Σάββατο 1 Μαΐου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Αἴας (815-865)

815 ΑΙ. ὁ μὲν σφαγεὺς ἕστηκεν ᾗ τομώτατος
γένοιτ᾽ ἄν, εἴ τῳ καὶ λογίζεσθαι σχολή,
δῶρον μὲν ἀνδρὸς Ἕκτορος ξένων ἐμοὶ
μάλιστα μισηθέντος, ἐχθίστου θ᾽ ὁρᾶν.
πέπηγε δ᾽ ἐν γῇ πολεμίᾳ τῇ Τρῳάδι,
820 σιδηροβρῶτι θηγάνῃ νεηκονής·
ἔπηξα δ᾽ αὐτὸν εὖ περιστείλας ἐγώ,
εὐνούστατον τῷδ᾽ ἀνδρὶ διὰ τάχους θανεῖν.
οὕτω μὲν εὐσκευοῦμεν· ἐκ δὲ τῶνδέ μοι
σὺ πρῶτος, ὦ Ζεῦ, καὶ γὰρ εἰκός, ἄρκεσον.
825 αἰτήσομαι δέ σ᾽ οὐ μακρὸν γέρας λαχεῖν.
πέμψον τιν᾽ ἡμῖν ἄγγελον, κακὴν φάτιν
Τεύκρῳ φέροντα, πρῶτος ὥς με βαστάσῃ
πεπτῶτα τῷδε περὶ νεορράντῳ ξίφει,
καὶ μὴ πρὸς ἐχθρῶν του κατοπτευθεὶς πάρος
830 ῥιφθῶ κυσὶν πρόβλητος οἰωνοῖς θ᾽ ἕλωρ.
τοσαῦτά σ᾽, ὦ Ζεῦ, προστρέπω, καλῶ δ᾽ ἅμα
πομπαῖον Ἑρμῆν χθόνιον εὖ με κοιμίσαι,
ξὺν ἀσφαδᾴστῳ καὶ ταχεῖ πηδήματι
πλευρὰν διαρρήξαντα τῷδε φασγάνῳ.
835 καλῶ δ᾽ ἀρωγοὺς τὰς ἀεί τε παρθένους
ἀεί θ᾽ ὁρώσας πάντα τἀν βροτοῖς πάθη,
σεμνὰς Ἐρινῦς τανύποδας, μαθεῖν ἐμὲ
πρὸς τῶν Ἀτρειδῶν ὡς διόλλυμαι τάλας.
καί σφας κακοὺς κάκιστα καὶ πανωλέθρους
840 ξυναρπάσειαν, ὥσπερ εἰσορῶσ᾽ ἐμὲ
αὐτοσφαγῆ πίπτοντα· τὼς αὐτοσφαγεῖς
πρὸς τῶν φιλίστων ἐκγόνων ὀλοίατο.
ἴτ᾽, ὦ ταχεῖαι ποίνιμοί τ᾽ Ἐρινύες,
γεύεσθε, μὴ φείδεσθε πανδήμου στρατοῦ.
845 σὺ δ᾽, ὦ τὸν αἰπὺν οὐρανὸν διφρηλατῶν
Ἥλιε, πατρῴαν τὴν ἐμὴν ὅταν χθόνα
ἴδῃς, ἐπισχὼν χρυσόνωτον ἡνίαν
ἄγγειλον ἄτας τὰς ἐμὰς μόρον τ᾽ ἐμὸν
γέροντι πατρὶ τῇ τε δυστήνῳ τροφῷ.
850 ἦ που τάλαινα, τήνδ᾽ ὅταν κλύῃ φάτιν,
ἥσει μέγαν κωκυτὸν ἐν πάσῃ πόλει.
ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔργον ταῦτα θρηνεῖσθαι μάτην·
ἀλλ᾽ ἀρκτέον τὸ πρᾶγμα σὺν τάχει τινί.
ὦ θάνατε θάνατε, νῦν μ᾽ ἐπίσκεψαι μολών·
855 καίτοι σὲ μὲν κἀκεῖ προσαυδήσω ξυνών.
σὲ δ᾽, ὦ φαεννῆς ἡμέρας τὸ νῦν σέλας,
καὶ τὸν διφρευτὴν Ἥλιον προσεννέπω,
πανύστατον δὴ κοὔποτ᾽ αὖθις ὕστερον.
ὦ φέγγος, ὦ γῆς ἱερὸν οἰκείας πέδον
860 Σαλαμῖνος, ὦ πατρῷον ἑστίας βάθρον,
κλειναί τ᾽ Ἀθῆναι, καὶ τὸ σύντροφον γένος.
κρῆναί τε ποταμοί θ᾽ οἵδε, καὶ τὰ Τρωικὰ
πεδία προσαυδῶ, χαίρετ᾽, ὦ τροφῆς ἐμοί·
τοῦθ᾽ ὑμὶν Αἴας τοὔπος ὕστατον θροεῖ,
865 τὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ἐν Ἅιδου τοῖς κάτω μυθήσομαι.

***
ΑΙ. Είναι στημένος ο σφαγέας, τόσο που να μπορεί
πέρα για πέρα να με κόψει — μιλώ σαν κάποιον που έχει
ακόμη τον καιρό να λογαριάζει.
Δώρο του Έκτορα αυτό το ξίφος, του ξένου
που τον μίσησα όσο κανέναν άλλο — χειρότερο εχθρό
δεν είδανε τα μάτια μου.
Είναι ο σφαγέας στημένος στο χώμα της αντίπαλης
Τρωάδας, στο αμόνι ακονισμένος
820 που τρώει τον σίδηρο.
Καλά, και με την πρέπουσα φροντίδα τον έμπηξα ο ίδιος,
τόσο που πρόθυμος το σώμα αυτό θα θανατώσει γρήγορα.
Είμαστε έτοιμοι, λοιπόν, πανέτοιμοι.
Και τώρα, ω Δία, απ᾽ όλους πρώτον, καταπώς αρμόζει,
εσένα επικαλούμαι, ζητώντας τη βοήθειά σου.
Δεν σου ζητώ μεγάλη χάρη· μαντατοφόρο στείλε μόνο,
να πει στον Τεύκρο το πικρό μαντάτο· πρώτος αυτός
στα χέρια του να με σηκώσει
απ᾽ το ματοβαμμένο μου σπαθί·
να μην προλάβουν οι εχθροί και μείνω απορριγμένος,
830 λεία στα λαίμαργα σκυλιά και στα κοράκια.
Τόσο μονάχα, ω Δία, σ᾽ ικετεύω.
Συνάμα ανακαλώ τον χθόνιο, ψυχοπομπό Ερμή,
να με κοιμίσει ήρεμα, όταν πηδώντας γρήγορα πάνω
σ᾽ αυτό το ξίφος, θα σχίσω την πλευρά μου,
δίχως να σφαδάξω.
Καλώ ακόμη να παρασταθούν εκείνες οι αθάνατες
Παρθένες, που επιβλέπουν συνεχώς
όλα τα πάθη των βροτών·
τις Ερινύες, εννοώ, σεμνές κι ωκύποδες, να μάθουνε
πως άδικα απ᾽ τους Ατρείδες χάνομαι — ο δύσμοιρος.
Αυτούς κακήν κακώς να τους αρπάξουν,
840 να τους εξολοθρέψουν· εμένα βλέποντας,
που με το ίδιο μου το χέρι σφάζομαι και σβήνω.
Έτσι κι αυτοί ν᾽ αφανιστούν, σφαγιασμένοι
να βρεθούν από το χέρι των παιδιών τους.
Φανείτε, εκδικηθείτε, Ερινύες, τώρα, το αίμα τους
γευθείτε, κανέναν μέσα στον στρατό μη λυπηθείτε.
Ήλιε, κι εσύ που κυβερνάς εκεί ψηλά στον ουρανό
το ένιππο άρμα σου, όταν πάρει το μάτι σου
την πατρική μου γη, συγκράτησε για λίγο
το χρυσό σου χαλινάρι, κι ανάγγειλε
ολόκληρη τη συμφορά, με το μοιραίο τέλος της,
στον γέροντα πατέρα μου και στη φτωχή μου μάνα.
850 Που όταν η δύστυχη ακούσει αυτή την είδηση,
μεγάλον κοπετό σίγουρα θα σηκώσει σ᾽ όλη την πόλη.
Αλλά σε τίποτα δεν ωφελεί αυτός ο μάταιος θρήνος·
πρέπει το πράγμα να τελειώσει όσο μπορεί πιο γρήγορα.
Θάνατε, ω Θάνατε, έφτασε η ώρα τώρα, έλα και ρίξε
πάνω μου το βλέμμα σου, παρότι εκεί θα έχω
όλον τον καιρό δικό μου μαζί σου να συνομιλώ.
Εσένα λάμψη μέρας πάμφωτης, εσένα Ήλιε
αρματηλάτη, για ύστατη φορά σας χαιρετώ — ποτέ ξανά.
Ω φέγγος, χώμα ιερό της πατρικής μου γης,
860 της Σαλαμίνας, ω βάθρο της προγονικής εστίας,
ω δοξασμένη Αθήνα, κι εσείς σύντροφοι ναυτικοί, κρήνες,
ποτάμια, κάμποι γύρω της Τρωάδας, σας αποχαιρετώ
—εσείς με αναθρέψατε.
Αυτή ᾽ναι η τελευταία λέξη που προφέρει ο Αίας·
τ᾽ άλλα, στους ένοικους κάτω του Άδη θα τα διηγηθώ.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας

Νεοελληνικές διάλεκτοι

Δείγματα νεοελληνικών διαλέκτων. Μερικές δεν μιλιούνται πια.

Χρησιμοποιούνται τα παρακάτω σύμβολα:  = παχύ · , , ,  = ουρανικοί φθόγγοι, όπως στις λέξεις κιλό, μιλιά, πανιά, χυμός αντίστοιχα· ξ́, σ́, τ́ = ουρανικοποιημένοι φθόγγοι , , ·  = παχύ ·

στην ποντιακή,  = φωνήεν ανάμεσα στο και στο ·

στην καππαδοκική, ə = φωνήεν που αρθρώνεται όπως το , αλλά με πιο κλειστό στόμα· q = φθόγγος περισσότερο υπερωικός από το ·  = υπερωικό , όπως μετά το πρώτο α στη λέξη αγκαλιά·

στην τσακωνική, κ῾, π῾, τ῾ = δασέα· τ́ = ουρανικοποιημένο και απαλό.

Πελοποννησιακή: Αναμνήσεις από την επανάσταση του 1821

Πώς να σου τα μολοήσω, παιδάκι μου; Εδώ πέρα, καθώς θα 'χεις μαθημένα, ήτανε πρώτα Τουρκιά. Τόμ άναψε το ντουφέκι, οι καλοί άντρες πήγανε στον πόλεμο και μεις μείναμε. Ήτανε φερμένος ο Μπραήμης και μας εκυνήησε και εφύγαμε· άλλοι τις Πέτσες κι άλλοι το Λενίδι. Εμείς σηκωθήκαμε, καμιά κατοστή φαμπελιές, και πάμε τα Τζίντζινα, από κει βγαίνομε τον Άι-Βασίλη τη ρεματιά μέσα. Από τον Άι-Βασίλη στο Βρονταμά, από το Βρονταμά στο Παρόρι, κι από το Παρόρι στο Μυστρά φευγόδικοι. Στο Βρονταμά, πού να σου λέω, μας εκυνηήσανε· δε μας αφήνανε να πιούμε νερό.

τόμ: όταν | τις Πέτσες, το Λενίδι κτλ.: στις Σπέτσες, στο Λενίδι κτλ. | φαμπελιές: φαμίλιες, οικογένειες

Μανιάτικη: Σατιρικό μοιρολόι. (Τα γράμματα σε παρένθεση μόλις ακούγονται.)

«Μωρή, τί να ζε κάνομε;

Για να ζε περιμένομε,

μωρή, δε(ν) τάζεις τίποτα;»

«Δε(ν) κουμαντάρου τίποτα,

γιατ' έναι η μάνα μου μη(ι)τρά,

μόν' το φουστάνι που φορού

το τάζου κ(ι)αι περικαλού

ο γάιδαρος να σηκωθεί

και το σομάρι στην οργή.»

ζε: σε | έναι: είναι | μη(ι)τρά: μητριά | φορού: φορώ | περικαλού: παρακαλώ | σομάρι: σαμάρι

Επτανησιακή: Ο ανεμοστρόφιλος

Μες στις δώδεκα ώρες τση μερός, ό,τι καιρός κι αν είναι, τυχαίνει κάποτες να διαβεί από το χωριό ένας αγέρας μεγάλος και δυνατός με κάτι χτύπους σα σκεπετιές κι ό,τι βρει ομπρός του το σέρνει· σηκώνει κι άνθρωπο (θέλεις άλλο;) και σου τον απελάει μεδά ξέρω κι εγώ πού! Εμείς εούτο το κακό το λέμ' ανεμοστρόφιλο, κι ομολογούνε πως είναι κειμεσαθιό αγερικά πλήθος αρίφνητο και πολεμάνε συναμεταξύ τους το 'να με τ' άλλο.

τση μερός: της ημέρας | σκεπετιές: τουφεκιές | απελάει: αμολάει | μεδά: ούτε | εούτο: τούτο | κειμεσαθιό: εκεί μέσα | αρίφνητο: αναρίθμητο

Μεγαροαιγινήτικη: Αιγινήτικο παραμύθι

Μια φορά τσ' ένα τσαιρό ήτανε ένας βασιλέας, Ύπνος τ' όνομά του. Δίπλα εις το παλάτι εκαθότανε μια φτωχή κόρη τσαι ξενοδούλευε τσαι ζούσε. Ενυχτόρευε τσαι, όντες της ερχότανε ο ύπνος να τουμηθεί, έπαιρνε κουτσία τσ' έτρωε τσ' έλεε: «Ήρθες, ύπνε. Καλώς ήρθες, φάε κουτσία τσαι φύγε.»

τσ' ένα τσαιρό: κι έναν καιρό | τσαι: και | ενυχτόρευε: ξενυχτούσε | όντες: όταν | τσουμηθεί: κοιμηθεί | κουτσία: κουκιά

Κυκλαδική: Παροιμία από την Άνδρο

Όποιος ξοδεύγει δεκοχτώ

τσαι δε σοδεύγει τριγιάdα,

στη φυλατσή το βάζουνε

τσαι δεν ηξέρει γιάdα.

τσαι: και | σοδεύγει: κερδίζει | γιάdα: γιατί

Κρητική: Τραγούδι νεαρού

Οψές αργά επέρνουνα 'πού τη Χαριτωμένη

κι είδα μιαν κόρη κι έπλυνε, ω τη διαολεμένη!

Κι εγώ τση ζήτηξα φιλί, κι αυτή εκρυφογέλα

και θάρρουνα πως μου 'λεγε: «Σα θες, το βράδυ έλα.»

Και σαν εποσκοτείνιασε, εγλάκουνα ως εbόρου,

κι εκείνη είχε κουζουλούς κι εβλέπανε τσι πόρους.

επέρνουνα: περνούσα | 'πού: από | Χαριτωμένη: ναός της Παναγίας | τση ζήτηξα: της ζήτησα | θάρρουνα: θαρρούσα, νόμιζα | εποσκοτείνιασε: σκοτείνιασε εντελώς | εγλάκουνα: έτρεχα | εbόρου: μπορούσα | κουζουλούς: τρελούς· εδώ: ζωηρούς | εβλέπανε: πρόσεχαν | τσι πόρους: τις πόρτες, τα περάσματα

Δωδεκανησιακή: Παράδοση από την Κω

Η μια η γειτόνισ-σα ήθελε ν-να πάνε στα μοναστήρgια όλ-λdα να τα προσευκηστούνε. Ε, αυτή λοιπόν επήγαιν-νεμ bροστά. Οι άλ-λdες την εσυκοφανdίζ-ζαμ 'bό πίσω, να πούμενε, την επαρεξηγούσασίνε. Ε, αυτή ητίναξεν, ηπάαιν-νένε με την αθέαν dης την gαρδγιά. Δεν ησταμάτησένε. Επρόφτασεν αυτή πιο γλήορι, επήαινε στον Άιγ-Γιώρgη. Της φανερώθητσεν ο Άις Γιώρgης. Είπεν ότι «Τί χάρηθ θέλεις να σου πλερώσω, αυτήν dην αγωνίαμ bου 'καμες για μένα, να 'ρτεις να πκιάσεις να με σκουπίζ-ζεις;»

μoναστήρgιa: ξωκλήσια | προσευκηστούνε: προσκυνήσουν | 'bό πίσω: από πίσω | ητίναξεν: προχώρησε γρήγορα | ηπάαιν-νένε: πήγαινε | αθέαν: αθώα | γλήορι: γρήγορα | τί χάρηθ θέλεις να σου πλερώσω: τί χάρη θέλεις να σου κάνω | dην αγωνίαμ: τον κόπο

Στερεοελλαδίτικη: Παράδοση από την Αιτωλία

Στου Βραχώρ νια βουλά ήμναν φυγόδικους· κι ήμναν σν Άι-Παρασκιβή κι μόμναν, κι αϊκώ: «Μάνθου! Μάνθου!» Δε μίσα. Ύστιρα είπι: «Ωρέ, συ είσι, δείνα!» Έκαμα πως δεν άικσα τίπουτα. μήθκα. Κουντά χαραή ήβρα του μαχαίρι μ μπημένου μες στου τσαρού κι πάρα πέρα του κμπούρι μ· κι βρέθκα χτισμένους. Ύστιρα έμαθα πως είνι κει νιράιδις.

νια βουλά: μια φορά | ήμναν: ήμουν | σν: στην | μόμαν: κοιμόμουν | αϊκώ: ακούω | χαραή: χαραυγή, χαράματα | μπημένου: μπηγμένο | κμπούρι: κουμπούρι

Θεσσαλική: Παραμύθι από τον Τίρναβο

Ήταν ένας φτουχός, είχι δυο ζουντόβουλα κι μιτ' αυτά κουβανούσι χώμα. Ήταν χουματάς. Η γναίκα τ ήταν μια φαντασμέ! Κάθι ώρα τουν είχι του κουντό, ντε κι καλά να γέ αφέντς. «Γέαφέντς,» τουν ήλεγι, «κι έ ι Θιος. Γέαφέντς κι έ ι Θιος.» «Μαρή γναίκα,» τν ήλιγι, «πώς να γένου αφέντς; Σα δεν κουβανήσου χώμα πώς θα ζήσουμι;»

ζουντόβουλα: ζώα | μιτ': με | κουβανούσι: κουβαλούσε | τουν είχι του κοντό: τον είχε από κοντά | ι Θιος: ο Θεός | μαρή: μωρέ | τν: την

Μακεδονική: Η Χιονούλα

Μια φουρά κι έναν κιρό ήταν ένας βασλιάς κι μια βασίλτσα. Η βασίλτσα, ικεί που έπλικι ν ταντέλα, πήγι ένα σπουρίτ́ στου παραθύρ. Η βασίλτσα, σαν του είδι, έτριξι γρήγουρα ν' ανοίξ́ του παραθύρ για να μπει μέσα. Πως έκανι ν' ανοίξ́ του παραθύρ, μπήκι ου κουρσές μέσα στου δάχτυλου τς κι του αίμα έσταξι πάν' στου χιον. Είπιν η βασίλτσα: «Να χάμου ένα κουρίτσ́ να 'νι κόκκινου σαν του αίμα κι άσπρου σαν του χιο!» Όπους είπιν η βασίλτσα, ετσ́ κι έγινι.

ν: την | κουρσές: βελονάκι

Κυπριακή: Οι μαγικές μπότες

Ένας άθρωπος είεν τρεις γιούες. Τείνος ο άθρωπος επήεν εις το παναΰριν τ' έχερεν μιαν αλ-λαήν ποΐνες. Τ' επήεν ο μιαλ-λύτερος γιος του ται λαλεί του: «Γιε, παπά, χέρ' μου τούτες τες ποΐνες τ' εν-να τες χορίω εγιώνη.» «Ίντα μπο 'ν-να μου κάμνεις, γιε μου;» λαλεί του. «Να σου γλέπω ψύλ-λους μέσ' τ' άερο,» λ-λαλεί του. «Ε, γιε μου, πήαιν-νε τ' εν κάμνεις για λ-λόου μου.» Επήεν ο δεύτερος, λαλεί του: «Φέρ' μου, γέρο, πο τούτες τες ποινές να τες χορίω.» Λαλεί του: «Μα ντα μπο 'ν-να μου κάμνεις, γιε μου;» λαλεί του. Λαλεί του: «Να σου φκάλ-λω -ύλ-λους έξω 'πού το χωρκόν.»

Ένας άνθρωπος είχε τρεις γιους. Αυτός ο άνθρωπος πήγε στο πανηγύρι και έφερε ένα ζευγάρι μπότες. Και ο μεγαλύτερος γιος του πήγε και του είπε: «Ε, πατέρα, φέρε μου αυτές τις μπότες και θα τις φορέσω εγώ.» «Τί θα κάνεις για μένα, γιε μου;» του λέει. «Θα βλέπω ψύλλους μέσα στο άχυρο,» του λέει. «Ε, γιε μου, πήγαινε, και δεν κάνεις για μένα.» Πήγε ο δεύτερος, του λέει: «Φέρε μου, γέρο, αυτές τις μπότες να τις φορέσω.» Του λέει: «Και τί θα κάνεις για μένα, γιε μου;» του λέει. Του λέει: «Θα βγάζω σκυλιά έξω από το χωριό.»

Ποντιακή: Η παρέα της αλεπούς και του φιδιού

Έναν καιρόν ο αλεπόν και το φίδ' εποίκαν συντροφίαν κι επήγαν σ' έναν τρανόν δεντρόν αφκά, έχτ'σαν τ' οσπιτόπον ατουν κι ερχίνεσεν ο καθένας να 'φτάει την δουλείαν ατ'. Ο αλεπόν επέν'νεν κι έφερ'νεν κοσσάρας ας σα σουμά τα χωρία και με τα δόντ'τ' ένοιεν τα καρδίας ατουν και τ' ωβά εδίν'νεν 'ς σο φίδ' και το κρέας έτρωεν ο ίδιον.

Έναν καιρό η αλεπού και το φίδι έκαναν παρέα και πήγαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, έχτισαν το σπιτάκι τους κι άρχισε ο καθένας να κάνει τη δουλειά του. Η αλεπού πήγαινε κι έφερνε κότες από τα κοντινά χωριά και με τα δόντια της άνοιγε την κοιλιά τους και τα αβγά τα έδινε στο φίδι και το κρέας το έτρωγε η ίδια.

Ποντιακή: Δημοτικό τραγούδι από την Τραπεζούντα

Χριστέ μ', ούλ καλά ποίκες, τρία καλά κί εποίκες·

ποίκες τον ουρανόν ψηλά, κι εκεί σκάλαν κί εφτάνει,

ποίκες την θάλασσαν πλατύν, κι εκεί γεφύρ' κί στέκει,

ποίκες την ξενιτιάν μακρά, κι εκεί λαλ κί πάγει.

ούλ: όλα | ποίκες: έκανες | κί: δεν | λαλ: μιλιά

Καππαδοκική: Παραμύθι από το Αραβάνι

Ήσανε ρο φέα, αdέλφα, το 'να τανό και το 'να αqουλού. Είχαν ένα βαβά, και πέρανε. Ιτό βαβά τουν ζείν τουν. Είχαν και πολλά πρόβατα κι ένα τανά. Είχαν και ρο αχə́ρια, το 'να τεζέ και τ' άλλο παλό. Ένα μέρα τ' αqουλού σο τανό τ'είπε: «Όσα πρόβατα bουν σο τεζέ σο αχə́ρ τα μον dαι· όσα μbουν σο παλό τα σον dai.»

Ήτανε δυο παιδιά, αδέρφια, ένα κουτό και ένα έξυπνο. Είχαν έναν πατέρα, και πέθανε. Ο πατέρας τους ήταν πλούσιος. Είχαν και πολλά πρόβατα και ένα μοσχάρι. Είχαν και δυο στάβλους, τον έναν καινούργιο και τον άλλον παλιό. Μια μέρα το έξυπνο (παιδί) είπε στο κουτό: «Όσα πρόβατα μπουν στον καινούργιο τον στάβλο είναι δικά μου· όσα μπουν στον παλιό είναι δικά σου.»

Τσακωνική: Τ'ο γάμο τα Μαρούα (Στο γάμο της Μαρούλας)

Εζάκαϊ τ'ον άγιε, σ' εστεφανούκαϊ, τ́σ' από τσι σ' εκατούκαϊ του τσουφάλε σου με κουφέτε χοντροί από το δίσκο τ́σ' ετσαφήκαϊ κ'αμπόσοι κουμπούρε, εμπαήκαϊ από τον άγιε Στράκηγο τ́σ' αρχιίαϊ dίντε τα βιοία. Α Μαρούα έκι καμαρούνα. «Μα, για ξείκα, Τζείνα, καμάι π'οι ' έν' έχα α ύιθη,» έ' αούα α Γιωργού. «Εζού, να ντ' αλήου, όρκο μι Τζείνα, όμα ολπίζα ι να ' άει ο Γιάννη ταμ Παλιομαρούα, το συχιατ'έ πράμα, εστάκιου οικοτ́σουρόπουλε, με στρομπούλια ίτ'ε, με κοτά τ́σεάρα, με πειβόι, με βούε, με ελίε, π'' έκι πρέπουντα να ν' άει ταν καύτερα σάτη.» «Γιατσί, α του ιχάη τσ' έ' έχα; Εζού έ' αούα κάτσι ' εμποίκαϊ το καμπζί». «ιία, Γιωργού, κάτ́σι τα γρούσσα ντι. Έκι α τύχη σι να καοτσυτάτσει. Μαγάι να 'γκι καοτσυτέντε έτρου τ́σ' οι σατέρε νάμου…»

Πήγαν στην εκκλησία, τους στεφάνωσαν, κι αφού τους έσπασαν τα κεφάλια με κουφέτα χοντρά από τον δίσκο κι έριξαν κάμποσες κουμπουριές, βγήκαν από τον άγιο Στράτηγο κι άρχισαν να χτυπούν τα βιολιά. Η Μαρούλα καμάρωνε: «Μα, για κοίτα, Αγγελίνα, καμάρι που το 'χει η νύφη,» έλεγε η Γιωργού. «Εγώ, να σου πω, καμάρι μου Αγγελίνα, δεν το ήλπιζα να την πάρει ο Γιάννης την Παλιομαρούλα, το σιχαμένο πράμα, τέτοιο νοικοκυρόπουλο, με τόπια πανί, με κοτζάμ σπιτάρα, με περιβόλι, με βόδια, με ελιές, που έπρεπε να πάρει το καλύτερο κορίτσι.» «Γιατί, η (κόρη) του Μιχάλη τί είχε; Εγώ λέω κάτι του έκαναν του παιδιού.» «Μιλιά, Γιώργου, δάγκωσε τη γλώσσα σου. Ήταν η τύχη της να καλοπέσει. Μακάρι να καλόπεφταν έτσι και τα κορίτσια μας…»

Κατωιταλική: Παραμύθι.

Καλαβρία

Ήτο μια φ-φορά ένα βρούθακο. Ται μίαν ημέρα πως εμέτερ-ρε στο σπίτιν doυ, ήβρε τρία δινέρια. Ται αχ-χέρωε να είπει: «Τί χοράτω με τούτα; Τί χοράτω με τούτα; Χοράτω κρέα; Ουdέ, γιατί το κρέα έχει στέα, ται κουμbιάτω. Χοράτω αζ-ζάρι; Ουdέ, γιατί το αζ-ζάρι έχει ακάθ-θια, ται με τρυ- πούσι.»

Απουλία

Ήσανε μία φ-φορά α κ-κρακάλι. Ται μίαν ημέρα σάτ-τι σκούπιτε στο σπίτι τ-του, ήβρηκε τρία τουρνία. Ται αρτίνιασε να πει: «Τί αφοράτω; Τί αφοράτω; Αφοράτω κρέα; Nde, γιατί το κρέα έχει στέατα, ται αμφουκέομαι. Αφοράτω αφσάρι; Νdε, γιατί τ' αφσάρι έχει ακάτ-τια, ται με τρυπούνε.»

βρούθακο/κ-κρακάλι: βάτραχος | ται: και | πως/σάτ-τι: καθώς | εμέτερ-ρε: σκούπιζε | δινέρια/τουρνία: νομίσματα | αχ-χέρωε/αρτίνιασε: άρχισε | χοράτω/αφοράτω: αγοράζω | στέα/στέατα: οστά, κόκαλα | ουδέ/νdε: όχι | κουμbιάτω/αμφουκέομαι: πνίγομαι | αζ-ζάρι/αφσάρι: ψάρι | ακάθ-θια/ακάτ-τια: αγκάθια

Αγία Θρησκευτική Παράνοια

Εικόνα Κόλασης ο πανάγιος Τάφος!!!

 
Πόσο θα ‘θελα να ανοίξω τα μάτια μου ένα πρωί και να βρεθώ σε ένα σύμπαν αλλιώτικο. Έναν σύμπαν  που ‘χει μάθει από τα λάθη του και  τα ‘χει εξαλείψει.  Έναν κόσμο συνειδητοποιημένο και αποφασισμένο να μην ξαναπέσει στις παγίδες του παρελθόντος του. Που να ‘χει βρει τη δύναμη να το κάνει. Που να χρησιμοποιεί την λογική του, ως ασπίδα, απέναντι στην αιχμαλωσία του λάθους και του πάθους. Που να κρατά μάτια και αυτιά κλειστά στα κελεύσματα των σειρήνων των δημαγωγών κάθε θρησκείας και πολιτικής. Που τίποτε δεν τον ικανοποιεί παρά η ουσία των πραγμάτων και που, για να τη βρει, να ψάχνει όσο κι όπου χρειάζεται.
 
Που να ‘χει καταλάβει ότι ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι η υπερβολή κι ότι η σωστή, κάθε φορά αναλογία, είναι αυτή που κάνει ακόμα και το δηλητήριο γιατρικό. Που ν’ αποδίδει και να δέχεται  σεβασμό και καλοπροαίρετη διάθεση. Που να κατανοεί, ότι όσα θέλει και διεκδικεί ο ένας, έχει δικαίωμα να τα θέλει και να τα διεκδικεί και ο άλλος. Που να μπορεί να αναγνωρίσει ότι, η φύση δεν αγαπά και δεν δέχεται την κλωνοποίηση, άρα σκόπιμα υπάρχουν διαφορές. Αλλά δυστυχώς ξυπνάω ξανά εδώ στο ίδιο σύμπαν και ξαναζώ την ίδια ψευδαίσθηση των παθών χωρίς ελπίδα ανάστασης όσο διαιωνίζεται το ίδιο αίσχος των θρησκειών και των παρακλαδιών τους.  Διαβάστε πάνω σε πόσους  παρανοϊκούς παραλογισμούς, βλακείας κι απάτης  καλείστε να πορευτείτε.
 
Κερί και Λιβάνι
 
Τριπάροντας στα Ιεροσόλυμα (Ρίκα Βαγιάνη)
 
H Ιερουσαλήμ έσκασε στο κεφάλι μου σαν βόμβα. Ξέρω, είναι χοντράδα να χρησιμοποιείς το όνομα «Ιερουσαλήμ» και τη λέξη «βόμβα» στην ίδια πρόταση – δεν έχουν πάθει και λίγα μέσα στα χρόνια οι άνθρωποι εκεί κάτω. Μα βρέθηκα εκεί, τόσο απροετοίμαστη. Ας πρόσεχα. Μέναμε στο Τελ Αβίβ, σε σπίτι φίλων. Περνούσαμε γλυκά, με παραλίες, μαγαζάκια, παγωτά, ένα-δυο μπαράκια, πολύ κρασί, μια φιλοξενία υπέροχη. Κατά την τρίτη μέρα, που ήταν Κυριακή, που δεν σημαίνει και πολλά πράγματα στο Ισραήλ, αφού η αργία είναι Παρασκευή και Σάββατο, ξύπνησε ο τουρίστας μέσα μας: «να δούμε και κάτι, έτσι για να πούμε ότι ήρθαμε; Μας έφαγε η μάσα και το αραλίκι». «Να σας πετάξω ως την Ιερουσαλήμ, μόνο που πρέπει να κάνετε υπομονή, θα γίνεται χαμός», είπε ο φίλος μας. Ήταν διπλό Πάσχα, Καθολικό και Ορθόδοξο.
 
Δεν θυμάμαι πώς φτάσαμε. Θυμάμαι ότι μεταξύ φλυαρίας και αξιοθέατων, λίγο έξω από την Ιερουσαλήμ, ο φίλος μας ξεχάστηκε λίγο στον δρόμο. «Έστριψα λάθος», είπε, κι εκεί που λέγαμε να μη δώσουμε σημασία, τον είδα, κυριολεκτικά, να ασπρίζει από τον φόβο. «Να βρω τον δρόμο, όχι από δω, δεν πάει, fuck». «Μην τους κοιτάτε». Τρεις άνθρωποι ήταν στη γωνία, άλλοι δύο στην παραπέρα. Παλαιστίνιοι εξτρεμιστές; (Πόσο άσχετη είμαι, Θεούλη μου). Το εντελώς αντίθετο. Η περιοχή ελεγχόταν από μια σέχτα φανατικών υπερ-ορθόδοξων Εβραίων. Μισούν τους πάντες, τους Μωαμεθανούς, τους Χριστιανούς, αλλά περισσότερο, με καυτό μίσος, μισούν τους ίδιους τους Εβραίους, διότι θεωρούν ότι ζουν πολύ φιλελεύθερα και προκλητικά και έχουν προδώσει τον Ιουδαϊσμό τους: Βρίζουν, πετάνε ακαθαρσίες, κάνουν ντου σε ιερά μέρη άλλων θρησκειών, πιστεύουν ότι με ένα ακόμα γερό Ολοκαύτωμα θα βάλουν μυαλό οι πεπλανηθέντες Ισραηλινοί και θα επιστρέψουν στον δρόμο του Θεού. Με την ίδια λογική ερμηνεύουν άλλωστε το ναζιστικό Ολοκαύτωμα ως πολύ σωστό και δίκαιο ήταν γι' αυτούς, η τιμωρία που άξιζαν οι αμαρτωλοί ομόθρησκοί τους.
 
Παράνοια;  Καλώς ορίσατε στους Αγίους Τόπους, όπου η θρησκευτική παράνοια θα έπρεπε να συσκευάζεται και να πουλιέται σε μπουκαλάκια μαζί με τον αγιασμό: είναι τόσο πυκνή, που κόβεται με το μαχαίρι. Κανένα μέρος στον κόσμο δεν αντέχει το φορτίο των Ιεροσολύμων: Τρεις από τις ισχυρότερες θρησκείες του πλανήτη έχουν εδώ τα υπεράγια των αγίων σημεία τους, σε απόσταση από πενήντα μέτρα ως πενήντα εκατοστά μεταξύ τους: Τρεις θρησκείες υπεύθυνες για την ψυχική κάθαρση, την παρηγορητική ανακούφιση τεσσάρων δισεκατομμυρίων ψυχών – αλλά και για τον φριχτό θάνατο, μέσα από θρησκευτικές σφαγές, πολύ, πολύ περισσότερων.
 
Γίνεται όλο και χειρότερο, αυτό το σοκ της υπεραισθησίας: Στο καπάκι όλων αυτών, η Ιερουσαλήμ είναι μια ακραία τουριστική πόλη – διάβαζε και «ένα ανελέητο παζάρι». Σορτσάκια, σανδάλια, στρατοί από οργανωμένα γκρουπ. Κόκκινοι, καμένοι από τον ήλιο, σουβενίρ, κεριά, μαντζούνια, κράχτες, κλέφτες, στρατιώτες, παπάδες, ραβίνοι, ξέκωλα, κεμπαπτζίδικα, τζαμιά, ψαλμωδίες, καμπάνες, και πριν το καταλάβεις, είσαι στο προαύλιο του Ναού της Αναστάσεως και μια παρέα τριπαρισμένες γιαγιάδες από την Τήνο σε τραβάει βίντεο και τσιρίζει «χαθήηκατε, καλέεεε, από την τηλεόρασηηηηη, γιατί χαθήκατεεε; Εεεεε; Γιατί χαθήκατεεεεε;».  Κύριε ελέησον.
 
Μέσα στον ιερό Ναό (που είναι χτισμένος γύρω από έναν άλλο ιερό ναό, που είναι χτισμένος πάνω από το Σπήλαιον της Αναστάσεως) επικρατεί μια κατανυκτική παλαβομάρα: Είπαμε, είναι Πάσχα και μάλιστα διπλό, Καθολικό και Ορθόδοξο μαζί. Η ουρά για το προσκύνημα φτάνει μέχρι την Κωνσταντινούπολη, αλλά με τρώει το πείσμα, τι θα νιώσω – και στήνομαι. Επί τόπου καταφθάνουν και οι γιαγιάδες με την κάμερα, με ξαναπετυχαίνουν και αρχίζουν να με τραβάνε βίντεο στην ψύχρα, απαιτώντας, στα είκοσι βήματα από τον Πανάγιο Τάφο, να τους αποκαλύψω ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
 
Μέσα στο βουητό, με παίρνει μάτι ο διάκος-σεκιούριτι του Παναγίου Τάφου, ο οποίος έχει μια παβλοφική αντίδραση με την κάμερα όπερ και συμβαίνει το αδιανόητο: Μου κάνει ένα αδιόρατο νεύμα και, μέσα στη λαοθάλασσα της Χριστιανοσύνης που περιμένει να προσκυνήσει, με βάζει να πηδήξω την ουρά και να περάσω πρώτη! Ανερυθρίαστα, δέχομαι το ρουσφέτι και περνάω πρώτη και καλύτερη να φιλήσω τον τάφο του Χριστούλη. Οι γιαγιάδες δεν διαμαρτύρονται – τους φαίνεται φυσικό που είμαι φίρμα, και με ξεπροβοδίζουν με ευλογίες «Χριστός Ανέστη». Ή όχι, ανάλογα αν λένε τον Θεό σου Χριστό, Γιαχβέ, ή Αλλάχ. Πέτρες προσκυνάμε όλοι, ιερές πέτρες. Διπλανές και όμοιες. Αρχαίες, πέτρες, Θεέ μου, όπως κι αν λέγεσαι, ποτισμένες με θεϊκά και ανθρώπινα μαρτύρια, βράχινα σφουγγάρια που έχουν ρουφήξει των αιώνων τα αίματα.
 
Όσα κωμικοτραγικά κι αν σου συμβούν κατά μήκος της via Dolorosa, όταν βγεις από την Ιερουσαλήμ δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν που μπήκε. Dolorosa, όνομα και πράγμα, ένας τόπος συμπυκνωμένης οδύνης. Όλοι όσοι περπατούν στους δρόμους της, και όλοι πίσω από εκείνους, αυτά τα εκατομμύρια των νεκρών της Ιστορίας, έχουν αφήσει τον δικό τους πόνο στις λείες πέτρες. Γιατί ξέρεις ότι ήρθες στην Ιερουσαλήμ και ο πόνος σου είναι ασφαλής – για ό,τι θρηνείς, για ό,τι έχεις χάσει, για ό,τι πενθείς και οδύρεσαι, εδώ είναι το κατάλληλο μέρος για να το ακουμπήσεις: Η πόλη το αντέχει. Τι είναι ο δικός σου πόνος, όσο αβάσταχτο κι αν τον κουβαλάς εντός, μπροστά σε ό,τι έχει δει -κι ακόμα βλέπει- αυτή η πόλη; Ένα πούπουλο οδύνης, μια στάλα παραπονάκι, μπροστά στους λυγμούς της Ιστορίας. Άστον και φύγε. Εν ειρήνη.
 
Η απάτη με το Άγιο Φως (Αλέκος Λασκαράτος)
 
Για δεκαετίες είμαστε μάρτυρες μιας απίστευτης απάτης που συντελείται κάθε Μεγάλο Σάββατο, στα Ιεροσόλυμα, με το λεγόμενο «Πανάγιο Φως». Κάθε τέτοια μέρα λοιπόν, γύρω στο μεσημέρι, πραγματοποιείται το «θαύμα» της τελετής της αφής του Αγίου Φωτός στον Ιερό Ναό του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα με την παρουσία του Ελληνορθόδοξου Πατριάρχη  Ιεροσολύμων, του Αρμένιου Πατριάρχη και χιλιάδων πιστών. Πρώτα λοιπόν σβήνουν όλα τα καντήλια και κεριά του Ναού. Ισραηλινοί αστυνομικοί ερευνούν σπιθαμή προς σπιθαμή τον ιερό ναό για τυχόν ύπαρξη αναμμένου φωτός. Ερευνούν επίσης τον Πατριάρχη για τυχόν ύπαρξη κρυμμένου αναπτήρα ή σπίρτων. Αφού διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο, οι δύο πατριάρχες μπαίνουν στο κουβούκλιό του και βγαίνουν, μετά από λίγη ώρα, με αναμμένες τις λαμπάδες τους. Ήρθε το φως το αληθινό!
 
Η χαρά ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των πιστών που σπεύδουν να ανάψουν και τη δική τους λαμπάδα. Το φως αυτό θα χρησιμοποιηθεί στη φετινή Ανάσταση στους ναούς, όταν ο ιερέας, βγαίνοντας από το ιερό της εκκλησίας, αναφωνήσει «δεύτε λάβετε το φως το αληθινό». Σε ό,τι μας αφορά, όμως, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Στο αεροδρόμιο του Τελ-Αβίβ υπάρχει ελληνικό κρατικό αεροπλάνο που περιμένει να παραλάβει τη φλόγα για να τη μεταφέρει στην Αθήνα, απ’ όπου με άλλα αεροπλάνα, αυτοκίνητα (και γαϊδουράκια) θα μεταφερθεί σε κάθε γωνία και σε κάθε ιερό ναό της ελληνικής επικράτειας (ακόμα και στην άνω και την κάτω ραχούλα) για να συμμετάσχει στην τελετή της Ανάστασης. Κυβερνητικό κλιμάκιο θα συνοδέψει τη φλόγα, η οποία θα γίνει δεκτή στην Αθήνα με τιμές αρχηγού κράτους.
 
Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σε αυτή την ιστορία η οποία καλά κρατεί δεκαετίες τώρα; Την απάτη; Την υποκρισία; Τον σκοταδισμό; Την ηθική αυτουργία του ελληνικού κράτους στο μέγα αυτό ψέμα; Ας δούμε όμως κάποια στοιχεία: Από πού μας προέκυψε ο Αρμένιος Πατριάρχης; Δεν είναι ελληνική η εκκλησία του Πανάγιου Τάφου; Είναι. Όμως, στην κούρσα των δύο εκκλησιών για την «κατάκτηση» του Τάφου, πρόλαβαν οι Αρμένιοι και κατοχύρωσαν το τελευταίο τμήμα του από το ύψος των γονάτων και μετά. Έτσι, όταν επισκέπτεσαι τον Τάφο, υπάρχει ένας διαχωριστικός τοίχος που τον χωρίζει στα δύο. Πρέπει να βγεις από τον ναό και να μπεις σε ένα μικροσκοπικό παρεκκλήσι, όπου ένας νυσταλέος και αδιάφορος Αρμένιος παπάς κάθεται ανακούρκουδα. Περιμένει να τον «ασημώσεις». Όταν ρίξεις τα ψιλά, τότε σηκώνει ένα μαύρο κουρτινάκι και αποκαλύπτει τα τελευταία 30-40 εκατοστά του Τάφου. Απίστευτο και όμως αληθινό! Το είδα με τα μάτια μου πριν από 10-15 χρόνια.
 
Κλειδί σε όλη αυτή την ιστορία είναι βέβαια το χρήμα (follow the money line, που λένε και στα αστυνομικά μυθιστορήματα). Οι Ισραηλινοί αστυνομικοί και το κράτος, παρότι καγχάζουν τη χριστιανική θρησκεία, παίζουν μια χαρά το παιχνίδι του κλέφτη και του αστυνόμου. Γιατί να χαλάσουν τη μαγιονέζα που τους αποφέρει τόσα χρήματα, με τους πιστούς που επισκέπτονται κατά χιλιάδες τους χριστιανικούς άγιους τόπους; Οι ορθόδοξοι και οι Αρμένιοι, παρότι κατά βάθος αλληλομισούνται, παίζουν το παιχνίδι της ειρηνικής συνύπαρξης χάριν του χρήματος, της δόξας και της ισχύος που τους αποφέρει όλη αυτή η ιστορία. Σε ό,τι αφορά στο «θαύμα», αυτό καθαυτό, έχω τις εξής δύο (μεταξύ πολλών) απορίες. Γιατί χρειάζεται να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο η τελετή; Το Άγιο Φως μιας χρονιάς δεν κάνει και για την επόμενη και για τη μεθεπόμενη; Δεν αντέχει στον χρόνο; Έχει, δηλαδή, περιορισμένη διάρκεια ζωής με ημερομηνία λήξης (στην ετικέτα);
 
Οι ορθόδοξοι χριστιανοί που ζουν π.χ. στην Αυστραλία και που η ώρα τους είναι εφτά ώρες μπροστά από εμάς, δεν έχουν καμία πιθανότητα να παραλάβουν έγκαιρα το Άγιο Φως για να κάνουν Ανάσταση. Αυτούς δεν τους σκεφτόμαστε, δεν τους λυπόμαστε, έτσι καταδικασμένοι που είναι; Θα μπορούσα να συνεχίσω και άλλο, αλλά νομίζω πως είπα αρκετά. Θέλω να κλείσω με δυο λόγια για τον ρόλο του ελληνικού κράτους σε όλα αυτά. Είναι ντροπή το επίσημο κράτος να συντηρεί τον σκοταδισμό. Είναι ντροπή το ελληνικό κράτος να μεταχειρίζεται τους πολίτες ως πρόβατα. Είναι ντροπή να μιλάνε τα κανάλια για θαυματουργές εικόνες που δακρύζουν. Μήπως ήρθε η ώρα το κράτος, τώρα που υποτίθεται πως εκσυγχρονίζεται η ελληνική κοινωνία, να εγκαταλείψει τον σκοταδισμό που συντηρεί κι υποδαυλίζει, για καθαρά ψηφοθηρικούς σκοπούς, τόσα και τόσα χρόνια;
 
Η Ανάσταση δεν έχει Χρόνο (Τζίνα Δαβιλά)
 
Το παρόν αφιερώνεται στους απαράδεκτους που μπήκαν περισσότερο ή λιγότερο στις ζωές μας. Είναι πράγματι λυπηρό να μην έχουν επιθυμήσει, τελικά, να γίνουν καλύτεροι. Η Ελλάδα σφάζει αρνιά για να γιορτάσει την Ανάσταση. Παράλληλα, όταν της έρθει, βρίζει θεούς και δαίμονες χρησιμοποιώντας ως αντικείμενο τα θεία. Υποκρισία ή συνήθεια; Κακοτροπία ή ασέβεια; Άγνοια ή οικειότητα; Ό,τι κι αν είναι, όποια λειτουργία εγκεφαλική κι αν υπερισχύει, το δεδομένο του φαγοπιοτού σκεπάζει την Ελλάδα ανήμερα το Πάσχα. Αρνιά και κατσίκια στριφογυρίζουν εθιμοτυπικά στις σούβλες, γεμίζουν με ρύζι, δεντρολίβανο και σταφίδες τις κοιλιές των μωρών ζώων που προορίζονται για τους φούρνους, άλλα γίνονται χωστά, όπως λένε στη Δωδεκάνησο. Είναι ένα βάρβαρο έθιμο στον βωμό της σφαγής των αμνοεριφίων και μεταφορικά στη θυσία του Ιησού, του «αίροντα την αμαρτία  του κόσμου». Είτε έχει οπαδούς, είτε εθισμένους στο έθιμο, η υποκρισία του σεβασμού στην παράδοση δεν έχει καμία αξία, αν δεν συνάδει με την ψυχική σου ισορροπία. Κάλλιο να λείπει το φαΐ και να είν’ γεμάτη η ψυχή.
 
Ανάσταση σημαίνει νέκρωση κάποιου και ξαναζωντάνεμα.
Ανάσταση είναι να δίνεις πνοή σε ό,τι καλύτερο έχεις.
Ανάσταση είναι η ελπίδα και το φως μέσα από διαδικασίες ενδοσκόπησης και αυτοκαλυτέρευσης.
Ανάσταση, τέλος, είναι να έχεις σκοτώσει ό,τι σε πηγαίνει πίσω και να έχεις αναγεννήσει ό,τι σε κάνει ανθρωπινότερο, ηρεμότερο, αξιότερο για να λέγεσαι συνεχιστής της ζωής. Γιατί η ζωή έχει μέσα της την ύπαρξη και την Ανάσταση. Το πρώτο μοιάζει με παλμογράφημα νεκρού, το δεύτερο με ρυθμό ζωής που προάγει την ισορροπία και την εξέλιξη.
 
Μακάρι φέτος να πεθάνει ό,τι σκληρό, κακό, άθλιο, ποταπό, χυδαίο, ξετσίπωτο, ξιπασμένο και εκφυλιστικό υπάρχει και να αναστηθεί η απλότητα, η καλοσύνη και η ηρεμία. Μακάρι να πεθάνει και η ίδια η Ελλάδα για να αναστηθεί φρέσκια, υγιής, σοφή. Μεταφορικά δοσμένες είναι οι παραπάνω επιθυμίες, διότι η Ανάσταση δεν έχει χρόνο, ούτε ημερομηνίες, ούτε και νόρμες θρησκευτικές ή πολιτικές. Η Ανάσταση θέλει τη ζωή να σέβεται τον άλλο, τον δίποδο, τον τετράποδο, τον φυτεμένο και τον πτερόεντα, όλο τον χρόνο. Με αφορμή τη γιορτή, αλλά αιτία τον ισόβιο στόχο σου, Ανάσταση σε ό,τι αξιότερο.
 
Μαγειρίτσα: Το δράμα του σεφ (Ρέα Βιτάλη)
 
«Σήμερα θα σας παρουσιάσουμε τη συνταγή της μαγειρίτσας μας. Όχι με συκωταριά αρνιού», «Με κοτόπουλο;», «Όχι, γιατί ακόμα και το κοτόπουλο έχει λιπαρά. Θα τη μαγειρέψουμε με στήθος γαλοπούλας που ‘ναι σαν σόλα, αλλά δεν έχει ίχνος λιπαρών», «Θα την αβγοκόψουμε, σεφ, στο τέλος;», «Όχι γιατί το αβγό επιβαρύνει τη χοληστερίνη. Εγώ τη λούζω με ροδόνερο», «Μαρούλια, φαντάζομαι, θα βάλουμε», «Όχι, γιατί νεότερες έρευνες έδειξαν ότι στα φύλλα του μαρουλιού επικάθεται μια ουσία που ευθύνεται για το σπάσιμο των νυχιών και γι΄ αυτό να προτιμάτε ρόκα και μάλιστα τα κοτσάνια της και μόνον»
 
«Κοκορέτσι θα μαγειρέψουμε, σεφ;», «Βεβαίως. Τίποτα δεν θα στερηθείτε. Θα είναι ένα εναλλακτικό κοκορέτσι. Με σχοινόπρασο το οποίο θα έχετε μαρινάρει σε μπαλσάμικο και μελάσα από βραδύς και θα παίξει εξαιρετικά τον ρόλο του εντέρου», «Και μέσα, σεφ;», «Μέσα θα βάλουμε πιπεριές τριών χρωμάτων και λαχανικά διάφορα, μελιτζάνες, κολοκύθια, τον ανθό του κολοκυθιού και τον ανθό της παπαρούνας και άφθονο κουκουνάρι για να ξεγελάει το δόντι και οπωσδήποτε τζίντζερ.
 
Επίσης, του πάει εξαιρετικά ο τραχανάς, για να τιμήσουμε και την παράδοση και καρύδια μαζί με το τσόφλι γιατί στο τσόφλι του καρυδιού είναι όλες οι βιταμίνες», «Θα το ψήσουμε στα κάρβουνα, σεφ;» «Όχι, το κάρβουνο, ως γνωστόν, είναι καρκινογόνο γι΄ αυτό να προτιμήσετε να το ψήσετε στον ατμό», «Μα, πόσο χρήσιμες είναι οι πληροφορίες που μας δίνετε! Θα μας μιλήσετε και για το αρνί, σεφ;»,
 
«Αλίμονο! Τέτοιες μέρες επιβάλλεται. Στην κοιλιά του αρνιού να βάλετε ψιλοκομμένο νεροκάρδαμο, λεβάντα και τσουκνίδες, όσο πιο ξερές. Επίσης, να του τρυπήσετε τα μπούτια και να βάλετε σέλερι και μαντζουράνα. Του πάει εξαιρετικά. Στο στόμα, ανοίξτε τη σιαγόνα του άφοβα, να βάλετε ανά δόντι ένα μύρτιλο που είναι αντιγηραντικό και βοηθάει στην καλή κυκλοφορία του αίματος και πασατέμπο που έχει μεγάλη ποσότητα σιδήρου», «Ενδιαφέρον ακούγεται, σεφ! Μουυυυυυυυυ τέλειο! ΜΟΟΥυυυυυυ! Πεθαίνω! Λιώνω!».
 
«Και σας έχω κι άλλο ένα μυστικό. Στο κεφάλι του αρνιού να δημιουργήσετε κάτι σαν μαντήλι (που φοράνε οι γριές στα χωριά, για να τιμήσουμε και την παράδοση) από δεντρολίβανο και κουκουνάρια ολόκληρα, βουτηγμένα σε μπούκοβο που βοηθάνε την πέψη και να το περιλούσετε με χτυπημένα φασόλια που βοηθάνε τον φυσικό εξαερισμό του σώματος. Στα μάτια του δε, να βάλετε ολόκληρα λάιμ».
 
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ το ΑΡΝΙ ΕΦΑΓΩΘΕΙ … και η προβατοποιημένη ανθρωπότητα εξακολουθεί να κοιμάται και να τρώγεται !!

«Religulous» Η θρησκευτική παράνοια
 
Επίθεση με χιούμορ στη θρησκευτική παράνοια και τον φονταμενταλισμό.
 
Στη νοτιοανατολική γωνιά της Μεσογείου, σε μερικές εκατοντάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα άνυδρης γης που η μοίρα, την καταράστηκε να θεωρείται «ιερή» για τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, εκτυλίσσεται εδώ και αιώνες ένα ατελείωτο αιματοκύλισμα, με τελευταία πράξη του δράματος τις χιτλερικής έμπνευσης επιθέσεις του πάνοπλου Ισραήλ κατά του παλαιστινιακού λαού. Κάτι ξέρουμε κι εμείς οι Έλληνες από «ιερά» αφού έχουμε κι εμείς ολόκληρο ιερό βράχο, άσχετα αν τον έχουμε κάνει σκουπιδότοπο, ενώ τον κατέστρεψαν αυτοί που προσκυνάμε!! Στην Ελλάδα μας όλα είναι «ιερά» το ιερό Ελληνικό χώμα που είναι βγαλμένο μαζί με την ιερή λευτεριά, από τα ιερά Ελληνικά κόκκαλα … και πάει λέγοντας.
 
Σε γειτονικές χώρες, το φανατικό Ισλάμ έχει ξεκάθαρα σηκώσει κεφάλι, ριζώνοντας την επιρροή του σε μια γεωγραφική έκταση που ξεκινάει από την Ινδονησία, διέρχεται όλη τη Μέση Ανατολή και καταλήγει στη Βόρεια Αφρική. Συνέπεια τούτου είναι οι συστηματικοί και βίαιοι διωγμοί χιλιάδων χριστιανών διαφόρων δογμάτων και η καταστροφή των χώρων λατρείας τους, κυρίως σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Συρία, η Αιθιοπία και αλλού. Το χαλιφάτο μάγκες μου δεν έρχεται ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΕΔΩ. Αλλά και στην τεχνολογικά προηγμένη, «ουδετερόθρησκη» Δύση του κοσμικού κράτους και του Διαφωτισμού, ο ρόλος της θρησκείας δεν τείνει μειούμενος, απεναντίας μάλιστα. Παραπάνω από τους μισούς κατοίκους των ΗΠΑ εξακολουθούν να πιστεύουν ακλόνητα και κυριολεκτικά ότι ο πλανήτης μας είναι δημιούργημα των τελευταίων 5.500 χρόνων ενός Παντοδύναμου Θεού ο οποίος έστειλε τον εαυτό του, μέσω μιας παρθένας με 12 παιδιά, σε αποστολή αυτοκτονίας για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος επειδή μια εβραία γυμνίστρια κάποτε δάγκωσε ένα μήλο παρασυρμένα από ένα ομιλόν φίδι. Δεν υπάρχει ελπίδα για το ανθρώπινο ζώο!!!
 
Η επιστημονική πραγματικότητα -όση πραγματικότητα διαθέτει κι αυτή-  της Εξέλιξης, θεωρείται «βλασφήμια» από τους φανατισμένους θρησκόληπτους, που καταφέρνουν μέχρι σήμερα τον εξοβελισμό της διδασκαλίας της από το σχολικό πρόγραμμα, με τον κατήφορο της  χριστιανικής παράνοιας να νικάει κατα κράτος την ανθρώπινη λογική. Ο πρώην πλανητάρχης Μπους, επί της προεδρίας του οποίου επαναπυροδοτήθηκε η μπαρουταποθήκη της Μέσης Ανατολής, διατεινόταν ότι επικοινωνεί με τον Θεό -ο «δικός μας», ο «πυροβολημένος» υπαλληλίσκος της Μέρκελ δεν είπε δα και κάτι πρωτότυπο ισχυριζόμενος τον ίδιο ακριβώς παραλογισμό. Σε κάθε περιοχή της γης, φορείς της θρησκείας ασκούν τον ασφυκτικό τους έλεγχο σε πολλούς τομείς της δημόσιας ζωής, αλλού λιγότερο και αλλού περισσότερο. Ραββίνοι, μουλάδες, πάπες, τηλε-ευαγγελιστές, ορθόδοξοι μητροπολίτες και κάθε λογής τσαρλατάνοι που πουλάνε δήθεν μεταφυσικά φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες, συνεχίζουν να επηρεάζουν μεγαλύτερα ακροατήρια κόσμου σε σχέση με εκλεγμένους πρωθυπουργούς και ηγέτες.
 
Οι μειλίχιες ανθρωπιστικές εκκλήσεις ελάχιστων πεφωτισμένων διανοουμένων όλων των θρησκειών μοιάζουν να καταπνίγονται μέσα σε τόνους φανατισμού, απαιδευσιάς, παράνοιας και μίσους που αποτελούν την κρίσιμη μάζα του θρησκευτικού φαινομένου. Τι ακριβώς συμβαίνει στην, ξεθυμασμένη πια, αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα; Πώς κατάφερε ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός και ο ανορθολογισμός (σε αυτόν πρέπει να συμπεριληφθεί και ο νεοταξίτικος μεσσιανικός ανορθολογισμός των «αγορών» και του κρισιακού καπιταλισμού) να υπερκεράσει την εμπιστοσύνη στα τεχνολογικά και πνευματικά κατορθώματα των τελευταίων δύο αιώνων;
 
Γιατί η πίστη σε μεταφυσικές δοξασίες που γεννήθηκαν στην Εποχή του Χαλκού, στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και στις ερήμους του 7ου αιώνα μ.κ.ε. παραμένει τόσο ισχυρή σε μια εποχή όπου έχει αποκρυπτογραφηθεί το ανθρώπινο DNA και η NASA εξετάζει το ενδεχόμενο ύπαρξης πλανητών σε απόσταση μερικών ετών φωτός από τον δικό μας, ικανών να φιλοξενήσουν ζωή; Όλα τα παραπάνω, και πολλά ακόμη, επιχειρεί να κατανοήσει το ντοκιμαντέρ του 2008 με τον εύστοχο τίτλο «Religulous». Η κύρια διαφορά του Religulous από αντίστοιχα αξιόλογα ντοκιμαντέρ, όπως π.χ. του εξελικτικού βιολόγου Richard Dawkins, είναι ότι μεταχειρίζεται το χιούμορ. Ο γνωστός Αμερικανός κωμικός, ηθοποιός, τηλεπαρουσιαστής και σατιρικός συγγραφέας Bill Maher δεν χάνει ευκαιρία να αντιπαρατεθεί στην ανθρώπινη βλακεία, τη φανατίλα και τον ανορθολογισμό με μπόλικο χιούμορ και ανελέητο τρολλάρισμα. Εκ του αποτελέσματος δείχνει να το πετυχαίνει πολύ καλά.
 
Ξεκινώντας από τους τηλε-ευαγγελιστές και μερικές από τις χιλιάδες διάσπαρτες προτεσταντικές παραφυάδες που ευδοκιμούν στις ΗΠΑ και καταλήγοντας στην Ιερουσαλήμ, στο Βατικανό και αλλού, ο Maher έρχεται αντιμέτωπος με όλα τα φάσματα των σημαντικότερων δογματικών πίστεων, από τον χριστιανισμό και τον ιουδαϊσμό μέχρι τον ισλαμισμό, αλλά και λιγότερο διαδεδομένων δοξασιών, όπως η σαηεντολογία, επισκέπτεται ακόμα και έναν ναό … κάνναβης στο Άμστερνταμ! Χωρίς πολλά περισσότερα λόγια, το Religulous αξίζει την προσοχή σας, ειδικά αν δεν το έχετε δει.

Η χήρα της Εφέσου

Η ιστορία που θα διαβάσετε γράφτηκε το 100 π.Χ. απ’ τον Αριστείδη τον Μιλήσιο. Ο Αριστείδης είναι -απ’ όσο γνωρίζουμε- ο πρώτος άνθρωπος που έγραψε διηγήματα. Ως διήγημα εννοούμε μικρά κείμενα μυθοπλασίας, όχι μύθους, χωρίς ημίθεους, χωρίς Ατρείδες.


Εκείνη την εποχή, καθώς οι Ρωμαίοι κατακτούν ολόκληρο τον γνωστό κόσμο, αυτού του είδους οι ιστορίες αποκαλούνταν «μιλήσια». Κι όπως θα διαπιστώσετε η θεματολογία τους και ο τρόπος ανάπτυξης των χαρακτήρων θυμίζει σύγχρονα διηγήματα.

Το συγκεκριμένο, Η Χήρα της Εφέσου, μεταγράφτηκε από πολλούς. Τον Πετρώνιο στη Ρώμη, τον Salisbury τον 12ο αιώνα, τον La Fontaine τον 17ο αιώνα, τον Βολταίρο τον 18ο αιώνα, τον Fry στον 20ο αιώνα. Κι έτσι έφτασε μέχρι την εποχή μας.

Ο Νίκος Γκάτσος γνώριζε την ιστορία, όπως φαίνεται απ’ τον στίχο «Μια χήρα από την Έφεσο δεν ήμουνα ποτές δεν είχα στρατιώτες για εραστές».

Την ξαναγράφω, 2120 χρόνια μετά -και πιθανότατα για πρώτη φορά στο διαδίκτυο.

Η Μαριάνθη ήταν κορίτσι από καλή οικογένεια της Εφέσου, με τα λατινικά της και τη λύρα της. Ήταν δεκαεφτά χρονών όταν γνώρισε τον Φειδία.

Εκείνος ήταν πλούσιος απ’ τα γεννοφάσκια του. Ο πατέρας του ήταν έμπορος μαρμάρου. Έφερνε στην Έφεσο τα καλύτερα μάρμαρα απ’ τις Κυκλάδες, για να χτίζουν τους ναούς και τα μέγαρα.

Όμορφος και νέος ο Φειδίας, πεντάμορφη η Μαριάνθη, ερωτευτήκανε σφόδρα. Ο γάμος τους ήταν σπουδαίο κοινωνικό γεγονός της πόλης, και παρευρέθηκαν στρατηγοί, φιλόσοφοι και ποιητές, απ’ όλη την Ιωνία, την Ελλάδα και τη Ρώμη.

Όμως η ευτυχία τους κράτησε πολύ λίγο. Πριν καλά καλά τελειώσει ο μήνας του μέλιτος ο Φειδίας αρρώστησε. Όσο και να προσπάθησαν με αφαιμάξεις και βεντούζες, με ομοιοπαθητικά του Ιπποκράτη και θυσίες στους θεούς, ο νέος ξεψύχησε μια μέρα του Απρίλη, που όπως λέει ο ποιητής είναι ο πιο σκληρός μήνας.

Τον σαβάνωσαν, τον έκλαψαν και τον έβαλαν σ’ έναν υπέργειο τάφο, λίγο έξω απ’ τα προάστια της Εφέσου.

Σαν τέλειωσε η τελετή όλοι ξεκίνησαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, θλιμμένοι σίγουρα, μα χαρούμενοι απ’ την άλλη που ήταν ακόμα ζωντανοί.

Μα η Μαριάνθη δεν μπορούσε να φύγει. Έμεινε μέσα στο τάφο, δίπλα στο πτώμα του νεαρού της συζύγου μοιρολογώντας. Οι γονείς της προσπάθησαν να την πάρουν, αλλά εκείνη δεν ήθελε. Αφού κουράστηκαν να την τραβολογούν άφησαν μια υπηρέτρια να την προσέχει κι έφυγαν κι εκείνοι.

Πέρασε η πρώτη μέρα κι η Μαριάνθη δεν σταμάτησε τις οιμωγές. Φαΐ δεν ήθελε να βάλει στο στόμα της, ούτε νερό ούτε να πλαγιάσει να ξεκουραστεί.

«Θα πεθάνω εδώ μαζί σου», φώναζε στο πτώμα.

Τη δεύτερη μέρα οι γονείς της προσπάθησαν να την πάρουν με τη βία. Αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια μαινάδα, που επιτέθηκε ακόμα και στην ίδια της τη μάνα. Και αφού την άφησαν συνέχισε να κλαίει.

Στην Έφεσο όλοι έμαθαν για την αφοσίωση και το δράμα της χήρας. Οι πεθερές έλεγαν στους γιους της πώς θα ‘θελαν να μοιαζε η νύφη τους με τη Μαριάνθη. Κι οι ανύπαντροι ονειρεύονταν να έβρισκαν κι εκείνοι μια τέτοια γυναίκα, πιστή μέχρι θανάτου.

Την τρίτη μέρα σταύρωσαν σ’ ένα χωράφι παρακείμενο στον τάφο του Φειδία τρεις αντάρτες. Ο Ρωμαίος τοποτηρητής έβαλε και εικοσιτετράωρη σκοπιά, για να μην πάνε οι συγγενείς των ληστών να κλέψουν τα πτώματα, και πουν μετά ότι αναστήθηκαν.

Το πρώτο βράδυ είχε βάρδια στους σταυρούς ένας νέος λεγεωνάριος, με καταγωγή απ’ τη Σικελία, ο Φάμπιους. Εκείνος ήταν φτωχικής καταγωγής, με άλλα δώδεκα αδέλφια στην οικογένεια. Είχε καταταγεί για να γλιτώσει απ’ το φάσμα της φτώχειας, αλλά και για να γνωρίσει τον κόσμο, που τότε οι Ρωμαίοι τον είχαν κατακτήσει ολόκληρο.

Όπως στεκόταν κάτω απ’ τους σταυρούς ο Φάμπιους άκουσε κλάματα και θρήνους. Πήγε προς το μέρος όπου ακούγονταν κι είδε φως να τρεμοπαίζει σ’ έναν μισάνοιχτο τάφο. Μπήκε μέσα και βρήκε τη Μαριάνθη να οδύρεται, ενώ η υπηρέτρια προσπαθούσε να την ηρεμήσει -μπας και καταφέρει να φύγει από κει.

Σαν είδε την Μαριάνθη ο Φάμπιους τυφλώθηκε. Η χήρα είχε σκίσει λίγο το ένδυμα της και το αριστερό της βυζί ξεπρόβαλε όλο ζωή και σφρίγγος. Και το πρόσωπό της, παρά τη θλίψη και το κλάμα, ήταν όμορφο σαν της Αφροδίτης. Άλλωστε η θλίψη των γυναικών πάντα κάνει τους άντρες να συγκινούνται, ειδικά αν συνδυάζεται μ’ ένα γυμνό στήθος.

Ο Φάμπιους έμαθε την ιστορία της χήρας απ’ την υπηρέτρια. Καθώς κι ότι είχαν τρεις μέρες να φάνε και να πιουν. Έφυγε τρέχοντας στη σκοπιά κι έφερε το φαγητό του κι ένα ασκί με κρασί μπρούσκο.

Το πρότεινε στη χήρα, μιλώντας όσο καλύτερα μπορούσε τα ελληνικά (που ήταν παγκόσμια γλώσσα εκείνα τα χρόνια).

«Σταμάτα, κυρά μου, να θρηνείς», της είπε.

«Θα θρηνώ μέχρι να πεθάνω», απάντησε η Μαριάνθη.

«Μα ο άντρας σου δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο. Θα ήθελε να ζήσεις όσα εκείνος έχασε.»

«Ο άντρας μου!» έκανε η Μαριάνθη. «Ο Φειδίας μου!»

Κι άρχισε να κλαίει ξανά και να σχίζει τα ιμάτια της.

Ο Φάμπιους έμεινε μήπως κι έβγαινε και τίποτα άλλο στη φόρα. Έπιασε την κουβέντα με την υπηρέτρια, της πρότεινε κι εκείνης να φάει και να πιει. Η υπηρέτρια, που καημό άλλο δεν είχε απ’ το να γυρίσει σπίτι και να φάει, ξεκίνησε να κατεβάζει το μπρούσκο με το παστό, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Σαν την είδε να τρώει και να πίνει, η Μαριάνθη πείνασε κι εκείνη. Πήρε δειλά και κλαίγοντας μια μπουκιά πίτα στην αρχή, μετά λίγο κρέας. Τρώγοντας ανοίγει η όρεξη. Ξεκίνησε να τρώει και να πίνει -κι ήταν σαν να έτρωγε πρώτη φορά στη ζωή της.

Σαν τη ζάλισε λιγάκι το κρασί, που ήταν νεμεώτικο κοκκινέλι, πρόσεξε καλύτερα τον Φάμπιους. Τον είδε που ήταν όμορφος και νέος, της θύμισε τον μακαρίτη τον άντρα της. Είχε και καλούς τρόπους, ευγενικός, Ρωμαίος, στρατιώτης. Είχε μαύρα μάτια κάρβουνα, σισελιάνικα, κι ωραίες μπούκλες. Κι όπως είχε βγάλει τον θώρακα για να φάει έβλεπε να διαγράφονται οι μυς.

Ήπιε λίγο ακόμα η Μαριάνθη, κι όπως ήταν άμαθη με το ποτό, μέθυσε. Πήγε λίγο πιο κοντά στον Φάμπιους, ακούμπησε στο στήθος του για να την παρηγορήσει. Ένιωσε τον χτύπο της καρδιάς της και το δυνατό του χέρι στην πλάτη της. Κι όταν εκείνος της είπε ένα ρητό του Επίκουρου για της ζωή (κάτι που έμοιαζε με You only live once, yolo), δεν βαστήθηκε και ξεκίνησε να τον φιλάει.

Ξάπλωσαν οι δυο τους δίπλα στο πτώμα του μακαρίτη κι έκαναν όσα κάνουν οι άνθρωποι και τα ζώα. (Για την υπηρέτρια ο Αριστείδης δεν αναφέρει τι έκανε, αν πήρε μέρος στην ερωτική συνεύρεση ή αν μόνο κρατούσε -κυριολεκτικά- το φανάρι.)

Σαν χόρτασαν έρωτα σηκώθηκε ο Φάμπιους και πήγε στη σκοπιά του να φέρει κι άλλο φαΐ. Κι εκεί αντιλήφθηκε έντρομος ότι κατά την απουσία του κάποιοι είχαν πάει κι είχαν κλέψει έναν σταυρωμένο.

Γύρισε στον τάφο του Φειδία συντετριμένος. Αυτή η κλοπή σήμαινε την καθαίρεση του απ’ τη λεγεώνα, την ατίμωση του. Είπε στη Μαριάνθη ότι την αγαπάει κι έβγαλε το ξίφος. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος απ’ την αυτοκτονία.

Η Μαριάνθη του έπιασε το χέρι και του είπε λάγνα: «Απ’ το να πεθάνει ένας ζωντανός προτιμώ να σταυρωθεί ένας πεθαμένος.»

Δεν χρειάστηκε να πει κάτι άλλο. Κι οι τρεις τους έπιασαν να ξεντύνουν τον σαβανωμένο. Πήραν το πτώμα του Φειδία και το σταύρωσαν στη θέση του κλεμμένου ληστή. Σφράγισαν τον τάφο για να μπει κανείς ποτέ ξανά.

Έτσι η ζωή κι ο έρωτας θριάμβευσαν. Έκαναν έρωτα μερικές φορές ακόμα, αλλά μετά χώρισαν οι δρόμοι τους. Η Μαριάνθη είχε πολλούς εραστές και πέθανε χαμογελώντας, σε βαθιά γεράματα. Ο Φάμπιους κατάφερε να γίνει εκατόνταρχος.

Όσο για την υπηρέτρια… Εκείνη διηγήθηκε αυτή την ιστορία σε μένα, στον Αριστείδη τον Μιλήσιο.

Ανεκδοτάκια... Της ''Μεγάλης'' Εβδομάδος

Περνάει αμέριμνος ο Ρωμαίος στρατιώτης κάτω από το σταυρό του Χριστού. Και ο Χριστός του λέει:

- Τι θα γίνει ρε μάγκα θα πιούμε κάνα ξύδι;
-------
Κυβέρνηση ΣΥΡIΖΑ: Να υπενθυμίσουμε και τα συνθήματα, για όσους πάνε στην πορεία του επιτάφιου:
- Εμπρός, Χριστέ, μη σκύβεις το κεφάλι, ο μόνος δρόμος είναι Ανάσταση και πάλι.
- Ιούδα, κουφάλα, έρχεται κρεμάλα.
- Ούτε στο σταυρό ούτε στις φυλακές, ο Ιησούς δε λύγισε ποτές.
- Ρωμαίοι, λέρες ακόμα λίγες μέρες.
- Ο πιστός δεν ξεχνά τον Ιούδα τον κρεμά.
- Βενζίνη και μπουκάλι στου Ιούδα το κεφάλι.
- Η αλληλεγγύη κάνει τον κόσμο μας ωραίο, λευτεριά στο σύντροφο Ιησού τον Ναζωραίο.
- Ένας στο σταυρό, χιλιάδες στο ναό.
- Ρωμαίοι - Φαρισαίοι - Συναγωγή, όλα τα καθάρματα δουλεύουνε μαζί
- Σε κάθε γωνία υπάρχει λεγεώνα, η χούντα δεν τελείωσε τον 1ο τον αιώνα (μ.χ.)
- Τους χόρτασε μπαρμπούνια στο Γάμο της Κανά, όμως στις εκλογές ψηφίζουν Βαραββά.
-------
- Λάζαρε δεύρω έξω.
- Δεν μπορώ τώρα Κύριε. Είμαι πτώμα
-------
  Μαζεύτηκαν οι μαθητές και ο Χριστός για το Μυστικό Δείπνο και παραγγέλνουν γύρους...
–  Εγώ θέλω ένα γύρο πίτα απ΄ όλα!  Λέει ο Πέτρος.
–  Κι εγώ, λέει ο Ιωάννης.
–  Εγώ ένα γύρο μόνο πατάτες ντομάτα μέσα,  λέει ο Ιάκωβος .
–  Και γω ένα γύρο χωρίς κρεμμύδι,  λέει ο Ιούδας.
Και γυρνάει ο Χριστός και του λέει:
–  Γιατί ρε; Θα φιλήσεις κανέναν;
--------
“Επιτέλους σταύρωσα γκόμενο”
Μαρία Μαγδαληνή 33 μ.Χ
-------
Γιατί ο Χριστός σφυρίζει πάνω στο σταυρό;
Για ξεκάρφωμα...
--------
- Μποντ.  Τζέιμς Μποντ.
- Ανέστης.  Αληθός Ανέστης...

Η αξιοθρήνητη θρησκευτική μας παράνοια και… τα ζόμπι της Καινής Διαθήκης!

Νεκροζώντανα Ζόμπι παρέλασαν μέσα στην Ιερουσαλήμ, για να γιορτάσουν την ανάσταση του Ιησού!

Ως που μπορεί να φτάσει αλήθεια η θρησκευτική μας παράνοια, η μυθομανία και η αγάπη μας στα θεολογικά κόμιξ, πριν χαρακτηρισθούμε επισήμως ως θεολογικά αλλοπαρμένοι;

Αν σας έλεγαν πως η γενική πρόβα της χριστιανικής ανάστασης έχει ήδη γίνει με επιτυχία, και μάλιστα πολλοί νεκροί, ήδη σηκώθηκαν από τους τάφους τους και περπάτησαν καμαρωτοί μέσα σε μια πολυσύχναστη πόλη όπως η Ιερουσαλήμ… θα το πιστεύατε;

Ε, λοιπόν αυτό πιστεύετε ήδη αποδεχόμενοι τον χριστιανισμό και τις εβραϊκές παρα-μυθοπλασίες των εβραϊκών γραφών!

Απ’ την άλλη μεριά, μήπως είναι καιρός να παραλεχθούμε πως όλοι εμείς, τα μονίμως απονήρευτα κουτάβια, πίνοντας απ’ τον θεολογικό μανδραγόρα αυτής της θρησκείας, υπήρξαμε σε τέτοιο αξιοθρήνητο βαθμό "υπνωτισμένοι" (κατ’ ουσία μαγεμένοι), αφού ανεχθήκαμε αδιαμαρτύρητα, κυριολεκτικώς τα πάντα... και δεχθήκαμε ως θεόπνευστες, ακόμα και τις πλέον τερατώδεις και ανατριχιαστικές εικόνες, με νεκροζώντανα ζόμπι να παρελαύνουν μέσα στην Ιερουσαλήμ, γιορτάζοντας την ανάσταση κάποιου Ναζιραίου;!

Ναι, ακριβώς αυτό λέει ο Ματθαίος ότι συνέβη, την ώρα που ο Ιησούς παρέδωσε το πνεύμα: «ο δε Ιησούς κράξας αφήκε το πνεύμα. Και το καταπέτασμα του Ναού εσχίσθη... και η γη εσείσθη και οι πέτρες εσχίσθησαν». Μέχρις εδώ καμία αντίρρηση, σε όσα μυθολογικά θέλει ο Ματθαίος να συμβαίνουν στον θάνατο του Ιησού, όμως η συνέχεια γελοιοποιεί βάναυσα κάθε έννοια θεολογικής παραμυθολογίας: «και τα μνημεία άνοιξαν και πολλά σώματα των νεκρών αγίων ηγέρθησαν και εξελθόντες εκ των μνημείων μετά την έγερση (ανάσταση) αυτού (του Ιησού) εισήλθαν εις την άγια πόλη και ενεφανίσθησαν σε πολλούς» Ματθ.27.50-54.

Το συγκεκριμένο εδάφιο, είναι εντελώς παρανοϊκό!
Όχι μόνο σηκώνονται μαζικά νεκροί από τους τάφους... αλλά ενώ ξύπνησαν απ’ τον σεισμό (την ώρα του θανάτου του Ιησού) προσέξτε, δεν αποφασίζουν να μπουν στην πόλη, παρά μόνο μετά την ανάσταση του Ιησού, ώρες (ή κατά την παραδεδεγμένη πίστη τρεις μέρες) αργότερα!

Δηλαδή, μόλις ο Ιησούς παρέδωσε το πνεύμα, όχι μόνο έγινε ένας μεγάλος σεισμός, (τα ίδια έλεγαν για τον θάνατο, του Κύρου, Αλέξανδρου, Καίσαρα και... άλλους) αλλ’ απ’ αυτόν, "ξύπνησαν" (αναστήθηκαν) πολλοί αρχαίοι άγιοι... όπως ο Αβραάμ, ο Ιωσήφ, ο Μωυσής, ο Ηλίας, ο Δανιήλ, και δεκάδες άλλοι προπάτορες και προφήτες της βιβλικής ιστορίας!

Αλλά... δεν σηκώθηκαν αμέσως από τους τάφους… βλέπεις, μετά από τόσους αιώνες νεκρικής ακινησίας χρειάζεται και κάποιος χρόνος για το σχετικό ξεμούδιασμα. Ή αν σηκώθηκαν αμέσως και πεταχτήκαν έξω από τους τάφους τους με την ζωντάνια του φρέσκο-αναστημένου νεκρού… για να μην προηγηθούν φανερά της ανάστασης του Ιησού, περίμεναν κάπου κρυμμένοι, ώρες ή μέρες ολόκληρες, πρώτα να αναστηθεί ο Ιησούς, η υποτιθέμενη: «απαρχή των
κεκοιμημένων» (Α΄Κορ.15.20) και μόνο «μετά την έγερση (ανάσταση) αυτού» του αρχηγού της ανάστασης, αποφάσισαν να βγουν απ’ τις κρυψώνες τους, και όλοι μαζί έκαναν μια χαρούμενη πασχαλινή παρέλαση μέσα στην πόλη!

Τώρα, πως γίνεται να ανασταίνονται πρώτα τα ζόμπι των αγίων της Παλαιάς Διαθήκης, και μετά ο Ιησούς, και παρ’ όλα αυτά, ο Ιησούς να είναι «η απαρχή των κεκοιμημένων», αυτό μόνο ο η χριστιανική λογική μπορεί να μας το εξηγήσει!

Ναι, κάπου εδώ χάνεται πλέον οριστικά κάθε αίσθηση μέτρου!
Κι όμως, αυτά ακριβώς λέει ο ευαγγελιστής Ματθαίος... Οι άγιοι της Π. Διαθήκης, σέρνοντας πίσω τους τα λειωμένα σάβανά τους, παρέλασαν καμαρωτοί μέσα στην πόλη!

Ναι, τα περί "λιωμένων κουρελιών" δεν είναι δική μας κακοήθεια… εκτός κι αν δίπλα στο θαύμα της ανάστασης των ζόμπι, προσθέσετε και την "ανάσταση ρούχων και σανδαλίων", ή υποπτευθούμε κάποια μυστική και άκρως ενημερωμένη υπηρεσία ολοζώντανων, που παρασκηνιακά ανέλαβαν τα σχετικά ενδυματολογικά καθήκοντα.

Υποθέτω δε, πως αυτή η δεύτερη ενδυματολογική εκδοχή, πρέπει οπωσδήποτε να απορριφθεί, μια και ένα ολόφρεσκο αναστημένο πτώμα, με κανονικά ρούχα και συμπεριφορά, όχι μόνο δεν θα έπειθε κανέναν, αλλά θα τραυμάτιζε ανεπανόρθωτα την ευαίσθητη ψυχολογία των ζόμπι, που θα ανάλωναν όλο τους τον χρόνο σε όρκους… που δεν θα πίστευε κανένας. Έτσι αντί για κραυγές έκπληξης και φόβου, χάχανα και γέλια θα γέμιζαν την πόλη και όχι ανατριχίλες θεού και τσουνάμι πίστης. Η αρχική μας λοιπόν εκτίμηση περί της τυπικής κουρελοειδούς περιβολής των τυπικών ζόμπι… είναι και η επικρατέστερη.

Παρ’ όλα αυτά (σύμφωνα πάντα με την "θεόπνευστη" αφήγηση) κάτι δεν πρέπει να πήγε και τόσο καλά! Το περίεργο είναι πως, ενώ νυχτιάτικα ένα ολόκληρο λεφούσι από ζόμπι εισβάλει, στην κατάμεστη από κόσμο Ιερουσαλήμ… περιέργως, τίποτε το ιδιαίτερο δεν παρατηρείται!

Ο μοναδικός αφηγητής και ο εμπνευστής αυτής της παραμυθένιας εικόνας (ο Ματθαίος και μόνο αυτος!) διαβλέποντας εξαιρετικές αφηγηματικές επιπλοκές, δεν αναφέρει τίποτε περισσότερο γύρω από το κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός, της μαζικής ανάστασης τρισένδοξων μάλιστα προσωπικοτήτων της εβραϊκής προϊστορίας, όπως ο Αβραάμ και ο Μωυσής! Μάλιστα οι υπόλοιποι ευαγγελιστές, αγνοούν επιδεικτικά ολόκληρο το περιστατικό, για τους ιδίους φαντάζομαι λόγους.

Όσο κι αν ψάξετε στα πατρολογικά κείμενα, δεν θα βρείτε πουθενά έναν ανάλογο σχολιασμό του συγκεκριμένου εδαφίου, παρά μόνο μια ξερή παράθεση του. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται κυριολεκτικά για την αχίλλειο πτέρνα της Καινής Διαθήκης. Ένας που το τόλμησε, εισέπραξε τον τίτλο του Ψευδο-Μακαρίου, γράφοντας το έξεις ενδιαφέρον: «Ήγειρεν δε αυτούς εκ των τάφων… και ενεφανίσθησαν εν τη πόλει Ιερουσαλήμ και είδον τους εαυτών φίλους και συγγενείς και πάλιν εκοιμήθησαν». Pseudo-Macarius Scr. Eccl. Work #003 20.1.37

Νομίζω λοιπόν πως οι συντάκτες της Καινής Διαθήκης, μας έκρυψαν το καλύτερο. Φαντάζεστε τον Μωυσή βρώμικο και κουρελή, να περιδιαβαίνει την Ιερουσαλήμ αναζητώντας τρόπους αναγνώριση; Πολύ θα θέλαμε να είχαμε κάποιες διασκεδαστικές λεπτομερές, από τον βασανιστικό αγώνα του φρεσκο-αναστημένου κουρελή Μωυσή, να πείσει τους συμπατριώτες του, ότι πράγματι αυτός είναι εκείνος ο μέγας αρχαίος Μωυσής… και κάποια στιγμή ενώ φαίνεται να τα καταφέρνει… το κάλεσμα του τάφου ξαναχτυπά, και ο Μωυσής, μαζί με τα υπόλοιπα (πάντα κατά τον Ψευδο-Μακαρίο) αναστημένα ζόμπι, επιστρέφουν εσπευσμένα στους τάφους τους! Κανονικό θρίλερ δηλαδή!

Εμείς όμως μένουμε με τις εξής δικαιολογημένες απορίες: Πως πέρασαν απαρατήρητοι άλλοι αυτοί οι κουρελήδες αναστημένοι άγιοι; Τι νέα μας έφεραν από τον άλλο κόσμο; Μην ξεχνάτε μάλιστα πως ο ένας, ο Αβραάμ δηλαδή, ήταν και διευθυντής του Παραδείσου, και συνομιλούσε με τροφίμους της κόλασης, όπως τον πλούσιο της παραβολής του Λαζάρου (Λουκ.16.24)… ειδικά λοιπόν η δική του μαρτύρια, ως επίσημου θυρωρού του παραδείσου, θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα!

Είναι πραγματικά ειρωνικό. Δεν εξηγείται αλλιώς, κάποιοι παίζουν με τον πόνο μας. Χιλιετίες τώρα, ολόκληρη η ανθρωπότητα κόβει φλέβες για να μάθει έστω και το παραμικρό από το υποθετικό αυτό "επέκεινα", και ενώ εδώ έχουμε βεβαιωμένη την επιστροφή ολόκληρης διμοιρίας Εβραίων σοφών από εκεί, για κακή μας τύχη, αυτοί φαίνεται τελικά πως ήταν εντελώς μουγγοί, κι εμείς πάλι δεν μαθαίνουμε τίποτα! Τι στο καλό λοιπόν ήρθαν να κάνουν πίσω στην ταλαίπωρη γη μας... ολιγοήμερες σιωπηλές διακοπές;

Τόσοι αρχαίοι άγιοι και σοφοί λοιπόν που αναστήθηκαν, γιατί δεν καταδεχθηκαν να μας αφήσουν κάποια βαρύγδουπη σοφία; Σε ποιους εμφανίστηκαν και τελικά τι απέγιναν; Γιατί δεν ξεσηκώθηκε ξοπίσω τους ολόκληρη η κατάμεστη από κόσμο εορτάζουσα πόλη; Με ποιον τρόπο, πέρασαν ανάμεσά τους απαρατήρητοι ενώ ενεφανίσθησαν σε πολλούς, (δηλαδή σε ποιους; Μόνο σε ημέτερους;)... Γιατί δεν έγινε κοσμοσυρροή τέτοια, που θα μπορούσε να αφήσει πίσω της, μια απ’ τις εντονότερες καταγραφές στα ιστορικά αρχεία των Ρωμαίων;!

Όπως καταλαβαίνετε, εμείς δεν παρατραβάμε τίποτε! Αυτή είναι η κανονική εικόνα που δίνουν τα κείμενα... τα κείμενα των θρασύτατα ψευδόμενων, φαντασιόπληκτων και φοβοποιών μάγων της Βίβλου... που αιώνες τώρα δικαιολογημένα γελούν περιπαιχτικά με την ανίατα αρρωστημένη ευπιστία μας!

Προκύπτουν βέβαια κάποιες επιπλέον διασκεδαστικές απορίες. Τελικά γιατί αναστήθηκαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι... και τι απέγιναν όλοι αυτοί οι αναστημένοι άγιοι; Πώς τους υποδέχθηκαν οι «πολλοί» που είχαν την τύχη να τους συναντήσουν; Ποιοι είναι αυτοί οι «πολλοί» και γιατί δεν μας είπαν τίποτε; Πώς τους περιποιήθηκαν; Τους έπλυναν, τους έντυσαν και τους τάισαν; Άραγε μπορούσαν να κοιμηθούν μετά από τόσο ύπνο αιώνων… ή μήπως είχαν επιμονές αϋπνίες;

Πώς τους φάνηκε ο κόσμος τόσους αιώνες μετά; Γνώριζαν το γλωσσικό ιδίωμα της εποχής; Πως είδαν το ναό της Ιερουσαλήμ, για έναν θεό που μονίμως δήλωνε πως δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς; Τι απαντήσεις έδωσαν στις επίμονες ερωτήσεις για το πώς πέρασαν όλο αυτόν τον καιρό στον άλλο κόσμο; Τι είπαν για τον Άδη απ’ τον οποίο επέστρεψαν; Πόσοι ήταν στον σκοτεινό Άδη, και πόσοι στον Παράδεισο ή στην κόλαση; Τι είπαν για τους Έλληνες και τους Ρωμαίους που πρωτοαντίκρισαν;

Ο μέγας Μωυσής, πως αποδέχτηκε ρολό ασήμαντου κλητήρα, στην θεοκρατική διακυβέρνηση του Ισραήλ… που ο ίδιος δημιούργησε; Τι απέγινε ο Παράδεισος τον καιρό που απουσίαζε απ’ αυτόν, ο κλειδοκράτορας του εβραϊκού παράδεισου Αβραάμ;

Μήπως κάποιοι απ’ αυτούς έγραψαν και σημαντικότατα απομνημονεύματά, και κάποιοι κακοήθεις μας τα κρύβουν; Και μετά; Πόσο καιρό μετά ξαναπέθαναν;

Μια και ήταν ήδη άγιοι, δηλαδή μεγάλα ονόματα της Ιουδαϊκής ιστορίας... γιατί δεν ηγήθηκαν του Χριστιανισμού; Γιατί δεν κατάφεραν να εμπνεύσουν στο αδιόρθωτο φαρισαϊκό ιερατείο, την πιστή στον νέο-εμφανισθέντα Μεσσία Χριστό; Ή μήπως… τελικά πράγματι ηγήθηκαν του Χριστιανισμού, και αυτό ήταν και το μυστικό νόημα της ανεξήγητης και πραγματικά αλληγορικής αυτής εικόνας;!

Μήπως δηλαδή, με το τέλος της πετυχημένης "ανάστασης" του Ιησού, κάποιοι "νεκροί" άγιοι (προφήτες) δικαιώθηκαν (αναστήθηκαν) απολύτως... κι αυτό είναι όλο που υπονοείται στη γελοία μεν, αλλά ταιριαχτή αυτή αλληγορία, περί "ανάστασης" αρχαίων Εβραίων αγίων;

Μήπως δηλαδή, μόλις ολοκλήρωσε με επιτυχία την επικίνδυνη αποστολή του ο Ιησούς, στην μνήμη όλων, "ξύπνησε" ο Αβραάμ, αυτός που πρώτος δίδαξε την εικονική θυσία του γιού του; Μήπως με την ολοκλήρωση του άθλου της "ανάστασης", κάποιοι είδαν να δικαιώνεται μια ολόκληρη στρατιά μεγάλων προφητών, που με την ζωή και τα έργα τους, απέδειξαν ότι το κυνήγι του ακατόρθωτου, είναι ο φυσικός χώρος των προφητικών τεχνών; Μήπως η αλλαγή σκηνικού που πέτυχε ο Ιησούς, να περάσουν από τον βρυχώμενο και οργίλο Γιαχβέ, στον καλοσυνάτο και αγαπητικό βοσκό Ιησού, αποτελούσε και την κραταιά δικαίωση, άλλων εκείνων των αξιοθαύμαστων Εβραίων προφητών, που αιώνες πριν κατάλαβαν πως "χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις φίλησέ το";

Μήπως έτσι "αναστήθηκαν" οι μεγάλοι άγιοι του Ισραήλ, μόλις ο Ιησούς περαίωσε το "θέατρο της σωτηρίας" και την αναγκαία αλλαγή σκηνικού; Μήπως η πετυχημένη αποστολή του Ιησού, "ανέστησε" (δικαίωσε) πράγματι αλληγορικά και ηθικά, τους σημαντικότερους αγίους του Ισραήλ, και επιτέλους τους ανεγνώρισαν (τους "είδαν") πολλοί στην Ιερουσαλήμ, ενώ πρώτα (όπως οι Σαδδουκαίοι) τους αμφισβητούσαν, προσχωρώντας σταδιακά στον ελληνιστικό τρόπο ζωής; Μήπως εδώ, περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, η βιβλική αλληγορία, διασώζει πράγματι το ξεχωριστό κρυφό νόημά της;

Επιτέλους! Μήπως κάπου εδώ πρέπει να τελειώσει και η δική μας υπομονή, στα παραμύθια της ψεύτικης αυτής θρησκείας;!

Αναρωτιέμαι λοιπόν, άνθρωποι που είναι πρόθυμοι να πιστέψουν κυριολεκτικά οτιδήποτε γράφεται στην ιουδαϊκή Βίβλο, και επέτρεψαν αυτή τη "θεολογική λάσπη" της ιουδαϊκής πίστης, να εισχωρήσει τόσο βαθειά στον εγκέφαλο τους, πως θα μπορούσαν ποτέ, να ορθώσουν ένα αποφασιστικό φράγμα αντιρρήσεων και έλεγχου σε οποιονδήποτε τον επιβουλεύεται, εθνικά, οικονομικά, θεολογικά ή πολιτισμικά;

Μήπως εδώ μπροστά μας, βρίσκεται η εγκεφαλική διάφορα θηρευτών και θηραμάτων, που τελικά, είναι όντως κυριολεκτικά συντριπτική. Με τόσο λίγα εγκεφαλικά εφόδια αντίστασης ανάμεσα σε μας τους Έλληνες (και όχι μόνο), και τους Ιουδαίους δέσποτες μας, είναι πραγματικά, σαν να έχουμε αντιμέτωπους ανυπεράσπιστα μωρά, μπροστά σε καταχθόνιους ανθρωποφάγους γίγαντες! Κατάμαυρη λοιπόν είναι η προδιαγεγραμμένη μοίρα μας, αν δεν ξυπνήσουμε εγκαίρως από τον τρισάθλιο βιβλικό μας λήθαργο.

«Σύμφωνα με την χριστιανική Θεολογία οι νεκροί δεν έχουν απολέσει τη ζωή, αλλά κοιμούνται, βρίσκονται σε μια μέση κατάσταση και αναμένουν την δευτέρα παρουσία.»

Σύμφωνα με την λογική, τα ποίμνια έχουν απολέσει κάθε ικανότητα κρίσης και πράγματι κοιμούνται όρθια.

«Έτσι ο Χριστός, όποτε προέβη σε Ανάσταση, έδρασε όπως εμείς όταν θέλουμε να ξυπνήσουμε κάποιον.»

Όπως περίπου δηλαδή θέλουμε κι εμείς να ξυπνήσουμε μερικά από τα λιγότερο αποβλακωμένα σας ποίμνια…;.

«Γι' αυτό και στην Ανάσταση της Κόρης του Ιαείρου, όπως και στην Ανάσταση του υιού της χήρας της Ναϊν, δρα ταρακουνώντας τους απλά από το χέρι, ενώ στην περίπτωση του Λαζάρου, του λέγει "δεύρο έξω", και όχι "αναστήθιτι".»

Εννοούσε λες να βγει έξω χωρίς να αναστηθεί; Όπως περίπου τα ζόμπι δηλαδή;

Όμως ακόμα, γιατί την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου την αναφέρουν ο Μάρκος (5:37-40) και ο Λουκάς (8:51) που ΔΕΝ ήταν παρόντες στο θαύμα και ο Ιωάννης που υποτίθεται ότι ήταν παρών και το είδε, δείχνει ακολούθως να μην έχει ιδέα για το περιστατικό αφού δεν αναφέρει ΛΕΞΗ γι αυτό…;

Σε ότι επίσης αφορά την ανάσταση του Λαζάρου, τι ακριβώς νόημα είχε η ερώτηση του Ιησού: «που τον έχετε βάλλει;» (Ιωάν. 11:34)

Γιος του παντογνώστη άρχοντα του σύμπαντος ήταν που είχε την δύναμη να διατάξει τον νεκρό να αναστηθεί, αλλά …ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ που ήτανε;

Επίσης, τι διαφορά σπουδαιότητας είχε η συγκεκριμένη ανάσταση από αυτήν της κόρης του Ιαείρου που ο Ιωάννης την θυμάται τόσο καλά μιας και την αναφέρει λεπτομερώς;

Και γιατί την ανάσταση του Λαζάρου την αγνοούν οι υπόλοιποι μαθητές και την θυμάται ΜΟΝΟ ο Ιωάννης και ΚΑΝΕΝΑΣ άλλος;

Ήταν η σειρά των υπολοίπων να πάθουν ομαδικό Αλτσχάϊμερ εκτός του Ιωάννη που συνερχόταν από το εγκεφαλικό της προηγούμενης φοράς;

«Στην περίπτωση των Αναστάσεως που έχουμε κατά τη διάκρεια της Σταυρώσεως, πάλι το θαύμα γίνεται έναντι των λεγομένων δικαίων, οι οποίοι προσδοκούσαν Μεσσίαν, προεικονίζοντας ουσιαστικά την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, κατά Αυγουστίνον, τον Επίσκοπο Ιππώνος.»

Εγώ να ρωτήσω, τι ακριβώς έκαναν οι αναστημένοι περιμένοντας 2 ημέρες να μπουν στην Ιερουσαλήμ;

Τριγύριζαν εκεί στο νεκροταφείο ή πήγαν και περίμεναν κάπου αλλού; Πείναγαν αυτές τις 2 μέρες κι αν ναι έκλεβαν περιβόλια και κοτέτσια ή έτρωγαν τους περαστικούς;

Στην πόλη επίσης, μπήκαν ξεβράκωτοι ή έκλεψαν από πριν τα ρούχα περαστικών ή μήπως πάλι βρήκαν καμιά απόμερη μπουγάδα και κάπως βολεύτηκαν, πως ακριβώς έγινε;

Μετά που μπήκαν στην πόλη τι έκαναν; Πήγαν στο σπίτι που κατοικούσαν πριν από ίσως κάποιες γενιές, και αν ναι, τι είπαν στους τότε νόμιμους ιδιοκτήτες;
Διεκδίκησαν μαζί και τις παλιές τους περιουσίες πίσω ή όχι;
Μήπως πάλι δεν ενόχλησαν κανέναν και απλά έφυγαν μετανάστες κάπου αλλού;
Μπορεί λες να ξαναγύρισαν στους τάφους τους και ξαναθάφτηκαν μόνοι τους;
Καμία ιδέα για το τι μπορεί να έγινε, υπάρχει;

Η μελέτη του ιερού Αυγουστίνου έγινε από πολλούς και μάντεψε τα συμπεράσματα…

Οι σοβαρότεροι μελετητές διαπίστωσαν ότι ΔΕΝ ήταν λιγότερο βλαμμένος από τους υπόλοιπους που πίστευαν στα περί νεκραναστάσεων.

Εδώ ΔΕΝ πίστεψαν ΟΙ ΙΔΙΟΙ οι μαθητές του Ιησού στο ενδεχόμενο της ανάστασης του ιδίου που τον έζησαν από τόσο κοντά (τρόμαξαν όταν τον είδαν, άλλοι ήθελαν να τον αγγίξουν ή ακόμα και ο Θωμάς τον τσεκάρισε με το ..δάχτυλο), ο Αυγουστίνος που δεν είχε ιδέα τι έγινε 400 χρόνια πριν (πέρα απ’ όσα του έλεγαν), έχει τόσο αξιόπιστη άποψη που την επικαλείσαι κι όλας…;

Κι εδώ βέβαια μπορεί να επικληθεί το περί «θείας θέλησης» ή του «άγιου πνεύματος» ή «θείας φώτισης» ή όποια άλλη ανοησία σας κατέβει…

Κανένα «εγώ» δεν κερδίζει τη δύναμη του «εμείς»

«Σε νοιάζομαι». Εγώ.

«Νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον». Εμείς.

Πόση δύναμη κρύβει ένα «εμείς» και πόσο λίγο ή ανεπαρκές φαντάζει μπροστά του ένα «εγώ». Οι παραπάνω είναι δυο φράσεις που η κάθε μία φανερώνει τη δική της αλήθεια, μα η ουσία είναι πως άλλο αντίκτυπο έχουν τα ίδια λόγια με ένα «εγώ» να τα καθοδηγεί και άλλο με το «εμείς» να χαράζει πορεία.

Ακόμη κι αν δεν είναι αυτοσκοπός στη ζωή μας, υποσυνείδητα συχνά αναζητούμε τον άνθρωπο που θα μας πάρει από το χέρι και θα κάνει delete στην ταυτότητά μας ως μονάδα. Που θα μας χαρίσει απλόχερα την ικανοποίηση του να λέμε «εμείς μαζί». Κι εκείνο το μαζί να ακούγεται τόσο τρανταχτά που θα σβήνει κάθε μας αμφιβολία, αν υπάρχει κι αν πλανάται στον αέρα κάθε φορά που εμφανίζονται σύννεφα στη σχέση μας.

Ο κόσμος φτιάχτηκε για το «εμείς». Γιατί αν κάθε φορά που έπρεπε να ενεργήσουμε ως σύνολο δεν το κάναμε και κρυβόμασταν πίσω από ένα τρελά εγωιστικό «εγώ», τότε όλοι μας θα καταλήγαμε αβοήθητοι. Δεν υπάρχει πιο μοναχική λέξη από εκείνη που υποδηλώνει απουσία. Μπορεί να είναι το υποκείμενο με το οποίο ξεκινάνε όλα, αλλά αν θέλουμε να μιλάμε για ολοκληρωμένες προσωπικότητες δε θέλουμε να παραμείνουμε σε αυτήν τη μικρή λεξούλα. Θέλουμε να εξελιχθεί. Να γίνουν τα τρία γράμματα τέσσερα κι έτσι απλά η ισχύς να πολλαπλασιαστεί. Το «εμείς» είναι η καλύτερη και πιο εξελιγμένη εκδοχή ενός «εγώ» που δε φοβήθηκε να ρισκάρει.

Όποια κι αν είναι η αφετηρία ενός «εμείς», ο τερματισμός του θα είναι εξίσου δυνατός σε οποιαδήποτε σχέση γιατί πολύ απλά θα έχει να κάνει με ένα σύνολο και όχι με έναν. Κι όταν σε μια σχέση χρησιμοποιούμε το «εσύ» καταδεικνύοντας στον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας τη δική του συμπεριφορά, είναι σαν να τον στήνουμε στον τοίχο. «Εσύ» φταις, είπες, εννόησες, παρανόησες, υπέθεσες και κάθε λογής ρήμα που ταιριάζει με την ολοφάνερη επιθετικότητα του «εσύ».

Όταν το «εγώ» αρχίσει να αναζητά το «εμείς» συνειδητά, τότε όλα αλλάζουν. Νιώθουμε πως κάτι ολοκληρώνεται, δεν είναι τυχαίο άλλωστε που συχνά μιλάμε για «άλλα μισά» και για «αδελφές ψυχές». Ένα σωστό «μαζί» είναι ικανό να καταρρίψει κάθε ενδοιασμό και φόβο που μπορεί να κουβαλούσε ο καθένας κι ας είναι το λάθος εξίσου ικανό να τα κάνει να φαντάζουν τεράστια. Όσοι αγαπήθηκαν και πληγώθηκαν κρύβονται για παράδειγμα πίσω από τη μοναχική λεξούλα εγκαταλείποντας το «εμείς» από φόβο μήπως την ξαναπατήσουν. Έλα όμως που η μοναχικότητα εύκολα γίνεται μοναξιά και αυτή με τη σειρά της δεν παλεύεται. Θρέφεται από τα «εγώ», τα γιγαντώνει και καταλήγουν να γίνονται εμπόδια απροσπέλαστα στο δρόμο μας.

Γεννηθήκαμε για το «εμείς». Γεννηθήκαμε για να αγαπηθούμε και να αγαπήσουμε. Για να δώσουμε και να λάβουμε συναισθήματα. Για να καλύψουμε κάθε μας ανάγκη για φροντίδα και στοργή δίνοντας πίσω όση μπορούν να χωρέσουν τα χέρια κάποιου. Για να νοιαζόμαστε και να μας νοιάζονται. Για να προστατεύουμε εκείνους που αγαπάμε κι εκείνοι με τη σειρά τους να προστατεύουν εμάς. Βλέπεις πόση δύναμη κουβαλάει ένα «εμείς»;

Μη γελιέστε, το «εμείς» πρέπει πάντα να κερδίζει το «εγώ». Τι είναι ρε ο άνθρωπος δίχως αγάπη; Ένα τίποτα κρυμμένο πίσω από το δυναμισμό μιας τόσης δα λεξούλας. Ποιος τυφλός δε θέλει να ανοίξει κάποια στιγμή τα μάτια του και να αντιληφθεί τι είναι τα χρώματα; Ακόμη κι εκείνοι που πρεσβεύουν το «περνάμε και μόνοι μας καλά» χωρίς την έγνοια μιας σχέσης να τους ζαλίζει με πρέπει, συχνά αντιπαθούν την αίσθηση της κλειστής πόρτας κι ας νιώθουν μια χαρά όταν είναι έξω από αυτήν. Μια ξερή, γυμνή αλήθεια είναι η έλλειψη συντροφικότητας που μας κοιτάζει κατάματα. Κι αν στην πορεία για να καλύψουμε αυτήν την ανάγκη μας πέσαμε σε ανθρώπους που δε μας ταίριαξαν, τότε και πάλι το «εμείς» κέρδισε. Γιατί ακόμη και μέσα από τις αποτυχίες των επιλογών μας η συλλογικότητά του και η αναζήτησή της είναι οι μεγάλοι νικητές.

Κι ίσως όλα τα παραπάνω να ακούγονται σε κάποιους ψιλά γράμματα. Να θεωρούν πως κανένας δεν ταιριάζει με κανέναν απόλυτα. Να βλέπουν με πιο αυστηρή ματιά τη λέξη αυτή και να φιλτράρουν ξανά και ξανά κάθε προσπάθεια να την κατακτήσουν. Για κάποιους δεν υπάρχουν τα παραμύθια με το όμορφο τέλος. Πιστεύουν πως όλα είναι ένα αλισβερίσι λογικής με το «εγώ» να κάνει κουμάντο σε κάθε προσωπική τους απόφαση ακόμη κι αν βρίσκονται μέσα σε μια σχέση. Πόσο οξύμωρο όμως το να αποφασίζεις με γνώμονα τον εαυτό σου όταν δεν είσαι μόνος σου;

Οι άνθρωποι γεννήθηκαν αδιαμφισβήτητα για το «εμείς». Δεν υφίστανται σχέσεις χωρίς την ανιδιοτέλεια αυτής της λέξης. Δεν υπάρχουν μυστικές συνταγές για να αποκτηθεί. Αν είσαι ανοιχτός στις επιλογές σου και δεν τις αντιμετωπίζεις με καχυποψία θα ξυπνήσεις κάποια μέρα με ένα «εμείς» να μοστράρει μπροστά στα μάτια σου κι εσένα να αναρωτιέσαι για το τι έχασες τόσο καιρό που δεν το αναζητούσες. Γεννηθήκαμε για τα «εμείς». Όχι για τα αγαλήνευτα «εγώ».

Αφιερωμένο στα «εμείς» που δεν είδαμε κι ας ήταν μπροστά στα μάτια μας…

Η Παρανόηση

Τα κόκαλα της γης προεξέχουν από τούτον τον άγονο λόφο. Οι αρχαίοι βράχοι έχουν πρόσωπα που με χλευάζουν. Οι ρίζες από τα ξερά ελαιόδεντρα, μοιάζουν με φίδια κρυμμένα στην άσπρη σκόνη, που παραμονεύουν να δαγκώσουν τα πόδια μου μέσα από τα σαντάλια, να μου βάλουν τρικλοποδιά, έτσι φορτωμένος που είμαι. Γοργόφτεροι γύπες αρμενίζουν πάνω από την πομπή μας, όχι περιστέρια. Το αίμα μου έχει ξεραθεί πάνω στ’ αγκάθια και οι μαύρες μύγες έχουν μαζευτεί σαν στέμμα γύρω στο κεφάλι μου. Τρεις πεινασμένοι σκύλοι μάς ακολουθούν από μακριά. Πραγματικά, μια πομπή ταιριαστή σ’ έναν βασιλιά.
 
Πατέρα, αν με δεις, πώς θα αντέξεις; Παντοδύναμε εσύ, που έκανες τον ήλιο να στέκει ακίνητος, μπορείς να μετακινήσεις από τον ώμο μου αυτό το χοντρό ξύλο, ν’ ακουμπήσει πάνω στους μυς; Πονάει λιγότερο πάνω στους μυς. Είμαι γιατρός και το ξέρω. Μα δεν μπορώ ν’ αγγίξω το χέρι μου πάνω στο δικό μου κορμί, μήτε καν για να παραμερίσω αυτό το χοντρό δοκάρι, γιατί μπορεί να γλιστρήσει.
 
Αν πέσει, θα με μαστιγώσουν ξανά κι ίσως να φωνάξω. Ή μπορεί και να κατουρηθώ. Λένε πως όταν κανείς σηκώνεται από χάμω φορτωμένος, κατουριέται επάνω του κι οι άλλοι γελάνε. Μπορεί, ακόμη, ν’ ανοίξουν και να χυθούν τα σπλάχνα μου. Δεν μπορεί ένας πατέρας ν’ αφήσει να συμβεί αυτό στον γιο του.
 
Για να πειράξεις τον Αβραάμ, τον πρόσταξες να κόψει το λαιμό του πρωτογέννητου, αλλά τον σταμάτησες την τελευταία στιγμή. Η αίσθηση του χιούμορ σου παγώνει τον ιδρώτα μου. Αυτό το άσχημο παιχνίδι παίζεται μπροστά σε αδειανά καθίσματα, μονάχα για δικό σου όφελος. Ο μόνος σκοπός του είναι να σε κάνει ν’ ακούσεις, να σε ξυπνήσει. Πότε αποκοιμήθηκες ή άρχισες ν’ αποστρέφεις το βλέμμα σου; Πότε πήγε ο Δαβίδ πίσω από τον Αβεσσαλώμ; Ή νωρίτερα, πότε ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ; Τα έκανες θάλασσα με το σπόρο του Αδάμ, εσύ ο Παντοδύναμος.
 
Συχνά, όταν η νύχτα έπεφτε βαριά επάνω μου, όταν οι άλλοι κοιμούνταν σαν βράχοι κάτω από το φεγγαρόφωτο, αναρωτιόμουν αν ήσουν εσύ ο ίδιος το κουφό και αδρανές πνεύμα που κηδεμόνευες εκείνο το αγόρι που μου έφεραν όταν κατεβήκαμε από το βουνό. Ήσουν εσύ, μεταμορφωμένος σε δαίμονα, που έπιασες εκείνο το αγόρι και το ξέσχισες και το τράνταξες τόσο, ώστε το έπιασαν σπασμοί, τόσο, που το ανάγκασες να πέσει στη φωτιά και στο νερό, ν’ αυτοκτονήσει; Είσαι εσύ, αυτός που παίζει τα παιχνίδια με το σπόρο του Αδάμ; Ή μήπως είσαι μονάχα αφηρημένος και νυσταγμένος; Σύντομα θα το μάθω, όταν ετούτος ο πάσσαλος στηθεί κι αλλάξουμε θέσεις, όταν δηλαδή, αντί να τον σηκώνω εγώ, θα σηκώνει εκείνος εμένα. Αυτό θα είναι η δοκιμασία, θα είναι η δίκη σου. Τότε θα μάθω.
 
Έχω μαστιγώσει ο ίδιος τον εαυτό μου, πιο σκληρά απ’ όσο με μαστίγωσαν οι στρατιώτες, πιστεύοντας ότι ήσουν μονάχα αφηρημένος, απασχολημένος με υποθέσεις πιο σπουδαίες από την δημιουργία σου – αν και όποιες κι αν είναι, με χτυπάνε πιο σκληρά απ’ όσο με χτυπάν οι στρατιώτες. Ίσως να ήσουν το ίδιο αφηρημένος όταν πήγες στη μητέρα μου, σ’ εκείνη την δακρυσμένη γυναίκα που μπαίνει πάντα στο δρόμο μου. Αν αυτή είναι η περίπτωση και είσαι μονάχα ταραγμένος ή νυσταγμένος, θα σε τραβάω από το μανίκι πάνω στον πόνο μου μέχρι να σε ξυπνήσω και να πετύχω το σκοπό μου. Αν όμως είσαι αυτό το κουφό και αδρανές πνεύμα, τότε θα ’ναι τρέλα να σε τραβάω από το μανίκι, κι ο θάνατος θα είναι σκληρός.
 
Λένε πως κάνεις τρεις μέρες να πεθάνεις μ’ αυτόν τον τρόπο, εκτός αν σου σπάσουν τα κόκαλα για να πιο γρήγορα το θάνατο. Αυτό θα ’ναι σκληρό και τα σπλάχνα μου θ’ ανοίξουν από ’κεί ψηλά που θα βρίσκομαι και θα χυθούν πάνω στον απορφανισμένο κόσμο, κι όλο αυτό δε θα είναι, παρά ένας εμπαιγμός – εσύ, ένας αντικαθρεφτισμός που σχηματίζεται από τους ερημικούς ατμούς και η δακρυσμένη μητέρα μου, μια μοιχαλίδα.
 
Μίλησέ μου, ανάθεμά σε, μίλησέ μου όπως μου μίλησες εκείνη τη νύχτα πάνω στο βουνό και μην καμώνεσαι πως έχεις πιο σπουδαίες υποθέσεις να κοιτάξεις. Δεν είπα σ’ εκείνους τους ανθρώπους ότι έχεις μετρήσει όλες τις τρίχες του κεφαλιού τους, και πως δεν μπορεί μήτε ένα σπουργίτι να πέσει στη γη χωρίς τη δίκιά σου θέληση; Μήπως ο σπόρος του Αδάμ δε λογαριάζεται περισσότερο από ένα σμάρι σπουργίτια; Νιώθεις αυτό το κάψιμο του ξύλου πάνω στο κόκαλο του ώμου μου; Παραμέρισέ το μια ίντσα, εσύ που μπορείς να μετακινείς βουνά με την ανάσα σου. Το μονοπάτι γίνεται πιο απότομο, ζυγώνουμε στην κορυφή. Γρήγορα θα μάθω την απόκριση.
 
Οι στρατιώτες με βλαστημούν χωρίς πεποίθηση, φοβούνται εσένα, έναν μοχθηρό, ερημικό Θεό. Τα τρία σκυλιά βρίσκονται ακόμη πίσω μας. Όταν γεννήθηκα με επισκέφτηκαν τρεις βασιλιάδες. Υπάρχει ακόμη καιρός, το ξέρεις, ν’ αλλάξω γνώμη. Ο διοικητής είπε ότι θα κανονίσει να μου δοθεί χάρη, αν αναιρέσω τα όσα είπα. Θα μπορούσα να αναιρέσω ακόμη κι εκεί ψηλά, στον πάσσαλο. Όμως, μέχρι τότε, τα χέρια μου θα έχουν σπάσει και θα ’χουν δεθεί πάνω στο οριζόντιο ξύλο.

Οι στρατιώτες λένε, πως παλαιότερα, αυτό γινόταν με καρφιά, αλλά δεν ήταν σίγουρο γιατί ο άνθρωπος μπορούσε να γλιστρήσει από τα καρφιά και να πέσει κάτω. Τον πόνο ίσως τον αντέξω -αν και ουρλιάζουν όλοι σαν τους λύκους όταν τους ανεβάζουν εκεί ψηλά- μα η θεραπευτική μου δύναμη θα έχει φύγει από τα σπασμένα μου χέρια. Ήταν χέρια καλά. Θεράπευσαν αρρώστους, ανέστησαν πεθαμένους, καθάρισαν λεπρούς, έδιωξαν δαιμόνους. Και είναι αλήθεια ότι τα έκανα όλα αυτά, κανένας δεν μπορεί να τ’ αρνηθεί. Πατέρα, έκανα θαύματα για σένα, τώρα είναι η σειρά σου.
 
Το μονοπάτι είναι πια λιγότερο απότομο, διακρίνω την κορυφή. Μα οι πέτρες γλιστρούν κάτω από τα πόδια μου για να με σαρκάζουν, οι ρίζες μπερδεύονται μέσα στα πόδια μου κι εκείνοι με σπρώχνουν και με μαστιγώνουν σαν ένα τεμπέλικο μουλάρι. Το βασιλικό μου στέμμα, που το σχηματίζουν μύγες, με ενοχλεί περισσότερο από τον πόνο πάνω στο κόκαλο. Ο ήλιος έχει γίνει ένα πύρινο ξίφος, όμως τα μάτια μου είναι συννεφιασμένα από την ομίχλη. Πάνω στην παλλόμενη κορυφή του λόφου, οι γυναίκες περιμένουν, τρεις ιτιές κλαίουσες.
 
Δε θα τους μιλήσω, μα εκείνες θα παρακολουθούν το μαρτύριό μου και θα είναι μάρτυρες της κατασπίλωσής μου. Ποτέ δε με τράβηξε η πεινασμένη σάρκα τους. Θέλουν τον γαμπρό να λικνίζεται στης μάνας του τη μήτρα ή σε μια άλλη μήτρα, το ίδιο είναι. Όταν ο νεκρός σηκωθεί ξανά, δεν θα υπάρχει γάμος. Ο πόνος είναι τόσο δυνατός, ώστε δεν τον αισθάνομαι πια, αν όμως πέσω, αυτοί θα με χτυπήσουν μέχρι να τους μισήσω, και τότε εσύ, θα ’χεις ακόμη μια δικαιολογία να αποστρέψεις το βλέμμα σου.
 
Αν ένας πατέρας γυρίσει τη ράχη του, πώς θα ξέρει ο γιος αν υπάρχει ή όχι; Ξέρω ότι υπάρχεις, μα τη μορφή σου την γνωρίζω σαν ένα ακάθαρτο πνεύμα που ανάγκασε το παιδί να το πιάσουν σπασμοί. Κάπου ψηλά στα βουνά, υπήρχε ένα ηλίθιο χωριό, όπου οι ειδωλολάτρες λάτρευαν έναν φαλακρό και καμπούρη νάνο, ο οποίος χοροπηδούσε μέσα στη σκόνη και τρεφόταν με τα περιττώματα των σκύλων που του τα σέρβιραν οι δημοτικοί σύμβουλοι μέσα σε χρυσά πιάτα.
 
Τώρα μου φαίνεται ότι πέφτω, πέφτω, αλλά πέφτω τόσο αργά. Τώρα το ξύλο σηκώθηκε από τον ώμο μου, δεν τσακίζει πια την σπονδυλική μου στήλη, τώρα μπορούν να με χτυπούν με την καρδιά τους ικανοποιημένη, το μέτωπό μου απολαμβάνει το σκονόλουτρό του, όλα είναι ειρήνη ευλογημένη. Στέκονται γύρω μου και κουβεντιάζουν τι πρόκειται να γίνει κι εγώ είμαι ξαπλωμένος μέσα στην άσπρη σκόνη, ξαλαφρωμένος. Υπάρχει ένας ξένος μαζί τους τώρα, ένα αγροτόπαιδο με στρογγυλά μάτια και, πάνω στη γυμνή ράχη του, φορτώνουν τον ξύλινο ζυγό.
 
Κοίταξε, τώρα εγώ σηκώνομαι ξανά, χωρίς προσπάθεια, εκείνοι έκαναν την προσπάθεια για μένα και μάλιστα τόσο ευγενικά. Περπατώ ξανά, με στηρίζουν κι από τις δυο μεριές, περπατώ στον αέρα, όπως εκείνη τη μέρα πάνω στη λίμνη. Τότε κρατιόμουν από εκείνον τον ανόητο ψαρά με την αδύνατη πίστη, τώρα όμως, κρατιέμαι από τους ευγενικούς στρατιώτες που είναι σαν αδέρφια για μένα. Έτσι έφερνε κι ο Αβραάμ τον γιο του στον τόπο της θυσίας και ήταν και οι δυο τους τρομαγμένοι, ώσπου ανακάλεσες το αστείο. Δεν ήμουν σίγουρος ότι και τούτο ήταν ένα αστείο και φοβήθηκα λίγο, τώρα όμως ξέρω. Το αστείο σκαρώθηκε κι από τους δυο μας έτσι, το μισό φταίξιμο είναι δικό μου και πρέπει να σου εξηγήσω ακόμη μια φορά, γιατί το έκανα αυτό.
 
Πάσχισα να σου το εξηγήσω και νωρίτερα, μα δε με άκουγες. Ήθελα να πεθάνω, για να ξυπνήσεις εσύ. Αυτός ήταν ο μοναδικός μου σκοπός. Γιατί νόμιζα ότι κοιμόσουν, ή ήσουν αφηρημένος ή και απασχολημένος και συνεπώς, απληροφόρητος για τις βδελυρότητες και την ερήμωση του κόσμου που έπλασες. Πώς αλλιώς θα μπορούσα να εξηγήσω στον εαυτό μου ότι εσύ επέτρεψες να γίνουν όλα αυτά, ότι επέτρεψες μέσα στη φιλοστοργία σου, επέτρεψες μέσα στην πανσοφία και στην παντοδυναμία σου, να γίνουν οι άνθρωποι χειρότεροι από κτήνη, χειρότεροι απ’ όλα όσα έρπουν και σέρνονται, ότι επέτρεψες η ανάσα που φύσηξες μέσα στα ρουθούνια του Αδάμ, να μεταμορφωθεί σε δυσοσμία δράκοντα και άφησες το σπόρο του να γίνει το μίασμα της γης; Για τούτο αποφάσισα να σε ξυπνήσω μ’ αυτόν τον τρόπο. Οι προσευχές μου δεν ωφέλησαν σε τίποτα.
 
Μπορούσα να θεραπεύσω τον άρρωστο και να διώξω μερικά δαιμόνια, όμως εκείνη η οικουμενική αρρώστια του μυαλού που είχε προσβάλει την δημιουργία σου, ήταν δικιά σου ευθύνη. Και δεν έκανες τίποτα μ’ αυτό. Κοιμόσουν. Κάποτε σε άκουσα και να ροχαλίζεις, όταν κάποιος έκλαιγε επειδή τον βασάνιζαν οι στρατιώτες.
 
Αποφάσισα λοιπόν να πεθάνω μ’ αυτόν τον άθλιο κι οδυνηρό τρόπο, για να σε ξαναφέρω στα λογικά σου. Υπάρχει κανένας πατέρας που δε θα μετάνιωνε όταν θα έβλεπε τον γιο του να θυσιάζεται; Θα μπορούσε να παρακολουθεί με πέτρινα μάτια, εκείνους που σπάζουν τα χέρια του γιου του και τον ανεβάζουν ψηλά για να σαπίσει, σαν ένα λαχανικό δεμένο στο ξύλο; Ήξερα ότι δεν θα το άφηνες να περάσει έτσι. Έπρεπε να μεσολαβήσεις, και με την ιερή οργή σου να ξεκαθαρίσεις ολόκληρον αυτόν τον κυκεώνα, όπως εγώ ξεκαθάρισα τους σαράφηδες από τον ναό σου. Και τότε, δεν θα υπήρχαν πια χασάπηδες και δεν θα υπήρχαν πια αρνιά.
 
Αυτό ήταν το σχέδιό μου. Δεν μπορούσα όμως να το πω σε εκείνους τους χοντροκέφαλους με την αδύνατη πίστη. Δε θα το καταλάβαιναν. Επειδή εκείνοι οι άνθρωποι διάλεξαν το δρόμο τους από αγάπη σε μένα, πατέρα, όχι από αγάπη σε σένα. Με είδαν να θεραπεύω τον άρρωστο και να ταΐζω τον πεινασμένο κι αυτό το ενέκριναν και το κατάλαβαν. Ποτέ όμως δεν κατάλαβαν τους πλάγιους τρόπους σου. Δεν τους δόθηκε το δικαίωμα να γίνουν όμοιοι με εσένα, κι αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Τους είπαν ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να δει το πρόσωπό σου και να ζήσει, ακόμη ένα μεγάλο λάθος. Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν ν’ αγαπήσουν, ούτε να καταλάβουν κάποιον που δεν έχει μορφή, ούτε ουσία, και που δε μοιάζει με τον δικό τους κόσμο.
 
Αναγκάστηκα λοιπόν να τους μιλήσω με παραβολές και μ’ αυτές να τους δώσω την ομοιότητα που αναζητούσαν. Τους είπα ότι το κρασί ήταν το αίμα μου και το ψωμί ήταν το κορμί μου, κι εκείνοι τα κατάπιναν και τα δυο και ένιωθαν πως ο Θεός τους βρισκόταν μέσα τους. Φυσικά, δεν μπορούσα να τους πω ότι αναγκάστηκα να το σκαρφιστώ για να σε αναγκάσω να σηκωθείς και να σου θυμίσω τις ευθύνες σου, επειδή αλλιώς, αν δεν τον έκανα αυτό, θα σε αγαπούσαν ακόμη λιγότερο. Για να μη γίνει αυτό, τους ανέφερα την παραβολή του Ιωνά, που έμεινε τρία μερόνυχτα μέσα στην κοιλιά της φάλαινας και τους είπα ότι εγώ θα έμενα τρία μερόνυχτα μέσα στην καρδιά της γης. Επανέλαβα κάμποσες φορές την παραβολή του Ιωνά, για να την χωνέψουν τα χοντροκέφαλά τους και, τελικά, το κατάπιαν κι αυτό και θα με ανάσταιναν, όπως τον Ιωνά από το πηγάδι. Έχουν μάτια, μα εσύ κρύβεσαι και δεν μπορούν να σε δουν, έχουν αφτιά, αλλά εσύ δεν τους μιλάς. Για τούτο, πρέπει να ζουν με παραβολές.
 
Μονάχα ένας άνθρωπος κατάλαβε το σχέδιό μου, ο διοικητής. Αναρωτιόταν γιατί στεκόμουν αμίλητος, αντί να διαψεύσω τις άδικες κατηγορίες -τελικά, όμως, κατάλαβε. Με κοίταξε μέσα στα μάτια που για εκείνον ήταν ανοιχτά παράθυρα, ύστερα γύρισε την πλάτη του και έπλυνε τα χέρια του, που κι αυτό ήταν μια παραβολή για να δείξει πως αυτή η υπόθεση θα μπορούσε να κανονιστεί μονάχα ανάμεσα σε σένα και σε μένα. Έτσι είναι.
 
Εδώ λοιπόν είναι ο τόπος φτάσαμε. Δε μου αρέσουν αυτές οι προετοιμασίες. Οι στρατιώτες που με βοήθησαν, δεν είναι πια καλοί μαζί μου. Ιδρώνουν και ανασαίνουν βαθιά. Μετράνε το μπόι μου, από την κορυφή ως τα νύχια. Φαίνεται πως κάτι θα κάνουν. Τώρα είναι η ώρα, τώρα είναι η ώρα, πατέρα, ν ’ ανακαλέσεις, να σταματήσεις αυτή τη φοβερή παράσταση. Ο Αβραάμ τραβάει μαχαίρι στον γιο του. Ετούτοι οι άνθρωποι με ξαπλώνουν κάτω και με βάζουν πάνω στο χοντρό δοκάρι. Δεν γίνεται, δεν μπορούν να το κάνουν αυτό σε μένα, δεν το χωράει ο νους μου. Μια φωνή ακούγεται σαν λύκου ουρλιαχτό, δεν μπορεί να ’ναι δίκιά μου.
 
Και οι γυναίκες κοιτάζουν ψηλά. Το σφουγγάρι είναι πικρό στο στόμα μου και καταπραϋντικό, ο κόσμος σκοτεινιάζει, μια μπουκιά ύπνος. Δεν μπορεί να είν’ αλήθεια, δεν μπορεί να συμβαίνει τέτοιο πράγμα σε μένα. Αυτά τα σπασμένα χέρια δεν είναι δικά μου. Αυτή η ακαθαρσία δεν βγαίνει από μένα. Αυτό το σήκωμα όλο και ψηλότερα μέσα σε άσπρες φλόγες πόνου, δεν συμβαίνει σε μένα. Υψώνομαι και βυθίζομαι, γυρνώντας πάνω σε έναν τροχό, επιπλέοντος μέσα στην κοιλιά της φάλαινας. Ο ήλιος έγινε μαύρος, σκοτείνιασαν όλα, δεν πρέπει να λιποθυμήσω.
 
Πρέπει να τον κοιτάζω κατάματα, αν έχει μάτια να βλέπει. Ελωί, Ελωί, πώς υποφέρεις να βλέπεις αυτό που γίνεται; Εσύ, πνεύμα νωθρό, άχνα της ερήμου, αισχρή απουσία, δεν υπάρχεις, δεν υπήρξες ποτέ σου. Μονάχα μια παραβολή. Κι ο θάνατός μου μια άλλη παραβολή θα τον θυμούνται και θα ψάχνουν να βρουν την σημασία του. Θα βασανίζουν και θα σκοτώνουν στο όνομα μιας παραβολής. Θα κάνουν παράλογους πολέμους, για την ορθή της ερμηνεία. Θα σφάζουν τα παιδιά για την αγάπη μιας αλληγορίας και θα καίνε γυναίκες ζωντανές, προς δόξαν μιας αλληγορίας. Και έτσι, θα έχει γίνει το δικό σου θέλημα, όχι το δικό μου.
 
Αρθουρ Καιστλερ,  “Κολ-γκερλς”

Ο ΚΑΛΟΣ ΠΟΙΜΗΝ

 Ο ΚΑΛΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ


Είναι γενικά αποδεκτό ότι η φιγούρα του Ιησού που κουβαλάει το αρνί (πάνω) έχει παρθεί από το άγαλμα του Ερμή του Κριοφόρου (κάτω) [Pausanias, iv. 33.], ο θεός Μίθρας ο οποίος συχνά απεικονίζεται να κουβαλάει παιδιά, μερικές φορές απεικονίζεται να κουβαλάει στους ώμους του έναν ταύρο, και ο Απόλλων στην ηλιακή του εμφάνιση και σαν προστάτης των βράχων [/Hymn to the Delian Apollo./], ταυτίζεται με τον Μίθρα και συχνά αποκαλείται "Ο Καλός Ποιμένας". Επίσης στη γέννηση του Μίθρα το παιδί λατρεύτηκε από τους βοσκούς οι οποίοι έφεραν δώρα σε αυτό [/Encyc. Brit./, 11th ed., vol. xvii., p. 623.].

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Το πρώτο Ευαγγέλιο γράφτηκε από τον Μάρκο γύρω στο 60 μ.Χ.. Αναφέρεται στη ζωή του Χριστού και κυρίως στην τελευταία του εβδομάδα, αλλά δεν αναφέρεται καθόλου στην ανάσταση. Η διήγησή του τελειώνει με τις γυναίκες που φτάνουν στον τάφο του και τον βρίσκουν άδειο και ένας άντρας τους λέει «Ο Ιησούς δεν είναι εδώ». Και μετά οι γυναίκες φεύγουν και δεν το λένε σε κανένα (πράγμα που δημιουργεί εύλογες απορίες για το πώς τα έμαθε όλα αυτά ο Μάρκος) και το Ευαγγέλιο τελειώνει. Αυτό είναι αρκετά περίεργο, δεδομένου ότι η Ανάσταση είναι ο θρίαμβος του Ιησού, η τελευταία και σημαντικότερη απόδειξη της θείας του υπόστασης.

Τα επόμενα δύο Ευαγγέλια, του Ματθαίου και του Λουκά, μας λένε όσα ξέρουμε για το τι έγινε μετά την Ανάσταση, αλλά το καθένα τα λέει λίγο διαφορετικά. Ο Ματθαίος και ο Λουκάς σίγουρα χρησιμοποίησαν το Ευαγγέλιο του Μάρκου σαν πηγή και άλλαξαν λίγο μερικά πράγματα και του έβαλαν και καινούριο τέλος, πράγμα ύποπτο, γιατί καθώς έγραψαν αργότερα, ήταν σαν να διορθώνουν το κείμενο του Μάρκου.

Τα περισσότερα τα μαθαίνουμε από το τελευταίο Ευαγγέλιο, του Ιωάννη, που πιθανότατα γράφτηκε γύρω στο 120 μ.Χ.

Ένα παράδειγμα, η Επί του Όρους ομιλία.

Στο κατά Μάρκον, αυτή η κορυφαία στιγμή της διδασκαλίας του Ιησού, δεν αναφέρεται καθόλου.

Στο Ευαγγέλιο του Λουκά δεν ήταν Επί του Όρους αλλά σε πεδιάδα.

Επίσης, ολόκληρο το κείμενο είναι σύνθεση ρητών που βρίσκουμε στους Ψαλμούς, στον Ησαΐα, στον Εκκλησιαστή, τον Ενώχ, σε εβραϊκά βιβλία προσευχών και αλλού. Και υπάρχουν και κάποια στοιχεία που είναι παράδοξα και σίγουρα αυτά συμπληρώθηκαν και προσκολλήθηκαν στα μετέπειτα χρόνια: Δίνεται έμφαση, ας πούμε, στους «διωγμούς» και στους «ψευδοπροφήτες», θέματα που δεν υπήρχαν ως προβλήματα τότε, αλλά πολύ μετέπειτα, καθώς και η χρήση του όρου «εθνικοί» σε αντιδιαστολή με τον όρο «χριστιανοί», που δεν έχει κανένα νόημα καθώς τότε δεν υπήρχαν «χριστιανοί». Το όλο κείμενο είναι πολύ όμορφο, αλλά και πολύ ύποπτο.

Όλες οι ομιλίες και οι παραβολές που απήγγειλε ο εκπαιδευμένος Ναζιραίος Ιησούς, πιθανότατα συντάχθηκαν με ιδιαίτερη προσοχή, από επιτροπή σοφών εβραίων ιερέων, στην σχολή Γαμαλιήλ στην Ιερουσαλήμ, στην οποία ο Ιησούς σίγουρα ήταν ο αφανής Ναζιραίος βοηθός. 

Εάν θεωρήσουμε την ιστορία του Ιησού σαν ιστορικό γεγονός, μπορούμε συνδυάζοντας διάφορες ιστορικές πληροφορίες με τις σημερινές αστρονομικές μας γνώσεις να υπολογίσουμε με σχετική ακρίβεια πότε έγινε η σταύρωση και η «ανάσταση» του Ναζιραίου Ιησού. Η εποχή αυτών των γεγονότων συνδέεται άμεσα με την εαρινή ισημερία, τις φάσεις της Σελήνης και το Σεληνιακό ημερολόγιο που επικρατούσε την εποχή εκείνη στην Παλαιστίνη, θέματα δηλαδή καθαρώς αστρονομικά.

Ο Διονύσιος ο Μικρός θεώρησε σαν έτος γέννησης του Ιησού το 754 από κτίσεως Ρώμης, ενώ πολλοί σήμερα πιστεύουν ότι πιθανώς είναι το 750, δηλαδή το 4 π.Χ.

Στο βιβλίο «Ο Αστέρας της Βηθλεέμ», ο αστρονόμος, Κωνσταντίνος Χασάπης, προτείνει ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου του 5 π.Χ., δηλαδή λίγες μέρες προ του 4 π.Χ.

Ο Ιησούς σταυρώθηκε όταν Ρωμαίος κυβερνήτης της Ιουδαίας ήταν ο Πόντιος Πιλάτος (Λουκάς Γ’ 1). Ο Πόντιος Πιλάτος, ο ανθύπατος του Τιβερίου, ήταν ο πέμπτος επίτροπος από την αρχή της ρωμαϊκής κατοχής στην Ιουδαία και παρέμεινε εκεί κατά τη δεκαετία 26 έως 36 μ.X., γεγονός που επιβεβαιώνεται από μια επιτύμβια πλάκα που βρέθηκε στην Kαισάρεια της Παλαιστίνης το 1961.

Οι ώρες 12.00 μ.μ και 15.00 μ.μ. αναφέρονται σε όλα τα Ευαγγέλια σαν έκτη και ενάτη ώρα. Οι Εβραίοι (όπως και πολλοί άλλοι αρχαίοι λαοί) θεωρούσαν ως αρχή του 24ώρου τη δύση του ήλιου της προηγούμενης ημέρας. Οπότε, πρώτο μέρος του 24ώρου ήταν η νύκτα και δεύτερο η ημέρα. Έτσι η ημέρα στο εβραϊκό ημερολόγιο ξεκινούσε από τις 18.00 μ.μ. το απόγευμα της προηγουμένης μέχρι τις 18.00 μ.μ. το απόγευμα της επομένης (το ίδιο ακριβώς ισχύει και στην ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση).

Το εβραϊκό πάσχα εορτάζονταν πάντοτε την πρώτη πανσέληνο αμέσως μετά την εαρινή ισημερία, δηλαδή στο τέλος της 14ης ημέρας και στην αρχή της 15ης ημέρας του μήνα Νισάν. Ο μήνας Νισάν στα εβραϊκά σημαίνει «καιρός που πρασινίζουν τα πάντα». Ένα επιπλέον στοιχείο που έχουμε είναι οι κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη στην Ιερουσαλήμ. Τα ευαγγέλια αναφέρουν ότι έκανε ακόμη κρύο τα βράδια στην Ιερουσαλήμ, κατά τον χρόνο της σταύρωσης του Ιησού.

Τα ευαγγέλια μας πληροφορούν ότι την χρονιά της σταύρωσης, το Εβραϊκό Πάσχα γιορτάστηκε ημέρα Σάββατο. Αυτό όμως σημαίνει ότι η πρώτη εαρινή πανσέληνος του έτους της σταύρωσης πρέπει να συνέπιπτε Παρασκευή ή Σάββατο, αφού οι Εβραίοι δεν γιόρταζαν ποτέ το πάσχα τους την Παρασκευή, διότι ήταν ημέρα προπαρασκευής.

Το πρόβλημά μας λοιπόν είναι ένα απλό αστρονομικό πρόβλημα που μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: «Σε ποιες ημερομηνίες και σε ποιες ημέρες της εβδομάδας συνέβη η πρώτη εαρινή πανσέληνος κατά τα έτη 26-36 μ.Χ. όταν ηγεμόνας της Ρώμης στην Παλαιστίνη ήταν ο Πόντιος Πιλάτος;»

Με απλούς μαθηματικούς τύπους λοιπόν, και με βάση τα αστρονομικά μας δεδομένα βρίσκουμε ότι το Πάσχα των Εβραίων μόνο τρεις χρονιές πέφτει καθ’ ημέρα Σάββατο: Το 26, το 30 και το 33 μ.Χ.

1 Αν δεχτούμε την άποψη κάποιων αστρονόμων και μερίδας των ιστορικών ότι ο Ιησούς γεννήθηκε το 7 π.X. και ότι έζησε 33 έτη κατά τα Ευαγγέλια, τότε πιθανώς η σταύρωσή του έγινε το 26 μ.X. (Παρασκευή 19 Απριλίου- Σάββατο 20 Απρ. - Kυριακή 21 Απριλίου).

2. Εάν, θεωρήσουμε ότι ο Ιησούς γεννήθηκε γύρω στο 4 π.X., τότε πιθανώς η σταύρωσή του έγινε γύρω στο 30 μ.X. (Παρασκευή 7 Απριλίου- Σάββατο 8 Απριλίου – Kυριακή 9 Απριλίου).

3. Εάν δεχτούμε ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε σε ηλικία 30 ετών και ήταν τριετής ο δημόσιος βίος του, τότε πιθανώς η σταύρωση του Ιησού να έγινε το 33 μ.X. (Παρασκευή 3 Απριλίου- Σάββατο 4 Aπριλίου – Kυριακή 5 Απριλίου).

ΤΕΛΙΚΑ

Ο αστρονόμος Διονύσης Σιμόπουλος βγάζει το συμπέρασμα ότι η σταύρωση του Ιησού πρέπει να συνέβη την Παρασκευή 3 Απριλίου του 33 μ.Χ.

Τι απέγινε ο Ιησούς μετά την «ανάστασή» του;
 
Υπόθεση του συγγραφέα  είναι, ότι αφού με διάφορους τρόπους απέδειξε στον περίγυρό του ότι είναι ζωντανός (ανεστήθη), έπρεπε όπως ο «προφήτης» Ηλίας να εξαφανισθεί για πάντα από το προσκήνιο. Μία καλή λύση θα ήταν να γίνει εσωτερικός ιερέας του ναού του Σολομώντα, πολλοί από τους οποίους δεν έβγαιναν έξω από τα όρια του ναού. Μία άλλη λύση θα ήταν να «εξαφανισθεί» στην έρημο σαν μοναχός του είδους των Εσσαίων. Μπορεί να επέζησε μέχρι τους ιουδαϊκούς πολέμους του 66 – 70 μ.Χ. (θα ήταν τότε 66 χρονών), και ίσως να σκοτώθηκε σ’ αυτούς τους πολέμους.

Για μία τρίτη επιλογή μας κάνουν έμμεσο λόγο τα ίδια τα ευαγγέλια. Ο Ιησούς κατά την διάρκεια των περιπλανήσεών του στην Παλαιστίνη, από καιρό σε καιρό, ξέφευγε από όλους και πήγαινε εκτός των ορίων της Παλαιστίνης, άγνωστος μεταξύ αγνώστων και διέταζε μάλιστα κανείς να μην τον ενοχλήσει (!)

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

35 εἶπον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς· ποῦ οὗτος μέλλει πορεύεσθαι, ὅτι ἡμεῖς οὐχ εὑρήσομεν αὐτόν; μὴ εἰς τὴν διασπορὰν τῶν ῾Ελλήνων μέλλει πορεύεσθαι καὶ διδάσκειν τοὺς ῞Ελληνας;

Ευαγγέλιο Μάρκου 7, 24-25

24 Καὶ ἐκεῖθεν ἀναστὰς ἀπῆλθεν εἰς τὰ μεθόρια Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ εἰσελθὼν εἰς οἰκίαν οὐδένα ἤθελε γνῶναι, καὶ οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν.

24 Και αφού σηκώθηκε από εκεί, πήγε στα όρια της Τύρου. Και όταν εισήλθε σε μια οικία, δεν ήθελε να γνωρίσει κανέναν, όμως δεν μπόρεσε να διαφύγει την προσοχή.   

Ολόκληρη την νεανική του ηλικία ο Ιησούς την πέρασε σαν αφιερωμένος (Ναζιραίος), άρα υπηρετούσε υπό τις διαταγές του ιουδαϊκού ιερατείου και μάλιστα ενός ειδικού τμήματος αυτού, (ιερατείο εντός του ιερατείου).

Το πιθανότερο να υπήρξε εσωτερικός μαθητής στην σχολή του Γαμαλιήλ και ειδικός βοηθός του. Προφανώς ήταν πολύ επιμελής στην σπουδή του νόμου, πράγμα που απέδειξε στις ομιλίες του, τις οποίες βέβαια ετοίμαζε πριν, το επιτελείο του Γαμαλιήλ.

Οι ομιλίες του βέβαια, οι παραβολές του, τα "θαύματά" του τα ετοίμαζε το σοφό και μυστικό συμβούλιο του συνεδρίου της σχολής της Ιερουσαλήμ, των 1000 εβραίων φοιτητών, οι 500 των οποίων σπούδαζαν τον εβραϊκό νόμο και οι άλλοι 500 την "σοφία των Ελλήνων".

Ενδελεχής έλεγχος των ρητών της «Καινής Διαθήκης» από σημερινούς πανεπιστημιακούς Έλληνες, δείχνει ότι πλήθος εδαφίων της είναι ακριβείς ή παραφθαρμένες ρήσεις από γραπτά παλιότερων Ελλήνων συγγραφέων.

Παράδειγμα: “μὴ πλανᾶσθε· φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί.” (Α΄ Κορ. ιε΄33), που είναι απόσπασμα από το έργο του Μενάνδρου “Θαΐς”.

Επίσης: “εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ἴδιος αὐτῶν προφήτης· Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί.” (Τίτ. α΄ 12), που είναι από αποσπάσματα του Επιμενίδη και του Καλλιμάχου (“Ύμνος προς τον Δίαν”).

Ολόκληρο το κείμενο της «επί του όρους ομιλίας» είναι σύνθεση ρητών που βρίσκουμε στους Ψαλμούς, στον Ησαΐα, στον Εκκλησιαστή, τον Ενώχ, σε εβραϊκά βιβλία προσευχών και αλλού.

Φαίνεται καθαρά ότι όλες οι ομιλίες του Ιησού ήταν κατασκευασμένες από επιτροπή ιερέων της σχολής του Γαμαλιήλ, οι οποίες δινόταν για απαγγελία στον εκπαιδευμένο Ναζιραίο.

Ο Ιησούς θαύμαζε τον Γαμαλιήλ και αυτό το αναφέρει πολλές φορές στους λόγους του, «ο πατέρας μου μείζων μου εστίν».

Ο Γαμαλιήλ θα μπορούσε να είναι και ο βιολογικός του πατέρας, δεδομένου ότι και η μητέρα του Ιησού ήταν αφιερωμένη (Ναζιραία).

Η μητέρα του Ιησού μπορεί να είχε αποκαλύψει στον δωδεκαετή γιο της, ότι ο βιολογικός του πατέρας ήταν ένας ιερέας (άγγελος) του ναού του Σολομώντα.

Προσέξτε το παρακάτω εδάφιο:

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

42 καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς ῾Ιεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς

42 Και όταν έγινε δώδεκα ετών, αυτοί ανέβηκαν κατά το έθιμο της εορτής

46 καὶ ἐγένετο μεθ᾿ ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ ἀκούοντα αὐτῶν καὶ ἐπερωτῶντα αὐτούς·

46 Και συνέβηκε μετά τρεις ημέρες να τον βρουν στο ναό να κάθεται στο μέσο των δασκάλων και να τους ακούει και να τους επερωτά.

48 καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπε· τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε.

49 καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με;

48 Και όταν τον είδαν οι γονείς του, έμειναν έκπληκτοι, και είπε προς αυτόν η μητέρα του: «Παιδί μου, γιατί μας έκανες έτσι; Ιδού, ο πατέρας σου κι εγώ με μεγάλο πόνο σε ζητούσαμε».

49 Και είπε προς αυτούς: «Γιατί με ζητούσατε; Δεν ξέρατε ότι πρέπει να είμαι στα πράγματα του πατέρα μου;»

Πολλές νύξεις για τα παραπάνω κάνουν τα απόκρυφα ευαγγέλια.  

Πολλές φορές ο Ιησούς έθιξε το θέμα, που θα βρίσκεται, όταν τελειώσει η αποστολή του.

Ιωάννης 14,2

Για ποια οικία του πατρός του μιλάει εδώ ο Ιησούς;

2 ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν·

2 Στην οικία του Πατέρα μου υπάρχουν πολλά μέρη διαμονής.

Ιωάννης 14,20

20 ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρί μου

20 Εκείνη την ημέρα εσείς θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα μου
(εννοεί μέσα στην σχολή του πατέρα του;)

Ιωάννης 14,28

28 «πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι·”

28 «Πηγαίνω προς τον πατέρα. Διότι ο πατέρας μου είναι μεγαλύτερος από εμέ.»

Επεξήγηση χριστιανών: Το «μείζων» μπορεί να σημαίνει διαφορά στη δύναμη στη σοφία, στο αξίωμα, στον όγκο, στο χρόνο, στην ουσία, αλλά και στην αιτία.

Ιωάννης 14,31

31 καθὼς ἐνετείλατό μοι ὁ πατήρ, οὕτω ποιῶ. .

31 καθώς μου έδωσε εντολή ο Πατέρας, έτσι κάνω.

Ιωάννης 8,14

14 ὅτι οἶδα πόθεν ἦλθον καὶ ποῦ ὑπάγω·

14. επειδή γνωρίζω από πού ήρθα και πού πηγαίνω.

Ιωάννης 8,21

21 Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν.

21 Είπε λοιπόν πάλι σ’ αυτούς: Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς δε δύναστε να έρθετε.

Μία καθαρή ομολογία του Ιησού για την μαθητεία στην σχολή Γαμαλιήλ:

Ιωάννης 8,28

28 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀπ' ἐμαυτοῦ ποιῶ οὐδέν, ἀλλὰ καθὼς ἐδίδαξέ με ὁ πατήρ μου, ταῦτα λαλῶ.

28 Είπε σ’ αυτούς ο Ιησούς, δεν κάνω τίποτα με δική μου πρωτοβουλία· αλλά όπως με δίδαξε ο Πατέρας λέω αυτά τα πράγματα.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

33 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ἔτι μικρὸν χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι καὶ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά με.

34 ζητήσετέ με καὶ οὐχ εὑρήσετε· καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν.

35 εἶπον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς· ποῦ οὗτος μέλλει πορεύεσθαι, ὅτι ἡμεῖς οὐχ εὑρήσομεν αὐτόν; μὴ εἰς τὴν διασπορὰν τῶν ῾Ελλήνων μέλλει πορεύεσθαι καὶ διδάσκειν τοὺς ῞Ελληνας;

33 Είπε λοιπόν ο Ιησούς: «Ακόμη λίγο χρόνο θα είμαι μαζί σας και μετά πηγαίνω προς εκείνον που με έστειλε.

34 Θα με ζητήσετε και δε θα με βρείτε, και όπου εγώ είμαι εσείς δε δύναστε να έρθετε».

35 Είπαν τότε οι Ιουδαίοι μεταξύ τους: «Πού μέλλει να πορεύεται αυτός, επειδή λέει ότι εμείς δε θα τον βρούμε; Μήπως μέλλει να πορεύεται στους Ιουδαίους της διασποράς μεταξύ των Ελλήνων και να διδάσκει τους Έλληνες;

ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ (2020) ΠΟΥ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ

 Έρευνα, για το πότε ακριβώς πέθανε ο Χριστός διεξήγαγε το International Geology Review, εξετάζοντας τη σεισμική δραστηριότητα γύρω από τη Νεκρά Θάλασσα, η οποία απέχει περίπου 20 χλμ από την πόλης της Ιερουσαλήμ.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας ο Χριστός πέθανε πάνω στον σταυρό την Παρασκευή, 3 Απριλίου του 33 μ.Χ.

Ο γεωλόγος Τζέφερσον Ουίλιαμς από το Supersonic Geophysical μαζί με συναδέλφους του από το γερμανικό Research Center for Geosciences, μελέτησαν δείγματα του εδάφους από την παραλία Ein Gedi Spa, η οποία βρίσκεται δίπλα στη Νεκρά Θάλασσα.

Ερευνώντας τα βαθύτερα στρώματα του εδάφους, διαπίστωσαν, ότι είχαν συμβεί δύο σεισμοί, εκ των οποίων ο ένας είναι γνωστό ότι σημειώθηκε το 31 π.Χ., ενώ ο δεύτερος χρονολογείται μεταξύ του 26 μ.Χ. και 36 μ.Χ.

Σύμφωνα με τα όσα είπε ο Ουίλιαμς στο Discovery, ο τελευταίος σεισμός σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρει και το Κατά Ματθαίον.

Σύμφωνα με το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, στο κεφάλαιο 27, καθώς ο Ιησούς ξεψυχούσε επάνω στον σταυρό, ένας δυνατός σεισμός έπληξε την περιοχή, κάνοντας τάφους να σπάσουν και τον ουρανό να σκοτεινιάσει. Θέλοντας να βρουν την ακριβή ημερομηνία θανάτου του Ιησού, οι ερευνητές εξέτασαν αναφορές από κείμενα, καθώς και γεωλογικά και αστρονομικά αρχεία.

Προσέθεσε, επίσης, ότι η ημέρα και η ημερομηνία της σταύρωσης του Ιησού είναι γνωστές με έναν εύλογο βαθμό ακρίβειας, ωστόσο η χρονολογία αμφισβητείται. Ωστόσο, ενώνοντας τα κομμάτια του παζλ, ο Ουίλιαμς είπε ότι τα στοιχεία που οδήγησαν στον ακριβή καθορισμό της ημερομηνίας θανάτου του Ιησού είναι:

– Και τα τέσσερα Ευαγγέλια συμφωνούν, ότι η σταύρωση έγινε όταν ο Πόντιος Πιλάτος ήταν πληρεξούσιος της Ιουδαίας, μεταξύ 26 και 36 μ.Χ.
– Και τα τέσσερα Ευαγγέλια λένε ότι η σταύρωση έγινε την Παρασκευή.
– Και τα τέσσερα Ευαγγέλια συμφωνούν ότι ο Ιησούς πέθανε λίγες ώρες πριν την έναρξη του εβραϊκού Σαββάτου, συνεπώς σούρουπο της Παρασκευής.
– Τα συνοπτικά Ευαγγέλια, του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά, υποδεικνύουν ότι ο Ιησούς πέθανε πριν νυχτώσει, την 14η ημέρα του μήνα Νισσάν.
– Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη διαφέρει από τα «Συνοπτικά Ευαγγέλια», καθώς υποδεικνύει ότι ο Ιησούς πέθανε πριν νυχτώσει, την 15η ημέρα του μήνα Νισσάν.

Οι ερευνητές είπαν ότι αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό με το εβραϊκό ημερολόγιο και διάφορα αστρονομικά στοιχεία, υποδεικνύουν ότι η πιο πιθανή ημερομηνία θανάτου του Ιησού είναι η Παρασκευή 3 Απριλίου του 33 μ.Χ.