Η αγάπη είναι τόσο σημαντική για την ψυχοσωματική μας ισορροπία όσο είναι και το νερό για τη βιολογική. Όσο περισσότερο αγαπούμε, τόσο πιο ‘γεμάτοι’ αισθανόμαστε σε συναισθηματικό επίπεδο και επιβεβαιωνόμαστε υπαρξιακά. Όσο λιγότερο αγαπούμε, τόσο περισσότερο ευάλωτοι γινόμαστε σε διάφορες αρνητικές καταστάσεις που επηρεάζουν την ψυχολογία μας, όπως π.χ. η κατάθλιψη.
Η σύνδεση μεταξύ αισθημάτων αγάπης και καταθλιπτικών συμπτωμάτων , είναι αντιστρόφως ανάλογη. Δηλαδή όσο περισσότερη αγάπη είναι εμφανής στη ζωή μας τόσο λιγότερο ευάλωτοι παρουσιαζόμαστε, μπροστά στην ‘ασθένεια ‘ του αιώνα μας όπως έχει χαρακτηριστεί, την κατάθλιψη. Η αγάπη είναι πιθανόν ένα από τα καλύτερα αντικαταθλιπτικά, γιατί ένας από τους συνηθέστερους λόγους που οδηγούμαστε σε κατάθλιψη είναι η σκέψη ότι δεν μας αγαπάει κανείς. Τα περισσότερα άτομα με κατάθλιψη δεν αγαπούν τους εαυτούς τους και δεν αισθάνονται ότι οι άλλοι τους αγαπούν. Επικεντρώνονται εξαιρετικά στους εαυτούς τους, γεγονός που τους καθιστά λιγότερο ελκυστικούς και τους αποθαρρύνει από την δυνατότητα ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων που θα τους βοηθήσουν να αγαπηθούν.
Υπάρχει ένας μύθος στους καιρούς μας ότι η αγάπη είναι κάτι που απλά συμβαίνει δίνοντας της έτσι μεγάλη τυχαιότητα. Τα άτομα με κατάθλιψη λοιπόν, πολλές φορές παθητικά αναμένουν να βρεθεί κάποιος να τους εκδηλώσει αισθήματα αγάπης. Όμως η αγάπη δεν αναπτύσσεται έτσι. Για να αγαπηθείς και να διαρκέσει αυτή η αγάπη χρειάζεται ενεργητικότητα, κοινωνικοποίηση καθώς και εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων.
Οι περισσότεροι εννοιολογικά κωδικοποιούμε την αγάπη μέσα από την λαϊκή κουλτούρα. Μαθαίνουμε’ ότι η αγάπη είναι κάτι μαγικό που μας δίνει φτερά. Ωστόσο αυτή η εκλαϊκευμένη αντίληψη της αγάπης αποτελείται από μη ρεαλιστικές προσδοκίες που αναπτύσσουμε και σχετίζονται με τον αυτοσκοπό της ‘διασκέδασης’. Το υλιστικό πρότυπο μας μαθαίνει η προσοχή μας να έλκεται από οτιδήποτε έχει ως επακόλουθο την πρόσκαιρη ικανοποίηση. Έτσι λοιπόν αποκωδικοποιούμε ως αγάπη οτιδήποτε απλά αποσπά την προσοχή μας και παρουσιάζεται ως ερωτικό σκίρτημα, γεμάτο ενθουσιασμό αλλά χωρίς ποιότητα.
Μια συνέπεια αυτού είναι το γεγονός, ότι όταν βιώνουμε την πραγματική αγάπη αναστατωνόμαστε και απογοητευόμαστε γιατί αυτού του είδους η αγάπη δεν ταυτίζεται με το ανάλογο κοινωνικό πρότυπο της αγάπης. Κάποιοι από μας γινόμαστε απαιτητικοί και αγχωτικά διεκδικούμε την αγάπη όπως εμείς την έχουμε προκαθορίσει και ας είναι -όπως είπαμε πριν- λανθασμένα οροθετημένη.
Είναι λοιπόν απαραίτητο πριν προσπαθήσουμε να συσχετισθούμε με την αγάπη να αναρωτηθούμε για την ορθότητα του ιδιαίτερου τρόπου που αντιλαμβανόμαστε την αγάπη. Πολλές φορές η δική μας ερμηνεία για την αγάπη συσχετίζεται με συναισθήματα κατάθλιψης, όταν αναλαμβανόμαστε ότι δεν μπορούμε να την βιώσουμε. Παρακάτω προτείνω μια στρατηγική που πιθανότατα σας βοηθήσει να προσδοκήσετε πιο αισιόδοξα την αγάπη, ως κάτι που μπορείτε και εσείς να γευθείτε:
Διαχωρίσετε τον ενθουσιασμό από την αγάπη. Ο ενθουσιασμός είναι το ψυχολογικό στάδιο ενός έντονου σκιρτήματος .Είναι έντονο αλλά δεν έχει μεγάλη διάρκεια. Είναι το πρώτο στάδιο μιας μαγευτικής έλξης που όλα δείχνουν να είναι τέλεια. Κατά μέσο όρο αυτό το στάδιο διαρκεί περίπου έξι μήνες. Υπό συνθήκες μπορεί να οδηγήσει στην δημιουργία αισθημάτων αγάπης, για αυτό το λόγο λοιπόν δεν είναι επιθυμητό να αυθυποβάλλεστε πως κάθε φορά που νιώθετε το σκίρτημα ότι σίγουρα θα εξελιχθεί σε αγάπη.
Για να είσαστε σε θέση να βιώσετε την αγάπη είναι επιθυμητό να έχετε την κατάλληλη ψυχολογία καθώς και να διαθέτετε την ανάλογη προσωπικότητα. Ο Έρικ Φρομ προσδιόρισε την αγάπη ως ‘πράξη θέλησης’. Αυτό σημαίνει ότι οι ίδιοι δίνετε τα κίνητρα στον εαυτό σας για να συναντηθείτε κάποια στιγμή με την αγάπη. Ο τολμών νικά εξάλλου.
Η κοινωνικοποίηση σας εξαρτάται άμεσα από τις μεθόδους επικοινωνίας που χρησιμοποιείτε .Αυτή η επικοινωνία θα σας βοηθήσει να αισθανθείτε ότι κάποιος σας κατανοεί και ότι δεν είστε μόνοι. Θωρακίζετε τον εαυτό σας λοιπόν απέναντι στην κατάθλιψη και στις θλιβερές σκέψεις ότι θα είστε παντοτινά μόνοι σας.
Πάντα υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ δυο ανθρώπων και ακόμα και όταν μια σχέση εξελίσσεται καλά αυτές θα αναδύονται. Το σημαντικό σε αυτό το στάδιο είναι να εντοπίσετε τις διαφορές αυτές και να τις διαπραγματευτείτε από κοινού, έτσι ώστε να μη σας απομακρύνουν από το σύντροφο σας και δηλητηριαστεί η σχέση. Αυτό γίνεται συνήθως κατανοώντας το κοινωνικό και πολιτιστικό υπόβαθρο του άλλου όπως και με το να μπορείτε να εκφράσετε στο σύντροφο σας ποιοι είσαστε και τι θέλετε ξεκάθαρα. Όταν οι διαφορές σας κοινοποιηθούν και στους δυο, τις επεξεργάζεστε μαζί μέχρι να οδηγηθείτε σε ένα κοινό στάδιο όπου και οι δυο αισθάνεστε ασφαλείς και μπορείτε να παρουσιάζεστε όπως πραγματικά είστε χωρίς να καταπιέζεστε.
Επικεντρωθείτε στο σύντροφο σας. Αποκρυπτογραφήστε τις ανάγκες του και μην ασχολείστε αποκλειστικά με το αν σας συμπεριφέρεται καλά και με το τι κερδίζετε εσείς από αυτή τη σχέση. Τί πραγματικά χρειάζεται ο σύντροφος σας ώστε να αισθάνεται καλά; Αυτή ομολογουμένως είναι μια αρκετά δύσκολη ικανότητα να μαθευτεί λόγω της κοινωνικής κουλτούρας μας η οποία μας επιβάλλει να «φοράμε» ένα ναρκισσιστικό προσωπείο όπου κάτω από αυτό, οι ανάγκες μας και μόνο, προσελκύουν την προσοχή μας. Φυσικά σε όλη την διαδικασία δεν ξεχνάτε την ύπαρξη σας, βεβαιωνόσαστε ότι φροντίζετε ποιοτικά και τον εαυτό σας.
Συχνά η κατάθλιψη κρατά εγκλωβισμένους τους ανθρώπους στους εαυτούς τους, έτσι ώστε να αδυνατούν να προσηλωθούν στους άλλους άρα δεν μπορούν και να μάθουν να αγαπούν. Όσο περισσότερο ασχολείστε με τους άλλους και μαθαίνετε να αλληλεπιδράτε και αναγνωρίζετε /ανταποκρίνεστε στις ανάγκες των άλλων τόσο πιο «διαβασμένοι» θα είστε για να μπορείτε να αγαπήσετε.
Η «πραγματικότητα» της κατάθλιψης δεν είναι η μόνη που μπορεί να ερμηνεύσει τα καθημερινά φαινόμενα. Η πραγματικότητα του αγαπημένου σας είναι εξίσου σημαντική με τη δική σας και είναι πολύ θετικό να το αναγνωρίσετε αυτό. Αν βρίσκεστε σε καταθλιπτικό στάδιο προσπαθήσετε να ξεφύγετε από την εγωκεντρική διάσταση που συντηρεί την κατάθλιψη σας.
Πολλές φορές επίσης η κατάθλιψη σας είναι δυνατόν να σχετίζεται με ευερεθιστότητα απέναντι σε καταστάσεις απόρριψης σας. Λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης που συνεπάγεται η κατάθλιψη, οποιαδήποτε δυσαρμονία στη σχέση σας αυτόματα αποκωδικοποιείται από σας τους ίδιους ως δική σας ‘ανικανότητα’. Η ‘ανικανότητα’ που οι ίδιοι λοιπόν αποδίδετε σε σας, ασυνείδητα σας επιβεβαιώνει ότι αξίζετε μια απορριπτική συμπεριφορά από το σύντροφο σας. Όμως έτσι τελικά η απόρριψη σας στην πραγματικότητα γεννιέται από τον δικό σας λανθασμένο τρόπο μετάφρασης κάποιου υπαρκτού ή μη υπαρκτού προβλήματος στη σχέση και ενδυναμώνει την κατάθλιψη. Πριν σας αγαπήσουν είναι αναγκαίο να αγαπάτε τους εαυτούς σας και να ενδυναμώσετε την αυτοαντίληψη σας.
Ένας αποτελεσματικός τρόπος να αντισταθείτε σε αυτό το φαινόμενο είναι να συνειδητοποιήσετε ότι αυτός ο αυτόματος τρόπος σκέψης είναι δυνατός αλλά εικονικός, δηλαδή υπόκειται σε αλλαγή. Υπό την μορφή εσωτερικού διαλόγου διορθώστε την λανθασμένη εκτίμηση σας και πείτε π.χ: ‘δεν με απορρίπτει πραγματικά ο σύντροφος μου, αυτή δεν είναι πραγματική επιβεβαίωση προβληματικότητας μου’ ή ‘δεν πρέπει να αυτοκατηγορούμαι, είναι κάτι που δεν ήξερα να αντιμετωπίσω αλλά τώρα προσπαθώ γενναία’.
Όταν λοιπόν ερμηνεύσετε την κατάσταση με ένα διαφορετικό τρόπο τότε μπορείτε να προσπαθήσετε να δράσετε ενεργητικότερα και δυναμικότερα μέσα στη σχέση. Εδώ λοιπόν επιβεβαιώνεται ο αρχαίος μας προγονός, φιλόσοφος Επίκτητος που διακήρυξε ότι δεν επηρεαζόμαστε τόσο από τα φαινόμενα όπως συμβαίνουν αλλά πολύ περισσότερο από τον τρόπο που τα ερμηνεύουμε.
Σε μία εποχή αποξένωσης κι εμπάθειας. Σ’ έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει αποκαλύπτοντας το πιο σκληρό του πρόσωπο. Σε μια κοινωνία γεμάτη αλαζονεία, διαφθορά, μίσος και ιδιοτέλεια. Ανάμεσα σ’ εμένα κι εσένα, σε γνωστούς και ξένους, εγώ εξακολουθώ να ελπίζω στο «καλό» των ανθρώπων.
Ίσως γιατί είμαι ρομαντικός, ευαίσθητος ή ονειροπαρμένος – για όλους τους σοβαροφανείς εκεί έξω. Ίσως γιατί πιστεύω ακόμα στα μηνύματα γεμάτα αγάπη, στην ομορφιά μιας κάποιας άνοιξης, στις γεμάτες στοργή ανάσες, στις σφιχτές αγκαλιές και σε δυο ζευγάρια παιδικά μάτια.
Απορροφημένοι καθώς είμαστε, σ’ ένα διαρκές πεδίο μάχης κι εξουσίας, λησμονούμε τις αρετές που βρίσκονται εγκλωβισμένες μέσα μας. Η αγάπη, η υπομονή, η δικαιοσύνη, η ταπεινοφροσύνη, είναι έτοιμες να μας προσφέρουν απλόχερα τα αγαθά τους. Ανάμεσά τους η καλοσύνη. Μία λέξη, μία ανεκτίμητη δύναμη, κι ένα ολόκληρο μεγαλείο, συνοδεύουν το όνομά της. Τόσοι και τόσοι σπουδαίοι άνθρωποι, έχουν καταναλώσει φαιά ουσία για να την αναδείξουν και να την καθίσουν στο θρόνο που της αρμόζει. Όμορφη, αυτούσια, ολοτελής κι αδιαμφισβήτητα μοναδική, η καλοσύνη περικλείει έναν τεράστιο θησαυρό ψυχικής πληρότητας κι αλληλεγγύης.
Μία φράση του μεγάλου ποιητή Σοφοκλή, με ώθησε στο να την αναζητήσω και να εξάρω κι εγώ αυτόν τον «ήλιο» – όπως τη χαρακτηρίζει ο Βίκτωρ Ουγκώ. «Η καλοσύνη γεννά πάντα μόνο καλοσύνη», λέει ο Σοφοκλής.
Ψιθυριστά οφείλουμε να μιλάμε για εκείνη. Οι φωνές, οι κραυγές και οι εντάσεις, νοθεύουν τη δύναμή της. Εκείνη είναι δυνατή μέσα από τη σιωπηλή ύπαρξή της. Δε χρειάζεται πανηγυρικές εισόδους, ούτε βαρύγδουπες δηλώσεις. Θέλει κάθε προσφορά που γίνεται στο όνομά της, να παραμένει ανώνυμη. Χωρίς κομπασμούς και συμφέροντα. Χωρίς υπερφίαλες αναδείξεις του «εγώ».
Κάθε φορά που την κρατάμε πολύτιμη κι εύθραυστη στα χέρια μας, προσφέροντάς την απλόχερα σ’ ένα συνάνθρωπό μας, εκείνη γίνεται όλο και πιο δυνατή. Φοράει το πιο όμορφο χαμόγελό της και ξαφνικά φωτίζεται όλος ο κόσμος. Ο κόσμος του απόλυτου εγωκεντρισμού, της ολοένα αυξανόμενης διαπλοκής, της θυματοποίησης των «καλών» και της εμπορευματοποίησης των συναισθημάτων, γίνεται ένας κόσμος φιλανθρωπίας και αλτρουισμού, με μία μόνο πράξη καλοσύνης.
Ίσως εκεί να βρίσκεται το νόημα των όσων λέει ο Σοφοκλής. Στη δύναμη που έχει η καλοσύνη να μετατρέπει σε χρυσό οτιδήποτε αγγίζει. Στην ικανότητά της να αναγεννιέται κι όχι να αναλώνεται. Αποτελεί μία αλυσίδα αλληλένδετων γεγονότων, όπου κάθε καλή πράξη, παρασέρνει μία επόμενη ακόμα καλύτερη. Μία αλυσίδα, όπου κάθε κρίκος είναι φτιαγμένος από αγάπη κι οτιδήποτε γίνεται με αγάπη είναι ισχυρότερο κι από το μεγαλύτερο «κακό».
Φοβόμαστε να μη θεωρηθούμε θύματα «της καλής μας καρδιάς». Προσφέρουμε, περιμένοντας να μας προσφερθεί. Ιδιοτελείς πράξεις ανθρωπιστικής προσφοράς, περιμένοντας πάντα ανταλλάγματα. Κι αν δεν έρθουν; Απαρνιόμαστε κάθε μελλοντική πράξη καλοσύνης. Γινόμαστε σκληροί, απόλυτοι και ατομικιστές.
Τα δώρα της καλοσύνης δεν είναι υλικά. Δεν έχουν καν υλική υπόσταση. Δεν μπορείς να τα δεις, ούτε να τ’ αγγίξεις. Δεν εξαγοράζονται με χρήματα και συμφέροντα. Δεν πληρώνουν κανέναν εγωισμό και δεν ικανοποιούν καμία φιλοδοξία. Μπορείς όμως να τα νιώσεις. Μπορείς να νιώσεις τον εσωτερικό σου κόσμο να γίνεται ομορφότερος και να ακτινοβολεί στο πρόσωπό σου. Μπορείς να νιώσεις την καρδιά σου να πλημμυρίζει από ηρεμία, ευσυνειδησία και πληρότητα. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή για την καλοσύνη που προσφέρεις, είναι η δύναμη που θα σου επιστραφεί για να κάνεις μία ακόμα καλή πράξη.
Ακούς «καλή πράξη» και νομίζεις ότι καλείσαι να γκρεμίσεις κάτι και να το χτίσεις από την αρχή. Η καλοσύνη βρίσκεται ακόμα και στα πιο απλά.
Σε μία «Καλημέρα» στο γείτονά σου, στην παραχώρηση της θέσης στο λεωφορείο σ’ έναν ηλικιωμένο, σ’ ένα χέρι βοηθείας σε κάποιον που, δε μιλάει τη γλώσσα σου, δεν έχει το χρώμα σου κι εσύ του χαρίζεις ένα κομμάτι της καρδιάς σου.
Η καλοσύνη γεννά πάντα μόνο καλοσύνη, γιατί εσύ γίνεσαι πλουσιότερος βλέποντας το καλό που έχεις προσφέρει, να επεκτείνεται, να ισχυροποιείται και να θρονιάζεται στις ψυχές κι άλλων ανθρώπων. Γιατί κάθε δημιούργημά της, μόνο καλό μπορεί να κάνει. Γιατί αυτό το «καλό», βρίσκεται σε κάθε χαμόγελο ελπίδας, σε κάθε αγκαλιά παρηγοριάς, σε κάθε βλέμμα συμπαράστασης.
Η καλοσύνη γεννά πάντα μόνο καλοσύνη, γιατί οι καρποί της είναι απαλλαγμένοι από το φθόνο, τη ζήλια και το μίσος. Γιατί σου μαθαίνει ν’ αγαπάς τον εαυτό σου. Να σέβεσαι και να εκτιμάς το «καλό» μέσα σου. Να το αναδεικνύεις, να το προσφέρεις κι αυτό να σου κλείνει χαμογελαστά το μάτι.
Η καλοσύνη γεννά πάντα μόνο καλοσύνη, γιατί προσφέρει ψυχική ηρεμία σ’ εσένα που τη χαρίζεις κι ελπίδα σε εκείνον που τη δέχεται. Ελπίδα ότι αυτός ο κόσμος είναι καλός και με τη δική του καλοσύνη, τη δική σου, τη δική μου, τη δική μας, θα γίνει καλύτερος.
Η καλοσύνη είναι Κυρία, καρδιά μου. Δεν επαιτεί και δεν απαιτεί την προσοχή σου. Δε ζητιανεύει τα λόγια και τις πράξεις σου.
Να είσαι σίγουρος όμως, ότι ανταμείβει τη συμπόρευσή σου μαζί της. Μην προσπαθείς να τη βρεις. Εκείνη είναι ήδη μέσα σου. Αρκεί να κλείσεις τα μάτια σου και να την αφήσεις να σου μιλήσει.
Η καλοσύνη γεννά πάντα μόνο καλοσύνη, γιατί εσύ κι εγώ, πιστεύουμε ακόμη στο καλό των ανθρώπων.
Οι μορφωμένοι φτωχοί άνθρωποι έχουν περισσότερες ευκαιρίες στη ζωή απ’ όσες οι αδαείς πλούσιοι.
Μπορούμε να το διατυπώσουμε διαφορετικά: «Μη δίνεις στους ανθρώπους ψάρια. Μάθε τους πώς να ψαρεύουν». Οι γονείς έχουν υποχρέωση να φροντίζουν τα παιδιά τους μέχρι την ενηλικίωσή τους. Στη συνέχεια τα παιδιά πρέπει να μπορούν να σταθούν μόνα τους στον κόσμο.
Πολλοί γονείς, από ανασφάλεια και υπερπροστατευτισμό, παρέχουν υπερβολικά υλικά μέσα στα παιδιά τους με αποτέλεσμα αυτά να αδρανούν, να τα βρίσκουν όλα έτοιμα, να τεμπελιάζουν, να γίνονται «κακομαθημένα».
Όμως ο υλικός πλούτος είναι αβέβαιος, μπορεί να χαθεί από μια λανθασμένη επαγγελματική κίνηση ή από μια οικονομική και κοινωνική κρίση. Η μόρφωση όμως δεν χάνεται, και ποτέ δεν πάει χαμένη.
Οι Στωικοί εννοούν τη μόρφωση όχι μόνον ως τη διαδικασία μιας επαγγελματικής εκπαίδευσης αλλά και ως πνευματική και ηθική καλλιέργεια. Ένας από αυτούς, ο Σενέκας, επιμένει στην αναγκαιότητα της παιδείας και της ατομικής προσπάθειας: τα πράγματα είναι δύσκολα όχι επειδή προσπαθούμε πολύ αλλά επειδή δεν προσπαθούμε αρκετά.
Η συμβουλή των Στωικών στους γονείς είναι να προσπαθούν να αναθρέψουν ελεύθερους και ανεξάρτητους ανθρώπους, όχι μαμόθρεφτα που ζουν παρασιτικά με μοναδικές επιθυμίες την κατανάλωση και το βόλεμα.
Η φυσιολογική ανθρώπινη τάση είναι η ευχαρίστηση, το παιχνίδι, η εξερεύνηση, η ευτυχία και η αγάπη.
Φανταστείτε ότι σας έχει δοθεί η άδεια να είστε ευτυχισμένοι και να απολαμβάνετε την κάθε στιγμή. Η ζωή σας δεν επιφυλάσσει πια την παραμικρή σύγκρουση με τον εαυτό σας ή με τους άλλους.
Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να εκφράσετε τις επιθυμίες σας. Γνωρίζετε τι δεν θέλετε, γνωρίζετε τι θέλετε και πότε το θέλετε. Είστε ελεύθεροι να αλλάξετε τη ζωή σας και να της δώσετε τη μορφή που πραγματικά επιθυμείτε. Δεν φοβάστε να ζητήσετε αυτό που έχετε ανάγκη, δεν φοβάστε να πείτε ναι ή να πείτε όχι.
Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως την αγωνία της κρίσης των άλλων. Δεν προσαρμόζετε πια τη συμπεριφορά σας σύμφωνα με το τι πιθανόν να πιστεύουν οι άλλοι για σας. Δεν αισθάνεστε πια υπεύθυνοι για τις γνώμες των άλλων. Δεν νιώθετε την ανάγκη να ελέγξετε κανέναν, ούτε κανείς ελέγχει εσάς.
Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως να κρίνετε τους ανθρώπους γύρω σας. Μπορείτε εύκολα να συγχωρήσετε και να ξεχάσετε τις κρίσεις που κάνατε στο παρελθόν. Δεν αισθάνεστε πια την ανάγκη να έχετε δίκιο, ούτε την ανάγκη να αποδεικνύετε ότι οι άλλοι κάνουν λάθος. Σέβεστε τον εαυτό σας και τους άλλους και, σε αντάλλαγμα, σας σέβονται κι εκείνοι.
Φανταστείτε ότι ζείτε αγαπώντας ακόμα κι όταν δεν σας αγαπούν. Δεν σας τρομάζει πια η απόρριψη και δεν νιώθετε την ανάγκη της αποδοχής. Μπορείτε να πείτε «σ’ αγαπώ» χωρίς ντροπή και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Μπορείτε να προχωρήσετε μπροστά με την καρδιά ορθάνοιχτη, δίχως να φοβάστε μήπως πληγωθείτε.
Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να διακινδυνεύσετε ή να εξερευνήσετε τη ζωή. Δεν έχετε την αγωνία της απώλειας. Δεν φοβάστε να ζείτε μέσα στον κόσμο και δεν φοβάστε να πεθάνετε. Φανταστείτε ότι αγαπάτε τον εαυτό σας ακριβώς όπως είναι. Αγαπάτε το σώμα σας ακριβώς όπως είναι και το ίδιο αγαπάτε και τα συναισθήματά σας. Ξέρετε ότι είστε τέλειος/α ακριβώς όπως είστε.
Έχουμε αναμνήσεις από πολύ παλιά, από μια εποχή που υπήρξαμε ελεύθεροι και που απολαμβάναμε την ελευθερία μας, αλλά έχουμε ποια ξεχάσει τι σημαίνει στ’ αλήθεια ελευθερία. Ας πάρουμε ένα παιδί δύο, τριών ή και τεσσάρων ετών – να ένας ελεύθερος άνθρωπος. Γιατί είναι ελεύθερος αυτός ο άνθρωπος; Επειδή εξακολουθεί να κάνει αυτό που επιθυμεί.
Το παιδί είναι ενα άγριο πλάσμα – ένα λουλούδι, ένα δέντρο ή ένα ζώο που δεν έχει ακόμα εξημερωθεί! Κι αν παρατηρήσουμε ανθρώπους ηλικίας δύο χρόνων, θα προσέξουμε ότι τις περισσότερες φορές αυτοί οι άνθρωποι διασκεδάζουν κι έχουν ένα φωτεινό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Εξερευνούν τον κόσμο. Δεν φοβούνται να παίξουν. Φοβούνται όταν πονούν, όταν πεινάνε, όταν κάποιες ανάγκες τους μένουν ανικανοποίητες, αλλά δεν ανησυχούν για το παρελθόν, δεν ενδιαφέρονται για το μέλλον – ζουν μονάχα στην παρούσα στιγμή.
Τα πολύ μικρά παιδιά, δεν διστάζουν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Διαπνέονται από τόση αγάπη, ώστε όταν την αντιληφθούν γύρω τους, αφήνονται απόλυτα σε αυτήν. Δεν φοβούνται ούτε για μια στιγμή να αγαπήσουν.
Αυτή είναι η περιγραφή ενός φυσιολογικού ανθρώπινου όντος. Όταν είμαστε παιδιά, δεν φοβόμαστε το μέλλον ούτε ντρεπόμαστε για το παρελθόν. Η φυσιολογική ανθρώπινη τάση είναι η ευχαρίστηση, το παιχνίδι, η εξερεύνηση, η ευτυχία και η αγάπη
Γιατί ο χρόνος να πηγαίνει μόνο προς μία κατεύθυνση; Και γιατί είναι το μέλλον τόσο διαφορετικό από το παρελθόν; Φαίνονται προφανείς ερωτήσεις, αλλά έχουν απασχολήσει τους επιστήμονες για πάνω από έναν αιώνα. Μια νέα θεωρία υποδεικνύει μια απάντηση – ότι ο χρόνος δεν τρέχει μόνο με έναν τρόπο, αλλά ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος, ένας καθρέφτης του δικού μας κόσμου (mirror universe), όπου ο χρόνος τρέχει προς τα πίσω.
Ένα πείραμα, στο οποίο αναδημιουργείται η αρχή του σύμπαντος, μας δείχνει ότι, τη στιγμή που συνέβη το Big Bang, δημιουργήθηκε ένα άλλο σύμπαν- είδωλο μας, με το «βέλος του χρόνου», να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Σε άρθρο του βρετανικού Independent τονίζεται ότι το πείραμα λύνει ένα βασικό πρόβλημα στη θεωρητική φυσική: ότι όλα αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως της σχετικότητας και της βαρύτητας, λειτουργούν το ίδιο καλά, αν ο χρόνος κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και συνήθως, όταν οι επιστήμονες προσομοιώνουν την αρχή του σύμπαντος μας, είναι στην ευχάριστη θέση να παρατηρούν το χρόνο να τρέχει προς τα εμπρός, αλλά και προς τα πίσω.
Η τρέχουσα θεωρία προτείνει ότι η εντροπία – η δύναμη του σύμπαντος, που μας δείχνει ότι το σύμπαν πηγαίνει προς την αταξία με την πάροδο του χρόνου – οδηγεί επίσης το χρόνο προς τα εμπρός. Δεδομένου ότι το σύμπαν ξεκίνησε από την τάξη και πηγαίνει προς την αταξία και την αποδιοργάνωση, το ίδιο κάνει και ο χρόνος. Αυτό εξαρτάται από μια παραδοχή, ότι το σύμπαν ήταν εξαιρετικά οργανωμένο και σε τάξη στην αρχή του. Και ενώ αυτή είναι η θεωρία βάση της οποίας εργάζονται πολλοί επιστήμονες, είναι αδύνατο να αποδειχθεί.
Όπως γράφουν και οι Julian Barbour, Tim Koslowski και Flavio Mercati στα Physical Review Letters, η νέα θεωρία προτείνει ότι ο χρόνος δεν ρέει σε μία μόνο κατεύθυνση και αυτό θα μπορούσε να διευθετήσει το πρόβλημα εντελώς. Όταν ξεκίνησε το σύμπαν, αυτό δημιούργησε ένα άλλο, εκεί που ο χρόνος ρέει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Με απλά λόγια υποστηρίζουν, ότι οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο χρόνος κινείται προς μία κατεύθυνση, διότι μπορούν να δουν μόνο το μισό του σύμπαντος.
Η φύση της εξαιρετικά συμπιεσμένης ύλης που φτιάχνει τα αστέρια νετρονίων είναι το αντικείμενο πολλών υποθέσεων. Για παράδειγμα, υπάρχει η άποψη ότι κάτω από την ακραία βαρυτική συμπίεση τα νετρόνια μπορεί να καταρρεύσουν σε ύλη από κουάρκ και μάλιστα από παράξενα (strange) κουάρκ – γεγονός που υποδηλώνει ότι θα πρέπει να αρχίσετε να ονομάζεται ένα ιδιαίτερα μεγάλο αστέρι νετρονίων, παράξενο άστρο.
Η μοντελοποίηση της κβαντικής κυματοσυνάρτησης των νετρονίων μέσα στα υπερβολικά πυκνά άστρα δείχνει ότι τα νετρόνια δεν έχουν ένα σφαιρικό σχήμα αλλά μάλλον ένα κυβικό σχήμα.
Η τρέχουσα δημοφιλή αναλογία για να περιγράψει την πυκνότητα της ύλης μέσα σε ένα αστέρι νετρονίων είναι ότι αυτή μοιάζει σαν να πετύχαμε τη συμπίεση ολόκληρου του ανθρώπινου πληθυσμού σε έναν κύβο ζάχαρης
Ωστόσο, ένα εναλλακτικό μοντέλο δείχνει ότι μέσα σε μεγάλα άστρα νετρονίων – αντί τα νετρόνια να καταρρέουν σε πιο θεμελιώδη σωματίδια, θα μπορούσαν απλά να ‘πακετάρονται’ ακόμα πιο στενά μαζί, υιοθετώντας αντί για το κυκλικό σχήμα, ένα πιο κυβικό σχήμα. Αυτό το σχήμα μπορεί να επιτρέψει στα κυβικά νετρόνια να είναι ‘πακεταρισμένα’ στο, περίπου, 75% του όγκου που θα ήθελε ένα σφαιρικό νετρόνιο.
Η μερική επανεξέταση της εσωτερικής δομής των άστρων νετρονίων οφείλεται στην ανακάλυψη το 2010 ότι το αστέρι νετρονίων PSR J1614-2230, έχει μάζα περίπου δύο ηλιακές μάζες – η οποία είναι μεγάλη για ένα αστέρι νετρονίων, που έχει πιθανώς διάμετρο μικρότερη από τα 20 χιλιόμετρα.
Το αντικείμενο PSR J1614-2230, που περιγράφεται από μερικούς ως «υπερβαρύ« αστέρι νετρονίων, μπορεί να φαίνεται σαν ένα ιδανικό υποψήφιο άστρο από κουάρκ – ή από κάποια άλλη εξωτική μεταμόρφωση – που προκύπτει από την ακραία συμπίεση του υλικού του αστέρα νετρονίων. Ωστόσο, οι υπολογισμοί δείχνουν ότι με μια τόσο σημαντική αναδιάταξη της ύλης θα συρρικνωθεί ο όγκος του άστρου σε λιγότερο από την ακτίνα Schwarzschild για δύο ηλιακές μάζες – πράγμα που σημαίνει ότι το PSR J1614-2230 θα πρέπει να σχηματίσει αμέσως μια μαύρη τρύπα, που όμως δεν έχει παρατηρήσει κανείς.
Το PSR J1614-2230 βρίσκεται όμως εκεί και όλοι το έχουν αναγνωρίσει ότι είναι ένα υπέρβαρο άστρο νετρονίων, το οποίο αποτελείται όχι από εξωτική ύλη αλλά από νετρόνια, καθώς και ένα επιφανειακό στρώμα της πιο συμβατικής ατομικής ύλης.
Παρ ‘όλα αυτά, οι αστρικές μαύρες τρύπες μπορούν και να σχηματίζονται από τα αστέρια νετρονίων. Για παράδειγμα, αν ένα αστέρι νετρονίων σε ένα δυαδικό σύστημα συνεχίζει να προσελκύει μάζα από το γειτονικό του άστρο, θα φτάσει τελικά στο όριο Tolman-Oppenheimer-Volkoff. Το τελευταίο είναι το απόλυτο όριο μάζας για τα αστέρια νετρονίων – παρόμοια με το όριο Chandrasekhar για τους λευκούς νάνους αστέρια. Ξέρουμε πως μόλις ένας λευκός νάνος φτάσει το όριο Chandrasekhar – κάπου 1,4 ηλιακές μάζες – πυροδοτείται μια υπερκαινοφανής έκρηξη και μετασχηματίζεται σε ένα σουπερνόβα τύπου 1a. Μόλις, ένα αστέρι νετρονίων φτάνει το όριο μάζας Tolman-Oppenheimer-Volkoff, μετατρέπεται σε μια μαύρη τρύπα.
Λόγω της περιορισμένης κατανόησης της φυσικής των άστρων νετρονίων, κανένας δεν είναι εντελώς βέβαιος ποιό είναι το όριο μάζας των Tolman-Oppenheimer-Volkoff, αλλά πιστεύεται ότι βρίσκεται κάπου μεταξύ 1,5 έως 3,0 ηλιακές μάζες.
Έτσι, το εξαιρετικά βαρύ αντικείμενο PSR J1614-2230 φαίνεται πιθανό να είναι κοντά σε αυτό το όριο μάζας των άστρων νετρονίων, αν και εξακολουθεί να αποτελείται από νετρόνια κι όχι από παράξενα κουάρκ. Αλλά πρέπει να υπάρχει κάποια μέθοδος με την οποία η μάζα ενός άστρου νετρονίων μπορεί να συμπιεστεί σε ένα μικρότερο όγκο, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα μπορούσε ποτέ να σχηματιστεί μαύρη τρύπα από άστρο νετρονίων. Έτσι, πρέπει να υπάρχει κάποια ενδιάμεση κατάσταση σύμφωνα με την οποία τα νετρόνια σε ένα αστέρι νετρονίων σταδιακά συμπιέζονται σε ένα μικρότερο όγκο, έως ότου επιτευχθεί η ακτίνα Schwarzschild για τη μάζα που έχει .
Οι Llanes-Estrada και Navarro προτείνουν ότι αυτό το πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί αν, κάτω από ακραίες βαρυτικές πιέσεις, η γεωμετρία των νετρονίων δεν είναι σφαιρική, αλλά παραμορφώνεται σε ένα μικρότερο κυβικό σχήμα προκειμένου να επιτρέψει την πιο σφικτή ‘συσκευασία’, αν και τα σωματίδια παραμένουν νετρόνια.
Σαφώς με το κυβικό σχήμα το νετρόνιο καταλαμβάνει λιγότερο χώρο
Έτσι, αν αποδειχθεί μετά από όλα αυτά ότι το σύμπαν δεν περιέχει παράξενο αστέρια, το αστέρια με τα κυβικά νετρόνια θα εξακολουθούν να είναι ευχάριστα ασυνήθιστα.
Επιστήμονες από το Ολλανδικό Ινστιτούτο Ραδιοαστρονομίας παρακολούθησαν για μια πενταετία τη σταδιακή «εξαφάνιση» ενός αστέρα νετρονίων, μετρώντας έτσι με ακρίβεια τόσο τη μάζα όσο την αιτία της «εξαφάνισής» του – τη στρέβλωση του χώρου, λόγω του ισχυρού βαρυτικού πεδίου που αργά αλλά σταθερά μετέβαλλε την περιστροφή του.
Γνωστοί και ως πάλσαρ, οι περιστρεφόμενοι αστέρες νετρονίων συχνά αναφέρονται σαν «φάροι του διαστήματος», επειδή εκπέμπουν ραδιοκύματα που, όταν φτάνουν στη Γη, γίνονται αντιληπτά σαν παλμοί ακτινοβολίας.
Η ιδιαιτερότητα του πάλσαρ που μελέτησαν οι Ολλανδοί αστρονόμοι είναι πως ανήκει σε ένα διπλό σύστημα, το J1906, αλληλεπιδρώντας με έναν δεύτερο αστέρα νετρονίων που βρίσκεται σε μικρή απόσταση. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα ισχυρό βαρυτικό πεδίο το οποίο, όπως προβλέπει η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, στρεβλώνει τον χώρο και επομένως μεταβάλλει τον άξονα περιστροφής του πάλσαρ.
Το φαινόμενο ονομάζεται γεωδαιτική μετάπτωση και κάνει τον άξονα περιστροφής του πάλσαρ να ταλαντώνεται, όπως περίπου συμβαίνει σε μία περιστρεφόμενη σβούρα. Με τον ίδιο τρόπο αλλάζουν όμως σταδιακά διεύθυνση και οι εκπεμπόμενοι παλμοί, με συνέπεια αν και πριν από πέντε χρόνια έφταναν τον πλανήτη μας, σήμερα η πορεία τους να μην «συναντά» τη Γη. Κάτι που σημαίνει πως αυτή τη στιγμή ο πάλσαρ έχει «εξαφανισθεί» από τα επίγεια ραδιοτηλεσκόπια.
Η μελέτη των Ολλανδών επιστημόνων δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Astrophysical Journal, . Αναλύοντας τα δεδομένα της τελευταίας πενταετίας για την κίνηση του πάλσαρ, μπόρεσαν όχι μόνο να μετρήσουν τη μάζα του, αλλά και να εκτιμήσουν την επίδραση της βαρυτικής παραμόρφωσης του χώρου. Έτσι, βρήκαν πως ο άξονας μετατοπίζεται 2 μοίρες ανά έτος, υπολογίζοντας μάλιστα πως ο αστέρας νετρονίων θα ξαναγίνει «ορατός» από τη Γη το 2170.
Η ανακάλυψη του J1906 έγινε τυχαία, από αναλύσεις δεδομένων από το Τηλεσκόπιο Arecibo, στο Πουέρτο Ρίκο. «Ήταν πραγματική αποκάλυψη, αφού η συγκεκριμένη περιοχή είχε ερευνηθεί αρκετές φορές στο παρελθόν», είπε στο συνέδριο ο Γιούρι βαν Λιούβεν, επικεφαλής της έρευνας του Ολλανδικού Ινστιτούτο Ραδιοαστρονομίας.
Οι επιστήμονες γρήγορα διαπίστωσαν πως το J1906 ήταν ένα διπλό σύστημα αστέρων νετρονίων – δηλαδή «αστρικών πτωμάτων» με απίστευτη πυκνότητα, αφού έχουν μάζα όση και ο Ήλιος, αλλά διάμετρο μόλις 16 χιλιόμετρα.
Κάθε αστέρας ολοκληρώνει μια περιφορά γύρω από τον συνοδό του σε μόλις τέσσερις ώρες, ενώ ο πάλσαρ περιστρέφεται σε συχνότητα επτά φορές το δευτερόλεπτο. Παράλληλα, η μεταξύ τους απόσταση είναι αρκετά μικρή, μόλις όσο η διάμετρος του Ήλιου. Έτσι, οι επιστήμονες προέβλεψαν πως η επίδραση της βαρύτητας στον χώρο θα ήταν αρκετά έντονη, κάτι που επαλήθευσαν στη συνέχεια οι μετρήσεις τους.
Αμερικανοί αστρονόμοι για πρώτη φορά παρατήρησαν δύο τεράστια κύματα λάβας, το καθένα μεγάλο όσο η Ουαλία, να σαρώνουν από αντίθετες κατευθύνσεις τον μεγάλο ενεργό ηφαιστειακό κρατήρα Λόκι Πατέρα του δορυφόρου Ιώ του Δία. Η Ιώ είναι το πιο ηφαιστειακά ενεργό σώμα του ηλιακού μας συστήματος. Ο κρατήρας Λόκι Πατέρα, διαμέτρου 200 χιλιομέτρων, είναι ουσιαστικά μια λίμνη λιωμένης λάβας, η οποία κατά περιόδους σαρώνεται από καυτά κύματα.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Μπέρκλεϊ και του Εργαστηρίου Αεριοπροώθησης (JPL) της NASA, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature», χρησιμοποίησαν το τηλεσκόπιο Large Binocular Telescope της Αριζόνα για να τραβήξουν υπέρυθρες φωτογραφίες, που αποκαλύπτουν τις διαφορές θερμοκρασίας στην επιφάνεια του δρουφόρου (από μείον τρεις βαθμούς σε 56 βαθμούς Κελσίου), καθώς επεκτείνονται σταδιακά τα κύματα της λάβας.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, τα κύματα προχωρούσαν με ταχύτητα ενός έως δύο χιλιομέτρων τη μέρα. Δημιουργούνται όταν η λάβα στην επιφάνεια της λίμνης ψύχεται, στερεοποιείται και βυθίζεται, προκαλώντας έτσι κύματα λιωμένου μάγματος να εξαπλώνονται στην επιφάνεια της λίμνης. Αυτή η διαδικασία διαρκεί για μήνες, έπειτα σταματά και ξαναρχίζει μετά από περίπου 18 μήνες. Αυτός ο μηχανισμός εξηγεί και την περιοδική αυξομείωση της φωτεινότητας της λίμνης Λόκι Πατέρα.
Οι επιστήμονες σχεδιάζουν να μελετήσουν περαιτέρω την ηφαιστειακή δραστηριότητα στην Ιώ, που είναι το τέταρτο μεγαλύτερο από τα 67 φεγγάρια του Δία (λίγο μεγαλύτερη από τη Σελήνη). Διαθέτει το πιο ισχυρό ηφαίστειο, αλλά και το λιγότερο νερό στο ηλιακό μας σύστημα. Εκτιμάται ότι τα νέφη θείου και διοξειδίου του θείου λόγω της ηφαιστειακής δραστηριότητάς της εκτοξεύονται στο διάστημα σε ύψος σχεδόν 500 χιλιομέτρων.
Ένα γιγάντιο ξύλινο γλυπτό ενός λιονταριού στέκεται περήφανα σε μια πλατεία της Κίνας και όλη η διαδικασία της κατασκευής του το καθιστά ακόμα πιο θεαματικό. Το Oriental Lion, όπως έχει ονομαστεί, σκαλίστηκε πάνω σε έναν ενιαίο κορμό δέντρου και ολοκληρώθηκε σε διάστημα 3 ετών.
Ο Κινέζος αρχιτέκτονας Dengding Rui Yao, που πλαισιώθηκε από περισσότερους από 20 ανθρώπους, ξεκίνησε το έργο στη Μιανμάρ και το ολοκλήρωσε το 2015. Το γλυπτό μεταφέρθηκε στην πλατεία Wuhan Fortune Plaza Times Square. Έχει μήκος 17 μέτρα, ύψος 5,5 μέτρα και πλάτος 4 μ. και έχει προκαλέσει το θαυμασμό όλων.
Τα λιοντάρια διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παραδοσιακή κινεζική κουλτούρα, αφού θεωρούνται προστάτες των κατοικιών και των ανθρώπων γενικότερα, ενώ διώχνουν τα κακά πνεύματα, γεγονός που δικαιολογεί την τοποθέτησή τους στις πύλες των αυτοκρατορικών παλατιών ενώ σήμερα τα βλέπουμε έξω από ξενοδοχεία και εστιατόρια.
ΣTH ΣYZHTHΣH περί ευσεβείας ανάμεσα στον Σωκράτη-Πλάτωνα και στον μάντη Ευθύφρονα η θυσία ορίζεται ως προσφορά δώρων στους θεούς (το θύειν δωρείσθαι εστί τοις θεοίς), ενώ η προσευχή που κατά κανόνα τη συνοδεύει ως αίτημα για κάποιο αντάλλαγμα.
Η πρακτική της θυσίας εντάσσεται λοιπόν σ’ αυτό που θα οριστεί παρακάτω ως τέχνη εμπορική από τον Σωκράτη. Για τους αρχαίους Έλληνες οι θεοί είναι οι κατ’ εξοχήν δωρητές (δωτήρες εάων) και ο τρόπος να εξασφαλίσει κανείς την εύνοιά τους είναι να δεχτεί αυτό το είδος αμοιβαιότητας που η προσευχή θεμελιώνει άλλοτε στη μελλοντική προσδοκία (do ut des, «δίνω, για να μου δώσεις» ή da ut dem, «δώσε, για να σου δώσω»), άλλοτε στο παρελθόν μιας ιδρυμένης σχέσης (da quia dedisti, «δώσε, γιατί έχεις ξαναδώσει» ή da quia dedi, «δώσε, γιατί σου έχω δώσει»).
Είναι φανερό ότι μόνο αυθαίρετα μπορούμε να απομονώσουμε μία από τις εκφάνσεις της σχέσης αμοιβαιότητας μεταξύ θεών και θνητών που περιέγραψα. Αναθήματα, αναίμακτες προσφορές, απαρχές της σοδειάς καθώς και ύμνοι προς τιμήν των θεών φαίνεται συχνά να τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο από την αρχαία Ελληνική γλώσσα.
Έτσι, το ρήμα θύειν, μολονότι αρχικά συνδέεται με τις έμπυρες προσφορές, όπως η αιματηρή θυσία, χρησιμοποιείται και για αναίμακτες μέσω κατάθεσης προσφορές. Εξάλλου, τόσο τα θύματα όσο και τα αναθήματα προσφέρονται ως αγάλματα, αντικείμενα που έχουν σκοπό να τέρψουν.
Συχνά μικροί ακούγαμε την φράση «το χρυσάφι δε φυτρώνει στα δέντρα». Την έκφραση αυτή έρχεται να διαψεύσει περίτρανα μία νέα έρευνα από την Αυστραλία, που αποδεικνύει ότι τα φύλλα των ευκαλύπτων κρύβουν μέσα τους πραγματικό χρυσάφι.
Όπως εξηγούν οι Αυστραλοί επιστήμονες με επικεφαλής τον Μέλβιν Λίντερ από το πρακτορείο Επιστημών της Γης και Αξιολόγησης Πηγών CSIRO, οι ρίζες των ευκαλύπτων μπορεί να ψάχνουν σε βάθος μεγαλύτερο από 40 μέτρα αναζητώντας νερό.
Στα πλαίσια της έρευνας, οι επιστήμονες συνέκριναν τα φύλλα ευκαλύπτου σε περιοχές κοντά σε ορυχεία χρυσού στη Δυτική Αυστραλία με φύλλα από δέντρα 800 μέτρα μακριά. Μεγάλωσαν και ευκαλύπτους σε θερμοκήπια με χώμα δόση με σωματίδια χρυσού, καθώς και σε κανονικό χώμα, χωρίς χρυσό.
Αυτό που ανακάλυψαν είναι ότι τα φύλλα των δέντρων αποθηκεύουν σωματίδια χρυσού μεγέθους περίπου οκτώ μικρομέτρων και όπως εικάζουν οι επιστήμονες τα σωματίδια αυτά προέρχονται από μεγάλα βάθη κάτω από το έδαφος, εκεί που βρίσκεται το ριζικό σύστημα των δέντρων.
Ωστόσο, οι ερευνητές εξηγούν ότι ο χρυσός είναι πιθανώς τοξικά για τα φυτά και έτσι τον στέλνουν προς τα άκρα τους (τα φύλλα), ή σε προνομιακές ζώνες εντός των κυττάρων τους, προκειμένου να μειωθεί η δηλητηριώδης βιοχημική αντίδραση του.
Με το χρυσό να κοστίζει περισσότερο από 42.000 δολάρια το κιλό, είναι φυσικό οι χρυσοθήρες να θέλουν να ερευνήσουν αυτά τα ευρήματα στα δέντρα ευκαλύπτου, ειδικά όταν οι ανακαλύψεις χρυσού έχουν μειωθεί περίπου 45% κατά την τελευταία δεκαετία.
Ωστόσο μην αρχίσετε να γεμίζετε με φύλλα ευκαλύπτου το πορτοφόλι σας, αφού η μέση συγκέντρωση του χρυσού στα φύλλα είναι λιγότερο από 0,000005% του βάρους κάθε φύλλου.
Για επίδοξους χρυσοθήρες, ωστόσο, οι ευκάλυπτοι θα μπορούσαν να προσφέρουν οικονομικές και οικολογικές μεθόδους για τον εντοπισμό κοιτασμάτων χρυσού, ειδικά των μικρών κοιτασμάτων που τα συστήματα ευρείας γεώτρησης μπορεί να παραβλέπουν.
«Η έρευνα επισημαίνει ότι οι ευκάλυπτοι θα μπορούσαν να αποκαλύψουν μυστικά κοιτάσματα που κρύβονται υπόγεια» συμπεραίνουν οι ερευνητές.
Ένα βίντεο με τον τίτλο “To be Greek” κάνει το γύρο του διαδικτύου και τονώνει το ηθικό των Ελλήνων όπου κι αν βρίσκονται.
Παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν και ζουν στο Σικάγο, δημιούργησαν το βίντεο «What it means to be greek» που σημαίνει «Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας» στο οποίο πρωταγωνιστούν εννέα Έλληνες που μοιράζονται μπροστά στην κάμερα τη σημασία του να διαθέτει κανείς ελληνικά γονίδια.
Το βίντεο γυρίστηκε με αφορμή την εκδήλωση «Coming Together In Skokie: A Celebration of Greek Culture 2013», μια γιορτή που είναι αφιερωμένη στον Ελληνικό πολιτισμό. Το Σκόκι είναι ένα προάστιο του Σικάγο με 60.000 κατοίκους.
Όποιος θέλει να καταλάβει όλο το βάθος και πλάτος της πλατωνικής αντίληψης για τις ιδέες, χρειάζεται να έχει κατά νου τα παρακάτω λόγια του ίδιου του Πλάτωνα:
«όσοι δεν είναι πραγματικά φιλόσοφοι … έχουν μόνο ένα πασάλειμμα από αμφίβολες γνώσεις … και πείθουν τον εαυτό τους ότι δεν τους λείπει πια το παραμικρό… Όμως η [φιλοσοφική] γνώση της ουσίας του πράγματος … δεν μπορεί να διατυπωθεί με το λόγο, όπως άλλες γνώσεις, αλλά, μετά από μακρόχρονη κοινή αναζήτησή της και αδιάκοπη ενασχόληση με αυτή, γεννιέται στην ψυχή ξαφνικά, σαν το φως που ανάβει από μια σπίθα, και ύστερα τρέφεται μόνη της» (Επιστολή Ζ΄ 340d-341c).
Ετούτα τα λόγια συνοψίζουν τον εσωτερικό και εν ταυτώ τον διαλεκτικό χαρακτήρα της πλατωνικής φιλοσοφίας, με τον οποίο συνυφαίνεται η θεωρία των ιδεών. Η τελευταία λοιπόν συνδυάζει, ως γνωσιοντολογική προϋπόθεση για την ευδοκίμησή της, τη διαλεκτική διερεύνηση της εσωτερικής ουσίας κατ’ αντιστοιχία με την εσωτερικότητα, δηλαδή τη διαλεκτική τακτοποίηση, του φιλοσοφικού βίου του ανθρώπου, της ανθρώπινης ψυχής.
Ποια σημασία έχει, για τον Πλάτωνα, η θεωρία των ιδεών; Αποτελεί την ακατάλυτη δύναμη της φιλοσοφίας του και ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της διαλεκτικής εκδίπλωσης αυτής της φιλοσοφίας. Αυτή η θεωρία καθιστά δυνατή τη διάκριση ανάμεσα στον κόσμο του γίγνεσθαι και στον κόσμο του Είναι. Τι είναι ο κόσμος του Είναι; Είναι αυτός που ιδιάζει στη νόηση και είναι αιώνιος και αμετάβλητος. Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος του γίγνεσθαι βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή και είναι προσιτός στην αίσθηση. Η θεωρία των ιδεών δεν απορρίπτει τον ένα κόσμο για χάρη του άλλου, αλλά υπερβαίνει τον έναν, διέρχεται δηλαδή μέσα από τον κόσμο του γίγνεσθαι για να προχωρήσει πέρα απ’ αυτόν, προς το αληθές αυτό καθεαυτό, προ της ιδέα την αναλλοίωτη των πραγμάτων. Με εγελιανή ορολογία, η εν λόγω θεωρία πραγματοποιεί τη διαλεκτική πεπερασμένου και απείρου.
Τι είναι οι ιδέες; Με το όρο ιδέα ή, πράγμα που είναι το ίδιο, είδος, ο Πλάτων εννοεί την εννοιολογική, ιδεατή εικόνα του όντος ή των όντων και όχι κάποια εξωτερική όψη τους, κάποιον ιδιαίτερο τύπο ή μορφή τους που μας παρέχουν οι αισθήσεις. Οι ιδέες είναι: 1. Εν επί πολλών· 2. το ο εστιν [=αυτό που υπάρχει]· 3. είναι νοητές και όχι ορατές. Δεν είναι αριθμητικές ενότητες, όπως υποστηρίζει ο Αριστοτέλης. Αυτές είναι τα καθόλου, οι γενικές ουσίες, ενώ τα αισθητά πράγματα είναι αριθμητικά πολλά. Κάθε ιδέα είναι μία και η αυτή για τα πολλά πράγματα ή για τις πολλές υπαρκτικές τους ιδιότητες, καταστάσεις, εκδηλώσεις. Π.χ. μια είναι η ιδέα του μεγέθους στα πολλά πράγματα ή η ιδέα της δικαιοσύνης στα πολλά κράτη ή η ιδέα του ωραίου, του αγαθού κ.λπ. Με άλλα λόγια: οι ιδέες είναι τὸ ὃ ἐστίν, ὃ τυγχάνει ἓκαστον ὂν [=οι ιδέες είναι αυτό που υπάρχει, αυτό που συμβαίνει να είναι το κάθε ον].
Το ρήμα ἐστίν εδώ έχει υπαρκτική σημασία. Δηλαδή οι ιδέες υπάρχουν, όπως υπάρχουν τα αισθητά πράγματα. Υπάρχει ωστόσο διαφορά ανάμεσα στο οντολογικό status των ιδεών και στο κατ’ αίσθηση των πραγμάτων ή των όντων. Οι ιδέες είναι το ἀεὶ ὂν, ἀθάνατον και ὡσαύτως ἔχον [=αυτό που πάντοτε υπάρχει, που είναι αθάνατο, που βρίσκεται πάντοτε στην ίδια κατάσταση]. Δεν υπόκεινται σε γένεση και φθορά όπως το αισθητό ή τα αισθητά. Είναι ενυπόστατες και αμέριστες, δηλαδή ατεμάχιστες ουσίες, που συγκροτούν έναν ενιαίο νοητό κόσμο και έχουν μια αυτοτελή ύπαρξη: κατοικούν εκεί στον καθαρό, τον ακήρατο υπερουράνιο τόπο (Φαίδρος 247c). Προς αυτόν τον τόπο οφείλει να ανεβαίνει η ψυχή, που είναι το αθάνατο στοιχείο του ανθρώπου σε αντίθεση με το σώμα, το υλικό και φθαρτό του στοιχείο (.ο.π.). Αυτός ο ακήρατος λειμώνας των ιδεών, ο νοητός κόσμος, αποτελεί το αρχέτυπο του αισθητού κόσμου. Ταυτόχρονα είναι ο ζωντανός λόγος/η αιτία του τελευταίου.
Ο κόσμος των ιδεών αποτελεί για τον άνθρωπο το καθεαυτό και διεαυτό του Είναι, την ολότητα της ύπαρξής του. Απ’ αυτή την άποψη, όταν ο άνθρωπος συσχετίζεται με τις ιδέες και αποβλέπει προς τον υπερουράνιο τόπο του ωραίου και του αγαθού, ουσιωδώς τείνει να ανακτήσει ολόκληρο τον εαυτό του από τη συντριβή του μέσα στη σχάση του αισθητού κόσμου. Ο τελευταίος, ως χωριστή οντότητα, είναι το άλλο του ανθρώπου, το ετέρως-Είναι του, από το οποίο εκάστοτε καλείται να επιστρέψει εις εαυτόν. Πώς μπορεί να επιστρέψει; Δυνάμει της ύψιστης ιδέας, δηλαδή της Ιδέας που είναι η κινητήρια δύναμη, η ζωοοποιός αρχή της μιας ή της άλλης πολλότητας ομοειδών ή ομώνυμων αισθητών, τα οποία εν-οποιούνται υπό ένα όνομα. Π.χ. το όνομα τραπέζι υποδηλώνει πολλά ομοιειδή και ομώνυμα αντικείμενα ή πράγματα, τα οποία ονομάζονται τραπέζι/τραπέζια κατά το αρχέτυπο της Ιδέας: τραπέζι. Πέρα από τις υπερβολές ή τις στρεβλώσεις που έχει υποστεί η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα από κακόβουλες ερμηνείες, ένα είναι η απτή αλήθεια: ο Πλάτων, σε γενικές γραμμές, πραγματώνει φιλοσοφικά αυτό που αποτελεί το αυτονόητο για κάθε νοήμονα άνθρωπο: πραγματώνει τον φιλοσοφικά καλλιεργημένο άνθρωπο, που αναγνωρίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη αποκτά νόημα όχι επειδή είναι ύπαρξη, γιατί και τα ζώα υπάρχουν, αλλά επειδή αποζητά την αθανασία της και την επιτυγχάνει, στο βαθμό που έχει ιδανικά, ρεαλιστικής υφής, και μάχεται να τα υλοποιήσει διά βίου. Π.χ. Συζητάμε για τον Πλάτωνα, επειδή πέρασε στην αθανασία η ύπαρξή του ως πραγματωμένη ολότητα ιδεών και όχι επειδή είχε στενό ή πλατύ στέρνο. Εδώ έγκειται και όλο το πλέγμα της απειρότητας του ανθρώπου.
Διαλεκτική εσωτερικής και εξωτερικής τραγωδίας του ανθρώπου
Ποιος είναι ο Ευριπίδης; Είναι ο δημιουργικός ποιητής, που παραγνωρίστηκε στην εποχή του, για να αρχίσει αμέσως μετά τον θάνατό του να τυχαίνει καθολικής αναγνώρισης. Συνέβη ό,τι συμβαίνει συνήθως με τα πρωτοπόρα και ρηξικέλευθα μυαλά. Σχεδόν ποτέ δεν αναγνωρίζονται εν ζωή καθ’ όλη τη λάμψη του έργου τους, διότι ο κοινός νους –ήτοι η κοινή γνώμη– κατευθυνόμενος από θεσμικές μετριότητες του εκάστοτε παρόντος, δεν επιτρέπει ή δεν ανέχεται αμφισβήτηση της κυρίαρχης συμβατικότητας. Ο Ευριπίδης έχει να επιδείξει ένα έργο, που ακούει με μεγάλη προσοχή την εποχή του: εισδύει στην επικαιρότητα, τη μεθερμηνεύει στοχαστικά και επιχειρεί να την αναζωογονήσει με μια ποιητική γλώσσα, κατ’ εξοχήν τραγική, ικανή να διαλύει τη μοιρολατρική αντιμετώπιση των πολλαπλών αδιεξόδων της εποχής του και να αίρεται δυναμικά πάνω από τα συντρίμμια. Όσο ζούσε και έγραφε στην Αθήνα, πολεμήθηκε σκληρά, μεταξύ των άλλων, και από τον Αριστοφάνη, που με τη σάτιρά του δεν διασκέδαζε μόνο το αθηναϊκό κοινό, αλλά συγχρόνως το εξοικείωνε και με παραστάσεις, εικόνες, ιδέες εχθρικές σε κάθε πρωτοποριακή σκέψη ή ιδέα. Θυμίζουμε ότι ο Αριστοφάνης, πρώτος και σε ανύποπτο ακόμα χρόνο, συκοφάντησε από σκηνής το Σωκράτη και προετοίμασε την κοινή γνώμη για τη μετέπειτα καταδίκη του σε θάνατο. Με χαιρέκακο τρόπο στάθηκε και απέναντι στον Ευριπίδη. Στα έργα του, για παράδειγμα, Αχαρνείς (425), Θεσμοφοριάζουσες (411), αλλά και στους Βατράχους, γραμμένο μετά τον θάνατο του Ευριπίδη, παρουσιάζει το μεγάλο τραγικό ποιητή ως έναν μοναχικό, αποτραβηγμένο από τον κόσμο, υπερόπτη διανοούμενο, που περνά όλη τη μέρα στο γραφείο του με ονειροπολήσεις και πνευματικές ενατενίσεις. Το αρνητικό εδώ είναι η διόγκωση ή απολυτοποίηση, με σατιρικό τρόπο, μιας υπαρκτής πραγματικότητας: η σκωπτική ανάγνωση της βιοθεωρίας και της αντίστοιχης πρακτικής ζωής του Ευριπίδη ως μιας ανατρεπτικής πραγματικότητας, με δήθεν ολέθρια αποτελέσματα για τον μέσο πάσχοντα πολίτη. Κατηγορήθηκε, στη συνάφεια τούτη, και ως κατασκευαστής, επί σκηνής, διαφωτιστικών μηνυμάτων, που διέδιδαν τις σοφιστικές ιδέες.
Την ισχύουσα σήμερα επιστημονική άποψη, που διαλύει κάθε πλάνη περί χειραγώγησης του ποιητή από τη σοφιστική κίνηση του καιρού του, τη συνοψίζει ουσιωδώς ο A. Lesky:
«Ο Ευριπίδης δεν είναι ‘‘ο ποιητής του ελληνικού Διαφωτισμού’’, όπως τον ήθελε ο τίτλος του βιβλίου του W. Nestle: vom Mythos zum Logos, δεν ήταν με κανένα τρόπο ο ‘‘κήρυκας’’ ή το ‘‘φερέφωνο’’ της σοφιστικής βιοθεωρίας. Δεν την προσπέρασε όμως αδιάφορος. Ολόκληρο το έργο του μαρτυρεί τη βαθιά αναστάτωση που του δημιουργούσαν οι καινούριες ιδέες, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει μια εξαιρετικά ποικίλη αντιμετώπισή τους».
Ο ποιητής ήταν πράγματι ανοικτός στις νέες ιδέες της εποχής του, αλλά ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε να υποτάξει τη δραματουργική του τέχνη στο έναν ή τον άλλο ιδεολογικό μηχανισμό του καιρού του ή σε υπαγορευμένες έξωθεν δέσμες ιδεών. Η αρχέγονη ιδέα της ποιητικής του δημιουργίας είναι μία και υπό το οδηγητικό νήμα αυτής της ιδέας μπορεί κανείς περαιτέρω να αντλήσει άλλες σημαντικές ιδέες που απηχεί το συνολικό του έργο. Η εν λόγω ιδέα είναι η τραγική ιδέα, η οποία εκφράζει το τραγικό πνεύμα της ζωής αυτής καθεαυτής και συνυφαίνεται με τον τραγικό τρόπο σκέψης του ίδιου του ποιητή για τα πράγματα της ζωής. Η κατανόηση αυτής της ιδέας είναι πάντοτε το ζητούμενο για μια αμερόληπτη, αντικειμενική ερμηνεία των δραμάτων του Ευριπίδη. Δεν μπορεί να εντοπιστεί, έτσι απλά, στο ένα ή άλλο χωρίο, που πιθανόν να εκφράζει καινοτόμες απόψεις, αλλά στο συμφραζόμενο/στα συμφραζόμενα των επί μέρους χωρίων. Τα συμφραζόμενα μπορούν να μεταβάλουν, λιγότερο ή περισσότερο, ή ακόμη και να ανατρέψουν ένα οποιοδήποτε νόημα του ενός ή του άλλου χωρίου. Η δομή των συμφραζομένων συνθέτει μια διαλεκτική πλοκή νοημάτων, αντιθέσεων, ιδεών και σίγουρα αντανακλά, υπό ποιητική μορφή, τις πνευματικές ζυμώσεις της Αθήνας και την πολυπλοκότητα των εκδηλώσεών τους.
Ο Ευριπίδης ήταν πραγματικά ένας στοχαστικός ποιητής, αφιερωμένος πλήρως στην θεατρική αναπαράσταση της τραγικής δράσης, που εμφιλοχωρεί μέσα στην ανθρώπινη φύση ως καταστρεπτικό, κατ’ αρχήν, στοιχείο. Δεν ενδιαφερόταν, σχεδόν καθόλου, για δημόσιες σχέσεις και για ενασχόληση με τη δημόσια ζωή ή με δημόσια αξιώματα. Είχε διακρίνει έγκαιρα το παράλογο σε συνδυασμό με την οντολογική ύπαρξη του ανθρώπου και γενικότερα του κόσμου, αλλά και του κοσμικού γίγνεσθαι. Διάβαζε πολύ –σημειωτέον: ήταν ένας από τους λίγους Αθηναίους με προσωπική βιβλιοθήκη– και προσπαθούσε, μέσα από το παρατηρητήριο ενός θετικά σκεπτικιστή ποιητή, να παραστήσει θεατρικά την πραγματικότητα, έτσι όπως ακριβώς εκτυλίσσεται με τους λογισμούς και παραλογισμούς της. Τη δική του εποχή χαρακτήριζε ένας κυριολεκτικά αχαλίνωτος παραλογισμός, με αποκορύφωμα τον Πελοποννησιακό πόλεμο, τον πιο φονικό εμφύλιο πόλεμο των Ελλήνων, και την προϊούσα κατάρρευση του πολιτικού και αξιακού συστήματος σύμπαντος του Ελληνισμού. Τούτο σημαίνει ότι το έργο του κινείται στο αστερισμό μιας τέτοιας επικαιρότητας και διαδραματίζεται ως μια διαλεκτική συνέχειας και ασυνέχειας. Έτσι βλέπουμε στις τραγωδίες του να παρελαύνουν ανθρώπινες καταστάσεις, οντολογικά τραγικές και υπό την προ-οπτική εμβίωσης του θρηνώδους, του φρικαλέου, γενικώς της συμφοράς ως μιας συνέχειας που ζητεί την υπέρβασή της, δηλαδή την ασυνέχεια. Π.χ. στις Ικέτιδες, ο πόλεμος παρουσιάζεται να γίνεται για τη συμμόρφωση με το ισχύον δίκαιο των Ελλήνων (στ. 526), ενώ συγχρόνως εκτίθεται ο φρικώδης χαρακτήρας του ως πολέμου, τονίζονται οι απαρηγόρητες συμφορές του, αποκαλύπτεται ο παραλογισμός του, όπως πιο αναλυτικά τον αισθητοποιεί επί σκηνής με τις Τρωάδες, αλλά και με τις δέουσες παραλλαγές στην Ελένη. Η προ-οπτική της ασυνέχειας τίθεται έτσι με ρητή αναγκαιότητα. Καθ’ όλη την εκδίπλωση της δραματικής δράσης, τα παθήματα των προσώπων, η ενσαρκωμένη τραγική ενέργεια δεν παριστάνεται ως αρνητικό στοιχείο του ενός ή του άλλου ανθρώπινου χαρακτήρα, αλλά ως στοιχείο σύμφυτο με την ανθρώπινη μοίρα· και τούτο νοούμενο όχι μοιρολατρικά, ως μη δυνάμενο να αποφευχθεί το ένα ή το άλλο πάθημα, αλλά ως σχετιζόμενο με τη μωρία του ανθρώπου ως τέτοιου. Επομένως, η διαλεκτική δραματουργία δεν έχει άλλο προ-ορισμό από το να δειχτεί, με τον πιο σαφή τρόπο, με την πιο τραγική αγνότητα, η εσώτερη τραγωδία των ανθρώπων και των πραγμάτων, με τις αντιδικίες, τις εναντιώσεις, τα φαινομενικά αδιέξοδα και με την αποκάλυψη του ήθους: «το ήθος είναι ο θεός για τον άνθρωπο» (Ηράκλειτος).
Το έργο του Χιουμ που συζητάμε εδώ αποτελεί το τρίτο βιβλίο της Πραγματείας του για την ανθρώπινη φύση. Τα άλλα δυο βιβλία είναι τα εξής: Ι. Περί της Νόησης και ΙΙ. Περί των Παθών. Το βιβλίο του περί Ηθικής θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έργα της ηθικής φιλοσοφίας. Το εν λόγω κείμενο δεν είναι το μοναδικό έργο του Χιουμ για την ηθική φιλοσοφία. Υπάρχει και το μετέπειτα έργο του: Έρευνα για της αρχές της ηθικής. Ωστόσο το περί Ηθικής λογίζεται, στη διεθνή βιβλιογραφία, ως πιο μεστό φιλοσοφικού περιεχομένου σε σχέση με το τελευταίο. Η φιλοσοφική του μεστότητα και συναφώς η σπουδαιότητά του έγκειται στο ότι ο Χιουμ επιχειρεί να αντλήσει βασικές σκέψεις για τα θεμέλια της ηθικής από την ανάλυση της ανθρώπινης φύσης. Έτσι χωρεί πολύ πιο πέρα από στείρες ηθικολογικές ντιρεκτίβες πολλών άλλων έργων ηθικής φιλοσοφίας και κατορθώνει να συνδυάζει ηθικές έννοιες ή εννοιολογήσεις με τα συμφραζόμενα της πράξης. Απ’ αυτή την άποψη, στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν θεωρητικολογεί αφηρημένα και ασύστολα, αλλά φιλοσοφεί συγκεκριμένα πάνω στην αναγκαιότητα συγκρότησης μιας φιλοσοφίας, που θα έχει λόγο στο και για το εκάστοτε παρόν της ανθρώπινης φύσης. Να γιατί οι διάφορες φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις, από τότε έως σήμερα, γύρω από ορθολογικές ή κανονιστικές θεωρίες, γύρω από ηθικά κίνητρα ή το ρόλο των αισθήσεων και των αισθημάτων, δεν μπορούν να σταθούν ανταποδοτικές χωρίς τις πολλαπλές αναφορές στο εν λόγω έργο του Χιουμ και γενικότερα στη σκέψη του.
Πώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με μια πρόταση η αντίληψη του Χιουμ για την ηθική; Κανονιστική αντίληψη περί ηθικής. Στο πλαίσιο αυτού του κανονιστικού χαρακτήρα της ηθικής αναπτύσσεται και η θεωρία του για την ατομική ηθική, αλλά και για την αξία των ηθικών θεσμίσεων και των συναφών πολιτικών θεσμών. Κάθε μονοδιάστατα ορθολογική αντίληψη περί ηθικής δεν έχει ιδιαίτερη αξία για τον Χιουμ, γιατί δεν διασφαλίζει ένα ακέραιο ηθικό πράττειν. Απεναντίας μια εμπειρική –και καμιά μεταφυσική– πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης ενεργοποιεί το ενδιαφέρον του ανθρώπου να διεκδικεί μια κανονιστική θέση ή τοποθέτηση μέσα στον κόσμο των αξιών, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να ευαισθητοποιείται όχι μόνο για τη δική του ευημερία, αλλά και για την αλτρουιστική προσέγγιση του άλλου. Απαράγραπτος όρος, ως προκύπτει, για ένα συγκεκριμένο, πρακτικό αντίκρισμα της ηθικής παραμένει η εμπειρική-γνωσιακή οριοθέτηση της ανθρώπινης φύσης. Τούτο σημαίνει για την εσωτερική διάρθρωση του υπό συζήτηση έργου του Χιουμ πως τα συστατικά στοιχεία της νόησης, των αντιλήψεων, των ιδεών ή παραστάσεων, των εντυπώσεων, των ποικίλων παθημάτων και εναισθήσεων, καθώς και η σύμπραξη ορθού λόγου και αισθήματος ή συναισθήματος αποτελούν μια ενιαία νοητή γραμμή και μόνο έτσι συνθέτουν την εσώτερη δυναμική της σχέσης: ανθρώπινη φύση και ηθική. Αυτή η προϋπόθεση της ενιαίας γραμμής του σκέπτεσθαι και του πράττειν συνιστά την ακατάλυτη αρχή –χτες και σήμερα και πάντα– για την ηθική ολοκλήρωση, τουτέστι απρόσκοπτη ευδοκίμηση ανθρώπινου ατόμου και κοινωνικο-πολιτικής κοινότητας. Μόνο μέσα από μια τέτοια οπτική νομιμοποιείται και η πολιτική πράξη της εξουσίας, της κυβέρνησης ως τέτοιας. Και τούτο ισχύει σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, καθώς οι αμοραλιστές, μειοδότες και δοσίλογοι της παρούσας ελλαδικής κυβερνοπολιτείας έχουν ποδοπατήσει κάθε έννοια ηθικού δέοντος και ορθολογικού πολιτικού πράττειν.
Όπως πολύ σωστά τονίζει ο μεταφραστής στον πρόλογό του, ο Χιουμ ανατιμά δεόντως «το συναίσθημα, τη συμπάθεια, το λόγο και την ανθρώπινη βούληση». Εδώ αναγνωρίζει μια ομοιότητα με το χριστιανικό σχήμα, σύμφωνα με το οποίο: «νοιώθω την απειρία του όλου, την απροσδιοριστία του γύρω μου κόσμου και μέσα από την εμπειρική μου πράξη, που βασίζεται στη συμπάθεια, προσπαθώ σ’ αυτόν τον κόσμο να προσδιοριστώ». Γενικεύοντας τη σημασία του συγκεκριμένου έργου για το σήμερα γράφει με ευστοχία:
«Στη σημερινή εποχή αυτό το έργο του Χιουμ -το οποίο γιατί όχι έχει και πολιτικές προεκτάσεις- είναι επίκαιρο. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να στηριχθεί στη συμπάθεια από άκρου εις άκρον της γης. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να ακτινοβολεί την ευχαρίστηση μέσα από την ωραία επικοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους και με την ευνομούμενη κοινωνία. Η σχέση του ανθρώπου με το κράτος είναι ηθική σχέση και αυτό το άνοιγμα της ηθικής που καταφέρνει ο Βρετανός φιλόσοφος είναι σπουδαίο επίτευγμα. Το κράτος που πείθει τον πολίτη είναι ηθικό, ο πολίτης που προσφέρει στο κράτος είναι ηθικός. Ο πολίτης που ευχαριστείται μέσα από την συμπάθειά του για τον άλλο είναι ηθικός, ο άλλος που επιστρέφει όλα αυτά είναι ηθικός. Τελικά η ηθική είναι η εμπειρία του ωραίου και του ευχάριστου. Αυτός ο εμπειρισμός του Βρετανού φιλοσόφου ίσως αποτελεί θεραπεία για τις αρνητικές εμπειρίες που εκπέμπει ο κόσμος μας. Ίσως μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο μοντέλο ανθρώπου και κράτους που θα εγγυηθούν την καλύτερη πορεία της ανθρωπότητας».
*** Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΣΤΙΓΜΗ Η περίπτωση του Φιλίππου. Η γενική κατάσταση των ελληνικών πόλεων. [39] Ίσως κανείς να είχε την τόλμη να φέρει αντίρρηση σε όσα σου ανάφερα, λέγοντας ότι προσπαθώ να σε παρασύρω σε πράξεις ακατόρθωτες· γιατί ούτε οι Αργείοι θα ήταν δυνατό ποτέ να γίνουν φίλοι με τους Λακεδαιμονίους ούτε και αυτοί με τους Θηβαίους και γενικά αυτοί που είχαν συνηθίσει να κρατούν πάντα για τον εαυτό τους τα πρωτεία ποτέ δεν θα δέχονταν πραγματική ισοτιμία με τους άλλους.
[40] Εγώ βέβαια είμαι σίγουρος πως, τον καιρό που η πόλη μας και αργότερα η Σπάρτη ασκούσε κυριαρχία πάνω σ᾽ όλους τους Έλληνες, τίποτα από αυτά δεν ήταν δυνατό νά ᾽ρθει σε πέρας· τόσο η μια όσο και η άλλη πόλη πολύ εύκολα θα έφερναν εμπόδια σε μια τέτοια προσπάθεια. Τώρα όμως δεν έχω πια την ίδια γνώμη. Ξέρω ότι οι συμφορές έχουν φέρει όλες τις πόλεις σε ίση μοίρα και πιστεύω ότι θα προτιμήσουν τα καλά που φέρνει η ομόνοια από τα πλεονεχτήματα που ίσως να είχανε σ᾽ εκείνη την κατάσταση.
[41] Έπειτα είμαι βέβαιος ότι κανένας άλλος δεν θα ήταν σε θέση να συμβιβάσει αυτές τις πόλεις, ενώ για σένα τίποτα από αυτά δεν είναι δύσκολο: Παρατηρώ ότι κατόρθωσες πολλά, που για τους άλλους φαίνονται ανέλπιστα και εντελώς απίστευτα· γι᾽ αυτό δεν είναι απίθανο μόνο εσύ να δυνηθείς να φέρεις την ομόνοια και σ᾽ αυτές. Και είναι ανάγκη οι άνθρωποι που έχουν φρόνημα υψηλό και ξεχωρίζουν από τους άλλους να μην καταπιάνονται με έργα που ο καθένας μπορεί να τα πετύχει, αλλά με κατορθώματα που δεν θα τα επιχειρούσε άλλος κανείς, έξω από αυτούς που έχουν τη δικιά σου αξία και τη δικιά σου δύναμη.
[42] Απορώ μάλιστα και με όσους θεωρούν αδύνατη την πραγματοποίηση αυτών, αφού μήτε οι ίδιοι τυχαίνει να γνωρίζουν μήτε και από άλλους έχουν ακουστά ότι έγιναν βέβαια πολλοί πόλεμοι και φοβεροί, όμως οι άνθρωποι που τους διάλυσαν έγιναν πρόξενοι μεγάλων αγαθών. Ποιό μίσος τάχα θα μπορούσε να υπάρξει πιο φοβερό από αυτό που ένιωθαν οι Έλληνες για τον Ξέρξη; Και όμως, τη φιλία του Ξέρξη όλοι το ξέρουν πως την επιζητήσαμε και εμείς και οι Σπαρτιάτες με επιμονή μεγαλύτερη από ό,τι τη φιλία εκείνων που στήριξαν την εξουσία και στους δυο μας.
[43] Και τί να λέμε τώρα τα παλιά και όσα έχουν σχέση με τους βαρβάρους; Αν κάποιος μάζευε και λογάριαζε όλα τα βάσανα των Ελλήνων, θα τα έβρισκε ένα τίποτε μπροστά στις συμφορές που έφεραν σ᾽ εμάς οι Σπαρτιάτες και οι Θηβαίοι. Εντούτοις, όταν οι Σπαρτιάτες έκαμαν πόλεμο με τους Θηβαίους, θέλοντας να ερημώσουν τη Βοιωτία και να διαλύσουν τον συνασπισμό των πόλεών της, εμείς τρέξαμε σε βοήθεια και τους εμποδίσαμε να πραγματοποιήσουν τον σκοπό τους.
[44] Και όταν πάλι η τύχη άλλαξε και οι Θηβαίοι με όλους τους Πελοποννησίους επιχείρησαν να καταστρέψουν τη Σπάρτη, εμείς μόνο από τους Έλληνες συμμαχήσαμε με τους Σπαρτιάτες και τους βοηθήσαμε αποφασιστικά στη σωτηρία τους.
[45] Θα ήταν λοιπόν πολύ ανόητος ο άνθρωπος που θα έβλεπε να γίνονται τόσο σημαντικές μεταβολές, θα έβλεπε τις πόλεις να μη νοιάζονται ούτε για έχθρες ούτε για όρκους ούτε για τίποτε άλλο, παρά μονάχα για ό,τι θεωρούν ωφέλιμο γι᾽ αυτές, να προσηλώνονται σ᾽ αυτό και να το περιβάλλουν με όλο τους τον ζήλο, θα τα έβλεπε, λέω, αυτά και ωστόσο δεν θα παραδεχόταν ότι και αυτή τη στιγμή θα έχουν την ίδια γνώμη, ακόμα περισσότερο που εσύ θα αναλάβεις την ευθύνη για τη δικιά τους συμφιλίωση και το συμφέρο τους συνηγορεί και τους εξαναγκάζουν και οι παρούσες συμφορές! Εγώ αδίσταχτα πιστεύω ότι με τις λαμπρές αυτές προϋποθέσεις όλα θα πάνε μια χαρά.
1) Ιωνική φυσική φιλοσοφία, ορθολογισμός, εκκοσμίκευση, ανθρωπολογική περιέργεια για την ετερότητα και ενδιαφέρον για την αποτύπωση γεωγραφικών χαρτών (Αναξίμανδρος) αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη της ιστοριογραφίας.
2) «Δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι ιστορία και δημοκρατία γεννήθηκαν ταυτόχρονα» (Stahl, 1987 και Meier, 1995, όπως παρατίθενται, ό.π., 25).
3) Ο ιστορικός είναι το φιλέρευνο υποκείμενο που αναζητεί την αλήθεια χωρίς όμως να μπορεί να αποκοπεί πλήρως από τη μυθική παράδοση• είναι επίσης αυτός που διαμορφώνει σφαιρική άποψη και εκφράζει την προσωπική του γνώμη (δόξα), και όχι το υποκείμενο της λυρικής ποίησης που πάσχει ή καταγράφει τα βιώματά του.
4) Η ιστοριογραφία έχει ως σημείο εκκίνησης τα έργα του Εκαταίου Γενεαλογίαι (γενεαλογική / μυθογραφική προσέγγιση του παρελθόντος) και Περίοδος Γης (πρώτη εθνογραφική προσέγγιση).
5) Όπως δείχνει το έργο του Ηρόδοτου η εξελικτική πορεία της ιστοριογραφίας κλιμακώνεται από τη φάση της περιγραφικής – εθνογραφικής – γενεαλογικής προοπτικής (στα πρώτα έξι βιβλία των Ιστοριών) προς τη συγγραφή μονογραφιών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πραγμάτευση της εκστρατείας του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας (στο τελευταίο τρίτο των Ιστοριών).
6) Οι πρώτοι «ιστορικοί»: Εκαταίος ο Μιλήσιος (τέλη του 6ου – αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.), Ακουσίλαος ο Αργείος, Φερεκύδης ο Αθηναίος, Ξάνθος ο Λυδός, Δημοκλής από τα Φύγελα, Ίων ο Χίος, Ελλάνικος ο Λέσβιος, Χάρων ο Λαμψακηνός, Αντίοχος ο Συρακούσιος, Δαμάστης από το Σίγειο, Διονύσιος ο Μιλήσιος.
Α’. Ηρόδοτος
Γεννήθηκε το 484 π.Χ. Εξορίστηκε από την Αλικαρνασσό και έζησε για κάποιο χρονικό διάστημα στη Σάμο επειδή συμμετείχε στην αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής του φιλοπέρση τυράννου Λύγδαμη. Επέστρεψε στην πατρίδα του μετά την πτώση του τυράννου, πριν από το 454 π.Χ. Μεταξύ 454 π.Χ. και 445 π.Χ. ταξιδεύει στην Αφρική και την Ασία (Βαβυλώνα), στη Μέση Ανατολή (Τύρος), στον Εύξεινο Πόντο, στη Θράκη και τη Μακεδονία, όπως και στα νησιά Θάσο και Σαμοθράκη, όπου μυήθηκε στα μυστήρια των Καβείρων. Από το 445 π.Χ. εγκαθίσταται στην Αθήνα όπου δίνει διαλέξεις. Οι Ιστορίες του δημοσιεύτηκαν μεταξύ 430 και 424 π.Χ.. Σε αυτές αποτυπώνεται η μετάβαση από την αρχαϊκή εποχή στον «διαφωτισμό» του δεύτερου μισού του 5ου πΧ αιώνα. Συγκεκριμένα, συνυφαίνεται «η υποκειμενική βούληση για την αναζήτηση της αλήθειας» με τη «μυθοπλαστική τάση», όπως επίσης η ιδέα της ελευθερίας της βούλησης με την ακλόνητη πίστη στο αλάθητο των χρησμών και στα όνειρα ως θεϊκά σημάδια. Πιθανότερος τόπος θανάτου και ταφής του, οι Θούριοι, αποικία που ίδρυσε η Αθήνα στον κόλπο του Τάραντα το 444/443 π.Χ.
Στο Προοίμιο των Ιστοριών του ο Ηρόδοτος γράφει: «Ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό εκθέτει εδώ τις έρευνές του, για να μην ξεθωριάσει με τα χρόνια ό,τι έγινε από τους ανθρώπους [=μήτε τω χρόνω εξίτηλα γένηται], μήτε έργα μεγάλα και θαυμαστά, πραγματοποιημένα άλλα από τους Έλληνες και άλλα από τους βαρβάρους, να σβήσουν άδοξα [=μήτε ακλεά γένηται]. Ιδιαίτερα γίνεται λόγος για την αιτία που αυτοί πολέμησαν μεταξύ τους»
Ο Ηρόδοτος επιχειρεί να συγγράψει την παγκόσμια πολιτισμική και πολιτικο-στρατιωτική ιστορία της εποχής του, επιτομή της οποίας είναι η σύγκρουση Ελλήνων και βαρβάρων που ξεκινά με την Ιωνική επανάσταση. Η επιτομή όμως αυτή αποτελεί μόνο τον πέμπτο και τελευταίο αφηγηματικό κύκλο του έργου του, ενώ προηγούνται αυτοί που αφορούν τον Λυδό βασιλέα Κροίσο, καθώς και τους τέσσερις Πέρσες βασιλείς, τον Κύρο, τον Καμβύση, τον Δαρείο και τον Ξέρξη.
Η ερμηνευτική προοπτική του Ηροδότου δεν είναι ελληνοκεντρική ούτε στο έργο του απαξιώνονται οι Ασιάτες και οι Αφρικανοί, η πολιτισμική ιδιαιτερότητα των οποίων αντιμετωπίζεται αντιστικτικά σε σχέση με αυτή των Ελλήνων. Απεναντίας, διακρίνεται ανάγλυφα στο έργο του μια ιστορικιστική – σχετικιστική διάσταση, η οποία, ωστόσο, δεν είναι ισχυρότερη από ό,τι ο ίδιος θεωρεί πανανθρώπινο και επομένως κοινά δεσμευτικό ηθικό κανόνα (καταγγέλλει λόγου χάρη το έθιμο της ιερής πορνείας στο ναό της Αφροδίτης στην Βαβυλώνα). Πάντως, σύμφωνα με τον Αλικαρνασσέα ιστορικό, ο ελληνικός, ο περσικός και ο αιγυπτιακός κόσμος συγκροτούν από κοινού το ανώτατο επίπεδο της πολιτισμικής εξέλιξης της ανθρωπότητας, ενώ σε κατώτερες βαθμίδες της πολιτισμικής / εξελικτικής ιεραρχίας τοποθετούνται οι νομαδικές συσσωματώσεις (Σκύθες, Μασσαγέτες, Άραβες) και τα πρωτόγονα φύλα (Ινδοί).
Οι εθνογραφικές ενότητες του έργου αρθρώνονται σε τέσσερις άξονες: το φυσικό και γεωγραφικό περιβάλλον, αξιοπερίεργα στοιχεία, ήθη/έθιμα και ιστορία. Βασικές αρχές της αφηγηματικής τεχνικής του Ηροδότου είναι η προφορικότητα του λόγου (κυριαρχεί άλλωστε το ρήμα «λέγω») και η παρατακτική διάρθρωση αφηγήσεων οι οποίες δεν συνυφαίνονται μεταξύ τους. Η γραμμική αφήγηση των γεγονότων διακόπτεται από αφηγηματικές αναλήψεις (σύνδεση με το απώτατο ή το απώτατο παρελθόν) και παρεκβάσεις (πρόσκαιρη διακοπή της κύριας αφήγησης). Ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί μια μικτή αφηγηματική μορφή που περιλαμβάνει α) μίμηση, β) απλή διήγηση και γ) εσωτερική εστίαση, δηλαδή «η διείσδυση στον συναισθηματικό κόσμο και στις σκέψεις των δρώντων προσώπων». Συχνά επίσης υλοποιεί μια επική στρατηγική αγωνίας, η οποία συντίθεται από α) επιβραδύνσεις του αφηγηματικού ρυθμού, διακοπές στην εξέλιξη της πλοκής ή πρόσκαιρες μεταστροφές της πλοκής, β) σκόπιμες παραπλανήσεις του ακροατή / αναγνώστη ή τεχνάσματα δημιουργίας αμηχανίας ή προσδοκιών που δεν θα επιβεβαιωθούν (πχ. νίκη των Περσών επί των Ελλήνων λόγω της ισχύος και του αριθμού τους) και γ) εκφράσεις δραματικής ειρωνείας, η οποία προκύπτει «από την αντίθεση ανάμεσα στη γνώση των αποδεκτών του έργου και την άγνοια των πρωταγωνιστών της ιστορίας».
Ο Ηρόδοτος λειτουργεί άλλοτε ως μεταφορέας απόψεων και διαβιβαστής λόγων άλλων και άλλοτε ως ίστωρ, δηλαδή ως ερευνητής, κριτικός των πηγών, αμέτοχος θεατής των γεγονότων και αξιολογητής προσώπων και καταστάσεων (παρατηρήσεις σε πρώτο πρόσωπο). Σε σύγκριση με τον ομηρικό αφηγητή που είναι παντογνώστης και πανταχού παρών, ο ηροδότειος αφηγητής είναι μόνο εν μέρει, καθώς εκφράζει συχνά αμφιβολίες και εξηγεί τη μεροληπτικότητα και την αποσπασματικότητα των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του.
Ο Ηρόδοτος υπήρξε ο πρώτος ιστοριογράφος που κατανόησε την αξία της αυτοψίας (=όψεως) στην καταγραφή των ιστορικών γεγονότων. Η αναζήτηση της «αιτίης» για την πολιτισμική διαφορά και την εχθρότητα μεταξύ Περσών και Ελλήνων τον οδηγεί στην αυτοψία, δηλαδή σε ταξίδια με σκοπό τη συλλογή εθνολογικών στοιχείων και γεωγραφικών παρατηρήσεων, ενώ παράλληλα τον οδηγεί και στην «ιστορίη» (έρευνα), δηλαδή στην αναζήτηση αξιόπιστων πληροφοριών από άλλους με κριτήριο την αληθοφάνεια και το εικός (εικοτολογία).
Δεν είναι γνωστή η έκταση της χρησιμοποίησης γραπτών πηγών από τον Ηρόδοτο, πάντως ο ίδιος παραπέμπει ρητά μόνο στον Εκαταίο. Ο Ηρόδοτος πολλές φορές (συνολικά 125) παραθέτει αντιθετικές ή αποκλίνουσες εκδοχές και συχνά αφήνει τον αναγνώστη να αποφασίσει για την εγκυρότερη, σαν να μη έχει ο ίδιος ο ιστοριογράφος τα μέσα και τη δυνατότητα να κρίνει. Πρόκειται για μια αγνωστικιστική και αμήχανη επιλογή που απουσιάζει παντελώς από το έργο του Θουκυδίδη, αν και στην Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου συναντάμε δύο άλλες παραπλήσιες αφηγηματικές τεχνικές με εντελώς διαφορετική ωστόσο λειτουργία: πρώτον, την επικέντρωση του ιστοριογραφικού φακού σε διαφορετικές οπτικές γωνίες πρόσληψης του ίδιου γεγονότος, στοιχείο που δημιουργεί στον αναγνώστη μια συνθήκη ολόπλευρης θέασης και συμμετοχής στα διαδραματιζόμενα• και δεύτερον, την αφηγηματική αντίστιξη διαφόρων γεγονότων και αντιθετικών σκοπεύσεων των ίδιων των ιστορικών πρωταγωνιστών, που ο ιστορικός αντιμετωπίζει με ανεκτικότητα και ειρωνεία, δεδομένου ότι είναι περιοριστικές, μερικευτικές και καλούνται να επενδύσουν διακηρυγμένα, υπόρρητα ή λανθάνοντα συμφέροντα. Μόνο ο ίδιος ο ιστορικός και μάλιστα πάντοτε εκ των υστέρων (δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της δράσης), αφού προηγουμένως με σχολαστική συστηματικότητα έχει αναδείξει τις αιτιώδεις συνάφειες και τις λογικές ακολουθίες που συναρθρώνουν τα γεγονότα σε μια ενιαία και συνεκτική αφηγηματική πλοκή, μπορεί να γνωρίσει την ιστορική αλήθεια, καθώς και την έκβαση της αντιπαράθεσης των ανταγωνιστικών συμφερόντων των εχθρικών πόλεων-κρατών ή των αντίπαλων ιδεολογικοπολιτικών παρατάξεων.
Στο έργο του Ηροδότου ενσαρκώνεται μια φιλοσοφία της Ιστορίας που έχει δύο άξονες: πρώτον, το Πεπρωμένο, από το οποίο ούτε καν οι ίδιοι οι θεοί δεν μπορούν να ξεφύγουν, και δεύτερον, το θείο, το οποίο κατευθύνει τα ιστορικά γεγονότα, φθονεί τους ανθρώπους που «υπερέχουν», εκδικείται (τίσις) και τιμωρεί την ανθρώπινη υπέρβαση της εγκόσμιας τάξης και του μέτρου, εξισορροπεί τις αδικίες (το θείον παν εόν φθονερό ντε και ταταχώδες / φιλέει γαρ ο θεός τα υπερέχοντα πάντα κολούειν / ου γαρ εά φρονέειν μέγα ο θεός άλλον ή εωυτόν). Παραδόξως όμως, στο κοσμολογικό αυτό σύστημα ο άνθρωπος δεν είναι άθυρμα τυφλών δυνάμεων ή πιόνι του Πεπρωμένου και των θεών. Αντίθετα, είναι προικισμένος με την ελευθερία της βούλησης και γι’ αυτό μπορεί να έχει την ευθύνη των πράξεων και των επιλογών του. Βασική πίστη του Ηροδότου είναι η κυκλική εξέλιξη της Ιστορίας.
B’. Θουκυδίδης
Συνδεόταν συγγενικά με τον σπουδαιότερο πολιτικό αντίπαλο του Περικλή, τον Κίμωνα. Εξαιτίας της στρατιωτικής του αποτυχίας ως στρατηγού τον χειμώνα του 424/423 πΧ. στην Αμφίπολη, όπου οι αθηναϊκές δυνάμεις αιφνιδιάστηκαν από τις σπαρτιατικές με αρχηγό τον Βρασίδα, καταδικάστηκε σε 20ετή εξορία από την Αθήνα. Δεν γνωρίζουμε τους τόπους που τον φιλοξένησαν στη διάρκεια της μακρόχρονης και μάλλον άδικης εξορίας του (αφού πρωταρχικός υπεύθυνος ήταν ο συν-στρατηγός του Ευκλής, καθώς ο ίδιος βρισκόταν στην Θάσο). Πάντως επέστρεψε στη γενέθλια πόλη μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, στις αρχές του έτους 403 πΧ. Το έργο του μεγάλου Αθηναίου ιστορικού, που γράφτηκε στη διάρκεια της εξορίας του (έκτοτε θεωρούνταν προϋπόθεση αντικειμενικότητας το να είναι «άπολις» ο ιστορικός) ή κατ’ άλλους μελετητές μετά το 404 πΧ, παρέμεινε ημιτελές, δεδομένου ότι παρά τη διακηρυγμένη πρόθεση του Θουκυδίδη, η εξιστόρηση δεν φτάνει έως την κατάλυση της αθηναϊκής αρχής το 404 πΧ, αλλά περατώνεται το 411 π.Χ. Φαίνεται ότι ο Θουκυδίδης είχε αρχίσει να συλλέγει τεκμηριωτικό υλικό [με αυτοψία, όπως στην περίπτωση του λοιμού (2ο βιβλίο) ή της μάχης της Αμφίπολης (4ο βιβλίο) ή και με προφορικές πηγές αξιόπιστων μαρτύρων] ήδη από την έναρξη του πολέμου κατανοώντας την ιδιάζουσα σημασία του, αλλά και δηλώνοντας την πρόθεσή του να προχωρήσει εκ των υστέρων στην συγγραφή της ιστορίας του.
Μια από τις πιο καίριες διαφορές που εντοπίζουμε όταν συγκρίνουμε το ιστοριογραφικό έργο του Ηρόδοτου με αυτό του Θουκυδίδη είναι ότι στην περίπτωση του δεύτερου η αυστηρή χρονογραφική διάταξη των γεγονότων και των αφηγηματικών ενοτήτων δεν διακόπτεται σχεδόν ποτέ από «παρεκβάσεις γεωγραφικού, τοπογραφικού ή εθνογραφικού περιεχομένου» ή «από καταλόγους». Αντίθετα, ένα στοιχείο όπου συγκλίνουν και οι δυο ιστορικοί είναι η χρήση των αναλήψεων (χαρακτηριστικές στην περίπτωση του Θουκυδίδη η «Αρχαιολογία» και η «Πεντηκονταετία»), οι οποίες προσδίδουν χρονικό βάθος στην ιστορική αφήγηση.
Αν και ο Θουκυδίδης σπεύδει ευθύς εξ αρχής να δηλώσει την ταυτότητα, τα κίνητρά του και τα μεθοδολογικά του εργαλεία (πάντως και εδώ στο τρίτο ενικό πρόσωπο), σε ολόκληρο το έργο του δεσπόζει η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Πρόκειται για καινοτόμο στρατηγική επιλογή που δηλώνει ακριβώς τη ρητορική σύμβαση, η οποία οφείλει να επενδύει την ορθολογική εξέταση των τεκμηριωτικών στοιχείων, την ιστορική αμεροληψία και αντικειμενικότητα του ιστορικού ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι το επίπεδο της ιστορικής πραγματολογίας και της ιστορικής ανακατασκευής συμπίπτουν και ταυτίζονται. Είναι γνωστό ότι η καινοτομία του Θουκυδίδη, εχθρού κάθε μεταφυσικής θεώρησης της Ιστορίας, αποτέλεσε ειδοποιό γνώρισμα για την επιστημονική ιστοριογραφία από την εποχή της ακαδημαϊκής θεσμοποίησής της στις αρχές του 19ου αιώνα έως τις μέρες μας.
Στο έργο του Θουκυδίδη δίνει τον τόνο μια παραδειγματική μορφή ιστορικής συνείδησης, η οποία θεμελιώνεται σε δυο παράγοντες: πρώτον, στην πεποίθηση για το αναλλοίωτο της ανθρώπινης φύσης και τη διιστορική παθογένειά της (φιλαυτία, επιδίωξη του συμφέροντος, σκληρότητα, αλαζονεία, πρόσκτηση δύναμης), καθώς και για την ύπαρξη παρόμοιων αντιδράσεων - συμπεριφοράς σε αντίστοιχες καταστάσεις στην πορεία του χρόνου• και δεύτερον –στοιχείο που απορρέει από το πρώτο-, στη λειτουργία της ιστορικής γνώσης ως μηχανισμού πρόληψης επερχόμενων δεινών.
Στην Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου περιλαμβάνονται 41 δημηγορίες (συμβουλευτικές, δικανικές, πανηγυρικές), οι οποίες, σύμφωνα με τους ερευνητές, «δεν αποτελούν πιστή καταγραφή των πραγματικών», ενώ, ταυτόχρονα, γίνεται παραδεκτό ότι «ο βαθμός της πλασματικότητάς τους είναι κάθε φορά διαφορετικός».
Η συμμαχική απομόνωση της Σπάρτης δεν κράτησε πολύ. Μολονότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν έκαναν καμία κίνηση προσέγγισης σε κανένα, τα ίδια τα γεγονότα ανέτρεψαν την κατάσταση, αφού όλη η Πελοπόννησος φλεγόταν από το παιχνίδι της κυριαρχίας.
Από τη στιγμή που η Θήβα δεν έκανε καμία άλλη εκστρατεία στην Πελοπόννησο – πέρα από εκείνη που απείλησε την πόλη της Σπάρτης – οι σύμμαχοί της (και κυρίως οι Αρκάδες) επιδόθηκαν σ’ έναν αγώνα επεκτατισμού στοχεύοντας – ο καθένας για τον εαυτό του – την επικράτηση στο χώρο της Πελοποννήσου. Θα έλεγε κανείς ότι απούσης της Θήβας και καταπονημένης της Σπάρτης η Πελοπόννησος έμεινε χωρίς αφεντικό και οι υποψήφιοι για τη θέση δεν μπορούσαν άλλο να περιμένουν. Έχουμε μπει πια στο 364 π. Χ., όταν «οι Ηλείοι κατέλαβαν τον Λασιώνα, που άλλοτε τους ανήκε αλλά τώρα αποτελούσε τμήμα της Αρκαδικής Ομοσπονδίας. Οι Αρκάδες ωστόσο δεν έμειναν αδιάφοροι, παρά κήρυξαν ευθύς επιστράτευση και κίνησαν να τους χτυπήσουν». (7,4,12-13).
Η δεύτερη μεγάλη μάχη της αρχαιότητας που έγινε γνωστή ως Μάχη της Μαντινείας διεξήχθη περίπου 15 χλμ. βορείως της Τρίπολης το καλοκαίρι του 362 π.Χ. μεταξύ δύο συνασπισμών που είχαν επικεφαλής αντίστοιχα τη Θήβα και τη Σπάρτη, τις δύο τότε ισχυρότερες πόλεις της Ελλάδας, με έπαθλο την ηγεμονία της.Οι σύμμαχοι της Θήβας αρχίζουν πια και συγκρούονται ανοιχτά για τη διεκδίκηση της πελοποννησιακής πίτας. Οι Λακεδαιμόνιοι, όταν είχαν την κυριαρχία, δεν άφηναν ποτέ τους συμμάχους να πολεμούν, χωρίς οι ίδιοι να πάρουν θέση κάνοντας το διαιτητή – ή και με εκστρατεία, αν το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ο ισχυρός πρέπει συνέχεια να ελέγχει τους συμμάχους και να τους υπενθυμίζει ότι οι διεκδικήσεις τους πρέπει να έχουν όρια κι ότι τις τελικές αποφάσεις θα τις πάρουν άλλοι.
Αν οι σύμμαχοι δε νιώθουν τη διαρκή επίβλεψη της ισχύος – που κάποιες φορές θα συνοδεύεται κι από την ανάλογη επίδειξη για το σωφρονισμό όλων – πέρα από το ότι αρχίζουν κι έχουν παράλογες απαιτήσεις, σταδιακά νιώθουν ανεξέλεγκτοι και είναι θέμα χρόνου το πότε θα αρχίσουν να διεκδικούν την ισχύ για τον εαυτό τους αμφισβητώντας το αφεντικό. Με άλλα λόγια, στη σύγκρουση Ηλείων και Αρκάδων η Θήβα έπρεπε να παρέμβει αμέσως. Η αδράνεια της Θήβας θα δώσει την εντύπωση ότι η Πελοπόννησος είναι προς διεκδίκηση, γεγονός ιδιαίτερα ζημιογόνο, αφού όποιος τελικά επιβληθεί, δεν μπορεί παρά να γίνει η επόμενη ανταγωνιστική δύναμη.
Οι Αρκάδες κατάφεραν να επικρατήσουν των Ηλείων κι αμέσως μετά «βάδισαν εναντίον των πόλεων των Ακρωρείων, τις κατέλαβαν εκτός από τη Θραύστο και κατόπιν έφτασαν στην Ολυμπία. Εκεί περίφραξαν το Κρόνιο κι εγκατέστησαν φρουρά, ελέγχοντας έτσι το βουνό της Ολυμπίας· κυρίεψαν και τα Μάργανα, τα οποία τους παραδόθηκαν από μερικούς κατοίκους». (7,4,14). Η Αρκαδική Ομοσπονδία δε θα μπορούσε να κάνει πιο σαφείς τις προθέσεις της στην Πελοπόννησο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά επιτέθηκαν και στην πόλη των Ηλείων, χωρίς επιτυχία, λεηλατώντας τη χώρα.
Όμως, οι πολεμικές επιχειρήσεις είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία και για εκείνους που θέλουν να καταλάβουν την εξουσία μέσα στην πόλη: «Υπήρχαν κι από πριν εσωτερικές έριδες στην Ήλιδα: οι οπαδοί του Χαρόπου, του Θρασωνίδα και του Αργείου ήθελαν δημοκρατία, ενώ οι οπαδοί του Ευάλκα, του Ιππία και του Στρατόλα ήθελαν ολιγαρχία. Καθώς λοιπόν οι Αρκάδες, που είχαν μεγάλη δύναμη, θεωρούνταν σύμμαχοι των δημοκρατικών, οι οπαδοί του Χαρόπου ξεθάρρεψαν, συνεννοήθηκαν με τους Αρκάδες ότι θα τους βοηθήσουν και κυρίεψαν την ακρόπολη». (7,4,15).
Η κατάσταση που δημιουργείται γνωστή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι οπαδοί των δημοκρατικών εκδιώχτηκαν από την ακρόπολη και ο Χάροπος και ο Αργείος εξορίστηκαν μαζί με τετρακόσιους άλλους. Οι Αρκάδες ανακατεύονται και με τη βοήθειά τους οι εξόριστοι κατέλαβαν την Πύλο, η οποία έγινε εστία πολέμου εναντίον της Ήλιδας, καθώς όλοι οι δημοκρατικοί της πόλης κατέφυγαν εκεί: «Οι Αρκάδες έκαναν κι άλλη εισβολή στην Ηλεία, γιατί οι εξόριστοι τους έπεισαν ότι η πόλη θα προσχωρούσε σ’ αυτούς». (7,4,16-17).
Ούτε όμως η νέα εισβολή έφερε κάποιο αποτέλεσμα, πέρα από τη λεηλασία της υπαίθρου. Αντίθετα, τα πράγματα άρχισαν να περιπλέκονται για τους Αρκάδες, καθώς φοβούμενοι προφανώς τις επεκτατικές τους διαθέσεις και οι Αχαιοί και οι Πελληνείς συμμάχησαν με τους Ηλείους και αγωνίστηκαν για τη σωτηρία της πόλης.
Οι Αρκάδες για να εκδικηθούν τους Πελληνείς κυρίευσαν τον Όλουρο, που ήταν δικός τους. Οι Πελληνείς, όμως, «είχαν προσχωρήσει πάλι στη συμμαχία των Λακεδαιμονίων». (7,4,17-18). Η νέα εκστρατεία των Αρκάδων εναντίον της Ήλιδος έφερε σε τέτοια πίεση τους Ηλείους, που τους ανάγκασε να στείλουν πρέσβεις στη Σπάρτη.
Η Θήβα βρίσκεται πια στο περιθώριο των πελοποννησιακών εξελίξεων. Μια συμμαχική της δύναμη ζητά επίσημα τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων προκειμένου να πολεμήσει έναν άλλο σύμμαχο. Οι Σπαρτιάτες δεν έχασαν την ευκαιρία. Ο Αρχίδαμος εκστράτευσε και κατέλαβε τον Κρώμνο: «Οι Αρκάδες καθώς ήταν συγκεντρωμένοι από την εκστρατεία εναντίον της Ήλιδος, βάδισαν προς τον Κρώμνο, τον περιέφραξαν με διπλό φράγμα, κι έτσι δίχως να κινδυνεύουν πολιόρκησαν τη φρουρά του Κρώμνου». (7,4,21).
Η Σπάρτη εμπλέκεται για τα καλά στη σύρραξη. Ο Αρχίδαμος λεηλατεί την Αρκαδία και τη Σκιρίτιδα, αλλά δεν μπορεί να απωθήσει τους Αρκάδες από τον Κρώμνο. Στη σύγκρουση που έγινε οι Λακεδαιμόνιοι δεν μπόρεσαν να νικήσουν τους Αρκάδες και τους Επαρίτους και ο ίδιος ο Αρχίδαμος τραυματίστηκε στο μηρό. Το ηθικό των Σπαρτιατών κλονίστηκε σοβαρά «καθώς έβλεπαν τον Αρχίδαμο πληγωμένο κι άκουγαν τα ονόματα των σκοτωμένων, που ήταν γενναίοι και σχεδόν όλοι τους σημαντικοί άνθρωποι». (7,4,24-25).
Η εκεχειρία που προτάθηκε από κάποιον ηλικιωμένο Σπαρτιάτη έγινε δεκτή με ανακούφιση και από τους Αρκάδες, που κατάφεραν να μην ηττηθούν, αν και ήταν αρκετά λιγότεροι σε αριθμό. Οι Σπαρτιάτες όμως δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι θα αφήσουν αβοήθητους συμπολίτες τους να πολιορκούνται στον Κρώμνο. Πολύ σύντομα επέστρεψαν νύχτα και προσπάθησαν να τους ελευθερώσουν. Κατάφεραν να βγάλουν μερικούς, αλλά οι ενισχύσεις των Αρκάδων τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν αφήνοντας μέσα περισσότερους από εκατό Σπαρτιάτες και περιοίκους, οι οποίοι αιχμαλωτίστηκαν.
Οι Ηλείοι, από την πλευρά τους, δεν άφησαν το χρόνο ανεκμετάλλευτο. Κυρίευσαν την Πύλο κι έσφαξαν όλους τους εξόριστους δημοκρατικούς. Οι Αρκάδες «ενίσχυσαν τη φρουρά τους στην Ολυμπία, και καθώς ερχόταν ολυμπιακή χρονιά άρχισαν τις ετοιμασίες για την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων μαζί με τους Πισάτες, που ισχυρίζονταν ότι ήταν οι αρχικοί επόπτες του ιερού». (7,4,28).
Όπως ήταν φυσικό, οι Αρκάδες θεωρούσαν ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να επιτεθούν εκεί οι Ηλείοι. Το πανίσχυρο των δυνάμεων που είχαν συγκεντρώσει ήταν η εγγύηση της ασφάλειάς τους. Οι αγώνες ξεκίνησαν κανονικά, αλλά όταν έφτασε η ώρα της πάλης οι αθλητές «δεν πάλεψαν στον στίβο, αλλ’ ανάμεσα στον στίβο και στον βωμό – γιατί στο μεταξύ ο στρατός των Ηλείων είχε προχωρήσει ως το τέμενος». (7,4,29).
Οι Αρκάδες «παρατάχθηκαν κατά μήκος του ποταμού Κλάδεου είχαν μαζί τους και συμμάχους, κάπου δυο χιλιάδες Αργείους οπλίτες και τετρακοσίους Αθηναίους ιππείς». (7,4,29-30). Οι Ηλείοι, που παρατάχθηκαν από την άλλη μεριά του ποταμού έκαναν την έκπληξη κατατροπώνοντας τους Αρκάδες και αναχαιτίζοντας και τους Αργείους που ήρθαν για ενίσχυση: «Κατόπιν, ωστόσο, τους έφερε η καταδίωξη στο χώρο που βρίσκεται ανάμεσα στο Βουλευτήριο, στο ιερό της Εστίας και στο θέατρο που είναι εκεί δίπλα· εκεί άρχισαν να τους χτυπούν από τις στοές και το Βουλευτήριο και τον μεγάλο ναό – και καθώς οι ίδιοι μάχονταν από χαμηλά, σκοτώθηκαν αρκετοί Ηλείοι». (7,4,30-31).
Οι Αρκάδες και οι σύμμαχοι φοβήθηκαν τόσο πολύ τους Ηλείους, που μέχρι πριν υποτιμούσαν, ώστε έστησαν φράγμα γκρεμίζοντας τα «ξύλινα παραπήγματα» τα οποία είχαν φτιάξει με μεγάλο κόπο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά προσπαθώντας να μη χάσουν κανένα σύμμαχο, οι άρχοντες των Αρκάδων χρησιμοποιούσαν τον ιερό θησαυρό της Ολυμπίας, για να συντηρούν τους Επαρίτους.
Οι πρώτοι που αντέδρασαν σ’ αυτό ήταν οι Μαντινείς δίνοντας οι ίδιοι δικά τους χρήματα και καλώντας και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Οι άρχοντες των Αρκάδων τους αποκάλεσαν εχθρούς της Ομοσπονδίας και τους κάλεσαν να απολογηθούν. Οι Μαντινείς έκλεισαν τις πύλες της πόλης τους δείχνοντας συγκρουσιακές προθέσεις. Η αποδοχή ότι οι Αρκάδες άρχοντες μπορούν να αρπάζουν τα λεφτά από το ταμείο της Ολυμπίας και να τα μεταχειρίζονται κατά βούληση ισοδυναμεί με άμεση αναγνώριση της ολοκληρωτικής τους κυριαρχίας, αφού θα ήταν σε θέση να κάνουν κυριολεκτικά ό,τι θέλουν. Γρήγορα ακούστηκαν κι άλλες φωνές που καταδίκαζαν αυτή την πράξη και η ίδια η συνέλευση αποφάσισε ότι ήταν «αμάρτημα απέναντι στους θεούς». (7,4,34). Οι Αρκάδες δεν είχαν ακόμη τη δύναμη να λειτουργούν ανεξέλεγκτα.
Το πράγμα, όμως, πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις, αφού «όσοι από τους άρχοντες είχαν διαχειριστεί τον ιερό θησαυρό κατάλαβαν πως, αν τους καλούσαν να λογοδοτήσουν, κινδύνευε η ζωής τους». (7,4,34). Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι χρειαζόταν μια ισχυρή δύναμη, για να τους προστατεύσει: «Έστειλαν λοιπόν απεσταλμένους στη Θήβα, μηνώντας ότι αν δεν έρθει στρατός των Θηβαίων, υπάρχει κίνδυνος να πάνε πάλι οι Αρκάδες με το μέρος των Λακεδαιμονίων». (7,4,34-35).
Κι ενώ η Θήβα ετοιμαζότανε να εκστρατεύσει «εκείνοι που ήθελαν το καλό της Πελοποννήσου» (ο Ρόδης Ρούφος ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται σαφώς για την ολιγαρχική μερίδα) «έπεισαν την Αρκαδική Ομοσπονδία να στείλει πρέσβεις στους Θηβαίους να τους αναγγείλουν να μην έρθει στρατός τους στην Αρκαδία αν δεν τον ζητήσουν». (7,4,35). Και σαν να μην έφτανε αυτό «συλλογίζονταν ταυτόχρονα ότι κανέναν λόγο δεν είχαν να είναι εμπόλεμοι. Καθώς οι Ηλείοι συμφώνησαν μ’ αυτά, αποφάσισαν και οι δύο να κάνουν ειρήνη». (7,4,35).
Οι Θηβαίοι καλούνται τώρα να πληρώσουν την απουσία τους. Η Σπάρτη έπαψε να είναι ο εχθρός όλων και η Πελοπόννησος φαίνεται να έχει συνασπιστεί. Έπρεπε εξαρχής να μην επιτρέψει να πάνε τα πράγματα στην τύχη. Τώρα έχει ήδη αργήσει πολύ και γι’ αυτό πρέπει να εκστρατεύσει με μεγάλες δυνάμεις, αν θέλει να επιβάλει την τάξη.
Παρά την ειρήνη και την ώρα που όλοι γλεντούσαν, για να τη γιορτάσουν, στην πόλη της Τεγέας οι Τεγεάτες μαζί με τον εκεί Θηβαίο αρμοστή έκλεισαν τα τείχη της πόλης και συνέλαβαν όλους τους αριστοκρατικούς. Αν και πολλοί κατάφεραν να διαφύγουν, οι συλλήψεις ήταν ακόμη περισσότερες και η φυλακή γέμισε κρατουμένους, όπως και το δημόσιο κτήριο της πόλης. Το κακό για το Θηβαίο αρμοστή ήταν ότι συνέλαβε ελάχιστους Μαντινείς και με το ξημέρωμα, όταν πια τα γεγονότα ήταν γνωστά σε όλους «οι Μαντινείς έστειλαν αμέσως παραγγελία στις άλλες πόλεις της Αρκαδίας να οπλιστούν και να φυλάνε τις διαβάσεις». (7,4,38). Ταυτόχρονα απαίτησαν την αποφυλάκιση όλων.
Η Πελοπόννησος φαινόταν σύσσωμη κι αποφασισμένη. Τα πράγματα έδειχναν εκτός ελέγχου. Ο Θηβαίος αρμοστής και οι συνεργάτες του ήρθαν σε δύσκολη θέση κι αποφυλάκισαν τους κρατουμένους. Ισχυρίστηκαν ότι επρόκειτο για παρεξήγηση, καθώς ο αρμοστής είχε πληροφορηθεί ότι σπαρτιατικές δυνάμεις έρχονταν να καταλάβουν την Τεγέα κι ότι υπήρχαν Αρκάδες συνωμότες, που εκ των έσω θα τους παρέδιδαν την πόλη.
Φυσικά, δεν πείστηκε κανείς. Έστειλαν μάλιστα πρέσβεις στη Θήβα «να τον κατηγορήσουν και να ζητήσουν τη θανατική του καταδίκη». (7,4,39-40). Ο Επαμεινώνδας, όμως, είχε καταλάβει ότι η εκστρατεία στην Πελοπόννησο δεν μπορούσε να αναβληθεί άλλο. Απάντησε ότι ο αρμοστής έκανε λάθος όταν άδειασε τη φυλακή κι όχι όταν τη γέμισε. Για να εξηγήσει: «την ώρα που εμείς για χάρη δική σας μπήκαμε στον πόλεμο, και που σεις κάνατε ειρήνη χωρίς τη συγκατάθεσή μας, δίκαιο δεν είναι να κατηγορηθείτε για τούτο σαν προδότες; Να ξέρετε όμως καλά ότι εμείς και θα εκστρατεύσουμε στην Αρκαδία και θα πολεμήσουμε στο πλευρό των φίλων μας». (7,4,40). Με άλλα λόγια, η εκστρατεία θα γίνει είτε το θέλετε είτε όχι.
Όταν έφτασε η απάντηση του Επαμεινώνδα όλοι μπήκαν σε σκέψεις: «ήταν φανερό ότι οι Θηβαίοι ήθελαν την Πελοπόννησο όσο γινόταν πιο αδύναμη, για να πετύχουν πιο εύκολα την υποδούλωσή της». (7,5,1). Τώρα πια διατυπωνόταν δημόσια η άποψη: «τι άλλο λόγο έχουν» (οι Θηβαίοι) «να θέλουν να πολεμάμε εμείς, παρά να βλάπτουμε ο ένας τον άλλον και να τους έχουμε όλοι ανάγκη; Διαφορετικά γιατί, ενώ τους λέμε ότι τούτη τη στιγμή δεν τους χρειαζόμαστε, ετοιμάζονται να ξεκινήσουν; Δεν είναι φανερό ότι η εκστρατεία που ετοιμάζουν στρέφεται εναντίον μας;» (7,5,2).
Η Πελοπόννησος αρχίζει να καταλαβαίνει ότι η αναζήτηση της ισχύος είναι πιο εύκολη μέσα από την ενότητα. Φυσικά, δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Ο αρχαιοελληνικός κόσμος το δίδαγμα αυτό το είχε από τους περσικούς πολέμους ακόμα, αλλά η αντίληψη της πόλης – κράτους λειτουργούσε πάντα διασπαστικά. Γι’ αυτό και οι συμμαχίες ήταν τόσο παροδικές κι εύθραυστες. Το ενιαίο των συμφερόντων δε θα μπορούσε να έχει δυναμική μέσα σε τέτοιες συνθήκες. Η ενότητα της Πελοποννήσου αυτή τη στιγμή – που είναι σχεδόν απόλυτη – και η δημιουργία της Αρκαδικής Ομοσπονδίας (με όλη την παθολογία της), όπως και άλλες περιπτώσεις, είναι μικρές αναλαμπές προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς, όμως, να έχουν ιδιαίτερη συνέχεια.
Προς το παρόν ο πελοποννησιακός συνασπισμός φαίνεται τόσο αποφασισμένος που ζητά τη βοήθεια και της Αθήνας και της Σπάρτης. Από την άλλη, ο Επαμεινώνδας ξεκινούσε «έχοντας μαζί του όλους τους Βοιωτούς, τους Ευβοείς και πολλούς Θεσσαλούς λογάριαζε ότι και στην Πελοπόννησο θα είχε συμμάχους – τους Αργείους, τους Μεσσηνίους και όσους Αρκάδες συμπαθούσαν τη Θήβα – δηλαδή τους Τεγεάτες, τους Μεγαλοπολίτες, τους Ασεάτες και τους Πελληνείς». (7,5,4-5).
Έφτασε στην Τεγέα κι οχυρώθηκε εκεί, ενώ οι αντίπαλοι ήταν συγκεντρωμένοι στην Μαντίνεια. Περίμενε εκεί μήπως έρθει και κάποια πόλη της Πελοποννήσου προς βοήθειά του, αλλά παρά τους αρχικούς του υπολογισμούς καμιά πόλη δε φαινόταν διατεθειμένη να προσχωρήσει σ’ αυτόν.
Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι για πρώτη φορά ο Ξενοφώντας λέει κάτι θετικό για Θηβαίο ηγέτη: «Δεν θα ‘λεγα ότι ο Επαμεινώνδας στάθηκε τυχερός σ’ εκείνη τη στρατηγία του· κι όμως σε τίποτα δεν υστέρησε απ’ ό,τι απαιτεί προνοητικότητα και τόλμη. Πρώτ’ απ’ όλα, εγώ τουλάχιστον, βρίσκω αξιέπαινο ότι έστησε το στρατόπεδό του μέσα στα τείχη της Τεγέας, γιατί έτσι και περισσότερη ασφάλεια είχε παρά αν έμενε έξω, και συνάμα έκρυβε καλύτερα τις κινήσεις του· εξάλλου μέσα στην πόλη τού ήταν πιο εύκολο ν’ ανεφοδιάζεται μ’ ό,τι χρειαζόταν. Έπειτα, καθώς οι άλλοι ήταν στρατοπεδευμένοι απέξω, είχε τη δυνατότητα να παρατηρεί και τις σωστές τους ενέργειες και τα λάθη τους. Εκτός από τούτο μ’ όλο που πίστευε πως ήταν πιο δυνατός από τους αντιπάλους, όσες φορές τους έβλεπε να κατέχουν πλεονεκτική τοποθεσία δεν έβγαινε να επιτεθεί». (7,5,8).
Η πρώτη κίνηση του Επαμεινώνδα, όταν έμαθε ότι και οι Λακεδαιμόνιοι εκστράτευσαν εναντίον του με τον Αγησίλαο, ήταν να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στη Σπάρτη. Από καθαρή τύχη το έμαθε αυτό ο Αγησίλαος από κάποιον Κρητικό κι επέστρεψε αμέσως προλαβαίνοντας τα χειρότερα. Ο Επαμεινώνδας, αφού έφτασε έξω από τη Σπάρτη, εντόπισε ένα ύψωμα που θα του έδινε πλεονέκτημα κατά την επίθεση και το κυρίευσε. Έχοντας συντριπτική αριθμητική υπεροχή και ευνοϊκότερη θέση ήταν σίγουρο ότι θα επικρατούσε. Ο Ξενοφώντας γράφει ότι η Σπάρτη σώθηκε από «θεϊκή επέμβαση».
Ο Αρχίδαμος, ο οποίος είχε δεν είχε εκατό άνδρες συγκρούστηκε με τις πολυπληθέστερες εχθρικές δυνάμεις ανεβαίνοντας τον ανήφορο και κατάφερε να επικρατήσει ανατρέποντας όλα τα δεδομένα:
«Οι στρατιώτες του Επαμεινώνδα που πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή σκοτώθηκαν». (7,5,13). Επρόκειτο για ένα πραγματικό στρατιωτικό θαύμα: «οι Σπαρτιάτες, ενθουσιασμένοι με τη νίκη, συνέχισαν την καταδίωξη πιο πέρα απ’ ό,τι ήταν σκόπιμο» πράγμα που έπρεπε να αποφύγουν αφού «σκοτώθηκαν κι αυτοί με τη σειρά τους. (Οι θεοί είχαν ορίσει καθώς φαίνεται, ως πού θα ‘φτανε η νίκη τους)». (7,5,13).
Μετά απ’ αυτό ο Επαμεινώνδας σκεπτόμενος συνετά επέστρεψε στην Τεγέα, καθώς θεωρούσε σίγουρο ότι θα σπεύσουν εκεί οι Αρκάδες, για να βοηθήσουν τη Σπάρτη. Όταν έφτασε στην Τεγέα άφησε τους οπλίτες να ξεκουραστούν, αλλά έστειλε το ιππικό στη Μαντίνεια υπολογίζοντας ότι θα έκανε τρομερή λεηλασία, καθώς ήταν περίοδος θερισμού κι όλος ο πληθυσμός και τα κοπάδια θα ήταν έξω από την πόλη.
Το απρόβλεπτο ήταν ότι εντελώς τυχαία είχε μόλις φτάσει εκεί το ιππικό των Αθηναίων, το οποίο, αν και μειονεκτούσε αριθμητικά, κατάφερε να απωθήσει το ιππικό του Επαμεινώνδα δίνοντας μάχη σώμα με σώμα. (Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκε και ο γιος του Ξενοφώντα, ο Γρύλλος, που είχε πάρει μέρος με το στρατόπεδο των Αθηναίων). Τίποτε δεν πήγαινε καλά για τους Θηβαίους.
Κοντά σ’ αυτά έφτανε και ο χρόνος που έπρεπε να αναχωρήσουν για τη Βοιωτία κι ο Επαμεινώνδας ήξερε καλά ότι δεν μπορούσε να φύγει αφήνοντας αβοήθητους αυτούς που τον υποστήριξαν, αφού κάτι τέτοιο θα αμαύρωνε ανεπανόρθωτα τη φήμη της Θήβας συσπειρώνοντας ακόμη περισσότερο τις εναντίον της δυνάμεις: «όχι μόνο νικήθηκε στη Λακεδαίμονα από μικρή δύναμη, μ’ όλο που είχε τόσους οπλίτες, όχι μόνο νικήθηκε στη σύγκρουση ιππικού της Μαντινείας, αλλά κι είχε προκαλέσει, με την εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, τη συμμαχία ανάμεσα στους Λακεδαιμονίους, τους Αρκάδες, τους Αχαιούς, τους Ηλείους και τους Αθηναίους». (7,5,18).
Ετοίμασε, λοιπόν, ξανά το στρατό για μάχη και τον τοποθέτησε σε πυκνό σχηματισμό. Δεν έσπευσε όμως αμέσως εναντίον των εχθρών, αλλά ακολούθησε μια μακρινή πορεία ανάμεσα στα βουνά δυτικά της Τεγέας. Η εντύπωση που δόθηκε ήταν ότι δε θα έδινε τη μάχη την ίδια μέρα: «μόλις έφτασε στο βουνό ανέπτυξε τη φάλαγγά του και στάθμευσε στο ριζοβούνι, μοιάζοντας σαν να στρατοπεδεύει». (7,5,22).
Οι ενέργειές του έπιασαν τόπο: «Συνέπεια αυτού του ελιγμού ήταν να χαλαρώσει η ψυχική ετοιμότητα των αντιπάλων για μάχη, και να χαλαρώσει κι ο σχηματισμός τους». (7,5,22). Αφού το πέτυχε αυτό, ήταν η ώρα να δράσει: «Κατόπιν, όμως, μετακινώντας τους λόχους που ως τότε βάδιζαν ο ένας πίσω από τον άλλον, δημιούργησε μιαν ισχυρή δύναμη κρούσης στο πλευρό που βρισκόταν ο ίδιος» (δηλαδή το αριστερό). «Τότε πρόσταξε να πάρουν τα όπλα και τράβηξε μπροστά, ενώ οι υπόλοιποι τον ακολουθούσαν». (7,5,22).
Όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε πανικό: «Όταν οι εχθροί τους είδαν να ‘ρχονται έτσι απροσδόκητα καταπάνω τους, κανένας τους δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την ψυχραιμία του: άλλοι έτρεχαν στις μονάδες τους, άλλοι παρατάσσονταν, άλλοι περνούσαν χαλινάρια στ’ άλογα ο Επαμεινώνδας οδηγούσε το στρατό του σαν πολεμικό πλοίο, με τη δύναμη κρούσης μπροστά στην πλώρη, πιστεύοντας ότι αρκούσε να διασπάσει τις εχθρικές γραμμές σ’ ένα σημείο για να καταστρέψει ολόκληρο τον αντίπαλο στρατό». (7,5,22-23).
Κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχε τοποθετήσει μαζί με το ιππικό και βοηθητικούς πεζούς, για να αποτελειώσει οτιδήποτε απέμενε από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης που είχε προετοιμάσει. Τοποθέτησε, επίσης, απέναντι από τους Αθηναίους – σε κάποιους λόφους – επιπλέον ιππικό και οπλίτες, για τους αναγκάσει να μην εμπλακούν στη σύγκρουση, αφού σ’ αυτή την περίπτωση θα είχαν να αντιμετωπίσουν κι αυτές τις δυνάμεις, που θα έρχονταν από πίσω τους.
Στη σύγκρουση που έγινε οι δυνάμεις του Επαμεινώνδα συνέτριψαν τους αντιπάλους και θα γινόταν σφαγή χωρίς προηγούμενο, αν δεν τραυματιζόταν θανάσιμα. Με το που έπεσε ο Επαμεινώνδας τα στρατεύματά του σταμάτησαν να εκδιώκουν τους εχθρούς χάνοντας τελείως το ηθικό τους: «μ’ όλο που η αντικρινή τους φάλαγγα το ‘χε βάλει στα πόδια, κανέναν δεν σκότωσαν οι οπλίτες, κι ούτε καν προχώρησαν πέρα από το σημείο όπου είχε γίνει η σύγκρουση. Αλλά ούτε και το ιππικό καταδίωξε το εχθρικό ιππικό που έφευγε μπροστά του, μήτε και σκότωσε ιππείς και οπλίτες· φοβισμένοι, σαν να ‘χαν νικηθεί, οι ιππείς του Επαμεινώνδα έμειναν πίσω, ανάμεσα στους αντιπάλους τους που έφευγαν». (7,5,25).
Οι άνδρες του Επαμεινώνδα ήταν αδύνατο να πολεμήσουν χωρίς αυτόν. Ο χαμός του υπήρξε ανεπανόρθωτο πλήγμα για τη Θήβα, που δε θα μπορέσει ποτέ να βρει κάποιον αντάξιό του. Η μάχη της Μαντινείας όχι μόνο δεν ξεκαθάρισε τον κυρίαρχο του αρχαιοελληνικού κόσμου, αλλά περιέπλεξε τα πράγματα ακόμη περισσότερο.
Ο Ξενοφώντας ολοκληρώνει τα «Ελληνικά» ως εξής: «Ύστερα απ’ αυτά, το αποτέλεσμα στάθηκε αντίθετο από κείνο που περίμενε όλος ο κόσμος: γιατί όπως είχαν βρεθεί συγκεντρωμένες κι αντιμέτωπες δυνάμεις απ’ όλη σχεδόν την Ελλάδα, κανένας δεν αμφέβαλλε ότι σε περίπτωση μάχης οι νικητές θα γίνονταν κυρίαρχοι κι οι νικημένοι υπήκοοί τους. Ωστόσο ο θεός τα ‘φερε έτσι, ώστε η καθεμιά από τις δύο παρατάξεις να στήσει τρόπαιο σαν να ‘χε νικήσει, δίχως η άλλη να προσπαθήσει να την εμποδίσει· κι οι δυο τους έδωσαν πίσω νεκρούς εχθρούς σαν νικητές, αλλά κι οι δυο περισυνέλεξαν δικούς τους νεκρούς σαν νικημένοι· και ενώ κι η μια και η άλλη ισχυρίζονταν ότι είχαν νικήσει, καμιά τους δεν βγήκε από τη μάχη ενισχυμένη σε εδάφη, πόλεις ή εξουσία· και μετά τη μάχη η Ελλάδα γνώρισε ακόμα μεγαλύτερη ακαταστασία κι αναταραχή από πριν». (7,5,26-27).