Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (13.1-13.75)

Ραψωδία Ν' - Μάχη ἐπὶ ταῖς ναυσί


Ζεὺς δ᾽ ἐπεὶ οὖν Τρῶάς τε καὶ Ἕκτορα νηυσὶ πέλασσε,
τοὺς μὲν ἔα παρὰ τῇσι πόνον τ᾽ ἐχέμεν καὶ ὀϊζὺν
νωλεμέως, αὐτὸς δὲ πάλιν τρέπεν ὄσσε φαεινώ,
νόσφιν ἐφ᾽ ἱπποπόλων Θρῃκῶν καθορώμενος αἶαν
5 Μυσῶν τ᾽ ἀγχεμάχων καὶ ἀγαυῶν Ἱππημολγῶν
γλακτοφάγων, Ἀβίων τε δικαιοτάτων ἀνθρώπων.
ἐς Τροίην δ᾽ οὐ πάμπαν ἔτι τρέπεν ὄσσε φαεινώ·
οὐ γὰρ ὅ γ᾽ ἀθανάτων τινα ἔλπετο ὃν κατὰ θυμὸν
ἐλθόντ᾽ ἢ Τρώεσσιν ἀρηξέμεν ἢ Δαναοῖσιν.
10 Οὐδ᾽ ἀλαοσκοπιὴν εἶχε κρείων ἐνοσίχθων·
καὶ γὰρ ὁ θαυμάζων ἧστο πτόλεμόν τε μάχην τε
ὑψοῦ ἐπ᾽ ἀκροτάτης κορυφῆς Σάμου ὑληέσσης
Θρηϊκίης· ἔνθεν γὰρ ἐφαίνετο πᾶσα μὲν Ἴδη,
φαίνετο δὲ Πριάμοιο πόλις καὶ νῆες Ἀχαιῶν.
15 ἔνθ᾽ ἄρ᾽ ὅ γ᾽ ἐξ ἁλὸς ἕζετ᾽ ἰών, ἐλέαιρε δ᾽ Ἀχαιοὺς
Τρωσὶν δαμναμένους, Διὶ δὲ κρατερῶς ἐνεμέσσα.
Αὐτίκα δ᾽ ἐξ ὄρεος κατεβήσετο παιπαλόεντος
κραιπνὰ ποσὶ προβιβάς· τρέμε δ᾽ οὔρεα μακρὰ καὶ ὕλη
ποσσὶν ὑπ᾽ ἀθανάτοισι Ποσειδάωνος ἰόντος.
20 τρὶς μὲν ὀρέξατ᾽ ἰών, τὸ δὲ τέτρατον ἵκετο τέκμωρ,
Αἰγάς, ἔνθα δέ οἱ κλυτὰ δώματα βένθεσι λίμνης
χρύσεα μαρμαίροντα τετεύχαται, ἄφθιτα αἰεί.
ἔνθ᾽ ἐλθὼν ὑπ᾽ ὄχεσφι τιτύσκετο χαλκόποδ᾽ ἵππω,
ὠκυπέτα, χρυσέῃσιν ἐθείρῃσιν κομόωντε,
25 χρυσὸν δ᾽ αὐτὸς ἔδυνε περὶ χροΐ, γέντο δ᾽ ἱμάσθλην
χρυσείην εὔτυκτον, ἑοῦ δ᾽ ἐπιβήσετο δίφρου,
βῆ δ᾽ ἐλάαν ἐπὶ κύματ᾽· ἄταλλε δὲ κήτε᾽ ὑπ᾽ αὐτοῦ
πάντοθεν ἐκ κευθμῶν, οὐδ᾽ ἠγνοίησεν ἄνακτα·
γηθοσύνῃ δὲ θάλασσα διίστατο· τοὶ δὲ πέτοντο
30 ῥίμφα μάλ᾽, οὐδ᾽ ὑπένερθε διαίνετο χάλκεος ἄξων·
τὸν δ᾽ ἐς Ἀχαιῶν νῆας ἐΰσκαρθμοι φέρον ἵπποι.
Ἔστι δέ τι σπέος εὐρὺ βαθείης βένθεσι λίμνης,
μεσσηγὺς Τενέδοιο καὶ Ἴμβρου παιπαλοέσσης·
ἔνθ᾽ ἵππους ἔστησε Ποσειδάων ἐνοσίχθων
35 λύσας ἐξ ὀχέων, παρὰ δ᾽ ἀμβρόσιον βάλεν εἶδαρ
ἔδμεναι· ἀμφὶ δὲ ποσσὶ πέδας ἔβαλε χρυσείας,
ἀρρήκτους ἀλύτους, ὄφρ᾽ ἔμπεδον αὖθι μένοιεν
νοστήσαντα ἄνακτα· ὁ δ᾽ ἐς στρατὸν ᾤχετ᾽ Ἀχαιῶν.
Τρῶες δὲ φλογὶ ἶσοι ἀολλέες ἠὲ θυέλλῃ
40 Ἕκτορι Πριαμίδῃ ἄμοτον μεμαῶτες ἕποντο,
ἄβρομοι αὐΐαχοι· ἔλποντο δὲ νῆας Ἀχαιῶν
αἱρήσειν, κτενέειν δὲ παρ᾽ αὐτόθι πάντας ἀρίστους.
ἀλλὰ Ποσειδάων γαιήοχος ἐννοσίγαιος
Ἀργείους ὤτρυνε, βαθείης ἐξ ἁλὸς ἐλθών,
45 εἰσάμενος Κάλχαντι δέμας καὶ ἀτειρέα φωνήν·
Αἴαντε πρώτω προσέφη, μεμαῶτε καὶ αὐτώ·
«Αἴαντε, σφὼ μέν τε σαώσετε λαὸν Ἀχαιῶν
ἀλκῆς μνησαμένω, μηδὲ κρυεροῖο φόβοιο.
ἄλλῃ μὲν γὰρ ἔγωγ᾽ οὐ δείδια χεῖρας ἀάπτους
50 Τρώων, οἳ μέγα τεῖχος ὑπερκατέβησαν ὁμίλῳ·
ἕξουσιν γὰρ πάντας ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοί·
τῇ δὲ δὴ αἰνότατον περιδείδια μή τι πάθωμεν,
ᾗ ῥ᾽ ὅ γ᾽ ὁ λυσσώδης φλογὶ εἴκελος ἡγεμονεύει,
Ἕκτωρ, ὃς Διὸς εὔχετ᾽ ἐρισθενέος πάϊς εἶναι.
55 σφῶϊν δ᾽ ὧδε θεῶν τις ἐνὶ φρεσὶ ποιήσειεν
αὐτώ θ᾽ ἑστάμεναι κρατερῶς καὶ ἀνωγέμεν ἄλλους·
τῶ κε καὶ ἐσσύμενόν περ ἐρωήσαιτ᾽ ἀπὸ νηῶν
ὠκυπόρων, εἰ καί μιν Ὀλύμπιος αὐτὸς ἐγείρει.»
Ἦ, καὶ σκηπανίῳ γαιήοχος ἐννοσίγαιος
60 ἀμφοτέρω κεκόπων πλῆσεν μένεος κρατεροῖο,
γυῖα δὲ θῆκεν ἐλαφρά, πόδας καὶ χεῖρας ὕπερθεν.
αὐτὸς δ᾽ ὥς τ᾽ ἴρηξ ὠκύπτερος ὦρτο πέτεσθαι,
ὅς ῥά τ᾽ ἀπ᾽ αἰγίλιπος πέτρης περιμήκεος ἀρθεὶς
ὁρμήσῃ πεδίοιο διώκειν ὄρνεον ἄλλο,
65 ἀπὸ τῶν ἤϊξε Ποσειδάων ἐνοσίχθων. 
τοῖιν δ᾽ ἔγνω πρόσθεν Ὀϊλῆος ταχὺς Αἴας,
αἶψα δ᾽ ἄρ᾽ Αἴαντα προσέφη Τελαμώνιον υἱόν·
«Αἶαν, ἐπεί τις νῶϊ θεῶν, οἳ Ὄλυμπον ἔχουσι,
μάντεϊ εἰδόμενος κέλεται παρὰ νηυσὶ μάχεσθαι,
70 οὐδ᾽ ὅ γε Κάλχας ἐστί, θεοπρόπος οἰωνιστής·
ἴχνια γὰρ μετόπισθε ποδῶν ἠδὲ κνημάων
ῥεῖ᾽ ἔγνων ἀπιόντος· ἀρίγνωτοι δὲ θεοί περ·
καὶ δ᾽ ἐμοὶ αὐτῷ θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι φίλοισι
μᾶλλον ἐφορμᾶται πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι,
75 μαιμώωσι δ᾽ ἔνερθε πόδες καὶ χεῖρες ὕπερθε.»

***
Και ο Ζευς, αφού τον Έκτορα στα πλοία και τους Τρώας
εσίμωσε, τους άφησε να ᾽χουν πολέμου αγώνα
αδιάκοπον κι εγύριζε τα φωτερά του μάτια
στην γην των ιππικών Θρακών και των Μυσών ανδρείων,
5 όπου οι λαμπροί ᾽ναι Ιππημολγοί, θνητοί γαλατοφάγοι,
και ο δικαιότατος λαός των σεβαστών Αβίων·
ουδέ στην Τροίαν έστρεφε τα φωτερά του μάτια,
ότι δεν έλπιζε ποτέ κανείς των αθανάτων
να κατεβεί συμβοηθός των Αχαιών ή Τρώων.
10 Το νόησεν ο Ποσειδών, που εκάθονταν κι εθώρα
την μάχην απ᾽ την κορυφήν της δασωμένης Σάμου
της Θράκης, όθεν φαίνονταν τ᾽ όρος της Ίδης όλο
και τ᾽ άρμενα των Αχαιών και η πόλις του Πριάμου·
εκεί, μέσ᾽ απ᾽ την θάλασσαν, ανέβη κι εκαθόνταν
15 και πόνον δια τους Αχαιούς, που εσύντριβαν οι Τρώες,
μέσα η ψυχή του αισθάνετο και πάθος προς τον Δία·
απ᾽ τ᾽ άγριον όρος με γοργά πατήματα εκατέβη,
και κάτω απ᾽ τα αθάνατα πόδια του Ποσειδώνος
όλα τα όρη απέραντα και όλα τα δάση ετρέμαν
20 έκαμε τρία διάσκελα, στο τέταρτο είχε φθάσει
εις τες Αιγές, που ολόλαμπρα, στα βάθη εκεί του κόλπου,
άφθαρτα δώματα χρυσά τού ευρίσκονται κτισμένα·
κι έζεψε εκεί στην άμαξαν τα ορμητικά πουλάρια
χαλκόποδα, χρυσότριχα, και αυτός χρυσάφι εζώσθη,
25 έπιασε μάστιγα χρυσήν, ανέβηκε στον θρόνον,
και οδήγησε στην θάλασσαν τους ίππους· και αποκάτω
άμα τον βασιλέα τους ενόησαν, σκιρτούσαν
τα κήτη απ᾽ όλους τους βυθούς, και από χαράν εμπρός του
η θάλασσα εχωρίζετο και τ᾽ άλογα επετούσαν
30 ψηλά, χωρίς να νοτισθεί το χάλκινον αξόνι·
και ως αστραπή τον έφεραν στων Αχαιών τα πλοία.
Υπάρχει μέγα σπήλαιον, στα βάθη εκεί του κόλπου,
στην Τένεδον ανάμεσα και στην τραχείαν Ίμβρον·
κει μέσ᾽ αφού τους ξέζεψεν, ο Ποσειδών τους ίππους
35 έστησε και τους έβαλε να φάγουν αμβροσίαν·
μ᾽ άλυτα πέδικλα χρυσά τους έδεσε στον τόπον
ασύντριφτα, να καρτερούν εκεί τον κύριόν τους,
και στον στρατόν των Αχαιών εκίνησε να φθάσει.
Και με τον βρόντον της φωτιάς ή της ανεμοζάλης
40 κινούντο οι Τρώες όλοι ομού στον Έκτορα κατόπιν,
να πάρουν, καθώς έλπιζαν, των Αχαιών τα πλοία,
και όλους εκεί τους Αχαιούς να σφάξουν πολεμάρχους·
αλλά μέσ᾽ απ᾽ την θάλασσαν ως ήλθε ο κοσμοσείστης
εγκάρδιωνε τους Αχαιούς· του Κάλχαντος ομοιώθη
45 στο σώμα, στην ακούραστην φωνήν, κι εστράφη πρώτα
στους Αίαντας, που ολόψυχα στην μάχην ήδη ορμούσαν:
«Σεις τον λαόν των Αχαιών θα σώσετε ω γενναίοι,
αν την ανδράγαθην ψυχήν δεν σας παγώνει ο φόβος·
ούδ᾽ αλλαχού φοβούμ᾽ εγώ την δύναμιν των Τρώων,
50 που ομού τα τείχη ανέβηκαν, να κατεβούν στα πλοία,
ότ᾽ οι ανδρείοι Δαναοί θαρρώ θα τους κρατήσουν·
αλλά τρομάζω μη κακό μεγάλο εκεί μας έβρει,
που είν᾽ ο Έκτωρ αρχηγός και ωσάν φωτιά μανίζει,
και του Διός καυχάτ᾽ υιός του μεγαλοδυνάμου·
55 άμποτε κάποιος των θεών τον νουν να σας φωτίσει
και σεις να μάχεσθ᾽ ανδρικώς και να θαρρύνετ᾽ άλλους,
και τότε θα τον διώχνετε μακράν από τα πλοία,
και αν την ορμήν του εκίνησεν ο ίδιος ο Κρονίδης».
Είπε, και με το σκήπτρο του τους έπληξε και ανδρείαν
60 αδάμαστην τους γέμισεν ο μέγας κοσμοσείστης,
κι ελάφρωσε πατόκορφα τα λυγερά τους μέλη·
κι έπειτα ωσάν ταχύπτερο γεράκι, που απ᾽ την άκρην
υψηλού βράχου γλιστερού πετιέται στην πεδιάδα,
άλλο πουλί, που ξάνοιξε μακράν, να κυνηγήσει,
65 ομοίως έφυγε απ᾽ αυτούς ο μέγας κοσμοσείστης.
Πρώτος τον νόησε ο ταχύς Οϊλιάδης Αίας
κι εστράφη προς τον Αίαντα τον Τελαμωνιάδη:
«Ω Αία, κάποιος των θεών των Ολυμποκατοίκων,
με την μορφήν του μάντεως κινεί μας εις την μάχην·
70 δεν είναι ο Κάλχας, όχι, αυτός, ο θείος χρησμολόγος·
τα θεία χνάρια καθαρά τού είδα και τα σκέλη
ως έφυγε· και τους θεούς ευκόλως διακρίνεις·
και μες στα στήθη μου η ψυχή ν᾽ αγωνισθώ στην μάχην
ζητεί με ορμήν σφοδρότερην και κρατημόν δεν έχουν
75 επάνω ᾽δω τα χέρια μου και οι πόδες μου αποκάτω».

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 5. Μια μέρα στον ιππόδρομο

5.6.2. Ο διχτάς, ο Σαμνίτης και τ᾽ άλλα παιδιά


Ο άνθρωπος που με είχε αγοράσει στη Ρώμη ήταν ο ιδιοκτήτης της Σχολής, παλιός μονομάχος και ο ίδιος. Η Σχολή του είχε κάπου εκατό εκπαιδευόμενους. Ήταν όλοι τους αιχμάλωτοι πολέμου, σαν εμένα, δούλοι ή βαρυποινίτες από φυλακές, και ορισμένοι μάλιστα θανατοποινίτες. Στο δωμάτιο, ή καλύτερα στο κελί, που μου έδωσαν υπήρχαν άνθρωποι όλων αυτών των κατηγοριών. Η Σχολή είχε πολύ προσωπικό: φρουρούς, εκπαιδευτές και δούλους που μαγείρευαν. Το πρόγραμμα ήταν βαρύ, άρχιζε με το χάραμα της μέρας και τέλειωνε με το σούρουπο, αλλά πολλές φορές συνεχιζόταν και με το φως των πυρσών. Ο ιδιοκτήτης λεγόταν Πολέμων και η καταγωγή του ήταν από τη Βιθυνία της Μικράς Ασίας. Ήταν σκληρός άνθρωπος αλλά για μένα έδειξε από την αρχή κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια - ίσως γιατί είχε επενδύσει πολλά πάνω μου.

Όταν κάποιος Ρωμαίος αξιωματούχος στη Ρώμη, και σπανιότερα σε άλλες επαρχιακές πόλεις, γιόρταζε κάτι (ας πούμε μια στρατιωτική νίκη) ή ήθελε να καλοπιάσει τον λαό, πρόσφερε με δικές του δαπάνες αγώνες μονομάχων. Φυσικά πλήρωνε τους ιδιοκτήτες των σχολών για να του δώσουν το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό για τους αγώνες· οι μονομάχοι του Πολέμωνα ήταν περιζήτητοι.

Ήμουν εκπαιδευόμενος για έναν ολόκληρο χρόνο. Οι μονομάχοι, ανάλογα με τη σωματική τους διάπλαση και τις ιδιαίτερες ικανότητές τους, χωρίζονται ήδη από το στάδιο της εκπαίδευσης σε διάφορες κατηγορίες: οι πιο σωματώδεις και δυσκίνητοι αγωνίζονται με πλήρη πανοπλία, ασπίδα και ξίφος· οι βαρύτερα οπλισμένοι ονομάζονται «Σαμνίτες», και αυτοί που έχουν κάπως ελαφρύτερη εξάρτυση είναι οι «Θρακιώτες»· ύστερα είναι οι λεγόμενοι «διχτάδες», δηλαδή αυτοί που είναι οπλισμένοι μόνο με μια τρίαινα και ένα δίχτυ, που το χρησιμοποιούν για να ακινητοποιήσουν τον αντίπαλο σαν θήραμα για να τον καρφώσουν στη συνέχεια με την τρίαινα. Οι πιο βαρείς και αργόστροφοι αγωνίζονται με βαριά ξίφη και φορούν περικεφαλαίες με σιδερένια προσωπίδα που όμως δεν έχει τρύπες για να βλέπουν· έτσι μονομαχούν στα τυφλά. Οι θεατές διασκεδάζουν εξαιρετικά με αυτό το είδος της τυφλής μονομαχίας· αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές δεν το διασκεδάζουν καθόλου.

Στην αρχή ο Πολέμων με προόριζε για Σαμνίτη· ύστερα άλλαξε γνώμη και με έκανε διχτά, επειδή παρ᾽ όλο τον όγκο μου ήμουν πολύ ευκίνητος. Οχτώ μήνες αλύπητης εκπαίδευσης στην ειδικότητα του διχτά. Ο αρχιεκπαιδευτής ήταν ενθουσιασμένος με τις επιδόσεις μου, έπινε κυριολεκτικά νερό στο όνομά μου και προέβλεπε ότι θα έκανα θραύση στις αρένες. Στο κελί μου είχα συγκάτοικο και έναν Ισπανό, που τον ήξεραν όλοι σαν «Μυταρά». Ο Μυταράς ήταν ψηλός και ζύγιζε όσο τρεις κανονικοί άνθρωποι μαζί. Αυτός έγινε Σαμνίτης· ήταν ο καλύτερος φίλος μου.

Θυμάμαι ότι όσο ήμουν στη Σχολή μάς έδιναν φαγητό τρεις φορές τη μέρα. Μιλάμε για πολύ και καλό φαΐ. Ποτέ άλλοτε δεν είχα φάει τόσο πολύ και τόσο καλά στη ζωή μου· το ίδιο έλεγαν και οι υπόλοιποι εκπαιδευόμενοι· και όλοι μαζί διασκεδάζαμε με τον Μυταρά τον Ισπανό, που έτρωγε πάντα διπλάσιες μερίδες και όταν δεν χόρταινε, πράγμα που συνέβαινε πολύ συχνά, καθάριζε και τα αποφάγια των άλλων.

Φαΐ και εκπαίδευση, εκπαίδευση και φαΐ. Έμαθα να χειρίζομαι με μεγάλη μαεστρία το δίχτυ και να ακινητοποιώ τον αντίπαλο με το αριστερό χέρι· με το δεξί κρατούσα την τρίαινα και χτυπούσα. Ο Πολέμων έτριβε τα χέρια του. Μου είχε, όπως είπα, κάποια συμπάθεια (που δεν έδειχνε συνήθως για κανέναν και για τίποτε), αλλά ποτέ δεν νοιάστηκε να με ρωτήσει για την προηγούμενη ζωή μου. Κι ήταν αυτός που μου έδωσε το ρωμαϊκό όνομα «Πορσήνας», επειδή, έλεγε, του θύμιζα κάποιον Πορσήνα. Δεν μου έδωσε ποτέ περισσότερες εξηγήσεις· άλλωστε ήταν τύπος που ελάχιστα μιλούσε.

Συνείδηση και Χρόνος

Η συνείδηση, η συνειδητότητα, υφίσταται μόνο στο παρόν... μπορεί να μετακινηθεί μόνο μέσα στο χώρο. Χρόνος δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο «παρόν που ρέει». Το παρελθόν είναι απλά καταγραμμένη μνήμη. Το μέλλον είναι μόνο φαντασία.

Αυτός που Αντιλαμβάνεται τι είναι η κίνηση, τι «μένει» από την κίνηση, έχει Ανακαλύψει το Μυστικό της Ύπαρξης.

Το αμερικάνικο τηλεοπτικό δίκτυο «Discovery Channel» στην εκπομπή του, της 9/5/2010, με τίτλο «Στο Σύμπαν με τον Στίβεν Χόκινγκ», ασχολείται με την πιθανότητα ενός ταξιδιού στο χρόνο... Γίνεται μάλιστα αναφορά στην θεωρία του Αϊνστάιν και την φυσική έννοια της «Γέφυρας Αϊνστάιν-Ρόζεν» (1935)... Την δυνατότητα ενός τέτοιου ταξιδιού υποστηρίζουν και Ρώσοι μαθηματικοί επιστήμονες (Αρέφεβα, Βόλοβιτς)...

Δεν καταλαβαίνουμε αν πρόκειται για «επιστημονική ανοησία» ή αν πρόκειται για ανοησία που επικαλείται μία «δήθεν επιστήμη»... Για να σεβαστούμε τον Χόκινγκ και τους άλλους επιστήμονες θα πρέπει πρώτα αυτοί οι ίδιοι να σέβονται τον εαυτό τους, το επιστημονικό κύρος τους, και την σοβαρότητά τους... Κι αυτοί (δεν ξέρουμε για ποιο λόγο) δεν το κάνουν... Ίσως τέτοιου είδους «επιστήμονες» θα πρέπει να μετακινηθούν από τις πανεπιστημιακές έδρες τους, στην βιομηχανία του Χόλυγουντ…

Αγαπητοί κύριοι («επιστήμονες»), ο χωρόχρονος που μπορείτε να αντιληφθείτε είναι μία «σύνθετη αντίληψη», όπου το πρώτο συνθετικό είναι η συνειδητότητα και το δεύτερο το αντικειμενικό σύμπαν. Με άλλα λόγια πρόκειται για «αντιληπτικό μέγεθος» κι όχι για αντικειμενική, ανεξάρτητη πραγματικότητα. Η συνειδητότητα υφίσταται μόνο στο παρόν... μπορεί να μετακινηθεί μόνο μέσα στο χώρο. Χρόνος δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο «παρόν που ρέει». Το παρελθόν είναι απλά καταγραμμένη μνήμη. Το μέλλον είναι μόνο φαντασία. Δεν υπάρχει χρόνος, για ποιο ταξίδι στο χρόνο μιλάνε;

Προφανώς οι «επιστήμονες» δεν εκφράζονται προσεκτικά. Ταξίδι στον χωρόχρονο εννοούν, αλλά ποιο χωρόχρονο. Η έξοδος από ένα «τοπικό σύστημα» (όπως για παράδειγμα, το ηλιακό σύστημα, ο πλανήτης γη) και η μετακίνηση σε ένα άλλο «τοπικό σύστημα» (στην άλλη άκρη του σύμπαντος), είναι επιστημονική φαντασία. Δεν μπορούν να κατασκευαστούν τα τεχνικά μέσα. Αλλά κι αν υποθέσουμε ότι αυτό γίνεται (που δεν γίνεται), η συνειδητότητα (ο άνθρωπος) που θα μεταφερθεί σε άλλο «τοπικό σύστημα» και θα επιστρέψει πάλι στο «τοπικό σύστημα» της γης, θα βρίσκεται πάντα στο παρόν κι ο χρόνος θα κυλά κανονικά γι’ αυτόν. «Επιστρέφοντας» θα διαπιστώσει ότι στο «τοπικό σύστημα» της γης έχει περάσει περισσότερος χρόνος... Και τι αποδεικνύει αυτό; Τίποτα! Η συστολή ή η διαστολή του χρόνου με την μετακίνηση στα διάφορα «τοπικά συστήματα» δεν αποδεικνύει τίποτα, ούτε έχει καμία πρακτική χρησιμότητα.

Η συνειδητότητα υπάρχει και ζει στο παρόν που ρέει. Δεν υπάρχει χρόνος (με την έννοια μίας ακολουθίας, παρελθόν-παρόν-μέλλον, αυτό είναι μία νοητική κατασκευή), για να μετακινηθεί στο χρόνο... Ούτε η μεταφορά (με την ταχύτητα του φωτός ή μεγαλύτερη;) από τον ένα χωρόχρονο στον άλλο αλλάζει την φύση της συνειδητότητας που έχουμε για τον κόσμο. Απλά, οι «επιστήμονες» προσπαθούν να συγκρίνουν ένα χωροχρονικό σύστημα με ένα άλλο. Υπάρχουν αναλογίες και γίνονται συγκρίσεις. Για κάθε χωροχρονικό σύστημα, καθ’ εαυτό, ο χρόνος (το παρόν) ρέει το ίδιο. Συγκρίνοντάς τα βλέπουμε, (όταν τα βλέπουμε ταυτόχρονα), ότι ρέει διαφορετικά στο ένα σύστημα από ό,τι στο άλλο, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες. Το θέμα όμως είναι ότι δεν μπορούμε να συσχετίσουμε (να αναμείξουμε) δύο συστήματα, ή να επωφεληθούμε από την παράλληλη ύπαρξη πολλών τοπικών συστημάτων...

Είτε το θέλουμε, είτε όχι, υπάρχει πάντα η συνειδητότητα πίσω από τον αντικειμενικό κόσμο. Η συνειδητότητα έχει νόημα (σαν αντίληψη της ύπαρξης), αλλά ένας αντικειμενικός κόσμος χωρίς κάποια συνειδητότητα να τον αντιλαμβάνεται δεν έχει νόημα... Η συνειδητότητα αναδύεται σε θεμέλιο της ύπαρξης, αλλά ο αντικειμενικός κόσμος έχει νόημα μόνο σαν περιεχόμενο κάποιας συνειδητότητας... Η «ανάδυση» της συνειδητότητας από μία υλική οργανική βάση είναι νοητικός μύθος... Αντίθετα είναι πολύ πιο λογικό να ερμηνεύσουμε την προέλευση της ύλης από «κάποια» πνευματική (μεταφυσική) ενέργεια...

Η μόνη μετακίνηση, αγαπητοί φίλοι, που μπορεί να κάνει η συνειδητότητα είναι όχι στον αντικειμενικό κόσμο, στο χρόνο (που δεν υπάρχει), ή στον χώρο (που δεν χρησιμεύει σε τίποτα), αλλά εσωτερικά... Κατανοώντας η συνείδηση την σχέση της με την ύλη (που είναι ένα υποπροϊόν της) μπορεί να απελευθερωθεί προς το Εσωτερικό Σύμπαν, προς τον «μεταφυσικό χώρο» της συνειδητότητας... κι εδώ μπαίνουμε στο χώρο της «θρησκευτικής φαντασίας»... Είναι ελάχιστοι αυτοί που διερεύνησαν αυτό τον «μεταφυσικό χώρο»... οι περισσότεροι ακολουθούν απλά νοητικές θεωρίες...

Απελευθέρωση του θυμού με θετικούς τρόπους

Όλοι αντιμετωπίζουμε το θυμό κάποια στιγμή στη ζωή μας. Ο θυμός είναι ένα ειλικρινές συναίσθημα. Όταν όμως δεν τον εκφράσεις ή δεν τον αντιμετωπίσεις ανοιχτά, τότε η αντιμετώπισή του θα γίνει εσωτερικά, μέσα στο σώμα, και θα εξελιχτεί σε κάποια ασθένεια ή δυσλειτουργία.

Όπως συμβαίνει και με την επίκριση, συνήθως θυμώνεις για τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά. Όταν λοιπόν είσαι θυμωμένος και νιώθεις ότι δεν πρέπει να εκφράσεις το θυμό σου, τότε τον καταπίνεις, κι αυτό σου προκαλεί δυσαρέσκεια, πικρία ή κατάθλιψη. Γι’ αυτό καλό είναι να αντιμετωπίζεις το θυμό σου όταν εμφανίζεται.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αντιμετωπίσεις θετικά το θυμό. Ένας από τους καλυτέρους είναι να μιλήσεις ανοιχτά στον άνθρωπο με τον οποίο έχεις θυμώσει και να απελευθερώσεις τα καταπιεσμένα σου συναισθήματα. Μπορείς να πεις: «Έχω θυμώσει μαζί σου, επειδή…». Η επιθυμία να του βάλεις τις φωνές δείχνει ότι μάζευες το θυμό για πολύ καιρό.

Άλλος τρόπος για να απελευθερώσεις το θυμό σου είναι να μιλήσεις με τον άλλο στον καθρέφτη, όπου θα αισθάνεσαι ασφαλής και δε θα σε ενοχλήσει κανείς.

Απελευθέρωσε όλα σου τα συναισθήματα. Κι αν νιώσεις την επιθυμία να αντιδράσεις δυναμικά, τότε πάρε μαξιλάρια κι άρχισε να τα χτυπάς. Μη δειλιάσεις να αφήσεις το θυμό σου να ακολουθήσει τη φυσιολογική του εξέλιξη. Δεν υπάρχει λόγος να νιώθεις ούτε ενοχή ούτε ντροπή. Να θυμάσαι μόνον ότι τα συναισθήματα είναι σκέψεις εν δράσει. Υπηρετούν κάποιο σκοπό κι όταν τα απελευθερώσεις από το νου κι από το σώμα σου δημιουργείς μέσα σου χώρο για άλλες, πιο θετικές εμπειρίες.

Αφού εκφράσεις μ’ αυτό τον τρόπο το θυμό σου, προσπάθησε να συγχωρήσεις εκείνο το άτομο. Η συγχώρηση είναι μια σημαντική πράξη ελευθερίας για σένα, γιατί εσύ θα ωφεληθείς απ’ αυτήν. Αν δεν μπορέσεις να συγχωρήσεις, τότε η άσκηση αυτή θα περάσει ως μια απλή αρνητική δήλωση και δε θα σε θεραπεύσει.

Ο θυμός δεν είναι φαινόμενο καινούριο ή μοναδικό και κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτήν την εμπειρία. Η ουσία είναι να αναγνωρίσεις αυτό ακριβώς που είναι και να στρέψεις αυτή την ενέργεια σε πιο υγιή κατεύθυνση. Όταν μάθεις να αντιμετωπίζεις το θυμό με τρόπο θετικό που θα σε ωφελεί άμεσα, τότε θα δεις να συμβαίνουν πάρα πολλές υπέροχες αλλαγές στην ποιότητα της ζωής σου.

Από τη γνώση της φύσης στη φύση της γνώσης

Η συμβολή των προσωκρατικών

Εισαγωγή

Όταν ο καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Νότιας Καρολίνας James Lesher (1998) έγραψε για την συμβολή των προσωκρατικών φιλοσόφων στην θεωρία γνώσης, αναφέρθηκε στην περίεργη αίσθηση που αποκομίζει κάποιος όσον αφορά την ανάδυση του λεγόμενου προβλήματος της γνώσης. Την αίσθηση δηλαδή ότι η μετέπειτα θεωρία γνώσης του Πλάτωνα αναπτύχθηκε και έλαβε χώρα σε ένα άνυδρο και ταυτόχρονα άγνωστο γνωσιολογικά περιβάλλον. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ο οποιοσδήποτε μελετητής νιώθει σαν κάποιος που έρχεται στο τέλος μιας ενδιαφέρουσας κουβέντας ή σαν κάποιος που αρχίζει να διαβάζει ένα βιβλίο από την αρχή του τελευταίου κεφαλαίου του. Η απορία για το τι έχει προηγηθεί είναι έκδηλη. Τι περιελάμβανε άραγε το βιβλίο της θεωρίας της γνώσης πριν από την εποχή του Σωκράτη και πως τα επιστημολογικά ζητήματα που διερευνήθηκαν από τον Πλάτωνα ετέθησαν καταρχήν σε φιλοσοφική συζήτηση;

Γνωρίζουμε ότι οι πρώτοι φιλόσοφοι τον 6ο αι. π.Χ. έθεσαν τα προβλήματα της υποκείμενης πραγματικότητας και της μεταβολής. Ποια είναι δηλαδή η πραγματικότητα που μας περιβάλλει και όταν πράγματι ανακαλύψουμε τα θεμελιώδη συστατικά της, υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτά θα είναι αμετάβλητα; Είναι η σταθερότητα στο επίπεδο της τελικής πραγματικότητας συμβατή με τη δυνατότητα αλλαγής; Και τι συμβαίνει με τις παρατηρούμενες μεταβολές στον κόσμο; Πίσω από αυτά τα δύο προβλήματα βρισκόταν πάντα ένα τρίτο: το πρόβλημα της γνώσης. Το εν λόγω πρόβλημα ετέθη ευθέως τον 5ο αιώνα από τον Πλάτωνα, στο πλαίσιο της συζήτησης σχετικά με τα άλλα δύο ερωτήματα[1]. Όμως αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα ενδιαφέροντα των φιλοσόφων πριν τον Σωκράτη ήταν αμιγώς φυσικού και κοσμολογικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον Lesher (1998), οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι επιχείρησαν να κατανοήσουν τη φύση της αισθητηριακής αντίληψης και επομένως να εγείρουν γνωσιολογικά ζητήματα.

Ο Lesher (1999, σελ. 226-227) αναφέρει ότι σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (βλ. Μετά τα Φυσικά, Α΄) ο Θαλής ήταν ο πρώτος από μια σειρά ερευνητών που προσπάθησαν να αντιστοιχήσουν όλα τα φυσικά φαινόμενα με μια βασική υλική ουσία ή αρχή. Αν δεχτούμε τη θέση του Αριστοτέλη ως έστω και κατά προσέγγιση ορθή, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο Θαλής και οι διάδοχοί του Αναξίμανδρος και Αναξιμένης, υπέθεταν ότι οι βασικές αιτίες και αρχές στη φύσης αναμένουν να ανακαλυφθούν από τον άνθρωπο οι έρευνές τους επίσης θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν την αρχή μιας «παράδοσης κριτικού ορθολογισμού» στη Δύση. Έτσι, αν και δεν έχουμε ρητές αναφορές σχετικά με το θέμα της γνώσης από τους εν λόγω πρώτους φιλόσοφους-επιστήμονες, φαίνεται εντελώς λογικό να τους καταλογίσουμε κάποιο βαθμό «γνωσιολογικής αισιοδοξίας» (“epistemological optimism”). Σε άλλο σημείο του άρθρου επισημαίνεται ότι κάθε πρώιμος στοχαστής για τον οποίο έχουμε επαρκείς πληροφορίες ασχολήθηκε με αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί ως η βασική προϋπόθεση της γνωσιολογικής αισιοδοξίας: ότι δηλ. τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στη φύση συμβαίνουν σύμφωνα με ένα σύνολο δεδομένων- και επομένως ανιχνεύσιμων-γενικών αρχών (Lesher, 1999, σελ. 228).

Η ισχύς βέβαια της εν λόγω παραδοχής έχει δοκιμαστεί από την διατύπωση θέσεων ορισμένων μελετητών, όπως του David Hamlyn (1961), ο οποίος υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν άξιες προ-Πλατωνικές επιστημολογικές θεωρήσεις, τουλάχιστον στο επίπεδο μιας συστηματικής μελέτης. Όπως αναφέρει ο Hamlyn (1961, σ. 8): «Τα ενδιαφέροντα αυτών των [προσωκρατικών] φιλοσόφων ήταν καθαρά φυσιολογικού ή φυσικού χαρακτήρα. Δεν έκαναν καμία προσπάθεια να φιλοσοφήσουν σχετικά με την έννοια της αισθητηριακής αντίληψης, ούτε γενικώς να εγείρουν γνωσιολογικά ζητήματα». Αναφορές όπως αυτή ενέπνευσαν μια αναζήτηση πηγών που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν μια ικανοποιητική απάντηση σε τέτοιου είδους θέσεις. Η πλέον γνωστή και κατεξοχήν ικανοποιητική απάντηση θεωρώ, ότι δίνεται μέσα από το άρθρο του Karl Popper (1958-59) με τίτλο «Πίσω στους Προσωκρατικούς»[2]. Εκεί ο Popper εξυμνεί την ορθολογικότητα των προσωκρατικών φιλοσόφων τονίζοντας ιδιαίτερα αυτό που θεωρεί ως το πιο σημαντικό στοιχείο τους: το ότι δηλαδή ανέπτυξαν μεταξύ τους έναν κριτικό διάλογο. Δημιούργησαν και συμμετείχαν σε μια ‘συζήτηση’ που στηρίζονταν στην λογική και όχι σε δόγματα και προκαταλήψεις. Ας δούμε όμως πως ξεδιπλώνει τον προβληματισμό του ο συγγραφέας, μέσα από μια επιλεκτική παρουσίαση του άρθρου.

Θαλής και Αναξίμανδρος

Ήδη από την αρχή ο Popper ξεκαθαρίζει την αντίθεση του στην Βακώνεια θεωρία γνώσης, δηλ. στην πρωτοκαθεδρία της παρατήρησης και της επαγωγής. Υποστηρίζει δε ότι το παράδειγμα των προσωκρατικών αντικρούει την εν λόγω προσέγγιση. Αναφέρει τον πρώτο φιλόσοφο, Θαλή τον Μιλήσιο και στην θεωρία του περί του σχήματος και της θέσης της Γης. Ο Θαλής, σύμφωνα με τις πηγές, είχε υποστηρίξει ότι η Γη στηρίζεται στο νερό και επιπλέει σε αυτό όπως ακριβώς ένα πλοίο στη θάλασσα. Έτσι, όταν συμβαίνει ένας σεισμός, η Γη σείεται από την κίνηση του νερού. Η εν λόγω εικασία, η οποία είχε ως σκοπό να εξηγήσει την θέση της γης καθώς και τους σεισμούς, δεν στηριζόταν εξολοκλήρου στην παρατήρηση. Το θεμέλιο της εν λόγω θεωρίας δεν ήταν οι αισθήσεις. Η όποια εμπειρική/παρατηρησιακή αντιστοιχία μπορεί να ανιχνευθεί στο ότι ο φιλόσοφος σίγουρα θα είχε γίνει μάρτυρας τόσο σεισμών όσο και της πλεύσης ενός πλοίου.

Ο μαθητής του Θαλή, Αναξίμανδρος είναι πιθανόν να αντιτάχθηκε σε αυτή την ιδέα βασιζόμενος στο ακόλουθο επιχείρημα: Αν εξηγήσουμε την σταθερή θέση της Γης θεωρώντας ότι αυτή στηρίζεται στο νερό (Ωκεανό), τότε θα πρέπει να εξηγήσουμε ανάλογα και την (σταθερή) θέση του ωκεανού. Και στη συνέχεια να εξηγήσουμε το στήριγμα του στηρίγματος του ωκεανού κ.ο.κ. Έτσι, είναι εμφανές ότι τούτη η εξήγηση ή θεωρία φαντάζει μη ικανοποιητική. Συγκεκριμένα, οι λόγοι είναι οι εξής δύο; Πρώτον, στην προσπάθεια μας να επιλύσουμε ένα πρόβλημα δημιουργούμε ένα ανάλογο πρόβλημα. Δεύτερον, αν μία από τις προτεινόμενες λύσεις/δομές του προτεινόμενου συστήματος αποτύχει, τότε καταρρέει όλο το σύστημα. Για αυτό το λόγο ο Αναξίμανδρος προσεγγίζει τελείως διαφορετικά το κοσμολογικό ζήτημα αναφερόμενος στην εσωτερική ή δομική συμμετρία του κόσμου. Με αυτή την προσέγγιση εξασφαλίζει τη μη κατάρρευση του συστήματος, καθώς πλέον δεν υπάρχει κατεύθυνση προς την οποία αυτή μπορεί να συντελεστεί. Η ευστάθεια της Γης εξηγείται από την ισομερή απόσταση της από όλα τα υπόλοιπα σώματα. Και αυτό αποτελεί το επιχείρημα του Αναξίμανδρου.

Αυτό που είναι σημαντικό εδώ είναι ότι ο Αναξίμανδρος εγκαταλείπει, όπως αναφέρθηκε ήδη, την ιδέα της κατεύθυνσης (προς τα πάνω, προς τα κάτω κτλ.). Και αυτό είναι κάτι το οποίο αποτελεί μια νοητική (ασφαλώς μη παρατηρήσιμη) και δύσκολη να σχηματοποιήσει κανείς, σύλληψη. Σύμφωνα με το Popper, αν συνέχιζε τον εν λόγω συλλογισμό του περί ισομερούς απόστασης θα κατέληγε στην σφαιρικότητα της Γης. Όσον αφορά αυτό, ο φιλόσοφος φαίνεται να υποστήριζε ότι η Γη είχε το σχήμα ενός κυλίνδρου. «Περπατούμε στην μία από τις επίπεδες επιφάνειές της, ενώ η άλλη βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά»[3]. Εδώ ίσως υπάρχει ένας υπαινιγμός ότι δεν υφίσταται πάνω (και κάτω) επιφάνεια, και ότι απλώς ονομάζουμε ‘πάνω’ την επιφάνεια στην οποία περπατούμε. Ο Kahn (1960, σελ. 81) μελετώντας την κοσμολογία του Αναξίμανδρου αναφέρει ως πηγές τον Ιππόλυτο («Η μορφή της Γης είναι υγρή, στρογγυλεμένη όπως μια πέτρινη στήλη») και τον Ψεύδο-Πλούταρχο («Η μορφή της είναι κυλινδρική, με βάθος το ένα τρίτο του πλάτους της»). Σύμφωνα με τον Kahn, η εν λόγω ιδέα εκφράζεται ιδιαιτέρως από τη σύγκριση της Γης με τις κοντές και φαρδιές, στρογγυλεμένες πέτρες από τις οποίες αποτελείται ένας ελληνικός κίονας. Μια γραφική αναπαράσταση της σχέσης βάθους και πλάτους της Γης δίνεται στο Σχήμα 1 .

Σχήμα 1: Μια αναπαράσταση του σχήματος της Γης
κατά τον Αναξίμανδρο

Και εδώ ο Popper επανέρχεται στην κριτική ενάντια στον «Βακωνικό μύθο». Τι ήταν εκείνο που εμπόδισε η φαίνεται να εμπόδισε τον Αναξίμανδρο να φτάσει στο συμπέρασμα ότι η Γη είναι σφαιρική; Μα βέβαια η εμπειρική διαδικασία της παρατήρησης. Αν βασιστούμε απλώς στην παρατήρηση, όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η Γη είναι «αναμφιβόλως» επίπεδη. Αν όμως εικάσουμε χρησιμοποιώντας κριτική επιχειρηματολογία πάνω σε προ υπάρχουσες θεωρίες (βλ. Θαλή) είναι δυνατόν να προσεγγίσουμε την πραγματική κοσμολογική θεωρία για το σχήμα της Γης[4].

Άρα, η θεωρία του Αναξιμάνδρου ότι η Γη επιπλέει ελεύθερα χωρίς να πέφτει και δεν χρειάζεται να στηρίζεται σε κάτι, δεν βασίζεται (όπως στην περίπτωση του Θαλή) σε κάποια εμπειρική αντιστοιχία. Είναι πρώτα και κύρια διαισθητική. Και για αυτό το λόγο αποτελεί μία από τι πιο τολμηρές και επαναστατικές ιδέες στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Χωρίς αυτή την ρηξικέλευθη σύλληψη δεν θα είχαν διατυπωθεί οι ηλιοκεντρικές θεωρίες του Αρίσταρχου (3ος αι. π.Χ.) και του Κοπέρνικου (16ος αι. μ.Χ.). Και κατά μία έννοια, η εν λόγω προσέγγιση προβλέπει και την Νευτώνεια ιδέα της βαρύτητας. Επομένως, ένα πρώτο σημείο που κρατάμε είναι ότι δεν στοιχειοθετείται η άποψη ότι η αλήθεια της επιστημονικής γνώσης βασίζεται στην παρατήρηση. Όλες εκείνες οι επιστημονικές θεωρίες που γίνονται αποδεκτές ή ακόμη και εκείνες που απορρίπτονται τελικά αποτελούν καταρχήν υποθέσεις ή εικασίες. Κι αυτό είναι εμφανές στην περίπτωση του Αναξίμανδρου, όπου ο σκοπός του να προσεγγίσει την αλήθεια εξυπηρετήθηκε καλύτερα από την κριτική αποτίμηση προηγούμενων θεωριών και τη διατύπωση εικασιών και ανασκευών, παρά από μια εμπειρική διαδικασία παρατήρησης.

Βέβαια ένας οπαδός του Francis Bacon θα απαντούσε ότι για αυτό ακριβώς τον λόγο μιλάμε για πρώιμη ελληνική φιλοσοφία κι όχι πρώιμη ελληνική επιστήμη. Η επιστήμη αρχίζει όταν η μέθοδος της εικασίας αντικαθίσταται από την μέθοδο της παρατήρησης. Όταν ο παραγωγικός συλλογισμός αντικαθίσταται από τον επαγωγικό. Ο Popper απαντά ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα στηρίζεται στην προκείμενη που αναφέρει ότι οι επιστημονικές θεωρίες θα πρέπει να ορίζονται στη βάση επαγωγικών διαδικασιών.

Πιο συγκεκριμένα, αν ονομάσουμε ρ= επιστημονικές θεωρίες και q= επαγωγικές διαδικασίες, τότε,

Όμως στην πραγματικότητα πολύ λίγες φυσικές θεωρίες θα ενέπιπταν σε αυτή την κατηγορία. Οπότε η πρώτη προκείμενη (p) δεν είναι ορθή. Αυτό που είναι σημαντικό για μια θεωρία είναι η επεξηγηματική της ισχύ και θωράκιση της απέναντι στον έλεγχο και την κριτική κι όχι το πώς προήλθε. Δεν είναι αυτό που προσδίδει επιστημονικότητα σε μια θεωρία. Και ειδικά για τους προσωκρατικούς υπάρχει μια συνέχεια της σκέψης μεταξύ των θεωριών τους και των μετέπειτα εξελίξεων στην φυσική. Κι αν θα πρέπει να ονομάζονται φιλόσοφοι, προ-επιστήμονες ή επιστήμονες είναι κάτι που δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία.

Οι κοσμολογικές θεωρίες του Αναξίμανδρου είναι φυσικά εσφαλμένες. Εσφαλμένες όμως είναι και πολλές άλλες θεωρίες που βασίστηκαν σε αμέτρητα πειράματα και παρατηρήσεις, την επιστημοσύνη των οποίων κανείς δεν θα τολμούσε να αμφισβητήσει[5]. Σύμφωνα με τη μέθοδο ελέγχου της Διαψευσιοκρατίας, το να είναι μια θεωρία εσφαλμένη δεν σημαίνει ότι είναι και μη επιστημονική. Μια εσφαλμένη θεωρία μπορεί να αποτελεί επίτευγμα στον ίδιο βαθμό με μία ορθή θεωρία. Μπορεί για παράδειγμα να αναδείξει την ανάγκη τροποποιήσεων που θα οδηγήσουν στην εύρεση της αλήθειας. Στην περίπτωσή μας, η θεωρία του Θαλή επανεμφανίστηκε, μετά από τον κριτικό έλεγχο της, σε τροποποιημένη μορφή στον Αναξίμανδρο και πολύ αργότερα στις αρχές του 20ου αι. στο έργο του Alfred Wegener που αφορούσε την μετατόπιση των ηπείρων.

Οι πρώτοι φιλόσοφοι ερεύνησαν την αρχιτεκτονική του κόσμου, ρωτώντας για τη δομή, την κάτοψη, και το υλικό κατασκευής του. Και αυτά, σύμφωνα με τον Popper αποτέλεσαν τα τρία βασικά κοσμολογικά προβλήματα της Σχολής της Μιλήτου.

Το πρόβλημα της μεταβολής

Στη συνέχεια εμφανίστηκε το λεγόμενο πρόβλημα της μεταβολής που απασχόλησε τους Προσωκρατικούς και με το οποίο καταπιάνεται και ο Popper. Το εν λόγω πρόβλημα είναι φιλοσοφικό, αλλά και λογικό, σύμφωνα με τους Παρμενίδη και Ζήνωνα. Μια γενική διατύπωση του είναι η εξής: Πως είναι η μεταβολή (λογικώς) δυνατή; Πως μπορεί ένα πράγμα να μεταβάλλεται χωρίς να απωλέσει την ταυτότητα του; Αν δεν παραμείνει το ίδιο τότε δεν μεταβάλλεται. Ωστόσο, αν χάσει την ταυτότητά του, τότε δεν είναι πλέον το ίδιο πράγμα που άλλαξε και στο οποίο αναφερόμαστε.

Για τον Αναξίμανδρο ο κόσμος μας είναι απλώς ένας από άπειρους χωροχρονικά κόσμους. Αυτό το σύστημα κόσμων είναι άπειρο και επομένως σε κίνηση. Έτσι, δεν ετέθη για αυτόν ζήτημα διατύπωσης μιας γενικής θεωρίας της μεταβολής αν και προσπάθησε να εξηγήσει τια αλλαγές που συντελούνται γύρω μας (όπως π.χ. ημέρα- νύχτα, αλλαγές θερμοκρασίας, ανάπτυξη φυτών και έμβιων όντων κ.α.). Από την άλλη, ο μαθητής του Αναξιμένης ανέπτυξε με λεπτομέρεια αυτές τις ιδέες. Εξήγησε τις μεταβολές μεταξύ αντιθέτων μέσω (της θεωρίας) της πύκνωσης και της αραίωσης Για παράδειγμα, ο αέρας είναι ψυχρός, όταν βγαίνει πιεσμένος από τα χείλη, αλλά θερμός όταν βγαίνει αραιός από το ανοιχτό στόμα (αφελής επιστήμη αλλά επιστήμη!). Πίστευε στην αιώνια κίνηση του αέρα και φαίνεται να παρέκλινε κριτικά από τον δάσκαλό του, υποστηρίζοντας την δυνατότητα κίνησης/μεταβολής του ποσοτικά άπειρου αυτού στοιχείου.

Με αυτό τον τρόπο αντιμετωπίστηκε αρχικά το πρόβλημα της μεταβολής. Και οι τρεις Μιλήσιοι φιλόσοφοι είδαν τον κόσμο μας ως ένα σπίτι, το σπίτι όλων μας, ένα οικοδόμημα που παρά τις αντιθέσεις και τα φυσικά φαινόμενα, δεν έπαυε να αποτελεί ένα ασφαλές και σταθερό οικοδόμημα. Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος από την άλλη πίστευε ότι αυτό το σπίτι καίγεται! Στον κόσμο του Ηράκλειτου δεν υπήρχε σταθερότητα. Όλα τα πράγματα βρίσκονται σε κίνηση συνεχώς, αποτελούν διεργασίες έστω κι αν αυτό διαφεύγει της αισθητηριακής μας αντίληψης. Είναι σαν τη φωτιά, η οποία αν και καταλαμβάνει χώρο είναι μια διεργασία, ένα ρεύμα ύλης.

Αυτή η θέση του Ηράκλειτου, ότι δηλ. όλα τα πράγματα είναι ένα αποτελώντας μια αιώνια φλόγα έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς απευθύνεται στο λόγο, στο επιχείρημα κι όχι στα δεδομένα των αισθήσεων. Δεν βλέπουμε την μεταβολή γύρω μας όμως γνωρίζουμε ότι συντελείται). Με τη συγκεκριμένη θεώρηση του, ο Ηράκλειτος υποδαύλισε τόσο το πρόβλημα της μεταβολής όσο και το πρόβλημα της γνώσης. Όλα τα πράγματα είναι φαινομενικά αντίθετα, ενώ στην πραγματικότητα, και για τον Θεό, είναι τα ίδια. Η αληθινή φύση των πραγμάτων προτιμά να κρύβεται. Στην πραγματικότητα δηλαδή όλα τα αντίθετα είναι τα ίδια, και μόνο στους ανθρώπους φαίνονται διαφορετικά. Δεν υπάρχει πραγματική γνώση αλλά φαινομενική, με την τελευταία να μην μπορεί να απαγκιστρωθεί από την πλάνη των αισθήσεων. Τέλος, όλα τα πράγματα είναι ένα...η αιώνια φωτιά.

Ο Popper ασκεί κριτική στην θεωρία του Ηράκλειτου περί κοσμικής μοναδικότητας, ταύτισης των αντιθέτων και φαινομένου και πραγματικότητας σημειώνοντας ότι καταλήγει να απειλεί το δόγμα του περί πραγματικής μεταβολής. Κι αυτό διότι αν όλα τα πράγματα είναι μόνο ένα, τότε η οποιαδήποτε αλλαγή είναι φαινομενική και όχι πραγματική. Στην πραγματικότητα δηλαδή η μεταβολή δεν υφίσταται. Αυτή τη συνέπεια επεξεργάστηκε ο Παρμενίδης (μαθητής του Ξενοφάνη κατά πολλούς), σύμφωνα με τον οποίο ο κόσμος ήταν ένας, αδιαίρετος και ακίνητος και η κίνηση δεν είναι, λογικώς, δυνατή.

Παρόλα αυτά, η κεντρική θέση του Ηράκλειτου ότι τα πάντα βρίσκονται σε μια ροή ήταν καινοτόμος. Και το πιο αποφασιστικό σημείο της θεωρίας του είναι το ότι είναι αληθής[6]. Δεν είδε απλώς την πανταχού παρούσα αλλαγή/μεταβολή όπως την αντιλαμβανόμαστε γύρω μας. Με την πρωτόγνωρη διαίσθηση του είδε αυτό που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε, ότι π.χ. τα σώματα μας είναι φλόγες (καθώς όλα τα πράγματα είναι φλόγες), ή ότι μια πέτρα ή ένα χάλκινο καζάνι πάντα υποβάλλεται σε αόρατες μεταβολές (στην υφή του, στο χρώμα κτλ.). Πάνω σε αυτό το τελευταίο σχόλιο όμως οι Kirk και Raven (1957, σελ. 197-198) αφού αναφέρονται στη στάση του Μέλισσου του Σάμιου αντιπαρατηρούν το εξής: «κάθε φορά που το δάχτυλο μας τρίβει ένα σιδερένιο κομμάτι, ξύνει και μία αδιόρατη ποσότητα σιδήρου. Όμως, όταν το δάκτυλο μας δεν τρίβει το εν λόγω κομμάτι, τότε γιατί κάποιος να σκεφτεί ότι αυτό μεταβάλλεται;» Ο Popper απαντά ότι μπορούμε να αναλογιστούμε μια τέτοια μεταβολή καθώς α) ο αέρας το τρίβει και ο αέρας είναι πάντα παρών, ή β) το σίδερο μετατρέπεται με τρόπο αόρατο σε σκουριά μέσω της διαδικασίας της οξείδωσης ή βραδείας καύσης (μεταβολή), ή τέλος γ) κάθε παλιότερο σίδερο απλά μοιάζει διαφορετικό από το νεότερο σίδερο, όπως ένας μεγάλος άνθρωπος μοιάζει διαφορετικός από ένα παιδί.

Ο κριτικός διάλογος στην επιστήμη

Επομένως, τόσο το πρόβλημα της υποκείμενης πραγματικότητας (κοσμολογικές θεωρίες) όσο και το πρόβλημα της μεταβολής, συζητήθηκαν εκτενώς κατά τον 6ο και αργότερα 5ο αι. π.Χ. Κι είναι αυτή ακριβώς η συζήτηση, ως διεργασία, που αποτελεί το μυστικό των πρώτων αυτών φιλοσόφων. Αποτελεί την αρχή της παράδοσης της κριτικής συζήτησης ή του κριτικού διαλόγου. Οι πρώτες ενδείξεις της εν λόγω παράδοσης αφορούσαν την κριτική του Αναξίμανδρου στον Θαλή. Μία κριτική που εκδηλώθηκε υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Πιο συγκεκριμένα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Θαλής ήταν δάσκαλός του και ιδρυτής της Ιωνικής Σχολής στη Μίλητο καθώς και ο πρώτος εκ των επτά σοφών της αρχαιότητας. Επίσης είναι πιθανό, κρίνοντας από την μικρή διαφορά ηλικίας που είχαν, ο Αναξίμανδρος να εκδήλωσε την κριτική του ενόσω ο δάσκαλός του ήταν εν ζωή. Παρόλα αυτά δεν υπάρχουν πουθενά αναφορές στις πηγές για κάποια διαφωνία ή για σχίσμα μεταξύ τους.

Για αυτό και υποστηρίζεται ότι τότε ήταν που γεννήθηκε η παράδοση της ανοχής στην κριτική. Αυτή η στάση αποτέλεσε μια μνημειώδη καινοτομία. Σήμανε ένα διαχωρισμό από μια παράδοση που επέτρεπε μόνο ένα δόγμα ανά Σχολή, αναγνωρίζοντας μια πληθώρα δογμάτων τα οποία αναζητούσαν την αλήθεια μέσω του κριτικού διαλόγου.

Έτσι, η κάθε απόπειρα εύρεσης της αλήθειας δεν είναι τελική, αλλά υπόκειται πάντα σε βελτιώσεις. Η γνώση μας, ως θεωρία είναι καταρχήν υποθετική. Αποτελείται από υποθέσεις, εικασίες κι όχι από οριστικές και βέβαιες αλήθειες. Αυτή η παράδοση δημιούργησε τη λογική της επιστημονικής στάσης (scientific attitude), αποτελώντας όχι μόνο αναγκαία συνθήκη για την γέννηση της, αλλά, κατά τη γνώμη μου, και ικανή. Αν δεν υπήρχε αυτή η συζήτηση, κάθε εξέλιξη της επιστημονικής λογικής, όπως νοείται σήμερα, θα είχε αποτραπεί. Άλλωστε, η τόλμη κάθε καινοτομίας αποτιμάται από την αυστηρότητα με την οποία θα ελεγχθεί. Από την κριτική της αντιμετώπιση. Ο Popper υποστηρίζει ότι αυτή η ορθολογική-κριτική παράδοση εφευρέθηκε μία και μόνο φορά τον 6ο αι. π.Χ. Χάθηκε με την άνοδο του Αριστοτελικού δόγματος περί επιστήμης και ανακαλύφθηκε ξανά στην διάρκεια της Αναγέννησης, ιδιαίτερα από τον Γαλιλαίο.

Η ορθολογική παράδοση της κριτικού διαλόγου αποτελεί τη μοναδική δυνατότητα επέκτασης της υποθετικής μας γνώσης. Η παρατήρηση και το πείραμα αναλαμβάνουν το ρόλο της κριτικής συζήτησης. Πάντα όμως μαζί με άλλες, μη εμπειρικές (μη παρατηρησιακές), συζητήσεις. Η σημασία δηλαδή της παρατήρησης και του πειράματος αναλώνεται μόνο στην ενδεχόμενη χρήση τους ως εργαλεία κριτικής των θεωριών. Το μόνο στοιχείο ορθολογικότητας στην απόπειρα μας να γνωρίσουμε τον κόσμο είναι η κριτική εξέταση των υποθετικών θεωριών μας, των εικασιών μας. Δεν γνωρίζουμε, απλώς υποθέτουμε (proposals and counter­proposals). Αυτή είναι κατά τον Popper η αληθινή θεωρία γνώσης. Η θεωρία ότι η γνώση προχωρά μέσω εικασιών και ανασκευών. Και η οποία βέβαια προσφέρεται από τον ίδιο για κριτική.

Συμπέρασμα

Στον πλατωνικό διάλογο Μένων η γνώση ορίστηκε ως «αληθής (ορθή) δόξα δεμένη με αιτίας λογισμώ» (98a). Θεμελιώθηκε δηλαδή ως προτιμότερη η αληθής πεποίθηση που είναι δεμένη με «αιτίας λογισμώ», δηλ. η επιστήμη, από την απλή αληθή πεποίθηση. Και η πρώτη διαφέρει από την τελευταία ως προς το ότι είναι «δεμένη». Στον Θεαίτητο (μετέπειτα πιθανόν διάλογο) εισάγεται ο ορισμός της γνώσης ως «αληθής κρίση μετά λόγου» (201 d & 202c8-10). Επίσης, είναι άλλο η αληθινή γνώμη και άλλο η γνώση.

Τι πίστευαν όμως οι Προσωκρατικοί για τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται η γνώση; Απάντηση δεν υπάρχει καταγεγραμμένη. Σύμφωνα με τον Popper και το γνωσιοθεωρητικό πλαίσιο το οποίο υποστηρίζει, η επιστημονική παράδοση που εγκαινίασαν - αν και περιορισμένη σε κοσμολογικά κυρίως ζητήματα - ανέδειξε καταρχήν την πρωτοκαθεδρία της εικασίας ως πηγή γνώσης. Επίσης, το πρόβλημα της γνώσης ήταν πάντα εκεί, στη βάση του φιλοσοφικού στοχασμού. Οι πρώτοι φιλόσοφοι όχι απλώς έθεσαν τις βάσεις για την μετέπειτα σαφέστερη διατύπωση του, αλλά το διαχειρίστηκαν δείχνοντας με τη στάση τους το δρόμο που πρέπει να ακολουθούμε εάν αναζητούμε τη γνώση.

Στη γνωσιοθεωρία του Popper, υπάρχουν μόνο δύο τρόποι με τους οποίους κάποιες θεωρίες μπορούν να είναι ανώτερες από άλλες: α) όταν μπορούν να έχουν ευρύτερη εξηγητική ισχύ, και β) όταν μπορούν να είναι καλύτερα ελεγμένες (tested). Η δοκιμή, ο έλεγχος σημαίνει ότι έχουν πιο πλήρως και κριτικά συζητηθεί, στο πλαίσιο όλων όσων είναι γνωστά, όλων των αντιρρήσεων που μπορούν να διατυπωθούν. Βασικό στοιχείο αναλαμβάνει η παρατήρηση ή η πειραματική δοκιμή η οποία όμως έχει σχεδιαστεί με κύριο στόχο την άσκηση κριτικής στη θεωρία. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πεποιθήσεις, η βάση δηλαδή της γνώσης, περιλαμβάνουν ασφαλώς τις εικασίες και η δικαιολόγηση τους πρέπει να περιλαμβάνει και την κριτική συζήτηση (Βλέπε Σχήμα 2)

 

 Γνώση

 Πεποίθηση

 

 (+) Εικασίες

 (υποθέσεις)

Δικαιολόγηση

 

- Κριτική συζήτηση

- Αντιδογματισμός              >  Αλήθεια

-  Ανασκευές

Σχήμα 2: Το γνωσιοθεωρητικό σχήμα του Popper


Οι προσωκρατικοί ήταν αντιδογματικοί. Και προχώρησαν σε ριψοκίνδυνες προβλέψεις. Ο κριτικός έλεγχος που εγκαινίασαν οδήγησε στην καλύτερη κατανόηση της έννοιας ‘γνώση’ και στην επίτευξη μιας μεγαλύτερης εγγύτητας στην αλήθεια. Η στάση τους συμβαδίζει και με το κριτήριο διαψευσιμότητας του Popper. Κάθε λανθασμένη πεποίθηση που ανακαλύπτεται μας φέρνει πιο κοντά στην αληθινή φύση των πραγμάτων. Κάθε ανασκευή είναι νέα γνώση. Πιστός στην προσέγγιση του περί επιστημονικής μεθόδου, θεωρεί ως γνήσιο έλεγχο μιας θεωρίας κάθε απόπειρα διάψευσης της από τους άλλους μεταγενέστερους ή μη επιστήμονες. Κι αυτό είναι που αναδεικνύει το μεγαλείο και την μεγάλη κληρονομιά των πρώτων αυτών φιλοσόφων, καθώς ήταν οι πρώτοι που το εφάρμοσαν.
-----------------------------------
[1] Πως μπορούμε να αποκτήσουμε γνώση της θεμελιώδους πραγματικότητας όταν η τελευταία υπόκειται των αισθητηριακών δεδομένων; Υπάρχουν οδηγοί πέραν των αισθήσεων που μπορούν να μας οδηγήσουν στην αλήθεια;

[2] Θα πρέπει βέβαια να αναφερθεί και το έργο του διακεκριμένου κλασικιστή Bruno Snell (1953), ο οποίος θεωρούσε τις προσωκρατικές απόψεις περί γνώσης ιδιαίτερα σημαντικές και ενδιαφέρουσες. Ο Snell υποστήριξε ότι οι Προσωκρατικοί ήταν οι πρώτοι που συνέλαβαν τη γνώση ως πνευματικό επίτευγμα. Στα γραπτά των πρώτων αυτών Ιώνων φιλοσόφων, επικράτησε η αρχαία επική διάκριση μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης γνώσης, του πραγματικού και του πλαστού, του ουσιώδους και του τυχαίου. Βάσει αυτής της διάκρισης οι Προσωκρατικοί ‘γνώρισαν’ τα προβλήματά τους και στη συνέχεια μπόρεσαν να τα διατυπώσουν.

[3] Βλ. Ιππόλυτος (Κατά Πασών Αιρέσεων Έλεγχος, Βιβλίο Α’).

[4] Σε δύο χωρία όπως έχουν διασωθεί στο έργο του Διογένη Λαέρτιου (βλ. Βίοι Φιλοσόφων, Βιβλίο Η’ και Θ ’), αναφέρεται ότι σύμφωνα με τον Θεόφραστο ο Παρμενίδης ήταν ο πρώτος που ονόμασε τον ουρανό κόσμο και είπε τη Γη στρογγυλή/σφαιρική καθώς και ότι άλλες πηγές απέδιδαν την προτεραιότητα στον Πυθαγόρα.

[5] Παραδείγματα αποτελούν οι περιπτώσεις α) του φλογιστού και β) του αιθέρα. Κατά τον 17ο αι. το φλογιστό ως (ανύπαρκτη) ουσία «εξηγούσε» τη διαδικασία της καύσης και της οξείδωσης. Πιο συγκεκριμένα, όλα τα καυστά υλικά εμπεριέχουν μια ποσότητα φλογιστό, ενώ τα άκαυστα υλικά είναι εκείνα που δεν περιέχουν την εν λόγω ουσία. Όταν ένα σώμα καίγεται χάνει την ποσότητα του φλογιστού που περιέχει, η οποία περνάει στον αέρα. Η συγκεκριμένη θεωρία μπορούσε να εξηγήσει παρατηρήσεις και πειραματικά ευρήματα, όπως για παράδειγμα το σβήσιμο του κεριού κάτω από μια καμπάνα. Το φλογιστό δεν μπορούσε να διαφύγει από το κερί, καθώς δεν υπήρχε αέρας, γέμιζε το χώρο και η φλόγα έσβηνε. Το ύπαρξη της ουσίας απορρίφθηκε εντέλει στα τέλη του 18ου αιώνα όταν τα πειράματα του A. Lavoisier εντόπισαν το οξυγόνο ως απαραίτητο στοιχείο για την καύση. Όσον αφορά τον αιθέρα, αυτός ήταν, σύμφωνα με την αρχαία και μεσαιωνική αντίληψη, το υλικό που γέμιζε τον χώρο του σύμπαντος γύρω από την γήινη σφαίρα και μπορούσε να εξηγήσει ακόμη και φαινόμενα διάδοσης του φωτός. Τον 19ο αι. η εν λόγω ιδέα απορρίφθηκε μετά το πείραμα των Michelson & Morley, το οποίο απέδειξε ότι το φως ταξιδεύει με σταθερή ταχύτητα παντού, και ως εκ τούτου ο αιθέρας δεν υπάρχει.

[6] Ας αναλογιστούμε, για παράδειγμα, τα ρεύματα ενέργειας των στοιχειωδών σωματιδίων της ύλης ως το θεμελιώδες συστατικό του σύμπαντος.

Κάθε μέρα κι ένα «ευχαριστώ»

”Να είσαι ευγνώμων για τα καλά και τα άσχημα στη ζωή σου. Και τα δύο σου δίδαξαν κάτι.” -Χαλίλ Γκιμπράν

Η ευγνωμοσύνη έχει κεντρίσει πολλές φορές το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας και κυρίως τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι έρευνες που αποδεικνύουν τα ευεργετικά οφέλη της.

Το γενικό συμπέρασμα των ερευνών είναι πως η έκφραση της ευγνωμοσύνης μπορεί να έχει θετική επίδραση στην ψυχή, στο πνεύμα και στο σώμα. Έμφαση έχει επίσης δοθεί και στην κοινωνική διάστασή της, με τους επιστήμονες να διατείνονται πως όταν είμαστε ευγνώμονες ωθούμαστε να εξετάσουμε τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους και να δούμε αν και πώς μας έχουν υποστηρίξει.

Η λέξη «ευγνωμοσύνη» προέρχεται από τη λατινική λέξη «gratia» που σημαίνει χάρη, ευγένεια. Όλα τα παράγωγα αυτής της λέξης έχουν να κάνουν με τη γενναιοδωρία, την ευγνωμοσύνη, τα δώρα, τη χαρά του δούναι και λαβείν ή απλώς του να δίνει κανείς απλόχερα χωρίς αντάλλαγμα (Pruyser, 1976). Το αντικείμενο της ευγνωμοσύνης μπορεί να είναι κάποιο πρόσωπο ή υπαρκτό ον -όπως οι φίλοι μας, τα ζώα κ.ά. ή κάτι απρόσωπο ή άλλες μη υλικές οντότητες -όπως η φύση, το σύμπαν κ.ά. (Teigen, 1997).

Η ευγνωμοσύνη έχει ειπωθεί πως είναι συναίσθημα, συμπεριφορά, ηθική αξία, συνήθεια, χαρακτηριστικό προσωπικότητας ή αντίδραση (Emmons and al., 2003) και μπορεί να εφαρμοστεί στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον.

Σύμφωνα με τον Weiner, η ευγνωμοσύνη ως συναίσθημα είναι μια κατάσταση εξαρτώμενη από το αποτέλεσμα, η οποία προέρχεται από μια γνωστική διεργασία αποτελούμενη από δύο βήματα: την αναγνώριση του θετικού αποτελέσματος και την αναγνώριση ότι υπάρχει μια εξωτερική πηγή γι’ αυτό το αποτέλεσμα (Weiner, 1985).

Ο καθηγητής Robert Emmons, ένα από τους πιο γνωστούς ειδικούς στο θέμα της ευγνωμοσύνης, υποστηρίζει ότι η ευγνωμοσύνη μάς κάνει να εκτιμούμε την αξία των πραγμάτων -όσο μικρά ή μεγάλα κι αν είναι αυτά- και να μην τα παίρνουμε ως δεδομένα. Ο ίδιος θεωρεί πως η ευγνωμοσύνη μάς ωθεί στο να είμαστε περισσότερο ενεργοί και να εστιάζουμε στα θετικά γεγονότα, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι χαρές που παίρνουμε απ’ τη ζωή. Στις πολυάριθμες έρευνές του συμμετείχαν χιλιάδες άνθρωποι όλων των ηλικιών και εν συντομία τα βασικά συμπεράσματα είναι ότι οι άνθρωποι που εξασκούν την ευγνωμοσύνη συστηματικά έχουν τα παρακάτω οφέλη:

Σε φυσικό επίπεδο:

-Πιο ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα
-Λιγότερους πόνους
-Χαμηλότερη πίεση
-Ασκούνται περισσότερο και φροντίζουν την υγεία τους
-Κοιμούνται περισσότερο και αισθάνονται πιο ξεκούραστοι όταν ξυπνούν

Σε ψυχολογικό επίπεδο:

-Περισσότερα θετικά συναισθήματα
-Περισσότερο αφυπνισμένοι, ζωντανοί και δραστήριοι
-Περισσότερη χαρά κι ευχαρίστηση
-Περισσότερη αισιοδοξία κι ευτυχία

Σε κοινωνικό επίπεδο:

-Περισσότερο εξυπηρετικοί, γενναιόδωροι και συμπονετικοί
-Περισσότερο συγχωρητικοί
-Περισσότερο εξωστρεφείς
-Λιγότερο απομονωμένοι και μοναχικοί

Ο Emmons αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «περνάμε πολύ χρόνο όντας παθητικοί θεατές – παρακολουθώντας ταινίες, οθόνες υπολογιστών, αθλητικούς αγώνες –, ενώ με την ευγνωμοσύνη κινητοποιούμαστε ώστε να συμμετέχουμε περισσότερο ενεργά στη ζωή μας.»

Τι συμβαίνει όταν κρατάμε ημερολόγιο ευγνωμοσύνης;

Υπάρχουν πολλοί τρόποι έκφρασης της ευγνωμοσύνης, ανάμεσα στους οποίους και η καταγραφή ημερολογίου. Έχει αποδειχτεί πως όταν γράφουμε εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη μας, τα ευεργετικά αποτελέσματα μπορεί να είναι πολλαπλάσια απ’ ό,τι αν απλά γράφαμε ή αν εκφράζαμε μόνο λεκτικά την ευγνωμοσύνη.

Οι Emmons και McCullough σε έρευνά τους ανέθεσαν σε νεαρούς ενήλικες να κρατούν ημερολόγιο για τα πράγματα για τα οποία ήταν ευγνώμονες. Σε άλλες ομάδες ανέθεσαν να κρατούν ημερολόγιο για όσα τους ενόχλησαν ή τους λόγους για τους οποίους υπερείχαν από τους άλλους. Όσοι κρατούσαν το ημερολόγιο ευγνωμοσύνης παρουσίασαν αύξηση της αποφασιστικότητάς τους, της προσοχής, του ενθουσιασμού και της ενέργειας σε σύγκριση με τις άλλες ομάδες (Emmons and McCullough, 2003).

Οι ίδιοι ερευνητές σε ξεχωριστή έρευνά τους βρήκαν ότι ενήλικες που έγραφαν έστω για μια εβδομάδα ημερολόγιο ευγνωμοσύνης είχαν επίσης ευεργετικά αποτελέσματα. Έδειξαν μεγαλύτερη αισιοδοξία, ασκούνταν περισσότερο, είχαν λιγότερες ασθένειες και πόνους (Emmons and al., 2003).

Ο Dr. Martin Seligman, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και πρωτοπόρος στη μελέτη της θετικής ψυχολογίας, μελέτησε την επίδραση διαφόρων ψυχολογικών παρεμβάσεων σε ενήλικες κάνοντας σύγκριση με ανάθεση γραψίματος για της πρώιμες μνήμες (Seligman et al. 2005). Όταν η ανάθεση της εβδομάδας ήταν να γράψουν και να δώσουν προσωπικά ένα γράμμα ευγνωμοσύνης σε κάποιον που ποτέ πριν δεν είχαν ευχαριστήσει, οι συμμετέχοντες αμέσως ανέφεραν τεράστια αύξηση στα αποτελέσματα ευτυχίας. Αυτή η επίδραση ήταν πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση, με τα οφέλη να διαρκούν περισσότερο από ένα μήνα.

Η ευγνωμοσύνη με πράξεις

Προσοχή, όμως: οι επιστήμονες τονίζουν ότι ευγνωμοσύνη δεν είναι το να συνειδητοποιεί κανείς ότι είναι καλύτερος από τους άλλους. Μερικές φορές ευχαριστούμε για όσα έχουμε κοιτάζοντας τι δεν έχουν οι άλλοι ή όταν βλέπουμε ότι είναι χειρότεροι από εμάς. Αυτό όμως δεν είναι ευγνωμοσύνη, είναι απλά σύγκριση.

Επιπλέον, για να έχουμε θετικά αποτελέσματα από την ευγνωμοσύνη απαιτείται όχι μόνο η εκτίμηση των θετικών πλευρών μιας κατάστασης, αλλά και ένα βήμα πέρα από αυτό, το να τη δείξουμε ή να την εκφράσουμε. Θα πρέπει, δηλαδή, να προχωρήσουμε και σε πράξεις. Η ευγνωμοσύνη όχι μόνο μας ενθαρρύνει να δούμε τα δώρα που έχουμε λάβει, αλλά και να τα ανταποδώσουμε. Γι’ αυτό το λόγο, ο κοινωνιολόγος Georg Simmel την αποκάλεσε «ηθική μνήμη».

Σ’ αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, είναι σκόπιμο ν’ αναρωτιόμαστε κάθε μέρα ποια είναι η δική μας πράξη ευγνωμοσύνης για σήμερα. Σε τελική ανάλυση, η ευγνωμοσύνη είναι στάση ζωής και θέμα οπτικής. Όπως πολύ σωστά είπε και ο Αμερικανός πολιτικός Frank Clark: «Αν κάποιος δεν είναι ευγνώμων μ’ αυτά που έχει, είναι πολύ πιθανόν να μην είναι ευγνώμων ούτε για όσα πρόκειται ν’ αποκτήσει

Μαθητεία θανάτου

Οι Ορφικές πινακίδες είναι λεπτές πλάκες χρυσού που έχουν χαραγμένες οδηγίες προς τους μυημένους στα μυστήρια του Ορφέα, σχετικά με τη συμπεριφορά, τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν και την ενεργό στάση της συνείδησης μετά θάνατον. Μια απ’ αυτές ανακαλύφθηκε στην Πετηλία της Καλαβρίας κι έχει ως εξής:

«Θα βρεις στα αριστερά του οίκου του Άδη, μια πηγή

που δίπλα της ορθώνεται ένα λευκό κυπαρίσσι.

Σ’ αυτήν την πηγή καθόλου να μην πλησιάσεις,

αλλά θα βρεις μιαν άλλη στης Μνημοσύνης

τη λίμνη, απ’ τη οποία ρέει δροσερό νερό.

Μπροστά της όμως υπάρχουν Φρουροί. Θα τους πεις

“Είμαι τέκνο της γης και του έναστρου ουρανού.

Όμως η καταγωγή μου είναι ουράνια.

Αυτό το ξέρετε κι εσείς.

Τώρα όμως διψάω και χάνομαι.

Γι’ αυτό δώστε μου να πιω δροσερό νερό

που ρέει από της Μνημοσύνης τη λίμνη».

Κι από μόνοι τους θα σου δώσουν να πιεις από τη θεία κρήνη.

Κι έπειτα από αυτό ανάμεσα στους άλλους ήρωες θα βασιλεύεις…».

Στα Ορφικά Μυστήρια, αναφέρεται ότι, όταν η ψυχή του ανθρώπου αποσπαστεί από το σώμα του, τότε έρχεται σε έναν κόσμο παράξενο, όπου πρώτα απ’ όλα διψάει. Έτσι λένε όλοι οι Μύστες, όλοι οι Διδάσκαλοι. Η ψυχή του ανθρώπου διψάει πάρα πολύ και ζητάει να πιει νερό. Το πρώτο πράγμα που συναντάει είναι μια κρήνη, δίπλα στην οποία στέκεται ένα λευκό κυπαρίσσι. Οι οδηγίες λένε πως, όσο κι αν διψάτε, δεν κάνει να πιείτε απ’ αυτό το νερό, γιατί το νερό αυτό είναι της λησμονιάς, είναι το νερό της Λήθης! Κι αμέσως μετά όσες ψυχές το πιούν ταλαιπωρούνται και βαραίνουν τόσο πολύ, που δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Αν κάνετε υπομονή όμως και είστε εγκρατείς, λίγο πιο πέρα θα βρείτε την κρήνη της Μνημοσύνης, τη λίμνη της Μνημοσύνης, όπου δίπλα της είναι ένα πράσινο κυπαρίσσι. Αυτή τη λίμνη την περιφρουρούν όντα, τα οποία πρέπει να δουν κάποια πράγματα και να ακούσουν κάποια λόγια για να σας αφήσουν να πιείτε από το νερό αυτό.

Σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες, οδηγίες και μυήσεις που έχουμε από τους ιερούς Διδασκάλους, όταν η ψυχή του ανθρώπου αποσπαστεί από τα πέντε στοιχεία, βρίσκεται σε μια κατάσταση μεγάλου φόβου και ανασφάλειας.

Αν στη ζωή εδώ, τώρα, είστε ευαίσθητοι κι ευάλωτοι όταν σας λένε κάτι βαρύ ή σας προσβάλλουν, εκεί, σε εκείνη την ώρα και σε εκείνες τις συνθήκες αυτό γίνεται πολλαπλάσια βαρύ. Αν εδώ νιώθετε ευαίσθητοι όταν πέφτει μια πέτρα επάνω σας, εκεί θα σας συμβαίνει το ίδιο με έναν κόκκο άμμου…

Η ψυχή όταν χάσει τα πέντε στοιχεία, είναι τελείως ακάλυπτη. Είναι σε μια μεταβατική κατάσταση όπου δεν μπορεί συνήθως να προφυλαχτεί. Αυτό που σώζει την ψυχή είναι το να θυμάται. Και η ψυχή για να θυμάται πρέπει να υποστηρίζεται από την αλήθεια και την επίγνωση της ενότητας των πάντων, από τη ροή, από το ΕΝ και το ΠΑΝ. Και για να υποστηρίζεται πρέπει να υπάρχει δίοδος επικοινωνίας. Η δίοδος επικοινωνίας είναι η Μνημοσύνη κι αυτό που εμποδίζει την επικοινωνία είναι ο εγωισμός. Το “εγώ” είναι αυτό που παρεμβάλλεται κι εμποδίζει την ψυχή να θυμηθεί την κρήνη της Λήθης με το λευκό κυπαρίσσι, τη λίμνη της Μνημοσύνης με το πράσινο κυπαρίσσι και τα λόγια που προτείνουν οι Ορφικές Πινακίδες, όταν βρεθεί μπροστά στη λίμνη της Μνημοσύνης.

Αν δεν προσπαθήσετε εδώ στη Γη, να τακτοποιήσετε το θέμα του εγωισμού, μην περιμένετε να το καταφέρετε λίγο πριν τον θάνατο, ούτε λίγο πριν τη μετάβαση. Τότε είναι πολύ αργά.

Εάν ο άνθρωπος δεν τακτοποιήσει τον εγωισμό του εδώ, τώρα, τι θα κάνει όταν αρχίσουν οι προβολές όσων έκανε στη ζωή;

Ένας θυμός εμφανίζεται ως προβολή μπροστά μας, σαν ένα τεράστιο θηρίο που βρυχάται και βγάζει καπνούς από το στόμα, από τη μύτη, φλόγες από τα μάτια. Ένα τεράστιο θηρίο, πανύψηλο κι εμείς είμαστε τόσα δα όντα μπροστά του. Το θηρίο είναι έτοιμο να μας κατασπαράξει, να μας καταπιεί…

Αν φοβόμαστε μια αρκούδα εδώ στο υλικό επίπεδο ή ένα λιοντάρι ή μια τίγρη, πώς θα αντιμετωπίσουμε αυτά τα τεράστια, πανύψηλα, τρομερά θηρία, όταν συμμετέχουν στην εμπειρία όλες οι αισθήσεις που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος; Όταν έρθει εκείνη η ώρα, μυρίζουμε, γευόμαστε, έχουμε ακοή, αφή, έχουμε τα πάντα εκεί. Όλες οι αισθήσεις λειτουργούν, με μιαν άλλη ποιότητα βέβαια και με έναν άλλο τρόπο, ωστόσο όλα λειτουργούν.

Καταλαβαίνετε πόσο πρέπει κανείς να είναι απαλλαγμένος από τον εγωισμό του, για να θυμηθεί και να πει τα πρώτα λεπτά -ή μάλλον δευτερόλεπτα- αυτά τα μαγικά λόγια της Ορφικής οδηγίας που λένε: “Είμαι γιος ή κόρη της γης και του έναστρου ουρανού, όμως η καταγωγή μου είναι ουράνια”…

Ήθελα να επισημάνω πόσο σημαντική είναι η επίτευξη της καθαρότητας και της αγνότητας, στην ψυχή του ανθρώπινου όντος. Είναι καθοριστικό για κάθε είδους μύηση. Αν εργαζόμαστε ευρισκόμενοι στο υλικό επίπεδο, με συνέπεια και συνέχεια και λίγο πριν μπούμε στον “μικρό θάνατο” – ύπνο, κάθε βράδυ, λέγοντας την “Προσευχή” και απαντώντας ωσάν να απαντάει το Πνεύμα σε εμάς: “Έχουμε την καρδιά καθαρή σαν τον κρύσταλλο, τη νόηση φωτεινή σαν τον ήλιο, την ψυχη απέραντη σαν το σύμπαν και το πνεύμα ισχυρό σαν τον Θεό κι ενωμένο με τον Θεό”, στην πραγματικότητα θα το θυμόμαστε σίγουρα, όταν έρθει η “μεγάλη νύχτα”, ο “μεγάλος θάνατος”. Έτσι όταν θα έρθει εκείνη η στιγμή, θα έχουμε παρουσία και θα αξιοποιήσουμε τον χρόνο μέχρι να έρθουν οι προβολές, εργαζόμενοι με τον ίδιο τρόπο και όντας με καθαρή, εξαγνισμένη καρδιά, θα είμαστε έτοιμοι και θα θυμόμαστε ξεκάθαρα όλα αυτά που θα συναντήσουμε…

…Να προσπαθήσετε να είστε παρόντες στους εφιάλτες σας και να λέτε: “Σας αναγνωρίζω, είσαστε προβολές μου”. Όμως, να κάνετε άσκηση όχι μόνο στον ύπνο σας, αλλά σε όλες τις συνθήκες κι όταν είστε ξύπνιοι. Όταν παρουσιάζεται ένας θυμός, μια ζήλια, ένας ανταγωνισμός, οποιαδήποτε δυσαρμονική σκέψη, στην πραγματικότητα είναι προβολή. Μπορείτε να πείτε στις πρώτες στιγμές που εκδηλώνεται: “Σας αναγνωρίζω, είσαστε προβολές μου” κι εξαφανίζεται.

Είναι μια απ’ τις καλύτερες πρακτικές ώστε να εξασκηθείτε και να μπορείτε να το εκδηλώσετε και κατά την μετάβαση στο αστρικό επίπεδο”… Στην πραγματικότητα είναι θέμα εξάσκησης και Μνημοσύνης.

Με αυτό που θα σας πω αποδεικνύεται ότι όλα είναι τέλεια και δίκαια. Κάποιοι άνθρωποι περνάνε βάσανα στη ζωή. Οι κουτοί κλαίνε για τα βάσανα που τους έρχονται, οι σοφοί χαίρονται, γιατί αξιοποιούν αυτή την περίοδο ωσάν να ήταν στο κατώτερο αστρικό επίπεδο και να αντιμετωπίζουν αυτά τα τέρατα. Και λένε: “Σας αναγνωρίζω, είσαστε προβολές μου”. Αναλόγως με πόσο μεγάλα είναι τα βάσανα που αντιμετωπίζει κάποιος με τον τρόπο αυτό, τόσο μεγαλύτερη είναι και η παρουσία του την κρίσιμη στιγμή, όταν βρεθεί στο αστρικό επίπεδο αντιμέτωπος με τα τέρατα που είχε εκδηλώσει στο υλικό επίπεδο. Όταν τα βάσανα είναι μεγάλα κι ο άνθρωπος τα αντιμετωπίζει με αυτόν τον τρόπο, υπερβαίνει το κάρμα. Έτσι θα μειωθούν πολύ οι προβολές στο κατώτερο αστρικό. Θα υπάρξουν, αλλά θα είναι ένα τίποτα. Γιατί ο άνθρωπος έχει μάθει ότι ήταν να του μάθει το κάρμα κι έτσι το υπερβαίνει…

Όταν βρεθείτε μπροστά στα θηρία των προβολών σας και μπροστά στην κρήνη της Λήθης ή τη λίμνη της Μνημοσύνης, τότε θα θυμηθείτε πόσο μεγάλη αξία έχουν τα λόγια που ακούτε.

Τότε θα θυμηθείτε, τότε θα καταλάβετε βαθιά. Το ωφέλιμο, όμως είναι να καταλάβετε τώρα την αξία τους. Τότε θα είναι λίγο αργά.

Το να προλαμβάνετε είναι πιο ωφέλιμο, πιο σοφό.

Καμύ: Εφόσον είχα ανάγκη ν' αγαπήσω και να αγαπηθώ, πίστεψα πως ήμουν ερωτευμένος

Αφού πάλεψα, αφού εξάντλησα την αυθάδη περηφάνια μου, αποθαρρυμένος από την αχρηστία των προσπαθειών μου, αποφάσισα να εγκαταλείψω τη συναναστροφή των ανθρώπων.

Όχι, όχι, δεν έψαξα για ερημονήσι, δεν υπάρχουν πια.

Κατέφυγα μονάχα στις γυναίκες.

Το ξέρετε, δεν καταδικάζουν καμιά αδυναμία στην πραγματικότητα: θα προσπαθούσαν μάλλον να ταπεινώσουν ή να αφοπλίσουν τις δυνάμεις μας.

Γι' αυτό κι η γυναίκα είναι η ανταμοιβή όχι του πολεμιστή, αλλά του εγκληματία.

Είναι το λιμάνι του, το καταφύγιό του, στο κρεβάτι της γυναίκας τον πιάνουν κατά κανόνα.

Αυτή άραγε δεν είναι ό,τι μας απομένει απ' τον επίγειο παράδεισο;

Χαμένος, έτρεξα στο φυσικό μου λιμάνι.

Μα δεν έλεγα πια λόγια.

Έπαιζα ακόμα λιγάκι, από συνήθεια · έλειπε όμως η ευρηματικότητα.

Διστάζω να το ομολογήσω, από φόβο μην πω ξανά παχιά λόγια: νομίζω πως την εποχή εκείνη ένιωσα την ανάγκη ενός έρωτα.

Αισχρό, έτσι;

Όπως και να 'χει, ένιωθα έναν βουβό πόνο, ένα είδος στέρησης που μ' έκανε πιο άδειο και μου επέτρεπε, εν μέρει από ανάγκη και εν μέρει από περιέργεια, να αναλάβω κάποιες υποχρεώσεις.

Εφόσον είχα ανάγκη ν' αγαπήσω και να αγαπηθώ, πίστεψα πως ήμουν ερωτευμένος.

Έκανα, μ' άλλα λόγια, το βλάκα.

Έπιανα ξαφνικά τον εαυτό μου να κάνει συχνά μια ερώτηση που, ως έμπειρος άντρας, μέχρι τότε την απέφευγα πάντοτε.

Άκουγα τον εαυτό μου να με ρωτάει: "Μ' αγαπάς";

Ξέρετε ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις είθισται να σου απαντάς: "Κι εσύ";

Αν έλεγα ναι, βρισκόμουν δεσμευμένος πέρα από τα πραγματικά μου αισθήματα.

Αν τολμούσα να πω όχι, κινδύνευα να μη μ' αγαπούν πια και υπέφερα.

Όσο λοιπόν το συναίσθημα όπου είχα ελπίσει να βρω ανάπαυση απειλούνταν, τόσο το απαιτούσα από τη σύντροφό μου.

Προχωρούσα έτσι, σε όλο και πιο ρητές υποσχέσεις και κατέληγα ν' απαιτώ απ' την καρδιά μου ένα συναίσθημα όλο και αχανέστερο.

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση

Σοπενχάουερ: Να μην καταστρέψουμε τη ζωή επιδιώκοντας εσαεί ανύπαρκτες χαρές

Eρχόμαστε στη ζωή γεμάτοι απαιτήσεις για ευτυχία και ευδαιμονία, και έχουμε την παράλογη ελπίδα να τις πραγματοποιήσουμε έως ότου η μοίρα βρεθεί άκομψα στον δρόμο μας για να μας δείξει πως τίποτα δεν εξαρτάται από εμάς και πως, αντίθετα, όλα εκείνη τα καθορίζει• εκείνη έχει αδιαμφισβήτητο δικαίωμα όχι μόνο πάνω σε ό,τι κατέχουμε και έχουμε πετύχει, αλλά και πάνω στα ίδια μας τα χέρια και τα πόδια, τα μάτια και τα αυτιά μας, ακόμα και πάνω στη μύτη μας, που βρίσκεται στο κέντρο του προσώπου μας.

Έτσι έρχεται η εμπειρία να μας διδάξει πως η ευτυχία και η ευδαιμονία είναι απλά μακρινές χίμαιρες, κάτι που μας υποδεικνύει μια αυταπάτη• και πως, αντίθετα, τα βάσανα και ο πόνος είναι η πραγματικότητα, είναι αυτά που γνωρίζουμε άμεσα, δίχως αυταπάτες και καθυστερήσεις.

Τι αποκομίζουμε από το δίδαγμά τους;

Να σταματήσουμε να αναζητάμε την ευτυχία και τη χαρά, και να προσπαθούμε αποκλειστικά να αποφύγουμε –όσο αυτό είναι εφικτό– τα βάσανα και τον πόνο. Έτι ο φρόνιμος το άλυπον διώκει, ου το ηδύ. («Ο φρόνιμος δεν αναζητά την απόλαυση, αλλά την απουσία πόνου», Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια).

Αντιλαμβανόμαστε πως το καλύτερο που μπορούμε να περιμένουμε επί γης είναι μια ζωή δίχως βάσανα, μια ζωή που να μπορούμε να υποφέρουμε αγόγγυστα: μια τέτοια ζωή μας έτυχε και αυτή ξέρουμε να εκτιμάμε• πρέπει να φροντίσουμε να μην την καταστρέψουμε επιδιώκοντας εσαεί ανύπαρκτες χαρές και αγωνιώντας για ένα μέλλον που πάντα θα είναι αβέβαιο – άλλωστε, όσο και αν προσπαθούμε να της αντισταθούμε, το μέλλον είναι εξ ολοκλήρου στα χέρια της μοίρας.

Άρθουρ Σοπενχάουερ, Η τέχνη του να είσαι ευτυχισμένος

Τά νέα ἐρωτήματα τῶν Προσωκρατικῶν φιλοσόφων

Τό ἕως τώρα ἐρευνούμενο ζήτημα τῆς διαμόρφωσης τῆς εὐρωπαϊκῆς μας ταυτότητας διά τῆς ἐπίδρασης τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας θά γίνει ἀντικείμενο περαιτέρω πραγμάτευσης, ὅταν θά ἀναφερθοῦν οἱ νέοι λογοτεχνικοί τύποι τῆς τραγωδίας καί τῆς κωμωδίας. Πρωτύτερα ὅμως πρέπει νά ἐξεταστεῖ ἕνα ἄλλο θέμα. Περίπου ἑκατό χρόνια πρίν ἀπό τή γένεση τῆς ἀττικῆς τραγωδίας ἡ ἑλληνική φιλοσοφία ἔδωσε τό παρόν μέ ἕνα διανοητικό τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι, πού ὀνομάζουμε «προσωκρατικό», διότι προηγεῖται τόσο χρονικά, ὅσο καί θεματικά της ριζικῆς στροφῆς, τήν ὁποία ἐπέφερε ἡ ἐπικέντρωση τοῦ Σωκράτη στά ἠθικά ἐρωτήματα.

Ἀφοῦ ὅλοι οἱ σύγχρονοι ἑρμηνευτές διακρίνουν σ’ αὐτή τήν πρώτη, περιλαμβάνουσα περίπου 200 χρόνια, φάση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας τή γέννηση τοῦ ὀρθολογικοῦ πνεύματος καί τῆς ἐπιστημονικότητας κι ἀφοῦ ἡ εὐρωπαϊκή κουλτούρα κυριάρχησε παγκοσμίως ὡς ἐπιστημονική - τεχνική καί ὀρθολογική δύναμη, προφανῶς τό ἐρώτημα, ἄν τούτη ἡ ἐποχή εἶναι σημαντική γιά τό ἀρχικό μας ἐρώτημα, ἔχει ἤδη ἀπαντηθεῖ. Παραμένει πάντως φλέγον καί ἀνοιχτό τό ζήτημα, τί ἀπό τήν πληθώρα τῶν ἀπόψεων, πεποιθήσεων, διανοητικῶν πειραμάτων καί ἐπιστημονικῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνου τοῦ καιροῦ μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὡς «δική» μας κληρονομιά, καθώς καί ἀπό ποιές μή ὀρθολογικές ἤ πρό-λογικές ρίζες πήγασε ὁ νοητικός τύπος τῆς ἐπιστήμης.

Διότι ὁ διανοητικός κόσμος τῶν προσωκρατικῶν εἶναι - κατά γενική παραδοχή - ἕνας ἐντελῶς ξένος κόσμος γιά ἐμᾶς. Ὅταν π.χ. ὁ Ἀναξαγόρας διδάσκει ὅτι σέ κάθε ὑλικό μόριο περιέχονται ἀπειροελάχιστα τμήματα κάθε ἄλλου εἴδους ὕλης («ὁμοιομερῆ-ἀνομοιομερῆ») ἤ ὁ Ἡράκέιτος λέγει ὅτι ὅλα σε τελευταύα ἀνάλυση εἶναι φωτιά καί ὁδηγοῦνται ἀπό τόν κεραυνό, καταρχάς φαίνονται αὐτά πολύ παράδοξα. Ὁ Ἀναξίμανδρος ἐξηγοῦσε ὅτι πιό κοντά στή Γῆ ἤσαν οἱ ἀπλανεῖς, ὕστερα ἀκολουθοῦσε τό φεγγάρι, μετά ὁ ἥλιος, μία ἐντελῶς ἄτοπη ἀντίληψη, πού κανένας ἄλλος Ἕλληνας δέν πρέσβευε. Δέν χρειάζεται πάντως καί πολύ σκέψη γιά νά ἐννοήσουμε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ὕλης τοῦ Ἀναξαγόρα περιλαμβάνει ἐξ ὁρισμοῦ μία σημαντική ἐπιστημονική ἐποπτεία: ὅτι ἡ ὕλη δέν ταυτίζεται μέ τήν ἐμφάνισή της, ὅτι ἡ ἀνάλυση μπορεῖ νά δείξει πώς ἕνα ὑλικό στήν πραγματικότητα συναπαρτίζεται ἀπό πράγματα, καταρχάς μή διαγνωστά. Ἤ ἡ ἀντίληψη τοῦ Ἡράκλειτου περί μεταστοιχείωσης ἑνός φαινομενικά ἑτερογενοῦς σέ κάτι ἑνιαῖο καί θεμελιῶδες: σίγουρα δέν ἔχει τήν παγκόσμια ἰσχύ, πού διεκδίκησε γιά τόν ἑαυτό της, ἀποδεικνύεται ὅμως ὡς ἕνας χρήσιμος νοητικός τύπος γιά διάφορα φαινόμενα τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Ὅταν ὁ Ἡράκλειτος θεώρησε τό πῦρ ὡς βασικό ὑλικό καί ἐνεργητική - κατευθυντήρια δύναμη τοῦ κόσμου, θά μποροῦσε κανείς σχεδόν νά ἰσχυριστεῖ ὅτι προκατέλαβε ἐνορατικά αὐτό, πού ἡ Φυσική πολύ καιρό ἔψαχνε, τήν ταυτότητα ὕλης καί ἐνέργειας, καί ἐκεῖνο, πού πολλοί ἀκόμη ἀναζητοῦν, τήν ἐγγενῆ πνευματικότητα τῆς ὕλης. Ἐπίσης ἡ παράδοξη κατάταξη τῶν σφαιρῶν τοῦ οὐρανοῦ ἀπό τόν Ἀναξίμανδρο σηματοδοτεῖ γιά ἐμᾶς τήν ἀπαρχή τῆς προσπάθειας νά κατατάσσουμε χωρικά τά ὑπεράνω ταῆς Γής πράγματα ἔναντι ἀλλήλων καί νά μετρᾶμε ἀριθμητικά τίς ἀποστάσεις τους - χωρίς αὐτή τήν ἀπόπειρα δέν θά σχηματιζόταν ποτέ μία ἐπιστημονική εἰκόνα τοῦ κόσμου. Ἄλλωστε, τό πρόβλημα τοῦ προσδιορισμοῦ θέσεων καί ἀποστάσεων τῶν ἀντικειμένων στό Σύμπαν ἀπασχολεῖ ἀκόμη καί σήμερα τήν Ἀστρονομία καί ἀναμένεται ὅτι θά τήν ἀπασχολεῖ καί στό μέλλον.

Δέν πρόκειται βέβαια ἐδῶ γιά μεμονωμένες γνώσεις ἤ ἀπόψεις, πού θά μποροῦσαν νά ἔχουν ἐπιστημονικό νόημα εἴτε ἄμεσα εἴτε μετά ἀπό ἀναλογική μεθερμήνευση. Ἄν ἦταν ἔτσι, θά παραπέμπαμε στή διδασκαλία τῶν τεσσάρων ριζωμάτων τοῦ Ἐμπεδοκλῆ, πού ἄσκησε μία ἐξαιρετικά μακρά ἐπίδραση στήν ἱστορία τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν: ἀκόμη καί στήν ἐποχή τοῦ Κάντ, τοῦ Γκαῖτε καί τοῦ Σίλλερ πίστευαν ὅτι ἡ γῆ, τό νερό, ὁ ἀέρας καί ἡ φωτιά ἦσαν τά τέσσερα βασικά ὑλικά ἤ ριζώματα («στοιχεῖα»), ἀπό τά ὁποῖα ἔχει προέλθει ἡ φύση. Μόλις τό 1783 ἔδειξε ὁ Antoine Lavoisier ὅτι τό νερό δέν εἶναι στοιχεῖο, διότι διασπᾶται σέ ὑδρογόνο καί ὀξυγόνο. Ὅμως αὐτό, πού ἔμεινε καί θά μείνει γιά πάντα, εἶναι ἡ ἀντίληψη τοῦ Ἐμπεδοκλῆ ὅτι ἡ πραγματικότητα ἀποτελεῖται ἀπό πληθώρα στοιχείων, πού δέν μποροῦν νά διασπασθοῦν σέ βασικότερα, πού συνδυάζονται μεταξύ τους διατηρώντας τήν ποικιλία τους καί παραμένοντας ἀναλλοίωτα κατά τήν ἰδιομορφία τους.

Μεμονωμένες ἐπόψεις καί ἡ σημερινή τους ἀξιολόγηση παρουσιάζουν περιορισμένο ἐνδιαφέρον, ἀφοῦ ὡς γνωστόν τό ἑκάστοτε ἐπίπεδο ταῆς ἐπιστήμης εἶναι ἡ ἐπίκαιρη κατάσταση τῶν πιό πρόσφατων λαθῶν της. Τό ζήτημα εἶναι κυρίως, ὅπως προανέφερα στήν Εἰσαγωγή, ἡ καταγωγή ἑνός ἀπό τά ἡγεμονικά χαρακτηριστικά τῆς εὐρωπαϊκῆς κουλτούρας: τῆς ὀρθολογικότητας καί τῆς ἀφιέρωσης στήν ἐπιστήμη. Ὅπως ἡ Εὐρώπη δέν θά γινόταν ἡ κοιτίδα τοῦ προγραμματικοῦ ἀτομικισμοῦ, χωρίς τήν πολλαπλῶς θρυμματισμένη ἐμπειρία τοῦ πρώιμου ἑλληνικοῦ λυρισμοῦ, ἔτσι καί ἡ ἐπιστημονική κουλτούρα τῆς μοντέρνας ἐποχῆς δέν θά ὑπῆρχε χωρίς τούς προσωκρατικούς. Μόνο πού ἐδῶ ὁ συσχετισμός εἶναι ἀκόμη πιό πρόδηλος. Οἱ δημιουργοί της σύγχρονης Φυσικῆς ἐπιστήμης ἀπό τόν Κοπέρνικο μέχρι τόν (Τζιορντάνο) Bruno, τόν Γαλιλαῖο καί τόν Νεύτωνα στηρίχτηκαν στόν Πυθαγόρα καί τήν ἀρχαία Φυσική ἐπιστήμη, ὄχι μέ κενές δηλώσεις καί ἐπικλήσεις θαυμασμοῦ, ἀλλά διότι πράγματι πίστευαν ὅτι μέ τίς ἐργασίες τους προωθοῦν καί συνεχίζουν τίς ἔρευνες τῶν ἀρχαίων.

Συνηθίζουμε νά θεωροῦμε τίς νοητικές διαδικασίες τῶν προσωκρατικῶν, ὄχι ὡς Φυσική ἐπιστήμη, ἀλλά ὡς φυσικές ὑποθέσεις, ἐκτίμησεις καί ὑπολήψεις. Τούς βλέπουμε ὡς φιλόσοφους, πού μόχθησαν γιά μία πρόσφορη ἔννοια τῆς φύσης, ἀλλά κόλλησαν ἤδη ἀπό τήν ἀρχή.

Γιά νά ἀποφύγουμε παρεξηγήσεις, πρέπει νά τονίσουμε ἀπό τήν ἀρχή ὅτι ἡ διάκριση μεταξύ φιλοσοφίας καί ἐπιστήμης δέν εἶναι κατάλληλη γιά μία τόσο πρώιμη περίοδο. Οἱ ἐπιστῆμες ἦσαν ἀκόμη καί γιά τόν Ἀριστοτέλη τόν 4ο αἰώνα π.Χ. μέρη τῆς «φιλοσοφίας». Ἔτσι λοιπόν, προτάσσει στά «Μετά τά Φυσικά» τή θεολογία, τήν ἐπιστήμη τῆς θεϊκῆς ὑπόστασης, ὡς πρώτη φιλοσοφία, κατατάσσει τή Φυσική ρητά ὡς «δεύτερη φιλοσοφία» καί μετά τή Φυσική τά Μαθηματικά, προφανῶς ὡς τρίτη φιλοσοφία (ἔστω καί ἄν δέν ἐξαγγέλλει κατά λέξη τούτη τή διαίρεση).[1] Ἡ ἀπαξίωση τῆς ἐξήγησης τοῦ φυσικοῦ κόσμου καί ἡ πρόταξη τῆς μεταφυσικῆς ἔλαβε χώρα διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς φιλοσοφίας τῶν ἰδεῶν τοῦ Πλάτωνος. Σ’ αὐτόν ἡ γνώση τῶν ἰδεῶν εἶναι «ἐπιστήμη» μέ τήν πλήρη ἔννοια τοῦ ὄρου, ἐνῶ οἱ μαθηματικοί κλάδοι ἐκτιμῶνται ὡς ἁπλές «τέχναι», ἡ δέ ἐξήγηση τῆς φύσης μόνο ὡς πιθανή ὑπόθεση.[2]

Γιά τό θέμα μας μία ἄλλη διαφοροποίηση εἶναι σημαντικότερη: ἐκείνη τῆς ἐπιστήμης ἀπό τή σοφία. Τό νά ἀχοῦμε τή φωνή τῶν σοφῶν εἶναι σύνηθες σέ ὅλες τίς κουλτοῦρες, τόσο στίς ἀνεπτυγμένες πού ἔχουν χρήση γραφῆς καί ὑψηλή κρατική ὀργάνωση, ὅσο καί στίς πρωτόγονες. Καί οἱ Ἕλληνες εἶχαν ἑπτά σοφούς (ὅπου ἤ συνόψιση σ’ ἕνα φανταστικό συμβούλιο ἑπτά ἀνδρῶν ἔγινε σύμφωνα μέ τό πρότυπο ταῆς Μεσοποταμίας). Σ’ αὐτούς ἀνῆκαν πολύ διαφορετικές μορφές, ὁ τύραννος Πιττακός ὁ Μυτιληναῖος καί ὁ νομοθέτης Σόλων ὁ Ἀθηναῖος, ἀλλά μόνο ἕνας ἐξ αὐτῶν ἐντάσσεται στήν ἱστορία τῆς προσωκρατικῆς κοσμοθεωρίας, ὁ Θαλῆς ὁ Μιλήσιος. Ὅμως οἱ ἀπόψεις του γιά τό «ὕδωρ» ὡς ρίζωμα τοῦ κόσμου δέν ἐμφανίζονται στό πλαίσιο τῆς προφορικῆς καί γραπτῆς παράδοσης γιά τούς ἑπτά σοφούς, δηλαδή ἡ παράδοση χωρίζεται μεταξύ τῆς ἀρχαϊκῆς, πολιτικῆς καί ἠθικῆς θυμοσοφίας τῶν ἑπτά σοφῶν καί τῶν παραδοχῶν, πού ἐμεῖς οἱ μεταγενέστεροι θεωροῦμε ὡς ἀπαρχή τῆς ἐπιστημονικῆς ἐξήγησης τοῦ κόσμου.[3]

Γιά τή σοφία τῶν ἀνεπτυγμένων πολιτισμῶν τῆς ἀρχαίας Ἀνατολῆς καί τῆς Αἰγύπτου οἱ Ἕλληνες εἶχαν τόν μέγιστο σεβασμό. Διενεργοῦσαν ἐκπαιδευτικά ταξίδια στήν Ἀνατολή, ἐντελῶς συνειδητοποιημένα, ἀπό τά ὁποῖα μάθαιναν πολλά. Μάλιστα ὁ Ἡρόδοτος ἐξηγοῦσε κατηγορηματικά ὅτι οἱ «βάρβαροι» -προφανῶς ἐδῶ ὁ τίτλος αὐτός δέν ἔχει τίποτε τό ὑποτιμητικό - διακρίνονταν ἀπό τους Ἕλληνες, διότι ἦσαν ἐξυπνότεροι καί ἀπαλλαγμένοι ἀπό ἀνόητες ἁπλοϊκότητες.[4] Θαύμαζαν τήν παλαιότητα τῶν πολιτισμικῶν παραδόσεων τῆς Ἀνατολῆς, σέ σύγκριση μέ τίς ὁποῖες οἱ Ἕλληνες ἐμφανίζονταν «ἀεί παῖδες».[5] Πάντως δέν ἔθεταν τό ἐρώτημα, πού θέτει ἡ σύγχρονη Ἱστορία τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης: ὑπῆρχε πράγματι τότε ἡ διάκριση «ἐπιστήμης» καί «φιλοσοφίας» ὑπό ἑλληνική ἔννοια;

Ἐν μέρει τό παραπάνω εἶναι θέμα ὁρισμοῦ. Ὑπῆρχε πολλή μαθηματική λεπτομερής γνώση στήν Αἴγυπτο καί στήν Ἀνατολή, ἐπίσης καί στούς πολιτισμούς τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς, πού οἱ Ἕλληνες γνώριζαν μόνο ἀπό ἀσαφεῖς διαδόσεις. Αὐτό, πού ὀνομάζουμε σήμερα «πυθαγόρειο θεώρημα», ἦταν πολύ γνωστό στήν Ἀνατολή καί ἐφαρμοζόταν ὑπό πρακτική ἔποψη σέ συγκεκριμένα παραδείγματα ἀριθμῶν. Ὅμως ποῦ ὀφείλεται ἀπό πλευρᾶς Ἱστορίας τῆς ἐπιστήμης ἡ γενική μαθηματική θεωρητική ἀπόδειξη ὅτι ἡ πρόταση α2+β2=γ2 ἰσχύει γιά κάθε ὀρθογώνιο τρίγωνο, διότι προκύπτει ἀπό τούς ὁρισμούς τῆς γραμμῆς, τοῦ τριγώνου καί τῆς ὀρθῆς γωνίας; Μόνο ὅταν ὁ σχετικός κανόνας διατυπωθεῖ, δέν ἔχουμε πλέον ἁπλά ἐξειδικευμένες γνώσεις πρακτικῆς γεωμετρίας, ἀλλά ἀντικειμενική μαθηματική ἐπιστήμη. Τό σύστημα «καθαρῆς» γεωμετρίας ὡς ἐξαγωγῆς ἀπό ἀξιώματα εἶναι σύμφωνα μέ τίς μελέτες τῶν ἱστορικῶν της ἐπιστήμης[6] ἑλληνικό καί ὄχι ἀνατολικό.

Τά ἴδια ἰσχύουν καί γι’ αὐτό, πού ἀποκαλοῦμε μέ μία ἑλληνική λέξη «φιλοσοφία». Ὁμιλοῦμε γιά τήν ἰνδική καί τήν κινεζική φιλοσοφία καί ἀκοῦμε ὅτι οἱ Ἕλληνες χρωστοῦσαν πολλές σημαντικές ἀντιλήψεις τους στόν ζωροαστρισμό, τούς Βαβυλώνιους καί τούς Αἰγυπτίους. Κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ὅτι ὁ Βουδισμός ἤ ὁ Ζαϊνισμός (γιανισμός), ὁ κινεζικός ταοϊσμός ἤ ἡ ἀρχαία ἰρανική δυαδιστική διδασκαλία (Ὀρμούσδ καί Ἀριμάν) διέθεταν καί ἐξέπεμπαν βαθύτατη σοφία. Ὅμως σέ ὅλες αὐτές τίς παραδόσεις ἐλλείπει ἡ ἔννοια τῆς φιλοσοφίας ὡς μεθοδικῆς, ἐπαγωγικῆς, ἀντικειμενικῆς καί καθαρά ὀρθολογικῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Ἀκόμη κι ἄν θελήσουμε νά ἐπεκτείνουμε τήν ἑλληνο-εὐρωπαϊκή φιλοσοφική ἔννοια στήν Ἰνδία καί τήν Κίνα, πρέπει νά παραδεχτοῦμε ὅτι ἐκεῖ ἔλειπε ἀκόμη ἡ καθαρή γνωστική ὀριοθέτηση τῆς ἐπιστήμης ὡς μίας ἀντικειμενικῆς, ὀρθολογικῆς γνώσης μορίων τῆς πραγματικότητας καί τῶν ἀρχῶν της, πέραν ἀπό τήν ἀναγωγή στίς ἔσχατες αἰτίες τῶν πραγμάτων, πού εἶναι ἀποστολή τῆς φιλοσοφίας.

Χωρίς λοιπόν νά θέλουμε νά ὑποτιμήσουμε τίς ἐξωευρωπαϊκές κουλτοῦρες, ἐπιτρέπεται νά ποῦμε ὅτι ναί μέν ἡ σοφία ἀναπτύχθηκε σέ πολλούς τόπους καί σέ πολλές μορφές στήν ἀνθρώπινη Ἱστορία, Ἐπιστήμη καί Φιλοσοφία, ἀλλά μόνο στούς 'Ἕλληνες σ’ αὐτή τή διπολικότητα καί μέ γνωστική-μεθοδική ὀριοθέτηση ἐπιστήμης καί φιλοσοφίας.

Ἡ ὀριοθέτηση δέν ἦλθε ἀπό μόνη της. Ὅπως ὑπαινιχθήκαμε, εἶναι προσφορά τοῦ Πλάτωνος καί τῆς πλατωνικῆς Ἀκαδημίας, στήν ὁποία ἀνῆκε καί ὁ Ἀριστοτέλης τά 20 πρῶτα χρόνια της δημιουργίας του.[7] Ὁ Πλάτων ὅμως συνέχιζε συνειδητά τίς ἀφετηριακές σκέψεις διαφόρων προσωκρατικῶν διανοητῶν. Ἡ σύγχρονη ἐπιστημονική καί φιλοσοφική ἔννοια, πού στίς θεμελιώδεις ἀρχές της εἶναι πλατωνική-ἀριστοτελική (ἄν καί ἐμπλουτισμένη μέ τό πρόγραμμα τῆς στοχευμένης ἀνάκρισης τῆς φύσης διά τοῦ πειράματος καί τῆς κατά τό δυνατόν ἐξειδίκευσης τῶν παρατηρήσεων), προέκυψε ἀπό τή σπουδαία πλατωνική σύνθεση τῶν προγενέστερων νοητικῶν προσπαθειῶν. Ἑπομένως, στούς προσωκρατικούς δέν μποροῦμε νά τήν ἀναμένουμε. Ἐδῶ ἔχουμε μᾶλλον «μάχη ἐπιστήμης καί σοφίας», ὅπως λέγει σ’ ἕνα γνωστό του σχῆμα ὁ Νίτσε, στό ὁποῖο ἀποπειρᾶται μία ἀποτίμηση τῶν βασικῶν σημείων τῆς ἐν λόγω ἐποχῆς.[8] Σέ πολλούς ἀπ’ αὐτούς τους διανοητές, ἀναρωτιόμαστε πῶς πρέπει νά τούς θεωροῦμε: ὡς φιλοσόφους, ὡς ἐπιστήμονες (ἴσως πρῶτο-ἐπιστήμονες) ἤ ὡς σοφούς. Ὁ Ἡράκλειτος ἀπό τήν Ἔφεσο ἦταν μία τέτοια περίπτωση, ὁ Ἐμπεδοκλῆς μία ἄλλη. Τό πιό διάσημο βιβλίο στήν κριτική τῶν πηγῶν τοῦ πυθαγορισμοῦ ἔχει τίτλο «Σοφία καί Ἐπιστήμη». Ὁ συντάκτης τοῦ προσπάθησε νά σκιαγραφήσει τή μετάβαση τῆς προφιλοσοφικῆς, ἀρχαϊκῆς «σοφίας» τοῦ Πυθαγόρα τοῦ 6ου αἰώνα στήν πυθαγόρεια «ἐπιστήμη» τοῦ Φιλολάου, περί τό πέρας τοῦ 5ου αἰώνα.[9] Ἐδῶ βρισκόμαστε ἀντιμέτωποι μέ μία ἐποχή μετάβασης καί μετασχηματισμοῦ τῆς ἐπιστημονικῆς ὀρθολογικότητας τῆς Εὐρώπης.

Μ’ αὐτή τήν ἀποτίμηση ὡς περίοδο μετάβασης καί ἄρα προετοιμασίας γιά κάτι ὑψηλότερο καί τελειότερο δέν θά συμφωνοῦσαν πάντως μερικοί σημαντικοί φιλόσοφοί της νεωτερικότητας. Ό Karl Popper ἐπαινοῦσε τήν ὀρθολογική καθαρότητα καί νοητική ἀπουσία προκαταλήψεων τῶν προσωκρατικῶν μέ τούς πιό ὑψηλούς τόνους, τούς προτιμοῦσε ἀπό τόν Πλάτωνα, τόν ὁποῖο μισοῦσε ὡς ὑποτιθέμενο πρόδρομο τοῦ σύγχρονου ὁλοκληρωτισμοῦ καί ἀναγνώριζε στούς προσωκρατικούς πολλά βασικά στοιχεῖα τῆς δικῆς του ἐπιστημονικῆς ἀντίληψης.[10] Ό Martin Heidegger εἶδε τήν ἀπαρχή τῆς λησμονιᾶς τοῦ Εἶναι, πού διέγνωσε στή μεταφυσική της Δύσης, στήν ἐπικέντρωση τοῦ Πλάτωνος στό «εἶδος» ἤ τήν «ἰδέα» καί τή συναφῆ μεθερμήνευση τῆς ἔννοιας τῆς ἀλήθειας. Αὐτό, πού χάθηκε στόν Πλάτωνα, ἦταν κατά τήν ἄποψή του ἡ «ἀλήθεια» ὡς μή κρυπτότητα καί μή λήθη τοῦ Εἶναι. Οἱ προσωκρατικοί ἦσαν σέ θέση νά ἀκούσουν τόν ψίθυρό του Εἶναι μέ πιό ἀρχέγονο, ἀληθινό καί ἀδιαστρέβλωτο τρόπο ἀπό τήν ἀρχόμενη διά τοῦ Πλάτωνος ἐποχή τῆς μεταφυσικῆς.[11] Ἀξίζει νά ἀναφερθεῖ ἐπίσης καί ὁ Karl Jaspers, ὁ ὁποῖος δέν στόχευσε μέν τήν ὑπέρβαση τῆς πλατωνικῆς ἀρχῆς, ἀλλά μέ τή θέση του περί κοσμοϊστορικῆς «ἀξονικῆς» σημασίας τῶν Ἑλλήνων διανοητῶν του 600-500 π.Χ., ἀπέδωσε σ’ αὐτούς ἕναν νέο προσανατολισμό τῆς σκέψης ὡς μία νέα λογική ἐποχή.[12] Πρίν ἀπό αὐτούς τους τρεῖς μεγάλους φιλοσόφους του 20ου αἰώνα, ἤδη τόν 19ο αἰώνα, ὁ Φρίντριχ Νίτσε στό ἀνωτέρω παρατεθέν σύγγραμμά του «Ἐπιστήμη καί Σοφία σέ Ἀνταγωνισμό» ἐξέφρασε πολύ μεγάλη ἐκτίμηση γιά τήν πρώιμη φάση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας.

«Τόσα πολλά ἐξαρτῶνται ἀπό τήν ἀνάπτυξη τῆς ἑλληνικῆς .κουλτούρας, ὥστε ὅλος ὁ δυτικός μας κόσμος ἔχει λάβει ἀπό ἐκεῖ τήν κινητήρια δύναμή του. Μία ἰδιοτροπία τῆς μοίρας θέλησε νά δείξει ὁ νεότερος παρηκμασμένος Ἑλληνισμός μεγάλη ἱστορική δύναμη. Ἐξ αὐτοῦ του λόγου ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα κρίνεται πάντοτε ἐσφαλμένα. Ὀφείλουμε νά ξέρουμε τή νεότερη Ἑλλάδα, ὥστε νά μποροῦμε νά τήν ἀντιδιαστείλουμε ἀπό τήν ἀρχαία. Πολλές δυνατότητες τῆς ἐπιστήμης ποτέ δέν ἀποκαλύφθηκαν, γιατί δέν τις ἀπεκάλυψαν οἱ Ἕλληνες. Ἄλλοι πάλι ἀνακάλυψαν τούς 'Ἕλληνες καί μετά πάλι τούς συγκάλυψαν».[13]

Σ’ αὐτές τίς ἀποτιμήσεις τῶν πρώτων δύο αἰώνων τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας θά ἐπιστρέφουμε στό τέλος τοῦ κεφαλαίου. Στό προτελευταῖο κεφάλαιο οἱ Πλάτων καί Ἀριστοτέλης θά ἀξιολογηθοῦν ὡς οἱ κύριοι ἱδρυτές τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας, πράγμα πού δέν πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς προγραμματική ἀντίθεση πρός τούς Popper, Heidegger καί Νίτσε. Μέ τήν ἔποψη τοῦ Heidegger περί ἀρχόμενης λησμονιᾶς τοῦ Εἶναι ἡ ἐδῶ ἐκπροσωπούμενη ἄποψη ἐναρμονίζεται τουλάχιστον ὡς πρός τό σημεῖο, ὅτι μέ τόν Πλάτωνα ἡ φιλοσοφία πῆρε ἕνα νέο νοητικό δρόμο, ὁ ὁποῖος παρέμεινε καθοριστικός μέχρι τό τέλος τῆς μεταφυσικῆς κάπου μεταξύ Χέγκελ καί Schelling ἀπό τή μία πλευρά, ἤ Νίτσε καί Heidegger ἀπό τήν ἄλλη. Ἄν τό Εἶναι προβαίνει χωρίς διαστρέβλωση ἐνώπιόν μας, ὅταν τό ἀντιλαμβανόμαστε ἤ τό «ἀφουγκραζόμαστε» μαζί μέ τόν Παρμενίδη καί τόν Ἡράκλειτο, τοῦτο θά παραμείνει πάντοτε ἀμφισβητούμενο. Ἀναμφισβήτητο ὅμως παραμένει ὅτι ἡ ἑλληνική ἐπιστήμη καί φιλοσοφία εἶχαν διπλή ἀπαρχή. Μία μέ τήν ἰωνική φυσική φιλοσοφία τοῦ Θαλῆ, τοῦ Ἀναξίμανδρου καί τοῦ Ἀναξιμένη, καί μία μέ τήν ἀνακάλυψη τῆς αὐτονομίας τοῦ ἄϋλου καί «νοητοῦ» Εἶναι μέ τόν Πλάτωνα. Λόγω του ὅτι ἡ δεύτερη ἀπαρχή τῆς ἀττικῆς ἐννοιοκρατίας ἦταν μέχρι τότε ἀνήκουστη γιά τή δυτική ἱστορία τοῦ πνεύματος - καί τοῦτο παρά τή συναρπαστική εὐστροφία τῶν προσωκρατικῶν ἀντιλήψεων -, θά ἦταν πιό ἐνδεδειγμένη ἡ ὀνομασία τῶν πρώιμων διανοητῶν ὡς «προπλατωνικῶν» καί ὄχι «προσωκρατικῶν». ὅπως ἔχει ἐπικρατήσει. Ὅμως δέν μπορεῖ κανείς ν’ ἀλλάξει εὔκολα ἕναν καθιερωμένο ὄρο, γι’ αὐτό θά τόν χρησιμοποιήσουμε καί στή συνέχεια.

Ἡ πρώιμη ἑλληνική φιλοσοφία, ὅπως καί ὁ πρώιμος λυρισμός τοῦ Πινδάρου καί τοῦ Βακχυλίδη, εἶναι ἕνα ἁπλό πεδίο ἐρειπίων, δέν διατηρήθηκε τίποτε πλῆρες ἤ ὁλοκληρωμένο. Ἡ ἀρχική ἀποστολή λοιπόν ἦταν νά ἐξαχθοῦν τά κείμενα καί οἱ ἀναφορές ἔργων τῶν προσωκρατικῶν ἀπό τή μεταγενέστερη λογοτεχνία, νά ἐκδοθοῦν καί νά ἀντιμετωπισθοῦν κριτικά ὡς «ἀποσπάσματα» ἤ «μαρτυρίες». Τοῦτο κατέστη δυνατόν πρίν ἀπό περίπου 100 χρόνια ἀπό τόν Hermann Diels στό κόσμοϊστορικό του ἔργο «Τά Ἀποσπάσματα τῶν Προσωκρατικῶν» (Βερολίνο 1903), πού καταρχάς θεωροῦνταν ἀπό τόν συντάκτη του ὡς βοήθημα γιά τίς παραδόσεις, ἔθεσε ὅμως συνάμα σέ νέες βάσεις τή μελέτη μίας ὁλόκληρης ἐποχῆς τῆς Ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας. Τό 1951 κυκλοφόρησε ἡ 6η ἔκδοση, θεωρημένη καί ἐπαυξημένη ἀπό τόν Walther Kranz. Ἀπό τότε ἐπανεκδίδεται σταθερά ὡς «Diels-Kranz». Σκέφτηκαν πρίν ἀπό κάποια ἔτη νά προχωρήσουν σέ νέα ἐπεξεργασία τοῦ συνολικοῦ ὑλικοῦ - διότι ἀπό τήν ἀρχή ὁ Diels θέλησε νά παραθέσει πλήρως μόνο τά κατά λέξη χωρία καί κυρίως «ἀποσπάσματα» καί ὄχι τίς δοξογραφικές ἀναφορές -, τελικά ὅμως δέν κατέστη δυνατόν οὔτε γιά ἕνα ἄτομο οὔτε γιά μία ὁμάδα νά ἐπαναλάβει τόν ἄθλο τοῦ Diels ἤ νά πετύχει κάτι συγκρίσιμο στή σημερινή μας ἐποχή.

Σ’ αὐτή τή συλλογή περιλαμβάνονται οἱ μαρτυρίες καί τά σπαράγματα περισσότερων ἀπό 90 διανοητῶν. Δέν θά ἦταν σκόπιμο νά τούς κατονομάσουμε ὅλους. Ἀκόμη καί ἡ ἀπαρίθμηση τῶν 16 ὀνομάτων, πού βρῆκαν θέση στό γνωστό ἑρμηνευτικό ἔργο ἀναφορᾶς τῶν Kirk - Raven - Schofield,[14] δέν θά προσέφερε πολλά. Ἀντίθετα, θά γίνει προσπάθεια συνόψισης τούτης τῆς ποικιλίας σύμφωνα μέ διακεκριμένους ἄξονες σκέψης. Ἐξ αὐτῶν διακρίνονται πέντε (ἐνῶ βέβαια κάθε συνόψιση διατρέχει τόν κίνδυνο νά ὑποτιμήσει τήν αὐτονομία τῶν μεμονωμένων διανοητῶν).

1) Καταρχάς εἶναι ἡ λεγόμενη «Σχολή τῆς Μιλήτου». Ὁ Θαλῆς ὁ Μιλήσιος θέτει τό 600 π.Χ. τό ἐρώτημα, ποιά εἶναι ἡ βασική ὕλη τοῦ κόσμου, ἀπό τήν ὁποία ὅλα προῆλθαν Τό ἐρώτημα φαίνεται νά στοχεύει σέ μία ἔσχατη καί ἑνιαία ἀπάντηση, πού θά μποροῦσε νά ἐξηγήσει τήν ἀπέραντη ποικιλία.[15] Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θαλῆ ἦταν ὡς γνωστόν ὅτι ὅλα προῆλθαν ἀπό τό νερό καί σέ τελευταία ἀνάλυση εἶναι νερό. Στήν ἴδια πόλη, τή Μίλητο, ὁ Ἀναξίμανδρος συνέχισε τοῦτο τό εἶδος κοσμοθεωρίας, ὅπου πρῶτος αὐτός κατονόμασε κάτι ἀφηρημένο καί ἄϋλο ὡς θεμελιώδη ἤ ἀρχέγονη ὕλη, δηλαδή τό «ἄπειρον», τό μή ἔχον ὅρια, πού δέν φαίνεται νά καθορίζεται περισσότερο ὡς προς τήν ὑλική του ἰδιομορφία. Ὁ τρίτος Μιλήσιος, ὁ Ἀναξιμένης, θεωροῦσε ὅτι ὅλα δημιουργοῦνται ἀπό τόν ἀέρα διά τοῦ μηχανισμοῦ τῆς πύκνωσης ἤ ἀραίωσης (μάνωσης). Τούτη ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἔσχατου «στοιχείου» ἤ ριζώματος παρέμεινε σταθερή στό πλαίσιο τῆς μεταβληθείσας φιλοσοφικῆς κατάστασης τοῦ 5ου καί 4ου αἰώνα - ἄν καί μέ ἑκάστοτε διαφορετική μετακίνηση τοῦ κέντρου βάρους - καί στή σκέψη τοῦ Ἐμπεδοκλῆ, τοῦ Δημοκρίτου, τοῦ Ἀναξαγόρα, τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Ἀριστοτέλη.

2) Ὁ Πυθαγόρας ὑποστηρίζει ἕνα νέο εἶδος κοσμοθεωρίας. Καί αὐτός καταγόταν ἀπό τήν Ἰωνία, ἀπό τή Σάμο, ἀπ’ ὅπου τό 530 π.Χ. διέφυγε ἀπό τόν τύραννο Πολυκράτη πρός τήν Κάτω Ἰταλία, γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ὅτι ἀνήκει στόν «ἰταλικό κλάδο» τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας. Πρέσβευε τή θεωρία τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καί τῆς μετεμψύχωσης, θεωροῦνταν θαυματοποιός καί ἦταν γιά τούς ὀπαδούς του, πού ἀποτελοῦσαν ἕνα εἶδος τάγματος μέ καθῆκον ἐχεμύθειας, πνευματικός ταγός μέ ἀνάστημα μεγαλύτερο ἀπό τό ἀνθρώπινο. Ὑπ’ αὐτό τό πρίσμα δέν φαίνεται νά ἔχει σχέση μέ τήν ἀπαρχή τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ὀρθολογισμοῦ. Συγχρόνως ὅμως ὁ Πυθαγόρας ἐκπροσωποῦσε τήν ἀνάλυση τοῦ κόσμου σέ ἀριθμούς, ἄρα σέ τελευταία ἀνάλυση, τή στρουκτουραλιστική σκέψη τῶν δομικῶν λίθων καί τῆς ποσόστωσης (piecemeal engineering). Διά «τῆς δόμησης ἀντί τῆς ὕλης», ἄν θέλουμε νά τήν ὀνομάσουμε ἔτσι, ὁ Πυθαγόρας δέν ὑπολείπεται σέ ὀρθολογικότητα ἔναντι τῶν Μιλησίων, τουναντίον: ἡ μοντέρνα φυσική ἐπιστήμη τοῦ Κοπέρνικου, τοῦ Γαλιλαίου καί τοῦ Κέπλερ μπόρεσε νά ἀφήσει πίσω της ὅλη τήν προηγούμενη γνώση ἀκριβῶς μέ τήν ἀνάδειξη μαθηματικά καθορισμένων δομῶν στή φύση. Στόν Πυθαγόρα καί τούς πυθαγόρειους τοῦτο ἀποτελοῦσε ἁπλά ἔνα πρόγραμμα, πού ἀπεῖχε πολύ ἀπό πειστικά ἀποτελέσματα. Ἡ χρήση τῶν ἀριθμῶν γιά τήν ἐξήγηση τοῦ κόσμου φαντάζει ὡς ἐντελῶς ἀντιεπιστημονική. Ἔτσι λέγει ὁ Ἀριστοτέλης ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἄριθμος 10 ἴσχυε ὡς τέλειος στούς πυθαγόρειους περιλαμβάνων ὅλη τή φύση τῶν ἀριθμῶν, εἶχαν ὁρίσει καί τά οὐράνια σώματα σέ 10. Ἀφοῦ ὅμως μόνο ἐννέα τέτοια οὐράνια σώματα ἦσαν ὁρατά, ἐφεῦραν καί ἕνα δέκατο, πού ἦταν ἡ ἀόρατη «Ἀντίχθων».[16] Ὅσο καί ἄν φαίνεται περίεργη σέ μᾶς τούς σημερινούς ἡ θεμελίωση μέ βάση τήν τελειότητα τοῦ ἀριθμοῦ 10, πάντως ἡ συμπερασματική ἐξαγωγή τῆς ὕπαρξης ἑνός (ἀκόμη) μή γνωστοῦ κοσμικοῦ ἀντικειμένου ἀπό θεωρητικούς λόγους, ἐξεταζόμενη μεθοδικά, μπορεΐ νά ἀξιολογηθεῖ ὡς παράδειγμα ἐπιστημονικῆς διατύπωσης ὑποθέσεων. Παραμένει τό γεγονός ὅτι ἡ πυθαγόρεια ὁμολογία, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων ἐξάγεται ἀπό τούς ἀριθμούς, εἶχε τεράστια πνευματική - ἱστορική ἐπιρροή καί διαμόρφωσε μόνιμα καί καθοριστικά τήν πορεία τῆς δυτικῆς ἐπιστήμης.

3) Ὁ Ἡράκλειτος, ἐπίσης Ἴωνας ὅπως καί οἱ προηγούμενοι, καταγόταν ἀπό τήν Ἔφεσο. Ὅταν ἀκοῦμε ὅτι κατά τόν Ἠράκλειτο ὅλα προέρχονται ἀπό τό πῦρ, τείνουμε νά τόν κατατάξουμε μαζί μέ τούς Μιλήσιους. Ὅμως μέ τή φιλοσοφία του περί παγκόσμιου νόμου, πού ὀνομάζεται «Λόγος», πού εἶναι πρόδηλος, ἀλλά μολοντοῦτο λανθάνει τήν προσοχή τῶν περισσοτέρων (κρύπτεσθαι φιλεῖ), μέ τίς σκέψεις του περί ἀδιάκοπης ροῆς καί μεταβολῆς ὅλων τῶν πραγμάτων, ἀλλά καί περί τῆς παράδοξης ταυτότητας τῶν ἀντιθέσεων, μέ τήν ἀναζήτησή του «περί τοῦ ἑαυτοῦ» καί περί τῶν «ὁρίων τῆς ψυχῆς» ἐκπροσωπεῖ μία ξεχωριστή ἄποψη, μάλιστα τήν πιό πρωτότυπη ἀνάμεσα στούς Ἴωνες.

4) Πάντα ὡς ἀντίβαρο τοῦ Ἡράκλειτου θεωροῦνταν ὁ Παρμενίδης ἀπό τήν Ἑλέα ταῆς Κάτω Ἰταλίας, πού ὄχι ἁπλά δέν ἔβλεπε τά πάντα νά κινοῦνται, ἀλλά ἀντίθετα ἀρνιόταν κατηγορηματικά τη δυνατότητα τῆς κίνησης. Ὁ Ἀριστοτέλης ἀποκάλεσε δικαίως τούτη τή θέση ὡς μή φυσική, μή ἀνταποκρινόμενη πρός τή φύση.[17] Πράγματι φαίνεται ὡς ἄρνηση, ὄχι μόνο τοῦ Ἡρακλείτου, ἀλλά καί ὅλων τῶν προειρημένων. Ὁ Παρμενίδης παρέλαβε τήν ἐποπτεία του, ὄχι ἀπό τήν παρατήρηση τῆς φύσης, ἄλλα ἀπό μία στάθμιση, πού σύμφωνα μέ σύγχρονη ὁρολογία θά χαρακτηριζόταν ὀντολογική καί ταυτόχρονα λογική. Προσπάθησε νά ὁρίσει ποιά εἶναι ἡ ἁπλή ἔννοια τοῦ «εἶναι» καί τοΰ ὑφιστάμενου, τοῦ «ἐόν» καί τοῦ ὄντος, μέ τί εἶναι αὐτή συμβατή καί μέ τί ὄχι. Ἄν μόνο τό ὑφιστάμενο ὑπάρχει, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό αὐτό, ἀλλιῶς θά ἦταν μή ὑφιστάμενο, ἀφοῦ ὁτιδήποτε δέν ἀνήκει στό «εἶναι», ἐντάσσεται στό μηδέν. Ἑπομένως δέν μπορεΐ νά ὑπάρξει οὔτε γίγνεσθαι, ἀφοῦ τοῦτο δέν θά εἶναι τό ὑφιστάμενο, ἀλλά μία πολλαπλότητα ἀπό πολλά διαδοχικά ὑφιστάμενα, τά ὁποῖα ὅμως εἶναι διαφορετικά ἀπό τό ὑφιστάμενο. Ἔτσι ὁ Παρμενίδης ἀρνεῖται τήν πολλότητα, τό γίγνεσθαι, συνεπῶς καί τήν κίνηση. Τή συνέπεια, στήν ὁποία τόν ὁδήγησε ἡ καθαρή σκέψη, τήν θέτει ὑπεράνω τῆς πρόδηλης ἐμπειρίας ὅτι τά πολλά ὑπάρχουν καί κινοῦνται. Ἡ τολμηρή ἄρνηση τῆς πραγματικότητας χάριν τῆς συνέπειας τῆς σκέψης ἐκ μέρους τοῦ Παρμενίδη προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση. Ὅλοι οἱ προσωκρατικοί σχεδιασμοί, πού τόν ἀκολουθοῦν χρονικά, μποροῦν νά ἐννοηθοῦν μόνο ὡς ἀντίδραση στή δική του ριζική ἄρνηση τῆς μεταβλητότητας τοῦ «εἶναι». Τό εἶδος τῆς σκέψης καί ἐπιχειρηματολογίας του συνεχίστηκε ἀπό τόν μαθητή του Ζήνωνα, ὁ ὁποῖος πρός ὑπεράσπιση τῆς πρότασης τοΰ δασκάλου του, ὅτι μόνο τό ἕνα καί μοναδικό ὑφιστάμενο ὑπάρχει καί ἐκτός τούτου τίποτε, προσπάθησε νά ἀποδείξει διαλεκτικά - θεωρεῖται στήν ἀρχαιότητα ὁ ἐφευρέτης τῆς διαλεκτικῆς - ὅτι ἡ παραδοχή τῆς ὕπαρξης τῆς πολλότητας καί τῆς κίνησης εἶναι ἐγγενῶς ἀντιφατική. Ἕνας ἄλλος Ἐλεάτης διανοητής ἦταν ὁ Μέλισσος ἀπό τή Σάμο, ὁ ὁποῖος ἀπό τήν προϋπόθεση ὅτι τό «εἶναι» τοῦ Παρμενίδη δέν μπορεῖ νά βλαφτεῖ ἤ νά ἐπηρεαστεῖ κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι εἶναι χωρικά καί χρονικά ἀπεριόριστο.

5) Ὡς μία πέμπτη ἀφετηρία πρέπει νά κατονομαστεῖ ἡ πολλαπλῶς ἀνειλημμένη ἀπόπειρα νά διατηρηθεῖ μέν τό ἀμετάβλητο τοῦ ἀληθῶς ὑφιστάμενου, ἀλλά νά ἐπιτραπεῖ συνάμα ἡ πολλότητα καί ἡ κίνηση. Παραλλαγές τούτης τῆς ἀπόπειρας εἶναι οἱ ὑλικές θεωρίες τοῦ Ἐμπεδοκλῆ, τοῦ Ἀναξαγόρα καί τοῦ Δημοκρίτου. Ὁ Ἐμπεδοκλῆς παραδέχεται τέσσερα εἴδη ὕλης ὡς ἀμετάβλητα στοιχεῖα ἤ ριζώματα: τή γῆ, τό νερό, τόν ἀέρα καί τή φωτιά. Διά τῆς ἀνάμιξής τους σέ διαφορετικές ἀναλογίες ἀνακύπτουν ὅλα τά πράγματα. Κινητήριες δυνάμεις τῆς μίξης καί τοῦ χωρισμοῦ εἶναι ἡ φιλία καί τό «νεῖκος», πού εἶναι αἰώνιες καί ἀναλλοίωτες, ὅπως καί τά ἴδιά τά ριζώματα. Ἡ πολλότητα καί ἡ κίνηση γίνονται ἐκ τῶν προτέρων ἀποδεκτές ὡς ἀμετάβλητες, ὁπότε δέν χρειάζεται νά ἀποκλειστοῦν ἐν ὀνόματι τῆς ταυτότητας τοῦ «εἶναι», πού δέν ἐπιτρέπει τίποτε ἐκτός ἀπό τόν δικό του καθορισμό ὅτι κάτι ὑπάρχει («ἔστιν»). Τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τόν Ἀναξαγόρα. Ὅλες οἱ ὕλες προϋπάρχουν καί εἶναι ἴσες μεταξύ τους. Ἡ δύναμη, πού προωθεῖ τή μίξη καί τόν χωρισμό τους, εἶναι πάντως ἑνιαία καί ὀνομάζεται ἀπό αὐτόν «νοῦς», λογική. Ὁ Δημόκριτος σέ ἀντίθεση μέ τόν Ἐμπεδοκλῆ καί τόν Ἀναξαγόρα δέν χρειάζεται κάποια δύναμη γιά νά ἐξηγήσει τήν κίνηση. Τούτη ἐντάσσεται ἀπό πρίν στήν ὑφή καί τή σύσταση τῶν ἀτόμων, πού βρίσκονται σέ διαρκῆ πτώση καί συμπαντική κατακρήμνιση. Κάθε ἄτομο εἶναι ἄτμητο - τούτη εἶναι ἡ σημασία τῆς λέξης («α» στερητικό + τέμνω), ἀκατάλυτα, αἰώνια καί ταυτόσημα μέ τόν ἑαυτό τους. Ἐξίσου πραγματικό ὅπως καί τό ἄτομο, πού πληροῖ ἕναν χῶρο καί γι’ αὐτό ὀνομάζεται «πλῆρες» εἶναι καί τό «κενόν», στό ὁποῖο αὐτό ἀέναα κατακρημνίζεται. Τό «κενόν» εἶναι συγχρόνως μή ὑφιστάμενο (δέν εἶναι ἄτομο), ἀλλά καί πραγματικό, δηλαδή ὁ Δημοκριτος περιλαμβάνει στήν κοσμοθεωρία του τό «μή εἶναι», τοῦ ὁποίου ἀκόμη καί τή σκέψη ἀπαγόρευε ὁ Παρμενίδης («οὐ γάρ μήποτε τοῦτο δαμῇ εἶναι τά μή ἐόντα, ἀλλά σύ τῆσδ’ ἀφ’ ὁδοῦ διζήσιος εἶργε νόημα»). Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐπιζεῖ ἡ ὀντολογική πρόκληση τοῦ Παρμενίδη, πού ἐπέτασσε νά σκεφτόμαστε τό ἀδύνατο καί ἀπαγόρευε νά σκεφτόμαστε τό δυνατό, στά τρία πιό σημαντικά φυσικό-φιλοσοφικά συστήματα τοῦ 5ου αἰώνα.

Ἀρκετά εἰπώθηκαν γιά τίς πέντε βασικότερες νοητικές ἀφετηρίες τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας μέχρι τό τέλος τοῦ 5ου αἰώνα. Μετά ἀπ’ ὅσα ἀναφέρθηκαν γιά τήν ἀδυναμία διάκρισης μεταξύ φιλοσοφίας καί ἐπιστήμης κατά τήν ἐν λόγω ἐποχή, ἀξίζει νά σημειωθεῖ ἀκόμη ἡ αὔξηση τῆς γνώσης στήν ἀστρονομία (μέ πρακτικές συνέπειες γιά τόν ὑπολογισμό τοῦ ἡμερολογίου), ἡ ἀνακάλυψη τῆς ἀσυμμετρίας τῆς διαγωνίου τοῦ τετραγώνου σέ σχέση μέ τήν πλευρά, πού προκάλεσε κλονισμό στήν κοσμοθεωρία τῶν μαθηματικῶν, ἰδιαίτερα τῶν πυθαγορείων, οἱ ὁποῖοι πίστευαν σε μία παγκόσμια τάξη βασισμένη σέ ἀναλογίες ἀκέραιων ἀριθμῶν, ἐπίσης καί ἡ συγκρότηση ὑψηλῆς ἰατρικῆς τέχνης μέ συνειδητοποιημένη μέθοδο καί φυσικο-φιλοσοφικές θεωρίες, ὅπως μποροῦμε νά διαπιστώσουμε στά συγγράμματα τοῦ Ἱπποκράτη. Ἐδῶ θά ἀρκεστοῦμε σέ ἁπλή ἀναφορά, μία πιό ἐκτενής ἀφήγηση τῶν ἐπιτευγμάτων τῆς ἐποχῆς θά ὑπερέβαινε κατά πολύ τό προδιαγεγραμμένο πλαίσιο τῆς ἐρευνᾶς μας.

Ὅτι μέ τούς προσωκρατικούς ἀνέτειλε κάτι νέο στόν κόσμο, δεν ἀμφισβητεῖται.Τούτη ἡ γενική διαπίστωση χρειάζεται ἐξειδίκευση πρός δύο κατευθύνσεις. (1) Ἀφοῦ τίποτε ἀπόλυτα καινούριο δέν ὑπάρχει στό πεδίο τῆς Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας, ἐρωτᾶται ποιές παραστάσεις μποροῦν νά θεωρηθοῦν «πρόδρομοι» ἤ «διεγερτικά ἐρεθίσματα» ἤ ὅροι καί προϋποθέσεις γιά τό «νέο» στοιχεῖο, πού προσέφεραν οἱ προσωκρατικοί. (2) Ἐπίσης πρέπει νά ἀναρωτηθοῦμε σέ τί συνίσταται τό καινούριο τῆς ἐδῶ ἀναδυόμενης ἑρμηνείας τοῦ κόσμου.

(1) (α) Ἐνῶ προηγουμένως μποροῦσε νά ὑποστηριχθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ «καθαρή, ἀπαλλαγμένη ἀπό προσμίξεις φιλοσοφία ἐμφανίστηκε ξαφνικά καί χωρίς ὁρατή ἀφορμή».[18] ἡ ἀκριβέστερη ἔρευνα τῶν θρησκευτικῶν καί κοσμολογικῶν μύθων τοῦ 20ού αἰώνα ἀπέδειξε ὅτι οἱ προσωκρατικοί εἶχαν παραλάβει πολλά ἀπό τούς ἀρχαίους πολιτισμούς τῆς ἀνατολῆς. Ὁτι δέν τό ἀναγνώριζαν αὐτό στά κείμενά τους, δέν μπορεῖ νά τούς τό καταμαρτυρήσει κανείς, διότι ἡ τέχνη τῆς παραπομπῆς δέν ἀνῆκε στίς συνήθειες τῶν πρώιμων κουλτούρων (οὔτε στή δύση, οὔτε στήν ἀνατολή, ὅπου τούτη ἡ συνήθεια φαίνεται ὅτι δέν ἔχει φθάσει ἀκόμη καί σήμερα). Ἄλλωστε ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας προϋποθέτει μία ἀνεπτυγμένη κουλτούρα γραφῆς, γιά τήν ὁποία δέν μποροῦσε τότε νά γίνει λόγος. Βῆμα πρός βῆμα ἀναδείχθηκαν κατά τή μελέτη τῶν ἀνατολικῶν κειμένων ἐντυπωσιακές ὁμοιότητες μέ τίς παραστάσεις καί τίς σκέψεις Ἑλλήνων διανοητῶν, ὅπου τό ζήτημα τῆς προτεραιότητας λύνεται τίς περισσότερες φορές χωρίς προβλήματα ὑπέρ της ἀνατολικῆς αὐθεντικότητας. Ἔτσι ἡ καθ’ ἠμᾶς περίεργη παράσταση τοῦ Θαλῆ ὅτι ἡ Γῆ κολυμπάει στό νερό ἀποδείχθηκε δάνειο ἀπό ἀρχαίους βαβυλωνιακούς καί αἰγυπτιακούς μύθους.[19] Ἡ προαναφερόμενη, μόνο ἀπό τόν Ἀναξίμανδρο ἐκπροσωπούμενη ἄποψη περί, ἱεράρχησης τῶν οὐράνιων σφαιρῶν - ὅτι δηλαδή πάνω ἀπό τόν ἥλιο ὑπάρχουν οἱ ἀπλανεῖς ἀστέρες, πιό πάνω τό φεγγάρι καί ὑπεράνω ὅλων ὁ ἥλιος - εἶναι εἰλημμένη ἀποδεδειγμένα ἀπό τήν ἰρανική θρησκεία. Κείμενα τῆς δυναστείας Παχλαβῆ, πού παραπέμπουν σέ ἀρχαιότερη πρό Ζαρατούστρα ἰρανική παράδοση, ὁμιλοῦν γιά τήν ἄνοδο τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο στά «ἄναρχα καί αἰώνια φῶτα», ἕναν παραδεισένιο τόπο εὐδαιμονίας, ὅπου διαμένει ὁ ὑπέρτατος θεός Ἄχουρα Μάσδα, ἱστάμενο ὕστερα ἀπό τίς ἀνωτέρω κλίμακες ἤ σταθμούς τῶν οὐράνιων σωμάτων.[20] Τοῦτα τά δύο παραδείγματα ἀρκοῦν ἐδῶ. Ὁ συνολικός ἀριθμός τέτοιων ὁμοιοτήτων εἶναι πολύ δηλωτικός. Ἀποδεικνύει ὅτι οἱ πρῶτοι φιλόσοφοί ταῆς Ἑλλάδας δέν αἰωροῦνταν σέ κενό χῶρο, ἀλλά ἵσταντο στό ἔδαφος τῆς συνέχειας τῶν ἀρχαίων κοσμογονιῶν.[21]

(β) Δεύτερον πρέπει νά ἀναφερθεῖ ἡ παλαιότερη ἑλληνική ποίηση, τῆς ὁποίας ἡ μυθική σκέψη ἀντικαθίσταται ἀπό τούς προσωκρατικούς, πού ἔχει ὅμως ἤδη μία ἰσχυρή τάση πρός ἕνα εἶδος προφιλοσοφικοϋ λογισμοῦ, συγγενοῦς μέ τήν κύρια φιλοσοφία. Δέν εἶναι καί αὐτή ἀπαλλαγμένη ἀπό ἀνατολικές ἐπιδράσεις. Ἔτσι π.χ. ὁ μύθος τῆς διαδοχῆς στή «Θεογονία» τοῦ Ἡσίοδου - ἡ γνωστή σέ ὅλους τους μεταγενέστερους Ἕλληνες ἀφήγηση τῆς διαδοχῆς τῶν γενεῶν τῶν θεῶν καί τῆς περιέλευσης τῆς κυριαρχίας τοῦ Οὐρανοῦ στόν γιό του Κρόνο καί ἀπό τόν Κρόνο στόν δικό του γιό Δία - βασίζεται σέ δύο θρησκευτικά ποιήματα τῶν Χετταίων, ἐκ τῶν ὁποίων τό ἕνα τιτλοφορεῖται «(Μύθος) τοῦ Βασιλείου τῶν Ούρανῶν» καί τό ἄλλο «Ἆσμα τοῦ Ullikummi». Πρίν ἀπ’ αὐτά ὑπάρχουν παλαιότερα συγγράμματα τῆς Οὔρ, ποῦ χρονολογοῦνται ἀπό τους εἰδικούς περί τό μέσον της 2ης χιλιετίας π.Χ.[22] Ἤ ὅταν στήν Ἰλιάδα τό ζεῦγος τοῦ Ὠκεανοῦ καί τῆς Τηθύος, δύο ὑδάτινες θεότητες, θεωροῦνται ὡς ἀφετηρία τῶν θεῶν καί τῶν πραγμάτων («θεῶν γένεσις», Ἰλιάδα 14.201 καί «γένεσις παντεσσι» 14.246), τοῦτο ἀνάγεται ἀναμφίβολα στήν ἀπαρχή τοῦ βαβυλωνιακοῦ κοσμογονικοῦ ποιήματος «Enuma elish», ὅπου ὁ κόσμος προέρχεται ἀπό τήν ἕνωση Apsu καί Tiamat, θαλασσινοῦ καί γλυκοῦ νεροῦ ἀντίστοι- χα.[23] Ἐξάλλου καί ὁ Ἀριστοτέλης διστάζει, ποῦ νά τοποθετήσει τήν ἀπαρχή τῆς φιλοσοφίας (ὡς ἀναζήτηση ἐσχάτων αἰτίων καί ἀρχῶν). Τή μία ὀνομάζει τόν Θαλῆ ὡς τόν ἱδρυτή αὐτῆς της φιλοσοφίας («ἀρχηγός»),[24] ἀπό τήν ἄλλη ἀναφέρει τόν Ὠκεανό καί τήν Τηθύα (χωρίς νά γνωρίζει τήν ἀνατολική καταγωγή τοῦ σχετικοῦ ὁμηρικοῦ χωρίου) καί ἀξιολογεῖ δεόντως τούς «πρώτους θεολογήσαντας», ἐκείνους πού ἀφηγήθηκαν πρῶτοι ἱστορίες θεῶν,[25] ἰδιαίτερα τόν Ἡσίοδο, τόν ὁποῖο παραλληλίζει μέ τόν Παρμενίδη, στό βαθμό πού ἀμφότεροι, καί ὁ ποιητής καί ὁ φιλόσοφος, ἀποδίδουν στόν Ἔρωτα καθοριστικό ρόλο ὡς «ἀρχή» τῶν πραγμάτων (ὑπό τήν ἔννοια τῆς πρώτης κινητήριας αἰτίας).[26] Χαρακτηριστικό εἶναι ὅτι ἡ ἀβεβαιότητα τοῦ φιλοσόφου Ἀριστοτέλη ἐπαναλήφθηκε 2000 χρόνια ἀργότερα στόν φιλόλογο ἐκεῖνο, πού μᾶς κατέστησε προσιτά τά κείμενα τῶν πρώιμων διανοητῶν σέ συνοπτική καί ἀξιόπιστη μορφή. Ἡ συλλογή ἀποσπασμάτων τοῦ Diels ξεκινᾶ τήν πρώτη φορά μέ τόν Θαλῆ, μετά τήν 6η ἔκδοση ὅμως προτάσσονται περισσότερες ἀπό 60 σελίδες, πού σχολιάζουν καί τεκμηριώνουν σέ τρία μέρη τήν κοσμολογική ποίηση τῆς πρώιμης ἐποχῆς, τήν ἀστρολογική ποίηση τοῦ 6ου αἰώνα καί τήν πρώιμη κοσμολογική πεζογραφία τῶν γνωμικῶν. Σ’ αὐτή τήν ἑλληνική «προϊστορία» τῆς φιλοσοφικῆς σκέψης μποροῦν νά εὑρεθοῦν σημεῖα, πού ἐγγίζουν στενά τούς νοητικούς τύπους τῶν προσωκρατικῶν, ὅπως τό περίεργο ἔργο τοῦ Φερεκύδη ἀπό τή Σύρο, τόν ὁποῖο ὁ Ἀριστοτέλης κατέτασσε ὡς ἕνα συγγραφέα ἀνάμεσα στόν μύθο καί τήν ἐπιστήμη.[27] Αὐτό, πού πλέον δέν μπορεῖ νά ὑποστηριχτεῖ, εἶναι ἡ ἄποψη τοῦ 19ου καί πρώιμου 20ου αἰώνα ὅτι «τά πάντα ἀναπτύχθηκαν ἐντελῶς φυσικά ἀπό τίς προϋποθέσεις τοῦ ἑλληνικοῦ λαϊκοῦ βίου».[28]

(2) Ποῦ ὑφίσταται τώρα τό «νέο» στοιχεῖο τῆς προσωκρατικῆς σκέψης; Ἁπλά, στήν ἐγκατάλειψη τῶν μυθικῶν νοητικῶν τύπων. Τό προαιώνιο ἐρώτημα, πού θέτει ἡ «γένεσις πάντων» καί ἡ καταγωγή τῶν πραγμάτων, παύει νά εἶναι ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Θαλῆ ὑπόθεση τοῦ «θεολογεῖν», ὅπως τό ὀνόμαζε ὁ Ἀριστοτέλης, ἡ ἀφήγηση μίας Ἱστορίας, τῆς ὁποίας τό ὑποκείμενο εἶναι οἱ θεοί - ἤ ὅπως στή «Γένεση» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁ ἕνας Θεός -, πού προηγουμένως κατασκεύασαν ἤ ρύθμισαν κάτι, ὥστε νά ἰσχύει καί σήμερα. Ἐφεξῆς τό ὑποκείμενο εἶναι ἡ ἴδια ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων, στόν Θαλῆ τό ὕδωρ, στόν Ἀναξιμένη ὁ ἀέρας, στόν Ἠράκλειτο τό πῦρ, ἡ δέ ἐπίδρασή της δέν γίνεται ἀντιληπτή τόσο ὡς χρονική Ἱστορία, ὅσο ὡς ἐκδήλωση μίας ἀμετάβλητης οὐσίας. Μία πρόταση τοῦ Ἡρακλείτου συνοψίζει τά παραπάνω: «Κόσμον τόν- δε, τόν αὐτόν ἁπάντων, οὔτε τίς θεῶν, οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ’ ἦν ἀεί καί ἔστιν καί ἔσταί – πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καί ἀποσβεννύμενον μέτρα».[29]

Ὡς ἀντίθετος πόλος πρός τήν πρωτο-ἐπιστημονική σκέψη τῶν Μιλησίων μπορεῖ νά μᾶς χρησιμεύσει ὁ Ἡσίοδος. Ἡ «Θεογονία» του ἐξηγεῖ τήν παροῦσα παγκόσμια κατάσταση ὡς δημιουργία ἀπό θεϊκές ὀντότητες. Οἱ θεοί γεννοῦν ἄλλους θεούς ἀρχίζοντας ἀπό τό «Χάος», οἱ γενεές ἔρχονται καί παρέρχονται, ὑπάρχουν μάχες μεταξύ του Οὐρανοῦ καϊ τοῦ γιοῦ του Κρόνου, μεταξύ Κρόνου καί Δία, ἐντέλει δέ στή Γῆ ἐγκαθίσταται ἡ δίκαιη παγκόσμια τάξη τοῦ Δία, πού δέν ἀπειλεῖται πλέον ἀπό νέες γενεές θεῶν (παρότι ὁ Ζεύς παραμένει μία δημιουργική καί γεννητική δύναμη καί μάλιστα ἡ μοναδική). Ὁ Ἡσίοδος δέν εἶναι ἀφιλοσόφητος. Ἡ προσφορά του εἶναι ἡ συστηματοποίηση τῶν θεϊκῶν δυνάμεων, πού διοικοῦν τόν κόσμο, ἡ σκιαγράφηση τῆς δημιουργίας τῆς τάξης ἀπό τό ἀρχέγονο χάος - τούτη τήν (ἐπίκαιρη) λέξη τοῦ τή χρωστᾶμε ἀκόμη καί σήμερα. Τά ἀνωτέρω δέν εἶναι λίγα. Παρά ταῦτα: χωρίς τήν παραίτηση τοῦ Θαλῆ καί τῶν διαδόχων του ἀπό τους θεϊκούς γάμους καί τούς θεϊκούς ἀγῶνες, τίς προσωποποιήσεις, τίς ἀλληγορίες καί τούς λοιπούς μυθικούς νοητικούς τύπους δέν θά φθάναμε ποτέ στή γένεση τῆς ἐπιστήμης.

Εἶναι λοιπόν ἀποφασιστικό νά μήν ὑπάρχουν πλέον οἱ θεοί ὡς πρωταγωνιστές. Τοῦτο τό ὀφείλουμε στήν ὀρθολογικότητα τῶν Ἰώνων (καί τῶν μαθητῶν τους). Ὁ Karl Popper διατύπωσε τήν ὑπόθεση ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Ἀναξίμανδρου περί θέσεως τῆς Γῆς στο κέντρο τοῦ κόσμου γεννήθηκε ἀπό τήν κριτική τῆς ἀντίληψης τοῦ δασκάλου του Θαλῆ, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Γῆ πλέει σέ νερό. Ἐνόψει τοῦ γεγονότος ὅτι κάθε γενεά ἀπό τόν Θαλῆ μέχρι τόν Πλάτωνα διατύπωνε μία νέα φιλοσοφία, ὁ Popper ἐνθαρρύνθηκε νά ὑποστηρίξει ὅτι τό πνεῦμα τῆς κριτικῆς ἐνδημοῦσε στούς Ἕλληνες, ἀφοῦ ὁ Θαλῆς ἀπό τήν ἀρχή προκάλεσε τήν κριτική τοποθέτηση τῶν μαθητῶν του ἀναφορικά μέ τίς ἀπόψεις του. Τάχα, μέσα ἀπό αὐτή τή θεμελιωμένη ἀπό τούς Μιλήσιους «νέα παράδοση ἐλευθερίας» ἐφαρμόστηκε γιά πρώτη φορά ἀπό τους προσωκρατικούς ἡ «ἀληθής θεωρία γιά τή γνώση», δηλαδή ἡ θεωρία τοῦ Popper ὅτι ἡ γνώση προχωρεῖ «μέ ἐπαληθεύσεις καί διαψεύσεις» (ἀντίθετα μέ τή διδασκαλία τοῦ Bacon περί τῆς ἐπαγωγῆς ὡς ἀπαρχῆς τῶν παρατηρήσεων);[30] Δυστυχῶς καί οἱ δύο ὑπόθεσεις τοῦ Popper, καθώς καί τό συμπέρασμά του γιά τή γνωσιολογική θεωρία τῶν προσωκρατικῶν, δέν στηρίζονται στά κείμενα. Πολύ πιθανότερο εἶναι ὅτι ἕκαστος διανοητής θεωροῦσε τή δική του ὀπτική τῶν πραγμάτων ὡς ὁριστικά ὀρθή, ἀντί σύμφωνα μέ τόν «κριτικό ὀρθολογισμό» τοῦ Popper νά τήν ἀξιολογεῖ ἁπλῶς ὡς ὑποθετική καί νά προσκαλεῖ εὐγενικά τους ἄλλους νά τή βελτιώσουν μέ τήν κριτική τους.

Ἡ «ἐπιστημονικότητα» τῆς πνευματικῆς ἐργασίας τῆς ἐν λόγω ἐποχῆς ὑπερεκτιμᾶται τόσο ὡς πρός τήν ποιότητα - δέν λάμβανε χώρα ἐπιχειρηματολογία, ἀλλά διατύπωση ἰσχυρισμῶν καί ἀφορισμῶν μέ πολλή αὐτοπεποίθηση - καί ὡς πρός τήν ποσότητα. Ἡ καταγωγή καί ὁ χαρακτήρας τῶν νέων ἰδεῶν δέν ἦσαν πάντοτε ὀρθολογικά. Ὅτι ὁ Ἡράκλειτος δέν αἰτιολογεῖ, ἀλλά ἐξαγγέλλει τά πορίσματά του, γίνεται ἀντιληπτό μετά ἀπό μικρή ἐνασχόληση μέ τά σχετικά ἀποσπάσματα καί δέν ὑπάρχει βάσιμος λόγος νά δεχθοῦμε ὅτι ἡ ἐντύπωση αὐτή θά ἄλλαζε, ἄν εἴχαμε περισσότερα συγγράμματά του. Ἡ πληροφορία γιά τόν Ἀναξίμανδρο ὅτι ἐξέθετε τίς ἀπόψεις του «συνοψίζοντας τίς κατά τά βασικά σημεῖα» θεωρεῖται δικαίως ὡς στιλιστική κρίση σχετικά μέ μία μή ἐπιχειρηματολογική, ἀρχαϊκή παρουσίαση.[31] Σχετικά μέ τούς φιλοσοφικούς λόγους τῆς προτάξεως τοῦ «ἀπείρου» ὡς ἀφετηρίας οἱ ἑρμηνευτές ἔκαμαν πολλές σκέψεις, ἴσως περισσότερες ἀπ’ ὅσες ὁ ἴδιος ὁ Ἀναξίμανδρος. Διότι αὐτός κατά πάσα πιθανότητα βάφτισε τή νέα του ἔννοια κατόπιν μετατροπῆς μίας θεολογικῆς παράστασης. Ὅπως παρέλαβε τήν ἐλάχιστα «ὀρθολογική» ἀκολουθία τῶν κοσμικῶν σφαιρῶν Γῆ - ἀπλανεῖς ἀστέρες – φεγγάρι - ἥλιος ἀπό τήν ἰρανική διδασκαλία τῆς ἀνάληψης τῆς ψυχῆς,[32] κατά τόν ἴδιο τρόπο ἐνέταξε τή μυθική, ὑπερκείμενη ὅλων περιοχή φωτός τοῦ ὑπέρτατου θεοῦ στήν κοσμοθεωρία του ὑπό τό ὄνομα «ἄπειρον». Ἄν αὐτή ἡ ὑπόθεση εἶναι ὀρθή[33] - καί πάμπολλα στοιχεῖα λέγουν ὅτι εἶναι -, ἀπομένει τό ἐρώτημα, πῶς μπόρεσε νά παραλειφθεῖ κατά τή μετατροπή τοῦ ἰρανικοῦ κοσμοειδώλου σέ ἰωνική φυσική φιλοσοφία ὁ κυρίαρχος φωτεινός χαρακτήρας τῆς ἀρχῆς. Εἶναι ἄραγε ἕνα ἄπειρο, γενόμενο ἀντιληπτό μᾶλλον ὡς σκοτεινό, «πιό ὀρθολογικό» ἀπό τά ἰρανικά «ἄσβεστα φῶτα»; Γιά τή μή ὀρθολογική χρήση τοῦ τέλειου ἀριθμοῦ «δέκα» στήν πυθαγόρεια κοσμολογία τά εἴπαμε ἀνωτέρω. Ἄν ὁ σημερινός ἀναγνώστης πληροφορηθεῖ ὅτι στή στυγνά ὀρθολογική θεωρία τῶν «ἀτομιστῶν» κυρτά καί κοῖλα ἄτομα ἀγκιστρώνονται τό ἕνα στό ἄλλο καί/σχηματίζουν μία περιβάλλουσα τόν κόσμο μεμβράνη,[34] ματαίως θά ψάξει μία ὀρθολογική αἰτιολόγηση αὐτῆς ταῆς παράστασης. Παρόμοιες αὐθαίρετες ἤ ἀναιτιολόγητες παραδοχές ἀπαντῶνται σέ ὅλους τους προσωκρατικούς.

Ἕνα ἄλλο εἶδος ὑπερεκτίμησης ὑπέστησαν οἱ προσωκρατικοί ἀπό τον Martin Heidegger. Ἡ προσπάθειά του νά ἱδρύσει «μία σκέψη, ἡ ὁποία δέν εἶναι πλέον φιλοσοφία, διότι σκέφτεται πιό ἀρχετυπικά σέ σχέση μέ τή μεταφυσική, στήν ὁποία ἔχει καταντήσει ἡ φιλοσοφία»,[35] μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς ἡ σημαντικότερη φιλοσοφική ἀφετηρία τοϋ 20ου αἰώνα. Ὅμως ἡ πεποίθησή του ὅτι οἱ προσωκρατικοί, πού πράγματι δέν καλλιεργοῦσαν ἀκόμη τή φιλοσοφία ὑπό τήν ἔννοια τῆς μεταφυσικῆς, ἵσταντο ὡς προπλατωνικοί στοχαστές πιό κοντά στή δική του μεταπλατωνική καί μετα-μεταφυσική σκέψη ἀπό τή «φιλοσοφία» μᾶλλον ἀνατρέπεται ἤδη ἀπό τή δική του ἑρμηνεία τῶν κειμένων, π.χ. στόν «Λόγο τοῦ Ἀναξίμανδρου.[36] Ἀπαιτεῖται πολλή βίαιη στρέβλωση κατά τήν ἑρμηνεία τῶν ἑλληνικῶν ἐννοιῶν, ὥστε νά ἐγκαθιδρυθεῖ ἡ ἀποδιδόμενη σ’ αὐτές ἐσωτερική, νοηματική συνάφεια.

Πάντως, τούς προσωκρατικούς δέν παρεξήγησαν μόνο οἱ σύγχρονοι διανοητές. Καί στόν Ἀριστοτέλη μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ ἡ μομφή ὅτι τούς καθυπέταξε στά δικά του γνωστικά ἐνδιαφέροντα, ἀφοῦ τούς ἑρμηνεύει μονομερῶς ὡς φιλοσόφους της «φύσης», ἀλλά καί ὡς φυσικούς φιλοσόφους πάλι μονομερῶς ὡς θεωρητικούς της «ὕλης», ὅτι δηλαδή τό κύριο μέλημά τους ἦταν ἡ εὕρεση τῆς ἑνιαίας πρωταρχικῆς οὐσίας. Ὑπό τό πρίσμα αὐτῆς τῆς κατανόησης, ὅπως ἐπανειλημμένα ἔχει τονιστεῖ, δέν μποροῦν νά γίνουν ἀντιληπτές οὔτε ἡ θεωρία τοῦ Ἡρακλείτου γιά τόν Λόγο, οὔτε ἡ ἑνότητα τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἐμπεδοκλῆ (στόν ὁποῖο ἀποδίδονται δύο ἔργα: ἕνα φυσικό-φιλοσοφικό καί ἕνα θρησκευτικό-ἠθικο). οὔτε ἡ προγραμματική πρόθεση τοῦ Παρμενίδη νά ἀρνηθεῖ τήν πολλότητα καί τήν κίνηση.[37]

Ὅποια κι ἄν ἦταν ἡ ἀκριβής φύση τῆς ἀπαρχῆς, στήν ὁποία ὁδήγησαν οἱ προσωκρατικοί, τό ἀποτέλεσμα μετά ἀπό πολλά σφάλματα καί περιπλανήσεις, μετά ἀπό ὄχι ἀπόλυτα ὀρθολογική προσθήκη ξένων ἐπιρροῶν καί πολλές αὐθαίρετες δικές τους θέσεις ἦταν ὅτι τελικά ἐπικράτησε ἡ ὀρθολογική ἐπιχειρηματολογία. Τούτη ἡ μορφή ὀρθολογισμοῦ κατέστη δυνατή, διότι ἡ ἑλληνική κουλτούρα, ὅπως εἰπώθηκε στό 2ο κεφάλαιο, δέν γνώριζε γενικῶς δεσμευτικά ἱερά κείμενα (Οἱ «ἱερές ἱστορίες» ἤ «ἱεροί λόγοι», πού ὑπῆρχαν, ἦσαν θρησκευτικά ποιήματα, ἱερά μόνο γιά μία συγκεκριμένη κοινότητα - οἰκογενειακή λατρεία ἐφέστιων θεῶν). Ἡ θρησκευτική ἀποκάλυψη ἀποκλειόταν ἔτσι ὡς πηγή ἀλήθειας γιά τήν ἵδρυση καί τή λειτουργία τοῦ κόσμου. Ἡ νέα ἀξίωση τῆς φιλοσοφίας περί ἀλήθειας βασίστηκε ἐντέλει στήν πειστική ἐπιχειρηματολογία, ἔστω καί ἄν κανένας διανοητής τῆς ἐποχῆς δέν φάνηκε νά καταλαβαίνει, πόσα ἀναπόδεικτα καί αὐθαίρετα σημεῖα ἔσερνε μαζί τό ἑκάστοτε σύστημά του. Τοῦτο εἶχε βέβαια τή σημασία ὅτι καμία κοσμική αὐθεντία δέν μπόρεσε νά ἐπικρατήσει γιά πολύ καιρό. Οἱ πυθαγόρειοι, γιά τούς ὁποίους ἡ ἐπίκληση τῶν δηλώσεων τοῦ δασκάλου σήμαινε πολλά (ἔλεγαν «αὐτός ἔφα»), ἦσαν μεμονωμένη περίπτωση. Ἐκτός ἀπό τήν δική τους κλειστή κοινωνία μποροῦσε ὁ καθένας νά ἀποτολμήσει τήν ὑποκατάσταση τῶν μέχρι τότε αὐθεντιῶν μέ τίς δικές του σκέψεις. Προσωκρατικός ὀρθολογισμός σημαίνει πλουραλισμός πέρα ἀπό κάθε αὐθεντία. Οἱ μεταγενέστεροι Ἕλληνες εἶχαν ἐπίγνωση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος,[38] ἀλλά τό ἔβλεπαν μᾶλλον ἀρνητικά —σέ ἀντίθεση μ’ ἐμᾶς τούς σημερινούς, ποῦ θεωροῦμε τόν ἐλεύθερο ἀνταγωνισμό τῶν ἰδεῶν καί τήν ἀπόκρουση κάθε αὐθεντίας ὡς ἰδιαίτερο προτέρημα τῆς ἑλληνικῆς κουλτούρας. ’Ἔτσι ὅ ἱστορικός της τότε οἰκουμένης Διόδωρος ἀξιολογοῦσε θετικά τήν ἀξιοπιστία καί ἀσφάλεια[39] τῆς ἀμετάβλητης παράδοσης ἀπό γενεά σέ γενεά τῶν βαβυλωνιακῶν ἀντιλήψεων στούς Χαλδαίους σέ ἀντίθεση μέ τίς βραχύβιες καί ἐπίμονα νεωτεριστικές ποικιλίες γνωμῶν στούς Ἕλληνες.

Ἡ ἐγκατάλειψη τῶν παραδοσιακῶν θεῶν ὡς πρωταγωνιστῶν τῆς γένεσης καί διακυβέρνησης τοΰ κόσμου συχνά ἑρμηνεύθηκε ὡς ἀθεϊσμός. Ἔτσι ὁ Ἀναξαγόρας κατηγορήθηκε στήν Ἀθήνα - μάλιστα, στή δημοκρατική Ἀθήνα - γιά ἀθεϊσμό, διότι θεωροῦσε τόν ὁρατό θεό Ἥλιο ὡς πυρακτωμένο σβῶλο μετάλλων («Ἀναξαγόρας ἔλεγεν τόν ἥλιον λίθον εἶναι»).

Θά ἦταν ὅμως ἐσφαλμένο νά θεωρήσουμε γενικά τή φυσική φιλοσοφία τῶν πρώιμων διανοητῶν ὡς ἐκκαθάριση τοῦ κόσμου ἀπό θεοός. Πάντως ὡς ριζικά ἀπαλλαγμένο ἀπό θεούς καί μηχανιστικό κοσμοείδωλο μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἡ ἀτομική διδασκαλία τοῦ Λεύκιππου καί τοῦ Δημόκριτου. Συναφῶς ἀποπειράθηκε νά καταδείξει ὁ Ἐπίκουρος, μεταγενέστερος κληρονόμος τῆς ἀτομικῆς διδασκαλίας κατά τόν 4ο καί 3ο αἰώνα, ὅτι στά μεσοδιαστήματα, τούς ἐνδιάμεσους χώρους μεταξύ τῶν κόσμων, ζοῦν εὐδαίμονες θεοί, τῶν ὅποιων ἡ εὐδαιμονία συνίσταται ἀκριβῶς στό ὅτι δέν ἔχουν καμία σχέση μέ αὐτούς τούς κόσμους. Εἶναι λοιπόν στερούμενοι λειτουργίας καί ἀπόκληροι οἱ θεοί τοῦ Ἐπίκουρου, ἀλλά πάντως ἡ ὕπαρξή τους δέν ἀποκρούεται.

Τά προσωκρατικά σχέδια τοῦ κόσμου, πού προηγήθηκαν τῆς ἀτομικῆς διδασκαλίας - ὁ Δημοκριτος εἶναι ὁ τελευταῖος σημαντικός προσωκρατικός καί ἔζησε πρός τό τέλος τοῦ 4ου αἰώνα -, κρατοῦσαν πάντα ἐλεύθερο χῶρο γιά τό θεϊκό στοιχεῖο. Ἡ φράση «Τά πάντα πληροῦνται θεῶν»[40] ἀποδίδεται στόν Θαλῆ, τόν «ἱδρυτή τούτου τοΰ εἴδους τῆς φιλοσοφίας», πού θεωρεῖται καί ὁ πρῶτος ἀστρονόμος, εἶχε καί μεγάλες γνώσεις μαθηματικῶν, ἀλλά καί ἔδιδε στούς συμπολίτες του πολιτικές συμβουλές, σίγουρα ὄχι ἀθεϊστικές. Ἡ φωνή «πλησιάστε, κοπιάστε, ὑπαρχουν καί ἐδῶ θεοί» λέγεται ὅτι ὑποδεχόταν τούς ἐπισκέπτες τοῦ Ἡρακλείτου, πού δίσταζαν νά διαβοΰν τό κατώφλι τοϋ σπιτιοῦ του. Πράγματι, στό πλαίσιο τῆς κοσμοθεωρίας του, ὅπου τό πῦρ ὡς βασική ὕλη δέν χωρίζεται ἀπό τά ὑπόλοιπα καί ὅπού ὁ Λόγος ἐμφανίζεται ὡς παγκόσμια, θεϊκή λογική, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει τίποτε ἐγκαταλελειμμένο ἀπό τή θεότητα. Συνολικά μπορεῖ κανείς νά πεῖ ὅτι γιά κάθε προσωκρατικό «θεϊκή» θεωροῦνταν ἡ δική του θεμελιώδης ὕλη.[41] Διότι δέν τήν ἐννοοῦσαν ὡς ἁπλή ὕλη. Τούτη ἡ ἐντύπωση δημιουργήθηκε γιά πρώτη φορά στήν ἀνακεφαλαίωση τοῦ Ἀριστοτέλη στό 1ο βιβλίο τοῦ «Μετά τά Φυσικά», ὅπου ἐρωτᾶ ποιά «ἀρχή» καί ποιά «αἰτία», ἐννοώντας ποιό εἶδος αἰτίας εἰσήχθη κάθε φορά ἀπό τούς ἑκάστοτε διανοητές. Στή διδασκαλία του περί Αἰτίων, οἱ ἀρχές τῶν προσωκρατικῶν ἐμφανίζονται ὡς τύποι-«ὕλης». Ἀντίθετα, γιά τούς διανοητές τοῦ πρώιμου καιροῦ ἦσαν ἐνεργητικές, δυναμικές καί κατευθυντήριες δυνάμεις, δηλαδή - κατά ἀριστοτελική ὀρολογία - περισσότερο ἐνεργητικά παρά ὑλικά αἴτια (παρότι ἦσαν καί τέτοια), συνεπῶς θεϊκά.[42] Εἶναι δυνατόν νά ἀντιληφθοῦμε αὐτόνομα τήν ἐνεργητική δύναμη καί τῶν λοιπῶν ὑλῶν, χωρίς κατ’ ἀνάγκη νά τίς συλλαμβάνουμε ὅλες ὡς ἄϋλες, νοητικές καί διανοητικές. Τοῦτο ἰσχύει γιά τή «φιλία» τοῦ Ἐμπεδοκλῆ ὡς ἀρχή συνένωσης τῶν στοιχείων σέ μία παγκόσμια τάξη καί σέ ζωντανούς ὀργανισμούς, ἰσχύει ὅμως ἐπίσης - ὅσο κι ἄν ξαφνιάζει αὐτό - καί γιά τόν «νοῦ» ἤ τή «λογική» του Ἀναξαγόρα, πού κατά τήν ἄποψή του θέτει τήν ὕλη σέ κίνηση. Ὁ Ἀναξαγόρας διαχωρίζει τόν «νοῦ» ἀπό ὅλα τά ἄλλα, μόνο ὁ «νοῦς» μπορεῖ νά ὑπάρξει ἐλεύθερος καί γιά τόν ἑαυτό του (ἐνῶ ὅλα τά ἄλλα εἶναι ἀναμεμιγμένα) καί εἶναι τό θεῖο αἴτιο τῆς παγκόσμιας τάξης. Δέν εἶναι ὅμως ἀπαλλαγμένος ὕλης, ἁπλά εἶναι ἡ πιό ἐκλεπχυσμένη, ἐξευγενισμένη καί καθαρή ὕλη.[43]

Ἐν κατακλείδι τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τόν Λόγο. πού θά ἐξεταστεῖ ἐκτενέστερα ὡς ἐπίλογος τούτου τοῦ κεφαλαίου. Ἡ λέξη «λόγος» δέν μεταφράζεται. Ὁ Hermann Diels ἐξίσωνε συνήθως τόν «λόγο» μέ τό νόημα, θά μποροῦσε ὅμως κανείς ἐξίσου εὔστοχα ἤ καί εὐστοχότερα νά τόν μεταφράσει ὀρθό λόγο, παγκόσμια λογική ἤ ἀρχή. Ἐκεῖ πού ἀπαντᾶται γιά πρώτη φορά ἡ λέξη, στό ἀπόσπασμα πού μαρτυρεῖται ὡς ἀπαρχή τοῦ βιβλίου (DK 22 Β1), ἔχει καταρχήν τήν προκείμενη σημασία τοῦ γραπτοῦ λόγου, τῆς γραφῆς σέ βιβλίο. Ἀφοῦ ὅμως «τά πάντα ἐκτυλίσσονται σύμφωνα μ’ αὐτόν τόν λόγο», ἐννοεῖται καί ἡ προαναφερόμενη σημασία τοῦ παγκόσμιου Λόγου (ἀλλιῶς θά ἔπρεπε νά ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Ἡράκλειτος θεωρεῖ τό βιβλίο του ἕνα εἶδος προγραμματικοῦ «ὁδηγοῦ χρήσης» γιά τό παγκόσμιο γίγνεσθαι - τέτοια ὅμως ἀλαζονεία καί οἴηση ἐπιφύλαξαν γιά τόν ἑαυτό τούς μόνο οἱ ἰδεολόγοι τοῦ 20ου αἰώνα). Σέ ἄλλο σημεῖο διακρίνει ὁ Ἡράκλειτος μεταξύ της παρουσίασής του καί τοῦ Λόγου: «Οὐκ ἐμοῦ ἀλλά τοῦ λόγου ἀκούσαντας ὁμολογεῖν σοφόν ἔστιν ἕν πάντα εἶναι» (Β 50). Τούτη ἡ σοφία ἀναφέρεται στήν ἴδια τή διοίκηση τοῦ κόσμου: «Ἕν τό σοφόν, ἐπίστασθαι γνώμην ὀτέη ἐκυβέρνησε τά πάντα διά πάντων» (Β 41). Ἡ διακυβέρνηση τοῦ κόσμου ἀνατίθεται σύμφωνα μέ τή θρησκευτική παράδοση στόν Δία -ἕνα ὄνομα πού δέν φαίνεται προσῆκον στόν Ἡράκλειτο, ἀλλά δέν θέλει καί νά τό ἀπορρίψει. «Ἕν τό σοφόν μόνον λέγεσθαι οὐκ ἐθέλει καί ἐθέλει Ζηνός ὄνομα» (Β 32). Τούτη ἡ θεότητα, ὁ Ζεύς, δέν δημιούργησε τόν κόσμο, διότι αὐτός εἶναι ἄναρχος, αἰώνιο ζωντανό πῦρ (Β 30, μνημονεύσαμε τό παράθεμα ἀνωτέρω). Πάντως ὁ κεραυνός, τό σύμβολο τῆς ἀπεριόριστης ἐξουσίας τοῦ Δία κατά τή μυθολογική θρησκεία, ἐπανέρχεται στή φιλοσοφική θρησκεία τοῦ Ἡράκλειτου: «Τά δέ πάντα οἰακίζει κεραυνός» (Β 64). Τό πῦρ. πού συνιστᾶ τόν κόσμο καί συγχρόνως τόν διευθύνει (ὡς κεραυνός), εἶναι «φρόνιμον» (Β 64), ἡ λογική του εἶναι δίχως ἄλλο ἡ «γνώμη», ἡ ὁποία κυβερνᾶ τά πάντα, καί ὁ «λόγος», πού ὁδηγεῖ στήν κατανόηση ὅτι ὅλα εἶναι ἑνιαῖα. Σκέψη βέβαια («φρονεῖν») διαθέτουν καί οἱ ἄνθρωποι, τοῦτο εἶναι κοινό σ’αὐτούς («ξυνόν» Β 113), ὅλοι ἔχουν μερίδιο στήν αὐτογνωσία καί τό ἔλλογο νόημα (Β 116). Μ’ αὐτά δέν θέλει νά πεῖ ὁ Ἠράκλειτος ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι πράγματι ἔλλογοι - ἤ «μέθεξις» στήν κοινή σκέψη εἶναι μᾶλλον ἡ ἀποστολή, πού ἀνατίθεται στόν ἄνθρωπο, λίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἀντάξιοί της. Οἱ ἄνθρωποι δέν κατανοοῦν τόν Λόγο. Τοῦτος ὡς ἀντικειμενικός καί θεϊκός λόγος εἶναι κοινός σέ ὅλους («ξυνός»), ὅμως ἡ πλειονότητα ζεῖ σάν νά ἔχει μία δική της ἰδιωτική ἐποπτεία («φρόνησιν» Β 2). Τέτοια ζωή εἶναι σάν μία ὕπαρξη καθ’ ὕπνους, ὅπου ὁ καθένας, ἀντί νά γνωρίζει τόν κοινό κόσμο, ὀνειρεύεται ἕναν δικό του («τοῖς ἐγρηγόρ- σιν ἕνα καί κοινόν κόσμον εἶναι, τῶν δέ κοιμωμένων ἕκαστον εἰς ἴδιον ἀποστρέφεσθαι» Β 89). Τό θέμα εἶναι νά ἀφυπνιστοῦμε σ’ ἕναν κόσμο Λόγου καί σοφίας. Τοῦτο εἶναι δυνατό, ὅταν ἡ ψυχή ψάχνει τόν ἑαυτό της, ὅπως τό ἔκανε ὁ Ἡράκλειτος («ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν» Β 101), καί ὅταν ἀκολουθεῖ τόν «λόγο» της, πού εἶναι «βαθύς» καί χωρίς «πείρατα» (Β 45), πού εἶναι «ἑαυτόν αὔξων» (Β 115), πράγμα πού σημαίνει ὅτι ὁδηγεῖ περαιτέρω σέ ἕναν περιβάλλοντα Λόγο, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο γίνονται τά πάντα, στή γνώση ἑνός θεϊκοῦ παγκόσμιου νόμου, ἀπό τόν ὁποῖο ἐξάγονται ὅλοι οἱ ἀντίστοιχοι ἀνθρώπινοι (Β 114), σέ ἕναν σοφό κατευθυντήριο νοῦ, πού μποροῦμε νά τόν ὀνομάσουμε καί «Δία», ὅσο ἀταίριαστη κι ἄν φαίνεται αὔτη ἤ ὀνομασία.

Ἐντύπωση προκαλεῖ πόσο ἐγγύς ἴσταται αὐτή ἡ εἰκόνα τοῦ κόσμου, τῆς ψυχῆς καί τῆς λογικῆς στό εἶδος τῆς σκέψης, πού μᾶς ἀντικρίζει ἀπό τους διαλόγους τοῦ Πλάτωνα 100 χρόνια ἀργότερα. Αὐτό, πού χωρίζει τούς δύο διανοητές, εἶναι ἡ ἀνακάλυψη ἀπό τόν Πλάτωνά του μή ὑλικοῦ «εἶναι», πού δέν μπορεῖ νά συλληφθεῖ ἀπό τίς αἰσθήσεις, ἀλλά μόνο μέ τή διάνοια καί γι’ αὐτό τό ὀνομάζει καθαρά ἰδεατό («νοητόν»). Μετά τήν ἀνακάλυψη αὐτή δέν μπορεΐ πλέον οὔτε ἡ ψυχή, οὔτε ἡ παγκόσμια λογική νά συνδεθεῖ μέ κάτι αἰσθητά ἀντιληπτό, ὅπως τό πῦρ. Ἄν ὅμως ἀντί τοῦ Λόγου θέσουμε τόν νοητό κόσμο τῶν ἰδεῶν, εὐθύς ὁτιδήποτε ἀναφέρθηκε γιά τόν Ἡράκλειτο ἰσχύει καί γιά τόν Πλάτωνα: ἡ δυνατότητα καί ἡ ἀποστολή τῆς ψυχῆς νά γνωρίσει τόν ἑαυτό της καί τή μέθεξή της στόν παγκόσμιο θεϊκό νοῦ, ὥστε νά ἀφυπνιστεῖ στήν κοινή τοῖς πᾶσι πραγματικότητα τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν καί νά ὑπερβεῖ μία οἰονεί «κοιμώμενη» ὕπαρξη, ὅπου βολοδέρνει ἡ ἀνίκανη γιά θεωρητική σκέψη πλειοψηφία.

Καί σ’ ἕναν ἄλλο τομέα παραπέμπει ὁ Ἡράκλειτος. Μέσω τῆς φιλοσοφίας τῆς Στοᾶς, πού συνέχισε τή σκέψη του σέ πολλά σημεῖα, ὁ ἡρακλείτειος παγκόσμιος Λόγος ἀναδείχθηκε σέ ἱστορικό καί πνευματικό πρόγονο ἐκείνου τοῦ «λόγου», πού σύμφωνα μέ τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο ὑπῆρξε ἡ ἀρχή τῶν πάντων. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος» ἀναγράφεται ὡς γνωστόν στό προοίμιο. Τούτη ἡ μυστηριώδης θεϊκή λέξη «λόγος» σέ τελευταία ἀνάλυση εἶναι ἡ θεϊκή ἔλλογη ἀρχή, πού σύμφωνα μέ τόν ἀρχαῖο Ἐφέσιο διευθύνει τόν κόσμο καί ταυτίζεται μέ τό πῦρ, εἶναι ὁ παγκόσμιος νοῦς, τόν ὁποῖο οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δέν καταφέρνουν νά ἀναγνωρίσουν, ὁ καθένας μας ὅμως ἔχει πρόσβαση σ’ αὐτόν, διότι ὁ Λόγος ἀνήκει στή ψυχή ἤ μᾶλλον ἡ ἀνθρώπινη ψυχή ἐντάσσεται στόν Λόγο.
---------------------------------
[1] Ἀριστοτέλης, Μετά τά Φυσικά Ε1, 1026 al5-32, Γ2, 1004 a2-9, Γ3, 1005 bl-2, Zll, 1037 al4-15

[2] Πλάτων, Πολιτεία 533C-E, Τίμαιος 29 B-D καί ἐφεξῆς.

[3] Η. Diels-W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker (συντομογραφία DK), 11η ἔκδ. 1964, τόμ. I, 61-66 «Οἱ Ἑπτά Σοφοί» καί εἰδικότερα DK 10 A3 d «Ρητά τοῦ Θαλῆ». Ἄλλο σημεῖο DK 11 (τόμ. I, 67-81 «Θαλῆς ὁ Μιλήσιος».

[4]Ἡρόδοτος 1.60.3. Τό κείμενο τοῦ Ἡροδότου μετατράπηκε ἀπό τους περισσότερους ἐκδότες, ὥστε νά ἐξαχθεῖ ἡ ἐντελῶς ἀντίθετη δήλωση. Βλ. καί κατωτέρω σ. 269, ὑπ. 19.

[5] Πλάτων, Τίμαιος 22Β.

[6] Ἄς ἀναφερθεῖ π.χ. ὁ Van der Waerden, Science Awakening, 2η ἔκδ.. τόμ. I, Νέα Ὑόρκη 1961.

[7] Ἡ πιό πάνω παρατεθεῖσα (ὑποσημείωση 1) διάκριση μεταξύ πρώτης καί δεύτερης φιλοσοφίας σημαίνει συγχρόνως ὀριοθέτηση καί σύνδεση. Οἱ θεωρίες του γιά τή φύση («φύσις») εἶναι γι’ αὐτόν φιλοσοφία μέν. ἀλλά δεύτερη, διακρινόμενη ἀπό τήν πρώτη, τή μεταφυσική.

[8] Wissenschaft und Weisheit im Kampfe, στό: Nietzsche, F.: Werke in drei Banden, ἔκδ. K. Schlechta, Μόναχο 1958. τόμ. III. 333-348. Βλ. ἐπίσης Φ. Νίτσε, Die Philosophie im tragischen Zeitalter der Griechen, δπ.π.. 349-413 (=F. Nietzsche, Samtliche Werke. κριτική ἀκαδημαϊκή ἔκδοση ἀπό τους G. Colli καί Μ. Montinari, τόμ. I. Βερολίνο 1967. 801-872).

[9] W. Burkert, Weisheit und Wissenschaft. Studien zu Pythagoras, Philolaos und Platon. Νυρεμβέργη 1962 (= Lore and Science. Χάρβαρντ 1972).

[10] Κ. Popper, Back to the Presocratics, 1959, ἄρθρο στό Studies in Presocratic Philosophy, ἔκδ. D. J. Furley - R.E. Allen, τόμ. I, Λονδίνο 1970. 130-153.

[11] Ἀπό τίς πάμπολλες ἀναφορές τοῦ Heidegger στόν Πλάτωνα καί στούς προσωκρατικούς ἄς ἀναφερθοῦν ἐδῶ: Platons Lehre von der Wahrheit. Mit einem Brief tiber den «Humanismus», Βέρνη 1947, Der Spruch des Anaximander, στό: Holzwege, Φραγκφούρτη, 3η ἔκδ. 1957, 296-343.

[12] K. Jaspers, Vom Ursprung und Ziel der Geschichte, Ζυρίχη 1949.

[13] Φ. Νίτσε, ὅπ. η., (ὑποσημείωση 8). τόμ. III, 335.

[14] G.S. Kirk-J.E. Raven-M. Schofield, The Presocratic Philosophers. A Critical History with a Selection of Texts, 2η ἔκδ.. Καίμπριτζ 1983 (γερμανική μετάφραση τοΰ Κ. Hillser, Die vorsokratischen Philosophen. Einfiihrung, Texte und Kommentare, Στουτγκάρδη 1994).

[15] Σχετικά μέ τήν προβληματική της ἐπαναδιατόπωσης τοῦ ἀρχικοῦ ἐρωτήματος τοϋ Θαλῆ σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψη τοῦ Ἀριστοτέλη, βλ. σσ. 149-152.

[16] Ἀριστοτέλης, Μετά τά Φυσικά Α5, 986 a 6-12.

[17] Ἀριστοτέλης, Φυσική Α2, 184 b 25 ἔπ.

[18] Η. Frankel. Dichtung und Philosophie des friihen Griechentums, Νέα Ὑόρκη 1951, Μόναχο, 3η ἔκδ. 1969, 292.

[19] U. Holscher. Anaximander und der Anfang der Philosophie (1953), ἄρθρο στό U. Holscher, Anfiingliches Fragen. Studien zur friihen griechischen Philosophie, Γκέτινγκεν 1968, 9-89, στό εἰδικότερο κεφάλαιο «Ἐξάρτηση τοῦ Θαλῆ ἀπό Αἰγυπτιακές Παραστάσεις», 43-46.

[20] Καταρχάς παρατηρήθηκε ἀπό τόν R. Eisler, Weltenmantel und Himmelszelt, τόμ. I, Μόναχο 1910, 90 πάρ. 3. Μέ τόν Eisler συντάχθηκε ὁ W. Burkert, Iranisches bei Anaximandros (1963) στό: Burkert, W: Kleine Schriften II: Orientalia, ἔκδ. Gemelli Marciano, Γκέτινγκεν 2003, 192-222, πέρ! τοϋ Eisler 192.

[21] Μία συνοπτική καταγραφή καί ἑρμηνεία τῶν μέχρι τό 1971 γνωστῶν σχέσεων μᾶς παρέχει ὁ Μ. L. West, Early Greek Philosophy and the Orient, (ἐκ τῶν ὅποιων πολλές ἀνακάλυψε ὅ Ῥδιος). Βλ. καί W. Burkert, Die Griechen und der Orient. Von Homer bis zu den Magiern, Μόναχο 2003, κέφ. Ill: «Ἀνατολικό-Δυτική Λογοτεχνία Σοφίας καί Κοσμογονία. Περί τῆς Προϊστορίας τῆς Φιλοσοφίας», 55-78.

[22] Η. G. Guterbock, Kumarbi. Mythen vom churritischen Kronos, Ζυρίχη 1946. Τοϋ ἴδιου, The Song of Ullikummi, New Haven 1952. G. Steiner, Der Sukzes- sionsmythos in Hesiods «Theogonie» und ihren orientalischen Parallelen, διατρ. Ἄμβοϋργο 1958. Τοϋ ἴδιου. Griechische und orientalische Mythen. στό: Antike und Abendland 6. 1957. 171 ἔπ.

[23] Enuma elish 1.4 στήν ἔκδ. J. B. Pritchard, Ancient Near Eastern Texts Relating to the Old Testament, 3η ἐκδ. Princeton 1969, 60-72.

[24] Ἀριστοτέλης. Μετά τά Φυσικά A3. 983 b 20.

[25] Ὅπ.7γ„ 983 b 29.

[26] Ὅπ.π.. A 4, 984, b 23 ἔπ.

[27] Ὅπ.π., ἀρ. 4, 1091 b9. Περί τοῦ Φερεκύδη βλ. DK 7 (τόμ. I. 43-51) και West (ὅπως στήν παραπάνω ὑποσημείωση 21) 1-75.

[28] Ε. Zeller, Die Philosophic der Griechen in Hirer geschichtlichen Entimcklung. τόμ. I 1, Λειψία, 5η ἔκδ. 1921, 39.

[29] Ἡράκλειτος. DK 22 Β 30.

[30] Popper, ὅπ.π. (βλ. ἀνωτέρω ὑποσημείωση 10), 149-152, παράθεμα 152 (πλάγια γραφή ἀπό τόν Popper).

[31] Στόν Διογένη Λαέρτιο 2.2 ἀναφέρεται ἡ «κεφαλαιώδης ἔκθεσις» τοῦ Ἀναξίμανδρου. Συναφῶς Burkert, ὅπ.π. (βλ. ὑποσ. 20). 221 πάρ. 103.

[32] Βλ. παραπάνω ὑποσημείωση 20.

[33] Ἕλκει τήν καταγωγή ἀπό τόν W. Burkert, ὅπ.π. (ὑποσ. 20). 204-211.

[34] Δοξογοαφΐκη ἀναφορά τοῦ Ἀετίου II 7.2.

[35] Μ. Heidegger, LJber den «Humanismus», βλ. ἀνωτέρω ὑποσημείωση 11.

[36] Ἐπίσης βλ. ὑποσημείωση 11.

[37] Ἀπό τήν ἐκτεταμένη βιβλιογραφία σ’ αὐτό τό ἐρώτημα ἄς ἀναφερθεῖ μόνο τό τελευταῖο ἔργο: D. W. Graham, Explaining the Cosmos. The Ionian Tradition of Scientific Philosophy, Princeton 2006. Πάντως ἡ ριζική θέση τοῦ Graham ὅτι δέν ὑφίστατο στούς προσωκρατικούς ἕνας «ὑλικός μονισμός», δηλαδή μία ἀναγωγή ὅλων τῶν πραγμάτων σέ μία θεμελιώδη ὕλη, διατηρούμενη σέ ὅλες τίς μεταμορφώσεις (ἐκτός ἀπό τό τέλος τῆς ἐποχῆς, στόν Διογένη τόν Ἀπολλώνιο), δέν εἶναι ὑποστηρίξιμη, βλ. Ἀναξιμένης DK 13 A 5-7, Β2.

[38] Τό γεγονός αὐτό τό διεῖδε ὀρθά μαζί μέ ἄλλους καί ὁ Popper. Ἁπλά εἶναι ἀποκρουστέα ἡ ἀπό πλευρᾶς Ἱστορίας τῶν ἰδεῶν ἑρμηνεία του σχετικά μέ τή νοοτροπία τους ὡς πρόδρομης τοῦ δικοϋ τοῦ «κριτικοῦ ὀρθολογισμοῦ», βλ προηγούμενα.

[39] Διόδωρος, Ἱστορική Βιβλιοθήκη 2.29.4-6.

[40] Ἀριστοτέλης, Περί Ψυχῆς Α5, 411 a 8. Βλ. ἀνωτέρω ὑποσημείωση 24.

[41] W. Jaeger, Die Theologie der friihen griechischen Denker, Στουτγκάρδη 1953.

[42] Ὑπ’ αὐτό τό πρίσμα δέν εἶναι λάθος νά ἀντιληφθοῦμε τήν προσωκρατική διανόηση ὡς ὀρθολογική φυσική θρησκεία, μία θρησκεία χωρίς τελετουργίες καί λατρεία.

[43] Ἀναξαγόρας DK 50 Β 12.