε μορφή διακυβέρνη­σης, ακόμη και μέχρι του σημείου (κατάκτηση της δημοκρατικής πε­ριόδου) 1.000 περίπου άρρενες πολίτες να τραγουδούν και να χορεύουν κάθε χρόνο στις εκδηλώσεις αυτές. Πιθανόν, θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει τραγωδίες οπουδήποτε κάτω από ένα διαφορετικό πολιτικό σύστημα: αποτελούσαν, άλλωστε, δράματα τα οποία διερευνούσαν τις ηθικές και θρησκευτικές συγκρούσεις όχι σε καθημερινό επίπεδο, αλλά στο πλαίσιο μύθων από το «βασιλικό» παρελθόν. Ασφαλώς, η αττική τραγωδία άκμασε στον μέγιστο βαθμό όποτε η σύνθεσή της ή η παράστασή της προοριζόταν για μη δημοκρατικό κοινό εκτός συ­νόρων. Αν οι Αθηναίοι είχαν μια ολιγαρχία 6.000 (λόγου χάριν) πο­λιτών το 508 π.Χ., σίγουρα αυτοί θα αποτελούσαν ένα επαρκές κοι­νό για τη διεξαγωγή δραματικών αγώνων (το «δημοκρατικό» κοινό, άλλωστε, δεν ήταν τις περισσότερες φορές μεγαλύτερο από 15.000 και όλοι αυτοί δεν ήταν πάντοτε πολίτες).
 
Ο Ηρόδοτος πρέπει να παρακολούθησε αυτούς τους δραματικούς αγώνες που τους προλόγιζαν με θυσίες και με την επίδειξη της ηγε­μονικής εισφοράς την οποία έστελναν στην Αθήνα οι φόρου υποτε­λείς σύμμαχοι. Αυτές οι «πρόσθετες εκδηλώσεις» ταίριαζαν απόλυτα στο πρόγραμμα, διότι η περίσταση ήταν άκρως επιβλητική και δημό­σια, η μεγαλύτερη αθηναϊκή συνάντηση του έτους. Δεν έπεται όμως ότι τα θεατρικά έργα που ακολουθούσαν ήταν θρησκευτικές τελετές ή αναλύσεις γεγονότων, ή μελέτες της δημοκρατικής ή αυτοκρατο- ρικής ιδεολογίας. Με φόντο το μυθικό βασιλικό παρελθόν, διερευνού- σαν θέματα της οικογένειας και της κοινότητας, ερωτικές σχέσεις, το θρησκευτικό αίσθημα και τον χαρακτήρα των ηρώων. Συγκινούσαν το κοινό τους, καθώς ο νους και η ψυχή δοκιμάζονταν από τα ακραία ηθικά συμβάντα της θεατρικής πλοκής και από τη σύνθετη όρχηση και το τραγούδι του χορού. Ωστόσο δεν επιβεβαίωναν, ούτε αμφισβη­τούσαν, το «δημοκρατικό ήθος» των θεατών, ούτε αποτελούσαν ένα μάθημα αγωγής του πολίτη - ένα είδος εκτενούς «Μασσαλιώτιδας». Οι τραγωδίες οι οποίες σώζονται θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν γραφτεί και παρουσιαστεί ενώπιον μιας ολιγαρχίας εύπορων Αθη­ναίων. Ο τρόπος που η τραγωδία πρόβαλλε τη θεία και την ανθρώ­πινη φύση, και ειδικά τη φύση των μεγάλων ηρώων, ήταν εξόχως ζο­φερός και προκαλούσε δέος. Συγκινούσε βαθύτατα το κοινό και διεύ­ρυνε τους ορίζοντές του, αλλά δυο μέρες αργότερα όλα αυτά αρχειο­θετούνταν στη συνείδηση του μέσου ανθρώπου και ξεθώριαζαν.
 
Ένας πιθανός σύνδεσμος με τη δημοκρατία, όμως, βρίσκεται στον τρόπο δόμησης κάποιων από τις τραγωδίες που έχουν διασωθεί. Από τη δεκαετία του 460 π.Χ. και μετά, στα δικαστήρια της δημοκρατίας, οι Αθηναίοι ρήτορες ανέλυαν το ορθό και το άδικο μιας υπόθεσης ενώ­πιον των πολιτών-δικαστών. Στις τραγωδίες αναπτύχθηκε μια πα­ρόμοια σκηνή στη μέση του έργου (ο αγών), στην οποία οι χαρακτή­ρες παρουσίαζαν μια υπόθεση ενώπιον ενός ακροατηρίου πολιτών, πολλοί από τους οποίους ήταν δικαστές σε περίοδο διακοπών. Η με­γάλη έκταση της σκηνής αυτής μέσα στο δράμα ανταποκρίνεται ασφαλώς στη δικαστική εμπειρία των ίδιων των πολιτών που παρα ρεολουθούσαν. Κατά τα άλλα, υπήρχε μόνο μια πραγματικά δημο­κρατική μορφή τέχνης: η πολιτική κωμωδία. Το είδος αυτό σατίριζε και στηλίτευε μετά μανίας εξέχοντες Αθηναίους πολιτικούς. Δεν θα φορούσε βέβαια να ανθίσει σε μια περιορισμένη και δύσπιστη ολι­γαρχία, και όταν η δημοκρατία χαλιναγωγήθηκε από τους Μακεδόνες στρατηγούς, μετά το 322 π.Χ., οι δραματουργοί που προσεταιρί­στηκαν το νέο ολιγαρχικό καθεστώς προτίμησαν να ανεβάζουν ανώ­δυνες, απρόσωπες «κωμωδίες καταστάσεων».
 
Για μας, στην αθηναϊκή κωμωδία της εποχής της δημοκρατίας κυ­ριαρχεί η μόνη διασωθείσα ιδιοφυΐα, ο Αριστοφάνης (δραστήριος από Τή δεκαετία του 420 μέχρι τη δεκαετία του 380 π.Χ.), όμως σύμφωνα με σχόλια δικά του και άλλων φαίνεται πως τα έργα ενός παλαιό- τερου αντιπάλου του, του Κρατίνου, αποτελούν μία από τις πιο θλιβερές απώλειες σε όλη την αρχαία ελληνική γραμματεία. Το χιούμορ του Αριστοφάνη κυμαίνεται από ευφυείς ατάκες και λογοπαίγνια με χοντροκομμένους ερωτικούς υπαινιγμούς (μερικοί από τους οποίους συνεχίζουν να αποκαλύπτονται) μέχρι φαντασιοκοπήματα, παρωδία, «ανέκδοτα για το ίδιο το δράμα και ευφυέστατη, αλλά ανηλεή, προσωπική καταγγελτική σάτιρα. Ο συνδυασμός ευρηματικής αισχρολογίας και μελωδικών ανατρεπτικών χορικών στα έργα του είναι μοναδικός σε όλο το σωζόμενο δράμα. Χάρη σε αυτόν μπορούμε να συνειδητο­ποιήσουμε καλύτερα την κλίμακα της θαυμαστής αυτογνωσίας των Αθηναίων. Έχουν μιαν απαράμιλλη ικανότητα να αντιλαμβάνονται ξεκαρδιστικούς υπαινιγμούς για τον ρόλο των δύο φύλων και για τις «ζέσεις ανδρών και γυναικών (η υπόθεση γίνεται ακόμα πιο ξεκαρδι­στική, καθώς όλοι οι ρόλοι παίζονταν από άνδρες ηθοποιούς). Εμφανί­ζουν επίσης μια πλήρη αναλγησία για τους δούλους ή για την ανισορ­ροπία των φιλόσοφων (ο τόνος στην περίφημη κωμωδία του Αριστο­φάνη Νεφέλαι για τον Σωκράτη και την επιρροή του είναι πραγματικά Επιθετικός).
 
Η πλοκή της αριστοφάνειας κωμωδίας προέκυπτε μάλλον από την «πικαιρότητα της εποχής, από ειδήσεις ή πολιτικές δηλώσεις οι ο­ποίες δεν σώζονται στις μέρες μας, παρά από το είδος εκείνο της ενα­σχόλησης με αφηρημένα «ζητήματα» που γνωρίσαμε μέσα από την κατά Μπρεχτ σύγχρονη έννοια της σάτιρας. Τα σωζόμενα έργα, πάντως, καλύπτουν τα πάντα, από την κρυφή ελπίδα για ειρήνη στη διάρκεια του πολέμου, χάρη της οποίας οι γυναίκες απεργούν ερωτι­κά, μέχρι την κλασική απόπειρα να βρεθεί και να έρθει πίσω από τον Άδη ο καλύτερος δραματικός ποιητής. Όπως ο Αριστοφάνης, και άλ­λοι σύγχρονοι κωμωδιογράφοι ήταν ικανοί για οποιαδήποτε κωμική ανατροπή. Το 423 π.Χ., στο θεατρικό έργο του γερο-Κρατίνου Πυτίνη εμφανιζόταν ο ίδιος ο δημιουργός παντρεμένος με την Κωμω­δία, αλλά η τελευταία ζητούσε διαζύγιο καθώς ο Κρατίνος ενδιαφερόταν περισσότερο για τη Μέθη παρά γι’ αυτήν.7 Αυτή η φιλόδοξη αυτοπαρωδία δεν σώζεται δυστυχώς σήμερα. Το 421 π.Χ. ο Εύπολις ανέβασε μια κωμωδία στην οποία ο χορός ήταν χωρισμένος στα δύο, στους πλούσιους και τους φτωχούς, ενώ η υπόθεση σατίριζε έναν κο­ρυφαίο δημοφιλή πολιτικό παρουσιάζοντάς τον ως ευνούχο-δούλο του αθηναϊκού λαού, που έπαιζε τον ρόλο του «Πέρση» αφέντη του.8 Το δαιμόνιο πνεύμα των Αθηναίων της εποχής εκείνης μπορούσε να ανα­τρέψει και να απολαύσει σχεδόν κάθε γεγονός της κοινωνικής και πολιτικής ζωής: η ελευθερία είναι, πάνω από όλα, δημοκρατική, και απόδειξη αποτελεί το ότι υφίστανται οι πολιτικές και πολιτιστικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση ενός Αριστοφάνη. Αυτός είναι το γνή­σιο σύμπτωμα μιας «κλασικής» εποχής.
 
Αν ο Ηρόδοτος βρισκόταν στην Αθήνα την άνοιξη του 438 π.Χ., θα είχε εκτιμήσει δεόντως το υπέροχο δράμα του Ευριπίδη, Άλκηστις, το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε στη σκηνή τη χρονιά εκείνη. Θα αντι­λαμβανόταν εύκολα τα διλήμματα και την αφοσίωση ενός μυθικού βασιλιά και μιας βασίλισσας, που τους καθοδηγούσε η ευγενής πα­τρωνία του Απόλλωνα. Χωρίς αμφιβολία θα είχε γελάσει με την καρ­διά του με τις πρόστυχες κωμωδίες εκείνης της χρονιάς, μολονότι από την άλλη θα σκεφτόταν ότι υπερέβαλλαν ελαφρώς. Από τις δι­κές του «έρευνες», όμως, θα θυμόταν πως πληροφορήθηκε για δεκά­δες «δράματα» της εποχής του πολύ πιο τραγικά, τα οποία του τα μετέφεραν ως πραγματικές ιστορίες διαμάχης ανάμεσα σε αδέλφια, γιους και συζύγους παντού στον κόσμο, ανάμεσα σε θεούς και ανθρώ­πους, ανάμεσα σε ανθρώπους, όπως ο Λυδός βασιλιάς Γύγης ή ο τυ­φλός βοσκός Εύηνος, στη Βορειοδυτική Ελλάδα, ή ο Ερμότιμος που ανταπέδωσε τον φρικιαστικό ευνουχισμό του στον θύτη του και στους γιους του. Πέρα από τα σύνορα της Αθήνας, υπήρχαν τόσες αληθινές ελληνικές ιστορίες από το πρόσφατο παρελθόν που περιείχαν το σπέρμα μιας τραγωδίας βγαλμένης από τη ζωή. Οι Αθηναίοι βρήκαν το σπέρμα αυτό, δίχως τις εκτεταμένες έρευνες του Ηρόδοτου, το εμ- βάθυναν και το δραματοποίησαν, αλλά μόνο στον κόσμο του μύθου.
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. Ιπποκράτης, Επιδημίες, 1.1 · η θέση του Jean Pouilloux, Recherches sur lhistoire et les cultes de Thasos, τόμ. I, είναι σημαντική για το θέμα της χρονο­λόγησης, όμως ταυτίζω τη μνεία του «νέου τείχους» με το νέο τείχος της Θάσου που κτίστηκε στη δεκαετία του 460 π.Χ., και τοποθετώ τον Πολύγνωτο και συ­νεπώς τον «Αντιφώντα, γιο του Κριτόβουλου» στη δεκαετία του 460 π.Χ. επίσης. Παραδέχομαι ότι έγιναν πολλές συζητήσεις γι’ αυτό το σπάνιο θέμα με τον μα­καρίτη D. Μ. Lewis, ο οποίος συμφωνούσε.
2. Ηροδότου, Η Ιστορία των Περσικών Πολέμων, Β' 80 [μτφ. Άγγελος Σ. Βλάχος, εκδόσεις Ωκεανίδα, 2005], σ. 248.
3. J. S. Morrison - J. F. Coates - Ν. Β. Rankov, The Athenian Trireme (2000), σ. 238.
4. Αθήναιος, 14.619 Α, σε συνδυασμό με το έργο του Walter Scheidel, Greece and Romei 1996), τόμ. I.
5. Δημοσθένης, Κατά Νεαίρας.
6. Ξενοφών, Αθηναίων Πολιτεία, 3.2. και 3.8.
7. Danid Harvey - John Wilkins, The Rivals of Aristophanes (2000).
8. Alberto Cesare Cassio, στο Classical Quarterly (1985), σ. 38-42.