Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Πώς είναι τελικά, οι ώριμοι άνθρωποι;

Η ωριμότητα συνεπάγεται και ευτυχίας; Υπάρχουν ειδικά χαρακτηριστικά που έχουν οι ώριμοι άνθρωποι; Ποια μαθήματα ζωής ακολουθούν και τί μπορούμε να διδαχθούμε από εκείνους;

Οι ώριμοι άνθρωποι, λοιπόν:
Αποδέχονται τον εαυτό τους, τους δικούς τους ανθρώπους και τους στόχους τους
Οι ώριμοι άνθρωποι έχουν αποδεχθεί τον εαυτό τους (ή, τουλάχιστον, βρίσκονται σε καλό δρόμο σε σχέση με αυτό). Αισθάνονται άνετα κοιτάζοντας το είδωλό τους στον καθρέφτη και δεν μπαίνουν στην παγίδα που κρύβει το κυνήγι της ομορφιάς και τα κοινωνικά πρότυπα. Ακόμη, οι ώριμοι άνθρωποι έχουν αποφασίσει ποιους ανθρώπους αξίζει να κρατήσουν στη ζωή τους και ποιους όχι. Γνωρίζουν πως κάποιες σχέσεις πρέπει να διακόπτονται όταν δεν προσφέρουν ευτυχία και ικανοποίηση, παρά μόνο ρουφούν ενέργεια. Όλα αυτά είναι μαθήματα και τρόπος ζωής για τους ώριμους ανθρώπους, που γνωρίζουν τί αγαπούν στη ζωή και το διεκδικούν και το υποστηρίζουν με κάθε τρόπο: γι’ αυτό, μην απορείτε όταν βλέπετε ανθρώπους να αφιερώνονται με πάθος στα χόμπι ή τις ιδέες τους· είναι κάτι που αγαπούν πολύ και ασχολούνται με αυτό γιατί τους γεμίζει χαρά.

Αγαπούν, εκφράζονται και δε χάνουν ούτε μια στιγμή

Η ικανότητα και το θάρρος πολλών να εκφράζουν ό,τι πραγματικά νιώθουν δεν είναι κάτι με το οποίο έχουν γεννηθεί: είναι ένα σημάδι επιτυχίας και ωριμότητας. Δεν είναι εύκολο να εκφράζουμε ό,τι νιώθουμε, ακόμη και αν αυτό είναι η αγάπη μας για ένα άτομο (πράγμα, δηλαδή, πολύ θετικό). Οι ώριμοι άνθρωποι το γνωρίζουν αυτό, αλλά γνωρίζουν επίσης πως η ζωή είναι μικρή και απρόβλεπτη, πως η σιωπή ισοδυναμεί με φόβους, καταπνιγμένες ιδέες και αισθήματα και με πολλές αγκυλώσεις. Έτσι, εκφράζονται, λένε αυτό που αληθινά νιώθουν και δε δράττουν απλώς τις ευκαιρίες ζωής που τους παρουσιάζονται, αλλά τις δημιουργούν κιόλας.

Ζητούν βοήθεια, αγκαλιάζουν την αποτυχία, έχουν ένα δίκτυο στήριξης

Ωριμότητα σημαίνει να γνωρίζει κανείς πότε χρειάζεται βοήθεια και να έχει το θάρρος να τη ζητά. Οι ώριμοι άνθρωποι ζητούν βοήθεια από τους άλλους χωρίς να θεωρούν κάτι τέτοιο ως δείγμα αδυναμίας ή ως ένδειξη ανεπάρκειας από μέρους τους σε κάποιο τομέα. Επίσης, είναι άνθρωποι που έχουν αποτύχει και έχουν κάνει λάθη στη ζωή τους και έχουν μάθει από αυτά. Γνωρίζουν πως η αποτυχία, η ήττα και τα λάθη είναι μέρος του παιχνιδιού και ο φόβος δεν τους κρατά πίσω. Οι ώριμοι άνθρωποι έχουν δίπλα τους ανθρώπους που γνωρίζουν ότι θα τους υποστηρίξουν και θα τους βοηθήσουν όταν χρειάζεται. Βρήκαν τη δύναμη να ξεκαθαρίσουν τις σχέσεις τους και να κρατήσουν δίπλα τους τα άτομα που μετρούν πραγματικά για αυτούς.

Δεν παραπονιούνται, χαίρονται για τους άλλους και συμπάσχουν με αυτούς

Με το πέρασμα των χρόνων μαθαίνουμε όλοι μας πως εκτός και εάν μιλάμε για ανυπολόγιστες απώλειες, ασθένειες ή σημαντικά προβλήματα επιβίωσης, όλα τα υπόλοιπα είναι κοινά προβλήματατων ανθρώπων που επιλύονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Σίγουρα όλα τα προβλήματα είναι σημαντικά για τον καθένα, αλλά με μια ώριμη ματιά και σκέψη θα δούμε πως λύσεις υπάρχουν. Οι ώριμοι άνθρωποι το γνωρίζουν αυτό καλά και γι’ αυτό δεν κάνουν (πολλά) παράπονα. Χαίρονται με τους άλλους και με την επιτυχία των γύρω τους γιατί ξέρουν πως αυτό θα κάνει και τη δική τους ζωή καλύτερη. Συμπάσχουν με τους γύρω τους και προσφέρουν βοήθεια και στήριξη όταν μπορούν και το επιθυμούν. Έτσι εκπέμπουν αγάπη και θετική διάθεση.

Αλλάζουν ό,τι μπορεί να αλλάξει και αποδέχονται τα γεγονότα

Πρόκειται για ένα σημάδι επιτυχίας και ευτυχίας, αλλά και ωριμότητας: όταν μπορούμε να αλλάξουμε κάτι που δε μας ικανοποιεί ή δε μας ταιριάζει γύρω μας, αυτό που οφείλουμε να κάνουμε είναι αναλάβουμε δράση. Όταν κάτι αλλάζει, σημαίνει ότι υπάρχει ελπίδα. Όταν, πάλι, είμαστε σε μια κατάσταση που δεν μπορούμε να αλλάξουμε, η πιο ώριμη αντιμετώπιση που μπορούμε να έχουμε ως προς αυτή είναι να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα, αλλά και να μάθουμε να αποδεχόμαστε κάποια γεγονότα.

Φλογερή Αλήθεια vs Παγωμένο Δόγμα

Η Κίνηση της Φλογερής Αλήθειας και Η Ακινησία του Παγωμένου Δόγματος

Η κίνηση της Φλογερής Αλήθειας, εκφράζει την δυναμική και ρευστή θεώρηση του κόσμου, όπου άπειρες δυνητικά, πραγματικότητες και κόσμοι συνυπάρχουν (φρακταλικά), τέμονται ή αποκλείονται αμοιβαίως. Στον ρευστό κόσμο της Φλόγας υπάρχει κίνηση και απεριόριστη ελευθερία. Ο Ακίνητος δογματικός Πάγος εκφράζει την άκαμπτη και στατική θεώρηση του κόσμου, παγ(ι)ωμένη και δογματική σε έναν τρόπο, μία οπτική, μία εξήγηση, μία γλώσσα, ένα νόημα, μια οπτική, δίχως κίνηση και δίχως ελευθερία. Φέρε στον νου σου ένα παγόβουνο και μια φωτιά, πως κινείται και υπάρχει το παγόβουνο και πως η φλόγα από την φωτιά.

Στους σκοτεινούς καιρούς όπου βασιλεύει η άγνοια, η απελπισία, ο αυτοματισμός, η ύπνωση των μαζών, η μετριότητα και η κακία, που εξαπλώνονται στον κόσμο από τις αρνητικές δυνάμεις κατοχής, υπάρχει και η αντίσταση, αυτή η αντίσταση μέσα στην κατοχή, κρατάει ζωντανή την αντιστασιακή «ροή πληροφορίας», σαν μια αποσπασματική ραδιοφωνική εκπομπή από άγνωστο ραδιοφωνικό σταθμό, που εκπέμπεται και λαμβάνεται από τους δέκτες που μπορούν να τη συλλάβουν, αλλά και να την αναμεταδώσουν.

Η έμπνευση, η ιδιαιτερότητα, αυτή η «ευαισθησία» προς τα ερεθίσματα της αντίστασης, μεταδίδεται από τους ανθρώπους που είναι ξενιστές αυτών των μηνυμάτων από «Αλλού», που αποτελούν ένα μυστικό δίκτυο, από το οποίο εξαρτάται ο αγώνας για την ελευθερία. Υπάρχουν άνθρωποι, έργα, μηνύματα, που είναι άνθη φωτός μέσα στα λιβάδια του σκότους. Διακρίνετε, μέσα στη σκοτεινιά.

Τη Φλόγα. Μέσα στον Πάγο που θέλει να ακινητοποιήσει τα πάντα στην απελπισία και στη μιζέρια, ζει και κινείται η Φλόγα, πάντα αναμμένη, αν και όχι ορατή απ’ όλους. Ο Πόλεμος της Φλόγας και του Πάγου: η αρχετυπική σύγκρουση στην οποία συμμετέχουν όλες οι συνειδητοποιημένες δυνάμεις, και την υφίστανται εν αγνοία τους όλες οι ασυνείδητες και η Φλόγα πρέπει να κρατηθεί αναμμένη. ALVINEAL

Ας δούμε δύο βασικές σκέψεις Φλόγας και Πάγου πού αντιπροσωπεύουν τις κατευθύνσεις του ανθρώπινου γίγνεσθαι.

> ‘Πρώτη σκέψη: “Τα Πάντα Ρεί, μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν” τα πάντα ρέουν και όλα χάνονται, ακατάπαυστα και είναι αυτή η συνεχής μεταβολή πού συνθέτει την ίδια την έννοια του κόσμου, την θεμελιώδη αρχή του, την έσχατη σημασία του. Όπως λέει ο Μέγας Ηράκλειτος.

«Ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ καθ’ Ἡράκλειτον οὐδὲ θνητῆς οὐσίας δὶς ἅψασθαι κατὰ ἕξιν (τῆς αὐτῆς)· ἀλλ’ ὀξύτητι καὶ τάχει μεταβολῆς σκίδνησι καὶ πάλιν συνάγει (μᾶλλον δὲ οὐδὲ πάλιν οὐδ’ ὕστερον, ἀλλ’ ἅμα συνίσταται καὶ ἀπολείπει) καὶ πρόσεισι καὶ ἄπεισι».

Δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι, κατά τον Ηράκλειτο, ούτε ν’ αγγίξουμε δυο φορές μια ουσία θνητή, γιατί σκορπίζεται και πάλι μαζεύεται με την οξύτητα και την ταχύτητα της μεταβολής, (και μάλιστα όχι πάλι, ούτε αργότερα, αλλά ταυτόχρονα εμφανίζεται και χάνεται) και πλησιάζει κι απομακρύνεται.

> Δεύτερη σκέψη: Ή Ιστορικοκοινωνική έξέλιξη άφου διήνυσε τά στάδια τής πρωτόγονης κοινωνίας, τής δουλοκτησίας καί του φεουδαλισμού, μπήκε στό στάδιο τοϋ καπιταλισμού καί άφοϋ όλοκληρώση τόν κύκλο τής καπιταλιστικής άναπτύξεως, θά περάση στό στάδιο τής «δικτατορίας τού προλεταριάτου» καί έν συνεχεία στό τελικό καί όριστικό στάδιο τού κομμουνισμού, όπωσδήπστε ταυτόχρονα σέ πολλές χώρες πού είναι καπιταλιστικά άνεπτυγμένες καί όχι στίς καπιταλιστικά ύπανάπτυκτες ή σέ μία μόνο χώρα μεμονωμένα;.

Στήν πρώτη σκέψη, πού άνήκει στόν Μέγα Έλληνα φιλόσοφο Ηράκλειτο τόν ’Εφέσιο, παρατηρούμε τά έξής χαρακτηριστικά:

Πρώτον, έχει γενικώτατη ισχύ πού καλύπτει δλους άνεξαίρετα τούς χώρους τού έπιστητού, χωρίς νά άφήνη τίποτε έξω άπ’ αύτήν. «Ολα ύπόκεινται σέ μεταβολή καί τίποτε δέν μένει άμετάβλητο στή Φύση, στή ζωή, στήν Ιστορία, στήν κοινωνία. Δέν υπάρχει τίποτε, άπό τό πιό σημαντικό εως τό πιό ασήμαντο, άπό τό πιό μικρό εως τό πιό μεγάλο, πού νά μπορή νά ξεφύγη άπό τό άπόλυτο κύρος της.

Δεύτερον, δέν ύπόκειται σέ κανένα περιορισμό, δέν σταματά σέ κανένα σημείο τού χρόνου ή τού χώρου, μετά άπό τό όποιο δέν θά ύπάρχη ή μεταβολή είναι ύπερχρονική καί ύπερτοπική, ίσχυε χθές, Ισχύει σήμερα καί θά ίσχύη αιώνια, στή Γή καί στό Σύμπαν, όπουδήποτε καί όποτεδήποτε.

Στη δεύτερη σκέψη, πού άνήκει οτούς «πατριάρχες» τού Ιστορικού καί διαλεκτικού ύλισμού Κ. Μάρξ καί Φρ. Ενγκελς, παρατηρούμε τά έξης χαρακτηριστικά:

Πρώτον, δέν έχει άπόλυτο κύρος, δέν καλύπτει τις ο ύ σ ί ε ς, όλους τούς τομείς του επίκτητου, Αδιαφορεί αν ή ισχύς της καλύπτη πχ. τούς χώρους τής άνόργανης ύλης, της βιολογίας κλπ., είναι εντοπισμένη στούς τομείς τής ιστορίας καί της κοινωνίας.

Δεύτερον, θέτει αυθαίρετους περιορισμούς, παρουσιάζει μερικότητα καί λογικήν «βλαστικότητα», δηλαδή άφ’ ένός καθορίζει τά στάδια τής Ιστορίας μέ Αποκλειστικά οικονομικά κριτήρια καί, άφ’ έτέρου, έντοπίζει τήν ιστορική έξέλιξη σέ καθωρισμένο χώρο (είδικά, ο Μάρξ πίστευε άμετακίνητα, ότι ή «προλεταριακή Επανάσταση» θά «ξεσποΰσε» στίς βιομηχανικά προηγμένες χώρες τής έποχής του ’Αγγλία, Βέλγιο, Γερμανία) καί σέ καθoρiσμένο χρόνο (τή στιγμή πού ό καπιταλισμός θά συμπλήρωνε τό τελευταίο στάδιο τής έξελίξεώς του). Επίσης, ένώ δέχεται, ότι ή Ιστορικοκοινωνική έξέλιξη προχωρεί σέ διάφορα στάδια μέχρι του προκομμουνιστικοΰ σταδίου (στάδιο τής «δικτατορίας του προλεταριάτου»), σταματά ατό κομμουνιστικό στάδιο, δέν καλύπτει τήν «μετακομμουνιστική» έξέλιξη καί στήν ουσία άντιφάσκει πρός τήν ίδια τήν «διαλεκτική» τής έξελίξεως, πάνω στήν όποία στηρίζεται.

Ή πρώτη σκέψη του ‘Ηράκλειτου είναι ή άληθινή (φλογερή) ή δεύτερη σκέψη των Μάρξ – Ενγκελς είναι ή δογματική (παγωμένη)

Ή άλήθεια (άπό τό α —στερητικό καί τό ρήμα λανθάνω, μου διαφεύγει κάτι, κάνω λάθος), έχει σάν κύριο χαρακτηριστικό της, ότι ξεκίνα άπό τήν Ελευθερία καί καταλήγει στήν Ελευθερία. Ή άλήθεια άναφέρεται σταθερά στήν άρχή πού συντηρεί καί ένώνει τόν Κόσμο, είναι στενά συνυφασμένη μέ τόν Λόγο πού καλύπτει τό ΕΙΝΑΙ καί τό γίγνεσθαι χωρίς νά βρίσκεται έξω άπ’ αύτά. Ή ά-λήθεια δέν ύπόκειται σέ τίποτε έξω άπό τήν ’Ελευθερία.

Απαραίτητη προϋπόθεση γιά νά «κινηθή» κανείς πρός τήν άλήθεια καί γιά νά είναι άλήθεια τό «τέρμα» τής «κινήσεώς» του είναι ή έλλειψη περιορισμών, ύποκειμενκών καί άντικειμενικών.

Αν ξεκινώ μέ κίνητρο μου κάποια «έπιθυμοΰσα θέληση», Επιδιώκοντας τήν ικανοποίησή της, άποκλείεται ή άντίληψή μου νά είναι όρθή. ’Επίσης, αν ή κατάληξη τής σκέψεώς μου έντάσσεται σέ κάποια έκ των προτέρων τεθειμένη «λογική» σκοπιμότητα, άποκλείεται ή τελική κρίση μου νά είναι άληθινή.

Είναι άπαραίτητο, έπομένως, νά έχω έναν υψηλό βαθμό έλευθερώσεως, μέσω τής όποίας θά έξευρίσκω ανάμεσα στίς έπιθυμοϋσες θελήσεις μου καί άνάμεσα στίς επιμέρους σκοπιμότητες τήν όρθή θέληση καί θά τήν κατευθύνω πρός ενα άπόλυτα έλεύθερο στόχο, πού δέν ύπόκειται σέ τίποτε άλλο έκτός άπό τόν έαυτό του.

Ή Ικανότητα τοΰ νά Εξευρίσκω τήν όρθή θέληση είναι ή αύτο-κυριαρχία καί ή ικανότητα νά κατευθύνω τήν όρθή θέληση στόν άπόλυτα έλεύθερο στόχο είναι ή σοφία. Ο άπόλυτος στόχος, κάτι δηλαδή πού στέκει αύτοδύναμα καί πέρα άπό τά έπΐ μέρους φαινόμενα, τόν υποκειμενισμό καί τό συμφέρον, είναι ή ιδέα.

Αλήθεια και Δόγμα – αλήθεια, κοινωνία, επιστήμη, πραγματικότητα, Ηράκλειτος, αυτογνωσία

Αύτή ή Ιδέα, τό σταθερό σημείο άναφορας τής σκέψεως γιά τήν προσπέλαση τής άλήθειας, βρίσκεται πάνω άπό τήν ύλη. Δέν τήν δημιουργούν οΐ αισθήσεις μας, ένυπάρχει σέ μάς. Οι αίσθήσεις μας καί οί πληροφορίες πού μάς παρέχουν δίνουν «όμοιώματα» άτελώς τής άλήθειας, άλλ’ όχι τήν ίδια τήν άλήθεια (’Αριστοτέλης). Μέ τήν έννοιαν αύτήν, έχουν κάποια χαλαρή σχέση μέ τήν άλήθεια — «έχει άλήθειάν τινα όψις καί άκοή του άνθρώπου» —άλλά όλες οι αισθήσεις είναι άδύνατον νά μάς δώσουν τήν ίδια τήν άλήθεια, πού ταυτίζεται μέ τήν ύπεραισθητή όντότητα τής άπόλυτης Ιδέας.

Έπομένως, ή άλήθεια δέν ταυτίζεται ·μέ τό γεγονός — πού ύπόκειται στό χρόνο καί τόν τόπο— δέν έχει άρχή καί δέν έχει τέλος, είναι άπειρη. Kύριο γνώρισμα τής γνώσεως τής άλήθειας είναι ή άρμονία μεταξύ τής όρθής θελήσεως καί τής Ιδέας πρός τήν όποια κατευθύνεται.

Στή σκέψη τού Ηράκλειτου ύποκρύπτεται ή Ιδέα τής δικαιοσύνης, καί μάλιστα στήν πιό καθαρή μορφή της, τό Ηρακλείτειο τρίπτυχο «πόλεμος»-«ερις»-«δίκη» ή άπόλυτη δηλαδή άυλη όντότητα πού Ισχύει καθολικά στή Φύση καί στήν Ιστορία καί έκφράζεται στόν αί-σθητό κόσμο μέ τόν συνεχή άγώνα μεταξύ των όντων, πού δίνει ά-τέρμονη κίνηση, άέναη μεταβολή στό Σύμπαν καί στή ζωή.

Ή ιδέα τής δικαιοσύνης είναι, όλες οΐ ιδέες, έμφυτες στόν Ανθρωπο. Ό Ηράκλειτος μέ όδηγό τήν Ιδέα αύτήν καί όχι τΙς αίσθήσεις του, έναρμόνισε τή σκέψη του πρός τό Λόγο, τήν άρχή που συντηρεί καί ένώνει τόν Κόσμο, καί συνέλαβε καί διετύπωσε ύπερχρονικά καί ύπερτοπικά μια Αλήθεια «Τα Πάντα Ρεί,μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν», ή όποία δέν άνετράπη ούτε θά άνατραπη ποτέ άπό τις έξελίξεις του Σύμπαντος, άπό τά γεγονότα καί τά φαινόμενα.

Ο Δογματισμός είναι το άντίθετο πρός τήν Ελευθερία, ύπόκειται σέ κάποιο ή κάποιους σκοπούς, ξένους πρός τήν άπόλυτη ιδέα καί καθοριζόμενους άπό τόν φορέα του, μέ βάση ό,τι ύποπίπτει στίς αίσθήσεις. Ή δογματική «άλήθεια» ύπηρετεί κάτι έξω άπ’ αύτήν, έξαλλοτριώνεται μέσα στήν άναγκαιότητα καί στόν αίσθητό κόσμο, χάνοντας άφ’ ένός τήν αύτοκυριαρχία της καί άφ’ έτέρου τήν μοναδικότητα του άπόλυτου ύπεραισθητοϋ στόχου, πρός τόν όποιο κατευθύνεται.

Ετσι ή δογματική «ά-λήθεια» καταντά νά ταυτίζεται μέ τό γεγονός, νά έχη χρονική άρχή καί χρονικό τέλος, νά είναι έπικαιρική, μή έλεύθερη καί πεπερασμένη. Ή άέναη μεταβολή, πού συνέλαβε ό ‘Ηράκλειτος, μετατρέπεται έτσι άπό τήν δογματική σκέψη σέ ε ξ έ λ ι ξ η, δηλαδή σέ σειρά γεγονότων που άρχίζουν καί τελειώνουν κάπου.

Ή ύποταγή αύτή ατό χρόνο καί χώρο κατά κανόνα όδηγεΐ στήν ύποδούλωοη της σκέψεως στήν πράξη. Γι αυτό όλες οΐ δογματικές «άλήθειες» κατευθυνονται σέ πρακτικούς στόχους: Στήν Παλαιά Διαθήκη ή άλήθεια νοείται μόνο σάν πράξη —«τήν άλήθειαν ποιεΐν» (υ) — καί στήν Λογοκρατία (Μαρξισμό καί Άστοκαπιταλισμό) νοείται μόνο σάν έξυπηρέτηση πρακτικών αίσθητών στόχων (oικovo-μία, έξουσία). Αύτοδύναιμη άλήθεια, άνεξάρτητη παντός περιορισμού, δέν υπάρχει στό δόγμα. Κύριο γνώρισμα του δόγματος είναι ή άποκοπή τής θελήσεως άπό τήν ιδέα.

Τό δόγμα είναι ψευδός σκόπιμο, καί κατασκευάζεται γιά νά εξυπηρετήση κάποιους, θά έλεγε κανείς, ότι οΐ δογματικοί είναι δημιούργημα τής άνελευθερίας, δηλαδή κάποιος βαθειας συναισθήσεως Αδυναμίας, κάποιου πρωτόγονου φόβου, πού προσπαθούν νά τόν άντιπαρέλθουν μέ τήν άνάπτυξη τής όρμής έπι βολής καί τή συγκέντρωση έξουσίας. « Τό δόγμα προσπαθεί νά άνακαλύψη δυνάμεις πού θά τις χρησιμοποίηση γιά τήν έφαρμογή του π.χ. τήν Εκκλησία ή τήν δύναμη τών «προλεταρίων», τείνει νά γίνη μέ τεχνητά μέσα «πραγματικότητα» (κατ’ άνάγκην τεχνητή καί ψευδής).

Τό στοιχείο του ψεύδους πού ένυπήρχε στήν σκέψη τών Μάρξ – ‘Ενγκελς πού άναφέραμε, άποκαλύφθηκε άπό τήν ιδια τήν ιστορικοκοινωνική έξέλιξη: ή προλεταριακή έπανάσταση δέν έκδηλώθηκε σάν «νομοτελειακό γεγονός» στις «καπιταλιστικά άνεπτυγμένες» χώρες ’Αγγλία, Βέλγιο, Γερμανία κλπ., στις όποιες μέχρι σήμερα δέν υπάρχει καμμιά τέτοια προοπτική, άλλά έπεβλήθη τεχνητά καί βίαια σάν έξουσία σέ μιά «καπιταλιστικά ύπανάπτυκτη» χώρα, τήν τσαρική Ρωσία, πράγμα πού δέν «προφήτεφαν» ποτέ οι δύο πατριάρχες τού Μαρξισμού, προβλέποντας, αντίθετα, ότι στή χώρα αύτή άπεκλείετο οίαδήποτε μορφή κομμουνισμού. ’Επίσης ή έπανάσταση δέν έπεβλήθη ταυτόχρονα σέ πολλές χώρες, άλλά σέ μία —στις υπόλοιπες χώρες (Πολωνία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ούγγαρία κλπ.) έγκαθιδρύθηκε βίαια κατόπιν στρατιωτικής καταλήψεώς τους άπό τά σοβιετικά στρατεύματα (ή, άργότερα σέ άλλες χώρες, «μεθοδεύθηκε» κατόπιν καταλλήλων πολιτικών «χειρισμών» της Διεθνούς Έξουσίας).

Τό μαρξιστικό ψεύδος άπορρέει, πρώτον, άπό τήν σκόπιμα στενή οικονομική άνάλυση της Ιστορίας, πού στηρίζεται στίς αισθήσεις καί όχι στήν ιδέα καί, δεύτερον, άπό τό δόγμα τής κομμουνιστικής κοινωνίας, μιάς κοινωνίας, δηλαδή, στηριζόμενης σέ μιά τεχνητή άρχή, όχι ιδέα, τήν άρχή της ισότητας. Ή άρχή τής ισότητας είναι δογματική (ψευδής, αυθαίρετη καί «συμβατική»), δέν είναι Εμφυτη στόν άνθρωπο καί δέν ισχύει πουθενά στή Φύση, ούτε στήν ιστορία.

Ό μεγαλύτερος έχθρός της άλήθειας είναι τό δόγμα. Παρεμβαίνει σάν φράγμα μεταξύ της όρθής θελήσεως καί της άλήθειας καί καταστρέφει τΙς προϋποθέσεις γιά τήν έλευθερωμένη πορεία τής άνθρώπινης σκέψεως πρός τήν ουσία τής ζωής καί τού Κόσμου. Τό δόγμα στήν πραγματικότητα είναι άνίκανο νά πράξη κάτι περισσότερο άπό τήν διαστρέβλωση τής σκέψεως καί τό πάγωμα στήν πρόοδο της ’Επιστήμης. Τό δόγμα άπλώς προσπαθεί νά έκμεταλλευθή πρακτικά ώρισμένα γεγονότα καί φαινόμενα, φυσικά ή κοινωνικά, γιά νά καρπωθή κάτι άπ’ αύτά.

’Αποτέλεσμα του δόγματος είναι ή τεχνοκρατία, αύτό τό υποκατάστατο τής Επιστήμης, που χωρίς νά προάγη τήν άλήθεια, υπηρετεΐ τήν σκοπιμότητα, τήν Εξουσία, τήν οίκονομία, τό συμφέρον. Ή «τεχνοκρατική πρόοδος» δέν είναι πρόοδος τής Επιστήμης. Ή πίστη οτι ή σημερινή Επιστήμη βρίσκεται σέ πιό προηγμένο έπίπεδο άπό κάθε άλλη προγενέστερη περίοδο άποτελεΐ τήν μεγαλύτερη ψευδαίσθηση τής έποχής μας.

Ή σκέψη μετά τήν έπιβολή των λογοκρατικών δογμάτων όχι μόνο δέν πλησιάζει τήν άλήθεια, άλλά άπομακρυνεται σταθερά άπ’ αύτήν. Ή Επιστήμη χάνοντας τόν άπόλυτο στόχο της, τήν ιδέα, περιορίζεται όλο καί περισσότερο στή συναρίθμηση διαφόρων φαινομένων, φυσικών καί κοινωνικών, προσπαθώντας νά συναγάγη «νόμους», μέ δάση τή διαστρεβλωμένη μορφή τής σκέψεως, τήν γνωστή σάν «παραεπιστήμη» τής Στατιστικής, πού θεωρεί έξωτερικά, έπιφανειακά τήν άλήθεια, σκέπτεται π ο σ ο τ ι κ ά, καί είναι άπολύτως άνίκανη νά συλλάβη ποιοτικά τήν ούσία του φυσικου καί ιστορικού ΕΙΝΑΙ καί γίγνεσθαι. Ή έποχή πού ζουμε είναι ή έποχή τής τεχνοκρατίας καί όχι τής Επιστήμης,

Ή καθαρή Επιστήμη, μέ έλάχιστες έξαιρέσεις, βρίσκεται οτήν πραγματικότητα στό σημείο πού τήν παρέδωσαν οΐ έλευθερωμένοι, οΐ μή δογματικοί έπιοτήμονες. Ετσι, ή Λογική του ’Αριστοτέλους δέν έχει έμπλουτιοθή σέ τίποτε άπό τούς νεώτερους, ή Γεωμετρία τού Ευκλείδη παραμένει στό σημείο πού τήν άφησαν οΐ δημιουργοί της άρχαΐοι «Έλληνες μαθηματικοί, ή πολιτική ’Επιστήμη βρίσκεται έκεΐ πού τήν έφθασεν ό ‘Αριστοτέλης, ή φιλοσοφία έχει σταματήσει στόν Πλάτωνα καί τόν ‘Αριστοτέλη, αν όχι στόν Ηράκλειτο, καί οΰτω καθεξής. ‘

Από καθαρά επιστημονική άποψη, στήν έποχή τού παγ(ι)ωμένου δογματισμού, οΐ «προσθήκες» πού γίνονται στήν άνθρώτηνη γνώση δέν άποτελοΰν άλήθειες, άλλά κατά κανόνα άπλές πρακτικές έφαρμογές, «έφευρήματα» ή και ώμές διαστρεβλώσεις των άληθειών, ιδίως στίς θεωρητικές έπιστήμες, κατά τρόπο πού «βολεύει» καί ύπηρετεϊ τήν κρατούσα τάξη πραγμάτων.

Ή άλήθεια έπαψε νά είναι άλήθεια άπό τότε πού ύποδουλώθηκε στή σκοπιμότητα. Ό κόσμος όλοένα καί περισσότερο βυθίζεται στό πέλαγος τού σκοταδισμού, τρέφοντας τήν αυταπάτη ότι γίνεται σοφώτερος, χάρη στήν τύφλωση πού τού δημιουργεί ή λογοκρατική δογματική εξουσία, γιά νά τόν άποκοιμίζη καί γιά νά διαιωνίζη έτσι τήν άθλια κυριαρχία της.

Άνθρωπον Ζητώ

Οι περισσότεροι άνθρωποι, παρόλο που έχουν την εµφάνιση ανθρώπων, δεν είναι άνθρωποι!
Αυτοί που αγαπούν το Θεό δεν έχουν θρησκεία παρά τον ίδιο το Θεό.
Ζώντας µια ενάρετη και φυσική ζωή ήταν ο µόνος τρόπος για να είναι κανείς ευτυχισµένος.

Άνθρωπον ζητούµε απεγνωσµένα

Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας η παροιµιώδης ρήση του Κυνικού φιλοσόφου Διογένη, “Άνθρωπον Ζητώ”, δεν ήταν τόσο επίκαιρη όσο σήµερα κι αυτό όχι γιατί οι άνθρωποι είναι σήµερα χειρότεροι απ’ ότι ήταν τον 4ο και 3ο αιώνα π.κ.ε. αλλά διότι στη εποχή µας – εποχή της αστραπιαίας µετάδοσης των κακών ειδήσεων µέσω των ηλεκτρονικών Μέσων Μαζικής Ενηµέρωσης – η συνειδητοποίηση της επιτακτικής ανάγκης ύπαρξης Ανθρώπων σε κάθε τοµέα της δηµόσιας και ιδιωτικής ζωής είναι σχεδόν καθολική.

Άνθρωπον ζητούµε απεγνωσµένα στην εθνική και διεθνή πολιτική σκηνή που να βάλει κάποια τάξη στην αταξία και στην σύγχυση, που επικρατεί παντού και ζητούµε Άνθρωπον στη Δηµόσια Διοίκηση, στον τοµέα της Υγείας, στην Παιδεία – εκεί κατ’ εξοχήν – στη µικρή κοινωνία που ζούµε, στην πολυκατοικία µας, στην παρέα µας και µέσα στην ίδια την οικογένεια, τη µικρογραφία της κοινωνίας.

Σαν το Διογένη όλοι εµείς οι “Άνθρωποι” κρατώντας το δικό µας φανάρι, ψάχνουµε για Άνθρωπο µε όλη τη σηµασία της λέξης – Άνθρωπο µε ανθρωπιά, µε κοινό νου, µε χαρακτήρα, µε ηθικές αρχές και αξίες, µε υψηλούς στόχους και ιδανικά, µε αυτοσεβασµό και φιλότιµο. Το θλιβερό, βέβαια, είναι ότι οι περισσότεροι από µας (ευτυχώς όχι όλοι) δε µπήκαµε ποτέ στον κόπο να ψάξουµε πρώτα για τον Άνθρωπο µέσα µας, άλλα έχουμε αφήσει ανεξέλεγκτο το κοινό ανθρωπάκι και καταδυναστεύει την ζωή μας.

Κάνατε κάποτε ειλικρινά και θαρραλέα την αυτοκριτική σας – βρήκατε το χρόνο ή τη διάθεση για κάτι τέτοιο. Είχατε την πρόθεση ή την διάθεση έστω ν’ ανακαλύψετε τα δικά σας ελαττώµατα και ν’ αναδείξετε τις δικές σας αρετές· κι αν το κάνατε, ήταν συνήθως εντελώς περιστασιακά κι επιπόλαια, και γι’ αυτό ίσως δεν δικαιούσθε να κρίνετε τους άλλους, που το έχουν κάνει ή το κάνουν καθημερινά. Σε κάθε περίπτωση, στη σηµερινή αποπνικτική ατµόσφαιρα της χυδαιότητας, της αδικίας, της βίας και του συβαριτισµού, έχω τη γνώµη ότι θα ήταν χρήσιµο να ρίξουμε (όλοι μας ) λίγο φως µέσα µας και γύρω µας µε το φανάρι του Διογένη, δηλαδή µε τη φιλοσοφία του, µ’ άλλα λόγια να µελετήσουµε και αν ΕΦΑΡΜΟΣΟΥΜΕ, την σκοπίμως ξεχασµένη και επιπόλαια παρεξηγηµένη Κυνική Φιλοσοφία.

Ο Κυνισµός, σαν φιλοσοφία, γεννήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα, από αντίδραση προς τον παραλογισµό του κατεστηµένου Δημοκρατικού Πολιτεύματος
Οι Κυνικοί φιλόσοφοι κατηγορήθηκαν ότι αποστρέφονταν προκλητικά τον πολιτισµό της εποχής τους. H αλήθεια, όµως, είναι ότι δεν αποστρέφονταν τον πολιτισµό καθεαυτό αλλά είχαν αντίρρηση προς τις παρενέργειές του. Ο Κυνικός φιλόσοφος έβλεπε την κοινωνία περίπου σαν ένα τεράστιο τρελοκοµείο, ή θέατρο, όπου καθηµερινά δίνονταν ανόητες παραστάσεις που δε σήµαιναν τίποτα και δεν πετύχαιναν κανένα στόχο, αλλά απλά προκαλούσαν περισσότερη σύγχυση και ζαλάδα στους ανθρώπους.

Αντιστεκόµενος σθεναρά σ’ αυτού του είδους τον πολιτισµό” της κυριαρχίας των παράλογων πάνω στους συνετούς και των ισχυρών πάνω στους αδύνατους, ο Διογένης ύψωσε τη φωνή του στον Αλέξανδρο, λέγοντάς του, “Μη µου κρύβεις τον ήλιο”!  Η αλληγορική ή και κυριολεκτική, αυτή φράση του Κυνικού Διογένη, µας αφορά και σήµερα. Είναι πολλοί εκείνοι που µας κλέβουν το χαµόγελο και µας κρύβουν τον “ήλιο” Είναι πολλοί οι εξουσιαστές που κινούνται µηχανικά κυνηγώντας τις κενές αυταπάτες του πλούτου, της δύναµης και της φήµης, συντρίβοντας ανελέητα όσους σταθούν εµπόδιο στο δρόµο τους.

“Μη µας κρύβετε τον ήλιο”, βοούν, ψιθυριστά ή φωναχτά, όσοι καταφέρνουν, µέσα στη γενική έκπτωση αρχών και αξιών της σηµερινής κουλτούρας της κατανάλωσης, και παρά τις θολές και διαστρεβλωµένες εικόνες της πραγµατικότητας, να διατηρούν ίχνη κοινής λογικής και καθαρής συνείδησης, ελπίζοντας ακόµη σε κάτι καλύτερο. Στη θλιβερή εικόνα της αρχαίας κοινωνίας οι Κυνικοί φιλόσοφοι είχαν αντιδράσει δυναµικά , ίσως κάποιοι απ’ αυτούς, ενίοτε, και µε ακραίο τρόπο, σε µια απεγνωσµένη προσπάθεια να κλονίσουν τα βάθρα εκείνων που τους έκρυβαν τον “ήλιο”.

Επαναστάτησαν ειρηνικά εναντίoν των κακών συνεπειών του πολιτισµού της εποχής των, και µας στέλνουν ένα ηχηρό διαχρονικό µήνυµα να προσπαθήσουµε να κάνουµε κι εµείς το ίδιο σήµερα. Θα βρεθούν κάποτε κάποιοι ανάµεσά µας, έστω και λίγοι, ν’ απαιτήσουν σθεναρά απ’ όλους εκείνους που µας κρύβουν τον ήλιο της ελπίδας να κάνουν στην άκρη, µπας και ξηµερώσουν πιο φωτεινές µέρες για όλους µας; Αυτό είναι το ζητούµενο – “ίσως µόνο για τους ροµαντικούς και τους αιθεροβάµονες”, θ’ αντιτείνουν οι ρεαλιστές και οι απαισιόδοξοι.

Ας ξαναρίξουμε μια ματιά,  στις βασικές αρχές της Κυνικής φιλοσοφίας µέσα από τις σελίδες του σύντοµου αλλά περιεκτικού τούτου πονήµατος, κι ας δούµε τι θετικό και πρακτικό µπορούµε ν’ αντλήσουµε που θα συντελούσε στο να φωτίσει τη ζωή µας. Στο κάτω-κάτω, αν είναι δύσκολο ν’ αλλάξει η κοινωνία, στο χέρι µας είναι, αν το θελήσουµε, ν’ αλλάξουµε τον εαυτό µας και το βαθµό που µας επηρεάζουν τα κακώς κείµενα γύρω µας. Εξάλλου, όπως θα δείτε, οι περισσότεροι Κυνικοί διέθεταν και πικάντικο χιούµορ, πράγµα που κάνει την ανάγνωση ευχάριστη.

Βεβαίως υπάρχουν και οι πολέµιοι του Κυνισµού, οι οποίοι υπερτονίζουν κάποιες έντονα προκλητικές συµπεριφορές συγκεκριµένων Κυνικών, όμως ήταν µεµονωµένες.  Άλλωστε, η καθηµερινότητα είναι γεµάτη από αρνητικά πρότυπα και ερεθίσµατα και όλοι χρειαζόµαστε θετικά µηνύµατα για να πάρουµε µια βαθιά ανάσα και να κάνουµε αποτοξίνωση της σκέψης µας.

Ο Κυνισµός εκδηλώθηκε ως κίνηµα κατά τον 4ο π.κ.ε. αιώνα

Σαν εναντίωση στον καθιερωµένο τρόπο ζωής που ήταν συχνά ασυµβίβαστος µε τη κοινή λογική. Η φιλοσοφία του Κυνισµού είχε στόχο να επιτύχει ο άνθρωπος αταραξία µέσω της θεληµατικής αποξένωσής του από την κοινωνία, και ν’ αποκτήσει ευδαιµονία και αυτάρκεια µε όσο το δυνατό πιο απλά, προσιτά και φυσικά µέσα.

Για τους Κυνικούς, η ενάρετη ζωή συνίστατο στη νίκη του ανθρώπου πάνω στις επιθυµίες του. Η κυριαρχία της λογικής πάνω στα πάθη ήταν βασικό αξίωµα της Κυνικής σκέψης. Η µελέτη της φιλοσοφίας του Κυνισµού δεν είναι εύκολη υπόθεση καθώς δεν διασώζονται αυθεντικά κείµενα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Στο Λεξικό της Ιστορίας των Ιδεών αναφέρεται ότι το πρόβληµα του Κυνισµού είναι στη ουσία πρόβληµα που αφορά στις πηγές του.

Η γνώση µας για τον Κυνισµό και τους Κυνικούς βασίζεται κυρίως στις πληροφορίες µεταγενέστερων συγγραφέων από αναφορές που βρέθηκαν διασκορπισµένες σε πολλά αρχαία κείµενα, στην πλούσια συλλογή ανεκδότων, και σε επιστολές αµφισβητούµενης αυθεντικότητας που είδαν το φως της δηµοσιότητας πολύ αργότερα. Για το λόγο αυτό η ερµηνεία των µεµονωµένων προτάσεων και περιλήψεων πρέπει να γίνεται µε επιφύλαξη και πάντα κάτω από το πρίσµα της ιστορίας των ιδεών που είχαν σχέση µε τους Κυνικούς. Σε τούτο ακριβώς οφείλεται το γεγονός ότι οι ερευνητές ενίοτε καταλήγουν σε διαφορετικές απόψεις.

Υπάρχουν βέβαια και κάποια κεντρικά αξιώµατα του Κυνισµού πάνω στα οποία οι περισσότεροι συµφωνούν. Οι Κυνικοί, µε το ζωντανό τους παράδειγµα και το λιτό τρόπο ζωής τους, προσπαθούσαν ν’ ανακουφίσουν τον ανθρώπινο πόνο που προκαλούσε ο λανθασµένος τρόπος ζωής. Πάντως, οι περισσότεροι Κυνικοί δεν αποκήρυτταν εντελώς το συµβατικό τρόπο ζωής, αν και επέλεγαν τους φίλους τους µόνο µεταξύ των συντρόφων τους Κυνικών. Ένας από τους λόγους ήταν το ότι οι Κυνικοί θεωρούσαν πως οι περισσότεροι άνθρωποι, παρόλο που έχουν την εµφάνιση ανθρώπων, δεν είναι άνθρωποι!

Οι Κυνικοί πίστευαν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν πλανηθεί στο να θεωρούν τους εαυτούς των έξυπνους και ευπρεπείς, όταν στην πραγµατικότητα δεν ήταν παρά καµουφλαρισµένοι απατεώνες και ρουφιάνοι, και γι’ αυτό το λόγο δεν ήταν αληθινοί άνθρωποι. Ο Διογένης εξέφρασε αυτή την Κυνική άποψη, όταν αναχωρούσε από ένα δηµόσιο λουτρό. Ρωτήθηκε εάν ήταν πολλοί άνθρωποι λουόµενοι, και απάντησε ότι “ήταν λίγοι άνθρωποι αλλά µεγάλο πλήθος λουοµένων.”

Ένας άλλος λόγος που οι Κυνικοί επέλεγαν για φίλους τους µόνο άλλους Κυνικούς ήταν οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Οι Κυνικοί γενικώς περιφρονούσαν την κρατούσα θρησκεία της εποχής τους. Δεν είχαν διάθεση ή χρόνο  για πολυθεϊστικές ή µονοθεϊστικές δεισιδαιµονίες και δοξασίες. Ήταν δύσπιστοι ως προς τα θρησκευτικά τελετουργικά και τα θεωρούσαν παιχνίδια που δηµιουργήθηκαν για την ψυχαγωγία και την παρηγοριά του πλήθους.

Δεν απέδιδαν καµία αξία στις θεογονίες και τους ανθρωποµορφικούς µύθους των θεών. Οι Κυνικοί προσπάθησαν να εξαλείψουν τις θρησκευτικές πρακτικές, συχνά µε σαρκασµό και γελοιοποίηση, ή µε καταγγελία και καταδίκη, και βασικά υιοθετώντας συµπεριφορές που ήταν αντίθετες µ’ αυτές τις δοξασίες και πρακτικές. Ο λόγος που οι ίδιοι καταδίκαζαν τις κρατούσες θρησκείες ήταν επειδή είχαν αποτύχει στο να προσφέρουν πρακτική καθοδήγηση στις καθηµερινές υποθέσεις και το αυτό συμβαίνει μέχρι σήμερα.

Παρά ταύτα, οι Κυνικοί δεν ήταν άθεοι και δεν είχαν αποκηρύξει εντελώς ολόκληρη την οργανωµένη θρησκεία. Όµως, πίστευαν πως ήταν απεσταλµένοι του Θεού, και σαν τέτοιοι δεν χρειάζονταν την οργανωµένη θρησκεία, διότι αυτοί που αγαπούν το Θεό δεν έχουν θρησκεία παρά τον ίδιο το Θεό. Οι Κυνικοί πίστευαν πως ήταν οι de facto ηγέτες, και οι µόνοι αληθινοί άνδρες της πολιτικής και της θρησκείας, που εργάζονταν για το διαφωτισµό των µαζών. Επιδίωξαν να ζουν σύµφωνα µε τους σαφώς καθορισµένους στόχους των και κάτω από την καθοδήγηση ενός ελεύθερα επιλεγµένου σκοπού του Θεού, παρά να γίνουν οπαδοί µιας θρησκείας µέσω κίβδηλων τελετουργικών και άλλων απατηλών πρακτικών.

Κανένα από τα γραπτά των ίδιων των Κυνικών δεν διασώζεται εξ’ ολοκλήρου. Η πιο εκτεταµένη αρχαία αναφορά στους Κυνικούς βρίσκεται στο 6ο βιβλίο, «Περί βίων δογµάτων και αποφθεγµάτων των εν φιλοσοφία ευδοκιµησάντων», του εκ Κιλικίας Έλληνα ιστοριογράφου της Φιλοσοφίας της Αρχαιότητας, Διογένη Λαέρτιου, που έζησε κατά τον 3ο µ.κ.ε. αιώνα. Εν τούτοις και αυτή η πηγή αµφισβητήθηκε ως προς την αξιοπιστία της από κάποιους µεταγενέστερους σχολαστικούς.

Όπως γράφει ο Luis E. Navia στην κριτική του µελέτη για τον  Κλασσικό Κυνισµό, το Κυνικό κίνηµα θεωρείται ως ένα από τα πιο προκλητικά φαινόµενα της διανόησης στην ιστορία της Δύσης. Οι Κυνικοί, µε το κήρυγµά τους, που ήταν κάτι σαν κοινωνικό ευαγγέλιο και πολιτική διαµαρτυρία, στόχευαν στην υπονόµευση των εθίµων και της συµβατικότητας των συγχρόνων τους. Από την πρώτη δεκαετία του 4ου π.κ.ε. αιώνα, σύντοµα µετά την εκτέλεση του Σωκράτη, µέχρι τις τελευταίες στιγµές της Ρωµαϊκής αυτοκρατορίας όπου τα ορατά ίχνη της κλασσικής εποχής σβήνονταν από τις ορδές των Βαρβάρων και καταπνίγονταν από το σκοταδισμό του Χριστιανισµού, οι Κυνικοί ήταν γνώριµη παρουσία στον κλασσικό κόσµο.

Το επαναστατικό τους µήνυµα ακουγόταν τόσο στις αγορές από απλούς ανθρώπους όσο και στις αυλές ηγεµόνων και τα παλάτια αυτοκρατόρων. Πάντως, πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο Κυνισµός δεν υπήρξε ποτέ ένα µονολιθικό φιλοσοφικό κίνηµα µε συγκεκριµένο  “φιλοσοφικό δόγµα”, δηλαδή δεν υπήρξε αυτό που θα αποκαλούσαµε “σχολή” φιλοσοφίας, Η γνήσια φιλοσοφική σκέψη ουδέποτε μπαίνει σε καλούπια και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει “φιλοσοφικό δόγμα” το δόγμα και η φιλοσοφία είναι εκ διαμέτρου αντίθετα όπως η φιλοσοφία και η θρησκεία και όπως η φλόγα και ο πάγος.

Σύµφωνα µε τη µελέτη του Luis E. Navia, ο Κυνισµός συνιστούσε, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, ένα άµορφο κίνηµα διανοητικής και κοινωνικής ανταρσίας εναντίον πολλών δοξασιών και πρακτικών. Από το τέλος του 19ου αιώνα αρκετοί σχολαστικοί άρχισαν ν’’ ασχολούνται σοβαρά µε τον Κυνισµό και την προέλευσή του. Το ενδιαφέρον τους εκδηλώθηκε κυρίως από την εποχή που ο Ferdinand Dummler δηµοσίευσε τη διατριβή του µε τον τίτλο  Αντισθενικά (Antisthenica), το 1882.

Ο Dummler πίστευε πως είχε ανακαλύψει στο έργο του Πλάτωνα µια ολόκληρη σειρά από επιθετικές αναφορές για τον Αντισθένη, το φερόµενο ως ιδρυτή του Κυνισµού. Στη συνέχεια, βέβαια, οι θέσεις του Dummler πολεµήθηκαν ως ακραίες από άλλους σχολαστικούς, ενώ ο ρόλος του Αντισθένη ως ιδρυτού της φιλοσοφικής σχολής δεν τέθηκε σε αµφισβήτηση.

Ο όρος ‘Κυνικός’, σύµφωνα µε τις πηγές, προέρχεται από το Κυνόσαργες, ένα από τα τρία µεγάλα γυµναστήρια των Αθηνών, που βρισκόταν στα νοτιοανατολικά της πόλης, αµέσως έξω από το τείχος. Εκεί λέγεται πως δίδασκε ο Αντισθένης την Κυνική διδασκαλία. Το Κυνόσαργες πήρε τ’ όνοµά του διότι κάποια  φορά που οι Αθηναίοι πρόσφεραν θυσία στον Ηρακλή, ένας σκύλος της ράτσας “άργος” άρπαξε τους µηρούς του ζώου από  το θυσιαστήριο και στη συνέχεια καταδιωκόµενος έτρεξε και τους άφησε στο µέρος εκείνο. Έκπληκτοι οι Αθηναίοι έσπευσαν  να συµβουλευτούν το Μαντείο των Δελφών µε ποιο τρόπο έπρεπε να εξιλεώσουν τον Ηρακλή. Ο χρησµός που έλαβαν ήταν να ιδρύσουν ιερό στο µέρος που ο σκύλος εγκατέλειψε το θυσίασµα. Πράγµατι, οι Αθηναίοι ίδρυσαν στο σηµείο αυτό  ιερό το οποίο ονόµασαν Κυνόσαργες, από το όνοµα του σκύλου (κυνός+άργος).

Το Κυνόσαργες, λοιπόν, έγινε Γυµνάσιο για τους “νόθους”, δηλαδή τους µη γνήσιους (από πατέρα και µητέρα) νεαρούς  Αθηναίους. Οι νόθοι δεν έπαιρναν αθηναϊκή υπηκοότητα διότι είχαν γεννηθεί από µητέρα σκλάβα, ή ξένη, ή πόρνη. “Νόθοι” ήταν επίσης και όσοι είχαν γεννηθεί από Αθηναίους γονείς οι οποίοι δεν ήταν νόµιµα παντρεµένοι. Στο Κυνόσαργες χτίστηκε και περίφηµο ιερό αφιερωµένο στον (επίσης νόθο) ήρωα Ηρακλή. Αξίζει να σηµειώσουµε ότι εκεί γυµναζόταν και ο Θεµιστοκλής – “νόθος” ων λόγω αλλοδαπής µητέρας – ο οποίος λέγεται πως κατέβαλε πολλές προσπάθειες για να πείσει τους γνήσιους νεαρούς Αθηναίους να τον ακολουθήσουν στο Κυνόσαργες κι έτσι να εξαλειφθεί η διάκριση. Δεν το κατόρθωσε, όµως.

Εν τούτοις, µεταγενέστερη παράδοση θέλει τον όρο ‘Κυνικός’ να προέρχεται από τον τρόπο ζωής των Κυνικών φιλοσόφων: «Αρέσκει τούτοις κυνών µεταµφιένυσθαι βίον».

Στην αρχαιότητα, οι σκύλοι ήταν το σύµβολο της έλλειψης ντροπής. Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε από τις δύο ερµηνείες κι αν είναι σωστή, είναι άξιο να σηµειωθεί ότι οι Κυνικοί είχαν συµφωνήσει να έχουν σαν κοινό τους σύµβολο ένα σκύλο (κύνα), όπως φαίνεται και από την ταφόπετρα του Διογένη του Σινωπέα. Ο Αριστοτέλης δικαιολόγησε την ταµπέλα “Κυνικοί” µε τους εξής τρόπους:

> Η αδιαφορία ως προς τον τρόπο ζωής τους µοιάζει µ’ εκείνη των σκύλων. Περπατούσαν ξυπόλυτοι, έτρωγαν σε δηµόσιους χώρους, κλπ.

> Ο σκύλος (κύων) είναι ένα ζώο που δε νιώθει ντροπή. Οι Κυνικοί εφάρµοσαν την αδιαντροπιά ως τρόπο ζωής, όχι πως θεωρούσαν ότι ήταν κατώτεροι της µετριοφροσύνης, αλλά ανώτεροι αυτής.

> Ο σκύλος είναι ένα ζώο-φύλακας, και οι Κυνικοί φρουρούσαν τις αρχές της φιλοσοφίας τους µε µεγάλο ζήλο.

>Ο σκύλος είναι ένα ζώο που διαθέτει διάκριση στο να ξεχωρίζει τους φίλους από τους εχθρούς. Έτσι και οι Κυνικοί αναγνωρίζουν ως φίλους αυτούς που διάκεινται θετικά προς τη φιλοσοφία τους και τους δέχονται µε καλοσύνη, ενώ διώχνουν µε “γαυγίσµατα” εκείνους που είναι ανεπίδεκτοι.

Ο Κυνισµός ξεκίνησε από την ηθική θεώρηση του Σωκράτη που αναφερόταν στην αναγκαιότητα του µέτρου και της αυταπάρνησης. Με αυτό το ηθικό στοιχείο συνδύασε τις διαλεκτικές και τις ρητορικές µεθόδους των Ελεατικών και των Σοφιστών. Όµως διέστρεψε και τις δύο επιρροές από την αρχική τους χρήση: η Σωκρατική ηθική άλλαξε από τους Κυνικούς σε µια χωρίς διάκριση απαξίωση της γνώσης, της ευγένειας και της κοινής ευπρέπειας, ενώ οι µέθοδοι των Ελεατικών και των Σοφιστών έγιναν στα χέρια των Κυνικών συχνά όργανο φιλονικίας (Εριστική Μέθοδος) παρά ένα µέσον για την αναζήτηση της αλήθειας.

H Julie Piering, καθηγήτρια και ερευνήτρια της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήµιο του Arkansas, στο Little Rock των Ηνωµένων Πολιτειών, γράφει µεταξύ άλλων: “Οι Κυνικοί είναι µια από τις µικρότερες Σωκρατικές σχολές. Στην πραγµατικότητα δεν υπήρξαν ποτέ µια “καλά οργανωµένη Σχολή” .

Οι Κυνικοί ταύτιζαν την ενάρετη ζωή µε το να ζει κανείς σύµφωνα µε τη φύση

Γι’ αυτό περιφρονούσαν τις συµβατικές αξίες, όπως τον πλούτο και την κοινωνική θέση, τα οποία νόµιζαν πως ήταν αντίθετα µε τη φύση και τη λογική. Οι συµβατικότητες δεν είναι εγγενώς κακές, αλλά για τους Κυνικούς ήταν συχνά παράλογες κι άξιζαν να περιγελούνται επειδή εµπόδιζαν την καλή ζωή µε το να επιβάλλουν κώδικες συµπεριφοράς αντίθετους µε τη φύση, τη λογική και την ελευθερία.

Για τους Κυνικούς η αρετή ήταν το µόνο καλό – και αρετή σήµαινε ζωή αυτάρκειας, καταστολής των επιθυµιών και περιορισµό των αναγκών. Απέκτησαν τη φήµη φανατικών αντικονφορµιστών λόγω της αδιαφορίας τους προς την ευχαρίστηση και τους άλλους ανθρώπους.

Οι Κυνικοί περιγελούσαν τη σπουδαιότητα που αποδίδονταν στους Ολυµπιακούς αγώνες, τους “µεγάλους κλέφτες” που διηύθυναν τα Ιερά κι έκλεβαν απ’ αυτά, τους πολιτικούς, καθώς  και τους φιλοσόφους που έτρεχαν στις αυλές τους, τη µόδα, καθώς και τις προσευχές για φήµη και περιουσία. Περιφρονούσαν επίσης και τις θεωρίες. Τα πρωταρχικά τους ενδιαφέροντα ήταν ηθικά, αλλά αντιλαµβάνονταν την ηθική περισσότερο σαν τρόπο ζωής παρά σαν δόγµα που χρειαζόταν επεξηγήσεις. Από τη στιγµή που κάποιος απάλλασσε τον εαυτό του από τους κανόνες που εµπόδιζαν την ηθική ζωή µπορούσε να λέει πως ήταν αληθινά ελεύθερος.

Γι’ αυτούς η άσκηση ήταν ουσιώδης. Τέτοια άσκηση επιτρέπει στον Κυνικό να κριτικάρει ελεύθερα τον ηλίθιο, και συχνά βίαιο, τρόπο ζωής των συγχρόνων του, υποτιµώντας συστηµατικά τις πιο ρηχές αρχές του αρχαίου Αθηναϊκού πολιτισµού. Αντί ν’ ασκούν το σώµα για χάρη µιας νίκης στους Ολυµπιακούς αγώνες ή στη µάχη, ή για φυσική υγεία, οι Κυνικοί ασκούσαν το σώµα τους για χάρη της ψυχής.

Ο Κυνικός τρόπος ζωής χαρακτηρίστηκε από τους ίδιους, αλλά και από τους Στωικούς που τους ακολούθησαν, ο συντοµότερος δρόµος προς την αρετή. Παρόλο όµως που συχνά ισχυρίζονταν πως είχαν βρει το συντοµότερο και ίσως πιο σίγουρο δρόµο για την ενάρετη ζωή, αναγνώριζαν τις δυσκολίες αυτής της οδού.

Οι Κυνικοί είναι µια από τις µικρότερες Σωκρατικές σχολές. Η Κυνική Σχολή ιδρύθηκε από τον Αντισθένη, που ήταν οπαδός του Σωκράτη. Ο Κυνισµός υπήρξε περισσότερο ένας τρόπος ζωής παρά ένα φιλοσοφικό σύστηµα.

Οι Κυνικοί πίστευαν και διακήρυτταν πως ζώντας µια ενάρετη και φυσική ζωή ήταν ο µόνος τρόπος για να είναι κανείς ευτυχισµένος. Αυτό ήταν το κεντρικό ηθικό τους δόγµα που το εµπνεύσθηκαν από το Σωκράτη. Κατά τους Κυνικούς, η αρετή είναι ικανή αλλά και αναγκαία συνθήκη για να πραγµατώσει  κανείς την ευτυχία και η περιφρόνηση της απόλαυσης είναι η
ύψιστη “απόλαυση”!

Η πεµπτουσία της αρχικής Κυνικής ιδεολογίας του Ηρακλή (Κυνική Παιδαγωγία) ήταν η αναγκαιότητα της διπλής εκπαίδευσης: του σώµατος και της ψυχής και οι δυο µορφές εκπαίδευσης ήταν εξ ίσου απαραίτητες για εκείνον που ήθελε να µάθει να ζει και να ενεργεί σωστά. Η αρετή, πρέσβευαν οι Κυνικοί, µπορεί να διδαχτεί. Το να προσδίδει κανείς αξία σε οτιδήποτε άλλο εκτός από την αρετή, όπως π.χ. στην απόλαυση, είναι επιζήµιο και πρέπει ν’ αποφεύγεται και να απορρίπτεται για να µην παγιδευτεί κανείς.

Οι Κυνικοί αντιτάσσονταν στο συµβατικό τρόπο ζωής διότι πίστευαν πως αυτός δεν ήταν ούτε ενάρετος ούτε φυσικός.

Πόσο δίκιο είχαν. Θεψρούσαν πως η κοινωνία προσδίδει αξία σε πράγµατα που δεν φέρνουν ευτυχία, όπως στον πλούτο, την οµορφιά, την κοινωνική θέση, τη φήµη, τον καθωσπρεπισµό. Το ενάρετο άτοµο πρέπει ν’ απορρίπτει αυτές τις συµβατικότητες. Οι Κυνικοί απέρριπταν τις παραδοσιακές αξίες της εποχής τους, και κάποτε, για ν’ αποδείξουν τη θέση τους, περιφρονούσαν συµβατικότητες µ’ έναν τρόπο που σοκάριζε. Κατηγορήθηκαν, µάλιστα, πως φέρονταν στους άλλους µ’’ ένα περιφρονητικό αίσθηµα ανωτερότητας, πιο σωστά, αηδίας, θα έλεγα εγώ.

Οι Κυνικοί συχνά παροµοιάζονται µε ασκητικούς πλανόδιους ρήτορες οι οποίοι µε ειρωνικό τρόπο κριτικάρουν και εξορκίζουν  τους περαστικούς να εγκαταλείψουν το µάταιο τρόπο ζωής. Η αποστροφή των Κυνικών προς τις συµβατικές αξίες εκφραζόταν περισσότερο µε το ζωντανό παράδειγµά τους και λιγότερο µε τα λόγια τους. Μάλιστα το πρωτότυπο µοντέλο Κυνικού ήταν ο πάµπτωχος!  Βλέπετε οι άνθρωποι ρέπουµε σε υπερβολές όταν ξεχνάµε το  αξίωµα: «Μέτρον άριστον»

Ακόµη και η καλύτερη φιλοσοφία µπορεί να εκφυλιστεί αν αυτός που την υπερασπίζεται δε βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση.

Κατά τους Κυνικούς, η αρετή δεν απαιτούσε πολλές γνώσεις

Το να σπούδαζε κανείς µαθηµατικά, µουσική ή φιλολογία δεν του εξασφάλιζαν την ευτυχία. Ακόµη και στη φιλοσοφία, το µόνο που είχε αξία γι’ αυτούς ήταν η ηθική. Οι συνηθισµένες  απολαύσεις της ζωής ήταν για τους Κυνικούς όχι απλά αµελητέες αλλά και επιζήµιες στο βαθµό που παρεµπόδιζαν την ελεύθερη λειτουργία της Θ Ε Λ Η Σ Η Σ. Θεωρούσαν πως ο πλούτος, η δηµοτικότητα και η δύναµη τείνουν να εκθρονίσουν την αυθεντία της λογικής και να διαστρεβλώσουν την ψυχή ώστε να  στραφεί από το φυσικό προς το αφύσικο και κίβδηλο.

Ο άνθρωπος υπάρχει για τον εαυτό του και µόνο µέσα στον εαυτό του, και ο ύψιστος σκοπός του είναι – πρέπει να είναι – η αρετή µέσω της αυτογνωσίας και της αυτοπραγµάτωσης, πάντα σε συµµόρφωση µε τις υπαγορεύσεις της λογικής και µακριά από  τις ανούσιες συµβατικότητες της κοινωνίας και του κράτους. Για     την επίτευξη αυτού του σκοπού, η ανυποληψία και η φτώχεια θεωρούνταν πλεονεκτήµατα, επειδή στρέφουν τον άνθρωπο στον εαυτό του, αυξάνοντας την αυτοκυριαρχία του και εξαγνίζοντας τη διανόησή του από την εσωτερική σκουριά. Ο καλός άνθρωπος είναι ο σοφός άνθρωπος – αυτός που δεν επιθυµεί τίποτα, όπως οι θεοί, δηλαδή ο αυτάρκης.

Η ίδια η ουσία της Κυνικής φιλοσοφίας ήταν η άρνηση των ευεργετηµάτων της κοινωνικής αβροφροσύνης

Μέσα σε µια κοινωνία ντυµένη σε συσσωρευµένη προσποίηση µιας εξελιγµένης συµβατικότητας, η επιστροφή στο φυσικό ήταν αδύνατο να γίνει χωρίς ισχυρό σοκ των εγγενών ευαισθησιών των µελών του Κυνικού κινήµατος.

Ήταν λοιπόν αναµενόµενο, οι θεµελιωτές του Κυνικού φιλοσοφικού συστήµατος να κριτικάρονται αυστηρά και να ταπεινώνονται από τους συνανθρώπους τους. Σαν αντίδραση στην περιφρόνηση, οι Κυνικοί επεδείκνυαν µια επηρµένη ανωτερότητα. Παρά ταύτα, θα ήταν άδικο και παράλογο οι εκκεντρικότητες των ολίγων να εκλαµβάνονται ως τα κύρια χαρακτηριστικά της Κυνικής φιλοσοφίας ή, ακόµη χειρότερο, σαν καταδίκη των απόψεων των Κυνικών.

Απ’ ό,τι µπορούµε να γνωρίζουµε, οι Κυνικοί δεν ανέπτυξαν µεταφυσικές θεωρίες, επιστηµολογία ή φιλοσοφία της γλώσσας. Μάλιστα, έχει αναφερθεί πως ο Διογένης είχε ειρωνευτεί τον Πλάτωνα για την έρευνά του σ’ αυτούς τους τοµείς. Αλλά ακόµη και σχετικά µε την ηθικολογία, οι Κυνικοί δεν ήταν συστηµατικοί φιλόσοφοι. Μ’ άλλα λόγια, δεν στήριζαν τις περί ηθικής θέσεις τους σε επιχειρήµατα. Για να κερδίσουν οπαδούς, χρησιµοποιούσαν έξυπνους έως σαρκαστικούς υπαινιγµούς, πικρόχολες ή και υβριστικές αποστροφές, έως και σάτιρα, παρά επιχειρήµατα. Οι Κυνικοί πίστευαν στην ιδέα της απόλυτης ελευθερίας για κάθε ανθρώπινο ον και δεν ένιωθαν υποχρέωση  να συµµορφώνονται µε τους κανόνες που θέσπιζε η εξουσία.

Μια από τις αιτίες της αποξένωσής τους από την κοινωνία ήταν ότι θεωρούσαν τους εαυτούς των πολίτες του κόσµου, µέλη µιας παγκόσµιας κοινότητας κι όχι ενός έθνους ή µιας πόλης. Από την άποψη της ιστορίας των ιδεών, ο Κυνισµός σαν πρακτικο-φιλοσοφικό κίνηµα άρχισε µε τους Σοφιστές. Το  µεγαλύτερο µέρος της θεωρητικής ώθησης και της ιδεολογικής του ουσίας προήλθε από τη Σοφιστική θεωρία της γνώσης, τη ριζοσπαστική αντίθεση προς την κοινωνία και τις  συµβατικότητές της µέσω της υιοθέτησης του φυσικού νόµου, και µια κάποια εγωπάθεια. Από την παιδαγωγική των Σοφιστών προήλθε επίσης το ενδιαφέρον για πρακτικά ηθικά ερωτήµατα και εκπαιδευτικά προβλήµατα.

Επιβεβαιώνεται πως οι Κυνικοί θεωρούσαν την Α Ρ Ε Τ Η, ως το µόνο αγαθό, όχι απλά το ύψιστο αγαθό όπως λανθασμένα έλεγε ο Σωκράτης

Γι’ αυτούς Αρετή σήµαινε αυτάρκεια, καταστολή των επιθυµιών και περιορισµό των αναγκών. Αρέσκονταν, µάλιστα, να επιδεικνύουν τη φτώχεια τους, την αντίθεσή τους προς τις απολαύσεις και την αδιαφορία τους προς τη συµβατικότητα, κερδίζοντας έτσι τη φήµη φανατικών αντικοµφορµιστών.

Η φιλοσοφία των Κυνικών, επηρέασε τους Στωικούς µε τους οποίους είχε κάποιους κοινούς φιλοσοφικούς στόχους. Οι κυριότεροι Κυνικοί φιλόσοφοι µετά τον Αντισθένη ήταν ο Διογένης της Σινώπης και ο µαθητής του ο  Κράτης. Σ’ αυτούς αναφέρεται και ο Ρωµαίος Αυτοκράτωρ-φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος στο περίφηµο έργο του, «Τα εις Εαυτόν» πράγµα που σηµαίνει ότι γνώριζε και είχε ο ίδιος επηρεαστεί από τον Κυνισµό. Αξίζει να σηµειωθεί ότι το έργο αυτό το έγραψε απ’’ ευθείας στην Ελληνική.

Οι διάφοροι Κυνικοί που ακολούθησαν µετά από τους τρεις αυτούς διάσηµους Κυνικούς, απλά συνέχισαν κάποιες παραδόσεις, απλοποίησαν τον τρόπο ζωής τους, και διατήρησαν κάποιες Κυνικές αρχές που παρέλαβαν από τα αρχικά στάδια του κινήµατος – αρχές που χάραξαν οι προαναφερθέντες τρεις µεγάλοι του Κυνισµού.

Όµως, επειδή, όπως προείπαµε, οι Κυνικοί δεν οργάνωσαν ποτέ µια επίσηµη Σχολή µε αυστηρά καθορισµένη φιλοσοφία, παρουσιάστηκαν και αξιοσηµείωτες διαφορές µεταξύ των µαθητών του Διογένη, οι οποίοι υιοθετούσαν επιλεκτικά µόνο όποιες ιδέες τους άρεσαν. Έτσι συναντάµε πρόσωπα µε εντελώς διαφορετικό ταµπεραµέντο και εµφάνιση να αναφέρονται ως Κυνικοί, ενώ τάσεις εγγενείς στον αρχέγονο Κυνισµό διαπιστώνεται να έχουν κάποτε οδηγήσει σε εντελώς διαφορετικά συµπεράσµατα.

Δεν υπάρχει αµφιβολία ότι πολλά άτοµα πήραν βακτηρία και σακίδιο και φαντάζονταν ότι αυτό από µόνο του τους έκανε µαθητές του Διογένη. Πάντως πρέπει να διευκρινιστεί πως από την µαρτυρία των κειµένων προκύπτει ότι κατά την περίοδο αυτή δεν υπήρξαν τόσοι πολλοί τσαρλατάνοι που να σχετίζονταν µε τον Κυνισµό όσοι εµφανίστηκαν αργότερα στη Ρωµαϊκή  Αυτοκρατορία.

Εξάλλου, η ιδέα του Κυνισµού προσήλκυσε από καιρού εις καιρόν φιλοσόφους  σχολών που ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα να τονίσουν το χάος που χωρίζει το Σοφό Άνθρωπο από εκείνο που είναι ο κανόνας για το λαό.
-----------------
Βιβλιογραφία
«ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΖΗΤΩ Αρχές της Κυνικής Φιλοσοφίας»
«Διογένης της Σινώπης, ο Κυνικός Φιλόσοφος»
«Ελληνες Κυνικοί»

Δείτε το μικροσκοπικό ρομπότ «οριγκάμι» που δημιούργησαν επιστήμονες του MIT

Ένα νέο μικροσκοπικό ρομπότ δημιούργησαν επιστήμονες του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης, σε συνεργασία με το Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου, το οποίο αν και… μικρό στο μάτι, μπορεί να εκτελέσει πολλές διαφορετικές εργασίες.

Συγκεκριμένα, η λιλιπούτεια μηχανή που ζυγίζει μόλις 0,31 γραμμάρια και έχει μήκος 1,6 εκατοστά στη μία πλευρά μπορεί να αυτοσυναρμολογηθεί, να περπατήσει, να κολυμπήσει, να μεταφέρει αντικείμενα αλλά και να διαλυθεί πλήρως μέσα σε ακετόνη.

Φτιαγμένο από PVC και μικροσκοπικούς μαγνήτες, το ρομπότ «οριγκάμι» όπως ονομάζεται λόγω του χαρακτηριστικού του σχήματος κινείται με τη βοήθεια ηλεκτρομαγνητικών πηνίων που τοποθετούνται κοντά του.

Η ομάδα των επιστημόνων ξεκίνησε να αναπτύσσει την αρχική ιδέα για την κατασκευή του μηχανήματος το 2012 και παρουσίασε το πρωτότυπο σε πρόσφατο συνέδριο ρομποτικής στο Σιάτλ των ΗΠΑ.


 

Δίας: Ο «αρχιτέκτονας» του ηλιακού μας συστήματος

Ο γίγαντας του ηλιακού μας συστήματος σάρωσε στο πέρασμά του μια πρώτη γενιά πλανητών, χαρίζοντας στη «γειτονιά» μας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.
Ο Δίας, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική θεογονία, είναι ο «πατέρας των θεών και των ανθρώπων», ενώ σύμφωνα με αρκετούς ειδικούς είναι και ο «πατέρας των πλανητών του ηλιακού μας συστήματος».
Το 2001 ομάδα αστρονόμων του Πανεπιστημίου Queen Mary του Λονδίνου διατύπωσε μια επαναστατική θεωρία σύμφωνα με την οποία ο Δίας έπαιξε τον πλέον καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό του ηλιακού μας συστήματος όπως το γνωρίζουμε σήμερα.
Οπως ο Δίας με τη θεϊκή του υπόσταση κάποια στιγμή μεταμορφώθηκε σε ταύρο για να αρπάξει την όμορφη Ευρώπη, έτσι και ο ομώνυμος πλανήτης μεταμορφώθηκε σε «ταύρο» και μάλιστα κινήθηκε στο ηλιακό μας σύστημα ως… ταύρος εν υαλοπωλείω.
Σύμφωνα με τη θεωρία που ανέπτυξαν οι αστρονόμοι του Queen Mary, ο Δίας στις απαρχές του ηλιακού μας συστήματος έκανε «βόλτες» μέσα σε αυτό συμπαρασύροντας ότι βρισκόταν στον δρόμο του.
Έτσι, κατέστρεψε κάποιους πλανήτες, «τραυμάτισε» κάποιους άλλους ενώ επίσης εξέτρεψε από την τροχιά τους ορισμένους πλανήτες στέλνοντάς τους σε άλλα σημεία από αυτά που αρχικά βρίσκονταν.
Εκτός από την ύπαρξη ή τη θέση των πλανητών στο ηλιακό μας σύστημα, ο Δίας φαίνεται ότι έπαιξε ρόλο στη δημιουργία και διαφόρων περιοχών ή ζωνών με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μέσα σε αυτό, όπως είναι οι ζώνες αστεροειδών.
Έτσι, κάποια στιγμή εγκαταστάθηκε στη θέση που βρίσκεται σήμερα έχοντας προηγουμένως διαμορφώσει τη σύνθεση και την εικόνα του ηλιακού μας συστήματος. Η θεωρία αυτή γοήτευσε αρκετούς επιστήμονες που άρχισαν να τη διερευνούν. Εκτοτε, έχουν πραγματοποιηθεί διάφορες μελέτες οι οποίες επιβεβαιώνουν την καταλυτική δράση του Δία στο ηλιακό μας σύστημα.

Η χαμένη γενιά πλανητών
Η τελευταία σχετική μελέτη έγινε από ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής τον καθηγητή Αστρονομίας Γκρέγκορι Λάφλιν του Πανεπιστημίου Σάντα Κρουζ της Καλιφόρνιας και τον επίκουρο καθηγητή Πλανητικής Επιστήμης Κονσταντίν Μπατίγκιν του Πανεπιστημίου Caltech της Καλιφόρνιας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στην επιθεώρηση PNAS.
Εκτιμάται ότι περίπου τα μισά άστρα σαν τον Ηλιο στον γαλαξία μας έχουν πλανήτες γύρω τους. Ως σήμερα έχουν εντοπισθεί δεκάδες πλανητικά συστήματα γύρω από κάποιο άστρο αλλά το δικό μας διαφέρει πολύ από αυτά. Μια βασική διαφορά είναι ότι στο δικό μας ηλιακό σύστημα δεν υπάρχουν πλανήτες σε τροχιά πιο κοντινή στον Ήλιο από ότι ο Ερμής.
Σε άλλα συστήματα, αντίθετα, είναι συνηθισμένο φαινόμενο να ανακαλύπτονται πλανήτες λίγο μεγαλύτεροι από τη Γη (οι λεγόμενες σούπερ Γαίες) σε απόσταση πολύ κοντινή στο άστρο τους.
Η εξήγηση για αυτή τη διαφοροποίηση έρχεται από τη συγκεκριμένη νέα μελέτη που αναφέρει ότι στις απαρχές του το ηλιακό μας σύστημα ακολούθησε μια φάση κοινή στον γαλαξία μας, δημιουργώντας βραχώδεις πλανήτες με πυκνή ατμόσφαιρα πολύ κοντά στον Ηλιο.
Ωστόσο ο Δίας διέλυσε αυτή την αρχική «φουρνιά» πρωτοπλανητών, προκαλώντας ένα φοβερό ντόμινο συγκρούσεων, που θα θύμιζαν κοσμικό μπιλιάρδο, με τελικό αποτέλεσμα οι πρώτοι πλανήτες να γίνουν κομμάτια και θρύψαλα.
Σύμφωνα με τη μελέτη, ένα μέρος από αυτά τα απομεινάρια (γύρω στο 10% των αρχικών πρωτοπλανητών) σχημάτισαν εν καιρώ τη δεύτερη γενιά των πλανητών, μεταξύ των οποίων η Γη μας. Αν αυτό πράγματι συνέβη, τότε οι εσωτερικοί και μικρότεροι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, δηλαδή ο Ερμής, η Αφροδίτη, η Γη και ο Αρης, είναι νεότεροι σε ηλικία σε σχέση με τους εξωτερικούς και πιο μεγάλους.
Αν τελικά το σενάριο του «επιθετικού Δία» ισχύει, δίνεται μια πειστική εξήγηση στο γιατί διαφέρει το δικό μας ηλιακό σύστημα από εκείνα που έχουν εντοπισθεί ως σήμερα.

Οι ζώνες αστεροειδών
Διεθνής ομάδα επιστημόνων διατύπωσε το 2011 μια θεωρία που εξηγεί τόσο το σχετικά μικρό μέγεθος του Αρη όσο και την ύπαρξη της μεγάλης ζώνης αστεροειδών του ηλιακού μας συστήματος που βρίσκεται ανάμεσα στον Αρη και τον Δία.
Η θεωρία βασίζεται σε εκείνη του περιπλανώμενου Δία και αναφέρει ότι σε μία από τις «βόλτες» του ο γίγαντας αερίου πέρασε από την περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα ο Αρης όταν ακόμη εκεί υπήρχε διάσπαρτη κοσμική ύλη. Ο Δίας κατά το πέρασμά του πήρε μαζί του μια σημαντική ποσότητα αυτής της ύλης η οποία σε διαφορετική περίπτωση θα σχημάτιζε έναν μεγάλο βραχώδη πλανήτη.
Παρ” όλα αυτά ο Άρης θα μπορούσε να αναπληρώσει τη «χαμένη» μάζα του από κοσμική ύλη (κυρίως βράχους) που θα προέρχονταν από την περιοχή του Κρόνου. Σύμφωνα με τους ειδικούς, μέρος της κοσμικής ύλης που δεν θα χρειαζόταν τελικά ο Κρόνος για τη δημιουργία του θα μπορούσε να καταλήξει στον Αρη.
Οι ερευνητές είδαν όμως στις προσομοιώσεις που έκαναν ότι ο Δίας δεν άφησε κανένα περιθώριο στον Αρη, αφού εγκαταλείποντας την περιοχή του Κόκκινου Πλανήτη κινήθηκε προς την περιοχή του Κρόνου και ολοκλήρωσε τη δημιουργία της ζώνης των αστεροειδών «κλέβοντας» κοσμική ύλη και από εκεί.
Η συγκεκριμένη θεωρία δίνει ταυτόχρονα και μια πιθανή εξήγηση για τα πολλά και διαφορετικού είδους σώματα και πετρώματα που υπάρχουν στη μεγάλη ζώνη αστεροειδών ανάμεσα στον Δία και τον Αρη.

Πατέρας και προστάτης της Γης
Αν πάντως υπάρχουν κάποιοι στο ηλιακό μας σύστημα που πρέπει να ευγνωμονούν τον Δία για την ύπαρξη και τη «συμπεριφορά» του, αυτοί είναι σίγουρα η Γη και ο άνθρωπος.
Εκτός από το ότι, όπως φαίνεται, άνοιξε τον δρόμο για να σχηματιστεί ο πλανήτης μας, έπαιξε κομβικό ρόλο και στη διαμόρφωση των συνθηκών πάνω σε αυτόν.
Ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας στην Αυστραλία και το Πανεπιστήμιο Royal Holloway στο Λονδίνο διεξήγαγαν μια σχετική μελέτη. Οι ερευνητές προχώρησαν σε μια σειρά προσομοιώσεις οι οποίες έδειξαν ότι ο Δίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των ευνοϊκών για τη ζωή κλιματικών συνθηκών στη Γη.
Οι ερευνητές μελέτησαν την κλιματική σχέση της Γης και του Δία με βάση την απόσταση που έχουν μεταξύ τους αλλά και την τροχιακή τους κίνηση. Μελέτησαν επίσης την κλιματική σχέση που θα υπήρχε ανάμεσα στους δύο πλανήτες αν βρίσκονταν σε διαφορετικές αποστάσεις και τροχιές.
Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η απόσταση και η τροχιά που έχουν οι δύο πλανήτες επηρέασαν το κλίμα της Γης με τρόπο τέτοιον ώστε οι κλιματικές συνθήκες να είναι φιλικές για την παρουσία της ζωής. Τα ευρήματα της μελέτης παρουσιάστηκαν στην επιθεώρηση «Astrobiology Magazine».

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Η τραγωδία του εμφυλίου πολέμου

(ανά τους αιώνες, όπως την ανατέμνει ο Θουκυδίδης)
 
          Οι σκηνές φρίκης της εμφύλιας τραγωδίας σε πολλά μέρη του κόσμου, που παρακολουθούμε από την τηλεόραση, μας θύμισε το αντίστοιχο κλασικό κείμενο του μεγάλου ιστορικού Θουκυδίδη για τον εμφύλιο πόλεμο των Κερκυραίων. Το κείμενο αυτό περιέχει όλες τις πολύπλοκες πτυχές εσωτερικών καταστάσεων και εξωτερικών επεμβάσεων μιας εμφύλιας τραγωδίας. Είναι ένα κείμενο περιεκτικό και απλό πολιτικής παιδείας και παρέχει τη δυνατότητα στον καθένα, σε μια έκρηξη εμφυλίου πολέμου όπου γης, να φανταστεί ανάλογες σκηνές, να κάμει λογικές εκτιμήσεις των γεγονότων και των εξελίξεων και να τις επηρεάσει στο μέτρο των δυνάμεών του.

            Κάθε κοινωνία ανθρώπων από τη μικρή ως την παγκόσμια είναι ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Γιατί η κοινωνία περιέχει τη διαφορετικότητα, που άλλοτε οδηγεί στην αρμονία και άλλοτε στη σύγκρουση, όταν διαταραχθούν οι αναγκαίες δυνάμεις ισορροπίας. Βέβαια στον εμφύλιο πόλεμο δεν έχουμε μια περίπτωση καθαρής εμφύλιας σύγκρουσης μεταξύ της ίδιας φυλής, όπως στην περίπτωση των Κερκυραίων, αλλά εθνοτήτων. Όμως σήμερα στην πολιτική επιστήμη έχει διευρυνθεί η έννοια του εμφυλίου πολέμου και περιλαμβάνει κάθε εσωτερικό πόλεμο ενός κράτους. Και επίσης η πολεμική σύγκρουση δύο ομοφύλων κρατών Δεν θεωρείται εμφύλιος πόλεμος, αλλά εξωτερικός πόλεμος. Η διαφορετικότητα, πνευματική, θρησκευτική, κοινωνική, οικονομική, παραδοσιακή και ατομική, οδηγεί στη δημιουργία δύο πολιτικών παρατάξεων: των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών. Και οι παρατάξεις αυτές αλληλοσυνδέονται με το εξωτερικό, με τις μικρές αλλά κυρίως με τις μεγάλες δυνάμεις, με ιδεολογικά πολιτειακά κριτήρια.
 
            Στη δίνη του Πελοποννησιακού Πολέμου και μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων του Ελλαδικού χώρου, Αθήνας και Σπάρτης, βρέθηκε και το όμορφο νησί της Κέρκυρας. Οι δύο υπερδυνάμεις ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα να συμπεριλάβουν στη σφαίρα επιρροής τους τη ναυτική δύναμη της Κέρκυρας, καθώς επίσης και η μητρόπολη των Κερκυραίων, η ολιγαρχική Κόρινθος, σύμμαχος της Σπάρτης. Και μάλιστα η Κόρινθος θέλοντας να επιβληθεί των Κερκυραίων, τους εξανάγκασε να συμμαχήσουν με τους Αθηναίους για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας και της προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, οπότε το γεγονός αυτό αποτέλεσε και την αφορμή έναρξης του Πελοποννησιακού πολέμου.
 
            Από την άλλη πλευρά στο εσωτερικό οι ολιγαρχικοί Κερκυραίοι επεδίωκαν τη συμμαχία με τους ολιγαρχικούς Πελοποννησίους για την εγκαθίδρυση ολιγαρχικού πολιτεύματος, ενώ αντίθετα οι δημοκρατικοί είχαν εξασφαλίσει την συμμαχία των δημοκρατικών Αθηναίων για την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της ανεξαρτησίας τους. Οι ολιγαρχικοί όμως, στην προσπάθειά τους για την εξόντωση των πολιτικών τους αντιπάλων, την κατάκτηση της εξουσίας και την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος δεν δίστασαν να ποινικοποιήσουν την πολιτική ζωή της Κέρκυρας. Εισάγουν σε δίκη τον αρχηγό των δημοκρατικών Πειθία με τη βαριά κατηγορία της προδοσίας, δηλ. της υποδούλωσης της χώρας τους στους Αθηναίους. Αλλά εκείνος αθωώνεται. Και σε αντίποινα ο Πειθίας εισάγει σε δίκη με την κατηγορία της ιεροσυλίας τους πέντε πλουσιωτέρους από τους ολιγαρχικούς, οι οποίοι και καταδικάζονται. Έτσι οι ολιγαρχικοί βρίσκονται σε αδιέξοδο και καταφεύγουν σε μια χειρότερη ενέργεια, τη συνωμοσία. Αιφνιδιαστικά μπαίνουν στη βουλή και σκοτώνουν τον αρχηγό των δημοκρατικών Πειθία με άλλους εξήντα δημοκρατικούς βουλευτές και πολίτες. Και έχομε τη μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου του κερκυραϊκού κράτους. Ο εμφύλιος πόλεμος των Κερκυραίων σαν πυρακτωμένη λάβα κατέστρεψε το κάθε τι στο πέρασμά του.
 
            Οι πραξικοπηματίες ολιγαρχικοί, κύριοι της κατάστασης συγκαλούν το λαό και ισχυρίζονται, ότι το πραξικόπημα κρίθηκε αναγκαίο για τη σωτηρία της πατρίδας. Γιατί είναι πλέον δύσκολο να υποδουλωθούν στους Αθηναίους, αφού θα παραμείνουν ουδέτεροι. Μιλούν περί ουδετερότητας παραπλανητικά στον λαό, ενώ είναι βέβαιη η ουσιαστική συμμαχία τους με τους Πελοποννησίους. Ο λαός αναγκάζεται να επικυρώσει όλες τις πράξεις τους. Και αμέσως στέλνουν πρέσβεις στην Αθήνα με προφανή σκοπό να παραπλανήσουν και τους Αθηναίους. Αλλά εκείνοι αντιλαμβάνονται την παγίδα συλλαμβάνουν τους πρέσβεις και τους μεταφέρουν για ασφάλεια στην Αίγινα. Ταυτόχρονα δίνουν εντολή στον στρατηγό Νικόστρατο, που βρισκόταν στη Ναύπακτο, να πλεύσει προς βοήθεια των δημοκρατικών Κερκυραίων με δώδεκα πλοία και 500 Μεσσήνιους.
 
            Στην Κέρκυρα στο αναμεταξύ, μόλις έφτασε μία κορινθιακή τριήρης και Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις, οι πραξικοπηματίες επιτέθηκαν εναντίον των δημοκρατικών, τους οποίους και νίκησαν. Αλλά κατά τη νύχτα οι μεν δημοκρατικοί κατέφυγαν στα οχυρά της ακρόπολης και στα υψηλότερα μέρη της πόλης., έχοντας και τον έλεγχο του Υλλαϊκού λιμανιού, οι Δε ολιγαρχικοί οχυρώθηκαν στην αγορά, όπου και κατοικούσαν ελέγχοντας το άλλο λιμάνι της πόλης, που είναι αντίκρυ προς την Ήπειρο. Στους δημοκρατικούς προσχώρησαν πλήθος δούλων με την υπόσχεση της απόκτησης της ελευθερίας τους, ενώ στους ολιγαρχικούς προσήλθαν από την Ήπειρο 800 μισθοφόροι. Στή μάχη που έλαβε χώρα την επόμενη μέρα, νίκησαν οι δημοκρατικοί, βοηθούμενοι ακόμη και από τις γυναίκες τους. Και οι μεν ολιγαρχικοί φεύγοντας πυρπόλησαν ακόμη και τις δικές τους κατοικίες, οι δε μισθοφόροι επέστρεψαν από κει που ήρθαν, καθώς και η κορινθιακή τριήρης απέπλευσε κρυφά.
 
            Την άλλη μέρα της νίκης των δημοκρατικών έφτασε ο Αθηναίος στρατηγός Νικόστρατος από τη Ναύπακτο. Αμέσως φρόντισε να συμβιβάσει τις δύο πολιτικές παρατάξεις : μόνο δέκα πρωταίτιοι από τους ολιγαρχικούς να δικαστούν και να υπογράψουν συμφωνία ειρήνης μεταξύ τους και με τους Αθηναίους συμμαχία που θα έχει κοινούς φίλους και εχθρούς. Ακόμη οι δημοκρατικοί έπεισαν το Νικόστρατο να τους αφήσει πέντε πλοία για τη διασφάλιση της τάξης, τα οποία θα αντικαταστήσουν με πέντε πλοία δικά τους επανδρωμένα κυρίως από τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Οι ολιγαρχικοί όμως αντέδρασαν , επειδή φοβήθηκαν μήπως μεταφερθούν στην Αθήνα και προσήλθαν ικέτες στο ναό της Ήρας. Αλλά τελικά πείσθηκαν να μεταφερθούν σ’ ένα μικρό νησί μπροστά από το ναό της Ήρας. Τότε καταφθάνει ναυτική δύναμη των Πελοποννησίων αποτελούμενη από πενήντα τρία πλοία. Στή ναυμαχία που έλαβε χώρα, πάνω στα πλοία των Κερκυραίων έγινε πραγματική αλληλοεξόντωση μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών. Αλλά η ναυτική δεξιοτεχνία των Αθηναίων, που υποχωρούσαν κωπηλατώντας ανάποδα, έδωσε την ευκαιρία στα κερκυραϊκά πλοία να καταφύγουν στο λιμάνι, όπου οι Πελοποννήσιοι δεν τόλμησαν να πλεύσουν (ΙΙΙ, 82 – 83).
 
            Μετά την συγκλονιστική περιγραφή των σκηνών της εμφύλιας κερκυραϊκής τραγωδίας και τη ρητή δήλωση του μεγάλου ιστορικού, ότι τα γεγονότα αυτά θα επαναλαμβάνονται πάντοτε σε κάθε περίπτωση εμφυλίου πολέμου, εφ’ όσον παραμένει ίδια η ανθρώπινη φύση, ανεξάρτητα τόπου, χρόνου, μικρής και μεγάλης κοινωνίας, μπορούμε να προχωρήσουμε στη διατύπωση πολιτικών κανόνων, που θα αποτελέσουν τμήμα της Πολιτικής Επιστήμης και για να διαπιστωθεί για μια ακόμη φορά, ότι η Πολιτική στη θεωρία και στην πράξη δεν είναι απλά και μόνο δεξιοτεχνία και δημαγωγία, όπως πιστεύεται από πολλούς, επειδή τους τελευταίους αιώνες δεν έχει καλλιεργηθεί ανάλογα, αλλά είναι επιστήμη. Και μάλιστα έρχεται στην πρώτη σειρά της ιεραρχίας των κοινωνικών επιστημών, αμέσως μετά τη Φιλοσοφία και την Ιστορία.
 
            Έτσι οι κανόνες του εμφυλίου πολέμου είναι :
1.     
1.      Η αιτία έκρηξης ενός εμφυλίου πολέμου εμπεριέχεται μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία, που διακρίνεται για την πνευματική, θρησκευτική, οικονομική, κοινωνική, παραδοσιακή και ατομική διαφορετικότητα, καθώς και την πραγμάτωση των αιωνίων αξιών ελευθερίας, δικαίου και ειρήνης. Και μοιάζει με ένα πραγματικό ηφαίστειο, πολύ δε περισσότερο όταν η κρατική συγκρότηση εθνοτήτων ήταν αποτέλεσμα βίας.
 
2.      Η πολιτική συνοχή διατηρείται χάρις στην ισορροπία των εσωτερικών κι εξωτερικών δυνάμεων.
 
3.      Η αφορμή έκρηξης ενός εμφυλίου πολέμου οφείλεται στη διάσπαση της εξωτερικής κυρίως ισορροπίας, που επιφέρει ραγδαία και τη διάσπαση της εσωτερικής συνοχής.
 
4.      Ο σκοπός των πολιτικών αντιπάλων είναι η εξουσία, ακόμη και η μεταβολή του πολιτεύματος.
 
5.      Τα μέσα που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί αντίπαλοι είναι η ποινικοποίηση της δημόσιας ζωής, τα αντίποινα, το πραξικόπημα και η κατάλυση της έννομης τάξης, οι δολοπλοκίες οι δολοφονίες, οι αυτοκτονίες, η ιεροσυλία ή παραβίαση των συμφωνιών, ως και η κατάργηση κάθε έννοιας δικαίου και ηθικής στο εσωτερικό, καθώς επίσης η πρόσκληση για βοήθεια και εσωτερική επέμβαση συγγενών ιδεολογικά ξένων δυνάμεων. Σήμερα το διεθνές Δίκαιο αποδέχεται την παροχή βοηθείας μόνο σε διεθνώς αναγνωρισμένες κυβερνήσεις. Ακόμη την επέμβαση δέχεται για την προληπτική αυτοάμυνα ή για «ανθρωπιστικούς» ή «δημοκρατικούς» λόγους, αλλά σε κάθε περίπτωση με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. Εν τούτοις γίνονται επεμβάσεις στρατιωτικές και για την υποστήριξη ομοφύλων ή ιδεολογικά συγγενών πολιτικών παρατάξεων κατόπιν πρόσκλησης των ενδιαφερομένων και εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης, πράγμα που αποτελεί σαφή παραβίαση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου και των αποφάσεων του Συμβουλίου ασφαλείας του Ο.Η.Ε. Το σχετικό άρθρο του καταστατικού του Ο.Η.Ε αναφέρει :  
«όλα τα μέλη θα απόσχουν στις διεθνείς σχέσεις τους από την απειλή ή τη χρήση βίας εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οιουδήποτε κράτους».
6.   Οι συνέπειες ενός εμφυλίου πολέμου είναι τραγικές και δεν ενδιαφέρουν από εκείνον των ζώων. Παύει κάθε ανθρωπιά. Η τραγωδία καταλήγει σε κτηνωδία. Και επεκτείνεται η αλληλοσφαγή μέχρι τις προσωπικές σχέσεις. Γι’ αυτό η μετατραυματική περίοδος του εμφυλίου πολέμου απαιτεί πολλά χρόνια, για να επουλώσει τα υλικά και ηθικά τραύματα που επέφερε στη χώρα αυτός. Ένας εμφύλιος πόλεμος από απόψεως μέσων είναι πολύ χειρότερος ενός πολέμου μεταξύ κρατών.
 
Αν έχομε υπ’ όψιν λοιπόν τους κανόνες του εμφυλίου πολέμου, τότε μπορούμε εύκολα να επεξεργαστούμε λογικά την εξέλιξη των γεγονότων κάθε εμφυλίου πολέμου. Αν όμως σταθούμε επιφανειακά και επιπόλαια, τότε όλα τα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου μοιάζουν παράλογα, αντιφατικά, μάταια και ανόητα. ΄Οπως το ίδιο μοιάζουν και οι φρικιαστικές σκηνές της μικρής κερκυραϊκής κοινωνίας, που συγκλονίστηκε κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού Πολέμου από τον εμφύλιο πόλεμο. Και όμως ένας εμφύλιος πόλεμος είναι μια υπαρκτή ιστορική περίπτωση, και σαν τέτοιας πρέπει να γνωρίζομε τους κανόνες της, για να την αποτρέψουμε, να την αντιμετωπίσομε και, ει δυνατόν, να ελαχιστοποιήσομε τις μοιραίες καταστροφές της. Μιά μικρή κοινωνία, της Κέρκυρας, κι ένας μεγάλος ιστορικός, ο Θουκυδίδης, μας έδωσαν τη δυνατότητα να βγάλουμε διαχρονικούς πολιτικούς κανόνες, που θα ισχύουν πάντοτε και θα αποτελέσουν κεφάλαιο της Πολιτικής Επιστήμης. Επίσης ο Θουκυδίδης είναι μεταξύ των πρώτων διανοητών στον κόσμο, που με κοινωνιολογικά κριτήρια κατέταξε τους μεν πλουσίους στην παράταξη των ολιγαρχικών, τους δε φτωχούς στην παράταξη των δημοκρατικών.

Η Θέση της Φυσικής Αγωγής στη Φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη

ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ 
Οι θέσεις του Πλάτωνα για τη φυσική αγωγή και το ρόλο της στην κοινωνία της εποχής του είναι τόσο σημαντικές, που ακόμη και σήμερα μπορούν να μας προσφέρουν πολύτιμη βοήθεια,ώστε να αντιληφθούμε τη σχέση μεταξύ του σώματος και του πνεύματος, καθώς και τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση.

Ο Πλάτωνας όπως και οι Πυθαγόρειοι, πίστευε ότι η ψυχή-πνεύμα του ανθρώπου ανήκει στο θείο και αιώνιο κόσμο, απ’ όπου και προήλθε, σε αντίθεση με το φυσικό σώμα, που ανήκει στη φθαρτή γη. Έτσι ο Πλάτωνας κάνει τον ουσιαστικό διαχωρισμό μεταξύ πνεύματος και ύλης, χωρίς όμως να απαξιώνει το σώμα στο οποίο δίνει μεγάλη σημασία και πιστεύει ότι από μικρή ηλικία θα πρέπει να καλλιεργείται και να συμβαδίζει με την πνευματική ανάπτυξη του παιδιού. Κατ’ αυτόν είναι σημαντικό να συμβαδίζει η πνευματική με τη σωματική ωριμότητα και μέσα απ’ τη σωστή διαπαιδαγώγηση και των δύο επιπέδων να φτάνει ο πολίτης στην κατάκτηση του καλού και αγαθού.

Ο ανώτατος όμως σκοπός της παιδείας είναι να καταστήσει τον άνθρωπο έτοιμο να συμμετέχει στα κοινά και να μπορεί να εξουσιάζει τον εαυτό του και τους άλλους, πάντοτε με άξονα τη δικαιοσύνη. Δύο είναι οι τρόποι για την επίτευξη της γενικότερης αγωγής: η καλλιέργεια του σώματος μέσω της γυμναστικής και η καλλιέργεια της ψυχής μέσω της μουσικής. Με τον όρο μουσική ο Πλάτωνας δεν εννοεί απλά την εκμάθηση κάποιου οργάνου αλλά τη γενικότερη καλλιέργεια της ψυχής. Ως γυμναστική εννοεί την αρμονική ανάπτυξη του σώματος, καθώς και της κινητικής πείρας, οι οποίες είναι απαραίτητες, για να μπορεί ο πολίτης να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις και τις αντιξοότητες της ζωής.  Στη μουσική δίνει μια προτεραιότητα, εφόσον ασχολείται με τα ανώτερα στοιχεία του ανθρώπου.

Η φυσική αγωγή είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της υγείας και την επίτευξη της φυσικής αρμονίας, που με τη σειρά τους βοηθούν στην υγεία της ψυχής. Σε καμία περίπτωση ο Πλάτωνας δεν υποστήριξε την περιφρόνηση προς το σώμα ούτε την ασκητική φυγή από τον κόσμο στον οποίο έδινε μεγάλη αξία ως ομοίωμα του αθάνατου, αρχετυπικού και ιδεατού κόσμου.  Η καλλιέργεια και η υγεία του πνεύματος θα έπρεπε να είναι ο κύριος στόχος κάθε πολίτη. Πώς όμως θα μπορούσε να κατοικεί ένα υγιές και δυνατό πνεύμα μέσα σ’ ένα άρρωστο και αδύναμο σώμα; Απαραίτ-ητη λοιπόν ήταν η άσκηση και η γύμναση του σώματος, ώστε να επιτευχθεί ένας ιδανικός φορέας, για να φιλοξενήσει ένα ανάλογα δυνατό πνεύμα, το οποίο και θεωρούσε μεταφορικά ότι βρισκόταν φυλακισμένο μέσα στο σώμα.

Καθήκον λοιπόν κάθε ηγέτη και κάθε κοινωνίας είναι να μεριμνά -θεσπίζοντας ακόμη και νόμους- για τη σωστή αγωγή και μέσα απ’ αυτό τη φυσική αγωγή των νέων.Ξεκινώντας από τις έγκυες γυναίκες συνιστούσε και σ’ αυτές την άσκηση, το χορό και το τραγούδι έτσι ώστε να φέρουν στον κόσμο δυνατά και υγιή παιδιά. Από τη βρεφική ηλικία, αγόρια και κορίτσια θα έπρεπε να μάθουν να χορεύουν, να τραγουδούν και να γυμνάζονται αναπτύσσοντας τις φυσικές τους ικανότητες και δεξιότητες κι ακόμη περισσότερο χρησιμοποιώντας με την ίδια δεξιότητα αμφίπλευρα χέρια και πόδια. Μεγαλώνοντας τα παιδιά θα έπρεπε να παίρνουν μια πιο σφαιρική παιδεία δίπλα σε εξειδικευμένους δασκάλους χωρίς διακρίσεις φύλου κι έχοντας ως γνώμονα τη σταδιακή και με μέθοδο επιβάρυνση, ανάλογα με τις ανατομικές και φυσιολογικές ανάγκες τους αποφεύγοντας τη μονομερή επιβάρυνση του σώματος, καθώς και κάθε πιθανή υπερβολή.

Ο Πλάτωνας έβλεπε με μεγάλη ανησυχία τους συμπολίτες του να παραμελούν την άσκηση του σώματός τους, καθώς και κάθε είδους φυσική αγωγή καθιστώντας τα σώματά τους δύσμορφα και δύσχρηστα. Έτσι υποστήριζε ότι «κανένας πολίτης δεν είχε δικαίωμα να παραμελεί τη φυσική του αγωγή, ενώ ήταν καθήκον του να βρίσκεται πάντα σε άριστη φυσική κατάσταση, έτοιμος να υπερασπιστεί την πατρίδα του, αν αυτό χρειαστεί».  Έλεγε επίσης ότι είναι ντροπή και άδικο για τον ίδιο τον πολίτη να γεράσει, χωρίς ποτέ να κατορθώσει να δει την ομορφιά και τη δύναμη του σώματός του.

Τόνιζε ακόμη ότι ένα καλογυμνασμένο σώμα βοηθά την ψυχή να ανταποκριθεί καλύτερα και στα δικά της σημαντικότερα καθήκοντα, καθώς και να αποκτήσει φρόνηση και εγκράτεια, που είναι απαραίτητα στοιχεία, ώστε να μην ξεφεύγει ο πολίτης από το μέτρο. Ανέφερε ακόμη στα έργα του ότι αυτός που μπορούσε να αντεπεξέλθει σε επίπονες σωματικές δοκιμασίες, θα είχε το απαιτούμενο θάρρος, για να κάνει το ίδιο και στις πνευματικές δοκιμασίες. Ο παιδοτρίβης ή γυμναστής πρέπει να έχει ως κύριο μέλημα και καθήκον του τη δημιουργία ωραίων και υγιών σωμάτων.

Γι’ αυτό κι έπρεπε να έχει τις ανάλογες επιστημονικές γνώσεις για την εποχή του, καθώς και να συνεργάζεται με τους γιατρούς για την επίλυση και θεραπεία διαφόρων ασθενειών. Ένα παραμελημένο και αγύμναστο σώμα μπορεί να παρουσιάσει δύο ανεπιθύμητες παρενέργειες: τη δυσμορφία ή ασχήμια και την αρρώστια.Η πρώτη θεραπεύεται με την άσκηση ενώ η δεύτερη με τη γυμναστική. Ακόμη κάνει διάκριση ανάμεσα στην υπερβολική και ασύμμετρη άσκηση, η οποία γίνεται αυτοσκοπός και στόχος του ανθρώπου και δεν τον βοηθά ούτε σωματικά αλλά ούτε και πνευματικά. Σωματικά, η υπερβολική άσκηση κάνει το άτομο νυσταλέο και χωρίς ενδιαφέροντα για τα κοινά, αφού δίνει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς του στη γυμναστική στερώντας τον εαυτό του από τις υπόλοιπες δραστηριότητες.

Ο Πλάτωνας ήταν ενάντιος στον επαγγελματικό αθλητισμό. Υποστήριζε ότι οι επαγγελματίες αθλητές δεν μπορούν να είναι ουσιαστικά χρήσιμοι σε μια μάχη ούτε κατ’ επέκταση στην πόλη, λόγω του είδους της ζωής που έκαναν και του δύστροπου χαρακτήρα που ανέπτυσσαν εξαιτίας της μονόπλευρης δραστηριότητάς τους.

Η πρόοδος και η σωτηρία της πόλης μπορούν να προέλθουν μόνο από αυτούς οι οποίοι έχουν εκπαιδευθεί στη μουσική και στη γυμναστική σε τέτοιο βαθμό, ώστε να πραγματώνουν την αρμονική ανάπτυξη και την καλλιέργεια της ψυχής και του σώματος.  Ο ίδιος ο φιλόσοφος συνιστά όλα τα αγωνίσματα, ενώ από τα λεγόμενα βαριά προτιμούσε περισσότερο την πάλη. Ο ίδιος είχε λάβει μέρος στα Ίσθμια ως αθλητής. Συνιστούσε την αποφυγή των αγωνισμάτων που προκαλούσαν τραυματισμούς ενώ παράλληλα πρότεινε και αλλαγές στους κανονισμούς διεξαγωγής των αγώνων έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η σωματική ακεραιότητα των αθλητών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι έχτισε τη φιλοσοφική του σχολή δίπλα στις εγκαταστάσεις του γυμναστηρίου Ακαδημία.Μεγάλη σημασία δίνει ο Πλάτωνας και στους χορούς, τους οποίους χωρίζει σε πολεμικούς και ειρηνικούς.
Από τους ειρηνικούς προτρέπει να ασχοληθούν οι νέοι με τους σοβαρούς, οι οποίοι μπορούν να αποτελούν μέρος των εορταστικών εκδηλώσεων προς τιμήν των θεών και να τελούνται με σεβασμό, κομψότητα και χάρη. Θεωρεί όμως ότι πρέπει να υφίστανται και οι χοροί αμφίβολης σπουδαιότητας, ώστε οι πολίτες να μπορούν να ξεχωρίζουν και να επιλέγουν ανάμεσα στο σοβαρό και στο γελοίο. Καθήκον των πολιτών είναι να ασχολούνται με σοβαρά πράγματα και σοβαρές ασχολίες.

Ο Πλάτωνας είναι υπέρ του αθλητικού συναγωνισμού, όταν αυτός συμβαδίζει με τη σωματική και πνευματική ωριμότητα. Αντιτίθεται στον υπερβολικό ανταγωνισμό, ο οποίος δεν προάγει ούτε την υγεία ούτε το πνεύμα του αθλητή, αφού ο αυτοσκοπός είναι η νίκη και όχι η αγωγή. Πολύ σημαντική είναι εξάλλου και η θέση του για το γυναικείο αθλητισμό, καθώς και για τη θέση της γυναίκας στην εποχή του. Πιστεύει ότι η γυναίκα μπορεί και πρέπει να ασχολείται με τη φυσική αγωγή, όπως και με τα κοινά, καθώς και με την ίδια τη διοίκηση της πόλης. Άνδρες και γυναίκες είναι ισάξιοι και ως τέτοιοι έχουν τα ίδια δικαιώματα στη γνώση, στην άθληση, στη φύλαξη και στη διοίκηση της πόλης. Μέσα απ’ τη διαδικασία της άθλησης ο Πλάτωνας απελευθερώνει το σώμα της γυναίκας και την εξισώνει με τον άνδρα, αφού δέχεται να μπορούν να αγωνίζονται γυμνές. Ο φιλόσοφος προχωράει ακόμη πιο πέρα λέγοντας ότι οι γυναίκες που θα αθλούνται  μαζί με τους άνδρες, θα εκπαιδεύονται ως αυριανοί φύλακες και θα μπορούν να επιλέγουν τους συντρόφους τους ως ίσες οδηγούμενες μέσα απ’ τον αθλητισμό στην ολοκληρωτική απελευθέρωσή τους.

Ας μην ξεχνάμε ποια ήταν η θέση της γυναίκας εκείνη την εποχή και ποιες οι αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων, όταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι γυναίκες δεν μπορούσαν να παρευρίσκονται ούτε καν ως θεατές.  Για την εποχή του ο Πλάτωνας ήταν τόσο ανατρεπτικός και επαναστάτης όσο και για μας σήμερα. Πίστευε πως θα έπρεπε να ανατραπεί η υφιστάμενη κατάσταση, η οποία καθιστούσε τις γυναίκες ανενεργές και διακοσμητικές, να ελευθερωθούν οι αγώνες και να κυριαρχεί η άμιλλα, η νίκη, η δράση και η τάξη μέσα στα στάδια, τις παλαίστρες και τα γυμνάσια. Ως τελικό συμπέρασμα λοιπόν ο Πλάτων μας υποδεικνύει το πάντρεμα της μουσικής με τη γυμναστική, την οποία ως φυσική αγωγή τη θεωρεί πολύ σημαντική και απαραίτητη για τη σωστή και αρμονική ανάπτυξη των νέων, καθώς και για την πνευματική και εσωτερική τους ολοκλήρωση.

ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
Ο Αριστοτέλης ήταν μαθητής του Πλάτωνα και σαφώς επηρεασμένος από το δάσκαλό του, ο οποίος τον αποκαλούσε «νουν και αναγνώστην». Ίδρυσε τη φιλοσοφική σχολή του κοντά στο γυμναστήριο Λύκειο και το ίδιο όνομα έδωσε και στη δική του σχολή. Οι μαθητές του ονομάζονταν Περιπατητικοί, διότι ο Αριστοτέλης συνήθιζε να διδάσκει περπατώντας, συνήθως κάτω από ένα σκεπαστό δρόμο ανάμεσα στα κτήρια της σχολής του. Στη σχολή του διδάσκονταν, εκτός από τη φιλοσοφία, και μια σειρά από άλλες επιστήμες, όπως φυσιολογία, ανατομία, μουσική, φυσική, ψυχολογία, μαθηματικά, ιατρική, θεολογία, ρητορική και πολιτική επιστήμη.

Η σημαντικότερη αρετή κατά τον Αριστοτέλη ήταν η κατάκτηση του μέσου, η οδός η απαλλαγμένη από κάθε έλλειψη ή υπερβολή. Η χρυσή τομή βοηθάει τον άνθρωπο να εναρμονίσει την ψυχή με το σώμα. Αναφέρει τα τρία μέρη της ψυχής ταυτίζοντας το φυσικό μέρος με την έλλειψη, το ζωικό με την υπερβολή και το λογιστικό με το μέσον που μπορεί και εξισορροπεί τα δύο άκρα. Όσον αφορά τη φυσική αγωγή, όχι μόνο δεν αμφισβητεί τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητά της αλλά θεωρεί παράλληλα ότι αποτελεί από μόνη της μια ολόκληρη επιστήμη, η οποία κατ’ αυτόν έχει μελετηθεί αρκετά. Κατά τον Αριστοτέλη η χρονική εμφάνιση του φυσικού σώματος προηγείται της εμφάνισης της ψυχής, όπως και το μη λογικό μέρος του λογικού.

Έτσι λοιπόν τα χαμηλότερα συναισθήματα και συγκινήσεις, εμφανίζονται στο παιδί νωρίτερα από τη λογική και ώριμη σκέψη. Κατά συνέπεια τα σώματα των παιδιών έχουν προτεραιότητα και πρέπει να προσεχθούν πριν από τις ψυχές τους.  Δεν ασχολήθηκε όμως μόνο με τη γυμναστική και τη χρησιμότητά της αλλά κατέγραψε και την ιστορία των αρχαίων μεγάλων αγώνων, καθώς και των μεγάλων αθλητών που διακρίθηκαν σε αυτούς. Ως αναγνώριση της προσφοράς και του μεγάλου του έργου οι Ηλείοι έστησαν τον ανδριάντα του στο ιερό της Ολυμπίας.

Ο Αριστοτέλης αναφέρει τέσσερις τομείς πάνω στους οποίους θα πρέπει να βασίζεται η αγωγή των νέων σε μια πολιτεία: ανάγνωση, γραφή, γυμναστική και μουσική. Η γυμναστική είναι αναγκαία, γιατί πέραν της ανάπτυξης της υγείας, προάγει την αρετή του θάρρους και την ηθική δύναμη του ατόμου. Η σωστή εκγύμναση και η προετοιμασία ενός σθεναρού σώματος ετοιμάζουν το νέο για τα μελλοντικά του καθήκοντα προστασίας της πολιτείας. Πρέπει δε να γίνεται με τους κατάλληλους δασκάλους και να μην υποπίπτει στην υπερβολική άσκηση, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την αρμονική ανάπτυξη του σώματος. Πίστευε στην αρμονική και μεθοδική επιβάρυνση, κυρίως στους νεαρούς αθλητές, αναφέροντας ότι η υπερβολική άσκηση είναι αντίθετη μα την αρμονική ανάπτυξη του σώματος. Θεωρούσε ακόμη ότι οι νέοι δεν θα έπρεπε να επιδίδονται παράλληλα σε σκληρή πνευματική και σωματική άσκηση.

Όπως και ο Πλάτων, θεωρούσε ότι η μονόπλευρη άσκηση και η υπερβολή στη διατροφή δεν έκαναν καλό ούτε στην υγεία ούτε στην πνευματικότητα του νέου, ο οποίος γινόταν μονομερής και αλαζών.Υποστήριζε ακόμη ότι για την κατάκτηση μεγάλων επιδόσεων, σημαντικό ρόλο έπαιζε και η κληρονομικότητα. Πίστευε ότι δεν μπορεί κανείς να αποκτήσει ένα όμορφο και δυνατό σώμα μόνο με τη γυμναστική. Αν κάποιος δεν έχει από τη φύση του ένα όμορφο και αναλογικό σώμα, με την εξάσκηση μπορεί απλά να το βελτιώσει, αλλά ποτέ δεν θα καταφέρει να φτάσει αυτόν ο οποίος και γυμνάζεται και η φύση του έχει χαρίσει σωματικά προσόντα.

Πρότεινε τη χρήση αλτήρων ως μέσο προπόνησης αλλά και για την επίτευξη καλύτερων επιδόσεων στο άλμα εις μήκος. Θεωρούσε ότι το πένταθλο ήταν το άθλημα που γύμναζε και τελειοποιούσε όλα τα μέρη του σώματος, γι’ αυτό και οι πενταθλητές είχαν κατ’ αυτόν το τελειότερο σώμα. Όπως ήταν αντίθετος με την υπερβολική άσκηση, έτσι καυτηρίαζε και την έλλειψή της, γι’ αυτό και κατέκρινε τη σωματική ασχήμια που οφειλόταν απλά και μόνο σε αμέλεια και έλλειψη εξάσκησης.  Στις έγκυες γυναίκες συνιστούσε την άσκηση ως ωφέλιμη για την υγεία των ιδίων αλλά και των παιδιών που θα έφερναν στον κόσμο.

Ακόμη πίστευε ότι με τη μαζική εξάσκηση αυξάνονταν η δύναμη, η υγεία, η ομορφιά του σώματος και η αγωνιστική επιδεξιότητα και όλα μαζί έθεταν τις βάσεις για τη βελτίωση της ανθρώπινης φυλής. Διακρίνει την αγωγή των νέων σε τρεις φάσεις, των επτά ετών η κάθε μία.

Η αγωγή θα πρέπει να δίνεται εξίσου σε όλους τους νέους και αυτό το σύστημα αγωγής θα πρέπει να καθοριστεί από τους άρχοντες της πόλης με νόμους. Η μουσική και η γυμναστική μπορούν να φέρουν την αρμονία μέσα στην πόλη. Στα έργα του καθορίζει το είδος της αγωγής, ακόμη και το είδος της μουσικής, καθώς και τα χρονικά διαστήματα που θα πρέπει να εκπαιδεύονται οι νέοι.
Το σημαντικότερο λοιπόν καθήκον για την πολιτεία είναι ο καθορισμός της αγωγής μέσα από ένα πρόγραμμα και μία μέθοδο. Πιστεύει επίσης ότι αυτοί που πρέπει να επιλέγουν είναι οι παιδαγωγοί, τους οποίους καθορίζει εξαρχής η πολιτεία και όχι οι γονείς. Πολύ σημαντική ήταν και η θέση του σχετικά με τα ορφανά, τα οποία θα πρέπει να απολαμβάνουν την ίδια εκπαίδευση με τα παιδιά που έχουν και τους δύο γονείς, με μέριμνα της πολιτείας.

Σύμφωνα με το φιλόσοφο, ο γυμναστής πρέπει να έχει ουσιαστικές, επιστημονικές καθώς και ιατρικές γνώσεις και να είναι σε θέση όχι μόνο να διδάσκει θεωρητικά, αλλά να εκτελεί και ο ίδιος τις ασκήσεις που διδάσκει. Θα πρέπει να συνεργάζεται με τους γιατρούς, για να προλαμβάνει και να θεραπεύει τις διάφορες παθήσεις των αθλητών. Ακόμη θα πρέπει να έχει γνώσεις για το ανθρώπινο σώμα και τις κινήσεις που αυτό εκτελεί έτσι ώστε να μπορεί να κάνει χρήση των κατάλληλων ασκήσεων.Τέλος ο ίδιος να είναι πρότυπο ηθικής και σταθερότητας του χαρακτήρα, για να μπορεί να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τους μαθητές και αθλητές του.

Μην αποπαίρνετε τον εαυτό σας

aftokritikiΕίναι θλιβερό αλλά αληθινό: ένα υπολογίσιμο ποσοστό ανθρώπων έχει τη συνήθεια να αποπαίρνει τον εαυτό του ή να τον κριτικάρει υπερβολικά. Λέμε (ή σκεφτόμαστε) πράγματα όπως «Είμαι πολύ χοντρός», «Δεν αξίζω καθόλου», ή «Ποτέ μου δεν κάνω τίποτα σωστό». Μήπως έχετε κι εσείς αυτή την άχρηστη αλλά τόσο κοινή συνήθεια;
        
Το πρόβλημα όταν αποπαίρνετε τον εαυτό σας είναι πως, ανεξάρτητα από το πόσο υπέροχοι είστε στην πραγματικότητα ή από το πόσα προτερήματα έχετε, πάντα επαληθεύετε την ύπαρξη αυτού που ψάχνετε. Με άλλα λόγια, όλοι έχουμε την τάση να ανακαλύπτουμε αυτό που θεωρούμε αληθινό ανεξάρτητα από το τι είναι, επειδή η σκέψη μας, σχεδόν πάντα, καθορίζεται από τα προσωπικά μας κριτήρια. Για παράδειγμα, αν εστιάσετε την προσοχή σας σε αυτά τα τρία κιλά που δεν μπορείτε να χάσετε, πάντα θα τα προσέχετε όταν παρατηρείτε τη σιλουέτα σας – και έτσι δε θα θαυμάζετε ούτε θα εκτιμάτε τον εαυτό σας για την καλή του υγεία. Ή, αν λέτε στον εαυτό σας πως «σιχαίνεστε τις οικογενειακές συγκεντρώσεις», θα έχετε την τάση να ψάχνετε να βρίσκετε λόγους για τη δυσφορία που νιώθετε όταν παρευρίσκεστε σε κάποια. Αντί να ευχαριστιέστε τη συντροφιά των συγγενών σας, θα έχετε την τάση να παρατηρείτε την εκνευριστική φωνή της θείας να καυχιέται όλη την ώρα. Έτσι, δε θα επιμείνετε στο γεγονός ότι στο κάτω κάτω οι συγγενείς σας είναι γενικά μια χαρά άνθρωποι.

Έτσι, βλέπετε ότι, αν αποπαίρνετε τον εαυτό σας με την κάθε ευκαιρία, είναι εντελώς σίγουρο πως θα βρίσκετε αποδείξεις πως είστε λάθος και εξίσου σίγουρο πως θα συμβάλλετε στη χαμηλή αυτοεκτίμηση και στα αρνητικά συναισθήματα που θα νιώθετε.

Μια σημαντική ερώτηση είναι γιατί το κάνετε αυτό, γνωρίζοντας ότι το μόνο πιθανό αποτέλεσμα είναι μια ακόμα πιο αρνητική οπτική, περισσότερα αρνητικά συναισθήματα και λιγότερη εκτίμηση στο υπέροχο δώρο της ζωής; Η συγκεκριμένη τακτική, σας κάνει να ακούγεστε στους άλλους σαν να είστε θύμα.

Όπως είναι προφανές, ο καθένας μας έχει πλευρές του εαυτού του που θα μπορούσε, ή θα ήθελε, να βελτιώσει. Για παράδειγμα, ένα από τα πολλά πράγματα που θα ήθελα είναι να γίνω πιο υπομονετικός. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να βασανίζω τον εαυτό μου και να τον αποπαίρνω, απλώς και μόνο επειδή αναγνωρίζω ότι απέχω πολύ από το να είμαι τέλειος. Η παραδοχή πως έχω ακόμα μεγάλο πεδίο εξέλιξης, είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω. Όσο πιο πολύ συγχωρώ και δείχνω υπομονή στον εαυτό μου, τόσο πιο εύκολο είναι για μένα να παραμείνω στο μονοπάτι της προσωπικής μου ανάπτυξης και τόσο πιο πιθανό να επιδείξω ανάλογη υπομονή και με τους άλλους.

Όποιο κι αν είναι το πρόβλημα πάνω στο οποίο θέλετε να βελτιωθείτε, να ξέρετε ότι ένα από τα χειρότερα πράγματα που μπορείτε να κάνετε στον εαυτό σας είναι να τον επιπλήττετε με την αυτοκριτική σας. Σταματήστε το λοιπόν! Κανένας μας δεν πρόκειται να γίνει ποτέ τέλειος!

Φτιάχνοντας το καβούκι

Έχεις μια συγκεκριμένη άποψη για τον "πνευματικό άνθρωπο".

Έχεις συγκεκριμένη άποψη για την "καλή μαμά", το "σωστό άντρα", τη "σωστή σχέση", την ορθή πορεία ζωής".

Έχεις μια συγκεκριμένη άποψη για το "φυσιολογικό" και οτιδήποτε πέρα ή έξω από αυτό σε απειλεί, είτε το δείχνεις είτε όχι.

Έχεις μια συγκεκριμένη άποψη για τη διατροφή, τις ασθένειες, τον "υγιεινό τρόπο ζωής", τη θεραπεία.

Έχεις συγκεκριμένη άποψη για το φόβο, τα συναισθήματα, τους άλλους, τον εαυτό σου. Δεν τα γνωρίζεις όλ' αυτά ξεκάθαρα γιατί δεν έχεις τολμήσει να τα σκεφτείς συνειδητά, αλλά υπάρχει πολύ συγκεκριμένη άποψη για όλα. Λέγεται, ο προγραμματισμός σου!

Επιλέγεις πολύ προσεκτικά πού και πώς θα εμφανιστείς, γιατί έχεις όλα τα προηγούμενα να υποστηρίξεις... πρώτα πρώτα στον εαυτό σου. Έπειτα, η άποψη όσων είναι γύρω σου είναι απόλυτα σημαντική για σένα. Εξαρτάσαι από αυτήν!

Έχεις μια συγκεκριμένη άποψη για τους Αλβανούς, τους Σύριους, τους μαύρους, τους γκέι, τους καλλιτέχνες, τους τρελούς, τους Βουδιστές, τους άθεους, τους έφηβους, τα παιδιά, το σχολείο, το τσιγάρο, τα ναρκωτικά, τους άστεγους, τους φτωχούς, τους πλούσιους, τη μοναξιά, τις σχέσεις, τη φιλία, την Ιστορία, την επιστήμη... έχεις συγκεκριμένη άποψη επί παντός επιστητού, ακόμα κι αν δεν τις έχεις εξετάσει ποτέ αυτές τις απόψεις, ακόμα κι αν νομίζεις πως δεν έχεις άποψη. Είναι όλα καταγεγραμμένα.

Έχεις συγκεκριμένη άποψη για τα πάντα, αλλά είναι η σωστή; Υπάρχει σωστή; Απειλείσαι με αντίθετες απόψεις; Έχεις μόνος σου κλειστεί σε στενά όρια αυτο-περιορισμού; Και το ονομάζεις αυτό "ηθική" ή "σωστή ζωή"; Σε κάνει ευτυχισμένο ο τρόπος που ζεις; Κρύβεις τον πραγματικό σου εαυτό από τους άλλους, τον εαυτό σου; Ή θεωρείς πως είσαι ειλικρινής, απλά επειδή έχεις ακλόνητες απόψεις που δεν τολμάς να αμφισβητήσεις πραγματικά; Πώς ορίζεις την ειλικρίνεια και την αλήθεια; Με ό,τι βολικά πιάνεις στην επιφάνεια της σκέψης και του συναισθήματος σου, των αναγκών, των πεποιθήσεων και των επιθυμιών σου; Μα, όλ' αυτά αποτελούν το καβούκι σου!

Τολμάς να βγεις ένα από τα προκαθορισμένα σου; Έχεις τολμήσει να εξετάσεις τις ακριβώς αντίθετες απόψεις/θέσεις ζωής κι ας αισθάνεσαι εκεί σαν τη μύγα μεσ' το γάλα; Τολμάς να βρεθείς σε μέρη που οι γύρω σου αλλά και οι απόψεις σου δεν θα δεχόντουσαν ποτέ; Τολμάς συζητήσεις ουσιαστικές εκεί που "δε σε παίρνει";

Αισθάνεσαι ελεύθερος μέσα σε αυτό το ασφαλές καβούκι σου;

Το καβούκι σου είναι όοοοοολες αυτές οι απόψεις σου, οι πεποιθήσεις σου, τα "σωστά" και τα "φυσιολογικά" σου. Πού και πώς να είσαι χωρίς αυτό ε; Απειλητική παραμένει η απάντηση: "στο πουθενά"!

Τόσο εύθραυστη, αν και ισχυρή η προσωπικότητα που αγωνίζεσαι να διατηρήσεις... χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι φυσικά. Δεν αντιλαμβάνεσαι τον κόπο, το χρόνο, την ενέργεια, τη φαιά ουσία που σπαταλάς για να πετυχαίνεις συνεχώς την ανύψωση του οικοδομήματος. Γιατί δεν αντιλαμβάνεσαι πως γκρεμίζεται κάθε δευτερόλεπτο και πως σπαταλάς όλ' αυτά για να το ανυψώνεις και να το διατηρείς ξανά.

Πώς θα ήταν η ζωή σου χωρίς αυτό; Δεν το φαντάζεσαι καν! Αυτή η σκέψη βρίσκεται έξω από το πεδίο αντίληψής σου.

Κι αν είσαι "κάποιος" σε αυτό το κοινωνικό σύστημα επιφανειακών αξιών, αν έχεις κάποια θέση, αξίωμα, προφίλ, επάγγελμα, εκτόπισμα κλπ, τότε γίνεται σχεδόν αδύνατον να υπάρξεις έξω από αυτό, να εξετάσεις αντικειμενικά, να αμφισβητήσεις θαρραλέα, να επανατοποθετηθείς αληθινά.

Και όλ' αυτά, παραμένουν επιλογές, όχι επιβολές, όχι εξαναγκασμοί, όχι θυματοποιήσεις, αλλά επιλογές! Μόνο εσύ τα διατηρείς... θεατά ή αθέατα, χτίζεις το δικό σου αυτο-οικοδόμημα.

Βασίζεται όλο σε συνειδητοποιημένες και ασυνείδητες ανάγκες, που ορίζουν το ποιον και την πορεία σου. Βέβαια, πάνω από αυτές υπάρχουν σωρεία πεποιθήσεων, θεωριών, ηθικές και ερμηνείες επιλεκτικές, όμως αυτό δεν τις κάνει λιγότερο υπαρκτές και επιβλητικές.

Έτσι, το καβούκι γίνεται η φυλακή σου, από την οποία δεν μπορείς να απαλλαγείς γιατί δεν είναι κάτι που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις σου και ο γραμμικός νους σου. Άλλωστε, δεν ξεχωρίζει πραγματικά το προφίλ από την ουσία όταν δεν θέλεις. Δεν φαίνεται το ψέμα που έχει ανάγκη να παρουσιάζεται ως αλήθεια. Δεν είναι δυνατόν να παραδεχτείς πως φοβάσαι όταν η παραδοχή θα γκρεμίσει όλα όσα έχεις με τόσο κόπο, χρόνο και εμπειρία χτίσει.

Πίσω από όλα αυτά και πολλά άλλα, κρύβεται η πραγματικότητα που θα θυσιάσεις τη ζωή σου για να μη μαρτυρήσεις!

Θα προτιμούσες όλο αυτό να είχε πιο ήπιο χαραχτήρα, να τα έγραφα στο πρώτο πληθυντικού, και έτσι να ικανοποιούσες για άλλη μια φορά την ανάγκη σου να ανήκεις, να είσαι νορμάλ, να ξεφύγεις από το τετ α τετ με τον εαυτό σου... αλλά, δεν έχω κάτι ανάγκη από σένα, όπως δεν έχω ανάγκη προσωπική που δεν είμαι πρόθυμη να φανερώσω και να κοιτάξω κατάματα γι' αυτό που είναι.

Άλλωστε, έχω μιλήσει με όλους τους τρόπους, τα ύφη, τους τόνους και τη χροιά, η ίδια στον εαυτό μου. Μόνο αυτό, μου δίνει το δικαίωμα... ή μάλλον το παίρνω μόνη μου. Όποιος θέλει, εξίσου ελεύθερα προσπερνά.

Τόλμησε όμως να δεις τις φωτογραφίες που δεν τραβάς, να ακούσεις τα λόγια που δεν ξεστομίζεις, να ανοίξεις πόρτες που κρατάς ερμητικά κλειστές... θα έχεις περισσότερο όφελος από το να προσπεράσεις...για ΣΕΝΑ! Όλοι οι άλλοι έρχονται έπειτα, φυσιολογικά και αβίαστα.

Γιατί η μαριονέτα είσαι εσύ και ο εκβιαστής είναι εντός. Άσε τι λες, τι ακούς ή τι βολεύει να πιστεύεις. Τίποτα δεν αλλάζει αυτό που είναι πραγματικά, όμως η άρνηση να το δεις το κάνει πράγματι επίμονο και το ψέμα φαντάζει αληθινό.

Και για να σε προλάβω... δεν γράφω αυτά που αρέσουν. Τέτοια υπάρχουν μυριάδες και δεν απειλούν το μάτριξ που στηρίζεις! Γράφω για να προκαλώ και για να κοιτάμε και οι δυο, μαζί, την αλήθεια που είμαστε έτοιμοι και πρόθυμοι να ξεσκεπάζουμε. Μόνο έτσι έχει ουσία ο πληθυντικός (ο άλλος είναι φοβικός και τυπικός). Μόνο έτσι φτάνουμε σε διάλογο... οι συνήθεις συζητήσεις δεν με ενδιαφέρουν.