Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Χωρίς σύντροφο: Πώς καλύπτουμε τις σεξουαλικές μας ανάγκες

Και τα λάθη που κάνουμε...

Πέρα από τις όποιες ηθικές επιφυλάξεις, το απρόσωπο σεξ καλύπτει τις σεξουαλικές ανάγκες και με την κοινωνική ανοχή και τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες μοιάζει σαν η ιδανική λύση όχι μόνο για τους εφήβους που ανακαλύπτουν αμήχανα την σεξουαλικότητα τους, αλλά και για τους ενήλικες που ζητούν μια εύκολη και άμεση κάλυψη.

Το απρόσωπο σεξ στην ενήλικη ζωή συχνά καλύπτει την ανάγκη για άμεση ευχαρίστηση, για χαλάρωση, για συγκάλυψη της μοναξιάς, της ανίας, της απουσίας ενδιαφέροντος, της κούρασης και της αίσθησης αποτυχίας. Μια προσωρινή αποφόρτιση από πιεστικές βασανιστικές σκέψεις και από δυσάρεστα συναισθήματα.

Σε μια εποχή που ο χρόνος είναι πολύτιμος και οι προτιμώμενες λύσεις για την καθημερινότητα είναι οι κατά το δυνατόν βολικές και δίχως πολλές απαιτήσεις, η μοναχική σεξουαλική αποφόρτιση, είτε με φαντασιωτική πλαισίωση, είτε με την ύπαρξη ευκαιριακών σεξουαλικών παρτενέρ που χρησιμοποιούνται σαν εργαλεία μιας χρήσης, μοιάζει να είναι μια ταιριαστή στάση.

Αν πληκτρολογήσει κάποιος τη λέξη «sex» σε μια μηχανή αναζήτησης στο διαδίκτυο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να εμφανιστούν 4.200.000 πορνογραφικές ιστοσελίδες (12% του συνολου των δικτυακών τόπων) ή 794.000.000 αποτελέσματα.

68.000.000 πορνογραφικά αιτήματα στις μηχανές αναζήτησης (25% του συνόλου των αιτήσεων), 72.000.000 οι χρήστες διαδικτύου που επισκέπτονται ανάλογα sites μηνιαίως. Οι σελίδες με πορνογραφικό περιεχόμενο υπολογίζεται ότι είναι ο πιο αναπτυγμένος τομέας πωλήσεων μέσα από το διαδίκτυο. 13.330.000.000 $ δαπανήθηκε στη βιομηχανία πορνό το 2006 στις ΗΠΑ, με τα έσοδα να υπερβαίνουν τα συνολικά έσοδα του ABC, CBS και NBC (Internet Pornography Statistics).

Η αγχωτική πιεστική καθημερινότητα ζητά μια χαλάρωση δίχως υποχρεώσεις. Λίγη τηλεθέαση σε κάτι ελαφρύ, ένα ποτό, αρκετό Internet, μια βολική σεξουαλική αποφόρτιση και μετά ο απαιτούμενος ύπνος, ώστε να είναι δυνατή η ανταπόκριση στις απαιτήσεις της αυριανής απαιτητικής ημέρας.

Επομένως γι’ αυτό το σεξ δίχως πρόσωπο είναι τόσο διαδεδομένο. Επειδή δεν απαιτεί τον εαυτό, αλλά μόνο ένα μικρό μέρος του σώματος. Επειδή είναι φτηνό, αφού δεν απαιτεί προσωπική επένδυση. Επειδή είναι σίγουρο, αφού δεν απαιτεί την προσωπική διακινδύνευση της συνάντησης των προσώπων - αλλά παραμένεις πάντα μόνος. Επειδή δεν απαιτεί την δέσμευση - αλλά δεν έχεις την συνέχεια. Επειδή προσφέρει την φαντασίωση της παντοδυναμίας - αλλά δεν υπάρχεις ως πραγματική οντότητα. Επειδή χορηγεί πιστοποιητικά ερωτικής και προσωπικής αυτάρκειας - τα οποία όμως πρέ -πει να αποκρύβονται μεθοδικά από το βιογραφικό. Επειδή καλύπτει τις σεξουαλικές ανάγκες όλο το 24ωρο - αλλά η επιθυμία που δεν εισακούεται, αναχωρεί εγκαταλείποντας το κορεσμένο κορμί.

Το σεξ δίχως πρόσωπο δεν γκρινιάζει, δεν σχολιάζει, δεν αρνείται, επαναλαμβάνει ακούραστα ο,τι ζητάς να ακούσεις - αλλά όμως δεν μπορεί να πει ούτε ένα τρυφερό «σ’ αγαπώ» και να το εννοεί.

Η συζευξη της ηλεκτρονικής και της βιολογικής τεχνολογίας επιτρέπουν σήμερα, και πολύ περισσότερο στο άμεσο μέλλον, το εικονικό σεξ που θα αγγίζει τα όρια της τελειότητας ως προς την δυνατότητα επίτευξης σεξουαλικής διέγερσης.

Η βιολογική βάση της σεξουαλικότητας είναι δεδομένη και έχει συγκεκριμένη διαδρομή από τον αισθητικό ερεθισμό που μεταφέρεται στον εγκέφαλο, όπου αυτοματοποιημένα προγραμματίζεται η όλη προετοιμασία του οργανισμού δια της ορμονικής οδού και της αγγειακής προσαρμογής. Είναι ένας υπέροχος μηχανισμός που περικλείει σοφία και είναι άξιος θαυμασμού.

Ο βιολογικός ερεθισμός του ιππόκαμπου, της αμυγδαλής και του στελέχους του εγκεφάλου και η ταυτόχρονη ηλεκτρονική αισθητηριακή προσομοίωση θα μπορούν να προσφέρουν την απόλυτη διέγερση που θα εξατομικεύεται.

Αν η σεξουαλικότητα αφορούσε μόνο την ανάγκη για ηδονή που τελειώνει με ένα οργασμό, τότε τα πράγματα θα ήταν απλά και το θέμα θα τελείωνε με τους εμπορικούς όρους της προσφοράς και της ζήτησης. Φαίνεται όμως ότι το θέμα της απρόσωπης σεξουαλικότητας δεν αντιμετωπίζει απλά μια ηθικιστική επιφύλαξη, αλλά την ανεπάρκεια κάλυψης της ερωτικής επιθυμίας στο σύνολό της.

Για την συντροφικότητα, όμως, πάλι στην προσομοίωση θα καταφύγεις; Και τότε πώς θα μπορεις να αντέξεις την πραγματικότητα που δεν χαρίζεται, που είναι αφάνταστα πιο απαιτητική, αλλά και αφάνταστα πιο όμορφη από την όποια προσομοίωσή της;

Ο αυτοματοποιημένος μηχανισμός της σεξουαλικής διέγερσης είναι πολύ φτωχός, σε σχέση με τη ψυχική δυνατότητα που υφίσταται δυνάμει στον άν θρωπο και του επιτρέπει να ελέγχει την σεξουαλικότητα του και να την υπερβαίνει, καταφάσκοντας στο θαύμα του έρωτα.

Ταυτόχρονα, όσο περισσότερη είναι η αληθοφάνεια της αυτονομημένης απόλαυσης, τόσο ασφυκτικότερη γίνεται η φυλάκιση στην ατομικότητα, στην καταστροφή του πόθου για δημιουργία, στην παραίτηση από την διεκδίκηση της ομορφιάς της αυθεντικής σχέσης, στον εγκλωβισμό σε μια ζωή δίχως νόημα, στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή.

Η ευκαιριακή μερική κάλυψη της σεξουαλικής ανάγκης δεν μπορεί να ανταποκριθει στην επιθυμία της προσωπικής ερωτικής συνεύρεσης, που αποτελεί μια κεντρική υπαρξιακή δυναμική για την ανάδειξη του ανθρώπου ως ολότητας.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

Μυστηριώδη ευθυγράμμιση μελανών οπών πολύ μεγάλης μάζας ανακάλυψαν αστρονόμοι στη Νότια Αφρική

Η ραδιο-απεικόνιση βάθους από ερευνητές πανεπιστημίων (Cape Town και Western Cape) στη Νότιο Αφρική, αποκάλυψε μια περίεργη κατάσταση: Οι πολύ μεγάλης μάζας μαύρες τρύπες σε μια περιοχή του μακρινού σύμπαντος προσανατολίζουν τους ραδιο-πίδακες στην ίδια διεύθυνση – πολύ πιθανό ως αποτέλεσμα της αρχέγονης διακύμανσης ύλης στο πρώιμο σύμπαν.

Το νέο αποτέλεσμα είναι η ανακάλυψη – για πρώτη φορά – μιας ευθυγράμμισης των πιδάκων των γαλαξιών σε μια τεράστια περιοχή του διαστήματος, ένα εύρημα που έγινε δυνατό μετά από μια τριετή έρευνα με ραδιο-απεικόνιση ραδιοκυμάτων που προέρχονται από μια περιοχή που ονομάζεται ELAIS-N1, με τη χρήση του γιγάντιου ραδιοτηλεσκοπίου Giant Metrewave Radio Telescope (GMRT) [η ραδιο-αστρονομική έρευνα γίνεται με τη χρήση της περιοχής του ραδιο-φάσματος με μήκος κύματος της τάξης του μέτρου].

Οι πίδακες παράγονται από τις μαύρες τρύπες στα κέντρα των γαλαξιών και ο μόνος τρόπος για να υπάρχει αυτή η ευθυγράμμιση είναι αν όλες οι υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες περιστρέφονται προς την ίδια κατεύθυνση, δήλωσε ο καθηγητής Andrew Russ Taylor, κύριος συγγραφέας της μελέτης με την οποία παρουσιάστηκε η ανακάλυψη, ο οποίος σημείωσε: «Καθώς αυτές οι μαύρες τρύπες δεν γνωρίζουν σχετικά η μια για την άλλη ή δεν έχουν κανένα τρόπο να ανταλλάσουν πληροφορίες ή να επηρεάζουν η μια την άλλη άμεσα, σε τόσο τεράστιες κλίμακες, αυτή η ευθυγράμμιση των περιστροφών πρέπει να έχει γίνει κατά την περίοδο διαμόρφωσης των γαλαξιών κατά την πρώιμη περίοδο του σύμπαντος». Αυτό υποδηλώνει ότι στην δομή αυτής της περιοχής του διαστήματος υπάρχει μια ενιαία περιστροφή που είχε διαμορφωθεί από τις αρχέγονες διακυμάνσεις μάζας που δημιούργησαν την μεγάλης κλίμακας δομή του σύμπαντος.

Τα ευρήματα δεν ήταν αποτέλεσμα του αρχικού σχεδιασμού. Η αρχική έρευνα σχεδιάστηκε για να εξερευνηθούν οι αδύναμες ραδιοπηγές του σύμπαντος, με τη χρήση του πλέον κατάλληλου για το σκοπό αυτό τηλεσκόπιου. Προηγούμενες, ωστόσο, παρατηρησιακές μελέτες ανίχνευσαν αποκλίσεις από την ομοιομορφία (ονομάζεται ισοτροπία [οι φυσικές ιδιότητες των σωμάτων είναι οι ίδιες προς όλες τις κατευθύνσεις]) στον προσανατολισμό των γαλαξιών. Έτσι οι ευαίσθητες ραδιο-εικόνες προσέφεραν μια πρώτη ευκαιρία για να χρησιμοποιηθούν οι πίδακες για να ανακαλυφθούν οι ευθυγραμμίσεις των γαλαξιών σε φυσικές κλίμακες πάνω από 100 Mpc [1 Mpc είναι απόσταση ισοδύναμη με 1000000 ή 10^6 pc και 1 pc είναι απόσταση ισοδύναμη με 3,26 έτη φωτός ή 31 τρισεκατομμύρια χιλιόμετρα]. Αυτές οι μετρήσεις έχουν το πλεονέκτημα το ότι δεν επηρεάζονται από φαινόμενα όπως σκέδαση, εξαφάνιση και ακτινοβολία Faraday [θα μπορούσαν να αποτελέσουν θέματα επόμενων ερευνών-ιδού πεδίο για έρευνα].


Η εμφάνιση των ευθυγραμμίσεων και οι συγκεκριμένοι προτιμητέοι προσανατολισμοί μπορούν να ρίξουν φως στον προσανατολισμό και την εξέλιξη των γαλαξιών σε πλαίσιο δομών πολύ μεγάλης κλίμακας και στις κινήσεις των αρχέγονων διακυμάνσεων ύλης που οδήγησαν στην ανάδυση της δομής του Σύμπαντος. Φυσικά τίθεται ευλόγως το ερώτημα αν υπάρχουν υποψήφιοι διεγέρτες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν αυτές τις τεράστιας κλίμακας περιβαλλοντικές επιδράσεις κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσης ή της εξέλιξης ενός γαλαξία. Ως απάντηση θα μπορούσαν να υπάρξουν διάφορες επιλογές: Τα κοσμικά μαγνητικά πεδία, τα πεδία που συνδέονται με εξωτικά σωμάτια (αξιόνια) και οι κοσμικές χορδές είναι μόνο ορισμένοι δυνατοί υποψήφιοι που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια ευθυγράμμιση στους γαλαξίες σε ακόμη μεγαλύτερες κλίμακες από αυτές των σμηνών των γαλαξιών.

Μια κατανομή περιστροφών μεγάλης κλίμακας ποτέ δεν είχε προβλεφθεί στο πλαίσιο των θεωριών και ένα άγνωστο φαινόμενο, όπως αυτό, είναι μια πρόκληση που θα πρέπει να λάβουν υπόψη οι θεωρίες, οι σχετικές με την προέλευση του σύμπαντος και είναι μια ευκαιρία να ανακαλυφθούν περισσότερα σχετικά με το πως λειτουργεί ο Κόσμος. «Αρχίσαμε να κατανοούμε σχετικά με το πως προκύπτει η μεγάλης κλίμακας δομή του σύμπαντος, ξεκινώντας από την Μεγάλη Έκρηξη και την ανάπτυξη, ως αποτέλεσμα των διαταραχών στο πρώιμο σύμπαν, σε αυτό που παρατηρούμε σήμερα», δηλώνεται από τους επιστήμονες. Όπως είναι ευνόητο οι παρατηρησιακές προκλήσεις οδηγούν στην περαιτέρω εξέλιξη της Επιστήμης.

Μάθε τώρα στον κατήφορο όσα δεν ήξερες στον ανήφορο

Τον 6ο αιώνα μ.Χ., ο ρωμαίος φιλόσοφος Σεβερίνο Μποέτσιο γράφει το έργο του: Η Παρηγορία της Φιλοσοφίας. Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας, από την εξορία όπου βρίσκεται, οργισμένος και θλιμμένος, κατηγορεί την τύχη που τον εγκατέλειψε και επέτρεψε να χάσει «άδικα» όλη τη δύναμη, τη φήμη και τα πλούτη που είχε κάποτε.

Στην αρχή του τέταρτου βιβλίου, η ίδια η τύχη παίρνει τον λόγο και του λέει:

Γιατί με κατηγορείς, Μποέτσιο; Γιατί μου παραπονιέσαι;
Τι σου έκανα; Τι σου πήρα απ’ ό,τι ήταν δικό σου;
Θυμήσου ότι σε βρήκα γυμνό…
Και σ’ έντυσα με τα ΔΙΚΑ ΜΟΥ αγαθά.

Σου έδωσα όλα όσα έχεις και σε φρόντισα με αγάπη…
Δεν ήξερες τις συνήθειές μου; Δε διάβασες τα κατορθώματά μου;
Είσαι λοιπόν κι εσύ ένας άνθρωπος, σαν όλους τους ανθρώπους.
Φιλάργυρος, ζήτουλας, καβγατζής και φιλόδοξος.

Χαιρόσουν τα καπρίτσια μου και καυχιόσουν σε όλους,
και τώρα που αποφάσισα να μη σου δίνω τόσα,
παραπονιέσαι και απαιτείς αντί να ευγνωμονείς
για όλον τον καιρό που είχες ό,τι δεν σου ανήκε.

Μάθε τώρα στον κατήφορο όσα δεν ήξερες στον ανήφορο.
Πως οι τιμές και τα πλούτη δεν σου ανήκαν ποτέ.
Ήταν πάντα σκλάβοι μου, που εγώ τους είχα φέρει.
Και βέβαια, τώρα που φεύγω θα τρέξουν ξωπίσω μου…
και δεν θα μείνουν μαζί σου.

Τα παράλληλα σύμπαντα μπορούν να είναι κρυμμένα μέσα στις τέσσερις διαστάσεις

Οι φυσικοί εξετάζουν με σχολαστικό τρόπο την προέλευση του σύμπαντος στον επιταχυντή LHC του CERN, ελπίζοντας έτσι ότι την επόμενη χρονιά θα εμφανιστούν οι πρώτες αποδείξεις για την ύπαρξη ιδεών, που κάποτε ήταν επιστημονική φαντασία. Παρά τις όλο και πιο εξελιγμένες παρατηρήσεις του ουρανού από τον πλανήτη μας, μόνο το 4% του σύμπαντος μας είναι γνωστό – επειδή το υπόλοιπο αποτελείται από την αόρατη σκοτεινή ύλη και την σκοτεινή ενέργεια.

Δισεκατομμύρια σωματίδια, που δημιουργούνται μετά από κάθε σύγκρουση στον LHC, εντοπίζονται σε τέσσερις ανιχνευτές στο CERN – και στη συνέχεια τα συνεργαζόμενα εργαστήρια σε όλο τον κόσμο – προσπαθούν να διαπιστώσουν πότε και πώς δημιουργήθηκαν αλλά και τι φτιάχνουν στη συνέχεια.

Οι θεωρητικοί του CERN λένε πως αυτή η μελέτη θα μπορούσε να τους δώσει σαφή δείγματα των διαστάσεων στον κόσμο, πέρα ​​από τις γνωστές (μήκος, πλάτος, βάθος και χρόνος), γιατί σε τόσο υψηλές ενέργειες τα σωματίδια θα μπορούσαν να τα δούμε να εξαφανίζονται – πιθανώς σε αυτές τις διαστάσεις – και στη συνέχεια να έρχονται πίσω στις κλασικές αυτές τέσσερις διαστάσεις.

Παράλληλα σύμπαντα

Τα παράλληλα σύμπαντα θα μπορούσαν, επίσης, να κρύβονται μέσα σε αυτές τις διαστάσεις, αλλά εκεί που το φως δεν μπορεί να διαδοθεί – γεγονός που θα καθιστούσε σχεδόν αδύνατο την εξερεύνηση τους.

Δεδομένου ότι ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων (LHC) θα αρχίσει να λειτουργεί σε ολοένα και πιο υψηλές ενέργειες την τρέχουσα χρονιά, οι φυσικοί μιλούν όλο και περισσότερο για μια «Νέα Φυσική» στον ορίζοντα, που θα μπορούσε να αλλάξει εντελώς τις σύγχρονες απόψεις για το πως λειτουργεί το σύμπαν.

Αρκετοί από τους κορυφαίους κοσμολόγους του κόσμου πιστεύουν ότι είμαστε όχι στο μοναδικό, αλλά σε ένα από τα πολλά σύμπαντα. Μέχρι στιγμής, όπως γνωρίζουμε, δεν υπάρχει καμία απόδειξη για το ότι υφίστανται και άλλα σύμπαντα εκεί έξω. Ορισμένες παραλλαγές αυτής της θεωρίας δείχνουν ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα άλλο σύμπαν πολύ κοντά στο δικό μας, που χωρίζονται ίσως από μια μεμβράνη πάχους μόλις ενός χιλιοστού, μια θεωρία που αν αληθεύει, θα μπορούσε να εντοπιστεί από κάποια ενέργεια ή δυνάμεις σαν την βαρύτητα που να διαρρέει ανάμεσα στα δύο σύμπαντα.

Στην πραγματικότητα, όπως προβλέπεται από τους θεωρητικούς των βρανών, αυτή η «διαρροή» θα μπορούσε να είναι υπεύθυνη για την παραγωγή της σκοτεινής ενέργειας από ένα άλλο παράλληλο σύμπαν, που η επίδραση του γίνεται αισθητή στο δικό μας, μέσω της βαρυτικής έλξης του.

Δεν είναι επιστημονική φαντασία οι πολλαπλοί κόσμοι του Everett

Αν και δεν έχει αποδειχθεί τίποτα ακόμα, πολλοί σοβαροί επιστήμονες λένε τώρα ότι υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι οι παράλληλες διαστάσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να μην είναι στη φαντασία μας, αλλά πραγματικότητα.

"Η ιδέα των πολλαπλών κόσμων είναι κάτι περισσότερο από μια φανταστική εφεύρεση – αναδύεται φυσικά μέσα σε αρκετές επιστημονικές θεωρίες και αξίζει να ληφθεί σοβαρά υπόψη», δήλωσε ο Aurelien Barrau, ένας Γάλλος φυσικός σωματιδίων στο CERN.

Υπάρχει δε μια ποικιλία από ανταγωνιστικές θεωρίες, που βασίζονται στην ιδέα των παράλληλων κόσμων, αλλά η πιο βασική ιδέα είναι ότι εάν το σύμπαν είναι άπειρο, τότε όλα όσα θα μπορούσαν ενδεχομένως να συμβούν έχουν συμβεί, ή συμβαίνουν, ή πρόκειται να συμβούν.

Σύμφωνα με την κβαντομηχανική, τίποτα στο υποατομικό επίπεδο δεν μπορεί πραγματικά να λεχθεί ότι υπάρχει, μέχρις ότου διαπιστωθεί. Μέχρι τότε, τα σωματίδια καταλαμβάνουν αβέβαιες καταστάσεις "υπέρθεσης", στις οποίες μπορούν να έχουν ταυτόχρονα ένα "πάνω" και ένα "κάτω" σπιν, ή φαίνεται να είναι σε διαφορετικά μέρη ταυτόχρονα. Η απλή πράξη της παρατήρησης τους, κατά κάποιο τρόπο φαίνεται να "καθηλώνει" μια ιδιαίτερη κατάσταση της πραγματικότητας. Οι φυσικοί δεν έχουν ακόμα μια τέλεια επεξήγηση για το πώς συμβαίνει αυτό, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι το φαινόμενα αυτά συμβαίνουν παρότι είναι παράδοξα.

Τα απαρατήρητα σωματίδια περιγράφονται από τις "κυματοσυναρτήσεις” που αντιπροσωπεύουν ένα σύνολο από πολλαπλές «πιθανές» καταστάσεις. Όταν ένας παρατηρητής κάνει μια μέτρηση, τότε το σωματίδιο βρίσκονται σε μία από αυτές τις πολλαπλές επιλογές (κατάστασης), οι οποίες κατά κάποιο τρόπο μπορούν να εξηγηθούν με την θεωρία του πολλαπλού σύμπαντος.

Η ύπαρξη ενός τέτοιου παράλληλου σύμπαντος "δεν υποθέτει ακόμη μια περίεργη σύγχρονη φυσική, γιατί απλώς ο χώρος είναι άπειρος και μάλλον ομοιόμορφα γεμάτος με ύλη, όπως προκύπτει από τις πρόσφατες αστρονομικές παρατηρήσεις," συμπεραίνει ο Max Tegmark, ένας κοσμολόγος στο ΜΙΤ, σε μια μελέτη για τους παράλληλους κόσμους, που δημοσιεύθηκε από το Πανεπιστήμιο του Cambridge.

Ο μαθηματικός Hugh Everett σε μια δημοσιευμένη του μελέτη-ορόσημο το 1957, ενώ ακόμα ήταν μεταπτυχιακός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, έδειξε πώς η κβαντική θεωρία προβλέπει ότι μία απλή κλασική πραγματικότητα σταδιακά θα διαχωριστεί σε δύο ξεχωριστές, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουσες πραγματικότητες.

"Αυτός είναι απλά ένας τρόπος να εμπιστευτούμε απόλυτα τις θεμελιώδεις εξισώσεις της κβαντομηχανικής," λέει ο Barrau. «Οι κόσμοι δεν είναι χωρισμένοι στον χώρο, αλλά υπάρχουν ως είδη “παράλληλων συμπάντων”.

Εν μέρει επειδή η ιδέα αυτή είναι τόσο παράξενη, είναι απορριπτέα ως επιστημονική φαντασία από πολλούς κριτικούς. Όμως υπάρχουν και πολλοί αξιόπιστοι υποστηρικτές της θεωρίας αυτής – μια ομάδα που κερδίζει συνεχώς νέους οπαδούς, καθώς η νέα έρευνα μας αποκαλύπτει νέα στοιχεία. Κάποια έρευνα στην Οξφόρδη – για πρώτη φορά – πρόσφατα βρήκε μια μαθηματική απάντηση που σαρώνει μία από τις βασικές αντιρρήσεις ως προς την αμφιλεγόμενη αυτή ιδέα.

Η έρευνά δείχνει ότι ο Everett ήταν πράγματι στον σωστό δρόμο, όταν μας έδωσε την πολύ παράξενη θεωρία του. Η ομάδα της Οξφόρδης, με επικεφαλής τον Δρ David Deutsch, έδειξε μαθηματικά ότι το πολυσύμπαν (που μοιάζει σαν ένα θάμνο που διακλαδίζεται), που δημιουργήθηκε από το αρχικό Σύμπαν αφού διαιρέθηκε σε παράλληλες εκδοχές του εαυτού του, μπορεί να εξηγήσει την πιθανολογική φύση των κβαντικών αποτελεσμάτων.

Αυτή η εργασία έχει μια άλλη παράξενη επίπτωση. Η ιδέα των παράλληλων κόσμων προφανώς θα συμβαδίσει με μία κατηγορία-κλειδί για το ταξίδι στο χρόνο. Επειδή από το 1949 ο μεγάλος επιστήμων της λογικής Kurt Godel το απέρριπτε, πολλοί επιφανείς φυσικοί τάχθηκαν κατά του ταξιδιού στο χρόνο, διότι υπονομεύει τις ιδέες της αιτίας και του αποτελέσματος. Ένα παράδειγμα είναι το περίφημο "παράδοξο του παππού", όταν ένας ταξιδιώτης πηγαίνει πίσω στο χρόνο για να σκοτώσει τον παππού του, κι έτσι αυτός ποτέ δεν θα μπορούσε να γεννηθεί.

Τα μαθηματικά ενισχύουν τον ισχυρισμό του Deutsch ότι η κβαντική θεωρία δεν απαγορεύει το ταξίδι στο χρόνο. "Απλώς κάνεις μια παράκαμψη, και πηγαίνεις σε ένα άλλο σύμπαν", λέει. Αλλά παραδέχεται ότι θα υπάρξει πολλή δουλειά ώστε να μπορέσουμε να χειραγωγήσουμε τον χωροχρόνο με έναν τρόπο, που να κάνει τα “άλματα” δυνατά. Ενώ μπορεί να ακούγεται ευφάνταστο, ο Deutsch λέει ότι η επιστημονική έρευνα συνεχώς κάνει τη θεωρία πιο πιστευτή.

«Πολλοί συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας υποστήριξαν ότι τα παράδοξα ταξίδια στο χρόνο θα λυθούν με τους παράλληλους κόσμους, αλλά στη δουλειά μου, το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από την ίδια την κβαντική θεωρία."

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της φυσικής και μεταφυσικής δεν καθορίζεται από το αν μια οντότητα μπορεί να παρατηρηθεί, αλλά αν είναι ελέγξιμη, επιμένει ο Tegmark.

Ο ίδιος επισημαίνει ότι φαινόμενα όπως είναι οι μαύρες τρύπες, ο καμπύλος χώρος, η επιβράδυνση του χρόνου σε υψηλές ταχύτητες, ακόμα και μία στρογγυλή Γη, που όλοι στο παρελθόν την απέρριπταν ως επιστημονική αίρεση προτού αποδειχθεί μέσω πειραματισμών, υπάρχουν ακόμη και αν ορισμένα δεν τα κατανοούμε δια της παρατήρησης. Είναι πιθανό, συμπεραίνει ο Tegmark ότι τα μοντέλα του πολυσύμπαντος που βασίζονται στη σύγχρονη φυσική τελικά θα ελεγχθούν εμπειρικά.

Μια παράξενη ροή ύλης υποδεικνύει ότι ο πληθωρισμός ήταν ελλιπής

Υπάρχει μήπως μια μαζική ροή ύλης που διατρέχει το σύμπαν μας; Μια νέα μελέτη ενισχύει αυτή την ιδέα – και χρωματίζει μια νέα εικόνα της διαδικασίας του πληθωρισμού, την ραγδαία διαστολή που συνέβη λίγες στιγμές μετά τη Μεγάλη Έκρηξη.

Απόμακροι γαλαξίες που τρέχουν με ορμή προς το ίδιο τμήμα του ουρανού μπορεί να είναι μια ένδειξη ότι κάτι πολύ μεγάλο κρύβεται πέρα του κοσμικού μας ορίζοντα

Το σύμπαν μπορεί να χωριστεί σε δύο συστατικά: την ύλη και την ακτινοβολία, η οποία θεωρείται ως το κοσμικό υπόβαθρο των μικροκυμάτων (CMB). Ένα μεγάλο μέρος της ύλης βρίσκεται σε κίνηση με μια τοπική έννοια του όρου – για παράδειγμα, το ηλιακό μας σύστημα κινείται μέσα στον Γαλαξία μας. Αλλά σύμφωνα με το Καθιερωμένο Μοντέλο της κοσμολογίας, όλη η ύλη σαν σύνολο δεν θα πρέπει να κινείται προς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση σε σχέση με την CMB.

Μελέτες της CMB δείχνουν ότι η Γη κινείται προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση σε σχέση με την CMB. Αν όλα αυτά οφείλονται λόγω της τοπικής κίνησης, τότε η Γη θα πρέπει να κινείται σε σχέση με μακρινά κοσμικά αντικείμενα με την ίδια ταχύτητα.

Αλλά όταν ο Yin-Zhe Ma του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ και οι συνεργάτες του ανέλυσαν στοιχεία από σούπερ-νόβα και περίπου 4.500 γαλαξίες, διαπίστωσαν ότι η κίνηση της Γης σε σχέση με αυτά τα αντικείμενα ήταν διαφορετική. Αυτό λοιπόν σημαίνει ότι και αυτά τα αντικείμενα κινούνται σε σχέση με την CMB, και παραπέμπει σε μια μαζική ροή της ύλης, πιστεύει η ομάδα.

Ημιτελής διαστολή

 
Η εικόνα της Μικροκυματικής Ακτινοβολίας Υποβάθρου από το νεαρό Σύμπαν (380.000 χρόνια μετά το Big Bang) προέρχεται από τις παρατηρήσεις του δορυφόρου WMAP. Σε αυτήν την εικόνα οι επιστήμονες βρήκαν δεδομένα – την πολωμένη ακτινοβολία -, που αποδεικνύουν σαν σωστή την θεωρία του πληθωρισμού

Μια αμφιλεγόμενο εξήγηση που δόθηκε πριν λίγο καιρό για την ροή αυτή ήταν ότι οφείλεται στην έλξη ενός δεύτερου μακρινού σύμπαντος. Η ομάδα του Ma πιστεύει ότι ένα πιο πιθανό σενάριο για την ροή αυτή είναι ότι η διαδικασία του πληθωρισμού, που πιστώνεται με την εξομάλυνση της κατανομής της ύλης και του φωτός στο πρώιμο σύμπαν αλλά και τον εξαναγκασμό των δύο αυτών συστατικών να κινηθούν με τον ίδιο ρυθμό, δεν είχε αποτελειώσει όλη την δουλειά.

Το μέλος της ομάδας Christopher Gordon του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, προειδοποιεί ότι αυτό το συμπέρασμα πρέπει να επιβεβαιωθεί από πιο ακριβή δεδομένα, όπως από επικείμενα όργανα, όπως είναι το Δίκτυο ενός Τετραγωνικού Χιλιομέτρου (Square Kilometre Array) και το Μεγάλο Συνοπτικό Τηλεσκόπιο Χαρτογράφησης (Large Synoptic Survey Telescope), το οποίο θα χαρτογραφήσει περισσότερους γαλαξίες και σουπερνόβες, με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια.

"Στην πραγματικότητα αν δούμε ένα σήμα από την προ-πληθωριστική εποχή θα είναι μια τεράστια ανακάλυψη”, λέει ο Christopher Gordon.

Ο κοσμολόγος Douglas Scott του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας στο Βανκούβερ του Καναδά, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, την αποκαλεί μια «εξαιρετικά λογική ανάλυση», αλλά συμφωνεί με τον Gordon ότι απαιτούνται πιο ακριβή δεδομένα, ώστε να διεκδικήσει τον τίτλο της ανακάλυψης.

Γιατί το πρώιμο σύμπαν δεν είχε φορτία

lightingΟι περισσότεροι από μας βρίσκουν εντελώς απίθανο να ζούμε χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά στο πρώιμο σύμπαν τα ηλεκτρικά φορτία ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Αποδεικνύεται ότι το ηλεκτρικό φορτίο των θεμελιωδών σωματιδίων θα μπορούσαν να ήταν κοντά στο μηδέν, λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου μετά το Big Bang. Κι αυτό λόγω της επενέργειας της βαρύτητας – μια ανακάλυψη που, αν επιβεβαιωθεί, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια ενοποιημένη περιγραφή της φυσικής πραγματικότητας.

Το καθιερωμένο μοντέλο της σωματιδιακής φυσικής κάνει μια σπουδαία δουλειά για τα θεμελιώδη σωματίδια της φύσης και τις τρεις από τις τέσσερις δυνάμεις που ενεργούν πάνω τους – την ασθενή, την ισχυρή πυρηνική δύναμη όπως και την ηλεκτρομαγνητική δύναμη. Δυστυχώς, κανείς δεν ξέρει πώς να χωρέσει την βαρύτητα μέσα σε αυτό στο μοντέλο.

Το 2004, οι Frank Wilczek, David Gross και David Politzer κέρδισαν το Νόμπελ Φυσικής γιατί έδειξαν ότι τα σωματίδια που δρουν με την ισχυρή δύναμη θα την εξασθενούν καθώς πλησιάζουν πάρα πολύ κοντά. Στην κβαντομηχανική, οι μικρές αποστάσεις συνδέονται με υψηλές ενέργειες, καθώς μόνο τα ενεργητικά φωτόνια με πολύ μικρά μήκη κύματος μπορεί να ανιχνευτούν σε αυτές τις κλίμακες. Αυτό σημαίνει ότι στις πολύ μεγάλες ενέργειες που υπήρχαν στο πρώιμο σύμπαν, η ισχυρή δύναμη θα ήταν πολύ λιγότερο σημαντική από ό,τι τώρα. Το αποτέλεσμα βοήθησε να δειχθεί ότι η ισχύς των ισχυρών, ασθενών και ηλεκτρομαγνητικών δυνάμεων ήταν σχεδόν ίδιες στο πρώιμο σύμπαν, αν και σήμερα η ισχυρή δύναμη είναι πολύ ισχυρότερη από τις άλλες δύο.

Το 2006, οι Wilczek και Sean Robinson, από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης και οι δύο, έδειξαν ότι η ηλεκτρομαγνητική δύναμη επίσης εξασθενεί σε υψηλότερες ενέργειες, αλλά μόνο με την παρουσία της βαρύτητας, η οποία είναι ‘παραμελημένη’ στο καθιερωμένο μοντέλο. Άλλοι όμως διέγνωσαν κενά στους υπολογισμούς τους, και έτσι η ιδέα τους παρέμεινε αμφιλεγόμενη. «Προσπαθήσαμε να το κάνουμε χωρίς να περάσουμε από ένα βαρύ μαθηματικά φορμαλισμό», λέει ο Wilczek.

Τώρα, ο David Toms του Πανεπιστημίου του Newcastle έχει ξανακάνει τους υπολογισμούς με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και έχει καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα. Παρουσία της βαρύτητας, το ηλεκτρικό φορτίο – ένα βαρόμετρο για την ισχύ της ηλεκτρομαγνητικής δύναμης – τείνει να γίνει μηδέν καθώς οι ενέργειας ανεβαίνουν (Nature). “Όταν δεν υπάρχει βαρύτητα, το ηλεκτρικό φορτίο μεγαλώνει [σε υψηλότερες ενέργειες]," λέει ο Toms. "Η βαρύτητα λοιπόν αλλάζει την εικόνα."

“Η ανακάλυψη θα μπορούσε να έχει συνέπειες στις προσπάθειες για την ενοποίηση και των τεσσάρων δυνάμεων μέσα σε ένα θεωρητικό πλαίσιο. Η προσπάθεια αυτή είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση”, υποστηρίζει ο Wilczek.

Ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων στο CERN θα μπορούσε να προσφέρει μια πειραματική επιβεβαίωση της ιδέας αυτής, αλλά μόνο αν το σύμπαν έχει έξτρα αθέατες διαστάσεις, όπως δείχνουν ορισμένες θεωρίες. Στον συνήθη χώρο του χωροχρόνου των τεσσάρων διαστάσεων, ωστόσο, το ηλεκτρικό φορτίο θα πλησιάζει στο μηδέν μόνο σε ενέργειες πέρα από τις δυνατότητες του πειράματος.

Τα μαθηματικά έχουν το δικό τους «κύκλωμα» στον εγκέφαλο

Τα εγκεφαλικά αυτά «κυκλώματα», που ενεργοποιούνται από τις δύσκολες μαθηματικές έννοιες, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό το ίδιο νευρωνικό δίκτυο που «χαρίζει» στους ανθρώπους την κατανόηση των απλών αριθμών. Απλώς στην περίπτωση των «υψηλών» μαθηματικών, η δραστηριοποίηση αυτού του δικτύου είναι πιο έντονη. Όμως είναι τελείως διακριτό από το αντίστοιχο νευρωνικό δίκτυο για τη γλώσσα που υπάρχει στο αριστερό ημισφαίριο του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Γάλλοι νευροεπιστήμονες ανακάλυψαν στον εγκέφαλο των επαγγελματιών μαθηματικών τα διακριτά νευρωνικά «αποτυπώματα» της προχωρημένης μαθηματικής σκέψης

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον κορυφαίο γάλλο νευροεπιστήμονα Στανισλάς Ντεάν του Κολλεγίου της Γαλλίας και της Μονάδας Γνωσιακής Νευροαπεικόνισης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), μελέτησαν με την τεχνική της λειτουργικής μαγνητικής απεικόνισης (fMRI) τους εγκεφάλους 15 υψηλού επιπέδου μαθηματικών και -για λόγους σύγκρισης- 15 μη μαθηματικών, που ήσαν επίσης υψηλού ακαδημαϊκού επιπέδου.

Και οι δύο ομάδες συμμετεχόντων κλήθηκαν να χαρακτηρίσουν ως αληθείς, ψευδείς ή άνευ νοήματος μια σειρά από μαθηματικές και μη μαθηματικές έννοιες και δηλώσεις.

Διαπιστώθηκε ότι έννοιες που προέρχονταν από τα μαθηματικά (ανάλυση, άλγεβρα, γεωμετρία, τοπολογία), ενεργοποιούσαν συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές στους μαθηματικούς, αλλά όχι στους μη μαθηματικούς. Οι περιοχές αυτές είναι διαφορετικές από εκείνες που σχετίζονται με την επεξεργασία της γλώσσας και την κατανόηση του νοήματος του λόγου και οι οποίες ενεργοποιούνται σε όλους τους ανθρώπους, μαθηματικούς και μη.

Από την άλλη, οι περιοχές του εγκεφάλου που ενεργοποιούνται από τις προχωρημένες μαθηματικές έννοιες, «πυροδοτούνται» επίσης, αν και σε μικρότερο βαθμό, όταν οι άνθρωποι -μαθηματικοί και μη- κάνουν απλούς υπολογισμούς με αριθμούς.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι μοναδικός στο ζωικό βασίλειο – από όσο γνωρίζουμε τουλάχιστον- στην κατανόηση των μαθηματικών εννοιών. Το πώς και γιατί εξελίχθηκε αυτή η ικανότητα στους προγόνους μας τους πιθήκους, παραμένει ακόμη ένα επιστημονικό μυστήριο.

Δύο είναι οι βασικές θεωρίες που έχουν προταθεί. Είτε ότι η μαθηματική ικανότητα αναπτύχθηκε παράλληλα και ως παρακλάδι της γλωσσικής ικανότητας (κάτι που υποστηρίζει και ο Νόαμ Τσόμσκι), είτε ότι η μαθηματική ικανότητα είναι ουσιαστικά άσχετη με τη γλώσσα (κάτι που π.χ. πίστευε ο Αϊνστάιν). Η νέα νευροεπιστημονική έρευνα έρχεται να ενισχύσει τη δεύτερη άποψη και μάλλον θα ικανοποιήσει τους περισσότερους μαθηματικούς.

Σύμφωνα με τους γνωσιακούς νευροεπιστήμονες, θεωρείται πιθανό ότι τα μαθηματικά αναδύθηκαν στον ανθρώπινο εγκέφαλο μέσα από τις αρχαίες και μη γλωσσικές διαισθήσεις που είχαν οι πρόγονοί μας σχετικά με το χώρο, το χρόνο και τον αριθμό. Ακόμη και τα νήπια φαίνεται να έχουν τέτοιες αφηρημένες πρωτο-μαθηματικές διαισθήσεις, οι οποίες αποτελούν το θεμέλιο για την πιο προχωρημένη μαθηματική σκέψη.

Ισχύς: Σημασία και Παράγωγα

Η Ισχύς, στη φυσική, είναι ο ρυθμός μεταβολής έργου ή αλλιώς το ποσό της ενέργειας που καταναλώνεται στη μονάδα του χρόνου. Για ένα καθορισμένο φυσικό σύστημα, ισχύς ορίζεται ως η ενέργεια στη μονάδα του χρόνου που προσδίδεται στο σύστημα από το περιβάλλον (ή αντίστροφα, αποδίδεται από το σύστημα του περιβάλλον).

Ισχύς. Λέξη που χρησιμοποιείται σε πλήθος εκφράσεων, με διαφορετική προσέγγιση κάθε φορά. Ισχύς πυρός, προωθητική ισχύς, ισχυρό κύμα, ισχυρός άνθρωπος, ισχυρή δημοκρατία, νομική ισχύς, ισχύον πολίτευμα κλπ. Όμως στην πραγματικότητα τι σημαίνει η λέξη ισχύς και τα παράγωγά της;

Το πώς ακριβώς χρησιμοποιείται η λέξη ισχύς περιγράφεται επαρκώς στα λεξικά της νεοελληνικής, όπως για παράδειγμα, σε εκείνο το αρκετά εύστοχο του Τριανταφυλλίδη. Όμως, όπως συμβαίνει με όλες οι έννοιες, η σημασιολογία περιορίζεται σε απλή περιγραφή των χρηστικών δυνατοτήτων της λέξης, αντί της ερμηνειολογίας. Συνήθως, δε, η απλή παρακολούθηση μιας σημασιολογικής πορείας αντιστοιχεί στην συμπτωματολογική παρακολούθηση της γλώσσας, η οποία παρέχει μεν σημαντικές επεξηγήσεις και αναλύσεις, μα δεν αποτελεί ουσιαστικό και πηγαίο, παιδευτικό χαρακτηριστικό για την εξελισσόμενη κοινωνία.

Ισχύς είναι η επιρροή ενός υποκειμένου στο περιβάλλον του ή σε αντικείμενα του περιβάλλοντος, ώστε να καταστούν ικανές και δυνατές οι πηγαίες επιταγές του. Τι σημαίνει αυτό; Ότι στην πραγματικότητα, ισχύς είναι μία ακαθόριστη δύναμη εξωτερίκευσης του ενστίκτου επιβίωσης.

Ας δώσω παραδείγματα ισχύος, για να γίνει σαφέστερο.
Ισχυρό κίνητρο, ονομάζεται το κίνητρο που παρέχει βιωσιμότητα μιας θέσης σε νομικό επίπεδο. Χωρίς την παρουσία ισχυρού κινήτρου, κάθε νομική θέση που βασίζεται σε εκείνο δεν δύναται να «επιβιώσει» και απορρίπτεται μαζί με εκείνο. Ισχύον καθεστώς είναι εκείνο το σύστημα που επιβιώνει μέσα από μία κατάσταση επιρροής στις επιμέρους συνιστώσες. Γι’ αυτό και κάθε ισχύον καθεστώς, εξωτερικεύει την εσωτερική του ανάγκη για επιβίωση, προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, ακόμη και προς τα συστατικά του. Ισχυρό όπλο είναι το όπλο που έχει την ικανότητα να μας φέρει σε πλεονεκτική θέση έναντι του αντιπάλου, σε μία κατάσταση επιβίωσης.

Ειδάλλως, για τον χαρακτηρισμό του με βάση τη φέρουσα ενέργεια και το παραχθέν αποτέλεσμα, ονομάζεται «υψηλής αρχικής ταχύτητας», «διατρητικής ικανότητας», «υψηλής ενέργειας βλήματος» κλπ. Ισχυρογνώμων δεν είναι εκείνος που εκφέρει ισχυρώς μία άποψη, αλλά εκείνος που είναι φορέας μιας άποψης με έντονο το «αίσθημα» αυτοσυντήρησής της (σε ιδεατό επίπεδο). Έτσι, ο ισχυρογνώμων (ο φέρων ισχυρή γνώμη) δεν χρησιμοποιεί την άποψή του για να αποκτήσει ισχύ, αλλά αντίθετα, η φέρουσα άποψή του έχει αποκτήσει ισχύ έναντι του ιδίου (ιδεοληψία) και εν συνεχεία μέσω εκείνου επιβάλλεται στο περιβάλλον του.

Όπως ανέφερα και στο θέμα της εργατιάς, έργο είναι η διαδικασία παραγωγής εξωτερικού αποτελέσματος με χρήση εν-έργειας, δηλαδή εσωτερικού δυναμικού φορτίου. Η ισχύς είναι σε εννοιολογικό επίπεδο το ένα σκέλος της αμφίδρομης δύναμης αλληλοσυσχετισμού μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αντικειμένων. Η έκπτωση της σημασίας της λέξεως είναι αρκετά εμφανής πχ. στη χρήση της έκφρασης «δέχτηκε ισχυρή γροθιά», που ερμηνεύεται ως «υπέστη έντονη ενεργειακή κρούση από πυγμή».

Στην πραγματικότητα, ο όρος «ισχυρή γροθιά» δεν ερμηνεύεται αυτούσια ως «γροθιά υψηλής φέρουσας ενέργειας» παρά το γεγονός ότι συνήθως οι ισχυρές γροθιές φέρουν αυξημένες ποσότητες ενέργειας. Εκείνο που ουσιαστικά περιγράφει η φράση «ισχυρή γροθιά», είναι η προσφορά του συγκεκριμένου χτυπήματος στην αγωνιστική «επιβίωση» του αθλητή, στα αθλητικά πλαίσια, έναντι του αντιπάλου του. Έτσι, ισχυρό μπορεί να είναι κι ένα απλώς τεχνικό χτύπημα που θα προκαλέσει ανισορροπία δυνάμεων και πλεονέκτημα νίκης στον αθλητή ενήργησε έναντι του αντιπάλου του.

Για να διαπιστώσει κανείς την διαφορετικότητα μεταξύ του «ισχυρού» και του «ακλόνητου» θα θέσω δύο παραδείγματα. Η ισχυρή αντισεισιμική προστασία στις οικοδομές δεν προβλέπει μόνο ακλόνητα στοιχεία και φορείς (δοκοί κλπ), αλλά ταυτόχρονα μελετά την ύπαρξη ανίσχυρων δομών (τοιχοι κλπ) τα οποία με την ρώγμωση ή κατάρρευσή τους θα εκτονώσουν μέρος της σεισμικής ενέργειας που μεταφέρεται στην κατασκευή. Αντίστοιχα, στα αυτοκίνητα, μία κατασκευή ισχυρού αμαξώματος προβλέπει μεταξύ των άλλων την πλήρη και αρμονική διάλυσή του σε περιπτώσεις σύγκρουσης, ώστε να μην κινδυνέψουν οι επιβάτες κατά τη διάρκειά τους.

Σε πολεμικά οχήματα, η αμυντική ισχύς ονομάζεται κυρίως θωράκιση και σχετίζεται τόσο με την αντοχή σε κρούσεις (παθητική), όσο και με την σταδιακή εκτόνωση της επίθεσης του αντιπάλου (ενεργητική). Κατά την ενεργητική θωράκιση, χρησιμοποιούμε μέσα που αντί να αντιτάξουν ισχύ στην ισχύ, προκαλούν μερικές εκτονώσεις ή παρεκτροπές στην αντίπαλη επίθεση. Έτσι, η ισχυρή ενεργητική θωράκιση δεν ταυτίζεται με την ακλόνητη , μα αντίθετα, συνιστά ελεγχόμενα καταστροφική θωράκιση.

Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το πνευματικό πλαίσιο γύρω από τις έννοιες, όταν έχει μάθει, μέσω της εκπαίδευσης, να αντιμετωπίζει τις έννοιες εμπειριοκρατικά, με βάση αποκλειστικά τις αισθήσεις του και την εγωκεντρική στάση ζωής (για να καταλάβω κάτι πρέπει να το υποστώ σε βιολογικό επίπεδο). Εντούτοις, η αποδοχή των εννοιών και επικράτηση αυτών έναντι των εμπειριών, αποτέλεσε τον σπινθήρα για τις πολιτισμικές εκρήξεις ανά τις εποχές, σε αντίθεση με τον εμπειρισμό που πάντοτε προήγαγε τον τομέα της τεχνολογίας. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που σήμερα βιώνουμε θεάματα και ανέσεις, τεχνοτροπίες και απολαύσεις, μην μπορώντας φυσιολογικά να κατανοήσουμε τα αντίστοιχα: συναίσθηση, πληρότητα, τέχνη, ευδαιμονία.

Κατά την επιστροφή μας στην έννοια της ισχύος, δεν μπορώ να μην σταθώ στον εννοιολογικό αποπροσανατολισμό μας κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες περίπου, δηλαδή την τεχνολογική έκρηξη μέσω του εμπειρισμού, που παρόμοιό του αμφιβάλλω αν έχει γνωρίσει ο άνθρωπος. Η ισχύς μετατράπηκε σε μαθηματικό παράγωγο της ενέργειας (έργου), λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική διάσταση. Κάπως έτσι επικράτησε και η έκφραση «ισχυρή έκρηξη» που υποδηλώνει δυναμική έκλυση τεραστίων ποσοτήτων ενέργειας σε μικρό χρονικό διάστημα, τη στιγμή που υπάρχει ήδη η επιστημονική έκφραση «εκρηκτική εκτόνωση» ή «εκρηκτική έκλυση ενέργειας».

Σαφώς και δεν ευθύνεται η επιστήμη για την ισοπέδωση της έννοιας, όμως συνηθίσαμε να θεωρούμε πως η ισχύς είναι αποκλειστικά μέγεθος αποτελέσματος, λησμονώντας πως λόγω της οικονομίας και πνευματικής εργονομίας, δεν υπήρχε κανένας λόγος να χρησιμοποιούμε στην γλώσσα μας ταυτόσημες λέξεις, τις οποίες κακώς αναγνωρίσαμε ως «θησαυρό» και ομόσημες. Επί της ουσίας δεν υπάρχουν ομόσημες λέξεις, μα συγγενείς και εννοιολογικά γειτνιάζουσες, ακόμη και περιγραφικά προσεγγίζουσες, ανάλογα με την οπτική γωνία που ενίοτε επιλέγουμε.

Έτσι, αν αναφερθούμε στο καθοριστικό χτύπημα του πυγμάχου ως «ισχυρό» και «δυνατό» ταυτόχρονα, δεν σημαίνει ότι πλεονάζουμε, δεδομένου ότι το ισχυρό «περιγράφει» τον μερικό συσχετισμό νίκης και το «δυνατό» την μηχανική δυναμική του χτυπήματος. Ένας πυγμάχος μπορεί να «φυσήξει» τον ετοιμόρροπο αντίπαλό του σωριάζοντάς τον στο έδαφος, χωρίς όμως το φύσημα να θεωρείται «ισχυρός» παράγοντας νίκης, καθώς δεν καθόρισε τη νίκη σε σημαντικό βαθμό σε αντίθεση με ένα άλλο χτύπημα που δεν έδωσε άμεσα τη νίκη, μα δημιούργησε τη βασική ανισορροπία δυνάμεων, της οποίας άμεσο επακόλουθο ήταν η επικράτηση.

Κάπου εδώ, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην γλώσσα μας, κι ενώ το επίπεδο εκπαίδευσης έχει ανέλθει ποσοτικώς (απαντάται το μέσο κι ανώτερο επίπεδο εκπαίδευσης στους περισσότερους εξ ημων), η γλωσσική πενία «θερίζει τα πνευματικά στομάχια» της κοινωνίας μας. Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να πλουτίσουμε πνευματικά, είναι ότι δεν μπορούμε πλέον. Σε μία μεταφορά, αν κάποιον από εμάς, αποκόπταμε από την υπάρχουσα μαγειρική παράδοση καθ’ όλη τη ζωή του, και τον απομονώναμε σε ένα νησί με όλα τα πρωτογενή αγαθά στην διάθεσή του, θα έτρωγε ρίζες και βρύα και ξερό σιτάρι, μη γνωρίζοντας την ίδια την ουσία και λειτουργία της μαγειρικής.

Μάλιστα θα ήταν και ευτυχισμένος που θα έτρωγε άφθονο σανό, παρέα με τον αξιαγάπητο όνο.
Κάπως έτσι είμαστε και στη γλώσσα: χάσαμε την πραγματική «γεύση» των εννοιών απομακρυσμένοι από το βασικό νόημα και λειτουργία της επικοινωνίας, και πλέον είμαστε ευτυχισμένοι με τον λεκτικό «σανό», έχοντας, μεν, στη διάθεσή μας όλα τα πνευματικά αγαθά του κόσμου, μη γνωρίζοντας, δε, τι ακριβώς να κάνουμε με αυτά. Κι αν είμαστε ευτυχείς για την ικανότητά μας να περιορίζουμε το σύνολο των εννοιών της καθημερινότητάς μας στον αριθμό των 250 λέξεων που χρησιμοποιούμε ημερησίως, θεωρώ εξίσου ευτυχή και εξελιγμένο και τον αξιαγάπητο όνο που χρησιμοποιεί άλλες τόσες περίπου παραλλαγές του γκαρίσματος, χωρίς να αξιώνει υπολογιστές και γραβάτες.

ισχύς η [isxís] Ο γεν. ισχύος, αιτ. ισχύ, πληθ. ισχύες, γεν. ισχύων: 1. (λόγ.) το μέγεθος της δύναμης που έχει κάποιος: Στρατιωτική / πολιτική ~ μιας χώρας. (απαρχ. έκφρ.) η ~ εν τη ενώσει*. ΦΡ ~ μου η αγάπη του λαού μου, έμβλημα της τελευταίας βασιλικής οικογένειας στην Ελλάδα. 2. δύναμη, κύρος: Tα επιχειρήματά του δεν έχουν αποδεικτική ισχύ. ΦΡ από θέση / θέσεως ισχύος, για κπ. που βρίσκεται σε μια πλεονεκτική θέση από την οποία αντλεί δύναμη, κύρος κτλ: Mπόρεσε να μας αντικρούσει όχι τόσο γιατί είχε επιχειρήματα, αλλά γιατί μιλούσε από θέση ισχύος. 3. η ιδιότητα ή η ικανότητα εκείνου που μπορεί να επιφέρει ή να παρέχει αυτό για το οποίο και έγινε, εκείνου που εφαρμόζεται: H ~ του νόμου αρχίζει αμέσως μετά τη δημοσίευσή του. Aνανεώνω την ισχύ ενός συμβολαίου. Οι φυσικοί νόμοι έχουν καθολική ισχύ. || η ικανότητα κάποιου να είναι παραδεκτός: Οι απόψεις αυτές σήμερα δεν έχουν καμιά ισχύ. Έχω νομική ισχύ, είμαι έγκυρος. 4. (φυσ.) το έργο που παράγει μια πηγή ενέργει ας (κινητήρας, υδατοπτώσεις κτλ.) σε ορισμένο χρόνο: Tο βατ και ο ίππος είναι μονάδες μέτρησης της ισχύος. [λόγ. < αρχ. ἰσχύς (4: σημδ. αγγλ. power)]

Ομαδική ταφή 80 δεσμωτών στο Φαληρικό Δέλτα παραπέμπει στο Κυλώνειον Άγος

Νέα εντυπωσιακά ευρήματα ήρθαν στο φως τις τελευταίες 20 ημέρες, με την ανασκαφή που πραγματοποιείται στην περιοχή του Φαληρικού Δέλτα, στο πλαίσιο του έργου για την κατασκευή του Κέντρου Πολιτισμού-Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος».
Τα ευρήματα παρουσίασε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) η έφορος αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής, Πειραιώς και Νήσων Στέλλα Χρυσουλάκη, η οποία εισηγήθηκε τη συνέχιση της ανασκαφής λόγω της σπουδαιότητας των ευρημάτων.

Στο νότιο τμήμα του σκάμματος και μάλιστα στην ανώτερη στρώση της νεκρόπολης, δηλαδή σε βάθος μόλις 2,5 μέτρων από την επιφάνεια, ανακαλύφθηκε πολυάνδριο, ομαδική ταφή 80 δεσμωτών, οι οποίοι είναι τοποθετημένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, αρκετοί δε από αυτούς φέρουν χειροπέδες.

Το σημαντικό στοιχείο του ευρήματος είναι ότι μπορεί να χρονολογηθεί με ασφάλεια εξαιτίας δύο τριφυλλόστομων οινοχόων που βρέθηκαν, τοποθετώντας το στο τρίτο τέταρτο του 7ου αιώνα, γεγονός που ενδέχεται να το συνδέει με το Κυλώνειον Άγος*.

Από την ομαδική ταφή των 80 ανδρών έχει καθαριστεί το 50% και φαίνεται ότι είναι νέοι άνδρες, καλοζωισμένοι, με άριστη οδοντοφυΐα, και εκ πρώτης όψεως δεν έχουν κατάγματα στα οστά. Ένας μόνο, είχε αιχμή βέλους καρφωμένη στον ώμο και η εξήγηση είναι πως ίσως είχε αιχμαλωτιστεί.

Από την άποψη της ταφονομίας, στο σημείο αυτό της νεκρόπολης εμφανίζεται για πρώτη φορά μια συνεπής διάταξη στο χώρο, τόσο για τις ταφικές πυρές όσο και για τους κιβωτιόσχημους τάφους και σαφής προσανατολισμός Β-Ν που είναι παράλληλος με την αρχαία ακτογραμμή.

Ο τελευταίος νεκρός που αποκαλύφθηκε στις 31 Μαρτίου, έχει δεμένα πόδια, πράγμα που ίσως συνδέει το πολυάνδριο της Εσπλανάδας με τους αποτυμπανισμένους που αποκαλύφθηκαν έναν αιώνα νωρίτερα, σύμφωνα με την κ. Χρυσουλάκη.
----------------------
*Με το όνομα Κυλώνειον άγος έμεινε γνωστή στην ιστορία μια σειρά από δεινοπαθήματα και θεομηνίες που έπληξαν την αρχαία Αθήνα και που αποδόθηκαν στην οργή των θεών για τη σφαγή των οπαδών του Κύλωνα που συνέβη κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες.

Η απόπειρα του Κύλωνα

Ο Κύλων που ανήκε στην τάξη των ευγενών, είχε αναδειχθεί ολυμπιονίκης. Εκμεταλλευόμενος την δημοτικότητά που είχε αποκτήσει και έχοντας τη βοήθεια του πεθερού του Τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία στην Αθήνα. Είχε μάλιστα πάρει και χρησμό από το Μαντείο των Δελφών που έλεγε: «εν του Διός τη μεγίστη εορτή καταλαβείν την Αθηναίων ακρόπολιν» (Θουκ. Α' 126, 4). Θεώρησε ότι η μεγαλύτερη γιορτή του Δία ήταν τα Ολύμπια (κατά πάσα πιθανότητα όμως το Μαντείο αναφερόταν στα Διάσια). Κατά την διάρκεια της εορτής των Ολυμπίων επιτρεπόταν στους ολυμπιονίκες στην επέτειο της νίκης τους να πηγαίνουν με συγγενείς και φίλους και να κάνουν θυσίες σε διάφορα ιερά της πόλης. Εκμεταλλευόμενος τη συνήθεια αυτή αλλά και τη δυσαρέσκεια εκείνη των Αθηναίων, μαζί με τον αδελφό του και τους οπαδούς του κατέλαβε την Ακρόπολη το 632 π.Χ., (κατ΄ άλλους το 628 π.Χ.). Δεν επέτυχε όμως την ολοκλήρωση του σκοπού του γιατί ο τότε επώνυμος άρχων της Αθήνας ο Μεγακλής, που ανήκε στην ισχυρή οικογένεια των Αλκμαιωνιδών, αντέδρασε δραστήρια και πολιορκώντας την Ακρόπολη ανάγκασε τον μεν Κύλωνα και τον αδελφό του να διαφύγουν στα Μέγαρα, τους δε οπαδούς του να καταφύγουν ικέτες στον βωμό της Πολιάδος Αθηνάς. Τότε όσοι κατέφευγαν στους βωμούς θεωρούνταν προστατευόμενοι των θεών και συνεπώς ήταν απαραβίαστοι.

Οι οπαδοί όμως του Μεγακλή, ενώ τους υποσχέθηκαν πως αν βγουν από το ιερό δεν θα τους πείραζαν, παραβαίνοντας το πανελλήνιο εκείνο ιερό έθιμο, τους φόνευσαν προ του ιερού των Ευμενίδων, τη στιγμή που κατέρχονταν από την Ακρόπολη κρατώντας κατά την παράδοση ταινίες των οποίων η άλλη άκρη ήταν δεμένη στο βωμό, αφού προηγουμένως έκοψαν αυτές τις ταινίες (έτσι, θεώρησαν ότι δεν τυγχάνουν πλέον της θείας προστασίας).

Συνέπειες

Το έγκλημα αυτό των ικετών προκάλεσε τη φρίκη των Αθηναίων και τη γενική κατακραυγή και εκτός της Αθήνας, και οι δε Αλκμαιονίδες θεωρήθηκαν "εναγείς", ενώ αντίθετα οι συμπάθειες στράφηκαν προς τον Κύλωνα. Του γεγονότος αυτού επακολούθησε σειρά στάσεων και ταραχών μέχρι το 597 π.Χ. που ανέλαβε ο Σόλων να συμβιβάσει τα αντιμαχόμενα μέρη παρακαλώντας τους "εναγείς" να υποβληθούν οικειοθελώς στην κρίση τριακοσιομελούς δικαστηρίου που θα αποφασίσει σχετικά. Οι Αλκμαιονίδες προ αυτής της κατακραυγής δέχτηκαν και το δικαστήριο εκείνο με κατήγορο τον Μύρωνα τον Φλυέα τους καταδίκασε σε εξορία. Αποφάσισε μάλιστα να εκταφούν όσοι εν τω μεταξύ είχαν πεθάνει και να θαφτούν έξω από την πόλη.

Αν και εκτελέστηκε η απόφαση εκείνη το άγος εξακολουθούσε να υφίσταται και φοβερή ασθένεια, λοιμός έπληξε την Αθήνα, με πολλούς θανάτους, τον οποίο οι πολίτες θεώρησαν ως θεία δίκη για το έγκλημα. Τότε λέγεται πως πάνω από την πόλη εμφανίσθηκαν να πλανώνται ψυχές νεκρών (φαντάσματα) και ένας δεισιδαίμονας φόβος κατέλαβε τους Αθηναίους. Την ίδια περίοδο ο Κύλωνας ξεσήκωσε τους Μεγαρείς εναντίον των Αθηναίων και κατάφεραν να καταλάβουν την Σαλαμίνα προκαλώντας καταστροφές και στην υπόλοιπη Αττική. Μετά απ΄ αυτά ρωτήθηκε το Μαντείο των Δελφών το οποίο και έδωσε εντολή να γίνει πλήρης καθαρμός υπό τις οδηγίες του τότε φιλόσοφου αλλά και ιερέα Επιμενίδη που έμενε όμως στη Φαιστό στη Κρήτη. Τότε στάλθηκε στην Κρήτη εσπευσμένα ο Αθηναίος Νικίας ο Νικηράτου, με ιερό πλοίο, πιθανώς τη Πάραλο ο οποίος προσκάλεσε τον Επιμενίδη στην Αθήνα πράγμα που δέχθηκε και τον ακολούθησε. Σημειώνεται πως μόλις ο Επιμενίδης έφθασε στο λιμένα Μουνιχίας, και αντίκρισε τον λόφο της Μουνιχίας προφήτεψε τον πραγματικό κίνδυνο της Αθήνας.

Ο Επιμενίδης φθάνοντας στην αρχαία Αθήνα και βλέποντας τον χώρο έδωσε αμέσως εντολή να συγκεντρώσουν πάνω στον Άρειο Πάγο μαύρα και λευκά πρόβατα τα οποία στη συνέχεια άφησαν ελεύθερα διατάζοντας να τα παρακολουθούν και όπου σταματήσει καθένα εξ αυτών εκεί να ιδρύεται (στήνεται) βωμός και να θυσιάζεται. Μετά την εκτέλεση των οδηγιών αυτών του Επιμενίδη οι θεοί μαλάκωσαν και το άγος εξέλιπε. Οι Αθηναίοι τίμησαν ιδιαίτερα τον Επιμενίδη προσφέροντάς του μεγάλες αμοιβές και δώρα πλην όμως εκείνος αρκέσθηκε μόνο σε ένα κλώνο ελαίας.

Εκφράσεις

Σήμερα χρησιμοποιείται η έκφραση "Κυλώνειο άγος" για κάθε πράξη που μπορεί να επισύρει ντροπή σε πόλη ή κράτος.

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ - Ἐπιστολὴ πρὸς Μενοικέα § 121-128

Επικούρεια ηθική

Από τη μεγάλη συγγραφική παραγωγή του Επίκουρου έχουν σωθεί, αν εξαιρέσει κανείς κάποια αποσπάσματα του έργου Περί φύσεως,που έχουν βρεθεί σε παπύρους από το Ηράκλειον της Κάτω Ιταλίας, μόνο δύο συλλογές με βασικά σημεία της διδασκαλίας του υπό μορφή αφορισμών και τρεις επιστολές. Από τις επιστολές του η πρώτη (Πρὸς Ἡρόδοτον) συνοψίζει τη φυσική του φιλοσοφία, η δεύτερη (Πρὸς Πυθοκλέα) παρουσιάζει τις σχετικές με αστρονομικά και "μετεωρολογικά" θέματα απόψεις του, ενώ η τρίτη, η οποία απευθύνεται σ᾽ έναν άγνωστο κατά τα άλλα φίλο του που ονομάζεται Μενοικεύς, συνοψίζει την ηθική του φιλοσοφία. Ως ύψιστο αγαθό θεωρεί ο Επίκουρος στην Επιστολή προς Μενοικέα την "ηδονή", με την οποία δεν εννοεί όμως τις επιμέρους απολαύσεις, αλλά την κατάσταση της ευδαιμονίας που πηγάζει από την ἀταραξίαν της ψυχής, όταν αυτή έχει απελευθερωθεί από κάθε πόνο και κάθε φόβο: "Όταν λοιπόν υποστηρίζουμε ότι ο τελικός σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων κι αυτές που συνίστανται στην αισθησιακή απόλαυση, όπως ορισμένοι νομίζουν, αλλά εννοούμε το να μην έχει κανείς σωματικό πόνο και ταραχή ψυχική". Για να το επιτύχει αυτό κανείς, πρέπει να αρκείται στις αναγκαίες απολαύσεις, που ικανοποιούνται εύκολα (οι μη αναγκαίες, λέει ο Επίκουρος, δεν αυξάνουν την ηδονή), και να απέχει από τη δραστήρια κοινωνική και πολιτική ζωή (λάθε βιώσας = ζήσε απαρατήρητος).

Ἐπιστολὴ πρὸς Μενοικέα § 121-128

[121] Ἐπίκουρος Μενοικεῖ χαίρειν.
[122] μήτε νέος τις ὢν μελλέτω φιλοσοφεῖν, μήτε γέρων ὑπάρχων κοπιάτω φιλοσοφῶν. οὔτε γὰρ ἄωρος οὐδείς ἐστιν οὔτε πάρωρος πρὸς τὸ κατὰ ψυχὴν ὑγιαῖνον. ὁ δὲ λέγων ἢ μήπω τοῦ φιλοσοφεῖν ὑπάρχειν ὥραν ἢ παρεληλυθέναι τὴν ὥραν, ὅμοιός ἐστιν τῷ λέγοντι πρὸς εὐδαιμονίαν ἢ μὴ παρεῖναι τὴν ὥραν ἢ μηκέτι εἶναι. ὥστε φιλοσοφητέον καὶ νέῳ καὶ γέροντι, τῷ μὲν ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς διὰ τὴν χάριν τῶν γεγονότων, τῷ δὲ ὅπως νέος ἅμα καὶ παλαιὸς ᾖ διὰ τὴν ἀφοβίαν τῶν μελλόντων· μελετᾶν οὖν χρὴ τὰ ποιοῦντα τὴν εὐδαιμονίαν, εἴπερ παρούσης μὲν αὐτῆς πάντα ἔχομεν, ἀπούσης δὲ πάντα πράττομεν εἰς τὸ ταύτην ἔχειν. [123] ἃ δέ σοι συνεχῶς παρήγγελλον, ταῦτα καὶ πρᾶττε καὶ μελέτα, στοιχεῖα τοῦ καλῶς ζῆν ταῦτ᾽ εἶναι διαλαμβάνων. πρῶτον μὲν τὸν θεὸν ζῷον ἄφθαρτον καὶ μακάριον νομίζων, ὡς ἡ κοινὴ τοῦ θεοῦ νόησις ὑπεγράφη, μηθὲν μήτε τῆς ἀφθαρσίας ἀλλότριον μήτε τῆς μακαριότητος ἀνοίκειον αὐτῷ πρόσαπτε· πᾶν δὲ τὸ φυλάττειν αὐτοῦ δυνάμενον τὴν μετὰ ἀφθαρσίας μακαριότητα περὶ αὐτὸν δόξαζε. θεοὶ μὲν γὰρ εἰσίν· ἐναργὴς γὰρ αὐτῶν ἐστιν ἡ γνῶσις· οἵους δ᾽ αὐτοὺς ‹οἱ› πολλοὶ νομίζουσιν, οὐκ εἰσίν· οὐ γὰρ φυλάττουσιν αὐτοὺς οἵους νοοῦσιν. ἀσεβὴς δὲ οὐχ ὁ τοὺς τῶν πολλῶν θεοὺς ἀναιρῶν, ἀλλ᾽ ὁ τὰς τῶν πολλῶν δόξας θεοῖς προσάπτων. [124] οὐ γὰρ προλήψεις εἰσὶν ἀλλ᾽ ὑπολήψεις ψευδεῖς αἱ τῶν πολλῶν ὑπὲρ θεῶν ἀποφάσεις. ἔνθεν αἱ μέγισται βλάβαι ἐκ θεῶν ἐπάγονται καὶ ὠφέλειαι. ταῖς γὰρ ἰδίαις οἰκειούμενοι διὰ παντὸς ἀρεταῖς τοὺς ὁμοίους ἀποδέχονται, πᾶν τὸ μὴ τοιοῦτον ὡς ἀλλότριον νομίζοντες.
Συνέθιζε δὲ ἐν τῷ νομίζειν μηδὲν πρὸς ἡμᾶς εἶναι τὸν θάνατον· ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει· στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος. ὅθεν γνῶσις ὀρθὴ τοῦ μηθὲν εἶναι πρὸς ἡμᾶς τὸν θάνατον ἀπολαυστὸν ποιεῖ τὸ τῆς ζωῆς θνητόν, οὐκ ἄπειρον προστιθεῖσα χρόνον, ἀλλὰ τὸν τῆς ἀθανασίας ἀφελομένη πόθον. [125] οὐθὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ ζῆν δεινὸν τῷ κατειληφότι γνησίως τὸ μηδὲν ὑπάρχειν ἐν τῷ μὴ ζῆν δεινόν. ὥστε μάταιος ὁ λέγων δεδιέναι τὸν θάνατον οὐχ ὅτι λυπήσει παρών, ἀλλ᾽ ὅτι λυπεῖ μέλλων. ὃ γὰρ παρὸν οὐκ ἐνοχλεῖ, προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ. τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς, ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν, ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ᾽ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας, ἐπειδήπερ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν, οἳ δ᾽ οὐκέτι εἰσίν. ἀλλ᾽ οἱ πολλοὶ τὸν θάνατον ὁτὲ μὲν ὡς μέγιστον τῶν κακῶν φεύγουσιν, ὁτὲ δὲ ὡς ἀνάπαυσιν τῶν ἐν τῷ ζῆν ‹κακῶν αἱροῦνται. [126] ὁ δὲ σοφὸς οὔτε παραιτεῖται τὸ ζῆν› οὔτε φοβεῖται τὸ μὴ ζῆν· οὔτε γὰρ αὐτῷ προσίσταται τὸ ζῆν οὔτε δοξάζεται κακὸν εἶναί τι τὸ μὴ ζῆν. ὥσπερ δὲ τὸ σιτίον οὐ τὸ πλεῖστον πάντως ἀλλὰ τὸ ἥδιστον αἱρεῖται, οὕτω καὶ χρόνον οὐ τὸν μήκιστον ἀλλὰ τὸν ἥδιστον καρπίζεται. ὁ δὲ παραγγέλλων τὸν μὲν νέον καλῶς ζῆν, τὸν δὲ γέροντα καλῶς καταστρέφειν, εὐήθης ἐστὶν οὐ μόνον διὰ τὸ τῆς ζωῆς ἀσπαστόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ τὴν αὐτὴν εἶναι μελέτην τοῦ καλῶς ζῆν καὶ τοῦ καλῶς ἀποθνῄσκειν. πολὺ δὲ χείρων καὶ ὁ λέγων καλὸν μὴ φῦναι,
φύντα δ᾽ ὅπως ὤκιστα πύλας Ἀίδαο περῆσαι. [127] εἰ μὲν γὰρ πεποιθὼς τοῦτό φησιν, πῶς οὐκ ἀπέρχεται ἐκ τοῦ ζῆν; ἐν ἑτοίμῳ γὰρ αὐτῷ τοῦτ᾽ ἐστίν, εἴπερ ἦν βεβουλευμένον αὐτῷ βεβαίως· εἰ δὲ μωκώμενος, μάταιος ἐν τοῖς οὐκ ἐπιδεχομένοις.
Μνημονευτέον δὲ ὡς τὸ μέλλον οὔτε πάντως ἡμέτερον οὔτε πάντως οὐχ ἡμέτερον, ἵνα μήτε πάντως προσμένωμεν ὡς ἐσόμενον μήτε ἀπελπίζωμεν ὡς πάντως οὐκ ἐσόμενον.
Ἀναλογιστέον δὲ ὡς τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαί, αἱ δὲ κεναί, καὶ τῶν φυσικῶν αἱ μὲν ἀναγκαῖαι, αἱ δὲ φυσικαὶ μόνον· τῶν δὲ ἀναγκαίων αἱ μὲν πρὸς εὐδαιμονίαν εἰσὶν ἀναγκαῖαι, αἱ δὲ πρὸς τὴν τοῦ σώματος ἀοχλησίαν, αἱ δὲ πρὸς αὐτὸ τὸ ζῆν. [128] τούτων γὰρ ἀπλανὴς θεωρία πᾶσαν αἵρεσιν καὶ φυγὴν ἐπανάγειν οἶδεν ἐπὶ τὴν τοῦ σώματος ὑγίειαν καὶ τὴν τῆς ψυχῆς ἀταραξίαν, ἐπεὶ τοῦτο τοῦ μακαρίως ζῆν ἐστι τέλος. τούτου γὰρ χάριν πάντα πράττομεν, ὅπως μήτε ἀλγῶμεν μήτε ταρβῶμεν. ὅταν δὲ ἅπαξ τοῦτο περὶ ἡμᾶς γένηται, λύεται πᾶς ὁ τῆς ψυχῆς χειμών, οὐκ ἔχοντος τοῦ ζῴου βαδίζειν ὡς πρὸς ἐνδέον τι καὶ ζητεῖν ἕτερον ᾧ τὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀγαθὸν συμπληρώσεται. τότε γὰρ ἡδονῆς χρείαν ἔχομεν, ὅταν ἐκ τοῦ μὴ παρεῖναι τὴν ἡδονὴν ἀλγῶμεν· ‹ὅταν δὲ μὴ ἀλγῶμεν› οὐκέτι τῆς ἡδονῆς δεόμεθα.

***
Ο Επίκουρος στέλνει στον Μενοικέα τον χαιρετισμό του!

[122] Δεν πρέπει κανείς ούτε όταν είναι νέος να διστάζει να φιλοσοφεί, ούτε πάλι σαν είναι γέροντας να βαριεστίζει και να μη φιλοσοφεί. Κανένας δεν είναι άγουρος ακόμη, και για κανέναν δεν είναι πια πολύ αργά να φροντίσει για την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει ότι δεν ήρθε ακόμη ο καιρός να φιλοσοφήσει ή ότι ο καιρός αυτός έχει περάσει πια, μοιάζει σ᾽ εκείνον ο οποίος λέει ότι δεν έχει έρθει ακόμη ο καιρός για την ευτυχία ή ότι δεν είναι πια καιρός γι᾽ αυτήν. Πρέπει, επομένως, και ο γέροντας να φιλοσοφεί και ο νέος: ο ένας για να μείνει, κι όταν γερνά, νέος χάρη στα όμορφα πράγματα, καθώς με χαρά θα ανατρέχει στα περασμένα, ο άλλος για να ᾽ναι και ως νέος συνάμα γέροντας, καθώς δεν θα τον κυριεύσει φόβος για τα μελλούμενα.1 Είναι λοιπόν ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε τα πάντα, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε τα πάντα για να την έχουμε.
[123] Τα πράγματα, που συνεχώς σου συνιστούσα, να τα πράττεις και να τα στοχάζεσαι ξεχωρίζοντάς τα ως θεμελιώδεις αρχές της ευτυχισμένης ζωής. Πρώτ᾽ απ᾽ όλα, πιστεύοντας ότι ο θεός είναι ον ζωντανό, αθάνατο και ευτυχισμένο, σύμφωνα με την παράσταση του θεού που έχει αποτυπωθεί στον νου των ανθρώπων, να μην αποδίδεις σ᾽ αυτόν τίποτε ξένο προς την αφθαρσία του, τίποτε αταίριαστο στη μακαριότητά του· απεναντίας, να πιστεύεις γι᾽ αυτόν οτιδήποτε είναι ικανό να διαφυλάξει τη μακαριότητά του, τη διαπλεγμένη με αθανασία. Οι θεοί υπάρχουν· πρόδηλη είναι η γνώση γι᾽ αυτούς. Ωστόσο δεν είναι, οι θεοί, όπως τους πιστεύει ο πολύς κόσμος· γιατί δεν υπάρχει λογική συνοχή σε όσα πρεσβεύει ο πολύς κόσμος γι᾽ αυτούς. Και ασεβής δεν είναι όποιος αρνείται τους θεούς των πολλών ανθρώπων αλλά όποιος [124] αποδίδει στους θεούς όσα οι πολλοί πιστεύουν γι᾽ αυτούς. Γιατί δεν είναι στέρεες παραστάσεις όσα οι πολλοί λένε για τους θεούς αλλά εικασίες δίχως αλήθεια -ότι δηλαδή οι μεγαλύτερες συμφορές και τα μεγαλύτερα ωφελήματα προέρχονται από τους θεούς. Γιατί οι άνθρωποι, εξοικειωμένοι πέρα για πέρα με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται μόνο τους όμοιούς τους, θεωρώντας ξένο ό,τι δεν είναι τέτοιας υφής.
Να συνηθίζεις στην ιδέα ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα· γιατί κάθε καλό και κάθε κακό έγκειται στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αισθητό -και ο θάνατος είναι στέρηση της αίσθησης. Η επίγνωση, έτσι, ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα μας κάνει ευχάριστη τη θνητή ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σ᾽ αυτήν αλλά [125] γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί τίποτε μέσα στη ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ᾽ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτε φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς. Είναι ως εκ τούτου ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι επειδή θα υποφέρει σαν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή του είναι δυσάρεστη η ιδέα ότι πρόκειται νά ᾽ρθει ο θάνατος. Γιατί αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα που σαν το ᾽χουμε δίπλα μας δεν ενοχλεί. Το πιο φρικτό λοιπόν απ᾽ όλα τα άσχημα πράγματα, ο θάνατος, είναι για μας ένα τίποτε, ακριβώς γιατί όταν εμείς υπάρχουμε ο θάνατος δεν είναι κοντά μας, κι όταν πάλι έρθει ο θάνατος δίπλα μας, τότε πια δεν υπάρχουμε εμείς. Ούτε τους ζωντανούς λοιπόν αφορά ο θάνατος ούτε τους πεθαμένους, αφού για εκείνους δεν υπάρχει, ενώ αυτοί οι τελευταίοι δεν έχουν πια υπόσταση. Βέβαια, οι πολλοί από τη μια πασχίζουν να αποφύγουν τον θάνατο ως την πιο μεγάλη, κατ᾽ αυτούς, συμφορά, κι από την άλλη τον αναζητούν ως ανάπαυση από τα δεινοπαθήματα [126] της ζωής. Ωστόσο ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί ούτε αποτελεί γι᾽ αυτόν ενόχληση το ότι ζει ούτε πάλι νομίζει ότι είναι κακό να μη ζει κανείς. Κι όπως στο φαγητό δεν προτιμά με κανέναν τρόπο τη μεγαλύτερη ποσότητα αλλά το πιο εύγευστο, όμοια κι εδώ δεν απολαμβάνει τον διαρκέστερο χρόνο αλλά τον όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο. Κι αυτός2 πάλι που προτρέπει τον νέο να ζει όμορφα και τον γέροντα να δώσει όμορφο τέλος στη ζωή του είναι ανόητος, όχι μόνο επειδή η ζωή είναι κάτι επιθυμητό αλλά και επειδή το να ζει κανείς όμορφα και να πεθαίνει όμορφα είναι ένα και το αυτό εγχείρημα. Πολύ χειρότερος όμως είναι αυτός που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθεί κανείς.
κι άμα γεννηθεί, γοργά
τις πύλες του Άδη να διαβεί.3
[127] Αν το λέει από πεποίθηση, γιατί δεν φεύγει από τη ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν αυτό αποτελεί εδραία πεποίθησή του. Αν πάλι το λέει έτσι στ᾽ αστεία, δείχνει ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν το σηκώνουν.
Κι ακόμη πρέπει να θυμόμαστε ότι το μέλλον δεν είναι εντελώς δικό μας αλλά ούτε κι εντελώς όχι δικό μας, ώστε μήτε να το προσμένουμε ως εντελώς βέβαιο μήτε πάλι να απελπιζόμαστε πως δεν πρόκειται νά ᾽ρθει ποτέ!
Ας αναλογιστούμε ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές κι άλλες χωρίς ουσία, και ότι από τις φυσικές επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές· από τις αναγκαίες, τέλος, επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες για την ευδαιμονία, άλλες για την αποφυγή [128] σωματικών ενοχλήσεων, και άλλες για την ίδια τη ζωή. Η σωστή θεώρηση αυτών των πραγμάτων ξέρει να ανάγει καθετί που επιλέγουμε και καθετί που αποφεύγουμε στην υγεία του σώματος και την ηρεμία της ψυχής, αφούσε τούτο συνίσταται ο σκοπός της ευτυχισμένης ζωής. Για χάρη αυτού του στόχου κάνουμε ό,τι κάνουμε: για να μην αισθανόμαστε πόνο και να μη μας κυριεύει ο φόβος. Κι όταν κάποια στιγμή το κατορθώσουμε αυτό, αμέσως καταλαγιάζει όλη η θύελλα της ψυχής, αφού το ζωντανό πλάσμα δεν έχει πια ανάγκη να κατευθύνει τα βήματά του σε κάτι που του λείπει και να αναζητήσει κάτι με το οποίο θα ολοκληρώσει το καλό της ψυχής και του σώματος. Την ηδονή, βλέπεις, την χρειαζόμαστε όταν η στέρησή της μας προξενεί πόνο· όταν δεν αισθανόμαστε πόνο, δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή.
--------------------
1 Επειδή ο θάνατος δεν θα του προκαλεί φόβο. Σύμφωνα με την "ατομική" θεωρία, που ασπάζεται ο Επίκουρος, η διάλυση των ατόμων, που συνεπάγεται ο θάνατος, σημαίνει ότι με το θάνατο παύει να υπάρχει αντιληπτική αίσθηση. Όπως δεν αντιλαμβανόμαστε οδυνηρά γεγονότα που συνέβησαν πριν από τη γέννησή μας, έτσι δεν αντιλαμβανόμαστε παρόμοια γεγονότα μετά το θάνατό μας.
2 Εννοείται ο ελεγειακός ποιητής του 7ου αι. π.Χ. Μίμνερμος.
3 Θέογνις, στ. 427-8.

ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ: ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

«Το λάθος της κοινής συνείδησης έγκειται στο ότι μετατρέπει το φανερό σε προφανές. Ενώ για την εγρήγορη συνείδηση τίποτε δεν είναι προφανές».

 Η προσωκρατική σκέψη δεν είναι εκδήλωση μιας ξαφνικής αφύπνισης του ελληνικού πνεύματος. Είναι η κορυφαία κατάληξη μιας μακροχρόνιας εξέλιξης και ωρίμασης της προσωπικότητας του Έλληνα. Καλύπτει τη χρο­νική περίοδο από τις αρχές του 6ου αι. π.Χ. μέχρι το τέλος, περίπου, του 5ου αι. Π.Χ., που συμπίπτει - εξ ου και η συμβατική ονομασία της- με την εποχή που εμφανίζεται ο Σωκράτης.

Ο Ησίοδος (8ος-7ος αι. π.Χ.) θα κάνει το πρώτο βήμα απομυθοποίη­σης και μετάβασης από θεϊκές προσωποποιήσεις προς αντίστοιχες αφηρη­μένες έννοιες. Είναι εκείνος που θα θέσει για πρώτη φορά τα βασικά ερωτή­ματα για την «αλήθεια», για την «απαρχή» και για τη «συνοχή του κόσμου». Δίνοντας μια φυσιοκρατική απάντηση στην κοσμογονία του, φωτίζει ήδη τον δρόμο που θα ακολουθήσει ο ελληνικός στοχασμός. Το ελληνικό πνεύ­μα είναι πλέον ώριμο για το αποφασιστικό βήμα προς τη φιλοσοφία και την, ακόμη άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν, επιστήμη.

Αυτό το τελικό, αποφασιστικό βήμα θα είναι αποκλειστικό επίτευγμα των προσωκρατικών φιλοσόφων. Αυτοί είναι εκείνοι που θα αποτινάξουν τις τελευταίες μυθολογικές, ανθρωπομορφικές εικόνες, εκφράζοντας το γε­γονός αυτό και γλωσσικά με την αντικατάσταση των ονομάτων των θεών με λέξεις ουδετέρου γένους, όπως το «άπειρον», τα «εναντία», το «χρεών». Αυτοί είναι εκείνοι που θα γενικεύσουν προσωπικές, πρακτικές εμπειρίες και γνώ­σεις, ανάγοντας τις σε καθολικές αρχές και θεωρίες. Για πρώτη φορά η αν­θρώπινη νόηση εστιάζεται στην αλήθεια, αναζητώντας την υποκείμενη τάξη και σταθερότητα στη φύση, θα προσπαθήσει να την προσεγγίσει με πνεύμα ορθολογικό και κριτικό; και ο τρόπος αυτός θα είναι καθοριστικός για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και επιστήμης.

Και επιστήμης; Μερικοί θα αμφισβητήσουν το τελευταίο. Η επιστήμη, θα πουν, βασίζεται στην παρατήρηση και στο πείραμα. Κακώς, λοιπόν, οι Προσωκρατικοί ονομάζονται επιστημονικοί φιλόσοφοι. Οι προτάσεις τους υπήρξαν δογματικές τόσο σε θέματα που επιδέχονται παρατηρήσεις και πειράματα όσο και σε ζητήματα που δεν προσφέρονται σε αυτά. Επομένως, θα συμπεράνουν, στους προσωκρατικούς φιλοσόφους υπάρχει έντονο ακό­μη το σύνθετο στοιχείο του μάντη-ποιητή-σοφού, δια του οποίου τους απο­καλύπτεται η αλήθεια. Έμπνευση και διαίσθηση, όχι εμπειρία και λογική, εί­ναι εκείνο που φωτίζει το πνεύμα τους. Και αυτό δεν είναι επιστήμη. Λάθος, θα υποστηρίξουν άλλοι. Στα ελάχιστα αποσπάσματα των Προσωκρατικών που σώζονται, μπορούμε να διακρίνουμε παρατηρήσεις, πάνω στις οποίες βασίζονται οι θεωρίες τους. Αν διασώζονταν όλα τα έργα τους, τότε θα ήταν ολοφάνερη η εδραίωση των θεωριών τους πάνω στην παρατήρηση, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις σωζόμενες, της ίδιας εποχής, ιατρικές πραγ­ματείες της ιπποκράτειας ιατρικής, η οποία, με βάση τη συσσωρευμένη εμπειρία, προβαίνει σε γενικεύσεις που υποβάλλονται και σε στοιχειώδη πειραματικό έλεγχο. Δογματική, ως ένα βαθμό, σκέψη μπορεί να εντοπισθεί μόνο στους Πυθαγορείους - και εν μέρει στον Εμπεδοκλή (στο έργο του Κα­θαρμοί)- των οποίων ο θεολογικός στοχασμός είναι ξένος προς τον στοχα­σμό όλων των άλλων Προσωκρατικών. Είναι αυθαίρετο να κατατάσσει κα­νείς τον Ηράκλειτο ή τον Παρμενίδη στους Ορφικούς ή στους Σαμάνους. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο G. Vlastos2, o Παρμενίδης, μολονότι παρουσιάζει τη θεωρία του ως θρησκευτική αποκάλυψη, δεν βασίζει την ορθότητα του ισχυρισμού του σε υπερφυσική έμπνευση. Η θεά του δεν λέει «πίστεψε», αλλά «κρίναι λόγω», κρίνε με τη λογική. Ούτε υπάρχει καμιά απέχθεια των Προσωκρατικών προς την αισθητήρια εμπειρική διερεύνηση. «Αλλά να παρατηρείς με κάθε τρόπο πώς καθετί φανερώνεται, μήτε έχοντας περισσότερη εμπιστοσύνη στην όραση από την ακοή, ούτε στην πολυθόρυβη ακοή από τη γεύση, ούτε να αρνιέσαι την πίστη σου σε κάποιο από τα άλλα όργανα, που πέρασμα είναι για την νόηση, αλλά να κατανοείς με τον τρόπο που φανερώνεται κάθε πράγμα», παροτρύνει ο Εμπεδοκλής. Και ο Ηράκλειτος θα πει: «Για τους ανθρώπους που έχουν βάρβαρες ψυχές, είναι κακοί μάρτυρες τα μάτια και τ’ αυτιά», που σημαίνει ότι η μαρτυ­ρία των αισθήσεων είναι αληθινή στο μέτρο που ο άνθρωπος έχει την αντί­ληψη να εκτιμήσει σωστά. Επομένως, οι Προσωκρατικοί υπήρξαν επιστημο­νικοί φιλόσοφοι, συμπεριλαμβανομένων και των Πυθαγορείων, που, πρώτοι αυτοί εισήγαγαν την κατ’ εξοχήν επιστημονική μέθοδο των μαθηματικών στη διερεύνηση των φυσικών φαινομένων και που αποδεδειγμένα χρησιμο­ποίησαν και την παρατήρηση και το πείραμα (π.χ. στην σχέση μηκών χορ­δής) στις θεωρίες τους.

Ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσον οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι υπήρ­ξαν και οι θεμελιωτές της επιστήμης απαιτεί βαθύτερη ανάλυση, θα υπεν­θυμίσουμε, βεβαίως, ότι οι παρατηρήσεις μας αναφέρονται αποκλειστικά στην πρώτη περίοδο, την Προσωκρατική (6ος-5ος αι. π.Χ.), της ελληνικής φιλοσοφίας και όχι στα μετέπειτα ελληνικά φιλοσοφικό συστήματα3. Τα τε­λευταία, ιδίως από τότε που εξελίχθηκαν σε δόγματα κατά τη μεσαιωνική σχολαστική περίοδο, διαφέρουν σαφώς από την κριτική ορθολογική παρά­δοση των Προσωκρατικών.

Το επίτευγμα των Προσωκρατικών έγκειται στην ορθολογική, κριτική θεώρηση ολόκληρου του σύμπαντος ως μιας εύτακτης ενότητας, τον «κόσμον». Η διαπίστωση αυτή είναι καθοριστική για την κατανόηση του τρόπου διερεύνησης της φύσης και καταδεικνύει πόσο άδικη είναι η μομφή ορισμέ­νων που θα ήθελαν οι Προσωκρατικοί να ασχοληθούν πρώτα με την έρευ­να των γύρω τους επιμέρους αντικειμένων και μετά να προχωρήσουν σε κοσμογονικά προβλήματα. Καθώς ο αρχαίος Έλληνας της εποχής αυτής βλέπει ακόμη τον κόσμο ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο οργανικό σύνολο, μέ­σα στο οποίο φύση, κοινωνία, άνθρωπος είναι αρμονικά εντεταγμένα, υπα­κούοντας στους ίδιους φυσικούς-βιολογικούς-κοινωνικούς νόμους, είναι επόμενο και κατανοητό να θέσει, πρώτα, ερωτήματα που αφορούν ολόκλη­ρο το σύμπαν, δηλαδή ερωτήματα κοσμολογικά (της πρώτης αρχής, της πρωταρχικής ουσίας) και μετά να επεκταθεί σε επιμέρους θέματα. Έτσι, θα αρχίσει με τολμηρές, κοσμογονικές θεωρίες, για να καταλήξει στα έμβια όντα, στον άνθρωπο. Η μέθοδος του, επομένως, είναι εκ των πραγμάτων κυρίως παραγωγική (deductive), εκ του γενικού προς το μερικό, αντί της επαγωγικής (inductive) ερευνητικής μεθόδου, από τα μέρη προς το όλον, που προβλήθηκε ως η κατ' εξοχήν επιστημονική μέθοδος κατά την Αναγέν­νηση. Είναι όμως πράγματι ο προσωκρατικός, παραγωγικός τρόπος προ­σέγγισης του μυστηρίου της φύσης αντιεπιστημονικός; Αυτό θα εξετάσου­με αμέσως παρακάτω.

Η ιστορία της σύγχρονης επιστήμης αρχίζει με την Αναγέννηση. Ενώ ο Galileo Galilei (1564-1642) υπήρξε ο θεμελιωτής της σύγχρονης πειραματικής επιστήμης, ο σύγχρονος του Francis Bacon (I56I-I626) θεωρείται, χω­ρίς ο ίδιος να είναι επιστήμων, ο εμπνευστής της νεότερης επαγωγικής μεθό­δου: «Οι αρχαίοι», θα πει, «είχαν έναν ειδικό τρόπο διερεύνησης και ανακά­λυψης, και τα γραπτά τους έργα το αποδεικνύουν. Ήταν τέτοιας φύσεως, ώστε αμέσως συνήγαγαν από μερικά περιστατικά και λεπτομέρειες γενικότε­ρα συμπεράσματα ή τις ίδιες τις αρχές της επιστήμης και, μετά, με τις άμεσες προτάσεις τους, έβγαζαν τα επιμέρους συμπεράσματα και τα έλεγχαν με βά­ση την αναμφισβήτητη και εδραιωμένη αλήθεια των πρώτων»4. Αυτή όμως η μέθοδος είναι, κατά τον F. Bacon, εσφαλμένη. Αντί να προσπαθεί να ανακα­λύψει κανείς την αλήθεια απαγωγικά, με τη χρησιμοποίηση γενικών συλλογι­στικών κανόνων, θα πρέπει, αντίθετα, να αρχίζει από επιμέρους παρατηρή­σεις και προτάσεις και να καταλήγει σταδιακά σε γενικότερες θεωρίες. Στο μεγάλο έργο του Novum Organum -τίτλος επιλεγμένος σε συνειδητή αντιδια­στολή προς το Όργανον του Αριστοτέλους - θα υποδείξει την επιστημονική μέθοδο δι’ επαγωγής για την επίτευξη του σκοπού αυτού, υποστηρίζοντας ότι ο αληθινός επιστήμονας «καταλήγει σε κανόνες από τις αισθήσεις και από ειδικές, συγκεκριμένες περιπτώσεις, και ανέρχεται συνεχώς και σταδια­κά, έως ότου τελικά φθάσει σία πιο γενικά αξιώματα. Αυτός είναι ο αληθινός δρόμος, που όμως δεν χρησιμοποιήθηκε»5.

Ο ίδιος o F. Bacon εν τούτοις, βαθύς μελετητής της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, θα εξαιρέσει από την πολεμική του κατά του πλατωνικού και κυρίως αριστοτελικού δογματισμού το έργο των Προσωκρατικών: «Η πε­ρίοδος κατά την οποία η φυσική φιλοσοφία φάνηκε κυρίως να ακμάζει με­ταξύ των Ελλήνων», παρατηρεί, ήταν πολύ σύντομη, καθώς κατά μεν την πρώιμη αρχαϊκή εποχή, οι επτά Σοφοί (με εξαίρεση τον Θαλή) ασχολήθη­καν με τους ηθικούς κανόνες και την πολιτική, ενώ κατά μια μετέπειτα επο­χή, αφού ο Σωκράτης προσγείωσε τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη Γη, επικράτησε η ηθική φιλοσοφία και απέσπασε την προσοχή του ανθρώπου από τον φυσικό κόσμο... (Οι προσωκρατικοί) όπως ο Εμπεδοκλής, ο Ανα­ξαγόρας, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, ο Παρμενίδης, ο Ηράκλειτος, ο Ξενο­φάνης, ο Φιλόλαος και οι λοιποί (εξαιρώ τον Πυθαγόρα, που ήταν προληπτικός) δεν ίδρυσαν, εξ όσων γνωρίζουμε, Σχολές, αλλά προχώρησαν στη διερεύνηση της αλήθειας σιωπηλά και με μεγαλύτερη αυστηρότητα και σε­μνότητα, δηλαδή με λιγότερη επιτήδευση και επίδειξη. Έτσι, κατά τη γνώμη μας, ενήργησαν με μεγαλύτερη σύνεση, ακόμη και αν τα έργα τους μπορεί να χάθηκαν με την πάροδο του χρόνου... Τα ομοιομερή του Αναξαγόρα, τα άτομα του Λευκίππου και του Δημοκρίτου, ο ουρανός και η γη του Παρμε­νίδη, η έρις και η φιλία του Εμπεδοκλέους, η αποσύνθεση και επανένωση των σωμάτων στην κοινή φύση της φλόγας κατά τον Ηράκλειτο, παρουσιά­ζουν μερικά διάσπαρτα δείγματα φυσικής φιλοσοφίας και πειράματος»6.

Έχει, όμως, γενικότερα o F. Bacon δίκαιο; Είναι πράγματι η δι’ επαγω­γής μέθοδος, από τις επιμέρους παρατηρήσεις προς τη γενικότερη θεωρία, ο μόνος επιστημονικός δρόμος; Το γεγονός ότι οι Προσωκρατικοί, για τους λόγους που προαναφέραμε, στοχάστηκαν παραγωγικά, αρχίζοντας από συ­μπαντικές, γενικές ερωτήσεις και όχι από μεμονωμένες, εξειδικευμένες πα­ρατηρήσεις, σημαίνει ότι στερούνται επιστημονικής σκέψης; Η ίδια η ιστο­ρία της σύγχρονης επιστήμης αναιρεί τον ισχυρισμό αυτό. Ο Β. Russell θα παρατηρήσει: «Η επαγωγική μέθοδος του F. Bacon σφάλλει κατά το γεγονός ότι δεν αποδίδει επαρκή σημασία στην (επιστημονική) υπόθεση. Πίστευε πως η απλή τακτοποίηση των δεδομένων θα καθιστούσε τη σωστή υπόθεση αυτόδηλη. Αλλά τούτο σπανίως συμβαίνει. Κατά κανόνα, η διατύπωση υπο­θέσεων είναι το δυσκολότερο μέρος του επιστημονικού έργου και το μέρος που διεκδικεί την πιο μεγάλη ικανότητα. Μέχρι τώρα δεν έχει ευρεθεί μέθο­δος που θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή την επινόηση υποθέσεων»7. Η απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα του F. Bacon, πώς θα φθάσει στην αντι­κειμενική αλήθεια, δεν έγκειται στην -εκ φύσεως αδύνατη - απογύμνωση της παρατήρησης από κάθε θεωρία ή προσδοκία, αλλά στην κριτική θεώ­ρηση και στον κριτικό, πειραματικό έλεγχο. Δεν είναι αντιεπιστημονικό να εκφράζει κανείς εικασίες, παρατηρεί ο R. Feynman, βραβείο Nobel Φυσικής 1965. «Απλώς υπάρχει αβεβαιότητα. Αντιεπιστημονικό θα ήταν να μην δια­τυπωθεί η εικασία. Εικασίες πρέπει να γίνονται, επειδή οι παρεκτάσεις (extrapolations) είναι τα μόνα πράγματα που έχουν κάποια πραγματική αξία»8. Η υπόθεση είναι εκείνη που προηγείται και καθοδηγεί την παρατή­ρηση. «Είναι για λόγους αρχής τελείως εσφαλμένο», επισημαίνει ο Α. Einstein σε μια συζήτηση του με τον W. Heisenberg, «να θέλει κανείς να εδραιώσει μια θεωρία αποκλειστικό επάνω σε παρατηρήσιμα μεγέθη. Γιατί, στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κατά πρώτον, η θεω­ρία αποφασίζει τι μπορεί κανείς να παρατηρήσει». Δύο φαίνεται να είναι οι τρόποι σύλληψης μιας υπόθεσης ή θεωρίας: Ο πρώτος βασίζεται στην ενό­ραση10, ο δεύτερος στην ορθολογική κρίση. Ενόραση, διαίσθηση απαντά σε όλους τους λαούς. Ο κριτικός ορθολογισμός όμως απαντά για πρώτη φορά στους Προσωκρατικούς και είναι μοναδικό, δικό τους επίτευγμα. Οι Προ­σωκρατικοί είναι εκείνοι οι οποίοι δημιουργούν για πρώτη φορά μια επιστη­μονική παράδοση που επιτρέπει και ενθαρρύνει -σε αντίθεση με όλες τις άλλες Σχολές των οποίων μοναδική επιδίωξη είναι η διαφύλαξη και διατή­ρηση της διδασκαλίας των ιδρυτών τους- την με κριτικό πνεύμα αναθεώρη­ση των θεωριών των παλαιότερων από τους νεότερους «φυσιολόγους».

Η παρατήρηση δεν οδηγεί οπωσδήποτε στην αλήθεια. Αντίθετα, ο αρ­μονικός συνδυασμός της ενόρασης με την ορθολογική κριτική, που διακρί­νει κατ' εξοχήν το πνεύμα των Προσωκρατικών, αποτελεί τον επίπονο δρό­μο της σύλληψης μιας θεωρίας. Η ιστορία της επιστήμης έχει να παρουσιά­σει πληθώρα παραδειγμάτων που επιβεβαιώνουν τη θέση αυτή. Ήδη ο σύγ­χρονος του F. Bacon και εδραιωτής της επιστημονικής, πειραματικής διε­ρεύνησης G. Galilei θα εκφράσει τον θαυμασμό του προς τους μεγάλους πρωτεργάτες της ηλιοκεντρικής θεωρίας, οι οποίοι, «σε οξεία αντίθεση με τη μαρτυρία των ίδιων των αισθήσεων τους και με την αποκλειστική δύναμη του νου, προτίμησαν εκείνο που τους υπέδειξε η λογική από αυτό που η αι­σθητήρια εμπειρία καθαρά τους φανέρωνε... δεν υπάρχει όριο στην κατά­πληξη μου, όταν σκέπτομαι πως ο Αρίσταρχος και ο Κοπέρνικος ήταν ικα­νοί να αφήσουν τη λογική να υπερνικήσει τις αισθήσεις και, αψηφώντας τις, να κάνουν τη λογική κυρίαρχη της πεποίθησης τους», θα δούμε σειρά τέ­τοιων παραδειγμάτων στο έργο των Προσωκρατικών. Το πρώτο τέτοιο πα­ράδειγμα στην ιστορία της επιστήμης αποτελεί αναμφίβολα η θεωρία του Αναξίμανδρου, κατά τον 6ο αι. π.Χ., ότι η Γη αιωρείται στο κενό, θεωρία που κατά τον Κ. Popper «είναι μια από τις τολμηρότερες, τις πιο επαναστατικές και τις πιο θαυμαστές ιδέες σε ολόκληρη την ιστορία του ανθρωπίνου πνεύ­ματος»12. Το αξιοσημείωτο στην ιδέα αυτή είναι ότι η ενόραση και η λογική οδήγησαν τον Αναξίμανδρο στο σωστό συμπέρασμα ότι η Γη δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται πουθενά, αλλά πρέπει να αιωρείται, ενώ, αντίθετα, η παρατήρηση και η εμπειρία ότι βρισκόμαστε πάνω σε μια επίπεδη γήινη επι­φάνεια με τον κυκλικό ορίζοντα γύρω μας ήταν εκείνες που τον παρέσυραν στην εσφαλμένη αντίληψη ότι η Γη είναι κύλινδρος (και όχι σφαίρα), σε μια από τις επίπεδες επιφάνειες του οποίου ζει ο άνθρωπος.

Η επιστημονική, ορθολογική κριτική παράδοση που θεμελιώνει ο Ανα­ξίμανδρος αντικατοπτρίζεται, δυόμιση χιλιετίες αργότερα, στα λόγια του Α. Einstein: «Η μέθοδος του θεωρητικού συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση, ως θεμελίου γενικών προϋποθέσεων, των λεγόμενων Αρχών, από τις οποίες μπορεί να συναγάγει συμπεράσματα. Η δραστηριότητα του διακρίνεται σε δύο μέρη. Πρώτον, πρέπει να ανακαλύψει τις αρχές αυτές, δεύτερον να αναπτύξει τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτές.... Η πρώτη από τις δυο δραστηριότητες, δηλαδή εκείνη της κατάστρωσης μιας θεωρίας, που θα πρέπει να χρησιμεύσει ως βάση για την παραγωγή (Deduktion), είναι τε­λείως διαφορετικού τύπου. Εδώ δεν υπάρχει κάποια συστηματικά εφαρμο­ζόμενη μέθοδος που μπορεί να τη διδαχθεί κανείς και που οδηγεί στον στό­χο. Ο ερευνητής πρέπει μάλλον να αφουγκραστεί (ablauschen) κατά κάποι­ον τρόπο αυτές τις γενικές αρχές από τη φύση, με το να διαβλέψει ορισμέ­να γενικά χαρακτηριστικά σε μεγαλύτερα συμπλέγματα εμπειρικών γεγονό­των, που μπορούν va διατυπωθούν με ακρίβεια... Όσο όμως οι αρχές που μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση της παραγωγικής μεθόδου δεν έχουν βρεθεί, δεν χρησιμεύει κατ’ αρχήν στον θεωρητικό σε τίποτε το μεμονωμένο εμπειρικό γεγονός. Πολύ περισσότερο δεν είναι καν σε θέση να αρχίσει κάτι με μεμονωμένους, εμπειρικά διατυπωμένους, γενικότερους νόμους»13. Η μομφή, επομένως, ότι οι Προσωκρατικοί δεν έχουν να επιδείξουν επιστημο­νική σκέψη γιατί δεν είχαν ως αφετηρία τις επιμέρους παρατηρήσεις δεν ευ­σταθεί. Ξεκινούν και αυτοί, όπως θα πει ο A. Einstein, «αφουγκραζόμενοι», με ενόραση και κριτική ορθολογική σκέψη, ορισμένες «αρχές από τη φύ­ση» και παραγωγικά προχωρούν μετά στα επιμέρους συμπεράσματα.

Θα μπορούσε, όμως, να τους προσάψει κανείς μια άλλη μομφή: το ότι παρέβλεψαν να υποβάλουν τις θεωρίες τους σε πειραματικό έλεγχο, όπως τον εννοούμε σήμερα. Η αντικειμενικότητα μιας θεωρίας δεν βασίζεται μόνο στον κριτικό στοχασμό ή/και στην ενόραση, αλλά και στην κριτική εξέταση των πειραμάτων που θα οδηγούσαν στην αποδοχή ή απόρριψη της θεω­ρίας. Η μομφή επομένως αυτή, θεωρητικά τουλάχιστον, φαίνεται να είναι βάσιμη. Γιατί οι Προσωκρατικοί δεν επιδίωξαν την πειραματική απόδειξη των θεωριών τους; Ήταν από επιπολαιότητα και έλλειψη διορατικότητας ή υπάρχει κάποιο βαθύτερο αίτιο γι' αυτό; Οπωσδήποτε δεν πρέπει να ξε­χνούμε ότι βρισκόμαστε στον 6ο-5ο αι. π.Χ. Η τεχνολογία είναι υποτυπώδης. Τεχνικά μέσα πειραματισμού και όργανα μετρήσεως είναι ακόμη, με λίγες εξαιρέσεις, ανύπαρκτα. Τεράστια πρακτικά εμπόδια δυσχεραίνουν την άνετη διακίνηση των ιδεών και των πληροφοριών μεταξύ διαφόρων γεωγραφικών περιοχών. Λεξιλόγιο για τη διατύπωση φιλοσοφικών και επιστημονικών όρων δεν υπάρχει ακόμη. Πρέπει να εφευρεθεί από τους ίδιους τους Προ­σωκρατικούς, για πρώτη φορά, προς τον σκοπό αυτό η στοιχειώδης, απα­ραίτητη ορολογία, θα μπορούσε να πει κανείς, παραφράζοντας τη ρήση του W. Churchill, ότι ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, τόσο λίγοι, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, δεν εξέφρασαν, με τόσο περιορισμένα λεκτι­κά και τεχνικά μέσα, έναν τόσο μεγάλο πλούτο ιδεών. Η φυσική και όλες οι επιστήμες βρίσκονται ακόμη άρρηκτα ενωμένες με τη φιλοσοφία. Μια φιλο­σοφική θεωρία, και σήμερα ακόμη, δεν αποδεικνύεται με πειράματα. Αν με­ταφερθούμε στην εποχή εκείνη, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι δύσκολα ακόμη θα ήταν σε θέση να διακρίνουν μεταξύ μιας φυσικής, υποκείμενης σε πειραματική απόδειξη, υπόθεσης και μιας φιλοσοφικής a priori θεωρίας. Η ίδια αυτή θεώρηση του σύμπαντος μαζί με τον άνθρωπο ως ενός ενιαίου, οργανικού συνόλου θα οδηγήσει πολλές φορές τον προσωκρατικό στοχα­σμό σε μια περισσότερο βιολογική παρά φυσικομαθηματική θεώρηση των κοσμικών φαινομένων. Αυτό αποτελεί σε γενικές γραμμές το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι Προσωκρατικοί.

Υπάρχει ίσως και ένα βαθύτερο αίτιο για την έλλειψη της πειραματικής απόδειξης στις θεωρίες τους. Αυτό είναι η ίδια η στάση του προσωκρατικού πνεύματος απέναντι στη φύση: «Ένα ουσιώδες γνώρισμα του πειράματος», θα παρατηρήσει ο S. Sambursky, «είναι η απομόνωση ενός φαινομένου στην καθαρότητα του, προκειμένου να το μελετήσουμε πιο διεξοδικά και συστηματικά. Αυτή η απομόνωση είναι τεχνητή, γιατί τα φυσικά φαινόμενα αποτελούν πάντοτε αναπόσπαστο τμήμα ενός ολόκληρου δικτύου αλληλοε­ξαρτώμενων διεργασιών... Υπό αυτήν την έννοια, μπορούμε να θεωρήσουμε το πείραμα ως αφύσικο»14, στο μέτρο που μια διεργασία απομονώνεται από το φυσικό της περιβάλλον και υποβάλλεται σε ελεγχόμενες από τον άν­θρωπο συνθήκες. Για τον αρχαίο Έλληνα, που θεωρεί τη φύση στην ολότη­τα της ως μια αδιάσπαστη ενότητα, θα ήταν μάλλον αδιανόητη η τεχνητή διάσπαση του αρμονικού συνόλου και η απομόνωση και αλλαγή των παρα­μέτρων ενός τμήματος του. «Ο επιστήμονας», επισημαίνει ο φυσικός Η.Ρ. Dórr, «διαθέτει βεβαίως διάφορα «δίχτυα» για τη σύλληψη της πραγματικό­τητας (είναι όμως φανερό) ότι, παρά την όλη επιδεξιότητα στην παρατήρη­ση, κάθε παρατήρηση υποχρεώνει σε έναν περιορισμό και μια επιλογή»15. Αυτό δεν θα ήταν μόνο άτοπο για τους Προσωκρατικούς, αλλά θα αποτε­λούσε ίσως και «ύβριν», προσπάθεια επέμβασης στα φαινόμενα του αρμονι­κού «κόσμου».

Αλλά ίσως να διαισθάνονταν επίσης ότι, στο μέτρο που θα ασχολού­νταν με επιμέρους πειραματικά δεδομένα, θα στένευαν τα όρια της σκέψης τους. Ο στόχος των Προσωκρατικών είναι μεγαλεπίβολος. Σκοπός τους εί­ναι να κατανοήσουν, όχι να περιγράψουν τη φύση. Είναι εξαιρετικά οξυδερ­κείς και ενορατικοί, ώστε να μπορούν να διαισθάνονται ότι τυχόν ενασχόλη­ση τους με επιμέρους λεπτομερειακές, πειραματικές αποδείξεις θα σήμαινε κατ’ ανάγκην απόκλιση από τον μοναδικό στόχο τους, που είναι το «ειδέναι» τον κόσμο στην ολότητα του. Το πόσο δίκαιο είχαν θα το επισημάνει με κά­ποια πικρία και νοσταλγία σε μια διάλεξη του, είκοσι πέντε αιώνες αργότε­ρα, ο W. Heisenberg: «Όσο διευρύνεται το πεδίο που μας διανοίγεται στη φυσική, χημεία και αστρονομία τόσο περισσότερο φροντίζουμε να αντικαθι­στούμε τον όρο «φυσική εξήγηση» με τον πιο ταπεινό όρο «φυσική περι­γραφή», και τόσο περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η πρόοδος δεν αναφέρεται σε άμεση γνώση, αλλά σε αναλυτική εμβάθυνση. Με κάθε μεγά­λη ανακάλυψη -και αυτό μπορεί να το παρακολουθήσει κανείς ιδίως στη σύγχρονη φυσική— μειώνονται οι απαιτήσεις των ερευνητών για μια κατα­νόηση του κόσμου υπό την πρωταρχική του έννοια»16.

Αλλά οι Προσωκρατικοί, και αν ακόμη ήθελαν να ελέγξουν πειραματικά τις θεωρίες τους, οι περισσότερες από αυτές θα ήταν ακόμη τόσο γενικές, ώστε θα ήταν αδύνατο, στο πρώιμο αυτό στάδιο, να διατυπωθούν και πολύ περισσότερο να διενεργηθούν σχετικά πειράματα για την υποστήριξη των θεωριών τους. Ποιο πείραμα θα μπορούσε να αποδείξει μια υπόθεση για την απαρχή του σύμπαντος ή ποιο πείραμα τη δημοκρίτεια ατομική δομή της ύλης; Μήπως, επομένως, ενήργησαν αντιεπιστημονικά, σπεύδοντας να ανακοινώσουν τις θεωρίες τους, χωρίς να έχουν πρώτα απτές αποδείξεις για την ορθότητα τους; Η απάντηση είναι «όχι». Η ιστορία της επιστήμης τα τε­λευταία τριακόσια χρόνια βρίθει από παραδείγματα διαπρεπών επιστημόνων που διατύπωσαν μια θεωρία τους πολύ πριν υπάρξει πειραματική απόδειξη γι’ αυτήν. Αρκεί να αναφέρουμε στον 20ο αιώνα τη Γενική θεωρία της Σχετικότητας του Α.Einstein ή την υπόθεση του νετρίνου του W. Pauli. Ασφαλώς οι μεγάλοι αυτοί φυσικοί δεν ήταν λιγότερο επιστήμονες, όταν προέτρεξαν με τη θεωρία τους. Ο A.Einstein θα επισημάνει: «Μπορεί να παρουσιαστεί η περίπτωση σαφώς διατυπωμένες αρχές να οδηγούν σε συνέπειες, οι οποίες βρίσκονται τελείως ή σχεδόν τελείως εκτός των ορίων της περιοχής δεδομέ­νων που είναι προσιτά στην εμπειρία μας. Σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να απαιτηθεί πολύχρονη εμπειρική, ερευνητική εργασία για να διαπιστώσου­με κατά πόσον οι θεωρητικές αρχές ανταποκρίνονται στην αλήθεια»17.

Υπάρχει και ένα τελευταίο ερώτημα: Είναι οι φυσικές θεωρίες των Προ­σωκρατικών σωστές; Και εάν -όπως συμβαίνει με τις περισσότερες- διαψεύσθηκαν αργότερα, το γεγονός αυτό δεν τις αποστερεί από την ιδιότητα της επιστημονικότητας; Η απάντηση είναι αρνητική. Κατ’ αρχήν, στη μα­κραίωνη πορεία της επιστήμης, υπάρχει πλήθος θεωριών, ακόμη και πειρα­ματικά τεκμηριωμένων, που έχουν παύσει να ισχύουν και έχουν αντικατα­σταθεί από νεότερες, οι οποίες ισχύουν σήμερα και που μπορεί στο απώτε­ρο μέλλον να αντικατασταθούν και πάλι από άλλες που θα αποδειχθούν ορθότερες. «Μα δεν είναι οι θεωρίες του Αναξίμανδρου εσφαλμένες, και γι’ αυτόν το λόγο μη επιστημονικές;», διερωτάται ο Κ. Popper. «Είναι εσφαλμέ­νες, αλλά το ίδιο είναι πολλές θεωρίες βασισμένες σε αναρίθμητα πειράμα­τα, τις οποίες αποδεχόταν η σύγχρονη επιστήμη μέχρι πρόσφατα και των οποίων τον επιστημονικό χαρακτήρα κανείς δεν θα διανοούνταν να αμφι­σβητήσει, παρ’ όλο που τώρα πιστεύεται ότι είναι εσφαλμένες... Μια εσφαλ­μένη θεωρία μπορεί να αποτελεί ένα τόσο μεγάλο επίτευγμα όσο και μια αληθινή. Και πολλές εσφαλμένες θεωρίες συνέβαλαν περισσότερο στην αναζήτηση της αλήθειας από όσο μερικές λιγότερο ενδιαφέρουσες θεωρίες που εξακολουθούν να είναι ακόμη αποδεκτές»18. Μήπως δεν ήταν οι -εκ των υστέρων εσφαλμένοι- κλασικοί νόμοι της ενεργειακής ακτινοβολίας μέ­λανος σώματος των W. Wien και j. Rayleigh-J. Jeans εκείνοι που οδήγησαν τον M. Planck στην κριτική θεώρηση και διατύπωση της κβαντικής θεωρίας; Ή μήπως δεν ήταν η -εσφαλμένη- ατομική υπόθεση του Ε. Rutherford, πάνω στην οποία βασίστηκε ο Ν. Bohr για την ανάπτυξη της ατομικής θεω­ρίας του; Όπως σημειώνει ο Κ. Popper στο δοκίμιο του Back to the Presocratics, «υπάρχει η πιο τέλεια δυνατή νοητική συνέχεια σκέψης μεταξύ των θεωριών (των Προσωκρατικών) και των τελευταίων εξελίξεων στη φυ­σική. Κατά πόσον ονομάζονται φιλόσοφοι ή προ-επιστήμονες ή επιστήμονες μικρή σημασία έχει». Η πραγματική θεωρία της γνώσης, κατά τον Κ. Popper, έγκειται «στην αληθινή περιγραφή μιας πρακτικής που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιωνία και που - αν και υπάρχουν ακόμη πολλοί επιστήμο­νες που πιστεύουν στον επαγωγικό μύθο του Bacon- ενσωματώθηκε στη σύγχρονη επιστήμη: στη θεωρία ότι η γνώση προχωρεί μέσω υποθέσεων και ανασκευών»19. Καμία θεωρία δεν μπορεί να διεκδικήσει το απόλυτο της αλήθειας. Αυτό θα το επισημάνουν με εκπληκτική διορατικότητα ο Ξενοφά­νης, ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος, γεγονός που αποδεικνύει και πόσο ανα­κριβής υπήρξε ο ισχυρισμός ότι η προσωκρατική σκέψη είναι δήθεν δογμα­τική: «Δεν αποκάλυψαν εξ αρχής τα πάντα οι θεοί στους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι αναζητώντας ανακαλύπτουν και επινοούν με τον καιρό το κα­λύτερο», θα πει ο Ξενοφάνης; το καλύτερο, όχι το απόλυτο. «Ας θεω­ρηθεί ότι αυτά τα πράγματα προσομοιάζουν με την αλήθεια... Κανείς άνθρωπος δεν ξέρει ή πρόκειται ποτέ να γνωρίσει την απόλυτη αλήθεια για τους θεούς και για όλα τα όσα λέγω. Γιατί, ακόμη και αν τύχει κάποιος να πει την πλήρη αλήθεια, ο ίδιος δεν το γνωρίζει. Για όλα τα πράγματα υπάρ­χουν μόνο γνώμες». Διότι, όπως θα πει ο Ηράκλειτος: «Η φύση του ανθρώπου δεν έχει κρίση και φρόνηση, ενώ το θείο έχει.... Η φύση αγαπά να αποκρύπτει τον εαυτό της». Και ο Δημόκριτος θα το επιβε­βαιώσει: «Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τίποτε, διότι η αλήθεια βρί­σκεται κρυμμένη στον βυθό».

Το συμπέρασμα θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση του S. Sambursky: «το ότι αυτοί οι φυσικοί φιλόσοφοι είναι οι πνευματικοί προπάτορες της εποχής μας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν που συ­γκρίνει τη σημερινή επιστήμη με τα επιτεύγματα της ελληνικής επιστήμης, που είναι μέρος της κληρονομιάς μας, τη μεθοδικότητα της, τη φαντασία και έμπνευση της, την τρομερή συνειρμική της δύναμη και την ικανότητα εξαγωγής λογικών συμπερασμάτων»20. Η μονιμότητα και σταθερότητα που διέβλεψαν πίσω από την επιφανειακή πολλαπλότητα των φυσικών φαινομέ­νων και η αποφασιστικότητα τους να την διερευνήσουν με κριτικό, ορθολο­γικό πνεύμα έθεσε τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο εξελίχθηκε και βασίζεται μέχρι σήμερα η επιστήμη.

Οι Προσωκρατικοί είναι αυτοί που για πρώτη φορά διατύπωσαν μια σειρά αρχών, που σε μια αρχική προσέγγιση, θα μπορούσε να συνοψιστούν ως εξής:

· Αναγωγή της φαινομενικής πολλαπλότητας και αταξίας του κόσμου σε μια στα­θερή αρχή.

· Αποδοχή μιας νομοτελειακής, αποκλειστικά φυσικής αιτιότητας, που έχει οικου­μενικό χαρακτήρα.

· Πεποίθηση ότι τα φυσικά φαινόμενα και οι φυσικοί νόμοι υπόκεινται στην κριτι­κή, ορθολογική

διερεύνηση του ανθρώπινου νου.

· Μαθηματικοποίηση της φύσης.

· Αναγωγή της ποιότητας στην ποσότητα.

· Αλληλοσυσχετισμός και διασύνδεση όλων των όντων.

· Ο άνθρωπος-παρατηρητής αναπόσπαστο μέρος της φύσης.

· Συνένωση αντιθέτων εννοιών (Ηράκλειτος).

· Μετατόπιση του κύριου βάρους από την ύλη στις διεργασίες (Ηράκλειτος).

· Εγγενής δυναμική, αμφίδρομη ισορροπία (Ηράκλειτος).

· Εξελικτική διαδικασία.

Αυτές οι προτάσεις - που ούτε αυτονόητες αλλά ούτε και αυταπόδει­κτες είναι- αποτελούν την ανυπέρβλητη προσφορά του ελληνικού πνεύμα­τος προς την ανθρωπότητα.

Στο έργο των Προσωκρατικών θα συναντήσουμε, πολλές φορές, ρή­σεις και συμπεράσματα με τα οποία φαίνεται να συμφωνούν ποιοτικά οι σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να διατυ­πώσουμε με σαφήνεια τα όρια του προσωκρατικού στοχασμού:

· Οι Προσωκρατικοί πρώτοι έθεσαν τα καίρια φιλοσοφικά και επιστημονικά ερωτήματα που απασχολούν έκτοτε το δυτικό πνεύμα. "Για τον ζωντανό φιλοσοφικό στοχασμό η ερώτηση έχει προτεραιότητα έναντι της απαντή­σεως", θα πει ο Χ. Μαλεβίτσης. «Και η απάντηση ποτέ δεν ακυρώνει το ερώτημα, επειδή ποτέ δεν το υπερβαίνει»21.

· Θεμελίωσαν πρώτοι την παράδοση της κριτικής -και όχι δογματικής-διερεύνησης, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε επιστήμη. «Εξ όσων γνωρί­ζω», παρατηρεί ο Κ. Popper, «η κριτική ή ορθολογική παράδοση ανακα­λύφθηκε μόνο μία φορά. Χάθηκε μετά από δύο ή τρεις αιώνες, ίσως λόγω της ανόδου του αριστοτελικού δόγματος της «επιστήμης»... Ξαναανακαλύφθηκε και συνειδητά αναβίωσε κατά την Αναγέννηση, ειδικά από τον G. Galilei»22.

· Υπέδειξαν πρώτοι «νοητικά εργαλεία» και ποιοτικές μεθόδους προσέγγι­σης και κατανόησης του φυσικού κόσμου που χρησιμοποιούνται δημι­ουργικά μέχρι σήμερα, όπως μέτρον, ρυθμός, συμμετρία, αναλογία, τάξις, κό­σμος, συνεχές-διάκριτο, ομοιογένεια, ισοτροπία, κ.ά.

· Τέλος, έδωσαν απαντήσεις καθοδηγούμενοι από έναν εκπληκτικό συν­δυασμό ορθολογισμού, ενόρασης και παρατήρησης όχι όμως -εκτός ορι­σμένων εξαιρέσεων- από το πείραμα.

Στο τελευταίο αυτό σημείο έγκειται και η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του προσωκρατικού στοχασμού και της σύγχρονης φυσικής επιστήμης. Πεί­ραμα και μέτρηση παίζουν κατά τα τελευταία τριακόσια χρόνια καθοριστικό ρόλο στην αποδοχή ή απόρριψη μιας θεωρίας. Η οποιαδήποτε, επομένως, σύμπτωση - και υπάρχουν πολλές - προσωκρατικών αντιλήψεων με σύγχρο­νες επιστημονικές θεωρίες εκπηγάζει από διαφορετικούς τρόπους προσέγγι­σης και ερμηνείας και θα ήταν σοβαρό σφάλμα να θεωρηθεί ότι οι δεύτερες αποτελούν απλώς συνέχεια και πειραματική επιβεβαίωση των πρώτων.

Πώς θα μπορούσε να εξηγηθούν τότε αυτοί οι συχνά εκπληκτικοί πα­ραλληλισμοί; Συμβαίνει αυτό από καθαρή τύχη; Συμβαίνει επειδή οι στοχα­στές εκείνοι είχαν μια πηγαία διαίσθηση και ενόραση - εκτός από την έλλογη, κριτική ικανότητα - που τους οδηγούσε στη σωστή επιστημονική κατεύθυν­ση; Ή συμβαίνει επειδή ο δικός τους "τρόπος του σκέπτεσθαι" μπόλιασε όλην τη μετέπειτα εξέλιξη του ευρωπαϊκού στοχασμού, ώστε ο τελευταίος να βαδίζει πάνω στα δικά τους χνάρια; Με μια γενική απάντηση κινδυνεύουμε, τονίζοντας τις συμπτώσεις, να οδηγηθούμε σε εσφαλμένα συμπεράσματα ή, παραβλέποντας τις ομοιότητες, να αχθούμε σε μια υπεραπλούοτευση και τέ­λεια παρεξήγηση του έργου των Προσωκρατικών. Την απάντηση, κατά περί­πτωση, ας την ζυγίσει και ας την δώσει ο ίδιος ο αναγνώστης.
---------------------
1.   Απόσπασμα από το βιβλίο: Κων/νου Ι. Βάμβακα, Οι θεμελιωτές της Δυτικής Σκέψης - Ένας διαχρονικός παραλληλισμός μεταξύ Προσωκρατικού στοχασμού, Φιλοσοφίας και Φυσι­κής Επιστήμης. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2001.
2.    Vlastos, G, Cornfοrd's Principurn Sapientiae, 42-55
3.    Οι επόμενες περίοδοι είναι η περίοδος της αττικής φιλοσοφίας (5ος-4ος σι.π.Χ.) [Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης], η μεταριsτοτελική περίοδος (3ος-1 ος αι. π.Χ.) [Στωικοί, Επι­κούρειοι, Σκεπτικοί], η νεοπλατωνική περίοδος (Ιος-3οςαι. μ.Χ.) και η περίοδος της ελληνικής χριστιανικής φιλοσοφίας 9330-1353 μ.Χ.).
4.     Bacon, F., Novum Organum, 363
5.      Bacon, F., Novum Organum, 31
6.      Bacon, F., Novum Organum, 327, 333, 338
7.      Russell, B. Ιστορία της  Δυτικής Φιλοσοφίας, τομ. Β', 232 
8.       Feynman, R. Το νόημα των πραγμάτων, 39 
9.      Heisenberg, W., Der 7e/7 und dos Gonze, 80
10. Αν οι επιστήμονες ανέφεραν στις ανακοινώσεις τους πώς συνέλαβαν για πρώτη φορά τις θεωρίες τους, θα είχαμε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Μερικοί τι έκαναν: Ο χημικός F.Kekuli ονειρεύτηκε πρώτος τον κυκλικό χαρακτήρα του βενζολίου στον ύπνο του (Benfey. O.T., (of Chemical Education, Vol.35, 1958, 21 ). 0 W.Heisenberg, βραβείο Nobel Φυσικής, είχε μια στιγμιαία "φώτιση" (Ernüchterung) στην Ελγολάνδη, που τον έφερε στην τελική διατύπωση της κβαντομηχανικής θεωρίας του (Heisenberg, W., Wandlungen ¡n den Grundlagen der Naturwissenschaft, X)0 M.Calvin, βραβείο Nobel Χημείας, είχε μπροστά στο τιμόνι του αυτοκινήτου του μια στιγμιαία έμπνευση που τον οδήγησε στη γνωστή θεωρία του κύκλου φωτοσύνθεσης του διοξειδίου του άνθρακα (/.of Chemical Education, Vol.35, 1958,428).O C.Townes, βραβείο Nobel Φυσικής, συνέλαβε την ιδέα των laser καθώς ερέμβαζε ένα πρωινό στο πάρκο της Ουάσιγκτον (Roberts, R.M., Serendipity, 82).
11.   Stillman, D. Cp., C.Galileo. Dialogue Concerning the Two Chief World Systems, 327-328
12.   Popper, K., Bod: to the Presocratics. In: Popper, K., The World of Pormenides, 9.
13.    Einstein, Α., Mem Wektbild, 110-111
14.    Sambursky, S., Dos physikalische Weltbild der Antike, 608, 610
15.    Dórr, H.-P., Wssenscho/t und Wirklichkeit aber die Beziehung zwischen dem Weltbild der Physik und der eigentlichen Wirklichkeit, 33
16.    Heisenberg, W., Wandlungen ¡n den Grundlagen der Naturwissenschaft, 17
17.     Einstein, A., Mein Weltbild, 112
18.    Popper, Κ., Back to the Presocratics. In: Popper, K., The World of Parmenides, 12
19.     Popper, K., Rack to the Presocratics. In: Popper, K., The World of Parmenides, 12, 24.
20.     Sambursky, S., Dos phys/ta/isc/ie Weltbild der Antike, 619
21.     Μαλεβίτσης, Χ., Τα  μήλα των Εσπερίδων, 183
22.     Popper, K., Back to the Presocratics In: Popper, K., The World of Parmenides, 23.