Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (1316-1365)

ΑΛ. εὐφημεῖν χρὴ καὶ στόμα κλείειν καὶ μαρτυριῶν ἀπέχεσθαι,
καὶ τὰ δικαστήρια συγκλείειν, οἷς ἡ πόλις ἥδε γέγηθεν,
ἐπὶ καιναῖσιν δ᾽ εὐτυχίαισιν παιωνίζειν τὸ θέατρον.
ΧΟ. ὦ ταῖς ἱεραῖς φέγγος Ἀθήναις καὶ ταῖς νήσοις ἐπίκουρε,
1320 τίν᾽ ἔχων φήμην ἀγαθὴν ἥκεις, ἐφ᾽ ὅτῳ κνισῶμεν ἀγυιάς;
ΑΛ. τὸν Δῆμον ἀφεψήσας ὑμῖν καλὸν ἐξ αἰσχροῦ πεπόηκα.
ΧΟ. καὶ ποῦ ᾽στιν νῦν, ὦ θαυμαστὰς ἐξευρίσκων ἐπινοίας;
ΑΛ. ἐν ταῖσιν ἰοστεφάνοις οἰκεῖ ταῖς ἀρχαίαισιν Ἀθήναις.
ΧΟ. πῶς ἂν ἴδοιμεν; ποίαν ‹τιν᾽› ἔχει σκευήν; ποῖος γεγένηται;
1325 ΑΛ. οἷός περ Ἀριστείδῃ πρότερον καὶ Μιλτιάδῃ ξυνεσίτει.
ὄψεσθε δέ· καὶ γὰρ ἀνοιγνυμένων ψόφος ἤδη τῶν προπυλαίων·
ἀλλ᾽ ὀλολύξατε φαινομέναισιν ταῖς ἀρχαίαισιν Ἀθήναις
καὶ θαυμασταῖς καὶ πολυύμνοις, ἵν᾽ ὁ κλεινὸς Δῆμος ἐνοικεῖ.
ΧΟ. ὦ ταὶ λιπαραὶ καὶ ἰοστέφανοι καὶ ἀριζήλωτοι Ἀθῆναι,
1330 δείξατε τὸν τῆς Ἑλλάδος ἡμῖν καὶ τῆς γῆς τῆσδε μόναρχον.
ΑΛ. ὅδ᾽ ἐκεῖνος ὁρᾶν τεττιγοφόρος, τἀρχαίῳ σχήματι λαμπρός·
οὐ χοιρινῶν ὄζων, ἀλλὰ σπονδῶν, σμύρνῃ κατάλειπτος.
ΧΟ. χαῖρ᾽, ὦ βασιλεῦ τῶν Ἑλλήνων· καί σοι ξυγχαίρομεν ἡμεῖς·
τῆς γὰρ πόλεως ἄξια πράττεις καὶ τοῦ ᾽ν Μαραθῶνι τροπαίου.

1335 ΔΗ. ὦ φίλτατ᾽ ἀνδρῶν, ἐλθὲ δεῦρ᾽, Ἀγοράκριτε.
ὅσα με δέδρακας ἀγάθ᾽ ἀφεψήσας. ΑΛ. ἐγώ;
ἀλλ᾽, ὦ μέλ᾽, οὐκ οἶσθ᾽ οἷος ἦσθ᾽ αὐτὸς πάρος,
οὐδ᾽ οἷ᾽ ἔδρας· ἐμὲ γὰρ νομίζοις ἂν θεόν.
ΔΗ. τί δ᾽ ἔδρων πρὸ τοῦ, κάτειπε, καὶ ποῖός τις ἦν;
1340 ΑΛ. πρῶτον μέν, ὁπότ᾽ εἴποι τις ἐν τἠκκλησίᾳ·
«ὦ Δῆμ᾽, ἐραστής εἰμι σὸς φιλῶ τέ σε
καὶ κήδομαί σου καὶ προβουλεύω μόνος»,
τούτοις ὁπότε χρήσαιτό τις προοιμίοις,
ἀνωρτάλιζες κἀκερουτίας. ΔΗ. ἐγώ;
1345 ΑΛ. εἶτ᾽ ἐξαπατήσας σ᾽ ἀντὶ τούτων ᾤχετο.
ΔΗ. τί φῄς; ταυτί μ᾽ ἔδρων, ἐγὼ δὲ τοῦτ᾽ οὐκ ᾐσθόμην;
ΑΛ. τὰ γὰρ ὦτά σου, νὴ ‹τὸν› Δί᾽, ἐξεπετάννυτο
ὥσπερ σκιάδειον καὶ πάλιν ξυνήγετο.
ΔΗ. οὕτως ἀνόητος ἐγεγενήμην καὶ γέρων;
1350 ΑΛ. καὶ νὴ Δί᾽ εἴ γε δύο λεγοίτην ῥήτορε,
ὁ μὲν ποεῖσθαι ναῦς μακράς, ὁ δ᾽ ἕτερος αὖ
καταμισθοφορῆσαι τοῦθ᾽, ὁ τὸν μισθὸν λέγων
τὸν τὰς τριήρεις παραδραμὼν ἂν ᾤχετο.
οὗτος, τί κύπτεις; οὐχὶ κατὰ χώραν μενεῖς;
1355 ΔΗ. αἰσχύνομαί τοι ταῖς πρότερον ἁμαρτίαις.
ΑΛ. ἀλλ᾽ οὐ σὺ τούτων αἴτιος, μὴ φροντίσῃς,
ἀλλ᾽ οἵ σε ταῦτ᾽ ἐξηπάτων. νῦν δὴ φράσον·
ἐάν τις εἴπῃ βωμολόχος ξυνήγορος·
«οὐκ ἔστιν ὑμῖν τοῖς δικασταῖς ἄλφιτα,
1360 εἰ μὴ καταγνώσεσθε ταύτην τὴν δίκην»,
τοῦτον τί δράσεις, εἰπέ, τὸν ξυνήγορον;
ΔΗ. ἄρας μετέωρον εἰς τὸ βάραθρον ἐμβαλῶ,
ἐκ τοῦ λάρυγγος ἐκκρεμάσας Ὑπέρβολον.
ΑΛ. τουτὶ μὲν ὀρθῶς καὶ φρονίμως ἤδη λέγεις·
1365 τὰ δ᾽ ἄλλα, φέρ᾽ ἴδω, πῶς πολιτεύσει; φράσον.

***
(Επιστρέφει ο Αλλαντοπώλης και απαγγέλλει με ύφος τελετουργικό:)
ΑΛΛ. Σωπάστε ευλαβικά, κλείστε το στόμα σας, σταματήστε τις καταθέσεις μαρτύρων και κλείστε τα δικαστήρια, που είναι η χαρά αυτής της πόλης. Κι όλοι οι θεατές να ψέλνουν νικητήριο παιάνα για τις πρωτόφαντες ευτυχίες μας.
ΧΟΡ. Ω εσύ, ουράνιο λαμποκόπημα για τη θεόχτιστη Αθήνα και προστάτη των νησιών,
[1320] ποιό καλό μήνυμα έρχεσαι να μας φέρεις, τέτοιο που να γεμίσουμε τους δρόμους με κνίσα από θυσίες;
ΑΛΛ. Πέρασα μια βράση τον Δήμο και σας τον έκανα, από άσχημος που ήταν, όμορφο.
ΧΟΡ. Και πού βρίσκεται τώρα; Πες μας εσύ, που το μυαλό σου αναβρύζει ιδέες θαυμαστές.
ΑΛΛ. Κατοικεί στην αρχαία, τη στεφανωμένη με βιολέτες Αθήνα.
ΧΟΡ. Πώς θα γίνει να τον δούμε; Ποιό το ντύσιμό του; Τί άνθρωπος έχει γίνει;
ΑΛΛ. Ξανάγινε τέτοιος που ήταν τα παλιά χρόνια, όταν έπαιρνε συσσίτιο μαζί με τον Αριστείδη και τον Μιλτιάδη. Και νά, θα τον δείτε· ο θόρυβος είναι απ᾽ τα Προπύλαια που ανοίγουν. Εμπρός, υψώστε κραυγή θριάμβου, που εμφανίζεται η αρχαία Αθήνα, η θαυμαστή και χιλιοτραγουδημένη, του ξακουστού μας Δήμου η κατοικία.
ΧΟΡ. Ω Αθήνα, λιόλαμπρη και ιοστέφανη και ζηλεμένη όσο καμιά,
[1330] δείξε μας τον αυτοκράτορα της Ελλάδας και του τόπου μας. (Εμφανίζεται ο Δήμος, ανανεωμένος και λαμπρός).
ΑΛΛ. Νά τος, μπρος στα μάτια σας εκείνος, με το χρυσό τζιτζίκι στην κόμη, λάμπει μες στην παραδοσιακή του στολή. Δεν μυρίζει πια κοχλίδια, ψήφους δικαστικούς, αλλά σταλαγμούς ειρήνης, μυρωμένος πλούσια με σμύρνα.
ΧΟΡ. Χαίρε, των Ελλήνων ο βασιλιάς! κι η χαρά σου χαρά μας· γιατί η ευτυχία σου είναι βραβείο που τ᾽ άξιζε η πόλη και το τρόπαιο του Μαραθώνα.

ΔΗΜ. Έλα κοντά μου, Αγοράκριτε, που αξίζεις την αγάπη μου πάνω απ᾽ όλους. Πόσο μ᾽ ευεργέτησες με τη βράση που με πέρασες!
ΑΛΛ. Εγώ; Αλλά, καλέ μου φίλε, δεν ξέρεις τί άνθρωπος ήσουνα πριν ούτε τί έκανες. Γιατί αν το ᾽ξερες, θα με λάτρευες σαν θεό.
ΔΗΜ. Πες μου λοιπόν, τί έκανα ως τώρα και τί άνθρωπος ήμουνα;
ΑΛΛ. [1340] Πρώτα πρώτα, κάθε φορά που κάποιος έλεγε, στη συνέλευση: «Δήμε μου, είμ᾽ ερωτευμένος μαζί σου και σ᾽ αγαπώ και νοιάζομαι για σένα και το συμφέρο σου υπηρετώ, μόνο εγώ», κάθε φορά που κάποιος ξεκινούσε μ᾽ αυτό το προοίμιο, φτεροκοπούσες σαν κοκοράκι κι όρθωνες τα κέρατα σαν το ελάφι.
ΔΗΜ. Εγώ;
ΑΛΛ. Κι ύστερα, αφού με κάτι τέτοια σ᾽ εξαπατούσε ο ρήτορας, γινόταν καπνός.
ΔΗΜ. Τί λες; Αυτά μου κάνανε κι εγώ δεν έπαιρνα μυρουδιά!
ΑΛΛ. Επειδή, μά τον Δία, τ᾽ αυτιά σου άνοιγαν πέρα-πέρα σαν ομπρέλα κι ύστερα ξαναμαζεύονταν.
ΔΗΜ. Τόσο ανόητος και γεροξεκούτης είχα καταντήσει;
ΑΛΛ. [1350] Κι ακόμα, μά τον Δία, αν ανέβαιναν στο βήμα δυο ρήτορες κι ο ένας έλεγε να ναυπηγήσουμε πολεμικά πλοία κι ο άλλος να σκορπίσουμε τα χρήματα ως την τελευταία δεκάρα σε επιδοτήσεις, αυτός που μιλούσε για επιδοτήσεις άφηνε πίσω στη στιγμή εκείνον που μιλούσε για τριήρεις. Φίλε, γιατί σκύβεις το κεφάλι; Κρατήσου στα πόδια σου!
ΔΗΜ. Ντρέπομαι για τις περασμένες μου γκάφες.
ΑΛΛ. Μη το παίρνεις κατάκαρδα, το φταίξιμο δεν είναι δικό σου, αλλά όσων σ᾽ εξαπατούσαν με τέτοιο τρόπο. Τώρα λοιπόν πες μου· αν κάποιος μαλαγάνας δημόσιος κατήγορος πει· «Δικαστές, δεν έχει ψωμί για σας,
[1360] αν η απόφαση που θα βγάλετε τώρα δεν θα ᾽ναι καταδικαστική», πες μου, τί θα τον κάνεις αυτόν τον δημόσιο κατήγορο;
ΔΗΜ. Θα τον πάρω σηκωτό κι ύστερα θα τον ρίξω στο βάραθρο της Ακρόπολης, αφού κρεμάσω στον λαιμό του τον Υπέρβολο.
ΑΛΛ. Νά που κιόλας αυτά τα λες καλά και γνωστικά. Γιά να δούμε όμως ποιά θα ᾽ναι η πολιτική σου στα υπόλοιπα. Λέγε.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Νερό στα ιερά

Η σημασία του νερού στον καθαρμό φαίνεται και από το γεγονός ότι τα ιερά ιδρύονται κοντά σε πηγές ή υδάτινες λεκάνες ή οφείλουν τη δημιουργία τους σε υπερφυσική ενέργεια. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες περιπτώσεις:

· Στον λόφο πάνω από τον ποταμό Ευρώτα είχε ιδρυθεί το ιερό του Μενέλαου και της Ελένης. Το ιερό αυτό ιδρύθηκε τον 5ο αι. π.Χ. πάνω από τον ιερό χώρο όπου από τη μυκηναϊκή εποχή λατρευόταν το βασιλικό ζεύγος (Παυσ. 3.19.9. Απολλόδ. Επιτομή 6.29.
 
· Λεβήν ονομαζόταν θερμή πηγή με ιαματικό νερό, όπου ιδρύθηκε το πιο φημισμένο από τα ιερά του θεού στην Κρήτη (στο Λιβυκό πέλαγος νότια της Γόρτυνας). Εδώ λατρεύονταν επίσης η Υγεία, η Περσεφόνη και οι Νύμφες του Αχελώου.
 
· Από τον ναό της Αλέας Αθηνάς στην Τεγέα μια ιδιαίτερη πόρτα οδηγούσε στην πηγή (Παυσ. 8.47.4), ενώ οι Συβαρίτες λένε πως υπάρχει ναός και ιερό στον ξεροπόταμον Κράθιν (Ηρ. Ε, 45).
 
· Το Ηραίο του Άργους είχε τη δική του πηγή στους πρόποδες του λόφου, όπου τελούνταν εξαγνισμοί και μυστικές θυσίες προς τιμή της θεάς (Παυσ. 2.17.1· 13.3· 17.1-2· V, 17.1. Στρ. ΙΧ, 2.36).
 
· Νυχτερινές τελετές ενιαύσιες προς τιμήν του Διόνυσου παραδίδει ο Παυσανίας ότι τελούνταν στη λίμνη Αλκυονία στην Κορινθία, για την οποία οι Αργείοι λένε ότι υπήρξε η δίοδος για τον Διόνυσο προς τον Άδη, ώστε να φέρει πίσω τη μητέρα του Σεμέλη. Σε αυτή τη λίμνη τελούνταν κάθε χρόνο μυστικές τελετές σε ανάμνηση της καθόδου του Διόνυσου στον Άδη.
 
· Κοντά στο Γύθειο υπάρχει λίμνη στο όνομα του Ποσειδώνα και κοντά στη λίμνη ναός και άγαλμα του θεού (Παυσ. Γ, 21, 5).
 
· Κύφαντα ονομαζόταν ο τόπος (βλέπει στο Μυρτώο πέλαγος), όπου η Αταλάντη, εξαντλημένη από τη δίψα στη διάρκεια ενός κυνηγιού, χτυπά με το δόρυ της ένα βράχο από τον οποίο αναβλύζει μία πηγή δίπλα από την ιερή σπηλιά του Ασκληπιού.
 
· Στην Αλίφειρα, δίπλα στον βωμό του Λεχεάτη Δία, υπήρχε κρήνη που λεγόταν Τριτωνίδα (Παυς. 8. 26.6).
 
· Στο ιερό άλσος γύρω από τον ναό του Νεμείου Διός βρίσκεται πηγή που ονομάζεται Αδράστεια. Εκεί σταμάτησαν οι συμμετέχοντες στην εκστρατεία εναντίον των Θηβών που είχε οργανώσει ο Άδραστος, για να προμηθευτούν νερό. Εκεί συνάντησαν την Υψιπύλη της Λήμνου που υπηρετούσε ως σκλάβα τον βασιλιά Λυκούργο της Νεμέας και τροφός του γιου του Οφέλτη. Εκείνη, για να οδηγήσει τους Αργείους στη μόνη πηγή που δεν είχε ξεράνει ο Διόνυσος στην προσπάθειά του να δυσχεράνει την πορεία τους, άφησε το παιδί κάτω στα χόρτα. Σύμφωνα με χρησμό το παιδί θα πέθαινε αν το άφηναν κάτω, προτού περπατήσει. Πράγματι, ο Οφέλτης πεθαίνει από δάγκωμα φιδιού. Οι επτά αρχηγοί κηδεύουν τον μελλοντικό βασιλιά και καθιερώνουν προς τιμήν του τα Νέμεα.
 
· Σχεδόν όλες οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ως τόπο διεξαγωγής την Παλλήνη στην Κασσάνδρα (Απολλόδ. Ι, ΙV, 1). Όμως ο Παυσανίας παραδίδει την αρκαδική εκδοχή του μύθου και διηγείται ότι κοντά στον Αλφειό (βόρεια της Μεγαλόπολης) είδε τα ερείπια της πόλης Τραπεζούς, κοντά στην οποία υπάρχει τοποθεσία με το όνομα Βάθος, όπου οι Αρκάδες τελούσαν εκεί κάθε δεύτερη χρονιά μυστήρια προς τιμή των Μεγάλων Θεαινών και προσέφεραν εκεί θυσίες στις αστραπές, στις θύελλες, στις βροντές. Εκεί υπήρχε πηγή με την ονομασία Ολυμπιάδα από την οποία τη μία χρονιά ανάβλυζε νερό και την άλλη όχι. Κοντά της ανάβλυζε φωτιά.
 
· Στην Κόρινθο η Άρτεμη σκότωσε άθελά της τον Κεγχρέα, γιο της Πειρήνης. Η μάνα, λόγω των δακρύων που έχυσε θρηνώντας τον χαμό του γιου της, μετατράπηκε τελικά σε πηγή κοντά στην οποία υπάρχει ιερός περίβολος του Απόλλωνα με άγαλμά του. Στην πηγή αυτή κατάφερε ο Βελλεροφόντης να πιάσει τον Πήγασο, την ώρα που έπινε νερό. Την πηγή αυτή χάρισε ο Ασωπός στον Σίσυφο ως αντάλλαγμα για να του αποκαλύψει τον τόπο διαμονής της κόρης του Αίγινας ύστερα από την απαγωγή της από τον Δία.
 
· Κρήνη στην Κόρινθο ονομάστηκε της Γλαύκης, γιατί σε αυτήν έπεσε η κορίνθια πριγκίπισσα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να απαλλαχτεί από το κάψιμο που της προκαλούσε το πέπλο που της έστειλε η Μήδεια για τους γάμους της με τον Ιάσονα.
 
· Λίγο μακρύτερα από την πεδιάδα του Μαραθώνα παραδίδει ο Παυσανίας ότι υπήρχε όρος του Πανός και σπήλαιο αξιοθέατο. Η είσοδός του είναι στενή και όσοι μπαίνουν συναντούν διαμερίσματα και λουτρό και το λεγόμενον ποίμνιο του Πανός, πέτρες που μοιάζουν με κατσίκες (1.32.7).
 
· Κοντά στο ιερό του Διόνυσου στους Κυναιθείς, γένος των Αρκάδων, υπάρχει θαυματουργή πηγή που για τις θεραπευτικές της ιδιότητες ονομάζεται Άλυσσος (Παυσ., Η, 19,3).
 
· Στη συμβολή των ποταμών Λύμαξ και Νέδα, δώδεκα, περίπου στάδια πάνω από τη Φιγαλία, υπήρχε το ιερό της Ευρυνόμης «σεβαστό από τα παλιά χρόνια και δυσπρόσιτο εξαιτίας της τραχύτητας του εδάφους», που άνοιγε μία φορά τον χρόνο, οπότε και προσφέρονταν θυσίες από την πολιτεία και από τους ιδιώτες.
 
· Μια πηγή είναι επίσης συνδεδεμένη με το ιερό της Δήμητρας και της Περσεφόνης στην Ελευσίνα. Γνωρίζουμε ότι μετά την αρπαγή της Κόρης η Δήμητρα την αναζητούσε νύχτα και μέρα σε όλη τη γη με αναμμένα δαδιά στα χέρια. Με τη μορφή θνητής γυναίκας έφθασε στην Ελευσίνα και κάθισε σε μια πέτρα, που από εκείνη ονομάστηκε Αγέλαστη, κοντά σε ένα πηγάδι που ονομαζόταν Καλλίχορο. Το πηγάδι αυτό ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές μέσα στον ναό της Δήμητρας. Ο ομηρικός ύμνος προς τη Δήμητρα παραδίδει πάλι ότι η θεά κάθισε στο πηγάδι των Παρθένων στον ίσκιο μιας ελιάς (στ. 99-100). Παρακάτω όμως αναφέρει ότι η Δήμητρα ζήτησε από τους Ελευσίνιους να της κτίσουν βωμό στο πηγάδι το Καλλίχορο (στ. 270-272), εκεί όπου έστηναν χορό οι γυναίκες. Σύμφωνα με τον Παυσανία, πρόκειται για δύο διαφορετικά πηγάδια σε απόσταση μεταξύ τους. Το πηγάδι των Παρθένων ή των Ανθέων ήταν στην άκρη της Ελευσίνας, στον δρόμο προς τα Μέγαρα.
 
· Πηγή με θαλασσινό νερό δημιουργήθηκε στην Ακρόπολη, όταν ο Ποσειδώνας χτύπησε το έδαφος στον αγώνα διεκδίκησης της πόλης των Αθηνών με την Αθηνά. Το Ερέχθειο κατασκευάστηκε για να στεγάσει το πηγάδι με το θαλασσινό νερό του Ποσειδώνα και την ιερή ελιά της Αθηνάς.
 
· Στην κρήνη του ιερού του Ασκληπιού στην Αθήνα, ο Άρης σκότωσε τον γιο του Ποσειδώνα Αλιρρόθιο, επειδή είχε προσπαθήσει να βιάσει την κόρη του Αλκίππη από την κόρη του βασιλιά των Αθηνών Κέκροπα.
 
· Σε ρωγμή κοντά στο ιερό της Γαίας είδε ο Δευκαλίων να εξαφανίζονται από μία ρωγμή τα τελευταία νερά του κατακλυσμού (δίπλα σε αυτό το ιερό κατασκεύασε τον αρχικό ιερό του Ολυμπίου Διός). Σε αυτήν κάθε χρόνο πιστοί έριχναν πίτες σιταριού με μέλι.
 
· Στους Δελφούς υπήρχε η Κασταλία πηγή. Σύμφωνα με τους μύθους η Κασταλία ήταν μια νέα από τους Δελφούς που την ερωτεύτηκε ο Απόλλωνας. Ο θεός την κυνήγησε και αυτή έπεσε στην πηγή που από τότε πήρε το όνομά της και αφιερώθηκε στον θεό. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές η Κασταλία ήταν κόρη του Αχελώου και γυναίκα του βασιλιά Δέλφου. Απέκτησε μαζί του ένα γιο, τον Καστάλιο, που έγινε βασιλιάς στη χώρα των Δελφών μετά τον θάνατο του πατέρα του. Στην πηγή αυτή με διάφορα μέσα οι θεοί αποκάλυπταν τη βούλησή τους και κατηύθυναν τις ενέργειες των θνητών. Ο Πίνδαρος λοιπόν υποστηρίζει ότι στην πηγή εμφανίστηκε σε όνειρο του Πελία η ψυχή του Φρίξου και τον παρακίνησε να φέρει πίσω το χρυσόμαλλο δέρας. (Πίνδ., Πυθιον. ΙV, 163). Στην πηγή αυτή πήγαιναν για καθαρμό οι ιερείς του μαντείου και η Πυθία, πριν μπουν στον ιερό χώρο ή στον ναό για θυσίες και για άλλες τελετές.
 
· Στο Αμφιαράειο, λίγο πιο κάτω από τον Ωρωπό, ιερό, μαντείο και θεραπευτήριο αφιερωμένο στον ήρωα Αμφιάραο, αφού τον κατάπιε η γη (βλ. Ισμηνός), μετατράπηκε σε θεό που έβγαινε στην επιφάνεια από την ιερή πηγή του χώρου, όπου θεμελίωσε και την ονειρομαντεία (Παυς. 1.34. Στρ. 9.1.22).
 
· Στη Θήβα υπήρχε η κρήνη της Δίρκης που ονομάστηκε από την ίδια. Ήταν σύζυγος του βασιλιά Λύκου. Μαζί φυλάκισαν και κακοποίησαν την Αντιόπη, μητέρα των διδύμων Αμφίονα και Ζήθου, αφού πρώτα την υποχρέωσαν να αφήσει τα παιδιά έκθετα στον Κιθαιρώνα. Για να εκδικηθούν, οι δύο νέοι σκοτώνουν τον Λύκο, δένουν τη Δίρκη σε ταύρο που την κομματιάζει και ύστερα ρίχνουν το σώμα της στην πηγή που θα πάρει το όνομά της. Στην κρήνη αυτή θα σταματήσει η αγελάδα την οποία είχε ακολουθήσει από τους Δελφούς ο Κάδμος. Στο σημείο αυτό, σύμφωνα με χρησμό που είχε πάρει, θα ίδρυε την Καδμεία.
 
· Στη Βοιωτία ο Απόλλωνας φτάνει από τη Δήλο στην πηγή Τιλφούσα, ψάχνοντας ένας μέρος για να ιδρύσει το μαντείο του. Η πηγή, που είχε ήδη ένα μαντείο, τον εξαπατά στέλνοντάς τον στον Παρνασσό, όπου γνώριζε ότι θα τον περίμενε ο δράκος Πύθωνας, φύλακας της πηγής του ιερού της Γαίας στους Δελφούς. Ο Απόλλωνας αντιλαμβάνεται την παγίδα στους Δελφούς, σκοτώνει τον δράκο και ύστερα επιστρέφει στην πηγή, σταματά τη ροή του νερού της με μια βροχή από βράχια και κατασκεύασε δίπλα ένα βωμό. Ο μύθος του Απόλλωνα και της Τιλφούσας αναφέρεται μόνο στους Ομηρικούς Ύμνους (ΙΙΙ, 244 και 375 κ.ε.), ενώ σύμφωνα με άλλες εκδοχές ο θεός, τέσσερις μέρες μετά τη γέννησή του, πήγε κατευθείαν στους Δελφούς, σκότωσε τον Πύθωνα και ίδρυσε το ιερό του. Η πηγή Τιλφούσα είναι περισσότερο γνωστή ως ο τόπος όπου πέθανε ο Τειρεσίας (Στρ. ΙΧ, 411).
 
· Στην Καλυδώνα υπάρχει πηγή που ονομάζεται της Καλλιρόης. Εκεί η κόρη που είχε αυτό το όνομα έδωσε τέλος στη ζωή της και από αυτήν ονομάστηκε η πηγή. Ο Παυσανίας παραδίδει ότι την Καλλιρόη ποθούσε ο ιερέας του Διόνυσου Κόρησος, τον οποίο εκείνη μισούσε πολύ. Ο ιερέας προσέτρεξε στον θεό του και εκείνος ενέβαλλε μανία στους Καλυδώνιους και έσπειρε τον θάνατο. Χρησμός από τη Δωδώνη υπέδειξε ότι η οργή του Διόνυσου θα καταπαύσει όταν ο Κόρησος θυσιάσει την Καλιρρόη ή όποιον άλλον θα δεχόταν να θυσιαστεί στη θέση της. Ο ιερέας, αγαπώντας βαθιά την κόρη, αυτοθυσιάστηκε και εκείνη έκοψε τον λαιμό της δίπλα στην πηγή.
 
· Στη θέση «Τριφυλλώνες», νότια της Πέλλας, βρέθηκε λίθινη βάση αναθήματος (β' μισό του 4ου αι. π.Χ.), αφιερωμένη στις Μούσες από τον Ναυσίμαχο, κάτι που υποδηλώνει τοπίο «ειδυλλιακό με πλούσια βλάστηση και νερά, που τροφοδοτούνταν από την τότε αέναη πηγή των «Λουτρών». [Εκεί βρέθηκε] αναθηματικό ανάγλυφο του 2ου αι. π.Χ. με παράσταση Νυμφώ, που δείχνει ότι εδώ υπήρχε ένα Νυμφαίον, δηλαδή ιερό των Νυμφών και πιθανότατα του συντρόφου τους ποιμενικού θεού Πάνα, δίπλα σε πηγή ή σε κάποιο κρηναίο οικοδόμημα βρέθηκαν 4,5 χιλιάδες περίπου αρχαία νομίσματα που δείχνουν ότι η πηγή θεωρούνταν ιερή. Μέχρι τη δεκαετία του '70 κοπέλες ως άλλες νύμφες και νεράιδες απολάμβαναν τη δροσιά και τη γονιμότητα της πλούσιας πηγής».

Καντ: Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου

Δεν υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη φύση καμία εξαίρετη ιδιότητα που να μη μπορεί να εκφυλιστεί ποικιλοτρόπως σε μια μείζονα ατέλεια.

Το υπέροχο-τρομακτικό, όταν παύει να είναι φυσικό, γίνεται αλλόκοτο. Το αφύσικο, που θεωρείται υπέροχο καίτοι δεν εμπεριέχει τίποτε ή σχεδόν τίποτε απ’ αυτό, είναι επιτηδευμένο.

Όποιος αρέσκεται και δίνει πίστη στο αλλόκοτο είναι ευφάνταστος.

Όποιος είναι ευεπίφορος στην επιτήδευση γίνεται εκκεντρικός.

Από την άλλη, η πλήρης έλλειψη υψηλοφροσύνης εκφυλίζει το αίσθημα του ωραίου σε μια ανουσιότητα.

Αυτός που διέπεται απ’ αυτήν, αν είναι νέος, γίνεται δανδής· αν είναι μεσόκοπος, γίνεται κενόδοξος.

Αν το γήρας θρέφεται αναμφίβολα από το υπέροχο, τότε δεν υπάρχει πιο ευκαταφρόνητο πλάσμα από έναν γέρο φαντασμένο, ούτε πιο απεχθές και ανυπόφορο από έναν εκκεντρικό νέο.

Οι αστεϊσμοί και η ιλαρότητα καταλογίζονται στο αίσθημα του ωραίου.

Ωστόσο, με την προσθήκη του Λόγου μπορούν να προσεγγίσουν λίγο-πολύ το υπέροχο.

Η ιλαρότητα που βρίθει ασυναρτησιών, είναι μωρολογία· αυτός που μωρολογεί ακατάπαυστα είναι ανόητος. Είναι, όμως, κοινός τόπος ότι και οι σώφρονες μωρολογούν, και μάλλον χρειάζεται να είναι κανείς αρκετά ευφυής για να παραλογίζεται, χωρίς εντούτοις να πέφτει σε λάθη.

Αυτός που οι λόγοι και οι πράξεις του ούτε ψυχαγωγούν, ούτε συγκινούν είναι ανιαρός. Ο ανιαρός που επιμένει να συγκινεί και να ψυχαγωγεί, γίνεται σαχλός. Ο σαχλός που προσέτι είναι επηρμένος, είναι γελοίος.

O Μούνδος και η Παυλίνα: Οι βλαβερές συνέπειες της θρησκοληψίας

Στην αυτοκρατορική Ρώμη, επί βασιλείας του Καίσαρα Τιβέριου ζούσε ένας νεαρός, ευγενούς καταγωγής, ο Δέκιος Μούνδος. Όμορφος και πλούσιος, δεν άφηνε γυναίκα για γυναίκα, που να μην την πολιορκήσει και τελικά να κατακτήσει. Σε όσες του κάναν τις δύσκολες, μεταχειριζόταν άλλα πιο αποτελεσματικά από την προσωπική του γοητεία, μέσα, τους πρόσφερε δηλαδή σημαντικά χρηματικά ποσά.

Κάποτε όμως βρήκε το δάσκαλό του στο πρόσωπο της Παυλίνας, μιας νέας γυναίκας, από μεγάλο σόι και πολύ πλούσιας, που συνδύαζε την ομορφιά με τη φρόνηση και ήταν παντρεμένη με τον Σατουρνίνο, ισχυρό πολιτικό πρόσωπο της εποχής. Η ομορφιά και η φήμη της Παυλίνας τράβηξαν την προσοχή του Δέκιου Μούνδου, αλλά όλες οι προσπάθειές του να την πείσει να δεχτεί τον έρωτά του απέτυχαν. Έφτασε στο σημείο να της προσφέρει το μυθώδες ποσό των διακοσίων χιλιάδων αττικών δραχμών για μια νύχτα έρωτα, αλλά η Παυλίνα απέρριψε με αγανάκτηση και περιφρόνηση την προσφορά του.

Ο Δέκιος έπεσε σε μεγάλη απελπισία. Δεν ήταν μόνο θέμα ματαιοδοξίας και εγωισμού. Είχε ερωτευθεί με πραγματικό πάθος την όμορφη και ενάρετη Ρωμαία. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν κι άλλο τίποτα δεν είχε στο νου του παρά το πώς θα την κατακτήσει. Η παραμάνα του η Ίδη, που ήταν από παλιά δούλα στο σπίτι τους και τον είχε μεγαλώσει στα χέρια της, βλέποντας τον σ΄ αυτή την κατάσταση θέλησε να τον βοηθήσει. Μολονότι ο πατέρας του Δέκιου την είχε απελευθερώσει, αυτή δεν έφυγε από την οικογένεια, που θεωρούσε δικιά της κι έμεινε να την υπηρετεί ως οικονόμος. Υποσχέθηκε στον νεαρό πως θα τα κατάφερνε να ρίξει στην αγκαλιά του την Παυλίνα κι ο Δέκιος της έδωσε πενήντα χιλιάδες δραχμές σαν αμοιβή αλλά και για τα έξοδα που θα αντιμετώπιζε.

Η Ίδη ήταν πανούργα γυναίκα και άφθαστη σε δολοπλοκίες και τεχνάσματα. Άρχισε να κατασκοπεύει την Παυλίνα και να παρακολουθεί την παραμικρή κίνηση της. Έτσι γρήγορα διαπίστωσε πως επισκεπτόταν ταχτικότατα τον ναό της Ίσιδας, που είχε ανοίξει πριν λίγα χρόνια στη Ρώμη. Εξακρίβωσε επίσης πως η Παυλίνα ήταν αφοσιωμένη όχι τόσο στην Θεομήτορα (όπως έλεγαν οι πιστοί την Ίσιδα), όσο σ’ έναν άλλον Αιγύπτιο θεό, τον Άνουβη, κι ας ήταν αυτός ο τελευταίος κυνοπρόσωπος (ήγουν σκυλομούρης στην κυριολεξία).

Η Ίδη τότε κατάστρωσε ένα μεγαλοφυές σχέδιο. Πήγε στους ιερείς του ναού και τους προσέφερε εικοσιπέντε χιλιάδες δραχμές αν έπειθαν την Παυλίνα να ενδώσει στον έρωτα αν όχι του Μούνδου, πάντως του Άνουβη. Οι ιερείς δέχτηκαν και ο πρεσβύτερός τους πήρε στο σπίτι του Σατουρνίνου και ζήτησε να μιλήσει στην Παυλίνα ιδιαιτέρως. Όταν εκείνη τον δέχτηκε της είπε πως θεός Άνουβης παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους πληροφόρησε πως τα κάλλη της τον είχαν σκλαβώσει και επιθυμούσε να συνευρεθεί μαζί της μέσα στο ναό!

Μ΄ όλο που είχαν περάσει πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια από τότε που ο Δίας κατέβαινε από τον Όλυμπο για να χαρεί τον έρωτα θνητών γυναικών, η Παυλίνα κολακεύτηκε πάρα πολύ και όχι μόνο δέχτηκε μετά χαράς να ικανοποιήσει την επιθυμία του θεού, αλλά έσπευσε να την ανακοινώσει και στον σύζυγό της, ο οποίος δεν έφερε καμιά αντίρηση. Αντίθετα τον κολάκεψε η προοπτική να γίνει συνάδελφος του Αμφιτρύωνα.

Η Παυλίνα έχοντας εξασφαλίσει τη συζυγική συγκατάθεση, πήγε το ίδιο βράδυ στο ναό, όπου δείπνησε με τους ιερείς και όταν ήρθε η ώρα του ύπνου, εκείνοι την οδήγησαν στο σκοτεινό ιερό, και έφυγαν κλείνοντας τις πύλες του ναού, όπου όμως είχε προηγουμένως κρυφτεί, ντυμένος Άνουβης, ο Δέκιος Μούνδος, ειδοποιημένος από την Ίδη. Η Παυλίνα μένοντας μόνη στο ιερό που φωτιζόταν μόνο από τις λαμπάδες και τα καντήλια, σαν είδε να μπαίνει ο Άνουβης, ντυμένος στα χρυσά, έπεσε στα γόνατα και άρχισε τις προσευχές και τις δεήσεις. Ο Μούνδος-Άνουβης όμως, που δεν είχε έρθει για να ακούσει τέτοια πράματα, την έπιασε από το χέρι, τη σήκωσε και την οδήγησε σε ένα στρώμα, που είχε ετοιμάσει σε μια γωνιά του ιερού. Η Παυλίνα υπάκουσε πρόθυμα τη θεία εντολή και ο Δέκιος πέρασε μαζί της μιαν αξέχαστη νύχτα.

Το πρωί ο μεν Μούνδος έφυγε πρώτος, πριν ανοίξει ο ναός η δε Παυλίνα, ξετρελαμένη από τις θείες περιποιήσεις, γύρισε στο σπίτι και τα είπε όλα στον σύζυγο. Δε σταμάτησε όμως εκεί αλλά καυχήθηκε στις φιλενάδες της τη θεία εύνοια. Φυσικά άλλες την πίστεψαν άλλες όχι κι όλες τη ζήλεψαν, αλλά το γεγονός είναι πως το έμαθε όλη η Ρώμη.

Τα πράγματα θα σταματούσαν εδώ αν δε μεσολαβούσε η ματαιοδοξία του Δέκιου Μούνδου, που ήθελε να της ανταποδώσει την περιφρόνηση που του είχε δείξει. Την τρίτη κι όλας μέρα, όταν τη συνάντησε τυχαίως στο δρόμο, δεν κρατήθηκε και της είπε:

«Λοιπόν Παυλίνα, τελικά μου εξοικονόμησες διακόσιες χιλιάδες δραχμές, που θα μπαίναν στην οικογενειακή σου περιουσία, όπως σε παρακαλούσα να κάνεις. Και εσύ μεν έβριζες τον Μούνδο, αυτός όμως δε στερήθηκε την ηδονή που επιθυμούσε, μόνο που την απόλαυσε με το όνομα του Άνουβη», και κατόπιν τράβηξε το δρόμο του.

Η Παυλίνα όταν κατάλαβε το νόημα των λόγων του και την παγίδα στην οποία είχε πέσει έτρεξε κατασυγχισμένη στον άντρα της και του τα είπε όλα, ζητώντας να κάνει το παν για να τιμωρηθεί ο Μούνδος. Ο Σατουρνίνος πήγε αμέσως στον Καίσαρα Τιβέριο, ο οποίος, σαν έμαθε το πάθημα της Παυλίνας, οργίστηκε πολύ, διέταξε αμέσως αυστηρές ανακρίσεις και εν συνεχεία καταδίκασε σε σταύρωση την Ίδη και όσους ιερείς της Ίσιδας είχαν ανάμιξη στη σκευωρία. Ο ναός της Ίσιδας κλείστηκε και τα αγάλματα της Ίσιδας και του Άνουβη πετάχτηκαν στον Τίβερη. Ο Δέκιος Μούνδος όμως τη γλίτωσε με απλή εξορία, γιατί του αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό το μεγάλο ερωτικό πάθος και η έλλειψη ταπεινών κινήτρων.

Απροσδοκήτως η μπάλα πήρε και τους Εβραίους της Ρώμης, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν τελείως άσχετοι και αμέτοχοι, αποτελούσαν όμως τους «συνήθεις υπόπτους» της εποχής. Ο Τιβέριος με την ευκαιρία διέταξε την απέλαση τεσσάρων χιλιάδων Εβραίων από τη Ρώμη και πολλούς τους εξόρισε στη Σαρδηνία.

Η ιστορία που διαβάσατε περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ιωσήπου «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» (18.65.1 - 18.84.12) και το θέμα της το χρησιμοποίησε (διασκευάζοντάς το επί το ασεβέστερον και τολμηρότερον) μετά από χίλια τριακόσια χρόνια ο Βοκάκιος, στο διήγημά του Η κυρία Λιζέτα και ο Άγγελος, που περιλαμβάνεται στο Δεκαήμερο.

Να παραδέχεσαι στο παιδί σου τους φόβους σου

«Μαμά φοβάμαι να κοιμηθώ!»

«Φοβάσαι; Ε και; Κι η μαμά σου φοβόταν όταν ήταν μικρή να κοιμηθεί.»

Γονιός ή όχι, σίγουρα έχεις ακούσει πολλές φορές για παιδικές φοβίες κι αντιδράσεις σαν την παραπάνω, δια στόματος φίλων ή γνωστών. Αυτό που πιθανότατα να μην ακούς και τόσο συχνά είναι η απάντηση που είδαμε στον παραπάνω διάλογο. Βλέπεις, οι περισσότεροι γονείς μάλλον θα απαντούσαν «Φοβάσαι; Αν είναι δυνατόν εσύ ένα τόσο μεγάλο παιδί;»

Όλοι μας έχουμε παρόμοιες καταγραφές να θυμόμαστε από τους δικούς μας γονείς. Μας βοήθησαν ή όχι, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με σιγουριά. Μπορεί ως παιδιά να αναπτύξαμε δικούς μας μηχανισμούς αντιμετώπισης των δικών μας φόβων. Ίσως και το «μη φοβάσαι» των γονιών μας να αρκούσε για να μας απαλλάξει από τις δικές μας παιδικές φοβίες. Πιθανότατα πολλοί από εμάς να εξακολουθούμε να κοιμόμαστε με φωτάκι ή το φως του διαδρόμου αναμμένο έχοντας πια αποδεχθεί την αιτία του φόβου μας, έχοντας έτσι δώσει τη δική μας λύση σε αυτό.

Οι γονείς που προσπαθούν να σταματήσουν τους φόβους των παιδιών τους ακυρώνοντάς τους, κινδυνεύουν να παρατείνουν ή ακόμη και να διογκώσουν την οποιαδήποτε φοβία των παιδιών. Η μαγική λέξη για όλες τις περιπτώσεις είναι μια: αποδοχή. Εξάλλου, με το να σκεπάζουμε το προφανές δεν κερδίζουμε κάτι. Όταν, λοιπόν, εκφράζεται ο φόβος τον αποδεχόμαστε και προσπαθούμε να τον κατανοήσουμε. Να δούμε από πού προήλθε και τι τον προκάλεσε. Κι αν πάλι δεν καταλήξουμε στην αιτία, προχωράμε στο δια ταύτα που είναι η μεθοδική αντιμετώπιση.

Φόβοι για το σκοτάδι, για ζώα και τέρατα, για πλάσματα που βγαίνουν μέσα από την ντουλάπα του δωματίου είναι, σύμφωνα με ψυχολόγους, απόλυτα βάσιμοι κι αναμενόμενοι. Ακόμη κι ο φόβος του αποχωρισμού όταν έρθει η στιγμή το παιδί να πάει στο σχολείο είναι απόλυτα δικαιολογημένος κατά τους ειδικούς. Γιατί, όμως, είναι τόσο δύσκολο για τους γονείς να αποδεχθούν αυτό που έχουν ακούσει πολλάκις και μάλιστα αρκετοί από αυτούς έχουν προετοιμαστεί για αυτό διαβάζοντας σχετικά βιβλία κι επιστημονικά έντυπα;

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός πως οι γονείς που παραδέχονται τους φόβους τους και μάλιστα στα ίδια τους τα παιδιά, μεγαλώνουν δυνατότερα και πιο θαρραλέα παιδιά. Δε θέλει και πολλή ανάλυση το παραπάνω αν σκεφτούμε πολύ απλά πως όταν συμφιλιωνόμαστε με την ιδέα του φόβου, αυτό που καταφέρνουμε είναι να τον μικραίνουμε μέρα με τη μέρα.

Αυτό που το παιδί αποζητά από τον γονιό όταν του εκφράζει τη φοβία του είναι να το καταλάβει κι όχι να το επικρίνει. Τη στιγμή που ο γονιός θα κατέβει στο επίπεδο του παιδιού με πλήρη αποκαθήλωση του εαυτού του ως προς τον φόβο του, θα έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του παιδιού του. Κι έτσι χτίζεται αποτελεσματικά η αυτοπεποίθηση κι η σιγουριά που χρειάζεται ένα μη φοβισμένο και θαρραλέο παιδί.

Από την άλλη, οι γονείς που προσπαθούν –μάταια φυσικά– να ελέγξουν τις φοβίες των παιδιών τους προκαλώντας φόβο με λέξεις όπως «μπαμπούλας» κι άλλες της ίδιας συνομοταξίας, μεγαλώνουν παιδιά που θα γίνουν ενήλικες με αμέτρητες φοβίες και μηδαμινή αυτοπεποίθηση. Η μεγαλύτερη μερίδα γονέων πιστεύουν λανθασμένα πως αν αποδεχθούν τα «φοβάμαι» των παιδιών τους θα φανούν δειλοί κι ανήμποροι. Νομίζουν πως δε θα βοηθήσουν τα παιδιά τους με το να δείξουν την ευάλωτη πλευρά του χαρακτήρα τους.

Κι όμως, εκεί κρύβεται το μυστικό της υπόθεσης. Τα παιδιά που βλέπουν γονείς να μην υποβιβάζουν την σημασία του φόβου τους εκπαιδεύονται στο να τους αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά. Τα παιδιά με γονείς που μοιράζονται τις δικές τους φοβίες γίνονται παιδιά θαρραλέα. Εκείνα τα παιδιά που δε δέχθηκαν «όχι» και «ποτέ» πάνω στο θέμα φοβίες έγιναν παιδιά δυνατά και σίγουρα για τον εαυτό τους. Πόσο μάλλον τα παιδιά των οποίων οι γονείς είπαν κάποια στιγμή: «Ναι, φοβάμαι κι εγώ πολλές φορές στη ζωή μου», εκείνα τα παιδιά βγήκαν κερδισμένα.

Θάρρος σημαίνει βρίσκω τη δύναμη μέσα μου να αντιμετωπίσω τους δικούς μου προσωπικούς «δαίμονες». Κι αν πάλι δεν τους αντιμετωπίσω πλήρως τουλάχιστον θα έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα της ύπαρξής τους, βήμα ζωτικής σημασίας. Οι γονείς αποτελούν το παράδειγμα για τα παιδιά τους, διδάσκουν μέσα από τη δική τους συμπεριφορά. Με το να πούνε απροκάλυπτα και απερίφραστα «φοβάμαι κι εγώ κι ας είμαι μεγαλύτερός σου» μεγαλώνουν παιδιά δυνατά, δίχως κόμπλεξ κατωτερότητας κι ανασφάλειες. Δυνατός και γενναίος είναι εκείνος που ξέρει τι σημαίνει φόβος.

Εγώ και οι ρόλοι μου

Έχετε σκεφτεί πόσους ρόλους αναλαμβάνουμε στη ζωή μας; Είμαστε ο γιος, η κόρη, ο αδερφός, η αδερφή, ο πατέρας, η μητέρα κάποιου. Ταυτόχρονα είμαστε μαθητές, επιχειρηματίες, φίλοι, αθλητές, ταξιδευτές, καλλιτέχνες, μέντορες, σύζυγοι, συνάδελφοι, εραστές…

Συχνά στην καθημερινότητά μας ακούμε φίλους και γνωστούς να συζητούν με απορία, απογοήτευση, ακόμα κι ενοχή κάποιες φορές, για στιγμές που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων ενός ρόλου που έχουν αναλάβει. Οι μητέρες φέρουν πολλές φορές μια μεγάλη αγωνία για το αν ανταποκρίνονται σωστά στα καθήκοντά τους, οι πατέρες αναλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο στη γονική φροντίδα, τα αδέρφια συγκρούονται συχνά, οι φίλοι απομακρύνονται, παρεξηγούνται, οι συνάδελφοι αναζητούν δικαιοσύνη και ανταμοιβή στον εργασιακό χώρο. Μέσα από αυτές τις αφηγήσεις επαναλαμβάνονται συχνά φράσεις όπως «δεν το περίμενα αυτό από εμένα», «ήμουν εκτός εαυτού», «δεν με αναγνωρίζω» και «δεν είμαι πια εγώ»…

Αν οι παραπάνω φράσεις σας φαίνονται γνώριμες, τότε ίσως σας βοηθήσει ένας εναλλακτικός τρόπος οπτικής. O George Herbert Mead, φιλόσοφος και κοινωνικός ψυχολόγος, ανέπτυξε μια πολύ σημαντική θεωρία η οποία συνοψίζεται στο εξής: οι άνθρωποι μαθαίνουν να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις του περιβάλλοντός τους και να συμμορφώνονται με αυτό που τους ζητούν οι άλλοι. Ο Mead κατέληξε σ’ αυτό το συμπέρασμα παρατηρώντας ότι οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να συναισθάνονται τις προθέσεις και τα αισθήματα των άλλων και κατ’ επέκταση κατορθώνουν να προβλέπουν σε μεγάλο βαθμό τις αντιδράσεις τους. Εκεί που θέλουμε να καταλήξουμε μέσω αυτής της θεωρίας είναι ότι ο εαυτός συγκροτείται μέσω της αλληλεπίδρασης με τους άλλους και της ανάληψης κάποιων κοινωνικών ρόλων. Δηλαδή, οι ρόλοι σύμφωνα με τον Μead είναι συνδυασμοί συμπεριφορών και αποκρίσεων στα είδη της συμπεριφοράς των άλλων ανθρώπων. Για παράδειγμα, οι γονείς συνειδητά ή ασυνείδητα ωθούν το παιδί τους να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο ώστε να παίρνει την αγάπη και την αποδοχή που χρειάζεται, ενσαρκώνοντας το ρόλο του «καλού παιδιού», στη συνέχεια ο δάσκαλος ξεκαθαρίζει με τον τρόπο του ποια συμπεριφορά και πρακτική είναι επιθυμητή στην τάξη κι ο εργοδότης οριοθετεί το πλαίσιο εντός του οποίου κάποιος είναι ένα παραγωγικό και συνεργατικό μέλος, με άλλα λόγια ένας «καλός υπάλληλος». Καθώς μεγαλώνουμε, οι ρόλοι που καλούμαστε να παίξουμε πληθαίνουν γιατί έχουμε όλο και περισσότερες κοινωνικές υποχρεώσεις και συναναστροφές. Προκειμένου να διατηρήσουμε και να βελτιώσουμε την ποιότητα της ζωής μας χρειάζεται αναμφίβολα να συμμορφωθούμε με κάποιες από τις επιταγές μιας οργανωμένης κοινωνίας όπως τις μαθαίνουμε από την οικογένεια, το σχολείο, τις σπουδές, τα εργασιακά περιβάλλοντα, την αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους, τα ήθη και τα έθιμα του πολιτισμού στον οποίο εντασσόμαστε και στις τάσεις της εποχής που ζούμε, όπως αποτυπώνονται στην καθημερινότητα και στη μαζική κουλτούρα. Επιπρόσθετα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δίνουν συστηματικά ιδέες, παραδείγματα και οδηγίες για το πώς να είναι κάποιος καλός πατέρας, αποτελεσματικός εργαζόμενος, επιθυμητή γυναίκα.

Καμιά φορά όμως οι απαιτήσεις που έχει το περιβάλλον από τον καθένα μας, αλλά ακόμα περισσότερο και τα όρια που θέτουμε εμείς στον εαυτό μας και ο τρόπος που τον αξιολογούμε γίνεται επιβαρυντικοί και ασφυκτικοί παράγοντες για την ψυχική μας ισορροπία. Ίσως θα μας βοηθούσε να σκεφτούμε ότι οι ρόλοι που αναλαμβάνουμε αποτελούν μόνο ένα μέρος του εαυτού μας και δε μας καθορίζουν απόλυτα.

Σύμφωνα με τον Moreno, οι ρόλοι έχουν μια κοινωνική και μια προσωπική, περισσότερο ιδιωτική διάσταση. Σημειώνει πως υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους ενσαρκώνουμε ρόλους κατά τη διάρκεια της ζωής μας: η ανάληψη ρόλων, η απόδοση ρόλων και η δημιουργία ρόλων. Η ανάληψη ρόλων είναι μια συνηθισμένη, σχεδόν παραδοσιακή διαδικασία που σχετίζεται με τον πολιτισμό και την κοινότητα μέσα στην οποία μεγαλώνει κάποιος και δεν αποκλίνει από αυτή. Η απόδοση ρόλων είναι μια πιο υπεύθυνη αλλά και ελεύθερη διαδικασία που επιτρέπει στο άτομο να ενσαρκώνει το ρόλο του με ευκολία και άνεση. Η δημιουργία ρόλων είναι η πιο αυθόρμητη διαδικασία γιατί το άτομο προσθέτει κάτι νέο, φέρει στο ρόλο μια προσωπική πινελιά ή τον φέρνει εις πέρας εξ’ολοκλήρου με το δικό του μοναδικό τρόπο.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μας και ανάλογα με τις προσωπικές εμπειρίες και τον τρόπο που τις ερμηνεύουμε, παγιώνουμε τους ρόλους που επιθυμούμε να παίξουμε στην προσωπική, αλλά και την κοινωνική μας ζωή. Όμως, καθώς είμαστε σε διαρκή αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους και οι απαιτήσεις κάθε ρόλου αλλάζουν, οι άνθρωποι δυσφορούν όλο και συχνότερα μέσα στους ρόλους που χρειάζεται να ενσαρκώσουν στην ιδιωτική και στην δημόσια ζωή τους. Για παράδειγμα, ο ρόλος της μητέρας, είναι πολυσύνθετος και απαιτεί νέες προσαρμογές και ανανέωση κάποιων παραδοσιακών αντιλήψεων. Επίσης, ο ρόλος του εργαζόμενου απαιτεί νέες κοινωνικές δεξιότητες και απόκτηση νέων κωδίκων συμπεριφοράς που δεν υπήρχαν στο παρελθόν.

Συχνά ερχόμαστε σε σύγκρουση με τον εαυτό μας, αλλά και με τους άλλους όταν δεν ανταποκρινόμαστε στο ρόλο όπως θέλουμε εμείς οι ίδιοι η όπως επιθυμούν οι  άλλοι.

Σε αυτή την περίπτωση, βοηθά να σκεφτούμε ότι εμείς μπορούμε να αποφασίσουμε πώς θα προσεγγίσουμε τον κάθε ρόλο, αν θα συμμορφωθούμε με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος, τι θα διασώσουμε από το παρελθόν και τι θα δανειστούμε από το παρόν, εμείς θα βάλουμε εκ νέου τους όρους της διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε αυτό που μας ζητούν και σε αυτό που μπορούμε ή θέλουμε να δώσουμε.

Είναι επίσης σκόπιμο να αξιολογούμε ποιον τρόπο θα επιλέξουμε να ενσαρκώνουμε τους ρόλους ανάλογα με τον ίδιο και το ρόλο, τη δική μας ευελιξία και τη δυνατότητα που μας δίνει κάποια συνθήκη. Για παράδειγμα, ένας δάσκαλος μπορεί να αποδώσει το ρόλο του με τρόπο πιο ελεύθερο και δημιουργικό που να εμπνέει τους μαθητές του. Με άλλα λόγια, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο εαυτός μας είναι ο πυρήνας της ύπαρξής μας και παρά το γεγονός ότι επηρεάζεται από τους ρόλους που παίζουμε στην προσωπική και κοινωνική μας ζωή δεν ταυτίζεται με αυτούς.

Ακόμα και ως παιχνίδι ή ως άσκηση αυτογνωσίας είναι σημαντική η εξάσκηση στον εντοπισμό, την κατανόηση και τη μετατροπή στον τρόπο με τον οποίο παίζουμε τους σημαντικούς ρόλους της ζωής μας. Σε αυτό μπορεί να μας βοηθήσει η τέχνη, γιατί μας βοηθάει να κατανοήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στο έργο και το δημιουργό του και να εντοπίσουμε το σημείο συνάντησής τους. Ένας ηθοποιός φέρει στοιχεία του εαυτού του στο ρόλο που ενσαρκώνει κάθε φορά αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα με αυτόν, ο συγγραφέας δανείζεται σίγουρα κάτι προσωπικό προκειμένου να κατασκευάσει έναν άλλο κόσμο για ένα βιβλίο ή ένα σενάριο, αλλά δεν αποκαλύπτει κάθε πτυχή της προσωπικότητάς του.

Ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία ως πολύ ισχυρά αφηγηματικά μέσα δίνουν τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε με διαφορετικό τρόπο παραδοσιακούς ρόλους, να ανακαλύψουμε πλευρές του εαυτού κάποιου άλλου – ακόμα και αν πρόκειται για κάποιο προϊόν μυθοπλασίας- με τις οποίες μπορούμε να ταυτιστούμε. Η τέχνη μας προτείνει συχνά να εξερευνήσουμε πτυχές του ίδιου μας του εαυτού βάζοντας τον εαυτό μας στη θέση του ήρωα ή του πρωταγωνιστή. Κάποιες φορές μέσα από τις αφηγήσεις της ιστορίας των άλλων κατορθώνουμε να ανακαλύψουμε νέους τρόπους να επικοινωνήσουμε με τον εαυτό μας και τους άλλους, να εκφράσουμε συναισθήματα βαθιά κρυμμένα και να έρθουμε σε επαφή με στοιχεία του εαυτού μας που δε μπορούμε να αναγνωρίσουμε στην καθημερινότητα.

Κάθε φορά που γελάμε, κλαίμε και συμπάσχουμε με τις περιπέτειες και τη συμπεριφορά ενός ήρωα της λογοτεχνίας ή του κινηματογράφου μαθαίνουμε κάτι ακόμα και για μας: τι μας συγκινεί και γιατί, τι θα κάναμε στη θέση του ήρωα/ της ηρωίδας, τι θέλουμε να αλλάξουμε σήμερα στη ζωή μας και τι ονειρευόμαστε.

Ίσως όμως το πιο σημαντικό δώρο που μας κάνει η τέχνη είναι η κατανόηση ότι το δικό μας σενάριο το γράφουμε και το σκηνοθετούμε εμείς, ότι εμείς επιλέγουμε τους ρόλους της ζωής μας και τους συμπρωταγωνιστές μας.

Ο Carl Rogers, προσωποκεντρικός ψυχοθεραπευτής, έγραφε ότι ο στόχος που επιδιώκει συνειδητά ή ασυνείδητα το άτομο είναι να γίνει ο εαυτός του, να ανακαλύψει άγνωστα σε αυτόν στοιχεία, να απευθύνεται όλο και λιγότερο στους άλλους για αξιολόγηση, να ζει μ’ έναν τρόπο που να τον ικανοποιεί τόσο ώστε να απολαμβάνει τη ζωή ως διαδικασία, ως ταξίδι, και γιατί όχι, ως ιστορία άξια να την αφηγηθεί κανείς.

Εξάλλου, όπως μας λέει ο χαρακτήρας του Ζακ στο έργο του Shakespeare «Όπως σας αρέσει», «όλος ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή και όλοι οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, ηθοποιοί που κάνουν εισόδους και εξόδους από τη σκηνή και παίζουν όχι έναν, αλλά πολλούς ρόλους κατά τη διάρκεια των επτά εποχών τους». Είναι στο χέρι μας να εξερευνήσουμε τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του κάθε ρόλου που καλούμαστε να παίξουμε και να θυμηθούμε ότι οι ηθοποιοί – δηλαδή εμείς- είμαστε που κάνουμε τις ερμηνείες αξέχαστες!

Ιουλιανός: Τους ανόητους πρέπει να τους διδάσκεις κι όχι να τους τιμωρείς

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος νευροδιαβιβαστέςΕπιστολή 42*:

Σωστή παιδεία, νομίζω, δεν σημαίνει το να χειρίζεσαι τις λέ­ξεις και τη γλώσσα με ευρυθμία, αλλά το να σε διακρίνει η υγιής νοητική διάθεση να σκέφτεσαι λογικά, να ’χεις σωστές απόψεις για το καλό και το κακό, το ωραίο και το αισχρό.

Αυτός, λοι­πόν, που άλλα πιστεύει και άλλα διδάσκει σ’ όσους μαθητεύουν πλάι του, νομίζω έχει απομακρυνθεί τόσο από την παιδεία όσο και από την τιμιότητα. Και αν η διαφορά ανάμεσα στις σκέψεις και στα λόγια αφορά σε μικροζητήματα, τότε είναι κάπως υπο­φερτό το κακό. Στα μεγάλα ζητήματα όμως, αν κάποιος διδά­σκει τα αντίθετα απ’ αυτά που πιστεύει, πώς να μη θεωρηθεί άν­θρωπος πανούργος, κάθε άλλο παρά έντιμος και ευσυνείδητος, που μιλάει με πολύ καλά λόγια για πράγματα που τα θεωρεί τι­ποτένια, εξαπατώντας και δελεάζοντας με επαίνους εκείνους στους οποίους επιδιώκει να μεταδώσει τις δικές του ασχήμιες;

Όσοι λοιπόν θέλουν να επαγγέλονται τον δάσκαλο πρέπει να είναι άνθρωποι δίκαιοι και λογικοί, κι οι ιδέες που έχουν ενστερ­νιστεί να μην έρχονται σε σύγκρουση με το δημόσιο λειτούργημά τους. Και πολύ περισσότερο απ’ όλους, θα ’πρεπε τέτοιας ποιότη­τας άνθρωποι να είναι όλοι όσοι ασχολούνται με την ερμηνεία των αρχαίων κειμένων στους νέους, είτε ρήτορες είναι αυτοί είτε απλοί δάσκαλοι είτε σοφιστές —και πολύ περισσότερο αυτοί οι τε­λευταίοι, που φιλοδοξούν να διδάξουν όχι μονάχα τη γλώσσα αλ­λά και την ηθική, και διατείνονται ότι ειδικότητά τους είναι η πολιτική φιλοσοφία.

Αν τώρα αυτό είναι αλήθεια ή όχι, ας το αφήσουμε για την ώ­ρα· τους επαινώ που έχουν τη φιλοδοξία να ασκούν ένα τόσο ω­ραίο επάγγελμα, αλλά θα τους επαινούσα ακόμα περισσότερο αν δεν ήταν ψεύτες και αν δεν έδιναν λαβή να θεωρηθεί ότι άλλα πιστεύουν και άλλα διδάσκουν στους μαθητές τους. Τι λέτε λοι­πόν; Για τον Όμηρο, τον Ησίοδο, το Δημοσθένη, τον Ηρόδοτο, το Θουκυδίδη, τον Ισοκράτη και το Λυσία, δεν ήσαν κεφαλές της παιδείας οι θεοί; Μήπως δεν θεωρούσαν προστάτες τους, άλλοι τον Ερμή και άλλοι τις Μούσες;

Είναι λοιπόν παράλογο, έτσι νο­μίζω, κάποιοι που δουλειά τους είναι να ερμηνεύουν τα έργα ό­λων αυτών, συγχρόνως να καταφρονούν τους θεούς που εκείνοι τίμησαν. Και παρ’ όλο που το θεωρώ παράδοξο αυτό, δεν ισχυρί­ζομαι ότι πρέπει να αλλάξουν ιδέες οι δάσκαλοι της νεολαίας. Τους αφήνω να επιλέξουν ανάμεσα στο να μη διδάσκουν αυτά που δεν θεωρούν αξιόλογα και σημαντικά ή, αν επιθυμούν να συ- νεχίσουν τη διδασκαλία, πρώτα απ’ όλα να κηρύξουν στους μα­θητές ότι ούτε ο Όμηρος ούτε ο Ησίοδος ούτε κανείς από όσους ερμηνεύουν [λείπουν λέξεις] αφού μέχρι και για ασέβεια τους έ­χουν κατηγορήσει και για ανοησία και θεολογικές πλάνες. Κι α­φού χάρη στα συγγράμματα εκείνων κερδίζουν χρήματα και ζουν ετούτοι εδώ, είναι σα να το παραδέχονται πως είναι αισχροκερ­δείς και για λίγες δραχμές είναι ικανοί για όλα.

Μέχρι τώρα, πολλά ήσαν τα αίτια που ο κόσμος δεν επισκε­πτόταν τα ιερά, και ο φόβος που επικρεμόταν από παντού συγ­χωρούσε την απόκρυψη της αληθινής γνώμης για τους θεούς. Τώ­ρα όμως που οι θεοί μάς έδωσαν την ελευθερία, μου φαίνεται πα­ράλογο το να διδάσκει κανείς τους ανθρώπους αυτά που δεν εγ­κρίνει. Μα αν θεωρούν ότι είναι σοφοί εκείνοι των οποίων τα έρ­γα ερμηνεύουν και τους οποίους αναγνωρίζουν ως προφήτες, ας μιμηθούν πρώτα την ευσέβεια εκείνων προς τους θεούς- αν όμως υποστηρίζουν ότι εκείνοι που αξίζουν τις μεγαλύτερες τιμές είχαν πλανηθεί, τότε ας πάνε στις εκκλησίες των χριστιανών να ερμη­νεύσουν Ματθαίο και Λουκά...

Οι δικοί σας νόμοι σας απαγορεύουν να τρώτε από τα ζώα που θυσιάζονται. Εγώ όμως θα προτιμούσα να "ξαναγεννηθεί", ό­πως θα λέγατε και σεις, και η ακοή και η γλώσσα σας /λείπουν λέξεις].

Ιδού λοιπόν ο νέος νόμος που ισχύει για τους καθηγητές και διδασκάλους. Κανένας νέος που θέλει να φοιτήσει δεν αποκλείε­ται. Δεν θα ήταν ούτε λογικό ούτε δίκαιο, να κλείσω το δρόμο σε παιδιά που ακόμα δεν ξέρουν τι κατεύθυνση να ακολουθήσουν — από φόβο μήπως τα σπρώξω προς τα πατροπαράδοτα χωρίς να το θέλουν παρ’ όλο που θα ήταν δίκαιο, όπως τους τρελούς, έτσι κι αυτούς να τους θεραπεύσουμε παρά τη θέλησή τους. Πιστεύω όμως πως τους ανόητους πρέπει να τους διδάσκεις κι όχι να τους τιμωρείς.

Ιουλιανός, Επιστολές

*Επιστολή 42: Ο Ιουλιανός επιχειρεί να δικαιολογήσει το μέ­τρο που πήρε, να απαγορέψει στους χριστιανούς ρητοροδιδασκάλους και γραμματικούς να διδάσκουν ελληνική φιλολογία. Η όλη στάση του απέναντι τους συνοψίζεται στην φράση του: «Πηγαίνε­τε στις εκκλησίες σας, να ερμηνεύσετε Ματθαίο και Λουκά»... Οι χριστιανοί θεώρησαν ότι το μέτρο εκείνο κατ' επέκταση απαγό­ρευε και στα παιδιά τους να σπουδάζουν. Ως προς αυτό όμως ο Ιουλιανός, προς το τέλος της επιστολής, είναι σαφής.

Λιαντίνης: Ο άνθρωπος είναι ίσκιος ονείρου

Ο Μαρτίνος Χάιντεγγερ, ο δάσκαλος του Σαρτρ, ο πιο γνήσιος από τους πέντε φιλοσόφους της Φιλοσοφίας της Ύπαρξης, είναι ο κατεξοχήν φιλόσοφος που είδε τους ανθρώπους στη σχέση τους με τη μέριμνα. Και με βάση τη σχέση του κάθε ανθρώπου με τη μέριμνα, τους διαιρεί σε δύο κατηγορίες.
 
Η μια κατηγορία είναι οι Πλείστοι. Είναι αυτοί που τους έχει απορροφήσει η μέριμνα. Την κατηγορία αυτή ο Χάιντεγγερ την ονομάζει «Ο δημώδης υποστασιακός τύπος», ή το Man. Η λέξη man στη γερμανική γλώσσα είναι αόριστη αντωνυμία και σημαίνει τις, κάποιος.

Η δεύτερη κατηγορία είναι οι Ελάχιστοι. Ποσοστό ένας στους μύριους ή ένας στις εκατό μυριάδες.

Είναι εκείνοι που ο καημός και το μεράκι τους για τον άνθρωπο και τη μοίρα του τους απορροφά σε τέτοιο βαθμό, ώστε αντιστρέφοντας το σχήμα ζουν έξω από τη μέριμνα και την οντολογική λήθη. Ζουν, δηλαδή, μέσα στην αλήθεια της ύπαρξης.

Ετούτοι, οι δεύτεροι, ζουν και τους δέρνει μια τρέλα ιερή. Βασανίζουνται, υποφέρνουν, αγωνιούν. Βοούν μόνοι τους στην ερημιά, στα άγρια μεσάνυχτα, στις απόγκρεμνες σπηλιές του «τι είναι;» και στις κώχες του «τι πρέπει;» Είναι η φυσική σχιζοφρένεια της μεγαλοφυίας.

Οι περισσότεροι μένουν έξω από την ευδοκίμηση και την πρόοδο, όπως την εννοεί ο πολύς κόσμος. Άλλοι τρελαίνουνται, άλλοι αυτοκτονούν, άλλοι κόβουν το αυτί τους σαν τον Βαν Γκογκ, που πέθανε στα τριάντα εφτά του από «πυρετό ύπαρξης».

Αυτή τη δεύτερη κατηγορία ο Χάιντεγγερ την ονομάζει «Η με αυθεντικό τρόπο εννοούμενη ύπαρξη», ή η Existenz.
 
Η πρώτη κατηγορία, το man που σημαίνει κάποιος, σημαίνει και κανείς. Λέμε λ.χ. την πρόταση: ημπορεί να ειπεί κάποιος ότι η ζωή είναι έμορφη. Αλλά την ίδια πρόταση τη λέμε κι έτσι: ημπορεί να ειπεί κανείς ότι η ζωή είναι έμορφη.
 
Επομένως το man, το κάποιος του Χάιντεγγερ, είναι και το κανένας.
 
Αυτή είναι η έννοια ότι ζούμε στην οντολογική λήθη, ότι ζούμε αλλά δεν υπάρχουμε. Ότι είμαστε ο κανένας.
 
Φιλοσοφικά, τη θεώρηση της ζωής μας από τη σκοπιά του ένας ή του κανένας, του τις ή του οντις, μας την έδωκε με τρόπο ακραία αδρό και λακωνίζοντα ο Πίνδαρος στον όγδοο Πυθιόνικο. Εκεί, αυτός ο πρίγκιπας ανάμεσα στους εννέα επιφανείς έλληνες λυρικούς, σε μια στιγμή του υψηλή λέει,
ἐπάμεροι· τί δέ τις; τί δ᾽ οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος.
Δηλαδή: είμαστε της στιγμής· τι είναι, τι δεν είναι κανείς; Ο άνθρωπος είναι ίσκιος ονείρου.
Όταν ο Οδυσσέας έφτασε στο νησί του κύκλωπα Πολύφημου, έμελλε να ζήσει μια περιπέτεια φρίκης που δεν είχε το όμοιο της.

Καθότανε και κοίταζε ετούτον τον θηριάνθρωπο, πού 'χε στη μέση το κούτελο ένα μάτι σαν μαύρο φεγγάρι. Περιδιάβαζε την ατελείωτη κατεβασιά της κεφάλας του, και τις ζαρωματιές της που κατέβαιναν σαν ρέματα, και πάσχιζε να τηνε ξεχωρίσει από τους γύρω βράχους. Έκανε να κοιτάξει τα δέρματα των αυτιών του, και κατέβαζε τα μάτια σαν δαρμένο σκυλί. Κι όταν άνοιγε το στόμα του, όταν άνοιγε εκείνο τον καιάδα, χασμουρητά ρινόκερου και κροκόδειλου τον έκαναν να πισωπατά.
 
Αλλά σαν είδε σε λίγο το γιγάντιο εκτόπισμα ν' αρπάζει τα συντρόφια του δύο δύο, να τα χτυπά στην πέτρα σαν κουτάβια, να συντρίβουνται και να καταρρέουν τα κόκαλα τους με το σαλαγητό σπιτιού που θρουβαλιάζεται συθέμελο· σαν είδε να ρουφάει από το σπασμένο κρανίο τα μυαλά τους, σαν νά 'πινε το γάλα καρύδας, τότε... Ε' τότε ήταν που του λύθηκαν τα μέλη. Χέρια, πόδια, μυαλό, γλώσσα, νεύρα, τά 'χασε ούλα. Και τα δόντια του να χτυπάνε σαν βουρλισμένα κρόταλα.
 
- Τωώρα... βατάρισε. Τώρα ούτε η Αθηνά δε με σώνει.
 
Ζάρωσε απόμακρα, καθότανε, και περίμενε χωρίς να περιμένει.

Και το μάτι του Κύκλωπα να λουχτουκιά ανάμεσα στα τσίνορα από φύλλα φραγκοσυκιάς. Και το στόμα του, λαγκάδα σκοτεινή, να ξερνοβολά ογκανητά, ερευγμούς, ανθρώπινα κρέατα και κρασιά.
 
- Ποσειδώνα μου, η χάρη σου. Τι πήγες και γέννησες! τραύλισε. Με ποια δράκαινα έσμιξες και τό 'καμες ετούτο το αμπλάκημα; Ετούτο το κολοσσαίον πανικού;
 
Εκοίταζε πολλή ώρα, και συλλογιότανε πάλι.

- Κι ακούς εκεί; Να τονε λένε Πολύφημο! Εξακουστό, δηλαδή, και φημισμένο στον ντουνιά. Αυτό δεν είναι όνομα, μπόγια μου. Αυτό είναι ο ανθός των ονομάτων. Σαν όλους τους δοξασμένους ανθρώπους της εποχής μου. Που τους ακούει ο κόσμος στα ράδια και στις εφημερίδες. Το όνομα του είναι τίτλος και κατάθεση της φήμης και της δόξας.
Ετότες ήταν που βρήκε το δικό του όνομα. Από ψυχολογία φόβου και εναντίωσης τού 'ρθε η έμπνευση για το δικό του όνομα, που θά 'λεγε στον Κύκλωπα, εάν τον ερωτούσε. Αφού αυτός είναι το άπαντο της φήμης, εγώ θα είμαι το τίποτα.
 
Εκεί τον εξεχώρισε ο Κύκλωπας ανάμεσα στο παραλοϊσμένο κοπάδι των συντρόφων του. Και τον ερώτησε.

- Και πώς σε λένε εσένα, λεβέντη μου; Πού 'σαι και τσιρβελής.
 
Ο Οδυσσέας μάτιασε καρσί το χαλκωματένιο ταψί της μουσούδας του Κύκλωπα και αποκρίθηκε.

- Κανένα. Κανένα με φωνάζουνε, Κύκλωπα, η μάνα κι ο πατέρας μου, κι όλοι μου οι σύντροφοι.
Οὖτις ἐμοί γ' ὄνομα· Οὖτιν δέ με κικλήσκουσιμήτηρ ἠδὲ πατὴρ ἠδ' ἄλλοι πάντες ἑταῖροι.
Ο Κύκλωπας εγέλασε με τη σαγόνα, με τις πλάτες, και με την παραυτίδα του.

- Όνομα και τούτο. Ακούς Κανένας! Μα κι ο βλάκας στους βλάκες να ήσουνε, καημένε, κι ο βασιλιάς των ποντικών, θά 'χες ένα όνομα της προκοπής.
 
Ύστερα τα πράγματα επήρανε κατεβασιά ορυμαγδού. Ο Οδυσσέας έβλεπε και μέτραε. Μια βραδυά δύο σύντροφοι. Δύο βραδυές τέσσερες σύντροφοι. Τρεις βραδυές έξι σύντροφοι. Και τελευταίος εγώ, απόσωσε αχνός σαν την άχνα. Έτσι μου είπε.

Η μέρα φτιάχτηκε για να αντιμετωπίζεις τους άλλους. Η νύχτα όμως είναι για να αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου

Όταν ήσουν μικρός, θαρρούσες κι εσύ πως το βράδυ βγαίνουν τα φαντάσματα; Πώς υπήρχε κάτι τρομακτικό στο σκοτάδι, ικανό να σε απειλεί, να σε τρομοκρατήσει και να διαταράξει την ψυχική ηρεμία σου;

Σε έβαζαν για ύπνο από νωρίς οι γονείς, μόλις το φως του ήλιου είχε πέσει, πριν καλά καλά βυθιστείς στο απόλυτο σκοτάδι. Έλεγαν πως είναι για το καλό σου, και πως αυτή είναι η ώρα να κοιμούνται τα παιδιά, για να καταφέρουν να ξυπνάνε το πρωί ξεκούραστα πριν πάνε στο σχολείο. Κι έτσι η νύχτα ήταν για σένα πρακτικά ανύπαρκτη, μιας και βυθιζόσουν στον ύπνο και δεν μπορούσες να αντιληφθείς τι συμβαίνει γύρω σου.

Μεγαλώνοντας άρχισες να κοιμάσαι όλο και πιο αργά. Συνειδητοποίησες πως οι ώρες αυτές, που γύρω επικρατεί ησυχία και ηρεμία, είναι πιο απολαυστικές. Πως μπορείς να γίνεις εξίσου παραγωγικός και δημιουργικός όταν το φως της μέρας δε σε καλεί να βγεις να το απολαύσεις.

Και κάπως έτσι αγάπησες τη νύχτα, τις βραδινές εκείνες ώρες πριν κοιμηθείς. Μα ποτέ δεν έπαψε να είναι η ώρα των φαντασμάτων.

Έμαθες πλέον πως μάγισσες και δράκοι δεν υπάρχουν, ότι δεν κινδυνεύεις από κάποιο εξωπραγματικό τέρας που θα εισβάλει στο σπίτι σου και θα απειλήσει τη ζωή σου με άγριες διαθέσεις. Τα φαντάσματα όμως δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Τη νύχτα όλα μεγεθύνονται ενώ τη μέρα κάτω από το άπλετο φως καταφέρνουν όλα να καλύπτονται.

Πλήθος κόσμου περνάει από δίπλα σου, στη δουλειά, στον δρόμο, σε καφετέριες και εξόδους. Η μέρα έχει φτιαχτεί για να έρχεσαι σε επαφή με τους άλλους. Για να καλλιεργείς την επικοινωνία, να διώχνει τα κακώς κείμενα μακριά. Η άμεση επαφή σου με ανθρώπους, οι διαφορετικές εναλλαγές παραστάσεων και σκηνικού, δε σου δίνουν χρόνο να αναλογιστείς, να σκεφτείς, να κρίνεις.

Γι' αυτό και η μέρα φτιάχτηκε για να αντιμετωπίζεις τους άλλους. Η νύχτα όμως είναι για να αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου. Εκείνες τις στιγμές που κανένας περαστικός δεν είναι δίπλα σου για να σου αποσπά την προσοχή, που τίποτα από τον περιβάλλοντα χώρο δεν είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο προκειμένου να εστιάσεις πάνω του, σκέψεις, φόβοι, συναισθήματα, τύψεις, έννοιες, προβληματισμοί βγαίνουν στην επιφάνεια.

Όχι πως όλα αυτά δεν υπήρχαν και την υπόλοιπη μέρα, μα το πέπλο της κατάφερνε να τα καλύψει κάπως, να τα αφήσει, να τα μεταθέσει για αργότερα. Τη νύχτα όμως φτάνει η στιγμή που το αργότερα δε σηκώνει άλλη αναβολή.

Οι σκέψεις σε ταλανίζουν και οι απορίες ζητάνε πλέον τη λύση τους. Τα προβλήματα που σε απασχολούν έρχονται ένα-ένα στο μυαλό σου για να σου υπενθυμίσουν πως πρέπει να κάνεις κάτι γι’ αυτά ώστε να αμβλυνθούν. Οι αναμνήσεις επιστρέφουν απρόσκλητες κι εκείνο το συναίσθημα που προσπαθούσες να πείσεις τον εαυτό σου ότι είναι ανύπαρκτο, φροντίζει να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να περάσει ανεπαίσθητο. Τη νύχτα ό,τι θαρρείς πως έκανες λάθος σε βαραίνει, σε φορτώνει πριν καλά καλά καταφέρεις να κοιμηθείς, σε αναγκάζει να το αναλύσεις, να το μετανιώσεις, να αναθεωρήσεις. Κι η χαρά, ο έρωτας, η αγάπη, βγάζουν το πιο τρυφερό τους πρόσωπο, εκείνη τη γλύκα που φωτίζει το πρόσωπό σου την ώρα που τα μάτια σου μισογλαρωμένα προετοιμάζονται για ύπνο βαθύ.

Δεν ξέρω αν φταίει το σκοτάδι που έχει κάποια διαφορετική ιδιότητα απ’ το φως, που σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου ή αν είναι που εκείνες τις ώρες ηρεμείς από το άγχος και την κούραση ολόκληρης της μέρας, μα το μόνο σίγουρο είναι πως αυτό που νιώθεις τα βράδια δεν μπορεί παρά να είναι το πραγματικό σου συναίσθημα, αυτά που φοβάσαι δεν μπορούν παρά να είναι οι μεγαλύτεροι φόβοι σου και όσα σου έρχονται στο μυαλό είναι σίγουρα οι πιο ενδόμυχες, οι πιο δικές σου σκέψεις.

Νυχτώνει, λοιπόν, και ετοιμάσου για ακόμα μια φορά να αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου!

Ο απέραντος νους

Ο νους είναι εκείνος που δημιουργεί τα προβλήματα.
• η σκέψη του διαμορφωμένου νου
• του νου που είναι επουσιώδης, στενόμυαλος, μισαλλόδοξος
• που έχει δημιουργήσει θρησκείες, ιδέες και γνώσεις και που είναι σακατεμένος από τις ίδιες του τις αντιλήψεις, από τη ματαιοδοξία, την απληστία, τις φιλοδοξίες και τις απογοητεύσεις.

Ο νους είναι, λοιπόν, εκείνο που πρέπει να κατανοηθεί, και ο νους είναι το «εγώ»• ο νους είναι ο εαυτός – όχι κάποιος «ανώτερος εαυτός».

Ο νους επινοεί τον «ανώτερο εαυτό» και μετά λέει ότι εκείνος είναι ένα εργαλείο για τον ανώτερο. Μια τέτοια σκέψη είναι παράλογη, ανώριμη. Ο νους είναι εκείνος που δημιουργεί όλες αυτές τις λεωφόρους φυγής και μετά ξεκινάει από εκεί για να υψώσει το ανάστημά του.

Με οποιαδήποτε σκέψη που είναι κατασκευασμένη και διαμορφωμένη από φιλοσοφία, θρησκεία, και τέτοια δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα για κανέναν να είναι ελεύθερο άτομο.

Η πιθανότητα να είσαι ελεύθερο άτομο εμφανίζεται μόνο όταν αρχίζεις να κατανοείς τον εαυτό σου και να μαθαίνεις γι’ αυτόν, όχι μέσα από βιβλία, επειδή ο εαυτός σου, το «εγώ» σου -αυτό που είσαι εσύ- δεν μπορεί να κατανοηθεί μέσω κάποιου άλλου.

Πρέπει να παρατηρείς τον εαυτό σου.
• να τον παρατηρείς με διαύγεια, με δύναμη και αποφασισμένη αυστηρή κατεύθυνση στη σχέση σου με τα πάντα γύρω σου και μόνο
• εκεί πρέπει να παρατηρείς τον τρόπο που συμπεριφέρεσαι, τον τρόπο που μιλάς
• πώς κοιτάς ένα λουλούδι, ένα δέντρο
• τον τρόπο που μιλάς σε κάποιον που βρίσκεται σε κατώτερη θέση από σένα και κάποιον σε ανώτερη, την κίνηση των χεριών σου, των ματιών σου…

Όλα θα σου δείξουν αν έχεις κάποια επίγνωσή τους, πώς δουλεύει ο νους σου, και ο νους είναι ο εαυτός, το «εγώ».

Μπορεί ο εαυτός να επινοεί τον «ανώτερο εαυτό», το «υπερεγώ», ή μπορεί να επινοεί την κόλαση και τον παράδεισο, αλλά πάντα είναι ο εαυτός, το «εγώ».»

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: Η αυτάρκεια

Θεωρούμε ότι η αυτάρκεια είναι μέγιστο αγαθό, όχι για να χρησιμοποιούμε πάντοτε τα λίγα, αλλά για να μπορούμε, όταν δεν έχουμε πολλά, να αρκούμαστε στα λίγα, πιστεύοντας στ’ αλήθεια ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν ηδονικότερα εκείνοι που την έχουν μικρότερη ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό το αποκτούμε εύκολα, ενώ το μάταιο δύσκολα.

Γιατί, όταν έχει εξαλειφθεί ο πόνος της έλλειψης, η λιτή τροφή προσφέρει ίση ηδονή με τα πλούσια γεύματα· / και το ψωμί και το νερό φέρνουν υπέρτατη ηδονή, όταν προσφερθούν σε κάποιον που τα χρειάζεται.

Το να συνηθίζει, λοιπόν, κανείς στην απλή κι όχι στην πολυτελή διατροφή και βελτιώνει την υγεία και καθιστά τον άνθρωπο ακούραστο στις υποχρεώσεις της καθημερινής ζωής· και όταν πότε πότε προσερχόμαστε σε πολυτελή γεύματα, μας προδιαθέτει καλύτερα γι’ αυτά· και, επίσης, μας προετοιμάζει να αντιμετωπίζουμε χωρίς φόβο τις μεταστροφές της τύχης.

Όταν, λοιπόν, λέμε ότι η ηδονή είναι ο σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των εκλύτων ούτε τις ηδονές που βρίσκονται στην αισθητηριακή απόλαυση, όπως νομίζουν κάποιοι που, επειδή μας αγνοούν, διαφωνούν μαζί μας ή που παρερμηνεύουν τις απόψεις μας· εννοούμε την απουσία σωματικού πόνου και ψυχικής ταραχής./ Γιατί τη ζωή δεν την κάνουν ευχάριστη ούτε οι συνεχείς οινοποσίες και οι διασκεδάσεις ούτε η απόλαυση αγοριών και κοριτσιών ούτε ψαριών και όσων άλλων περιλαμβάνει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, ο οποίος αναζητεί τις αιτίες κάθε προτίμησης και κάθε αποστροφής και απομακρύνει τις δοξασίες που προκαλούν μεγάλη σύγχυση στην ψυχή.

Σεροτονίνη, το μόριο της χαράς

Οι νευροδιαβιβαστές, τα μόρια που διαβιβάζουν μηνύματα μεταξύ των νευρώνων του εγκεφάλου, έχουν περάσει στο καθημερινό λεξιλόγιό μας. Ας δούμε λίγα μόνο παραδείγματα: συσχετίζουμε την ευχαρίστηση που αποκομίζουμε από τη σωματική δραστηριότητα, με την έκλυση των ενδορφινών. Λέμε ότι έχουμε «υψηλή αδρεναλίνη» όταν κρατιόμαστε ξύπνιοι και σε επαγρύπνηση μετά από μια δοκιμασία, μια παράσταση ή μια σημαντική συνάντηση.

Κάποιες φορές αναφέρουμε την ορμόνη κορτιζόλη για να περιγράψουμε ή να δικαιολογήσουμε τα επίπεδα του στρες μας. Αν όμως, υπάρχει ένα μόριο που έχει πραγματικά εξελιχτεί σε καθημερινό όρο, σε αντικείμενο συζήτησης στο μετρό ή στο φαγητό, σε λέξη που συναντάμε συχνά στους τίτλους των επιστημονικών περιοδικών, τότε αυτό είναι ο νευροδιαβιβαστής σεροτονίνη. Έχω βαρεθεί ν’ ακούω δηλώσεις όπως, «Τα επίπεδα της σεροτονίνης μου πρέπει να είναι χαμηλά σήμερα», ή «Αυτός ο τύπος πρέπει να αυξήσει τη σεροτονίνη του».

Η μοριακή δομή της σεροτονίνης είναι απλή αποτελείται από είκοσι πέντε απλά διατεταγμένα άτομα. Διακηρύσσεται με μεγάλη ευκολία ως το μόριο της ευτυχίας, χρησιμοποιείται ως πρόχειρη, σύντομη περιγραφή της κατάστασης του εγκεφάλου και της ευεξίας μας. Η σεροτονίνη έχει γίνει τόσο δημοφιλής ώστε μπορεί κάποιος να εντοπίσει τη μοριακή δομή της σε κούπες, μπλουζάκια, καρτ ποστάλ, σε κοσμήματα, ακόμη και σε τατουάζ – και όλα αυτά για τις εξαιρετικές ιδιότητές της ως ανυψωτικό της διάθεσης.

Η σεροτονίνη δεν βρίσκεται αποκλειστικά στον εγκέφαλο.
Στην πραγματικότητα, περίπου 90% της συνολικής σεροτονίνης είναι αποθηκευμένη στο έντερο. Εκεί, διευκολύνει τις εντερικές κινήσεις ρυθμίζοντας τη διαστολή και τη συστολή των αιμοφόρων αγγείων, ενώ επίσης συμμετέχει στη λειτουργία των αιμοπεταλίων, των κυττάρων του αίματος που συντελούν στην πήξη του αίματος και στο κλείσιμο των πληγών. Μόνο το υπόλοιπο 10% της σεροτονίνης λειτουργεί ως νευροδιαβιβαστής στον εγκέφαλο, όπου παράγεται από αποκλειστικούς σεροτονεργικούς νευρώνες, κυρίως σε μια δομή που ονομάζεται πυρήνες της ραφής. Αυτοί εντοπίζονται σε μια κεντρική περιοχή του εγκεφάλου, κατά μήκος της μεσαίας γραμμής πάνω από το εγκεφαλικό στέλεχος, και διαθέτουν νευρωνικές συνδέσεις που εκτείνονται σχεδόν σε όλες τις περιοχές του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Η ανακάλυψη ότι η διάθεση μπορεί να αντιστοιχεί σε μια νευροχημική ανισορροπία στον εγκέφαλο πηγαίνει πίσω στη δεκαετία του 1950, και βασίστηκε σε μια σειρά απρόσμενων παρατηρήσεων, που ορισμένες έγιναν σε ζώα, σύμφωνα με τις οποίες κάποια φάρμακα επηρέαζαν τη διάθεση. Ορισμένα την βελτίωναν, άλλα την επιδείνωναν. Όσα την βελτίωναν, αύξαναν τα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών. Όσα την επιδείνωναν, μείωναν τα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα στόχευαν στο σύστημα των μονοαμινών, μια οικογένεια μορίων στον εγκέφαλο που περιλαμβάνει τη νορεπινεφρίνη και τη σεροτονίνη. Για παράδειγμα, οι γιατροί είχαν παρατηρήσει πως η χορήγηση του φαρμάκου ρεζερπίνη χαλούσε τη διάθεση των ασθενών. Αργότερα, ανακαλύφθηκε πως η ρεζερπίνη ασκούσε ηρεμιστική επίδραση στα κουνέλια, και αντιστοιχούσε σε μείωση της σεροτονίνης.

Η συσσώρευση ανάλογων δεδομένων οδήγησε στη διατύπωση μιας άλλης υπόθεσης: η κατάθλιψη εξισώθηκε με τη μείωση και η ευθυμία με το πλεόνασμα αυτών των αμινών, μια θεωρία που άσκησε τρομερή επίδραση στην ψυχοφαρμακολογία. Οι φαρμακευτικές εταιρείες άρχισαν να παρασκευάζουν φάρμακα τα οποία αύξαναν την ποσότητα των νευροδιαβιβαστών.

Για να καταλάβουμε πώς πραγματικά τα φάρμακα επιδρούν στη σεροτονίνη, ας φρεσκάρουμε λίγο τις βασικές γνώσεις μας στη νευροχημεία.

Τα εκατό δισεκατομμύρια νευρικών κυττάρων που απαρτίζουν τον εγκέφαλό μας, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να μιλούν μεταξύ τους. Το αξιοσημείωτο είναι πως η επικοινωνία συντελείται χωρίς να απαιτείται επαφή μεταξύ των νευρώνων. Η «γλώσσα» στην οποία διαβιβάζονται τα μηνύματα αποτελείται από ακολουθίες νευροδιαβιβαστικών μορίων και ο διάλογος μεταξύ κυττάρων εκτυλίσσεται σε έναν μικροσκοπικό κενό χώρο που ονομάζεται σύναψη — το σημείο συνάντησης δύο νευρώνων. Φανταστείτε αυτό τον χώρο ως ένα κανάλι που χωρίζει δύο όχθες, και το νευροχημικό πηγαινέλα της πληροφορίας ανάμεσα στους δύο νευρώνες ως μια ανταλλαγή επιστολών, όπως γινόταν τον παλιό καλό καιρό, με νευροδιαβιβαστές σαν τη σεροτονίνη να παίζουν τον ρόλο αξιόπιστων ταχυδρόμων μέσα σε βάρκες. Όταν ένας νευρώνας πρέπει να στείλει ένα μήνυμα, απελευθερώνει τον σχετικό νευροδιαβιβαστή στο κανάλι. Στην απέναντι όχθη περιμένουν οι υποδοχείς, οι παραλήπτες της επιστολής. Υπάρχουν τουλάχιστον δεκαπέντε διαφορετικά είδη υποδοχέων που μπορούν να λάβουν το μήνυμα από τη σεροτονίνη, καθένας από τους οποίους παίζει τον δικό του ρόλο στον συντονισμό διαφόρων πτυχών της διάθεσης (στο Κεφάλαιο 3, για παράδειγμα, αναφέρθηκα στον υποδοχέα σεροτονίνης 1Α που συνεισφέρει στη μείωση του άγχους μέσω της ανασταλτικής δράσης του). Το σύστημα παράδοσης είναι εξαιρετικά ακριβές και, βέβαια, εμπιστευτικό: μόνο ο κατάλληλος παραλήπτης μπορεί να διαβάσει το μήνυμα — που σημαίνει ότι η σεροτονίνη συνδέεται μόνο με υποδοχείς σεροτονίνης. Οι παραλήπτες δεν κρατούν το μήνυμα. Τα γράμματα αφού ανοιχτούν και διαβαστούν, στέλνονται πίσω στο κανάλι, στη συναπτική σχισμή. Στο μεταξύ, ο νευρώνας-αποστολέας έχει στείλει περισσότερα γράμματα στο κανάλι, έτσι, μπορεί κάποια στιγμή στη σχισμή να περιφέρονται πάρα πολλές βάρκες – δηλαδή, μεγάλη ποσότητα σεροτονίνης. Όταν συμβαίνει αυτό, η περίσσια ποσότητα πρέπει να εκκαθαριστεί αφού το σύστημα, στο σύνολό του, επιζητεί την ισορροπία.

Για την εκκαθάριση της σεροτονίνης από το κανάλι ώστε να διατηρείται η σωστή ισορροπία, υπάρχουν δύο βασικές στρατηγικές: Η πρώτη είναι μέσω της δράσης ένζυμων που την αποδομούν. Για να παραμείνουμε στη μεταφορά του καναλιού, σκεφτείτε αυτά τα ένζυμα σαν καρχαρίες που καταβροχθίζουν την επιπλέουσα σεροτονίνη. Ένας τέτοιος καρχαρίας είναι η διαβόητη ΜΑΟΑ, βασικός αποδομητής της σεροτονίνης. Ανάμεσα στα πρώτα φάρμακα που αναπτύχθηκαν συγκεκριμένα για τη διατήρηση των υψηλών επιπέδων σεροτονίνης, συγκαταλέγονταν και φάρμακα που περιείχαν αναστολείς της ΜΑΟΑ.

Η δεύτερη στρατηγική είναι να εκκαθαρίσουμε τη συναπτική σχισμή από τη σεροτονίνη στέλνοντας την τελευταία ουσία πίσω, εκεί απ’ όπου ήρθε – κάτι σαν την ανακύκλωση χαρτιού. Αυτό επιτυγχάνεται με τη δράση φραγμών ή αναχωμάτων στον αρχικό νευρώνα που απορροφούν το οποιοδήποτε πλεόνασμα νευροδιαβιβαστών. Η σεροτονίνη διαθέτει ένα τέτοιο ανάχωμα, με μοναδική αποστολή του την «επαναπρόσληψή» της: είναι μια μεγάλη πρωτεΐνη στα εξωτερικά τοιχώματα του νευρώνα, γνωστή ως μεταφορέας σεροτονίνης. Η πρωτεΐνη μπήκε από νωρίς στο στόχαστρο της φαρμακευτικής αγωγής, σε μια προσπάθεια επίτευξης ενισχυμένων επιπέδων σεροτονίνης. Μια νέα τάξη φαρμάκων ήρθε εκρηκτικά στο προσκήνιο, οι επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (ή ΕΑΕΣ). Έτσι γεννήθηκε το Προζάκ, και, μετά την απίστευτη εμπορική επιτυχία του, κυκλοφόρησαν αρκετά παρόμοια φάρμακα. Το Προζάκ, το Ζολόφτ, το Σερτραλίν και το Παξίλ αναστέλλουν τη λειτουργία του μεταφορέα σεροτονίνης, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ποσότητα διαθέσιμης σεροτονίνης για τους υποδοχείς της – τους παραλήπτες στην αντικρινή όχθη. Στόχος τους είναι να επιτρέπουν στα μόρια της σεροτονίνης να παραμένουν αρκετή ώρα στη συναπτική σχισμή, ώστε να προσδένονται στους υποδοχείς και να περνάνε το μήνυμα περισσότερες από μια φορές.

Από τη στιγμή της κυκλοφορίας τους στη φαρμακευτική αγορά, οι ΕΑΕΣ έχουν να επιδείξουν μια εντυπωσιακή καριέρα, τουλάχιστον από οικονομική άποψη. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει πάνω από τριάντα αντικαταθλιπτικά. Στις ΗΠΑ μόνο, μία από τις χώρες με τη μεγαλύτερη κατανάλωση, ο αριθμός των συνταγών για αντικαταθλιπτικά ξεπέρασε το 2011 τα 250 εκατομμύρια, εκατό και πλέον εκατομμύρια περισσότερες από το 2001. Αυτοί οι εντυπωσιακά μεγάλοι αριθμοί αντιστοιχούν σε πωλήσεις της τάξης των 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Εντούτοις, αν λάβουμε υπόψη μας τα υψηλά ποσοστά κατάθλιψης σε όλο τον κόσμο, αυτή η οικονομική επιτυχία δεν συμβαδίζει με τη βελτίωση της ψυχικής υγείας του πληθυσμού στο σύνολό του. Στην Ευρώπη, το μεγαλύτερο τίμημα από τη συνολική επιβάρυνση των ασθενειών αποδίδεται στις ψυχιατρικές διαταράχες.

Η υπόθεση ότι η κακή διάθεση οφείλεται σε έλλειψη σεροτονίνης δεν είναι οριστικά επιβεβαιωμένη και τα αποτελέσματα από σύγχρονες έρευνες που αποσκοπούν να διευθετήσουν το ζήτημα, παραμένουν αμφιλεγόμενα. Πέρα από κάποια γενικά και αρχικά στάδια στην αλυσίδα των αντιδράσεων που μόλις περιέγραψα, ο ακριβής μοριακός μηχανισμός λειτουργίας των κοινών αντικαταθλιπτικών δεν έχει κατανοηθεί πλήρως. Διαθέτουμε μια αρκετά απλή εικόνα για το πώς λειτουργεί η σεροτονίνη στη σύναψη, όμως, σε καμιά περίπτωση δεν ξέρουμε πώς ακριβώς μεταφράζει ο μηχανισμός στη συνέχεια το μήνυμα σε κυτταρικά γεγονότα και αλλαγές στη διάθεση, και πού οφείλεται η αποτελεσματικότητα των φαρμάκων. Παρ’ όλα αυτά, επί δύο δεκαετίες οι φαρμακευτικές εταιρείες δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν ένα απλό και εύπεπτο σλόγκαν, σύμφωνα με το οποίο όσο περισσότερη σεροτονίνη έχεις, τόσο καλύτερα νιώθεις. Τα διαφημιστικά μηνύματα προς τον καταναλωτή συνεχίζουν να χρησιμοποιούν αυτή την απλουστευτική εξίσωση για να «εξηγήσουν» στο ευρύ κοινό των μη ειδικών αυτό που για τον νευροεπιστήμονα παραμένει ανεπίλυτο, περίπλοκο επιστημονικό ζήτημα.

Το 2012, μια φαρμακευτική εταιρεία τιμωρήθηκε με βαριά πρόστιμα επειδή δωροδοκούσε γιατρούς για να συνεχίσουν να υποστηρίζουν και να συνταγογραφούν σε παιδιά και εφήβους το αντικαταθλιπτικό Paxil (παροξετίνη), αν και οι έλεγχοι είχαν δείξει πως ήταν αποτελεσματικό μόνο στους ενήλικες, και η χρήση του σε ομάδες ατόμων νεότερης ηλικίας είχε συνδεθεί με τον κίνδυνο της αυτοκτονίας.

To πού ακριβώς στην κλίμακα των καταθλιπτικών συμπτωμάτων πρέπει να συνταγογραφήσει κάποιος φάρμακα σε έναν ασθενή, παραμένει αμφιλεγόμενο ζήτημα — όπως και το αν τελικά πρέπει κάποιος να διαγνωστεί ή όχι. Δεν ισχυρίζομαι ότι τα αντικαταθλιπτικά δεν φέρνουν ποτέ αποτέλεσμα, ή ότι δεν πρέπει να συνταγογραφούνται. Προφανώς, κάποιοι άνθρωποι ωφελούνται σημαντικά απ’ αυτά. Ωστόσο, τα στατιστικά στοιχεία της κατανάλωσης δείχνουν ότι συνταγογραφούνται υπερβολικά εύκολα – και η θέσπιση μιας συγκεκριμένης διάγνωσης για τη θλίψη, μάλλον δεν θα αντιστρέψει αυτή την τάση. Σε ό,τι αφορά την κατάθλιψη, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι χρειάζεται κάτι περισσότερο από τον μεταβολισμό της σεροτονίνης. Οι έρευνες για νέα φάρμακα πρέπει να συνεχιστούν και να επεκταθούν σε διαφορετικά μόρια
και άλλες νευροχημικές οδούς.

To άρθρο της σύνταξης σε πρόσφατο τεύχος της επιθεώρησης Lancet, σε μια ένθερμη προειδοποίηση για τον κίνδυνο υπερδιάγνωσης και υπερβολικής φαρμακευτικής αγωγής, δήλωνε πως οι γιατροί που αναλαμβάνουν τη θεραπεία των θλιμμένων ανθρώπων «θα ήταν προτιμότερο να προσφέρουν χρόνο, συμπόνοια, ενθύμηση και συναισθηματική κατανόηση», παρά να ακολουθούν τις πιο προηγμένες και συνθετικές θεραπευτικές επιλογές που ήρθαν στο προσκήνιο χάρη στη γρήγορη εξέλιξη της ψυχοφαρμακολογίας. Οι συστάσεις αυτές δεν απέχουν πολύ από τις περισσότερες αρχαίες ιατρικές θεραπείες και συνάδουν με ένα από τα δόγματα του Ιπποκράτη στην πρακτική της ιατρικής: ποτέ να μη βλάπτεις τους ασθενείς.

Όψεις του προσωπείου: Αποτροπαϊκό προσωπείο

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ μεδουσαΤο προσωπείο λειτουργεί και αποτροπαϊκά. Γοργόνεια αναρτούνταν στις πόρτες οικιών ή εργαστηρίων, ώστε αυτός που μπαίνει να τρομάζει (ένα σκιάχτρο λ.χ. διώχνει τα πουλιά) και να δείχνει, έστω και από φόβο, τον προσήκοντα σεβασμό. Αποτροπαϊκά προσωπεία μπορούσε κανείς να δει στα τείχη των πόλεων, στη μία πλευρά νομισμάτων, όπως λ.χ. στους ασημένιους στατήρες από τη Νεάπολη που κόβονται λίγο πριν το 500 π.Χ., στα φάλαρα των αλόγων, στις μετόπες ή τις προσόψεις ναών (Εικ. 1-2, 3-4) ή, ακόμη, στις περικνημίδες του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο θέατρο σκιών (Εικ. 10). Το αποτροπαϊκό προσωπείο προστατεύει αυτόν που το φέρει, είτε είναι άτομο είτε πόλη, θνητός (π.χ. ο Περσέας ή ένας αυτοκράτορας) ή αθάνατος (π.χ. Αθηνά), και απειλεί τον ξένο και τον παρείσακτο (Εικ. 5, 6-7). Ωστόσο, το αποτροπαϊκό προσωπείο δεν ήταν απαραίτητα άσχημο. Αντίθετα, μπορούσε να μαγνητίζει με την ομορφιά του και να πετυχαίνει τον αποπροσανατολισμό του «εχθρού» ή του επιβουλεύοντος (Εικ. 8-9). Ακόμη όμως κι ως άσχημο, το αποτροπαϊκό προσωπείο μπορεί να είναι μια θετική αποτίμηση του κακού και του άσχημου, με την έννοια της αναγνώρισης της παρουσίας και της σημασίας του στον προσδιορισμό του ετέρου*.
 
Αλλά ανεξάρτητα από το αν τα προσωπεία αυτά καθαυτά ήταν όμορφα ή άσχημα, οπωσδήποτε δημιουργούσαν δέος. Οι ρωμαίοι ιστορικοί Τάκιτος και Σουετώνιος αναφέρουν παραθαλάσσια βίλα ως Spelunga (=σπηλιά) –από την ονομασία αυτή προήλθε το σημερινό τοπωνύμιο Sperlonga–, επειδή σε αυτή ανήκε και συγκρότημα των σπηλαίων. Την εποχή του Τιβέριου, η βίλα, που είχε κατασκευαστεί προγενέστερα, υπέστη τροποποιήσεις και το σπήλαιο μετατράπηκε σε Νυμφαίο (η διαμόρφωση πρέπει να ολοκληρώθηκε πριν το 26 μ.Χ.). Στο βορειοανατολικό μικρό σπήλαιο κατασκευάστηκε δάπεδο, ενώ κατά μήκος των τοιχωμάτων του τοποθετήθηκαν γλάστρες και αναρτήθηκαν μεγάλες μαρμάρινες μάσκες. Στα στόματά τους είχε τοποθετηθεί από ένας λύχνος, με αποτέλεσμα το φως να ακτινοβολεί από τα μάτια, τη μύτη και το στόμα τους (Εικ. 11). Αναρωτιέται κανείς τι αποθέματα κουράγιου θα πρέπει να διέθετε ο πιστός, για να εισέλθει στο σπήλαιο.

Θα μπορούσαμε άραγε να συσχετίσουμε αυτή τη λειτουργία του αποτροπαϊκού προσωπείου με το νεκρικό; Μήπως δηλαδή προστατεύει τον νεκρό από τον θάνατο, με την έννοια ότι τον βοηθά να κρατήσει τη ζωή μέσα από τη διατήρηση του προσώπου; Πάντως, το προσωπείο στη συνάντηση του ανθρώπου με τον θάνατο εντοπίζεται και στη νεότερη και σύγχρονη τέχνη (βλ. Τζ. Ένσορ, Εικ. 1,2,3,4,5,6,7, V. Cartagena , Εικ. 8,9,10,11,12,13,14).
---------------------
*Το αποτροπαϊκό προσωπείο, η Μέδουσα, αποτελεί θέμα και μεταγενέστερων περιόδων της τέχνης, σε κάθε περίπτωση όμως εξυπηρετεί διαφορετικές ανάγκες. Για παράδειγμα, ο Τζ. Μπ. Μαρίνο συγκέντρωσε σε μια συλλογή, με τίτλο Lagalleria,ποιήματα που είχαν ως αναφορά πίνακες και ζωγράφους. Σε αυτή τη φανταστική πινακοθήκη γύρω από τον θεατή παρατάσσονται οι πιο ονομαστές σαδιστικές αναπαραστάσεις κομμένων κεφαλιών, ανάμεσά τους και η Μέδουσα του Καραβάτζο, σπουδή πάνω στην έκφραση, τη σκοτεινιά και τη φρίκη. Ωστόσο, η Μέδουσα του Καραβάτζο προσομοιάζει στον αρχαίο μύθο, καθόσον ο ζωγράφος στερέωσε την ελαιογραφία που έκανε σε μουσαμά πάνω σε κυρτή ασπίδα (από ξύλο λεύκας), θυμίζοντας την κίνηση της Αθηνάς, όταν ο Περσέας της έφερε το κεφάλι της Μέδουσας.