Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι

8.8. Ο φυσικός κόσμος


Η φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική στον χρόνο. Καθόρισε τον τρόπο με τον οποίον οι άνθρωποι έβλεπαν τη φύση για 20 ολόκληρους αιώνες. Η μεγάλη επιτυχία της οφείλεται στη συνοχή της, στο ότι κατάφερνε να εξηγεί με έναν ικανοποιητικό τρόπο όλα τα γνωστά φυσικά φαινόμενα, οφείλεται όμως ως έναν βαθμό και στο γεγονός ότι βρισκόταν πολύ κοντά στον κοινό νου. Ο Αριστοτέλης έχει τη σπάνια ικανότητα να αξιοποιεί τις αντιλήψεις των κοινών ανθρώπων, ενσωματώνοντάς τες σε συνεκτικά θεωρητικά πλαίσια.

Η κίνηση είναι η θεμελιώδης έννοια της αριστοτελικής φυσικής. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί την κίνηση με μια διευρυμένη έννοια, που συμπεριλαμβάνει τη γέννηση και τη φθορά, την αύξηση και τη μείωση, την ποιοτική αλλαγή - στην ουσία η κίνηση ταυτίζεται με τη μεταβολή. Η κίνηση λοιπόν, με αυτή την έννοια, είναι το συστατικό γνώρισμα του φυσικού κόσμου, υπήρχε πάντοτε και θα υπάρχει πάντοτε, η ύπαρξή της μάλιστα είναι τόσο προφανής που δεν χρειάζεται απόδειξη. Η ίδια η φύση ορίζεται ως η αιτία της κίνησης, ενώ τα φυσικά όντα είναι εκείνα τα όντα που έχουν τη δυνατότητα να κινούνται και να μεταβάλλονται (Φυσικά 193b8-23).

Παρά την κυριαρχία της συνεχούς μεταβολής στη φύση, ο αριστοτελικός κόσμος ως σύνολο είναι αγέννητος και αιώνιος. Αιώνια είναι και τα φυσικά είδη που τον απαρτίζουν: τα είδη των ζώων και των φυτών, που όλοι γνωρίζουμε, οι σταθεροί συνδυασμοί της ανόργανης ύλης. Η σταθερότητα των φυσικών ειδών δεν αποκλείει τη διαρκή αλλαγή στο εσωτερικό του κάθε είδους. Υπάρχουν δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο, κανένας άνθρωπος δεν είναι απολύτως όμοιος με κάποιον άλλο, όλοι έχουν γεννηθεί και κάποτε θα πεθάνουν, όλοι αλλάζουν διαρκώς σωματικά, ψυχικά και πνευματικά, και παρ᾽ όλα αυτά όλοι ανήκουν στο σταθερό είδος του ανθρώπου. Το κλειδί για την εξήγηση της σταθερότητας μέσα στην αλλαγή είναι το φαινόμενο της αναπαραγωγής: «άνθρωπος άνθρωπο γεννά» επαναλαμβάνει διαρκώς ο Αριστοτέλης. Και εννοεί ότι η φύση έχει προικίσει κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο με μια ενιαία μορφή (το «είδος» του, αυτό που καθορίζει τι είναι άνθρωπος), την οποία προσπαθεί να πραγματώσει και να διαιωνίσει. Το έμβρυο έχει τις φυσικές προδιαγραφές για να γίνει ένας ώριμος άνθρωπος, και για να αναπαραχθεί. Το έμβρυο, στη γλώσσα του Αριστοτέλη, είναι «δυνάμει» άνθρωπος.

Η φύση επομένως λειτουργεί «τελεολογικά». Κάθε φυσικό ον τείνει να πραγματώσει τον προδιαγεγραμμένο σκοπό του, το «τέλος» του. Τελεολογική είναι η ανάπτυξη των ζωντανών οργανισμών προς την πραγμάτωση της μορφής τους. Τελεολογική είναι, κατά μία έννοια, και η φυσική και ανεμπόδιστη κίνηση των ανόργανων σωμάτων. Τα βαριά σώματα, όσα αποτελούνται από γη και νερό, τείνουν να καταλάβουν τη φυσική τους θέση στο κέντρο του σύμπαντος και, επομένως, αν αφεθούν ελεύθερα, κινούνται κατακόρυφα προς τα κάτω. Υπάρχουν όμως και τα ελαφρά σώματα, αυτά που αποτελούνται από αέρα και φωτιά· τα σώματα αυτά, αν αφεθούν ελεύθερα, ανεβαίνουν προς τα επάνω, γιατί τείνουν και αυτά προς τη φυσική τους θέση που βρίσκεται στον ουράνιο θόλο. Οι περισσότερες πάντως κινήσεις των σωμάτων δεν είναι φυσικές και ελεύθερες, αλλά «βίαιες»: ένα κινούμενο σώμα επιδρά επάνω σε ένα άλλο σώμα, και του μεταδίδει την κίνησή του.

Το σύμπαν του Αριστοτέλη είναι σφαιρικό και κλειστό. Στο κέντρο του βρίσκεται η ακίνητη Γη, γύρω από την οποία περιστρέφονται οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες, στερεωμένοι σε ομόκεντρες σφαίρες. Η σφαίρα της Σελήνης, του εγγύτερου πλανήτη, αποτελεί και το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στο επίγειο και στο ουράνιο βασίλειο. Ο αριστοτελικός φυσικός κόσμος είναι διαιρεμένος στα δύο. Ο επίγειος χώρος είναι ο χώρος της γέννησης και της φθοράς, των υλικών όντων που κινούνται με όλες τις δυνατές κινήσεις και υφίστανται κάθε είδους μεταβολή. Στον ουρανό αντιθέτως επικρατεί τάξη και κανονικότητα. Η μοναδική μεταβολή που παρατηρείται στον χώρο αυτό είναι η κυκλική και ομαλή κίνηση των σφαιρών. Το δομικό υλικό των ουρανίων σωμάτων είναι άφθαρτο, διαφορετικό από τα τέσσερα επίγεια στοιχεία (ο Αριστοτέλης το ονομάζει «πρώτο σώμα» ή «πέμπτη ουσία»), και επιτρέπει μόνο την κυκλική κίνηση.

Υπάρχει άραγε ρόλος για τον θεό στο αριστοτελικό σύμπαν; Για τους ανθρωπομορφικούς θεούς του ελληνικής μυθολογίας σίγουρα δεν υπάρχει. Ούτε όμως και για τον παντοδύναμο θεό-δημιουργό της χριστιανικής θρησκείας. Η φύση, για τον Αριστοτέλη, έχει τη δυνατότητα να αυτορυθμίζεται. Και όμως υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις στις οποίες η αριστοτελική μεταφυσική ονομάζεται και «θεολογία». Ο Αριστοτέλης δέχεται την ύπαρξη μιας οντότητας, πλήρως απαλλαγμένης από κίνηση και ύλη, την οποία ονομάζει άλλοτε «θεό» και άλλοτε «κινούν ακίνητο». Οι λόγοι που επικαλείται για την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας τέτοιας οντότητας είναι καθαρά λογικοί. Στη φύση παρατηρούμε μια συνεχή μετάδοση κινήσεων από σώμα σε σώμα (από σώματα που κινούν σε σώματα που κινούνται), μια συνεχή πραγμάτωση δυνατοτήτων. Πώς θεμελιώνεται λογικά αυτή η αλυσίδα των κινήσεων; Δεν θα πρέπει να υπάρχει μια αρχή, μια αιτία της κίνησης; Μπορούμε λοιπόν να συλλάβουμε τη δυνατότητα ύπαρξης μιας οντότητας που θα προκαλεί κίνηση χωρίς η ίδια να κινείται, μιας οντότητας που θα βρίσκεται έξω από τον κύκλο των μεταβολών. Αυτό είναι το αριστοτελικό «κινούν ακίνητο». Δεν δημιουργεί το σύμπαν ούτε επεμβαίνει με κανέναν τρόπο σε αυτό. Εγγυάται απλώς την αλυσίδα των μεταβολών του. Αν ο θεός του Αριστοτέλη αποφάσιζε να αποχωρήσει από τον κόσμο, δεν θα άφηνε πίσω του έναν κενό πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα ακυρωνόταν απλώς μια λογική δυνατότητα.

Πλάτων: Ο Μύθος των Κοσμικών Περιόδων

ΞΕΝ.: "Αν λοιπόν οι τρόφιμοι του Κρόνου, καθώς είχαν τόσο πολύ ελεύθερο χρόνο και ικανότητα να συζητούν όχι μόνο με τους ανθρώπους, αλλά και με τα ζώα, χρησιμοποιούσαν όλα αυτά τα πλεονεκτήματα για τη φιλοσοφία συζητώντας και με τα ζώα και μεταξύ τους και μαθαίνοντας από κάθε πλάσμα, αν έχοντας κάποια προσωπική δύναμη αντιλαμβανόταν κάτι περισσότερο από άλλους για εμπλουτισμό της σοφίας, είναι εύκολο να κρίνουμε ότι οι τότε άνθρωποι ήταν απείρως πιο ευτυχισμένοι από τους τωρινούς.

Αν τρωγοπίνοντας μέχρι κορεσμού συζητούσαν μεταξύ τους και με τα ζώα λέγοντας μύθους σαν κι αυτούς που τώρα λέγονται γι’ αυτά, και σ’ αυτή την περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν πολύ εύκολο να κάνουμε καλή κρίση.
 
Ωστόσο ας τ’ αφήσουμε αυτά, ώσπου κάποιος μας πληροφορήσει ικανοποιητικά τι ήθελαν οι τότε άνθρωποι από τις επιστήμες και από τη χρήση των λόγων. Πρέπει πάντως να πούμε για ποιο λόγο ξεσηκώσαμε τον μύθο, για να προχωρήσουμε.
 
Όταν δηλαδή ολοκληρώθηκε ο χρόνος όλων αυτών κι έπρεπε να γίνει μεταβολή και ήδη όλο το γήινο ανθρώπινο γένος είχε εξαφανιστεί και κάθε ψυχή είχε συμπληρώσει τις γεννήσεις της , πέφτοντας στη γη σε κατάσταση σπέρματος, όσες φορές είχε οριστεί να το κάνει, τότε ο κυβερνήτης του σύμπαντος, σαν να άφησε κάπως τα πηδάλια, αποσύρθηκε στο παρατηρητήριό του και το σύμπαν άρχισε να το περιστρέφει η ειμαρμένη και σύμφυτη επιθυμία του.
 
Όλες λοιπόν οι κατά τόπους θεότητες που συνεξουσίαζαν με τον μεγάλο θεό, γνωρίζοντας πια αυτό που γινόταν σταμάτησαν να φροντίζουν για τα διάφορα μέρη του σύμπαντος.
 
Και το σύμπαν καθώς γυρνούσε πίσω και γινόταν η σύγκρουση και η αρχή και το τέλος πήραν αντίθετες κατευθύνσεις , αυτός έκανε μέσα του το μεγάλο σεισμό και προκάλεσε ξανά καταστροφή σε κάθε είδους ζώο.
 
Μετά από αυτά, αφού πέρασε αρκετός χρόνος, που έδωσε πια τέλος στη σύγχυση και στην ταραχή και στους σεισμούς και επικράτησε γαλήνη, προχωρούσε με τάξη στο συνηθισμένο του δρόμο έχοντας την επιμέλεια και την εξουσία των πλασμάτων που βρίσκονταν μέσα του και του εαυτού του και φέρνοντας, όσο μπορούσε, στο νου του τη διδασκαλία του δημιουργού και πατέρα του.
 
Στην αρχή λοιπόν την εφάρμοζε ακριβέστερα, αλλά προς το τέλος χαλαρότερα· αιτία γι’ αυτό ήταν το σωματικό στοιχείο της σύνθεσής του, αυτό που ήταν σύμφυτο στην πρωταρχική φύση του, επειδή χαρακτηριζόταν από μεγάλη αταξία , προτού φθάσει στην τωρινή κοσμική τάξη.
 
Διότι τα πήρε όλα καλά από εκείνον που έκανε τη σύνθεση· όμως από την προηγούμενη κατάστασή του, όσα φοβερά και άδικα γίνονται στον ουρανό, αυτά τα πήρε από εκείνη και τα έχει ο ίδιος και τα προκαλεί στα ζώα.
 
Όσο λοιπόν έτρεφε τα ζώα μέσα του μαζί με τον κυβερνήτη, προκαλούσε μικρά κακά και μεγάλα καλά· όταν χωρίζεται από εκείνον, κάθε φορά όσο είναι πολύ κοντά στο χωρισμό όλα τα κάνει πολύ καλά, όσο όμως περνά ο καιρός και κυριεύεται από τη λήθη , περισσότερο κυριαρχεί μέσα του η κατάσταση της παλιάς αταξίας · προς το τέλος του χρόνου αυτό φουντώνει· τα καλά είναι μικρά και συγχωνεύει πολλά άσχημα· και κινδυνεύει να καταστραφεί ο ίδιος και όσα βρίσκονται μέσα του.

Γι’ αυτό ακριβώς τότε ο θεός, που είχε βάλει σε τάξη το σύμπαν, επειδή έβλεπε ότι βρίσκονται σε αμήχανη θέση και επειδή φοβόταν μήπως ταλαιπωρημένος από τη σύγχυση διαλυθεί και βυθιστεί στη θάλασσα της ανομοιότητας , που είναι απέραντη, πήρε πάλι τη θέση του στο πηδάλιο, ανέστρεψε όσα νόσησαν και διαλύθηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο, κατά την οποία το σύμπαν ήταν αφημένο στον εαυτό του, το έβαλε σε τάξη, το ξανάστησε όρθιο και το έκανε αθάνατο και αγέραστο. Αυτό λοιπόν είναι το τέλος όλων όσα έχουν λεχθεί· για να δείξουμε τώρα τη φύση του βασιλιά, είναι αρκετό να πιάσουμε την ιστορία από μπροστά.
 
Διότι, όταν το σύμπαν στράφηκε πάλι στο δρόμο της τωρινής γένεσης, η ηλικία σταματούσε πάλι να προχωρεί και δημιουργούσε καινούρια δεδομένα, που ήταν αντίθετα με τα προηγούμενα.
 
Δηλαδή τα ζώα που εξαιτίας της μικρότητάς τους λίγο έλειψε να εξαφανιστούν άρχισαν να αναπτύσσονται, ενώ τα σώματα που πριν από λίγο είχαν γεννηθεί από τη γη, αφού άσπρισαν τα μαλλιά τους, πέθαιναν και κατέβαιναν στη γη.
 
Και όλα τα άλλα άρχισαν να αλλάζουν· άρχισαν να μιμούνται και να ακολουθούν την κατάσταση του σύμπαντος και βέβαια η κύηση, η γέννηση και η ανατροφή μιμούνταν και ακολουθούσαν αναγκαστικά όλα τα άλλα· διότι πια δεν ήταν δυνατό να γεννηθεί μέσα στη γη ένα έμβιο ον και να αποτελείται από ξένα στοιχεία.
 
Αλλά όπως είχε οριστεί για το σύμπαν να έχει απόλυτη εξουσία στη δική του πορεία, έτσι ακριβώς οριζόταν τα μέρη του, όσο αυτό ήταν δυνατό, να παράγουν, να γεννούν και να τρέφουν μόνα τους με την ίδια διαδικασία." 
Πλάτων, Πολιτικός, Ο Μύθος των Κοσμικών Περιόδων 268d-274d

Σχόλιο στο απόσπασμα:

Μυθολογική παρέκβαση (268 d – 274 d) Ο «νέος Σωκράτης» έχει ενθουσιασθεί με τα ως εδώ συμπεράσματα, καθώς η ανάλυση έχει διευρύνει τη σκέψη του. Ωστόσο ο έμπειρος «ξένος» δεν είναι ικανοποιημένος με την ανάλυση που έκανε: η αγέλη του πολιτικού δεν είναι όμοια με μια αγέλη ήμερων ζώων. Γι’ αυτό θα προχωρήσει με τον τύπο «παιδιάς», λογικού παιχνιδίσματος, στην αναφορά ενός παμπάλαιου μύθου. Ο «ξένος» μνημονεύει στον «νέο Σωκράτη» τα μυθολογούμενα για τη διαμάχη των δυο αδελφών Ατρέα και Θυέστη, για τον ήρωα Πέλοπα, που έδωσε το όνομά του στην Πελοπόννησο – τα μυθολογικά αυτά περιστατικά τα παρουσιάζονται στο χώρο των σχολίων του παρόντος βιβλίου. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι ο συνομιλητής του «ξένου» συνδέει τα δυο ονόματα κυρίως με το θέμα της «χρυσής αρνός», του χρυσόμαλλου προβάτου που είχε γεννηθεί μέσα στις αγέλες του Ατρέα.

Το σύμπαν άλλοτε ο ίδιος ο θεός το οδηγεί στην πορεία του και περιστρέφεται μαζί του, ενώ άλλοτε το αφήνει ελεύθερο, όταν οι περίοδοι έχουν πάρει το μέτρο του δικού του χρόνου.
 
Εξάλλου το σύμπαν περιστρέφεται προς την αντίθετη κατεύθυνση μόνο του, επειδή διαθέτει ζωή και είναι προικισμένο με νόηση από εκείνον που εξαρχής το συναρμολόγησε· η αντίστροφη πορεία του έγινε έμφυτη.
 
Πάντως η διατήρηση των πραγμάτων στην ίδια κατάσταση ταιριάζει απ’ όλα τα όντα μόνο σ’ εκείνα που είναι κυρίως θεϊκά· η φύση όμως του σώματος δεν είναι θεϊκή. Επομένως το σύμπαν, που έχει πάρει πάρα πολλά μακάρια χαρακτηριστικά από τον δημιουργό του, αλλά και σώμα, δεν είναι δυνατό να είναι απαλλαγμένο εντελώς από κάθε μεταβολή.
 
Ωστόσο, όσο αυτό είναι δυνατό, κινείται σε μια κατεύθυνση και με τον ίδιο τρόπο· έτσι απόκτησε κυκλική κίνηση, επειδή αυτή το οδηγεί με ελάχιστη παρέκκλιση από την κίνησή του. Άλλοτε καθοδηγείται από κάποια εξωτερική θεία αιτία αποκτώντας καινούρια ζωή και έχοντας ανανεωμένη αθανασία και άλλοτε αφημένο ελεύθερο κινείται με δική του κίνηση.

Έτσι πορεύεται προς τα πίσω για πολλές μυριάδες περιόδους, επειδή είναι το πιο μεγάλο και το πιο ισορροπημένο ον και επειδή περιστρέφεται πάνω στον μικρότερο δυνατό άξονα.
 
Τότε συμβαίνουν και οι μεγαλύτερες μεταβολές, επειδή η φύση των έμβιων όντων ουσιαστικά ανέχεται τις μεγάλες, τις πολλές και τις ποικίλες μεταβολές. Πολλά έμβια όντα συνεπώς έχουν πολύ μεγάλες απώλειες και ένα μικρό μέρος ανθρώπωνεπιβιώνει. Πολλές και απροσδόκητες μεταβολές σημειώνονται στην ανθρώπινη ζωή:
 
οι γέροντες επιστρέφουν στην κατάσταση του παιδιού, οι πεθαμένοι ξαναπαίρνουν το σχήμα τους μέσα στη γη και ξαναγυρίζουν στη ζωή, καθώς η διαδικασία της γέννησης προχωρεί προς την αντίθετη κατεύθυνση ακολουθώντας την περιστροφή του σύμπαντος.

Και με άλλες πολλές λεπτομέρειες περιγράφεται η ανθρώπινη ζωή στα χρόνια της βασιλείας του Κρόνου.
 
Και τότε ο «ξένος» ζητά από τον «νέο Σωκράτη» να κάνει, αν θέλει, μια σύγκριση με την εποχή του Δία, με την εποχή τους. Ο συνομιλητής του αποφεύγει τη δυσκολία της σύγκρισης και ο «ξένος» αναλαμβάνει να σχολιάσει την περίπτωση, να αναφερθεί σε ανατροπές της προηγούμενης κατάστασης και να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό μύθο. Στην εποχή του Κρόνου με την προσωπική φροντίδα του θεού για το σύμπαν η ζωή ήταν παραδεισένια.
 
Στην εποχή του Δία τα πράγματα άλλαξαν και οι άνθρωποι δυσκολεύονται· και η προοπτική είναι σαφής: το σύμπαν που τώρα περιστρέφεται με δική του πρωτοβουλία και ξεχνά σταδιακά τη θεϊκή καθοδήγηση θα φτάσει κοντά στην καταστροφή και στον «τῆς ἀνομοιότητος ἄπειρον ὄντα πόντον» (273d), και τότε ο θεός θα το ξαναλυπηθεί και θα ξαναπάρει τον έλεγχο."

Aπό θαυμασμό και απορία οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν

"Aπό θαυμασμό και απορία οι άνθρωποι και τώρα και παλιά άρχισαν να φιλοσοφούν πρωταρχικά θαύμαζαν τα παράδοξα φαινόμενα που παρουσιάζονταν μπροστά τους, έπειτα σιγά σιγά. και προοδευτικά απορούσαν και για τα πιο μεγάλα, παραδείγματος χάριν για τις μεταβολές της σελήνης, για τα φαινόμενα του ήλιου και των άστρων και για τη γένεση των πάντων.

Όποιος όμως θαυμάζει και απορεί, έχει την ιδέα πως βρίσκεται σε άγνοια (γι' αυτό και όποιος αγαπά τον μύθο είναι από μια άποψη και φιλόσοφος, γιατί ο μύθος περιλαμβάνει θαυμαστά συμβάντα). Ώστε, μιας και φιλοσόφησαν προσπαθώντας να ξεφύγουν από την άγνοια, είναι φανερό πως φιλοσόφησαν για να μπορούν να κατανοήσουν θεωρητικά τη μορφή των πραγμάτων και όχι για κάποια πρακτική χρήση".

Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Α 2, 982b121

Σωκράτης: Γιατί αν με σκοτώσετε, δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο σαν και μένα

Σωκράτης: «Εγώ, Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα υπακούσω στον θεό και όχι σε σας και όσο θα αναπνέω και θα έχω τη δύναμη, δε θα σταματήσω να φιλοσοφώ και να σας παρακινώ και να κάνω υποδείξεις σε όποιον από σας τύχει να συναντήσω, λέγοντας αυτά που συνηθίζω:.. 

«Άνθρωπε σπουδαίε, ενώ είσαι Αθηναίος, πολίτης της μεγαλύτερης και της πιο φημισμένης πόλης για τη σοφία και την ισχύ της, δεν ντρέπεσαι από τη μια να πασχίζεις να αποκτήσεις όσο γίνεται περισσότερα χρήματα, φήμη και τιμές, ενώ από την άλλη για τη φρόνηση και την αλήθεια και το πώς η ψυχή σου θα γίνει όσο το δυνατόν καλύτερη ούτε φροντίζεις ούτε μεριμνάς;»

Γιατί, να το ξέρετε καλά, αυτά διατάζει ο θεός και εγώ νομίζω ότι ποτέ δεν υπήρξε μεγαλύτερο καλό για την πόλη από τη δική μου δραστηριότητα στην υπηρεσία του θεού.
 
Γιατί εγώ δεν κάνω τίποτε άλλο από το να τριγυρίζω και να προσπαθώ να σας πείσω όλους, νέους και γέρους, να μη φροντίζετε πρώτα από όλα και με τόσο ζήλο για το σώμα σας και τα χρήματα, αλλά για το πώς θα κάνετε την ψυχή σας όσο το δυνατόν καλύτερη.
 
Σας λέω ότι «δε δημιουργείται από τα χρήματα η αρετή, αλλά από την αρετή τα χρήματα και όλα τα άλλα αγαθά των ανθρώπων, και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή». 

Γιατί, αν με σκοτώσετε, δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο σαν και μένα, που, κυριολεκτικά, αν και ακούγεται λίγο αστείο, τοποθετήθηκε από τον θεό στην πόλη όπως μία αλογόμυγα πάνω σε άλογο μεγαλόσωμο και καθαρόαιμο, νωθρό όμως εξαιτίας του όγκου του, που του χρειάζεται μία αλογόμυγα να το ξυπνάει.
 
Σαν κάτι τέτοιο μου φαίνεται πως ο θεός με έβαλε στην πόλη για να μη σταματάω όλη μέρα να ξυπνάω και να διαφωτίζω και να επιπλήττω τον καθένα σας, πηγαίνοντας να καθίσω δίπλα του, όπου και αν πάει…» (Πλάτων, Ἀπολογία Σωκράτους, 29d – 30a-b-30d – 31a)  

Όταν ο Ζευς ο Ποσειδώνας και ο Πλούτωνας διαμοιράστηκαν την κοσμική αρχή

Σω.: Άκου λοιπόν, καθώς αφηγούνται, μία πολύ όμορφη ιστορία, την οποία εσύ ασφαλώς θα εκ λάβεις ως μύθο, όπως νομίζω, εγώ όμως τη θεωρώ πραγματική με έλλογη υπόσταση· και εξ άλλου ως αληθινά γεγονότα θα σου διηγηθώ όσα πρόκειται να διατυπώσω. 

Όπως δηλαδή αναφέρει ο Όμηρος ο Ζευς ο Ποσειδώνας και ο Πλούτωνας δια μοιράστηκαν μεταξύ τους την κοσμική αρχή, όταν την παρέλαβαν από τον πατέρα τους.

Υπήρχε λοιπόν ο εξής νόμος όσον αφορά τους ανθρώπους την εποχή του Κρόνου, ο οποίος διαχρονικά και τώρα ακόμη ισχύει ανάμεσα στους θεούς, όποιος από το γένος των ανθρώπων διανύσει τη ζωή του με δίκαιο και ευσεβή τρόπο, όταν πεθάνει, να μεταβαίνει και να κατοικεί στα Νησιά των Μακάρων σε κατάσταση απόλυτης ευδαιμονίας, μακριά από κάθε συμφορά· όποιος όμως διάγει τη ζωή του με άδικο και ασεβή τρόπο να οδηγείται στο δεσμωτήριο της τιμωρίας και της (απονομής της δικαιοσύνης) Δίκης, το οποίο ως γνωστό το αποκαλούν Τάρταρο.
 
Δικαστές εκείνων λοιπόν, την εποχή της βασιλείας του Κρόνου και πρόσφατα ακόμη, όταν την εξουσία κατείχε ο Δίας, ήταν ζωντανοί για τους ζωντανούς, οι οποίοι δίκαζαν τους ανθρώπους εκείνη την ημέρα την οποία επρόκειτο να πεθάνουν. Έτσι λοιπόν με εσφαλμένο τρόπο εκφέρονταν οι δικαστικές ετυμηγορίες.

Ο Πλούτων λοιπόν και οι επιτηρητές του Άδη, που κατέφθαναν από τα Νησιά των Μακάρων, κατήγγειλαν προς τον Δία, ότι εμφανίζονται συχνά και στους δύο μεταθανάτιους προορισμούς άνθρωποι που η αξία τους δεν ανταποκρίνεται στον τόπο άφιξης τους.

Αποκρίθηκε λοιπόν τότε ο Ζευς:

«Εγώ, είπε, θα θέσω τέρμα σ’ αυτό που συμβαίνει, διότι τώρα οι δίκες εκδικάζονται άσχημα». «Αυτοί δηλαδή που κρίνονται» είπε «περιβάλλονται με σάρκα τη στιγμή της κρίσης, επειδή δικάζονται ζωντανοί». «Πολλοί λοιπόν», συνέχισε αυτός, «αν και διαθέτουν διεφθαρμένες ψυχές είναι ενδεδυμένοι με καλλίγραμμα σώματα και ευγενική καταγωγή και πλούτη και όταν συντελείται η κρίση, καταφθάνουν γι’ αυτούς πολλοί μάρτυρες να βεβαιώσουν ότι έχουν ζήσει δίκαια.
 
Έτσι οι δικαστές εκθαμβώνονται από αυτά, αφού μάλιστα και οι ίδιοι δικάζουν ενδεδυμένοι (με σάρκες) και μπροστά από την ψυχή τους έχουν, σαν προκάλυμμα τα μάτια και τα αυτιά και ολόκληρο το σώμα. Όλα αυτά τα επικαλύμματα συνιστούν ασφαλώς εμπόδιο και τα «ενδύματα» των δικαστών και αυτά των κρινομένων. «Πρωταρχικά λοιπόν», είπε, «είναι αναγκαίο να καταργήσουμε τη δυνατότητα να προβλέπουν οι άνθρωποι τον θάνατό τους, διότι τώρα γνωρίζουν εκ των προτέρων τη στιγμή του θανάτου τους. Αυτή λοιπόν η διαταγή έχει διαβιβαστεί στον Προμηθέα για να σταματήσει την προγνωστική δυνατότητα των ανθρώπων.
 
Έπειτα είναι αναγκαίο να κρίνονται όλοι αυτοί γυμνοί· πρέπει δηλαδή αυτοί να δικάζονται αφού έχουν πεθάνει. Και ο κριτής πρέπει να είναι γυμνός (απαλλαγμένος από κάθε ένδυμα) πεθαμένος, ώστε η ίδια η ψυχή του να ατενίζει την ψυχή κάθε ανθρώπου αμέσως με το θάνατο, αφού τον εγκαταλείψουν όλοι οι συγγενείς και αφού θα έχει αφήσει στη γη όλο εκείνο τον υλικό στολισμό, για να αποβεί δίκαια η κρίση. Έχοντας λοιπόν διαγνώσει αυτό πριν από εσάς, έχρισα δικαστές τους γιους μου, δύο από την Ασία, το Μίνωα και τον Ραδάμανθη και ένα από την Ευρώπη τον Αιακό.
 
Αυτοί λοιπόν όταν πεθάνουν, θα δικάσουν στο λειμώνα, στο σημείο όπου ο δρόμος χωρίζεται σε τρεις κατευθύνσεις, απ’ όπου δύο οδοί οδηγούν η μια στις Νήσους των Μακάρων και η άλλη στον Τάρταρο. Εκείνους τους νεκρούς που καταφθάνουν από την Ασία θα τους κρίνει ο Ραδάμανθυς, αυτούς που έρχονται από την Ευρώπη ο Αιακός. Στο Μίνωα θα αποδώσω τη δικαιοδοσία οριστικής ετυμηγορίας, αν υπάρχει κάτι αμφισβητούμενο στις κρίσεις των άλλων δύο, για να καταστεί όσο το δυνατό πιο δίκαιη η κρίση για την μεταθανάτια πορεία των ανθρωπίνων ψυχών».

Αυτή είναι Καλλικλή η αφήγηση που εγώ έχω ακούσει και πιστεύω ότι είναι αληθινή. Από τις αναφορές αυτές, συλλογίζομαι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Ο θάνατος, όπως εγώ νομίζω, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο διαχωρισμός δύο πραγμάτων, της ψυχής και του σώματος, του ενός από το άλλο. Από τη στιγμή λοιπόν που θα επέλθει ο διαχωρισμός της ψυχής από το σώμα, το κάθε ένα από τα δύο μέρη σχεδόν εξίσου διατηρεί εκείνα τα χαρακτηριστικά, που είχε όταν ο άνθρωπος βρισκόταν εν ζωή, το σώμα διατηρεί αναλλοίωτη τη φύση του και ορατές όλες τις περιποιήσεις και τις διαμορφώσεις που δέχτηκε.
 
Για παράδειγμα αν το σώμα κάποιου ήταν μεγάλο ή από τη φύση ή από την υπερβολική κατανάλωση τροφής ή από την επίδραση και των δύο παραγόντων, όσο ήταν ζωντανός και όταν πεθάνει ο νεκρός θα είναι μεγάλος και αν υπήρξε παχύς θα είναι παχύς και μετά το θάνατο και για όλα τα χαρακτηριστικά του σώματος το ίδιο ισχύει.
 
Αν πάλι έτρεφε μακριά κόμη, μακρομάλλης θα είναι και ο νεκρός. Αν επιπρόσθετα κάποιος είχε μαστιγωθεί και είχαν αποτυπωθεί στο σώμα του οι ουλές από τις μαστιγώσεις ή άλλα τραύματα, ενώ βρισκόταν στη ζωή και μετά το θάνατο αυτά θα είναι έκδηλα στη μορφή του πεθαμένου. Ή αν κανείς κατά την διάρκεια της ζωής του είχε μέλη του σώματός του σπασμένα ή διαστρεβλωμένα, οι ίδιες αυτές διαμορφώσεις θα είναι ορατές και στη μεταθανάτια ουσία του.
 
Με μια φράση δηλαδή, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αποτυπώθηκαν στο σώμα του ανθρώπου ενώ ζούσε είναι ευδιάκριτα και όταν πεθάνει ή αν όχι όλα τα περισσότερα για κάποιο χρονικό διάστημα.
 
Η ίδια διεργασία νομίζω ότι ισχύει και για τη ψυχή Καλλικλή. Έκδηλα είναι όλα τα χαρακτηριστικά της ψυχής, όταν απογυμνωθεί από το σώμα, και οι έμφυτες ιδιότητες και οι επίκτητες, όσες διαμορφώσεις απέκτησε η ψυχή του ανθρώπου λόγω της ενασχόλησής της με κάθε πράγμα. Όταν λοιπόν παρουσιαστούν ενώπιον του δικαστή, εκείνοι που έρχονται από την Ασία στον Ραδάμανθη, ο Ραδάμανθυς τους βάζει σε σειρά και εποπτεύει την ψυχή καθενός, χωρίς να γνωρίζει σε ποιον ανήκει, αλλά πολλές φορές αφού παραλάβει την ψυχή του Μεγάλου Βασιλιά ή άλλου οποιουδήποτε βασιλιά ή δυνάστη και διαπιστώσει ότι τίποτα δεν είναι υγιές στην ψυχή του, αλλά αντίθετα είναι όλη μαστιγωμένη από ραπίσματα και γεμάτη ουλές από την επίδραση των επιορκιών και της αδικίας, που με κάθε πράξη του έχει αποτυπώσει στην ψυχή του και όλα διεστραμμένα από το ψεύδος και την αλαζονεία και τίποτα ορθό, αφού έχει ανατραφεί χωρίς την αλήθεια. Υπό την αρνητική επίδραση τέλος, της εξουσίας της τρυφής της αλαζονείας και της αυθαιρεσίας των ενεργειών του, διέκρινε την ψυχή να είναι γεμάτη από ασύμμετρη και ασχήμια. Αφού διαπίστωσε λοιπόν ο δικαστής αυτά, απέπεμψε αμέσως αυτήν με περιφρόνηση στο δεσμωτήριο, όπου πρόκειται, αφού φθάσει, να υποστεί τις αρμόζουσες κυρώσεις. Όπως λοιπόν έλεγα, όταν εκείνος ο Ραδάμανθυς παραλάβει (για να δικάσει) κάποιον τέτοιου είδους, δεν γνωρίζει τίποτα σχετικά με αυτόν, ούτε ποιος είναι ούτε από ποιους κατάγεται, γνωρίζει μόνο ότι κάποιος είναι διεφθαρμένος. Έτσι, αφού διαπιστώσει αυτό, τον αποπέμπει στον Τάρταρο, επισημαίνοντας, είτε ότι δύναται να θεραπευθεί, είτε ότι είναι ανίατος, σύμφωνα με την αλάθευτη κρίση του. Εκείνος αφού φτάσει στον Τάρταρο υφίσταται αυτά που του αρμόζουν.
 
Ενίοτε όταν ο αδέκαστος κριτής διακρίνει άλλη ψυχή ανθρώπου, ο οποίος έχει ζήσει με ευσέβεια και υπό το πνεύμα της αλήθειας, απλού ιδιώτη ή κάποιου άλλου, κυρίως όμως, όπως εγώ θεωρώ, Καλλικλή, ψυχή φιλοσόφου που αφοσιώθηκε στα δικά του έργα και δεν ακολούθησε ποικίλες κατευθύνσεις στη ζωή του, τη θαυμάζει και τη στέλνει στα Νησιά των Μακάρων.
 
Έτσι ακριβώς ενεργεί και ο Αιακός και καθένας από αυτούς δικάζει κρατώντας ράβδο, ο Μίνωας όμως κάθεται εποπτεύοντας, κρατώντας μόνος αυτός χρυσό σκήπτρο, όπως αναφέρει ο ομηρικός Οδυσσέας ότι είδε αυτόν «να κρατεί χρυσό σκήπτρο και να απονέμει δικαιοσύνη στους νεκρούς.
 
Εγώ λοιπόν Καλλικλή, έχω πεισθεί απόλυτα από την διήγηση αυτή και μεριμνώ πως θα παρουσιαστώ στον κριτή με όσο το δυνατό πιο υγιή την ψυχή μου. Αντλώ ικανοποίηση λοιπόν στο να απέχω από τις τιμές των πολλών ανθρώπων και αφιερώνομαι στο εγχείρημα ανεύρεσης της αλήθειας, πως πραγματικά θα μπορέσω να γίνω καλύτερος και κατά τη διάρκεια της ζωής μου και όταν πεθάνω, μετά το θάνατο.
 
Προτρέπω μάλιστα και όλους τους άλλους ανθρώπους, όσο δύναμαι να πράξω κάτι τέτοιο, και σε σένα απευθύνω την παραίνεση να κατευθύνεις τη ζωή σου στον αγώνα αυτό, τον οποίο εγώ θεωρώ τον επικρατέστερο από όλους τους εγκόσμιους αγώνες, και σε επικρίνω που δεν έχεις τη δυνατότητα να βοηθήσεις τον εαυτό σου, όταν έρθει η στιγμή της δικής σου δίκης και κρίσης, την οποία εγώ μόλις τώρα ανέφερα, αλλά, αφού προσέλθεις ενώπιον του δικαστή τον γιο της Αίγινας, όταν σε συλλάβει και σε οδηγήσει προς το δεσμωτήριο, θα μείνεις άναυδος και θα κυριευτείς από ίλιγγο, εσύ εκεί όχι λιγότερο από εμένα εδώ, και ίσως κάποιος σε χτυπήσει ατιμωτικά στο πρόσωπο και σε εξευτελίσει με κάθε δυνατό τρόπο.
Πλάτων, Γοργίας, 523a-527e

Σχόλιο στο απόσπασμα:

Ο μύθος γύρω από το δικαστήριο των ψυχών ύστερα από το θάνατο (C. 79-82, 523a-527e): 

"Απομένει η μεταφυσική θεμελίωση των διαλεκτικών συμπερασμάτων. Ποιος γνωρίζει αν η ζωή είναι θάνατος ή ο θάνατος ζωή; Ο θάνατος, για το Σωκράτη, δεν τίποτα άλλο παρά ο χωρισμός δύο πραγμάτων, της ψυχής και του σώματος. Η αθάνατη ψυχή εξέρχεται από το θνητό σώμα και οδεύει προς το σταυροδρόμι της κρίσης. Εκεί αναμένουν οι ακριβοδίκαιοι και αδέκαστοι Κριτές του Άδη, ο Αιακός, ο Μίνως και ο Ραδάμανθυς, οι οποίοι ατενίζουν την ψυχή κάθε νεκρού και εκδίδουν την αταλάντευτη ετυμηγορία τους, βασιζόμενοι στα ορατά σημάδια που φέρει πάνω της κάθε ψυχή από την προθανάτια δράση της.
 
Οι ψυχές των διεφθαρμένων και των αδίκων αποστέλλονται στο δεσμωτήριο της τιμωρίας και της απονομής της δικαιοσύνης, στον στυγερό Τάρταρο και υποβάλλονται σε φρικτά, συνεχώς επαναλαμβανόμενα βασανιστήρια.
 
Οι ψυχές, που έζησαν με δικαιοσύνη και σωφροσύνη κατευθύνονται στις Νήσους των Μακάρων και βιώνουν της αιώνια ευδαιμονία.
 
Η φιλοσοφία, όπως ακριβώς και στον πλατωνικό Φαίδωνα, οράται ως μελέτη και προετοιμασία θανάτου.
 
Ο Σωκράτης συρμένος άδικα σε δίκη από κάποιο ευτελές υποκείμενο, ίσως να μην δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον της εγκόσμιας δικαστικής αρχής, ελλείψει ονομαστών μαρτύρων που θα συνηγορήσουν υπέρ του και ελλείψει της μεγαλεπήβολης ρητορικής πειθούς, η οποία θα δημιουργήσει επίφαση αλήθειας και θα εξαπατήσει τους δικαστές, στο επέκεινα, όμως, θα βρεθεί αναπόδραστα στις νήσους των Μακάρων.
 
Ο πολιτευτής μπορεί έντεχνα να διαφεύγει τις δαγκάνες του πολιτειακού νόμου όσο βρίσκεται στη ζωή και να πραγματοποιεί τις άδικες επιδιώξεις του, στο μεταθανάτιο σταυροδρόμι της κρίσης, όμως, θα καταληφθεί από έντρομο ίλιγγο, καθώς τα τέκνα του Διός θα εποπτεύουν την ψυχή του και θα του επιβάλλουν, μετά ραπισμάτων και προπηλακισμών, σκληρότατη τιμωρία.
 
Η προτροπή προς τον φιλοσοφικό τρόπο ζωής ενδύεται το μέγιστο κλέος.
 
Ο πολιτικός ανήρ αρμόζει να κατακτήσει σε ατομικό επίπεδο την αυτοκυριαρχία (η κυριαρχία του λόγου επί του θυμού και των ηδονών) και τη δικαιοσύνη (διατήρηση αυτής της ευταξίας) και εν συνεχεία, αφού το κατορθώσει αυτό να επιδοθεί στην εφαρμογή των αρχών της πολιτικής επιστήμης.
Με το τέλος του Γοργία η οδός προς τη θεμελίωση της πλατωνικής πολιτικής φιλοσοφίας έχει πια ανοίξει.

Μάιστερ Έκχαρτ: Η Δυτική Άποψη

Ένα Δοκίμιο για την Θεότητα, τη Γέννηση του Λόγου και την Επιστροφή της Ψυχής

Κεφάλαιο Ι: Η Σιωπή Πριν την Αρχή

Πριν ο κόσμος ειπωθεί, πριν το φως χωριστεί από το σκοτάδι, πριν ακόμα και η λέξη «Θεός» εκφωνηθεί από οποιαδήποτε γλώσσα, υπήρχε μια ακινησία τόσο πλήρης που κανένα όνομα δεν μπορούσε να εισέλθει σε αυτήν. Οι μυστικιστές που τόλμησαν να κοιτάξουν μέσα σε αυτή την ακινησία την ονομάζουν Θεότητα — όχι τον Θεό των βωμών και των πομπών, όχι τον Θεό που απαντά στην προσευχή ή την αρνείται, αλλά το αβυσσαλέο Έδαφος από το οποίο κάθε όνομα, κάθε ιδιότητα, κάθε πράξη δημιουργίας παίρνει πρώτη φορά την ύπαρξή του. Είναι η έρημος πέρα από την έρημο, η σιωπή κάτω από τη σιωπή, η νύχτα στην οποία ακόμα και το σκοτάδι δεν έχει ακόμα γεννηθεί.

Ο Μάιστερ Έκχαρτ, περιπλανώμενος στις εσωτερικές επαρχίες της ψυχής σαν προσκυνητής σε ξένους δρόμους, ήρθε να μιλήσει για αυτό το Έδαφος με τρεμάμενη ακρίβεια. Διέκρινε, με το λεπτό εργαλείο του θεωρητικού λόγου, ανάμεσα στη Θεότητα και τον Θεό. Η Θεότητα, είπε, είναι το Βάθος όλων των πραγμάτων — το Αληθινό Είναι, σιωπηλό και ακίνητο, ταυτισμένο με τον Αιώνιο Πατέρα στη κρυφή του όψη, πριν οποιοδήποτε πρόσωπο στραφεί προς τα έξω για να αντικρίσει έναν κόσμο. Ο Θεός, αντιθέτως, είναι η Προσωπική Ύπαρξη που αναστατώνεται μέσα σε αυτό το Βάθος — μια Αιώνια Δραστηριότητα, που ακατάπαυστα γεννά, ακατάπαυστα γνωρίζεται. Είναι σαν ο ωκεανός, στο άπειρο βάθος του, να κρατά μέσα του ένα μοναδικό κύμα που ποτέ δεν παύει να υψώνεται, και αυτό το κύμα είναι ο Υιός που γεννιέται αιώνια, η Εικόνα που φέρνεται αδιάκοπα από τα βάθη, επιβεβαιώνοντας μια Ταυτότητα τόσο ολική που δεν φαίνεται κανένα ράμμα ανάμεσα σε Αυτόν που γεννά και Αυτόν που γεννιέται.

Αυτό είναι το μυστήριο που ο νους δεν μπορεί να κρατήσει, ωστόσο η ψυχή, στο πιο εσωτερικό της δωμάτιο, το γνωρίζει ήδη — όπως ένα παιδί γνωρίζει τη φωνή της μητέρας του πριν μάθει έστω και μία λέξη από τη γλώσσα της.

Αφορισμός: Πριν υπάρξει ένας Θεός για να ονομαστεί, υπήρχε μια σιωπή που δεν ονόμαζε τίποτα — και από αυτή τη σιωπή γεννιέται κάθε αληθινός λόγος.

Κεφάλαιο ΙΙ: Η Τριάδα ως η Αναπνοή του Ενός

Το να μιλάμε για την Αγία Τριάδα δεν σημαίνει να διαιρούμε το Αδιαίρετο, όπως φοβάται συχνά ο ανεκπαίδευτος νους, αλλά να περιγράψουμε την αιώνια αναπνοή μιας μοναδικής Ζωής. Ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα δεν είναι τρία λυχνάρια τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά μία Φλόγα πιασμένη στην ίδια την πράξη του καψίματος — η Διάκριση και η Ένωση συμβαίνουν ταυτόχρονα, όπως η ανάσα ενός τραγουδιστή απελευθερώνεται και συγκεντρώνεται στην ίδια ζωντανή νότα.

Φανταστείτε μια φλόγα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Διακρίνει η φλόγα τον εαυτό της από το φως της; Διακρίνει το φως τον εαυτό του από τη θερμότητα που μεταφέρει; Κι όμως, το καθένα λέγεται ξεχωριστά, το καθένα έχει τον δικό του λόγο, τη δική του φύση, και κανένα δεν μπορεί να συμπτυχθεί στα άλλα χωρίς απώλεια. Έτσι είναι, διδάσκουν οι μυστικιστές, με τις Τρεις Στιγμές της Αιώνιας Ύπαρξης του Θεού: ο Πατέρας είναι η Σιωπή, ο Υιός είναι ο Λόγος που εκφωνείται από αυτή τη Σιωπή, και το Πνεύμα είναι η Αγάπη που συνδέει τον Ομιλητή με τον Λόγο Του τόσο απόλυτα ώστε Ονομάζονται ως Ένα.

Εδώ, στην πιο εσωτερική εστία της Τριάδας, ο Θεός προβάλλεται ως Λόγος — η Ενεργή Όψη, το Θείο Ρήμα μέσω του οποίου έρχονται σε ύπαρξη οι πολλοί κόσμοι: οι υψηλοί Πνευματικοί Κόσμοι όπου ο Δημιουργός Λόγος κινείται όπως ο άνεμος κινεί το χορτάρι· το Παγκόσμιο Πνεύμα, εμπνεόμενο από την ενοποιητική Πνοή του Αγίου Πνεύματος· οι κατώτεροι νοητικοί κόσμοι όπου η σκέψη παίρνει για πρώτη φορά σχήμα και βάρος· και τέλος οι κόσμοι των αισθήσεων, όπου πέτρα και αστέρι, ρίζα και ποταμός παίρνουν τη χονδροειδή και ένδοξη μορφή τους.

Κανένας από αυτούς τους κόσμους δεν είναι αποξένωση από τον Θεό. Είναι η εξωτερική Του αναπνοή, η εκπνοή που, στην κατάλληλη εποχή, θα ανασυρθεί πίσω.

Αφορισμός: Η Τριάδα δεν είναι τρεις Θεοί αλλά μία Φωτιά που θυμάται, σε κάθε σπίθα, την εστία από την οποία ξεπήδησε.

Κεφάλαιο ΙΙΙ: Η Παρουσία Κρυμμένη σε Όλα τα Πράγματα

Δεν υπάρχει φύλλο, κόκκος άμμου, ούτε φευγαλέα σκιά πάνω σε έναν τοίχο, μέσα στην οποία ο Θεός να απουσιάζει ολικά. Αυτό είναι το μεγάλο και τρομακτικό μυστικό που ο θεωρητικός τελικά μαθαίνει να αντέχει: ότι η Θεότητα δεν επισκέπτεται τη δημιουργία σαν επισκέπτης που έρχεται και φεύγει από ένα σπίτι, αλλά κατοικεί μέσα της όπως ο χυμός κατοικεί στο ζωντανό ξύλο, αδιαχώριστος από την ίδια τη ζωή του ξύλου και όμως άπειρα υπερβαίνοντάς την.

Σε κάθε ον, είτε το γνωρίζει είτε όχι, αναστατώνεται μια τάση — άλλοτε αχνή σαν ψίθυρος που φέρεται στον άνεμο, άλλοτε βίαιη σαν πλημμύρα που σπάει τα φράγματά της — να πραγματοποιήσει την ίδια την Ουσία του Θεού ως τον πιο αληθινό εαυτό του. Η πέτρα τείνει προς τον Θεό απλώς όντας απόλυτα αυτό που είναι, χωρίς προσποίηση, χωρίς διαίρεση. Το ζώο τείνει προς τον Θεό στην αθωότητα της πείνας και της ανάπαυσής του. Και η ανθρώπινη ψυχή, το πιο ανησυχαστικό από όλα τα πλάσματα, τείνει προς τον Θεό μέσα από την αγωνία της ίδιας της ατέλειάς της, μέσα από την πείνα της για ένα νόημα που δεν μπορεί ποτέ να διατυπώσει πλήρως, μέσα από την παράξενη νοσταλγία που νιώθει ακόμα και μέσα στην αφθονία.

Αυτός είναι ο μεγάλος νόμος που συνδέει το σύμπαν σε μυστική συγγένεια: κάθε τι τείνει να επιστρέψει στην Πηγή από την οποία προήλθε. Ο ποταμός δεν θυμάται τη θάλασσα, και όμως τρέχει προς αυτήν χωρίς δισταγμό. Η ψυχή δεν θυμάται πάντα τον Θεό, και όμως έλκεται προς Αυτόν σαν από κάποια βαρύτητα παλαιότερη από τη σκέψη.

Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Γιατί αν δεν μοιραζόμασταν κάπως την ίδια Του ουσία — αν δεν υπήρχε κάποια βαθιά συγγένεια, κάποια κρυφή σχέση ανάμεσα στο πλάσμα και τον Δημιουργό — πώς θα μπορούσαμε να Τον γνωρίσουμε καθόλου; Μια σταγόνα νερού δεν καταλαβαίνει τον ωκεανό στεκόμενη μακριά του, αλλά όντας, στο μικρό της μέτρο, φτιαγμένη από το ίδιο ακριβώς νερό. Έτσι η ψυχή γνωρίζει τον Θεό όχι παρατηρώντας Τον από απόσταση, όπως παρατηρεί κανείς μια οροσειρά, αλλά αναγνωρίζοντας, στα κρυφά βάθη της, την αχνή και αδιαμφισβήτητη γεύση της παρουσίας Του.

Αφορισμός: Η ψυχή δεν ταξιδεύει προς τον Θεό σαν προς μια ξένη χώρα, αλλά ξυπνά, στα δικά της βάθη, σε ένα σπίτι που ποτέ δεν είχε πραγματικά εγκαταλείψει.

Κεφάλαιο IV: Η Διάβαση Πέρα από τον Αισθητό Κόσμο

Έρχεται μια στιγμή — σπάνια, απρόσκλητη και όμως πάντα αναμενόμενη — που η ψυχή καλείται να αφήσει τον κόσμο των αισθήσεων. Όχι να τον περιφρονήσει, όχι να τον εγκαταλείψει με αηδία, αλλά να περάσει μέσα από αυτόν όπως περνά κανείς από μια πόρτα, αφήνοντας το δωμάτιο πίσω χωρίς να αρνείται ότι το δωμάτιο ήταν πραγματικό.

Πέρα από τις αισθήσεις βρίσκεται η σφαίρα του νου, πιο λεπτή και πιο φωτεινή, όπου η ψυχή συλλογίζεται, ζυγίζει, διακρίνει και χτίζει τους πύργους της κατανόησης. Κι όμως ακόμα και εδώ, επιμένει ο Έκχαρτ, υπάρχει ένα όριο — ένας τοίχος που η ίδια η σκέψη δεν μπορεί να σκαρφαλώσει. Ο νους μπορεί να δείξει προς τον Θεό όπως ένα φανάρι δείχνει προς την αυγή, αλλά δεν μπορεί να γίνει η αυγή. Ακόμα και το Παγκόσμιο Πνεύμα, ακόμα και το απέραντο Πεδίο του Δημιουργού Λόγου μέσα από το οποίο υφαίνονται όλοι οι κόσμοι, είναι κι αυτό κατώφλι και όχι το πιο εσωτερικό δωμάτιο.

Για να περάσει πέρα από αυτό το κατώφλι σημαίνει να εισέλθει σε αυτό που οι μυστικιστές, σε κάθε εποχή και γλώσσα, έχουν ονομάσει με διαφορετικά ονόματα: το Νέφος, η Σκοτεινή Νύχτα, η Έρημος, η Άβυσσος. Είναι μια υπέρβαση που δεν μπορεί να χαρτογραφηθεί σε κανέναν χάρτη, γιατί δεν οδηγεί σε ένα περαιτέρω μέρος αλλά στον άτοπο τόπο όπου η ψυχή και το Έδαφός της δεν ονομάζονται πλέον ως δύο.

Εδώ, ο λόγος σιωπά — όχι επειδή νικήθηκε, αλλά επειδή έκανε τη δουλειά του και τώρα πρέπει να γονατίσει. Εδώ, η ψυχή δεν σκέφτεται τον δρόμο της προς τον Θεό· απλώς, σιωπηλά, ανεξήγητα, γίνεται δεκτή. Είναι σαν ένα κύμα που, μετά από όλη την άνοδο και την πτώση του στην ακτή, γλιστράει τελικά κάτω από την επιφάνεια και ανακαλύπτει ότι ποτέ δεν ήταν τίποτα άλλο από τη θάλασσα.

Αφορισμός: Η σκέψη μπορεί να οδηγήσει την ψυχή μέχρι την πόρτα του Απείρου, αλλά μόνο η σιωπή μπορεί να την περάσει μέσα.

Κεφάλαιο V: Ο Πρωτότυπος Άνθρωπος και η Γέννηση του Λόγου στην Ψυχή

Σε αυτό το μεγάλο μυστήριο της επιστροφής, μια μορφή στέκεται ως υπόσχεση και απόδειξη: αυτός που οι μυστικιστές ονομάζουν Πρωτότυπο Άνθρωπο, τον Θεάνθρωπο, τον Υιό του Ανθρώπου που είναι επίσης Υιός του Θεού — τον Χριστό, την ζωντανή απόδειξη ότι το ανθρώπινο και το Θείο δεν είναι αιώνια ξένα αλλά ικανά, σε μια φλογερή στιγμή, για τέλεια Ένωση.

Δεν είναι απλώς ένα παράδειγμα που κρατιέται από μακρινή ιστορία, μια μορφή προς θαυμασμό όπως θαυμάζει κανείς έναν ήρωα σε μια ιστορία. Είναι, μάλλον, ένα αιώνιο γεγονός, που συμβαίνει ακατάπαυστα στο έδαφος κάθε ψυχής που θα Του κάνει χώρο. Γιατί ο Έκχαρτ δίδαξε, με τόλμη που ξάφνιασε ακόμα και την εποχή του, ότι η ίδια γέννηση που συνέβη μια φορά στην πληρότητα του χρόνου — ο Λόγος που έλαβε σάρκα — πρέπει να συμβαίνει ατελείωτα, άχρονα, στο πιο εσωτερικό δωμάτιο της ψυχής. Ο Πατέρας δεν γεννά απλώς τον Υιό στον ουρανό· ποθεί να γεννήσει τον ίδιο Υιό μέσα στα βάθη κάθε ψυχής που αδειάζει τον εαυτό της αρκετά ώστε να γίνει κούνια για τόσο μεγάλο επισκέπτη.

Αυτή η γέννηση δεν μπορεί να εξαναγκαστεί, να παρασυρθεί ή να αγοραστεί με προσπάθεια, όσο ειλικρινής κι αν είναι. Μπορεί μόνο να επιτραπεί. Η ψυχή πρέπει να γίνει φτωχή όπως η φάτνη — γυμνή, χωρίς διακόσμηση, χωρίς να ζητά τίποτα, χωρίς να περιμένει τίποτα, χωρίς να θέλει τίποτα παρά μόνο την ίδια την έλευση. Σε αυτή τη φτώχεια του πνεύματος, αυτό το ριζικό άδειασμα που οι μυστικιστές ονομάζουν αποκόλληση, η ψυχή δεν χάνει τον εαυτό της· αντίθετα, ανακαλύπτει ότι ο πιο αληθινός εαυτός της δεν ήταν ποτέ ξεχωριστός από Αυτόν που πάντα ποθούσε να γεννηθεί μέσα της.

Έτσι ο Πρωτότυπος Άνθρωπος, Ένας με τον Πατέρα, γίνεται ο Δρόμος με τον οποίο κάθε ψυχή μαθαίνει να πει, στη δική της εσωτερική σιωπή, τον ίδιο τον αδιανόητο λόγο: Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα.

Αφορισμός: Ο Χριστός δεν είναι μόνο ο Λόγος που ειπώθηκε μια φορά στην ιστορία, αλλά ο Λόγος που για πάντα επιθυμεί να γεννηθεί ξανά στη σιωπή της ψυχής.

Κεφάλαιο VI: Η Σπίθα στο Έδαφος της Ψυχής

Βαθιά μέσα στην ψυχή — βαθύτερα από τη μνήμη, βαθύτερα από τη θέληση, βαθύτερα ακόμα και από τον πιο φωτεινό φωτισμό του νου — οι μυστικιστές μιλούν για ένα κρυφό σημείο, μια Σπίθα, άκτιστη και αδημιούργητη, ολικά συγγενική με την ίδια τη Θεία Φύση. Εδώ, σε αυτή την πιο εσωτερική ακρόπολη, η ψυχή αγγίζει — ή μάλλον είναι — το ίδιο αυτό που αναζητούσε.

Αυτή η Σπίθα δεν ανήκει στον χρόνο· δεν γεννήθηκε όταν γεννήθηκε το σώμα και δεν θα χαθεί όταν το σώμα πέσει. Είναι το σημείο συνάντησης του χρονικού και του Αιώνιου, η μικρή πόρτα από την οποία η αχανής Θεότητα σκύβει να κατοικήσει σε αυτό που φαίνεται, από έξω, τόσο μικρό και εύθραυστο σκεύος. Το να βρει κανείς αυτή τη Σπίθα δεν είναι να ταξιδέψει σε μακρινή χώρα αλλά να πέσει, σαν μέσα από παγίδες μέσα σε παγίδες, σε ένα βάθος που ήταν πάντα πιο κοντινό από την ίδια του την ανάσα.

Όσοι την έχουν έστω και για το διάστημα μιας μοναδικής απροστάτευτης ανάσας, μιλούν γι’ αυτήν με μεταφορές που σκοντάφτουν κάτω από το βάρος αυτού που προσπαθούν να κουβαλήσουν: ένα φως που δεν ρίχνει σκιά, ένας άνεμος που δεν κινεί τίποτα και όμως κινεί τα πάντα, μια απεραντοσύνη που κάπως χωράει μέσα σε μια μοναδική χτυποκαρδιά, μια σιωπή πιο δυνατή από κάθε βροντή. Αυτά δεν είναι υπερβολές· είναι ομολογίες ήττας μπροστά σε μια Πραγματικότητα που η γλώσσα δεν χτίστηκε ποτέ για να χωρέσει. Κι όμως η ίδια η ομολογία γίνεται ένα είδος ύμνου, γιατί παραδεχόμενη ότι οι λέξεις αποτυγχάνουν, η ψυχή μαρτυρά κάτι που οι λέξεις δεν θα μπορούσαν ποτέ να μειώσουν.

Αφορισμός: Στη μικρότερη σπίθα της ψυχής καίει μια φωτιά που κανένα σκοτάδι δεν έχει ποτέ μετρήσει, και καμία απόσταση δεν έχει ποτέ χωρίσει από την Πηγή της.

Κεφάλαιο VII: Η Επιστροφή, και η Ειρήνη που Απομένει

Και έτσι ο μεγάλος κύκλος κλείνει πάνω στον εαυτό του, όχι ως τέλος αλλά ως επιστροφή στο σπίτι. Η Θεότητα, σιωπηλή και ακίνητη, δίνει γέννηση στον Θεό, την Αιώνια Δραστηριότητα· ο Θεός δίνει γέννηση στους κόσμους, πνεύμα μέσα σε πνεύμα, νους μέσα σε νου, αίσθηση μέσα σε αίσθηση· και κάθε δημιουργημένο πράγμα, όσο ταπεινό κι αν είναι, φέρει μέσα του τον πόνο και την υπόσχεση της επιστροφής. Η ψυχή, περιπλανώμενη στον αισθητό κόσμο, μέσα από τον μόχθο της σκέψης, μέσα από τις δοκιμασίες του ίδιου της του γίγνεσθαι, έλκεται — απαλά, ακατανίκητα — πίσω προς το Έδαφος από το οποίο ποτέ, στην αλήθεια, δεν είχε χωριστεί.

Αυτό δεν είναι ένα δόγμα που απλώς πιστεύεται· είναι μια ειρήνη στην οποία εισέρχεται κανείς, όπως μπαίνει κανείς σε ένα οικείο δωμάτιο στο σκοτάδι και βρίσκει, χωρίς να χρειάζεται να δει, ότι κάθε αντικείμενο είναι ακριβώς εκεί που ήταν πάντα. Όσοι φτάνουν σε αυτή την ειρήνη δεν την φωνάζουν στην αγορά, γιατί δεν δανείζεται σε επιχειρήματα ή αποδείξεις. Γνωρίζεται όπως η ζεστασιά γνωρίζεται από ένα χέρι που κρατιέται κοντά σε μια φωτιά — όχι μέσω συλλογισμών για τη φύση της φωτιάς, αλλά μέσω του απλού, άλεκτου γεγονότος του να ζεσταίνεσαι.

Ας αφήσει λοιπόν ο αναγνώστης, για μια στιγμή, τον θόρυβο της εξήγησης, και ας καθίσει στη σιγαλιά όπως κάθεται κανείς στην άκρη ενός ήρεμου λιμνού στο σούρουπο. Ας ηρεμήσει ο νους όπως ηρεμεί το νερό, μέχρι που ο ουρανός από πάνω και ο ουρανός που αντανακλάται κάτω γίνουν, για μια στιγμή, αδιαχώριστοι. Σε αυτή τη σιγαλιά, κάτι αρχαίο και υπομονετικό περιμένει — όχι απαιτώντας να γίνει κατανοητό, μόνο περιμένοντας, όπως πάντα περίμενε, να αναγνωριστεί ως το Έδαφος κάτω από κάθε ερώτηση που η ψυχή έχει ποτέ θέσει.

Αφορισμός: Η ψυχή ταξιδεύει μια μεγάλη απόσταση μόνο για να ανακαλύψει ότι το σπίτι δεν ήταν ποτέ αλλού — ήταν η σιωπή στην οποία πρώτη φορά έμαθε να ακούει.

Έτσι ολοκληρώνεται αυτός ο θεωρητικός στοχασμός πάνω στον Δυτικό Δρόμο του Μάιστερ Έκχαρτ: ένας δρόμος που δεν οδηγεί μακριά από τον κόσμο, αλλά μέσα από αυτόν, και πέρα από αυτόν, στο άλεκτο Έδαφος όπου ο αναζητητής και ο Αναζητούμενος βρίσκονται, επιτέλους, ένα.

Η Ενότητα Που Αγκαλιάζει το Απομονωμένο

Μια Διαλογιστική Σκέψη για το Ξεχασμένο Θραύσμα και τη Σιωπή που το Κρατάει

Ι. Το Χαμένο Θραύσμα

Υπάρχει ένα φύλλο που πέφτει μακριά από τα άλλα, στριφογυρίζει μία, δύο φορές, προτού καταλήξει σε μια γωνιά όπου κανένα μάτι δεν θα το βρει. Υπάρχει μια μοναδική φλόγα, αναμμένη σε ένα δωμάτιο που κανείς δεν μπαίνει, που καίει ήσυχα προς τη δική της εξαφάνιση. Υπάρχει ένας άνθρωπος, αργά τη νύχτα, που νιώθει ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση ότι έχει παρασυρθεί στην ίδια την άκρη των πάντων — μικρός, ιδιαίτερος, ξεχασμένος από το τεράστιο που τον περιβάλλει.

Αυτό το συναίσθημα δεν είναι λάθος. Είναι μια πόρτα.

Το να είσαι απομονωμένος σημαίνει να σε αγγίζει, για μια στιγμή, η ωμή υφή της ύπαρξης χωρίς την παρηγοριά του ανήκειν. Κι όμως — εδώ είναι το πρώτο ήσυχο θαύμα — ο ίδιος ο πόνος της απομόνωσης είναι μια μορφή οικειότητας με το όλον. Το χαμένο θραύσμα εξακολουθεί να φέρει, μέσα στη μικρότητά του, ολόκληρο το σχήμα αυτού από το οποίο αποσπάστηκε. Μια μοναδική σταγόνα δεν κρατάει λιγότερο από τη φύση του ωκεανού απ’ ό,τι ο ωκεανός κρατάει από τον εαυτό του.

Ό,τι φαίνεται εγκαταλελειμμένο δεν έχει, στην πραγματικότητα, φύγει ποτέ από το σπίτι του.

Αφορισμός: Το θραύσμα που νιώθει ξεχασμένο εξακολουθεί να φέρει μέσα στη μικρότητά του το όλον· τίποτα απομονωμένο δεν είναι ποτέ εντελώς μόνο.

ΙΙ. Ο Τροχός που Γυρίζει Χωρίς να Φτάνει

Υπάρχει ένας τροχός που γυρίζει μέσα στις μέρες μιας ζωής — η επιθυμία να φτάσει σε ένα αντικείμενο, να το αποκτήσει, και μετά, σχεδόν πριν κλείσει το χέρι γύρω του, να φτάσει ξανά. Ο τροχός δεν ζητά να καταλάβει τον εαυτό του. Ζητά μόνο να συνεχίσει να γυρίζει. Η άνεση γίνεται λαχτάρα, η λαχτάρα γίνεται συνήθεια, η συνήθεια γίνεται η ήσυχη αρχιτεκτονική των χρόνων που περνούν κινούμενοι χωρίς ποτέ να φτάσουν πραγματικά.

Αυτό δεν είναι το βάθος της ζωής. Είναι μόνο η επιφάνειά της, γυαλισμένη λεία από την επανάληψη.

Κάτω από τον τροχό, κάτι περιμένει που δεν γυρίζει. Δεν κυνηγάει, γιατί δεν του λείπει τίποτα. Δεν επαναλαμβάνεται, γιατί δεν είναι φτιαγμένο από απόκτηση και απώλεια, αλλά από μια ακινησία τόσο πλήρη που η επιθυμία περνάει μέσα της σαν ο άνεμος από ένα ανοιχτό παράθυρο — γίνεται αισθητή, αλλά ποτέ δεν στεγάζεται.

Το να παρατηρήσεις τον τροχό που γυρίζει είναι ήδη να σταθείς, έστω για λίγο, έξω από αυτόν.

Αφορισμός: Η επιθυμία κινείται σε κύκλους και αποκαλεί την κίνησή της πρόοδο· η βαθύτερη ζωή δεν γυρίζει — απλώς είναι.

ΙΙΙ. Η Ενότητα Κάτω από τα Πολλά

Εδώ το παράδοξο ανοίγει την πρώτη ήσυχη πύλη του: το απομονωμένο πράγμα και η ενότητα όλων των πραγμάτων δεν είναι αντίθετα. Είναι το ίδιο γεγονός, που φαίνεται από δύο αποστάσεις.

Από κοντά, το κερί είναι μόνο του στο σκοτεινό του δωμάτιο, αυτάρκες, περιτριγυρισμένο από τίποτα. Από μακριά, το φως του κεριού είναι συνεχές με κάθε άλλο φως που έχει ποτέ αναφθεί — όχι επειδή συγχωνεύεται και χάνει το σχήμα του, αλλά επειδή η φλόγα, στη φύση της, δεν ήταν ποτέ ξεχωριστή ουσία εξαρχής. Φαινόταν μόνο ξεχωριστή επειδή ένα φυτίλι και ένα δωμάτιο της έδωσαν τοποθεσία.

Έτσι και με το θραύσμα, το φύλλο, την αργά και μοναχική ώρα. Η απομόνωσή τους είναι πραγματική — και είναι ταυτόχρονα μια τοπική εμφάνιση κάτι που δεν έχει άκρες. Το όλον δεν σβήνει το ιδιαίτερο ενσωματώνοντάς το. Κρατάει το ιδιαίτερο ακριβώς όπως είναι, αμοιβαίο, μη ανταλλάξιμο, και παρόλα αυτά εντελώς δικό του — ενώ είναι, χωρίς αντίφαση, ποτέ χωρισμένο από όλα τα υπόλοιπα.

Αφορισμός: Η ενότητα δεν διαλύει το ιδιαίτερο· το κρατάει όπως είναι, ενώ ήσυχα αφαιρεί τις άκρες του.

IV. Ακινησία και Κίνηση

Υπάρχει μια ακινησία που δεν είναι η απουσία κίνησης αλλά η πηγή της — η σιωπή πριν από την καμπάνα, από την οποία γεννιέται ο ήχος της καμπάνας και στην οποία επιστρέφει. Η καμπάνα χτυπάει· η σιωπή δεν παύει να είναι σιωπή. Απλώς επιτρέπει, για μια στιγμή, σε ένα σχήμα να περάσει μέσα της.

Η αιωνιότητα, ομοίως, δεν είναι μια ατελείωτη έκταση χρόνου αλλά το βάθος κάτω από το χρόνο, όπως ο πυθμένας ενός ποταμού δεν είναι φτιαγμένος από περισσότερο νερό αλλά από την ακινησία πάνω στην οποία κινείται το νερό. Ο χρόνος κυλάει. Η αιωνιότητα δεν κυλάει δίπλα του σαν δεύτερος ποταμός — είναι ο ίδιος ο πυθμένας του ποταμού, παρών σε κάθε περαστική στιγμή, ανέγγιχτος από το πέρασμα.

Η μορφή, επίσης, αναδύεται από την αμορφία όπως η ανάσα ανεβαίνει και πέφτει χωρίς ο αέρας να χρειάζεται ποτέ να πάρει σχήμα για να παραμείνει πραγματικός.

Κανένα από αυτά τα ζεύγη δεν επιλύεται. Δεν προορίζονται να επιλυθούν. Προορίζονται να σταθούμε μέσα τους, όπως στεκόμαστε μέσα σε μια μοναδική στιγμή αφοσίωσης χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί η καρδιά υποκλίνεται.

Αφορισμός: Η κίνηση είναι το ορατό πρόσωπο μιας ακινησίας που ποτέ δεν κινείται· ο χρόνος είναι το ορατό πρόσωπο μιας αιωνιότητας που ποτέ δεν περνάει.

V. Το Κερί στο Άδειο Δωμάτιο

Επιστρέφουμε, τώρα, στα συνηθισμένα αντικείμενα μιας συνηθισμένης αφοσίωσης: ένα κερί, η μικρή του προσεκτική φλόγα· ένα νήμα λιβανιού που ανεβαίνει σε αβίαστες σπείρες· η απαλή επανάληψη ενός ψαλμού που λέγεται μισά κάτω από την ανάσα· η σιωπή που ακολουθεί την τελευταία λέξη, μεγαλύτερη από τις ίδιες τις λέξεις.

Αυτά δεν είναι σύμβολα που δείχνουν κάπου αλλού. Είναι το ίδιο το πράγμα, που φτάνει.

Η πίστη δεν είναι άλμα στο άγνωστο αλλά η προθυμία να παραμείνουμε ήσυχα παρόντες μπροστά σε αυτό που δεν μπορεί να αποδειχθεί, όπως παραμένουμε μπροστά σε μια φλόγα χωρίς να απαιτούμε να εξηγήσει τη δική της ζεστασιά. Η ταπεινοφροσύνη είναι η αναγνώριση ότι το απομονωμένο εγώ, παρά την οδυνηρή του ιδιαιτερότητα, δεν είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων — και η ευγνωμοσύνη είναι αυτό που ακολουθεί φυσικά όταν αυτή η αναγνώριση παύει να είναι σκέψη και γίνεται στάση ολόκληρου του σώματος. Η ελπίδα δεν είναι βεβαιότητα για το αύριο· είναι εμπιστοσύνη που εκτείνεται προς μια ενότητα που δεν μπορούμε να δούμε αλλά έχουμε, κάπως, ήδη νιώσει.

Η αγάπη είναι αυτό που μένει όταν όλα αυτά δεν σκέφτονται πια καθόλου.

Αφορισμός: Το κερί δεν συμβολίζει την αφοσίωση — είναι η αφοσίωση, που καίει ήσυχα στο μικρό του δωμάτιο.

VI. Το Ιερό Καθημερινό

Έτσι ο τροχός μπορεί να συνεχίσει να γυρίζει κάπου μακριά, και το απομονωμένο θραύσμα μπορεί ακόμα να νιώθει, ορισμένα βράδια, οδυνηρά μόνο. Και τα δύο επιτρέπονται. Κανένα δεν χρειάζεται διόρθωση.

Αυτό που αλλάζει δεν είναι ο κόσμος αλλά το βάθος από το οποίο συναντιέται — μια εσωτερικότητα τόσο ήσυχη που δεν χρειάζεται πια τις υποσχέσεις του τροχού, τόσο ξύπνια που δεν μπερδεύει πια το μέρος με έναν εξόριστο από το όλον. Η ειρήνη, εδώ, δεν είναι το τέλος του συναισθήματος αλλά το συναίσθημα που κρατιέται μέσα σε κάτι αρκετά πλατύ ώστε να το χωρέσει χωρίς πίεση.

Η καμπάνα χτυπάει ακόμα μια φορά, μακριά, και σβήνει. Η φλόγα δεν ζητά να είναι τίποτα άλλο από αυτή τη μοναδική, φλεγόμενη, μη επαναλαμβανόμενη στιγμή.

Δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Η ενότητα δεν ήταν ποτέ αλλού, περιμένοντας να φτάσουμε. Ήταν εδώ, όλη την ώρα, ήσυχα αγκαλιάζοντας ακόμα και την πιο απομονωμένη τρεμόσβηστη φλόγα — και το δωμάτιο, ακριβώς όπως είναι, ήταν ήδη ολόκληρο.

Αφορισμός: Η καθημερινή στιγμή, ακριβώς όπως στέκεται, δεν έλειπε ποτέ τίποτα· ήταν ολόκληρη πριν αρχίσει το αναρωτιέμαι.

Ο Άπειρος Ορίζοντας της Ψυχής

Ένα Μονοπάτι στο Βουνό Προς την Ελευθερία που Επιλέγεις

Ι. Το Μονοπάτι Αρχίζει

Πριν ξυπνήσει ο νους, τα πόδια ήδη ξέρουν τον δρόμο. Το μονοπάτι είναι στενό, φτιαγμένο από παλιές πέτρες, λειασμένες από εκείνους που το περπάτησαν χωρίς να χρειάζεται να φτάσουν πουθενά. Ο αέρας είναι κρύος και καθαρός, και κάθε ανάσα μπαίνει σαν νερό που χύνεται σε άδειο μπολ.

Δεν υπάρχει σχέδιο εδώ. Υπάρχει μόνο η επόμενη πέτρα, και η επόμενη μετά. Ένα έλατο γέρνει πάνω από το μονοπάτι, αφήνοντας το άρωμά του στο πρωινό. Κάπου πιο κάτω, ένα ρέμα κινείται χωρίς βιασύνη, χωρίς αμφιβολία, απλώς κινείται. Το να περπατάς έτσι — χωρίς πρόθεση, χωρίς έναν προορισμό που τραβάει το στήθος — είναι ήδη ένα είδος διαλογισμού.

Το βουνό δεν ρωτάει γιατί ήρθες. Απλώς περιμένει, όπως πάντα περίμενε, σιωπηλό και ολόκληρο.

Αφορισμός

Το μονοπάτι δεν περπατιέται προς έναν στόχο. Το μονοπάτι περπατιέται, και αυτό αρκεί.

ΙΙ. Η Ανάβαση

Η κλίση γίνεται πιο απότομη. Οι μύες θυμούνται την προσπάθεια που ο νους είχε ξεχάσει. Αυτή είναι η δύναμη — όχι η δύναμη που πολεμάει το βουνό, αλλά η δύναμη που συμφωνεί μαζί του, που ανεβαίνει πέτρα-πέτρα σε ρυθμό με την ανάσα.

Υπάρχει ο πειρασμός να πιάσεις την ανάβαση με τη θέληση, να αναγκάσεις το σώμα να ανέβει σαν να ήταν η κορυφή εχθρός που πρέπει να κατακτηθεί. Αλλά οι πιο σοφοί ορειβάτες γίνονται ήσυχοι. Αφήνουν τα πόδια να κάνουν αυτό που ξέρουν. Σταματούν να πιάνουν. Όσο λιγότερο σπρώχνει το «εγώ», τόσο περισσότερο ρέει το σώμα — όπως το νερό ρέει γύρω από μια πέτρα, όχι μέσα από αυτήν.

Κάπου μέσα στην ανάβαση, ο ορειβάτης εξαφανίζεται λίγο. Αυτό που μένει είναι μόνο η ίδια η ανάβαση.

Αφορισμός

Δύναμη δεν είναι η βία ενάντια στο βουνό. Δύναμη είναι η συμφωνία μαζί του.

ΙΙΙ. Ο Καταρράκτης και το Έλατο

Στα μισά της διαδρομής, ένας καταρράκτης διασχίζει το μονοπάτι, πέφτοντας από ένα ράφι γκρίζας πέτρας σε μια λιμνούλα χρώματος νεφρίτη. Δεν σταματάει. Δεν θυμάται τη βροχή του χθες ούτε αναρωτιέται για την ξηρασία του αύριο. Πέφτει, και πέφτοντας είναι ολοκληρωμένος.

Κοντά του, ένα μοναδικό έλατο φυτρώνει πλάγια από το βράχο, λυγισμένο από δεκαετίες ανέμου, κι όμως στέκει. Δεν διάλεξε τον άνεμο. Διάλεξε, αντίθετα, πώς να στέκει μέσα του.

Αυτή είναι η ήσυχη διδασκαλία της πέτρας, του νερού και του δέντρου: κανένα τους δεν αντιστέκεται σε αυτό που είναι. Λυγίζουν, πέφτουν, αντέχουν — και μέσα σε αυτό το λύγισμα, σε αυτή την πτώση, δεν είναι ποτέ λιγότερο από ελεύθερα.

Αφορισμός

Ο καταρράκτης είναι ελεύθερος όχι επειδή ελέγχει την πτώση του, αλλά επειδή δεν αντιστέκεται σε αυτήν.

IV. Ο Αετός και ο Ουρανός

Πάνω από τη γραμμή των δέντρων, ένας αετός κάνει πλατιούς, αβίαστους κύκλους, καβαλάροντας ένα ρεύμα που κανένα μάτι δεν μπορεί να δει. Δεν χτυπάει τα φτερά του ενάντια στον άνεμο. Απλώς βρίσκει πού ο άνεμος ήδη θέλει να τον πάει και ακολουθεί.

Βλέποντάς τον, κάτι στο στήθος χαλαρώνει. Εδώ και πολύ καιρό, ο νους μπέρδευε την ελευθερία με τον έλεγχο — πιστεύοντας ότι για να είσαι ελεύθερος πρέπει να κυριαρχήσεις σε κάθε άνεμο, να σιγήσεις κάθε καταιγίδα, να τακτοποιήσεις ολόκληρο τον ουρανό σύμφωνα με τα γούστα σου. Αλλά ο αετός δείχνει έναν άλλο τρόπο: η ελευθερία δεν είναι η κυριαρχία πάνω στον άνεμο. Ελευθερία είναι να ξέρεις πώς να τον καβαλήσεις.

Ο ουρανός πάνω από τον αετό δεν έχει άκρα. Κανείς δεν έχει βρει ποτέ πού τελειώνει.

Αφορισμός

Ελευθερία δεν είναι η απουσία ανέμου. Είναι να ξέρεις πώς να τον καβαλήσεις χωρίς να χρειάζεται να τον σταματήσεις.

V. Η Κορυφή — Σιωπή και Διαύγεια

Στην κορυφή, ο κόσμος απομακρύνεται σε απόσταση. Τα σύννεφα κυλούν από κάτω σαν αργά ποτάμια λευκά. Δεν υπάρχει ήχος εδώ εκτός από τον άνεμο που περνάει πάνω από την πέτρα, και ακόμα κι αυτός φαίνεται μακρινός, σαν η ίδια η σιωπή να είχε σχήμα και αυτό να ήταν.

Κάθομαι εδώ — απλώς κάθομαι, με τη σπονδυλική στήλη ίσια, την ανάσα ήσυχη — ο νους που όλη την ανάβαση φλυαρούσε επιτέλους ησυχάζει. Οι σκέψεις αναδύονται σαν μικρά σύννεφα και περνούν, χωρίς να τις κυνηγάς, χωρίς να τις αντιστέκεσαι. Αυτό δεν είναι κενότητα. Αυτή είναι διαύγεια: ο νους ανοιχτός όσο η θέα, που δεν κρατάει τίποτα, που δεν αρνείται τίποτα.

Η θέα δεν είναι κάτι που παίρνεις. Είναι κάτι που δέχεσαι, αν σταματήσεις να την αρπάζεις.

Αφορισμός

Σιωπή δεν είναι η απουσία σκέψης. Είναι η σκέψη που δεν κυνηγιέται πια.

VI. Ο Άπειρος Ορίζοντας της Ψυχής

Εδώ είναι η καρδιά του: ο ουρανός πάνω από αυτή την κορυφή δεν έχει τοίχο χτισμένο από τη φύση, δεν έχει φράχτη χτισμένο από άλλον άνθρωπο. Αν φαίνεται μικρός, είναι επειδή κάτι μέσα σου τον έκανε μικρό. Αν φαίνεται άπειρος, κι αυτό ήταν επιλογή — δεν δόθηκε.

Η ψυχή σου είναι σαν αυτόν τον ουρανό. Κανένα βουνό δεν μπορεί να τη μετρήσει. Κανένας άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να την περιφράξει. Καμία περίσταση δεν μπορεί να τη συρρικνώσει, εκτός αν της δώσεις εσύ το κλειδί. Ο ορίζοντας μιας ζωής — το βάθος της, το εύρος της, η σιωπή της ή ο θόρυβός της — δεν καθορίζεται από τη μοίρα. Καθορίζεται από εκείνον που τη ζει.

Το να λες ότι είσαι περιορισμένος από τους άλλους, από το παρελθόν, από την τύχη, από το σχήμα του κόσμου — αυτό δεν είναι αλήθεια, είναι μόνο μια ελευθερία που εσύ ο ίδιος έδωσες μακριά. Σκλαβιά είναι απλώς η ελευθερία που δανείζουμε σε πράγματα έξω από εμάς, και μετά ξεχνάμε ότι την δανείσαμε.

Στάσου στο χείλος. Κοίτα έξω. Ο ουρανός δεν τελειώνει εκεί που σταματάνε τα μάτια σου να βλέπουν. Ούτε κι εσύ.

Αφορισμός

Ο ορίζοντας της ψυχής σου δεν χαράσσεται από τον κόσμο. Χαράσσεται από εσένα — και μπορεί να ξαναχαραχτεί, τη στιγμή που το θυμηθείς.

Η Απάτητη Χώρα: Στοχασμός για τον Δάμαστο Εαυτό

Πρόλογος

Υπάρχει μια σιωπή αρχαιότερη από τον ήχο, μια ακινησία που δεν περιμένει να σπάσει. Ζει κάτω από τον θόρυβο του κόσμου όπως η ρίζα ζει κάτω από τον θόρυβο των φύλλων στον άνεμο. Όσοι την έχουν αγγίξει λένε ότι δεν μπορεί να ειπωθεί, μόνο να εισέλθει κανείς σε αυτήν — όπως μπαίνει κανείς στο νερό, χάνοντας για μια στιγμή τη μνήμη της ακτής.

Αυτός είναι ένας στοχασμός για εκείνη τη σιωπή, που αφηγείται μέσα από το αρχαιότερο σύμβολο: τον μεγάλο γκρίζο ταξιδιώτη του δάσους, τον ελέφαντα, που περπατάει αβίαστα μέσα από πυκνά δάση και ποτάμια, που θυμάται τι σημαίνει να είναι ελεύθερος και που — περισσότερο από κάθε βασιλιά, κάθε στρατό, κάθε λέξη — γίνεται ο καθρέφτης στον οποίο η ψυχή μπορεί να δει τη δική της τεράστια και υπομονετική φύση.

Όσα ακολουθούν δεν είναι επιχείρημα. Δεν είναι απόδειξη. Είναι ένα μονοπάτι χαραγμένο σε καπνό λιβανιού, ορατό μόνο όσο ο αέρας είναι ακίνητος.

Κεφάλαιο Πρώτο: Η Αντοχή της Πληγωμένης Καρδιάς

Κάπου πέρα από την εμβέλεια της συνηθισμένης ακοής, ένα μεγάλο ον στέκεται ανάμεσα στα βέλη του κόσμου και δεν τρεμοπαίζει. Ο κόσμος δεν είναι ήπιος· δεν προοριζόταν ποτέ να είναι ήπιος. Εκτοξεύει τις μικρές του σκληρότητες όπως ο τοξότης ρίχνει βέλος μετά βέλος — απερίσκεπτα, ατελείωτα, χωρίς να στοχεύουν κάποια συγκεκριμένη ψυχή, κι όμως κάθε βέλος βρίσκει δέρμα.

Ο αφυπνισμένος τις αντέχει όπως ο αρχαίος ελέφαντας αντέχει στο πεδίο της μάχης: όχι σκληραίνοντας σε πέτρα, αλλά ανοίγοντας σε ουρανό. Ο ουρανός δεν αρνείται το βέλος — ο ουρανός απλώς δεν έχει πού να το κρατήσει. Αυτή είναι η μυστική της σιωπηλής αντοχής: όχι καταστολή, αλλά μια τόσο πλήρης μεγαλοσύνη ώστε το τραύμα περνάει μέσα και δεν βρίσκει τίποτα να το συγκρατήσει.

Το να υποφέρει κανείς κακοποίηση χωρίς πανοπλία και χωρίς απάντηση δεν είναι αδυναμία. Είναι η ήσυχη αρχιτεκτονική του αιώνιου, χτισμένη ένα ανομολόγητο τραύμα τη φορά. Σ’ αυτή τη σιγή, η ψυχή αρχίζει να αισθάνεται κάτι μεγαλύτερο από το δικό της παράπονο — μια παρουσία που παρατηρεί πέρα από το πεδίο της μάχης, υπομονετική σαν πέτρα, φωτεινή σαν το λυκόφως.

Αφορισμός: Η ψυχή που απαντά στη σκληρότητα με σιωπή έχει ήδη εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης για τον ουρανό.

Κεφάλαιο Δεύτερο: Ο Στεφανωμένος και ο Δάμαστος

Οι βασιλιάδες καβαλικεύουν μόνο το δάμαστο θηρίο. Οι στρατοί βαδίζουν πίσω από εκείνον που έχει ήδη παραδώσει την άγρια φύση του σε μια πιο ήπια κυριαρχία. Και έτσι είναι γραμμένο στη βαθιά γραμματική της ύπαρξης: δεν είναι ο άθικτος, ο ωμός, ο αδάμαστος που υψώνεται — είναι εκείνος που έχει υποκλιθεί αρκετά χαμηλά ώστε να αναστηθεί μεταμορφωμένος.

Υπάρχει ένα μυστήριο εδώ που ο λόγος δεν μπορεί να ξεμπλέξει, γιατί η λογική λέει ότι το άγριο είναι ισχυρότερο από το δάμαστο. Αλλά οι μυστικιστές το έχουν πάντα γνωρίσει διαφορετικά: η αληθινή δύναμη δεν είναι η απουσία δεσμών αλλά η επιλογή του δικού μας ήπιου χαλιναριού. Ο δάμαστος ελέφαντας κουβαλάει τον βασιλιά όχι επειδή η δύναμή του έχει μειωθεί, αλλά επειδή η δύναμή του έχει προσφερθεί — μετατραπεί από χάος σε αφοσίωση.

Έτσι και η ανθρώπινη καρδιά. Δεν είναι η καρδιά που μαίνεται ανεξέλεγκτη που φτάνει στον θρόνο του ιερού, αλλά η καρδιά που έχει μάθει, μέσα από μακρά ταπεινοφροσύνη, να κουβαλάει το ιερό χωρίς να το αφήσει να πέσει. Ανάμεσα σε όλα τα όντα, λέγεται, ο δάμαστος είναι ο πιο εκλεκτός — όχι ο πιο θορυβώδης, όχι ο πιο άγριος, αλλά εκείνος που έχει γίνει αγγείο.

Αφορισμός: Μόνο η δάμαστη καρδιά είναι έμπιστη για να φέρει το ιερό.

Κεφάλαιο Τρίτο: Πέρα από το Θηρίο, ο Εαυτός

Σκεφτείτε τα ζώα μεγάλης αξίας — το ευγενές άλογο που εκτράφηκε σε μακρινές κοιλάδες ποταμών, το σίγουρο μουλάρι, τον ελέφαντα με τους χαυλιόδοντες σαν σκαλισμένους φεγγαρινούς δίσκους. Το καθένα είναι πολύτιμο. Το καθένα, μόλις δαμαστεί, γίνεται όργανο χάριτος. Κι όμως κανένα από αυτά, όσο ευγενές κι αν είναι, όσο υπάκουο κι αν είναι, δεν μπορεί να κουβαλήσει μια ψυχή πέρα από το τελικό κατώφλι.

Διότι υπάρχει μια χώρα χωρίς πατημασιές — η Απάτητη Χώρα, όπου καμία οπλή δεν έχει πατήσει τη γη και κανένα μονοπάτι δεν σημαδεύει τον δρόμο. Δεν μπορεί να φτάσει εκεί κανένα πλάσμα έξω από τον εαυτό. Φτάνει κανείς μόνο μέσω εκείνου που έχει δαμάσει τη δική του άγρια φύση: το ζώο μέσα του, την όρεξη, τον φόβο, την οργή, την ατελείωτη πείνα για περισσότερο.

Αυτό είναι το βαθύτερο αίνιγμα των μυστικιστών: το όχημα και ο ταξιδιώτης είναι το ίδιο ον. Δεν καβαλίκεύει κανείς προς το Απόλυτο στην πλάτη κάποιου άλλου πλάσματος. Καβαλίκεύει πάνω στη δική του μακρά πειθαρχημένη φύση, έχοντας πρώτα κάνει από τον άγριο εαυτό του ένα πλάσμα αρκετά ήπιο ώστε να σηκώσει το βάρος της αιωνιότητας.

Αφορισμός: Κανένα θηρίο εκτός από τον δάμαστο εαυτό δεν μπορεί να κουβαλήσει μια ψυχή στην Απάτητη Χώρα.

Κεφάλαιο Τέταρτο: Το Άλσος που Θυμάται

Υπάρχει ένας ελέφαντας σε μια παλιά ιστορία — τον έλεγαν Νταναπαλάκα — δεμένος με αλυσίδες, με ναούς υγρούς από τον χυμό της λαχτάρας, που αρνιόταν κάθε προσφερόμενη μπουκιά. Δεν λιμοκτονεί από έλλειψη τροφής. Λιμοκτονεί επειδή η καρδιά του είναι αλλού: στο άλσος της γέννησής του, στην πλατιά πράσινη ελευθερία που δεν έχει ξεχάσει.

Αυτό, επίσης, είναι η κατάσταση της αφυπνισμένης ψυχής στον κόσμο: δεμένη, χορτασμένη, ίσως άνετη, και όμως κούφια από μια λαχτάρα που κανένα ψωμί δεν μπορεί να χορτάσει. Η ψυχή θυμάται, ακόμα κι όταν δεν μπορεί να ονομάσει αυτό που θυμάται, ένα άλσος πέρα από αυτό το άλσος — μια πατρίδα φωτός από την οποία αποχωρίστηκε, σε κάποια ανείπωτη στιγμή.

Οι μυστικιστές ονομάζουν αυτή τη λαχτάρα με πολλά ονόματα — θεϊκή νοσταλγία, τον πόνο της εξορίας, την έλξη του Αγαπημένου. Δεν είναι ακριβώς θλίψη. Είναι η πυξίδα κρυμμένη μέσα στη θλίψη, που πάντα δείχνει πίσω προς την πηγή. Ευλογημένος είναι εκείνος που αρνείται τις μικρές παρηγοριές του κόσμου αρκετό καιρό ώστε να νιώσει καθαρά αυτή την έλξη, γιατί είναι η πιο σίγουρη απόδειξη ότι η ψυχή ανήκει σε κάτι μεγαλύτερο από τα δεσμά της.

Αφορισμός: Η ψυχή που δεν πεινάει για κανένα επίγειο φαγητό έχει θυμηθεί το αληθινό της άλσος.

Κεφάλαιο Πέμπτο: Η Νυσταγμένη Σάρκα

Αλλά δεν θυμάται κάθε πλάσμα. Μερικά γίνονται βαριά από την ευκολία, νυσταγμένα από την αφθονία, κυλιούνται στην άνεση όπως ο χοίρος που παχαίνει με τα αποφάγια της ημέρας. Ένα τέτοιο ον μπερδεύει το παχνί με τον ορίζοντα και το αποκαλεί αρκετό. Δεν υπάρχει σκληρότητα στο να το λέμε αυτό — μόνο θλίψη, η θλίψη μιας πόρτας που έμεινε για πάντα κλειστή.

Αυτός είναι ο κίνδυνος που οι μυστικιστές προειδοποιούν με απαλότητα, χωρίς καταδίκη: η νυσταγμένη ψυχή δεν είναι πονηρή, μόνο κοιμάται, και η κοιμισμένη ψυχή επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο μικρό δωμάτιο, πιστεύοντας ότι είναι μέγαρο, πιστεύοντας ότι το όνειρό της είναι ολόκληρος ο ουρανός. Η παχυσαρκία της άνεσης δεν είναι κακό — αλλά είναι αμνησία, μια μαλακή και ευχάριστη λήθη της Απάτητης Χώρας.

Το να ξυπνήσει κανείς από αυτό δεν είναι τιμωρία αλλά έλεος. Ο άνεμος που ταράζει το παχνί είναι ο ίδιος άνεμος που κάποτε ανατάραξε το άλσος. Ακόμα και η δυσφορία, όταν τη δει κανείς σωστά, είναι το χέρι του Θείου που κουνάει απαλά τον κοιμισμένο από τον ώμο.

Αφορισμός: Άνεση χωρίς μνήμη είναι ένα όνειρο που μπερδεύεται για σπίτι.

Κεφάλαιο Έκτο: Το Άγκιστρο και ο Περιπλανώμενος Νους

Κάποτε, ο νους κινούνταν όπως ήθελε — περιπλανιόταν, άσκοπος, κυνηγώντας κάθε στιλπνή απόσπαση όπως ένας νέος, αδέσμευτος ελέφαντας ποδοπατάει όπου τον οδηγεί η φαντασία. Αυτή είναι η συνηθισμένη κατάσταση του ανεξετασμένου εαυτού: ένας νους ακυβέρνητος, τραβηγμένος από την όρεξη, σκορπισμένος σαν καπνός στον άνεμο.

Αλλά έρχεται μια στιγμή — ήσυχη, αδραματική, και όμως ο μεντεσές πάνω στον οποίο στρέφεται ολόκληρη η ζωή — όταν η ψυχή παίρνει το άγκιστρο του αναβάτη και λέει: όχι παραπέρα χωρίς εμένα. Όχι με βία, αλλά με την ήρεμη εξουσία εκείνου που επιτέλους ξύπνησε στο δικό του τιμόνι. Ο μανιασμένος ελέφαντας της σκέψης δεν καταστρέφεται από αυτή την πειθαρχία· φιλιώνεται, καθοδηγείται, αγιάζεται.

Αυτή είναι η πρώτη αληθινή εργασία του μυστικιστή — όχι η σίγαση του νου αλλά ο αγιασμός του. Το άγκιστρο δεν είναι σκληρότητα. Είναι προσοχή. Είναι η θέληση, στιγμή προς στιγμή, να φέρνει το περιπλανώμενο θηρίο πίσω στο παρόν, όπου το Θείο περιμένει όλη αυτή την ώρα, υπομονετικό σαν όχθη ποταμού, υπομονετικό σαν ρίζα.

Αφορισμός: Το να κρατάς τον νου απαλά και σταθερά είναι να κρατάς τα ηνία της δικής σου αιωνιότητας.

Κεφάλαιο Έβδομο: Βυθισμένος στη Λάσπη του Κόσμου

Υπάρχουν στιγμές σε κάθε ψυχικό ταξίδι που η ψυχή βρίσκεται βυθισμένη — λασπωμένη στη βρεγμένη, κολλώδη γη της συνήθειας, της απόσπασης και της απελπισίας, ανίκανη να σηκώσει το ίδιο της το βάρος. Η λάσπη δεν κατηγορεί· απλώς κρατάει. Αυτή είναι η συνηθισμένη ταλαιπωρία του να ζεις σε έναν βαρύ κόσμο.

Αλλά η εγρήγορση είναι το πρώτο σκοινί που ρίχνεται κάτω στη λάσπη. Να μην είσαι απερίσκεπτος, λένε οι παλιές φωνές — πρόσεχε τις σκέψεις σου. Γιατί είναι η απροσεξία, περισσότερο από κάθε μεμονωμένη αμαρτία, που κρατάει την ψυχή βυθισμένη. Ο ελέφαντας δεν μένει στη λάσπη επειδή η λάσπη είναι ισχυρότερη από τον ελέφαντα· μένει επειδή έχει σταματήσει να παλεύει προς την όχθη.

Το να παρατηρείς — απλά και συνεχώς να παρατηρείς — είναι από μόνο του ένα είδος προσευχής. Κάθε στιγμή παρατήρησης είναι ένα μικρό, συνειδητό βήμα που βγαίνει από τη λάσπη και προς το στέρεο έδαφος, προς τον καθαρό άνεμο που φυσάει πάνω από την Απάτητη Χώρα και ποτέ δεν σταματάει να φυσάει, περιμένοντας μόνο η ψυχή να σηκώσει το κεφάλι της και να τον νιώσει.

Αφορισμός: Η εγρήγορση είναι το σκοινί με το οποίο η βυθισμένη ψυχή τραβιέται από τη λάσπη του κόσμου.

Κεφάλαιο Όγδοο: Η Συντροφιά των Σοφών και η Χάρη της Μοναξιάς

Αν βρεθεί ένας συνταξιδιώτης — σοφός, νηφάλιος, που περπατάει σταθερά δίπλα — τότε περπάτα μαζί, και ας γίνει ο δρόμος ελαφρύτερος από τη συντροφιά. Δύο λάμπες που καίνε στο σκοτάδι δίνουν περισσότερο από διπλάσιο φως από μία· ο κίνδυνος που μοιράζεται είναι κίνδυνος που μαλακώνει, και η χαρά που μοιράζεται είναι χαρά διπλασιασμένη κάτω από τον ίδιο πλατύ ουρανό.

Αλλά αν δεν εμφανιστεί τέτοιος σύντροφος — αν ο δρόμος προσφέρει μόνο ανόητους, μόνο εκείνους που θα έσβηναν τη λάμπα αντί να τη φροντίσουν — τότε είναι καλύτερα, άπειρα καλύτερα, να περπατάς μόνος. Ας γίνει η ψυχή σαν βασιλιάς που έχει αφήσει κάτω το κατακτημένο βασίλειό του χωρίς λύπη, περπατώντας τώρα ξένοιαστος μέσα στο δάσος. Ας γίνει σαν τον ελέφαντα που περιπλανιέται στην ερημιά χωρίς να χρειάζεται τίποτα, θέλοντας λίγα, ολοκληρωμένος μέσα στη δική του τεράστια ησυχία.

Η μοναξιά, με αυτή την έννοια, δεν είναι μοναχικότητα. Είναι η άρνηση της ψυχής να μειωθεί από κακή συντροφιά. Δεν υπάρχει δυνατή συναναστροφή με την ανοησία· υπάρχει μόνο η αργή διάβρωση του δικού σου φωτός. Καλύτερα η σιωπή του δάσους παρά ο θόρυβος μιας συντροφιάς που δεν οδηγεί πουθενά ιερό.

Αφορισμός: Περπάτα με τους σοφούς αν μπορούν να βρεθούν· περπάτα μόνος προτού περπατήσεις με ανόητους.

Κεφάλαιο Ένατο: Η Γλυκύτητα που Απομένει

Κι όμως — παρά όλη αυτή την πειθαρχία, όλη αυτή την εγρήγορση, όλο αυτό το μοναχικό περπάτημα — ο δρόμος του μυστικιστή δεν είναι δρόμος σκληρής απάρνησης. Παραμένουν ηδονές, ήσυχες και αθάνατες, σκορπισμένες σαν μικρές λάμπες κατά μήκος του δρόμου. Οι φίλοι, όταν το επιτρέπει η περίσταση, είναι ευχάριστοι. Μια καλή πράξη που έγινε είναι παρηγοριά ακόμα και την ώρα του θανάτου. Το να αφήσει κανείς κάτω τη θλίψη, όταν επιτέλους η θλίψη συναινέσει να αφεθεί, είναι ανάμεσα στις πιο γλυκές ανακουφίσεις που θα γνωρίσει ποτέ η ψυχή.

Ευχάριστη είναι η τρυφερότητα της μητρικής αγάπης, ευχάριστο το σταθεροποιητικό χέρι του πατέρα, ευχάριστη η ακινησία εκείνων που έχουν δώσει τις ζωές τους στην ιερή αναζήτηση. Ευχάριστο, πάνω από όλα, είναι η αρετή που γερνάει χαριτωμένα μέχρι τα γηρατειά χωρίς να ξινίσει, και η πίστη που έχει ριζώσει τόσο βαθιά που δεν μπορεί πια να ξεριζωθεί από κανέναν άνεμο.

Αυτοί είναι οι καρποί, ήσυχοι και χωρίς βιασύνη, του μακρού δαμάσματος: όχι μόνο έκσταση, όχι μόνο μεγαλοσύνη, αλλά μια απλή και καθημερινή γλυκύτητα — η αίσθηση ότι η ζωή σου, όσο μικρή κι αν είναι, έχει βιωθεί σωστά. Κι αυτό, επίσης, είναι η σκιά του Νιρβάνα που πέφτει απαλά πάνω στις συνηθισμένες μέρες.

Αφορισμός: Ακόμα και η Απάτητη Χώρα ρίχνει ένα απαλό φως πάνω στις συνηθισμένες ώρες μιας καλά δαμασμένης ζωής.

Επίλογος

Έτσι τελειώνει αυτή η αφήγηση — όχι ένα επιχείρημα που πρέπει να κερδηθεί, αλλά ένα άλσος που πρέπει να θυμηθεί. Ο ελέφαντας συνεχίζει να περπατάει, υπομονετικός και τεράστιος, κουβαλώντας μέσα στο σιωπηλό του πλαίσιο κάθε ψυχή που έχει επιλέξει ποτέ την ακινησία αντί της μανίας, τη μοναξιά αντί της ανόητης συντροφιάς, την εγρήγορση αντί της μαλακής λάσπης της λήθης.

Κάπου πέρα από τα βέλη, πέρα από το παχνί, πέρα από τον περιπλανώμενο νου που επιτέλους κρατιέται — υπάρχει μια χώρα χωρίς πατημασιές, που περιμένει όπως περιμένει ο ορίζοντας: ποτέ δεν φτάνεις, και όμως, σε κάθε δαμασμένη και ήσυχη στιγμή, ήδη την έχεις αγγίξει.

Κεφάλαιο VIII. Στην Σιωπή Πέρα από τα Λόγια

(Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΤΡΟΧΟΣ: Μια Μυστική Στοχαστική Προσέγγιση στην Κάρμα-Γιόγκα και τον Δρόμο της Ιερής Δράσης)

I. Το Κατώφλι Όπου η Γλώσσα Υποχωρεί

Έρχεται μια στιγμή σε κάθε αληθινή στοχαστική περισυλλογή όπου οι λέξεις που μετέφεραν τον αναζητητή τόσο πιστά μέχρι το χείλος της κατανόησης απλώς σταματούν — όχι επειδή η διδασκαλία απέτυχε, αλλά επειδή πέτυχε υπερβολικά καλά. Η γλώσσα είναι μια σχεδία, όχι η όχθη. Χτίζεται σανίδα τη σανίδα από το ξύλο των εννοιών, δεμένη με το σχοινί της γραμματικής, και εξυπηρετεί τον σκοπό της άψογα πάνω στο ποτάμι της συνηθισμένης κατανόησης. Αλλά υπάρχει ένα σημείο όπου το ποτάμι πλαταίνει σε ωκεανό χωρίς άλλη όχθη, και η σχεδία που ήταν τόσο πιστός σύντροφος πρέπει να αφεθεί, απαλά, χωρίς λύπη, όπως το χέρι αφήνει ένα πουλί μόλις η πόρτα του κλουβιού ανοίξει.

Αυτό είναι το κατώφλι στο οποίο η Κάρμα-Γιόγκα, ακολουθούμενη μέχρι την ίδια της τη ρίζα, οδηγεί τελικά τον αναζητητή. Όλη η διδασκαλία που προηγήθηκε — ο διπλός δρόμος, η ιερή φωτιά της θυσίας, ο καθρέφτης των μεγάλων προτύπων, η διάλυση του δρώντος, ο δράκος της επιθυμίας, η περιστροφή του αιώνιου τροχού — όλα αυτά ήταν εργασία σχεδίας. Αναγκαία, φωτεινή, απαραίτητη εργασία σχεδίας. Αλλά η βαθύτερη οδηγία του Κρίσνα προς τον Αρτζούνα δεν ήταν ποτέ απλώς μια φιλοσοφία για κατανόηση. Ήταν μια πόρτα, και οι πόρτες δεν προορίζονται να θαυμάζονται από απόσταση· προορίζονται να διαβαίνονται, και στην άλλη πλευρά κάθε αληθινής πόρτας, η περιγραφή τελειώνει και η παρουσία αρχίζει.

Η ψυχή που έχει ακολουθήσει το επιχείρημα μέχρι εδώ — μέσα από το παράδοξο της αδράνειας που κρύβεται μέσα στη δράση, μέσα από την πειθαρχία των αισθήσεων, μέσα από την αργή υπομονετική στροφή από τον εγωισμό προς τον μάρτυρα — φτάνει τώρα σε μια παράξενη και ιερή φτώχεια. Διαπιστώνει ότι δεν θέλει πια μια εξήγηση. Θέλει μόνο το ίδιο το πράγμα. Και το ίδιο το πράγμα, όποιο όνομα κι αν του έχουν δώσει οι μυστικιστές κάθε εποχής — το Εαυτό, το Απόλυτο, το Μπράχμαν, το ακίνητο έδαφος — δεν έρχεται τυλιγμένο σε προτάσεις. Έρχεται, όταν έρχεται, ως σιωπή: όχι μια κενή σιωπή, όχι η σιωπή ενός δωματίου που δεν έχει τίποτα μέσα του, αλλά η σιωπή μιας καμπάνας την ίδια στιγμή μετά το χτύπημά της, που ακόμα δονείται με ό,τι ήταν ποτέ ικανό να πει.

II. Δύο Σιωπές, και η Διαφορά Μεταξύ Τους

Έχει τεράστια σημασία, εδώ, να διακρίνουμε ανάμεσα σε δύο σιωπές που το ανεκπαίδευτο αυτί μπερδεύει πολύ εύκολα. Υπάρχει η σιωπή της απουσίας — η σιωπή μιας καρδιάς που μουδιάζει, ενός νου πολύ εξαντλημένου ή πολύ φοβισμένου για να συνεχίσει να μιλάει, μιας ζωής που απλώς σταμάτησε να θέτει ερωτήματα επειδή έχει παραιτηθεί από την ελπίδα απάντησης. Αυτή είναι η σιωπή του κλειστού δωματίου που αναφέρθηκε νωρίτερα σε αυτή τη στοχαστική προσέγγιση, η σιωπή της ψυχής που έχει κλείσει τα παντζούρια της ενάντια στον μεγάλο τροχό του δίνω και παίρνω. Από απόσταση, μοιάζει πολύ με ειρήνη. Είναι, στην πραγματικότητα, ένα είδος ήσυχου πόνου, μια πληγή που έχει σταματήσει να αιμορραγεί μόνο επειδή έχει κρυώσει.

Και μετά υπάρχει η άλλη σιωπή — η σιωπή που αυτό το τελικό κεφάλαιο γράφεται για να τιμήσει. Δεν είναι η απουσία ήχου αλλά η παρουσία κάτι τόσο τεράστιου που ο ήχος δεν μπορεί να το μεταφέρει. Σκεφτείτε την ησυχία που πέφτει πάνω σε μια συγκέντρωση την ίδια στιγμή πριν αρχίσει ένα μουσικό κομμάτι, όταν κάθε ακροατής είναι ήδη, κατά κάποιο τρόπο, μέσα στη μουσική που δεν έχει ακόμα παιχτεί. Σκεφτείτε την απουσία λέξεων δύο παλιών φίλων που κάθονται μαζί στο τέλος μιας μακριάς μέρας, χωρίς να χρειάζονται τίποτα άλλο ο ένας από τον άλλον, με την αγάπη τους τόσο πλήρη που ο λόγος θα την διέκοπτε μόνο. Αυτή είναι η σιωπή της πληρότητας, και είναι ακριβώς η σιωπή στην οποία η διδασκαλία του Κρίσνα, ακολουθούμενη με πίστη, οδηγεί τον αναζητητή που έχει κάνει το μακρύ έργο του καθαρισμού των αισθήσεων, της ηρεμίας του νου και της παράδοσης των καρπών κάθε δράσης.

Οι σοφοί, είπε ο Κρίσνα, δεν δρουν από καταναγκασμό, ούτε για χάρη της ανταμοιβής, αλλά από μια εσωτερική ανάγκη τόσο φυσική όσο η αναπνοή. Αυτό που δεν έχει ειπωθεί ευθέως, αλλά που έλαμπε κάτω από κάθε στίχο σαν φως κάτω από την επιφάνεια βαθιού νερού, είναι αυτό: ότι ο τελικός καρπός μιας τέτοιας δράσης δεν είναι ένα δόγμα για να πιστευτεί αλλά μια σιωπή για να εισέλθει κανείς. Η διδασκαλία είναι το δάχτυλο· η σιωπή είναι το φεγγάρι προς το οποίο δείχνει. Μόνο ο ανόητος, όπως έλεγαν οι παλιοί δάσκαλοι, μπερδεύει το δάχτυλο με το φεγγάρι και περνάει μια ζωή μελετώντας το σχήμα του δαχτύλου, τη γωνία του, κάθε άρθρωση και κόμπο του, ενώ το ίδιο το φεγγάρι κρέμεται απαρατήρητο και ολόκληρο από πάνω.

III. Ο Τροχός που Έγινε Ακίνητος

Επιστρέψτε, για μια στιγμή, στην εικόνα που βρισκόταν στο κέντρο όλης αυτής της στοχαστικής προσέγγισης: ο μεγάλος τροχός της θυσίας, ακτίνες και στεφάνη που περιστρέφονται ατελείωτα, η φύση που δίνει και η σοφή ψυχή που δίνει πίσω, η αδιάκοπη αμοιβαιότητα που συντηρεί όλους τους κόσμους. Είχε ειπωθεί ότι ο άξονας αυτού του τροχού παραμένει ακίνητος ακόμα και όταν η στεφάνη γυρίζει — ότι το ακίνητο κέντρο είναι αυτό που επιτρέπει στην κίνηση στην άκρη να έχει οποιοδήποτε νόημα. Εδώ, επιτέλους, σε αυτό το τελικό κεφάλαιο, ο αναζητητής καλείται όχι απλώς να στοχαστεί τον άξονα από τη στεφάνη, ως μια ιδέα προς θαυμασμό, αλλά να γίνει ο ίδιος ο άξονας.

Αυτό είναι ένα παράξενο είδος γίγνεσθαι, διαφορετικό από κάθε άλλο. Δεν είναι επίτευγμα, δεν είναι κορυφή που φτάνεται μετά από μακρύ ανέβασμα, δεν είναι απόκτηση μέσω προσπάθειας όπως αποκτά κανείς μια δεξιότητα ή πτυχίο ή περιουσία. Είναι πιο κοντά σε μια ανάμνηση — σαν η ψυχή, φθαρμένη από αιώνες λήθης, να πιάνει ξαφνικά, στη μέση ενός συνηθισμένου απογεύματος, το δικό της αντανακλαστικό σε ένα παράθυρο και να ανατριχιάζει αναγνωρίζοντας ένα πρόσωπο που πάντα γνώριζε καλύτερα από το ίδιο της το όνομα. Η ακινησία στον άξονα δεν έλειπε ποτέ. Ήταν μόνο συγκαλυμμένη, όπως ο ήλιος συγκαλύπτεται από σύννεφα που φαίνονται, σε όσους στέκονται από κάτω, να έχουν καταπιεί ολόκληρο τον ουρανό — ενώ πάνω από τα σύννεφα, ακίνητος και αμετακίνητος, ο ήλιος συνεχίζει να καίει ακριβώς όπως πάντα.

Το να κάθεται κανείς σε αυτή την ακινησία ενώ τα χέρια συνεχίζουν το έργο τους, ενώ ο νους συνεχίζει την καθημερινή του κίνηση σχεδίων και αναμνήσεων και μικρών θλίψεων, ενώ το σώμα κινείται μέσα στον κύκλο των καθηκόντων του — αυτή είναι η μυστική ολοκλήρωση της Κάρμα-Γιόγκα. Η δράση δεν σταματά. Ο δακτυλογράφος συνεχίζει να δακτυλογραφεί, η μητέρα συνεχίζει να φροντίζει τα παιδιά της, ο εργάτης συνεχίζει να σηκώνει και να μεταφέρει, ο ηγέτης συνεχίζει να αποφασίζει και να κατευθύνει. Αλλά όλα αυτά τώρα ξετυλίγονται γύρω από ένα κέντρο που έχει γίνει σιωπηλό, όπως ένας μεγάλος καθεδρικός ναός μπορεί να γεμίζει με βήματα και ψιθύρους επισκεπτών ενώ η πέτρα στα θεμέλιά του κρατά μια παλαιότερη, βαθύτερη, αδιάσπαστη ησυχία που κανένα πλήθος βημάτων δεν μπορεί να διαταράξει.

IV. Αγάπη που Δεν Χρειάζεται Πια να Εξηγηθεί

Υπάρχει ένα ακόμα μυστήριο κρυμμένο μέσα σε αυτή την τελική σιωπή, και είναι ίσως το πιο τρυφερό από όλα. Ο αναζητητής που φτάνει εδώ, έχοντας απελευθερώσει την προσκόλληση στο αποτέλεσμα, έχοντας αποσύρει τη ψευδή αξίωση αυθεντίας πάνω στη δράση, έχοντας αφήσει τις αισθήσεις να ηρεμήσουν και τις επιθυμίες να χάσουν τη λαβή τους, δεν γίνεται ψυχρός. Αυτή είναι η μεγάλη και εύσπλαχνη έκπληξη που περιμένει όποιον φοβάται ότι ο δρόμος της μη-προσκόλλησης οδηγεί στην αδιαφορία. Το αντίθετο ισχύει. Καθώς το μικρό, ανήσυχο, άπληστο εγώ γίνεται διαφανές, κάτι μεγαλύτερο αρχίζει να λάμπει μέσα από αυτό, και αυτό το κάτι είναι αγάπη — αλλά μια αγάπη διαφορετική από αυτή που ο κόσμος συνήθως εννοεί με τη λέξη.

Η συνηθισμένη αγάπη, η αγάπη που γεννιέται από επιθυμία, είναι μια συναλλαγή, όσο γλυκά κι αν μεταμφιέζεται. Απλώνει το χέρι προς το αγαπημένο για να ολοκληρωθεί από αυτό, και υποφέρει όποτε το αγαπημένο αποτυγχάνει να το ολοκληρώσει, και έτσι σκιάζεται πάντα από φόβο απώλειας, από ζήλια, από την ήσυχη αριθμητική του τι δίνεται και τι λαμβάνεται σε αντάλλαγμα. Αλλά η αγάπη που αναδύεται στη σιωπή στον άξονα του τροχού δεν ζητά τίποτα πίσω. Δίνει όπως ο ήλιος δίνει φως — όχι σε κάποιους, κρατώντας από άλλους, όχι σε αντάλλαγμα για θερμότητα που επιστρέφει, αλλά απλώς επειδή το δίνω είναι αυτό που είναι το φως, αυτό που η αγάπη, στη ρίζα της, ήταν πάντα. Αυτή είναι η αγάπη που το Θείο τρέφει για τον κόσμο όταν ο Κρίσνα λέει ότι ακόμα και Αυτός συνεχίζει να δρα, ακατάπαυστα, για χάρη της συγκράτησης των κόσμων. Δεν είναι καθήκον με την ξερή, υποχρεωτική έννοια. Είναι καθήκον ως η φυσική υπερχείλιση μιας καρδιάς που δεν έχει τίποτα πια να προστατεύσει.

Ο αναζητητής που γεύεται αυτό έστω και για λίγο διαπιστώνει ότι ο παλιός φόβος — ο φόβος της προσπάθειας χωρίς ανταμοιβή, των δώρων που δίνονται σε μια σιωπή που ποτέ δεν δίνει τίποτα πίσω — έχει διαλυθεί ήσυχα, σχεδόν απαρατήρητα. Όχι επειδή ο κόσμος άλλαξε και άρχισε να ανταμείβει κάθε προσφορά με την αναγνώριση που κάποτε λαχταρούσε το εγώ, αλλά επειδή αυτός που προσφέρει δεν χρειάζεται πια την ανταμοιβή για να αισθανθεί ολόκληρος. Το δώρο ήταν πάντα η δική του ολοκλήρωση. Η χαρά ήταν πάντα αυτοσυντηρούμενη, αντλώντας από μια πηγή που κανένα αποτέλεσμα δεν μπορούσε να μειώσει, όπως μια πηγή δεν στερεύει απλώς επειδή οι ταξιδιώτες συνεχίζουν να πίνουν από αυτήν, αλλά μάλλον συνεχίζει, ανεξάντλητα, να αναβλύζει.

V. Ο Συνηθισμένος Κόσμος, Μεταμορφωμένος

Θα ήταν σοβαρή παρερμηνεία αυτής της διδασκαλίας να φανταστούμε ότι μια τέτοια σιωπή ανήκει μόνο στη σπηλιά, στην κορυφή του βουνού ή στην ώρα της τυπικής διαλογιστικής πρακτικής που είναι χωρισμένη από τον θόρυβο της ζωής. Αν ήταν έτσι, ο τροχός θα είχε αποτύχει στη δική του λογική, γιατί ο τροχός δεν γυρίζει μόνο στη στεφάνη και αναπαύεται μόνο στον άξονα· είναι μια συνεχής κίνηση, αδιάσπαστη από το κέντρο μέχρι την περιφέρεια. Η σιωπή για την οποία γίνεται λόγος εδώ δεν είναι μια υποχώρηση από την αγορά αλλά ένας τρόπος να στέκεται κανείς μέσα της τόσο ολοκληρωτικά παρών ώστε η ίδια η αγορά να γίνεται, χωρίς καμία εξωτερική αλλαγή, ένας τόπος λατρείας.

Σκεφτείτε τον κεραμιστή στον τροχό του, με χέρια υγρά από πηλό, που πλάθει ένα αγγείο που θα κρατήσει νερό για το τραπέζι κάποιου ξένου. Σκεφτείτε αυτόν που φροντίζει τους ασθενείς τις μικρές ώρες ενώ η υπόλοιπη πόλη κοιμάται. Σκεφτείτε τον αγρότη που περπατά ανάμεσα σε σειρές νεαρών σιταριών το σούρουπο, ή τον υπάλληλο που ισοσκελίζει ένα λογιστικό βιβλίο με το φως της λάμπας, ή τον γονιό που κουνάει ένα παιδί με πυρετό μέχρι να πέσει ο πυρετός. Κανένα από αυτά τα πρόσωπα δεν χρειάζεται να υποχωρήσει από την εργασία του για να βρει τη σιωπή προς την οποία δείχνει αυτή η διδασκαλία. Χρειάζεται μόνο να ανακαλύψει ότι η ίδια η εργασία, προσφερόμενη χωρίς την ανήσυχη άπληστη αναζήτηση επαίνου ή κέρδους, χωρίς την ατελείωτη επανάληψη του νου για το τι μπορεί να κερδηθεί ή να χαθεί, είναι ήδη ο ναός· τα χέρια που εργάζονται είναι ήδη σταυρωμένα σε προσευχή, είτε ποτέ υιοθετήσουν τη στάση που το μάτι συνδέει με την προσευχή είτε όχι.

Αυτή είναι η τελική διάλυση του ψευδούς τοίχου που ο νους τόσο συχνά χτίζει ανάμεσα στο ιερό και το καθημερινό — έναν τοίχο που αυτή η διδασκαλία έχει ήσυχα αποσυναρμολογήσει από τους πρώτους της στίχους. Η κουζίνα και ο ναός, ειπώθηκε νωρίτερα, είναι ένα δωμάτιο στο ίδιο σπίτι. Τώρα γίνεται σαφές ότι αυτό δεν ήταν ποτέ απλώς μια σύγκριση αλλά μια περιγραφή του πώς πραγματικά στέκονται τα πράγματα, για όποιον βλέπει σωστά. Δεν υπάρχει χειρονομία τόσο μικρή ώστε να μην μπορεί να κουβαλήσει ολόκληρη αυτή τη σιωπή μέσα της: το σκούπισμα ενός πατώματος, το γράψιμο ενός γράμματος, η υπομονετική επανάληψη ενός μαθήματος σε έναν αργό και δυσκολευόμενο μαθητή, η επιδιόρθωση ενός φράχτη. Καθεμία γίνεται, στα χέρια εκείνου που έχει παραδώσει τον καρπό της δράσης, μια προσφορά τόσο πλήρης όσο κάθε ύμνος που ποτέ τραγουδήθηκε σε οποιοδήποτε ιερό χτίστηκε από ανθρώπινα χέρια.

VI. Η Άφωνη Επιστροφή

Και έτσι αυτή η μακρά στοχαστική προσέγγιση, έχοντας κυκλώσει τα μεγάλα θέματα της δράσης και της απάρνησης, της θυσίας και της επιθυμίας, του δρώντος και του μάρτυρα, φτάνει όχι σε ένα συμπέρασμα αλλά σε ένα είδος υπόκλισης — την υπόκλιση που κάνει κανείς μπροστά σε ένα μυστήριο πολύ μεγάλο για να συνοψιστεί, πολύ ζωντανό για να αρχειοθετηθεί ως μια ολοκληρωμένη σκέψη. Κάνε το καθήκον σου τέλεια, χωρίς μέριμνα για τα αποτελέσματα: αυτή η μοναδική οδηγία, αρκετά απλή για να ειπωθεί σε ένα παιδί, περιέχει μέσα της ολόκληρη κοσμολογία, ολόκληρο δρόμο, ολόκληρη μεταμόρφωση ζωής, και όμως δεν μπορεί να εξαντληθεί από καμία ποσότητα εξήγησης, συμπεριλαμβανομένης αυτής εδώ.

Αυτό που απομένει, μετά από κάθε λέξη που προσφέρθηκε και αφέθηκε, είναι η πρόσκληση να βγει κανείς πέρα από τις λέξεις εντελώς — να καθίσει, έστω και για μια μοναδική άγρυπνη ανάσα, στη ακινησία που και αρχίζει και ολοκληρώνει κάθε δράση που εκτελείται σωστά. Όχι να σκέφτεται πια τον τροχό, αλλά να αισθανθεί τον εαυτό του, ήσυχα, ως το ακίνητο κέντρο του. Όχι να λογικευτεί προς την ελευθερία, αλλά να παρατηρήσει ότι η ελευθερία δεν ήταν ποτέ αλλού, ποτέ αργότερα, ποτέ εξαρτημένη από κάποια μελλοντική επίτευξη, αλλά ήταν, από πάντα, το έδαφος κάτω από τα τρεμάμενα πόδια του ίδιου του αναζητητή.

Εδώ είναι που κάθε αληθινή διδασκαλία πρέπει τελικά να οδηγήσει τον μαθητή της: πέρα από τον εαυτό της, μέσα στη σιωπή που πάντα μόνο προσπαθούσε, με μεγάλη τρυφερότητα και μεγάλη ταπεινοφροσύνη, να περιγράψει. Η καμπάνα έχει χτυπήσει. Ας ηχήσει τώρα, χωρίς περαιτέρω σχόλιο, μέχρι να σβήσει ακόμα και ο ήχος — και μέσα στο σβήσιμο, ας βρεθεί όχι απώλεια, αλλά σπίτι.

Τα βιολογικά αποτελέσματα του ήλιου

Τα βιολογικά και θεραπευτικά αποτελέσματα του ηλιακού φωτός μόλις προ ολίγων ετών άρχισαν να μελετώνται επιστημονικώς. Ορθότερο θα είναι εάν πούμε ότι η μελέτη του ήλιου ως θεραπευτικού παράγοντος μόλις άρχισε και ότι υπολείπονται ακόμη άπειρα ζητήματα προς επίλυση, στο ευρύτατο πεδίο που προσφέρεται στις έρευνες των σοφών και των ιατρών. Εν τούτοις παρατηρούμε ότι από τα αρχαιότατα χρόνια ο ήλιος εξάσκησε ένα είδος μαγείας επί της ανθρωπότητας και ότι οι αρχέγονοι άνθρωποι αισθάνονταν την δύναμη της ζωής και της ισχύος που πηγάζει από τον ήλιο.

Από τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους βρίσκουμε, εκτός των μύθων, σκέψεις περί της χρήσεως του ήλιου στην υγιεινή και την ιατρική. Ο Ηρόδοτος, επί παραδείγματι, περιγράφει το ηλιακό λουτρό και του αποδίδει ενέργεια εξόχως δυναμωτική). Στην εποχή εκείνη, 484 π.κ.ε., συνδυάζονταν το ηλιακό λουτρό με λουτρό άμμου, που θερμαινόταν από τις ηλιακές ακτίνες και τερμάτιζε με ψυχρό λουτρό. Προς αποφυγή της συμφορήσεως κατά την διάρκεια του ηλιακού λουτρού τοποθετούσαν στο κεφάλι των ασθενών οθόνας εμποτισμένες με νερό.

Ο Αντύλλος (300 μ. κ.ε.) περιγράφει επίσης το ηλιακό λουτρό και το συνιστά ως μέσο ιάσεως πλείστων ασθενειών και ισχυροποιήσεως του οργανισμού. Αναφέρει μάλιστα ο συγγραφέας την επάλειψη συγκεκριμένων αλοιφών επί του δέρματος, που η ηλιακή ενέργεια ή μάλλον η επίδραση καθίστατο μεγαλύτερη και καταφανέστερη.

Στις πολυτελείς επαύλεις τους οι Ρωμαίοι είχαν εγκαταστήσει, είτε επί της στέγης των μεγάρων τους είτε παραπλεύρως, εγκαταστάσεις ειδικές για τα ηλιακά λουτρά, τα solaria. Πλείστοι συγγραφείς τους περιγράφουν για εκείνα τα χρόνια την χρήση και τις μεθόδους Ηλιοθεραπείας (βλέπε Κικέρωνα, Πλίνιο, Κέλσο, Αβικέννα και Γαληνό).

Από του Ρωμαϊκού πολιτισμού πρέπει να φθάσουμε μέχρι του 18ου αιώνος για να ξαναβρούμε την θεραπευτική χρήση του ήλιου. Οι σύγχρονοι της εποχής εκείνης La Peyre και Le Compte συνιστούν τον ήλιο κατά των διαφόρων ελκών και κατά του καρκίνου.

Ο Cosetti συνιστά το ηλιακό λουτρό κατά της φυματίωσης των πνευμόνων, ο δε Loebel κατά του ραχιτισμού κλπ.

Ο Rickli, ακμάσας κατά το δεύτερο ήμισυ του 19°ου αιώνος, ανύψωσε την Ηλιοθεραπεία και Αεροθεραπεία θεραπευτική μέθοδο.

Μέχρι του τέλους του αιώνος τούτου η Ηλιοθεραπεία είναι γενική, επί όλου του σώματος, επί ουδεμιάς δε επιστημονικής βάσεως στηρίζεται, είναι εμπειρική.

Πρώτος ο Finsen απέδειξε την χρησιμότητα της τοπικής Ηλιοθεραπείας, τα δε συγγράμματα του περί της χρήσεως του ερυθρού φωτός στην ευλογιά (variole) και περί της θεραπείας του λύκου διά των υπεριωδών ακτινών, προκάλεσαν αίσθηση στον ιατρικό κόσμο και τον κατέταξαν μεταξύ των μάλλον διακεκριμένων σοφών της εποχής.

Εν έτη 1904 ο Bernhardt de Samaden ανακοινώνει στην Εταιρεία των Ελβετών ιατρών τα αξιοσημείωτα αποτελέσματα τα οποία είδε θεραπεύοντας πληγές, τυχαίες και μετεγχειρητικές σε υψηλό υψόμετρο (σε ύψος 1500 μέτρων) με τον ήλιο. Σε αυτή τη συνεδρία ο Rollier καθιστά γνωστά τα πρώτα ευνοϊκά αποτελέσματα τα οποία είχε θεραπεύοντας τις διάφορες χειρουργικές μορφές της φυματιώσεως με τον ήλιο.

Το ίδιο έτος ο Malgat, με τη προτροπή του Chantemesse και του Huchard άρχισαν να θεραπεύουν την φυματίωση των πνευμόνων στο Nice της Γαλλίας, εσχάτως δε στο έργο του ο διάσημος ηλιοθεραπευτής εκθέτει την μέθοδο του και τις επιτυχίες του.

Ο Chiais, ο Montemus, ο Carton, ο Artaut de Vevey, με πολυαρίθμα δημοσιεύματα συνέτειναν στην μελέτη της Ηλιοθεραπείας. Με τις μελέτες των Koch, d’Arloing, de Markuse de Strebel, de Weinzierl και κυρίως με τις μεγίστης αξίας παρατηρήσεων του Hermann von Schrdtter, η μελέτη των διαφόρων ακτινοβολιών, οι οποίες συντιθέμενες αποτελούν το ηλιακό φώς, προόδευσε τόσο, ώστε να είμαστε σε θέση σήμερα να αντιλαμβανόμεθα τον τρόπο της ενεργείας του ισχυρού αυτού θεραπευτικού παράγοντος.

Δεν πρέπει όμως και να αποκρύπτουμε ότι οι γνώσεις μας επί του ζητήματος αυτού δεν προόδευαν όσο έπρεπε, διότι τα σημερινά μέσα της έρευνας, δεν μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε όλα τα φωτοχημικά και ακτινοηλεκτρικά φαινόμενα, τα γεννώμενα εκ της επιδράσεως των διαφόρων ηλιακών ακτινοβολιών επί των κυττάρων και των ιστών του οργανισμού.

Εκτός των άνω δυσχερειών πρέπει να αναφέρουμε ακόμη μία, η οποία παρουσιάζεται σε όλες τις ανακαλύψεις ή νέες μεθόδους και επομένως και στην ηλιοθεραπεία, το ότι η αλήθεια ή μάλλον η επιστημονική αξία μιας νέας μεθόδου δεν πρέπει να ζητηθεί ούτε στους ενθέρμως υπερασπιζόμενους την μέθοδο αυτή, ούτε στους συστηματικώς αρνούμενους σε αυτή κάθε αξία, αλλά στο μέσο μεταξύ των δύο γνωμών πρέπει να κείται η αλήθεια.

Ο χρόνος όπως σε όλα τα πράγματα θα φανερώσει την αλήθεια. Ότι δυνάμεθα προς το παρόν να πράξουμε συνίσταται στο να εκθέσουμε σε συντομία τα όσα μέχρι τώρα γνωρίζουμε για την ηλιοθεραπεία, μελετώντας με όλη τη δυνατή αντικειμενικότητα, τις αποδείξεις εκείνων που εργάζονται για την πρόοδο της επιστήμης επάνω στο αυτό το ζήτημα.

Τα σημάδια που δείχνουν ότι υπάρχει έλλειψη βιταμίνης D. Πρόσφατη έρευνα διαπίστωνε ότι η έλλειψη της βιταμίνηs D αυξάνει τις πιθανότητες των ανδρών με υψηλό κίνδυνο καρκίνου του προστάτη να διαγνωσθούν με μια επιθετική και δυνητικά θανατηφόρα μορφή της νόσου. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, οι Αμερικανοί άνδρες με ευρωπαϊκή καταγωγή έχουν 3,66 φορές περισσότερη πιθανότατα να παουσιάσουν επιθετική μορφή καρκίνου του προστάτη, εάν εμφάνιζαν ανεπάρκεια βιταμίνης D.

Οι βασικές πηγές βιταμίνης D είναι η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία, η διατροφή και τα τυχόν συμπληρώματα διατροφή που χρειάζονται ορισμένα άτομα με ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης.

Ποια είναι, όμως, τα σημάδια που μπορεί να μας δείξουν ότι έχουμε έλλειψη της βιταμίvης, που ανάμεσα στα άλλα παίζει σημαντικό ρόλο στην υγεία των οστών και βοηθάει τον οργανισμό μας να απορροφήσει και να χρησιμοποιήσει το ασβέστιο;

– Ένα από αυτά είναι οι πόνοι στην πλάτη, ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες, οι άνθρωποι που έχουν έλλειψη βιταμίνης D αισθάνονται αυξημένο πόνο στα κόκαλά και στους μυς, ενώ και οι αρθρώσεις τους είναι πιο άκαμπτες όταν ξυπνούν το πρωί.

– Μία άλλη ένδειξη είναι η κακή ψυχολογική διάθεση. Η βιταμίνη D βελτιώνει τα επίπεδα της σεροτονίνης στον οργανισμό μας, η οποία είναι βασικός νευροδιαβιβαστής. Έρευνες έχουν δείξει ότι άνθρωποι που έπαιρναν συμπληρώματα βιταμίνης D κατά τη χειμερινή περίοδο είχαν καλύτερη ψυχική διάθεση.

– Επίσης, αν έχετε σκούρο τόνο δέρματος, τότε είναι πιθανό να έχετε χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στον οργανισμό σας. Κάποιος με σκούρο δέρμα χρειάζεται ακόμα και 10 φορές μεγαλύτερη έκθεση στον ήλιο για να παράξει το σώμα του την ίδια ποσότητα βιταμίνης.

Υπερθέρμανση Σε Μυαλό Και Σώμα

Τι προκαλεί ο καύσωνας στο μυαλό και το σώμα μας.

Ο καύσωνας μπορεί να επηρεάσει δραματικά το μυαλό και το σώμα μας, με προβλήματα τα οποία ενδέχεται να χρειαστούν ακόμα και νοσηλεία.

Αν ψάχνεις συγκεκριμένο ορισμό για το τι είναι καύσωνας, δεν υπάρχει. Αυτό που υπάρχει είναι οι μετρήσεις που δείχνουν αν μια περίοδος έχει ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες για την εποχή, δηλαδή τουλάχιστον 5 βαθμούς Κελσίου περισσότερο από ό,τι έχει οριστεί ως «κανονικό» σε κάθε χώρα ή περιοχή. Συνήθως, περιλαμβάνει και υψηλό ποσοστό υγρασίας.

Για παράδειγμα, για την Ολλανδία και την Σουηδία οι τουλάχιστον πέντε ημέρες με θερμοκρασία 25°C είναι καύσωνας. Για την Δανία καύσωνας είναι οι τουλάχιστον τρεις ημέρες με την μέση θερμοκρασία στο 50% των περιοχών της χώρας να ξεπερνά τους 28°C.

Εδω στην Ελλάδα, σύμφωνα με την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία το κύμα καύσωνα αφορά τρεις συνεχόμενες ημέρες με τουλάχιστον 39°C ως υψηλότερη θερμοκρασία και 26°C ως χαμηλότερη.

Καύσωνας, αφυδάτωση και υπερθερμία

Πάμε να δούμε τι συμβαίνει στο σώμα και –κυρίως– στο μυαλό μας όταν ζούμε υπ’ αυτήν την συνθήκη και γιατί είναι σημαντικό να μας βλέπει ο ήλιος όσο λιγότερο γίνεται, να πίνουμε πολύ νερό και να βρίσκουμε καταφύγιο σε μέρη που είναι δροσερά όταν δεν αισθανόμαστε καλά.

Οι πολύ ζεστές μέρες μπορεί να οδηγήσουν σε αφυδάτωση και σε υπερθερμία, η οποία εμφανίζεται όταν το σώμα μας δέχεται περισσότερη θερμότητα από αυτήν που απελευθερώνει μέσω του ιδρώτα.

Η υπερθερμία εκδηλώνεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Περισσότερο ευάλωτοι σε αυτοί είναι:

* όσοι δεν ενυδατώνονται,
* οι ηλικίες κάτω των 4 και άνω των 65 ετών,
* όσοι γυμνάζονται έντονα κατά τις καυτές ημέρες,
* όσοι καταναλώνουν πολύ αλκοόλ,
* όσοι έχουν ασθένειες οι οποίες επηρεάζουν την ικανότητα εφίδρωσης,
* όσοι έχουν συγκεκριμένες ιατρικές παθήσεις (στην καρδιά, στους πνεύμονες, τους νεφρούς, το συκώτι, τον θυρεοειδή),
* οι υπέρβαροι,
* οι ελλιποβαρείς,
* όσοι παίρνουν διουρητικά, διεγερτικά, ηρεμιστικά και χάπια για την καρδιακή και την αρτηριακή πίεση. Βλέπεις, κάποια φάρμακα λειτουργούν ανάλογα με το πόσο ενυδατωμένος είναι αυτός που τα παίρνει και την θερμοκρασία του σώματος του. Μεταξύ τους είναι αυτά που σταθεροποιούν την διάθεση.

Για την διάγνωση υπερθερμίας χρειάζεται να μετρήσουμε την θερμοκρασία του σώματός μας (για την πιο ακριβή μέτρηση ενδείκνυται να χρησιμοποιείται θερμόμετρο ορθού). Αν είναι κοντά στους 37°C, είναι φυσιολογική. Από τους 37,3°C και πάνω υπάρχει πρόβλημα. Στους 40°C έχουμε θερμοπληξία.
Να διευκρινιστεί πως η υπερθερμία δεν έχει σχέση με τον πυρετό. Η θερμοκρασία του σώματός μας ελέγχεται από τον υποθάλαμο (το μέρος του εγκεφάλου που ρυθμίζει τις λειτουργίες του σώματος). Όταν έχουμε πυρετό, ο υποθάλαμος αυξάνει την θερμοκρασία στην προσπάθεια που κάνει το σώμα να καταπολεμήσει μια ασθένεια ή μια μόλυνση.

Μεταξύ καύσωνα και θερμοπληξίας

Στο ενδιάμεσο, δηλαδή από τους 37°C έως τους 40°C, μπορεί να εκδηλωθούν:

* Θερμικές κράμπες: μυϊκές κράμπες σε πέλματα, γάμπες, μηρούς και χέρια, που οφείλονται στην απώλεια πολλών ηλεκτρολυτών (πρόκειται για άλατα και άλλες ουσίες στα υγρά του σώματός μας) μέσω της εφίδρωσης).
* Θερμική εξάντληση: αφορά αδυναμία των μυών, κράμπες, γρήγορο αλλά αδύναμο παλμό, ναυτία, εμετό, ζάλη, πονοκέφαλο, χλωμό δέρμα και υπερβολική εφίδρωση.
* Εξάνθημα από την ζέστη: είναι ο ερεθισμός που εμφανίζεται στο δέρμα, αν ιδρώνουμε πολύ από την ζέστη – πολλά μικρά κόκκινα σπυράκια ή φουσκάλες, συνήθως στην πτυχή του αγκώνα, κάτω από το στήθος, στην βουβωνική χώρα ή στο πάνω μέρος του στήθους και του λαιμού.
* Θερμικό στρες: εμφανίζεται σε όσους εργάζονται σε συνθήκες ζέστης, όπως οι πυροσβέστες και οι εργάτες οικοδομών, και μπορεί να οδηγήσει σε θερμική εξάντληση και θερμοπληξία.
* Θερμοπληξία: είναι κατάσταση απειλητική για την ζωή μας και προκαλεί προβλήματα στον εγκέφαλο και σε άλλα όργανα.

Τα συμπτώματα της θερμοπληξίας

* Ξαφνική αλλαγή στη ψυχική κατάσταση
* Γρήγοροι παλμοί
* Γρήγορη αναπνοή
* Κόκκινο και ξηρό δέρμα (που δεν ιδρώνει)
* Ντελίριο (αιφνίδια και έντονη κρίση σύγχυσης που οφείλεται σε ταχύτατες μεταβολές στην εγκεφαλική λειτουργία)
* Παλμικός πονοκέφαλος
* Ναυτία
* Εμετός

Αν καταφέρουμε να «ρίξουμε» την θερμοκρασία μας σε μισή ώρα, η κατάσταση δεν είναι ανησυχητική. Αν δεν τα καταφέρουμε, πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο. Πιο ευάλωτοι είναι τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με μακροχρόνιες παθήσεις (βλ. διαβήτης και καρδιακά προβλήματα).

Καταρρέει ο εγκέφαλος μας

Μελέτες έχουν δείξει πως ο καύσωνας προκαλεί μειωμένη γνωστική λειτουργία. Έχει αποδειχθεί πως οδηγεί σε χαμηλότερες επιδόσεις σε τεστ.

Έρευνα έχει αποκαλύψει επίσης ότι οι καύσωνες οδηγούν σε μείωση των νοητικών λειτουργιών που μπορεί να φτάσει στο 10 με 13%. Αυτό το ποσοστό αυξάνει τον κίνδυνο επαγγελματικών τραυματισμών και τις πιθανότητες λαθών κρίσης, αφού δεν έχουμε την ιδεατή «ταχύτητα επεξεργασίας» των δεδομένων, πριν αποφασίσουμε για κάτι.

Σε εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες, αρχίζει να καταρρέει ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός (κυτταρικός φραγμός που περιορίζει την είσοδο ουσιών στον εγκέφαλο με το να παρεμβάλλεται μεταξύ του αίματος και του κεντρικού νευρικού συστήματος, για να εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή λειτουργικότητα των νευρώνων). Πρωτεΐνες και ιόντα συσσωρεύονται στον εγκέφαλο και προκαλείται φλεγμονή.

Ο καύσωνας, τέλος, έχει συνδεθεί με υψηλότερο κίνδυνο για προβλήματα στα νεφρά, δερματικές λοιμώξεις και πρόωρο τοκετό.

Τις καυτές ημέρες αυξάνεται η επιθετική συμπεριφορά και τα περιστατικά βίαιης εγκληματικότητας
Δεν είναι λίγοι αυτοί που νιώθουν πιο ευερέθιστοι τις ζεστές μέρες. Στοιχεία μελετών δείχνουν ότι η υπερβολική ζέστη επηρεάζει αρνητικά την ψυχική υγεία.

Έρευνα έχει γίνει και για το ποσοστό αύξησης των περιστατικών βίαιης εγκληματικότητας: ακόμα και ένας βαθμός διαφοράς στην θερμοκρασία μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιθέσεων κατά 3,5%.
Έχει εκτιμηθεί πως –δεδομένης της κλιματικής αλλαγής, που είναι ανθρώπινο έργο– έως το 2090 θα έχουν αυξηθεί κατά 5% όλες οι κατηγορίες των εγκλημάτων, παγκοσμίως. Οι λόγοι περιλαμβάνουν μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση ψυχολογικών, κοινωνικών και βιολογικών παραγόντων. Παράδειγμα: Η χημική ουσία του εγκεφάλου που ονομάζεται σεροτονίνη και κρατά μεταξύ άλλων τα επίπεδα επιθετικότητας υπό έλεγχο, επηρεάζεται από τις υψηλές θερμοκρασίες.

Πρόσφατη μελέτη που έγινε στην Νέα Υόρκη διαπίστωσε ότι τις ζεστές μέρες υπήρχαν περισσότερες επείγουσες επισκέψεις στο νοσοκομείο, λόγω κατάχρησης ουσιών, διαταραχών διάθεσης και άγχους, σχιζοφρένειας και άνοιας. Για κάθε αύξηση της τάξεως του 5% στην θερμοκρασία, αυξάνονται 10% οι επισκέψεις στα επείγοντα των νοσοκομείων.

Μια άλλη μελέτη συνέδεσε την αύξηση της θερμοκρασίας με υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών. Για κάθε 1°C αύξησης στην μέση μηνιαία θερμοκρασία, αυξάνονται κατά 2,2% οι θάνατοι που σχετίζονται με θέματα ψυχικής υγείας. Έχει διαπιστωθεί πως οι απόπειρες αυτοκτονίας αυξάνονται και όταν αυξάνεται η υγρασία. Μαζί με την ζέστη αυξάνουν τα επεισόδια των διαγνωσμένων με διπολική διαταραχή, που μπορεί να οδηγήσει σε νοσηλεία για ψυχωτικό σοκ ή για αυτοκτονικό ιδεασμό.

Η ζέστη επηρεάζει την ψυχική υγεία και ανθρώπων που δεν έχουν διαγνωστεί με διαταραχή ή πάθηση. Νευροεπιστήμονες έχουν δείξει πώς βλάπτει το θερμικό στρες τις περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για τον εντοπισμό και την επίλυση πολύπλοκων γνωστικών εργασιών.

Τι να φάτε και τι να αποφύγετε σε ένα κύμα καύσωνα

Καύσωνας και φαγητό είναι συχνά ένας δύσκολος συνδυασμός. ΄Οταν οι θερμοκρασίες «χτυπήσουν κόκκινο», πολλοί ταλαιπωρούνται από απώλεια όρεξης. Όταν ανεβαίνει ο υδράργυρος, θα πρέπει να τροποποιήσουμε τις συνήθειες των τροφών αλλά και των ποτών μας και να ρυθμίσουμε την διατροφή μας ώστε μέσα από τις σωστές επιλογές, να δροσιστούμε αλλά και να πάρουμε και θρεπτικά συστατικά.

Τι να προτιμήσετε:

Καρπούζι: Εκτός από εξαιρετικά δροσιστικό, το καρπούζι περιέχει μια θρεπτική ουσία που ονομάζεται λυκοπένιο και μπορεί να σας προστατεύσει από την έκθεση στον ήλιο. Το λυκοπένιο είναι η χρωστική ουσία που δίνει στα φρούτα και τα λαχανικά ζωντανό κόκκινο χρώμα. Άλλες πηγές του περιλαμβάνουν τις ντομάτες (ιδιαίτερα τις μαγειρεμένες) την παπάγια, το ροζ γκρέιπφρουτ και την γκουάβα.

Σαλάτες: Λαχανικά όπως το μαρούλι, το αγγούρι, το σέλινο και τα ραδίκια αποτελούνται πάνω από 95% νερό. Η κατανάλωσή τους σε μια πολύ ζεστή μέρα θα σας βοηθήσει να φτάσετε τα οκτώ ποτήρια νερού την ημέρα, διατηρώντας σας ενυδατωμένο και δροσερό. Οι φράουλες και τα κολοκυθάκια περιέχουν επίσης πολύ νερό.

Τσάι: Παρόλο που ίσως θέλετε παγωμένα ποτά, ένα ζεστό ρόφημα θα σας βοηθήσει πραγματικά να ρυθμίσετε την θερμοκρασία του σώματός σας. Το τσάι είναι ήπιο διουρητικό, αλλά ο ιδρώτας και κυρίως η εξάτμιση αυτού του ιδρώτα, είναι ένας από τους βασικούς τρόπους για την ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος και την διατήρηση της ισορροπίας θερμότητας. Λόγω του αυξημένου θερμικού φορτίου από την κατανάλωση ενός ζεστού ποτού, υπάρχει αντισταθμιστική αύξηση στην συνολική παραγωγή ιδρώτα, η οποία υπερκαλύπτει το εσωτερικό θερμικό κέρδος από το ζεστό ρόφημα.

Τι να αποφύγετε:

Αλκοόλ: Απογοητευτικό, αλλά πρέπει να το κάνετε. Αν και το να κάθεστε στον κήπο με ένα μπουκάλι από το αγαπημένο σας κρασί μπορεί να φαίνεται σαν τον τέλειο τρόπο για να περάσετε το χρόνο σας κατά την διάρκεια ενός καύσωνα, το αλκοόλ μπορεί να συμβάλλει στην αφυδάτωση, ειδικά σε ακραίες θερμοκρασίες. Λειτουργεί ως ένα ισχυρό διουρητικό, προκαλώντας σας να ουρείτε περισσότερο, κάτι που σημαίνει ότι θα αφυδατωθείτε γρηγορότερα.

Μάνγκο: Όπως το αλκοόλ, τα μάνγκο δρουν ως διουρητικά, οπότε θα πρέπει να αποφεύγονται. Είναι καλύτερα να μείνετε μακριά και από τον μάραθο, τις αγκινάρες και τα σπαράγγια για τον ίδιο λόγο.
Κρέας: Για πολλούς από εμάς, καλοκαίρι και ζέστες είναι συνυφασμένα με το μπάρμπεκιου, αλλά κατά την διάρκεια ενός καύσωνα πρέπει να το αποφύγετε. Η πέψη της πρωτεΐνης που βρίσκεται στο κρέας απαιτεί πολλή ενέργεια, δημιουργώντας μια θερμική διαδικασία που ονομάζεται «θερμογένεση». Να προτιμάτε τρόφιμα ελαφριά σε πρωτεΐνες: Μπορεί να χρειαστείτε από 50% έως 100% περισσότερη ενέργεια για να διασπάσει ο οργανισμός σας την πρωτεΐνη σε σύγκριση με τους υδατάνθρακες. Άρα, κρέας με μέτρο!

Γλειφιτζούρια, καραμέλες, γρανίτες, παγωτά: Προϊόντα με περίσσεια ζάχαρης δεν συνιστώνται. Ακόμη και τα παγωμένα όπως είναι οι γρανίτες και τα παγωτά του εμπορίου μπορεί να σας κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό. Η πέψη παγωμένων τροφών ή ποτών προκαλεί την αύξηση της θερμοκρασίας του κορμού του σώματος, καθώς αυτό προσπαθεί να αντισταθμίσει την ταχεία ψύξη που προκαλείται από τις κρύες τροφές. Συγχρόνως, η αργή απορρόφηση από τον πεπτικό σωλήνα οδηγεί σε αφυδάτωση παρά ενυδάτωση του οργανισμού. Συνεπώς δεν τον ξεδιψά. Να προτιμήσετε ποτά και τροφές που να είναι δροσερά, χωρίς όμως να είναι παγωμένα να έχουν την ιδανική θερμοκρασία για να ικανοποιήσετε πληρέστερα το αίσθημα της δίψας και να αφήσετε την απόλαυση του παγωτού και της γρανίτας για λίγο πιο δροσερές ημέρες.

Το ιδανικό ντύσιμο για τον καύσωνα

Ένα λεπτό, παραδοσιακό T-shirt επιτρέπει το πέρασμα μεγάλου ποσοστού υπεριώδους ακτινοβολίας, στο δέρμα μας. Άρα δεν μας προστατεύει ιδιαίτερα. Χρειάζεστε ένα μακρυμάνικο μπλουζάκι, από ύφασμα από φυτικές ίνες (πχ λινό) που να είναι φαρδύ. Πριν εξηγήσουμε τους λόγους, είναι χρήσιμο να σας πούμε δυο άλλα πράγματα: κατ’ αρχάς ο ιδρώτας ‘ρίχνει’ την θερμοκρασία του σώματος. Υπάρχουν διάφορα υφάσματα που έχουν καλύτερο συντελεστή αντιμετώπισης των υπεριωδών ακτίνων από άλλα. Είναι γνωστά ως UPF (Ultraviolet Protection Factor) υφάσματα. Σημειώστε επίσης, πως αυτά που έχουν αξιολογηθεί ως 50αρια (δείκτη προστασίας), επιτρέπουν στο 1/50 της ακτινοβολίας να φτάσει στο δέρμα σας.

* Τα πολυεστέρ και τα μάλλινα υφάσματα παρέχουν προστασία δείκτη 30. Έχουν όμως, το μειονέκτημα ότι δεν ‘αναπνέουν’, ειδικά κάτω από τον ήλιο και ο ιδρώτας εγκλωβίζεται στο σώμα σας -κάτι που ποτέ δεν είναι καλό. Το ζητούμενο είναι να εκτονώνεται και να σας εγκαταλείπει. Άρα αποφύγετε τα υφάσματα που αν υγρανθούν από τον ιδρώτα σας, χρειάζονται πολύ ώρα για να στεγνώσουν.

* Τα βαμβακερά και τα λινά έχουν δείκτη μεταξύ 5 και 25. Είναι αρκετός για να μας σώσει από εγκαύματα. Αν όμως, μείνουμε υπό τον ήλιο για πολύ ώρα θα προκληθεί ζημιά στο δέρμα -και μακροχρόνια καρκίνος. Η οδηγία είναι να προτιμήσετε τα υφάσματα από φυτικές ίνες (βαμβάκι, λινό, μετάξι) γιατί ανταποκρίνονται καλύτερα, στην απορρόφηση του ιδρώτα και επιτρέπουν στο δέρμα σας να αναπνέει. Οι συνθετικές ίνες (βισκόζη) διατηρούν την θερμότητα και απορροφούν ελάχιστα τον ιδρώτα -ως εκ τούτου αυξάνουν την θερμοκρασία του σώματος σας.

* Τα υφάσματα τεχνολογίας luminora (τα οποία έχουν ελεγχθεί και από δερματολόγους) είναι η ενδεδειγμένη λύση, καθώς επιτρέπουν το 1/50 της ακτινοβολίας να ‘περάσει’ στο δέρμα σας. Η πατέντα αφορά τεχνική κατά την οποία χαράσσουν στο νήμα υφάσματος που είναι 81% πολυεστέρας και 19% Spandex, ένα φυσικό φυτικό λάδι που το κάνει φυσικά πιο απαλό και πιο προστατευτικό από τον ήλιο. Το δέρμα δεν εκτίθεται σε χημικές ουσίες, δεν ζεσταίνεται και δεν το αισθάνεστε άβολο. Το luminora είναι αντιμικροβιακό, αδιαπέραστο στην υγρασία, ‘αναπνέει’, είναι μαλακό και ελαφρύ και στεγνώνει πολύ γρήγορα.

* Τα χρώματα που θα επιλέξετε, είναι χρήσιμο να μην είναι σκούρα -ώστε να μην ‘τραβούν’ περισσότερο ήλιο.

* Χρήσιμο είναι και να μη φορέσετε στενά ρούχα – στη γενικότερη λογική του να επιτρέψετε στον ιδρώτα να μη μένει πάνω σας.

* Μη ξεχάσετε το καπέλο σας, για να προστατεύσετε το κεφάλι, το πρόσωπο, τα αυτιά και ιδανικά τον αυχένα σας.

Δυσκολεύεστε να κοιμηθείτε με την πολλή ζέστη; Υπάρχουν λύσεις!

Αφήστε έξω τον ήλιο και την ζέστη από το υπνοδωμάτιό σας.

Συνηθίζουμε μέσα στο καλοκαίρι να αφήνουμε ανοιχτά τα παράθυρα και πολλές φορές και τα παντζούρια ή τα στόρια. Κι όμως, αυτό είναι λάθος, καθώς έτσι επιτρέπετε στην ζέστη και στις καυτές ακτίνες του ήλιου να μπουν στον χώρο σας, με αποτέλεσμα να ανεβάσουν την θερμοκρασία, αντί να δροσίσουν το περιβάλλον, όπως ιδανικά θα θέλατε.

Αερίστε για λίγη ώρα τους χώρους σας το πρωί που η ζέστη δεν είναι τόση πολλή και αργότερα μέσα στην ημέρα κλείστε τα παράθυρά σας και θα δείτε διαφορά κατά την διάρκεια της νύχτας στην θερμοκρασία των δωματίων.

Μην κάνετε κρύο μπάνιο

Μετά από μία καυτή ημέρα στο γραφείο ή στους δρόμους, δεν είναι ό,τι καλύτερο να μπείτε κάτω από το κρύο ντους για να δροσιστείτε. Σε αυτήν την περίπτωση μπορεί το δέρμα εξωτερικά να δροσίζεται, όμως η εσωτερική θερμοκρασία αυξάνεται, προκειμένου να αντισταθμίσει αυτή την γρήγορη αλλαγή. 'Ο,τι συμβαίνει δηλαδή και με την κατανάλωση, ισχύει και με την ρίψη του υγρού στοιχείου στο δέρμα. Κάτι που σημαίνει πως όταν πέσετε στο κρεβάτι, θα αισθάνεστε άβολα, καθώς θα αρχίσετε να ζεσταίνεστε απότομα, λόγω της εξώθερμης διαδικασίας. Κάντε ένα χλιαρό ντους ή έστω δροσερό αλλά όχι με κρύο νερό.

Όσο κι αν αισθανόμαστε κουρασμένοι, η ζέστη που αγγίζει τα όρια του καύσωνα δεν μας αφήνει να κλείσουμε μάτι με αποτέλεσμα να στριφογυρνάμε στο κρεβάτι μέχρι να φανούν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου. Ένα μεγάλο θέμα όταν έχει πολλή ζέστη είναι το πώς θα κοιμηθούμε καλά, χωρίς να παγώνουμε από το air condition όλο το βράδυ και χωρίς να σκάμε και να ιδρώνουμε χωρίς αυτό. Θυμηθείτε ότι η βέλτιστη θερμοκρασία υπνοδωματίου για ύπνο είναι μεταξύ 16 και 21 βαθμών Κελσίου.

* Ξαπλώστε σε καθαρά βαμβακερά σεντόνια. Το υψηλής ποιότητας βαμβάκι είναι το ιδανικό υλικό για τον ύπνο για να μείνετε δροσεροί.

* Πριν ξαπλώσετε ψεκάστε τα σεντόνια με διάλυμα δροσερού νερού με αλόη βέρα, ιδανικά διατηρημένη στο ψυγείο.

* Γεμίστε ένα μπουκάλι ψεκασμού με κρύο νερό και κρατήστε το δίπλα στο κρεβάτι σας. Ψεκάστε στο πρόσωπό σας, το πίσω μέρος του λαιμού σας και το πίσω μέρος των γόνατων σας, για να δροσιστείτε.

*Απενεργοποιήστε όλες τις ηλεκτρικές συσκευές στην κρεβατοκάμαρα καθώς αυτές εκπέμπουν θερμότητα.

* Το καλοκαίρι πρέπει να εφαρμόζετε την τακτική «όσο λιγότερα, τόσο καλύτερα». Επιλέξτε νυχτικό ή πιτζάμες από φυτικές ίνες διότι το ποιοτικό ύφασμα απορροφά τον ιδρώτα και θα σας βοηθήσει να αισθανθείτε αμέσως πιο άνετα και δροσερά. Για τους πιο τολμηρούς ή εκείνους, που δεν αντέχουν καθόλου την ζέστη, υπάρχει και η επιλογή του «γυμνού».

Η Ευεργετική του Ύπαρξη

Τώρα το καλοκαίρι οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες, για κάποιες μέρες, ίσως μας κουράζουν και μας εξασθενούν, όμως ο ήλιος είναι αναγκαίος. Δεν είναι τυχαίο που πολλές θρησκείες και κουλτούρες, ανά τους αιώνες, έχουν θεοποιήσει τον ήλιο και τις ευεργετικές του ιδιότητες. Χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να υπάρξει ζωή στο πλανήτη. Αλλά και να μπορούσε, θα ήταν μια ζωή στο… σκοτάδι.

Η αλήθεια είναι βεβαίως πως η υπερβολική έκθεση στον ήλιο εγκυμονεί πολλούς κινδύνους, όμως μια μετρημένη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία με τις κατάλληλες προφυλάξεις μπορεί να έχει πάρα πολλά και ευεργετικά οφέλη για την υγεία μας.