Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Αδράνεια Μπροστά στην Καταστροφή

Αδράνεια Μπροστά στην ΚαταστροφήΚατάρρευση – Γιατί οι κοινωνίες παίρνουν καταστροφικές αποφάσεις;

Η εκπαίδευση είναι μια διαδικασία στην οποία εμπλέκονται δυο ομάδες, οι οποίες υποτίθεται ότι παίζουν διαφορετικούς ρόλους: δάσκαλοι που μεταδίδουν γνώση σε σπουδαστές και σπουδαστές που απορροφούν γνώση από τους δασκάλους. Στην πραγματικότητα, όπως ανακαλύπτει κάθε ανοιχτόμυαλος δάσκαλος, η εκπαίδευση αφορά επίσης τη μετάδοση γνώσης από τους σπουδαστές στους δασκάλους τους, με την αμφισβήτηση όσων οι δάσκαλοι υποθέτουν και με την υποβολή ερωτήσεων τις οποίες εκείνοι δεν είχαν ξανασκεφθεί.

Ανακάλυψα και πάλι το γεγονός αυτό προσφάτως, όταν δίδασκα ένα μάθημα, σχετικά με το πώς οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν τα περιβαλλοντικά προβλήματα, σε προπτυχιακούς φοιτητές που έτρεφαν μεγάλο ενδιαφέρον για τέτοια ζητήματα, στο ίδρυμα όπου εργάζομαι, το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες (UCLA)

Η πρώτη μου διάλεξη μετά τη συνάντηση γνωριμίας της τάξης αφορούσε την κατάρρευση της κοινωνίας του Νησιού τού Πάσχα. Στη συζήτηση μετά την παρουσίασή μου, το φαινομενικά απλό ερώτημα που προβλημάτιζε περισσότερο τους σπουδαστές μου ήταν ένα ερώτημα του οποίου την πραγματική πολυπλοκότητα δεν είχα συνειδητοποιήσει προηγουμένως: πώς στην ευχή μπορούσε μια κοινωνία να πάρει μια τόσο προφανώς καταστροφική απόφαση, να κόψει όλα τα δέντρα από τα οποία εξαρτιόταν;

Ένας από τους σπουδαστές ρώτησε τι πίστευα ότι έλεγε ο κάτοικος του νησιού ο οποίος έκοψε τον τελευταίο φοίνικα τη στιγμή που το έκανε. Για κάθε άλλη κοινωνία που διαπραγματεύθηκα σε κατοπινές διαλέξεις, οι σπουδαστές μου έθεταν ουσιαστικά το ίδιο ερώτημα. Έθεταν επίσης το παραπλήσιο ερώτημα: πόσο συχνά προκαλούν οι άνθρωποι οικολογικές ζημιές σκόπιμα, ή έχοντας τουλάχιστον επίγνωση των πιθανών συνεπειών; Αντιστρόφως, πόσο συχνά οι άνθρωποι ενεργούσαν έτσι χωρίς πρόθεση ή από άγνοια; Οι σπουδαστές μου αναρωτιούνταν εάν οι άνθρωποι του επόμενου αιώνα —αν απομείνουν άνθρωποι ζωντανοί σε εκατό χρόνια από τώρα— θα νιώθουν την ίδια έκπληξη για τη δική μας τύφλωση σήμερα, όπως νιώθουμε εμείς για την τύφλωση των κατοίκων του Νησιού τού Πάσχα.

Το ερώτημα τούτο, γιατί οι κοινωνίες καταλήγουν να καταστρέφουν τον εαυτό τους με ολέθριες αποφάσεις, δεν εκπλήσσει μόνο τους φοιτητές μου στο UCLA αλλά και τους επαγγελματίες ιστορικούς και αρχαιολόγους. Για παράδειγμα, ίσως το πιο συχνά μνημονευόμενο βιβλίο σχετικά με καταρρεύσεις κοινωνιών είναι το The Collapse of Complex Societies (Η κατάρρευση των σύνθετων κοινωνιών) του αρχαιολόγου Joseph Tainter. Αξιολογώντας τις αντικρουόμενες εξηγήσεις για τις αρχαίες καταρρεύσεις, ο Tainter δίσταζε να αποδεχθεί ακόμη και τη δυνατότητα να οφείλονταν απλώς και μόνο στην εξάντληση περιβαλλοντικών πόρων, διότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα του φαινόταν εκ των προτέρων πολύ απίθανο.

Ο συλλογισμός του ήταν ο εξής: «Η εν λόγω άποψη προϋποθέτει ότι οι κοινωνίες εκείνες αρκέστηκαν στο να παρατηρούν την αδυναμία που τις καταλάμβανε χωρίς να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα. Εδώ υπάρχει μια βασική δυσκολία. Οι σύνθετες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από συγκεντρωτική λήψη αποφάσεων, σημαντική ροή πληροφοριών, μεγάλης έκτασης συντονισμό των μερών τους, επίσημους διαύλους διοίκησης και συνδυασμένη αξιοποίηση των πόρων. Ένα μεγάλο μέρος της δομής αυτής φαίνεται ότι έχει την ικανότητα, αν όχι τον σχεδιασμένο σκοπό, να αντισταθμίζει τις διακυμάνσεις και τις ελλείψεις της παραγωγικότητας.

Με τη διοικητική τους δομή και την ικανότητα να κατανέμουν τόσο την εργασία όσο και τους πόρους, η αντιμετώπιση αντίξοων περιβαλλοντικών συνθηκών είναι ίσως ένα από τα πράγματα που οι σύνθετες κοινωνίες κάνουν καλύτερα (βλ. Isbell [1978]). Είναι παράξενο να καταρρέουν όταν αντιμετωπίζουν ακριβώς εκείνες τις συνθήκες τις οποίες έχουν προετοιμαστεί να παρακάμψουν. […] Καθώς γίνεται σαφές στα μέλη ή τους ιθύνοντες μιας σύνθετης κοινωνίας ότι η κατάσταση ενός βασικού πόρου επιδεινώνεται, το πιο λογικό είναι να υποθέσουμε ότι λαμβάνονται κάποια εύλογα μέτρα ώστε να υπάρξει μια λύση. Η αντίθετη υπόθεση —της αδράνειας μπροστά στην καταστροφή— απαιτεί ένα λογικό άλμα μπροστά στο οποίο δικαιολογημένα διστάζουμε».

Ο συλλογισμός δηλαδή του Tainter τον οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι οι σύνθετες κοινωνίες είναι απίθανο να αφεθούν να καταρρεύσουν εξαιτίας της αδυναμίας τους να διαχειριστούν τους περιβαλλοντικούς πόρους τους. Και όμως, προκύπτει σαφώς από όλες τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν ότι τούτο ακριβώς συνέβη επανειλημμένα.

Πώς τόσο πολλές κοινωνίες έκαναν τόσο μεγάλα λάθη;

Οι φοιτητές μου στο UCLA, και ο Joseph Tainter επίσης, έχουν εντοπίσει ένα φαινόμενο που προκαλεί αμηχανία: την αδυναμία ομαδικής λήψης αποφάσεων από ολόκληρες κοινωνίες ή άλλες ομάδες. Το πρόβλημα σχετίζεται φυσικά με το πρόβλημα της αδυναμίας ατομικής λήψης αποφάσεων. Τα μεμονωμένα άτομα λαμβάνουν επίσης κακές αποφάσεις: συνάπτουν κακούς γάμους, προβαίνουν σε κακές επενδύσεις και κακές επιλογές για τη σταδιοδρομία τους, οι επιχειρήσεις τους αποτυγχάνουν κ.λπ. Αλλά στην αδυναμία ομαδικής λήψης αποφάσεων υπεισέρχονται μερικοί πρόσθετοι παράγοντες, όπως η σύγκρουση συμφερόντων των μελών της ομάδας και η δυναμική της ομάδας.

Προφανώς πρόκειται για σύνθετο θέμα και δεν μπορεί να υπάρχει μία μοναδική απάντηση για όλες τις καταστάσεις. Θα προτείνω αντιθέτως έναν οδικό χάρτη με τους παράγοντες που συμβάλλουν στην αδυναμία ομαδικής λήψης αποφάσεων. Θα διαιρέσω τους παράγοντες σε μια ασαφώς οριοθετημένη σειρά τεσσάρων κατηγοριών.

*Κατ’ αρχάς, μια ομάδα δεν καταφέρνει να προβλέψει ένα πρόβλημα πριν εκείνο εμφανιστεί.

*Δεύτερον, όταν εμφανιστεί το πρόβλημα, μπορεί η ομάδα να μην το αντιληφθεί.

*Κατόπιν, αφού το αντιληφθεί, μπορεί να μην προσπαθήσει καν να το λύσει.

*Τέλος, μπορεί να προσπαθήσει να το λύσει και να μην το κατορθώσει.

Μολονότι όλη η συζήτηση για τους λόγους της αποτυχίας και της κατάρρευσης των κοινωνιών μπορεί να φαίνεται καταθλιπτική, η άλλη όψη του νομίσματος -η επιτυχημένη δηλαδή λήψη αποφάσεων- είναι ένα ζήτημα που μας εμψυχώνει. Εάν κατανοήσουμε τους λόγους που οι ομάδες παίρνουν κακές αποφάσεις, ίσως μπορέσουμε έτσι να χρησιμοποιήσουμε τη γνώση αυτή ως οδηγό ώστε οι ομάδες να παίρνουν καλές αποφάσεις.

Η πρώτη στάση στον οδικό μου χάρτη αφορά το γεγονός ότι οι ομάδες μπορούν να κάνουν καταστροφικά πράγματα διότι δεν κατάφεραν να προβλέψουν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα πριν εκείνο εμφανιστεί, για μια σειρά από λόγους. Ένας λόγος είναι ότι ίσως δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία από τέτοια προβλήματα, οπότε δεν ευαισθητοποιήθηκαν μπροστά σε μια τέτοια δυνατότητα.

Κορυφαίο παράδειγμα συνιστά ο κυκεώνας που δημιούργησαν οι βρετανοί άποικοι όταν εισήγαγαν αλεπούδες και κουνέλια από τη Βρετανία στην Αυστραλία τον 19ο αιώνα. Και τα δύο κατατάσσονται σήμερα μεταξύ των πιο καταστροφικών περιπτώσεων επίδρασης ξένων ειδών σε περιβάλλον όπου δεν ανήκαν. Η συγκεκριμένη εισαγωγή καθίσταται ακόμη πιο τραγική καθώς έγινε σκόπιμα και με πολλές προσπάθειες και όχι τυχαία, όπως συνέβη σε τόσο πολλές περιπτώσεις εγκατάστασης δηλητηριωδών ζιζανίων μέσω μικροσκοπικών σπόρων οι οποίοι μεταφέρθηκαν μαζί με σανό και δεν έγιναν αντιληπτοί.

Οι αλεπούδες άρχισαν να κυνηγούν πολλά είδη ιθαγενών θηλαστικών της Αυστραλίας που είχαν εξελιχθεί χωρίς εμπειρία από αλεπούδες και τα εξολόθρευσαν, ενώ τα κουνέλια καταναλώνουν μεγάλο μέρος της φυτικής τροφής η οποία προορίζεται για πρόβατα και βοοειδή, ανταγωνίζονται τα ιθαγενή φυτοφάγα θηλαστικά και υπονομεύουν το έδαφος με τις στοές τους.

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης, θεωρούμε σήμερα απίστευτη ανοησία το γεγονός ότι οι άποικοι εξαπέλυσαν σκόπιμα στην Αυστραλία δύο ξένα θηλαστικά, τα οποία έχουν προκαλέσει ζημιές και έξοδα δισεκατομμυρίων δολαρίων προκειμένου να τεθούν υπό έλεγχο. Αναγνωρίζουμε σήμερα, από πολλά άλλα τέτοια παραδείγματα, ότι παρόμοιες εισαγωγές συχνά αποδεικνύονται καταστροφικές με απροσδόκητους τρόπους. Αυτός είναι ο λόγος που, όταν πηγαίνει κανείς στην Αυστραλία ή τις ΗΠΑ ως επισκέπτης, ή κατά την επιστροφή του εάν διαμένει εκεί, μία από τις πρώτες ερωτήσεις που κάνουν οι υπάλληλοι της υπηρεσίας μετανάστευσης είναι εάν μεταφέρει φυτά, σπόρους ή ζώα —ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος να διαφύγουν και να εγκατασταθούν.

Έχουμε πλέον μάθει από άφθονες προγενέστερες εμπειρίες να προβλέπουμε (συχνά, αλλά όχι πάντα) τουλάχιστον τους πιθανούς κινδύνους της εισαγωγής ειδών. Αλλά παραμένει δύσκολο ακόμη και για επαγγελματίες οικολόγους να προβλεφθεί ποια εισαγόμενα είδη όντως θα εγκατασταθούν, ποια από εκείνα που θα πετύχουν να εγκατασταθούν θα αποδειχθούν καταστροφικά και γιατί το ίδιο είδος εγκαθίσταται σε ορισμένους τόπους εισαγωγής και όχι σε άλλους. Συνεπώς, δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι Αυστραλοί του 19ου αιώνα, χωρίς την εμπειρία του 20ού αιώνα σχετικά με τέτοιες καταστροφικές εισαγωγές, δεν κατάφεραν να προβλέψουν τις επιπτώσεις από τα κουνέλια και τις αλεπούδες.

Δίνοντας μεγάλο βάρος στο κυνήγι του θαλάσσιου ίππου, ώστε να εξάγουν φίλντισι στην Ευρώπη, οι Σκανδιναυοί της Γροιλανδίας δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι Σταυροφορίες θα εξαφάνιζαν την αγορά για το φίλντισι του θαλάσσιου ίππου, καθώς θα επέτρεπαν πάλι την πρόσβαση της Ευρώπης στο ασιατικό και αφρικανικό ελεφαντόδοντο ή ότι η αύξηση των πάγων στις θάλασσες θα εμπόδιζε τη ναυτική επικοινωνία με την Ευρώπη. Επιπλέον, καθώς δεν ήταν εδαφολόγοι, οι Μάγια τού Κοπάν δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι η αποδάσωση στις πλαγιές των λόφων θα πυροδοτούσε τη διάβρωση του εδάφους και ότι το χώμα θα παρασυρόταν από τις πλαγιές και θα κατέληγε στον πυθμένα των κοιλάδων.

Αλλά ακόμη και μια προηγούμενη εμπειρία δεν εγγυάται ότι η κοινωνία θα προβλέψει ένα πρόβλημα, εάν η εμπειρία είναι τόσο παλιά ώστε να έχει ξεχαστεί. Τούτο αποτελεί πρόβλημα ιδιαίτερα για μη εγγράμματες κοινωνίες, οι οποίες έχουν μικρότερη ικανότητα από τις εγγράμματες να διατηρούν λεπτομερείς μνήμες γεγονότων από το μακρινό παρελθόν, λόγω των περιορισμών της προφορικής μετάδοσης πληροφοριών σε σχέση με τη γραπτή. Για παράδειγμα, η κοινωνία των Ανασάζι στο Τσάκο Κάνιον επέζησε σε αρκετές ξηρασίες πριν υποκύψει σε μια μεγάλη ξηρασία του 12ου μ.κ.ε. αιώνα.

Αλλά οι προγενέστερες ξηρασίες είχαν παρουσιαστεί πολύ πριν γεννηθεί οποιοσδήποτε Ανασάζι από εκείνους που έπληξε η μεγάλη ξηρασία· έτσι, εκείνη δεν θα μπορούσε να έχει προβλεφθεί, καθώς οι Ανασάζι δεν διέθεταν γραφή. Με τον ίδιο τρόπο, οι Μάγια των βαθυπέδων της Κλασικής Περιόδου υπέκυψαν σε μια ξηρασία τον 9ο αιώνα, μολονότι η περιοχή τους είχε πληγεί ξανά από ξηρασίες αιώνες πριν. Στην προκειμένη περίπτωση, μολονότι οι Μάγια είχαν γραφή, κατέγραφαν έργα βασιλέων και αστρονομικά συμβάντα, και όχι αναφορές για τις καιρικές συνθήκες, οπότε η ξηρασία του 3ου αιώνα δεν βοήθησε τους Μάγια να προβλέψουν την ξηρασία του 9ου αιώνα.

Στις σύγχρονες εγγράμματες κοινωνίες που τα γραπτά τους κείμενα διαπραγματεύονται και άλλα ζητήματα εκτός από βασιλείς και πλανήτες, δεν έπεται απαραίτητα ότι διδασκόμαστε από προηγούμενες καταγεγραμμένες εμπειρίες. Και εμείς επίσης συνηθίζουμε να ξεχνάμε. Για ένα ή δύο χρόνια μετά την έλλειψη βενζίνης κατά την πετρελαϊκή κρίση του Κόλπου το 1973, εμείς οι Αμερικανοί αποφεύγαμε τα βενζινοβόρα αυτοκίνητα, αλλά, κατόπιν, λησμονήσαμε την εμπειρία εκείνη και σήμερα αγκαλιάζουμε τα τετρακίνητα οχήματα ελεύθερου χρόνου, παρά τους τόνους μελάνης που χύθηκε γύρω από τα γεγονότα τού 1973. Όταν η πόλη Τούσον της Αριζόνας δοκιμάστηκε από μια σοβαρή ξηρασία τη δεκαετία τού 1950, οι κάτοικοί της, ανήσυχοι, ορκίστηκαν ότι θα διαχειρίζονταν το νερό τους καλύτερα, αλλά γρήγορα ξαναγύρισαν στις συνήθειές τους της υπερκατανάλωσης νερού, κατασκευάζοντας γήπεδα γκολφ και ποτίζοντας τους κήπους τους.

Συλλογισμός με Λανθασμένες Αναλογίες.

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο μια κοινωνία ίσως δεν μπορέσει να προβλέψει ένα πρόβλημα αφορά το συλλογισμό με λανθασμένες αναλογίες. Όταν βρισκόμαστε σε μια άγνωστη κατάσταση, καταφεύγουμε σε αναλογίες με παλιές οικείες καταστάσεις. Πρόκειται για έναν καλό τρόπο δράσης εάν η παλιά και η νέα κατάσταση είναι όντως ανάλογες, αλλά μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνος εάν μοιάζουν μόνο επιφανειακά. Για παράδειγμα, οι Βίκινγκς που άρχισαν να μεταναστεύουν στην Ισλανδία γύρω στο 870 μ.κ.ε. είχαν έλθει από τη Νορβηγία και τη Βρετανία, οι οποίες έχουν βαριά αργιλώδη χώματα, αλεσμένα από τους παγετώνες.

Ακόμη και αν αυτά τα χώματα απογυμνωθούν από τη βλάστηση που τα καλύπτει, είναι τόσο βαριά ώστε δεν τα παρασύρουν οι άνεμοι. Όταν οι άποικοι Βίκινγκς συνάντησαν στην Ισλανδία πολλά από τα είδη δέντρων της Νορβηγίας και της Βρετανίας, παραπλανήθηκαν από τη φαινομενική ομοιότητα του τοπίου. Δυστυχώς, τα χώματα της Ισλανδίας δεν σχηματίστηκαν από τη δράση των παγετώνων αλλά από την ελαφριά στάχτη ηφαιστειακών εκρήξεων που μετέφεραν οι άνεμοι. Όταν οι Βίκινγκς έκοψαν τα δάση της Ισλανδίας για να δημιουργήσουν βοσκοτόπους για τα ζώα τους, τα ελαφριά χώματα έμειναν εκτεθειμένα στους ανέμους που άρχισαν να τα παρασύρουν πάλι και μεγάλο μέρος των επιφανειακών χωμάτων της Ισλανδίας γρήγορα διαβρώθηκε.

Ένα τραγικό και διάσημο σύγχρονο παράδειγμα συλλογισμού με λανθασμένες αναλογίες αφορά τις γαλλικές στρατιωτικές προετοιμασίες για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά το φρικτό λουτρό αίματος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γαλλία αναγνώρισε τη ζωτική ανάγκη να προστατευθεί από την πιθανότητα άλλης μιας γερμανικής εισβολής. Δυστυχώς, το επιτελείο του γαλλικού στρατού υπέθεσε ότι ο επόμενος πόλεμος θα διεξαγόταν όπως και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, κατά τον οποίο το Δυτικό Μέτωπο μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας είχε καθηλωθεί επί τέσσερα χρόνια σε έναν στατικό πόλεμο χαρακωμάτων.

Αμυντικές δυνάμεις πεζικού που επάνδρωναν περίπλοκα οχυρά μπορούσαν συνήθως να αποκρούουν επιθέσεις πεζικού, ενώ οι επιτιθέμενες δυνάμεις ανέπτυσσαν τα τανκς, που είχαν μόλις εφευρεθεί, σε μεμονωμένες περιπτώσεις και μόνο σε υποστήριξη του επιτιθέμενου πεζικού. Συνεπώς, η Γαλλία κατασκεύασε ένα ακόμη πιο περίπλοκο και δαπανηρό σύστημα οχυρών, τη Γραμμή Μαζινό, για να περιφρουρήσει τα ανατολικά της σύνορα απέναντι στη Γερμανία.

Αλλά το επιτελείο του γερμανικού στρατού, που είχε ηττηθεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναγνώρισε την ανάγκη μιας διαφορετικής στρατηγικής. Χρησιμοποίησε τα τανκς αντί για το πεζικό ως αιχμή των επιθέσεών του, τα συγκέντρωσε σε χωριστές τεθωρακισμένες μεραρχίες, παρέκαμψε τη Γραμμή Μαζινό περνώντας μέσα από δασώδεις εκτάσεις που θεωρούνταν μέχρι τότε ακατάλληλες για τανκς και νίκησε έτσι τη Γαλλία μέσα σε έξι εβδομάδες μόνο. Με τους συλλογισμούς τους βάσει λανθασμένων αναλογιών με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γάλλοι στρατηγοί διέπραξαν ένα συνηθισμένο λάθος: συχνά οι στρατηγοί εκπονούν σχέδια για τον επόμενο πόλεμο σαν να πρόκειται να είναι ίδιος με τον προηγούμενο, ιδιαίτερα εάν ο προηγούμενος πόλεμος ήταν νικηφόρος για τη δική τους πλευρά.

Η δεύτερη στάση στον οδικό μου χάρτη αφορά την ικανότητα ή την ανικανότητα μιας κοινωνίας να αντιληφθεί ένα πρόβλημα όταν όντως έχει αυτό εμφανιστεί, είτε προηγουμένως το προέβλεψε είτε δεν κατάφερε να το προβλέψει. Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις λόγοι για τέτοιες αποτυχίες, όλοι τους συνηθισμένοι στον κόσμο των επιχειρήσεων και τους ακαδημαϊκούς κύκλους.

Πρώτον, η έναρξη κάποιων προβλημάτων είναι κυριολεκτικά ανεπαίσθητη

Για παράδειγμα, οι θρεπτικές ουσίες στις οποίες οφείλεται η γονιμότητα του εδάφους είναι αόρατες διά γυμνού οφθαλμού, και μόνο στη σύγχρονη εποχή έγιναν μετρήσιμες με τη χημική ανάλυση. Στην Αυστραλία, τη Μανγκαρέβα, σε περιοχές στα νοτιοδυτικά των ΗΠΑ και σε πολλές άλλες τοποθεσίες, οι περισσότερες θρεπτικές ουσίες είχαν ήδη παρασυρθεί από τις βροχές πριν από την εγκατάσταση του ανθρώπου. Όταν έφτασαν οι άνθρωποι και άρχισαν να καλλιεργούν τη γη, οι θρεπτικές ουσίες που απέμεναν εξαντλήθηκαν γρήγορα, με αποτέλεσμα την αποτυχία των καλλιεργειών. Εντούτοις, τέτοια εδάφη φτωχά σε θρεπτικές ουσίες έχουν συχνά βλάστηση με πλούσια εμφάνιση· εκείνο που συμβαίνει είναι ότι οι περισσότερες θρεπτικές ουσίες του οικοσυστήματος περιέχονται στη βλάστηση και όχι στο έδαφος, οπότε χάνονται εάν κάποιος αφαιρέσει τη βλάστηση.

Οι πρώτοι άποικοι της Αυστραλίας και της Μανγκαρέβα δεν είχαν κανέναν τρόπο να αντιληφθούν τούτο το πρόβλημα εξάντλησης των θρεπτικών ουσιών του εδάφους -ούτε οι αγρότες σε περιοχές με άλατα στο υπέδαφος (όπως στην ανατολική Μοντάνα και σε τμήματα της Αυστραλίας και της Μεσοποταμίας) είχαν τρόπο να αντιληφθούν την έναρξη της αλάτωσης- ούτε θα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί τον τοξικό χαλκό και τα οξέα που ήταν διαλυμένα στα απόνερα των ορυχείων με θειούχα κοιτάσματα.

ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΕΔΙΟΥ

Μια άλλη συχνή αιτία της αδυναμίας να γίνει αντιληπτό ένα πρόβλημα μετά την ανάδυσή του είναι ότι οι ιθύνοντες μπορεί να βρίσκονται πολύ μακριά, κατάσταση πιθανή σε κάθε μεγάλη κοινωνία ή επιχείρηση. Για παράδειγμα, η μεγαλύτερη ιδιωτική εταιρεία ξυλείας και ιδιοκτησίας γης σήμερα στη Μοντάνα δεν έχει τη βάση της μέσα στην Πολιτεία αλλά σε απόσταση 645 χιλιομέτρων, στο Σιάτλ της Πολιτείας τής Ουάσινγκτον.

Καθώς δεν βρίσκονται επί τόπου, τα στελέχη της εταιρείας πιθανόν να μην αντιληφθούν ότι έχουν ένα μεγάλο πρόβλημα στη δασική τους περιουσία εξαιτίας των ζιζανίων. Οι επιχειρήσεις που διοικούνται σωστά αποφεύγουν τέτοιες εκπλήξεις στέλνοντας ανά διαστήματα στελέχη τους «επί του πεδίου» για να παρατηρήσουν τι πραγματικά συμβαίνει· έτσι και ένας ψηλός φίλος μου, που ήταν πρόεδρος κολεγίου, έκανε τακτική εξάσκηση με τους μαθητές του σχολείου του στα γήπεδα του μπάσκετ, ώστε να παραμένει ενήμερος σχετικά με τον τρόπο σκέψης των μαθητών.

Το αντίθετο της αποτυχίας λόγω απομακρυσμένων στελεχών είναι η επιτυχία λόγω επιτόπιας παρουσίας τους. Ένας από τους λόγους που οι Τικοπιανοί στο μικροσκοπικό τους νησί και οι κάτοικοι των Υψιπέδων της Νέας Γουινέας στις κοιλάδες τους διαχειρίζονται με επιτυχία τους πόρους τους επί 1.000 και πλέον χρόνια έγκειται στο ότι όλοι στο νησί ή στην κοιλάδα είναι εξοικειωμένοι με το σύνολο των εδαφών από τα οποία εξαρτάται η κοινωνία τους.

Ίσως η πιο κοινή περίπτωση στην οποία οι κοινωνίες δεν αντιλαμβάνονται ένα πρόβλημα είναι όταν αυτό παίρνει τη μορφή μιας ανεπαίσθητης τάσης που επισκιάζεται από μεγάλες διακυμάνσεις. Το κυριότερο παράδειγμα στη σύγχρονη εποχή είναι η παγκόσμια θέρμανση. Συνειδητοποιούμε σήμερα ότι οι θερμοκρασίες αυξάνονται παγκοσμίως με αργούς ρυθμούς τις τελευταίες δεκαετίες, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας ατμοσφαιρικών αλλαγών. Εντούτοις, δεν πρόκειται για περίπτωση όπου το κλίμα είναι κάθε χρόνο ακριβώς 0,01 βαθμούς θερμότερο από τον προηγούμενο χρόνο. Απεναντίας, όπως όλοι γνωρίζουμε, το κλίμα κυμαίνεται ακανόνιστα από χρόνο σε χρόνο: ένα καλοκαίρι είναι 3 βαθμούς θερμότερο από το προηγούμενο, ύστερα το επόμενο καλοκαίρι είναι 2 βαθμούς πάνω, το επόμενο είναι 4 βαθμούς κάτω, άλλον 1 βαθμό κάτω το επόμενο, κατόπιν 5 βαθμούς πάνω κ.λπ.

Με τέτοιες μεγάλες και απρόβλεπτες διακυμάνσεις, χρειάστηκε πολύς χρόνος για να διακριθεί η μέση ανοδική τάση των 0,01 βαθμών ετησίως μέσα στο θόρυβο του σήματος. Αυτός είναι ο λόγος που οι περισσότεροι επαγγελματίες κλιματολόγοι, οι οποίοι προηγουμένως ήταν σκεπτικιστές σχετικά με την πραγματικότητα της παγκόσμιας θέρμανσης, πείστηκαν μόλις πριν από λίγα χρόνια. Τη στιγμή, πάντως, που έγραφα τούτες τις γραμμές, ο πρόεδρος Μπους των ΗΠΑ δεν είχε πειστεί και θεωρούσε ότι χρειαζόμαστε περισσότερη έρευνα. Οι μεσαιωνικοί Γροιλανδοί είχαν την ίδια δυσκολία να αναγνωρίσουν ότι το κλίμα τους γινόταν βαθμιαία ψυχρότερο, ενώ οι Μάγια και οι Ανασάζι αδυνατούσαν να διακρίνουν ότι το δικό τους γινόταν ξηρότερο.

ΕΡΠΟΥΣΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ

Οι πολιτικοί χρησιμοποιούν τον όρο «έρπουσα κανονικότητα» όταν αναφέρονται σε τέτοιου είδους αργή τάση που καλύπτεται από το θόρυβο των διακυμάνσεων. Εάν η οικονομία, τα σχολεία, η κυκλοφοριακή συμφόρηση ή οτιδήποτε άλλο επιδεινώνεται αργά, δύσκολα θα αναγνωρίσουμε ότι ο επόμενος χρόνος είναι κατά μέσον όρο ελαφρώς χειρότερος από τον προηγούμενο, οπότε το βασικό μέτρο για το τι συνιστά «κανονικότητα» μετατοπίζεται βαθμιαία και ανεπαίσθητα. Πιθανόν να χρειαστούν μερικές δεκαετίες με μια μακρά σειρά τέτοιων ελαφριών αλλαγών από χρόνο σε χρόνο πριν αντιληφθούν οι άνθρωποι, ξαφνιασμένοι, ότι οι συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες πριν από αρκετές δεκαετίες και ότι εκείνο που γίνεται δεκτό ως κανονικότητα έχει ολισθήσει προς τα κάτω.

ΑΜΝΗΣΙΑ ΤΟΠΙΟΥ

Ένας άλλος όρος σχετικός με την έρπουσα κανονικότητα είναι η «αμνησία τοπίου»: λησμονούμε πόσο διαφορετικό ήταν το τοπίο που μας περιβάλλει πριν από πενήντα χρόνια, διότι η αλλαγή από χρόνο σε χρόνο έγινε με πολύ αργούς ρυθμούς. Ένα παράδειγμα αφορά την τήξη των παγετώνων και των χιονισμένων εκτάσεων της Μοντάνα που προκλήθηκε από την παγκόσμια θέρμανση. Αφού πέρασα ως έφηβος τα καλοκαίρια τού 1953 και του 1956 στη Λεκάνη τού Μπιγκ Χόουλ τής Μοντάνα, δεν επέστρεψα εκεί παρά μόνο σαράντα δύο χρόνια αργότερα, το 1998, όταν άρχισα να πηγαίνω κάθε χρόνο. Μερικές από τις ζωντανές μνήμες της εφηβείας μου για το Μπιγκ Χόουλ ήταν το χιόνι που σκέπαζε τις μακρινές βουνοκορφές ακόμη και στα μέσα του καλοκαιριού, η αίσθηση που μου δημιουργούσε ότι μια λευκή λωρίδα χαμηλά στον ουρανό περικυκλώνει τη λεκάνη και η ανάμνηση της εκδρομής ενός σαββατοκύριακου όταν δύο φίλοι μου και εγώ σκαρφαλώσαμε μέχρι τη μαγική εκείνη λωρίδα χιονιού.

Καθώς δεν είχα ζήσει τις διακυμάνσεις και τη βαθμιαία ελάττωση του θερινού χιονιού στα σαράντα δύο χρόνια που μεσολάβησαν, ξαφνιάστηκα και στενοχωρήθηκα όταν, επιστρέφοντας στο Μπιγκ Χόουλ το 1998, είδα ότι η λωρίδα είχε σχεδόν εξαφανιστεί, ενώ το 2001 και το 2003 είχε λιώσει εντελώς. Όταν ρώτησα τους φίλους μου που έμεναν στη Μοντάνα, είχαν λιγότερη επίγνωση της αλλαγής, ασυνείδητα συνέκριναν τη λωρίδα (ή την έλλειψή της) με τα λίγα προηγούμενα χρόνια.

Η έρπουσα κανονικότητα ή αμνησία τοπίου τούς δυσκόλευε περισσότερο από εμένα να θυμηθούν πώς ήταν οι συνθήκες τη δεκαετία τού 1950. Τέτοιες εμπειρίες είναι σημαντική αιτία της αδυναμίας των ανθρώπων να παρατηρήσουν ένα αναπτυσσόμενο πρόβλημα πριν είναι πολύ αργά.

Υποπτεύομαι ότι η αμνησία τοπίου ήταν ένα μέρος της απάντησης στο ερώτημα των σπουδαστών μου στο UCLA «Τι έλεγε ο κάτοικος του Νησιού τού Πάσχα που έκοψε τον τελευταίο φοίνικα όταν το έκανε;». Φανταζόμαστε ασυνείδητα μια απότομη αλλαγή: τον ένα χρόνο, το νησί καλύπτεται ακόμα από ένα δάσος με ψηλούς φοίνικες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κρασιού, φρούτων και ξυλείας για τη μεταφορά και την ανέγερση αγαλμάτων- τον επόμενο χρόνο, έχει απομείνει μόνο ένα δέντρο, το οποίο κόβει ένας νησιώτης σε μια πράξη απίστευτα αυτοκαταστροφικής ανοησίας.

Πολύ πιθανότερο, ωστόσο, είναι ότι οι αλλαγές στα δάση από χρόνο σε χρόνο ήταν σχεδόν αδιόρατες. Ναι, τούτο το χρόνο κόψαμε λίγα δέντρα εκεί, αλλά αρχίζουν πάλι να φυτρώνουν βλαστάρια εδώ σε τούτο τον εγκαταλελειμμένο κήπο. Μόνο οι γηραιότεροι νησιώτες, που αναλογίζονταν την παιδική τους ηλικία πριν από δεκαετίες, θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν μια διαφορά. Τα παιδιά τους δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν τα παραμύθια των γονέων τους για ένα δάσος με ψηλά δέντρα, περισσότερο από όσο οι δεκαεπτάχρονοι γιοι μου μπορούν σήμερα να καταλάβουν όσα η γυναίκα μου και εγώ εξιστορούμε για το πώς ήταν το Λος Άντζελες πριν από σαράντα χρόνια.

Βαθμιαία, τα δέντρα του Νησιού τού Πάσχα έγιναν λιγότερα, μικρότερα και λιγότερο σημαντικά. Την εποχή που ο τελευταίος ώριμος καρποφόρος φοίνικας κόπηκε, είχε ήδη πάψει από καιρό να έχει οποιαδήποτε οικονομική σημασία.Έτσι έμενε να κόβονται κάθε χρόνο απλώς τα όλο και μικρότερα βλαστάρια φοίνικα, μαζί με άλλους θάμνους και δενδρύλλια. Κανείς δεν θα είχε παρατηρήσει ότι το τελευταίο μικρό βλαστάρι φοίνικα έπεσε. Μέχρι τότε, η μνήμη του πολύτιμου φοινικοδάσους πριν από αιώνες είχε υποκύψει στην αμνησία τοπίου. Αντιστρόφως, η ταχύτητα με την οποία επεκτάθηκε η αποδάσωση στην Ιαπωνία της πρώιμης Περιόδου Τοκουγκάβα διευκόλυνε τους σογκούν της να αναγνωρίσουν τις αλλαγές στο τοπίο και την ανάγκη για προληπτική δράση.

ΚΑΜΙΑ ΔΡΑΣΗ

ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ = ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

Η τρίτη στάση στον οδικό μου χάρτη των αποτυχιών είναι η πιο συχνή, η πιο εκπληκτική και εκείνη η οποία απαιτεί τη μεγαλύτερη συζήτηση, καθώς εμφανίζεται με ευρύτατη ποικιλία μορφών. Αντίθετα με ότι θα περίμενε ο Joseph Tainter και κάθε άλλος σχεδόν, διαπιστώνεται ότι οι κοινωνίες συχνά δεν επιχειρούν καν να λύσουν ένα πρόβλημα από τη στιγμή που αυτό γίνεται αντιληπτό.

Πολλοί από τους λόγους μιας τέτοιας αποτυχίας εμπίπτουν σε ό,τι οι οικονομολόγοι και άλλοι κοινωνικοί επιστήμονες ονομάζουν «ορθολογική συμπεριφορά», η οποία προκύπτει από τη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ ανθρώπων. Δηλαδή, μερικοί άνθρωποι μπορεί να υπολογίζουν -σωστά- ότι μπορούν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους με συμπεριφορά που βλάπτει άλλους ανθρώπους. Οι επιστήμονες ονομάζουν μια τέτοια συμπεριφορά «ορθολογική» ακριβώς επειδή η συλλογιστική της είναι ορθή, έστω και αν μπορεί να κριθεί ηθικά κατακριτέα.

Οι δράστες γνωρίζουν ότι συχνά η κακή τους συμπεριφορά θα μείνει ατιμώρητη, ιδιαίτερα εάν δεν υπάρχει νόμος που να την απαγορεύει ή εάν ο νόμος δεν εφαρμόζεται αποτελεσματικά. Αισθάνονται ασφαλείς, διότι συνήθως είναι συγκεντρωμένοι σε μικρούς αριθμούς και έχουν ένα ισχυρό κίνητρο: την προοπτική να δρέψουν μεγάλα, σίγουρα και άμεσα κέρδη, ενώ οι ζημιές διαχέονται σε μεγάλους αριθμούς ανθρώπων. Τούτο δεν αποτελεί κίνητρο για τους χαμένους ώστε να κάνουν τον κόπο να αντιπαλέψουν, διότι το κόστος για τον κάθε χαμένο θα είναι μικρό, ενώ λίγο, αβέβαιο και όχι άμεσο θα είναι το κέρδος του ακόμη και αν αποτινάξει με επιτυχία την αρπάγη της μειοψηφίας.

Ένα παράδειγμα είναι οι επονομαζόμενες παράλογες επιδοτήσεις, τα μεγάλα χρηματικά ποσά που πληρώνουν οι κυβερνήσεις για να στηρίξουν βιομηχανίες οι οποίες χωρίς τις επιδοτήσεις θα ήταν αντιοικονομικές. Τέτοια είναι πολλά ιχθυοτροφεία, η παραγωγή ζάχαρης στις ΗΠΑ και η βαμβακοκαλλιέργεια στην Αυστραλία (η οποία επιδοτείται έμμεσα, καθώς η κυβέρνηση επωμίζεται το κόστος του νερού για την άρδευση).

Οι σχετικά λίγοι ψαράδες και καλλιεργητές ασκούν πίεση πεισματικά για τις επιδοτήσεις οι οποίες αντιπροσωπεύουν μεγάλο μέρος του εισοδήματος τους, ενώ οι χαμένοι (όλοι οι φορολογούμενοι) δεν αντιδρούν εξίσου ενεργητικά, εφόσον η επιδότηση χρηματοδοτείται με ένα μικρό μόνο εκ μέρους τους χρηματικό ποσό, κρυμμένο στο φόρο που καταβάλλει κάθε πολίτης.

Μέτρα τα οποία ευνοούν μια μικρή μειοψηφία εις βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας είναι ιδιαίτερα πιθανόν να απαντούν σε ορισμένους τύπους δημοκρατίας που δίνουν «ρυθμιστική εξουσία» σε κάποιες μικρές ομάδες: λόγου χάρη, γερουσιαστές από μικρές πολιτείες στη Γερουσία των ΗΠΑ ή μικρά θρησκευτικά κόμματα τα οποία καθορίζουν συχνά το συσχετισμό δυνάμεων στο Ισραήλ, σε βαθμό που κάτι ανάλογο θα ήταν σχεδόν αδύνατο στο κοινοβουλευτικό σύστημα της Ολλανδίας.

Ένας συχνός τύπος ορθολογικής κακής συμπεριφοράς είναι το «καλό για μένα, κακό για σένα και για κάθε άλλον» -για να το πούμε καθαρά, η εγωιστική συμπεριφορά. Ένα απλό παράδειγμα είναι το εξής: οι περισσότεροι ψαράδες τής Μοντάνα ψαρεύουν πέστροφες. Λίγοι ψαράδες που προτιμούν να ψαρεύουν λούτσους, ένα μεγαλύτερο σαρκοβόρο ψάρι το οποίο δεν ενδημεί στη δυτική Μοντάνα, εισήγαγαν λαθραία και παράνομα λούτσους σε μερικές λίμνες και ποταμούς της δυτικής Μοντάνα· το αποτέλεσμα ήταν να καταστραφεί η αλιεία της πέστροφας, καθώς όλες εξολοθρεύθηκαν. Αυτό ήταν καλό για τους λίγους ψαράδες λούτσου και κακό για τους πολύ περισσότερους ψαράδες πέστροφας.

Ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο δημιουργούνται περισσότεροι χαμένοι και μεγαλύτερες χρηματικές ζημιές είναι το εξής: Μέχρι το 1971, όταν οι εξορυκτικές εταιρείες στη Μοντάνα έκλειναν ένα ορυχείο, το εγκατέλειπαν απλώς, αφήνοντας το χαλκό, το αρσενικό και τα οξέα να διαρρέουν στους ποταμούς, διότι η Πολιτεία τής Μοντάνα δεν είχε κανένα νόμο που να υποχρεώνει τις εταιρείες να καθαρίσουν τα ορυχεία μετά το κλείσιμό τους. Το 1971, η Πολιτεία τής Μοντάνα υιοθέτησε έναν τέτοιο νόμο, αλλά οι εταιρείες ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να εξορύξουν το πολύτιμο μετάλλευμα και μετά να κηρύξουν απλώς χρεοκοπία, πριν υποβληθούν στα έξοδα του καθαρισμού.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα κόστος περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων για τον καθαρισμό, το οποίο έπρεπε να επωμιστούν οι πολίτες τής Μοντάνα και των ΗΠΑ. Τα διευθυντικά στελέχη των εταιρειών εξόρυξης είχαν αντιληφθεί σωστά ότι ο νόμος τούς επέτρεπε να εξοικονομήσουν χρήματα για λογαριασμό των εταιρειών τους και να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα με δώρα και υψηλούς μισθούς, προκαλώντας αναστάτωση και ρύπανση και αφήνοντας τα βάρη στην κοινωνία. Θα μπορούσαν να αναφερθούν αμέτρητα άλλα παραδείγματα τέτοιας συμπεριφοράς στον κόσμο των επιχειρήσεων, αλλά δεν είναι τόσο γενικευμένη όσο υποψιάζονται κάποιοι κυνικοί.

ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ ΠΟΡΩΝ

Μια ιδιαίτερη μορφή σύγκρουσης συμφερόντων έχει γίνει πολύ γνωστή με το όνομα τραγωδία των κοινόχρηστων πόρων, που με τη σειρά της συνδέεται στενά με τις αντιπαραθέσεις οι οποίες ονομάζονται «το δίλημμα του φυλακισμένου» και «η λογική της συλλογικής δράσης». Ας θεωρήσουμε μια κατάσταση στην οποία πολλοί καταναλωτές εκμεταλλεύονται έναν πόρο κοινής ιδιοκτησίας, όπως όταν οι ψαράδες αλιεύουν ψάρια σε μια περιοχή του ωκεανού ή όταν οι βοσκοί βόσκουν τα πρόβατά τους σε ένα κοινοτικό λιβάδι. Εάν όλοι υπερεκμεταλλεύονται τον πόρο, αυτός θα εξαντληθεί λόγω υπερβολικής αλιείας ή βόσκησης, οπότε θα παρακμάσει ή θα εξαφανιστεί και όλοι οι καταναλωτές θα υποφέρουν.

Συνεπώς, θα ήταν κοινό συμφέρον όλων των καταναλωτών να αυτοσυγκρατηθούν και να αποφύγουν την υπερεκμετάλλευση. Αλλά στο βαθμό που δεν υπάρχει αποτελεσματική ρύθμιση της εκμετάλλευσης η οποία αντιστοιχεί στον κάθε καταναλωτή [και φυσικά καθόλου λογική] τότε ο καθένας θα σκεφθεί ότι «Εάν δεν πιάσω αυτά τα ψάρια, ή εάν δεν αφήσω τα πρόβατά μου να βοσκήσουν σε εκείνο το γρασίδι, κάποιοι άλλοι ψαράδες ή βοσκοί θα το κάνουν ούτως ή άλλως, οπότε δεν έχει νόημα να αποφύγω την υπερβολική αλίευση ή βόσκηση».

Η σωστή ορθολογική συμπεριφορά στην περίπτωση αυτή είναι να αποκομίσει κανείς οφέλη πριν μπορέσει να το κάνει ο επόμενος καταναλωτής, έστω και αν το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η καταστροφή του κοινόχρηστου πόρου εις βάρος όλων ανεξαιρέτως των καταναλωτών. Στην πραγματικότητα, μολονότι η ανωτέρω λογική έχει οδηγήσει σε υπερεκμετάλλευση και καταστροφή πολλών κοινόχρηστων πόρων, άλλοι έχουν διατηρηθεί σε συνθήκες εκμετάλλευσης επί εκατοντάδες, ακόμη και χιλιάδες χρόνια.

Μερικά από τα δυσάρεστα αποτελέσματα είναι η υπερεκμετάλλευση και κατάρρευση των περισσότερων μεγάλων θαλάσσιων αλιευτικών πεδίων, καθώς και η εξολόθρευση μεγάλου μέρους της μεγαπανίδας (μεγάλα θηλαστικά, πτηνά και ερπετά) σε κάθε νησί ή ήπειρο όπου εγκαταστάθηκαν άνθρωποι για πρώτη φορά, μέσα στα τελευταία 50.000 χρόνια.

Μια προφανής λύση είναι να επέμβει η κυβέρνηση ή κάποια άλλη εξωτερική δύναμη -με ή χωρίς την πρόσκληση των καταναλωτών- και να επιβάλει ποσοστώσεις, όπως έκαναν σχετικά με την υλοτόμηση οι Σογκούν και οι Νταιμιο στην Ιαπωνία των Τοκουγκάβα, οι Αυτοκράτορες Ίνκας στις Άνδεις και οι πρίγκιπες και πλούσιοι γαιοκτήμονες στη Γερμανία του 16ου αιώνα. Εντούτοις, αυτό δεν είναι πρακτικό σε ορισμένες περιπτώσεις (για παράδειγμα, στον ανοικτό ωκεανό) και συνεπάγεται υπέρογκο κόστος διαχείρισης και αστυνόμευσης σε άλλες περιπτώσεις.

Μια δεύτερη λύση είναι η ιδιωτικοποίηση του πόρου, η διαίρεσή του δηλαδή σε ατομικά ιδιόκτητα τεμάχια όπου κάθε ιδιοκτήτης θα έχει ένα κίνητρο για τη συνετή διαχείριση των συμφερόντων του. Αυτή η πρακτική εφαρμόστηκε σε κάποια δάση της Ιαπωνίας των Τοκουγκάβα τα οποία ανήκαν σε χωριά. Και πάλι όμως, κάποιοι πόροι (όπως τα αποδημητικά ζώα και ψάρια) είναι αδύνατο να υποδιαιρεθούν, ενώ ο αποκλεισμός των παρεισάκτων ίσως αποδειχθεί ακόμη δυσκολότερος για τους μεμονωμένους ιδιοκτήτες από όσο είναι για την ακτοφυλακή ή την αστυνομία μιας κυβέρνησης.

Η τελευταία λύση στην τραγωδία των κοινόχρηστων πόρων είναι η αναγνώριση από τους καταναλωτές των κοινών τους συμφερόντων και ο σχεδιασμός, η συμμόρφωση και η επιβολή συνετών ποσοστώσεων εκμετάλλευσης από τους ίδιους. Τούτο είναι πιθανόν να συμβεί μόνο εάν ικανοποιείται μια ολόκληρη σειρά προϋποθέσεων: εάν οι καταναλωτές σχηματίζουν ομοιογενή ομάδα· εάν έχουν μάθει να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο και να επικοινωνούν μεταξύ τους· εάν προσβλέπουν σε ένα κοινό μέλλον και προσδοκούν να κληροδοτήσουν τον πόρο στους κληρονόμους τους· εάν είναι ικανοί να οργανωθούν και να αστυνομεύονται οι ίδιοι και εάν τους επιτρέπεται να το κάνουν· τέλος, εάν τα όρια του πόρου και της ομάδας των καταναλωτών είναι καλώς ορισμένα.

Ένα καλό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση των δικαιωμάτων στο νερό για άρδευση στη Μοντάνα. Μολονότι η κατανομή εκείνων των δικαιωμάτων έχει κατοχυρωθεί με νόμο, οι ραντσέρηδες σήμερα υπακούουν κυρίως στον επίτροπο που έχει την ευθύνη του νερού και τον οποίο εκλέγουν οι ίδιοι, οπότε δεν φέρνουν πλέον τις αντιδικίες τους στα δικαστήρια. Άλλα τέτοια παραδείγματα ομοιογενών ομάδων, οι οποίες διαχειρίζονται συνετά τους πόρους που προσδοκούν να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους, είναι οι κάτοικοι του νησιού Τικόπια, οι ορεσίβιοι της Νέας Γουινέας, τα μέλη των ινδικών καστών και άλλες ομάδες.

Εκείνες οι μικρές ομάδες, μαζί με τις μεγαλύτερες ομάδες που συνιστούσαν οι Ισλανδοί και οι Ιάπωνες της Περιόδου Τοκουγκάβα, είχαν ως επιπλέον κίνητρο για την επίτευξη συμφωνίας την ουσιαστική απομόνωσή τους: ήταν προφανές σε ολόκληρη την ομάδα ότι έπρεπε να επιβιώσει στο ορατό μέλλον με τα δικά της μόνο μέσα. Τέτοιες ομάδες ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να προβάλουν τη συχνή δικαιολογία που αποτελεί συνταγή κακοδιαχείρισης: «Δεν είναι δικό μου πρόβλημα, αλλά κάποιου άλλου».

Τι σημαίνει η αρχαία Ελληνική φράση: «Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων»;

Δεν γνωρίζω καμία καλλίτερη σύνδεση της έννοιας και της ιδέας με τα πράγματα από αυτή που επιτυγχάνεται στη Σωκρατική Απολογία.

Εκεί ο μέγας Αθηναίος σοφός αναφέρει ότι όλες οι έννοιες υπάρχουν επειδή αντιστοιχούν σε πρόσωπα και πράγματα, σε κοινωνικές καταστάσεις. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με την έννοια της αριστείας-η οποία αποδεικνύει(όχι μόνο αυτή βέβαια)πόσο έχουμε απομακρυνθεί και λησμονήσει τα ιερά και τα ιδεώδη της πηγής μας, του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Αναφέρεται λοιπόν ρητά στον Όμηρο: «αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων, μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμεν» (Ιλιάδα,Ζ,208).

Σε ελεύθερη μετάφραση θα σημειώναμε: «Πάντα να αριστεύεις, να ξεπερνάς τους άλλους, να τιμάς το πατρικό γένος που ανήκεις». Η αθάνατος αυτή Ομηρική κληρονομιά καθοδήγησε γενεές Ελλήνων σε έργα θαυμαστά και αξιοπρόσεκτα, μέχρι τις ημέρες μας, όσο και αν η δήθεν προλεταριακή ισότητα, αναπόδεικτη και αυθαίρετη επιδιώκει την μετριότητα και την άλογη εξισορρόπηση προσώπων και καταστάσεων.

Γιατί όμως ο Όμηρος ο Ποιητής (γενικά ο Ελληνικός πολιτισμός) δημιούργησε την έννοια της αριστείας, πώς τελικά η αριστεία ερμηνεύεται; Πριν να προχωρήσουμε θα ήθελα να παραπέμψω σε ανακοίνωση του 1ου Γυμνασίου Κιλκίς όπου επαινείται μαθητής του σχολείου ο οποίος αρίστευσε σε μαθητικό μαθηματικό διαγωνισμό. Η υπερηφάνεια και η ικανοποίηση διακατέχουν και τους γονείς αλλά και τους καθηγητές. Η αριστεία ξεχωρίζει προς τα πάνω το πρόσωπο, αλλά κυρίως συμπαρασύρει μιμητικά και τους υπολοίπους συνανθρώπους και αυτοί με τη σειρά τους να δημιουργήσουν και να διακριθούν. Η Σωκρατική «μύγα» της αριστείας αποτελεί κίνητρο προόδου και εξέλιξης, μέσα στον Ηρακλείτειο κόσμο εξάλλου η έννοια της άλογης ισότητας και ομοιότητος είναι παντελώς άγνωστη τη στιγμή που όλα γίγνονται και προοδεύουν προς το Τέλειο. Τέλος πάντων ας υπενθυμίσουμε εδώ ολόκληρο το Ομηρικό χωρίο προκειμένου να θυμηθούμε τον ξεχασμένο δυστυχώς κόσμο των Ομηρικών ηρώων και το διηνεκές όνειρο του Ολύμπου: «Ο Ιππόλοχος εγέννησεν εμέ ,και αυτός στην Τροίαν μ΄ έστειλε και πολύ θερμά μου είχε παραγγείλει πάντοτε μέγας να φανώ και των ανδρείων πρώτος, και ως πρέπει των πατέρων μας το γένος μας να τιμήσω, που έλαμψαν στην Έφυραν και στην πλατιά Λυκίαν».

Ο Όμηρος δεν ξεχνιέται στην ύλη και στη γή-αρρώστια η οποία βαριά έχει χτυπήσει το σημερινό νεοέλληνα-αλλά διαμοίρασε τον κόσμο ανάμεσα στον Όλυμπο(χώρα των θεών)στη γή (χώρα των ηρώων)και στον Άδη(χώρα των ψυχών).Ο σκοπός του ήρωα είναι όχι απλά η επιβίωση αλλά η ανάπτυξη όλων εκείνων των ιδεών και αξιών που αναβιβάζουν τον άνθρωπο στο χώρο των θεών. Το πρότυπο του ήρωα δημιούργησε τον Έλληνα άριστο άνθρωπο, αυτόν που μέσα στην τραγωδία όρθιος αντιμετώπισε το χάος, αυτόν που στο πρόσωπο του Μεγάλου Αλεξάνδρου μετέδωσε παντού το Λόγο. Η αριστεία είναι κλασσική και καθολική έννοια, αφορά όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν αρέσκονται στο σήμερα και στο εύκολο αλλά αναζητούν το ξεχωριστό, τις κορυφές του πνεύματος και του ήθους προκειμένου να αναπτύξουν τον εαυτό τους, τα ταλέντα τους, τον κόσμο που ζούν. Ο κεραυνός του Δία διαπερνούσε ως δύναμη τους ομηρικούς ήρωες οι οποίοι έθεταν πάντα σκοπό την πορεία, την αυτογνωσία και την τελείωση, του εαυτού τους και του κόσμου τους.

Το μεγάλο λάθος που γίνεται με την έννοια της αριστείας(όχι μόνο βέβαια με αυτή την έννοια)είναι ότι αποτελεί αντικείμενο υιοθέτησης από την αριστερά ιδεοληψία ,η οποία κατά το συνήθη της τρόπο την διαστρεβλώνει και την καταστρέφει ηθελημένα(όπως κάνει με μύριες άλλες έννοιες).Η αριστεία αφορά το γόνο πλουσιωτάτης οικογένειας όσο και το γόνο φτωχοτάτης οικογένειας. Αφορά τον άνθρωπο της πόλης όσο και τον άνθρωπο της υπαίθρου. Αφορά όλους τους ανθρώπους, όσους τέλος πάντων πάρουν την απόφαση να αναπτύξουν τα ταλέντα τους στον τομέα τους, εξελίσσοντας το ζωτικό τους χώρο και όχι μόνο. Η μερικοποίηση της έννοιας τη θανατώνει, η αριστεία είναι ό,τι χρειάζεται ο κόσμος προκειμένου όλοι οι άνθρωποι να αυτοαναπτυχθούν σε υψηλό βαθμό ώστε ο πλανήτης να ανήκει στους αξίους και όχι στους ραθύμους γόνους πλουσίων ανέργων οι οποίοι λόγω και μόνο της καταγωγής καθορίζουν και τις μοίρες της πατρίδος μας.

Το πρόβλημα βέβαια επιτείνεται από την αντιφιλοσοφική στάση και χαρακτήρα του σημερινού σχολείου. Βέβαια όπως ήδη είπαμε η έννοια της αριστείας ξεκινά από τον κόσμο των ιδεών προχωρεί προς τη φύση και καταλήγει στον άνθρωπο. Ο Πλάτων υποστήριξε ότι «μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω μοι την πύλην», κανείς αμόρφωτος δεν πρέπει να προχωρεί προς την ακαδημία του, η οποία ήταν πρότυπη και για αρίστους διότι μετείχε της σοφίας του αγαθού(όλοι όμως χωρούσαν αρκεί να προχωρούσαν συνειδησιακά, το πρόβλημα δεν είναι τα πρότυπα σχολεία (τα οποία αναμφίβολα και χρειάζονται όπως χρειάζονται και τα αγροτικά και ναυτικά και γεωργικά σχολεία) αλλά η δυνατότητα των ανθρώπων να αριστεύσουν μέσα από το γνώθι σε' αυτόν).

Το πρόβλημα λοιπόν επιτείνεται όπως ήδη είπαμε από το μονολιθικό σημερινό σχολείο, όπου ο διαχωρισμός ανάμεσα σε καλούς και κακούς μαθητές είναι άλογος, ανεπίκαιρος, αντιεπιστημονικός αλλά πάντα ζωντανός. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί μαθητές αλλά μαθητές πολλών και διαφορετικών δεξιοτήτων. Όπως είπαμε χρειάζεται εκείνο το πρότυπο και αριστείας πειραματικό σχολείο προκειμένου το Ελληνικό κράτος να υλοποιήσει όλα αυτά που ξέρει ότι απαιτεί η σύγχρονη βιβλιογραφία και η εκπαιδευτική δεοντολογία.

Χρειάζονται τα πρότυπα σχολεία αριστείας ώστε εκεί για πρώτη φορά να εφαρμοσθεί λεκτική βαθμολογία, αφού καταργηθεί η γνωστή κλίμακα μέχρι το 20. Σε αυτά τα σχολεία ας γίνουν τμήματα 10 μαθητών όπου όλες οι δεξιότητες θα ικανοποιούνται και θα διδάσκονται δημιουργώντας λογοτέχνες, ζωγράφους, ηθοποιούς, ιατρούς, δικηγόρους, ευτυχισμένους ανθρώπους. Μέσα από τα πρότυπα σχολεία αριστείας ας καταργηθούν οι πανελλαδικές και οι μαθητές γνωσιολογικά εφοδιασμένοι να εισάγονται με συνέντευξη σε πανεπιστήμια τα οποία θα είναι σοβαρά και αυστηρά(ώστε εκεί να εξαντλείται σταδιακά η μαθησιακή σκληρότητα και απαιτητικότητα και όχι σε 18χρονα παιδιά).

Σταδιακά όλη η εμπειρία από τα πρότυπα πειραματικά σχολεία αριστείας θα μεταφέρεται σε όλα τα σχολεία, όλοι οι μαθητές αναλόγως των ταλέντων τους και της μαθησιακής διαφορετικότητάς του μπορεί αποφασιστικά να καθοδηγηθούν και να ωφεληθούν από όσα ξεκίνησαν μέσα από τα σχολεία αριστείας.

Επαναλαμβάνουμε ότι τα σχολεία αριστείας χρειάζονται, όπως χρειάζονται τα άριστα πανεπιστήμια, οι άριστες ακαδημίες ποδοσφαίρου, οι άριστες πράξεις και οι άριστες σκέψεις. Η αριστεία, ο ηρωϊσμός στη ζωή μας, ως τάση προόδου και εξέλιξης είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία. Όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, αυτό που τους καταξιώνει είναι η αρίστευση και η ανάπτυξη των ταλέντων και των ικανοτήτων. Μόνον μέσα από το ιδανικό της αριστείας θα επικρατήσουν οι άξιοι και ίσως χτυπηθεί το καταστρεπτικό νεποτιστικό ρουσφέτι. Εννοείται ότι κάλλιστα θα μπορούσαν όλα τα σχολεία να είναι χώροι αριστείας μέσα από τις κατάλληλες εκπαιδευτικές πρακτικές και ενέργειες. Το μεγάλο πρόβλημα σήμερα είναι η κοινωνική κουλτούρα. η οποία μέσα από την υλική και μαζοποιητική μονομέρειά της έχει αποδιώξει την έννοια της αριστείας.

Η σημερινή κοινωνία δοσμένη στην ύλη, στο ευρώ, στη μηχανιστική θεώρηση των πραγμάτων έχει απορρίψει την έννοια του ξεχωριστού, του ανωτέρου και του αρίστου. Ο σημερινός κόσμος των εξαλλοιωμένων ανθρώπων θέλει τον άνθρωπο της ανέχειας, των κοκκίνων δανείων, της εξαθλίωσης και της υλικής εξάρτησης. Δεν θέλει τον άριστο, αυτόν που μπορεί στον τομέα του(αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους)να υπερισχύσει. Η σημερινή εξουσία στο βωμό μίας άλογης μαζοποιητικής ισότητας επιθυμεί τη μετριότητα και την ήσσονα προσπάθεια. Η φράση του Περικλέους ότι οι Αθηναίοι ξεχώριζαν σύμφωνα με την αξία τους δεν φαίνεται να συγκινεί αυτούς που διαχειρίζονται τις τύχες του κόσμου μας. Η σημερινή αφανής εξουσία σε μία προσπάθεια να ελέγξει τα πάντα, μυαλά και ψυχές, μισεί την αριστεία διότι δεν θα μπορεί να ελέγξει αυτούς που κατά άριστο τρόπο θα αναπτύσσονται και θα εξελίσσονται. Η σημερινή εξουσία έχει τους γόνους και τα τζάκια, η αριστεία της τελειώνει εκεί.

Η αγάπη του ανθρώπου για το τέλειο είναι έμφυτη και κανείς δεν μπορεί και δεν δύναται να την ξεριζώσει. Από σχολεία αριστείας γεννιούνται οι σημερινοί μεγαλοεπιστήμονες που έχουν πρωτοστατήσει στο τεχνολογικό θαύμα. Από ακαδημίες αριστείας βγαίνουν ποδοσφαιριστές που συγκινούν τόσους και τόσους ανθρώπους .Όπως σωστά είπε ο Πλωτίνος και μάλλον επανέλαβε ο Γκαίτε «βλέπουμε τον ηλιο διότι τα μάτια μας είναι φτιαγμένα από φώς».Αγαπάμε το τέλειο, το άριστο διότι φτιαχθήκαμε από το τέλειο όν με σκοπό την πορεία μας προς ένα καλλίτερο κόσμο. Η συζήτηση για τα σχολεία αριστείας θα πρέπει να συνδυασθεί με τη συζήτηση που θα πρέπει να γίνει σε ποιο βαθμό και με ποιους τρόπους θα επιδιώξουμε επιτέλους το νόστο προς ένα καλλίτερο κόσμο,πιο πνευματικό και πολιτισμένο. Πιο ανθρώπινο, πιο ηρωϊκό. Πιο ελεύθερο, χωρίς δάνεια και τόκους, χωρίς μέτρα και αντίμετρα. Η αριστεία είναι ο χειρότερος εχθρός του Προκρούστη. Αυτού δηλαδή που θέλει να κάνει όλους τους ανθρώπους μία εικόνα και μορφή. Ο νοών νοείτω.

Για Την Βεβαιότητα

Αποτέλεσμα εικόνας για Για Τη Βεβαιότητα Το «Για την βεβαιότητα» είναι το κύκνειο άσμα του Ludwig Wittgenstein, που έμεινε μισοτελειωμένο. Τις τελευταίες γραμμές αυτού τού κειμένου τις έγραψε στις 27 Απριλίου 1951, δύο μέρες πριν πεθάνει.

Για Την Βεβαιότητα
Όντας παιδιά μαθαίνουμε τα γεγονότα, όπως, για παράδειγμα, ότι κάθε άνθρωπος έχει κεφάλι, και δίνουμε πίστη σ’ αυτά. Πιστεύω πώς υπάρχει ένα νησί η Αυστραλία, πού έχει ένα ορισμένο σχήμα κ.τ.λ. Πιστεύω πώς είχα προγονούς κι ότι οι άνθρωποι που περνούσαν για γονείς μου ήταν όντως γονείς μου κ.τ.λ. Η πίστη αυτή μπορεί να μην εκφράστηκε ποτέ, ακόμα κι η σκέψη πώς έτσι έχουν τα πράγματα μπορεί να μη μου πέρασε ποτέ από το νου.
Το παιδί μαθαίνει πιστεύοντας τούς μεγάλους. Η αμφιβολία έρχεται μετά την πίστη.
Έχω μάθει ένα πλήθος πράγματα και τα 'χω παραδεχτεί χάρη στην εμπιστοσύνη μου στην αυθεντία των ανθρώπων, κι έπειτα, χάρη στις προσωπικές μου εμπειρίες, πολλά απ' αυτά έχουν επιβεβαιωθεί ή αναιρεθεί.
 
Ότι είναι γραμμένο στα σχολικά εγχειρίδια, στο βιβλίο της γεωγραφίας για παράδειγμα, το θεωρώ γενικώς αληθινό. Λέω: όλα τα γεγονότα έχουν επιβεβαιωθεί εκατοντάδες φορές. Αλλά πώς το ξέρω εγώ,· Τι μαρτυρίες έχω γι αυτό; Έχω μια εικόνα τού κόσμου. Είναι αληθής ή ψευδής; Είναι, πριν απ όλα, η βάση όλων όσων αναζητώ και βεβαιώνω. Οι προτάσεις πού την περιγράφουν δεν υπόκεινται όλες εξίσου σε επαλήθευση.
 
Υπάρχει κάποιος πού να ναι ποτέ σε θέση να επαληθεύσει αν το τραπέζι πού βρίσκεται εδώ παραμένει στην ίδια θέση όταν κανείς δεν το προσέχει; Επαληθεύουμε την ιστορία τού Ναπολέοντα εφόσον όλα όσα μας έχουν αναφερθεί γι' αυτόν δεν στηρίζονται στην ψευδαίσθηση, την απάτη η κάτι άλλο της αυτής κατηγορίας. Ναι, ακόμη κι όταν επαληθεύουμε, προϋποθέτουμε ήδη κάποιο πράγμα πού δεν επαληθεύεται.
 
Ένα παιδί θα μπορούσε να πει σ’ ένα άλλο παιδί: «Ξέρω ότι η γη έχει ηλικία πολλών αιώνων», κι αυτό σημαίνει: Το έχω μάθει.
 
Ας δούμε τις χημικές έρευνες. Ο Λαβουαζιέ στο εργαστήριό του επιδίδεται σε πειραματισμούς πάνω σε διάφορες ουσίες και συμπεραίνει πώς ένα ορισμένο πράγμα παράγεται στη διάρκεια μιας καύσεως. Δε λέει πώς αυτό θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά μιαν άλλη μέρα. Προσκολλάται σε μια καθορισμένη εικόνα τού κόσμου, την οποία βεβαίως δεν έχει επινοήσει αυτός αλλά την έχει μάθει από παιδί. Λέω εικόνα τού κόσμου και όχι υπόθεση διότι αυτό που τίθεται υπό αμφισβήτηση εδώ αποτελεί, για την ερευνά του, ένα αυτονόητο θεμέλιο πού δεν είναι διατυπωμένο έτσι.
 
Αλλά τί ρόλο παίζει τότε η προϋπόθεση ότι, κάτω από ίδιες συνθήκες, μια ουσία Α θα αντιδράσει πάντοτε με τον ίδιο τρόπο σε μια ουσία Β; Ή αυτό είναι σύμφυτο στον ορισμό μιας ουσίας;
 
Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι θα ήταν δυνατό να υπάρξουν προτάσεις πού εκφράζουν ότι μια χημεία είναι δυνατή. Και θα ήταν προτάσεις μιας επιστήμης της φύσεως. Στην πραγματικότητα, πάνω σε τι θα στηρίζονταν αυτές οι προτάσεις αν όχι στην εμπειρία;
 
Πιστεύω ότι μου μεταδίδουν οι άνθρωποι με έναν ορισμένο τρόπο. Πιστεύω έτσι τα γεωγραφικά, χημικά, ιστορικά και λοιπά γεγονότα.Έτσι μαθαίνω τις επιστήμες. Η μάθηση στηρίζεται φυσικά στην πίστη. Εκείνος πού έχει μάθει ότι το Λευκό ‘Όρος έχει ύψος 4000 μέτρα, εκείνος πού το έχει ελέγξει πάνω στο χάρτη, λέει ότι το ξέρει. Και μπορεί να πει κανείς τώρα: δίνουμε έτσι την εμπιστοσύνη μας επειδή αυτό έχει αποδειχτεί αποτελεσματικό;
 
Μπορούμε οπωσδήποτε να πούμε: «Θα πρέπει πάντως να υπάρχει κάποια αρχή (Principe) στη βάση αυτής της εμπιστοσύνης»· άλλα τί μπορεί να φέρει μια τέτοια αρχή; Είναι κάτι παραπάνω από να φυσικό νόμο τού «εκλαμβάνω — ως — αληθές»;
 
Αυτό που πιστεύω είναι λοιπόν στην εξουσία μου; Νομίζω πώς εδώ υπάρχει κάποια βάση. Δεν μπορώ να σφάλλω; ’Αλλά μπορώ να πιστεύω ότι σφάλλω; Μπορώ έστω να το λάβω υπόψη μου; Και δε θα μπορούσα επίσης να επιμένω σε ότι πιστεύω, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό πού τελικά γνωρίζω εμπειρικά;
 
Τότε όμως θεμελιώνεται η πίστη μου;
 
Ενεργώ με πλήρη βεβαιότητα. Αλλά πρόκειται για τη δίκη μου βεβαιότητα.
 
«Το ξέρω», λέω στον άλλον· κι υπάρχει μια δικαίωση σ’ αυτό. Όχι όμως για την πίστη μου.
 
Τί σημαίνει ότι η αλήθεια μιας πρότασης είναι βέβαια;
Με τη λέξη «βέβαιο» εκφράζουμε την ολοκληρωτική πεποίθηση, την απουσία της παραμικρής αμφιβολίας, κι επιδιώκουμε έτσι να πείσουμε τον άλλον. Αυτή είναι η υποκειμενική βεβαιότητα. Αλλά πότε υπάρχει το αντικειμενικά βέβαιο; — Όταν ένα λάθος δεν είναι δυνατό. Αλλά τί είδους δυνατότητα είναι αυτή; Δεν θα πρέπει το λάθος να αποκλείεται λογικά;
Εάν εγώ πιστεύω ότι είμαι καθισμένος στο δωμάτιό μου και δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν θα πει κανείς ότι έκανα λάθος. Αλλά ποιά είναι η φύση της διαφοράς ανάμεσα σ’ ένα λάθος και σ’ αυτή την περίπτωση;
 
Μια απόδειξη σίγουρη είναι εκείνη πού δεχόμαστε ως απολύτως σίγουρη, εκείνη πού μάς κάνει να ενεργούμε με σιγουριά, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία. Εκείνο πού αποκαλούμε «λάθος» παίζει ένα ρόλο εντελώς καθορισμένο στα παιχνίδια της γλώσσας· αυτό πού θεωρούμε απόδειξη πού φέρνει μια σίγουρη μαρτυρία παίζει επίσης ένα ρόλο.
 
Η βεβαιότητα με την οποία πιστεύουμε οποιαδήποτε μαθηματική πρόταση είναι η ίδια με εκείνη πού έχουμε όταν ξέρουμε πώς πρέπει να προφέρουμε τα γράμματα Α και Β, πώς λέγεται το χρώμα τού αίματός μας, ή όταν ξέρουμε ότι οι άλλοι έχουν αίμα πού το ονομάζουν «αίμα».
 
Δηλαδή: οι ερωτήσεις που θέτουμε και οι αμφιβολίες μας στηρίζονται στο εξής: ορισμένες προτάσεις είναι απαλλαγμένες αμφιβολιών, όπως οι στρόφιγγες πάνω στις όποιες περιστρέφονται αυτές οι ερωτήσεις και αμφιβολίες.
 
Δηλαδή: είναι σύμφυτο με τη λογική των επιστημονικών μας διερευνήσεων ότι όντως ορισμένα πράγματα δεν τίθενται εν άμφιβόλω.
 
Αλλά δεν είναι που δεν μπορούμε να επιδοθούμε σε μια διερεύνηση των πάντων, κι αναγκαζόμαστε έτσι να αρκεστούμε σε προϋποθέσεις. Όχι. ‘Αν θέλω να γυρίσει η πόρτα, οι μεντεσέδες πρέπει να είναι στερεωμένοι.
 
Αν κάποιος πιστεύει ότι ήρθε με αεροπλάνο από την ‘Αμερική στην ‘Αγγλία, πιστεύω κι εγώ από τη μεριά μου ότι δεν είναι δυνατό να κάνει λάθος σ αυτό το σημείο. Το ‘ίδιο ισχύει κι αν κάποιος λέει ότι αυτή τη στιγμή είναι καθισμένος σ’ ένα τραπέζι και γράφει.
 
«Ωστόσο, ακόμη κι αν είναι αδύνατο να σφάλλω σε τέτοιες περιπτώσεις, αποκλείεται να βρίσκομαι υπό την επίδραση κάποιου ναρκωτικού;». ‘Εάν συμβαίνει αυτό και το ναρκωτικό μου έχει αφαιρέσει κάθε συνείδηση, τότε ούτε μιλώ ούτε σκέφτομαι πραγματικά εκείνη τη στιγμή. Δεν μπορώ να δεχτώ σοβαρά ότι ονειρεύομαι εκείνη τη στιγμή. Εκείνος πού λέει «ονειρεύομαι», την ώρα που ονειρεύεται, ακόμα κι αν μιλάει έτσι ώστε να γίνεται ακουστός, είναι τόσο λίγο κοντά στην αλήθεια όσο κι εκείνος πού λέει «βρέχει» την ώρα πού ονειρεύεται, έστω κι αν βρέχει πραγματικά. Ακόμη κι αν το όνειρό του έχει κάποια σχέση με το θόρυβο της βροχής πού πέφτει.

Ο εθισμός στη δυστυχία

Μια βασική παραδοχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν την ευχαρίστηση και προσπαθούν να αποφύγουν τον πόνο. Τότε γιατί μερικοί άνθρωποι φαίνεται να είναι βυθισμένοι στη δυστυχία; Ακόμα και όταν έχουν την ευκαιρία να βελτιώσουν τη ζωή τους να συνεχίζουν να διαμαρτύρονται. Είναι τόσο εξοικειωμένοι κι συμφιλιωμένοι με τη δυστυχία που δυσκολεύονται να αλλάξουν;
 
Μήπως είστε κι εσείς εθισμένοι στη δυστυχία;
 
Υπάρχουν αρκετές πιθανές εξηγήσεις για το τι οδηγεί στον εθισμό στη δυστυχία
  1. Η βαθιά ριζωμένη ανασφάλεια ή η έλλειψη αυτοεκτίμησης μπορεί να κάνει μερικούς ανθρώπους να αισθάνονται ανάξιοι της ευτυχίας.
  2. Αρνητικές εμπειρίες με τις οποίες μπορεί κάποιος να παλεύει, είναι πιθανόν να δημιουργήσουν την ασυνείδητη επιθυμία της δυστυχίας.
  3. Μερικοί άνθρωποι που φαίνονται άνετοι με τη δυστυχία τους πραγματικά μπορεί να πάσχουν από μια υποκείμενη διαταραχή της ψυχικής υγείας του.
  4. Μερικοί άνθρωποι οι οποίοι δηλώνουν ρεαλιστές πιστεύουν ότι το να είσαι ρεαλιστής σημαίνει ότι πρέπει να επικεντρώνεσαι στα αρνητικά της ζωής.
  5. Μερικοί άνθρωποι φοβούνται να αισθανθούν χαρά δεδομένου ότι τα θετικά συναισθήματα μπορεί να είναι η βάση για μία επικείμενη απογοήτευση.
  6. Η προοπτική της ευτυχίας προκαλεί φόβο για το άγνωστο σε ανθρώπους που ποτέ δεν ένιωσαν τίποτα παρά μόνο δυστυχία.
  7. Βεβαίως υπάρχει και η θεωρία που λέει ότι οι άνθρωποι απολαμβάνουν τα δυσάρεστα συναισθήματα. Μία έρευνα των Eduardo Andrade και ο Joel Cohen, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αρκετοί άνθρωποι βλέπουν ταινίες τρόμου και δράματα γιατί είναι ευτυχισμένοι όσο είναι δυστυχισμένοι. Οι ερευνητές ανακάλυψαν πως οι άνθρωποι μπορούν να αισθανθούν και χαρά και στεναχώρια την ίδια στιγμή!
Χαρακτηριστικά της χρόνιας δυστυχίας
 
Πως όμως μπορούμε να καταλάβουμε αν κάποιος βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση δυστυχίας; Οι άνθρωποι που είναι εθισμένοι στη δυστυχία τείνουν να:
  1. Βρίσκουν λόγους να είναι μίζεροι ενώ η ζωή τους είναι σε πολύ καλό στάδιο.
  2. Προτιμούν να παίξουν το ρόλο του θύματος και να κατηγορούν τους άλλους αντί να αναλάβουν προσωπική ευθύνη για τις επιλογές τους.
  3. Ανταγωνίζονται τους φίλους και τους συναδέλφους για να δουν σε ποιον είναι πιο δύσκολο.
  4. Έχουν δυσκολία στο να βάλουν κάποιο στόχο και να το κάνουν πράξη ή επιτυγχάνουν τους στόχους τους μόνο για να διαπιστώσουν ότι δεν μπορούν να απολαύσουν την επιτυχία τους.
  5. Προσπαθούν να αποσπάσουν τη προσοχή τους με τη χρήση ναρκωτικών,, αλκοόλ, σεξ, φαγητό ή άλλων εθιστικών και ψυχαναγκαστικών συμπεριφορών.
  6. Σταματούν να ενδιαφέρονται για τις βασικές τους ανάγκες όπως την υγιεινή διατροφή, τη γυμναστική και τον ύπνο.
  7. Αισθάνονται όμηροι των συναισθημάτων τους και ανίκανοι να τα αλλάξουν
  8. Έχουν σχέσεις γεμάτες ένταση, δράμα και συνήθως δεν καταφέρνουν να τους γεμίσουν συναισθηματικά.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (51-60)

Αποτέλεσμα εικόνας για Πολεμικές υπηρεσίες της Αθήνας πριν από τα Μηδικά.
[51] Ἵνα δὲ μὴ δοκῶ περὶ τὰ μέρη διατρίβειν ὑπὲρ ὅλων τῶν πραγμάτων ὑποθέμενος, μηδ᾽ ἐκ τούτων ἐγκωμιάζειν τὴν πόλιν ἀπορῶν τὰ πρὸς τὸν πόλεμον αὐτὴν ἐπαινεῖν, ταῦτα μὲν εἰρήσθω μοι πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῖς τοιούτοις φιλοτιμουμένους· ἡγοῦμαι δὲ τοῖς προγόνοις ἡμῶν οὐχ ἧττον ἐκ τῶν κινδύνων τιμᾶσθαι προσήκειν ἢ τῶν ἄλλων εὐεργεσιῶν.

[52] οὐ γὰρ μικροὺς οὐδ᾽ ὀλίγους οὐδ᾽ ἀφανεῖς ἀγῶνας ὑπέμειναν, ἀλλὰ πολλοὺς καὶ δεινοὺς καὶ μεγάλους, τοὺς μὲν ὑπὲρ τῆς αὑτῶν χώρας, τοὺς δ᾽ ὑπὲρ τῆς τῶν ἄλλων ἐλευθερίας· ἅπαντα γὰρ τὸν χρόνον διετέλεσαν κοινὴν τὴν πόλιν παρέχοντες καὶ τοῖς ἀδικουμένοις ἀεὶ τῶν Ἑλλήνων ἐπαμύνουσαν.

[53] διὸ δὴ καὶ κατηγοροῦσίν τινες ἡμῶν ὡς οὐκ ὀρθῶς βουλευομένων, ὅτι τοὺς ἀσθενεστέρους εἰθίσμεθα θεραπεύειν, ὥσπερ οὐ μετὰ τῶν ἐπαινεῖν βουλομένων ἡμᾶς τοὺς λόγους ὄντας τοὺς τοιούτους. οὐ γὰρ ἀγνοοῦντες ὅσον διαφέρουσιν αἱ μείζους τῶν συμμαχιῶν πρὸς τὴν ἀσφάλειαν, οὕτως ἐβουλευόμεθα περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ πολὺ τῶν ἄλλων ἀκριβέστερον εἰδότες τὰ συμβαίνοντ᾽ ἐκ τῶν τοιούτων ὅμως ᾑρούμεθα τοῖς ἀσθενεστέροις καὶ παρὰ τὸ συμφέρον βοηθεῖν μᾶλλον ἢ τοῖς κρείττοσιν τοῦ λυσιτελοῦντος ἕνεκα συναδικεῖν.

[54] Γνοίη δ᾽ ἄν τις καὶ τὸν τρόπον καὶ τὴν ῥώμην τὴν τῆς πόλεως ἐκ τῶν ἱκετειῶν ἃς ἤδη τινὲς ἡμῖν ἐποιήσαντο. τὰς μὲν οὖν ἢ νεωστὶ γεγενημένας ἢ περὶ μικρῶν ἐλθούσας παραλείψω· πολὺ δὲ πρὸ τῶν Τρωϊκῶν, —ἐκεῖθεν γὰρ δίκαιον τὰς πίστεις λαμβάνειν τοὺς ὑπὲρ τῶν πατρίων ἀμφισβητοῦντας—, ἦλθον οἵ θ᾽ Ἡρακλέους παῖδες καὶ μικρὸν πρὸ τούτων Ἄδραστος ὁ Ταλαοῦ, βασιλεὺς ὢν Ἄργους,

[55] οὗτος μὲν ἐκ τῆς στρατείας τῆς ἐπὶ Θήβας δεδυστυχηκώς, καὶ τοὺς ὑπὸ τῇ Καδμείᾳ τελευτήσαντας αὐτὸς μὲν οὐ δυνάμενος ἀνελέσθαι, τὴν δὲ πόλιν ἀξιῶν βοηθεῖν ταῖς κοιναῖς τύχαις καὶ μὴ περιορᾶν τοὺς ἐν τοῖς πολέμοις ἀποθνῄσκοντας ἀτάφους γιγνομένους μηδὲ παλαιὸν ἔθος καὶ πάτριον νόμον καταλυόμενον,

[56] οἱ δ᾽ Ἡρακλέους παῖδες φεύγοντες τὴν Εὐρυσθέως ἔχθραν, καὶ τὰς μὲν ἄλλας πόλεις ὑπερορῶντες ὡς οὐκ ἂν δυναμένας βοηθῆσαι ταῖς αὑτῶν συμφοραῖς, τὴν δ᾽ ἡμετέραν ἱκανὴν νομίζοντες εἶναι μόνην ἀποδοῦναι χάριν ὑπὲρ ὧν ὁ πατὴρ αὐτῶν ἅπαντας ἀνθρώπους εὐεργέτησεν.

[57] ἐκ δὴ τούτων ῥᾴδιον κατιδεῖν ὅτι καὶ κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἡ πόλις ἡμῶν ἡγεμονικῶς εἶχεν· τίς γὰρ ἂν ἱκετεύειν τολμήσειεν ἢ τοὺς ἥττους αὑτῶν ἢ τοὺς ὑφ᾽ ἑτέροις ὄντας, παραλιπὼν τοὺς μείζω δύναμιν ἔχοντας, ἄλλως τε καὶ περὶ πραγμάτων οὐκ ἰδίων, ἀλλὰ κοινῶν καὶ περὶ ὧν οὐδένας ἄλλους εἰκὸς ἦν ἐπιμεληθῆναι πλὴν τοὺς προεστάναι τῶν Ἑλλήνων ἀξιοῦντας;

[58] ἔπειτ᾽ οὐδὲ ψευσθέντες φαίνονται τῶν ἐλπίδων δι᾽ ἃς κατέφυγον ἐπὶ τοὺς προγόνους ἡμῶν. ἀνελόμενοι γὰρ πόλεμον ὑπὲρ μὲν τῶν τελευτησάντων πρὸς Θηβαίους, ὑπὲρ δὲ τῶν παίδων τῶν Ἡρακλέους πρὸς τὴν Εὐρυσθέως δύναμιν, τοὺς μὲν ἐπιστρατεύσαντες ἠνάγκασαν ἀποδοῦναι θάψαι τοὺς νεκροὺς τοῖς προσήκουσιν, Πελοποννησίων δὲ τοὺς μετ᾽ Εὐρυσθέως εἰς τὴν χώραν ἡμῶν εἰσβαλόντας ἐπεξελθόντες ἐνίκησαν μαχόμενοι κἀκεῖνον τῆς ὕβρεως ἔπαυσαν.

[59] θαυμαζόμενοι δὲ καὶ διὰ τὰς ἄλλας πράξεις ἐκ τούτων τῶν ἔργων ἔτι μᾶλλον εὐδοκίμησαν. οὐ γὰρ παρὰ μικρὸν ἐποίησαν, ἀλλὰ τοσοῦτον τὰς τύχας ἑκατέρων μετήλλαξαν ὥσθ᾽ ὁ μὲν ἱκετεύειν ἡμᾶς ἀξιώσας βίᾳ τῶν ἐχθρῶν ἅπανθ᾽ ὅσων ἐδεήθη διαπραξάμενος ἀπῆλθεν, Εὐρυσθεὺς δὲ βιάσεσθαι προσδοκήσας αὐτὸς αἰχμάλωτος γενόμενος ἱκέτης ἠναγκάσθη καταστῆναι,

[60] καὶ τῷ μὲν ὑπερενεγκόντι τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ὃς ἐκ Διὸς μὲν γεγονώς, ἔτι δὲ θνητὸς ὢν θεοῦ ῥώμην ἔσχεν, τούτῳ μὲν ἐπιτάττων καὶ λυμαινόμενος ἅπαντα τὸν χρόνον διετέλεσεν, ἐπειδὴ δ᾽ εἰς ἡμᾶς ἐξήμαρτεν, εἰς τοσαύτην κατέστη μεταβολὴν ὥστ᾽ ἐπὶ τοῖς παισὶ τοῖς ἐκείνου γενόμενος ἐπονειδίστως τὸν βίον ἐτελεύτησεν.

***
Πολεμικές υπηρεσίες της Αθήνας πριν από τα Μηδικά.
[51] Για να μη δώσω όμως την εντύπωση πως πελαγοδρομώ σε λεπτομέρειες, ενώ στην αρχή υποσχέθηκα πως θα αναπτύξω όλο το θέμα στη γενική μορφή του, και για να μη φανεί πως πλέκω εγκώμιο στην πόλη μας με όλα τα παραπάνω, γιατί αδυνατώ να την επαινέσω για τα πολεμικά της κατορθώματα, ας πούμε πως τα είπα όλα αυτά για όσους ικανοποιείται το φιλότιμό τους όταν ακούν τέτοια θέματα. Εγώ προσωπικά νομίζω ότι στους προγόνους μας δεν ταιριάζει μικρότερη τιμή για τους πολεμικούς κινδύνους που αντιμετώπισαν από όση για τις άλλες ευεργεσίες που πρόσφεραν στους Έλληνες.

[52] Δεν ήταν δα ούτε μικροί ούτε ασήμαντοι ούτε και λίγοι οι αγώνες που υπόμειναν· αντίθετα, πολλοί και μεγάλοι και φοβεροί! Άλλοι για να υπερασπίσουν τη δικιά τους χώρα και άλλοι για την ελευθερία των Ελλήνων — Είναι γνωστό πως πάντοτε διέθεταν τη δύναμη της πόλης για το κοινό συμφέρον της Ελλάδας και για την υπεράσπιση Ελλήνων που δεινοπαθούσαν.

[53] Γι᾽ αυτό δα και μας κατακρίνουν μερικοί πως τάχα δε σκεφτόμαστε λογικά, αφού είχαμε την ανόητη συνήθεια να βοηθούμε τους αδύνατους — λες και δε βοηθάνε τέτοια λόγια αυτούς που θέλουν να μας επαινέσουν! Υιοθετήσαμε αυτή την τακτική όχι γιατί δεν ξέρουμε τί ρόλο παίζουν οι ισχυρές συμμαχίες για την ασφάλειά μας· ξέρουμε καλύτερα από τους άλλους τις συνέπειες μιας τέτοιας τακτικής, αλλά το βρίσκουμε πιο έντιμο να υπερασπίζουμε τους αδύναμους ενάντια στο συμφέρον μας, παρά να συνεργούμε στις αδικίες των ισχυρών, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουμε υλικά κέρδη.

[54] Ίσως θα ήταν δυνατό να αντιληφθεί κανείς τη νοοτροπία και τη δύναμη της πόλης μας από τις επικλήσεις για βοήθεια που μερικοί μάς έκαναν ώς τώρα. Αυτές που τώρα τελευταία έγιναν ή ήταν για ασήμαντα ζητήματα θα τις παραλείψω. Όμως πολύ προτού να γίνουν τα Τρωικά —από εκεί είναι σωστό να αντλούν επιχειρήματα όσοι προβάλλουν δικαιώματα πατροπαράδοτα— ήρθαν οι γιοι του Ηρακλή και λίγο πριν ο Άδραστος του Ταλαού και βασιλιάς του Άργους.

[55] Ο τελευταίος απότυχε στην εκστρατεία κατά της Θήβας και δεν είχε τη δύναμη ο ίδιος να σηκώσει και να θάψει τους νεκρούς πολεμιστές του, που είχαν πέσει κάτω από τα τείχη της Καδμείας. Ζήτησε λοιπόν από την πόλη μας να τον συνδράμει σ᾽ αυτή τη συμφορά —που σε όλους είναι δυνατό να τύχει— και να μην ανεχτεί να μένουν άταφοι οι σκοτωμένοι στους πολέμους, ούτε να καταπατηθεί παλιά συνήθεια και νόμος ιερός πατροπαράδοτος.

[56] Τα τέκνα πάλι του Ηρακλή, κυνηγημένα από την έχθρα του Ευρυσθέα, άφησαν κατά μέρος τις άλλες πόλεις της Ελλάδας σαν ανίκανες να τους προσφέρουν συνδρομή στη δυστυχία τους και πίστεψαν πως μόνο η δικιά μας ήταν σε θέση να τους παρασταθεί για το καλό που ο πατέρας τους έκανε σε όλη την ανθρωπότητα.

[57] Από όλα αυτά φαίνεται ολοκάθαρα πως και τα χρόνια εκείνα η πόλη μας είχε τα πρωτεία: Ποιός τάχα θα είχε το κουράγιο να κάνει επικλήσεις για βοήθεια ή σε κατώτερούς του ή στους υποταγμένους σε άλλους και δε θα λογάριαζε τους πιο ισχυρούς; Ακόμα περισσότερο που τα ζητήματά τους δεν είχαν χαρακτήρα ιδιωτικό, αλλά παρουσίαζαν ενδιαφέρον γενικό, και ήταν φυσικό να ασχοληθούν με αυτά μονάχα όσοι διεκδικούσαν το δικαίωμα να κατευθύνουν τις τύχες των Ελλήνων.

[58] Άλλωστε δε φαίνεται να διαψεύστηκαν οι ελπίδες τους, που τους οδήγησαν να καταφύγουν στους προγόνους μας. Ανάλαβαν, όπως ξέρουμε, από τη μια μεριά τον πόλεμο ενάντια στους Θηβαίους, για να πετύχουν να ενταφιαστούν οι νεκροί, και από την άλλη τα έβαλαν με τη δύναμη του Ευρυσθέα για το χατίρι των παιδιών του Ηρακλή. Έτσι ανάγκασαν με εκστρατεία τους Θηβαίους να παραδώσουν τους νεκρούς στους συγγενείς τους να τους θάψουν· αλλά και το στρατό των Πελοποννησίων, που έκαμε εισβολή στη χώρα μας μαζί με τον Ευρυσθέα, τον καταδίωξαν, τον νίκησαν στη μάχη και έδωσαν γερό χτύπημα στην υπεροψία και τη θρασύτητα εκείνου.

[59] Και για τα άλλα τους κατορθώματα βέβαια τους θαυμάζουν τους προγόνους μας, όμως φήμη ακόμα μεγαλύτερη απόχτησαν από τις πράξεις τους αυτές. Δεν πέτυχαν δα και μικρό πράγμα: Άλλαξαν τόσο την τύχη και στις δυο περιπτώσεις που ανάφερα πιο πάνω, ώστε αυτός που έκρινε σωστό να μας ικετεύσει γύρισε πίσω, αφού πέτυχε όλα όσα ζήτησε, με τη βία, απ᾽ τους εχθρούς του· ο Ευρυσθέας πάλι, που έλπισε για μια στιγμή πως θα μας επιβληθεί με τη βία, πιάστηκε αιχμάλωτος και αναγκάστηκε να πέσει στα πόδια μας ικέτης.

[60] Αυτός που σε όλη τη ζωή του έδινε εντολές και καταδυνάστευε εκείνον, που ξεπέρασε τη φύση την ανθρώπινη —ήτανε γιος του Δία, μα και σαν άνθρωπος θεϊκιά δύναμη είχε— όταν έκανε το λάθος να τα βάλει μαζί μας, τόσο ανάποδα του ήρθαν τα πράγματα, ώστε έπεσε στα χέρια των απογόνων του θύματός του και τελείωσε ντροπιασμένος τη ζωή του.

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Εισαγωγικά
 
Μια πρακτική λύση διακυβέρνησης
 
     Αναφερόμενος, γύρω στα μέσα του 6ου μ.Χ. αιώνα, στα ήθη και στα έθιμα ενός λαού που μόλις είχε εμφανιστεί στο προσκήνιο της Ιστορίας, γράφει ο Προκόπιος: «Τα έθνη αυτά, οι Σλάβοι και οι Αντες, δεν κυβερνώνται από έναν και μόνον άνδρα, αλλά από παλιά διαβιούν υπό το καθεστώς της δημοκρατίας» («...εν δημοκρατία εκ παλαιού βιοτεύουσι»). Για έναν πεπεισμένο εκπρόσωπο της βυζαντινής πολιτικής θεωρίας, όπως ο Προκόπιος, ο όρος «δημοκρατία» έχει αναμφίβολα ένα αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο. Στο έργο του ιστορικού αυτού της εποχής του Ιουστινιανού, που έζησε από κοντά τη στάση των δήμων, που συγκλόνισε τη βασιλεύουσα τον Ιανουάριο του 532 («Στάσις του Νίκα») ο όρος «δημοκρατία» χρησιμοποιείται για να αντιδιαστείλει το πολιτειακό καθεστώς της «βαρβαρικής» κοινωνίας από εκείνο της αυτοκρατορίας: στην κοινωνία εκείνη «κρατούν» οι «δήμοι», οι φατρίες και οι φυλές και όχι ο βασιλεύς - αυτοκράτωρ.

    Χίλια χρόνια μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη και τη γέννηση του πολιτειακού όρου, ο όρος «δημοκρατία» θα διατηρήσει, στη χρήση του αττικίζοντος γλωσσικού του απογόνου Προκόπιου, την αρχική αμφισημία του. Για τον Προκόπιο, όπως και για τους φιλοσόφους της κλασικής περιόδου, το δίλημμα παραμένει το ίδιο: είναι δίκαιο να έχει η πολυπληθέστερη κοινωνική τάξη του δήμου, ο χύδην όχλος, το δικαίωμα να ανατρέπει δια της ψηφοφορίας τις αποφάσεις των εκλεκτών του πνεύματος ή των οικονομικά ισχυρότερων συμπολιτών; Ιχνηλατώντας τις απαρχές του όρου θα διαπιστώσει κάποιος ότι η μορφή αυτή διακυβέρνησης είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη συμβίωση πολλών ατόμων σε έναν αστικό οικισμό, στην πόλη. «Δήμος» σημαίνει αρχικά την οικο­δομημένη περιοχή, την πόλη. Η σημασιολογική διεύρυνση ως πολιτειακού όρου είναι η δευτερεύουσα.

    Ως μορφή διακυβέρνησης αποτελεί η δημοκρατία μια πρακτική λύση, που ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες συνθήκες του αττικού άστεως της εποχής του Κλεισθένη. Δεδομένο, το οποίο θα σημαδέψει τον όρο σημασιολογικά σε όλη τη διαχρονική πορεία του: οι κανόνες συμβίωσης πολλών ατόμων σε ένα αστικό κέντρο και, κυρίως, οι αμοιβαίες παραχωρήσεις που συνεπάγονται αυτοί, δεν θα βρουν πάντοτε ένθερμους υποστηρικτές. Για τον Λένιν, για παράδειγμα, οι κανόνες συμβίωσης στο άστυ, η δημοκρατική διακυβέρνηση αποτελούν ένα φαινόμενο αρνητικό: «Η Δημοκρατία είναι το κράτος εκείνο που αναγνωρίζει την υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία, την επιβολή, δηλαδή, συστηματικής χρήσης βίας από τη μια κοινωνική τάξη εις βάρος μιας άλλης, από ένα μέρος του πληθυσμού εις βάρος ενός άλλου» (Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», 1919, κεφ. 4).

    Μια διέξοδο από το δίλημμα προσφέρουν ίσως οι σκέψεις που διατύπωσε σε έναν λόγο του, στις 11/11/1947, ένας άνθρωπος της πολιτικής πράξης, ο Γ. Τσόρτσιλ: «Κανείς δεν ισχυρίσθηκε ότι η Δημοκρατία είναι τέλεια ή πάνσοφη. Αντίθετα, όπως έχει ήδη ειπωθεί, η Δημοκρατία είναι η χειρότερη μορφή διακυβέρνησης - αν εξαιρεθούν βέβαια όλες οι άλλες μορφές που δοκιμάστηκαν στο παρελθόν».

    Στην Αθήνα, μετά την τυραννία των Πεισιστρατιδών, εμφανίζεται ο Κλεισθένης, ο άνθρωπος που θέσπισε την άμεση δημοκρατία, δίδοντας σε όλους τους πολίτες ίσα πολιτικά δικαιώματα: ισοπολιτεία, ισονομία και ισηγορία, επειδή το ίσον το θεωρούσαν τότε Δίκαιον και σωστικόν ομονοίας.

    Το «Δίκαιον» παράγεται από το «δίχα» - ετυμολογεί ο Αριστοτέλης - και σημαίνει το μισό-μισό: το να υπάρχουν ίσες μερίδες για όλους.

    Τι κάνουν λοιπόν οι αρχαίοι Έλληνες; θέτουν την έδρα του δικαστή, το βήμα της αγόρευσης και το έπαθλο του αγώνα στο μέσον ενός κύκλου ίσων, όμοιων πολιτών. Την ίση απόσταση του καθενός από το μέσον, την ακτίνα του κύκλου, την ονομάζουν Μέτρον, για να μετριάζουν με αυτό τη ματαιοδοξία, την υπερβολή, την ύβρι καθενός από τους όμοιους και για να τα βρίσκουν μεταξύ τους με Μέτρο τον άνθρωπο. Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος, έλεγαν. 
 
     Η τεχνική του Κλεισθένη στηρίζεται στο δεκαδικό σύστημα. Διαιρεί την Αττική σε περισσότερους από 170 δήμους, ίσους ως προς τον αριθμό των πολιτών και απ' αυτούς τους δήμους, που λειτουργούσαν ως μικρές τοπικές δημοκρατίες, φτιάχνει τις δέκα φυλές, που πριν τη μεταρρύθμιση ήταν τέσσερις.

    Αυτές οι δέκα νέες φυλές κατανέμονται σε ισάριθμα τεχνητά «πολιτειακά» διαμερίσματα που δεν έχουν κοινά γεωγραφικά σύνορα. Το έδαφος τους δεν είναι συνεχόμενο. Το 1/3 του χώρου και των κατοίκων κάθε φυλής θα ανήκει στο άστυ, το 1/3 στη μεσογαία, το 1/3 στην παραλία. Έτσι η νέα φυλή Ακαμαντίς λ.χ. θα περιλαμβάνει το 1/3 ή την τριττύα των κατοίκων του Κεραμεικού (άστυ), την τριττύα του Θορικού (Λαύρτο) κατ την τριττύα του Σφηττού (μεσογαία). Ή η νέα Πανδιονίς φυλή θα περιλαμβάνει τις τριττύες. Κυδαθηναίων (άστυ), Παιανίας (μεσογαία), Μυρινούντος (παραλία) κ.o.k.

    Γιατί αυτή η αναστάτωση; Γτα να κάθονται στον ίδιο κυβερνητικό χώρο (στη θόλο λ.χ.) οι πενήντα πρυτάνεις της ιδίας φυλής, δηλαδή οι 16-17 βουλευτές εκλεγμένοι με τον κλήρο από το άστυ με τους ισάριθμούς τους από την παραλία και από τη μεσογαία.

Αυτοί, λοιπόν, το όλον πενήντα, κατά το 1/3 πάμπλουτοι τραπεζίτες, εφοπλιστές, Βιοτέχνες του άστεως, κατά το 1/3 γεωργοκτηνοτρόφοι της μεσογαίας, κατά το 1/3 ναύτες και αλιείς της παραλίας, εγκαθίστανται κάθε αττικό μήνα διαδοχικά στο «προεδρικό μέγαρο», στη θόλο αποτελούν το συλλογικό «Προεδρείο της Βουλής», και εκλέγουν μεταξύ τους, με τα κουκιά τον ημερήσιο «Πρόεδρο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας». Οι πενήντα πρυτάνεις - Βουλευτές επί δέκα, όσες οι νέες φυλές, απαρτίζουν τη Βουλή των Πεντακοσίων, που επί Σόλωνα είχε τετρακόσια μέλη. Εκτός από τη Βουλή, κάθε πολιτειακό όργανο είναι δεκαμελές. Οι Στρατηγοί λ.χ., που ο επικρατέστερος απ’ αυτούς είναι ο «πρωθυπουργός». Ακόμα οι άρχοντες και οι υπόλοιποι: Ταμίες, Αστυνόμοι, Αγορανόμοι κ.ο.κ. Και 10 επί 600 ίσον 6.000 θα είναι οι Ηλιαστές, μοιρασμένοι σε δέκα δικαστήρια των 500 μελών με 1.000 αναπληρωτές.
  
  ΑΜΕΣΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΙΣΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

    Η αθηναϊκή δημοκρατία γεννήθηκε το 508 π.Χ. μέσα στο πλαίσιο πολιτειακής μεταρρύθμισης που πρότεινε ο Κλεισθένης. Μία από τις διατάξεις της έδωσε στο «Δήμο» (συνέλευση των πολιτών), στον οποίο μετείχαν και οι άποροι, το δικαίωμα να αποφασίζει κυριαρχικά και τελεσίδικα περί όλων των δημοσίων υποθέσεων. Με αυτή τη διάταξη θεσπίστηκε η λαϊκή κυριαρχία, που είναι το θεμέλιο της δημοκρατίας. Συγχρόνως έγιναν δεκτοί στο σώμα των πολιτών απόγονοι παλαιών μεταναστών που ζούσαν στην Αττική από πολλές γενεές και πάρθηκαν μέτρα ώστε να μην υπάρχουν πια ενδείξεις διακρίσεων μεταξύ ευγενών και μη ευγενών και μεταξύ παλαιών και νέων Αθηναίων. Οι άποροι πολίτες απέκτησαν επίσης δικαίωμα να αναδεικνύονται μέλη της «Βουλής», η οποία είχε έργο την επεξεργασία των νομοσχεδίων που ενέκρινε ο «Δήμος». Ωστόσο, διατηρήθηκαν μερικές ανισότητες μεταξύ των πολιτών, καθώς μόνον οι ευγενείς και πλούσιοι «πεντακοσιομέδιμνοι» μπορούσαν να αναδεικνύονται «άρχοντες».
 
Οι ανισότητες που άφησε ο Κλεισθένης σταδιακά απαλείφθηκαν. Οι «ιππείς» ήταν οι πρώτοι που απέκτησαν το δικαίωμα να κατέχουν τα αξιώματα των «αρχόντων»

     Οι ανισότητες που άφησε ο Κλεισθένης απορρο­φήθηκαν στη συνέχεια με διαδοχικές αποφάσεις του «Δήμου». Τα αξιώματα των «αρχόντων», πλην των «Στρατηγών» και μερικών άλλων «αρχόντων» με οικονομικές αρμοδιότητες, έγιναν Βαθμιαία προ­σιτά στους «τριακοσιομεδίμνους» ή «ιππείς» (487 π.Χ.), στους «Ζευγίτες» (458 π.Χ.) και, τέλος, στους «θήτες» (μετά το 450 π.Χ.). Με άλλες αποφάσεις ίου «Δήμου» η ανάδειξη «βουλευτών» και «αρχόντων», πλην των «Στρατηγών» και λίγων άλλων, έπαψε να γίνεται με εκλογές: αφού δοκιμάστηκαν διάφορα μικτά συστήματα κληρώσεων και εκλογών, τελικά επικράτησε η καθαρή κλήρωση.

    Παράλληλα καθιερώθηκαν «μισθοί», δηλαδή η­μερήσιες αποζημιώσεις ίσες με ημερομίσθιο ανει­δίκευτου εργάτη, για τους πολίτες που ασκούσαν κα­θήκοντα «βουλευτή» ή «άρχοντα», καθώς και για τους πολίτες που κληρώνονταν μέλη λαϊκών δικα­στηρίων. Οι «μισθοί» ενθάρρυναν τους άπορους πο­λίτες να μην αυτοαποκλείονται από τη συμμετοχή τους στα κοινά.

    Το 462 π.Χ. οι ριζοσπαστικοί δημοκρατικοί αφαί­ρεσαν από τον «Άρειο Πάγο», σώμα που είχε ακόμη τη δυνατότητα, χάρη στο κύρος του, να αντιδρά στις μεταρρυθμίσεις, όλες τις αρμοδιότητες που είχαν πολιτικό βάρος και τις μετέφεραν άλλες στο «Δή­μο», άλλες στη «Βουλή», άλλες στα λαϊκά δικα­στήρια. Τα λαϊκά δικαστήρια διαδέχθηκαν την «Ηλιαία» που είχε ιδρύσει ο Σόλων. Η σολώνεια «Ηλιαία» ήταν ουσιαστικά ο «Δήμος» που συνερ­χόταν, με συμμετοχή τουλάχιστον 6.000 πολιτών, για να εκδικάσει εφέσεις πολιτών εναντίον δικαστικών αποφάσεων «αρχόντων». Η νέα «Ηλιαία» αποτελεί­ται από 6.000 Αθηναίους άνω των 30 ετών, που έχουν ληφθεί με κλήρο κατ έχουν δώσει όρκο ως προς την τήρηση των δικαστικών αρμοδιοτήτων τους. Από αυτούς λαμβάνονται τα μέλη των λαϊκών δι­καστηρίων, που λέγονται απλώς «Δικαστήρια».
 
Σε όσους κατείχαν αξιώματα δίνονταν «μισθοί». Έτσι μπορούσαν και οι άποροι πολίτες να συμμετέχουν στα κοινά

    Οι μετακλεισθένειες εξελίξεις, πολύ σημαντικές για την εμπέδωση και εμβάθυνση της δημοκρα­τίας, περατώθηκαν λοιπόν λίγο μετά το 450 π.Χ. Από τότε και έως το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 404 π.Χ., δοκιμάστηκαν οι δυνατότητες, οι αρετές κατ οι αδυναμίες του ριζοσπαστικού δη­μοκρατικού πολιτεύματος. Ο ριζοσπαστικός δημο­κρατικός ηγέτης Περικλής κατορθώνει να επιβάλλεται στο λαό. Μετά το θάνατο του, και ενώ η Αθή­να έχει εμπλακεί στον Πελοποννησιακό πόλεμο, τα λαϊκά στρώματα άγονται κατ φέρονται από δημαγω­γούς που τα ωθούν να πιστεύουν ότι, αφού ο «Δή­μος» δικαιούται να αποφασίζει κυριαρχικά περί πά­ντων, μπορεί κατ να παραβιάζει τους νόμους. Παρά ταύτα, συνειδητοποιούνται τα προβλήματα που προ­κύπτουν από νόμους με αντίθετες διατάξεις και λαμβάνεται ένα θεραπευτικό μέτρο, η «γραφή πα­ρανόμων», δηλαδή μία αγωγή ακυρώσεως νέου νό­μου που συγκρούεται με παλαιό. Γρήγορα όμως α­νακαλύπτεται ότι αυτό το μέτρο εμποδίζει και χρή­σιμες νομοθετικές βελτιώσεις.

    Ηττημένη του Πελοποννησιακού πολέμου, η Αθή­να υποχρεώθηκε από τους νικητές της να δεχθεί έ­να τυραννικό καθεστώς, που δεν μπόρεσε να ριζώσει (404-403 π.Χ.). Η δημοκρατία αποκαταστάθηκε μέσα σε οικονομικές δυσχέρειες, αλλά με ένα νέο δυναμισμό. Οι δημοκρατικές δυνάμεις αναδύθηκαν με αυτοπεποίθηση και αρκετή ευρετικότητα, ενώ οι αντιδημοκρατικές δεν σήκωσαν πια κεφάλι.
 
Υπέρ της δημοκρατίας ήταν μικροϊδιοκτήτες και ακτήμονες. Εναντίον, αριστοκράτες και ιδιοκτήτες γαιών και δούλων
 
    Μεταξύ των πρώτων νομοθετημάτων της νέας επο­χής ήταν η ημερήσια αποζημίωση για τους πολίτες που θα μετείχαν σε «εκκλησία του Δήμου», μία βελτιωμένη μέθοδος διαχείρισης ίων δημοσίων εσόδων και εσόδων και η διαδικασία τακτικής ετήσιας ανα­θεώρησης του σώματος των νόμων. Το πρώτο μέτρο απέβλεπε στο να προσελκύονται στις «εκκλησίες του Δήμου» ακόμη περισσότεροι φτωχοί πολίτες, ώστε να εξασφαλίζεται σταθερά η πλειοψηφία ίων α­κράδαντα ακραίων δημοκρατικών πολιτών. Με το δεύτερο μέτρο ο «Δήμος» παραιτήθηκε από το δι­καίωμα που είχε επιφυλάξει στον εαυτό ίου να αποφασίζει ο ίδιος για κάθε δαπάνη και επέτρεψε στους «άρχοντες» με οικονομικές αρμοδιότητες να καταρτίζουν και να εκτελούν ειδικούς προϋπολογισμούς. Το τρίτο μέτρο πέτυχε τη μη εφαρμογή της «γραφής πα­ρανόμων» σε περιπτώσεις όπου αυτό το μέτρο ήταν χρήσιμο και, κατά συνέπεια, την κατάργηση νόμων απαρχαιωμένων ή επιβλαβών. Αργότερα καθιερώ­θηκε και μία μέθοδος άμεσης αντικατάστασης ενός νομού με νέο. Επί πλέον τούτων, ο «Δήμος» επέβαλε στον εαυτό του αυστηρότερες προδιαγραφές ein Λήψη αποφάσεων του.

    Η αθηναϊκή δημοκρατία αποδείχθηκε αρκετά δη­μιουργική έως το τέλος της που επήλθε όχι από εσω­τερικούς λόγους, αλλά από εξωτερικούς, το 322 π.Χ.

    Οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες
 
    Η αθηναϊκή δημοκρατία γεννήθηκε και λειτούρ­γησε μέσα σε οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες τελείως διαφορετικές α­πό εκείνες που εξέθρεψαν τη νέα δημοκρατία.

    Η οικονομία της αρχαιότητας ήταν προβιομηχα­νική και δουλοκτητική. Ακόμη και η αθηναϊκή οι­κονομία, που ήταν mo προχωρημένη από την οικονομία άλλων ελληνικών πόλεων, ήταν βασικά α­γροτική. Περισσότερα από τα δύο τρίτα του πληθυ­σμοί; αποζούσαν από το μέρος του εθνικού πλούτου που παραγόταν στην ύπαιθρο.

    Οι κοινωνικές δυνάμεις που επέβαλαν, στή­ριξαν και εξέλιξαν τη δημοκρατία, αποτε­λούνταν από ιδιοκτήτες μικρών αγροτι­κών κλήρων και από ακτήμονες, συγκε­ντρωμένους στην Αθήνα και στον Πειραιά, που επιβίωναν είτε αυτοαπασχολούμενοι, ως μικρέμποροι και μικροεπαγγελματίες, είτε εκμισθώνο­ντας την εργατική δύναμη τους. Μερικοί από τους μικρεμπόρους και τους μικροεπαγγελματίες μεγά­λωσαν τις επιχειρήσεις τους, όχι όμως σημαντικά, τόσο μάλλον που ξεπεράστηκαν από μετοίκους. Πράγματι, οι ιδιοκτήτες των πιο μεγάλων βιοτεχνι­κών επιχειρήσεων, με δεκάδες δούλους, ανήκαν σε μετοίκους. Οι πιο σημαντικοί τραπεζίτες ήσαν απε­λεύθεροι δούλοι που εξομοιώνονταν με μετοίκους. Οι μέτοικοι όμως δεν μετείχαν στο δημόσιο Βίο, έτσι δεν επηρέαζαν τις πολιτικές εξελίξεις. Οι κοινωνι­κές δυνάμεις που αντιστέκονταν στις δημοκρατικές προόδους ήσαν αριστοκράτες, ιδιοκτήτες γαιών και δούλων, τους οποίους ενοικίαζαν.

    Το αθηναϊκό κράτος ήταν τύπου πόλεως, του mo διαδεδομένο«; και ίου mo εξελιγμένου στον ελλη­νικό κόσμο. Τα κράτη ανιόν τον τύπου είχαν ως αν­θρώπινη βάση τους μια κοινότητα με πολιτιστική συνοχή και ενδοστρέφεια. μικρό πληθυσμό και περιορισμένο έδαφος.

    Το αθηναϊκό κράτος, μολονότι ήταν το πολυπληθέ­στερο ελληνικό (μαζί με το κράτος των Συρακουσών), έφθασε να έχει, το 431 π.Χ., το πολύ πολύ, 318.000 κα­τοίκους (165.000 Αθηναίους, 33.000 μετοίκους. 120.000 δούλους). Κατά τα μέσα του 4ου αιώνα είχε πληθυ­σμό της τάξης των 250.000 (93.000 Αθηναίους, 20.000 μετοίκους). Οι Αθηναίοι πολίτες, δηλαδή οι ενήλι­κοι άρρενες της πολιάδας κοινότητας, ήσαν περίπου 45.000 το 431 π.Χ., 31.000 το 322 π.Χ. Το μικρό μέγεθος του πολιτικού σώματος και οι μικρές αποστάσεις επέτρεψαν στην αθηναϊκή δημοκρατία να γίνει και να μείνει άμεση και όχι αντιπροσωπευτική.
 
Το αθηναϊκό κράτος αριθμούσε κατά τα μέσα του 5ου αιώνα 165.000 Αθηναίους, 33.000 μέτοικους και 120.000 δούλους.
 
    Τα ποσοστά των οικονομικών τάξεων μέσα στο σύνολο των πολιτών υπολογίζονται ως εξής: Αυτοα­πασχολούμενοι και ημερομίσθιοι: τον 5ο αιώνα 50-55%, τον 4ον αιώνα από 60 έως 70%. Μεσαία στρώ­ματα: τον 5ο αιώνα 40-45%, τον 4ο αιώνα 24-26%. Ανώτερα στρώματα: 5%. Έτσι εξηγείται η επικράτη­ση των ακραίων δημοκρατικών στις ψηφοφορίες και χειροτονίες στις «εκκλησίες του Δήμου» και στις ψηφοφορίες στα ηλιαστικά Δικαστήρια.

    Οι φτωχότεροι Αθηναίοι τρέφονταν με χυλό (από κριθάρι ή στάρι), όσπρια, ελιές, κρεμμύδια, σκόρδα, χόρτα, ξερά σύκα, λίγες ζωικές πρωτεΐνες (αλλαντικά, ξερά ή παστά ψάρια, σπανίως κρέας και φρέσκα ψά­ρια), λάδι, κρασί και ενδύονταν πενιχρά. Παρά ταύτα δεν αντιδρούσαν στη συμμετοχή μετοίκων και δούλων στην αγορά εργασίας. Άλλωστε οι ίδιοι άφηναν χώρο σ’ αυτές τις κατηγορίες εργαζόμενων, προτιμώντας να εισπράττουν τις αποζημιώσεις από ανάληψη κρατικών λειτουργημάτων και συμμετοχή στις «εκκλησίες του Δήμου», καθώς και να λαμβάνουν γεωργικούς κλή­ρους σε εδάφη της αθηναϊκής ηγεμονίας.

    Οι φτωχότεροι μεταξύ των Αθηναίων πολιτών ε­πιδίωξαν και πέτυχαν την πολιτική εξίσωση τους, δεν απαίτησαν όμως και οικονομική ισότητα. Αντί γι’ αυτήν σταθερά προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν εισοδήματα από το κρατικό ταμείο κατ γεωργική α­ποκατάσταση σε ξένα εδάφη. Για τούτο ψήφίζαν υ­πέρ πολέμων για την επέκταση του ζωτικού χώρου της Αθήνας κατ υπέρ της οικονομικής εκμετάλλευ­σης των συμμάχων.
 
Οι μέτοικοι δεν μπορούσαν να αποκτήσουν περιουσία, ενώ ορισμένοι δούλοι να έχουν χρηματική περιουσία
 
    Η κατάσταση των μέσων παραγωγής, που ίσχυε στον ελληνικό κόσμο κατά το κρίσιμο χρονικό διά­στημα, σαφώς εμπόδισε την αθηναϊκή δημοκρατία να καταργήσει τη δουλεία. Πράγματι, με τις τότε τε­χνολογικές συνθήκες, καμιά κοινωνία δεν μπορού­σε να μη χρησιμοποιεί δούλους στην παραγωγική διαδικασία.

    Αθηναϊκή και νεότερη δημοκρατία

    Οι θεσμοί της αθηναϊκής δημοκρατίας εν μέρει μοιάζουν με τους θεσμούς της νεότερης δημοκρα­τίας, εν μέρει διαφέρουν από αυτούς.

    Κοινά γνωρίσματα της αθηναϊκής δημοκρατίας κατ των νεοτέρων δημοκρατιών είναι (1) η λαϊκή κυριαρχία, (2) η απόλυτη ισότητα των πολιτών. (3) η ανεξαρτησία των δικαστικών αρχών.

    Οι διαφορές τους προκύπτουν από το γεγονός ότι η αθηναϊκή δημοκρατία αλλού ήταν mo προωθη­μένη από τη σημερινή και αλλού υστέρησε σε σύ­γκριση με αυτή:

    Η αθηναϊκή δημοκρατία εφάρμοσε τη λαϊκή κυ­ριαρχία όχι δι’ αντιπροσώπων, αλλά άμεσα: ήταν όχι κυβέρνηση από το λαό για το λαό, αλλά κυβέρ­νηση του λαού για το λαό. Το κράτος δεν διακρινόταν από τους πολίτες, αλλά ταυτιζόταν με αυτούς, καθώς αυτοί νομοθετούσαν, κυβερνούσαν και δίκαζαν. Οι πολίτες δεν ήσαν μόνον ίσοι, αλλά και εί­χαν ίσες ευκαιρίες προκειμένου να ασκήσουν τα δι­καιώματα τους. Έτσι συμμετείχαν στα κοινά ενεργώς και ήσαν πλήρως ενήμεροι για όλες τις δημόσιες υποθέσεις. Οι πολιτικοί αγώνες διεξάγονταν από τους ίδιους μέσα στο «Δήμο».

    Αντίστροφα, η αθηναϊκή δημοκρατία δεν κατάρ­γησε τη δουλεία, δεν εξίσωσε τις γυναίκες με τους άνδρες και υπήρξε πολύ φειδωλή στην παροχή πο­λιτικών δικαιωμάτων σε μετοίκους. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη κατ τα εξής: 1) Μία από τις σπου­δαίες νεότερες δημοκρατίες άργησε πολλές δεκαε­τίες να καταργήσει τη δουλεία, οι πιο προχωρημέ­νες νέες δημοκρατίες εξίσωσαν τις γυναίκες κατά τις δεκαετίες του μεσοπολέμου κατ μετά το Λεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και ότι η πολιτογράφηση μεταναστών δεν γίνεται εύκολα ούτε και σήμερα. 2) Η α­θηναϊκή δημοκρατία δέχθηκε στο έδαφος της πλήθη μετοίκων και τους έδωσε κάθε ελευθερία για να ασκούν τις δικές τους λατρείες και να τηρούν τα έθιμά τους μαζί με το δικαίωμα να ασκούν οποιαδή­ποτε οικονομική δραστηριότητα και να πλουτούν, ε­κτός του να αποκτούν ακίνητη περιουσία. Μέτοικοι έγιναν ισχυρότεροι από Αθηναίους σε ορισμένους παραγωγικούς τομείς. Οι ημερομίσθιοι μέτοικοι α­μείβονταν ίσα με τους Αθηναίους. Αναφορικά με τους δούλους, πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση των δούλων βελτιώθηκε στη δημοκρατική Αθήνα, εκτός εκείνων που εργάζονταν στα λατομεία και στα μεταλλεία. Δημιουργήθηκε κατηγορία δούλων που είχαν δικαίωμα να σχηματίσουν μικρή χρηματική περιουσία και να ντύνονται όπως οι ελεύθεροι. Ποινικοποιήθηκαν ως υβριστικές, ορισμένες σωματικές βλάβες δούλων από τους κυρίους τους.

    Η ΔΟΜΗ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

    Η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών δημιουργήθηκε κατά τους νεότερους χρόνους. Η αρχαία δημοκρατία δεν χρειάστηκε να την εφεύρει, επειδή η συγκέντρωση όλων των εξουσιών σ' ένα μόνο όργανο του κράτους, το «Δήμο», δεν καταπίεζε τον πολίτη, δεδομένου ότι οι πολίτες ήταν το κράτος, όταν ελάμβαναν πο­λιτικές ή διοικητικές αποφάσεις σε μια «εκκλησία του Δήμου» ή δίκαζαν ως μέλη ενός ηλιαστικού δι­καστηρίου.

Ο «Δήμος» ήταν ο Νομοθέτης, η Κυβέρνηση και το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι πολίτες τον αντιλαμβά­νονταν ως μονάρχη.

    Οι περισσότερες υποθέσεις δικάζονταν από ηλιαστικά δικαστήρια που αντιπροσώπευαν το «Δήμο».

    Ένα αντιπροσωπευτικό σώμα των πολιτών, η «Βουλή», που είχε 500 κληρωτά μέλη, βοηθούσε το «Δήμο». Επεξεργαζόταν τα νομοσχέδια και είχε τον κύριο ρόλο στη διοίκηση του κράτους. Επό­πτευε και συντόνιζε τους «άρχοντες», είχε όμως και μερικούς δικούς της τομείς δράσεως, ιδίως τον το­μέα των ναυτικών εξοπλισμών.

    Οι «άρχοντες» δεν ήρχαν. Ο «Δήμος» δεν είχε ε­μπιστοσύνη στους πολίτες που καταλάμβαναν κά­ποιο αξίωμα: τους έβλεπε ως δυνάμει τυράννους. Σοφίστηκε πλείστα όσα μέτρα για να τους κάνει α­κίνδυνους. Αφαίρεσε εξουσίες από τους «άρχο­ντες» που κληρονόμησε από το προηγούμενο πο­λίτευμα: τον «Άρχοντα», τον «Πολέμαρχο», το «Βα­σιλέα» και τους έξι «θεσμοθέτες». Αντικατέστησε την εκλογή ως μέσον αναδείξεως «αρχόντων» και «βουλευτών» με την κλήρωση. Ίδρυσε πλήθος νέ­ων αρχών, με δεκάδες μέλη στις περισσότερες. Τον 4ο αιώνα π.Χ. υπήρχαν στην Αθήνα 700 «άρχο­ντες». Τα μέλη των πολυμελών αρχών ήσαν ισοδύ­ναμα και συνυπεύθυνα. Κάθε αρχή είχε ένα ελάχι­στο μέρος από τις εκτελεστικές αρμοδιότητες και καμία πραγματική εξουσία. Οι «άρχοντες» ελέγχο­νταν συνεχώς από το «Δήμο», τη «Βουλή» και τους πολίτες και λογοδοτούσαν στο τέλος της ετήσιας θη­τείας τους. Ο έλεγχος του «Δήμου» και η καχυπο­ψία των πολιτών βάραινε πιο πολύ επί των λίγων «αρχόντων» που δεν κληρώνονταν, αλλά εκλέγο­νταν και επανεκλέγονταν χωρίς περιορισμό: των «Στρατηγών». Πολλοί «Στρατηγοί» δικάστηκαν από το «Δήμο» ή από ηλιαστικό δικαστήριο. Όχι λίγοι καταδικάστηκαν σε θάνατο ή άλλες βαριές ποινές. Κεντρικό και μόνιμο όργανο του αριστοκρατικού πολιτεύματος, ο «Άρειος Πάγος», αποδυναμώθηκε πρώτα από τον Σόλωνα, το 593 π.Χ., επί δημοκρα­τίας από τον Εφιάλτη και τον Περικλή, το 462 π.Χ., που του άφησαν μόνον την εκδίκαση των ανθρωπο­κτονιών εκ προμελέτης, των εμπρησμών, δηλητη­ριάσεων και πράξεων ασεβείας. Από τις τάξεις των Αρεοπαγιτών, που ήσαν όλοι όσοι είχαν διατελέσει «εννέα άρχοντες», λαμβάνονταν οι 51 «Εφέται» που εκδίκαζαν αθέλητες ανθρωποκτονίες πολιτών και όλες ας ανθρωποκτονίες μετοίκων, παρεπιδημούντων, δούλων.

    Πώς λειτουργούσε η αθηναϊκή δημοκρατία. Η νομοθεσία

    Στη νομοθεσία ελάμβαναν μέρος: κάθε πολίτης, ο «Δήμος» και η «Βουλή». Κάθε πολίτης είχε δικαί­ωμα να κάμει πρόταση «ψηφίσματος», ο «Δήμος» παρέπεμπε το σχέδιο του «ψηφίσματος» στη «Βου­λή», η «Βουλή» εξέταζε το σχέδιο από άποψη νο­μιμότητας, το διατύπωνε νομοτεχνικά και το επέ­στρεφε στο «Δήμο». Ο «Δήμος» αποφάσιζε με ψη­φοφορία ή με χειροτονία. Τα «ψηφίσματα» ρύθμιζαν υποθέσεις άνισης σημασίας: πράγματι, ισοδυ­ναμούν άλλα με δικές μας τροποποιήσεις Συντάγματος, άλλα με δικούς μας οργανικούς νόμους, άλ­λα με δικούς μας κοινούς νόμους, άλλα με δικά μας διατάγματα, άλλα με δικές μας υπουργικές αποφά­σεις. Η χρήση του όρου «ψήφισμα» για όλες τις α­ποφάσεις του «Δήμου», ανεξαρτήτως σημασίας, προκαλούσε για αρκετό καιρό σύγχυση, έως ότου συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη να διακριθούν μετα­ξύ των «ψηφισμάτων» εκείνα που είχαν ευρύτερο και διαρκέστερο αντικείμενο. Αυτά ονομάστηκαν «νόμοι», όπως ονομάζονταν παλαιότερα οι νομοθε­τικές ρυθμίσεις συντακτικού περιεχομένου του Δράκοντα, του Σόλωνα, του Κλεισθένη. Έπειτα κα­θιερώθηκε ειδική αγωγή κυρώσεως «ψηφισμάτων» που έρχονταν σε σύγκρουση με «νόμους», η «γρα­φή παρανόμων». Αυτή όμως η αγωγή δεν περιοριζόταν μόνον στην ακύρωση ενός «ψηφίσματος»: συ­νεπαγόταν επίσης Βαρύτατες κυρώσεις εναντίον του πολίτη που εισηγήθηκε το πάσχον «ψήφισμα», κα­θώς και εναντίον του προέδρου της «εκκλησίας του Δήμου», αν άφησε να διαπραχθεί κάποια Οικονομι­κή παρατυπία. Έτσι, έγινε επικίνδυνη ακόμη και μία πρόταση να αλλάξει ένας παλαιός «νόμος» που κρινόταν γενικά απαρχαιωμένος ή Βλαβερός.
 
Ο «Δήμος» δεν εμπιστευόταν τους πολίτες που έπαιρναν αξιώματα και σοφιζόταν διάφορα μέτρα για να τους κάνει ακίνδυνους
 
    Για να αδρανοποιήσουν τη «γραφή παρανόμων» σε περιπτώσεις που εμπόδιζε την εκκαθάριση του σώματος των νόμων ή την κατάργηση άχρηστων ή Βλαβερών νόμων και εν γένει την εξέλιξη της νομοθεσίας, οι Αθηναίοι εφάρμοσαν τις ακόλουθες μεθόδους. Πρώτα, μεταξύ του 410 και του 403 π.Χ., ανέθεσαν σ’ επιτροπές πολιτών που κληρώθηκαν μεταξύ των «ηλιαστών» και στη «Βουλή» να εκκα­θαρίσουν το σώμα των έως τότε ισχυόντων «νόμων» που προέρχονταν είτε από τον Δράκοντα, τον Σό­λωνα και τον Κλεισθένη είτε από μετακλεισθένεια «ψηφίσματα». Στην αρχή του 4ου αιώνα καθιερώ­θηκε μια διαδικασία τακτικής εκκαθαρίσεως «νό­μων», που επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο, στην αρ­χή του πολιτικού έτους. «Εκκλησία του Δήμου» με συμμετοχή τουλάχιστον 6.000 πολιτών αποφαινόταν χωριστά για τον καθένα από τους υπό κρίση «νό­μους», εάν έπρεπε να διατηρηθεί ή να τροποποιη­θεί. Στη συνέχεια, κάθε πολίτης που είχε σχετική γνώμη τη διατύπωνε γραπτά σε σανίδα που αναρτιόταν σε πολυσύχναστο μέρος της πόλεως. Το θέμα επαναφερόταν σ' επόμενη «εκκλησία του Δήμου», για να αποφασίσει αυτή εάν θα το παρέπεμπε ή ό­χι στην αναθεωρητική επιτροπή «Νομοθετών». Εάν αυτή η «εκκλησία του Δήμου» αποφάσιζε καταφα­τικά, κληρώνονταν 501 ή 1.001 «Νομοθέται» μετα­ξύ των «ηλιαστών». Οι «Νομοθέται» αποφάσιζαν, α­φού ελάμβαναν υπόψη τις γραπτές προτάσεις που είχαν κάμει οι πολίτες υπέρ της διατηρήσεως ή υ­πέρ της αναθεωρήσεως κάθε υπό κρίση «νόμου» και άκουγαν τους υπερασπιστές των κρινόμενων «νό­μων» που είχε ορίσει η «Εκκλησία του Δήμου». Πε­ρί τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. καθιερώθηκε ακόμη μία διαδικασία καταργήσεως ή αναθεωρήσεως ή α­ντικαταστάσεως ενός συγκεκριμένου «νόμου» οπο­τεδήποτε έκανε σχετική εισήγηση ένας πολίτης μιλώντας σ’ «εκκλησία του Δήμου». Αυτή, αν ενέκρι­νε το νομοσχέδιο του πολίτη, το παρέπεμπε σε «Νο­μοθέτες» που κληρώνονταν για τη συγκεκριμένη υ­πόθεση. Εκείνοι, είτε ενέκριναν χωρίς τροπολογίες το νομοσχέδιο είτε το απέρριπταν.

    Η διοίκηση

    Στη διοίκηση εμπλέκονταν ο «Δήμος», η «Βου­λή» και οι πολυάριθμοι «άρχοντες». Η εκτελεστική εξουσία ανήκε oro «Δήμο», η «Βουλή» και οι «άρ­χοντες» ήσαν εκτελεστικά όργανα των αποφάσεων του «Δήμου», που ήταν και νομοθέτης και κυβερ­νήτης. Από την αρχή της δημοκρατίας και για πο­λύ καιρό, ο «Δήμος» εννοούσε να εκδίδει «ψηφί-ματα» για υποθέσεις εκτελεστικής και διοικητικής φύσεως, προκαλώντας προβλήματα, καθώς οι μεν δημοκρατικές εξελίξεις σε βάθος και σε πλάτος δι­εύρυναν το πεδίον της διοικήσεως, αύξαναν και ενέτειναν τις διοικητικές λειτουργίες, οι δε «άρχο­ντες» αποδυναμώνονταν. Βαθμιαία ο «Δήμος» περιόρισε το πεδίο της αναμίξεως του σε διοικητικές πράξεις, διατήρησε όμως αμείωτη την τάση του να ακούει ο ίδιος τους ξένους πρέσβεις και, το χειρό­τερο, να αποφασίζει τα επίπεδα των επιστρατεύσε­ων κατ των πολεμικών δαπανών και, ακόμη, να δι­ευθύνει στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η καχυποψία του «Δήμου» για τους «άρχοντες» τον εμπόδιζε να δημιουργήσει ιεραρχία μεταξύ των «Στρατηγών» και μεταξύ των οικονομικών «αρχόντων». Μόνο σε στιγμές οικονομικής δυσπραγίας δημιουργήθηκε, για πρώτη φορά, το 354 π.Χ., οικονομική αρχή, μο­νομελής, αιρετή και με τετραετή θητεία, η οποία συντόνισε με επιτυχία τις λοιπές οικονομικές αρ­χές, κληρωτές, πολυμελείς και ετήσιες, και δημι­ούργησε περισσεύματα. Παρά την επιτυχία της, αυ­τή η αρχή καταργήθηκε μετά τη δεύτερη τετραετία της. Το 338 ή το 334 π.Χ., υπό το βάρος της ήττας στη Χαιρώνεια, οι Αθηναίοι προχώρησαν στην ί­δρυση κεντρικής οικονομικής αρχής, που επίσης είχε επιτυχία.
 
Τα μέλη των αθηναϊκών δικαστηρίων δεν είχαν ειδική μόρφωση. Γνώριζαν, όμως, καλά τους νόμους, αφού αυτοί νομοθετούσαν.
 
    Η δικαιοσύνη

    Όργανα με αρμοδιότητες δικαστηρίων ήσαν ο «Δήμος», τα ηλιαστικά δικαστήρια, που ήταν απορ­ροή και σύνοψη του «Δήμου», η «Βουλή», ο «Άρειος Πάγος», οι «Εφέται» και μερικοί ετήσιοι κληρω­τοί «άρχοντες», με πρώτους τους «Ένδεκα». Στην περίπτωση του «Δήμου» η δικαστική του εξουσία συνέπιπτε με τη νομοθετική του και την εκτελεστική του. Αλλά ο «Δήμος» πολύ σπάνια άσκησε τις δικαστικές δικαιοδοσίες του τον 5ον αιώνα και κα­θόλου τον 4ο. Όλα τα άλλα δικαστήρια ήταν αυτό­νομα και κυρίαρχα. Μάλιστα τα ηλιαστικά, ο «Άρειος Πάγος», οι «Εφέται» και, εν μέρει, οι «Ένδεκα», εξέδιδαν μη εφέσιμες αποφάσεις. Το α­ντίθετο ίσχυε για τις δικαστικές αποφάσεις της «Βουλής» και των δικαστηρίων των «αρχόντων». Ο «Δήμος», τα ηλιαστικά δικαστήρια, ο «Άρειος Πά­γος», οι «Εφέται», οι «Ένδεκα» μπορούσαν να επι­βάλουν ποινές θανάτου, δημεύσεως περιουσίας, ε­ξορίας, στερήσεως πολιτικών δικαιωμάτων, ενώ τα άλλα δικαστήρια, ακόμη και η «Βουλή» δεν μπο­ρούσαν να επιβάλουν παρά χρηματικά πρόστιμα.

    Κανένα μέλος κανενός αθηναϊκού δικαστηρίου δεν είχε ειδική μόρφωση. «Ηλιασταί», «Αρεοπαγίται», «Εφέται» ήσαν κοινοί πολίτες. Παρά ταύτα, γνώριζαν καλά τους νόμους, αφού οι ίδιοι τους νο­μοθετούσαν στο «Δήμο» κατ τους εφάρμοζαν στα δικαστήρια. Από την άλλη μεριά όμως παρασύρο­νταν από τις ατομικές πολιτικές τάσεις τους και τις ψυχολογικές παρορμήσεις.
 
    Οι προδικαστικές και δικαστικές διαδικασίες ή­σαν απλές, αλλά και απλοϊκές, όταν θεωρούνται εκ των υστέρων, και μάλιστα από τη δική μας οπτική γωνία. Ωστόσο υπήρχαν νόμοι που καθιέρωναν όλες τις δικές μας αρχές περί δικαιωμάτων του κατηγο­ρουμένου ή εναγομένου.

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙA
 
    Η Αθηναίων πολιτεία λειτουργούσε με θεσμούς άμεσης δη­μοκρατίας.

    Με την κλήρωση «από κυάμων», αντί της εκλο­γής, στα περισσότερα αξιώματα και με το μισθό για την άσκηση των πολιτειακών λειτουργημάτων διασφάλιζαν την ισότητα: την ίση συμμετοχή όλων των πολιτών στα δημόσια πράγματα. Και η συμμετοχή αυτή ήταν άμεση.

    Έτσι, στην Εκκλησία του Δήμου, στη Βουλή, στην Ηλιαία και στα υπόλοιπα συλλογικά όργανα, οι Αθηναίοι πολίτες μετείχαν απ’ ευθείας, δηλαδή αυτοπροσώπως. Η δε συμμετοχή τους στα κοινά ή­ταν συνεχής και καθημερινή. Στην αθηναϊκή δη­μοκρατία ο θεσμός της αντιπροσώπευσης και της επαγγελματοποίησης της πολιτικής ήταν άγνωστος.

    Κατ’ εξαίρεση γινόταν με εκλογή η ανάδειξη σε αξιώματα που «εδέοντο εμπειρίας και τέχνης», ό­πως στην περίπτωση των δέκα στρατηγών. Είναι, πά­ντως, προφανές ότι οι θεσμοί της άμεσης δημοκρα­τίας ήταν συνυφασμένοι με την «πόλη-κράτος», ενώ στα μεγάλα κράτη της εποχής μας ισχύει η έμμεση δημοκρατία της «Βουλής των αντιπροσώπων», όπου οι «αντιπρόσωποι» του λαού μπορούν να θέλουν ο­τιδήποτε «εν ονόματι», «αντί» και «για λογαριασμό» των εκλογέων τους, χωρίς να λογοδοτούν απέναντι τους για γνώμη ή ψήφο, ως μονή δε «κύρωση» υ­πάρχει το ενδεχόμενο της μη επανεκλογής τους.
 
Οι «νομοθέτες» θα μπορούσαν, κατά κάποιο τρόπο, να παρομοιαστούν με τη σημερινή επιστημονική υπηρεσία της Βουλής
  
    Η κυρίως νομοθετική διαδικασία

    Η διαδικασία θεσπίσεως νόμων ή ψηφισμάτων α­πό την Εκκλησία του Δήμου αποτελούσε εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας.

Κατά την έναρξη του βουλευτικού έτους η Εκκλησία του Δήμου αποφάσιζε για την ανάγκη ψήφισης νέων νόμων ή ψηφισμάτων («επιχειροτονία νόμων»).

   Η απόφαση αυτή είχε χαρακτήρα ουσιαστικά κυ­βερνητικό: προϋπέθετε την πολιτική επιλογή για την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου σκοπού, ο ο­ποίος χωρίς τη θέσπιση συναφούς κανόνα δικαίου θα ήταν αδύνατον να πραγματωθεί.

    Κάθε Αθηναίος πολίτης μπορούσε, ασκώντας νο­μοθετική πρωτοβουλία -που σήμερα, με το αντι­προσωπευτικό σύστημα, ανήκει μόνο στη Βουλή και στην κυβέρνηση1- να υποβάλει γραπτώς πρότα­ση νόμου στην Εκκλησία του Δήμου, όπου και διαβαζόταν για να καταστεί δημοσίως γνωστή. Επι­πλέον η πρόταση έπρεπε να τοιχοκολληθεί, προς μείζονα κατοχύρωση του δικαιώματος της πληρο­φόρησης περί τα κοινά, και στο οίκημα του «επώ­νυμου άρχοντα», ενός από τους εννέα άρχοντες, που αποτελούσαν την ανώτατη διοίκηση. Ο πολίτης που ασκούσε νομοθετική πρωτοβουλία αναλάμβανε κατ την ευθύνη για το περιεχόμενο της πρότασης του, πράγμα που αποτυπωνόταν και στο κείμενο του νό­μου: «ειπόντος του τάδε». Αν η πρόταση νόμου α­ποσκοπούσε όχι στη θέσπιση νέων αλλά στην τρο­ποποίηση ισχυουσών ρυθμίσεων, ο εισηγούμενος την πρόταση έπρεπε να τη συνοδεύει και με τις τρο­ποποιούμενες διατάσεις. Παρόμοια υποχρέωση ισχύει και στα σύγχρονα πολιτεύματα προς πληρέ­στερη και ακριβέστερη ενημέρωση των μελών του νομοθετικού σώματος2.

    Η Εκκλησία του Δήμου δεν επιτρεπόταν να νο­μοθετήσει για οτιδήποτε «απροβούλευτον»3. Διαβίβαζε προηγουμένως την πρόταση νόμου στη Βουλή, η οποία ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει τη γνώμη της στην Εκκλησία του Δήμου. Η γνώμη αυτή της Βουλής, το «προβούλευμα», ήταν, με σύγχρονη ο­ρολογία, μία απλή -όχι «σύμφωνη», δηλαδή δεσμευτική- γνώμη, που αποτελούσε όμως ουσιώδη τύπο της νομοθετικής διαδικασίας. Συνιστούσε εγ­γύηση για την Εκκλησία του Δήμου ότι το Ζήτημα είχε ελεγχθεί σε πρώτη επεξεργασία. Η αποφασι­στική αρμοδιότητα για την ψήφιση του νόμου ανή­κε πάντως στην Εκκλησία του Δήμου, πράγμα που η Βουλή αναγνώριζε με τη φράση: «ό,τι αν τω Δή­μω δοκεί άριστον είναι». Παρόμοια διαδικασία μιας πρώτης επεξεργασίας των νομοσχεδίων ή προτάσε­ων νόμων ισχύει και σήμερα: η Βουλή συζητεί επ’ αυτών μετά την επεξεργασία τους από τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές («διαρκείς») επιτροπές4.

    Της ψηφοφορίας στην Εκκλησία του Δήμου προηγείτο συζήτηση, στην οποία μπορούσε να μετά­σχει κάθε πολίτης. Στην πράξη πάντως η συζήτηση περιοριζόταν μεταξύ των επιφανών Αθηναίων πολι­τικών. Η ψηφοφορία γινόταν με ανάταση των χει­ρών. Ο Επιστάτης των Πρυτάνεων, ο οποίος προή­δρευε της συνεδριάσεως, καταμετρούσε ττς ψήφους. Έστω και αν ο νόμος ψηφιζόταν, ο Επιστάτης των Πρυτάνεων είχε τη δυνατότητα, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε με πρωτοβουλία άλλου βουλευτή ή πολίτη, να επαναφέρει την πρόταση για συζήτηση.

    Μετά το 403-402 π.Χ. η διαδικασία για τη θέσπι­ση νόμων από την Εκκλησία του Δήμου περιέλαβε και ένα ακόμη στάδιο επεξεργασίας των προτάσεων νόμου από ένα πολυμελές συμβούλιο «νομοθετών», δηλαδή δικαστών αναδεικνυόμενων με κλήρωση. Οι «νομοθέτες» αυτοί, λόγω της δικαστικής ιδιότη­τας τους, είχαν καπότα εξοικείωση -όχι εξειδίκευ­ση- με το δίκαιο (αφού ήσαν λαϊκοί, απλοί πολίτες, που αναδεικνύονταν στο δικαστικό αξίωμα είτε με κλήρωση είτε επειδή μετείχαν στο Ηλιαστικό Δικαστήριο βάσει της ιδιότητας τους ως Αθηναίων πο­λιτών). Επιτελούσαν πάντως ένα έργο που θα μπο­ρούσε, κατά κάποιο τρόπο, να παρομοιαστεί με το έργο που επιτελεί σήμερα η επιστημονική υπηρε­σία της Βουλής στη χώρα μας5.

Η επεξεργασία των προτάσεων νόμου γινόταν πριν διαβιβαστεί n πρόταση από την Εκκλησία του Δήμου στη Βουλή. Ένα σημείο που πρέπει να τονι­στεί εδώ και που καταδεικνύει το σεβασμό των Αθηναίων στους «πατρώους νόμους» είναι ότι οι «νομοθέτες», πριν εκφέρουν τη γνώμη τους ή τις παρατηρήσεις τους επί της προτάσεως νόμου, έπρε­πε να ακούσουν μια επιτροπή πολιτών που ανα­λάμβανε να υποστηρίζει τον παλαιό νόμο έναντι της νέας προτεινόμενης ρύθμισης.

Οι γραφές «παρανόμων» και «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι»

    Δύο «γραφές» - δίκες δημοσίου δικαίου, όπως θα λέγαμε σήμερα- είχαν μεγάλη σπουδαιότητα, κα­θώς αποτελούσαν προληπτικές και συγχρόνως κα­τασταλτικές εγγυήσεις τηρήσεως του πολιτεύματος: η «γραφή παρανόμων» και η «γραφή νόμον μη επιτήδειον θείναι», που εκδικάζονταν από το δικα­στήριο της Ηλιαίας.

    Η «γραφή παρανόμων»8 ήταν μία δημοσίου δικαί­ου δίκη εναντίον εκείνου ο οποίος είχε προτείνει νό­μο ή ψήφισμα που ερχόταν σε αντίθεση με τους προϋφιστάμενους κανόνες ή που είχε θεσπισθεί κα­τά παράβαση της νομοθετικής διαδικασίας. Μόλις ο μηνυτής εξεδήλωνε την πρόθεση του, με δημόσιο όρκο («υπωμοσία»), να καταθέσει «γραφή παρανό­μων», η συνέχιση της νομοθετικής διαδικασίας ανα­στελλόταν. Αναστελλόταν επίσης η ισχύς του νέου νόμου ή ψηφίσματος, εάν η νομοθετική διαδικασία επί της προτάσεως νόμου είχε ήδη ολοκληρωθεί.
 
Οι γραφές «παρανόμων» και «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι», καθώς και ο οστρακισμός προστάτευαν τη λειτουργία του πολιτεύματος
 
    Η αναστολή διαρκούσε, και στις δύο περιπτώσεις, έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Εάν η από­φαση ήταν καταδικαστική για τον προτείνοντα, τότε ο νόμος ή το ψήφισμα ακυρωνόταν ή σταματούσε η περαιτέρω νομοθετική διαδικασία επί της προτάσε­ως. Η ποινή για τον ένοχο ήταν πρόστιμο και, σε πε­ρίπτωση υποτροπής για τρίτη φορά, στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων («ατιμία»). Αν η δικαστική α­πόφαση επί της «γραφής παρανόμων» ήταν απαλ­λακτική, η νομοθετική διαδικασία συνεχιζόταν ή ο ψηφισθείς νέος κανόνας δικαίου -νόμος ή ψήφισμα-ανακτούσε την ανασταλείσα ισχύ του.
 
    Η γραφή «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι»7 ήταν ε­πίσης δίκη δημοσίου δικαίου εναντίον της θεσπίσε­ως ασύμφορου νόμου, δηλαδή νόμου που θα μπο­ρούσε να βλάψει τα συμφέροντα της πόλεως. Η δια­φορά της γραφής αυτής από τη «γραφή παρανόμων» συνίστατο στο ότι αφορούσε μόνο νόμους, όχι ψη­φίσματα. Οι ποινές επί καταδίκης ήσαν κατά πολύ βαρύτερες από τις ποινές της «γραφής παρανόμων»: εξικνούντο έως το θάνατο. Πάντως η γραφή «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι» έπρεπε, για να έχει ποινικές συνέπειες, να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία ενός έ­τους από την ψήφιση του νόμου.
 
    Εκτός από την ατομική κύρωση της επιβολής ποινής, οι δύο «γραφές» είχαν και ακυρωτικό απο­τέλεσμα ως προς το νόμο ή το ψήφισμα.
 
Οι «γραφές» αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηρι­σθούν ως διφυή ένδικα βοηθήματα, τόσο ποινικού όσο και διοικητικού (ακυρωτικού) χαρακτήρα.
 
Εκτός από τις ήδη αναφερθείσες «γραφές» υπήρ­χε και η ενώπιον του Ηλιαστικού Δικαστηρίου α­σκούμενη «γραφή» και κατά του Επιστάτη των Πρυ­τάνεων («επιστατική γραφή»).
 
    Εικάζεται ότι καταδικαστικές αποφάσεις της Ηλιαίας σε οποιαδήποτε από τις πτο πάνω «γραφές» σπανιότατα μόνον εκδίδονταν. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι απο­φάσεις απήλλασσαν τον κατηγορούμενο κατ επικύρωναν το θεσπισθέντα νόμο ή το ψήφισμα. Τούτο συνέβαινε προδήλως διότι το πολυμελέστατο δικαστήριο της Ηλιαίας αποτελούσαν τα ίδια τα μέ­λη της Εκκλησίας του Δήμου που είχαν ήδη ψηφί-σετ το νόμο ή το ψήφισμα. Δύσκολα θα μπορούσαν, επομένως, οτ ίδιοι πολίτες να αναιρούν δικαστικά αυτό που είχαν αποφασίσει νομοθετικά.
 
    Σημειώθηκε ότι οι γραφές «παρανόμων» κατ «νό­μον μη επιτήδειον θείναι» δεν ήσαν μόνο κατα­σταλτικές αλλά και προληπτικές εγγυήσεις τηρή­σεως των πολιτικών κατ δικαιικών θεσμών της α­θηναϊκής δημοκρατίας. Ο προληπτικός χαρακτή­ρας των γραφών αυτών συνίστατο στο ότι οι επαπει­λούμενες βαριές ποινές λειτουργούσαν αποτρεπτι­κά για τη θέσπιση νέων νομοθετικών ρυθμίσεων που θα ήσαν «δυνάμει» επικίνδυνες για τη λειτουργία του πολιτεύματος.
 
Οστρακισμός

    Προληπτική και κατασταλτική εγγύηση για τη λειτουργία του αθηναϊκού πολιτεύματος ήταν και ο θεσμός του οστρακισμού. Βάσει αυτού η Εκκλησία του Δήμου μπορούσε να εξορίζει επί ορισμένο χρό­νο αυτούς που θεωρούσε επικίνδυνους για το πολί­τευμα κατ την ασφάλεια της πόλεως, επειδή είχαν α­ποκτήσει κάποια φήμη ή δύναμη στο δημόσιο βίο. Ο οστρακισμός είχε ως δικαιολογητική βάση την α­ποφυγή αποκτήσεως πολιτικής ισχύος. «Ο γαρ οστρακισμός την αυτήν έχει δύναμιν τρόπον τινά, τω κολούειν τους υπερέχοντας»3. Οι Αθηναίοι πολίτες έγραφαν σε μικρά κεραμίδια (όστρακα) το όνομα ε­κείνου που επιθυμούσαν να απομακρύνουν από την πόλη. Η ψηφοφορία ήταν μυστική. Λόγω της σοβα­ρότητας του Ζητήματος, για να ληφθεί απόφαση οστρακισμού, ήταν απαραίτητο να συγκεντρωθούν έξι χιλιάδες ψήφοι υπέρ η - κατ’ άλλην εκδοχή - η α­πόλυτη πλειοψηφία έτη παρόντων τουλάχιστον έξι χιλιάδων10.
 
Το δικαίωμα και καθήκον αντιστάσεως κατά της καταλύσεως της δημοκρατίας

    Σημαντικός θεσμός για την προστασία του δημο­κρατικού πολιτεύματος υπήρξε και η μέριμνα για την αποτροπή καταλύσεως της δημοκρατίας. Σύμφωνα με το «Ψήφισμα του Δημοφάντου» (410 Π.Χ.): «Ἐάν τις δημοκρατίαν καταλύῃ τήν Ἀθήνησιν ἤ ἀρ­χήν τίνα ἄρχῃ καταλελυμένης τῆς δημοκρατίας, πο­λέμιος ἔστω τῶν Ἀθηναίων καί νηποινί τεθνάτω καί τά χρήματα αὐτοῦ δημόσια ἔστω καί τοῦ θεοῦ τό ἐπιδέκατον, ὁ δέ ἀποκτείνας τόν ταῦτα ποιήσαντα καί ὁ συμβουλεύσας ὅσιος ἔστω καί εὐαγής...»11. Ο νό­μος αυτός, πρόδρομος των συγχρόνων προστατευτικών του πολιτεύματος ποιντκών διατάξεων που τιμωρούν την «εσχάτη προδοσία», καθιερώνει το δι­καίωμα αντιστάσεως, το οποίο, συνδυαζόμενο με το θαυμασμό κατ σεβασμό προς τους τυραννοκτόνους - περίπτωση Αρμοδίου και Αρκπογείτονος - αποδεικνύει πόσο περί πολλού είχαν οι Αθηναίοι το πο­λίτευμα τους και τους δημοκρατικούς θεσμούς που αποτέλεσαν τη βάση της μεγαλειώδους δημιουργίας τους στον πολιτικό, το φιλοσοφικό, τον καλλιτεχνικό και τον πολιτισμικό εν γένει τομέα.
 
    Το πολίτευμα της αθηναϊκής δημοκρατίας, παρά τις όποιες εσωτερικές αντιφάσεις του και όσα αρνητικά στοιχεία εμφάνισε στη λειτουργία του ή στις σχέσεις του και στην εν γένει συμπεριφορά των Αθηναίων προς άλλες πόλεις-κράτη (π.χ. έναντι των Δηλίων), υπήρξε αναμφισβήτητα μια πρωτοποριακή ιστορική κατάκτηση της ελληνικής αρχαιότητας.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βλ. Ακαδημία Αθηνών, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Μελέτες για το πολίτευμα και την ιδεολογία ίων Αθηναίων Αθήνα, 1995.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. άρθρο 73 παρ. 1 Συντ.
2. Βλ. άρθρο 74 παρ. 4 Συν. και άρθρο 85 παρ. 3 και 4 του Κανονισμού της Βουλής.
3. Αριστοτέλους, Αθ. Πολ. XLV, 5.
4. Βλ. άρθρο 74 παρ. 2 Συντ. κατ άρθρο 89 του Κανονισμού της Βουλής.
5. Βλ. άρθρο 74 παρ. 1 Συντ. και άρθρο 160 επ. του Κανονισμού της Βουλής.
6. Glotz, 190 en., Mac Dowell, 80 επ., Walker, 100 επ., Stockton, 79 επ.
7. Glotz, 191, Biscardi, 121, οημ, 68.
8. Βλ. Glotz, 184 επ., Forrest, 201 επ.
9 . Αρτοτοτέλους, Πολ. 1284 α 17 επ., 20, 42.
10. Βλ. Glotz, 184 επ.
11. Βλ. Βελισσαροπούλου, 65 επ., όπου ολόκληρο το κείμενο του νόμου, καθώς και σ. 67 επ., όπου ο ιδίου περιεχομένου νόμος του Εύκρατους (336 π.Χ.) και ο νόμος Ιλίου κατά των τυράννων, ολιγαρχίας κατ δήμου καταλύοεως (3ος αιώνας π.Χ.) ·
 
  
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
 
     Η αθηναϊκή δημοκρατία εμφανίζεται πρακτικά ως η εξαίρεση του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Ουσιαστικά η πολιτική συμμετοχή ήταν υπόθεση λίγων ανδρών, των οποίων τα δικαιώματα ολοένα αυξάνονταν όσο η δημοκρατία αποκτούσε στερεές βάσεις. Αν και αριθμητικά ο αθηναϊκός δήμος (το σύνολο των πολιτών) αποτελούσε μια μειοψηφία του πλη­θυσμού της Αθήνας για τα δεδομένα της εποχής, θεωρούνταν εξαιρετικά μεγάλος. Στον ξένο δεν αναγνωρίζονταν και πολλά δικαιώματα, όσο για τούς δούλους, αυτοί πρακτικά δεν είχαν κανένα. Η γυ­ναίκα αντιμετωπιζόταν ως σύζυγος. μητέρα, αδερφή, κόρη και όχι ως ενεργός και συμμέτοχος πολί­της. Ωστόσο οι τρεις αυτές κατηγορίες του πληθυ­σμού, αν και αποκλείονταν από την πολιτική ζωή, συνέβαλαν σημαντικά σε κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό και πνευματικό επίπεδο και χωρίς αυτούς, τους συχνά «ανώνυμους» κατοίκους της Αττικής. δύσκολα η δημοκρατική Αθήνα θα γινόταν για δυο σχεδόν αιώνες ο πόλος έλξης του ελληνι­κού κόσμου.
 
    Οι Αθηναίοι λοιπόν, χωρισμένοι σε εισοδηματικές τάξεις σύμφωνα με τις οποίες ρυθμίζονταν και τα πολιτικά τους δικαιώματα, αισθάνονταν ότι είναι μέ­λη μιας προνομιούχου κοινωνικής ομάδας, η οποία κρατούσε στα χέρια της κάθε μορφή εξουσίας, ενώ μοιραζόταν με τις άλλες κατηγορίες του πληθυσμού τις υποχρεώσεις της απέναντι στην πόλη.
 
Οι Αθηναίοι ήταν χωρισμένοι σε εισοδηματικές τάξεις, σύμφωνα με τις οποίες ρυθμίζονταν και τα πολιτικά τους δικαιώματα

     Η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν μια άμεση δημο­κρατία και στο πλαίσιο αυτής της πραγματικότητας η ενεργός συμμετοχή του πολίτη στα κοινά ήταν ζωτικής σημασίας γιατί από αυτή εξαρτιόταν η λει­τουργία του πολιτεύματος. Το περιεχόμενο όμως αυ­τής της συμμετοχής μεταβαλλόταν όσο η δημοκρα­τία εξελισσόταν.
 
    Τα Μηδικά και στη συνέχεια η εξάπλωση της Αθήνας στο Αιγαίο άλλαξαν τις κοινωνικές βάσεις της δημοκρατίας του Κλεισθένη, φέρνοντας στο πολιτικό προσκήνιο τους θήτες που κινούσαν το στόλο. Παρ' όλο που οι διαφορές ανάμεσα στις ει­σοδηματικές τάξεις ως προς τα πολιτικά δικαιώμα­τα μειώνονταν, δεν συνέβαινε το ίδιο και ως προς τις υποχρεώσεις. Οι πλούσιοι επωμίζονταν σχεδόν όλα τα βάρη των φόρων και των στρατιωτικών δα­πανών. Εξάλλου, η ίδια η πραγματικότητα επέ­βαλλε όρια στην άσκηση μιας άμεσης δημοκρα­τίας: πρακτικά ήταν αδύνατον να συμμετέχουν όλοι, δεδομένου ότι η Αθήνα αριθμούσε την εποχή εκεί vn περίπου 30.000-40.000 πολίτες. Ενώ οι διοικού­ντες συνέχιζαν να προέρχονται από τα μέλη της παλαιάς αριστοκρατίας, παραδοσιακά «εκπαιδευ­μένα» στη διοίκηση του κράτους, ο αστικός δήμος ασκούσε ένα πραγματικό μονοπώλιο σε Βάρος του αγροτικού που ζούσε μακριά από το κέντρο. Οι θήτες ήταν οι μοναδικοί που είχαν πρακτικά τη δυνα­τότητα να συμμετέχουν στις ολοένα αυξανόμενες συνεδριάσεις της Εκκλησίας, της Βουλής και των Δικαστηρίων. Τα μέτρα του Εφιάλτη και ο θεσμός της Μισθοφόρος επί Περικλή κατέστησαν την κυ­ριαρχία του δήμου mo συγκεκριμένη και ισχυρή. Ταυτόχρονα όμως η άσκηση των πολιτικών δικαιω­μάτων έγινε ισότιμη με ένα «επάγγελμα» και ο έ­λεγχος της λειτουργίας του καθεστώτος ξέφυγε από ιούς σημαντικούς Αθηναίους.
 
    Με τον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-405) δημιουργήθηκε στην ύπαιθρο και στην πόλη μια τάξη φτωχών που ενδιαφερό­ταν περισσότερο για την καθημερινή της επιβίωση παρά για τον πολιτικό προορι­σμό της δημοκρατίας. Η αδιαφορία αυτή συνοδευό­ταν και από τον ενθουσιασμό που εκδήλωναν για τους νικητές στρατηγούς. Παράλληλα, οι διάφοροι μισθοί (εκκλησιαστικός, θεωρικός) προσέφεραν στους φτωχότερους μια μικρή βοήθεια, ενώ τα πρόστιμα, οι δημεύσεις περιουσιών, οι δίκες κατά των πλουσίων που ολοένα πολλαπλασιάζονταν, αλλά και ο αυξανόμενος επαγγελματικός χαρακτήρας της πολιτικής ζωής υπέθαλπαν την ελεύθερη λειτουρ­γία των πολιτικών θεσμών και ενέτειναν την πολιτική παραίτηση του δήμου. Στο προσκήνιο της πολιτικής εμφανίστηκαν νέοι άντρες που ορισμένοι εί­χαν αντικείμενο τους να πείθουν, ενώ άλλοι εμφανίζονταν ως ειδικοί σε τεχνικά θέματα. Οι περισσό­τεροι αντλούσαν την περιουσία τους κυρίως από την κατοχή ενός ή περισσοτέρων εργαστηρίων ή από τό­κους δανείων. Επιδέξιοι στην τέχνη του λόγου κα­τάφεραν να μεταχειρίζονται την Εκκλησία σύμφω­να με τα συμφέροντα τους.
 
    Με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας (τέλη 6ου π.Χ. αι.) δικαίωμα Αθηναίου πολίτη είχαν όσοι κα­τάγονταν από άνδρες Αθηναίους που ήταν εγγε­γραμμένοι στους δήμους που δημιούργησε ο Κλει­σθένης. Στη νομιμοποίηση αυτή, από το 451, συμ­μετέχει κατ η γυναίκα, αφού πολίτες πλέον θεω­ρούνταν μόνο όσοι είχαν και τους δύο γονείς Αθη­ναίους και προέρχονταν από νόμιμο γάμο. Η πόλη ανέθετε στον πατέρα την εξουσία να αναδείξει έναν πολίτη, παρακολουθώντας από κοντά όλη τη διαδι­κασία: δημόσια αναγνώριση του παιδιού, εγγραφή του στη φρατρία, εγγραφή του σε ηλικία 18 ετών στα μητρώα του δήμου του. Ο κάθε Αθηναίος πολίτης λοιπόν είναι ταυτόχρονα μέλος μιας οικογένειας, ενός γένους, μιας φρατρίας, ενός δήμου, μιας φυλής.
 
Στην ύπαιθρο ενδιαφέρονταν περισσότερο για την καθημερινή τους επιβίωση παρά για τον πολιτικό προορισμό της δημοκρατίας

    Ωστόσο, αυτό που διακρίνει τον Αθηναίο ως πολί­τη από κάθε άλλη κατηγορία του πληθυσμού είναι η συμμετοχή του στην πολιτεία, δηλαδή στην οργά­νωση των εξουσιών. Η πολιτεία ορίζει τη λειτουργία των κυριοτέρων οργάνων της, τις προϋποθέσεις για να συμμετέχει κανείς σε αυτά, καθώς και τον τρόπο εκλογής και ελέγχου των αρχόντων. Οι άρχοντες ε­πιλέγονταν δια κλήρου. Όλες οι αρχές ήταν συλλο­γικές, ενιαύσιες και όλοι οι αξιωματούχοι λογοδοτούσαν στο τέλος της θητείας τους στο δήμο. Οι άρ­χοντες δεν διατηρούσαν προσωπική εξουσία. Πρα­κτικά ήταν δημόσιοι λειτουργοί που ελέγχονταν ακατάπαυστα και απειλούνταν συνεχώς με καθαίρε­ση. Για ορισμένα ωστόσο αξιώματα, όπως του στρα­τηγού, δεν είχαν όλοι οι πολίτες τα ίδια δικαιώμα­τα: η εκλογή γινόταν με ψηφοφορία και μόνο όσοι προέρχονταν από τις πλουσιότερες εισοδηματικές τάξεις μπορούσαν να εκλεγούν. Το δικαίωμα του πολίτη να αποφασίζει ασκούνταν στη συνέλευση του δήμου και το δικαίωμα του να δικάζει ασκού­νταν στα δικαστήρια. Νομικά, μόνο ο πολίτης απο­λάμβανε απεριόριστη νομική ικανότητα την οποία έχανε μόνο όταν στερούνταν τα πολιτικά του δικαιώματα. Οικονομικά, είχε το δικαίωμα να κατέχει γη και απαλλασσόταν από κάθε σταθερό άμεσο φόρο. Οι εύποροι επιφορτίζονταν με πρόσθετα οικονομι­κά βάρη όπως ήταν οι λειτουργίες (δημόσιες δαπά­νες) κατ οι εισφορές (φόρος που επιβαλλόταν κυρίως σε περίοδο πολέμου). Με την ιδιότητα του πολίτη συνδεόταν άμεσα και η υπηρε­σία του στον πόλεμο είτε ως πολίτη είτε ως ναύτη. Ως πολίτης ήταν υποχρεωμένος να συμμετέχει στις δημόσιες εορτές και λατρείες της πόλης του.
 
Η αθηναϊκή δημοκρατία δεν στηριζόταν στην αρχή της ισομοιρίας, αλλά στις αρχές της ισονομίας, της ισοτιμίας και της ισηγορίας

     Η αθηναϊκή δημοκρατία δεν επιδίωξε να εξαλείψει τις κοινωνικές ή οικονομικές ανισότητες (κάτι τέτοιο για τους Αθηναίους θα οδηγούσε μοιραία σε τυραννία). Πέτυχε ωστόσο να εγκαθιδρύσει ένα σύ­στημα πολιτικής ισότητας το οποίο εξασφάλιζε την κοινωνική γαλήνη και ισορροπία και το οποίο δεν στηριζόταν στην αρχή των ίσων δικαιωμάτων (ισο­μοιρία), αλλά σε τρεις άλλες εξίσου σημαντικές αρ­χές: την ισονομία, την ισοτιμία, και την ισηγορία. Η βάση αυτής της πολιτικής ισότητας κατ κατ’ επέ­κταση της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν η κυριαρχία του δήμου, η οποία εκφραζόταν κυ­ρίως δια μέσου των συνελεύσεων της Εκκλησίας του Δήμου και της Βουλής, των δικαστηρίων και των αρχόντων. Αυτό σημαίνει ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να διοικεί, να αποφασίζει και να δικάζει. Αυτά είναι τα τρία στοιχεία που δηλώνουν τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα.
 
    Κανένα από αυτά τα τρία δικαιώματα δεν απολάμβανε η Αθηναία. Γι’ αυτό και νομικά θεωρούνταν «ανήλικη» και βρισκόταν υπό την κηδεμονία ενός άνδρα (πατέρα, συζύγου, αδερφού ή γιου), χωρίς τη συ­γκατάθεση του οποίου δεν μπο­ρούσε να κατέχει περιουσία, να απευθυνθεί μόνη της σε δικα­στήρια, να συνάψει συμβόλαιο ή να παντρευτεί.
 
    Θεωρητικά, η Αθηναία παρέμενε «φυλακισμένη» στο σπίτι της. Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμούμε ούτε να υπερεκτιμούμε αυτόν τον «έγκλειστο» βίο της, ο ο­ποίος δεν αφορά σε νομικά μέτρα, αλλά σε κοινω­νικές πρακτικές. Πράγματι, η πλειοψηφία των γυ­ναικών της «μεσαίας τάξης», αν και οεν έλειπαν οι προφάσεις ή οι ευκαιρίες «διαφυγής» από το σπίτι τους (θρησκευτικές εορτές, Ουσίες), τον περισσότε­ρο χρόνο τους τον περνούσαν μέσα σε αυτό. Ωστό­σο, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις και κατηγορίες γυναικών που είχαν κάποια ελευθερία και οικονο­μική ανεξαρτησία. Η παντρεμένη γυναίκα, δεδο­μένου ότι ο άντρας ήταν απασχολημένος με την ερ­γασία του ή με την τρέχουσα πολιτική. διαχειριζόταν με απόλυτη εξουσία τον οίκο της (η προίκα άλ­λωστε την αναβάθμιζε κοινωνικά), δραστηριότητα ιδιαίτερα σημαντική για τη Ζωή της οικογένειας. Όταν μάλιστα ο σύζυγος απουσίαζε σε εκστρατεία έπρεπε να συντηρεί παιδιά και δούλους, ενώ οι χή­ρες διαχειρίζονταν την περιουσία των παιδιών τους μέχρι να ενηλικιωθούν. Οι φτωχές Αθηναίες συ­χνά ήταν αναγκασμένες να εργάζονται (τροφοί, μεταπράτριες στα χωράφια κ.ά.). Οι πλούσιες απο­λάμβαναν μεγαλύτερη ελευθερία (δύσκολα φανταζόμαστε την Ελπινίκη, αδελφή του Κίμωνα, περιο­ρισμένη στο σπίτι). Από τα τέλη του 5ου π.Χ. αι. ε­ξάλλου οι γυναίκες απέκτησαν πιο ελεύθερες συ­νήθειες και συνευρίσκονταν συχνότερα με άντρες. Αν και η δημοκρατική Αθήνα απέκλειε τη γυναί­κα από τις πολιτικές συζητήσεις και αποφάσεις, της απέδιδε ωστόσο μια εξέχουσα θέση στη διαχείριση του οίκου και κυρίως στην αναπαραγωγή της πολιτι­κής κοινότητας (από το 451 και έπειτα). Έτσι, η γυ­ναίκα «πολίτης» με την τεκνοποίηση γνήσιων παι­διών ανήκε στην πόλη και με τη συμμετοχή της στις δημόσιες λατρείες ενσωματωνόταν στην κοινότητα.
 
    Αντίθετα ο ξένος που εγκαθίστατο στην Αθή­να (μέτοικος) παρέμενε έξω από την κοινό­τητα των Αθηναίων. Εγγραφόταν στους κα­ταλόγους του δήμου στον οποίο κατοικούσε, κατέβαλλε ετήσιο τακτικό φόρο, το μετοίκιον (12 δραχμές οι άνδρες και 6 οι γυναίκες) και είχε τις ίδιες στρατιωτικές και οικονομικές υποχρε­ώσεις με τον πολίτη. Οι πλουσιότεροι συμμετείχαν στις εισφορές και αναλάμβαναν ορισμένες λειτουρ­γίες, υπηρετούσαν ως οπλίτες, ενώ οι υπόλοιποι στο ελαφρύ πεζικό ή στο στόλο. Όλοι απολάμβαναν την προστασία των δικαστηρίων της Αθήνας, στα οποία (τον 5ο τουλάχιστον αιώνα) έπρεπε να αντιπροσω­πεύονται από έναν πολίτη Αθηναίο. Οι μέτοικοι δεν είχαν δικαίωμα να είναι ιδιοκτήτες γης στην Αττική, γι' αυτό συγκέντρωναν τις προσπάθειες τους στη βιοτεχνία, στο εμπόριο, στην οικονομία. Ω­στόσο, υπήρχαν κατ οι «διανοούμενοι» που τους προσείλκυε η φήμη των φιλοσοφικών σχολών, ό­πως υπήρχαν κατ οι πολιτικοί πρόσφυγες. Αν και η συμμετοχή τους στη ζωή της πόλης συνεχώς αυξα­νόταν ακόμη και μέχρι τα τέλη του 4ου αι., το δι­καίωμα του πολίτη δινόταν σε ένα μέτοικο με εξαιρετική φειδώ. Και παρ’ όλο που η σχέση τους με τους πολίτες ήταν ιδιαίτερα στενή, ανάμεσα τους υπήρχε το αξεπέραστο εμπόδιο των πολιτικών δικαιωμάτων. Οι Αθηναίοι άλλωστε δεν παρέλειπαν ποτέ να τους υπενθυμίζουν την ξενική τους καταγωγή.
 
Η Αθηναία βρισκόταν υπό την κηδεμονία ενός άνδρα, χωρίς τη συγκατάθεση του οποίου δεν μπορούσε να κάνει τίποτα

    Ξενική καταγωγή είχαν και οι δούλοι. Στην πρά­ξη o δούλος αποτελούσε ένα ιδιωτικό περιουσιακό στοιχείο, αν και του επιτρεπόταν να κατέχει χρήμα­τα ή άλλα αγαοά. Οποιαδήποτε νομική πράξη που τον αφορούσε ασκούνταν μόνο από τον κύριο του. Παρ' όλο που ο νόμος απαγόρευε να σκοτώσει κά­ποιος ένα δούλο χωρίς αιτία, η προβλεπόμενη «τι­μωρία» ήταν να υποβληθεί ο υπαίτιος στην ιεροτε­λεστία του εξαγνισμού. Ο καθένας μπορούσε να διαθέτει το δούλο του όπως επιθυμούσε: να τον ε­νοικιάσει, να τον δώσει ως ενέχυρο, να τον πουλή­σει, να τον βασανίσει, να τον κτυπήσει.
 
    Το ερώτημα πώς συμβιβάζονταν η δουλεία με τη δημοκρατία δεν έπαψε να απασχολεί όσους βλέ­πουν στο αθηναϊκό πολίτευμα ένα καθεστώς ισότη­τας. Οι δούλοι δεν απάλλασσαν εντελώς τους πολί­τες από την εργασία. Η μεγάλη πλειοψηφία των Αθηναίων ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται για να ζήσουν, ακόμη κατ όταν avópazav έναν ή δύο δού­λους για να τους βοηθούν. Η δουλεία αποτέλεσε α­παραίτητο συμπλήρωμα της δημοκρατίας όταν εξα­φανίστηκε από την Αθήνα η εξάρτηση των αγρο­τών.
 
Η δουλεία αποτέλεσε απαραίτητο συμπλήρωμα της δημοκρατίας όταν εξαφανίστηκε από την Αθήνα η εξάρτηση των αγροτών

     Με την πολιτική του Σόλωνα και του Πεισίστρα­του δεν ήταν πλέον δυνατό στους μεγάλους ιδιο­κτήτες γης να απευθύνονται στην εργασία των ε­λεύθερων αγροτών και έπρεπε να βρουν αλλού τα εργατικά χέρια που χρειάζονταν. Η διαδικασία αυτή, η ανάπτυξη της βιοτεχνίας και του αθηναϊκού εμπορίου είχε αποτέλεσμα να αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των δούλων. Τους βρίσκουμε στα ορυχεία, στα ναυπηγεία, στα δημόσια εργοτάξια, στα εργα­στήρια της πόλης, στους αγρούς. Οι γυναίκες χρη­σιμοποιούνταν ή ως οικιακές βοηθοί ή στα υφαντουργεία, και βέβαια ως πόρνες στα «σπίτια» του Πειραιά. Ωστόσο, αν και το νομικό καθεστώς ήταν το ίδιο για όλους τους δούλους, υπήρχαν αξιοση­μείωτες διαφορές μεταξύ τους. Η τροφός, ο παιδα­γωγός ή η οικονόμος μοιράζονταν πολύ πιο στενά τη Ζωή των κυρίων τους από τους δούλους που εργάζονταν κάτω από σκληρές συνθήκες, όπως στα ο­ρυχεία του Λαυρίου. Και δεν μπορούμε να παραλεί­ψουμε και τις μεγάλες «δυναστείες» των δούλων τραπεζιτών, οι οποίοι μετά το θάνατο του κυρίου τους, τους διαδέχονταν, εξαγόραζαν την ελευθερία τους κατ παντρεύονταν τη χήρα. Ωστόσο, οι περιπτώσεις αυτές είναι σπάνιες και δεν μπορούν να α­ποτελέσουν επιχειρήματα σχετικά με την ήπια συμπεριφορά των Αθηναίων προς τους δούλους τους. Αν στη δημοκρατική Αθήνα δεν υπήρξαν ποτέ ε­παναστάσεις δούλων, είναι γιατί συχνότατα ήταν «βαρβαρικής» καταγωγής και δεν αποτέλεσαν ποτέ, με την κυριολεξία του όρου, μια τάξη ή μια ομοιο­γενή ομάδα με κοινά συμφέροντα.

ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Για την κοινωνική διάσταση της αθηναϊκής δημοκρατίας καθώς και για τους «δημιουργούς» της, υπάρχει στην ελληνική αγορά ευρεία ελληνική και ξένη βιβλιογραφία.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

Γ. Βλάχος, Η ιδέα του ελεύθερου ανθρώπου στη δημοκρατία των Αθηναίων, Σάκκουλα, Αθήνα 1992.
Γ. Βλάχος (επιμ.), Η Αθηναϊκή δημοκρατία, μελέτες για το πολίτευμα κατ την ιδεολογία των Αθηναίων (Ακαδημία
Αθηνών, Επιτροπή Ερευνών, τόμ. 2), Αθήνα 1995.
Α. Σ. Βλάχου, Η οικοδόμηση της δημοκρατίας, Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
E. Cantarella, Οι Γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας, μετ. Π. Δημάκη, Παπαδήμα, Αθήνα 1998.
C. Farrar, Οι αρχές της δημοκρατικής σκέψης στην κλασική Αθήνα, μετ. Α. Σακελλαρίου, Παπαδήμας, Αθήνα 1991.
Μ.Ι. Finley, Αρχαία και σύγχρονη δημοκρατία, μετ. Γ. Τσιώμης, Αθήνα, Ευρύαλος 1989.
W. G. Forrest, H γένεση της αθηναϊκής δημοκρατίας, μετ. Α. Παναγόπουλος, Παπαδήμας, Αθήνα 1994.
Y. Garlan, Η δουλεία στην αρχαία Ελλάδα, μετ. Α. Χατζηδάκης, Gutenberg, Αθήνα, 1988.
Α. Κυρτάτας, Δούλοι, δουλεία και δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής, Πολίτης, Αθήνα 1987.
Ρ. Leveque -P. Vidal-Naquet, Κλεισθένης ο Αθηναίος, μετ. Στ. Γεωργοπούλου, Ευρύαλος, Αθήνα 1989.
Ε. Μικρογιαννάκης, Παθολογία πολιτευμάτων στην αρχαιότητα, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992.
CI. Mosse, Η Γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα, μετ. Α. Δ. Στεφάνης, Παπαδήμα, Αθήνα 1991.
CI. Mosse, Αθήνα ιστορία μιας δημοκρατίας, μετ. Δ. Αγγελίδου, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1983.
CI. Mosse, Το τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας, επιμ. Γ. Κ. Βλάχου, Αθήνα 1978.
Α. Ράμου-Χαψιάδη, Από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1982.
Α. Ράμου-Χαψιάδη, Σωτήρες της Ελλάδος, Ναυκράτορες, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994.
Μ. Β. Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή δημοκρατία, Παν. Εκδ. Κρήτης, Ηράκλειο 1999.
R.K. Sinclair, Δημοκρατία και συμμετοχή στην αρχαία Αθήνα, μετ. Ε. Ταμβάκη, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1997.
Ch. G. Starr, H γέννηοη της αθηναϊκής δημοκρατίας, μετ Μ. Καρδαμίτσα-ψυχογιού, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1991.
Ι. Σ. Τουλουμάκος, Η θεωρητική θεμελίωση ιης δημοκρατίας στην κλασική Ελλάδα, ΠαπαΖήσης, Αθήνα1979.
J.-P. Vernant (επιμ.), Ο Ελληνας άνθρωπος, μει. Χ. Ταοάκος, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1996.
 
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
 
    Το ερώτημα: ποια η λειτουργική σχέση μεταξύ δημοκρατίας και πολιτισμού των Αθηνών, ανάγει σε γενικότερο και προβληματικότερο Ζήτημα, σπουδαιότατο για την επιστήμη της Ιστορίας, και διερευνητέο μάλλον από τη σκοπιά της φιλοσοφίας της Ιστορίας.
 
    Το προκείμενο Ζήτημα είναι: Υπάρχει στην ιστο­ρική πραγματικότητα επίδραση ορισμένου πολιτι­κού συστήματος, αποτελεσματική για την άνθηση του πολιτισμού, ή συμβαίνει αντίστροφα η κατάστα­ση του πολιτισμού να έχει αποτελεσματική επίδρα­ση για τη γένεση ορισμένου πολιτικού συστήματος;
 
    Η λύση του προβλήματος αυτού προϋποθέτει α­ποσαφήνιση της έννοιας του πολιτισμού, ως προς το λογικό της πλάτος.
 
    Εάν προϋποθέτουμε, λοιπόν, την ευρεία έννοια του πολιτισμού, τότε και η ίδια η δημοκρατία είναι στοιχείο του πολιτισμού. Και ως στοιχείο του πολιτι­σμού, προσφέρεται η δημοκρατία να αξιολογηθεί για τις συστατικές της ιδιότητες, πολιτικές, δηλαδή, και ηθικές.
 
    Από την άποψη αυτή διαθέτει και σπάνιους τίτ­λους η αθηναϊκή δημοκρατία του Περικλέους, ως καίριο στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού, όσο και αν είναι απόληξη προγενέστερων φάσεων του ελ­ληνικού πολιτικού βίου, μάλιστα όχι μόνο στην Αττική με τον Σόλωνα και τον Κλεισθένη, αλλά και στη Σπάρτη με τη νομοθεσία του Λυκούργου, και πριν ακόμη σε πόλεις της Ιωνίας.
 
    Αναμφίβολα, στην αθηναϊκή δημοκρατία του Πε­ρικλέους είχε σε μέγιστο βαθμό εξασφαλιστεί, όχι νομικά μόνο, αλλά και οικονομικά, η ενεργός συμμετοχή των πολιτών, πλουσίων ή φτωχών. στο δημόσιο βίο, εφαρμόζονταν αρά και οι δυο αρχές της πο­λιτικής δημοκρατίας. η ισηγορία και ισοπολιτεία. (Άλλωστε, δεν υπήρχαν τότε η τηλεόραση και το ραδιόφωνο και η καταλυτική της ισηγορίας λει­τουργία τους» Εξάλλου, οι φτωχοί πολίτες δεν ήταν αφημένοι στην τύχη τους ως προς το βιοπορισμό τους και ως προς τις πνευματικές απολαύσεις. Πα­ρεχόταν ο' αυτούς εργασία, είτε με τη ναυτολόγηση τους συχνά είτε με την απασχόληση τους σε δημόσια έργα. Χορηγούνταν σ’ αυτούς χρηματικοί πόροι με τη «μισθοφόρο» ή και με τα «θεωρικά», ώστε και να μετέχουν κάπως στην πνευματική πανδαισία των α­θηναϊκών δημόσιων εορτών.
 
    Εξάλλου, δεν έλειπαν τα ελαττώματα και οι α­μαρτίες από την αθηναϊκή δημοκρατία. Πολύ γνω­στές είναι κάποιες σφαλερές ή εγκληματικές απο­φάσεις του λαού των Αθηνών, ως κυρίαρχου οργάνου της αθηναϊκής δημοκρατίας. Ορισμένες από αυτές σε θέματα εξωτερικής πολιτικής υπήρξαν ολέθριες, άλλες υπήρξαν ατιμωτικές για την πόλη των Αθη­νών, όπως οι καταδίκες του Μιλτιάδου, των στρατη­γών της ναυμαχίας των Αργινουσών, του Σωκράτους και άλλων, οι διώξεις του Θεμιστοκλέους, του Ανα­ξαγόρα, του Πρωταγόρα και άλλων.
 
    Παρά ταύτα, η αθηναϊκή δημοκρατία, συγκριτικά προς άλλα πολιτεύματα, καταφαινόταν πάντοτε προ­τιμότερη, όπως τονίζει και ο ίδιος ο Πλάτων, αν και αυστηρός κριτικός της.
 
    Ως προς τη γένεση της αθηναϊκής δημοκρατίας πο­λύ αμφιβάλλω αν παράγων αποφασιστικός γι’ αυτήν υπήρξε η στάθμη του πολιτισμού των Αθηνών. Κύρι­οι συντελεστές, πιστεύω, για την εγκαθίδρυση και διάπλαση της αθηναϊκής δημοκρατίας υπήρξαν η τό­τε πολιτική συγκυρία και η πρωτοβουλία πολιτικών ηγετών, με συμβολή έμμεση μάλλον της τότε κοινω­νικής ηθικής των Αθηνών ή και των συναισθημάτων εχθρότητας μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, οιονεί στοιχείων πολιτισμού και αυτών υπό ευρεία έννοια.
 
    Τα υπό στενή έννοια στοιχεία του αθηναϊκού πο­λιτισμού, καθώς και οι λεγόμενες «θρησκευτικές βάσεις» του αθηναϊκού πολιτεύματος, επηρέασαν, νομίζω, κάποιες μόνο μικρότερης σπουδαιότητας λειτουργίες της αθηναϊκής δημοκρατίας.
 
    Και ας ερευνήσουμε τώρα το πιο σημαντικό Ζήτη­μα: Υπήρξε και με ποιον τρόπο το δημοκρατικό πολίτευμα των Αθηνών η κύρια αιτία για την άνθηση του υπό στενή έννοια πολιτισμού στην εποχή του Περικλέους, για το λεγόμενο χρυσούν αιώνα της Ελλάδος;
 
    Ας μην παραγνωρίζουμε ότι ο πολιτισμός υ­πό στενή έννοια είναι σύνολο, έστω δίχως αυστηρή συνοχή, διαθέσεων, ικανοτήτων και προπάντων έργων ποιήσεως, λογοτε­χνίας, καλλιτεχνίας, φιλοσοφίας, επιστή­μης ή και τεχνικής. Ερωτάται λοιπόν: Ο πολιτι­σμός, στην έννοια του αυτή, πώς δημιουργείται; Εί­ναι αυτόβλαστος από την ψυχή του λαού π.χ. ή από το πνεύμα προσώπων με ιδιοφυΐα; Η τυχόν υποκι­νείται η διάπλαση του από την πολιτική εξουσία ή έστω από την πολιτική συγκυρία;
 
Στους πολίτες δίνονταν τα «θεωρικά» να μετέχουν στην πανδαισία των αθηναϊκών δημόσιων εορτών

    Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης αναγνώρισαν στην πολιτική, ως «αρχιτεκτονική», το δικαίωμα και το καθήκον να εφορεύει στη διάπλαση των καλών τε­χνών και των επιστημών1 αν και δεν αμφισβητούσαν τον αυτόβλαστο κάπως χαρακτήρα τους. θα ήταν ό­μως εξήγηση καταχρηστική, αν αποδίδαμε τη θαυ­μαστή πνευματική μεγαλουργία πολιτών και μετοί­κων των Αθηνών της εποχής του Περικλέους στο δη­μοκρατικό εκεί τότε πολίτευμα. Δεν πρέπει, άλλω­στε, να λησμονούμε την πνευματική ακμή των Αθη­νών υπό τον Πεισίστρατο και τους Πεισιστρατίδες με τους έξοχους καλλιτέχνες, με τη φροντίδα για την ποίηση του Ομήρου, με την ίδρυση του θεάτρου ως θεσμού της «πόλεως». Και ας μη λησμονούμε ακόμη ότι ακριβώς στην εποχή του Περικλέους, ύστερα από το ψήφισμα κατά πρόταση του Διοπείθους, η πολιτι­κή συγκυρία των Αθηνών υπήρξε δυσμενέστατη για m φιλοσοφία και την επιστήμη και γενικά τον ε­λεύθερο στοχασμό. Βέβαια, το θλιβερό αυτό ψήφι­σμα ήταν έργο των εχθρών του Περικλέους, αλλά θέ­σπισε κανόνες ισχύοντος δικαίου, θεμελιωτικούς του διωγμού φιλοσόφων και σοφιστών.
 
    Πρέπει, όμως, και να μην παραβλέψουμε ότι η α­θηναϊκή δημοκρατία είχε αποτελέσει πολιτική συγκυρία ιδιαίτερα ευνοϊκή για την ανάπτυξη της ρη­τορικής, δηλαδή σπουδαίου κλάδου της λογοτε­χνίας, άρα του υπό στενή έννοια πολιτισμού, και μάλιστα όχι απλώς της λογοτεχνίας. Καθώς τότε δεν υπήρχαν εφημερίδες και ο λαός συμμετείχε πο­λύ ενεργά στην Εκκλησία του Δήμου και στα διά­φορα δικαστήρια, η ρητορική είχε μεγάλη συμβο­λή στη λήψη από το λαό αποφάσεων, πολύ σπου­δαίων συχνά, ενώ εξάλλου είχε συμβολή επίσης για την καλλιέργεια της διάνοιας των πολιτών, όπως και της εκφραστικής τους ικανότητας, αλλά και για την παρουσίαση προβλημάτων και διαμόρφωση εννοιών, προδρομικών των προβλημάτων και των εννοιών των επιστημών του ανθρώπου και των πο­λιτικών επιστημών της εποχής μας. Παραστατικότα­τη έκθεση της γόνιμης αυτής συμβολής της ρητορι­κής υπάρχει στο βιβλίο της διάσημης ελληνίστριας Jacqueline de Romilly «Le grands sophistes dans Γ Athènes de Pericles».
 

Το θέατρο περιελάμβανε ένα στοιχείο κατ’ εξοχήν δημοκρατικό. Υποβαλλόταν όχι στην κρίση ειδημόνων, αλλά του λαού

     Εξάλλου, η «πόλις» των Αθηνών, υπό καθεστώς δημοκρατίας, δεν φειδόταν φροντίδων για τη λει­τουργία του θεάτρου, του δημόσιου αυτού θεσμού, του θεσπισμένου από τον Πεισίστρατο. Ήταν ενταγ­μένο το αθηναϊκό θέατρο στις δημόσιες εορτές, διοργανωμένες για να έχει ο λαός ευκαιρίες ανα­ψυχής υψηλής στάθμης («τῶν πόνων ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν γε καί θυσίαις διετησίοις νομίζοντες», όπως εξαίρει ο Περικλής στον περίφημο Λόγο του: θουκυδίδου Ιστοριών Β38), ε­πιτελούσε όμως και την αποστολή του να παρέχει στους Αθηναίους ηθική διδαχή και πολιτική παι­δεία. Άλλωστε, και σύμφωνα με την επίσημη ορο­λογία, ο δραματικός ποιητής «εδίδασκε». Πραγμα­τικά, ο δραματικός ποιητής, και όταν επιχειρούσε να εισηγηθεί ή να υποστηρίξει ορισμένη πολιτική σε Ζητήματα επίκαιρα, ασκούσε και τότε διδακτικό έργο ηθοπλαστικό, συνέβαλλε δηλαδή στην καλ­λιέργεια της ηθικής ευαισθησίας και νοημοσύνης των πολιτών και στη βελτίωση άρα του πολιτικού τους φρονήματος και της ικανότητας να εκφέρουν πολιτική γνώμη, ώστε να είναι καλύτερα διαπαιδα­γωγημένοι για την εκπλήρωση των ποικίλων δη­μόσιων καθηκόντων. Και για την επιτέλεση του η­θικοπλαστικού αυτού έργου, ο δραματικός ποιητής βρισκόταν σε θέση πλεονεκτική, συγκριτικά προς τον πιο άξιο έστω ρήτορα· καθώς δεν αναφερόταν ρητά σε καταστάσεις και δράσεις του παρόντος, όπως ο ρήτωρ, και άρα ήταν υπεράνω υποψίας για μερο­ληψία και απαλλαγμένος της απότοκης της δυ­σπιστίας, ενώ το αντίθετο συνέβαινε στο ρήτορα.
 
    Επιπλέον, όμως, το αθηναϊκό θέατρο, το δη­μόσιο αυτό λειτούργημα και αναψυχής και παιδείας υψηλής στάθμης, περιελάμβανε στην άσκηση του ως δημόσιου λειτουργήμα­τος και ορισμένο στοιχείο κατ’ εξοχήν δη­μοκρατικό: η τελική αποτίμηση των θεατρικών έρ­γων υποβαλλόταν όχι στην κρίση κάποιων ειδημό­νων, αλλά στην κρίση άμεσα του λαού. Και αυτό εί­χε συνέπεια την υποχρέωση των δραματικών ποιη­τών να υπολογίζουν κάπως και τα όρια της δεκτι­κότητας από το λαό για τα πνευματικά τους δημι­ουργήματα, να μην τα υπερβαίνουν υπέρμετρα ή, τουλάχιστον, να εκφράζονται όχι πολύ σκοτεινά. Όποιες δοκιμασίες και αν συνεπαγόταν για τους με­γάλους τότε δραματικούς ποιητές, ιδιαίτερα για τον Αισχύλο ή και για τον Ευριπίδη, το ακραία δημο­κρατικό αυτό θέσμιο, είναι όμως συστατικό της α­θηναϊκής δημοκρατίας. Και η επισήμανση του ενέ­χει τη διαπίστωση μιας αναμφίβολης επιρροής του αθηναϊκού δημοκρατικού πολιτεύματος σε κλάδο τρισένδοξο του αθηναϊκού πολιτισμού, όπως η αττι­κή τραγωδία, κορυφαίο δημιούργημα του ελληνι­κού πνεύματος. Αλλά είναι αμελητέα μάλλον η σημασία της επιρροής αυτής για την απαράμιλλη μεγαλοσύνη της αθηναϊκής δραματουργίας του χρυ­σού αιώνα. Ό,τι συνέβαλε αποφασιστικά στην πνευ­ματική αυτή μεγαλουργία, υπήρξε η μεγαλοφυΐα των έξοχων τότε ποιητών δράματος, ή και ό,τι ονομάζεται κάπως «ελληνικό θαύμα», και ίσως ακόμη, σε κάποιο Βαθμό, η ευρύτατα εννοημένη ιστορική συγκυρία, δηλαδή όχι απλώς πολιτική.
 
    Και τέλος, δεν πρέπει να παραβλέπεται είτε να υ­ποτιμάται η πρακτικότερη θετική σχέση μεταξύ της αθηναϊκής δημοκρατίας και του υπό στενή έννοια πολιτισμού, η χρηματοδότηση δηλαδή από το δημό­σιο θησαυρό της συμμετοχής και των πιο φτωχών Αθηναίων στις πνευματικές εκδηλώσεις των Αθη­νών, ώστε και αυτοί να zouv όχι δίχως απόλαυση των πνευματικών αγαθών της πατρίδας τους. Η λέξη «θεωρικά» υποδηλώνει την πολύ ανθρώπινη άποψη του ηθικού μεγαλείου της αθηναϊκής δημοκρατίας, με την ωραία μεριμνά της να εξασφαλίζει τους ό­ρους και «τοῦ εὖ ζῆν» στους Αθηναίους πολίτες.
 
    Συγκεφαλαιωτικά: Η επίδραση της αθηναϊκής δημοκρατίας για τη διάπλαση του υπό στενή έννοια πολιτισμού υπάρχει όχι ως προς το σύνολό του, αλ­λά ως προς τη ρητορική προπάντων και ως προς την τραγωδία και την κωμωδία, ενώ περιλαμβάνει και τη συμβολή στη βίωση και από το λαό των πνευματικών αγαθών υψηλής στάθμης. Εξάλλου, η μοναδική μεγαλοσύνη των έργων του καθαρού πνεύματος, όσα επιτεύχθηκαν στην Αττική της κλα­σικής εποχής, εκπηγάζει από τη μεγαλοφυΐα των ποιητών, καλλιτεχνών, στοχαστών, υποκινημένων ό­μως στη δημιουργική δράση τους από την πολιτι­στική πολιτική της αθηναϊκής δημοκρατίας, υπό την ηγεσία του Περικλέους, πολιτικού προικισμέ­νου και φιλοσοφημένου.
 
    Δεν πρέπει, λοιπόν, να αποδίδουμε χονδρικά την πνευματική μεγαλουργία των Αθηνών του χρυσού αιώνα στην αθηναϊκή δημοκρατία, με την υστερο­βουλία ενδεχόμενα και να συναγάγουμε καταχρη­στικά συμπεράσματα για την αξία της δημοκρατίας γενικά. Η δημοκρατία διαθέτει χαρίσματα ιδικά της αρκετά, ώστε να μην παύει να είναι, με αυτά και μό­νο, το καλύτερο, σχετικά έστω, πολίτευμα. Και η «πόλις» των Αθηναίων δικαιούται να υπερηφανεύ­εται ανά τους αιώνες, ενώπιον του Δικαστηρίου της Ιστορίας, και για το δημοκρατικό της πολίτευμα χω­ριστά και για την πνευματική μεγαλουργία της χω­ριστά, δύο απαράγραπτους ηθικούς τίτλους, έγκυ­ρους προς ολόκληρη την ανθρωπότητα.
 
Βλ. Πλάτωνος Πολιτικός 305 c-e,
Αριοτοτέλους Ηθικά Νικομάχεια 1094 a26-b25, Πολιτικά 1282 bl5-16, Ρητορική 1359
bl6-1360 a37 ·
 
  ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ

    Αν και η γένεσή του ανάγεται στην περίοδο της τυραννίας του Πεισιστράτου, το θέατρο, ως κοινωνι­κός θεσμός και καλλιτεχνική εκδήλωση, αλλά κυ­ρίως ως πλαίσιο ουσιαστικού διαλόγου γύρω από τα Ζωτικά -μεταφυσικά, ηθικά, κοινωνικά- προβλήμα­τα του ανθρώπου αποτελεί, αναμφίβολα, καρπό α­ποκλειστικό, και χαρακτηριστικό, των συνθηκών που επικράτησαν μετά την εγκαθίδρυση της δημο­κρατίας. Μάλιστα, ανάμεσα σε όσα ποιητικά είδη γεννήθηκαν μετά την εποχή του έπους, το δράμα είναι το πρώτο που εκπροσωπείται από γηγενείς, δηλαδή Αθηναίους, ποιητές και όχι από ξένους που σταδιοδρομούσαν στην Αθήνα. Εξάλλου, η διαμόρφωση, η λειτουργία και οι βαθμιαίοι μετα­σχηματισμοί των τριών δραματικών ειδών (τραγω­δίας, σατυρικού οράματος και κωμωδίας) μέσα στον 5ο αιώνα παρακολουθούν, διαγράφοντας καμπύλη αντίστοιχη με τη διαδρομή της δημοκρατίας, από τη γέννηση στην ακμή ως την αρχή της παρακμής. Η λαϊκή στήριξη, ως προϋπόθεση για την επιβίωση της τυραννίας, εξηγεί μια σειρά παραχωρή­σεων προς τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, ανά­μεσα στις οποίες και η οργάνωση εορτών, με κυρίαρχη τη συμμετοχή του λαού και φυσικό αποτέ­λεσμα τη διαδικασία μιας δυναμικής αυτοσυνειδη­σίας, προστάδιου της δημοκρατίας. Αυτής της πολι­τικής αποτέλεσμα υπήρξε η υιοθέτηση του δημο­φιλέστατου Διονύσου και ο συνακόλουθος εγκαινιασμός πάνδημων εκδηλώσεων με πυρήνα τις θε­ατρικές παραστάσεις και απεριόριστα περιθώρια ε­λευθερίας.
 
    Η πρώτη βέβαιη μνεία δραματικών α­γώνων, με έργα τραγωδίας, στην Α8ήνα εντάσσει το γεγονός στην ίδια περίοδο (535/4 π.Χ.), αν και εί­ναι άγνωστο σε ποιο χώρο και ποια καλλιτεχνικά συμφραζόμενα εμφανίστηκε ο σκιώδης τραγωδός Θέσπις, που κατονομάζεται ως νικητής. Είναι, πά­ντως, βέβαιο ότι η λαμπρότερη, μετά τα Παναθή­ναια, αλλά ετήσια εορτή των εν Άστει (ή Μεγάλων) Διονυσίων οργανώθηκε οριστικά πριν από τη στρο­φή του αιώνα, οπωσδήποτε μετά τις κλεισθένειες μεταρρυθμίσεις, και μάλιστα επί το «δημοκρατικό­τερο», όπως μαρτυρεί η σταδιακή ενσωμάτωση στο πρόγραμμα και των άλλων δύο λαϊκότερων δρα­ματικών ειδών: του σατυρικού οράματος (περ. 500) και της κωμωδίας (486). Μια άλλη, αρχαιότερη, διονυσιακή εορτή, τα Λήναια, ήταν πολύ πιο πε­ριορισμένης κοινωνικής και καλλιτεχνικής σημα­σίας. Η εξασφάλιση μόνιμου θεατρικού χώρου (λί­γο πριν από τους μηδικούς πολέμους, στη ΝΑ πλευρά της Ακρόπολης, μέσα στο ιερό τέμενος του Διονύσου Ελευθερέως), χωρητικότητας τουλάχι­στον 15.000 θεατών, τονίζει την ιδιαίτερη σημασία που δινόταν στη λειτουργία αυτού του σύνθετου θε­σμού ανάμεσα σε εκείνους που θα συντελούσαν στη διαμόρφωση ενός νέου είδους πολίτη.
 
    Η όλη οργάνωση των διονυσιακών εορτών, ιδιαί­τερα των δραματικών αγώνων στα Μεγάλα Διονύ­σια, που συνέπιπταν με την αρχή της άνοιξης (τέ­λος Μαρτίου), αντανακλούσε τους στόχους και το μηχανισμό του δημοκρατικού συστήματος, απο­σκοπώντας, αφ’ ενός, στην ενδυνάμωση της πολιτι­κής συμμετοχικότητας, χάρη σε μια ειδική δρα­στηριοποίηση των πολιτών, και, αφ’ ετέρου, στην ε­πίδειξη της κοινωνικής ευμάρειας στους ξένους που κατέκλυζαν την Αθήνα. Εκτός από κάποιες πανηγύρεις με ανάλογα δρώμενα κ.λπ.), μεγάλος α­ριθμός πολιτών έπαιρνε μέρος στις παραστάσεις, εί­τε ως ερασιτέχνες ερμηνευτές (λ.χ. μέλη των 15μελών τραγικών /σατυρικών και 24μελών κωμικών χορών για 17 έργα κάθε φορά) είτε ως βοηθοί σκη­νής. Δεν αποκλείεται η συμμετοχή να καθοριζόταν με ένα σύστημα ποσόστωσης για κάθε μία από τις 10 φυλές, όπως συνέβαινε λ.χ. με την εκτέλεση των 20 (10 παιδικών και 10 ανδρικών) 50μελών δι­θυραμβικών χορών, αλλά και με την εκλογή των 10 κριτών που αξιολογούσαν τις παραστάσεις. Όπως και σε άλλες ανάλογης σημασίας δραστηριότητες (λ.χ. το ναυτικό εξοπλισμό), η οικονομική ευθύνη αναλαμβανόταν, εν μέρει, από μια μορφή λειτουρ­γίας, m χορηγία, που κάλυπτε όχι μόνο τη συγκρότηση και την προετοιμασία (διδασκαλία, σκευή, αποζημίωση) των χορών αλλά και την υπό­λοιπη οργάνωση μιας παράστασης (κομπάρσους, σκηνικά κ.λπ.). εκτός από τις ανάγκες των επαγγελματιών καλλιτεχνών, δηλαδή των υποκριτών, που αποτελούσαν ευθύνη του κράτους.
 
Το θέατρο ακολουθεί αντίστοιχη διαδρομή με την αθηναϊκή δημοκρατία, από τη γέννηση στην ακμή και στην παρακμή της

     Παραπλανητικά θα χαρακτηρίζαμε τις θεατρικές παραστάσεις στην Αθήνα απλώς ως «καλλιτεχνικό» γεγονός, ενώ επρόκειτο ουσιαστικά για πολύ πιο σύνθετη εκδήλωση κοινωνικοπολιτικών στόχων, η οποία, με τη βαθμιαία «κοσμικοποίησή» της, προσέλαβε σημασία ανάλογη με τη λειτουργία της Βουλής ή της Ηλιαίας – δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι εποπτευόταν από τον Επώνυμο άρχο­ντα, αξιωματούχο με πολιτικές αρμοδιότητες, και όχι από τον άρχοντα βασιλέα αρμόδιο για θρη­σκευτικές εκδηλώσεις. Εξάλλου το ότι ακόμη και η παρακολούθηση των παραστάσεων συνιστούσε χρέος του πολίτη, όπως η συμμετοχή του σε άλλες πολιτικές δραστηριότητες, αποδεικνύει η παροχή οικονομικής ενίσχυσης, του θεωρικού, ανάλογης με την αποζημίωση για τη θητεία στην Ηλιαία, για όσους δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στη δα­πάνη αγοράς εισιτηρίων.
 
    Μόνο αν η ελευθερία λόγου, ως προϋπόθεση ε­κτόνωσης ή ελέγχου, και ο διάλογος, ως δυνατότη­τα αντιπαράθεσης αντίθετων θέσεων, θεωρηθούν βασικά συστατικά της δημοκρατίας, είναι δυνατό να κατανοηθεί η συμβολή του θεάτρου στη διαμόρφω­ση πολιτικής συνείδησης και στη διαδικασία παι­δευτικής εμπειρίας. Για το μέσο Αθηναίο πολίτη ό­λες οτ ανοιχτές εκδηλώσεις (Εκκλησία, Βουλή, δι­καστήρια, θέατρο) όπου κυριαρχούσε ο λόγος υπο­καθιστούσαν την απουσία συστηματικής εκπαίδευ­σης. Ιδιαίτερα το δράμα όμως, γεννημένο στο πλαί­σιο της διονυσιακής λατρείας, όπου συνδυαζόταν η ψυχαγωγική απελευθέρωση με την τέλεση δρωμένων από τις πηγές του μύθου, μετασχημάτισε τα στοιχεία αυτά σε δυναμικούς παράγοντες, οι οποίοι, μέσω τον δραματοποιημένου λόγου, συνέβαλλαν στην καλλιέργεια πνευματικής εγρήγορσης. Αυτό ι­σχύει κυρίως για την τραγωδία, πραγματικό θέατρο ιδεών, που δεν λειτουργούσε ως απλή αντανάκλαση (παρά-) δεδομένων ηθικών και πολιτικών αρχών, α­φού με τους προβληματισμούς της, ακόμη και μέσα στο συμβατικό πλαίσιο που ópizav τα θρησκευτικά συμφραζόμενα, ανίχνευε περιοχές άγνωστες, επι­χειρώντας διερευνήσεις τολμηρές και επικίνδυνες, αλλά φυσικές σε μια κοινωνία που εξασφάλιζε τε­ράστιο περιθώριο ελεύθερης έκφρασης.
 
    Ως το τέλος του 5ου αιώνα η τραγωδία δεν απέβαλε τη σχέση της με τον παραδοσιακό μύθο, απο­κλειστική πηγή του προς δραματοποίηση υλικού της, αλλά απαλλαγμένη από περιορισμούς ή δε­σμεύσεις που θα επιβάλλονταν από οποιοδήποτε, ανύπαρκτο τότε, δόγμα. Ωστόσο, η προοπτική της δραματουργικής μετάπλασης αυτού του υλικού δη­μιουργήθηκε με την υπαγωγή του σε μια νέα αντί­ληψη για τον κόσμο και τη θέση του ανθρώπου μέ­σα σε αυτόν. Πρόκειται για την ανάδυση του «τρα­γικού», που προϋποθέτει, αφ' ενός, την απελευθέ­ρωση από όσες δυνάμεις, θρησκευτικές ή πολιτι­κές, χαλιναγωγούσαν τη σκέψη και, αφ' ετέρου, την ένταξη σε ένα πλαίσιο εντάσεων και αντιθέσε­ων, όπως αυτό που προέκυψε κατά τη μετάβαση από την αρχαϊστική τυραννία του 6ου αιώνα στη νεοτερική δημοκρατία του 5ου. Από μιαν άποψη, η επίμονη, και όχι πάντα τελεσφόρα, προσπάθεια να ενσωματωθούν στο νέο πολιτικό σώμα τα αριστοκρατικά κατάλοιπα, μονίμως παρόντα στον κρατικό από τον μηχανισμό, αντανακλάται στη διαδικασία ένταξης του παραδοσιακού μύθου σε ένα «σύγχρονο» κό­σμο, με αναγνωρίσιμα κοινωνικά χαρακτηριστικά, και Ζωογόνησης των προσώπων του με εκφραστικά σχήματα φορτισμένα από τις εννοιολογικές πολυ­σημίες, μέσα από τις οποίες πάλευε να διαμορφω­θεί μια νέα πολιτική γλώσσα σε χώρους όπως η Βουλή, η Εκκλησία, τα δικαστήρια.
 
Οι παραστάσεις δεν ήταν απλά ένα καλλιτεχνικό γεγονός, αλλά μία πιο σύνθετη εκδήλωση κοινωνικοπολιτικών στόχων

    Αλλά η τραγωδία, ως πολιτικός θεσμός, δεν εξα­ντλείται σε αυτό το αντανακλαστικό επίπεδο, αφού η θεματική και η προβληματική της ήταν, άμεσα ή έμμεσα, προσανατολισμένες στο σύγχρονο γίγνε­σθαι. Μάλιστα, η σχέση αυτή ήταν αμεσότερη στις πρώτες φάσεις της διαδρομής της, που συμπίπτουν με γεγονότα, όπως οι μηδικοί πόλεμοι, καθοριστι­κά για την εδραίωση της εθνικής, συνακόλουθα και της δημοκρατικής, φυσιογνωμίας της Αθήνας. Στην περίοδο μεταξύ 490 και 470 χρονολογούνται οι μοναδικές παραστάσεις έργων με θέματα δανει­σμένα από τη σύγχρονη ιστορία. Η «Μιλήτου άλωσις» του Φρυνίχου όμως, που αντλούσε το «μύ­θο» της από την οδυνηρή περιπέτεια της μεγάλης μικρασιατικής πόλης (494), στοίχισε στον ποιητή της ένα βαρύτατο πρόστιμο, επειδή, κατά πληρο­φορία Ηροδότου, είχε θυμίσει στους Αθηναίους «οικεία κακά». Απτόητος ο Φρύνιχος επέστρεψε, μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480), σε ένα ανά­λογο θέμα (την ήττα των Περσών στη ναυμαχία) με τις «Φοίνισσες», πρότυπο των «Περσών» του Αι­σχύλου (472).
 
    Είναι αξιοσημείωτη η συγκεκριμένη χρονι­κή στιγμή, αν συνδυαστεί με την πολιτική περιπέτεια του Θεμιστοκλή, του θριαμβευ­τή της Σαλαμίνας, ο οποίος λίγους μήνες μετά την παράσταση εξοστρακίστηκε- ίσως, μάλιστα, δεν είναι συμπτωματική η απουσία και της ελάχιστης, έστω έμμεσης και ανώνυμης, μνείας του προσώπου του στο κείμενο του έργου. Πάντως, δεν είναι δυνατό να συμμεριζόταν την καταδίκη του εμπνευστή της θαλάσσιας υπεροχής των Αθη­νών ο ποιητής ενός δράματος, το οποίο, πέρα από την ηθική διδαχή για τις οδυνηρές επιπτώσεις της πολιτικής αλαζονείας, άφηνε στη συνείδηση του θεατή ένα κατάλοιπο εθνικής υπερηφάνειας. Ας προστεθεί μια ενισχυτική πληροφορία: χορηγός των «Περσών» ήταν ο, νεότατος τότε, Περικλής!
 
Την περίοδο μεταξύ 490 και 470 χρονολογούνται οι μοναδικές τραγωδίες με θέματα δανεισμένα από τη σύγχρονη ιστορία

     Το πρόβλημα των πολιτικών συμπαθειών του Αι­σχύλου αντιμετωπίζεται και με αφορμή το τελευταίο δράμα της «Ορέστειας», τις «Ευμενίδες», όπου η μέ­θοδος της μυθοποίησης λειτουργεί πολύ πιο ριζοσπαστικά, αφού εδώ ένα πολύ πρόσφατο ιστορικό γε­γονός (συγκεκριμένα, ο περιορισμός των αρμοδιοτή­των του Αρείου Πάγου μόνο στην εκδίκαση περιπτώ­σεων φόνου) συνιστά το θεματικό πυρήνα ενός πα­ραδοσιακού μύθου διασκευασμένου με πρωτοφανή τόλμη: ανατρέπεται η παράδοση που συνέδεε την ί­δρυση του σεπτού δικαστηρίου με μια δίκη θεϊκή, με κατηγορούμενο τον Άρη και δικαστές ιούς υπό­λοιπους θεούς. Η μετατόπιση πραγματοποιείται σε δύο επίπεδα: α) υπόδικος γίνεται ο θνητός Ορέ­στης- β) από Αθηναίους πολίτες συγκροτείται το πρώτο δικαστήριο, στο οποίο προεδρεύει η προστάτισσα θεά της Αθήνας και συνηγορεί ο Απόλλων. Δύο, επίσης, στοιχεία από τη διαδικασία συνάπτο­νται με την ιστορική πραγματικότητα: α) πράγματι, μετά τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις του διδύμου Περικλή - Εφιάλτη, κύρια αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου παρέμεινε η εκδίκαση περιπτώσεων φόνου, β) η ισοψηφία ως αθωωτικό αποτέλεσμα, όπως στη δίκη του Ορέστη, όντως ίσχυε κατά τον 5ο αιώνα. Το ερώτημα αν ο ποιητής επικροτούσε τον ακρωτηρια­σμό ενός από τα συντηρητικά κατάλοιπα του παρελ­θόντος φωτίζει ο παραλληλισμός Θεμιστοκλή-Εφιάλτη: η δολοφονία του δευτέρου (462) ήταν πολύ νωπή κατά την παράσταση των «Ευμενίδων» (458). Η παροχή προστασίας στον Ορέστη συνδυάζει το τυπικό θέμα της ικετείας με τον εγκωμιασμό της φωτισμένης και ανεξίκακης δημοκρατικής πόλης, που προσφέρει, αντίθετα από την ξενηλατική Σπάρτη, άσυλο στους κατατρεγμένους. Προς τον ί­διο στόχο είναι προσανατολισμένα, εκτός από τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, και δύο α­πό τα λεγόμενα «πολιτικά» δράματα του Ευριπίδη, οι «Ηρακλείδες» και οι «Ικέτιδες», παρουσιασμένα στη δύσκολη περίοδο μεταξύ 425 και 420. Δεν μπορεί να μη θεωρηθεί πολιτικά ευθύβολη η α­πόφαση του ποιητή να εμφανίσει, στο πρώτο, τους Θησεϊδες Ακάμαντα και Δημοφώντα, βασιλείς της Αθήνας, να προστατεύουν τα παιδιά του μέγιστου σπαρτιατικού ήρωα, του Ηρακλή και, στο δεύτερο, το μέγιστο αθηναϊκό ήρωα, τον Θησέα, να συντρέ­χει, εναντίον των Θηβαίων, τις Αργείες μητέρες των επτά στρατηγών στο αίτημα τους να εξασφαλίσουν ορούς ταφής για τα παιδιά τους. Αντιλαμβανόμαστε τι απήχηση είχαν στο κοινό οι δραστικές προσαρ­μογές των μύθων κατ στα δύο έργα, που μυθοποιούσαν τη σχέση της αθηναϊκής δημοκρατίας με ο­λιγαρχικούς αντιπάλους, όπως η Σπάρτη και η Θή­βα. Οι ανθρωπιστικές παρεμβάσεις του Αττικού ή­ρωα, αιτιολογημένες αναχρονιστικά από μια ιδεολογία καθαρά δημοκρατική, σε δράματα όπως ο «Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή ή οι «Ικέτιδες» και ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη, αποτελούν δείγμα αναγωγής στο χώρο του μύθου προτύπων πολιτικής συμπεριφοράς.
 
    Γεννημένη στους κόλπους της διονυσιακής λα­τρείας και η κωμωδία, από την αρχή, αφ’ ενός, α­ξιοποίησε την αχαλίνωτη ελευθερία που της πρό­σφερε το συγκεκριμένο πλαίσιο εκδηλώσεων και, αφ’ ετέρου, ανταποκρίθηκε στην ανάγκη του ταπεινού ανθρώπου να εκτονωθεί μέσω της γελοιογραφικής ακύρωσης των δυνάμεων που τον καταπίεζαν. Οι δύο αυτοί όροι ίσχυαν κατ μετά την έ­νταξη του είδους στο επίσημο κρατικό πρόγραμμα. Γι’ αυτό η κωμωδία, σε όλη τη διάρκεια του 5ου αι­ώνα, στη φάση της που αποκαλείται «Αρχαία» και εκπροσωπείται αποκλειστικά από τον Αριστοφά­νη, διατήρησε, σε αντίθεση με την τραγωδία, την ε­ξάρτηση της από την άμεση πραγματικότητα, από την οποία αντλούσε συγκεκριμένα και υπαρκτά θέ­ματα κατ πολύ συχνά επώνυμα πρόσωπα, εντάσσο­ντας τα σε έναν πέρα ως πέρα κατασκευασμένο μύ­θο - άρα είχε χαρακτήρα εμφανώς «πολιτικό».
 
Η κωμωδία, τον 5ο αιώνα, διατήρησε την εξάρτηση της από την άμεση πραγματικότητα και είχε χαρακτήρα εμφανώς «πολιτικό»

     Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, που καλύπτουν χρονικό φάσμα περίπου 40 ετών (425-388), εκ­πλήσσουν με την τόλμη τους, που εκφράζεται όχι μόνο με μια απερίγραπτη αθυροστομία αλλά και με την ονομαστική στηλίτευση των κακώς κειμένων, πραγμάτων κατ προσώπων. Αυτή η κατάσταση ασυλίας, φυσική μόνο σε ένα καθεστώς που αξιοποιεί την απεριόριστη ψυχολογική εκτόνωση ως ε­φαλτήριο πολιτικής δραστηριοποίησης, παρουσιάζει μια κάμψη μετά τη στροφή του αιώνα, οπότε η κωμωδία, αποβάλλοντας τη συνάφειά της με τα πολιτικά συμφραζόμενα, στρέφεται προς μια γενική, και πάντως άκακη, κοινωνική σάτιρα, διατυπωμένη σε ένα αποκαθαρμένο γλωσσικό ιδίωμα. Δείγ­ματα της αλλαγής, όχι άσχετης με την πολιτική μετριοπάθεια που κυριάρχησε μετά την περιπέτεια του πολέμου, προσφέρουν τα δύο τελευταία από τα σωζόμενα έργα του Αριστοφάνη: οι «Εκκλησιάζουσες» (392) κατ ο «Πλούτος» (388). Από πολλές απόψεις, η πολιτική εμβέλεια της κωμωδίας, σε σύγκριση με της τραγωδίας, ήταν λιγότερο ουσιαστική και, παρά τα φαινόμενα, επικίν­δυνη. Κατ’ αρχάς, πρόθεση του κωμικού δεν αποτελούσε η σοβαρή και δεοντολογική πραγμάτευση ζωτικών θεμάτων, άρα και η διαφώτιση του κοινού ως προς την αντιμετώπισή τους, αλλά απλώς η γελοιογραφική αγιοποίηση τους. Εφόσον ο ποιητής ούτε λύσεις πρότεινε ούτε πρότυπα συμπεριφοράς προέβαλλε (η σύναψη ιδιωτικής ειρήνης στους «Αχαρνείς» αποτελεί καθαρή ουτοπία, ενώ ο «φι­λειρηνικός» Δικαιόπολις αποδεικνύεται τέρας υ­στεροβουλίας), η πολιτική, ειδικότερα δημοκρατι­κή, οπτική του υλοποιείται, κατά κύριο λόγο, στην επιλογή των ηρώων του από τα καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα: αγρότες και γυναίκες. Από αυτή την άποψη η κωμωδία, προκαλώντας ένα είδος ταύ­τισης του μέσου θεατή με τον ήρωα, ο οποίος πάντα θριάμβευε, έστω και στο χώρο της ουτοπίας, αλλά και αποδυναμώνοντας, με την τολμηρή γελοιογράφησή της, τις δυνάμεις της καταπίεσης, πρόσφερε μια ευκαιρία καθαρτικής εκτόνωσης, δώρο ευπρόσ­δεκτο της δημοκρατικής πολιτείας.
 
Η τραγωδία καλλιεργούσε μία δημιουργική σχέση με το παρελθόν και η κωμωδία ενίσχυε την πίστη στην ελευθερία

    Όχι ότι λείπουν οι σοβαρές πολιτικές αιχ­μές από τα κείμενα του Αριστοφάνη· απλώς δεν συνιστούν το κυρτό σώμα των έργων, αφού οι οξύτερες από αυτές εμφανίζονται διάσπαρτες, ιδίως στα μέρη της «παράβασης», και μόνιμα κωμικά παραμορφωμέ­νες. Αν και σαφώς συντηρητικός ο ποιητής, στην ο­ξύτατη κριτική του για τα κακώς κείμενα ουδέποτε υπαινίσσεται την ανάγκη αλλαγής του πολιτεύμα­τος· απλώς μεμψιμοιρεί για τη δυσλειτουργία του. Εκπροσωπώντας το μέσο Αθηναίο εξοργίζεται με την αμφισβητική ιδεολογία των σοφιστών, τους ο­ποίους γελοιογραφεί στο πρόσωπο του Σωκράτη («Νεφέλες») και παρ’ όλο που γοητεύεται με τα α­νήσυχα δράματα του Ευριπίδη, τον καταψηφίζει προκρίνοντας τον αρχαϊστικό Αισχύλο («Βάτρα­χοι»). Πάντως, τουλάχιστον η λειτουργία της κωμω­δίας ως καθρέφτη της πραγματικότητας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αφού και ο Σωκράτης καταδικά­στηκε σε θάνατο και ο Ευριπίδης, όπως πριν από μισόν αιώνα ο Αισχύλος, πέθανε αυτοεξόριστος (;) με 4 μόνο νίκες στο ενεργητικό του.
 
    Η περιγραφή του θεατρικού θεσμού πρέπει να συ­μπληρωθεί με την ιδιόμορφη συμβολή του σατυρι­κού οράματος, ίου πιο άγνωστου, λόγω ισχνότητας του σωζόμενου υλικού, από τα τρία δραματικά είδη. Κά­ποια ερεθιστικά κατάλοιπα, κυρίως από έργα του Αι­σχύλου και του Σοφοκλή, αφήνουν την εντύπωση ό­τι εδώ διατηρήθηκε η βακχική απελευθέρωση που επικρατούσε στις γνησιότερες, περιθωριακές βέβαια, εκδηλώσεις της διονυσιακής λατρείας. Ωστόσο, το κά­θε ένα από τα δραματικά είδη ανταποκρινόταν σε δια­φορετικές ανάγκες του θεατή-πολίτη: η τραγωδία, προβάλλοντας τους ζωτικούς προβληματισμούς του ανθρώπου στο χώρο του μύθου, τόνιζε τη διαχρονι­κότητα τους, καλλιεργώντας ταυτόχρονα μια δημι­ουργική σχέση με το παρελθόν η κωμωδία, συρρι­κνώνοντας με τη σάτιρα της τις δυνάμεις καταπίεσης και στηλιτεύοντας τα τρωτά της πολιτικής, ενίσχυε την πίστη στην ελευθερία· το σατυρικό δράμα, ενοφθαλμίζοντας στην ατμόσφαιρα χυμούς βακχείας, ανήγε το θεατρικό φαινόμενο στις αρχέγονες Ζωογόνες πηγές. Ο συνδυασμός αυτός πρέπει να πλούτιζε το δέ­κτη τους με μια εμπειρία όμοια της οποίας δεν έχει προσφέρει έκτοτε στον άνθρωπο κανένας άλλος πολιτικός χώρος μέσα στο γνωστό ιστορικό χρόνο.
 
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
 
    Η σκοπιμότητα είναι πρόδηλη. Λεν ήθελαν να σχηματιστεί τάξη νομομαθών που θα επηρέαζε την ψήφο ίων άλλων. Η προσωπικότητα καταδύεται έτσι και υπο­κύπτει στη γενική, ανώνυμη βούληση.
 
    Η δημοκρατία λειτούργησε ικανοποιητικά σε μεγά­λο μέρος του 5ου αι. π.Χ. Η Αθήνα οφείλει σ’ αυτήν το μεγαλείο της, αλλά στο ίδιο της το πολίτευμα μπορεί να αποδοθεί και η πτώση και ήττα της κατά τον Πελο­ποννησιακό πόλεμο. Γιατί; Είχε γίνει αχαλίνωτη.
 
    Επί Περικλέους το πολίτευμα κατά την περιλάλητη φράση του Θουκυδίδου ἐγίγνετο λόγῳ μέν δημοκρατία ἔργῳ δέ ὑπό τοῦ πρώτου ἀνδρός ἀρ­χή. Στα λόγια ήταν δημοκρατία, στην πράξη μοναρ­χία. Κάτι περισσότερο· κατά τον ίδιο ιστορικό ο Πε­ρικλής κατείχε το πλήθος. Η βαριά έννοια της κα­τοχής μετριάζεται με ένα επίρρημα που ακολουθεί, το ἐλευθέρως. Ο Περικλής έπειθε το δήμο. Ανέ­πτυσσε ό,τι επέβαλλαν τα πράγματα, η ανάγκη.
 
    Κάθε φορά που η δημοκρατία πήγε να γίνει «πε­ρισσότερη» και επεδίωκε να ολοκληρωθεί, σημειώ­θηκε αναστάτωση. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι και πολιτειολόγοι πρόσεξαν ότι η επιδίωξη της απολύτου ελευθερίας οδηγεί αναπόφευκτα στην ασήκωτη δου­λεία. Συμβαίνει και εδώ ό,τι ονομάζουμε στην τρα­γωδία περιπέτεια, που κατά τον Αριστοτέλη είναι ἡ εἰς το ἐναντίον τῶν πραττομένων μεταβολή. Σου έρχεται ακριβώς το αντίθετο εκείνου που επιδιώκεις. Ελευθερία και δημοκρατία είναι συνώνυμες λέξεις και όταν δεν γνωρίζουν χαλινάρι, φθάνουν στην τυ­ραννίδα και δουλεία. Από τη δημοκρατία και μόνο εκπηγάζει η τυραννίς κατά τον Πλάτωνα. Και ο Αριστοτέλης δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς ως προς αυτό το σημείο όταν κρίνει τους δημαγωγούς ως προ­λειαίνοντας το έδαφος για προσωπική τυραννίδα.
 
    Οι Έλληνες πολιτειολόγοι κατά κανόνα επικρίνουν τη δημοκρατία. Στην Αθήνα, τήν Ἑλλάδος παίδευσιν, την είχαν συναντήσει στο τέλος του 5ου αι. π.Χ. ως οχλοκρατία και ο Πλάτων θα στραφεί εναντίον της με δριμύτητα. Κατ’ αυτόν η δημοκρατία δεν είναι ένα πολίτευμα αλλά παντοπώλιον πολιτειών. Καθένας αλλάσσει πολλά πρόσωπα (φορεί διάφορες μάσκες). Δέχεται πολλά ήθη. Γίνεται μεστός ἠθῶν και παντοδαπός. Δεν έχει την τόσο περιζήτητη από τον Πλάτωνα και πολλούς λακωνίζοντας συνέπεια.
 
    Ο Αριστοτέλης, ο δεινός ανατόμος του πολιτειακού βίου, δυσκολεύεται να θεωρήσει τη δημοκρατία και ως απλό πολίτευμα. Αν καταχρηστικώς το δεχθεί, το κατατάσσει μαζί με την τυραννίδα στα χείριστα. Τα ορ­θά πολιτεύματα κατ’ αυτόν είναι: βασιλεία, ἀριστοκρατία και πολιτεία. Η πολιτεία στην κατάταξη αυτή είναι μίξις ολιγαρχίας και δημοκρατίας, και είναι ο κατ’ εξοχήν πολιτειακός τύπος. Τα λανθασμένα πολιτεύ­ματα ή παρεκβάσεις, όπως τα ονομάζει. είναι πάλιν τρία, αντίστοιχα των προηγουμένου: τυραννίς, ὀλιγαρ­χία και δημοκρατία. Τα πολιτεύματα λοιπόν τοποθετούνται αξιολογικώς σε δυο επίπεδα: ΒΑΠ / ΤΟΔ (με τα αρχικά των). Η θέση της δημοκρατίας (Δ) είναι στο δεύτερο, το υποδεέστερο διάζωμα.
 
    Διατί όμως πολλοί θεωρούν τον Αριστοτέλη υ­πέρμαχο της δημοκρατίας; Διότι αναγνωρίζει τη θέση του δήμου ως πολιτειακού παράγοντος και μερι­μνά για τη σωστή και με μέτρο συμμετοχή του στη διακυβέρνηση της πόλεως.
 
    Ο δήμος πρέπει να έχει κάποια μετοχή στα κοινά, ίσως το αἱρεῖσθαι και εὐθύνειν τάς ἀρχάς που προ­αναφέραμε. Δεν πρέπει να υπερβεί κάποια όρια. Προ παντός δεν πρέπει να στραφεί εναντίον των ε­κάστοτε ολίγων, που μαζί με τους πολλούς αποτε­λούν τους δύο πόλους της πόλεως.
 
    Οι δύο αυτοί πόλοι είναι υπαρκτοί σε κάθε πολι­τειακή κατασκευή και κοινωνία. Πάντοτε θα ξεφεύ­γουν μερικοί και θα διακρίνονται από το πλήθος ως προς τα εκάστοτε θεωρούμενα τίμια, δηλαδή τις αξίες που ισχύουν σε κάθε εποχή. Ως προς τη σχέ­ση ολίγων/πολλών διαφέρουν οι συστάσεις και γνώμες μεταξύ των πολιτειολογούντων. Δύο κτυπητά και αντιπροσωπευτικά παραδείγματα: ο Αριστο­τέλης τονίζει με επιμονή και γερή επιχειρηματολο­γία ότι πρέπει και οι ολίγοι και οι πολλοί να καταβάλουν κάθε προσπάθεια προσεγγίσεως και συμπλεύσεως. Η ομόνοια είναι ο σκοπός και όχι ο δι­χασμός. Το διχασμό από το άλλο μέρος πρεσβεύει ο Μαρξ. Το χάσμα κατά το Γερμανοεβραίο φιλόσο­φο του 19ου αι. που υπάρχει μεταξύ ολίγων και πολλών, επιφανών κατ προλεταρίων, είναι ανάγκη και πρέπον να βαθύνει, να γίνει οξεία η αντίθεση και αναπόφευκτη η σύγκρουση που θα φέρει επί της γης το σοσιαλιστικό παράδεισο, υπαρκτό πια για ένα χρονικό διάστημα και όχι μόνο όραμα. (Αν Ζούσε σήμερα κάτι έπρεπε να συμβουλεύσει για να μη γίνει ο υπαρκτός ανύπαρκτος).
 
Για τον Αριστοτέλη τα ορθά πολιτεύματα είναι:      
Βασιλεία, Αριστοκρατία, Πολιτεία.

Και τα λανθασμένα:
Τυραννίς, Ολιγαρχία, Δημοκρατία 

    Ριζική λοιπόν διαφορά ως προς κεφαλαιώδους σημασίας θέμα χωρίζει τον Αριστοτέλη από τον Μαρξ (ο οποίος σημειωτέον εθαύμαζε τον αρχαίο φιλόσοφο).
 
    Η ελευθερία που συσχετίζεται με τη δημοκρατία είναι πολυσήμαντη. Είναι ίσως η πολυτιμότερη έν­νοια του ελληνικού ηθικού λεξιλογίου: Ελευθερία είναι κατά πρώτον η ανάδυση όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου, το ά­νοιγμα της ψυχής στο έπακρο και προς κάθε κα­τεύθυνση. Όσοι όμως θα αρκεστούν σ' αυτήν την ε­λευθερία «γεύονται» μόνο το ήμισυ της. Το δεύτε­ρο στάδιο (το έτερον ήμισυ) είναι η σύνθεση των ελευθερωθεισών δυνάμεων. Αυτή η σύνθεση, η κρά­ση είναι το δυσκολότερο έργο, αλλά αν γίνει σωστά από τον ἀραρίσκοντα νοῦν (που ἀραρίσκει: ταξινομεί, διευθετεί) οδηγεί σε αρετήν. Ιδεώδες για τους Έλληνες είναι και εδώ η ευκρασία.
 
    Κατά τον Αισχύλο μήτ’ ἀνάρχειον βίον μή­τε δεσποτούμενον αἰνέσῃς (=να μην επιδοκιμάσεις ούτε την αναρχία στη ζωή ούτε την καταναγκαστική επιβολή). Αναρχία και δεσποτεία είναι αντίθετες κατ ασυμβί­βαστες ίσως για τους πολλούς έννοιες. Αλλά εδώ στην Ελλάδα προβάλλεται ως αίτημα (και συχνά πραγματοποιείται) να συνδυασθούν τα τελείως αντί­θετα. Κάτι παραπάνω· ο Έλλην πιστεύει ότι η καλ­λίστη αρμονία προκύπτει μόνον εκ των διαφερό­ντων (απ’ αυτά που διαφέρουν, είναι αντίθετα). Και στην πολιτεία μπορούν να συνδυασθούν ολίγοι και πολλοί. Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Είναι έργον της πολιτικής, που είναι η υψίστη των τεχνών. Κάθε πολιτειακή ζωή μπορεί να γίνει έργο τέχνης.
 
    Κατά τον Σόλωνα είναι σωτήριο να συνδυαστεί στην πολιτεία βία και δίκη. Άνεσις και σύνεσις ε­ξάλλου δεν είναι ασυμβίβαστες. Ένας βαθιά καλ­λιεργημένος, ένας ελληνοθρεμμένος στοχαστής, θα συνήνωνε το ἀνειμένως ζῆv των Συβαριτών (που έ­χουν όλες τις ανέσεις) με το συνειμένως ζnv των Σπαρτιατών (που έχουν την τάση να συνάπτουν τα πολλά σε ολίγα, σε ένα, όπως απαιτεί το δεύτερο, το ουσιαστικότερο στάδιο της ελευθερίας) και θα συνεδύαζε άνεσιν και σύνεσιν σε μια αρμογή (αρμο­νία), σε μετρίαν κράσιν (μετρημένη, σωστή σύνθε­ση). Για την ευκρασία αυτή είναι απαραίτητη η ευψυχία (: η καλή άρθρωση της ψυχής) που μαζί με την ευδαιμονία και ελευθερία αποτελούν το εξοχότερο ελληνικό τρίπτυχο.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

G. GLOTZ. La Cité grecque. 1928. σελ. 137-411 (υπάρχει ελληνική μετάφραση: Η ελληνική «πόλις».
 Cohen R. Αθηναϊκή δημοκρατία, από τη γέννηση της ως το θάνατο της, Ειρμός, Αθήνα 1992.
 ΒΛΑΧΟΣ Γ. Κ. (συντονιστής), Η Αθηναϊκή Δημοκρατία, Μελέτες για το πολίτευμα και την ιδεολογία των Αθηναίων, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1995.
 Σακελλαριου  Μ., Η Αθηναϊκή δημοκρατία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999.
Mosse Ε., Το τέλος της αθηναϊκής δημοκρατίας, κοινωνικές και πολιτικές όψεις της παρακμής της ελληνικής πόλεως στον 4ο αιώνα π.Χ., Παπαζήσης, Αθήνα 1978.
 Starr Ε., Η γέννηση της αθηναϊκής δημοκρατίας, η εκκλησία κατά τον πέμπτον αιώνα π.Χ., εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1991.
 Forrest W., Η γένεση της αθηναϊκής δημοκρατίας, ο χαρακτήρας της ελληνικής πολιτικής, 800-400 π.Χ., Παπαδήμας, Αθήνα 1994.
 Romilly J. de, Προβλήματα της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1992.
 Hard wick l., Κοινωνική ιστορία της αρχαίας Αθήνας, Κουτσούμπος, Αθήνα 1985.
 Καψαλης  Γ., Οι δύο κορυφαίοι ύμνοι της αθηναϊκής δημοκρατίας, η πομπή των Παναθηναίων στον Παρθενώνα, ο επιτάφιος του Περικλή στον Θουκυδίδη, Αθήνα 1953.
 Καστοριαδης K., Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα, Υψιλον, Αθήνα 1986.
 Κυρτατας Δ., Δούλοι, δουλεία και δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής, Ο Πολίτης, Αθήνα 1987.
 ΡΟΥΣΗΣ Γ., Αρχαία Δημοκρατία για πάντα νέα: ή η σύγχρονη δημοκρατία ως τερατογένεση της αρχαία αθηναϊκής δημοκρατίας και της φιλοσοφικής κριτικής της, Γκοβόστης, Αθήνα 1999.
 ΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Ι., Η νομοθεσία της αρχαίας Αθηναϊκής πολιτείας, Κυρομάνος, Αθήνα 1999.
 Παπαδοπουλοσ Θ., Ιδεολογία και φιλοσοφία της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα, Κέδρος, Αθήνα 1978.
Tthomson G., Η αρχαία Ελληνική κοινωνία, Κέδρος, Αθήνα 1987-1989.
Andrewes  A., Αρχαία Ελληνική Κοινωνία, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Tpanéznç, Αθήνα 1983.
 Garlan Y., Η δουλεία στην αρχαία Ελλάδα, Gutenberg, Αθήνα 1988.
 Mosse C., Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα, με εισαγωγή στην ελληνική έκδοση και συμπληρωματική βιβλιογραφία από τη συγγραφέα, Παπαδήμας, Αθήνα 1991.
 Finley M.I., Οικονομία και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1988-1991.
 Kolobova k. M., Η καθημερινή Ζωή στην αρχαία Ελλάδα, Παπαδήμας, Αθήνα 1989.
 Lveque P., Κλεισθένης ο Αθηναίος, Ευρύαλος, Αθήνα 1989.
 Vidal - Naquet P., Πέρα από την αρχαία ελληνική δημοκρατία, δοκίμια αρχαίας και νεότερης ιστοριογραφίας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1999.
 Vernant J. P., Μύθος και τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα, Κέδρος, Αθήνα 1978.
 AUSTIN Μ. - Ρ. VIDAL - NAQUET, Économies et Sociétés en Grèce ancienne, Παρίσι 1972.
 Westerman w. l., The Slave Systems of Greek and Roman Antiquity, Φιλαδέλφεια 1955.
 Ehrenberg V., From Solón to Socrates, Greek History and Civilization during the 6th and 5th Centuries B.C., Λονδίνο 1968.
 Hasebroeck J., Trade and Politics in Ancient Greece,1933.
 Heichelheim P. M., Wirtschansgeschichte des Altertums,1 τόμ., Λέιντεν 1938 (αγγλική μετάφρ. An Ancient History, 1964).
 Finley M. I., Studies in Land and Credit in Ancient Athens, Νέο Μπρούνοβικ 1952.
 Bonner R. J., Aspects of Athenian Democracy, University of California Press, Μπέρκλεϊ 1933.
 Cloché P., La démocratie athénienne, Παρίσι 1951.
 Jones A.H.M., Athenian Democracy, Οξφόρδη 1957.
 Romilly J. de, Thucydide et 1' imperialisme atthénien. La pensee de Γ historien et la genèse de Γ cevre, Παρίσι 1947.
 Vannier F., Le IVe siècle, Παρίσι 1967.