Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

ΑΘΗΝΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΣΠΑΡΤΗΣ

Η ΣΠΑΡΤΗ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ, Η ΑΘΗΝΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΗ

Ο Θουκυδίδης νόμιζε ότι ήξερε την αιτία του πολέμου: «Η αυξανόμε­νη δύναμη της Αθήνας, η οποία προκάλεσε φόβο στους Σπαρτιάτες και τους εξώθησε στον πόλεμο».1 Στην πραγματικότητα, όμως, η αθη­ναϊκή ισχύς δεν ήταν μεγαλύτερη όταν ξέσπασε ο πόλεμος από ό,τι ήταν χρόνια πριν. Ο πόλεμος ήταν μάλλον προϊόν μιας τέλειας καταιγίδας συμπτώσεων, που συνδυάστηκαν με τη ροπή της Αθήνας να προκαλεί τους συμμάχους της Σπάρτης - συμμάχους στους οποίους η Σπάρτη βα­σιζόταν πρώτον για υποστήριξη έναντι των ειλώτων της και δεύτερον για ναυτικές δυνάμεις, για να συμπληρώνει το δικό της πεζικό σε πε­ρίπτωση που όντως ξεσπούσε ο πόλεμος.

Ακριβώς όπως οι Τριακονταετείς Σπονδές είχαν δοκιμαστεί το 440 π.Χ. από τις εντάσεις στα ανατολικά, όταν ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στη Σάμο και τη Μίλητο, το ίδιο συνέβη ξανά το 435 π.Χ., όταν εμφα­νίστηκαν προβλήματα στην κωμόπολη της Επιδάμνου, στα βορειοδυτι­κά, εκεί που σήμερα βρίσκεται η Αλβανία - τόσο μακριά εκτεινόταν ο ελληνικός κόσμος. Αυτή τη φορά, ωστόσο, η πρόκληση προς την ει­ρήνη δε θα εξαλειφόταν και μέσα σε τρία χρόνια η Πελοποννησιακή Συμμαχία θα κήρυττε τον πόλεμο στην Αθήνα.
 
Η Κέρκυρα ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη
 
Από τεχνική άποψη η Επίδαμνος ήταν αποικία της Κέρκυρας- η ίδια η Κέρκυρα ήταν αποικία της Κορίνθου. Συνεπώς η Κόρινθος, η μητρόπολη της Κέρκυρας, ήταν ουσιαστικά γιαγιά της Επιδάμνου και στην πραγματικότητα ο άνδρας που είχε επιλεγεί κατά την παράδοση για τον ρόλο του ιδρυτή της Επιδάμνου είχε προέλθει από την Κόρινθο. Η Κόρινθος και η Κέρκυρα, ωστόσο, αλληλομισιούνταν και το 664 π.Χ. είχαν πολεμήσει μεταξύ τους στην πρώτη καταγεγραμμένη ναυμαχία στην ελληνική Ιστορία. Επιπλέον, η Κόρινθος αποτελούσε μέλος-κλειδί της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, ενώ η Κέρκυρα και η Επίδαμνος ήταν ουδέτερες.
 
Το 435 π.Χ. η εμφύλια διαμάχη που σιγόβραζε για κάμποσο καιρό στην Επίδαμνο ξέσπασε βίαια, όταν οι ολιγαρχικοί που είχαν απελαθεί από τις μάζες επέστρεψαν μαζί με μερικούς ντόπιους μη Έλληνες για να πλιατσικολογήσουν. Αυτό το είδος σύγκρουσης ήταν ενδημικό στις πόλεις και θα στοίχειωνε τα ελληνικά κράτη καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής τους. Ο δήμος της Επιδάμνου -ο πληθυσμός, ο οποίος υποστή­ριζε μια δημοκρατική διακυβέρνηση- αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από τη μητρόπολη Κέρκυρα, αλλά οι Κερκυραίοι δεν είδαν κάποιο κέρ­δος στο να εμπλακούν στα δεινά του.2 Ευρισκόμενοι σε απόγνωση, οι Επιδάμνιοι στράφηκαν τότε στη γιαγιά Κόρινθο, από όπου έλαβαν μια τελείως διαφορετική απάντηση. Αποδείχτηκε πως οι Κορίνθιοι ήταν παραπάνω από πρόθυμοι να στείλουν βοήθεια. Η ανυπομονησία τους μπορεί να οφειλόταν εν μέρει στην έγνοια τους να αναπτύξουν μία βά­ση ισχύος στα βορειοδυτικά και να εξασφαλίσουν λιμάνια σε χρήσιμα εμπορικά δρομολόγια -η Κόρινθος ήταν ένα από τα μεγάλα εμπορι­κά κράτη-, αλλά ο πρωταρχικός λόγος φαίνεται πως ήταν η απίστευτη ξεροκεφαλιά. Για χρόνια οι Κορίνθιοι έφεραν βαρέως την ασέβεια, ή την ύβρη θα έλεγε κάποιος, με την οποία είχαν αντιμετωπιστεί από τους Κερκυραίους, τη δική τους αποικία. Αν και οι ελληνικές αποικίες ήταν πολιτικά ανεξάρτητες από τις μητροπόλεις τους, ήταν έθιμο να αντιμετωπίζουν τα κράτη που τις ίδρυσαν με θέρμη και σεβασμό. Αυτό δεν το έπραξαν οι Κερκυραίοι. Στις κοινές γιορτές τους δεν προσέφεραν στους Κορίνθιους εκπροσώπους τα πιο διαλεχτά κομμάτια από τα σφάγια των θυσιών, όπως έκαναν οι άλλες αποικίες. Διέθεταν επίσης ναυτικό ανώτερο από εκείνο της Κορίνθου - πράγμα για το οποίο δε χρειαζόταν βέβαια να απολογείται κανείς, αλλά δυσαρεστούσε το γε­γονός ότι οι Κερκυραίοι συνήθιζαν προφανώς να καυχιούνται γι’ αυτό. Για όλους αυτούς τους λόγους, οι Κορίνθιοι, των οποίων η κυβέρνηση ήταν ολιγαρχική, επέλεξαν παρ’ όλα αυτά να ταχθούν με το μέρος των δημοκρατικών της Επιδάμνου και κατά των ολιγαρχικών.3
 
Η διαπίστωση ότι ο πληθυσμός της Επιδάμνου είχε εμπιστευτεί τις τύχες του στην Κόρινθο άλλαξε τελείως τη στάση των Κερκυραίων έναντι της αποικίας τους. Απέπλευσαν τώρα με είκοσι πέντε πλοία και διέταξαν τους Επιδάμνιους να απελάσουν τους στρατιώτες που είχαν στείλει οι Κορίνθιοι και να επαναπατρίσουν τους ολιγαρχικούς εξόρι­στους. Όταν οι δημοκρατικοί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, οι Κερκυραίοι τους πολιόρκησαν. Πληροφορούμενοι την πολιορκία, οι Κορίνθιοι συγκρότησαν στόλο που περιελάμβανε συμμαχικά πλοία από πολλά κράτη, λαμβάνοντας βοήθεια από συμμάχους των Πελοποννησίων όπως τα Μέγαρα και η Θήβα4.
 
Σε αυτό το σημείο, οι Κερκυραίοι έκαναν ένα βήμα πίσω και άρχι­σαν να συλλογίζονται τι έκαναν. Τι νόημα είχαν πραγματικά όλα αυτά; Το ναυτικό τους ήταν ισχυρότερο από της Κορίνθου, αλλά δεν είχαν συμμάχους, ενώ η Κόρινθος αποτελούσε μέλος-κλειδί της Πελοποννησιακής Συμμαχίας. Οι Κερκυραίοι αναρωτήθηκαν γιατί να ρισκάρουν τον στόλο τους προστατεύοντας την Επίδαμνο. Κρίνοντας πως για ζητή­ματα τιμής και γοήτρου σε μια αντιπαράθεση με την αδιαμφισβήτητη μητρόπολή τους δεν άξιζε να διακινδυνεύσουν τον στόλο τους, οι Κερ­κυραίοι πρότειναν να τεθεί το ζήτημα στη διαιτησία των πελοποννησιακών πόλεων με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών. Εναλλακτικά, θα πήγαιναν ευχαρίστως στο μαντείο του Απόλλωνα στους Δελφούς και θα άφηναν τον θεό να αποφασίσει. Και οι δύο αυτές προτάσεις έμοια­ζαν εκ πρώτης όψεως καλές: η διαιτησία προβλεπόταν και στους όρους των Τριακονταετών Σπονδών και το μαντείο των Δελφών έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από όλα τα ελληνικά κράτη.
 
Οι προτάσεις όμως των Κερκυραίων δεν εισακούστηκαν. Μη έχο­ντας εντυπωσιαστεί από αυτές, οι Κορίνθιοι τους κήρυξαν τον πόλεμο και οι δύο στόλοι (με την Κόρινθο να υποστηρίζεται και πάλι από τα Μέγαρα) βρέθηκαν αντιμέτωποι στη μάχη. Οι Κορίνθιοι υπέστησαν δεινή ήττα και την ίδια μέρα η Επίδαμνος έπεσε στα χέρια της Κέρ­κυρας. Σε ανάμνηση της ναυτικής νίκης τους, οι Κερκυραίοι, σύμφω­να με το ελληνικό έθιμο, έστησαν τρόπαιο στο ακρωτήριο της Λευκίμμης, κοντά στο νότιο άκρο της Κέρκυρας. Κράτησαν επίσης αλυσοδε­μένους τους Κορίνθιους αιχμαλώτους που συνέλαβαν και σκότωσαν αυτούς που προέρχονταν από άλλα κράτη.5
 
Καθοδηγούμενοι από φλογερή οργή και ψυχρό υπολογισμό, οι Κορίνθιοι ανάλωσαν τα επόμενα δύο χρόνια συγκεντρώνοντας μια μεγάλη αρμάδα, ναυπηγώντας πλοία και προσλαμβάνοντας κωπηλάτες από ολό­κληρη την Ελλάδα. Τα νέα αυτά ανησύχησαν τους Κερκυραίους, οι οποίοι συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να συνεχίσουν την προη­γούμενη πρακτική τους του απομονωτισμού. Έπρεπε να συμμαχήσουν με μία από τις μεγάλες δυνάμεις. Λόγω της αναπόφευκτης αντίθεσης που θα προέβαλε η Κόρινθος στη Σπάρτη -και επειδή ήταν δημοκρατι­κοί- επέλεξαν τους Αθηναίους έναντι των Λακεδαιμονίων, και μαθαί­νοντας για την επικείμενη άφιξη των Κερκυραίων πρέσβεων στην Αθή­να, οι Κορίνθιοι έστειλαν δικούς τους πρέσβεις.
 
Οι πρέσβεις και των δύο κρατών μίλησαν στους Αθηναίους στην Εκ­κλησία του Δήμου στον λόφο της Πνύκας, όπου παρευρέθηκαν χιλιά­δες άρρενες πολίτες. Οι Κερκυραίοι υποστήριξαν ότι ο πόλεμος με τη σπαρτιατική συμμαχία ερχόταν και πως αν οι Αθηναίοι δε συμμαχού­σαν μαζί τους, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος προτού ξεσπάσει ο πόλεμος, ο κύριος ναυτικός σύμμαχος της Σπάρτης, η Κόρινθος, να έχει κατα­πιεί το ναυτικό της Κέρκυρας· αντιστρόφως, αν η Αθήνα συμμαχούσε με την Κέρκυρα, θα είχε στη διάθεσή της εκτός από τα δικά της πλοία και εκείνα της Κέρκυρας, με τα οποία θα μπορούσε να πολεμήσει τους Πελοποννήσιους. Κατέδειξαν επίσης ότι το να συμμαχήσουν οι Αθη­ναίοι μαζί τους δεν αποτελούσε παραβίαση των Τριακονταετών Σπον­δών, που προέβλεπαν ότι οι ουδέτεροι ήταν ελεύθεροι να ταχθούν με όποια πλευρά ήθελαν.
 
Οι Κορίνθιοι απάντησαν με ένα έξυπνο ρητορικό σχήμα, το οποίο περιελάμβανε μια γενική δολοφονία χαρακτήρα των Κερκυραίων, έναν κατάλογο από χάρες που είχαν κάνει οι Κορίνθιοι στους Αθηναίους και ορισμένα αθηναϊκά αμαρτήματα. Πιο συγκεκριμένα, υπενθύμισαν στους Αθηναίους τον ρόλο που είχε παίξει η Κόρινθος στο να αποτρέ­ψει τους Σπαρτιάτες να επέμβουν για να βοηθήσουν τους Σάμιους στην πρόσφατη εξέγερσή τους. Το κέντρο βάρους της ομιλίας τους ωστόσο ήταν να καταδείξουν ότι ο πόλεμος με την Πελοποννησιακή Συμμαχία κάθε άλλο παρά βέβαιος ήταν. Αυτό το έθεσαν σχεδόν ως παρένθε­ση, με την ελπίδα να τρομάξουν τους Αθηναίους, κάνοντάς τους να πι­στέψουν πως αν συμμαχούσαν με την Κέρκυρα, θα προκαλούσαν έναν πόλεμο, τον οποίο υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να είχαν αποφύγει, αλλά ήταν κρίσιμο για το επιχείρημά τους.6
 
Η στρατηγική των Κορινθίων έθεσε στους Αθηναίους ένα αγωνιώ­δες δίλημμα. Αυτό που έπρεπε να αποφασίσουν οι άνδρες της Αθή­νας σε εκείνη την καίριας σημασίας συγκυρία της ιστορίας τους ήταν το αν θα διακινδύνευαν να καταστούν ευάλωτοι σε περίπτωση πολέ­μου ή θα διακινδύνευαν να πάνε σε πόλεμο με ολόκληρη την Πελοποννησιακή Συμμαχία, εξοργίζοντας τους Κορίνθιους. Για πολλούς από όσους ήταν παρόντες στη συνάντηση, αυτή ήταν η σημαντικότε­ρη απόφαση που είχαν πάρει στη ζωή τους. Αρχικά, οι περισσότεροι έτειναν να διαχωρίσουν τη θέση τους από μία συμμαχία με την Κέρκυ­ρα εξαιτίας του φόβου μήπως παραβούν τους όρκους που είχαν λάβει την εποχή των Τριακονταετών Σπονδών, αλλά στη δεύτερη συνέλευση της Εκκλησίας του Δήμου, αφού είχαν συζητήσει ξανά το θέμα μετα­ξύ τους και πιθανώς και με τις συζύγους τους, τις μητέρες και τις αδελ­φές τους, κατέληξαν σε έναν συμβιβασμό έπειτα από παρότρυνση του Περικλή. Αντί να απορρίψουν ξεκάθαρα το αίτημα των Κερκυραίων ή να κάνουν πλήρη επιθετική και αμυντική συμμαχία μαζί τους, θα έκα­ναν μόνο αμυντική συμμαχία: κάθε κράτος θα προσέτρεχε σε βοήθεια του άλλου μόνο εφόσον είχε δεχτεί επίθεση από τρίτο.7 Αυτό, φυσικά, αποτελούσε τέχνασμα, που προμήνυε τη συνήθεια των Ρωμαίων να συ­νάπτουν συμμαχίες με κράτη τα οποία είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι επρόκειτο να δεχτούν επίθεση· με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ήταν που η Ρώμη θα κατάφερνε αργότερα να οικοδομήσει μια αυτοκρατορία δίχως να φαίνεται ότι παραβιάζει την αρχή της πως όλοι οι πόλε­μοί της ήταν αμυντικοί.
 
Οι Κερκυραίοι είχαν ορκιστεί αιώνια ευγνωμοσύνη αν οι Αθηναίοι δέχονταν να τους εντάξουν στη συμμαχία τους, αλλά η ευγνωμοσύ­νη τους δεν μπορεί να ήταν μεγάλη όταν είδαν ότι οι Αθηναίοι τους έστειλαν μόνο δέκα πλοία.8 Η δύναμη αυτή αρκοΰσε μόνο για να προ- κληθεί διεθνές επεισόδιο, αλλά όχι για να αντιστρέψει την πορεία της μάχης. Ακόμη χειρότερα, η Εκκλησία του Δήμου είχε δώσει εντολή στους Αθηναίους να μην εμπλακοΰν στη μάχη, παρά μόνο σε περίπτω­ση που οι Κορίνθιοι ετοιμάζονταν να αποβιβαστούν στην Κέρκυρα. Τα γεγονότα, ωστόσο, δεν εξελίχθηκαν όπως είχαν σχεδιαστεί. Στη ναυ­μαχία έξω από τα Σύβοτα, κοντά στο νοτιοανατολικό άκρο της Κέρ­κυρας, όταν οι Αθηναίοι είδαν τους Κερκυραίους να πιέζονται σκλη­ρά, παράκουσαν τις εντολές της Εκκλησίας του Δήμου και όρμησαν στη μάχη.9 Οι Κορίνθιοι ακόμη νικούσαν - ό,τι καλύτερο, θα πρέπει να σκέφτηκαν οι πιο πολεμοχαρείς από αυτούς, αφού είχαν καταφέρει να κάνουν τους Αθηναίους να παραβιάσουν τις Τριακονταετείς Σπον­δές. Αφού ανασυντάχθηκαν έχοντας κωπηλατήσει μέσα από συντρίμ­μια και έχοντας σκοτώσει όσους περισσότερους άνδρες μπορούσαν (και μερικούς από τους δικούς τους συμμάχους μέσα στη σύγχυση), οι Κορίνθιοι επιχείρησαν να επιτεθούν άλλη μια φορά, όταν οι κατάπλη­κτοι Κερκυραίοι παρατήρησαν κάτι πολύ παράξενο.
 
Οι Κορίνθιοι είχαν αρχίσει ξαφνικά να υποχωρούν.10
 
Γιατί;
 
Είχαν δει κάτι στον ορίζοντα. Πλοία. Μισοκλείνοντας τα μάτια τους, διέκριναν το αθηναϊκό έμβλημα. Τα πλοία που πλησίαζαν ήταν όντως αθηναϊκές ενισχύσεις. Ο Περικλής, έχοντας δεχθεί επίθεση για το ασή­μαντο απόσπασμα που είχε στείλει στην Κέρκυρα, είχε στείλει διπλάσια πλοία για να το ενισχύσει.11 Οι Κορίνθιοι, ωστόσο, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο είκοσι πλοία. Αυτό που φαντάζονταν -ιδίως αφότου είχε αρχίσει να νυχτώνει- ήταν η πλήρης δύναμη του αθηναϊκού ναυτικού.
 
Το φως της ημέρας έφερε τη συνειδητοποίηση ότι οι Αθηναίοι δεν είχαν στείλει, στην πραγματικότητα, ολόκληρο τον στόλο τους, αλλά και πάλι οι Κορίνθιοι δεν είχαν όρεξη να πολεμήσουν ξανά. Αντιθέτως, έστειλαν πολλούς άνδρες με μια βάρκα να κατηγορήσουν τους Αθη­ναίους ότι παραβίασαν την ειρήνη. Αν αυτή ήταν η πρόθεση των Αθη­ναίων, ανακοίνωσαν οι Κορίνθιοι απεσταλμένοι, τότε έπρεπε να προ­χωρήσουν και να τους συλλάβουν ως τους πρώτους αιχμαλώτους τους.
 
«Πιάστε τους», φώναξαν οι Κερκυραίοι, «και σκοτώστε τους!»12 Οι Αθηναίοι, ωστόσο, παρέμειναν ήρεμοι και είπαν στους Κορίνθιους πως ήταν ελεύθεροι να πλεύσουν όπου ήθελαν, εκτός από την Κέρκυρα. Οι Κορίνθιοι κατευθύνθηκαν αμέσως προς την πατρίδα τους, πουλώ­ντας τους περισσότερους Κερκυραίους αιχμαλώτους ως δούλους, αλλά κρατώντας διακόσιους πενήντα ως ομήρους, τους οποίους και μετα­χειρίστηκαν ιδιαίτερα καλά. Αυτοί ήταν ως επί το πλείστον άνθρωποι της ανώτερης τάξης και οι Κορίνθιοι τους κράτησαν με το σκεπτικό ότι μπορεί να ήταν χρήσιμοι για να κερδίσουν και πάλι την Κέρκυρα στο μέλλον.13 Στην πραγματικότητα, η επιστροφή αυτών των ολιγαρχικών από τους Κορίνθιους στην Κέρκυρα θα προξενούσε έναν από τους πιο αιματηρούς εμφυλίους πολέμους στην ελληνική Ιστορία.
     
Ποτίδαια, η ευσυνείδητη κόρη
 
Θύμα της κλιμακούμενης έντασης μεταξύ της Αθήνας και της Κορίν- θου ήταν η κωμόπολη της Ποτίδαιας, που βρισκόταν στην είσοδο της Παλλήνης, στο δυτικότερο από τα τρία στενά πόδια της Χαλκιδικής στη βορειοανατολική Ελλάδα (βλ. Χάρτη 4). Η θέση της στον ελληνι­κό κόσμο υπήρξε ανέκαθεν αλλόκοτη και τώρα έγινε μη βιώσιμη: ήταν μέλος της Δηλιακής Συμμαχίας αλλά ταυτόχρονα και κορινθιακή αποι­κία - αλλά όχι μια οποιαδήποτε κορινθιακή αποικία. Ενώ η Κέρκυρα ήταν απρόσιτη σε βαθμό ασέβειας, η Ποτίδαια ήταν τόσο σεβαστική, ώστε δεχόταν τους δικαστές της από τη μητρόπολη της. Έχοντας κατά νου ότι υπήρχε αναταραχή στην περιοχή, που εν μέρει είχε πυροδοτηθεί από τον πανούργο Περδίκκα Β', που είχε ανεβεί στον μακεδονι­κό θρόνο περί το 448 π.Χ. και ξεσήκωνε κι άλλους στον Βορρά κατά της Αθήνας, οι Αθηναίοι διέταξαν τους Ποτιδαιάτες να κατεδαφίσουν τα τείχη που τους προστάτευαν από την πλευρά της Παλλήνης, να διώ­ξουν τους Κορίνθιους δικαστές τους και να παραδώσουν ομήρους ως εγγύηση μελλοντικής καλής συμπεριφοράς.
 
Οι απόπειρες των Ποτιδαιατών να διαπραγματευτούν με την Αθήνα απέτυχαν και με την κορινθιακή υποστήριξη έλαβαν μυστικές σπαρτιατι­κές διαβεβαιώσεις ότι η Σπάρτη θα εισέβαλε στην Αθήνα αν η Ποτίδαια επαναστατούσε κατά της αυτοκρατορίας.14 Οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν μυστικές αλλά ψευδείς: η Ποτίδαια όντως επαναστάτησε, όπως και άλλες πόλεις στη Χαλκιδική, αλλά η Σπάρτη δεν εισέβαλε, τουλάχι­στον όχι εγκαίρως ώστε να βοηθήσει την Ποτίδαια. Προφανώς υπήρχε τόσο φιλοπόλεμο όσο και φιλειρηνικό κόμμα στη Σπάρτη, όπως είναι φυσικό σε εποχές διεθνούς κρίσης· το φιλοπόλεμο κόμμα υποσχέθηκε να εισβάλει στην Αθήνα, αλλά όταν επικράτησε το φιλειρηνικό κόμμα, οι Σπαρτιάτες δεν έπραξαν αυτό που είχαν δεσμευτεί. Στην εξέγερ­σή τους οι Ποτιδαιάτες έλαβαν οπωσδήποτε ενθάρρυνση και από τον Περδίκκα, ο οποίος δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την εμφάνι­ση μιας αθηναϊκής αποικίας κυριολεκτικά στο κατώφλι του: της Αμφίπολης, την οποία είχε ιδρύσει ο φίλος του Περικλή Άγνων το 437 π.Χ. σε μία καμπή του ποταμού Στρυμόνα. Οι Αθηναίοι σύντομα απέκλει­σαν την Ποτίδαια και η πολιορκία επρόκειτο να είναι μακρά και οδυ­νηρή. Επιπλέον, εξόργισε περαιτέρω τους Κορίνθιους, όχι μόνο επειδή η Ποτίδαια ήταν αποικία τους, αλλά και επειδή είχαν στείλει κάποια στρατεύματα για να τη βοηθήσουν και πολλοί Κορίνθιοι στρατιώτες παγιδεύτηκαν μέσα σε αυτή όταν άρχισε η πολιορκία. Φυσικά, από τε­χνική άποψη, η συμπεριφορά των Αθηναίων έναντι της Ποτίδαιας δεν παραβίαζε τις Τριακονταετείς Σπονδές· δεν έφταιγαν οι Αθηναίοι που μερικοί Κορίνθιοι είχαν παγιδευτεί μέσα στην πόλη -θεωρητικά ήταν εθελοντές, ούτως ή άλλως- και η συνθήκη επέτρεπε σε κάθε ηγεμό­να να πειθαρχεί τα δικά του μέλη. Στα μάτια των Κορινθίων, όμως, οι Αθηναίοι εκφόβιζαν το «παιδί» τους (ασχέτως αν οι ίδιοι είχαν πάει σε πόλεμο με το δικό τους παιδί, την Κέρκυρα).
     
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
 
Περίπου την ίδια εποχή, οι Αθηναίοι πέρασαν ένα ψήφισμα κατά των Μεγάρων, πιθανώς το τελευταίο από πολλά που έγιναν κατά τη δε­καετία του 430 π.Χ.15 Η φύση του ψηφίσματος αυτού ήταν άνευ προη­γουμένου στην Ιστορία: ένα εμπάργκο σε περίοδο ειρήνης, που απαγό­ρευε στους Μεγαρείς να εμπορεύονται στο κέντρο της πόλης της Αθή­νας και στην αγορά της ή στα λιμάνια της Αθηναϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Τριακονταετείς Σπονδές προσδιόριζαν πως κάθε ηγεμόνας μπορού­σε να θεσπίσει κανόνες που να αφορούν τη δική του σφαίρα επιρροής και οι Αθηναίοι υποστήριξαν πως αυτό ακριβώς ήταν το μόνο που έκα­ναν, επικυρώνοντας το ψήφισμα ως αντίποινα για την καλλιέργεια εκ μέρους των Μεγαρέων μιας ιερής συνοριακής περιοχής που δεν τους ανήκε και για την παροχή ασύλου σε κάποιους φυγάδες δούλους. Θα ήταν όμως εγγύτερα στην αλήθεια αν το ψήφισμα εθεωρείτο ως αντί­ποινα για τα πλοία που συνεισέφεραν οι Μεγαρείς στον κορινθιακό στόλο στις ναυμαχίες της Λευκίμμης και των Συβότων θα μπορούσε να είναι μία «ανάλογη απάντηση» στη μεγαρική ανάμιξη, μία μέση οδός ανάμεσα στο να μην πράξουν τίποτα και στο να αναλάβουν στρατιωτική δράση. Υπήρξε άραγε πικρία για τη σφαγή εκ μέρους των Μεγαρέων της αθηναϊκής φρουράς το 446 π.Χ.; Ήταν πολύ αργά για κάτι τέτοιο. Επρόκειτο άραγε για μια προειδοποιητική βολή, ώστε να απο­θαρρυνθούν άλλα πελοποννησιακά κράτη που ίσως να σκέφτονταν να βοηθήσουν την Κόρινθο σε μια άλλη σύγκρουση με την Αθήνα; Πιθα­νώς. Επρόκειτο μήπως για πίεση στους Μεγαρείς ώστε να επανενταχθούν στη Δηλιακή Συμμαχία; Αν και εκ πρώτης όψεως αυτό μπορεί να φαίνεται παρατραβηγμένο, τα Μέγαρα όχι μόνο είχαν αυτομολήσει από τη σπαρτιατική συμμαχία στην αθηναϊκή μία φορά κατά το παρελ­θόν, αλλά στην πραγματικότητα θα κατάπιναν την υπερηφάνεια τους για να το ξανακάνουν μέσα σε δέκα χρόνια, το 424 π.Χ. Η ένταξη των Μεγάρων στη Δηλιακή Συμμαχία προσέφερε ανεκτίμητα πλεονεκτή­ματα στην Αθήνα, συνεπαγόμενη τον έλεγχο της χερσαίας γέφυρας από την Πελοπόννησο. Ήταν άραγε αδιανόητο οι Μεγαρείς να προσέγγι­ζαν τους Αθηναίους, να τους έλεγαν ότι είχαν σκεφτεί τις εναλλακτικές επιλογές τους, να συνέκριναν τον καιρό που είχαν περάσει στην Πελοποννησιακή Συμμαχία με εκείνον που είχαν περάσει στη Δηλιακή Συμ­μαχία και να τους προσέφεραν και πάλι τη συμμαχία τους;
 
Μερικά χρόνια αργότερα, ο κωμικός ποιητής Αριστοφάνης έδωσε μία υποτιμητική και απίθανη εξήγηση για τις ενέργειες του Περικλή έναντι των Μεγάρων στο έργο του Αχαρνής, που ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο το 425 π.Χ., όταν οι κακουχίες από τον πόλεμο διαρκούσαν ήδη έξι χρόνια. Ο πρωταγωνιστής του έργου και υποστηρικτής της ειρήνης, ο Δικαιόπολις, έχει τη δική του ερμηνεία για το ξέσπα­σμα του πολέμου. Όλα ξεκίνησαν, λέει, όταν κάποιοι μεθυσμένοι Αθη­ναίοι απήγαγαν μία εταίρα από τα Μέγαρα και οι Μεγαρείς, εξοργι­σμένοι από την προσβολή, απήγαγαν δύο εταίρες από ένα ίδρυμα που διαχειριζόταν η Ασπασία από τη Μίλητο, η άτυπη σύζυγος του Περι­κλή έπειτα από το διαζύγιο που είχε πάρει. Η ερμηνεία αυτή δεν είναι πολύ πιστευτή, αλλά φαίνεται ότι προκάλεσε πολύ γέλιο.16
 
Όποιος κι αν ήταν ο σκοπός του -και δεν είναι πιθανό να είχε οποιαδήποτε σχέση με απαχθείσες πόρνες-το Μεγαρικό Ψήφισμα φούντω­σε τις φλόγες της κακής προαίρεσης σε βάρος της Αθήνας που ήδη σιγόκαιγαν στην Ελλάδα, και με την υποκίνηση της Κορίνθου (φυσικά), οι Σπαρτιάτες ανακοίνωσαν πως όποιο κράτος επιθυμούσε μπορούσε να απευθυνθεί στη συνέλευση της σπαρτιατικής Απέλλας που θα γι­νόταν το 432 π.Χ. Κάτι τέτοιο δεν είχε ξαναγίνει.
     
Ένα χτύπημα στα τυφλά
 
Σε αυτή τη συνέλευση εκφωνήθηκαν αρκετοί λόγοι, δίχως να προσμετρούνται οι ιδιωτικές συζητήσεις και οι διακοπές από το ακροατή­ριο, αλλά η αφήγηση του Θουκυδίδη παρουσιάζει μόνο τέσσερις. Αυτό το κουαρτέτο μπορεί να καταγράφει με ακρίβεια την ουσία όσων ελέχθησαν, αλλά μπορεί και όχι, και η πρόβλεψη του βασιλιά Αρχίδαμου για έναν μακροχρόνιο πόλεμο είναι ύποπτα προφητική, αλλά αυτές εί­ναι οι μόνες μαρτυρίες που έχουμε στη διάθεσή μας και φαίνεται να αντικατοπτρίζουν τις ανησυχίες των παρισταμένων. Η πρώτη ομιλία, που έγινε από τους Κορίνθιους πρέσβεις, δεν είχε καμία διάθεση να αποσπάσει την καλή πρόθεση των Σπαρτιατών. Αντιθέτως, ο στόχος της ήταν να τους ντροπιάσει τόσο, ώστε να αναλάβουν δράση, συγκρίνοντας δυσμενώς τον εθνικό χαρακτήρα τους με εκείνο των Αθηναίων:
 
Είναι ακαταπονήτως δραστήριοι ενώ εσείς είστε αναβλητικοί, σε εκείνους αρέσει να ταξιδεύουν ενώ εσείς αποστρέφεστε τις απο­δημίες. Διότι εκείνοι μεν θεωρούν τα ταξίδια ως μέσο αύξησης του πλούτου τους, ενώ εσείς φοβάστε ότι με νέες επιχειρήσεις μπορεί να διακινδυνεύσετε και τα ήδη υπάρχοντα... Διότι μόνο σε αυτούς συμβαίνει ώστε η πραγματοποίηση και η επιθυμία, από τη στιγμή που θα συλλάβουν ένα σχέδιο, να συμπίπτουν στο ένα και το αυτό, λόγω της ταχύτητας με την οποία επιχειρούν όσα αποφασίζουν να πράξουν... Συγκεφαλαιώνοντας, θα έλεγε κανείς την αλήθεια αν έλεγε γι’ αυτούς ότι είναι από γεννησιμιού τους έτσι φτιαγμένοι, ώστε ούτε οι ίδιοι να μένουν ήσυχοι ούτε τους άλλους να αφήνουν στην ησυχία τους.17
 
Οι Κορίνθιοι είπαν στους Σπαρτιάτες ότι οι μέθοδοί σας είναι ξε­περασμένες. Στην πολιτική, όπως και σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, είναι σημαντικό να συμβαδίζει κανείς με τις νέες εξελίξεις. Μην αφή­νετε τον κόσμο να σας προσπερνά, αλλά παραμερίστε τη φυσική νωθρότητά σας. Προστρέξτε σε βοήθεια των συμμάχων σας και εισβάλετε αμέσως στην Αττική. Διαφορετικά, μπορεί να εξαναγκαστούμε να ανα­ζητήσουμε κάποια άλλη συμμαχία. (Άραγε το Άργος, τον μεγάλο αντα­γωνιστή της Σπάρτης στην Πελοπόννησο; Ή μήπως εννοούν... την Αθή­να; Δεν είναι πιθανό, αλλά και μόνο η ιδέα θα πρέπει να προκάλεσε τρόμο στους Σπαρτιάτες.)
 
Προτού οι Σπαρτιάτες προλάβουν να συνέλθουν από αυτή την επίθε­ση «εποικοδομητικής κριτικής», σηκώθηκε να μιλήσει ένας Αθηναίος, ένας από τους πολλούς που ισχυριζόταν ότι βρισκόταν στην περιοχή για «άλλες δουλειές» και ότι δεν ανήκε σε κάποια επίσημη αντιπρο­σωπεία. Εφόσον είναι απίθανο να φανταστούμε τι άλλες δουλειές θα μπορούσαν να έχουν αυτοί οι άνθρωποι στη Σπάρτη, είναι ξεκάθαρο πως επρόκειτο για επίσημη αντιπροσωπεία, η οποία αυτοαποκαλείτο κάπως αλλιώς. Στην ομιλία τους οι Αθηναίοι τόνισαν το γεγονός ότι νί­κησαν τους Πέρσες στον Μαραθώνα μόνοι τους (πράγμα που δεν αλη­θεύει, διότι υποστηρίζονταν από τους συμμάχους τους τους Πλαταιείς) και τον κυρίαρχο ρόλο του ναυτικού τους και του διοικητή του, του Θε­μιστοκλή, στην αποφασιστική ναυμαχία στη Σαλαμίνα - τον Θεμιστο­κλή τον οποίο οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες είχαν τιμήσει πολύ για τον ρόλο του στην ήττα της Περσίας. Η μεταπολεμική ναυτική συμμαχία, υπο­στήριξαν οι Αθηναίοι ομιλητές, παραχωρήθηκε σε αυτούς μόνο αφότου την απέρριψαν οι Σπαρτιάτες, και ήταν φυσικό πως δεν την περιφρόνησαν. «Ανέκαθεν έχει επικρατήσει η αρχή», άλλωστε, «ότι ο ασθε­νέστερος υποκύπτει στη θέληση του ισχυρότερου».18 Αν επρόκειτο να κυβερνήσετε αφού θα μας είχατε νικήσει σε πόλεμο, λένε, θα μπο­ρούσατε κάλλιστα να χάσετε όλη την καλή θέληση που απολαμβάνετε τώρα από εκείνους που μας φοβούνται. (Και στην πραγματικότητα η Σπάρτη, παρ’ όλες τις νίκες της, δεν κέρδισε ποτέ την παραμικρή καλή θέληση.) Αποφασίστε με την ησυχία σας, προειδοποιούν οι Αθηναίοι,
 
και μήτε επηρεαζόμενοι από γνώμες και κατηγορίες άλλων, αναλάβετε αγώνα του οποίου οι ταλαιπωρίες θα είναι εντελώς δικές σας. Οφείλετε να σταθμίσετε προηγουμένως πόσο μεγάλες είναι οι πιθα­νότητες να πλανηθεί κανείς στους περί πολέμου υπολογισμούς του, πριν εμπλακείτε σε αυτόν. Διότι ο πόλεμος παρατεινόμενος κατα­ντά να περιέρχεται συνήθως υπό την επιρροή τυχαίων περιστατι­κών, και στα περιστατικά αυτά δεν ασκείτε καμία επίδραση ούτε εσείς ούτε εμείς, και ο κίνδυνος τον οποίο αναλαμβάνει κανείς έχει άδηλη την έκβαση. Μη λησμονείτε ακόμη ότι οι άνθρωποι εισέρχο­νται στον πόλεμο αρχίζοντας με τα αμοιβαία χτυπήματα, στα οποία έπρεπε να προστρέχουν στο τέλος, και μόνο όταν έχουν αρχίσει οι ατυχίες προσφεύγουν στους λόγους.19
 
Πάνω απ’ όλα, λένε οι Αθηναίοι, ας λύσουμε τις διαφορές μας διά της διαιτησίας, σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης μας.
 
Σε αυτό το σημείο αποσύρθηκαν όλοι οι ξένοι, ούτως ώστε οι Σπαρτιάτες να μπορέσουν να διαβουλευτούν μόνοι τους. Αν και οι πε­ρισσότεροι προτείνουν να πάνε σε πόλεμο αμέσως, ο βασιλιάς Αρχίδαμος (ο μόνος στη Σπάρτη, αφού ο Πλειστοάναξ είναι ακόμη στην εξο­ρία) είναι ιδιαίτερα ανήσυχος από αυτό που εκλαμβάνει ως πλημμυ­ρίδα του πολεμικού πυρετού, η οποία κυριεύει την Απέλλα, ιδίως τους νέους, οι οποίοι έχουν περιορισμένη εμπειρία πολέμου. Ο πόλεμος, επισημαίνει, δε θα είναι ούτε εύκολος ούτε γρήγορος. Οι Αθηναίοι έχουν μέσα που οι Σπαρτιάτες δε διαθέτουν: τεράστιο πλούτο και ένα τεράστιο ναυτικό. Ναι, λέει, φυσικά και μπορούμε να πάμε σε πόλεμο εναντίον τους, αλλά όχι ακόμα. Πρέπει να αυξήσουμε την ισχύ μας· οι Αθηναίοι δεν μπορούν να νικηθούν, παρά μόνο στη θάλασσα, και δεν έχουμε ακόμα τα πλοία για να το πετύχουμε. Με δεδομένη τη συμπε­ριφορά τους, κανείς δε θα μας έψεγε αν καλλιεργούσαμε σχέσεις με μη Έλληνες συμμάχους (δηλαδή την Περσία). Και σίγουρα θα έπρεπε να στείλουμε πρέσβεις στην Αθήνα για να διαπραγματευτούμε μα­ζί της, ιδίως σχετικά με την Ποτίδαια, εφόσον υπάρχει το ενδεχόμενο να αποφευχθεί εντελώς ο πόλεμος.
 
Ο επόμενος ομιλητής ήταν ο Σθενελαΐδας, ένας από τους πέντε εφό­ρους. Οι Αθηναίοι, ισχυρίζεται, τους χτύπησαν αρκετά φιλικά στην πλάτη, αλλά δεν αρνήθηκαν ότι έβλαψαν τους συμμάχους της Σπάρτης. Εξάλλου, αν ήταν καλοί στο παρελθόν και είναι κακοί σήμερα, αξίζει να τιμωρηθούν διπλά. Μπορεί να έχουν χρήματα και πλοία και ιππικό, αλλά οι Σπαρτιάτες έχουν συμμάχους που δεν πρέπει να τους προδώσουν στους Αθηναίους - μία πραγματικά ειρωνική διακήρυξη, αφού ο χρόνος θα καθιστούσε σύντομα σαφές ότι αυτό που έκανε καλύτερα η Σπάρτη ήταν να προδίδει τους συμμάχους της. Ας μη διαβουλευόμαστε άλλο! (Δεν είναι τυχαίο που η λέξη «λακωνικός» προέρχεται από τη Λακωνία.) Οι Σπαρτιάτες πρέπει να ψηφίσουν υπέρ του πολέμου που απαιτεί η σπαρτιατική τιμή.20
 
Οι Σπαρτιάτες ψήφισαν διά βοής, αλλά ο Σθενελαΐδας ζήτησε από αυτούς που πίστευαν ότι οι Αθηναίοι είχαν παραβιάσει τη συνθήκη και εκείνους που δεν το πίστευαν να χωριστούν σε δύο ομάδες, ισχυριζόμενος ότι δεν έβγαινε συμπέρασμα για το ποια ομάδα φώναζε δυνατότε­ρα. Δίχως αμφιβολία, ήθελε να χρησιμοποιήσει την πίεση της πλειοψηφίας για να ντροπιάσει όσους αμφιταλαντεύονταν (ή ήταν υποστηρικτές του Αρχίδαμου) ώστε να ψηφίσουν υπέρ του πολέμου. Το τέχνα­σμα αυτό απέδωσε. Η ομάδα που υποστήριζε την άποψη ότι η συνθήκη είχε παραβιαστεί ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από την άλλη. Μη όντας βέβαιοι όμως ακόμη για το ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος να ενεργή­σουν, οι Σπαρτιάτες έστειλαν απεσταλμένους στους Δελφούς για να ρωτήσουν αν θα έπρεπε να πάνε σε πόλεμο. Όπως συνέβαινε τόσο συ­χνά στις αλληλεπιδράσεις με τα πολυμήχανα μαντεία της Ελλάδας, δεν ελήφθη ξεκάθαρη απάντηση ούτε υπέρ ούτε κατά. Αντιθέτως, ο θεός αποκρίθηκε πως αν πολεμούσαν με όλες τους τις δυνάμεις, τότε η νίκη θα ήταν δική τους - και ότι θα τους βοηθούσε, είτε τον επικαλούνταν είτε όχι.21 Αν οι Σπαρτιάτες ηττούνταν, το μαντείο θα μπορούσε πάντα να επιρρίψει την ευθύνη σε αυτούς, ισχυριζόμενο ότι δεν είχαν προ­σπαθήσει αρκετά σκληρά. Η απάντηση όμως ήταν σίγουρα ενθαρρυ­ντική κι έτσι οι Σπαρτιάτες συγκάλεσαν πάλι σύσκεψη με τους συμμά­χους τους. Δεν αποτελεί έκπληξη το ότι οι Κορίνθιοι διερεύνησαν τις προθέσεις διαφόρων πόλεων κατ’ ιδίαν πριν από τη συνάντηση, παροτρύνοντάς τες να ψηφίσουν υπέρ του πολέμου, και στην πραγματι­κότητα οι περισσότερες το έπραξαν - αν και μερικές όχι.22 Ο Θουκυδί­δης είχε εσφαλμένη εντύπωση σχετικά με την ανάπτυξη της αθηναϊκής ισχύος, αλλά δεν έσφαλλε ως προς τον σπαρτιατικό φόβο. Αυτό που οι Σπαρτιάτες φοβούνταν ωστόσο δεν ήταν ότι οι Αθηναίοι σκόπευαν να εισβάλουν στην Πελοπόννησο ή να εξουδετερώσουν τους συμμάχους των Σπαρτιατών, τον ένα μετά τον άλλο, αλλά ότι η δική τους συμμαχία θα διαλυόταν εκ των έσω αν δεν εκπλήρωναν τις απαιτήσεις των συμμάχων τους.
     
Θα γίνει πόλεμος;
 
Κι όμως δεν ξέσπασε πόλεμος. Οι Σπαρτιάτες άρχισαν να στέλνουν πρεσβείες στην Αθήνα. Αποσκοπούσαν άραγε απλώς στο να κερδί­σουν την εύνοια των θεών και των Ελλήνων - ούτως ώστε, όπως το θέτει ο Θουκυδίδης, οι Σπαρτιάτες «να έχουν όσο το δυνατόν σοβα­ρότερες προφάσεις για την κήρυξη του πολέμου στην περίσταση κατά την οποία οι Αθηναίοι αρνηθούν να εισακούσουν τις πρεσβείες τους» ή υπήρχε όντως μία γνήσια ευκαιρία για διαπραγματεύσεις;23 Άλλω­στε, οι Αθηναίοι «μη απεσταλμένοι» είχαν κάνει λόγο για διαιτησία. Η πρώτη πρεσβεία απαίτησε να διώξουν οι Αθηναίοι «την κατάρα της θεάς», μια κατάρα που είχε επιβληθεί περίπου διακόσια χρόνια παλαιότερα σε έναν άρχοντα που ανήκε στο γένος των Αλκμεωνιδών, στο οποίο, φυσικά, ανήκε και ο Περικλής από την πλευρά της μητέρας του. Η πρόθεση των Σπαρτιατών δεν είναι σαφής. Σίγουρα γνώριζαν ότι οι Αθηναίοι δε θα εξόριζαν τον Περικλή. Το σπαρτιατικό αίτημα έλαβε μία έξυπνη και ταιριαστή απάντηση: οι Αθηναίοι επέμεναν από την πλευρά τους να αποβάλουν οι Σπαρτιάτες όχι μία αλλά δύο κατάρες - την κατάρα του Ταινάρου και την κατάρα της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Η πρώτη αναφερόταν στη δολοφονία κάποιων ειλώτων ικετών και η δεύτερη στη δολοφονία διά λιμοκτονίας του αντιβασιλέα Παυσανία, ο οποίος είχε διαδεχτεί τον Λεωνίδα μετά τον θάνατο του βασιλιά στις Θερμοπύλες. Πολλές κατηγορίες είχαν διατυπωθεί κατά του Παυσα­νία στα χρόνια που ακολούθησαν τους Περσικούς Πολέμους - ότι συ­νωμοτούσε για να παντρευτεί την κόρη του Ξέρξη, να ξεσηκώσει τους είλωτες σε επανάσταση, και ούτω καθεξής. Όταν είδε τους εφόρους να έρχονται προς το μέρος του, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, αναζήτησε άσυλο στον ναό της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Οι έφοροι τον έχτισαν εκεί μέσα μέχρι που ήταν έτοιμος να πεθάνει από την πείνα- τότε τον έσυ­ραν έξω για να πεθάνει στο ύπαιθρο, για να αποφευχθεί η μίανση του ναού εξαιτίας του θανάτου του.24 Ποια άτομα όμως ήθελαν οι Αθηναίοι να εξοριστούν για να εξιλεωθούν οι Σπαρτιάτες γι’ αυτή την κατάρα; Είχε υπάρξει μία αναφορά στον Αρχίδαμο, ο οποίος πιθανώς να είχε εμπλακεί στα νιάτα του και στα δύο επεισόδια, αλλά η απάντηση δεν είναι σαφής.25 Οι επόμενες πρεσβείες ήταν πραγματικά πιο ουσιαστι­κές.26 Ήταν φανερό πως δεν ήθελαν όλοι οι Λακεδαιμόνιοι τον πόλε­μο. Οι απεσταλμένοι ζήτησαν να αρθεί η πολιορκία της Ποτίδαιας και, πάνω απ’ όλα, να ακυρωθεί το Μεγαρικό Ψήφισμα. Όταν ο Περικλής οχυρώθηκε πίσω από την τεχνική δικαιολογία ότι ένας συγκεκριμένος νόμος τον εμπόδιζε να κατεβάσει την πινακίδα πάνω στην οποία είχε γραφτεί το ψήφισμα, ο Σπαρτιάτης πρέσβης Πολυάκλης φώναξε: «Λοι­πόν τότε, στρέψτε το απλά προς τον τοίχο. Σίγουρα δεν υπάρχει νό­μος που να το απαγορεύει αυτό!».27 Ο Περικλής αρνήθηκε να ικανο­ποιήσει αυτό το αίτημα και ο νόμος παρέμεινε στην αρχική του θέση.
 
Η τελευταία πρεσβεία των Σπαρτιατών είχε συγκροτηθεί πραγματι­κά για να καταδείξει τους Αθηναίους ως υπαίτιους του πολέμου: οι Σπαρτιάτες ήθελαν ειρήνη, είπαν οι τρεις πρέσβεις τους, αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι οι Αθηναίοι θα παραχωρούσαν στους Έλλη­νες την ανεξαρτησία τους, δηλαδή θα παραιτούνταν από την αυτοκρατο­ρία τους.28 Φυσικά όμως οι Αθηναίοι δεν ήταν πιθανό να πράξουν κάτι τέτοιο, όπως δεν ήταν πρόθυμοι και οι Σπαρτιάτες να διαλύσουν την Πελοποννησιακή Συμμαχία.
 
Ας επιστρέψουμε στις μεσαίες πρεσβείες. Όταν η Εκκλησία του Δήμου συγκλήθηκε για να εξετάσει αυτές τις απαιτήσεις, πολλοί άνδρες, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, είπαν πολλά πράγματα, κάποιοι συμφωνώντας με την αναγκαιότητα του πολέμου και άλλοι υποστηρί­ζοντας την ανάκληση του Μεγαρικού Ψηφίσματος και υποδεικνύο­ντας την ανοησία τού να το αφήσουν να σταθεί εμπόδιο στον δρόμο προς την ειρήνη.29 Το μόνο που απομένει όμως ως αποδεικτικό στοι­χείο αυτών των συζητήσεων είναι ένας ανένδοτος, μάλλον φιλοπολεμικός, λόγος στο κείμενο της ιστορίας του Θουκυδίδη που εκφώνησε ο Περικλής. Σε αυτή την ομιλία του ο Περικλής παρουσιάζει ένα επι­χείρημα με τρεις πτυχές, υποστηρίζοντας, πρώτον, ότι οι Σπαρτιάτες έφταιγαν που είχαν αρνηθεί τη διαιτησία- δεύτερον, ότι το να πάνε σε πόλεμο για το Μεγαρικό Ψήφισμα δεν ήταν διόλου ανούσιο, διότι αν οι Αθηναίοι υποχωρούσαν σε ένα σημείο ήσσονος σημασίας, σύντομα θα τους ζητούσαν να υποχωρήσουν και σε κάτι μείζον, και τρίτον, ότι ο πόλεμος μπορούσε να κερδηθεί.30 Αφού άκουσαν αυτή την ομιλία, οι περισσότεροι από τους Αθηναίους ψήφισαν έτσι όπως ήθελε ο Πε­ρικλής, αν και ήταν ακόμη ανοιχτοί στη διαιτησία.31
 
Επρόκειτο για έναν πόλεμο που θα μπορούσε κάλλιστα να μην εί­χε συμβεί. Ο βασιλιάς της Σπάρτης δεν είχε όρεξη για κάτι τέτοιο και οι συμπατριώτες του ήταν αρκετά αγχωμένοι ώστε να στείλουν απε­σταλμένους στους Δελφούς για να λάβουν επιβεβαίωση αφότου είχαν ψηφίσει υπέρ του πολέμου. Παρά την πίεση που ασκούσε αδιάκοπα η Κόρινθος, δεν ψήφισαν υπέρ του πολέμου όλα τα μέλη της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, αν και ο Θουκυδίδης δε μας λέει ποιες πόλεις ψή­φισαν κατά και με βάση ποιο σκεπτικό. Πολλοί στην Αθήνα ήταν αντί­θετοι με το να πολεμήσουν. Οι συμμετέχοντες στην Εκκλησία του Δή­μου είχαν πειστεί στην αρχή από τα επιχειρήματα των Κορινθίων και απεχθάνονταν να συνάψουν μια προκλητική συμμαχία με την Κέρκυ­ρα. Αργότερα, κατά τη συζήτηση για την απόσυρση ή μη του Μεγαρικού Ψηφίσματος ή την ικανοποίηση των άλλων σπαρτιατικών αιτη­μάτων, κάποιοι μίλησαν υπέρ της παραχώρησης προς τους Σπαρτιάτες προτού γίνει η τελική ψηφοφορία - και ακόμη και τότε, ήταν ανοιχτοί στη διαιτησία. Πιστεύοντας ωστόσο ότι ο πόλεμος είχε καταστεί ανα­πόφευκτος από κάποιο σημείο και μετά, ο Θουκυδίδης προσπερνά στα γρήγορα την πιθανότητα ότι θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί ο πόλε­μος και δε μοιράζεται μαζί μας τα ονόματα εκείνων στην Αθήνα που εξέφρασαν αντίθετη γνώμη ούτε κατέγραψε τις ομιλίες τους, αν και σί­γουρα τις γνώριζε. Αυτό μας δίνει μια πολύ στρεβλή εικόνα της σκέ­ψης των Αθηναίων. Η συχνότητα του πολέμου στην ανθρώπινη Ιστορία μπορεί εύκολα να μας τυφλώσει ως προς το γεγονός ότι ο πόλεμος ανα­στατώνει τη γεωργία, το εμπόριο και την ανατροφή της επόμενης γε­νιάς, αλλά οι άνθρωποι που ζυγίζουν την είσοδο σε έναν πόλεμο έχουν επίγνωση μερικές φορές αυτών των πραγμάτων. Ειδικά οι Αθηναίοι εί­χαν πολλά να προστατεύσουν σε αυτή τη φάση της Ιστορίας τους. Εί­χαν μόλις τελειώσει τις εργασίες στον ένδοξο ναό της Αθηνάς, που βρι­σκόταν πάνω στην Ακρόπολη, τον Παρθενώνα, ενώ άλλα οικοδομικά προγράμματα στον δημόσιο χώρο τους βρίσκονταν σε εξέλιξη. Τελικά, όμως, τα αισθήματα εκείνων των Αθηναίων που προτιμούσαν την ει­ρήνη επισκιάστηκαν από εκείνα της φιλοπόλεμης μερίδας της οποίας ηγείτο τόσο αδιάλλακτα ο Περικλής, και οι Σπαρτιάτες υπέκυψαν στην πίεση των συμμάχων τους, στων οποίων την καλή θέληση βασίζονταν για να διατηρούν την πρωτοκαθεδρία τους στην Πελοπόννησο και την ασφάλειά τους έναντι των ειλώτων.
 
Η πρώτη δεκαετία του πολέμου που επακολούθησε είναι γνωστή ως Αρχιδάμειος Πόλεμος, από τον βασιλιά Αρχίδαμο, αλλά πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό. Ήταν σε μεγάλο βαθμό ο πόλεμος του Περικλή· ο Αρχίδαμος δεν τον ήθελε και, όπως και ο Περικλής, πέθανε λίγο μετά την έναρξή του, το 427 π.Χ. Όταν ο Περικλής κειτόταν στο κρεβάτι του ετοιμοθάνατος από τον λοιμό το 429 π.Χ., οι φίλοι του, νομίζοντας πως ήταν αναίσθητος, κάθισαν κοντά του σχολιάζοντας τα πολλά εξαιρετικά επιτεύγματά του ως στρατηγού. Ο Περικλής όμως που διατηρούσε τις αισθήσεις του τους διέκοψε και υπογράμμισε πως τέτοια επιτεύγματα οφείλονταν συχνά στην τύχη και εξέφρασε την έκ­πληξή του που δεν είχαν σχολιάσει τον κυριότερο λόγο που έπρεπε κά­ποιος να τον θαυμάζει - «το ότι κανείς Αθηναίος εν ζωή δεν έχει φο­ρέσει ποτέ πένθιμα ρούχα εξαιτίας μου».32 Αυτή η αυταπάτη θα είχε επιδεινωθεί εκθετικά αν είχε ζήσει λίγα χρόνια ακόμα.
 
Σε αυτό το σημείο ήταν τρεις οι κύριοι πρωταγωνιστές στον πόλε­μο: η Αθήνα, η Σπάρτη και η Κόρινθος. Οι φασαριόζοι Κορίνθιοι φέ­ρουν μεγάλο μέρος της ευθύνης για το ότι εξώθησαν τους Σπαρτιάτες στον πόλεμο. Οι Σπαρτιάτες δε βρίσκονταν πλήρως κάτω από την επιρ­ροή της Κορίνθου, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι ήταν πρόθυμοι να σταματήσουν τον πόλεμο, αρκεί να απέσυραν οι Αθηναίοι το Μεγαρικό Ψήφισμα. Οι Σπαρτιάτες όμως είχαν πολλά να χάσουν αν αγνοού­σαν τις ανησυχίες των συμμάχων τους. Το τραγικό είναι πως βρέθηκαν μπλεγμένοι μέσα στο σφιχτό αγκάλιασμα μιας συμμαχίας που τους εί­χε βάλει σε μπελάδες. Ακόμη, περισσότερο και από τους Αθηναίους, ωστόσο, βασανίζονταν από πραγματικές ή φανταστικές προσβολές στο γόητρό τους. Είχαν κάνει ό,τι μπορούσαν για να ανεχθούν τη μεταβολή της ισορροπίας ισχύος στην Ελλάδα μετά τους Περσικούς Πολέμους, αλλά τελικά δεν τα κατάφεραν. Οι Αθηναίοι από την πλευρά τους αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν πως θα ήταν φρόνιμο να επιδείξουν κάποια αυτοσυγκράτηση στις επαφές τους με τους Πελοποννήσιους συμμάχους και πως αν εμπλέκονταν σε ριψοκίνδυνη διπλωματία με πράξεις όπως το Μεγαρικό Ψήφισμα, μπορεί να μην ήταν προς όφελος τους. Κάθε ηγεμονική πόλη, νοιαζόμενη για το δικό της γόητρο και την τιμή της, θα μπορούσε να είχε αναλογιστεί ότι και η άλλη ηγεμονική πόλη είχε παρόμοιες ανησυχίες, αλλά κάτι τέτοιο δε θα ταίριαζε καθόλου στους Έλληνες. Ο Αγαμέμνων δεν είχε νοιαστεί να μην πατήσει τον κάλο του Αχιλλέα ούτε ο Αχιλλέας του Αγαμέμνονα. Ο μυθικός Τρωικός Πόλε­μος έγινε για την απαγωγή της Ελληνίδας Ελένης από τον Τρώα Πάρη, αλλά η ιστορία της υπαρκτής Ιλιάδας βασίζεται στην ανταλλαγή προσβολών μεταξύ του Έλληνα αρχιστράτηγου Αγαμέμνονα και του καλύτερου Έλληνα πολεμιστή, του Αχιλλέα, που οδήγησε τον Αχιλλέα να αποσυρθεί από τη δράση.33
 
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως ούτε οι Αθηναίοι ούτε οι Σπαρτιάτες που ψήφισαν υπέρ του πολέμου (μερικοί, βεβαίως, δεν ψή­φισαν) ψήφιζαν για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο όπως τον γνωρίζου­με. Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο στην κλασική Ελλάδα. Αυτό που ανέ­μεναν ήταν κάτι σε πολύ μικρότερη κλίμακα- ο ίδιος ο Περικλής είχε πει στους Αθηναίους πως είχαν τους πόρους για περίπου τρία χρόνια. Ο Αρχίδαμος (αν πιστέψουμε τον ανατριχιαστικά προφητικό λόγο του που εμφανίζεται στις σελίδες του Θουκυδίδη) είχε προειδοποιήσει τους Σπαρτιάτες ότι έμπαιναν σε έναν πόλεμο που θα τον κληροδοτούσαν στα παιδιά τους, αλλά αυτό φάνηκε τόσο απίθανο, ώστε οι σκοτεινές προγνώσεις του απορρίφθηκαν. Οι πόλεμοι των Ελλήνων ήταν γενικά πολύ σύντομοι - μάλιστα, πολλοί διαρκούσαν μόνο λίγες ώρες. Οι Περ­σικοί Πόλεμοι, όπως τονίζει ο ίδιος ο Θουκυδίδης, κρίθηκαν σε μόνο λίγες μάχες.34 Ο αποκαλούμενος Α' Πελοποννησιακός Πόλεμος ήταν μια σύρραξη που σταματούσε και ξανάρχιζε, όχι ένα σταθερό σφυροκόπημα. Αν η Εκκλησία του Δήμου ή η Πελοποννησιακή Συμμαχία ήξεραν σε τι έμπλεκαν, οι σοβαρές διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν σταματήσει τις εχθροπραξίες προτού ξεκινήσουν.
-------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. Θουκυδίδης 1.23.6. Αυτή η συγκεκριμένη δομή «αιτίας και αποτελέσματος» για το ξέσπασμα του πολέμου αποκαλείται τώρα «η παγίδα του Θουκυδίδη» και προβάλλεται σε πιθανούς σύγχρονους πολέμους: βλ. Πρόλογο.
2. Θουκυδίδης 1.24.6-7.
3. Θουκυδίδης 1.25.3-26.1.
4. Θουκυδίδης 1.27.
5. Θουκυδίδης 1.29.5-30.1.
6. Για τους Κερκυραίους και τους Κορίνθιους στην αθηναϊκή Εκ­κλησία του Δήμου: Θουκυδίδης 1.32.1-43.4.
7. Θουκυδίδης 1.44.1.
8. Θουκυδίδης 1.45.1-2.
9. Θουκυδίδης 1.49.7.
10. Θουκυδίδης 1.50.5-51.2.
11. Πλούταρχος Περικλής 29.3.
12. Θουκυδίδης 1.53.3.
13. Θουκυδίδης 1.55.
14. Θουκυδίδης 1.58.1.
15. Για το ψήφισμα, D. Kagan, The Outbreak of the Peloponnesian War (Ίθακα, Νέα Υόρκη: Cornell University Press, 1969), σ. 254-72· G. de Ste. Croix, The Origins of the Peloponnesian War (Ίθακα, Νέα Υόρκη: Cornell University Press, 1972), σποράδην καθώς επίσης C. Fornara, «Plutarch and the Megarian Decree», Yale Classical Studies 24 (1975), σ. 213-23- B. MacDonald, «The Megarian Decree», Historia 32 (1983), σ. 385-410' P. Stadter, A Commentary on Plutarch’s Pericles (Τσάπελ Χιλ: University of North Carolina Press, 1989), σ. 272-83.
16. Ο Αριστοφάνης παρωδεί την αιτία του πολέμου στο έργο του Αχαρνής, στ. 515-39. Οι αρχαίες πηγές σχετικά με την Ασπασία συλλέγονται και αναλύονται στο βιβλίο της Μ. Henry, Prisoner of History: Aspasia of Miletus and Her Biographical Tradition (Νέα Υόρκη: Oxford University Press, 1995). Βλ. επίσης Stadter, Commentary, o. 233-42. O Πλούταρχος παραθέτει επίσης ένα συμφεροντολογικό και ταπεινό κί­νητρο για την αδιαλλαξία του Περικλή να υποκύψει σε οποιαδήποτε σπαρτιατική πρεσβεία. Ο φίλος του, ο γλύπτης Φειδίας, είχε συνάψει ένα συμβόλαιο για το μεγάλο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς στην Ακρόπολη και είχε κατηγορηθεί ότι είχε υπεξαιρέσει κάποια από τα υλικά- την ίδια εποχή η Ασπασία κατηγορήθηκε για ασέβεια. Επιπλέον, υπήρχε τόσος θυμός εναντίον του φίλου του και αντισυμβατικού φιλοσόφου Αναξαγόρα, ώστε ένιωσε την ανάγκη να κανονίσει την ασφαλή αναχώρησή του από την Αθήνα. Νιώθοντας ότι το μένος του λαού θα έπεφτε στη συνέχεια πάνω του, ο Περικλής έφερε τον πόλεμο για να προκαλέσει αντιπερισπασμό. Φαίνεται καθαρά ωστόσο τώρα ότι η δί­κη του Φειδία (και συνεπώς και οι άλλες επιθέσεις εναντίον φίλων του Περικλή) έλαβε χώρα το 438/37 π.Χ. και άρα δε θα μπορούσε να έχει παίξει αυτόν τον ρόλο στο ξέσπασμα του πολέμου- βλ. F. Frost. «Pericles and Dracontides»,/owraa/ of Hellenic Studies 84 (1964), σ. 69- 72, και για τα αποδεικτικά στοιχεία της δίκης του Φειδία και για μία διαφοροποιημένη πραγμάτευση των επιθέσεων, Stadter, Commentary, σ. 283-305. Ο Πλούταρχος, του οποίου τα στοιχεία φαίνεται ότι προέρ­χονται από τον Έφορο μέσω του Διόδωρου Σικελιώτη, δεν πιστεύει τη θεωρία, αλλά ισχυρίζεται ότι ήταν πολύ διαδεδομένη.
17. Θουκυδίδης 1.70.4-9.
18. Θουκυδίδης 1.76.2.
19. Θουκυδίδης 1.78.1-2.
20. Θουκυδίδης 1.86.
21. Θουκυδίδης 1.118.3.
22. Θουκυδίδης 1.119.2,1.125.1.
23. Θουκυδίδης 1.126.1.
24. Θουκυδίδης 1.134.
25. Λογικά, ωστόσο, ο τελευταίος Σπαρτιάτης που θα ήθελε κάθε φιλειρηνιστής Αθηναίος να δει να απελαύνεται ήταν ο ήπιος Σπαρτιάτης βασιλιάς, αλλά αυτό το τμήμα των διαπραγματεύσεων δεν αποτελούσε σοβαρό διάλογο, αλλά απλώς ένα παιχνίδι ανταπόδοσης του ενός χτυπήματος με ένα ισοδύναμο. Βλ. J. Marr, «What Did the Athenians Demand in 432 B.C.?» Phoenix 52 (1998), σ. 120-4.
26. Θουκυδίδης 1.139.1-3.
27. Πλούταρχος Περικλής 30.1.
28. Θουκυδίδης 1.139.3.
29. Θουκυδίδης 1.139.4.
30. Ο Περικλής προτείνει να αποσύρει το Μεγαρικό ψήφισμα αν οι Σπαρτιάτες εγκαταλείπουν τη μακρά πρακτική τους να απελαύνουν τους μη Σπαρτιάτες από τα εδάφη τους (Θουκυδίδης 1.144.2), αλλά αυτό προφανώς θα απορριπτόταν αμέσως. Οι Σπαρτιάτες είχαν πολύ καλούς λόγους για την πολιτική που ακολουθούσαν, δηλαδή τον φόβο ότι οι ξένοι μπορεί να ξεσήκωναν τους είλωτες.
31. Θουκυδίδης 1.145.
32. Πλούταρχος Περικλής 38.4.
33. Η αντίληψη ότι πίσω από τον Αρχιδάμειο Πόλεμο βρίσκονται ζητήματα τιμής και γοήτρου, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με προη­γούμενες ελληνικές συρράξεις, αποτελεί τη λογική βάση του βιβλίου του J. Ε. Lendon, Song of Wrath: The Peloponnesian War Begins (Νέα Υόρκη: Basic Books, 2010). Η θέση του υποστηρίζεται καλά, αν και με­ρικές φορές τη φτάνει στα άκρα.
34. Θουκυδίδης 1.23.1

Η εσωτερική ομορφιά στον άνθρωπο, η ομορφιά της ψυχής

Τι είναι η ομορφιά; Οι περισσότεροι ακούγοντας αυτή τη λέξη θα τρέξουμε να απαντήσουμε πως αυτή σημαίνει το εξωτερικό κάλλος, ένα εντυπωσιακό σώμα, την εμφάνιση εκείνη που προκαλεί τον πόθο και την επιθυμία.

Πόσοι όμως θα σκεφτούμε την ομορφιά που υπάρχει μέσα μας, την ομορφιά της ψυχής μας; Την εσωτερική εκείνη ωραιότητα η οποία δεν παλιώνει ποτέ, δε γερνάει ποτέ αλλά αντιθέτως, όσο περισσότερο καλλιεργείται τόσο αυξάνεται.

Η εσωτερική ομορφιά στον άνθρωπο (η αρετή), είναι ανώτερη. Και όμως, στις ημέρες μας βλέπουμε πολύ συχνά πως άνθρωποι απορρίπτονται ή πάνε μπροστά στη ζωή τους στηριζόμενοι αποκλειστικά και μόνο σε αυτή. Η μόδα, η διαφήμιση, η τηλεόραση προωθούν συγκεκριμένα πρότυπα ομορφιάς τα οποία υποτίθεται πως πρέπει να θεωρούνται αναγκαία για όλους τους ανθρώπους –κυρίως τις γυναίκες. Είναι γεγονός πως ως άνθρωποι οι οποίοι έχουμε ακόμα μέσα μας αντιλήψεις από την προϊστορική μας εξέλιξη, επειδή ενδόμυχα θεωρούμε πως ένας άνθρωπος με ωραιότερη εμφάνιση θα έχει καλύτερα και πιο υγιή γονίδια.

Όμως, πόσοι άνθρωποι πίσω από την όμορφη εμφάνιση δεν κρύβουν μία εντελώς άσχημη ψυχή; Γιατί κρίνουμε και κατηγοριοποιούμε τους άλλους με βάση τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά και όχι με τα γνωρίσματα και τα ταλέντα τους, για τα οποία και έχουν κοπιάσει πραγματικά;

Η εσωτερική αρετή είναι εκείνη που μένει άφθαρτη στον άνθρωπο και κάνει τον ίδιο ικανό και ισορροπημένο για τις σχέσεις και τη ζωή του. Η εξωτερική ομορφιά μπορεί μεν να είναι θελκτική, αλλά χάνεται και αλλοιώνεται με την πάροδο των χρόνων.


Δεν υπάρχει άνθρωπος που να είναι άσχημος. Αν σε κάποιον που είναι ερωτευμένος και αγαπάει βαθιά κάποιον, του δείξεις την Marilyn Monroe, ακόμα και τότε θα επιλέξει το πρόσωπο που αγαπάει.

Η ομορφιά της ψυχής είναι ικανή να ομορφύνει ακόμα και το ασχημότερο πρόσωπο, είναι ικανή να κάνει ποθητό ακόμα και τον ‘’άσχημο’’ άνθρωπο.

Ας της δώσουμε περισσότερη σημασία.

Ο Αριστοτέλης για την καλοτυχία

Με δεδομένο ότι το κύριο θέμα της αριστοτελικής διερεύνησης στα «Ηθικά Μεγάλα» είναι η ανθρώπινη ευτυχία δε θα μπορούσε να μη γίνει αναφορά στον παράγοντα της τύχης, αφού αυτό που ονομάζουμε αστάθμητο είναι σε θέση να επηρεάσει καθοριστικά την πορεία της ζωής είτε προς το καλό είτε προς το κακό: «Αφού το θέμα μας είναι η ευτυχία, το επόμενο που πρέπει να συζητήσουμε είναι η καλοτυχία. Διότι οι πολλοί θεωρούν ότι ευτυχισμένος βίος είναι ο καλότυχος βίος ή τουλάχιστον ένας βίος που συνδυάζεται και με καλοτυχία· και ίσως δεν έχουν άδικο, αφού χωρίς τα εξωτερικά αγαθά, που είναι κυρίως θέμα τύχης, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει κανείς ευτυχισμένος» (1206b 8.1).
 
Η αναγνώριση ότι χωρίς τα «εξωτερικά αγαθά» δεν μπορεί να υπάρξει ευτυχία καταδεικνύει την πάγια θέση του Αριστοτέλη ότι χωρίς τις απαραίτητες υποδομές για την κάλυψη όλων των αναγκών του ανθρώπου η κατάκτηση της ισορροπίας είναι σχεδόν αδύνατη. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την απόκτηση της αρετής και την ευθύνη του ανθρώπου που πρέπει να ενεργήσει προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά για το κοινωνικό περιβάλλον που θα συναντήσει κανείς και τις προοπτικές που μπορεί να του προσφερθούν, τα οποία τίθενται εκ των προτέρων ως κάτι που έχει διαμορφωθεί από άλλους.
 
Ο τόπος της γέννησης, οι οικογενειακές σχέσεις που διαπλάθουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα, οι ιστορικές και οικονομικές συγκυρίες της εποχής, η επάρκεια των υλικών αγαθών μέσα στο εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο, οι ενδεχόμενες ευκαιρίες που θα δοθούν, ακόμη και οι τυχαίες γνωριμίες αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη ζωή ενός ανθρώπου και αποκαλούνται «εξωτερικά αγαθά» ακριβώς επειδή δεν εξαρτώνται από τον ίδιο.
 
Η αδυναμία της διαμόρφωσης τέτοιου είδους υψίστης σημασίας συντελεστών για την ανθρώπινη ζωή τους καθιστά τυχαίους κι αυτός είναι ο λόγος που η καλοτυχία πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, όταν μιλάμε για την ευτυχία: «Γι’ αυτό πρέπει να μιλήσουμε για την καλοτυχία, και να πούμε τι σημαίνει γενικώς καλότυχος και σε ποιο πλαίσιο συναντάται και με τι έχει να κάνει» (1206b 8.1).

Ξεκινώντας τη διερεύνηση του ζητήματος της τύχης ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «… δε γίνεται να θεωρήσει κανείς την τύχη ως φύση. Η εξήγηση: η φύση [σε κάθε περίπτωση] λειτουργεί είτε ως πολύ συχνό είτε ως σταθερό αίτιο, πράγμα που δε συμβαίνει ποτέ με την τύχη, που λειτουργεί χωρίς καμία τάξη και όπως έτυχε· γι’ αυτό τέτοιες είναι και οι περιπτώσεις στις οποίες μιλάμε για τύχη» (1207a 8.2).
 
Η τύχη δεν έχει να κάνει ούτε με την επιλογή ούτε με την προτίμηση. Η εύνοια ή η αντιξοότητά της είναι αδύνατο να προβλεφθούν, αφού πρόκειται για κάτι απολύτως τυφλό. Η τύχη σταματά εκεί που αρχίζει η πρόβλεψη, δηλαδή η ανθρώπινη συμμετοχή που μπορεί να υπολογίσει τις δυνατότητες. Όσο περισσότερα γνωρίζει κανείς γι’ αυτά που επιχειρεί, τόσο λιγότερο μερίδιο αφήνεται στην τύχη.
 
Η γνώση ότι η κακή διατροφή επιβαρύνει την υγεία καταδεικνύει ότι αυτός που από προτίμηση διατρέφεται άσχημα και τελικά αποκτά προβλήματα υγείας δεν είναι άτυχος, αλλά ακρατής και πληρώνει τις συνέπειες της ακράτειάς του. Θα ήταν τυχερός, αν, παρά την άσχημη διατροφή, δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, αφού εν τέλει θα απέφευγε τις συνέπειες που σύμφωνα με τη λογική θα έπρεπε να είχε υποστεί.
 
Ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Δεν υπάρχει σε αυτές» (τις περιπτώσεις της τύχης εννοείται) «κάποια λογική ή ορθολογικότητα· διότι με τη λογική και την ορθολογικότητα συνδέονται η τάξη και η σταθερότητα, ενώ η τύχη δεν έχει καμία σχέση με αυτές. Αυτή είναι και η αιτία που όπου υπερτερεί ο νους και η λογική, εκεί το τυχαίο ελαχιστοποιείται· εκεί, όμως, που υπερτερεί το τυχαίο, ελαχιστοποιείται ο νους» (1207a 8.2).
 
Η λογική απομακρύνει την τύχη, αφού με τη λογική μπορεί κανείς να προσδιορίσει τις συνέπειες των πράξεών του. Οτιδήποτε καθορίζεται από τη λογική δεν αφορά την τύχη. Η επιστήμη ως καταστάλαγμα της λογικής έχει σκοπό να εκμηδενίσει τον παράγοντα της τύχης σε όλες της τις υποθέσεις. Γι’ αυτό και η τύχη (σε αντίθεση με τη φύση) δεν μπορεί να έχει ένα σταθερό κι επαναλαμβανόμενο αίτιο, αφού ό,τι επαναλαμβάνεται δεν είναι τυχαίο, καθώς η επανάληψη δίνει τη δυνατότητα της πρόβλεψης δημιουργώντας νόμους που βασίζονται στη λογική. Οι άνθρωποι που δρουν με σύνεση έχοντας τάξη στη ζωή τους είναι σαφώς λιγότερο εκτεθειμένοι στις ιδιοτροπίες της τύχης –χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι την έχουν εκτοπίσει οριστικά.

Για τον Αριστοτέλη η τύχη δεν μπορεί να συσχετιστεί ούτε με τη βούληση των θεών: «Διότι θεωρούμε σωστό να είναι αυτά στον έλεγχο του θεού και να απονέμει ο θεός τα καλά και τα κακά στους ανθρώπους κατά την αξία του καθενός, ενώ αντίθετα η τύχη και όσα οφείλονται σε αυτήν γίνονται όντως κατά τύχη. Αν αυτό το τελευταίο το αποδώσουμε στο θεό, θα τον κάνουμε κριτή κακό ή τουλάχιστον άδικο· αλλά κάτι τέτοιο δεν αρμόζει στο θεό» (1207a 8.3).
 
Η απόδοση των αδικιών της τύχης στη θέληση του θεού αποτελεί παρερμηνεία (στα όρια της βλασφημίας), αφού είναι τουλάχιστον ανάρμοστο να αποδίδεται στους θεούς το κακό ή το άδικο. Η χριστιανική εκδοχή που θέλει το θεό να δοκιμάζει τους ανθρώπους με τις άγνωστες βουλές του δεν είναι γνωστή στον Αριστοτέλη. Κατά τον Αριστοτέλη, η τύχη τίθεται πάνω από τους θεούς, αφού ούτε εκείνοι μπορούν να την καθορίσουν, σε αντίθεση με τη χριστιανική οπτική που ο θεός την ελέγχει και την κατευθύνει είτε προς το καλό είτε προς το κακό για λόγους που ξέρει μόνο εκείνος και που για τους ανθρώπους είναι ακατανόητοι.
 
Όπως και να ‘χει, ως τύχη ορίζεται οποιοδήποτε γεγονός ξεπερνά τις ανθρώπινες δυνατότητες: «Η καλοτυχία και η τύχη ανήκουν σ’ αυτά που δεν εξαρτώνται από το χέρι μας ούτε μπορούμε να τα ελέγξουμε και να τα πραγματοποιήσουμε. Γι’ αυτό και ο δίκαιος δεν αποκαλείται για τη δικαιοσύνη του “καλότυχος” ούτε και ο ανδρείος ούτε και κανένας άλλος φορέας μιας επιμέρους αρετής· διότι οι αρετές εξαρτώνται από εμάς τους ίδιους να τις αποκτήσουμε ή να μην τις αποκτήσουμε» (1207a 8.5).
 
Το δεδομένο ότι οι αρετές δεν είναι θέμα τύχης φέρνει τον άνθρωπο ενώπιον των ευθυνών του καταδεικνύοντας ότι η ευτυχία τελικά βρίσκεται στα δικά του χέρια παρά τη σαφέστατη επιρροή της τύχης. Η φρόνηση που αποκτιέται από τη μεσότητα στις πράξεις και τα συναισθήματα σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει ο ορθός λόγος όχι μόνο περιορίζει τις δυνατότητες του τυχαίου, αλλά δίνει διέξοδο ακόμη και στις χειρότερες αντιξοότητες που μπορεί να προκύψουν.
 
Για τον Αριστοτέλη, ακόμη και οι μεγαλύτερες συμφορές είναι δυνατό να ξεπεραστούν με την άσκηση της αρετής. Οι πνευματικές ενασχολήσεις, η συναναστροφή με φίλους και η καλλιέργεια δημιουργικών ενδιαφερόντων με το πέρασμα του χρόνου είναι σε θέση να επαναφέρουν την ψυχική ισορροπία που έχει διαταραχθεί από το σκληρό χτύπημα της τύχης. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι δε θα υπάρχει θλίψη ή ότι η ανάμνηση της συμφοράς δε θα είναι πάντα ένα πλήγμα.
 
Ο Αριστοτέλης δεν υποστήριξε ποτέ την αταραξία της ψυχής. Είναι ανθρώπινο να θλίβεται κανείς στις συμφορές. Η εκδοχή του ατάραχου αντιβαίνει στην ανθρώπινη φύση. Το ζήτημα είναι να ξεπεραστεί η συμφορά κι ο κάτοχος της αρετής είναι σε θέση να το πετύχει. Αντίθετα, εκείνος που δεν κατέκτησε την αρετή, που δεν κατάφερε να καλλιεργήσει ουσιαστικά ενδιαφέροντα και αφέθηκε σε επιφανειακές ηδονές και φιλίες είναι πιο ευάλωτος στην αντίξοη μοίρα. Είναι πολύ πιο δύσκολο να επανακάμψει μετά από μια μεγάλη συμφορά. Οι επιφανειακές χαρές στις οποίες έχει συνηθίσει είναι αδύνατο να του προσφέρουν παρηγοριά και νόημα για να συνεχίσει.
 
Η άσκηση της αρετής δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στην ύπαρξη. Δίνει όραμα και όρεξη για ζωή. Γι’ αυτό ο ενάρετος αντλεί από μέσα του δυνάμεις ακαταπόνητες, πράγμα που ο δίχως αρετή άνθρωπος είναι αδύνατο να καταλάβει. Η κενότητα της ύπαρξής του δεν του επιτρέπει να διεισδύσει σε τέτοια βάθη. Η ρηχότητα τον καθιστά εύθραυστο. Ενδέχεται να σκορπίσει με το πρώτο φύσημα του ανέμου. Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει απόλυτη ανάγκη την ευνοϊκή τύχη. Ή τουλάχιστον τη μη αντίξοη.

Κι αν κάποιος αμφισβητεί την αριστοτελική άποψη, που καθιστά την άσκηση της αρετής αντίδοτο ακόμη και για τις τρομερότερες συμφορές θεωρώντας ότι αυτά είναι λόγια εκ του ασφαλούς (με τη λογική ότι από έξω από το χορό πολλά τραγούδια λέγονται), δεν έχει παρά να δει τη ζωή του ίδιου του Αριστοτέλη. Γιατί κι εκείνος δε δοκιμάστηκε λίγο από την τύχη. Ορφάνεψε πολύ μικρός (τον μεγάλωσε και τον σπούδασε ο Πρόξενος), τη γυναίκα που ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε, την Πυθιάδα, την έχασε πολύ νωρίς χωρίς να αποκτήσει απογόνους, ενώ ο γιός του ο Νικόμαχος, που απέκτησε με τη δεύτερη σύζυγό του την Ερπυλλία, πέθανε όταν ήταν έφηβος.
 
Όλες αυτές τις συμφορές κατάφερε να τις ξεπεράσει ασκώντας την αρετή και υπηρετώντας με πάθος τη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία δεν πρέπει να τίθεται με τρόπο ξεκομμένο από τη ζωή. Η φιλοσοφία είναι αλληλένδετη με τη ζωή, αφού πηγάζει από τη ζωή και απευθύνεται στη ζωή. Ο Αριστοτέλης το καθιστά σαφές με όλους τους δυνατούς τρόπους.
 
Από κει και πέρα, η τύχη που αφορά «εξωτερικά αγαθά», αν και ασφαλώς είναι ακαθόριστη από αυτόν που μόλις γεννιέται (κανείς δεν προκαθορίζει το οικογενειακό του περιβάλλον ή τον τόπο που γεννιέται ή τις κοινωνικές συνθήκες που υπάρχουν με τη γέννησή του κλπ), δεν παύει να βρίσκεται στα χέρια του ανθρώπου με τη συνολική έννοια. Οι άνθρωποι πλάθουν και τις κοινωνικές και τις οικονομικές και τις ιστορικές συγκυρίες, αφού οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι και για την πόλη και για τις ενέργειές της.
 
Με άλλα λόγια, είναι απολύτως υπεύθυνοι για τον κόσμο που θα φέρουν τα παιδιά τους. Από αυτή την άποψη, η εκπλήρωση ή όχι των «εξωτερικών αγαθών» δεν είναι και τόσο θέμα τύχης. Αν ο άνθρωπος καταφέρει να κατακτήσει την αρετή και να την πραγματώσει και σε συλλογικό επίπεδο, τότε σίγουρα να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο καθιστώντας όλα τα παιδιά τυχερά. Είναι στο χέρι του να το πετύχει. Κι οτιδήποτε είναι στο χέρι μας δεν είναι τύχη: «… λέμε καλότυχο όποιον κατέχει εκείνα από τα αγαθά που δεν εμπίπτουν στον έλεγχό του» (1207a 8.5).
 
Αυτό που μένει είναι η τελική διερεύνηση του όρου της καλοτυχίας: «Υπάρχουν, βέβαια, πολλές σημασίες του καλότυχου· παράδειγμα: σε κάποιον συνέβη να πράξει κάτι καλό, μολονότι το είχε λογικά σχεδιάσει αντιθέτως· αυτόν τον λέμε καλότυχο· επίσης καλότυχο λέμε, αυτόν που η λογική έλεγε ότι θα ζημιωθεί, αλλά αυτός βγήκε κερδισμένος. Έγκειται, λοιπόν, η καλή τύχη είτε στο να προκύψει ενάντια στη λογική κάτι καλό, είτε στο να μη συμβεί παρά τις λογικές προβλέψεις κάτι κακό» (1207a 8.6-7).
 
Όμως, σε τελική ανάλυση, πού μπορούμε να εναποθέσουμε το ζήτημα της καλής τύχης; «Ο νους, βέβαια, και η λογική και η επιστήμη φαίνονται τελείως άσχετα με την τύχη. Αλλά σίγουρα και η φροντίδα και η πρόνοια του θεού δεν μπορούν, επίσης, να θεωρηθούν καλοτυχία, αφού συναντώνται και σε ανθρώπους κακούς, και δεν είναι εύλογο να φροντίζει ο θεός τους κακούς ανθρώπους. Δεν απομένει παρά η φύση· αυτή είναι που έχει πολύ μεγάλη σχέση με την καλοτυχία» (1207a 8.4 και 8.5).
 
Ο Αριστοτέλης θα τεκμηριώσει το συσχετισμό της καλοτυχίας με τη φύση ως εξής: «Η καλοτυχία, λοιπόν, είναι άλογη φύση· διότι ο καλότυχος είναι αυτός που έχει μια άλογη ορμή προς τα αγαθά και τα επιτυγχάνει, πράγμα που προσιδιάζει στη φύση· διότι στην ψυχή ενυπάρχει από τη φύση ένα στοιχείο από το οποίο προκύπτει μία άλογη ορμή προς κάθε αγαθό που συμβάλλει στην ευτυχία. Και αν κάποιος ρωτούσε έναν άνθρωπο που βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση “γιατί σου αρέσει να ενεργείς έτσι;”, θα έπαιρνε την απάντηση “δεν ξέρω, αλλά μου αρέσει”» (1207a 8.8 και 1207b 8.9).
 
Η άποψη ότι μέσα στην ψυχή υπάρχει από τη φύση η τάση (ως άλογη ορμή) για κάθε αγαθό προς την εκπλήρωση της ευτυχίας δείχνει την αισιοδοξία του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο, δηλαδή τη φωτεινότητα του στοχασμού του. Το κατά πόσο μπορεί αυτό να επαληθευτεί εναπόκειται στην κρίση του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι η κατάρριψη της σωκρατικής άποψης «ουδείς έκων κακός» (αφού ο ακρατής είναι σε θέση να κάνει απολύτως συνειδητά κακό στον εαυτό του από την αδυναμία του να συγκρατηθεί) περιπλέκει τα πράγματα. Η εκ φύσεως «άλογη ορμή» προς το καλό θα έπρεπε να αποτρέπει αυτές τις περιπτώσεις.
 
Όπως και να έχει το τελικό συμπέρασμα είναι πλέον διαμορφωμένο. Ο Αριστοτέλης δεν απορρίπτει τον παράγοντα της τύχης στο ζήτημα της ανθρώπινης ευτυχίας: «Με δεδομένα, λοιπόν, πρώτον πως δεν υπάρχει ευτυχία χωρίς τα εξωτερικά αγαθά, δεύτερον πως αυτά είναι θέμα τύχης, όπως είπαμε μόλις τώρα, τότε η καλοτυχία θα είναι συνεργός της ευτυχίας» (1207b 8.12).
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Η ΠΡΑΟΤΗΣ ΕΔΡΑΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΟΧΗ

Η «Πραότης» είναι παρεξηγήσιμη από τους αδαείς Αρετή, καθώς την ίδια με αυτήν συμπεριφορά, που πηγάζει από την αυτοπεποίθηση της ισχύος, μπορεί να επιδείξει κάποιος που απλώς είναι φοβισμένος ή δειλός. Η «Πραότης» όμως δεν είναι γνώρισμα του ηττημένου και του δειλού, αλλά του ισχυρού, του αυτάρκους και του νικητή.

Η «Πραότης» επουδενί μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για συγκατάβαση προς την ωμότητα ή για απραξία λόγω υποχωρητικότητας, φόβου, νωθρότητας και αδυναμίας. Ειδοποιός διαφορά είναι η δυνατότητα της επιλογής, της επιλογής δηλαδή της «Πραότητος» από άνθρωπο που έχει την δυνατότητα να συμπεριφερθεί και διαφορετικά.

Η «Πραότης» δεν έχει επίσης σχέση με το φαινόμενο του 20ου αιώνα που καθιερώθηκε να ονομάζεται «Μη βία» ή «Ειρηνισμός».

Ο κατ’ Αρετήν* πράος είναι ελλόγως φιλειρηνικός, δεν έχει δηλαδή ως πρώτη προτεραιότητά του την βία, ενώ, αντιθέτως, ο ειρηνιστής αρνείται ακρίτως κάθε πόλεμο και σύγκρουση, δηλαδή την οποιαδήποτε βίαιη αντίδραση απέναντι σε ο,τιδήποτε και σε οποιονδήποτε. Το να ανέχεται κάποιος να τον προπηλακίζουν ή να μένει θεατής όταν δέχονται επιθέσεις οι φίλοι του, είναι γνώρισμα όχι ελευθέρου ανθρώπου αλλά ανδραπόδου, τονίζει ορθώς ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια» (1126a, 8): «ΤΟ ΠΡΟΠΗΛΑΚΙΖΟΜΕΝΟΝ ΑΝΕΧΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΙΚΕΙΟΥΣ ΠΕΡΙΟΡΑΝ, ΑΝΔΡΑΠΟΔΩΔΕΣ».

Σε αντίθεση προς τον ειρηνιστή, ο κατ’ Αρετήν πράος δεν υποδουλώνεται σε ηθικοφανείς άκαμπτες εντολές ή φετιχισμούς, αλλά επιλέγει την «Πραότητα» όταν αυτό που επιδιώκει μπορεί να το πετύχει δίχως χρήση βίας, το οποίο αποτελεί και τον λογικώς «προτιμητέο» τρόπο. Αυτονόητο είναι, ότι αυτή η επιλογή καθορίζεται από δύο πράγματα, την ισχύ τού επιλέγοντος και την φύση του αντιπάλου του.

Ο πράος, επειδή ως τέτοιος βρίσκεται σε ειρήνη με τον εαυτό του, δεν είναι μνησίκακος και δεν εχθρεύεται παράλογα κανέναν, είναι υπεράνω της μονοθεϊστικής κτηνωδίας, την οποία εκφράζει ανενδοίαστα το δόγμα, «ψυχήν αντί ψυχής, οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, χείρα αντί χειρός, πόδα αντί ποδός, κατάκαυμα αντί κατακαύματος, τραύμα αντί τραύματος, μώλωπα αντί μώλωπος», το δόγμα δηλαδή της ατελείωτης εκδικήσεως – αντεκδικήσεως, αποκρούει απλώς (διατηρώντας το δικό του μέτρο και την αυτοκυριαρχία του) τον κάθε είδους «εισβολέα», όταν δέχεται, κάθε είδους, «εισβολή» και μετά δίδει λήθη και επιστρέφει στην πραότητά του και στην ειρήνη με τον εαυτό του.

Ο πράος ποτέ δεν επιτίθεται πρώτος, αλλά όταν δεχθεί επίθεση, φροντίζει για την αποτελεσματική απόκρουσή της, εξοντώνει, μεταφορικά ή κυριολεκτικά, τον εισβολέα, όμως δεν βγάζει μίσος προς ηττημένους και νεκρούς.

Η «Πραότης» εδράζεται στην «Υπεροχή» και η τελευταία δεν κάνει ποτέ κατάχρηση της δυνάμεώς της.
---------------------------
*Αρετή, Το αξιακό σύστημα των Ελλήνων

ΔΕΣ:
  • Χριστιανισμός και ηθική
  • Χριστιανική θρησκευτική ηθική
  • Η «αγάπη» και η χριστιανική υποκρισία
  • Η ''ΜΑΓΕΙΑ'' ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
  • Παλαιά Διαθήκη και «ηθικά» διδάγματα
  • Γιατί απορρίπτουμε τον Χριστιανισμό
  • Η ιλαροτραγωδία στην «θεόπνευστη» Αγία Γραφή
  • «Αγία Γραφή»: Το μεγαλύτερο παραμύθι τού κόσμου
  • Παλαιά Διαθήκη

  • Αν πολεμάς τη φύση, θα ηττηθείς

    To 45 π.Χ. ήταν μια άσχημη χρονιά για τον Μάρκο Τύλλιο Κικέρωνα (Marcus Tullius Cicero).

    Ο διάσημος Ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός είχε συμπληρώσει την έκτη δεκαετία της ζωής του και ήταν μόνος. Είχε πρόσφατα χωρίσει την επί τριάντα χρόνια σύζυγό του και είχε παντρευτεί μια νεότερη γυναίκα, μόνο και μόνο για να τη χωρίσει κι εκείνη σχεδόν αμέσως. Η λατρεμένη κόρη του Τυλλία είχε πεθάνει στην αρχή του έτους, βυθίζοντάς τον σε μεγάλη απελπισία. Επιπλέον, είχε χάσει τη θέση του στο προσκήνιο της ρωμαϊκής πολιτικής εδώ και τέσσερα χρόνια, όταν ο Ιούλιος Καίσαρας διέσχισε τον ποταμό Ρουβίκωνα εξαναγκάζοντας τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία να εμπλακεί  σε εμφύλιο πόλεμο. Ο Κικέρων δεν μπορούσε να στηρίξει τον Καίσαρα κι έτσι, αφού αρχικά εναντιώθηκε στον καινούριο δικτάτορα λαμβάνοντας στη συνέχεια μια εξευτελιστική για τον ίδιο αμνηστία, αποσύρθηκε στην αγροικία του. Παρέμεινε εκεί, μακριά από τη Ρώμη, θεωρώντας τον εαυτό του έναν ηλικιωμένο άνδρα, καθόλου χρήσιμο για την κοινωνία.

    Αλλά αντί να βυθιστεί σε κύπελλα ξέχειλα από κρασί ή να αυτοκτονήσει όπως είχε κάνει ο νεότερος και φίλος του Κάτων, ο Κικέρων κατέφυγε στη συγγραφή. Υπήρξε ενθουσιώδης σπουδαστής της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας στα νιάτα του και ποθούσε να αφήσει την προσωπική σφραγίδα του στον λογοτεχνικό κόσμο αναλύοντας στους Ρωμαίους συμπολίτες του τις αξίες που είχε ανακαλύψει στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και σε άλλους σπουδαίους στοχαστές. Είχε φυσική ροπή προς το στωικό δόγμα της αγνότητας, της τάξης και της θεϊκής πρόνοιας, σε αντίθεση με την –κατά την άποψή του– περιοριστική και τρυφηλή άποψη των επικουρείων. Έτσι, ξεκίνησε να γράφει. Σε μια εξαιρετικά μικρή χρονική περίοδο, δουλεύοντας από νωρίς το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα, έγραψε πολυάριθμες  διατριβές για τη διακυβέρνηση, την ηθική, την αγωγή, τη θρησκεία, τη φιλία και το ηθικό καθήκον.

    Λίγο πριν από τη δολοφονία του Καίσαρα, εκείνη την αποφράδα μέρα του Μαρτίου του 44 π.Χ., ο Κικέρων στράφηκε προς το θέμα της ηλικίας σε μια σύντομη διατριβή με τίτλο Περί Γήρατος. Στον αρχαίο κόσμο, όπως και στον σύγχρονο, η ζωή του ανθρώπου μπορεί να λήξει νωρίς, αλλά σφάλλουμε όταν υποθέτουμε ότι η διάρκεια ζωής στην Ελλάδα και τη Ρώμη ήταν απαραίτητα σύντομη. Παρόλο που η μακροβιότητα στην αρχαιότητα είναι αδύνατον να υπολογιστεί και η βρεφική και παιδική θνησιμότητα ήταν σαφώς υψηλή, αν οι άνδρες και οι γυναίκες έφταναν στην ενηλικίωση, είχαν μεγάλη πιθανότητα να ζήσουν έως τα εξήντα και τα εβδομήντα χρόνια τους ή και ακόμα παραπάνω.

    Οι Έλληνες συγγραφείς πριν από τον Κικέρωνα είχαν προσεγγίσει το τελευταίο στάδιο της ζωής με διάφορους τρόπους. Κάποιοι εξιδανίκευαν τους ηλικιωμένους πεφωτισμένους κομιστές σοφίας, όπως ο ομηρικός βασιλιάς Νέστορας, ενώ άλλοι τους διακωμωδούσαν παρουσιάζοντάς τους ως κουρασμένους και αθεράπευτους γκρινιάρηδες.

    Υπάρχουν πολλά πολύτιμα διδάγματα στο μικρό βιβλίο του Κικέρωνα σχετικά με το γήρας. Κάποια από τα σπουδαιότερα είναι:
      1. Μια καλή τρίτη ηλικία ξεκινά από την περίοδο της νιότης. Ο Κικέρων υποστηρίζει ότι η ποιότητα που κάνει τα τελευταία χρόνια της ζωής μας παραγωγικά και χαρούμενα, πρέπει να καλλιεργηθεί από το ξεκίνημά μας. Η μετριοπάθεια, η σοφία, η νηφαλιότητα στη σκέψη, η ικανότητα να απολαμβάνουμε όσα προσφέρει η ζωή – αυτές είναι συνήθειες που πρέπει να αποκτήσουμε όσο είμαστε νέοι, γιατί έτσι θα διατηρηθούν όσο μεγαλώνουμε. Οι δυστυχείς νέοι άνθρωποι δεν γίνονται ευτυχέστεροι όταν μεγαλώνουν.
      2. Η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι μια υπέροχη περίοδος της ζωής. Τα γηρατειά μπορούν να είναι διασκεδαστικά, εφόσον έχουμε αναπτύξει τις κατάλληλες εσωτερικές ικανότητες. Ναι, σαφώς και υπάρχουν αρκετοί θλιμμένοι ηλικιωμένοι, αλλά δεν πρέπει να κατηγορούν την ηλικία για τα προβλήματά τους. Τα λάθη τους, λέει ο Κικέρων, είναι το αποτέλεσμα του κακού χαρακτήρα τους και όχι του αριθμού των χρόνων που έχουν ζήσει.
      3. Υπάρχουν κατάλληλες περίοδοι στη ζωή. Η φύση έχει διαμορφώσει την ανθρώπινη ζωή έτσι ώστε να απολαμβάνουμε συγκεκριμένα πράγματα όταν είμαστε νέοι και διαφορετικά πράγματα όταν μεγαλώνουμε. Η προσπάθειά μας να προσκολληθούμε στη νιότη πέραν του αρμόζοντος χρόνου είναι μάταιη. Αν πολεμάς τη φύση, θα ηττηθείς.
      4. Οι μεγαλύτεροι έχουν πολλά να διδάξουν στους νεότερους. Υπάρχει αυθεντική σοφία στη ζωή, η οποία κατακτάται μόνο μέσω της εμπειρίας. Είναι ευχαρίστησή μας και καθήκον μας καθώς μεγαλώνουμε να τη μεταλαμπαδεύουμε στους νέους που είναι πρόθυμοι να ακούσουν. Όμως και οι νέοι, με τη σειρά τους, μπορούν να προσφέρουν πολλά στους μεγαλύτερούς τους, συμπεριλαμβανομένης και της ευχάριστης συντροφιάς τους.
      5. Τα γηρατειά δεν πρέπει να μας αρνούνται μια ενεργή ζωή, αλλά πρέπει να αποδεχτούμε τους περιορισμούς. Κανένας ογδοντάχρονος δεν πρόκειται να νικήσει σε έναν αγώνα δρόμου ανταγωνιζόμενος νεαρούς υγιείς εικοσάχρονους, όμως μπορούμε ακόμα να είμαστε σωματικά ενεργοί, εντός των μετριοπαθών περιορισμών που μας επιβάλλει το ίδιο μας το σώμα. Και υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούν να κάνουν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, τα οποία δεν απαιτούν ιδιαίτερη σωματική δύναμη, από τη μελέτη και τη συγγραφή ως την προσφορά της σοφίας και της εμπειρίας τους στο κοινωνικό σύνολο.
      6. Το μυαλό είναι ένας μυς που πρέπει να ασκείται. Ο Κικέρων φρόντισε ώστε ο κύριος χαρακτήρας του βιβλίου του να έχει μάθει αρχαιοελληνική λογοτεχνία σε ώριμη ηλικία και να ανακαλεί προσεκτικά τα γεγονότα της ημέρας πριν πέσει για ύπνο κάθε βράδυ. Όποια τεχνική κι αν έχει αποτέλεσμα, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιούμε το μυαλό μας όσο το δυνατόν περισσότερο καθώς μεγαλώνουμε.
      7. Οι ηλικιωμένοι πρέπει να υπερασπίζονται τον εαυτό τους. Όπως λέει ο Κικέρων, «Οι γέροντες είναι άξιοι σεβασμού μόνο αν υπερασπίζονται τον εαυτό τους, διατηρούν τα δικαιώματά τους, δεν υποτάσσονται σε κανέναν και ηγούνται της ιδιοκτησίας τους μέχρι την τελευταία τους πνοή». Τα τελευταία χρόνια της ζωής δεν είναι περίοδος παθητικότητας.
      8. Η ερωτική πράξη είναι επιβεβλημένη. Όχι πως οι μεγαλύτεροι δεν μπορούν να απολαύσουν την ευχαρίστηση της σάρκας, όμως το αχαλίνωτο σεξουαλικό πάθος της νιότης ωριμάζει όσο μεγαλώνουμε – και ευτυχώς που συμβαίνει αυτό, κατά τον Κικέρωνα. Η ωρίμανση των αισθησιακών ορέξεων αφήνει χώρο να απολαύσουμε και άλλες πλευρές της ζωής που προσφέρουν μεγαλύτερη ικανοποίηση και έχουν μεγαλύτερη διάρκεια.
      9. Καλλιεργήστε τον δικό σας κήπο. Ο Κικέρων παρουσιάζει την ιδέα αυτή στο κεφάλαιο όπου εγκωμιάζει την ικανοποίηση που προσφέρει η γεωργία, αλλά υπάρχει ένα σημαντικό μάθημα σε αυτό. Το να βρούμε σε ώριμη ηλικία μια αξιόλογη δραστηριότητα που να μας προσφέρει πραγματική απόλαυση αποτελεί στοιχειώδες συστατικό της ευτυχίας. Το να βάζουμε λίπασμα ή να κλαδεύουμε αμπέλια μπορεί να μην είναι το πάθος μας, αλλά, όποιο κι αν είναι το πάθος μας τελικά, ας το επιδιώκουμε με χαρά.
      10. Ο θάνατος δεν πρέπει να μας τρομάζει. Ο Κικέρων λέει ότι ο θάνατος σηματοδοτεί είτε το τέλος της ανθρώπινης συνείδησης είτε την αρχή της αιώνιας ευδαιμονίας. Είτε αυτό αληθεύει είτε όχι, σίγουρα ισχύει, όπως υποστηρίζει ο Κικέρων, ότι η ζωή είναι σαν ένα θεατρικό έργο.  Ένας καλός ηθοποιός ξέρει πότε να εγκαταλείψει τη σκηνή. Το να προσκολλώμαστε απεγνωσμένα στη ζωή όταν την έχουμε ζήσει καλά και πλησιάζουμε στο τέλος είναι ανώφελο και ανόητο.

    ΜΑΡΚΟΣ ΤΥΛΛΙΟΣ ΚΙΚΕΡΩΝ, ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ

    Και εγένετο… ο αριθμός

    Στη Μεσοποταμία στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ. τα χωριουδάκια που αφήσαμε μεταμορφώθηκαν σε ακμάζουσες πολιτείες. Μερικές από αυτές συγκεντρώνουν αρκετές δεκάδες χιλιάδες κατοίκους! Η τεχνολογία προοδεύει με πρωτοφανή ρυθμό. Αρχιτέκτονες, χρυσοχόοι, κεραμείς, υφαντές, ξυλουργοί ή γλύπτες, οι τεχνίτες οφείλουν να επιδείξουν μια συνεχώς ανανεούμενη ευρηματικότητα για να αντιμετωπίσουν τις τεχνικές προκλήσεις που συναντούν. Η μεταλλουργία δεν έχει ακόμα τελειοποιηθεί, γίνονται όμως και προς τα εκεί προσπάθειες. Σταδιακά αναπτύσσεται στην περιοχή και ένα οδικό δίκτυο. Οι εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές πολλαπλασιάζονται. Όλο και πιο περίπλοκες ιεραρχίες συγκροτούνται και ο Homo sapiens ανακαλύπτει τις χαρές της διοίκησης. Όλα αυτά απαιτούν τρομερή οργάνωση! Για να μπει κάποια τάξη είναι καιρός το είδος μας να επινοήσει τη γραφή και να εισέλθει στη φάση της Ιστορίας. Σ’ αυτήν την επανάσταση που βρίσκεται στα σκαριά τα μαθηματικά έμελλε να διαδραματίσουν τον ρόλο της πρωτοπορίας.

    Ακολουθώντας την όχθη του Ευφράτη, ας αφήσουμε τα οροπέδια του Βορρά, όπου γεννήθηκαν οι πρώτοι οικισμοί και ας κατευθυνθούμε προς τη χώρα των Σουμερίων, που απλώνεται στις πεδιάδες της Κάτω Μεσοποταμίας. Εδώ, στις στέπες του Νότου, αρχίζουν πια να συγκεντρώνονται οι πρώτες εστίες πληθυσμού. Κατά μήκος του ποταμού συναντάμε τις πόλεις Κις, Νιππούρ και Σουρουππάκ. Αυτές οι πόλεις είναι ακόμα καινούριες, αλλά οι αιώνες που θα ακολουθήσουν φέρουν μαζί τους υποσχέσεις μεγαλείου και ευημερίας.

    Και ξαφνικά βλέπουμε να διαγράφεται στον ορίζοντα το Ουρούκ.

    Η πόλη του Ουρούκ είναι μια ανθρώπινη μυρμηγκοφωλιά που το μεγαλείο και η δύναμή της λάμπουν σε ολόκληρη την Εγγύς Ανατολή. Χτισμένα κατά βάση με τούβλα από ξεραμένη λάσπη, τα σπίτια της πόλης απλώνουν τις πορτοκαλιές αποχρώσεις τους σε περισσότερα από εκατό εκτάρια. Ο περαστικός μπορεί να χαθεί επί ώρες σεργιανώντας στα πολύβουα δρομάκια της. Στην καρδιά της πόλης βρίσκουμε πολλούς μνημειώδεις ναούς. Εκεί λατρεύεται ο Αν, πατέρας όλων των Θεών, αλλά κυρίως η Ιννάννα, η Κυρά των Ουρανών. Προς τιμήν της ανεγέρθηκε ο ναός Εάννα. που το πιο μεγάλο του κτίσμα έχει μήκος ογδόντα μέτρα και πλάτος τριάντα, μεγέθη ικανά να εντυπωσιάζουν τους διαβάτες.

    Το καλοκαίρι πλησιάζει και, όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή, η πόλη βρίσκεται σε αναβρασμό. Σε λίγο τα κοπάδια με τα πρόβατα θα κινήσουν για τα βοσκοτόπια του Βορρά και δε θα επιστρέψουν πριν από το τέλος της ζεστής εποχής. Για πολλούς μήνες οι βοσκοί θα είναι επιφορτισμένοι να φροντίζουν τα ζώα, εξασφαλίζοντας την ασφάλεια ναι την ομαλή διαβίωσή τους, για να τα επιστρέψουν άθικτα στους ιδιοκτήτες τους. Ο ναός Εάννα έχει επίσης στην κατοχή του πολλά κοπάδια, τα μεγαλύτερα από τα οποία αριθμούν αρκετές δεκάδες χιλιάδες κεφάλια. Συχνά οι μετακινήσεις των ζώων συνοδεύονται από στρατιώτες, που τα προστατεύουν από τους κινδύνους της μεταφοράς. Ωστόσο, οι ιδιοκτήτες δε θα άφηναν ποτέ τα πρόβατά τους να φύγουν χωρίς να πάρουν κάποιες προφυλάξεις. Η συμφωνία με τους βοσκούς είναι ξεκάθαρη: όσα κεφάλια φύγουν τόσα πρέπει και να επιστρέψουν. Τα ζώα του κοπαδιού δεν πρέπει ούτε να χαθούν ούτε να γίνουν αντικείμενο συναλλαγών κάτω από το τραπέζι.

    Τίθεται λοιπόν το πρόβλημα: πώς να συγκρίνουμε το μέγεθος του κοπαδιού που έφυγε με αυτό που επέστρεψε;

    Για ν’ αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα, εδώ και αρκετούς αιώνες έχει επινοηθεί ένα σύστημα με μάρκες από άργιλο. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι από μάρκες: ανάλογα με το σχήμα και τα σύμβολα που είναι χαραγμένα πάνω τους αντιπροσωπεύουν ένα ή περισσότερα ζώα ή αντικείμενα. Ένα πρόβατο αντιπροσωπεύεται από έναν απλό δίσκο όπου είναι χαραγμένος ένας σταυρό. Πριν από την αναχώρηση τοποθετούνται μέσα σ’ ένα δοχείο μάρκες που αντιστοιχούν στο μέγεθος του κοπαδιού. Κατά την επιστροφή αρκεί να συγκριθεί το κοπάδι με το περιεχόμενο του δοχείου για να βεβαιωθούν ότι κανένα ζώο δε λείπει. Πολύ αργότερα αυτές οι μάρκες θα λάβουν το λατινικό όνομα calculi, «μικρά χαλίκια», από το οποίο θα προκύψει και η λέξη calcul (υπολογισμός).

    Αυτή η μέθοδος είναι πραχτική, παρουσιάζει όμως και κάποιες δυσκολίες. Ποιος θα φυλάξει τις μάρκες; Η δυσπιστία είναι διπλής κατεύθυνσης: οι βοσκοί μπορεί κι αυτοί με τη σειρά τους να ανησυχούν μήπως, κατά την απουσία τους, κάποιοι αδίσταχτοι ιδιοκτήτες προσθέσουν μάρκες στο δοχείο και στη συνέχεια ζητήσουν να αποζημιωθούν για πρόβατα που δεν υπήρξαν ποτέ! Ψάχνουν λοιπόν, σπάνε το κεφάλι τους και τελικά βρίσκουν μια λύση. Οι μάρκες —τα χαλίκια— θα κλειστούν μέσα σε μια κούφια μπάλα από άργιλο που θα σφραγιστεί ερμητικά. ‘Όταν κλείσουν τη σφαίρα–φάκελο, βάζουν όλοι την υπογραφή τους στην επιφάνειά της για να πιστοποιήσουν την αυθεντικότητά της. Τώρα πια είναι αδύνατο να μεταβληθεί ο αριθμός των χαλικιών χωρίς να σπάσει η μπάλα. Οι βοσκοί μπορούν να φύγουν ήσυχοι.

    Να, όμως, τώρα που οι ιδιοκτήτες βρίσκουν κι αυτοί με τη σειρά τους προβλήματα στη μέθοδο. Για να διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους είναι σημαντικό να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή το πλήθος των ζώων του κοπαδιού τους. Πώς θα το κάνουν αυτό; Να μάθουν απ’ έξω τον αριθμό των προβάτων τους; Καθόλου εύκολο, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η σουμερική γλώσσα δε διαθέτει ακόμη λέξεις που να περιγράφουν τόσο μεγάλους αριθμούς. Να κρατούν ένα μη σφραγισμένο αντίγραφο με χαλίκια για κάθε σφραγισμένη σφαίρα; ‘Όχι και τόσο πρακτικό.

    Τελικά βρέθηκε μια λύση. Χρησιμοποιώντας ένα καλάμι χαράζουν στην επιφάνεια κάθε σφαίρας το σχήμα των χαλικιών που περιέχει. Έτσι καθίσταται εφικτά να ενημερώνεται κανείς για το περιεχόμενο της σφραγισμένης σφαίρας χωρίς να χρειάζεται να τη σπάσει.

    Τελικά αυτή η μέθοδος μοιάζει να βολεύει τους πάντες. Χρησιμοποιείται ευρύτατα όχι μόνο για τη μέτρηση των προβάτων, αλλά και για την επικύρωση κάθε είδους συμφωνίας. Τα δημητριακά, όπως το σιτάρι και το κριθάρι, το μαλλί και τα υφάσματα, το μέταλλο, τα κοσμήματα, οι πολύτιμοι λίθοι, το λάδι, ακόμα και τα δοχεία έχουν τις μάρκες τους. Μέχρι και οι φόροι ελέγχονται με μάρκες. Με λίγα λόγια, στο τέλος της 4ης χιλιετίας, στο Ουρούκ κάθε συμβόλαιο οφείλει να επικυρώνεται από μια πήλινη σφαίρα εφοδιασμένη με τα χαλίκια της.

    Όλα αυτά λειτουργούν θαυμάσια· κι ύστερα, κάποια μέρα, γεννιέται μια καινούρια ιδέα. Είναι απ’ αυτές τις ιδέες που είναι τόσο ιδιοφυείς και τόσο απλές, που αναρωτιέται κανείς πώς και δεν τη σκέφτηκε πιο πριν. Αφού ο αριθμός των ζώων είναι καταγραμμένος στην επιφάνεια της σφαίρας, ποιος ο λόγος να συνεχίζουμε να αποθηκεύουμε μάρκες στο εσωτερικό της; Θα μπορούσαμε απλώς να χαράσσουμε την εικόνα των χαλικιών μας σ’ ένα οποιοδήποτε κομμάτι από άργιλο. Σε μια επίπεδη πινακίδα, για παράδειγμα.

    Και το όνομα αυτού, γραφή.

    Παράξενοι που είμαστε

    Το κορίτσι με το σκουριασμένο πρόσωπο, ο φοβισμένος ακροβάτης, η συνήθεια που ποτέ δεν γίνεται έκπληξη, όλα αυτά χαρακτηρίζουν τον κόσμο μας.

    Περπατώ στους δρόμους και κοιτώ τα πρόσωπα των ανθρώπων, θέλω να δω την έκφρασή τους. Θέλω να δω την ευτυχία κατάματα αλλά δεν την αναγνωρίζω πια πουθενά.

    Τα πρόσωπά τους άλλοτε άχρωμα, άλλοτε σκουριασμένα σαν αυτό του κοριτσιού σήμερα στη παραλία που κρυφάκουγε τον κόσμο μέσα από ένα κοχύλι και το έτριβε τρυφερά στα δάχτυλά της σαν λυχνάρι που θα εκπλήρωνε την πιο μεγάλη της επιθυμία.

    Παράξενοι που είμαστε… Παράξενοι και συναρπαστικοί ταυτόχρονα… Πολύχρωμοι και άχρωμοι σαν βεγγαλικά που περιμένουν να γεννηθούν με μία σπίθα. Ένα χέρι! Αυτό περιμένουμε όλοι. Ένα χέρι που θα ανάψει τη φωτιά μέσα μας, θα μας εκτοξεύσει και θα χαθούμε στο άπειρο…

    Οι ρόλοι που παίζουμε προκειμένου να ακούσουμε “Μπράβο”!

    Στην εφηβεία, όταν οι ανασφάλειες και η πίεση να γίνουμε αποδεκτοί από το περιβάλλον μας βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους, απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο από την πραγματική μας φύση και πλησιάζουμε στη φύση που αποδέχεται ο κύκλος μας. Αν, για παράδειγμα, το να κάνεις σεξ στα δεκατέσσερα κάνει τους συνομηλίκους μας να μας αποδεχτούν, τότε πολλοί από μας θα σπεύσουν. Μπράβο! Αν το να παίζεις ποδόσφαιρο είναι πιο κουλ από το να γίνεις μέλος στην επιστημονική λέσχη, τότε ξέχνα την επιστημονική λέσχη. Μπράβο! Και αν το να μείνεις μακριά από τσιγάρα, ναρκωτικά και ποτά μάς κάνει μαμόθρεφτους, τότε φέρτε ό,τι μπορείτε. Μπράβο!

    Και έπειτα η ενηλικίωση. Πηγαίνουμε στη δουλειά, ντυνόμαστε με ωραία ρούχα και επαναλαμβάνουμε ανούσιες λέξεις: συνέργεια, χάσμα, οικοσύστημα και πιες το Kool-Aid. Τι είδους γλώσσα είναι αυτή; Τη χρησιμοποιούμε γιατί μας κάνει αποδεκτούς. Σοβαρεύουμε και φροντίζουμε να μη δείχνουμε τα συναισθήματά μας στη δουλειά. Κάποιοι από μας μαθαίνουμε γκολφ, πηγαίνουμε σε επαγγελματικά δείπνα και παρευρισκόμαστε στο πάρτι του γραφείου. Προσαρμοζόμαστε στο περιβάλλον. Μπράβο! Καθώς προχωράμε, κάποιοι από μας επενδύουν σε ακριβές μάρκες ρούχων ή σε ακριβά αυτοκίνητα για να ενισχύσουμε τη δημόσια εικόνα μας. Οτιδήποτε κερδίζουμε από την εικόνα αυτή, το ξοδεύουμε για να τη διατηρήσουμε, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν μας κάνει πραγματικά ευτυχισμένους. Κι όμως, δεν σταματάμε ποτέ για να σκεφτούμε τι κάνουμε, αρκεί να παραμένει απρόσβλητο το εγώ μας.

    Από τη στιγμή που θα αρχίσουμε να φοράμε μάσκες για να ενισχύσουμε το εγώ μας, περνάμε την υπόλοιπη ζωή μας παίζοντας ρόλους. Υπάρχει ο ρόλος του ισχυρού στελέχους: επαγγελματίας, καλοντυμένος, συγκροτημένος, άκαρδος. Ο ρόλος της μαμάς: μιλάει με τα παιδιά της χρησιμοποιώντας μωρουδιακή γλώσσα, φοράει αθλητικά και πίνε, καφέ με άλλες μαμάδες τα πρωινά. Ο ρόλος του καλλιτέχνη: εκκεντρικό στιλ, επαναστατικός και μυστηριώδης. Ο ρόλος του πατριώτη: περήφανος και πρόθυμος να σκοτώσει τον εχθρό. Ο ρόλος ενός σοφιστικέ τζέντλεμαν: πάντα επικριτικός, φαινομενικά γνώστης της τέχνης, κάνει μικρές παύσεις σιωπής και περισυλλογής κάθε δύο προτάσεις. Ο ρόλος της σαγηνεύτριας: σέξι φόρεμα, ψηλά τακούνια και μαγευτική φωνή. Ο ρόλος του κακού παιδιού: τατουάζ, αυτοπεποίθηση και ένα χαλαρό, υποτιμητικό βλέμμα.

    Κάθε ταυτότητα μετατρέπεται σε ρόλο, ακόμα και οι πιο βασικές. Αγόρι ή κορίτσι, ας πούμε. Και ξεκινά μια ολόκληρη ζωή γεμάτη συμπεριφορές που βασίζονται στις κοινωνικές προσδοκίες. Ροζ ή γαλάζιο, κούκλες αντί για μπάλες ποδοσφαίρου, φούστες αντί για παντελόνια. Ο ρόλος γίνεται η εικόνα που περιμένουν οι άλλοι από εσάς, κι αν νιώθετε διαφορετικοί από αυτό περιμένει η αγέλη, η ζωή μπορεί να γίνει πολύ δύσκολη.

    Υπάρχουν ρόλοι για τους νέους και ρόλοι για τους μεγαλύτερους, οι οποίοι καθορίζονται από τις κοινωνικές προσδοκίες. Όσο μεγαλώνουμε, πρέπει να φερόμαστε διαφορετικοί από όταν ήμασταν νέοι και ζωηροί. Όταν έρχεται η ώρα για να αντιμετωπίσουν τα παιδιά τον «πραγματικό κόσμο», όλοι απαιτούν να «σοβαρευτούν». Τους ζητάμε να κάθονται για ώρες ακίνητα στο σχολείο να μη μιλάνε, να μην κινούνται και να μην παίζουν. Θέτουμε το διάβασμα ως προτεραιότητα, πάνω από την εξερεύνηση περιπέτεια. Περιμένουμε από τα παιδιά να πάψουν να είναι ανέμελα και να αρχίσουν να είναι συνεπή και συγκαταβατικά.

    Κάποιοι αντιστέκονται για λίγο, αλλά αργά ή γρήγορα οι περισσότεροι συμμορφωνόμαστε.

    Τι θα συνέβαινε αν όλοι βγάζαμε τις μάσκες και κάναμε την καλύτερη δουλειά που μπορούσαμε χωρίς να προσποιούμαστε ότι είμαστε κάτι άλλο; Θα κλείναμε λιγότερες συμφωνίες ή θα εφευρίσκαμε λιγότερα πράγματα; Δεν νομίζω. Η δουλειά που κάνουμε, όχι οι μάσκες που φοράμε, είναι αυτό που μας σπρώχνει να πάμε μπροστά. Σε έναν κόσμο χωρίς εγώ, όπου δεν θα είχε σημασία πώς μας βλέπουν οι άλλοι, θα επικεντρωνόμασταν στο να κάνουμε το καλύτερο και θα στοχεύαμε στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, ανεξάρτητα από τη γνώμη των άλλων για μας. Ενώ το εγώ ενός επαγγελματία χτίζεται πάνω στη δημιουργία της αντίληψης ότι δουλεύει σκληρά, συχνά τα καλύτερα αποτελέσματα προκύπτουν κάνοντας ελάχιστα πράγματα. Οι καλύτεροι διευθυντές, για παράδειγμα, προσλαμβάνουν ικανούς εργαζόμενους και ασκούν έλεγχο με μέτρο. Όταν απαλλαγούν από την ανάγκη να προσποιούνται, καλύτεροι επαγγελματίες συχνά αποδεικνύονται αυτοί που δεν παίζουν καν αυτό τον ρόλο.

    Για κάθε ρόλο υπάρχει μια εμφάνιση, ένας ενδυματολογικός κώδικας, ένα λεξιλόγιο, μια ομάδα ανθρώπων, ένας εχθρός, συγκεκριμένα θέματα για συζήτηση, εκφράσεις ίου προσώπου και κοινά προβλήματα. Είναι εύκολο να μάθεις την εικόνα. Είναι κάθε μέρα στην τηλεόραση. «Copy-paste», και γινόμαστε όλοι ηθοποιοί. Φοράμε διάφορες μάσκες και κρύβουμε την πραγματικότητά μας απ’ όλους, συμπεριλαμβανομένων και των εαυτών μας.

    Οι υποτιθέμενες ταυτότητές μας γίνονται οι ζωές μας, και αρχίζουμε να τις πιστεύουμε- περισσότερο ακόμα κι από τους άλλους.

    Όταν η αυτοεικόνα μας δέχεται κάποια επίθεση ή αντιμετωπίζει μια απειλή, το ένστικτό μας αναλαμβάνει να προστατεύσει το εγώ μας. Η ενστικτώδης αντίδρασή μας μας κάνει να μαλώνουμε, και στη συνέχεια να απομονωνόμαστε και να χαλάει η διάθεσή μας. Αυτά τα πρωτόγονα εργαλεία έχουν εξελιχτεί για να ταιριάζουν με τον σύγχρονο κόσμο του εγώ. Το δόρυ μετατράπηκε σε επώνυμα ρούχα και ακριβά αυτοκίνητα. Οι χειρονομίες του κυνηγού έγιναν αργκό, και το καλύτερο καμουφλάζ για να ταιριάξουμε στο περιβάλλον μας είναι πια τα Likes στο Facebook. Οι προσδοκίες μας ότι οι άλλοι θα πιστέψουν την ψεύτικη εικόνα μας δεν ικανοποιούνται ποτέ – και νιώθουμε δυστυχισμένοι.

    Το ξέρω πολύ καλά. Βίωσα αυτή την εμπειρία. Επί χρόνια είχα μια εμμονή. Με γοήτευε, αλλά, κυρίους, εξυπηρετούσαν το εγώ μου. Επέλεξα τη δημόσια εικόνα ενός επιτυχημένου, σοφιστικέ και ήμουν δυστυχισμένος όσο τη ζούσα. Ενώ αγαπώ ακόμα τα αυτοκίνητα, έχω χάσει την επιθυμία να τα αποκτώ. Συνειδητοποίησα ότι το πάθος μου μολυνόταν από την τάση μου να ικανοποιώ το εγώ μου. Πριν γίνω πετυχημένος, η εμμονή μου ήταν ένα ψέμα για να καλύψω το γεγονός ότι ακόμα δεν τα είχα καταφέρει. Κι όταν τελικά πέτυχα, δεν χρειαζόμουν κάτι για να το αποδείξω. Και στις δύο περιπτώσεις, δεν με έκαναν ευτυχισμένο. Δεν θα τα καταφέρει ποτέ κανένα τέτοιο κόλπο αντί για το εγώ μας.

    Ο λαϊκός αραβικός πολιτισμός μάς λέει την ιστορία ενός παλιού δασκάλου τον οποίο επισκέπτονται πολλοί μαθητές του αφού αποφοίτησαν από την τάξη του. Μιλάνε για το πόσο πέτυχαν στη ζωή και δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους στον δάσκαλό τους. Έπειτα αρχίζουν όλοι να μιλάνε για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και το άγχος που νιώθουν για να ανταποκριθούν σε προσδοκίες. Η επιτυχία δεν τους κάνει ευτυχισμένους.

    Ο δάσκαλος σηκώνεται για να ετοιμάσει μια μεγάλη κανάτα με καφέ και επιστρέφει με έναν δίσκο που περιέχει πολλά διαφορετικά φλιτζάνια. Κάποια είναι από κρύσταλλο, άλλα ασημένια και κάποια είναι φτιαγμένα από φτηνό πλαστικό. Ζητάει από τους μαθητές του να βάλουν μόνοι τους καφέ. Όλοι προσπαθούν να πάρουν το πιο όμορφο και πιο ακριβό φλιτζάνι που υπάρχει.

    Όταν ξανακάθονται, ο δάσκαλος αναγνωρίζει τα ωραιότερα φλιτζάνια, αλλά τους επισημαίνει ότι το μόνο που ήθελαν στην πραγματικότητα ήταν καφές.

    Ανεξαρτήτως δοχείου, ο καφές ήταν ο ίδιος. Αν το κοινωνικό στάτους, η μόδα, η εικόνα, τα υπάρχοντα και η κοινωνική αποδοχή είναι το φλιτζάνι, λέει, τότε η ζωή είναι ο καφές. Γιατί προσπαθούμε τόσο σκληρά να πιούμε από ένα φανταχτερό φλιτζάνι, ενώ το μόνο που θέλουμε είναι λίγος καλός καφές; Αν θέλετε να ζήσετε μια ζωή χωρίς στρες, αγνοήστε το φλιτζάνι και απλώς:

    Απολαύστε τον καφέ.

    Ευτυχώς, κάποιος με άκουσε. Κάποιος γνωρίζει πώς είναι να είμαι εγώ

    Όταν αναφέρω ότι απολαμβάνω να ακούω κάποιον, εννοώ φυσικά να ακούω σε βάθος. Εννοώ ότι ακούω τα λόγια, τις σκέψεις, τη διαβάθμιση των συναισθημάτων, το προσωπικό νόημα, ακόμη και το νόημα που βρίσκεται πίσω από τη συνειδητή πρόθεση του ομιλητή. Μερικές φορές, επίσης, σε ένα μήνυμα που επιφανειακά δεν είναι πολύ σημαντικό, ακούω μια βαθιά ανθρώπινη κραυγή που βρίσκεται θαμμένη κι άγνωστη, πολύ βαθιά κάτω από την επιφάνεια του προσώπου.

    Έτσι, έμαθα να ρωτώ τον εαυτό μου: «Μπορώ να ακούω τους ήχους και να νιώθω τη μορφή που έχει ο εσωτερικός κόσμος του άλλου προσώπου; Μπορώ να φέρνω στο προσκήνιο αυτό που λέει στο βάθος του, ώστε να νιώθω τα νοήματα που φοβάται, τα οποία, όμως, θα ήθελε να μοιραστεί, καθώς και εκείνα που γνωρίζει».

    Θα σας αναφέρω ένα σύντομο παράδειγμα. Πριν από λίγο καιρό, μου τηλεφώνησε για κάποιο ζήτημα ένας φίλος με τον οποίο δεν ζούμε στο ίδιο μέρος. Τελειώσαμε τη συνδιάλεξη και έκλεισα το τηλέφωνο. Τότε και μόνο τότε συνειδητοποίησα πραγματικά τον τόνο της φωνής του. Είπα στον εαυτό μου ότι πίσω από το θέμα που συζητούσαμε φαινόταν να υπάρχει κάποιο ίχνος απογοήτευσης, αποθάρρυνσης, ακόμη και απελπισίας, που δεν σχετιζόταν με το θέμα της συζήτησής μας. Το ένιωσα τόσο έντονα, που του έγραψα ένα γράμμα αναφέροντας ορισμένα στοιχεία γι’ αυτό που ένιωσα:

    «Μπορεί να κάνω και λάθος σε αυτό που πρόκειται να πω, και, αν κάνω, να πετάξεις το γράμμα στο καλάθι των αχρήστων· συνειδητοποίησα όμως, αφού κλείσαμε το τηλέφωνο, ότι ακουγόσουν σαν να ένιωθες πραγματική απογοήτευση και πόνο, ίσως και πραγματική απελπισία». Έπειτα, προσπάθησα να μοιραστώ μαζί του μερικά από τα δικά μου συναισθήματα γι’ αυτόν· προσπάθησα να χειριστώ την κατάστασή του με τέτοιον τρόπο που ήλπιζα ότι θα τον βοηθήσει. Έστειλα το γράμμα με κάποιο δισταγμό, έχοντας στο νου μου ότι μπορεί να είχα κάνει τελείως λάθος. Πολύ σύντομα έλαβα απάντηση. ‘Ήταν πολύ ευγνώμων που κάποιος τον άκουσε. Σωστά άκουσα τον τόνο της φωνής του, και ένιωσα πολύ ευχαριστημένος που ήμουν σε θέση να τον βοηθήσω κι έτσι να καταστήσω δυνατή τη πραγματική επικοινωνία. Πολύ συχνά, όπως και σε αυτή την περίπτωση, ενώ οι λέξεις μεταφέρουν ένα συγκεκριμένο μήνυμα, ο τόνος της φωνής μεταφέρει ένα άλλο τελείως διαφορετικό.

    Διαπιστώνω, ότι το να ακούμε τους άλλους έχει συνέπειες. Όταν πραγματικά ακούω ένα πρόσωπο και τα νοήματα που είναι σημαντικά γι’ αυτό εκείνη τη στιγμή -όχι να ακούω απλώς τις λέξεις αλλά το ίδιο το πρόσωπο- και όταν του δείχνω ότι έχω ακούσει τα δικά του προσωπικά νοήματα συμβαίνουν πολλά. Καταρχήν, το πρόσωπο αυτό έχει ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης, νιώθει απελευθερωμένο και θέλει να μου πει περισσότερα για τον κόσμο του· προχωρά σε μια νέα αίσθηση ελευθερίας· γίνεται πιο ανοιχτό στη διαδικασία της αλλαγής.

    Συχνά έχω παρατηρήσει ότι όσο πιο βαθιά ακούω τα νοήματα αυτού του προσώπου τόσο πιο πολλά συμβαίνουν. Σχεδόν πάντα, όταν ένα πρόσωπο συνειδητοποιεί ότι το έχουν ακούσει σε βάθος, δακρύζουν τα μάτια του. Νομίζω ότι, κατά μία πραγματική έννοια, δακρύζει από χαρά. Είναι σαν να λέει: «Ευτυχώς, κάποιος με άκουσε. Κάποιος γνωρίζει πώς είναι να είμαι εγώ». Τις στιγμές αυτές έρχεται στο νου μου η φανταστική εικόνα ενός κρατούμενου σε ένα κελί που στέλνει κάθε μέρα σήματα Μορς με το μήνυμα: «Με ακούει κανείς; Υπάρχει κανείς;«. Τελικά, κάποια μέρα, ακούει ένα αχνό σήμα με το μήνυμα: «Ναι». Με αυτή την απλή απάντηση απελευθερώνεται από τη μοναξιά του, γίνεται πάλι άνθρωπος. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ζουν σήμερα στα προσωπικά τους κελιά, που δεν δίνουν στον εξωτερικό κόσμο καμιά ένδειξη γι’ αυτό που ζουν. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ακούμε πολύ προσεκτικά για να αντιληφθούμε τα αχνά μηνύματα από το κελί.

    Αν το θεωρείτε δακρύβρεχτο ή υπερβολικό, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μια εμπειρία που είχα πρόσφατα. Κάποιος άντρας μου έγραψε: «Δεν δημιουργώ σχέσεις εύκολα με τους ανθρώπους. Έχω ένα σχεδόν αδιαπέραστο προσωπείο. Δεν διεισδύει τίποτα που μπορεί να με πληγώσει, αλλά και τίποτα δεν βγαίνει έξω. Έχω καταπιέσει τόσα πολλά συναισθήματα, που πλησιάζω στη συναισθηματική ανικανότητα. Δεν με ευχαριστεί αυτό, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω. Ίσως, αν γνώριζα πώς αντιδρούν οι άλλοι απέναντι σ’ εμένα και γιατί, αυτό να με βοηθούσε». Αυτό ήταν σαφώς ένα μήνυμα από το κελί. Αργότερα, μέσα στην εβδομάδα, ομολόγησε ότι εκείνος έγραψε το ανώνυμο μήνυμα, και αναφέρθηκε με περισσότερες λεπτομέρειες στο αίσθημα της απομόνωσης και της απόλυτης ψυχρότητας που ένιωθε. Αισθανόταν ότι η ζωή είχε φανεί τόσο σκληρή μαζί του, που αναγκάστηκε να ζει χωρίς συναίσθημα όχι μόνο στη δουλειά αλλά και στις κοινωνικές συναναστροφές του – και το χειρότερο απ’ όλα, στην οικογένειά του. Το γεγονός ότι σταδιακά καταφέραμε να εκφραστούμε, να φοβόμαστε λιγότερο μήπως πληγωθούμε και να μοιραζόμαστε περισσότερο τον εαυτό μας με τους άλλους ήταν πολύ ωφέλιμη εμπειρία για όλους εμάς.

    Μου φάνηκε πολύ ευχάριστο και διασκεδαστικό όταν σε ένα γράμμα του μερικές εβδομάδες αργότερα, στο οποίο με ρωτούσε σχετικά με κάποιο άλλο θέμα, συμπεριέλαβε και την εξής παράγραφο: «Όταν επέστρεψα, ένιωθα σαν μικρό κορίτσι που το ξελόγιασαν, αλλά που όμως ένιωθε ότι αυτό ακριβώς περίμενε και χρειαζόταν! Ακόμη δεν γνωρίζω ακριβώς ποιος ήταν υπεύθυνος για την αποπλάνηση – εσείς ή μήπως ήταν κοινό εγχείρημα. Υποψιάζομαι ότι ήταν το δεύτερο. Τέλος πάντων, θέλω να σας ευχαριστήσω για την ουσιαστική και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εμπειρία». Νομίζω ότι δεν είναι υπερβολή να πω πως, επειδή αρκετοί από εμάς ήμασταν σε θέση να τον ακούσουμε πραγματικά και ουσιαστικά, απελευθερώθηκε από το κελί του και βγήκε έξω, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, στον πιο φωτεινό κόσμο των εγκάρδιων διαπροσωπικών σχέσεων.

    Υπάρχει ένα δίδαγμα που θέλω να μοιραστώ μαζί σας: απογοητεύομαι τρομερά και κλείνομαι στον εαυτό μου όταν προσπαθώ να εκφράσω κάτι που ανήκει στο βαθύτερο εαυτό μου, κάτι που είναι μέρος του δικού μου προσωπικού, εσωτερικού κόσμου, και ο άλλος δεν καταλαβαίνει. Όταν παίρνω το ρίσκο να μοιραστώ κάτι που είναι πολύ προσωπικό με ένα άλλο άτομο και εκείνο δεν το αντιλαμβάνεται και δεν το κατανοεί, βιώνω μια πολύ αποκαρδιωτική και μοναχική εμπειρία. Κατέληξα να πιστεύω ότι μια τέτοια εμπειρία μπορεί να καταστήσει κάποια άτομα ψυχωτικά. Τα οδηγεί να σταματήσουν να ελπίζουν ότι κάποιος μπορεί να τα καταλάβει. Από τη στιγμή που χάνουν αυτή την ελπίδα, τότε ο εσωτερικός τους κόσμος, που γίνεται ολοένα και πιο περίεργος, είναι το μόνο μέρος όπου μπορούν να ζήσουν. Δεν μπορούν να βιώσουν πια καμία εμπειρία μαζί με άλλους ανθρώπους. Μπορώ να τους συμπονέσω γιατί γνωρίζω ότι, όταν προσπαθώ να μοιραστώ κάτι από το συναισθηματικό μου κόσμο που είναι προσωπικό και πολύτιμο, για το οποίο μάλιστα δεν νιώθω σίγουρος, αλλά αυτή η διάθεση για επικοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με την αξιολόγηση και τη στρέβλωση του νοήματός μου, η αντίδρασή μου είναι έντονη: «Μα, δεν ωφελεί». Μια τέτοια στιγμή, ο καθένας νιώθει τι σημαίνει να είναι μόνος.

    Συνεπώς, όπως μπορείτε να καταλάβετε απ’ αυτά που έχω αναφέρει μέχρι τώρα, μια δημιουργική, ενεργητική, ευαίσθητη, ακριβής, ενσυναισθητική ακρόαση, χωρίς κριτική διάθεση, είναι για μένα εξαιρετικά σημαντική σε μια σχέση. Είναι σημαντικό για μένα να την παρέχω, και ήταν εξαιρετικά σημαντικό, ειδικά σε κάποιες φάσεις της ζωής μου, που την έλαβα. Νιώθω ότι εξελίσσομαι εσωτερικά όταν ακούω με αυτόν τον τρόπο. Είμαι πολύ βέβαιος ότι έχω εξελιχθεί, ότι έχω απελευθερωθεί και έχω ενισχυθεί τις φορές που με έχουν ακούσει με αυτόν τον τρόπο.