Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Το 4% των ορυκτών της Γης έχουν δημιουργηθεί χάρη στους ανθρώπους

Από τα συνολικά 5.208 ορυκτά της Γης που έχουν αναγνωρισθεί επίσημα από τη Διεθνή Ορυκτολογική Ένωση, τα 208, δηλαδή το 4% ή το ένα στα 25, έχουν ανθρωπογενή προέλευση, καθώς έχουν σχηματισθεί χάρη στις ανθρώπινες δραστηριότητες και τα περισσότερα από αυτά «γεννήθηκαν» μόλις κατά τα τελευταία 200 χρόνια.

Από τα 208 αναγνωρισμένα ανθρωπογενή ορυκτά, τα 29 περιέχουν άνθρακα, ενώ ορισμένα από αυτά έχουν βρεθεί στην Ελλάδα, όπως ο νεάλιθος και ο φιντλερίτης στα μεταλλεία Λαυρίου.
 
Αυτό προκύπτει από μια νέα επιστημονική έρευνα, η οποία για πρώτη φορά κατέγραψε σε ένα παγκόσμιο κατάλογο όλα τα ορυκτά του πλανήτη μας, τα οποία έχουν προέλθει κατά κύριο λόγο ή αποκλειστικά χάρη στους ανθρώπους.
 
Η προέλευσή τους οφείλεται στο ότι, εξαιτίας των ανθρώπων, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για να έλθουν σε επαφή μεταξύ τους χημικά στοιχεία και να προκληθούν γεωχημικές αντιδράσεις, που αλλιώς δεν θα είχαν συμβεί στη φύση. Αν, για παράδειγμα, οι μεταλλωρύχοι δεν είχαν σκάψει τη στοά κάποιου ορυχείου (π.χ. στο Λαύριο), μπορεί να μην είχαν σχηματισθεί στα τοιχώματά του οι κρύσταλλοι ενός άγνωστου έως τότε ορυκτού.
 
Οι άνθρωποι έχουν -μετά την αύξηση του οξυγόνου πριν από 2,2 δισεκατομμύρια χρόνια- τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην ποικιλία των ορυκτών της Γης. Αυτή η διαπίστωση, σύμφωνα με τους επιστήμονες, αποτελεί άλλο ένα επιχείρημα ότι ο πλανήτης μας έχει πλέον εισέλθει σε μια νέα γεωλογική εποχή, την Ανθρωπόκαινο, που έρχεται να διαδεχθεί την Ολόκαινο (άρχισε πριν 11.700 χρόνια με το λιώσιμο των πάγων) και στην οποία οι άνθρωποι αφήνουν πλέον όλο και πιο έντονα το αποτύπωμά τους.
 
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Ρόμπερτ Χέιζεν, επικεφαλής γεωεπιστήμονα του Ινστιτούτου Επιστημών Κάρνεγκι στην Ουάσιγκτον και διευθυντή του διεθνούς Παρατηρητηρίου Βαθέος 'Ανθρακα, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό περιοδικό ορυκτολογίας "American Mineralogist", επισημαίνουν ότι τα περισσότερα ανθρωπογενή ορυκτά έχουν προέλθει από τις εξορυκτικές δραστηριότητες.
 
Ορισμένα άλλα έχουν βρεθεί στα μεταλλουργεία, ενώ κάποια έχουν σχηματισθεί στις σωληνώσεις των γεωθερμικών μονάδων, ακόμη και σε ναυάγια πλοίων, στις αρχαιολογικές ανασκαφές ή μέσα στις αποθήκες των μουσείων. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ένα φυσικό υλικό ήλθε σε επαφή με ένα άγνωστο για εκείνο περιβάλλον (π.χ. με το θαλασσινό νερό ή με το ξύλο στα ράφια μιας αποθήκης) και, μέσα από μια χημική αντίδραση, σχηματίσθηκε ένα νέο ορυκτό. Αν οι άνθρωποι δεν είχαν κάνει την μεταφορά με το πλοίο ή την αρχαιολογική ανασκαφή, αυτό το ορυκτό μπορεί να μην είχε υπάρξει ποτέ στη φύση.
 
Αν και μερικά ανθρωπογενή ορυκτά μπορούν να προκύψουν επίσης και μέσω φυσικών διαδικασιών, πολλά άλλα όχι. Στην ιστορία του πλανήτη μας η εξέλιξη των ορυκτών δεν σταμάτησε ποτέ, καθώς με το πέρασμα του χρόνου τα χημικά στοιχεία συναντιούνται σε διάφορους συνδυασμούς μέσα στη Γη, σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, βάθη και θερμοκρασίες, για να «γεννήσουν» νέα ορυκτά.
       
Το 'Συμβάν της Μεγάλης Οξείδωσης', δηλαδή η μεγάλη αύξηση του οξυγόνου που συνέβη στην ατμόσφαιρα της Γη πριν περίπου 2,2 δισ. χρόνια, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σχεδόν τα δύο τρίτα των περίπου 5.200 ορυκτών.
 
Μετά την εμφάνιση των ανθρώπων, οι δραστηριότητές τους συνέβαλαν άμεσα ή έμμεσα, ώστε να σχηματισθούν και άλλα ορυκτά, τα περισσότερα μετά τον 18ο αιώνα, όταν άρχισε σταδιακά η βιομηχανική επανάσταση. Όπως είπε ο Χέιζεν, «πιστεύουμε ότι και άλλα ορυκτά συνεχίζουν να σχηματίζονται σήμερα με τον ίδιο σχετικά γρήγορο ρυθμό».
       
Οι άνθρωποι επιδρούν στον ανόργανο ορυκτό κόσμο, προκαλώντας τη δημιουργία νέων ορυκτών ως ένα αθέλητο υποπροϊόν των διαφόρων δραστηριοτήτων τους. ενώ συνεχώς μετακινούν τεράστιες ποσότητες πετρωμάτων και ορυκτών από το ένα μέρος της Γης στο άλλο. Οι ερευνητές θεωρούν πιθανό ότι υπάρχουν εκατοντάδες ανθρωπογενή ορυκτά που ακόμη δεν έχουν αναγνωρισθεί, μέσα σε παλιά ορυχεία, χυτήρια, εγκαταλειμένα κτίρια κ.α.
 
Ο κατάλογος των 5.208 ορυκτών δεν περιλαμβάνει όσα οι άνθρωποι παράγουν βιομηχανικά. Πρόκειται για χιλιάδες νέα συνθετικά υλικά που έχουν ιδιότητες των ορυκτών, χωρίς να υπάρχει κάτι αντίστοιχο στο ηλιακό μας σύστημα, ίσως και και σε όλο το σύμπαν (ημιαγωγοί, κρύσταλλοι λέιζερ, μαγνήτες, μπαταρίες, τούβλα, τσιμέντο, χάλυβας, τιτάνιο, συνθετικοί πολύτιμοι λίθοι κ.α.). Τα υλικά αυτά, σύμφωνα με τον Χέιζεν, θα παραμείνουν στο γεωλογικό «αρχείο» για τα επόμενα δισεκατομμύρια χρόνια ως υπόμνηση ότι κάποτε υπήρξαν άνθρωποι στη Γη...

Επιστήμονες βρήκαν πως σχηματίζονται οι πλανήτες!

Αποτέλεσμα εικόνας για Επιστήμονες βρήκαν πως σχηματίζονται οι πλανήτες!Υπάρχουν πολλά που δεν γνωρίζουμε για το σχηματισμό των πλανητών!

Οι αστρονόμοι υποψιάζονται ότι οι πλανήτες σχηματίζονται από ένα δίσκο αερίου και σκόνης, που μαζοποιείται και μαζί με το χρόνο, σχηματίζονται γιγαντιαίοι πλανήτες.

Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα: Πώς γίνεται από το μέγεθος ενός βότσαλου να σχηματιστεί κάτι στο μέγεθος ενός πλανήτη; Μια νέα μελέτη δείχνει οτι η λύση έχει να κάνει με κάτι που ονομάζεται "παγίδες σκόνης"

Τα κοσμικά κενά φανερώνουν μυστικά του Σύμπαντος

sumpan-diastima
Το Σύμπαν διαστέλλεται και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό χωρίς όμως να είναι γνωστή η γενεσιουργός αιτία αυτού του φαινομένου. Για το λόγο αυτό, επινοήθηκε από τους επιστήμονες η έννοια της σκοτεινής ενέργειας, μιας αγνώστου μορφής ενέργειας που αντιστοιχεί στο 72% περίπου της συνολικής μάζας και ενέργειας που εμπεριέχονται στο Σύμπαν. Ένα ποσοστό δυσθεώρητο αν αναλογιστεί κανείς πως όλο το ορατό Σύμπαν που παρατηρούμε με τα τηλεσκόπια μας δεν είναι παρά το 4.6% του συνόλου των πραγμάτων που υπάρχουν εκεί έξω, με το υπόλοιπο 23% να αντιστοιχεί στη σκοτεινή ύλη.

Όλο το ορατό Σύμπαν που παρατηρούμε με τα τηλεσκόπια μας δεν είναι παρά το 4.6% του συνόλου των πραγμάτων που υπάρχουν εκεί έξω.

Ένα από τα επικρατέστερα μοντέλα για την εξήγηση της σκοτεινής ενέργειας είναι η ενσωμάτωσή αυτής της μορφής ενέργειας στις εγγενείς ιδιότητες του κενού χώρου, μία ιδέα που έχει εμφανιστεί ξανά στις εξισώσεις της φυσικής με τη μορφή της κοσμολογικής σταθεράς*.

Υπάρχουν όμως και πολλές άλλες ιδέες γύρω από την εξήγηση του φαινομένου της επιταχυνόμενης διαστολής του Σύμπαντος, με μία από αυτές να αναπτύσσεται στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης από τον ερευνητή Δρ. Μάρτιν Σαλέν και τους συνεργάτες τους. Η συγκεκριμένη ομάδα εργάζεται σε ένα μοντέλο όπου στην κοσμολογική σταθερά προστίθεται ένα νέο πεδίο, το οποίο επηρεάζει την πυκνότητα της σκοτεινής ενέργειας και σχετίζεται αντιστρόφως ανάλογα με την τοπική πυκνότητα της συνηθισμένης ύλης.

Ο συγκεκριμένος συλλογισμός οδηγεί στην παρατήρηση πως η πυκνότητα της σκοτεινής ύλης μεταβάλλεται με το χρόνο, αφού στα πρώιμα χρόνια της δημιουργίας του Σύμπαντος η πυκνότητα της ύλης ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή, και συνεπώς η επιρροή της σκοτεινής ενέργειας θα ήταν τότε μηδαμινή, σύμφωνα με τους ερευνητές. Όσο όμως το Σύμπαν διαστελλόταν και η πυκνότητα της ύλης μειωνόταν η σκοτεινή ενέργεια ξεκίνησε να διαδραματίζει ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο, με αποτέλεσμα σήμερα να επιταχύνει τη διαστολή του Σύμπαντος.

Το καλό νέο είναι πως η νέα αυτή θεωρία μπορεί να επαληθευθεί από παρατηρήσεις αφού προϋποθέτει πως μεγάλες και καθόλου πυκνές περιοχές στο Σύμπαν, τα κοσμικά κενά, θα πρέπει να συμπεριφέρονται διαφορετικά από ότι προβλέπουν θεωρίες που περιέχουν μόνο την κοσμολογική σταθερά. Για την ακρίβεια, όταν περιοχές με μεγάλη πυκνότητα όπως τα γαλαξιακά σμήνη συμπεριφέρονται ως βαρυτικοί φακοί, συγκεντρώνοντας την ακτινοβολία γύρω τους όπως και ένα μεγεθυντικός φακός συγκεντρώνει τις ακτίνες του Ήλιου, έτσι και τα κοσμικά κενά θα πρέπει να στρέφουν το φως μακριά όπως ένας κοίλος φακός, ένα φαινόμενο που μπορεί να παρατηρηθεί με τα σύγχρονα μέσα.

Μια ακόμη πρόβλεψη της θεωρίας είναι πως το γκραβιτόνιο*, το σωματίδιο που είναι υπεύθυνο για τη βαρύτητα, θα έχει και μία μικρή μάζα, κάτι που βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τις σημερινές αντιλήψεις, και που σημαίνει πως εάν η συγκεκριμένη θεωρία ευσταθεί θα οδηγήσει σε μία νέα θεωρία βαρύτητας.

Θετικό στοιχείο για τους ερευνητές είναι πως τον περασμένο Σεπτέμβριο μία αστρονομική ομάδα είχε ανακοινώσει τα πρώτα ευρήματα απο-μεγένθυσης από κοσμικά κενά. Ωστόσο τα δεδομένα αυτά δεν είναι αρκετά για να βοηθήσουν τους επιστήμονες να αποφανθούν υπέρ της Γενικής Σχετικότητας ή υπέρ μιας θεωρίας με γκραβιτόνια που έχουν μάζα. Νέα όμως παρατηρητήρια και πειραματικές διατάξεις, όπως το ευρωπαϊκό διαστημικό τηλεσκόπιο Ευκλείδης (Euclid) το οποίο αναμένεται να εκτοξευθεί το 2020, θα μπορέσουν να δώσουν οριστικές απαντήσεις στο πρόβλημα.

Λεξικό:

Κοσμολογική Σταθερά: όρος που εισήγαγε ο Αϊνστάιν στις εξισώσεις της Γενικής Σχετικότητας, ώστε αυτές να περιγράφουν ένα στατικό Σύμπαν, όπως όριζε η αντίληψη της εποχής. Όταν μετέπειτα ανακαλύφθηκε από τον Χαμπλ η διαστολή του Σύμπαντος, ο Αϊνστάιν την αποκάλεσε «το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του». Μετά την ανακάλυψη της σκοτεινής ενέργειας, η κοσμολογική σταθερά έχει επιστρέψει στο προσκήνιο.

Γκραβιτόνιο: Όλες οι δυνάμεις στη φύση φέρονται από τα αντίστοιχα σωματίδια. Το σωματίδιο που προκύπτει από τα βαρυτικά πεδία είναι το γκραβιτόνιο, το μόνο από τα στοιχειώδη σωματίδια που έχουν προβλεφθεί και δεν έχει ακόμη παρατηρηθεί πειραματικά, εξαιτίας της χαμηλής ενέργειας της βαρύτητας σε σχέση με τις υπόλοιπες τρεις δυνάμεις (ηλεκτρομαγνητισμός, ασθενής και ισχυρή πυρηνική). Το σωματίδιο δεν έχει ηλεκτρικό φορτίο, έχει σπιν 2 και η Γενική Σχετικότητα προβλέπει πως έχει μηδενική μάζα.

Περιοδική πηγή κινδύνου η σκοτεινή ύλη

skoteini-uli-diastima-galaksias
Οι περισσότεροι επιστήμονες συμφωνούν πως για την εξαφάνιση των δεινοσαύρων ευθύνεται η σύγκρουση του πλανήτη μας με ένα αστεροειδή, η οποία πυροδότησε μία περίοδο παγετώνων που με τη σειρά της εξαφάνισε το 75% των ειδών που ζούσαν στη Γη.

Αν και η προέλευση του αντικειμένου παραμένει άγνωστη, δύο καθηγητές του πανεπιστημίου Χάρβαρντ πιστεύουν πως γνωρίζουν την απάντηση, εικάζοντας πως το ουράνιο αντικείμενο που προκάλεσε την καταστροφή ωθήθηκε προς τον πλανήτη μας εξαιτίας της βαρυτικής έλξης που του άσκησε η σκοτεινή ύλη.

Πρόκειται για τους Λίζα Ράνταλ και Μάθιου Ρις οι οποίοι νωρίτερα φέτος είχαν υποστηρίξει πως ένα είδος σκοτεινής ύλης μπορεί να σχηματίσει ένα δίσκο από υλικό που περιφέρεται γύρω από το γαλαξιακό κέντρο. Εάν το Ηλιακό Σύστημα, κατά τη δική του περιφορά γύρω από το κέντρο του Γαλαξία περνούσε μέσα από αυτό το δίσκο, οι δύο επιστήμονες υπολόγισαν πως οι βαρυτικές δυνάμεις θα ήταν αρκετές ώστε να μετακινήσουν κομήτες και άλλα μακρινά αντικείμενα από την περιοχή στην οποία ζουν προς το μέρος μας.

Η σκοτεινή ύλη είναι μία άγνωστη μορφή ύλης με πέντε φορές μεγαλύτερη μάζα από τη συνήθη ύλη που παρατηρούμε γύρω μας. Αν και αόρατη, η παρουσία της υποδηλώνεται από τη βαρυτική έλξη που ασκεί στα ορατά αντικείμενα.

Το μοντέλο που περιγράφουν οι δύο φυσικοί προβλέπει πως αυτή η διαδικασία λαμβάνει χώρα κάθε 35 εκατομμύρια χρόνια, κάτι που βρίσκεται σε συμφωνία με τα στοιχεία πουν έχουν συλλέξει οι γεωλόγοι από τους κρατήρες που αφήνουν πίσω τους αυτές οι κοσμικές συγκρούσεις.

Πέρα από τα κοσμοϊστορικά φαινόμενα για τον πλανήτη μας, η θεωρία των Ράνταλ και Ρις είναι σε θέση να εξηγήσει και ένα ακόμη μεγάλο κοσμολογικό μυστήριο: πως σχηματίζονται οι υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες στο κέντρο των γαλαξιών. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η ίδια η σκοτεινή ύλη μπορεί να αποτελεί το σπόρο για αυτές τις μαύρες τρύπες, αν και δηλώνουν πως η ιδέα αυτή βρίσκεται στα αρχικά στάδια και θα χρειαστεί ακόμη κάποια ερευνητική εργασία προτού τη διατυπώσουν πλήρως.

Τα επόμενα χρόνια πάντως, το ευρωπαϊκό διαστημικό τηλεσκόπιο Gaia θα μετρήσει με ακρίβεια τις θέσεις και τις ταχύτητες από ένα δισεκατομμύριο άστρα δίνοντάς στους επιστήμονες πολλά περισσότερα εργαλεία για τη μελέτη της δομής του Γαλαξία και την ευκαιρία να διαλευκάνουν εάν υπάρχει ο δίσκος σκοτεινής ύλης που περιγράφουν στην εργασία τους.

Η εφεύρεση της ουτοπίας και η αυτοαναίρεσή της

Thomas More (1478-1535), portrait by Hans Holbein the Younger, 1527 (photo)
Η παρουσίαση μιας ρεαλιστικής απεικόνισης ενός ιδεατού κόσμου από τον Τόμας Μορ, δημιούργησε ένα καινούργιο λογοτεχνικό είδος, την «ουτοπία». Αντλώντας ιδανικά από την Πολιτεία του Πλάτωνα αλλά και από τον Χριστιανισμό, φαντάστηκε, το 1516, ένα ιδανικό πολίτευμα, σε μια μακρινή, ανεξερεύνητη χώρα, την Ουτοπία, μια χώρα/νησί που δεν υπάρχει (ου-τόπος). Περιγράφει αυτήν την πολιτεία μέσα από τα λόγια κάποιου (ανύπαρκτου) Υθλόδαιου (κάτοικος της Ουτοπίας και ταξιδευτής), τις μαρτυρίες του οποίου παραθέτει σε μορφή διαλόγου μεταξύ αυτού και του Μόρους, που είναι μάλλον το alter ego του συγγραφέα. Οι θέσεις του Υθλόδαιου είναι έτσι διατυπωμένες ώστε να έρχονται σε άμεση αντιπαράθεση με τη σύγχρονη αγγλική κοινωνία του 16ου αιώνα.

Στο κείμενο περιγράφεται μια σειρά από δραστηριότητες και αντιλήψεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας, με πρώτη-πρώτη την αντιμετώπιση του εγκλήματος και κατά συνέπεια το πρόβλημα της απόδοσης δικαιοσύνης. Ο Υθλόδαιος λέει πως η καταδίκη σε θάνατο για κλέφτες είναι ενάντια στη δικαιοσύνη, γιατί είναι πολύ σκληρή σαν τιμωρία σε σχέση με το αδίκημα, και δεν λειτουργεί αποτρεπτικά για μελλοντικά αδικήματα. Αντιθέτως, αποτελεί κίνητρο για χειρότερα εγκλήματα, αφού κάποιος που έχει κλέψει, έχει συμφέρον να προχωρήσει στη δολοφονία του θύματός του, ώστε να μην υπάρξουν μάρτυρες της κλοπής. Η τιμωρία θα είναι η ίδια έτσι κι αλλιώς. Η καταδίκη σε θάνατο φαίνεται να εξυπηρετεί μόνο το αίσθημα εκδίκησης των αδικημένων, χωρίς να προβλέπεται το συνολικό καλό. Είναι σαν τους δασκάλους που χτυπάνε τους μαθητές τους με περισσότερο ζήλο από ό,τι τους διδάσκουν.

Περαιτέρω, εφόσον η κλοπή δεν συνοδεύεται από βία, οι κλέφτες δεν πρέπει καν να φυλακίζονται, αλλά να εξαναγκάζονται σε εργασία δημόσιων έργων και κατά τα άλλα να ζουν ελεύθεροι. Και αφού το έργο τους θα ωφελεί την κοινωνία θα φροντίζεται να τρέφονται σε ικανοποιητικό βαθμό. Αυτό δεν πρέπει να μας κάνει τόσο μεγάλη έκπληξη, αφού η εργασία ούτως ή άλλως είναι μια μορφή δουλείας έτσι όπως θεσμοθετείται στις υπόλοιπες χώρες, και η εργασία στην οποία θα εξαναγκάζονταν οι κλέφτες θα ήταν σκληρή. Η μόνη ουσιαστική τιμωρία σε τέτοιου είδους αδικήματα στην Ουτοπία φαίνεται να είναι το αίσθημα ντροπής που τους επιβάλλεται από τους υπόλοιπους, καθώς δεν συγχωρείται το να έχει μεγαλώσει κάποιος σε μια ιδανική χώρα με όλες τις ανέσεις και τις ευκαιρίες που θα μπορούσε να ζητήσει και να καταλήγει σε τέτοιες ανήθικες πράξεις.

Οι δικηγόροι είναι περιττοί στην Ουτοπία (ο Μορ ο ίδιος ήταν δικηγόρος), αφού οι νόμοι είναι ελάχιστοι και γραμμένοι απλά για να τους καταλαβαίνουν όλοι και να μπορούν να εκπροσωπήσουν τον εαυτό τους σε μια δίκη, όπου καλούνται να εξηγήσουν την υπόθεσή τους στον δικαστή, όπως θα την εξηγούσαν στον δικηγόρο τους. Γιατί να υπάρχει ένας ενδιάμεσος που συχνά σκοπό έχει να θολώνει την υπόθεση και να χρησιμοποιεί παραθυράκια του νόμου προς το συμφέρον του εκάστοτε πελάτη; Οι πιο πολλοί νόμοι εξάλλου είναι γραμμένοι από πλούσιους, για να προστατευθεί η δικιά τους περιουσία και όχι τα συμφέροντα του κοινού (μπορούμε να προσθέσουμε εδώ ότι οι νόμοι γράφονται και από δικηγόρους που επίτηδες τους κάνουν πολύπλοκους και δυσνόητους για να είναι η εργασία τους ακόμα πιο αναγκαία). Οι σύγχρονες κοινωνίες, λέει ο Υθλόδαιος, είναι συνομωσίες των πλουσίων ενάντια στους φτωχούς.

Στην Ουτοπία η εργασία διαρκεί 6 ώρες την ημέρα, 3 το πρωί και 3 το απόγευμα. Οι υπόλοιπες ώρες χρησιμεύουν για την αύξηση των γνώσεων και παρακολούθηση δημόσιων διαλέξεων. Αυτές οι ώρες είναι αρκετές για να παράγονται σε αφθονία όσα αγαθά χρειάζεται κάποιος για μια καλή ζωή, δεδομένου ότι στην Ουτοπία εργάζεται όποιος μπορεί να εργαστεί, και δεν υπάρχουν τεμπέληδες. Αυτό θα το καταλάβουμε αν παρατηρήσουμε πόσοι άνεργοι υπάρχουν συνήθως σε μια κοινωνία. Οι γυναίκες δε δούλευαν την εποχή του Μορ (άρα το 50% του πληθυσμού δε δούλευε), και αν υπολογίσουμε τους πλούσιους, που δεν εργάζονται, και τους υπηρέτες τους, αλλά και τους παπάδες και αυτούς που παριστάνοντας τους ανήμπορους ζητιανεύουν (σε αντίθεση με τους πραγματικά ανήμπορους) θα διαπιστώσουμε ότι στην πραγματικότητα μόνο ένα μικρό μέρος του πληθυσμού εργάζεται σκληρά και οι υπόλοιποι καρπώνονται τα αγαθά των κόπων τους.

Τα πολύχρωμα ρούχα και τα αστραφτερά κοσμήματα δεν χαίρουν εκτίμησης από τους Ουτοπιανούς. Γιατί να εντυπωσιαστούν από τη λάμψη μιας πέτρας, όταν είναι σε θέση να κοιτάξουν τα αστέρια του ουρανού; Γιατί να παρασυρθούν στην ανόητη σκέψη ότι είναι καλύτεροι από κάποιον που φοράει ρούχα κατώτερης ποιότητας; Μόνο τα παιδιά φορούν κοσμήματα, αλλά μόλις μεγαλώσουν τα παρατάνε με τον ίδιο τρόπο που παρατάνε τα παιχνίδια τους, σαν κάτι άχρηστο, σαν μια ανώριμη ενασχόληση.

«Σταματήστε», συνεχίζει ο Υθλόδαιος, «τους πλούσιους από το να μπλοκάρουν τις αγορές και να ιδρύουν μονοπώλια. Περιορίστε την ανεργία, αναζωογονήστε τη γεωργία για να υπάρχουν δουλειές.» Μέχρι να γίνουν αυτά δεν έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε για απονομή δικαιοσύνης και να τιμωρούμε τους κλέφτες, αφού οι συνθήκες τους εξαναγκάζουν να κλέψουν. Δεν μπορούμε να τιμωρούμε κάποιον που από μικρό παιδί ήταν προορισμένος να εγκληματήσει εξαιτίας της δικιάς μας ανικανότητας να οργανώσουμε μια δίκαιη κοινωνία. Δημιουργούμε τους κλέφτες και μετά τους τιμωρούμε επειδή κλέβουν!

Αντί ένας βασιλιάς να προσπαθεί να επεκτείνει την κυριαρχία του σε μεγαλύτερες περιοχές, καλύτερα να προσπαθεί να φροντίσει τους υπηκόους που ήδη ανήκουν στην επικράτειά του. Μεγαλύτερες περιοχές σημαίνει περισσότερους υπηκόους και μεγαλύτερη δυσκολία στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που ήδη υπάρχουν και θα αυξηθούν λόγω της εδαφικής επέκτασης. Δεν υπάρχει μεγαλειότητα στο να κυβερνάς πολλούς ζητιάνους – η αληθινή μεγαλειότητα συνίσταται στο να κυβερνάς πλούσιους. «Να προτιμάς να κυβερνάς τους πλούσιους, παρά να είσαι πλούσιος». Η Ουτοπία δεν έχει επεκτατικές βλέψεις, η γη δεν θεωρείται σαν περιουσία, αλλά σαν πόρος, σαν το έδαφος που υπάρχει διαθέσιμο για καλλιέργεια.

Ο Υθλόδαιος υποστηρίζει ότι δεν θα υπάρξει πραγματική δικαιοσύνη και ευημερία όσο ισχύει η ατομική ιδιοκτησία και κάθε τι το κρίνουμε με μέτρο το χρήμα. Στην Ουτοπία δεν κυκλοφορεί χρήμα, αφού αυτό είναι το αίτιο διαφθοράς, κλοπής, δωροδοκίας και φτώχειας. Όσο υπάρχει ιδιοκτησία και χρήμα, η συντριπτική πλειοψηφία θα ζει κάτω από το βάρος της φτώχειας, της τυραννίας και της μιζέριας. Μπορούν να υπάρξουν ελαφρύνσεις, όπως επιβολή ανώτατου ορίου στον πλούτο των πολιτών, αλλά δεν υπάρχει ελπίδα θεραπείας του προβλήματος της φτώχειας και της καταπίεσης για όσο χρονικό διάστημα θα εξακολουθεί να υφίσταται ατομική ιδιοκτησία.

Τα αγαθά είναι υπεραρκετά και διανέμονται δωρεάν σε όσους υπακούν στους νόμους και τους ηθικούς κανόνες της χώρας. Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να ζητήσει από την πολιτεία οποιοδήποτε αγαθό θεωρεί ο ίδιος ότι χρειάζεται, και η πολιτεία θα του το δώσει χωρίς αντάλλαγμα, χρηματικό ή σε είδος. Δεν υπάρχει ανάγκη πληρωμής αφού όλα τα αγαθά είναι σε αφθονία, και δεν υπάρχει κίνδυνος ο καθένας να επιχειρήσει συγκέντρωση αγαθών ή πλούτου αφού ξέρει πως ό,τι και να χρειαστεί, αρκεί να το ζητήσει και θα το έχει. Ακόμα και για φαγητό, όλοι πηγαίνουν και τρώνε σε κοινοτικά μαγειρεία και κανένας δεν χρειάζεται να μαγειρεύει σπίτι του αφού και άχρηστο έξοδο είναι και χρονοβόρο. Η εκπαίδευση είναι διαθέσιμη δωρεάν σε όλους, και τα νοσοκομεία είναι τεράστια «σαν πόλεις».

Ο Τόμας Μορ μας δείχνει στο κείμενό του μια κοινωνία ιδανική, ή μάλλον εξιδανικευμένη. Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε την Ουτοπία σαν μια ρεαλιστική περιγραφή χώρας, ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη μας τον Υθλόδαιο στην αφήγησή του για τον ιδρυτή της, «Ούτοπο», τον βασιλιά που ίδρυσε τη χώρα με απέραντη σοφία, για τον οποίο φυσικά δεν δίνονται περαιτέρω πληροφορίες. Μερικές πτυχές της υποδομής της χώρας φαντάζουν λες και εμφανίστηκαν ουρανοκατέβατες, και το κείμενο, μετά βίας 150 σελίδες, δεν προσφέρει απαντήσεις. Δωρεάν εκπαίδευση, δωρεάν φαγητό, τέσσερα τεράστια νοσοκομεία σε κάθε πόλη, απουσία γραφειοκρατίας, σοφοί πολίτες, ελάχιστη εγκληματικότητα, μηδενική φτώχεια και άφθονα αγαθά για όλους; Πώς πρέπει να υποθέσουμε ότι κατακτήθηκαν όλα αυτά τα προνόμια;

Σκόρπια στο κείμενο ο Υθλόδαιος αναφέρει την ύπαρξη δούλων («αυτοί κάνουν όλες τις δύσκολες και βρώμικες δουλειές»), αλλά ακόμα κι αυτοί δεν είναι όπως τους ξέρουμε στις δυτικές κοινωνίες. Οι δούλοι τους δεν είναι ούτε αιχμάλωτοι πολέμου ούτε δούλοι εκ γενετής ούτε αγορασμένοι από δουλεμπόρους άλλων χωρών. Είναι κατάδικοι Ουτοπιανοί (ή άλλων χωρών που τους αγοράζουν φθηνά), οι οποίοι εργάζονται σε σκληρές εργασίες. Είναι επίσης ξένοι εργάτες που εθελοντικά μετακομίζουν στην Ουτοπία για να γίνουν δούλοι. Αυτοί είναι ελεύθεροι να φύγουν όποτε το θελήσουνε, αλλά σχεδόν ποτέ δεν το κάνουν, αφού η δουλεία στην Ουτοπία είναι καλύτερη από τις σκληρές συνθήκες ανέχειας που βρέθηκαν στις χώρες προορισμού τους και τους ανάγκασαν να φύγουν. Το κείμενο μοιάζει μάλλον ηθικολογικό, καθώς ο συγγραφέας ψάχνει να βρει χριστιανικές αξίες ακόμα και σε μια κοινωνία που δεν κυριαρχεί ο Χριστιανισμός, και ο Μόρους του κειμένου επαινεί την Ουτοπία στον βαθμό που του θυμίζει τα χριστιανικά ήθη της Αγγλίας. Δεν αργεί όμως να δείξει τον κρυμμένο απολυταρχισμό και την αυταρέσκεια που κρύβει το όραμά του. Ας δούμε πώς το αίσθημα δικαίου και ηθικής ανωτερότητας διαστρεβλώνει τον φιλειρηνισμό και την φιλήσυχη φύση της Ουτοπίας:

Οι Ουτοπιανοί θεωρούν τις συνθήκες φιλίας μεταξύ των χωρών άχρηστες, αφού το γεγονός και μόνο ότι οι χώρες απαρτίζονται από ανθρώπους αρκεί για να θεωρεί η μία την άλλη σύμμαχο. Η ύπαρξη οποιασδήποτε συνθήκης κάνει τους πολίτες να βλέπουν τον αλλοδαπό σαν εξ ορισμού εχθρό, που μόνο η συνθήκη τον κάνει φίλο, και οποιαδήποτε ανέντιμη πράξη δεν καλύπτεται ρητά από τη συνθήκη μπορεί να τελεστεί χωρίς ενοχές. Αν όμως βρουν έναν λαό που θεωρούν ανήθικο, όπου οι πολίτες εύκολα κάνουν «ακολασίες του πιο βρωμερού είδους», οι Ουτοπιανοί τους εκμεταλλεύονται για το συμφέρον τους χωρίς δεύτερη σκέψη. Τους υπόσχονται μεγάλα ανταλλάγματα και τους απασχολούν σαν μισθοφόρους ή «τους στέλνουν σε απεγνωσμένες επιχειρήσεις από τις οποίες λίγοι επιστρέφουν ζωντανοί για να ζητήσουν τις απολαβές». Όποιοι επιστρέψουν βέβαια ανταμείβονται σύμφωνα με τις υποσχέσεις τους, ώστε να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στα καλέσματα των Ουτοπιανών. Οι Ουτοπιανοί λένε πως «αν μπορούσαν να εξαλείψουν τελείως τα βρωμερά καθάρματα από το πρόσωπο της γης, θα προσέφερναν μια καλή υπηρεσία στο ανθρώπινο γένος».

Είδαμε παραπάνω ότι η Ουτοπία δεν έχει επεκτατικές διαθέσεις γιατί θεωρεί το έδαφος όχι σαν περιουσία, αλλά σαν πόρο αγαθών. Από την άλλη όμως ο πόλεμος θεωρείται απολύτως δικαιολογημένος στην περίπτωση που μια χώρα αρνείται το φυσικό δικαίωμα στην Ουτοπία να εκμεταλλευτεί έδαφος που η ίδια δεν χρησιμοποιεί, αλλά το θεωρεί μέρος της περιουσίας της, και το κρατάει χωρίς όφελος. Έτσι, σε μία παράγραφο, ο Μορ (ή τουλάχιστον ο Υθλόδαιος) καταφέρνει να δικαιολογήσει και να συγχωρήσει τον θάνατο και την καταστροφή, αλλά και την επεκτατική πολιτική μιας χώρας που μάλλον είναι πολύ σίγουρη για τον εαυτό της και την πολιτιστική της ανωτερότητα.

Είδαμε επίσης ότι οι κλέφτες αντιμετωπίζονται με λογικές, δίκαιες τιμωρίες, χωρίς την προσφυγή στην βαρβαρότητα της Αγγλίας. Όμως η καταδίκη για οποιοδήποτε βαρύ αδίκημα είναι η δουλεία, και αν οι κατάδικοι δεν συμμορφώνονται σε αυτήν την τιμωρία, τους σφάζουν «σαν άγρια θηρία».

Όσο για τη θρησκεία; Στο νησί πιστεύουν σε διάφορες θρησκείες, όλες ισότιμες και με ελευθερία έκφρασης. Οι περισσότεροι κάτοικοι βέβαια, μετά από επαφές με τη δύση, αρχίζουν και ενστερνίζονται τον Χριστιανισμό, αφού αυτή είναι «η πιο λογική θρησκεία» και ο μονοθεϊσμός η πιο λογική θέαση του κόσμου. Ο Ούτοπος απαγόρευσε τον προσηλυτισμό πέρα από τη συζήτηση με λογικά επιχειρήματα και σε ήπιους τόνους, και έδωσε την ελευθερία στον καθένα να πιστεύει ό,τι θέλει. Εκτός του ότι απαγόρευσε στους πολίτες να θεωρούν ότι η ψυχή πεθαίνει με το σώμα ή ότι δεν υπάρχει μεταθανάτια ζωή, όπου είτε τιμωρούμαστε για τις αμαρτίες μας είτε ανταμειβόμαστε για τις αγαθοεργίες μας. Ο άθεος λοιπόν δεν φαίνεται να έχει θέση στην Ουτοπία, αφού δεν μπορούν να τον αναγνωρίσουν καν σαν Ουτοπιανό πολίτη, ούτε «τον θεωρούν άξιο να λέγεται ανθρώπινο ων». Οι Ουτοπιανοί, φυσικά, μπορούν να είναι όσο σοφοί όσο μπορεί να φανταστεί ο συγγραφέας του βιβλίου, και δείχνουν αυτούς τους περιορισμούς τους με το γεγονός πως πιστεύουν ότι αν κάποιος δεν περιμένει θεϊκή τιμωρία για τα αδικήματά του δεν θα έχει κανένα πρόβλημα με το να παραβεί τους νόμους της κοινότητας για χάρη κάποιου προσωπικού συμφέροντος, αν θεωρεί πως δεν θα τιμωρηθεί από τις αρχές. Πρέπει να θυμόμαστε πως ο More ήταν ένας ευλαβής Χριστιανός που έφτασε στο σημείο να αποδώσει σωματική τιμωρία σε ένα παιδί, που μαστιγώθηκε μπροστά στην οικογένειά του για αιρετική συμπεριφορά, και σε έναν «μικρόνου», ο οποίος μαστιγώθηκε επειδή διέκοψε τις προσευχές πιστών (όπως γράφει στο Apology, 1533) –οπότε δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη μια τόσο αστόχαστη αποκήρυξη των άπιστων. Παρότρυνε όντως τον διάλογο με άθεους, εισάγοντάς τον στην Ουτοπιανή κοινωνία του, μόνο όμως στο βαθμό που περίμενε πως οι άθεοι θα άλλαζαν γνώμη αναγνωρίζοντας «τη δύναμη των ανώτερων επιχειρημάτων», και αρκεί να αποφεύγουν οι άθεοι να μιλάνε σε παιδιά για ζητήματα πίστης.

Τέλος, η ίδια η εξιδανίκευση της εργασίας και της αίσθησης κοινωνικής ευθύνης, αλλά και η απόλυτη καταδίκη κάθε έκφρασης τεμπελιάς, καταλήγει στην καταπάτηση βασικών ανθρώπινων ελευθεριών, όπως αυτή της ελεύθερης μετακίνησης. Στην Ουτοπία, αν βρεθείς έξω από την περιοχή σου χωρίς διαβατήριο τιμωρείσαι σαν λιποτάκτης, και αν επαναλάβεις το ίδιο παράπτωμα η τιμωρία είναι η δουλεία. Αν θέλεις όμως να περιπλανηθείς στην κοντινή ύπαιθρο είσαι ελεύθερος να το κάνεις, αρκεί να έχεις ζητήσει την άδεια του πατέρα σου και της γυναίκας σου. Μπορείς επίσης ελεύθερα να επισκεφτείς μια άλλη πόλη, με την σχετική άδεια, αλλά και εκεί δεν σου επιτρέπεται να τεμπελιάζεις, αφού οφείλεις να εργάζεσαι στο επάγγελμά σου κατά την παραμονή σου εκεί, όπου οι συνάδελφοι θα σε υποδεχτούν εγκάρδια.

Το φαινομενικά ονειρικό τοπίο που ζωγραφίζει ο Μορ καταρρέει πολύ γρήγορα, πολλές φορές στην ίδια σελίδα. Η κοινωνική ευθύνη οδηγεί στη δουλεία, η απαγόρευση κάθε είδους σπατάλης στον επεκτατισμό και η απέχθεια για την τεμπελιά σε έναν βαθμό ελέγχου της προσωπικής ζωής που φαντάζει τουλάχιστον επικίνδυνος. Ο πολίτης είναι μόνο ένα μέλος του κράτος, ολοκληρωτικά υπόλογος σε αυτό -υπάρχει περιορισμένος μόνο χώρος για ατομικότητα, και ο πολίτης θεωρείται μονάχα ως μέρος του όλου.

Ακόμα και στα καλύτερά του όμως, τι προσφέρει ο Μορ πέρα από μια φαντασίωση; Ο καθένας μπορεί εύκολα να φανταστεί έναν κόσμο χωρίς ανηθικότητα, αλλά κανείς δεν μπορεί να περιγράψει πώς θα μετατραπεί μια υπάρχουσα κοινωνία σε έναν τέτοιο κόσμο. Αυτό είναι και το παράδοξο της ουτοπίας, και η μόνη ένδειξη απάντησης στην «Ουτοπία» του Τόμας Μορ είναι ο σοφός ιδρυτής της, ο Ούτοπος. Ένας από μηχανής θεός στον οποίο αρκεί να αφεθούμε για να μας φροντίσει νομοθετώντας σοφά, για τον οποίο θα παραιτηθούμε από τις ελευθερίες μας, με αντάλλαγμα να μας λύσει τα προβλήματα που δηλώνουμε αδυναμία να αντιμετωπίσουμε μόνοι μας. Η φαντασίωση του σοφού ηγέτη ή του καλού δικτάτορα είναι μέχρι και σήμερα επίμονη.

Η ίδια η ιδέα της ουτοπίας –κάθε ουτοπίας- είναι μάλλον προβληματική. Υποδηλώνει μια αίσθηση αδιεξόδου, ανημποριάς και παραίτησης – μια τάση φυγής σε φαντασιακά τοπία. Τρία χρόνια πριν ο Μορ εκδώσει το βιβλίο του, το 1513, ο Μακιαβέλι είχε εκδώσει τον Ηγεμόνα, όπου αντιμετώπιζε κατά μέτωπο την απαισιοδοξία που φαίνεται να μοιράζονται οι δύο συγγραφείς για τα πολιτικά πράγματα. Ο Μακιαβέλι όμως δεν έχει τάσεις φυγής, αλλά ερμηνεύει στο εδώ και τώρα τους νόμους της πολιτικής φύσης, δίνοντας κυνικές συμβουλές (ή ειρωνικές, ανάλογα με τον αναγνώστη) σε έναν ηγεμόνα για το πώς να ελιχθεί στον πραγματικό κόσμο και να παίξει με τις δυνάμεις εξουσίας. Ο Μακιαβέλι μας προσφέρει μια ερμηνεία της πολιτείας, ο Μορ ένα άπιαστο όνειρο.

Ίσως όμως να κάνουμε λάθος να κρίνουμε τόσο αυστηρά τον Τόμας Μορ. Οι προθέσεις του εξάλλου είναι αμφίβολες. Η αφήγηση των επιτευγμάτων της Ουτοπίας γίνεται μόνο από τον Υθλόδαιο, ένα όνομα που σημαίνει Μωρολόγος (ύθλος=ανοησία, δαίω=κατανέμω). Πολλοί αναγνώστες του κειμένου δεν αποτυγχάνουν να διακρίνουν μια ελαφρότητα διάχυτη στις υπεραισιόδοξες αφηγήσεις του πρωταγωνιστή, και είναι αυτή η ελαφρότητα που απέτρεψε μαρξιστές σχολιαστές να ασχοληθούν με αυτό το γοητευτικό βιβλίο. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν η Ουτοπία του Υθλόδαιου μας επιδεικνύεται σαν ένας ρεαλιστικός στόχος που πρέπει να έχει κάποιος λαός ή αν απλά αποτελεί μια επίδειξη της ανουσιότητας της ουτοπικής σκέψης.

Η Τέχνη του να Είμαι Καλά

Αποτέλεσμα εικόνας για Η Τέχνη του να Είμαι ΚαλάΑν δεν θέλεις να είσαι άρρωστος…

…Εξέφραζε τα Συναισθήματά σου

Συναισθήματα και αισθήσεις που είναι κρυμμένα, καταπιεσμένα, καταλήγουν σε ασθένειες όπως : γαστρίτιδα, έλκος, οσφυϊκούς πόνους, νωτιαίους. Με το πέρασμα του χρόνου, η καταπίεση των συναισθημάτων εκφυλίζεται σε καρκίνο. Τότε, πάμε σε έναν έμπιστο φίλο ή φίλη, να μοιραστούμε με οικειότητα το «μυστικό» μας, τα λάθη μας! Ο διάλογος, η ομιλία, οι λέξεις, είναι μία δυναμική και εξαιρετική θεραπεία!

…Παίρνε Αποφάσεις

Το αναποφάσιστο άτομο παραμένει μέσα στην αμφιβολία, στο άγχος, στην αγωνία. Η αναποφασιστικότητα συσσωρεύει προβλήματα, ανησυχίες και επιθέσεις. Η ανθρώπινη ιστορία είναι φτιαγμένη από αποφάσεις. Το να αποφασίζεις είναι το να ξέρεις να αποκηρύσσεις, να γνωρίζεις να χάνεις πλεονεκτήματα και αξιώσεις του να κερδίζεις τους άλλους. Οι αναποφάσιστοι άνθρωποι είναι θύματα γαστρικών παθήσεων, νευρικών πόνων και δερματικών προβλημάτων.

…Βρίσκε Λύσεις

Οι αρνητικοί άνθρωποι δεν βρίσκουν λύσεις και μεγεθύνουν τα προβλήματά τους. Προτιμούν να θρηνούν, να κουτσομπολεύουν και να είναι απαισιόδοξοι. Είναι προτιμότερο να ανάψεις ένα σπίρτο από το να λυπάσαι που είσαι στο σκοτάδι. Μία μέλισσα είναι μικρή, αλλά παράγει ένα από τα πιο γλυκά πράγματα που υπάρχουν. Είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε. Η αρνητική σκέψη δημιουργεί αρνητική δόνηση που μεταμορφώνεται σε ασθένεια.

…Μη Ζεις για το Φαίνεσθαι

Αυτός ο οποίος κρύβει τη πραγματικότητα, προσποιείται, ποζάρει και πάντα θέλει να δίνει την εντύπωση ότι είναι καλά. Θέλει να δείχνει τέλειος, ξέγνοιαστος, κλπ. Ένα χάλκινο άγαλμα με πόδια από πηλό. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο για την υγεία από το να ζει κανείς με το φαίνεσθαι και με προσωπεία. Αυτοί είναι οι άνθρωποι με πολύ βερνίκι και λίγες ρίζες. Ο προορισμός τους είναι το φαρμακείο, το νοσοκομείο και ο πόνος.

…Αποδέξου

Η άρνηση της αποδοχής και η έλλειψη της αυτο-εκτίμησης, μας αποξενώνουν από τους εαυτούς μας. Το να είμαστε ένα με τον εαυτό μας είναι ο πυρήνας της υγιούς ζωής. Όσοι δεν το αποδέχονται αυτό, φθονούν, ζηλεύουν, μιμούνται, υπερ-ανταγωνίζονται, καταστρέφουν. Γίνε αποδεκτός, αποδέξου ότι είσαι αποδεκτός, αποδέξου τις επικρίσεις. Αυτό είναι σοφία, καλή αίσθηση και θεραπεία..

…Εμπιστεύσου

Αυτός ο οποίος δεν εμπιστεύεται, δεν επικοινωνεί, δεν είναι ανοιχτός, δεν είναι συνδεδεμένος, δεν δημιουργεί βαθιές και σταθερές σχέσεις, δεν ξέρει να κάνει αληθινές φιλίες. Χωρίς εμπιστοσύνη, δεν υπάρχει σχέση. Η δυσπιστία είναι έλλειψη πίστης σε εσένα και στην ίδια την πίστη.

…Μη Ζεις τη Ζωή Λυπημένα

Καλό χιούμορ. Γέλιο. Ηρεμία. Ευτυχία. Αυτά συμπληρώνουν την υγεία και φέρνουν μακροζωϊα. Το ευτυχισμένο άτομο έχει το δώρο να βελτιώνει το περιβάλλον στο οποίο ζεί. «Το καλό χιούμορ μας σώζει από τα χέρια του γιατρού.» Η ευτυχία είναι υγεία και θεραπεία.

Οι Άνθρωποι με σπάνιες ψυχές

Σχετική εικόναΆνθρωποι που δεν κοιμούνται χωρίς να σας πουν καληνύχτα… που δεν ξεκινούν την μέρα τους αν δεν σας πουν καλημέρα.

Άνθρωποι που αρπάζουν κάθε ευκαιρία να σας δουν… που φτιάχνουν χώρο και χρόνο με σκοπό να σας δουν.

Άνθρωποι που μες τον πανικό, το χάος και την αναμπουμπούλα δε θα σας ξεχάσουν και θα φροντίσουν να το δείξουν, γιατί στα δύσκολα φαίνεται η αξία μας.

Άνθρωποι που προτρέχουν να καλύψουν την χιλιομετρική απόσταση, που κρατούν την φλόγα αναμμένη παντός καιρού, γιατί η ψυχολογική απόσταση είναι η χειρότερη και ψυχραίνει τους ανθρώπους.

Άνθρωποι στυλοβάτες, με ακλόνητη θέληση να είναι δίπλα σας… που δεν λείπουν ποτέ από την συντροφιά σας, όσο περνάει από το χέρι τους.

Άνθρωποι που κάνουν θυσίες, ρισκάρουν και δοκιμάζουν… αλλά ξέρουν να σέβονται, να κατανοούν και να αποδέχονται.

Άνθρωποι ευαίσθητοι, υπομονετικοί με ζεστή ψυχή… με μια αγκαλιά που χωράει εσάς μαζί με όλες σας τις έννοιες και τα προβλήματα, με ένα τρυφερό χάδι που χαλαρώνει και με ένα πλατύ χαμόγελο που εκπέμπει αισιοδοξία και θετική ενέργεια.

Άνθρωποι που θα προτιμήσουν να σας πονέσουν με την αλήθεια, παρά να σας βλέπουν να ζείτε με την ψευδαίσθηση του ψέμματος.

Άνθρωποι που διακρίνουν το δίκαιο από το άδικο και το σωστό από το λάθος… που θα σας προσφέρουν μια αντικειμενική θέαση, χωρίς να μεροληπτούν. Άνθρωποι που δεν επαναπαύονται στα κατεκτημένα… που συνεχίζουν αδιάκοπα να σας αποδεικνύουν την αγάπη και την εκτίμηση που σας έχουν. Άνθρωποι που δεν θεωρούν τίποτα δεδομένο και που σας κάνουν να νιώθετε σημαντικοί.

Άνθρωποι που δεν έχουν τα αρνητικά στοιχεία ενός εγωιστή… που θα αναγνωρίσουν το λάθος τους, που θα ζητήσουν συγγνώμη, που θα κάνουν το πρώτο βήμα.

Άνθρωποι έντιμοι, ευγενείς και καλοσυνάτοι.

Άνθρωποι που θα κάνουν όλα τα παραπάνω χωρίς να υποβαθμίσουν τον εαυτό τους, χωρίς να προσβάλουν ή να μειώσουν κάποιον άλλο.

Άνθρωποι που δεν θα παραμελήσουν το <<είναι>> τους για να είναι καλά το δικό σας, γιατί αν δεν φροντίσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας ποιος θα το κάνει. Άνθρωποι με αξιοπρέπεια και αρχές που ξέρουν πότε να αποχωρήσουν και πότε να συνεχίσουν, πότε κέρδισαν και πότε έχασαν.

Άνθρωποι μαχητές που ξέρουν πως να δίνουν, να νοιάζονται και να αγαπούν, χωρίς να πνίγουν ή να πιέζουν.

Άνθρωποι που ξέρουν την αίσθηση που αφήνει η απώλεια, ο πόνος, η προδοσία, το ψέμα, η απόγνωση και δε θα ήθελαν ποτέ να γίνουν αιτία για κάτι από αυτά.

Άνθρωποι γενναιόδωροι που προσφέρουν απλόχερα ό,τι έχουν, υλικά και πνευματικά αγαθά, που δεν φοβούνται μήπως χάσουν ή μείνουν μόνοι.

Άνθρωποι ΠΕΡΗΦΑΝΟΙ γιατί είναι άνθρωποι με ανθρωπιά και ευαισθησίες.

Άνθρωποι που οι ψυχές τους ποτίστηκαν με δάκρυα ήλιου ή φεγγαριού και δε θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν… θα ζουν είτε μέσα από έργα-λόγια είτε μέσα από φωτογραφίες και αναμνήσεις.

Άνθρωποι σπάνιοι και ευλογημένοι…

Άνθρωποι με σπάνια, αθώα και καθαρή ψυχή…

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (71-74)

Σχετική εικόνα[71] Καλὰ μὲν οὖν καὶ ταῦτα καὶ πρέποντα τοῖς περὶ τῆς ἡγεμονίας ἀμφισβητοῦσιν, ἀδελφὰ δὲ τῶν εἰρημένων καὶ τοιαῦθ᾽ οἷά περ εἰκὸς τοὺς ἐκ τοιούτων γεγονότας οἱ πρὸς Δαρεῖον καὶ Ξέρξην πολεμήσαντες ἔπραξαν. μεγίστου γὰρ πολέμου συστάντος ἐκείνου καὶ πλείστων κινδύνων εἰς τὸν αὐτὸν χρόνον συμπεσόντων, καὶ τῶν μὲν πολεμίων ἀνυποστάτων οἰομένων εἶναι διὰ τὸ πλῆθος, τῶν δὲ συμμάχων ἀνυπέρβλητον ἡγουμένων ἔχειν τὴν ἀρετήν,

[72] ἀμφοτέρων κρατήσαντες ὡς ἑκατέρων προσῆκεν, καὶ πρὸς ἅπαντας τοὺς κινδύνους διενεγκόντες, εὐθὺς μὲν τῶν ἀριστείων ἠξιώθησαν, οὐ πολλῷ δ᾽ ὕστερον τὴν ἀρχὴν τῆς θαλάττης ἔλαβον, δόντων μὲν τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, οὐκ ἀμφισβητούντων δὲ τῶν νῦν ἡμᾶς ἀφαιρεῖσθαι ζητούντων.

[73] Καὶ μηδεὶς οἰέσθω μ᾽ ἀγνοεῖν ὅτι καὶ Λακεδαιμόνιοι περὶ τοὺς καιροὺς τούτους πολλῶν ἀγαθῶν αἴτιοι τοῖς Ἕλλησιν κατέστησαν· ἀλλὰ διὰ τοῦτο καὶ μᾶλλον ἐπαινεῖν ἔχω τὴν πόλιν, ὅτι τοιούτων ἀνταγωνιστῶν τυχοῦσα τοσοῦτον αὐτῶν διήνεγκεν. βούλομαι δ᾽ ὀλίγῳ μακρότερα περὶ τοῖν πολέοιν εἰπεῖν καὶ μὴ ταχὺ λίαν παραδραμεῖν, ἵν᾽ ἀμφοτέρων ἡμῖν ὑπομνήματα γένηται, τῆς τε τῶν προγόνων ἀρετῆς καὶ τῆς πρὸς τοὺς βαρβάρους ἔχθρας.

[74] καίτοι μ᾽ οὐ λέληθεν ὅτι χαλεπόν ἐστιν ὕστατον ἐπελθόντα λέγειν περὶ πραγμάτων πάλαι προκατειλημμένων καὶ περὶ ὧν οἱ μάλιστα δυνηθέντες τῶν πολιτῶν εἰπεῖν ἐπὶ τοῖς δημοσίᾳ θαπτομένοις πολλάκις εἰρήκασιν· ἀνάγκη γὰρ τὰ μὲν μέγιστ᾽ αὐτῶν ἤδη κατακεχρῆσθαι, μικρὰ δ᾽ ἔτι παραλελεῖφθαι. ὅμως δ᾽ ἐκ τῶν ὑπολοίπων, ἐπειδὴ συμφέρει τοῖς πράγμασιν, οὐκ ὀκνητέον μνησθῆναι περὶ αὐτῶν.

***
Η σπουδαιότητα των Μηδικών — Συμβολή Σπάρτης και Αθηνών.
[71] Καλά και άξια βέβαια είναι όλα αυτά για όσους με το δίκιο τους διεκδικούν την ηγεμονία της Ελλάδας. Όμως κατορθώματα ανάλογα με αυτά και όπως θα τα περίμενε κανένας από τους απογόνους τέτοιων προγόνων είναι εκείνα που έκαναν όσοι πολέμησαν με το Δαρείο και τον Ξέρξη. Αυτός ο πόλεμος βέβαια ήταν ο φοβερότερος από όλους, και έπεσαν μαζεμένοι στην Ελλάδα κίνδυνοι πάμπολλοι την ίδια εποχή. Οι εχθροί πίστευαν πως ήταν ακατάβλητοι για το πλήθος τους το αμέτρητο, και οι σύμμαχοί μας νόμιζαν πως η παλικαριά τους δε βρίσκει το ταίρι της.

[72] Παρ᾽ όλα αυτά οι πρόγονοί μας νίκησαν και τους δυο —φυσικά με τον τρόπο που στον καθένα ταίριαζε— και στις μάχες όλες διακρίθηκαν. Γι᾽ αυτό και κρίθηκαν αμέσως άξιοι για τα αριστεία και πολύ γρήγορα απόχτησαν την ηγεμονία στη θάλασσα, που τους την έδωσαν οι άλλοι Έλληνες, χωρίς να την αμφισβητούν ούτε και αυτοί που επιδιώκουν σήμερα να μας την αφαιρέσουν.

[73] Και ας μη νομίσει κανένας πως μου διαφεύγει ότι και οι Σπαρτιάτες τα δύσκολα εκείνα χρόνια πρόσφεραν εξαιρετικές υπηρεσίες στην Ελλάδα. Ίσα ίσα! Μα γι᾽ αυτό ακριβώς κιόλας μπορώ και πλέκω τέτοιο εγκώμιο στην πόλη μας· γιατί της έλαχαν τέτοιοι ανταγωνιστές και μπόρεσε να τους ξεπεράσει τόσο. Μάλιστα θέλω να πω περισσότερα για τις δυο πόλεις, να μη μιλήσω σύντομα, για να σας βοηθήσω να θυμηθείτε ακριβώς δυο πράγματα σπουδαία: Και την παλικαριά των πατεράδων μας και το μίσος τους το άσβηστο για τους βαρβάρους.

[74] Βέβαια δεν ξεχνώ πως είναι δύσκολη η θέση μου, αφού ήρθα τελευταίος να μιλήσω για θέματα που άλλοι τα καταπιάστηκαν από καιρό και μίλησαν γι᾽ αυτά πολλές φορές σε λόγους επιτάφιους οι πιο δεινοί της πόλης ρήτορες. Είναι φυσικό τα πιο σπουδαία σημεία τους να έχουν πια εξαντληθεί και να έχουν απομείνει μονάχα λεπτομέρειες. Και αυτές όμως, αφού το επιβάλλει η περίσταση, δε θα διστάσω να τις αναφέρω.

Πολίτες «ενεργοί» και πολίτες «παθητικοί» στην Αρχαία Ελλάδα

Αποτέλεσμα εικόνας για Πολίτες «ενεργοί» και πολίτες «παθητικοί» στην Αρχαία Ελλάδα1. Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
 
Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στη λήψη των αποφάσεων, μπορούσε να είναι αποτέλεσμα είτε δικαστικής απόφασης είτε μιας στάσης.
 
1.1 Η ατιμία
 
Ο όρος ατιμία φαίνεται ότι κάλυπτε δύο είδη αποκλεισμού από τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Σύμφωνα με την παλαιότερη χρήση του. ο όρος υποδήλωνε ότι ο πολίτης που υποβλήθηκε στην ποινή αυτή αποτελούσε πλέον ένα είδος παρανόμου τον οποίο μπορούσαν και να θανατώσουν, χωρίς επακόλουθη τιμωρία, και να κατασχέσουν τη περιουσία του. Πολύ γρήγορα όμως, ήδη από το τέλος του 6ου  αιώνα, και τουλάχιστον στην Αθήνα, η ατιμία απόκτησε λιγότερο ριζοσπαστική σημασία: η επιβολή της ατιμίας σε έναν πολίτη σήμαινε την αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων και τον αποκλεισμό από τα ιερά της πόλης.
 
Ο άτιμος δεν είχε πλέον το δικαίωμα συμμετοχής στην εκκλησία του δήμου, στα δικαστήρια και δεν μπορούσε να θέσει υποψηφιότητα για καμία αρχή. Δεν έπαυε όμως να ανήκει στο πολιτικό σώμα, συνεπώς η ένωσή του με μία Αθηναία ήταν νόμιμη, όπως και η Ιδιοκτησία των αγαθών που του ανήκαν. Τίθενται δύο προβλήματα αναφορικά με την ατιμία: πρώτον, ήταν κληρονομική, και δεύτερον, ποια ήταν τα σφάλματα που μπορούσαν να επισύρουν την επιβολή της;
 
Ως προς το πρώτο σημείο, φαίνεται ότι η ατιμία αποτελούσε ισόβια καταδίκη, δεν αφορούσε όμως παρά μόνο στον ένοχο, και όχι στους απογόνους του. Σε μία μόνο περίπτωση, όμως, η ατιμία μπορούσε να είναι κληρονομική: αν επρόκειτο για κάποιον που χρωστούσε στο δημόσιο, κάποιον πολίτη που δεν είχε εξοφλήσει κάποιο πρόστιμο που του είχε επιβληθεί από δικαστήριο ή που δεν είχε, ως γεωργός υπεύθυνος για έναν φόρο, αποδώσει τα ποσά που είχε συγκεντρώσει. Στην περίπτωση αυτή, αν πέθαινε πριν εξοφλήσει το χρέος του, η ατιμία βάραινε τους κληρονόμους του, αλλά έπαυε βεβαίως όταν οι τελευταίοι πλήρωναν το χρέος. Εκτός από αυτές τις περιπτώσεις χρέωσης, τα άλλα σφάλματα που μπορούσαν να επιφέρουν την επιβολή ατιμίας ήταν διαφόρων ειδών άλλα αφορούσαν σε ιδιωτικές βλάβες (κακή μεταχείριση, σεξουαλική βία. διάλυση πατρικής κληρονομιάς κ.λπ.), και άλλα αφορούσαν σε δημόσιες βλάβες (διαφθορά δικαστών, ψευδομαρτυρία, επανειλημμένες καταδίκες για την υποβολή παράνομων προτάσεων).
 
Φαίνεται επίσης πως υπήρχαν και μορφές μερικής ατιμίας. Το παράδειγμα που αναφέρεται πάντα για την περίπτωση αυτή είναι των πολιτών εκείνων που είχαν υπηρετήσει στο στράτευμα που είχε μείνει στην Αθήνα κατά τη στάση των ολιγαρχικών του 411: καταδικάστηκαν να μην παίρνουν πια τον λόγο στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να παραβρίσκονται στις συνελεύσεις.
 
Άλλες περιπτώσεις μερικής ατιμίας αναφέρονται από τον ρήτορα Ανδοκίδη, όπως. για παράδειγμα, η απαγόρευση να εγείρουν αγωγή στα δικαστήρια ή να διασχίζουν την αγορά. Υπάρχουν όμως πολλά σκοτεινά σημεία σχετικά με τις διάφορες διαδικασίες που οδηγούσαν σε μια τέτοια στέρηση ορισμένων πολιτικών δικαιωμάτων.
 
       1.2   Οι πολιτικές επαναστάσεις
 
Μέσα από την ιστορία της Αθήνας και πάλι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε πώς μπορούσαν οι πολίτες να στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα, παραμένοντας συγχρόνως μέλη της πολιτικής κοινότητας. Θα συγκροτήσουμε τρεις στιγμές της ιστορίας αυτής: τη στάση των ολιγαρχικών το 411. τη διακυβέρνηση των Τριάκοντα και το πολίτευμα που υιοθετήθηκε το 322 υπό την πίεση του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου.
 
1.2.1 Η στάση του 411
 
Το 411, μετά τη βαριά ήττα που υπέστη η Αθήνα στη Σικελία, οι εχθροί της δημοκρατίας, εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που επικρατούσε στην πόλη, κατέλαβαν την εξουσία στην Αθήνα και εγκαθίδρυσαν νέους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους μόνο πέντε χιλιάδες πολίτες από τους τριάντα πέντε χιλιάδες που υπήρχαν στην πόλη θα μπορούσαν να ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Είδαμε ήδη πώς απέτυχε το εγχείρημα, από την αντίδραση του ναυτικού και του στρατεύματος, που καθαίρεσαν τους στρατηγούς τους και αρνήθηκαν να αποδεχτούν τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στην Αθήνα. Χωρίς την υποστήριξη του στόλου και μέρους του στρατεύματος, οι ολιγαρχικοί δεν μπόρεσαν να διατηρηθούν στην εξουσία kui η δημοκρατία υποκαταστάθηκε. Γνωρίζουμε, όμως, από τον λόγο ενός ρήτορα της εποχής ότι ήδη είχαν αρχίσει να συντάσσουν τον κατάλογο εκείνων που θα διατηρούσαν πλήρη πολίτικα δικαιώματα. Οι υπόλοιποι δεν θα έχαναν βέβαια την ιδιότητα του Αθηναίου, θα μετατρέπονταν όμως σε «παθητικούς» πολίτες.
 
1.2.2    Η διακυβέρνηση των Τριάκοντα
 
Το 405, η Αθήνα υπέστη μια σοβαρή ναυτική ήττα στους Αιγός ποταμούς από τον στόλο των Λακεδαιμονίων. Η ήττα αυτή σήμανε το τέλος του πολέμου που για ένα τέταρτο του αιώνα είχε φέρει αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες πόλεις kui τους συμμάχους τους. Ενώ ο ναύαρχος Λύσανδρος είχε αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά, οι ολιγαρχικοί κατέλαβαν για μια ακόμη φορά την εξουσία, αναθέτοντας σε τριάντα πολίτες την εγκαθίδρυση νέου πολιτεύματος. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ, καθώς, αφού για μερικούς μήνες οι Τριάκοντα σκόρπισαν στην πόλη τον τρόμο, οι εσωτερικές τους διαμάχες διευκόλυναν την επάνοδο της δημοκρατίας λίγο αργότερα. Το σχέδιο προέβλεπε ότι η άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων θα περιοριζόταν μόνο σε τρεις χιλιάδες πολίτες, Ινώ οι άλλοι θα αποκλείονταν από την πολιτεία.
 
Ο ρήτορας Λυσίας, που είχε βοηθήσει στην επάνοδο των δημοκρατικών στην Αθήνα, περιγράφει ως απόλυτο τον αποκλεισμό αυτό, φτάνοντας στο σημείο να πει ότι όσοι δεν ανήκαν σ’ αυτούς τους Τρεις Χιλιάδες θα «στερούνταν την πατρίδα τους». Στην πραγματικότητα, οι πολυάριθμοι δημοκρατικοί που εγκατέλειψαν την πόλη το έκαναν αφ’ ενός μεν για να ξεφύγουν από τις απειλές που τους βάραιναν, αφ’ ετέρου δε για να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. Μετά την αποκατάσταση αυτή. έγινε μία ακόμη απόπειρα περιορισμού του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή μόνο στους κατόχους ακίνητης περιουσίας. Το σχέδιο απορρίφθηκε, αν όμως είχε πετύχει. το ένα πέμπτο περίπου των πολιτών θα είχε βρεθεί χωρίς πολιτικά δικαιώματα.
  
1.2.3    Η απόφαση του 322
 
Το 322, με την ανακοίνωση του θανάτου του Αλέξανδρου, οι Αθηναίοι, παρασύροντας μαζί τους και μερικά άλλα ελληνικά Κράτη, κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου, στον οποίο ο Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί το βασίλειό του πριν ξεκινήσει την εκστρατεία στην Ασία. Οι Έλληνες ηττήθηκαν. και το 322 οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν την παρουσία μακεδονικής φρουράς στον Πειραιά και την εγκατάσταση τιμοκρατικού καθεστώτος: για να συμμετέχει κάποιος στην πολιτική ζωή έπρεπε να έχει περιουσία αξίας τουλάχιστον δύο χιλιάδων δραχμών. Συνεπώς περισσότεροι από τους μισούς Αθηναίους πρέπει να αποκλείστηκαν από την ιδιότητα του ενεργού πολίτη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, συγγραφέα του τέλους του 1ου αιώνα μ.Χ., ένα μέρος αυτών μετανάστευσαν στη Θράκη. Κι αυτό γιατί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αιώνα, ο αποκλεισμός από την πολιτική ζωή σήμαινε για τα φτωχότερα στρώματα την απώλεια των υλικών προνομίων της πολιτικής ιδιότητας: δηλαδή τους διάφορους μισθούς, τη διανομή του θεωρικού, τις αμοιβές για όσους υπηρετούσαν στον στόλο. Πιθανότατα η απώλεια των υλικών αυτών προνομίων, περισσότερο από τη στέρηση της συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις, έγινε αισθητή με σκληρότερο τρόπο από την πλειοψηφία, καθώς, όπως θα διαπιστώσουμε, η πολιτική ζωή είχε περιέλθει σταδιακά στα χέρια μια μειοψηφίας «πολιτικών».
 
2. Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ
 
Πρόκειται για πρόβλημα που απασχόλησε την Αθήνα, τη μόνη πόλη για την οποία για μια ακόμη φορά διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες. Το πρόβλημα αυτό είναι ένα από αυτά που προκάλεσαν τις περισσότερες συζητήσεις και διαμάχες μεταξύ των ιστορικών της εποχής μας. Ας προσπαθήσουμε να αποκαλύψουμε τις διάφορες όψεις του. 
 
2.1 Δημοκρατία και συμμετοχή
 
Είδαμε προηγουμένως τι σήμαινε η εγκαθίδρυση δημοκρατικού καθεστώτος στην Αθήνα: τη συμμετοχή στις συνελεύσεις, όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις που δέσμευαν το σύνολο της πολιτικής κοινότητας. Σε ποιο βαθμό ήταν πραγματική η συμμετοχή αυτή; Γνωρίζουμε ότι για ορισμένες ψηφοφορίες, όπως, για παράδειγμα, τον 5ο αιώνα για να ξεκινήσει η διαδικασία του εξοστρακισμού, καθώς και για να παραχωρηθούν πολιτικά δικαιώματα, χρειαζόταν απαρτία έξι χιλιάδων ψηφοφόρων. Δεν έχουμε καμία σαφή ένδειξη σχετικά με τον αριθμό των πολιτών της κλασικής Αθήνας. Η μόνη γνωστή απογραφή από τα τέλη του 6ου αιώνα αναφέρει 21.000 πολίτες. Πιστεύουμε όμως γενικά ότι, την παραμονή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αριθμός των Αθηναίων ήταν μεταξύ 35 και 40.000, και στην αρχή του 4ου αιώνα παραδίδεται ο αριθμός 30.000 και από τον φιλόσοφο Πλάτωνα και από τον ποιητή Αριστοφάνη. Δηλαδή συνήθως λιγότερο από το ένα έκτο των πολιτών συμμετείχε πραγματικά στις συνεδριάσεις της εκκλησίας του δήμου. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα πέντε έκτα αδιαφορούσαν για τις υποθέσεις της πόλης. Κατ’ αρχήν, επειδή η σύνθεση της εκκλησίας του δήμου διέφερε ανάλογα με τις συνθήκες, την εποχή του έτους, τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ήταν ευκολότερο για τους κατοίκους του άστεως. παρά για τους κατοίκους της υπαίθρου, να μεταβαίνουν στην Πνύκα. Οι νοσταλγοί των παλαιότερων εποχών αρέσκονταν να αναφέρουν αυτό που ένας σύγχρονος ιστορικός ονόμασε «δημοκρατία των γεωργών», όταν πολίτες ήταν μόνο οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας και απεχθάνονταν την ιδέα να μεταβαίνουν στην πόλη για κάθε λόγο. Ο ποιητής Αριστοφάνης, ένας από τους νοσταλγούς αυτούς, κατήγγειλε τις βλαβερές συνέπειες του θεσμού του εκκλησιαστικού μισθόν, που προσήλκυε στην εκκλησία του δήμου κάθε είδους εξαθλιωμένους πολίτες με μόνη επιδίωξη την είσπραξη των τριών οβολών που τους επέτρεπε να ζήσουν χωρίς να κάνουν τίποτε. Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι η εκκλησία του δήμου συνερχόταν κανονικά σαράντα φορές τον χρόνο και ότι, ακόμη και αν υπήρχαν κάποιες επιπλέον έκτακτες συνελεύσεις, δεν έφταναν για να ζήσει ένα άτομο χωρίς πόρους - ακόμα κι αν δεν είχε χάσει καμία συνέλευση. Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσουμε με σύνεση την κριτική που ασκούν οι αντίπαλοι της δημοκρατίας, κατηγορώντας την εκκλησία του δήμου ως άναρχη και συγχρόνως παντοδύναμη, που κυριαρχείται από μια μάζα φτωχών πολιτών και αποτελεί παίγνιο στα χέρια των δημαγωγών. Οι πολυάριθμες αποφάσεις που προέρχονται από τις συνελεύσεις αυτές και που έφτασαν ώς εμάς, μαρτυρούν την καλή λειτουργία του συστήματος, και ότι η συμμετοχή του δήμου, του λαού, στη λήψη των αποφάσεων αποτελούσε πραγματικότητα. Η αποτυχία των δύο ολιγαρχικών στάσεων, προς τα τέλη του 5ου αιώνα, αποτελεί απόδειξη της προσκόλλησης των περισσότερων πολιτών στο πολιτικό καθεστώς του οποίου γνώριζαν ότι αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη.
 
Μετά από αυτά, δεν μπορούμε vu αρνηθούμε ότι ο βαθμός συμμετοχής στην πολιτική ζωή δεν ήταν ο ίδιος για όλους.
 
Πράγμα που μας οδηγεί να θέσουμε το ζήτημα της ύπαρξης μιας «πολιτικής τάξης».
 
2.2 Η πολιτική τάξη
 
Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Αριστοτέλη, σε πολλές πόλεις η διαχείριση των υποθέσεων βρισκόταν στα χέρια της μειοψηφίας εκείνων που, λόγω περιουσίας και ελεύθερου χρόνου, είχαν τη δυνατότητα να επιδιώκουν τις ανώτατες αρχές. Στην περίπτωση της δημοκρατικής Αθήνας, όπου η αμοιβή για τις δημόσιες λειτουργίες επέτρεπε σε όλους να έχουν πρόσβαση σ’ αυτές, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά, αλλά η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης δεν έπαυε να αποτελεί και εκεί πραγματικότητα.
 
2.2.1 Οι τάξεις κατά τον Σόλωνα
 
Πρέπει εδώ να επανέλθουμε στο ζήτημα που ήδη τέθηκε, των «σολώνειων τάξεων». Σύμφωνα με τον συγγραφέα της Αθηναίων Πολιτείας, η κατανομή των πολιτών σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με το εισόδημά τους είχε στόχο κατ' αρχήν να ρυθμίσει την πρόσβαση στις αρχές. Έτσι, για παράδειγμα, μόνο οι πολίτες των δύο πρώτων τάξεων μπορούσαν να γίνουν άρχοντες, και μόνο κατά τον 5ο αιώνα έγινε δυνατή η πρόσβαση και για τους πολίτες της τρίτης τάξης, τους ζευγίτες. Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η κατάταξη του Σάλωνα κάλυπτε περισσότερο στρατιωτικά και φορολογικά ζητήματα, παρά την ανάγκη περιορισμού της πρόσβασης στις αρχές για τους πιο πλούσιους. Είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας μικρός γεωργός, ακόμα και αν ανήκε στην τάξη των ζευγιτών, θα μπορούσε χωρίς συνέπειες να εγκαταλείψει τη γη και τα χωράφια του κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους.
 
2.2.2    Η προέλευση των πολιτικών ανδρών
 
Πράγματι, οι πολιτικοί άνδρες των πρώτων δεκαετιών του 5ου αιώνα, τα ονόματα των οποίων έχουν φτάσει ώς εμάς, ανήκαν όλοι στις παλαιές αριστοκρατικές οικογένειες της Αθήνας. Αυ­τό ίσχυε και στην περίπτωση του Κλεισθένη, στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Το ίδιο και για τον Μιλτιάδη και τον γιο του Κίμωνα, για τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή, και βέβαια για τον ίδιο τον Περικλή. Οι κατάλογοι των αρχόντων που διαθέτουμε δεν μας επιτρέπουν πάντα να αποφανθούμε για την κοινωνική κατάσταση εκείνων που αναλάμβαναν τη λειτουργία αυτή κατά τον 5ο αιώνα, δεν θα μπορούσαμε όμως να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ανήκαν σε εύπορες τάξεις.
 
Η καθιέρωση της μισθοφόρους μπορεί να επέτρεψε στους φτωχότερους πολίτες να συμμετέχουν στα δικαστήρια της Ηλιαίας, δηλαδή να υπηρετούν την πόλη για ένα ολόκληρο έτος ως βουλευτές, δεν επέφερε όμως σημαντικές μεταβολές στην ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Παρόμοια, μπορεί να είχαν όλοι το δικαίωμα να μιλήσουν στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, αναμφίβολα όμως. εκ των πραγμάτων, εκείνοι που μιλούσαν ήταν αυτοί που, χάρη στην εκπαίδευσή τους, χειρίζονταν με ευχέρεια τον λόγο και μπορούσαν να επιβληθούν σε μια συγκέντρωση πολλών ατόμων. Ας προσθέσουμε, επιπλέον, ότι οι ανώτεροι άρχοντες, οι στρατηγοί ή οι θησαυροφύλακες, εκλέγονταν και ότι κατά την εκλογή το βάρος έπεφτε στις τοπικές επιρροές. Γι’ αυτό τον λόγο εξάλλου, η κλήρωση θεωρείτο πιο δημοκρατικός τρόπος εκλογής. Αλλά και η κλήρωση αυτή γινόταν από καταλόγους που συγκροτούσαν οι δήμοι και οι φυλές, και εκεί επίσης μπορούσε να παίξει ρόλο το προσωπικό γόητρο, η καταγωγή ή η περιουσία.
 
Βέβαια, στην Αθήνα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η πρόσβαση στις αρχές ήταν σχετικά ανοιχτή. Όμως. πέρα από τις ίδιες τις αρχές, η διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων παρέμενε στα χέρια μιας μειοψηφίας μορφωμένων ανδρών ευγενικής καταγωγής και κατά κανόνα με αρκετή περιουσία, έτσι ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να προβάλλουν πράξεις γενναιοδωρίας προς όφελος ολόκληρης της πόλης.
 
2.2.3    Η εξέλιξη τη; πολιτικής τάξης
 
Είναι λοιπόν προφανής η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης. Αυτή όμως η τάξη εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια των δύο αιώνων της ιστορίας της δημοκρατικής Αθήνας. Μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο, οι άνδρες που βρίσκονται στο προσκήνιο ανήκουν όλοι ή σχεδόν όλοι στις παλαιές εκείνες αθηναϊκές οικογένειες που κυριαρχούσαν στην πόλη ήδη από τον 6ο αιώνα. Από το 430 περίπου, βλέπουμε να εμφανίζονται στο προσκήνιο άνδρες λίγο διαφορετικής καταγωγής, που δεν έχουν πίσω τους ένδοξους προγόνους και που τα εισοδήματα τους προέρχονται από την εκμετάλλευση εργαστηρίων ή μεταλλωρυχείων. Αυτή είναι η περίπτωση. για παράδειγμα, των περίφημων «δημαγωγών» του τέλους του αιώνα, τους οποίους χλευάζει ο Αριστοφάνης και τους κατηγορεί ότι δεν μπορούν να σταθούν στις συνελεύσεις: ο περίφημος Κλέων. ιδιοκτήτης βυρσοδεψείου, ο Υπέρβολος ο αγγειοπλάστης, ο οργανοποιός Κλεοφών, ή ακόμα ο έμπορος προβάτων Λυσικλής. Όλοι αυτοί οι άνδρες ηταν πλούσιοι, αλλά οι σχέσεις τους με τον κόσμο του εμπορίου και της βιοτεχνίας τούς υποβίβαζε στα μάτια εκείνων που θεωρούσαν τις δραστηριότητες αυτές ανάξιες για έναν ελεύθερο άνθρωπο.
 
Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς για τα αίτια της εξέλιξης αυτής της πολιτικής τάξης, εξέλιξης που επιβεβαιώνεται τον επόμενο αιώνα, όταν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί άνδρες που γνωρίζουμε σήμερα προέρχονταν από αυτές τις τάξεις. Είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη σχετίζεται με το γεγονός ότι η ανάπτυξη της πόλης κατά τον 5ο αιώνα μετέβαλε το χρήμα σε αξία που έχαιρε όλο και μεγαλύτερης εκτίμησης. Για να επανδρωθούν τα πλοία του στόλου, για να οργανωθούν οι μεγάλες γιορτές της πόλης, για να χρηματοδοτηθούν οι μακρινές αποστολές, τα χρήματα των πλουσίων γίνονταν όλο και πιο απαραίτητα και η προέλευσή τους έπαυε να έχει ιδιαίτερη σημασία.
 
Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι ο πλούσιος τεχνίτης διέθετε ευ­κολότερα ρευστό χρήμα σε σχέση με τον μεγαλοϊδιοκτήτη γης, που συχνά αναγκαζόταν να υποθηκεύσει την περιουσία του για να αντιμετωπίσει τις δαπάνες που απαιτούνταν για την επιτυχία της πολιτικής καριέρας. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί όροι (πέτρινες στήλες όπου αναγραφόταν η υποθήκευση των κτημάτων) που βρίσκονται στην Αττική χρονολογούνται στον 4ο αιώνα, και ότι οι δικανικοί λόγοι αναφέρουν την περίπτωση πλούσιων ανδρών που αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν τις γαίες τους για να καλύψουν μια δαπανηρή λειτουργία.
 
Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης δεν σημαίνει και εξέλιξη κοινωνική, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει. Μάλιστα, ιδιοκτήτες γης και ιδιοκτήτες δούλων θεωρούνταν ομοίως εισοδηματίες. Ο πλούτος παρέμενε αν όχι το κριτήριο, τουλάχιστον το απαραίτητο μέσο για την πρόσβαση στην τάξη των πολιτικών.
 
2.3              II παθητικότητα του δήμου: μύθος ή πραγματικότητα;
 
Από την ύπαρξη της πολιτικής αυτής τάξης θα μπορούσαμε, άραγε, να συμπεράνουμε ότι οι συζητήσεις εκ των οποίων προέρχονταν οι επιλογές που δέσμευαν το σύνολο της πόλης, ανάγονταν στην πραγματικότητα σε εσωτερικές διαμάχες της τάξης αυτής; Αυτό υποστήριξαν ορισμένοι από τους ιστορικούς της εποχής μας, στηριζόμενοι στις προσωπικές αντιπαλότητες που μαρτυρούν οι πηγές και στις συμμαχίες που μαντεύουμε ότι σχηματίζονταν γύρω από ορισμένους «ηγέτες». Θα ήταν, ωστόσο, υπερβολικό να συμπεράνουμε ότι οι συγκρούσεις που δίχαζαν την πόλη ανάγονται σε απλές διαμάχες μεταξύ παρατάξεων και ομάδων, διαμάχες που η πλειοψηφία των πολιτών παρακολουθούσε παθητικά. Διότι, αν οι προσωπικές συγκρούσεις έφερναν αντιμέτωπα κάποια μέλη της πολιτικής τάξης- που στα κείμενα δηλώνονται μερικές φορές με τον όρο πολιτευόμενοι - οι επιλογές για τις οποίες καλούνταν να αποφανθούν οι πολίτες δεν έπαυαν να είναι πολιτικές επιλογές. Θα αναφέρουμε δύο μόνο παραδείγματα. Τη ν παραμονή της εκστρατείας στη Σικελία, ήλθαν αντιμέτωποι στην εκκλησία του δήμου ο Νικίας, ο οποίος ήταν αντίθετός με το εγχείρημα και το θεωρούσε επικίνδυνη περιπέτεια, και ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ήταν αντίθετα υποστηρικτής της επιχείρησης και έλπιζε να του φέρει μεγάλη δόξα. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι υπήρχε προσωπική έχθρα μεταξύ των δύο ανδρών. που σχετιζόταν με τις διαφορές στην καταγωγή και την ηλικία τους. Ο Αλκιβιάδης ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια και ήταν νέος. Το εισόδημα του Νικία προερχόταν από την εκμετάλλευση ορυχείων και ο ίδιος πλησίαζε την ηλικία των πενήντα χρόνων. Όμως, ο δήμος ακολούθησε τον Αλκιβιάδη επειδή, όπως παρατηρεί ο ιστορικός Θουκυδίδης, υπολόγιζε ότι η εκστρατεία θα του απέφερε υλικά οφέλη. Επρόκειτο. λοιπόν, για απόφαση που σχετιζόταν με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των πολιτών.
 
Το δεύτερο παράδειγμα είναι από την ιστορία του 4ου αιώνα. Πρόκειται για την έγκριση από την εκκλησία του δήμου της συνθήκης ειρήνης που σύναψε η Αθήνα με τον Φίλιππο της Μακεδονίας το έτος 346. Για ορισμένους, ένας από τους οποίους είναι και ο Δημοσθένης, η συνθήκη αυτή παραγνώριζε τα συμφέροντα της Αθήνας, που απειλούνταν από τη φιλόδοξη πολιτική του Μακεδόνα βασιλιά. Για άλλους αντιθέτως. μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και οι προσωπικοί εχθροί του Δημοσθένη. διαφύλασσε την ειρήνη που ήταν απαραίτητη για την εσωτερική ισορροπία της πόλης. Ο δήμος επέλεξε την ειρήνη και ο Δημοσθένης αναγκάστηκε να συναινέσει και να υπερασπιστεί την αρχή της ειρήνης.
 
Οι συγκρούσεις που έφερναν αντιμέτωπους τους πολιτικούς άνδρες. με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ του Δημοσθένη και του Αισχίνη, σχετικά με τη στάση που έπρεπε να υιοθετηθεί απέναντι στη μακεδονική απειλή, δεν υποδηλώνουν απαραίτητα την παθητικότητα των πολιτών έναντι των αποφάσεων που όφειλαν να λάβουν, εφόσον τελικά οι δικές τους ψήφοι ήταν εκείνες που καθόριζαν τον προσανατολισμό που θα υιοθετούσε η πολιτική της πόλης. Μένει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσο ήταν αλήθεια αυτό που μαρτυρούν ορισμένοι σύγχρονοι της εποχής εκείνης σχετικά με την ολοένα αυξανόμενη αδια­φορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις.
 
3. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 4ο ΑΙΩΝΑ
 
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι αναταραχές που προκάλεσε σε όλο τον ελληνικό κόσμο ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχαν αντίκτυπο στη λειτουργία της πολιτικής ζωής στο εσωτερικό των πόλεων. Όπως ήταν αναμενόμενο, θα ασχοληθούμε και πάλι με το αθηναϊκό παράδειγμα, θα μπορέσουμε όμως να επεκτείνουμε ορισμένα από τα συμπεράσματά μας και σε άλλες πόλεις.
 
       3.1 Οι μεταμορφώσεις των στρατευμάτων των πόλεων
 
Μία από τις πρώτες ενδείξεις της εξέλιξης αυτής κατά τον 4ο αιώνα είναι η σταδιακή εξαφάνιση των στρατών των πόλεων. Ήδη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, οι περισσότεροι από τους εμπόλεμους -περιλαμβανομένων και των Σπαρτιατών - αναγκάστηκαν να καλέσουν μισθοφορικούς στρατούς, επαγγελματίες στρατιώτες, ξένους για την πόλη. Κατά τον 4ο αιώνα, το φαινόμενο γενικεύεται, καθώς συνδέεται με την ανάπτυξη νέων μορφών μάχης που σχετίζονται περισσότερο με τον ανταρτοπόλεμο παρά με την αντιπαράθεση των οπλιτών. Στα στρατεύματα των ελληνικών πόλεων, τα σώματα του πεζικού με ελαφρύ εξοπλισμό αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία: ο πολίτης - οπλίτης παραχωρεί τη θέση του στον μισθοφόρο πελταστή. Η προσφυγή στους μισθοφόρους επιτρέπει εξάλλου στους στρατηγούς να ηγούνται πιο μακροχρόνιων εκστρατειών, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχούν για την επιστροφή και την ενασχόληση με τις γεωργικές εργασίες. Ο πόλεμος παύει να είναι εποχιακός. Επιπλέον, ο στρατηγός που διοικεί έναν στρατό μισθοφόρων δεν φοβάται ότι θα τον κατακρίνουν οι στρατιώτες του: όσο μπορεί να τους πληρώνει τον υπακούουν. Ο στρατηγός γίνεται και ο ίδιος επαγγελματίας του πολέμου, και βλέπουμε Αθηναίους στρατηγούς ή Σπαρτιάτες βασιλείς να προσφέρουν τι; υπηρεσίες τους σε βάρβαρους βασιλίσκους ή Πέρσες σατράπες, για να μπορέσουν να πληρώσουν τους στρατιώτες τους. Υπάρχουν, βέβαια, ακόμη τα σώματα των πολιτών-οπλιτών, αλλά συμμετέχουν όλο και λιγότερο στις μακρινές εκστρατείες. Γι’ αυτό ακριβώς παραπονείται ο Δημοσθένης στην Αθήνα: έχοντας επίγνωση των νέων συνθηκών πολέμου, επιθυμεί κι αυτός τη συμμετοχή ενός ελάχιστου αριθμού πολιτών στις αποστολές της Αθήνας με σκοπό τη διαφύλαξη των θέσεών της στο Αιγαίο, ενώ ο στρατηγός να είναι υπεύθυνος έναντι των πολιτών αυτών και να μην μπορεί πλέον να ενεργεί κατά βούληση.
 
Εξάλλου, η ολοένα και μεγαλύτερη χρησιμοποίηση μισθοφορικών στρατευμάτων επιβάρυνε υπερβολικά τον προϋπολογισμό της πόλης. Και σε περίπτωση που η πόλη δεν ήταν σε θέση να χρηματοδοτήσει τις μακρινές εκστρατείες, είτε διαλυόταν ατάκτως ο στρατός και κατέφευγε στην υπηρεσία όποιου μπορούσε να πληρώσει, είτε ο στρατηγό! αναγκαζόταν να επιδοθεί σε λεηλασίες και αρπαγές για να κρατήσει τους στρατιώτες του. γεγονός που επέφερε σοβαρές δυσχέρειες στην πόλη. Η σταδιακή εξαφάνιση του πολίτη - οπλίτη είχε λοιπόν σοβαρές επιπτώσεις. Χωρίς αμφιβολία αυτή ήταν η αιτία που η Αθήνα προσπάθησε, κατά το δεύτερο μισό του αιώνα - και ίσως μόνο μετά την ήττα της Χαιρώνειας, υπό την επιρροή του Λυκούργου - να μετατρέψει την Εφηβεία σε πραγματική «στρατιωτική θητεία», κατά την οποία όλοι οι νεαροί Αθηναίοι, χωρίς διάκριση, εκπαιδεύονταν όχι μόνο στην οπλιτική τακτική, αλλά kui σε πιο κινητικές μορφές μάχης του ελαφρού πεζικού. Στη Σπάρτη, μόνο κατά τον 3ο αιώνα οι μεταρρυθμιστές βασιλείς θα επιχειρήσουν την ανασυγκρότηση του στρατού της πόλης, που είχε στο μεταξύ γίνει σκιώδης, μέσω της αναδιανομής των γαιών.
 
      3.2 Ο «επαγγελματικός» χαρακτήρας της πολιτικής ζωής
 
Μία από τις συνέπειες τού ολοένα και πιο επαγγελματικού χαρακτήρα των στρατευμάτων των πόλεων ήταν η αναγκαιότητα διάθεσης χρηματικών πόρων για την πληρωμή των στράτευμά των αυτών. Στην περίπτωση της Αθήνας, η αναγκαιότητα αυτή επιδεινώθηκε από τις συνέπειες της ήττας που υπέστη η πόλη με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου: η απώλεια της ηγεμονίας και του φόρου υποτέλειας που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι, η επιβράδυνση της εκμετάλλευσης των αργυρωρυχείων του Λαυρίου και ίσως επίσης -τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του αιώνα- ίων συναλλαγών, επίκεντρο των οποίων ήταν ο Πειραιάς, δημιουργούν πραγματικό οικονομικό πρόβλημα για την πόλη. Το πρόβλημα αυτό δεν θα επιλυθεί με την ανασύσταση, το 378/7, μιας νέας ναυτικής ομοσπονδίας γύρω από την Αθήνα, εφόσον με την καταστατική πράξη της ομοσπονδίας αυτής οι Αθηναίοι δεσμεύονταν να μην εισπράττουν φόρο υποτέλειας από τους συμμάχους τους.
 
Γι’ αυτό και καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα γίνονται διάφορες απόπειρες με σκοπό την οργάνωση της είσπραξης της πολεμικής φορολογίας, της εισφοράς, που ήταν έκτακτος φόρος αλλά έτεινε να μεταβληθεί σε μόνιμο, καθώς και τη ρύθμιση της πιο σημαντικής για την πόλη λειτουργίας, της τριηραρχίας. Με τις διάφορες αυτές απόπειρες συνδέονται τα ονόματα ορισμένων ανδρών, όπως του Καλλίστρατου και του Εύβουλου, αργότερα του Λυκούργου, οι οποίοι εμφανίζονται ως ειδικοί σε οικονομικά ζητήματα, και οι δύο τελευταίοι τουλάχιστον αναλαμβάνουν με την ιδιότητα αυτή μια πολύ πιο μακροχρόνια αρχή σε σχέση με τις συνήθεις ετήσιες αρχές: ο Εύβουλος την αρχή του «υπεύθυνου για το θεωρικό», ο Λυκούργος «την αρχή της διοίκησης». Καθώς ο πόλεμος μεταβαλλόταν σε επάγγελμα, η διοίκηση της πόλης έτεινε κι αυτή να μεταβληθεί από μια ορισμένη μορφή αυτοδιοίκησης σε μια πιο εξειδικευμένη διοίκηση, που απαιτούσε συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η επιλογή οικονομικής πολιτικής μπορούσε να αφορά περισσότερο σ’ αυτούς τους «ειδικούς» παρά στη μάζα των πολιτών, γεγονός που μπορούσε να έχει ως συνέπεια μια ακόμη μεγαλύτερη αδιαφορία εκ μέρους των πολιτών για συζητήσεις των οποίων τις λεπτομέρειες αγνοούσαν.
 
Αυτό ήθελαν άραγε να πουν οι ρήτορες, όπως ο Δημοσθένης ή ο Υπερείδης, όταν κατηγορούσαν τους απλούς πολίτες, τους ιδιώτες, ότι ασχολούνταν περισσότερο με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις, με τα ίδια. παρά με τις υποθέσεις της πόλης; Δεν θα πρέ­πει, βέβαια, να λαμβάνουμε κατά γράμμα τα επιχειρήματα που σκοπό είχαν να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον των ακροατών εκείνων που αρκούνταν στο να ακούν χωρίς να παρεμβαίνουν. Αλλά δεν μπορούμε και να τα αγνοήσουμε. 
 
3.3 Νέα επίκεντρα ενδιαφέροντος
 
Εξάλλου, η βελτιωμένη τεχνική των συζητήσεων δεν αρκεί ίσως από μόνη της για να ερμηνεύσει την αδιαφορία αυτή. Το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα χαρακτηρίζεται στην Αθήνα από την ανάκαμψη των οικονομικών δραστηριοτήτων. Τα ορυχεία του Λαυρίου γνωρίζουν νέα εκμετάλλευση και ο Πειραιάς βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο των εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως μαρτυρούν ορισμένοι δικανικοί λόγοι, δραστηριότητες που ευνοούνται και από συγκεκριμένα μέτρα που «φορούν στους εμπόρους, ειδικά τους ξένους. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι για τους εύπορους Αθηναίους είχαν μεγαλύτερη σημασία τα κέρδη που μπορούσε να τους αποφέρει ο δανεισμός χρημάτων σε εμπόρους με υψηλό επιτόκιο ή η ενοικίαση της εκμετάλλευσης των ορυχείων τους, παρά ο λεγόμενος μακεδονικός κίνδυνος, στον οποίο, σύμφωνα με τον Δημοσθένη, δεν πίστευαν καθόλου. Έτσι εξηγείται η επιθυμία τους να διατηρήσουν με κάθε τίμημα την ειρήνη, απαραίτητη για την ανάπτυξη των ιδιωτικών τους επιχειρήσεων και για την άσκηση λιγότερο βαριάς φορολογικής πίεσης. Όμως οι «πλούσιοι» δεν ήταν οι μόνοι που προωθούσαν περισσότερο τα ιδιωτικά τους συμφέροντα από τα συμφέροντα της πόλης. Για την πλειοψηφία των φτωχών πολιτών, ο πόλεμος δεν σήμαινε πλέον την παροχή μισθών και την ελπίδα για λάφυρα αλλά τη στέρηση της διανομής του θεωρικού, το οποίο ο Δημοσθένης επιθυμούσε να κατατίθεται στο πολεμικό ταμείο. Και για εκείνους, οι στείρες λογομαχίες στις οποίες επιδίδονταν οι ρήτορες, κατηγορώντας ο ένας τον άλλο ότι έχει πουληθεί στον Φίλιππο, φαίνονταν εντελώς μάταιες, και επειδή ο μόνος λόγος που συνέχιζαν να πηγαίνουν στις συνελεύσεις ήταν για να μη χάσουν τον μισθό, είχαν μεταβληθεί σε παθητικούς ακροατές, γεγονός για το οποίο παραπονούνταν ορισμένοι πολιτικοί άνδρες όπως ο Δημοσθένης.
 
Όλα αυτά ισχύουν βέβαια για την περίπτωση της Αθήνας, τη μόνη πόλη για την οποία διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες και μαρτυρίες από τους συγχρόνους. Όμως, μέσα από τα λόγια ενός Δημοσθένη ή ενός Υπερείδη, μαντεύουμε ότι το ίδιο ίσχυε και αλλού και ότι αυτή η αδιαφορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις διευκόλυνε τις πλεκτάνες ενός άνδρα όπως ήταν ο Φίλιππος της Μακεδονίας: ήταν αρκετό να πάρει με το μέρος του ορισμένους πολιτικούς για να κερδίσει όλη την πόλη.
 
Ίσως με τον τρόπο αυτό αμαυρώνουμε κάπως υπερβολικά την εικόνα. Δεν θα μπορούσαμε, ωστόσο, να αρνηθούμε ότι κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα η πολιτική ιδιότητα περνά κρίση. Βέβαια οι πολιτικοί θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν, και ειδικά για το τέλος του 4ου και για τον 3ο αιώνα διαθέτουμε περισσότερες πληροφορίες και για άλλες πόλεις εκτός από την Αθήνα. Αυτοί όμως οι πολιτικοί θεσμοί, σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τα μεγάλα βασίλεια που προήλθαν από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου. χάνουν πλέον σ’ ένα βαθμό το περιεχόμενό τους, και η πολιτική ιδιότητα τείνει να μετατραπεί σε μια κατάσταση που αποφέρει κάποια πλεονεκτήματα, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών δεν σημαίνει μια ενεργό συμμετοχή.
  
ΠΗΓΕΣ:
 
Η εξαίρεση των φτωχών από την πολιτική ιδιότητα το 322
 
... ὁ δῆ­μος οὐκ ὤν ἀ­ξι­ό­μα­χος ἠ­ναγ­κά­σθη τήν ἐ­πι­τρο­πήν καί τήν ἐ­ξου­σί­α πᾶ­σαν Ἀν­τι­πά­τρῳ δοῦ­ναι πε­ρί τῆς πό­λε­ως. ὁ δέ φι­λαν­θρώ­πως αὐ­τοῖς προ­σε­νε­χθείς συ­νε­χώ­ρη­σεν ἔ­χειν τήν τέ πό­λιν καί τάς κτή­σεις καί τ’ ἄλ­λα πάν­τα· τήν δέ πο­λι­τεί­αν με­τέ­στη­σεν ἐκ τῆς δη­μο­κρα­τί­ας καί προ­σέ­τα­ξεν ἀ­πό τι­μή­σε­ως εἶ­ναι τό πο­λί­τευ­μα καί τούς μέν κε­κτη­μέ­νους πλεί­ω δραχ­μῶν δι­σχι­λί­ων κυ­ρί­ους εἶ­ναι τοῦ πο­λι­τεύ­μα­τος καί τῆς χει­ρο­το­νί­ας. τούς δέ κα­τω­τέ­ρω τῆς τι­μή­σε­ως ἅ­παν­τας ὡς τα­ρα­χώ­δεις ὄν­τας καί πο­λε­μι­κούς ἀ­πή­λα­σε τῆς πο­λι­τεί­ας καί τοῖς βου­λο­μέ­νοις χώ­ραν ἔ­δω­κεν εἰς κα­τοί­κη­σιν ἐν τῇ Θρά­κῃ. οὗ­τοι μέν οὖν ὄν­τες πλεί­ους τῶν [δισ]μυ­ρί­ων καί δι­σχι­λί­ων με­τε­στά­θη­σαν ἐκ τῆς πα­τρί­δος, οἱ δέ τήν ὡ­ρι­σμε­νην τί­μη­σιν ἔ­χον­τες πε­ρί ἐν­να­κι­σχι­λί­ους ἀ­πε­δεί­χθη­σαν κύ­ριοί τῆς τε πό­λε­ως καί χώ­ρας καί κα­τά τούς Σά­λω­νας νό­μους ἐ­πο­λι­τεύ­ον­το·
 
...Ο λαός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να συνεχίσει τον πόλεμο, αναγκάστηκε να αναθέσει στον Αντίπατρο όλη την κηδεμονία και την εξουσία της πόλης. Κι εκείνος συμπεριφέρθηκε με επιείκεια και τους επέτρεψε να διατηρήσουν την πόλη. τις κτήσεις και όλα τα άλλα. Όμως τροποποίησε το πολίτευμα, καταργώντας τη δημοκρατία, και όρισε πολίτευμα με βάση τον καθορισμό της αξίας των εισοδημάτων των πολιτών. Έτσι, όσοι πολίτες είχαν εισόδημα πάνω από δύο χιλιάδες δραχμές, όρισε να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στην εξουσία. Ενώ όλους όσους είχαν μικρότερο εισόδημα, σαν να ήταν ταραχοποιοί και φιλοπόλεμοι, τους εξόρισε από την πόλη. Τέλος, έδωσε σ' όσους το επιθυμούσαν γη για να κατοικήσουν στη Θράκη. Αυτοί λοιπόν, που δεν ξεπερνούσαν τους δώδεκα χιλιάδες. εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. ενώ όσοι είχαν το καθορισμένο εισόδημα, περίπου εννιά χιλιάδες πολίτες, ορίστηκαν κύριοι και τη πόλης και της χώρας και κυβερνούσαν σύμφωνα με τους νόμους του Σόλωνα.
 
Διόδωρου Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη. XVIII. 18. 3-5
  
Η ψηφοφορία για την εκστρατεία στη Σικελία το 415
 
Καί ἔ­ρως ἐ­νέ­πε­σε τοῖς πᾶ­σιν ὁ­μοί­ως ἐκ­πλεῦ­σαι. Τοῖς μέν γάρ πρε­σβυ­τέ­ροις ὡς ἤ κα­τα­στρε­ψο­μέ­νοις ἐφ ἅ ἔ­πλε­αν ἤ οὐ­δέν ἄν σφα­λεῖ­σαν με­γά­λην δύ­να­μιν, τοῖς δ’ ἐν τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ τῆς τέ ἀ­πού­σης πό­θῳ ὄ­ψε­ως καί θε­ω­ρί­ας, καί εὐ­έλ­πι­δες ὄν­τες σω­θή­σε­σθαι. ὁ δέ πο­λύς ὅ­μι­λος καί στρα­τι­ώ­της ἐν τέ τῷ πα­ρόν­τι ἀρ­γύ­ριον οἴ­σειν καί προ­σκτή­σε­σθαι δύ­να­μιν ὅ­θεν ἀί­διον μι­σθο­φο­ράν ὑ­πάρ­ξειν. ὥ­στε διά τήν ἄ­γαν τῶν πλε­ό­νων ἐ­πι­θυ­μί­αν, εἰ τῷ ἄ­ρα καί μή ἤ­ρε­σκε, δε­δι­ώς μή ἀν­τι­χει­ρο­το­νῶν κα­κό­νους δδξει­εν εἶ­ναι τή πό­λει ἡ­συ­χί­αν ἦ­γεν.
 
             Όλους τους κατέλαβε εξίσου η επιθυμία να αποπλεύσουν. Τους πιο ηλικιωμένους διότι πίστευαν η ότι Bu υποτάξουν τα μέρη εναντίον των οποίων έπλεαν ή. τουλάχιστον, ότι δεν θα καταστρεφόταν μια τόσο μεγάλη δύναμη. Εκείνους που βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία, διότι αφ' ενός μεν επιθυμούσαν να δουν και να γνωρίσουν τη μακρινή αυτή χώρα. και αφ' ετέρου διότι είχαν την ελπίδα ότι θα σωθούν. Τέλος, το μεγάλο πλήθος και τους στρατιώτες, διότι πίστευαν ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις θα κέρδιζαν χρήματα και ότι μελλοντικά η πόλη θα αποκτούσε πρόσθετη ηγεμονία, που θα τους απέφερε ατελείωτη μισθοδοσία. Έτσι. λόγω της υπερβολικής επιθυμίας των περισσοτέρων, ακόμη και αν τυχόν κάποιος δεν επιθυμούσε την εκστρατεία, από φόβο μήπως φανεί εχθρικά διακείμενος προς την πόλη. δεν ψήφιζε κατά της εκστρατείας και σώπαινε.
 
Θουκυδίδου, Ιστοριών, ΣΤ. 24. 3-4
 
Ο Δημοσθένης καταγγέλλει την παθητικότητα του δήμου
 
Βού­λο­μαι τοί­νυν [ὑ­μᾶς] με­τά παρ­ρη­σί­ας ἐ­ξε­τά­σαι τά πα­ρόν­τα πράγ­μα­τα τῇ πό­λει, καί σκέ­ψα­σθαι τί ποι­οῦ­μεν αὐ­τοί νῦν καί ὅ­πως χρώ­με­θ’ αὐ­τοῖς. ἠ­μεῖς οὔ­τε χρή­μα­τ’ εἰ­σφέ­ρειν βου­λό­με­θα, οὔ­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθαι, οὔ­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­πέ­χε­σθαι δυ­νά­με­θα, οὔ­τε τάς συν­τά­ξεις Δι­ο­πεί­θει δί­δο­μεν, οὔ­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἀλ­λά βα­σκαί­νο­μεν καί σκο­ποῦ­μεν πό­θεν, καί τί μέλ­λει ποι­εῖν, καί πάν­τα τά τοια­υτί, οὔ­τ’, ἐ­πει­δή­περ οὕ­τως ἔ­χο­μεν, τά ἡ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θέ­λο­μεν, ἀλ­λ’ ἐν μέν τοῖς λό­γοις τούς τῆς πό­λε­ως λέ­γον­τας ἄ­ξι’ ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἐν δέ τοῖς ἔρ­γοις τοῖς ἐ­ναν­τι­ου­μέ­νοις τού­τοις συ­να­γω­νι­ζό­με­θα. ὑ­μεῖς μέν τοί­νυν εἰ­ώ­θα­θ’ ἑ­κά­στο­τε τόν πα­ριόντ’ ἐ­ρω­τᾶν, τί οὖν χρή ποι­εῖν; ἐ­γώ δ’ ὑ­μᾶς ἐ­ρω­τῆ­σαι βού­λο­μαι, τί οὖν χρή λέ­γειν; εἰ γάρ μή­τ’ εἰ­σοί­σε­τε, μή­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθε, μή­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­φέ­ξε­σθε, μή­τε τάς συν­τά­ξεις δώ­σε­τε, μή­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­ά­σε­τε, μή­τε τά ὑ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θε­λή­σε­τε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω. Οἱ γάρ ἤ­δη το­σαύ­την ἐ­ξου­σί­αν τοῖς αἰ­τιᾶ­σθαι καί δι­α­βάλ­λειν βου­λο­μέ­νοις δι­δόν­τες, ὥ­στε καί πε­ρί ὧν φα­σι μέλ­λειν αὐ­τόν ποι­εῖν, καί πε­ρί τού­των προ­κα­τη­γο­ρούν­των ἀ­κρο­ᾶ­σθαι, -τί ἄν τις  λέ­γοι;
 
         Θέλω, λοιπόν, να εξετάσετε με ελεύθερο πνεύμα την παρούσα κατάσταση της πόλης και να σκεφτείτε τι θα κάνουμε τώρα και πώς θα χειριστούμε τα πράγματα. Εμείς ούτε χρήματα θέλουμε να δώσουμε, ούτε οι ίδιοι να εκστρατεύσουμε, ούτε μπορούμε να απέχουμε από τα κοινά, ούτε δίνουμε στον Διοπείθη τα ποσά που συμφωνήσαμε. Ούτε όμως εγκρίνουμε τους πόρους που τυχόν βρίσκει, αλλά τον κακολογούμε και εξετάζουμε την προέλευση των χρημάτων του, τι σκοπεύει να κάνει με αυτά και όλα τα σχετικά. Και ενώ τηρούμε αυτή τη στάση, δεν θέλουμε να κάνουμε ό, τι μας συμφέρει, αλλά, ενώ με τα λόγια επαινούμε εκείνους που μιλούν επάξια για την πόλη μας, στην πράξη όμως συμπράττουμε με εκείνους που εναντιώνονται σ' αυτά. Εσείς λοιπόν συνηθίζετε να ρωτάτε κάθε φορά αυτόν που εμφανίζεται στο βήμα: τι πρέπει να κάνουμε; Εγώ όμως θέλω να ρωτήσω εσάς: τι πρέπει να πούμε; Διότι αν δεν δίνετε χρήματα, αν δεν πηγαίνετε οι ίδιοι στον πόλεμο, ούτε απέχετε από τα κοινά, ούτε δίνετε στον Διοπείθη τα συμφωνημένα ποσά. ούτε εγκρίνετε όσα τυχόν ο ίδιος συγκεντρώνει, ούτε επιθυμείτε να κάνετε ό,τι σας συμφέρει, εγώ δεν ξέρω τι να σας πιο. Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν τόσα δικαιώματα σ' εκείνους που θέλουν να κατακρίνουν και να διαβάλλουν, ώστε ο Διοπείθης να μαθαίνει ότι τον κατηγορούν προκαταβολικά για πράγματα που λένε ότι πρόκειται να κάνει - τι μπορεί. λοιπόν, να πει κανείς;
 
Δημοσθένους, Περί τῶν ἐν Χερρονήσῳ, 21 -23
 
Ἀ­ξι­ῶ δ’ ὦ ἄν­δρες Ἀ­θη­ναῖ­οι, ἄν τί τῶν ἀ­λη­θῶν με­τά παρ­ρη­σί­ας λέ­γω, μη­δε­μί­αν μοι διά τοῦ­το πα­ρ’ ὑ­μῶν ὀρ­γήν γε­νέ­σθαι. Σκο­πεῖ­τε γάρ ὡ­δί. Ὑ­μεῖς τήν παρ­ρη­σί­αν ἐ­πί μέν τῶν ἄλ­λων οὕ­τω κοι­νήν οἴ­ε­σθε δεῖν εἶ­ναι πᾶ­σι τοῖς ἐν τῇ πό­λει ὥ­στε καί τοῖς ξέ­νοις καί τοῖς δού­λοις αὐ­τῆς με­τα­δε­δώ­κα­τε, καί πολ­λούς ἄν τις οἰ­κέ­τας ἴ­δοι πα­ρ’ ὑ­μῖν με­τά πλεί­ο­νος ἐ­ξου­σί­ας ὅ­τι βού­λον­ται λέ­γον­τας ἤ πο­λί­τας ἐν ἐ­νί­αις τῶν ἄλ­λων πό­λε­ων, ἐκ δέ τοῦ συμ­βου­λεύ­ειν παν­τά­πα­σιν ἐ­ξε­λη­λά­κα­τε. Εἴ­θ’ ὑ­μῖν συμ­βέ­βη­κεν ἐκ τού­του ἐν μέν ταῖς ἐκ­κλη­σί­αις τρυ­φᾶν καί κο­λα­κεύ­ε­σθαι πάν­τα πρός ἡ­δο­νήν ἀ­κού­ου­σιν, ἐν δέ τοῖς πράγ­μα­σι καί τοῖς γι­γνο­μέ­νοις πε­ρί τῶν ἐ­σχά­των ἤ­δη κιν­δυ­νεύ­ειν, εἰ μέν οὖν καί νῦν οὕ­τω δι­ά­κει­σθε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω· εἰ δ’ ἅ συμ­φέ­ρει χω­ρίς κο­λα­κεί­ας ἐ­θε­λή­σε­τ’ ἀ­κού­ειν, ἕ­τοι­μος λέ­γειν.
 
Έχω την αξίωση, άνδρες Αθηναίοι, αν πω με παρρησία κάποιες αλήθειες, να μην οργιστείτε για τούτο εναντίον μου. Εξετάστε το εξής: Εσείς πιστεύετε ότι η ελευθερία του λόγου, για κάθε άλλο θέμα, πρέπει να είναι σε τέτοιο βαθμό κοινή για όλους όσους βρίσκονται στην πόλη. ώστε την έχετε παραχωρήσει και στους ξένους και στους δούλους. Και μπορεί να δει κανείς πολλούς δούλους να λένε ό, τι θέλουν ενώπιον σας με μεγαλύτερη ελευθερία από τους πολίτες των άλλων πόλεων. Αλλά την ελευθερία από τις συσκέψεις σας την έχετε αποκλείσει εντελώς. Συνέπεια αυτού είναι ότι στις μεν συνελεύσεις ευφραίνεστε εστε ακούγοντας πάντα ευχάριστους λόγους, όταν ( νότα πραγματοποιούνται, διατρέχετε τους έσχατοι Εάν, λοιπόν, και τώρα τις ίδιες έχετε διαθέσεις, δε να σας πω. Εάν. αντίθετα, θέλετε να ακούσετε τ συμφέρον σας. χωρίς κολακείες, είμαι έτοιμος να μιλήσω.
 
Δημοσθένους, Κατά Φιλίππου, Γ΄, 3-4