Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

5. -ώδης


§ 388. Μολονότι το -ώδης είναι στην πραγματικότητα συνθετικό, μπορεί να εξεταστεί εδώ, επειδή ίσως ήδη στην ομηρική εποχή, σίγουρα όμως αμέσως μετά, γινόταν αισθητό ως επίθημα. Περιέχει το θέμα σε s για την 'οσμή', που κρύβεται στο λατ. odor και στο ὀσφραίνεσθαι (από το *ὀδσ-)· πρβ. § 140 και σχετικά με τη "συνθετική έκταση" § 118 . Έτσι π.χ. εὐώδης 'ευωδιαστός' (Όμ.), θυώδης 'που μυρίζει θυμίαμα (θύον)' (Όμ.), δυσώδης 'δύσοσμος' (κλασ.). Μόλις με το άπαξ λεγόμενο στον Όμηρο λυσσώδης 'μαινόμενος' (από το λύσσα 'πολεμικό μένος') αρχίζει η γενίκευση της σημασίας του από το 'αυτός που η μυρωδιά του θυμίζει κάτι' στο 'όμοιος ως προς τη γενική εντύπωση που δίνει', για να εξαπλωθεί πολύ μετά τον 5ο αιώνα. Σχετικά με αυτή τη σημασιολογική εξέλιξη πρβ. π.χ. Αριστοφ. Λυσ. 616 κεξ.:

ἤδη γὰρ ὄζειν ταδὶ πλειόνων
καὶ μειζόνων πραγμάτων μοι δοκεῖ


και το γερμανικό "das riecht nach Bestechung" ['μυρίζει δωροδοκία'], λατ. fraud - ulentus 'απατεώνας' (από το ol ē re 'μυρίζω') κτλ. [1] Επιπλέον το -ώδης απέκτησε την έννοια 'πλούσιος σε': οι ἀνθεμώδεις λειμῶνες 'λιβάδια με μυρωδιά λουλουδιών' (Αριστοφ. κ.ά.) είναι ακριβώς 'λιβάδια πλούσια σε λουλούδια'.

§ 389. Ο κύριος όγκος των αναλογικών παραδειγμάτων του -ώδης έχει ως βασική λέξη ένα ουσιαστικό, σύμφωνα με την προέλευσή του από το 'αυτός που έχει τη μυρωδιά κάποιου πράγματος'· πρβ. ακόμη καματώδης 'εξαντλητικός' (Ησίοδος) από το κάματος 'κούραση', ἑλκώδης 'γεμάτος έλκη' (Ευρ.) από το ουδ. ἕλκος 'πληγή', στομώδης 'που λέει καλά λόγια' (Σοφ.) από το στόμα, ἀνδρώδης 'ανδροπρεπής' (κλασ.) από το ἀνδρ- 'άντρας'.

Επιθετικές βάσεις είναι σπανιότερες:

εὐρώδης (Σοφ.) = εὐρύς 'πλατύς' (μπορεί να προέρχεται επίσης από το εὖρος),

ἀγρυπνώδης 'που μας κάνει να χάνουμε τον ύπνο μας (ἄγρυπνος)' (Ιπποκράτης) (πρβ. ὑπνώδης 'νυσταλέος' [κλασ.] από το ὕπνος).

Παράγωγα, που μπορούσαν να συσχετιστούν με ουσιαστικά και ταυτόχρονα με ρήματα, όπως φυσώδης 'ανεμώδης' (κλασ.) πλάι στο φῦσα 'πνοή' και στο φυσᾶν 'φυσώ', αποτέλεσαν γέφυρα προς τη μεταρηματική χρήση του -ώδης:

δακνώδης 'δηκτικός' (Γαληνός) από το δάκνειν 'δαγκώνω',

πρεπώδης 'πρέπων' (κλασ.) από το πρέπειν 'αρμόζω' (πρβ. τη σημασία 'ταιριαστός, πρέπων' στο δημώδης από το δῆμος και στο ἀνδρώδης από το ἀνδρ-).
----------------------
[1] Η παραγωγή του -ώδης από το -οειδής (π.χ. θεοειδής 'όμοιος με θεό' Όμ., πρβ. § 120) είναι αδύνατη, καθώς το -οει- συναιρείται σε -οι- (δηλοῖ κ.τ.ό.) και το -ειδής εκφράζει σχεδόν αποκλειστικά την ομοιότητα της εξωτερικής μορφής, ενώ το -ώδης την ομοιότητα της ουσίας. Μ' αυτό δεν ισχυριζόμαστε ότι ένα όψιμο -ώδης και -οειδής δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ταυτόσημα· π.χ. στον Αριστοτέλη στην ίδια σελίδα απαντούν τα σκώληξ ᾠοειδής και σκ. ᾠώδης.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 5. Από τον Αλέξανδρο στον Πύρρο

5.3. Από την ίδια τη φύση τους οι άνθρωποι επιθυμούν γνώση


Η παρέμβαση της τύχης έφερε έτσι τα πράγματα ώστε η αυτοκτονία του Δημοσθένη να συμπέσει με τη χρονιά θανάτου του Αριστοτέλη (322). Η ίδια ακατανόητη τύχη είχε ορίσει να γεννηθούν το ίδιο ακριβώς έτος (384). Οι βίοι των δύο σημαντικότερων ελλόγιμων ανδρών του 4ου αιώνα συγχρονίστηκαν πλήρως. Αλλά οι πολιτικές αντιλήψεις, οι θεωρητικές τοποθετήσεις και η δημόσια δράση τους διέφεραν τόσο πολύ, ώστε μπορούν να λογιστούν ως αντίπαλοι. Στην Αθήνα, όπου συνέπεσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχαν διαφορετική θέση στην κοινωνία και ασκούσαν διακριτά έργα.

Χωρίς πολιτικά δικαιώματα και, συνεπώς, στερημένος από τη δυνατότητα δημόσιας και ανοιχτής παρέμβασης στα κοινά, ο Αριστοτέλης αφιέρωσε τη ζωή του στην ανάπτυξη της γνώσης σε όλους τους τομείς. Ήταν, με την πληρέστερη έννοια της λέξης, ο Φιλόσοφος - με αυτή μάλιστα την προσωνυμία τον γνώρισε η μεσαιωνική Ευρώπη. Παθιασμένος για την ανόρθωση της αθηναϊκής ηγεμονίας και τη διατήρηση της αυτονομίας της πόλης του, ο Δημοσθένης βρέθηκε να ακολουθεί τα μονοπάτια της ενεργού πολιτικής δράσης, με πύρινους λόγους και ένταση πρακτική. Ήταν η πλήρης ενσάρκωση του Ρήτορα.

Η φιλοσοφία και η ρητορική, η θεωρητική και η πρακτική γνώση που ήταν αξεδιάλυτα δεμένες σε στοχαστές του 5ου αιώνα, και ιδίως στους σοφιστές, άρχισαν να αποκλίνουν στις πορείες τους. Τον δρόμο είχε ήδη ανοίξει η αντιπαράθεση του Πλάτωνα με τον Ισοκράτη.

Ο Αριστοτέλης πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Μακεδονία, όπου έλαβε εγκύκλια μόρφωση. Ο πατέρας του ήταν γιατρός, και μάλιστα του μακεδονικού βασιλικού οίκου, ενώ η μητέρα του καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια που κατείχε μεγάλες εκτάσεις γης στην Εύβοια. Μεγαλωμένος στο ευκατάστατο και καλλιεργημένο περιβάλλον της ανώτερης τάξης, ο Αριστοτέλης κληρονόμησε το επιστημονικό πνεύμα του πατέρα του και την ελευθερία από τα πρακτικά ζητήματα της καθημερινότητας (σχολήν), την οποία παρείχε ο οικογενειακός πλούτος. Με πάθος για γνώση και διαθέσιμο χρόνο, όταν ήταν δεκαεπτά ετών, πήγε -πού αλλού;- στην πόλη της σοφίας (την Ἑλλάδος παίδευσιν, όπως διετεινόταν ο Ισοκράτης), για να μαθητεύσει στη σχολή του Πλάτωνα. Αν εξαιρέσουμε δεκατρία χρόνια φυσιοδιφικών και άλλων επιτόπιων ερευνών στη Μικρά Ασία, τη Λέσβο και τη Μακεδονία, όπου δίδαξε και τον νεαρό Αλέξανδρο, ο Αριστοτέλης πέρασε το υπόλοιπο μέρος της ενήλικης ζωής του στην Αθήνα ως μέτοικος.

Το γεγονός ότι δεν είχε πολιτικά δικαιώματα δεν εμπόδισε τον Αριστοτέλη να μελετήσει συστηματικά τα πολιτικά συστήματα της εποχής του και να στοχαστεί βαθιά για τη φύση και τα προβλήματα της ανθρώπινης κοινωνικής ζωής. Σε ένα χαμένο έργο του μελέτησε, με τη συνδρομή μαθητών του, τους διακριτούς τύπους διακυβέρνησης 158 ελληνικών πόλεων (Πολιτεῖαι). Μικρό τμήμα αυτής της συστηματικής καταγραφής των πολιτικών συστημάτων της αρχαιότητας ανακαλύφθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα σε πάπυρο και διαφωτίζει για την ιστορία και τη λειτουργία του αθηναϊκού πολιτεύματος - πρόκειται για την Ἀθηναίων πολιτεία.

Με μια διάσημη ρήση από τα Πολιτικά ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ως εκείνο το ζωντανό πλάσμα που έχει τη φυσική τάση να ζει σε οργανωμένες κοινωνίες (φύσει πολιτικὸν ζῷον). Ύψιστη μορφή κοινωνικής οργάνωσης θεωρήθηκε η ελληνική πόλη της αρχαϊκής και κλασικής εποχής - που σήμαινε πρωτίστως το πολίτευμα, τους νόμους και το ήθος ζωής της. Εφόσον όμως τα γνωστά πολιτεύματα επιδέχονταν βελτίωση, το ιδανικό πολίτευμα θα συνέθετε τα προτερήματα των τριών τύπων πολιτείας που είχαν υπάρξει στην αρχαιότητα και θα απέφευγε τα καίρια ελαττώματα καθενός.

Βασικό κριτήριο της αριστοτελικής ταξινόμησης των πολιτευμάτων ήταν ο αριθμός των αρχόντων. Ανάλογα με το ενδιαφέρον ή την αδιαφορία των αρχόντων για το κοινό καλό, τα πολιτεύματα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αγαθά ή κακά, ορθά ή εσφαλμένα. Όταν ένας άνθρωπος κατείχε την εξουσία και την ασκούσε για το συμφέρον του συνόλου το πολίτευμα ονομαζόταν βασιλεία. Μπορούσε όμως να παρεκτραπεί σε τυραννίδα, αν ο μονάρχης λησμονούσε το κοινό καλό και στρεφόταν αποκλειστικά στο ατομικό του συμφέρον και τον πλουτισμό. Με παρόμοιο τρόπο, η ἀριστοκρατία των λίγων άξιων πολιτών μπορούσε να εκτραπεί σε πλουτοκρατική ὀλιγαρχίαν, και η ορθή πολιτεία των περισσοτέρων -την οποία ο Αριστοτέλης προτιμούσε να ονομάζει τιμοκρατίαν αφού οι πολίτες νέμονταν εξίσου τα δημόσια αξιώματα και τις τιμές- μπορούσε να αλλοιωθεί σε δημοκρατίαν. Με τον τελευταίο όρο ο Αριστοτέλης χαρακτήριζε την οχλοκρατική έκπτωση της ορθής πολιτείας, υπογραμμίζοντας πάντως ότι είναι η λιγότερο κακή από τις τρεις πολιτειακές παρεκτροπές. Η αντιπαράθεση μεταξύ πλούσιων και φτωχών και η σημασία της αξιοκρατίας ήταν τα δύο σταθερώς επανερχόμενα θέματα στις πολιτικές αναλύσεις του. Έγραφε χαρακτηριστικά ότι οι εμφύλιες διαμάχες και οι πολιτικές έριδες προκαλούνται «όταν ή ίσοι άνθρωποι νέμονται άνισα αγαθά ή άνισοι ίσα» (ὅταν ἢ μὴ ἴσα ἴσοι ἢ μὴ ἴσοι ἴσα ἔχωσι καὶ νέμωνται).

Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη δεν φαίνεται να επηρεάστηκε από τις νέες μορφές διακυβέρνησης που διανοίγονταν με τις μακεδονικές κατακτήσεις. Πίστευε μάλλον ότι οι εκτεταμένες επικράτειες διαλύουν τη συνοχή του κοινωνικού σώματος και αποξενώνουν τους ανθρώπους από τον τόπο. Ωστόσο, οι πολιτικές ιδέες του μπορούσαν να στηρίξουν την ενοποίηση του ευρωπαϊκού και ασιατικού χώρου που αποτόλμησε ο Αλέξανδρος, διότι βασίζονταν εξαρχής σε ιεραρχημένα ζεύγη αντιθέτων, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και η (γνωστή από παλαιότερα) αξιολογική διάσταση Ελλήνων και βαρβάρων.

Πυρήνας της ανθρώπινης κοινωνικότητας ήταν, κατά τον Αριστοτέλη όπως και για πολλούς συγχρόνους του, η οικογένεια στη διευρυμένη της έννοια, ο οἶκος. Στο εσωτερικό της διακρίνονταν οι συμπληρωματικές αντιθέσεις: άνδρας/γυναίκα, ενήλικας/ανήλικος (ή ώριμος/ παιδί), ελεύθερος/δούλος. Τα πρώτα μέλη των ζευγών αυτών θεωρούνταν ανώτερα και κυριαρχικά έναντι των δεύτερων. Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι η ιεραρχική αυτή αντίθεση δεν είναι προϊόν απλής ανθρώπινης σύμβασης, όπως ισχυρίζονταν ορισμένοι σοφιστές, αλλά βασίζεται στη φύση. Εννοούσε ότι υπάρχει ένα φυσικό υπόβαθρο στην ανωτερότητα των ανδρών, των ενηλίκων και των ελευθέρων, παρά την εμπειρική διαπίστωση ότι η κυριαρχία βασίζεται συχνά στην καταπίεση και τη βία. Το φυσικό αυτό υπόβαθρο το παρείχε η ειδοποιός διαφορά που διακρίνει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα: ο λόγος. Με τον όρο αυτό ο Αριστοτέλης εννοούσε, μεταξύ άλλων, την έναρθρη γλώσσα, τη λογική ικανότητα και τη δύναμη κατανόησης.

Με το συστηματικό πνεύμα που τον χαρακτήριζε, ο Αριστοτέλης διέκρινε τέσσερις τύπους ανθρώπινης ζωής και τους αντίστοιχους σκοπούς καθεμιάς: τον ἀπολαυστικὸν βίον, που έχει ως στόχο την ικανοποίηση των αισθήσεων και τη σωματική ηδονή, τον χρηματιστικόν, που αποσκοπεί στο κέρδος και τον πλούτο, τον πολιτικόν, που ορέγεται τιμές και δόξες δημόσιες, και τον θεωρητικὸν βίον του φιλοσόφου, που επιδιώκει γνώση και αλήθεια. Από αυτά τα είδη μόνο τα δυο τελευταία θεωρήθηκαν αξιοζήλευτα για τις ιδιαίτερα προικισμένες φύσεις. Τα άλλα δύο ήταν κατάλληλα για εκείνους που δεν γνωρίζουν απολαύσεις πέρα από αυτές που προσπορίζουν οι αισθήσεις. Τα ανθρώπινα αγαθά, αντίστοιχα, μπορούσαν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες: στα εξωτερικά αγαθά (π.χ. καλή καταγωγή, ισχυροί φίλοι, πλούτος), στα αγαθά του σώματος (υγεία, ρώμη, ομορφιά) και στα αγαθά της ψυχής (ανδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη, σοφία).

Έσχατος σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης ήταν, κατά τον Αριστοτέλη, η εὐδαιμονία. Ενώ τα εξωτερικά και τα σωματικά αγαθά αποτελούσαν προαπαιτούμενα στοιχεία για την επίτευξη του στόχου -ποιος θα μπορούσε να είναι ευτυχής αν νοσούσε συνεχώς ή αν δεν διέθετε τα αναγκαία προς το ζην;- μόνο τα αγαθά της ψυχής μπορούσαν να κάνουν κάποιον πραγματικά ευδαίμονα. Η ευδαιμονία ως τελικός σκοπός της χαρακτηριστικά ανθρώπινης ζωής προερχόταν αποκλειστικά από τις ηθικές και διανοητικές αρετές που, αν και δεν θεωρούνταν δοσμένες εξαρχής από τη φύση, μπορούσαν ωστόσο να αναπτυχθούν με κατάλληλη αγωγή και παιδεία. Η ηθική διαμόρφωση του ατόμου και η διανοητική ανάπτυξή του δεν ήταν προσπάθεια αλλοίωσης ή τροποποίησης της ανθρώπινης φύσης, αλλά η πραγματική τελειοποίησή της. Με ένα επιχείρημα, η αξία του οποίου δεν έχει μειωθεί από τη φθορά που επιφέρει συνήθως ο χρόνος, ο Αριστοτέλης οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη ευτυχία δεν είναι μια στατική κατάσταση απραξίας, αλλά μια διαρκής ἐνέργεια της ανθρώπινης ψυχής στους τομείς της δράσης (πράξεως) και της σκέψης (διανοίας ή νοήσεως).

Οι συλλογισμοί αυτοί και τα συμπεράσματά τους ήταν βαθιά ριζωμένα στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας. Οι γόνοι των πλούσιων οικογενειών έπρεπε να επιλέξουν τι είδους ζωή θα ζήσουν. Στους πιο φιλόδοξους θα έμπαινε το δίλημμα: πολιτική σταδιοδρομία ή φιλοσοφική αναζήτηση; Ο Αριστοτέλης δεν αρνήθηκε την αξία των τιμών και της δόξας ούτε θεώρησε μεμπτή την προσπάθεια κάποιου νέου να κερδίσει τον έπαινο των συμπολιτών και του πλήθους. (Το νεοελληνικό φιλότιμο προέρχεται από την αρχαιοελληνική φιλοτιμίαν, που σημαίνει κυριολεκτικά την αγάπη για τις τιμές και την επιδίωξη δόξας.) Αν ο Αχιλλέας ήταν το μυθικό παράδειγμα αυτής της τάσης σε μια εποχή που χανόταν στον θρύλο, υπήρχε τώρα ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ζωντανός και δραστήριος, ως ακρότατη περίπτωση φιλοτιμίας.

Όμως ο Αριστοτέλης διέκρινε εδώ ένα εγγενές ελάττωμα. Η πολιτική σταδιοδρομία, αν και αξιοζήλευτη, καθιστούσε τον πολιτικό δέσμιο των συνθηκών, της τύχης και κυρίως της ευμετάβολης γνώμης των πολλών. Με την έννοια αυτή, η ευδαιμονία του πολιτικού βρισκόταν σε ξένα χέρια. Όμως μια ζωή αφιερωμένη στη γνώση, μια ζωή εστιασμένη στην κατανόηση του κόσμου και των όντων, ήταν μια ζωή αυτοτελής και αυτάρκης. Τέτοια -φανταζόταν ο Αριστοτέλης- πρέπει να είναι η ζωή των θεών: μια ζωή θεωρίας, ενατένισης της αλήθειας των όντων. Ο θεωρητικός βίος κινητοποιούσε το πιο θεϊκό στοιχείο του ανθρώπου, τον λόγο.

Δεν μας είναι γνωστό πόσο καλός συγγραφέας υπήρξε ο Αριστοτέλης. Όλα τα σωζόμενα έργα του αποτελούν σημειώσεις προφορικών παραδόσεων και είναι από υφολογική άποψη ατημέλητα, γιατί δεν προορίζονταν για δημοσίευση. Αν και έγραψε κάποιους διάλογους -ιδίως στη νεότητά του-, ο Αριστοτέλης δεν διέθετε το λογοτεχνικό τάλαντο του δασκάλου του. Αργότερα στράφηκε στην πιο στέρεη μορφή της επιστημονικής πραγματείας, που παρείχε καλύτερες δυνατότητες για την εκδίπλωση των λογικών επιχειρημάτων και των αποδεικτικών συλλογισμών που τόσο αγαπούσε.

Ωστόσο, ο Αριστοτέλης δεν παραμέλησε ούτε τη ρητορική ούτε την ποίηση. Ήταν μάλιστα ο πρώτος που συστηματοποίησε θεωρητικά τη ρητορική. Στο έργο του Ρητορική τέχνη, ανάμεσα στις πολλές άλλες πρωτοτυπίες, χώρισε και τους λόγους σε τρία είδη: το δικανικόν είδος, που αφορά την εξιχνίαση υποθέσεων του παρελθόντος και εκφωνείται στα δικαστήρια, το συμβουλευτικόν, που αφορά τις δημόσιες υποθέσεις, εκφωνείται στην Εκκλησία του Δήμου ή παρόμοιες συγκεντρώσεις πολιτών και ενδιαφέρεται για το μέλλον της πόλης, και το ἐπιδεικτικόν, που αφορά πρωτίστως ζητήματα επαίνου και ψόγου στο παρόν, αλλά μνημονεύει επίσης το παρελθόν και κάνει εύλογες προβλέψεις για το μέλλον.

Στο αρχαιότερο σωζόμενο σύγγραμμα λογοτεχνικής κριτικής, το Περὶ ποιητικῆς, ο Αριστοτέλης διέκρινε ρητά τις καλές τέχνες από τις χρηστικές και αναγκαίες και θεώρησε ότι την καλλιτεχνία χαρακτηρίζει γενικά η μίμησις. Ανάμεσα στις μιμητικές τέχνες πρώτη και καλύτερη ήταν η ποίηση, διότι μεταχειριζόταν λόγο. Ιδίως όταν συνδύαζε τον λόγο με ῥυθμόν (μέτρο) και μέλος (μουσική), η ποίηση μπορούσε όχι μόνο να τέρψει και να διδάξει, αλλά και να συνδράμει στην ορθή διαμόρφωση των συναισθημάτων. Ως αναπαράσταση τυπικών μορφών ανθρώπινης δράσης, η ποίηση θεωρήθηκε σπουδαιότερη και φιλοσοφικότερη από την ιστορία, που εξέθετε τα συμβάντα του παρελθόντος δίχως να τα αναβαπτίζει στο φως καθολικών μορφών.

Με τον Αριστοτέλη ο όρος ἱστορία, που σήμαινε γενικά την «έρευνα» και τη «γνώση», καθιερώθηκε επίσης στην ειδική σημασία της αφήγησης σημαντικών γεγονότων του παρελθόντος. Η ιστορία, ωστόσο, δεν θεωρήθηκε επιστήμη, γιατί κάθε επιστήμη έπρεπε να μπορεί να συλλαμβάνει και να κατανοεί το καθολικό. Από την ιστορία μαθαίνουμε απλώς και μόνο τι έκανε ή τι έπαθε ο Αλκιβιάδης ή ο Νικίας -γράφει ο Αριστοτέλης-, ενώ από την ποίηση, και ειδικά την τραγωδία, μαθαίνουμε τι συμβαίνει γενικά σε τέτοιας λογής ανθρώπους με τέτοιου είδους συμπεριφορά (όπως παρουσιάζονταν επί σκηνής ο Οιδίπους ή ο Αγαμέμνων). Η άποψη του Αριστοτέλη ήταν διαμετρικά αντίθετη προς αυτή του Θουκυδίδη (ο οποίος -αξίζει να σημειωθεί- δεν μνημονεύεται πουθενά στα συγγράμματα του φιλοσόφου).

Ο Αριστοτέλης ήταν πανεπιστήμων. Μέσα στις πολλές καινοτομίες του συγκαταλέγεται το γεγονός ότι, πρώτος αυτός, οργάνωσε επιστημονικές ομάδες έρευνας. Ήδη στη Λέσβο, στην αντίπερα Άσσο και τον Αταρνέα της Μικράς Ασίας (όπου ο τύραννος Ερμείας είχε παραχωρήσει στη φιλοσοφική παρέα που ήρθε από την Αθήνα όλα τα αναγκαία για τον θεωρητικό βίο) ο Αριστοτέλης συνέλεγε, με τη συνδρομή φίλων, εμπειρικό υλικό από τον κόσμο των φυτών και των ζώων. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε τη δική του σχολή, το Λύκειο, θα πρέπει να βρέθηκε επικεφαλής αρκετών επιστημονικών ομάδων που προσπαθούσαν να ταξινομήσουν το διαθέσιμο υλικό.

Ολόκληρη η φιλοσοφία του Αριστοτέλη, από τις καθαρά εμπειρικές βιολογικές μελέτες μέχρι την πιο αφηρημένη πρώτην φιλοσοφίαν (μεταφυσική θεολογία), ήταν μια αναζήτηση του σκοπού, του τέρματος και του στόχου (τέλους) κάθε ενέργειας. Αυτή η πρωτοκαθεδρία του σκοπού διαφοροποιεί καίρια την αριστοτελική (πρωτίστως) επιστήμη της αρχαιότητας από την επιστήμη της νεωτερικής Ευρώπης.

Ανέκαθεν οι φιλόσοφοι ήθελαν να έχουν λόγο στα δημόσια πράγματα ως κάτοχοι γνώσης. Η σύμπλευση πολιτικής και φιλοσοφίας φάνηκε σε πολλές περιπτώσεις. Ο Πρωταγόρας κλήθηκε να συγγράψει νόμους για την πανελλήνια αποικία των Θουρίων. Ο Πλάτων επισκέφθηκε τρεις φορές τη Σικελία για να αναμορφώσει πολιτικά τις Συρακούσες. Μαθητές του λέγεται ότι οργάνωσαν την εξόντωση τυράννων σε διάφορα σημεία της ανατολικής Μεσογείου. Ο Σπεύσιππος, ανεψιός και διάδοχός του στην Ακαδημία, έστειλε μια πολύ εγκωμιαστική επιστολή στον Φίλιππο για το έργο και τη δράση του. Ίσως θεωρούσε, όπως ο Ισοκράτης, ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένωση κάτω από μια ισχυρή πολιτική κυριαρχία. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης υπήρξε δάσκαλος του Αλεξάνδρου και διατηρούσε επίσης στενή επαφή με τον Αντίπατρο.

Όταν με τον θάνατο του Αλεξάνδρου το αντιμακεδονικό ρεύμα στην Αθήνα διογκώθηκε επικίνδυνα, ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε την πόλη και αποσύρθηκε στα κτήματα που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα του στη Χαλκίδα. Φέρεται να είπε, υπονοώντας την καταδίκη του Σωκράτη, ότι δεν θα επέτρεπε στους Αθηναίους να αμαρτήσουν για δεύτερη φορά εις βάρος της φιλοσοφίας. Μακριά από την πόλη της σοφίας όμως δεν ήταν εύκολο να ζήσει. Μέσα σε λίγους μήνες πέθανε, ορίζοντας εκτελεστή της διαθήκης του τον Αντίπατρο. Στο Λύκειο τον διαδέχθηκε ο Θεόφραστος, αγαπημένος του μαθητής ήδη από τα χρόνια της Λέσβου. Είχε ανοίξει ο κύκλος της Περιπατητικής Σχολής ως ανταγωνιστικής προς την πλατωνική Ακαδημία, που διοικούσε πλέον ο Ξενοκράτης. (Περιπατητικοί ονομάστηκαν οι φιλόσοφοι του Λυκείου, γιατί συζητούσαν ερευνητικά ζητήματα βαδίζοντας.) Θα περνούσαν πολλοί αιώνες μέχρι να εναρμονιστούν οι θέσεις της πλατωνικής και της αριστοτελικής φιλοσοφίας και να αναδειχθεί εκ νέου το κοινό τους βάθρο: η πεποίθηση ότι υφίστανται άυλα πράγματα.

Ο Δημοσθένης υπήρξε σφοδρός αντίπαλος του μακεδονικού επεκτατισμού. Πίστευε στην πολιτική ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων και την πολεμική δύναμη της Αθήνας. Ήθελε να ανυψώσει το φρόνημα των συμπολιτών του και να ξαναφέρει τις μέρες της αθηναϊκής δόξας. Ασχολήθηκε επιτυχημένα με όλα τα είδη ρητορικής, αλλά από την ηλικία των τριάντα ετών, όταν συνειδητοποίησε πόσο επικίνδυνη ήταν η αύξηση της δύναμης του Φιλίππου Β', αντέδρασε με τόσο έντεχνους λόγους που, πέρα από τα πρακτικά αποτελέσματά τους, συνέβαλαν καίρια στην τελειοποίηση της συμβουλευτικής, δηλαδή της κατεξοχήν πολιτικής, ρητορικής. Παράλληλα με τους λόγους που εκφωνούσε, ο Δημοσθένης είχε και ενεργητική δράση στα ζητήματα της πόλης του, είτε μετέχοντας σε αποστολές εξωτερικής πολιτικής ως πρεσβευτής είτε συνεισφέροντας οικονομικά στο εσωτερικό ως λειτουργός. Λόγια και έργα έπρεπε να συμβαδίζουν.

Δύο χρόνια μετά την ήττα των συνασπισμένων Ελλήνων στη Χαιρώνεια, κάποιος Αθηναίος πολίτης, ονόματι Κτησιφών, πρότεινε να στεφανωθεί δημόσια ο Δημοσθένης για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην πατρίδα. Η στεφάνωση θα γινόταν στο θέατρο του Διονύσου. Ο κύριος πολιτικός αντίπαλος του Δημοσθένη, ο Αισχίνης, ένας ρήτορας που είχε ξεκινήσει ως ηθοποιός και δημόσιος γραφέας, αντέδρασε έντονα, κατηγορώντας επίσημα τον Κτησιφώντα. Ο Αισχίνης συμμετείχε ενεργητικά στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας με μάλλον φιλομακεδονική στάση. Ο Δημοσθένης τον κατηγορούσε αβάσιμα ότι είχε δωροδοκηθεί από τη βασιλική οικογένεια των Μακεδόνων. Η σύγκρουσή τους ήταν σφοδρή και διήρκεσε πολλά χρόνια.

Ουσιαστικά ο Αισχίνης δεν ήθελε να επιτρέψει να τιμηθεί ο πολιτικός του αντίπαλος, αλλά έκρυψε τον φθόνο του πίσω από τρία νομικά ζητήματα. Το πρώτο αφορούσε νόμο που όριζε ότι δεν επιτρέπεται να στεφανωθεί κάποιος πριν κάνει δημόσιο απολογισμό του πολιτικού λειτουργήματός του. Ο Δημοσθένης είχε πρόσφατα αναλάβει την επιστασία της ανόρθωσης των αθηναϊκών τειχών και δεν είχε προλάβει να κάνει δημόσιο απολογισμό. Ήταν ακόμη ὑπεύθυνος. Το δεύτερο νομικό ζήτημα αφορούσε τον τόπο της στεφάνωσης. Ο νόμος όριζε ότι οι στεφανώσεις δημόσιων προσώπων έπρεπε να γίνονται στην Πνύκα, όχι στο θέατρο του Διονύσου. Ένας τρίτος νόμος απαγόρευε να καταθέτει κάποιος ψευδή έγγραφα στο Μητρώο. Ο Αισχίνης κατηγόρησε τον Κτησιφώντα για μεροληπτική εύνοια υπέρ του Δημοσθένη, και συνεπώς για ψευδή δήλωση, και πρότεινε την εξέταση ολόκληρου του πολιτικού βίου του αντιπάλου του για να αποδειχθεί το ψεύδος.

Η εκδίκαση της υπόθεσης καθυστέρησε αρκετά χρόνια λόγω της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε μετά τη δολοφονία του Φιλίππου. Όταν τελικά εκδικάστηκε το 330, ο Δημοσθένης χρησιμοποίησε το τελευταίο επιχείρημα του Αισχίνη ως αφορμή για να εκθέσει, με εξαιρετικές λεπτομέρειες, ολόκληρη την πολιτική σταδιοδρομία του και την προσφορά του στην αθηναϊκή πολιτεία σε βάθος αρκετών δεκαετιών. Ο λόγος Περὶ τοῦ στεφάνου ήταν μακροσκελής, αλλά άριστα δομημένος. Ο Δημοσθένης συνέθεσε ένα ρητορικό αριστούργημα υπέρ του Κτησιφώντα, το εκφώνησε με όλο το αναμενόμενο πάθος ως άμεσα εμπλεκόμενος και έπεισε σε τέτοιο βαθμό το ακροατήριο, ώστε ο Αισχίνης δεν κατόρθωσε να πάρει ούτε το ένα πέμπτο των ψήφων, όπως απαιτούσε ο νόμος, και αναγκάστηκε, μην μπορώντας να πληρώσει το πρόστιμο που του επιβλήθηκε, να αυτοεξοριστεί χρεοκοπημένος από την Αθήνα. Την υπόλοιπη ζωή του την πέρασε στη Μικρά Ασία και τη Ρόδο ως δάσκαλος ρητορικής. Η τέχνη που τον είχε απομακρύνει οριστικά από την πατρίδα του αποδείχθηκε ταυτόχρονα σωτήρια, αφού του παρείχε πλέον τα αναγκαία.

Την ίδια χρονιά που ο Δημοσθένης κέρδισε πανηγυρικά τον δικαστικό αγώνα σε βάρος του Αισχίνη είχε ανακαινιστεί με πρόταση του ρήτορα Λυκούργου το παλαιό θέατρο του Διονύσου Ελευθερέως. Η ανακαίνιση -που έδωσε στο θέατρο, αν εξαιρέσουμε κάποιες ρωμαϊκές προσθήκες στη σκηνή, τη σημερινή περίπου μορφή του- είχε ως κύριο άξονα τη δημιουργία υπονόμου στην ορχήστρα και τη λιθόστρωση του κοίλου. Μπορούμε να φανταστούμε τον Δημοσθένη να παίρνει το στεφάνι της πατριωτικής δόξας στο ανακαινισμένο αυτό θέατρο, παρουσία 17.000 και πλέον Αθηναίων πολιτών.

Από το μέσον του αιώνα, λίθινα θέατρα άρχισαν να κατασκευάζονται σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, και η χρήση τους επεκτεινόταν πέρα από την παρακολούθηση δραματικών παραστάσεων σε άλλες δραστηριότητες του δημόσιου βίου. Εκτός από τα λίθινα θέατρα που έβρισκε πλέον ο επισκέπτης παντού, νεωτερισμοί συνέβαιναν και στα υπόλοιπα αρχιτεκτονήματα (ναούς, στοές, δημόσια κτίρια κ.ά.). Αν και διατηρούνταν γενικά οι παλαιές φόρμες, τα οικοδομήματα εμπλουτίζονταν με μεγαλύτερη διακοσμητική ποικιλία. Νέα αρχιτεκτονικά μέλη έκαναν επίσης την εμφάνισή τους.

Τη γενική τάση αύξησης της έντασης, ενδυνάμωσης του πάθους και προώθησης της κίνησης στις εικαστικές τέχνες ακολούθησε η γλυπτική - αν μάλιστα δεν πρωτοστάτησε η ίδια στις αλλαγές. Τον 4ο αιώνα ξεχώρισαν ο Πραξιτέλης και ο Λύσιππος, όπως τον προηγούμενο αιώνα είχαν ξεχωρίσει ο Πολύκλειτος και ο Φειδίας. Η Αθήνα, αν και σημαντική δύναμη στον χώρο των τεχνών, δεν ήταν ωστόσο μονοκράτειρα.

Ο Λύσιππος καταγόταν από τη Σικυώνα και δούλεψε στην πόλη του μαζί με τον αδελφό του. (Τα περισσότερα εργαστήρια ανδριαντοποιίας, όπως και τα αντίστοιχα αγγειοπλαστικής και αγγειογραφίας, βασίζονταν σε μακρά οικογενειακή παράδοση.) Ο Λύσιππος ήταν πιθανότατα ο πρώτος Έλληνας γλύπτης που σκέφτηκε να πάρει εκμαγεία για τη ρεαλιστικότερη απόδοση των χαρακτηριστικών του προσώπου. Η βασική καινοτομία του, πάντως, ήταν η αναμόρφωση των αναλογιών του ανδρικού σώματος, με λεπτότερο κορμό και μικρότερη κεφαλή από τις αναλογίες του κανόνα που είχε θεμελιώσει ο Αργείος Πολύκλειτος τον προηγούμενο αιώνα. Ίσως οι νέες αναλογίες έδειχναν μια τάση προς εξαΰλωση των μορφών. Έτσι κι αλλιώς, το ανθρώπινο σώμα λειτουργούσε, ήδη από την αρχαϊκή εποχή, ως σύμβολο καταστάσεων και συναισθημάτων που ξεπερνούσαν κατά πολύ την πιστή αντιγραφή της φύσης. Επιπλέον, ο Λύσιππος απέδωσε μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια και αύξησε τη ρεαλιστική ψευδαίσθηση των αγαλμάτων. Ήταν άλλωστε αυτός που καθόρισε τον κυρίαρχο, για τις μεταγενέστερες γενιές, τύπο που θα έπαιρνε στις εικαστικές και πλαστικές τέχνες η θρυλική μορφή του Αλεξάνδρου.

Γιος του διάσημου Αθηναίου γλύπτη Κηφισόδοτου, ο Πραξιτέλης υπήρξε επίσης μεγάλος καινοτόμος. Εισήγαγε το γυναικείο γυμνό στην ελληνική πλαστική και καθόρισε τις αναλογίες του γυναικείου σώματος, που επρόκειτο να διατηρηθούν ως πρότυπο κάλλους για πολλούς αιώνες. Αντίθετα με τον Λύσιππο, που φιλοτέχνησε ορειχάλκινα αγάλματα, ο Πραξιτέλης τελειοποίησε την τεχνική του μαρμάρου. Στην περίφημη Αφροδίτη της Κνίδου παρουσίασε τη θεά με σχετικά μικρό στήθος και ηδυπαθές, στρογγυλό πρόσωπο, που αντιστίζεται από τη θηλυκή λεκάνη και τους βαρείς μηρούς. Η διάπλαση της κοιλιακής χώρας αποπνέει αισθησιακή θηλυκότητα. Μια κυματοειδής διάταξη του σώματος φαίνεται ότι ήταν χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο ο Πραξιτέλης απέδιδε τη χάρη των γυμνών σωμάτων. Ο διάσημος Ερμής του, που κρατά τον μικρό Διόνυσο, παρουσιάζει παρόμοια κίνηση με την Κνιδία Αφροδίτη. Το άγαλμα βρέθηκε στην Ολυμπία, στον ναό της Ήρας, εκεί όπου το είδε ο περιηγητής Παυσανίας. (Αν, όπως ισχυρίζονται οι ειδικοί, πρόκειται για ελληνιστικό αντίγραφο, έχουμε μια άριστη απομίμηση του πρωτότυπου έργου που φιλοτέχνησε ο Πραξιτέλης.)

Ένας πολύ ταλαντούχος νέος ποιητής πρωτοεμφανίστηκε στην Αθήνα λίγο πριν πεθάνει ο Αλέξανδρος. Ονομαζόταν Μένανδρος και ήταν Αθηναίος. Στην παρηκμασμένη θεατρική παραγωγή της εποχής έδωσε νέα ώθηση, συνθέτοντας κωμωδίες που χειροκροτήθηκαν πολύ στους επόμενους αιώνες. Ο Μένανδρος επηρεάστηκε από τον Ευριπίδη στην πειστική και ψυχολογικά ευαίσθητη ηθογράφηση των ηρώων του και δημιούργησε ένα νέο είδος δράματος, τη λεγόμενη Νέα Κωμωδία. Η μεγάλη διαφορά του νέου αυτού θεατρικού είδους από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη ήταν η σχεδόν παντελής απουσία της πολιτικής επικαιρότητας από τις υποθέσεις της. Μια άλλη διαφορά ήταν η περιθωριοποίηση του χορού. Αντί να είναι, όπως ήθελε ο Αριστοτέλης, άλλος ένας χαρακτήρας, με φωνή και δράση στο έργο, ο χορός κατάντησε να μην έχει την παραμικρή σχέση με την υπόθεση του έργου και απλώς να ξεκουράζει τους θεατές με εμβόλιμα άσματα. Οι εξελίξεις αυτές στη δραματική τέχνη και τεχνική δεν φαίνονται άσχετες με την αντίστοιχη απομάκρυνση της προσοχής από τον δημόσιο και τον πολιτικό χώρο προς όφελος της ατομικότητας.

Ο Μένανδρος ενδιαφέρθηκε για την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων και παρουσίασε στη σκηνή καθημερινές καταστάσεις φιλίας και έχθρας, σύγκρουσης και ομόνοιας, με τρόπο που θα ήταν αδιάφορος δίχως πολιτική πλαισίωση στα χρόνια του Αριστοφάνη. Τώρα όμως το ενδιαφέρον των ανθρώπων μετατοπιζόταν σταδιακά προς τις προσωπικές εμπειρίες της ιδιωτικής ζωής. Τον δρόμο είχε διανοίξει, ήδη από τον 5ο αιώνα, ο Ευριπίδης, που θαυμάστηκε πολύ σε μεταγενέστερες εποχές, αν και δεν αξιώθηκε παρά λίγες νίκες όσο ζούσε. Ο Μένανδρος, ένθερμος λάτρης του τελευταίου μεγάλου τραγικού ποιητή της Αθήνας, υπήρξε πρωτοπόρος στη δημιουργία ενός δράματος ανθρώπινων τύπων. Επειδή μάλιστα υπήρξε μαθητής του Θεόφραστου στο Λύκειο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τη φυσική του κλίση στη λεπτομερή παρατήρηση και την ακριβή περιγραφή της ανθρώπινης συμπεριφοράς ενίσχυσε αποφασιστικά ο δάσκαλος του. Ό,τι έκανε ο Θεόφραστος στο έργο του Χαρακτήρες, όπου ταξινομούνται οι ανθρώπινοι τύποι και περιγράφονται οι αντίστοιχες συμπεριφορές, το πέτυχε ο Μένανδρος στο θέατρο. Η τυποποίηση, μάλιστα, επρόκειτο να έχει μακρό μέλλον τόσο στη λογοτεχνία όσο και στα στερεότυπα της σκέψης των απλών ανθρώπων.

Όταν πέθανε ο Αλέξανδρος, στην Αθήνα επέστρεψε, μαζί με τους άλλους κληρούχους από τη Σάμο, η οικογένεια του Επίκουρου, που ήταν τότε 20 ετών. Λίγο μετά κατέφθασε στην πόλη ο Ζήνων από το Κίτιο της Κύπρου. Και οι δύο είχαν την ευκαιρία να σπουδάσουν στην Αθήνα. Σύντομα εγκαινίασαν τις δικές τους φιλοσοφικές σχολές, που έμελλε να έχουν μεγάλη επίδραση στους επόμενους αιώνες. Η φιλοσοφική σχολή του Επίκουρου ονομάστηκε Κήπος από τη βλάστηση που υπήρχε στον χώρο, ίσως και την ιδιαίτερα ευχάριστη ατμόσφαιρα που επικρατούσε μεταξύ των μελών του. Ο Ζήνων και οι ακόλουθοί του ονομάστηκαν στωικοί, γιατί ο κόσμος τούς έβλεπε να συζητούν στην Ποικίλη Στοά της αθηναϊκής αγοράς.

Η Αιωνιότητα Μέσα: Εξερευνώντας τον Αόριστο

Εισαγωγή

Στη σφαίρα της φιλοσοφίας, του μυστικισμού και της πνευματικότητας, συναντά κανείς την αινιγματική έννοια του Αόριστου - μια έννοια που αψηφά τον ορισμό, υπερβαίνει την ύπαρξη και παραμένει άπιαστη στα όρια της ανθρώπινης γνώσης. Είναι μια έννοια που προκαλεί την ίδια μας την κατανόηση της πραγματικότητας και μας καλεί να συλλογιστούμε τη βαθιά φύση της ύπαρξης. Σε αυτό το δοκίμιο, ξεκινάμε ένα φιλοσοφικό, μυστικιστικό και πνευματικό ταξίδι για να ξετυλίξουμε τα μυστήρια του Αόριστου, διερευνώντας τη σημασία και τις επιπτώσεις του για όσους αναζητούν να κατανοήσουν τα βάθη του.

Το Αόριστο: Πέρα από τον ορισμό

Στον πυρήνα του, το Αόριστο είναι μια έννοια που αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια ορισμού. Ξεφεύγει από την κατηγοριοποίηση, αψηφά την περιγραφή και γκρεμίζει τα όρια της συμβατικής κατανόησης. Δεν είναι το θεμέλιο της ύπαρξης, ούτε είναι η απουσία της. Υπάρχει έξω από τη σφαίρα της δυαδικότητας, πέρα από τις πολικότητες αυτού ή εκείνου. Αποφεύγει ακόμη και την ίδια την πράξη της περιγραφής του, γιατί είναι μια εμπειρία που ξεπερνά τις λέξεις και τις έννοιες. Το Αόριστο στέκεται ως απόδειξη των περιορισμών της ανθρώπινης γλώσσας και σκέψης, υπενθυμίζοντάς μας ότι υπάρχουν πτυχές της πραγματικότητας που δεν μπορούν ποτέ να διατυπωθούν πλήρως.

Η Φύση της Εμπειρίας

Για να συλλάβει κανείς το Αόριστο, πρέπει πρώτα να εγκαταλείψει τα όρια της σκέψης και της μνήμης. Δεν είναι μια έννοια που μπορεί να κατανοηθεί μέσω της διανοητικής ανάλυσης ή να αποθηκευτεί στις εσοχές της μνήμης. Αντίθετα, είναι ένα βιωματικό φαινόμενο, μια κατάσταση ύπαρξης που υπάρχει στην παρούσα στιγμή. Το να συναντάς το Αόριστο σημαίνει να βγαίνεις έξω από τα όρια του γραμμικού χρόνου και να βυθίζεσαι στο αιώνιο τώρα. Είναι μια κατάσταση καθαρής εμπειρίας, που δεν επιβαρύνεται από το βάρος των αναμνήσεων του παρελθόντος ή την προσμονή για μελλοντικά γεγονότα.

Αποκλειστικότητα Κατανόησης

Το Αόριστο δεν είναι εύκολα προσβάσιμο σε όλους. Υπάρχει για εκείνους που έχουν ξεκινήσει ένα ταξίδι κατανόησης, εκείνους που έχουν εμβαθύνει βαθιά στις εσοχές της δικής τους συνείδησης και έχουν ξεπεράσει τους περιορισμούς της συνηθισμένης αντίληψης. Είναι ένα βασίλειο που προορίζεται για τους αναζητητές, τους μυστικιστές και τους πνευματικά συντονισμένους. Για άλλους παραμένει κρυφό, ένα αίνιγμα που αψηφά την κατανόηση. Σε αυτή την αποκλειστικότητα βρίσκεται τόσο η γοητεία όσο και το μυστήριό του, καλώντας τους περίεργους και τους αφοσιωμένους να εξερευνήσουν τα βάθη του.

Το Άπιαστο στην προσπάθεια σύλληψης

Παρά τη γοητεία του, το Αόριστο παραμένει άπιαστο σε όλες τις ανθρώπινες προσπάθειες. Δεν μπορεί να συλληφθεί, να καταληφθεί ή να χειραγωγηθεί. Δεν είναι ένα βραβείο που πρέπει να κερδίσεις ή ένας προορισμός που πρέπει να φτάσεις. μάλλον είναι ένα συνεχές ταξίδι εξερεύνησης και ανακάλυψης. Σαν αντικατοπτρισμός στον ορίζοντα, υποχωρεί καθώς το πλησιάζουμε, προσκαλώντας μας να εμβαθύνουμε στα μυστήρια του. Είναι μια υπενθύμιση ότι η αναζήτηση για κατανόηση δεν τελειώνει ποτέ, και όσο περισσότερα αναζητούμε, τόσο περισσότερα έχουμε να αποκαλύψουμε.

Συμπέρασμα

Στη μεγάλη ταπισερί της ύπαρξης, το Αόριστο στέκεται ως απόδειξη της απεριόριστης φύσης της πραγματικότητας. Αμφισβητεί τις προκαταλήψεις μας, υπερβαίνει τους περιορισμούς της γλώσσας και της σκέψης και μας καλεί να εξερευνήσουμε τα βάθη της δικής μας συνείδησης. Είναι μια έννοια που αψηφά τον ορισμό, αλλά έχει την υπόσχεση μιας βαθιάς διορατικότητας για όσους τολμούν να μπουν στο μυστικιστικό της βασίλειο.

Καθώς αναλογιζόμαστε το Αόριστο, μας υπενθυμίζεται ότι το ταξίδι της κατανόησης είναι μια δια βίου προσπάθεια, μια συνεχής εξερεύνηση των μυστηρίων της ύπαρξης. Μας καλεί να ξεπεράσουμε τα όρια της σκέψης και της μνήμης, να υπάρχουμε στο αιώνιο τώρα και να αγκαλιάσουμε την αινιγματική φύση της πραγματικότητας. Τελικά, το Αόριστο είναι αυτό που είναι—μια αιώνια, απροσδιόριστη και απείρως μυστηριώδης πτυχή της ύπαρξής μας, που περιμένει να ανακαλυφθεί από εκείνους που επιδιώκουν να αποκαλύψουν τα μυστικά του.

Ο Δρόμος της Ζωής

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ / ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Η Αναζήτηση της Αλήθειας (σαν Βιωματικής Εμπειρίας της Πραγματικότητας κι όχι σαν διανοητικής διαφώτισης ή πληροφόρησης) είναι για τους περισσότερους ανθρώπους μια δύσκολη υπόθεση και είναι λίγοι αυτοί που ξεκινούν το Ταξίδι της Αληθινής Γνώσης. Οι πιο πολλοί άνθρωποι αρκούνται σε αυτά που τους «παρέχει» η κοινωνία μέσα από την κοινωνικοποίηση, την γλώσσα, την εκπαίδευση, την δημόσια πληροφόρηση, ήθη και έθιμα και κοινωνικές συμπεριφορές. Έτσι οι άνθρωποι, χωρίς να το καταλάβουν καν, διαμορφώνονται, χειραγωγούνται και κατευθύνονται σαν κοπάδια ζώων. Μπορεί κάποιος να εξεγείρεται, να διαμαρτύρεται ότι δεν είναι έτσι κι ότι δεν νοιώθει ζώο σε μαντρί, αλλά υπάρχουν πάρα πολλά επιχειρήματα (όταν αναφερθούμε στην λειτουργία και το περιεχόμενο του νου του, στις πεποιθήσεις του, στις συμπεριφορές του και στις δραστηριότητές του – και κυρίως στην «αυτοματοποίηση» της ζωής του) για να αποδείξουμε ότι είναι ακριβώς αυτό, ένα χειραγωγούμενο και χειραγωγημένο ζώο.

Προφανώς, κάποιοι που θέλουν να είναι ηγέτες κι έχουν το θράσος και την δύναμη να αποφασίζουν για λογαριασμό των άλλων, κρατούν τους ανθρώπους στο σκοτάδι και σε ελεγχόμενες συμπεριφορές. Η Αληθινή Επανάσταση είναι Εσωτερική, Προσωπική και συνίσταται στο να βγεις τελείως έξω από όλο αυτό το κοινωνικό σύστημα (την κοσμοθεωρία του, την νοοτροπία, τις πεποιθήσεις και τις αυτόματες συμπεριφορές). Είναι ο Δρόμος της Προσωπικής Απελευθέρωσης. Αυτό δεν έχει να κάνει τίποτα με μια εξωτερική επανάσταση εναντίον του συστήματος ή με την επιδίωξη της αλλαγής της κοινωνίας. Δεν υπάρχει τίποτα για να αλλάξει στην κοινωνία. Απλά βγαίνεις έξω από όλο αυτό, από την ζωή του ύπνου στην κοινωνία, έξω, στην Πραγματική Ζωή και σε Μια Πραγματική Κοινωνία Πραγματικών Ανθρώπων.

Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον Δρόμο της Απελευθέρωσης, της Αφύπνισης στην Πραγματικότητα, της Πραγματικής Ζωής και της Φωτισμένης Δράσης. Η «Επιστροφή» στους ανθρώπους (όπως η «επιστροφή» του Βούδα μετά την «Φώτισή» του, ή του Ιησού μετά την «εμπειρία της ερήμου»), το Μήνυμα που φέρνει ένας άνθρωπος που βγήκε έξω από όλο αυτό (την παγκόσμια αυταπάτη) και από την «παλιά συνείδηση» του συνηθισμένου ανθρώπου, είναι Απλό και Κατανοητό. Αν κάποιος Θέλει να Βρει την Αλήθεια θα την Βρει έξω από την διαμορφωμένη συνείδηση, με την εγκατάλειψη κάθε αυταπάτης, κάθε περιορισμού, με την ολοκληρωτική απόρριψη κάθε διαμόρφωσης, έξω στο Ελεύθερο Πνεύμα που δεν φυλακίζεται πουθενά αλλά ενεργεί όπου θέλει.

Η Ελευθερία, η Απεραντοσύνη, ο Θεός, η Πραγματική Φώτιση, Είναι (Εγγενής) στην Ίδια την Φύση του Ανθρώπου και δεν είναι κάτι έξω για να το ψάξεις και να το βρεις. Η Αληθινή Γνώση είναι η Γνώση της Πραγματικής Φύσης μας, το «Γνώθι Σαυτόν» (σα γνώση της εσωτερικής φύσης κι όχι των εξωτερικών επίκτητων χαρακτηριστικών) που διάβαζαν παλιά οι Έλληνες (χαραγμένο στο μάρμαρο) όταν επισκέπτονταν το Ιερό των Δελφών. Είναι Γνώση του Πραγματικού Εαυτού (του «Χωρίς Ιδιότητες») κι όχι της διαμορφωμένης εμπειρικής συνείδησης, των περιορισμών, των πεποιθήσεων και της συσσωρευμένης ανοησίας που κουβαλούν οι άνθρωποι σαν πολύτιμη γνώση. Αυτή Ακριβώς η Γνώση είναι το Ταξίδι προς την Αληθινή Γνώση του Εαυτού (του «Χωρίς Ιδιότητες»), η Ουσία της Αγωγής του Ανθρώπου και το αντικείμενο της Πραγματικής Εκπαίδευσής του.

Όμως η κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με αυτό και ασχολείται με το να εκπαιδεύει τους ανθρώπους σε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, δηλαδή την γνώση της αληθινής φύσης μας. Έτσι το «πεδίο» μένει ελεύθερο σε όλους αυτούς που εκμεταλλευόμενοι το κενό προωθούν τις δικές τους (περιορισμένες) απόψεις για την Αλήθεια, την ζωή και τον κόσμο. Κι εδώ ανήκουν θρησκείες, φιλοσοφίες, διδασκαλίες και κάθε είδους μικρομάγαζα της μεταφυσικής γνώσης που πουλούν την γνώση σε σεμινάρια και σε χρήματα. Οι άνθρωποι είναι τόσο διαχειρίσιμοι που πέφτουν θύματα σε όλους αυτούς τους απατεωνίσκους, είτε φέρνουν τους ηχηρούς τίτλους του Παγκόσμιου Δασκάλου, του Πάπα, του Πατριάρχη ή του Επισκόπου, είτε του διπλωματούχου δασκάλου, του γιόγκα, του διαλογισμού, του ζεν, του ρέικι, της ψυχολογίας, ή οτιδήποτε άλλο. Αγνοούν ότι η Αλήθεια Είναι Μέσα τους, η Φύση τους, η Υπαρξιακή Βάση τους και εμμένοντας στους περιορισμούς και τις προκαταλήψεις τους (που έντεχνα καλλιεργούν όλοι οι απατεώνες) την αναζητούν έξω την Ίδια την Φύση τους σαν το Ανώτερο, σαν τον Αληθινό Εαυτό, σαν τον Θεό, σαν την Πραγματικότητα, σαν την Φώτιση, οτιδήποτε άλλο.

Θα πρέπει κάποιος να διαθέτει τουλάχιστον την κανονική νοημοσύνη, να σταθεί και να προβληματιστεί. Ακριβώς Εδώ Αρχίζει ο Δρόμος της Αλήθειας. Θα πρέπει κάποιος να Κατανοήσει ότι η Αλήθεια Είναι Εδώ που Είναι από Πάντα και για Πάντα, όχι εκεί που πιθανόν ψάχνουν οι άνθρωποι, εκεί που τους δίδαξαν, εκεί που τους είπαν, εκεί που τους υποδεικνύουν κάποιοι ζητώντας αμοιβή, εκεί που διάβασαν. Πρέπει να Βρούμε Αυτό που Είναι Μέσα στην Ίδια την Φύση μας, Μέσα μας, στον Εαυτό μας, Αυτό το «Χωρίς Ιδιότητες» που Υπάρχει και Ζει πέρα από τις διαμορφώσεις και τις αυταπάτες κι όχι εκεί που στρέφουν τον νου μας, «διαμορφώνοντάς» τον, οι επιτήδειοι ή οι αμαθείς ή οι απατεωνίσκοι. Οι άνθρωποι ψάχνουν να Βρουν αυτό που νομίζουν ότι έχουν χάσει όχι εκεί που μπορεί πραγματικά να είναι, αλλά εκεί που τους λένε, εκεί που τους δίνουν πληροφορίες, εκεί που συνήθως τους παραπληροφορούν.

Μόνο Βλέποντας Μέσα μας, στην Ίδια την Φύση μας, Μπαίνουμε στον Δρόμο της Αλήθειας. Στην πραγματικότητα, Αυτό το Ταξίδι, Μέσα μας, είναι Ταυτόχρονα το Ταξίδι και το Τέρμα. Όταν Μάθουμε να Βλέπουμε Πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνουμε. Όλα ξεδιπλώνονται μόνα τους, η Φώτιση Έρχεται Χωρίς να το Επιδιώκουμε κι η Φύση Αποκαθίσταται (Υγιής κι όχι διαμορφωμένη κι άρρωστη). Χωρίς Προσπάθεια! Γιατί; Επειδή Ακολουθούμε τον Δρόμο της Ζωής. Στην ζωή δεν υπάρχει άλλος πραγματικός δρόμος εκτός από την Πραγματική Ζωή. Έξω από τον Δρόμο της Ζωής υπάρχει μόνο αυταπάτη, ονειροπόληση κι οι φαντασίες του κόσμου, της σκέψης, της κοινωνίας και των ανθρώπων.

Το Βασίλειο του Πραγματικού

Ανεξάρτητα από την «Σχέση» που υιοθετεί η Συνείδηση απέναντι στο σώμα, δηλαδή ανεξάρτητα από τον τρόπο που Βιώνει η συνείδηση την «ύπαρξη» στο σώμα και την κοσμοαντίληψη που δομεί, ή αλλιώς ανεξάρτητα από την όποια εμπειρία ζωής ή πεποιθήσεις ή τρόπους ή συνήθειες έχουμε μέχρις εδώ, στην παρούσα στιγμή που ξεκινάμε να αναρωτιόμαστε πραγματικά και να ερευνούμε ειλικρινά και σοβαρά για την «πραγματικότητά» μας, όταν αποσυρόμαστε από τις εξωτερικές δραστηριότητες, περισυλλέγοντας την ενέργειά μας στον «εαυτό» ή στρεφόμενοι προς τα έσω ή αναζητώντας μέσα στην νοητική σιωπή να «αισθανθούμε» την Πηγή των Πραγμάτων, τότε Οδηγούμαστε στην ίδια Αντικειμενική Κατάσταση Ύπαρξης που Είναι Παγκόσμια Απρόσωπη Κατάσταση Ύπαρξης, Ένα Όλο που τα Συμπεριλαμβάνει Όλα χωρίς διαχωρισμούς, δυαδικότητα ή συγκρούσεις.

Η Μετάβαση από το περιορισμένο υποκείμενο που δρα και αντιλαμβάνεται περιορισμένα, διαχωριστικά, δυαδικά και διαστρεβλωμένα τα πράγματα, σε Μια Πλατύτερη Εμπειρία Ύπαρξης, σε Μια Ευρύτερη Όραση της Ζωής, σε Μια Αντίληψη Ενότητας των Πάντων χωρίς διακρίσεις δεν σημαίνει απλά μια Διαφώτιση της Συνείδησης μια Απελευθέρωση από τους περιορισμούς της «όρασης», μια Άλλη Εμπειρία Ζωής. Είναι κάτι Τελείως Διαφορετικό. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα Άνοιγμα της Κατανόησης στην Πραγματικότητα, για το Άνοιγμα της Πνευματικής Όρασης ή για ένα «νέο φως» που φωτίζει τα πράγματα, που υπάρχει εξαρχής σαν δυνατότητα, από την Ίδια την Φύση μας. Βλέπουμε Αυτό που Είμαστε Πραγματικά καθώς διαλύεται η άγνοια, η λανθασμένη όραση. Αποκαλύπτεται η Ίδια η Φύση μας, Άχρονη, Πέρα από κάθε εξέλιξη ή φανταστική πορεία μέσα στην ύπαρξη. Αντιλαμβανόμαστε Αυτό που Είμαστε Πάντα, που Είμαστε Ήδη, Κάθε Στιγμή, η Αιώνια Φύση. Δεν γινόμαστε κάτι, δεν αλλάζει κάτι. Απλά διαλύεται η λανθασμένη αντίληψη που είχαμε, διαλύεται το σκοτάδι.

Πρακτικά (κι όσο είμαστε σε μια πορεία κατανόησης που σημαίνει ότι βλέπουμε περιορισμένα, δυαδικά) υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο Φως (της Κατανόησης) και το Σκοτάδι (της Άγνοιας), το Πραγματικό και το Ψεύτικο, το Ελεύθερο και το περιορισμένο. Σαν «καταστάσεις» που έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά «διαφέρουν». Είναι διαφορετικό να Βλέπεις Πραγματικά, σε Πλήρη Εγρήγορση, από το να ονειρεύεσαι σε μια σχετική εγρήγορση (που «παραποιεί» την αντίληψη της πραγματικότητας). Η Μετάβαση όμως (που «φαίνεται» άχρονη ή στιγμιαία ή ξαφνική κι απόλυτη) είναι στην πραγματικότητα βαθμιαία, αποτέλεσμα υπαρξιακής ωρίμανσης κι όχι ξαφνικού ανεπάντεχου περιστατικού. Η ομίχλη της άγνοιας διαλύεται σιγά-σιγά καθώς εγκαταλείπονται σιγά-σιγά οι εξωτερικές δραστηριότητες, εξαρτήσεις ή προσκολλήσεις σε πράγματα. Στην ζωή υπάρχει πάντα συνέχεια και πάντα το λευκό γίνεται μέσα από τις γκρίζες αποχρώσεις μαύρο κι αντίστροφα. Είναι θέμα όρασης ή ερμηνείας αν θα βλέπουμε τα άκρα ή αν θα βλέπουμε και όλες τις ενδιάμεσες καταστάσεις.

Η Ανάδυση στην Πραγματικότητα γίνεται μέσα στην Ησυχία με την Εγκατάλειψη των εξωτερικών δραστηριοτήτων. Αυτό, η Εγκατάλειψη όλων των υποκειμενικών δραστηριοτήτων δεν οδηγεί (όπως το υποκείμενο «υπολογίζει») στην απομόνωση του υποκειμένου μέσα στο κενό, στο τίποτα, σε μια στείρα, ατομική κι απομονωμένη κατάσταση του υποκειμένου (που δεν έχει άλλωστε νόημα). Αντίθετα, η Εγκατάλειψη των υποκειμενικών δραστηριοτήτων (η των «παρεμβάσεων» του υποκειμένου, με την «σκέψη», τις «επιθυμίες», τις «πράξεις»), Οδηγεί στην Υπέρβαση του Υποκειμένου, σε Μια Αντικειμενική Κατάσταση της Ύπαρξης, σε Μια Φυσική κι Ανόθευτη Αντίληψη, Ροή Αντίληψης και Δράσης, στην Πραγματική Ζωή. Μέσα στην Υπαρξιακή Ησυχία, για την οποία μιλάμε, η Ύπαρξη Εκδηλώνεται Φυσικά, η Αντίληψη Λειτουργεί Ανεμπόδιστη κι η Εμπειρία της Ζωής είναι η Πραγματικότητα (κι όχι μια διαστρεβλωμένη εικόνα της ζωής).

Καθώς η Συνείδηση Απελευθερώνεται Αντιλαμβάνεται την Πραγματικότητα σαν Ένα Όλο, Αισθανόμαστε την Ενότητα με Όλα, την Αλληλοσύνδεση Όλων των Πραγμάτων μέσα σε Μια Ενότητα. Μέσα σε Αυτή την Αντίληψη της Όλης Πραγματικότητας Συμπεριλαμβάνεται το σώμα, ο κόσμος, όλα τα εξωτερικά φαινόμενα. Αυτό που Βιώνουμε σε Αυτή την Κατάσταση είναι Μια Αντικειμενική Παγκόσμια Απρόσωπη Ύπαρξη που Κατανοεί Ταυτόχρονα το Βάθος της Ενότητας της Ουσίας και αντιλαμβάνεται τις προσωπικές εκφράσεις μέσα στον κόσμο των φαινομένων, της εξωτερικής δραστηριότητας. Εκδηλώνεται «προσωπικά» μέσα στο σώμα. Αλλά αυτό που εκδηλώνεται είναι η Παγκόσμια Ύπαρξη μέσα στο σώμα κι όχι προσωπικές αντιλήψεις (ή περιορισμένη αντίληψη) μέσα στο σώμα. Το σώμα είναι απλά μέσο εκδήλωσης στο κόσμο των φαινομένων, της δυαδικότητας, σαν Ιερός Ναός της Παγκόσμιας Ύπαρξης, κάτι περιορισμένο και «ιστορικά» προσωρινό. Ταυτόχρονα η Παγκόσμια Ύπαρξη Κατανοεί όσα συμβαίνουν μέσα σε άλλες προσωπικές εκδηλώσεις. Συναισθάνεται και Ανταποκρίνεται σε ό,τι συμβαίνει αλλά σέβεται κάθε προσωπική εκδήλωση (που «απομονώνεται» από το Παγκόσμιο) και το θεωρεί ιερό κι απαραβίαστο «χώρο» και με καμία έννοια δεν «παρεμβαίνει» στην φυσική πορεία των πραγμάτων, αφήνοντάς τα όλα στην Θεία Πρόνοια.

Καθώς Αυτή η Αίσθηση της Παγκόσμιας Ζωής (που εκδηλώνεται σαν προσωπικές εκφράσεις στον κόσμο της δυαδικότητας, των φαινομένων, του εξωτερικού κόσμου) Βαθαίνει, Γίνεται Κατανοητό ότι το Αληθινό και το Ουσιαστικό και το Πολύτιμο είναι η Ενότητα της Ύπαρξης, η Παγκόσμια Ζωή κι όχι οι προσωπικές εκδηλώσεις στον εξωτερικό κόσμο των φαινομένων. Η Προσοχή (και Συνεπώς η Επίγνωση) Μετατοπίζεται προς την Αίσθηση της Ενότητας ενώ όλες οι προσωπικές εκδηλώσεις γίνονται «διάφανες», αμελητέες, υπαρκτές κι ανύπαρκτες ταυτόχρονα. «Εδώ» Αρχίζει η Πορεία στον Εσωτερικό Κόσμο.

Η Αίσθηση του Όλου, που τα Συμπεριλαμβάνει Όλα δεν είναι Κλειστός Χώρος αλλά είναι Ανοιχτός, Επεκτεινόμενος Απεριόριστα, Συνεχώς, Χωρίς Τελειωμό, Μη-Χώρος, Κάτι Ασύλληπτο από την Αντίληψη που όσο κι αν «Τρέχει» Βλέπει Συνεχώς τον «Ορίζοντα της Ύπαρξης» να Απομακρύνεται. Αυτό που Υπάρχει «Εδώ» είναι η Ίδια η Αντίληψη σαν Μη-Χώρος.

Σε μια «Τρίτη Φάση» της εσωτερικής Πορείας η Αντίληψη (καθώς παραιτείται από κάθε προσπάθεια, κίνηση, «σύλληψη», Παραμένει Απεριόριστη, Κενή, Ακίνητη και Βιώνει Πρακτικά μια Πιο Εσωτερική Κατάσταση, «Μετατρέπεται» σε Απλό, Τέλειο, Καθαρό, Καθρέφτη. Μόνο σε Αυτή την Κατάσταση η Αντίληψη, που δεν είναι πλέον αντίληψη, αφού δεν συλλαμβάνει πλέον τίποτα αλλά ζει μια άμεση επαφή με την Πραγματικότητα κι αντανακλά «παθητικά» την Πραγματικότητα, μπορεί να Δει, να Βιώσει, να έχει Πραγματική Επαφή με την Πραγματικότητα, να Είναι Πραγματικότητα, να Μετέχει της Θείας Πραγματικότητας.

«Εδώ» Γίνεται Δυνατή η Εμπειρία της Πλήρους Τέλειας Αφύπνισης, της Ένωσης με το Θείο Βάθος, τον Αληθινό Θεό, η Εμπειρία της Πραγματικής Υπαρξιακής Ολοκλήρωσης Όπου η Ύπαρξη Παύει να Είναι Ύπαρξη και Γίνεται «Αυτό», Αυτό που Υπάρχει Πέραν της Αντίληψης (που έχει «Ακινητοποιηθεί»). Είναι το Ζωντανό Μυστήριο της Πηγής, το «Χάος» του Ορφέα, το «Ταό» του Λάο Τσε, το «Ασαμσκρίτα» του Βούδα, το «Βράχμαν» του Σανκάρα, το «Αληθινό» του Κρισναμούρτι.

Στην πραγματικότητα ο Εσωτερικός Κόσμος του Αληθινού Είναι είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τον εξωτερικό κόσμο των φαινομένων. Είναι η Εσωτερική Ζωή της Ενότητας της Αντίληψης, το Μυστήριο της Αληθινής Ουσίας και Λειτουργίας της Συνείδησης, σε αντίθεση με τον περιορισμένο κόσμο του υποκειμένου, τον δυαδικό κόσμο των φαινομένων της πολλαπλότητας. Υπάρχουν, όπως είναι φυσικό, Αναλογίες ανάμεσα στα Τρία «Επίπεδα» της Ύπαρξης, του Αληθινού, του Είναι και των Φαινομένων. Η Πραγματικότητα Αποκαλύπτεται Όλο και Πλατύτερη Όσο Προχωράμε από τον Κόσμο των Φαινομένων, προς τον Πραγματικό Κόσμο της Συνείδησης του Είναι και προς την Πηγή των Πάντων. Αλλά το Πλήρες Όραμα του Κόσμου, η Πλήρης Εμπειρία Είναι Δυνατή μόνο στο «Επίπεδο» της Πηγής. Κι όσο φαίνεται, στην δυαδική συνείδηση, διαφορετικός κι υψηλότερος και εσωτερικός ο Κόσμος της Συνείδησης του Είναι, άλλο τόσο φαίνεται στην Αντίληψη διαφορετικός και υψηλότερος κι εσωτερικός ο Κόσμος της Θείας Πραγματικότητας.

Δεν θέλω να προσπαθώ να χωρέσω στη ζωή κάποιου

Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που θα αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας είναι το γεγονός ότι ορισμένες φορές θα υπάρχουν άνθρωποι, που δεν θα θέλουν να είναι μέρος της ζωής μας.

Ό,τι κι αν κάνουμε και όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουμε να τους κάνουμε να μείνουν, εκείνοι πάντα θα ξεγλιστρούν.

Και μετά από λίγο, μια κρίσιμη ερώτηση σχηματίζεται στο νου μας και τραβάει την προσοχή μας: Πρέπει να παλέψω για εκείνους ή πρέπει να τους αφήσω να φύγουν από τη ζωή μου;

Το να προσπαθείς να «κερδίσεις» έναν άνθρωπο θεωρείται βασικό μέρος του παιχνιδιού. Ο αγώνας αυτός σηματοδοτεί ότι είστε έτοιμοι να θυσιαστείτε για το συγκεκριμένο άτομο και αποτελεί απόδειξη δέσμευσης και αφοσίωσης απέναντί του.

Οι άνθρωποι λένε συχνά ότι πρέπει όντως να παλεύουμε σκληρά για τους ανθρώπους, για τους οποίους νοιαζόμαστε. Ότι χρειάζεται να είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε το κάτι παραπάνω για εκείνους τους ιδιαίτερους ανθρώπους στη ζωή μας.

Εντούτοις, αυτό μπορεί εύκολα να χάσει κάθε νόημα, όταν η ίδια αυτή προσπάθεια εξελιχθεί σε μια κουραστική ρουτίνα. Όταν εκείνες οι στιγμές γίνουν άλλο ένα μοτίβο κακών σχέσεων.

Είχα αρκετές σχέσεις στη ζωή μου, τόσο φιλικές, όσο και ερωτικές, στις οποίες είχα την αίσθηση πως ήμουν εγώ που είχα κάνει «όλη τη δουλειά» και μόνο εγώ.

Ένιωθα ότι ήμουν το μόνο άτομο που έκανε εκείνη τη σχέση να λειτουργεί και να υπάρχει.

Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δε ζήτησα από τους άλλους να κάνουν τα πάντα για μένα. Το μόνο που ήθελα ποτέ να δω, ήταν ένα μικρό ψήγμα προσπάθειας, ακόμα και μια μικρή χειρονομία, ένα σημάδι που θα έδειχνε ότι με θεωρούσαν σημαντικό άνθρωπο στη ζωή τους, τόσο, όσο τους θεωρούσα κι εγώ.

Όμως, σε κανέναν δεν αρέσει να περιμένει να νιώσει την προσοχή ενός άλλου ανθρώπου!

Και οι περισσότεροι δεν έχουμε να σπαταλήσουμε το χρόνο και την ενέργεια σε άτομα που δεν το αξίζουν. Προσωπικά, δεν θέλω να ενδιαφέρομαι τόσο για τη ζωή κάποιου και να μην αισθάνομαι το ίδιο από μέρος του. Δεν θέλω να προσπαθώ να χωρέσω στη ζωή κάποιου.

Δεν θέλω να είμαι το μόνο άτομο που να παίρνει τηλέφωνο μετά από καιρό σιωπής, όταν εκείνοι δεν σκέφτονται καν να ρωτήσουν πώς ήμουν όλο αυτό τον καιρό. Δεν θέλω να πιέζω τις καταστάσεις.

Επειδή όταν δύο άνθρωποι θέλουν να είναι μαζί, δεν θα υπάρχει καμία ικανοποιητική δικαιολογία που θα τους εμποδίζει. Επειδή οι σχέσεις καταφέρνουν να διαρκούν στο χρόνο, μόνο επειδή και οι δύο πλευρές έχουν καταβάλλει προσπάθειες για να τις διατηρήσουν.

Πάλεψαν δίπλα- δίπλα. Και θα συνεχίζουν να παλεύουν ο ένας για τον άλλο, επειδή είναι ο μόνος τρόπος για να κάνουν μια σχέση να λειτουργεί. Οι δικαιολογίες είναι ψευδαισθήσεις. Ψευδαισθήσεις για κάτι που ξεκάθαρα δεν είμαστε ικανοί να κάνουμε.

Να θυμάστε: Όταν υπάρχει θέληση, υπάρχει πάντα και τρόπος!

Δυστυχώς, χρειάστηκα αρκετό χρόνο, μέχρι να μάθω ότι χρειάζεται κάποιες φορές να παραιτούμαι από τέτοιες, απέλπιδες προσπάθειες. Οι άνθρωποι πάντα θα δρουν όπως εκείνοι θέλουν και δεν υπάρχει τίποτα να κάνω γι’ αυτό.

Έτσι, κατάφερα να το αποδεχτώ. Έμαθα ότι δεν μπορώ να εμποδίζω τους ανθρώπους από το να συμπεριφέρονται εγωιστικά, αλλά αυτό που μπορώ να κάνω είναι να εξετάζω προσεκτικά σε ποιον αφιερώνω τον πολύτιμο χρόνο και την ενέργειά μου.

Μεγάλωσα και συνειδητοποίησα ότι χρειάζεται να δίνω περισσότερη αξία σε εμένα. Δεν χρειάζομαι δίπλα μου κανέναν που να μη με χρειάζεται.

Κι έτσι, τελείωσα με αυτό το «κυνήγι». Αυτό δε σημαίνει ότι έγινα εγωκεντρικός. Απλά αναμένω οι άλλοι να μου φέρονται με τον τρόπο που τους φέρομαι κι εγώ. Τόσο απλό.

Και αν και δεν είναι εύκολο απλά να φεύγει κανείς και να προχωρά στη ζωή του, αφού έχει επενδύσει τόσα πολλά σε μια σχέση, ξέρω ότι ποτέ δεν θα ικετέψω κανέναν άνθρωπο να μείνει στη ζωή μου, αν εκείνος δεν το θέλει. Και ούτε κι εσείς χρειάζεται να το κάνετε.

Να έχετε στο νου σας ότι αν κάποιος θέλει να είναι μαζί σας, δεν θα υπάρχουν ανεπίλυτα αινίγματα και παιχνίδια που χρειάζεται να παίξετε, για να το καταφέρετε. Κάθε κομμάτι του παζλ θα ταιριάζει απόλυτα, επειδή και οι δύο θα το κάνετε να συμβεί!

Οπότε, κρατήστε την αγάπη και την ενέργειά σας μόνο για τους σωστούς ανθρώπους. Επειδή το αξίζετε να νιώσετε ευτυχισμένοι και το αξίζετε να νιώσετε ότι αγαπιέστε. Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό, δεν αξίζει!

Η ζωή μας δεν εξαρτάται από την τύχη, αλλά από τις επιλογές μας

Κάποιος είπε ότι η μοίρα μας δεν εξαρτάται από την τύχη αλλά είναι αποτέλεσμα των συνεχόμενων επιλογών που κάνουμε στη ζωή μας.

Οι ευκαιρίες, δεν είναι κάτι που πρέπει να περιμένουμε σαν αποτέλεσμα τύχης ή συγκυριών. Τις ευκαιρίες στη ζωή μας πρέπει να τις δημιουργούμε ΕΜΕΙΣ για τον εαυτό μας. Το μέλλον μας είναι κάτι που εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε και δυστυχώς μόνο όταν αρχίσουμε να λειτουργούμε με αυτή την πεποίθηση και πάψουμε να είμαστε μοιρολάτρες θα δούμε την ζωή μας να αλλάζει δραματικά και να αρχίζει να μοιάζει με εκείνη την ζωή που ονειρευτήκαμε για τον εαυτό μας.

Όλα αυτά που θα θέλαμε να μας συμβούν λοιπόν, δεν μας συμβαίνουν γιατί εμείς δεν τα προκαλούμε για να μας συμβούν – γιατί εμείς δεν έχουμε κάνει τις σωστές επιλογές που θα μας οδηγήσουν στην εκπλήρωση των στόχων και των ονείρων μας. Η κάθε επιλογή μας έχει τις επιπτώσεις και τα αποτελέσματα της στην ζωή μας, είτε αυτά είναι θετικά είτε αρνητικά. Το σύνολο των επιπτώσεων των επιλογών μας είναι αυτό που καθορίζει το ποιοι είμαστε και το τι έχουμε πετύχει.

Πολλοί λένε ότι η ζωή μας είναι αποτέλεσμα του χαρακτήρα μας. Αλλά αν το δείτε πιο προσεκτικά ο ίδιος μας ο χαρακτήρας διαμορφώνεται και αυτός από τις επιλογές μας. Πάρτε για παράδειγμα την επιλογή που ο καθένας μας έχει για την μόρφωση ή για την πνευματικότητα. Είναι επιλογή μας το αν θα σπουδάσουμε ή όχι. Είναι επιλογή μας το αν θα επιθυμήσουμε να εμβαθύνουμε στο νόημα της ζωής ή αν θα παραμείνουμε επιφανειακοί και λάτρεις της ύλης. Είναι επιλογή μας εάν θα προσπαθήσουμε να σώσουμε τον γάμο μας ή να διατηρήσουμε τη σχέση μας ή αν θα προκόψουμε στην δουλειά μας ή ακόμα εάν θα ευτυχίσουμε ή θα δυστυχήσουμε στη ζωή μας. Ναι, ακόμα και αυτή η ευτυχία εξαρτάται από την επιλογή του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα. Είναι το ποτήρι μας μισό – άδειο ή μισό – γεμάτο; Είμαστε επιτυχημένοι γιατί αξίζουμε την επιτυχία ή είμαστε αποτυχημένοι γιατί είμαστε άτυχοι; Τελικά, είμαστε υπεύθυνοι για όλα όσα συμβαίνουν στην ζωή μας….

Κάποιοι θα πουν : «Δεν επέλεξα να μην έχω χρήματα, δεν έχω επιλέξει να είμαι άρρωστος, δεν έχω επιλέξει να είμαι δυστυχισμένος….!» Ναι, σαφώς, κανένας δεν επιλέγει να είναι φτωχός, αλλά όμως επιλέγει να ξοδεύει περισσότερα από όσα κερδίζει και να είναι χρεωμένος μέχρι τον λαιμό ή επιλέγει να επιθυμεί πράγματα χωρίς να σκέφτεται τρόπους για να τα αποκτήσει. Κανένας δεν επιλέγει να είναι άρρωστος αλλά είναι επιλογή του μια ζωή να καπνίζει, να μην ασκείται, να καταναλώνει βλαβερά φαγητά, να κάνει κατάχρηση αλκοόλ και είναι μόνιμα αγχωμένος. Όσο για την δυστυχία κανείς δεν θα ήθελε να είναι δυστυχισμένος αλλά δεν προσέχει το πως φέρεται στο/στη σύντροφο του, έχει παραμελήσει την οικογένεια και τους φίλους του, έχει γίνει εργασιομανής και έχει μείνει μόνος, έχει γίνει πικρόχολος, απότομος και εριστικός. Μετά λοιπόν φταίει η μοίρα; Όχι… δεν φταίει καμία μοίρα και καμία σκοτεινή συνομωσία του σύμπαντος που μας θέλει να δυστυχούμε, να αποτυγχάνουμε, να χωρίζουμε, να πονάμε και να υποφέρουμε. ΕΜΕΙΣ ΦΤΑΙΜΕ! Εμείς και οι λανθασμένες επιλογές μας….

Δυστυχώς είναι δύσκολο να καταλάβουμε την στιγμή που κάνουμε μια επιλογή ή που παίρνουμε μια απόφαση, το αντίκτυπο που η επιλογή αυτή θα έχει στην μετέπειτα ζωή μας. Δεν γνωρίζουμε εάν η επιλογή μας θα μας φέρει επιτυχία και ευτυχία ή προβλήματα και δυστυχία, έτσι δεν είναι; Αλλά πάντα θα πρέπει να έχουμε το θάρρος να επιλέγουμε και το θάρρος να διορθώνουμε τις λανθασμένες μας επιλογές. Οι λανθασμένες επιλογές δεν διορθώνονται με άλλα λάθη, αλλά με μια καινούργια και αντικειμενική αντιμετώπιση της ζωής μας και των καταστάσεων στις οποίες κατά καιρούς βρισκόμαστε. Οι σωστές εκτιμήσεις, οδηγούν στις σωστές επιλογές.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε συνειδητοποιήσει την σημασία που έχουν οι επιλογές μας – η ελεύθερη βούληση μας – το αυτό δώρο που μας δόθηκε αλλά που δυστυχώς επιλέγουμε να μην το χρησιμοποιούμε. Πολλές φορές αποφασίζουμε χωρίς να σκεφτούμε. Άλλες φορές πάλι δεν δίνουμε σημασία στις αποφάσεις μας και έχουμε μια περίεργη πεποίθηση ότι δεν είναι και τόσο σημαντικό αυτό που θα αποφασίσουμε, ότι δεν θα μας επηρεάσει. Μας είναι πιο εύκολο να ρίξουμε το φταίξιμο (και την ευθύνη) της ζωής μας στους άλλους, στην ατυχία, στην μοίρα και σε χιλιάδες άλλα πράγματα…εκτός από τον εαυτό μας. Μόλις συνειδητοποιήσουμε την ευθύνη μας και μόλις καταλάβουμε την δύναμη που οι επιλογές μας μπορούν να μας χαρίσουν μόνο τότε μπορούμε να αλλάξουμε την ζωή μας. Είναι στο χέρι μας να συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάναμε μέχρι τώρα και που δεν μας βγήκε σε καλό και είναι στο χέρι μας να τολμήσουμε και να δώσουμε μια γροθιά στο χθες συνθλίβοντας το και κτίζοντας πάνω στα συντρίμμια του την καινούργια μας ζωή. Είναι στο χέρι μας να μείνουμε βολεμένοι στην δυστυχία μας ή να τολμήσουμε το άγνωστο που θα μας οδηγήσει στην ευτυχία μας.

Η ευτυχία μας και η επίτευξη των στόχων μας στηρίζεται και στην ψυχική μας κατάσταση. Εάν έχουμε καταφέρει να απαλλαγούμε από τους φόβους μας, τον θυμό μας και την άρνηση, εάν έχουμε το θάρρος να ζούμε την κάθε μας στιγμή και εάν έχουμε την δύναμη να δημιουργούμε την δική μας πραγματικότητα βασισμένη στις προσωπικές μας αξίες, εάν δεν απορρίπτουμε την ευτυχία μας αλλά την αγκαλιάζουμε και την ενθαρρύνουμε καθημερινά τότε είμαστε και ευτυχισμένοι και επιτυχημένοι αλλά και εσωτερικά γαλήνιοι. Είναι δική μας επιλογή το να μετατρέπουμε κάθε γεγονός στην ζωή μας σε πηγή μάθησης, σε ελπίδα, σε δύναμη για να ξεκινήσουμε ένα καινούργιο αγώνα.

Πρόσφατα έπιασα τον εαυτό μου να κατηγορεί την τύχη ή μάλλον την ατυχία για κάτι που μου συνέβηκε. Πόσοι από εμάς καθημερινά βασανιζόμαστε ή στεναχωριόμαστε με κάποιο γεγονός; Τη σχέση μας, την δουλειά μας, τα οικονομικά μας, την οικογένεια μας κ.λπ.; Σίγουρα οι περισσότεροι από εμάς. Μόλις λοιπόν μου πέρασε η απογοήτευση και τα νεύρα , αφού μίλησα με τον εαυτό μου και έκανα τον απολογισμό μου κατάλαβα πως οδηγήθηκα σε αυτή την «ατυχία» γιατί επέλεξα να ακούσω λόγια που πραγματικά δεν πίστευα, γιατί επέλεξα να δείξω εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που ήξερα πως δεν είχαν βαρύτητα λόγου και γιατί επέλεξα να παραμένω σε μια κατάσταση που μου φέρνει δυστυχία, απογοήτευση και με φορτίζει με συνεχή αρνητική ενέργεια! Ωραία μέχρι εδώ… αλλά τι κάνω γι' αυτό; Η κατανόηση των λανθασμένων επιλογών δεν είναι αρκετή αλλά είναι το πρώτο βήμα προς την αλλαγή εάν συνοδεύεται και από καινούργιες «διορθωτικές» επιλογές που θα με έβγαζαν από τον φαύλο κύκλο.

Βήμα πρώτο: Έκανα λάθος… το παραδέχομαι και φέρω εγώ και κανένας άλλο την ευθύνη της κατάσταση αυτής! Πόσο σοβαρό ήταν το λάθος μου; Μου έγινε το πάθημα, μάθημα; Τι μαθήματα έχω πάρει;

Βήμα δεύτερο: Πως μπορώ να διορθώσω το λάθος μου; Ποιες θα πρέπει να είναι οι επιλογές μου; Προσπαθώ να μην τα βάλω κάτω με την «ατυχία» μου. Τι είναι αυτό που αν άλλαζε θα με έκανε να νιώσω καλύτερα; Να αρχίσω επιτέλους να ακούω την διαίσθηση μου και τις πραγματικές μου επιθυμίες για το θέμα που με απασχολεί. Και ακόμα και αν οι επιθυμίες μου με φοβίζουν… θα πρέπει να βρω το θάρρος και το κουράγιο να τις αντιμετωπίσω και να κάνω ένα βήμα πάνω από το πρόβλημα που με βασανίζει.

Βήμα τρίτο: Εάν οι κινήσεις που επέλεξα να κάνω δεν έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα θα πρέπει να είμαι σε θέση να σκεφτώ καινούργιους τρόπους αντιμετώπισης και να κάνω καινούργιες κινήσεις.

Αυτός είναι ένας πολύ απλός τρόπος εξέτασης και αναθεώρησης επιλογών που μπορεί να γίνει εξαιρετικά πολύπλοκος ανάλογα με το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο καθένας μας. Η ουσία σε όλες τις περιπτώσεις παραμένει όμως η ίδια: Αυτοκριτική-Δράση–Επανεξέταση επιλογών.

Η ζωή είναι μια ασύλληπτα υπέροχη περιπέτεια. Την έχετε ποτέ δει έτσι ή απλά την αντιμετωπίζετε σαν ένα σκληρό αγώνα που σας πληγώνει και σας εξαντλεί; Η ζωή που όλοι ζούμε είναι δική μας επιλογή, με τα καλά της, με τα στραβά της, με τα λάθη της και τις επιτυχίες της. Είναι όμορφο να έχουμε την επίγνωση, ότι παρόλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, παρ ‘όλες τις δυσκολίες, πάντα υπάρχει κάτι που θα μας κάνει να χαμογελάσουμε και κάτι που θα αξίζει έστω και στιγμιαία να μας φέρει την ευτυχία. Είναι σημαντικό να έχουμε την επίγνωση ότι στα χέρια μας κρατάμε εκείνο το μαγικό ραβδάκι που μπορεί να μετατρέψει την αναποδιά σε απίστευτη τύχη, την στεναχώρια σε γνώση, την απογοήτευση σε αυτοπροστασία, τον πόνο σε δημιουργία και την αδυναμία σε τεράστια πηγή δύναμης. Αν λοιπόν νιώσετε πως κάτι στη ζωή σας, σας κάνει δυστυχισμένους, κάντε μια γερή αυτοκριτική, πάρτε τα μέτρα σας επιλέγοντας τις επόμενες σας κινήσεις και παρακολουθήστε την εξέλιξη της κατάστασης λαμβάνοντας τις ανάλογες επιπρόσθετες αποφάσεις που θα σας οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Μην ξεχνάτε: η ζωή μας είναι οι επιλογές μας γι' αυτό επιλέξτε να μάθετε, επιλέξτε να γελάσετε, επιλέξτε να ερωτευτείτε, επιλέξτε να κλάψετε και να πονέσετε, επιλέξτε να αγαπήσετε… επιλέξτε να την ζήσετε έτσι όπως εσείς θέλετε και έτσι όπως σας αξίζει!

Ο τσακισμένος άνθρωπος κρύβει τα δάκρυά του σε χαμόγελα

Μάτια σκληρά, κλειδωμένα, αδιαπέραστα! Μάτια κρυστάλλινα γλυπτά από πάγο φτιαγμένα…

Μη σε ξεγελούν, μην τα κρίνεις, μην τα φοβάσαι, μην τα διώχνεις, μην τα αποφεύγεις. Προσπάθησε, άνοιξε την πόρτα της ψυχής τους και θα κολυμπήσεις μέσα σε ποτάμι δακρύων. Θα ταξιδέψεις σε απέραντο ωκεανό αγάπης και στοργής.

Θα ανακαλύψεις θαμμένα ναυάγια από έρωτες φαντάσματα.
Καταδύσου μέσα τους, μέχρι το βαθύ πάτο της ψυχής τους! Μόνο κρυμμένους θησαυρούς και αφανέρωτους πόθους θα ανακαλύψεις!

Ο τσακισμένος άνθρωπος κρύβει τα δάκρυά του με χαμόγελα δυναμισμού. Ο τσακισμένος άνθρωπος ντύνεται με ατσάλι ετοιμοπόλεμος για τη μάχη που λέγεται ζωή! Ο αξιοπρεπής άνθρωπος τραγουδάει και χορεύει ενώ κρησφύγετο για τον πόνο του γυρεύει!

Ο δήθεν “σκληρός” άνθρωπος κλειδώνει και αμπαρώνει την ψυχή του.

Μια ψυχή ντυμένη με ρούχα που δηλώνουν ότι δεν έχει ανάγκη κανέναν! Μια ψυχή κρυφά ευαίσθητη… που όταν δύο μάτια λαμπερά, αληθινά ζεστά, τρυφερά που για μια στιγμή να τον κοιτάξουν αμέσως κατακτιέται.

Το ατσάλι αμέσως λιώνει, σε μετάξι τον μεταμορφώνεις.

Ποτέ μην κρίνεις μόνο το περιτύλιγμα, μόνο το απ’ έξω. Η ζωή είναι πόλεμος και ο δυνατός άνθρωπος με πανοπλία να ντύνεται είναι αναγκασμένος!

Ο άνθρωπος ο ατσάλινος… ο άνθρωπος ο μοναχικός στο μεγαλείο του έρωτα πάντα παραδίνεται… πάντα υποκλίνεται! Το παιδάκι που κρύβει μέσα του ελευθερώνει και σε εσένα αφιερώνεται και δίνεται.

Τα μάτια της μοναξιάς γυρεύουν αληθινούς ανθρώπους. Γυρεύουν μόνο αλήθεια και ελευθερία. Τα μάτια της μοναξιάς παριστάνουν ότι είναι κλειδωμένα μόνο για τους ψεύτικους ανθρώπους. Το πρέπει δε το βλέπουνε, το μυαλό το παραμερίζουν…

Τα μάτια της μοναξιάς μόνο ψυχή και ακατέργαστο έρωτα ψάχνουν! Το μυαλό είναι ο εχθρός του έρωτα. Σε κάνει να προσπερνάς ανθρώπους θησαυρούς! Ψυχές από διαμάντια!

Να έχεις πάντα τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά. Στην καρδιά σου να φοράς πάντα φτερά… γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε μια μεγάλη αγάπη η ζωή ξαφνικά θα σου φέρει. Να μην κατακρίνεις και να βλέπεις καθαρά αυτό που η ψυχή σου μια ζωή θα σου ζητά…

Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Το ότι ο χορός στη ζωή των Ελλήνων έπαιζε ανέκαθεν σπουδαίο ρόλο, μας το μαρτυρούν κατάδηλα η εικαστική τέχνη και η σωζόμενη γραμματεία. Ο Πλάτων (427-347 π.Χ.) αναφέρει ότι ο Απόλλων, οι Μούσες και ο Διόνυσος είναι οι πρωταίτιοι της αισθήσεως “ρυθμού (τε) και αρμονίας”, ότι οι θεοί απέστειλαν στους ανθρώπους τις Μούσες, τον μουσαγέτη Απόλλωνα και τον Διόνυσο να συντροφεύουν στις εορτές τους και τους χορούς τους και ότι εκείνος που δεν ξέρει να χορεύει θεωρείται αμόρφωτος.

Την πρωιμότερη σωζόμενη συστηματοποίηση της ορχήσεως την βρίσκουμε στο έβδομο βιβλίο των “Νόμων”, στο τελευταίο έργο του Πλάτωνος. Κάτω από την γενική έννοια “γυμναστική τέχνη” διαχωρίζει ο Πλάτων τα γένη “όρχησις” και “πάλη”. Όμως τα δύο αυτά γένη εφάπτονται, γεγονός που απορρέει από το μύθο, κατά τον οποίον η Ήρα εκπαίδευσε τον Άρη πρώτα σε τέλειο χορευτή και κατόπιν του δίδαξε την πολεμική τέχνη, και κατά μία ρήση του Σωκράτη, είναι εκείνοι που τιμούν κάλλιστα τους θεούς με χορούς οι καλλίτεροι στον πόλεμο. Με αφετηρία τις κινήσεις του σώματος ορίζει ο Πλάτων δύο γένη χορών, τους καλούς (ωραίους) και τους αισχρούς (άσχημους). Το κάθε γένος το διαχωρίζει πάλι σε δύο είδη με αποτέλεσμα να έχουμε τέσσερις μορφές ορχήσεων. Εδώ συγκαταλέγει την τραγωδία στις σεμνές κινήσεις του σώματος, την κωμωδία στις αμφισβητούμενες ορχήσεις και τους κύκλιους χορούς ή χορεία, στις ειρηνικές μορφές ορχήσεων.

Απεναντίας ο Αριστόξενος (354-300 π.Χ.), τριάντα χρόνια αργότερα περίπου επιχείρησε μία διαφορετική ταξινόμηση των ορχήσεων. Αρχικά διαιρεί τις ορχήσεις με γνώμονα κατάταξης εκείνες που ανήκουν στο δραματικό γένος (σκηνικής ποιήσεως ορχήσεις) και εκείνες που ανήκουν στο λυρικό γένος (λυρικής ποιήσεως ορχήσεις). Έκαστο γένος το διαιρεί εν συνεχεία σε τρεις μορφές ορχήσεων, τις οποίες αντιτάσσει συγκρίνοντάς τες (συγκρίσεις). Βασίζεται όμως σε διαφορετικά κριτήρια, έτσι ώστε οι τρεις του μορφές να μη συμφωνούν με εκείνες του Πλάτωνα.

Στην αγωγή των Αθηναίων συναντάμε τα παρακάτω: Στα επτά τους χρόνια τα αγόρια, με τη συνοδεία του παιδαγωγού, του πιο έμπιστου και ηλικιωμένου δούλου, πήγαιναν στο σχολείο, ενώ τα κορίτσια έμεναν στο σπίτι και μάθαιναν από τη μητέρα ανάγνωση και γραφή, μουσική και χορό και ότι χρειάζεται μια μέλλουσα μητέρα και οικοδέσποινα. Η αρχαία παιδεία απέβλεπε στο ιδεώδες του καλού και αγαθού άντρα, δηλαδή στην άσκηση του σώματος, στην αρμονική ανάπτυξή του και συγχρόνως στην καλλιέργεια της ψυχής με την ποίηση και τη μουσική. Ο μορφωμένος άνθρωπος λεγόταν "μουσικός ανήρ". Η μουσική ως παιδεία περιλάμβανε το μουσικό όργανο, το τραγούδι και ακόμη το χορό, τρεις αλληλένδετες εκφράσεις μιας παίδευσης, που απέβλεπε στην αρμονική διάπλαση της ψυχής. Τα παιδιά μάθαιναν κοντά στον κιθαριστή κιθάρα ή αυλό με τρόπο εμπειρικό. Την κιθάρα συνόδευαν τραγούδια με στίχους παλαιών λυρικών ποιητών. Οι νέοι Αθηναίοι είχαν ευκαιρίες να επιδείξουν το μουσικό τους τάλαντο στις γιορτές του δήμου με χορωδίες και χορούς.

Ο Πλάτων διαχωρίζει τις αμφισβητούμενες ορχήσεις σε αυτές, οι οποίες εκτελούνται στην κωμωδία, επομένως ανήκουν στην ποιητική τέχνη και είναι “κανονισμένες μέσω νόμου και ορισμού” (ούτως τω νόμω και λόγω κείσθω) από τη μία μεριά, και από την άλλη σε εκείνες τις βακχικές ορχήσεις του λαού, των δούλων και των ξένων, τους χορούς εκείνους δηλαδή, κατά τους οποίους οι χορευτές υπό την επίδραση του οίνου αυτοονομάζονται Νύμφες, Πάνες, Σιληνοί και Σάτυροι, μιμούμενοι, όπως λένε, και κάποτε τελούντες καθαρμούς και τελετές. Αυτοί οι χοροί δεν τυγχάνουν περαιτέρω σχολιάσεως από τον Πλάτωνα, αλλά παραμερίζονται από την πολιτεία ως μη άξιοι μεταχειρίσεως (ούκ εστί πολιτικόν). Από την αρνητική αυτή στάση του Πλάτωνα έπεται ότι αποκλείει και το σατυρικό δράμα, μολονότι δεν εκφράζεται ρητώς επ’ αυτού.

Η αριστοξενική ταξινόμηση προέρχεται από ένα χαμένο έργο του “Περί ορχήσεως” και οι πηγές της είναι έμμεσες. Σ’ αυτό έγκειται μάλλον ο λανθασμένος χαρακτηρισμός της πυρρίχης ως του λυρικού ανάλογου του σατυρικού δράματος. Ο χορός αυτός ανήκει μεν στο σατυρικό δράμα, δεν υπάρχει όμως ένα τέτοιο λυρικό ύφος.

Ο Πλάτωνας προσανατολίζεται προς τα αισθητικά κριτήρια “καλόν” και “αισχρόν”, πίσω απ’ τα οποία κρύβονται ωφελιμιστικά πολιτικά φρονήματα και είναι συνεπώς συνδεδεμένα με ηθικές αξιώσεις. Συγχέει λοιπόν τελετουργικό, δραματικό και λαϊκό χορό, δεν λαμβάνει υπ’ όψη του την καταγωγή των χορών ούτε την ιστορική τους εξέλιξη και αναφέρει τελικά μόνον τραγωδία και κωμωδία. Τον κόρδακα όμως δεν τον αναφέρει. Ο Αριστόξενος αντίθετα διαφοροποιεί τρεις κατηγορίες, δηλαδή τραγωδία, κωμωδία και σατυρικό δράμα, τα λυρικά τους αντίστοιχα και τις τρεις χαρακτηριστικές τους ορχήσεις. Αυτή η τριχοτόμηση επιβλήθηκε τελικά στους μετέπειτα συγγραφείς, υπερίσχυσε και στην Ιταλία και επιβλήθηκε και εκτός της δραματικής και λυρικής ποίησης, δηλαδή στους λαϊκούς χορούς, στα συμπόσια και στις παραστάσεις χορού.

Η κάθοδος του ομηρικού Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο και οι ομοιότητες με την τοπογραφία της πεδιάδας του Φαναρίου

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αναπτύξει μία ολόκληρη φιλοσοφία σχετικά με τον Κάτω Κόσμο, τη δομή του, τις προσβάσεις σε αυτόν, τη μετάβαση και τη ζωή των νεκρών εκεί, την επιβίωση των ψυχών και τα χαρακτηριστικά τους αλλά και την επικοινωνία των νεκρών με τους ζωντανούς. Μέσα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης φιλοσοφίας, πίστευαν ότι οι σπηλιές, τα βαθιά φαράγγια, οι υπόγειες πηγές των ποταμών και οποιοδήποτε άλλο άνοιγμα οδηγούσε από την επιφάνεια προς τα βάθη της γης αποτελούσε και μια είσοδο στον Κάτω Κόσμο.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η ύπαρξη στην πεδιάδα του Φαναρίου των τριών ποταμών, του Αχέροντα και των δύο παραποτάμων του, του Κωκυτού και Πυριφλεγέθοντα, της Αχερουσίας λίμνης, των δασών με τις άφθονες λεύκες και ιτιές, τα ιερά φυτά της Περσεφόνης συζύγου του Άδη και κυρίως της υπόγειας σπηλιάς στον βράχο του Αγ. Ιωάννη (sic), όπου τελικά οικοδομήθηκε το Νεκρομαντείο, οδήγησαν στην πεποίθηση ότι η περιοχή αποτελούσε μία ακόμη είσοδο στον Κάτω Κόσμο. Και βέβαια δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερο σημείο εξαιτίας των πολλών ποταμών που χάνονταν στη λίμνη και ξανασχηματίζονταν και μέσω των οποίων ο βαρκάρης μετέφερε τις ψυχές, της σχετικά μεγάλης απόστασης και απομόνωσης από τη νότια Ελλάδα και του ομιχλώδους τοπίου με τα ποτάμια ύδατα να συμπλέκονται με τις ιτιές και τις λεύκες. Όλα τα παραπάνω έδιναν έναν μυστικιστικό – λατρευτικό χαρακτήρα στην άγνωστη και μακρινή αυτή περιοχή.

Η ιδιαιτερότητά της έγινε πολύ γρήγορα αντιληπτή. Πιο συγκεκριμένα, την αρχαιότερη και εκτενέστερη αναφορά στην περιοχή του Νεκρομαντείου τη συναντούμε στην Οδύσσεια. Πρώτα λοιπόν στη ραψωδία κ (488 – 543), βρίσκουμε την Κίρκη να συνομιλεί με τον απελπισμένο Οδυσσέα. Αυτή, στις παρακλήσεις του ήρωα για επιστροφή στην πατρίδα του, του απαντά ότι δε μπορεί να τον κρατήσει άλλο κοντά της χωρίς τη θέλησή του. Προτού γυρίσει όμως στην πολυαγαπημένη του Ιθάκη, θα πρέπει να κάνει ένα μεγάλο και φοβερό ταξίδι, με τους συντρόφους του, στον Άδη και την Περσεφόνη. Σκοπός θα είναι να πάρει χρησμό από τον Τειρεσία, ο οποίος, αν και νεκρός πλέον, ωστόσο διατηρούσε τις μαντικές του ικανότητες. Ο Οδυσσέας παραλύει από τον φόβο του με το άκουσμα της είδησης, καθώς έως τότε κανείς θνητός δεν είχε επισκεφτεί ζωντανός τον Κάτω Κόσμο.

Η Κίρκη λοιπόν τον συμβουλεύει να ακολουθήσει με το καράβι του τον βόρειο άνεμο και μετά από ένα μεγάλο ταξίδι έως την άκρη του ωκεανού, θα βρει ένα μικρό ακρογιάλι, κατάφυτο από λεύκες και ιτιές, το δάσος της Περσεφόνης. Εκεί, υπάρχει η είσοδος στον Άδη, στο σημείο όπου ενώνονται με πολύ βουητό ο Αχέροντας με τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, ενώ στη μέση ακριβώς υψώνεται ένας βράχος με μια σκοτεινή υπόγεια σπηλιά. Στη θέση αυτή, πρέπει ο ήρωας να ανοίξει έναν μεγάλο λάκκο και να προσφέρει χοές σε όλους ανεξαιρέτως τους νεκρούς, με μέλι και γάλα αρχικά, κρασί στη συνέχεια, έπειτα νερό και τέλος να τα καλύψει όλα με τα άλφιτα (κριθάλευρο). Αμέσως μετά, το τελετουργικό επιβάλλει να τάξει και πάλι σε όλους τους νεκρούς θυσία, μόλις φτάσει στην Ιθάκη, μια στέρφα αγελάδα, την οποία και θα κάψει προς τιμήν τους, στολίζοντας επιπλέον τη φωτιά με πλούσια δώρα. Στον Τειρεσία ξεχωριστά, οφείλει να θυσιάσει και να του προσφέρει το καλύτερό του κριάρι. Επακολούθως, αφού παρακαλέσει για άλλη μια φορά τα πλήθη των νεκρών, να σφάξει προς τιμήν τους, επί τόπου, ένα κριάρι και ένα μαύρο πρόβατο, στρέφοντας προς τον σκοτεινό Άδη το λαιμό τους και προς άλλη κατεύθυνση το κεφάλι του. Έπειτα, οι σύντροφοί του να γδάρουν και να κάψουν τα ζώα για τη Περσεφόνη και τον Άδη. Αντίστοιχα, γύρω από τη λίμνη αίματος που θα σχηματιστεί, θα συγκεντρωθούν όλοι οι νεκροί για να πιουν από αυτό. Ο Οδυσσέας πρέπει να τους απωθήσει με το σπαθί του, ώσπου να εμφανιστεί και να πιει πρώτος ο Τειρεσίας, προκειμένου να του δώσει τον χρησμό σχετικά με την επιστροφή του στην πατρίδα.

Η επόμενη ακριβώς ραψωδία λ είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στο ταξίδι του ήρωα στον Κάτω Κόσμο και γι' αυτό τιτλοφορείται «Νέκυια». Ο Οδυσσέας, λοιπόν, ξεκίνησε, μαζί με τους συντρόφους του, από το νησί της Κίρκης για το δύσκολο ταξίδι του, με βαριά καρδιά και πένθος αλλά και με ευνοϊκό άνεμο που του έστειλε η θεά. Μετά από μια ημέρα στη θάλασσα και μόλις είχε αρχίσει να πέφτει η νύχτα, φτάσανε στα πέρατα του ωκεανού, στη γη των Κιμμερίων. Τον τόπο αυτό σκεπάζει συννεφιά και αιώνιο σκοτάδι, ακόμη και όταν ο ήλιος είναι στον ουρανό, καθώς οι ακτίνες του δεν κατορθώνουν να φωτίσουν τη μακρινή και σκοτεινή είσοδο του Κάτω Κόσμου. Αφού αράξανε το καράβι και ακολουθώντας τις οδηγίες της Κίρκης, οδηγηθήκανε στο σημείο που εκείνη τους είχε υποδείξει, κρατώντας και τα ζώα τα οποία επρόκειτο να προσφέρουν θυσία στους νεκρούς. Αμέσως, ο Οδυσσέας τράβηξε το σπαθί του, άνοιξε έναν μεγάλο λάκκο, προσέφερε διαδοχικά τις χοές και υποσχόταν τις θυσίες σε όλους τους νεκρούς, σύμφωνα με τις συμβουλές της θεάς. Αφού λοιπόν ο ήρωας παρακάλεσε, προσέφερε και υποσχέθηκε και άλλες θυσίες στις ψυχές όλων των νεκρών, θυσίασε επιτόπου τα ζώα που είχε μαζί του.

Μόλις οι ψυχές αντιλήφτηκαν το αίμα, άρχισαν να συρρέουν άτακτα και κατά χιλιάδες προκειμένου να πιουν. Πρώτα εμφανίστηκαν οι νέοι και οι αδικοχαμένοι και στη συνέχεια οι ηλικιωμένοι και οι βαριά πληγωμένοι πολεμιστές. Το πλήθος των νεκρών και οι φοβεροί αλαλαγμοί τους έκαναν τον ατρόμητο Οδυσσέα να παγώσει από τον φόβο. Κανείς όμως δεν έμεινε άπρακτος. Έτσι, οι σύντροφοί του επιδόθηκαν στην προετοιμασία των θυσιασμένων ζώων, προκειμένου να τα κάψουν προς τιμήν του Άδη και της Περσεφόνης, ενώ ο Οδυσσέας, αφού έβγαλε και πάλι το κοφτερό σπαθί του, έδιωχνε τις ψυχές βίαια από το αίμα, ώσπου να εμφανιστεί και να πιει πρώτη αυτή του Τειρεσία. Αρχικά, μπροστά στον ήρωα ήρθε και συνομίλησε μαζί του η ψυχή του αδικοχαμένου συντρόφου του Ελπήνορα, ο οποίος είχε σκοτωθεί, πέφτοντας από τη σκάλα μεθυσμένος, στο παλάτι της Κίρκης. Στη συνέχεια, ξεπρόβαλλε η ψυχή της μητέρας του, την οποία, παρά τη μεγάλη συγκίνησή του, δεν την άφησε να πλησιάσει στο αίμα, ενώ λίγο πιο πίσω ακολουθούσε ο Τειρεσίας, κρατώντας χρυσό σκήπτρο. Ο μάντης αμέσως ρώτησε για την αιτία παρουσίας του ζωντανού ήρωα ανάμεσα στους πεθαμένους και έπειτα ζήτησε να του επιτρέψει να πιει αίμα, προκειμένου να χρησμοδοτήσει. Πράγματι, ο Τειρεσίας προέβλεψε το δύσκολο γυρισμό του στην πατρίδα, τον φόνο των μνηστήρων αλλά και τις υπόλοιπες περιπέτειές του μέχρι το τέλος της ζωής του. Αφού αποχώρησε ο Τειρεσίας, ο ήρωας επέτρεψε στη μητέρα του να πιει αίμα και συνομίλησε μαζί της. Στη συνέχεια και έως το τέλος της ραψωδίας, θα δει και θα συνομιλήσει με μια σειρά προσώπων, πρώτα μυθικών γυναικών, έπειτα με συντρόφους του από την Τροία, τον Αγαμέμνονα, τον Αχιλλέα, τον Αίαντα, ενώ ο χορός των ψυχών ολοκληρώνεται με τον Ηρακλή. Ο Οδυσσέας βέβαια θα ήθελε να μείνει λίγο ακόμη στον Άδη για να δει και άλλες ψυχές μυθικών ηρώων αλλά φοβήθηκε κάποια τιμωρία από την Περσεφόνη. Έτσι, εγκατέλειψε γρήγορα την περιοχή, έφτασε στο καράβι και αμέσως ξανοίχτηκε με τους συντρόφους του στο πέλαγο για να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη βρίσκεται στο μέσο των περιπετειών του, μετά τους Κίκονες, τους Λωτοφάγους, τους Κύκλώπες, το νησί του Αιόλου, τους Λαιστρυγόνες, και το νησί της Κίρκης. Αποτελεί όμως τον μεγαλύτερο άθλο του και την πιο κρίσιμη στιγμή του, καθώς ελάχιστοι ήρωες επιχείρησαν κάθοδο στον Κάτω Κόσμο π.χ. Ηρακλής, Θησέας, Ορφέας και ξαναγύρισαν στη γη. Πρόκειται επίσης και για την αρχαιότερη και δραματικότερη περιγραφή μιας παρόμοιας καθόδου ζωντανού στον Κάτω Κόσμο. Από τη σημασία που της αποδόθηκε, τόσο από την ομηρική περιγραφή όσο και από την υπόλοιπη αρχαία ελληνική γραμματεία και παράδοση, αποκαλύπτονται διάφορες πτυχές της φιλοσοφίας σχετικά με τη λειτουργία του Κάτω Κόσμου, την επιβίωση και τον ρόλο των ψυχών σε αυτόν αλλά κυρίως τη δυνατότητα και τη σημασία της επικοινωνίας ζωντανών – νεκρών.

Η ομοιότητα τώρα της ομηρικής περιγραφής με την περιοχή του Αχέροντα είναι αδιαμφισβήτητη, με χαρακτηριστικότερο σημείο την αναφορά στα τρία ποτάμια, στα οποία μάλιστα αποδίδοντα τα ονόματα με τα οποία ήταν γνωστά καθ' όλη την αρχαιότητα. Πρόκειται για τον Πυριφλεγέθοντα (σημερινό Βουβό), ο οποίος χύνεται στον Κωκυτό (σημερινό Μαύρο), που με τη σειρά του σμίγει με πολύ βουητό με τον Αχέροντα στα νότια του βράχου. Αδιάψευστος μάρτυρας του παραπάνω χωρίου στέκεται η σύγχρονη εικόνα της περιοχής, πανομοιότυπη με την ομηρική περιγραφή, όπου επιβιώνει ακόμη και το άλσος της Περσεφόνης με τις λεύκες και τις ιτιές. Μια επιπλέον επιβεβαίωση αποτελεί και ο βράχος του Αγ. Ιωάννου, λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από τον Αχέροντα, επάνω στον οποίο αποκαλύφθηκε το ελληνιστικό Νεκρομαντείο. Αξιοσημείωτη είναι η παράλειψη αναφοράς στην Αχερουσία λίμνη.

Ωστόσο, μπορεί να δικαιολογηθεί εάν υποθέσουμε ότι ο Όμηρος άντλησε τα στοιχεία από προγενέστερα του έργα όπου δεν υπήρχε σχετική αναφορά ή έστω και εάν υπήρχε ή ακόμη και εάν ο ίδιος ο Όμηρος είχε επισκεφτεί την περιοχή και γνώριζε την τοπογραφία της, δεν έκρινε σκόπιμο να συμπεριλάβει το συγκεκριμένο στοιχείο. Η ομοιότητα της ομηρικής περιγραφής με την περιοχή του Φαναρίου μπορεί να γίνει μεγαλύτερη εάν αντικαταστήσουμε τη λέξη Κιμμερίων με την αντίστοιχη Χειμερίων, αλλαγή που είχε προταθεί ήδη από τον 3ο π.Χ. αι. από τον γραμματικό Πρωτέα Ζευγματίτη. Οι Κιμμέριοι, λαός που κατοικούσε στη Σκυθία του Εύξεινου Πόντου, έγιναν γνωστοί στους Έλληνες της Ιωνίας μόνο μετά τα μέσα του 7ου π.Χ. αι., όταν άρχισαν να πραγματοποιούν επιδρομές. Επομένως, ήταν παντελώς άγνωστοι στο ποιητή της Οδύσσειας που έδρασε τον 8ο π.Χ. αι. Αντίθετα, οι Χειμέριοι ήταν λαός που κατοικούσε στη Θεσπρωτία, βόρεια του Νεκρομαντείου. Τέλος, παρόμοια λάθη και παραναγνώσεις είναι συχνές σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και επομένως πιο εύκολη μια πιθανή διόρθωσή τους.

Κατ' επέκταση και σύμφωνα με τα παραπάνω, διαφαίνεται ξεκάθαρα η σημασία της πεδιάδας του Φαναρίου ως το σημείο ένωσης των δύο κόσμων και επαφής ζωντανών – νεκρών. Πρόκειται για έναν τόπο μακρινό, στα πέρατα του ωκεανού, σε μια κατάφυτη από λεύκες και ιτιές περιοχή, με τρεις ποταμούς να ενώνονται και στο κέντρο ένας βράχος με μια υπόγεια σπηλιά. Όλο αυτό το τοπίο με τα διαφορετικά στοιχεία της φύσης πλαισιώνεται από το μυθικό αιώνιο σκοτάδι. Επομένως, η συγκεκριμένη διατηρούσε και χαρακτηριστικά του Κάτω Κόσμου, ενώ ανήκε και στη δικαιοδοσία των Θεών του, Άδη και Περσεφόνης και κυρίως της δεύτερης, όπως αποδεικνύεται από το άλσος της με τις λεύκες και τις ιτιές. Συμπερασματικά, η περιοχή του Φαναρίου αποτελεί μια μεταβατική περιοχή, όπου τα στοιχεία των δύο κόσμων, βλάστηση, νερά, θάλασσα από τη μια σκοτάδι από την άλλη, συμπλέκονται σε μια αδιάσπαστη ενότητα. Ωστόσο, περισσότερο ανήκει στη δικαιοδοσία του Άδη και γι' αυτό οι ζωντανοί δύνανται να την επισκέπτονται μόνο για θρησκευτικούς – τελετουργικούς σκοπούς.

Το αδιάσπαστο της ψυχής με το σώμα

Ο Αριστοτέλης (384 π.Χ. – 322 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και επιστήμονας που γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής.

Ο Αριστοτέλης ξεκινώντας το έργο του Περί Ψυχής ξεκαθαρίζει: «Φαίνεται πως, γενικά στην αναζήτηση της αλήθειας, η γνώση της ψυχής συμβάλλει σημαντικά, και κυρίως στην έρευνα της φύσης· γιατί είναι κάτι σαν αρχή των όντων που έχουν ζωή» (402a 5-7). Με άλλα λόγια, το δεδομένο της ψυχής σε όλα να έμβια όντα καταδεικνύει τη φυσική της προέλευση, αφού μια τέτοια καθολικότητα είναι αδύνατο να αποδοθεί στο τυχαίο: «η έρευνα για την ψυχή, για ολόκληρη την ψυχή, ή για τη συγκεκριμένη πλευρά της, είναι έργο του φυσικού φιλοσόφου» (403a 29-30).

Έχοντας αυτό υπόψη η διερεύνηση της ψυχής οφείλει να προχωρήσει στην αναζήτηση της ουσίας και των ιδιοτήτων που τη διέπουν με γνώμονα τις γενικές αρχές που αφορούν όλα αυτά που εντάσσονται στη φύση. Η παρατήρηση, η κατηγοριοποίηση, η ταξινόμηση, η διαίρεση στα επιμέρους, η μέτρηση των επαναλήψεων και οι συνθήκες που προκαλούν τις αντίστοιχες -προς μελέτη- αντιδράσεις αποτελούν το στοιχειώδες καθήκον του μελετητή. Το βέβαιο είναι ότι πρόκειται για εξαιρετικά λεπτό, κι ως εκ τούτου δύσκολο εγχείρημα: «Οπωσδήποτε όμως, και από κάθε άποψη, από τα δυσκολότερα πράγματα είναι να αποκτήσουμε μια βεβαιότητα γι’ αυτή (εννοείται την ψυχή)» (402a 11-12).

Η ένταξη του προς διερεύνηση ζητήματος στην κατηγορία των φυσικών πραγμάτων, όσο κι αν διευκολύνει την αναζήτηση δεν την απλοποιεί. Μπορεί να δίνει τη βασική κατεύθυνση της πορείας που πρέπει να ακολουθηθεί απορρίπτοντας όλους τους άλλους δρόμους (θεολογικούς, μεταφυσικούς κλπ) αλλά δεν εξασφαλίζει τη μέθοδο που πρέπει να εφαρμόσει κανείς: «… ενώ η έρευνα αυτή είναι κοινή για πολλά άλλα» (δηλαδή όλα όσα προέρχονται από τη φύση) «εννοώ η σχετική με την υπόσταση και την ουσία, ίσως κάποιος σκεπτόταν πως υπάρχει μία μέθοδος για όλα, που θέλουμε να γνωρίσουμε την υπόστασή τους, και πως πρέπει να αναζητήσουμε αυτή τη μέθοδο» (402a 12-17).

Κάτι τέτοιο όμως, κρίνεται μάλλον υπεραπλουστευτικό, αφού για τη διερεύνηση της ουσίας των όντων δεν υπάρχει μία ενδεδειγμένη (κι ως εκ τούτου αλάνθαστη) μέθοδος αλλά πολλές, γεγονός που αναγκάζει τον ερευνητή να κάνει τις επιλογές του: «Αν, όμως, για την ουσία δεν υπάρχει μία μόνο, και κοινή μέθοδος, η πραγμάτευση γίνεται ακόμα δυσκολότερη· γιατί, για κάθε περίπτωση, θα χρειαστεί να αποφασίσουμε ποια μέθοδο πρέπει να ακολουθήσουμε» (402a 17-20).

Ο Αριστοτέλης αρχίζει να ξετυλίγει τη σκέψη του: «Και πρώτα πρώτα, ίσως, είναι αναγκαίο να αποφασίσουμε σε ποιο από τα γένη ανήκει η ψυχή, και τι είναι· αν είναι, εννοώ, συγκεκριμένο πράγμα και υπόσταση, ή ποιότητα, ή ποσότητα και, ακόμη, αν είναι μεταξύ των όντων που βρίσκονται σε κατάσταση δυνατότητας ή, μάλλον, είναι κάποια εντελέχεια· γιατί η διαφορά δεν είναι μικρή» (402a 24-27 και 402b 1). Η ταξινόμηση της ψυχής σε αυτά που αφορούν την ποιότητα, την υπόσταση ή την ποσότητα αφορά την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει η πορεία του συλλογισμού, ενώ το ξεκαθάρισμα του αν πρόκειται για δυνατότητα ή εντελέχεια θα καθορίσει τις δυνατότητας που έχει ο άνθρωπος να διαμορφώσει την ψυχή του.

Αν η ψυχή είναι εντελέχεια, δηλαδή ολοκληρωμένη φυσική υπόσταση η οποία βρίσκεται στην πιο τέλεια κατάσταση που μπορεί να έχει προκειμένου να εκπληρώσει το σκοπό της ύπαρξής της, τότε δεν υπάρχουν ιδιαίτερα περιθώρια βελτίωσης, αφού η φύση έχει ολοκληρώσει την τελεολογική της αποστολή και οτιδήποτε έχει οδηγήσει η φύση σε ολοκλήρωση είναι αμετάκλητο, όπως το άλογο που έκλεισε τον κύκλο της ανάπτυξής του και είναι αδύνατο να ψηλώσει άλλο. Αν, όμως, πρόκειται για δυνατότητα, τότε ο άνθρωπος έχει να κάνει πολλά προκειμένου να βελτιώσει την ψυχή του. Ως δυνατότητα η ψυχή βρίσκεται στο χέρι καθενός και είναι ευθύνη του να τη στρέψει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Οι ηθικοί χαρακτηρισμοί που αποδίδονται σε όσους δεν κατέχουν την ηθική αρετή (σε όσους δηλαδή δεν κατάφεραν να ισορροπήσουν την ψυχή τους) καταδεικνύουν ότι προφανώς πρόκειται για δυνατότητα. Αν ήταν εντελέχεια θα ήταν παράλογο να κατηγορηθεί κάποιος για έλλειψη ηθικής αρετής, όπως δεν μπορεί να κατηγορηθεί κάποιος που παρέμεινε κοντός μετά την ολοκλήρωση της σωματικής του διάπλασης. Εφόσον η από τη φύση εξελικτική πορεία ενός όντος αποκλείει κάποιες δυνατότητες αυτομάτως αποκλείεται και η απαίτηση αυτών. Δεν μπορεί να ζητάει κανείς ηθική αρετή από το λιοντάρι. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν έχουν ψυχή και τα ζώα. Όμως, η ψυχή των ζώων είναι προφανές ότι έχει άλλες ιδιότητες.

Και οι προβληματισμοί δεν σταματούν εδώ: «πρέπει, επίσης, να εξετάσουμε αν έχει μέρη ή είναι αμερής, κι αν όλες οι ψυχές ανήκουν στο ίδιο είδος ή όχι· κι αν δεν ανήκουν στο ίδιο είδος, αν, τότε, διαφέρουν στο είδος ή στο γένος. Γιατί, αυτοί που τώρα μιλούν και ερευνούν σχετικά με την ψυχή, φαίνεται πως εξετάζουν μόνο την ανθρώπινη» (402b 1-5).

Για να συμπληρωθεί αμέσως: «Πρέπει, επιπλέον, να προσέξουμε μη μας διαφύγει, αν ο ορισμός για την ψυχή είναι ένας. Όπως είναι για το ζώο, ή για κάθε είδος διαφορετικός· όπως, παραδείγματος χάρη, για το άλογο, το σκύλο, τον άνθρωπο, το θεό» (402b 5-8). Κι όχι μόνο αυτό: «Και, ακόμη, αν υποθέσουμε ότι δεν υπάρχουν πολλές ψυχές, αλλά πολλά μέρη της ψυχής, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε την ψυχή ως όλο ή τα μέρη της;» (402b 10-11).

Η εκδοχή που θέλει την ψυχή να χωρίζεται σε μέρη είναι ζήτημα υψίστης σημασίας, αφού η διερεύνηση των επιμέρους τμημάτων της θα αποδώσει με τον πληρέστερο τρόπο τη συνολική της υπόσταση. Όσο για το κατά πόσο η ψυχή αποτελεί έναν και μοναδικό ορισμό είτε πρόκειται για τον άνθρωπο είτε για τα ζώα αποτελεί επίσης μια έμμεση απόπειρα διαίρεσης, καθώς, αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, θα πρέπει να αποδοθεί μια ξεχωριστή ερμηνεία για κάθε διαφορετική οντότητα. Άλλο η ψυχή του ανθρώπου, άλλο του σκύλου κι άλλο του θεού. Θα έλεγε κανείς ότι η ψυχή τίθεται κατά τρόπο υπαρξιακό, αφού οτιδήποτε διεκδικεί ύπαρξη δεν έχει άλλη επιλογή από το πρόταγμα της ψυχής του. Ο διαφορετικός ορισμός που ενδέχεται να αποδοθεί σε κάθε περίπτωση δεν αναιρεί την υπαρξιακή δύναμη που εκφράζει.

Το βέβαιο είναι ότι, αν γίνει αποδεκτό ότι η ψυχή διαιρείται σε μέρη, τότε πρέπει οπωσδήποτε να μελετηθούν πρώτα αυτά, ώστε να προκύψει διαυγέστερα η ολιστική εκτίμηση του ζητήματος. Ο Αριστοτέλης για μια ακόμη φορά θα επιμείνει στην επαγωγική συλλογιστική πορεία: «Γιατί, όταν θα μπορούμε να αποδώσουμε τις ιδιότητες όπως μας παρουσιάζονται, είτε όλες είτε τις περισσότερες, τότε θα μπορούμε κάλλιστα να μιλήσουμε και για την ουσία· γιατί, αρχή για κάθε απόδειξη είναι η ουσία» (402b 25-28). Ασφαλώς, η ουσία είναι η ολική γνώση του αντικειμένου που προϋποθέτει τη γνώση των μερών που το αποτελούν και που τελικά θα επιφέρει τον τελικό ορισμό του.

Όμως, υπάρχουν κι άλλες δυσκολίες: «Δυσκολία έχουμε και σχετικά με τα πάθη της ψυχής· για το αν, δηλαδή, είναι όλα κοινά και ανήκουν στο ον που περιέχει την ψυχή, ή υπάρχει και κάποιο που ανήκει στην ίδια την ψυχή· αυτό, βεβαίως, είναι απαραίτητο να το συλλάβουμε, αλλά δεν είναι εύκολο» (403a 3-5). Αποδεχόμενοι ότι ο Αριστοτέλης αναφέρει ως πάθη τις ιδιαίτερες ιδιότητες της ψυχής που γεννούν τα συναισθήματα είναι σαφές ότι βρισκόμαστε στον πυρήνα της ανθρώπινης συναισθηματικής υπόστασης. Τα συναισθήματα (πάθη) που επέρχονται από τις ιδιότητες της ψυχής αφορούν τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που την κατέχουν ή βρίσκεται μέσα στην ψυχή ένα άλλο ον που τη ρυθμίζει και την κυβερνά λειτουργώντας ανεξέλεγκτα από τον κάτοχό της;

Τα ερωτήματα αυτού του είδους έχουν να κάνουν με το πλαίσιο της εποχής και την αντίληψη του ανθρώπου που κυβερνάται από δυνάμεις που δεν ελέγχει, σαν έρμαιο μιας μοίρας ακαθόριστης ή μιας εκ των προτέρων θεϊκής παρέμβασης στην ανθρώπινη ζωή. Οι δοξασίες που θέλανε να υπάρχει μέσα στην ψυχή του ανθρώπου ένας δαίμονας που ήταν αμετάκλητα δοσμένος από τους θεούς και που καθόριζε τη μοίρα και τις αποφάσεις των ανθρώπων ήταν τόσο διαδεδομένες που αποδόθηκαν και γλωσσολογικά. Η ευδαιμονία, ως θεϊκή τύχη, δεν είναι τίποτε άλλο από την επίδραση του καλού (ευ) δαίμονα που θα οδηγούσε στην ευτυχία, σε αντίθεση με την κακοδαιμονία που ήταν η αναπόδραστη δυστυχία που θα επέφερε ο κακός δαίμονας.

Μια τέτοια μοιρολατρική αντίληψη που καθιστά τον άνθρωπο τετελεσμένα παθητικό δέκτη για την ίδια του τη ζωή δε θα μπορούσε να βρει σύμφωνο τον Αριστοτέλη. Εξάλλου, αν ίσχυε κάτι τέτοιο, ο άνθρωπος θα απαλλασσόταν από κάθε ευθύνη για τις πράξεις του, αφού σε τελική ανάλυση δε θα ήταν τίποτε άλλο παρά το άβουλο εκτελεστικό όργανο του δαίμονος. Όμως πέρα από αυτό, ο Αριστοτέλης δε φαίνεται να συμφωνεί με μια εξ’ ορισμού αυτόνομη ζωή της ψυχής, που διαχωρίζεται από το σώμα κυβερνώμενη από το δαίμονα.

Η αποδοχή του δαίμονα θα ισοδυναμούσε με την υιοθέτηση της ιδέας μιας διπλής ζωής, της σωματικής και της ψυχικής, αφού το κάθε μέρος θα καθορίζεται από διαφορετικά κέντρα. Το αλληλένδετο της ψυχής με το σώμα είναι η οριστική ακύρωση όλων των περί δαιμόνων δοξασιών: «… φαίνεται ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ψυχή, δίχως το σώμα, ούτε πάσχει ούτε προκαλεί κανένα πάθος· δεν οργίζεται, για παράδειγμα, ούτε δείχνει θάρρος ούτε επιθυμεί και γενικά δεν αισθάνεται» (403a 6-8). Η αδυναμία της ψυχής να εκπληρώσει τις λειτουργίες της αποκομμένη από το σώμα καθιστά σαφές ότι είναι αδύνατο να εκληφθεί ως κάτι αυτόνομο.

Όμως, το θέμα δεν αφορά μόνο τη γέννηση των συναισθημάτων (παθών), αλλά παίρνει διαστάσεις που αφορούν και τη νόηση: «Κατεξοχήν η νόηση φαίνεται πως ανήκει στην ψυχή· αλλά, αν και η νόηση είναι κάποιο είδος φαντασίας, ή τουλάχιστον δεν υπάρχει χωρίς φαντασία, δε θα μπορούσε ούτε αυτή να υπάρχει χωρίς το σώμα» (403a 8-10).

Για τον Αριστοτέλη ακόμη και η νόηση, ως μία από τις πολλές εκδοχές της φαντασίας, δεν μπορεί παρά να αποδίδεται στην ψυχή. Η παραδοχή ότι η ψυχή χωρίς το σώμα δεν μπορεί να εκπληρώσει ούτε αυτή τη δυνατότητα καθιστά σαφές το αδιάσπαστο αυτής της ένωσης. Από αυτή την άποψη, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η ζωή ξεκινά με τη ένωση της ψυχής με το σώμα. Όταν η ένωση αυτή διαλυθεί, τότε καμία λειτουργία δεν υφίσταται. Κι αυτό ακριβώς είναι ο θάνατος.

Το συμπέρασμα είναι πλέον σαφές: «Αν, λοιπόν, κάποια από τις λειτουργίες ή τα πάθη της ψυχής τής ανήκει, η ψυχή θα μπορούσε να υπάρχει ξέχωρα από το σώμα· αν, όμως, τίποτα δεν τής ανήκει, δεν μπορεί να υπάρχει χωριστά» (403a 11-13). Κατά συνέπεια: «Φαίνεται έτσι πως, και τα πάθη της ψυχής, όλα συνδέονται με κάποιο σώμα· το θάρρος, η πραότητα, ο φόβος, ο οίκτος, η τόλμη, επίσης η χαρά και η αγάπη και το μίσος· γιατί όταν εμφανίζονται αυτά, πάσχει και το σώμα με κάποιον τρόπο» (403a 17-20).

Η παραδοχή ότι η λειτουργία της ψυχής έχει και σωματικές διαστάσεις είναι η κατοχύρωση της πιο αναμφισβήτητης αλληλεπίδρασης: «Και σημάδι γι’ αυτό είναι ότι, κάποτε, παρόλο που ενσκήπτουν ισχυρά και ζωηρά πάθη, καθόλου δεν ακολουθεί παροξυσμός ή φόβος, ενώ, άλλες φορές, ασήμαντες και αμυδρές αιτίες αρκούν για να προκαλέσουν κίνηση – όταν το σώμα ήδη βρίσκεται σε διέγερση, και είναι στην ίδια κατάσταση, που βρίσκεται ακριβώς όταν οργίζεται» (403a 20-24).

Πράγματι, η οργή που προέρχεται από την ψυχή είναι αδύνατο να μην εκδηλωθεί και σωματικά, ακόμη κι αν προέρχεται από τον πιο ασήμαντο λόγο. Όμως, και πέρα από αυτό η σύγχρονη ψυχιατρική (και ψυχολογία) έχει καταδείξει με τρόπο αναντίρρητο τις ψυχοσωματικές διαστάσεις που μπορεί να λάβει κάθε διαταραχή.

Οι σύγχρονες αντιλήψεις για την ενότητα της ψυχής με το σώμα δικαιώνουν πλήρως τον Αριστοτέλη. Το ότι σήμερα μπορεί να γίνεται περισσότερο λόγος για το αχαρτογράφητο του ανθρωπίνου εγκεφάλου που ευθύνεται για όλα όσα μπορεί να αποδίδονταν ως ψυχή δεν αλλάζει καθόλου την ουσία του πράγματος. Οι έρευνες της βιολογίας και η κατάδειξη ότι ακόμη και τα συναισθήματα αποδίδονται στη χημική υπόσταση του ανθρώπου και στη λειτουργία αδένων που (ως ένα βαθμό) μπορούν να ελεγχθούν ή να ρυθμιστούν δεν αφορά μόνο τη χαοτική απόσταση από την εποχή του Αριστοτέλη, αλλά και τη βαθύτατη ενότητα του σώματος με την ψυχή, όπως εκείνος την εννοούσε.

Σε τελική ανάλυση, τα συναισθήματα της ψυχής γεννιούνται από σωματικές εκκρίσεις και ταυτόχρονα επιφέρουν αναμφισβήτητες επιπτώσεις στη συνολική λειτουργία του σώματος. Τα συμπεράσματα δεν μπορούν να είναι ασφαλή, αφού όλα αυτά ακόμη και σήμερα, όχι μόνο δεν έχουν λυθεί, αλλά βρίσκονται σε εμβρυακό επίπεδο. Το σίγουρο είναι ότι η μετατόπιση των ανθρωπίνων χαρακτηριστικών στο χώρο της βιολογίας και της βιοχημείας δεν αναιρεί εννοιολογικά τον όρο ψυχή. Γιατί ως ψυχή δεν νοείται μόνο η έκκριση ορμονών που μπορούν να επιφέρουν μεταπτώσεις στην ανθρώπινη συμπεριφορά ή ακόμη και να καθορίσουν χαρακτήρες.

Ως ψυχή εννοείται το σύνολο της προσωπικότητας που έχει να κάνει και με τα βιώματα και με τη διαπαιδαγώγηση και με τις οικογενειακές αρχές ή την καλλιέργεια της κοινωνικής ευαισθητοποίησης. Αν πάψουμε να λαμβάνουμε υπόψη όλους αυτούς τους παράγοντες που μαζί με την προσωπική προσπάθεια του ανθρώπου αποτελούν την τελική ουσία του χαρακτήρα του, τότε θα φτάσουμε στη μοιρολατρία του αρχαιοελληνικού δαίμονα, αφού ο άνθρωπος θα είναι έρμαιο των ορμονών και των αδένων του. Υπό αυτή την έννοια ο Αριστοτέλης παραμένει επίκαιρος.

Αριστοτέλης, Περί Ψυχής

Εάν δεν σταθούμε εμείς πρώτοι δίπλα μας, πώς απαιτούμε να σταθεί κάποιος άλλος;

Αυτό που μας κάνει δυνατούς ανθρώπους δεν είναι η ανάγκη για επίδειξη, ούτε ο στόχος για ολοκλήρωση. Δυνατούς μας κάνει η έντονη επιθυμία να καταφέρουμε να γίνουμε καλύτερες εκδοχές του εαυτού μας.

Το να κτίσεις έναν δυνατό για άλλους επιβλητικό χαρακτήρα, είναι ένας αγώνας που δίνεται από τον καιρό που ενταχθήκαμε στις κοινωνικές ομάδες. Θέλουμε να ξεχωρίσουμε στο σχολείο, έπειτα στο πανεπιστήμιο, μετά στην δουλειά αλλά και στην προσωπική μας ζωή. Είναι απόλυτα φυσιολογικό να προσπαθούμε να ξεπεράσουμε καταστάσεις με περισσότερη ευκολία από ότι πριν. Να μην αφήνουμε να μας επηρεάζει πλέον μία αλλαγή τόσο όσο μας πείραζε όταν είμασταν νεότεροι. Στόχος είναι να μένουμε ακλόνητοι, κάτι που δυστυχώς δεν μπορεί να γίνει στο 100%, όμως εάν αντιδρούμε λίγο καλύτερα από ότι εχθές, τότε η δύναμη αυτού που μας επηρεάζει αυτόματα μειώνεται.

Η εμπειρία ζωής που έρχεται όσο παίρνουν τα χρόνια, μας βοηθάει να κρατάμε τον εαυτό μας ετοιμοπόλεμο για τις απρόοπτες συνθήκες επιβίωσης που έρχονται.

Ίσως κάποτε να φαινόμαστε αναίσθητοι ή αυστηροί με κάποια θέματα και ανθρώπους αλλά αυτή είναι ακριβώς και η άμυνα για να καταφέρνουμε να αντιμετωπίζουμε τα χτυπήματα της ζωής που δεχόμαστε. Σήμερα είναι μία παρατήρηση στην δουλειά, αύριο είναι ένας τσακωμός με τον / την σύντροφο. Κάθε μέρα υπάρχει και κάτι που μας φέρνει σε δυσκολία και χρειάζεται να ανασυγκροτούμε τον εαυτό μας για να μην ξεφύγουμε και να βγούμε εκτός ελέγχου. Έπειτα, είδαμε αρκετές φορές και στο παρελθόν ότι τα αυθόρμητα ξεσπάσματα συνήθως χειροτέρευαν την κατάσταση και κατέληγαν σε αδιεξόδους.

Μπορεί να μην το βλέπεις αλλά ο παλαιός εαυτός σου τώρα σε βλέπει και σε καμαρώνει. Χρειάζεται υπομονή και επιμονή να συνεχίζουμε να αλληλοεπιδρούμε καλύτερα κάθε φορά. Να είμαστε στωικοί στις αποφάσεις μας και να έχουμε διαφάνεια στην επικοινωνία μας. Όσο πιο ξεκάθαρη εικόνα έχουν οι άλλοι για εμάς, τόσο πιο εύκολο είναι να επικοινωνούμε και εμείς τα συναισθήματα μας και να ζητάμε αυτά που θεωρούμε ότι μας αξίζουν.

Πολλές φορές έχουμε παρεξηγηθεί για την στάση μας, όμως αυτή η στάση είναι που μας έχει σώσει από το να πέσουμε στα πατώματα και να οδηγηθούμε σε αποκλεισμό και καταθλίψεις. Είναι τόσο δύσκολος ο σύγχρονος κόσμος, η καθημερινή πάλη και η ανάγκη της προσωπικής ικανοποίησης έχει φτάσει στα ύψη με τις σημερινές επιρροές που δεχόμαστε από παντού.

Ας μείνουμε σταθεροί στην προσπάθεια μας να αντιμετωπίζουμε την ζωή καλύτερα από εχθές, για να δημιουργούμε ένα καλύτερο αύριο για εμάς αλλά και για τους γύρω μας. Άλλωστε, εάν δεν σταθούμε εμείς πρώτοι δίπλα μας, πως απαιτούμε να σταθεί κάποιος άλλος;