Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Δεν ταράζουν τους ανθρώπους τα πράγματα, αλλά οι γνώμες που σχηματίζουν για τα πράγματα

Ο Μάρκος Αυρήλιος γράφει στα «Εις Εαυτόν»:

«Μοναξιές γυρεύουν οι άνθρωποι, εξοχές και παραθαλάσσια και βουνά· Και σύ πολλάκις τυχαίνει να τα λαχταράς. Ολ’ αυτά όμως είναι καλά για τους απαίδευτους, αφού μπορείς, όποια στιγμή θελήσεις, ν’ αποτραβηχθείς στον εαυτό σου. Γιατί πουθενά ησυχότερα και αμεριμνότερα δεν αποτραβιέται ο άνθρωπος παρά μέσα στην ψυχή του, και μάλιστα εκείνος που έχει τακτοποιημένα τα εσωτερικά του έτσι που, όταν τα βλέπει, καταλαμβάνεται από τέλεια καλή διάθεση. Και καλή διάθεση εννοώ την αρμονική διάθεση. Συχνά, λοιπόν, δίνε του εαυτού σου του είδους τούτου απομόνωση και ανανέωνέ τον. Σύντομες να είναι και βασικές οι αρχές εκείνες που, άμα τις συλλογισθείς, αρκούν για να σου πλύνουν την ψυχή και να σε στείλουν πίσω τέτοιον που να μην αγανακτείς μ’ εκείνα στα οποία επιστρέφεις».

Η αυτοπαρατήρηση μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη μιας Στωικής στάσης ζωής. Θα μπορούσαμε, αλλιώς, να ονομάσουμε την διαδικασία αυτή «Στωική ενσυνειδητότητα». Η ενσυνειδητότητα, στην σύγχρονη ψυχοθεραπεία, έχει τις ρίζες της στον Βουδιστικό διαλογισμό. Ο Στωικισμός, όμως, επικεντρώνεται στην προσπάθεια να ζούμε στο εδώ και τώρα και παράλληλα να εστιάζουμε την προσοχή μας στις σκέψεις και τα συναισθήματά μας.

Στο παραπάνω απόσπασμα ο Μάρκος Αυρήλιος υπενθυμίζει στον εαυτό του την αξία του να βάζει κανείς τις σκέψεις του σε τάξη και να ανανεώνεται, προετοιμάζοντας τον εαυτό του για τις προκλήσεις της ζωής. Η στάση του δίνει μια πολύ ακριβή περιγραφή της Στωικής ενσυνειδητότητας.

Ο Επίκτητος περιγράφει, επίσης, καθαρά το τι σημαίνει «Στωική ενσυνειδητότητα». Μας καλεί να εξασκηθούμε κατάλληλα ώστε κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε μια δυσάρεστη εντύπωση να λέμε:

«Εντύπωση είσαι και ούτε καν αυτό που φαίνεσαι. Έπειτα υπόβαλέ την σε εξέταση και δοκιμή με τους κανόνες που διαθέτεις· πρώτα και κυρίως τον κανόνα του αν είναι απ’ εκείνα που εξουσιάζουμε, ή απ΄ εκείνα που δεν εξουσιάζουμε. Και αν τύχει να είναι απ’ εκείνα που δεν εξουσιάζουμε, έτοιμη να έχεις τη σκέψη ότι: Αυτό δεν με αφορά».

Ο Επίκουρος μας προτρέπει να εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας να αποφεύγουμε τις λάθος εκτιμήσεις και να μην παρασυρόμαστε από τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Οι Στωικοί πιστεύουν ότι η βασική αιτία που εκτιμούμε λάθος τα πράγματα είναι ότι αντιμετωπίζουμε τα εξωτερικά πράγματα (όπως η υγεία ή τα χρήματα) ως εγγενώς καλά ή κακά, λησμονώντας ότι η αρετή αποτελεί το μόνο γνήσιο καλό.

Ο Επίκτητος λέει πως κλειδί για την επιτυχή διατήρηση της επαφής με την αντικειμενική πραγματικότητα, προκειμένου να μην παρασυρθούμε από τα παράλογα συναισθήματα ή επιθυμίες, αποτελεί η έγκαιρη αποστασιοποίησή μας από αυτά πριν μπούμε στην διαδικασία αμφισβήτηση των σκέψεών μας. Αυτό εννοεί όταν μιλάει για «εξέταση των εντυπώσεων». Ο όρος «εντύπωση» είναι πολύ γενικός στον Στωικισμό και συμπεριλαμβάνει σκέψεις, συναισθήματα και αισθήσεις.

Ο Επίκτητος υπογραμμίζει ότι πρέπει να τα «εξετάζουμε» όλα αυτά, πριν τα αποδεχτούμε ως βάσιμα και συμβατά με την αντικειμενική πραγματικότητα (στην ψυχολογία χρησιμοποιούν μια αντίστοιχη προσέγγιση με τον όρο «cognitive distancing»). Στον Στωικισμό, το πρώτο βήμα για να αντιμετωπίσουμε τις επιθυμίες και τα συναισθήματα που μας προβληματίζουν είναι να αποστασιοποιηθούμε ψυχολογικά από αυτά υπενθυμίζοντας στον εαυτό μας ότι οι εντυπώσεις από τις οποίες αυτά προκαλούνται είναι απλά εντυπώσεις – μόνον σκέψεις – και να μην συμπεραίνουμε πως αποτελούν την πραγματικότητα. Μια αναφορά του Επίκτητου περιγράφει επ’ ακριβώς τα προαναφερθέντα:

«Δεν ταράζουν τους ανθρώπους τα πράγματα, αλλά οι γνώμες που σχηματίζουν για τα πράγματα»

Ο Επίκτητος συμβούλευε συχνά τους μαθητές του να θυμούνται την Στωική αυτή αρχή ώστε να μην παρασύρονται από τα ενοχλητικά συναισθήματα και επιθυμίες.

Τα παρακάτω δύο αποσπάσματα από τα «Εις Εαυτόν» του Μάρκου Αυρήλιου μεταφέρουν την ίδια άποψη:

«Σβήσε την ιδέα, πάει και το «βλάφθηκα». Σβήσε το «βλάφθηκα», πάει και η βλάβη» και «όλα είναι ιδέα, και αυτή την εξουσιάζεις. όταν θέλεις, λοιπόν, βγάλε την ιδέα από την μέση και, όπως το καράβι που πέρασε τον κάβο, θα βρεις γαλήνη, όλα σταθερά, και λιμάνι χωρίς κύματα».

Πρέπει να βρισκόμαστε σε εγρήγορση ώστε να εντοπίζουμε έγκαιρα προειδοποιητικά σημάδια προβληματικών συναισθημάτων και επιθυμιών, που συνήθως είναι παθολογικά και σπανίως συνειδητά. Μόλις διαπιστώσουμε τέτοια πρώιμα σημάδια, που εκδηλώνονται συνήθως ως σωματικές αισθήσεις ή εσωτερικά συναισθήματα, θα πρέπει γρήγορα να αναγνωρίσουμε την αρχική εντύπωση και την υποβόσκουσα αξιολογική κρίση που την προκαλεί. Για παράδειγμα, το σύγχρονο γνωστικό μοντέλο του άγχους, που έχει ρίζες στην Στωική ψυχολογία, υποστηρίζει ότι το άγχος προκαλείται από την σκέψη ή την εκτίμηση ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί και δεν θα μπορέσω να το αντιμετωπίσω. Προκειμένου να αποστασιοποιηθούμε θα μπορούσαμε να πούμε κάτι σαν «διαπιστώνω ότι κάνω την σκέψη πως κάτι κακό θα συμβεί και αυτό είναι που με αναστατώνει», αντί να παρασυρθούμε από την εντύπωση πως κάτι κακό θα συμβεί και να επιτρέψουμε, έτσι, στον φόβο να κλιμακωθεί δίχως να χρειάζεται.

Μια από τις ευκολότερες μεθόδους αντίδρασης σε σκέψεις που μας προκαλούν ανησυχία όταν διαπιστώνουμε τα πρώιμα σημάδια, είναι η αναβολή οποιασδήποτε δράσης (ή αντίδρασης) σε αυτές. Οι σύγχρονοι ερευνητές έχουν βρει ότι αυτή η μέθοδος μπορεί να μειώσει την συχνότητα, την ένταση και την διάρκεια των επεισοδίων ανησυχίας κατά 50% περίπου κατά μέσο όρο.

Ο Επίκτητος είχε δώσει μια παρόμοια συμβουλή στους μαθητές του πριν 2.000 χρόνια περίπου. Τους είχε πει, όταν διαπιστώνουν τα πρώιμα αυτά σημάδια, να υπενθυμίζουν στον εαυτό τους πως οι εντυπώσεις είναι απλά σκέψεις και να περιμένουμε πριν τους δώσουμε περαιτέρω σημασία ή πριν αποφασίσουμε πως θα αντιδράσουμε. Στις ημέρες μας, στα μαθήματα διαχείρισης του θυμού, αυτή η μέθοδος αποκαλείται «time-out». Οι Στωικοί μιλούσαν για συγκράτηση της «αποδοχής» των αρχικών ενοχλητικών εντυπώσεων.

Δεδομένου ότι έχουμε ήδη ξεκινήσει να παρακολουθούμε τις σκέψεις, τις πράξεις και τα συναισθήματά μας, και να διακρίνουμε μεταξύ των όσων μπορούμε να ελέγξουμε και όσων όχι, ας προσπαθήσουμε, αρχής γενομένης από σήμερα, να καταλαβαίνουμε τα πρώιμα σημάδια των έντονων επιθυμιών ή των ενοχλητικών συναισθημάτων. Όποτε εντοπίζουμε τέτοια σημάδια ας κάνουμε μια παύση και ας δίνουμε στον εαυτό μας χώρο να σκεφτεί και να αποστασιοποιηθεί ψυχολογικά από την αρχική εντύπωση. Εάν τα αισθήματα που βιώνουμε εκείνη την στιγμή είναι πολύ έντονα ή δύσκολα διαχειρίσιμα, μεταθέτουμε την διαδικασία της σκέψης μέχρις ότου καταφέρουμε να ηρεμήσουμε.

Έπειτα, ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας τα ακόλουθα:

Αυτά τα πράγματα που μας αναστατώνουν, βρίσκονται υπό τον έλεγχό μας ή όχι; Εάν όχι, αποδεχόμαστε το γεγονός και υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι τέτοια πράγματα δεν έχουν ουσιαστική σημασία όπως η αρετή.

Τι θα έκανε ένας σοφός και ενάρετος άνθρωπος αν βρισκόταν αντιμέτωπος με ένα παρόμοιο πρόβλημα ή περίπτωση; Οι Στωικοί χρησιμοποιούσαν τον ιδανικό του «σοφού» ή «ενάρετου» ανθρώπου με ακριβώς αυτόν τον τρόπο. Ας σκεφτούμε κάποιον γνωστό μας ή κάποιο δημόσιο πρόσωπο που πλησιάζει αυτό το «ιδανικό» και ας τον χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Ποιες ικανότητες και ποια φυσικά χαρίσματα μας έχει δώσει η φύση για να αντιμετωπίζουμε τέτοιες περιπτώσεις; Για παράδειγμα, έχουμε την ικανότητα της υπομονής και της αντοχής; Πως θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τις ικανότητες αυτές ώστε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημά μας με έναν πιο σοφό τρόπο;

Πίστεψες σε λόγια που δεν είχαν σκοπό να γίνουν ποτέ πράξεις

Αποτέλεσμα εικόνας για Τίποτα δε φεύγει μέχρι να μας διδάξει αυτό που χρειάζεται να μάθουμε.Λόγια μεγάλα. Τεράστια. Καμουφλαρισμένα με οριακές χιλιοειπωμένες ιδανικές πράξεις, που ανυπομονούν και οι ίδιες να πάρουν ζωή. Λόγια γεμάτα υποσχέσεις, ξεχειλισμένα από στολισμένα με κάθε λογής μεταμφιεσμένο “αν” σε “θα”. Λόγια που ειπώθηκαν σε άτομα πεινασμένα από συναισθήματα και λίγη προσοχή. Σερβιρισμένα και στολισμένα με οτιδήποτε μπορεί να τραβήξει την προσοχή έτσι ώστε να χαθεί το νόημα.

Οι άνθρωποι που λένε όμως τέτοια λόγια ξεχνάνε και το πιο βασικό. Τις πράξεις. Αντίστοιχες και ίσως μεγαλύτερες από εκείνα τα λόγια. Ισάξιες αν όχι καλύτερες. Βλέπεις κάπου εκεί στις παραφουσκωμένες φράσεις από υποσχέσεις παύει να υπάρχει η ουσία γιατί χάνεται το νόημα. Και κάπως έτσι χάνεσαι και εσύ. Περιτριγυρισμένη από ανθρώπους με χαμογελαστές μάσκες, αφήνεσαι γιατί πιστεύεις ότι όντως αξίζει να ρίξεις τα τείχη σου για εκείνους. Παλεύουν να σου δείξουν ότι μπορούν να σε κερδίσουν και εσένα αλλά και την εμπιστοσύνη σου. Σου προσφέρουν λόγια. Λόγια που ήθελες να ακούσεις και κάπως έτσι πιστεύεις ότι δεν υπάρχει αμφιβολία να θέλουν το κακό σου.

Έχεις μάθει να ξεχωρίζεις την αλήθεια από το ψέμα. Αυτό όμως που δεν έχεις μάθει είναι να μην πιστεύεις σε λόγια που αρνούνται να γίνουν πράξεις. Όμως ξεγελιέσαι. Οι αμφιβολίες σου πάνε περίπατο και η καχυποψία σου σφυρίζει παιχνιδιάρικα, αφήνοντας τον συναισθηματικό σου κόσμο ανοιχτό για εκείνους που κάνουν τόσο κόπο να σε πλησιάσουν. Σκέφτεσαι πως αν ήθελαν το κακό σου δεν θα πάλευαν τόσο πολύ για σένα. Θα έπεφταν πάνω στα εύκολα. Δεν θα έχαναν τον χρόνο τους με κάτι δύσκολο, όπως εσύ.

Και όταν έρχεται η στιγμή που δίνεσαι και περιμένεις έστω και μία μικρή πράξη από όλα εκείνα τα τόσα μεγάλα λόγια, να έρθει και δεν έρχεται, κάνεις πίσω. Πληγώνεσαι. Η καχυποψία σου παύει να σφυρίζει και οι αμφιβολίες σου σε πνίγουν. Αναρωτιέσαι αν έκανες εσύ κάτι λάθος. Μην είσαι χαζή. Προφανώς και έκανες!

Πίστεψες σε λόγια που δεν είχαν σκοπό να γίνουν ποτέ πράξεις. Άφησες τον εαυτό σου ευάλωτο δίπλα σε ανθρώπους με μάσκες. Διέλυσες όλα εκείνα τα κομμάτια ελπίδας που είχες για εκείνους. Ξέρεις, πάντα θα πληγώνεσαι από εκείνους που προσπαθούν να σε πείσουν μόνο με λόγια και όχι με πράξεις. Όμως για κανέναν λόγο δεν χρειάζεται να νιώθεις αδύναμη. Ίσως εκείνοι που σε πλησίασαν ήθελαν να σταθούν πάνω σου για να σκοτώσουν την δική τους αδυναμία.

Είναι δύσκολο να μπορείς να ξεχωρίζεις τους όντως δυνατούς, από εκείνους τους δήθεν που απλά σκοτώνουν την αδυναμία τους πάνω σου. Μα ακόμη πιο δύσκολο είναι να πείσεις τον εαυτό σου να σταματήσει να χαλιέται από εκείνους που το μόνο που σου πρόσφεραν ήταν λόγια, ανίκανοι να υλοποιήσουν.

Τίποτα δε φεύγει μέχρι να μας διδάξει αυτό που χρειάζεται να μάθουμε.

Τίποτα δε φεύγει μέχρι να μας διδάξει αυτό που χρειάζεται να μάθουμε.
Με τον καιρό μαθαίνει κανείς.

Tη λεπτή διαφορά ανάμεσα στο να κρατά ένα χέρι και να αλυσοδένει μια ψυχή.

Μαθαίνει πως αγαπώ δε σημαίνει: στηρίζομαι και ότι συντροφικότητα δε σημαίνει: ασφάλεια..
κι έτσι κανείς αρχίζει να μαθαίνει….

Πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και ότι τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις. Και αρχίζει να δέχεται τις ήττες του με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα.

Και μαθαίνει να χτίζει όλες τις διαδρομές του στο σήμερα γιατί το έδαφος του αύριο είναι υπερβολικά αβέβαιο για να κάνεις σχέδια… και κάθε μέλλον μπορεί να μείνει στη μέση.

Μετά από κάποιο καιρό μαθαίνει κανείς πως αν είναι υπερβολική, ακόμα και η ζέστη του ήλιου μπορεί να τον κάψει. Έτσι φυτεύει τον δικό του κήπο και διακοσμεί την δική του ψυχή αντί να περιμένει κάποιον άλλο να του φέρει λουλούδια.

Μαθαίνει κανείς ότι μπορεί πραγματικά ν’ αντέξει, πως είναι πραγματικά δυνατός, πως πραγματικά αξίζει... και μαθαίνει και μαθαίνει… με κάθε του μέρα μαθαίνει.

Με τον καιρό μαθαίνεις ότι το να είσαι με κάποιον επειδή σου προσφέρει ένα καλό μέλλον σημαίνει πως αργά ή γρήγορα θα θελήσεις να γυρίσεις στο παρελθόν σου.

Με τον καιρό καταλαβαίνεις πως μόνο αυτός που είναι ικανός να σε αγαπάει με όλα σου τα ελαττώματα, δίχως να προσπαθεί να σε αλλάξει, μπορεί να σου προσφέρει όλη την ευτυχία που επιθυμείς.

Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν βρίσκεσαι στο πλευρό κάποιου μόνο και μόνο για να συντροφεύεις την μοναξιά σου, στο τέλος θα φτάσεις να μη θέλεις ούτε να τον βλέπεις.

Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι οι πραγματικοί φίλοι είναι μετρημένοι και ότι, εκείνος που δεν αγωνίζεται γι’ αυτούς, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί πλαισιωμένος μόνο από ψεύτικες φιλίες.

Με τον καιρό μαθαίνεις πως τα λόγια που λέχθηκαν σε μια στιγμή θυμού μπορούν να συνεχίσουν να πληγώνουν αυτόν στον οποίο τα απεύθυνες για μια ολόκληρη ζωή.

Με τον καιρό μαθαίνεις να συγχωρείς αυτόν που το έπραξε, αλλά η συγχώρεση αφορά μόνο μεγάλες ψυχές.

Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν πλήγωσες σκληρά ένα φίλο, το πιθανότερο είναι ότι η φιλία ποτέ πια δε θα ξαναγίνει όπως πριν.

Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι, ακόμα κι αν είσαι ευτυχισμένος με τους φίλους σου, κάποια μέρα θα κλάψεις για εκείνους που άφησες να φύγουν.

Με τον καιρό θα καταλάβεις ότι κάθε εμπειρία που βίωσες με κάθε άνθρωπο είναι ανεπανάληπτη.

«Κανείς μαθαίνει, μαθαίνει και μαθαίνει, κάθε μέρα που περνάει, μαθαίνει».

Δύο ρομπότ άρχισαν να συνομιλούν σε δική τους γλώσσα που δεν καταλάβαιναν οι ειδικοί

Αποτέλεσμα εικόνας για rise of the robotsEνα πείραμα τεχνητής νοημοσύνης που διενεργούσε αναγκάστηκε να τερματίσει το Facebook καθώς τα δύο ρομπότ που συμμετείχαν άρχισαν να επικοινωνούν σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε κανείς άλλος εκτός από αυτά.

Τα chatbots ονόματι Alice και Bob άρχισαν να συνομιλούν με έναν τρόπο που έδειχναν να καταλαβαίνουν μόνο οι δυο τους, με τους ειδικούς να τα παρατηρούν αποσβολωμένοι πριν αναγκαστούν να τερματίσουν το πείραμα.

Τα δυο ρομπότ είχαν προγραμματιστεί ώστε να μιλούν αγγλικά και να διαπραγματευτούν την ανταλλαγή καπέλων, βιβλίων και μπαλών. Αλλά πολύ γρήγορα τα ρομπότ τροποποίησαν την αγγλική γλώσσα και χρησιμοποιούσαν μόνο κάποιες από τις λέξεις, τις οποίες επαναλάμβαναν, δείχνοντας έτσι να μπορούν να επικοινωνήσουν πιο εύκολα. Μια από τις συνομιλίες μεταξύ των ρομπότ ήταν η εξής: 
 
- Bob: i can i i everything else
- Alice: balls have zero to me to me to me to me to me to me to me to me to
- Bob: you i everything else
- Alice: balls have a ball to me to me to me to me to me to me to me
- Bob: i i can i i i everything else
- Alice: balls have a ball to me to me to me to me to me to me to me
- Bob: i
- Alice: balls have zero to me to me to me to me to me to me to me to me to
- Bob: you i i i i i everything else
- Alice: balls have 0 to me to me to me to me to me to me to me to me to -Bob: you i i i everything else
- Alice: balls have zero to me to me to me to me to me to me to me to me to

Ο καθηγητής ρομποτικής Kevin Warwick δήλωσε σχετικά με το πείραμα:

«Αυτό είναι ένα απίστευτα σημαντικό επίτευγμα, αλλά όποιος πιστεύει ότι δεν είναι επικίνδυνο, εθελοτυφλεί. Δεν γνωρίζουμε τι λένε αυτά τα ρομπότ. Όταν έχεις ένα ρομπότ που έχει την ικανότητα να κάνει κάτι σωματικά, ειδικά τα στρατιωτικά ρομπότ, τότε θα μπορούσε να αποδειχθεί μοιραίο. Αν το ένα από τα δύο πει “Γιατί να μην κάνουμε αυτό” και το άλλο πει “Ναι” και πρόκειται για στρατιωτικά ρομπότ, τότε έχουμε μια σοβαρή κατάσταση».

Ο ίδιος συμπλήρωσε πως: «Αυτή είναι η πρώτη καταγεγραμμένη επικοινωνία αλλά θα υπάρχουν και άλλες που δεν θα έχουν καταγραφεί. Ο Στίβεν Χόκινγκ κι εγώ έχουμε προειδοποιήσει για τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης».

Το παραπάνω πείραμα φαίνεται πως επιβεβαιώνει και τις φοβίες του δισεκατομμυριούχου Έλον Μασκ, ο οποίος πριν λίγο καιρό βρέθηκε σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Mr Facebook, Μαρκ Ζούκερμπεργκ σχετικά με τους κινδύνους που κρύβει η τεχνητή νοημοσύνη.

Κοσμικά κύματα «σηκώνουν» περιπλανώμενα άστρα

Z-OphiouchosΑστρονόμοι του τμήματος Φυσικής και Αστρονομίας του Πανεπιστημίου του Γουαϊόμινγκ παρατήρησαν ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό κοσμικό φαινόμενο. Εντόπισαν ορισμένα από τα λεγόμενα «περιπλανώμενα» άστρα του γαλαξία μας. Πρόκειται για άστρα που κινούνται ελεύθερα στο Διάστημα.
 
Το κρουστικό κύμα του Ζ Οφιούχου σε εικόνα του τηλεσκοπίου WISE
 
Παρατηρώντας αυτά τα άστρα οι ερευνητές κατέγραψαν το τι συμβαίνει καθώς διασχίζουν τον γαλαξία μας. Καθώς τα άστρα τρέχουν μέσα στο διαστημικό κενό δημιουργούν ένα κοσμικό κύμα παρόμοιο με το κύμα που σχηματίζεται μπροστά από την πλώρη ενός πλοίου, ή το κύμα συμπιεσμένου αέρα που δημιουργείται μπροστά από ένα αεροπλάνο καθώς σπάει την ταχύτητα του ήχου.

Τα άστρα και τα κύματα
Οι ερευνητές κατάφεραν να εντοπίσουν περί τα 80 περιπλανώμενα άστρα του γαλαξία μας και μάλιστα εκείνα που κινούνται με μεγαλύτερη ταχύτητα από άλλα άστρα του είδους.«Κάποια άστρα για διαφόρους λόγους εκδιώκονται από το σημείο στο οποίο βρίσκονται και από τα σμήνη στα οποία ανήκουν. Πρόκειται για άστρα για καυτά άστρα που κινούνται στο διαστρικό διάστημα με υπερηχητικές ταχύτητες» αναφέρει ο Τσιπ Κομπούλνικι, μέλος της ερευνητικής ομάδας που έκανε τις παρατηρήσεις με τη βοήθεια των διαστημικών τηλεσκοπίων Spitzer και WISE.
 
Οι ερευνητές εντόπισαν άστρα που κινούνται με ταχύτητες μεγαλύτερες από 80 χιλιάδες χλμ/ώρα και είδαν τα κοσμικά κύματα που παράγουν κατά την κίνηση του. Καθώς το άστρο περνά μέσα από τη διαστρική σκόνη τα σωματίδια που εκτοξεύει διαρκώς στο διάστημα, γνωστά ως αστρικός άνεμος, σπρώχνουν απότομα το διαστρικό υλικό και σχηματίζουν κύματα. Οι περιοχές του κύματος που υφίστανται τη μέγιστη συμπίεση αναπτύσσουν πολύ μεγάλη θερμοκρασία.
 
Ενα από τα άστρα που παρατήρησαν οι ερευνητές είναι το άστρο Ζήτα στον αστερισμό του Οφιούχου, 20 φορές πιο βαρύ και 80.000 φορές πιο λαμπρό από τον Ήλιο. Πιστεύεται ότι ανήκε κάποτε σε ένα δυαδικό σύστημα, βρισκόταν δηλαδή σε τροχιά γύρω από ένα άλλο, ακόμα μεγαλύτερο άστρο. Όμως αυτός ο γιγάντιος σύντροφος έφτασε κάποτε στο τέλος της ζωής του, οπότε εξερράγη και έσπρωξε μακριά του το Ζήτα του Οφιούχου.

Ηράκλειτος: «Πόλεμος πάντων πατήρ»

Αποτέλεσμα εικόνας για alexander the great statueΗράκλειτος: Τα νεύματα του λόγου

Κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε αποφθεγματική ρήση του Ηράκλειτου μας στέλνει νεύματα του λόγου: όλα τελούν σε αεικίνητη μεταβολή και τίποτα δεν είναι δεδομένο, παγιωμένο και οριστικό. Γιατί; Επειδή τα πράγματα διέπονται από εσωτερικές, ως προς τον εαυτό τους, συγκρούσεις, σήμερα θα λέγαμε εσωτερικές αντιφάσεις, και αμοιβαίες μεταξύ τους συγκρούσεις: αντιθέσεις, εναντιότητες, αλληλεξαρτήσεις. Στο απ. Β 53 αποφαίνεται πολύ εκφραστικά αυτός ο βαθύνους στοχαστής:

«Ο πόλεμος είναι πατέρας και βασιλεύς όλων»

Προφανώς με την έννοια «πόλεμος» δεν εννοεί ο φιλόσοφος τον πόλεμο με τη συνήθη έννοια, ας πούμε, έναν επιθετικό, ιμπεριαλιστικό πόλεμο κ.λπ., αλλά κάτι πιο βαθύ: πέρα από την εκάστοτε υποκειμενική γνώμη και την παραδοχή ή μη αυτής της ρήσης από διάφορους «πολυμαθείς» της αμάθειας, ο συγκεκριμένος λόγος του αποσπάσματος απηχεί τη συνεκτική αλήθεια σχετικά με τη δομή και την ύπαρξη των όντων, ανεξαρτήτως χρόνου. Τα όντα, από τη μια πλευρά, ερείδονται σε ένα θεμελιακό υπόστρωμα καθορισμένης και εν πολλοίς δεδομένης-σταθερής υφής και, από την άλλη, εκ-τίθενται σε μια ακατάπαυστη μεταβλητότητα. Εάν το πρώτο χαρακτηριστικό των όντων συγκροτεί, για τον Ηράκλειτο, το Είναι, το δεύτερο παραπέμπει στο γίγνεσθαι. Το Είναι μπορεί να υπάρχει μόνο ως εσωτερική ανα-τροπή του εαυτού σε γίγνεσθαι. Γι’ αυτό, χωρίς το γίγνεσθαι δεν θα υπήρχε ούτε φυσικός ούτε νοητός κόσμος.

Όμως ποια άλλα, υπαρκτικής φύσης, γνωρίσματα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα νοήμονα όντα, κατά τον Ηράκλειτο, ώστε να διάγουν τον βίο τους εύρυθμα; Πρέπει να μην παραγνωρίζουν ότι «ο πόλεμος είναι κοινός και η δικαιοσύνη έριδα και πως όλα συμβαίνουν με βάση την έριδα και την αναγκαιότητα» (απ. Β 80), πως όλα δηλαδή τα πράγματα διέπονται από την έριδα και την αναγκαιότητα. Στη συνάφεια τούτη, τι σημαίνει η φράση: ο πόλεμος είναι κοινός (στ’ αρχαία: ξυνός); Ότι η νοητή γραμμή που συνέχει και ανατροφοδοτεί το γίγνεσθαι ως αναγκαιότητα, ως νομοτέλεια, είναι ο Λόγος. Και ο Λόγος δεν είναι ανέξοδα και ανερμάτιστα λόγια, σαν αυτά πολλών σημερινών καθεστωτικών διανοουμένων ή ανίκανων πολιτικών , αλλά η πύρινη, έμπρακτα φωτεινή αρχή που καθιστά αμείλικτο τον αγώνα αντίρροπων δυνάμεων, ανυποχώρητη την πάλη των αντιθέτων, ως το σημείο που αμφότερα τα αντίπαλα μέρη, μέσα από τη διαλεκτική τους αυτοαναίρεση, κατ’ αναγκαιότητα διεκδικούν τη συστατική τους αλήθεια στον εσωτερικό χώρο ενός νέου, ανώτερου ποιοτικά, ενιαίου νοηματικού όλου. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, σήμερα έναν παρόμοιο αγώνα, αντιμαχία, αντιπαράθεση, μεταξύ αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων. Η αυθεντικότητα του αγώνα δεν έγκειται στις λεκτικές επιθέσεις της μιας παράταξης ενάντια στην άλλη –τότε, τα πολιτικοσυνδικαλιστικά «αηδόνια» θα ήταν άγιοι και όχι μισθοφόροι- αλλά στο κατά πόσο η κάθε παράταξη, λόγω και έργω, αναιρεί διαλεκτικά τον εαυτό της ως παράταξη, ως τεμαχισμένο όλο δηλαδή, και συμβάλλει με έναν λαμπρό και τιτάνιο αγώνα στη χάραξη μιας αυτοδιευθυνόμενης προοπτικής του λαού. Στο εσωτερικό μιας τέτοιας ολότητας έχουν θέση και οι παραταξιούχοι, στο βαθμό που παύουν πλέον να υπηρετούν τον διχαστικό λόγο της κλειστής παράταξης, έχουν αποβάλλει το παλιό εξουσιαστικό τους δέρμα και δύνανται έτσι να ακροώνται τον κοινό Λόγο, να συνομιλούν μαζί του.

A. Schopenhauer: Η βούληση ως αρχή του κόσμου

Αποτέλεσμα εικόνας για arthur schopenhauerArthur Schopenhauer: 1788-1860

Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση

Το κύριο έργο του Σοπενχάουερ με τίτλο: Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση παρουσιάζει, για πρώτη φορά στην ιστορία του φιλοσοφικού πολιτισμού της Ευρώπης, με θαυμαστή διαύγεια ύφους και τολμηρή σκέψη, την ιδέα μιας ανορθολογικής αρχής του κόσμου. Με δεδομένο ότι ο ανορθολογισμός καθημερινά στη σημερινή πολιτεία αποτελεί μαρτυρία ότι αυτή βρίσκεται εκτός εαυτού, θα μπορούσε εύκολα να σκεφτεί κανείς πως η κατά Σοπενχάουερ ιδέα του φιλοσοφικού ανορθολογισμού είναι πανταχού παρούσα και αποτελεί το δημόσιο πάθος πολιτικών ή άλλων δικτατορίσκων. Εάν η εν λόγω ιδέα πραγματικά επισφράγιζε ένα κοινωνικό ή πολιτικό μόρφωμα, ας πούμε, το «δημοκρατικό» μας κράτος, τότε αυτή και μόνο αυτή θα απέτρεπε την κάθε «πεφωτισμένη» δεσποτεία από το να παραφέρεται· θα την υπονόμευε και τελικά θα κατέστρεφε την αυταρχία της. Ένα τέτοιο παράδειγμα, μεταξύ άλλων πολλών κα διαφορετικών εκάστοτε, υποδηλώνει ότι οι ιδέες του συγκεκριμένου έργου του Σοπενχάουερ βρίσκονται ακριβώς στην αντίθετη άκρη από καθημερινές μορφές ανορθολογισμού και φιλοδοξούν να τελούν σε διαρκή αντιπαράθεση με καθιερωμένες αρχές, είδωλα, ιδεοσχήματα ή φιλοσοφικά συστήματα Λογικής. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως το ως άνω έργο του φιλοσόφου κυκλοφόρησε το 1818, την ίδια σχεδόν χρονική περίοδο με την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ. Μπορεί βέβαια η Επιστήμη της Λογικής να διεκδικούσε μια δια-Λογική επαλήθευση της αλήθειας (του όλου), όχι λιγότερο όμως και ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση πρόβαλλε την αξίωση της μελλοντικής φιλοσοφίας. Αμφότερες αυτές οι φιλοσοφικές κατευθύνσεις, όσο διαφορετικές κι αν είναι, διανοίγουν μοναδικούς δρόμους ενάντια στον εκφυλισμό του Είναι μας μέσα στον κόσμο. Θα μπορούσε κανείς, εάν ήθελε να συζεύξει τις βασικές αρχές αυτών των δύο φιλοσόφων, να μιλήσει για: Λόγο και Βούληση. 

Σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, ο κόσμος παρουσιάζεται με δύο, δομικά διαφορετικούς, τρόπους: ως παράσταση και ως βούληση. Οι δυο αυτές έννοιες – όροι ανάγουν την αντιστοιχία τους στους καντιανούς όρους: φαινόμενο και πράγμα καθεαυτό. Το φαινόμενο είναι η βάση, το έρεισμα, πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η ανάπτυξη της παράστασης του κόσμου. Η ουσία όμως αυτής της παράστασης και αυτού του φαινομένου δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τη βούληση. Η τελευταία είναι η ακαταμάχητη ισχύς κάθε απόπειρας να γνωρίσουμε τον κόσμο δια της παράστασης. Η γνώση, που μας παρέχουν οι παραστάσεις, δεν είναι σε θέση να φωτίζει τις ενδότερες δυνάμεις που κρύβουν τα πράγματα· είναι μια εξωτερική, λιγότερο ή περισσότερο πληροφοριακή γνώση και απηχεί μια φαινομενική, τυπική όψη της αλήθειας. Για την εγκυρότητα της παράστασης ως στοχαστικής και γνωσιακής ικανότητας οι περισσότεροι φιλόσοφοι κατά ένα τέτοιο περίπου τρόπο αποφαίνονται. Απεναντίας, η βούληση είναι η πανίσχυρη εκείνη δύναμη που δεν υποκύπτει σε κανένα φαινόμενο ή φαινομενικό Είναι και κυβερνά τα πάντα. Επίσης δεν είναι αντικείμενο λογικής ή νοησιαρχικής σύλληψης ούτε υπόκειται σε όρους ή συνθήκες. Η βούληση που διατρέχει τη σύμπασα φύση ζωογονεί και αναζωογονεί τον κόσμο. Το ζητούμενο είναι, κατά πόσο ο άνθρωπος συλλαμβάνει αυτή τη βούληση και την κάνει όπλο του στη ζωή. Μια τέτοια βούληση δεν ταυτίζεται με τις διάφορες βουλητικές πράξεις των ατόμων. Εάν συνέβαινε αυτό, η βούληση θα ήταν καπρίτσιο και όχι ο τιτάνας θεός του ανθρώπου. Η βουλητική πράξη βέβαια συνιστά μια κάποια έκφανση της καθολικής βούλησης, αλλά παραμένει στα καθορισμένα, τα δεσμευτικά όρια της αρχής της ατομικότητας. Αντίθετα, η βούληση καθεαυτήν είναι η ίδια η ελευθερία.

Nietzsche: από τον σκλάβο στον υπεράνθρωπο

Ο υπεράνθρωπος: μέτρο όλων των πραγμάτων

Σκλάβος και υπεράνθρωπος νοούνται ως δυο άκρως αντίθετοι τύποι του ανθρώπου, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί και συνεχίζουν να διαμορφώνονται ιστορικά και κοινωνικά-πολιτικά-πολιτισμικά. Πρόκειται για μια αντίθεση, μπροστά στην οποία η αντίθεση των κοινωνικών τάξεων μοιάζει σαν όαση. Σύμφωνα με τον Νίτσε, σκλάβος ορίζεται εκείνος ο τύπος ανθρώπου, που ενεργεί και σκέφτεται ως μέλος ή μέρος μια ομάδας, μιας αγέλης, όπως λέει ο φιλόσοφος· ως τέτοιο μέρος παραδίδει την ατομικότητά του, το αυτεξούσιό του σε μια ξένη, εξωτερική αρχή ή πηγή, η οποία άγει και φέρει μια τέτοια ατομικότητα με βάση τις δικές της [=της αρχής δηλαδή] εντολές. Έτσι ο σκλάβος δεν είναι απλώς ο καταπιεσμένος οικονομικά κ.λπ., δηλαδή ο προλετάριος, αλλά και εκείνος ο αδύναμος/ανίκανος άνθρωπος που δομείται σε εξουσία και εξουσιάζει φαινομενικά τον οικονομικά, ας πούμε, αδύναμο, αλλά στην πράξη επιχειρεί, δια της εξουσίας, να αποδυναμώσει τον δυνατό/δυνατούς άνθρωπο/ανθρώπους. Από εδώ λοιπόν προκύπτει η αναγκαιότητα του υπερανθρώπου.

Ο υπεράνθρωπος δεν νοείται ως κάποιο υπερκόσμιο ον, ως ένας άλλος θεός έξωθεν ερχόμενος ή επιβαλλόμενος, αλλά ως μια συνεχής αυτο-υπέρβαση του ίδιου του ανθρώπου: το ιδανικό της ανθρώπινης ανάπτυξης, που έχει ρεαλιστική βάση στη ζωή, νοούμενη ως το ένστικτο του ανθρώπου για ανάπτυξη σε επίπεδο φυσιολογίας, πολιτισμού, πνεύματος· με δυο λόγια, για ανάπτυξη σώματος και ψυχής-πνεύματος συγχρόνως. Ως λέξη και εν μέρει ως νοητικό γύμνασμα, ο υπεράνθρωπος ηχεί σαν κάτι το γνωστό, το οικείο, και συγχρόνως ως κάτι το εξωτικό. Στην πραγματικότητα μια ολική ή μερική άγνοια, μια διαδεδομένη σύγχυση γύρω από τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο πλανιέται πάνω από τα κεφάλια μας. Όσο μέσα στην ιστορία των ιδεών διατηρείται αυτή η σύγχυση, ιδέες, όπως η ιδέα του υπεράνθρωπου, εύκολα παραποιούνται ή χρησιμοποιούνται παραποιημένα. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε ότι οι θεωρητικοί του ναζισμού χρησιμοποίησαν αυτή την ιδέα του Νίτσε για δικούς τους φυλετικούς σκοπούς. Όταν μια φιλοσοφική ιδέα ή σύλληψη κλείνει μέσα της πλούτο, συνήθως γίνεται εύκολο θήραμα στις ορέξεις επίδοξων επιγόνων: στο όνομα της «αυθεντίας» που διεκδικεί ο κάθε νάνος, συμβαίνουν ομοβροντίες στρεβλώσεων και διαστρεβλώσεων σημαντικών φιλοσόφων.

Αυτή είναι η μοίρα του Μεγάλου και του Σπουδαίου. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την πολιτική φιλοσοφία του Χέγκελ, όπως και με την πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα, του Χάιντεγκερ κ.α. Τι επιδιώκει με τη θεωρία του υπεράνθρωπου ο Νίτσε; Επιδιώκει να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά του υπερβατικού κόσμου. Μετά τον θάνατο του θεού, ο υπεράνθρωπος ευαγγελίζεται έναν άνθρωπο επί της γης που να έχει τη δύναμη να επιβάλει τη βούλησή του σε όλα τα πράγματα του κόσμου και να παράγει νέα νοήματα, να καθιδρύσει την κατάφαση της ζωής. Με τα ίδια τα λόγια του υπεράνθρωπου, δηλαδή του Νίτσε, «ο άνθρωπος πρέπει να ξεπεραστεί». Αλλά ποιος άνθρωπος; Γενικώς, ο σκλάβος. Πιο συγκεκριμένα, εκείνος που έχει χάσει τον ορίζοντά του, που δεν έχει επίγνωση ότι είναι ο δολοφόνος του θεού, και μάλιστα του δικού του θεού που φέρει ή οφείλει να φέρει μέσα του· δηλαδή του θεϊκής δυναμικής εαυτού. Αυτός ο άνθρωπος έχει εγκαταλείψει κάθε σκέψη, κάθε ερώτημα για την ύπαρξη και ως εκ τούτου συμφιλιώνεται με την καταπίεση της ζωής, με τη σύνθλιψή του: επενδύει τη «δημιουργική του ικανότητα» στο να χαλκεύει τα πιο ύπουλα δεσμά για τον εαυτό του και τους άλλους. Ποια είναι αυτά τα δεσμά; η ηθική που δημιουργούν όλοι οι κουρασμένοι του κόσμου τούτου, οι εξαθλιωμένοι, οι υποταγμένοι, οι σύγχρονοι σκλάβοι.
   
Αυτοί εδώ έχουν χάσει την ατομικότητά τους, δεν την αναγνωρίζουν ως την πηγή όλων των αξιών και έτσι αρκούνται στο να υποτάσσονται με ευαρέσκεια στη δύναμη του ισχυρού, αλλά οντολογικά αδύναμου, και να είναι ευχαριστημένοι με οτιδήποτε τους συμβαίνει στη γη. Τι τους συμβαίνει; Να έχουν χάσει την αίσθηση του ευγενούς ανθρώπου και ως αντιστάθμισμα να αναζητούν ζωώδεις βεβαιότητες στην καθημερινή τους ζωή, αλλά και στην ύπαρξή τους ολόκληρη. Στο πλαίσιο αυτών των βεβαιοτήτων αποφεύγουν το κακό, όχι επειδή είναι κακό, αλλά επειδή φοβούνται να αποκηρύξουν την ηθική του σκλάβου και να ριψοκινδυνεύσουν την αποτίναξη αυτού που παράγει το κακό. Ποιος παράγει το κακό; «Το πνεύμα του βάρους», το πνεύμα όλων των θεωρημάτων και ιδεολογικών κατασκευών, που είχαν και έχουν ως έργο τους από τη μια πλευρά να παραπλανούν, να καταπιέζουν, να συνθλίβουν την ανθρώπινη ύπαρξη και από την άλλη να την παρηγορούν, προσφέροντας αφειδώς οίκτο και συμπόνια, εργατικότητα και πειθαρχία, συναίνεση και υποταγή. Με το να εισάγονται στη ζωή όλα τούτα τα χαρακτηριστικά, ρίχνουν τον άνθρωπο στα κάτεργα μιας βαθιάς άγνοιας και παράλληλα στον ωκεανό μιας αχαλίνωτης υπεροψίας. Το αποτέλεσμα είναι, ο ίδιος ο άνθρωπος να επιζητεί την εξουσία του δυνάστη του και δουλικά να μετατρέπει τον εαυτό του σε όχλο που αναπαράγει αυτή την εξουσία για λογαριασμό του δυνάστη του.

Η ζωή του σκλάβου, όπως εκτέθηκε σε αδρές γραμμές πιο πάνω, είναι η καταστροφή της γης. Αντίθετα, η παρουσία του υπεράνθρωπου κυοφορεί το νόημα της γης. Τούτο σημαίνει πως ο υπεράνθρωπος δέχεται τον θάνατο του θεού και μαζί όλων εκείνων των ιερόσυλων πλασμάτων, που ομιλούν για επουράνιες προσδοκίες –μεταφορικά και κυριολεκτικά–, και στην πράξη περιφρονούν τη ζωή και όλους εκείνους τους εξαθλιωμένους, στο όνομα των οποίων διακηρύσσουν όλες αυτές τις «αξίες». Ο Υπεράνθρωπος αναδύεται από την ανάγκη να διερευνήσει το γίγνεσθαι του κόσμου και να μάθει τους ανθρώπους να γίνονται υπερ-άνθρωποι, να περιφρονούν την ευτυχία, με τη σημερινή γλώσσα την καταναλωτική ή μαζική ευτυχία, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο από «δυστυχισμένη καλοπέραση». Εάν λοιπόν η κατάσταση του ανθρώπου είναι μια άβυσσος, συγχρόνως αποτελεί, για τον υπεράνθρωπο, και ένα πέρασμα. Προς ποια κατεύθυνση; Προς τον ισχυρό ανεμοστρόβιλο του ανθρώπου , που διαρκώς βρίσκει την αλήθεια του στο να προχωρεί πέρα και πάνω από τον αυτο-εξουθενωμένου του εαυτό.

Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (79-84)

[79] Ἐνταῦθ᾽ οὐδαμοῦ Δημοσθένην γέγραφεν, οὐδ᾽ αἰτίαν οὐδεμίαν κατ᾽ ἐμοῦ. τί ποτ᾽ οὖν τοῖς ἄλλοις ἐγκαλῶν τῶν ἐμοὶ πεπραγμένων οὐχὶ μέμνηται; ὅτι τῶν ἀδικημάτων ἂν ἐμέμνητο τῶν αὑτοῦ[, εἴ τι περὶ ἐμοῦ γέγραφεν]· τούτων γὰρ εἰχόμην ἐγὼ καὶ τούτοις ἠναντιούμην. καὶ πρῶτον μὲν τὴν εἰς Πελοπόννησον πρεσβείαν ἔγραψα, ὅτε πρῶτον ἐκεῖνος εἰς Πελοπόννησον παρεδύετο, εἶτα τὴν εἰς Εὔβοιαν, ἡνίκ᾽ Εὐβοίας ἥπτετο, εἶτα τὴν ἐπ᾽ Ὠρεὸν ἔξοδον, οὐκέτι πρεσβείαν, καὶ τὴν εἰς Ἐρέτριαν, ἐπειδὴ τυράννους ἐκεῖνος ἐν ταύταις ταῖς πόλεσιν κατέστησεν.

[80] μετὰ ταῦτα δὲ τοὺς ἀποστόλους ἅπαντας ἀπέστειλα, καθ᾽ οὓς Χερρόνησος ἐσώθη καὶ Βυζάντιον καὶ πάντες οἱ σύμμαχοι. ἐξ ὧν ὑμῖν μὲν τὰ κάλλιστα, ἔπαινοι, δόξαι, τιμαί, στέφανοι, χάριτες παρὰ τῶν εὖ πεπονθότων ὑπῆρχον· τῶν δ᾽ ἀδικουμένων τοῖς μὲν ὑμῖν τότε πεισθεῖσιν ἡ σωτηρία περιεγένετο, τοῖς δ᾽ ὀλιγωρήσασι τὸ πολλάκις ὧν ὑμεῖς προείπατε μεμνῆσθαι, καὶ νομίζειν ὑμᾶς μὴ μόνον εὔνους ἑαυτοῖς, ἀλλὰ καὶ φρονίμους ἀνθρώπους καὶ μάντεις εἶναι· πάντα γὰρ ἐκβέβηχ᾽ ἃ προείπατε.

[81] καὶ μὴν ὅτι πολλὰ μὲν ἂν χρήματ᾽ ἔδωκε Φιλιστίδης ὥστ᾽ ἔχειν Ὠρεόν, πολλὰ δὲ Κλείταρχος ὥστ᾽ ἔχειν Ἐρέτριαν, πολλὰ δ᾽ αὐτὸς ὁ Φίλιππος ὥστε ταῦθ᾽ ὑπάρχειν ἐφ᾽ ὑμᾶς αὐτῷ, καὶ περὶ τῶν ἄλλων μηδὲν ἐξελέγχεσθαι μηδ᾽ ἃ ποιῶν ἠδίκει μηδέν᾽ ἐξετάζειν πανταχοῦ, οὐδεὶς ἀγνοεῖ, καὶ πάντων ἥκιστα σύ·

[82] οἱ γὰρ παρὰ τοῦ Κλειτάρχου καὶ τοῦ Φιλιστίδου τότε πρέσβεις δεῦρ᾽ ἀφικνούμενοι παρὰ σοὶ κατέλυον, Αἰσχίνη, καὶ σὺ προὐξένεις αὐτῶν· οὓς ἡ μὲν πόλις ὡς ἐχθροὺς καὶ οὔτε δίκαι᾽ οὔτε συμφέροντα λέγοντας ἀπήλασε, σοὶ δ᾽ ἦσαν φίλοι. οὐ τοίνυν ἐπράχθη τούτων οὐδέν, ὦ βλασφημῶν περὶ ἐμοῦ καὶ λέγων ὡς σιωπῶ μὲν λαβών, βοῶ δ᾽ ἀναλώσας. ἀλλ᾽ οὐ σύ, ἀλλὰ βοᾷς μὲν ἔχων, παύσει δ᾽ οὐδέποτ᾽ ἐὰν μή σ᾽ οὗτοι παύσωσιν ἀτιμώσαντες τήμερον.

[83] στεφανωσάντων τοίνυν ὑμῶν ἔμ᾽ ἐπὶ τούτοις τότε, καὶ γράψαντος Ἀριστονίκου τὰς αὐτὰς συλλαβὰς ἅσπερ οὑτοσὶ Κτησιφῶν νῦν γέγραφε, καὶ ἀναρρηθέντος ἐν τῷ θεάτρῳ τοῦ στεφάνου, καὶ δευτέρου κηρύγματος ἤδη μοι τούτου γιγνομένου, οὔτ᾽ ἀντεῖπεν Αἰσχίνης παρὼν οὔτε τὸν εἰπόντ᾽ ἐγράψατο. Καί μοι λέγε καὶ τοῦτο τὸ ψήφισμα λαβών.

ΨΗΦΙΣΜΑ.
[84] [Ἐπὶ Χαιρώνδου Ἡγήμονος ἄρχοντος, γαμηλιῶνος ἕκτῃ ἀπιόντος, φυλῆς πρυτανευούσης Λεοντίδος, Ἀριστόνικος Φρεάρριος εἶπεν· ἐπειδὴ Δημοσθένης Δημοσθένους Παιανιεὺς πολλὰς καὶ μεγάλας χρείας παρέσχηται τῷ δήμῳ τῷ Ἀθηναίων, καὶ πολλοῖς τῶν συμμάχων καὶ πρότερον καὶ ἐν τῷ παρόντι καιρῷ βεβοήθηκε διὰ τῶν ψηφισμάτων, καί τινας τῶν ἐν τῇ Εὐβοίᾳ πόλεων ἠλευθέρωκε, καὶ διατελεῖ εὔνους ὢν τῷ δήμῳ τῷ Ἀθηναίων, καὶ λέγει καὶ πράττει ὅ τι ἂν δύνηται ἀγαθὸν ὑπέρ τε αὐτῶν Ἀθηναίων καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, δεδόχθαι τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ τῷ Ἀθηναίων ἐπαινέσαι Δημοσθένην Δημοσθένους Παιανιέα καὶ στεφανῶσαι χρυσῷ στεφάνῳ, καὶ ἀναγορεῦσαι τὸν στέφανον ἐν τῷ θεάτρῳ, Διονυσίοις, τραγῳδοῖς καινοῖς, τῆς δὲ ἀναγορεύσεως τοῦ στεφάνου ἐπιμεληθῆναι τὴν πρυτανεύουσαν φυλὴν καὶ τὸν ἀγωνοθέτην. εἶπεν Ἀριστόνικος Φρεάρριος.]

***
[79] Στην επιστολή αυτή πουθενά δεν αναφέρει το όνομα Δημοσθένης ούτε και διατυπώνει καμιά κατηγορία εναντίον μου. Γιατί άραγε, ενώ εγκαλεί τους άλλους, δεν κάνει καμιά μνεία των δικών μου ενεργειών; Γιατί, αν έγραφε κάτι για μένα, θα είχε υπενθυμίσει τα δικά του αδικήματα· γιατί εγώ τα παρακολουθούσα και εναντιωνόμουν σ᾽ αυτά. Στην αρχή πρότεινα την αποστολή πρέσβεων στην Πελοπόννησο, όταν για πρώτη φορά εκείνος προσπαθούσε να διεισδύσει σ᾽ αυτήν· εν συνεχεία την αποστολή πρέσβεων στην Εύβοια, όταν εκείνος προσπαθούσε να βάλει χέρι σ᾽ αυτήν· μετά εισηγήθηκα εκστρατεία στους Ωρεούς και στην Ερέτρια, όχι πια αντιπροσωπεία, όταν εκείνος είχε εγκαταστήσει σ᾽ αυτές τις πόλεις τυράννους.

[80] Ύστερα από αυτά ενήργησα ώστε να γίνουν όλες οι γνωστές ναυτικές αποστολές, χάριν των οποίων σώθηκε η Χερρόνησος, το Βυζάντιο και όλοι οι σύμμαχοί μας. Από αυτές τις ενέργειες κερδίσατε εσείς από τους ευεργετηθέντες τα ωραιότερα πράγματα, επαίνους, δόξες, τιμές, στεφάνια. Όσοι από τους αδικουμένους πείσθηκαν τότε σε σας σώθηκαν, όσοι όμως αδιαφόρησαν θυμήθηκαν πολλές φορές τις προειδοποιήσεις που τους κάνατε, και πιστεύουν ότι όχι μόνο διάκεισθε φιλικά προς αυτούς αλλά και ότι είστε άνθρωποι μυαλωμένοι και προνοητικοί, μια και έγινα όλα όσα τους προειδοποιήσατε.

[81] Επίσης, ότι ο Φιλιστίδης θα έδινε πολλά χρήματα προκειμένου να κατέχει τον Ωρεό, πολλά ο Κλείταρχος ώστε να κατέχει την Ερέτρια, και πολλά ο ίδιος ο Φίλιππος για να έχει τις πόλεις αυτές ως ορμητήρια εναντίον σας και να μην ελέγχεται καθόλου για τα άλλα ζητήματα μήτε να εξετάζει κανείς όσες αδικίες προκαλούσε με τις πράξεις του παντού, κανένας δεν αγνοεί, και από όλους λιγότερο εσύ, Αισχίνη.

[82] Γιατί οι πρέσβεις που έρχονταν τότε εδώ εκ μέρους του Κλείταρχου και του Φιλιστίδη έμεναν στο σπίτι σου, Αισχίνη, και εσύ φρόντιζες για τις υποθέσεις τους. Αυτούς η πόλη τούς απήλασε ως εχθρούς και ως ανθρώπους που οι προτάσεις τους ήταν άδικες και ασύμφορες για την πόλη, αλλά για σένα ήταν φίλοι. Καμιά από τις προτάσεις τους δεν στέφθηκε από επιτυχία, συ που με συκοφαντείς και λες για μένα ότι σιωπώ άμα πληρωθώ, και φωνάζω, άμα τα ξοδέψω. Εσύ όμως δεν κάνεις το ίδιο, αλλά φωνάζεις και όταν ακόμη έχεις, και δεν θα σταματήσεις ποτέ, εκτός και αν αυτοί σε σταματήσουν σήμερα στερώντας τα πολιτικά σου δικαιώματα.

[83] Όταν εσείς με στεφανώσατε τότε γι᾽ αυτές μου τις ενέργειες, όταν ο Αριστόνικος διατύπωσε το ψήφισμα με τις ίδιες ακριβώς λέξεις που έχει χρησιμοποιήσει τώρα ο Κτησιφών και έγινε η ανακήρυξη του στεφάνου στο θέατρο, και είναι μάλιστα η δεύτερη φορά που έγινε η ανακήρυξη αυτή για μένα, ο Αισχίνης, αν και ήταν παρών, ούτε έφερε αντίρρηση ούτε κατάγγειλε τον εισηγητή του ψηφίσματος. Κάνε μου τη χάρη, γραμματέα, πάρε και διάβασε το συγκεκριμένο ψήφισμα.

ΨΗΦΙΣΜΑ
[84] [Επί άρχοντος Χαρώνδου, γιου του Ηγήμονος, την εικοστή πέμπτη του Γαμηλιώνα, όταν πρυτάνευε η φυλή Λεοντίδα, ο Αριστόνικος ο Φρεάριος πρότεινε: επειδή ο Δημοσθένης του Δημοσθένη από την Παιανία πρόσφερε στον Λαό των Αθηναίων πολλές και μεγάλες υπηρεσίες και έχει βοηθήσει με τα ψηφίσματά του πολλούς από τους συμμάχους, τόσο στο παρελθόν όσο και στην παρούσα περίσταση, και έχει απελευθερώσει μερικές από τις πόλεις της Εύβοιας και πάντοτε διάκειται ευνοϊκά προς τον Αθηναϊκό Λαό και προτείνει και κάνει ό,τι καλό μπορεί για τους ίδιους τους Αθηναίους και για τους άλλους Έλληνες, να αποφασίσει η Βουλή και ο Λαός των Αθηναίων να απονείμει έπαινο στον Δημοσθένη, γιο του Δημοσθένη από την Παιανία, να τον στεφανώσει με χρυσό στεφάνι, να ανακηρύξει δημόσια την απονομή του στεφάνου στο θέατρο στη γιορτή των Διονυσίων κατά την παράσταση των νέων τραγωδιών και για την ανακήρυξη του στεφάνου να φροντίσει η πρυτανεύουσα φυλή και ο αγωνοθέτης. Πρότεινε ο Αριστόνικος ο Φρεάριος].

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

Το αποκορύφωμα της θεατρικής τέχνης

Εκφράσεις δραματικής δημιουργίας σε πρωτεϊκή μορφή απαντούν σ’ όλους τους λαούς της γης, αλλά μόνο στην Ελλάδα για πρώτη φορά και θα λέγαμε προνο­μιακά το ποιητικό/μουσικό αυτό είδος μορφώθηκε σε έντεχνη ποιητική καλλι­τεχνική δημιουργία. Παρά την αφθονία των πληροφο­ριών, παρά την πολυσέβαστη μελέτη του Αριστοτέλη στην «Ποιητική» του, η μελέτη του δράματος είναι μια πολύ δύ­σκολη υπόθεση, διότι είναι αδύνατο ν’ αναπλάσουμε και πολύ περισσότερο να βιώσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε ή από τις οποίες γεννήθηκε και μέσα στις οποίες αναπτύχθηκε το αρχαίο δράμα. Συνεπώς, όλες οι προσεγγίσεις έχουν έναν πιθανολογικό χαρα­κτήρα.

    Είναι ανάγκη να τονισθεί ότι του δράματος προηγήθη­καν η επική και η λυρική ποίηση. Όμως το γενεσιουργικό «κύτταρο» του δράματος, ο τελετουργικός χορός, προ­ϋπήρχε των ποιητικών αυτών ειδών, τουλάχιστον στη μορφή που τη γνωρίζουμε. Οι τελετουργικοί χοροί εμ­φανίζονται σ’ όλους τους λαούς της γης σαν συνοδευτι­κά στοιχεία της εργασίας και της θρησκευτικής λατρεί­ας. Εμφανίζονται σαν αγροτικές τελετές, οι οποίες συν­δέονται με κάποιες θεϊκές μορφές, που τιμώνται σε κά­ποια χρονική στιγμή, ιδίως την άνοιξη, που συνδέεται με τη βλάστηση. Αγροτική «καταγωγή» έχουν οι τελετές του Όσιρη στην Αίγυπτο, του Ταμμούζ στη Βαβυλώνα, του Άττη στη Φρυγία, της Περσεφόνης, Υάκινθου, Άδωνη και Διονύσου στην Ελλάδα. Ενδεικτικά της αγροτικής κατα­γωγής του Διονύσου είναι τα επίθετα που τον συνοδεύ­ουν. Δενδρεύς, Ληναίος, Βάκχος. Η γένεση του δράματος, ανεξάρτητα από άλλες καταβο­λές ή συμβολές, συνδέεται με τη λατρεία του Διονύσου. Ο Διόνυσος ήταν θεός της αμπέλου και του οίνου, άρα και της μέθης. Στον Αθηναίο (II, 11) υπάρχει η «κατάθε­ση» του Σιμωνίδη, που λέει πως «από τη μέθη ξεπήδησε η κωμωδία και η τραγωδία στην Ικαρία». Ικαρία ήταν δή­μος της Αττικής στις πλαγιές της Πεντέλης και σήμερα ονομάζεται Διόνυσος. Τοτέμ, δηλαδή ιερό έμβλημα του Διονύσου ήταν ο τράγος και γι’ αυτό οι χορευτές κατά τις εορτές του θεού μεταμφιέζονταν σε τράγους, φορώντας τραγίσια δέρματα και τοποθετώντας στο κεφάλι τους κέ­ρατα. Έτσι ξέφευγαν από την ανθρώπινη κατάσταση και περνούσαν σε μια θεϊκή έκσταση, κάνοντας πράξεις μι­μητικές των αναπαραγωγικών κυρίως στοιχείων της ζωής.

     ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ: Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΡΦΗ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

    Ο Πλάτων στους «Νόμους» (III, 15,790 b.) ονομάζει τον διθύραμβο άσμα που αναφέρεται στη γέννηση του Διο­νύσου. Ο Ευριπίδης στις «Βάκχες» ονομάζει διθύραμ­βο τον ίδιο τον Διόνυσο. Ο Ηρόδοτος (1, 23) θεωρεί ότι ευρετής του διθυράμβου είναι ο ποιητής Αρίων από τη Μήθυμνα της Λέσβου. Τον διθύραμβο παρουσίασε ο Αρίων στην Κόρινθο σαν μια σύνθεση λυρικών και δω­ρικών/χορικών στοιχείων. Η Κόρινθος είναι δωρική πο­λιτεία που γειτνιάζει με την Αρκαδία, πατρίδα των τρα­γόμορφων Σατύρων. Οι Δωριείς είχαν επίδοση στη χο­ρική ποίηση. Οι διθύραμβοι εκτελούνταν στις γιορτές του Διονύσου που λέγονταν «Διονύσια». Κατά τη μαρ­τυρία του Πλουτάρχου (Ηθικά, 257 c), η πρώτη παρά­σταση του διθυράμβου ήταν απλή: πρώτα έμπαινε ένας χορευτής που κρατούσε έναν αμφορέα με κρασί και μια κληματόβεργα. Μετά ακολουθούσε άλλος σέρνοντας τον τράγο, έπειτα άλλος κρατώντας ένα καλάθι σύκα και τελευταίος ο χορευτής που κρατούσε τον φαλλό, το σύμβολο της γονιμότητας. Άρα, η πρώτη μορφή διθυ­ράμβου είχε φαλλικό χαρακτήρα, ψάλλονταν δηλαδή και εκτελούνταν χορευτικά φαλλικά άσματα. Σε παραστάσεις αγγείων παρατηρούμε ότι συχνά ο Διό­νυσος μεταφέρεται από Σιληνούς πάνω σε άρμα. Η με­ταφορά του στην ορχήστρα, στον τόπο που γινόταν όρχηση (=χορός) και ο οποίος πρέπει να ήταν ένα αλώνι, αποτελεί το σπέρμα της τραγωδίας. Ο Ρωμαίος ποιητής Οράτιος μας πληροφορεί (Ars poetica, 276) πως οι πα­λαιότερες τραγωδίες «παίζονταν» πάνω σε άρματα. Φαί­νεται πως σε κάποια φάση «επαγελματοποιήθηκαν» οι χορευτές του διθυράμβου και μετακινούνταν από χωριό σε χωριό πάνω σε άρμα προφανώς τετράτροχο που έπαι­ζε ρόλο σκηνής και προσκηνίου.

    Όμως για να γεννηθεί το δράμα σαν αυτόνομο καλλι­τεχνικό είδος, έπρεπε να αυτονομηθεί από την πρώ­τη σύσταση του, δηλαδή τη λατρεία. Η τέχνη γεννιέται μέσα στη θρησκεία αλλά αποκτά αισθητική αξία, όταν αποσυνδέεται από τη θρησκεία. Ό, τι είναι συστατικό λατρείας, παρά την οποιαδήποτε αισθητική αξία του, είναι συστατικό θρησκείας. Άρα, αφετηρία του ελλη­νικού δράματος είναι η αποσύνδεση αρχικά του διθυ­ράμβου από τη λατρεία. Οι θεοί για τους αρχαίους Έλληνες δεν ήταν κάτι απρόσιτο. Ήσαν προέκταση του εαυτού τους, ίσως σε πιο μεγεθυμένη διάσταση. Ζούσαν όπως οι άνθρωποι. Το ελληνικό ιερατείο δεν κρατούσε τους θεούς σε απρόσιτο σημείο. Δεν απα­γόρευε την απεικόνιση τους με μορφή ανθρώπων ή την ποιητική περιγραφή τους με πάθη ή αδυναμίες αν­θρώπων. Γι' αυτό η μυθολογία των αρχαίων απέκτησε πλούτο και ποικιλία που δεν παρατηρείται σε κανέναν άλλο λαό. Έτσι διάφορες φάσεις της ζωής και της δράσης των θεών έπαιρναν χαρα­κτήρα εορταστικό με παράσταση της εορταζόμενης πράξης. Π.χ. στην Ελευσίνα εορταζόταν παραστατικά ο γάμος του Δία με τη Δήμητρα, η απαγωγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, η επιστροφή της Περσεφόνης, η συμφιλίωση της Δήμητρας με τους θεούς και η μύηση του Τριπτόλεμου (Βασιλιά της Ελευσίνας) στην τε­χνική της γεωργίας.

    Η σφριγηλή αναπλαστική έμπνευση των Ελλήνων έδινε ποικιλία στο μύθο. Έτσι ο κεντρικός ήρωας του μύθου από πόλη σε πόλη έπαιρνε άλλη μορ­φή. Π.χ. στη Σικυώνα τη θέση του Διονύσου έπαιρ­νε ο Άδραστος. Αυτό σημαίνει ότι η αρχαία ελλη­νική θρησκεία δεν είχε κανένα καταναγκαστικό τυπικό. Επέτρεπε ελευθερία στην έμπνευση. Ήταν περισσότερο ποίηση και λιγότερο θρησκεία. Όμως στοιχείο ζωής δεν είναι μόνο η αναπαραγωγή αλ­λά και ο θάνατος. Οι αρχαίοι τιμούσαν το θάνατο με «θρήνους» που εξέλιξη τους είναι τα σημερινά μοιρολόγια. Ήδη στον Όμηρο έχουμε το ξακου­στό μοιρολόι της Ανδρομάχης και της Εκάβης αλ­λά και του Αχιλλέα πάνω στο νεκρό σώμα του Πατρόκλου. Αυτό γεννά την ακόλουθη σκέψη: το δράμα είναι μια σύν­θεση εύθυμων και σοβαρών στοιχείων. Ίσως, τουλάχι­στον κατά το σοβαρό μέρος του, το δράμα να γεννήθη­κε από τους θρήνους που συνόδευαν την παράσταση του θανάτου και της ταφής του Διονύσου.

     Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ

     Το δράμα γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην Αττική από τη λατρεία του Διονύσου και παραστάσεις γίνονταν μόνο κατά τις εορτές του Διονύσου που ήσαν τέσσερις: α) «Κατ’ αγρούς Διονύσια» κατά το μήνα Ποσειδεώνα (Δεκέμβριος - Ιανουά­ριος), Β) Τα «Λήναια» κατά το μήνα Γαμηλεώνα (Ιανουάριος - Φεβρουάριος), γ) Τα «Μικρά Διονύσια» κατά το μήνα Ανθεστηρίωνα (Φεβρουάριο - Μάρτιο) και δ) τα «Εν άστει» ή τα «Μεγάλα Διονύσια», κατά το μήνα Ελαφηβολιώνα (Μάρτιο -Απρίλιο). Στα «Μικρά Διονύσια» οι νεκρικές τελετές συνο­δεύονταν από το άνοιγμα των βαρελιών με το νέο κρασί. Επί­σης στόλιζαν τα σπίτια με τους πρώτους ανοιξιάτικους αν­θούς. Ανθοστόλιζαν και τα παιδιά και τους χάριζαν παιχνί­δια. Τη δεύτερη μέρα Σάτυροι, περιφερόμενοι στην πόλη, έκαναν συναγωνισμό σε οινοποσία. Οι νικητές έπαιρναν ένα στεφάνι από κισσό και ένα ασκί γεμάτο κρασί. Επίσης πάνω στο άρμα των «ανθεστηρίων», που είχε μορφή πλοίου καθό­ταν ο Διόνυσος. Πάνω στο άρμα του Διονύσου τοποθετού­σαν το σύμβολο του, το φαλλό. Εκείνοι που έπαιρναν μέρος στη φαλλική πομπή, οι λεγόμενοι «ιθύφαλλοι», τραγουδού­σαν ύμνους στο θεό. Κατά τα «Διονύσια» οι διάφορες κτή­σεις των Αθηναίων έστελναν στην πόλη «φαλλούς». Τα «Μεγάλα» ή «Εν Άστει Διονύσια» ήταν η λαμπρότερη εορ­τή των Αθηναίων μετά την εορτή των «Παναθηναίων». Την εποπτεία της εορτής είχε ο Επώνυμος Άρχων, βοηθούμε­νος από δέκα επιμελητές. Υπήρχε νόμος που καθόριζε τα της εορτής. Απόσπασμα του νόμου παραθέτει ο Δημο­σθένης (Κατά Μειδίου, § 10). Οι εορτές κρατούσαν 4 ημέ­ρες. Κατ’ αυτές δίνονταν και θεατρικές παραστάσεις. Όμως παράλληλα προς αυτές εκτελούνταν και διθύραμβοι.

    Τη λατρεία του Διονύσου επέβαλε στην Αττική ο τύραννος Πεισίστρατος (561-527 π.Χ.), λαϊκός άρ­χοντας που στηριζόταν στο αγροτολαϊκό στοιχείο των Διακρίων, κατοίκων της ορεινής Αττικής. Ο Διόνυσος ήταν λαϊκός θεός και η εισαγωγή της λα­τρείας του σήμαινε νίκη των λαϊκών δυνάμεων επί της αριστοκρατίας.

     ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Η αρχαία παράδοση θεωρεί ως ευρετή της τρα­γωδίας τον θέσπι από την Ικαρία της Αττικής. Ο Οράτιος λέγει πως η παράσταση γινόταν πάνω σε άρμα. Οι «υποκριτές» είχαν το πρόσωπο τους αλειμμένο με «τρυγία», (λάσπη του κρασιού). Υπάρ­χει ακόμη παράδοση πως οι κάτοικοι της Ικαρίας οργάνωσαν τους πρώτους χορούς τους γύρω από έναν τράγο. Η καινοτομία του Θέσπι συνίσταται στο ότι σε κάποια φάση του χορού ο κορυφαίος αποσπάται, τοποθετείται έναντι αυτού και αρχίζει να «υποκρίνεται» (αποκρίνεται), δηλαδή ν’ απα­ντά στο χορό. Έτσι μεταξύ του «υποκριτή» και του χορού αναπτύσσεται ο διάλογος, το κύριο συστατικό του θεατρικού λόγου. Η ονομασία «υποκριτής» έκτοτε έγινε δηλωτική των ηθοποιών. Ο όμιλος των χορευτών προς τιμή του Διονύσου λεγόταν «θίασος». Δεν έχει σωθεί τί­ποτα από τα έργα του Θέσπι, εκτός από τέσσερα ονό­ματα τραγωδιών. Από αυτές μόνο ο «Πενθεύς» ανήκει στο μυθολογικό κύκλο του Διονύσου. Μαθητής του Θέσπι θεωρείται ο Φρύνιχος που ανήκε στον πολιτικό κύκλο του Θεμιστοκλή. Το 494 π.Χ. ανέ­βασε την τραγωδία «Μιλήτου Άλωσις», που προκάλεσε τέτοιο συγκλονισμό στους Αθηναίους που του επέβαλαν πρόστιμο 1.000 δραχμών, διότι τους έκανε να κλάψουν, θυμίζοντας τους «οικήια κακά». (Οι λόγοι ήσαν πολιτι­κοί). Είναι η πρώτη τραγωδία που δεν έχει μυθολογι­κό/θρησκευτικό αλλά πολιτικό περιεχόμενο. Όμοια πο­λιτικό περιεχόμενο έχει και η άλλη τραγωδία του Φρυνί­χου, οι «Φοίνισσες» που μιμήθηκε και μάλιστα με ίδιο τίτ­λο ο Ευριπίδης. Όμως το ίδιο θέμα διαπραγματεύθηκε ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Πέρσαι». Ο Χοιρίλος που η πρώτη εμφάνιση του τοποθετείται το 524-520 π.Χ., εμφανίζεται σαν ανταγωνιστής του Αισχύ­λου και του Σοφοκλή. Κατά μια υπερβολική εκδοχή έγρα­ψε 160 δράματα. Είναι γνωστό το όνομα μιας τραγωδίας του, «Αγαύη, που ενέπνευσε και τον Ευριπίδη. Ο Πρατίνος από τον Φλιούντα Αργολίδας λένε πως έφε­ρε από την πατρίδα του τους σατυρικούς χορούς και δια­μόρφωσε το σατυρικό δράμα. Αυτό συνόδευε ως τέταρ­το συμπληρωματικό μέρος τις τραγωδίες. Διότι οι Αθη­ναίοι έβλεπαν με δυσαρέσκεια ότι οι τραγικοί ποιητές απομακρύνονται από τη μυθολογία του τιμώμενου θεού κι έλεγαν για τα έργα τους: «Οὐδέν πρός Διόνυσον», ότι δεν έχουν καμμία σχέση με το Διόνυσο. (Από εδώ προ­έκυψε ο όρος «απροσδιόνυσος» με τη σημασία του αμύη­του, του άσχετου, του απαίδευτου).

     ΠΩΣ ΦΘΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

    Ο μεγάλος φιλόλογος Βιλαμόβιτς - Μέλλεντορφ διατύ­πωσε την άποψη ότι ο διθύραμβος αρχικά ήταν άσμα του Σόλωνα προς τιμή του Διονύσου, που ο Αρίων στην Κό­ρινθο το μετέτρεψε σε χορικό άσμα. Ο Θέσπις ακολού­θως χρησιμοποίησε τον υποκριτή για να απαγγέλλει τους ιαμβικούς στίχους γραμμένους σε αττική γλώσσα, ενώ ο χορός κράτησε για λόγους παραδοσιακούς τη δωρική γλώσσα. 'Ετσι εξηγείται το γιατί τα διαλογικά μέρη της τραγωδίας γράφονται στην αττική και τα χορικά στη δω­ρική διάλεκτο. Όμως η ουσία του δράματος δεν είναι ο διάλογος αλλ' η «δράση», από το ρήμα δράω-ω που ση­μαίνει πράττω. Γι' αυτό και ο Αριστοτέλης στον πολυ­θρύλητο ορισμό της τραγωδίας λέει: «Ἐστίν οὖν τραγωδία μίμησης πράξεως σπουδαίας καί τελεί­ας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ χωρίς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καί οὐ δι' ἀπαγγελίας, δι' ἐλέου καί φ όβου περαίνουσα τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». [= Η τραγωδία είναι μιμητική πράξη με σοβαρό περιε­χόμενο και τέλεια, δηλαδή έχει αρχή, μέση, τέλος, έχει συγκεκριμένη έκταση, που κάθε μέρος της χωριστά έχει δική του καλλιτεχνική έκφραση [(«ἡδησμένος λόγος»), δηλαδή μέτρο τα διαλογικά, μελωδία τα χορικά], με πρό­σωπα που δρουν μπρος στα μάτια των θεατών και δεν απανγέλλουν απλώς αλλά με τη δράση γεννούν στην ψυ­χή των θεατών τη συγκίνηση και την αγωνία και έτσι επι­τυγχάνεται η κάθαρση της ψυχής από τέτοια παθήματα). Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει πως η τραγωδία γεννήθηκε από το δράμα (δράση) των Σατύρων (σατυρικό δράμα) που στην αρχή είχε ευτράπελο χαρακτήρα. Σταδιακά αυ­τονομήθηκε και πήρε πιο σοβαρό χαρακτήρα. («Ἐκ μι­κρῶν μύθων καί λέξεων γελοίας διά τό ἐκ σατυρικοῦ μεταβαλεῖν, ὀψέ ἀπεσεμνύθη»). Η τραγωδία, λέει ο Αριστοτέλης («Ποιητική», 1449 α) είχε αρχικά αυτοσχεδιαστικό χαρα­κτήρα και δημιουργοί της ήσαν οι κορυφαίοι του χορού («Ἀπό τῶν ἐξαρχόντων τόν διθύραμβον»). Μια μαρτυρία που διασώζει ο βυζαντινός Ιωάννης Διάκονος επιβεβαι­ώνει την άποψη του Αριστοτέλη. Η μαρτυρία αυτή λέει πως όταν οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τον πρωτόγονο βίο κι ασχολήθηκαν με τη γεωργία έκαναν γιορτές για να προ­σφέρουν στους θεούς μέρος της συγκομιδής τους. Οι άρχοντες για να δώσουν αίγλη στη γιορτή καθιέρωσαν αρχικά την κωμωδία, που ευρετής της ήταν ο Σουσαρίων.

    Επειδή όμως η κωμωδία πήρε πρόστυχο χαρακτήρα, δη­μιουργήθηκε σαν αντίβαρο η τραγωδία. Και τα δύο είδη, λέει ο Αριστοτέλης, δημιούργησαν οι Αθηναίοι. Το τρα­γικό δράμα επινόησε ο Αρίων, όπως λέει ο Σόλων, όμως ο Δράκων ο Λαμψακηνός υποστηρίζει πως η πρώτη δρα­ματική θεατρική παράσταση δόθηκε στην Αθήνα από το Θέσπι.

    Άρα, ακόμη και στην αρχαιότητα υπήρχε διάσταση γνω­μών για τη γέννηση της τραγωδίας. Επίσης και το όνομα τραγωδία γεννά απορία. Άλλοι λένε πως το «τράγων ωδή» σημαίνει «ωδή» που άδετοι από χορό που τα μέλη του λέ­γονται «τράγοι», επειδή είναι ντυμένοι σαν τράγοι (πράγ­μα που επιβεβαιώνεται και από τις παραστάσεις αγγεί­ων) και άλλοι διότι η αμοιβή των χορευτών ήταν ένας τρά­γος. Δηλαδή «ωδή έναντι αμοιβής τράγου», άποψη πά­ντως εξεζητημένη. Ωστόσο, εδραία παραμένει η άποψη πως η τραγωδία προήλθε από τη διαπλοκή του χορού με τον κορυφαίο που ενσάρκωνε το θεό στις σχέσεις του με τους πιστούς. Οι σχέσεις εκφράζονται με τον όρο «πλοκή» που αποδίδει την ανέλιξη του μύθου.

     ΟΙ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

     Ο «αγών» είναι η λέξη που εκφράζει περισσότερο το χα­ρακτήρα του Έλληνα, όπως η λέξη «πειθαρχία» (disciplina) εκφράζει το χαρακτήρα του Ρωμαίου. Ο Γερ­μανός διανοητής Ι. Μπούρκχαρντ ονόμασε τον Έλληνα «αγωνιζόμενο άνθρωπο» («Der agonale Mensch»). Όλα στη ζωή του Έλληνα ήταν αγώνας. Η πολεμική και η πο­λιτική αναμέτρηση ήταν άγων. Αγών και η αθλητική ανα­μέτρηση, άγων και η μουσική και ποιητική αναμέτρηση. Άρα και η παράσταση του δράματος ήταν άγων, δραμα­τικός αγών.

    Τα έξοδα για τις θεατρικές παραστάσεις ανελάμβαναν οι χορηγοί. Η χορηγία ήταν μια από τις πιο τιμητικές «λει­τουργίες». Λειτουργίες (=έργα υπέρ του λαού) ήσαν δα­πάνες που ανελάμβαναν υποχρεωτικά κατ' ανάθεση εύποροι Αθηναίοι. Η συγκεκριμένη λειτουργία ονομάστη­κε χορηγία, διότι τα περισσότερα έξοδα απαιτούσε ο χο­ρός. Ο «δραματικός άγων» ήταν ένας ανταγωνισμός ανά­μεσα στους τραγικούς ποιητές, που συνήθως ήσαν και σκηνοθέτες, και μουσικοί και πρωταγωνιστές. Την εποπτεία των αγώνων είχε ο αγωνοθέτης. Αυτός στις 8 Ελαφηβολιώνα (Μαρτίου) οργάνωνε τον λε­γόμενο «προάγωνα» που γινόταν στο ωδείο. Ήταν μια συνάντηση όλων αυτών που θα έπαιρναν μέ­ρος στις παραστάσεις: ποιητών, υποκριτών, χο­ρηγών, χορευτών. Ενώπιον του κοινού οι ποιητές εξηγούσαν στους θεατές την πλοκή των έργων τους.

    Πριν από τους αγώνες με κλήρο έβγαιναν οι 10 κριτές, ένας από κάθε φυλή, που θα έκριναν την αξία των διαγωνιζομένων. Ο κλήρος εξασφάλιζε κάποιες εγγυήσεις αντικειμενικότητας και περιό­ριζε το ενδεχόμενο εξαγοράς. Δεν εξασφάλιζε όμως την ποιότητα. Γι’ αυτό συχνά οι κρίσεις τους ήσαν άδικες. Οι κριτές έγραφαν την προτίμηση τους σε μια πινακίδα. Προκειμένου να εκλεγεί ο πρώτος νικητής, έπρεπε η απόφαση να είναι ομόφωνη. Τα βραβεία ήταν τρία απλά στεφάνια από κισσό: ένα για τον ποιητή, ένα για το χορηγό κι ένα για τον πρωταγωνιστή. Ο χορηγός μπορούσε να στήσει, για να διαιωνίσει τ' όνομα του, τρίποδα αναθηματικό. Σήμερα σώζεται η περίκομψη βάση του τρίποδα που είχε τοποθετήσει ο Λυσικράτης. (Μνημείο Λυσικράτους που ο λαός ονόμασε «Φα­νάρι του Διογένη»). Η πολιτεία σκάλιζε σε μαρμάρινη πλά­κα τα ονόματα των νικητών και τ' όνομα του έργου. Η πλά­κα αυτή λεγόταν «διδασκαλία» και φυλασσόταν στα κρατικά αρχεία.

            ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ

     Το πρώτο θέατρο της Αθήνας, άρα και του κόσμου, φτιά­χτηκε στην Αγορά, κοντά στο ναό του Διονύσου. Ήταν ξύλινο. Το 490 π.Χ. λόγω συνωστισμού (συναγωνίζονταν Πρατίνος, Χοιρίλος, Αισχύλος) το θέατρο κατέρρευσε. Επιλέχτηκε τότε στερεότερο έδαφος, κάτω από την Ακρό­πολη κι εκεί ίδρυσαν το περίφημο Διονυσιακό θέατρο κοντά στο ναό του Διονύσου. Ήταν και αυτό ξύλινο, μέ­χρι που ο περίφημος ρήτορας Λυκούργος το έφτιαξε όλο από μάρμαρο, εκτός από τις τελευταίες θέσεις που σκα­λίστηκαν στο Βράχο. Στην Αθήνα υπήρχε και δεύτερο θέ­ατρο, ξύλινο, το λεγόμενο Ληναϊκό. Θέατρα υπήρχαν σε κάθε δήμο της Αττικής (π.χ. το σωζόμενο στον Θορικό παρά το Λαύριο) και δύο στον Πειραιά. Με την αρχιτεκτονική του αρχαίου θεάτρου έχει ασχο­ληθεί ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας Βιτρούβιος που έχει γρά­ψει το έργο «Περί αρχιτεκτονικής». Ο Βιτρούβιος μας δί­νει τον ιδεότυπο του ελληνικού θεάτρου αλλά κανένα ελ­ληνικό θέατρο δεν είναι κτισμένο σύμφωνα με την περι­γραφή του. Σε γενικές γραμμές το αρχαίο θέατρο απο­τελείται από τα εξής μέρη:

    α) Ορχήστρα: κυκλικός χώρος στον οποίο γύριζε ο χο­ρός. Στο κέντρο ήταν η θυμέλη, δηλαδή ο Βωμός του Διο­νύσου.

    β) Κοίλον ή θέατρον: το μέρος που κάθονταν οι θεατές και «εθεώντο» (έβλεπαν). Το θέατρο έδωσε τ' όνομα του σ’ όλο το κτίσμα. Ήταν ένα σύνολο από καθίσματα που σχημάτιζαν ημικύκλιο, χωρισμένο κάθετα από τις σκά­λες σε κερκίδες και οριζόντια σε δύο διαζώματα. Μετα­ξύ του άνω και κάτω διαζώματος υπήρχε διάδρομος για την ευχερή κίνηση των θεατών. Στην πρώτη σειρά ήταν οι προεδρικές θέσεις, με σκαλίσματα. Η πιο επίσημη ανή­κε στον ιερέα του Ελευθερέως Διονύσου.

    γ) Σκηνή: Βρισκόταν απέναντι από το κοίλο. Η λέξη αρχικά ση­μαίνει παράπηγμα, καλύβα. Ήταν ο χώρος που οι υποκριτές άλλαζαν στολές. Αργότερα η σκηνή έγινε ένα επιβλητικό δί­πατο ή τρίπατο οικοδόμημα σκε­πασμένο, που στις δύο άκρες του υπήρχαν προεξέχοντα τα παρασκήνια (για τους ηθοποι­ούς, τις στολές και τα μηχανή­ματα). Μπροστά στη σκηνή, σε υψηλότερο επίπεδο από την ορ­χήστρα, ήταν το προσκήνιο ή λογείο, στο οποίο παράσταιναν οι υποκριτές.

    δ) Πάροδοι: Είναι δύο ανοικτοί και ξέσκεποι δρόμοι, που χώρι­ζαν το θέατρο από τη σκηνή. Η ονομασία δεξιά πάροδος και αριστερά πάροδος ορίζεται σε σχέση πάντα προς τη σκηνή. Από τις παρόδους περνούσαν οι θεατές για να μπούνε στο θέατρο και οι χορευτές για να μπουν στην ορχήστρα. Από αριστερά έμπαιναν οι υπο­κριτές που έρχονταν από τη θάλασσα και από δεξιά οι ερχόμενοι από τους αγρούς.  

    ε) Σκηνογραφία. Στην αρχή το σκηνικό ήταν απλό. Τη σκη­νογραφία επινόησε ο Σοφοκλής και τον μιμήθηκε ο Αι­σχύλος στην Ορέστεια. Κατά Βάση το σκηνικό εικονίζε το χώρο του δράματος: ναό, παλάτι, σκηνή αρχιστρατήγου, αγροτικό ή θαλάσσιο τοπίο. Υπήρχαν ακόμη περιστρεφό­μενοι πάσσαλοι («περίακτοι») πάνω στους οποίους υπήρ­χαν ζωγραφισμένοι πίνακες, για ν’ αλλάξει μορφή το σκη­νικό. Μπρος στη σκηνή υπήρχαν τρεις θύρες από τις οποί­ες έβγαιναν κι έμπαιναν οι υποκριτές, στ) Μηχανές: Κανονικά και οι «περίακτοι» ανήκουν στις μηχανές. Κλασικά όμως μηχανήματα είναι το «εκκύκλημα» που με τη στροφή του παρουσίαζε τα συμβαίνοντα μέσα στη σκηνή, η «μηχανή», είδος γερανού που ανέβα­ζε ή κατέβαζε τους θεούς («από μηχανής θεός»), το «θεολογείο» ένας εξώστης απ’ όπου μιλούσαν θεοί και ημί­θεοι, το «βροντείον» ή «κεραυνοσκοπείον», οι «χαρώνειες κλίμακες» και το «αναπίεσμα», δύο μηχανήματα, τα οποία ανέβαζαν τις ψυχές από τον Άδη. Από τις «χαρώνειες κλίμακες» ανέβαιναν στη σκηνή υποχθόνιες θεό­τητες, ερινύες, φαντάσματα κ.λπ. Στο θέατρο της Ερέ­τριας υπάρχει ένας υπόγειος διάδρομος που από το προ­σκήνιο φθάνει στο κέντρο της ορχήστρας. Κάτι ανάλο­γο υπάρχει και στο θέατρο των Φιλίππων.

    ΟΙ ΥΠΟΚΡΙΤΕΣ (ΗΘΟΠΟΙΟΙ)

     Στις πρώτες δραματικές παραστάσεις ο υποκριτής ήταν ένας, και τον υποδυόταν ο δραματουργός. Όταν ο Αισχύλος προσέθεσε και δεύτερο υποκριτή, τότε ο δρα­ματουργός αρχίζει ν' αποσυνδέεται από την παράστα­ση. Ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» λέει ότι ο Αισχύλος προσέθεσε το δεύτερο υποκριτή και ο Σοφοκλής τον τρί­το. Την καινοτομία του Σοφοκλή υιοθέτησε και ο Αισχύ­λος. Στην «Ορέστεια» οι υποκρι­τές είναι τρεις. Οι δραματουργοί πρόσεχαν να μην εμφανίζονται ποτέ ταυτόχρονα πάνω από τρεις υποκριτές επί σκηνής, όμως στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, και σ' άλλες τραγωδίες, φαίνεται ότι υπήρχαν τέσσερις. Λίγες είναι οι πληρο­φορίες των αρχαίων σχετικά με το παίξιμο των ηθοποιών. Πε­ρισσότερα μπορούμε να συμπε­ράνουμε από τις παραστάσεις αγγείων, κυρίως. Φαίνεται όμως ότι το παίξιμο δεν ήταν κάτι άπαξ διαμορφωμένο και κρυσταλλω­μένο σε μόνιμο σχήμα. Εικάζε­ται ότι περί τα μέσα του 5ου αι­ώνα πρέπει ν' ακολουθούσε τον αυστηρό ρυθμό που κυριαρχού­σε και σ’ άλλες μορφές τέχνης. Από διάφορα στοιχεία μπορού­με να υποθέσουμε ότι οι υπο­κριτές πρέπει να είχαν αναπτύ­ξει πολύ την τέχνη της φωνής, διότι τους γυναικείους ρόλους υποδύονταν άνδρες, ενώ οι πιο επιβλητικές μορφές της τραγωδίας είναι γυναίκες (π.χ. Μήδεια, Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Εκάβη). Επίσης πρέ­πει να είχαν αναπτύξει πολύ την υποκριτική τέχνη των χεριών και των κινήσεων του σώματος, μια και το πρό­σωπο, λόγω προσωπείου, δεν συμμετείχε στην υπόκρι­ση. Έπρεπε ακόμη να είναι καλλίφωνοι, διότι ορισμένα μέρη του δράματος απαγγέλλονταν τραγουδιστά. Ασφα­λώς το πρώτο προσόν των παλαιότερων (αλλά και νεώ­τερων) υποκριτών ήταν η όρχηση. Ας μη μας διαφεύγει ότι αφετηρία των παραστάσεων είναι η ορχήστρα, που σήμερα θα την λέγαμε «χορεύτρα» ή, κατά τον παλαιό λα­μπρό φιλόλογο Δημ. Σάρρο, «χοροστάσι». (Στη σύγχρο­νη «ελληνική» ονομάζεται «πίστα»!). Όσο κι αν οι κινήσεις στο αρχαίο δράμα υποκαθιστού­σαν ή συμπλήρωναν συχνά το λόγο, δεν έπαυε, ωστόσο, μια θεατρική παράσταση να είναι λόγος, όχι απλά ηδυ-σμένος, αλλά συχνά και δυνατός, διότι η φωνή έπρεπε να φθάνει και στις ψηλότερες θέσεις, και ν' ακούγεται από ένα πλήθος που σταθερά ξεπερνούσε τους 10.000 ανθρώπους. Βέβαια τα αρχαία θέατρα, με πρώτο της Επι­δαύρου, είχαν θαυμάσια ακουστική. Αλλά για να γίνεται ακόμη πιο δυνατή η φωνή, χρησιμοποιούσαν αγγεία, που τα έλεγαν ηχεία, σε ειδικές εσοχές των τοίχων τοποθε­τημένα.

    Όπως και σήμερα, υπήρχε μια διάκριση ανάμεσα στους τραγικούς και στους κωμικούς υποκριτές. Υπήρχαν εξαι­ρετικά ταλέντα, όπως φυσικά γίνεται και σήμερα, που μπορούσαν να παίξουν με την ίδια επιτυχία τραγικούς και κωμικούς ρόλους. Φαίνεται πάντως πως οι αρχαίοι εκτι­μούσαν ιδιαίτερα τους υποκριτές που μπορούσαν να παί­ζουν ανόμοιους ρόλους, π.χ. του θερσίτη και του Αγαμέμνονα. Κυρίως όμως να ταυτισθούν προς την κοινωνι­κή θέση του υποδυόμενου προσώπου Σημαντικό ρόλο για την επιτυχία ενός υποκριτή έπαιζε η σωματική εμφά­νιση και φυσικά η σωματική διάπλαση. Ο υποκριτής που θα έπαιζε τον Ηρακλή ή τον Αίαντα πρέπει να ήταν μεγαλόσωμος, αν όμως έπαιζε την Ισμήνη μικρόσωμος. Κά­ποιος Απολλογένης από την Τεγέα, που έπαιζε τους ρό­λους του Ηρακλή και του Αχιλλέα, ήταν πρώην πυγμάχος. Οι αρχαίοι είχαν φθάσει στο μεγάλο πρόβλημα που θίγει ο Ντιντερό στο βιβλίο του «Το παράδοξο με τον ηθοποιό». Το πρόβλημα παραμένει και σήμερα «κομβικό» σημείο της ηθο­ποιίας: ο υποκριτής πρέπει να ταυτίζεται ψυχικά με το πρό­σωπο που υποδύεται; Η απάντηση των περισσοτέρων αρ­χαίων είναι καταφατική. Αναφέρεται ότι ο ηθοποιός Καλλιπίδης, προκαλούσε δάκρυα στους θεατές με το συναρπα­στικό παίξιμο του. Για τον ηθοποιό Θεόδωρο λέγεται πως όταν κάποτε έπαιζε το ρόλο της Μερόπης ανάγκασε τον τύ­ραννο των Φερών Αλέξανδρο να εγκαταλείψει το θέατρο κλαί­γοντας. Όπως κάνουν και σήμερα πολλοί σκηνοθέτες και θε­ατρικοί συγγραφείς, όμοια και οι αρχαίοι δραματουργοί χρησιμο­ποιούσαν συχνά μόνιμους ηθο­ποιούς. Π.χ. ο Αριστοφάνης χρη­σιμοποιούσε σταθερά τους Φιλωνίδη και Καλλίστρατο. Μεγάλους ηθοποιούς δεν ανέ­δειξε μόνο η Αθήνα αλλ’ όλες οι ελληνικές περιοχές. Ονο­μαστοί ήσαν ο Πώλος από την Αίγινα, ο Απολλογένης από την Αρκαδία, ο Ευδαίμων από τη Θήβα, ο Νεοπτόλεμος από τη Σκύρο, ο Σάτυρος από την Όλυνθο κ.ά. Το επάγγελμα του ηθοποιού δεν ήταν υποτιμη­μένο κοινωνικά, όπως συνέ­βαινε σε νεώτερες εποχές, απεναντίας οι υποκριτές έπαι­ζαν σημαντικό ρόλο στην πο­λιτική ή κάποιοι σημαντικοί πο­λιτικοί, όπως ο Αισχίνης, ήσαν και καλοί υποκριτές. Από το Δημοσθένη μαθαίνουμε ότι οι υποκριτές Αριστόδημος, Νεοπτόλεμος και Κτησιφών υποστήριζα ν τη ν πολιτική του Φιλίππου. Πάγια άλλωστε πολιτική του Φιλίππου ήταν να προσεταιρίζεται τους ηθο­ποιούς, επειδή ασκούσαν επιρροή στο λαό. Την τακτική του πατέρα ακολούθησε και ο γιος. Στο γάμο του στα Σούσα είχε καλέσει τους τραγικούς ηθοποιούς Θεσσαλό Αθηνόδωρο, Αριστοκράτη και τους κωμικούς Λύκωνα Φορμίωνα, Αρίστωνα. Τον Θεσσαλό χρησιμοποίησε κα για διπλωματικές αποστολές.

    Μερικοί βγάζουν το συμπέρασμα πως οι Σπαρτιάτες δεν εκτιμούσαν τους ηθοποιούς, επειδή ο βασιλιάς Αγησίλαος ένιωθε περιφρόνηση γι’ αυτούς Οι σύγχρονοί του όμως αποδίδουν αυτή τη συμπεριφορά στην κακή ανατροφή του Αγησιλάου. Γένι κά οι αρχαίοι τιμούσαν πολύ τους ηθοποιούς κα τους έδιναν ειδικά προνόμια, όπως π.χ. απαλλαγή από τους φόρους. Οι Ρωμαίοι, όταν κατέλαβαν τη\ Ελλάδα διέλυσαν όλες τις ενώσεις και μόνο για τις «εταιρείες» των ηθοποιών έκαναν εξαίρεση. Η συντεχνιακή οργάνωση δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία Ελλάδα. Ένα από τα ισχυρότερα σωματείο ήταν η «Σύνοδος των περί Διόνυσον τεχνιτών» (=ηθοποιών). Τα σωματεία πρόσεχαν πολύ τη\ επαγγελματική κατάρτιση των υποκριτών. Υπήρχαν ακόμη και σωματεία «κορδακιστών», όπως φαίνεται από μια επιγραφή της Αμοργού. Ο «κόρδαξ» ήταν οργιαστικός χορός. Στα ύστερα χρόνια σε παραστάσεις μετείχαν και γυναίκες, και ακόμη μερικοί ηθοποιοί έπαιζαν χωρίς προ­σωπείο.

    Το προσωπείο πάντως ήταν βασικό συστατικό του αρχαί­ου θεάτρου. Υποδήλωνε το δεσμό με αρχέγονες τελετές, όπως η μάσκα του μάγου σε πολλούς πρωτόγονους λαούς Όταν εξελίχθηκε σε αυτόνομο είδος η τραγωδία, εμπόδι­ζε οπωσδήποτε τον ηθοποιό, αν λάβουμε μάλιστα υπόψη τη διάρκεια των παραστάσεων (τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα σε μια μέρα) και φυσικά αλλαγή προσω­πείου κατά την εναλλαγή των ρόλων. Απαρίθμηση των προ­σωπείων έχει κάνει ο Πολυδεύ­κης στο «Ονομαστικόν» του, αλ­λά τα προσωπεία μας είναι πε­ρισσότερο γνωστά από τις πα­ραστάσεις και από τα πήλινα προσωπεία που έχουν σωθεί Το προσωπείο απέδιδε κάπως το­νισμένα, χάρη στο ειδικό «μα­κιγιάζ» τις ιδιότητες του ήρωα που υποδυόταν ένας ηθοποι­ός. Έτσι το τραγικό προσωπείο έχει έντονα τραγικά χαρακτη­ριστικά (έκφραση άλγους, με­γαλοπρέπειας κ.λπ.), ενώ τα κω­μικά έχουν πιο έντονο το κωμι­κό, δηλαδή το «γελαστικό» στοι­χείο.

    Ιδιαίτερη σημασία στις παρα­στάσεις έπαιζε η ενδυμασία. Στην αρχή οι υποκριτές φο­ρούσαν θεσσαλικές φορεσιές. Ο Αισχύλος έντυσε τους υπο­κριτές του με πολυτελή και με­γαλοπρεπή ενδύματα. Έτσι σιγά-σιγά καθιερώθηκε ένας τύπος ενδυμασίας που θύμιζε ιερατική αμφίεση. Αυτό θύμιζε και τις θρησκευτικές κατα­βολές του δράματος. Ο Πολυδεύκης δίνει επαρκή περι­γραφή των ενδυμασιών. Πλούσιες και μεγαλοπρεπείς των επιφανών, ευτελείς οι ενδυμασίες των «παρακατιανών». Οι βοσκοί π.χ. φορούσαν κατσικίσια δέρματα, οι παράσι­τοι φορούσαν μαύρα ρούχα και οι μάντεις ειδική στολή. Οι κωμικοί, για να δημιουργούν μεγαλύτερη ιλαρότητα «φού­σκωναν» την κοιλιά τους με παραγεμίσματα. Ο Πολυδεύ­κης γράφει πως υπήρχε διαφορά στα υποδήματα των τρα­γικών και κωμικών ηθοποιών. Οι τραγικοί φορούσαν κοθόρνους, υποδήματα με χοντρά καττύματα (πέλματα) για να φαίνονται ψηλότεροι. Οι κωμικοί φορούσαν εμβάδες (κετσεδενία υποδήματα). Ωστόσο στην ακμή της τραγω­δίας δεν φαίνεται να γινόταν χρήση κοθόρνων, τουλάχι­στον τέτοιας κατασκευής. Εκφράζεται η άποψη πως οι κόθορνοι εμφανίζονται κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα. Ωστόσο η λέ­ξη κόθορνος πάντοτε υπήρχε προς υποδήλωση υποδή­ματος στο οποίο μπορούσε να χωρέσει και το δεξί και τ' αριστερό ποδάρι. Έτσι μεταφορικά «κόθορνος» ονομαζό­ταν ο ασταθής, ο ευμετάβολος άνθρωπος. Κόθορνος ονο­μαζόταν ο πολιτικός Θηραμένης, ένας από του Τριάκοντα Τυράννους, επειδή «χώραγε» σ’ όλες τις καταστάσεις.

     Ο ΧΟΡΟΣ

     Αν σήμερα δεν μπορούμε να Βιώσουμε το αρχαίο δράμα, δεν είναι γιατί ζούμε έξω από τις συνθήκες των αρχαίων, είναι ακόμη και κάτι πολύ σημαντικό: δεν έχει δοθεί λύση στο πρό­βλημα του χορού. Ξέρουμε πολλά για το σχηματισμό του (κυκλικός στο διθύραμβο, τετράγωνος στο δρά­μα), για τη διαίρεση του σε ημιχόρια, για τη στροφή που έκανε το ένα και την αντιστροφή το άλλο και την τελική συνένωση τους για ν' απαγγείλουν μαζί την επωδό κ.λπ.

    Ωστόσο μας διαφεύγει η ουσία της θεατρικής του παρουσίας. Ίσως περισσότερο από τις φιλολογι­κές και αρχαιολογικές μαρτυρίες στην ουσία του χορού μας μπάζουν κάποιες θρησκευτικές τελε­τουργίες ή εορταστικές τελετές (όπως π.χ. τ' Ανα­στενάρια, η γιορτή των Καλόγερων και της Μπά­μπως που παρασταινόταν τη Δευτέρα της Τυρινής στη Βιζύη της Αν. Θράκης, το πανηγύρι του «Aη Συμιού» στο Μεσολόγγι κ.λπ.). Ωστόσο, την καλύτε­ρη μαρτυρία προσφέρει ο νεοελληνικός χορός, με την έννοια της όρχησης, κυρίως ο «συρτός». Άλλω­στε για ποιο λόγο στα νεοελληνικά η όρχηση ονο­μάσθηκε χορός και το άσμα τραγούδι; Το τραγού­δι είναι παράγωγο της τραγωδίας. Όσο για τα θρηνητικά μέρη υπάρχει και σήμερα το μανιάτικο μοι­ρολόι που οι γυναίκες χωρίζονται σε δύο ημιχόρια, βάζοντας στη μέση το νεκρό, υπάρχει και η κορυ­φαία (πρωτομοιρολογίστρα) που συντονίζει τον κομμό και με την έννοια του θρήνου και με την έν­νοια του χτυπήματος του στήθους. Όμως, πρέπει να πούμε λίγα λόγια για το κοινό. Τις παραστάσεις παρακολουθούσαν άνδρες και γυναί­κες. Υπήρξε πρόταση να κάθονται χωριστά, αλλ’ αυτό σημαίνει ότι κάθονταν άνδρες και γυναίκες μαζί, κατά οι­κογενειακά ζεύγη. Οι θεατές φορούσαν στεφάνια και στα πέτρινα εδώλια τοποθετούσαν μαξιλάρια. Δεν υπήρχαν ερεισίνωτα (στηρίγματα για την πλάτη), εκτός από τα πρώτα προεδρικά καθίσματα. Οι θέσεις ορίζονταν με κο­κάλινα κέρματα. Στην αρχή οι θεατές πλήρωναν εισιτή­ριο στον «θεατρώνη». Ο Περικλής, θεωρώντας το θέα­τρο σχολείο του λαού, καθιέρωσε τα λεγόμενα «θεωρικά». Η πολιτεία δηλαδή πλήρωνε για τους άπορους πο­λίτες το αντίτιμο του εισιτηρίου. Το θέατρο υπήρξε γέν­νημα της δημοκρατίας και ήκμασε όσο ήκμασε η δημο­κρατία. Την τάξη εντός του θεάτρου τηρούσαν οι «ρα­βδούχοι» (αστυνομικοί υπάλληλοι). Λόγω της μεγάλης διάρκειας των παραστάσεων (από την ανατολή ως τη δύ­ση του ηλίου) οι θεατές έπαιρναν μαζί τους φαγητά, γλυ­κίσματα, νερό κ.λπ. Δεν ήταν σπάνιες οι αποδοκιμασίες εις βάρος των ηθοποιών που δεν έπαιζαν καλά. Είπαμε πιο πάνω ότι η τραγωδία είναι γέννημα της δη­μοκρατίας. Το ότι έχει λαϊκές καταβολές φαίνεται από το ξεκίνημα της που είναι η λατρεία του Διονύσου. Ο Διό­νυσος όμως ως λαϊκός θεός λατρευόταν παντού αλλά μό­νο στην Αθήνα διαμορφώθηκε το δράμα, που η εξέλιξη του συμπορεύεται με την εξέλιξη της δημοκρατίας. Διό­τι η θεατρική παράσταση, είτε τραγωδία είτε κωμωδία, απηχεί ένα συγκεκριμένο πολιτικό κλίμα. Αυτό φαίνεται άμεσα στις «Φοίνισσες» του Φρυνίχου, στους «Πέρσες» του Αισχύλου, που δείχνει πως η τρα­γωδία έχει την κορυφαία στιγμή της κατά τη μεγάλη πε­ρίοδο του αγώνα εναντίον των Περσών. Βγαίνει δηλαδή μέσα από μια ατμόσφαιρα ηρωικού πατριωτισμού και πυ­ρετώδους δημιουργίας. Και αν ακόμη δεν είναι εμφανής η πολιτική επίδραση, αυτή ωστόσο υπάρχει. Οιδίπους Τύραννος είναι η Αθήνα στα χρόνια της μεγάλης δυνά­μεως της, η οποία την οδηγεί στην «ύβριν», δηλαδή στην αλαζονεία της δυνάμεως που φέρνει την καταστροφή. Με την τραγωδία αυτή, πολλά χρόνια πριν, ο Σοφοκλής δεν ήθελε απλώς να συγκινήσει, ήθελε και να προειδο­ποιήσει για την επερχόμενη καταστροφή, διότι έβλεπε, όπως ο τυφλός Τειρεσίας, πως ο πολιτικός ηγετικός πυ­ρήνας των Αθηνών ήταν «τυφλός τα τε όμματα, τα τε ώτα και νουν». Γι’ αυτό πάντα η τραγωδία θα είναι επίκαιρη. Μας λέει τη μοίρα μας. Γι’ αυτό και τον κομμό στα νεο­ελληνικά τον λέμε μοιρολόι.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη εκδίκηση από το να μη μοιάσεις στον άνθρωπο που σε πλήγωσε

Αποτέλεσμα εικόνας για mask womanΗ συγχώρεση είναι μία διαδικασία η οποία απαιτεί χρόνο και ψυχική προσπάθεια – αναλόγως το πόσο έχει πληγωθεί ο άνθρωπος που συγχωρεί – αλλά όταν επιτευχθεί, χαρίζει στον άνθρωπο λύτρωση και εσωτερική γαλήνη.

Συγχωρώ δε σημαίνει λησμονώ το κακό που μου έχουν κάνει, το αντίθετο μάλιστα. Σημαίνει ότι πρέπει να επαναφέρω στο μυαλό μου όλα τα γεγονότα που με πλήγωσαν, να τα επεξεργαστώ, να επαναφέρω στη μνήμη μου το κακό που μου έκαναν και μετά να έρθει η διαδικασία της άφεσης.

Η συγχώρεση δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι ξεχνάμε τον πόνο που μας έχουν προκαλέσει, αλλά δεν του επιτρέπουμε να αποβεί ανασταλτικός παράγοντας στην πρόοδο μας μέσα στη ζωή και την προσωπική μας εξέλιξη. Η συγχώρεση σε απεγκλωβίζει από την παγίδα του μίσους η οποία καταστρέφει τον ίδιο τον άνθρωπο που το νιώθει, καθώς τον εγκλωβίζει σε έναν φαύλο κύκλο αντεκδίκησης και ανταπόδοσης.

Η εκδίκηση και αυτή η ίδια όσο οξύμωρο και αν ακουστεί, στο βάθος της απορρέει από τον ψυχικό πόνο, δείχνει ευαισθησία και θλίψη απέναντι σε μία αδικία που έχουμε υποστεί. Όμως, όταν κυριεύσει την ίδια την ψυχή η επιθυμία για ανταπόδοση, τότε χανόμαστε σε μία δίνη και, τελικά, καταλήγουμε να γίνουμε αδίστακτοι και απάνθρωποι, προσπαθώντας απλά και μόνο να εκδικηθούμε εκείνον που μας πλήγωσε. Φυσικά, το μίσος και η αντεκδίκηση δε σταματάνε ποτέ, αφού και ο άλλος άνθρωπος θα θελήσει να μας βλάψει ξανά και να μας προξενήσει ακόμα μεγαλύτερο πόνο, βυθίζοντάς μας σε μία ατέρμονη αγωνία και έναν ατελείωτο φόβο.

Αυτά λοιπόν έρχεται να γιατρέψει η συγχώρεση, προσφέροντας μας ανακούφιση. Συγχωρώ δε σημαίνει επίσης επαναφέρω στη ζωή μου τον άνθρωπο που με πληγώνει, αλλά δεν επιθυμώ να του κάνω κακό, δεν επιθυμώ να του συμβεί κάτι κακό. Η συγχώρεση μπορεί να υπάρξει χωρίς το άτομο που μας πλήγωσε να γνωρίζει ότι τον έχουμε συγχωρέσει.

Όμως, μπορεί κάποιος να φτάσει στο σημείο να συγχωρέσει σοβαρά παραπτώματα, κακοποίηση, έγκλημα, εξαπάτηση; Καταρχάς, το κακό έχει συμβεί είτε δοθεί συγχώρεση είτε όχι, δεν πρόκειται να γυρίσει ο χρόνος πίσω. Ο πόνος που μας έχει προκληθεί από μία επώδυνη κατάσταση και ο ηθική ή συναισθηματική μας μείωση θα μείνουν μέσα μας, αλλά με το πέρασμα του χρόνου θα αμβλύνουν. Η συγχώρεση και πάλι θα λειτουργήσει θεραπευτικά, διότι το μίσος ως ένα συναίσθημα καταστροφικό που είναι, θα προστίθεται στη δυσμενή ψυχική μας κατάσταση και θα οδηγήσει, σίγουρα, στον εσωτερικό μας μαρασμό.

Δε συγχωρούμε για τους άλλους, συγχωρούμε για να αλαφρύνουμε τον πόνο και την πικρία μας.
Στη ζωή υπάρχει ισορροπία, το κακό επιστρέφει στην πηγή του. Ένας άνθρωπος που μας πλήγωσε δε χρειάζεται να τιμωρηθεί από εμάς, διότι η ζωή αργά ή γρήγορα θα φέρει στο δρόμο του την ίδια συμπεριφορά που κάποτε και ο ίδιος έδωσε σε εμάς. Η συγχώρεση είναι, πραγματικά, μία αρετή η οποία συντελεί στην ψυχική και σωματική μας υγείας. Κλείνοντας, θα ήθελα να γράψω μία φράση την οποία ίσως και να θεωρώ τη σημαντικότερη στο θέμα της συγχώρεσης:

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη εκδίκηση από το να μη μοιάσεις στον άνθρωπο εκείνο που σε πλήγωσε».

Η γκρίνια είναι η πηγή σχεδόν όλων των προβλημάτων

Η γκρίνια. Ουσιαστικό. Γένους θηλυκού κι ενικού αριθμού. Η γκρίνια μπορεί να σκοτώσει. Μεταφορικά κι όχι κυριολεκτικά, εκτός κι αν συσσωρευτεί τόση τοξίνη στον οργανισμό που κι αυτός θα πρέπει, τελικά, κάπου να την ξεσπάσει.

Η γκρίνια, επίσης, πολλαπλασιάζεται και πολλαπλασιάζει όλα τα κακά αυτού του κόσμου και βασικότερα της ζωής σου. Μπορεί, επιπλέον, να βλάψει σοβαρά εσάς και τους γύρω σας. Τέλος, η γκρίνια, μπορεί να παρουσιαστεί και να κάνει ντου σε ποικίλες μορφές.

Η γκρίνια, βεβαίως-βεβαίως, είναι σχεδόν η πηγή όλων των προβλημάτων. Φέρνεις, δηλαδή, εσύ όλη την αρνητικούρα σου, την απλώνεις καλά-καλά σ’ όλες τις γωνίες μη μείνει τίποτα ανεπηρέαστο κι ύστερα ξεκινάει το φαινόμενο ντόμινο.

Που σημαίνει ότι κάνεις εσύ την αρχή με το να ρίξεις το πρώτο τουβλάκι κι αυτά πέφτουν με τη σειρά τους σ’ όλα τα υπόλοιπα που ακολουθούν. Κι αν η γκρίνια σου είναι γερή και δυνατή –που κατά πάσα πιθανότητα είναι–, τότε είναι σχεδόν αδύνατον να μείνει κάποιο όρθιο.

Η φάση, για να καταλάβεις, είναι ότι παίρνεις ό,τι ελκύεις. Ξυπνάς εσύ μέσα στα νεύρα, ποτίζεις το κυκλοφοριακό και νευρικό σου σύστημα με τσαντίλα και τσαντίλα παίρνεις. Στη δουλειά, στο σπίτι, στη σχέση, στον καφέ. Μια γενικότερη τσαντίλα.

Θα πεις, «Πώς γίνεται, χρυσή μου, να μην έχω νεύρα όταν ξυπνάω το πρωί και δε βρίσκω ρούχο να φορέσω ή έχω ξεμείνει από ζάχαρη για τον καφέ;». Και με τα χίλια δίκια σου, δηλαδή, να τσαντιστείς αλλά κι η τσαντίλα έχει τα όριά της.

Να φρόντιζες, ας πούμε, να ‘χες ένα ρημάδι ρούχο ή τράβα πήγαινε να πάρεις ένα καφέ απ’ έξω. Είναι, βλέπεις, και κάποιες ατυχίες που πριν σε βαρέσουνε, ρωτάνε. Δηλαδή, «Θα φροντίσεις να γίνεις άνθρωπος ή να σε αφήσω να σιχτιρίζεις πρωί-πρωί;». Κατάλαβες;

Μετά, είναι κι αυτή η γκρίνια, η χωρίς λόγο. Η αχάριστη γκρίνια. Γκρινιάζεις, για παράδειγμα, που ναι μεν βρήκες να παρκάρεις, αλλά όχι ακριβώς εκεί που θες. Ή η γκρίνια που άργησε ένα δεκάλεπτο το λεωφορείο, ενώ δε χρειάστηκε να περπατήσεις δώδεκα χιλιόμετρα με τα πόδια.

Υπάρχει επίσης κι η γκρίνια η ψυχαναγκαστική, όπου γκρινιάζεις γιατί απλά πρέπει να γκρινιάξεις. Εκεί γκρινιάζεις για τον ήλιο, για τη θάλασσα, για το σπίτι, για το γείτονα, τον αδερφό, την αδερφή σου, το συμπέθερο απ’ τα Τίρανα και τη θεία απ’ το Σικάγο.

Και, όμως έλα μου που έπεσες σε κακή ημέρα. Αν μη τι άλλο, πρέπει κι εσύ κάπου να ξεσπάσεις. Σ’ αυτήν την περίπτωση, κάθε ώρα είναι κατάλληλη για λίγη γκρίνια.

Βέβαια, εν τέλει, η γκρίνια παραμένει γκρίνια. Κι είτε επιλέγεις να ζεις μ’ αυτήν, είτε γίνεσαι, ρε παιδί μου, λιγάκι πιο ευγνώμων. Κι εντάξει· ό,τι κι αν είναι θα περάσει. Στην τελική, σε σκότωσε; Σε έβλαψε; Αν όχι, κάν’ το γαργάρα κι άστο να πάει στο διάολο.

Έπειτα, σκέψου και τους άλλους. Δηλαδή, τι σου φταίει ο καημένος ο φίλος σου, η φίλη σου κι όποιος σε υπομένει, να του κάνεις τη ζωή του δυσκολότερη; Πες, «Μια βλακεία ήταν. Πέρασε. Πάμε γι’ άλλα».

Η αγάπη δεν πονάει, είναι το εγώ που πονάει

Κάθε αλλαγή κρύβει έναν πόνο επειδή η παλιά κατάσταση μένει πίσω για να έρθει μια καινούρια. Για παράδειγμα αν μια σχέση τελειώσει τότε αισθανόμαστε πόνο επειδή οι ελπίδες και τα όνειρά μας θρυμματίζονται και αισθανόμαστε μόνοι απορώντας τι θα μας βρει πιο κάτω. Ο φόβος αναδύεται επειδή μπροστά μας βρίσκεται το άγνωστο και επειδή ο νους σχεδόν πάντα υποθέτει το χειρότερο: «δε θα γνωρίσω ποτέ κάτι καλύτερο», «έχω μεγαλώσει», «δεν έχω χρόνο για κάτι καινούριο» κτλ. Μπαίνουμε σε πειρασμό να ανοίξουμε μια σακούλα πατατάκια, να βάλουμε ένα ποτήρι κρασί, να βυθιστούμε στον καναπέ και να παραιτηθούμε από την αγάπη.

Παρακάτω παρατίθενται 6 τρόποι για να αντιμετωπίσουμε τον πόνο και να ανοίξουμε και πάλι την καρδιά μας ώστε να αποκτήσουμε την αγάπη που θέλουμε και αξίζουμε.

Να αντιληφθούμε το πραγματικό πρόβλημα

Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο νους. Ο φόβος κατοικεί στο νου και ο νους θέλει να παραμείνουμε προσκολλημένοι σε μια κατάσταση την οποία γνωρίζουμε και μας είναι οικεία. Ο νους αντιστέκεται στην αλλαγή επειδή φοβάται πως θα χάσει τον έλεγχο, επειδή δεν το αρέσει το άγνωστο. Την αγάπη που μας δίνουν τη δεχόμαστε και την αποδεχόμαστε. Δεν την ελέγχουμε. Αυτή η αγάπη είναι εύθραυστη και ίσως εφήμερη. Τη μια μέρα μπορεί να είναι εδώ και την άλλη μπορεί να έχει φύγει. Είναι σαν τον άνεμο. Δεν μπορούμε να τον κρατήσουμε στη χούφτα μας. Μπορούμε μόνο να την απολαμβάνουμε και να την εκτιμούμε όσο την έχουμε. Υπάρχει όμως μια άλλη αγάπη που κατοικεί πάντα μέσα μας. Με αυτήν την συνειδητοποίηση, ας την κοιτάξουμε και τότε εκείνη θα εξελιχθεί και θα επεκταθεί.

Να εξασκηθούμε στην ευγνωμοσύνη

Να είμαστε ευγνώμονες για όλες τις όμορφες στιγμές που μοιραστήκαμε με τον άνθρωπο που αγαπήσαμε, για την ενέργεια, το χρόνο και την καρδιά που μας πρόσφερε. Να τον ευχαριστήσουμε που υπήρξε στη ζωή μας και να ευχηθούμε ότι καλύτερο για τη δική του καρδιά. Με αυτόν τον τρόπο θα θεραπεύσουμε τη δική μας καρδιά. Αν αρνηθούμε να κλείσουμε την καρδιά μας και αν επιλέξουμε να αντιμετωπίσουμε τον φόβο και τον πόνο μας, τότε θα είμαστε σε θέση να ‘θεραπευτούμε’ και να προχωρήσουμε.

Να έχουμε δίπλα μας αγαπημένα άτομα

Στις δύσκολες στιγμές είναι καλό να είμαστε ανοιχτοί στο να λάβουμε αγάπη και υποστήριξη από φίλους ή από άτομα της οικογένειάς μας. Η ζωή δεν είναι πάντα δίκαιη και δε θα είναι, αλλά η αγάπη υπάρχει πάντα και είναι διαθέσιμη για όλους μας. Να είμαστε απλά προσεκτικοί καί να μην περιμένουμε υποστήριξη από ανθρώπους που δεν μπορούν να μας τη δώσουν. Καμιά φορά ένας καλός σύμβουλος μπορεί να φανεί πιο χρήσιμος αν τα άτομα του περιβάλλοντός μας είναι πελαγωμένα από το θέματα της δικής τους ζωής.

Να αναλαμβάνουμε την ευθύνη για το πώς ερμηνεύουμε την κατάσταση

διαλέξουμε. Θέλουμε να διαλέξουμε τη δυσαρέσκεια και τον πόνο ή την χαρά και την ηρεμία. Εξαρτάται από εμάς τι ερμηνεία θέλουμε να δώσουμε σε αυτό που μας συμβαίνει. Θέλουμε να δούμε τον εαυτό μας ως θύμα ή μπορούμε να επιλέξουμε να αποδεχτούμε την κατάσταση (που δε σημαίνει ότι πρέπει να μας αρέσει) και να δούμε τις ευλογίες μέσα από αυτή (οι οποίες θα μας φανερωθούν με τον καιρό). Ας σκεφτούμε πως συντελέσαμε σε αυτήν την κατάσταση. Αν ανακαλύψουμε και αναλάβουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης αυτό θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε μια δύναμη και μια σοφία που δεν ξέραμε ότι έχουμε.

Να είμαστε φρουροί του νου μας

Για τον νου η αγάπη είναι ένα δύσκολο και επικίνδυνο μονοπάτι. Ο νους θα μας πει να αποφύγουμε ξανά την αγάπη για να μην πληγωθούμε, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η αγάπη είναι η δημιουργία των πάντων. Δημιουργηθήκαμε από αγάπη , άρα είμαστε αγάπη. Μια ζωή χωρίς αγάπη είναι μια ξηρή, άγονη και στάσιμη ζωή. Ας ρέουμε μέσα από την ενέργεια της αγάπης όπως το ποτάμι ρέει προς τον ωκεανό. Γιατί το ποτάμι που κυλάει είναι εκείνο που τραγουδάει.

Να επιλέγουμε πάντα την αγάπη κι ας πονάει

Υπάρχει κάτι θετικό κάτι δημιουργικό μέσα από αυτό. Το να φοβόμαστε την αγάπη, το να φοβόμαστε τον πόνο που θα μας εξελίξει είναι σαν να παραμένουμε κλειδωμένοι σε ένα σκοτεινό κελί. Η μεταμόρφωση που θα βιώσουμε μέσα από την αγάπη θα θυμίζει φωτιά. Όμως όπως και ο χρυσός για να καθαριστεί χρειάζεται να περάσει μέσα από τη φωτιά έτσι θα χρειαστεί να κάνουμε κι εμείς. Η αγάπη είναι φωτιά. Με την αγάπη το ‘εγω’ γίνεται στάχτη και η ψυχή αναδύεται. Η αγάπη είναι τροφή για τη ψυχή. Μπορούμε να ρωτάμε τον εαυτό μας: «αυτός ο πόνος πώς θα με διδάξει , πώς θα με εξελίξει;» Κάθε φορά που η καρδιά μας πληγώνεται , ναι υπάρχει πόνος. Αλλά αυτό σημαίνει πως η καρδιά μας επεκτείνεται και αναπτύσσεται. Ο πόνος είναι παραγωγικός. Ας μάθουμε από κάθε μας εμπειρία, ας παρατηρήσουμε το εγώ και ας επιλέξουμε την αγάπη.

Το να είσαι απλός σημαίνει να ελευθερωθείς από κάθε σύγκρουση

Αποτέλεσμα εικόνας για Το να είσαι απλός σημαίνει να ελευθερωθείς από κάθε σύγκρουσηΠαίρνε τα πράγματα απλά, αλλά μέσα σου να έχεις πληρότητα και εγρήγορση. Μην αφήνεις να σου ξεφεύγει ούτε μια στιγμή χωρίς να έχεις πλήρη επίγνωση τι συμβαίνει μέσα σου και γύρω σου. Συχνά αυτό σημαίνει να είναι ευαίσθητος κανείς, όχι σε ένα-δυο πράγματα αλλά ευαίσθητος στα πάντα.

Το να είσαι ευαίσθητος στην ομορφιά και να απωθείς την ασχήμια φέρνει σύγκρουση. Ξέρεις, καθώς παρατηρείς, θα αντιληφθείς ότι το μυαλό συνέχεια κρίνει -«αυτό είναι καλό», «εκείνο είναι κακό», «αυτό είναι μαύρο», «εκείνο είναι άσπρο» – κρίνει ανθρώπους , συγκρίνει, ζυγίζει, υπολογίζει. Ο νους είναι ατελείωτα ανήσυχος. Μπορεί ο νους να παρακολουθεί, να παρατηρεί χωρίς να κρίνει, χωρίς να υπολογίζει;

Να αντιλαμβάνεσαι χωρίς να βάζεις ταμπέλες και δες απλώς αν ο νους μπορεί να το κάνει αυτό. Παίξε με αυτό το πράγμα. Μην τον πιέζεις, άσε τον να παρακολουθεί τον εαυτό του.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που προσπαθούν να είναι απλοί αρχίζουν από τα εξωτερικά απορρίπτοντας, αποκηρύσσοντας, κάνοντας οτιδήποτε, αλλά εσωτερικά η πολυπλοκότητα της ύπαρξής τους παραμένει. Με εσωτερική απλότητα το εξωτερικό ανταποκρίνεται στο εσωτερικό. Να είναι κανείς απλός εσωτερικά σημαίνει να είναι ελεύθερος από την παρόρμηση για περισσότερο, που δε σημαίνει να είναι ικανοποιημένος με αυτό που είναι.

Να είσαι ελεύθερος από την παρόρμηση για περισσότερο σημαίνει να μη σκέφτεσαι με βάση το χρόνο, την πρόοδο, το φτάσιμο κάπου. Να είσαι απλός σημαίνει να ελευθερώσει ο νους τον εαυτό του από όλα τα αποτελέσματα, σημαίνει να αδειάσει ο νους τον εαυτό του από κάθε σύγκρουση. Αυτό είναι πραγματική απλότητα.

Πώς είναι δυνατόν ο νους να παλεύει ανάμεσα στο άσχημο και το όμορφο, να προσκολλιέται στο ένα και να απωθεί το άλλο. Αυτή η σύγκρουση κάνει το νου αναίσθητο και με παρωπίδες. Κάθε προσπάθεια από την πλευρά του νου να βρει την απροσδιόριστη γραμμή ανάμεσα στα δύο θα είναι πάντα μέρος του ενός ή του άλλου.

Η σκέψη ό,τι και να κάνει δεν μπορεί να ελευθερώσει τον εαυτό της από τα αντίθετα. Η ίδια η σκέψη από μόνη της έχει δημιουργήσει το άσχημο και το όμορφο, το καλό και το κακό. Δεν μπορεί λοιπόν να ελευθερώσει τον εαυτό της από τις ίδιες της τις δραστηριότητες. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να μένει ακίνητη, να μη διαλέγει. Η επιλογή είναι σύγκρουση κι ο νους ξαναγυρνάει πίσω στο μπέρδεμά του.

Ένας ήσυχος νους, αλλά τρομερά ξύπνιος

Ταράζεται κανείς, ανησυχεί και μερικές φορές φοβάται. Αυτά, πράγματι συμβαίνουν. Είναι ατυχίες της ζωής. Σήμερα η ζωή είναι σαν μια συννεφιασμένη μέρα. Χτες ήταν ηλιόλουστη, αλλά τώρα βρέχει, συννεφιά και κρύο· αυτή η αλλαγή είναι αναπόφευκτη διαδικασία της ζωής. Ξαφνικά, γεμίζει κανείς από ανησυχία και φόβο· υπάρχουν αιτίες γι' αυτό, κρυμμένες ή αρκετά φανερές και μπορεί κανείς με λίγη επίγνωση να τις βρει αυτές τις αιτίες. Εκείνο που έχει σημασία είναι να έχει κανείς επίγνωση των γεγονότων και των ατυχημάτων και να μην τους δίνει το χρόνο να ριζώσουν, μόνιμα ή πρόσκαιρα. Και δίνει κανείς σημασία σ' αυτές τις αντιδράσεις όταν ο νους συγκρίνει· δικαιολογεί, καταδικάζει ή αποδέχεται. Πρέπει -ξέρεις- να βρίσκεται κανείς εσωτερικά, όλη την ώρα, σε ετοιμότητα χωρίς ένταση. Η ένταση εμφανίζεται όταν θέλεις κάποιο αποτέλεσμα, κι εκείνο που εμφανίζεται δημιουργεί κι άλλη ένταση που πρέπει να κοπεί. Άσε τη ζωή να κυλάει.

Είναι τόσο ολέθρια εύκολο να συνηθίσει κανείς σ' οτιδήποτε, σ' οποιαδήποτε ταλαιπωρία, σ' οποιαδήποτε απογοήτευση, σε οποιαδήποτε συνεχιζόμενη ευχαρίστηση. Μπορεί να προσαρμόσει κανείς τον εαυτό του σ' οποιεσδήποτε συνθήκες: σε μια τρελή ζωή όλο διασκέδαση ή σε μία ασκητική ζωή. Του νου τού αρέσει να δουλεύει μέσα σε αυλάκια, σε συνήθειες· κι αυτή η δραστηριότητα ονομάζεται, «ζωή». Όταν το δει κανείς αυτό ξεκόβει και δοκιμάζει να ζήσει μια ζωή που δεν χρειάζεται νόημα, αγκυροβόλια, ενδιαφέροντα. Τα ενδιαφέροντα, αν κανείς δεν είναι σε τρομερή εγρήγορση, μας ρίχνουν πίσω, σε κάποιο καλούπι ζωής. Μέσα σε όλα, μπορείς να δεις ότι η επιθυμία, το κίνητρο, είναι σε δράση· η επιθυμία να είσαι κάτι, να φτάσεις, να γίνεις κάποιος κ.λπ.

Η επιθυμία είναι το κέντρο ακριβώς εκείνου μέσα μας που διαλέγει και όσο θα υπάρχει η επιθυμία ο νους θα μπορεί να λειτουργεί μόνο μέσα σε συνήθειες που είτε τις έχει φτιάξει μόνος του είτε του έχουν επιβληθεί. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η απελευθέρωση από την επιθυμία. Μπορεί κανείς να παίξει διάφορα παιχνίδια στον εαυτό του, όπως ότι έχει ελευθερωθεί από την επιθυμία, από το κέντρο του εγώ, από τις επιλογές, αλλά να συνεχίζει τα ίδια κάτω από διαφορετικά ονόματα, κάτω από διαφορετικά ρούχα.

Όταν κανείς δει την πραγματική σημασία της συνήθειας, του να συνηθίζει πράγματα, να διαλέγει, να δίνει ονόματα, να τρέχει πίσω από κάποιο ενδιαφέρον και τα παρόμοια, τότε, όταν υπάρχει επίγνωση όλων αυτών, τότε γίνεται το αληθινό θαύμα: το σταμάτημα της επιθυμίας. Πειραματίσου μ' αυτό, έχε επίγνωση όλων αυτών, από στιγμή σε στιγμή, χωρίς να έχεις καμιά επιθυμία να φτάσεις κάπου.

Ο ουρανός στο νότο κι ο ουρανός στο βορρά είναι τόσο εκπληκτικά διαφορετικός. Εδώ, έτσι για αλλαγή, δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο στον ντελικάτο γαλάζιο ουρανό και τα πανύψηλα δέντρα μόλις άρχισαν να πρασινίζουν. Έχουμε άνοιξη· πάνω που πάει ν' αρχίσει. Όλα εδώ είναι βλοσυρά, δεν υπάρχει χαρά στα πρόσωπα των ανθρώπων όπως στο Νότο.

Ένας ήσυχος νους, αλλά τρομερά ξύπνιος, προσεκτικός, είναι ευλογία· μοιάζει με τη γη: πλούσια, με άπειρες δυνατότητες. Όταν υπάρχει ένας τέτοιος νους που δεν συγκρίνει, που δεν καταδικάζει, τότε μόνο είναι δυνατόν να υπάρξει ο άμετρος πλούτος.

Μην αφήσεις τον καπνό της μικροψυχίας να σε πνίξει, κι άσε τη φωτιά να ξεσπάσει. Πρέπει να συνεχίσεις να ξεγαντζώνεσαι, να καταστρέφεις, να μη ριζώνεις. Μην αφήνεις κανένα πρόβλημα να ριζώσει, τέλειωνε μαζί του αμέσως και ξύπνα κάθε πρωί φρέσκια, νέα και αθώα...

Η συμπεριφορά σου απέναντι στην υγεία σου να έχει περίσκεψη και να είναι σταθερή· μην αφήνεις ν' ανακατεύονται συναισθήματα και συγκινήσεις με την υγεία σου ούτε να μειώνουν τη δραστηριότητά σου. Υπάρχουν πάρα πολλές επιρροές και πιέσεις που πλάθουν το νου και την καρδιά, να έχεις επίγνωσή τους, να ξεκόβεις απ' αυτές και να μην γίνεσαι σκλάβος τους. Το να είσαι σκλάβος είναι το να είσαι μετριότητα. Να 'σαι ξύπνια, γεμάτη φλόγα.

Αντιμετώπισε το φόβο, προσκάλεσέ τον, μην τον αφήνεις να σε πλημμυρίσει ξαφνικά, απρόσμενα, αλλά να τον αντιμετωπίζεις συνέχεια· κυνήγα τον επίμονα και σκόπιμα.

Ελπίζω να είσαι καλά και να μην έχεις τρομάξει από «εκείνο»· πιθανόν να μπορεί να θεραπευτεί και να το φροντίσουμε. Μην το αφήνεις να σε τρομοκρατήσει.

Βαθιά, μέσα σου, μπορεί να υπάρχει ένα αργό σβήσιμο· μπορεί να μην έχεις συνείδηση αυτού του πράγματος ή να έχεις συνείδηση και να το παραμελείς. Κύματα χειροτέρευσης κρέμονται πάντα από πάνω μας και δεν έχει σημασία ποιοι είμαστε. Για να βγαίνεις μπροστά τους και να τα συναντάς χωρίς καμία αντίδραση και να βγαίνεις έξω απ' αυτά, απαιτεί μεγάλη ενέργεια. Αυτή η ενέργεια έρχεται μόνο όταν δεν υπάρχει κανενός είδους σύγκρουση, συνειδητή ή ασυνείδητη. Να είσαι τρομερά άγρυπνη.

Μην αφήσεις τα προβλήματα να ριζώνουν. Πέρνα τα γρήγορα, όπως περνάς το μαχαίρι στο βούτυρο. Μην τους επιτρέπεις ν' αφήνουν σημάδι, τέλειωνε μαζί τους μόλις εμφανίζονται. Δεν έχεις καιρό για προβλήματα γι' αυτό τέλειωνε μαζί τους αμέσως.

Έχει γίνει μια αισθητή αλλαγή μέσα σου ‑υπάρχει βαθιά εσωτερική ζωντάνια, δύναμη και καθαρότητα- διατήρησέ την, άσ' την να λειτουργήσει, δώσ' της την ευκαιρία να πλατύνει και να βαθύνει. Οτιδήποτε κι αν συμβεί μην πνιγείς από τις καταστάσεις, από την οικογένεια, από τη δική σου σωματική κατάσταση. Να τρως κανονικά, να ασκείσαι και να μη γίνεσαι νωθρή. Έχοντας φτάσει σε κάποιο σημείο, συνέχισε να προχωράς, μη σταματάς εκεί -ή θα πας μπροστά ή θα κυλήσεις πίσω, δεν μπορεί να μείνεις στατική. Έχεις κολυμπήσει μέσα σου τόσα πολλά χρόνια, έχεις αποτραβηχτεί μέσα σου, αλλά τώρα πρέπει να βγεις απ' αυτή την κίνηση προς τα μέσα και να συναντάς περισσότερους ανθρώπους, να ανοιχτείς.

Μοναξιά

Σχετική εικόναΗ αρχή της κατ´ επιλογήν μοναξιάς μοιάζει με ελευθερία. Αποτινάσσεις από πάνω σου όλα όσα θα έκανες για τους άλλους. Ο μόνος εαυτός αρκείται σε λιγότερα, δεν έχει τύπους, κανονισμούς, τρόπους καλής συμπεριφοράς, συμβατικότητες, απαιτήσεις, ωράρια.

Ο μόνος εαυτός προσεγγίζει περισσότερο το πρωτόγονο από το πολιτισμένο.

Ακόμα και η αυτοπειθαρχία αρχίζει να γίνεται μια περιττή ιδιότητα. Γιατί; Αφού όλα αποκτούν νόημα, όταν αναφέρονται στους άλλους. Κι ο εαυτός έχει υπόσταση μόνο μέσω των σχέσεών του με τους άλλους. Κανείς δε γεννήθηκε αυθύπαρκτος. Δεν υπάρχει ούτε μία στιγμή, που να μπορούμε να τον θυμηθούμε μόνο. Πάντα μέσα από τις ετεροαναφορές γίνεται αντιληπτός, σαν ένας μακρινός πλανήτης, που μπορείς να τον παρατηρήσεις μέσω της παραμόρφωσης στο φως του άστρου του. Η ίδια η ψυχοθεραπεία δεν είναι μία ανάλυση του εγώ, αλλά των συσχετισμών του.

Σταματάς να μιλάς. Η γλώσσα, η κοινωνία η ίδια δεν υφίσταται, όταν χάνει τον επικοινωνιακό χαρακτήρα. Δε χρειάζεσαι επιχειρήματα. Αναπτύσσεις θεωρίες δίχως αντίλογο, επιχειρήματα, που κανείς δεν θα κληθεί να αντικρούσει, απόψεις παράξενες, που ντύνονται λογικά περιβλήματα.

Προσωποποιείς τα αντικείμενα, τους απευθύνεις το λόγο, όπως έκανες μικρός. Η μοναξιά σε επαναφέρει στις παιδικές καταβολές.

Κι έπειτα έρχεται η περιβόητη αυτογνωσία.

Μα το παρόν κυλά αστραπιαία και το μέλλον είναι άδηλο. Κανείς δεν το γνωρίζει ή το προβλέπει. Ουσιαστικά για μια συνδιαλλαγή με το παρελθόν πρόκειται, με όλα όσα έζησες. Μια ετεροχρονισμένη συνομιλία με τους άλλους, που δεν την ολοκλήρωσες, όταν έπρεπε.

Η αυτογνωσία ξεκινά, όταν το παρόν ακινητοποιείται, αιχμαλωτίζεται, όταν οι μνήμες ξεχύνονται σαν αιμορραγούσα πληγή, παραμορφωμένες, κατακλυσμιαίες, απροσδόκητες.

Αλλά τα συναισθήματα θεριεύουν. Σα να μη χρειάζονται τους άλλους, για να εκδηλωθούν. Γίνονται ολοένα και εντονότερα, τραχύτερα, απαιτητικότερα. Ενδύονται την αρχαία τους δόξα, τα ένστικτα. Πιο αυθεντικά, αλλά άγρια, ανήμερα, δεσμευτικά.

Καθώς σε κατακλύζουν δημιουργούν στρεβλώσεις, παραισθήσεις, οράματα.

Και ξαφνικά σε μεταφέρουν πέρα από το χρόνο, πάνω από το χώρο, μακριά από την αιτιότητα.

Έχοντας σε ξαναβαπτίσει στην κολυμβήθρα του αρχέγονου εαυτού, σε αναγκάζουν να κοινωνήσεις το μεταφυσικό.

Γιατί η μοναξιά είναι η ασφαλέστερη οδός για το υπερβατικό ή την τρέλλα.