Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Ευχές για το Νέο έτος

Όσοι είναι οι σπόροι ενός ροδιού τόσες και άλλες τόσες είναι οι ευχές μου για την καινούργια Χρονιά!

Σπάζοντας ένα ρόδι νοερά σε κάθε Ελληνικό σπίτι εύχομαι ο κρότος που θα ακουστεί να διώξει κάθε κακό και κάθε σπόρος να σκορπιστεί σε κάθε γωνιά σπέρνοντας αγάπη και τα νάματα του Ελληνισμού.


Κάθε σπόρος να φέρει στον καθένα ότι η ψυχή του βαθιά λαχταρά.

Χρόνια Πολλά Ελλάδα μου Ευτυχισμένος ο καινούργιος Χρόνος!!!

Ας κυλίσει ευνοϊκά για όλη την ανθρωπότητα και ας φέρει υγεία, ευτυχία και πολλή δύναμη σε κάθε ψυχή!
 


 Με αγάπη,


ΕΡΕΒΟΚΤΟΝΟΣ

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Βάτραχοι (830-859)

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
830 οὐκ ἂν μεθείμην τοῦ θρόνου, μὴ νουθέτει·
κρείττων γὰρ εἶναί φημι τούτου τὴν τέχνην.
ΔΙ. Αἰσχύλε, τί σιγᾷς; αἰσθάνει γὰρ τοῦ λόγου.
ΕΥ. ἀποσεμνυνεῖται πρῶτον, ἅπερ ἑκάστοτε
ἐν ταῖς τραγῳδίαισιν ἐτερατεύετο.
835 ΔΙ. ὦ δαιμόνι᾽ ἀνδρῶν, μὴ μεγάλα λίαν λέγε.
ΕΥ. ἐγᾦδα τοῦτον καὶ διέσκεμμαι πάλαι,
ἄνθρωπον ἀγριοποιόν, αὐθαδόστομον,
ἔχοντ᾽ ἀχάλινον, ἀκρατές, ἀπύλωτον στόμα,
ἀπεριλάλητον, κομποφακελορρήμονα.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
840 ἄληθες, ὦ παῖ τῆς ἀρουραίας θεοῦ;
σὺ δὴ ᾽μὲ ταῦτ᾽, ὦ στωμυλιοσυλλεκτάδη
καὶ πτωχοποιὲ καὶ ῥακιοσυρραπτάδη;
ἀλλ᾽ οὔ τι χαίρων αὔτ᾽ ἐρεῖς. ΔΙ. παῦ᾽, Αἰσχύλε,
καὶ μὴ πρὸς ὀργὴν σπλάγχνα θερμήνῃς κότῳ.
845 ΑΙ. οὐ δῆτα, πρίν γ᾽ ἂν τοῦτον ἀποφήνω σαφῶς
τὸν χωλοποιὸν οἷος ὢν θρασύνεται.
ΔΙ. ἄρν᾽ ἄρνα μέλανα, παῖδες, ἐξενέγκατε·
τυφὼς γὰρ ἐκβαίνειν παρασκευάζεται.
ΑΙ. ὦ Κρητικὰς μὲν συλλέγων μονῳδίας,
850 γάμους δ᾽ ἀνοσίους εἰσφέρων εἰς τὴν τέχνην,—
ΔΙ. ἐπίσχες οὗτος, ὦ πολυτίμητ᾽ Αἰσχύλε.
ἀπὸ τῶν χαλαζῶν δ᾽, ὦ πόνηρ᾽ Εὐριπίδη,
ἄναγε σεαυτὸν ἐκποδών, εἰ σωφρονεῖς,
ἵνα μὴ κεφαλαίῳ τὸν κρόταφόν σου ῥήματι
855 θενὼν ὑπ᾽ ὀργῆς ἐκχέῃ τὸν Τήλεφον.
σὺ δὲ μὴ πρὸς ὀργήν, Αἰσχύλ᾽, ἀλλὰ πραόνως
ἔλεγχ᾽, ἐλέγχου· λοιδορεῖσθαι δ᾽ οὐ πρέπει
ἄνδρας ποητὰς ὥσπερ ἀρτοπώλιδας·
σὺ δ᾽ εὐθὺς ὥσπερ πρῖνος ἐμπρησθεὶς βοᾷς.

***
Από το σπίτι του Πλούτωνα βγαίνουν ο Διόνυσος, ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, στο Διόνυσο.

830 Δε θέλω ορμήνιες· είμαι ανώτερός του
στην τέχνη, κι επιμένω για το θρόνο.
ΔΙΟ. Αισχύλε, ακούς τί λέει· γιατί σωπαίνεις;
ΕΥΡ. Θα πάρει πρώτα αγέρωχο ύφος, όπως
στις τραγωδίες τ᾽ αλλόκοτα αγαπούσε.
ΔΙΟ. Μη λες μεγάλα λόγια, ευλογημένε.
ΕΥΡ. Τον ξέρω εγώ, τον έχω ξεψαχνίσει·
πλασμάτων άγριων πλάστης, κι ένα στόμα
αυθαίρετο, αχαλίνωτο, ασυγκράτητο
κι απύλωτο, που δεν του μπαίνει φράχτης·
δέσμες τα λόγια τα γεμάτα στόμφο.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Αλήθεια, γιε της θεάς της αρουραίας;
840 Εσύ για μένα αυτά, φλυαρίας συλλέχτη,
κουρελιών συρραφέα, ζητιανολόγε;
Μα θα το μετανιώσεις. ΔΙΟ. Πάψε, Αισχύλε,
κι απ᾽ το θυμό μην παραφέρνεσαι έτσι.
ΑΙΣ. Όχι, όχι· θ᾽ αποδείξω πρώτα τί είναι
αυτός, που όλο κουτσούς στο θέατρο βγάζει
και το σπουδαίο μας κάνει, ενώ είναι νούλα.
ΔΙΟ. Παιδιά, ένα λαγιαρνί εδώ πέρα φέρτε·
πλακώνει ανεμορούφουλας σε λίγο.
ΑΙΣ. Βρε, που αρμαθιάζεις μονωδίες της Κρήτης,
850 κι ανόσιους γάμους στα έργα σου προβάλλεις…
ΔΙΟ. Πολυσέβαστε Αισχύλε, συγκρατήσου.
Κι εσύ, φτωχέ Ευριπίδη, αν έχεις γνώση,
τραβήξου και φυλάξου απ᾽ το χαλάζι,
μην πάει και σου πετάξει απ᾽ το θυμό του
καμιά φράση αγκωνάρι στο μελίγγι,
και χυθεί και σκορπίσει… ο Τήλεφός σου.
Ήρεμα, Αισχύλε, όχι με οργή, να κάνεις
τον έλεγχο, ν᾽ ακούς και το δικό του·
είστε ποιητές· δεν πάει να βρίζεστε έτσι
που οι φουρνάρισσες κάνουν· εσύ σκούζεις
σαν το πουρνάρι που άναψε και τρίζει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΓΙΣΣΕΣ ΚΑΙ ΜΑΓΟΙ, ΕΚΑΤΗ

Στη Θεογονία του Ησιόδου η Εκάτη εμφανίζεται ως θεά με διευρυμένες ιδιότητες, στη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό. Ως εκ τούτου είναι η «αγία» των ψαράδων και των κτηνοτρόφων. Έχει όμως και πολιτικές ιδιότητες, καθώς παρευρίσκεται στα δικαστήρια, στους αθλητικούς αγώνες, στον πόλεμο, και θρησκευτικές αρμοδιότητες, καθώς προσφέρονται σε αυτήν εξιλαστήριες θυσίες. Είναι θεότητα ανεξάρτητη από τους Ολύμπιους αλλά με σεβαστά τα προνόμιά της από τον Δία, ο οποίος μάλιστα τα επαύξησε:
 
Γέννησε και την Αστερία [ο Τιτάνας Κοίος από τη Φοίβη] με το ωραίο όνομα που κάποτε ο Πέρσης την οδήγησε στο μεγάλο παλάτι του να γίνει η αγαπημένη του σύντροφος. Κι αυτή έμεινε έγκυος και γέννησε την Εκάτη, που αυτήν πάνω απ' όλους τίμησε ο Ζευς, ο γιος του Κρόνου και της χάρισε λαμπρά δώρα να ορίζει απ' τη γη και απ' την ακένωτη θάλασσα. Αλλά και στον γεμάτο αστέρια Ουρανό πήρε αξίωμα και τιμάται πιο πολύ απ' όλους τους αθάνατους θεούς. Γιατί και μέχρι τώρα όποιος άνθρωπος στη γη προσφέρει κατά τη συνήθεια, εξιλαστήρια θυσία προσκαλεί την Εκάτη. Κι εύκολα η θεά δείχνει την εύνοιά της σ' αυτόν που δέχτηκε την προσευχή του και του χαρίζει ευτυχία, γιατί έχει τη δύναμη. Επειδή όσοι γεννήθηκαν απ' τη Γαία και τον Ουρανό κι έχουν κάποιο αξίωμα, σ' όλους αυτούς έχει μερδικό. Κι ούτε σε τίποτα ο γιος του Κρόνου την εξεβίασε, ούτε της στέρησε ό,τι της είχε λάχει μέσα στους πρωτύτερους θεούς τους Τιτάνες, αλλά κατέχει ότι απ' την αρχή ήταν το μερδικό της, μερίδιο στη γη, στον ουρανό και στη θάλασσα. Και δεν τιμήθηκε λιγότερο η θεά επειδή ήταν μοναχοπαίδι, αντίθετα πολύ περισσότερο γι' αυτό την τιμά ο Ζευς. Αυτόν που θέλει τον βοηθά πολύ και τον ωφελεί. Στις δίκες κάθεται πλάι στους σεβαστούς βασιλιάδες, και στις συνελεύσεις του λαού προβάλλει αυτόν που θέλει. Κι όταν ζώνονται τ' άρματα οι άνδρες για τον φονικό πόλεμο, κι εκεί η θεά βοηθά όποιους θέλει και πρόθυμα δίνει τη νίκη και προσφέρει τη δόξα. Κι είναι καλή όταν παραβγαίνουν άνδρες σε αγώνα κι εκεί τους βοηθά και τους ωφελεί. Κι αυτός που θα νικήσει με ισχύ κι επιμονή, το ωραίο έπαθλο πρόθυμα και με χαρά παίρνει κάνοντας τους γονιούς του περήφανους. Αλλά και μέσα στους ιππείς βοηθά όποιον θέλει. Κι αυτούς που δουλεύουν στη γαλάζια ανεμοδαρμένη θάλασσα, και προσεύχονται στην Εκάτη και τον Γαιοσείστη (Ποσειδώνα), εύκολα η δοξασμένη θεά τους φέρνει μεγάλη ψαριά, αλλά κι εύκολα την εξαφανίζει, αν το θελήσει, κι ας φαίνεται δικιά τους (η ψαριά). Κι είναι καλή στους στάβλους όπου πληθαίνει τα ζώα μαζί με τον Ερμή. Τα κοπάδια των γελαδιών, τα πλατιά κοπάδια των γιδιών και τα κοπάδια με τα πυκνόμαλλα αρνιά, αν θέλει τα λίγα τα αυξάνει και τα πολλά τα ελαττώνει. Έτσι λοιπόν, αν η μάνα της την έκανε μοναχοπαίδι, ανάμεσα σ' όλους τους αθάνατους τιμάται μ' αξιώματα. Μα κι ο γιος του Κρόνου την όρισε τροφό των νέων, που μαζί της ανοίγουν τα μάτια τους στο φως της ολοφώτιστης Αυγής. Έτσι απ' την αρχή ήταν τροφός των νέων και είχε αυτές τις τιμές. (Ησ. Θεογ. 411-452)
 
Παίρνει μέρος στη Γιγαντομαχία έχοντας ως όπλο τις δάδες της, είναι δηλαδή με το μέρος των Ολυμπίων, ωστόσο δεν ανεβαίνει ποτέ στον Όλυμπο ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης σχέσης της με τον κόσμο των σκιών και με θεούς που με κάποιο τρόπο σχετίζονται με τον θάνατο. Όταν ο Πλούτων απαγάγει την Περσεφόνη, η Εκάτη άκουσε τη φωνή της Κόρης, όμως τίποτε δεν μπορούσε να πει στη δυστυχισμένη μητέρα Δήμητρα για τον απαγωγέα, γιατί το κεφάλι του περιβαλλόταν από σκιές της νύχτας. Συνόδευσε τον ζωντανό Ορφέα στον κάτω κόσμο, για να φέρει πίσω τη γυναίκα του Ευρυδίκη, ήταν παρούσα στην άνοδο της Περσεφόνης από τον κάτω κόσμο και φώτιζε με τις δάδες τον δρόμο της. Προφανώς γι' αυτή την ιδιαίτερη σχέση της με τον κάτω κόσμο ανάγεται σε αυτήν η εφεύρεση της μαγικής τέχνης. Σε αυτό συντείνει και το γεγονός ότι παίρνει τη μορφή διαφόρων ζώων, φοράδα, σκύλα, λύκαινα κτλ. και ότι αγάλματα με το σώμα της και τρία κεφάλια ή με τρία ολόκληρα σώματα τοποθετούνται σε σταυροδρόμια, τόπους κατεξοχήν μαγείας.
 
Μεταγενέστερες παραδόσεις της αποδίδουν ως κόρη την Κίρκη, άλλοτε θεωρείται μητέρα της. Και επειδή η Κίρκη είναι θεία της Μήδειας, οι γυναίκες αυτές συγκροτούν την οικογένεια των μαγισσών.

Η φλόγα της Καρδιάς σου

Ξέχασες πως η ζωή περιλαμβάνει το πάθος. Αυτό κυνηγάς μα το φοβάσαι κιόλας. Κι έτσι κυνηγάς άσκοπα!

Σου έμαθαν πως θα σε κάψει και έκανες τα πάντα για να προστατευτείς από αυτό. Σου τρώει όμως τα σωθικά σου, η ανεκπλήρωτη φύση σου.

Κι έτσι έμεινες μισός να τριγυρνάς τις θάλασσες, ψάχνοντας λιμάνια που θα σε προστατεύσουν από τις φουρτούνες του.

Το κατηγόρησες ευνουχίζοντας τον εαυτό σου. Το υποτίμησες υποτιμώντας τα ένστικτα σου. Όρθωσες ψεύτικους θεούς για να αποφύγεις τη θέα της μεγαλόπρεπης γύμνιας σου.

- Παίζεις με τη φωτιά...
- Η φωτιά είναι η Αλήθεια που φοβούνται οι άνθρωποι.
Θέλουν τη ζεστασιά της αλλά δεν θέλουν να καούν από αυτήν.
Θέλουν την ομορφιά της αλλά όχι την αγριάδα της.
Ναι, παίζω με τη Φωτιά κι ας καώ. 

Τίποτα δεν αξίζει αν δεν εξιλεωθώ μέσα από τις φλόγες της.

Ότι αξίζει πονάει και είναι δύσκολο! Σου το λένε τα τραγούδια, μα νομίζεις πως δεν γράφτηκαν για σένα. Εσύ έχεις βάλει τη ζωή σου σε μια τάξη και δεν επιτρέπεις κανένα χάος να τη διαταράξει. Έχεις υψώσει αδιαπέραστα τείχη, πίσω από τα οποία αισθάνεσαι ασφαλής, μέχρι να αρχίσουν να σφίγγουν το κλοιό τους γύρω σου και τότε θα τα απαρνηθείς. Θα πεις, "δεν τα έβαλα εγώ εκεί. Η ζωή τα έβαλε, άλλοι τα βάλανε, μα όχι εγώ!"

Σού δίδαξαν οι ψεύτικοι δάσκαλοι πως "η καρδιά σου ξέρει, άκου την", μα δε σου μίλησαν για τη φλόγα της καρδιάς που οι ίδιοι μετάλλαξαν σε ψεύτικο φως για ν' αποφύγουν τον πόνο, το κάψιμο, το τίποτα που οφείλεις να διαπεράσεις.

Σε πλάνεψαν οι μωροί που περιφέρονται σε επιφανειακά πάθη, αδυναμίες της άγνοιάς τους, πως "είναι αμαρτία ν' ακολουθείς τα πάθη σου". Πως έτσι "θα χάσεις το πνεύμα σου". Κι εσύ πίστεψες, προφυλάχθηκες, πάγωσες την Καρδιά σου και τριγυρνάς στον Άδη της ψυχής σου, ψάχνοντας διέξοδο, χωρίς να βλέπεις.

Είναι η Ιερή Φλόγα που καίει μέσα σου και δεν σε έχει εγκαταλείψει ποτέ. Είναι το κάλεσμα της Αλήθειας που σε οδηγεί να πετάξεις τα είδωλα και την πανοπλία σου. Ναι, όλα όσα σε προστάτευαν και σε προστατεύουν από τη Αλήθεια σου, το Ιερό Κέντρο σου, που παραμένει άτρωτο, μεγαλόπρεπο και αδιαμφισβήτητα Εσύ.

Κι όταν σε ρωτάω γιατί πληρώνεις ακόμα φόρους που δεν καταλαβαίνεις και δεν αποδέχεσαι, εσύ νομίζεις πως έχω αλλάξει θέμα...

Οδηγός Μιας Νέας Ζωής

Για να αλλάξει κανείς σελίδα στη ζωή του χρειάζεται πρώτα να σπάσει τα στεγανά που τον εγκλωβίζουν. Να αναμετρηθεί με τους δαίμονες του παρελθόντος, να δει κατάματα την πορεία της ζωής του. Να αναγνωρίσει τα μονοπάτια που χάραξε ή χάραξαν άλλοι αντί για εκείνον/η, να δεί τι τον έκανε να συνεχίσει τη διαδρομή σε αυτά τα μονοπάτια χωρίς να αλλάξει ποτέ πορεία.
 
Ήταν η πορεία βολική, ασφαλής χωρίς κλυδωνισμούς; Μήπως όμως σε αυτή την πορεία άρχισαν σιγά σιγά να εμφανίζονται εμπόδια, σαν φωτεινοί φάροι ότι κάτι χρειάζεται να αλλάξει; Η' μήπως παρέκαμπτε κανείς τα εμπόδια και συνέχιζε στο ίδιο μονοπάτι μέχρι που ξαφνικά συνάντησε αδιέξοδο; Η συνειδητοποίηση του αδιέξοδου στη ζωή του κάθε ανθρώπου μπορεί να περιλαμβάνει ερωτήματα όπως πού βρίσκομαι, πού πάω;
 
Τί γίνεται λοιπόν όταν βρίσκεται κανείς σε αυτό το κρίσιμο σημείο;
Θα βγει από το συνηθισμένο μονοπάτι για να βρει νέες διαδρομές ή θα παραμείνει ακινητοποιημένος; Οι νέες διαδρομές είναι άγνωστες, μπορεί να μας οδηγήσουν σε γκρεμούς αλλά και σε οάσεις ενώ οι παλιές είναι γνώριμες και πάντα ασφαλείς δίχως να περιμένουμε κάτι καινούριο. Τί θα αποφασίσουμε λοιπόν; Θα διαλέξουμε τα νέα μονοπάτια ή τα ήδη γνωστά;
 
Μια φωνή μέσα μας λέει “τί τα θες τώρα τα καινούρια αφού μια χαρά έχεις βολευτεί στα γνωστά;”, “θες να κινδυνεύσεις, να ταράξεις τα ήσυχα νερά σου;” και μια άλλη φωνή λέει “ξύπνα από το λήθαργο, δοκίμασε νέους δρόμους”, “ανακάλυψε κομμάτια του εαυτού σου που είναι βαθιά θαμμένα σε χρυσά σεντούκια”. Γίνεται μια μάχη ανάμεσα στις 2 φωνές του γνωστού και του άγνωστου.
 
Η φωνή του άγνωστου προσπαθεί να επικρατήσει και να ξεφύγει από τα δεσμά του γνωστού. Τελικά η φωνή του άγνωστου νικά με κάθε κόστος. Και τώρα τί γίνεται; Ξαφνικά στρέφουμε την προσοχή μας στο γνωστό μονοπάτι και βλέπουμε τα κομμάτια της ζωής μας με όλες τις διαδρομές που διάνυσαμε. Τώρα υπάρχει λιγοστό φως, όλα μοιάζουν με σκιές που κουβαλούν βαρύ φορτίο. Θέλουμε να αποτινάξουμε αυτό το φορτίο, να ξεφύγουμε από τα πρέπει, τους υποκριτικούς συμβιβασμούς.
 
Κάνουμε το πρώτο βήμα, επιλέγουμε ένα νέο μονοπάτι αφήνοντας πίσω ό,τι μάθαμε για να λάβουμε νέα γνώση του εαυτού μας. Το ξέρουμε ότι είναι δύσκολο να αφήσουμε πίσω τις αλυσίδες με τις οποίες ήμασταν δεμένοι αλλά τώρα σπάζοντας τες μία-μία νιώθουμε ανακούφιση αλλά και πόνο.
 
Ο πόνος είναι για τα κομμάτια που χάνουμε και η ανακούφιση για τα νέα κομμάτια που θα ανακαλύψουμε. Δε θα αφήσουμε ποτέ ξανά κανένα να μας αλυσοδέσει. Τώρα ανοίγονται μπροστά μας νέοι ορίζοντες και αναρωτιόμαστε συνεχώς, γιατί τόσο καιρό αφήναμε τον εαυτό μας να ζει μέσα σε μια προστατευμένη πανοπλία όπου η αλήθεια ήταν κρυμμένη;
 
Γιατί αφήναμε τον εαυτό μας να ακολουθήσει τον χιλιοπερπατήμενο δρόμο των προηγούμενων γενεών που δεν οδήγησε πουθενά; Γιατί θυσιάσαμε την αλήθεια του εαυτού μας μπροστά στο ψέμα; Είναι πικρή η αλήθεια και σκληρός ο δρόμος του άγνωστου όμως αν ξεκινήσουμε να τον ακολουθούμε τότε βρίσκουμε τη λύτρωση του αληθινού εαυτού μας.
 
Ας ανοίξουμε λοιπόν τα φτερά μας και ας γεμίσουμε το διάβα μας με πολύτιμες εμπειρίες γράφοντας την ιστορία της ζωής μας με το δικό μας αποκλειστικά στίγμα.
 
Γιατί η ελευθερία της ψυχής μας είναι το μεγαλύτερο δώρο της ζωής!

Ας ξεκλειδώσουμε την παιδική μας μαγεία

Όταν είμαστε παιδιά, έχουμε μια αίσθηση περιέργειας και δέους τόσο για τον εαυτό μας, όσο και για ό,τι βρίσκεται γύρω μας. Τα πάντα είναι συναρπαστικά και ενδιαφέροντα. Τα πάντα λάμπουν και αστράφτουν ή μας κάνουν να γελάμε, και αν κάτι δεν μας ενδιαφέρει, απλά προχωράμε μπροστά. Το μυαλό μας είναι στο παρόν, ζούμε πάντα στο εδώ και τώρα.

Ριζωμένοι στην παρούσα στιγμή, είτε κοιτάζοντας ένα λουλούδι ή ζωγραφίζοντας, είτε παίζοντας κρυφτό ή κυνηγητό. Δεν βαριόμαστε, δεν είμαστε ποτέ απαθής, πάντα διασκεδάζουμε. Το μυαλό μας είναι παιδικές χαρές για την φαντασία μας και οι παιδικές χαρές είναι βασίλεια όπου παλεύουμε με δράκους, χτίζουμε κάστρα και πλάθουμε άλλους κόσμους.
 
Η ζωή είναι μαγική. Διασκεδαστική.
Έπειτα μεγαλώνουμε και η διασκέδαση μετατρέπεται σε υπευθυνότητα και σοβαρότητα. Αν μάθουμε να αξιοποιούμε το εσωτερικό παιδικό μας δέος και θαυμασμό και αναπροσαρμόσουμε τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο, μπορούμε να μείνουμε παιδιά. Μπορούμε να ενσωματώσουμε τη μαγεία στην καθημερινότητά μας.
 
Μέσα μας μπορούμε να είμαστε πάντα παιδιά, γοητευμένοι με την ομορφιά και τη φύση. Μπορούμε πάντα να είμαστε έκπληκτοι κάθε φορά που βλέπουμε κάτι. Μπορούμε να διασφαλίσουμε τις καρδιές και τα μυαλά μας να είναι πάντα γεμάτα περιέργεια. Μπορούμε πάντα να είμαστε κατάπληκτοι από τη ζωή και να είμαστε ευγνώμονες για τα μικρά, απλά πράγματα. Για τον ήλιο, για τις φιλίες, για την ομορφιά, για τη μουσική, για τη φύση και να κινούμε το σώμα και την φαντασία μας.
 
Τι μπορούμε, όμως, να κάνουμε για να ξεκλειδώσουμε την εσωτερική παιδική μας μαγεία;
 
Να ονειρευόμαστε! "Αν μια μικρή ονειροπόληση είναι επικίνδυνη, η θεραπεία δεν είναι να ονειρευόμαστε λιγότερο, αλλά να ονειρευόμαστε περισσότερο, να ονειρευόμαστε όλη την ώρα" M. Proust
 
Να ονειρευόμαστε πολύ και συχνά. Τα όνειρα είναι σημαντικά, ώστε να διατηρήσουμε τη φαντασία μας και ως εκ τούτου τη μαγεία ζωντανή. Όνειρα για το μέλλον, για ταξίδια, για αγάπη, για φαγητό, για παραλίες και για όλα τα πράγματα που θέλουμε. Μόλις αρχίσουμε να ονειρευόμαστε, γινόμαστε ικανοί για τα πάντα. Τα όνειρα είναι η πύλη προς τους στόχους.
 
Να γελάμε! "Η πιο χαμένη από όλες τις μέρες είναι εκείνη που δεν γελάσαμε" N.Chamfort
 
Το γέλιο είναι το καλύτερο φάρμακο. Η ικανότητά μας να γελάμε, να κάνουμε αστεία και να βλέπουμε με χιούμορ τη ζωή είναι αυτό που μας κρατά υγιής. Το γέλιο είναι μεταδοτικό, καλό για την ψυχή και μας κάνει να ζούμε περισσότερο. Βλέποντας το καλό στους ανθρώπους και την ανοησία σε καταστάσεις μπορεί να μας σώσει. Η μαγεία βρίσκεται στις στιγμές που μεταφέρουμε μακριά από τη σοβαρότητα της ζωής και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να βρούμε αυτή τη μαγεία, από το γέλιο. Αν μάθουμε να γελάμε η ζωή θα γίνει πιο εύκολη.
 
Να περνάμε χρόνο με τον εαυτό μας! "Να περνάς χρόνο με τον εαυτό σου κάθε ημέρα" Πλάτωνας
 
Όταν ήμασταν παιδιά, φτιάχναμε το δικό μας κόσμο, καθόμασταν και ζωγραφίζαμε, παίζαμε έξω και μιλάγαμε με φανταστικούς φίλους, όλα μόνοι μας χωρίς να φοβόμαστε ή να νοιαζόμαστε. Όταν μεγαλώνουμε, νιώθουμε άσχημα να είμαστε μόνοι μας, θεωρούμε ότι είμαστε μοναχικοί ή δυστυχισμένοι. Όμως, το να περνάμε χρόνο μόνο με τον εαυτό μας είναι ζωτικής σημασίας για την διατήρηση της εσωτερικής μαγεία μας. Όταν είμαστε μόνοι μπορούμε να ξεκουραστούμε και να έρθουμε κοντά με τον εσωτερικό μας κόσμο, με την εσωτερική παιδική φύση μας.
 
Να παίζουμε! "Το παιχνίδι είναι το ξεφάντωμα του εφικτού» M. Buber
 
Το παιχνίδι δεν είναι προνόμιο μόνο των παιδιών. Έχουμε κάθε δικαίωμα να παίζουμε σε όλη μας τη ζωή. Είτε είμαστε σε δημόσιο χώρο ή κατ 'ιδίαν, το παιχνίδι είναι μια όμορφη αναγνώριση του εσωτερικού παιδιού μας και μία έκφραση της δημιουργικότητας και της φαντασίας μας. Το παιχνίδι είναι διασκέδαση και η διασκέδαση δεν έχει ηλικία. Μπορούμε να μάθουμε πολλά από την ανεμπόδιστη ικανότητα των παιδιών να παίζουν μόνο και μόνο για να απολαύσουν τη στιγμή.
 
Να χορεύουμε! "Και εκείνους που τους είδαν να χορεύουν, τους πέρασαν για τρελούς, εκείνοι που δεν μπορούσαν να ακούσουν τη μουσική" F. Nietzsche
 
Όπως τα παιδιά, ας χορεύουμε χωρίς να μας ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος. Όταν είμασταν παιδιά δεν υπήρχε ντροπή. Η μαγεία ξυπνάει στο σώμα και τις καρδιές μας όταν κινούμαστε, όταν το σώμα μας λύνει τα δεσμά των πρέπει και της λογικής και μεταφερόμαστε στη σφαίρα της ενστικτώδης κίνησης.
 
Όταν κλείνουμε τα μάτια μας και αφήνουμε το σώμα μας να κινείται με όποιο τρόπο θέλει, αισθανόμαστε την ελευθερία και την απελευθέρωση. Ας βρούμε το δικό μας ρυθμό και ας χορέψουμε με τη δική μας μουσική, ακόμα κι αν είμαστε στην κρεβατοκάμαρά ή το σαλόνι μας.
 
Ας κρατάμε ζωντανή τη μαγεία, ας παραμένουμε έκπληκτοι για ό,τι είναι μπροστά μας και ας βρίσκουμε πάντα το χιούμορ και το χρώμα στη ζωή.

Χαρά: η άλλη όψη της λύπης

Η χαρά είναι ένα συναίσθημα και όπως όλα τα συναισθήματα, είναι δύσκολο να περιγραφεί με λέξεις. Τη νιώθουμε σαν αίσθηση στο σώμα μας και την εκδηλώνουμε με πολλούς τρόπους.

Για παράδειγμα, πηδάμε από χαρά, γελάμε με την καρδιά μας και λάμπουμε ολόκληροι όταν είμαστε χαρούμενοι. Όταν νιώθουμε χαρά, νιώθουμε όμορφα για εμάς, νιώθουμε δυνατοί, ικανοί, αξιαγάπητοι και γεμάτοι και έχουμε διάθεση να κάνουμε ακόμα και τα πιο δύσκολα ή ακόμα και τα πιο βαρετά πράγματα που σίγουρα υπό άλλες συνθήκες θα προσπαθούσαμε να αποφύγουμε με κάθε τρόπο.

Το συναίσθημα της χαράς μας προσφέρει απίστευτη ενεργητικότητα, διάθεση για δημιουργία και προσφορά, ενθουσιασμό για οτιδήποτε βρίσκεται γύρω μας και διάθεση να συγχωρέσουμε κάποιον που μας στενοχωρεί. Συνήθως αισθανόμαστε χαρά σε καταστάσεις που αποπνέουν ασφάλεια και οικειότητα και κατά τις οποίες νιώθουμε ότι δεν χρειάζεται να καταβάλλουμε ιδιαίτερη προσπάθεια και, ακόμη, όταν καταφέρνουμε να εκπληρώσουμε έναν στόχο μας.

Κάποιοι λένε ότι η ουσία ολόκληρης της ζωής μας είναι να βιώνουμε χαρά. Άλλοι, ότι η χαρά ανεβάζει τη δόνησή μας τόσο πολύ ώστε μας συνδέει με την ίδια τη δημιουργική δύναμη στο σύμπαν. Σχεδόν όλοι γύρω μας, όμως, ομολογούν πως οι καταστάσεις τους έχουν φέρει σε τέτοιο σημείο ώστε να έχουν πολύ καιρό να νιώσουν χαρούμενοι. Συνήθως, όταν σκεφτόμαστε τη χαρά και πράγματα ή καταστάσεις που μας προκαλούν αυτό το όμορφο συναίσθημα, καταλήγουμε να ασχολούμαστε με όλα εκείνα τα οποία μας τη στερούν.

Μοιάζει σαν, όσο περισσότερο προσπαθούμε και αγωνιούμε να τη φτάσουμε, τόσο πιο δύσκολη να γίνεται η κατάκτησή της. Μας απορροφούν όσα δεν έχουμε, δεν είμαστε, δεν καταφέραμε ακόμη, όσα έχουμε στερηθεί, όσα θα θέλαμε και μοιάζουν – στο τώρα – άπιαστα… Έτσι, είναι πολύ πιο εύκολο να παρασυρθούμε στη λύπη, την άλλη όψη της χαράς, το δίδυμό της.

Το να πούμε ότι «η χαρά είναι επιλογή», είναι πράγματι μια υπεραπλούστευση κι αυτό γιατί ο καθένας από εμάς βιώνει και έχει βιώσει στη ζωή του γεγονότα και καταστάσεις που το κάνουν δύσκολο πολλές φορές να βρούμε τη γαλήνη και τη χαρά που τόσο προσδοκούμε. Είναι σημαντικό, άλλωστε, να δίνουμε στον εαυτό μας το χώρο να νιώσει ελεύθερα αυτό που κάθε φορά προκύπτει, να πενθήσει για όσα έχασε και χάνει, να περάσει μέσα από τις δυσκολίες στο δικό του χρόνο και με το δικό του τρόπο – όλες διαδικασίες που χρειάζονται σεβασμό.

Ωστόσο, το γεγονός ότι είναι «δύσκολο» δε σημαίνει ότι είναι ακατόρθωτο. Θα ήταν πιο ακριβές, ίσως, να πούμε ότι «χρειάζεται πολλές φορές να κάνουμε δύσκολες επιλογές προκειμένου να βιώσουμε χαρά». Τέτοιες επιλογές είναι πολλές φορές το θάρρος που χρειάζεται για να αποδεχτούμε αυτό που είμαστε, η ευθύνη που έχει η αναζήτηση βοήθειας όταν νιώθουμε ότι τη χρειαζόμαστε και η επιλογή να κάνουμε όσα είναι κατάλληλα για εμάς – ειδικά όταν – νιώθουμε ότι θέλουμε να τα παρατήσουμε…

Το αντίθετο του εθισμού είναι η σύνδεση

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Το αντίθετο του εθισμού είναι η σύνδεσηΟι ισχυρότερες ανθρώπινες σχέσεις μας δημιουργούν ανοσία προς τον συναισθηματικό πόνο;

Μια συναρπαστική νέα προοπτική αρχίζει να αναδύεται για τον εθισμό. Ο Τζοχάν Χάρη, συγγραφέας του «Chasing The Scream», πραγματικά αιχμαλώτισε το κοινό στην ομιλία του
«Όλα όσα γνωρίζετε για τον εθισμό είναι λάθος» όπου ολοκλήρωσε με την παρακάτω δήλωση:

«Το αντίθετο του εθισμού δεν είναι η εγκράτεια. Είναι η σύνδεση.» – Τζοχάν Χάρη

Αυτές οι δηλώσεις ενισχύονται από ένα αυξανόμενο αριθμό ειδικών, συμπεριλαμβανομένου του ειδήμονα για τον εθισμό Γιατρού Γκάμπορ Μέιτ, ο οποίος αναφέρει την «συναισθηματική απώλεια και το τραύμα» ως τους πυρήνες του εθισμού. Συγκρίνετε αυτή την «συναισθηματική απώλεια» με την ιδέα του Τζοχάν Χάρη για την έλλειψη σύνδεσης και είναι σαφές ότι μιλάνε για μια παρόμοια συναισθηματική κατάσταση.

Αν η σύνδεση είναι το αντίθετο του εθισμού, τότε είναι απαραίτητη η εξέταση από την νευροεπιστήμη για την ανθρώπινη σύνδεση. Το 2000 δημοσιεύτηκε μια γενική θεωρία για την αγάπη, σε συνεργασία τριών καθηγητών ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Φρανσίσκο. Η «Μια Γενική Θεωρία Για Την Αγάπη» αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι απαιτούν κοινωνική σύνδεση για την βέλτιστη ανάπτυξη του εγκεφάλου και ότι τα μωρά που μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον με αγάπη «έχουν ανοσία» ψυχολογικά και νευρολογικά λόγω της αγάπης. Όταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα στην ενήλικη ζωή, η νευρική καλωδίωση που αναπτύχθηκε σε μια παιδική ηλικία με αγάπη οδηγεί σε αυξημένη συναισθηματική ανθεκτικότητα. Αντίθετα, όσοι μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον όπου η αγάπη ήταν ασταθής ή απούσα, είναι λιγότερο πιθανό να είναι ανθεκτικοί στους συναισθηματικούς πόνους.

Πώς σχετίζεται αυτό με τον εθισμό; Ο Γκάμπορ Μέιτ παρατήρησε ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό παιδικών τραυμάτων στους εθισμένους με τους οποίους δουλεύει, και τα τραύματα δημιουργούνται σε ένα περιβάλλον όπου η αγάπη απουσιάζει. Υποστηρίζει ότι είναι εξαιρετικά συνηθισμένο γεγονός τα άτομα με εξαρτήσεις να έχουν μειωμένη ικανότητα αντιμετώπισης του συναισθηματικού πόνου εξ ου και ο αυξημένος κίνδυνος εξάρτησης από τα ναρκωτικά.

Πώς επηρεάζεται η ικανότητα μας να συνδεόμαστε από τα τραύματα

Τα τραύματα, είναι γνωστό ότι προκαλούν διακοπές στις υγιείς νευρικές καλωδιώσεις, και στους αναπτυσσόμενους και στους ώριμους εγκεφάλους. Ένα βαθύτερο ζήτημα εδώ, είναι ότι οι άνθρωποι με τραύματα, ιδιαίτερα τα παιδιά, συχνά έχουν μια αίσθηση ότι ο κόσμος δεν είναι πλέον ασφαλής ή ότι δεν μπορούν πλέον να εμπιστευθούν τους ανθρώπους. Αυτή η διάβρωση (ή η πλήρης καταστροφή) της εμπιστοσύνης ότι η οικογένεια και η κοινωνία θα μας κρατήσουν ασφαλείς, οδηγούν στην απομόνωση- οδηγώντας ταυτόχρονα στην έλλειψη αυτής της σύνδεσης που ο Τζοχάν Χάρη λέει ότι είναι το αντίθετο του εθισμού. Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν ναρκωτικά το κάνουν για να αποφύγουν τον πόνο του τραύματος και για να αντικαταστήσουν την απουσία σύνδεσης από την ζωή τους.

Κοινωνικές λύσεις για τον εθισμό

Η λύση στο πρόβλημα του εθισμού σε κοινωνικό επίπεδο είναι απλή και αρκετά εύκολη στην εφαρμογή. Αν ένα άτομο γεννηθεί σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου δεν υπάρχει η υποστήριξη και η αγάπη ή λόγω κάποιου άλλου τραύματος έχει απομονωθεί και υποφέρει από εθισμούς, πρέπει να υπάρξει πολιτισμική απάντηση ώστε το άτομο να γνωρίζει πως εκτιμάται από την κοινωνία (ακόμα και αν δεν εκτιμάται από την οικογένεια). Η Πορτογαλία έδειξε 50% μείωση των εθισμών χάρη σε προγράμματα ειδικά σχεδιασμένα να επαναδημιουργούν την σύνδεση μεταξύ του εξαρτημένου και της κοινωνίας.

Προσωπικές λύσεις για τον εθισμό

«Μην ρωτάς για τον εθισμό αλλά για τον πόνο» – Γκάμπορ Μέιτ

Η αναδημιουργία των δεσμών είναι ουσιώδης μακροπρόθεσμα, αλλά η ανθρώπινη σύνδεση είναι ζωτικής σημασίας για την επίλυση του τραύματος. Όταν ένα άτομο αποφασίζει τελικά να αντιμετωπίσει και να νιώσει τον πόνο που απέφευγε τόσα χρόνια ή δεκαετίες, δεν μπορεί να κάνει τα πρώτα βήματα μόνος.

«Πρέπει να είσαι μαζί με τον πόνο, αλλά πρέπει να έχεις υποστήριξη» – Γκάμπορ Μέιτ

Αυτή η υποστήριξη είναι ουσιαστικά η επανεισαγωγή της φροντίδας και της υποστήριξης που είναι τόσο σημαντικές για την δημιουργία της νευρικής δομής της συναισθηματικής ανθεκτικότητας στην αρχή της ζωής. Με αυτόν τον τρόπο, αρχίζουμε να αντικαθιστούμε αυτό που λείπει και χάρη στις αποκαλύψεις της νευροεπιστήμης, γνωρίζουμε ότι μπορεί να γίνει νευρική επανασύνδεση στην ενήλικη ζωή. Αν και είναι απαραίτητο για τους εξαρτημένους να αισθάνονται ότι έχουν υποστήριξη για να αντιμετωπίσουν και να νιώσουν τον πόνο που προσπαθούσαν να αποφύγουν, αυτό είναι τελικά ένα εσωτερικό ταξίδι που πρέπει να κάνουν ατομικά.

«Ότι και αν κάνεις, μην προσπαθείς να ξεφύγεις από τον πόνο σου, αλλά να είσαι μαζί του. Επειδή η προσπάθεια του να ξεφύγεις από τον πόνο, δημιουργεί περισσότερο πόνο».– Το Θιβετιανό Βιβλίο για την Ζωή και τον Θάνατο

Οι ρίζες της θεραπείας

Όταν είμαστε μικροί, οι γονείς μας φροντίζουν για μας, μέχρι που μπορούμε τελικά να φροντίσουμε μόνοι μας τον εαυτό μας, γιατί εξάλλου δεν θα είναι μαζί μας για πάντα. Ίσως, σε συναισθηματικό επίπεδο να ισχύει το ίδιο: οι γονείς μας μας αγαπούν μέχρι να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας. Τα προγράμματα στην Πορτογαλία έδειξαν ότι οι εθισμένοι βελτιώνονται όταν νιώθουν ότι εκτιμούνται από την κοινωνία. Είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, με την εκτίμηση της κοινωνίας, μαθαίνουν να εκτιμούν τον εαυτό τους. Όταν οι άνθρωποι είναι εκεί για να δώσουν αγάπη και υποστήριξη σε έναν εξαρτημένο που επιθυμεί να αντιμετωπίσει τον συναισθηματικό του πόνο, τον αγαπούν και τον φροντίζουν μέχρι να μάθει να το κάνει μόνος του. Έχοντας αυτό κατά νου, ίσως η νευρική καλωδίωση της συναισθηματικής ανθεκτικότητας που αναπτύχθηκε μέσω της αγάπης, μόλις αναπτυχθεί πλήρως, απλώς ονομάζεται αγάπη για τον εαυτό του.

Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΟ

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ φυσικά γεγονότα vs θαύματαΈνα γραφείο ή μία αξιοσέβαστη θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Είναι σαν να φοράς γραβάτα. Η γραβάτα, το κοστούμι, το πόστο, δίνουν αξιοπρέπεια. Ένας τίτλος ή μια θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Ξεγύμνωσε όμως τους ανθρώπους απ’ όλα αυτά και θα δεις ότι πολύ λίγοι θα έχουν εκείνη την ποιότητα της αξιοπρέπειας που δίνει η ελευθερία τού να μην είσαι τίποτα.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΑΧΤΑΡΟΥΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ, και με το να είναι κάτι, παίρνουν θέση στην κοινωνία που θεωρείται σεβαστή. Οι άνθρωποι κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες -έξυπνοι, πλούσιοι, επιστήμονες, άγιοι- κι όποιος δε μπορεί να καταταγεί σε μια κατηγορία αναγνωρισμένη από την κοινωνία, θεωρείται πρόσωπο περιθωριακό.

Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΣΑΝ ΚΑΤΙ ΔΕΔΟΜΕΝΟ, δε μπορεί να καλλιεργηθεί, και αν κανείς είναι συνειδητά αξιοπρεπής, σημαίνει ότι όλη την ώρα νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του, που σημαίνει ότι είναι ασήμαντος, μικροπρεπής. Το να είσαι τίποτα σημαίνει ότι είσαι ελεύθερος από την ιδέα τού να είσαι κάτι. Αληθινή αξιοπρέπεια υπάρχει, όταν δεν ανήκεις ή βρίσκεσαι σε κάποια ξεχωριστή θέση. Αυτό δε μπορεί κανείς να σ’ το αφαιρέσει, θα υπάρχει πάντα.

ΤΟ Ν’ ΑΦΗΝΕΙΣ ΤΗ ΖΩΗ ΝΑ ΚΥΛΑΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΕΝΕΙ ΠΙΣΩ ΤΗΣ ΚΑΝΕΝΑ ΚΑΤΑΚΑΘΙ, σημαίνει ύπαρξη πραγματικής επίγνωσης. Ο ανθρώπινος νους είναι σαν το κόσκινο, που άλλα κρατάει κι άλλα αφήνει να περνάνε. Εκείνα που κρατάει έχουν το μέγεθος των επιθυμιών του και οι επιθυμίες, όσο κι αν είναι βαθιές, δυνατές ή ευγενικές, είναι μικρές κι ασήμαντες γιατί η επιθυμία είναι κατασκεύασμα του νου.

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ να μη συγκρατείς τη ζωή, αλλά να την αφήνεις να κυλάει ελεύθερα, χωρίς να κάνεις καμιά επιλογή. Πάντοτε διαλέγουμε και κρατάμε -διαλέγουμε εκείνα που έχουν σημασία και τα κρατάμε για πάντα. Αυτό είναι που ονομάζουμε εμπειρία, και τον πολλαπλασιασμό των εμπειριών τον ονομάζουμε πλούτο της ζωής.

Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ. Η εμπειρία που παραμένει, που κρατιέται, εμποδίζει εκείνη την κατάσταση όπου το γνωστό δεν υπάρχει. Το γνωστό δεν είναι ο θησαυρός, αλλά ο νους προσκολλιέται σ’ αυτό κι έτσι καταστρέφει ή ρυπαίνει το άγνωστο.

ΕΙΜΑΣΤΕ -ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ- ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ή μιας ποικιλίας από διαθέσεις. Λίγοι από μας ξεφεύγουν απ’ αυτό. Για μερικούς έχει σχέση με τη σωματική τους κατάσταση, για άλλους με τη διανοητική και μας αρέσει αυτή η «μια πάνω μια κάτω» κατάσταση, νομίζουμε ότι αυτή η αλλαγή διάθεσης είναι μέρος της ύπαρξης ή πάλι απλώς αφήνει κανείς να παρασύρεται μια από τη μία διάθεση και μια από την άλλη.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΜΩΣ ΜΕΡΙΚΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑΣΜΕΝΟΙ σ’ αυτό το «πάνω κάτω», που είναι ελεύθεροι από το να παλεύουν να γίνουν κάτι, έτσι που εσωτερικά υπάρχει μια σταθερότητα που δεν είναι αποτέλεσμα θέλησης, μια σταθερότητα που δεν έχει καλλιεργηθεί, που δεν είναι σταθερότητα από συγκεντρωμένο ενδιαφέρον σε κάτι, ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας δραστηριότητας σαν τις παραπάνω. Εμφανίζεται, όταν η θέληση παύει να δρα.

ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ. Οι πλούσιοι έχουν μια ιδιαίτερη αλαζονεία. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, σε κάθε χώρα, οι πλούσιοι έχουν γύρω τους εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν οποιονδήποτε, ακόμα και τους θεούς, και μπορούν πράγματι ν’ αγοράσουν τους δικούς τους θεούς.

ΑΥΤΗ Η ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ, αλλά και στις ικανότητες, τα ταλέντα, που μπορεί να έχει κανείς. Οι ικανότητες δίνουν στον άνθρωπο μια παράξενη αίσθηση ελευθερίας. Τον κάνουν να νιώθει επίσης ότι είναι ανώτερος από τους άλλους, ότι είναι διαφορετικός. Όλα αυτά τού δίνουν μια αίσθηση υπεροχής: κάθεται ικανοποιημένος και κοιτάζει τους άλλους να πασχίζουν και να ντροπιάζονται -δεν έχει συναίσθηση της δικής του άγνοιας και σε τι σκοτάδι βρίσκεται ο νους του.

ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΦΥΓΗ ΑΠ’ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ. Αλλά και η φυγή είναι ένα είδος αντίστασης που γεννάει τα δικά της προβλήματα. Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία. Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.

Το σύμπαν μας; Αναδύεται σε μια διογκωμένη φυσαλίδα σε μια πρόσθετη διάσταση

Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ουψάλα έχουν επινοήσει ένα νέο μοντέλο για το Σύμπαν – το οποίο μπορεί να λύσει το αίνιγμα της σκοτεινής ενέργειας. Στο  άρθρο τους, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Physical Review Letters, προτείνουν μια νέα δομική αντίληψη, συμπεριλαμβανομένης της σκοτεινής ενέργειας, για ένα σύμπαν που εξελίσσεται σε μια διογκωμένη φυσαλίδα σε μια πρόσθετη διάσταση.
 
Ένα νέο μοντέλο για το σύμπαν που αναδύεται πάνω σε μια διογκωμένη φυσαλίδα σε μια επιπλέον διάσταση
 
Έχουμε γνωρίσει τα τελευταία 20 χρόνια ότι το Σύμπαν επεκτείνεται με ρυθμό που αυξάνει συνεχώς. Η εξήγηση γι αυτή την επιτάχυνση είναι η «σκοτεινή ενέργεια» που διαπερνά όλο το συμπαν, ωθώντας το να διαστέλλεται. Η κατανόηση της φύσης αυτής της σκοτεινής ενέργειας είναι ένα από τα βασικά αινίγματα της θεμελιώδους φυσικής.
 
Από καιρό πιστεύαμε ότι η θεωρία χορδών θα δώσει την απάντηση για τη φύση της. Σύμφωνα με τη θεωρία των χορδών, όλη η ύλη αποτελείται από μικροσκοπικές οντότητες που δονούνται. Η θεωρία απαιτεί επίσης να υπάρχουν περισσότερες χωρικές διαστάσεις από τις τρεις που είναι ήδη μέρος της καθημερινής γνώσης. Για 15 χρόνια, υπήρξαν μοντέλα στη θεωρία των χορδών που πιστεύεται ότι εξηγούν την σκοτεινή ενέργεια. Ωστόσο, αυτές οι θεωρίες συναντούν όλο και πιο σκληρή κριτική, και αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν τώρα ότι κανένα από τα μοντέλα που έχουν προταθεί μέχρι σήμερα δεν είναι εφικτό.
 
Στο άρθρο τους, οι επιστήμονες προτείνουν ένα νέο μοντέλο με σκοτεινή ενέργεια και το σύμπαν μας να αναδύεται πάνω σε μια διογκωμένη φυσαλίδα  σε μια επιπλέον διάσταση. Ολόκληρο το σύμπαν φιλοξενείται στην άκρη αυτής της διογκωμένης φυσαλίδας. Όλη η υπάρχουσα  ύλη στο Σύμπαν αντιστοιχεί στα άκρα των χορδών που εκτείνονται στην πρόσθετη διάσταση. Οι ερευνητές δείχνουν επίσης ότι οι διαστελλόμενες φυσαλίδες αυτού του είδους, μπορεί να συμβούν στο πλαίσιο της θεωρίας των χορδών. Είναι κατανοητό δε ότι υπάρχουν περισσότερες φυσαλίδες από την δικιά μας, που αντιστοιχούν σε άλλα σύμπαντα.
 
Το μοντέλο των επιστημόνων της Ουψάλα παρέχει μια νέα, διαφορετική εικόνα της δημιουργίας και της μελλοντικής τύχης του Σύμπαντος, ενώ μπορεί επίσης να ανοίξει το δρόμο για μεθόδους δοκιμής της θεωρίας των χορδών.

Οι πιο ενδιαφέροντες εξωπλανήτες και το πρώτο εξωφεγγάρι που ανακαλύφθηκαν το 2018

Ορισμένες ανακαλύψεις εξωπλανητών ξεχώρισαν για την ιδιομορφία τους και ήλθαν να εμπλουτίσουν τη φαντασία μας για τους κόσμους που βρίσκονται «εκεί έξω» και μας περιμένουν. Όμως όσο αυξάνονται οι ανακαλύψεις, τόσο περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι το σύμπαν μπορεί να μας εκπλήξει.

1. Μια παγωμένη γειτονική υπερ-Γη: Ένας παγωμένος εξωπλανήτης (Barnard’s Star b) που κινείται γύρω από το κοντινό αχνό άστρο του Μπάρναρντ σε απόσταση περίπου έξι ετών φωτός, έχει μάζα υπερτριπλάσια της Γης και θερμοκρασία μείον 170 βαθμών Κελσίου. Είναι ο δεύτερος κοντινότερος εξωπλανήτης, μετά τον Proxima b γύρω από το άστρο Εγγύτατος στο τριπλό σύστημα του Άλφα του Κενταύρου σε απόσταση 4,4 ετών φωτός. Όμως το Barnard’s Star bπλησιάζει συνεχώς τη Γη και εκτιμάται ότι σε 10.000 χρόνια θα είναι πλέον αυτό (και μαζί ο εξωπλανήτης του) το πιο κοντινό στο δικό μας πλανήτη και όχι ο Άλφα του Κενταύρου.

2. Ένα τεράστιο πλανητικό «νεογνό»: Το Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο (VLT) του Ευρωπαϊκού Νοτίου Αστεροσκοπείου (ESO) στη Χιλή αποκάλυψε για πρώτη φορά ένα πελώριο πλανητικό «μωρό» να γεννιέται από ένα δίσκο σκόνης και θραυσμάτων γύρω από το νάνο άστρο PDS 70 σε απόσταση 370 ετών φωτός. Αυτή υπήρξε η πρώτη επιβεβαιωμένη άμεση παρατήρηση ενός εξωπλανήτη σε τόσο μικρή ηλικία (μόλις πέντε εκατομμυρίων ετών). Όταν μεγαλώσει, προβλέπεται να γίνει ένας αέριος γίγαντας, καθώς ήδη είναι σχεδόν τριπλάσιος του Δία.

3. Ο εξωπλανήτης που εξαερώνεται: Το νέο διαστημικό τηλεσκόπιο TESS της NASA βρήκε τον πρώτο του εξωπλανήτη, μια υπερ-Γη που φαίνεται σταδιακά να εξατμίζεται από τη μεγάλη θερμότητα που δέχεται από το μητρικό άστρο. Ο πλανήτης Pi Mensae c, που έχει διάμετρο διπλάσια της Γης και πενταπλάσια μάζα, κινείται σε απόσταση σχεδόν 60 ετών φωτός από τη Γη, γύρω από το άστρο Pi Mensae, όπου είχε ήδη βρεθεί παλαιότερα ένας άλλος αέριος γίγαντας εξωπλανήτης. Ο Pi Mensae c πιθανώς έχει βραχώδη πυρήνα και μεγάλη ατμόσφαιρα από υδρογόνο και ήλιο, η οποία σταδιακά εξαφανίζεται λόγω της έντονης αστρικής ακτινοβολίας, ενώ δεν αποκλείεται να έχει και νερό.

4. Μία μεταλλική σφαίρα: Ο πλανήτης K2-229 b ξεχωρίζει, επειδή εκτιμάται ότι έχει ένα τεράστιο μεταλλικό πυρήνα που αποτελεί περίπου τα δύο τρία της μάζας του (συγκριτικά πλανήτες όπως η Γη και ο Άρης έχουν μεταλλικούς πυρήνες έως το ένα τρίτο της μάζας τους). Ο μεταλλικός πλανήτης κινείται γύρω από ένα άστρο ελαφρώς μικρότερο και ψυχρότερο από τον Ήλιο σε απόσταση 339 ετών φωτός από τη Γη. Η απόσταση από το άστρο του είναι τόσο μικρή που «ψήνεται» από την ακτινοβολία του και η θερμοκρασία του εκτιμάται στους 2.058 βαθμούς Κελσίου.

5. Ο πρώτος εξωγαλαξιακός εξωπλανήτης: Για πρώτη φορά οι αστρονόμοι έχουν ενδείξεις για πλανήτες πέρα από το δικό μας γαλαξία (έως τώρα όλες οι ανακαλύψεις εξωπλανητών έχουν γίνει μέσα στο γαλαξία μας). Το 2018 ανίχνευσαν σε ένα μακρινό γαλαξία ανωμαλίες στην ακτινοβολία των άστρων του, οι οποίες πιθανότατα οφείλονται σε πλανήτες που κινούνται γύρω τους.

6. Η πατρίδα του Σποκ: Ανακαλύφθηκε σε απόσταση 16 ετών φωτός από τη Γη, γύρω από το άστρο «40 Α Ηριδανού», ένας εξωπλανήτης διπλάσιος από τη Γη. Η «είδηση» είναι ότι το εν λόγω άστρο (υποτίθεται ότι) είναι ο «Βουλκάν», η πατρίδα του Σποκ από το «Σταρ Τρεκ».

7. Οι μεγάλοι αδελφοί: Το τηλεσκόπιο ALMA του ESO στη Χιλή εντόπισε τέσσερις αέριους γίγαντες εξωπλανήτες γύρω από το νεαρό άστρο CI Tau, ηλικίας μόνο δύο εκατομμυρίων ετών, σε απόσταση 500 ετών φωτός από τη Γη. Ο ένας εξωπλανήτης έχει τη μάζα του Δία, ο δεύτερος δεκαπλάσια από του Δία και οι άλλοι δύο τη μάζα του Κρόνου. Είναι η πρώτη φορά που οι αστρονόμοι βλέπουν τέσσερις αέριους γίγαντες γύρω από ένα τόσο νεαρό άστρο.

8. Το πρώτο εξωφεγγάρι: Το 2018 ανακαλύφθηκαν από το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble βάσιμες ενδείξεις για τον πρώτο δορυφόρο που έχει βρεθεί γύρω από έναν εξωπλανήτη και μάλιστα έχει τεράστιο μέγεθος. Το εξωφεγγάρι (ή εξωδορυφόρος), που έχει το μέγεθος του Ποσειδώνα, κινείται γύρω από τον Κέπλερ-1625 b, ένα πλανήτη σαν το Δία. Το φεγγάρι κινείται σε απόσταση τριών εκατομμυρίων χιλιομέτρων από τον πλανήτη του, περίπου οκτώ φορές την απόσταση Γης-Σελήνης. Ο δορυφόρος, που είναι ίσως αέριος, θα φαίνεται στον ουρανό του πλανήτη του διπλάσιος από ό,τι φαίνεται η Σελήνη στο δικό μας ουρανό.

Φυσικά Γεγονότα vs Θαύματα

Τυχαίο, Τύχη, Σύμπτωση, Θαύμα
Τι ακριβώς εννοούμε με τη λέξη «θαύματα»; Η θέση μου είναι ότι τα γεγονότα, που συνήθως αποκαλούμε θαύματα, δεν είναι υπερφυσικά, αλλά εμπίπτουν σε ένα φάσμα περισσότερο ή λιγότερο απίθανων φυσικών γεγονότων. Ένα θαύμα, με άλλα λόγια, αν συμβεί, είναι απλώς ένα γεγονός που οφείλεται σε καταπληκτική εύνοια της τύχης. Δεν ισχύει η διάκριση: Φυσικά γεγονότα εναντίον θαυμάτων.

Υπάρχουν μερικά γεγονότα που είναι πολύ απίθανα ακόμη και να τα σκεφτόμαστε, αλλά αυτό δεν το γνωρίζουμε προτού κάνουμε τον σχετικό υπολογισμό. Και για να υπολογίσουμε, πρέπει να ξέρουμε πόσος χρόνος υπάρχει διαθέσιμος ή, γενικότερα, πόσες διαθέσιμες ευκαιρίες υπάρχουν για να συμβεί το γεγονός. Αν έχουμε στη διάθεσή μας άπειρο χρόνο ή άπειρες ευκαιρίες, τα πάντα είναι δυνατά. Οι μεγάλοι αριθμοί που συναντούμε στην Αστρονομία και τα μεγάλα χρονικά διαστήματα που χαρακτηρίζουν τη Γεωλογία, συνδυάζονται για να ανατρέψουν άρδην τις καθημερινές μας εκτιμήσεις για το τι μπορούμε να περιμένουμε ως φυσικό και τι πρέπει να χαρακτηριστεί θαύμα.

Μπορούμε να δεχτούμε μια ορισμένη ποσότητα τύχης στις εξηγήσεις μας, αρκεί η ποσότητα αυτή να μη γίνεται υπερβολική. Το ερώτημα είναι, πόση; Η τεράστια ένταση του γεωλογικού χρόνου μάς δίνει το δικαίωμα να δεχτούμε περισσότερες απίθανες συμπτώσεις απ’ όσες θα επέτρεπε ένα δικαστήριο, αλλά ακόμη κι έτσι υπάρχουν κάποια όρια. Η συσσωρευτική επιλογή είναι το κλειδί για όλες τις σύγχρονες εξηγήσεις μας σχετικά με την προέλευση της ζωής.

Αυτή συνδυάζει μια σειρά από τυχαία -σε αποδεκτά πλαίσια- γεγονότα (τυχαίες μεταλλάξεις), σε μια μη τυχαία ακολουθία, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να δίνει την ψευδαίσθηση ότι είναι εξαιρετικά απίθανο, τόσο απίθανο, ώστε να μην μπορεί να έχει προκύψει ως προϊόν της τύχης και μόνο, ακόμη και αν δεχτούμε ένα χρονικό διάστημα εκατομμύρια φορές μεγαλύτερο από τη μέχρι τώρα ηλικία του σύμπαντος. Η συσσωρευτική επιλογή είναι το κλειδί, αλλά κάτι πρέπει να τη θέσει σε κίνηση, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την ανάγκη να δεχτούμε ένα τυχαίο γεγονός ενός βήματος στην αρχή της ίδιας της συσσωρευτικής επιλογής.

Αυτό το ζωτικό πρώτο βήμα είναι δύσκολο, γιατί στο βάθος τους βρίσκεται κάτι που μοιάζει με παράδοξο. Οι διαδικασίες αντιγραφής που γνωρίζουμε χρειάζονται πολύπλοκους μηχανισμούς για να λειτουργήσουν. Τα μόρια του DNA αντιγράφονται με τους πολύπλοκους μηχανισμούς του κυττάρου, και τα γραπτά κείμενα αντιγράφονται με φωτοαντιγραφικά μηχανήματα. αλλά δεν μπορούν να αντιγραφούν αυτόματα, αν δεν υπάρχουν οι απαραίτητοι μηχανισμοί.

Ένα φωτοαντιγραφικό μηχάνημα μπορεί να βγάλει φωτοαντίγραφα από τα ίδια τα σχέδια κατασκευής του, αλλά δεν μπορεί να δημιουργηθεί από μόνο του. Οι βιομορφές αντιγράφονται εύκολα μέσα στο περιβάλλον που παρέχει ένα κατάλληλο πρόγραμμα υπολογιστή, αλλά δεν μπορούν να συνθέσουν μόνες τους το σχετικό πρόγραμμα, ούτε να κατασκευάσουν έναν υπολογιστή όπου αυτό θα εκτελεστεί. Η θεωρία του τυφλού ωρολογοποιού είναι πολύ ισχυρή, με την προϋπόθεση ότι μπορούμε να δεχτούμε την ύπαρξη της αντιγραφής και, επομένως, της συσσωρευτικής επιλογής. Ωστόσο, αφού η αντιγραφή χρειάζεται πολύπλοκους μηχανισμούς και αφού ο μόνος γνωστός τρόπος σχηματισμού πολύπλοκων μηχανισμών είναι η συσσωρευτική επιλογή, αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα.

Η θεωρία του τυφλού ωρολογοποιού, στηρίζεται στην φημισμένη πραγματεία ενός θεολόγου του 18ου αιώνα, του Γουίλιαμ Πάλεϊ. Το βιβλίο του «Φυσική θεολογία, ή αποδείξεις της ύπαρξης και ιδιότητες της θεότητας συλλεγμένες από τα φαινόμενα της φύσης», που εκδόθηκε το 1802, είναι η καλύτερη παρουσίαση του «Επιχειρήματος του Σχεδιασμού» που ήταν πάντοτε το ισχυρότερο επιχείρημα για την ύπαρξη Θεού. Είναι ένα βιβλίο το οποίο θαυμάζω πολύ, γιατί ο συγγραφέας κατάφερε στην εποχή του αυτό που επιχειρώ κι εγώ τώρα. Υποστήριξε μια άποψη, πίστευε με πάθος στην ορθότητα της και κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να τη διατυπώσει όσο πιο καθαρά και πειστικά μπορούσε.

Είχε τον προσήκοντα σεβασμό για την πολυπλοκότητα του έμβιου κόσμου και έβλεπε ότι απαιτεί ένα πολύ ιδιαίτερο είδος εξήγησης. Το μόνο στο οποίο έκανε λάθος -και ομολογουμένως, ήταν ένα μεγάλο λάθος!- ήταν η ίδια η εξήγηση. Έδωσε την παραδοσιακή θρησκευτική απάντηση στο αίνιγμα, αλλά την εξέφρασε σαφέστερα και πειστικότερα από κάθε άλλον μέχρι τότε. Η αληθινή εξήγηση είναι εντελώς διαφορετική, και επρόκειτο να διατυπωθεί από έναν από τους πιο ρηξικέλευθους στοχαστές όλων των εποχών, τον Κάρολο Δαρβίνο.

Γράφει ο Πάλεϊ: «Ας υποθέσουμε ότι καθώς περπατώ στην ύπαιθρο χτυπώ το πόδι μου σε μια πέτρα και κάποιος με ρωτά πώς βρέθηκε εκεί αυτή η πέτρα. Θα μπορούσα να του απαντήσω ότι η πέτρα μπορεί κάλλιστα να βρισκόταν εκεί από καταβολής κόσμου -και δεν θα ήταν ίσως πολύ εύκολο να αποδείξω πόσο παράλογη είναι αυτή η απάντηση. Ας υποθέσουμε όμως τώρα ότι βρίσκω στο έδαφος ένα ρολόι και με ρωτούν πάλι πώς βρέθηκε το ρολόι εκεί. Δεν θα σκεφτόμουν, βέβαια, την απάντηση που έδωσα προηγουμένως, ότι το ρολόι μπορεί κάλλιστα να βρισκόταν εκεί από καταβολής κόσμου».

Ο Πάλεϊ αναγνωρίζει την διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στα φυσικά υλικά αντικείμενα, όπως οι πέτρες, και στα σχεδιασμένα και κατασκευασμένα αντικείμενα, όπως τα ρολόγια. Συνεχίζει την πραγματεία του περιγράφοντας την ακρίβεια με την οποία είναι φτιαγμένα τα γρανάζια και τα ελατήρια ενός ρολογιού και τον πολύπλοκο τρόπο με τον οποίο έχουν συναρμολογηθεί: Αν βρίσκαμε στο έδαφος ένα αντικείμενο όπως το ρολόι, ακόμη και αν δεν ξέραμε πως δημιουργήθηκε, η ίδια η ακρίβεια και η πολυπλοκότητα του σχεδιασμού του θα μας ανάγκαζαν να συμπεράνουμε ότι: «Το ρολόι πρέπει να έχει κάποιον δημιουργό· πρέπει να υπήρξε, σε κάποιον χρόνο και κάποιον τόπο, ένας κατασκευαστής ή κάποιοι κατασκευαστές, που το έφτιαξαν για τον σκοπό ακριβώς τον οποίο εκπληρώνει, που κατανοούσαν τη χρήση του και σχεδίασαν σκόπιμα την κατασκευή του»…

Παρ’ όλες τις ενδείξεις για το αντίθετο, ο μοναδικός ωρολογοποιός στη φύση είναι οι τυφλές δυνάμεις της Φυσικής, οι οποίες όμως λειτουργούν με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Ένας ωρολογοποιός έχει προνοητικότητα: Σχεδιάζει τα γρανάζια και τα ελατήρια και οργανώνει τις συνδέσεις τους έχοντας έναν τελικό σκοπό στο νου του. Η φυσική επιλογή, η τυφλή, ασυνείδητη, αυτόματη διαδικασία που ανακάλυψε ο Δαρβίνος και η οποία ξέρουμε τώρα ότι αποτελεί την εξήγηση για την ύπαρξη της ζωής και τη φαινομενικά σκόπιμη μορφή της, δεν έχει κανέναν σκοπό κατά νου. Δεν έχει καν νου. Δεν σχεδιάζει για το μέλλον. Δεν έχει καμία προνοητικότητα. Αν μπορούμε να πούμε ότι παίζει τον ρόλο του ωρολογοποιού στη φύση, τότε πρόκειται για έναν τυφλό ωρολογοποιό.

Ωστόσο, η συσσωρευτική επιλογή αδυνατεί να λειτουργήσει αν δεν υπάρχει κάποιος ελάχιστος μηχανισμός αντιγραφής και αντιγραφέα, και ο μοναδικός μηχανισμός αντιγραφής που γνωρίζουμε φαίνεται τόσο πολύπλοκος, ώστε είναι δυνατόν να έχει προκύψει μόνο έπειτα από πολλές γενιές συσσωρευτικής επιλογής! Μερικοί πιστεύουν ότι αυτό είναι ένα θεμελιώδες ελάττωμα της θεωρίας του τυφλού ωρολογοποιού. Το θεωρούν ως την υπέρτατη απόδειξη ότι στην αρχή πρέπει να υπήρξε ένας σχεδιαστής, όχι ένας τυφλός ωρολογοποιός, αλλά ένας υπερφυσικός και διορατικός ωρολογοποιός.

Οι άνθρωποι αυτοί υποστηρίζουν ότι ο Δημιουργός μπορεί να μην ελέγχει την καθημερινή διαδοχή των εξελικτικών γεγονότων μπορεί να μη διαμόρφωσε την τίγρη και το πρόβατο, μπορεί να μην έφτιαξε τα δέντρα, αλλά να δημιούργησε τους αρχικούς μηχανισμούς του αντιγραφέα και της αντιγραφής, τον αρχικό μηχανισμό του DNA και των πρωτεϊνών, που κατέστησαν δυνατή τη συσσωρευτική επιλογή και ως εκ τούτου, και την εξέλιξη.

Το επιχείρημα αυτό είναι ολοφάνερα αδύναμο -εδώ που τα λέμε, ματαιώνει τον ίδιο τον σκοπό του. Η οργανωμένη πολυπλοκότητα είναι το φαινόμενο που δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε. Από τη στιγμή που μας επιτρέπεται να θεωρήσουμε δεδομένη την οργανωμένη πολυπλοκότητα, έστω και αν πρόκειται για την οργανωμένη πολυπλοκότητα του μηχανισμού αντιγραφής DNA/πρωτεϊνών, είναι σχετικά εύκολο να χρησιμοποιήσουμε αυτό το σύστημα για να εξηγήσουμε την παραγωγή μιας ακόμη μεγαλύτερης οργανωμένης πολυπλοκότητας…

Αλλά, φυσικά, ένας Θεός που έχει την ικανότητα να σχεδιάσει κάτι τόσο πολύπλοκο όσο η μηχανή αντιγραφής DNA/πρωτεϊνών, πρέπει να είναι και ο ίδιος τουλάχιστον εξίσου πολύπλοκος και οργανωμένος -και ακόμη περισσότερο, αν θεωρήσουμε ότι έχει επιπλέον τη δυνατότητα να επιτελεί τέτοιες εξελιγμένες λειτουργίες όπως το να εισακούει προσευχές και να συγχωρεί αμαρτίες. Αν εξηγήσουμε την προέλευση της μηχανής DNA/πρωτεΐνών με την αναφορά σε έναν υπερφυσικό σχεδιαστή, δεν εξηγούμε απολύτως τίποτε, γιατί τότε παραμένει ανεξήγητη η προέλευση και η δημιουργία του σχεδιαστή. Σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να δώσουμε μια απάντηση του τύπου «ο Θεός υπήρχε πάντοτε», αλλά αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας μια τέτοια «τεμπέλικη» διέξοδο, μπορούμε εξίσου αβίαστα να πούμε «το DNA υπήρχε πάντοτε» ή «η ζωή υπήρχε πάντοτε», και να τελειώνουμε.

Όσο πιο πολύ μπορέσουμε να αποφύγουμε τα θαύματα, τα καταπληκτικά απίθανα συμβάντα, τις φανταστικές συμπτώσεις, τα πολύ τυχαία γεγονότα, και όσο πιο διεξοδικά μπορέσουμε να αναλύσουμε τα μεγάλα τυχαία γεγονότα σε μια συσσωρευτική σειρά από μικρά τυχαία γεγονότα, τόσο πιο ικανοποιητική για τον λογικό νου θα είναι η εξήγησή μας. Αλλά, εδώ ρωτάμε πόσο απίθανο, πόσο θαυμαστό, μπορεί να είναι το γεγονός που θα επιτρέψουμε στον εαυτό μας να δεχτεί ως βάση εξήγησης.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο γεγονός καθαρής και αμιγούς σύμπτωσης, ολοκληρωτικής και απόλυτης τύχης, που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε στις θεωρίες μας και να είμαστε ακόμη σε θέση να πούμε ότι έχουμε μια ικανοποιητική εξήγηση της ζωής; Για να γράψει ένας πίθηκος τυχαία τη φράση «Σκέφτομαι άρα υπάρχω», χρειάζεται πολύ μεγάλη ποσότητα τύχης, αλλά η ποσότητα αυτή δεν παύει να είναι μετρήσιμη.

Υπολογίσαμε ότι οι πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο είναι μία στις δέκα δωδεκάκις εκατομμύρια (1040 -η μονάδα ακολουθούμενη από 40 μηδενικά)… Το θαύμα του να γράψει ένας πίθηκος στη γραφομηχανή «Σκέφτομαι άρα υπάρχω», είναι ποσοτικά πολύ μεγάλο, μετρήσιμα πολύ μεγάλο για να το δεχτούμε στις θεωρίες μας, σχετικά με το τι πραγματικά συμβαίνει στον κόσμο. Εν τούτοις, δεν θα μπορούσαμε να το γνωρίζουμε αυτό, αν δεν κάναμε τους απαραίτητους υπολογισμούς.

Είναι πιθανόν, ότι η ατμόσφαιρα της Γης πριν από την εμφάνιση της ζωής έμοιαζε με εκείνη άλλων πλανητών που δεν έχουν ζωή. Δεν υπήρχε οξυγόνο, ενώ, αντίθετα, υπήρχε άφθονο υδρογόνο και νερό, διοξείδιο του άνθρακα και πιθανότατα κάποια ποσότητα αμμωνίας, μεθανίου και άλλων απλών οργανικών αερίων. Οι χημικοί γνωρίζουν ότι ένα τέτοιο περιβάλλον, ελεύθερο από οξυγόνο, τείνει να υποβοηθεί την αυτόματη σύνθεση οργανικών ενώσεων. Έτσι, μέσα σε φιάλες αναδημιούργησαν σε μικροσκοπική κλίμακα τις συνθήκες της αρχέγονης Γης.

Στη συνέχεια προκάλεσαν μέσα στις φιάλες ηλεκτρικούς σπινθήρες -που αποτελούν μια προσομοίωση των κεραυνών- και υπεριώδεις ακτινοβολίες, οι οποίες θα ήταν πολύ ισχυρότερες πριν η Γη αποκτήσει το στρώμα του όζοντος που την προστατεύει από τις ακτίνες του Ήλιου. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων ήταν συναρπαστικά. Μέσα στις φιάλες συντέθηκαν οργανικά μόρια, μερικά από τα οποία ανήκουν στους ίδιους γενικούς τύπους που συνήθως βρίσκονται μόνο μέσα σε έμβια αντικείμενα.

Δεν εμφανίστηκε ούτε DNA, ούτε RNA, εμφανίστηκαν όμως οι δομικοί λίθοι αυτών των μεγάλων μορίων, οι λεγόμενες πουρίνες και πυριμιδίνες. Εμφανίστηκαν επίσης οι δομικοί λίθοι των πρωτεϊνών, τα αμινοξέα. Ο κρίκος που λείπει ακόμη σ’ αυτή την κατηγορία θεωριών είναι η προέλευση της αντιγραφής. Οι δομικοί λίθοι δεν ενώθηκαν μεταξύ τους για να σχηματίσουν μια αυτοαντιγραφική αλυσίδα όπως το RNA. Μπορεί κάποτε να το κάνουν κι αυτό.

Η κατασκευή του Στόουνχεντζ είναι ακατανόητη μέχρι να καταλάβουμε ότι οι κατασκευαστές του είχαν χρησιμοποιήσει κάποια σκαλωσιά ή ίσως κεκλιμένα επίπεδα από χώμα, τα οποία δεν υπάρχουνν πια. Τώρα βλέπουμε μόνο το αποτέλεσμα, και πρέπει να συμπεράνουμε τη χρήση της ανύπαρκτης πια σκαλωσιάς ή κάποιου άλλου μέσου στήριξης. Με τον ίδιο τρόπο, το DNA και οι πρωτεΐνες είναι οι δύο στύλοι μιας σταθερής και κομψής αψίδας, η οποία παραμένει στη θέση της από τη στιγμή που υπάρχουν ταυτόχρονα όλα τα τμήματά της.

Είναι δύσκολο να τη φανταστούμε να δημιουργείται από μια βαθμιαία διαδικασία, εκτός αν υπήρχε κάποια παλιότερη «σκαλωσιά» που τώρα έχει εξαφανιστεί τελείως. Αυτή η σκαλωσιά πρέπει να χτίστηκε επίσης από μια παλιότερη μορφή συσσωρευτικής επιλογής, για τη φύση της οποίας μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Αλλά πρέπει να βασιζόταν σε αυτοαντιγραφικές οντότητες που είχαν τη δύναμη να επηρεάζουν το ίδιο τους το μέλλον.

Τι εννοούμε όταν λέμε «θαύμα»; Ένα θαύμα είναι κάτι που συμβαίνει, αλλά είναι καταπληκτικά απρόσμενο. Αν ένα μαρμάρινο άγαλμα της Παναγίας κουνήσει ξαφνικά το χέρι του, θα το θεωρήσουμε θαύμα, γιατί όλη μας η εμπειρία και η γνώση μάς λέει ότι το μάρμαρο δεν έχει αυτή τη συμπεριφορά. Τώρα προφέρω τις λέξεις «να με χτυπήσει κεραυνός αυτή τη στιγμή». Αν με χτυπούσε κεραυνός την ίδια στιγμή, θα το θεωρούσαμε θαύμα. Στην πραγματικότητα όμως κανένα από αυτά τα δύο γεγονότα δεν χαρακτηρίζεται εντελώς αδύνατο από την επιστήμη.

Θεωρούνται απλώς πολύ απίθανα -το κινούμενο άγαλμα πολύ πιο απίθανο από τον κεραυνό. Ο κεραυνός πλήττει ανθρώπους. Στον καθένα μας μπορεί να συμβεί, αλλά η πιθανότητα είναι πολύ χαμηλή σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή (αν και στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες, υπάρχει μια φωτογραφία ενός άντρα από τη Βιρτζίνια, με το παρώνυμο «ανθρώπινο αλεξικέραυνο», ο οποίος αναρρώνει στο νοσοκομείο από το έβδομο χτύπημα από κεραυνό, έχοντας μια έκφραση ανήσυχης απορίας στο πρόσωπο του). Το μόνο θαυμαστό και απίθανο στοιχείο στην υποθετική μου ιστορία είναι η σύμπτωση του γεγονότος ότι με χτύπησε κεραυνός με τη λεκτική επίκληση του κεραυνού.

Η σύμπτωση σημαίνει πολλαπλασιασμένη απιθανότητα. Μια συντηρητική εκτίμηση της πιθανότητας να χτυπηθώ από κεραυνό σε ένα οποιοδήποτε λεπτό της ζωής μου είναι ίσως 1 στις 10 εκατομμύρια. Η πιθανότητα να επικαλεστώ έναν κεραυνό σε ένα οποιοδήποτε συγκεκριμένο λεπτό είναι επίσης πολύ μικρή. Πριν από λίγο το έκανα για πρώτη φορά μέσα στα 23.400.000 λεπτά που έχω ζήσει ως τώρα· αμφιβάλλω αν θα το ξανακάνω ποτέ, επομένως ας πούμε ότι η πιθανότητα είναι 1 στις 25 εκατομμύρια.

Για να υπολογίσουμε τη αρθρωτή πιθανότητα να συμβεί η σύμπτωση και των δυο γεγονότων σε ένα οποιοδήποτε συγκεκριμένο λεπτό, πρέπει να πολλαπλασιάσουμε τις δύο ξεχωριστές πιθανότητες. Με τους πρόχειρους υπολογισμούς μου, η πιθανότητα είναι 1 στις 250 τρισεκατομμύρια. Αν μου συνέβαινε μια σύμπτωση τέτοιου μεγέθους, θα τη χαρακτήριζα θαύμα και θα πρόσεχα τα λόγια μου στο μέλλον. Αλλά, παρ’ όλο που οι πιθανότητες να συμβεί είναι πολύ μικρές, μπορούμε και πάλι να τις υπολογίσουμε. Δεν είναι στην κυριολεξία μηδενικές.

Στην περίπτωση του μαρμάρινου αγάλματος, τα μόριά του ωθούν συνεχώς το ένα το άλλο, κινούμενα σε τυχαίες κατευθύνσεις. Οι ωθήσεις των διαφορετικοί μορίων ακυρώνουν η μια την άλλη, και έτσι το χέρι του αγάλματος παραμένει ακίνητο. Αν όμως, από καθαρή σύμπτωση, όλα τα μόρια συνέβαινε να κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση ταυτοχρόνως, το χέρι θα κινούνταν. Αν στη συνέχεια αντέστρεφαν την κατεύθυνσή τους όλα μαζί, το χέρι θα κινούνταν αντίθετα. Με αυτό τον τρόπο είναι δυνατόν να κουνήσει το χέρι του ένα μαρμάρινο άγαλμα.

Είναι κάτι που μπορεί να συμβεί. Η πιθανότητα μιας τέτοιας σύμπτωσης είναι ασύλληπτα μικρή, αλλά όχι σε σημείο που να μην υπολογίζεται. Ένας συνάδελφος μου, φυσικός, είχε την ευγένεια να μου την υπολογίσει. Ο αριθμός είναι τόσο μεγάλος, ώστε ολόκληρη η ηλικία του σύμπαντος μέχρι τώρα, δεν θα επαρκούσε για να γράψουμε όλα τα μηδενικά! Είναι θεωρητικά δυνατόν για μια αγελάδα να πηδήσει πάνω από το Φεγγάρι, και το γεγονός αυτό είναι εξίσου απίθανο περίπου με την κίνηση του αγάλματος. Το συμπέρασμα από αυτό το μέρος του επιχειρήματος, είναι ότι μπορούμε να υπολογίσουμε πιθανότητες απίστευτα μικρές· τόσο μικρές, ώστε δεν θα μπορούσαμε ποτέ να τις θεωρήσουμε εύλογες, έστω και στη φαντασία μας.

Ας εξετάσουμε το θέμα τού τι θεωρούμε εύλογο.
Τα γεγονότα που μπορούμε να θεωρήσουμε εύλογα, αποτελούν μια στενή ζώνη στη μέση ενός πολύ ευρύτερου φάσματος, του φάσματος των δυνατών γεγονότων. Μερικές φορές η ζώνη αυτή είναι πιο στενή απ’ όσο θα έπρεπε. Εδώ έχουμε μια αντιστοιχία με την περίπτωση του φωτός. Τα μάτια μας είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να αντιλαμβάνονται μια στενή ζώνη ηλεκτρομαγνητικών συχνοτήτων (εκείνες που ονομάζουμε φως), κάπου στη μέση του φάσματος που εκτείνεται από τα μακρά ραδιοφωνικά κύματα μέχρι τις ακτίνες Χ.

Δεν μπορούμε να δούμε τις ακτίνες που βρίσκονται έξω από τη στενή ζώνη του φωτός, μπορούμε όμως να κάνουμε υπολογισμούς γι’ αυτές και να κατασκευάσουμε όργανα που τις αντιλαμβάνονται. Με τον ίδιο τρόπο, γνωρίζουμε ότι οι κλίμακες του μεγέθους και του χρόνου εκτείνονται και προς τις δύο κατευθύνσεις πολύ πέρα από τη ζώνη που μπορούμε να φανταστούμε.

Ο νους μας δεν μπορεί να αντιληφθεί τις μεγάλες αποστάσεις με τις οποίες ασχολείται η αστρονομία ή τις μικρές αποστάσεις με τις οποίες ασχολείται η ατομική φυσική, μπορούμε όμως να εκφράσουμε αυτές τις αποστάσεις με μαθηματικά σύμβολα. Ο νους μας δεν μπορεί να φανταστεί ένα χρονικό διάστημα όπως το πικοδευτερόλεπτο (ένα τρισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου), μπορούμε όμως να κάνουμε υπολογισμούς, με πικοδευτερόλεπτα και να κατασκευάσουμε υπολογιστές που εκτελούν υπολογισμούς μέσα σε πικοδευτερόλεπτα. Ο νους μας δεν μπορεί να φανταστεί ένα χρονικό διάστημα όπως το ένα εκατομμύριο χρόνια, και πολύ περισσότερο τα διαστήματα των δισεκατομμυρίων χρόνων με τα οποία ασχολούνται συνήθως οι γεωλόγοι.

Όπως ακριβώς τα μάτια μας μπορούν να δουν μόνο εκείνη τη στενή ζώνη των ηλεκτρομαγνητικών συχνοτήτων την οποία έβλεπαν και οι πρόγονοι μας χάρη στον εξοπλισμό που τους προσέφερε η φυσική επιλογή, έτσι και ο εγκέφαλος μας είναι κατάλληλα κατασκευασμένος ώστε να μπορεί να χειρίζεται ορισμένες στενές ζώνες μεγέθους και χρόνου.

Φαίνεται ότι οι πρόγονοί μας δεν είχαν λόγους να ασχοληθούν με μεγέθη και χρονικά διαστήματα που υπερβαίνουν τα στενά όρια των καθημερινών πρακτικών αναγκών, και έτσι ο εγκέφαλός μας δεν ανέπτυξε ποτέ την ικανότητα να τα φαντάζεται. Είναι ίσως σημαντικό το γεγονός ότι το μέγεθος του ίδιου μας του σώματος βρίσκεται στη μέση της ζώνης των μεγεθών που μπορούμε να φανταστούμε και η διάρκεια της ζωής μας βρίσκεται περίπου στη μέση της ζώνης των χρονικών διαστημάτων που μπορούμε να φανταστούμε.

Μπορούμε να πούμε το ίδιο για τις απιθανότητες και τα θαύματα. Φανταστείτε μια διαβαθμισμένη κλίμακα απιθανοτήτων, ανάλογη με την κλίμακα από τα άτομα ως τους γαλαξίες ή τη χρονική κλίμακα από τα πικοδευτερόλεπτα ως τους γεωλογικούς αιώνες. Πάνω σ’ αυτή την κλίμακα σημειώνουμε διάφορα χαρακτηριστικά σημεία αναφοράς. Στην αριστερή άκρη της κλίμακας βρίσκονται τα γεγονότα που είναι σχεδόν βέβαια, όπως η πιθανότητα ότι ο Ήλιος θα ανατείλει αύριο. Κοντά στην αριστερή άκρη τής κλίμακας βρίσκονται τα γεγονότα που είναι ελαφρώς απίθανα, όπως το να φέρεις εξάρες ρίχνοντας μόνο μία φορά δύο ζάρια.

Οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι 1 στις 36 -και είναι κάτι που το έχουμε κάνει όλοι αρκετά συχνά. Προχωρώντας προς τη δεξιά άκρη του φάσματος, ένα άλλο χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς είναι η πιθανότητα ενός «τέλειου μοιράσματος» στο μπριτζ, στο οποίο ο καθένας από τους τέσσερις παίχτες παίρνει όλα τα χαρτιά ενός από τα τέσσερα «χρώματα». Οι πιθανότητες να μη συμβεί αυτό είναι 2.235.197.406.895.366368.301.559.999 προς 1.

Ας ονομάσουμε αυτό τον αριθμό ένα «μπριτζ» και ας τον χρησιμοποιήσουμε ως μονάδα απιθανότητας. Αν προβλέπαμε κάτι με απιθανότητα ενός μπριτζ και το γεγονός αυτό συνέβαινε, θα έπρεπε να θεωρήσουμε ότι έγινε θαύμα, εκτός αν υποψιαζόμασταν κάποια απάτη -και αυτό είναι πιο πιθανό. Αλλά θα μπορούσε να συμβεί σε ένα τίμιο μοίρασμα των χαρτιών και είναι πάρα πολύ πιθανότερο από το να κουνήσει το χέρι του ένα μαρμάρινο άγαλμα. Εν τούτοις, όπως είδαμε, ακόμη και η κίνηση του χεριού του αγάλματος έχει τη δική της θέση μέσα στο φάσμα των γεγονότων που θα μπορούσαν να συμβούν.

Η απιθανότητα αυτού του γεγονότος μπορεί να μετρηθεί, αν και για τον σκοπό αυτό χρειάζονται μονάδες πολύ μεγαλύτερες από τα «γιγαμπρίτζ». Ανάμεσα στις εξάρες και στο τέλειο μοίρασμα στο μπριτζ υπάρχει μια περιοχή από λιγότερο ή περισσότερο απίθανα γεγονότα που συμβαίνουν μερικές φορές. Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονται το να χτυπηθεί κάποιος από κεραυνό, να κερδίσει ένα μεγάλο ποσό στο λαχείο, να βάλει την μπάλα στην τρύπα με μία μόνο προσπάθεια στο γκολ και ούτω καθεξής.

Κάπου μέσα σ’ αυτή την περιοχή υπάρχουν επίσης εκείνες οι συμπτώσεις που μας δημιουργούν μια παράξενη, ανατριχιαστική αίσθηση, όπως το να ονειρευτούμε ένα συκεκριμένο πρόσωπο για πρώτη φορά μέσα σε δεκαετίες, και ξυπνώντας να μάθουμε ότι πέθανε εκείνη τη νύχτα. Λυτές οι παράξενες συμπτώτεις είναι πολύ εντυπωσιακές όταν συμβαίνουν σε μας ή σε κάποιον φίλο μας, αλλά η απιθανότητά τους μετριέται μόλις σε «πικομπρίτζ».

Συχνά επισημαίνεται το γεγονός ότι οι χημικοί έχουν αποτύχει στις προσπάθειές τους να επαναλάβουν την αυτόματη εμφάνιση ζωής στο εργαστήριο. Αυτό το στοιχείο χρησιμοποιείται επανειλημμένως, σαν να αποτελεί τεκμήριο το οποίο καταρρίπτει τις θεωρίες που δοκιμάζουν οι χημικοί. Ωστόσο, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι, αντίθετα, θα έπρεπε να ανησυχούμε αν οι χημικοί κατάφερναν με μεγάλη ευκολία να παραγάγουν ζωή μέσα στον δοκιμαστικό σωλήνα. Ο λόγος είναι ότι τα πειράματα των χημικών γίνονται για μερικά μόνο χρόνια και όχι για δισεκατομμύρια χρόνια και ότι τα εκτελούν μόνο μια χούφτα χημικοί και όχι δισεκατομμύρια χημικοί.

Αν αποδεικνυόταν ότι η αυτόματη εμφάνιση της ζωής είναι ένα γεγονός τόσο πιθανό, ώστε να έχει συμβεί μέσα στις λίγες ανθρώπινες δεκαετίες κατά τις οποίες γίνονται τα πειράματα, τότε η ζωή θα έπρεπε να έχει εμφανιστεί πολλές φορές στη Γη και σε πλανήτες που βρίσκονται σε εμβέλεια ραδιοεπικοινωνίας με τον δικό μας. Φυσικά, όλα αυτά παρακάμπτουν ορισμένα σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το αν οι χημικοί έχουν καταφέρει να αναπαραγάγουν πιστά τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αρχέγονη Γη, αλλά ακόμη κι έτσι, με δεδομένο ότι δεν μπορούμε να απαιτήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα, αξίζει τον κόπο να εξετάσουμε το επιχείρημα.

Αν η εμφάνιση της ζωής ήταν ένα πιθανό γεγονός για τα συνηθισμένα ανθρώπινα κριτήρια, τότε σε σημαντικό αριθμό πλανητών που βρίσκονται σε εμβέλεια ραδιοεπικοινωνίας θα έπρεπε να έχει αναπτυχθεί από κάποια όντα σχετική τεχνολογία εδώ και αρκετό καιρό (αν λάβουμε υπόψη μας ότι τα ραδιοφωνικά κύματα κινούνται με ταχύτητα 300.000 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο), ώστε να έχουμε λάβει τουλάχιστον μία εκπομπή κατά τις δεκαετίες που έχουμε τον απαραίτητο εξοπλισμό.

Ίσως υπάρχουν περίπου 50 άστρα που βρίσκονται σε εμβέλεια ραδιοεπικοινωνίας, αν θεωρήσουμε ότι εκεί ζουν όντα που διαθέτουν τη σχετική τεχνολογία, τουλάχιστον για όσο διάστημα τη διαθέτουμε κι εμείς. Αλλά τα 50 χρόνια δεν είναι παρά μια φευγαλέα στιγμή, και θα ήταν μεγάλη σύμπτωση αν οι εξελίξεις ενός άλλου πολιτισμού ήταν τόσο συγχρονισμένες με του δικού μας. Αν συμπεριλάβουμε στον υπολογισμό μας εκείνους τους πολιτισμούς που είχαν ραδιοφωνική τεχνολογία πριν από 1.000 χρόνια, θα υπάρχουν περίπου ένα εκατομμύριο άστρα σε εμβέλεια ραδιοεπικοινωνίας (μαζί με όσους πλανήτες βρίσκονται σε τροχιά γύρω τους).

Αν συμπεριλάβουμε και τους πολιτισμούς που είχαν ραδιοφωνική τεχνολογία εδώ και 100.000 χρόνια, μπαίνει μέσα στην ακτίνα επικοινωνίας ολόκληρος ο Γαλαξίας με τα τρισεκατομμύρια άστρα του. Φυσικά, τα εκπεμπόμενα σήματα θα εξασθενούσαν σε μεγάλο βαθμό αν διένυαν τόσο τεράστιες αποστάσεις.

Έτσι, φτάσαμε στο ακόλουθο παράδοξο: Αν μια θεωρία για την εμφάνιση της ζωής είναι αρκετά «εύλογη» ώστε να ικανοποιεί την υποκειμενική μας κρίση για το τι είναι πιθανό, τότε είναι υπερβολικά «εύλογη» για να εξηγήσει την έλλειψη ζωής στο σύμπαν όπως το παρατηρούμε. Σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, η θεωρία που αναζητούμε πρέπει να είναι τέτοια ώστε να φαίνεται απίθανη στη φαντασία μας, η οποία περιορίζεται από τα όρια του μεγέθους και του χρόνου της ζωής μας.

Εξακολουθούμε να μη γνωρίζουμε πώς ακριβώς άρχισε η φυσική επιλογή στη Γη. Αυτό το κείμενο είχε έναν μετριοπαθή σκοπό: Να αναλύσει ποιο είδος θεωρίας θα μπορούσε να εξηγήσει με ποιον τρόπο πρέπει να εμφανίστηκε η ζωή πάνω στη Γη. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια σαφής και αποδεκτή εξήγηση για την εμφάνιση της ζωής, οπωσδήποτε δεν πρέπει να εκληφθεί ως πρόβλημα για τη δαρβινική κοσμοθεωρία, όπως γίνεται μερικές φορές εξαιτίας κάποιων ευσεβών πόθων.

Το επιχείρημα της πολικής αρκούδας
Σήμερα οι θεολόγοι έχουν την τάση να δείχνουν τους πολύπλοκους έμβιους μηχανισμούς και να λένε «είναι αδύνατο να πιστέψει κανείς» ότι τέτοια πολυπλοκότητα, ή τέτοια τελειότητα, θα μπορούσε να προκόψει από τη φυσική επιλογή. Όποτε διαβάζω ένα σχόλιο αυτής της μορφής, μου έρχεται η διάθεση να γράψω στο περιθώριο του βιβλίου: «Μίλα μόνο για τον εαυτό σου».

Υπάρχουν πολλά παρόμοια παραδείγματα (εγώ μέτρησα 35 σε ένα κεφάλαιο) σε ένα πρόσφατο βιβλίο με τίτλο «The Probability of Cod» (Η πιθανότητα του Θεού), του Hugh Monicfiore, επισκόπου του Μπίρμιγχαμ. Ο επίσκοπος πιστεύει στην εξέλιξη, αλλά δεν μπορεί να πιστέψει ότι η φυσική επιλογή είναι επαρκής εξήγηση για την πορεία που έχει πάρει η εξέλιξη, εν μέρει επειδή όπως και πολλοί άλλοι, υποπίπτει στο θλιβερό σφάλμα να θεωρεί τη φυσική επιλογή «τυχαία» και «χωρίς νόημα». Ο επίσκοπος χρησιμοποιεί κατά κόρον το επιχείρημα της προσωπικής δυσπιστίας, όπως θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε. Μέσα σε ένα κεφάλαιο βρίσκονται με τη σειρά που τις παραθέτω, οι ακόλουθες φράσεις:

Δεν φαίνεται να υπάρχει εξήγηση με βάση τη δαρβινική θεωρία.
Δεν είναι πιο εύκολο να εξηγήσουμε.
Είναι δύσκολο να καταλάβουμε.
Δεν είναι εύκολο να καταλάβουμε.
Είναι εξίσου δύσκολο να εξηγήσουμε.
Δεν το βρίσκω εύκολο να καταλάβω.
Δεν το βρίσκω εύκολο να δω.
Το βρίσκω δύσκολο να καταλάβω.
Δεν φαίνεται δυνατόν να εξηγηθεί.
Δεν βλέπω πώς.
Ο νεοδαρβινισμός δεν μπορεί να εξηγήσει πολλές από τις πολύπλοκες συμπεριφορές των ζώων.
Δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε πώς μια τέτοια συμπεριφορά θα μπορούσε να εξελιχθεί αποκλειστικά και μόνο μέσα από τη φυσική επιλογή.
Είναι αδύνατον.
Πώς μπορεί να εξελίχθηκε ένα τόσο πολύπλοκο όργανο.
Δεν είναι εύκολο να δει κανείς.
Είναι δύσκολο να καταλάβουμε.


Το επιχείρημα της προσωπικής δυσπιστίας είναι εξαιρετικά αδύναμο, όπως είχε επισημάνει και ο ίδιος ο Δαρβίνος. Σε μερικές περιπτώσεις στηρίζεται στην απλή άγνοια. Για παράδειγμα, ένα από τα γεγονότα που βρίσκει τόσο δύσκολο να καταλάβει ο επίσκοπος είναι το λευκό χρώμα της πολικής αρκούδας. Όσο για την παραλλαγή, δεν είναι πάντοτε εύκολο να εξηγηθεί με βάση τις αρχές του νεοδαρβινισμού. Αν οι πολικές αρκούδες είναι το κυρίαρχο είδος στην Αρκτική, τότε δεν θα χρειαζόταν να αναπτύξουν αυτή τη λευκόχρωμη παραλλαγή.

Αυτό θα πρέπει να μεταφραστεί ως εξής: Εγώ προσωπικά, απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, καθώς κάθομαι στο γραφείο μου, χωρίς να έχω επισκεφτεί ποτέ την Αρκτική, χωρίς να έχω δει ποτέ πολική αρκούδα σε άγρια κατάσταση και έχοντας σπουδάσει κλασική λογοτεχνία και Θεολογία, δεν κατάφερα ως τώρα να βρω κάποιον λόγο για τον οποίον οι πολικές αρκούδες μπορεί να ωφελούνται από το γεγονός ότι είναι λευκές.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, γίνεται παραδεκτό ότι μόνο τα ζώα που είναι λεία άλλων ζώων χρειάζονται παραλλαγή. Ο επίσκοπος παραβλέπει το γεγονός ότι και τα αρπακτικά ζώα ωφελούνται επίσης όταν μπορούν να κρυφτούν από τη λεία τους. Οι πολικές αρκούδες κυνηγούν φώκιες που ξεκουράζονται στον πάγο. Αν η φώκια δει την αρκούδα να πλησιάζει από μακριά, μπορεί να ξεφύγει. Υποψιάζομαι ότι αν ο επίσκοπος φανταστεί μια φαιά αρκούδα να προσπαθεί να πλησιάσει μια φώκια πάνω στο χιόνι χωρίς να γίνει αντιληπτή, θα βρει αμέσως την απάντηση στο πρόβλημά του.

Το επιχείρημα της πολικής αρκούδας μπορεί να καταρριφθεί πολύ εύκολα, αλλά, από μια σημαντική άποψη, δεν είναι αυτό το θέμα. Ακόμη και αν η μεγαλύτερη αυθεντία του κόσμου δεν μπορεί να εξηγήσει κάποιο παράξενο βιολογικό φαινόμενο, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ανεξήγητο. Πολλά μυστήρια παρέμεναν ανεξήγητα για αιώνες, μέχρι τελικά να διαλευκανθούν. Μπορώ να πω ότι οι περισσότεροι σύγχρονοι βιολόγοι δεν θα δυσκολεύονταν να ερμηνεύσουν και τα 35 παραδείγματα του επισκόπου με βάση τη θεωρία της φυσικής επιλογής, αν και δεν είναι όλα τους τόσο απλά, όσο οι πολικές αρκούδες. Εντούτοις να δοκιμάζουμε την ανθρώπινη επινοητικότητα. Ακόμη κι αν βρίσκαμε ένα παράδειγμα που δεν θα μπορούσαμε να το εξηγήσουμε, δεν θα ήταν συνετό να βγάλουμε πολύ βιαστικά και γενικά συμπεράσματα από τη δική μας ανικανότητα. Ο ίδιος ο Δαρβίνος ήταν πολύ σαφής σ’ αυτό το σημείο.

Υπάρχουν και πιο σοβαρές μορφές του επιχειρήματος της προσωπικής δυσπιστίας· μορφές που δεν στηρίζονται απλώς και μόνο στην άγνοια ή την έλλειψη επινοητικότητας για την ανεύρεση κάποιας εξήγησης. Μια μορφή του επιχειρήματος, χρησιμοποιεί άμεσα την τρομερή αίσθηση δέους και θαυμασμού που αισθανόμαστε όλοι, όταν βλέπουμε εξαιρετικά πολύπλοκους μηχανισμούς, όπως τη λεπτομερή τελειότητα του συστήματος ηχοεντοπισμού που διαθέτουν οι νυχτερίδες. Το επιχείρημα υπονοεί ότι κάτι τόσο υπέροχο δεν είναι δυνατόν να εξελίχθηκε με τη φυσική επιλογή. Ο επίσκοπος παραθέτει και επιδοκιμάζει ορισμένες σκέψεις του

Ο Bennett σχετικά με τον ιστό της αράχνης: Είναι αδύνατον για κάποιον που έχει παρακολουθήσει την εργασία (της αράχνης) για πολλές ώρες να θεωρήσει ότι ούτε οι αράχνες αυτού του είδους ούτε οι πρόγονοί τους ήταν οι αρχιτέκτονες του ιστού, ή ότι ο ιστός θα μπορούσε να δημιουργηθεί βήμα προς βήμα μέσα από τυχαίες παραλλαγές. Θα ήταν τόσο παράλογο όσο και το να υποθέσουμε ότι οι πολύπλοκες και ακριβείς αναλογίες του Παρθενώνα δημιουργήθηκαν με την τυχαία απόθεση κομματιών μαρμάρου σε σωρούς.

Δεν είναι καθόλου αδύνατον. Αυτό πιστεύω ακράδαντα, και πρέπει να πω ότι έχω κάποια πείρα στις αράχνες και τους ιστούς τους. Ο επίσκοπος συνεχίζει με το ανθρώπινο μάτι, θέτοντας μια ρητορική ερώτηση στην οποία πιστεύει ότι δεν υπάρχει απάντηση: «Πώς μπορεί να εξελίχθηκε ένα τόσο πολύπλοκο όργανο;».

Αυτό δεν είναι επιχείρημα, είναι απλώς άλλη μια έκφραση δυσπιστίας. Πιστεύω ότι η διαισθητική δυσπιστία την οποία όλοι μπαίνουμε στον πειρασμό να αισθανθούμε για τα όργανα άκρας τελειότητας και περιπλοκής, όπως τα ονόμαζε ο Δαρβίνος, οφείλεται σε δύο λόγους. Κατ’ αρχάς, δεν έχουμε διαισθητική αντίληψη του τεράστιου χρονικού διαστήματος που είναι διαθέσιμο για τις εξελικτικές αλλαγές. Οι περισσότεροι επικριτές της φυσικής επιλογής δέχονται ότι μπορεί να επιφέρει κάποιες μικρές αλλαγές, όπως το σκούρο χρώμα που εξελίχθηκε σε διάφορα είδη λεπιδόπτερων μετά τη βιομηχανική επανάσταση.

Ωστόσο, αφού το δεχτούν αυτό, επισημαίνουν πόσο μικρή είναι η συγκεκριμένη αλλαγή. Όπως υπογραμμίζει ο επίσκοπος Montefiore, το σκούρο λεπιδόπτερο δεν είναι ένα νέο είδος. Συμφωνώ ότι η αλλαγή αυτή είναι μικρή και ότι δεν μπορεί να συγκριθεί με την εξέλιξη του ματιού ή του ηχοεντοπισμού. Από την άλλη πλευρά, όμως, τα λεπιδόπτερα χρειάστηκαν μόνο εκατό χρόνια για να κάνουν αυτή την αλλαγή. Το χρονικό διάστημα των εκατό χρόνων φαίνεται μεγάλο για μας, επειδή υπερβαίνει τη διάρκεια της ζωής μας. Για έναν γεωλόγο, όμως, είναι γύρω στις χίλιες φορές μικρότερο από το χρονικό διάστημα που μπορεί συνήθως να μετρήσει!

Τα μάτια δεν απολιθώνονται και έτσι δεν ξέρουμε πόσον χρόνο χρειάστηκε ο δικός μας τύπος ματιού για να εξελιχθεί στη σημερινή του πολυπλοκότητα και τελειότητα από το τίποτε, αλλά το διαθέσιμο χρονικό διάστημα είναι αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια. Σκεφτείτε, σαν σύγκριση, την αλλαγή που επέφερε ο άνθρωπος σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα με τη γενετική επιλογή των σκύλων. Μέσα σε μερικές εκατοντάδες, ή το πολύ χιλιάδες χρόνια, φτάσαμε από τον λύκο στα πεκινουά, τα μπουλντόγκ, τα τσιουάουα και τα σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου. Μπορεί όμως να πείτε ότι όλες αυτές οι ράτσες εξακολουθούν να είναι σκυλιά· δεν μετατράπηκαν σε διαφορετικό «είδος» ζώου.

Ναι, αν σας παρηγορεί να παίζετε έτσι με τις λέξεις, μπορείτε να τα αποκαλέσετε όλα σκυλιά. Σκεφτείτε όμως το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί. Ας θεωρήσουμε ότι το συνολικό χρονικό διάστημα που χρειάστηκαν όλες αυτές οι ράτσες σκυλιών για να εξελιχθούν από τον λύκο, αντιστοιχεί σε ένα συνηθισμένο βήμα. Τότε, στην ίδια κλίμακα, πόσο θα έπρεπε να περπατήσουμε για να γυρίσουμε στη Λούση και τους ομοίους της, τα παλαιότερα ανθρώπινα απολιθώματα που χωρίς καμία αμφιβολία περπατούσαν σε όρθια στάση; Η απάντηση είναι γύρω στα 3,2 χιλιόμετρα.

Και πόσο θα έπρεπε να περπατήσουμε για να επιστρέψουμε στην αρχή της εξέλιξης πάνω στη Γη; Η απάντηση είναι ότι θα έπρεπε να διασχίσουμε με τα πόδια ολόκληρη τη διαδρομή από το Λονδίνο ως τη Βαγδάτη. Σκεφτείτε τη συνολική ποσότητα αλλαγής που απαιτείται για να περάσουμε από τον λύκο στο τσιουάουα και κατόπιν πολλαπλασιάστε τη με τον αριθμό των βημάτων ανάμεσα στο Λονδίνο και στη Βαγδάτη. Αυτό θα σας δώσει κάποια διαισθητική ιδέα της ποσότητας αλλαγής που μπορούμε να περιμένουμε στην πραγματική φυσική επιλογή.

Η δεύτερη αιτία της εύλογης δυσπιστίας που μας προκαλεί η εξέλιξη των εξαιρετικά πολύπλοκων οργάνων, λόγου χάρη, των ματιών του ανθρώπου και των αυτιών της νυχτερίδας, είναι μια διαισθητική εφαρμογή της θεωρίας των πιθανοτήτων. Ο επίσκοπος Montcfiore παραθέτει τα σχόλια του C.E. Raven για τους κούκους. Οι κούκοι γεννούν τα αβγά τους στις φωλιές άλλων πουλιών, τα οποία αναλαμβάνουν εν αγνοία τους το ρόλο του θετού γονέα. Όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, η βιολογική προσαρμογή του κούκου δεν είναι απλή αλλά πολλαπλή. Οι κούκοι έχουν πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικό που τους καθιστούν ικανούς να ζήσουν με παρασιτικό τρόπο. Για παράδειγμα, η μητέρα έχει τη συνήθεια να γεννά στις φωλιές άλλων πουλιών, και το μωρό έχει τη συνήθεια να πετάει τα νεογέννητα του άλλου πουλιού έξω από τη φωλιά. Και οι δύο συνήθειες βοηθούν τον κούκο να πετύχει στην παρασιτική ζωή του.

Και ο Raven συνεχίζει: Είναι φανερό ότι καθεμιά από τις συνθήκες που εντάσσονται σ’ αυτή την ακολουθία είναι ουσιώδης για την επιτυχία του όλου. Εντούτοις, καθεμιά από μόνη της είναι άχρηστη. Όλο αυτό το «τέλειο έργο» θα πρέπει να επιτεύχθηκε ταυτόχρονα. Οι πιθανότητες να προκύψει τυχαία μια τέτοια σειρά συμπτώσεων, όπως αναφέραμε ήδη, είναι απειροελάχιστες.

Επιχειρήματα όπως αυτό, είναι κατ’ αρχήν πιο αξιόλογα από όσα στηρίζονται στην απλή δυσπιστία. Η μέτρηση της στατιστικής πιθανότητας ενός γεγονότος αποτελεί τον σωστό τρόπο για να εκτιμήσουμε πόσο πιστευτό είναι… Ωστόσο, πρέπει να εφαρμόζεται σωστά! Το επιχείρημα του Raven έχει δύο σφάλματα. Πρώτον, υπάρχει η γνωστή -και θα πρέπει να προσθέσω, μάλλον εκνευριστική- σύγχυση της φυσικής επιλογής με το «τυχαίο». Το τυχαίο είναι οι μεταλλάξεις.

Η φυσική επιλογή, όμως, είναι ακριβώς το αντίθετο του τυχαίου. Δεύτερον, απλούστατα δεν είναι σωστό ότι κάθε συνθήκη από μόνη της είναι άχρηστη. Δεν είναι αλήθεια ότι ολόκληρη η τέλεια διεργασία προσαρμογής πρέπει να επιτεύχθηκε ταυτόχρονα. Δεν είναι αλήθεια ότι κάθε μέρος είναι απαραίτητο για την επιτυχία του όλου. Ένα απλό, στοιχειώδες, ημιτελές μάτι ή αφτί ή σύστημα ηχοεντοπισμού ή σύστημα παρασιτισμού του κούκου, κ.λπ. είναι καλύτερο από το τίποτε. Χωρίς μάτι είσαι εντελώς τυφλός. Με μισό μάτι μπορεί τουλάχιστον να είσαι σε θέση να αντιληφθείς τη γενική κατεύθυνση της κίνησης ενός αρπακτικού ζώου, έστω και αν δεν μπορείς να εστιάσεις και να σχηματίσεις ευκρινή εικόνα. Μια τέτοια ιδιότητα μπορεί να καθορίσει τη διαφορά ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο.

Ρίτσαρντ Ντόκινς, Ο τυφλός ωρολογοποιός

Υπάρχει ο κόσμος; Ή με απατούν οι αισθήσεις μου;

Υπάρχει ο κόσμος; Ή με απατούν οι αισθήσεις μου; Από τον Καρτέσιο στον Χιουμ.

Βαδίζω στην ύπαιθρο χωρίς παπούτσια και κάλτσες απολαμβάνοντας το δροσερό χάδι του γρασιδιού. Μυρίζω τον φρέσκο αέρα και νιώθω ευεξία. Ένα τσίμπημα με προειδοποιεί με οξύ τρόπο ότι κινούμαι δίπλα σε μια συστάδα αγκαθωτών θάμνων. Καθώς περπατώ δίπλα στο ποταμάκι βλέπω από μακριά ένα εξοχικό σπίτι και το πλησιάζω με ανυπομονησία. Από το παράθυρο ακούγεται το ραδιόφωνο να παίζει μελωδικά τραγούδια.

Και ξαφνικά, τίποτα. Όλα μαυρίζουν. Δε νιώθω τίποτε, δε σκέφτομαι τίποτε, δεν έχω καν συνείδηση για την απουσία των παραπάνω. Κάπου πιο πέρα, σε ένα εργαστήριο, δύο επιστήμονες αποσυνδέουν από τη μηχανή παραγωγής ονείρων τον εγκέφαλό μου που ήταν σε μια γυάλα και με τον οποίο έπαιζαν τόση ώρα δημιουργώντας του (ή μου) ψεύτικες εντυπώσεις. Δεν υπήρχαν ούτε δέντρα, ούτε γρασίδι, ούτε σπίτι δίπλα στο ποτάμι. Όλα ήταν δημιουργημένα από έναν δεξιοτεχνικό ερεθισμό των κατάλληλων νευρώνων. Μα τα ένιωθα τόσο αληθινά!

Η παραπάνω ιστορία δεν έχει γεννηθεί στη νοσηρή φαντασία ενός ακραίου αρνητή της πραγματικότητας. Αποτελεί την γλαφυρή αν και κάπως εφιαλτική αναδιατύπωση ενός κλασικού ερωτήματος, αυτού που αναφέρεται στον τίτλο. Εάν όλα όσα ξέρουμε για τον κόσμο, ακόμα κι αυτή η ίδια η ύπαρξή του, προέρχονται από τις αισθήσεις μας, πώς είμαστε σίγουροι ότι αυτές δεν μας απατούν; Ότι ο κόσμος είναι έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε, ή ακόμα ότι υπάρχει και δεν βλέπουμε ένα όνειρο που το θεωρούμε ως πραγματικότητα;

Αυτή ακριβώς ήταν και η απορία του μεγάλου φιλοσόφου Rene Descartes (Καρτέσιος) που το 1641 διατύπωσε στους περίφημους Στοχασμούς του περί της Πρώτης Φιλοσοφίας (Meditations on First Philosophy). Στο έργο του αυτό, στην αρχή του πρώτου στοχασμού αναρωτιέται κάτι που σίγουρα θα έχει περάσει από το μυαλό των περισσότερων ανθρώπων:

«Ότι δέχτηκα μέχρι πρότινος ως αληθέστατο, το παρέλαβα από τις αισθήσεις ή δια των αισθήσεων. Όμως τούτες τις συνέλαβα ενίοτε να σφάλλουν και είναι συνετό να μην εμπιστευόμαστε ποτέ εντελώς όσους μας απάτησαν έστω και μια φορά

Οι αισθήσεις μας λοιπόν μας απατούν πολύ συχνά, αν όχι πάντοτε. Το ερώτημα είναι, εάν οι αισθήσεις μας απατούν ακόμα και για βασικά πράγματα όπως η ύπαρξη του σώματός μας ή για το ότι είμαστε αυτοί που είμαστε και όχι κάποιοι άλλοι και κάπως αλλιώς. Γιατί, όπως συνεχίζει να συλλογίζεται ο Καρτέσιος, μόνο ένας παράφρονας θα αμφισβητούσε τα παραπάνω και θα σκεφτόταν για παράδειγμα ότι έχει πήλινο κεφάλι ή είναι κολοκύθα, όχι όμως και ένας φυσιολογικά σκεπτόμενος άνθρωπος. Αλλά αυτού ακριβώς του είδους τα πράγματα δεν είναι που βλέπουμε στα όνειρά μας;

Κολυμπάμε στη σφαίρα του απίθανου και του παραλόγου με μια εντυπωσιακή φυσικότητα και μόνο όταν ξυπνήσουμε και συγκρίνουμε τις δύο πραγματικότητες, την ονειρική με αυτή που θεωρούμε ως πραγματική, αντιλαμβανόμαστε πόσο είχαμε πλανευτεί. Υπάρχει όμως ένας αντικειμενικός τρόπος για να διακρίνουμε τις δύο αυτές πραγματικότητες; Την εγρήγορση από τον ύπνο; Πώς ξέρουμε ποιο από τα δύο ήταν το όνειρο; Στο ερώτημα αυτό ο Καρτέσιος φαίνεται ότι προτείνει μια πρώτη λύση:

«… πρέπει ασφαλώς να ομολογήσουμε ότι όσα βλέπουμε κοιμισμένοι είναι κάτι σαν ζωγραφισμένες εικόνες που δεν θα μπορούσαν να πλαστούν παρά καθ’ ομοίωσιν αληθινών πραγμάτων. Με ανάλογο τρόπο, παρότι γενικά πράγματα όπως μάτια, κεφάλι, χέρια, κ.ο.κ. μπορούν να είναι φανταστικά, ωστόσο πρέπει να ομολογήσουμε αναγκαία ότι ορισμένα άλλα έστω, ακόμα πιο απλά και καθολικά, είναι αληθινά και ότι από αυτά, σαν από αληθινά χρώματα, πλάθονται όλες εκείνες οι εικόνες των πραγμάτων που είναι στη σκέψη μας, είτε είναι αληθινές είτε ψεύτικες

Δεν υπάρχει συνεπώς παρθενογένεση. Τίποτε δεν μπορεί να γεννηθεί, ακόμα και ως όνειρο, εάν τίποτε δεν υπάρχει. Κι αυτό που υπάρχει για τον Καρτέσιο είναι κάτι σαν πρώτη ύλη. Η σωματική φύση και γενικά η έκτασή της, το σχήμα των εκτατών πραγμάτων, το μέγεθος, ο αριθμός τους, ο χώρος και ο χρόνος στον οποίο υπάρχουν. Η αμφιβολία του φιλοσόφου περιορίζεται λοιπόν στα σύνθετα, όχι όμως και στα απλά πράγματα και στις επιστήμες αυτών όπως είναι η Γεωμετρία και η Αριθμητική, διότι είτε είναι ξύπνιος κανείς είτε κοιμάται, ένα τετράγωνο θα έχει πάντα τέσσερις γωνίες και 2 + 2 θα κάνει πάντοτε 4.

Μια δεύτερη γραμμή επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί ο Καρτέσιος στους στοχασμούς του έχει να κάνει με την έννοια και τον ρόλο του θεού. Ως γνωστόν, η έννοια του θεού ήταν (και είναι) εξ’ ορισμού συνυφασμένη με την έννοια της παντοδυναμίας και της παναγαθοσύνης. Ως παντοδύναμος λοιπόν ο θεός θα μπορούσε να έχει φτιάξει τον κόσμο με τρόπο που τίποτε να μην είναι αληθινό. Ωστόσο, αυτό θα ερχόταν σε σύγκρουση με τη δεύτερη ιδιότητά του, δηλαδή το ότι είναι πανάγαθος. Διότι ως πανάγαθος κι όχι πανούργος, δεν θα ήθελε να εξαπατά τον άνθρωπο τόσο πολύ ώστε όλα να είναι ‘ονειρικοί εμπαιγμοί’.

Ο Καρτέσιος θα συνεχίσει την πραγμάτευση του για τον ρόλο του θεού και στους επόμενους στοχασμούς. Στον τέταρτο επανέρχεται με το ερώτημα της ύπαρξης του κόσμου. Ξεκινάει με δύο παραδοχές που έχουν προκύψει από τους προηγούμενους συλλογισμούς του, ότι υπάρχει θεός πανάγαθος και ότι υπάρχει σκεπτόμενο πνεύμα. Ποιος ο ρόλος της πλάνης όμως; Μπορεί να προέρχεται από τον θεό τη στιγμή που αυτός είναι ένα τέλειο και αγαθό ον; Όχι, μονάχα ως ελάττωμα μπορεί να νοηθεί. Δεν είναι καθαρή άρνηση, αλλά στέρηση ή ένδεια κάποιας γνώσης, όπως διατυπώνει, και ο λόγος ύπαρξης των πλανών είναι ότι ο θεός εκτός από τη διάνοια μας έχει προικίσει και με ελεύθερη βούληση.

Θα επανέλθει στο πρόβλημα της ύπαρξης υλικών πραγμάτων στον έκτο στοχασμό, όπου κάνει μια σημαντική διάκριση μεταξύ αισθητών (αντιλαμβανόμενων) και νοητών πραγμάτων.

«Θεωρώντας δε τις ιδέες όλων εκείνων των ποιοτήτων που προσφέρονταν στη σκέψη μου, τις οποίες μόνο αισθανόμουν κυριολεκτικά και άμεσα, δε νόμιζα χωρίς λόγο ότι αισθανόμουν ορισμένα πράγματα εντελώς διαφορετικά από τη σκέψη μου, δηλαδή σώματα από τα οποία πήγαζαν οι ιδέες εκείνες. Διότι τις ένιωθα να επεισάγονται σε μένα δίχως τη συγκατάθεσή μου, έτσι ώστε, όσο και να το ήθελα, δεν μπορούσα ούτε να αισθάνομαι ένα αντικείμενο όταν αυτό δεν ήταν παρόν σ’ ένα αισθητήριο όργανό μου, ούτε να μην το αισθάνομαι όταν ήταν. Και καθώς οι ιδέες τις οποίες αντιλαμβανόμουν μέσω της αίσθησης ήταν πολύ πιο ζωηρές, πιο ευκρινείς και με τον τρόπο τους πιο διακριτές από εκείνες που έπλαθα μετά από σκόπιμο και συνειδητό στοχασμό, ή έβρισκα αποτυπωμένες στη μνήμη μου, δεν φαινόταν δυνατό να πηγάζουν από τον εαυτό μου, απέμενε άρα ότι επεισάγονταν από ορισμένα άλλα πράγματα

Στο πολύ σημαντικό αυτό σημείο ο Καρτέσιος κάνει έναν φαινομενολογικό διαχωρισμό μεταξύ του περιεχομένου των σκέψεων και των αντιλήψεων. Οτιδήποτε είναι στο νου μας ως σκέψη, ως φαντασία ή ως μνήμη, ανήκει στην πρώτη κατηγορία, ενώ αντίστοιχα οτιδήποτε είναι στο νου μας ως κατ’ αίσθηση αντίληψη ανήκει στη δεύτερη. Οι δύο αυτές κατηγορίες νοητικών καταστάσεων χαρακτηρίζονται από σημαντικές διαφορές.

Καταρχάς, φαίνεται πως ότι αντιλαμβανόμαστε είναι πολύ πιο πλούσιο σε χρώματα, λεπτομέρειες, ποιότητες σε σχέση με ότι σκεφτόμαστε, φανταζόμαστε ή θυμόμαστε.

Και δεύτερον, οι αντιληπτικές μας εμπειρίες περιορίζονται από τον τρόπο που είναι φτιαγμένα τα αντικείμενα τα οποία αντιλαμβανόμαστε. Μπορούμε έτσι να ονειρευτούμε ή να φανταστούμε έναν σκύλο που έχει πέντε πόδια και κεφάλι χελώνας, αλλά η κατ’ αίσθηση αντίληψη δεν μας παρέχει αυτήν την ελευθερία. Και αυτό συμβαίνει με συστηματικό τρόπο: κάθε φορά που βλέπουμε έναν σκύλο έχει πάντα κεφάλι σκύλου και τέσσερα πόδια.

Μέσα από ανάλογους συλλογισμούς ο Καρτέσιος καταλήγει στο ότι δεν είχε καμιά απολύτως (ιδέα) στο νου την οποία να μην είχε προηγουμένως στην αίσθηση. Φαίνεται λοιπόν πως οι αρχικές έντονες αμφιβολίες του Καρτέσιου για την ύπαρξη του κόσμου έχουν θεραπευτεί μέσα από τις συλλογιστικές του διεργασίες, με τη βοήθεια της έννοιας του θεού βεβαίως. Και μπορεί να μην θεωρεί τον αντιληπτικό μας μηχανισμό ως τον πιο πιστό σύμβουλο, αλλά δεν τον θεωρεί ωστόσο και ψεύτη εφόσον είναι δημιούργημα του πανάγαθου θεού.

Οι στοχασμοί του Καρτέσιου δεν έβαλαν τελεία και παύλα στη σχετική συζήτηση. Αντίθετα, την άνοιξαν, τόσο πολύ, ώστε συνεχίζεται έντονη μέχρι σήμερα. Η φύση της πραγματικότητας απασχόλησε όλους τους μεγάλους φιλοσόφους τους αιώνες που πέρασαν με έναν από τους σημαντικότερους τον David Hume. Έναν αιώνα μετά τους Στοχασμούς του Καρτέσιου, ο Χιουμ θα πραγματευτεί το ζήτημα της πλάνης των αισθήσεων στο πρώτο βιβλίο της Πραγματείας του για την Ανθρώπινη Φύση (A Treatise of Human Nature, 1739-1740). Το δεύτερο κεφάλαιο του τελευταίου μέρους είναι αφιερωμένο στον σκεπτικισμό ως προς τις αισθήσεις. Εκεί, ο φιλόσοφος θέτει τους προβληματισμούς του:

«Θα πρέπει να εξετάσουμε ξεχωριστά δύο ερωτήματα τα οποία συνήθως συγχέουμε:
 α) Γιατί αποδίδουμε ΣΥΝΕΧΗ ύπαρξη στα αντικείμενα, ακόμη και όταν δεν είναι παρόντα στις αισθήσεις;
β) Γιατί υποθέτουμε ότι έχουν ύπαρξη ΔΙΑΚΡΙΤΗ από τον νου και από την αντίληψη;»

Το ότι τα πράγματα έχουν συνεχή και διακριτή ύπαρξη είναι μια δόξα για τον Χιουμ, μια δόξα που διατηρούμε λόγω των αισθήσεών μας, του λόγου και της φαντασίας μας. Ωστόσο, είναι αμφίβολο για το εάν οι αισθήσεις μας, που είναι και το ζητούμενο του παρόντος άρθρου, μπορούν να μας πληροφορήσουν με σιγουριά για τη συνεχή και διακριτή ύπαρξη των πραγμάτων. Διότι είναι σίγουρο καταρχάς ότι οι αισθήσεις δεν μπορούν να μας διασφαλίσουν για τη συνεχή ύπαρξη των πραγμάτων, καθώς αυτή η συνέχεια παύει όταν δεν υπάρχουν οι αισθήσεις και δεν υπάρχει τρόπος να διαπιστώσουμε ότι ισχύει κάτι διαφορετικό εάν δεν χρησιμοποιήσουμε και πάλι τις αισθήσεις μας. Άρα, η ύπαρξή τους δεν είναι διακριτή και ανεξάρτητη από την αντίληψή μας.

Μια απάντηση στο ερώτημα για το εάν μας απατούν οι αισθήσεις μας ώστε να μας φανερώνουν τις αντιλήψεις μας ως εξωτερικές και ανεξάρτητες από εμάς θα ήταν σύμφωνα με τον Χιουμ η παρακάτω απλοϊκή:

«εφόσον το σώμα μας προφανώς μας ανήκει και εφόσον διάφορες εντυπώσεις φαίνονται εξωτερικές σε σχέση με το σώμα, εμείς υποθέτουμε ότι είναι εξωτερικές και σε σχέση με εμάς. Το χαρτί πάνω στο οποίο γράφω αυτή τη στιγμή βρίσκεται πέρα από το χέρι μου. Το τραπέζι βρίσκεται πέρα από το χαρτί. Οι τοίχοι του δωματίου πέρα από το τραπέζι. Από όλα αυτά μπορεί κανείς να βιαστεί να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται καμιά άλλη ικανότητα πέραν των αισθήσεων για να πειστούμε για την εξωτερική ύπαρξη ενός σώματος

Ο ίδιος όμως αντικρούει την απάντηση αυτή λέγοντας ότι η εξέταση του σώματός μας και η αντίληψη των ορίων του από τον έξω κόσμο προέρχεται από δεδομένα των αισθήσεών μας, οπότε δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις αισθήσεις για να αποδείξουμε την αξιοπιστία των αισθήσεων. Θα κάναμε έτσι λήψη του ζητουμένου (δηλαδή, θα προσπαθούσαμε να αποδείξουμε ότι ισχύει κάτι χρησιμοποιώντας ως δεδομένο του συλλογισμού μας αυτό που θέλουμε να αποδείξουμε).

Η δεύτερη ένστασή του έχει να κάνει με τη φύση των ποιοτήτων όπως οι ήχοι, οι γεύσεις και οι οσμές που ενώ θεωρούνται από το νου ως συνεχείς και ανεξάρτητες, στην ουσία δημιουργούνται από το αντιληπτικό σύστημα. Πράγματι, εκεί έξω δεν βρίσκεται καμία οσμή λεμονιού αλλά μια χημική ουσία που ερεθίζοντας τον οσφρητικό μας βλεννογόνο κάτω από κατάλληλη επεξεργασία καταλήγει να μεταφραστεί από τον εγκέφαλο ως η συγκεκριμένη μυρωδιά, αν και είναι ένα μεγάλο μυστήριο το πώς γίνεται αυτή η μαγική σχεδόν μετατροπή.

Και τρίτον, ακόμα κι αν θεωρούσαμε ότι οι αισθήσεις μπορούν να μας παρέχουν την απαιτούμενη αντικειμενικότητα εξέτασης, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την ύπαρξη πλανών όπως όταν βλέπουμε κάτι από απόσταση και νομίζουμε πως είναι πιο κοντά απ’ ότι πραγματικά είναι. Το γενικότερο συμπέρασμα εδώ είναι πως οι αισθήσεις μας δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα ‘αρχιμήδειο σημείο’ γιατί «δεν μπορούν να λειτουργήσουν πέραν του πεδίου εντός του οποίου πραγματικά λειτουργούν».

Την κατακραυγή των αισθήσεων και της σιγουριάς που μπορούν να μας παρέχουν τη συμπληρώνει ο Χιουμ αναφερόμενος σε μια σημαντική διάκριση. Όπως αναφέρει, μπορούμε να διακρίνουμε τρία είδη εντυπώσεων.

Το πρώτο είδος αφορά ποιότητες όπως σχήμα, όγκο, κίνηση και στερεότητα των σωμάτων.

Το δεύτερο είδος αφορά εντυπώσεις χρώματος, ζέστης κρύου, ήχων, κ.λπ. και στο,

τρίτο είδος εντυπώσεων ανήκει για παράδειγμα ο πόνος ή η ευχαρίστηση που έχουμε όταν ερχόμαστε σε επαφή με τα αντικείμενα.

Παρατηρεί πως τόσο οι φιλόσοφοι όσο και οι αδαείς θεωρούν πως το πρώτο είδος έχει διακριτή και συνεχή ύπαρξη αντίθετα με το τρίτο που αφορά οντότητες διακοπτόμενες και εξαρτώμενες. Για το δεύτερο είδος υφίσταται πρόβλημα διότι οι αδαείς, σύμφωνα με τον Χιουμ, θεωρούν ότι όπως και με το πρώτο είδος έχει διακριτή και συνεχής ύπαρξη. Ωστόσο, οι ποιότητες αυτές δεν υπάρχουν στα αντικείμενα με τρόπο ανεξάρτητο της αντίληψής μας.

Δεν μπορούμε συνεπώς να εφαρμόσουμε καμία έννοια αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ αντιλήψεών μας και αντικειμένων, δηλαδή δεν μπορούμε να συνάγουμε τα δεύτερα από τα πρώτα και καθώς η σχέση αιτίας αποτελέσματος είναι η μόνη που μπορούμε να στηριχτούμε όταν πρόκειται για γεγονότα της πραγματικότητας δεν μπορούμε να πάρουμε καμιά απάντηση από τα δεδομένα των αισθήσεών μας.

Έτσι, τα ακανθώδη ερωτήματα επιμένουν και μας ταλαιπωρούν. Υπάρχει ο κόσμος; Είναι όπως τον αντιλαμβανόμαστε; Μας απατούν οι αισθήσεις μας; Μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το τι υπάρχει στον κόσμο γύρω μας; Μήπως όλα είναι ένα όνειρο;

Τα ερωτήματα αυτά θα τα συναντήσουμε στη σύγχρονη φιλοσοφία μέσα από μεγάλες διαμάχες όπως αυτή μεταξύ του άμεσου και του έμμεσου ρεαλισμού ή μεταξύ του ρεαλισμού από τη μια πλευρά και του σκεπτικισμού, του ιδεαλισμού, της φαινομενοκρατίας και του σολιψισμού από την άλλη.

Ο ρεαλισμός γενικώς παραδέχεται ότι η πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από τις αισθήσεις.

Ο άμεσος ρεαλισμός θεωρεί ότι η παρουσία της πραγματικότητας στην αντίληψή μας είναι αδιαμεσολάβητη ενώ ο έμμεσος θεωρεί ότι προσλαμβάνουμε τον κόσμο μέσω ειδικών οντοτήτων που καλούνται αισθητηριακά δεδομένα. Ο αντίπαλος πόλος του ρεαλισμού είναι οι υπόλοιπες θέσεις.

Ο σκεπτικισμός είναι μια στάση αμφιβολίας για την γνώση του κόσμου μέσω των αισθήσεων, ο ιδεαλισμός πρεσβεύει ότι η πραγματικότητα είναι μη υλική και αποτελεί μια νοητική κατασκευή, η φαινομενοκρατία αποδέχεται μονάχα την ύπαρξη φαινομένων και τέλος ο σολιψισμός φλερτάρει με την ιδέα όλος ο κόσμος, τα πάντα, το άρθρο που αυτή τη στιγμή ολοκληρώνω και οι αναγνώστες του, να υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο στο δικό μου μυαλό.

Αντίστοιχα, για σένα αναγνώστη, ο σολιψισμός θα πρέσβευε ότι καθετί που αντιλαμβάνεσαι ως πραγματικότητα, ακόμα κι εγώ, είναι προϊόντα του δικού σου μυαλού.