Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017

Η Νοοτροπία του Μαχητή: Όταν οι Καιροί Γίνονται Σκληροί, Γίνε Σκληρότερος

Τι χρειάζεται για να γίνει κάποιος μαχητής;

Μια σημαία; Ένα σκοπό σημαντικότερο από την ίδια του την ζωή;

Το θάρρος ενός μαχητή δημιουργείται αυθόρμητα ή σπρώχνεται βίαια από τις ανάγκες του ανθρώπου.

Όλοι έχουμε μέσα μας το πνεύμα του μαχητή.

Είτε το ξέρουμε είτε όχι, όλοι δίνουμε καθημερινά μικρούς ή μεγάλους πολέμους.

Στην δουλειά μας, στην οικογένεια μας, μέσα από αγώνες της καθημερινής ζωής, καθορίζουμε και υπερασπιζόμαστε την αίσθηση σκοπού που έχουμε προσπαθώντας να προσδιορίσουμε τον λόγο ύπαρξης μας.

Φευγοντας απο την Σπαρτη…

Δεν είμαι ιστορικός και η αλήθεια είναι πως από Ιστορία οι γνώσεις μου δεν εντυπωσιάζουν.
Πρόσφατα διάβασα όμως κάτι που έκανε εντύπωση.

Λίγο πριν ξεκινήσει για τις Θερμοπύλες, ο Βασιλιάς Λεωνίδας, όπως γνωρίζουμε οι περισσότεροι, επέλεξε 300 από τους καλύτερους στρατιώτες για την προσωπική του φρουρά.

Ο Λεωνίδας ήξερε πως δεν είχε καμία ελπίδα απέναντι στον στρατό των Περσών. Όμως η νοοτροπία του νικητή δεν έχει τόσο σχέση με την νίκη μιας μάχης όσο του πολέμου.

Ο Λεωνίδας δεν πήγαινε στις Θερμοπύλες για να κερδίσει τους Πέρσες σε εκείνο το σημείο.
Πολέμησε για αυτό που επρόκειτο να συμβεί στο μέλλον. Πολεμούσε για να δώσει κίνητρο ώστε να ενωθούν οι δυνάμεις όλης της Ελλάδας.

Ήξερε πως η μάχη που θα έδινε ήταν χαμένη από χέρι. Όμως αυτό δεν είχε τόση σημασία. Αυτό που μετρούσε ήταν να δώσει ένα παράδειγμα ήθους, ανδρείας και αρετών, ικανών να ξεπεράσουν οποιαδήποτε προσωπική ή συλλογική διαμάχη.

Δινοντας μια Μαχη

Η κάθε μάχη που δίνουμε δεν είναι μόνο εξωτερική. Είναι και εσωτερική.

Οι εχθροί που έχουμε να αντιμετωπίσουμε μέσα μας όπως ζήλια, αδυναμία, φόβος, έλλειψη ελπίδας, είναι οι εχθροί που χρειάζεται να ερχόμαστε αντιμέτωποι αρκετά συχνά.

Προσωπικά πιστεύω πως η ζωή είναι απίστευτη. Ωστόσο οι φράσεις του τύπου η ζωή είναι ένα δώρο με αφήνουν κάπως αδιάφορο. Και γνωρίζω τον κυνισμό του σχήματος που παραθέτω.

Το δώρο είναι κάτι που σου χαρίζεται. Η ζωή δεν χαρίζεται σε κανέναν. Πρέπει να κερδίσεις την θέση σου οπουδήποτε και αν βρίσκεσαι.

Αυτό όμως που ξέρω είναι πως η ζωή είναι σκληρή. Και είναι σκληρή όσο και οι αλήθειες που είσαι διατεθειμένος να ανακαλύψεις τόσο για τον εαυτό σου όσο και για τους ανθρώπους γύρω σου.

Καμία κατάσταση δεν είναι ιδεατή, και αν είναι, δεν κρατάει όσο θα θέλαμε.

Οι καταστάσεις που προκύπτουν στην καθημερινότητα, μας ωθούν είτε να παλέψουμε είτε να τραπούμε σε φυγή. Η ψευδαίσθηση είναι πως έχουμε επιλογή.

Όταν οι καταστάσεις γίνονται σκληρές, θα χρειαστεί να γίνεις σκληρότερος.

Και μπορεί να μην ζήτησες τις δυσκολίες που σου προέκυψαν ή ακόμα χειρότερα να είναι άδικες. Όμως είσαι ο μόνος υπεύθυνος για τον τρόπο που πρόκειται να τις διαχειριστείς.
Το οφείλεις στον εαυτό σου.

Και ίσως να μην αλλάξει τίποτα από την προσπάθεια που θα καταβάλεις και την μάχη που θα δώσεις, όμως θα αλλάξει για πάντα τον τρόπο που βλέπεις τον εαυτό σου.

Η σκληράδα και η νοοτροπία του νικητή δεν έρχεται σε περιόδους ειρήνης ούτε τρέχοντας μακριά από προκλήσεις.

Κερδίζεται από τις μάχες σώμα με σώμα που θα δώσεις με τις δυσκολίες και τα σκαμπανεβάσματα μιας ζωής που όλοι θα θέλαμε να είναι πιο εύκολη αλλά αποδεικνύεται πως είναι πιο δύσκολη από ότι περιμέναμε.

Με τον τρόπο που μάχεσαι δείχνεις θάρρος, σέβεσαι τις αρχές σου, σέβεσαι τους άλλους, εξελίσσεσαι και είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου όσον αφορά τις βαθύτερες προθέσεις σου.

Η νοοτροπία του μαχητή είναι ένα είδος προσωπικού κώδικα που σε στηρίζει όταν έρχονται τα δύσκολα.

Θα Παλεψεις…

Η ζωή είναι ήδη αρκετά πολύπλοκη χωρίς εμάς να τραβάμε γραμμές στην άμμο. Όλοι μπορούμε να αποφύγουμε τελικά την μάχη και να πάμε με το κύμα ή με τον άνεμο. Θα ήταν ίσως περισσότερο απολαυστικό.

Όμως η κάθε μάχη που δίνουμε, αν δεν μας σκοτώσει, θα μας κάνει πιο δυνατούς.

Ο χαρακτήρας διαμορφώνεται σαν το σίδερο. Θέλει υψηλές θερμοκρασίες. Και ο μόνος τρόπος για να εξασκήσουμε μια νοοτροπία μαχητή είναι να πιέσουμε τον εαυτό μας να μπει σε διλήμματα, κρίσεις και δύσκολες επιλογές.

Έτσι και αλλιώς, είτε έχεις είτε δεν έχεις διάθεση να παλέψεις, η ζωή θα πετάξει μπροστά σου καταστάσεις που χρειάζονται σκληρή αντιμετώπιση. Που χρειάζονται πάλη.

Δίνοντας την μάχη όμως ανακατεύουμε να πράγματα και σπρώχνουμε λίγο παραπάνω τις συνθήκες βαθύτερης κατανόησης του εαυτού μας. Είναι εύκολο να γνωρίζεις τις δυνάμεις και τις αδυναμίες σου μόνο στην σκέψη.

Όταν όμως αποκαλύπτονται στο πεδίο της προσπάθειας και του πόνου, η σχέση που έχεις με τον εαυτό σου στρεσάρεται και κυρίως, αποκαλύπτεται. Είναι οι στιγμές που ερχόμαστε αντιμέτωποι με λάθη και αποτυχίες και κανένας μας δεν το θέλει αυτό.

Ωστόσο, όταν έχεις την νοοτροπία του νικητή, δεν σημαίνει πως παλεύεις άσκοπα ή γυαλίζει το μάτι κάθε λίγο και λιγάκι. Και το σημειώνω γιατί η συνεχής ανάπτυξη ή προσπάθεια στα peak μπορεί να σε κάψει.

Αυτό που θέλω να πω είναι πως όταν παλεύεις, σημαίνει πως προσπαθείς να δημιουργήσεις, να αλλάξεις κάτι προς το καλύτερο ή γίνεσαι σκληρός στις αντιξοότητες, τις αντέχεις και κάνεις την διαφορά.

Όμως όταν έχεις την νοοτροπία του νικητή κάνεις και κάτι ακόμα.

Όταν έρχεσαι σε τριβή με δύσκολες καταστάσεις, πιέζεις τον εαυτό σου να αποκαλύψει ή να υιοθετήσει νέες ικανότητες.

Και η κάθε νέα ικανότητα που αποκτάς αυξάνει τις πιθανότητες επιτυχίας στον στίβο της ζωής.

Η Νοοτροπια του Μαχητη: Με Καθε Μαχη Εξασκεις Ικανοτητες

Η επιτυχία δεν είναι μαγεία. Είναι παράγωγο της επιλογής ενός καλού συστήματος, να το εξασκήσεις μέχρι να λιώσεις και φυσικά μέχρι να σε βρει η τύχη.

Κάθε φορά λοιπόν που εμφανίζεται η οποιαδήποτε δυσκολία, προσπαθείς να την διαχειριστείς βάζοντας σε εφαρμογή κάποια ικανότητα.

Μπορεί να θέλεις απλά να μείνεις ψύχραιμος και να μην πάθεις σοκ και μόνο στην ιδέα του προβλήματος. Υπάρχει περίπτωση να θέλεις να βάλεις σε εφαρμογή την ικανότητα όπου πιέζεις τον εαυτό σου να βρει γρήγορα λύση.

Η ικανότητα ορίζεται ως μία τυποποιημένη απαίτηση, προκειμένου ένα άτομο να εκτελεί υπεύθυνα και αυτόνομα κάποια προκαθορισμένη εργασία/έργο ή λειτουργία.

Η ικανότητα βασίζεται σε ένα συνδυασμό γνώσεων, δεξιοτήτων και συμπεριφορών. Η αποτελεσματικότητα της συνδυασμένης εφαρμογής αυτών στην πράξη καθορίζει και το επίπεδο της ικανότητας.

Στο δικό μου μυαλό, μια ικανότητα είναι ο τρόπος που διαχειρίζεσαι τον εαυτό σου για να δημιουργήσεις κάτι καλύτερο. Γιατί αν διαχειριστείς καλύτερα τον εαυτό σου, θα μπορέσεις να διαχειριστείς καλύτερα και το εξωτερικό περιβάλλον.

Και δεν έχει σημασία πάντα το αποτέλεσμα. Όταν οι καιροί γίνονται σκληροί, τότε εσύ θα χρειαστεί να γίνεις σκληρότερος. Και σκληρότερος σημαίνει να βάλεις σε εφαρμογή νέες ή ήδη υπάρχουσες ικανότητες.

Και αυτό δεν είναι εύκολο. Και αυτό γιατί όπως όλα τα πράγματα, χρειάζεται τριβή και εξάσκηση. Και ξέρουμε και οι δύο τι σημαίνουν αυτά τα δύο: Αποτυχίες.

Η επιτυχία, όπως και όλες οι καταστάσεις στην ζωή, παίζουν με πιθανότητες. Η Θεά τύχη έχει και αυτή με την σειρά της την ικανότητα να παίζει με μαεστρία με τα νεύρα μας.

Ωστόσο, όταν εισάγεις ικανότητες σε οποιοδήποτε παιχνίδι, μετακινείσαι αυτόματα από χαμηλές πιθανότητες προς υψηλές.

Και αυτό ίσως το ξέρεις.

Όμως δεν είναι αυτό το δύσκολο κομμάτι. Το δύσκολο είναι να γνωρίζεις τις ρεαλιστικές σου πιθανότητες και τι πρόκειται να κάνεις αφού τις μάθεις.

Και σε αυτό το σημείο μπαίνει η νοοτροπία του μαχητή. Μια μάχη την δίνεις επειδή γνωρίζεις πως ότι και αν συμβεί δεν θα πέσεις αμαχητί. Ακόμα και όταν οι πιθανότητες δεν ευνοούν.

Με την κάθε μάχη δεν έρχεσαι αντιμέτωπος με την κατάσταση ή τον αντίπαλο αλλά με τμήματα του εαυτού σου που προσπαθούν να σε πείσουν πως δεν είσαι αρκετός.

Μια μάχη την δίνεις όχι τόσο για την νίκη αλλά για να κερδίσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.

Να κερδίσεις αυτό που ονομάζεται αυτοσεβασμός.

Γιατί επιμένουμε στο σφάλμα;

Γιατί επιμένουμε στο σφάλμα; Γιατί επιμένουμε να επιδιώκουμε απατηλούς σκοπούς, να τρέφουμε ανέφικτες ή καταστροφικές επιθυμίες; Γιατί παραμένουμε μέσα σε σχέσεις αλλοτριωτικών και εξουθενωτικών συναισθηματικών εξαρτήσεων; Γιατί αφήνουμε τον εαυτό μας έρμαιο ανάμεσα στις συμπληγάδες του μίσους, του φθόνου, της ζήλιας, των ενοχών, των τύψεων, της χαμηλής αυτοεκτίμησης;

Υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που διατρέχει όλες τις συναισθηματικές περιπλανήσεις μας: Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε κάτι, έστω κι αν αυτό είναι εσφαλμένο. Έχει επίσης ανάγκη να επιθυμεί κάτι, οτιδήποτε, έστω κι αν αυτή η επιθυμία είναι μια ψευδαίσθηση. Κατά τον ίδιο τρόπο ο άνθρωπος έχει ανάγκη να αγαπά κάτι, να συνδέεται με κάτι, έστω κι αν στην πραγματικότητα αυτό το κάτι τον καταστράφει περισσότερο παρα τον προάγει τον θλίβει παρά τον χαροποιεί. Να πώς θέτει ο Σπινόζα αυτή την αρχή:

«Το Πνεύμα, όσο μπορεί, προσπαθεί να φαντάζεται όσα αυξάνουν ή επικουρούν τη δύναμη ενέργειας του Σώματος».

Καθώς η σωματική κατάσταση αντανακλά την ψυχική μας κατάσταση και αντιστρόφως, προτιμάμε να σκεφτόμαστε ό,τι ενδυναμώνει το σώμα μας δίνοντάς του περισσότερη ενέργεια. Η παρουσία ορισμένων πραγμάτων μας δίνει χαρά, άρα αυξάνει την ενέργεια, την αυτοπεποίθηση, τις ικανότητες, με άλλα λόγια τη δύναμή μας. Έτσι ακόμη κι όταν λείπουν αυτά τα πράγματα, εμείς δεν μπορούμε να μη φανταζόμαστε μια κάποια αιτία χαράς, πραγματική ή φανταστική.

Όλοι το έχουμε ζήσει. Μια ευτυχής ερωτική γνωριμία, μια αρμονική οικογενειακή ζωή, μια φιλία που φαινόταν στέρεη μας είχαν δώσει την εντύπωση ότι επικεντρωνόμασταν στον εαυτό μας, είχαν ενισχύσει τη διάθεσή μας για ζωή, την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στους άλλους, μας είχαν κάνει πιο δραστήριους και αποτελεσματικούς. Στη σχέση με τον σύντροφό μας για παράδειγμα είχαμε νιώσει να γινόμαστε διαφορετικοί: πιο δυνατοί, πιο συγκεντρωμένοι, ικανοί να αντλούμε από πηγές που μέχρι τότε ήταν ανεξερεύνητες για εμάς. Όταν η σχέση μας άρχισε να φθείρεται και ο σύντροφός μας να μας δίνει περισσότερη λύπη και λιγότερη χαρά, εμείς συνεχίσαμε παρ’ όλα αυτά να τον φανταζόμαστε σαν μια αιτία χαράς που αύξανε τη δύναμή μας. Ακόμη και όταν επέρχεται η ρήξη και βρισκόμαστε μόνοι, εξακολουθούμε να φανταζόμαστε μια παρόμοια αιτία χαράς, είτε νοσταλγώντας το πρόσωπο που χάσαμε είτε προβάλλοντας τα ίδια συναισθήματα και επιθυμίες σε πρόσωπα που συναντάμε τυχαία. Ανεξάρτητα από το αν το αντικείμενο είναι λάθος ή φανταστικό, εμείς εξακολουθούμε να έχουμε ανάγκη να προβάλλουμε τα συναισθήματά μας επάνω σε κάτι.

Δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, κι αυτό επειδή πρόκειται για τη ζωτική μας δύναμη, για την ισορροπία των εσωτερικών μας δυνάμεων. Για να σταθούμε απέναντι στα εμπόδια και τους κινδύνους της ζωής, για να έχουμε το κουράγιο να τα ξεπερνάμε, φανταζόμαστε κάτι το οποίο πιστεύουμε ότι μπορεί να μας ενδυναμώσει. Και, αντιστρόφως, προσπαθούμε να αρνιόμαστε την ύπαρξη όποιου πράγματος νομίζουμε ότι μας απειλεί· να γιατί ορισμένοι έχουν ανάγκη να μισούν πάση θυσία, να αντιτίθενται σε κινδύνους ανύπαρκτους, να δίνουν φανταστικές μάχες….

BALTHASAR THOMASS, «Ο Σπινόζα και η τέχνη της ευτυχίας»

Εκατοντάδες κρατήρες από τους οποίους διαρρέει μεθάνιο ανακαλύφθηκαν στον Αρκτικό βυθό

Ανησυχία προκαλεί η ανακάλυψη, καθώς το μεθάνιο μπορεί να προκαλέσει περιβαλλοντικές καταστροφές

Σε τεράστιες ποσότητες διαρρέει μεθάνιο σε αέρια μορφή από εκατοντάδες κρατήρες που βρίσκονται στο βυθό της θάλασσας της Αρκτικής και οι οποίοι δημιουργήθηκαν πριν από περίπου 12.000 χρόνια, όπως ανακοίνωσαν Νορβηγοί επιστήμονες.

Το μεθάνιο αποτελεί «αέριο του θερμοκηπίου» πιο ισχυρό και από το διοξείδιο του άνθρακα, γεγονός που το καθιστά μεγάλη πηγή ανησυχίας για την κλιματική αλλαγή στο μέλλον.

Οι πρώτοι τέτοιοι κρατήρες είχαν παρατηρηθεί στη δεκαετία του 1990. Τώρα όμως, χάρη στις νέες τεχνολογίες, έγινε αντιληπτό ότι αυτοί οι κρατήρες καλύπτουν μια πολύ μεγαλύτερη έκταση του βυθού από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια θαλάσσιας γεωλογίας Κάριν Αντρέασεν του Αρκτικού Πανεπιστημίου της Νορβηγίας και του Κέντρου GAGE (Center for Arctic Gas Hydrate, Climate & Environment), που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Science", χαρτογράφησαν στη βόρεια Θάλασσα Μπάρεντς πάνω από μεγάλους 100 κρατήρες διαμέτρου 300 μέτρων έως ενός χιλιομέτρου ο καθένας, ενώ ανέφεραν ότι υπάρχουν εκατοντάδες ακόμη μικρότεροι, που είναι κάτω των 300 μέτρων.

Συγκριτικά, οι παρεμφερείς επίγειοι κρατήρες που έχουν βρεθεί στις σιβηρικές χερσονήσους Γιαμάλ και Γκιντάν, κυμαίνονται μεταξύ μόνο 50 και 90 μέτρων, έχοντας δημιουργηθεί από ανάλογες γεωλογικές διαδικασίες.

Όπως είπε η Αντρέασεν, «η περιοχή των κρατήρων ήταν καλυμμένη από ένα παχύ στρώμα πάγου στη διάρκεια της τελευταίας εποχής των πάγων, όπως είναι σήμερα ακόμη η Δυτική Ανταρκτική. Καθώς όμως το κλίμα ζεστάθηκε και οι πάγοι κατέρρευσαν, πελώριες ποσότητες μεθανίου απελευθερώθηκαν ξαφνικά. Αυτό δημιούργησε τεράστιους κρατήρες από όπου συνεχίζει να διαρρέει το μεθάνιο».

Σήμερα, σύμφωνα με τους επιστήμονες, έχουν εντοπισθεί συνολικά πάνω από 600 υποθαλάσσια σημεία διαρροής μεθανίου μέσα και γύρω από αυτούς τους αρκτικούς κρατήρες, απελευθερώνοντας συνεχώς το ισχυρό «αέριο του θερμοκηπίου» μέσα στο παγωμένο νερό.

O βυθός του Αρκτικού ωκεανού φιλοξενεί τεράστιες ποσότητες μεθανίου παγιδευμένου σε υδρίτες, οι οποίοι μοιάζουν με πάγο και αποτελούνται από ένα στερεό μίγμα μεθανίου και νερού. Αυτοί οι υποθαλάσσιοι υδρίτες είναι σταθεροί σε συνθήκες υψηλών πιέσεων και χαμηλών θερμοκρασιών, όμως ο μεγάλος κίνδυνος είναι κάποια στιγμή να λιώσουν και να απελευθερώσουν μαζικά το μεθάνιό τους.

Δείτε πώς θα είναι τα δωμάτια των ξενοδοχείων στο μέλλον

Ο επισκέπτης θα μπορεί να ρυθμίσει τα πάντα μέσα στο δωμάτιο μέσω συστήματος αφής (touch)… 

Δύο καινοτόμα κόνσεπτ που κέρδισαν σε διαγωνισμό του Ecole hôteliere de Lausanne, παρουσιάζουν, μέσα από ένα εντυπωσιακό βίντεο, το δωμάτιο του ξενοδοχείου του μέλλοντος.

Εάν τα 2 κόνσεπτ επικρατήσουν, το δωμάτιο του μέλλοντος που συμβαδίζει με αυτά, θα είναι μια πραγματικότητα μέχρι το 2033, όταν θα κάνουμε τσεκ ιν στο δωμάτιο και στη συνέχεια θα μπορούμε να επιλέξουμε μέσω της Εικονικής Πραγματικότητας τον προορισμό.

Παρότι τα σημερινά ξενοδοχειακά δωμάτια μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, στο μέλλον θα αποτελέσουν πηγή στρατηγικών ικανοτήτων, εξοπλισμένα με υψηλή τεχνολογία και καθορίζοντας τον τρόπο που ο επισκέπτης απολαμβάνει τη διαμονή του.

Σύμφωνα με τον καθηγητή της Σχολής, Achim Schmitt, οι ξενοδόχοι υπό το βάρος του κόστους και της ανάγκης για διαφοροποίηση εξερευνούν πώς η τεχνολογία μπορεί να τους βοηθήσει να προσφέρουν ένα πιο προσωποποιημένο και εξατομικευμένο, βασισμένη στην εμπειρία, περιβάλλον. Όπως επισημαίνει η επίκουρη καθηγήτρια της σχολής, Cindy Heo, η τεχνολογία αποτελεί βασικό στοιχείο στην προσέλκυση επισκεπτών και στην ενίσχυση του σταθερού πελατολογίου.

Συγκεκριμένες διευκολύνσεις στο δωμάτιο, ιδιαίτερα εκείνες που ξεχωρίζουν, επηρεάζουν την επιλογή διαμονής των επισκεπτών, εκτιμά. Μερικά παραδείγματα είναι οι διαδραστικοί τοίχοι, το internet of things και η εικονική πραγματικότητα.

Ωστόσο, οι ξενοδόχοι πρέπει να υπολογίσουν την αποδοτικότητα των επενδύσεών τους σε νέες τεχνολογίες, τονίζει, και κατά πόσο αυτές αναβαθμίζουν την εμπειρία πελάτη και τη λειτουργική επάρκεια.

Η εικονική πραγματικότητα, υποστηρίζει η κ. Heo, μπορεί να μην έχει μεγάλες προοπτικές στα δωμάτια – γιατί οι τουρίστες ήδη βρίσκονται σε ένα νέο μέρος της επιλογής τους- αλλά να ενδείκνυται στα σπα με περιορισμένη θέα ή στη δημιουργία χαλαρωτικής ατμόσφαιρας.

Η τεχνολογία πρέπει να συμβαδίζει με τη γενική στρατηγική θέση του ξενοδοχείου στην αγορά προκειμένου τα δωμάτια να προσφέρουν φιλικές και πελατοκεντρικές λύσεις, τονίζει ο κ. Schmitt, ενισχύοντας με τη σειρά τους τις συνολικές επιδόσεις του ξενοδοχείου στην αγορά.

Με την άνθιση των εναλλακτικών μορφών διαμονής, τα παραδοσιακά δωμάτια ξενοδοχείων θα συνεχίσουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αγορά όμως το μερίδιό τους θα περιορισθεί, επισημαίνει ο επίκουρος καθηγητής της σχολής, Prashant Das. Ο ίδιος διακρίνει στα δωμάτια του μέλλοντος το στοιχείο του φανταστικού, καθώς και το ρόλο τους ως μια φορητή συσκευή παρά σαν ένα στατικό ακίνητο, η οποία θα προσφέρει σε πολυάσχολους επισκέπτες και άτομα με αναπηρία αισθητήριες εμπειρίες συγκρίσιμες με οποιαδήποτε απομακρυσμένη περιοχή.

«Εάν ένας χειρουργός μπορεί να κάνει εγχείρηση απομακρυσμένα, γιατί να μη μπορούν και οι επαγγελματίες να πραγματοποιούν συμφωνίες απομακρυσμένα» με τη βοήθεια της τεχνολογίας (εικονική μυρωδιά, γεύση και αφή), αναρωτιέται.

Δείτε εικόνες από το μέλλον σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο βίντεο... 


Η σκοτεινή ύλη «ρυθμιστής» της ανάπτυξης μελανών οπών στους γαλαξίες

Νέα στοιχεία για τη σχέση ανάμεσα στο μέγεθος ενός ελλειπτικού γαλαξία και της μάζας της μαύρης τρύπας που αυτός «φιλοξενεί» στο κέντρο του, αποκαλύπτει έρευνα επιστημόνων το Κέντρο Αστροφυσικής Harvard-Smithsonian (CfA).
 
Πιο πρόσφατες έρευνες έδειξαν μια άμεση συνάφεια ανάμεσα στη μάζα της μαύρης τρύπας και τον δακτύλιο σκοτεινής ύλης περιμετρικά του γαλαξία. Έτσι, δεν ήταν ξεκάθαρο ποια σχέση ήταν η κυρίαρχη.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, αν στους μεγαλύτερους γαλαξίες αναλογούν και οι μεγαλύτερες μαύρες τρύπες, αυτό οφείλεται στον τρόπο που η σκοτεινή ύλη που περιλαμβάνουν οι συγκεκριμένες κοσμικές δομές επηρεάζει την ανάπτυξή τους.
 
«Φαίνεται πως υπάρχει μια ισχυρή συνάφεια ανάμεσα στην ποσότητα σκοτεινής ύλης ενός γαλαξία και του μεγέθους της μαύρης τρύπας στο κέντρο του, παρόλο που οι τιμές των δύο μεγεθών κινούνται σε εντελώς διαφορετικές κλίμακες», αναφέρει ο Άκος Μπογκτάν από το CfA και επικεφαλής της έρευνας.
 
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε με σκοπό να λυθεί ένας «γρίφος» που είχε προκύψει από την παρατήρηση των ελλειπτικών γαλαξιών. Μετρήσεις στο παρελθόν είχαν δείξει μία σχέση ανάμεσα στη μάζα της κεντρικής μαύρης τρύπας και στη συνολική μάζα των αστεριών ενός ελλειπτικού γαλαξία.
 
Πιο πρόσφατες όμως έρευνες έδειξαν μια άμεση συνάφεια ανάμεσα στη μάζα της μαύρης τρύπας και τον δακτύλιο σκοτεινής ύλης περιμετρικά του γαλαξία. Έτσι, δεν ήταν ξεκάθαρο ποια σχέση ήταν η κυρίαρχη.
 
Αν και οι επιστήμονες συνάγουν την ύπαρξη της σκοτεινής ύλης από τη βαρυτική της δράση, έχουν συμπεράνει πως κάθε γαλαξίας περιβάλλεται από έναν δακτύλιο σκοτεινής ύλης, ο οποίος έχει μάζα ίση έως και 1 τρισεκατομμυρίου αστέρων και επεκτείνεται σε αποστάσεις εκατοντάδων χιλιάδων ετών φωτός.
 
Για να διερευνήσουν τη σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δακτυλίουςδακτύλιους και τις μαύρες τρύπες, ο Μπογκτάν και οι συνάδελφοί του μελέτησαν περισσότερους από 3.000 γαλαξίες.
 
Στην ανάλυσή τους, χρησιμοποίησαν τις κινήσεις άστρων για τον υπολογισμό της μάζας των μαύρων τρυπών, και δεδομένα σχετικά με το θερμό αέριο που περιβάλλει έναν γαλαξία, για την εκτίμηση της μάζας των δακτυλίου του από σκοτεινή ύλη.
 
Έτσι, βρήκαν μία άμεση συσχέτιση ανάμεσα στα δύο μεγέθη, η οποία είναι βασικότερη από την αναλογία της μαύρης τρύπας με την αστρική μάζα του γαλαξία.
 
Όπως υποστηρίζουν, η συσχέτιση αυτή πιθανότατα οφείλεται στον τρόπο εξέλιξης των ελλειπτικών γαλαξιών, οι οποίοι σχηματίζονται από τη συγχώνευση μικρότερων γαλαξιών, με συνέπεια να προστίθενται και οι ποσότητες από σκοτεινή ύλη που περιλαμβάνει καθένας τους.
 
Η σκοτεινή ύλη όμως υπερτερεί από τη συμβατική ύλη που προκύπτει – με δεδομένο, άλλωστε, πως αποτελεί περίπου το 27% του σύμπαντος, συγκριτικά με το μόλις 4,9% της συμβατικής ύλης. Έτσι, παραμένει το κυρίαρχο συστατικό στον γαλαξία που προκύπτει, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν ένα «κοσμικό καλούπι», που ρυθμίζει την εξέλιξή του.
 
«Στην πραγματικότητα, δημιουργεί ένα βαρυτικό “προσχέδιο”, το οποίο θα ακολουθήσουν οι αστέρες και η μαύρη τρύπα που θα σχηματισθούν στην πορεία», εξηγεί ο Μπογκτάν.
 
Η έρευνα του Κέντρο Αστροφυσικής Harvard-Smithsonian πρόκειται να δημοσιευθεί σε επόμενη έκδοση του περιοδικού Astrophysical Journal.

Εντοπίστηκε νέφος πάνω από τον Άρη-Ανεξήγητο μέχρι στιγμής το φαινόμενο

Αρχικά είχε εντοπιστεί το 2012, διήρκεσε δέκα μέρες, χάθηκε και ξαναεμφανίστηκε μετά από ένα μήνα, πάλι επί ένα δεκαήμερο, προτού τελικά εξαφανιστεί. Οι αστρονόμοι ξύνουν το κεφάλι τους, αδυνατώντας να δώσουν εξήγηση για ένα εκτεταμένο μυστηριώδες «νέφος» που εμφανίστηκε πρόσκαιρα πάνω από την επιφάνεια του Άρη.
 
Το τεράστιο νέφος, αρχικά εντοπίστηκε από ερασιτέχνες αστρονόμους το 2012 πάνω από το νότιο ημισφαίριο του γειτονικού πλανήτη. Διήρκεσε περίπου δέκα μέρες, χάθηκε και ξαναεμφανίστηκε στην ίδια περιοχή μετά από ένα μήνα, πάλι επί ένα δεκαήμερο, προτού τελικά εξαφανιστεί. Από τότε, δεν έχει κάνει ξανά την εμφάνισή του.
 
Οι επιστήμονες, με επικεφαλής τον ισπανό αστρονόμο Αγκουστίν Σάντσεζ Λαβέγα που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature», ανέλυσαν τις σχετικές εικόνες και εκτίμησαν ότι το νέφος ξεπέρασε σε έκταση τα 1.000 χιλιόμετρα, μεγαλύτερο από κάθε άλλο που έχει ποτέ παρατηρηθεί στον «κόκκινο πλανήτη».
 
Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι πρόκειται για ένα νέφος διοξειδίου του άνθρακα και υδρατμών. Όμως, το νέφος παρατηρήθηκε σε μεγάλο υψόμετρο 200 έως 250 χιλιομέτρων, διπλάσιο από ό,τι τα κοινά σύννεφα του Άρη που φθάνουν έως τα 100 χιλιόμετρα. Ούτε στη Γη υπάρχουν νέφη που φθάνουν τόσο ψηλά, γι’ αυτό ορισμένοι πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για νέφος.
 
Οι επιστήμονες δεν αποκλείουν το αινιγματικό «νέφος» να είναι τελικά ένα υπερβολικά φωτεινό σέλας (έως 1.000 φορές πιο έντονο από το γήινο σέλας), αν και αγνοούν πώς μπορεί να σχηματίστηκε στην αρειανή ανώτερη ατμόσφαιρα.
 
«Προκύπτουν περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις», δήλωσε ο ερευνητής Γκαρθία Μουνιόθ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA).  Μερικοί έριξαν στο τραπέζι την ιδέα της βιολογικής προέλευσης (μήπως και των εξωγήινων;), αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί το παραμικρό ίχνος ζωής στον Άρη. Για να λυθεί το μυστήριο, θα πρέπει να επανεμφανιστεί το φαινόμενο και να μελετηθεί προσεκτικά.

H. Arendt: Ποια πολιτική υπόσχεται ο Σωκράτης;

Hannah Arendt: 1906-1975

Η Σωκρατική πολιτική πράξη: Ανακάλυψη του άλλου και όχι αντιπαράθεση

§1: Η Χάνα Άρεντ φιλοσοφεί, γιατί θέλει να σκέπτεται πολιτικά. Και σκέπτεται πολιτικά, επειδή φιλοσοφεί Τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όταν πάντοτε πλανιέται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, κάπως σαν μια επιμνημόσυνη δέηση, το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην πολιτική και τη φιλοσοφία; Πολύ στοχαστικά η Χ. Άρεντ μας προειδοποιεί σχετικά: η ουσία της πολιτικής αναζητείται στον λόγο και την πράξη των ανθρώπων ως τέτοιων και διόλου δεν ταυτίζεται με την ιδιοτελή πολυπραγμοσύνη του κάθε ανεπάγγελτου, αλλά βαθύπλουτου φτωχοπρόδρομου της επαγγελματικής πολιτικής. Φιλοσοφία και πολιτική, ως εκ τούτου, μπορούν να συναντηθούν, να συνομιλήσουν, μόνο μέσα στον κόσμο του ως άνω λόγου και πράξης. Να γιατί η πληθύς των ανθρώπων, κατά την ερμηνεία της φιλοσόφου, δεν είναι απλώς μια αγέλη χωρίς γνώμη και λόγο, αλλά μια πολλότητα με κατ’ εξοχήν πολιτικό μεδούλι. Ετούτο ακριβώς το μεδούλι εκδηλώνεται, μέσα στην πολλότητα, ως ετερότητα, απηχούσα την ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπινου όντος. Υπ’ αυτό το πνεύμα δεν υπάρχει απόλυτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο των πολιτικών ανθρώπων, όπως συμβαίνει με τους τωρινούς γελωτοποιούς της τρέχουσας πολιτικής, αλλά μια απόλυτη ενιαιότητα από γνώμες και ποικίλες νοο-τροπίες, εκφρασμένη εκάστοτε με τα χρώματα της πολλαπλότητας των πολιτικών δραστηριοτήτων, που επαγγέλλονται ο λόγος και η πράξη των καθέκαστων ατόμων.

§2: Το καθέκαστο άτομο, που σκέπτεται, δηλαδή που φιλοσοφεί, φέρει μέσα του αυτή την πολλότητα των ανθρώπων και την πολλαπλότητα των γνωμών, τη βιώνει εντός του ενεργά και ζωτικάˑ στο βαθμό δε που τη βιώνει έτσι, που διαλέγεται με τον εαυτό του, ενδιαφέρεται, αισθάνεται ως αδήριτη ανάγκη, να διαλέγεται ζωντανά και με τους άλλους ανθρώπους. Ένα τέτοιο άτομο ήταν ο Σωκράτης και ως τέτοιο ακριβώς τον μεταστοχάζεται η Άρεντ. Ο μοιραίος προ-ορισμός του ως φιλοσοφικού προσώπου της πολιτικής έμελλε να ολοκληρωθεί ιστορικά με τη δίκη και την καταδίκη του. Ένα γεγονός που εισήγαγε στην ιστορία της δυτικής πολιτικής σκέψης, με τρόπο ηχηρό και άκρως ομιλητικό, το χάσμα ανάμεσα στη φιλοσοφία και την πολιτική. Τι συνέβη και ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο; Δεν κατόρθωσε, μας λέει η φιλόσοφος, να πείσει το δικαστήριο για τις αγνές πολιτικές του προθέσεις και για τις αρετές του. Η λογική της πειθούς ήταν μια κατ’ εξοχήν πολιτική έκφραση του λόγου στην αρχαία Αθήνα: μια οργάνωση και δομική αποτύπωση του λόγου, που αποκλείει τον καταναγκασμό, τη βία, τη βαρβαρότητα και απλώνεται στην αλήθεια του άλλου. Το πειστικό στοιχείο του λόγου του Σωκράτη, στο δικαστήριο, ήταν ότι είχε θέσει όλο το λεκτικό και πρακτικό του Είναι, την πολύπλευρη δραστηριότητά του, στην υπηρεσία της πόλης. Γιατί δεν έπεισε; Επειδή αποτεινόταν σε αφιλοσόφητους πολίτες, των οποίων η γνώμη, η δόξα με την αρχαία ορολογία, ήταν ασθενής συγκριτικά με τη Σωκρατική Γνώμη.

§3: Ο Σωκράτης γνώριζε τον αφιλοσόφητο χαρακτήρα των ατόμων που είχε απέναντί του. Και όμως δεν αντιπαρατέθηκε υβριστικά μαζί τους, παρά έπραξε ό,τι έπραττε καθ’ όλο τον προηγούμενο βίο του. Δήλωσε πως δεν είναι σοφός, αμφισβητώντας έτσι τη σοφία ως προνόμιο των θνητών και αναλογικά κάθε ανεύθυνη γνώμη, που θεωρεί εαυτήν σοφή. Έτσι δοκίμασε να συνομιλήσει με τους δικαστές, αποδομώντας τις προκαταλήψεις τους περί δικής του σοφίας, υπερβαίνουσας τα όρια της αποδεκτής δημόσιας γνώμης. Στην πράξη, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποδεικνύεται σοφότερος από τους άλλους θνητούς, γιατί αμφισβητεί ακριβώς εκείνο που οι πολλοί του προσήπταν: ότι είναι σοφός. Αμφισβητεί δηλαδή τη δόξα [=γνώμη και φήμη] του Εαυτού εν γένει, ο οποίος, δι’ αυτής της αμφισβήτησης, έθετε στην πολλότητα των ανθρώπων και εντός αυτής νέες φιλοσοφικές αξιώσεις για την πολιτική, για την πόλη. Η καταδίκη του μαρτυρεί, σύμφωνα με την Άρεντ, ότι η πολλότητα των Αθηναίων δεν μπόρεσε να καταλάβει την πολλαπλότητα των νοημάτων του: από τη μια πλευρά, ο διαλεκτικός-μαιευτικός του τρόπος προσέγγισης των θεμάτων έπεσε, ως κάτι ξένο, ως κάτι το άπατρι/το άπολι, στο κεφάλι τουςˑ από την άλλη, η αλήθεια της Γνώμης του, καθώς εκφράστηκε στα ορισμένα όρια της πειθούς, θεωρήθηκε ως μια αναλήθεια, ίδια και όμοια σαν τις αναλήθειες των δικαστών. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο ο Σωκράτης αναγνώριζε μια ιδιάζουσα στην ουσία του κάθε ανθρώπου Γνώμη, μια Δόξα, ήτοι εικόνα ή άποψη για τον κόσμο, πάνω στην οποία οικοδομούσε την αμοιβαία προσέλκυση προς το διαλέγεσθαι.

§4: Όλη η επιδεξιότητα της μαιευτικής του τέχνης στόχευε σε μια Φαινομενολογία εκείνης της αλήθειας, που ο κάθε άνθρωπος έχει δυνητικά μέσα του. Απ’ αυτή την άποψη, η φιλοσοφική δραστηριότητα του Σωκράτη εξελισσόταν σε πολιτική δραστηριότητα: όχι μόρφωση, όχι διδασκαλία ενός μείζονος σοφιστικού λόγου, ικανού να παραγάγει πειστικούς πολιτικούς, αλλά καθίδρυση σε σωστή βάση, δηλαδή σύμφωνα με το ήθος του διαλέγεσθαι, της γνώμης του κάθε πολίτη. Αυτό συνιστούσε μέγιστη πολιτική πράξη, η οποία από άλλους αξιολογούνταν σωστά και από άλλους όχι. Ανεξάρτητα όμως από την κατανόηση που συναντούσε στο καθημερινό περιβάλλον της δημόσιας ζωής της Αθήνας, ο ίδιος επεδίωκε, μέσω των ερωτήσεων και μέσα από την προσιτή στον καθένα συνομιλία, να δημιουργήσει μια εσωτερική επικοινωνία, μια γνήσια φιλία πρωτίστως με τον εαυτό του και συνακόλουθα με τους πολίτες. Η αρχέγονη, σχεδόν ισόθεη φιλοσοφική αρχή, που μας διδάσκει η σωκρατική παράδοση και προσδιορίζει την αληθινή φιλοσοφία είναι τούτη: ο άνθρωπος πρέπει να ανακαλύπτει, πρώτα-πρώτα, μέσα του την πιο βαθιά φιλία με τον εαυτό του, να επιτυγχάνει πρωτίστως εντός του την πιο ανιδιοτελή συμφωνία με τον εαυτό του, ώστε να μπορεί να είναι δημιουργικός, παραγωγικός και για την πόλη. Μας υπενθυμίζει σχετικά ο Πλάτων στον Γοργία (482 b-c) δια στόματος του Σωκράτη:

 «Και όμως, πολύ καλέ μου φίλε, νομίζω πως είναι προτιμότερο και η λύρα μου να μην ηχεί αρμονικά και να κάνει παραφωνίες … και ένα πλήθος ανθρώπων να μη συμφωνεί μαζί μου και να υποστηρίζει τα ακριβώς αντίθετα παρά εγώ, αν και είμαι ένας, να μη βρίσκομαι σε συμφωνία με τον εαυτό μου και να λέως αντίθετα προς τις προηγούμενες θέσεις μου».

Ο αληθινός φιλό-σοφος είναι ακριβώς ο ανοικτός στην κατανόηση αυτού που ακόμα δεν είναι. Αρχή συνεπώς μιας τέτοιας φιλίας είναι η κάθε πλευρά να διεισδύει στην κατανόηση της άλλης, μέσω της αυτοκατανόησης και αυτό-μόρφωσης. Αυτό είναι εξάλλου και η φιλο-σοφία, ακόμα δε πιο ειδικά και η πολιτική φιλο-σοφία: η φιλία με τη σοφία, η οποία δυνάμει ενυπάρχει στη Γνώμη, αλλά πρακτικά εκτυλίσσεται ως διά-λογος, στη βάση της Γνώμης, των μικρών και των μεγάλων υποθέσεων του ανθρώπου και της πόλεως.

Fr. Nietzsche: είμαι αυτός και όχι άλλος

Friedrich Nieztsche: 1844–1900

Νίτσε: «είμαι το ακριβώς αντίθετο του παρακμιακού»

Ποιος είναι ο Νίτσε; Είναι η ηρωική εκείνη βούληση, που επιχείρησε να υπερβεί μια ανεπανόρθωτα κλονισμένη υγεία και να ανακαλύψει εκ νέου τη ζωή. Όπως ομο-λογεί ο ίδιος ο φιλόσοφος, η αναγκαία συναναστροφή του με την αρρώστια του αποτέλεσε ένα ισχυρό κίνητρο για ζωή, για περισσότερο ζωή (KSA 6, σ. 267). Εάν αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι, είναι ακριβώς τούτο: Η βούληση για υγεία και ζωή φώτιζε τη σκέψη του και τον ώθησε να δημιουργήσει τη φιλοσοφία του (ό.π.), μακριά από κάθε ψυχολογική πρόσληψη της προσωπικής του εμπειρίας. Η ζωή έτσι και η μέγιστη δυνατή ζωτικότητά της καθίστανται το κεντρικό μοτίβο της σκέψης του και το συνεκτικό στοιχείο των πιο διαφορετικών πτυχών της. Αλλά ποια ζωή; Ακριβώς εκείνη των ανθρώπινων πραγμάτων και όχι η αφηρημένη της έννοια, με την οποία συναγελάζεται ο ορθός Λόγος (Vernunft) της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού και εντεύθεν, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Καντ και του Χέγκελ. Ο Νίτσε δεν τρέφει καμιά εμπιστοσύνη σ’ αυτό τον ορθό Λόγο της Διαφωτιστικής παράδοσης και στην αυτονομία της εξουσιαστικής του ισχύος, καθώς πρόκειται για μια αυτονομία που αυτοπροβάλλεται και επιβάλλεται ως δήθεν αμερόληπτη, αλλά στην πράξη λειτουργεί ως αξεπέραστη δεισιδαιμονία, ως εν έργω προκατάληψη, που αιχμαλωτίζει και τελικά καταπνίγει το πηγαίο ένστικτο του ανθρώπου. Εάν για τον Καντ ο ορθός Λόγος τελικά αντιμετωπίστηκε ως όργανο της γνώσης, για τον Νίτσε αποτέλεσε θεμελιακό φιλοσοφικό ερώτημα: «τι είναι αυτός τούτος ο Λόγος;» και έναυσμα για να εκδιπλώσει μέσα στο χρόνο τη γιγάντια κριτική του σκέψη. Δυνάμει αυτής της σκέψης, ο ίδιος γίνεται ο εαυτός του και όχι άλλος.

Υπό την προοπτική ανάκτησης του Εαυτού σφυροκοπεί ως μέσα βαθιά στις ρίζες της τη νεωτερική φιλοσοφία κατ’ εξοχήν και δη εκείνες τις κατευθύνσεις της που κινούνται στη γραμμή των «καθαρών» εννοιών. Η ζωή, μας λέει ο φιλόσοφος, δεν βρίσκεται σ’ αυτά τα σχήματα, στις απελπιστικά πνιγηρές σχηματοποιήσεις της γνώσης, αλλά στο ίδιο το πάθος της τελευταίαςˑ ένα πάθος που συμπορεύεται με το πάθος της ζωής. Ένα και το αυτό πάθος: η ανθρώπινη πραγματικότητα να μη συνθλιβεί από την πολυκέφαλη και εν ταυτώ πολυπρόσωπη ηθική, ήτοι ηθικολογία, που για την ύπουλη διάδοσή/επικράτησή της φροντίζει εκάστοτε η επίσημη κρατική μηχανή με τα παντοειδή παρακλάδια της και κυρίως με την ακαδημαϊκή «φιλοσοφία» υπό τις οποιεσδήποτε μορφές της. Όλο το φιλοσοφικό εγχείρημα του Νίτσε συνοψίζεται στη λέξη – έννοια: αγώνας/πόλεμος (Kampf) με την Ηρακλείτια σημασία της. Αγώνας ενάντια στις πλάνες, τις απάτες και αυταπάτες της Εργαλειακής Γνώσης. Ως εκ τούτου, πόλεμος κατά του αντίστοιχου συστήματος αξιών, που κυκλώνει τον άνθρωπο και τον ακινητοποιεί κάτω από τη σιδερένια σκιά του εξαπατημένου εαυτού του, αλλά και της θεσμισμένης πολιτικής και όχι λιγότερο πολιτιστικής βίας, την οποία εν τέλει το ίδιος νομιμοποιεί, αναπαράγει και αγάλλεται γι’ αυτό. Να γιατί το πρόταγμα του Υπερανθρώπου διόλου δεν σημαίνει περιφρόνηση του ανθρώπινου όντος και κατ’ επέκταση εκμηδενισμός του, ξερίζωμά του. Απεναντίας μας ειδοποιεί για την αναγκαιότητα να ξεπεραστεί το δουλικό πρότυπο του ανθρώπου, τα εμπράγματο είδωλό του για χάρη της αυτόχθονης ελευθερίας του.

Πλάτωνος Φαίδρος: Λόγος-Έρως-Κάλλος

Φαίδρος: «Μια ευτυχισμένη καλοκαιρινή μέρα»

Τι είναι ο Φαίδρος του Πλάτωνα; Είναι ένα από εκείνα τα κείμενα της αρχαίας γραμματείας, που ως σήμερα ακόμη διατηρεί αμείωτη τη γοητεία του και ασυναγώνιστη τη σοφία του. Ανήκει στους Διαλόγους της ωριμότητας του Πλάτωνα και θεωρείται, μοναδικής σύλληψης, φιλοσοφικό ψηφιδωτό λόγων. Γράφτηκε είτε γύρω στο 370 π.Χ., τη μέση περίοδο, ή γύρω στο 360 π.Χ., την ύστερη περίοδο της πλατωνικής σκέψης. Σε συνδυασμό με τον χρόνο και τον τόπο γένεσής του μας θέτει ενώπιον μιας βαθιάς φιλοσοφικής και γενικότερα πολιτισμικής, ήτοι πνευματικής, προβληματικής με διαχρονική ισχύ. Ο φιλόσοφος λαμβάνει αφορμή από τις δεσπόζουσες συζητήσεις της εποχής του και σκηνοθετεί τη δική του, βαθιά φιλοσοφική πια, συζήτηση στο συγκεκριμένο Διάλογο: η συνεκτική γραμμή ολόκληρου του φιλοσοφικού διαλέγεσθαι του Φαίδρου διέπεται από καθοριστικά – εσωτερικά ερωτήματα για τον Έρωτα και τη σημασία του για τον άνθρωπο, για τη διαφορά ανάμεσα στον γραπτό και τον προφορικό λόγο, για τη σχέση ανάμεσα στο φυσικό ταλέντο και την αγωγή, για την αξία του φιλοσοφικού λόγου έναντι του ρητορικού, για το κριτήριο του καλλιτεχνικού έργουˑ εν τέλει για αυτό τούτο το φιλοσοφείν ως τέτοιο: ως Λόγο, Έρω και Κάλλος. Παράλληλα, ο Πλάτων δεν λησμονεί, ακόμη μια φορά, να φιλοτεχνήσει την ιδιάζουσα στο βίο και τη σκέψη του ιστορικού Σωκράτη ζωντανή εικόνα του δασκάλου του: τον παρουσιάζει ως το διαλεκτικό πρόσωπο, που συγκατανοητικά επιχειρεί να στρέψει την ψυχή του νεαρού Φαίδρου προς τον λόγο της φιλοσοφίας και να αναδείξει τη διαμειβόμενη συνομιλία σε ένα χωρίς πέρας αριστούργημα διαλογικής συνεννόησης. Τον Σωκράτη δεν τον συναντάμε τώρα στα γυμναστήρια της πόλης, όπως τον ξέρουμε συνήθως, αλλά κατ’ εξαίρεση «εκτός των τειχών» της.

Η γνωστή σωκρατική μορφή συζήτησης βρίσκει και πάλι τη θεωρητική της δικαιολόγηση, ήτοι δικαίωση, πλήρως. Και τούτο γιατί, μεταξύ άλλων, η ίδια η συμμετοχή στη συνομιλία δεν αποτελεί μέσο, τεχνικής ή άλλης υφής, για την επιτέλεση κάποιου αλλότριου σκοπού, αλλά μέθεξη σε ένα χαριέστατο φιλοσοφείν, που ως εκ της θείας του φύσης είναι αυτοσκοπός και συνιστά την πιο αδιάψευστη ευτυχία του ανθρώπου επί της γης. Μορφή και περιεχόμενο αυτού του φιλοσοφείν συνθέτουν ένα καλλιτέχνημα με ρέουσα ποιητικά σκέψη και με μια αρμονική αναλογία, εφάμιλλη εκείνης της μουσικής συμφωνίας. Στον Διάλογο απεικονίζεται ο Σωκράτης να συνομιλεί με τον νεαρό Φαίδρο κάπου κοντά στον Ιλισσό. Ανυπόδητοι τον διαβαίνουν αμφότεροι και κάθονται κάτω από τη σκιά ενός πανύψηλου και πυκνόφυλλου πλάτανου, κάποια μέρα του καλοκαιριού, για να συζητήσουν. Τι να συζητήσουν; Περί του Έρωτος. Η αίσθηση του ωραίου είναι ήδη παρούσα, από τις πρώτες γραμμές του Διαλόγου, στις/με τις ομορφιές του τόπου. Σχετικά λοιπόν μ’ αυτές γίνεται ο παρακάτω διάλογος:

«ΣΩ. Ας αλλάξουμε δρόμο και ας πάμε κατά τον Iλισσό· εκεί θα καθίσουμε με την ησυχία μας, όπου μας αρέσει.
ΦΑΙ. Σε καλή στιγμή, ως φαίνεται, βρέθηκα να είμαι κι εγώ ξυπόλυτος· γιατί βέβαια εσύ είσαι πάντοτε. Πολύ εύκολο λοιπόν είναι για μας να πηγαίνουμε καταπώς πάει το ρυάκι για να δροσίζουμε και τα πόδια μας στο νερό· άλλωστε δεν είναι και δυσάρεστο τούτο σ’ αυτή την εποχή και σ’ αυτή την ώρα της ημέρας.
ΣΩ. Πήγαινε λοιπόν εμπρός και κοίταζε συγχρόνως πού θα καθίσουμε.
ΦΑΙ. Λοιπόν, βλέπεις εκείνο τον πανύψηλο πλάτανο;
ΣΩ. Ε και τι;
ΦΑΙ. Εκεί και σκιά υπάρχει και αεράκι ελαφρό και χλόη για να καθίσουμε ή, αν θέλουμε, να ξαπλώσουμε.
ΣΩ. Μπορείς λοιπόν να προχωρείς προς τα εκεί».

Η εξωτερική ατμόσφαιρα της ησυχίας, της γαλήνης βρίσκει την εσωτερική της ανταπόκριση στην εσωτερική ηρεμία των προσώπων, στην ύψιστη χαλάρωσή τους, σαν σε μια ωραία γιορτινή μέρα στην εξοχή.

Εδώ στην εξοχή λαμβάνει χώρα ο Διάλογος, ο οποίος διαιρείται σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο Πλάτων πραγματεύεται κάποιον λόγο του ρήτορα Λυσία για τον έρωτα και τον αντί-λογο του Σωκράτη. Ο πρώτος είναι ένας λόγος προτρεπτικός – παραινετικός προς τον αγαπώμενο νέο να δείχνει την εύνοιά του, να χαρίζεται δηλαδή, σε όποιον δεν τον αγαπά και όχι σε εκείνον που τον αγαπά. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για τον έρωτα στο κατώτατο επίπεδο των σεξουαλικών ενστίκτων και μαζί ομοφυλοφιλικών τάσεων. Ο Σωκράτης-Πλάτων διαφωνεί με το σύνολο –λεκτική μορφή και περιεχόμενο– του θέματος και εκφωνεί, κατ’ αρχήν, έναν δικό του λόγο, προκειμένου να αναιρέσει τη ρητορική δομή του πρώτου λόγου και να διατυπώσει έναν κοινώς αποδεκτό ορισμό του έρωτος εντός των ορίων που προκαθόρισε ο ρητορικός λόγος του Λυσία. Κύριος σκοπός του, με αυτόν τον λόγο, είναι να σταχυολογήσει τρέχουσες απόψεις περί έρωτος –δηλαδή το τι σχετικό λένε οι άλλοι και πώς το λένε– και να δείξει ότι η σαθρότητα του περιεχομένου, εδώ του ευτελισμένου έρωτα, είναι ανάλογη της σαθρότητας της μορφής, ήτοι της ρητορικής κατάχρησης του περιεχομένου. Έτσι το υπό συζήτηση θέμα τίθεται εκ νέου και εξαρχής στο Διάλογο υπό τον ορίζοντα πια της φιλοσοφικής τέχνης του λόγου. Στο δεύτερο μέρος λοιπόν κλιμακώνεται η διαλεκτική πραγμάτευση του έρωτος με δυο αποβλέψεις: 1. Αποκάλυψη της φιλοσοφικής σύλληψης του έρωτοςˑ 2. Αποκάλυψη της εσωτερικής δυναμικής του Λόγου ως φιλοσοφικού λέγειν και δια-λέγεσθαι, σε εσωτερική πάντοτε ανταπόκριση με την πρώτη αποκάλυψη.

Πρόκειται για μια τιτάνια προσπάθεια ανάδειξης της βαρύτητας του προφορικού λόγου έναντι του γραπτού. Το θέμα της προφορικότητας έκτοτε αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό ζήτημα φιλοσοφικού μεταστοχασμού. Ο Πλάτων επιχείρησε να καταδείξει την ανωτερότητα του προφορικού λόγου, συνθέτοντας εκείνες τις ύψιστες γλωσσικές εικόνες του δεύτερου μέρους του Διαλόγου, όπου ο Έρως, δια στόματος της διαλογικής φιγούρας του Σωκράτη, παριστάνεται ως σπουδή προς το αρχέγονο κάλλος. Στη συνάφεια τούτη, ο ίδιος ο φιλόσοφος τώρα δεν είναι ένας κοινός ομιλητής, συνομιλητής ή αντιρητορικός, που αναπαράγει, έστω και πρωτότυπα, όσα κινούνται στην περιοχή των απατηλών φαινομένων, αλλά ο Διαλεκτικός, που μεστός φιλοσοφικής έμπνευσης γίνεται ο ηνίοχος της ψυχής, έτσι ώστε η τελευταία να διατρέχει τον κύκλο του Παντός και τα πάντα να ενορά (Φαίδρος, 247c), δηλαδή να είναι αυτοκινούμενη και αεικίνητη. Η ζωή τότε είναι ψυχ-αγωγία. Από την αρχή έως και το τέλος του Διαλόγου, εν τέλει, ο Πλάτων δείχνει την ανάγκη για μια τέτοια ψυχα-αγωγία: διατηρεί ζωντανή τη γιορτινή, την εύχαρι, οιονεί βουκολική, ατμόσφαιρα, με την οποία ξεκίνησε, ξετυλίγοντας τη συνομιλία κάτω από τον πλάτανο με τον ίσκιο και τα τζτζίκια. Εκεί αφήνει να εκτυλίσσεται η θεωρία περί του Έρωτος στη βάση της θεωρίας του περί ψυχής/ψυχών. Έτσι, η αντιπαράθεση ρητορικού και φιλοσοφικού λόγου ή ρητορικής και φιλοσοφικής τέχνης του λόγου, κατά την εξέλιξη της συζήτησης για τον Έρωτα, δεν αποβλέπει στην εξολόθρευση του ρητορικού λόγου, αλλά σε μια εξισορρόπηση, σε μια ισορροπία, ευεργετική για την ίδια την ισορροπία της πολιτείας.

  Πλάτωνος Φαίδρος: Λόγος-Έρως-Κάλλος B'

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (1-8)

[1] Τὴν μὲν ἀσέλγειαν, ὦ ἄνδρες δικασταί, καὶ τὴν ὕβριν, ᾗ πρὸς ἅπαντας ἀεὶ χρῆται Μειδίας, οὐδέν᾽ οὔθ᾽ ὑμῶν οὔτε τῶν ἄλλων πολιτῶν ἀγνοεῖν οἴομαι. ἐγὼ δ᾽, ὅπερ ἂν καὶ ὑμῶν ἕκαστος ὑβρισθεὶς προείλετο πρᾶξαι, τοῦτο καὶ αὐτὸς ἐποίησα, καὶ προὐβαλόμην ἀδικεῖν τοῦτον περὶ τὴν ἑορτήν, οὐ μόνον πληγὰς ὑπ᾽ αὐτοῦ λαβὼν τοῖς Διονυσίοις, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πολλὰ καὶ βίαια παθὼν παρὰ πᾶσαν τὴν χορηγίαν.

[2] ἐπειδὴ δὲ καλῶς καὶ τὰ δίκαια ποιῶν ὁ δῆμος ἅπας οὕτως ὠργίσθη καὶ παρωξύνθη καὶ σφόδρ᾽ ἐσπούδασεν ἐφ᾽ οἷς ἠδικημένῳ μοι συνῄδει, ὥστε πάντα ποιοῦντος τούτου καί τινων ἄλλων ὑπὲρ αὐτοῦ, οὐκ ἐπείσθη οὐδ᾽ ἀπέβλεψεν εἰς τὰς οὐσίας τὰς τούτων οὐδὲ τὰς ὑποσχέσεις, ἀλλὰ μιᾷ γνώμῃ κατεχειροτόνησεν αὐτοῦ, πολλοί μοι προσιόντες, ὦ ἄνδρες δικασταί, καὶ τῶν ἐν τῷ δικαστηρίῳ νῦν ὄντων ὑμῶν καὶ τῶν ἄλλων πολιτῶν ἠξίουν καὶ παρεκελεύοντ᾽ ἐπεξελθεῖν καὶ παραδοῦναι τοῦτον εἰς ὑμᾶς, ὡς μὲν ἐμοὶ δοκεῖ, δι᾽ ἀμφότερ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, νὴ τοὺς θεούς, καὶ δεινὰ πεπονθέναι νομίζοντες ἐμὲ καὶ δίκην ἅμα βουλόμενοι λαβεῖν ὧν ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐτεθέαντο θρασὺν ὄντα καὶ βδελυρὸν καὶ οὐδὲ καθεκτὸν ἔτι.

[3] οὕτω δὲ τούτων ἐχόντων, ὅσα μὲν παρ᾽ ἐμοῦ προσῆκε φυλαχθῆναι, πάντα δικαίως ὑμῖν τετήρηται, καὶ κατηγορήσων, ἐπειδή τις εἰσάγει, πάρειμι, ὡς ὁρᾶτε, πολλὰ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, χρήματα, ἐξόν μοι λαβεῖν ὥστε μὴ κατηγορεῖν, οὐ λαβών, πολλὰς δὲ δεήσεις καὶ χάριτας καὶ νὴ Δί᾽ ἀπειλὰς ὑπομείνας.

[4] ἃ δ᾽ ἐν ὑμῖν μετὰ ταῦτ᾽ ἔσθ᾽ ὑπόλοιπα, ὅσῳ πλείοσιν οὗτος ἠνώχληκε καὶ παρήγγελκεν (ἑώρων γὰρ αὐτὸν ἄρτι πρὸ τῶν δικαστηρίων οἷ᾽ ἐποίει), τοσούτῳ μᾶλλον ἐλπίζω τὸ δίκαιον ἕξειν. οὐ γὰρ ἂν καταγνοίην ὑμῶν οὐδενὸς οὔθ᾽ ὡς περὶ ὧν πρὸς ἔμ᾽ ἐσπουδάσατ᾽ αὐτοί, τούτων ἀμελήσετε, οὔθ᾽ ὡς, ἵνα Μειδίας ἀδεῶς τὸ λοιπὸν ὑβρίζῃ, ψηφιεῖταί τις ὑμῶν ὀμωμοκὼς ἄλλο τι πλὴν ὅ τι ἂν δίκαιον ἡγῆται.

[5] εἰ μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, παρανόμων ἢ παραπρεσβείας ἤ τινος ἄλλης αἰτίας ἔμελλον αὐτοῦ κατηγορεῖν τοιαύτης, οὐδὲν ἂν ὑμῶν ἠξίουν δεῖσθαι, νομίζων τῷ μὲν κατηγόρῳ περὶ τῶν τοιούτων προσήκειν ἐλέγχειν μόνον, τῷ δὲ φεύγοντι καὶ παραιτεῖσθαι. ἐπειδὴ δὲ τούς τε κριτὰς διαφθείραντος τούτου καὶ διὰ τοῦτο τῆς φυλῆς ἀδίκως ἀφαιρεθείσης τὸν τρίποδα,

[6] καὶ αὐτὸς πληγὰς εἰληφὼς καὶ ὑβρισμένος οἷ᾽ οὐκ οἶδ᾽ εἴ τις ἄλλος πώποτε χορηγὸς ὑβρίσθη, ἣν ὑπὲρ τούτων ἀγανακτήσας καὶ συνοργισθεὶς καταχειροτονίαν ὁ δῆμος ἐποιήσατο, ταύτην εἰσέρχομαι, οὐκ ὀκνήσω καὶ δεῖσθαι. εἰ γὰρ οἷόν τε τοῦτ᾽ εἰπεῖν, ἐγὼ νῦν φεύγω, εἴπερ ὑβρισθέντα μηδεμιᾶς δίκης τυχεῖν ἐστί τις συμφορά.

[7] δέομαι οὖν ὑμῶν ἁπάντων, ὦ ἄνδρες δικασταί, καὶ ἱκετεύω, πρῶτον μὲν εὐνοϊκῶς ἀκοῦσαί μου λέγοντος, ἔπειτ᾽, ἐὰν ἐπιδείξω Μειδίαν τουτονὶ μὴ μόνον εἰς ἐμὲ ἀλλὰ καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τοὺς νόμους καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἅπαντας ὑβρικότα, βοηθῆσαι καὶ ἐμοὶ καὶ ὑμῖν αὐτοῖς. καὶ γὰρ οὕτω πως ἔχει, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι· ὕβρισμαι μὲν ἐγὼ καὶ προπεπηλάκισται τὸ σῶμα τοὐμὸν τότε, ἀγωνιεῖται δὲ καὶ κριθήσεται τὸ πρᾶγμα νυνί, πότερον ἐξεῖναι δεῖ τὰ τοιαῦτα ποιεῖν καὶ εἰς τὸν τυχόνθ᾽ ὑμῶν ἀδεῶς ὑβρίζειν ἢ μή.

[8] εἴ τις οὖν ὑμῶν ἄρα καὶ τὸν ἔμπροσθεν χρόνον τῶν ἰδίων τινὸς εἵνεκα γίγνεσθαι τὸν ἀγῶνα τόνδ᾽ ὑπελάμβανεν, ἐνθυμηθεὶς νῦν ὅτι δημοσίᾳ συμφέρει μηδενὶ μηδὲν ἐξεῖναι τοιοῦτο ποιεῖν, ὡς ὑπὲρ κοινοῦ τοῦ πράγματος ὄντος καὶ προσέχων ἀκουσάτω, καὶ τὰ φαινόμεν᾽ αὑτῷ δικαιότερ᾽ εἶναι, ταῦτα ψηφισάσθω. ἀναγνώσεται δὲ πρῶτον μὲν ὑμῖν τὸν νόμον καθ᾽ ὃν εἰσὶν αἱ προβολαί· μετὰ δὲ ταῦτα καὶ περὶ τῶν ἄλλων πειράσομαι διδάσκειν. Λέγε τὸν νόμον.

[Τοὺς πρυτάνεις ποιεῖν ἐκκλησίαν ἐν Διονύσου τῇ ὑστεραίᾳ τῶν Πανδίων. ἐν δὲ ταύτῃ χρηματίζειν πρῶτον μὲν περὶ ἱερῶν, ἔπειτα τὰς προβολὰς παραδιδότωσαν τὰς γεγενημένας ἕνεκα τῆς πομπῆς ἢ τῶν ἀγώνων τῶν ἐν τοῖς Διονυσίοις, ὅσαι ἂν μὴ ἐκτετισμέναι ὦσιν.]

***
[1] Την ασυγκράτητη βία και την αυθάδεια, με την οποία πάντα συμπεριφέρεται προς όλους γενικά ο Μειδίας, νομίζω ότι κανείς δεν αγνοεί ούτε από σας, κύριοι δικαστές, ούτε από τους άλλους πολίτες. Εγώ έκαμα αυτό ακριβώς το οποίο ο καθένας σας, αν δεχόταν προσβολές, θα διάλεγε να κάμει. Κατήγγειλα τον Μειδία στην εκκλησία του δήμου για αδίκημα που αφορά την εορτή, όχι μόνο επειδή με κτύπησε κατά τα Διονύσια, αλλά και για πολλές άλλες βιαιότητες, τις οποίες υπέφερα στη διάρκεια όλης της χορηγίας μου.

[2] Όταν όλος ο λαός ενεργώντας έντιμα και δίκαια τόσο εξοργίσθηκε, αγανάκτησε και έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα αδικήματα που ήξερε καλά ότι μου έγιναν, ώστε, παρ᾽ όλες τις προσπάθειες του κατηγορουμένου και μερικών υποστηρικτών του, δεν πείσθηκε ούτε λογάριασε τα πλούτη και τις υποχρεώσεις τους, αλλά ομόφωνα τον καταδίκασε, τότε, κύριοι δικαστές, πολλοί και από σας, οι οποίοι συνεδριάζετε τώρα σε αυτό το δικαστήριο, και από τους άλλους πολίτες με πλησίαζαν, μου ζητούσαν και με παρότρυναν να τον καταγγείλω και να τον υποβάλω στην κρίση σας για δύο, καθώς νομίζω, μά τους θεούς, αιτίες: επειδή πίστευαν, Αθηναίοι, ότι αδικήθηκα πολύ σοβαρά και επειδή ήθελαν να τιμωρήσουν τον Μειδία και για διάφορα άλλα αδικήματα, τα οποία τον είχαν δει να κάνει με τρόπο θρασύ και αναίσχυντο, που δεν μπορούσε πια να τον ανεχθεί κανείς.

[3] Ενώ αυτή ήταν η κατάσταση, πήρα για χάρη σας όλα τα σωστά και αναγκαία μέτρα προφυλάξεως και τώρα, που η υπόθεση ήρθε στο δικαστήριο, παρουσιάσθηκα, όπως βλέπετε, για να υποστηρίξω την κατηγορία μου· ενώ είχα τη δυνατότητα να λάβω χρήματα για να μην υποβάλω κατηγορία, δεν τα δέχθηκα, αλλά αντίθετα ανέχθηκα πολλές παρακλήσεις, υποσχέσεις για εύνοια και, μά τον Δία, απειλές.

[4] Μετά από αυτά ό,τι μένει εξαρτάται από σας· ελπίζω ότι όσο περισσότερους από σας έχει ενοχλήσει με τις παρακλήσεις του —είδα πριν λίγο τί έκανε μπροστά στο δικαστήριο— τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχω να βρω το δίκαιό μου. Δεν θα κατηγορούσα κανένα σας ούτε ότι τάχα θα παραμελήσετε μία υπόθεση κατά την οποία εδείξατε το ενδιαφέρον σας για μένα, ούτε ότι δήθεν κάποιος από σας θα ψηφίσει —αν και τον δεσμεύει o όρκος του— αντίθετα με ό,τι θεωρεί δίκαιο, για να προσβάλλει ο Μειδίας άφοβα στο μέλλον.

[5] Αν τώρα, Αθηναίοι, επρόκειτο να τον κατηγορήσω ότι πρότεινε παράνομο ψήφισμα ή νόμο ή ότι δεν εξετέλεσε καλά τα καθήκοντά του ως πρεσβευτής ή για κάποια άλλη παρόμοια αιτία, δεν θα πίστευα ότι είναι δικαιολογημένο να σας παρακαλώ, γιατί νομίζω ότι σε τέτοιες υποθέσεις ο κατήγορος οφείλει μόνο να αποδεικνύει την κατηγορία, ενώ ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα ακόμη και να ικετεύει.

[6] Επειδή όμως ο Μειδίας και τους κριτές του αγώνα εδωροδόκησε —γι᾽ αυτό στερήθηκε η φυλή μου άδικα τον τρίποδα— και εμένα τον ίδιο κτύπησε και προσέβαλε με τρόπο που δε νομίζω να προσβλήθηκε μέχρι σήμερα άλλος χορηγός, επειδή παρουσιάζομαι σήμερα μπροστά σας για να καταγγείλω μία πράξη, την οποία ο λαός, αγανακτισμένος και οργισμένος όπως και εγώ, καταδίκασε ήδη, για όλους αυτούς τους λόγους δε θα διστάσω και να παρακαλέσω. Γιατί, αν μου επιτραπεί η έκφραση, σήμερα εγώ είμαι ο κατηγορούμενος, αν βέβαια είναι κάποια συμφορά το να μη βρει κανείς το δίκαιό του, όταν προσβληθεί.

[7] Παρακαλώ λοιπόν και ικετεύω όλους σας, κύριοι δικαστές, πρώτα να ακούσετε με ευνοϊκή διάθεση τον λόγο μου και έπειτα, αν αποδείξω ότι αυτός εδώ ο Μειδίας δεν έχει προσβάλει μόνο εμένα, αλλά και σας και τους νόμους και όλους γενικά τους συμπολίτες μας, να υποστηρίξετε την υπόθεσή μου, που είναι και δική σας. Το ζήτημα, Αθηναίοι, έχει ως εξής: τότε αυτός με προσέβαλε και με εξύβρισε κατά πρόσωπο, αλλά σήμερα θα εκδικασθεί η υπόθεση και θα αποφασισθεί αν πρέπει ή δεν πρέπει να δίνεται το δικαίωμα σε οποιονδήποτε να επιχειρεί παρόμοιες πράξεις και να προσβάλλει άφοβα όποιον τύχει από σας.

[8] Αν λοιπόν κάποιος από σας πίστευε μέχρι σήμερα ότι αυτός ο δικαστικός αγώνας γινόταν για κάποια ιδιωτική διαφορά, αφού τώρα, μια και πρόκειται για υπόθεση γενικού ενδιαφέροντος, λάβει υπόψη του ότι το δημόσιο συμφέρον απαιτεί να μην επιτρέπεται σε κανένα να κάνει τέτοια πράγματα, ας με ακούσει προσεκτικά κι ας ψηφίσει αυτά που του φαίνονται πως είναι τα πιο δίκαια. Θα σας διαβάσει (ο γραμματέας) πρώτα τον νόμο σύμφωνα με τον οποίο γίνονται οι αγωγές στην εκκλησία του δήμου για δημόσιο αδίκημα (προβολές)· στη συνέχεια θα προσπαθήσω να σας διαφωτίσω για τα άλλα σημεία της υποθέσεως.
Διάβασε (γραμματέα) τον νόμο.

[Οι πρυτάνεις οφείλουν να συγκαλούν την εκκλησία του δήμου στο θέατρο του Διονύσου την επομένη των Πανδίων. Κατά τη συνέλευση πρέπει πρώτα να συζητούν τις θρησκευτικές υποθέσεις και έπειτα να εισάγουν τις προβολές που αφορούν την εορτή ή τους αγώνες κατά τα Διονύσια, όσες δεν έχουν εκδικασθεί.]

Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΡΑΚΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Η συγκριτική χρονολόγηση των κυριότερων φυσιογνωμιών που θα εξεταστούν σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι η ακόλουθη: ο Γοργίας έζησε τουλάχιστον μέχρι την ηλικία των 105 ετών (ενδεχομένους είχε γεννηθεί περί το 480 ή το 475 και έζησε μέχρι περίπου το 375 ή το 370 π.Χ.)· Ο Σωκράτης έζησε από το 469 μέχρι το 399, ο Ισοκράτης από το 436 μέχρι το 338, ο Πλάτων περίπου από το 429 μέχρι το 347, ο Αριστοτέλης από το 384 μέχρι το 322.
 
Ο πλατωνικός Φαίδρος περιλαμβάνει ένα. απόσπασμα (266dl-267d9) που φαίνεται να αποτελεί μια περιγραφή εγχειριδίων ρητορικής, όπως τα γνώριζαν τον πέμπτο αιώνα. Σ’ αυτό το σημείο του διαλόγου ο Σωκράτης έχει μόλις δώσει μια περιγραφή της διαλεκτικής, ως διαδικασίας λογικών ορισμών, και του χωρισμού ενός θέματος. Στη συνέχεια ρωτά εάν αυτή είναι η τέχνη που ασκούν ο Θρασύμαχος και άλλοι, προκειμένου να γίνουν έμπειροι ομιλητές. Ο Φαιδρός δεν το νομίζει και λέει ότι η φύση της ρητορικής φαίνεται να είναι ακόμη απροσδιόριστη. Η συζήτηση συνεχίζεται:
 
Σωκράτης: Τι εννοείς; Μπορεί να υπάρχει κατά κάποιο τρόπο ένα εξαίρετο πράγμα που παραλείπουν (οι σοφιστές) και παρόλα αυτά αποτελεί αντικείμενο τέχνης; Εάν υπάρχει, του αξίζει κάθε τιμή από εσένα κι εμένα και θα πρέπει να πούμε τι πραγματικά ανήκει στη ρητορική και έχει παραληφθεί.
Φαίδρος: Υπάρχουν ίσως πάρα πολλά άλλα πράγματα, Σωκράτη, αυτά που υπάρχουν στα βιβλία που γράφτηκαν για την τέχνη του λόγου (λόγων τέχνη).
Σωκράτης: Καλά έκανες και μου το θύμισες. Θυμάμαι ότι πρώτα υπάρχει το θέμα πως το προοίμιο πρέπει να εκφωνείται στην αρχή του λόγου. Σ' αυτό αναφερόσουνα, έτσι δεν είναι. στις λεπτές διακρίσεις της τέχνης;
Φαίδρος: Ναι.
Σωκράτης: Δεύτερον θα πρέπει να υπάρχει μια διήγησις και μάρτυρες γι’ αυτήν. Τρίτον, πίστις, τέταρτον πιθανότητες. Ο άνθρωπος από το Βυζάντιο, ένας αξιοθαύμαστος εξωραϊστής του λόγου, περιλαμβάνει, όπως πιστεύω, στους λόγους πίστιν και συμπληρωματική πίστιν.
Φαίδρος: Εννοείς τον άξιο Θεόδωρο;
Σωκράτης: Ποιον άλλο; Και [λέει] ότι πρέπει κανείς να δημιουργεί μια ανασκευή και μια συμπληρωματική ανασκευή, τόσο στην κατηγορία, όσο και στην υπεράσπιση. Αποφεύγουμε, όμως. να συμπεριλάβουμε εκείνο το εξαίρετο πρόσωπο, τον Έβενο από την Πάρο, που ανακάλυψε πρώτος τους υπαινιγμούς και τον έμμεσο εγκωμιασμό - μερικοί λένε ότι συνέθεσε επιπλέον έμμετρα παραδείγματα έμμεσου εγκωμιασμού, ώστε να τον θυμούνται καλύτερα - επειδή ήταν έξυπνος άνθρωπος, Θα αφήσουμε τον Τεισία και το Γοργία να κοιμούνται; Εκείνοι διαπίστωσαν ότι οι πιθανότητες γίνονται πιο σεβαστές από την αλήθεια, και ότι κάνουν με τη δύναμη των λέξεων τα μικρά πράγματα να δείχνουν μεγάλα και τα μεγάλα μικρά, τα καινούργια πράγματα παλιά και τα αντίθετα καινούργια, ενώ ανακάλυψαν τόσο τη βραχυλογία όσο και τη μακρηγορία για όλα τα θέματα. Κάποτε, όταν ο Πρόδικος άκουσε γι’ αυτά από μένα, έβαλε τα γέλια και είπε ότι εκείνος, μόνος του, είχε ανακαλύψει την τέχνη που χρειάζονταν οι λόγοι. Δε θα πρέπει να είναι ούτε μακροί ούτε σύντομοι, αλλά στη σωστή έκταση.
Φαίδρος. Πολύ σοφά το είπε ο Πρόδικος.
Σωκράτης: Δεν πρέπει να αναφέρουμε τον Ιππία; Πιστεύω ότι εκείνος ο επισκέπτης από την Ηλεία θα συμφωνούσε μαζί του.
Φαίδρος: Φυσικά.
Σωκράτης: Και τι θα πούμε για εκείνα τα "μουσεία" του λόγου του Πώλου -τη διπλασιολογία, τη γνωμολογία και την εικονολογία[1] - και τη συλλογή των ουσιαστικών που του έδωσε ο Λικύμνιος για να σχηματίσει εξαιρετική άρθρα)ση;
Φαίδρος·. Δεν υπήρχε κάτι τέτοιο και από τον Πρωταγόρα, Σωκράτη;
Σωκράτης: Η Ορθοέπειά33 του, αγόρι μου, και πολλά άλλα εξαίρετα πράγματα. Η ικανότητα του Θρασύμαχου στις λέξεις που προκαλούν οίκτο για τη γεροντική ηλικία και τη φτώχεια, μου φαίνεται ότι του έδωσε τη νίκη σ' αυτή την τέχνη, και ο άνθρωπος έχει φανεί εξαίσιος, πρώτα στο να υποκινεί την οργή στις μάζες, και στη συνέχεια, όταν είναι εξοργισμένες, να τις παρασύρει με τη γοητεία μακριά από αυτήν, "με τη μαγεία", όπως έλεγε. Είναι ο καλύτερος, τόσο στο να επιτίθεται, όσο και στο να απαντά σε επιθέσεις, σχεδόν κάθε είδους. Το τέλος, όμως, των λόγων φαίνεται να αποτελεί ένα θέμα στο οποίο συμφωνούν όλοι από κοινού, αν και μερικοί του δίνουν την ονομασία "ανακεφαλαίωση" και άλλοι το αποκαλούν κάτι άλλο.
Φαίδρος: Εννοείς το να υπενθυμίζουν στο τέλος στους ακροατές τι έχει λεχθεί, με το να. συνοψίζουν κάθε παράγραφο;
Σωκράτης: Αυτό εννοώ, και οτιδήποτε άλλο θα. μπορούσες να πεις για την τέχνη του λόγου.
Φαίδρος: Μικρά πράγματα, που δεν αξίζει να αναφερθούν.
 
Το θέμα της συζήτησης είναι τα "βιβλία" που ήταν διαθέσιμα στα τέλη του πέμπτου αιώνα. Μερικά φαίνεται ότι είναι κυρίως παραδείγματα των ρητορικών τεχνικών που δίδασκαν περίφημοι σοφιστές - ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Πρόδικος και ο Ιππίας -, άλλα είναι ρητορικά εγχειρίδια μικρότερων φυσιογνωμιών, στις οποίες περιλαμβάνονται ο Τισίας, ο Θεόδωρος και ο Πώλος. Ο Σωκράτης ξεκινά με το προοίμιο και προχωρά διαμέσου των παραδοσιακών μερών ενός δικανικού λόγου: τη διήγηση, την πίστη (με αρκετές υποδιαιρέσεις) και, τελικά, τον επίλογο. Αυτή η διαταγή μάλλον αντικατοπτρίζει τη διάταξη τον θεμάτων σε μερικά εγχειρίδια. όπως σ' εκείνο του Θεόδωρου. το οποίο αργότερα ακολούθησαν οι περισσότεροι συγγράφεις του θέματος. Μεταξύ της πίστης και του επίλογου ο Σωκράτης παρεμβάλλει τη μνεία των βιβλίων που παρέχουν παραδείγματα διαφόρων ειδών άρθρωσης και, συνεπώς, σχετίζονται με το ύφος. Ο Αριστοτέλης επικρίνει τους συγγραφείς εγχειρίδιων στο πρώτο κεφάλαιο του Τέχνη Ρητορική, πρώτα (1.1.4) γιατί παραμελούν τα λογικά επιχειρήματα και επικεντρώνονται σε τρόπους διέγερσης ίου συναισθήματος, και έπειτα (1.1.9) για το ενδιαφέρον τους μονό για. τα "εξωτερικά" θέματα, όπως τον ορισμό των μερών ενός λόγου και για το τι θα έπρεπε να περιλαμβάνεται σε καθένα, πράγματα που έχουν σκοπό να φέρουν το ακροατήριο σε μια συγκεκριμένη διανοητική κατάσταση παρά να αποδείξουν κάτι. Προσθέτει ότι οι συγγράφεις εγχειριδίων ενδιαφέρονται μόνο για τη δικανική ρητορεία., όπου παραδέχεται ότι υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη να κερδηθεί το ενδιαφέρον και η καλή διάθεση των ενόρκων, απ' ό, τι κατά την προσφώνηση στις συνελεύσεις προκειμένου για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Αλλού, πάντως, φαίνεται να αναγνωρίζει ότι τα παλαιότερα εγχειρίδια έδιναν πράγματι προσοχή σε συγκεκριμένα είδη επιχειρηματολογίας. Η "Τέχνη του Κόρακα”, λέει (2.24.8). βασίζεται στο απατηλό επιχείρημα ότι οτιδήποτε είναι αντίθετο στην πιθανότητα είναι επίσης πιθανό: "για παράδειγμα, εάν σ' έναν αδύναμο άνθρωπο απαγγελλόταν κατηγορία για επίθεση, θα. έπρεπε να αθωωθεί, επειδή δε θα ήταν ένας πιθανός ύποπτος για την κατηγορία... Και εάν είναι πιθανός ύποπτος, για παράδειγμα εάν είναι δυνατός, [θα έπρεπε να αθωωθεί] ακριβώς για το λόγο ότι αυτό θα φαινόταν πιθανό". Ο Πλάτων παραθέτει το ίδιο επιχείρημα (Φαίδρος 273a-b), αποδίδοντάς το στον Τισία. Ο Αριστοτέλης αναφέρει επίσης ως παράδειγμα ένα είδος επιχειρήματος εκ του εικότος, βασισμένου σ' αυτό που θα ήταν λάθος να κάνει κάποιος, όπως "ολόκληρη η τέχνη πριν από το Θεόδωρο”. και, αποδίδει στο Θεόδωρο πολλαπλούς διαχωρισμούς ενός λόγου σε μέρη (3.13.5), όπως και ο Πλάτων. Κρίνοντας από την περίληψη της Συναγωγής από τον Κικέρωνα (Βρούτος/ Brutus 48). ο Αριστοτέλης περιέγραφε εκεί το Θεόδωρο ως "περίπλοκο στην τέχνη αλλά στεγνό στο λόγο".
 
Σ' αυτό το απόσπασμα φαίνονται να διαπλέκονται τρία διαφορετικά νήματα της πρώιμης ιστορίας της ρητορικής. Παρόλο που οι πήγες του Πλάτωνα είναι δημοσιευμένα "βιβλία", κανένα βιβλίο δεν περιείχε από μόνο του ολόκληρη την εικόνα που συνθέτει ο Σωκράτης. Ένα νή­μα μπορεί να απομονωθεί με σαφήνεια: τα λεξικογραφικά έργα που αποδίδονται στον Πρωταγόρα, στον Πώλο και στο Λικύμνιο, τα οποίο συναριθμούμενα φαίνεται ότι κατέγραφαν διαφορετικά είδη άρθρωσης με βάση το νόημα ή τον τύπο, και παρείχαν καταλόγους παραδειγμάτων.
 
Ένα δεύτερο νήμα φαίνεται να αποτελούν οι εφευρετικές ή υφολογικές χρήσεις που ανευρίσκονται στα. γραπτά του Έβενου, του Γοργία και του Θρασύμαχου. Οι πληροφορίες για τον Έβενο είναι σχετικά περιορισμένες[2]. Φαίνεται ότι ήταν ένας σοφιστής που χρέωνε υψηλά δίδακτρα και έβαζε τους μαθητές του να. απομνημονεύουν ένα απόθεμα φράσεων, στις οποίες περιλαμβάνονταν αποσπάσματα που εξηγούσαν μέσω παραδειγμάτων έμμεσους τρόπους εγκωμιασμού ή απόδοσης κατηγορούν σε κάποιον. Ενδεχομένως αυτοί ήταν καταγραμμένοι σε ένα μικρό βιβλίο για το οποίο ο Πλάτων γνώριζε μερικά πράγματα. Όσο για το Γοργία, με βάση όσα αναφέρθηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο, μπορούμε να είμαστε αρκετά βέβαιοι ότι δεν είχε γράψει κανένα εγχειρίδιο κανόνων της ρητορικής, και ότι με τις αναφορές στην "τέχνη" του θα πρέπει να θεωρηθούν ότι εννοούνται οι ρητορικές τεχνικές των επιδεικτικών του λόγων, τις οποίες άλλοι μάθαιναν με τη μίμηση. Ο Θρασύμαχος ήταν πολιτικός και σοφιστής και είναι ο αντίπαλος του Σωκράτη στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας, όπου υποστηρίζει ότι δικαιοσύνη είναι η δύναμη του ισχυροτέρου. Ο Σωκράτης (Φαίδρος 271a4-8) αναφέρεται σ' αυτόν σαν να είχε δημοσιεύσει ένα βιβλίο, το οποίο αναφέρεται και από κάποιους μεταγενέστερους συγγραφείς[3]. Ο Αριστοτέλης λέει (Τέχνη Ρητορική 3.1.7) ότι ο Θρασυμαχος "προσπάθησε να πει κάτι σχετικά με τη ρητορική απόδοση" στο έργο του Έλεοι, ή "Συναισθηματικές Απηχήσεις". Σ’ αυτό ίσως αναφέρεται ο Σωκράτης, και από το συνδυασμό των λεγομένων του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη εκείνο το έργο φαίνεται ότι παρείχε κάποιους κανόνες, όπως και παραδείγματα συγκινησιακών εκφράσεων, τις οποίες επίσης χρησιμοποιούσε ο Θρασύμαχος σε λόγους.
 
Αυτά τα δύο νήματα που διαπλέκονται στην αφήγηση του Πλάτωνα δεν έχουν συγκεκριμένη εφαρμογή σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο είδος ρητορικής. Η μελέτη της άρθρωσης και της συγκινησιακής απήχησης θα ήταν εξίσου χρήσιμη για τη συμβουλευτική, την επιδεικτική ή τη δικανική ρητορεία.
 
Απομένει λοιπόν το εγχειρίδιο που σκιαγραφούσε τη μορφή και το περιεχόμενο ενός δικανικού λόγου, ορατό στη δομή που φαίνεται να ακολουθεί ο Πλάτων και στην αναφορά του Αριστοτέλη στην αποκλειστική ενασχόληση των συγγραφέων εγχειριδίων με τη δικανική ρητορεία[4]. Μπορούμε σαφώς να αποδώσουμε στο Θεόδωρο ένα εγχειρίδιο που περιελάμβανε διάκριση των βασικών μερών σε αρκετές υποκατηγορίες, όπως αναφέρονται τόσο από τον Πλάτωνα, όσο και από τον Αριστοτέλη. Ο Θεόδωρος φαίνεται ότι ήταν σύγχρονος του Σωκράτη, ότι είχε έλθει από το Βυζάντιο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και είχε "θιασώτες" εκεί[5].
 
Τα μόνα σωζόμενα εγχειρίδια ρητορικής από την κλασική περίοδο στην αρχαία Ελλάδα είναι η περίφημη πραγματεία του Αριστοτέλη - η οποία στην πραγματικότητα είναι κάτι παραπάνω από ένα εγχειρίδιο, αλλά περιλαμβάνει τμήματα όπου παρατίθενται συγκεκριμένα διδάγματα, ενώ στο δεύτερο μέρος του τρίτου βιβλίου παρατίθεται μια περιγραφή των μερών του λόγου, η οποία σαφώς οφείλει αρκετά σε προγενέστερα έργα - και η Ρητορική προς Αλέξανδρον, πιθανόν έργο του Αναξιμένη από τη Λάμψακο, που ήταν σύγχρονος του Αριστοτέλη. Μια εισαγωγική επιστολή, που προστέθηκε σ' αυτό το έργο σε μεταγενέστερη περίοδο, αποδίδει τις πηγές της σε ρητορικά δόγματα, όπως στον "Κόρακα" και στη Θεοδέκτεια του Αριστοτέλη. Είδαμε στο πρώτο κεφάλαιο ότι μεταγενέστεροι συγγραφείς θεωρούσαν πως η Συναγωγή του Αριστοτέλη παρακολουθούσε την ιστορία ενός νήματος της ρητορικής καθοδήγησης, από τον Κόρακα και τον Τισία στη Σικελία μέχρι το δεύτερο τέταρτο του πέμπτου αιώνα. Το συμπέρασμα των λογίων του εικοστού αιώνα είναι ότι η συγγραφή εγχειρίδιων δικανικής ρητορείας άρχισε με τον Κόρακα ή τον Τισία και συνεχίστηκε από το Θεόδωρο και άλλους. Ακόμη, ότι τα εγχειρίδια ήταν δομημένα ανάλογα με τα μέρη του λόγου, παρέχοντας συμβουλές ως προς το τι έπρεπε να διευθετείται σε κάθε μέρος, καθώς και ότι η ανάλυση της πίστεως αφιερωνόταν κατά κύριο λόγο, ίσως αποκλειστικά, στη χρήση επιχειρημάτων εκ του εικότος[6]. Αυτή η παράδοση μάλλον πρέπει να διαφοροποιηθεί με αρκετούς τρόπους.
 
Πρώτα, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι γνωρίζουμε πολύ λίγα για τη μορφή και τα περιεχόμενα των εγχειριδίων του πέμπτου αιώνα. Μεταξύ των πηγών που χρησιμοποιήθηκαν ήταν μια συλλογή από "προλεγόμενα", εισαγωγικές παρατηρήσεις στη μελέτη της ρητορικής, που συντέθηκαν στην ύστερη Αρχαιότητα και περιγράφουν με κάποιες λεπτομέρειες τις δραστηριότητες του Κόρακα και του Τισία. (την και χωρίς μεθοδικότητα, εάν συγκριθούν τόσο με προγενέστερα αποδεικτικά στοιχεία, όσο και μεταξύ τους[7]. Ορισμένα από αυτά που λένε ανάγονται στη Συναγωγή του Αριστοτέλη, άλλα σε άλλες πήγες. Ο Τισίας ήταν μαθητής του Κόρακα και αρνήθηκε να τον πληρώσει για τη διδασκαλία του. Καθώς τον πήγαιναν στο δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι, εάν έβγαινε κερδισμένος από τη διαμάχη, δε θα χρειαζόταν να πληρώσει, σύμφωνα με την απόφαση. Εάν όμως έχανε, η πληρωμή θα. ήταν άδικη, καθώς αυτά που είχε μάθει θα αποδεικνύονταν άχρηστα. Ο Κόραξ απάντησε αντιστρέφοντας το επιχείρημα. Το δικαστήριο τους απέρριψε και τους δύο με το επίγραμμα, "κακό αυγό από κακό κοράκι". Η αρχαία ελληνική λέξη για το κοράκι είναι κόραξ. Πρόκειται για ασυνήθιστο όνομα για Έλληνα, μπορεί, όμως, να ήταν παρατσούκλι, που προήλθε από την εντύπωση που δημιουργούσε το κουραστικό "κρώξιμο" στους λόγους του[8]. Πρόσφατα εκφράστηκε πειστικά η άποψη ότι ο Κόραξ και ο Τισίας ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο, ο Τισίας ο Κόραξ[9]. Αυτή η θέση θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί το παράδειγμα του επιχειρήματος εκ του εικότος, που ο Πλάτων αποδίδει στον Τισία, αποδίδεται από τον Αριστοτέλη στον Κόρακα, και γιοι ποιο λόγο συγγραφείς της ρωμαϊκής περιόδου μερικές φορές ισχυρίζονται ότι ο Αριστοτέλης αναγνώριζε τον Κόρακα ως "εφευρέτη" της ρητορικής, ενώ άλλες φορές αποδίδουν το γεγονός στον Τισία. Ίσως αυτό που έλεγε ο Αριστοτέλης στη Συναγωγή να ήταν κάτι σαν "Κόραξ, όπως αποκαλούνταν ο Τισίας". Αυτό που στην πραγματικότητα βάζει ο Πλάτων το Σωκράτη να λέει στην αναφορά στον Τισία, στο Φαίδρο 273c8, είναι: "Αυτό που φαίνεται ότι ανακάλυψε ο Τισίας ή κάποιος άλλος, όποιος κι αν είναι στην πραγματικότητα και όπως και αν θέλει να τον αποκαλούν, ήταν μια θαυμαστά κρυμμένη τέχνη". Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης είναι οι μόνοι συγγραφείς για τους οποίους μπορεί λογικά να υποτεθεί ότι αναφέρονται στον Τισία τον Κόρακα με κάποια γνώση όσων δίδαξε, και συμφωνούν ότι αυτό που δίδαξε ήταν η χρήση του επιχειρήματος εκ του εικότος, ή τουλάχιστον κάποια μορφή επιχειρήματα; εκ του εικότος, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από αντίπαλες πλευρές στην ίδια υπόθεση. Δεν αποδίδουν τίποτε περισσότερο σ’ αυτόν. Ο Κικέρων λέει (Περί ευρέσεως / De inventione) 2.6) ότι μετά τη συγγραφή της Συ­ναγωγής από τον Αριστοτέλη, όλοι συμβουλεύονταν εκείνη, αντί για τα πρωτότυπα εγχειρίδια, που σύντομα χάθηκαν.
 
Θα πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι τα. εγχειρίδια που γράφτηκαν την πρώιμη περίοδο αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από επεξηγηματικά παραδείγματα, οργανωμένα ανάλογα με τα μέρη του λόγου και την περίπτωση κατά την οποία ενδεχόμενοί αυτός θα εκφωνούνταν. Συνεπώς έμοιαζαν μέχρις ενός σημείου με τη συλλογή κοινοτυπιών και άλλων αποσπασμάτων προς μίμηση, που είχαν διαμορφώσει ο Πρωταγόρας ή ο Θρασύμαχος, όπως και με τους Δισσούς λόγους ή τις Τετραλογίες που αποδίδονταν στον Αντιφώντα, οι οποίες μνημονεύθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο. Πιθανόν, όμως, να περιλαμβανόταν κάποια εισαγωγική διερεύνηση, ενώ θα πρέπει να φανταστούμε και κάποιους συγκεκριμένους κανόνες για καθένα από τα μέρη του λόγου: κάτι σαν "στο προοίμιο θα πρέπει να κερδίσεις την καλή διάθεση και την προσοχή του ακροατηρίου. Μπορείς, για παράδειγμα, να πεις..."
       
Ο πλατωνικός Γοργίας
 
Ο σοφιστής Γοργίας αναφέρθηκε επανειλημμένα μέχρι τώρα σ’ αυτό το βιβλίο και αποτελεί οπωσδήποτε μια σημαντική φυσιογνωμία της πρώιμης ιστορίας της ρητορικής. Όπως αποδεικνύει το απόσπασμα από τον Αριστοτέλη (Περί των σοφιστικών ελέγχων 184a), που παρατέθηκε στο δεύτερο κεφάλαιο, ο Γοργίας δεν είχε σύστημα στη διδασκαλία του, δηλαδή δεν έδωσε διαλέξεις περί ρητορικής, ούτε έγραψε κάποιο εγχειρίδιο ρητορικών κανόνων. Αντίθετα, το νόημα της ρητορικής για εκείνον ενσάρκωναν οι επιδεικτικοί λόγοι, όπως το έργο του Ελένης εγκώμιον, με τα τέσσερα μέρη του προοιμίου του. τη διήγηση, την πίστη και τον επίλογο, το λογικό διαχωρισμό του θέματος, τη συζήτηση για τη δύναμη του λόγου και τη χρήση ποιητικών σχημάτων λόγου. Αυτές οι τεχνικές έγιναν αντικείμενο μίμησης από άλλους, δεν μπορούμε, όμως, να πούμε με βεβαιότητα ότι οι μαθητές του Γοργία εκφωνούσαν λόγους, τους οποίους στη συνέχεια εκείνος έκρινε προκειμένου να τους βοηθήσει να βελτιώσουν τα προσόντα τους. Οι αναφορές άλλων συγγραφέων στις απόψεις του Γοργία περί ρητορικής μάλλον προέρχονται από αποσπάσματα στους λόγους του στα οποία μιλούσε για την τέχνη του, ή, ενδεχομένως, από πράγματα που ανέφερε σε συζητήσεις με άλλους. Στα σχετικά, παραδείγματα περιλαμβάνεται ο ορισμός της ρητορικής (ή, ίσως, του λόγον) ως "εργάτη της πειθούς" (Πλάτων. Γοργίας 453a2) και η δήλωση ενός χαρακτήρα στον πλατωνικό Φίληβο (53a8- b2) ότι είχε ακούσει συχνά το Γοργία να λέει ότι η τέχνη της πειθούς διέφερε από άλλες τέχνες κατά το ότι όλα τα πράγματα γίνονται σκλάβοι της με τη θέλησή τους και όχι δια της βίας, και ότι ήταν κατά πολύ η μεγαλύτερη από όλες τις τέχνες. Στο Γοργία αποδίδεται ακόμη κάποια. έννοια περί καιρού. Ο όρος καιρός σημαίνει την επίκαιρη στιγμή, τον κατάλληλο χρόνο να πεις ή να κάνεις το σωστό πράγμα. Οι ρητοροδιδάσκαλοι αναγνώριζαν σε μεγάλο βαθμό ότι. η γνώση των κανόνων δεν αποτελούσε αρκετή βοήθεια, παρά μόνο εάν κάποιος ήξερε πώς και πότε να τους εφαρμόσει. Στην πραγματεία του Περί συνθέσεως ονομάτων (12), ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς εξετάζει το πρόβλημα και λέει ότι κανένας ρήτορας η φιλόσοφος δεν κατόρθωσε να καθορίσει την τέχνη του καιρού, "ούτε καν ο Γοργίας από τους Λεοντίνους, που είχε πρώτος την ιδέα να προσπαθήσει γράψει κάτι γι’ αυτήν, αλλά δεν έγραψε τίποτε αξιομνημόνευτο".
 
Στον πλατωνικό Γοργία ο Σωκράτης επισκέπτεται ένα σπίτι στην Αθήνα όπου μένει ο Γοργίας[10]. Ο διάλογος χωρίζεται σε τρία μέρη: στο πρώτο ο Σωκράτης έρωτα επίμονα το Γοργία σχετικά με τη ρητορική. Στο δεύτερο ο Γοργίας αντικαθίσταται σε μεγάλη έκταση από τον ακόλουθό του, Πώλο. Στο τρίτο ο Σωκράτης εμπλέκεται σε συζήτηση με τον Καλλικλή περί δικαιοσύνης. Υπάρχει δραματική κορύφωση της έντασης, κατά το ότι ο Γοργίας παρουσιάζεται ως ένας κάπως ευπροσήγορος, αν και πομπώδης, υπερασπιστής της τέχνης του, ενώ ο Σωκράτης τον αντιμετωπίζει με αβρότητα. Ο Πώλος είναι ένας ορμητικός νέος, ενθουσιώδης για τη νέα ρητορική. Ο Σωκράτης είναι μάλλον καυστικός μαζί του. Ο Καλλικλής είναι ένας πολύ πεισματώδης και πολιτικά φιλόδοξος νέος, η μανία του οποίου να εξασφαλίσει την επιτυχία με κάθε κόστος εγείρει βαθιές ηθικές αντιδράσεις από την πλευρά του Σωκράτη. Το γενικό θέμα του διαλόγου είναι το ερώτημα πώς πρέπει να ζει κανείς τη ζωή του. σύμφωνα με την αρετή ή κυνηγώντας την εξουσία, αλλά η ρητορική ως μέσο για την επιτυχία αποτελεί ένα μείζον θέμα στη συζήτηση. Αρκετοί πλατωνικοί διάλογοι, για παράδειγμα ο Πρωταγόρας, είναι "απορηματικοι", δηλαδή δεν καταλήγουν σε συμφωνία για τα θέματα που συζητιούνται, και ο ίδιος ο Σωκράτης παρουσιάζεται δυσαρεστημένος με τη συζήτηση. Ο Γοργίας είναι "δογματικός", υπό την έννοια ότι ο Σωκράτης παρουσιάζεται σταθερός στις απόψεις του, είναι όμως και απορριμματικός, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατόν να λεχθεί πως πείθει με επιτυχία, το Γοργία, τον Πώλο και τον Καλλικλή να κατανοήσουν πλήρως ή να δεχθούν τις θέσεις του. Δεν αντικρούουν τα επιχειρήματα του Σωκράτη, τα πρότυπά του, όμως, για τη γνώση και τη δικαιοσύνη τους, φαίνονται μη ρεαλιστικά. Ο διάλογος αφήνει τον αναγνώστη με μια αίσθηση της διάστασης μεταξύ της φιλοσοφίας και του καθημερινού κόσμου. Τα φιλοσοφικά θέματα του Γοργία επαναλαμβάνονται και συζητιούνται σε μεγαλύτερο βάθος στην Πολιτεία, στο Φαίδρο και σε μεταγενέστερους διαλόγους.
 
Συνεπής προς ό, τι ξέρουμε γι’ αυτόν από άλλες πηγές, ο Γοργίας εμφανίζεται στο διάλογο σαν να μην έχει μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη θεωρία για τη ρητορική και σαν να μην έχει σκαφθεί ιδιαίτερα πώς να την ορίσει και να την περιγράφει με αφηρημένους όρους. Ο Πλάτων δεν επιτρέπει στο Γοργία να υπερασπιστεί πραγματικά, κατά οποιονδήποτε τρόπο, την πεποίθησή του ότι η ρητορική είναι τέχνη, και τον παρουσιάζει να κάνει αρκετά τακτικά λάθη στην επιχειρηματολογία του. Για παράδειγμα, ο Γοργίας οδηγείται από το Σωκράτη στον ισχυρισμό ότι η ρητορική είναι "η γνώση για τις λέξεις” (449d8-9). Όταν ο Σωκράτης ρωτά εάν αυτό περιλαμβάνει τη γνώση των λέξεων που επεξηγούν στον άρρωστο πώς να γίνει καλά. ο Γοργίας λέει "όχι”. Λογικά θα έπρεπε να πει "ναι", αφού πιο κάτω (456b) περιγράφει πώς συνόδευε τον αδελφό του, ένα γιατρό, στις περιοδείες του χρησιμοποιώντας τη ρητορική για να πείσει τους ασθενείς να δεχθούν τη θεραπεία. Υπό το βάρος των ερωτημάτων του Σωκράτη ο Γοργίας περιορίζει τη χρήση της ρητορικής στην πειθώ στα δικαστήρια, στα συμβούλια, στις συνελεύσεις και σε άλλες δημόσιες συγκεντρώσεις (452e). Στη συνέχεια προσθέτει συμπτωματικά (454b7) ότι αυτή ασχολείται με τη δικαιοσύνη και την αδικία, ένα τακτικό λάθος που ήταν μάλλον απίθανο να εξέφραζε την άποψη του ιστορικού Γοργία, που σίγουρα πίστευε ότι η τέχνη του είχε εφαρμογή σε κάθε θέμα. Ο Γοργίας συναινεί επίσης (454e8) στο ότι η ρητορική παράγει πεποιθήσεις, όχι γνώση. Αυτή η άποψη συμφωνεί με τη δήλωση του Γοργία στο Ελένης εγκώμιον και με το σκεπτικισμό που εκφράζεται στην πραγματεία του Περί (ρύσεως, δίνει όμως στο Σωκράτη την ευκαιρία να αρνηθεί ότι η ρητορική είναι τέχνη, αφού δεν είναι μια μορφή γνώσης οποιουδήποτε συγκεκριμένου θέματος. Η θεωρία του Σωκράτη περί απόλυτης γνώσης οδηγεί σ’ αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί πλάνη του ειδικού. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ειρωνικά (455b) ότι, εάν μια συνέλευση συζητά κατά πόσο πρέπει να κατασκευαστεί τείχος στην πόλη, ο ρήτωρ θα παραμείνει σιωπηλός και θα δώσει συμβουλές ο αρχιτέκτονας. Ο Πλάτων δεν επιτρέπει στο Γοργία να τονίσει ότι το ίδιο πρόσωπο χρειάζεται να έχει τις γνώσεις για ένα θέμα, αλλά και γνώση του τρόπου μετάδοσης αυτής της γνώσης. Ο Γοργίας παριστάνεται να μη θεωρεί τη γνώση ιδιαίτερα σημαντική και ισχυρίζεται περιστασιακά (460a) ότι, εάν κάποιος από τους μαθητές του δεν έχει γνώσεις για κάποιο θέμα. ()α του τις διδάξει ο ίδιος. Ο Πλάτων είναι πιο ακριβοδίκαιος προς το Γοργία όταν ο τελευταίος κάνει τη διάκριση μεταξύ της ρητορικής ως δύναμης χωρίς ηθικές αρχές και της ηθικής του ρήτορα (456c7-57c3). Κατά τη γνώμη του Γοργία δεν είναι δίκαιο να κατηγορείται ο δάσκαλος, εάν ο μαθητής κάνει άδικη χρήση της τέχνης του. Ο Σωκράτης υποστηρίζει, πάντως, ότι αφού συμφωνήθηκε ότι η ρητορική ασχολείται με τη δικαιοσύνη, αποτελεί αναντιστοιχία ο ισχυρισμός ότι ο ρήτορας μπορεί να χρησιμοποιήσει τη ρητορική για άδικους σκοπούς (460e-61b2).
 
Στο μεταξύ ο Πώλος[11] γίνεται ολοένα και πιο ανυπόμονος σε σχέση μ’ αυτό που αντιλαμβάνεται ως προσπάθεια του Γοργία να είναι ευγενικός με το Σωκράτη, και, συνεπώς, με την απροθυμία του μέντορά του να επιμείνει για τη γνώση του και την ικανότητά του να τη διδάξει σε άλλους. Παίρνει επάνω του τη συζήτηση και απαιτεί να μάθει τι πιστεύει ο Σωκράτης ότι είναι η ρητορική. Αυτό το ερώτημα προκαλεί το πιο διάσημο απόσπασμα στο διάλογο (462b-66a), στο οποίο ο Σωκράτης περιγράφει τη ρητορική ως μια μορφή κολακείας και το αντίστοιχο της μαγειρικής. Το απόσπασμα έχει εκληφθεί κατά καιρούς ως ένας ορισμός της ρητορικής με σοβαρή πρόθεση[12], και οπωσδήποτε ο Πλάτων ήταν εχθρικός προς την πολιτική ρητορεία του καιρού του. Ο Σωκράτης, όμως, απαντώντας στον Πώλο παίρνει επίτηδες μια ακραία θέση για τις ανάγκες της συζήτησης, καθώς απολαμβάνει τους ειρωνικούς διαλόγους. Η αλήθεια θα βρίσκεται κάπου μεταξύ της θέσης του Σωκράτη κι εκείνης των αντιπάλων του. Ο Φαίδρος θα δείξει ότι είναι δυνατόν να υπάρχει μια τέχνη της ρητορικής, εάν γίνει αντιληπτή σωστά.
 
Εδώ, στο Γοργία, ο Σωκράτης αρνείται ότι η ρητορική είναι τέχνη βασισμένη σε μια μορφή γνώσης. Αντίθετα, είναι μια εμπειρία, κάτι που αποκτάται με την πείρα, ή τριβή, μια "τεχνική", μια από τέσσερις μορφές κολακείας που αναγνωρίζει ο Σωκράτης. Καθεμία τους είναι αντανάκλαση μιας πραγματικής τέχνης. Υπάρχουν δύο κατηγορίες τεχνών, εξηγεί ο Σωκράτης, αυτές που επενεργούν στην ψυχή, οι οποίες αποκαλούνται εδώ πολιτική, και εκείνες που επηρεάζουν το σώμα. Κάθε κατηγορία χωρίζεται στη συνέχεια σε δύο. με βάση εάν δημιουργεί καλή σωματική και ψυχική κατάσταση ή εάν διορθώνει κάποιο ελάττωμα. Η νομοθεσία καθορίζει τις σωστές συνθήκες για την πολιτεία και για το άτομο. Η δικαιοσύνη, που ερμηνεύεται ως τιμωρία για την παράβαση γραπτών ή άγραφων νόμων, διορθώνει τα σφάλματα. Η γυμναστική καθορίζει υγιείς συνθήκες για το σώμα. Η ιατρική διορθώνει τις ανθυγιεινές συνθήκες. Καθεμία από τις τέσσερις μορφές κολακείας είναι αντίστροφη, ή το αντίστοιχο μιας από τις πραγματικές τέχνες (ο Αριστοτέλης θα χρησιμοποιήσει μια μορφή της ίδιας λέξης για να περιγράψει τη ρητορική ως το αντίστοιχο της διαλεκτικής, στην πρώτη πρόταση του Τέχνη Ρητορική). Η σοφιστική ορίζεται ως το αντίστοιχο της νομοθεσίας και δημιουργεί ευχάριστες αλλά εσφαλμένες αρχές για την ψυχή. Η ρητορική προσπαθεί να διορθώσει την απομάκρυνση από αυτά τα πρότυπα. Παρομοίως, οι αισθητικές επεμβάσεις δημιουργούν μια ψευδή αίσθηση υγείας στο σώμα και η (εκλεκτή) μαγειρική αντιστοιχεί στην ιατρική, κάνοντας το φαγητό να έχει καλύτερη γεύση, χωρίς όμως να θεραπεύει την ασθένεια. Πέρα από το συσχετισμό καθεμιάς από τις προσποιητές τέχνες με μια από τις πραγματικές, υπάρχει μια αναλογία μεταξύ όσων έχουν κανονιστικό και όσων έχουν διορθωτικό χαρακτήρα.. Συνεπώς η ρητορική, ως προσποιητή τέχνη της ψυχής, αντιστοιχεί αφενός με τη δικαιοσύνη και αφετέρου με τη μαγειρική, καθώς μιμείται μία διορθωτική τέχνη.
 
Ο Σωκράτης λέει στον Πώλο ότι ένα πρόσωπο που έχει κάνει κάτι κακό θα γίνει απλώς χειρότερο χρησιμοποιώντας τη ρητορική ως αυτοάμυνα. Αντίθετα, η ρητορική θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για να δείξει καθαρά στους δικαστές το έγκλημα κάποιου, για να εξασφαλίσει την τιμωρία του και για να απαλλαγεί από το κακό. Παρόλο που αυτό το επιχείρημα αποτελεί λογική ακολουθία της θέσης του Σωκράτη, μετά βίας αποτελεί μια σοβαρή πρόταση και σίγουρα αποσκοπεί στο να αιφνιδιάσει τον Πώλο προκειμένου να σκεφθεί για το θέμα. Προς το τέλος του Γοργία εξετάζεται με συντομία η πιθανότητα μιας δίκαιης και έγκυρης χρήσης της ρητορικής. Ο Καλλικλής έχει παρατηρήσει (503a3) ότι μερικοί ρήτορες μιλούν με ενδιαφέρον για τους πολίτες και ο Σωκράτης συμφωνεί, μάλλον αναπάντεχα. Υπάρχει, λέει, η ρητορική που είναι μια μορφή κολακείας και επιδιώκει αδιάντροπα να συγκινήσει το πλήθος, υπάρχει όμως. τουλάχιστον θεωρητικά, και ένα άλλο είδος ρητορικής,
 
"και αυτό το άλλο είναι υπέροχο. το να λαμβάνεται πρόνοια ώστε οι ψυχές των πολιτών να είναι οι καλύτερες δυνατές, να γίνεται αγώνας για να λέγεται το καλύτερο, είτε είναι περισσότερό είτε λιγότερο ευχάριστο για το ακροατήριο. Όμως δεν έχεις δει ποτέ αυτή τη ρητορική, ή, εάν μπορείς να κατονομάσεις κάποιο τέτοιο ρήτορα, γιατί δεν μου είπες ποιος είναι; (503a-b)... Αυτός που είναι ρήτορας, καλλιτέχνης και καλός άνθρωπος, δε θα προσβλέπει προς τη δικαιοσύνη και την εγκράτεια: Και δε θα κατευθύνει τα λόγια του, αλλά και τις πράξεις του, προς εκείνους στους οποίους απευθύνεται, και... δε θα το κάνει με τη σκέψη του πάντα στραμμένη προς αυτό το σκοπό: πώς θα υπάρξει η δικαιοσύνη στις ψυχές τον πολιτών του και πώς θα απομακρυνθεί η αδικία, και πώς μπορεί να προκόψει εγκράτεια και να απομακρυνθεί η άσωτεία. και κάθε άλλη αρετή να ενσταλαχθεί και κάθε ελάττωμα να εκλείψει;" (504e).
 
Αυτή η δυνατότητα είναι που ανοίγει το δρόμο για τη συζήτηση μιας φιλοσοφικά έγκυρης ρητορικής στο Φαιδρό. Το συμπέρασμα του Σωκράτη στο Γοργία είναι ότι η κολακεία οποιουδήποτε είδους πρέπει να αποφεύγεται. Η ρητορική. την οποία ο Σωκράτης αναγνώρισε πια ως δυνάμει νόμιμη τέχνη, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για χάρη της δικαιοσύνης (527c3-4). Η σημασία του διαλόγου έγκειται στο ότι θέτει για πρώτη φορά με λεπτομέρεια το ερώτημα της ηθικής της ρητορικής στην κοινωνία και προβάλλει με έμφαση για πρώτη φορά την ανάγκη για γνώση ως βάση της επικοινωνίας. Η βασική του αδυναμία είναι η αποτυχία του να διακρίνει εκείνες τις τέχνες, όπως η πολιτική, που έχουν ένα συγκεκριμένο θεματικό πυρήνα, από εκείνες οι οποίες είναι λειτουργίες με εφαρμογή σε πολλά θέματα, όπως η ρητορική. Αυτή η διάκριση θα γίνει σαφής για πρώτη φορά από τον Αριστοτέλη. Οι σοφιστές δεν ήταν ανήθικες φυσιογνωμίες που επιζητούσαν προσωπική δύναμη, αλλά ο ενθουσιασμός τους για τη ρητορική διέτρεχε τον κίνδυνο να ενθαρρύνει τον οπορτουνισμό. Η ενσωμάτωση των διανοητικών, ηθικών και ρητορικών αρετών του ρήτορα στον ολοκληρωμένο άνθρωπο, από τον Πλάτωνα, αποφεύγει τον κίνδυνο, αλλά με κόστος την πρακτική αποτελεσματικότητα. Ο Σωκράτης εκτελέστηκε με βάση μια κατηγορία για την οποία ήταν αθώος, ενώ αντίθετα, η ρητορική ενδεχομένως θα είχε εξασφαλίσει την αθώωσή του με κόστος κάποια κολακεία προς τους ενόρκους. Η ρητορική που αποζητά ο Σωκράτης είναι ένα ιδανικό, πέρα από τις δυνατότητες της αρχαιοελληνικής ή της σύγχρονης πόλης. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος από τον Πλάτωνα επιδεικνύεται στην Πολιτεία, στην οποία χρησιμοποιούνται πολλά από τα ηθικά νοήματα του Γοργία, αλλά όπως καθίσταται απαραίτητη η φαντασίωση μιας ιδανικής πολιτείας προκειμένου να βρεθεί η δικαιοσύνη[13].
       
Ο πλατωνικός Φαίδρος
 
       Ο Φαίδρος, που γράφτηκε πιθανόν δέκα χρόνια μετά το Γοργία, χωρίζεται σε δύο μέρη, που αντιστοιχούν στις δυο μεθόδους ρητορικής καθοδήγησης που ήταν σε χρήση στην Ελλάδα του πέμπτου αιώνα[14]. Το πρώτο μισό περιλαμβάνει ένα σώμα τριών επιδεικτικών λόγων παρόμοιων με αυτούς που συνέθεσαν σοφιστές. Στο Στέφανο[15], σελίδα 257b7, ξεκινά μια θεωρητική συζήτηση ανάλογη ενός ρητορικού εγχειριδίου, που άπτεται, συχνά επικριτικά. θεμάτων όπως ο ορισμός της ρητορικής, τα μέρη της, και μορφές επιχειρηματολογίας. Ο διάλογος αποτελεί μια καλλιτεχνική ενότητα, ποτέ όμως δεν υπήρξε συμφωνία για την περιγραφή του θέματός του με λίγα λόγια. Ένα μεγάλο μέρος του ασχολείται με τη ρητορική, υπάρχει όμως και μια συζήτηση αρκετών βασικών πλατωνικών θεωριών, περιλαμβανομένου του έρωτα, της έμπνευσης και της φύσης της ψυχής. Εδώ η άποψη του Πλάτωνα για τη ρητορική είναι ότι δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ουσία της: ένας λόγος πρέπει να έχει κάποιο θέμα, και αυτό το θέμα είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Η θέση που πρόκειται να δειχθεί πρέπει να είναι ηθικά έγκυρη και να διαπλάθει τη μορφή του λόγου. Ο Πλάτων επιλέγει τον έρωτα ως θέμα των τριών λόγων του πρώτου μέρους, για ποικίλους λόγους. Πρώτον, αποτελούσε ένα κοινό ρητορικό θέμα, που ανευρίσκεται, για παράδειγμα, στο Ελένης εγκώμιον, του Γοργία. Δεύτερον, ο έρωτας χρησιμεύει ως παράδειγμα του γεγονότος ότι η ρητορική συσχετίζει τις ψυχές τόσο του ομιλητή, όσο και του ακροατή. Ο ρήτορας που προβάλλει τη θέση αυτοί' που δεν αγαπά, όπως συμβαίνει στους δύο πρώτους λόγους, βλάπτει ευθέως τόσο τον εαυτό του, όσο και το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται. Επιπλέον, η επιλογή του θέματος επιτρέπει μια αντίθεση μεταξύ της ειλικρινούς αγάπης και της κυνικής χρήσης της ρητορικής ως μιας ψυχρής άσκησης τεχνικής που ασκεί βία στα ανθρώπινα αισθήματα. Τελικά ο Πλάτων θεωρεί ότι η πραγματική ρητορική επεξηγείται καλύτερα με παραδείγματα στη διαλεκτική, με την οποία ο φιλόσοφος πείθει και εξευγενίζει την ψυχή του υποκειμένου του έρωτά του[16].
 
Ο διάλογος αρχίζει με μια. επιμελημένη εισαγωγή, ασυνήθιστη στα έργα του Πλάτωνα, κατά το ότι παρουσιάζει το Σωκράτη έξω από το συνηθισμένο περιβάλλον του στην πόλη, τοποθετώντας τον ίδιο και το Φαίδρο μόνους σε ένα ρομαντικό, φυσικό σκηνικό. Το πρώτο μισό του διαλόγου μπορεί να αναγνωσθεί ως μια απόπειρα ερωτικής και πνευματικής αποπλάνησης: αποπλάνησης του Σωκράτη από το Φαίδρο στην ομορφιά της ρητορικής και του Φαιδρού από το Σωκράτη στην αλήθεια της φιλοσοφίας. Η παιγνιώδης διάθεση της εισαγωγής αποκρύπτει μια σοβαρή πρόθεση. Ακόμη και η πρώτη γραμμή: "Αγαπητέ Φαίδρο, πού πηγαίνεις και από που έρχεσαι;", μπορεί να ερμηνευθεί σε δύο εννοιολογικά επίπεδα, ενώ σημαντικά θέματα για τη σκέψη του διαλόγου θίγονται με ελαφρότητα: π.χ. η γραφή του ονόματος Φαρμακεία[17] και η ερμηνεία του μύθου.
 
Ο Φαίδρος μελετούσε ένα αντίγραφο ενός σοφιστικού λόγου του Λυσία, τον οποίο θαυμάζει πολύ, και τελικά πείθεται να τον διαβάσει μεγαλόφωνα στο Σωκράτη. Ο Λυσίας μας είναι γνωστός κατά τα άλλα ως συγγραφέας λόγων για σοβαρές περιπτώσεις, μερικές φορές, όμως, μάλλον έπαιζε με σοφιστικούς τύπους. Αυτός ο λόγος, πάντως, είναι σχεδόν με βεβαιότητα έργο του Πλάτωνα, στον οποίο σαφώς άρεσε να επιδεικνύει τη ρητορική του δεινότητα μέσο) της μίμησης του ύφους άλλων συγγραφέων ή ομιλητών. Άλλα χτυπητά παραδείγματα αποτελούν ο μακρύς λόγος του Πρωταγόρα στο διάλογο που φέρει το όνομά του και οι έξι λόγοι, επίσης για τον έρωτα. που αποδίδονται σε γνωστούς φίλους του Σωκράτη στο Συμπόσιο. Ο λόγος που διαβάζει ο Φαίδρας προβάλλει το επιχείρημα ότι ένας νέος πρέπει να δέχεται ως εραστή του έναν πιο μεγάλο άνδρα που δεν τον αγαπά, προτιμώντας τον από κάποιον που τον αγαπά. Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις μεταξύ ανδρών και εφήβων αγοριών ήταν κοινό χαρακτηριστικό των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων στην κλασική Ελλάδα, συχνά θεωρούνταν ως μέρος της εκπαίδευσης του αγοριού και ήταν αποτέλεσμα, όχι τόσο πολύ σεξουαλικού προσανατολισμού, όσο του διαχωρισμού των φύλων και της λατρείας του ανδρικού σώματος στον αρχαιοελληνικό αθλητισμό. Το επιχείρημα, πάντως, εύκολα μπορεί να αναδιατυπωθεί με ετεροφυλικούς όρους. Μια στενή σχέση χωρίς συναισθηματική εμπλοκή είναι προτιμότερη, κατά το ότι κανένα από τα. δυο μέρη δεν έχει υπερβολικές απαιτήσεις από το άλλο και κανένα δεν αισθάνεται πόνο, όταν η σχέση φθάσει στο τέλος. Στην αρχή ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι έχει εντυπωσιαστεί αρκετά από τη γλώσσα του λόγου τον οποίο διαβάζει ο Φαίδρος, έπειτα όμως επισημαίνει αυτά που του φαίνονται ως ψεγάδια του στην εύρεση και στην τάξη. Τελικά πείθεται να δοκιμάσει τις ικανότητές του εκφωνώντας έναν καλύτερο λόγο.
 
      Ο πρώτος λόγος του Σωκράτη αποτελεί μια τεχνική βελτίωση εκείνου του Λυσία, από πλευράς της ρητορικής θεωρίας που βρισκόταν υπό εξέλιξη στην Ελλάδα του πέμπτου αιώνα. Υπάρχει ένα προοίμιο (237a77 κ.εξ.), μια διήγησις (237b2 κ.εξ.), μια πίστις (237b7 κ.εξ.) και ένας επίλογος (241 c6 κ.εξ.). Έχει μια πιο λογική ανάπτυξη, ξεκινώντας από έναν ορισμό του έρωτα (237d 1 κ.εξ.) και προχωρώντας σε μια θεώρηση των σχετικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων της προτεινόμενης σχέσης. Η πίστις είναι σε μεγάλο βαθμό έμμεση: τα μειονεκτήματα της αποδοχής του εραστή παρουσιάζονται ταξινομημένα, σε διανοητικά, φυσικά και οικονομικά. Κατά την εκφώνηση του λόγου ο Σωκράτης καλύπτει το κεφάλι του, υπονοώντας μ’ αυτό τον τρόπο το αίσθημα ενοχής που τον διακατέχει. επειδή κάνει κάτι ανήθικο. Μετά το τέλος του δοκιμάζει να, φύγει, αλλά τον σταματά ο δαίμων του, το εσωτερικό πνεύμα που του μίλα μερικές φορές, όταν πρόκειται να κάνει κάτι κακό (πρβλ. Απολογία 31c9 κ.εξ.). Ο λόγος που εκφώνησε, λέει. είναι "φοβερός, φοβερός” (242d4). Ο έρωτας είναι θεός, ή κάτι θεϊκό, αλλά οι δύο λόγοι εκφράστηκαν γι' αυτόν σαν να είναι κάτι κακό. Αυτό πρέπει να ανασκευαστεί με μια παλινωδία, όπως εκείνη του πρώιμου ποιητή Στησίχορου, που τυφλώθηκε, όταν σπίλωσε την Ελένη, και ανέκτησε την όρασή του, όταν αναθεώρησε τη γνώμη του. Στην πραγματικότητα ο λόγος του Σωκράτη είναι χειρότερος από του Λυσία, ακριβώς εξαιτίας του ότι αποτελεί ρητορική βελτίωσή του.
 
Ο Σωκράτης εκφωνεί στη συνέχεια έναν πολύ μακρύτερο λόγο. ευνοϊκό για τον πιο μεγάλο εραστή, επιδεικνύοντας σε αρκετή έκταση τη φύση της ψυχής και το»' έρωτα, με τη χρήση ενός μύθου: την πτήση της αθάνατης ψυχής προς τα επάνω, που τη φανταζόμαστε ως έναν αρματηλάτη που προσπαθεί να ελέγξει δυο φτερωτά άλογα, ένα που έχει την τάση να την τραβήξει προς τα κάτω, προς τη λαγνεία της γης, ενώ το άλλο προς τα επάνω, προς ουράνιους διαλογισμούς. Η πλατωνική μεταφυσική, στην οποία περιλαμβάνονται η θεωρία των μορφών, το δόγμα της μίμησης και η έννοια του "πλατωνικού" έρωτα, χύνεται εδώ σε ιδιαίτερα ποιητική γλώσσα, παρέχοντας οπτική συγκεκριμενοποίηση σε φιλοσοφικές αφαιρέσεις[18]. Το απόσπασμα έγινε αντικείμενο θαυμασμού από πολλούς αναγνώστες στο πέρασμα των αιώνων. Ακόμη και αν απορρίψει κανείς τις φιλοσοφικές του θέσεις, μπορεί να το εκτιμήσει ως λογοτέχνημα. Παρά την αμφιθυμία του σχετικά με τη ρητορική και τη φαινομενική απόρριψη της ποίησης από τον ίδιο στην Πολιτεία, ο Πλατών ήταν ένας ολοκληρωμένος ρητοροδιδάσκαλος και ποιητής του πεζού λόγου. Οι ρητορικές ικανότητες που επιδεικνύει σε όλους τους διαλόγους του τον έχουν καταστήσει στην πραγματικότητα έναν από τους πιο επικίνδυνους συγγραφείς στην ανθρώπινη ιστορία, υπεύθυνο για μεγάλο μέρος του δογματισμού, της έλλειψης ανεκτικότητας και της ιδεολογικής καταπίεσης που έχει χαρακτηρίσει την ιστορία της Δύσης. Οι διάλογοί, όμως, μπορούν, και μάλλον πρέπει, να διαβαστούν με ένα μη δογματικό τρόπο, ως μια εξερεύνηση σημαντικών θεμάτων της φιλοσοφίας και της ανθρώπινης ζωής, ως πρόκληση συνεχιζόμενων συζητήσεων, παρά τυφλής αποδοχής. Πράγματι, έτσι διαβάζονταν από τους συνεργάτες του Πλάτωνα, περιλαμβανόμενου του Αριστοτέλη, στην Ακαδημία, τη σχολή που ίδρυσε ο Πλάτων στην Αθήνα μετά το θάνατο του Σωκράτη.
 
Μετά το δεύτερο λόγο του Σωκράτη το ύφος του Φαίδρου αλλάζει από ρητορική περιγραφή σε διαλεκτική ανάλυση της ρητορικής. Εγείρεται αρχικά το ερώτημα της "νόμιμης" χρήσης της γραφής (257c-58e) και θα επανεμφανισθεί στο τέλος για να διαμορφώσει το διάλογο. Όπως επισημάνθηκε στο δεύτερο κεφάλαιο, αυτό ήταν ένα σημαντικό σύγχρονο πρόβλημα στην αρχαία ελληνική κοινωνία, δεδομένου ότι η στήριξη σε γραπτά κείμενα αυξανόταν στα τέλη του πέμπτου αιώνα και επηρέαζε τη σκέψη και τη σύνθεση με ποικίλους τρόπους. Εδώ, στην αρχή της συζήτησης, ο Σωκράτης απλώς παρατηρεί ότι τόσο η ομιλία, όσο και το γράψιμο μπορούν να γίνουν είτε καλά. είτε άσχημα. Στη συνέχεια συζητά για το ποιες πρέπει να είναι οι προδιαγραφές (259e- 74b). Ο καλός ρήτορας δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένος γνωρίζοντας τι φαίνεται να είναι σωστό, αλλά πρέπει να ξέρει τι είναι σωστό. Είναι επαρκής αυτή η γνώση, ή πρέπει να λαμβάνονται περισσότερα υπόψη, εάν πρόκειται η ρητορική να είναι από μόνη της μια τέχνη; Ο Σωκράτης καταθέτει έναν πρώτο ορισμό της ρητορικής ως "ένα είδος καθοδήγησης της ψυχής (ψυχαγωγία) μέσω των λέξεων, όχι μόνο στα δικαστήρια και σε κάθε είδους άλλες συνελεύσεις, αλλά και σε ιδιωτικές επαφές" (261 a7-9). Παρόλο που ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι διάδοχοί τους συνήθως θεωρούσαν τη ρητορική ως ένα είδος δημόσιας προσφώνησης, εδώ ο Πλάτων αναγνωρίζει ότι υπάρχει ένα πιο γενικό φαινόμενο της ρητορικής σε όλα τα είδη της ανθρώπινης επικοινωνίας. Στη συνέχεια ο Σωκράτης τονίζει την ανάγκη για την ύπαρξη λογικής δομής σ’ ένα λόγο, η οποία θα αποτελεί απόρροια του καθορισμού του θέματος και του διαχωρισμού του σε κατηγορίες (263b6-9) και η οποία θα είναι εμφανής στην ολική ενότητα των μερών: "Κάθε λόγος πρέπει να έχει συνοχή, σαν ένα ζωντανό ον που έχει το σώμα του, ώστε να μη λείπει τίποτα, ούτε το κεφάλι ούτε τα πόδια, αλλά να έχει μέση και άκρα που να ταιριάζουν μεταξύ τους και να προγράφονται στο σύνολο" (264c2-5).
 
Ακολουθεί η ανάλυση των βιβλίων σχετικά με τη ρητορική, που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτού τον κεφαλαίου. Οι συγγραφείς τους, λέει ο Σωκράτης, ασχολούνται μόνο με τα προκαταρκτικά. Τους λείπει η αναγκαία γνώση της λογικής απόδειξης και αφήνουν τους μαθητές τους να ανακαλύψουν πώς να πετύχουν την ενότητα (269b-c). Οποιοσδήποτε συγγράφει μια τέχνη της ρητορικής πρέπει να περιγράφει την ψυχή, με ποιο τρόπο επηρεάζει άλλες ή επηρεάζεται από αυτές, και με ποιο τρόπο ο ομιλητής πρέπει να ταιριάζει κάθε είδος λόγου σε κάθε ψυχική κατάσταση (271 a4-b5). Στη συνέχεια ακολουθεί μια επιστροφή στην ανάγκη του ομιλητή για γνώση. Εδώ παρατίθεται και αποδίδεται στον Τισία το παράδειγμα του επιχειρήματος εκ τον εικότος, το οποίο ο Αριστοτέλης αποδίδει στον Κόρακα και το οποίο παρατέθηκε πιο πάνω σ' αυτό το κεφάλαιο, με συμπέρασμα ότι η πιθανότητα μπορεί να γίνει γνωστή μόνο όταν δοκιμαστεί απέναντι στη γνώση της αλήθειας (273d-e). Ακολουθεί η ιστορία του Θωθ και τον Θάμου, με την οποία ο Σωκράτης επιστρέφει στο θέμα της γραφής, ισχυριζόμενος ότι ενθαρρύνει τη λησμονιά, ότι μπορεί να πέσει σε χέρια ατόμων που δεν την καταλαβαίνουν, ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε ερωτήματα ή να προκαλέσει αντίλογο, καθώς και ότι είναι νόθος αδελφή της πραγματικής, προφορικής συζήτησης. Εάν κάποιος ο οποίος γνωρίζει την αλήθεια και την ομορφιά χρησιμοποιεί τη γραφή, αυτό έχει το νόημα ενός είδους παιχνιδιού για διασκέδαση. Αυτό το απόσπασμα έχει χρησιμοποιηθεί από τον Derrida ως κλασικό κείμενο στη διαφωνία σχετικά με το "λογοκεντρισμό", που εμφανίστηκε στις κριτικές συζητήσεις του ύστερου εικοστού αιώνα, δηλαδή την άποψη ότι η ομιλούμενη γλώσσα έχει κάποια άμεση πρόσβαση στην πραγματικότητα, που απουσιάζει από τη γραπτή[19].
 
Ένα είδος φιλοσοφικά έγκυρης τέχνης της ρητορικής, όπως σκιαγραφείται στο Φαίδρο, μπορεί να συνοψιστεί με τον παρακάτω τρόπο: ο ομιλητής πρέπει να έχει καλή γνώση του υπό συζήτηση θέματος, καλή κατανόηση της λογικής απόδειξης και γνώση της ανθρώπινης ψυχολογίας που καθιστά δυνατή την προσαρμογή των επιχειρημάτων προς το ακροατήριο[20]. Ο στόχος της πειθούς θα πρέπει, φυσικά, να είναι η ενάρετη πράξη, η δικαιοσύνη και η πίστη στην αλήθεια. Αυτά τα αιτήματα γίνονται η βάση της θεωρίας της ρητορικής του Αριστοτέλη, αν και ο Αριστοτέλης τα προσαρμόζει σε πρακτικές πραγματικότητες σε πολύ μεγαλύτερη έκταση απ’ όση φαίνεται να επιτρέπει ο Πλάτων. Η αξίωση του Πλάτωνα να γνωρίζει ο ομιλητής την ψυχολογία του ακροατηρίου αποτελεί μια σημαντική προσθήκη, την οποίοι υ Αριστοτέλης υιοθετεί στο δεύτερο βιβλίο του έργου Τέχνη Ρητορική. Σε δημόσιες προσφωνήσεις, όμως, περιπλέκεται από την παρουσία σε πολλά ακροατήρια ανθρώπων με αποκλίνουσες αξίες και ενδιαφέροντα. Ο Πλάτων δε λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη αυτή την κατάσταση. Ο Αριστοτέλης προσπαθεί να την αντιμετωπίσει αντιμετωπίζοντας τα ακροατήρια με όρους ομάδων ατόμων με την ίδια ηλικία ή θέση.
 
Στο τέλος του Φαίδρου ο Σωκράτης μιλά για το νεαρό Ισοκράτη σαν κάποιον ο οποίος, εξαιτίας του ευγενικού χαρακτήρα του και του ενδιαφέροντος του για τη φιλοσοφία, μπορεί να εξασφαλίσει μεγάλη διάκριση στη ρητορική. Είναι δύσκολο να ξέρουμε πώς πρέπει να εκλάβουμε αυτή την αναφορά, που είναι και η μόνη ονομαστική μνεία του Ισοκράτη στα γραπτά του Πλάτωνα. Είναι μια πραγματική ελπίδα του ιστορικού Σωκράτη; Μια φιλοφρόνηση του Πλάτωνα σ' ένα διάσημο σύγχρονό του; Ή μήπως πρέπει να διαβαστεί ειρωνικά, ως υπόνοια της απογοήτευσης του Πλάτωνα για την κατεύθυνση προς την οποία είχε οδηγήσει τον Ισοκράτη η σταδιοδρομία του; Ο Ισοκράτης οπωσδήποτε αποτελεί μια σημαντική φυσιογνωμία στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής ρητορικής, και είναι ανάγκη σ’ αυτό το σημείο να εξετάσουμε τη συμβολή του.
        
Ισοκράτης
 
Ο Ισοκράτης ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερος από τον Πλάτωνα και λέγεται ότι είχε σπουδάσει κοντά στον Πρόδικο, στο Γοργία και σε άλλους. Οπωσδήποτε γνώριζε το Σωκράτη[21]. Μετά την απώλεια της οικογενειακής του περιουσίας στον Πελοποννησιακό πόλεμο έγινε λογογράφος, συγγραφέας λόγων για άλλους, προκειμένου να εκφωνηθούν στα δικαστήρια. Από αυτούς διασώζονται έξι. Περί το 390 π.Χ. άνοιξε μια σχολή στην Αθήνα, όπου τα. επόμενα σαράντα χρόνια δίδαξε ένα μεγάλο αριθμό νέων ανδρών. Μερικοί από τους μαθητές του έγιναν διακεκριμένοι πολιτικοί ηγέτες ή συγγραφείς. Ο λόγος Κατά των σοφιστών, τον οποίο έγραψε περίπου την περίοδο που άνοιξε τη σχολή του, ο οποίος όμως διασώζεται μόνο αποσπασματικά, δίνει μια εικόνα του τι είχε κατά νου να κάνει εκεί και μπορεί να συμπληρωθεί από τη μεταγενέστερη περιγραφή του στο λόγο Περί αντιδόσεως. Ο ίδιος ο Ισοκράτης έχει συχνά θεωρηθεί σοφιστής. Μοιάζει με τους σοφιστές στο ότι δεχόταν πληρωμή για τη διδασκαλία του[22], παρείχε εκπαίδευση σε σχέση με τα προσόντα που ήταν απαραίτητα για την επιτυχία στο δημόσιο βίο και έγραφε λόγους που αποτελούσαν υποδείγματα μίμησης για άλλους. Κατέβαλλε, όμως, μεγάλες προσπάθειες για να διαφοροποιήσει τον εαυτό του από τους σοφιστές, όπως και, στην πραγματικότητα, από κάθε άλλο δάσκαλο της εποχής του. Ισχυρίζεται ότι δίδασκε τη φιλοσοφία, και ποτέ δεν αναφέρεται στην τέχνη του ως ρητορική, αλλά πάντα ως τέχνη του λόγου, όρο, όμως, με τον οποίο εννοεί την τέχνη της πολιτικής συζήτησης για σημαντικά θέματα. Ποτέ δεν αναφέρει τον Πλάτωνα ονομαστικά, είναι, όμως, εύκολο να θεωρηθούν τα γραπτά του, υπό μία έννοια, ως απάντηση στις σωκρατικές και πλατωνικές επικρίσεις της ρητορικής, όπως ανευρίσκονται στο Γοργία. Αυτός ο διάλογος αντιτίθεται στη ρητορική με το επιχείρημα ότι της λείπει οποιοσδήποτε θεματικός πυρήνας, και ότι συνεπώς δεν αποτελεί μια μορφή γνώσης.
 
Ο Ισοκράτης προσπάθησε να παρουσιάσει έναν κατάλληλο θεματικό πυρήνα και να διδάξει τη γνώση του. Το θέμα που κατέληξε να προτιμά ήταν ο Πανελληνισμός, η πολιτιστική ενότητα όλων των Ελλήνων και η ανάπτυξη μιας διεθνούς πολίτικης για τη διατήρηση και την προαγωγή του. Ο τύπος της έκθεσης που επέλεξε ήταν η συγγραφή επιμελημένα προσεγμένων πραγματειών, επιδεικτικών κατά το ύφος, αν και μερικές φορές διαμορφωμένων σύμφωνα με τις κατηγορίες των συμβουλευτικών ή δικανικών λόγιον, ή των επιστολών, τις οποίες μελετούσαν οι μαθητές του ως υποδείγματα σύνθεσης και οι οποίες δημοσιεύονταν ως φυλλάδια για ανάγνωση από το κοινό.
 
Στο έργο Κατά των σοφιστών ο Ισοκράτης πρώτα (1-8) επιτίθεται στον ισχυρισμό των σοφιστών - κανείς δεν κατονομάζεται συγκεκριμένα - που θεωρούν αλαζονικά ότι μεταδίδουν στους μαθητές όλα όσα χρειάζεται να μάθουν για να είναι ευτυχισμένοι, επιτυχημένοι και εύποροι. Αυτοί οι δάσκαλοι είναι διψασμένοι για χρήμα, δύσπιστοι προς τους μαθητές τους και χωρίς οποιαδήποτε γνώση των θεμάτων που παριστάνουν ότι διδάσκουν. Μια δεύτερη ομάδα στην οποία επιτίθεται (91-4) είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι διδάσκουν πολιτικούς λόγους, πολιτική ρητορεία. Εκείνοι δεν δίνουν καθόλου προσοχή στην ικανότητα ή στην εμπειρία και διδάσκουν κάποιους δύσκαμπτους κανόνες, χωρίς καμιά μέριμνα για το πώς θα εφαρμοστούν με κατάλληλο τρόπο: "οι λόγοι είναι καλοί μόνο εάν χαρακτηρίζονται από επικαιρότητα (καιρός), καταλληλότητα ύφους και πρωτοτυπία". Ο Ισοκράτης στη συνέχεια σκιαγραφεί την άποψή του για τη διδασκαλία. Πρώτα, ο μαθητής πρέπει να έχει κάποια εγγενή ικανότητα, την οποία η εκπαίδευση μπορεί να βελτιώσει, για παράδειγμα, δείχνοντας στους μαθητές πού να ψάξουν για θέματα προς επιχειρηματολογία και ενθαρρύνοντας την αυτοβελτίωση. Το παρακάτω απόσπασμα είναι η πιο συγκεκριμένη περιγραφή των προτεινόμενων μεθόδων του την οποία παραθέτει ο Ισοκράτης:
 
Αφού έφθασα τόσο μακριά, θέλω να μιλήσω πιο καθαρά γι’ αυτά τα θέματα. Λέω ότι η αντίληψη κάποιας γνώσης των ιδεών, με αφετηρία τις οποίες μιλάμε και συνθέτουμε όλους τους λόγους, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη, εάν κανείς αφοσιωθεί, όχι σ’ αυτούς που δίνουν εύκολες υποσχέσεις, αλλά σ’ εκείνους που γνωρίζουν κάτι γι' αυτήν. Το ποιαν, όμως, θα πρέπει κανείς να επιλέξει από αυτές για κάθε θέμα και να συνενώσει με άλλες και να συναρμόσει επιδέξια, και επιπλέον να μην υποπέσει σε ολίσθημα σχετικά με τις κατάλληλες στιγμές για να τις χρησιμοποιήσει, αλλά το να καλλωπίζει ολόκληρο το λόγο κατάλληλα με εντυπωσιακές σκέψεις και το να μιλά με ρυθμικές και μουσικές λέξεις. αυτά τα πράγματα απαιτούν πολλή μελέτη και φαίνονται έργο ανδροπρεπούς και πρωτότυπης ψυχής[23], και ο μαθητής θα πρέπει, πέρα από το να έχει την αναγκαία φυσική ικανότητα, να μάθει τα σχήματα του λόγου και να ασκηθεί στη χρήση τους, ενώ ο δάσκαλος, από την πλευρά του, πρέπει να διεξέλθει αυτά τα θέματα τόσο προσεκτικά, ώστε να μην παραλείψει τίποτε απ’ όσα μπορούν να διδαχθούν, και εν πάση περιπτώσει πρέπει να δώσει ο ίδιος ένα τέτοιο παράδειγμα, ώστε αυτοί που διαμορφώνονται και είναι σε θέση να τον μιμηθούν, να διαπρέπουν από την αρχή στο λόγο, με πιο περίτεχνο και χαριτωμένο τρόπο από άλλους. Όταν όλα αυτά τα πράγματα συνδυάζονται, όσοι ασχολούνται με τη φιλοσοφική μελέτη θα εξασφαλίσουν πλήρη επιτυχία. Στο βαθμό, όμως, που παραλείπεται οποιοδήποτε από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, κατ’ ανάγκη οι μαθητές θα είναι σε χειρότερη μοίρα.
 
Αυτό το απόσπασμα δείχνει τη συνειδητοποίηση από τον Ισοκράτη ενός αριθμού στοιχείων που καθιερώθηκαν στη μεταγενέστερη ρητορική θεωρία. Η ρητορική ικανότητα είναι μια μορφή γνώσης. Στην προκειμένη περίπτωση η αρχαία ελληνική λέξη επιστήμη χρησιμοποιείται από τον Πλάτωνα με την έννοια "πλήρης και συγκεκριμένη γνώση της αλήθειας". Στο Γοργία ο Σωκράτης αρνείται ότι έχει εφαρμογή στη ρητορική, όπως ασκείται στην εποχή τον. Για τον Ισοκράτη θα έχει την έννοια της γνώσης αυτού που αποκαλεί "ιδέες". Ο Αριστοτέλης θα χρησιμοποιήσει μια συναφή λέξη (ίδια) για να περιγράφει τις προτάσεις ή θέματα της πολιτικής και την ηθική που προβάλλει ένας ομιλητής. Η γνώση αυτών των θεμάτων μπορεί να προέλθει από το (διάβασμα ή από την ανάλυση κάποιου (δασκάλου, αλλά κατά τη σύνθεση του λόγου ο μαθητής πρέπει να επιλέξει μεταξύ των διαθέσιμων θεμάτων. Μέχρι αυτό το σημείο ο Ισοκράτης εξετάζει αυτό που έχει καταλήξει να είναι γνωστό στη ρητορική θεωρία ως εύρεσις. Στη συνέχεια προχωρά στην τάξη. Ο μαθητής πρέπει να μάθει πώς να διευθετεί τις ιδέες και να εκμεταλλεύεται την κατάλληλη συγκυρία (καιρός) για να τις θέτει σε εφαρμογή. Τρίτον, ο Ισοκράτης θίγει το θέμα της λέξης. Αυτό είναι το αρχαιότερο απόσπασμα στα Ελληνικά που φαίνεται να δείχνει γνώση της εύρεσης, της τάξης και της λέξης, ως τριών μερών της ρητορικής. Ο μαθητής πρέπει να είναι σε θέση να. κοσμεί ένα λόγο κατά τον κατάλληλο τρόπο. Ο καλλωπισμός και η ευπρέπεια θα οριστούν από μεταγενέστερους δασκάλους ως δύο από τις "αρετές” του καλού ύφους. Η λέξη αποδίδεται ως ενθυμήματα, εντυπωσιακές σκέψεις, και θα υιοθετηθεί από τον Αριστοτέλη με την έννοια του ρητορικού συλλογισμού. Εδώ ο Ισοκράτης φαίνεται να τη χρησιμοποιεί περισσότερο με υφολογική παρά με λογική έννοια. Ίσιος ο όρος αναφέρεται στη διεύρυνση των ιδεών, όπως ανευρίσκονται στις μακρές περιόδους των γραπτών του ίδιου του Ισοκράτη.
 
Από τα στοιχεία της ρητορικής ο Ισοκράτης στρέφεται στη συνέχεια στην εκπαιδευτική μέθοδο. Εδώ, όπως κι αλλού, τονίζει με έμφαση ότι ο σπουδαστής πρέπει να διαθέτει κάποια φυσική ικανότητα. Αυτή είναι δυνατόν να βελτιωθεί με τη μάθηση και με την άσκηση. Με τον όρο τύποι λόγου ο Ισοκράτης ίσιος εννοεί τα διάφορα ρητορικά είδη, όπως αυτά τα οποία άσκησε ο ίδιος: πανηγυρικούς, εγκώμια, απολογίες και επιστολές. Το απόσπασμα φαίνεστε να υπονοεί ότι ο Ισοκράτης περίμενε ότι θα προσέφερε κάποια συστηματική ανάλυση της ρητορικής, ίσως υπό μορφή διαλέξεων: να διεξέλθει αυτά τα θέματα... προσεκτικά. Ίσως, πάντως, αυτή να έλαβε τη μορφή μιας επίκρισης κάποιου γραπτού λόγου, στην οποία να τόνιζε τη χρήση της εύρεσης, της τάξης και της λέξης. Ο ίδιος θα παραθέσει παραδείγματα προς μίμηση. Πράγματι, αυτή φαίνεται ότι ήταν η κύρια δραστηριότητά του. Συμβούλευε τους πιο προχωρημένους μαθητές του αναθεωρώντας τα δικά του γραπτά και επιζητούσε την κριτική τους (πρβλ. Παναθηναϊκό 200), ενώ οι μαθητές του έγραφαν λόγους τους οποίους έκρινε ο ίδιος και τους βοηθούσε να τους βελτιώσουν. Στο τέλος του αποσπάσματος ο Ισοκράτης αναφέρεται στους μαθητές του ως ασχολούμενους με τη φιλοσοφική μελέτη, μια φράση η οποία ίσως ηχούσε κατά κάποιο τρόπο άσχημα στα αυτιά του Πλάτωνα. Ο Ισοκράτης διαχωρίζει τον εαυτό του από τους σοφιστές, αλλά αυτό που διδάσκει είναι η σοφία, η γνώση με την πρακτική έννοια, αυτό που ο Αριστοτέλης θα αποκαλέσει φρόνησιν.
 
Από αυτό το σημείο ο λόγος Κατά των σοφιστών συνεχίζει (19-20) με μια επίθεση εναντίον των συγγραφέων ρητορικών εγχειριδίων "που έζησαν πριν από την εποχή μας" καί οι οποίοι υποκρίνονταν ότι δίδασκαν τον τρόπο χειρισμού μηνύσεων. Αυτοί είναι οι χειρότεροι απ' όσους επιλέγει να κρίνει, απλοί δάσκαλοι της πολυπραγμοσύνης και της απληστίας. Ο Ισοκράτης δεν θεωρεί ότι υπάρχει κάποια τέχνη που είναι σε θέση να διδάξει τον αυτοέλεγχο και τη δικαιοσύνη σε όσους δεν την έχουν. Πιστεύει, όμως, ότι η μελέτη πολιτικών πραγματειών μπορεί να βοηθήσει να διεγερθεί και να σχηματισθεί η αρετή (21). Στη συνέχεια ο λόγος διακόπτεται στο σημείο όπου ο Ισοκράτης πρόκειται να εξηγήσει το νόημά του πιο ολοκληρωμένα και αφήνει την αίσθηση ότι στην Αθήνα του πρώιμου τέταρτου αιώνα υπήρχαν πολλοί ρητοροδιδάσκαλοι -πολύ περισσότεροι απ' όσους μπορούμε να αναγνωρίσουμε σήμερα- που παρείχαν διδασκαλία λεκτικών δεξιοτήτων, συχνά πολύ επιφανειακής μορφής. Ο Πλάτων δεν μπορούσε να αναφερθεί σ’ αυτούς στους διαλόγους που τοποθετούνται δραματικά στη διάρκεια της ζωής του Σωκράτη, η ύπαρξή τους, όμως, ίσιος αποτελεί έναν από τους λόγους της οξύτητας της κριτικής του για τη διδασκαλία της ρητορικής. Είναι πιθανό ότι μεταξύ τους περιελάμβανε και τον Ισοκράτη. Συνεπώς η αναφορά στο "νεαρό Ισοκράτη" στο τέλος του Γοργία μπορεί κάλλιστα να είναι ειρωνική.
 
Περί το 354 π.Χ., όταν ήταν ογδόντα, δύο ετών, ο Ισοκράτης διαπίστωσε με πόνο ότι στην Αθήνα επικρατούσε εχθρότητα εναντίον του, με βάση την αντίληψη ότι είχε πλουτίσει και την παρανόηση όσων συνέβαιναν στη σχολή του. Αυτό το γεγονός τον προκάλεσε να γράψει τον Περί αντιδόσεως, ένα μακρύ λόγο στον οποίο υπεραμύνεται της ζωής και του έργου του. Ο λόγος αποτελεί μιαν "απολογία". Ο Ισοκράτης φαντάζεται τον εαυτό του να δικάζεται για τη ζωή του, όπως ο Σωκράτης, με την κατηγορία ότι μετέτρεψε την "πιο αδύνατη υπόθεση σε ισχυρότερη" (15) και ότι διέφθειρε τους νέους (30). Ο λόγος περιέχει πολλούς υπαινιγμούς στην Απολογία του Πλάτωνα. Ο Ισοκράτης παραθέτει τμήματα λόγων του ως μαρτυρίες της αφοσίωσής του στην αλήθεια, στην πατρίδα του και σε υψηλά ηθικά πρότυπα. Παραθέτει λιγότερες λεπτομέρειες για τη σχολή του απ’ όσες θα θέλαμε, αλλά λέει ότι οι μαθητές παρέμεναν μαζί του για τρία ή τέσσερα χρόνια, ενώ κατονομάζει και μερικούς από αυτούς (93). Ο πιο γνωστός μαθητής του ήταν ο Τιμόθεος, που διατέλεσε σημαντικός στρατηγός στο δεύτερο τέταρτο του τέταρτου αιώνα. Ο Τιμόθεος, όμως, είχε ενμέρει δυσφημιστεί και ο Ισοκράτης βρίσκεται στην ανάγκη να παρουσιάσει μια υπεράσπισή του (101-39). Ο Τιμόθεος ήταν έξοχος. αλλά θεωρούνταν ψυχρός και αλαζονικός. Υπάρχει ένα ενδιαφέρον απόσπασμα, στο οποίο ο Ισοκράτης αναφέρει πως είχε προσπαθήσει να κάνει τον Τιμόθεο να βελτιώσει τις σχέσεις του με το λαό. Δέχεται ότι οι πολίτικοι ηγέτες πρέπει να λένε ό, τι είναι αληθινό και δίκαιο. "όμως ταυτόχρονα δεν πρέπει να παραμελούν τη μελέτη και τη σωστή εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο θα μπορούν να πείσουν το λαό, με καθετί που λένε και κάνουν, για την προσήνεια και τη μέριμνά τους για τον άνθρωπο” (132). Αυτή η άποψη αντιπροσωπεύει σαφώς έναν πρακτικό συμβιβασμό σε σχέση με τα σωκρατικά πρότυπα της ρητορικής. Ο Ισοκράτης έχει θεωρηθεί σε μερικές περιπτώσεις ως ο πατέρας της φιλελεύθερης εκπαίδευσης: υπερασπίζεται (167-88. 261-69) ένα πρόγραμμα σπουδών που δεν έχουν άμεση πρακτική χρησιμότητα, ούτε πρόκειται να δημιουργήσουν προοπτικές σταδιοδρομίας για. όλα τα. άτομα, αλλά εκπαιδεύουν το νου. Την εκπαίδευση του νου αποκαλεί "φιλοσοφία", για την οποία λέει ότι αποτελεί το αντίστοιχο της "γυμναστικής", ή της άσκησης του σώματος. Καθεμία τους περιέχει παράλληλες μορφές καθοδήγησης, άσκησης και άλλων σπουδών (181)[24]. Στα. μέρη 253-57 επαναλαμβάνει το απόσπασμα που παρατέθηκε στο δεύτερο κεφάλαιο, στο οποίο εγκωμιάζεται η κεντρικότητα του λόγου στην ανθρώπινη ζωή. Επιστρέφοντας στα πλεονεκτήματα της φιλελεύθερης εκπαίδευσης, προειδοποιεί τους νέους να μην αφιερώνουν πάρα πολύ χρόνο σε φιλοσοφικές λεπτολογίες, και ειρωνεύεται τις θεωρίες των προσωκρατικών φιλοσόφων, περιλαμβανόμενων του Εμπεδοκλή και του Παρμενίδη, καθώς και την απόπειρα του Γοργία να αποδείξει ότι δεν υπάρχει τίποτα (268-69). Παρόλο που ο Πλάτων δεν κατονομάζεται, πρόκειται σίγουρα για επίκριση των επιστημολογικών και των οντολογικών ενδιαφερόντων της Ακαδημίας, ως απώλειας χρόνου.
 
Προς το τέλος του λόγου (274-78) ο Ισοκράτης, σε προχωρημένο στάδιο της σταδιοδρομίας του, εκθέτει τη φιλοσοφία του για τη ρητορική εκπαίδευση:
 
Πιστεύω ότι ποτέ δεν υπήρξε ότι υπάρχει τώρα κάποια τέχνη που θα μπορούσε να ενσταλάξει την αρετή και τη δικαιοσύνη σ’ εκείνους που έχουν διεφθαρμένη φύση, και ότι. όσοι δίνουν υποσχέσεις γι’ αυτό το θέμα, θα βαρεθούν και να πάψουν τα επιπόλαια λόγια τους προτού ανακαλύψουν κάτι τέτοιο. Πιστεύω, όμως. ότι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν καλύτεροι και πιο άξιοι, εάν έχουν τη φιλοδοξία να μιλούν καλά και εάν είναι ξετρελαμένοι με την ιδέα της δυνατότητας να πείθουν τους ακροατές τους, και αν. επιπλέον, αφοσιωθούν στο σκοπό που πρέπει να επιτευχθεί, όχι το σκοπό όπως τον κατονομάζουν οι αδαείς, αλλά σ’ αυτό που έχει πραγματικά αυτή την έννοια. Τον τρόπο με τον οποίο έχει η υπόθεση σκοπεύω να τον διευκρινίσω αμέσως.
 
Πρώτα, δεν είναι δυνατόν ένα πρόσωπο, που επιλέγει να μιλά η να γράφει λόγους άξιους επαίνου και τιμής, να υποστηρίζει άδικες ή μικροπρεπείς υποθέσεις, ή εκείνες που αφορούν ιδιωτικές συμβάσεις. Αντίθετα, θα επιλέγει μεγάλα, ωραία και ανθρώπινα θέματα και τέτοια που αφορούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Γιαπί εάν δε βρίσκει τέτοια, δεν θα πετύχει κανέναν από τους στόχους του. Δεύτερον, από τα. έργα που προσιδιάζουν στην υπόθεσή του θα επιλέγει εκείνα, που είναι πιο ταιριαστά και περισσότερο ευνοϊκά, και προσαρμόζοντας τον εαυτό του στη σκέψη και στην κρίση παραδειγμάτων αυτού του είδους, θα. αισθάνεται την επίδραση τους όχι μόνο σε σχέση με τον προκείμενο λόγο, αλλά και σε άλλες ενέργειες, έτσι ώστε η ομιλία, και η σωστή σκέψη να καταστούν ένα. χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνων που έχουν ευνοϊκή προδιάθεση για τη φιλοσοφία και τη φιλοδοξία. Κάποιος που θέλει να πείσει άλλους δε θα είναι αδιάφορος για την προσωπική του αρετή, αλλά θα. δίνει ιδιαίτερη προσοχή σ’ αυτήν, ώστε να αποκτήσει την καλύτερη φήμη μεταξύ των συμπολιτών του. Ποιος δε γνωρίζει ότι οι λέξεις φαίνονται πιο πραγματικές όταν τις εκστομίζουν εκείνοι που ζουν σωστά, παρά εκείνοι, οι ζωές των οποίων έχουν γίνει αντικείμενα κριτικής, και ότι οι αποδείξεις που βασίζονται στη ζωή ενός προσώπου έχουν μεγαλύτερη αξία από εκείνες που παρατίθενται στο λόγο: Έτσι, όσο πιο έντονα επιθυμεί ένα πρόσωπο να. πείσει τους ακροατές του, τόσο περισσότερο θα προσπαθεί να είναι έντιμο και καλό και να έχει καλή υπόληψη μεταξύ των πολιτών.
 
Εδώ ο Ισοκράτης επιχειρηματολογεί υπέρ ενός είδους εθισμού της συμπεριφοράς. Βάλτε τους μαθητές να ενασκηθούν σε θέματα σχετικά με τον πατριωτισμό και την αρετή, με τη δικαιοσύνη και την εγκράτεια, με το κουράγιο και τη σοφία. Αναγκάστε τους να μελετήσουν παραδείγματα από την ιστορία και να κάνουν επιλογές μεταξύ αυτών των παραδειγμάτων προκειμένου να επεξηγήσουν τα. επιχειρήματά τους. Ενθαρρύνετε τη φιλοδοξία τους να γίνουν μεγάλοι ρήτορες. Μ' αυτό τον τρόπο θα διαπλαστούν οι χαρακτήρες τους. και όχι μόνο θα εφαρμόσουν στους λόγους τους τα μαθήματα που έμαθαν, αλλά και θα προσπαθήσουν να φθάσουν στο ύψος αυτών των προτύπων, γνωρίζοντας ότι η αποτελεσματικότητά τους με ένα ακροατήριο θα είναι σε ένα μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της εμπιστοσύνης του ακροατηρίου στο χαρακτήρα τους. Όσο πιο φιλόδοξοι είναι, τόσο πιο ενάρετοι θα γίνουν. Ο χαρακτήρας (ήθος) είναι ένας σημαντικός παράγοντας στη ρητορική, μερικές φορές ο πιο σημαντικός. Ο Αριστοτέλης, ο Κικέρων και ο Κοϊντιλιανός θα εξετάσουν το ρόλο του. Το πρόγραμμα του Ισοκράτη για ηθική βελτίωση μέσο) του διαβάσματος και του γραψίματος για την αρετή έχει καταστεί ένα παραδοσιακό τμήμα της εκπαίδευσης στη Δύση. Δεν οδηγεί, όμως, πάντοτε στην επιτυχία, και το ερώτημα εάν και πώς μπορεί να διδαχθεί η αρετή, που εξετάζεται και από τον Πλάτωνα στον Πρωταγόρα, εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης.
 
Υπάρχουν αναφορές στην τέχνη του Ισοκράτη και σε μεταγενέστερους συγγραφείς[25]. Μερικές ενδεχομένως αποτελούν αναφορές στην "τέχνη" που ανευρίσκεται στους δημοσιευμένους λόγους του, άλλες όμως είναι αναφορές σε κάποιο εγχειρίδιο. Ο νεαρός Κικέρων δεν μπορούσε να βρει ένα αντίτυπο, ήξερε όμως για τους "κανόνες" που δίδασκαν οι μαθητές του Ισοκράτη (Περί ευρέσως / De inventione) 2.7). Αργότερα κάνει αναφορά σε κάποια ανάλυση του Ισοκράτη στη Συναγωγή του Αριστοτέλη (Βρούτος / Brutus 48), η οποία μπορεί συνεπώς να αποτελεί μία πηγή. Μια ανώνυμη βιογραφία του Ισοκράτη μνημονεύει ότι ο Αριστοτέλης ανέφερε στη Συναγωγή ότι ο Ισοκράτης είχε γράψει ένα ρητορικό εγχειρίδιο, αλλά ότι αργότερα το κατέστρεψε ο ίδιος[26]. Ο Κοϊντιλιανός είχε υπόψη του ένα εγχειρίδιο που αποδιδόταν στον Ισοκράτη, αλλά δεν ήταν σίγουρος ότι ήταν γνήσιο (2.15.4).
 
Αναφέρει, πάντως, ότι ο Ισοκράτης ήταν ο πρώτος που θεωρούσε τη ρητορική ως δύναμιν, "ισχύ, ικανότητα", ορισμό ο οποίος παρατίθεται στον Κατά των σοφιστών, που μνημονεύθηκε πιο πάνω. και ότι όρισε τη ρητορική ως πειθούς δημιουργόν, ορισμό που είδαμε ότι αποδιδόταν στο Γοργία από τον Πλάτωνα. Αλλού ο Κοϊντιλιανός λέει πως ο Ισοκράτης θεωρούσε ότι ο έπαινος και η κατηγορία ήταν παρόντα σε κάθε μορφή ρητορείας (3.4.1 1) και ότι οι θιασώτες του Ισοκράτη έχουν την αξίωση η διήγησις σε ένα. λόγο να είναι σαφής, σύντομη και πιθανή (4.2.31), προσθέτοντας ότι ο Αριστοτέλης αναφέρεται στον Ισοκράτη, όταν αντιτίθεται στην απαίτηση για βραχυλογία (Τέχνη Ρητορική 3.16.4)[27]. Ο Συριανός, ένας ρητοροδιδάσκαλος του πέμπτου αιώνα μετά Χριστόν, ισχυρίζεται ότι ήταν γνώστης μιας συζήτησης για το ύφος σε μια "ιδιωτική τέχνη1' του Ισοκράτη[28], που θα μπορούσε να είναι κάποιου είδους εγχειρίδιο για τους μαθητές του, ή να δηλώνει τις προφορικές του οδηγίες, όπως καταγράφτηκαν από τους μαθητές του. Σύμφωνα με το Συριανό, ο Ισοκράτης έδινε έμφαση στην καθαρότητα της άρθρωσης, στην αποφυγή της χασμωδίας[29] και στην προσεκτική χρήση διαζευκτικών συνδέσμων. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά του ύφους του Ισοκράτη στο γραπτό, πεζό λόγο, στους δημοσιευμένους λόγους του.
 
Οι σύγχρονοι λόγιοι συχνά κάνουν διαχωρισμό μεταξύ μιας Ισοκρατικής παράδοσης στην κλασική ρητορική, προς την οποία αντιπαραβάλλεται μια Αριστοτελική παράδοση[30]. Υπ’ αυτή την έννοια η Ισοκρατική παράδοση δίνει έμφαση στη γραπτή παρά στην προφορική διαπραγμάτευση, στον επιδεικτικό παρά στο συμβουλευτικό ή στο δικανικό λόγο, στο ύφος παρά στην επιχειρηματολογία, στη διεύρυνση και στην άμβλυνση παρά στη σφριγηλότατα. Αυτή η διάκριση προέρχεται συγκεκριμένα από ένα χωρίο στο λόγο του Κικέρωνα Περί ευρέσεως (2.8), όπου γίνεται λόγος για δύο "οικογένειες" δασκάλων στην περίοδο μετά τον Ισοκράτη και τον Αριστοτέλη, από τις οποίες η μία ενδιαφερόταν κυρίως για τη φιλοσοφία, αλλά έδινε κάποια προσοχή και στη ρητορική, ενώ η άλλη ήταν αφοσιωμένη αποκλειστικά στο ενδιαφέρον του λόγου. Ο Κικέρων λέει, πάντως, ότι οι δυο παραδόσεις έχουν συγχωνευθεί, και μια από τις μεγάλες αποστολές του στο λόγο Περί τον ρήτορας ήταν να ενθαρρύνει μια τέτοια ένωση. Ο Κοϊντιλιανός (3.1.13) μιλά για "διαφορετικά μονοπάτια” στους δυο ακόνες που μεσολάβησαν από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Ερμαγόρα, αλλά φαίνεται να έχει κατά νου τους Περιπατητικούς διαδόχους του Αριστοτέλη, τους Ισοκρατικούς, και άλλους, από τους οποίους αναφέρει το Θεοδέκτη. Εάν ο όρος γίνει δεκτός με μια πολύ γενική έννοια, η Ισοκρατική παράδοση μπορεί να θεωρηθεί ότι αναβίωσε το δεύτερο αιώνα μετά Χριστόν, στο κίνημα που είναι γνωστό ως "Δεύτερη σοφιστική", χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του οποίου είναι κυρίως ο Αίλιος Αριστείδης. Αυτοί οι ύστεροι σοφιστές συμμερίζονται την προτίμηση του Ισοκράτη για την επιδεικτική ρητορεία, τη διεύρυνση και την άμβλυνση. Οι ρήτορες, όμως, και οι ρητοροδιδάσκαλοι της Δεύτερης σοφιστικής δε θα αναγνώριζαν τον Ισοκράτη ως το μοναδικό τους πρότυπο. Αντίθετα, επιζητούσαν περισσότερο να κατακτήσουν την αγνότητα και τη σαφήνεια της αττικής πρόζας του τέταρτου π.Χ. αιώνα και βρήκαν πρότυπα στον Πλάτωνα, στον Ξενοφώντα, στο Δημοσθένη και σε άλλους, παράλληλα με τον Ισοκράτη.
       
Η Ρητορική προς Αλέξανδρον
 
Από την Ελλάδα του τέταρτου π.Χ. αιώνα διασώζονται δύο συστηματικά έργα περί ρητορικής. Το πιο διάσημο είναι η πραγματεία του Αριστοτέλη Τέχνη Ρητορική, που έλαβε τη σημερινή της μορφή πιθανόν περί το 335 π.Χ. Το άλλο, ενδεχομένως ένα πιο τυπικό εγχειρίδιο της εποχής, ονομάζεται Ρητορική προς Αλέξανδρον[31]. Ο τίτλος του προέρχεται από μια εισαγωγική επιστολή, δήθεν του Αριστοτέλη προς το Μέγα Αλέξανδρο, που είχε ως συνέπεια το έργο να διασωθεί μαζί με τα γραπτά του Αριστοτέλη. Αυτή η αφιερωτική επιστολή θεωρείται από όλους του σύγχρονους λογίους (»ς πλαστή. Υπάρχουν πλαστές επιστολές που φέρουν επίσης τα ονόματα του Πλάτωνα, του Δημοσθένη, του Αισχίνη και άλλων, αν και. δεν είναι εντελώς κατανοητό γιατί γράφτηκαν τέτοια πράγματα. Από μια ιστορική αναφορά στο όγδοο κεφάλαιο, φαίνεται ότι η Ρητορική προς Αλέξανδρον γράφτηκε μετά το 341 π.Χ., ενώ η ύπαρξη ενός αποσπάσματος παπύρου (πάπυρος Hibeh 26), που είναι δυνατό να χρονολογηθεί στον τέταρτο αιώνα, οδηγεί στην υπόθεση ότι γράφτηκε λίγο καιρό μετά από εκείνη τη χρονολογία, καθιστώντας την σύγχρονη με το έργο του Αριστοτέλη Τέχνη Ρητορική. Ο αρχικός συγγραφέας θα μπορούσε να είναι ο Αναξιμένης από τη Λάμψακο, ο οποίος, όπως ο Αριστοτέλης, ήταν ένας από τους δασκάλους του Αλεξάνδρου, η ταύτιση όμως βασίζεται μόνο σε ένα απόσπασμα του Κοϊντιλιανού (3.4.9), όπου αναφέρεται ότι ο Αναξιμένης αναγνώριζε επτά είδη ρητορείας: την προτρεπτική, την αποτρεπτική, την επαινετική, την υβριστική, την κατηγορητική, την υπερασπιστική και τη διερευνητική. Αυτό δηλώνεται στη δεύτερη πρόταση της πραγματείας και αποτελεί τη βάση της ανάλυσης όσων ακολουθούν. Η πρώτη πρόταση εισάγει επιπλέον τον αριστοτελικό διαχωρισμό των τριών ειδών, ο οποίος, όμως, κατά τα άλλα δεν ακολουθείται. Αμέσως μετά την πλαστή εισαγωγική επιστολή μπορεί κάλλιστα να βρίσκεται μια μικρή αλλαγή που έκανε ο συγγραφέας της. Στο τέλος της εισαγωγικής επιστολής αποκαλύπτονται δύο πηγές στις οποίες ο πλαστογράφος ισχυρίζεται ότι βασίστηκε ενμέρει η πραγματεία: η Θεοδέκτεια του Αριστοτέλη, που θα εξεταστεί παρακάτω, και η τέχνη του Κόρακα. Η αναφορά στη Θεοδέκτεια ίσως είναι απόρροια της επίγνωσης κάποιων ομοιοτήτων με τη σωζόμενη πραγματεία του Αριστοτέλη Τέχνη Ρητορική, η αναφορά, όμως, στην προβληματική φυσιογνωμία του Κόρακα μάλλον συνδέει την πραγματεία μόνο με τη χειρόγραφη παράδοση, για την οποία υπήρχε η αντίληψη ότι ξεκίνησε με τον Κόρακα.
 
Ο Αναξιμένης, εάν ήταν αυτός ο συγγραφέας, δεν έκανε καμία απευθείας χρήση της εκτεταμένης διατριβής του Αριστοτέλη, γιατί δε λέει τίποτε για τις χαρακτηριστικότερες και πιο πρωτότυπες θεωρίες του Αριστοτέλη, ούτε χρησιμοποιεί την ορολογία του. Τα τρία αριστοτελικά μέσα πειθούς, τα τρία είδη της ρητορικής και. οι θεωρίες του ενθυμήματος, του παραδείγματος και της μεταφοράς αγνοούνται εξ ολοκλήρου. Δεν υπάρχει τίποτε που να αντιστοιχεί στη σημαντική περιγραφή του Αριστοτέλη, στο δεύτερο βιβλίο, για τα αισθήματα και το χαρακτήρα. Η λέξη ρητορική δεν εμφανίζεται ποτέ στην πραγματεία, παρά μόνο στον τίτλο, που αποτελεί μάλλον μεταγενέστερη προσθήκη, ενώ δεν παρατίθεται και κανένας ορισμός της τέχνης. Από την άλλη πλευρά υπάρχει ένας παραλληλισμός στη δομή μεταξύ του Τέχνη Ρητορική και της Ρητορικής προς Αλέξανδρον. Τα κεφάλαια 1-5 της δεύτερης ασχολούνται με συγκεκριμένα επιχειρήματα για κάθε είδος της ρητορικής και αντιστοιχούν χονδρικά με το πρώτο βιβλίο του έργου του Αριστοτέλη. Τα κεφάλαια 6-22 ασχολούνται με αυτά που ονομάζονται χρήσεις, και τα οποία μοιάζουν μ' αυτά που ο Αριστοτέλης αποκαλεί θέματα στο δεύτερο μισό του δεύτερου βιβλίου του. Τα κεφάλαια 23-28 αναλύουν τη λέξη, αντιστοιχώντας με το πρώτο μισό του τρίτου βιβλίου του Αριστοτέλη. Τα κεφάλαια 29-37 εξετάζουν την τάξη, την οποία ο Αριστοτέλης διεξέρχεται στο δεύτερο μισό του τρίτου βιβλίου του. Ο συνδυασμός των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ των δύο έργων οδηγεί στην υπόθεση ότι ο Αριστοτέλης δεν επινόησε τη συνολική δομή της πραγματείας του, αλλά ότι ακολουθεί μια θεματική διάταξη κοινή σε χρήση σε εγχειρίδια του δεύτερου μισού του τέταρτου αιώνα.
 
Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ της Ρητορικής προς Αλέξανδρον και των κανόνων περί ύφους που αποδίδονται στην ισοκρατική τέχνη, όπως αναλύθηκε πιο πάνω. Αυτές περιλαμβάνουν την απαίτηση στο κεφάλαιο 25, η διάζευξη των συνδέσμων να γίνεται προσεκτικά και να αποφεύγεται η χασμωδία, καθώς και το αίτημα στο κεφάλαιο 30. η διήγησις να είναι σαφής, σύντομη και πιθανή. Εάν. όμως, η πραγματεία αποτελεί προϊόν της σχολής του Ισοκράτη, είναι παράξενο το ότι δε γίνεται καμιά αναφορά ή παραπομπή στον Ισοκράτη, καθώς και το ότι τα άμεσα δάνεια από τον Ισοκράτη είναι τόσο ισχνά, όσο και από τον Αριστοτέλη. Στο εικοστό όγδοο κεφάλαιο ο συγγραφέας τονίζει τη σημασία της φήμης ενός ρήτορα για την επιτυχία στην εκφώνηση λόγιον, άποψη την οποία συμμερίζεται και ο Ισοκράτης, παράλληλα όμως δίνει μεγάλη έμφαση στην τήρηση των κανόνων που υπάρχουν σε όλη την έκταση της πραγματείας, εφόσον ο ρήτορας ελπίζει στην επιτυχία. Ο Ισοκράτης δεν έχει καθόλου αυτή την άποψη, που αντικατοπτρίζει τη νοοτροπία εκείνων των ανιαρών δασκάλων της ρητορικής τους οποίους επικρίνει γιατί ισχυρίζονται αλαζονικά ότι γνωρίζουν όλα όσα μπορεί κανείς να μάθει για το θέμα. Ο συγγραφέας δεν παραθέτει παραδείγματα από λόγους για να επεξηγήσει τους κανόνες του. Αν και οι κανόνες του βασίζονταν γενικά μάλλον στην παρατήρηση τεχνικών που ήταν σε χρήση, τους παρουσιάζει σαν ένα σύστημα με το οποίο θα. πρέπει να συμμορφώνονται οι ομιλητές. Κατά τις επόμενες περιόδους η πραγματεία 6ε φαίνεται να. έγινε ευρύτερα γνωστή και δεν αποτέλεσε πρωτότυπη συνεισφορά στην εξέλιξη κάποιας θεωρίας της ρητορικής, ούτε στην εξέλιξη της ρητορικής ορολογίας. Η σημασία της έγκειται απλώς ως παραδείγματος ενός εγχειριδίου της περιόδου και στην περιγραφή από αυτήν των τεχνικών που είναι δυνατόν να ανευρεθούν σε λόγους του τέταρτου αιώνα. Οι ρήτορες της εποχής ίσος να μην ήξεραν αυτό το συγκεκριμένο έργο, μάλλον όμως γνώριζαν κάποιο σαν αυτό.
       
Αριστοτέλης
 
Ο Αριστοτέλης προερχόταν από μια ελληνική οικογένεια που είχε εγκατασταθεί στην αποικία των Σταγείρων, στα σύνορα της Μακεδονίας. Ο πατέρας του ήταν προσωπικός γιατρός του Μακεδόνα βασιλέα, ενώ και ο ίδιος διατηρούσε σχέσεις με τους βασιλείς της Μακεδονίας σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Καθώς στη διάρκεια αυτής της περιόδου η Μακεδονία, υπό το Φίλιππο Β', αποτέλεσε μια σημαντική απειλή για την ανεξαρτησία των αρχαιοελληνικών πόλεων-κρατών, τις οποίες νίκησε τελικά στη μάχη της Χαιρωνείας, το 338 π.Χ., ο Αριστοτέλης αντιμετωπιζόταν στην Αθήνα με κάποια καχυποψία. Ο ίδιος όμως θεωρούσε την Αθήνα ως το πολιτιστικό κέντρο του ελληνόφωνου κόσμου και αφιέρωσε ένα σημαντικό μέρος της μελέτης του στους αθηναϊκούς θεσμούς. Στα πλαίσιά της περιλαμβάνονται το δράμα, η διακυβέρνηση και η πολιτική ρητορεία, που άνθησε εκεί περισσότερο παρά σε οποιαδήποτε άλλη πόλη.
 
Το 367, σε ηλικία 17 ετών, ο Αριστοτέλης πήγε στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει στην Ακαδημία του Πλάτωνα. Εκεί παρέμεινε για είκοσι χρόνια. Στη διάρκεια τον τριών πρώτων χρόνων της παραμονής του Αριστοτέλη ο Πλάτων βρισκόταν στη Σικελία. και αυτή η έλλειψη προσωπικής επαφής ίσως έδωσε στον Αριστοτέλη περισσότερες ευκαιρίες να αναπτύξει μια προσωπική προσέγγιση της φιλοσοφίας απ’ ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί στην αντίθετη περίπτωση. Ο Αριστοτέλης χρωστούσε πολλά στον Πλάτωνα με πολλούς τρόπους. Εξέφραζε την προσωπική του στοργή για εκείνον, και θεωρούσε ότι ο Πλάτων είχε δώσει ορισμούς για πολλά σημαντικά θέματα της φιλοσοφίας. Αυτοί, όμως, οι δύο μεγάλοι στοχαστές έβλεπαν τον κόσμο πολύ διαφορετικά. Ο Αριστοτέλης είχε ένα έντονο ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες, που ίσιος προερχόταν από τον πατέρα, του. και το οποίο τον οδήγησε σε μελέτες στη βιολογία, ένα θέμα. μικρού ενδιαφέροντος για τον Πλάτωνα, αλλά το οποίο συνετέλεσε στη διαμόρφωση της αριστοτελικής προσέγγισης στην ηθική, στην πολίτικη, στην ποιητική και στη ρητορική. Ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει με χαρακτηριστικό τρόπο αυτά τα. θέματα. ως κοινωνικά φαινόμενα, τα. οποία, όπως οι ζωντανοί οργανισμοί, εξελίσσουν φυσικές δυνατότητες σε πλήρως πραγματωμένες μορφές. Είχε μάλλον περιορισμένο ενδιαφέρον για τη θρησκεία, λίγη συμπάθεια για τη μυστικιστική πνευματική προδιάθεση του Πλάτωνα και ζωηρές αμφιβολίες, που κατέληξαν σε πλήρη απόρριψη, για την πλατωνική θεωρία των υπερβατικών μορφών. Ο Πλάτων, άσχετα εάν μπορεί να χαρακτηρισθεί δογματικός, ήταν οπωσδήποτε κατά βάθος ιδεαλιστής, βαθιά δύσπιστος ως προς την αντίληψη των αισθήσεων. Ο Αριστοτέλης ήταν ρεαλιστής, πολύ πιο πραγματιστής, γοητευμένος από την πολυπλοκότητα της φύσης και της ανθρώπινης ζωής. Στους δύο τους ήταν κοινή, με διαφορετικούς τρόπους, μια. αφοσίωση για την αναζήτηση της γνώσης και της κατανόησης, όπως και ένα έντονο κίνητρο για την ανακάλυψη και τη διδασκαλία της ηθικής βάσης, επάνω στην οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί κατά τον καλύτερο τρόπο η κοινωνική σταθερότητα και η ανθρώπινη ευημερία.
 
Κατά τη δεύτερη δεκαετία της περιόδου παραμονής του στην Ακαδημία, ο Αριστοτέλης ξεκίνησε τις μελέτες οι οποίες τελικά οδήγησαν στα έργα του για τη λογική και τη διαλεκτική. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία που ανέπτυξε μια περιγραφή της επίσημης λογικής, περιλαμβανόμενης της θεωρίας του συλλογισμού, μια πλήρης έκθεση της οποίας παρατίθεται στα Αναλυτικά. Η αριστοτελική λογική παρέμεινε θεμελιώδης για τις φιλοσοφικές σπουδές μέχρι τη σύγχρονη περίοδο.
Η εφαρμογή της λογικής σε φιλοσοφικά ερωτήματα είναι γνωστή ως διαλεκτική, και ο Αριστοτέλης την περιγράφει στην πραγματεία με την ονομασία Τυπικά. Η διαλεκτική ήταν επίσης μια μορφή άσκησης που εκπαίδευε τους μαθητές στη μέθοδο, αξιώνοντας την παράθεση επιχειρημάτων και για τις δύο πλευρές ενός θέματος. Σύμφωνα με τον τρόπο εφαρμογής της στις φιλοσοφικές σχολές, ένας μαθητής πρόβαλλε μια θέση, για παράδειγμα, "η ευχαρίστηση είναι το μόνο αγαθό”. Στη συνέχεια ένας δεύτερος μαθητής προσπαθούσε να αντικρούσει τη θέση θέτοντας μια σειρά ερωτημάτων τα οποία μπορούσαν να απαντηθούν με ένα "ναι" ή ένα "όχι" και παραθέτοντας ορισμούς και διαχωρισμούς του θέματος με βάση τις κοινές αντιλήψεις ή και προτάσεις που υποστηρίζονταν από αναγνωρισμένες αυθεντίες. "Τόποι" είναι οι λογικές στρατηγικές που εφαρμόζονται στη διαλεκτική αλλά παράλληλα είναι χρήσιμες και στη ρητορική. Ο Αριστοτέλης περιγράφει είκοσι οκτώ ρητορικούς τόπους στο εικοστό τρίτο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου του έργου Τέχνη Ρητορική.
 
Ο Αριστοτέλης είχε αρχίσει να. γράφει και να δημοσιεύει διαλόγους για φιλοσοφικά θέματα, ακόμη νωρίτερα, διερευνώντας μερικά από τα ίδια θέματα που βρίσκονται στους πλατωνικούς διαλόγους. Ένας διάλογος γραμμένος κατά τον τρόπο του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη μπορεί να θεωρηθεί ως μία λόγια και δραματική παρουσίαση κάποιας διαλεκτικής διαφωνίας. Η κομψότητα του ύφους των αριστοτελικών διαλόγων εγκωμιάζεται από μεταγενέστερους Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς στους οποίους ήταν γνωστοί, αλλά κανένας από αυτούς τους διαλόγους δεν έχει διασωθεί. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα (Επιστολές προς τον Αττικό / Ad Atticum 13.19.4), ο Αριστοτέλης περιέγραφε τον εαυτό του ως παρόντα στους διαλόγους του, ίσως όμως να μην κατείχε ηγετικό ρόλο στη συζήτηση.
 
Ένας διάλογος, ίσως ο παλαιότερος. είχε τον τίτλο Γρύλλος. και σύμφωνα με τον Κοϊντιλιανό (2.17.14) ο Αριστοτέλης εισήγαγε εκεί. για χάρη της συζήτησης, μερικά "λεπτά” επιχειρήματα αντίθετα προς την άποψη ότι η ρητορική είναι τέχνη, επιχειρήματα τα οποία ο Κοϊντιλιανός θεωρούσε ανακόλουθα με τη μεταγενέστερη θεώρηση της ρητορικής από τον Αριστοτέλη[32]. Ο Γρύλλος είχε σαφώς κάποια σχέση με τον πλατωνικό Γοργία και ίσιος προσπαθούσε να μεταφέρει τη συζήτηση πιο πέρα από το σημείο στο οποίο σταματά σ' εκείνο το διάλογο. Ο πραγματικός αντίπαλος, ακόμη και εάν δεν αποτελεί το αντικείμενο απευθείας επίθεσης, ίσως ήταν ο Ισοκράτης. Αυτή την περίοδο ή κάπως αργότερα ένας μαθητής του Ισοκράτη, ονόματι Κηφισόδωρος, έγραψε μια επίθεση στις απόψεις για τη ρητορική που προέβαλλαν τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης[33].
 
Στα μέσα της δεκαετίας του 350 ο Αριστοτέλης άρχισε να δίνει μια σειρά διαλέξεων για τη ρητορική. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα (Περί του ρήτορος / De οratore 3.141), παρωδούσε ένα στίχο από το Φιλοκτήτη του Ευριπίδη, λέγοντας ότι "είναι αισχρό να μένουμε σιωπηλοί και να επιτρέπουμε στον Ισοκράτη να διδάσκει". Φαίνεται, ότι οι διαλέξεις δίνονταν τα απογεύματα, και αποτελούσαν έτσι ένα είδος εξωπανεπιστημιακής ή δημόσιας προσφοράς, συνοδευόμενης από ρητορικές ασκήσεις[34]. Ίσως ο Αριστοτέλης παρουσίαζε τη ρητορική ως ένα δημοφιλές "αντίστοιχο" της διαλεκτικής, την οποία, δίδασκε στους φοιτητές της φιλοσοφίας εκείνη την περίοδο. Οι πρώιμες διαλέξεις του περί ρητορικής ίσως υπήρξαν η πηγή ενός μέρους του υλικού που ανευρίσκεται στο Τέχνη Ρητορική, όπως αναθεωρήθηκε αργότερα, αφού το έργο που έχουμε περιέχει πολλές αναφορές σε ρήτορες με δραστηριότητα αυτή την περίοδο. Τα κεφάλαια 5-15 του πρώτου βιβλίου ίσως αποτελούν τον "πρώτο πυρήνα" της πραγματείας, με προέλευση αυτή την περίοδο[35]. Αυτά είναι τα κεφάλαια στα οποία ο Αριστοτέλης καθορίζει τα "ίδια", ή τις "συγκεκριμένες" αναλογίες της πολιτικής και της ηθικής που καθίστανται η βάση της επιχειρηματολογίας στα είδη, τις τρεις κατηγορίες της ρητορικής: τη συμβουλευτική, την επιδεικτική και τη δικανική. Αυτό το υλικό μπορεί να θεωρηθεί ως απάντηση στην απαίτηση του Σωκράτη, στο Γοργία, για κάποιο είδος συγκεκριμένης γνώσης, εάν η ρητορική πρόκειται να θεωρείται τέχνη. Ένα μέρος του τρίτου βιβλίου ίσως επίσης να συμπεριλαμβάνει υλικό από αυτές τις πρώιμες διαλέξεις. Η αναφορά στον ηθοποιό Θεόδωρο, στο 3.2.4, ακούγεται σαν να ήταν ακόμη ζωντανός[36], και είναι δύσκολο να δούμε πώς ο Αριστοτέλης θα μπορούσε να δίνει δημοφιλείς διαλέξεις περί ρητορικής χωρίς να εξετάζει, όπως έκαναν συχνά οι συγγραφείς εγχειριδίων, τα μέρη της ρητορείας, που αποτελούν το θέμα του δεύτερου μισού του τρίτου βιβλίου. Είναι πιθανό ότι η Συναγωγή, στην οποία έχουν γίνει συχνές αναφορές, ήταν αποτέλεσμα της έρευνας του Αριστοτέλη κατά την προετοιμασία αυτών των πρώιμων διαλέξεων, αν και αυτό το έργο θα μπορούσε να έχει γραφτεί αργότερα, στη ζωή του, όταν επέστρεψε στη ρητορική.
 
Περίπου την εποχή του θανάτου του Πλάτωνα, το 347, ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε την Αθήνα και πήγε να ζήσει στην Τρωάδα και στη συνέχεια στη Λέσβο, όπου ασχολήθηκε κυρίως με τη μελέτη της βιολογίας. Το 343 ο Φίλιππος Η' προσκάλεσε τον Αριστοτέλη στη Μακεδονία προκειμένου να κατευθύνει την εκπαίδευση του νεαρού πρίγκιπα Αλεξάνδρου. Εκείνη την περίοδο ο Αλέξανδρος ήταν περίπου δεκατριών χρόνων και φαίνεται πιθανό ότι ο Αριστοτέλης τον δίδαξε θέματα που θεωρούνταν κατάλληλα για εκείνο το στάδιο της εκπαίδευσης και για ένα διάδοχο του θρόνου. Σ' αυτά μάλλον περιλαμβανόταν η λογοτεχνία, η διαλεκτική, κάποια. εισαγωγή στην ηθική και στην πολιτική φιλοσοφία, και η ρητορική. Ο Αλέξανδρος χρειαζόταν να αποκτήσει ο ίδιος άνεση στο λόγο. ενώ ως μελλοντικός ηγεμόνας θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται εξίσου τις προσπάθειες των άλλων να τον πείσουν για κάποιο απόφαση ή ενέργεια. Αυτή η διδασκαλία μάλλον ανάγκασε τον Αριστοτέλη να αρχίσει κάποια αναθεώρηση των σκέψεων του σχετικά με τη ρητορική. Αυτή την περίοδο ο Ισοκράτης καλλιεργούσε την εύνοια του βασιλιά Φιλίππου και αναμφίβολα δεν θα ήταν πολύ ευχαριστημένος μαθαίνοντας ότι ο Αριστοτέλης δίδασκε το γιο του. Συνέταξε ένα γράμμα για τον Αλέξανδρο, το οποίο έκλεισε μέσα σε μια επιστολή προς το Φίλιππο, που αρχίζει αρκετά απολογητικά, υπονοώντας ότι ο Αλέξανδρος είχε μάλλον ακούσει επικρίσεις για τον Ισοκράτη. Στη συνέχεια υποβάλλει τα σέβη του στους μη κατονομαζόμενους δασκάλους του Αλεξάνδρου - δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητήσει την κρίση του Φιλίππου κατά την επιλογή τους - αλλά τον προειδοποιεί να μη γοητευθεί από την αμφισβήτηση για χάρη της ίδιας της αμφισβήτησης, που αποτελεί πιθανόν αναφορά στην αριστοτελική διαλεκτική. Τελειώνοντας ενθαρρύνει το ενδιαφέρον του Αλεξάνδρου για το λόγο, όπως τον όριζε ο Ισοκράτης.
 
Η ευθύνη του Αριστοτέλη για τον Αλέξανδρο διήρκεσε μόλις δύο ή τρία χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του 330 ο Αριστοτέλης ενδεχομένως ζούσε στο αρχικό του σπίτι. στα. Στάγειρα, απασχολημένος με τις έρευνες του, μάλλον με κάποιους ιδιωτικούς μαθητές. Η ήττα της Αθήνας και των συμμάχων της από το Φίλιππο το 338 επέτρεψε τη δυνατότητα της ασφαλούς επιστροφής του Αριστοτέλη σ' αυτήν, πράγμα που έκανε το 335. Αντί, όμως, να. επιστρέφει στην Ακαδημία, άνοιξε δική του σχολή στο γυμναστήριο του Λυκείου. Κατά την προετοιμασία της επιστροφής του φαίνεται ότι αναθεώρησε τις διαλέξεις του για την πολιτική, την ποιητική και τη ρητορική, που θα αποτελούσαν κατάλληλα θέματα για να προσελκύσει μαθητές στην Αθήνα. Τα τελευταία ιστορικά στοιχεία για. το Τέχνη Ρητορική ανάγονται σ' αυτή την περίοδο[37]. Όπως οι υπόλοιπες σωζόμενες αριστοτελικές πραγματείες, το έργο είναι βασικά το κείμενο το)ν διαλέξεων που επρόκειτο να δώσει στη σχολή του, γραμμένο σε ένα ιδιαίτερα συμπυκνωμένο, μη λόγιο ύφος. Κατά τις διαλέξεις μάλλον απομακρυνόταν κάπως από το γραπτό κείμενο, προκειμένου να εξηγήσει πληρέστερα κάποια σημεία, ενώ παράλληλα απαντούσε σε ερωτήματα και ενθάρρυνε τη συζήτηση. Το κείμενο των διαλέξεων μάλλον ήταν διαθέσιμο και στη βιβλιοθήκη της σχολής, όπου μπορούσαν να το μελετήσουν κι άλλοι. Στο 3.9.10 αναφέρεται σ’ αυτό που αποκαλεί Θεοδέκτεια. Μεταγενέστεροι συγγραφείς διατηρούν κα- ποια αβεβαιότητα εάν αυτό ήταν έργο του Αριστοτέλη ή του Θεοδέκτη. Μάλλον επρόκειτο για κάποια συλλογή παραδειγμάτων, με κάποια ανάλυση, των ρητορικών τεχνικών του Θεοδέκτη, φίλου του Αριστοτέλη, σοφιστή και δραματουργού της εποχής.
 
Το τρίτο βιβλίο του Τέχνη Ρητορική αρχικά ήταν μάλλον ένα. έργο διαφορετικό από το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο, δηλαδή περιεχόταν σε χωριστό πάπυρο. Σε όλη την έκταση του πρώτου και του δεύτερου βιβλίου ο Αριστοτέλης φαίνεται να θεωρεί ότι η ρητορική είναι αποκλειστικά ζήτημα του τι λέγεται. Στο τέλος του δεύτερου βιβλίου αναφέρεται σ’ αυτό ως διάνοια - μεταγενέστεροι συγγραφείς θα το αποκαλέσουν εύρεσιν - και στη συνεχεία δίνει την εντύπωση ότι θα στραφεί στην ανάλυση της λέξης και της τάξης. Ο κατάλογος των έργων του Αριστοτέλη που παρατίθεται από το Διογένη Λαέρτιο (5.24) περιλαμβάνει ένα σχετικό με τη ρητορική, σε δύο βιβλία, και ένα ιδιαίτερο έργο, το Περί ύφους, που ενδεχομένως είναι το τρίτο μας βιβλίο. Η αρχή, όμως, του τρίτου βιβλίου περιλαμβάνει μια περίληψη του πρώτου και του δεύτερου βιβλίου, συνδέοντας το σαφώς με όσα προηγούνται. Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα εάν τα συνδετικά αποσπάσματα ήταν έργο του Αριστοτέλη ή κάποιου μεταγενέστερου Έλληνα επιμελητή του έργου, ο οποίος επιδίωξε τη δημιουργία μιας πιο περιεκτικής πραγματείας.
 
Το Τέχνη Ρητορική είναι ένα δύσκολο έργο. Παρουσιάζει πολλά συγκεκριμένα προβλήματα, ερμηνείας, για τα οποία δίνουν κάποια βοήθεια ορισμένοι σύγχρονοι σχολιασμοί και σημειώσεις σε μεταφράσεις[38]. Επιπλέον υπάρχουν δύο γενικά προβλήματα: το ένα είναι συνέπεια της ανακολουθίας μεταξύ όσων λέει ο Αριστοτέλης περί ρητορικής στα αρχικά κεφάλαια, και της αντιμετώπισης του θέματος που ακολουθεί, καθώς και από τη φαινομενική ασυνέπεια στη χρήση ορισμένων όρων-κλειδιά, ειδικά των πίστις, ήθος και τόπος. Οι περισσότερες ασυνέπειες φαίνεται να προέρχονται από το γεγονός ότι το Τέχνη Ρητορική γράφτηκε σε διαφορετικές περιόδους και ότι αναθεωρήθηκε μόνο ενμέρει για να αποτελέσει ένα συνεπές σύνολο. Επιπλέον. διάφορα τμήματα φαίνεται ότι γράφτηκαν έχοντας υπόψη διαφορετικά ακροατήρια: το πρώτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου διέπεται. από μια πολύ αυστηρή πλατωνική θεώρηση για τη ρητορική και φαίνεται να απευθύνεται σε μαθητές της φιλοσοφίας που είχαν πρόσφατα συμπληρώσει έναν κύκλο μαθημάτων για τη διαλεκτική. Σε άλλα. μέρη (π.χ., 1.9 και 15) παρατίθενται πρακτικοί κανόνες για τους ομιλητές, ενώ διαβάζονται σαν ένα εγχειρίδιο, στο οποίο λαμβάνεται μέριμνα για τις τεχνικές ττι; επιτυχίας και όχι για το εάν η χρήση των τεχνικών είναι ηθικά δικαιωμένη.
 
Αυτό το ερώτημα της ηθικής στάσης της πραγματείας βρίσκεται στην καρδιά του δεύτεροί) γενικού προβλήματος κατά την ερμηνεία. Σ' αυτό που στην πραγματικότητα αποτελεί μια παρενθετική παρατήρηση, στο 1.1.2, ο Αριστοτέλης λέει ότι δεν πρέπει κάνεις να πείθει για ό, τι είναι ευτελές (ή ηθικά εσφαλμένο). Στο 1.2.7 λέει ότι η ρητορική "είναι ένα συγκεκριμένο είδος παραφυάδας της διαλεκτικής και των σπουδών της ηθικής, τις οποίες δίκαια θα αποκαλούσαμε πολιτική". Αναφέρεται περιστασιακά στα Πολίτικά ή στα Ηθικά τον, καθώς και σε μερικά από τα γραπτά του για τη λογική. Στα Ηθικά Νικομάχεια 1.2.4-6 αποκαλεί επιπλέον ρητορική μια υποδιαίρεση της πολίτικης και σ' αυτό το έργο αποκαλύπτει τα παθιασμένα αισθήματα του για τη σημασία της δικαιοσύνης, τις έντιμες συναλλαγές, και την αλήθεια. Εξετάζοντας τη ρητορική ίσος περιμένει κάνεις ότι ()α είχε πολλά να πει για τη νόμιμη και την άνομη χρήση της ρητορικής στην κοινωνία και για τις υποχρεώσεις ενός ρήτορα, αλλά δε λέει σχεδόν τίποτα, πέρα από το να επισημάνει μερικές σοφιστικές πλάνες. Δεν είναι καν σαφές εάν θεωρεί τη δημόσια, επιχειρηματολογία και την ελευθερία του λόγου ως βασικές για τη συνταγματική και τη μεθοδική διακυβέρνηση. Είναι πιθανό ότι ο Αριστοτέλης αισθανόταν ότι αυτά τα θέματα είχαν παρουσιαστεί επαρκώς στο Γρύλλο, ή σ' αυτά που αποκαλεί μερικές φορές "εξωτερικές" πραγματείες, σε αντιπαραβολή με τις ειδικές διαλέξεις του. Ο ορισμός του για τη ρητορική (1.2.1) είναι "η ικανότητα να. διαβλέπεις σε κάθε περίπτωση τα διαθέσιμα μέσα πειθούς", και τα σοφιστικά τεχνάσματα που παραθέτει μερικές φορές είναι σίγουρα "διαθέσιμα". Το ερώτημα που δεν απαντάται είναι κατά πόσο είναι ποτέ νόμιμη η χρήση τους. Αναμφίβολα ο Αριστοτέλης περίμενε ότι τα θέματα ηθικής σχετικά με τη ρητορική θα εξακολουθούσαν να τίθενται υπό συζήτηση, και. μια από τις αρετές της πραγματείας του είναι ότι παρέχει αρκετό υλικό για μια τέτοια συζήτηση, χωρίς να αποπειράται να δώσει απάντηση.
 
Η πιο ικανοποιητική απάντηση στο ηθικό αίνιγμα του Τέχνη Ρητορική είναι μάλλον να αναγνωρίσουμε ότι είναι μια "φορμαλιστική" πραγματεία, σε μεγάλο βαθμό μια αντικειμενική, μη κριτική ανάλυση των μορφών που έπαιρνε η ρητορική στην εποχή του και, υπ’ αυτή την έννοια., περισσότερο όμοια με τα επιστημονικά κείμενα του παρά με αυτά που αφορούν την ηθική. Η απροκατάληπτη ανάλυσή του για τις ρητορικές τεχνικές είναι, συνεπώς, ανάλογη με την ανάλυσή του για τους τύπους των φυτών και των ζώων στα έργα του για τη βιολογία, η για τα πολιτεύματα, και, ακόμη, για την ποίηση. Στην Ποιητική, όπως και στο Τέχνη Ρητορική, υπάρχουν κρίσεις για το τι είναι αποτελεσματική τέχνη, αλλά ελάχιστες παρατηρήσεις που σχετίζονται με την αξία της ρητορικής στην κοινωνία - η πιο σημαντική είναι ο ορισμός της κάθαρσης. στο έκτο κεφάλαιο, ως σκοπού της τραγωδίας, αλλά αυτή η βασανιστική αναφορά 6εν επεξηγείται με κανένα τρόπο στο κείμενο. Το μεγαλύτερο μέρος της Ποιητικής είναι αφιερωμένο σε μια επίσημη ανάλυση των μερών και των τεχνικών της τραγωδίας και του έπους. Παρομοίως, στο μεγαλύτερο μέρος του Τέχνη Ρητορική ο Αριστοτέλης περιγράφει τα "διαθέσιμα μέσα πειθούς". τη διατήρηση της αντικειμενικότητας και την τήρηση μιας συναισθηματικής απόστασης από το θέμα του, όπως θα έκανε εάν ανέτεμνε ένα ζώο.
 
Παρόλο που ο Αριστοτέλης δε διαιρεί απερίφραστα τη μελέτη της ρητορικής σε μέρη, όπως κάνουν μεταγενέστεροι δάσκαλοι, η πραγματεία του, ως σύνολο, διαιρείται σε αναλύσεις των τριών από τα παραδοσιακά μέρη και περιλαμβάνει μερικές παρατηρήσεις για ένα τέταρτο. Το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο εξετάζουν το περιεχόμενο ή τη σκέψη των λόγων, που αργότερα καταλήγει να είναι γνωστή ως εύρεσις. Το τρίτο βιβλίο αρχίζει με μερικές παρατηρήσεις για την απόδοση και στη συνέχεια εξετάζει τη λέξιν (3.2-12) και την τάξιν (3.13-19).
 
Ο Αριστοτέλης αρχίζει το πρώτο βιβλίο συνδέοντας τη ρητορική με τη διαλεκτική: και οι δυο αποτελούν μεθόδους, όχι ανεξάρτητα γνωστικά αντικείμενα, και, αντίθετα με τις εξειδικευμένες σπουδές, "και οι δύο ασχολούνται με πράγματα που είναι, μέχρις ενός σημείου, γνωστά σε όλους τους ανθρώπους[39]. Επικρίνει τα παλαιότερα εγχειρίδια για την αδιαφορία τους για τα λογικά επιχειρήματα και για τους λόγους, εκτός από αυτούς που εκφωνούνται στα δικαστήρια, και δικαιολογεί τη σοβαρή ενασχόληση με τη ρητορική ως χρήσιμη για αρκετούς λόγους: εάν οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με το σωστό τρόπο, η αλήθεια και η δικαιοσύνη θα νικηθούν η καλή γνώση ενός θέματος δεν εξασφαλίζει από μόνη της ότι ένας ομιλητής θα είναι πειστικός απέναντι σ’ ένα γενικό ακροατήριο, γιατί είναι απαραίτητη η επιδέξια παρουσίαση, με βάση υποθέσεις τις οποίες συμμερίζεται το ακροατήριο- η εξάσκηση στην επιχειρηματολογία υπέρ οποιασδήποτε πλευράς ενός θέματος βοηθά (όπως και στη διαλεκτική) στην αποκάλυψη της πραγματικής κατάστασης της υπόθεσης και επιτρέπει στον ομιλητή να αντικρούσει έναν αντίπαλο· ο λόγος είναι φυσικό χαρακτηριστικό των ανθρωπίνων όντων και πιο κατάλληλος τρόπος για την επίλυση θεμάτων από τη χρήση βίας. Οτιδήποτε και αν είχε υποστηρίξει ο Αριστοτέλης στο Γρύλλο, το Τέχνη Ρητορική αρχίζει με τη βέβαιη υπόθεση ότι η ρητορική είναι τέχνη, χρήσιμη στην κοινωνία, ικανή να περιγράφει και να ασκηθεί, ηθικά ουδέτερη. Αποτελεί ένα σώμα γνώσης, με προέλευση την παρατήρηση και την εμπειρία, για τον τρόπο πειθούς ενός ακροατηρίου. Ο θεματικός πυρήνας, αυτό που συζητιέται σ’ ένα λόγο, παρέχεται από άλλες σπουδές, οι πιο σπουδαίες από τις οποίες είναι η πολιτική και η ηθική. Όπως συμβαίνει και με άλλες τέχνες, η ρητορική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καλούς ή για κακούς σκοπούς. Η υπόλοιπη πραγματεία αποτελείται από μια περιγραφή του τι είναι αυτή η τέχνη και για τις γνώσεις που χρειάζεται ένας ομιλητής. Στο βαθμό που η περιγραφή του Αριστοτέλη για τη ρητορική ως τέχνη είναι επιτυχημένη, δίνει μια απάντηση στις επικρίσεις του Σωκράτη στο Γοργία, ενώ στο βαθμό που επιτυγχάνει να δείξει ότι το πιο σημαντικό στοιχείο στον πειστικό λόγο είναι η κατανόηση των λογικών επιχειρημάτων, παρά η ευγένεια των συναισθημάτων και το καλοδουλεμένο ύφος, δίνει μια απάντηση στον Ισοκράτη.
 
Το δεύτερο κεφάλαιο αρχίζει με το διάσημο ορισμό της ρητορικής ως "ικανότητας να διαβλέπεις σε κάθε περίπτωση τα διαθέσιμα μέσα πειθούς". Η "ικανότητα να διαβλέπεις" χαρακτηρίζει τη ρητορική μάλλον ως θεωρία παρά ως πρακτική, αυτό που κατέληξε να αποκαλείται μεταρητορική, αν και αργότερα ο Αριστοτέλης συχνά αντιμετωπίζει τη ρητορική ως θέμα οξυδερκούς ομιλίας, ή αυτό που θα αποκαλούσε "πρακτική" τέχνη. Ο ορισμός προϋποθέτει αλλά δεν καθορίζει ότι η ρητορική είναι μια ιδιότητα του λόγου, καθώς η ρίζα της λέξης (ρη-) αναφέρεται στην ομιλία[40]. Ο ορισμός διασαφηνίζεται από μια προγενέστερη δήλωση (1.1.14), ότι η λειτουργία, (έργον) της ρητορικής δεν είναι να πείθει, αλλά να διαβλέπει τα διαθέσιμα μέσα της πειθούς -ένας λόγος μπορεί να είναι ο καλύτερος δυνατός, αλλά, παρά ταύτα να αποτύχει να πείσει ένα ακροατήριο -, και από μια δήλωση πιο κάτω στο ίδιο κεφάλαιο (1.2.12) ότι η λειτουργία της ρητορικής "ασχολείται με το είδος των πραγμάτων για τα οποία επιχειρηματολογούμε και για τα οποία δεν υπάρχουν άλλες τέχνες, μεταξύ ακροατών που δεν είναι σε θέση να βλέπουν πολλά πράγματα μαζί ή να σκαφθούν λογικά από μια απομακρυσμένη αφετηρία". Δηλαδή ασχολείται με θέματα για τα οποία πραγματοποιείται δημόσια επιχειρηματολογία ενώπιον ενός λαϊκού ακροατηρίου, συμπεριλαμβανομένου (φυσικά ενός σώματος ενόρκων. Η φράση "σε κάθε περίπτωση" διαφοροποιεί τη ρητορική από τη διαλεκτική. Η ρητορική ασχολείται με συγκεκριμένα θέματα που αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα και πράξεις, αυτές που αργότερα αποκλήθηκαν "υποθέσεις", ενώ η διαλεκτική με οικουμενικά ή γενικά ερωτήματα.
 
Τον ορισμό στο δεύτερο κεφάλαιο ακολουθεί στο υπόλοιπο εκείνου του κεφαλαίου και στο τρίτο κεφάλαιο μια σειρά διαχωρισμοί του θέματος, που είναι θεμελιώδεις για την κλασική ρητορική και εμφανίζονται, με μικρές διαφοροποιήσεις, σε πολλές μεταγενέστερες συζητήσεις. Τα διαθέσιμα μέσα της πειθούς σε μια συγκεκριμένη περίπτωση είναι είτε μη καλλιτεχνικά είτε καλλιτεχνικά. Τα μη καλλιτεχνικά (ή άτεχνα) μέσα είναι τύποι στοιχείων, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων και τα συμβόλαια, τα οποία χρησιμοποιεί αλλά δεν επινοεί ο συγγραφέας. Αυτά εξετάζονται λεπτομερειακά στο τελευταίο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου. Τα καλλιτεχνικά μέσα πειθούς είναι τρία στον αριθμό: η παρουσίαση του χαρακτήρα (ήθος) του ομιλητή ως αξιόπιστου, με βάση όσα αναφέρει στο λόγο του, η διέγερση του συναισθήματος (πάθος) του ακροατηρίου, η χρήση επιχειρημάτων (λόγος) που δείχνουν ή φαίνονται να δείχνουν κάτι. Αυτά αντικατοπτρίζουν την υπόθεση του Αριστοτέλη, που δηλώνεται στο 1.3.1, ότι υπάρχουν τρεις βασικοί παράγοντες στο περιβάλλον ενός λόγου: ο ομιλητής, το θέμα (ή ο λόγος), και το ακροατήριο. Τα λογικά επιχειρήματα είναι δύο τύπων: η συναγωγή συμπερασμάτων, η οποία στη ρητορική συνίσταται στη χρήση παραδειγμάτων, κατά τα οποία ο ομιλητής επιχειρηματολογεί από μια συγκεκριμένη δήλωση προς μια άλλη, ενώ υπονοείται μια γενίκευση της οικουμενικής εφαρμογής τους. και, δεύτερον, η απαγωγή, η χρήση ρητορικού συλλογισμού, που αποκαλείται από τον Αριστοτέλη ενθύμημα (1.2.8). Ένας διαλεκτικός συλλογισμός αποτελείται από μια πρωτεύουσα πρόταση, από μια δευτερεύουσα πρόταση και ένα συμπέρασμα. Ένα παραδοσιακό παράδειγμα, το οποίο όμως δεν παραθέτει ο Αριστοτέλης, είναι το "όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί. Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος, άρα ο Σωκράτης είναι θνητός". Οι προτάσεις ενός ενθυμήματος είναι συνήθως πιθανές παρά βέβαιες, και συχνά είναι δυνατόν να υποτεθεί ότι μια πρόταση είναι γνωστή στο ακροατήριο. Συνεπώς ένα ενθύμημα συχνά παραλείπει μια πρόταση και η συνηθισμένη μορφή του είναι ένας ισχυρισμός που υποστηρίζεται από μια αίτια: "ο Σωκράτης είναι θνητός, επειδή όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί", ή "εάν ο Σωκράτης είναι άνθρωπος, είναι θνητός". Τα ενθυμήματα προέρχονται από αυτό που θεωρείται πιθανό (εικός) ή από σημάδια (σημεία) (1.2.14-17). Οι δηλώσεις που χρησιμοποιούνται σε ρητορικά επιχειρήματα μπορεί να είναι συγκεκριμένες (ίδια), οπότε αποτελούν δάνεια από κάποιο σώμα λαϊκής γνώσης, κυρίως από την πολιτική ή την ηθική, ή είναι στρατηγικές της διαλεκτικής και της ρητορικής κοινές για οποιοδήποτε θέμα. τις οποίες ο Αριστοτέλης αποκαλεί "τόπους". Ως παράδειγμα των τελευταίων ο Αριστοτέλης παραθέτει επιχειρήματα από "το μάλλον και το ήττον", που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, όπως λέει (1.2.21). κατά την ανάλυση ζητημάτων δικαιοσύνης, φυσικής, πολιτικής και πολλών άλλων θεμάτων.
 
Συνεχίζοντας το βασικό του διαχωρισμό στο τρίτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου, ο Αριστοτέλης κάνει εκείνη τη διάκριση, την οποία μεταγενέστεροι συγγραφείς ξεχωρίζουν ως την πιο χαρακτηριστική του συνεισφορά. Υπάρχουν τρία (και μόνο τρία.) είδη της ρητορικής: η δικανική, η συμβουλευτική και η επιδεικτική. Η διάκριση εδώ βασίζεται στη λειτουργία του ακροατηρίου: ένα ακροατήριο είτε αποτελεί είτε δεν αποτελεί ένα σώμα δικαστών. Εάν αποτελεί, του ζητείται να πάρει μια απόφαση σχετικά είτε με το τι έχει συμβεί στο παρελθόν, είτε με το τι θα πρέπει να γίνει στο μέλλον. Εάν η κρίση σχετίζεται με το παρελθόν, η απόφαση αφορά το τι είναι δίκαιο, και το είδος της ρητορικής είναι δικανικό. Εάν η κρίση σχετίζεται με το μέλλον, η απόφαση αφορά το τι είναι πιο συμφέρον για το ακροατήριο, και ο λόγος είναι συμβουλευτικός. Εάν το ακροατήριο δε λαμβάνει μια πρακτική απόφαση σε κάποιο δικαστήριο ή πολιτική συνέλευση, αλλά ακούει ένα λόγο σε κάποια τελετουργική περίπτωση, ο λόγος είναι επιδεικτικός, εμπεριέχει το ερώτημα του τι είναι έντιμο, και λαμβάνει τη μορφή είτε του επαίνου, είτε του ψόγου. Αλλού ο Αριστοτέλης επισημαίνει (2.18.1) ότι ένα ακροατήριο επιδεικτικής ρητορικής μπορεί να κρίνει την αποτελεσματικότητα ενός ρήτορα σ' ένα ρητορικό διαγωνισμό. Το υπόλοιπο του πρώτου βιβλίου εξετάζει συγκεκριμένες δηλώσεις της πολιτικής και της ηθικής, όπως χρησιμοποιούνται στη ρητορική, δίνοντας έμφαση στο ότι αυτές θα πρέπει να είναι περισσότερο δημοφιλείς παρά φιλοσοφικές, αφού τα επιχειρήματα ενός λόγου χρειάζεται να αναπτύσσονται στη βάση των όσων ήδη πιστεύει ένα γενικό ακροατήριο. Οι δηλώσεις για τη συμβουλευτική ρητορική, την οποία ο Αριστοτέλης θεωρεί ως την υψηλότερη μορφή, αναπτύσσονται στα κεφάλαια 4-8, για την επιδεικτική στο ένατο κεφάλαιο, και για τη δικανική στα κεφάλαια 10-15. Επίσης περιλαμβάνεται ένα τελικό κεφαλαίο σχετικά με τα μη καλλιτεχνικά μέσα της πειθούς[41].
 
Στην αρχή του δεύτερου βιβλίου ο Αριστοτέλης επιστρέφει στο ήθος και στο πάθος ως μέσα της πειθούς, έπειτα (2.2-11) αναλύει μια σειρά συναισθημάτων - προσωρινών καταστάσεων του νου που είναι δυνατόν να διεγερθούν ή να κατευνασθούν - και μια ποικιλία χαρακτηριστικών τύπων, με βάση την ηλικία, την κοινωνική τάξη, την ευημερία και τη δύναμη (2.12-17), για να επιστρέφει τελικά σε μια περαιτέρω συζήτηση των λογικών επιχειρημάτων: των παραδειγμάτων, των ρητών, των ενθυμημάτων, των τόπων, των πλανών και των αντικρούσεων (2.19-26). Το εικοστό τρίτο κεφάλαιο αποτελεί ένα μακρύ κατάλογο "τόπων", υπό την έννοια της στρατηγικής των επιχειρημάτων.
 
Το τρίτο βιβλίο, μετά από ένα εισαγωγικό κεφάλαιο, στο οποίο επισημαίνεται η πιθανή σημασία του ύφους, εξετάζει το ύφος και τη διάταξη. Ο Αριστοτέλης καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να ξεχωρίσει το ποιητικό ύφος από αυτό που είναι κατάλληλο για τη ρητορεία και την πρόζα. Προσόν του ύφους του γραπτού λόγου είναι να είναι σαφές, όχι επίπεδο, ούτε υπεράνω της σοβαρότητας του θέματος, αλλά κατάλληλο γι’ αυτό (3.2). Η έμφαση που δίνεται στη σαφήνεια αποτελεί το υφολογικό αντίστοιχο της έμφασης του Αριστοτέλη στη λογική απόδειξη κατά την εύρεση. Η προτίμηση για το μέσον μεταξύ των άκρων είναι χαρακτηριστική της ηθικής σκέψης του Αριστοτέλη. Μεταξύ τον υφολογικών τεχνικών που εξετάζονται είναι η παρομοίωση (3.4), η προσήνεια (3.6), ο ρυθμός (3.8), η περιοδική δομή (3.9) -με την οποία ο Αριστοτέλης δεν εννοεί τις μακρές, σύνθετες προτάσεις, αλλά μικρές φράσεις που είναι παράλληλες ή αντιθετικές-, η λεπτότητα και η νοερά απεικόνιση (3.10-11). Η μεταφορά εξετάζεται αρχικά στο 3.2, όπου αναφέρεται ότι είναι η πιο χρήσιμη ποιητική επινόηση για τον πεζό λόγο. και ότι κάνει όσα λέγονται να φαίνονται ασυνήθιστα, και συνεπώς εντυπωσιακά. Η ανάλυσή της συνεχίζεται στο 3.10-1 1. Ένα τελικό κεφάλαιο (3.12) εξετάζει τις διαφορές μεταξύ του προφορικού και του γραπτού ύφους.
 
Κατά την εξέταση της διάταξης ο Αριστοτέλης αρχίζει (3.13) δηλώνοντας ότι τα μόνα αναγκαία μέρη μιας ρητορείας είναι η έκθεση μιας δήλωσης και η απόδειξη, στη συνεχεία, όμως, εξετάζει το προοίμιο (3.14-15), συμπεριλαμβανομένου του πώς να δίνεται απάντηση σε μια επιζήμια επίθεση, τη διήγηση (3.16), την απόδειξη (3.17-18), συμπεριλαμβανομένης της απευθείας εξέτασης των αντιπάλων σε μια δίκη, και τον επίλογο (3.19).
 
Όπως διαπιστώθηκε στο απόσπασμα από το Φαίδρο για τα εγχειρίδια, που παρατέθηκε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου, τον πέμπτο αιώνα είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται κάποιο τεχνικό λεξιλόγιο για τη ρητορική. Ο Αριστοτέλης υιοθέτησε ένα μέρος του και προσέθεσε και άλλους όρους. Παρόλο που μερικοί φαίνονται δύσκολοι στα Αγγλικά, συχνά γίνονταν εύκολα αντιληπτοί από έναν Έλληνα φοιτητή. Το ομοιοτέλευτον, για παράδειγμα, σημαίνει απλώς "με όμοια κατάληξη". Πολλοί ρητορικοί όροι είναι μεταφορές, περιλαμβανόμενου του ίδιου του όρου μεταφορά. Αποτελούν είτε αντικείμενα δανεισμού από μια άλλη χρήση -το "προοίμιο", για παράδειγμα, που σήμαινε αρχικά το πρελούδιο ενός τραγουδιού- ή έχουν μια περιορισμένη έννοια. Ο πιο διάσημος τεχνικός όρος του Αριστοτέλη, το ενθύμημα, σημαίνει στην κυριολεξία κάτι που "διατηρείται στη μνήμη". Πολλοί από τους αριστοτελικούς όρους τους σχετικούς με πλευρές της εύρεσης, συμπεριλαμβανομένου του "ενθυμήματος", έγιναν μέρος του κοινού ρητορικού λεξιλογίου των διαδόχων του, αν και συχνά με κάπως διαφορετική έννοια. Μερικοί από τους όρους που χρησιμοποιεί για να περιγράφει το ύφος - για παράδειγμα, "μεταφορά" και "περίοδος" (στην κυριολεξία: "κυκλικός δρόμος") - επίσης έγιναν αποδεκτοί, άλλοι, όμως, όπως ο όγκος ("υποτακτικότητα", στην κυριολεξία: "διόγκωση"), όχι. Ο Αριστοτέλης δεν έχει κάποιο γενικό όρο για τα σχήματα λόγου, μια σημαντική παράλειψη από την οπτική γωνία μεταγενέστερων ρητοροδιδασκάλων.
 
Οι πιο προβληματικοί από τους ρητορικούς όρους του Αριστοτέλη είναι η πίστις, "η μη καλλιτεχνική απόδειξη", το ήθος, το πάθος, ο τόπος και ο όρος "επιδεικτικός". Το πρόβλημα με την πίστιν είναι ότι μπορεί να έχει τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ερμηνείες στο κείμενο: "απόδειξη", με την έννοια της λογικής επίδειξης, "απόδειξη" ως επίσημο μέρος του λόγου, και "μέσον πειθούς". περιλαμβανομένης όχι μόνο της λογικής επίδειξης, αλλά της αξιοπιστίας του χαρακτήρα τον οποίο μπορεί να προβάλει ένας ομιλητής, καθώς και των συναισθημάτων που εκφράζει. Το νόημα αναγκαστικά καθορίζεται από το πλαίσιο. Η αντίλη­ψη του Αριστοτέλη για τη μη καλλιτεχνική απόδειξη περιορίζεται στους μάρτυρες, στα έγγραφα και στα στοιχεία που μπορούν να παρουσιαστούν σε μια δίκη. Υπάρχει η ανάγκη για μια ευρύτερη αντίληψη, που θα περιλαμβάνει ζητήματα όπως το εξωτερικό κύρος που μεταφέρει ένας ομιλητής σ' ένα λόγο - μια μη καλλιτεχνική μορφή ήθους την οποία χρησιμοποιεί αλλά δεν επινοεί ένας ομιλητής- ή μη λεκτικά μέσα πειθούς που συνοδεύουν το λόγο - για παράδειγμα ένα γεμάτο όπλο.
 
Ο αρχικός ορισμός του Αριστοτέλη για το ήθος (1.2.4) το περιορίζει σε οτιδήποτε λέγεται σ’ ένα λόγο και κάνει έναν ομιλητή να φαίνεται αξιόπιστος, άποψη που προβάλλεται γι' αυτό ξανά στο 1.9.1 και στο 2.1. Η εξέταση τύπων χαρακτήρων στο 2.12-17, πάντως, φαίνεται να επικεντρώνεται στο πώς ένας λόγος πρέπει να προσαρμόζεται στο χαρακτήρα των μελών του ακροατηρίου, άποψη που βρίσκεται πιο κοντά στην αξίωση του Πλάτωνα στο Φαίδρο ότι ένας ομιλητής θα πρέπει να γνωρίζει τις ψυχές των ακροατών του. Η συζήτηση των συναισθήματος στο 2.2-11 αποτελεί φαινομενικά μια πραγμάτευση της ψυχολογίας, δυνάμει χρήσιμη για τη διέγερση ή τον κατευνασμό των συναισθημάτων, λίγα πράγματα γίνονται όμως σε σχέση με την εφαρμογή της σε μια ρητορική κατάσταση. Τα κεφάλαια αυτά μάλλον γραφτήκαν ως τμήμα κάποιος άλλης μελέτης και ενσωματώθηκαν εδώ με μικρές αναθεωρήσεις. Φαίνεται να είναι αναγκαία μια πιο γενική περιγραφή τον ρόλου του χαρακτήρα στη ρητορεία, περιλαμβανόμενων όχι μόνο των χαρακτήρων του ομιλητή και του ακροατηρίου, αλλά και εκείνων των αντιπάλων, μαρτύρων και προσώπων που αναφέρονται στο Λόγο - στοιχεία που ανευρίσκονται στο σύνολό τους στους λόγους του Λυσία. του Δημοσθένη και άλλων ρητόρων. Επιπλέον, η σχέση του χαρακτήρα προς το συναίσθημα φαίνεται ότι χρειάζεται κάποια μεγαλύτερη ανάλυση. Οι περιγραφές του ρητορικού ήθους και του πάθους, που βρίσκονται στο δεύτερο βιβλίο του Περί του ρητορος / De oratore του Κικέρωνα και στο έκτο βιβλίο της Εκπαιδεύσεως του ρήτορα / Institutio oratoria του Κοϊντιλιανού, είναι πιο ικανοποιητικές, υπ" αυτή την έννοια[42].
 
Η αριστοτελική αντίληψη του "τόπου" είναι επίσης ασαφής. Ο Ισοκράτης είχε χρησιμοποιήσει τον όρο τόπος προκειμένου να περιγράψει επιχειρήματα για το πιθανό και το απίθανο, ή για επιχειρήματα σε παραπομπές μιας αυθεντίας (Ελένη 4 και 38). Ο "τόπος" ήταν αρχικά μάλλον μια "θέση" σ’ ένα εγχειρίδιο ή κείμενο, την οποία ένας ομιλητής μπορούσε να μιμηθεί και να προσαρμόσει σ' ένα νέο πλαίσιο, συνεπώς μια "κοινοτυπία"[43]. Στο δεύτερο κεφάλαιο του Τέχνη Ρητορική ο Αριστοτέλης κάνει διάκριση μεταξύ των ιδίων, δηλώσεων πολιτικής και ηθικής με "συγκεκριμένο" περιεχόμενο, η γνώσεων χρήσιμων σε κάθε "είδος" ρητορικής, και των τόπων, στρατηγικών για επιχειρήματα, χρήσιμων σε κάθε συζήτηση. Οι τελευταίοι εξετάζονται στη διαλεκτική πραγματεία του με τίτλο Τοπικά, καθώς και στο Τέχνη Ρητορική 2.23. Στο 1.3.7-9 ορίζει ακόμη ένα είδος επιχειρημάτων, τα οποία αποκαλεί κοινά: δυνατό και αδύνατο, περασμένα και μέλλοντα, καθώς και το κατά πόσο κάτι είναι ή δεν είναι σημαντικό. Σε μεταγενέστερα αποσπάσματα, πάντως, ο Αριστοτέλης δείχνει να αναφέρεται και στις τρεις αυτές κατηγορίες επιχειρημάτων ως "τόπους"[44]. Στα μεταγενέστερα αρχαία Ελληνικά και στα Λατινικά. σε φιλοσοφικό πλαίσιο, περιλαμβανομένων τον έργων τον Κικέρωνα. με τίτλο Τοπικά, και του Βοήθιου, με τίτλο Περί τοπικών διακρίσεων, ο ελληνικός όρος τόπος και ο λατινικός locus συνήθως σημαίνουν διαλεκτικά θέματα ή στρατηγικές. Σε ρητορικές πραγματείες, παντός, συχνά δίνεται μια ευρύτερη ποικιλία. ερμηνειών στη λέξη, όπως και στην αγγλική λέξη topic: περιλαμβάνει κοινοτυπίες σχετικές με την ανθρώπινη ζωή και εμπειρία, περιγραφές αποθεμάτων, και. ακόμη, καταλόγους πιθανών πραγμάτων τα οποία θα μπορούσε να εξετάσει ένας ρήτορας (βλ. για παράδειγμα, Ρητορική προς Ερέννιον, / Rhetorici ad Herenniiim 2.9)[45].
 
Η αριστοτελική αντίληψη για το επιδεικτικό προέρχεται από τη χρή­ση δημοσίων προσφωνήσεων στο πολιτιστικό περιβάλλον στο οποίο ζούσε ο Αριστοτέλης και είναι πολύ περιορισμένη για να έχει γενική εφαρμογή. Η κύρια κατηγορία, δημοσίων προσφωνήσεων στην αρχαία Ελλάδα, που δεν είχαν ούτε συμβουλευτικό ούτε δικανικό χαρακτήρα, ήταν η τελετουργική ρητορεία σε δημόσιες γιορτές και κηδείες. Σε παρόμοιους λόγους το κυρίαρχο θέμα ήταν ο έπαινος ενός θεού, ενός ανθρώπου ή μιας πόλης. Ο Αριστοτέλης αναγνώριζε ότι ένας τέτοιος λόγος θα μπορούσε να είναι και υβριστικός, μάλλον επικριτικός παρά εγκωμιαστικός για το υποκείμενο. Οι περισσότερες πιθανότητες, πάντως, για κάτι τέτοιο παρουσιάζονταν στα πλαίσια της συμβουλευτικής ή της δικανικής ρητορείας - για παράδειγμα, ο λόγος του Δημοσθένη Κατά Μειδίου -, αλλά θα μπορούσε να αναφερθεί και ο λόγος του Ισοκράτη Κατά των σοφιστών, αν και δεν εκφωνήθηκε. Ο έπαινος επίσης παρεισφρέει συχνά σε συμβουλευτικούς και δικανικούς λόγους, και αυτό που λέει ο Αριστοτέλης για την επιδεικτική ρητορική θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο σ' έναν ομιλητή σε τέτοιες περιπτώσεις. Πάρα πολύ αργότερα οι αρχαίοι Έλληνες και οι Λατίνοι ρητοροδιδάσκαλοι αποδέχτηκαν τον ορισμό του Αριστοτέλη για το "επιδεικτικό", τον οποίο συχνά αποδίδουν ως "πανηγυρικό" (κατά την προέλευση: ένας λόγος σε δημόσια συγκέντρωση). Κατά την ύστερη Αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε ένας μεγάλος αριθμός επιδεικτικοί τύπον, οι οποίοι περιγράφονται στις πραγματείες του Ρήτορα Μενάνδρου. Οι σύγχρονοι θεωρητικοί συνήθως προτιμούν να θεωρούν την επιδεικτική ρητορική ως μία πραγματεία σε κάθε λογοτεχνικό είδος που δεν έχει σαφώς συμβουλευτικό ή δικανικό χαρακτήρα και, συνεπώς, δεν παρακινεί σε συγκεκριμένες ενέργειες, αλλά έχει ως σκοπό να ενθαρρύνει την πίστη, τη συλλογική αλληλεγγύη και την αποδοχή ενός συστήματος αξιών. Έτσι ο επιδεικτικός λόγος έχει ιδεολογική σημασία. Οι λειτουργίες του είναι πιο σύνθετες από αυτές που αναγνωρίζει ο Αριστοτέλης, γιατί τα ιδανικά που περιγράφει στην πραγματικότητα υλοποιούνται, σπάνια. Μερικές φορές ο έπαινος μπορεί να έχει ειρωνική χροιά, να αποτελεί έναν λεπτό τρόπο επισήμανσης σφαλμάτων. Συχνότερα ένας ομιλητής εγκωμιάζει με σιγουριά κάποιες αξίες με την ελπίδα ότι το ακροατήριο θα προσπαθήσει να τις εφαρμόσει. Ο Ισοκράτης φαίνεται ότι αυτό το είχε αντιληφθεί καθαρότερα από τον Αριστοτέλη, αφού αποτελεί χαρακτηριστικό τόσο των προσωπικών του ρητορειών, όσο και των εκπαιδευτικών του μεθόδων.
 
Παρόλο που η θεωρητική δομή της ρητορικής, όπως σκιαγραφείται στα πρώτα τρία κεφάλαια του Τέχνη Ρητορική, είναι θεμελιώδης για το θέμα, όπως αυτό έγινε κατανοητό αργότερα, και παρόλο που έγινε εκτενής χρήση από τους χοροδιδασκάλους ενός μέρους της ορολογίας του Αριστοτέλη, συμπεριλαμβανομένου των καλλιτεχνικών και των μη καλλιτεχνικών μέσων πειθούς, του ήθους και του πάθους, του παραδείγματος και του ενθυμήματος, του τόπου, και των τριών ειδών της ρητορικής, το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ανάλυσης στο πρώτο βιβλίο του Αριστοτέλη - ο ανεπτυγμένος καθορισμός των δηλώσεων της πολιτικής και της ηθικής, όπως χρησιμοποιούνται στη ρητορική - ποτέ δεν αποτέλεσε εντελώς τμήμα της παράδοσης. Το ίδιο αληθεύει προκειμένου για τις αναλύσεις του για τα συναισθήματα και τους χαρακτήρες στα κεφάλαια 2-17 του δεύτερου βιβλίου. Οι μεταγενέστεροι συγγραφείς εξετάζουν το ήθος και το πάθος, αλλά με αρκετά διαφορετικούς τρόπους. Η εξέταση του ύφους, που αποτελεί το πρώτο μισό του τρίτου βιβλίου, θα πρέπει επίσης να αντιμετωπίζεται ως μια ενδιαφέρουσα προκαταρκτική προσπάθεια συστηματικής ενασχόλησης με το θέμα, και άσκησε επιρροές στη μεταγενέστερη διδασκαλία κυρίως μέσω των αναθεωρήσεων που έκανε ο μαθητής του Αριστοτέλη, Θεόφραστος. Η αντιμετώπιση του ύφους οπό τον Αριστοτέλη υπονοεί μια διάκριση μεταξύ άρθρωσης, ή επιλογής των λέξεων, και σύνθεσης, ή συνδυασμού των λέξεων σε προτάσεις, και αποτέλεσε σταθερό στοιχείο μεταγενέστερων περιγραφών, αλλά ο ίδιος δεν καθιστά ποτέ σαφή τη διάκριση. Οι περισσότεροι διάδοχοί του αδιαφόρησαν για την έμφαση που δίνει στη σαφήνεια, ως μοναδικό προσόν του ύφους (3.2), και στη μεταφορά, ως προτιμώμενη υφολογική επινόηση στην πρόζα (3.2 και 1 1), άλλοι, όμως, συμπεριλαμβανομένου του Δημητρίου, συνέχισαν τις αναλύσεις του για την περίοδο στο γραπτό λόγο, ενώ το ενδιαφέρον τον για το ρυθμό στο γραπτό λόγο αναβίωσε από τον Κικέρωνα και από άλλους.
 
Παρόλο που αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς θεμάτων ρητορικής αναφέρουν συχνά τον Αριστοτέλη σε διάφορα σημεία της ανάλυσής τους και υπονοούν ότι γνώριζαν την πραγματεία του, η άμεση επίδρασή της στη φιλολογική παράδοση ήταν ασήμαντη. Ο Αριστοτέλης δε δημοσίευσε το έργο. Οι απόψεις του για τη ρητορική ήταν γνωστές σε όσους σπούδαζαν στο πλευρό τον και σε όσους διάβασαν την πραγματεία στη βιβλιοθήκη της πρώιμης Περιπατητικής σχολής. Μερικοί συνεργάτες ή μαθητές του. που θα παρουσιαστούν παρακάτω, στο πέμπτο κεφάλαιο, έγραψαν για κάποιες πτυχές της ρητορικής και μέσω αυτών κάποιες αριστοτελικές ιδέες διαδόθηκαν σε άλλους, οι οποίοι με τη σειρά τους τις διέδωσαν σε ακόμη περισσότερους ή τις τροποποίησαν με κάποιους τρόπους. Μετά το θάνατο τον Θεόφραστου (285 π.Χ.) το αρχικό κείμενο της ρητορικής, μαζί με άλλα έργα της βιβλιοθήκης της σχολής, φαίνεται ότι συσκευάστηκαν και στάλθηκαν στη Μικρά Ασία, όπου τα βιβλία εξαφανίστηκαν από την κοινή θέα μέχρι τις αρχές του πρώτου αιώνα[46]. Αν και είναι πιθανό ότι μερικά αντίγραφα της πραγματείας βρίσκονταν σε ιδιωτικά χέρια, δεν υπάρχει καμία σαφής απόδειξη ότι στην πραγματικότητα διάβασε κανείς το Τέχνη Ρητορική από τις αρχές του τρίτου αιώνα μέχρις ότου τα χειρόγραφα του Αριστοτέλη ανακαλύφθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, και έπειτα στη Ρώμη, στις αρχές του πρώτου αιώνα, όπου ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος τα επιμελήθηκε και τα δημοσίευσε. Από τους μεταγενέστερους συγγραφείς αυτοί που κάνουν τη μεγαλύτερη χρήση των εννοιών του Αριστοτέλη εί ναι ο Κικέρων, στο διάλογό του Περί του ρήτορος / De οratοre, και ο Anonymous Seguerianus. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς. ο Κοϊντιλιανός και άλλοι συμβουλεύθηκαν το έργο, αλλά δεν τους ενέπνευσε τόσο, ώστε να αναμορφώσουν σημαντικά τις απόψεις τους για τη ρητορική, και το έργο άσκησε μικρή περαιτέρω επίδραση στην εξέλιξη της ρητορικής διδασκαλίας. Αυτό μπορεί, ίσιος, να εξηγηθεί καλύτερα, εάν φανταστούμε ένα δάσκαλο της ρητορικής της Ρωμαϊκής περίοδοι; να εξετάζει το Τέχνη Ρητορική για προ'πη φορά. Θα είχε ακούσει για τον Αριστοτέλη και θα είχε συνδέσει μ’ αυτόν μερικές ιδέες περί ρητορικής, ειδικά τη διάκριση σε τρία είδη. Μάλλον όμως θα απογοητευόταν από την ίδια την πραγματεία, που ανέλυε λεπτομερειακά δηλώσεις για την πολιτική και την ηθική και τύπους συναισθημάτων που συνήθως δεν περιλαμβάνονταν στη διδασκαλία της ρητορικής, και συνεπούς φαίνονταν άσχετοι. Ακόμη χειρότερα, ανέφερε μόνο περιστασιακά (1.13.10, 3.15.2) την ανάγκη του ομιλητή να καθορίζει το κεντρικό θέμα σε ένα λόγο, σημείο, όμως, το οποίο, υπό την ονομασία στάσις, είχε καταστεί το πιο σημαντικό τμήμα της διδασκαλίας της ευρέσεως. Θα εύρισκε επίσης απογοητευτικό το τρίτο βιβλίο. Η έμφαση του Αριστοτέλη στη σαφήνεια θα φαινόταν μάλλον υπερβολική, ενώ η ανάλυση της διακόσμησης του λόγου από εκείνον θα έδειχνε ότι υστερούσε στον καθορισμό των τρόπων (εκτός από τη μεταφορά) και των σχημάτων του λογού, που είχαν φθάσει να θεωρούνται ο πυρήνας του θέματος. Η εκφορά, παρόλο που αναφερόταν, αντιμετωπιζόταν βιαστικά και συγκαταβατικά, η μνήμη δεν αναφερόταν καθόλου, ενώ όσα αναφέρονταν για τη διάταξη μπορούσαν να ανευρεθούν αλλού πληρέστερα. Γενικά η πραγματεία του Αριστοτέλη θα φαινόταν ότι ασχολείται υπερβολικά με την αφηρημένη λογική επιχειρηματολογία και ότι έδειχνε ελάχιστο ενδιαφέρον για το νόμο και για το ύφος. Το Τέχνη Ρητορική διασώθηκε κυρίως γιατί, αν και φαινόταν εκτός εποχής, ήταν έργο του Αριστοτέλη, τα άλλα έργα του οποίου ήταν αντικείμενα σοβαρής μελέτης σε όλη τη διάρκεια της ύστερης Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα. Όταν, το δωδέκατο αιώνα, το Τέχνη Ρητορική μεταφράστηκε στα Λατινικά, διαβαζόταν για τις αναλύσεις του περί πολιτικής, ηθικής ή ψυχολογίας, όχι για τις ρητορικές του θεωρίες[47]. Παρόλο που το ενδιαφέρον για το κείμενο και οι αναφορές σ' αυτό αυξήθηκαν κάπως στην Αναγέννηση[48], δεν ήταν παρά μόνο στη σύγχρονη εποχή που το Τέχνη Ρητορική άρχισε να τυγχάνει εκτίμησης, ως θεμελιώδης δήλωση για το θέμα του.
--------------------------
[1] Ως “διπλασιολογία” εννοείται ο διπλασιασμός των λέξεων. Ο νεοπλατωνικός σχολιαστής Ερμείας αντιλαμβανόταν τον όρο κυριολεκτικά, όπως στην έκφραση “αλλοίμονο, αλλοίμονο”. Σύγχρονοι λόγιοι τείνουν να θεωρούν ότι πρόκειται για αναφορά σε λέξεις που αναμειγνύονταν από δύο ρίζες. Βλ. Radermacher, Artium Scriptores, 114. Η γνωμολογία πρέπει να ήταν μια συλλογή γνωμικών, και η εικονολογία μια συλλογή παρομοιώσεων 
[2] Για τις μαρτυρίες βλ. Radermacher, Artium Scriptores. 127-28. 
[3] Πρβλ. Radermacher. Artium Scriptores, 70-76. 
[4] Ο Cole, στο έργο Origins of Rhetoric', 130-2, υποστηρίζει ότι η οργάνωση της συζήτησης στο Φαίδρο μέσω των μερών τη; δικανικής ρητορείας δεν αντικατοπτρίζει τη δομή παλαιότερων εγχειριδίων, αλλά αποτελεί ένα πρότυπο που επέβαλε ο Πλάτων στο υλικό. Αυτή η άποψη αποτελεί τμήμα, του προγράμματος του Cole να αρνείται οποιαδήποτε πραγματική εξέλιξη της ρητορικής στην αρχαία Ελλάδα πριν από τον Πλάτωνα και δε συμβιβάζεται με τα αποδεικτικά στοιχεία ή την κρίση των περισσότερων λογίων. 
[5] Ο Αριστοτέλης, Τέχνη Ρητορική. 3.13.5, μιλά για θιασώτες του ή για μια σχολή του. 
[6] Αυτή η παραδοσιακή αντίληψη χρωστά πολλά στη σαφή διατύπωσή της στο έργο του Navarre, Essai sur la rhetorique grecque, από το 1900. 
[7] Τα προλεγόμενα εξετάζονται παρακάτω, στο δέκατο κεφάλαιο. 
[8] Πρβλ. τον Ολυμπιόνικο 2.86:88 του Πινδάρου, όπου συγκρίνονται άλλοι ποιητές με κοράκια που κρώζουν εναντίον του αετού του Δία. 
[9] Πρβλ. Cole, "Who was Corax'". 
[10] Ο Γοργίας του Dodds αποτελεί τον καλύτερο σχολιασμό του διαλόγου. Για ανάλυση βλ. και το έργο του Guthrie, History of Greek Philosophy, r. 4, 284-312. 
[11] “Πώλος” ήταν, όπως μαίνεται. το όνομα ενός υπαρκτού προσώπου. Σημαίνει πουλάρι, και ο Πλάτων το εκμεταλλεύεται για να τον χαρακτηρίσει νέο και ανυπόμονο. 
[12] Ο Κοϊντιλιανός 2.15.24-28 αναφέρεται σ' αυτή τη γνώμη και προσπαθεί να την αντικρούσει. 
[13] Μερικά τμήματα αυτής της ανάλυσης έχουν μεταφερθεί από το έργο του Κέννεντυ, Classical Rhetoric, 45-52. 
[14] Γι’ αυτό το διάλογο υπάρχει εκτενής βιβλιογραφία. Μεταξύ πιο πρόσφατων αναλύσεων είναι αξιοπρόσεκτες αυτές των Guthrie, History of the Greek Philosophy, i. 4, 396-433, και Ferrari, Listening to the Cicadas
[15] Οι παραπομπές σε χωρία των πλατωνικών διαλόγων βασίζονται παραδοσιακά σε αριθμούς σελίδων της έκδοσης του Henri Estienne. Γενεύη 1578. Αυτοί οι αριθμοί συνήθως τυπώνονται στα περιθώρια των σύγχρονων εκδόσεων και μεταφράσεων.
 [16] Η σχέση της ρητορικής με τον έρωτα αποτελεί επίσης το θέμα των λόγων στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. 
[17] Το όνομα αυτής της νύμφης είναι ένας από αρκετούς όρους στο διάλογο που παρέχουν μια αφετηρία για την "αποδομητική” ανάγνωσή του από τον Derrida, στο έργο του “Platos Pharmacy’'.
 [18] Δεν είναι πιθανό ότι ο Σωκράτης τη; ιστορίας είχε τις πεποιθήσεις που του αποδίδονται εδώ. Την περίοδο που έγραφε το Φαίδρο ο Πλάτων είχε προχωρήσει πέρα από την αμφισβήτηση χαρακτηριστικών του Σωκράτη, στην ανάπτυξη της δικής του ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Το πρόβλημα τι αντιπροσωπεύει στα γραπτά του Πλάτωνα τη γνήσια σκέψη του Σωκράτη είναι ενοχλητικό, και γνωστό ως “το σωκρατικό ερώτημα". Γενικά, οι πρωιμότεροι διάλογοι, όπως ο Πρωταγόρας, είναι μάλλον πλησιέστεροι προς τη σωκρατική σκέψη από το Γοργία, η το Φαίδρο
[19] Derrida, "Plato's Pharmacy" 
[20] Το δόγμα αποδίδεται καλά σε περιληπτική μορφή σε μια μακριά πρόταση, στο 277b5-c6. 
[21] Οι πηγές για τη ζωή του Ισοκράτη mm το δοκίμιο Ισοκράτης, του Διονυσίου Αλικαρνασσέα, η περιγραφή γι' αυτόν στους Βίους των δέκα ρητόρων (που διασώθηκαν μαζί με τα έργα του Πλουτάρχου), καθώς και κάποιες αναφορές στα δικά του έργα. Η καλύτερη αγγλική μετάφραση των έργων του Ισοκράτη είναι αυτή της Loeb Classical Library, οι τ. 1-2 από τον Norlin, ο τ. 3 από τον VanHook
[22] Ίσως μόνο από ξένους μαθητές, πρβλ. Περί αντιδόσεως 39. 
[23] Ο Πλάτων φαίνεται ότι είχε εντυπωσιαστεί από αυτή τη φράση και βάζει το Σωκράτη να την επαναλαμβάνει, κατά έναν ειρωνικό τρόπο, στο Γοργία 463a
[24] Τα εισαγωγικά μέρη του Πανηγυρικού του Ισοκράτη περιέχουν μια περίτεχνη σύγκριση της ρητορείας και του αθλητισμού, ως ανταγωνιστών. 
[25] Έχουν συγκεντρωθεί από τον Radermacher, στο έργο Artium Scriptores, 153-63. 
[26] Radermacher, Artium Scriptores, 155. 
[27] Στην πραγματικότητά ο Αριστοτέλης αντιτίθεται στην απαίτηση για ταχύτητα, όχι για βραχυλογία. 
[28] Πρβλ. Radermacher, Artium Scriptores. 157-58. 
[29] Χασμωδία είναι η "σύγκρουση" που προκύπτει από την έναρξη μιας λέξης με φωνήεν ή δίφθογγο, όταν η προηγούμενη λέξη καταλήγει σε φωνήεν. 
[30] Πρβλ. ειδ. Solmsen, “The Aristotelian tradition". 
[31] Υπάρχει μια αγγλική μετάφρασή του από τον Rackham, στο δεύτερο τόμο της έκδοσης των Προβλημάτων του Αριστοτέλη, της Loeb Classical Library. Το καλύτερο κείμενο είναι του Fuhrmann, Anaximenis Ars Rhetorica. Η πραγματεία έχει τύχει σχετικά περιορισμένης επιστημονικής επεξεργασίας από την περίοδο της αντίστοιχης επεξεργασίας στο έργο μου Η τέχνη της πειθούς στην αρχαία Ελλάδα. 
[32] Ο τίτλος προέρχεται από το όνομα. του γιου τον Ξενοφώντα, ο οποίος πέθανε το 362. Ο Διογένης Λαέρτιος (2.55) λέει ότι μετά το θάνατό του ο Γρύλλος αποτέλεσε θέμα εγκωμίων. Ο Αριστοτέλης ίσως άρχιζε το διάλογο με αναφορές σ' αυτά, κατενθύνοντάς τον στη συνέχεια στο ζήτημα της τέχνης.  
[33] Βλ. Ευσέβιο, Ευαγγελική Προπαρασκευή 14.6.9. 
[34] Βλ. Φιλόδημο 6 στ. 48 (τ. 2, σελ. 50, στην έκδοση του Sudhaus). Κοϊντιλιανό 3.1.14, Αύλο Γέλλιο 20.5. 
[35] Βλ. Rist, Mind of Aristotle, 137-41. 
[36] Βλ. Burkert, "Aristoteles im Theater' 
[37] Βλ. Kennedy, Aristotle, 299-305. 
[38] Στα Αγγλικά υπάρχει ο παλαιότερος σχολιασμός των Cope και Sandys, καθώς και ένας σχολιασμός του πρώτου και του δευτέρου βιβλίου από τον Grimaldi. Στο έργο του Kennedy, Aristotle, υπάρχει μια εισαγωγή για όλο το έργο και για κάθε κεφαλαίο, καθώς και παράλληλες επεξηγηματικές σημειώσεις στη μετάφραση του κειμένου. 
[39] Ο Αριστοτέλης αδυνατεί να καθορίσει τις διαφορές μεταξύ της διαλεκτικής και της ρητορικής, υποθέτοντας, όπως φαίνεται. ότι ο μαθητής τις αντιλαμβάνεται. Οι κυριότερες διαφορές είναι ότι η διαλεκτική ασχολείται με γενικά και αφηρημένα ερωτήματα. ενώ η ρητορική με συγκεκριμένες υποθέσεις και πολιτικές, και ότι η διαλεκτική παίρνει τη μορφή ερωταποκρίσεων, ενώ η ρητορική, με τον τρόπο που την αντιμετωπίζει ο Αριστοτέλης, χρησιμοποιεί ανεπτυγμένους επίσημους λόγους. 
[40] Βλ. Kennedy, Aristotle, 36-37 κ«ι 288-9. 
[41] Ο Αριστοτέλης δε χώριζε τα κείμενο σε κεφάλαια. Η αρίθμηση των κεφαλαίων, που στις περισσότερες περιπτώσεις συνιστά λογική διευκόλυνση, καταχωρήθηκε στο κείμενο από το Γεώργιο Τραπεζούντιο, το δέκατο πέμπτο αιώνα. 
[42] Οι αντιλήψεις του Αριστοτέλη για το ήθος και το πάθος εξετάζονται πληρέστερα από τους Wisse, Ethos and Pathos, και Fortenbaugh. "Persuasion through Charader". 
[43] Βλ. Cole, Origins of Rhetoric, 88-89. 
[44] Βλ. 1.6.1.1.15.19 και 22, 1.26.1,2.22.13.3.19.2. 
[45] Σχετικά με τους ρητορικούς τόπους υπάρχουν πολλές μελέτες. Βλ., π.χ., Conley, "Logical Hylomorphism", Leff. "Topics of Argumentative Invention". Nelson. "Topoi". Ochs, "Formal Topics". Μια καλή περίληψη υπάρχει στους Binn και Garrett, "Ari­stotelian Τοροi". 
[46] Βλ. Kennedy. Aristotle, 305-9. 
[47] Βλ. Murphy, Middle Ages, 97-98. 
[48] Βλ. Brandes, History of Aristotle's "Rhetoric’