Κυριακή 25 Ιουλίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἠλέκτρα (1232-1287)

ΗΛ. ἰὼ γοναί, [στρ.]
γοναὶ σωμάτων ἐμοὶ φιλτάτων
ἐμόλετ᾽ ἀρτίως,
1235 ἐφηύρετ᾽, ἤλθετ᾽, εἴδεθ᾽ οὓς ἐχρῄζετε.
ΟΡ. πάρεσμεν· ἀλλὰ σῖγ᾽ ἔχουσα πρόσμενε.
ΗΛ. τί δ᾽ ἔστιν;
ΟΡ. σιγᾶν ἄμεινον, μή τις ἔνδοθεν κλύῃ.
ΗΛ. ἀλλ᾽ οὐ τὰν Ἄρτεμιν
τὰν αἰὲν ἀδμήταν
1240 τόδε μὲν οὔ ποτ᾽ ἀξιώσω τρέσαι,
περισσὸν ἄχθος ἔνδον
γυναικῶν ὂν αἰεί.
ΟΡ. ὅρα γε μὲν δὴ κἀν γυναιξὶν ὡς Ἄρης
ἔνεστιν· εὖ δ᾽ ἔξοισθα πειραθεῖσά που.
1245 ΗΛ. ὀττοτοῖ ὀττοτοῖ,
ἀνέφελον ἐνέβαλες οὔ ποτε καταλύσιμον,
οὐδέ ποτε λησόμενον ἁμέτερον
1250 οἷον ἔφυ κακόν.
ΟΡ. ἔξοιδα καὶ ταῦτ᾽· ἀλλ᾽ ὅταν παρρησίᾳ
φράζῃ, τότ᾽ ἔργων τῶνδε μεμνῆσθαι χρεών.

ΗΛ. ὁ πᾶς ἐμοὶ [ἀντ.]
ὁ πᾶς ἂν πρέποι παρὼν ἐννέπειν
1255 τάδε δίκᾳ χρόνος.
μόλις γὰρ ἔσχον νῦν ἐλεύθερον στόμα.
ΟΡ. ξύμφημι κἀγώ. τοιγαροῦν σῴζου τόδε.
ΗΛ. τί δρῶσα;
ΟΡ. οὗ μή ᾽στι καιρὸς μὴ μακρὰν βούλου λέγειν.
1260 ΗΛ. τίς οὖν ἀντάξ᾽ ἂν
σοῦ γε πεφηνότος
μεταβάλοιτ᾽ ἂν ὧδε σιγὰν λόγων;
ἐπεί σε νῦν ἀφράστως
ἀέλπτως τ᾽ ἐσεῖδον.
ΟΡ. τότ᾽ εἶδες, ὅτε θεοί μ᾽ ἐπώτρυναν μολεῖν
‹. . .›
1265 ΗΛ. ἔφρασας ὑπερτέραν
τᾶς πάρος ἔτι χάριτος, εἴ σε θεὸς ἐπόρισεν
ἁμέτερα πρὸς μέλαθρα· δαιμόνιον
1270 αὐτὸ τίθημ᾽ ἐγώ.
ΟΡ. τὰ μέν σ᾽ ὀκνῶ χαίρουσαν εἰργαθεῖν, τὰ δὲ
δέδοικα λίαν ἡδονῇ νικωμένην.

ΗΛ. ἰὼ χρόνῳ [ἐπῳδ.]
μακρῷ φιλτάταν ὁδὸν ἐπαξιώ-
σας ὧδέ μοι φανῆναι,
1275 μή τί με, πολύπονον ὧδ᾽ ἰδὼν
ΟΡ. τί μὴ ποήσω; ΗΛ. μή μ᾽ ἀποστερήσῃς
τῶν σῶν προσώπων ἁδονὰν μεθέσθαι.
ΟΡ. ἦ κάρτα κἂν ἄλλοισι θυμοίμην ἰδών.
1280 ΗΛ. ξυναινεῖς; ΟΡ. τί μὴν οὔ;
ΗΛ. ὦ φίλ᾽, ἔκλυον ἃν ἐγὼ οὐδ᾽ ἂν ἤλπισ᾽ αὐδάν.
ἔσχον ὀργὰν ἄναυδον
οὐδὲ σὺν βοᾷ κλύουσ᾽ ἁ τάλαινα.
1285 νῦν δ᾽ ἔχω σε· προυφάνης δὲ
φιλτάταν ἔχων πρόσοψιν,
ἇς ἐγὼ οὐδ᾽ ἂν ἐν κακοῖς λαθοίμαν.

***
ΗΛΕ. Ω βλαστάρι,
βλαστάρι από κορμό
μυριάκριβο για με,
μας ήρθες τώρα νά,
ξανάβρες, ξανάρθες, ξανάειδες
αυτούς που ποθούσες.
ΟΡΕ. Ήρθα και να ᾽μαι· όμως σώπαινε τώρα
και περίμενε.
ΗΛΕ. Τί ᾽ναι; γιατί;
ΟΡΕ. Καλύτερα να σιωπάς, μην τύχει
και σ᾽ ακούσει κανείς από κει μέσα.
ΗΛΕ. Μα όχι, μά την Αρτέμιδα την αειπάρθενη,
1240 δε θα μου άξιζ᾽ εμένα ποτέ
να φοβηθώ εγώ γυναίκες,
ανώφελο βάρος, που γι᾽ άλλο δεν είναι
παρά να φυλάγουνε μέσα τα σπίτια.
ΟΡΕ. Μα πρόσεχε, γιατ᾽ είναι και γυναίκες
που ξέρουν από πόλεμο, και το γνωρίζεις
και συ από μια φορά που έλαβες πείρα.
ΗΛΕ. Αλί και τρεις φορές αλί,
μου ᾽φερες μπρος στα μάτια μου
ξεσκέπαστη, και που ποτέ
δε μπορεί νά βρει εξιλασμό
κι ούτε ποτέ να ξεχαστεί,
1250 τη συφορά μας τη μεγάλη.
ΟΡΕ. Ξέρω κι αυτά· μα όταν θα το καλέσει
ο καιρός, τότε να τα θυμηθούμε.

ΗΛΕ. Για μένα ο κάθε καιρός,
η πάσα ώρα και στιγμή
θα ταίριαζε να τα φωνάζω αυτά
και μ᾽ όλο μου το δίκιο,
που μόλις τώρα ελεύθερο έχω στόμα.
ΟΡΕ. Κι εγώ είμαι σύμφωνος· μα φρόντισε
να το φυλάξεις λεύτερο για πάντα.
ΗΛΕ. Να κάμω τί μου λες;
ΟΡΕ. Για όσα καιρός δεν είναι, πολλά λόγια
μη θέλεις να ᾽χεις.
1260 ΗΛΕ. Και ποιός λοιπόν, μια που φάνηκες συ,
θενά ᾽χε δίκιο ν᾽ άλλαζε
τα λόγια με τη σιωπή,
τώρα που σέ ειδα χωρίς πια
να το ᾽λεγα και να το ελπίζω;
ΟΡΕ. Μέ ειδες, όταν οι θεοί πρόσταξαν νά ᾽ρθω.
ΗΛΕ. Ακόμα μεγαλύτερη
μου είπες χαρά κι από την πριν,
αν σ᾽ έβαλε θεός στο δρόμο
προς τα παλάτια μας εδώ·
1270 αλήθεια θεϊκό το γράφω εγώ αυτό.
ΟΡΕ. Δε μου πάει η καρδιά να περιορίσω
το ξέσπασμά σου, μα και πάλι τρέμω
να σε νικά τόσο πολύ η χαρά σου.

ΗΛΕ. Ω εσύ που ύστερα
από τόσον καιρό
μ᾽ αξίωσες να πάρεις τον τρισποθητό
το δρόμο και φανείς,
αχ μη, που μέ ηβρες έτσι πολυπονεμένη…
ΟΡΕ. Τί μη; ΗΛΕ. …μη μου στερήσεις τη χαρά
που η όψη του προσώπου σου μου δίνει.
ΟΡΕ. Θα θύμωνα πολύ να ᾽βλεπα κι άλλον
1280 να το ζητούσε. ΗΛΕ. Συμφωνείς; ΟΡΕ. Πώς όχι;
ΗΛΕ. Ω αγαπημένε μου, άκουσα
είδηση π᾽ ούτε θα ᾽βαζα
στο νου μου κι όμως έσφιξα
βουβή τον πόνο στην καρδιά μου
και δίχως να πλαντάξω η δύστυχη·
μα τώρα νά που σε κρατώ,
μα τώρα νά που φάνηκες
με τη μυριάκριβη όψη σου,
π᾽ ούτε και μες σε συφορές
ποτέ πια δε θα λησμονούσα.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 2. Μύθος και πλοκή στα ομηρικά έπη

Μύθος και πλοκή στα ομηρικά έπη

Ο μύθος (αρχική σημασία της λέξης: «λόγος που προκύπτει από τη σύνταξη επιμέρους λέξεων») στην προκειμένη περίπτωση συστήνει τη βασική υπόθεση των ομηρικών επών· η οποία όμως δεν επινοήθηκε από τον ποιητή, αλλά ήταν δεδομένη και σε μεγάλο βαθμό υποχρεωτική, τόσο στα κύρια επεισόδιά της όσο και στα πρωταγωνιστικά πρόσωπα. Στην Ιλιάδα, παραδείγματος χάριν, η άλωση της Τροίας θεωρείται αναπόφευκτη, μολονότι δεν πραγματοποιείται στο εσωτερικό του έπους. Ως αιτία εξάλλου της σύγκρουσης μεταξύ Αχαιών και Τρώων προβάλλεται η γνωστή ήδη αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη. Υποχρεωτικός επίσης θεωρείται και ο μελλοντικός, πρόωρος θάνατος του Αχιλλέα, αποτυπωμένος μάλιστα στο συνοδευτικό επίθετο του ήρωα ὠκύμορος, που πάει να πει «αυτός που η μοίρα του γράφει να πεθάνει γρήγορα». Περιέργως και το άλλο τυπικό επίθετο του Αχιλλέα έχει πρώτο του συνθετικό τη λέξη ὠκύς· ο ήρωας χαρακτηρίζεται ὠκύπους, που σημαίνει «γρήγορος στα πόδια, στο τρέξιμο». Θα μπορούσε κάποιος, συνδυάζοντας τα δύο σύνθετα επίθετα, να πει πως ο ήρωας ήταν προορισμένος, τρέχοντας γρήγορα στους αγώνες και στη μάχη, γρήγορα να φτάσει και στον θάνατο.

Αντίστοιχα στην Οδύσσεια ο περιπετειώδης και ριψοκίνδυνος νόστος του Οδυσσέα (το όνομά του υποδηλώνει αυτόν που προκαλεί με την πονηρή εξυπνάδα του τη δυσφορία και την οργή θνητών αλλά και θεών, και μετά υφίσταται τον δικό τους θυμό), δεν γίνεται να αντιστραφεί σε σύντομο και ακίνδυνο νόστο. Ανάλογα η επίμονη συζυγική πίστη της Πηνελόπης δεσμεύει εκ των προτέρων τον ποιητή, που δεν έχει το δικαίωμα να τη διαγράψει. Σ᾽ αυτό το κρίσιμο κεφάλαιο διαφέρουν τα ομηρικά έπη από ένα νεότερο ή σύγχρονο μυθιστόρημα, η υπόθεση του οποίου (ο μύθος, η μυθοπλασία του) ανήκει στον συγγραφέα του, και από την ευστοχία της μυθοπλασίας κρίνεται σε μεγάλο βαθμό η αξία του αφηγήματος και του αφηγητή. Εντούτοις, στα ομηρικά έπη (όπως επίσης και στις τραγωδίες του 5ου αι.) ο μύθος στα συστατικά του στοιχεία προϋπάρχει και είναι γνωστός στον ακροατή. Έτσι, το ενδιαφέρον τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη μεταφέρεται στον χειρισμό πια του υποχρεωτικού αυτού μύθου: από το τι δηλαδή πάμε στο πώς. Ο χειρισμός αυτός ονομάζεται εδώ πλοκή. Τελικά η ποιητική αξία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας έχει να κάνει λιγότερο με τον μύθο τους και περισσότερο με την πλοκή τους. Γιατί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η πλοκή των ομηρικών επών (αυτή ανήκει πράγματι στον ποιητή) ανασυντάσσει τα μέρη του γνωστού τρωικού και μετατρωικού μύθου, αλλάζοντας την οικονομία του και την ποιητική σημασία του. Από την άποψη αυτή οι δύο όροι στο ζεύγος «μύθος-πλοκή» όχι μόνο συμπληρώνουν αλλά και αντιμάχονται ο ένας τον άλλον.

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 1. Τι ήταν αυτοί οι Ρωμαίοι;

1.4. Ρωμαίοι και Έλληνες

Η ιστορία με την Καρχηδόνα είχε ουσιαστικά λήξει το 201 π.Χ. Την ίδια εποχή η Ρώμη έχει, ή επινοεί, λόγους για να στρέψει τις λεγεώνες της στην ανατολική πλευρά της μεσογειακής λεκάνης. Έναν και περισσότερο αιώνα μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, οι διάδοχοί του διοικούν την τεράστια κληρονομιά του Μακεδόνα στρατηλάτη, από την οποία έχουν προκύψει μια σειρά από ανεξάρτητα κράτη. Τα σημαντικότερα είναι αυτά της Αιγύπτου, της Συρίας, της Μακεδονίας και της Περγάμου. Η ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός κυριαρχούν στην ανατολική Μεσόγειο, όπου η Αλεξάνδρεια έχει πάρει τα σκήπτρα από την Αθήνα ως πνευματική πρωτεύουσα του ελληνόφωνου πολιτισμικού χώρου. Πρόκειται για την εποχή (τους τρεις αιώνες μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου) που ονομάζουμε ελληνιστική. Την περίοδο αυτή η Αθήνα, που δεν αποτελεί πλέον κέντρο σημαντικών πολιτικών αποφάσεων, απολαμβάνει τη φήμη που χρωστάει στο παρελθόν της, αλλά εκτός από τα περασμένα μεγαλεία της διαθέτει και δραστήριες φιλοσοφικές σχολές για κάθε γούστο.

Η Ρώμη ήρθε αρχικά σε σύγκρουση με το ελληνιστικό βασίλειο της Μακεδονίας, και από το 214 π.Χ. χρειάστηκε τρεις πολεμικούς γύρους για να υποτάξει τελικά τον τελευταίο μακεδόνα βασιλιά, τον Περσέα, το 168 π.Χ. Μέσα στο ίδιο διάστημα ξεκαθάρισε τους λογαριασμούς της με τον Αντίοχο τον Γ', τον βασιλιά της ελληνιστικής Συρίας, και το 146 π.Χ., τη χρονιά που ισοπεδώθηκε η Καρχηδόνα, άλλες λεγεώνες διέλυσαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία και κατέστρεψαν την Κόρινθο.

Από την αρχή της σύγκρουσης με τη Μακεδονία και για μισό περίπου αιώνα οι Ρωμαίοι δεν είχαν αποφασίσει τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν με τους Έλληνες του κυρίως ελληνικού χώρου. Πολλοί ρωμαίοι στρατηγοί είχαν ήδη γνωριστεί με τον ελληνικό πολιτισμό και θαύμαζαν τα επιτεύγματα του· στη Ρώμη είχαν σχηματιστεί φιλελληνικοί κύκλοι που περιλάμβαναν στις τάξεις τους σημαντικούς πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες. Προφανώς οι Έλληνες δεν ήταν σαν τους άλλους κατακτημένους λαούς: είχαν τεράστια ιστορία, υψηλό πνευματικό και υλικό πολιτισμό, και ασκούσαν μεγάλη γοητεία στους ρωμαίους διανοούμενους και καλλιτέχνες. Μήπως έπρεπε να τύχουν ιδιαίτερης μεταχείρισης από την πλευρά των νικητών; Παρά το γεγονός ότι η Ρώμη, όπως όλες οι υπερδυνάμεις που ασκούν στρατηγική μεγάλης κλίμακας, δεν στήριζε την εξωτερική της πολιτική σε συναισθηματισμούς και δεν έκανε εύκολα χατίρια, στην περίπτωση της Ελλάδας η ρωμαϊκή ηγεσία αισθανόταν την υποχρέωση να κάνει ορισμένες παραχωρήσεις - και τις έκανε.

Έτσι, το 196 π.Χ., όταν ο πρώτος Μακεδονικός Πόλεμος είχε τελειώσει με νίκη της Ρώμης, οι Μακεδόνες υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν από τις κτήσεις τους στη νοτιότερη Ελλάδα και ο ρωμαίος στρατηγός Φλαμινίνος, εν μέρει παίζοντας θέατρο και εν μέρει επιβεβαιώνοντας τα φιλελληνικά του αισθήματα, διακήρυξε επίσημα την ελευθερία των Ελλήνων· επιπλέον, δυο χρόνια αργότερα με εντολή της Συγκλήτου όλα τα ρωμαϊκά στρατεύματα κατοχής αποσύρθηκαν από το ελληνικό έδαφος. Μόνο που αυτό δημιούργησε μάλλον παρά έλυσε τα προβλήματα. Έριδες, διαμάχες, ταραχές, και όποτε χρειαζόταν και σφαγές, ήταν στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας των πόλεων της νότιας Ελλάδας. Η Αχαϊκή Συμπολιτεία, που περιελάμβανε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο, είχε σοβαρά εσωτερικά προβλήματα και άρχισε να έχει συχνές προστριβές με τις ρωμαϊκές αρχές. Την ίδια εποχή στην Κόρινθο, μετά από κοινωνικές ταραχές, εξελέγη στρατηγός του λεγόμενου «Κοινού» των Αχαιών κάποιος Κριτόλαος που, μετά από φαιδρούς λεονταρισμούς, εισέβαλε με στρατό στην κεντρική Ελλάδα - και προκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση της ρωμαϊκής Συγκλήτου που τη φορά αυτή δεν είχε καμιά όρεξη για φιλελληνισμούς. Ο ύπατος Μόμμιος εξουσιοδοτήθηκε να καταστρέψει την Κόρινθο. Οι ιστορικοί λένε ότι το 146 π.Χ. οι Έλληνες έχασαν την Κόρινθο αλλά εξαναγκάστηκαν να βρουν την ηρεμία που δεν μπόρεσαν να εξασφαλίσουν με την ελεύθερη θέλησή τους. Από τη μοιραία αυτή χρονιά και για μερικές εκατοντάδες χρόνια η Ελλάδα δεν έχει αυτόνομη πολιτική ζωή και γίνεται μέρος της ρωμαϊκής επικράτειας. Αλλά στο ίδιο διάστημα οι θηριώδεις κατακτητές, όπως είπε πάλι ο ποιητής Οράτιος, αιχμαλωτίζονται οριστικά από τους νικημένους - με το να παραδοθούν τελείως στην ελληνική κουλτούρα.

Η Φιλοσοφία του «Είναι»

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ

Εδώ και εικοσιπέντε αιώνες, ο Πλάτωνας, θεμελίωσε την Φιλοσοφία του ΕΙΝΑΙ, φιλοσοφική σκέψη που κυριαρχεί μέχρι σήμερα στον δυτικό κόσμο. Στην πραγματικότητα ο Πλάτωνας εξάντλησε το θέμα κι όλοι εμείς οι υπόλοιποι, ακόμα κι αυτοί που τον αγνοούν, απλά κάνουμε σχόλια στην πλατωνική αντίληψη. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα το «τελείως είναι», δηλαδή το Αληθινό Είναι, (το Αγαθόν) είναι πέραν του «είναι», της ουσίας και των προσδιορισμών. Από Αυτό (όπως από τον ήλιο πηγάζει το φως) πηγάζει το Είναι, (η Ουσία), που είναι η πιο αφηρημένη και η πιο κενή (χωρίς προσδιορισμούς) αντίληψη που ταυτίζεται με την Απλή Ύπαρξη. Από την διαφοροποίηση του Είναι προκύπτουν με διάφορους προσδιορισμούς όλα τα είναι, όλα τα όντα. Από το Είναι προκύπτει με την Αυτοσυνείδηση η υποκειμενική αντίληψη (η ψυχή, με την έννοια της νοητής ύπαρξης) και οι αντικειμενικές καταστάσεις (ο κόσμος των όντων, των ιδεών). Ο νοητός κόσμος λοιπόν είναι διττός, νους (η πραγματική ουσία της ψυχής) και νοητό. Αυτά είναι της ίδιας ουσίας («είναι») αλλά διαφοροποιούνται στους προσδιορισμούς τους και στην λειτουργία τους. Κάθε «είναι» (δηλαδή κάθε προσδιοριζόμενο) έχει μία διπλή έννοια: «είναι», (δηλαδή υπάρχει) και «είναι τι» (είναι κάτι, προσδιορισμός). Ο κόσμος των φαινομένων δεν είναι παρά μία αντανάκλαση του νοητού κόσμου, ένα είδωλο, ένα αντίγραφο, το οποίο δεν ανήκει στον χώρο του «είναι» αλλά του γίγνεσθαι (δηλαδή του στιγμιαίου «είναι» που διαφοροποιείται συνεχώς).

Λίγους αιώνες μετά ο Πλωτίνος, ο μεγαλύτερος σχολιαστής του Πλάτωνα θα περιγράψει με σαφήνεια τις τέσσερις σφαίρες του Είναι:

1. Το Ένα, το Αληθινό Είναι, η Πηγή του παντός.

2. Ο νους, η νοητική σφαίρα,

3. Η ψυχή (με την έννοια της ζωτικής αρχής),

4. Η ύλη.

Όπως για τον Πλάτωνα όλα ανήκουν στο Είναι (στο «τελείως είναι») που πρέπει να αντιληφθεί η ψυχή (ο νοητικός πυρήνας) εγκαταλείποντας τον κόσμο των φαινομένων και τον κόσμο των νοητών, έτσι και για τον Πλωτίνο όλα ανήκουν στο Ένα, που μπορεί να προσεγγίσει ο νους εγκαταλείποντας όλες τις εξωτερικές σφαίρες του Είναι, ακόμα και την αντίληψη μίας ξεχωριστής ύπαρξης, δηλαδή κάθε νοητική δραστηριότητα.

Πολλούς αιώνες μετά τον Πλάτωνα ο Χέγκελ αντιλήφθηκε ότι το «Είναι» ταυτίζεται με το Νοείν, αντιλήφθηκε δηλαδή ότι το «Είναι» δεν είναι κάποια ουσία αλλά δραστηριότητα, ενέργεια, λειτουργία. Από το «Είναι» με την δυναμική έννοια, το Νοείν, που ταυτίζεται με το Απόλυτο Μη-Είναι (κι όχι το μη-είναι σαν άρνηση του είναι), όταν διαφοροποιείται, αναδύεται ο κόσμος του Είναι (της ουσίας, του προσδιορισμού) κι από τη διαφοροποίηση του Είναι προκύπτει η νοητική σφαίρα της υποκειμενικής ύπαρξης και της αντικειμενικής κατάστασης. Όλα είναι νόηση. Η περαιτέρω αλλοτρίωση του πνεύματος (της συνείδησης) κι ο ταυτόχρονος εκφυλισμός των νοητών σε φαινόμενα οδηγεί στην σφαίρα της φύσης, του υλικού κόσμου. Η απόσπαση του πνεύματος από τον κόσμο των φαινομένων, η συγκέντρωσή του από τις σκόρπιες νοητικές δραστηριότητες στην Αληθινή Ύπαρξη, στο Αληθινό Είναι, μας βγάζει τελικά έξω από τις σφαίρες του Είναι, στο Απόλυτο Είναι, όπου το Νοείν αντιλαμβάνεται πλέον την Απεραντοσύνη και την Αιωνιότητα της Ύπαρξης.

Τον περασμένο αιώνα οι υπαρξιστές προσπάθησαν μέσα από την Δεδομένη Ύπαρξη (αυτό το «Είναι» που είμαστε κι αγνοούμε το Βάθος του) να ξεχωρίσουν το Πραγματικό Είναι από όλα τα νοητικά σκουπίδια, όλες τις αδιέξοδες νοητικές διαδικασίες και τις μάταιες δραστηριότητες. Το «Είναι» που στέκεται σαν Υπόβαθρο σε κάθε «σχετικό είναι» θα αποκαλυφθεί μόνο όταν εγκαταλειφθούν όλα αυτά που «δεν είναι». Τελικά το Αληθινό Είναι αποκαλύπτεται σαν Μη-Είναι, σαν έλλειψη οποιασδήποτε νοητικής διεργασίας και προσδιορισμού. Η Αληθινή Ύπαρξη είναι τελείως έξω από την σφαίρα της ύπαρξης όπως την αντιλαμβάνονται οι κοινοί άνθρωποι, έξω από την σφαίρα της εμπειρίας, του βιώματος.

Ακόμα και σήμερα η Αναζήτηση του Αληθινού Είναι, η Βίωση του Αληθινού Είναι, πέρα από τις όποιες σχετικές και τελικά άχρηστες και αδιάφορες δραστηριότητες, παραμένει το κύριο πρόβλημα της Αληθινής Φιλοσοφίας. Το «Είναι» σαν υποστήριγμα κάθε ύπαρξης (οποιουδήποτε είδους ύπαρξης) είναι πάντα Παρόν και πάντα Διαθέσιμο για να το Βιώσουμε. Η σπατάλη του χρόνου δεν αφορά το Άχρονο. Είτε το θέλουμε είτε όχι, μα σήμερα, μα σε δέκα χιλιάδες χρόνια, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε όλες τις ανόητες δραστηριότητες για να αναδυθούμε στην Αληθινή Ύπαρξη.

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Το ΕΙΝΑΙ (σαν το Υπόβαθρο κάθε ύπαρξης), η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ (σαν Συνείδηση του Είναι), η ΑΛΗΘΙΝΗ ΥΠΑΡΞΗ, Είναι Αιώνια, Αμετάβλητη, πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, χωρίς ιδιότητες. Όλες οι δραστηριότητες που διαφοροποιούν την ύπαρξη και την παρασέρνουν μέσα στους σχετικούς κόσμους δεν είναι παρά δευτερεύοντα φαινόμενα, επιφανειακά και σε τελευταία ανάλυση αδιάφορα.

Η διαφοροποίηση της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ οδηγεί σε δόμηση ενός νοητικού πυρήνα στον νοητικό κόσμο, στην σύνθεση ενός αντιληπτικού σώματος στον ενεργειακό κόσμο, ή στην σύσταση ενός υλικού σώματος στον υλικό κόσμο. Η εμπειρία σε αυτούς τους κόσμους θεωρείται από την μη φωτισμένη συνείδηση σαν αληθινή ύπαρξη. Η Συνείδηση ζει σε αυτούς τους κόσμους μία εμπειρία που θεωρεί μοναδική αγνοώντας ότι υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι κόσμοι.

Στην πραγματικότητα η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, σε όποιο κόσμο κι αν εκδηλώνεται, ακόμα και στον υλικό κόσμο, έχει πάντα το ΕΙΝΑΙ (το ΑΠΟΛΥΤΟ ΕΙΝΑΙ), σαν Υπόβαθρο, Αιώνιο, Αμετάβλητο, Ανέγγιχτο, Ανεξάρτητο από τις όποιες εμπειρίες βιώνει στην επιφάνεια της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Η Επιστροφή στο Βάθος, στην ΑΛΗΘΙΝΗ ΥΠΑΡΞΗ, είναι πάντα δυνατή.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΗ ΥΠΑΡΞΗ

Το ΕΙΝΑΙ Είναι το Υπόβαθρο της Ύπαρξης, κάθε ύπαρξης. Είμαστε Αυτό το ΕΙΝΑΙ, για πάντα. Είμαστε Αυτό το Αιώνιο, Αμετάβλητο, Άχρονο, κλπ. Η εμπειρία των κόσμων, η μετενσάρκωση, οι ζωές, οι εμπειρίες, δεν αφορούν το Βάθος της Ύπαρξης, αλλά μόνο την επιφάνειά της. Όλες οι επιφανειακές δραστηριότητες ούτε προσθέτουν, ούτε αφαιρούν τίποτα στην Πραγματική Ύπαρξη. Είναι τελικά αδιάφορες.

Εφόσον λοιπόν είμαστε Αυτό που είμαστε, εξαρχής και διαπαντός δεν χρειάζεται να γίνουμε κάτι. Δεν χρειάζεται να κάνουμε κάτι. Αντίθετα, θα πρέπει να απορρίψουμε όλες τις μάταιες δραστηριότητες που μας παρασέρνουν έξω, στην φαινομενική ύπαρξη. Αυτή η απόρριψη δεν σημαίνει δραστηριότητα αλλά παύση της δραστηριότητας. Δεν είναι μία διαδικασία, μία πράξη, μία τεχνική, ή κάτι άλλο, αλλά απλά το σταμάτημα της δραστηριότητας.

Αυτό το σταμάτημα είναι στην πραγματικότητα μία και μόνη «πράξη» αλλά ανάλογα με το που δραστηριοποιείται η Συνείδηση παίρνει διαφορετικό χαρακτήρα και ονομασία. Έτσι, όταν η Συνείδηση δραστηριοποιείται στον εξωτερικό κόσμο μιλάμε για σταμάτημα της αισθητηριακής δραστηριότητας. Όταν η Συνείδηση δραστηριοποιείται στην εξωτερικευμένη νόηση, μιλάμε για ξεπέρασμα της νόησης. Ενώ όταν η Συνείδηση δραστηριοποιείται στο επίπεδο της υποκειμενικής αντίληψης, μιλάμε για το ξεπέρασμα της αντίληψης του εγώ. Αν και μιλάμε για βαθμίδες, τυπολογικά, στην πραγματικότητα πρόκειται για μία και μόνη «πράξη».

Αυτό το σταμάτημα της δραστηριότητας, που στις διάφορες θρησκείες εμφανίζεται σαν τεχνική, διαλογισμός, κλπ., στην πραγματικότητα είναι μία τελείως φυσική διαδικασία και πραγματοποιείται ουσιαστικά χωρίς κόπο...

Υποκατάστατο ή αναντικατάστατο;

Το πρόβλημα είναι πανάρχαιο.

Αρχίζω με ένα περιστατικό που αφηγείται ο Πλούταρχος: Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ είδε κάποτε στην Ρώμη, μερικούς ξένους να κρατάνε αγκαλιά σκυλάκια και μαϊμουδάκια δείχνοντας πως τα αγαπάνε (εν κόλποις περιφέροντας και αγαπώντας) ρώτησε: στη χώρα τους οι γυναίκες δεν κάνουν παιδιά; Κι έτσι (συνεχίζει ο Πλούταρχος) έδωσε ένα καλό μάθημα σαν ηγέτης, σε κείνους οι οποίοι σπαταλούν σε ζώα, την τρυφερότητα και την αγάπη που υπάρχουν μέσα μας από τη φύση προοριζόμενες για τους ανθρώπους.

"Εις θηρία καταναλίσκοντας ανθρώποις οφειλόμενον". Να ήδη, σαφέστατα διατυπωμένη, η κυριότερη αντίρρηση στην ζωοφιλία. Ξοδεύουν στα ζώα, αυτό που χρωστάνε στους ανθρώπους.

Αν αναλύσουμε φιλοσοφικά αυτή την πρόταση θα δούμε πως στηρίζεται σε δύο υποθέσεις:

1. 'Οτι η αγάπη και η στοργή υπάρχουν μέσα μας "φύσει", από την φύση δηλαδή

και

2. ότι επίσης "φυσιολογικά" προορίζονται για τους ανθρώπους και μόνο.

Και οι δύο αυτές υποθέσεις μπορούν να αμφισβητηθούν.

Αν θεωρήσουμε ότι "φύσει" είναι αυτό που παρατηρούμε στον πρωτόγονο άνθρωπο (πριν τον "χαλάσει" ο πολιτισμός) καθώς και στα ανώτερα θηλαστικά, θα δούμε πως αγάπη και στοργή υπάρχουν μόνο στην περίπτωση της μητρότητας. Από κει και πέρα ισχύει το "homo homini lupus" οι πάντες εναντίον πάντων. Ούτε δεσμοί αίματος αναγνωρίζονται, ούτε αγχιστείας. Στην περίπτωση της ομαδικής διαβίωσης σε αγέλες, υπάρχει συντροφικότητα που συνήθως είναι απλή ανοχή. Σίγουρα δεν πρόκειται για αγάπη, ούτε τρυφερότητα, ούτε στοργή.

Η πρώτη λοιπόν ματιά επάνω στην φύση είναι απογοητευτική. Δεν μοιάζει να εκπέμπει αγάπη - παρά μόνον την μητρική. Κάθε άλλη μορφή στοργής, από την παρέα και την φιλία μέχρι τον έρωτα και την χριστιανική αγάπη για τον πλησίον, θα πρέπει να θεωρηθεί παρά φύσιν.

Δύο πράγματα λοιπόν συμβαίνουν: είτε η φύση δεν είναι τόσο στενόκαρδη, όσο φαίνεται (κι όσο την θέλουν ο Πλούταρχος και ο Καίσαρας), είτε ο άνθρωπος μπορεί και ξεπερνάει την φύση. Γιατί είναι σίγουρο πως υπάρχουν στη ζωή μορφές αγάπης έξω από την μητρική. Ευτυχώς. Αν η παρουσία της αγάπης στον κόσμο περιοριζόταν στην βραχύβια αγάπη της γάτας για το γατάκι της - που μετά τρεις μήνες ούτε καν το αναγνωρίζει - ο κόσμος θα ήταν πολύ φτωχός.

Όμως, για σταθείτε: Η γάτα προσκολλάται στο γατάκι της τρεις μήνες - αλλά στον άνθρωπό της (δεν λέω τον ιδιοκτήτη της - δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα) προσηλώνεται μία ζωή. Να μια άλλη μορφή αγάπης. Αυτή τι είναι τώρα: κατά φύσιν ή παρά φύσιν;

Αν δεν είναι φυσιολογικό, κατά τον Πλούταρχο, να αγαπά ο άνθρωπος τον σκύλο, άλλο τόσο (ή και περισσότερο) δεν πρέπει να είναι να αγαπά ο σκύλος τον άνθρωπο.

Σκέπτεστε ότι ο σκύλος κάνει για τον άνθρωπο πράγματα που δεν θα έκανε ποτέ για έναν άλλο σκύλο; Αναλογίζεστε ότι η γάτα και ο σκύλος συχνά πεθαίνουν άμα λείψει ο άνθρωπός τους; Το ζώο προσκολλάται στον άνθρωπο, περισσότερο από ότι στο άλλο ζώο. Επαναλαμβάνω το ερώτημα: αυτή η αγάπη τι είναι; Φυσιολογική ή παρά φύσιν;

Προφανώς φυσιολογική. Δεν έχουν αναπτύξει τα οικιακά ζώα πολιτισμό, για να μπορούμε να πούμε πως βγήκαν έξω από τη φύση. Κινούνται πάντα μέσα στο χώρο της γενετικά προγραμματισμένης ύπαρξής τους. Και μέσα από αυτόν μας αγαπάνε.

Άρα, η ίδια η φύση μας δίνει παραδείγματα αγάπης που ξεφεύγουν από το μητρικό η γενετικό χώρο - και που ξεπερνάνε το χάσμα των ειδών.

Είναι όμως αγάπη αυτό που νιώθουν τα ζώα για μας; Μήπως είναι απλά ένα εξαρτημένο αντανακλαστικό που τα προσκολλάει επάνω μας - χωρίς να νιώθουν τίποτα;

Το τι νιώθουν τα ζώα για μας, δεν μπορώ βέβαια να σας το πω. Όπως άλλωστε μου είναι αδύνατο να ξέρω τι νιώθει ένας άνθρωπος που ισχυρίζεται ότι με αγαπάει. Από αυτά που λέει, μπορώ να υποθέσω τι νιώθει, (ή τι νομίζει ότι νιώθει) - αλλά δεν μπορώ να έχω άμεση εμπειρία των συναισθημάτων του. Μπορώ δηλαδή να συμπεράνω την αγάπη του από τις εκδηλώσεις του - λόγια και πράξεις.

Αλλά το ίδιο κάνω και για το ζώο. Παρατηρώ πως χαίρεται όταν με βλέπει, ότι μου δείχνει την προσήλωση και την εμπιστοσύνη του (εμένα και όχι άλλου) με ακολουθεί παντού - και τέλος μπορεί να θυσιαστεί για μένα. Το στερνό αυτό είναι και το καθοριστικό κριτήριο. Γιατί αν η σχέση του ζώου με μένα ήταν αποκλειστικά ωφελιμιστική (τροφή, στέγη, χάδια) δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει στη θυσία.

Η θυσία, το ξεπέρασμα του εγώ για το εσύ, αποτελεί σε ανθρώπους και ζώα το ύψιστο γνώρισμα της αγάπης. "Η πραγματική αγάπη έχει πάντα για θεμέλιο την απάρνηση του ατομικού συμφέροντος" έγραψε ο Τολστόι.

Για έναν φιλόσοφο θα ήταν πολύ δύσκολο να υποστηρίξει πως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην αγάπη του ανθρώπου και του ζώου. Τα ειδολογικά γνωρίσματα είναι τα ίδια. Κάθε ορισμός της αγάπης που βρήκα στα λεξικά, καλύπτει απόλυτα και την προσήλωση που δείχνουν τα ζώα σε μας.

Αλλά τα ζώα, θα αντιτείνει κάποιος, είναι όντα κατώτερα και δεν έχουν ψυχή. Πως μπορούν να νιώσουν ένα τόσο υψηλό συναίσθημα σαν την αγάπη;

Όποιος το ισχυρισθεί αυτό θα πρέπει πρώτα να μου αποδείξει πως οι άνθρωποι έχουν ψυχή. Δεν θα ’θελα να είμαι στη θέση του. Χιλιετίες φιλοσοφίας και επιστήμης δεν έχουν καταφέρει να προσκομίσουν μια τέτοια απόδειξη.

Όταν ο μέγας φιλόσοφος Καρτέσιος (ή Descartes) θέλησε να αποδείξει πως τα ζώα είναι άψυχα μηχανήματα, απέτυχε οικτρά. Αντίθετα, ο διάδοχός του La Mettrie, χρησιμοποιώντας τα ίδια επιχειρήματα έδειξε αρκετά πειστικά πως ο άνθρωπος είναι μηχανή.

Επίσης αρνούμαι τους οντολογικούς ρατσισμούς. Κανείς δεν δικαιούται να αποφασίζει ποίο όν είναι ανώτερο και ποιο κατώτερο. Στην φύση έχουμε διακρίσεις δύναμης - αλλά όχι ποιότητας. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό - αλλά αυτό δεν το κάνει ανώτερο. Κάποτε πιστεύαμε πως ο άνθρωπος είναι το επίκεντρο του σύμπαντος - μέχρι που ανακαλύψαμε το σύμπαν.

Εκείνο που έχει πετύχει ο άνθρωπος, ανατρέποντας την οικολογική ισορροπία, είναι να γίνει το μεγαλύτερο ψάρι από όλα - και, με την βοήθεια της τεχνολογίας, να κατασπαράσσει τα μικρά. Αυτό βέβαια δεν τον κάνει ανώτερο - μάλλον χειρότερο από τα άλλα ζώα.

Από την δύναμη αυτή, που μας έδωσε η γνώση και όχι η φύση (μέσα στη φύση είμαστε από τα πιο αδύναμα πλάσματα), πηγάζει και η ηθική υποχρέωση που έχουμε απέναντι στα άλλα όντα αυτού του πλανήτη. Τα οποία έχουν ίσα δικαιώματα στη ζωή. Όσο μεγαλύτερη η εξουσία, τόσο πιο σημαντική η ευθύνη. Εκτός αν μιλάμε για δικτατορίες.

Αλλά η φύση δεν είναι δικτατορία. (Ούτε πρέπει να γίνει! Αυτό είναι το μήνυμα της οικολογίας.) Η φύση είναι η μεγάλη δημοκρατία των όντων, με ανισότητες, με ανταγωνισμούς, αλλά χωρίς μονοπώλια εξουσίας. Τα μονοπώλια βλάπτουν ακόμα και αυτούς που τα ασκούν. Τώρα αρχίζουμε και συνειδητοποιούμε την αλήθεια για την οικολογική αρμονία, καθώς και τις τεράστιες ευθύνες μας.

"Όλα τα ζώα είναι ίσα" Ήταν το σύνθημα στην ιδανική δημοκρατία της "Φάρμας των Ζώων" του Orwell. Μόνον αργότερα, όταν τα ζωντανά άρχισαν να συμπεριφέρονται σαν άνθρωποι προστέθηκε η φράση: "και μερικά είναι πιο ίσα από τα άλλα". Αυτή η προσθήκη είναι παρά φύσιν. Αυτή είναι το μεγάλο έγκλημα κατά της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της αγάπης.

Το μόνο που μπορεί κανείς να πει για τα ζώα είναι πως δεν έχουν λόγο. Αλλά η αγάπη (γι' αυτήν μιλάμε) δεν έχει σχέση με το λόγο - ίσως μάλιστα να είναι αντίθετη προς αυτόν. Η αγάπη είναι συναίσθημα, καθαρό δόσιμο, χάδι.

Να λοιπόν, που ή έρευνα της πρώτης υπόθεσης του Πλούταρχου, μας έφερε σε ένα απροσδόκητο συμπέρασμα: Η φύση, που σε πρώτη ματιά φαίνεται απόλυτα εγωϊστική, πράγματι εμπεριέχει αγάπη σε δύο βασικές περιπτώσεις: την μητρική αγάπη, και την αγάπη του οικιακού ζώου προς τον άνθρωπο.

Και οι δύο είναι φυσικές και αυθόρμητες. Η πρώτη (η μητρική) σίγουρα δεν είναι - και η δεύτερη δεν μοιάζει να είναι - προϊόν πολιτισμικής εξέλιξης. Εκτός αν δεχθούμε πως τα ζώα εξελίσσονται πολιτιστικά - πράγμα που θα οδηγήσει σε πολύ περιπετειώδεις σκέψεις.

Ιδιαίτερα η κλίση του οικιακού ζώου για τον άνθρωπο φαίνεται να είναι ένα αυτοξεπέρασμα της φύσης. Γιατί υπερβαίνει και πολλές φορές αντιμάχεται τα ένστικτα, αγνοεί τις αποστάσεις ανάμεσα στα είδη - και, κυρίως, ξεφεύγει από την βασική λογική της εξέλιξης. Η μητρική αγάπη υπάρχει για να βοηθάει στην διαιώνιση του είδους. Για να προστατεύει το αδύναμο νεογνό. Εξυπηρετεί λοιπόν μια σκοπιμότητα. Αν δεν υπήρχε, το είδος θα κινδύνευε τα αφανιστεί.

Όμως η αγάπη της γάτας για τον άνθρωπο, ποιον γενετικό σκοπό εξυπηρετεί; Την επιβίωση της γάτας; Τα αιλουροειδή επέζησαν εκατομμύρια χρόνια χωρίς τον άνθρωπο - όπως και οι λύκοι και τα τσακάλια. Και τον καιρό που ήρθαν κοντά μας, σίγουρα δεν ήταν απειλούμενα είδη.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να ισχυρισθούμε κάτι πολύ σημαντικό: πως η αγάπη του οικιακού ζώου για τον άνθρωπο είναι το ξεπέρασμα του εγωισμού από την φύση, μέσα στη φύση. Ανοίγει τον δρόμο για τις άλλες μορφές αγάπης που θα εξελίξει ο πολιτισμός του ανθρώπου: Την φιλία, τον έρωτα (που διαφέρει βέβαια από το απλό ένστικτο αναπαραγωγής), την αδελφοσύνη και την πανανθρώπινη αγάπη.

Αλλά τότε, αν η φύση δείχνει το δρόμο της αγάπης μέσα από τα ζώα, πως είναι δυνατό να συζητάμε αν είναι θεμιτό και σωστό να ανταποδίδουμε εμείς την αγάπη τους;

Τώρα μοιάζει πολύ εύκολη η απάντηση στην δεύτερη προϋπόθεση της σκέψης του Πλούταρχου. Σας τη θυμίζω: Πως η φύση ορίζει ότι η αγάπη των ανθρώπων πρέπει να αφορά μόνο σε ανθρώπους.

Πώς γίνεται η φύση, που όρισε να μας αγαπάνε τα ζώα - να ορίζει για μας το αντίθετο; Με ποια λογική μπορεί να απαγορεύει την ανταπόδοση αυτού που η ίδια δημιούργησε; Γιατί μην ξεχνάτε: δεν αρκεί η απόφαση του ανθρώπου για να τον αγαπήσει το ζώο. Ούτε το συγκεκριμένο, ούτε ολόκληρο το γένος.

Σαν αθεράπευτοι εγωιστές που είμαστε, πιστεύουμε ότι εμείς αποφασίσαμε και κατακτήσαμε τα ζώα. (Όπως οι άντρες, που νομίζουν ότι αυτοί κατακτούν τις γυναίκες).

Πρώτο: Δεν εξημερώνονται όλα τα ζώα. (Αν το πιστεύετε εσείς αυτό, προσπαθήστε να πείσετε έναν ρινόκερο).

Δεύτερο: δεν αρκεί να εξημερώσεις ένα ζώο για να αποκτήσεις και σχέση μαζί του. Όσο και να προσπαθήσετε θα είναι δύσκολο να αποκτήσετε προσωπική επαφή με μια χελώνα. Από τα ζώα που εξημερώνονται, δύο είδη κυρίως είναι αυτά που επικοινωνούν με τον άνθρωπο. Οι γάτοι και οι σκύλοι που έγιναν κομμάτι της ζωής και μέλη της οικογένειας εκατομμυρίων ανθρώπων.

Άρα: τα ζώα που μας αγαπούν - μπορούν και το κάνουν επειδή η φύση το θέλει κι όχι επειδή το αποφασίσαμε εμείς.

Ε λοιπόν - είναι δυνατόν η φύση να θέλει να μας αγαπάνε τα ζώα - και να μη θέλει να τα αγαπάμε εμείς; Εμείς που είμαστε επίσης φύση - τουλάχιστον όσο κι αυτά;

Κι ας αφήσουμε τώρα τον Πλούταρχο και την φύση - κι ας ρωτήσουμε ευρύτερα: είναι δυνατόν να υπάρχουν όρια στην αγάπη;

Σίγουρα όχι. Αγάπη σημαίνει: υπέρβαση του ορίου. Υπερβαίνεις το πιο σκληρό, το πιο βασικό όριο. Περνάς από το εγώ στο εσύ.

Amare est gaudere felicitate alterius - να αγαπάς σημαίνει να χαίρεσαι την ευτυχία του άλλου, έγραψε ο Leibnitz. Γιατί λοιπόν, αν περάσεις το πρώτο, το πιο δύσκολο όριο (του εγώ) να μην περάσεις και το πιο εύκολο, του ζωολογικού γένους;

Τι διάβολο, δεν δικαιούται ο άνθρωπος να κάνει αυτό που κάνουν η γάτα και ο σκύλος; Αφού το θέλει και το νιώθει! Βλέπετε ένα παιδάκι πόσο αυθόρμητα, φυσικά, τείνει προς ένα μικρό ζώο.

Αν όμως η αγάπη του ζώου είναι φύσει νόμιμη - τότε η άποψη του Καίσαρα (και πολλών άλλων) ότι το ζώο είναι υποκατάστατο για κάτι (στην περίπτωση αυτή για το παιδί) δεν στέκει.

Μαζί με το επιχείρημα του "παρά φύσιν" καταπίπτει και η θεωρία της υποκατάστασης. Γιατί υποκατάσταση σημαίνει κάτι αφύσικο αντί για το φυσικό - κάτι ψεύτικο αντί για το αυθεντικό.

Επίσης η θεωρία της υποκατάστασης συμβαδίζει με ένα ψευτοδίλημμα: Είτε το ζώο, είτε το παιδί. Γιατί όμως αυτά πρέπει να είναι ετεροαποκλειόμενα; ΚΑΙ το παιδί ΚΑΙ το ζώο, θα έλεγα εγώ. Και πολλά άλλα πράγματα ακόμα!

Είναι σαν να μου πούνε ότι δεν μπορώ να αγαπάω και την μουσική και την ποίηση - ή και το μπάσκετ και το ποδόσφαιρο. Και ότι αν τύχει να αγαπάω το ένα (επειδή αυτό έχω) και όχι το άλλο, είμαι λειψός;

Μια γυναίκα που έχει παιδί δικαιούται να αγαπάει το σκυλί της ενώ μια άλλη που για διάφορους λόγους δεν έχει παιδί (ή δεν έχει πια) πρέπει να νιώθει ενοχές για την ίδια αγάπη; Τι μυστήριος πουριτανισμός είναι αυτός;

Μόνο η αυστηρά πατριαρχική ηθική των Καισάρων μπορεί να σκέπτεται έτσι. Μήπως και δεν γεννήσουν μερικές Ρωμαίες ματρόνες, αραιώσουν οι λεγεώνες και δεν έχει αρκετό κρέας να αλέσει ο μύλος του πολέμου. Αυτή είναι η "φύση" του Καίσαρα: το συμφέρον και η σκοπιμότητα του κράτους.

Μακριά από εμάς τέτοιες σκοπιμότητες. Ο καθένας, χωρίς τύψεις, δικαιούται να αγαπάει ότι θέλει. Κι όσο περισσότερα πράγματα αγαπάει, τόσο το καλύτερο για όλους. Έχει αποδειχθεί πως οι ζωόφιλοι είναι και οι κατ' εξοχήν φιλάνθρωποι.

Οι υγιείς σχέσεις είναι πάντα οι πλουραλιστικές. Η μονομανής προσήλωση είναι ασθένεια - αλλά αυτή δεν αφορά μόνο τα ζώα. Μπορεί να τείνει σε άνθρωπο ή σε αντικείμενο. Η "οιδιπόδεια" μητέρα, ή ο φετιχιστής, είναι κλασικά παραδείγματα.

Οι πιο σωστοί άνθρωποι που γνώρισα αγαπούσαν πολλά μαζί: Ανθρώπους, ζώα, τοπία και έργα τέχνης. Η μονομανία σίγουρα βλάπτει - όπου κι αν στρέφεται. Κι από ότι ξέρουμε, εξίσου συχνά μεταβάλλει σε υποκατάστατο και το παιδί και το ζώο.

Είδαμε λοιπόν πως το ζώο στη ζωή μας δεν είναι υποκατάστατο. Πως η σχέση μαζί του είναι μια πρότυπη, αυθεντική, πρωταρχική σχέση, υπαγορευμένη από την ίδια την φύση.

Θα προχωρήσω όμως πάρα πέρα. Όχι μόνο το ζώο δεν είναι υποκατάστατο - αλλά για τον άνθρωπο είναι αναντικατάστατο. Η σύνδεση με αυτό προσφέρει κάτι που δεν μπορεί να το αντλήσουμε από αλλού. Ούτε από την σχέση με άλλον άνθρωπο.

Για τον Μίλαν Κούντερα, στον οποίο χρωστάμε μια από τις βαθύτερες αναλύσεις της ζωοφιλίας (στο μυθιστόρημά του "Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι") η αγάπη ανάμεσα στο ζώο και τον άνθρωπο είναι ανώτερη από την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων.

"... η αγάπη του άντρα και της γυναίκας", γράφει "είναι εξαρχής ενός είδους κατώτερου απ' αυτό που μπορεί να είναι () η αγάπη ανάμεσα στον άνθρωπο και στον σκύλο, αυτή η παραδοξότητα της ιστορίας που ίσως ο Πλάστης να μην την είχε προβλέψει."

Και ο Κούντερα αναλύει τα χαρακτηριστικά αυτής της αγάπης. Άδολη, εκούσια, καθαρή, ελεύθερη. Ειδυλλιακή. Η λέξη ειδύλλιο αναφέρεται στον Παράδεισο.

Γιατί το ζώο είναι αναντικατάστατο;

Τα ζώα είναι αυτά που είναι:

Καθαρή φύση. Τίμια κοιτάνε,

κατάματα. Ο άνθρωπος, έξω από την φύση

αναζητά.

Το ζώο είναι. Ο άνθρωπος γίνεται. Αν μπορεί.

Το ζώο είναι αναντικατάστατο διότι παρέχει στον άνθρωπο την επαφή με το καθαρό 'Ον. Μπορείτε να το ονομάσετε φύση ή παράδεισο.

Το ζώο ΕΙΝΑΙ. Απόλυτα, αυθόρμητα, τέλεια. Μια ύπαρξη πλήρης. Ο άνθρωπος, από τότε που γεύτηκε το δέντρο της Γνώσης, δεν είναι πλήρης. Διότι ξέρει πως θα πεθάνει.

Η γνώση του θανάτου και της φθοράς, υπονομεύει το ανθρώπινο ον. Το κάνει αβέβαιο, παροδικό, αμφίβολο.

Δίπλα στον άνθρωπο, το κάθε ζώο είναι ένας βράχος σιγουριάς και τελειότητας.

Ο άνθρωπος, με τη γνώση, αλλοτριώθηκε. Αποξενώθηκε. Δεν βρίσκεται μέσα στη φύση - είναι απέναντι. Δεν κάνει ένα με το παν - είναι άλλος, ξένος.

Το ζώο ανήκει στο παν. Είναι η γέφυρα που μας συνδέει με την ζωή πριν απο τη γνώση. Ίσως και με τη ζωή μετά τη γνώση...

Οι ταπεινοί σκύλοι, οι αθόρυβες γάτες, είναι πρεσβευτές του όντος κοντά μας. Είναι αγγελιαφόροι της άλλης όχθης.

Αν ρωτήσετε τους περισσότερους ζωόφιλους, τι τους ελκύει στα ζώα, θα σας μιλήσουν για την σταθερότητα, την εμπιστοσύνη. Το ζώο, θα σας πουν, δεν σε προδίδει ποτέ.

Γιατί δεν προδίδει ούτε τον εαυτό του. Είναι αυτό που είναι. Ξέρει αυτά που ξέρει, απόλυτα. Δεν ταλαντεύεται. Δεν παλινδρομεί. Δεν αμφιβάλλει ούτε αμφισβητεί. Δεν έχει άγχος θανάτου ούτε ζωής.

Και η αγάπη του είναι σταθερή και διαυγής. Δεν έχει προϋποθέσεις, ούτε διαθέσεις, ούτε διακυμάνσεις.

Το ζώο είναι και η σταθερότητα μέσα στο χρόνο - η υπέρβαση της ιστορίας. Πορεύεται δίπλα μας μέσα στην ιστορία αλλά δεν της ανήκει. Ανήκει στη φύση. Η φύση είναι ανιστορική. Εμείς αλλάζουμε συνέχεια - όμως ένας σκύλος από την Ασσυρία και μια γάτα από την αρχαία Αίγυπτο, είναι ίδιοι με τους σημερινούς.

Το πιο συγκινητικό περιστατικό που έχει ποτέ γραφτεί για συμπεριφορά ζώου, αριθμεί ηλικία τριών χιλιάδων ετών: Ο 'Αργος ο σκύλος του Οδυσσέα περίμενε είκοσι χρόνια να δει τον άνθρωπό του για να ξεψυχήσει.

Εκεί και ο 'Αργος κείτουνταν τσιμπούρια φορτωμένος

Και τότε, όπως μυρίστηκε κοντά του τον Οδυσσέα

κούνησε λίγο την ουρά, κατέβασε τ' αυτιά του,

όμως δεν είχε δύναμη να τρέξει πια κοντά του

Και ο σκληρός Οδυσσέας, έτοιμος για εκδίκηση, παραλίγο να προδοθεί. Κλαίει για πρώτη φορά (απομόρξατο δάκρυ). Κι ευθύς ως φεύγει, ο 'Αργος πεθαίνει.

'Αργον δ'αυ κατά μοίρα λάβεν μέλανος θανάτοιο

αυτίκ'ιδόντα Οδυσύα εεικοστώ ενιαυτώ.

Μοίρα έχει και ο 'Αργος. Σαν τους ανθρώπους. Τον μαύρο θάνατο. Περίμενε είκοσι χρόνια. Πέστε μου μετά πως ο σκύλος έρχεται μόνο για το κόκαλο, κι η γάτα για το ψάρι.

Αυτή την σταθερότητα, αυτή την πίστη, σπάνια - η ποτέ - δεν την βρίσκεις σε άνθρωπο. Στο ζώο πάντα. Εκεί ισχύουν νόμοι ενός άλλου κόσμου.

Το κοντινό μας ζώο είναι ό,τι μας απόμεινε από τον παράδεισο. Από την κατάσταση της σιγουριάς, της αθωότητας και της απλότητας που κάποτε εγκαταλείψαμε.

Ήδη οι ψυχίατροι έχουν αποδείξει πως ένας τετράποδος σύντροφος είναι το καλύτερο αντίδοτο στο άγχος της ύπαρξης. Ο άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να σας δώσει αυτό το αίσθημα του απόλυτα απλού. Ίσως μόνο ένα βρέφος, που κι αυτό στην αρχή, είναι καθαρή φύση.

Ο Κούντερα έγραψε: "κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν μπορεί να κάνει σε ένα άλλο την δωρεά του ειδυλλίου. Μόνο το ζώο μπορεί, επειδή δεν το έδιωξαν από τον Παράδεισο."

Να γιατί το ζώο είναι αναντικατάστατο.

Αποτελεί τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει με την αθώα και άδολη ύπαρξη, με τον αρχέγονο εαυτό μας, τις ρίζες μας.

Κι όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη φύση, τόσο πιο πολύ θα μας χρειάζονται τα ζώα. Για να εξισορροπούν την αμφιβολία. Να μας βοηθάνε να ξεχνούμε την αλλοτρίωση. Να αποκαθιστούν μέσα μας την αρμονία και την ενότητα.

Ελπίζω αυτό το άρθρο να σας έδωσε τροφή για σκέψη.

Ποτέ δεν είναι πολύ αργά

Σε κάποια στιγμή της ζωής – μερικές φορές στα πρώτα μας χρόνια, άλλοτε όψιμα – είναι βέβαιο ότι όλοι μας θα ξυπνήσουμε και θα αντιληφθούμε τη θνητότητά μας. Είναι τόσο πολλά αυτά που την πυροδοτούν: μια ματιά στον καθρέφτη που δείχνει το σαγόνι μας να κρεμάει, τα μαλλιά μας ν’ ασπρίζουν, τους ώμους να καμπουριάζουν.

Η παρέλαση των γενεθλίων, ιδίως όσων αφορούν στρογγυλές δεκαετίες – πενήντα, εξήντα, εβδομήντα.

Η συνάντηση μ’ ένα φίλο που έχεις καιρό να τον δεις και σε σοκάρει το πόσο έχει γεράσει.

Όταν βλέπεις παλιές φωτογραφίες του εαυτού σου και των ανθρώπων που γέμιζαν την παιδική σου ηλικία κι είναι πια από καιρό νεκροί.

Μια συνάντηση με τον Κύριο Θάνατο σ’ ένα όνειρο.

Τι νιώθει κανείς, όταν έχει μια τέτοια εμπειρία; Και τι κάνει γι’ αυτό;

Βυθίζεται σε μια φρενιτιώδη δραστηριότητα, για να εξαντλήσει το άγχος και ν’ αποφύγει το θέμα;

Προσπαθεί ν’ απομακρύνει τις ρυτίδες με αισθητική χειρουργική ή να βάψει τα μαλλιά του;

Αποφασίζει να παραμείνει για μερικά χρόνια στην ηλικία των τριανταεννέα ετών;

Περισπά πολύ γρήγορα τον εαυτό του με τη δουλειά και τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής;

Σβήνει από τη μνήμη του κάθε τέτοια εμπειρία;

Αγνοεί τα όνειρά του;

Σας προτρέπω να μη περισπάτε τον εαυτό σας.

Το αντίθετο, γευτείτε την αφύπνισή σας. Εκμεταλλευτείτε την.

Κάντε ένα σταμάτημα, καθώς κοιτάζετε τη φωτογραφία του νεότερου εαυτού σας. Αφήστε την έντονη στιγμή να σας κατακλύσει και παρατείνετέ τη λιγάκι. Γευτείτε και τη γλυκύτητά της μαζί με την πικρή της γεύση.

Μην ξεχνάτε το πλεονέκτημα που προσφέρει το να παραμείνετε εν επίγνωση του θανάτου, το ν’ αγκαλιάσετε τη σκιά του.

Μια τέτοια επίγνωση μπορεί ν’ αφομοιώσει το σκοτάδι με τη σπίθα σας για ζωή και να βελτιώσει τη ζωή σας, όσο ακόμα την έχετε.

Ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσουμε τη ζωή, για ν’ αγαπήσουμε οτιδήποτε πολύ βαθιά, είναι να έχουμε επίγνωση ότι οι εμπειρίες αυτές είναι προορισμένες να χαθούν.

Έχω πολλές φορές εκπλαγεί ευχάριστα βλέποντας έναν άνθρωπο να κάνει ουσιαστικές θετικές αλλαγές πολύ αργά στη ζωή του, ακόμα και κοντά στον θάνατο.

Ποτέ δεν είναι πολύ αργά. Ποτέ δεν είμαστε πολύ γέροι για κάτι τέτοιο.

Γιατί οι περισσότεροι άντρες δεν μπορούν να «χειριστούν» μια δυναμική γυναίκα

Τι ακριβώς κάνει μια γυναίκα δυνατή; Οι αγώνες της, οι θυσίες και η έλλειψη εγωισμού. Μια δυνατή γυναίκα έχει αντέξει τον πόνο, έχει ξεπεράσει άσχημες εμπειρίες και έχει επιτρέψει στον εαυτό της να συγχωρεί.

Μια δυνατή γυναίκα έχει κολυμπήσει σε βαθιά και επικίνδυνα νερά και έχει καταφέρει να κρατήσει την αναπνοή της για πολύ ώρα. Αυτός ο τύπος γυναίκας είναι αυτάρκης, ανεξάρτητος, τρυφερός και δεν φοβάται να δείξει τα ευάλωτα σημεία του. Η δυνατή γυναίκα γνωρίζει ότι τη μια στιγμή μπορεί να ελέγχει πλήρως την κατάσταση, αλλά την άλλη μπορεί μόνο να διδαχτεί και να υπομένει.

Όμως, πώς ένας άντρας αντιμετωπίζει μια τέτοια γυναίκα;

Γιατί οι περισσότεροι άντρες δυσκολεύονται με μια δυνατή γυναίκα

1. Μια ισχυρή γυναίκα δεν χρειάζεται έναν άντρα για να την υπερασπιστεί

Ένας άντρας χρειάζεται να νιώθει επιθυμητός. Έχει την ανάγκη να γνωρίζει ότι αγωνίζεται για την αιώνια αγάπη και τον θαυμασμό της γυναίκας του. Μια δυνατή γυναίκα θα δείξει ότι αγαπά τον άντρα της, αλλά και ότι είναι ανεξάρτητη και μπορεί να τα καταφέρει μόνη της. Η γυναίκα θα παλέψει και για τους δύο, αλλά δεν χρειάζεται έναν άντρα για να δώσει τις μάχες της. Θα το αντιμετωπίσει μόνη της. Κάποιοι άντρες δεν μπορούν να χειριστούν αυτή τη δύναμη. Αν μείνετε μαζί της, να είστε πρόθυμοι να συμπορευτείτε μαζί της, όχι να την προσπερνάτε, ούτε και την ακολουθείτε.

2. Ξέρει τι θέλει

Οι ισχυρές γυναίκες ξέρουν καλά τι θέλουν, πώς θα το αποκτήσουν και θυμούνται ότι πρέπει να ενδυναμώνουν συνεχώς τον εαυτό τους. Αν τους αρέσει ένας άντρας, θα παλέψουν γι’ αυτόν. Δεν περιμένουν πάντα την πρώτη κίνηση από την άλλη πλευρά. Συνήθως έχουν δυναμικές προσωπικότητες, που μπορεί να φανούν τρομακτικές σε κάποιους άντρες. Δεν πρόκειται ποτέ να είναι υποτακτικές. Τους αρέσει να εξερευνούν τον κόσμο, με ή χωρίς σχέση.

3. Απαιτεί ειλικρίνεια σε όλα τα επίπεδα

Οι άνδρες δυσκολεύονται να ανοιχτούν και να απαντήσουν σε δύσκολες ερωτήσεις. Όμως, οι δυνατές γυναίκες βουτούν κατευθείαν σε βαθιά νερά, αφού έχουν ήδη ξεπεράσει τραύματα και πόνο. Απαιτούν ο άνδρας να είναι ειλικρινής και να δείχνει τα αδύνατα και ευάλωτα σημεία του. Θέλουν να γνωρίζουν ότι ο σύντροφός τους είναι έτοιμος να χειριστεί τις αβεβαιότητες και τις δυσκολίες. Οι άντρες όμως τείνουν να αποφεύγουν να δείχνουν αδύναμοι στους άλλους.

4. Δεν εκφοβίζεται από την οικειότητα

Οι δυνατές γυναίκες θα προκαλέσουν έναν άνδρα να γνωριστούν όσο γίνεται περισσότερο. Θέλουν την οικειότητα με όλες τις μορφές. Δεν φοβούνται αυτό το στάδιο της σχέσης. Επειδή είναι άνετες με τη θηλυκότητά τους, περιμένουν και από τον άνδρα να είναι ανοικτός και δεκτικός σε όλα τα επίπεδα. Απαιτούν πάθος, επιθυμία και δέσιμο.

5. Μπορεί να διακρίνει τα ψέματα

Οι δυναμικές γυναίκες είναι ειλικρινείς και περιμένουν η ίδια ειλικρίνεια να χαρακτηρίζει και τη σχέση τους. Μπορούν να διαισθανθούν τα ψέματα στη στιγμή. Οπότε δεν υπάρχει κανένας λόγος για δικαιολογίες. Δεν θα ανεχτούν την απάτη και τον εγωισμό.

6. Απαιτεί εντιμότητα και ακεραιότητα

Οι γυναίκες που έχουν εσωτερική δύναμη δεν ανέχονται τις αναποφάσιστες προσωπικότητες. Θέλουν να γνωρίζουν ότι ο σύντροφός τους διακατέχεται από ακεραιότητα, σεβασμό και τιμή. Αν διαισθανθούν ότι αυτό αλλάζει, δεν θα διστάσουν να προχωρήσουν μόνες τους. Το ίδιο θα κάνουν αν νιώσουν ότι προσβάλλονται και δεν εκτιμώνται. Θα χάσετε αν την κάνετε να νιώσει αδύναμη.

7. Είναι έντονη

Μια ισχυρή γυναίκα έχει ξεπεράσει μεγάλες προκλήσεις και εμπόδια στη ζωή της. Σε εκείνες τις καταστάσεις έπρεπε να είναι δυναμική. Ξέρει λοιπόν ότι μπορεί να ξεπεράσει ό,τι βρεθεί στο δρόμο της και αυτή η ένταση είναι κάποιες φορές δύσκολο για έναν άνδρα να την καταλάβει. Μπορεί να φοβηθεί από τα έντονα συναισθήματα και τις σκέψεις μιας τέτοιας προσωπικότητας. Είναι πρόθυμη να μοιραστεί τις πληγές και περιμένει το ίδιο και από την άλλη πλευρά.

8. Μια δυνατή γυναίκα δεν θα περιμένει

Αυτός ο τύπος γυναίκας θα σας ακολουθήσει παντού, αν γνωρίζει ότι της είστε αφοσιωμένος. Όμως, από τη στιγμή που θα αποτραβηχτείτε, θα σας αφήσει να φύγετε. Δεν περιμένει από τον άντρα να αποφασίσει, γιατί δεν παίζει παιχνίδια. Θα πληγωθεί, αλλά δεν το φοβάται, αφού γνωρίζει ότι θα ξανασηκωθεί.

9. Αγαπά άνευ όρων

Η αγάπη αυτής της γυναίκας είναι πιστή. Όταν μάλιστα νιώσει ότι η αγάπη της βρίσκει ανταπόκριση, θα κάνει τα πάντα για το έτερον της ήμισυ. Θα στηρίξει, θα βοηθήσει και θα παλέψει. Κάποιοι άνδρες δεν μπορούν να χειριστούν αυτό το είδος αγάπης. Συνήθως τρομάζουν από την ένταση και την ποιότητα της προσφοράς. Συνήθως είναι τέτοιες οι στιγμές που οι άντρες αποφασίζουν να απομακρυνθούν από μια δυνατή γυναίκα.

10. Θα σας δείξει ποιος πραγματικά είστε

Είναι δύσκολο να αποδεχτούμε όσα δεν μας αρέσουν πάνω μας, ειδικά όταν κάποιος μας τα υποδεικνύει. Όμως, μια δυνατή γυναίκα θα αντικατοπτρίσει στον άνδρα εκείνα τα σημεία που ξέρει ότι πρέπει να αναφερθούν. Θα είναι εκεί για να βοηθήσει τον άνδρα να δει τα εκπληκτικά και δυναμικά στοιχεία του. Θα σταθεί δίπλα του και θα του δείξει την αξία του. Κάποιοι άντρες δεν μπορούν να χειριστούν το συναισθηματικό χάος που ανοίγει αυτή η δυνατότητα. Οι δυνατές γυναίκες θα βρουν δυνατούς άντρες.

Ο παράδεισος και η κόλασή μας έρχονται πάντοτε από τους άλλους

Η επιστήμη καθιστά τον κόσμο κατοικήσιμο για τον άνθρωπο, όμως εκείνη που τρέφει την ψυχή είναι η τέχνη, η γενίκευση της απεικόνισης, οι μαγικές παραπομπές του αφηγήματος, η δυνατότητα να σχεδιάσει ο καθένας το τμήμα που κλείνει την άκρη που έμεινε ανοικτή, χωρίς κανένας βέβαια να έχει χαράξει το οριστικό όριο.

Αυτή η δυνατότητα να θέτουμε στον εαυτό μας ερωτήματα και να στοχαζόμαστε γι' αυτόν είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου, κι αν βεβαίως αυτή οδήγησε στην οικοδόμηση του πολιτισμού, το πιο εξαίσιο από τα συστήματα προσαρμογής στον κόσμο, αποκάλυψε επίσης και το πιο ριζικό πόνο, εκείνον που νιώθουμε όσο αγωνιούμε για το νόημα και το πεπρωμένο της ίδιας μας της ύπαρξης.

Η νεύρωση, κατά τη γνώμη μας, είναι πάντοτε ένα μπλοκάρισμα των δημιουργικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, μια ισορροπία συμβιβασμού ανάμεσα στις εσωτερικές αιτήσεις που επιθυμούν να δράσουν και σε άλλες που αρνούνται την εγκυρότητα και την νομιμότητα σε μια τέτοια δράση, σε μια διαρκή πάλη που εξασθενίζει τη ζωτική δύναμη του ατόμου.

Συχνά ένα τέτοιο υπαρξιακό αδιέξοδο προέρχεται από την αναγκαστική ταύτιση με ένα συλλογικό κανόνα αξιών και νόμων που η συνείδηση αντιλαμβάνεται ως κατασταλτικούς και ευνουχιστικούς, αλλά από τους οποίους φοβάται να απελευθερωθεί, επειδή μια τέτοια πράξη στο πεδίο του ασυνείδητου γίνεται αντιληπτή ως μια παράβαση που κομίζει θάνατο, καταστροφή, τρέλα.

Η δημιουργικότητα είναι η μόνη ψυχολογική διαδικασία που μπορεί να καταπραΰνει το αίσθημα ενοχής μας.

Εάν θέλουμε να δημιουργήσουμε τους εαυτούς μας, οφείλουμε να διοχετεύσουμε τις ενέργειές μας όχι προς την επιθετικότητα και τη διαμαρτυρία αλλά προς εκείνη τη μορφή βαθιάς αλληλεγγύης που είναι η αντιπαράθεση με τον άλλον, η αυθεντική συνάντηση που μπορεί να ενεργοποιήσει την επαναδόμηση των εσωτερικών μας περιεχομένων.

Η αποθάρρυνση, η απελπισία και η κατάθλιψη που χαρακτηρίζουν την άρρωστη εποχή μας είναι οι θρήνοι της ψυχής που είναι στριμωγμένη σε σώματα δίχως όψη, σε μορφές χωρίς περίγραμμα· ο άνθρωπος χωρίς όνομα ανίκανος να «ονοματίσει» τα πράγματα, είναι ένα ασήμαντο ον επειδή είναι αποστερημένος από τη δυνατότητα να αποδώσει νόημα στον κόσμο, και τα πράγματα, που έχουν καταστεί έτσι σκέτα αντικείμενα, δεν μπορούν παρά να του επιστρέψουν τη μάταιη αντανάκλαση του δικού του τίποτα, του ότι είναι ένα χαμένο αντικείμενο, ανίκανο να ξαναβρεί τον εαυτό του.

Όποιος αρνείται στον εαυτό του τη δυνατότητα να υποφέρει, αρνείται επίσης κάθε δυνατότητα να δώσει μια λύση στον πόνο.

Ελευθερία υπάρχει μόνον εκεί όπου μια ηθική συνείδηση ορθολογικά προσανατολισμένη αναρωτιέται για τον εαυτό της και για τους σκοπούς της δράσης της.

Όμως εμείς οι άνθρωποι, στην καθημερινή μας ζωή, καταγινόμαστε με μικρά προβλήματα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μας εμπλέκουν και καθιστούν προβληματική τη συνείδηση μας, έτσι ώστε η δράση μας να γίνεται αντιφατική κι εμείς να χάνουμε εκείνη τη γραμμική συνέχεια στη συμπεριφορά, η οποία, τουλάχιστον με απατηλό τρόπο, μας κάνει να αισθανόμαστε ειρηνικά με τους εαυτούς μας.

Δεν μπορούμε να τροφοδοτήσουμε την ψυχή μας εάν δεν διακινδυνεύσουμε στη σχέση με τον άλλον, και για να διακινδυνεύσουμε, δηλαδή να εκτεθούμε, να προσφερθούμε αυθεντικά, ξεπερνώντας τους φραγμούς και τα προσωπεία της επιφανειακής επικοινωνίας, είναι απαραίτητο να επενδύσουμε χρόνο και πάθος.

Χωρίς μιαν ανταλλαγή όπου ο ένας και ο άλλος κοιτάζονται και επικοινωνούν μέσα στη γυμνή αλήθεια, δεν υπάρχει τροφή και ανάπτυξη για την ψυχή, και η ατομικότητα μας αρρωσταίνει, γιατί, ακριβώς όπως ο βιολογικός οργανισμός, έχει ανάγκη από φως και οξυγόνο για να αναπνεύσει και να ζήσει.

Όπως έγραψε ο Γιούνγκ: «Μπορούμε να γνωρίσουμε βαθιά εμάς τους ίδιους μόνο μέσα από τη σύγκριση με τον άλλον», που είναι πάντοτε ο θεματοφύλακας των ασύνειδων προβολών μας.

Αυτό φυσικά παράγει μια πάλη, και γνωρίζουμε ότι όσο περισσότερο ριψοκινδυνεύουμε στην αντιπαράθεση με τους συνανθρώπους μας, τόσο περισσότερο είμαστε εκτεθειμένοι στον πόνο, στον κίνδυνο της απώλειας, της ασυνεννοησίας: Ο παράδεισος και η κόλαση μας έρχονται πάντοτε από τους άλλους.

Η ομορφιά κάθε ανθρώπινης συνάντησης φέρνει μαζί της αναπόφευκτα τον κόπο της αντιπαράθεσης και το φάσμα της προδοσίας.

Αλλά δεν θα μπορέσουμε ποτέ να γλιτώσουμε από το κάλεσμα του αγνώστου που προχωράει προς εμάς με τα χαρακτηριστικά του άλλου ή της άλλης, επειδή μέσα από όλο το καλό και όλο το κακό που μπορεί να μας προκύψει από τη συνάντηση, εμείς διαπλαθόμαστε, αποκτούμε ένα προσωπικό ψυχολογικό προφίλ. Μας δίνεται ένα πρόσωπο κι ένα όνομα.

Εσύ είσαι που παραδίδεις την ελευθερία σου στους άλλους

Μην βασίζεσαι σε κάποιον άλλον για την ευτυχία σου, μην ξεχνάς πως η κάθε σχέση είναι μοίρασμα και όχι εξάρτηση.

Μη στηρίζεσαι στους άλλους για να ορίσεις την αξία στον εαυτό σου.

Όσο εξαρτάσαι με αυτόν τον τρόπο από τους άλλους, προσδιορίζεσαι από τις ανάγκες τους και όχι από την επιθυμία σου, που αυτό είναι το ζητούμενο για σένα.

Μόνον εσύ είσαι υπεύθυνος για τον εαυτό σου.

Εάν δεν μπορείς ν’ αγαπήσεις και να σεβαστείς τον εαυτό σου, κανείς δεν θα μπορέσει να το κάνει αυτό για σένα.

Όσο ζητάς την επιβεβαίωση από τους άλλους, φίλους ερωτικό σύντροφο κ.α., για να συμφωνήσουν ή να επιβεβαιώσουν αυτό που κάνεις, ψαλιδίζεις τα φτερά σου και αρνείσαι να πετάξεις.

Εσύ είσαι εκείνος που παραδίδεις την ελευθερία σου στους άλλους, ελπίζοντας πως θα σου δώσουν την άδεια για αυτό, ενώ στην πραγματικότητα αυτό είναι δική σου ευθύνη και μόνο.

Αποδέξου αυτό που είσαι ολοκληρωτικά -τα καλά και τα άσχημα, τις όμορφες στιγμές του παρελθόντος σου και τις δυσάρεστες μαζί, χωρίς να κρίνεις τον εαυτό σου για αυτές- και κάνε αλλαγές, αυτές που ταιριάζουν σε σένα και όχι αυτές που νομίζεις πως θα σε κάνουν επιθυμητό στους άλλους.

Δέξου τις απώλειες σου, που έχουν να κάνουν κυρίως με μέρη εαυτού, με κομμάτια ενός εξιδανικευμένου εαυτού που δεν μπορείς να γίνεις ποτέ αλλά δεν χρειάζεται κιόλας.

Αν φερθείς εσύ με αξιοπρέπεια και σεβασμό στον εαυτό σου, εκείνος θα στο ανταποδώσει και θα πορευτείτε μαζί σε ένα δρόμο που οδηγεί σε συμπόρευση με άλλους που και εκείνοι τολμούν στις δικές τους αλλαγές, στην δική τους αξία, στη δική τους επιθυμία για ζωή.

Οι Τριάκοντα Τύραννοι

Οι Τριάκοντα Τύραννοι συνιστούσαν μια ολιγαρχική κυβέρνηση τριάντα ατόμων, η οποία διαδέχτηκε την αθηναϊκή δημοκρατία μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Διήρκεσε 8 μήνες, το 404 π.Χ.

Τον τρόπο αυτό διακυβέρνησης επέβαλε στους Αθηναίους ο Σπαρτιάτης στρατηγός Λύσανδρος μετά την παράδοση της πόλης, την οποία διαπραγματεύτηκε ένας από τους μελλοντικούς τυράννους, ο Θηραμένης. Η Εκκλησία του Δήμου προέβαλε αντίσταση, ωστόσο με τη βοήθεια μιας σπαρτιατικής φρουράς που εγκαταστάθηκε στην πόλη οι Τριάκοντα, με τον Κριτία επικεφαλής, εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς τρόμου, το οποίο διατήρησε στο ακέραιο τα πολιτικά δικαιώματα μοναχά 3.000 ατόμων, μέλη της δικής τους παράταξης. Οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να βρουν ξαφνικά τον θάνατο χωρίς να προηγηθεί δίκη. Εκείνοι που αντιστάθηκαν στην εξέλιξη αυτή των πραγμάτων εξοντώθηκαν χωρίς οίκτο, ανάμεσά τους κι ο ίδιος ο Θηραμένης που εξαναγκάστηκε να πιει κώνειο. Τον Ιανουάριο του 403 π.Χ., μετά από επτά ή οκτώ μήνες στην εξουσία, οι Τριάκοντα εκδιώχθηκαν από τον Θρασύβουλο προς μεγάλη ανακούφιση των κατοίκων.

Προσωρινή κυβέρνηση

Μετά την ταπεινωτική ήττα των Αθηνών στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Σπαρτιάτες συναινούν στη σύναψη ειρήνης με τους Αθηναίους «υπό τον όρο να εφαρμόσουν το πολίτευμα των προγόνων τους». Η πόλη διαιρέθηκε στις εταιρίες των ολιγαρχικών και των δημοκρατικών. Ο Λύσανδρος, ο Λακεδαιμόνιος νικητής του πολέμου, υποστήριξε τη μερίδα των ολιγαρχικών, όπως διέπραξε σε όλες τις κατακτημένες περιοχές.

Μετά από την πρόταση κάποιου ανθρώπου με το όνομα Δρακοντίδης, από τον δήμο των Αφιδνών, και υπό την πίεση του Λυσάνδρου, η Εκκλησία δημιουργεί ένα σώμα 30 ανθρώπων, με στόχο τη δημιουργία μιας νέας «πολιτείας», δηλαδή πολιτεύματος, όπως είχε συμβεί το 411 π.Χ. Απώτερος σκοπός ήταν η επιστροφή σε αυτό που αποκαλέστηκε «πάτριος πολιτεία», δηλαδή πολίτευμα των προγόνων, εκκαθαρίζοντας το εκλογικό σώμα και καταργώντας τους «μισθούς», δηλαδή τις καταβολές χρημάτων προς τους πτωχότερους πολίτες. Τα μέλη του σώματος επιλέχτηκαν από τους φίλους του Θηραμένη, ο οποίος διαπραγματεύτηκε την ειρήνη, και του Κριτία, ενός φιλολάκωνα αριστοκράτη.

Οι Τριάκοντα μείωσαν τον αριθμό των ατόμων που κατείχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στους 3.000 και διόρισαν οι ίδιοι τα μέλη της Βουλής των 500, η οποία είχε νομοθετικές αρμοδιότητες. Κατήργησαν τους νόμους του Εφιάλτη και του Αρχίστρατου, ακόμη και ορισμένους από εκείνους του Σόλωνα. Επιπλέον, οργάνωσαν τη δίωξη δημαγωγών και συκοφαντών. Ο Αριστοτέλης ερμηνεύει την κίνηση αυτή ως προσπάθεια να γίνουν αρεστοί στους πολίτες, επειδή δήθεν αγωνίζονταν για το καλό της πόλης.

Μόνιμη κυβέρνηση

Ωστόσο, πολύ σύντομα, η διακυβέρνηση των Τριάκοντα εξελίχτηκε σε τυραννία. Δημιούργησαν μια σωματοφυλακή 300 ανθρώπων, οι οποίοι κουβαλούσαν μαστίγια (μαστιγοφόροι), και χειρίστηκαν τη φρουρά που άφησαν οι Σπαρτιάτες. Επίσης ίδρυσαν ένα νέο σώμα δέκα ατόμων (οἱ Δέκα) για να κυβερνήσουν τον Πειραιά, παραδοσιακό προπύργιο των δημοκρατικών.

Παραμερίζοντας τους θεσμούς, προχώρησαν σε μια σειρά από εκτελέσεις μετοίκων (μεταξύ των οποίων ήταν ο Πολέμων (ή Πολεμίων), αδελφός του ρήτορα Λυσία, ο οποίος δεν κατόρθωσε να ξεφύγει) και πλουσίων πολιτών, ώστε να δημεύσουν την περιουσία τους. Οι εκτελέσεις αυτές τελικά έσπειραν διχόνοια ανάμεσα στους Τριάκοντα. Το ένα στρατόπεδο εκπροσωπούσε ο Κριτίας με τις εξτρεμιστικές του ιδέες, ενώ το άλλο ο Θηραμένης με τη μετριοπαθή του στάση:

«Αλλά επειδή αυτός [ο Κριτίας] ήταν πρόθυμος να θανατώσει πολλούς, επειδή είχε εξοριστεί από το λαό, ο Θηραμένης του εναντιωνόταν, λέγοντας ότι δεν ήταν λογικό να θανατώνουν κάποιον, επειδή τον τιμούσε ο λαός, και δεν έκανε κακό στους καλούς και αγαθούς ανθρώπους».

Πράγματι, ο Θηραμένης επιθυμούσε ένα πολίτευμα που θα στηριζόταν σε μια μεγάλη βάση εύπορων πολιτών, η οποία θα περιελάμβανε και πλούσιους μη πολίτες. Ο Κριτίας, αντίθετα, πρέσβευε την άσκηση εξουσίας βασισμένης στην δύναμη:

«Αν πιστεύεις, προσέθεσε, πως επειδή είμαστε τριάντα κι όχι ένας, δεν πρέπει να βρισκόμαστε σε επαγρύπνηση για την εξουσία μας σαν να ήταν μια τυραννία, είσαι αφελής».

Συνεπώς, ο Κριτίας ενορχήστρωσε την εξόντωση του Θηραμένη: σε πρώτο στάδιο, πέρασε ένα νόμο βάσει του οποίου οι Τριάκοντα είχαν την εξουσία να εκτελούν όσους δεν άνηκαν στους τρισχιλίους. Κατόπιν, πέρασε έναν άλλο νόμο που απέκλειε από το σώμα των πολιτών εκείνους που συμμετείχαν στην καταστροφή των τειχών της πύλης της Ηετιωνείας ή που, γενικότερα, έδρασαν ενάντια στην προγενέστερη τυραννίδα των Τετρακοσίων. Τελικά ο Θηραμένης, ο οποίος είχε διαπράξει και τα δύο, καταδικάστηκε να πιει κώνειο.

Ο Αριστοτέλης, ο Ισοκράτης και ο Αισχίνης υπολογίζουν τον αριθμό των θυμάτων στα 1.500 άτομα (αν και δεν έγινε γνωστό αν ο αριθμός αντιπροσωπεύει το σύνολο των θυμάτων, πολιτών και μετοίκων), τεράστιος αριθμός για έναν πληθυσμό 40.000 ανδρών με πολιτικά δικαιώματα (και κάπου ισάριθμων μετοίκων). Σύμφωνα με τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, ο Σωκράτης, ο οποίος γνώριζε προσωπικά ορισμένους από τους Τριάκοντα (και μάλιστα τον ίδιο τον Κριτία) και που ίσως δεν ήταν κι εντελώς αντίθετος με την προοπτική μιας τέτοιας «ολιγαρχικής επανάστασης», αρνήθηκε πεισματικά να συμμετάσχει στις πράξεις τους.

Πτώση

Οι εξόριστοι δημοκρατικοί, καθοδηγούμενοι από τον Θρασύβουλο, εγκατέλειψαν τη Θήβα και κυρίευσαν το οχυρό της Φυλής, στα νότια της Πάρνηθας. Από εκεί, επιτέθηκαν και κατέλαβαν τα λιμάνια του Πειραιά και της Μουνιχίας (το δεύτερο φιλοξενούσε τα πολεμικά πλοία). Ο Κριτίας και ο Χαρμίδης, ένας από τους δέκα ηγεμόνες του Πειραιά, έχασαν τη ζωή τους στη μάχη αυτή. Οι 3.000 εξέλεξαν μια νέα δεκάδα αρχόντων, οι οποίοι ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τους δημοκρατικούς.

Οι Τριάκοντα κατέφυγαν στην Ελευσίνα, σφαγιάζοντας τους κατοίκους της. Στην Αθήνα την εξουσία εξακολούθησαν να έχουν οι Τρισχίλιοι, ενώ παράλληλα συνεχίστηκε η μάχη ανάμεσα στους «ανθρώπους της πόλης» και τους «ανθρώπους του Πειραιά».

Στο μεταξύ, ο Λύσανδρος είχε χάσει την εύνοια της Σπάρτης και έτσι η σπαρτιατική φρουρά εγκατέλειψε την πόλη. Ο Παυσανίας Α’, βασιλιάς της Σπάρτης, κατέφθασε με διπλωμάτες, για να πετύχει ειρήνη ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Η ειρήνη αυτή είχε το χρώμα του συμβιβασμού: επετράπη στους «ανθρώπους της πόλης» που το επιθυμούσαν να μεταβούν στην Ελευσίνα, όπου και θα παρέμεναν ανενόχλητοι. Επίσης σηματοδοτούσε την πολιτική μετριοπάθεια. Το διάταγμα του Θρασυβούλου, βάσει του οποίου οι μαχητές της Φυλής (ανάμεσά τους και ορισμένοι δούλοι) κέρδιζαν την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη ακυρώθηκε ως ελαττωματικό στη μορφή. Επίσης απορρίφθηκε η πρόταση του Φορμισίου, βάσει της οποίας έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα εκείνοι που δεν είχαν γη. Οι οφειλές των Τριάκοντα απέναντι στη Σπάρτη τιμήθηκαν.

Επίσης η συμφωνία περιελάμβανε γενική αμνηστία, ενώ απαγόρευσε στον οποιοδήποτε να μεμφθεί το παρελθόν με την ποινή του θανάτου.

Αποκτήστε συνήθειες που θα μεταμορφώσουν τη ζωή σας

«Οι επιτυχημένοι άνθρωποι δεν γεννιούνται επιτυχημένοι. Τα καταφέρνουν αναπτύσσοντας τη συνήθεια να κάνουν πράγματα που οι μη επιτυχημένοι δεν αρέσκονται να κάνουν. Ούτε στους επιτυχημένους αρέσουν πάντα· απλώς βάζουν κάτω το κεφάλι και τα κάνουν» – NΤΟΝ ΜΑΡΚΙΣ

«Η παρακίνηση σε κάνει να ξεκινάς. Η συνήθεια να συνεχίζεις» – ΤΖΙΜ ΡΟΝ

Λένε ότι η ποιότητα των συνηθειών μας δημιουργεί την ποιό­­τητα της ζωής μας. Αν κάποιος ζει μια επιτυχημένη ζωή, σημαίνει ότι έχει αναπτύξει τις συνήθειες που δημιουργούν και διατηρούν το συγκεκριμένο επίπεδο επιτυχίας. Από την άλλη, όταν κάποιος δεν βιώνει τα επίπεδα επιτυχίας που θα ήθελε –σε οποιονδήποτε τομέα– απλά δεν έχει δεσμευτεί να αρχίσει να εφαρμόζει τις συνήθειες εκείνες που είναι απαραίτητες ώστε να δημιουργήσει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Δεδομένου ότι οι συνήθειές μας δημιουργούν τη ζωή μας, δεν υπάρχει σημαντικότερη ικανότητα που πρέπει να τελειοποιή­­σουμε από το να μάθουμε να ελέγχουμε τις συνήθειές μας. Πρέπει να προσδιορίσετε, να αναπτύξετε και να δια­­τηρήσετε τις απαραίτητες συνήθειες για να δημιουργήσετε τα αποτελέσματα που επιθυμείτε στη ζωή σας, ενώ ταυτόχρονα μαθαίνετε να ξεπερνάτε τις όποιες αρνητικές συνήθειες δεν σας αφήνουν να αξιοποιήσετε στο μέγιστο τις δυνατότητές σας.

Οι συνήθειες είναι συμπεριφορές που επαναλαμβάνονται τακτικά συνήθως υποσυνείδητα. Είτε το συνειδητοποιείτε είτε όχι, οι συνήθειές σας δημιουργούν, και θα συνεχίσουν να δη­­μιουργούν, τη ζωή σας. Αν, λοιπόν, δεν τις ελέγξετε, θα σας ελέγχουν αυτές.

Δυστυχώς, αν ανήκετε στην πλειοψηφία, μάλλον δεν διδαχτήκατε ποτέ πώς να αναπτύσσετε και να διατηρείτε θετικές συνήθειες. Δεν υπάρχει μάθημα στο σχολείο με τίτλο Διαχείριση Συνηθειών, αν και θα έπρεπε. Μάλλον θα ήταν το σημαντικότερο μάθημα γενικά για την επιτυχία σας.

Επειδή οι περισσότεροι δεν έμαθαν ποτέ να ελέγχουν τις συνήθειές τους, αποτυγχάνουν όταν το δοκιμάζουν. Πάρτε για παράδειγμα τα μεγαλεπήβολα σχέδια αλλαγής που κάνουν πολλοί κάθε Πρωτοχρονιά.

Καθ’ έξιν αποτυχία: πρωτοχρονιάτικα σχέδια

Κάθε Πρωτοχρονιά, εκατομμύρια άνθρωποι κάνουν καλοπροαίρετα σχέδια να αλλάξουν τη ζωή τους, αλλά λιγότερο από πέντε τοις εκατό τα πραγματοποιούν. Τα πρωτοχρονιάτικα σχέδια συνήθως έχουν να κάνουν με κάποια θετική συνήθεια (όπως η γυμναστική ή το πρωινό ξύπνημα) που θέλετε να ενσωματώσετε στη ζωή σας, ή μια αρνητική συνήθεια (όπως το κάπνισμα ή η κακή διατροφή) που θέλετε να κόψετε. Δεν χρειάζονται στατιστικές για να σας πουν ότι οι περισσότεροι τα παρατούν και έχουν ήδη ρίξει λευκή πετσέτα προτού καν τελειώσει ο Ιανουάριος.

Ίσως να το έχετε παρατηρήσει και εσείς εκείνο τον καιρό. Αν έχει τύχει να πάτε ποτέ στο γυμναστήριο την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου, ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να βρείτε θέση στάθμευσης. Το πάρκινγκ είναι γεμάτο με αυτοκίνητα καλοπροαίρετων ανθρώπων οι οποίοι είναι οπλισμένοι μόνο με το πρωτοχρονιάτικο σχέδιό τους να χάσουν βάρος και να αποκτήσουν καλή φυσική κατάσταση. Ωστόσο, αν ξαναπάτε στο γυμναστήριο προς το τέλος του μήνα, θα παρατηρήσετε πως ο μισός χώρος στάθμευσης είναι άδειος. Χωρίς μια δοκιμασμένη στρατηγική που θα τους βοηθήσει να διατηρήσουν τη νέα τους συνήθεια, οι περισσότεροι τα παρατούν.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να αναπτύξουμε και να διατηρήσουμε τις συνήθειες που απαιτούνται για να είμαστε ευτυχείς, υγιείς και επιτυχημένοι;

Εθισμένοι στο παλιό: η επίπονη φύση της αλλαγής

Ναι, σε κάποιο επίπεδο είμαστε εθισμένοι στις συνήθειές μας. Είτε ψυχολογικά είτε σωματικά, μόλις μια συνήθεια ενισχυθεί αρκετά μέσα από την επανάληψη, μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει. Αυτό, βέβαια, συμβαίνει αν δεν διαθέτετε μια αποτελεσματική, δοκιμασμένη στρατηγική.

Ένας από τους βασικότερους λόγους που οι περισσότεροι δεν καταφέρνουν να αναπτύξουν και να κρατήσουν τις νέες συνήθειές τους είναι γιατί δεν ξέρουν τι να περιμένουν και δεν διαθέτουν καμία αποτελεσματική στρατηγική.

Πόσος χρόνος απαιτείται πραγματικά για να αναπτύξουμε μια νέα συνήθεια;

Ανάλογα με το άρθρο που θα διαβάσετε ή ποιον ειδικό θα ακούσετε, θα σας παρουσιαστούν πειστικά στοιχεία για διαφορετικά χρονικά διαστήματα (από μία συνεδρία ύπνωσης, είκοσι μία μέρες ή ακόμα και έως τρεις μήνες) που απαιτούνται για να εισαγάγει κανείς μια νέα συνήθεια στη ζωή του ή για να απαλλαγεί από μια παλιά.

Ο δημοφιλής μύθος των είκοσι ενός ημερών ίσως προέρχεται από το βιβλίο του 1960 PsychoCybernetics: A New Way To Get More Living Out of Life. Συγγραφέας του είναι ο πλαστικός χειρουργός δρ Μάξγουελ Μαλτς, ο οποίος διαπίστωσε ότι τα άτομα που είχαν υποστεί ακρωτηριασμό χρειάζονταν κατά μέσο όρο είκοσι μία μέρες για να προσαρμοστούν στην απώλεια του άκρου τους. Έτσι, υποστήριξε ότι οι άνθρωποι χρειά­­ζονται είκοσι μία μέρες για να προσαρμοστούν σε μεγάλες αλλαγές στη ζωή τους. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο χρόνος που απαιτείται για να αυτοματοποιηθεί μια συνήθεια ενδεχομένως να εξαρτάται και από τη δυσκολία της.

Η προσωπική εμπειρία μου και τα πραγματικά αποτελέσματα που έχω δει δουλεύοντας με εκατοντάδες πελάτες με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι με τη σωστή στρατηγική μπορείτε να αλλάξετε οποιαδήποτε συνήθεια μέσα σε τριάντα μέρες. Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι δεν έχουν καμία στρατηγική, πόσο μάλλον τη σωστή. Έτσι, χρόνο με τον χρόνο χάνουν την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, καθώς και την ικανότητά τους να βελτιώνονται, αφού οι αποτυχίες συσσωρεύονται και τους καταρρακώνουν. Κάτι πρέπει να αλλάξει.

Αλλά πώς μπορείτε να κυριαρχήσετε στις συνήθειές σας; Πώς μπορείτε να ελέγξετε απόλυτα τη ζωή –και το μέλλον σας– μαθαίνοντας πώς να προσδιορίζετε, να αναπτύσσετε και να δια­­τηρείτε μια θετική συνήθεια και πώς να απαλλαγείτε μόνιμα από οποιαδήποτε αρνητική; Παρακάτω θα μάθετε τη σωστή στρατηγική, την οποία γνωρίζουν ελάχιστοι.

Η στρατηγική για να κυριαρχήσετε στις συνήθειές σας

Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια που δεν επιτρέπει στους περισσότερους να αναπτύξουν και να διατηρήσουν θετικές συνήθειες είναι ότι δεν διαθέτουν τη σωστή στρατηγική. Δεν ξέρουν τι να περιμένουν και δεν είναι προετοιμασμένοι να ξεπεράσουν τις ψυχολογικές και συναισθηματικές προκλήσεις που αποτελούν μέρος της διαδικασίας καλλιέργειας μιας νέας συνήθειας.

Θα ξεκινήσουμε χωρίζοντας το χρονικό διάστημα των τριά­­ντα ημερών που απαιτείται για να αναπτυχθεί μια νέα θετική συνήθεια (ή για να διακοπεί μια παλιά, αρνητική) σε τρεις φάσεις των δέκα ημερών. Καθεμία από τις φάσεις αυτές παρουσιάζει ένα διαφορετικό σύνολο συναισθηματικών προκλήσεων και ψυχικών εμποδίων που καθιστούν δύσκολη τη διατήρηση της συνήθειας. Επειδή το μέσο άτομο δεν συνειδητοποιεί αυτές τις προκλήσεις και τα εμπόδια, όταν τα συναντάει παραιτείται γιατί δεν ξέρει πώς να τα ξεπεράσει.

Φάση πρώτη: Η ανυπόφορη περίοδος

Οι πρώτες δέκα μέρες που προσπαθείτε να αναπτύξετε μια νέα συνήθεια ή να απαλλαγείτε από μια παλιά ίσως σας είναι ανυπόφορες. Παρότι όταν ξεκινήσετε ενδεχομένως να σας φανεί εύκολο ή και συναρπαστικό –γιατί είναι κάτι καινούριο– με το που η γοητεία αυτή χαθεί επιστρέφετε αυτομάτως στη σκληρή πραγματικότητα. Το μισείτε. Είναι επίπονο και διόλου συναρπαστικό. Κάθε κομμάτι της ύπαρξής σας αντιστέκεται και απορρίπτει την αλλαγή. Το μυαλό σας την απορρίπτει λέγοντας: Το μισώ αυτό. Το σώμα σας αντιστέκεται και σας λέει: Δεν μου αρέσει αυτή η αίσθηση.

Αν η νέα συνήθεια που προσπαθείτε να αποκτήσετε είναι να ξυπνάτε νωρίς (συνήθεια από την οποία ίσως είναι καλό να ξεκινήσετε), τις πρώτες δέκα μέρες η εμπειρία σας ίσως είναι κάπως έτσι: [Χτυπάει το ξυπνητήρι] Ωχ, ξημέρωσε κιόλας;! Δεν θέλω να σηκωθώ. Είμαι τόσο κουρασμένος. Χρειάζομαι περισσότερο ύπνο. Εντάξει, θα κοιμηθώ δέκα λεπτά ακόμα. [Και πατάτε το κουμπί της αναβολής αφύπνισης.]

Το πρόβλημα για τους περισσότερους είναι ότι δεν συνειδητοποιούν πως αυτές οι φαινομενικά ανυπόφορες πρώτες δέκα μέρες είναι «προσωρινές». Αντίθετα, νομίζουν ότι έτσι θα συνεχίσει να είναι για πάντα η καινούρια αυτή συνήθεια και λένε στον εαυτό τους: Αν η νέα αυτή συνήθεια είναι τόσο επίπονη, ξέχνα το – δεν αξίζει τον κόπο.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το ενενήντα πέντε τοις εκατό της κοινωνίας –η πλειοψηφία των μετρίων– να αποτυγχάνει συστηματικά όταν ξεκινάει να γυμνάζεται, να κόψει το κάπνισμα, να βελτιώσει τη διατροφή του, να μείνει εντός προϋπολογισμού ή να αποκτήσει οποιαδήποτε άλλη συνήθεια που θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής του.

Εδώ είναι που πλεονεκτείτε σε σχέση με το ενενήντα πέντε τοις εκατό. Γιατί όταν είστε προετοιμασμένοι για αυτές τις πρώτες δέκα μέρες, όταν γνωρίζετε πως είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσετε για την επιτυχία, ότι θα είναι δύσκολες, αλλά και ότι θα περάσουν, μπορείτε να πάτε κόντρα στις πιθανότητες και να πετύχετε! Αν η ανταμοιβή ήταν μεγάλη, θα κάνατε οτιδήποτε για δέκα μέρες, έτσι δεν είναι;

Επομένως, οι πρώτες δέκα μέρες που καλλιεργείτε μια νέα συνήθεια δεν είναι εύκολες. Ίσως αμφισβητήσετε την επιλογή σας. Μερικές φορές ίσως και να τη μισήσετε. Αλλά μπορείτε να τα καταφέρετε. Ιδιαίτερα αν σκεφτείτε ότι από δω και πέρα τα πράγματα γίνονται ευκολότερα και ότι η ανταμοιβή είναι η ικανότητα να δημιουργείτε οτιδήποτε επιθυμείτε στη ζωή σας.

Φάση δεύτερη: Η ενοχλητική περίοδος

Αφού περάσουν οι πρώτες δέκα μέρες –που είναι και οι δυσκολότερες–, ξεκινάτε τη δεύτερη φάση δέκα ημερών, που είναι αρκετά ευκολότερη. Αρχίζετε να συνηθίζετε τη νέα σας συνήθεια. Επίσης θα έχετε αποκτήσει αρκετή αυτοπεποίθηση και θετικούς συσχετισμούς με τα οφέλη της συνήθειας.

Παρότι οι μέρες έντεκα έως είκοσι δεν είναι ανυπόφορες, παραμένουν ενοχλητικές και απαιτείται πειθαρχία και δέσμευση από μέρους σας. Σε αυτό το στάδιο είναι ακόμη δελεαστικό να επιστρέψετε στις παλιές συνήθειές σας. Παίρνοντας το παράδειγμα του πρωινού ξυπνήματος, θα είναι ακόμα εύκολο να παρασυρθείτε και να κοιμηθείτε παραπάνω γιατί αυτό κάνατε μέχρι τώρα. Μη λυγίζετε. Έχουμε περάσει ήδη από την ανυπόφορη στην ενοχλητική περίοδο, και σε λίγο θα αισθανθείτε τι θα πει να είστε ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΟΙ.

Φάση τρίτη: Ασταμάτητες συνήθειες

Μπαίνοντας στις τελευταίες δέκα μέρες –στην τελική ευθεία–, οι ελάχιστοι άνθρωποι που καταφέρνουν και φτάνουν έως εδώ κάνουν σχεδόν πάντοτε ένα ολέθριο λάθος ακολουθώντας τη συμβουλή πολλών ειδικών που υποστηρίζουν ότι αρκούν μόλις είκοσι μία μέρες για να αναπτύξει κανείς μια νέα συνήθεια.

Οι ειδικοί έχουν εν μέρει δίκιο. Πράγματι απαιτούνται είκοσι μία μέρες –οι πρώτες δύο φάσεις– για να αναπτυχθεί μια νέα συνήθεια. Αλλά η τρίτη δεκαήμερη φάση είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη διατήρηση της νέας συνήθειας. Τις δέκα τελευταίες μέρες είναι που ενισχύετε θετικά και συνδέετε τη νέα σας συνήθεια με ευχάριστα συναισθήματα. Τις πρώτες είκοσι μέρες τη συνδέατε με δυσφορία και ενόχληση. Αντί να μισείτε τη νέα σας συνήθεια και να αντιστέκεστε σε αυτή, αρχίζετε να αισθάνεστε περήφανοι για τον εαυτό σας που έφτασε έως εδώ.

Στην τρίτη φάση επέρχεται επίσης η μεταμόρφωση, αφού η νέα σας συνήθεια γίνεται μέρος της ταυτότητάς σας. Από κάτι που προσπαθείτε μετατρέπεται σε κάτι που είστε. Αρχίζετε να βλέπετε τον εαυτό σας σαν κάποιον που ζει με τη συνήθεια.

Επιστρέφοντας στο παράδειγμα του πρωινού ξυπνήματος: Από εκεί που είχατε την ταυτότητα ατόμου που πίστευε ότι δεν είναι «πρωινός τύπος», μεταμορφώνεστε σε πρωινό τύπο! Αντί να τρέμετε πότε θα ακούσετε το ξυπνητήρι, τώρα όποτε χτυπάει ανυπομονείτε να ξυπνήσετε και να ξεκινήσετε τη μέρα σας γιατί το κάνετε εδώ και είκοσι μέρες. Έχετε ξεκινήσει να βλέπετε και να βιώνετε τα οφέλη.

Πολλοί δείχνουν υπερβολική αυτοπεποίθηση, επαινούν τον εαυτό τους και σκέφτονται: Τα κατάφερα για είκοσι μέρες, άρα μου αξίζει ένα διάλειμμα μερικών ημερών. Το πρόβλημα είναι ότι οι πρώτες είκοσι μέρες είναι το πιο δύσκολο μέρος της διαδικασίας. Όταν κάνετε διάλειμμα προτού αφιερώσετε τον απαιτούμενο χρόνο για να ενισχύσετε τη συνήθεια, θα δυσκολευτείτε να τη διατηρήσετε. Στις μέρες είκοσι μία με τριάντα είναι που αρχίζετε να απολαμβάνετε πραγματικά τη συνήθειά σας, κάτι που θα σας κάνει να τη συνεχίσετε στο μέλλον.

Μα μισώ το τρέξιμο

«Δεν είμαι δρομέας. Βασικά, μισώ το τρέξιμο. Δεν υπάρχει περίπτωση να το κάνω».

«Έλα,  απάντησε. «Βασικά, ούτε εγώ πίστευα ότι θα κατάφερνα να τρέξω μαραθώνιο, αλλά μόλις το βάλεις στόχο θα βρεις τρόπο να τα καταφέρεις. Και σου λέω, είναι μια εμπειρία που θα σου αλλάξει τη ζωή!»

«Θα το σκεφτώ».

Στην πραγματικότητα, είπα ότι θα το σκεφτώ απλώς για να τον ξεφορτωθώ. Πάνω από δέκα χρόνια, από όταν αποφοίτησα από το λύκειο, δεν είχα τρέξει ούτε ένα τετράγωνο παρά μόνο όταν ήταν απόλυτη ανάγκη. Και στο σχολείο, όμως, έτρεχα μόνο και μόνο για να μην κοπώ στο μάθημα της γυμναστικής.

Άλλωστε, μετά το ατύχημα που είχα, όταν έσπασα τη κνήμη μου, πάντοτε φοβόμουν για το τι θα συνέβαινε αν πίεζα παραπάνω το πόδι μου. Ήταν μια μακάβρια σκέψη, αλλά όταν σπας το πόδι σου και σου λένε ότι υπάρχει πιθανότητα να μην περπατήσεις ξανά, σίγουρα επηρεάζεσαι ψυχολογικά.

Μία εβδομάδα μετά τη συζήτησή μου, μια φίλη μου ολοκλήρωσε τον δεύτερο μαραθώνιό της. «είναι εκπληκτικό… Τώρα πιστεύω ότι μπορώ να καταφέρω τα πάντα!»

Όταν είδα πόσο ενθουσιασμένοι ήταν, σκέφτηκα ότι ίσως ήρθε καιρός να ξεπεράσω την περιοριστική αντίληψη ότι δεν είμαι δρομέας και απλώς να αρχίσω να τρέχω. Όπως με οτιδήποτε άλλο στη ζωή, αφού μπορούσαν να το κάνουν αυτοί, μπορούσα κι εγώ. Και έτσι το έκανα.

Το επόμενο πρωί, αποφασισμένος να τρέξω το πρώτο μου χιλιόμετρο, φόρεσα τα παπούτσια μου (σας ακούγεται γνωστό;) και βγήκα από την εξώπορτα. Βασικά, ανυπομονούσα να δοκιμάσω! (Θυμηθείτε ότι οι πρώτες μέρες που δοκιμάζετε κάτι καινούριο είναι συνήθως συναρπαστικές.)

Άρχισα να κατηφορίζω τρέχοντας τον ιδιωτικό δρόμο του σπιτιού μου με μεγάλη αποφασιστικότητα και ζήλο. Φτάνοντας στο πεζοδρόμιο του κεντρικού δρόμου, θέλησα να κατέβω στο οδόστρωμα και τότε γύρισα τον αστράγαλό μου και σωριάστηκα κάτω. Ενώ σφάδαζα σωριασμένος στον δρόμο κρατώντας το πόδι μου, σκέφτηκα: Όλα συμβαίνουν για κάποιον λόγο, άρα μάλλον σήμερα δεν ήταν η μέρα να ξεκινήσω τρέξιμο… Θα ξαναδοκιμάσω αύριο. Κι αυτό έκανα.

Τριάντα μέρες: «Από την ανυπόφορη περίοδο στην ασταμάτητη συνήθεια»

Την επόμενη μέρα ξεκίνησα επίσημα την προπόνηση για τον μαραθώνιο. Το πείραμά μου διήρκεσε μόνο μερικά οικοδομικά τετράγωνα, καθώς ο σωματικός πόνος μού υπενθύμισε την πεποίθηση που είχα όλον αυτό τον καιρό: Δεν είμαι δρομέας. Οι γοφοί μου με σούβλιζαν. Ο μηρός μου με πονούσε. Αλλά ήμουν αποφασισμένος.

Ολοκλήρωσα το πρώτο, επίπονο, χιλιόμετρο, αλλά συνειδητοποίησα ότι χρειαζόμουν βοήθεια – χρειαζόμουν να καταστρώσω  ένα σχέδιο. Σε λίγο είχα το σχέδιο που χρειαζόμουν.

Οι πρώτες δέκα μέρες τρεξίματος ήταν σωματικά επίπονες και ψυχολογικά δύσκολες. Κάθε μέρα έδινα συνεχή μάχη με τη φωνή της μετριότητας στο κεφάλι μου, που μου έλεγε ότι δεν πείραζε να τα παρατήσω. Αλλά πείραζε.

Κάνε το σωστό, όχι το εύκολο, υπενθύμισα στον εαυτό μου. Συνέχισα να τρέχω. Ήμουν αποφασισμένος.

Οι μέρες έντεκα με είκοσι ήταν σχεδόν εξίσου επίπονες. Συνέχισα να μην απολαμβάνω το τρέξιμο, αλλά τουλάχιστον δεν το μισούσα πια. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, είχα αρχίσει να αποκτώ τη συνήθεια να τρέχω κάθε μέρα. Δεν ήταν πλέον αυτό το τρομακτικό πράγμα που έβλεπα να κάνουν οι άλλοι στα πεζοδρόμια όταν περνούσα με το αυτοκίνητο. Ύστερα από σχεδόν δύο εβδομάδες καθημερινού τρεξίματος, είχα αρχίσει να αισθάνομαι ότι ήταν φυσιολογικό να ξυπνάω και να πηγαίνω αμέσως για τρέξιμο. Παρέμεινα αποφασισμένος.

Οι μέρες είκοσι μία με τριάντα ήταν σχεδόν ευχάριστες. Είχα αρχίσει να ξεχνάω πώς ήταν να μισείς το τρέξιμο. Το έκανα χωρίς πολλή σκέψη. Απλώς ξυπνούσα, φορούσα τα παπούτσια μου (ναι, αγόρασα παπούτσια τρεξίματος) και κατέγραφα κάθε μέρα τα χιλιόμετρα που έκανα. Η εσωτερική μάχη είχε σταματήσει και την είχα αντικαταστήσει με θετικές δηλώσεις ή με ηχητικά αρχεία αυτοβελτίωσης. Σε μόλις τριάντα μέρες, είχα ξεπεράσει την περιοριστική μου πεποίθηση ότι δεν μπορούσα να τρέξω. Είχα αρχίσει να γίνομαι κάτι που δεν θα φανταζόμουν ποτέ… Είχα αρχίσει να γίνομαι δρομέας.

Ηρακλείτεια Διαλεκτική

Ο Ηράκλειτος αποτελεί το κρίσιμο κομβικό σημείο στην εξέλιξη του αρχαϊκού ελληνικού στοχασμού. Η ιωνική φυσική δέχεται δύο σοβαρά πλήγματα: Στην στατική ύλη αντιπαρατίθεται η ηρακλείτεια δυναμική σχέση ως νέα σύλληψη της πραγματικότητας. Στην αντίληψη της υπεροχής της μίας υλικής αρχής επί της ποικιλίας, που τελικά ανάγεται σε αυτήν, αντιπαρατίθεται η ισορροπία και εναλλαγή μεταξύ των δύο οντολογικά ισότιμων σκελών «ἕν» - «πάντα», τα οποία συνέχονται σε μια αφανή αρμονία μέσω της σύγκρουσης. Ο Ηράκλειτος καλεί, επομένως, τους ανθρώπους να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο του σκέπτεσθαι. Αντί της φαινομενικής σταθερότητας του υλικού κόσμου, να δουν τη συνεχή αντιπαράθεση των αντιθέτων που εκφράζεται με την αέναη διεργασία κίνησης και εναλλαγής· και πίσω από αυτήν τη σύγκρουση των αντίθετων τάσεων να συλλάβουν την κρυμμένη δυναμική σχέση του «μέτρου», του «λόγου», της αρμογής των πάντων σε μια αρμονική «ισορροπία» που αποκλείει στον αιώνα την ολοσχερή υπεροχή του ενός και, αντιστοίχως, την τελειωτική καταστροφή του άλλου…

Για τον Ηράκλειτο, όπως θα πει ο K.Reinhardt, το γίγνεσθαι είναι στ’ αλήθεια πραγματοποιήσιμο, καθώς το Είναι καθίσταται δυνατό μόνο μέσω του γίγνεσθαι.

Ο Ηράκλειτος μίλησε και η σκέψη μορφώθηκε. «Η σκέψη αρθρώθηκε», έγινε λόγος. Μέσα σ’ αυτό που καλείται αδιευκρίνιστα «περιέχον», υπάρχει ο άνθρωπος ∙ μα δεν υπάρχει μόνο αυτός. Τίποτα αποσπασματικό, τίποτα απομονωμένο και μερικό δε θα μας βοηθήσει να νοήσουμε τη μόνη αλήθεια που είναι αυτή: όλα είναι ένα.

«ουκ εμού, αλλά του λόγου ακούσαντες σοφόν έστιν εν πάντα είναι» (απ. 50)

Η αλήθεια ενυπάρχει στην ολότητα και είναι η ολότητα ∙ μέσα στο όλον που αλλιώς ονομάζεται Κόσμος, τα πάντα γίνονται, είναι, δημιουργούνται, αποκτούν νόημα.

Ο Κόσμος αυτός είναι αιώνιος. Δεν έχει αφετηρία ούτε τέρμα χρονικό. Βασικό συστατικό του η αιώνια φωτιά που δεν είναι ξεκίνημα αλλά το ενεργειακό δυναμικό, μακριά από την ατάραχη ισορροπία που σημαίνει θάνατο.

«κόσμον τόνδε τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησε, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα» (απ. 30)

Ο Κόσμος δεν έχει ούτε χρονική αρχή ούτε τέλος. Κι όμως ο χρόνος τον εξουσιάζει.

Όχι σαν κάποια εξώτερη δύναμη, αλλ’ ως η μη αντιστρεπτή επιβεβαίωση της αλλαγής που είναι γίγνεσθαι. Όσα συμβαίνουν στο «περιέχον», το όλον Είναι, είναι μετάβαση και αλλαγή. Χωρίς σκοπό, χωρίς τελικό νόημα και στόχο, χωρίς έσχατη βούληση, όπως ένα παιδί που παίζει με τα ζάρια.

«Αιών παις εστι παίζων, πεσσεύων ∙ παιδός η βασιλίη» (απ. 52)

Αυτή η ροή του χρόνου, η συνεχής αυτή μεταβολή που τα πάντα αλλάζουν στο διηνεκές, μας επιτάσσει να συνειδητοποιήσουμε το πόσο εφήμερη είναι η εικόνα που σχηματίζουμε για τον κόσμο, καθώς είναι μια στιγμιαία εικόνα. Το επόμενο λεπτό τα πάντα είναι διαφορετικά κι ας μας φαίνονται ίδια. Το είναι δεν είναι κάτι σταθερό, παρά γίνεται αντιληπτό μόνο μέσα από την αλλαγή που οδηγεί σε μια αέναη κυκλική πορεία, όπου τα πάντα διαλύονται και ξαναδημιουργούνται.

«ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ…(θνητή ουσία) σκίδνησι και πάλιν συνάζει… και πρόσεισι και άπεισι» (απ. 91)

«ποταμοίς τοις αυτοίς εμβαίνομεν και ουκ εμβαίνομεν, είμεν τε και ουκ είμεν» (απ. 49α)

Όπου υπάρχει στασιμότητα κυριαρχεί ο θάνατος. Όπου όμως συμβαίνει η αλλαγή και η μετάβαση υπάρχει πόλεμος και διχόνοια. Η σύγκρουση των αντιθέτων είναι αυτή που φέρνει την κίνηση. Ο αέναος ανταγωνισμός και η έριδα που διαταράσσουν τον κόσμο, τον φέρνουν τελικά σε αρμονία γιατί διαγράφουν τους νόμους του γίγνεσθαι και της συνεχής ροής. Ο πόλεμος και η διχόνοια, ο αέναος ανταγωνισμός του κάθε πράγματος με το αντίθετό του είναι η μοίρα του Είναι, όχι όμως μια μοίρα έξω από το Είναι, αλλά ταυτόσημη με το Είναι, δηλαδή το γίγνεσθαι.

Η Ηρακλείτεια θεώρηση, συλλαμβάνοντας την αδέκαστη και διαρκή ροή και τη διάρκεια που ενυπάρχει στην ανεπίστρεπτη ροή, τη διχόνοια και τη σύγκρουση, δεν είναι ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη αλλά τραγική. Μέσα απ’ όλες τις αλλαγές, ο κόσμος παραμένει Κόσμος, η δικαιοσύνη Δικαιοσύνη, δηλαδή δεσμός αναγκαίος με την ύπαρξη και τη σκέψη του καθενός που υπάρχει.

Όλα συνδέονται μεταξύ τους, όλα είναι αλληλένδετα και αλληλεξαρτώμενα. Το κάθε πράγμα έχει και το αντίθετό του και η διπολική αυτή σχέση είναι η κινητήρια δύναμη του Κόσμου που θεμελιώνει το τελικό αποτέλεσμα που είναι η αρμονία μέσα στην αδιάκοπη κίνηση και αλλαγή.

«πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστι, πάντων δε βασιλεύς, τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελεύθερους» (απ. 53)

«ειδέναι δε χρη τον πόλεμον εόντα ξυνόν, και δίκην έριν, και γινόμενα πάντα κατ’ έριν και χρεών» (απ. 80)

«το αντίξουν συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίαν και πάντα κατ’ έριν γίγνεσθαι» (απ. 8)

Η έννοια της ολότητας είναι ο βασικός άξονας της σκέψης του Ηράκλειτου. Από το όλον προέρχεται κάθε πράγμα και το καθένα μέρος αντανακλά την ολότητα. Ο κόσμος κινείται σε ένα κύκλο όπου όλα είναι και δεν είναι την ίδια στιγμή. Η αρμονία δεν είναι η ισόρροπη ηρεμία, αλλά η αέναη μεταβλητότητα.

«συνάψιες όλα και ουχ όλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνάδον διάδον ∙ εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα» (απ. 10)

Ο Λόγος είναι το ενοποιητικό στοιχείο του Κόσμου. Ο λόγος είναι φωτιά και η φωτιά λόγος. Ο λόγος συνενώνει τα αντίθετα και, όπως και ο χρόνος, διαπερνά και εξουσιάζει το «περιέχον». Δεν είναι η αρχή του κόσμου γιατί σε ένα σύμπαν που «ην αεί και εστι και έσται», αρχή και τέλος δεν έχουν νόημα. Παρόλα αυτά, όποιος καταλάβει τη σημασία του, νοεί τη συμπαντικότητα που γίνεται αντιληπτή μέσα από το γίγνεσθαι. Η σημασία του λόγου είναι προσιτή σε όλους τους ανθρώπους. Εντούτοις, μόνο μερικοί φθάνουν στο σημείο της κατανόησης και αυτοί είναι οι αφυπνισμένοι. Ενώ οι πολλοί συνεχίζουν να «κοιμούνται», ζώντας σ’ ένα δικό τους προσωπικό κόσμο. Ο λόγος δρα σε όλους το ίδιο. Επομένως, ο ίδιος ο κόσμος νοείται μόνο μέσα από μια κοινή λογική.

«του δε λόγου τουδ’ εόντος αεί αξύνετοι γίνονται άνθρωποι και πρόσθεν ή ακούσαι και ακούσαντες το πρώτον ∙ γινομένων γαρ πάντων κατά τον λόγον τόνδε απείροισιν εοίκασι, πειρώμενοι και επέων και έργων τοιούτων οκοίων εγώ διηγεύμαι κατά φύσιν διαιρέων έκαστον και φράζων όκως έχει ∙ τους δε άλλους ανθρώπους λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν όκωσπερ οκόσα εύδοντες επιλανθάνονται» (απ. 1)

«διό δει έπεσθαι τω κοινώ ∙ ξυνός γαρ ο κοινός ∙ τού λόγου δ’ εόντος ξυνού ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν» (απ. 2)

«ωι μάλιστα διηνεκώς ομιλούσι λόγω (τω τα όλα διηκούντι), τούτω διαφέρονται, και οις καθ’ ημέραν εγκυρούσι, ταύτα αυτοίς ξένα φαίνεται (απ. 72)

Η φωτιά είναι η αρχή που μαζί με το λόγο διαπνέει το σύμπαν. Αλλά όπως και με το Λόγο δεν είναι το αρχικό δημιουργικό στοιχείο. Φωτιά, Λόγος και χρόνος εξουσιάζουν τον κόσμο μέσα από τη συνεχή διακύμανση των αντιθέτων, μέσα από τη ατέρμονη ροή των πραγμάτων. Η φωτιά, κυρίαρχο στοιχείο του σύμπαντος, μπλέκεται σε μια κυκλική μετατροπή, σε μια μεταστοιχείωση, μέρη της οποίας είναι τα άλλα τρία στοιχεία, ο αέρας, η γη και το νερό. Όλα συντίθενται και όλα αποδομούνται μέσα από συνεχείς μεταβολές των μερών που συνθέτουν το όλον.

«πυρός τε ανταμοιβή τα πάντα και πυρ απάντων ώκοσπερ χρυσού χρήματα και χρημάτων χρυσός» (απ. 90)

«ζη πυρ τον γης θάνατον και ανήρ ζη τον πυρός θάνατον, ύδωρ ζει τον αέρος θάνατον, γη τον ύδατος» (απ. 76)

«πυρός τροπαί πρώτον θάλασσα, θαλάσσης δε το μεν ήμισυ γη, το δε ήμισυ πρηστήρ…θάλασσα διαχέεται, και μετρέεται εις τον αυτόν λόγον, οκοίος πρόσθεν ην η γενέσθαι γη» (απ. 31)

Τελικά, όλα είναι ένα, όλα κινούνται και αλλάζουν, το κάθε τι έχει το αντίθετό του και, το όλον, το περιέχον, ο κόσμος διαπνέονται από την καθολική σοφία που είναι ο λόγος. Ο λόγος μεταφράζεται σε διπολικές σχέσεις αντιθέτων, σε συμπαντική αρμονία μέσα από τον ανταγωνισμό και την αντιπαράθεση, σε αέναη κίνηση και αλλαγή, σε μεταστοιχείωση, σύνθεση, αποδόμηση. Ο λόγος μεταφράζεται επίσης σε λόγο που αρθρώνεται και εκστομίζεται, σε αλήθεια, τη μόνη αλήθεια. Γιατί ο λόγος είναι κοινός, άρα και η αλήθεια κοινή.

Η φωτιά δεν είναι η αρχή του κόσμου γιατί ο κόσμος δεν έχει αρχή και τέλος. Είναι το αέναο γίγνεσθαι στο οποίο αντανακλάται ο κόσμος το κάθε λεπτό. Η φωτιά συμμετέχει στην κυκλική πορεία της μεταβολής των στοιχείων και είναι η κινητήρια δύναμη της μεταβολής αυτής. Λόγος και Φωτιά εξουσιάζουν τον Κόσμο, αλλά εκ των ένδων. Η Ηρακλείτεια σκέψη φώτισε το δρόμο της σύλληψης του κόσμου ως μιας και μοναδικής οντότητας, και του παραμερισμού κάθε έννοιας δημιουργισμού και εσχατολογίας, υπέρ μιας διαλεκτικής του γίγνεσθαι που φανερώνεται ως το μόνο μετρήσιμο μέγεθος, διαμέσου του οποίου εκδηλώνεται η ουσία των πραγμάτων.

Ο Ηράκλειτος μίλησε και «η σκέψη αρθρώθηκε»

Αποσπάσματα:

(απ. 50): Όχι εμένα αλλά το λόγο αφού ακούστε, είναι σοφό να ομολογήσετε ότι Ένα τα Πάντα

(απ. 30) Αυτόν τον κόσμο που είναι για όλους, ούτε κανείς θεός ούτε άνθρωπος τον έκανε, αλλά ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο

(απ. 52) Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει, ρίχνοντας ζάρια ∙ ενός παιδιού η βασιλεία

(απ. 91) Δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι…(Κάθε τι θνητό) σκορπίζεται και πάλι μαζεύεται, πλησιάζει και απομακρύνεται

(απ. 49α) Στα ίδια ποτάμια μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε

(απ. 53) Ο πόλεμος είναι πατέρας όλων, όλων βασιλιάς ∙ άλλους ανέδειξε θεούς κι άλλους ανθρώπους, άλλους έκανε δούλους κι άλλους ελεύθερους

(απ. 80) Πρέπει να ξέρουμε ότι ο πόλεμος είναι κοινός κι διχόνοια δικαιοσύνη, κι ότι τα πάντα γίνονται από διχόνοια κι από ανάγκη

(απ. 8) Το αντίθετο (είναι) σύμφωνο, από τις διαφορές γιεννιέται η πιο ωραία αρμονία και τα πάντα γίνονται με τη διχόνοια

(απ. 10) (Συνδέσεις όλα κι όχι όλα), ομόνοια διχόνοια, συμφωνία ασυμφωνία ∙ από όλα (γεννιέται) το ένα κι από το ένα όλα

(απ. 1) Αν και ο λόγος αυτός είναι αιώνια οι άνθρωποι γίνονται ασύνετοι και πριν τον ακούσουν κι αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά ∙ γιατί, ενώ τα πάντα γίνονται σύμφωνα μ’ αυτόν το λόγο, οι άνθρωποι μοιάζουν άπειροι ακόμα κι όταν καταπιάνονται και με λόγια και με έργα τέτοια σαν κι αυτά που εγώ διηγούμαι, διαιρώντας το καθένα κατά τη φύση του και λέγοντάς το όπως έχει ∙ οι άλλοι όμως άνθρωποι ξαστοχούν όσα κάνουν ξύπνιοι, όπως λησμονούν όσα κάνουν στον ύπνο τους

(απ. 2) Γι’ αυτό πρέπει να ακολουθήσουμε τον κοινό λόγο γιατί το κοινό είναι συμπαντικό. Ενώ όμως ο λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν μια δική τους φρόνηση

(απ. 72) Με το λόγο, αυτόν που τα κυβερνάει όλα, τον οποίο μάλιστα συναναστρέφονται αδιάκοπα, μ’ αυτόν έχουν διαφορές, κι όσα συναντούν κάθε μέρα, τούς φαίνονται ξένα

(απ. 90) Τα πάντα ανταλλάσσονται με τη φωτιά και με τα πάντα η φωτιά, όπως τα πράγματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα πράγματα

(απ. 76) Η φωτιά ζει το θάνατο της γης κι ο αέρας ζει το θάνατο της φωτιάς, το νερό ζει το θάνατο του αέρα και η γη του νερού

(απ. 31) Μετατροπές της φωτιάς: πρώτα θάλασσα και το μισό της θάλασσας γη, το άλλο μισό σίφουνας…Διαχέεται η θάλασσα και φθάνει στο ίδιο μέτρο της αναλογίας που ίσχυε πριν γίνει γη

ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Ο ΙΕΧΩΒΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ; ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΜΟΙΑΖΕΙ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΙΟΥΔΑΪΚΗΣ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ.

Κάποτε λοιπόν, ο μετανοημένος βασιλιάς των Ιουδαίων Αχαάβ, (ο γνωστός αντίπαλος του προφήτη Ηλία), ρώτησε το "τάγμα" των προφητών, αν θα έπρεπε να δώσουν ή όχι μια μάχη (την μάχη της Γαλαάδ) ενάντια στον στρατό της Συρίας. Και οι τετρακόσιοι συνολικά προφήτες που αποτελούσαν το βασιλικό προφητικό σώμα, απάντησαν ομόφωνα καταφατικά. Μόνο ο πολύ γνωστός προφήτης της εποχής τους, ο Μιχαίας, προφήτευσε εντελώς αντίθετα από τους τετρακόσιους προφήτες και έδωσε απολύτως αρνητική απάντηση!

Οι αυλικοί άρχοντες, αναρωτήθηκαν τότε δικαιολογημένα, ποιά απ’ τις δυο παρατάξεις ψεύδεται ελέω θεού, οι τετρακόσιοι… ή ο ονομαστός προφήτης Μιχαίας;! Τότε ο προφήτης Μιχαίας ανέλαβε να τους εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει και υπάρχει μεταξύ τους αυτή η αντιγνωμία!

Ο Μιχαίας λοιπόν τους έδωσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εξήγηση:

«και ο Μιχαίας εξήγησε. Είδα (βασιλιά μου) τον Κύριο, τον θεό του Ισραήλ να κάθεται στον θρόνο του κι όλα τα ουράνια όντα να στέκονται γύρω του. Και είπε (ρώτησε) ο Κύριος, (προσέξτε τι ρωτάει ο υποτιθέμενος θεός!) ποιός θα εξαπατήσει τον Αχαάβ τον βασιλιά του Ισραήλ, ώστε να πάει στην (μάχη) Γαλαάδ και να σκοτωθεί. (!)

Ο ένας (άγγελος;) έλεγε το ένα και ο άλλος το άλλο. (υπήρχαν δηλαδή διάφορες παγιδοποιές προτάσεις μεταξύ των πνευμάτων!).

Τότε, ένα πνεύμα βγήκε, στάθηκε μπροστά στον Κύριο και είπε: εγώ θα τον εξαπατήσω.

Ο Κύριος το ρώτησε: με ποιόν τρόπο;

Και (το πνεύμα) είπε, θα πάω και θα γίνω πνεύμα ψεύδους στο στόμα των προφητών. Τότε ο Κύριος είπε. (εγκρίνοντας την απάτη!) Θα απατήσεις και θα κατορθώσεις. (ναι πράγματι έτσι θα κατορθώσεις να τον εξαπατήσεις!) Πήγαινε και κάνε όπως είπες, θα πετύχεις.

Έτσι (γι’ αυτό) λοιπόν (καταλήγει ο Μιχαίας) ο Κύριος, (ο Γιαχβέ!) έβαλε πνεύμα ψεύδους στο στόμα πάντων τούτων των προφητών». (Β.Β.) Α΄Βασιλέων ή (Ο΄) Γ΄Βασιλειών 22.18-22.[2]

Ο ΙΕΧΩΒΑ ΡΩΤΑΕΙ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΤΟΥ:

"ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΕΞΑΠΑΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ;"

Όπως λοιπόν γίνεται εδώ ξεκάθαρο, η εντελώς "θεϊκή" ερώτηση, προς τους παριστάμενους: «ποιός θα εξαπατήσει τον...(τάδε) βασιλιά;» (!), αποτελεί την ακριβέστερη προσωπογραφία του βιβλικού θεού, που είναι, η θεοποιημένη δύναμη της απάτης.[1]

Ο τέλειος αυτός συνωμότης "θεός", (θεός της χαλδαϊκής φαντασίας), εγκρίνει ευχαρίστως το ψεύδος και την απάτη, για να αποτελέσουν τα αναγκαία εργαλεία παγίδευσης. Στην προκείμενη περίπτωση, επιχειρεί την παγίδευση και τον θάνατο του ίδιου του βασιλέα των Ιουδαίων, δημιουργώντας ευκαιρίες παρέμβασης στην τοπική ιστορία!

Απ’ την άλλη, η αναντίρρητη, ψυχρή αποδοχή της προτεινόμενης χρήσης του ψεύδους και του δόλου από ολόκληρη την σύναξη, στο συνέδριο αυτό των υποτιθέμενων πνευμάτων, όπου ο ίδιος ο Γιαχβέ πολύ ανθρώπινα προεδρεύει αυτοπροσώπως, δείχνει την απόλυτη συναίσθηση όλων των παρευρισκομένων, ότι δεν υπάρχουν καλά και κακά μέσα, αλλά πως στην κυριολεξία... ο σκοπός αγιάζει τα μέσα!

Βαθύτατη απορία προκαλείται επίσης, απ’ την ολοφάνερα γήινη και εντελώς ανθρώπινη συμπεριφορά της σύναξης των "πνευμάτων". Τα δήθεν πνεύματα, δεν είναι τίποτε περισσότερο από "άγγελοι", δηλαδή άνθρωποι αγγελιοφόροι και όπως θα συνέβαινε σε οποιαδήποτε κανονική σύσκεψη ανθρώπων, ακούν το ζητούμενο, προτείνουν διάφορα, και τελικά ο προκαθήμενος (που φέρει το όνομα Γιαχβέ!) εγκρίνει την επικρατέστερη πρόταση, που εδώ δεν είναι άλλη απ’ την δόλια θεολογική παραπλάνηση των θυμάτων!

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΙΕΧΩΒΑ ΖΗΤΑΕΙ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Ο ίδιος ο προεδρεύων "θεός", συμπεριφέρεται απολύτως ως ανθρώπινος προϊστάμενος, ζητώντας γνώμες και τρόπους εξαπάτησης, και μάλιστα ο δήθεν αυτός παντογνώστης... ρωτάει εντελώς ανθρώπινα, λεπτομέρειες, για το πως ακριβώς σκέφτεται να εφαρμόσει την συγκεκριμένη θανατηφόρα παραπλανητική του πρόταση, ο δόλιος "άγγελος"!

Ακόμα και σ’ αυτούς που δέχονται κατά γράμμα την συγκεκριμένη περιγραφή, απευθύνουμε την ερώτηση. Με γνώμονα την βιβλική αυτή εικόνα, δεν προκύπτει φυσιολογικά η σκέψη, ότι και οι ιερείς, οι προφήτες και γενικότερα οι επίγειοι υπηρέτες ενός τέτοιου "θεού", θα είχαν κάθε λόγο να συμπεριφέρονται ανάλογα, μιμούμενοι ευσεβώς, τον τύπο, αλλά και το πνεύμα δόλου μιας τέτοιας άκρως διδακτικής και αποτελεσματικής συνωμοτικής σύναξης; Η απάντηση είναι... ασφαλώς ναι!

Τελικά είμαστε υποχρεωμένοι να υποθέσουμε το αυτονόητο.

Προφανώς ο προφήτης Μιχαίας, μας κάνει την εξαιρετική χάρη να μας αποκαλύψει, ελαφρώς συγκαλυμμένα, το σκηνικό μιας κανονικής σύναξης του μυστικού ιερατείου, κατά του τότε βασιλέως! Μια εντελώς ανθρώπινη ανατρεπτική συνωμοσία, του μυστικού εβραϊκού ιερατείου, με τον προεδρεύοντα να κάθεται στην έδρα του Γιαχβέ, και να εγκρίνει ευχαρίστως το ψεύδος και την απάτη, ως αποτελεσματικά εργαλεία κατά του βασιλέως!

Ο φανερός βραχίονας του μυστικού ιερατείου λοιπόν, ο προφήτης Μιχαίας, μας εξηγεί, ότι κάποιος πονηρός "άγγελος" (αγγελιοφόρος) κατ’ εντολήν "θεού" (μυστικού ιερατείου) διοχέτευσε στους τετρακόσιους προφήτες, (δηλαδή στο φανερό ιερατείο) "πνεύμα ψεύδους", (ψευδείς πληροφορίες) για να οδηγήσουν τον βασιλιά τους σε εξοντωτική μάχη! Δηλαδή θέση και αντίθεση κατειλημμένη απ’ το ίδιο ιερατείο, αφού μόνο ένας, ο Μιχαίας, ο πραγματικός εκπρόσωπος του ιερατείου, γνώριζε την οριστική αποχή των πανίσχυρων προφητικών όπλων, απ’ την συγκεκριμένη μάχη.

Όλες αυτές οι θεολογικές ίντριγκες, μας δίνουν ανάγλυφη την εικόνα ενός συνωμοτικού κρυφού διευθυντηρίου ιερέων. Ενός ιερατικού πυρήνα, που αποτελούσαν το ιερατείο μέσα στο ιερατείο, ή αλλιώς το μυστικό ιερατείο, στις συνάξεις του οποίου, όχι μόνο προεδρεύει κάποιος φέροντας τον τίτλο του Ιεχωβά (!) αλλά η πανουργία, η παραπλάνηση, η μαγγανεία, το ψέμα και οι παντοειδείς απάτες, αποτελούσαν τα φυσιολογικά ζητούμενα των διαβουλεύσεών του.

Όμως, για να επιστρέψουμε στην βιβλική εξιστόρηση... ένας από τους τετρακόσιους εξαπατημένους προφήτες, δεν άντεξε τον βαρύ προσβλητικό υπαινιγμό του Μιχαία, ότι τετρακόσιοι προφήτες έγιναν αντικείμενο θεολογικού εμπαιγμού, απ’ τον ίδιο τους τον θεό... και εξοργισμένος του άστραψε μια δυνατή σφαλιάρα: «εράπισε τον Μιχαία επί την σιαγόνα» ρωτώντας τον ταυτόχρονα περιπαικτικά: «από ποιόν δρόμο πέρασε τώρα το πνεύμα του Κυρίου, φεύγοντας από μένα για να μιλήσει σε σένα;» Α΄Βασιλέων ή (Ο΄) Γ΄Βασιλειών 22.23-24.

Ο "καλός" μας ο προφήτης Μιχαίας, αφού δέχθηκε μια τέτοια δημόσια προσβολή, δεν απάντησε βέβαια, με το γνωστό στους Έλληνες: «πάταξον μεν άκουσον δε»,[2] ούτε φυσικά γύρισε να τον ραπίσουν κι από την άλλη σιαγόνα, όπως πολύ αργότερα θα εισηγηθεί κάποιος διάσημος συνάδελφος του προφήτη, προσπαθώντας να εμφυσήσει παθητικότητα στους πιστούς εθνικούς, αλλά σαν μιμητής και αξιόμαχος δούλος του θυμώδους Γιαχβέ, προφήτευσε αμέσως, τί άλλο... τον θάνατο του ευέξαπτου συναδέλφου του, κάτι που ασφαλώς συνέβη σύντομα, μια και ο Μιχαίας σαν μέλος του πανίσχυρου κρυφού ιερατείου, έχοντας εξουσία ζωής και θανάτου, μπορούσε άνετα να το... διευθετήσει!

Τελικά, η προφητική γνώμη των τετρακοσίων παραπληροφορημένων προφητών, όπως ήταν αναμενόμενο υπερίσχυσε και η μάχη έγινε. Ο Γιαχβέ-Σαβαώθ όμως, δεν εμφανίσθηκε στη μάχη να βοηθήσει με τις γνωστές του μαζικές εξοντώσεις αντιπάλων και ο βασιλιάς και μαζί του χιλιάδες Εβραίοι στρατιώτες, με ακλόνητη πίστη στον θεό των προφητών, έχασαν την ζωή τους, όλοι ανώνυμα θύματα της συγκεκριμένης σκευωρίας, που μοναδικό στόχο είχε να εξοντώσει τον βασιλιά των Ιουδαίων.

Η ειρωνεία της ιστορίας αυτής είναι, ότι ο στόχος της συγκεκριμένης μάχης ήταν η ανακατάληψη-απελευθέρωση μιας δικής τους πόλεως στη Γαλαάδ, που σκλαβωμένη υπέφερε υπό την κηδεμονία των Σύριων. Βλ. Α. Βασιλέων 22.3. Όμως, το άσπλαχνο και θεοκάπηλο κρυφό ιερατείο, δεν νοιαζόταν για τέτοιες λεπτομέρειες! Ήθελε τον θάνατο του βασιλιά τους και τον πέτυχε, οδηγώντας τον σε μια μάχη όπου τα πανίσχυρα ιερατικά όπλα (με το κωδικό όνομα Σαβαώθ) δεν εμφανίσθηκαν! Άφησε χιλιάδες ομόφυλούς του, να πέσουν σε μια καταδικασμένη και άνιση μάχη αδιαφορώντας για την συνεχιζόμενη σκλαβιά των επίσης ομοφύλων Γαλααδιτών, που συνέχισαν να υποφέρουν τον ζυγό των Συρίων.
 
Ο ΒΙΒΛΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΣ ΨΕΥΔΕΤΑΙ

Γίνεται λοιπόν εδώ φανερό, ότι "ο βιβλικός θεός" (δηλαδή ένας μυστικός ιερατικός πυρήνας) του ιουδαϊκού ιερατείου, ευχαρίστως έβαζε τους προφήτες του να ψεύδονται, εν γνώση ή εν αγνοία τους, αρκεί με ότι λένε ή κάνουν να εξυπηρετούν τα πανούργα σχέδιά του! Κατά συνέπεια, οι βιβλικοί προφήτες, εντελώς φυσιολογικά... ψεύδονται κατά περίπτωση! Ποιός θα μας πει λοιπόν, πότε πραγματικά οι προφήτες λένε την αλήθεια;

Γιατί να μην υποθέσουμε το αυτονόητο; ότι και εμείς οι εθνικοί, οι προσήλυτοι στον Ιουδαιο-χριστιανισμό, είμαστε στην θέση των εξαπατημένων εκείνων προφητών που κάποιοι τους έδωσαν εσκεμμένα δήθεν θεϊκές δυνάμεις και πληροφορίες;

Όπως γίνεται εδώ φανερό, "δόλιος βιβλικός θεός = Ιεχωβά" και "μυστικό ιερατείο" ταυτίζονται απολύτως!

Από δε τους μεθοδευμένους δόλους του αδίστακτου αυτού μυστικού ιερατείου, δεν εξαιρείται απολύτως κανείς! Ούτε οι απλοί Εβραίοι υπήκοοι, ούτε οι στρατιώτες του Ισραήλ, ούτε καν οι ίδιοι οι Εβραίοι βασιλείς!

Ακόμα και οι χαμηλόβαθμοι ιερείς και προφήτες, που δεν ανήκουν στη μυστική αυτή ομάδα, εξαπατώνται, παραπλανώνται ή προδομένοι αφανίζονται, ανάλογα με τα σενάρια που γράφει γι’ αυτούς, το αδίστακτο μυστικό ιερατικό διευθυντήριο, που απ’ τα παρασκήνια κρατάει τα τυραννικότερα ινία της εξουσίας, πάνω σε ολόκληρο τον εβραϊκό λαό!

Αναρωτιέμαι λοιπόν: τι παραπάνω έχει ένας Σατανάς ή Διάβολος (διαβολέας) απ' αυτόν τον θεό;
------------------------------
[1] Υπενθυμίζω τα λόγια της βιβλικής ηρωίδας Ιουδίθ: «ναι, ναι θεέ του πατρός μου και θεέ της κληρονομίας Ισραήλ, συ εισάκουσον της δεήσεώς μου και δός (εις τον) λόγον μου απάτη εις τραύμα και μώλωπα αυτών» Ιουδίθ 9.12.
[2] Πλούταρχος «Θεμιστοκλής 11.4.1.