Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΡΜΟ

 
Η αρχαία πόλη του Θέρμου ήταν η σημαντικότερη σε ολόκληρη την Αιτωλία και διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο του Κοινού των Αιτωλών (Αιτωλική Συμπολιτεία). Μάρτυρας της ιστορίας της πόλης είναι ο αρχαιολογικός χώρος με το μεγάλο πλήθος από δημόσια κτίρια και ναούς.

Σύμφωνα με τον Πολύβιο, η πόλη βρισκόταν σε οροπέδιο που το αποκαλεί "των θερμίων πεδίον", ενώ ονομάζει και την ίδια την πόλη ακρόπολη όλων των Αιτωλών. Κάθε χρόνο, τον Σεπτέμβριο, μαζεύονταν στην πόλη Αιτωλοί που είχαν δικαίωμα ψήφου, για να αποφασίσουν για θέματα πολέμου, ειρήνης και συμμαχιών και για να προβούν σε αρχαιρεσίες των οργάνων της Συμπολιτείας. Η πόλη δεν είχε τείχη. Καταστράφηκε δύο φορές το 218 και το 206 π.Χ, από τον Φίλιππο τον Ε'.

Στην πόλη υπήρχε ο μεγάλος ναός του "Θερμίου" Απόλλωνα. Ο ναός έχει διαστάσεις 12 μέτρα πλάτος επι 38 μέτρα ύψος. Είχε δύο κύριες αρχιτεκτονικές φάσεις: την αρχαϊκή, με σημαντικό κεραμοπλαστικό διάκοσμο και τη φάση του 3ου αιώνα π.Χ. Οι κίονές του ήταν ξύλινοι και οι βάσεις τους λίθινες. Επίσεις, υπήρχαν άλλοι δύο ναοί, μικρότεροι, του "Λυσείου" Απόλλωνα και της "Λαφρίας" Αρτέμιδας. Άλλα κτίσματα που υπήρχαν στην πόλη είναι δύο στοές, ανατολικά και δυτικά, το "Βουλευτήριο" μία κρήνη καθώς έχουν βρεθεί και προϊστορικά ελλειψοειδή και τετράπλευρα κτήρια και δύο μέγαρα.

Η νέα κωμόπολη βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο από την αρχαία πόλη. Στο χωριό Μέγα Δένδρο λίγο έξω από την πόλη γεννήθηκε ο Κοσμάς ο Αιτωλός.



http://gym-therm.ait.sch.gr/images/arxtherm2.jpg


Προς τα νότια του σημερινού Θέρμου, στα πόδια του Μεγα-λάκκου, ανοικτό προς το πεδίο που κλείνουν από δυτικά χαμηλά αρμονικά υψώματα, δυσπρόσιτο ως «ακρόπολη όλης της Αιτωλίας», βρίσκεται το ιερό του Απόλλωνος και η Αγορά των Αιτωλών. Ο τόπος του Θέρμου ήταν φαίνεται από παλιά, τουλάχιστον από τη γεωμετρική εποχή, τόπος συνάντησης κοινής λατρείας και συναλλαγής των Αιτωλών. Ήταν γι' αυτό φυσικό να γίνει το ιερό του Απόλλωνος ιερό της Συμπολιτείας και να συνδυασθεί με την πολιτική αγορά, όπου τελούνταν κάθε χρόνο επιφανέστατες πανηγύρεις και οι αρχαιρεσίες του Κοινού (συνέδριο ή βουλή, επώνυμος ενιαύσιος στρατηγός, ιππάρχας κλπ.). Όπως και των άλλων οχυρώσεων της Αιτωλίας η χρονολογία κυμαίνεται από τον 4ο έως τα τέλη του 3ου αι. π.Χ. Ο περίβολος αυτός προστάτευε το στενόμακρο χώρο του ιερού και της Αγοράς στο ανατολικό μέρος και τον ευρύτερο προς δυτικά, όπου προφανώς λάμβαναν χώρα εμπορικές δραστηριότητες


http://gym-therm.ait.sch.gr/images/arxtherm1.jpg


Η Αγορά και το ιερό αποτελούν ενιαίο ορθογωνισμενο χώρο, μία πλατεία 200 Χ 21 μ., την οποία πλαισιώνουν δύο στοές, ενώ στις στενές πλευρές εξασφάλιζαν μνημειώδη όψη ο ναός του Απόλλωνος προς Βορρά και το Βουλευτήριο προς Νότο. Η διαμόρφωση αυτή μοιάζει περισσότερο με «πλατεία οδό» και προαναγγέλλει τους πλαισιωμένους με στοές δρόμους των ρωμαϊκών πόλεων. Απλή και γραμμική καθώς είναι, παρέχει επίσης αντιπροσωπευτικό δείγμα της χωρορυθμικής αίσθησης του πρώιμου 3ου αι., εποχή που οικοδομήθηκαν τα κτίρια της Αγοράς βάσει ενιαίου προγραμματικού σχεδίου της τότε ανθηρής Αιτωλικής Συμπολιτείας. Και οι δύο στοές, από τις μεγαλύτερες ελληνικές, έχουν το σύνηθες στη Δ. Ελλάδα σχήμα, με τοίχους στα άκρα της πρόσοψης. Μόνο τα κατώτερα μέρη και οι κίονες ήταν λίθινα, τα ανώτερα ήταν κτισμένα με ωμές πλίνθους. Είχαν δύο σειρές δωρικών κιόνων χωρίς δωμάτια στο βάθος. Υπήρχαν όμως και διαφορές μεταξύ τους. Η ανατολική (173 Χ 13,50 μ.) είχε κρηπίδωμα στην πρόσοψη και δύο θύρες στον οπίσθιο τοίχο. Ξανακτίσθηκε μετά την καταστροφή του 218 π.Χ., έγινε βραχύτερη και απέκτησε λίθινο θρανίο κατά μήκος των τοίχων με τραπέζια στις γωνίες. Στις κατασκευές αυτές χρησιμοποιήθηκαν ως υποστηρίγματα οι λίθινες πλάκες των τριγλύφων και των μετοπών της κατεστραμμένης στοάς. Η δυτική (164,40 Χ 13,60 μ.) είχε στυλοβάτη με μία μόνο βαθμίδα και χωριστό δωμάτιο στο βόρειο άκρο. Δεν είναι βέβαιο ότι ξανακτίσθηκε όπως η ανατολική στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. Στην πιο καλή ώρα του Θέρμου οι στοές ήταν γεμάτες αναθήματα και χιλιάδες λάφυρα, κυρίως πανοπλίες, και στα βάθρα, στις ημικυκλικές και ορθογώνιες εξέδρες, προ της ανατολικής κυρίως στοάς, έστεκαν τιμητικοί ανδριάντες, όχι λιγότεροι από 2.000, όπως μας παραδίδει ο Πολύβιος, ο οποίος περιγράφει την καταστροφή και τη λεηλασία από το στρατό του Φιλίππου Ε' το 218 π.Χ. Και οι ανασκαφές φέρνουν στο φως συντρίμμια από τους χάλκινους ανδριάντες και τις πανοπλίες εκείνες. Αποκάλυψαν επίσης θραύσματα του τροπαίου που έστησαν οι Αιτωλοί μετά τη νίκη τους κατά των Γαλατών το 279 π.Χ. Μετά την επανοικοδόμηση η ανατολική στοά χρησίμευε, φαίνεται, μόνο για παραμονή επισκεπτών ή και για άλλες λειτουργίες των αρχών της Συμπολιτείας. Στην ανασκαφή βρέθηκε άθικτο το στρώμα της τελικής καταστροφής μετά το 167 π.Χ., κατά τους χρόνους των εσωτερικών συγκρούσεων.


http://gym-therm.ait.sch.gr/images/arxtherm3.jpg

Παράλληλα με το νότιο σκέλος του τείχους εκτείνεται μία άλλη, η νότια στοά, μήκους 185 μ., με προστάσεις κιόνων και στις στενές πλευρές. Δεν έχει ερευνηθεί ακόμη συστηματικά. Μπροστά της θα περνούσε η οδός που οδηγούσε από τη νοτιοδυτική πύλη στην Αγορά. Το Βουλευτήριο, που έκλεινε τη νότια στενή πλευρά της πλατείας, είναι ορθογώνιο κτίριο με πρόπυλο. Δεν έχει επίσης ακόμη ερευνηθεί. Στη βορειοδυτική άκρη της πλατείας βρίσκεται κρήνη άντλησης που κτίσθηκε στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., επάνω στην πηγή η οποία αναβλύζει ακόμη. Περιβάλλεται από λιθόστρωτο.




Στο βορειότερο μέρος του χώρου βρίσκεται ο ναός του Απόλλωνος. Κτίσθηκε αρχικώς το 620 π.Χ. περίπου και καταστράφηκε το 218 π.Χ. για να ανοικοδομηθεί αμέσως μετά, εν μέρει με υλικό άλλων κατεστραμμένων κτιρίων, διατηρώντας το αρχικό του σχήμα και τις ίδιες διαστάσεις, 38,20 Χ 12,10 μ. Ήταν περίπτερος με 15 Χ 6 κίονες. Είχε σηκό και οπισθόδομο, αλλά όχι και πρόναο. Μεσαία σειρά δέκα κιόνων στήριζε την ξύλινη στέγη. Οι κίονες ήταν πάντοτε ξύλινοι, εκτός από τον κατώτερο σπόνδυλο, και οι τοίχοι, εκτός της λίθινης βάσης τους, από ωμές πλίνθους. Σημαντική είναι η πήλινη κεράμωση και οι πήλινες ζωγραφιστές πλάκες που έντυναν τα ξύλινα στοιχεία του θριγκού. Στα άκρα της στέγης υπήρχαν υδρορροές με μορφή εναλλάξ ανδρικού και λιονταρίσιου κεφαλιού και ανάμεσα τους ακροκέραμα με γυναικεία πρόσωπα.

 

Οι πήλινες μετόπες με μυθολογικές ζωγραφικές παραστάσεις και θέματα της προολυμπιακής κυρίως θρησκείας (γοργόνειο, Σφίγγα, κυνηγό [Ηρακλή;], Περσέα, Αηδόνα και Χελιδόνα κ.ά.) είναι εξαίρετα έργα τέχνης του τέλους του 7ου αι. π.Χ. Τα πήλινα αρχιτεκτονικά αυτά μέλη αποτελούν ιδιαιτερότητα της δυτικής Ελλάδας (Μουσείο Θέρμου και Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Η αργειακή επίδραση που παρατηρείται στα ακροκέραμα και τις υδρορρόες δείχνει τις εξωτερικές σχέσεις των Αιτωλών τα χρόνια εκείνα. Βορειοδυτικά του μεγάλου ναού σώζονται τα ερείπια άλλου μικρότερου και λίγο αρχαιότερου ναού, πιθανώς της Αρτέμιδος, και προς ανατολικά και υψηλότερα, του Απόλλωνος Δυσείου, επίσης του τέλους του 7ου αι. π.Χ., με δύο θύρες εισόδου στο σηκό και πρόσταση κιόνων. Πήλινα αρχιτεκτονικά μέλη προέρχονται και από αυτούς τους ναούς.

http://gym-therm.ait.sch.gr/images/arxtherm4.jpg


Το μακρόστενο κτίριο, 21 Χ 7,30 μ., που βρέθηκε κάτω από το ναό (μέγαρο Β) με εσωτερικά δωμάτια, πρέπει πιθανότατα να χρονολογηθεί στα πρωτογεωμετρικά χρόνια (10ος αι. π.Χ.). Ήταν φαίνεται τότε ανάμεσα σε άλλα κτίρια το σημαντικότερο και χρησίμευε ως έδρα του τοπικού άρχοντα, αλλά και της λατρείας πιθανώς Αιτωλού ήρωα. Στο ίδιο κτίριο συνεχίσθηκε κατά τη γεωμετρική εποχή (8ος αι. π.Χ.) η τέλεση λατρείας. Μετά την καταστροφή του η λατρεία πρέπει να γινόταν, για ένα διάστημα και έως ότου κτισθεί ο ναός, σε υπαίθριο βωμό με λιθόστρωτη πλατεία. Αλλά ο Θέρμος έχει οικιστική παράδοση που φθάνει έως τη δεύτερη χιλιετία. Ήδη το 1500 π.Χ. περίπου υπήρχε στο χώρο του ναού του Απόλλωνος οικισμός, του οποίου βρέθηκαν σε βαθύτερα στρώματα τα λείψανα αψιδωτών, ελλειψοειδών και τετράγώνων κτιρίων. Το σημαντικότερο και μεγαλύτερο, το μέγαρο Α, ήταν έδρα και ίσως αργότερα χώρος ταφής του τοπάρχη. Είναι αψιδωτό (22 Χ 6 μ.), έχει προθάλαμο και οπίσθιο δωμάτιο και οι τοίχοι του, από ωμές πλίνθους, ήταν ελαφρούς καμπύλοι και έκλιναν προς τα μέσα. Γι' αυτό και η στέγη πρέπει να ήταν θολωτή από ξύλινο πλέγμα και πηλό. Δύο φορές καταστράφηκε ο οικισμός αυτός, η τελική του καταστροφή μπορεί να τοποθετηθεί κοντά στο 1200 π.Χ. Η μυκηναϊκή επίδραση γίνεται και εδώ φανερή, στενή όμως είναι και η σχέση με το βορειοελλαδικό και το στερεοελλαδικό χώρο, τη Μακεδονία, την Ήπειρο και την κοιλάδα του Σπερχειού. Οι ανασκαφές του Θέρμου, έργο της Αρχαιολογικής Εταιρείας, άρχισαν το 1897 και συνεχίζονται, έπειτα από μακρά διακοπή, και σήμερα.

Άγιο Φως - Μια ιερή και «θαυμαστή» απάτη

 

Η τελετή του Αγίου Φωτός γίνεται στις 12 η ώρα το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου και αποτελείται από τρία στάδια:
  • α. Λιτανεία
  • β. Την είσοδο του Πατριάρχη στον Πανάγιο Τάφο και
  • γ. Τις προσευχές του Πατριάρχη για να βγει το Άγιο Φως.
Προετοιμασία του Πανάγιου Τάφου
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί πριν από την τελετή του Αγίου Φωτός γίνεται πρώτα ένας σχολαστικός έλεγχος του Παναγίου Τάφου και αμέσως μετά τον σφραγίζουν με το μελισσοκέρι που είχε ετοιμαστεί το πρωί. Ο έλεγχος γίνεται για να διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε μέσα στον Πανάγιο Τάφο το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει φωτιά. Αφού σφραγιστεί ο Πανάγιος Τάφος με το μελισσοκέρι οι αρχές τοποθετούν πάνω στο κερί τις σφραγίδες τους.
Μεγάλο ενδιαφέρον για τον έλεγχο δείχνουν και τα άλλα δόγματα τα οποία έχουν από παλιά αποκτήσει δικαιώματα στον Πανάγιο Τάφο. Το ενδιαφέρον αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Αν τύχει κάποια χρονιά να μη βγάλει το Άγιο Φως ο Ορθόδοξος Πατριάρχης τότε θα αναλάβουν το προβάδισμα της τελετής του Αγίου Φωτός άλλοι.
Ο έλεγχος αρχίζει στις 10 το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου και τελειώνει στις 11. Όσο γίνεται ο έλεγχος, Ορθόδοξοι Άραβες νέοι διαδηλώνουν μέσα στον Ιερό Ναό υπέρ των ορθοδόξων δικαιωμάτων. Πρέπει να σημειωθεί ότι τον έλεγχο του Παναγίου Τάφου παρακολουθούν εκπρόσωποι των Αρμενίων και άλλων δογμάτων.
Η ιστορία του «θαύματος»
Oι πρώτες αναφορές για την τελετή ανάγονται στον 2ο αιώνα μ.Χ. και μιλούν για μια απλή συμβολική αναπαράσταση και τίποτε άλλο. Αυτή η ιστορία κράτησε χρόνια. Μέχρι που έφτασαν διάφοροι Φράγκοι παπάδες και τυ­χοδιώκτες, σαν εκείνο τον απερίγραπτο (και μεταγενέστερο βεβαίως) καλόγε­ρο, τον Κουκούπετρο, που διαβάζαμε στα σχολικά βιβλία. Αυτοί κατάλαβαν πως η υπόθεση κρύβει χρυσάφι και το γύρισαν στα... θαύματα! Μάλιστα, για να μαζέψουν κόσμο για τις σταυροφορίες, επικαλούνταν και το «θαύμα» του Αγίου Φωτός! Έτσι, η απλή τελετή με τον συμβολισμό της έδωσε τη θέση της στη δεισιδαιμονία και τον σκοταδισμό.
Οι Άραβες του Ααρούν Αλ Ρασίντ παρέδωσαν στους παπι­κούς καλογήρους τα προσκυνήματα των ΑγίωνΤόπων (μαζί με τα σχετικά προνόμια, που σήμαιναν και πολύ χρυσάφι) στα χρό­νια του Καρλομάγνου (768-814 μ.Χ.). Όταν πέθανε ο χαλίφης, το 889 μ.Χ., τα προνόμια των καλογήρων καταργήθηκαν.
Το 1118 μ.Χ. ο Άραβας κυρίαρχος Σαλάχ Ελ Ντιν παραχώρησε στους ορθόδοξους μοναχούς τα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων. Ο Ελ Ντιν όριζε ότι «ο πατριάρχης των Ελλήνων θα είναι ο κύριος του Καμαρέ (ναού του Παναγίου Τάφου) και αυτός θα παίρνει από τον τάφο του Ικάς το Άγιον Φως για να το μοιράζει στους Ναζωραίους (χριστιανούς)».
Έτσι πέρασε στους Έλληνες η δικαιοδοσία του Αγίου Φωτός και ο έλεγχος αυτής της «χρυσοτόκου τελετής», όπως τη χαρα­κτηρίζει ο ιστορικός Κυριάκος Σιμόπουλος. Και βεβαίως άρχισε και το παραμύθιασμα των χιλιάδων «χατζήδων», που ψάχνουν τη σωτηρία της ψυχής τους ταξιδεύοντας στους Αγίους Τόπους.
Όταν ο έλεγχος των προσκυνημάτων αποδόθηκε στους ορθοδόξους, συνε­χίστηκε το ίδιο βιολί της εκμετάλλευ­σης των πιστών. Με μια διαφορά: διά­φοροι Λατίνοι συγ­γραφείς και περιηγητές κατήγγελλαν τους ορθοδόξους ρασοφόρους για θεομπαιξία ξεχνώντας πως αυτοί ήταν οι πρώτοι διδάξαντες στο «άθλημα» αυτό. Κι όσο κι αν φώναζαν με­γάλες μορφές της Εκκλησίας, τ' αυτί των «φρουρών του Παναγίου Τάφου» δεν ί­δρωνε.
Τον 18ο αιώνα έχουμε μια διαφωτιστική αναφορά για το ι­στορικό της «θαυματουργού καθόδου του Αγίου Φωτός» από τον ιησουίτη μισιονάριο (απεσταλμένο) Du Bernart. Το 1771 έ­στειλε από το Κάιρο υπόμνημα στον άμεσο προϊστάμενο του καθολικό επίσκοπο της Τουλούζης. Στο πρώτο μέρος αναφέ­ρεται στο ιστορικό της τελετής, σημειώνει πως ήταν εφεύρε­ση των Λατίνων βασιλιάδων της Ιερουσαλήμ στα χρόνια των σταυροφοριών και προσθέτει πώς στη συνέχεια αξιοποιήθηκε από τους ορθόδοξους παπάδες:
«Ιδού το ιστορικό αυτού του δήθεν Αγίου Φωτός. Ο Foulcher de Chartres, εξομολογητής του Βaudouin Α', δεύτερου βασιλιά της Ιερουσαλήμ, διηγήθηκε ένα θαύμα που έγινε μπροστά σ' ο­λόκληρο τον λαό της Ιερουσαλήμ και που ο ίδιος είδε με τα μάτια του. Ελεγε πως το Μεγάλο Σάββατο, παραμονή του Πάσχα, ο Θεός, θέλοντας να τιμήση τον τάφο του Ιησού και να αναθερμάνει την πίστη των χριστιανών, έστειλε από τον ουρανό μια φλό­γα που κατέβηκε στον Άγιο Τάφο και άναψε όλα τα καντήλια, που, σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά έθιμα, ήταν σβηστά από τη Μεγάλη Παρασκευή. Αυτή η φλόγα, πετώντας από τη μια άκρη στην άλλη, άναψε όλα τα καντήλια του ναού.
Έλεγε, επίσης, ότι κάποτε ο Θεός, θέλοντας να δοκιμάση την πίστη των χριστιανών και να τιμωρήση ίσως τον κλονισμό της ευσέβειας τους, καθυστέρησε μερικές ώρες την πραγματοποί­ηση του θαύματος. Τελικά η κάθοδος του Αγίου Φωτός έγινε την ημέρα του Πάσχα ύστερα από επίσημη λιτανεία όλων των χριστιανών με επικεφαλής τον ίδιο τον βασιλιά. Ολοι βάδιζαν α­νυπόδητοι με θρήνους και δάκρυα. Κραυγές αγωνίας εκλιπα­ρούσαν τον 'Υψιστο να κάνει το θαύμα του.

Το θαύμα συνεχιζόταν και επί βασιλείας του Βaudouin Β', όπως βεβαιώνουν οι Βaronius και Sponde. Ο πάπας Ουρβανός Β', δημηγορώντας στο κονσίλιο της Κλερμόν το 1095. αυτό α­κριβώς το Θαύμα επικαλέστηκε στην προσπάθεια του να πείση τους χριστιανούς πρίγκιπες της Ευρώπης να ενώσουν τους στρα­τούς τους και να εκστρατεύσουν για την απελευθέρωση της γης που με τέτοιο θαύμα τιμούσε ο Θεός. Αλλά κατά τα φαινόμενα το θαύμα σταμάτησε λίγο ύστερα από τους πρώτους βασιλιάδες της Ιερουσαλήμ.
Ο ζήλος των πριγκίπων της χριστιανοσύνης είχε υποχωρήσει και η ευλάβεια των καθολικών είχε εκφυλισθή. Και ενώ οι καθολικοί παραδέχονται πως το θαύμα δεν γίνεται πια, οι σχισματι­κοί (σ.σ.: εννοεί τους Έλληνες ορθοδόξους) βρήκαν ευκαιρία να το διαιωνίσουν.
Παπάδες και πατριάρχες εκμεταλλεύονται την ευπιστία του ποιμνίου που προσμένει την άγια ουράνια φλόγα τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Εφτά ώς οχτώ χιλιάδες πιστοί, ερεθισμέ­νοι από την περιέργεια, συρρέουν στην Ιερουσαλήμ για να πα­ρακολουθήσουν το θέαμα. Αυτό το πλήθος αποτελεί σημαντική πηγή πόρων για τους σχισματικούς'Ελληνες, που εξασφαλίζουν έτσι την επιβίωση τους και την κανονική καταβολή των φόρων στουςΤούρκους».

Τελετή του Αγίου Φωτός
Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση, το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου ο Ορθόδοξος Πατριάρχης με την συνοδεία του -αρχιερείς, ιερείς και διακόνους- αλλά και τον Αρμένιο Πατριάρχη μπαίνει στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως, ενώ οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα. Από την εσωτερική είσοδο του Ναού του Αποστόλου Ιακώβου μπαίνει ο Πατριάρχης στο Ιερό Βήμα του Καθολικού και κάθεται στον πατριαρχικό θρόνο. Από αυτό το σημείο περνάνε και ασπάζονται το χέρι του Πατριάρχη οι εκπρόσωποι των Αρμενίων, των Αράβων, των Κοπτών και άλλων για να τους δοθεί το Άγιο Φως. Σύμφωνα με τα προνόμια, αν δεν ασπαστούν το χέρι του Ορθόδοξου Πατριάρχη δεν έχουν το δικαίωμα να λάβουν το Άγιο Φως από τα χέρια του. Αμέσως μετά αρχίζει η Ιερή Λιτανεία η οποία περιφέρεται τρεις φορές γύρω από τον Πανάγιο Τάφο και μετά ο Πατριάρχης σταματάει μπροστά στον Πανάγιο Τάφο όπου βρίσκονται και οι επίσημοι.
Μετά τη Λιτανεία αποσφραγίζεται ο Πανάγιος Τάφος και ο Πατριάρχης βγάζει την αρχιερατική στολή του και μένει μόνο με το λευκό στιχάριο. Στην συνέχεια Πατριάρχης Ιεροσολύμων λαμβάνει τους σβηστούς πυρσούς και εισέρχεται μαζί με τον Δραγουμάνο των Αρμενίων στο Ιερό Κουβούκλιο. Όλα τα κανδήλια είναι σβηστά και υποτίθεται πως τίποτα δεν είναι αναμμένο στον Ιερό Ναό.
Στην συνέχεια ο Πατριάρχης μπαίνει στον Πανάγιο Τάφο για να προσευχηθεί.
Η μυστική προσευχή
Γύρω από τη συγκεκριμένη προσευχή έχουν υφανθεί φοβεροί μύθοι και θρύλοι, με κοινό παρονομαστή την πεποίθηση ότι πρόκειται για κάποια μυστική δέηση που μόνο ο Έλληνας Πατριάρχης γνωρίζει! Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Η εν λόγω ευχή δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1933 από τον Αρχιμανδρίτη (διδάκτορα τού Πανεπιστημίου Αθηνών) Κάλλιστο Μηλιαρά και αναδημοσιεύτηκε το 1967 στο περιοδικό «Νέα Σιών», επίσημο όργανο δημοσιευμάτων τού Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. ΔΕΝ μιλάμε λοιπόν για κάποιο επτασφράγιστο, φοβερό μυστικό στο οποίο κανείς άλλος δεν έχει πρόσβαση πλην τού Ορθόδοξου Πατριάρχη!
Όμως τι λέει άραγε η προσευχή αυτή; Τι δέεται ο Πατριάρχης μέσα στο Κουβούκλιο τού Παναγίου Τάφου; Μα τι άλλο - θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς - παρά να συμβεί αυτό που (υποτίθεται ότι) κάθε φορά συμβαίνει : Να κατέλθει δηλαδή το Άγιο Φως θαυματουργικά από τον ουρανό και να φωτίσει όλη την οικουμένη! - Όμως αλίμονο, η προσευχή είναι ξεκάθαρη και δηλώνει με απόλυτη σαφήνεια ότι η φωταψία είναι απλώς μια τελετή συμβολικού χαρακτήρα και ότι το φως που εμφανίζεται κάθε Μ. Σάββατο στα Ιεροσόλυμα δεν κατέρχεται εξ ουρανού, αλλά έχει απολύτως φυσική προέλευση, χαρακτηρίζεται δε άγιο επειδή εξάγεται από τον Πανάγιο Τάφο!
Το συμπέρασμα αυτό όπως θα καταδειχθεί παρακάτω, προκύπτει αβίαστα με την απλή ανάγνωση και μόνο τής ευχής, κάτι που παραδέχεται και ασπάζεται ακόμα και ο π. Μεταλληνός (!), τα στοιχεία δε που παρατίθενται αντλήθηκαν από το βιβλίο του «ΦΩΤΟΜΑΧΙΚΑ - ΑΝΤΙΦΩΤΟΜΑΧΙΚΑ» καθώς και από «ΤΟ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΟΣ» τού Κ.Δ. Καλοκύρη, έργα δηλαδή ανθρώπων που το τελευταίο για το οποίο θα μπορούσε κανείς να τούς κατηγορήσει είναι ότι επιβουλεύονται την Ορθοδοξία!
Μερικά από τα επίμαχα σημεία τής ευχής στα οποία ο αναγνώστης προτρέπεται να εστιάσει την προσοχή του:
(…) μνείαν ποιούμεθα και τής εν Άδου καθόδου σου, (…) τη αστραπή τής σης θεότητος φωτός πληρώσας τα καταχθόνια. Όθεν (…) κατά τούτο το υπερευλογημένον Σάββατον (…) σε το όντως ιλαρόν και εφετόν φως εν τοις καταχθονίοις θεϊκώς επιλάμψαν, εκ τάφου δε θεοπρεπώς αναλάμψαν αναμιμνησκόμενοι, φωτοφάνειαν ποιούμεθα, σου την προς ημάς συμπαθώς γενόμενην θεοφάνειαν, εικονίζοντες˙ (…)
Δια τούτο, εκ τού επί τούτον τον φωτοφόρον σου Τάφον ενδελεχώς και αειφώτως εκκαιομένου φωτός ευλαβώς λαμβάνοντες, διαδιδόαμεν τοις πιστεύουσιν εις σε το αληθινό φως και παρακαλούμεν και δεόμεθά σου, Παναγιότατε Δέσποτα, όπως αναδείξης αυτό αγιασμού δώρον και πάσης θεϊκής σου χάριτος πεπληρωμένον, διά της χάριτος τού Παναγίου και φωτοφόρου Τάφου σου˙ (…) Αμήν.
Όπως επισημαίνει ο κ. Καλοκύρης «η ευχή είναι πολύ διαφωτιστική». Πράγματι θέλει προσπάθεια για να καταλάβει κανείς κάτι διαφορετικό! Πουθενά δεν γίνεται λόγος για θαυματουργικά εμφανιζόμενο φως, αλλά «νοείται μόνο φως φυσικό, που ανάβεται στην ανάμνηση τού Αναστάντος Χριστού, τού αληθινού φωτός τού Κόσμου». Εις ανάμνησιν λοιπόν τού θαύματος εκείνου, ο Πατριάρχης δημιουργεί -ο ίδιος- εμφάνιση φωτός, εικονίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη θεοφάνεια τού Χριστού που βίωσαν οι άνθρωποι. «Και η Ευχή (…) προχωρεί και εξηγεί το από πού παίρνεται το φως για να ανάψουν οι λαμπάδες και, στη συνέχεια, να μεταδοθεί στούς πιστούς. Και είναι ο τόπος αυτός ο άγιος Τάφος και πηγή τού φωτός το οποίο ευλαβώς λαμβάνει ο Πατριάρχης, είναι η ιερή λυχνία πού ΣΥΝΕΧΩΣ και πάντοτε καίει εκεί».
Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του ο κ. Καλοκύρης τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση τη λέξη «αναδείξεις» «η οποία δηλώνει καθαρά ότι το φως (όχι μόνο δεν είναι ουρανόπεμπτο, αλλά) δεν έχει ακόμα αναδειχθεί ιδιαίτερον ‘‘αγιασμού δώρον” (…). Εάν όμως, με άλλα λόγια, το φως ήταν ουρανόπεμπτο, τότε δεν θα παρακαλούσε ο Πρωθιεράρχης όπως το αναδείξει ο Θεός. Και πώς θα γίνει αυτή η ανάδειξη; Επεξηγεί η ευχή: Διά της χάριτος τού Παναγίου Τάφου».
Ο μύθος τού σωματικού ελέγχου
Όσον αφορά τώρα στην (από εξονυχιστική έως και … διακριτική) σωματική έρευνα στην οποία (υποτίθεται ότι) υποβάλλεται ο πατριάρχης πριν από την είσοδό του στο Κουβούκλιο, κατά τον κ. Καλοκύρη όλα αυτά «είναι ένας θρύλος, προïόν κατώτερης λαïκής ευσεβόφρωνος αφέλειας (…) που υποβιβάζει σε ‘‘απάτη” την έντιμη και ακατάκριτη συμπεριφορά του, και τον παρουσιάζει έτσι ως συνεργό στην εμφάνιση ενός ψευδοθαύματος (…)».
Διότι «η αφαίρεση των αμφίων και η εμφάνισή του μόνο με το στιχάριο αποτελεί μέρος τού σχετικού Τυπικού τής Εκκλησίας. Δηλαδή πρόκειται για διαδικασία η οποία σημαίνει ότι ο Πατριάρχης, εκφράζοντας ταπείνωση και άκρα ευλάβεια, πριν πλησιάσει και περάσει στο Πανάγιο Άδυτο απεκδύεται τα δηλωτικά τού επισκοπικού αξιώματος άμφια […]» μένοντας με «το στιχάριο (το απλούστερο και κοινό άμφιο για κάθε βαθμίδας κληρικό)»!
Ο μύθος της παλαιότητας της προσευχής
Πολλοί - μεταξύ των οποίων και εσείς - επιχειρώντας να γεφυρώσουν το χάσμα των «άφωτων» αιώνων και να προσδώσουν στο «θαύμα» μεγαλύτερη παλαιότητα απ’ ότι στην πραγματικότητα τού αναλογεί, μιλούν για «χρονική συνέχεια που εκτείνεται μέχρι τον 1ο αιώνα (!), όταν ο Απόστολος Πέτρος βλέπει (;) το Φως μέσα στον Τάφο τού Ιησού» και μέμφονται τον Κοραή που στον «Διάλογο» του τοποθετεί την πρώτη μαρτυρία για το φως ως θεόπεμπτο όχι νωρίτερα από το έτος 870. Και πράγματι η μαρτυρία τού Βερνάρδου δεν είναι η αρχαιότερη׃ Σύμφωνα με τον Μοσχέμιο ήδη τον 8ο αιώνα ο Πρεσβύτερος Οθμάρος από το Πικτάβιο είδε το υπερφυσικό φως με τα ίδια του τα μάτια. Η μαρτυρία τής Αιθερίας ωστόσο (κατ’ άλλους Σύλβιας τής Ακουιτανίας) όπως είδαμε σε καμία περίπτωση δεν περιγράφει το φως ως θεόπεμπτο!
Άνευ αντικειμένου είναι επίσης η αναφορά τού Ιωάννη τού Δαμασκηνού (κάθισμα Όρθρου, του πλαγίου δ´ ήχου τής Παρακλητικής) και κατ’ επέκταση κι αυτή τού Γρηγορίου Νύσσης (Περί της Αναστάσεως τού Χριστού, ΛΟΓΟΣ Β´), πρώτον επειδή η σύνδεσή τους μ’ αυτό καθαυτό το Άγιο Φως είναι «τραβηγμένη από τα μαλλιά», κυρίως δε επειδή στο σχετικό ευαγγελικό εδάφιο (το οποίο εσείς μνημονεύετε ως την αρχαιότερη μαρτυρία και ουσιαστικά απαρχή τού θαύματος) δεν γίνεται πουθενά λόγος περί φωτός, η έκπληξη δε του Πέτρου προέρχεται όπως ξεκάθαρα αναφέρεται, από τη θέα των κενών περιεχομένου οθονίων!
Την απουσία οποιασδήποτε μνείας περί φωτός στην εν λόγω ευαγγελική περικοπή αντιπαρέρχονται μεν οι απολογητές με το επιχείρημα ότι εφόσον ο Πέτρος έφτασε στον τάφο «σκοτίας έτι ούσης» και μολαταύτα μπόρεσε να διακρίνει τα «οθόνια κείμενα μόνα», τότε λογικά θα πρέπει να υπήρχε εκεί κάποια άλλη πηγή φωτός που δεν προερχόταν από τους Αγγέλους, ξεχνώντας όμως ότι το Ευαγγέλιο, όπως εύστοχα επισήμανε ο Αγιορίτης Αρχιμανδρίτης Προκόπιος Δενδρινός περί το 1833, δεν λέει ότι ο Πέτρος ήταν αυτός που έφθασε στο μνήμα «σκοτίας έτι ούσης», αλλά η Μαγδαληνή.
Εκτός αυτού μέχρι να ειδοποιηθεί ο Πέτρος και να μεταβεί κι αυτός με τη σειρά του στον τάφο, το σκοτάδι λογικά θα είχε παρέλθει, οπότε … Όπως γίνεται λοιπόν σαφές, με λεκτικές ακροβασίες και εικασίες επί εικασιών, τα πράγματα δεν αλλάζουν׃ Οι μεγάλοι πατέρες τής Εκκλησίας αλλά και όλες εκείνες οι στρατιές περιηγητών και προσκυνητών που επί αιώνες όργωναν σπιθαμή προς σπιθαμή τούς Άγιους Τόπους, εξακολουθούν να σιωπούν σαδιστικά γύρω από το υποτιθέμενο θαύμα, αφήνοντας τούς πιστούς μ’ ένα πελώριο γιατί. Η απάντηση όμως είναι απλή׃ Επειδή δεν υπήρχε κανένα θαύμα!
Η Αφή του Αγίου Φωτός
Η τέλεσή της αποτελεί προνόμιο του ελληνορθόδοξου Πατριάρχη Ιεροσολύμων που επαναλαμβάνεται κάθε Μέγα Σάββατο μεσημέρι στη λειτουργία της Αναστάσεως, στον Πανάγιο Τάφο του Χριστού. Την παρακολουθούν χριστιανοί από όλα τα δόγματα αλλά και αλλόθρησκοι.
Σύμφωνα με μαρτυρίες πιστών το Άγιο Φως εμφανίζεται στο θόλο εντός του Ναού της Αναστάσεως αλλά και κατ΄ άλλους έξω από αυτόν και διαρκεί μερικά λεπτά. Εμφανίζεται σαν λευκογάλανες οριζόντιες ταινιώδεις αστραπές, περιστρεφόμενες ανταύγειες ή κινούμενες φλόγες που κανείς δεν γνωρίζει από που προέρχονται. Στον Ναό δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα και ηλεκτροφωτισμός. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι πολλές λαμπάδες των πιστών και κανδήλες ανάβουν μόνες τους, ενώ η φλόγα δεν τους καίει τα πρώτα λεπτά. Ορισμένα βίντεο δείχνουν ιερείς ή πιστούς να κινούν το κερί κοντά στα γένια τους ή στα χέρια τους και να μην παθαίνουν τίποτα.
Το Άγιο Φως αμέσως μετά την αφή του, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων το μεταδίδει στους εκπροσώπους άλλων εκκλησιών και στους πιστούς που παρευρίσκονται στον Ναό του Παναγίου Τάφου. Στη συνέχεια ο έξαρχος του Παναγίου Τάφου της Αθήνας παραλαμβάνει το ιερό ή ανέσπερον φως και με ειδική πτήση το μεταφέρει στην Αθήνα όπου με απόδοση Βασιλικών τιμών ή «τιμών αρχηγού κράτους» ακολουθεί η υποδοχή και μεταφορά του στην Μητρόπολη Αθηνών καθώς και σε ένα μεγάλο αριθμό άλλων Μητροπόλεων.
Σύμφωνα με πολυάριθμες και … άκρως διαφωτιστικές μαρτυρίες που φτάνουν μέχρι και το 745, αυτό που λάμβανε χώρα κάθε Μ. Σάββατο ήταν απλώς μια τελετή ευλογίας ενός φυσικού (και συνεπώς ΚΤΙΣΤΟΥ) φωτός προερχόμενου από μία ή και περισσότερες λυχνίες που έκαιγαν νυχθημερόν στο εσωτερικό τού Πανάγιου Τάφου! Κάποια στιγμή όμως, πιθανότατα περί τα τέλη τού 8ου αιώνα, η τελετή αυτή μυθοποιήθηκε κι έτσι προέκυψε το «θαύμα». Αυτά δεν είναι απλώς εικασίες, αλλά το συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει μελετώντας τη για τούς περισσότερους από εμάς, πιστούς και μη, άγνωστη προϊστορία τού Αγίου Φωτός.
Η αμφισβήτηση του θαύματος
Σύμφωνα με τον καθηγητή της Ελληνικού Κολεγίου-Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού της Βοστώνης πρωτοπρεσβύτερο Αλκιβιάδη Καλύβα, οι πιστοί των πρώτων χριστιανικών χρόνων άναβαν λαμπάδες κάθε βράδυ αλλά και το πρωί για να εξυμνείται με αυτό τον τρόπο ο Χριστός ο οποίος είναι «φως ιλαρόν».
Στο έργο του «Η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στην ελληνορθόδοξη εκκλησία», ο καθηγητής αναφέρει ότι το άναμμα της λαμπάδας της Αναστάσεως με το Άγιο Φως διασώζει δύο κυρίως χριστιανικές παραδόσεις: Πρώτον, το άναμμα της κανδήλας στην Ακολουθία του Εσπερινού και, δεύτερον, το άναμμα της καινούργιας φλόγας που άναβε μόνο τις ημέρες του Πάσχα. Κατά τη διάρκεια του 10ου και του 11ου αιώνα πίστευαν ότι το φως «παράγεται» με θαυματουργικό τρόπο. Την ίδια εκείνη περίοδο, στον Καθεδρικό Ναό της Ιερουσαλήμ ο πατριάρχης Ιεροσολύμων άρχισε να εισέρχεται στον Πανάγιο Τάφο και, αφού πρώτα προσευχόταν, έδινε στον αρχιδιάκονό του το Φως. Εκείνος με τη σειρά του το προσέφερε στον λαό. Αυτός είναι ο λόγος που ακόμη και στις ημέρες μας το Φως από τον Πανάγιο Τάφο μεταφέρεται από εκεί στις υπόλοιπες Ορθόδοξες εκκλησίες. Έτσι, σε χιλιάδες Ορθόδοξους ναούς σε ολόκληρο τον κόσμο οι ιερείς παίρνουν το Φως από την «ακοίμητη κανδήλα», η οποία βρίσκεται πάνω στην Αγία Τράπεζα του ναού τους και συμβολίζει τον Τάφο του Κυρίου.
Σε δημοσίευμα του πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου π. Γεωργίου Τσέτση, επιβεβαιώνεται η θέση του καθηγητή Κωνσταντίνου Καλοκύρη ότι «πρόκειται για έναν θρύλο», ο οποίος αναπτύχθηκε στους Αγίους Τόπους μετά την εισβολή των Σταυροφόρων και μέσα στα πλαίσια της διαμάχης που υπήρχε μεταξύ των Ορθοδόξων, των Λατίνων και των Αρμενίων, καθένας από τους οποίους διεκδικούσε για τον εαυτό του το προνόμιο τού «λαμβάνειν εξ ουρανού» το Άγιο Φως. «Υπάρχει, αιώνες τώρα, διάχυτη η πεποίθηση στον ευσεβή μεν, αλλά θεολογικά και λειτουργικά απαίδευτο ορθόδοξο πιστό, που ψάχνει για «θαύματα» προκειμένου να πληρώσει το πνευματικό του κενό, ότι κατά την τελετή της αφής το άγιον φως κατέρχεται θαυματουργικά «ουρανόθεν» για να ανάψει την λαμπάδα του πατριάρχου» αλλά διευκρινίζεται ότι ο Πατριάρχης «δεν προσεύχεται για την διενέργεια θαύματος» αλλά απλώς «"αναμιμνήσκεται" της θυσίας και της τριημέρου Αναστάσεως του Χριστού».
Ο ίδιος ο Πατριάρχης «ανάβει την λαμπάδα του από την ακοίμητη κανδήλα που βρίσκεται πάνω στον Πανάγιο Τάφο [...] όπως ακριβώς πράττει ο κάθε Πατριάρχης και ο κάθε κληρικός την ημέρα της Λαμπρής». Τέλος, οι υπερβολικές τιμές που παραδοσιακά και κατά εθιμικό τυπικό αποδίδονται στο Άγιο Φως χαρακτηρίζονται ως «διασυρμός των Θείων» και γεγονός «σόλοικο που αποτελεί ασέβεια». Σύμφωνα με αυτήν την άποψη το Άγιο Φως χαίρει σεβασμού όπως κάθε εκκλησιαστικό δρώμενο και όπως το φως που δίνει ο ιερέας στους πιστούς σε κάθε εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης χωρίς όμως υπερφυσικές προεκτάσεις.
Για τους υποστηρικτές αυτής της άποψης σε αυτό συνηγορεί και η ευχή που λέει ο Πατριάρχης κατά την τελετή της αφής: «[...] διά τούτο εκ του επί τούτον τον φωτοφόρον σου Τάφον, ενδελεχώς και αειφώτως εκκαιομένου φωτός ευλαβώς λαμβάνοντες διαδιδόαμεν τοις πιστεύσουσιν εις σε το αληθινόν φως [...]».
Από αυτό το εδάφιο συμπεραίνεται ότι δεν κατεβαίνει κάποιο υπερκόσμιο φως εξ ουρανού, αλλά χρησιμοποιείται το φως της ακοίμητης κανδήλας που καίει όλον τον χρόνο.
Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Εφραίμ Β΄ (1766-1771) χαρακτήρισε την παρουσίαση του αγίου φωτός «χειροποίητον μηχανουργίαν» και, καθώς ο ίδιος γνώριζε από την προσωπική του εμπειρία τον μηχανισμό εμφάνισής του, το περιέγραψε ως το «το χειροποίητον εκείνο φως, ού καγώ, φησι, την δραματουργίαν αυτοψεί κατανοήσας».
Ο Άγγλος περιηγητής και διπλωμάτης Robert Curzon καταγράφει ότι κατά την επίσκεψη του στην Ιερουσαλήμ το 1833, την ίδια χρονιά που οι Αρμένιοι είχαν αποτύχει για άλλη μια φορά να πάρουν δια της βίας τα δικαιώματα του Παναγίου Τάφου, ο Αρμένιος Ορθόδοξος πατριάρχης είχε απευθυνθεί στο εκκλησίασμά του και «εξήγησε ότι ήταν ψεύδος το θαύμα του αγίου φωτός», προς έκπληξη όλων, «οι οποίοι για αιώνες είχαν αμετακίνητη πίστη σε αυτό το ετήσιο θαύμα ως ένα από τα πρωτεύοντα άρθρα της πίστης τους». Περιγράφει ότι «η συμπεριφορά των προσκυνητών ήταν ταραχώδης σε υπερβολικό βαθμό [...] σαν να ήταν δαιμονισμένοι» και ότι αποτελούσε «σκηνικό απερίγραπτης αταξίας και βεβήλωσης».
Άλλοι θεωρούν ότι, εκτός του ότι δεν πρόκειται για θαυματουργική φλόγα, πρόκειται για απάτη και το αποδίδουν σε τέχνασμα των κληρικών του ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου με σκοπό την εκμετάλλευση των πιστών.
Ο Διδάσκαλος του Γένους και πρωτεργάτης της απελευθέρωσης της Ελλάδος από τον Οθωμανικό ζυγό, Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) κατήγγειλε το Άγιο Φως ως απάτη και προέτρεψε την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία να διακόψει αυτές τις τελετές υποστηρίζοντας ότι «η αληθής θρησκεία όχι μόνο δεν διασφαλίζεται με την απάτην αλλά και τρέχει μέγαν κίνδυνον να καταφρονηθεί παντάπασι και να συναριθμηθεί με τας ψευδείς θρησκείας όπότε μεταχειρίζεται αυτά εκείνα μέσα- (δηλαδή όταν χρησιμοποιεί απάτες)...», ονόμαζε το «Αγιο Φως» «όνειδος και αίσχος στρατηγούμενον από θρασύτατους θαυματοπλάστες» και δήλωνε κατηγορηματικά ότι «αληθής θρησκεία δεν έχει χρεία τοιούτων θαυμάτων»... Με βαθειά θλίψη ο Έλλην σοφός διαπιστώνει ότι, ενώ οι Έλληνες έχουν προς φωτισμόν μόνο το «Άγιο Φως» οι Ευρωπαίοι «ζουν μεταξύ αληθινων σοφών, περικυκλωμένοι από Ακαδημίες και Λύκεια από πάσης Τέχνης και Επιστήμης διδακτήρια. Έχουν ανοιχτές λαμπρές, δημόσιες βιβλιοθήκες και τα πιεστήρια των τυπογραφείων τους βουϊζουν καθημερινά και ασταμάτητα».
Ο Πάπας Γρηγόριος Η' (Αρχιερατεία: 1227-1241) αποκήρυξε το Άγιο Φως ως απάτη και απαγόρευσε στους Φραγκισκανούς να έχουν οποιαδήποτε σχέση με αυτό. Επακολούθησε η καταγραφή χρονικών των Αγίων Τόπων στα οποία οι Φραγκισκανοί καυτηρίαζαν μαρτυρίες σχετικά με την τελετή. Ένας Φραγκισκανός του 15ου αιώνα, ο Φραντσέσκο Σουριάνο (Fra Francesco Suriano), εξιστόρησε λεπτομερώς την απείθαρχη έξαψη συναισθημάτων της οποίας υπήρξε μάρτυρας πριν καταγράψει την εξής παρατήρηση: «Η λεγόμενη φωτιά, όμως, δεν κατέρχεται αληθινά (και κατά τη δική μας γνώμη, των μοναχών), αν και όλα τα έθνη εξαιτίας ημών των μοναχών προσποιούνται ότι αυτό το ψεύδος είναι αληθές».
Ο Αιγύπτιος Σιήτης χαλίφης Χακίμ (Αλ-Χακίμ μπι-αμρ-Αλλάχ, 996-1021), διώκτης των Χριστιανών αν και γιος Χριστιανής, διέταξε το 1009 να καταστραφεί ολοκληρωτικά ο Ναός του Αγίου Τάφου. Άραβες χρονικογράφοι αναφέρουν ο Ναός του Αγίου Τάφου ήταν αξιοκατάκριτος καθώς «εξαπατούσε τους πιστούς» μέσω του «"θαύματος" του Αγίου Φωτός» καθώς οι αυτοκράτορες, οι στρατηγοί και άλλοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι κυρίως από το Βυζάντιο έφερναν σε πομπές χρήματα και άλλα τιμαλφή για να τα προσφέρουν στον ναό αλλά και «οι πιο αδαείς προσκυνητές οι οποίοι πίστευαν ότι το Πάσχα το άγιο φως κατέρχεται θαυματουργικά από τον ουρανό και ανάβει τα κεριά του ναού». Ο λόγος για αυτή του την ενέργεια ήταν ότι το θαύμα του αγίου φωτός (που ήδη υφίστατο εκείνη την εποχή) αποτελούσε μια «σκανδαλώδη απάτη». Η είδηση για την καταστροφή των κτισμάτων, όταν έφτασε στην Ευρώπη, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις οι οποίες οδήγησαν τελικά στην Πρώτη Σταυροφορία.
Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του Ρώσου ορθόδοξου αρχιμανδρίτη (και επιστήμονα) Πορφύριου, που εκδόθηκε σε οκτάτομο βιβλίο με τον τίτλο «Το βιβλίο της ύπαρξης μου»:
«Ένας ιεροδιάκονος που κατάφερε να μπει στο ιερό του Τάφου, την περίοδο κατά την οποία θεωρείτο ότι το Φως κατεβαίνει από τον ουρανό, διαπίστωσε με τρόμο ότι το Άγιο Φως προήρχετο από ένα καντήλι το οποίο ποτέ δεν σβήνει. Μου το είπε ο ίδιος σήμερα» («Το βιβλίο της ύπαρξης μου» Τόμος:1, σελ. 671).
Ο Πορφύριος επίσης, στο ίδιο βιβλίο, αναφέρει ένα περιστατικό το οποίο διηγήθηκε σ' αυτόν ο μητροπολίτης Ιεροσολύμων. Σύμφωνα με τη διήγηση, όταν ο στρατιωτικός διοικητης της Αιγύπτου Ιμπραήμ Πασάς (ναι! ο γνωστός μας από την Ελληνική Επανάσταση στο Μωριά) βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα, ζήτησε να του επιτραπεί η είσοδος στο ναό, προκειμένου να επιβεβαιώσει ο ίδιος της αυθεντικότητα του «θαύματος» και δήλωσε ότι αν όντως επρόκειτο για θαύμα τότε θα έκανε μια μεγάλη δωρεά στο ταμείο της εκκλησίας, διαφορετικά, άν επρόκειτο για απάτη, θα απεκάλυπτε την απάτη αυτή σε όλη την Ευρώπη και θα προέβαινε σε κατάσχεση όλης της περιουσίας του πανάγιου τάφου, η οποία είχε συγκεντρωθεί από δωρεές και τάματα των πιστών όλα αυτά τα χρόνια!
Σύμφωνα πάντα με τον Προφύριο, ο Μιχαήλ, μητροποπολίτης της Πέτρας, ο Δανιήλ μητροπολίτης της Ναζαρετ, και ο Διονύσιος επίσκοπος Φιλαδέλφειας (έτσι λεγόταν τότε το Αμμάν), ζήτησαν αμέσως συνάντηση με τον Ιμπραήμ, προκειμένου να έρθουν σε κάποια ...συμφωνία. Στη συνάντηση αυτή ο Μιχαήλ παραδέχτηκε την απάτη της αφής του φωτός από αναμμένο καντήλι και ζήτησε από τον Ιμπραήμ να μην επιχειρήσει να αποκαλύψει το μυστικό και να μην ανακατεύεται με τα της Εκκλησίας, διότι κάτι τέτοιο θα ...δυσαρεστούσε τον Τσάρο Νικόλαο της Ρωσίας, με απρόβλεπτες για τον Ιμπραήμ πολιτικές και στρατιωτικές συνέπειες! Ενόψει του πιο πάνω εκβιασμού, ο Ιμπραήμ θεώρησε σκόπιμο να «θάψει» το όλο θέμα...
Και συνεχίζει ο Πορφύριος:
«...ο μητροπολίτης πρόσθεσε ότι μόνο από το θεό τον ίδιο περιμένουμε συγχώρεση για το ψέμα αυτό, διότι σε περίπτωση που το αποκαλύπταμε στους πιστούς ζητώντας απ' αυτούς συγχώρεση, είναι βέβαιο ότι οι πιστοί θα μας διαμέλιζαν εκεί έξω στην είσοδο του ναού!» («Το βιβλίο της ύπαρξης μου» Τόμος:3, σελ. 299-301).
Σύμφωνα επίσης με μαρτυρία Κύπριου ιεροψάλτη σε τηλεοπτική εκπομπή:
Θέλω να σας δώσω μιαν ειλικρινή μαρτυρία. Προς το παρόν ανωνύμως. Όμως, αυτά που θα σας πω, είμαι έτοιμος αν κληθώ να τα καταθέσω επωνύμως και ενόρκως, είτε ενώπιον της Ιεράς Συνόδου της εκκλησίας της Κύπρου είτε ενώπιον της Ιεράς Συνόδου της εκκλησίας της Ελλάδος.
Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν ειρωνείες εκεί, αλλά δεν με ενδιαφέρουν. Είμαι θρησκευόμενος και πιστεύω ακράδαντα στα θαύματα. Όσα βεβαίως είναι πραγματικά θαύματα. Στην προσωπική μου ζωή, δυο φορές γνώρισα το θαύμα και την θεία πρόνοια. Όσον αφορά την συγκεκριμένη περίπτωση, του λεγομένου θαύματος του αγίου φωτός, που συμβαίνει κάθε χρόνο το άγιο Σάββατο εις τον ιερό ναό της Αναστάσεως εις Ιεροσόλυμα, έτυχε να μάθω την αλήθεια από χείλη αρχιερέως, ο οποίος επίσης την ήκουσε με τα ίδια του τα αυτιά, από χείλη αρχιερέων του πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

Ο (εν λόγω) αρχιερεύς, εις μια των επισκέψεων του στο σπίτι μου, για δείπνο και φιλική συζήτηση επί θρησκευτικών και πνευματικών θεμάτων, μου εκμυστηρεύθηκε ότι τις ημέρες εκείνες, έμαθε κάτι που τον αναστάτωσε και τον εσκανδάλησε. Χρησιμοποιώ τα ίδια τα λόγια του Αρχιερέως, χωρίς να αφαιρέσω ή να προσθέσω οτιδήποτε. Μου αφηγήθη λοιπόν τα εξής:

«Αυτές τις μέρες φιλοξενούμε στην ιεράν αρχιεπισκοπήν, κλιμάκιο από μητροπολίτες από το πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Ένα βράδυ μετά το δείπνον, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος επρότεινε να πάρουμε το καφεδάκι μας στο μέγα συνοδικόν. Εκεί λοιπόν συζητώντας διάφορα θέματα ρώτησε ο Μακάριος τους φιλοξενούμενους μητροπολίτες: "Άγιοι αδελφοί, τώρα που είστε εδώ, είναι ευκαιρία να μου λύσετε μια απορία που έχω". Του είπαν, "στην διάθεση σου Μακαριότατε αν μπορούμε, γιατί όχι". Και τους είπε ο Μακάριος: "Άγιοι αδελφοί πέστε μου σας παρακαλώ τι γίνεται με το θαύμα του Αγίου Φωτός, είναι πράγματι θαύμα;".
Οι μητροπολίτες απ’ τα Ιεροσόλυμα εμειδίασαν και του είπαν: "Μακαριότατε, κοροϊδεύουμε τον κόσμο, είναι ντροπή μας να κοροϊδέψουμε και εσένα". Ο Μακάριος είπε:
"Μα δηλαδή, θέλετε να πείτε πως δεν είναι θαύμα;".
"Όχι δεν είναι θαύμα!".
"Ε, τι είναι λοιπόν;".
"Μακαριότατε είναι μια τελετή η οποία γίνεται κάθε μέγα Σάββατο εις τον ιερό ναό της Αναστάσεως".
Ο Μακάριος τους είπε: "Και γιατί δεν λέτε την αλήθεια εις τον κόσμο;".
Και απήντησαν: "Μακαριότατε ποιος τολμά να πει την αλήθεια εις τον κόσμο... θα μας λυντσάρουν"».


Αυτή ήταν η αφήγηση του αρχιερέως.
Αποκαλυπτική είναι και η μαρτυρία του τοποτηρητή του Πατριαρχικού θρόνου Ιεροσολύμων, Μητροπολίτη Πέτρας Κορνήλιου. Την Μ. Τετάρτη 11-4-2001 στο κανάλι «Mega» στην εκπομπή «Γκρίζες Ζώνες» παρουσιάστηκε συνέντευξη του εν λόγω τοποτηρητή, ο οποίος μεταξύ άλλων δήλωσε:
α) Ο Πατριάρχης απεκδύεται πάσης στολής και μένει με λευκό εσώρασο, όχι για να ελεγχθεί για τυχόν εύφλεκτες ύλες, αλλά για να παραμείνει με την λευκή στολή, που συμβολίζει την στολή των αγγέλων.
β) Ο Πατριάρχης εισέρχεται στον Τάφο με λαμπάδα και προσεύχεται λέγοντας μια ειδική ευχή και ανάπτει το Φως από το φως της ακοίμητης κανδήλας, το δε φυσικό φως της κανδήλας με την ειδική αυτή ευχή μετατρέπεται σε Άγιον Φως. Έτσι το φυσικό φως καθαγιάζεται και μετατρέπεται σε Άγιο Φως. Τότε εξέρχεται του Τάφου και παραδίδει το Άγιο Φως στο πλήρωμα του Ιερού Ναού και δι' αυτού σ' ολόκληρο τον κόσμο. (...)
Άκρως διαφωτιστικός είναι τέλος, ο κ. Στυλιανός Χαραλαμπάκης, Χριστιανός εκκλησιαστικός συγγραφέας, το 1964:
«Τα περί του λεγομένου θαύματος του αγίου φωτός, δεν είναι δυνατόν να κοινοποιηθούν, λόγω σκανδάλου. Ευχαρίστως όμως, εφ’ όσον μ’ ερωτάτε, θα σας είπω εν περιλήψει πως γίνετε η τελετή και πώς λαμβάνετε το «άγιον φως». Την Μεγάλην Παρασκευήν και μετά την περιφοράν του επιταφίου πέριξ του Παναγίου Τάφου, ο Πατριάρχης τοποθετεί τον Επιτάφιον επί του Τάφου. Κατόπιν τούτου σβήνουν όλα τα κανδήλια τα εντός και εκτός του Τάφου. Την επομένην, Μέγα Σάββατον, ο Σκευοφύλαξ μεταφέρει κεκαλυμμένην με αργυρούν κάλυμμα, μία ειδικήν κανδήλα αναμμένην, την οποίαν τοποθετεί εντός του Παναγίου Τάφου. Εν συνεχεία ο διοικητής των Ιεροσολύμων σφραγίζει τον Τάφον. Ενώ λοιπόν, πάντα τα φώτα και τα κανδήλια έχουν σβυσθή, η ειδική κανδήλα εντός του Τάφου παραμένει αναμμένη. Την 10ην ώραν και μετά την σχετικήν λιτανείαν πέριξ του Αγίου Τάφου, κατά την οποίαν ψάλουν το λυχνικόν «φως ιλαρόν», ανοίγονται αι πύλαι του Ναού του Παναγίου Τάφου και εισέρχεται ο λαός. Συγχρόνως ανοίγει και η πύλη του Κουβουκλίου εις την οποίαν ευρίσκεται ο Τάφος και εισέρχεται ο Πατριάρχης, αφού προηγουμένως τυπικώς αφαιρεί τα αρχιερατικά του άμφια και μένει μόνον με το στιχάριον. Μετά από μίαν σχετικήν τυπικήν προσευχήν, λαμβάνει το «άγιον» φως, όχι βεβαίως θαυματουργικώς, δια να είμαι ειλικρινής, αλλά ανάπτει τον πυρσόν του από την αναμμένην ειδικήν κανδήλα την οποίαν είχε μεταφέρει προηγουμένως ο Σκευοφύλαξ. Αυτή με λίγα λόγια ειναι είναι η διαδικασία περί του «αγίου» φωτός».
Mια ενδιαφέρουσα και ζωντανή περιγραφή των όσων διαδραματίζονται κατά την αφή του Αγίου Φωτός έδωσε ένας περιηγητής, ο Γάλλος κληρικός Ντουμντάν, που ταξίδεψε στην Παλαιστίνη το 1561. Ο Ντουμντάν γράφει ότι οι «σχισματικοί» (έτσι αποκαλούσαν οι ρωμαιοκαθολικοί τους ορθοδόξους) αρχιερείς της Ανατολής άναβαν τη λυχνία με το τσακμάκι: «(...) Ο πατριάρχης με πέντε ή έξι μονάχα μητροπολίτες ζυγώνει στην πύλη του Αγίου Τάφου όπου του αφαιρούν το φαιλόνιο για να μπει. Εκείνη τη στιγμή ξεσπάει καινούργιο πανδαιμόνιο. Αντηχεί τόσο βροντερά που είναι αδύνατον ν' ακούσης και τους φοβερώτερους κεραυνούς. Χιλιάδες στόματα κραυγάζουν, με μανία, ουρλιάζουν "Ελέησον!, Ελέησον". Τα χέρια υψώνονται ψηλά με τις λαμπάδες, τα μάτια είναι στυλωμένα στον θόλο του ναού σε αγωνιώδη προσμονή της στιγμής που θα κατέβη το Άγιο Φως. Και στις εξέδρες οι γυναίκες πολλαπλασιάζουν τα ξεφωνητά και τους στεναγμούς, σαλεύουν τα χέρια τους σε δέηση προς τον ουρανό, λες κι εκλιπαρούν τον Θεό να στείλη, επί τέλους, αυτό το φως που με τόση λαχτάρα προσμένουν. Μέσα σ' αυτήν την οχλοβοή ο πατριάρχης μπαίνει στον Άγιο Τάφο. Οι γενίτσαροι φρουρούν αυστηρά την είσοδο ώστε να μη δη κανείς τι συμβαίνει στο εσωτερικό. Εκεί ο πατριάρχης μ' ένα τσακμάκι δίνει φωτιά κι ανάβει τα καντήλια και μια δέσμη λαμπάδες που κρατάει στα χέρια του. Βλέποντας τον τα πλήθη να βγαίνει με το πολυφίλητο φως ξεσπούν σε επιφωνήσεις ευτυχίας, σε κραυγές χαράς, σε ομαδικό παραλήρημα ενθουσιασμού που είναι αδύνατον να περιγραφή. Κι ορμούν κατεπάνω του για ν' ανάψουν τις λαμπάδες τους από τις δικές του, για να 'χουν μια αμεσότητα επαφής με το Άγιο Φως. Δέκα βήματα πρέπει να διατρέξη για να φθάση στο ιερό. Αλλά γι' αυτά τα δέκα βήματα χρειάστηκε ένα τέταρτο της ώρας. Τον έχουν κυκλώσει από όλες τις μεριές, τον συμπιέζουν, τον συνθλίβουν. Είναι σκεπασμένος από δάσος χεριών και από λαμπάδες, έτσι που δεν διακρίνεται πια καθόλου. Εκείνοι που βρίσκονται δεκαπέντε βήματα πίσω, απλώνουν τα χέρια τους ν' αρπάξουν τις λαμπάδες από τους κοντινούς, οι λαμπάδες θρυμματίζονται γίνονται κομμάτια, δεν απομένει ούτε μια γερή. Οι ραβδούχοι που αγωνίζονται να επιβάλουν την τάξη, άλλους σημαδεύουν κι άλλους χτυπάνε. Κι ο πατριάρχης που κρατάει υψωμένα τα κεριά δέχεται συνεχώς χτυπήματα στα χέρια.
Στο μεταξύ το πανδαιμόνιο συνεχίζεται, κι όσο περνά η ώρα εντείνεται ολοένα. Τέλος, ο αρχιερέας φθάνει σ' έναν πέτρινο βωμό, ανεβαίνει με δυο επισκόπους, παίρνει δύο νέες δέσμες κεριών αναμμένων και ύστερα άλλες κι άλλες. Και τα πλήθη συνωθούνται μετά μανίας για να πάρουν φως από τα χέρια του πατριάρχη. Εκείνοι που το κατορθώνουν δεν κρύβουν τη χαρά τους, ακτινοβολούν, πανηγυρίζουν και προσφέρουν το φως που απέκτησαν ύστερα από τόση μάχη στους άλλους με αγαλλίαση και κυρίως στις γυναίκες που δεν μπορούν να πλησιάσουν. Μερικοί, είτε από κάποια ειδική εύνοια, είτε ύστερα από μερικούς ραβδισμούς, είτε με μερικά πιάστρα που δίνουν στους γενίτσαρους μπαίνουν στον ίδιο τον Άγιο Τάφο, ανάβουν τις λαμπάδες από τα ίδια τα καντήλια που πρωτοδέχτηκαν το Άγιο Φως και βγαίνουν υπερήφανοι και πανευτυχείς. Δεν λογαριάζουν ούτε τους κόπους ούτε τα χρήματα που τους στοίχισε αυτή η επιτυχία.Μέσα σ' ένα τέταρτο της ώρας άναψαν όλα τα καντήλια του ναού (τα υπολόγισα σε οχτακόσια). Οι σκηνές που διαδραματίστηκαν ανάμεσα στους Έλληνες για τη διανομή του Αγίου Φωτός επαναλαμβάνονται τώρα στα παρεκκλήσια των Αρμενίων, των κοπτών, των Σύρων και των Αιθιόπων, θαρρείς πως ο ναός πήρε φωτιά, ότι τον κατατρώει μια πελώρια πυρκαγιά...».
Τα αυτοαναφλεγόμενα κεριά
Υπάρχει η άποψη ότι πρόκειται για μια απόκρυφη εφαρμογή που οργανώνουν οι κληρικοί του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων εδώ και αιώνες. Μία εκδοχή που προβάλλεται σύμφωνα με την άποψη αυτή είναι ότι τα κεριά έχουν εμβαπτιστεί προηγουμένως σε φώσφορο, ο οποίος έχει την ιδιότητα της αυτοανάφλεξης μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Ο φωσφόρος από την άλλη ως χημικό στοιχείο ανακαλύφθηκε κατά τον 17ο αιώνα και δεν απαντάται ελεύθερος στη φύση. Για τους υποστηρικτές αυτής της άποψης ήταν παρ' όλα αυτά γνωστές από πολύ παλαιότερα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής κάποιες «θαυματουργές ουσίες» ή «κρήνες» (πηγές) που παρουσίαζαν τέτοιου είδους φαινόμενα. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να σημαίνει ότι είτε ολόκληρος ο Πανάγιος Τάφος βρίσκεται σε μια τέτοια περιοχή είτε ότι χρησιμοποιείται αυτούσια κάποια πανάρχαιη «θαυματουργή ουσία» (χημική ένωση) της οποίας το όνομα και η σύσταση διατηρούνται μέχρι σήμερα ως ιερατικό «επτασφράγιστο» μυστικό. Εντούτοις, όπως υποστηρίζεται από πιστούς, η φλόγα που προέρχεται από το Άγιο Φως φέρεται να φωτοβολεί αλλά να μην προκαλεί καύση κατά τα πρώτα 33 λεπτά, σε αντίθεση με τη φυσική δράση της φωτιάς. Βέβαια, σε αυτή την περίπτωση καταφανής είναι η σύγκριση που γίνεται αναφορικά όχι με το φως αλλά με τη φωτιά.Ο συγγραφέας Μιχάλης Καλόπουλος έχει δημοσιεύσει έρευνα που υποδεικνύει ότι τα αυτοαναφλεγόμενα υλικά και η θρησκευτική πυροτεχνουργία που ήταν γνωστή στην αρχαιότητα είναι επαρκή για να παράγουν το αποτέλεσμα που περιγράφεται ως «Άγιο Φως».
Όπως ο ίδιος αναφέρει:
«Με τη συνδρομή του Εργαστηρίου Χημείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης προσδιορίσαμε ότι η καταλληλότερη ουσία για μια τέτοια χρήση είναι ο λευκός φωσφόρος.
Πως όμως θα μπορούσε κανείς να καθυστερήσει αυτή την αυτόματη ανάφλεξη ώστε να συμβεί με ελεγχόμενο τρόπο σε προκαθορισμένη στιγμή; Απλά, εάν ο φωσφόρος που συνήθως φυλάγεται κάτω από νερό για να μην αναφλεγεί, διαλυθεί σε κάποιο κατάλληλο οργανικό διαλύτη και μετά ένα πανί η κερί βουτηγμένο στο διάλυμα αυτό εκτεθεί στον ατμοσφαιρικό αέρα, η αυτοανάφλεξη δεν γίνεται αμέσως αλλά καθυστερεί εως ότου εξατμιστεί σχεδόν τελείως ο διαλύτης. Στη συνέχεια το υλικό αρχίζει πρώτα να καπνίζει και τέλος αναφλέγεται, με ζωηρή φλόγα. Σημειώστε τη λεπτομέρεια της αργής προοδευτικής ανάφλεξης που ταιριάζει με τις περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων: "φωτιές ανάβουν σποραδικά αυτόματα σε κεριά και σε καντήλια, με «θεία» παρέμβαση, αφού αρχίσουν να καπνίζουν πριν για λίγη ώρα." Αν όμως ο ίδιος ο παντοδύναμος Θεός άναβε θαυματουργικά κάθε χρόνο τα κεριά και τις καντήλες τι ανάγκη είχε να τα κάνει να καπνίζουν για ώρα μέσα στην κατάμεστη από πιστούς, ασφυκτικά γεμάτη εκκλησία και δεν τα ανάβει δια μιάς; Τα πειράματά μας έδειξαν ότι η αυτόματη ανάφλεξη των κεριών μπορεί να επέλθει με ελεγχόμενη χρονοκαθυστέρηση ημίσειας ώρας και άνω εξαρτώμενης από την πυκνότητα του διαλύματος του φωσφόρου και του τύπου του οργανικού διαλύτη που χρησιμοποιεί κανείς.
Επιδείξαμε κατ' επανάληψη με επιτυχία το πείραμα με τα κεριά, προς κατάπληξη των παρευρισκομένων εκπροσώπων της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η αμηχανία τους ήταν έκδηλη, παρόλο που δεν προφασιστήκαμε κάποια ανταγωνιστική υπερφυσική δύναμη αλλά ξεκαθαρίσαμε άμεσα και ευθέως τη φυσική βάση της διαδικασίας. Σε πρόσφατη μάλιστα επίδειξη που μεταδόθηκε από το EXTRA την Παρασκευή 16 Απριλίου, ένας εκ των εκπροσώπων της Εκκλησίας διάβαζε την ώρα του πειράματος... τους εξορκισμούς του Αγίου Βασιλείου.. ανεπιτυχώς. Η πηγή προέλευσης του λευκού φωσφόρου στην αρχαιότητα μπορεί να ήταν αρκετά απλή. Ένας κατάλογος από τα πιθανά διαθέσιμα υλικά για την παραγωγή φωσφόρου μας εισάγει κατευθείαν στο βασίλειο της Μαγείας και μάλιστα της Μαύρης καθώς η συνήθης πηγή για την παραγωγή φωσφόρου είναι τα... κόκκαλα, τα κόπρανα και τα ούρα. Και που αλλού μπορείτε να φανταστείτε ότι θα βρίσκαμε τέτοιες δυσώδεις αλχημιστικές συνταγές μαγειρικής παρά στο... Ιερό βιβλίο της Βίβλου».
Η σχισμένη κολώνα
Ο κίονας που υποστηρίζεται ότι εσχίσθη θαυματουργικώςΈνα άλλο σημείο στο οποίο θα πρέπει να σταθούμε, είναι η περιβόητη σχισμένη κολώνα και το θαύμα που (θρυλείται ότι) συνδέεται μ’ αυτήν. Ακόμα και σκληροπυρηνικοί απολογητές στην περίπτωση αυτή συνιστούν επιφυλακτικότητα!
Λέγεται πως το 1549 μ.Χ. οι Αρμένιοι δωροδόκησαν τον σουλτάνο Μουράτ για να τους δώσει την άδεια να εισέλθουν στον Πανίερο Ναό της Αναστάσεως και να βγάλουν αυτοί από τον Πανάγιο Τάφο το Άγιο Φως. Πράγματι ο σουλτάνος τους έδωσε την άδεια και οι Αρμένιοι μπήκαν μέσα στον Ναό και τον κλείδωσαν. Γεμάτος απελπισία ο Ορθόδοξος Πατριάρχης όταν είδε τους Αρμένιους να βρίσκονται μέσα στον Πανάγιο Τάφο, γονάτισε έξω στην είσοδο του Ναού κοντά σε μία από τις κολόνες. Ξαφνικά η κολόνα σχίστηκε και βγήκε το Άγιο Φως ανάβοντας τις λαμπάδες του Πατριάρχη. Ο Αγαρηνός Εμίρης παρακολουθούσε τα γεγονότα από τον μιναρέ του τζαμιού που βρίσκονταν απέναντι από τον Ναό. Μόλις είδε τα γεγονότα φώναξε «Μεγάλη η πίστη των Χριστιανών! 'Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Θεός των Χριστιανών. Πιστεύω στον Αναστάντα εκ νεκρών Χριστόν. Τον προσκυνώ ως Θεό μου». Μετά από αυτή την ομολογία του πήδησε από τον μιναρέ. Κατά την πτώση του όμως δεν έπαθε τίποτα. Τότε οι μουσουλμάνοι τον έπιασαν και τον αποκεφάλισαν.
Εδώ όμως προκύπτουν κάποιοι προβληματισμοί. Το σχίσιμο της κολώνας για παράδειγμα (το οποίο εστιάζεται κυρίως στο κατώτερο τμήμα της) δεν είναι διαμπερές! Συνεπώς θα πρέπει να δοθεί μια λογική εξήγηση για το πώς (αλλά κυρίως ΓΙΑΤΙ) το φως διαπερνώντας το υλικό εμπόδιο τού κίονα άφησε τα ίχνη του μόνο από την εξωτερική πλευρά. Εκτός κι αν … - εκτός κι αν το σχίσιμο προκλήθηκε από έξω προς τα μέσα, και όχι από μέσα προς τα έξω!
Ο Ιάσων Ευαγγέλου στο «Θρησκευτικό φαινόμενο» κάνει λόγο για φθορά «από την πυρκαγιά του 1808», ενώ ο κ. Καλοκύρης υποστηρίζει ότι επρόκειτο για λάμψη κεραυνού, χωρίς ωστόσο να δίνει περαιτέρω πληροφορίες ή να διευκρινίζει πόθεν τούτο τεκμαίρεται.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζει η εικασία του ότι ο θρύλος περί θαυματουργικής εμφάνισης τού φωτός μέσα από την κολώνα «πιθανόν να σχετίζεται με την παλαιά παράδοση που διασώζει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς κατά την οποία ο Θεός ‘‘και τω πυρί δεδίττεται - δηλαδή εκπλήσσει, φοβίζει - τους ανθρώπους ανάπτων εκ κίονος την φλόγα” (…) Και εδώ όμως ο Θεός ‘‘δεδίττεται” με τη φλόγα του κεραυνού που (…) έσχισε την κολώνα»!
Ο προβληματισμός σε σχέση με την αυθεντικότητα τού εν λόγω «θαύματος», γίνεται όμως ακόμα πιο βασανιστικός, όταν αναρωτιόμαστε, πώς είναι δυνατόν οι Αρμένιοι να βίωσαν μπροστά στα μάτια τους αυτό το απίστευτο θαύμα, κι όμως αντί να αποκηρύξουν πάραυτα τα σφαλερά τους πιστεύω και να ασπαστούν το ορθόδοξο δόγμα, απλώς έφυγαν με σκυμμένο το κεφάλι; Γιατί δεν έκαναν αυτό που έκανε ο μουσουλμάνος μουεζίνης;
Και καλά, για τον άλφα ή για τον βήτα λόγο, δεν το έκαναν. Έκτοτε όμως έχουν παρέλθει πάνω από 400 χρόνια και οι Αρμένιοι έχουν βιώσει το θαύμα ισάριθμες φορές, και μάλιστα από απόσταση αναπνοής! Ακόμα να πιστέψουν;
Εδώ πράγματι, όπως με χιούμορ σχολιάζει ο Μιχάλης Καλόπουλος στο βιβλίο του «ΘΑΥΜΑ Ή ΑΠΑΤΗ ΤΟ ‘‘ΑΓΙΟΝ” ΦΩΣ ΤΗΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ;» ο Αρμένιος παρατηρητής πρέπει σίγουρα να είναι «ο πιο δύσπιστος χριστιανός όλων των εποχών! (…) Μόνο ο διάβολος θα είχε τόσο αρνητισμό!».
Η ακαΐα
Η εξελικτική πορεία τού Αγίου Φωτός μέσα στον χρόνο, δεν ήταν βέβαια δυνατόν να μην αγγίξει και την κατά πολλούς εντυπωσιακότερη ιδιότητα του: την περιβόητη ακαΐα. Αρχικά, λέει, η φλόγα δεν καίει, και μόνο μετά την πάροδο 33 ολόκληρων λεπτών, αποκτά τις φυσικές της ιδιότητες!
Το εκπληκτικό δε είναι ότι η ακαΐα ΔΕΝ συνδέεται με τον βαθμό πίστης ή τις γενικότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις τού ατόμου, έτσι ώστε να μπορεί να βιωθεί ακόμα και από ανθρώπους που δεν πιστεύουν καν στο Άγιο Φως! - Μάλιστα… Φαίνεται λοιπόν πως και εδώ υπήρξαν σημαντικές τροποποιήσεις προϊόντος τού χρόνου … Διότι τουλάχιστον την εποχή του ιερομονάχου και ιεροδιδασκάλου Γαβριήλ (1755 - 1815), όπως ο ίδιος μας διαβεβαιώνει, η ακαΐα εξαρτάτο ΑΜΕΣΑ από τον βαθμό τής πίστης με την οποία προσερχόταν κανείς στο φως: Ευλαβείς και ενάρετοι προσκυνητές «το εβάστασαν μετά πίστεως ώρα ικανήν και εις τας χείρας και εις τούς κόλπους και εις το πρόσωπον και δεν εκάησαν. Αλλ˙ ήρχισες να διστάζεις (…) και να δοκιμάζεις όχι με πίστιν, αλλά με αμφιβολίαν; Καίει, το ομολογώ»!
Τι ισχύει λοιπόν τελικά; Τι θα πρέπει επιτέλους να πιστέψουμε; Γιατί το «θαύμα» δεν χαρακτηρίζεται από επιβλητική απλότητα και αναλλοίωτη συνέχεια; Γιατί όλες αυτές οι ανακολουθίες; Είναι κι αυτά τα τόσο συμβολικά, υποτίθεται διά θαύματος εμφανιζόμενα 33 λεπτά ακαΐας που πραγματικά πρέπει να παλέψει κανείς για να μην κολαστεί! Διότι άσχετα με την (αντικειμενική ή υποκειμενική) υπόσταση τού φαινομένου, γεννάται το ερώτημα: Γιατί 33, 23, 13 ή οσαδήποτε λεπτά και όχι πάντα; Γιατί το θαύμα στη γένεσή του να είναι τόσο εντυπωσιακό, τόσο υπέρλογο, μα στη συνέχεια να υπόκειται σε φυσικούς περιορισμούς;
Είναι γνωστό, ότι η αυτοανέφλεξη του φωσφόρου που περιγράφεται παραπάνω, δεν προκαλεί θερμότητα στην αρχή και η φλόγα είναι σχετικά ψυχρή. Έτσι εξηγείται επιστημονικά το φαινόμενο της ακαΐας.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, για να έχετε μια ιδέα, πως ακριβώς εννοείται η ακαΐα που επικαλούνται αρκετοί, παρακολουθήστε μερικά από τα βίντεο που εμφανίζουν πιστούς να μην καίγονται. Προσέξτε ότι στην συντριπτική πλειοψηφία κανένας δεν κρατά σταθερά τη φλόγα σε ένα σημείο, αλλά μετακινούν με σχετική ταχύτητα, είτε το κερί, είτε το «δοκιμαζόμενο» σημείο του σώματος. Σημειώστε επίσης, ότι τα περισσότερα βίντεο που σχετίζονται με αυτό το θέμα, δεν διαρκούν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα, ενώ κάποια απ' αυτά αναπαράγωνται σε αργή κίνηση για να δίνουν την ψευδαίσθηση της παρατεταμένης διάρκειας.
Με λίγα λόγια, ακόμα και στην περίπτωση που η φλόγα δεν παράγεται από φωσφόρο, συμβαίνει ότι πάνω-κάτω και με τους Αναστενάρηδες στη Δράμα, ένα φαινόμενο το οποίο έχει εξηγηθεί επιστημονικά.
Θα πρέπει να αναφερθεί τέλος, πως το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, σε σχέση με την θαυματολογία, ενώ αρχικά μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του του, δεν έπαιρνε επίσημη θέση και τηρούσε μια στάση ουδετερότητας (ουδεμία αναφορά έκανε σε «θαύματα»), αργότερα υιοθέτησε πλήρως και πλέον αναπαραγάγει κι αυτό την σχετική παραφιλολογία και το «θαυματουργικό» του όλου πράγματος.
Η υποδοχή του Αγίου Φωτός με τιμές αρχηγού κράτους
Υποδοχή του Αγίου ΦωτόςΔεν θα μπορούσε να μην σχολιάσει κανείς την υπερβολή που διαπράττεται, καθώς και το ότι με δαπάνες του ελληνικού κράτους κι όχι της Εκκλησίας, διεκπεραιώνεται ένα κακόγουστο θέαμα, που αφ' ενός παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ανεξιθρησκείας, αφ' ετέρου συμβάλλει στην συντήρηση και την τουλάχιστον έμμεση ενίσχυση της παραφιλολογίας περί «θαύματος».
Η «παράδοση» της μεταφοράς του Φωτός έχει ως εξής: το Μεγάλο Σάββατο, με ειδική πτήση της Ολυμπιακής, μεταβαίνει στα Ιεροσόλυμα ο Έξαρχος του Παναγίου Τάφου, ένας, δυο υπουργοί (ανάλογα με την ευσέβεια της κυβέρνησης) και τμήμα της προεδρικής φρουράς. Η επίσημη αποστολή επιστρέφει μαζί με το Άγιο Φως, πάλι με ειδική πτήση. Στο αεροδρόμιο, το Άγιο Φως γίνεται δεκτό ως... αρχηγός κράτους: στρώνεται κόκκινο χαλί, ενώ μικτός λόχος με μπάντα αποδίδει τιμές (στο... Φως).
Αφού γίνει δεκτό με τιμές αρχηγού κράτους, το Άγιο Φως μεταφέρεται με συνοδεία μοτοσικλετιστών της ΕΛΑΣ στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα. Παράλληλα, από το αεροδρόμιο ξεκινά νέος γύρος δεκαέξι (!) ειδικών πτήσεων της Ολυμπιακής, δια των οποίων μεταφέρεται στις Ιερές Μητροπόλεις της χώρας. Ελικόπτερο του Ναυτικού μεταφέρει το Φως σε νησιά χωρίς αεροδρόμιο. Υπάρχουν πράγματα που νομίζει κάποιος, πως συμβαίνουν επειδή συνέβαιναν πάντα. Λέγονται και «παραδόσεις».
Ως το 1988, το Φως ερχόταν στην Ελλάδα με βαπόρι μια εβδομάδα μετά την Ανάσταση! Μέχρι που ένας ταξιδιωτικός πράκτορας έπεισε το κράτος να μετατρέψει μια θρησκευτική τελετή σε εθνική παράδοση: Ήταν ο Ιάκωβος Οικονομίδης, ο οποίος έκτοτε φέρει τον τίτλο του Μεγαλόσταυρου του Παναγίου Τάφου, ιδιοκτήτης ταξιδιωτικού γραφείου στην οδό Νίκης 23, που οργάνωνε (μέχρι το 2004 που έκλεισε) εκδρομές στους Αγίους Τόπους.
Λόγω της σχέσης του με τον τότε Έξαρχο του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα (και μετά Πατριάρχη) κ. Ειρηναίο, συνέλαβε την ιδέα και έπεισε το κράτος να ναυλώσει αεροσκάφος της Ολυμπιακής για τη μεταφορά του Αγίου Φωτός από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα. Επί προεδρίας Σαρτζετάκη, προστέθηκαν… εύζωνοι και σταδιακά φτάσαμε στο να του αποδίδονται (του… Φωτός!) τιμές αρχηγού κράτους.
Φυσικά, κανένα άλλο ορθόδοξο κράτος στον κόσμο (από τη Ρωσία και τη Σερβία μέχρι την Αρμενία) δε ναυλώνει αεροσκάφος για να μεταφέρει το Φως, ούτε το υποδέχεται ως αρχηγό κράτους…
Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιεροθέος, ήταν επικριτικός για το τελετουργικό αυτό, το οποίο είχε χαρακτηρίσει (για άλλους λόγους βεβαίως), σαν «πρόκληση»:
«Συνηθίζεται να υποδεχόμαστε τους αρχηγούς Κρατών με ιδιαίτερες τιμές, ανάλογες με το αξίωμα που κατέχουν και την διακονία που έχουν μέσα στην κοινωνία. Και ακόμη μερικούς ανθρώπους που έχουν μια υπεύθυνη θέση, όπως τον Οικουμενικό Πατριάρχη –πού ασκεί υπεύθυνη εκκλησιαστική διακονία– τους υποδεχόμαστε με τιμές αρχηγού Κράτους. Αυτό είναι επιβεβλημένο, γιατί δεν πρέπει να υπονομεύουμε τους θεσμούς, αφού κάθε υπονόμευση των θεσμών οδηγεί στην αναρχία και την ανταρσία. Θεωρούμε δε κάθε εξουσία ως μεταπτωτικό φαινόμενο, που χρειάζεται για την πεπτωκυία κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, την θεωρούμε σαν ένα αναγκαίο κακό, όπως και τον θάνατο.
Όμως δεν μπορούμε να θέσουμε το άγιον φως στην ίδια θέση με τον αρχηγό Κράτους, διότι δεν αποτελεί μια εξουσία τεταγμένη για να εξυπηρετή μεταπτωτικές καταστάσεις. Μάλιστα οι δημοσιογράφοι που «εκάλυπταν ζωντανά» το γεγονός της υποδοχής του αγίου φωτός άλλοτε έλεγαν ότι υποδεχόμαστε το φως με τιμές αρχηγού Κράτους, και άλλοτε ότι το άγιο φως είναι ο πρώτος αρχηγός Κράτους στο νέο Αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος»!!
Η εικόνα της υποδοχής που είδα στην τηλεόραση μου δημιούργησε έντονο προβληματισμό. Η παρουσία της μουσικής μπάντας που παιάνιζε, το άγημα που απέδιδε τιμές, οι μοτοσυκλετιστές που συνόδευαν τον «αρχηγό Κράτους» και ο Επίσκοπος που κρατούσε τις λαμπάδες αναμμένες και με αυτές ευλογούσε τους πιστούς, και μάλιστα πολλές φορές οι λαμπάδες έσβηναν και χρειαζόταν να τις ανάψη εκ νέου, με προκάλεσαν.
Θα ήταν δυνατόν να αποδοθούν συμβολικές τιμές για το μεγάλο γεγονός με σεμνότητα και σοβαρότητα που επιβάλλει το θαυματουργικό αυτό σημείο, αλλά δεν είναι ορθό να θεωρήται αρχηγός Κράτους το άγιο φως, γιατί τότε παραθεωρείται η αποφατικότητα του γεγονότος και το μυστηριακό στοιχείο του».

«ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ»

 Άρθρα και μελέτες επί του χριστιανικού φαινομένου (Ιωάννης Νεοκλής Φιλάδελφος Ρούσσος)
«Ιστορικώς ο Χριστιανισμός ήταν η μεγαλύτερη συμφορά που συνέβη μέχρις στιγμής στην ιστορία του ανθρώπου. Το χειρότερο κακό και η πιο φρικιαστική μάστιγα. Εκτός από ολίγες γνωστές ηθικές εντολές, τις οποίες επανέλαβε (για να είμαστε πιο ακριβείς, ΑΝΤΕΓΡΑΨΕ, δίχως να αναφέρει την πηγή) η θεολογία του είναι αντιφατική, ανόητη και λανθασμένη. Άκρως επικίνδυνη και καταστροφική τόσο για το άτομο ως μονάδα όσο και για την κοινωνία ως σύνολο! Ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγελίων και του Παύλου αποδεικνύεται πλήρως δια των κριτηρίων της ιστορικής επιστήμης ότι είναι μια αλλοπρόσαλλη και αντιφατική μυθολογία!».
Ιωάννης Ν. Φ. Ρούσσος

Το «Άρθρα και μελέτες επί του χριστιανικού φαινομένου», είναι μια συλλογή άρθρων (ένα σημαντικό μέρος των οποίων έχει δημοσιευθεί κι εδώ, αλλά και σε άλλες ιστοσελίδες, καθώς και σε περιοδικά), που προέκυψε από μια μακροχρόνια και επίπονη μελέτη του καθηγητή Ιωάννη Ρούσσου. Ξεκινώντας την αναζήτηση και την έρευνα από τις αρχές της δεκαετίας του '90 και συνεχίζοντας μέχρι και τις μέρες μας, προσπαθεί να αφυπνίσει το πνευματικά υποταγμένο θρησκευτικό ποίμνιο, καταδεικνύοντας τον παραλογισμό της τυφλής πίστης και τον σκοταδισμό που επιβλήθηκε διαχρονικά από τα διάφορα θρησκευτικά ιερατεία. Βασιζόμενος σε πάνω από 500 πηγές (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται φυσικά και οι «ιερές» γραφές), με τρόπο μεθοδικό και επιστημονικό, υποδεικνύει τις «ιερές» ανοησίες, τεκμηριώνει τις αντιφάσεις και καταλογίζει τα ψεύδη που προκύπτουν από τις «θεόπνευστες» γραφές, απαντώντας έτσι και στα ψεύδη θεολόγων και χριστιανών απολογητών. Λαμβανομένου υπόψιν του γεγονότος, ότι οι μελέτες του κινούνται κυρίως στο φάσμα τής Αγίας Γραφής (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), το έργο του, αν και μικρότερο σε ποσότητα αλλά όχι και σε ποιότητα, μπορεί να θεωρηθεί αναλόγως αντάξιο της «Βίβλου» της αποδόμησης του Χριστιανισμού, του πολύτομου έργου «Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού», του Γερμανού ιστορικού και θεολόγου, Κάρλχαϊνζ Ντέσνερ. Εν ολίγοις, είναι ένα έργο που δεν πρέπει να λείπει από καμμία ηλεκτρονική βιβλιοθήκη, ειδικά όσων έχουν την δίψα της γνώσης.
Για το παρόν βιβλίο του Ιωάννου Νεοκλέους Φιλαδέλφου Μ. Ρούσσου, «ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ», πατήστε ΕΔΩ

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

H «δίκαιη κούπα» του Πυθαγόρα!

Η «κούπα του Πυθαγόρα» ή η «δίκαιη κούπα» είναι είναι μια ανακάλυψη του Πυθαγόρα για να πίνει με μέτρο το κρασί του αλλά και για να σερβίρει τους μαθητές του, υπερτονίζοντας την έννοια του μέτρου και των ορίων. Η ιδέα του Πυθαγόρα ήταν απλή: Έπρεπε να περιοριστεί η απληστία στο ποτό! Πώς θα γινόταν αυτό; Το πήλινο ποτήρι αδειάζει κατά έναν «μαγικό» τρόπο όταν εκείνος που το κρατάει αποδειχτεί… πλεονέκτης και το γεμίσει περισσότερο απ’ όσο πρέπει.

Στην κούπα υπάρχει χαραγμένο ένα όριο, μια γραμμή. Αν το υγρό που περιέχει δεν υπερβεί τη γραμμή αυτή, ο πότης απολαμβάνει το κρασί του. Εάν, όμως, ξεπεράσει τη γραμμή του ορίου, τότε η κούπα αδειάζει και το κρασί χύνεται από τη βάση. Αδειάζει όλη η κούπα, όχι μόνο η επιπλέον ποσότητα. Πως όμως γίνεται αυτό; Στο κέντρο της κούπας βρίσκεται μια στήλη τοποθετημένη ακριβώς πάνω από έναν σωλήνα που οδηγεί στο κάτω μέρος της. Ενώ η κούπα γεμίζει, η στάθμη του κρασιού ανεβαίνει και στο εσωτερικό της κεντρικής στήλης, ακολουθώντας το νόμο του Pascal για τα συγκοινωνούντα δοχεία. Όσο η στάθμη του κρασιού δεν ξεπερνά τη γραμμή που είναι χαραγμένη στο εσωτερικό της κούπας «δεν τρέχει τίποτα».
perierga.gr - Η "δίκαιη κούπα" του Πυθαγόρα!
Μόλις όμως το υγρό υπερβεί τη γραμμή-όριο τότε αρχίζει να ρέει μέσω του εσωτερικού σωλήνα από τη βάση της κούπας. Τα μόρια του υγρού παρασύρουν το ένα το άλλο με αποτέλεσμα, ωε δια μαγείας, η κούπα να αδειάζει παντελώς!
Αυτό, πέρα από μια απλή εφαρμογή της υδραυλικής, αποτελεί και έναν τρόπο διδαχής: Όταν το όριο ξεπερνιέται (ύβρις) δεν χάνονται μόνον όσα έχουν ξεπεράσει το όριο αλλά και όλα τα προηγούμενα που είχαν αποκτηθεί (νέμεσις). Το άριστο οφείλουμε να το απολαμβάνουμε με μέτρο, σαν τον οίνο που ήδη έχουμε στην κούπα μας, αντλώντας τη μέγιστη ωφέλεια χωρίς να επιζητούμε παραπάνω! Εκπληκτικό!


Δείτε πώς ακριβώς λειτουργεί:
 

Η πνευματιστική απάτη (Τζέιμς Ράντι)


James_RandiΟ Τζέιμς Ράντι (James Randi), είναι ένας Αμερικανο-καναδός σκεπτικιστής, γνωστός για τον «πόλεμό» του ενάντια στις ψευδοεπιστήμες και τούς τσαρλατάνους που εκμεταλλεύονται την αφέλεια τού κόσμου.
Όπως και ο Χάρι Χουντίνι, ο οποίος αρκετές δεκαετίες πριν είχε ξεσκεπάσει τις απάτες τών λεγόμενων «πνευματιστών», γνωρίζοντας καλά τα μέσα που χρησιμοποιούσαν για να εξαπατούν τον κόσμο, καθ” ότι ήταν και ο ίδιος «μάγος», έτσι κι ο Ράντι ως πρώην «μάγος» έχει κάθε λόγο να είναι ιδιαίτερα δύσπιστος στις υπερφυσικές ιδιότητες που επικαλούνται οι κάθε λογής πνευματιστές, μελλοντολόγοι κ.ά και τις «υπηρεσίες» που προσφέρουν -φυσικά με το αζημίωτο.
Όπως σημειώνει ο Ράντι, «Σε μεγάλο βαθμό, είναι τα μέσα ενημέρωσης που ευθύνονται γι” αυτό το πράγμα. Προωθούν αδιάντροπα κάθε είδος ανοησίας αυτού του είδους, επειδή ευχαριστεί τους χορηγούς. Είναι το κατώτερο επίπεδο, το επίπεδο του χρήματος. Αυτό είναι που τους ενδιαφέρει».
Ο Ράντι, πέρα από τα βέλη που εξαπολύει εναντίων όλων αυτών τών απατεώνων -συνήθως «ποτισμένα» με καυστικό αστεϊσμό-, τούς «πετάει και το γάντι», δίνοντας ως αμοιβή 1 εκατομμύριο δολάρια σε όποιον πνευματιστή αποδείξει, με αδιάσειστα στοιχεία, το αληθές τών ισχυρισμών του. Όμως, όπως κι ο ίδιος λέει στην ακόλουθη ομιλία που έδωσε το 2007, κανένας «ενδιαφερόμενος» δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον…



Έλληνας ή Ρωμιός;

 

Ερώτηση: Έλληνας ή Ρωμιός;

Απάντηση: Έλληνας.

Ερώτηση: Έτσι απλά;
Απάντηση: Ναι. Στο χέρι σας είναι να το κάνετε πιο πολύπλοκο, αναζητώντας πληροφορίες στο διαδίκτυο, ή οπουδήποτε αλλού. Αναλύσεις επί αναλύσεων και αντιπαράθεση πλήθους ιστορικών πηγών, που αρχικά θα επιφέρουν την σύγχυση, αλλά στο τέλος, μάλλον θα δώσετε εσείς οι ίδιοι αυτή την απάντηση στον εαυτό σας.

Ερώτηση: Και Έλληνας και Ρωμιός δεν γίνεται;
Απάντηση: Όχι. Την εποχή του Βυζαντίου και με την επικράτηση του Χριστιανισμού, ο όρος «Έλληνας» είχε εξοστρακιστεί με ποινή θανάτου και ο όρος «Ρωμιός», στην ουσία επιβλήθηκε με (αν)«ορθόδοξους» τρόπους, ενώ δεν έχει ελληνικές καταβολές.

Ερώτηση: Γιατί;
Απάντηση: Γιατί η ονομασία «Ρωμιός», είναι παραφθορά του όρου «Ρωμαίος», δηλαδή ο κάτοικος της Ρωμανίας, δηλαδή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλαδή αυτού που γνωρίζουμε σήμερα ως Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η οποία δημιουργήθηκε ως συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από μη Έλληνες, με πρωτεύουσα την Νέα Ρώμη, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη.

Ερώτηση: Και τι σημαίνει αυτό;
Απάντηση: Ο όρος «Ρωμιός» (Ρωμαίος) σήμαινε αρχικά οποιονδήποτε ελεύθερο πολίτη κατοικούσε στα όρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ανεξαρτήτως εθνικής προέλευσης και θρησκεύματος. Αργότερα ο όρος ταυτίστηκε με το κυρίαρχο στοιχείο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τους Έλληνες χριστιανούς.

Ερώτηση: Και τι δήλωνε τότε ο όρος «Έλληνας»;
Απάντηση: Με την επικράτηση του Χριστιανισμού και με την «ευγενική» συνδρομή της Εκκλησίας (οι ηγέτες της οποίας, στην πλειοψηφία τους δεν ήταν Έλληνες), «Έλληνας» ονομάζονταν ο μη χριστιανός «Ρωμιός» και κατ' επέκτασιν ο αλλόφυλος κι αλλόθρησκος παγανιστής. Ας θυμίσουμε εδώ, ότι πέρα απ' τους διωγμούς που υπέστησαν οι Έλληνες («εθνικούς» τους αποκαλούσαν οι χριστιανοί) από τους ομοεθνείς τους, ισχυρότατο καταστροφικό πλήγμα δέχτηκε και η πολιτιστική μας κληρονομιά (υλική και πνευματική) από τα θρησκευτικά ιερατεία της εποχής. Κι αξίζει βέβαια να σημειωθεί, ότι υπήρχαν ακόμα κι απαγορεύσεις στο να δίνονται ελληνικά ονόματα στα παιδιά των χριστιανών του Βυζαντίου. Κι όλα αυτά στο όνομα της θρησκείας που ευαγγελίζεται την «αγάπη».

Ερώτηση: Όποιος ήταν «Έλληνας», δεν μπορούσε να είναι χριστιανός και το αντίστροφο;
Απάντηση: Αυτή την απορία, μας την λύνει αργότερα ο «Άγιος» (με την βούλα του Πατριαρχείου) Κοσμάς ο Αιτωλός: «...με την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού, δεν είσθενε Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες), δεν είσθενε ασεβείς αιρετικοί άθεοι, αλλ' είσθενε ευσεβείς ορθόδοξοι Χριστιανοί, πιστεύετε και είσθενε βαπτισμένοι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και είσθενε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας...».

Ερώτηση: Δηλαδή ο όρος «Έλληνας» την εποχή του Βυζαντίου, είχε θρησκευτική σημασία κι όχι εθνική;
Απάντηση: Ακριβώς. Ο όρος «Έλληνας» ταυτίστηκε με την έννοια του ειδωλολάτρη, σε αντιδιαστολή με τον χριστιανό Έλληνα, τον«Ρωμιό». Οι χριστιανοί Έλληνες-Ρωμιοί μάλιστα, δεν αποδέχονταν να αποκαλούν εαυτούς «Έλληνες».

Ερώτηση: Έτσι από περιέργεια... Οι ξένοι πως αποκαλούσαν τότε τους κάτοικους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας; Βυζαντινούς, ή Ρωμιούς;...
Απάντηση: Ο όρος «Βυζάντιο» και «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» δεν υπήρχε τότε. Καθιερώθηκε, όταν πλέον αυτή είχε καταρρεύσει, από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμο Βολφ τον 16ο αιώνα. Οι δυτικοί, τους Βυζαντινούς τους ονόμαζαν Γραικούς (Graeci), δηλαδή Έλληνες και όχι Ρωμιούς ή Βυζαντινούς, τη χώρα τους Γραικία (Graecia) και όχι Ρωμανία ή Βυζάντιο, και τον αυτοκράτορα, Βασιλέα των Ελλήνων (Imperator Graecorum) και όχι Βασιλέα των Ρωμαίων (Imperator Romanorum).
Φυσικά, μπορεί να πει κάποιος, πως οι δυτικοί (και ειδικότερα οι Φράγκοι), αποκαλούσαν έτσι το Βυζάντιο για «σπάσιμο», καθώς θεωρούσαν εαυτούς ως συνεχιστές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κι όχι τους «γιαλαντζί Ρωμαίους» του Βυζαντίου. Ενδεχομένως έτσι είναι, αλλά η ιδιοτέλειά τους δεν στηρίχτηκε σε ένα ανύπαρκτο δεδομένο. Οι κάτοικοι του Βυζαντίου (οι Ρωμιοί ντε...) ήταν κατά ένα σημαντικό ποσοστό, εθνικά Έλληνες, είτε το αποδέχονταν είτε όχι, ενώ η ελληνική γλώσσα ήταν η καθομιλουμένη.

Ερώτηση: Πως συνδέθηκε το Βυζάντιο, στην σύγχρονη ελληνική ιστορία με τον Ελληνισμό, που τόσο είχε υποτιμηθεί τότε;
Απάντηση: Ο όρος «Έλληνας», άρχισε δειλά-δειλά να χρησιμοποιείται ξανά στο Βυζάντιο, όταν είχε πάψει πια να αποτελεί «απειλή» και κυρίως όταν αυτό (το Βυζάντιο) άρχισε να κλονίζεται και να βρίσκεται στα «τελευταία» του. Το 1821, όταν οι «Ρουμ» (Ρωμιοί=έτσι αποκαλούσαν οι Τούρκοι τους χριστιανούς της άλλοτε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τότε Οθωμανικής) αποφάσισαν να επαναστατήσουν και ανέτρεξαν στις προγονικές ελληνικές ρίζες τους, θέλοντας να αποτινάξουν από πάνω τους τον μειωτικό αυτό χαρακτηρισμό, που σήμαινε πλέον τον υπόδουλο. Την βασική ευθύνη όμως για το «ελληνοχριστιανικό Βυζάντιο» που γνωρίζουν σήμερα οι Έλληνες (και αγνοούν οι ξένοι) φέρει ο «εθνικός ιστορικός» Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος τον 19ο αιώνα, μετά την απελευθέρωση απ' τους Τούρκους, γράφει ουσιαστικά κατ΄επιταγήν της Εκκλησίας, την «Ιστορία του ελληνικού έθνους». Κι ενώ στις υπόλοιπες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, ο Παπαρρηγόπουλος είναι σχετικά αντικειμενικός, όταν φτάνει στο κεφάλαιο «Βυζάντιο», κάνει το άσπρο-μαύρο, τους Ρωμαιο-σλαβο-αρμένιους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, Έλληνες και την ίδια την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Ελληνική. Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ο Τσεμίσκε ήταν ο εξελληνισμένος Ιωάννης Τσιμισκής, ή ότι ο Κονσταντίν Ντράγκατς ήταν ο γνωστός Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.

Ερώτηση: Τελικά αποτελεί το Βυζάντιο μέρος της ελληνικής ιστορίας;
Απάντηση: Φυσικά και αποτελεί. Ή για να το θέσουμε αλλιώς, ένα μέρος της ιστορίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έχει και ελληνική ταυτότητα. Το κατοικούσαν και Έλληνες (κι ας «μεταλλάχτηκαν» με τον ένα ή άλλο τρόπο σε «Ρωμιούς»), ελληνική ήταν η καθομιλουμένη γλώσσα και ελληνικός ο γραπτός λόγος από ένα σημείο και μετά.

Ερώτηση: Θα πρέπει να αισθάνομαι περήφανος αν με αποκαλούν σήμερα «Ρωμιό»;
Απάντηση: Καθόλου. Αν σε αποκαλέσουν Ρωμιό, να απαντήσεις «Ρωμιός είσαι και φαίνεσαι!». Ο Ρωμιός ταυτίζεται κατά κύριον λόγο με τον χριστιανό Έλληνα. Η έννοια «Έλληνας» όμως, είναι σίγουρα διαχρονική και πάνω από θρησκείες κι οποιαδήποτε άλλα «διακριτικά».

Οι φανταστικοί διωγμοί των χριστιανών «μαρτύρων»

 
Είναι ευρέως διάχυτη η εντύπωση σήμερα, πως οι χριστιανοί, σχεδόν αμέσως μετά την σταύρωση του Ιησού, υπέστησαν ανελέητους διωγμούς, μέσα απ' τους οποίους αναδείχθηκαν πάμπολλοι «μάρτυρες». Ως βασικά αίτια, προβάλλονται από την Εκκλησία, η πίστη τους στον Χριστό, ή άρνησή τους να προσκυνήσουν είδωλα κ.λπ.

Για πολλούς αφελείς και εύπιστους σημερινούς χριστιανούς, αυτό το «σενάριο» εξακολουθεί να αποτελεί μια εύπεπτη «αλήθεια», που τονώνει ακόμη περισσότερο το ειδικό βάρος του θρησκευτικού τους συναισθήματος. Η πραγματική ιστορία όμως, ελάχιστη σχέση έχει με την «ιστορία» που έχει εφεύρει η Εκκλησία (συνήθως μέσα από πλαστογραφίες και παραποίηση των γεγονότων)...

Είναι απορίας άξιον, πως η Εκκλησία κάνει λόγο για διωγμούς των χριστιανών, απ' τον πρώτο κιόλας αιώνα, όταν την εποχή εκείνη, ο Χριστιανισμός ως θρησκεία ήταν ασήμαντος με σχετικά λίγους οπαδούς. Αν παραβλέψουμε το παράδοξο(;) γεγονός, πως η μανία καταδιώξεως και η «μαρτυρολαγνία» είχαν αρχίσει να φουντώνουν κυρίως μετά τον 3ο με 4ο αιώνα (ένα βήμα δηλαδή πριν την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού), η απορία μεγαλώνει, αν αναλογιστεί κανείς, πως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, επιδείκνυε μια παροιμιώδη ανοχή στις επιμέρους θρησκείες των υπηκόων της (λεγόταν χαρακτηριστικά, πως «πιο εύκολα συναντάς έναν θεό στη Ρώμη, παρά άνθρωπο»).

Η απάντηση στην απορία, είναι πως το πρόβλημα δεν ήταν η θρησκεία αυτή καθ' αυτή, αλλά η εν γένει συμπεριφορά των ακραίων οπαδών του Χριστιανισμού, που αντιμετωπίζονταν από τον ρωμαϊκό λαό με μεγάλη επιφύλαξη. Παρ' ότι επιζητούσαν την ανεκτικότητα για την θρησκεία τους, οι ίδιοι χλεύαζαν και ύβριζαν τους θεούς των άλλων θρησκειών, περιφρονούσαν τους ειδωλολάτρες, ενώ απουσίαζαν επιδεικτικά από την δημόσια ζωή. Σε σχέση με την αυτοκρατορία, οι περιπτώσεις για τις οποίες αντιμετώπισαν οργανωμένες διώξεις ήταν πολύ συγκεκριμένες: Περιφρονούσαν το κράτος, αρνούνταν την λατρεία τού αυτοκράτορα, πραγματοποιούσαν μυστικές νυχτερινές συναντήσεις και θεωρήθηκαν δημιουργοί ή συνένοχοι πολιτικών συνωμοσιών, και το πιο βασικό ίσως· αρνούνταν την στράτευση στον ρωμαϊκό στρατό (ή λιποτακτούσαν) και μάλιστα σε εποχές που η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε εξωτερικούς κινδύνους. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν εξαπολύθηκε ένα «προγκρόμ» με «αμέτρητα θύματα» όπως πιστεύεται, αλλά οι όποιοι συστηματικοί διωγμοί (που χρεώνονται κυρίως σε τρία πρόσωπα: Δέκιος, Βαλεριανός, Διοκλητιανός), εφαρμόστηκαν κυρίως σε ακραία στοιχεία του Χριστιανισμού, που θεωρούνταν απειλή για την σταθερότητα της αυτοκρατορίας.

Οι περισσότερες Πράξεις Μαρτύρων είναι πλαστογραφημένες· θεωρούνται όμως στο σύνολό τους ως ιστορικά ντοκουμέντα, πλήρους αξίας. Ολόκληρος χείμαρρος πλαστογραφιών έγινε σχετικά με τους αρχαίους διωγμούς των χριστιανών: όσο λιγότεροι πραγματικοί μάρτυρες, τόσο περισσότερες πλαστογραφημένες Πράξεις Μαρτύρων.

Αρχικά οι χριστιανοί πλαστογραφούσαν από τον 2ο αιώνα και μετά αυτοκρατορικά διατάγματα ανοχής: όπως το διάταγμα του Αντωνίνου του Ευσεβούς (γύρω στα 180). Ή μια επιστολή του Μάρκου Αυρήλιου προς τη σύγκλητο, στην οποία ο αυτοκράτορας δίνει μαρτυρία για τη διάσωση από χριστιανούς ρωμαϊκών στρατευμάτων που κινδύνευαν να πεθάνουν από τη δίψα. Οι χριστιανοί πλαστογράφησαν και μια επιστολή του τοποτηρητή Τιβεριανού προς τον Τραϊανό σχετικά με τη δήθεν αυτοκρατορική διαταγή να δοθεί τέλος στον αιματηρό διωγμό· πλαστογράφησαν ένα διάταγμα του Νέρβα το οποίο ανακαλεί τα σκληρά μέτρα του Δομιτιανού εναντίον του Αποστόλου Ιωάννη. Ο εκκλησιαστικός ιστοριογράφος Ευσέβιος (στηριζόμενος στον Ανατολίτη χριστιανό Ηγήσιππο, τον συγγραφέα πέντε βιβλίων με τον τίτλο «Υπομνήματα») αναφέρει μάλιστα ότι ο ίδιος ο Δομιτιανός απελευθέρωσε «το συγγενή του Κυρίου», αφού τον είχαν συλλάβει ως απόγονο του Δαβίδ, και διέταξε «να σταματήσουν το διωγμό της Εκκλησίας».

Αλλά, ενώ αρχικά οι χριστιανοί πλαστογραφούσαν ντοκουμέντα για την απαλλαγή τους από τους αυτοκράτορες, τελικά, όταν παρήλθαν οι διωγμοί τους και άρχισαν οι ίδιοι να διώκουν με πολύ χειρότερο τρόπο τους ειδωλολάτρες, πλαστογραφούσαν ντοκουμέντα για την ενοχοποίηση των ειδωλολατρών ηγεμόνων. Από τη μια πλευρά πλαστογραφούσαν δηλαδή αδιάκοπα μεγάλο αριθμό αντιχριστιανικών διαταγμάτων και εγκυκλίους αυτοκρατόρων και τοποτηρητών (ιδιαίτερα κατά τον όψιμο 3ο αιώνα), δήθεν δημόσια έγγραφα τα οποία υπάρχουν στις μη ιστορικές Πράξεις Μαρτύρων, και από την άλλη πλήθος μαρτυρίων. Αμέτρητοι είναι οι χριστιανοί οι οποίοι εμφανίζονται ως αυτόπτες μάρτυρες σε όλα τα εντελώς μυθικά πάθη ή τις εξιστορήσεις της ζωής των μαρτύρων.

Ήδη ο πρώτος δήθεν διωγμός την εποχή του Νέρωνα, ο οποίος για δύο χιλιετίες έκανε αυτόν τον αυτοκράτορα να μοιάζει με τέρας μοναδικό στο είδος του το οποίο έγδερνε χριστιανούς, δεν ήταν καν διωγμός κατά των χριστιανών, αλλά μια δίκη για εμπρησμό. Ακόμη και οι εχθρικοί προς το Νέρωνα ιστορικοί Τάκιτος και Σουητώνιος έκριναν τη δίκη ως δίκαιη και συνετή -«ο ίδιος ο χριστιανισμός δεν συζητήθηκε καθόλου», γράφει ο ευαγγελικός θεολόγος Carl Schneider. Αλλά και η «Ιστορία του Χριστιανισμού» του καθολικού θεολόγου Michel Clevenot διαπιστώνει «ότι ούτε ο Νέρων, ούτε η αστυνομία του, ούτε οι Ρωμαίοι δεν θα πρέπει να πίστευαν ότι επρόκειτο για χριστιανούς. Αυτοί κινούνται ακόμη πάρα πολύ στα σκοτεινά και είναι πολύ ολιγάριθμοι, για να αποτελούσε η εκτέλεση τους αντικείμενο του δημόσιου ενδιαφέροντος...».

Αλλά καθώς οι καθολικοί θεολόγοι δεν τα πάνε και πολύ καλά με τη λογική, ή μάλλον δεν τους επιτρέπεται να τα πηγαίνουν καλά, ο Clevenot -αφού σημειώνει πρώτα την «εντυπωσιακά» καλή μνήμη που άφησε ο αυτοκράτορας Νέρων στους Ρωμαίους- κλείνει το κεφάλαιο του σχετικά με τον εμπρησμό της Ρώμης τον Ιούλιο του 64 ως εξής: στη μνήμη των χριστιανών ζει ακόμη και σήμερα ως αιμοσταγής τρελός. Και αυτό, λέει, είναι «ίσως (!) παρ' όλα αυτά η καλύτερη απόδειξη για το ότι οι χριστιανοί πρέπει πράγματι να προσμετρηθούν στα θύματα της φοβερής σφαγής του Ιουλίου του έτους 64».

Είναι χαρακτηριστικό ότι στη δίκη δεν έπαιξαν κανέναν ή πολύ δευτερεύοντα ρόλο τα θρησκευτικά κίνητρα. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι επιχειρήσεις του Νέρωνα περιορίστηκαν στους χριστιανούς της Ρώμης. Ναι μεν πλαστογράφησαν αργότερα έγγραφα, τα οποία τοποθετούν μαρτύρια και αλλού, στην Ιταλία και στη Γαλατία, αλλά, γράφει ο καθολικός θεολόγος Ehrhard, «όλες αυτές οι Πράξεις Μαρτύρων δεν έχουν ιστορική αξία».

Η ανοχή των Ρωμαίων ήταν συνήθως μεγάλη από θρησκευτικής άποψης. Ανοχή έδειξαν ακόμη και στους Ιουδαίους, τους διασφάλισαν πλήρη θρησκευτική ελευθερία, ακόμη και μετά τον ιουδαϊκό πόλεμο δεν απαίτησαν να λατρεύουν τους θεούς του κράτους και τους απάλλαξαν και από τις υποχρεωτικές θυσίες υπέρ του αυτοκράτορα. Έως και τις αρχές του 3ου αιώνα το μίσος εναντίον των χριστιανών, οι οποίοι συμπεριφέρονταν σαν να ήταν μοναδικοί, οι οποίοι παρ' όλη την ταπεινοφροσύνη(!) αισθάνονταν ως κάτι εντελώς ιδιαίτερο, ως «Ισραήλ του Θεού», «γένος των εκλεκτών», «ιερός λαός», ως «το χρυσό τμήμα», εκπορευόταν κυρίως από το λαό. Οι αυτοκράτορες θεωρούσαν τον εαυτό τους απέναντι στην περίεργη σέκτα των ασήμαντων ανθρώπων πάρα πολύ ισχυρό για να επέμβουν σοβαρά. «Όσο μπορούσαν απέφευγαν» τις δίκες χριστιανών (Eduard Schwartz). Για δύο ολόκληρους αιώνες γενικά δεν «διώκανε» τους χριστιανούς. 0 αυτοκράτορας Κόμμοδος είχε χριστιανή μετρέσα. Και στη Νικομήδεια το κτίριο της κύριας εκκλησίας των χριστιανών βρισκόταν απέναντι από τα ανάκτορα του Διοκλητιανού. Και κατά τη διάρκεια του ειρότερου πογκρόμ εναντίον των χριστιανών ο καθηγητής ρητορικής του αυτοκράτορα, ο εκκλησιαστικός πατέρας Λακτάντιος, παρέμεινε εντελώς ανέπαφος στο στενότατο περιβάλλον του ηγεμόνα. Ο Λακτάντιος δεν δικάστηκε ούτε κλείστηκε στα μπουντρούμια. Σχεδόν όλοι γνώριζαν τους χριστιανούς, αλλά δεν ήθελαν να λερώσουν τα χέρια τους με τη δίωξη τους. Αν όμως ήταν καμιά φορά αναγκαίο, επειδή οι μάζες των ειδωλολατρών μαίνονταν, οι υπάλληλοι έκαναν τα πάντα, για να μπορέσουν να απελευθερώσουν πάλι όσους είχαν συλλάβει. Οι χριστιανοί έπρεπε μόνο να εγκαταλείψουν την πίστη τους -και την εγκατέλειπαν κατά μάζες, αυτό ήταν παντού ο κανόνας- και κανείς δεν τους ενοχλούσε πλέον. Κατά τον πιο αυστηρό διωγμό ακόμη, εκείνον του Διοκλητιανού, το κράτος επέμενε μόνο στην εκτέλεση της υποχρεωτικής θυσίας η οποία επιβαλλόταν από το νόμο για κάθε πολίτη. Μόνο η άρνηση της τιμωρούταν, σε καμία περίπτωση η εξάσκηση της χριστιανικής θρησκείας. Γιατί οι εκκλησίες ακόμη και στους διωγμούς του Διοκλητιανού μπορούσαν να έχουν περιουσία.

Για γενικό και συστηματικό διωγμό των χριστιανών μπορούμε να μιλάμε μόνο την εποχή του αυτοκράτορα Δέκιου το έτος 250. Ως πρώτο θύμα διωγμού πέθανε τότε ο Ρωμαίος επίσκοπος Φαβιανός -και πέθανε στη φυλακή· δεν είχε εκδοθεί θανατική ποινή εναντίον του. Έως τότε όμως η αρχαία Εκκλησία παρουσίαζε ήδη έντεκα από δεκαεπτά Ρωμαίους επισκόπους ως «μάρτυρες », αν και ούτε ένας τους δεν ήταν μάρτυρας! Και να σκεφτεί κανείς ότι ήδη διακόσια χρόνια ζούσαν δίπλα-δίπλα με τους αυτοκράτορες. Και παρ' όλα αυτά ακόμη και στα μέσα του 20ού αιώνα ψεύδονται από καθολικής πλευράς -με τυπογραφική άδεια της Εκκλησίας (και αφιέρωση: «Στην Αγία Θεομήτορα»)- ότι «οι περισσότεροι πάπες πεθαίνουν εκείνη την εποχή ως μάρτυρες» (Ruger).

Ο πάπας Κορνήλιος, ο οποίος απεβίωσε ειρηνικά στη Σιβιταβέκια, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές Πράξεις Μαρτύρων αποκεφαλίζεται. Το ίδιο πλαστές είναι οι Πράξεις οι οποίες καθιστούν το Ρωμαίο επίσκοπο Στέφανο Α' (254-257) θύμα των διωγμών του Βαλεριανού. Ο άγιος πάπας Ευτυχιανός (275-283) λέγεται μάλιστα ότι έθαψε «με τα ίδια του τα χέρια» 342 μάρτυρες, προτού τους συναντήσει ο ίδιος. Την αποστασία πολλών παπών κατά τον πρώιμο 4ο αιώνα προσπάθησαν να καλύψουν παρομοίως με πλαστογραφίες Πράξεων. To Liber pontificalis, ο επίσημος κατάλογος των παπών, βάζει το Ρωμαίο επίσκοπο Μαρκελλίνο (296-304), ο οποίος έκανε θυσίες στους θεούς και παρέδωσε στον εχθρό τα «ιερά» βιβλία, να μετανοεί αμέσως και να υφίσταται μαρτυρικό θάνατο, πράγμα που δεν είναι παρά πλαστογραφία. Στο Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ο ένας πάπας μετά τον άλλο κερδίζει το στέφανο του μάρτυρα -σχεδόν όλα είναι ψέματα και απάτη (χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η λατρεία των μαρτύρων εμφανίστηκε γενικά κατά τα τέλη του 3ου αιώνα).

Ειδικά οι επίσκοποι -ο μαρτυρικός θάνατος των οποίων θεωρείτο ως «κάτι το ανώτερο» σε σχέση με εκείνον των απλών χριστιανών, αφού ακόμη και στον άλλο κόσμο καταλαμβάνουν υψηλότερη θέση στην ιεραρχία-, ειδικά οι επίσκοποι σπάνια γίνονταν μάρτυρες. Κατά σωρούς το έβαζαν στα πόδια, πολλές φορές διέφευγαν από χώρα σε χώρα, έφταναν μάλιστα μέχρι τα πέρατα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, φυσικά με ειδική εντολή του Θεού και χωρίς να ξεχνάνε να στέλνουν από την ασφαλή κρυψώνα τους εμψυχωτικές επιστολές σε φυλακισμένους πιστούς κατώτερου βαθμού. Στην αρχαία Εκκλησία αυτό ήταν τόσο γνωστό, ώστε ακόμη και στις πολυάριθμες πλαστογραφημένες ιστορίες μαρτύρων μόνο λίγοι επίσκοποι φιγουράρουν ως μάρτυρες! (με το ξέσπασμα του τοπικού πογκρόμ, ο πατριάρχης της Αλεξάνδρειας Διονύσιος ήταν σε τέτοια βιασύνη που έφυγε καβάλα σε ασέλωτο ζώο -δικαίως φέρει την προσωνυμία «Μέγας»).

Σχεδόν όλοι οι «άγιοι» των πρώτων αιώνων ανακηρύχτηκαν εκ των υστέρων σε «μάρτυρες», «ακόμη και αν είχαν πεθάνει ειρηνικά. Κάθε ένδοξο πρόσωπο της προκωνσταντίνειας εποχής έπρεπε, βλέπετε, να έχει υποστεί μαρτυρικό θάνατο» (Kotting). Κι όμως «λίγες μόνο» των αποκαλούμενων Acta Martyrum (Πράξεων Μαρτύρων) είναι «γνήσιες και βασίζονται σε γνήσιο αποδεικτικό υλικό» (Syme). Και κυρίως από τον 4ο αιώνα και μετά άρχισαν οι καθολικοί χριστιανοί να «καθαρίζουν» Πράξεις και ιστορίες μαρτύρων που τους φαίνονταν πλαστογραφημένες από «αιρετικούς», κατασκευάζοντας δικές τους πλαστογραφίες. Αναγνώριζαν μεν τα αναφερόμενα θαύματα των Αποστόλων, απέρριπταν όμως τις «ψευδείς διδασκαλίες» οι οποίες υπήρχαν επίσης εκεί. Έτσι αντέδρασαν ορθόδοξοι πλαστογράφοι όπως ο Ψευδο-Μελίτων, ο Ψευδο-Ιερώνυμος, ο Ψευδο-Αβδίας με δικές τους πλαστογραφίες.

Οι χριστιανικές «Πράξεις Μαρτύρων» δε σταματούν μπροστά σε καμία υπερβολή, καμία αναλήθεια, κανένα «κιτς». Καθώς η Εκκλησία δεν έκανε χρήση του μαρτυρίου της συζύγου του κορυφαίου Αποστόλου και πρώτου πάπα, του Αγίου Πέτρου, για το οποίο παραδίδει στοιχεία κάποιος εκκλησιαστικός Πατέρας, πρώτη γυναίκα μάρτυρας θεωρείται η αγία Θέκλα, αν και λέγεται ότι σώθηκε από κάποιο θαύμα. Όπως αποδεικνύουν οι «Πράξεις Παύλου και Θέκλας» οι οποίες πλαστογραφήθηκαν από έναν «ορθόδοξο») και έκτοτε διαπλάθουν την ηθική ολόκληρης της χριστιανικής υφηλίου, τα βασανιστήρια ήταν τόσο φριχτά, ώστε να αναρωτιόμαστε ποιος εξακολουθεί να πιστεύει σήμερα αυτά τα πράγματα, ακόμη και ανάμεσα στους πιστούς. Αλλά οι μεγαλύτεροι εκκλησιαστικοί Διδάσκαλοι, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ο Αμβρόσιος, ο Ιερώνυμος, ο Αυγουστίνος και άλλοι, τα εξιστόρησαν και τα δόξασαν.

Όμορφη κόρη ενός πλούσιου «ιερέα των ειδώλων» από το Ικόνιο, ανοίγει την καρδιά της στον Θεό με το κήρυγμα του Αγίου Παύλου περί εγκράτειας. Τη φανατίζει υπέρ της αγνότητας, έτσι ώστε εκείνη δεν δίνεται στον αρραβωνιαστικό της Θάμυρη, αλλά, αντί αυτού, το σκάει ντυμένη με αντρικά ρούχα με τον Άγιο Απόστολο των εθνών. Αφού τη φέρνουν πίσω, ο γαμπρός και ολόκληρη η ειδωλολατρική οικογένεια προσφέρουν τα πάντα για την επανάκτηση της χριστιανής νύφης του Θεού. αλλά μάταια. Ο Παύλος μαστιγώνεται, διώκεται, η Θέκλα καταδίδεται ως χριστιανή από τον γαμπρό και την ίδια της τη μητέρα, ρίχνεται ολόγυμνη σε λεοπαρδάλεις, λιοντάρια, τίγρεις που βρυχώνται τρομακτικά. Αλλά τα θηρία ξαπλώνουν σαν αρνιά στα πόδια της και τη γλείφουν με μεγάλη αγάπη. «Τέτοια θαυμαστή μαγεία καλύπτει την παρθενία της», εκθειάζει ο εκκλησιαστικός διδάσκαλος Αμβρόσιος, «ώστε ακόμη και τα λιοντάρια τής καταθέτουν το θαυμασμό τους: αν και ήταν πεινασμένα, δεν τα παρέσυρε το φαγητό· αν και ήταν εξερεθισμένα, δεν τα παρέσυρε η βία· αν και τα κέντριζαν, ο θυμός τους δεν φούντωνε· αν και ήταν συνηθισμένα, η συνήθεια δεν τα πτοούσε· αν και άγρια, η φύση δεν τα εξουσίαζε πλέον. Έγιναν διδάσκαλοι της ευσέβειας, τιμώντας τη μάρτυρα, όπως και διδάσκαλοι της αγνότητας, αφού γεύονταν μόνο τα πέλματα της παρθένου, με τα μάτια χαμηλωμένα στο χώμα, σαν από ντροπή, ώστε τίποτα το αρσενικό, ακόμη κι αν ήταν ζωώδες, να μην κοιτάξει τη γυμνή παρθένο». Θεούλη μου, Θεούλη μου!
Τώρα η μνηστή του Θεού πηγαίνει στην πυρά στη Ρώμη. Αλλά ανάμεσα στις πυρωμένες φλόγες μένει αλώβητη. Καταλήγει σε ένα λάκκο με φίδια, όπου όμως οι απεχθείς οχιές, προτού προλάβουν να γλείψουν πάλι τρυφερά τη Θέκλα, κεραυνοβολούνται από αίθριο ουρανό. Και αργότερα αποφεύγει όλες τις παγίδες του Σατανά. Μια φορά ρίχνεται σε μια δεξαμενή γεμάτη θαλάσσιους ελέφαντες με την κραυγή: «Στο όνομα του Ιησού Χριστού δέχομαι την τελευταία ημέρα τη βάπτιση». Αλλά τελικά δεν είναι το τέλος της. Ένας άλλος κεραυνός σκοτώνει τους θαλάσσιους ελέφαντες, και απελευθερώνεται με θαυμαστό τρόπο από δύο ταύρους στους οποίους τη δένουν. Ο γαμπρός πεθαίνει, εκείνη συνοδεύει τον Άγιο Παύλο και σε πολλά άλλα αποστολικά ταξίδια, συγκεντρώνει γύρω της και άλλες ευσεβείς παρθένες και κηρύττει μέχρι τα βαθιά γεράματα. Και έζησε αυτή καλά, και εμείς καλύτερα.

Τέλεια γνώστρια όμως γίνεται η καθολική ιστορία των μαρτυρικών θανάτων με το μαρτύριο του Πολύκαρπου, του οποίου γνωρίζουν ακόμη και την ώρα του θανάτου -σχεδόν μοναδικό φαινόμενο στην πρώιμη χριστιανική λογοτεχνία. Η ημερομηνία όμως είναι άγνωστη· δεν γνωρίζουμε καν αν συνέβη επί Μάρκου Αυρήλιου ή επί Αντωνίνου του Ευσεβούς. Σε αυτή την αρχαιότατη έκθεση αυτόπτη μάρτυρα σχετικά με το μαρτυρικό θάνατο χριστιανού, ένα κείμενο στο οποίο έχουν παρεμβάλει από την αρχή μέχρι το τέλος πλαστά κομμάτια, στο οποίο υπάρχουν επιμέλειες και επεμβάσεις, προσθήκες πριν και μετά τον Ευσέβιο, όπως και ένα μη γνήσιο παράρτημα, ο άγιος επίσκοπος γνωρίζει εκ των προτέρων τον τρόπο με τον οποίο θα πεθάνει. Μπαίνοντας στην αρένα, τον ενθαρρύνει μια ουράνια φωνή: «Πολύκαρπε βάστα γερά!». Δεν καίγεται στην πυρά, για την οποία έφερναν ξύλα «ιδιαίτερα οι Ιουδαίοι», μάταια λαμπαδιάζουν οι φλόγες. Έτσι ο δήμιος αναγκάζεται να του καταφέρει το θανατηφόρο χτύπημα, οπότε το αίμα του σβήνει τη φωτιά και από την πληγή βγαίνει ένα περιστέρι που πετάει προς τον ουρανό...

Αυτές οι Πράξεις «γράφονταν», λοιπόν, μόνο «αργά και κομμάτι-κομμάτι» (Kraft). Και τον 20ό αιώνα ακόμη ακτινοβολεί στο καθολικό «Θεολογικό και Εκκλησιαστικό Λεξικό» αυτή η ιστορία ως «η πολυτιμότερη μαρτυρία για τη λατρεία αγίων και λειψάνων από τους καθολικούς». Σήμερα ακόμη ο γενναιόψυχος μάρτυρας (ο οποίος παρεμπιπτόντως, όπως αρμόζει σε επίσκοπο, το είχε σκάσει προηγουμένως πολλές φορές, και είχε αλλάξει πολλά κρησφύγετα) εορτάζεται ως άγιος: από τη Βυζαντινή και Συριακή Εκκλησία στις 23 Φεβρουαρίου, από τους μελχίτες στις 25 Ιανουαρίου, από τους καθολικούς στις 26 και ακόμη παίζει το ρόλο του «προστάτη εναντίον της ωτίτιδας»

Ας ρίξουμε μια ματιά, επί παραδείγματι, στις «Πράξεις Περσών Μαρτύρων». Εδώ οι χριστιανοί τρέχουν κατά πλήθη να εκτελεστούν, «ψέλνοντας πανηγυρικά τους ψαλμούς του Δαβίδ». Και δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να γελάνε, καθώς ο δήμιος ακονίζει ήδη το σπαθί. Εδώ τους σπάνε όλα τα δόντια και τους τσακίζουν όλα τα κόκκαλα. Αγοράζουν ειδικά γι' αυτό το λόγο καινούρια μαστίγια, για να τους λιώσουν. Τους χτυπάνε και τους σακατεύουν. Τους διαμελίζουν, τους γδέρνουν από την κορυφή μέχρι τα νύχια, τους κόβουν αργά από τη μέση του σβέρκου έως το κρανίο, τους κόβουν τις μύτες και τα αφτιά, τους μπήγουν πυρωμένα καρφιά στα μάτια, τους πετροβολούν, τους κόβουν φέτες με πριόνια, τους αφήνουν να πεθάνουν της πείνας μέχρι που το δέρμα ξεκολλάει και πέφτει από τα κόκκαλα. Μία φορά φέρνουν και 16 ελέφαντες για να ποδοπατήσουν τους ήρωες... Αλλά ό,τι κι αν τους κάνουν, εκείνοι υπομένουν σχεδόν τα πάντα εκπληκτικά για πολύ ώρα και ευδιάθετοι, που λέει ο λόγος μέσα στην καλή χαρά. Αφού τους έχουν κάνει κομμάτια, όλο αίμα και πύο, εκείνοι βγάζουν τους πιο εμψυχωτικούς λόγους: Ουρλιάζουν: «Η καρδιά μου αγαλλιάζει στον Κύριο και χαίρεται στη σωτηρία του». Ή ομολογούν: «Αυτός ο πόνος αναζωογονεί».

Ο μάρτυρας Ιάκωβος, ο εκμελισθείς (διαμελισμένος), αφού του έχουν αφαιρέσει ήδη τα δέκα δάχτυλα των χεριών και τρία των ποδιών, γελώντας, κάνει βαθυστόχαστες παρομοιώσεις: «Ακολούθησε κι εσύ, τρίτο δάχτυλο του ποδιού μου, τους συντρόφους σου και μη σε νοιάζει. Γιατί, όπως το σιτάρι που πέφτει στη γη και την άνοιξη βγάζει τους συντρόφους του, έτσι κι εσύ θα ενωθείς με τους δικούς σου αυτοστιγμεί την ημέρα της Ανάστασης». Ωραία δεν τα είπε; Αφού του κόβουν το πέμπτο δάχτυλο του ποδιού, φωνάζει όμως και ζητάει εκδίκηση: «Δίκασε, ω Θεέ, τη δίκη μου, και εκδικήσου την εκδίκησή μου στον ανελέητο λαό».

Γενικά αυτοί οι άγιοι γίνονται συχνά δύστροποι και βρίζουν τους τελείως άθεους βέβαια βασανιστές ή δικαστές τους σύμφωνα με όλους τους κανόνες της θρησκείας και της αγάπης· τους υπόσχονται ότι «θα τρίζουν τα δόντια τους στους αιώνες των αιώνων», τους αποκαλούν «ακάθαρτους, βρόμικους, αιμοσταγείς», «κακά κοράκια που κάθονται επί πτωμάτων», «μαγικά φίδια που διψάνε να δαγκώσουν», «πράσινους» από μίσος «σαν κακιές οχιές», λάγνους άντρες που κυλιούνται «με γύναια στις κρεβατοκάμαρες», «ακάθαρτους σκύλους». Ο άγιος Αιθέριος (Aitillaha) απευθύνεται στο δήμιο του χαρακτηρίζοντάς τον: «Πράγματι, είσαι άλογο ζώο». Και ο άγιος Ιωσήφ ούτε που σκέφτεται να αγαπήσει τον εχθρό του, να του στρέψει και το άλλο μάγουλο, όχι· εύστοχα γράφουν: «Ο Ιωσήφ μάζεψε σάλιο στο στόμα του, τον έφτυσε, γεμίζοντας με το σάλιο του όλο του το πρόσωπο και είπε: "Βρε ακάθαρτε και μιαρέ, δεν ντρέπεσαι;..."».

Αφού κόβουν ένα-ένα όλα τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών του μάρτυρα Ιάκωβου, κάθε φορά συνοδευόμενοι είτε από έναν ευγενή είτε και από ένα φαρμακερό λόγο εναντίον των «σαρκοβόρων λύκων», η πίστη του γίνεται όλο και πιο σταθερή και ζητάει περισσότερα βασανιστήρια. «Τι καθόσαστε και τεμπελιάζετε;» φωνάζει ανυπόμονος. «Ας μη φείδονται οι οφθαλμοί σας. Διότι η καρδιά μου αγαλλιάζει στον Κύριο και η ψυχή μου υψώθηκε σε εκείνον ο οποίος αγαπά τους ταπεινούς». Και έτσι οι δήμιοι μετά από τα δέκα δάχτυλα των ποδιών και τα δέκα των χεριών, συνεχίζουν τρίζοντας τα δόντια, να του κόβουν και άλλα μέλη, εντελώς συστηματικά, και κάθε μέλος που πέφτει καταγής ο άγιος το σχολιάζει πάλι με ένα ευσεβές ρητό. Μετά την απώλεια του δεξιού πέλματος λέει: «Κάθε μέλος που μου κόβετε, δίνεται θυσία στον επουράνιο βασιλέα». Του έκοψαν το αριστερό πέλμα και εκείνος είπε: «Εισάκουσε με, ω Κύριε, διότι εσύ είσαι αγαθός και μεγάλη είναι η καλοσύνη σου προς όλους όσοι σε καλούν». Του έκοψαν το δεξί χέρι και εκείνος φώναξε: «Η χάρη του Θεού ήταν μεγάλη επάνω μου· ελευθέρωσε την ψυχή μου». Του έκοψαν το αριστερό χέρι και εκείνος είπε: «Κοίτα, στους νεκρούς κάνεις θαύματα». Προχώρησαν και του έκοψαν τον δεξί μπράτσο και εκείνος είπε πάλι: «Θα υμνώ τον Κύριο, όσο ζω και θα δοξάζω το Θεό μου, όσο υπάρχω. Ας του αρέσει ο ύμνος μου· εγώ θα χαρώ στον Κύριο».

Οι κακοί ειδωλολάτρες κόβουν και το αριστερό μπράτσο, βγάζουν τον δεξή μηρό από την κλείδωση του γόνατος... και τέλος «ο ένδοξος» κείτεται ξαπλωμένος πλέον μόνο με «κεφάλι, στήθος και κοιλιά», σκέφτεται λίγο την κατάσταση και ανοίγει «πάλι το στόμα», για να απαριθμήσει επακριβώς σε μια μικρή ομιλία προς τον Θεό όλα όσα έχασε ήδη για χάρη του -πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι αρκετά γενναίο σε αυτή την περιορισμένη κατάσταση: «Κύριε και Θεέ, ευσπλαχνικέ και ελεήμονα, σε παρακαλώ εισάκουσε την προσευχή μου και αποδέξου τις ικεσίες μου. Κείτομαι εδώ, αφού μου έχουν αφαιρέσει τα μέλη· ο μισός κείτομαι εδώ και σιωπώ. Δεν έχω, Κύριε, δάχτυλα, για να σε ικετέψω · ούτε μου άφησαν οι διώκτες χέρια, για να τα απλώσω σ' εσένα. Τα πόδια μού τα έκοψαν τα γόνατα τα έλυσαν τα μπράτσα μού τα έβγαλαν τους μηρούς τούς έκοψαν. Τώρα κείμαι ενώπιον Σου σαν διαλυμένο σπίτι, από το οποίο έχει μείνει μόνο ένα κομμάτι στέγης. Σε ικετεύω, Κύριε και Θεέ...» κ.λπ. κ.λπ.

Και το βράδυ, ως συνήθως, οι χριστιανοί έκλεψαν το πτώμα ή μάλλον «περισυνέλεξαν και τα είκοσι οχτώ κομμένα μέλη» μαζί με το υπόλοιπο σώμα -και τότε έπεσε φωτιά από τον ουρανό, «έγλυψε το αίμα από το αχυρόστρωμα... έως ότου τα μέλη του αγίου κοκκίνισαν και έγιναν σαν ώριμο τριαντάφυλλο». Σύμφωνα με τέτοια υποδείγματα μπορούσαν να βάζουν πολλούς χριστιανούς ήρωες να πεθαίνουν.

Ας συγκρίνουμε με το μαρτύριο του μάρτυρα Ιακώβου στην Περσία εκείνο του αγίου Αρκαδίου στη Βόρεια Αφρική (ο οποίος ακτινοβολεί επίσης στο Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο), και του οποίου τη μνήμη η Καθολική Εκκλησία εξακολουθεί να εορτάζει ακόμη και σήμερα στις 12 Ιανουαρίου. Όπως ο άγιος Ιάκωβος έτσι και ο Άγιος Αρκάδιος είναι ήρωας και χριστιανός από την κορυφή έως τα νύχια, επομένως τίποτα δεν μπορεί να τον ταράξει. Όταν τελικά ο λυσσασμένος τοποτηρητής τού δείχνει τα εργαλεία των βασανιστηρίων, εκείνος χλευάζει μόνο: «Θα διατάξεις να γδυθώ;». Αλλά και την απόφαση του δικαστηρίου να του κόψουν ένα-ένα τα μέλη του σώματός του, αργά-αργά, την ακούει «με εύθυμη διάθεση». «Τώρα όρμησαν οι δήμιοι επάνω του και του έκοψαν τις κλειδώσεις των δαχτύλων, των βραχιόνων και των ώμων, και κομμάτιασαν τα δάχτυλα των ποδιών, τα πέλματα και τους μηρούς. Ο μάρτυρας πρότεινε πρόθυμα το ένα μέλος μετά το άλλο... Κολυμπώντας στο αίμα του προσευχόταν δυνατά: "Κύριε και Θεέ μου, όλα αυτά τα μέλη εσύ μου τα έδωσες, κι εγώ τώρα στα επιστρέφω ως θυσία..."» κ.λπ. Και όλοι οι παρευρισκόμενοι πλέουν στα δάκρυα, όπως ο άγιος στο αίμα. Ακόμη και οι δήμιοι καταριούνται την ημέρα που γεννήθηκαν. Μόνο ο κακός ειδωλολάτρης τοποτηρητής μένει ασυγκίνητος. «Όταν είχαν κόψει όλα τα άκρα του άγιου ομολογητή, εκείνος παρακαλούσε να του κόψουν με ένα στομωμένο τσεκούρι και τα μεγαλύτερα, έτσι ώστε να απομείνει πλέον μόνο ο κορμός. Και τότε ο άγιος Αρκάδιος, ο οποίος ζούσε ακόμη(!), θυσίασε τα σκορπισμένα μέλη του στο Θεό και φώναξε: "Ευτυχή μέλη!"». Και ύστερα -όλα αυτά, όπως αναφέραμε «μόνο με τον κορμό»- ακολουθεί και ένα φλογερό θρησκευτικό κήρυγμα προς τους ειδωλολάτρες...

Και τον 20ό αιώνα η καθολική μέριμνα -πολλές φορές με άδεια της ηγεσίας- για τη σωτηρία της ψυχής βγάζει το «δίδαγμα» από αυτό το φρικιαστικό κιτς με τα λόγια του αγίου Αρκαδίου: «Το να πεθαίνεις για Εκείνον, σημαίνει ζωή. Το να υποφέρεις για Εκείνον, είναι η μεγαλύτερη χαρά! Υπόμεινε, χριστιανέ, τα πάθη και τα δεινά αυτής της ζωής και μην αφήσεις τίποτα να σε απομακρύνει από την υπηρεσία του Θεού. Ο ουρανός αξίζει τα πάντα».

Για όσους το μαρτύριο του μάρτυρα Ιάκωβου δεν είναι αρκετά θαυμαστό, συμβαίνουν φυσικά (ή υπερφυσικά) και άλλα μεγαλειώδη πράγματα.. Κάποιος χριστιανός ο οποίος παίρνει τη διαταγή και επιχειρεί να σκοτώσει έναν χριστιανό, τον σηκώνει η «δύναμη του Θεού» δύο φορές και τον συντρίβει σχεδόν στη γη· τρεις ώρες κείτεται σαν νεκρός. Στον μακάριο Ναρσή δεν μπόρεσαν να κόψουν την κεφαλή, τη γενναία, ούτε με δεκαοχτώ σπαθιά, ύστερα τα κατάφερε ένα μαχαίρι. Και στον τόπο που πεθαίνουν αυτοί οι ήρωες, καθώς βέβαια πρέπει να πεθάνουν κάποτε, «ανεβοκατεβαίνουν συχνά τη νύχτα... στρατιές αγγέλων...» Κάποτε μάλιστα, χωρίς καμία αμφιβολία, είδαν ακόμη και ειδωλολάτρες βοσκοί ότι «για τρεις νύχτες στρατιές αγγέλων ανεβοκατέβαιναν» πάνω από «τον τόπο της δολοφονίας των αγίων και υμνούσαν τον Θεό».

Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι εδώ δεν πρόκειται για χριστιανικούς θρύλους, αλλά, βλέπετε, για πράξεις, για ιστορικές αναφορές· ότι εκτός αυτού τα ίδια τα ντοκουμέντα τονίζουν ακόμη μια φορά την «ορθή καταγραφή»· ότι αναφέρουν: «Ακούσαμε την ακριβή ιστορία εκείνων οι οποίοι υπήρξαν πριν από εμάς, από το στόμα γέρων, φιλαληθών και αξιόπιστων επισκόπων και ιερέων. Διότι αυτοί τους είδαν με τα μάτια τους και έζησαν στις ημέρες τους».

Εννοείται ότι οι χριστιανοί ομολογούν με το αίμα τους την πίστη τους σε όλο και μεγαλύτερα πλήθη, ότι πεθαίνουν σε τόσες ποσότητες και με τόσο ηρωικό τρόπο, ώστε οι δήμιοι κουράζονται από το πολύ σφάξιμο. Κάποτε πεθαίνουν μαζί με τον επίσκοπό τους, δεκαέξι, ύστερα εκατόν είκοσι οχτώ μάρτυρες, ύστερα εκατόν έντεκα άντρες και εννέα γυναίκες, ύστερα διακόσιοι εβδομήντα πέντε, ύστερα οχτώ χιλιάδες εννιακόσιοι σαράντα, ύστερα δεν μπορούν πλέον να μετρηθούν, μια και «ο αριθμός τους υπερβαίνει τις πολλές χιλιάδες».

Στην πραγματικότητα υπήρχαν πολύ, μα πάρα πολύ λιγότεροι χριστιανοί μάρτυρες από όσους παρουσίαζαν στον κόσμο για αιώνες ολόκληρους. Κάποιοι πραγματικοί, εξαφανίστηκαν επιπλέον χωρίς ίχνος, η στάχτη τους πετάχτηκε στα ποτάμια, σκορπίστηκε στους τέσσερις ανέμους. Υπήρχαν μεγάλες περιοχές φτωχές ή κενές μαρτύρων. Και, όταν άρχισαν να κλείνουν τα άγια λείψανα στα ιερά, οι άνθρωποι πήγαιναν συχνά προσκυνητές διανύοντας μακρινές αποστάσεις και επιχειρούσαν επίπονες ανακομιδές, ό,τι και αν ανακόμιζαν στην πραγματικότητα. Λείψανα γνωστών μαρτύρων πουλιόντουσαν ακριβά, υπήρχε μεγάλη ζήτηση και για μεγάλες ποσότητες, για κομμάτια πολλών μαρτύρων, είτε γνώριζαν το όνομα τους είτε όχι.

Όλο και πιο δημοφιλείς γίνονταν γι' αυτό λόγο οι ομαδικοί μάρτυρες: οι 18 της Σαραγόσας, οι 40 της Σεβαστής, όλοι τους «σκλάβοι του πολέμου», οι 70 σύντροφοι του αγίου μοναχού Αναστάσιου τους οποίους έπνιξαν στο ποτάμι, οι 99 εκτελεσθέντες με τον άγιο Νίκωνα της Καισαρείας της Παλαιστίνης, οι 128 οι οποίοι πέθαναν με τον άγιο επίσκοπο Σαδώθ την εποχή του Πέρση βασιλέα Σαπώρ· οι περίπου δύο ντουζίνες επίσκοποι και 250 κληρικοί οι οποίοι κέρδισαν τον μαρτυρικό θάνατο επίσης στην Περσία, οι 200 άντρες και 70 γυναίκες οι οποίοι διεκπεραίωσαν ηρωικά τα μαρτύρια τους την εποχή του Διοκλητιανού στη νήσο Παλμαρία, οι 300 αυτόχειρες τους οποίους επινόησε ο Προυδέντιος (ο χριστιανός ποιητής που θαυμαζόταν και διαβαζόταν το Μεσαίωνα περισσότερο από όλους) και οι οποίοι, για να μην αναγκαστούν να θυσιάσουν στους θεούς, έπεσαν δήθεν μέσα σε ένα λάκκο με καυτό ασβέστη την εποχή του Βαλεριανού, -κι άλλες ψεύτικες ιστορίες- οι 1.525 οσιομάρτυρες στην Ούμπρια, η θηβαϊκή Λεγεώνα, σχεδόν 6.600 άνθρωποι οι οποίοι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο δήθεν στην Ελβετία (πιθανώς πλέον πολύ περισσότεροι από όλους τους χριστιανούς· μάρτυρες που υπήρχαν την αρχαιότητα), οι πολλές χιλιάδες μάρτυρες τους οποίους ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός διέταξε να κάψουν ζωντανούς σε μια εκκλησία στη Νικομήδεια, καθώς όλοι αρνήθηκαν τη «θυσία στα είδωλα» -ειδικά «την αγία ημέρα των Χριστουγέννων» και κατά την «Θεία Λειτουργία...» (Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο), εκτός αυτών οι 10.000 χριστιανοί που σταυρώθηκαν στο όρος Αραράτ ή οι 24.000 συνοδοιπόροι του αγίου Πάππου οι οποίοι την εποχή του Λικίνιου χύνουν το αίμα τους για τον Χριστό στην Αντιόχεια, μέσα σε πέντε ημέρες σε ένα και μοναδικό βράχο. Πολύ συχνά δεν αναφέρουν καν αριθμό, αλλά βάζουν να πεθαίνει «αμέτρητο πλήθος πιστών», μιλάνε για «αμέτρητους» μάρτυρες, ισχυρίζονται εντελώς στερεότυπα μόνο το θάνατο «πάρα πολλών ιερομαρτύρων», ή υπερηφανεύονται επίσης για το γεγονός ότι «σχεδόν ολόκληρο το ποίμνιο» ακολούθησε τον επίσκοπό του στον θάνατο, ή αναφέρουν «τα πάθη πάρα πολλών αγίων γυναικών, οι οποίες... για χάρη της χριστιανικής πίστης βασανίστηκαν και θανατώθηκαν με τον πιο επώδυνο τρόπο» (Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο ή «Κατάλογος όλων εκείνων των χριστιανών πιστών οι οποίοι στέφθηκαν με αγιότητα και μαρτυρικό θάνατο, των οποίων τη ζωή, τη δράση και τον ηρωικό θάνατο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία συνέλεξε, έλεγξε και κατέγραψε και φύλαξε εις αιώνια πανηγυρική μνήμη εκείνων. Με συνημμένη σύντομη περιγραφή των σημαντικότερων στιγμών της ζωής τους, αφορμή του προσηλυτισμού τους, της δράσης τους και του επώδυνου θανάτου τους».) Όπως καταλαβαίνουμε ήταν συχνός ο χαρακτηρισμός των λειψάνων με τη διατύπωση: «Των οποίων το όνομα γνωρίζει ο Θεός».

Γεγονός είναι ότι ο αριθμός όλων των χριστιανών μαρτύρων των τριών πρώτων αιώνων μπόρεσε να υπολογιστεί κατ' εκτίμηση στους 1.500 (σίγουρα ένας προβληματικός αριθμός)· ότι από τα αναφερόμενα 250 ελληνικά μαρτύρια σε, όπως και να το κάνουμε, 250 χρόνια, μόνο περίπου 20 αποδείχθηκαν ιστορικά· ότι γενικά γραπτές πηγές έχουμε μόνο για μερικές δωδεκάδες μαρτύρων ότι και ο Ωριγένης, ο μεγαλύτερος θεολόγος της προκωνσταντίνειας εποχής, τόσο σεβαστός για πολλά πράγματα, χαρακτηρίζει τον αριθμό των χριστιανών μαρτύρων «μικρό και εύκολο να μετρηθεί». Παρ' όλα αυτά το 1959 ακόμη ο καθολικός θεολόγος Stockmeier γράφει: «Τρεις ολόκληρους αιώνες τούς κυνηγούσαν μέχρι θανάτου...»· και παρομοίως στα μέσα του 20ού αιώνα ακόμη γράφει και ο Ιησουίτης Hertling: «Θα πρέπει να υποθέσουμε σίγουρα έναν εξαψήφιο αριθμό». Θα πρέπει; Γιατί; Μας απαντάει ο ίδιος: «Ο ιστορικός ο οποίος εξετάζει τις πηγές με κριτικό πνεύμα και θέλει να παρουσιάσει τα πράγματα όπως ήταν, διατρέχει διαρκώς κίνδυνο να τραυματίσει ευσεβή αισθήματα. Μόνο και μόνο όποιος βγάλει το συμπέρασμα ότι δεν υπήρξαν εκατομμύρια μάρτυρες...».

Η Εκκλησία όμως δεν υπερέβαλε εγκληματικά μόνο στον αριθμό των μαρτυρίων, αλλά και στην παρουσίασή τους. Στα μέσα του 20ού αιώνα ακόμη ο καθολικός Johannes Schuck υπερηφανεύεται (με διπλή τυπογραφική άδεια της Εκκλησίας) λες και συνεχίζει την ευσεβιανή εκκλησιαστική ιστορία του 4ου αιώνα: «Αυτή ήταν μάχη! Από τη μια πλευρά τα θηρία της αρένας, η φωτιά που έγλυφε τα μέλη που σπαρταρούσαν, τα βασανιστήρια, ο σταυρός και όλα τα δεινά που έμοιαζαν να βγαίνουν σαν βρόμικος οχετός από την κόλαση· από την άλλη πλευρά η ακλόνητη δύναμη με την οποία οι χριστιανοί αντιμετώπιζαν έναν ολόκληρο κόσμο, αβοήθητοι και παρ' όλα αυτά υποστηριζόμενοι από μια βοήθεια πάνω στην οποία έσπαγε κάθε τρικυμία, αν και με λυσσαλέο μένος, άνθρωποι με το ένα πόδι ακόμη στη σκοτεινή γη, με την καρδιά ήδη στην πρώτη φωτεινή λάμψη της αιωνιότητας...».

Εδώ ο Schuck αγάλλεται ακόμη και για το γεγονός ότι οι τόσο φρικιαστικοί διωγμοί εναντίον των χριστιανών, «όσο παράλογο κι αν ακούγεται, έφεραν στη βασιλεία του Θεού μεγάλο κέρδος», ότι «η Εκκλησία μόνο κέρδος είχε», μέχρι «ψηλά στους ουρανούς» και «στα πέρατα του κόσμου». Αφού το «αίμα των μαρτύρων» τής απέφερε ειδικά «τις πολυτιμότερες ψυχές εκτός Εκκλησίας», αφού ειδικά τα θηρία «μπήκαν στο κοπάδι του Κυρίου δια της πίστης και της αυτοθυσίας, της αγάπης και της ηθικής ευγένειας των χριστιανών...».

Οι μάρτυρες επισκιάζουν τα πάντα
Στην προκωνσταντίνεια Εκκλησία τα πιο τολμηρά θαύματα τα κατάφερναν οι μάρτυρες. Τα σχετικά αρχεία είναι τις περισσότερες φορές πλαστογραφημένα, αλλά θεωρούντο όλα ως ιστορικά ντοκουμέντα πλήρους αξίας. Και η μετάβαση στις εντελώς μυθικές ιστορίες των μαρτύρων και στα μυθιστορήματα, όπου θριαμβεύει «η πλήρης έλλειψη ιστορικής λογικής» (Lucius), ήταν σχεδόν φυσική, όσο περίεργη κι αν ήταν. Φωνές ηχούν από τον ουρανό, περιστέρια βγαίνουν από το αίμα των μαρτύρων, άγρια ζώα ψοφάνε με την προσευχή των ευσεβών ηρώων ή δαγκώνουν και σπάνε τα δεσμά τους. Είδωλα, ολόκληροι ναοί καταρρέουν μπροστά τους. Ο άγιος Λαυρέντιος, σχεδόν ήδη λιωμένος στη σχάρα του, φιλοσοφεί με άνεση για την ειδωλολατρική και χριστιανική Ρώμη.

Άλλοι, σχεδόν απανθρακωμένοι, κατεβάζουν φλογερούς ιεραποστολικούς λόγους. Ο μάρτυρας Ρωμανός, τον οποίο η Εκκλησία εξακολουθεί να γιορτάζει στις 9 Αυγούστου, επιτίθεται με 260 στίχους στην ειδωλολατρία και, αφού του κόβουν τη γλώσσα, απαγγέλλει και άλλους 100. Για τον πρώην καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βόννης Franz Joseph Peters έχουμε στα χέρια μας -με έγκριση της Εκκλησίας- μέσω «δύο μαρτύρων που άκουσαν και είδαν οι ίδιοι» «την πλήρη πιστοποίηση» για το γεγονός ότι ο βασιλιάς των Βανδάλων Χάινριχ -προφανώς ο Ονώριχος- «το έτος 483 διέταξε να κόψουν το δεξί χέρι και τη γλώσσα των καθολικών της πόλης Τίπασα στη Βόρεια Αφρική, επειδή δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν τον αρειανιστή επίσκοπο. Δια θαύματος διατήρησαν την ικανότητα της ομιλία τους».

Ο άγιος Ποντιανός ο οποίος μαρτύρησε την εποχή του αυτοκράτορα Αντωνίνου, βαδίζει χωρίς να καίγεται σε αναμμένα κάρβουνα, τον βασανίζουν μάταια, μάταια τον ρίχνουν στα λιοντάρια, μάταια τον περιλούζουν με καυτό μολύβι. Τώρα γιατί ξαφνικά τον σκοτώνει το σπαθί, αυτό δεν το καταλαβαίνουμε. Αλλά αναρωτιόμαστε συχνά, γιατί αυτοί οι ήρωες αντέχουν στα πιο σκληρά βασανιστήρια και ύστερα υποκύπτουν σε ένα εντελώς τετριμμένο χτύπημα με σπαθί ή σε μια απλή λαβή στραγγαλισμού, όπως ο άγιος Ελευθέριος, επίσκοπος Ιλλυρικού, μαζί με τη μητέρα του Ανθία την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού. Γιατί, ακόμη και αν κάποιοι κερδίζουν τις δάφνες του μάρτυρα πνιγμένοι σε ένα ποτάμι, σε ένα πηγάδι ή στη θάλασσα, πολλές φορές με μια βαριά πέτρα στο λαιμό ή μέσα σε ένα σάκο με φίδια και σκύλους, ακόμη κι αν κάποιοι λιμοκτονούν, ακόμη κι αν «στέφονται» στην αγχόνη, ακόμη κι αν παλουκώνονται, σταυρώνονται, «γεννιούνται» για τον ουρανό με τη συντριβή των κοκάλων τους ή με σιγανό ψήσιμο, ακόμη κι αν καίγονται στο καμίνι σαν ζώσα φλόγα, κι αν ξεσκίζονται από θηρία, ακόμη κι αν τους πετροβολούν, τους κατακρεουργούν με πριόνι ή ακόμη κι αν ο Κυριάκος, ένα τρίχρονο αγοράκι, συντρίβεται στα σκαλοπάτια της δικαστικής έδρας και κερδίζει «το στέμμα της αιώνιας ζωής» -παρ' όλα αυτά η πλειοψηφία καταλήγει πάντα πολύ απλά αποκεφαλισμένη. Ο αποκεφαλισμός είναι σχεδόν πάντα αποτελεσματικός. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει: γιατί τότε οι ειδωλολάτρες δοκίμαζαν τόσα χρόνια στην αρχή τόσο μάταιες μεθόδους θανάτωσης στους χριστιανούς, και γιατί αυτοί επιβίωναν ακόμη και από τα πιο καλοσχεδιασμένα και περίτεχνα μαρτύρια, αλλά σχεδόν ποτέ από τον πρωτόγονο αποκεφαλισμό;

Θαύματα επί θαυμάτων, όπως και να έχει το πράγμα. Οι χριστιανοί ήρωες, όσο διακαώς κι αν επιθυμούσαν τον θάνατο, για να πάρουν την ύψιστη αμοιβή, το βασίλειο των ουρανών, συχνά αργούν να πεθάνουν, δεν γλυτώνουν μόνο από τη συνηθισμένη φωτιά, όπως ο Απολλώνιος, ο Φιλήμων και αμέτρητοι άλλοι, επιζούν ακόμη και από το καμίνι, βγαίνουν, φυσικά, «αλώβητοι», π.χ. ο άγιος Νεόφυτος. (Και γιατί όχι, αφού στην «Αγία Γραφή» ο Δανιήλ και οι σύντροφοι του επιζούν «ακέραιοι » από το πυρωμένο καμίνι «που το έκαιγαν επτά φορές περισσότερο» απ' ό,τι χρειαζόταν. Αν υπερβάλλουν τα «Απόκρυφα», τότε υπερβάλλει και η Βίβλος). Ο ιερομόναχος Βενέδικτος αντέχει τη διαδικασία στο καμίνι μια ολόκληρη νύχτα, χωρίς να πάθει τίποτα. Και ο άγιος Λουκιλλιανός, ένας πρώην «ιερέας των ειδώλων», γλυτώνει από το αναμμένο καμίνι μαζί με τέσσερα αγόρια, αν και μόνο λόγω μίας ξαφνικής βροχής. Τέλος πάντων...

Τελικά οι περισσότεροι από αυτούς τους μάρτυρες είχαν βασανιστεί πριν μέχρι θανάτου, συχνά όμως εις μάτην. Αφού συνεχώς εμφανίζονται άγγελοι -υπάρχουν πολλοί- και το έχουν κάνει σίγουρα αποστολή ζωής να συμπαραστέκονται σε μάρτυρες. Ο άγιος ιερέας Φήλιξ ελευθερώνεται από άγγελο και μάλιστα νύχτα (και γιατί όχι, αφού στην Καινή Διαθήκη άγγελος ανοίγει στους Αποστόλους την πόρτα της φυλακής, νύχτα! Αν υπερβάλλουν τα «Απόκρυφα», τότε υπερβάλλει και η Βίβλος). Τον άγιο Ευστάθιο βγάζει από το ποτάμι ένας άγγελος και ύστερα ένα περιστέρι τον οδηγεί «στη δόξα της αιώνιας χαράς». Στην περίπτωση του Στεφάνου, του πολυδοκιμασμένου ηγουμένου, «οι άγιοι άγγελοι» είναι τουλάχιστον παρόντες στο θάνατο του· ο ίδιος πάπας Γρηγόριος Α', ο «Μέγας» το πιστοποιεί αυτό, και τους «είδαν και άλλοι». Ε, ποιος άλλος να αμφιβάλει! Ο άγιος φύλακας Απρονιανός δεν βλέπει μεν αγγέλους, δεν μπορεί ο καθένας να βλέπει αγγέλους, ακούει όμως, όταν βγάζει από τη φυλακή τον άγιο Σισίνιο, μια ουράνια φωνή: «Ελάτε, εκλεκτοί του πατρός μου...» κ.λπ., οπότε εκείνος πιστεύει και πεθαίνει για τον Κύριό του. Μάλιστα αυτός ο ίδιος, δήθεν, υφίσταται το θάνατο του μάρτυρα, ένα από τα πιο σκληρά μαρτύρια που συνέβη στη Συρία, το μαρτύριο «κατ' εικόνα του Σωτήρος μας, ο οποίος σταυρώθηκε από τους Ιουδαίους, και έχυσε τόσο αίμα, ώστε οι Εκκλησίες της Ανατολής και της Δύσης πήραν πολύ από αυτό».

Και φυσικά όλοι οι πειρασμοί συντρίβονται πάνω στους χριστιανούς ήρωες. Κανείς δεν απαρνείται την πίστη του. Ό,τι κι αν τους προσφέρουν, τίποτα δεν τους κλονίζει, ούτε προνόμια ούτε δώρα ούτε τιμές. Εις μάτην προσφέρει ένας δικαστής την ίδια του την κόρη σε γάμο. Εις μάτην υπόσχεται ολόκληρος αυτοκράτορας να παντρευτεί μια χριστιανή, εις μάτην τής υπόσχεται τη συμβασιλεία και τιμητικούς στύλους σε όλη την αυτοκρατορία...

Οι πιο γνωστοί αρχαίοι Πατέρες της Εκκλησίας συμμετείχαν αναίσχυντα στις πιο αισχρές υπερβολές αυτού του έπους. Ολόκληρο το αρχαίο βιβλίο της εκκλησιαστικής ιστορίας του Ευσέβιου είναι γεμάτο από αυτές. Από τη μια πλευρά η αδιανόητη κακία των διωκτών των χριστιανών, των «υπηρετών των δαιμόνων», από την άλλη πλευρά οι ένδοξες πράξεις των «πραγματικά θαυμαστών μαχητών», πάνω στους οποίους ξεσπάνε τα πάντα, «φωτιά, σπαθί, κάρφωμα, θηρία, θαλάσσια βάθη, κόψιμο των άκρων, πυρωμένο σίδερο, βγάλσιμο των ματιών, ακρωτηριασμοί σε όλο το σώμα...». Ο επίσκοπος Ευσέβιος συγκεντρώνει «αμέτρητα» ψεύτικα θύματα, «μαζί και μικρά παιδιά», όπως και πλήθος από απίστευτες λεπτομέρειες: «Και όταν το κάθε ένα από τα θηρία ήταν έτοιμο να χυμήξει, υποχωρούσε συνεχώς, σαν να το κρατούσε μια θεϊκή δύναμη...». «Πανηγύριζαν μάλιστα και έψελναν στο Θεό δοξολογίες και αίνους μέχρι την τελευταία τους πνοή». Του φαίνεται αδύνατον, λέει ο «πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας», «να ντύσει με λέξεις το πλήθος και το μέγεθος των μαρτύρων του Θεού». Και στην αρχή ακόμη ομολογεί ότι «υπερβαίνει τις δυνάμεις μας» να περιγράψουμε όλα αυτά «επάξια» -πόσο αλήθεια λέει! Παρεμπιπτόντως, ο ίδιος ο Ευσέβιος δεν είχε ηρωικό θάνατο. Οι χριστιανοί αντίπαλοί του τον κατηγόρησαν μάλιστα ότι κατά τη διάρκεια των διωγμών έκανε θυσίες στους θεούς ή τουλάχιστον το είχε υποσχεθεί· ίσως να ήταν συκοφαντία. Αλλά, όταν η κατάσταση έγινε επικίνδυνη, ο μεγάλος υμνητής των μαρτύρων αποσύρθηκε σε ασφαλές μέρος και κατάφερε να επιζήσει και από τους διωγμούς του Διοκλητιανού, χωρίς να πάθει τίποτα. Όσες δεκάδες χιλιάδες μάρτυρες κι αν δόξασε κι επινόησε, αυτός ο «πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας » δεν συγκαταλέγεται μεταξύ τους. Και γιατί άλλωστε; Ούτε ένας επίσκοπος της Παλαιστίνης δεν υπέστη μαρτυρικό θάνατο.

Κι όμως, σύμφωνα με τον διδάσκαλο της Εκκλησίας, Εφραίμ, τον ασυγκράτητο αντισημίτη, σύμφωνα με τον διδάσκαλο της Εκκλησίας Γρηγόριο Ναζιανζηνό, αλλά και άλλους, οι μάρτυρες δεν ένιωθαν κανένα πόνο. Σύμφωνα με τους διδασκάλους της Εκκλησίας, Βασίλειο και Αυγουστίνο, οι μάρτυρες απολάμβαναν τα βασανιστήρια. Περπατάνε, γράφει ο εκκλησιαστικός διδάσκαλος Χρυσόστομος, πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, λες κι ήταν τριαντάφυλλα, και ρίχνονται στην πυρά σαν σε δροσερό λουτρό. Ο Προυδέντιος, ο μεγαλύτερος αρχαίος χριστιανός ποιητής της Δύσης, τον οποίο στο Μεσαίωνα θαύμαζαν περισσότερο από όλους, αναφέρει το μαρτύριο ενός παιδιού που μόλις είχε αποκοπεί από το στήθος της μάνας του και που υπέμενε γελώντας τις βουρδουλιές που έσκιζαν το σωματάκι του. Φυσικά δεν είναι το μοναδικό βρέφος-θύμα στην καθολική ένδοξη μυθολογία!

Και για την κάπως μεγαλύτερη στην ηλικία Αγνή, ο εκκλησιαστικός διδάσκαλος Αμβρόσιος, ο ταλαντούχος ευρετής τόσων μαρτύρων, γράφει: «Μα πρόσφερε γενικά το τρυφερό κορμί του παιδιού χώρο για θανάσιμο τραύμα;». Για τον Αμβρόσιο, όπως και για όλους τους ομοίους του, ένα θαύμα δεν μπορούσε ποτέ να είναι αρκετά θαυμαστό. «Γιατί μίλησε ακόμη και το γάίδουράκι με ανθρώπινη φωνή, καθώς ήταν θέλημα Θεού». Από την άλλη πλευρά, ο μαρτυρικός θάνατος του Αγίου Γεωργίου επισκιάζει όλους τους άλλους. Ήταν τόσο παράλογος και φιλοτεχνημένος με τόσο τρελά θαύματα, ώστε οι άνδρες της Εκκλησίας σε Ανατολή και Δύση τα μετρίασαν με «βελτιώσεις», για να τον κάνουν πιο πιστευτό.

Γενικά διακρίνονται και γυναίκες, τις περισσότερες φορές φυσικά παρθένες, όπου εντύπωση κάνει πόσο συχνά οι χρονικογράφοι των χριστιανών βάζουν τους κακούς ειδωλολάτρες να κόβουν τα στήθη καθολικών παρθένων: Κόβουν τα στήθη της αγίας παρθένου Αγάθης, της αγίας παρθένου Μάκρας, της αγίας παρθένου Φεβρονίας, της αγίας παρθένου Εγκρατίδας, της οσιομάρτυρος Ελικωνίδας, της αγίας Καλλιόπης κ.ο.κ. Για την αγία παρθένο Αναστασία την πρεσβυτέρα το Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο αναφέρει: «Κατά τους διωγμούς του Βαλεριανού υπό τον ηγεμόνα Πρόβο δέθηκε με σκοινιά καιλουρίδες, βασανίστηκε με χαστούκια, φωτιά και χτυπήματα, και, καθώς επέμενε αμετακίνητη παρ' όλα αυτά στην ομολογία πίστης του Χριστού, της έκοψαν τα στήθη, της έβγαλαν τα νύχια, της έκοψαν τα χέρια και τα πόδια, και τέλος το κεφάλι, και έτσι έσπευσε να συναντήσει τον ουράνιο νυμφίο της». Ένα εντυπωσιακό τέλος, μα την αλήθεια. Επί Κωνστάντιου ο «αιρετικός Μακεδόνιος», επομένως ένας χριστιανός, διατάζει, προφανώς εντελώς συστηματικά, να κόβουν με το χαντζάρι τα στήθη των «πιστών γυναικών» και να τα καυτηριάζουν με πυρωμένο σίδερο. Κι αν δεν αναφύονται πάντα τα στήθη τους, και συχνά δεν το κάνουν, παρ' όλα αυτά οι κυρίες κάνουν άλλα θαυμαστά πράγματα...

Η αγία παρθένος Αγνή ρίχνεται στην πυρά, και η προσευχή της σβήνει τη φωτιά. Η αγία παρθένος Ιουλιανή περιφρονεί τον τοποτηρητή Εβιλάσιο ως σύζυγο και επιβιώνει τόσο από πύρινες φλόγες, όσο και από ένα ντους με βραστό νερό. Και η αγία Ερωτηίδα βγαίνει ζωντανή από τις πύρινες φλόγες, «από αγάπη προς τον Χριστό». Με τον ίδιο τρόπο βγαίνουν σώες μέσα από τις φλόγες την εποχή των διωγμών του Διοκλητιανού οι αγίες παρθενομάρτυρες Αγάπη και Χιονία. Η αγία παρθένος Εγκρατίδα επιβιώνει (αρχικά) παρά τα κομμένα στήθη και το βγαλμένο συκώτι, για να μην αναφέρουμε και τα άλλα μαρτύρια. Και η αγία Ελικωνίδα η οποία εκτέθηκε σε πολλά βασανιστήρια επί αυτοκράτορα Γορδιανού, βγαίνει ζωντανή από τον ακρωτηριασμό του στήθους της, τη ρίψη στην πυρά και σε θηρία, έως ότου υποκύπτει τελικά στο σπαθί. Η αγία παρθένος Χριστίνα, ήδη φριχτά κομματιασμένη, σώζεται από άγγελο
μέσα σε μια λίμνη, παραμένει «σώα» επί πέντε ημέρες μέσα σε ένα καμίνι, επιβιώνει και από δηλητηριώδη φίδια, από το κόψιμο της γλώσσας της, οπότε όμως ολοκληρώνει «την πορεία του ένδοξου μαρτυρίου της» (Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο).

Κατά τους διωγμούς των χριστιανών στη Γαλατία το 177 υπό τον Μάρκο Αυρήλιο -οι οποίοι, σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό ιστοριογράφο Ευσέβιο, κόστισαν τη ζωή σε «δεκάδες χιλιάδες μάρτυρες», ενώ τώρα στο καθολικό «Θεολογικό και Εκκλησιαστικό Λεξικό» απομένουν μόνο οχτώ!- «οι οσιομάρτυρες περνούσαν από βασανιστήρια τα οποία ξεπερνούν κάθε περιγραφή» (Ευσέβιος). Ιδιαίτερα η αγία Βλανδίνη (εορτάζεται τη 2α Ιουλίου), μια τρυφερή υπηρέτρια, διακρίνεται για τις επιδόσεις της δύναμής της. Παρότι τη βασανίζουν από το πρωί έως το βράδυ, αντί να κουραστεί εκείνη, εξαντλείται το μαστίγιο των βασανιστών της. Κατακρεουργημένη ήδη σε όλο της σώμα, ρίχνεται στα θηρία, τη μαστιγώνουν, την ψήνουν, έτσι ώστε τα μέλη που ψήνονται «την τύλιγαν στην τσίκνα τους». Αφού ύστερα τη μαστίγωσαν άλλη μια φορά, αφού την έριξαν στα θηρία και αφού τη σούβλισαν, «εγκαταλείπει στο τέλος τα εγκόσμια».

Ο καθολικός εκκλησιαστικός ιστορικός Michel Clevenot τονίζει μεν ότι εκείνη την εποχή, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους του Τραϊανού, «δεν κυνηγούσαν τους χριστιανούς», αλλά αρκούνταν να συλλαμβάνουν απλά τους καταγγελθέντες (δικαίως το θεωρεί άλλη μια απόδειξη, «αν γενικά χρειάζεται, για το γεγονός ότι οι ρωμαϊκές αρχές δεν ήταν καθόλου εχθρικά διατεθειμένες εναντίον των χριστιανών»). Ύστερα όμως αναφέρεται στο «λουτρό αίματος της Λυών» και ψέλνει έναν μακροσκελή ύμνο στην αγία Βλανδίνη: «Ω! αξιέραστη Βλανδίνη, φτωχή μικρή που μορφωμένοι κρατικοί υπάλληλοι, ανθρωπιστές, στολισμένοι με διπλώματα και τιμές, σε έδωσαν βορά της αμβλύνου αγριότητας του ξεσηκωμένου όχλου, εσύ είσαι το σύμβολο όλων εκείνων των θυμάτων αυτού του τρομακτικού κρατικού Δικαίου... Εσύ σίγουρα δεν νοιάστηκες για το σώμα σου, Βλανδίνη, και δεν έκλαψες για τη ψυχή σου. Ήσουν εντελώς αφοσιωμένη, με ψυχή και σώμα, στον ίδιο τον Ιησού...».

Σχεδόν ακόμη πιο μεγαλόπρεπη στάση από την αγία κράτησε ο διάκονος Σάνκτος ο οποίος μαρτύρησε μαζί της. Αφού τον υπέβαλαν σε όλων των ειδών τα βασανιστήρια, αφού τελικά πλάκωσαν τα πιο ευαίσθητα τμήματα του σώματος του με πυρωμένες σιδερένιες πλάκες, έτσι ώστε ήταν μόνο μια πληγή, εντελώς συντετριμμένος, καμένος, παραμορφωμένος, γεμάτος όγκους, εξανθήματα, αίμα, τον βασάνισαν πάλι μετά από δύο ημέρες, άνοιξαν ξανά όλες τις πληγές του, οι οποίες όμως γιατρεύτηκαν πάλι όλες με θαυμαστό τρόπο. Ζωηρός ζωηρός, υγιής και δυνατός ξανασηκώθηκε από τους βασανισμούς. «Ρωτάτε, ποιοι ήταν οι μεγάλοι της Εκκλησίας; Αποκλειστικά και μόνο οι μάρτυρες» (Καθολικός Van der Meer). Ο Σάνκτος, η Βλανδίνη και οι σύντροφοί τους πυρπολήθηκαν και, σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγίου επισκόπου Γρηγόριου της Τουρ, η τέφρα τους ρίχτηκε στον ποταμό Ροδανό, όπου όμως ξαναβρέθηκε με θαυματουργικό τρόπο -αυτό κι αν είναι θαύμα- και ενταφιάστηκε στη Λυών.

Ο μακράν επιφανέστερος χριστιανός της Λυών, ο άγιος Ειρηναίος, ο οποίος, όταν άρχισαν οι διωγμοί, ήταν ακόμη στην πόλη, βρέθηκε ύστερα στο άψε-σβήσε σε υπηρεσιακό ταξίδι στη Ρώμη, αλλά αργότερα πρόλαβε και έγινε και μάρτυρας -στα χαρτιά...

Πηγή: «Η εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού» (Karlheinz Deschner)