Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Τα μυστικά της γραφής

Λόγος και γραφή. Οι αιτίες της γραφής

Μιλήσαμε αρκετές φορές ως τώρα για τα γράμματα και τη γραφή. Στο κεφάλαιο αυτό θα δούμε πιο λεπτομερειακά το φαινόμενο της γραφής, που είναι τόσο σημαντικό για τη ζωή μας. Θα πρέπει να ξαναθυμηθούμε αυτό που έχουμε ήδη πει: γλώσσα και γραφή, προφορικός και γραπτός λόγος δεν είναι το ίδιο πράγμα. Τα γράμματα είναι εικόνες (σημάδια πάνω στο χαρτί) του λόγου. Ο λόγος είναι ανεξάρτητος από τη γραφή . Θυμηθείτε τους «αγράμματους» ανθρώπους ή το μικρό παιδί που μιλά και επικοινωνεί χωρίς να ξέρει, ακόμη, να γράφει.

Αλλά γιατί, πότε και πώς χρειάστηκε να βρουν οι άνθρωποι έναν τρόπο να καταγράφουν τον λόγο; Το γιατί δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς. «Τα λόγια πετούν», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. «Τα γράμματα μένουν», έλεγαν οι Ρωμαίοι. Η ανακάλυψη της γραφής δεν μπορεί παρά να ξεκίνησε από την ανάγκη να αποκτήσει ο λόγος (και ό,τι μεταφέρουμε ως πληροφορία, ως μήνυμα με τον λόγο) μια μονιμότητα. Με τη γραφή τα λόγια δεν «πετούν» και δεν χάνονται μόλις τα εκφωνήσει ο ομιλητής, δηλαδή μόλις τα πει, ή μόλις φύγουν από τη μνήμη του ακροατή. Αυτή τη μονιμότητα που δίνει στον λόγο η γραφή την εκφράζουν χαρακτηριστικά οι εκφράσεις που χρησιμοποιούμε για τη μοίρα . Η μοίρα του καθενός μας είναι το «γραφτό» μας, «ό,τι γράφει δεν ξεγράφει». Η «μοίρα» μας δεν είναι λόγια που «πετούν» και χάνονται αλλά «γράμματα» που μένουν και δεν αλλάζουν.

Παραμύθια για τη γραφή

Ακούστε τώρα έναν πολύ παλιό μύθο (τον παλιότερο) για την εφεύρεση της γραφής. Τον μύθο αυτό τον βρίσκουμε γραμμένο σε ένα μεγάλο ποίημα των Σουμερίων, ενός λαού της Μεσοποταμίας (σημερινού Ιράκ), με τίτλο «Ο Ενμερκάρ και ο άρχοντας της Αράττας». Το ποίημα αυτό πρέπει να γράφτηκε 2.700 χρόνια πχ! Διηγείται πώς ο Ενμερκάρ, άρχοντας της πό­λης Ουρούκ-Κουλάμπα, έστειλε έναν απεσταλμένο του στον άρχοντατης Αράττας για να ζητήσει ξυλεία, χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμους λίθους, γιατί ήθελε να ξαναχτίσει και να στολίσει τον ναό της θεάς Ινάνα. Ο απεσταλμένος πήγαινε κι ερχόταν ανάμεσα στις δύο πόλεις και στους δύο άρχοντες μεταφέροντας τα μηνύματα του Ενμερκάρ στον άρχοντα της Αράττας και πάλι πίσω, μεταφέροντας τις απαντήσεις του άρχοντα της Αράττας στον Ενμερκάρ. Κάποια στιγμή ο ταλαίπωρος απεσταλμένος «παρέδωσε τα όπλα»: οι οδηγίες που του έδινε ο Ενμερκάρ ήταν τόσο περίπλοκες, που δεν μπορούσε πια να τις απομνημονεύσει. Τότε, λέει το ποίημα, ο Ενμερκάρ, για να λύσει το πρόβλημα, επινόησε τη γραφή: έγραψε το μήνυμα πάνω σε μια πινακίδα από πηλό . Και με τα λόγια του ποιήματος:

Το στόμα του απεσταλμένου είχε γεμίσει - δεν μπορούσε ούτε να πει ούτε να θυμηθεί το μήνυμα. Επειδή το στόμα του απεσταλμένου είχε γεμίσει και δεν μπορούσε ούτε να πει ούτε να θυμηθεί το μήνυμα, ο άρχοντας της Κουλάμπα έπλασε πηλό και έγραψε το μήνυμα πάνω στην πήλινη πινακίδα που έφτιαξε.
Παλιά δεν ήξεραν να γράφουν μηνύματα πάνω σε πηλό.

Σε ένα άλλο σουμεριακό ποίημα η γραφή περιγράφεται ως ένα από τα βασικά μυστικά του πολιτισμού, που κρατούσε ζηλότυπα για τον εαυτό του ο Έγκι, ο θεός της σοφίας. Η θεά Ινάνα, προστάτισσα της πόλης Ουρούκ, ήθελε αυτά τα μυστικά για την αγαπημένη της πόλη και γι' αυτό αποφάσισε να βρει τρόπο να του τα πάρει. Και το κατάφερε μεθώντας τον Έγκι:

Κι αφού οι καρδιές τους γέμισαν χαρά με το ποτό, ο Έγκι βροντοφωνάζει:
«Ω όνομα της δύναμής μου, ω όνομα της δύναμής μου, στη λαμπερή Ινάνα, τη θυγατέρα μου, θα χαρίσω τις τέχνες του ξύλου, του μετάλλου, του δέρματος, της γραφής, της καλαθοπλεκτικής, του χτισίματος.»
Και η αγνή Ινάνα τις πήρε.

Και αφού πήρε τα δώρα, η Ινάνα ξεκίνησε για να τα πάει στην Ουρούκ. Και τα κατάφερε, παρόλο που ο ξεμέθυστος πια και μετανιωμένος Έγκι έκανε ό,τι μπορούσε (έστειλε θύελλες, θαλάσσια τέρατα) για να τα πάρει πίσω.

Θεϊκό λοιπόν κτήμα και δώρο η γραφή, μαζί με τα άλλα αγαθά του πολιτισμού: ξυλουργική, μεταλλοτεχνία, οικοδομική, επεξεργασία του δέρματος, καλαθοπλεκτική.

Τα παραμύθια και οι αλήθειες τους για τη γραφή

Παραμύθια, ίσως πείτε. Αλλά τα αρχαία αυτά παραμύθια κλείνουν μέσα τους κάποιες μεγάλες αλήθειες γι' αυτό που ψάχνουμε στο κεφάλαιο αυτό: τα μυστικά της γραφής, δηλαδή γιατί, πότε και πώς επινοήθηκε η γραφή. Η θεϊκή καταγωγή της γραφής είναι ένας τρόπος -μυθικός- για να εκφραστεί η τεράστια σημασία που είχε για τους ανθρώπους η ανακάλυψή της. Η ανακάλυψη αυτή, μαζί με άλλες ανακαλύψεις που περιγράφονται στους μύθους που είδαμε, έκανε τη ζωή τους πιο εύκολη, πιο πολιτισμένη. Και αυτό, για τους αρχαίους ανθρώπους, δεν μπορούσε παρά να είναι «δώρο θεού».

Ο πρώτος μύθος που παρουσιάσαμε δίνει μια απάντηση στο ερώτημα «γιατί εφευρέθηκε η γραφή» που είναι πολύ κοντά στην απάντηση που μπορεί να δώσει η κοινή λογική του καθενός μας. Και αυτή την απάντηση της κοινής λογικής ήδη την αναφέραμε: η γραφή γεννήθηκε από την ανάγκη τα «φτερωτά λόγια» να αποκτήσουν μια μονιμότητα, πέρα από τη στιγμή που λέγονται και πέρα από τους περιορισμούς της ανθρώπινης μνήμης. Αυτό λέει με τον τρόπο του ο Ενμερκάρ: μπροστά στην αδυναμία του απεσταλμένου του να απομνημονεύσει και να μεταφέρει ένα περίπλοκο μήνυμα που είχε να κάνει με εμπορικές συναλλαγές, ο άρχοντας Ενμερκάρ επινοεί τη γραφή, που λύνει το πρόβλημα του απεσταλμένου του.

Όμως, τόσο το παραμύθι του Ενμερκάρ όσο και το παραμύθι του Έγκι προσθέτουν κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες όχι μόνο για το γιατί αλλά και για το πότε και το πώς ανακαλύφθηκε η γραφή. Η ανάγκη για τη γραφή γεννιέται, όταν το μήνυμα που πρέπει να μεταφερθεί γίνεται ιδιαίτερα σύνθετο και γι' αυτό δεν είναι δυνατό να απομνημονευθεί. Και αυτό συμβαίνει μέσα σε σύνθετες κοινωνικές συνθήκες, όπως τις περιγράφει το παραμύθι: πόλεις, άρχοντες και υπήκοοι, εμπορικές συναλλαγές, ναοί. Και μέσα σε αυτές τις κοινωνικές συνθήκες υπάρχουν και λειτουργούν και άλλες τέχνες, όπως τις περιγράφει το παραμύθι του Έγκι και τις υπονοεί το παραμύθι του Ενμερκάρ: ξυλουργική, μεταλλοτεχνία, οικοδομική, επεξεργασία του δέρματος, καλαθοπλεκτική. Ένας κόσμος, λοιπόν, πόλεων με άρχοντες, ιερείς, τεχνίτες, εμπόριο και εμπορικές επαφές. Ένας κόσμος δηλαδή με κοινωνική ιεραρχία, όπου ένα σημαντικό μέρος των αγαθών που παράγονται πηγαίνει στα θησαυροφυλάκια των αρχόντων και των ναών. Και γίνονται αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών με στόχο να αυξηθεί ακόμη περισσότερο η δύναμη του άρχοντα, να δημιουργηθούν στρατοί, παλάτια, ναοί κλπ. Μέσα σε αυτές τις σύνθετες κοινωνικές συνθήκες (και όχι πριν) δημιουργείται η ανάγκη για τη γραφή. Η μνήμη του ταλαίπωρου απεσταλμένου δεν επαρκεί πια για να απομνημονεύσει τις οδηγίες του άρχοντα που αφορούν εμπορικές συναλλαγές, με τον ίδιο τρόπο που η μνήμη του θησαυροφύλακα του παλατιού ή του ναού δεν φτάνει για να θυμάται τον πλούτο που βρίσκεται αποθηκευμένος εκεί. Χρειάζεται πια ένα νέο εργαλείο που θα λύσει το πρόβλημα, και αυτό είναι η γραφή.

Αυτό είναι το «σενάριο» που διηγούνται, με τον δικό τους τρόπο, οι μύθοι για τις αρχές της γραφής. Και αυτό το «σενάριο» επιβεβαιώνεται από την αρχαιολογική και την ιστορική έρευνα.

Ο τόπος που γεννήθηκε η γραφή

Η γραφή πρωτοεμφανίζεται στην ΕΛΛΑΔΑ, ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΗΛΑΔΗ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!
Οι αμφιβολίες για την μη προτεραιότητα των Φοινίκων έναντι των Ελλήνων στην ανακάλυψη της γραφής έγιναν βεβαιότητα, όταν ο καθηγητής Πωλ Φωρ, διεθνής αυθεντία της Προϊστορικής Αρχαιολογίας, δημοσίευσε στο αμερικάνικο αρχαιολογικό περιοδικό, εκδόσεως του Πανεπιστημίου της Ινδιάνας, Nestor (έτος 16ον, 1989, σελ.2288) ανακοίνωση, στην οποία παραθέτει και αποκρυπτογραφεί πινακίδες ελληνικής Γραμμικής Γραφής, που βρέθηκαν σε ανασκαφές στο κυκλώπειο τείχος των Πιλικάτων της Ιθάκης και χρονολογήθηκαν με σύγχρονες μεθόδους στο 2700 π.Χ. Γλώσσα των πινακίδων είναι η Ελληνική και η αποκρυπτογράφηση του Φωρ απέδωσε φωνητικά το συλλαβικό κείμενο ως εξής: Α]RE-DA-TI. DA-MI-U-A-. A-TE-NA-KA-NA-RE(ija)-TE. Η φωνητική αυτή απόδοση μεταφράζεται, κατά τον Γάλλο καθηγητή πάντοτε :«Ιδού τι εγώ η Αρεδάτις δίδω εις την άνασσαν, την θεάν Ρέαν:100 αίγας, 10 πρόβατα, 3 χοίρους». Ετσι ο Φωρ απέδειξε, ότι οι Ελληνες έγραφαν και μιλούσαν ελληνικά τουλάχιστον 1400 χρόνια πριν από την εμφάνιση των Φοινίκων και της γραφής τους στην ιστορία.

Αλλά οι αρχαιολογικές ανασκαφές στον ελληνικό χώρο τα τελευταία χρόνια απέδωσαν και άλλες πολλές και μεγάλες εκπλήξεις: Οι Έλληνες έγραφαν όχι μόνο τις συλλαβικές Γραμμική Α και Β Γραφές τους αλλά και ένα είδος γραφής πανομοιότυπης με εκείνη του Αλφαβήτου τουλάχιστον από το 6000 π.Χ. Πράγματι στο Δισπηλιό, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, μέσα στα νερά της λίμνης της Καστοριάς, ο καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης ανεκάλυψε ενεπίγραφη πινακίδα με γραφή σχεδόν όμοια με την αλφαβητική, η οποία χρονολογήθηκε με τις σύγχρονες μεθόδους του ραδιενεργού άνθρακα (C14) και της οπτικής θερμοφωταύγειας στο 5250 π.Χ.

'Έπειτα γύρω στο 4000 με 3000 π.Χ. στη Μεσοποταμία (το σημερινό Ιράκ), στην περιοχή ακριβώς όπου διαδραματίζονται οι μύθοι που συζητήσαμε λίγο πριν. Στη Μεσοποταμία λοιπόν δημιουργείται για πρώτη φορά ένα σύστημα από σημεία, που επιχειρεί να καταγράψει τον λόγο, να δώσει στα «φτερωτά λόγια» μονιμότητα, διάρκεια πέρα από τη στιγμή που λέγεται κάτι.

Πριν το τέλος της 4ης χιλιετίας (γύρω στο 3200) π.Χ. θα εμφανιστεί η γραφή στην Αίγυπτο (ιερογλυφική γραφή). Η ανάγκη που τη γέννησε ήταν, και εδώ, κοινωνική: η ενοποίηση της Αιγύπτου κάτω από έναν φαραώ (βασιλιά) και οι ανάγκες της διοίκησης. Επιπλέον, υπήρχαν και ειδικότερες ανάγκες που γεννιούνταν από μια ιδιαιτερότητα της Αιγύπτου - τις πλημμύρες του Νείλου. Οι ετήσιες αυτές πλημμύρες υποχρέωναν τους Αιγύπτιους να ξαναπροσδιορίζουν κάθε χρονιά τα όρια και τις εκτάσεις των χωραφιών που χάνονταν κάτω από το νερό. Η γραφή ήταν ένα απαραίτητο εργαλείο για μια τέτοια περίπλοκη δραστηριότητα. Κατά την αιγυπτιακή μυθολογία εφευρέτης της γραφής ήταν ο Θωθ, ο θεός της σοφίας.

Στην Κίνα η γραφή θα εμφανιστεί γύρω στα 1500 π.Χ. Οι πρώτες επιγραφές είναι γραμμένες πάνω σε κόκαλο ή σε κέλυφος χελώνας και περιέχουν ερωτήματα προς τους θεούς που αφορούν τον αυτοκράτορα και την καλή διοίκηση του κράτους. Κατά την κινέζικη μυθολογία εφευρέτης της γραφής ήταν ο ήρωας Τσανγκ-Κι. Αυτός ο ήρωας παριστάνεται με τέσσερα μάτια. Με αυτό τον μυθικό τρόπο καταγράφεται η διεύρυνση της πληροφορίας που κερδήθηκε μέσα από το νέο εργαλείο, τη γραφή.

Η εμφάνιση της γραφής στην Αμερική χρονολογείται γύρω στα 1500 π.Χ. και συνδέεται με τους Ολμέκους. Τα πρώτα κείμενα που βρίσκουμε είναι ημερολόγια που ορίζουν τις γεωργικές εργασίες, τις γιορτές και τις άλλες διοικητικές δραστηριότητες.

Αλλά γιατί η γραφή πρωτοεμφανίζεται στη Μεσοποταμία; Επειδή εκεί αναπτύσσονται για πρώτη φορά οι πόλεις και ο πολιτισμός, δηλαδή μόνιμες, πολυάνθρωπες εγκαταστάσεις με τη μορφή κράτους, που χαρακτηρίζονται κοινωνικά από ιεραρχία, συγκέντρωση πλούτου, εμπορικές διασυνδέσεις, και γι' αυτό χρειάζεται (το έχουμε ήδη πει) ένα εργαλείο καταγραφής της πληροφορίας. Έτσι γεννιέται η γραφή. Υπάρχει όμως ακόμη ένα ερώτημα: γιατί η περιοχή όπου αναπτύσσονται για πρώτη φορά οι πόλεις και ο πολιτισμός είναι η Μεσοποταμία; Επειδή στην περιοχή αυτή της Ανατολής αναπτύχθηκε ο γεωργικός τρόπος παραγωγής .

Τί μαθαίνουμε από τα εργαλεία

Όπως ίσως ξέρετε, η ιστορία του ανθρώπινου είδους χωρίζεται σε τρεις μεγάλες περιόδους : την παλαιολιθική, τη νεολιθική και την εποχή των μετάλλων. Η παλαιολιθική εποχή αρχίζει 2.000.000 περίπου χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού και τελειώνει γύρω στο 10.000 π.Χ. Η αρχή της ορίζεται από την ανακάλυψη (στην Αφρική) των πρώτων εργαλείων . Πρόκειται για χονδροειδή, λίθινα εργαλεία. Η ύπαρξή τους βεβαιώνει ότι το ον που τα χρησιμοποιούσε δεν είναι (πια) ζώο. Τα ζώα δεν κατασκευάζουν εργαλεία. Η ύπαρξη των εργαλείων βεβαιώνει ότι το ον που τα χρησιμοποιεί έχει νοητικές ικανότητες που το διαχωρίζουν από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο: το ζώο έχει γίνει άνθρωπος. Μπορεί να προνοεί - να σκέφτεται από πριν, να προγραμματίζει. Αυτές τις μοναδικές νοητικές ικανότητες «προδίδει» η ύπαρξη εργαλείων: κατασκευάζονται σε ώρα σχόλης, «από πριν», και ο κατασκευαστής τους έχει στον νου του (προνοεί) τον σκοπό που θα υπηρετήσουν (κυνήγι, γδάρσιμο ζώων κλπ.). Αυτή η πρόνοια καθορίζει και το σχήμα τους.

Ο παλαιολιθικός άνθρωπος ζει σε μικρές ομάδες, κατοικεί σε φυσικά καταφύγια (σπηλιές) και ζει μέρα με τη μέρα: μαζεύει τροφή από τη φύση που τον περιβάλλει (είναι τροφοσυλλέκτης) και κυνηγά ή ψαρεύει (είναι κυνηγός). Η ζωή του καθορίζεται από το εάν υπάρχει γύρω του διαθέσιμη τροφή. Γι' αυτό μετακινείται για να εξασφαλίσει την τροφή του. Δεν έχει καμιά δυνατότητα να αποθηκεύσει ή να συσσωρεύσει αγαθά. «Μεροδούλι μεροφάι», όπως θα λέγαμε σήμερα. Οι ομάδες μέσα στις οποίες ζει «δένουν» από την ανάγκη της καθημερινής επιβίωσης. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί ότι δεν γεννιέται η ανάγκη της γραφής.

Πότε γεννήθηκε η γλώσσα

Εδώ όμως χρειάζεται να ανοίξουμε μια παρένθεση. Μπορεί κανείς να θέσει, δικαιολογημένα, το ερώτημα: μα πώς ξέρουμε ότι αυτοί οι απώτατοι πρόγονοί μας διέθεταν λόγο; Δεν το ξέρουμε, βέβαια, άμεσα αλλά μπορούμε να το υποθέσουμε κάνοντας τον εξής απλό συλλογισμό. Λέγαμε ότι η παρουσία των πρώτων εργαλείων δηλώνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ον που έχει τη μοναδική ικανότητα να προνοεί, να σκέφτεται από πριν και να προγραμματίζει. Ένα τέτοιο ον (ο άνθρωπος) δεν μπορεί παρά να διαθέτει, και σε αυτή την παμπάλαια εποχή, κάποιο είδος λόγου. Και αυτό γιατί, όπως λέγαμε στο πρώτο κεφάλαιο, στα «Μυστικά της γλώσσας», οι λέξεις που συγκροτούν τη γλώσσα διαφέρουν από το γάβγισμα του σκύλου ή την κραυγή που βγάζουμε όταν πονάμε στο ότι δεν είναι αντιδράσεις σε άμεσα ερεθίσματα αλλά περιγραφές, και μάλιστα γενικές περιγραφές του κόσμου.

Αυτό, άλλωστε, το βεβαιώνει και το πρώτο λεξικό ή η πρώτη εγκυκλοπαίδεια που θα ανοίξουμε. Ο ορισμός της σημασίας μιας λέξης είναι πάντα, όπως λέμε, μια γενική περιγραφή. Η λέξη κότα λ.χ. ορίζεται ως «είδος κατοικίδιου πτηνού κλπ., κλπ.». Η γλώσσα, λοιπόν, βασίζεται στη μοναδική ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται τον κόσμο, και να τον περιγράφει, και όχι απλά να αντιδρά (όπως συμβαίνει με τα ζώα) στα ερεθίσματα που δέχεται από αυτόν. Η ύπαρξη εργαλείων σε αυτή την απώτατη χρονική περίοδο βεβαιώνει ότι το ον που τα κατασκευάζει μπορεί, πλέον, να σκέφτεται τον κόσμο: έχει «μέσα» στο κεφάλι του (και όχι «μπροστά» του, ως άμεσο ερέθισμα) τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσει το εργαλείο που φτιάχνει. Έχει επίσης «μέσα» στο κεφάλι του τη μορφή του εργαλείου που θέλει να φτιάξει - και η μορφή αυτή, βέβαια, είναι καθορισμένη από τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα το χρησιμοποιήσει.

Ο παλαιολιθικός, λοιπόν, άνθρωπος του 2.000.000 π.Χ. έχει αρχίσει να σκέφτεται τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί η γλώσσα και τα νοήματά της: γενικά και όχι καθηλωμένα στο συγκεκριμένο ερέθισμα, στην άμεση εμπειρία. Γι' αυτό έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι, από τη στιγμή που εμφανίζονται τα πρώτα εργαλεία, υπάρχει και η γλώσσα. Εργαλεία και γλώσσα βασίζονται στις ίδιες νοητικές ικανότητες.

Πρόγονος της γραφής ίσως είναι η αρίθμηση

Μπορούμε τώρα να ξαναγυρίσουμε στο ζήτημα που συζητούσαμε. Στην παλαιολιθική εποχή δεν υπάρχουν οι συνθήκες που θα γεννούσαν την ανάγκη της γραφής, της απεικόνισης της γλώσσας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι της εποχής αυτής δεν έχουν τρόπο να αποτυπώσουν τις εμπειρίες τους από τον κόσμο που τους περιβάλλει. Οι ζωγραφιές που βρίσκουμε σε σπηλιές ή σε βράχους είναι μια τέτοια αποτύπωση. Αλλά δεν είναι γραφή, γιατί οι ζωγραφιές αυτές (και αυτό ισχύει και σήμερα) είναι ανεξάρτητες από τη γλώσσα.

Από την παλαιολιθική εποχή (και πιο κοντά προς το τέλος της: 30.000-10.000 π.Χ.) προέρχονται κάποια ευρήματα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρακολούθηση της πορείας που οδηγεί προς τη γραφή. Πρόκειται για κομμάτια από κόκαλο πάνω στα οποία είναι χαραγμένες γραμμές στη σειρά. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι γραμμές αυτές φτάνουν τις 170. Οι ειδικοί (ή τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς) υποθέτουν ότι πρόκειται πιθανότατα για μια πρωτόγονη μορφή αρίθμησης: κάθε χαραγμένη γραμμή καταγράφει ένα αντικείμενο που ενδιαφέρει αυτόν που χάραξε τη γραμμή. Αν αυτή είναι η σωστή ερμηνεία των αντικειμένων αυτών, τότε βρισκόμαστε μπροστά στον πρόγονο της γραφής. Τα σημάδια αυτά δεν είναι γραφή, γιατί δεν καταγράφουν τη γλώσσα και τους ήχους της, αλλά γεννιούνται από την ίδια, βασικά, ανάγκη που θα γεννήσει πολύ αργότερα τη γραφή: την ανάγκη να αποκτήσει η πληροφορία μια μονιμότητα, που θα τη διατηρήσει πέρα από τον χρόνο κατά τον οποίο πρωτοεμφανίστηκε και έτσι θα αποσυνδεθεί από το συγκεκριμένο άτομο που τη λέει.

Δεν αποκλείεται οι παλαιολιθικοί άνθρωποι να διέθεταν και άλλους τρόπους για να αριθμούν και να διατηρούν με αυτό τον τρόπο την πληροφορία που τους ενδιέφερε. Τη δουλειά που κάνουν τα χαράγματα πάνω στα κόκαλα (και έφτασαν ως εμάς) μπορεί να την έκαναν πετραδάκια, σπόροι, ξυλαράκια. Ακόμη και σήμερα, απομονωμένες κοινότητες ανθρώπων που δεν διαθέτουν γραφή χρησιμοποιούν τέτοια φυσικά υλικά για τις ανάγκες της αρίθμησης. Η πανάρχαια, λοιπόν, ανάγκη της αρίθμησης θα πρέπει να ήταν ένα από τα πρώτα κίνητρα για τη δημιουργία ενός συστήματος σημαδιών προκειμένου να διατηρηθεί η πληροφορία.

Η μόνιμη εγκατάσταση και ο γεωργικός τρόπος παραγωγής είναι οι βασικές συνθήκες

Την παλαιολιθική εποχή τη διαδέχεται (με τη μεσολάβηση μιας σύντομης σχετικά περιόδου, που ονομάζεται μεσολιθική) η νεολιθική εποχή. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι εξακολουθούν να είναι λίθινα, αλλά έχει γίνει μια τεράστια αλλαγή στην ανθρώπινη εργασία. Οι παλαιολιθικοί τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί που μετακινούνται αναζητώντας την τροφή γίνονται γεωργοί, που κατοικούν σε μόνιμες εγκαταστάσεις και καλλιεργούν τη γη. Η μεγάλη αυτή αλλαγή συντελείται γύρω στο 9000-8000 π.Χ. στην Εγγύς Ανατολή, στην περιοχή ακριβώς από όπου προέρχονται οι μύθοι που αναφέραμε. Αλλά γιατί εκεί; Επειδή εκεί ευδοκιμούσαν, για λόγους κλιματολογικούς, σε άγρια κατάσταση τα φυτά που έδωσαν αυτά που ονομάζουμε δημητριακά: το σιτάρι και το κριθάρι. Η «εξημέρωση» αυτών των φυτών, και μαζί η εξημέρωση των ζώων που ονομάζουμε κατοικίδια, θα γεννήσει τη γεωργία. Από την Εγγύς Ανατολή ο γεωργικός τρόπος παραγωγής θα εξαπλωθεί σε ανατολή και δύση. Τί σήμαινε για τους ανθρώπους η τεράστια αυτή αλλαγή; Σήμαινε ότι το αδυσώπητο μεροδούλι μεροφάι του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη της παλαιολιθικής εποχής γίνεται πολύ λιγότερο αδυσώπητο. Η καλή σοδειά (που δεν ήταν πάντοτε εξασφαλισμένη) σήμαινε πιο σίγουρη διατροφή και επιβίωση, σήμαινε ακόμη τη δυνατότητα δημιουργίας αποθεμάτων, δηλαδή αγαθών που περίσσευαν και μπορούσαν να αποθηκευτούν.

Η ύπαρξη αποθεμάτων (δηλαδή αγαθών που ξεπερνούν τις άμεσες ανάγκες των καταναλωτών) δημιούργησε, βέβαια, την κοινωνική ιεραρχία. Οι άρχοντες είναι το αποτέλεσμα της ύπαρξης πλεονάζοντος πλούτου, πλούτου που περισσεύει. Άρχοντες είναι αυτοί που οικειοποιούνται (κάνουν δικό τους) το πλεόνασμα που οφείλεται στη νέα οικονομική οργάνωση - στον γεωργικό τρόπο παραγωγής. Η κοινωνική ιεραρχία (άρχοντες, ιερείς, υπήκοοι, ελεύθεροι ή δούλοι) είναι η νέα σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα που γεννιέται σιγά σιγά με την εγκατάσταση και τη βελτίωση (για την οποία σημαντικό ρόλο θα παίξει αργότερα η ανακάλυψη και η χρήση των μετάλλων) του γεωργικού τρόπου παραγωγής. Η δημιουργία μόνιμων εγκαταστάσεων, που θα γίνουν αργότερα πόλεις, γεννά τις τέχνες τις οποίες αναφέρουν οι μύθοι που είδαμε: οικοδομική, μια και οι άνθρωποι δεν κατοικούν πια σε φυσικά καταφύγια αλλά χτίζουν καλύβες και σπίτια κοντά στα χωράφια τους· καλαθοπλεκτική· αγγειοπλαστική, που εξασφαλίζει την ασφαλή αποθήκευση των γεωργικών προϊόντων αλλά και άλλες καθημερινές χρηστικές ανάγκες των γεωργικών κοινοτήτων. Αργότερα θα προστεθεί και η μεταλλοτεχνία.

Μπορεί εύκολα να υποθέσει κανείς ότι μέσα σε αυτή την πολύ πιο σύνθετη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα του γεωργικού τρόπου παραγωγής που εγκαινιάζει τη νεολιθική εποχή, η ανάγκη καταγραφής και διατήρησης της πληροφορίας θα ήταν πολύ εντονότερη απ' ό,τι στην παλαιολιθική εποχή. Τότε, όπως είδαμε, εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα διατήρησης της πληροφορίας μέσω της αρίθμησης. Στα νεολιθικά χρόνια η ανάγκη της αρίθμησης προϊόντων, που τώρα είναι περισσότερα και συχνά πλεονάζουν και αποθηκεύονται, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη. Οι νεολιθικές θέσεις (τα νεολιθικά χωριά) της Ανατολής μάς δίνουν ήδη από το 8000 π.Χ. πληροφορίες γι' αυτό. Στις ανασκαφές βρέθηκαν μεγάλοι αριθμοί από μικρά πήλινα αντικείμενα διαφόρων σχημάτων: κωνικά, ωοειδή (σαν αβγά), σφαιρικά, κυλινδρικά, δισκοειδή. Αυτά αυξάνονται με τον χρόνο και, κάποτε, τα βρίσκουμε μαζεμένα μέσα σε ένα είδος πήλινου «φακέλου». Στην εξωτερική επιφάνεια αυτού του πήλινου «φακέλου» βρίσκονται συχνά «πατημένα» πάνω στον πηλό (αυτό γινόταν πριν στεγνώσει ή πριν ψηθεί ο πηλός) τα σχήματα αυτών των πήλινων αντικειμένων. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι αυτά τα πήλινα μικροαντικείμενα αποτελούσαν ένα σύστημα αρίθμησης ποσοτήτων γεωργικών προϊόντων, λ.χ. λαδιού ή σιταριού. Έτσι, ένα ωοειδές πήλινο αντικείμενο σήμαινε ένα «κανάτι» λαδιού, ένα κωνικό αντικείμενο σήμαινε μικρή ποσότητα σιταριού, ένα σφαιρικό αντικείμενο σήμαινε μεγάλη ποσότητα σιταριού. Οι πήλινοι «φάκελοι» που περιείχαν αυτά τα αντικείμενα ήταν ένα σύστημα αρχειοθέτησης της πληροφορίας. Η μορφή των αντικειμένων που περιείχε ο «φάκελος» πιεζόταν ή πατιόταν, όπως είπαμε, πάνω στον μαλακό πηλό. Αν πατιόταν λ.χ. επτά φορές το ωοειδές σχήμα, αυτό σήμαινε ότι ο «φάκελος» περιέχει επτά ωοειδή αντικείμενα, που δήλωναν μια ποσότητα λαδιού, π.χ. επτά «κανάτια» λαδιού.

Οι πήλινες πινακίδες που θα εμφανιστούν πολύ αργότερα, και τις οποίες περιγράφει ο μύθος του Ενμερκάρ, είναι μια εξέλιξη αυτών των «φακέλων» με τα «πατημένα» σχέδια των πήλινων σφαιριδίων, κώνων, κυλίνδρων, δίσκων. Και πολλά από αυτά τα «πατημένα» σχέδια θα γίνουν σημεία της πρώτης γραφής (της σφηνοειδούς ) που θα εμφανιστεί στη Μεσοποταμία στο διάστημα μεταξύ 4000 και 3000 π.Χ..

Πολύ περισσότερο από τα παλαιολιθικά δείγματα, το νεολιθικό αυτό σύστημα καταγραφής δείχνει ότι πρόδρομος της γραφής ήταν η αρίθμηση. Στη νεολιθική εποχή, με την εγκατάσταση της γεωργίας αυξάνεται η ανάγκη να επινοηθεί ένα σύστημα για να καταγραφούν αριθμητικά διάφορα προϊόντα και αγαθά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε τέσσερις τουλάχιστον αρχαιολογικές θέσεις της Συρίας τα πήλινα αυτά αντικείμενα εμφανίζονται γύρω στο 8000-7000 π.Χ. μαζί με τα πρώτα δείγματα της γεωργικής δραστηριότητας: λεπίδες δρεπανιών, ) χώρους αποθήκευσης σιτηρών. Η γεωργική δραστηριότητα ήταν εκείνη που δημιούργησε την ανάγκη ενός λογιστικού συστήματος. Και αυτό το λογιστικό σύστημα είναι ο πρόγονος της γραφής.

Εικονογραφικά, ιδεογραφικά, σημασιογραφικά συστήματα

Παρακολουθήσαμε ως τώρα τα πρώτα δειλά βήματα για τη δημιουργία ενός συστήματος καταγραφής της πληροφορίας. Το κύριο κίνητρο, που ενισχύεται καθώς η ζωή των ανθρώπων γίνεται πιο σύνθετη, ήταν, όπως είδαμε, η αρίθμηση. Αλλά αυτά τα συστήματα αρίθμησης δεν αποτελούν ακόμη πλήρη γραφή, γιατί δεν καταγράφουν τον γλωσσικό ήχο αλλά καταγράφουν αντικείμενα, ιδέες, έννοιες, σημασίες. Γι' αυτό τα ονομάζουμε εικονογραφικά, ) ιδεογραφικά, σημασιογραφικά. Στα συστήματα αυτά δεν ισχύει αυτό που όλοι μας αναγνωρίζουμε ως γραφή: η σταθερή και υποχρεωτική αντιστοίχιση των σημαδιών της γραφής με γλωσσικές μονάδες (λ.χ. συλλαβές, φθόγγους).

Τα εικονογραφικά/ιδεογραφικά ή σημασιογραφικά αυτά συστήματα είναι ανεξάρτητα από τη γλώσσα, με τον ίδιο τρόπο που είναι ανεξάρτητα από τη γλώσσα τα σήματα της τροχαίας σήμερα ή οι αριθμοί. Και τα δύο αυτά συστήματα είναι εικονογραφικά/ιδεογραφικά/σημασιογραφικά. Όλοι καταλαβαίνουν τί σημαίνουν, άσχετα και ανεξάρτητα από τη μητρική τους γλώσσα. Έτσι, ένας Άγγλος ή ένας Γάλλος μπορεί να καταλάβει τί σημαίνει ένας αριθμός ή ένα σήμα της τροχαίας, χωρίς να εμποδίζεται από τη διαφορά της μητρικής του γλώσσας.

Οι Κινέζοι χρησιμοποιούν και σήμερα ένα σημασιογραφικό/ιδεογραφικό σύστημα. Τα σημεία της γραφής τους αποδίδουν σημασίες και όχι γλωσσικούς ήχους. Στην Κίνα μιλιούνται διαφορετικές γλώσσες. Αλλά όλοι μπορούν, παρά τις διαφορές, να διαβάσουν την ίδια εφημερίδα, γιατί τα σημεία εκφράζουν σημασίες και όχι γλωσσικούς ήχους. Έτσι, αν κάποιος στη Σαγκάη διαβάζει φωναχτά μια εφημερίδα και έχει δίπλα του κάποιον από το Πεκίνο, ο διπλανός του δεν θα καταλάβει τίποτε από τη φωναχτή ανάγνωση, ενώ μπορεί να καταλάβει πλήρως τί λέει η εφημερίδα αν τη διαβάσει ο ίδιος. Πολύ συχνά συμβαίνει, όταν συναντιούνται άνθρωποι από διαφορετικά μέρη της Κίνας όπου μιλιούνται διαφορετικές γλώσσες, να συνεννοούνται σημειώνοντας στο χαρτί ή «ζωγραφίζοντας» στον αέρα χαρακτήρες της κινέζικης γραφής.

Όπως βλέπουμε, ένα σημασιογραφικό σύστημα όπως το κινέζικο έχει το προτέρημα ότι λύνει το πρόβλημα της πολυγλωσσίας: οι άνθρωποι, παρά τις διαφορετικές μητρικές τους γλώσσες, μπορούν να συνεννοούνται μέσω της γραφής, όπως συμβαίνει με τους αριθμούς ή τα σήματα της τροχαίας. Αλλά οι αριθμοί και τα σήματα της τροχαίας αφορούν έναν ειδικό, περιορισμένο χώρο πληροφορίας. Όταν το σημασιογραφικό/ιδεογραφικό σύστημα καλείται, όπως στα κινέζικα, να «καλύψει» όλο το εύρος των σημασιών που χρειάζονται για την επικοινωνία και χρησιμοποιούνται σε αυτή, τότε προκύπτει ένα μεγάλο μειονέκτημα: χρειάζεται ένας τεράστιος αριθμός σημείων για να καλυφθεί όλο αυτό το εύρος. Υπολογίζεται ότι ένας Κινέζος, για να θεωρείται «εγγράμματος», πρέπει να ξέρει 3.000 τουλάχιστον ιδεογραφικούς/σημασιογραφικούς χαρακτήρες από ένα σύνολο 50.000 (για την ακρίβεια 49.905).

Μπορείτε να καταλάβετε, ακόμη, πόσο μεγάλο πρόβλημα είναι αυτό για το μικρό κινεζάκι που πάει στο σχολείο. Δεν θα μπορέσει, βέβαια, στο σχολείο να μάθει όλους αυτούς τους χαρακτήρες. Θα το κάνει συνεχίζοντας σε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Γι' αυτό και στην κινεζική εκπαίδευση η πρώτη επαφή του μικρού παιδιού με τη γραφή δεν γίνεται με βάση το σημασιογραφικό/ιδεογραφικό σύστημα αλλά με βάση το αλφάβητο της Ερέτριας (Χαλκιδικό) που κακώς ονομάζουμε λατινικό αλφάβητο). Μπορείτε να συγκρίνετε (και να βγάλετε μόνοι σας τα συμπεράσματά σας) τους 3.000 χαρακτήρες που έχει να μάθει το κινεζάκι, με τα 24 γράμματα του αλφαβήτου, που πρέπει να μάθει το ελληνόπουλο στις πρώτες τάξεις του δημοτικού.

Συλλαβικά συστήματα γραφής

Με βάση αυτό το σύγχρονο παράδειγμα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί στην αρχαιότητα (στη Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο) η γνώση των σημασιογραφικών/ιδεογραφικών συστημάτων ήταν προνόμιο μιας κλειστής ομάδας «ειδικών» (ιερέων, γραφέων). Μπορούμε επίσης να καταλάβουμε, πάλι μέσα από το σύγχρονο παράδειγμα, γιατί ήδη γύρω στο 4000-3000 π.Χ. γεννιέται στις πόλεις της Μεσοποταμίας η ανάγκη για ένα οικονομικότερο σύστημα γραφής, για ένα σύστημα δηλαδή όπου τα σημεία της γραφής θα είναι φωνογραφικά, θα αποδίδουν δηλαδή γλωσσικούς ήχους και όχι αντικείμενα ή σημασίες. Η ανάγκη για ένα τέτοιο σύστημα γεννιέται και πάλι από τις κοινωνικές συνθήκες. Από τη στιγμή που ο γεωργικός τρόπος παραγωγής οδήγησε σιγά σιγά σε μεγαλύτερη αφθονία αγαθών, δημιούργησε πολυάνθρωπες πόλεις (στη Μεσοποταμία και αργότερα στην Αίγυπτο), κοινωνική ιεραρχία, διοικητικούς μηχανισμούς, τη δυνατότητα μετακινήσεων και επαφών (με την εφεύρεση του τροχού), ένα σημασιογραφικό σύστημα που είχε την αρχή του στις ανάγκες της αρίθμησης καλούνταν τώρα να εκφράσει ένα τεράστιο φάσμα εννοιών: διοίκηση, νόμους, θρησκεία, φορολογία κλπ. Αυτή ακριβώς η «πίεση» θα οδηγήσει σιγά σιγά στην ανακάλυψη των φωνογραφικών συστημάτων - συστημάτων όπου τα γραφικά σημεία αντιστοιχούν σε γλωσσικούς ήχους, όχι σε πράγματα και σημασίες. Άλλωστε πώς να δηλώσει κανείς εικονογραφικά/ιδεογραφικά κύρια ονόματα (ονόματα τόπων, προσώπων) ή λέξεις με ασαφές νόημα, όπως λ.χ. τη λέξη και, τη λέξη αλλά και άλλες;

Στα μεσοποταμιακά σημασιογραφικά συστήματα (στη σφηνοειδή γραφή των Σουμερίων) αυτή την ανάγκη τη βλέπουμε να εκφράζεται με την επέκταση των βασικών σημασιογραφικών σημείων (αυτά ήταν μερικές εκατοντάδες), έτσι ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες που επισημάναμε. Και αυτό έγινε με διάφορους συνδυασμούς. Έτσι, το σημείο λ.χ. που σήμαινε 'νερό' συνδυάζεται με το σημείο που σήμαινε 'κεφάλι' για να κατασκευαστεί η σημασία 'ποτό/πίνω'. Στην προσπάθεια αυτή όμως γίνεται μια σημαντική «ανακάλυψη»: η ανακάλυψη των «ομώνυμων»/«ομόηχων» λέξεων, λέξεων δηλαδή που έχουν την ίδια ακουστική μορφή αλλά διαφορετική σημασία. Για να δούμε ένα τέτοιο παράδειγμα από τα ελληνικά, οι λέξεις πάλη και πάλι έχουν διαφορετική σημασία αλλά ίδιο «ήχο» (ας μη μας μπερδεύει η διαφορά στην ορθογραφία· αυτό το έχουμε ήδη συζητήσει): είναι ομόηχες ή ομώνυμες. Έτσι και στα σουμεριακά η λέξη sn, που σήμαινε 'σώμα', ήταν ομόηχη με τη λέξη sn, που σήμαινε 'αντικαθιστώ'.

Οι σουμέριοι γραφείς αποφάσισαν λοιπόν να χρησιμοποιούν το ιδεόγραμμα που απέδιδε τη σημασία 'σώμα' και για την ομόηχη λέξη που σήμαινε 'αντικαθιστώ'. Επίσης, η λέξη ti σήμαινε 'βέλος' αλλά και 'ζωή'. Η σημασία 'βέλος' δηλωνόταν με ένα σημείο που απεικόνιζε ένα βέλος. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει τη σημασία 'ζωή'. Το μεγάλο βήμα είχε γίνει: η γραφή αρχίζει πλέον να συνδυάζεται και με τη φωνητική πλευρά της γλώσσας - να μην είναι αποκλειστικά σημασιογραφική. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για να οδηγηθούν οι άνθρωποι σε φωνογραφικά συστήματα γραφής. Και αυτό έγινε σε δύο βήματα ή στάδια.

Το πρώτο ήταν η ανακάλυψη ότι η λέξη μπορεί να χωριστεί σε συλλαβές (έχουμε ήδη μιλήσει για τη συλλαβή). Έτσι, φτιάχτηκαν συλλαβικά συστήματα γραφής ή συλλαβάρια, ) όπου κάθε σημείο της γραφής απέδιδε μια συλλαβή.

Το κέρδος ήταν τεράστιο. Ενώ στα σημασιογραφικά συστήματα χρειάζονταν εκατοντάδες ιδεογραμμάτων για να εκφράσουν την ποικιλία των σημασιών, στα συλλαβικά συστήματα δεν χρειάζονταν πάνω από εκατό.

Το επόμενο βήμα, η κορύφωση της οδύσσειας της γραφής, ήταν η ανακάλυψη ότι «πέρα» από τη συλλαβή υπάρχουν ακόμη μικρότερες μονάδες ήχου (φθόγγοι ή φωνήματα, όπως τα λέμε σήμερα), οι οποίες συνδυαζόμενες φτιάχνουν την τεράστια ποικιλία των λέξεων. Η ανακάλυψη αυτή ήταν, ουσιαστικά, η ανακάλυψη της φύσης της γλώσσας. Και αυτό το συζητήσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο.

Αλφαβητικά συστήματα γραφής

Σε αυτή την ανακάλυψη, που έγινε γύρω στα τέλη της δεύτερης και στις αρχές της πρώτης χιλιετίας π.Χ. (βορειοσημιτικές γραφές ), ελληνικό αλφάβητο), βασίζεται η δημιουργία της αλφαβητικής γραφής. Τα εκατό, τουλάχιστον, σημεία που χρειαζόταν η συλλαβική γραφή αντικαθίστανται από τριάντα, το πολύ, σημεία που απεικονίζουν ελάχιστες μονάδες ήχου χωρίς νόημα, οι οποίες συνδυαζόμενες δημιουργούν την τεράστια ποικιλία των μονάδων ήχου με νόημα - των λέξεων.

Με τη δημιουργία της αλφαβητικής γραφής τελειώνει ο μακρύς δρόμος που διένυσαν οι άνθρωποι στην προσπάθειά τους να ξεπεράσουν τους περιορισμούς του «φτερωτού λόγου». Διέθεταν τώρα ένα πανίσχυρο εργαλείο στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών. Σε αυτό το πανίσχυρο εργαλείο βασίστηκε η εκπαίδευση, η λογοτεχνία, η νομοθεσία και το δίκαιο, η επιστήμη της μνήμης - η ιστορία. «Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο», Σε αυτές τις εκφράσεις, αλλά και σε πολλές άλλες, συνοψίζεται η δύναμη αυτού του παντοδύναμου μέσου, που γέννησε, με πολλές ωδίνες, η ανθρώπινη ιστορία.

Πριν κλείσουμε θα πρέπει να πούμε ότι και σήμερα, όπως και παλιά, υπάρχουν ανθρώπινες κοινότητες, φυλές απομονωμένες, που δεν διαθέτουν γραφή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν τρόπους να διατηρούν και να περνούν από γενιά σε γενιά πληροφορίες που είναι σημαντικές για τη ζωή και την επιβίωση της κοινότητας. Και οι τρόποι αυτοί δεν είναι άλλοι από αυτούς που διαθέτουμε και εμείς για τον ίδιο σκοπό, μαζί με τις τεράστιες δυνατότητες που προσφέρει η γραφή: το παραμύθι, με το οποίο ξεκινάμε τη ζωή μας ως παιδιά, οι παροιμίες και τα αινίγματα, οι γιορτές και οι τελετές, το τραγούδι, ο ρυθμός, το ποίημα. Σκεφτείτε πόσο εύκολα θυμόσαστε ένα τραγούδι ή ένα ποίημα που έχει ρυθμό, ομοιοκαταληξία. Με τέτοιους τρόπους, που λειτουργούν ακόμη και στις δικές μας κοινωνίες και κυριαρχούν στην πρώιμη φάση της ζωής μας, την παιδική (που δεν διαθέτει γραφή), συντηρούνταν και μεταδιδόταν η πληροφορία.

Τα μυστικά της γραφής, λοιπόν...

Πρώτο μυστικό: Το πρώτο και αρχαιότερο κίνητρο για τη δημιουργία ενός συστήματος καταγραφής, και επομένως διατήρησης, της πληροφορίας ήταν η αρίθμηση. Ενδείξεις γι' αυτό βρίσκουμε ήδη στην παλαιολιθική εποχή.

Δεύτερο μυστικό: Το κίνητρο αυτό γίνεται ισχυρότερο και συνθετότερο με την ανακάλυψη και εγκατάσταση του γεωργικού τρόπου παραγωγής (νεολιθική εποχή). Η δημιουργία πλεονάσματος αγαθών και η συνακόλουθη συνθετότερη κοινωνική οργάνωση κάνουν επιτακτικότερη την ανάγκη ενός (ανεπτυγμένου) λογιστικού συστήματος καταγραφής της πληροφορίας.

Τρίτο μυστικό: Η παραπέρα οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη θα οδηγήσει στην ανάγκη ενός συστήματος καταγραφής της πληροφορίας που υπερβαίνει τις λογιστικές ανάγκες. Αυτό συμβαίνει στην περίοδο 6000 π.Χ. στην ΕΛΛΑΔΑ. Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα θα αναδειχθούν οι αδυναμίες ενός σημασιογραφικού συστήματος για την καταγραφή της πληροφορίας. Έτσι θα προκύψουν, βαθμιαία, συλλαβικά συστήματα γραφής (κατά πολύ οικονομικότερα και αποτελεσματικότερα), για να οδηγηθούμε, στα τέλη της δεύτερης και στις αρχές της πρώτης προχριστιανικής χιλιετίας, στην ανακάλυψη της αλφαβητικής γραφής.

Η αλφαβητική γραφή είναι η ολοκλήρωση της μακράς αυτής πορείας. Βασίζεται στην ανακάλυψη και αναγνώριση της φύσης της γλώσσας - ενός συστήματος που βασίζεται σε έναν μικρό αριθμό μονάδων ήχου χωρίς νόημα, οι οποίες συνδυαζόμενες δημιουργούν την τεράστια ποικιλία των μονάδων ήχου με νόημα: των λέξεων. Με την ανακάλυψη του αλφαβήτου ο άνθρωπος κλείνει ένα πρώτο, και σημαντικό κεφάλαιο, στο μακρύ ταξίδι της κατάκτησης της αυτογνωσίας του.

Απαλλαγείτε από τη δανεική ταυτότητα

buddhaΣτο διήγημα, ο Βούδας επιστρέφει στο παλάτι του πατέρα του ύστερα από δώδεκα χρόνια περιπλάνησης στα δάση όπου έκανε διάφορες πνευματικές ασκήσεις, έτρωγε ό,τι έβρισκε, ζητιάνευε και διαλογιζόταν.

Ο Ταγκόρ αφηγείται ότι μια μέρα ο Βούδας άγγιζε την ύψιστη αγαλλίαση. Καθισμένος κάτω από ένα δέντρο, είχε μία φώτιση...
 
Και το πρώτο που θυμήθηκε όταν ανακάλυψε την αλήθεια, ήταν ότι έπρεπε να γυρίσει στο παλάτι για να ανακοινώσει τη χαρμόσυνη είδηση στη γυναίκα που τον αγάπησε, στο γιο που είχε αφήσει πίσω και στον γέρο πατέρα του, που κάθε μέρα περίμενε την επιστροφή του.
 
Ύστερα από δώδεκα χρόνια, ο Βούδας γύρισε και βρήκε τον πατέρα του τρομερά θυμωμένο.
«Είμαι γέρος, κι αυτά τα δώδεκα χρόνια ήταν σωστό βασανιστήριο για μένα. Είσαι ο μοναδικός μου γιος, κι εγώ προσπαθούσα να μείνω ζωντανός ώσπου να γυρίσεις. Αμάρτησες πάνω μου και παραλίγο να με δολοφονήσεις, όμως, εγώ σε συγχωρώ και σου ανοίγω τις πόρτες. Αλλά να ζέρεις ότι θα περάσει καιρός ώσπου να σε συγχωρήσω...»
 
Ο Βούδας γέλασε και του είπε:
«Πατέρα, πρέπει να καταλάβεις με ποιον μιλάς. Ο άνθρωπος που έφυγε τότε απ' το παλάτι, δεν είναι πια εδώ. Πέθανε πριν πολύ καιρό. Εγώ, είμαι άλλος. Κοίταξέ με!»
 
Κι ο πατέρας του θύμωσε ακόμα περισσότερο. Ο γέροντας δεν μπορούσε να δει ποιος ήταν ο Βούδας ούτε τι είχε γίνει ο γιος του, δεν μπορούσε να δει το πνεύμα του — τόσο ξεκάθαρο για τους άλλους.
 
Όλος ο κόσμος το καταλάβαινε, ο πατέρας του, όμως, δεν μπορούσε να το δει, και μάλλον το ίδιο θα συνέβαινε με κάθε πατέρα. Θυμόταν το γιο του με την προσωπικότητα του πρίγκιπα, παρόλο που αυτή η προσωπικότητα δεν υπήρχε πια εκεί. Ο Βούδας είχε παραιτηθεί απ’ αυτήν την ταυτότητα κι είχε αφήσει το παλάτι, ακριβώς για να γνωρίσει τον εαυτό του όπως στ’ αλήθεια ήταν. Δεν ήθελε ν’ αποσπαστεί η προσοχή του μ’όσα περίμεναν οι άλλοι απ’ αυτόν. Όμως ο πατέρας του τον κοιτούσε τώρα καταπρόσωπο, με τα μάτια που είχε πριν από δώδεκα χρόνια.
 
«Θέλεις να με κοροϊδέψεις;» είπε. «Νομίζεις ότι δεν σε γνωρίζω; Σε γνωρίζω καλύτερα από κάθε άλλον! Είμαι ο πατέρας σου' εγώ σ’ έφερα στον κόσμο. Στο αίμα σου κυλάει το αίμα μου. Είναι δυνατόν να μη σε γνωρίζω;... Είμαι πατέρας σου, και παρόλο το κακό που μου έκανες, παρόλο που με πλήγωσες βαθιά, εγώ σε αγαπώ.»
 
Ο Βούδας αποκρίθηκε:
«Ακόμα κι έτσι, πατέρα, σε παρακαλώ, πρέπει να καταλάβεις. Ήμουν μέσα στο σώμα σου, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι με γνωρίζεις. Πράγματι, πριν από δώδεκα χρόνια ούτε εγώ ο ίδιος ήξερα ποιος ήμουν. Τώρα, ξέρω! Κοίταξέ με στα μάτια. Σε παρακαλώ, ξέχνα το παρελθόν κι έλα στο εδώ και στο τώρα.»

Ο πατέρας, λίγο ήθελε να εκραγεί. «Τώρα; Τώρα είσαι εδώ. Εμπρός, λοιπόν, ανάλαβε το παλάτι, πάρε το θρόνο! Ακόμα κι αν δεν σ’ ενδιαφέρει, εσύ είσαι ο γιος μου. Ασε με να ξεκουραστώ. Ήρθε πια η ώρα μου για να ξεκουραστώ κι εγώ».
 
Ο Βούδας χαμήλωσε το κεφάλι και του είπε: «Όχι, πατέρα. Λυπάμαι...»
Ο πατέρας του έκανε μια παύση, κι ο θυμός έγινε πόνος. «Σε περίμενα όλα αυτά τα χρόνια, και σήμερα μου Λες ότι δεν είσαι πια ο ίδιος, ότι δεν είσαι ο γιος μου, ότι φωτίστηκες... φωτίστηκες...»
Σκούπισε τα μάτια του και είπε: «Απάντησέ μου τουλάχιστον, σ’ ένα τελευταίο πράγμα. Ό,τι κι αν είναι αυτό που έμαθες, δεν μπορούσες να το μάθεις εδώ, στο παλάτι, κοντά μου, ανάμεσα στους δικούς σου ανθρώπους; Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στο δάσος, μακριά από εμάς;»
 
Ο Βούδας είπε: «Η αλήθεια βρίσκεται κι εδώ κι εκεί. Αλλά θα ήταν πολύ δύσκολο για μένα να τη γνωρίσω εδώ, γιατί ήμουν χαμένος μέσα στην προσωπικότητα του πρίγκιπα, του γιου, του πατέρα, του υποδείγματος. Δεν εγκατέλειψα το παλάτι, ούτε εσένα, ούτε τους άλλους, απλώς, απομακρύνθηκα από τη φυλακή που ήταν για μένα η ίδια μου η ταυτότητα.»
 
Μόνο αν απαλλαγεί από τη δανεική του ταυτότητα, που τον περιορίζει ανάμεσα στην εκπαίδευση που έλαβε και τις προσταγές όσων τον αγάπησαν, θα ανακαλύψει ο άνθρωπος —ή κι ο Βούδας ακόμα—, ότι είναι σε θέση να απολαύσει την ύπαρξή του. Τότε θα ελευθερωθεί μια για πάντα από κάθε εξάρτηση.

Σχολή Αρχαίου Ελληνικού Αθλητισμού στην αρχαία Νεμέα

ImageHandlerΈνα φιλόδοξο σχέδιο για την ίδρυση και λειτουργία Σχολής για τον Αρχαίο Ελληνικό Αθλητισμό,  μοναδική του είδους παγκοσμίως, υλοποιεί στην αρχαία Νεμέα ο Σύλλογος για την Αναβίωση των Νεμέων Αγώνων. Στη εν λόγω σχολή, σπουδαστές όλων των ηλικιών –και από όλον τον κόσμο- θα διδάσκονται τις πρακτικές και τη φιλοσοφία του αθλητισμού στην αρχαία Ελλάδα.

Η σχολή θα λειτουργήσει κοντά στο χώρο των αρχαίων Νεμέων αγώνων, σε δύο κτίρια που θα είναι πιστά αντίγραφα αυτών του 4ου αιώνα πχ, που θεμέλια τους έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη του καθηγητή του πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ των ΗΠΑ κ.Στέφανου Μίλλερ που έχει αφιερώσει τη ζωή του για την ανάδειξη της αρχαίας Νεμέας. Τα οικήματα θα διαθέτουν χώρους για διδασκαλία και άθληση, αλλά και για τη διαμονή των επισκεπτών.

Στην αρχαιότητα το μεγαλύτερο κτίριο (διαστάσεων 20 μ. Χ 85 μ.) λειτουργούσε ως ξενώνα για τους αθλητές που λάμβαναν μέρος στους αγώνες, ενώ το μικρότερο οίκημα (20μ μ. Χ 35 μ.) στέγαζε χώρους για σωματική άσκηση (γυμναστήριο) και το λουτρό.

Ο Σύλλογος για την Αναβίωση των Νεμέων Αγώνων, φιλοδοξεί να αναδημιουργήσει τις αρχαίες αυτές αθλητικές εγκαταστάσεις ώστε να στεγάσουν τη νέα Σχολή Αρχαίου Αθλητικού Αθλητισμού. Ο χώρος ήδη έχει επιλεγεί και βρίσκεται έξω ακριβώς από την προστατευόμενη αρχαιολογική ζώνη της αρχαίας Νεμέας, πολύ κοντά στον αρχαιολογικό χώρο και το στάδιο. Στο βίντεο που ακολουθεί, παρουσιάζονται ο Ξενώνας και το Λουτρό, όπως ήταν στην αρχαιότητα,

 
6η ΝΕΜΕΑΔΑ (10-12 Ιουνίου 2016)
Την περασμένη Τετάρτη, σε μια σεμνή τελετή στην αίθουσα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, ο Σύλλογος για την Αναβίωση των Νεμέων Αγώνων ανήγγειλε επίσημα την πραγματοποίηση της 6ης (σύγχρονης) Νεμεάδας στις 10 με 12 Ιουνίου 2016 στην αρχαία Νεμέα. Τους αγώνες ανήγγειλε ο κ.Άγγελος Δεληβοριάς διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη και διαχρονικός υποστηρικτής του έργου του Συλλόγου για την Αναβίωση των Νέμεων Αγώνων και όχι μόνο.

Χαιρετισμό απηύθυναν ο δήμαρχος Νεμέας κ.Κωνσταντίνος Καλαντζής και ο πρόεδρος του Σωματείου «Οφέλτης» κ.Βασίλης Φουρλής. Ο «Οφέλτης» ιδρύθηκε το 2004 με στόχο την υποστήριξη του έργου του καθηγητή Μίλλερ όχι μόνο για την αναβίωση των Νεμέων Αγώνων αλλά και για την αναστήλωση του αρχαίου Ναού του Νεμείου Διός αλλά και της Κρυπτής Εισόδου, που οδηγεί στο αρχαίο στάδιο.

Στο πλαίσιο της εκδήλωσης προβλήθηκε και το ντοκιμαντέρ του Γιάννη Λαπατά «Πέρασμα στην ιστορία» (παραγωγή Imagina), που μέσα από την Νεμεάδα του 2012 προβάλλει το μακροσκελές έργο του καθηγητή Στέφανου Μίλλερ στην αρχαία Νεμέα. 
 
 
Ο Σύλλογος για την Αναβίωση των Νεμέων Αγώνων είναι απότοκος της σχεδόν τεσσαρακονταετούς ανασκαφικής προσπάθειας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ στο πανελλήνιο ιερό του Νεμείου Διός στη Νεμέα και του ενθουσιασμού και της προθυμίας των κατοίκων της Νεμέας, που αισθάνονται ότι μπορούν να συνεισφέρουν μια σημαντική υπηρεσία στο σημερινό κόσμο, λόγω της τύχης του να έχουν ρίζες στη Νεμέα.

Στη Νεμέα οι αρχαίοι Έλληνες πανηγύριζαν αθλητικές θρησκευτικές εορτές, που συναποτελούσαν με εκείνες των Δελφών, της Ισθμίας και της πλέον γνωστής, μέχρι  σήμερα, Ολυμπίας, το λεγόμενο κύκλο των ιερών πανελληνίων αγώνων. Σε κάθε έναν από αυτούς τους τέσσερεις τόπους, εναλλάξ κάθε χρόνο και για αρκετό χρονικό διάστημα, μια ιερή εκεχειρία ανέστελλε κάθε πόλεμο και κάθε εχθροπραξία και όλοι οι Έλληνες, δήλωναν παρουσία, αναγνωρίζοντας την κοινή ανθρώπινη υπόστασή τους. Αυτή η παρότρυνση για ειρήνη, μολονότι περιοριζόταν σε λίγες μέρες κάθε χρόνο, είναι η πρώτη που εμφανίζεται στην ιστορία της ανθρωπότητας σε διεθνές επίπεδο συστηματικά και τακτικά. Επομένως, οι ιερές αθλητικές πανηγύρεις στη Νεμέα, την Ολυμπία, τους Δελφούς και την Ισθμία είναι οι κατευθείαν πρόγονοι των Ηνωμένων Εθνών και του Ολυμπιακού Κινήματος. Ως εκ τούτου, το αρχαίο στάδιο που αποκαλύφθηκε στη Νεμέα είναι ένα σημαντικό μνημείο, που συνδέεται ιστορικά με αυτούς τους οργανισμούς.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν αναδειχθεί σε ένα πολύ ενδιαφέρον και σύνθετο παγκόσμιο γεγονός και αποτελούν σύμβολο των πλέον ευγενών φιλοδοξιών της ανθρώπινης φυλής. Όμως κατέληξαν να αφορούν όλο και λιγότερο σε εκείνους που δεν είναι προικισμένοι για πρωταθλητές. Ο μέσος άνθρωπος, που εμπνέεται από τα μαθήματα ειρήνης των αρχαίων και δελεάζεται από την ιδέα συμμετοχής σε αγώνες, βρίσκει ότι ακόμα και ο ρόλος του θεατή των σύγχρονων Ολυμπιάδων δεν μπορεί να τον ικανοποιήσει.

Στο Σύλλογο για την Αναβίωση των Νεμέων Αγώνων πιστεύουμε ότι υπάρχει πεδίο για τη συμμετοχή του μέσου ανθρώπου σε ένα τέτοιο διεθνές αθλητικό γεγονός, όπου όμως ούτε θα καταγραφούν επιδόσεις, ούτε θα απονεμηθούν μετάλλια. Οι αγώνες δρόμου θα πραγματοποιηθούν κατά φύλο και ηλικία και όσοι συμμετάσχουν θα ανταμειφθούν από την καταπόνηση των γυμνών τους ποδιών πάνω στις ίδιες πέτρες και στο ίδιο χώμα που πάτησαν αρχαία πόδια πριν από 2.300 χρόνια και πλέον.

Η Έκτη Νεμεάδα θα πραγματοποιηθεί στις 10-12 Ιουνίου του 2016.
Περισσότερες πληροφορίες και δηλώσεις εγγραφής : www.nemeangames.org

Πως η Ελληνική γονιμοποίησε τον Ευρωπαικό λόγο

Ἡ ἱστορία τῆς ἐπίδρασης τῆς ἑλληνικῆς ἀθλητικῆς γλώσσας στὸν ἐκτὸς τῆς περιοχῆς τῶν ὁμιλητῶν της χῶρο ἀρχίζει στὴ Ρώμη, ὅπου ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ἀπέκτησε σημαντικότατη ἐπιρροή, στὴν ὁποία ὁ Ὁράτιος χαρακτηρίζει ἐπιτυχῶς μὲ τοὺς ἀκόλουθους στίχους: Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agrestic Latio (Ἡ νικημένη Ἑλλάδα κατέκτησε τὸν ἀκαλλιέργητο νικητὴ καὶ μετεμφύτευσε τὶς Τέχνες στοὺς ἀγροίκους Ρωμαίους).

Στὸ σημαντικὸ γερμανόγλωσσο λεξικὸ τῶν Ἀθλητικῶν Ἐπιστημῶν τὸ ὁποῖο ὁρίζει καὶ προσδιορίζει μὲ ἀκρίβεια τὶς ἔννοιες τῆς ἐπιστημονικῆς γλώσσας σὲ εὖρος 568 σελίδων περιλαμβάνονται 319 καταχωρήσεις λέξεων καθαρῆς ἑλληνικῆς προέλευσης ἢ ποὺ ἔχουν κάποια σχέση μὲ ἑλληνικὰ γλωσσικὰ στοιχεῖα. Αὐτὸ ἴσως μαρτυρᾶ περισσότερο ἀπὸ τὰ μεμονωμένα παραδείγματα τὴ συμβολὴ τῶν Ἑλληνικῶν στὴ σύγχρονη γλώσσα τοῦ Ἀθλητισμοῦ.

Στὰ 1863 ἔληξε ὁ ἐμφύλιος πόλεμος στὴ Βόρεια Ἀμερική, πράγμα ποὺ ἔκανε δυνατὴ τὴν ἕνωση τῶν Πολιτειῶν της. Ἀπὸ τότε οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες, σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα, ἔγιναν τὸ πρῶτο στὸν κόσμο κράτος σὲ ὅλους τούς τομεῖς.

Γιατί ὅμως τὸ πείραμα τῆς ἕνωσης τῶν κατοίκων τῆς Βόρειας Ἀμερικῆς στέφτηκε μὲ ἐπιτυχία; Ἕνας λόγος εἶναι ὅτι εἶχαν συμφωνήσει ὅλοι τους νὰ καθιερώσουν μία καὶ μόνο γλώσσα ὡς κοινὴ ὅλων τους, μὲ τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ μιλοῦν καὶ τὴ μητρική του ὁ καθένας γλώσσα. Τὸ πείραμα τῆς Ἀμερικῆς μπορεῖ νὰ γίνει καὶ στὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο.

Τὸ 1947, στὸ Μοντραὶ τῆς Ἐλβετίας, στὸ Διεθνὲς Συνέδριο γιὰ μία Παγκόσμια Ὁμοσπονδιακὴ Ὀργάνωση, ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς πρότεινε νὰ γίνει ἡ νεοελληνικὴ γλώσσα διεθνής. Ὁ ποιητὴς ἔλαβε μέρος στὸ συνέδριο αὐτὸ ἐκπροσωπώντας τὴν Ἑλλάδα, ἀνάμεσα σὲ ἄλλους ἐκπροσώπους πολλῶν χωρῶν. Ἡ πρόταση τοῦ Σικελιανοῦ δημοσιεύτηκε στὴν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία», στὶς 31 Αὐγούστου 1947 καὶ τὸ ὅλο κείμενο τῆς πρότασης εἶχε ὡς ἑξῆς: «Ἡ Νεοελληνικὴ πρέπει νὰ γίνει διεθνὴς γλώσσα».

Ἡ ὁμιλία τοῦ μεγάλου μας ποιητῆ στὸ συνέδριο ἄρχιζε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Τολμῶ σήμερα νὰ σᾶς προτείνω ὡς διεθνῆ γλώσσα τῆς Ὁμοσπονδίας τὴ νοελληνικὴ γλώσσα, ποὺ εἶναι ἡ ἀληθινὴ θυγατέρα καὶ ἡ νόμιμη κληρονομιὰ τῆς ἀρχαίας, ἀπὸ τὴν ὁποία ὅλοι οἱ πολιτισμένοι λαοὶ ἄντλησαν, ὡς ἀπὸ πηγὴ τῶν πηγῶν, τὸ ἀληθινὸ νόημα τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ στὸ σύνολο». Ἡ παγκόσμια Ὁμοσπονδία δὲν ἔγινε πραγματικότητα. Δέκα ὅμως χρόνια ἀργότερα, τὸ 1957, ἔγινε ἡ πρώτη λέσχη τῶν Ἑφτὰ στὴ Ρώμη. Ἡ Εὐρώπη προχωρᾶ μὲ σύμπνοια, ἔτσι τουλάχιστον πιστεύουμε, πρὸς τὴν ἕνωση. Μιὰ ἑνωμένη ὅμως Εὐρώπη, σύντομα θὰ θέσει θέμα Κοινῆς Γλώσσας γιὰ ὅλους τοὺς Εὐρωπαίους καὶ κατ’ ἐπέκταση, γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς.

Ὁποιαδήποτε γλώσσα κι ἂν καθιερωθεῖ ὡς ΚΟΙΝΗ θὰ τὴν ἀποδεχτοῦμε. Ὅλος ὁ κόσμος ὅμως γνωρίζει ὅτι ἡ ἀρχαιότερη γλώσσα τῆς Εὐρώπης εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ὅτι σὲ αὐτὴ τὴ γλώσσα ἔχει γραφεῖ ὁ ὑψηλότερος πολιτισμὸς τῶν αἰώνων.

Ἑπομένως ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα μπορεῖ δικαιωματικὰ νὰ γίνει παγκόσμια γλώσσα νὰ παίξει θετικὸ καὶ ἀποτελεσματικὸ ρόλο στὴν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ καθιέρωση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὡς ΚΟΙΝΗΣ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θὰ ἔχει τὸ πλεονέκτημα ὅτι οἱ Εὐρωπαῖοι θὰ γνωρίσουν τὶς ρίζες τῆς καταγωγῆς τους πιὸ βαθιά, ἀφοῦ οἱ γλῶσσες πολλῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης ἔχουν κοινὲς ρίζες μὲ τὴν ἑλληνικὴ καὶ οἱ περισσότεροι ἐπιστημονικοὶ ὅροι τους εἶναι ἑλληνικοί.

Ἐπιπλέον, ἡ ἑλληνικὴ ἔχει γραπτὰ μνημεῖα μὲ τὴν ἱστορία τῶν περισσότερων ἐπιστημῶν καὶ τῶν κυριότερων φιλοσοφικῶν ἰδεῶν ποὺ γέννησε τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα. Λαμβάνοντας ὅλα αὐτὰ ὑπόψη μας, πιστεύουμε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἔχει τὶς περισσότερες πιθανότητες, ἀπὸ κάθε ἄλλη, νὰ γίνει ἡ διεθνὴς γλώσσα. Τὸ πιστεύουμε αὐτό, γιατί εἶναι ἡ διεθνὴς γλώσσα. Τὸ πιστεύουμε αὐτό, γιατί ὁ ἑλληνικὸς λόγος, ὡς ἐκφραστικὸ μέσο καὶ λογικὴ σκέψη, βρίσκεται μέσα στοὺς γλωσσικοὺς κώδικες τῶν περισσοτέρων εὐρωπαϊκῶν λαῶν. Ὡστόσο παραδεχόμαστε ὅτι κάθε γλώσσα ἔχει τὴ μοναδικότητά της καὶ ὁρισμένες ἀρετές.

Ὅμως ἡ θεμελιώδης διαφορὰ τῆς ἑλληνικῆς ἀπὸ τὶς ἄλλες εἶναι ἡ μεγάλη συμβολή της. Ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι πλουτισμένη μὲ πολλὲς ἀρετὲς καὶ ποικίλες ἐκφραστικὲς δυνατότητες δὲν εἶναι μόνο δική μας, εἶναι καὶ πολλῶν ἀλλοδαπῶν. Ὁ Γάλλος Ἀκαδημαϊκὸς Κλὼντ Φωριὲλ γιὰ παράδειγμα, ὁ ὁποῖος γνώριζε ὅλες τὶς βασικὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, τὴν ἀραβικὴ καὶ τὴν σανσκριτική, ἔγραφε: «Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα συγκεντρώνει τὸν πλοῦτο καὶ τὴν ὁμοιογένεια τῆς γερμανικῆς, τὴ λυγεράδα τῆς ἰσπανικῆς, τὴ μουσικότητα τῆς ἰταλικῆς καὶ τὴ σαφήνεια τῆς γαλλικῆς. Γενικὰ εἶναι ἡ καλύτερη γλώσσα, ἡ ὁποία ἐπιδέχεται καὶ κάθε εἴδους διαμόρφωση».

WOLFGANG DECKER.
Καθηγητὴς Ἱστορίας τῶν ἀθλημάτων

Γιατί δεν πρέπει να μοιράζεστε τη χαρά σας

Η συζήτηση για μια επώδυνη εμπειρία συνήθως βοηθά τους ανθρώπους να την αντιμετωπίσουν και να βρουν κάποιο νόημα σ' αυτή. Δεν είναι λοιπόν παράλογο να υποθέτετε ότι το να αναλύετε με λεπτομέρειες ένα ευτυχές γεγονός αυτό θα μεγιστοποιήσει τη χαρά σας. Εξάλλου έχουμε την τάση να μιλάμε για τις θετικές εμπειρίες πιο πολύ από τις αρνητικές. Δυστυχώς, οι ερευνητές διαπιστώνουν πλέον ότι η διήγηση των χαρούμενων αναμνήσεων μπορεί να μειώσει τη χαρά σας.Ακόμα και η αναφορά του γεγονότος μπορεί να: Αμβλύνει τα συναισθήματα.
Η συζήτηση για μια αισθητήρια ή συναισθηματική εμπειρία –η γεύση της μηλόπιτας της μητέρας σας, η ομορφιά του ηλιοβασιλέματος- μπορεί να μειώσουν τα συναισθήματα που σχετίζονται με αυτή, σύμφωνα με την επιθεώρηση Journal of Consumer Research. Το να εκφράζετε τα συναισθήματά σας είναι ουσιαστικά αναλυτική και η επανεξέταση μιας συναισθηματικής εμπειρίας με αναλυτικό τρόπο τη μεταβάλλει θεμελιακά. Αναθεωρήσει το παρελθόν.

Όταν οι άνθρωποι μοιράζονται τις ιστορίες τους, συνήθως εστιάζουν στο να είναι διασκεδαστικοί, όχι ακριβείς.

Στη πορεία, η ανάμνηση μπορεί να ξαναγραφτεί, επισκιάζοντας τα γεγονότα. «Αυτό που οι άνθρωποι θυμούνται για τα γεγονότα μπορεί να είναι η ιστορία γι' αυτά τα γεγονότα όπως την είπαν την τελευταία φορά», παρατηρεί η ψυχολόγος Elizabeth Marsh από το Πανεπιστήμιο Duke στην επιθεώρηση Current Directions in Psychological Science. Εμποδίσει τους στόχους σας.

Το να μιλάτε για τους στόχους σας –λέγοντας σε όλους για τη γλώσσα που θέλετε να μάθετε ή για το τεστ που θα αριστεύσετε- μπορεί να σας εμποδίσει να τους επιτύχετε. Πρόσφατες μελέτες από τον ψυχολόγο Peter Gollwitzer, από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, υποστηρίζουν ότι η δημοσιοποίηση αυτού που ελπίζουμε να καταφέρουμε παρέχει μια πρώιμη αίσθηση επιτυχίας, μειώνοντας το κίνητρό μας να το καταφέρουμε στ' αλήθεια. Χαλάσει τη διάθεσή σας.
«Δεν αντιδρούν όλοι καλά στα καλά νέα», λέει η Sonja Lyubomirsky, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο California Riverside. Όταν λέτε ακόμα και τα καλύτερα νέα σε κάποιον που είναι παθητικός, αρνητικός ή δεν αντιδρά, «μπορεί να νιώσετε χειρότερα». Μερικές φορές, είναι καλύτερα να αναπαραγάγετε τις καλές εμπειρίες στο δικό σας μυαλό. Το μυστικό Κρατήστε μερικά πράγματα για τον εαυτό σας. Δεν είναι εγωιστικό, ίσως σας προστατεύει και από τα κακόβουλα σχόλια των άλλων.

Η πιο όμορφη καρδιά του κόσμου

Ένας νεαρός άνδρας στάθηκε μία μέρα στην μέση μιας πλατείας της πόλης διακηρύσσοντας ότι είχε την ομορφότερη καρδιά στην πόλη.

Πολλοί άνθρωποι συγκεντρώθηκαν γύρω του και όλοι θαύμαζαν την καρδιά του που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε κανένας λεκές, κανένα σημάδι και ήταν πραγματικά αψεγάδιαστη. Όλοι οι παρευρισκόμενοι συμφωνούσαν με τον νεαρό άντρα πως ήταν η πιο όμορφη καρδιά που είχαν δει ποτέ. Ο νεαρός ήταν πολύ περήφανος για αυτό και καυχιόνταν δυνατά για την όμορφη καρδιά του.

Ξαφνικά, ένας γέρος εμφανίστηκε και είπε: «Η καρδιά σου δεν είναι τόσο όμορφη όσο η δική μου.»

Το συγκεντρωμένο πλήθος και ο νεαρός κοίταξαν την καρδιά του γέρου. Η καρδιά του χτυπούσε έντονα, αλλά ήταν γεμάτη ουλές. Είχε περιοχές όπου τμήματα είχαν αφαιρεθεί και είχαν αντικατασταθεί από άλλα που δεν ταιριάζανε απολύτως σωστά και υπήρχαν αρκετές ουλές, μεγάλες σχισμές και γδαρσίματα.

Ο κόσμος απόρησε και μονολογούσε: »Μα πώς μπορεί να λέει ότι η καρδιά του είναι πιο όμορφη;»

Ο νεαρός άνδρας κοίταξε την καρδιά του γέρου και άρχισε να γελά δυνατά: »Θα πρέπει να αστειεύεστε για να συγκρίνετε την δική μου καρδιά με την δική σας. Η καρδιά μου είναι τέλεια και η δική σας είναι ένα χάος από ουλές και μπαλώματα.»
«Ναι», είπε ο γέρος, « Η δική σου είναι τέλεια, αλλά εγώ ποτέ δεν θα άλλαζα την καρδία μου με την δική σου.»

Οι άνθρωποι άκουγαν με προσήλωση, και ο γέρος μίλησε και πάλι:
«Κάθε ουλή αντιπροσωπεύει ένα πρόσωπο στο οποίο έδωσα την αγάπη μου. Δίνω ένα κομμάτι της καρδιάς μου στον άνθρωπο που αγαπώ και συχνά μου δίνει και αυτός ένα κομμάτι της καρδιάς του που μπορεί να μην ταιριάζει ακριβώς στην κενή θέση στην καρδιά μου. Επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω κάποιες άκρες και ουλές που εκτιμώ, γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιραστήκαμε με αυτό τον άνθρωπο.

Μερικές φορές έχω δώσει μεγάλα κομμάτια της καρδιάς μου και ο άλλος άνθρωπος δεν μου έδωσε δικό του κομμάτι καρδιάς. Αυτά δημιούργησαν τις σχισμές και τα γδαρσίματα.

Το να δώσεις αγάπη είναι μια μεγάλη ευκαιρία για να πάρεις αγάπη αλλά δεν είναι κάτι απόλυτο και βέβαιο. Αν και αυτές οι σχισμές είναι επώδυνες επειδή παραμένουν ανοιχτές, μου θυμίζουν την αγάπη που έχω για αυτούς τους ανθρώπους. Ελπίζω ότι κάποια μέρα μπορεί να επιστρέψουν και να γεμίσουν με αγάπη το χώρο αυτό της καρδίας μου. Τώρα μπορείτε να δείτε την πραγματική ομορφιά της καρδιάς μου;»

Ο νεαρός άντρας στάθηκε σιωπηλός με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του. Έπιασε την τέλεια νεαρή και όμορφη καρδιά του και έβγαλε ένα κομμάτι και το πρόσφερε στο γέροντα με χέρια που έτρεμαν. Ο γέρος αποδέχθηκε την προσφορά και το τοποθέτησε στην καρδιά του. Στη συνέχεια, πήρε ένα κομμάτι από την παλιά σημαδεμένη καρδιά του και το τοποθέτησε στην πληγή, στην καρδιά του νεαρού άνδρα. Δεν ταίριαζε απόλυτα, καθώς υπήρχαν κάποιες άκρες και γωνίες που δεν εφάπτονταν. Ο νεαρός άνδρας κοίταξε την καρδιά του, όχι τέλεια πια, αλλά πιο όμορφη από ποτέ, επειδή αισθάνθηκε την ροή αγάπης του γέρου μέσα στην καρδιά του. Τον αγκάλιασε θερμά και πλάι-πλάι αποχώρησαν αφήνοντας πίσω το πλήθος της πλατείας σιωπηλό.

Η επανάληψή μου, η αλλαγή μου, εγώ

Έπιασα τον εαυτό μου να κάνει το ίδιο λάθος για άλλη μια φορά. Άλλες φορές πάλι άκουγα το ίδιο τραγούδι ανελλιπώς και πέρασα μια φάση κατά την οποία παρακολουθούσα την ίδια ταινία ξανά και ξανά. Και αναρωτήθηκα: Τι μου συμβαίνει, άραγε;

Ανατρέχοντας στον Φρόιντ μάς μιλά για τον καταναγκασμό της επανάληψης, ο οποίος ορίζεται ως «η επιθυμία να επιστρέψουμε στην προηγούμενη κατάσταση των πραγμάτων». Ο ίδιος μάλιστα επικεντρώθηκε κυρίως στα αρνητικά πράγματα που επαναλαμβάνουμε, και θεωρεί ότι η επανάληψη αυτή μπορεί να συνδέεται με ένα βαθύτερο ένστικτο, την «ενόρμηση θανάτου», ή με μια κίνηση προς τη μη ύπαρξη.

Και σκέφτομαι επιφανειακά και συνειρμικά ότι δεν θέλω να πεθάνω σύντομα, και λέω δεν μπορεί κάτι άλλο θα συμβαίνει. Ίσως είμαστε τόσο συνηθισμένοι να κάνουμε πράγματα με έναν ορισμένο τρόπο, τόσο εξοικειωμένοι με ορισμένα γεγονότα, αντικείμενα και εμπειρίες στη ζωή μας με αποτέλεσμα να έχουμε αναπτύξει ένα πρότυπο για πολλά χρόνια.

Η εκτροπή λοιπόν από αυτό το πρότυπο -δεν έχει σημασία αν είναι θετικό ή αρνητικό- προκαλεί βαθιά ανησυχία, επειδή είναι βαθιά ριζωμένο μέσα μας. Το πρότυπο ζωής που έχει υιοθετήσει ο καθένας μας ξεχωριστά αποτελεί τον μικρόκοσμό του, κατά τον οποίο θέτουμε προσδοκίες και αναμένουμε να εκπληρωθούν. Νιώθουμε ανακούφιση ακόμα κι αν είναι αρνητική η έκβαση της κατάστασης, επειδή είμαστε συνηθισμένοι σε αυτή. Σε περιόδους στρες, θυμού ή ανησυχίας επαναλαμβάνουμε μία οικεία και ασφαλής αντίδραση, ό, τι πληροί τις προσδοκίες μας. Ωστόσο, αυτή η πεπατημένη μπορεί να προκαλέσει μια ολόκληρη σειρά από αρνητικά πρότυπα συμπεριφοράς, καθώς και μεμψίμοιρες σκέψεις.

Ας θέσουμε στο σημείο αυτό ένα παράδειγμα σκεπτόμενοι ότι είστε για παράδειγμα ιδιαίτερα ανασφαλείς στη σχέση σας. Όταν το αγαπημένο σας πρόσωπο δεν απαντά στο μήνυμά σας, το μυαλό ίσως περιπλανιέται σε αρνητικές σκέψεις όπως: «Τι κάνει και δεν μπορεί να απαντήσει» ή «Μάλλον, δεν είμαι προτεραιότητα στη ζωή του». Αυτές οι σκέψεις ακυρώνουν τον σύντροφό σας και οδηγούν σε ενέργειες που βλάπτουν τη σχέση. Ακόμα και αν δεν θέλετε να αντιδράσετε με επιθετικό τρόπο για παράδειγμα, στη μη λήψη ενός μηνύματος, η επιθετικότητα είναι οικεία για εσάς. Η κατανόηση και η υπομονή στην πραγματικότητα φαντάζουν ξένες για εσάς.

Πράγματι, όταν επαναλαμβάνουμε μία πράξη για χρόνια, θα συνεχίσουμε, ακόμη και αν οι ενέργειές μας επιφέρουν αρνητικές συνέπειες. Η αλλαγή στη συμπεριφορά είναι άβολη. Πώς αλλάζει;
Διάφορες τεχνικές βοηθούν το άτομο να μάθει πώς να αναγνωρίζει πότε οι σκέψεις ή οι ενέργειες είναι επιβλαβείς και πώς να τις σταματήσει. Αν και μπορεί να πάρει χρόνο, οι γνωστικές διαδικασίες αναπτύσσουν νέα σχέδια παραγωγικά και θετικά οδηγώντας σε πιο προσαρμοστικές συμπεριφορές και επιλογές.

Αξίζει να έχουμε κατά νου ότι οι άσχημες συνήθειες και οι επαναλαμβανόμενες επιλογές με τη σειρά τους χρειάζονται ομοίως χρόνια να αναπτυχθούν, ενώ μπορεί να άλλα τόσα για να τις αναδιαμορφώσουμε σε κάτι άλλο πιο θετικό.

Να θυμάστε
Μην τα παρατάτε. Ξεκινήστε σήμερα.
Ξεκινήστε από μικρές αλλαγές.
Σημειώστε τις ενέργειές σας και πώς αισθάνεστε γι’ αυτές.

Έμοιαζαν όλα Τέλεια μεταξύ μας μέχρι που Φάνηκαν οι Ατέλειές σου

Όσοι έχουμε δυσκολία να συμβιβαστούμε με οτιδήποτε λιγότερο από το «τέλειο», είμαστε καταδικασμένοι να δυστυχούμε στις σχέσεις μας, ακριβώς επειδή οι άνθρωποι και τα πράγματα δεν είναι ποτέ τέλεια.

Ο πυρήνας του προβλήματος της τελειοθηρίας είναι η ανάγκη να κατασκευάσουμε μια «τέλεια» εικόνα για τον εαυτό μας, ώστε να αναπληρώσουμε την αίσθηση χαμηλής αυτοεκτίμησης που νιώθουμε και να ελαχιστοποιήσουμε την πιθανότητα να θεωρηθούμε ελαττωματικοί και άρα μη αποδεκτοί[1].

Ως συνέπεια αυτού του σκεπτικού, η προσέγγιση που διαμορφώνουμε για τις σχέσεις μας αφορά σχεδόν αποκλειστικά την κάλυψη τελειοθηρικών αναγκών. Όπως θα δούμε, η ικανότητα να υπάρχουμε με τους άλλους με έναν τρόπο αυθεντικό, δεν είναι μέρος της τελειοθηρικής εξίσωσης.
Για μία σε βάθος παρουσίαση της έννοιας της τελειοθηρίας και των τρόπων με τους οποίους διαμορφώνεται και εκδηλώνεται στη ζωή μας, δείτε το άρθρο: Πασχίζεις να τα Κάνεις όλα Τέλεια ενώ στο Βάθος Νιώθεις ένα Τίποτα

Ο ΤΕΛΕΙΟΘΗΡΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΣΧΕΤΙΖΕΣΘΑΙ
Όταν μπορούμε να σχετιστούμε με τους άλλους μόνο μέσω της τελειοθηρίας μας, οι σχέσεις μας διαμορφώνονται ως εξής:
Πώς μπορώ να ξέρω ότι είσαι ο κατάλληλος για μένα;
Καταρχάς, οι άνθρωποι με τους οποίους σχετιζόμαστε, πρέπει να είναι και να φαίνονται «τέλειοι».
Αν αντιληφθούμε ένα ελάττωμα σε κάποιον, οσοδήποτε μικρό, με μεγάλη ευκολία απορρίπτουμε το ενδεχόμενο σχέσης μαζί του.
Στην αρχή κάθε νέας γνωριμίας, για την ακρίβεια στα πρώτα πέντε λεπτά της γνωριμίας, μπαίνουμε στη διαδικασία να αναρωτηθούμε αν ο άνθρωπος απέναντί μας είναι ο «κατάλληλος» άνθρωπος για εμάς και αν θα μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί του για πάντα (!).
Αντί να δούμε τη συναναστροφή ως κάτι μεμονωμένο, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να την προβάλουμε στο μέλλον και να αναλογιστούμε τις πιθανές της συνέπειες, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να χαλαρώσουμε και να απολαύσουμε την αλληλεπίδραση στο εδώ και τώρα.

Οι επαφές μας θυμίζουν συνεντεύξεις εργασίας. Δεν προσπαθούμε να γνωρίσουμε πραγματικά τον άλλο και να συνδεθούμε μαζί του, αλλά ασχολούμαστε κυρίως με τον εαυτό μας – αν πετάνε τα μαλλιά μας, αν τα θέματα συζήτησης που έχουμε προετοιμάσει είναι αρκετά ενδιαφέροντα και αν το ντύσιμο και το μέρος που έχουμε επιλέξει είναι τα «σωστά».
Εκείνες τις σπάνιες φορές που υποτίθεται βρίσκουμε τον «κατάλληλο», διστάζουμε πάρα πολύ να πάμε τα πράγματα παρακάτω, αφενός γιατί φοβόμαστε μήπως πάρουμε τη λάθος απόφαση και, αφετέρου, γιατί ποτέ δεν εγκαταλείπουμε την ιδέα ότι κάπου μπορεί να υπάρχει κάποιος ακόμα πιο «κατάλληλος».
Μάλιστα, όσο περισσότερο καιρό έχουμε μείνει μόνοι, τόσο περισσότερο εγκλωβιζόμαστε σε μία κυκλική λογική σύμφωνα με την οποία πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε τον «τέλειο» ώστε να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι όλη αυτή η αναμονή άξιζε τον κόπο[2].
Με δυο λόγια, δεν έχουμε ιδιαίτερο ταλέντο στη διαδικασία των σχέσεων: Κρίνουμε με διαστρεβλωμένο τρόπο τους άλλους, αποσυρόμαστε πρώιμα πριν προλάβουμε να διαπιστώσουμε ότι οι άλλοι όντως δεν μας ταιριάζουν και, συχνά, αποφεύγουμε τελείως τις νέες γνωριμίες από φόβο ότι τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν με τον τέλειο τρόπο που φανταζόμαστε[3].

Τα λάθη σου είναι ανεπίτρεπτα
Ένα συνηθισμένο σενάριο που ζούμε στις σχέσεις μας, είναι να αισθανόμαστε αρχικά ότι βρήκαμε τον ιδανικό έρωτα, αλλά στη πρώτη (αναπόφευκτη) ατέλεια του άλλου, το όνειρό μας να γκρεμίζεται.
Η εικόνα που έχουμε για τις σχέσεις είναι εξιδανικευμένη – οτιδήποτε εκπίπτει από τη φαντασίωση του «τέλειου έρωτα» μπορεί να γίνει αφορμή για επίκριση.
Όταν αντιλαμβανόμαστε ότι ο άνθρωπος με τον οποίο σχετιζόμαστε δεν ανταποκρίνεται στα στάνταρ μας, είτε επειδή έκανε ένα «λάθος» είτε επειδή είναι απλώς ο εαυτός του, εστιάζουμε την προσοχή μας μονομερώς στα «ελαττώματά» του, τα μεγεθύνουμε στο κεφάλι μας και δεν μπορούμε να δούμε τίποτα άλλο.
Μάλιστα, με βάση αυτά τα ελαττώματα, καθορίζουμε και το βαθμό στον οποίο ο άλλος «πρέπει» να αλλάξει και συνήθως αναλαμβάνουμε οικειοθελώς να τον «φτιάξουμε». Θεωρούμε καλό να τον διορθώνουμε αν κάνει ένα γραμματικό σφάλμα, να του λέμε ότι πρέπει να γίνει περισσότερο φιλόδοξος ή να διεκδικήσει καλύτερη θέση και να του κάνουμε υποδείξεις ως προς το πώς πρέπει να ντύνεται ή να φέρεται.
Προφανώς, όλη αυτή η πίεση και ο έλεγχος αλλοιώνουν κάθε έννοια νορμάλ συναναστροφής.
Στην προσπάθειά μας να κάνουμε τους ανθρώπους με τους οποίους σχετιζόμαστε «τέλειους», γινόμαστε σκληροί μαζί τους – ασκούμε πίεση στο παιδί μας να διαπρέψει σε ένα άθλημα εις βάρος της συναισθηματικής ή κοινωνικής του ανάπτυξης, απαιτούμε από το σύντροφό μας να είναι πάντα διαθέσιμος για εμάς και επιβάλλουμε στους υφισταμένους μας εργασία μέχρι τελικής πτώσης χωρίς μια μέρα άδεια.
Όλοι βεβαίως καταλήγουν πληγωμένοι ή θυμωμένοι μαζί μας, ενώ εμείς καταλήγουμε επίσης θυμωμένοι και επιπλέον απογοητευμένοι και πικραμένοι.
Τα λάθη μου είναι ανεπίτρεπτα
Όσο αυστηροί είμαστε με τους άλλους, άλλο τόσο αυστηροί ή και περισσότερο είμαστε με τον εαυτό μας.
Τα στάνταρ μας είναι τόσο υψηλά[4], που οτιδήποτε υπονοεί ενδεχόμενη αποτυχία μας κάνει επικριτικούς προς τον εαυτό μας και συναισθηματικά αντιδραστικούς[5].
Για παράδειγμα, αν λόγω δικής μας υπαιτιότητας μια έξοδος δεν εξελιχθεί όπως τη φανταζόμαστε (επειδή αργήσαμε ή επειδή δεν καταφέραμε να βρούμε εισιτήρια για μια συγκεκριμένη παράσταση), αρχίζουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας σε σημείο που χαλάει η διάθεσή μας. Εκνευριζόμαστε με το «λάθος» μας, γινόμαστε μυγιάγγιχτοι και γενικά η δυσφορία καταλαμβάνει τόσο χώρο μέσα μας που απομένουν ελάχιστα περιθώρια ουσιαστικής επαφής με τον άλλο[6].
Τα πάντα σχεδόν είναι αφορμή για απογοήτευση και αυτοεπίκριση. Οποτεδήποτε αποτυγχάνουμε να είμαστε «τέλειοι» μας κυριεύουν αρνητικά συναισθήματα, ενώ αν αισθανθούμε ότι με κάποιο τρόπο απογοητεύσαμε τον άλλο, έχουμε την τάση να κατεβάζουμε ρολά και να αποσυρόμαστε.
Για παράδειγμα, αν ο άλλος σχολιάσει ότι το φαγητό μας είναι κάπως ανάλατο, μπορεί να αποτραβηχτούμε από τη σχέση και να μην του μιλάμε ακόμα και για πολύ καιρό, κυρίως επειδή έχουμε θυμώσει με τον εαυτό μας που αποτύχαμε να πιάσουμε τα τελειοθηρικά ιδανικά μας[7].
Κλεινόμαστε στον εαυτό μας νιώθοντας μη αποδεκτοί και μη αγαπητοί, ενώ αποκρούουμε τις προσπάθειες του άλλου να μας παρηγορήσει. Πρέπει να περάσει ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να μπορέσουμε να «συγχωρήσουμε» τον εαυτό μας και να επιστρέψουμε στη σχέση[8].
Στον κόσμο μας, τα λάθη είναι ολοκληρωτικά απαράδεκτα[9]. Προτιμούμε να κρυφτούμε παρά να παραδεχτούμε ότι σφάλαμε, προσβάλαμε ή πληγώσαμε κάποιον.

Δεν αντέχω τα πάνω και τα κάτω
Εξαιτίας του σκεπτικού όλα ή τίποτα που μας διακρίνει, έχουμε μεγάλη δυσκολία να διαχειριστούμε τα φυσιολογικά σκαμπανεβάσματα μιας σχέσης.
Στην παραμικρή αίσθηση απώλειας ελέγχου ή κριτικής από τους άλλους, η αντίδραση μας είναι πολύ έντονη συναισθηματικά[10].
Ενοχλούμαστε ακόμα και από τις εποικοδομητικές παρατηρήσεις των άλλων και φτάνουμε να κατηγορούμε εκείνους για όλα τα προβλήματα στη σχέση, ενώ εμείς συνεχίζουμε να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη[11].
Αν κάποιος «τολμήσει» να αναδείξει κάτι άπρεπο που είπαμε ή κάναμε, γινόμαστε πικρόχολοι και επικριτικοί μαζί του. Φτάνουμε στα άκρα προκειμένου να υπερασπιστούμε τις πράξεις μας και να επιχειρηματολογήσουμε υπέρ της θέσης μας. Μάλιστα, όσο περισσότερο ο άλλος επιμένει στη δική του εκδοχή, τόσο περισσότερο θυμώνουμε και τόσο περισσότερο αμυντικοί γινόμαστε[12].
Το εντυπωσιακό είναι ότι, πολλές φορές, πιστεύουμε στ’ αλήθεια τη δική μας εκδοχή περί «ορθότητας» και «αθωότητάς» μας, επειδή νιώθουμε τέτοια απειλή από την πιθανότητα αποτυχίας που φτάνουμε να αναδημιουργούμε την πραγματικότητα στο μυαλό μας προκειμένου να απαλλαγούμε από τις ενοχές[13].
Τελικά, είμαστε ικανοί να κόψουμε τη σχέση μαχαίρι, παρά να αναλάβουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης. Προτιμούμε να χάσουμε έναν άνθρωπο παρά να ρίξουμε τα μούτρα μας και να ομολογήσουμε ότι μετανιώσαμε ή να ζητήσουμε συγνώμη.
Δυσκολευόμαστε να υιοθετήσουμε μια πιο ευέλικτη στάση και να συμβιβαστούμε βρίσκοντας κοινό έδαφος, γιατί το μυαλό μας κολλάει στο: «εφόσον διαφωνούμε, προφανώς δεν είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο».
Πρόκειται για μία διαστρεβλωμένη πεποίθηση, σύμφωνα με την οποία, δύο άνθρωποι που σχετίζονται δεν πρέπει ποτέ να διαφωνούν, επομένως αν υπάρχουν αντιπαραθέσεις ή συγκρούσεις, τότε μάλλον κάτι δεν είναι «τέλειο» στη σχέση και θα πρέπει να τερματιστεί[14].
Και, φυσικά, όσο πιο «τέλεια» φανταζόμασταν στην αρχή ότι είναι τα πράγματα, τόσο πιο άγαρμπα προσγειωνόμαστε όταν εμφανίζονται οι πρώτες διαφωνίες.
Ποιος από τους δυο μας είναι ο καλύτερος;
Εξαιτίας της τελειοθηρίας μας, μπορούμε να γίνουμε πολύ ανταγωνιστικοί με τους ανθρώπους που σχετιζόμαστε στενά.
Τα μόνιμα συναισθήματα ανεπάρκειας που βιώνουμε, μας οδηγούν συχνά σε κοινωνικές συγκρίσεις μέσα στις ίδιες μας τις σχέσεις, σε μια λογική του τύπου: «Τουλάχιστον είμαι πιο επιτυχημένος από το σύντροφό ή φίλο μου».
Αισθανόμαστε καλύτερα για τον εαυτό μας όταν αντιλαμβανόμαστε τον άλλο ως κατώτερο ή λιγότερο επιτυχημένο σε κάποια διάσταση, πράγμα που μας εμποδίζει, λόγου χάρη, να χαρούμε με τις επιτυχίες του γιατί νιώθουμε ότι απειλείται η ανάγκη μας να είμαστε οι πιο ικανοί στη σχέση.
Πολύ απλά, η έννοια της ισοτιμίας απουσιάζει από την ατζέντα όταν ο ένας ή και οι δύο είναι «τελειομανείς».
Η αλήθεια είναι ότι συχνά σχετιζόμαστε με άλλους «τελειομανείς», επειδή νιώθουμε κάποιου είδους συγγένεια μαζί τους και, επιπλέον, επειδή η αρχική ψευδαίσθηση περί «τέλειου έρωτα» είναι πολύ πιο έντονη σε αυτές τις περιπτώσεις.
Όπως πολύ πιο έντονοι είναι και οι εκατέρωθεν ανταγωνισμοί. Και οι δύο αποσυρόμαστε από τη σχέση αν νιώσουμε θιγμένοι, και οι δύο νιώθουμε μη αποδεκτοί και ζητάμε διαβεβαιώσεις, και οι δύο γινόμαστε αμυντικοί όταν πιανόμαστε να κάνουμε ένα «λάθος» και, κυρίως, και οι δύο έχουμε την ανάγκη να είμαστε καλύτεροι από τον άλλο.
Πρόκειται για μια «δυαδική τελειοθηρία» όπου οι τελειοθηρικές προσδοκίες που έχει ο ένας για τον άλλο ασκούν αφόρητη πίεση και, στο τέλος, επηρεάζουν αρνητικά την αντίληψη που έχουμε για την ποιότητα της σχέσης, τόσο σε επίπεδο ικανοποίησης όσο και σε επίπεδο δέσμευσης[15].

Τερματισμός σχέσης λόγω τελειοθηρίας
Είναι πολύ συνηθισμένο να τερματίζουμε μια σχέση λόγω έντονου φόβου απόρριψης – ακόμα και αν η απόρριψη είναι μόνο στο μυαλό μας.
Αν αισθανθούμε ότι αμφισβητείται η «τελειότητά» μας, προτιμούμε να το τελειώσουμε πρώτοι διατηρώντας την αξιοπρέπειά μας στο τώρα, παρά να ρισκάρουμε μελλοντικές απογοητεύσεις διατηρώντας στη ζωή μας το πρόσωπο που πιστεύουμε ότι μας απορρίπτει[16].
Έτσι, με φαινομενική ευκολία εξαφανιζόμαστε και διαγράφουμε από τη ζωή μας οποιονδήποτε μας θυμίζει τις ατέλειές μας ή τις άστοχες συμπεριφορές μας. Στο μυαλό μας, το ότι δεν τα πήγαμε καλά με κάποιον ως εν δυνάμει σύντροφοι σημαίνει ότι δεν μπορούμε να του μιλήσουμε ποτέ ξανά[17].
Το κακό είναι ότι έχουμε την τάση να εστιάζουμε υπερβολικά σε «αποδείξεις» των λόγων που η σχέση δεν μπορεί να λειτουργήσει, συνήθως αμελώντας να αναρωτηθούμε αν μπορεί να λειτουργήσει και με ποιο τρόπο.
Αν «κολλήσουμε» σε κάτι δεν αλλάζουμε γνώμη, όσες διαβεβαιώσεις και να πάρουμε. Λες και μπορούμε να διαβάσουμε το μυαλό των άλλων – νομίζουμε ότι εμείς ξέρουμε καλύτερα από εκείνους τι σκέφτονται για εμάς και ότι αυτό που σκέφτονται είναι αρνητικό[18].
Είμαστε ακραίοι τύποι. Επειδή παίρνουμε προσωπικά τη συμπεριφορά των άλλων ως ένδειξη της αξίας μας, όταν αισθανόμαστε ότι ο άλλος μας αγαπά είμαστε εντάξει και μπορούμε να τον αγαπάμε, ενώ όταν αισθανόμαστε ότι δεν μας αγαπά νιώθουμε ότι δεν αξίζουμε τίποτα και φτάνουμε να τον μισούμε.
Το άλλο που κάνουμε είναι ότι αντιλαμβανόμαστε τη φυσιολογική μείωση της συναισθηματικής έντασης στη σχέση, ως ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά.
Όταν τα πράγματα γίνονται κάπως χλιαρά αρχίζουμε να ανησυχούμε γιατί θεωρούμε ότι δεν νιώθουμε όπως θα «έπρεπε» να νιώθουμε. Φαίνεται σαν να έχουμε έναν ασαφή στόχο να αισθανθούμε «κάπως», αλλά επειδή δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι αυτή η αίσθηση, στο μυαλό μας γίνεται κάτι που «δεν βρίσκεται εκεί» ή, έστω, που δεν βρίσκεται εκεί «αρκετά»[19].
Σε κάθε περίπτωση, ο τερματισμός της σχέσης είναι η επικρατέστερη εξέλιξη. Αν ο άλλος δεν μας εγκαταλείψει πρώτος απηυδισμένος από τις παράλογες συμπεριφορές μας, θα τον εγκαταλείψουμε εμείς, αμέσως μόλις αισθανθούμε ότι απειλούνται οι τελειοθηρικές ψευδαισθήσεις μας.

ΜΗΝ ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ ΕΜΕΝΑ, ΑΓΑΠΗΣΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΜΟΥ
Εκείνο που κυρίως μας εμποδίζει να σχετιστούμε με ικανοποιητικό τρόπο όταν είμαστε «τελειομανείς», είναι η αίσθηση ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί έτσι όπως είμαστε κι ότι αυτό που είμαστε δεν αξίζει να υπάρχει ή να αγαπηθεί.
Με αυτή την αφετηρία, όλα τα υπόλοιπα εξηγούνται πολύ εύκολα:
Χίλιες φορές «τέλειοι» παρά ευάλωτοι
Η μεγαλύτερη δυσκολία μας είναι να εκθέσουμε τον εαυτό μας – να δείξουμε την ευαλωτότητά μας και να αφήσουμε τους άλλους να μας δουν έτσι όπως ακριβώς είμαστε.
Κατά βάθος, αισθανόμαστε κάπως ελαττωματικοί. Κρύβουμε τα κομμάτια του εαυτού μας που δεν αποδεχόμαστε και για τα οποία ντρεπόμαστε, γιατί είμαστε σίγουροι ότι αν οι άλλοι ανακαλύψουν τις «ατέλειές» μας θα μας κοροϊδέψουν, απορρίψουν ή εγκαταλείψουν.
Χρησιμοποιούμε την τελειοθηρία ως ασπίδα προστασίας για να μην πληγωθούμε – πιστεύουμε ότι είναι ο μόνος τρόπος να προστατευτούμε από τον κίνδυνο της επίκρισης, του θυμού ή της απόσυρσης της αγάπης των άλλων[20].
Το τίμημα είναι να μην μπορούμε να σχετιστούμε πραγματικά.
Προσπαθούμε πάντοτε να ελέγχουμε τα συναισθήματά μας και να φαινόμαστε «δυνατοί», καταλήγοντας συναισθηματικά μη διαθέσιμοι για τους άλλους. Η εσωτερική μας εμπειρία παραμένει επτασφράγιστο μυστικό ακόμα και για εκείνους που βρίσκονται πολύ κοντά μας, με αποτέλεσμα να απουσιάζει από τις σχέσεις μας η αίσθηση της οικειότητας.
Επιπλέον, η διαρκής αναζήτηση της τελειότητας, η ακαμψία των στάνταρ μας και η ανάγκη να ελέγχουμε τις σχέσεις μας, απορροφούν τόσο μεγάλη ενέργεια και μέρος της προσοχής μας, που οι άλλοι δυσκολεύονται να βρουν χώρο ή τρόπο να συνδεθούν ουσιαστικά μαζί μας.
Εξάλλου, το ότι είμαστε υπερβολικά αυστηροί με τον εαυτό μας χωρίς να του αναγνωρίζουμε κανένα ελαφρυντικό, μας οδηγεί σε ολοένα και χαμηλότερη αυτοεκτίμηση, μέχρι το σημείο που φοβόμαστε να πλησιάσουμε συναισθηματικά τους άλλους, όντας πεπεισμένοι ότι: «Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να θέλει κοντά του κάποιον τόσο ανάξιο».
Η «λύση» που συνήθως βρίσκουμε είναι να σχετιζόμαστε με ανθρώπους που, για τους δικούς τους λόγους, αισθάνονται περισσότερο άνετα μέσα σε επιφανειακές και απρόσωπες σχέσεις. Με ανθρώπους που ούτε προσέχουν ούτε ενοχλούνται από τη μεγάλη αντιφατικότητα και αινιγματικότητά μας. Όσο για τους άλλους, εκείνους που θέλουν και ζητούν μεγαλύτερη οικειότητα, δεν τους πλησιάζουμε καν (και δεν μας πλησιάζουν εξάλλου).

Χίλιες φορές «τέλειοι» παρά αυθεντικοί
Σε τελική ανάλυση, η τελειοθηρία είναι το αντίθετο της αυθεντικότητας.
Αντί να είμαστε ο εαυτός μας, με τα καλά του και τα κακά του, και να αφήνουμε του άλλους να αποφασίσουν ελεύθερα αν θα μας συμπαθήσουν ή αντιπαθήσουν, αγωνιζόμαστε να παρουσιάσουμε ένα «τέλειο» προσωπείο προκειμένου να «εκβιάσουμε», κατά κάποιο τρόπο, την επιβεβαίωση που τόσο χρειαζόμαστε.
Αυτό που επιθυμούμε είναι να καθρεφτίζεται στα μάτια του άλλου ο «ιδανικός» εαυτός μας, να αντανακλάται επάνω μας η τέλεια εικόνα που επιθυμούμε ώστε να μπορούμε να νιώθουμε καλά. Αν η αντανάκλαση δεν είναι τόσο «τέλεια», ακόμα και αν είναι περισσότερο ρεαλιστική, αισθανόμαστε συντετριμμένοι – απομακρύνουμε τον άσχημο καθρέφτη από τη ζωή μας για να μην μας θυμίζει την τρωτότητά μας.
Μας είναι δύσκολο να αγαπήσουμε κάποιον ο οποίος μας αγαπά παρά τις όποιες «ατέλειες» ή «αδυναμίες» μας. Αν κάποιος μπορεί να διακρίνει τα ελαττώματά μας, ακόμα και αν δεν τον ενοχλούν, δεν τον αντέχουμε κοντά μας. Τον αισθανόμαστε σαν εχθρό ή πέφτει στα μάτια μας – πιστεύουμε ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί του εφόσον αγαπάει κάποιον τον οποίο θεωρεί ελαττωματικό.
Τελικά, δεν επιθυμούμε κάποιον να μας αγαπήσει γι’ αυτό που είμαστε, θέλουμε κάποιον να αγαπήσει την εξιδανικευμένη εικόνα μας. Κάποιον να πιστέψει στην «τελειότητά» μας, ώστε να μπορέσουμε να πιστέψουμε κι εμείς.
Γι’ αυτό καταλήγουμε να σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους που δεν μας προκαλούν και δεν μας αμφισβητούν. Που, συνειδητά ή ασυνείδητα, συναινούν και συντηρούν τις φαντασιώσεις και ψευδαισθήσεις μας.
Ναι, προτιμούμε να μας αγαπήσουν για την τελειοθηρία μας και να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο, παρά να ρισκάρουμε μια απόρριψη δίνοντας στους άλλους την επιλογή να μας γνωρίσουν και να μας αγαπήσουν πραγματικά.

Χίλιες φορές «τέλειοι» παρά μαζί
Είναι κάπως θλιβερό, αλλά αν μας ανάγκαζαν να διαλέξουμε, μάλλον θα προτιμούσαμε την τελειοθηρία μας παρά τους ανθρώπους.
Φαίνεται να έχουμε λιγότερο ενδιαφέρον να αναπτύξουμε αμοιβαία ικανοποιητικές και αυθεντικές σχέσεις και περισσότερο ενδιαφέρον να κυνηγάμε τα άπιαστα ιδανικά που έχουμε στο κεφάλι μας.
Η προσέγγισή μας είναι περισσότερο στοχοκεντρική, παρά ανθρωποκεντρική.
Εστιάζουμε στο να κάνουμε αυτά που «πρέπει» ώστε να γίνουμε αποδεκτοί (για παράδειγμα, «να παντρευτούμε το συντομότερο για να κάνουμε τους γονείς μας υπερήφανους») και όχι στο να αναπτυχθούμε μέσα από τις εμπειρίες μας. Προσπαθούμε να πουλήσουμε τον εαυτό μας αντί να είμαστε ο εαυτός μας, και με αυτό τον τρόπο δεν είμαστε αληθινά παρόντες στις αλληλεπιδράσεις μας[21].
Όλες οι σχέσεις αφήνουν μια γεύση ανικανοποίητου. Πάντα κάτι μας λείπει, χωρίς να είμαστε σίγουροι τι είναι αυτό. Συνήθως, καταλήγουμε ότι το πρόβλημα είναι οι άλλοι. Νομίζουμε ότι αν εκείνοι ήταν «τέλειοι» τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι «τέλεια» και ίσως νιώθαμε επιτέλους πληρότητα.
Ρίχνουμε το φταίξιμο σε εκείνους, γιατί μας πέφτει πολύ βαρύ να αποδεχτούμε ότι μεγάλο μέρος του προβλήματος είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ότι, εξαιτίας της τελειοθηρίας μας, είμαστε ανίκανοι να απολαύσουμε κάτι στο εδώ και τώρα. Ότι, ανεξάρτητα από το ποιον έχουμε απέναντί μας, το αέναο κυνήγι της τελειότητας μας κάνει δυστυχισμένους.
Συχνά, καταλήγουμε στο ναρκισσιστικής υφής συμπέρασμα ότι κανένας δεν είναι αρκετά «τέλειος» για την «τελειότητα» μας και αποσυρόμαστε ολοκληρωτικά από τις σχέσεις.Οδηγούμαστε σε ένα κυνικό σκεπτικό του τύπου «όλοι είναι ίδιοι» ή «όλοι παριστάνουν τους καλούς στην αρχή και μετά φανερώνουν το αληθινό τους πρόσωπο».
Η ειρωνεία είναι ότι, αποφεύγοντας τις σχέσεις, χάνουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι συνήθως πολύ λιγότερο απαιτητικοί, επικριτικοί ή «προβληματικοί» από ό,τι νομίζουμε.
Αντιθέτως, αποσυνδεόμαστε κοινωνικά και αναπτύσσουμε ένα φοβικό στυλ δεσμού με τους ανθρώπους[22], το οποίο απλώς τροφοδοτεί την τελειοθηρία μας και επιβεβαιώνει τους χειρότερους φόβους μας.
Στο τέλος, μένουμε να αναρωτιόμαστε πώς γίνεται να μας απορρίπτουν όλοι, τη στιγμή που πασχίζουμε τόσο σκληρά να τα κάνουμε όλα «τέλεια».

ΝΑ ΘΥΜΑΣΤΕ
Αν σχετίζεστε με κάποιον «τελειομανή» και δεν είστε τέλειοι (που μάλλον δεν είστε), τότε η σχέση σας μαζί του μόνο «τέλεια» δεν είναι.
Κάνετε τα πάντα για να τον ευχαριστήσετε, αλλά για εκείνον τίποτα δεν είναι ποτέ αρκετά καλό, αφού δεν ανταποκρίνεται στα αυστηρά δεδομένα του.
Οι ανασφάλειές του είναι τόσο μεγάλες που αισθάνεστε ότι σχετίζεστε με ένα μωρό. Ποτέ δεν νιώθει ικανοποιημένος με τον εαυτό του παρόλο που είναι πολύ ικανός και έχει ανάγκη να του κάνετε φιλοφρονήσεις ακόμα και όταν μαγειρεύει ένα αυγό.
Από την άλλη, δεν αφήνει ούτε ένα «λάθος» σας να πέσει κάτω και συνήθως τα σχόλια του δεν είναι ευγενικά (σας προσβάλλει).
Η ζωή μαζί του είναι ένα έργο σωματικά και ψυχολογικά εξουθενωτικό.
Νιώθετε πληγωμένοι και καταπιεσμένοι υπό το βάρος των τελειοθηρικών στάνταρ του και σίγουρα σας έχει μεταδώσει το άγχος του.
Τα συναισθήματά σας είναι συγκρουσιακά, από τη μία σύγχυση και θυμός και από την άλλη θλίψη και αίσθηση ανεπάρκειας[23], ενώ η αυτοεκτίμησή σας πνέει τα λοίσθια[24].
Αν σας βοηθά, σκεφτείτε ότι εκείνος πιθανότατα δεν έχει ιδέα πόσο δύσκολος είναι για τους ανθρώπους γύρω του. Όχι μόνο δεν έχει επίγνωση των δυσκολιών του, αλλά είναι πιθανό να θεωρεί τις ανεπάρκειές του ως τα δυνατά του σημεία. Δεν είναι ότι δεν νοιάζεται για το πώς νιώθουν οι άλλοι, αλλά είναι τόσο πολύ απορροφημένος στην τελειοθηρία του που χάνει τη συνολική εικόνα.
Για να κάνετε τη ζωή σας μαζί του υποφερτή, θα μπορούσατε να δοκιμάσετε μερικές «συμπτωματικές» παρεμβάσεις όπως, για παράδειγμα, να μην αντιδράτε αμυντικά σε οτιδήποτε λέει ή κάνει, να μην τον αντιμετωπίζετε ως «προβληματικό», να θέσετε ξεκάθαρα όρια ως προς το ποια θεωρείτε αποδεκτή συμπεριφορά και να διαπραγματευτείτε μαζί του αμοιβαία αποδεκτά στάνταρ.
Εκείνο που περιττεύει να δοκιμάσετε, είναι να προσπαθήσετε να τον βγάλετε από την τελειοθηρία του με λογικά επιχειρήματα και παραινέσεις. Αφενός, θα οδηγηθείτε σε κυκλική συζήτηση και, αφετέρου, θα βρεθείτε να του λέτε τα ίδια που του έχουν πει δεκάδες άλλοι πριν από εσάς, χωρίς κανένα (προφανώς) αποτέλεσμα.
Το βασικότερο που πρέπει να θυμάστε είναι ότι δεν μπορείτε να τον αλλάξετε – αυτό μπορεί να το κάνει μόνο ο ίδιος και δεν αφορά τεχνικές, αλλά τον τρόπο που αισθάνεται για τον εαυτό του.
Στην περίπτωση που έχετε ήδη βαλθεί να τον «θεραπεύσετε», προσέξτε μήπως προσπαθείτε να αντικαταστήσετε το δικό του μοντέλο για το πώς θα «έπρεπε» να είναι τα πράγματα, με το δικό σας. Αναρωτηθείτε, δηλαδή, μήπως πίσω από τις φαινομενικά αγνές προθέσεις σας, υποκρύπτεται η δική σας τελειοθηρία ή ίσως κάποια διάθεση επιβολής και αλαζονείας.
Επίσης, να θυμάστε ότι αν έχετε «τυφλά» σημεία όπως η χαμηλή αυτοεκτίμηση, τότε η συμπεριφορά του «τελειομανή» μπορεί πολύ εύκολα να πατήσει τα κουμπιά σαςκαι να σας βάλει στη διαδικασία να του αποδείξετε την αξία σας.
Αναλογιστείτε μήπως με κάποιο διαστρεβλωμένο τρόπο «κουμπώνετε» με τον «τελειομανή» – μήπως η συμπεριφορά σας ενισχύει σε κάποιο βαθμό τη δική του όταν, για παράδειγμα, αρχίζετε να αμφιβάλετε για το πόσο ικανοί ή αγαπητοί είστε, όταν σπεύδετε να κάνετε τα πάντα για να τον ικανοποιήσετε ή όταν δείχνετε να συμφωνείτε μαζί του κάθε φορά που απαριθμεί τις «ατέλειές» σας.
Συνοψίζοντας, αν σχετίζεστε με έναν «τελειομανή» (ή με οποιονδήποτε άνθρωπο εδώ που τα λέμε), αυτό που σίγουρα δεν πρέπει να κάνετε είναι να απολογείστε επειδή είστε ο εαυτός σας.
Αν είχε κάποιο νόημα για εσάς αυτό το άρθρο θα χαρώ να το διαβάσω στα σχόλια!

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΟΘΗΡΙΑ
Προσεχώς στο Ψυχολογώ, τρόποι και ιδέες να απαλλαγούμε από την τελειοθηρία ή, έστω, να αποκτήσουμε καλύτερη σχέση μαζί της.

ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ «ΤΕΛΕΙΟΜΑΝΕΙΣ»;
Πασχίζεις να τα Κάνεις όλα Τέλεια ενώ στο βάθος Νιώθεις ένα Τίποτα
Διαβάστε αναλυτικά για τον τελειοθηρικό τρόπο ύπαρξης, δηλαδή για τα χαρακτηριστικά γύρω από τα οποία οργανώνεται η ζωή μας όταν είμαστε «τελειομανείς», καθώς και για τη διαμόρφωση του τελειοθηρικού εαυτού.
----------------
ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Greenspon, T. S. (2014). Is there an antidote to perfectionism? Psychology in the Schools. Special Issue: Perfectionism in the School Context, 51(9):986-998.
2, 14, 16, 17, 19, 21. Schwartz, J. Seeking Mr./Mrs. «Perfect»: Perfectionism in Dating and Relationships. Αναρτήθηκε στις 17/10/2015 από: http://njanxietyrelief.com/seeking-mr-mrs-perfect-perfectionism-in-dating-and-relationships/
3, 9, 20. Mallinger, A. E. & De Wyze, J. (1992). Too Perfect: When Being in Control Gets Out of Control. New York: The Random House Publishing Group.
4, 18, 24. Antony, M. M. & Swinson, R. P. (2009). When Perfect Isn’t Good Enough: Strategies for Coping with Perfectionism (2nd edition). Oakland: New Harbinger Publications, Inc.
5, 10. Dunkley, D. M., Zuroff, D. C. & Blankstein, K. R. (2003). Self-critical perfectionism and daily affect: Dispositional and situational influences on stress and coping. Journal of Personality and Social Psychology, 84(1): 234-252.
6. Raymond, J. (2011). Perfectionism May Be Ruining Your Intimate Relationships. Αναρτήθηκε στις 17/10/2015 από:
http://losangeleswestsidetherapy.com/2011/09/07/perfectionism-may-be-ruining-your-intimate-relationships/#.VfPaRfntmko
7, 8, 12, 13. Smith, J. G. (2014). How Perfectionism Damages Relationships. Αναρτήθηκε στις 17/10/2015 από: http://ldsmag.com/article-1-14616-2/
11, 23. Lavender, N. J. & Cavaiola, A. A. (2012). Impossible to Please: How to deal with Perfectionist Coworkers, Controlling Spouses, and Other Incredibly Critical People. Oakland: New Harbinger Publications, Inc.
15. Stoeber, J., Harris, R. A., & Moon, P. S. (2007). Perfectionism and the experience of pride, shame, and guilt: Comparing healthy perfectionists, unhealthy perfectionists, and nonperfectionists. Personality and Individual Differences, 43(1), 131-141.
22. Saboonchi, F. & Lundh, L-G. (1997). Perfectionism, self-consciousness and anxiety. Personality and Individual Differences, 22(6): 921-928.
Image credit 1: Uneven via photopin
Image credit 2: Quotidiano via photopin Image credit 3: Maple Wings viaphotopin

Γίνε εσύ το διαφορετικό

Ξεκινάμε τη ζωή μας αναζητώντας το διαφορετικό, αυτό που θα μας κάνει να νιώσουμε πληρότητα και αρμονία.

Κάθε μας στόχος, κάθε μας όνειρο αυτό το διαφορετικό αναζητά. Έτσι περνά η ζωή από μπροστά μας, κι εμείς σαν να μην υπάρχουμε, ζούμε αντανακλαστικά και αποσπασματικά. Τελικά αυτό το διαφορετικό έρχεται αλλά φτάνει σε πολλές περιπτώσεις να ξεπεράσει τα όρια της αντοχής μας και της υπομονής μας. Νιώθουμε σαν κάποιος να μας έχει βάλει στο «μάτι» και εμείς να μη μπορούμε να ξεφύγουμε.

Κάνε μία λίστα λοιπόν, με όλα τα διαφορετικά που θέλεις είτε από τις σχέσεις σου, είτε από τη δουλειά σου, είτε από τη ζωή σου γενικά.

Αφού τελειώσεις τη λίστα, κοίταξέ τη, διάβασέ την δυνατά να την ακούσεις. Προσπάθησε να αναζητήσεις αν υπάρχει κάτι για το οποίο δεν είσαι σίγουρος. Ύστερα στρέψε αυτή τη λίστα προς τα μέσα.
Αναζήτησε όλο αυτό το διαφορετικό που εσύ έχεις ανάγκη, το οποίο το έχεις καταγράψει στη λίστα σου, εσύ πως το υποστηρίζεις.

Το διαφορετικό που αναζητάς τόσα χρόνια έξω από εσένα, είναι τόσο μα τόσο κοντά σου, είσαι εσύ ο ίδιος. Εσύ είσαι μία σπουδαία διαφορετικότητα και εσύ έχεις όλα τα κλειδιά της δικής σου πραγματικότητας.

Κι όμως ενώ εσύ αναζητούσες το διαφορετικό, υποστήριζες με όλες σου τις δυνάμεις, το ίδιο με τον απέναντι σου. Έβαζες μπροστά σου όχι εσένα αλλά όλους τους άλλους. Κι έτσι το διαφορετικό που είσαι «θάφτηκε» εκεί μέσα σε σένα και καλύφθηκε από όλα τα στερεότυπα και τα κοινότυπα. Άλλος και άλλοι χειρίζονται αυτή τη δική σου διαφορετικότητα και όλοι αυτοί το κάνουν αυτό από τη στιγμή που εσύ το επέτρεψες να γίνει. Ακολουθείς βήματα άλλων, επιλογές άλλων, ρουχισμό άλλων και όχι αυτό το μεγαλείο που κρύβεται μέσα σου.

Ήρθε η ώρα αυτό το διαφορετικό που είσαι να το αναζητήσεις και να το αφήσεις να εκδηλωθεί προς τα έξω.

Πίστεψέ με, ύστερα για όλα θα χρειάζεται η ελάχιστη προσπάθεια και όλα θα γίνονται με οδηγό την αυθεντική σου διαφορετικότητα.

Είσαι το τέλειο, αρκεί να το πιστέψεις και να το αναζητήσεις. Είμαι αυτό που είμαι, είμαι η αγάπη και η πληρότητα και το δικό μου κομμάτι συνθέτει την Συμπαντική ενότητα.

Να βρεις ανθρώπους

Να βρεις ανθρώπους που σε σέβονται και σε εκτιμούν πραγματικά γι’ αυτό που είσαι.
Να βρεις ανθρώπους που σου κάνουν χώρο στη ζωή τους και δε σε βάζουν να στριμωχτείς.
Να βρεις ανθρώπους που δεν προσπαθούν να σε αλλάξουν για να μοιάσεις σε αυτό που εκείνοι έχουν ονειρευτεί.
Να βρεις ανθρώπους που σε κοιτάνε λες και είσαι κάτι το μαγικό.
Να βρεις ανθρώπους που δεν κουτσομπολεύουν, που δε θέλουν το κακό κανενός, που δε χαίρονται με τα προβλήματα των άλλων.
Να βρεις ανθρώπους που στις σχέσεις τους έχουν μόνο σκηνή και ποτέ παρασκήνιο.
Να βρεις ανθρώπους διάφανους. Που λένε αυτό που νιώθουν και που νιώθουν αυτό ακριβώς που λένε.

Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη σου και τα καταφέρνουν.
Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν ακόμα να κάνουν τον κόσμο και τον εαυτό τους καλύτερο.
Να βρεις ανθρώπους που δε σταματάνε να ονειρεύονται και δε συμβιβάζονται με το άσχημο και το άδικο.
Να βρεις ανθρώπους που δεν τους αρέσει να κρίνουν και να λογοκρίνουν του άλλους.
Να βρεις ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να παραμένεις σιωπηλός, χωρίς να νιώθει κανείς αμηχανία.
Να βρεις ανθρώπους που επιμένουν να βλέπουν πάντα το καλό στους άλλους. Πάντα. Ακόμα και αν θα έπρεπε να ξέρουν πια καλύτερα.
Να βρεις ανθρώπους που ποτέ δε θα σε πληγώσουν επίτηδες.
Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σπίτι σου.
Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις μέσα σου ζέστη.
Να βρεις ανθρώπους όμορφους. Από μέσα.
Αν δεν τους έχεις βρει, συνέχισε να ψάχνεις.
Βρίσκονται ανάμεσά μας. Ναι. Είμαι σίγουρη.
Και, όταν τους βρεις, να κάνεις τα πάντα για να τους κρατήσεις στη ζωή σου και για να είναι ευτυχισμένοι.
Και να μην τους αφήσεις ποτέ να νιώσουν μόνοι. (Ξέρεις, οι άνθρωποι που περιγράφω νιώθουν εύκολα μόνοι).
Να τους θαυμάζεις- γιατί το αξίζουν. Όχι, όμως, μόνο αυτό. Από σκέτο θαυμασμό δεν ευτύχησε ποτέ κανείς. Όταν τους βρεις, να τους αγαπάς και να τους το δείχνεις κάθε στιγμή. Να τους το δείχνεις, γιατί δεν το θεωρούν δεδομένο, γιατί δεν το ξέρουν. Να τους το λες αλλά, κυρίως, να τους το δείχνεις.
Και πάντα να θυμάσαι τι έχουν περάσει οι άνθρωποι αυτοί: Οι άνθρωποι αυτοί είναι μειονότητα. Και είναι δύσκολο να ζεις πάντα ως μειονότητα.

Γιατί φοβάσαι να ονειρεύεσαι;

Κάνε τα αόρατα όνειρά σου ορατές εικόνες!

Τι είναι το όνειρο; Μία γενική έννοια ή κάτι βαθύτερο; Είναι ίσως η απόδειξη ότι ψυχή και σώμα είναι και “πράττουν” ξεχωριστά. Είναι η υποδήλωση του τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου, τι σου λείπει, τι σε ευχαριστεί, τι θέλεις να εκπληρωθεί. Είναι η φαντασία που θέλεις να γίνει πραγματικότητα! Γιατί ό,τι έχεις καταφέρει ως τώρα στη ζωή σου προήλθε από μία εσωτερική διεργασία των θέλω σου, από μία φανταστική υπόθεση. Μήπως ότι σκεφτόμαστε γίνεται; Μήπως ό,τι καταφέρνει κανείς στη ζωή του, το έχει από πριν οραματιστεί; Κάνεις όνειρα πια, ή φοβάσαι; Σταμάτα να είσαι τόσο ρεαλίστρια και καμιά φορά και ηττοπαθής γιατί σου καταστρέφει τα θέλω σου και τα όνειρά σου. Η ζωή δεν είναι “έτσι” αλλά όπως θέλεις εσύ να τη φτιάξεις. Υπάρχει κάτι πιο δικό σου από τα όνειρα; Μην εγκαταλείπεις την ευκαιρία που έχεις να τα υλοποιήσεις.
Είναι όλα στο μυαλό σου. Εσύ και μόνο εσύ ελέγχεις ακόμα και αυτό. Κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να σε επηρεάζει και να σε προσγειώνει.

Η δίοδος για πετύχεις τους στόχους σου είναι να τα ονειρευτείς. Κάνε μια αναδρομή στο παρελθόν: Τι έχει πραγματοποιηθεί ως τώρα στη ζωή σου από αυτά που έχεις ονειρευτεί; Θα παρατηρήσεις πως τα περισσότερα από αυτά που έχεις σκεφτεί έχουν γίνει. Φαντάσου πόσο δυνατό είναι το μυαλό σου και τι δυνατότητες έχει. Σκέψου το πιο απλό όταν έχεις ένα όραμα, όνειρο το έχεις συνέχεια μπροστά σου και δεν το ξεχνάς ποτέ μέχρι να γίνει. Αναθεώρησε τις κλισέ, ρεαλιστικές απόψεις που σου έχουν εμφυτευτεί λόγω της εποχής που ζούμε και άρχισε να ονειρεύεσαι ξανά!

Και μην ξεχνάς ότι το να εκπληρώνεις τα όνειρα της νεότητάς σου είναι το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο. Αυτό δεν μπορεί να το υποκαταστήσει καμιά επιτυχία στον κόσμο.

Πώς να εκπαιδεύσετε τα παιδιά να αποφεύγουν τους τραυματισμούς

Νέα έρευνα αναφέρει ότι μετά από έναν τραυματισμό παιδιού, η συζήτηση με τους γονείς για το γεγονός, το βοηθά να αποφύγει μελλοντικούς κινδύνους.

Οι συζητήσεις που κάνουν οι γονείς με τα παιδιά τους μετά από έναν τραυματισμό των δεύτερων, τα βοηθά να αποφύγουν μελλοντικούς κινδύνους, αναφέρει έρευνα του University of Iowa.
“Να μην το ξανακάνεις’’, είναι η συνήθης συμβουλή που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι γονείς όταν το παιδί τους βρεθεί στα επείγοντα, ανακάλυψε η έρευνα.
Ωστόσο, αν ο τραυματισμός ενός παιδιού προκληθεί από παράγοντα στο περιβάλλον- όπως ένα ελάττωμα στο πεζοδρόμιο ή μια λακκούβα στο δρόμο- οι γονείς είναι πιο πιθανό να προειδοποιήσουν τα παιδιά τους να είναι πιο προσεκτικά, και αν τα παιδιά είναι μεγαλύτερα να τα βοηθήσουν να καταλάβουν γιατί η κατάσταση ήταν επικίνδυνη.
Η έρευνα ανακάλυψε επίσης ότι οι γονείς είναι πολύ περισσότερο πιθανό να προτρέπουν τους γιούς παρά τις κόρες να είναι πιο προσεκτικοί στο μέλλον.
Ερευνητές δήλωσαν ότι τέτοιου είδους συνομιλίες μετά από τραυματισμό του παιδιού βοηθούν νέους να εσωτερικοποιήσουν αξίες σχετικά με την ασφάλεια- διαδικασία παρόμοια με αυτή κατά την οποία το παιδί αναπτύσσει συνείδηση.

Παρ’ όλο που γυναίκες συχνά αισθάνονται ότι οι συγκεκριμένες συζητήσεις ‘’πέφτουν στο κενό’’, με το πέρασμα του χρόνου βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν τη φωνούλα στο πίσω μέρος του εγκεφάλου που τα εμποδίζει από το να κάνουν επικίνδυνα πράγματα, δήλωσε η ερευνήτρια Jodie Plumert.
Όταν τα παιδιά είναι πολύ μικρά, οι γονείς εμποδίζουν τον τραυματισμό προσέχοντάς τα στενά.
Ωστόσο, τελικά τα παιδιά κερδίζουν την αυτονομία τους και βγαίνουν στον κόσμο, εξερευνώντας πράγματα μόνα τους, δήλωσε η ερευνήτρια Elizabeth O'Neal.
Οι γονείς χρειάζεται να βρουν τρόπο να διδάξουν στα παιδιά του πώς να κινούνται σε νέες καταστάσεις που ενδεχομένως είναι επικίνδυνες. Πιστεύουμε ότι οι συζητήσεις είναι σημαντικός τρόπος για να συμβεί αυτό, δήλωσε η O'Neal.
Οι ερευνητές δήλωσαν ότι οι γονείς δεν θα πρέπει να υποθέτουν ότι μόνο επειδή ένα παιδί βρέθηκε στα επείγοντα θα μάθει το μάθημά του για τους κινδύνους. Η Plumert πιστεύει ότι το να συζητούν οι γονείς με τα παιδιά για το γεγονός είναι βοηθητικό.
Η έρευνα δημοσιεύεται στο περιοδικό ‘’Journal of Paediatric Psychology’’.

Γκάους, ο πρίγκιπας των Μαθηματικών

KARL-GAUSSΜικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

Ο Καρλ Φρίντριχ Γκάους (1777-1855), ο επονομαζόμενος Πρίγκιπας των Μαθηματικών, ήταν παιδί-θαύμα. Μια μέρα του 1780, όταν ήταν τριών ετών, καθόταν στο σκαλί της εξώπορτα του πατρικού σπιτιού στο Μπράουνσβαϊκ κι έπαιζε. Μέσα στο σπίτι, ο πατέρας του, ο Γκέμπχαρντ, αρχιτεχνίτης λιθοξόος, πλήρωνε τα μεροκάματα των εργατών του.

«Λοιπόν», έλεγε σ” έναν εργάτη, «έχουμε 34 και 29 και 19 πένες, το όλον… 76». Καμία αντίρρηση από τον εργάτη. Όση αριθμητική ήξερε το αφεντικό του, άλλη τόση (και λιγότερη) ήξερε κι ο ίδιος. Αλλά ο Καρλ είχε άλλη γνώμη. Σηκώθηκε όρθιος και είπε:
«Πατέρα, κάποιο λάθος έχει γίνει. Πρέπει να είναι 82 πένες».
Ο πατέρας του ξαφνιάστηκε (δυσάρεστα), αλλά ξανάκανε την πρόσθεση πιο προσεκτικά. 82 πένες.
 
Είχε δίκιο το νήπιο! Ο Γκέμπχαρντ κοίταξε τον γιο του σκεπτικός. Δεν χαιρόταν με την εξυπνάδα του. Δεν ήταν καιρός να είναι κανείς πολύ έξυπνος. Ποτέ δεν είναι καιρός να είναι κανείς πολύ έξυπνος.
 
Πέντε χρόνια αργότερα, ο Καρλ πήγαινε στη δευτέρα δημοτικού. Ο δάσκαλός του, ο κύριος Μπίτνερ, είχε να κάνει ζάφτι περίπου 100 μαθητές (αγόρια, εννοείται) και συχνά-πυκνά, για να κρατάει την τάξη, έκανε χρήση τής πολύ πειστικής βέργας του.
 
Μια μέρα, δύσκολη χωρίς αμφιβολία, είπε να τους βάλει να κάνουν μια εργασία μπελαλίδικη, έτσι ώστε να βρει την ησυχία του.
 
«Να προσθέσετε όλους τους αριθμούς από το 1 ως το 100. Όποιος τελειώνει να φέρνει την πλάκα του στην έδρα και να τη βάζει ανάποδα», τους είπα και πήγε κι έκαστε σίγουρος ότι για τουλάχιστον μία ώρα είχε γλιτώσει από τους σατανάδες.
 
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ο Καρλ σηκώθηκε, πήγε στην έδρα και ακούμπησε εκεί την πλάκα του ανάποδα. Ο κύριος Μπίτνερ συννέφιασε. Ήταν βέβαιος ότι ο μικρός τον δούλευε και του το είπε, αλλά ο Καρλ δήλωσε με σθένος ότι είχε λύσει την άσκηση σωστά. Τον άφησε να γυρίσει στη θέση του, σκεπτόμενος ότι όταν ερχόταν η ώρα θα μιλούσε η βέργα. Από περιέργεια, κρυφοκοίταξε το χαρτάκι με τον αποτέλεσμα που είχε στην τσέπη του: 5.050. Μετά γύρισε την πλάκα του Καρλ: 5.050! Μα πώς;! Και ούτε πράξεις στην πλάκα ούτε τίποτα, μόνο εκείνο το 5.050, σκέτο.
(Ο Γκάους γενικά δεν εξηγούσε λεπτομερώς στις αποδείξεις του το πώς πήγε από το Α στο Β. Ήταν εξαιρετικά λιτός στην εξήγηση των βημάτων. Όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν ήταν περισσότερο αναλυτικός, έτσι ώστε να διευκολύνει τους αναγνώστες του, έλεγε: «Όταν οι χτίστες τελειώνουν έναν καθεδρικό ναό, κατεβάζουν τη σκαλωσιά για να φανερωθεί το κτίσμα σε όλο του το μεγαλείο».)
Στο σχόλασμα, ο δάσκαλος κράτησε τον Καρλ και τον ρώτησε:
-«Πώς τα κατάφερες και έκανες την πρόσθεση τόσο γρήγορα;»
-«Δεν έκανα πρόσθεση».
-«Αλλά;»
-«Σκέφτηκα λιγάκι ολόκληρη τη σειρά των αριθμών και βρήκα κάτι ενδιαφέρον. Από τις άκρες προς τα μέσα, τα ζεύγη έδιναν το ίδιο άθροισμα: 1+100=101, 2+99=101, 3+98=101 και τα λοιπά, μέχρι το 50+51=101. Είχα δηλαδή 50 ζεύγη με επιμέρους άθροισμα 101. Αντί να κάνω πρόσθεση, έκανα πολλαπλασιασμό: 50×101=5.050».
 
Οχτώ χρονών!
Ο κύριος Μπίτνερ τον άφησε να φύγει και αργότερα πήγε και βρήκε τον Γκέμπχαρντ Γκάους για να του πει ότι μεγάλωνε μια ιδιοφυία. Ο γερο-Γκάους δεν εντυπωσιάστηκε γιατί για κείνον μόνο η χειρωνακτική δουλειά είχε νόημα. Τελικά, όμως, ο Καρλ βρήκε τον δρόμο του και, αντί να γίνει λιθοξόος όπως ονειρευόταν ο πατέρας του, έγινε ένας από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς όλων των εποχών.