Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Τί έγραφε η πινακίδα στο σταυρό;

Στα χριστιανικά ευαγγέλια αναφέρονται οι εξής εκδοχές για την πινακίδα στο σταυρό του Ιησού:
  • «Kαι πάνω από το κεφάλι του τοποθέτησαν γραπτή την αιτία της καταδίκης του: «AYTOΣ EINAI O IHΣOYΣ, O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Ματθ. 27,37)
  • «H αιτία επίσης της καταδίκης του ήταν διατυπωμένη σε επιγραφή, τοποθετημένη από πάνω του: «O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Μάρκ. 15,26)
  • «Yπήρχε μάλιστα και μια επιγραφή από πάνω του, γραμμένη με γράμματα ελληνικά, ρωμαϊκά και εβραϊκά:»AYTOΣ EINAI O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Λουκ. 23,38)
  • «Έγραψε και μια επιγραφή ο Πιλάτος και την τοποθέτησε πάνω στο σταυρό. H επιγραφή έλεγε: »O IHΣOYΣ O NAZΩPAIOΣ, O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN»» (Ιωάν. 19,19)
Οι τρεις πρώτες εκδοχές για το περιεχόμενο της πινακίδας περίπου συμφωνούν. Στην τέταρτη (Ιωάννης) αναφέρεται όμως ότι στην πινακίδα συμπεριλαμβανόταν και η καταγωγή του Ιησού από τη Ναζαρέτ.

Καταρχάς μια τεχνική παρατήρηση: Αν πράγματι η πινακίδα περιείχε το μήνυμα που αναφέρεται στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο σε τρεις γλώσσες (ελληνικά, ρωμαϊκά, εβραϊκά), η πινακίδα θα πρέπει να ήταν τεράστια, αφού διαβαζόταν από μια απόσταση 5-10 μέτρων. Αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό!
Πολύ σμαντικότερο είναι ότι, όπως έχει ξαναγραφεί, μια πόλη της Παλαιστίνης και συγκεκριμένα της Γαλιλαίας με το όνομα Ναζαρέτ δεν υπήρξε ποτέ πριν και κατά τη διάρκεια της ζωής του Ιησού και παρουσιάζεται για πρώτη φορά μέσα από τα Ευαγγέλια. Η πόλη αυτή φαίνεται να «ιδρύθηκε» από τους χριστιανούς θεολόγους και αναφέρεται στις ιστορικές πηγές περί τον 3ο μ.Χ. αιώνα.
Στα ιστορικά έργα του Ιώσηπου Φλάβιου, ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος των γαλιλαιϊκών στρατευμάτων στην εξέγερση κατά της Ρώμης και ο οποίος, είχε συλληφθεί και κρατηθεί αιχμάλωτος από το έτος 67 μ.Χ., δεν αναφέρεται πουθενά αυτή η πόλη, αν και τα στρατεύματά του στρατοπέδευαν στην περιοχή της μετέπειτα Ναζαρέτ. Κατά τις συγκρούσεις για την κατάληψη της γειτονικής πόλης Sepphoris, η οποία απείχε μερικά χιλιόμετρα από τον οικισμό που ονομάστηκε αργότερα Ναζαρέτ, έπρεπε να αποτελεί αυτή η Ναζαρέτ από στρατηγικής σκοπιάς σημείο οπισθοχώρησης ή στρατοπέδευσης των στρατευμάτων του.
Μία πόλη Garis, 5 χλμ. νοτιοανατολικά της Sepphoris, που δεν υπάρχει πια και αναφέρεται πράγματι από τον Ιώσηπο (Βιβλίο 3, Κεφάλαιο 6,3) ως τοποθεσία του στρατοπέδου του, βρίσκεται ακριβώς στη θέση που υπάρχει η μεταγενέστερα αναφερόμενη Ναζαρέτ. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι σίγουρα μέχρι το 7Ο μ.Χ. δεν φαίνεται να υπήρχε κατ” όνομα μια πόλη Ναζαρέτ.
Αλλά και στους προηγούμενους αιώνες, στην π.Χ. εποχή, πουθενά δεν υπάρχει αναφορά στην πόλη αυτή. Στην Π.Δ., η οποία αποτελεί την πολιτική και θρησκευτική ιστορία του ιουδαϊκού λαού, γίνεται αναφορά σε χιλιάδες πόλεις, χωριά και οικισμούς, πολλά ονόματα που έπαψαν να αναφέρονται κατά τη μεταγενέστερη εποχή. Όμως, σε κανένα σημείο της Π.Δ. δεν αναφέρεται κάποιος οικισμός που θα μπορούσε να ταυτιστεί κατ” όνομα ή λόγω ιστορικών γεγονότων με την πόλη που ονομάστηκε Ναζαρέτ. Άρα τυχόν εικασίες ότι μπορεί να υπήρχε παλαιότερα το όνομα Ναζαρέτ, να περιέπεσε για δεκαετίες ή και αιώνες στη λήθη και να επανήλθε αργότερα, δεν ευσταθούν.
Το Ταλμούδ, μια συλλογή ιουδαϊκών νόμων που γράφτηκε μετά τα χριστιανικά ευαγγέλια (3ος αι.), αναφέρει πολλούς μικρούς και μεγάλους γαλιλαιϊκούς οικισμούς, αλλά ούτε μία φορά τη Ναζαρέτ. Γενικότερα, ουδείς ιστορικός ή άλλος συγγραφέας, πριν ή λίγο μετά τον Ιησού, έχει αναφέρει ποτέ το όνομα αυτής της πόλης. Η μόνη «πηγή» που «ιδρύει» και περιγράφει τη Ναζαρέτ, είναι η χριστιανική παράδοση, στην οποία αναφέρεται ακόμα ότι εκεί υπήρχε και συναγωγή, άρα θα έπρεπε να είναι ένας μεγαλύτερος οικισμός και όχι μια μικρή ομάδα κατοικιών ή ένας σταθμός αγροτικής παραγωγής.
Παραμένει λοιπόν ανεξήγητο, πώς είναι δυνατόν να υπήρχε στο σταυρό του Ιησού επιγραφή σε τρεις γλώσσες που αναφερόταν σε μια πόλη, η οποία δεν υπήρχε καν εκείνη την εποχή ή πριν από αυτήν. Και πώς αναφέρεται αυτή η πόλη στα Eυαγγέλια που λέγεται ότι γράφτηκαν μέσα στον 1ο αιώνα, αλλά δεν αναφέρεται στο Ταλμούδ που γράφτηκε δύο αιώνες αργότερα;
Κατά μία «αιρετική» εκδοχή ο χαρακτηρισμός Ναζωραίος (ή αλλιώς Ναζηραίς ή Ναζηραίος) σήμαινε στα εβραϊκά ο κεχρισμένος. Επειδή όμως οι θεόπνευστοι πατέρες του χριστιανισμού δεν κατανοούσαν αυτή τη λέξη, νόμισαν ότι ήταν προσδιορισμός με τοπική-εθνική σημασία και «κατασκεύασαν» μια πόλη Ναζαρέτ. Τότε όμως, πώς αναφέρονται στα ευαγγέλια ο Ιησούς, αλλά και ο πατέρας του Ιωσήφ ως Ναζωραίοι;
Μυστήρια πράγματα χριστιανικών παραποιήσεων!

Βιολογικά όπλα και μηχανές στην πολιορκία της Τροίας

Οι εχθροπραξίες στην αρχαιότητα ήταν πολύ βάρβαρες. Υπάρχουν έντονες αφηγήσεις για ηρωικές μάχες κατά τις οποίες οι αντίπαλες πλευρές χρησιμοποιούσαν τεχνολογίες αιχμής για να υπερισχύσουν η μία της άλλης. 
 
Είχαν όντως οι αρχαίοι Έλληνες πολιορκητικά άρματα και χειροβομβίδες; Χρησιμοποιούσαν χημικά και βιολογικά όπλα; 
 
Αυτή είναι η ιστορία για την πιο διάσημη πολιορκία όλων των εποχών…δείτε το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ του History Channel
 

Ποιοι ήσαν άραγε οι "Πολικοί Θεοί";

Η λα­τρεία τους είχε καθιερωθεί κοντά στη λίμνη Lago di Naftia, όχι μακριά από τους Λεοντίνους, όπου παρατηρούνταν πολλά ηφαιστειογε­νή φαινόμενα από τη λίμνη αναπηδούσε ένας πίδακας από ζεστό νερό σε σχήμα θόλου, που ξανάπεφτε μέσα στην επιφάνεια της λίμνης, χω­ρίς ούτε σταγόνα να πέσει έξω.
Μια δυνατή μυ­ρουδιά θείου πλανιόταν πάνω από τη λίμνη. Ισχυρίζονταν μάλιστα ότι τα πουλιά που πετού­σαν πάνω της πέθαιναν αμέσως, ενώ οι άνθρω­ποι που απερίσκεπτα την πλησίαζαν πέθαιναν σε τρεις μέρες!..
Η λίμνη Lago di Naftia ως έχει σήμερα.
Μοιάζει σαν μια απλή πισίνα, όχι πάνω από 480 πόδια στην περιφέρεια , αλλά νωρίς προσέλκυσε την προσοχή από την αξιοσημείωτα φαινόμενα που προκαλούνται από δύο πίδακες ηφαιστειακού αερίου , που αυξάνονται κάτω από το νερό, προκαλώντας έναν βίαιο αναβρασμό, και μερικές φορές εκτινάζουν το νερό σε ένα μεγάλο ύψος!...
ΣΥΜΦΩΝΑ με την Ελληνική Μυθολογία, οι Πολικοί ήσαν δίδυμοι θεοί που κατάγονται από τη Σικελία.  Μερικές φορές τους θεωρούσαν γιους του Δία και της Θάλειας, κόρης του 'Ηφαί­στου, ή ακόμη γιους του Δία και της Αίτνας. Τό­τε που η Θάλεια κουβαλούσε στην κοιλιά της τα παιδιά από φόβο για τη ζήλεια της Ήρας, ευχή­θηκε να κρυφτεί μέσα στη γη.
Η ευχή της εκπληρώθηκε και, όταν ο καιρός έφτασε, τα δυο της παιδιά, δύο δίδυμα, βγήκαν από το έδαφος και έτσι γεννήθηκαν. Η ιδιομορφία αυτή εξη­γούσε το όνομα τους - που σημαίνει οι «ανερχό­μενοι» (από το αρχαίο Ελληνικό πάλιν).
Η λα­τρεία τους είχε καθιερωθεί κοντά στη λίμνη Lago di Naftia, όχι μακριά από τους Λεοντίνους, όπου παρατηρούνταν πολλά ηφαιστειογε­νή φαινόμενα· από τη λίμνη αναπηδούσε ένας πίδακας από ζεστό νερό σε σχήμα θόλου, που ξανάπεφτε μέσα στην επιφάνεια της λίμνης, χω­ρίς ούτε σταγόνα να πέσει έξω.
Μια δυνατή μυ­ρουδιά θείου πλανιόταν πάνω από τη λίμνη. Ισχυρίζονταν μάλιστα ότι τα πουλιά που πετού­σαν πάνω της πέθαιναν αμέσως, ενώ οι άνθρω­ποι που απερίσκεπτα την πλησίαζαν πέθαιναν σε τρεις μέρες. Τέτοιος ήταν ο χώρος των Πολι­κών, των φοβερών θεών, μέσω των οποίων οι Σικελοί έκαναν τους επίσημους όρκους τους.
Και κάτι ακόμη:
Ό­ταν κάποιος ήθελε να επιβεβαιώσει κάτι με όρ­κο, τον έγραφε πάνω σε πλάκα, την οποία πε­τούσε πάνω στο νερό της λίμνης. Αν η πλάκα επέπλεε, αυτό σήμαινε ότι ο όρκος ήταν αληθι­νός αν βυθιζόταν, υπήρχε επιορκία. Έλεγαν ακόμη ότι οι Πολικοί τιμωρούσαν με τύφλωση τους ψεύτες, που τους επικαλούνταν με τρόπο απατηλό.

Το κείμενο εκδικείται την τηλεόραση

Το παρόν δοκίμιο αποτελεί μια συνοπτική εισαγωγή σε θεωρίες σχετικά με τον εννοιολογικό καθορισμό, τη μορφή και τις χρήσεις του υπερκειμένου ως νέου τρόπου γραφής- παραγωγής- πρόσληψης κειμένου, με ιδιαίτερη έμφαση στις διαφορές του από την καθιερωμένη κειμενικότητα της τυπογραφίας, καθώς και στις επιπτώσεις του φαινομένου της διάδοσης του υπερκειμένου πάνω στο αναγνωστικό κοινό, τις αναγνωστικές συνήθειες και τον αποδέκτη νέων μορφών επικοινωνίας, μάθησης και τέχνης.

«Η δομή του υπερκειμένου είναι η κατά προσέγγιση εξωτερικευμένη δομή του σημασιολογικού δικτύου μέσα από το κεφάλι του συγγραφέα, σε ηλεκτρονική μορφή» (Freisler 1994)

Το μέσον της τυπογραφίας αποτελεί παρουσίαση αντικειμένων και γεγονότων υπό τη μορφή, κατά κύριο λόγο, γραπτών κειμένων. Στο πλαίσιο της κουλτούρας της γραφής μας, τα σημεία τους τοποθετούνται στη σειρά, γραμμικά, το ένα δίπλα στο άλλο , από τα αριστερά προς τα δεξιά κι από πάνω προς τα κάτω, έτσι ώστε να παράγουν μια συνοχή νοήματος. Η φορά της ανάγνωσης ακολουθεί την αρχή της γραμμικότητας ως στοιχείου παραγωγής κειμενικότητας. Ανακολουθίες στη σειρά των γεγονότων σχετικά με τη θέση τους σε παρελθόντα ή μέλλοντα χρόνο εκφράζονται μέσω χρονικών συνδέσμων και αντωνυμιών.

Τον όρο «υπερκείμενο» εισήγαγε τη δεκαετία του ’60 ο Τεντ Νέλσον. Το πρόθεμα «υπέρ» υπονοεί σε γενικές γραμμές μια κλιμάκωση ή υπερβολή. Τα Υπερ-Κείμενα αποτελούν υπό αυτή την έννοια κειμενικές προεκτάσεις, ριζώματα ή συνονθυλεύματα και περικλείουν το ατέλειωτο δυναμικό που χαρακτηρίζει τα μεμονωμένα θραύσματα κειμένων τα οποία εξαπλώνονται στο World Wide Web ως πλέγμα με τη μορφή δικτύου. Διαφοροποιούνται από τα συμβατικά τυπωμένα κείμενα ως προς το εξής: διατίθενται online ως άυλα κείμενα πάνω στην οθόνη του υπολογιστή και μπορούν να παρουσιάσουν αντιπροσωπευτικά τις πληροφορίες που περιέχουν υπό μία γενικότερη θεματική ενότητα σε πολλά κανάλια και με ποικίλους τρόπους, από το επίπεδο κιόλας του σχεδιασμού του κειμένου.

Σε μη-γραμμική διάταξη, η δομή τους καθορίζεται μορφολογικά από ακουστικές, οπτικές και υπερκειμενικές βάσεις δεδομένων και αποτελείται τόσο από «δυναμικούς» φορείς δεδομένων, δηλαδή από ήχο (audio) , κινούμενο σχέδιο (animation) και εικόνα (video), όσο και από «στατικά» στοιχεία όπως εικόνες, σχέδια γραφιστικής και ταμπέλες.

Στο πλαίσιο αυτό ο Βέντσελ μιλάει για «υβριδοποίηση» των ψηφιακών μέσων σε ένα ανοιχτό σημειολογικό πεδίο εννοιών (1998). Τα υπερκείμενα αντιστοιχούν σε ένα πολύ συγκεκριμένο είδος διάρθρωσης και σύνδεσης πληροφοριακού υλικού και προσδίδουν μια ιδιαίτερη δυναμική στον όρο του «κειμένου», όσον αφορά στην εκφορά (της γλώσσας) και τον διαδραστικό τους χαρακτήρα . Οι πληροφορίες που πρέπει να μεταδοθούν συνοψίζονται σε ευρύτερα clusters σύμφωνα με θεματικά ή λειτουργικά κριτήρια, τα οποία χωρίζονται σε μη-γραμμικά δομημένες κειμενικές υποενότητες.

Το κειμενικό σώμα χωρίζεται λοιπόν σε μεμονωμένα «πακέτα» ή συστατικά που συνδέονται μέσω ηλεκτρονικών παραπομπών, των λεγόμενων hyperlinks, σχηματίζοντας δίκτυο, μέσα στο οποίο το καθένα διατηρεί τη συνοχή του ως ενότητα. Οι πολλαπλές συνδέσεις ανάμεσα σε αυτά τα επιμέρους κείμενα ή συγκροτήματα ηλεκτρονικών στοιχείων (modules) μπορούν να ενεργοποιηθούν μέσω «κλικ» με το ποντίκι του υπολογιστή (mouse click) πάνω σε «ευαίσθητες» λέξεις ή σχέδια, ανάλογα με τις γνώσεις ή τις ανάγκες του χρήστη, χωρίς μάλιστα να χαθεί απαραιτήτως η συνοχή, καθώς ο κάθε εν δυνάμει συνδετικός κρίκος διανοίγει έναν «δρόμο» πιθανών αναγνώσεων. Ο χρήστης-αναγνώστης συνθέτει ο ίδιος το υπερκείμενο πάνω στην οθόνη του υπολογιστή, καθορίζοντας ακολουθία και διάταξη των επιθυμητών modules.

Η ιδέα του υπερκειμένου ως δικτύου αποτελούμενου από διάφορoυς ηλεκτρονικούς κόμβους (nodes) αντιστοιχεί σύμφωνα με τον Ρότκεγκελ (Rothkegel,1998) σε έναν τριαδικό διαχωρισμό, που συνίσταται στο εκάστοτε επίκεντρο της πληροφορίας που δεχόμαστε, με το οποίο συνυπάρχουν την ίδια στιγμή στο πρώτο πλάνο του ταμπλό περαιτέρω πληροφορίες που σκοπό έχουν να προσδιορίσουν ειδικότερα το αντικείμενο κι εμφανίζονται με τη μορφή ηλεκτρονικών συνδέσμων (links). Αυτοί μπορούν να ενεργοποιηθούν στο βάθος του ταμπλό ανάλογα με το αν και για τι ενδιαφέρεται ο χρήστης, με σκοπό να διευρύνουν το θεματικό πεδίο ή και να επιφέρουν μια αλλαγή θέματος. Με την πολυδιάστατη σημασιολογική εσωτερική δομή του υπερκειμένου και με τις πολλαπλές συνδέσεις που αυτή συνεπάγεται διαλύεται η μονομερής γραμμική ακολουθία των κειμενικών ενοτήτων και «ανοίγει» δομικά το πλαίσιο της πλοκής.

Στον αποδέκτη δίνεται έτσι η δυνατότητα να διαλέξει ανάμεσα σε μια πληθώρα πιθανοτήτων, αποφασίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο για το πώς θα συνεχιστεί η ανάγνωσή του. Στο προσκήνιο βρίσκεται εδώ όχι τόσο το κείμενο ως ολοκληρωμένο προϊόν, όσο η δυναμική προοπτική της ανάγνωσης (ή αντίστοιχα της συγγραφής) του κειμένου, κατά την οποία δεν είναι απαραιτήτως καθορισμένη μια σειρά ή ακολουθία. Πρωταρχικού ενδιαφέροντος είναι λιγότερο η ίδια η πληροφορία και πολύ περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζει και την χρησιμοποιεί κάποιος. (Ροτκέγκελ 1998)

Κι ενώ στο «εντυπωμένο» κείμενο (print text) τα έγχρωμα συνεκτικά νήματα που έχει εισάγει ο συγγραφέας βασίζονται σε γραμμικές συντακτικές ακολουθίες μιας κατεύθυνσης, οι οποίες μάλιστα εξασφαλίζουν μια κάποια συνοχή σε επίπεδο περιεχομένου-θεματικής και σε τυπικό επίπεδο μέσω σημασιολογικών και συντακτικών σχέσεων και συνδέσεων, το υπερκείμενο αποκτά πραγματική συνεκτικότητα και συνάφεια από τον τρόπο που το αντιμετωπίζει ο αποδέκτης, διαβάζοντας δηλαδή και αξιοποιώντας τις διάφορες προοπτικές κι εφαρμογές επιλεκτικά και κατά βούληση, σύμφωνα με προσωπικά κριτήρια, κινούμενος προς πολλαπλές κατευθύνσεις. Λαμβάνοντας όλα αυτά υπόψη, ο Ρότκεγκελ θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός των υπερκειμένων ως «μη-γραμμικά» είναι πολύ περιορισμένος, καθώς τα μεμονωμένα παράλληλα κείμενα και από γραμμικότητα χαρακτηρίζονται και μπορούν να συνδεθούν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να σχηματίζουν μεγαλύτερες νοηματικές ενότητες.

Στη σύγχρονη –μεταμοντέρνα- θεωρία της λογοτεχνίας θεωρείται πλέον δεδομένο ότι δεν ενυπάρχει στα κείμενα κάποια αντικειμενική, οντολογικά, “σημασία” και ότι η κατανόηση του κειμένου σχηματίζεται με βάση την προσωπική εμπειρία του αναγνώστη κατά τη διαδικασία της λογοτεχνικής επεξεργασίας (Weskamp 1997, Overmann 1999). H κατανόηση του κειμένου αποτελεί λοιπόν εγκεφαλική διεργασία, κατά την οποία αλληλεπιδρούν και συνεργάζονται νοητικοί-γνωστικοί από τη μία και ψυχολογικοί, από την άλλη, παράγοντες.

Κι ενώ σε παλαιότερες μεθόδους ανάγνωσης προτεραιότητα δίνεται στην αναγνώριση και αποκωδικοποίηση των γλωσσικών σημείων, οι σύγχρονες προσεγγίσεις έχουν ως αφετηρία τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις κι εμπειρίες του αναγνώστη. Απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι οι επιμέρους παράγοντες της ανάγνωσης που συμβάλλουν στην παραγωγή νοήματος, αλλά μάλλον ο γενικότερος συνδυασμός κειμένου, κειμενικού περιβάλλοντος κι εμπειριών. Μέσα στο πλαίσιο μιας θεωρίας της διαδραστικότητας, αυτά τα στοιχεία τελικά οδηγούν στην ενσωμάτωση των σχετικών θέσεων και προτάσεων σε ένα μοντέλο νόησης που δεν είναι οργανωμένο σύμφωνα με χρονικές και τοπικές ακολουθίες.

Κάτι τέτοιο συνεπάγεται, όσον αφορά τη διδασκαλία λογοτεχνίας, ότι δεν πρέπει να αποτελεί μέλημα του μαθήματος η ανεύρεση ενός γενικής ισχύος νοήματος μέσα στο κείμενο. Στο πλαίσιο μιας κριτικής της λογοτεχνίας θεμελιωμένης στη γνωστική επιστήμη (Barthes, Derrida, Foucault), η λογοτεχνία και η γλώσσα εν γένει αντιστέκονται στην αντικειμενική αποκωδικοποίηση, καθώς δεν μπορεί να υπάρξει μονοσήμαντη και σαφής σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου, κι ως εκ τούτου ούτε και μία ενγενής τάση του κειμένου να γίνει κατανοητό.

Τα κείμενα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως φορείς σημασιών που προσφέρονται στον αναγνώστη. Αυτός με τη σειρά του τα ελέγχει ως προς τη συνάφειά τους και τα επεξεργάζεται ως γνωστικό αντικείμενο, εφαρμόζοντας μια προσέγγιση «προσωπικής ανταπόκρισης» (personal-response approach) . Σύμφωνα λοιπόν με τα θεωρητικά συμπεράσματα της αισθητικής της πρόσληψης (Iser, Eco, Bredella) ή του κονστρουκτιβισμού (S.J. Schmidt) δεν αποσπούμε από το κείμενο κάποια «αλήθεια», αντιθέτως εισάγουμε οι ίδιοι νόημα σε αυτό τη στιγμή της ανάγνωσης για να σχεδιάσουμε εγκεφαλικές παραστάσεις.

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, ο Τζορτζ Π. Λάντοου μεταφέρει τις θεωρίες του Ρολάν Μπαρτ και του Ζακ Ντεριντά (Roland Barthes, Jacques Derrida) περί κειμένου στο πεδίο της λογοτεχνίας του Διαδικτύου και της μελέτης και ανάλυσης του υπερκειμένου. Ερευνά δηλαδή τις επιδράσεις των μετασχηματισμένων υπερκειμενικών δομών στη γενικότερη παραγωγή και πρόσληψη κειμένων και περιγράφει την αποδέσμευση του αναγνώστη από τις πιέσεις και τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι προερχόμενες από το γραπτό «γραμμικό» κειμένο κατηγορίες.

Εφόσον λοιπόν κάθε κείμενο όταν ανα-λύεται, όταν δηλαδή τρόπον τινά διασπάται, αποδεικνύεται μια ατελείωτη σειρά «στοιβαγμένων» κειμενικών ενοτήτων, και δεν υπάρχει πλέον κανένας κειμενικός πυρήνας, η ιεραρχική διάταξη των αποσπασμάτων διαλύεται και μαζί της κι ο περι-ορισμός του κειμένου από τον συγγραφέα. Μέσω αυτής της «ανοιχτής» δομής, η οποία ευνοεί μια συναρμολόγηση τμημάτων κειμένου βάσει συνειρμού, ο αναγνώστης αναδεικνύεται ως προς το ρόλο του από καταναλωτής σε παραγωγό του «ταξιδιού» του μέσα στο χώρο της ανάγνωσης, συνδυάζοντας τα μεμονωμένα κομμάτια κειμένου μεταξύ τους με πολλούς και διάφορους τρόπους. Οι επιπλέον αυτές ιδιότητες και το αντιστοίχως διευρυμένο πεδίο δράσης που αποκτά μειώνουν κατά αυτόν τον τρόπο την απόσταση μεταξύ των ρόλων αναγνώστη-συγγραφέα όλο και περισσότερο.

Τα υπερκείμενα αποκλείουν εξ ορισμού τη δυνατότητα μιας αντικειμενικής – σχηματικής ανάλυσης, λόγω της πολυδιάστης δομής τους αφενός και αφετέρου λόγω της απουσίας οποιασδήποτε πρόφασης ότι θα μπορούσε να υπάρξει ιεραρχία σημασιών βασισμένη σε μονομερή σχέση αιτιότητας. Υπό αυτή την έννοια, η σύνδεση – το «πλέξιμο» – των υπερκειμένων σε δίκτυο φαίνεται μάλλον να αντανακλά μια διαφάνεια, ειδικά σε ό,τι αφορά την απεικόνιση του τρόπου παραγωγής κειμένων. Ο συγγραφέας μαζεύει καταρχάς μεμονωμένα αποσπάσματα υπό τη μορφή λεξημάτων ή φράσεων, βάσει θεματικών κριτηρίων, τα οποία κατόπιν περικλείει σε μικρά κειμενικά «πακέτα» που συνδυάζονται με τη σειρά τους σε μεγαλύτερες «προσφορές» σημασιών.

Κάθε νοηματική ενότητα παραπέμπει εναλλάξ σε κάποια άλλη, μέσα στο όλο «μίγμα» και η κάθε σημασία μεταλλάσσεται στο πλαίσιο της παραγωγής καινούργιων σχέσεων και συνδηλωτικών σημασιών. Η διαδικασία της παραγωγής αποδεικνύεται έτσι εξίσου αδύνατο να ολοκληρωθεί όπως και αυτή της πρόσληψης, αλλά και το ίδιο μετατρέψιμη, εφόσον τα υπερκείμενα δεν υπόκεινται σε αυστηρό νοηματικό περιορισμό, εξαιτίας της ελευθερίας που παρέχουν για συσχετισμούς και συνδυασμούς διαφόρων ειδών.

Επειδή λοιπόν η ενεργοποίηση των ηλεκτρονικών συνδέσμων (links) είναι αυτή που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τις κατά τα άλλα αφανείς διαδικασίες της γένεσης του υπερκειμένου, καθώς και να αποδομήσουμε με τη βοήθειά τους επιλεκτικά το κειμενικό σώμα, το υπερκείμενο αναδεικνύεται, στην υλική μορφή του, σε ένα θεωρητικά μη εξαντλήσιμο σημασιολογικό σύμπλεγμα. Η ανάγνωση των υπερκειμένων παραπέμπει δηλαδή στην αδυναμία των διαδικασιών κατανόησης να φτάσουν σε ένα τέλος και προωθεί μία αυτόνομη, διακειμενική και πολυμορφική μελέτη, που λαμβάνει υπόψη της τις προτιμήσεις και τις κλίσεις των μαθητών-αναγνωστών. Κατά αυτόν τον τρόπο οι μελετητές-χρήστες-αναγνώστες διασχίζουν έναν κόσμο ελεγχόμενο από τους ίδιους, «βαδίζοντας» κατά μήκος των ηλεκτρονικών συνδέσμων.

Σε αυτό το σημείο δεν πρέπει βέβαια να παραλείψουμε ότι και η παραγωγή και πρόσληψη ενός «γραμμικού» κειμένου μπορεί να επιδείξει στοιχεία ανακολουθίας και υπερκειμενικότητας μέσα στο πλαίσιο μιας αναδρομικής διαδικασίας. Για αυτόν τον λόγο είναι αδύνατον να επιτευχθεί μια διαφοροποίηση κειμένου-υπερκειμένου που να μπορεί να αναχθεί σε αξίωμα, από τη στιγμή μάλιστα που βάση αναφοράς για τα υπερκείμενα αποτελούν σε γενικές γραμμές τα συμβατικά κείμενα, πράγμα που σημαίνει ότι τα πρώτα δεν μπορούν να νοηθούν παρά μόνο ως εν μέρει απο-γραμμικοποιημένα.

Εν ολίγοις, μια επιστημονική εργασία ή ακόμα κι ένα λογοτεχνικό κείμενο σχηματίζονται κατά αποσπασματικό τρόπο και μόνο το τελικό αποτέλεσμα εμφανίζεται υπό τη μορφή γραμμικής ενότητας, έπειτα από πολύ κόπο και αναδρομικές προσπάθειες. Μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, μετακινούνται προτάσεις από το ένα σημείο στο άλλο, παράγραφοι προστίθενται ή αφαιρούνται, σχήματα επιχειρημάτων αλλάζουν, υποσημειώσεις τοποθετούνται ενδιάμεσα κλπ. Αλλά ακόμα και αυτός που διεξάγει κάποια έρευνα γίνεται αποδέκτης κειμένων κατά τρόπο σφαιρικό και επιλεκτικό, κατευθυνόμενος προς επιγραφές, λέξεις-κλειδιά, πίνακες περιεχομένων ή ευρετήρια και γενικά σε links. Φιλτράρει από το πλήθος των ειδικών εκδόσεων, το οποίο διαρκώς διογκώνεται, τις πληροφορίες εκείνες που είναι σχετικές με το θέμα του ή κατευθύνεται ειδικά προς τα σημεία εκείνα του κειμένου που αφορούν αποκλειστικά τη δική του τοποθέτηση. Αυτή η επιλεκτική ή σφαιρική ανάγνωση υποδηλώνει ήδη μια τάση προς απο-γραμμικοποίηση, σε αντίθεση με τη λεπτομερειακή-στατική ανάγνωση.

«Κατά την παραγωγή του κειμένου πρέπει να μετατραπούν σχεδιαγράμματα πολυδιάστατων «κτηρίων σκέψεων» και να πάρουν την αντίστοιχη γραμμική μορφή. Ο αποδέκτης από την πλευρά του ανάγει κατά τη διαδικασία της κατανόησης τις συγκεκριμένες ενότητες γνώσεων, οι οποίες έχουν οργανωθεί και τοποθετηθεί σε μια σειρά, σε μια πολυδιάστατη δομή γνώσεων. Καθ’ όλη αυτή τη διαδικασία δεν είναι απαραίτητο οι γνωστικές δομές του παραγωγού να υιοθετηθούν αυτούσιες και με την ίδια σειρά. Σύμφωνα με όλα αυτά, η γραμμικότητα αποτελεί κατά κύριο λόγο επιφανειακό φαινόμενο.» (Tiedge)

Το υπερκείμενο είναι λοιπόν μια νέα παραστατική μορφή παραγωγής και πρόσληψης κειμένων με περιεχόμενα μακροπροτάσεων, υπό ιδιαίτερες συνθήκες όσον αφορά τα μέσα που χρησιμοποιούνται. Μας παρέχει τη δυνατότητα να δούμε τόσο τις συνθήκες υπό τις οποίες «γεννιέται» ένα οποιοδήποτε κείμενο όσο και έναν διαφοροποιημένο τρόπο παραγωγής κειμένου. Οι υπερκειμενικοί κόμβοι αποτελούν μια δυναμική και σημασιολογικά «ανοικτή» ενότητα και μέσω αυτών ο χρήστης μπορεί να συνεχίζει την πορεία του – θεωρητικά επ’ άπειρον – ανάλογα με το εύρος των εμπειριών και των διανοητικών ικανοτήτων του, με αποτέλεσμα η παραγωγή περιεχομένων να ξεκινά με τη διαδραστική, διαλογική και διακειμενική σχέση μεταξύ αναγνώστη και κειμένου: υπό αυτήν την έννοια η ανάγνωση ανάγεται κυριολεκτικά σε παραγωγή έργου.

Τα υπερκείμενα παρέχουν, κατά αυτόν τον τρόπο, στους αποδέκτες τους περισσότερες δυνατότητες για ενεργό «συμμετοχή» αυτονομία και αυθεντικότητα. Το ενοποιημένο και κλειστό σύστημα αντικαθίστανται από νοήματα που παρέχονται σε ένα ανοικτό περιβάλλον και μπορούν δυνητικά να εξαπλωθούν απεριόριστα μέσα σε αυτό, αφού φέρουν ως χαρακτηριστικό τη μη-ολοκληρωσιμότητα, την απουσία «κλεισίματος», διότι κάθε προσφορά σημασιών και νοημάτων προκαλεί αναπόφευκτα την εμφάνιση καινούριων πιθανών συνδυασμών.

Η αμφισβήτηση, έστω και μερική, της κουλτούρας της γραφής μας, η οποία είναι γραμμική και προς μια κατεύθυνση και η συνεπακόλουθη ταύτιση χρονικής-τοπικής αλληλουχίας, από τη μία, και αιτιότητας, από την άλλη, αποδεσμεύει την ηγεμονική θέση που κατέχει η λογική και προσανατολισμένη προς έναν σκοπό σκέψη του σύγχρονου ανθρώπου από τον απόλυτο χαρακτήρα της ένα-προς-ένα-αναλογίας και αναβαθμίζει τη συνειρμική σκέψη καθώς και το αισθητικό κριτήριο του ανθρώπινου πνεύματος.

Οι νοητικοί μηχανισμοί δεν ακολουθούν την ευθεία γραμμή. Αποτυπώνοντας τον τρισδιάστατο χαρακτήρα του χώρου, η μεταφορά του υπερκειμένου ως δικτύου αποδίδει όσο το δυνατόν παραστατικότερα δομές και μηχανισμούς του ανθρώπινου εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος, τα οποία είναι εύπλαστα και λειτουργούν σε πολλά επίπεδα συνδεόμενα με συνάψεις. Εν ολίγοις, οι γνώσεις μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο καταχωρούνται υπό τη μορφή δικτύου. Η ποικιλία των πιθανών συνδέσεων μέσα σε ένα «ανοικτό» δίκτυο αντικατοπτρίζει τόσο την ικανότητα του εγκεφάλου όσο και τις αντίστοιχες δυνατότητες του υπερκειμένου για μια «ελαστική» αναπαράσταση του κόσμου ως προσωπικού νοητικού κατασκευάσματος, η οποία τελικά δεν βρίσκει αντιστοιχία στην οργάνωση της γραφής σε ευθεία γραμμή.

Μόνο οι υπερκειμενικές δομές φαίνεται να μπορούν να συγκριθούν με τις διαδικασίες της ανθρώπινης αντίληψης και πρόσληψης γνώσης, σύμφωνα με τον Loeser (1999), ο οποίος τονίζει μαζί με τον Landow ότι τα υπερκείμενα επιτρέπουν την ανάγνωση και τη σκέψη που δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκη χρονική και τοπική αλληλουχία και μπορούν να δώσουν ερεθίσματα για την καθιέρωση ενός τρόπου σκέψης βασισμένου σε συναρτήσεις και αναλογίες.

Βέβαια, σε αυτό το σημείο τίθεται το ερώτημα σχετικά με τη συνοχή και τη σταθερότητα της σύνδεσης των μεμονωμένων συστατικών του κειμένου. Η γνώση δεν εντοπίζεται πλέον σε ένα καθορισμένο μέρος : αντίθετα μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο εν κινήσει. Εφόσον λοιπόν στο υπερκείμενο αρχή και τέλος δεν αποτελούν απαραιτήτως σταθερά καθορισμένα σημεία κι εφόσον τα όρια μεταξύ των ηλεκτρονικών συνδέσεων είναι ασαφή, παρατηρείται μια ανακολουθία, μορφολογική – όσον αφορά τη διάταξη σε ευθεία γραμμή – και σημασιολογική, ανάμεσα στις κειμενικές ενότητες, τόσο σε μικροεπίπεδο, στην εσωτερική δομή του υπερκειμένου, όσο και στο –πιο ελαστικό- μακροεπίπεδο του ίδιου του υπερκειμένου.

Επιπλέον, ενδέχεται να παρουσιαστεί μια νοητική «υπερφόρτωση», καθώς ο χρήστης είναι διαρκώς υποχρεωμένος να παίρνει αποφάσεις και να επιλέγει ανάμεσα σε πληθώρα ηλεκτρονικών κόμβων. Εξ αυτών μπορεί τέλος να προέλθει μια αβεβαιότητα κι ανησυχία, η οποία ενισχύεται από την υπεραφθονία πολυμορφικών αισθητικών ερεθισμάτων, και μάλιστα ακριβώς εκείνη τη στιγμή που ο αριθμός των πληροφοριών που παρουσιάζονται ανά χρονική ενότητα υπερβαίνει την ικανότητα του ανθρώπινου συστήματος για επεξεργασία των σχετικών πληροφοριών. (Plass 1999)

Στο υπερκειμενικό κολάζ παρουσιάζεται συχνά δυσκολία και στον διαχωρισμό ανάμεσα σε κυρίως κείμενο και σε παρα-κείμενα, επειδή αυτά χαρακτηρίζονται από πολύπλοκες σχέσεις και διαδικασίες. Τον διαχωρισμό καλείται τελικά να κάνει ο ίδιος ο αναγνώστης καθορίζοντας τη σύγκλιση των στοιχείων. Εάν όμως αυτός δεν καταφέρει κατά τη διάρκεια της πλοήγησης (navigation) να ανακατασκευάσει από την πληθώρα των πιθανών «μονοπατιών» (paths) ανάγνωσης ένα νόημα με σημασιολογική συνοχή και συνάφεια, ακολουθώντας μια πορεία με σαφή και καθορισμένο, σε γενικές γραμμές, προορισμό, τότε η ελευθερία επιλογής μετατρέπεται σε ταλαιπωρία και το ταξίδι κι οι εξερευνήσεις μέσα στους διαδικτυακούς κόσμους οδηγούν σε ένα αίσθημα απώλειας της κατεύθυνσης και του προσανατολισμού, στο λεγόμενο “lost in cyberspace” .

Σε αυτήν την περίπτωση ο αναγνώστης χάνει πλέον τη γενική εικόνα του συνόλου των πληροφοριών, αφού πάνω στην οθόνη γίνονται αντιληπτά μόνο συγκεκριμένα αποσπάσματα που στον αποδέκτη εμφανίζονται κατά πάσα πιθανότητα ως μη δομημένη παράταξη συγκροτημάτων ηλεκτρονικών στοιχείων (modules). Μικρο- και μακροδομές τέμνονται, συμπίπτουν σε διάφορα σημεία κι έτσι οι σχετικές με την πλοήγηση αποφάσεις αφήνονται στην τύχη λόγω έλλειψης μιας γενικότερης εποπτείας: όταν η θεματική και λειτουργική οργάνωση του υπερκειμένου δεν είναι σαφής και ξεκάθαρη-όσο αυτό είναι εφικτό στα υπερκειμενικά πλαίσια- ο αναγνώστης δεν γνωρίζει πλέον σε ποιο επίπεδο αναφοράς βρίσκεται τη συγκεκριμένη στιγμή. ‘Ανοιξαν τα πολυμέσα ένα «κουτί της Πανδώρας» ή δημιούργησαν έναν ηλεκτρονικό παράδεισο, ποικιλόμορφο, ανοικτό, προσβάσιμο σε όλους ανά πάσα στιγμή, ρωτάει εύλογα και με κριτική διάθεση ο Πεχ. (Paech 1999)

Με αυτό το ερώτημα φτάνουμε στο θέμα της μετάβασης από το υπερκείμενο στo «υπερμέσo» (hypermedium), όπου συναντάμε την ενσωμάτωση πολυπλοκότερων συνδυασμών εικόνων μέσα στο υπερκείμενο, την εισαγωγή ηχητικών αρχείων, βίντεο, κινουμένων σχεδίων και κίνησης γενικότερα κ.λπ. Η αποτελεσματικότητα του υπερμέσου αποτελεί όπως είναι φυσικό θέμα συζητήσεων κι ερευνών, αλλά προς το παρόν φαίνεται να εξαρτάται από τη μορφή της παρουσίασης με τη βοήθεια πολυμέσων και από τον αντίστοιχο σχεδιασμό (design) των μελλοντικών «νοητικών εργαλείων» , καθώς επίσης σε μεγάλο βαθμό και από την ανάπτυξη κατάλληλων μεθόδων και στρατηγικών επεξεργασίας πληροφοριών από την πλευρά των χρηστών.

Όπως και να έχει, φαίνεται πως τα υπερμέσα ασκούν ιδιαίτερη έλξη πάνω στον σύγχρονο άνθρωπο-«χρήστη του ηλεκτρονικού υπολογιστή», κι αυτό γιατί αποτελούν μια εμπλουτισμένη εκδοχή του υπερκειμένου. Αν λοιπόν το υπερκείμενο έχει χαρακτηριστεί ως «η εκδίκηση που παίρνει το γραπτό κείμενο από την τηλεόραση» – αφού υπολογιστής και Διαδίκτυο, των οποίων δομή και λειτουργία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το υπερκείμενο, γίνονται ολοένα και πιο δημοφιλή ως μέσα κι αρχίζουν να επισκιάζουν το μεχρι τώρα κυρίαρχο μέσον της τηλεόρασης – τότε τι θα πρέπει να πούμε για το υπερμέσο; Ποιος ο ρόλος του μέσα στο σύμπαν των νέων μέσων και τεχνολογιών; Και σε ποιο βαθμό θα μπορέσει να επηρεάσει στάσεις και τρόπους ζωής στο μέλλον;

Στον χώρο της τέχνης πάντως η χρήση του υπερμέσου, σε αρκετά πειραματικό στάδιο ακόμα, φέρνει μαζί της την υλοποίηση θεωριών και οραμάτων καλλιτεχνών και θεωρητικών της τέχνης και της λογοτεχνίας, οι οποίοι από τις αρχές ήδη του 20ου αιώνα φαντάστηκαν και προσπάθησαν να κάνουν πραγματικότητα –πειραματιζόμενοι με «πρωτόγονα» τότε μέσα- την ιδέα του καλλιτεχνικού έργου που θα υπερβαίνει τα στενά όρια των συμβατικών δομών και τρόπων έκφρασης.

Ενδεικτικά θα αναφερθούμε στον Roland Barthes (Ρολάν Μπαρτ), ο οποίος περιγράφει μια ιδεατή κειμενικότητα που αντιστοιχεί με απίστευτη ακρίβεια στη μορφή του σημερινού υπερκειμένου. Όπως εξηγήσαμε παραπάνω, βασικό χαρακτηριστικό του υπερκειμένου αποτελούν οι ηλεκτρονικές συνδέσεις κειμενικών ενοτήτων (ή εικόνων) μέσω πολλαπλών «μονοπατιών», συνεκτικών κρίκων ή άλλων «σημαδιών» που ενεργοποιούνται σε ένα ανοικτό, δυνητικά απεριόριστο κειμενικό περιβάλλον, το οποίο περιγράφεται συνήθως με όρους όπως link, node, network, web και path.

O Barthes μιλάει λοιπόν για μια ιδεατή μορφή κειμένου, στα πλαίσια του οποίου τα δίκτυα (reseaux) είναι πολλά και υπόκεινται σε αλληλεπιδράσεις, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να μπορεί να ξεπεράσει τα υπόλοιπα. Αυτό το κείμενο είναι ένας γαλαξίας από σημαίνοντα, όχι μια δομή σημαινομένων. Δεν έχει αρχή. Είναι αναστρέψιμο. Αποκτούμε πρόσβαση σε αυτό από διάφορες εισόδους, καμία εκ των οποίων δεν μπορεί με εγκυρότητα να θεωρηθεί ως κεντρική. Οι κώδικες που επιστρατεύει απλώνονται μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, είναι αδύνατον να προσδι-οριστούν… Τα σημασιολογικά συστήματα μπορούν να καταλάβουν αυτό το κατά απόλυτο τρόπο «πολλαπλό» κείμενο, αλλά το πλήθος τους δεν έχει τέλος, καθώς βασίζεται στο άπειρο της γλώσσας.

Ακριβώς όπως ο Barthes, έτσι και ο Michel Foucault (Μισέλ Φουκώ) αντιλαμβάνεται το κείμενο βάσει των όρων «δίκτυο» και «σύνδεσμος». Στην Αρχαιολογία της Γνώσης σημειώνει ότι «τα όρια του βιβλίου δεν είναι ποτέ απόλυτα σαφή», γιατί «περικλείεται σε ένα σύστημα αναφορών σε άλλα βιβλία, σε άλλα κείμενα, σε άλλες προτάσεις : αποτελεί κόμβο μέσα σε ένα δίκτυο… [σε ένα] δίκτυο από αναφορές». Όπως λοιπόν και όλοι οι δομιστές και μετα-δομιστές, ο Barthes και ο Foucault περιγράφουν το κείμενο, τον κόσμο της γραφής και τις αντίστοιχες σχέσεις ισχύος και κύρους βάσει ορολογίας κοινής με αυτήν του υπερκειμένου.

Οι απόψεις αυτές βρίσκουν τελικά την εφαρμογή τους καταρχάς στο υπερκείμενο και πολύ περισσότερο στο υπερμέσο, την εξελιγμένη αυτή μορφή του υπερκειμένου που περιλαμβάνει, εκτός από λεκτικές, και κάθε είδους μη λεκτικές πληροφορίες. Πέρα από την πρακτική εφαρμογή της πολυσυζητημένης στον χώρο της λογοτεχνίας ιδέας της διακειμενικότητας, στο πολυμέσο παρατηρείται συν τοις άλλοις η συγχώνευση και εναρμόνιση περισσότερων τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης, όπως περίπου τις είχε οραματιστεί η αβαντγκάρντ των αρχών του 20ου αιώνα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον «συμβίωσης» και αλληλεπίδρασης γραπτού λόγου και Νέων Μέσων, οπτικοακουστικών και άλλων, αναλογικών, κυρίως όμως πλέον ψηφιακών, γίνεται λόγος για υβριδοποίηση του κειμένου, της γραφής και του καλλιτεχνικού έργου. Τα «υβρίδια» που γεννιούνται υπό αυτές τις συνθήκες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σε αρκετές περιπτώσεις δεν πρόκειται απλά για πειράματα, αλλά για πραγματικά αξιοπρόσεκτα καλλιτεχνικά δημιουργήματα.

Στα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα υπερκειμενικής λογοτεχνίας συγκαταλέγεται το γνωστό σε αυτόν τον χώρο “Patchwork Girl” της Shelley Jackson. H Τζάκσον, εικονογράφος βιβλίων και συγγραφέας, αντλεί θέματα και τεχνικές από το είδος της υπερκειμενικής γραφής όπως το περιγράψαμε, και στο συγκεκριμένο έργο δημιουργεί ένα ψηφιακό κολάζ δικών της λέξεων και εικόνων, καθώς μας εξιστορεί για τη θηλυκή σύντροφο του Φρανκενστάιν, η οποία «γεννιέται περισσότερες από μία φορές. Από την επίκληση ενός νεκρού τέρατος. Από μια λασπωμένη τρύπα στο φως των πτωμάτων. Από τη βελόνα, κι από την πένα.»

Η πολλαπλότητα του περιεχομένου της ιστορίας της Τζάκσον αντικατοπτρίζεται όπως είναι φυσικό και στη διάρθρωση του υπερ-κειμένου της: από την αρχική κιόλας σελίδα ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τη ριζωματική δομή των πολλαπλών μονοπατιών που οδηγούν σε διάφορους κόμβους, οι οποίοι συνδέονται ποικιλοτρόπως μέσω ηλεκτρονικών συνδέσμων, σχηματίζοντας ένα «δίχτυ», ένα λογοτεχνικό σύμπαν πολλαπλών ιστοριών, με παρακλάδια άλλων ιστοριών, άλλων κόσμων, που περιμένουν τον αναγνώστη να τους εξερευνήσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Η Τζάκσον προσφέρει βέβαια την «πυξίδα» που θα συνοδεύσει τον αναγνώστη στις περιπλανήσεις του.

Έτσι λοιπόν o πρώτος σύνδεσμος μας παραπέμπει στην κεντρική σελίδα, ένα κείμενο γεματο σταυροδρόμια που μας «προσφέρει» έξι μονοπάτια : «ένα νεκροταφείο», «ένα περιοδικό», «ένα πάπλωμα», «μια ιστορία», «σπασμένες προφορές» κι έναν κατάλογο με πηγές. Το «νεκροταφείο», για παράδειγμα, οδηγεί τον αναγνώστη σε μια εικόνα-«κουρελού», η οποία δημιουργήθηκε από τη συρραφή –κόψιμο και αναδιοργάνωση-κομματιών της αρχικής σελίδας, το καθένα εκ των οποίων παραπέμπει σε νέα μονοπάτια, στις διάφορες ιστορίες των γυναικών που συνθέτουν το «κορίτσι-χειροτέχνημα» της Τζάκσον.

Στον χώρο του υπερμέσου ξεχώρισα το έργο “Flood” («Πλημμύρα»)  μικρό αλλά περιεκτικό, αφού κάνει χρήση όλων των δυνατοτήτων των Νέων Μέσων. Πρόκειται για ένα «βιντεάκι» όπου εναλάσσονται φωτογραφίες από μια πλημμύρα, το κείμενο-αφήγηση-ποίημα «ρέει» στην οθόνη, πάνω ή γύρω από τις εικόνες, και μάλιστα σε πολλαπλά επίπεδα, προτάσεις ή κομμάτια του κειμένου εμφανίζονται πίσω από άλλα, όλα εν κινήσει, ενώ ο αναγνώστης ακούει ταυτόχρονα από τα ηχεία του υπολογιστή ένα μουσικό θέμα. Χαρακτηριστική σε αυτήν την περίπτωση είναι η συνεργασία περισσότερων συντελεστών για την παραγωγή του έργου: το ποίημα είναι του Thomas Swiss, οι φωτογραφίες του David Henry και ο σχεδιασμός (design) της Ingrid Ankerson. Το πρόγραμμα που χρησιμοποίησε η ομάδα είναι το Flash Player της Macromedia και πρόσβαση στο έργο αποκτά κανείς μέσω του περιοδικού “threads” (τεύχος 12), που φιλοξενείται στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.altx.com/

Φτάνοντας στο τέλος αυτής της μικρής εισαγωγής στην έννοια και τη θεωρία του υπερκειμένου, θα προτιμούσα να αφήσω τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα σχετικά με το υπερκείμενο ως νέα μορφή αναγνώσματος, με την υπερκειμενική λογοτεχνία ως νέα μορφή μυθοπλασίας και με την τέχνη στον κυβερνοχώρο ως τέχνη του μέλλοντος. Για αυτόν τον λόγο, αντί για κλείσιμο του κειμένου θα ήθελα να δώσω ένα «άνοιγμα»: του δρόμου που οδηγεί πέρα από τον κόσμο του βιβλίου και της τηλεόρασης σε παρθένα τοπία, με την ελπίδα ότι οι εξερευνητές δεν θα χαθούν στα άπειρα μονοπάτια και οι δημιουργοί των νέων αυτών τοπίων θα ακούσουν τη φωνή του Μαρκ Μπέρνσταϊν:

«Πρέπει να διακόπτουμε, να συλλαμβάνουμε το βλέμμα, να προσκαλούμε τον αναγνώστη να σκεφτεί».

Γέφυρες κι όχι Τείχη

«Είθε να ζεις σ’ ενδιαφέροντες καιρούς» Κινεζική παροιμία

Δεν χρειαζόταν να έρθει η οικονομική κρίση για να αντιληφθούμε πως το εκτυφλωτικό φως του αχαλίνωτου καπιταλισμού έχει θαμπώσει πλέον για τα καλά. Έχει απογοητεύσει ακόμη και τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του.
Από τη μία η αμφισβήτηση και η πίεση για Αλλαγή αυξάνουν, από την άλλη τα «παλιά ζόμπι» του καπιταλισμού ενεργοποιούνται και μια νέα οικονομική αριστοκρατία επανεμφανίζεται. Και στη μέση ο λαός πιέζεται αφόρητα με όλο και αυστηρότερα πακέτα λιτότητας για να υποκύψει, να γονατίσει και να παλεύει απλά για την επιβίωση του. Το σίγουρο είναι πως αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ ακόμη. Ή ο λαός θα συντριβεί ολοκληρωτικά και θα μετατραπεί σε πλήθος μεταμοντέρνων σκλάβων ή θα ξεσηκωθεί, θα κηρύξει καθολική ανυπακοή και θα αποσυναρμολογήσει αυτό το παράλογο Σύστημα. Για την ώρα προχωράμε σε μια «αχαρτογράφητη ζώνη», χωρίς σαφείς οδηγίες, και όλα μπορούν να συμβούν…

Στη μεταμοντέρνα εποχή μας όμως διαρκώς «παράγεται μια αρχαϊκή οπισθοδρόμηση», μια συντηρητική αναδίπλωση, σύμφωνα με τον Ρεζίς Ντεμπρέ. Πλέον ο προγραμματικός ορίζοντας έχει χαθεί. Ζούμε στο Ολικό Αιώνιο Τώρα. Έχουμε απωθήσει το μέλλον, βυθιζόμενοι σε μια μηδενιστική μεταμοντέρνα επιτάχυνση. Και γι’ αυτό το μέλλον μας εκδικείται δια της απουσίας του.

Τι χρειαζόμαστε όμως για να προχωρήσουμε; Χρειαζόμαστε ανοικτούς ορίζοντες για να αναπνεύσουμε, να αναπτυχθούμε, για να εξελιχθούμε ως είδος και ως πολιτισμός. Χρειαζόμαστε επειγόντως ένα fresh start σε μια πιο βιώσιμη κατάσταση, ειδικά σε σχέση με τον πλανήτη μας. Χρειαζόμαστε να κτίζουμε γέφυρες που να μας ενώνουν και όχι τείχη που να μας χωρίζουν. Η ειρωνεία όμως είναι πως, ενώ οραματιζόμαστε έναν «κόσμο χωρίς σύνορα», μόνον από το 1990 και μετά έχουν δημιουργηθεί στην πολιτική γεωγραφία του πλανήτη μας 29.000 χιλιόμετρα νέα σύνορα! Σ’ αυτά θα προστεθούν άλλα 18.000 χιλιόμετρα ηλεκτρικών φρακτών που ήδη κατασκευάζονται. Κατασκευάζονται επίσης και εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα ιδιωτικών φρακτών και τοίχων, που προφυλάσσουν τους θύλακες του πλούτου από τους «πεινασμένους βάρβαρους» των σύγχρονων πόλεων. Μιλάμε για «ανοικτές κοινωνίες» αλλά ποτέ πριν ο κόσμος δεν είναι τόσο κλειστοφοβικά περιτειχισμένος.

Ενώ η «κουλτούρα των συνόρων», επιτρέπει τόσο την απομόνωση όσο και την αλληλεπίδραση, η «κουλτούρα των τειχών» οδηγεί στο διαχωρισμό και στη ζηλοφθονία. Κι αυτό διότι το τείχος κρύβει τον άλλο και τον απομονώνει, ενώ το σύνορο τον αναγνωρίζει αποδεχόμενο την ταυτότητά του. Μπορεί η ψηφιακή και τεχνολογική επανάσταση να απώθησε τη Γεωγραφία και την Ιστορία αλλά αυτές ξέρουν καλά να πάρουν την εκδίκησή τους, ακόμη και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ακόμη κι αν οι πλούσιοι –η πλουτοκρατική ελίτ, που αντιπροσωπεύει το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού– ζουν με την ουτοπία του νομαδισμού τους, φεύγοντας πάντα όταν κάπου η κατάσταση γίνεται αφόρητη, οι φτωχοί νεοβάρβαροι θα βρίσκονται πάντα στο κατόπιν τους.

Κανένα σύνορο και κανένα τείχος δεν πρόκειται να σταματήσει τους απελπισμένους ανθρώπους, που τους σπρώχνει η απόγνωση σε αναζήτηση ασφάλειας κι ευκαιριών –μιας καλύτερης ζωής εν τέλει. Η ιστορία της ανθρωπότητας διδάσκει πως έτσι γινόταν πάντα. Το μέλλον ανήκει πάντα στους φτωχούς και στους μετανάστες, διότι συνδυάζουν την απόγνωση με το ρίσκο: και τα δύο θεωρούνται «συνταγές της επιτυχίας». Τι έχουν να χάσουν άλλωστε, εκτός από μια μίζερη ζωή μέσα στην καταπίεση και την αθλιότητα;

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή και είμαστε έτοιμοι για ένα νέο Paradigm Shift, για μια νέα θεμελιώδη αλλαγή του διανοητικού υποδείγματος, της κοσμοαντίληψής μας, που θα οδηγήσει και σε αλλαγή του κόσμου μας. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην αρχή της λεγόμενης «ζώνης των αναταράξεων» και πρέπει να εξέλθουμε πετυχημένα από αυτή. Όχι μόνον στη Ελλάδα, στην Ευρώπη αλλά σε ολόκληρο τον πλανήτη Γη. Είμαστε επτά δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη μας και δεν έχουμε περιθώρια λάθους. Το παραμικρό λάθος μπορεί να μας στοιχίσει πολύ ακριβά –εκατομμύρια ζωές και δισεκατομμύρια δυστυχισμένους. Χρειάζεται λοιπόν να επιστρατεύσουμε τον καλύτερο εαυτό μας, να απελευθερώσουμε τις πιο υγιείς, δημιουργικές και ευφυείς δυνάμεις των κοινωνιών μας και να τις δώσουμε την ευκαιρία να γίνουν φορείς αλλαγής προς το καλύτερο.

Να ερωτευτούμε ξανά. Τον εαυτό μας, τους άλλους, τη ζωή, τη φύση, ακόμη και την ταπεινή μας καθημερινότητα. Ο έρωτας είναι μια τρομερά επαναστατική δύναμη. Καταστρέφει τις κοινωνικές ιεραρχίες λειτουργώντας εξισωτικά. Ανακατώνει τις καλοτακτοποιημένες τράπουλες, ανακατεύοντας τις κούπες με τα καρό, κάνοντας έτσι πιο ελκυστικό το παιχνίδι της ζωής.

Στη ζωή δεν υπάρχουν αδιέξοδα, υπάρχουν μόνον επιλογές. Κάθε μέρα ξημερώνει μια καινούργια μέρα, φυτρώνει μια νέα ελπίδα. Πρέπει να την κερδίσουμε, αυτή τη νέα ελπίδα, κτίζοντας το μέλλον μας κάθε μέρα. Γι’ αυτό πρέπει να προχωράμε πάντα μπροστά, χωρίς φόβο, που είναι μια απίστευτη σπατάλη ενέργειας. Να προχωράμε άφοβα, με ανοικτό μυαλό και καρδιά, με ενισχυμένη φαντασία και ευελιξία, γνωρίζοντας πως εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε φτιαγμένοι για την ήττα. Μπορούμε να συντριβούμε αλλά όχι να ηττηθούμε.

Γιατί το Άγιο Μύρο είναι άγιο;

Διότι όποιο παιδάκι αλείψουν οι ιερείς  μ’ αυτό, μετά την βάφτιση, γίνεται ένας καλός άνθρωπος, ο οποίος ποτέ δεν κάνει κακές πράξεις. Δεν κλέβει, ας πούμε, ποτέ ούτε και γίνεται φιλοχρήματος, όπως οι Δεσποτάδες, οι Αρχιμανδρίτες, το παπαδαριό και οι καλόγεροι. Ακούσατε ποτέ εσείς κάποιον από τους παραπάνω να κλέψει ή να είναι φιλοχρήματος; Ποτέ. Μη γένοιτο.

Αλλά τι είναι το Άγιο Μύρο; Που οφείλονται οι αγιαστικές του χάρες; Το γνωρίζετε; Δεν το γνωρίζετε. Ώρα λοιπόν να το μάθετε. Οφείλονται στα συστατικά του και στον τρόπο παρασκευής του. Αμέ. Απόδειξη: όλα τα στοιχεία από το ευσεβέστατο μπλοκ http://fdathanasiou.wordpress.com του Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου, Εκπαιδευτικού-Χημικού. Και Πρωτοπρεσβύτερος ο παππούλης και Χημικός! Ο κατάλληλος άνθρωπος, που λέτε,  για το θέμα μας. Στον ουρανό τον ψάχναμε, στην γη τον βρήκαμε!

Τα υλικά τουρκικής κυρίως κουλτούρας είναι:
Ελαιον καθαρόν   ………………………………………………………………………….        οκ. 700
Οίνος στίφων μέλας    ……………………………………………………………………        οκ. 200
Ανθόνερον αρίστης ποιότητας     ………………………………………………………..        λιτ.  32
Ροδόσταμον αρίστης ποιότητας    ………………………………………………………..        λιτ.  40
Μαστίχη καθαρή  …………………………………………………………………………       λιτ.  20
Μετζουβί ή κόμμι ευώδες ………………………………………………………………….       λιτ.  20
Αμωμον (γενί παχάρ)  ……………………………………………………………………..       λιτ.   6
Ξυλαλόη μαβέρτη   …………………………………………………………………………       λιτ.   4
Πέπερι μακρόν (δαρί φιλφίλ)   …………………………………………………………        λιτ. 4 1/2
Κάρυα αρωματικά (τζεβίζ πεβά ή χιντιστάν) ………………………………….        λιτ.  6
Φύλλος ινδικός (σαδέτζ χιντί ή χιντ γιαπραγί) ……………………………        λιτ.1 1/2
Ξυλοκασία ήτοι αγγέλικα Βοεμίας (σελιχί καπουγιού ή αντζελίκ κιοκιού ή μελέκ κιοκιού)..λιτ. 4
Στύραξ υγρά (μεχέ σελέ ή καρά κισενλούκ γιαγί) …………………….        λιτ.  4
Σμύρνα καθαρά (μουρού σαφί) …………………………………………………………..        λιτ. 12
Πέπερις (καρά μπιμπέρ ή φουλφούλι ασβέστι) …………………………….        λιτ. 10
Εχινάνθη (ιχτίρι μεκάι ή κιαπέ σαμανί) ……………………………………..        λιτ.  4
Ξυλοβάλσαμον  …………………………………………………………………………      λιτ.  1 1/2
Ακορος ή κάλαμος ευώδης (αζάκ εγιρί ή βετζ) ………………………………….       λιτ. 6
Ιρις φλωρεντινή (ιρισά ή μενεξέ κιοκιού) ……………………………………..       λιτ. 12
Βάκχαρις ή αντ’ αυτής εμπερατόρια (σαφρέντ παχαρί ή κρατ κιοκιού) ….  λιτ. 6
Αριστολοχία βέρα (τζεραβέντι ταβίλ)  ………………………………………       λιτ. 1 1/2
Καρποβάλσαμον ή κουβέβι (χάμπουλ παλασάν ή ή κεπαπέ) ………………..       λιτ.  4
Κύπερις (τοπαλάκ κιοκιού ή σαδ) …………………………………………………………       λιτ.  6
Μυρισινόκοκκα (μερσίν τοχουμού) ……………………………………………………….       λιτ.  2
Νάρδος κελτική (σουμπούλι φρεγκί ή σουμπούλι ρουμί)  …………………..        λιτ.  4
Κασσία μέλαινα ή αντ’ αυτής κασκαρίλια όπερ εστί φλοιός αμπάρεως
(καρεμφίλ καπουγιού ή άμπερκα πουγιού) …                                            λιτ. 4
Βάλανος μυριψική (χάμπουλ μπαν).……………………………….         λιτ. 1 1/2
Καρδάψωμον μικρόν (κακουλέγι σαγίρ) ………………………………………..        λιτ.  6
Κρυόφυλλα (καρεμφίλ) …………………………………………………………………..        λιτ.  12
Κινάμωμον (ταρτζίν) ……………………………………………………………………….       λιτ. 12
Ασσαρον βέρον (εσαρούν) ………………………………………………………………..        λιτ.  6
Μάκερος Ολλάνδας (μπεσπάσεγι χιντί) ………………………………………………… .       λιτ.  4
Τερέβινθος βενετική (τιρεμεντίνη βενεδίκ) …………………………………..       λιτ. 14
Ρετσίνη λευκή καθαρά (τσαμ σακίζ εμπιάζ) …………………………………..        λιτ.  28
Μυροβάλανον καθαρόν (χελιλέγι χιντί) …………………………………………………        λιτ. 4
Σάμψυχος ή μαντζουράνα (μερτζαντζού) ……………………………………………….        λιτ. 4
Λάδανος καθαρά (λαδένι κιριντί) …………………………………………………………        λιτ. 20
Στάχυς νάρδου ινδικού (σουμπούλι χιντί) ……………………………………………….        λιτ. 4
Λίβανος λευκός (κισινλούκ εμπιάζ)  ………………………………………………………        λιτ. 20
Ζιγγίβερις λευκή (τζεντζεπίλ εμπιάζ) ………………………………………….        λιτ. 12
Ζαρνάβας (ζουρουμπάτ) …………………………………………………………………..        λιτ. 5
Τύλλις (χαλαμπέ τοπόι τοχουμού)  ………………………………………………………        λιτ. 4
Ελένιον (ατζί κιοκιού) ……………………………………………………………………..        λιτ. 4

Ύλη μετά την έψησιν των ανωτέρω τω Μύρω εγχεομένη.
Ελαιον κινναμώμου σειλάνικον (ταρτζίν γιαγί) ………………………………        λιτ. 1 1/2
Ελαιον καρυοφύλλων …………………………………………………………………..        λιτ. 1 1/2
Μοσχοκαρυδέλαιον Ολλάνδας πηκτόν (χιντιστάν τζεβισί γιαγί) ………        λιτ. 3
Βάλσαμον Μέκκας ήτοι βαλσαμέλαιον (κιαμπέ πελεσανί ή πελεσέγκ γιαγί)...λιτ. 14
Ροδέλαιον ή έλαιον τριανταφύλλου (γκιουλ αγατζί γιαγί) …………        δρμ. 200
Έλαιον μάκερις (πεσπασέι χιντί γιαγί) ………………………………..        δρμ. 20
Έλαιον κίτρου ……………………………………………………………………………        δραμ. 70
Έλαιον καρποβαλσάμου ………………………………………………………………..        δραμ. 35
Έλαιον σαμψύχου ………………………………………………………………………        δραμ. 35
Έλαιον δάφνης ………………………………………………………………………….        δραμ. 70
Έλαιον δενδρολιβάνου …………………………………………………………………        δραμ. 35
Έλαιον νάρδου ή λεβάντας ………………………………………………………………        δραμ. 35
Μόσχος ινδικός (μίσκι χιντί ) …………………………………………………………….        δραμ. 40
Αμπαρι (αμπέρ εμπιάζ) …………………………………………………………………        δραμ.  65
Ένα σωρό παράδες χρειάζονται για να παρασκευαστεί το Άγιο Μύρο. Αλλά δεν υπάρχει θέμα χρημάτων. Τόσοι και τόσοι Δεποτάδες, Αρχιμανδρίτες, παπάδες και καλόγεροι δουλεύουν και ιδροκοπάνε καθημερινά στα χωράφια και στα εργοστάσια της Εκκλησίας. Κάτι περισσεύει από τον κόπο τους και για την Παρασκευή του Αγίου Μύρου.

Η συνταγή είναι εβραϊκή του Μωυσή. 
Η παρασκευή (έψηση) του Αγίου Μύρου βασίζεται στην περιγραφή του Μωυσή στο Βιβλίο της Εξόδου (Έξοδος λ΄22-25) 
Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· 18 ποίησον λουτῆρα χαλκοῦν καὶ βάσιν αὐτῷ χαλκῆν, ὥστε νίπτεσθαι· καὶ θήσεις αὐτὸν ἀνὰ μέσον τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἐκχεεῖς εἰς αὐτὸν ὕδωρ, 19 καὶ νίψεται Ἀαρὼν καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐξ αὐτοῦ τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ὕδατι. 20 ὅταν εἰσπορεύωνται εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, νίψονται ὕδατι καὶ οὐ μὴ ἀποθάνωσιν· ἢ ὅταν προσπορεύωνται πρὸς τὸ θυσιαστήριον λειτουργεῖν καὶ ἀναφέρειν τὰ ὁλοκαυτώματα Κυρίῳ, 21 νίψονται τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ὕδατι· ὅταν εἰσπορεύωνται εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, νίψονται ὕδατι, ἵνα μὴ ἀποθάνωσι· καὶ ἔσται αὐτοῖς νόμιμον αἰώνιον, αὐτῷ καὶ ταῖς γενεαῖς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτόν. 22 καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων· 23 καὶ σὺ λάβε ἡδύσματα, τὸ ἄνθος σμύρνης ἐκλεκτῆς πεντακοσίους σίκλους καὶ κινναμώμου εὐώδους τὸ ἥμισυ τούτου διακοσίους πεντήκοντα καὶ καλάμου εὐώδους διακοσίους πεντήκοντα 24 καὶ ἴρεως πεντακοσίους σίκλους τοῦ ἁγίου καὶ ἔλαιον ἐξ ἐλαιῶν εἲν 25 καὶ ποιήσεις αὐτὸ ἔλαιον χρῖσμα ἅγιον, μύρον μυρεψικὸν τέχνῃ μυρεψοῦ· ἔλαιον χρῖσμα ἅγιον ἔσται. 26καὶ χρίσεις ἐξ αὐτοῦ τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου 27 καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς καὶ τὴν λυχνίαν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς καὶ τὸ θυσιαστήριον τοῦ θυμιάματος 28 καὶ τὸ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ πάντα αὐτοῦ τὰ σκεύη καὶ τὴν τράπεζαν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῆς καὶ τὸν λουτῆρα καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ 29 καὶ ἁγιάσεις αὐτά, καὶ ἔσται ἅγια τῶν ἁγίων· πᾶς ὁ ἁπτόμενος αὐτῶν ἁγιασθήσεται. 30 καὶ Ἀαρὼν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ χρίσεις καὶ ἁγιάσεις αὐτοὺς ἱερατεύειν μοι. 31 καὶ τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λαλήσεις λέγων· ἔλαιον ἄλειμμα χρίσεως ἅγιον ἔσται τοῦτο ὑμῖν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν. 32 ἐπὶ σάρκα ἀνθρώπου οὐ χρισθήσεται, καὶ κατὰ τὴν σύνθεσιν ταύτην οὐ ποιήσετε ὑμῖν ἑαυτοῖς ὡσαύτως· ἅγιόν ἐστι καὶ ἁγίασμα ἔσται ὑμῖν. 33 ὃς ἂν ποιήσῃ ὡσαύτως, καὶ ὃς ἂν δῷ ἀπ᾿ αὐτοῦ ἀλλογενεῖ, ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.34 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· λάβε σεαυτῷ ἡδύσματα, στακτήν, ὄνυχα, χαλβάνην ἡδυσμοῦ καὶ λίβανον διαφανῆ, ἴσον ἴσῳ ἔσται· 35 καὶ ποιήσουσιν ἐν αὐτῷ θυμίαμα, μυρεψικὸν ἔργον μυρεψοῦ, μεμιγμένον, καθαρόν, ἔργον ἅγιον. 36 καὶ συγκόψεις ἐκ τούτων λεπτὸν καὶ θήσεις ἀπέναντι τῶν μαρτυρίων ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, ὅθεν γνωσθήσομαί σοι ἐκεῖθεν· ἅγιον τῶν ἁγίων ἔσται ὑμῖν. 37 θυμίαμα κατὰ τὴν σύνθεσιν ταύτην οὐ ποιήσετε ὑμῖν ἑαυτοῖς· ἁγίασμα ἔσται ὑμῖν Κυρίῳ· 38 ὃς ἂν ποιήσῃ ὡσαύτως ὥστε ὀσφραίνεσθαι ἐν αὐτῷ, ἀπολεῖται ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.

Εαυτός Αληθινός Αναζητείται


Ανεξάρτητα από το αν υπάρχει «εαυτός» (πόσο μάλλον «αληθινός εαυτός») ή αν πρόκειται για κοινωνική κατασκευή, οι άνθρωποι (στο δυτικό κόσμο…) όταν αναφέρονται στο πρόσωπο τους και την εμπειρία τους χρησιμοποιούν κατά κόρον φράσεις όπως: «είμαι ή δεν είμαι ο εαυτός μου», «έχω χάσει ή πρέπει να βρω τον εαυτό μου» και «θέλω ή δεν θέλω να γίνω ο εαυτός μου».

Κρατώντας αποστάσεις από τις θεωρητικές διαμάχες γύρω από την έννοια του εαυτού, το κείμενο αυτό αναφέρεται στη διαδικασία μέσα από την οποία γινόμαστε ο «αληθινός», «πραγματικός» ή «όπως – θέλετε – πείτε τον» εαυτός μας. Η βασική θέση εκκίνησης είναι ότι γίνομαι ο εαυτός μου σημαίνει γίνομαι ένα με τον άνθρωπο που είμαι. Σημαίνει ότι ζω σε πλήρη λειτουργία πραγματώνοντας το δυναμικό μου ως ο άνθρωπος που είμαι, προσεγγίζοντας αυτό που η ανθρωπιστική σχολή ψυχολογίας ονομάζει αυτοπραγμάτωση.

Όσα ακολουθούν βασίζονται, εν πολλοίς, στα γραπτά του ψυχολόγου Carl Rogers, αλλά φλερτάρουν επιπλέον με μία μεταμοντέρνα σύλληψη περί εαυτού, επαρκώς ρευστού και μεταβαλλόμενου, σε άμεση αλληλεξάρτηση με το φυσικό, πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον.

ΓΙΝΟΜΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ
Ας δούμε, λοιπόν, τι σημαίνει ζω ως ο «πραγματικός» μου εαυτός ή, κατά τη γνωστή ρήση του Νίτσε, γίνομαι αυτός που είμαι!

 Στοχασμός πάνω στη ύπαρξη
Καταρχάς σημαίνει ότι αποκτώ συναίσθηση του μοναδικού εαυτού που είμαι, συνειδητοποιώντας ότι αποτελώ, μεν, μέρος του περιβάλλοντος αλλά ότι, συγχρόνως, είμαι ξεχωριστός από αυτό. Η συναίσθηση της μοναδικότητάς μου εμπεριέχει την ικανότητα να στοχαστώ και να αφηγηθώ την ιστορία μου με τρόπο συνεκτικό, τοποθετώντας τον εαυτό μου στο χώρο και στο χρόνο και επιφέροντας τάξη εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε το χάος. Δεν σημαίνει ότι αναζητώ μία «σωστή», τελική αφήγηση αλλά μία που έχει νόημα για εμένα προσωπικά, που «εξηγεί» σε κάθε στιγμή ή περίσταση ποιος είμαι, από πού έρχομαι και που οδηγούμαι. Η αφήγηση, μάλιστα, χρειάζεται να είναι αρκούντως ελαστική ώστε, αν χρειαστεί, να ανακατασκευαστεί υπό το φως νέων δεδομένων.

 Άνοιγμα στην εμπειρία
Γίνομαι ο εαυτός μου όταν παύω να αυτοπεριορίζομαι σε στενά πλαίσια, αλλά ανοίγομαι σε όσο το δυνατόν περισσότερα ερεθίσματα χωρίς να αποκλείω από την επίγνωσή μου σημαντικά κομμάτια εμπειρίας. Προφανώς αυτό σημαίνει ότι επιτρέπω να εισέλθουν στην αντίληψή μου και οι «καλές» και οι «κακές» εμπειρίες. Δεν επιλέγω μόνο τις ανώδυνες, οικείες εμπειρίες, εκείνες που με «συμφέρουν» ή απλά επιβεβαιώνουν όσα ξέρω ή είμαι, αλλά τολμώ να αντικρίσω κατάματα και τις άγνωστες, «άβολες» εμπειρίες, εκείνες που ζητούν να με αλλάξουν. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που αρνούμαι ή διαστρεβλώνω εμπειρίες (επειδή δεν τις αντέχω, ίσως, ή επειδή νομίζω ότι δεν μου ταιριάζουν) καλό είναι να έχω επίγνωση ότι το κάνω και να ξέρω για ποιο λόγο το κάνω – να ξέρω, δηλαδή, για ποιο λόγο έχω ανάγκη να εθελοτυφλώ ή να μου ρίχνω στάχτη στα μάτια.

 Φροντίδα και αγάπη για τον εαυτό
Δεν μπορώ να είμαι ο εαυτός μου χωρίς να αγαπάω και να φροντίζω αυτόν τον εαυτό, χωρίς να έχω συναίσθηση του πόσο σημαντικός είναι και χωρίς να συνειδητοποιώ ότι χωρίς αυτόν δεν υπάρχω. Ιδανικά, δεν κάνω επιλογή, ούτε κόβω και ράβω κατά πώς με βολεύει, αλλά αναγνωρίζω και εκτιμώ ολόκληρο τον εαυτό μου ακόμα και τα κομμάτια του που θεωρώ ανεπιθύμητα. Αφήνω τις μετριοφροσύνες και τοποθετώ τον εαυτό μου στο κέντρο του κόσμου μου ως το πολυτιμότερο αγαθό που έχω προσέχοντας να μην τον χάσω λεπτό από τα μάτια μου. Την ίδια στιγμή δεν παραλείπω να συντρέξω το μικρό παιδί που έχω μέσα μου. Φροντίζω να το αγκαλιάσω και να το στηρίξω ακόμα και όταν φέρεται «παιδιάστικα» - όταν κλαίει απαρηγόρητο, για παράδειγμα, όταν κρύβεται φοβισμένο ή όταν χοροπηδάει από τη χαρά του.
Εμπιστοσύνη στον εαυτό
Γίνομαι ο εαυτός μου όταν αρχίζω και με εμπιστεύομαι, όταν αρχίζω και εκλαμβάνω αυτά που σκέφτομαι ή αισθάνομαι ως την πλέον αξιόπιστη πηγή πληροφοριών. Εμπιστεύομαι τον εαυτό μου σημαίνει ότι εμπιστεύομαι τις ανάγκες ή παρορμήσεις μου σε κάθε δεδομένη συνθήκη ή, τουλάχιστον, ότι εμπιστεύομαι τις προθέσεις πίσω από τις σκέψεις ή δράσεις μου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα κάνω λάθη, δεν θα εκτεθώ σε κίνδυνους, δεν θα πληγωθώ ή δεν θα πληγώσω. Σημαίνει όμως ότι έχω πίστη σε μένα και στηρίζω όσα κάνω ή δεν κάνω, τα ρίσκα που παίρνω ή δεν παίρνω, τις αποφάσεις που λαμβάνω ή δεν λαμβάνω. Κυρίως σημαίνει ότι έχω πίστη πως θα μείνω όρθιος και θα τα βγάλω πέρα ακόμα και αν όλα πάνε κατά διαόλου.

 Αποδοχή του εαυτού
Γίνομαι ο εαυτός μου όταν καταφέρνω να αποδεχτώ αυτόν τον εαυτό στο σύνολό του με όλα τα χαρίσματα και τις «ατέλειες» του, ακόμα και τις φορές που δεν συμπεριφέρεται, σκέφτεται ή αισθάνεται με τον τρόπο που θα «έπρεπε». Αποδοχή του εαυτού σημαίνει δέχομαι ότι είμαι αυτός που είμαι: έξυπνος και βλάκας μαζί, καλός όταν δεν είμαι κακός, φιλόδοξος τις φορές που δεν τεμπελιάζω, ικανός και αποτελεσματικός τον περισσότερο καιρό με εξαίρεση τις φορές που δεν μπορώ να χωρίσω δυο γαϊδουριών άχυρα. Το θέμα είναι να δεχτώ ότι ο εαυτός μου στην προσπάθειά του να τα βγάλει πέρα με τη ζωή κάνει το καλύτερο που μπορεί, άλλοτε καταφέρνοντάς τα καλά και, άλλοτε, λιγότερο καλά.

 Είμαι τα συναισθήματά μου
Είμαι ο εαυτός μου σημαίνει είμαι τα συναισθήματά μου. Σημαίνει αναγνωρίζω τα συναισθήματά μου σε όλη τους την ποικιλία, ακόμα και αν είναι περίπλοκα ή αντιφατικά. Συνειδητοποιώ ότι έχω κάποια συναισθήματά κοινωνικώς αποδεκτά και κάποια άλλα «απαράδεκτα», κάποια που με κάνουν υπερήφανο και άλλα που με κάνουν να ντρέπομαι, κάποια που με κάνουν να χαίρομαι και άλλα που με πονάνε. Ζω τα συναισθήματά μου σημαίνει ξέρω που πατάω και που βρίσκομαι, αναγνωρίζω τι συμβαίνει μέσα μου την κάθε στιγμή και αποφασίζω αν κάτι μου κάνει καλό ή με βλάπτει. Σημαίνει, τέλος, ότι δεν φοβάμαι να αντικρίσω την ενδεχόμενη πολυπλοκότητα των συναισθηματικών μου αντιδράσεων, να παραδεχτώ, για παράδειγμα, ότι μπορεί να μισώ έναν άνθρωπο την ίδια στιγμή που τον αγαπώ.

 Δρών υποκείμενο
Είμαι εγώ, σημαίνει είμαι δρών υποκείμενο, αναγνωρίζω που βρίσκομαι, ξέρω τι μου συμβαίνει και αναλόγως αποφασίζω να δράσω. Δεν αντιδρώ απλώς - αποφασίζω και δρω ενεργητικά σε συμφωνία με τις ανάγκες μου και μάλιστα παίρνοντας όσο χρόνο χρειάζομαι προκειμένου να αποφασίσω. Δεν έχω ανάγκη εξωτερικά ερείσματα να στηρίξουν τη συμπεριφορά μου, δεν βασίζομαι σε εξωγενείς κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου να επιλέξω, παρά λειτουργώ σε συμφωνία με εκείνα που κρίνω ωφέλιμα ή ικανοποιητικά. Πολύ απλά, είμαι δρών υποκείμενο σημαίνει εγώ μόνο αποφασίζω για τη ζωή μου. 



Λιγότερες άμυνες
Όταν ζω ως ο εαυτός μου σταδιακά εγκαταλείπω τις συνήθεις ψυχολογικές άμυνες. Δεν φιλτράρω τις εμπειρίες μου με τρόπο που με συμφέρει, ούτε συσκοτίζω τα γεγονότα, ούτε ερμηνεύω τα πράγματα με τρόπο που να ταιριάζει σε προϋπάρχοντα σχήματα. Διαγράφω από το ρεπερτόριο συμπεριφορών μου την άρνηση ή διαστρέβλωση εμπειριών και συναισθημάτων, τις εκλογικεύσεις και τις προβολές, καθώς δεν χρειάζεται πλέον να κρύβω ή να παραμορφώνω αυτό που είμαι παριστάνοντας κάτι άλλο. Δεν σημαίνει, φυσικά, ότι δεν χρησιμοποιώ ποτέ άμυνες, αλλά ότι τις επιστρατεύω όλο και λιγότερο καθώς το μεγαλύτερο μέρος του εαυτού μου είναι συνειδητό, ανοιχτό και ολόφωτο.

Αυθεντικότητα
Η έννοια της αυθεντικότητας αναφέρεται σε εκείνη την ανθρώπινη συνθήκη κατά την οποία αυτό που είμαι, αυτό που αισθάνομαι και η αντίληψη μου για αυτό που είμαι και αισθάνομαι βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία. Είμαι αυθεντικός σημαίνει ότι δεν κρύβομαι πίσω από προσωπεία ή ρόλους, αλλά τολμώ να εμφανίζομαι ως ο άνθρωπος που είμαι. Δεν σημαίνει ότι με ψυχαναγκαστικό τρόπο δείχνω ή λέω παντού και πάντοτε αυτό που αισθάνομαι, αλλά ότι έχοντας επίγνωση του τι μου συμβαίνει αποφασίζω αν θα το επικοινωνήσω ή όχι. Όλοι έχουμε γνωρίσει αυθεντικούς ανθρώπους: είναι ήρεμοι και ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, ανένταχτοι και έξω από κάθε συμβατικό ορισμό, με απόλυτα ιδιοσυγκρασιακό τρόπο γοητευτικοί και ουδέποτε βαρετοί.

Κοινωνικότητα
Όταν γίνομαι ο εαυτός μου, σχεδόν αυτομάτως γίνομαι και περισσότερο κοινωνικός, ανοίγομαι περισσότερο προς τους ανθρώπους. Γίνομαι κάποιος που τολμά να αφεθεί άφοβα στην επιρροή των άλλων, να επιδείξει γνήσιο ενδιαφέρον για τους άλλους, ακόμα και να υπερβεί τον εαυτό του προκειμένου να συναντήσει τους άλλους. Όταν είμαι ο εαυτός μου έχω τη γενναιότητα να επιτρέψω και στους άλλους να είναι ο εαυτός τους, αποφεύγοντας τους χειρισμούς, τα νοητικά παιχνίδια, τα παιχνίδια εξουσίας, τις συμπεριφορές εξάρτησης ή την πρόκληση ενοχών. Οι κοινωνικές σχέσεις υπό αυτό το πρίσμα αποκτούν έναν αέρα αυθεντικότητας και βάθους που μόνο δημιουργικός και εποικοδομητικός μπορεί να είναι. Πρόκειται για σχέσεις μοναδικές και πρωτότυπες οι οποίες δεν αναπαράγουν τα συνήθη μοντέλα σχέσεων, αλλά βασίζονται στην γνήσια επαφή, αποτελώντας μεταμορφωτική εμπειρία για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.

Ώριμη ελευθερία
Είμαι ο εαυτός μου σημαίνει, τέλος, ότι απελευθερώνομαι. Ότι ορίζω ελεύθερα τη ζωή μου με εντελώς ιδιοσυγκρασιακό τρόπο χωρίς να νιώθω την ανάγκη να λογοδοτήσω σε κανέναν. Φυσικά δεν μιλάμε για κάποια αφελή προσέγγιση που λέει ότι είμαστε απολύτως ελεύθεροι να κάνουμε τα πάντα, αλλά για μια μετα-υπαρξιστική προσέγγιση που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος, εντός δεδομένων περιορισμών, έχει σε ικανοποιητικό βαθμό την ελευθερία της βούλησης. Πρόκειται για ρεαλιστική στάση απέναντι στη ζωή που συμπεριλαμβάνει τη συνειδητοποίηση ότι η απόκτηση της ελευθερίας δεν έρχεται χωρίς τίμημα ή κόστος. Η ωρίμανση, η αλλαγή, η ανάληψη ευθύνης για τον εαυτό, οι προσωπικές επιλογές, η προσωπική πορεία εμπεριέχουν πολύ κόπο και πόνο, δεν συμβαίνουν σε μία στιγμή, δεν συμβαίνουν ανώδυνα, συχνά δεν έρχονται τη στιγμή που θέλουμε και, κάποιες φορές, δεν έρχονται ποτέ.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Τελικά, ζω ως ο εαυτός μου θα πει συντονίζομαι με τα πράγματα, ζω αρμονικά μέσα μου και σε σχέση με τους άλλους. Συμφιλιώνομαι με το δεδομένο ότι τίποτα δεν μένει σταθερό – ότι οι συνθήκες, οι άνθρωποι και τα συναισθήματα αλλάζουν. Ότι εγώ ο ίδιος αλλάζω. Γι’ αυτό το λόγο δεν αναζητώ τελικές, σταθερές καταστάσεις, δεν αγωνιώ να φτάσω κάπου και να παραμείνω εκεί για πάντα. Ξέρω ότι κάθε σημείο είναι παροδικό, το ζω εκείνη τη στιγμή και το πιθανότερο είναι ότι την επόμενη στιγμή θα αλλάξει. Και με αυτή την έννοια, σε απόλυτη αρμονία με τη μεταβαλλόμενη φύση της ζωής αδιάκοπα χάνω και ξαναβρίσκω τον εαυτό μου.

Όλα όσα αναφέρθηκαν εδώ, προφανώς, δεν είναι αξιολογικά ουδέτερα. Υποκρύπτουν μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία για το τι σημαίνει άνθρωπος, τι σημαίνει εαυτός, τι σημαίνει είμαι ή γίνομαι ο εαυτός μου. Αφού το ξεκαθαρίσαμε αυτό, θα κλείσω με την ευχή να μπορέσει ο καθένας μας να γίνει ο υπέροχος, μοναδικός εαυτός του και να βρεθεί εκεί όπου του αξίζει: στο κέντρο του κόσμου (του)!

Η ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ


Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ, σαν όρος, έχει ένα δυναμικό νόημα που σημαίνει ακριβώς μια γνωστική διαδικασία, το Γνωρίζειν. Το Γνωρίζειν σημαίνει βλέπω άμεσα, έρχομαι σε επαφή, ενώνομαι – δεν σημαίνει την νοητική προσέγγιση μέσω εννοιών, την πεποίθηση, την πίστη. Πρόκειται για μια πιο βαθιά διαδικασία κατανόησης, για μια πραγματική επαφή, για υπαρξιακό βίωμα. Το Γνωρίζειν είναι μια Διαρκής Διαδικασία που όταν «γίνεται» Γνωρίζω, στατική γνώση (υποτίθεται «ολοκληρωμένη»), είναι απολιθωμένη και άχρηστη… γιατί δεν αποκαλύπτει αυτό που συμβαίνει στο παρόν, «μπροστά» μας, αλλά βασίζεται στην μνήμη, στο χρόνο.
Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ λοιπόν (με αυτό το νόημα) είναι ένα Συμβαίνειν, ένα Γίγνεσθαι – υποδηλώνει Κίνηση.
Κάποιοι χρησιμοποιούν όρους όπως Συνείδηση. Ο σωστός όρος είναι Συνειδέναι που δηλώνει μια διαδικασία. Ο όρος Συνείδηση είναι παραπλανητικός γιατί έχει ένα οντικό κι ένα οντολογικό νόημα.
Επίσης, ο όρος Αυτοσυνειδησία είναι ένας στατικός όρος που δεν ανταποκρίνεται στην Ρέουσα Πραγματικότητα.
Όλη αυτή η φιλοσοφική γραμματική (πράγματα στοιχειώδη άλλωστε) μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι είμαστε ΑΝΤΙΛΗΨΗ (ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΣΘΑΙ), με το νόημα της Ροής Γνώσης, του Γνωρίζειν(διαρκώς), Κάτι Ζωντανό, που Εκδηλώνεται Εδώ, Τώρα, μέσα ακριβώς από την εμπειρία της γνώσης.
Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ (με το νόημα που είπαμε) είναι λοιπόν η Πηγαία Αυθόρμητη Άμεση Γνωστική Ενέργεια, που μας «πληροφορεί» ότι ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ, Είμαστε μια Διαρκής Διαδικασία Ύπαρξης, ένα Ρεύμα Ύπαρξης πιο σωστά, (ΥΠΑΡΧΕΙΝ), που Ζει στην Στιγμή που Ρέει, που αλλάζει συνεχώς «περιεχόμενο» (περιεχόμενο εμπειρίας). Η «πληροφορία» για την ύπαρξή μας προέρχεται καταρχήν από αυτήν την ίδια την ΑΝΤΙΛΗΨΗ, με δικά της, ίδια, μέσα και μετά – δευτερευόντως – από την σχέση μας με κάτι «άλλο».

Αυτή ακριβώς η ΑΝΤΙΛΗΨΗ (το Υπαρξιακό Συμβαίνειν) είναι η «Ύπαρξή» μας, ο τρόπος να υπάρχουμε στον χώρο της εμπειρίας.
Εφόσον όμως μιλάμε για μια Γνωστική Διαδικασία, μπορεί αυτό (σαν πυρήνας ύπαρξης) να έχει όρια, να περιοριστεί σε ορισμένες δραστηριότητες, ή συμπεριφορές; Ποιο είναι το ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ; Μέχρι που μπορεί να Διευρυνθεί; να Επεκταθεί; Και ποια είναι η Πραγματική Ποιότητά της, ο Χαρακτήρας της; Ο προσωρινός περιορισμός της σε ένα «είδος» αντίληψης; Σε μια καθορισμένη συμπεριφορά; Σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα; (όπως η σκέψη, η αίσθηση, ή η σωματική εμπειρία;)…
Θέλουμε να πούμε πως η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Υφίσταται, Είτε Έτσι Είτε Αλλιώς, κι ας αλλάζει το «περιεχόμενό» της – δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο. Υφίσταται σαν Καθαρό Συμβαίνειν (σαν Λειτουργία, αν θέλετε) ανεξαρτήτως περιεχομένου.
Αυτό (αν το κατανοήσουμε) σημαίνει πολλά πράγματα.
Σημαίνει το Ανώλεθρο της Διαδικασίας (μιας Διαδικασίας που Συνεχίζεται σε διάφορα πεδία εμπειρίας, κόσμους).
Σημαίνει ακόμα το Άπειρο Βάθος της Δυνατότητας, να Διευρυνθεί μέχρι το Απεριόριστο.
Σημαίνει ακόμα την πιθανότητα να «παγιδευτεί» η ΑΝΤΙΛΗΨΗ σε μια δραστηριότητα (όπως η σκέψη, η εννοιολογική δραστηριότητα) και να βλέπει από μέσα από εκεί, παραμορφωμένη την Πραγματικότητα.
Σημαίνει ακόμα πως η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Μπορεί να Είναι Μια (σαν Καθαρή Αντίληψη, χωρίς «περιεχόμενο») ή από ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΒΑΣΗ να έχει πολλές εκδηλώσεις. Να «διαχωρίζεται» τεχνητά από την ΜΙΑ ΒΑΣΗ της και να βιώνει την ατομικότητά της – μέσα στις «περιορισμένες» δραστηριότητές της.
Σημαίνει ακόμα πως η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΑΥΤΗ είναι η ΒΑΣΗ ΚΑΘΕ «ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ», το Έδαφος Όπου Φύεται και Αναπτύσσεται κάθε Περιορισμένη Αντίληψη, όπως η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ.
Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΩΔΗΣ ΦΥΣΗ (το Υπόβαθρο) της ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ που νοιώθουμε όταν «διαφοροποιούμαστε από την ΒΑΣΗ μας, στο μέτρο που διαφοροποιούμαστε και στον χαρακτήρα (στα χαρακτηριστικά) που διαφοροποιούμαστε.
Ουσιαστικά η ΑΝΤΙΛΗΨΗ κι η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ μας (η Αντίληψη του Καθενός) Είναι το Ίδιο Πράγμα. Με άλλα λόγια, τι είναι η ατομικότητα; Ο «χ» άνθρωπος; Ο «ψ» άνθρωπος; Είναι ΑΝΤΙΛΗΨΗ που Περιορίζεται σε ένα «ιδιαίτερο τρόπο λειτουργείας».

Από εδώ (από αυτά που λέμε) βγαίνουν επίσης πολλά συμπεράσματα που μπορούν να πάνε το «στοχασμό» μας πιο κάτω.
Η ΟΥΣΙΩΔΗΣ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΕΡΑΝ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ.
Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ (η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ) Είναι και Παραμένει ΠΑΡΟΥΣΙΑ (Ένα Άμεσο Αντιληπτικό Δεδομένο) που Αγκαλιάζει ό,τι εμπεριέχεται στην επίγνωσή μας την δεδομένη στιγμή. Αυτό σημαίνει ότι η Παρουσία Παραμένει Παρουσία ακόμα κι όταν όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε αλλάζουν ή παύουν να υπάρχουν εντελώς, (αισθητήριες δραστηριότητες, συγκινήσεις, σκέψεις, αντιλήψεις μιας ατομικής ύπαρξης…). Το Μόνο που Υφίσταται Πραγματικά, Αιώνιο κι Ανώλεθρο, είναι η ΠΑΡΟΥΣΙΑ.
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ Είναι στην Φύση της ΑΓΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ, ανεξάρτητα από το όποιο «περιεχόμενό» της. Οι Διαδικασίες, οι Λειτουργίες, (όπως η σκέψη, αι αισθήσεις, κλπ.) που προκαλούν διαχωρισμούς ανάμεσα σε μας (ή το σώμα μας) και τον κόσμο είναι «τεχνητές αντιλήψεις» της δεδομένης στιγμής… έχουν καθαρά (όχι οντικό) αλλά λειτουργικό χαρακτήρα… δεν πρόκειται για μόνιμες καταστάσεις.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Συνίσταται στο να Κατανοήσουμε ότι ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΓΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ… όλοι οι διαχωρισμοί, όλες οι διαδικασίες, οι «καταστάσεις» είναι ακριβώς προσωρινές, χωρίς μόνιμο χαρακτήρα. Συνεπώς μπορούν να «ξεπεραστούν». Είναι λάθος να τις εκλαμβάνουμε (τις προσωρινές καταστάσεις) σαν μόνιμες οντικές καταστάσεις. Η Τελειωτική Ελευθερία από όλα, Αποκαλύπτει την ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ.

Τελικά – γιατί πάντα πρέπει να οδηγούμε το «στοχασμό» προς μια κατάληξη, επειδή οι άνθρωποι δεν θέλουν να σκέπτονται (με το υγιές νόημα του όρου) – αυτό που πρέπει να Κατανοήσουμε είναι ότι Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ κι είμαστε εμείς που «καθορίζουμε» ποιο είναι το «περιεχόμενό» της. Εμείς «κατασκευάζουμε» τον κόσμο στον οποίο «ζούμε». Εμείς καθορίζουμε την «πορεία» μας, την «μοίρα» μας: «Είσαι Ακριβώς Ό,τι Αντιλαμβάνεσαι».
Αν δεν Ανυψωθούμε, πετώντας όλες τις δεσμεύσεις προς τους κόσμους των ψευδαισθήσεων, Προς τον Καθαρό Ουρανό της Ελευθερίας, αν δεν ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΜΕ, δεν θα μπορέσουμε ποτέ ΝΑ ΑΝΑΔΥΘΟΥΜΕ ΣΤΟ ΦΩΣ, στην ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (όχι αυτό που νομίζουμε Πραγματικότητα), Όπου ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΙ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ.
Όλες οι Παραδόσεις μιλάνε για μια Μυητική Πορεία προς την Ελευθερία, προς την ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ ΜΑΣ, της ΘΕΪΚΗΣ ΦΥΣΗΣ ΜΑΣ.
Και σαν τον «παππού» μας τον Οδυσσέα, θα πρέπει να «αγνοήσουμε» το τραγούδι των ψευδαισθήσεων που μας καλούν στους φανταστικούς κόσμους τους. Ο Μόνος Οδηγός στο ΤΑΞΙΔΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, είναι η Βαθιά Νοσταλγία της Πνευματικής Πατρίδας μας, της Αληθινής Ιθάκης, που είναι το Σπίτι μας, η Φύση μας… η Πλήρης Απελευθέρωση από όλα, όσο όμορφα κι αν φαντάζουν (δεν είναι, απλά φαντάζουν). Οι περιπέτειες στα νησιά της φαντασίας, οι εμπειρίες, όσο κι αν νομίζουμε ότι μας πλουτίζουν σε «γνώση», είναι στην πραγματικότητα σαν το όνειρο της νύχτας που χάνεται στο φως της μέρας. ΠΟΥΘΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΟ ΣΠΙΤΙ Μ ΑΣ.

Τούτο το ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ, της διάλυσης των ψευδαισθήσεων, δεν μας Οδηγεί παρά Εδώ που Είμασταν Πάντα. Αλλά αυτό το καταλαβαίνουμε πραγματικά μονάχα όταν ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΝΕΙ το Ταξίδι. Έχουμε Επιστρέψει Εδώ Από Όπου Ξεκινήσαμε. Έχουμε Κλείσει τον ΚΥΚΛΟ της Ύπαρξης, του Γίγνεσθαι. Είμαστε Έξω από το Γίγνεσθαι, Έξω από Τόπο και Χρόνο. ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.

10 τρόποι για να «σώσετε» το γάμο σας ... από τα παιδιά!

10 τρόποι για να «σώσετε» το γάμο σας ... από τα παιδιά!

Μήπως στην προσπάθεια σας να γίνετε μια καλή μαμά, σταματήσατε να είστε καλή σύντροφος; Μήπως η ρουτίνα, η κούραση και οι ψηλές προσδοκίες που έχετε από το σύντροφό σας, σας μεταμόρφωσαν από φίλους σε εχθρούς; Και γιατί αφού κατά βάθος ξέρετε ότι οι καλές γονεικές σχέσεις είναι ότι καλύτερο μπορείτε να κάνετε για τα παιδιά σας, αφήνετε τη σχέση σας να καταστρέφεται με «άλλοθι» τα παιδιά; Μήπως να το παίρνατε αλλιώς; Εμείς σας παραθέτουμε 10 απλούς τρόπους για να σώστε το γάμο σας από τα παιδιά. Και να θυμάστε: Τους γάμους δεν τους καταστρέφουν τα παιδιά αλλά οι ενήλικες! 

1. Αποκαλείτε το (τη) σύντροφό σας με το όνομα του
Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο, όταν σε ένα ζευγάρι αποκαλεί ο ένας τον άλλον «μαμά» και «μπαμπά». Ιδιαίτερα όταν τα παιδιά βρίσκονται εκατό μέτρα πιο πέρα. Το να αποκαλείς τον άνθρωπό σου με το όνομα του είναι πολύ τρυφερό και ευγενικό…είναι σαν ένας μικρός φόρος τιμής στον άνθρωπο που ερωτεύτηκες πριν υπάρξουν τα παιδιά.

2. Βάλετε το σεξ στο πρόγραμμά σας
Η κούραση, η ρουτίνα, ο πονοκέφαλος είναι απλώς δικαιολογίες για να αποφύγετε κάτι που εντέλει ευχαριστεί κι εσάς!

3. Πείτε απλώς «όχι» όταν δε θέλετε σεξ
Καμιά γυναίκα δεν αισθάνεται πάντα και συνεχώς σέξι, ειδικά όταν είναι αχτένιστη, μες φόρμα και ψήνει κέικ για τα παιδιά. Και η ειλικρίνεια σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ευεργετική

4. Πείτε απλώς «ναι» όταν θέλετε σεξ

5. Αποκτήστε μια δραστηριότητα εκτός γάμου
Το να περνάτε κάποιες ώρες μακριά τόσο από το σύντροφό σας όσο και από τα παιδιά σας είναι απίστευτα αναζωογονητικό. Και για εσάς, και για την οικογένεια ενίοτε!

6. Κόψτε τη γκρίνια Αν μπορείτε «μαχαίρι». Ναι, εννοείται πως όλοι οι άνθρωποι γκρινιάζουν όταν δεν ευοδώνονται οι προσδοκίες τους. Απλώς αναλογιστείτε πόσο μεγάλες και εφικτές είναι οι προσδοκίες σας. Προσπαθήστε κάποιες φορές αντί να «απαιτείτε» κάτι από το σύντροφό σας, απλώς να το ζητάτε!

7. Μην υποτιμάτε το σύντροφό σας
Οι περισσότερες γυναίκες κριτικάρουν τους μπαμπάδες, γιατί δε ντύνουν τα παιδιά, δεν τα κάνουν μπάνιο, δεν…δεν…δεν…Αυτή όμως η κριτική συχνά τους κάνει να νιώθουν σα βοηθοί, και όχι σαν ισότιμοι σύντροφοι. Γι΄αυτό τι θα λέγατε αν τους δείχναμε λίγη περισσότερη εμπιστοσύνη;

8. Καλωσορίστε τον με μια αγκαλιά
Όπως δηλαδή καλωσορίζετε και τα παιδιά σας κάθε μέρα. Γιατί δεν αξίζει κι αυτός λίγο ενθουσιασμό;

9. Ενθαρρύνετε την ανεξαρτησία των παιδιώνΑφήστε τα να κοιμηθούν σε ένα φίλο τους, δώστε τα στη γιαγιά τους, γενικά ενθαρρύνετε τα να απεξαρτηθούν από εσάς. Ακόμη και αυτά τα δέκα λεπτά που θα ετοιμάσουν μόνα τους το πρωινό τους, εσείς ,μπορείτε να τα εκμεταλλευτείτε για να μείνετε αγκαλιά με το σύντροφό σας στο κρεβάτι!

10. Κατανοήστε (επιτέλους) τα στάδια του γάμου
Αν μπορείτε να αξιολογήσετε σωστά τις εποχές και να δεχτείτε ότι τα δύσκολα κάποτε περνούν, θα νιώθατε λιγότερο εγκλωβισμένες. Κάθε γυναίκα με μικρά παιδιά έχει νιώσει ότι δεν την καταλαβαίνει ο σύντροφός της. Αντί να θυμώνετε κάντε μια προσπάθεια να συνδεθείτε μαζί του. Θυμηθείτε πως τα παιδιά κάποτε θα μεγαλώσουν, θα φύγουν…Αλλά πάντα θα θέλουν να νιώθουν πως ο μπαμπάς και η μαμά είναι καλά μαζί! Με άλλα λόγια δεν τίθεται θέμα να διαλέξετε ανάμεσα σε ένα ευτυχισμένο γάμο και σε ευτυχισμένα παιδιά. Το πρώτο εγγυάται και το δεύτερο!

ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΠΡΕΠΕΙ ΠΡΩΤΑ ΝΑ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ


ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ
Η ψυχή είναι η σφαίρα που εγκλείει όλα τα γεγονότα που πρέπει να συμβούν στην ζωή ενός ανθρώπου, για να μπορέσει αυτός να συγκεντρώσει τα θραύσματα που κατέλειπε ανά τους αιώνες, σε περιοχές και σε ανθρώπους και όταν το σύνολό τους είναι επαρκές να τα ενώσει και πάλι εις όλον.

Η ψυχή είναι ο ουράνιος τόπος όπου τα πνεύματα κατοικούν, οι άγγελοι αναπαύονται και ο Άνθρωπος δοξάζεται, όχι με την έννοια του όντος που υπόκειται της Δημιουργίας και αυτή επενεργεί σε αυτόν, αλλά με την σαφή έννοια του υπερσυνόλου, που ανατρέπει τα γεγονότα και αναγκάζει την Δημιουργία να αναβαθμιστεί.

Η ψυχή είναι η κατοικία των αοράτων, αυτών που έχουν συμβεί και αυτών που θα συμβούν ακόμα, δέχεται τις επενέργειες του Σύμπαντος, επενεργεί στους κόσμους, εφάπτεται των συνειδήσεων και ακροάζεται τα σαφή αιτήματα των ανθρώπων.

Άλλοτε ονομάζεται anima, άλλοτε πνεύμα της ζωής, άλλοτε τελείωση ή νιρβάνα και πολλά άλλα, όλα όμως ενώνονται και σχηματίζουν την καλή, παρηγορητική και ζωογόνο έννοια της ψυχής που ακουμπάει τα πάντα, βρίσκει τα πάντα, ακροάζεται τις ανησυχίες των ανθρώπων, βλέπει στα βάθη του είναι τους, ανακαλύπτει τις ενδόμυχες αρετές τους και αποκαλύπτει την ωραιότητα του εσωτερικού τους κόσμου.

Τι θα κάναμε χωρίς την ψυχή δεν ξέρω. Ίσως να μεταμορφωνόμαστε αίφνης σε διανοητικά ρομπότ, ικανοί για εξαιρετικά πολύπλοκες επεξεργασίες και όμως ανίκανοι να κατανοήσουμε τα πράγματα και να επηρεάσουμε τις εξελίξεις.

Ίσως πάλι απλώς να πεθαίναμε, για να μεταβούμε σε έναν τόπο ερημιάς και οδύνης, από όπου απουσιάζει η ψυχή δηλαδή όλα τα έλλογα πάθη που μας προσωποποιούν και μας ανεβάζουν πάνω από το επίπεδο της νοημοσύνης ενός ενστικτώδους ζώου, που οι αγελαίες συμπεριφορές είναι η μοναδική πραγματικότητα όπου έχει μάθει να ζει.

Ίσως να μην συνέβαινε τίποτα από όλα αυτά και απλώς να περνάγαμε στην βιώσιμη ανυπαρξία, εκείνη την κατάσταση όπου όλα συμβαίνουν, ή δύνανται να συμβούν, και εμείς μόνο τα προσπερνάμε, ή τα αφήνουμε να συμβούν, δίχως την παραμικρή συμμετοχή από μέρους μας.

Υπάρχουν και άλλες καταστάσεις που δείχνουν την έλλειψη ψυχής και αυτές θα τις απαριθμήσουμε.

Ίσως η χαρά και η λύπη να μην είχαν πια σαφή όρια, να ήταν απλώς καταστάσεις της πραγματικότητας που μόνο συμβαίνουν και δεν μας αφορούν, άλλοι αισθάνονται, εμείς όχι, άρα η ζωή πια δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, απλώς προχωράει, άχρωμη, άοσμη και ανούσια.

Ίσως να μην είχαμε διάθεση να αντιδράσουμε, γιατί τα όνειρά μας είχαν σβήσει, οι ελπίδες μας είχαν διαψευσθεί και οι προσδοκίες μας ήταν πια ασπρόμαυρες φωτογραφίες μιας εποχής που πέρασε για πάντα και ουδείς πιστεύει ότι θα ξανασυμβεί.

Ίσως, τέλος, να καταστρέφαμε τον εαυτό μας, σιγά σιγά και λίγο λίγο, ίσα για να τον διατηρούμε στην ζωή, γιατί φοβόμαστε τον θάνατο και αυτά που μπορεί να φέρει. Ίσως να αποφεύγαμε να σκεφθούμε, να πράξουμε και να ενεργήσουμε, για πράγματα που παλιά αυτονόητα θα προκαλούσαν τις αντιδράσεις μας, θα μας ενεργοποιούσαν και θα μας έσπρωχναν στην δράση.

Η ψυχή ουδέποτε λειτουργεί αποτρεπτικά, δεν ανέχεται να της υποδείξουμε τι να κάνει και τι όχι, πώς να ενεργήσει στην μία ή στην άλλη κατεύθυνση. Ενεργεί πάντοτε αυθορμήτως και κατά την ελευθέρα της βούληση, με μόνο σκοπό να προσδιορίσει αυτό που χρειάζεται, να το μορφοποιήσει, να το εντοπίσει και να το επιδιώξει.

Μόνο τότε είναι ευτυχής και πλήρης. Και όταν η ψυχή είναι πλήρης έχει την τάση να διογκώνεται, να μεγεθύνεται, να φθάνει στα όριά της και καμιά φορά να τα υπερβαίνει κυρίως όμως να είναι υγιής και απρόσβλητη από την κατάθλιψη, την μάστιγα της εποχής μας.

Εσείς με ποιο τρόπο αποφασίζετε;

symvouleutiki karieras
Το πλήθος των αποφάσεων που καλούμαστε να λάβουμε καθημερινά είναι τέτοιο που αρκετές φορές αποφασίζουμε ασυνείδητα και μηχανικά. Όλη μας η ζωή είναι μια αλυσίδα από αποφάσεις, από τις οποίες άλλες είναι λιγότερο σημαντικές και άλλες περισσότερο. Αυτό που είμαστε σήμερα, αυτό που έχουμε γίνει, έχει καθοριστεί από τις αποφάσεις που έχουμε πάρει.
Όμως, τι εννοούμε με τον όρο απόφαση και γιατί αποκτούν τόση ιδιαίτερη σημασία στη ζωή μας, οι δεξιότητες που σχετίζονται με τη λήψη αποφάσεων? «Η απόφαση είναι η διαδικασία επιλογής μιας κατεύθυνσης δραστηριοτήτων ανάμεσα σε άλλες κατευθύνσεις». Η επιλογή αυτή γίνεται με βάση τις αξίες, τις ιδιαίτερες προτιμήσεις, τις ανάγκες μας, τις διάφορες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν εκείνη τη δεδομένη στιγμή. Επιλογή σημαίνει απόφαση. Συνεπώς, μια επαγγελματική απόφαση σημαίνει ότι βάζουμε κατά μέρος κάποια ενδιαφέροντα και δεξιότητες μας έναντι κάποιων άλλων.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης απόφασης είναι βαθιά συνδεδεμένοι με την προσωπικότητα, τα βιώματα και τους στόχους του καθένα μας αλλά και με το κοινωνικό περιβάλλον εννοώντας με τις προοπτικές που εκείνο προσφέρει, τη δυνατότητα πρόσβασης σε πηγές πληροφόρησης, τους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε . Καθώς όμως, ως άνθρωποι έχουμε ο καθένας τελείως διαφορετική προσωπικότητα, ικανότητες, αυτοπεποίθηση, εμπειρίες, επιθυμίες, αδυναμίες και ελαττώματα, όπως είναι φυσικό επιλέγουμε με τελείως ξεχωριστό τρόπο και με προσωπικά κριτήρια όταν πρέπει να λάβουμε μια απόφαση.
Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται εύκολα κατανοητό ότι δεν παίρνουμε όλοι οι άνθρωποι αποφάσεις με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι από εμάς βασίζονται περισσότερο στη λογική, ενώ άλλοι στη διαίσθηση και στα συναισθήματά τους. Κάποιοι άλλοι βασίζονται σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως στη γνώμη των άλλων ή σε τυχαία γεγονότα που μπορεί να προκύψουν. Επίσης, κάποιοι αποφασίζουν γρήγορα ενώ άλλοι αργά, κάποιοι με προσοχή και προγραμματισμό κινήσεων και άλλοι αυθόρμητα και ριψοκίνδυνα. Άλλοι πάλι είναι αναβλητικοί ή προτιμούν να παίρνουν αποφάσεις. Η επιλογή αυτή όμως, ακόμα και όταν γίνεται ηθελημένα αποτελεί πάντα απόφαση.
Ο καθένας μας δηλαδή διαμορφώνει και υιοθετεί από τα πρώτα στάδια της ζωής του ένα προσωπικό στυλ λήψης απόφασης, το οποίο τον χαρακτηρίζει με κάποιες παραλλαγές και στην μετέπειτα ζωή του. Η αλυσίδα των αποφάσεων που χτίζουμε επηρεάζει άμεσα την ζωή μας και η ποιότητα της ζωής μας εξαρτάται από την ποιότητα των αποφάσεων μας. Επομένως, το ζητούμενο είναι να λαμβάνουμε, σωστές, καλές αποφάσεις. Γι’ αυτό κατά τη διαδικασία λήψης απόφασης και πριν καταλήξουμε σε κάποια απόφαση, καλό είναι ξεκινώντας από τις επιθυμίες μας να σταθμίζουμε πολύ προσεκτικά τις πραγματικές συνθήκες που ισχύουν σε σχέση με την απόφαση αυτή, τα εμπόδια, τις δυσκολίες.
Υπάρχουν φορές βέβαια που αισθανόμαστε αβεβαιότητα ή έχουμε αμφιβολίες για την απόφαση που πρόκειται να πάρουμε και με αυτόν τον τρόπο αγχωνόμαστε υπερβολικά και καθυστερούμε τη διαδικασία. Σε αυτήν την περίπτωση, ίσως χρειαστεί να ζητήσουμε κάποια βοήθεια για να ξεμπλέξουμε το κουβάρι των επιλογών και να αρχίσουμε ναχτίζουμε σε πιο στέρεες βάσεις τον κύκλο των σημαντικών αποφάσεων, λαμβάνοντας πάντα υπόψη μας φυσικά τις προσωπικές μας επιθυμίες και αξίες.