Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (4.435-4.490)

435 Τόφρα δ᾽ ἄρ᾽ ἥ γ᾽ ὑποδῦσα θαλάσσης εὐρέα κόλπον
τέσσαρα φωκάων ἐκ πόντου δέρματ᾽ ἔνεικε·
πάντα δ᾽ ἔσαν νεόδαρτα· δόλον δ᾽ ἐπεμήδετο πατρί.
εὐνὰς δ᾽ ἐν ψαμάθοισι διαγλάψασ᾽ ἁλίῃσιν
ἧστο μένουσ᾽· ἡμεῖς δὲ μάλα σχεδὸν ἤλθομεν αὐτῆς·
440 ἑξείης δ᾽ εὔνησε, βάλεν δ᾽ ἐπὶ δέρμα ἑκάστῳ.
ἔνθα κεν αἰνότατος λόχος ἔπλετο· τεῖρε γὰρ αἰνῶς
φωκάων ἁλιοτρεφέων ὀλοώτατος ὀδμή·
τίς γάρ κ᾽ εἰναλίῳ παρὰ κήτεϊ κοιμηθείη;
ἀλλ᾽ αὐτὴ ἐσάωσε καὶ ἐφράσατο μέγ᾽ ὄνειαρ·
445 ἀμβροσίην ὑπὸ ῥῖνα ἑκάστῳ θῆκε φέρουσα
ἡδὺ μάλα πνείουσαν, ὄλεσσε δὲ κήτεος ὀδμήν.
πᾶσαν δ᾽ ἠοίην μένομεν τετληότι θυμῷ·
φῶκαι δ᾽ ἐξ ἁλὸς ἦλθον ἀολλέες. αἱ μὲν ἔπειτα
ἑξῆς εὐνάζοντο παρὰ ῥηγμῖνι θαλάσσης·
450 ἔνδιος δ᾽ ὁ γέρων ἦλθ᾽ ἐξ ἁλός, εὗρε δὲ φώκας
ζατρεφέας, πάσας δ᾽ ἄρ᾽ ἐπῴχετο, λέκτο δ᾽ ἀριθμόν·
ἐν δ᾽ ἡμέας πρώτους λέγε κήτεσιν, οὐδέ τι θυμῷ
ὠΐσθη δόλον εἶναι· ἔπειτα δὲ λέκτο καὶ αὐτός.
ἡμεῖς δὲ ἰάχοντες ἐπεσσύμεθ᾽, ἀμφὶ δὲ χεῖρας
455 βάλλομεν· οὐδ᾽ ὁ γέρων δολίης ἐπελήθετο τέχνης,
ἀλλ᾽ ἦ τοι πρώτιστα λέων γένετ᾽ ἠϋγένειος,
αὐτὰρ ἔπειτα δράκων καὶ πάρδαλις ἠδὲ μέγας σῦς·
γίγνετο δ᾽ ὑγρὸν ὕδωρ καὶ δένδρεον ὑψιπέτηλον.
ἡμεῖς δ᾽ ἀστεμφέως ἔχομεν τετληότι θυμῷ.
460 ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἀνίαζ᾽ ὁ γέρων ὀλοφώϊα εἰδώς,
καὶ τότε δή με ἔπεσσιν ἀνειρόμενος προσέειπε·
τίς νύ τοι, Ἀτρέος υἱέ, θεῶν συμφράσσατο βουλάς,
ὄφρα μ᾽ ἕλοις ἀέκοντα λοχησάμενος; τέο σε χρή;
ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
465 οἶσθα, γέρον, τί με ταῦτα παρατροπέων ἀγορεύεις;
ὡς δὴ δήθ᾽ ἐνὶ νήσῳ ἐρύκομαι, οὐδέ τι τέκμωρ
εὑρέμεναι δύναμαι, μινύθει δέ μοι ἔνδοθεν ἦτορ.
ἀλλὰ σύ πέρ μοι εἰπέ, θεοὶ δέ τε πάντα ἴσασιν,
ὅς τίς μ᾽ ἀθανάτων πεδάᾳ καὶ ἔδησε κελεύθου,
470 νόστον θ᾽, ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσομαι ἰχθυόεντα.
ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμειβόμενος προσέειπεν·
ἀλλὰ μάλ᾽ ὤφελλες Διί τ᾽ ἄλλοισίν τε θεοῖσι
ῥέξας ἱερὰ κάλ᾽ ἀναβαινέμεν, ὄφρα τάχιστα
σὴν ἐς πατρίδ᾽ ἵκοιο πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον.
475 οὐ γάρ τοι πρὶν μοῖρα φίλους ἰδέειν καὶ ἱκέσθαι
οἶκον ἐϋκτίμενον καὶ σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν,
πρίν γ᾽ ὅτ᾽ ἂν Αἰγύπτοιο, διιπετέος ποταμοῖο,
αὖτις ὕδωρ ἔλθῃς ῥέξῃς θ᾽ ἱερὰς ἑκατόμβας
ἀθανάτοισι θεοῖσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι·
480 καὶ τότε τοι δώσουσιν ὁδὸν θεοί, ἣν σὺ μενοινᾷς.
ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐμοί γε κατεκλάσθη φίλον ἦτορ,
οὕνεκά μ᾽ αὖτις ἄνωγεν ἐπ᾽ ἠεροειδέα πόντον
Αἴγυπτόνδ᾽ ἰέναι, δολιχὴν ὁδὸν ἀργαλέην τε.
ἀλλὰ καὶ ὣς μιν ἔπεσσιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
485 ταῦτα μὲν οὕτω δὴ τελέω, γέρον, ὡς σὺ κελεύεις.
ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον,
ἢ πάντες σὺν νηυσὶν ἀπήμονες ἦλθον Ἀχαιοί,
οὓς Νέστωρ καὶ ἐγὼ λίπομεν Τροίηθεν ἰόντες,
ἦέ τις ὤλετ᾽ ὀλέθρῳ ἀδευκέϊ ἧς ἐπὶ νηός,
490 ἠὲ φίλων ἐν χερσίν, ἐπεὶ πόλεμον τολύπευσεν.

***
Στο μεταξύ κι εκείνη, βυθισμένη στην ανοιχτή αγκαλιά της θάλασσας,
από τα πελαγίσια βάθη φέρνει τέσσερα δέρματα από φώκιες —
ήσανε και τα τέσσερα μόλις γδαρμένα· γιατί το σκέφτηκε καλά
πώς να γελάσει με δόλο τον πατέρα της.
Εκεί λοιπόν στην αλμυρή αμμουδιά άνοιξε με τα χέρια της
λακκούβες να πλαγιάσουμε, και καθισμένη μας περίμενε.
Αλλά κι εμείς προφτάσαμε και πήγαμε πολύ κοντά της,
440 οπότε εκείνη στη σειρά μάς πλάγιασε κι έβαλε πάνω στον καθένα από ένα δέρμα.
Δεν θα μπορούσε να βρεθεί χειρότερο καρτέρι· φριχτά μας τυραννούσε
η καταραμένη οσμή απ᾽ τις θαλάσσιες φώκιες —
γιατί ποιος θα βαστούσε να κουρνιάσει στο πλάι θηρίου πελαγίσιου;
Αλλά μας έσωσε από μόνη της, σοφίστηκε μεγάλο το όφελός μας·
έφερε κι έβαλε κάτω από τα ρουθούνια μας σ᾽ όλους την αμβροσία,
που ευώδιασε τόσο γλυκά κι εξουδετέρωσε τη βρώμα απ᾽ τη δορά του τέρατος.
Έτσι με υπομονή όλο το πρωινό προσμέναμε, ώσπου
κοπάδι πρόβαλαν βγαίνοντας οι φώκιες απ᾽ τη θάλασσα,
που πλάγιασαν να κοιμηθούν με τη σειρά στο ακροθαλάσσι.
450 Πάνω στο μεσημέρι φτάνει απ᾽ το πέλαγος κι ο γέροντας,
βρήκε τις φώκιες του καλοθρεμμένες, πηγαινοήλθε σε όλες,
λογάριασε τον αριθμό τους, και πρώτους μέτρησε κι εμάς
με τ᾽ άλλα του θηρία, δίχως να βάλει ο νους του τον στημένο δόλο μας.
Ύστερα πέφτει κι αυτός να κοιμηθεί. Οπότε εμείς κραυγάζοντας
πάνω του ορμήξαμε, τυλίξαμε γερά τα χέρια μας
στο σώμα του. Αλλά κι ο γέροντας καθόλου δεν λησμόνησε
τη δολερή του τέχνη:
έγινε λιοντάρι πρώτα με περήφανο το γένι του, φίδι μετά
και λεοπάρδαλη και μέγας κάπρος· έγινε τέλος και νερό
που τρέχει, δέντρο με φύλλωμα αψηλό —
κι ωστόσο εμείς με υπομονή τον συγκρατούσαμε γερά.
460 Όταν αργά βαρέθηκε τις δόλιες αλλαγές του,
τότε γυρίζοντας ο γέροντας μου μίλησε ρωτώντας:
«Άραγε ποιος θεός, του Ατρέα γιε, συνταίριαξε μαζί σου
τις βουλές του, με το στανιό να με συλλάβεις, στήνοντας
καρτέρι; Τι τόσο σ᾽ αναγκάζει;»
Έτσι μου μίλησε, κι εγώ αμέσως του αποκρίθηκα:
«Το ξέρεις, γέροντα, και μόνος σου· γιατί λοιπόν γυρεύεις
με τα λόγια σου να με παραπλανήσεις;
Σ᾽ ένα νησί εμποδίζομαι τόσον καιρό και δεν μπορώ
να βρω σωτήρια λύση — έτσι η καρδιά μου κάθε μέρα λιγοστεύει.
Αλλά ομολόγησέ μου τώρα εσύ, αφού οι θεοί τα ξέρουν όλα·
σαν ποιος θεός μ᾽ έχει δεμένο, ποιος έφραξε τον δρόμο μου·
470 πες και τον νόστο μου, πώς θα περάσω το ψαρίσιο πέλαγος.»
Στα λόγια μου εκείνος μιλώντας αποκρίθηκε:
«Όφειλες στον Δία πρώτα και στους άλλους αθανάτους
σφάγια ιερά κι ωραία να προσφέρεις, προτού ανεβείς
και το καράβι σου σε ταξιδέψει γρήγορα στην πατρίδα,
το πέλαγος περνώντας με το μπλάβο χρώμα του κρασιού.
Γιατί της μοίρας σου δεν είναι να δεις δικούς, να φτάσεις
στο καλοχτισμένο σπιτικό σου, να πιάσεις χώμα πατρικό,
αν δεν περάσεις πάλι τα νερά του Αιγύπτου, του ποταμού
που κατεβαίνει από τον ουρανό ψηλά· αν δεν προσφέρεις
εκατόμβες, θυσία μεγάλη, στους αθάνατους
όσοι κατέχουν τον πλατύ ουρανό.
480 Τότε οι θεοί θα δώσουν και θ᾽ ανοίξουν τον δρόμο σου που λαχταράς.»
Έτσι μιλώντας, μέσα μου κλονίστηκε η καρδιά μου,
που με παρακινούσε, περνώντας πάλι τις ομίχλες του πελάγους,
στην Αίγυπτο να φτάσω — δρόμος μακρύς και τόσο δύσκολος.
Και μολοντούτο πήρα ξανά τον λόγο και του μίλησα:
«Αυτά θα γίνουν, γέροντα, όπως τα λες και τα προστάζεις.
Μα τώρα πες μου κάτι ακόμη, ομολογώντας την αλήθεια·
γύρισαν ίσως σώοι κι άβλαβοι με τα καράβια τους οι Αχαιοί, όσοι
στην Τροία ξέμειναν, όταν ο Νέστορας κι εγώ κινούσαμε;
ή μήπως κάποιος χάθηκε μ᾽ ένα χαμό αφρόντιστο πάνω στο πλοίο του
ή και στα χέρια των δικών του, μετά τον πόλεμο
490 που τον κατόρθωσε;»

H ενσυναίσθηση είναι πολλά παραπάνω απ’ έναν καλό ακροατή

Εκτός από την ύπαρξη της νοημοσύνης ενός ατόμου, δηλαδή το IQ, πλέον έχει γίνει αρκετά γνωστός κι ο όρος της συναισθηματικής νοημοσύνης, δηλαδή το EQ ενός ανθρώπου. Η συναισθηματική νοημοσύνη αφορά στο να μπορεί κανείς να αναγνωρίσει, στη συνέχεια να ονοματίσει κι έπειτα να διαχειριστεί επαρκώς πρώτα τα συναισθήματα τα δικά του και κατ’ επέκτασιν κι άλλων ανθρώπων. Ανάμεσα σε πολλά που αποτελούν τη συναισθηματική νοημοσύνη, διακρίνεται κι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της. Πρόκειται για την ενσυναίσθηση.

Δεν πρέπει, όμως, να συγχέουμε την έννοια της ενσυναίσθησης με την καλοσύνη, τη συμπάθεια και τη συμπόνια που εκφράζουμε προς ένα πρόσωπο. Η ενσυναίσθηση είναι κάτι πολύ παραπάνω από το να είσαι απλά ένας καλός ακροατής. Πρόκειται για τη διαδικασία του να κατανοείς και να βιώνεις τα συναισθήματα του άλλου, σαν να επρόκειτο για δικά σου συναισθήματα. Συσχετίζεται με την κυριολεκτική έννοια του συμπάσχω. Μπορείς να αισθανθείς την αγωνία του συνομιλητή σου, να βιώσεις τη στεναχώρια του και να κατανοήσεις όλα αυτά που τον καταβάλλουν εκείνη τη στιγμή, ακόμα κι όταν ο ίδιος αδυνατεί να βρει πολλές φορές τις σωστές λέξεις για να στα εκφράσει. Τα συναισθήματα του συνομιλητή σου, σού είναι εν ολίγοις πολύ μεταδοτικά.

Φυσικά το να κατέχει κανείς την ενσυναίσθηση, είναι ένα μεγάλο προνόμιο. Επιτρέπει στον καθένα να βελτιώσει την ποιότητα των σχέσεών του, αναπτύσσοντας ισχυρούς κι υγιείς δεσμούς. Η ενσυναίσθηση είναι ένα στοιχείο της προσωπικότητάς μας, το οποίο καλλιεργείται μέσω της συζήτησης με τον συνομιλητή μας, στον οποίο αφιερώνουμε χρόνο και μαθαίνουμε μέσ’ από αυτή τη διαδικασία να τον ακούμε και να τον αφουγκραζόμαστε. Όσο πιο υψηλούς δείκτες ενσυναίσθησης έχουμε, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η ικανότητά μας να συναισθανόμαστε τον διπλανό μας.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι ενσυναισθητικοί μπορεί να διαισθανθούν τα κίνητρα ενός άλλου ατόμου και να κατανοήσουν εύκολα τις σκέψεις αυτού. Ίσως μερικές φορές να προβλέπουν και κάποιες πράξεις του άλλου ατόμου, οι οποίες στην πλειοψηφία τους αποδεικνύουν τελικά και την εγκυρότητα των προβλέψεών τους. Έχουν την ικανότητα να αιτιολογήσουν -έως έναν βαθμό- τις ενέργειες κάποιων συναισθηματικά φορτισμένων ατόμων, ακόμα κι όταν για τους άλλους κάτι τέτοιο φαντάζει αδιανόητο. Συχνά, έχουν ισχυρό ένστικτο κι αυτό είναι κάτι που το αναγνωρίζει κι ο κύκλος τους.

Ωστόσο, αν κατέχουν την ενσυναίσθηση με έμφυτο τρόπο και σε υπερβολικό βαθμό, ίσως αυτό να επηρεάσει την προσωπική τους ζωή, χωρίς ωστόσο να φαντάζονται πως εκείνη είναι η αιτία. Η ενσυναίσθηση κρύβει, όπως όλα τα πράγματα άλλωστε, εξίσου αρνητικές πτυχές.

Ειδικότερα, άτομα με υψηλή ενσυναίσθηση τείνουν να βάζουν σε αναβολή τη ζωή τους και τα σχέδιά τους γι’ αυτήν, επειδή προτεραιότητά τους είναι το να ακούνε, να στηρίζουν και να βοηθάνε τον άνθρωπό τους ανά πάσα ώρα και στιγμή. Αυτό μάλιστα, γίνεται ακόμα πιο ορατό όταν παρεμβάλλονται από άτομα του στενού τους κύκλου, τα οποία σχεδόν πάντα καταφεύγουν σε εκείνους, λόγω του ότι είναι καλοί ακροατές.

Επιπλέον, η υπερβολική ταύτιση που αποκτούν με τον άνθρωπο που βρίσκεται κοντά τους, τους οδηγούν στο να υιοθετούν υποσυνείδητα εμπειρίες και βιώματα σαν αυτά να ήταν δικά τους. Αισθάνονται σαν να έχουν ζήσει την ίδια εμπειρία με αυτή που τους περιγράφεται, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί πραγματικότητα. Μπορεί, για παράδειγμα, να φοβούνται να συνάψουν μια σχέση, επειδή αισθάνονται πως έχουν βιώσει έντονα τις σχεσιακές απογοητεύσεις δικών τους ανθρώπων.

Αντίστοιχα, στην περίπτωση που δημιουργήσουν μια σχέση μ’ έναν άνθρωπο που βιώνει μια δύσκολη συναισθηματική ή αγχωτική κατάσταση, μπορεί πολύ εύκολα να χαθούν μέσα σε μια πληθώρα αρνητικών συναισθημάτων, που εκπέμπει ο σύντροφός τους. Τα συναισθήματα αυτά τους καταβάλλουν εξίσου, σαν να αφορούσαν στο δικό τους προσωπικό Γολγοθά, και συχνά νιώθουν ανήμποροι να τα απομακρύνουν.

Δεδομένου ότι είναι καλοί ακροατές, που επιθυμούν να βοηθήσουν τον άνθρωπο που έχουν απέναντί τους, συγκεντρώνουν γύρω τους, άθελά τους, ανθρώπους που επιζητούν τη συμβουλή τους, φορτώνοντάς τους εν αγνοία τους μ’ ακόμα ένα βάρος. Συχνά, ενσυναισθητικοί άνθρωποι σκέφτονται τα προβλήματα τρίτων κι αναζητούν λύσεις για αυτά, ακόμα κι όταν βρίσκονται μόνοι τους. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι η αρνητική ενέργεια που συσσωρεύεται από παντού, μπορεί να φθείρει ψυχικά τους ενσυναισθητικούς ανθρώπους. Ίσως έτσι βρεθούν αντιμέτωποι με πολλά καταθλιπτικά συναισθήματα, που όχι μόνο δε θα ξέρουν πώς να διαχειριστούν, αλλά θα αναρωτιούνται κι από πού προήλθαν και γιατί τους καταβάλλουν τόσο πολύ, όταν κατά τα φαινόμενα οι ίδιοι είναι καλά.

Η ενσυναίσθηση κι η ταύτιση που αισθάνεται ένας άνθρωπος με υψηλή ενσυναίσθηση, δεν προϋποθέτει απαραίτητα την άμεση επικοινωνία. Μπορεί να επέλθει κι από την παρατήρηση ενός ατόμου που βιώνει εκείνη τη στιγμή αυτά τα συναισθήματα. Υπάρχουν αρκετοί ενσυναισθητικοί, που ίσως δε γνωρίζουν ότι κατέχουν την ενσυναίσθηση σε μεγάλο βαθμό, κι απλώς ταλαιπωρούνται από πολλά συναισθήματα που μερικές φορές νιώθουν να τους κατακλύζουν.

Όταν ένα άτομο πάσχει από υψηλή ενσυναίσθηση, την οποία δεν μπορεί να ελέγξει, τότε πρέπει να αρχίσει να οριοθετεί τη ζωή του και να εξυψώνει, ίσως, ένα διαχωριστικό πλέγμα μεταξύ του εαυτού του και των υπολοίπων. Στο μεσοδιάστημα, είναι πολύ βασικό να μάθει να διαχειρίζεται την ενσυναίσθηση, προστατεύοντας παράλληλα τον ψυχικό του κόσμο. Διότι, το να είσαι ενσυναισθητικός και να προσπαθείς διαρκώς για το καλό του άλλου, αμελώντας στην πορεία τον εαυτό σου, είναι κάτι που μπορεί πολύ εύκολα να ξεφύγει από τα όρια της θετικότητας που εμπεριέχει η ενσυναίσθηση.

Έρευνα έδειξε τους 5 πιο δημοφιλείς λόγους που απιστούμε

Η απιστία για πολλούς εκεί έξω αξιολογείται ως κάτι μεμπτό, ενώ για άλλους ανθρώπους, είναι μια λύση λιγάκι εξτρίμ που πρέπει κάποιος να προβαίνει για αναθέρμανση της σχέσης του, ειδικότερα όταν αυτή φθείρεται και δημιουργούνται αμφιβολίες στην πλευρά του ενός. Οι πιο safe players θα πουν ότι δεν έχουν απατήσει ποτέ τον σύντροφό τους, αλλά έχουν καβλαντίσει σ’ ερωτικά μηνύματα μ’ άλλους ανθρώπους, κι η αλήθεια είναι ότι και αυτό είναι ένα είδος απιστίας, που φτάνει πολλές φορές μέχρι και το κρεβάτι.

Στη χώρα μας, είμαστε πρωταθλητές στην απιστία σύμφωνα με έρευνα του Ανδρολογικού Ινστιτούτου που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα σε 2.000 ζευγάρια σ’ ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με την έρευνα, το 84% των ανδρών απάντησε ότι έχουν απατήσει ή θα απατήσουν στο μέλλον τον σύντροφό τους με την πρώτη ευκαιρία, ενώ στις γυναίκες το ποσοστό αγγίζει το 78%. Αν αναλογιστεί κανείς δε, ότι πλέον τα ζευγάρια δημιουργούν σχέσεις χωρίς να βρίσκονται υπό πίεση -κοινωνική κι οικογενειακή- το ποσοστό αυτό είναι μάλλον απογοητευτικό. Σύμφωνα με την έρευνα, το ποσοστό των γυναικών που καταφεύγει στην απιστία, αποφασίζει να βγει απ’ τη σχέση στην οποία βρίσκεται, αφού έχουν απατήσει τον σύντροφό τους, ενώ στους άντρες συμβαίνει το εντελώς αντίθετο, δηλαδή φεύγουν απ’ την παράνομη σχέση και συνεχίζουν να μένουν μαζί με τον άνθρωπο που απάτησαν, αν κι εφόσον τους έχει συγχωρέσει. Μαύρο σκοτάδι για το τι συμβαίνει στα queer ζευγάρια, μελετώντας για άλλη μια φορά την sis πραγματικότητα, αλλά αυτό είναι συζήτηση για άλλη φορά.

Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να καταφεύγει στην απιστία, εν γένει; Μπορούν να είναι πολλά και διαφορετικά πράγματα μαζί, αυτά που ενοχλούν έναν απ’ τους δύο και τον φτάνουν στο σημείο ν’ απατήσει τον σύντροφό του. Πιο συγκεκριμένα:

1. Η ρουτίνα αυξάνει τα φαινόμενα της απιστίας, όταν δηλαδή το ζευγάρι δεν έχει κάτι άλλο να μοιραστεί μαζί, κάνει διαρκώς τα ίδια πράγματα κι έχει μια συγκεκριμένη μανιέρα που ακολουθεί σ’ όλη την πορεία της σχέσης του.

2. Η οικογένεια του συντρόφου μας, είναι πολλές φορές ένας απ’ τους λόγους που φτάνουμε ν’ απατήσουμε τον σύντροφό μας, ειδικότερα όταν νιώθουμε μια τεράστια πίεση απ’ το περιβάλλον του και δεν ξέρουμε πώς να ξεφύγουμε, ή λόγω μη αποδοχής καταλήγουμε σε εκδικητικές συμπεριφορές.

3. Οι πολλές ώρες εργασίας, είναι ίσως αφορμή για να μας βάλει σε σκέψεις, ώστε να απατήσουμε. Θεωρούμε ότι ο παράνομος δεσμός έχει περισσότερα πράγματα να μας δώσει, τον βλέπουμε σαν κάτι φρέσκο και ζωντανό, πράγμα που θα μας ανανεώσει. Ειδικότερα αν είμαστε εμείς αυτοί με τις περισσότερες ώρες εργασίας, τίθεται και το θέμα του ποιοτικού χρόνου, που πια δεν ανήκει στον σύντροφό μας.

4. Το διαφορετικό μήκος κύματος στη σκέψη είναι άλλος ένας λόγος για να καταφύγουμε στην απιστία. Ενώ αγαπάμε τον σύντροφό μας πάρα πολύ, η διαφορετική στάση ζωής που συνήθως βγαίνει στην επιφάνεια για σοβαρά θέματα, είναι αρκετή για ν’ απατήσουμε τον σύντροφό μας.

5. Η αλλαγή της εικόνας του συντρόφου μας, είναι πολλές φορές αρκετή για να μας κάνει να έχουμε δεύτερες σκέψεις σχετικά με την απιστία και να βλέπουμε παράλληλα άλλους ανθρώπους με διαφορετική ματιά. Η δική μας αλλαγή, είτε του συντρόφου μας.

Τα παραπάνω, είναι μόνο μερικοί απ’ τους λόγους που κάποιος φτάνει στο σημείο ν’ απατήσει τον σύντροφό του. Και κάπου εδώ αναρωτιέσαι πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι τελικά το παιχνίδι της απιστίας. Υπάρχει κάποια άλλη οπτική που θα πρέπει να δούμε ώστε ν’ αλλάξουμε και να εξισορροπήσουμε τα πράγματα; Όλοι οι άνθρωποι μέσα μας, κρύβουμε το μικρόβιο της απιστίας- αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Θα το σκεφτείς κάποια στιγμή θα το απορρίψεις ή θα ενδώσεις, ανάλογα με το πόσο ισχυρό είναι. Απλώς να θυμάσαι, πως κανείς δε σε έδεσε δίπλα του κι έτσι, δεν είναι αναγκαίο να τον προδώσεις για να πας στην επόμενή σου ιστορία. Μια άποψη είναι κι αυτή.

Γιατί η ευτυχία δεν είναι απαραίτητα αυτό που φαίνεται

"Να είσαι ευτυχισμένος!" προέτρεψε η Μέρι Γουόλστονκραφτ τον εν διαστάσει εραστή και βασανιστή της, Γκίλμπερτ Ιμλάι, στα τέλη του 1795. Τι εννοούσε; Ήταν μόνο λίγες μέρες αφότου ανασύρθηκε από τον Τάμεση, έχοντας αποτύχει να πνιγεί. Περιφρονημένη, ντροπιασμένη και μειωμένη στα μάτια του κόσμου, κατά την άποψη της για τον εαυτό της, η Γουόλστονκραφτ επέλεξε το θάνατο. Τώρα επίσης ήταν αποτυχημένη που "απάνθρωπα επανήλθε στη ζωή και τη δυστυχία". Οι ερωτοτροπίες του Ιμλάι ήταν η πηγή των δεινών της και του το είπε. Γιατί λοιπόν να του ευχηθεί να είναι χαρούμενος; Ήταν συγχώρεση; Καθόλου. Η Γουόλστονκραφτ ήξερε ότι η νέα ερωμένη του Ιμλάι ήταν "το μόνο ιερό πράγμα" στα μάτια του και ότι ο θάνατός της δεν θα κατεύναζε την "απόλαυση" του.

Η χρήση της "ευτυχίας" από την Γουόλστονκραφτ δεν ήταν ιδιοσυγκρασιακή. Το λεξικό του Σάμιουελ Τζόνσον την όρισε ως "ευδαιμονία" ή "μακαριότητα" ή "κατάσταση στην οποία ικανοποιούνται οι επιθυμίες". Η Γουόλστονκραφτ έλεγε στον Ιμλάι να ικανοποιηθεί σωματικά, υπονοώντας να μην έχει συναισθηματικό βάθος. Αυτή η σαρκική ευτυχία, με άλλα λόγια, ήταν το μόνο για το οποίο νόμιζε ότι ήταν ικανός. Στο σημείωμα αυτοκτονίας της, στο οποίο απευθύνεται στον Ιμλάι, έγραψε: "Εάν η ευαισθησία σου ξυπνήσει ποτέ, η τύψη θα βρει την καρδιά σου. Και, εν μέσω επιχειρηματικών και αισθησιακών απολαύσεων, θα εμφανιστώ μπροστά σου, το θύμα της απόκλισής σου από την ορθότητα. Να είσαι ευτυχισμένος τότε αλλά, αν τελικά είσαι άνθρωπος, θα με σκέφτεσαι όταν κάνεις σεξ μαζί της".

Μια έρευνα στο Nature Human Behavior ισχυρίστηκε ότι παρουσίασε "ιστορική ανάλυση της εθνικής υποκειμενικής ευημερίας". Για να το πετύχει, βασίστηκε σε ποσοτική ανάλυση ψηφιοποιημένων βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών από τους δύο τελευταίους αιώνες. Επικεντρώθηκε σε "λέξεις με σταθερές ιστορικά σημασίες". Η προσπάθεια, από τον Τόμας Χιλς του Ινστιτούτου Τούρινγκ και το Τμήμα Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ στο Ηνωμένο Βασίλειο, προκάλεσε απογοήτευση και όχι μόνο λίγη κοροϊδία από τους ιστορικούς. Η παραπάνω ιστορία της Γουόλστονκραφτ δείχνει αυτό που επεσήμαναν πολλοί "Twitterstorians": δεν υπάρχουν λέξεις με "σταθερές ιστορικά σημασίες", προπάντων όχι οι μεγάλες και σημαντικές λέξεις. Η "ευτυχία" είναι μια ασταθής ιστορικά έννοια, ένας ψεύτικος φίλος σε ιστορικές πηγές. Παρ' όλα αυτά, ο ευρείας κατανάλωσης τύπος εστίασε στον ισχυρισμό ότι τη δεκαετία του 1880 υπήρξαν οι πιο ευτυχισμένοι Βρετανοί. Ας το γνώριζαν μόνο οι εργάτες του Μάντσεστερ και οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών του Λονδίνου.

Η άγνοια των βασικών μεθόδων της πειθαρχίας της ιστορίας είναι εκπληκτική δεδομένης της αντοχής του υποπεδίου της ιστορίας των συναισθημάτων. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ή τριών δεκαετιών, η ιστορική μελέτη των συναισθημάτων έχει αναπτύξει ένα πλούσιο σύνολο εργαλείων με τα οποία μπορούν να χαρτογραφηθούν οι τρόποι με τους οποίους τα συναισθήματα έχουν αλλάξει με την πάροδο του χρόνου. Συναισθήματα όπως ο θυμός, η αηδία, η αγάπη και η ευτυχία μπορεί να φαίνονται συνηθισμένα, αλλά δεν ήταν τόσο εύκολα κατανοητά στο παρελθόν. Αυτές οι έννοιες και οι εμπειρίες που σχετίζονται με αυτά δεν είναι ιστορικά σταθερές. Επιπλέον, πολλά συναισθήματα έπαψαν να υπάρχουν, από την "ακηδία" (έλλειψη ενδιαφέροντος) έως την ζωτικότητα. Από την "εξευγενισμένη αγάπη" στη στοργικότητα. Η πρόσβαση σε αυτές συνεπάγεται την κατανόηση των προηγούμενων εννοιών και των προηγούμενων εκφράσεων, προκειμένου να ξεκλειδώσετε αυτό που οι άνθρωποι κάποτε ένιωθαν και βίωναν. Αυτό απαιτεί την δικανική ανασυγκρότηση του πολιτιστικού-ιστορικού πλαισίου. Είναι εγγενώς ποιοτική δουλειά.

Όχι πολύ καιρό πριν η Γουόλστονκραφτ παρουσιάσει την ευτυχία ως το ρηχό κορεσμό της επιθυμίας, ο γνωστός της και συνάδελφος επαναστάτης συγγραφέας Τόμας Πέιν είχε συνειδητά αναδιαμορφώσει την ευτυχία ως κομμάτι ενός δημοκρατικού οράματος. Για να το κάνει αυτό, επεξεργάστηκε την καινοτόμο έννοια της "κοινής λογικής" ως κοινωνική και πολιτική ευαισθησία. Το φυλλάδιο του Πέιν Common Sense (1776) είχε τόσο μεγάλη σχέση με τη δημιουργία ενός νέου πεδίου συναισθήματος όσο και με τη λογική. Γράφοντάς το, ο Πέιν βοήθησε στη διαμόρφωση του αμερικανικού κοινού στο οποίο το πούλησε. Δίδαξε στους Αμερικανούς ότι η ευτυχία ήταν μπλεγμένη με την εξουσία και την κυβέρνηση και ότι η δημιουργία της ευτυχίας που σχετίζεται με τη μοναρχία πρέπει να είναι λάθος. Η καλή κυβέρνηση, όπως δίδαξε ο Πέιν, είναι για "ελευθερία και ασφάλεια", για να προστατεύσει την ευτυχία. Η μοναρχία δεν ήταν το "μέσο ευτυχίας" αλλά το μέσο "δυστυχίας για την ανθρωπότητα".

Ενώ η λογική προαναφερόταν συχνά ως η πρωτεργάτρια των επαναστατικών ιδεών, ο Πέιν κατάλαβε ότι καθοδηγείται από συναισθήματα και αυτά τα συναισθήματα έπρεπε να υλοποιηθούν για να επικυρώσουν πρακτικές εξέγερσης. Η επανάσταση έπρεπε να είναι αποδεκτή για να είναι σωστή. Για όλα αυτά, έπρεπε να διαμορφωθεί το νέο αμερικανικό σύνταγμα "με έναν μετρημένα συνειδητό τρόπο", έπρεπε να διαμορφωθεί έτσι ώστε να εγγυηθεί "το μεγαλύτερο σύνολο ατομικής ευτυχίας". Αυτή η ιστορικά συγκεκριμένη και εγγενώς πολιτική ευτυχία έγινε προϋπόθεση για την οικοδόμηση του έθνους, μια διαδικασία που εξαρτήθηκε επίσης από ισχυρισμούς ατίμωσης, πόνου και αηδίας για τον αποικιακό ζυγό. Η Αμερική δεν θα βασιζόταν αμιγώς στη λογική, αλλά στο ελεγχόμενο συναίσθημα.

Η "επιδίωξη της ευτυχίας" που θεμελιώθηκε στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας ήταν η προσαρμογή του Τόμας Τζέφερσον στις ιδέες του Τζον Λοκ για την επιδίωξη της ζωής, της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας. Όπως παρουσίασε η ιστορικός Nicole Eustace, ήταν μια ευτυχία που ενέκρινε και δικαιολόγησε την πρακτική της δουλείας. Η ευτυχία των ιδιοκτητών των σκλάβων εξαρτιόταν από τη δουλεία. Για τους υπογράφοντες τη Διακήρυξη, το δικαίωμα επιδίωξης της ευτυχίας ήταν για τους λευκούς. Όταν οι επικριτές χαρακτήρισαν τις αρχές της δουλείας και την επιδίωξη της ευτυχίας ως αντιφατικές, ένα παράδοξο που έπρεπε να σπάσει, οι ρατσιστές άλλαξαν προσέγγιση, ισχυριζόμενοι ότι οι σκλάβοι δεν είχαν ικανότητα για ευτυχία. Το μαύρο χρώμα από μόνο του, διαβεβαίωναν, ήταν μια αναπόφευκτη βιολογική αιτία δυστυχίας. Η ευτυχία ήταν ένα δικαίωμα που προσφερόταν σε όλους τους ανθρώπους ως προϊόν ενός πολιτικού συστήματος, βασιζόταν, ωστόσο, στον περιορισμό της κατηγορίας "άνθρωπος" σε εκείνους που θεωρούνταν ικανοί για την ποιότητα της "ευτυχίας". Η Γουόλστονκραφτ κατάλαβε ότι η επαναστατική εποχή είχε επίσης θέσει τις γυναίκες εκτός της κατηγορίας "άνθρωπος". "Ευτυχία θα ήταν για τον κόσμο", έγραψε στο A Vindication of the Rights of Woman (1792), "αν όλη αυτή η μάταιη προσοχή για την επίτευξη εγκόσμιας ευτυχίας… μετατρεπόταν σε μια ανήσυχη επιθυμία για βελτίωση της κατανόησης".

Αυτές οι αντιφάσεις και συγκρούσεις μας λένε ότι, οτιδήποτε κι αν είναι ή ήταν η ευτυχία, η πολιτική δεν είναι ποτέ μακριά. Η πρόσφατη ιστορία της ευτυχίας, στην οποία συμμετέχει η μελέτη του Χιλς, είναι συνυφασμένη με νεοφιλελεύθερες μετρήσεις και συνταγές για την "ευημερία". Μια ολόκληρη ακαδημαϊκή βιομηχανία έχει προκύψει από μια πολύ εύκολη μετάφραση της Αριστοτελικής ευδαιμονίας σε "ευτυχία", η οποία δεν περνάει τον έλεγχο πραγματικότητας. Όσοι είδαν την ευτυχία μέσα από τον οπερασιοναλισμό είχαν στο μυαλό τους την καπιταλιστική αποτελεσματικότητα: πώς θα μπορούσε το εργατικό δυναμικό να είναι όσο το δυνατόν πιο παραγωγικό και να του αρέσει; Σε αυτόν τον "συναισθηματικό καπιταλισμό", όπως το χαρακτήρισε η κοινωνιολόγος Έβα Ιλούζ του Εβραϊκού Πανεπιστημίου στην Ιερουσαλήμ, η ευτυχία έχει "ξανασυσκευαστεί" ως τέχνασμα εμπιστοσύνης για να ανταμείψει τη συμμόρφωση ή αλλιώς να διαγράψει το άτομο στο όνομα αφηρημένων κατηγοριών ευεξίας και όλα για χάριν του οικονομικού κέρδους.

Ενώ τα αυταρχικά καθεστώτα από τη Βενεζουέλα έως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δημιούργησαν υπουργεία ευτυχίας προκειμένου να καθιερώσουν την επίβλεψη σε ολόκληρο τον πληθυσμό και να ανταμείψουν τη "καλή" - δηλαδή, συμμορφωτική - συμπεριφορά, οι ίδιες ιδέες είναι ζωντανές στις δυτικές δημοκρατίες. Γιορτάζονται μέσω προγραμμάτων των Ηνωμένων Εθνών, όπως η Παγκόσμια Έκθεση Ευτυχίας και η δέσμευση του ΟΟΣΑ να τοποθετήσει την ευημερία "στο επίκεντρο των κυβερνητικών προσπαθειών" στο όνομα της ανάπτυξης.

Αυτή η "ευτυχία" είναι πολύ μακριά από τους καθημερινούς ορισμούς. Μια χώρα όπως η Δανία, για παράδειγμα, η οποία κυριαρχεί τακτικά στα διαγράμματα "ευτυχίας", έχει ιστορικό υψηλών ποσοστών αυτοκτονίας. Δείκτες ευτυχίας και ευεξίας για την κατάσταση μιας εθνικής οικονομίας δεν έχουν καμία σχέση με το πώς αισθάνεται ένα άτομο. Είναι μέρος μιας σύνθετης ιστορίας ευτυχίας. Ο τρόπος που την επιδιώκουμε, τη βιώνουμε ή την αποφεύγουμε πρέπει να μας κάνει να σταματήσουμε, γιατί αυτό που σημαίνει ευτυχία δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Πώς οι τοξικές σχέσεις βλάπτουν την αγάπη (και τον εαυτό μας)

Μας κάνουν να αμφιβάλλουμε για την αυτοεκτίμησή μας

Το να βρισκόμαστε σε μια τοξική σχέση μπορεί να μας δημιουργήσει βαθιές ανασφάλειες ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί, αρκετά όμορφοι, αρκετά έξυπνοι κ.ο.κ.

Αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για το αν αξίζουμε μια σχέση αγάπης απλώς και μόνο επειδή ο σύντροφός μας μας κάνει πάντα να νιώθουμε ότι είμαστε ασήμαντοι. Μας κάνει να αισθανόμαστε ότι έχει μεγαλύτερη αξία από ό,τι εμείς.

Είναι σημαντικό να έχουμε ένα ισχυρό θεμέλιο για το ποιοι είμαστε βαθιά μέσα μας. Να εδραιώσουμε την αυταξία μας μέσα μας. Γιατί όταν το κάνουμε, μπορούμε εύκολα να απομακρυνθούμε από εκείνους που δεν μας εκτιμούν. Από εκείνους που μας δείχνουν συνεχώς ότι είμαστε καλύτερα χωρίς αυτούς. Από εκείνους που μας φέρνουν θλίψη αντί για ευτυχία, κατάθλιψη αντί για γαλήνη και ηρεμία.

Μας κάνουν να αισθανόμαστε ανεπιθύμητοι και μη αγαπητοί

Πολλοί άνθρωποι έχουν κολλήσει σε μια τοξική σχέση επειδή έχουν συνηθίσει να αποδεικνύουν στον/στη σύντροφό τους ότι αξίζουν αγάπη και στοργή. Δουλεύουν πολύ σκληρά για να κερδίσουν τον σεβασμό τους. Κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να αποδείξουν ότι το αξίζουν.

Αλλά επιτρέψτε μου να σας πω το εξής: Ο σωστός άνθρωπος δεν θα σας κάνει ποτέ συνειδητά να νιώσετε ότι δεν σας αγαπούν και δεν σας σέβονται. Θα θυμώσει μαζί σας, αλλά ποτέ δεν θα σας πληγώσει σκόπιμα και δεν θα βλάψει τη σχέση σας. Αν έκαναν κάτι λάθος, θα το επανορθώσουν. Αν με κάποιο τρόπο σας έκαναν να νιώσετε άσχημα, θα το διορθώσουν. Σας φροντίζουν, όχι μόνο σε σωματικό επίπεδο, αλλά και σε νοητικό και συναισθηματικό.

Πλήττουν την πίστη μας στην αγάπη

Αφού βρεθείτε σε μια τοξική σχέση, θα αρχίσετε να χάνετε την πίστη σας στην εύρεση του κατάλληλου ατόμου. Θα αρχίσετε να πιστεύετε ότι η αγάπη δεν είναι για εσάς. Ότι όλοι οι άνθρωποι που θα συναντήσετε στη ζωή σας θα κάνουν το ίδιο πράγμα – θα σας ραγίσουν την καρδιά και θα σας βλάψουν ως άνθρωπο.

Γι’ αυτό είναι σημαντικό να βλέπετε όλες τις κόκκινες σημαίες στην αρχή μιας σχέσης και να μην τις δικαιολογείτε μόνο και μόνο για να είστε με ένα συγκεκριμένο άτομο. Υπάρχουν πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι που μπορείτε να γνωρίσετε μόνο αν παρουσιάσετε τον εαυτό σας ως κάποιον που εκτιμά τον εαυτό του ως αυτό που είναι, ως κάποιον που σέβεται βαθιά τον εαυτό του και ως κάποιον που έχει εδραιώσει μια υγιή νοοτροπία στην αγάπη και στην ανθρωπότητα.

Αλλάζουν ολόκληρη τη δυναμική μιας υγιούς σχέσης

Όταν βρισκόμαστε σε μια τοξική σχέση, αρχίζουμε να κανονικοποιούμε ότι η τοξικότητα θα είναι πάντα παρούσα. Ότι είναι μέρος του να είμαστε σε μια σχέση. Αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι το να τσακωνόμαστε για μικρά πράγματα σχεδόν κάθε μέρα είναι κάτι συνηθισμένο σε κάθε σχέση.

Πιστεύουμε ότι είναι φυσιολογικό να παρακαλάμε για τη στοργή του/της συντρόφου μας. Να τον κυνηγάμε, να δίνουμε συνεχώς το 100% του εαυτού μας όταν εκείνος/η μας δίνει ψίχουλα.

Μια υγιής σχέση αποτελείται από δύο ανθρώπους που καταβάλλουν προσπάθεια ο ένας για τον άλλον, και δεν εννοώ να κάνει εκπλήξεις κάθε μέρα ο ένας στον άλλον. Είναι δύο άνθρωποι που κάνουν ο ένας τον άλλον να νιώθει ότι τον αγαπούν με κάθε τρόπο, υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και βοηθούν ο ένας τον άλλον να αναπτυχθεί στην αγάπη και στη ζωή.

Είναι να μαθαίνουμε τι συμπαθούν και τι όχι, να σεβόμαστε τις αξίες τους και να αγαπάμε ολόκληρο το είναι τους. Είναι να αποδεχόμαστε το κακό μαζί με το καλό. Σημαίνει να επιλέγουμε να είμαστε μαζί τους με κάθε κόστος.

Η αγάπη είναι η ουσία της ψυχής

Αναρωτιέμαι: Ξέρω να αγαπώ;

Ξέρω να αφουγκράζομαι, να δίνομαι, να μοιράζομαι;
Ξέρω να μην περιμένω, να μην προσδοκώ;
Ξέρω; Ξέρω, ξέρω…

Πόσο μυαλό κρύβεται πίσω από αυτή τη λέξη; Πόση μυαλουδίλα; Και απλώνεται παντού μέσα μου, στον καθένα γύρω μου σαν ιός… Κρύβεται πίσω από κάθε σκέψη, πίσω από κάθε αίσθηση, από κάθε συναίσθημα…
Και πως περιμένω να αγαπώ όταν αρχίζω με το ξέρω;

Η αγάπη είναι αγάπη.
Δεν μετρά, δεν αναμετρά, δεν υπολογίζει, δεν κοστολογεί. Δεν αναμένει, δεν υπομένει, δεν περιμένει… δίνεται… Δίνεται απλόχερα και κυλά σαν ποτάμι. Μοιράζεται παντού και δεν αναγνωρίζει πρόσωπα, ονόματα, καταστάσεις… Είναι πάνω από το εγώ. Ακόμα πιο πάνω από το Εμείς…
Eίναι ΑΓΑΠΗ…

Η ΑΓΑΠΗ δεν είναι μια απλή λέξη.
Δεν είναι ένα πάντρεμα φωνηέντων και συμφώνων. Δεν μπορούμε να συζητάμε για ΑΓΑΠΗ, μπορούμε μόνο να τη βιώνουμε… Είναι ενέργεια. Έχει χρώμα, δόνηση, ήχο ακόμα και πρόθεση…

Και μπορούμε να τη νιώθουμε:
Όταν γίνεται φωτιά που καίει το παλιό και ανασταίνει το καινούργιο
Όταν σε κάθε μας βήμα ανεβαίνει από τη γη και μας πλημμυρίζει
Όταν αφηνόμαστε στο απαλό και καθάριο άγγιγμα του νερού
Όταν γίνεται Ζωή στον αέρα που αναπνέουμε
Όταν γίνεται δάκρυ, χαμόγελο, άγγιγμα, αγκαλιά, ένα βαθύ βλέμμα ένωσης, αναγνώρισης, αποδοχής…

Η ΑΓΑΠΗ είναι η ουσία της Ψυχής και όταν παραδινόμαστε σε αυτήν επιτρέπουμε στη Ψυχή μας να μοιραστεί την αιωνιότητα με όλη την Ύπαρξη…

Θες να δεις ποιος στ’ αλήθεια είσαι;

Ο Όσκαρ Ουάιλντ είχε πει: «Θες να δεις ποιος στ’ αλήθεια είσαι;! Δοκίμασε όσο γίνεται περισσότερες μάσκες!».

Ήδη φέρεις από γεννησιμιού σου εν δυνάμει όλα τα προσωπεία. Όλες τις εκδοχές και της δυνατότητες που σε τέρπουν και σε τρομάζουν.

Εκούσια φορώντας τες, τις δίνεις χώρο να υπάρξουν. Το απαγορευμένο, επιθυμητό και φαντασιακό γίνεται απτό και πραγματικό.

Μεγάλο μέρος της ενέργειας και τις ισχύος του σαρκώνεται, και γι’ αυτό βγαίνει απ’ πίστα των δυνατοτήτων, δίνοντας την σκυτάλη σε νέες αβίωτες ακόμη «μάσκες».

Αφήνει χώρο για να ευδοκιμήσουν νέα προσωπεία, νέες δυνατότητες και προοπτικές μετουσίωσής τους στις βιωμένες τους εκδοχές.

Κάποια στιγμή, όταν όλα τα δυνατά προσωπεία πάρουν το χώρο τους στην αρένα της πραγματικότητας, και καθώς όλο το πιθανό ρεπερτόριο των ρόλων έχει παιχθεί, όταν δεν υπάρχει κανένας διαθέσιμος ρόλος πλέον να παιχθεί, τότε εσύ, ο «ηθοποιός», κατεβαίνει απ’ την σκηνή, χορτασμένος και απόλυτα διαθέσιμος να εμπλακεί με το αληθινό του πρόσωπο, αυτό που λανθάνει, και κρύβεται πίσω απ’ όλες τις επιμέρους μάσκες και ρόλους …

Υπομονή – Μια υπερδύναμη που πρέπει να καλλιεργηθεί

Κάποιος είπε πώς η επιμονή είναι δύναμη. Σε συνδυασμό με την υπομονή, είναι υπερδύναμη!

Η υπομονή, είναι ένα βασικό στοιχείο το οποίο πρέπει να έχουμε όλοι μας, αλλά κάποια στιγμή αισθανόμαστε ότι φτάνουμε στα όρια μας. Είναι εκεί που λέμε στον εαυτό μας, τέρμα! Δεν αντέχεις άλλο! Μαζεύεις, μαζεύεις… και ξαφνικά έρχεται κάποια στιγμή που λές, φτάνει, μέχρι εδώ ήτανε! Μετά εκνευρίζεσαι γιατί δεν τα κατάφερες, χάνεις μία δύσκολη μάχη και θέλεις να σπάσεις ότι βρίσκεις μπροστά σου. Ωστόσο, σου φταίνε όλα, ακόμα και τα πιο μικρά πράγματα, αισθάνεσαι ότι η υπομονή σου αρχίζει να εξαντλείται και αδιαφορείς για τις συνέπειες.

Η υπομονή είναι μία τεράστια αρετή, που πρέπει καθημερινά να την καλλιεργούμε μέχρι να φτάσουμε στο σημείο που να μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας να εκτροχιάζεται.

Το κάθε τι που κάνεις, χρειάζεται χρόνο, καθημερινή προσπάθεια και επιμονή για να το κάνεις κτήμα σου. Είναι πραγματικός πλούτος η αρετή της υπομονής, γιατί μας βοηθά να αντιμετωπίζουμε προβλήματα που καθημερινά συναντάμε στην ζωή μας, με ηρεμία, ψυχραιμία, με αισιοδοξία, με χιούμορ πολλές φορές και ενδεχομένως συχνά να μας γλυτώσει από μπελάδες.

Ένας καλός τρόπος να καλλιεργηθεί η υπομονή, είναι να σκεφτόμαστε πώς γύρω μας υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα που αν τα υιοθετήσουμε, θα μας χαρίσουν χαλάρωση και εσωτερική ηρεμία. Όπως για παράδειγμα, να βγεις για περπάτημα στη φύση και να μυρίσεις τα λουλούδια, αναπνέοντας καθαρό οξυγόνο. Να παρατηρήσεις το ηλιοβασίλεμα. να θαυμάσεις τα υπέροχα πορτοκαλοκίτρινα χρώματα που δημιουργούνται και να σκεφτείς πως όπως ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί και δύει κάθε απόγευμα, έτσι τα προβλήματα και οι αναποδιές και όλα τα δύσκολα στην ζωή, ποτέ δεν είναι στάσιμα. Όλα κάνουν τον κύκλο τους.

Μπορείς να βάλεις μουσική να χορέψεις. Ή να κλείσεις τα μάτια και να σε ταξιδέψει σε μέρη γνωστά και άγνωστα. Έτσι θα φύγουν μακριά, αγχολυτικές και αρνητικές σκέψεις και θα οπλιστείς με ελπίδα και υπομονή. Να βρεις πράγματα που θα κάνουν τον χρόνο σου ευχάριστο, δημιουργικό, χαρούμενο, και όμορφο. Η συντροφιά κάποιου καλού βιβλίου, η ζωγραφική, η γυμναστική, όλα αυτά θα βοηθήσουν στο να γίνει καλύτερος ο εσωτερικός κόσμος του καθενός μας. Ακόμα, μπορείς να ταξιδέψεις ψηφιακά και να γνωρίσεις την ιστορία και τον πολιτισμό ξένων χωρών.

Ο κάθε ένας να θυμάται, η γνώση είναι δύναμη και η υπομονή υπερδύναμη.

Οι ψευτομορφωμένοι

Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι' αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ” όλες τις εποχές.

Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση.

Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι.

Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.

Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας».

Μ” ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»;

Ρωτήθηκαν κάποιοι να τις εξηγήσουν, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση;

Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου…». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ” αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δε λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»;

Αυτά είναι ακατανόητα και γι” αυτόν που τα γράφει και γι” αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε.

Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται. Βέβαια το μπέρδεμα υπάρχει πρώτα στο μυαλό. Πάντως μ” αυτά και μ” αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.

θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει. Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πως είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν;

Βέβαια ο ποιητής έχει τη δικαιολογία ότι γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξύλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλας, που γράφουν ότι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.

Κάποιοι ισχυρίζονται πως έτσι εμπλουτίζεται η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας, γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές τις Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις;

Η αιτία του φαινομένου αυτού, οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ” όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ” όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη», και τα συναφή. Μέσα σ” αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε όλοι.

Είναι πολύ λίγοι εκείνοι που ξέρουν να σκέφτονται πραγματικά

Είναι πολύ ενδιαφέρον, ξέρετε, ν’ ανακαλύψει κανείς τι είναι μάθηση. Μαθαίνουμε από κάποιο βιβλίο ή από κάποιο δάσκαλο μαθηματικά, γεωγραφία, ιστορία- μαθαίνουμε πού βρίσκονται το Λονδίνο, η Μόσχα ή η Νέα Υόρκη- μαθαίνουμε πώς λειτουργεί κάποιο μηχάνημα, πώς χτίζουν τις φωλιές τους τα πουλιά και πώς φροντίζουν τα μικρά τους. Μαθαίνουμε μελετώντας και παρατηρώντας. Αυτός είναι ο ένας τρόπος μάθησης.

Υπάρχει, όμως, κι ένας άλλος τρόπος μάθησης: Η μάθηση που έρχεται μέσα από την εμπειρία. Όταν βλέπουμε ένα καΐκι στο ποτάμι, με τα πανιά του να καθρεφτίζονται στα ήσυχα νερά, αυτό δεν είναι μια εκπληκτική εμπειρία; Και τι συμβαίνει μετά; Το μυαλό μας αποθηκεύει αυτή την εμπειρία ακριβώς όπως αποθηκεύει τη γνώση, και το επόμενο απόγευμα πηγαίνουμε πάλι στο ίδιο μέρος για να δούμε το καΐκι, ελπίζοντας ότι θα νιώθουμε το ίδιο πράγμα – χαρά και γαλήνη, που έρχονται τόσο σπάνια στη ζωή μας. Έτσι, το μυαλό μας αποθηκεύει επιμελώς εμπειρίες, και αυτή η αποθήκευση εμπειριών με τη μορφή μνήμης είναι που δημιουργεί τη σκέψη, έτσι δεν είναι; Αυτό που ονομάζουμε σκέψη είναι αντίδραση της μνήμης.

Βλέπετε, είναι πολύ λίγοι εκείνοι που ξέρουν να σκέφτονται πραγματικά. Οι περισσότεροι από εμάς απλώς επαναλαμβάνουμε ό,τι έχουμε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο ή ό,τι μας έχει πει κάποιος άλλος, ή η σκέψη μας είναι αποτέλεσμα της δικής μας πολύ περιορισμένης εμπειρίας. Ακόμη κι αν ταξιδέψουμε σε ολόκληρο τον κόσμο και αποκτήσουμε αμέτρητες εμπειρίες, ακόμη κι αν συναντήσουμε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους και ακούσουμε τι έχουν να μας πουν, ακόμη κι αν μελετήσουμε τα έθιμά τους, τη θρησκεία τους, τις συνήθειές τους, εκείνο που θα συγκρατήσουμε θα είναι η ανάμνηση όλων αυτών, στην οποία βασίζεται αυτό που ονομάζουμε σκέψη. Συγκρίνουμε, κατακρίνουμε, επιλέγουμε, και από αυτή τη διαδικασία ελπίζουμε να βρούμε κάποια λογική στάση ζωής. Αλλά αυτού του είδους οι σκέψεις είναι πολύ περιορισμένες, είναι κλεισμένες μέσα σε μια πολύ μικρή περιοχή. Έχουμε κάποια εμπειρία, όπως όταν βλέπουμε μια βάρκα στο ποτάμι ή κάποιο σώμα που το μεταφέρουν για να το κάψουν ή μια χωριάτισσα που κουβαλάει ένα βαρύ φορτίο, όλες αυτές οι εμπειρίες είναι εκεί, μπροστά στα μάτια μας, αλλά είμαστε τόσο αναίσθητοι που δεν μπαίνουν βαθιά μέσα μας για να ωριμάσουν. Αλλά μόνο μέσα από την ευαισθησία για τα πάντα γύρω μας μπορεί ν’ αρχίσει να υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης που δεν θα είναι περιορισμένος από τη διαμόρφωσή μας.

Αν προσκολληθείτε σε κάποια θρησκεία ή σε μια ιδεολογία, θα βλέπετε τα πάντα μέσα από το πρίσμα των αντίστοιχων πιστεύω ή παραδόσεων και δεν θα έχετε καμία επαφή με την πραγματικότητα. Έχετε προσέξει ποτέ τις γυναίκες του γειτονικού χωρίου την ώρα που κουβαλάνε κάποιο βαρύ φορτίο στο κεφάλι τους για να το πάνε στην πόλη; Όταν το κάνετε, τι συμβαίνει μέσα σας, τι νιώθετε; Ή εκείνο που συμβαίνει είναι ότι έχετε δει αυτές τις γυναίκες τόσο πολλές φορές που δεν νιώθετε τίποτα πια, επειδή απλώς έχετε συνηθίσει το θέαμα; Αλλά ακόμη κι όταν παρατηρείτε κάτι για πρώτη φορά, τι συμβαίνει; Αυτομάτως ερμηνεύετε αυτό που βλέπετε σύμφωνα με τα πιστεύω σας, έτσι δεν είναι; Βιώνετε αυτό που βλέπετε σύμφωνα με τις ιδέες στις οποίες πιστεύετε, είστε κομμουνιστής, σοσιαλιστής, καπιταλιστής ή οτιδήποτε άλλο σε “-ιστής”. Αντιθέτως, αν δεν είστε τίποτε από όλα αυτά κι έτσι δεν αντιλαμβάνεστε την πραγματικότητα μέσα από κάποιο φίλτρο ιδεών ή πιστεύω, αλλά έχετε πραγματικά άμεση επαφή με αυτή, τότε θα δείτε τι εξαιρετική σχέση υπάρχει ανάμεσα σε εσάς και σε ό,τι παρατηρείτε. Αν δεν είσαι προκατειλημμένος και είσαι ανοιχτός σε όλα, τότε τα πάντα γύρω σου αποκτούν εξαιρετικό ενδιαφέρον, είναι απίστευτα ζωντανά.

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, όσο είναι νέος κανείς, να παρατηρεί τα πάντα: τη βάρκα που κυλάει στο ποτάμι, το τρένο που περνάει, τη γυναίκα που κουβαλάει κάποιο βαρύ φορτίο, την αναίδεια του πλούσιου, την υπεροψία των υπουργών, των «μεγάλων», εκείνων που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. Πρέπει απλώς να παρατηρείς χωρίς να κάνεις κριτική, επειδή από τη στιγμή που κάνεις κριτική παύεις να έχεις επαφή με τους άλλους, έχεις ήδη σηκώσει έναν τοίχο ανάμεσα σε σένα και σ’ εκείνους. Αν όμως παρατηρείς απλώς, τότε έχεις άμεση επαφή με τους ανθρώπους και με τα πράγματα. Αν μπορείς να παρατηρείς διαρκώς, με οξυδέρκεια, αλλά χωρίς να κρίνεις, χωρίς να βγάζεις συμπεράσματα, θα ανακαλύψεις ότι η σκέψη σου θα γίνει εντυπωσιακά ακριβής. Τότε δεν σταματάς να μαθαίνεις.

Παντού γύρω σας υπάρχουν η γέννηση και ο θάνατος, το κυνήγι του χρήματος, κάποιας θέσης, της εξουσίας, όλα αυτά τα πράγματα που εμείς ονομάζουμε ζωή. Αναρωτιέστε καμιά φορά, ακόμη κι εσείς που είστε πολύ νέοι, για ποιο λόγο γίνονται όλα αυτά; Οι περισσότεροι από εμάς, βλέπετε, ζητάμε κάποια απάντηση, θέλουμε να μας πει κάποιος για ποιο λόγο γίνονται όλα αυτά, κι έτσι διαβάζουμε βιβλία -πολιτικά ή θρησκευτικά- ή περιμένουμε από κάποιον «φωτισμένο» να μας απαντήσει. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να το κάνει αυτό, επειδή η ζωή δεν είναι κάτι που μπορεί να κατανοηθεί μέσα από κάποιο βιβλίο, ούτε μπορείς να βρεις το νόημά της ακολουθώντας κάποιον ή κάνοντας προσευχές. Εσείς κι εγώ πρέπει να την κατανοήσουμε από μόνοι μας, πράγμα που μπορούμε να κάνουμε μόνο αν είμαστε γεμάτοι ζωντάνια, πολύ σβέλτοι, προσεκτικοί, παρατηρητικοί, δείχνοντας ενδιαφέρον για τα πάντα γύρω μας, και τότε θα ανακαλύψουμε τι σημαίνει να είσαι πραγματικά ευτυχισμένος.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι, και είναι δυστυχισμένοι επειδή δεν υπάρχει αγάπη στην καρδιά τους. Η αγάπη γεννιέται μέσα στην καρδιά σου όταν δεν υπάρχει τοίχος ανάμεσα σε σένα και τον άλλο- όταν τους ανθρώπους που συναντάς τους παρατηρείς χωρίς να τους κρίνεις· όταν κοιτάς μια βάρκα μ’ ανοιχτά πανιά να κυλάει στο ποτάμι και απλώς θαυμάζεις την ομορφιά της. Μην αφήνετε τις προκαταλήψεις σας να σας εμποδίζουν να παρατηρείτε τους ανθρώπους και όσα συμβαίνουν. Απλώς να παρατηρείτε, και θα ανακαλύψετε ότι με αυτού του είδους την απλή παρατήρηση, των δέντρων, των πουλιών, των ανθρώπων- που περπατάνε, που δουλεύουν, που χαμογελάνε, κάτι γίνεται μέσα σας. Χωρίς να γίνεται αυτό το εξαιρετικό πράγμα μέσα σας, χωρίς την εμφάνιση δηλαδή της αγάπης στην καρδιά σας, η ζωή έχει πολύ λίγη σημασία.

Πώς η έμφαση δίνεται στο «έχειν» και όχι στο «είναι»

Μια κάποια αλλαγή, όσον αφορά την έμφαση που δίνεται αντίστοιχα στο «έχειν» και στο «είναι», φαίνεται ξεκάθαρα στην όλο και αυξανόμενη χρήση των ουσιαστικών και στην επακόλουθη μείωση της χρήσης των ρημάτων στις δυτικές γλώσσες.

Το ουσιαστικό είναι η ακριβής κατονομασία ενός πράγματος. Μπορώ να πω ότι έχω πράγματα: έχω ένα τραπέζι, ένα σπίτι, ένα βιβλίο, ένα αυτοκίνητο. Η ακριβής κατονομασία μιας δραστηριότητας, όμως ή μιας διαδικασίας σε εξέλιξη είναι ένα ρήμα: λόγου χάρη, «είμαι», «αγαπώ», «επιθυμώ», «μισώ» κ.λπ. Αλλά όλο και πιο συχνά, ακόμη και μια δραστηριότητα εκφράζεται με όρους κτήσης: με άλλα λόγια, ένα ουσιαστικό αντικαθιστά το ρήμα. Το να εκφράσεις ωστόσο μια δραστηριότητα χρησιμοποιώντας το ρήμα «έχω» σε συνδυασμό με ένα ουσιαστικό, αποτελεί εσφαλμένη χρήση της γλώσσας, καθώς οι δραστηριότητες και οι διαδικασίες σε εξέλιξη μπορούν μόνο να βιωθούν και όχι να αποκτηθούν.

Οι καταστροφικές συνέπειες αυτής της σύγχυσης είχαν ήδη αναγνωριστεί από τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ο Ντι Μαρέ έδωσε μια ιδιαίτερα ακριβή έκφραση αυτού του προβλήματος σ’ ένα έργο του που εκδόθηκε μετά των θάνατό του, με τίτλο: «Οι Πραγματικές Αρχές της Γραμματικής» (1769), Γράφει εκεί: «Στο παράδειγμα “Έχω ένα ρολόι”, το ρήμα πρέπει να εννοηθεί με την κυριολεκτική του σημασία• όταν, όμως, λέει κάποιος “έχω μια ιδέα”, τότε το “έχω” λέγεται μόνο μεταφορικά. Είναι μια δανεισμένη έκφραση. Έχω μια ιδέα σημαίνει σκέφτομαι, συλλαμβάνω κάτι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Παρόμοια, έχω μια επιθυμία σημαίνει επιθυμώ κ.ο.κ.».

Στη διάρκεια των δύο αιώνων μετά τον Ντι Μαρέ, αυτή η γενική τάση της υποκατάστασης των ρημάτων με ουσιαστικά έχει λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις, που ακόμη κι εκείνος ο ίδιος δύσκολα θα μπορούσε να είχε φανταστεί. Ιδού ένα τυπικό, ακόμη κι αν είναι κάπως παρατραβηγμένο, παράδειγμα της καθημερινής μας ομιλίας. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος πηγαίνει να συμβουλευτεί έναν ψυχαναλυτή και ξεκινά τη συζήτηση με τα παρακάτω λόγια: «Γιατρέ, έχω ένα πρόβλημα˙ έχω αϋπνία. Αν και έχω ένα όμορφο σπίτι, αξιαγάπητα παιδιά κι έναν ευτυχισμένο γάμο, έχω και πολλές ανησυχίες». Πριν από μερικές δεκαετίες, αντί ο ασθενής να πει «έχω ένα πρόβλημα», θα είχε ίσως πει «είμαι προβληματισμένος», αντί να πει «έχω αϋπνία», θα έλεγε «δεν μπορώ να κοιμηθώ»˙ και, αντί να πει «έχω έναν ευτυχισμένο γάμο», θα έλεγε «είμαι ευτυχισμένος στον γάμο μου».

Ο πιο πρόσφατος τρόπος έκφρασης δηλώνει και τον υψηλό βαθμό αλλοτρίωσης που έχει επικρατήσει. Λέγοντας «έχω ένα πρόβλημα» αντί «είμαι προβληματισμένος», η υποκειμενική εμπειρία περιορίζεται: το εγώ της βιωμένης εμπειρίας υποκαθίσταται από αυτό της κτήσης. Έχω μετασχηματίσει το συναίσθημά μου σε κάτι το οποίο κατέχω: ένα πρόβλημα. Όμως, η λέξη «πρόβλημα» είναι ένας αφηρημένος όρος για κάθε λογής δυσκολία. Δεν δύναμαι να έχω ένα πρόβλημα, καθώς αυτό το τελευταίο δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να βρίσκεται στην κατοχή μου. Ωστόσο, μπορεί αυτό να κατέχει εμένα. Με διαφορετική διατύπωση, έχω μεταβάλει τον εαυτό μου σε «πρόβλημα» και τώρα πια με κατέχει το δημιούργημά μου. Αυτός o τρόπος ομιλίας προδίδει επομένως μια κρυμμένη, ασυνείδητη αλλοτρίωση. Αλλά βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει σε όλα αυτά πως η αϋπνία είναι ένα φυσικό σύμπτωμα όπως ο πονεμένος λαιμός ή ο πονόδοντος, και γι’ αυτό είναι αποδεκτό να λέμε ότι έχουμε αϋπνία, όπως λέμε ότι έχουμε πονεμένο λαιμό. Αλλά εδώ υπάρχει μια διαφορά: ένας πονεμένος λαιμός ή ένας πονόδοντος είναι σωματικές αισθήσεις, οι οποίες μπορούν να είναι περισσότερο ή λιγότερο έντονες, όμως δεν έχουν ιδιαίτερη ψυχική χροιά. Μπορεί κανείς να έχει πονεμένο λαιμό, αφού βέβαια έχει λαιμό, όπως μπορεί να έχει πονεμένο δόντι, αφού έχει δόντια. Η αϋπνία, αντίθετα, δεν είναι μια σωματική αίσθηση, αλλά μια πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, αυτή κατά την οποία αδυνατεί να κοιμηθεί. Αν πω ότι «έχω αϋπνία» αντί «δεν μπορώ να κοιμηθώ», προδίδω την επιθυμία μου να απωθήσω μακριά μου την εμπειρία του άγχους μου, της ανησυχίας και της έντασης που δεν με αφήνουν να κοιμηθώ, και να αντιμετωπίσω ένα φαινόμενο που σχετίζεται με το μυαλό μου σαν να ήταν σωματικό σύμπτωμα.

Ή ένα άλλο παράδειγμα˙ το να πω «έχω μεγάλη αγάπη για σένα», δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Η αγάπη δεν είναι ένα πράγμα που μπορεί κάποιος να το έχει, αλλά μια ζωντανή διαδικασία, μια εσωτερική δραστηριότητα, υποκείμενο της οποίας είναι αυτός ο κάποιος. Μπορώ να αγαπώ, μπορώ να είμαι ερωτευμένος, αλλά αγαπώντας… δεν έχω τίποτε. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, όσο λιγότερα έχω τόσο περισσότερο μπορώ να αγαπώ.

Νέα έρευνα γενετιστών και αρχαιολόγων: Από πού προέρχονται τελικά οι σκύλοι;

Σύμφωνα με μια νέα διεθνή έρευνα γενετιστών και αρχαιολόγων, διαπιστώθηκε πως οι σημερινοί σκύλοι προέρχονται από τουλάχιστον δύο διαφορετικούς πληθυσμούς αρχαίων λύκων, έναν από την ανατολική Ευρασία και έναν από τη Μέση Ανατολή και τη νοτιοδυτική Ευρασία.


Η μελέτη αποτελεί ένα ακόμη βήμα για τη λύση του μυστηρίου αναφορικά με το πού έγινε η εξημέρωση των «καλύτερων φίλων» του ανθρώπου, ενός από τα μεγαλύτερα ακόμη ερωτήματα της ανθρώπινης προϊστορίας.

Οι σκύλοι προέρχονται από τον γκρίζο λύκο (Canis lupus) και η εξημέρωσή τους εκτιμάται ότι συνέβη στη διάρκεια της Εποχής των Πάγων πριν 15.000 έως 30.000 χρόνια.

Ο γκρίζος λύκος πιστεύεται ότι υπήρξε το πρώτο άγριο είδος από το οποίο προέκυψε ένα εξημερωμένο είδος.

Παραμένει όμως ακόμη άγνωστο το πού ακριβώς αυτό συνέβη και αν επρόκειτο για μια μοναδική τοποθεσία ή πολλές όπου έλαβε χώρα η εξημέρωση.

Τα περισσότερα άλλα ζώα εξημερώθηκαν μετά την εμφάνιση της γεωργίας, αλλά οι σκύλοι εξημερώθηκαν όταν ακόμη οι άνθρωποι ήταν κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες.

Η νέα μελέτη, με επικεφαλής τον δρ Πόντους Σκόγκλουντ του Ινστιτούτου Φράνσις Κρικ του Λονδίνου, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature», ανέλυσε τα γονιδιώματα 72 αρχαίων λύκων, που έζησαν σε μια περίοδο 100.000 ετών στην Ευρώπη, στη Σιβηρία και στη Βόρεια Αμερική, κατά την Ύστερη Πλειστόκαινο περίοδο πριν περίπου 129.000 έως 11.700 χρόνια. Αρχαιολόγοι από 16 χώρες συνέβαλαν στη μελέτη, καθώς επίσης εννέα εργαστήρια ανάλυσης αρχαίου DNA.

Η συγκριτική ανάλυση των γονιδιωμάτων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο οι αρχαίοι σκύλοι όσο και οι σύγχρονοι είναι γενετικά πιο όμοιοι με τους αρχαίους λύκους της Ασίας από ό,τι της Ευρώπης, μια ένδειξη ότι η εξημέρωση αρχικά συνέβη κάπου στην Ανατολή.

Παράλληλα όμως, βρέθηκαν ενδείξεις ότι δύο ξεχωριστοί πληθυσμοί αρχαίων λύκων συνεισέφεραν DNA στους σκύλους.

Οι πρώιμοι σκύλοι από τη βορειοανατολική Ευρώπη, τη Σιβηρία και την Αμερική φαίνεται να έχουν σε ποσοστό έως σχεδόν 100% μια μοναδική καταγωγή από την Ανατολή, αλλά οι πρώιμοι σκύλοι από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και τη νότια Ευρώπη φαίνεται να κατάγονται σε ποσοστό περίπου 50% από μια άλλη ομάδα μεσανατολικών λύκων.

Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι οι σκύλοι εξημερώθηκαν παραπάνω από μία φορά, με διαφορετικούς πληθυσμούς τους στη συνέχεια να αναμιγνύονται.

Εναλλακτικά, είναι πιθανό ότι υπήρξε μια εξημέρωση, αλλά η κατοπινή διπλή καταγωγή των σκύλων οφείλεται στο ότι ένας πρώιμος πληθυσμός τους αναμίχθηκε κατόπιν με άγριους λύκους της δυτικής Ευρασίας.

Όλοι σχεδόν οι σύγχρονοι σκύλοι φαίνεται να έχουν σήμερα μια διπλή καταγωγή, με τους αρχαιότερους να έχουν βρεθεί στη Μέση Ανατολή και να χρονολογούνται προ 7.000 ετών περίπου.

Φιλοσοφία για όλους- Καταρρίπτοντας τους μύθους

Ας επιστρέψουμε 27 αιώνες πίσω στον χρόνο. Σε έναν κόσμο πριν από τη γέννηση της φιλοσοφίας. Οι άνθρωποι ζουν, αναπαράγονται και πεθαίνουν χωρίς να αναζητούν την αλήθεια. Ερωτεύονται, δουλεύουν, πολεμούν και φοβούνται. Φοβούνται τα πάντα. Την μῆνιν των θεών, τα φυσικά φαινόμενα και φυσικά τον θάνατο.

Η μοίρα είναι κυρίαρχη, το πεπρωμένο αναπόδραστο, ο κόσμος συγκεχυμένος. Η ερμηνεία του κόσμου είναι αφημένη στα χέρια της ποίησης. Το προοίμιο της Ιλιάδας περιγράφει το ζοφερό σκηνικό που ανατρέφει τις γενιές των αρχαίων Ελλήνων:

Τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας του ξακουστού Αχιλλέα,
ανάθεμά τη, πίκρες που ᾽δωκε στους Αχαιούς περίσσιες
και πλήθος αντρειωμένες έστειλε ψυχές στον Άδη κάτω
παλικαριών, στους σκύλους ρίχνοντας να φάνε τα κορμιά τους
και στα όρνια ολούθε –έτσι το θέλησε να γίνει τότε ο Δίας–
απ᾽ τη στιγμή που πρωτοπιάστηκαν και χώρισαν οι δυο τους,
του Ατρέα ο γιος ο στρατοκράτορας κι ο μέγας Αχιλλέας.

Ομήρου, Ιλιάδα 1-7

Στην Ιωνία το σκηνικό αλλάζει. Έχει φτάσει η ώρα για την εκλογίκευση του κόσμου και την ανακάλυψη των φυσικών νόμων. Το 585 π.Χ. ο Θαλής προβλέπει για πρώτη φορά την έκλειψη ηλίου (Ηρόδοτος, Ιστορίαι 1.74), αποδεσμεύοντας τα φυσικά φαινόμενα από τη θεϊκή δικαιοδοσία, και θέτει το ὕδωρ ως αρχή των πάντων. Η έκρηξη της Ιωνίας φτάνει σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Και η αναζήτηση της αλήθειας ξεκινά. Παρά τα ανύπαρκτα μέσα, ενάντια σε προλήψεις αιώνων. Η παράδοση πρέπει να ξεπεραστεί. Δύο αιώνες αργότερα, ο Σωκράτης καταδικάζεται σε θάνατο, αλλά έχει θεμελιώσει την Ηθική. Πεθαίνει χωρίς να φοβάται το επέκεινα.

Από τότε έως σήμερα η φιλοσοφία έχει προσφέρει τα μέγιστα στον άνθρωπο. Τα μεγαλύτερα μυαλά της ανθρωπότητας ενέκυψαν στη φιλοσοφία. Τότε γιατί σήμερα δεν μελετάται απ’ όλους, ούτε διδάσκεται σε όλους; Γιατί δεν είναι μέρος της καθημερινότητας αφού έχει αποδείξει την αξία της; Γιατί θεωρείται δύσκολη και δυσπρόσιτη; Γιατί ο σημερινός παγκόσμιος άνθρωπος που έχει πρόσβαση σε όλη την πληροφορία δεν εκμεταλλεύεται τη σοφία φιλοσόφων που αναζήτησαν τη γνώση, την αλήθεια και την ευδαιμονία;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα πλούτη δεν φέρνουν την ευτυχία. Σήμερα, ο άνθρωπος του δυτικού πολιτισμού έχει στην κατοχή του πολύ περισσότερα αγαθά απ’ ό,τι θα μπορούσε να ονειρευτεί ποτέ ένας αυτοκράτορας ή xβασιλιάς. Με τα χρήματά του κάποιος μπορεί χωρίς δυσκολία να πραγματοποιήσει αυτό που επιθυμεί. Η ευτυχία, εντούτοις, ποτέ δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Και η σημερινή ζωή είναι εύκολη. Πολύ. Η παραμικρή δυσκολία που θα συναντήσει κάποιος στέκεται εμπόδιο στην ευτυχία του. Οι μεγάλες ανατροπές στη ζωή αντιμετωπίζονται ως ανυπέρβλητα σκάμματα που δεν ανήκουν στη φυσική τάξη του κόσμου.

Πού κρύβεται η ευτυχία και δεν φανερώνεται στον σημερινό άνθρωπο;

Η φιλοσοφία δεν θέτει μόνο ερωτήματα. Δίνει και απαντήσεις. Καταρρίπτοντας τους μύθους, ερμηνεύει τον κόσμο και αποστρέφει το βλέμμα από το περιττό. Αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που εκτιμούμε τα πράγματα, τους ανθρώπους, τον χρόνο, τη ζωή μας. Φιλοσοφία (φιλώ + σοφία) δεν είναι μόνο η αγάπη για τη σοφία. Είναι η λογική, η κριτική σκέψη, ο στοχασμός, αλλά και η αμφιβολία. Είναι η κατανόηση της ζωής μας και της ζωής του άλλου. Είναι η αναζήτηση της αλήθειας αλλά και της ευτυχίας.

Η φιλοσοφία είναι η υψηλότερη πνευματική κατάκτηση του ανθρώπου. Δεν απευθύνεται σε λίγους. Είναι για όλους όσοι είναι έτοιμοι να ζήσουν τη ζωή τους ενσυνείδητα, δίνοντας το νόημα που εκείνοι επιθυμούν. Η Φιλοσοφία είναι για όλους.

Μια ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη, ιστορία, ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον γιο του

Φαντάσου ότι είσαι ο μικρός Νικόμαχος,1 ο γιος του Αριστοτέλη. Θαυμάζεις κι εσύ, όπως τόσοι άλλοι, τον Αλέξανδρο, τον τρομερό Μακεδόνα βασιλιά «που πρωτεύει στα έργα»,2 αφού η φήμη του έχει απλωθεί σε όλο τον κόσμο. Και, τι πιο φυσικό, θέλεις να του μοιάσεις.

Ξέρεις ότι ο πατέρας σου ήταν δάσκαλός του στην αυλή του Φιλίππου (έτσι λένε όλοι, αν και ο πατέρας σου δεν αναφέρεται ποτέ σε αυτό). Ας υποθέσουμε ότι έχεις επίγνωση ότι δεύτερος Αλέξανδρος δεν θα υπάρξει ποτέ και ότι, παρ’ όλα αυτά, το όνειρό σου είναι να αποκτήσεις πολιτική εξουσία και δόξα που κάπως θα θυμίζει εκείνη του Αλέξανδρου. Θέλεις να γίνεις πολιτικός, να κυβερνήσεις. Διαβάζεις τα Πολιτικά του πατέρα σου και συζητάτε τις λεπτομέρειες. Με λίγη ακόμα καθοδήγηση και αρκετή τύχη, ίσως να τα καταφέρεις· αν όχι στην Αθήνα, ίσως στη Μικρά Ασία ή στη Λέσβο.

Ο πατέρας σου, ο Αριστοτέλης, διαφωνεί. Τα Ηθικά Νικομάχεια είναι ένα κείμενο που το έγραψε για να σου αποδείξει ότι το όνειρό σου σε οδηγεί σε λάθος κατεύθυνση. Για να σ’ το αποδείξει, σου εξηγεί ότι ο σκοπός της ζωής είναι η ευδαιμονία και ότι ο πολιτικός βίος (όσο κι αν βασίζεται στην αρετή, όσο ευνοϊκές κι αν είναι οι συγκυρίες, όση τιμή κι αν εξασφαλίζει) δεν αποτελεί τον μόνο αλλά, πολύ περισσότερο, ούτε τον καλύτερο δρόμο προς την ευδαιμονία.

«Ξέρεις, Νικόμαχε, ο Αλέξανδρος, πολύ πιθανόν, δεν είναι ευτυχισμένος»,

επαναλάμβανε ο Αριστοτέλης στον γιο του. Μόνο η εξάσκηση της θεωρητικής γνώσης, όπως είναι η αστρονομία ή τα μαθηματικά, εξασφαλίζει πλήρως την ευδαιμονία. Και αυτή είναι δυνατή σε κάθε τόπο: στα Στάγειρα, στην Αθήνα, στη Βεργίνα, στην Άσσο. Οι πολιτικοί χάνουν την εξουσία ή και έχουν άσχημο τέλος («Δεν βλέπεις, παιδί μου, τι έπαθε ο παππούς Ερμίας;»),3 οι πόλεις χάνουν την αίγλη τους, αλλά η θεωρητική γνώση παραμένει ανέγγιχτη. Με λίγη τύχη, το ίδιο συμβαίνει και σε όσους την εξασκούν.

Δεν σε πείθει. Όπως σχεδόν κάθε νέος στην Αθήνα, επιμένεις ότι, σύμφωνα με όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου, οι πιο προβεβλημένοι άνθρωποι είναι αυτοί που η μοίρα τους καθορίζει τη μοίρα ολόκληρων πόλεων (κρατών ή λαών, θα λέγαμε σήμερα), είναι οι πολιτικοί ή οι ρήτορες (παρότι ο πατέρας σου έχει γράψει ένα άλλο βιβλίο, τη Ρητορική, για να σου δείξει ότι οι ρήτορες δεν είναι αξιόπιστοι και, συμφωνώντας μαζί του, ρήτορας δεν θέλεις να γίνεις). Για σένα, το πιο σπουδαίο είναι να γίνεις κάποιος με σημαντική πολιτική δύναμη και δράση.

Τα Ηθικά Νικομάχεια τελειώνουν με έναν συμβιβασμό ανάμεσα στον πατέρα και τον γιο. Πιστεύουν και οι δύο ότι οι επαγγελματίες πολιτικοί δεν έχουν πραγματική γνώση και ότι οι σοφιστές είναι μόνο λόγια. Ο πατέρας δέχεται ότι είναι εύλογο για τον γιο να πιστεύει ότι ο θεωρητικός βίος μοιάζει υπερβολικά απόμακρος («ξενικός» είναι η λέξη που τον ακούμε να λέει) και ο γιος κατανοεί ότι ο πατέρας έχει σοβαρούς λόγους να υποστηρίζει ότι ο πολιτικός βίος είναι υπερβολικά ανασφαλής και πολυπράγμων («ἄσχολος» είναι τα λόγια του πατέρα).

Υπάρχει, ωστόσο, ένας ρόλος που μπορεί να συγκεράσει τα όνειρα του γιου και τη ριζωμένη άποψη του πατέρα, ο ρόλος του νομοθέτη.

Δεν θα μάθουμε ποτέ αν, τελικά, είναι ο ίδιος ο πατέρας, ο Αριστοτέλης, που ολοκληρώνει τα Ηθικά Νικομάχεια λέγοντας:

«Γιε μου, μην ακούς τι λέει ο Ισοκράτης,4 νομοθέτης να γίνεις όταν μεγαλώσεις»

ή αν ο γιος (έστω ότι αυτός, όντως, ήταν ο εκδότης του κειμένου) θέλησε, με δική του πρωτοβουλία, να συμπληρώσει αυτό το συμπέρασμα.

Αυτό που ξέρουμε είναι ότι ο Νικόμαχος δεν έγινε νομοθέτης. Πέθανε, κατά πάσα πιθανότητα, πολύ νέος, σε μια μάχη. Δεν σώζεται καμιά προτομή του, άγαλμα ή παράσταση με το πρόσωπό του.

Αθάνατο είναι το όνομά του στον τίτλο των Ηθικών Νικομαχείων.
-------------------
1. Ο Νικόμαχος ήταν γιος του Αριστοτέλη, αλλά δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν μητέρα του ήταν η Ερπυλλίδα (η δεύτερη σύζυγος —ή σύντροφος— του Αριστοτέλη) ή η Πυθία (η πρώτη σύζυγός του).

2. Ρητορική προς Αλέξανδρον, 1420a 17-18. Το εδώ χωρίο εμφανίζεται στην επιστολή, γραμμένη από ξένο χέρι, που δήθεν ο Αριστοτέλης απευθύνει στον Αλέξανδρο. Η επιστολή έχει ενσωματωθεί στο κείμενο που σώζεται με τον παραπάνω τίτλο και το οποίο, επίσης, αν και εντάσσεται στο αριστοτελικό corpus, δεν είναι του ίδιου του Αριστοτέλη.

3. Ο Ερμίας διαδέχθηκε τον τύραννο Εύβουλο στον Αταρνέα της Μικράς Ασίας (απέναντι από τη Λέσβο). Η Πυθία, η πρώτη σύζυγος του Αριστοτέλη, είχε κάποια (αδιευκρίνιστη) συγγενική σχέση μαζί του. Φιλόσοφος ο ίδιος, φιλοξένησε τον Αριστοτέλη όταν ο τελευταίος εγκατέλειψε την Αθήνα. Βρήκε μαρτυρικό τέλος με σταυρικό θάνατο από τους Πέρσες (345 π.Χ.), λόγω της συμμαχίας του με τον Φίλιππο.

4. Το τελευταίο κεφάλαιο των Ηθικών Νικομαχείων (Χ 9 1180b 28 κ.ε.) αποτελεί μια ανασκευή εκ μέρους του Αριστοτέλη όσων ισχυρίζεται ο Ισοκράτης στον λόγο του με τίτλο Περὶ ἀντιδόσεως. Ο Ισοκράτης ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, ο βασικότερος ανθυποψήφιος του Αριστοτέλη για τη θέση του δασκάλου του Αλέξανδρου.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΠΡΟΣ ΠΑΝΤΑΙΝΕΤΟΝ

ΔΗΜ 37.1–3

Προοίμιον: οι λόγοι που υπαγόρευσαν τη δίκη

Ο Νικόβουλος προσπαθεί σε αυτήν τη δίκη παραγραφῆς να αποδείξει ότι δεν ευσταθεί η αγωγή του Πανταίνετου εναντίον του. Σημειώνεται ότι ο Εύεργος, συνέταιρος του Νικόβουλου, είχε ήδη καταδικαστεί για την ίδια υπόθεση.


[1] Δεδωκότων, ὦ ἄνδρες δικασταί, τῶν νόμων παραγράψα-
σθαι περὶ ὧν ἄν τις ἀφεὶς καὶ ἀπαλλάξας δικάζηται, γεγε-
νημένων ἀμφοτέρων μοι τούτων πρὸς Πανταίνετον τουτονί,
παρεγραψάμην, ὡς ἠκούσατ’ ἀρτίως, μὴ εἰσαγώγιμον εἶναι
τὴν δίκην, οὐκ οἰόμενος δεῖν ἀφεῖσθαι τοῦ δικαίου τούτου,
οὐδ’, ἐπειδὰν ἐξελέγξω πρὸς ἅπασι τοῖς ἄλλοις καὶ ἀφεικότα
τοῦτον ἐμαυτὸν καὶ ἀπηλλαγμένον, ἐγγενέσθαι τούτῳ μὴ
φάσκειν ἀληθῆ με λέγειν, καὶ ποιεῖσθαι τεκμήριον ὡς, εἴπερ
ἐπράχθη τι τοιοῦτον, παρεγραψάμην ἂν αὐτόν, ἀλλ’ ἐπὶ
ταύτης τῆς σκήψεως εἰσελθὼν ἀμφότερ’ ὑμῖν ἐπιδεῖξαι, καὶ
ὡς οὐδὲν ἠδίκηκα τοῦτον καὶ ὡς παρὰ τὸν νόμον μοι δικάζε-
ται. [2] εἰ μὲν οὖν ἐπεπόνθει τι τούτων Πανταίνετος ὧν νῦν
ἐγκαλεῖ, κατ’ ἐκείνους ἂν τοὺς χρόνους εὐθὺς ἐφαίνετό μοι
δικαζόμενος, ἐν οἷς τὸ συμβόλαιον ἡμῖν πρὸς ἀλλήλους
ἐγένετο, οὐσῶν μὲν ἐμμήνων τούτων τῶν δικῶν, ἐπιδη-
μούντων δ’ ἡμῶν ἀμφοτέρων, ἁπάντων δ’ ἀνθρώπων εἰωθότων
παρ’ αὐτὰ τἀδικήματα μᾶλλον ἢ χρόνων ἐγγεγενημένων ἀγα-
νακτεῖν. ἐπειδὴ δ’ οὐδὲν ἠδικημένος, ὡς καὶ ὑμεῖς οἶδ’ ὅτι
φήσετε, ἐπειδὰν τὰ πεπραγμέν’ ἀκούσητε, τῷ κατορθῶσαι
τὴν πρὸς Εὔεργον δίκην ἐπηρμένος συκοφαντεῖ, ὑπόλοιπόν
ἐστι παρ’ ὑμῖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐπιδείξανθ’ ὡς οὐδ’
ὁτιοῦν ἀδικῶ, καὶ μάρτυρας ὧν ἂν λέγω παρασχόμενον,
πειρᾶσθαι σῴζειν ἐμαυτόν. [3] δεήσομαι δὲ καὶ μέτρια καὶ
δίκαι’ ὑμῶν ἁπάντων, ἀκοῦσαί τέ μου περὶ ὧν παρεγραψάμην
εὐνοϊκῶς, καὶ προσέχειν ὅλῳ τῷ πράγματι τὸν νοῦν· πολλῶν
γὰρ δικῶν ἐν τῇ πόλει γεγενημένων, οὐδένα πω δίκην οὔτ’
ἀναιδεστέραν οὔτε συκοφαντικωτέραν οἴομαι φανήσεσθαι
δεδικασμένον ἧς νῦν οὑτοσὶ λαχὼν εἰσελθεῖν τετόλμηκεν.
ἐξ ἀρχῆς δ’, ὡς ἂν οἷός τ’ ὦ διὰ βραχυτάτων, ἅπαντα
τὰ πραχθέντα διηγήσομαι πρὸς ὑμᾶς.

***
Εφόσον οι νόμοι, κύριοι δικαστές, επιτρέπουν να καταγγείλει κανείς ως ανυπόστατη μια δίωξη, αφού έχει ήδη αφεθεί ελεύθερος και απαλλαγεί από τις κατηγορίες, και εφόσον αυτός εδώ ο Πανταίνετος έχει αναγνωρίσει πως αυτά έχουν και τα δύο συμβεί στην περίπτωσή μου, καταγγέλλω, όπως μόλις ακούσατε, ότι η δίωξη δεν είναι αποδεκτή ούτε νόμιμη, θεωρώντας ότι δεν πρέπει να παραιτηθώ από αυτό το δικαίωμα, και ότι, αφού αποδείξω κοντά σε όλα τα υπόλοιπα ότι και αυτός με έχει αφήσει ελεύθερο και με έχει απαλλάξει από τις κατηγορίες, δεν πρέπει να αποκτήσει αυτός τη δυνατότητα να ισχυρίζεται ότι δεν λέω την αλήθεια, και να επικαλείται ως απόδειξη ότι, αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα είχα καταγγείλει ως ανυπόστατη τη δίωξή του, αλλά με αυτό το πρόσχημα αφού εμφανιστώ μπροστά σας να σας παρουσιάσω δύο σημεία, και ότι δεν τον αδίκησα σε κάτι, και ότι η δίωξή του εναντίον μου είναι παράνομη. Αν, βέβαια, ο Πανταίνετος είχε υποστεί κάτι από αυτά που με κατηγορεί, θα είχε εμφανιστεί να με καταγγέλλει αμέσως εκείνη την εποχή, κατά την οποία είχε γίνει η μεταξύ μας συμφωνία, καθώς αυτές οι δίκες πρέπει να πραγματοποιηθούν μέσα σε έναν μήνα, και οι δύο βρισκόμασταν στην πόλη, και όλοι οι άνθρωποι συνηθίζουν να εξοργίζονται όταν είναι νωπά τα αδικήματα και όχι αφού έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα. Καθώς, όμως, ενώ δεν έχει αδικηθεί σε κάτι, όπως ξέρω ότι θα ομολογήσετε και εσείς οι ίδιοι, όταν πληροφορηθείτε τα γεγονότα, συκοφαντεί υπερήφανος επειδή έχει κερδίσει τη δίκη εναντίον του Εύεργου, αυτό που μου μένει, κύριοι δικαστές, είναι να αποδείξω ότι δεν έχω κάνει ούτε το παραμικρό αδίκημα, και να προσαγάγω μάρτυρες για όσα πω και να επιχειρήσω να προστατεύσω τον εαυτό μου. Θα ζητήσω από όλους εσάς κάτι και μετρημένο και δίκαιο, να ακούσετε με ευνοϊκή διάθεση γιατί κατήγγειλα ως ανυπόστατη τη δίκη, και να δώσετε την προσοχή σας σε όλη τη υπόθεση· γιατί, ενώ έχουν γίνει πολλές δίκες στην πόλη, νομίζω ότι θα φανεί πως καμιά μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει τόσο αδιάντροπη και συκοφαντική όσο αυτή, την οποία αυτός εδώ ως κατήγορος έχει το θράσος να φέρει ενώπιόν σας. Ξεκινώντας από την αρχή, και όσο μπορώ πιο σύντομα, θα σας εκθέσω όλα τα γεγονότα.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (4.351-4.434)

Αἰγύπτῳ μ᾽ ἔτι δεῦρο θεοὶ μεμαῶτα νέεσθαι
ἔσχον, ἐπεὶ οὔ σφιν ἔρεξα τεληέσσας ἑκατόμβας.
οἱ δ᾽ αἰεὶ βούλοντο θεοὶ μεμνῆσθαι ἐφετμέων.
νῆσος ἔπειτά τις ἔστι πολυκλύστῳ ἐνὶ πόντῳ
355 Αἰγύπτου προπάροιθε, Φάρον δέ ἑ κικλήσκουσι,
τόσσον ἄνευθ᾽, ὅσσον τε πανημερίη γλαφυρὴ νηῦς
ἤνυσεν, ᾗ λιγὺς οὖρος ἐπιπνείῃσιν ὄπισθεν·
ἐν δὲ λιμὴν εὔορμος, ὅθεν τ᾽ ἀπὸ νῆας ἐΐσας
ἐς πόντον βάλλουσιν, ἀφυσσάμενοι μέλαν ὕδωρ.
360 ἔνθα μ᾽ ἐείκοσιν ἤματ᾽ ἔχον θεοί, οὐδέ ποτ᾽ οὖροι
πνείοντες φαίνονθ᾽ ἁλιαέες, οἵ ῥά τε νηῶν
πομπῆες γίγνονται ἐπ᾽ εὐρέα νῶτα θαλάσσης.
καί νύ κεν ἤϊα πάντα κατέφθιτο καὶ μένε᾽ ἀνδρῶν,
εἰ μή τίς με θεῶν ὀλοφύρατο καί μ᾽ ἐλέησε,
365 Πρωτέος ἰφθίμου θυγάτηρ ἁλίοιο γέροντος,
Εἰδοθέη· τῇ γάρ ῥα μάλιστά γε θυμὸν ὄρινα,
ἥ μ᾽ οἴῳ ἔρροντι συνήντετο νόσφιν ἑταίρων·
αἰεὶ γὰρ περὶ νῆσον ἀλώμενοι ἰχθυάασκον
γναμπτοῖς ἀγκίστροισιν, ἔτειρε δὲ γαστέρα λιμός.
370 ἡ δ᾽ ἐμεῦ ἄγχι στᾶσα ἔπος φάτο φώνησέν τε·
νήπιός εἰς, ὦ ξεῖνε, λίην τόσον ἠδὲ χαλίφρων,
ἦε ἑκὼν μεθιεῖς καὶ τέρπεαι ἄλγεα πάσχων;
ὡς δὴ δήθ᾽ ἐνὶ νήσῳ ἐρύκεαι, οὐδέ τι τέκμωρ
εὑρέμεναι δύνασαι, μινύθει δέ τοι ἦτορ ἑταίρων.
375 ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
ἐκ μέν τοι ἐρέω, ἥ τις σύ πέρ ἐσσι θεάων,
ὡς ἐγὼ οὔ τι ἑκὼν κατερύκομαι, ἀλλά νυ μέλλω
ἀθανάτους ἀλιτέσθαι, οἳ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν.
ἀλλὰ σύ πέρ μοι εἰπέ, θεοὶ δέ τε πάντα ἴσασιν,
380 ὅς τίς μ᾽ ἀθανάτων πεδάᾳ καὶ ἔδησε κελεύθου,
νόστον θ᾽, ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσομαι ἰχθυόεντα.
ὣς ἐφάμην, ἡ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο δῖα θεάων·
τοιγὰρ ἐγώ τοι, ξεῖνε, μάλ᾽ ἀτρεκέως ἀγορεύσω.
πωλεῖταί τις δεῦρο γέρων ἅλιος νημερτής,
385 ἀθάνατος, Πρωτεὺς Αἰγύπτιος, ὅς τε θαλάσσης
πάσης βένθεα οἶδε, Ποσειδάωνος ὑποδμώς·
τὸν δέ τ᾽ ἐμόν φασιν πατέρ᾽ ἔμμεναι ἠδὲ τεκέσθαι.
τόν γ᾽ εἴ πως σὺ δύναιο λοχησάμενος λελαβέσθαι,
ὅς κέν τοι εἴπῃσιν ὁδὸν καὶ μέτρα κελεύθου
390 νόστον θ᾽, ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσεαι ἰχθυόεντα.
καὶ δέ κέ τοι εἴπῃσι, διοτρεφές, αἴ κ᾽ ἐθέλῃσθα,
ὅττι τοι ἐν μεγάροισι κακόν τ᾽ ἀγαθόν τε τέτυκται,
οἰχομένοιο σέθεν δολιχὴν ὁδὸν ἀργαλέην τε.
ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
395 αὐτὴ νῦν φράζευ σὺ λόχον θείοιο γέροντος,
μή πώς με προϊδὼν ἠὲ προδαεὶς ἀλέηται·
ἀργαλέος γάρ τ᾽ ἐστὶ θεὸς βροτῷ ἀνδρὶ δαμῆναι.
ὣς ἐφάμην, ἡ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο δῖα θεάων·
τοιγὰρ ἐγώ τοι ταῦτα μάλ᾽ ἀτρεκέως ἀγορεύσω.
400 ἦμος δ᾽ ἠέλιος μέσον οὐρανὸν ἀμφιβεβήκῃ,
τῆμος ἄρ᾽ ἐξ ἁλὸς εἶσι γέρων ἅλιος νημερτὴς
πνοιῇ ὕπο Ζεφύροιο, μελαίνῃ φρικὶ καλυφθείς,
ἐκ δ᾽ ἐλθὼν κοιμᾶται ὑπὸ σπέεσι γλαφυροῖσιν·
ἀμφὶ δέ μιν φῶκαι νέποδες καλῆς ἁλοσύδνης
405 ἁθρόαι εὕδουσιν, πολιῆς ἁλὸς ἐξαναδῦσαι,
πικρὸν ἀποπνείουσαι ἁλὸς πολυβενθέος ὀδμήν.
ἔνθα σ᾽ ἐγὼν ἀγαγοῦσα ἅμ᾽ ἠοῖ φαινομένηφιν
εὐνάσω ἑξείης· σὺ δ᾽ ἐῢ κρίνασθαι ἑταίρους
τρεῖς, οἵ τοι παρὰ νηυσὶν ἐϋσσέλμοισιν ἄριστοι.
410 πάντα δέ τοι ἐρέω ὀλοφώϊα τοῖο γέροντος.
φώκας μέν τοι πρῶτον ἀριθμήσει καὶ ἔπεισιν·
αὐτὰρ ἐπὴν πάσας πεμπάσσεται ἠδὲ ἴδηται,
λέξεται ἐν μέσσῃσι, νομεὺς ὣς πώεσι μήλων.
τὸν μὲν ἐπὴν δὴ πρῶτα κατευνηθέντα ἴδησθε,
415 καὶ τότ᾽ ἔπειθ᾽ ὑμῖν μελέτω κάρτος τε βίη τε,
αὖθι δ᾽ ἔχειν μεμαῶτα καὶ ἐσσύμενόν περ ἀλύξαι.
πάντα δὲ γιγνόμενος πειρήσεται, ὅσσ᾽ ἐπὶ γαῖαν
ἑρπετὰ γίγνονται καὶ ὕδωρ καὶ θεσπιδαὲς πῦρ·
ὑμεῖς δ᾽ ἀστεμφέως ἐχέμεν μᾶλλόν τε πιέζειν.
420 ἀλλ᾽ ὅτε κεν δή σ᾽ αὐτὸς ἀνείρηται ἐπέεσσι,
τοῖος ἐὼν οἷόν κε κατευνηθέντα ἴδησθε,
καὶ τότε δὴ σχέσθαι τε βίης λῦσαί τε γέροντα,
ἥρως, εἴρεσθαι δὲ θεῶν ὅς τίς σε χαλέπτει,
νόστον θ᾽, ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσεαι ἰχθυόεντα.
425 ὣς εἰποῦσ᾽ ὑπὸ πόντον ἐδύσετο κυμαίνοντα·
αὐτὰρ ἐγὼν ἐπὶ νῆας, ὅθ᾽ ἕστασαν ἐν ψαμάθοισιν,
ἤϊα· πολλὰ δέ μοι κραδίη πόρφυρε κιόντι.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ἐπὶ νῆα κατήλυθον ἠδὲ θάλασσαν,
δόρπον θ᾽ ὁπλισάμεσθ᾽, ἐπί τ᾽ ἤλυθεν ἀμβροσίη νύξ·
430 δὴ τότε κοιμήθημεν ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης.
ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
καὶ τότε δὴ παρὰ θῖνα θαλάσσης εὐρυπόροιο
ἤϊα πολλὰ θεοὺς γουνούμενος· αὐτὰρ ἑταίρους
τρεῖς ἄγον, οἷσι μάλιστα πεποίθεα πᾶσαν ἐπ᾽ ἰθύν.

***
Στην Αίγυπτο οι θεοί ακόμη με κρατούσαν, μόλο που τόσο
επιθυμούσα να γυρίσω πίσω, γιατί δεν τους επρόσφερα θυσία
λαμπρή τις εκατόμβες — αλλά οι αθάνατοι πάντοτε θέλουν
να θυμόμαστε τις εντολές τους.
Ένα νησί βρίσκεται εκεί, το βρέχει η ταραγμένη θάλασσα,
αντικριστά στην Αίγυπτο, το λένε Φάρος·
απέχει τόσο απ᾽ τη στεριά, που ένα καράβι βαθουλό μες σε μια μέρα
θα μπορούσε να κάνει την απόσταση, φτάνει να το συντρόφευε
με τις πνοές του ούριος άνεμος.
Έχει λιμάνι απάνεμο, όπου τα πλοία ισόρροπα,
προτού ανοιχτούν στο πέλαγος, τραβούν νερό από σκοτεινές πηγές.
360 Εκεί λοιπόν μ᾽ εμπόδιζαν είκοσι μέρες οι θεοί· κι ούτε στιγμή
δεν έλεγαν τη θάλασσα να κυματίσουν άνεμοι της στεριάς καλοί,
που όταν φυσούν, γίνονται σύντροφοι των καραβιών
στα πλάτη της θαλάσσης.
Στο μεταξύ θα τέλειωναν κι όλες μας οι τροφές, μαζί τους των συντρόφων
το κουράγιο, αν δεν με σπλαχνιζόταν μια θεά να μ᾽ ελεήσει·
του αδάμαστου Πρωτέα η κόρη, του ενάλιου γέροντα,
η Ειδοθέη — εκείνης την καρδιά φαίνεται πως πολύ συγκίνησα.
Κι όπως παράδερνα μονάχος στο νησί, απ᾽ τους συντρόφους χωρισμένος,
φάνηκε ξαφνικά μπροστά μου· αυτοί περιτριγύριζαν τις όχθες
του νησιού κι όλη τη μέρα ψάρευαν με τα καμπύλα αγκίστρια,
γιατί τους θέριζε της άδειας τους κοιλιάς η πείνα.
370 Στάθηκε τότε εκείνη πλάι μου, μιλώντας είπε:
«Ξένε μου, παραείσαι νήπιος· χαλάρωσε κι ο νους σου; ή μήπως
θεληματικά μού αφήνεσαι, απολαμβάνοντας τον πόνο των παθών σου;
Αφού τόσο καιρό εμποδίζεσαι, και δεν μπορείς να βρεις
κάποια σωτήρια λύση, τώρα που πια εξαντλήθηκε κι η αντοχή
των φίλων σου.»
Στον λόγο της εγώ αποκρίθηκα με τον δικό μου λόγο:
«Θα σου μιλήσω φανερά, όποια θεά κι αν είσαι.
Όχι, δεν αποκλείστηκα από μόνος μου· μάλλον θα πρέπει
να ᾽χω σφάλει στους θεούς, που τον πλατύ ουρανό κατέχουν.
Αλλά από σένα τώρα περιμένω να μου πεις, αφού οι αθάνατοι
380 ξέρουν τα πάντα, το ποιος θεός δεμένο με κρατεί, ποιος έκλεισε
τον δρόμο μου, το πώς θα βρω τον νόστο μου, περνώντας
το ψαρίσιο πέλαγος.»
Έτσι της μίλησα, κι εκείνη, σεβαστή θεά, πήρε τον λόγο κι είπε:
«Ξένε, θα σου μιλήσω ειλικρινά και τίμια:
στα μέρη αυτά κυκλοφορεί ο ενάλιος γέρος που ποτέ δεν σφάλλει,
αθάνατος ο Αιγύπτιος Πρωτέας, που ορίζει με τη γνώση του
όλης της θάλασσας τα βάθη, στον Ποσειδώνα ωστόσο υποτελής —
λένε πως είναι εκείνος που με γέννησε, ο πατέρας μου.
Αυτόν λοιπόν, αν με κάποιον τρόπο εσύ κατόρθωνες να παγιδέψεις,
να τον πιάσεις, θα ᾽ταν σε θέση να σου πει τον νόστο σου,
να σου μετρήσει το μακρύ ταξίδι,
390 το πώς θα γύριζες περνώντας το ψαρίσιο πέλαγος.
Ακόμη, ξένε ευγενικέ, ανίσως θέλεις, εκείνος θα μπορούσε να σου μαρτυρήσει
και τι κακό ή καλό έχει συντελεστεί μες στο παλάτι σου,
αφότου εσύ πήρες τον τόσο μακρινό, μαρτυρικό σου δρόμο φεύγοντας.»
Στα λόγια της εγώ μ᾽ αυτά τα λόγια ανταποκρίθηκα:
«Εξήγησέ μου τώρα εσύ το πώς να παγιδέψω τον θεϊκό Πρωτέα,
μήπως προλάβει να με δει, με αναγνωρίσει πρώτος και ξεφύγει·
γιατί είναι δύσκολο θεός να δαμαστεί από θνητού το χέρι.»
Έτσι της μίλησα, κι εκείνη αμέσως μου αποκρίθηκε:
«Ό,τι ρωτάς θα το εξηγήσω εγώ, ομολογώντας όλη την αλήθεια.
400 Όταν ο ήλιος ανεβαίνοντας φτάσει στη μέση του ουρανού,
τότε κι ο άσφαλτος, ενάλιος γέροντας βγαίνει απ᾽ τη θάλασσα
με του ζεφύρου τις πνοές, στο μαύρο του νερού ανατρίχιασμα
κρυμμένος, και βγαίνοντας βαθιά κοιμάται σε θολωτές σπηλιές.
Γύρω του αθρόες φώκιες άποδες, κόρες της όμορφης θαλασσινής θεάς,
κι αυτές αφήνουν το ψαρί νερό και δίπλα του πλαγιάζουν,
βαριά αναδίνοντας τη μυρωδιά του απύθμενου πελάγους.
Εκεί λοιπόν, μόλις χαράζοντας φανεί η αυγή, θα σε οδηγήσω
εγώ, να γείρεις πλάι τους· αλλά κι εσύ ξεδιάλεξε
τρεις από τους συντρόφους σου — ας είναι
των καραβιών με τις γερές κουβέρτες οι καλύτεροι.
410 Και τώρα θα σου πω κι όλες του γέροντα τις πονηριές·
τις φώκιες πρώτα θα μετρήσει, βήμα βήμα,
κι αφού τις δει και λογαριάζοντας στα πέντε δάχτυλα
τις βρει σωστές, θα πέσει εκεί στη μέση να πλαγιάσει,
σαν τον βοσκό με το κοπάδι του ανάμεσα στα πρόβατά του.
Κι όταν τον δείτε πια στον ύπνο βυθισμένο,
δικό σας μέλημα, με βία και δύναμη να τον κρατήσετε
γερά, όσο κι αν δέρνεται παλεύοντας να σας ξεφύγει.
Γιατί θα δοκιμάσει αλλάζοντας την όψη του μ᾽ ό,τι ερπετό
στο χώμα σέρνεται, θα γίνει και νερό, κι ακαταμάχητη φωτιά.
Όμως εσείς μην τον αφήσετε απ᾽ τα χέρια σας,
όλο και δυνατότερο το σφίξιμό σας.
420 Και μόνο όταν μιλώντας σάς ρωτήσει,
ίδιος στην όψη πάλι, όπως τον είδατε προτού ξαπλώσει,
τότε κι εσύ τη βία χαλάρωσε, λύσε τον γέροντα,
γενναίε, και ρώτησέ τον ποιος θεός σε κατατρέχει,
τον νόστο να σου πει, πώς θα περάσεις το ψαρίσιο πέλαγος.»
Τον λόγο της τελειώνοντας, βυθίστηκε στο κύμα της θαλάσσης.
Όσο για μένα, τράβηξα στα καράβια, στημένα εκεί στην άμμο,
κι όπως εβάδιζα, κυμάτιζε τα στήθη μου η καρδιά μου.
Αλλ᾽ όταν, στο ακροθαλάσσι κατεβαίνοντας έφτασα το καράβι,
φροντίσαμε το δείπνο μας κι έπεσε το σκοτάδι
430 νύχτας αθάνατης — εμείς πλαγιάσαμε στο περιγιάλι τότε.
Την άλλη μέρα, σαν ξημέρωσε ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
προχώρησα στην αμμουδιά μιας θάλασσας απέραντης
κι εκεί γονυπετής παρακαλιόμουν τους θεούς· πήρα μαζί μου
και τους τρεις συντρόφους — σ᾽ αυτούς που είχα την πιο μεγάλη εμπιστοσύνη
στην κάθε κίνησή μου.

Δεν φτιαχτήκαμε όλοι, από τα ίδια υλικά

Ο καθένας είναι φτιαγμένος από διαφορετικά υλικά και από αυτό αρχίζουν και τελειώνουν όλα.
Η διαφορετικότητά μας μας φέρνει κοντά με τους άλλους ανθρώπους αλλά και μας διώχνει μακριά τους.
Δεν μπορούμε να είμαστε όλοι ίδιοι για να νιώθουμε πιο ταιριαστοί, πρέπει να αποδεχόμαστε τον άλλον για αυτό ακριβώς που είναι. Δυστυχώς έχουμε τη συνήθεια να κρίνουμε ή να συμβουλεύουμε τον άλλον με βάση αυτό που είμαστε και πολλές φορές ξεχνάμε πως ο καθένας έχει τις δικές του ανάγκες, τα δικά του θέλω, τις δικές του αντοχές. Εκεί που σκεφτόμαστε με βάση εμάς πρέπει να χρησιμοποιούμε και την ενσυναίσθηση μας, να σκεφτόμαστε έστω και λίγο όπως ο άλλος, να μην τον κρίνουμε τόσο εύκολα, να μην καταδικάζουμε τον άλλον με έναν τρόπο που καθόλου δε θέλουμε να μας το κάνουν.
Έχω κρίνει και εγώ πολλά φορές ανθρώπους “διαφορετικούς “από εμένα και πάντα στο τέλος μου αποδείκνυαν ότι έκανα λάθος, ότι δεν έπρεπε να τους μιλήσω έτσι, δεν έπρεπε να σχολιάσω τον τρόπο που χειρίζονται τη ζωή τους βασιζόμενη στο τι θα έκανα εγώ στη θέση τους.
Αυτό το “αν ήμουν εγώ στη θέση σου” και το “ναι αλλά αν εγώ ήμουν εσύ” πόσες φορές τα έχουμε ακούσει και πόσες φορές έχουμε εκνευριστεί με αυτού του είδους τις φράσεις και άλλες πόσες φορές πέσαμε στην λούμπα να τις ξεστομίζουμε και εμείς.
Και αν καθίσουμε και το σκεφτούμε είναι άδικο, ναι είναι άδικο να λέμε στον άλλον τι θα κάναμε στη θέση του γιατί πολλά απλά ούτε στη θέση του βρεθήκαμε, ούτε τη ζωή έχουμε ζήσει για να μπορούμε να συμβουλεύσουμε με τόση ευκολία τον άλλον, την ίδια στιγμή που αδυνατούμε να συμβουλεύσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.
Γι’ αυτό λοιπόν πριν μιλήσουμε ας σκεφτούμε, πριν απομακρυνθούμε από κάποιον ας προσπαθήσουμε να τον καταλάβουμε, πριν κρίνουμε τον άλλον ας κρίνουμε τον εαυτό μας.
Γιατί όπως είπα και στην αρχή η διαφορετικότητα μας είναι αυτή που μας κάνει να φεύγουμε μακριά από κάποιον, γιατί απλώς δεν ταιριάξαμε αλλά και να μας φέρνει κοντά, να μας κάνει να αισθανόμαστε τόσο όμορφα συναισθήματα όπως είναι η αγάπη, η χαρά, το ενδιαφέρον και άλλα πόσα.
Ας μείνουμε στα καλά, ας μην τρέφουμε συνεχώς τη ψυχή τη δική μας και των άλλων με αρνητικά συναισθήματα και επιτέλους ας δεχτούμε τον εαυτό μας και τους άλλους για αυτό που είναι!

Η παγίδα του ανεκπλήρωτου έρωτα είναι πως μένει άφθαρτος

«Δεν έχουν σημασία μόνο αυτά που ζήσαμε. Ίσως μεγαλύτερη σημασία έχουν αυτά που δε ζήσαμε. Οι έρωτες, οι ανεκπλήρωτοι, όλα τα σ’ αγαπώ που τσιγκουνευτήκαμε, όλα τα σώματα που αγγίξαμε μόνο νοητά, όλα τα χείλη που ονειρευτήκαμε αλλά φοβηθήκαμε να φιλήσουμε. Ίσως τα όχι μας, μας έκαναν αυτό που είμαστε, όχι τα ναι μας. Ίσως…»

Ο αξεπέραστος Καβάφης έχει αποδώσει με τον πιο ουσιώδη τρόπο την έννοια του ανεκπλήρωτου. Το συναίσθημα που γεννάνε οι ανεκπλήρωτοι έρωτες είναι ίσως απροσπέλαστο ως προς τις προσδοκίες που έχει κάποιος. Γιατί η αλήθεια είναι πως οι προσδοκίες γεννάνε με τη σειρά τους ελπίδες κι αυτά όνειρα κι εκείνα πλάνα. Που μπορεί και να μη συμβούν. Ίσως…

Λένε πως η παγίδα ενός ανεκπλήρωτου έρωτα είναι ότι παραμένει άφθαρτος στη σκέψη μας. Κι αυτή είναι η βάση για να ξεκινήσει το ανεκπλήρωτο. Τα «σ΄ αγαπώ» που δεν τολμήσαμε να πούμε γιατί θεωρήσαμε πως το timing δεν είναι σωστό. Τα φιλιά που τσιγκουνευτήκαμε να δώσουμε επειδή φοβηθήκαμε να το κάνουμε. Ή μπορεί να είδαμε κάτι και να μην το τολμήσαμε τελικά.

Το ανεκπλήρωτο καταφέρνει να μένει άφθαρτο γιατί απλούστατα δεν το βίωσες όπως το είχες πλάσει στο μυαλό σου. Δεν το «τσαλάκωσε» καμία καθημερινότητα. Δεν το «θόλωσε» καμία υποχώρηση ή οπισθοχώρηση. Δεν παραδόθηκε σε κανένα κανόνα σχέσης κι αρνήθηκε να χωρέσει σε καλούπι. Το ανεκπλήρωτο συναίσθημα καταφέρνει να παραμένει αέρινο κι ελεύθερο γοητευμένο από το πέπλο μιας άσβεστης προσωπικής ανάγκης: ν’ ανήκεις και να είσαι κομμάτι ενός μεγάλου συναισθήματος που συνεπαίρνει ψυχή, μυαλό και σώμα.

Και κάπως έτσι, ένας ανεκπλήρωτος έρωτας φαντάζει ιδανικός. Μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από τις σελίδες ενός παραμυθιού. Νομίζεις πως οι πρωταγωνιστές του είναι οι ιδανικοί παρτενέρ με τις τέλειες ατάκες. Πλάθεις με το μυαλό σου εικόνες και τους τοποθετείς μέσα σ’ αυτές, πλέκοντας ένα ειδύλλιο. Ένα ρομάντζο που θα εξελισσόταν σε τι; Έχεις την απάντηση;

Ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ο απόλυτα εξιδανικευμένος έχει διττή σημασία. Από τη μια αποτελεί την τέλεια παγίδα αφού έχοντας κατά νου το άπιαστο συναίσθημα, εκείνο που δεν ικανοποιήθηκε ρεαλιστικά παρά μόνο στα σοκάκια του μυαλού μας, ίσως να αποτελέσει τροχοπέδη ως κριτήριο για επόμενους έρωτες. Το πέπλο του μυστηρίου που καλύπτει μια ανικανοποίητη αγάπη μπορεί να θολώσει τις ευκαιρίες για μια επόμενη.

Από την άλλη, αυτός ο γλυκός και ταυτόχρονα εθιστικός βασανισμός σκέψεων και σεναρίων μπορεί να φτάσει τελικά στην απομυθοποίησή του. Φτάνει μόνο ν’ αναρωτηθούμε «γιατί» δεν πέτυχε. Μήπως δεν ήταν σωστό το timing δυο ανθρώπων που συναντήθηκαν στη ζωή; Μήπως οι αντοχές δεν ήταν αντίστοιχες της δύναμης και της έντασης του συναισθήματος; Μήπως όλο αυτό που βιώσατε έμελλε να παραμείνει πλατωνικό ώστε να μη χάσει την αίγλη του;

Όπως και να το δούμε το θέμα, και μόνο η φράση «ανεκπλήρωτο συναίσθημα» δελεάζει. Κεντρίζει το ενδιαφέρον και θα συνεχίσει να το κάνει για πολλούς εκεί έξω. Ενδόμυχα σε παρασέρνει σε μονοπάτια πάθους και γοητείας. Κρατιέσαι και σκαλώνεις σε λέξεις και στιγμές λες κι αυτές θα είναι οι αποδείξεις που αποζητάς για να επιβεβαιώσεις αυτό που δε θέλεις να σου καταρρίψει κανείς. Το ότι θα ήταν τέλειο, αλλά δε συνέβη.

Λένε πως οι ανεκπλήρωτοι έρωτες ζουν αιώνια. Σαν μια ρομαντική κατάρα που σέρνεις μαζί σου στη ζωή. Σαν ένα κίνητρο για να νιώθεις ποθητός κι αναγκαίος. Παραβλέποντας έτσι τη πραγματικότητα και την αλήθεια που φέρει οποιαδήποτε σχέση. Ίσως όμως οι ανεκπλήρωτοι έρωτες να μη φοράνε τη κάπα του υπερήρωα. Ίσως τελικά να μην είναι και τόσο άφθαρτοι. Να είναι αυτό που λέει και η ίδια η λέξη. Ξεκάθαρα άνευ αποτελέσματος.

Το θέμα δεν είναι να ξεχάσεις αλλά όπως λέει κι ο Καβάφης να θυμάσαι τι είναι αυτό που δεν εκπλήρωσες εσύ από τη δική σου πλευρά. Ώστε να ξέρεις για την επόμενη φορά. Τι τσιγκουνεύτηκες και τι σε κράτησε πίσω. Τι δεν έδωσες και τι φοβήθηκες. Για όλους έχει η ζωή. Δυνατές συγκινήσεις, αέρινα ρομάντζα, βασανιστικές αγάπες και φυσικά ανεκπλήρωτους έρωτες. Η ουσία είναι να μπορείς να απομυθοποιείς οτιδήποτε φαντάζει ιδανικό. Να το σπας σε κομμάτια και να το βάζεις στο μικροσκόπιο. Δε θα χάσει τη λάμψη του, μη φοβάσαι. Αλλά θα λάμψει με βεβαιότητα η δική του κρυμμένη αλήθεια.

Αφιερωμένο στα άφθαρτα ιδανικά του μυαλού μας.

Βολική η θέση του πληγωμένου

Όταν μια πληγή κλείσει, μένει το σημάδι. Ένα παράσημο που νοερά υπενθυμίζει πως κάποτε, για μια στιγμή, φιλοξένησε ένα διαφορετικό συναίσθημα. Ένα συναίσθημα χαράς, ενθουσιασμού, ελπίδας και μιας αγάπης που καλλιεργούταν, ίσως μονόπλευρα. Υπάρχει μια σύγχυση πως αυτές οι εμπειρίες κι οι στιγμές συμβάλλουν με τρόπο ανασταλτικό στην εξέλιξη την πορείας των ερώτων μας κι ακόμη κι αν συμβεί μία και καλή η στραβή, μπορεί και να μας σημαδέψει για πάντα.

Δε χρειάζεται μια δυσάρεστη στιγμή να γίνει θεσμός. Ένας θεσμός, που κάθε νέα προσπάθεια την πετάει στον γκρεμό. Ένα τετελεσμένο γεγονός που τελικά άλλαξε ιδίωμα κι από όνειρο έγινε ναυάγιο. Μια σχέση που ήρθε στο τέρμα της κι ήταν αρκετή για να δημιουργήσει ρήξη στον εσωτερικό κόσμο. Θα ξεσπάσει αυτός που χωρίζει, σίγουρα, θα κλάψει, θα αφήσει όλο αυτό που έχει μέσα του ν’ απελευθερωθεί. Σ’ εκείνες τις πολύ δικές του στιγμές, όμως, θα γίνει και μια αναθεώρηση.

Κι έτσι απλά, μέσα από τον πόνο θα κληθεί να προχωρήσει μπροστά ή να μείνει στάσιμος. Τι από τα δύο θα υπερισχύσει, θα έχει πάντα να κάνει με το βάθος της πληγής αλλά και τη διάθεση για ίαση. Όλες οι νέες περιπτώσεις που έχει να διαχειριστεί, χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία, θα έχουν ήδη απορριφθεί, αν διαλέξει να μείνει στο ίδιο σημείο. Δε χρειάζεται ν’ αναπνεύσει- ποιος χρειάζεται αέρα άλλωστε. Δε χρειάζεται να προσπαθήσει, αφού θα έχει εξ αρχής αποτύχει. Δε χρειάζεται να ταξιδέψει, αφού έχει για πάντα αγκυροβολήσει.

Ίσως είναι η οπτική που ο ίδιος μπορεί και θέλει να αντικρίζει, ίσως να είναι μια νέα σταθερά στη ζωή του. Είναι ανησυχητικό να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα όλες οι καινούριες αρχές, χάριν μιας παλιάς κακής επιλογής. Μέσα σε τόσες διαφορετικές περιπτώσεις, σε νέες ενδεχόμενες εξελίξεις, είναι ζοφερό να υπάρχει πάντα ο ίδιος επίλογος. Κάτι υπάρχει που δε λειτουργεί, κάτι που δείχνει πως η λανθασμένη έκβαση δεν είναι αποτέλεσμα τύχης και κακής συγκυρίας αλλά επιλογής. Είναι εκείνη που βόλεψε ως ιδέα.

Δεν είναι αντιληπτό πάντα πως αυτό που προσεγγίζει άθελα του κανείς, είναι αυτό που ο ίδιος έχει μέσα του. Ακόμη κι αν μεμψιμοιρεί και παραπονιέται ανοιχτά γιατί έχει αυτόν τον ιδιαίτερο «μαγνήτη», είναι γιατί αυτό ψάχνει. Μια σχέση ν’ αποτύχει. Ο τρόπος που εκφράζεται, οι σκέψεις του, οι πράξεις του, δείχνουν πως θέλει να μείνει μόνος. Είναι θέμα, συμπεριφοράς, ενέργειας και πίστης. Ως ένα βαθμό, κάποιοι αντιλαμβάνονται πως υπάρχει κάποια δυσκολία, αλλά οι περισσότεροι κωλύονται να προχωρήσουν έμπρακτα σε μια πιο καθολική λύση, καθώς η ηττοπάθεια έχει τον τρόπο της να σε αγκαλιάζει και να σε κρατάει στον πάτο. Συχνά, είναι αρκετά δύσκολο ν’ απευθυνθούν σε κάποιον που θα τους βοηθήσει, ενώ δεν είναι πάντα έτοιμοι να κάνουν τη σχετική δουλειά με τον εαυτό τους. Θεωρούν, ότι δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα, απλώς το σύμπαν δεν τους κάνει τη χάρη. Παραμένουν σ’ εκείνο το σημείο της αναγνώρισης, αλλά όχι στο επόμενο που θα είναι κι η αλλαγή τους.

Το ταξίδι για τη γνωριμία του εαυτού μας, είναι το σημαντικότερο απ’ όλα, ακόμα και στον έρωτα και τις αποτυχίες αυτού. Παίρνει χρόνια και πολλές φορές η Ιθάκη είναι ένας ανύπαρκτος προορισμός. Μια ιστορία που μας πλήγωσε, μια ταλαιπωρημένη ψυχή που μπαίνει και βγαίνει από ψυχοφθόρες σχέσεις χωρίς αντίκρυσμα, φιλίες και συνεργασίες χωρίς αποτέλεσμα, είναι όλα μοτίβα που μπορούμε να σπάσουμε. Τα παθήματα-μαθήματα, έχουν διδακτικό χαρακτήρα, αλλά αν δε γίνονται αντιληπτά, είναι βασανιστήρια που καλείται ο καθένας να βιώσει.

Γιατί σίγουρα, εκείνη η σχέση, η γνωριμία, η συνεργασία που δεν κύλησε για διάφορους λόγους δεν είναι ολόκληρη η ροή της ζωής σου. Δεν είναι το θέσφατο που πρέπει να καθορίσει τον τρόπο που λειτουργείς. Είναι μια εμπειρία, που άφησε μια ουλή, να έχουμε να λέμε ιστορίες.

Πότε και πώς το άγχος μας γίνεται επικίνδυνο;

Στην κοινωνία του σήμερα, με τους γρήγορους, σχεδόν άπιαστους, ρυθμούς της, όλοι είμαστε εξοικειωμένοι με την έννοια του στρες. Αγχωνόμαστε για κάθε λογής κατάσταση και γεγονός, ενώ η ίδια η λέξη έχει γίνει κομμάτι του καθημερινού λεξιλογίου μας. Σε έναν βαθμό, αυτό είναι λογικό – είναι στην φύση του ανθρώπου να αγχώνεται. Αυτό γιατί, από τους πρώτους αιώνες της εξέλιξής μας ως είδος, το συναίσθημα του άγχους χρησίμευε ώστε να αντιλαμβανόμαστε πιθανούς κινδύνους (κυριολεκτικούς και μεταφορικούς) και να αντιδρούμε κατάλληλα σε αυτούς – είτε με το να τους αντιμετωπίζουμε είτε με το να τους αποφεύγουμε. Ετούτη, η ενστικτώδης αντίδραση λέγεται ‘fight or flight’ και αντιπροσωπεύει την σημασία του άγχους για τον άνθρωπο.

Έτσι, το στρες μας είναι εν μέρει τόσο κατανοητό όσο και απαραίτητο. Σε έναν βαθμό. Γιατί από εκεί και πέρα, το συναίσθημα αποκτά σχεδόν ζωή από μόνο του, εξαπλώνεται και μας κυριεύει – κατάσταση που δεν επιφέρει κανένα όφελος στον άνθρωπο. Πότε το στρες μας ξεπερνά τα υγιή (απαραίτητα) επίπεδα; Πώς μπορούμε να το αναγνωρίζουμε εγκαίρως; Τι επιπτώσεις έχει αυτό; Το άγχος μας, εμφανίζεται στην σκέψη, το συναίσθημα και στο ίδιο το σώμα. Παρατηρώντας αυτά, μπορούμε να καταλάβουμε πότε είμαστε υπερβολικά αγχωμένοι και να κάνουμε προσπάθεια να το μετριάσουμε.

Στον τομέα της σκέψης το άγχος εμφανίζεται με την μορφή αρνητικών σκέψεων, που είναι συχνά παράλογες ή υπερβολικές. Έτσι, όταν είμαστε αγχωμένοι τείνουμε να ‘τα βλέπουμε όλα μαύρα’: Δημιουργούμε αρνητικά πιθανά σενάρια στο νου μας, καταστροφολογούμε, αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε τα θετικά μιας κατάστασης. Ετούτες οι αρνητικές σκέψεις, με την σειρά τους, ξυπνούν αρνητικά συναισθήματα: νιώθουμε πιεσμένοι, φοβισμένοι, ίσως ακόμα και θυμωμένοι ή αγανακτισμένοι. Όσο το άγχος αυξάνεται, μπορεί να νιώσουμε αβοήθητοι, πως πνιγόμαστε και δεν υπάρχει λύση στο εκάστοτε πρόβλημα, ώσπου να καταλήξουμε να νιώθουμε απόγνωση. Όλα αυτά βέβαια έχουν αντίκτυπο και στο σώμα μας. Όταν είμαστε αγχωμένοι μπορεί να βιώνουμε μια γενικότερη σωματική ένταση. Πιο συγκεκριμένα, έχουμε ανεβασμένους παλμούς της καρδιάς (και πίεση), ακαθόριστη και κοφτή ανάσα, τρεμάμενα άκρα, ‘πλάκωμα’ στο στήθος, σφίξιμο στο στομάχι. Συχνά μπορεί να νιώθουμε κουρασμένοι και εξουθενωμένοι, περισσότερο από το αναμενόμενο, ενώ ένα αίσθημα ‘αρρώστιας’ μας κυριεύει.

Έτσι, το άγχος μας μετατρέπεται σε full time ημερήσιο πρόγραμμα.

ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΑ, ΟΛΕΣ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΕΚΦΑΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΣΕ ΕΝΑ ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΕΠΙΠΕΔΟ.

Στην σκέψη, δυσκολευόμαστε να συγκεντρωθούμε, να θυμηθούμε και να παράγουμε πνευματική δουλειά. Συναισθηματικά, η κακή διάθεση και η ένταση γίνονται ρουτίνα, και τέλος σωματικά, κανείς μπορεί να εμφανίσει πληθώρα ψυχοσωματικών συμπτωμάτων (δηλαδή προβλημάτων υγείας του σώματος που δεν εξηγούνται από σωματική πάθηση). Εδώ πρέπει να τονιστεί πως τα τελευταία χρόνια, ένα τεράστιο κύμα ερευνών έχει εστιάσει στις επιπτώσεις του χρόνιου άγχους στην υγεία. Οι περισσότερες από αυτές τις μελέτες βρήκαν σημαντική σχέση μεταξύ των υψηλών επιπέδων άγχους (μακροπρόθεσμα) και διαφόρων ασθενειών – από καρδιαγγειακά νοσήματα, μέχρι και καρκίνο.

Το άγχος λοιπόν είναι μια κατάσταση που μας επηρεάζει σε πολλά επίπεδα – γεγονός που το κάνει δύσκολο στην αναγνώριση ως πηγή του προβλήματος. Παρατηρώντας τον εαυτό μας μπορούμε να διακρίνουμε πότε εμφανίζουμε τα συμπτώματα του άγχους συναισθηματικά, γνωστικά και σωματικά, με σκοπό να αποφύγουμε να μετατραπεί σε μακροχρόνια μόνιμη κατάσταση, με αρνητικό αντίκτυπο στην ζωή και την καθημερινότητά μας.

Εκείνος που στις δυσκολίες μπορεί να προχωρήσει μόνος του γίνεται μαγνήτης ανθρώπων και θαυμάτων

“Θυματοποιώ τον εαυτό μου για να νιώσω σημαντικός;”

” Έτσι είναι. Αποδεδειγμένο επιστημονικά! Οι άρρωστοι, οι προδομένοι, οι χωρισμένοι, όλοι αυτοί δεν είναι θύματα της ζωής; Όπου κι αν σταθούμε, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει. Αν σκύψουμε το κεφάλι και παραδοθούμε, ξέρεις πόσο εύκολη γίνεται η ζωή μας;”

“Εύκολη;”, απόρησα.

“Ναι, εύκολη. ‘Ένας με κακή μοίρα, ένας κακομοίρης δηλαδή, τραβάει γύρω του πολλούς ανθρώπους που έχουν τη διάθεση να βοηθήσουν- άλλοι από θέση και άλλοι από φύση. Όμως τους ζητάει, τους τραβάει γύρω του, και έτσι δεν είναι μόνος. Ασχολούνται όλοι μαζί του. Σκύβουν πάνω από το πρόβλημά του, με σκοπό να μετριάσουν το βάρος. Γίνεται λοιπόν σημαντικός!

Απεναντίας, αν ένας άνθρωπος αποδεχθεί την δύσκολη μοίρα του και σηκώσει το κεφάλι προχωρώντας γενναία μπροστά, τότε δεν δηλώνει ότι έχει ανάγκη βοήθειας από κάποιον. Και μένει μόνος.

Πρόσεξε τώρα. Στην πρώτη περίπτωση, οι φιλεύσπλαχνοι κάποια στιγμή, βαριούνται, κουράζονται από την κακομοιριά, και βαθμιαία αποσύρονται. Εκεί το θύμα της ζωής θεωρεί ότι μέσα στην κατάρα του έμεινε επιπλέον και μόνος, και έτσι θυματοποιεί περισσότερο τον εαυτό του. Εγώ πονάω, εγώ είμαι μόνος, εγώ, εγώ, εγώ… Τόσο εγώ μαζεμένο σ’ έναν άνθρωπο μόνο σημαντικό τον κάνει να νιώθει. Τόσο σημαντικό, που ενδόμυχα θεωρεί και υποχρεωμένους τους γύρω του να παραμείνουν εκεί, γύρω του. Αργά αλλά σταθερά όλη η γη γυρίζει γύρω του.

Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε τον συνειδητοποιημένο άνθρωπο. Στην αρχή ο άνθρωπος αυτός δεν έχει βοηθούς, γιατί δεν έχει διακηρύξει με τη στάση του ότι τους έχει ανάγκη. Χαμογελάει και προχωράει μόνος του τον δύσκολο αυτό δρόμο, κάνοντας τα πόδια του δυνατότερα, αφού περπατάει μόνος του, τον νου του δυνατότερο, αφού σκέφτεται για τα πάντα μόνος του και, εν τέλει, γίνεται ένα δυνατό ον”

Όση ώρα μιλούσε, δεν κοιτούσα. Είχα αφήσει το βλέμμα μου να χαθεί μέσα στα αναμμένα φαναράκια, στις υφασμάτινες πεταλούδες, στα καταπράσινα φύλλα. Στο μικρό κομμάτι του σύμπαντος, όπου βρισκόμασταν. Αποτύπωνα κάθε της λέξη, σκεπτόμενη πόσο δίκιο είχε τελικά. Η παύση της ανάγκασε τα μάτια μου να επιστρέψουν στο πρόσωπο της.

“Και ξέρεις τι γίνεται τελικά; Ο άνθρωπος που έχει προχωρήσει μόνος του, που έχει πράξει πράγματα και που έχει δουλέψει με τον νου του, γίνεται μαγνήτης των ανθρώπων. Όταν ολοκληρώσει το έργο του, τότε δεν είναι πια μόνος. Έχει συνοδοιπόρους που τον θεωρούν σημαντικό γιατί είναι σημαντικός. Εσύ μέχρι τώρα έχεις διαλέξει τον δεύτερο δρόμο. Μην μου τα χαλάς στο τέλος!”

Αυτή ήταν η αλήθεια, τώρα το έβλεπα καθαρά. Πόσοι ήταν εκείνοι που μου εξέφραζαν τον θαυμασμό τους, κι εγώ θεωρούσα ότι δεν είχα κάνει κάτι για να τον αξίζω; Τώρα ήξερα τον λόγο.